1890.05.26
2,081 rows · 16,294 words · 104 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 54
τῆς 26 Μαΐου 1890.
(Σάββατον)
Ὥρᾳ 6 μ. μ.
(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κκ. Βουλευτῶν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Θὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά.
§2ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἔχω ἀμφιβολίαν περὶ τῆς ἀπαρτίας, παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ ἐκ νέου ὁ κατάλογος.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσέλθετε παρακαλῶ ὡς ψηφολέκτης. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ κ. Κουμουνδούρου ὡς ψηφολέκτου).
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ· παρόντες 76 Βουλευταί.
§5ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἀπέρχομαι, καὶ συνεπῶς δὲν εἶσθε ἐν ἀπαρτίᾳ· μένετε μόνον 75.
§6ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂς ἀναγνωσθῇ ἐκ νέου ὁ κατάλογος, κύριε Πρόεδρε. (Ἀναγινώσκεται ἐκ τρίτου ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βουλευτῶν).
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 80 Βουλευτῶν. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάτοικοι Νησίου τῶν Καλαμῶν διὰ τηλεγραφήματός των ἐκφράζουσιν ἄπειρον εὐγνωμοσύνην πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῇ ἐπιψηφίσει τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως Γυμνασίου ἐν Μεσσήνῃ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν 17 ἀναφορὰς δημοτῶν καὶ κατοίκων Ἀθηνῶν, φερούσας περὶ τὰς τρισχιλίας ὑπογραφάς. Αἱ ἀναφοραὶ αὗται εἶναι τῆς αὐτῆς φύσεως· παρακαλοῦσιν οἱ ἀναφερόμενοι τὴν Βουλήν, ὅπως ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ διοχετεύσεως εἰς Ἀθήνας τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας.
§9ΨΥΛΛΑΣ. Ἄς ἀναγνωσθῇ, κύριε Πρόεδρε, μία ἐκ τῶν ἀναφορῶν τούτων. (Ἀναγινώσκεται μία τῶν εἰρημένων 17 ἀναφορῶν).
§10ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῶν ἀναγνωσθεισῶν ἄρτι ἀναφορῶν, σχετικῶν πρὸς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Στυμφαλίας, ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ὅπως καταστήσω κατάδηλον τὸν σκοπόν, ὅστις ἐπιδιώκεται δι’ αὐτοῦ. Καὶ πρότερον, ἀλλ’ ἰδίᾳ ἀπὸ δύο καὶ πλέον ἐτῶν, καὶ κατὰ τὴν τρίτην καὶ κατὰ τὴν τετάρτην σύνοδον τῆς ληγούσης ἤδη βουλευτικῆς περιόδου, ὑπέμνησα τὸ καθῆκον, ὅπερ εἶχεν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ τῆς διοχετεύσεως ὑδάτων, πρὸς τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀμέσων τοὐλάχιστον ἀναγκῶν τῆς πόλεως Ἀθηνῶν. Ἐν ἐπανειλημμέναις ἀγορεύσεσιν ὑπέδειξα, ὅτι διὰ τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Πάρνηθος καὶ ἰδίως τῆς Γκούρας ἦν δυνατὸν νὰ ἱκανοποιηθῶσιν αἱ ἄμεσοι αὗται ἀνάγκαι, παρέστησα δὲ τῇ Κυβερνήσει τὴν εὐθύνην, ἣν φέρει, διὰ τὴν ὀλιγωρίαν της ἐπὶ ζητήματος ἀφορῶντος εἰς τὰς πρώτας ἀνάγκας τῶν κατοίκων τῆς πόλεως, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ὑγείαν αὐτῆς. Ἡ Κυβέρνησις ἐκώφευσεν εἰς τὰς παραστάσεις μου ἐκείνας, ἀφῆκε δὲ νὰ δαπανηθῶσιν ἑκατοντάδες χιλιάδων δραχμῶν εἰς μάταια καὶ ἀλυσιτελῆ πειράματα, σκοποῦντα ἁπλῶς τὴν διασπάθισιν τῶν δημοτικῶν χρημάτων. Παρῆλθε τὸ παρελθὸν ἔαρ μὲ τὰ πειράματα ἐκεῖνα, καὶ τὸ ὕδωρ τῆς πόλεως, ἀντὶ νὰ αὐξηθῇ, ἠλαττώθη. Ἤδη ἐπέρχεται καὶ τὸ ἔαρ τοῦτο, ὅτε προμηνύεται μεγαλειτέρα ἡ ἔλλειψις τοῦ ὕδατος. Νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔαρ διαβουκόλησις, ἣν δύσκολον, ἐντεῦθεν δ’ ἐσκέφθησαν νὰ ὑποβάλωσι τὸ περὶ Στυμφαλίας σχέδιον νόμου. Ἀλλ’ ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀναγκῶν τῆς πόλεως, προκύπτει ἐκ τοῦ 21 ἄρθρου τοῦ συνημμένου αὐτῷ σχεδίου τῆς συμβάσεως, καθ’ ὃ μετὰ ἑπτὰ ὅλα ἔτη θέλει ἀποκτήσει δῆθεν ἡ πόλις τὸ ἐκ τῆς Στυμφαλίας ὕδωρ, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ἤθελεν ἐκτελεσθῇ τὸ ἔργον ἐντὸς τῶν ὁριζομένων διὰ τῆς συμβάσεως ἑπτὰ ἐτῶν, ἂν καὶ διὰ πᾶν δημόσιον ἔργον ἐν Ἑλλάδι καταδαπανᾶται διπλάσιος χρόνος τοῦ ἀρχικῶς προϋπολογισθέντος. Τὸ νομοσχέδιον δὲ τοῦτο ὑποβάλλεται μόλις τὴν 9ην Μαΐου, δηλ. πρὸ δεκαεπτὰ περίπου ἡμερῶν, καὶ ἔκτοτε οὐδέποτε ἀνεγράφη μεταξὺ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἐνῷ ἀνεγράφησαν ὡς τοιαῦτα καὶ ἐψηφίσθησαν νομοσχέδια καθαρῶς προσωπικά, ἀφορῶντα εἰς παροχὰς ὑπὲρ τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως. Ὑποκινοῦνται δὲ καὶ προσκομίζονται ἀναφοραὶ ἐκ μέρους ἐκείνων, οἵτινες μετὰ τῆς Κυβερνήσεως φέρουσι πᾶσαν τὴν εὐθύνην τῆς σημερινῆς θέσεως τῆς πόλεως, ἀκριβῶς καθ’ ἣν ἡμέραν πρόκειται ἴσως νὰ κηρυχθῇ ἡ λῆξις τῆς συνόδου, καὶ καθ’ ἣν ἡμέραν πράγματι θέλει λήξει καὶ ἡ βουλευτικὴ περίοδος. Τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ συνημμένη αὐτῷ σύμβασις, ἀφορῶσα εἰς τὴν διαβουκόλησιν τῆς κοινῆς γνώμης, ἀποτελεῖ μέρος τοῦ ὅλου συμπλέγματος τῶν δημοκοπικῶν ἐκείνων νομοσχεδίων, ἅτινα εἰσήχθησαν πρὸς ἐκλογικοὺς μόνον σκοπούς, καὶ ὧν τὴν ἐπιψήφισιν οὐδέποτε ἐπεδίωξε σπουδαίως ἡ Κυβέρνησις. Τοιαῦτα νομοσχέδια, ὧν ἡ ἐκτέλεσις ἀπαιτεῖ δεκάδας ἐτῶν, δὲν ὑποβάλλονται κατὰ τὴν παραμονὴν τῆς λήξεως τῆς βουλευτικῆς περιόδου, ἀποδεικνύουσι δὲ, ὑποβαλλόμενα οὕτως, ὅτι ἀφορῶσιν εἰς πάντα ἄλλον σκοπὸν, παρὰ τὸν τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν ἀναγκῶν, εἰς ἃς ἐπαγγέλλονται ὅτι θ’ ἀνταποκριθῶσιν. Ἡ ἐπιθυμία τῶν κατοίκων, ὅπως ἡ πόλις ἀποκτήσῃ ἐπαρκὲς ὕδωρ, εἶναι δικαία, ἐπεθύμουν δὲ νὰ ἔβλεπον τὴν Κυβέρνησιν ἀνταποκρινομένην εἰς τὴν ἀπαίτησιν ταύτην αὐτῶν καὶ εἰς τὰς δικαίας ἀξιώσεις τῆς πόλεως ἡμῶν, φοβοῦμαι ὅμως, ὅτι πολλὰ ἔτη θὰ παρέλθωσιν ὑπὸ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, πρὶν ἢ ἴδωμεν πραγματοποιουμένας τὰς δικαίας ἀξιώσεις ταύτας.
§11Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὅτι, κύριε Πρόεδρε, τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου ἀναφέρονται οἱ συμπολῖται ἡμῶν, δὲν εἶναι σοβαρόν, περὶ τούτου νομίζω, ὅτι οὐδεὶς ἀμφιβάλλει, οὐδ’ αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐάν τις ῥίψῃ ἓν βλέμμα ἐπὶ τῶν ἐγγράφων τῶν κατατεθέντων, ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἐκθέσεως τοῦ Γάλλου ἀρχιμηχανικοῦ, θέλει παρατηρήσει πόσον ἐπιπολαίως ἐξητάσθησαν τὰ πράγματα. Παρετήρησα ἐν τῇ ἐκθέσει ὑπολογισμούς, ἀλλ’ ἀριθμοὶ δὲν ὑπάρχουσιν, ἀλλ’ ἀπομένει χῶρος κενὸς ἐν λευκῷ, καὶ τὸ συμπέρασμα δὲ τῶν ἀριθμητικῶν ὑπολογισμῶν γέγραπται διὰ στιγμῶν...... Τοῦτο ἀποδεικνύει, κύριε Πρόεδρε, πόσον ἐπιπολαίως ἐγένετο ἡ ἐργασία, ἄλλως εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω παρὰ προσώπων, ἅτινα ἴσως θὰ ἠδύναντο νὰ συναγωνισθῶσιν ἐν τῇ προκειμένῃ ἐπιχειρήσει, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀναλάβωσι τὸ ἔργον, ἐὰν δὲν ἀποστείλωσι μηχανικούς, ἵνα ποιήσωνται καὶ μελέτας ὅλως νέας. Ἀλλὰ σήμερον, κύριε Πρόεδρε, ὡς κάλλιστα καὶ ὁ συνάδελφός μου παρετήρησε, δὲν πρόκειται περὶ πραγματικῶν ἔργων· ἐὰν εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ ἔργον θὰ ἐπραγματοποιεῖτο ἔστω καὶ μετὰ ἑπταετίαν, δὲν θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀξιῶ, ἵνα τὰ ὕδατα τῆς Στυμφαλίας διοχετευθῶσιν εἰς Ἀθήνας ἐν διαστήματι ὀλίγων μηνῶν· βεβαίως ἀπαιτεῖται χρόνος, ὅπως διοχετευθῶσιν, ἀλλ’ ὡς προεῖπον, δὲν πρόκειται νῦν περὶ πραγματοποιήσεως τοῦ ἔργου, πρόκειται ἁπλῶς περὶ ἐκλογικοῦ τεχνάσματος. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἀνέκαθεν εἶχον τὴν γνώμην, χαίρω δὲ, διότι μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ δηλώσω ταύτην σήμερον δημοσίᾳ, ὅτι, ἐπειδὴ γνωρίζομεν τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, οἵτινες θέλουσιν ἐκμεταλλευθῆ τὸ ζήτημα ἐναντίον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, λέγοντες ὅτι «ἰδοὺ, ἡμεῖς ἐντὸς ὀλίγου θὰ ἔχωμεν τὸ ὕδωρ ἐν Ἀθήναις, καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις μᾶς παρακωλύει», ὅπως καὶ χθὲς ἐν ἑτέρῳ ζητήματι, τῷ περὶ ὁδοποιΐας, ἔλεγον πρὸς τοὺς κατοίκους τῆς συνοικίας Πλάκας, ὅτι τὸ νομοσχέδιον θὰ ἐψηφίζετο, ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐμποδίζει αὐτὸ, ὅταν δ’ ἔφερα ἐγὼ τὴν πρότασιν περὶ προτάξεως αὐτοῦ, εἴδομεν ὅτι ἔφερον ἀντίστασιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ καὶ μετὰ βίας κατωρθώθη ἡ ψήφισις αὐτοῦ, οὕτω καὶ ἐν τῷ θέματι τούτῳ θέλουσιν ἐκμεταλλευθῆ τὸ ζήτημα ἐναντίον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐπειδὴ δὲ δὲν εἶναι ἀπίθανον μεταξὺ τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, οἵτινες ἄλλως διακρίνονται διὰ τὴν νοημοσύνην αὐτῶν, νὰ ὑπάρξωσι καί τινες ἁπλούστεροι, οἵτινες ν’ ἀπατηθῶσιν, ἐφρόνουν, ὅτι, ἀφοῦ καταδειχθῶσιν οἱ σκοποὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, θὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ ψήφισις αὐτοῦ, καὶ τοῦτο ὑποστηρίζω καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην, νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἵνα καταδειχθῇ, ὅτι οὐδὲν σοβαρόν προέταξεν ἡ Κυβέρνησις, Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον προεκαλεῖτο καὶ ὤφειλε καὶ ἄνευ προκλήσεως νὰ ἐργασθῇ, ὅπως προμηθευθῇ ὕδατα διὰ τὴν πόλιν δι’ ἄλλων μέσων ἁπλουστέρων. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἔκτακτον Σύνοδον εἰσήγαγε νομοσχέδιον περὶ ἀνευρέσεως ὑδάτων εἰς κτήματα ἀγροτικὰ, καὶ παρετηρήσαμεν τότε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ἤθελεν ἔχει, ὅτι τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ γείνῃ, ἦτο νὰ δαπανηθῇ ποσόν τι, ὅπως καθαρισθῇ τὸ Ἀδριάνειον ὑδραγωγεῖον καὶ τὰ ἐγκάρσια αὐτοῦ ὑδραγωγεῖα, καὶ εἴδετε ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἔμεινε χάρτης ἄγραφος. Χάρτης ἄγραφος θέλει μείνει καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸ ψηφίσωμεν, ἵνα μὴ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς κυρίους αὐτοὺς νὰ λέγωσιν, ὅτι «ἰδοὺ, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔπταισε, διότι δὲν ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον, ἄλλως τὰ ὕδατα θὰ ἐπλημμύρουν τὴν πόλιν κατὰ τὸ θέρος»· διότι, ὡς εἶπον, βεβαίως διακρίνονται οἱ συμπολῖται ἡμῶν ἐπὶ νοημοσύνη, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἁπλούστεροι, οἵτινες δύνανται νὰ ἀπατηθῶσι. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς συναδέλφους ἀμφοτέρων τῶν μερίδων νὰ ἐπιμείνωμεν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἂν πρόκηται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετ’ ὀλίγον—τοῦτο ἐκφράζω ὡς ἀτομικὴν γνώμην, καὶ τὴν ἀτομικήν μου γνώμην θὰ ἔχω τὸ δικαίωμα πάντοτε νὰ τὴν ἐκφράζω,—νὰ κηρύξῃ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου, νὰ τὴν κηρύξῃ.
§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδόλως πρόκειται περὶ τούτου.
§13Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ταῦτα διαδίδονται.
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ταῦτα ἐπιδιώκει ἡ κωλυσιεργία.
§15Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὀφείλω λοιπὸν νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν ταύτην, καὶ παρακαλῶ, καὶ χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ν’ ἀφήσωμεν νὰ ψηφισθῇ ὁ χάρτης αὐτὸς, ὁ οὐδεμίαν ἔχων σημασίαν.
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα, οὕτω νὰ γενῇ, καὶ θὰ ἴδωμεν ἐὰν ἦναι εἰλικρινὴς ὁ σκοπός.
§17ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ σπουδαιότης τοῦ ζητήματος ἐπιβάλλει ἡμῖν τὸ καθῆκον ἀπὸ τοῦδε νὰ ἐκφράσωμεν τὴν γνώμην μας. Λυποῦμαι δὲ, διότι διαφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα, θεωρῶν οὐ μόνον δυσεκτέλεστον τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβές.
§18ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Διαφωνεῖτε, διότι δὲν εἶσθε Ἀθηναῖος.
§19ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶμαι ὅσον καὶ πᾶς τις ἄλλος Ἀθηναῖος, αἰσθάνομαι δὲ πλειότερον πολλῶν ἄλλων τὴν ἔλλειψιν καὶ τὴν ἀνάγκην τοῦ ὕδατος. Ἐπειδὴ δὲ πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν γνωρίζει τοῦτο, ὑποθέτω ὅτι διὰ τῆς διακοπῆς ταύτης ἐννοεῖ ὅτι δὲν εἶμαι πολιτευόμενος ἐν Ἀθήναις καὶ δὲν αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω χάριν πολιτικῶν λόγων ὅ,τι πράγματι δὲν πιστεύω. Ἐκτὸς δὲ τῆς ἀνάγκης ὕδατος, ἣν αἰσθάνομαι, ὡς κατοικῶν ἐν Ἀθήναις, ἐνδιαφέρομαι καὶ δι’ ἄλλον λόγον διὰ τὴν διοχέτευσιν τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας εἰς Ἀθήνας, διότι τὸ ὑδραγωγεῖον τῆς διοχετεύσεως αὐτῶν διέρχεται διὰ γαιῶν ἀνηκουσῶν εἰς ἐμὲ, αἵτινες σήμερον μικρὰν ἔχουσι πρόσοδον καὶ ἀξίαν, καὶ αἵτινες διὰ τῆς διόδου τῶν ὑδάτων τούτων σπουδαίαν δύνανται νὰ λάβωσιν ἀνάπτυξιν καὶ πρόοδον. Οὐχὶ ἑπομένως ἕνεκα ἐλλείψεως ἀμέσου ἐνδιαφέροντος, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἐπειδὴ ἐνδιαφέρομαι πλειότερον πολλῶν ὑπὲρ τῆς θετικῆς διοχετεύσεως ὑδάτων εἰς Ἀθήνας, διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ νὰ ἴδω τὴν ἰδέαν τῆς πραγματοποιήσεως αὐτῆς σπουδαίως ἐπιδιωκομένην, καὶ οὐχὶ ῥιπτομένην ἄνευ τῆς δεούσης μελέτης καὶ προετοιμασίας, καὶ μετὰ πομπωδῶν ἐπαγγελιῶν, ὅτι θὰ μεταβάλωμεν διὰ μαγικῆς ῥάβδου τὴν Ἀττικὴν εἰς ἀειθαλῆ κῆπον. Τοιουτοτρόπως ἐπιδιωκομένη ἡ ἰδέα αὕτη, ἀντὶ νὰ εὐκολύνῃ, δύναται μᾶλλον νὰ παρακωλύσῃ τὴν πραγματοποίησιν αὐτῆς. Τοιοῦτον δὲ παρουσιάζει κίνδυνον τὸ νομοσχέδιον, ψηφιζόμενον ὡς ἔχει, καὶ διὰ τοῦτο ἐθεώρησα καθῆκον νὰ εἴπω ἐν συντόμῳ τὴν γνώμην μου ἀπὸ σήμερον. Τὸ νομοσχέδιον πολλὰς παρουσιάζει ἐλλείψεις ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ, ἃς ἐπιφυλάττομαι νὰ ὑποδείξω, ἐὰν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν καθ’ ἕκαστα αὐτοῦ. Θὰ περιορισθῶ δὲ εἰς τὴν σύντομον ἀνάπτυξιν τῶν θεμελιωδῶν ἐλαττωμάτων, ἅτινα κατ’ ἐμὲ θὰ καταστήσωσι δύσκολον καὶ ἐπιβλαβῆ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ. Τὰ ἐλαττώματα ταῦτά εἰσι κυρίως τρία: Πρῶτον, τὸ ἀτελὲς καὶ ὅλως ἀνεπαρκὲς τῆς μελέτης καὶ ἡ ἔλλειψις ἀκριβοῦς γνώσεως τῶν καθέκαστα τοῦ ἔργου· δεύτερον, ἡ σύγχυσις τῆς ἐγγυήσεως ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ὡρισμένου ἐσόδου ὑπὲρ τῆς ἐπιχειρήσεως μετὰ τῆς ἐπιβολῆς φόρου, ὅστις, οἱαδήποτε καὶ ἂν ὦσι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐπιχειρήσεως, καὶ ὁσαδήποτε τὰ κέρδη αὐτῆς, θὰ βαρύνῃ διαρκῶς τοὺς κατοίκους Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἐπὶ 99 ἔτη· καὶ τρίτον, ἡ ἔλλειψις θετικῆς καὶ ἀποτελεσματικῆς προνοίας πρὸς ἄμεσον ἐκτέλεσιν τῶν ἀναγκαίων ἔργων, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ ἐπιβαλλομένη καὶ δυνατὴ αὔξησις τοῦ ὑπάρχοντος ὕδατος διὰ τῆς περισυλλογῆς καὶ διοχετεύσεως τῶν πέριξ τῶν Ἀθηνῶν ὑπαρχόντων ὑδάτων καὶ πρὸ τῆς ἐλεύσεως τῶν τῆς Στυμφαλίας, ἥτις ὑπολογίζεται μὲν ὡς ἀπαιτοῦσα ἑξαετίαν, δύναται ὅμως ν’ ἀπαιτήσῃ καὶ δωδεκαετίαν. Πρὸς κατανόησιν τοῦ πρώτου ἐλαττώματος τοῦ νομοσχεδίου, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, τίνες εἰσὶν αἱ βάσεις τῆς ἐπιχειρήσεως καὶ τὰ κυριώτερα αὐτῆς ἔργα. Ταῦτά εἰσιν ἡ περισυλλογὴ τῶν ὑδάτων τῶν περὶ τὴν Στυμφαλίαν πηγῶν, ἡ κατασκευὴ τῶν ὑδραγωγῶν ὀχετῶν ἀπὸ Στυμφαλίας μέχρις Ἀθηνῶν καὶ ἡ κατασκευὴ τῶν δεξαμενῶν καὶ ὑδαταποθηκῶν. Τίνας δὲ πληροφορίας δίδει τὸ νομοσχέδιον καὶ αἱ ὑποβληθεῖσαι μελέται περὶ τῶν ἔργων τούτων; ἀτελεστάτας, καὶ οὐ μόνον ἀνεπαρκεῖς, ὅπως φωτίσωσι σπουδαίους κεφαλαιούχους, θέλοντας ν’ ἀναλάβωσι τὴν ἐπιχείρησιν, ἀλλὰ καὶ ἐν πολλοῖς συντελούσας ἵνα ἀποθαῤῥύνωσιν αὐτούς. Οὐδεμία μελέτη πλήρης ἐγένετο πρὸς ἐξακρίβωσιν τοῦ ποσοῦ τοῦ ὕδατος, ὅπερ ὑπάρχει ἐν ταῖς πηγαῖς τοῦ λεκανοπεδίου τῆς Στυμφαλίας· ἀπ’ ἐναντίας δὲ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ εἰς τὸ νομοσχέδιον προσηρτημένου σχεδίου συμβάσεως ῥητῶς ἐκφράζεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν γνῶσιν ἔχει καὶ οὐδεμίαν δύναται νὰ δώσῃ βεβαίωσιν περὶ τῆς ὑπάρξεως καὶ 1500 λιτρῶν ὕδατος κατὰ δευτερόλεπτον ἐν ταῖς πηγαῖς τοῦ λεκανοπεδίου τούτου, δηλ. τῆς τῶν Κιονίων, τῆς Δούσιας καὶ τῆς Καστανέας. Οὐδεμία ὡσαύτως ἔρευνα καὶ μελέτη ἐγένετο, ὅπως γνωσθῇ, ἐὰν ἦναι δυνατὴ καὶ διὰ τίνος δαπάνης ἡ περισυλλογὴ τῶν ὑδάτων τούτων. Οὐδεὶς δ’ ὑποδεικνύεται νόμιμος τρόπος προλήψεως τῶν δυσχερειῶν, τὰς ὁποίας θ’ ἀπαντήσῃ ἡ ἀναδεχθησομένη τὴν ἐπιχείρησιν ἑταιρία παρὰ τῶν κατοίκων τῶν χωρίων τοῦ λεκανοπεδίου τῆς Στυμφαλίας, οἵτινες νέμονται καὶ ἐννοοῦσι νὰ ἐξακολουθῶσι νεμόμενοι τὰ ὕδατα ταῦτα, καὶ τὰς ὁποίας πρὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν ἀνέπτυξαν πάντες οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκ Κορινθίας. Αἱ πληροφορίαι δὲ, αἱ διδόμεναι περὶ τῶν ὑδραγωγείων καὶ τῶν ἄλλων ἔργων τῆς διοχετεύσεως τοῦ ὕδατος, εἰσὶ πληροφορίαι ἁπλῆς ἀναγνωρίσεως καὶ οὐχὶ πλήρους μελέτης καὶ θετικῶν ὑπολογισμῶν, καθοριζόντων τὴν ἀπαιτουμένην δι’ αὐτὰ δαπάνην. Τίς ἔσεται ἡ ἀξία τῶν ἀπαλλοτριωθησομένων γηπέδων, τῶν δεξαμενῶν καὶ ὑδαταποθηκῶν καὶ ἐν ταῖς πόλεσι, δι’ ὧν θὰ διέλθῃ τὸ ὕδωρ, ἰδίως δ’ ἐν Ἀθήναις; Ὁπόση ἔσεται ἡ δαπάνη τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν γηπέδων τούτων, τὴν ὁποίαν θὰ πληρώσῃ ἡ ἀνάδοχος ἑταιρία; Οὐδεμίαν ἔχομεν περὶ τούτου θετικὴν πληροφορίαν. Ἀπέναντι δὲ τοιαύτης ἀβεβαιότητος περὶ τῆς δαπάνης, ἣν θ’ ἀπαιτήσῃ τὸ ἔργον, καὶ ἥτις δύναται νὰ ᾖ πολὺ ἀνωτέρα τῶν 55 ἑκατομμυρίων, ἅτινα παραδέχεται ἡ Κυβέρνησις, ἢ καὶ κατωτέρα αὐτῶν, πᾶς σοβαρὸς κεφαλαιοῦχος θὰ διστάσῃ νὰ συναγωνισθῇ, ὅπως ἀναδεχθῇ τὸ ἔργον τοῦτο. Μόνον εὐνοούμενοι ἴσως κεφαλαιοῦχοι, καὶ ἐμμέσως ἢ ἀμέσως λαβόντες γνῶσιν λεπτομερειῶν καὶ ὑπολογισμῶν ἀγνώστων εἰς τοὺς ἄλλους, θὰ θελήσωσιν ἴσως νὰ συναγωνισθῶσι. Τοιοῦτος ὅμως συναγωνισμὸς δὲν εἶναι βεβαίως μήτε ὁ καταλληλότερος, μήτε ὁ ἐπωφελέστερος διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου καὶ διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Τοιοῦτοι συναγωνισμοὶ ἔχουσι συνήθως ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐκχώρησιν παντὸς ἔργου, εἴτε εἰς τιμὴν πολὺ ἀνωτέραν τῆς ἀξίας αὐτῶν, πρὸς βλάβην τοῦ τόπου, εἴτε εἰς πολὺ κατωτέραν, πρὸς βλάβην τῆς ἐκτελέσεως αὐτῶν, διότι ἡ οὕτως ἀναδεχθεῖσα αὐτὸ ἑταιρία δυσκόλως ἢ κακῶς θὰ δυνηθῇ νὰ φέρῃ αὐτὸ εἰς πέρας. Ἐπὶ τοιούτων βάσεων δυσκόλως δύναται νὰ γείνῃ σπουδαῖος συναγωνισμὸς καὶ δοθῇ ἡ διοχέτευσις τῶν ὑδάτων εἰς σοβαρὰν ἑταιρίαν καὶ ὑπὸ συμφέροντας διὰ τὸν τόπον ὅρους. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι σοβαρὰ ἑταιρία ἤθελεν ἀναδεχθῆ τὴν ἐπιχείρησιν, τὸ σύστημα, καθ’ ὃ ἐγγυᾶται τὸ Δημόσιον τὸν ἐλάχιστον ὅρον τῶν ἐσόδων αὐτῆς, καθιστᾷ αὐτὴν ὑπερβολικῶς ἐπαχθῆ διὰ τὰς πόλεις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ἡ ἐγγύησις αὕτη δὲν ἀφορᾷ τὴν ἐξασφάλισιν ὡρισμένου ποσοῦ ἐσόδου ἐπὶ τοῦ δαπανηθησομένου κεφαλαίου, ἀλλὰ καθιερώνει φορολογίαν διαρκῆ ἐπὶ 99 ἔτη, ἥτις θὰ λειτουργῇ ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας, ἀνεξαρτήτως τῶν κερδῶν, ἅτινα θὰ ἔχῃ αὕτη ἐκ τῆς ἐπιχειρήσεως. Καὶ ἂν αὕτη κερδίζῃ 15 ἢ καὶ 50 ἢ καὶ 100% ἐπὶ τῶν κεφαλαίων της, οἱ κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς ἔσονται διαρκῶς φόρου ὑποτελεῖς πρὸς αὐτὴν ἐπὶ 99 ἔτη. Τὸ 3%, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῶν ἐνοικίων τῶν οἰκοδομῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, δὲν εἶναι ἁπλῆ ἐγγύησις εἰσοδήματος, ὑφισταμένου ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἀνάγκη αὐτῆς, ἀλλὰ φόρος διαρκής. Αἱ ἐπιχειρήσεις τῆς διοχετεύσεως ὑδάτων εἰσὶ συνήθως ἐπικερδεῖς. Τοιαύτη δὲ, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, ἔσεται καὶ ἡ παροῦσα, ἱδρυομένη ὑπὸ θετικοὺς καὶ σοβαροὺς ὅρους καὶ καλῶς διαχειριζομένη, διότι ἡ κατανάλωσις τοῦ ὕδατος εἶναι μετὰ βεβαιότητος ἐξησφαλισμένη καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, δι’ ὧν θὰ διέλθῃ, καὶ ἐν ταῖς πόλεσι τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς. Οἱονδήποτε ὅμως καὶ ἂν ᾖ τὸ ἀποτέλεσμα καὶ τὰ κέρδη τῆς ἑταιρίας, οἱ ἰδιοκτῆται τῶν πόλεων τούτων θὰ πληρώνωσιν εἰς αὐτὴν διαρκῶς τὸ 1)33 τοῦ εἰσοδήματος αὐτῶν, λαμβάνοντες, εἴτε ἔχουσιν εἴτε δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην ὕδατος, ποσὸν ἀντιστοιχοῦν πρὸς τὸν παρ’ αὐτῶν πληρονόμενον φόρον καὶ ὑπολογιζόμενον πρὸς 60 δραχμὰς τὸ δράμιον. Τὴν θεραπείαν δὲ τῆς σήμερον ὑφισταμένης καὶ ἐπειγούσης ἀνάγκης ὕδατος τὸ νομοσχέδιον ἐξαρτᾷ καθ’ ὁλοκληρίαν ἐκ τῆς μελλούσης συνεννοήσεως τῆς σχηματισθησομένης ἑταιρίας καὶ τοῦ δήμου Ἀθηναίων. Ὅπως ἐπέλθῃ δὲ τοιαύτη συνεννόησις, θὰ χρειασθῇ ἡ ἐξομάλυνσις πολλῶν καὶ διαφόρων ζητημάτων, καθ’ ἣν ἡ ἑταιρία, κυρία οὖσα τῆς ἐπιχειρήσεως καὶ δεσπόζουσαν κατέχουσα θέσιν ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσι, θὰ δύναται νὰ ἐγείρῃ τὶς οἶδε τίνας ἀπαιτήσεις καὶ δυσκολίας. Ἡ ἰδέα, ὅτι πρόκειται νὰ ἴδωμεν ἐρχόμενον εἰς Ἀθήνας ποταμὸν ὁλόκληρον, εἶναι τοσοῦτον λαμπρὰ, ὥστε διὰ τῆς λάμψεως αὐτῆς θαμβόνει καὶ τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς καὶ τοὺς πλείστους ἡμῶν, καὶ μᾶς ἀναγκάζει νὰ λησμονήσωμεν πρὸς στιγμὴν τὰ διάφορα ζητήματα, ἅτινα συνδέονται μὲ τὴν ἔλευσιν τοῦ ποταμοῦ τούτου καὶ μὲ τὴν λειτουργίαν τῆς ἐπιχειρήσεως, ἥτις θέλει φέρει αὐτόν. Ὅταν ὅμως ἐξετάσωμεν μετὰ ψυχραιμίας τὴν ὑπόθεσιν, εὑρίσκομεν ὅτι, ὅπως εἰς μὲν τὴν διοχέτευσιν τῶν ὑδάτων ὑπάρχουσι σοβαραὶ δυσκολίαι, εἰς δὲ τὴν διδομένην ἐγγύησιν τοῦ Δημοσίου ὑπάρχει φόρος διαρκὴς καὶ πάγιος ἐπὶ τῶν κατοίκων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, οὕτω καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς θεραπείας τῶν πιεζουσῶν ἡμᾶς ἀναγκῶν ὑπάρχει τι, ὅπερ καθιστᾷ προβληματικὴν τὴν ἄμεσον αὐτῶν θεραπείαν. Ἐὰν ὁ δῆμος Ἀθηναίων συναινέσῃ, δύναται νὰ παραδώσῃ τὰ ὑδραυλικὰ αὐτοῦ ἔργα καὶ τὰ εἰς αὐτὸν ἀνήκοντα ὕδατα, ἓξ μῆνας μετὰ τὴν παραχώρησιν τῆς ἐπιχειρήσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, εἰς τὴν ἑταιρίαν, ἥτις ἤθελεν ἀναδεχθῆ αὐτὴν καὶ ἥτις τότε ὑποχρεοῦται νὰ διοχετεύσῃ εἰς Ἀθήνας τὰ ὕδατα τῶν πηγῶν τῆς Πάρνηθος ἐντὸς ἔτους, δηλαδὴ ἐντὸς 18 μηνῶν ἀπὸ τῆς κυρώσεως τῆς συμβάσεως, διὰ τῆς ὁποίας ἤθελε παραχωρηθῆ ἡ ἐπιχείρησις. Ἀλλ’ ἐὰν αἱ ἀπαιτήσεις τῆς ἑταιρίας ἢ ἄλλοι λόγοι ἤθελον καταστήσει ἀδύνατον τὴν τοιαύτην συναίνεσιν τοῦ δήμου, τί γενήσεται τότε; Ἐφ’ ὅσον ἡ ἑταιρία ἐργάζεται εἰς τὴν διοχέτευσιν τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, καὶ ἡ ἐργασία αὕτη ἐνδέχεται νὰ ὑπερβῇ καὶ κατὰ πολὺ τὰ ἓξ ἔτη, μήτε ὁ δῆμος μήτε ἰδιωτική τις ἐπιχείρησις θὰ δύναται νὰ περισυλλέξῃ καὶ διοχετεύσῃ εἰς Ἀθήνας τὰ πλησίον ἡμῶν εὑρισκόμενα ὕδατα τῆς Πάρνηθος, διότι τὰ ὕδατα ταῦτα θὰ παραδοθῶσι δωρεὰν εἰς τὴν ἑταιρίαν ἀμέσως μετὰ τὴν διοχέτευσιν τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, οὐδεὶς δὲ θὰ ἔχῃ διάθεσιν νὰ δαπανήσῃ ὑπὲρ αὐτῶν, ὅπως τὰ δωρήσῃ ἀκολούθως εἰς τὴν ἑταιρίαν. Ἂν σπουδαίως σκοπῇ ἡ Κυβέρνησις τὴν διοχέτευσιν τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας εἰς Ἀθήνας, ὀφείλει νὰ ἄρξηται τῆς ἐκτελέσεως τοῦ τοιούτου αὐτῆς σκοποῦ ἀπὸ τοῦ σημείου καὶ τῆς ἐργασίας, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν ἀρχὴν αὐτῆς. Τοιαύτη δ’ ἐργασία εἶναι ἡ πλήρης καὶ τελεία μελέτη ὅλων τῶν λεπτομερειῶν, αἵτινες συνδέονται μετὰ τῆς συλλογῆς τῶν ὑδάτων ἐν τῷ λεκανοπεδίῳ τῆς Στυμφαλίας, μετὰ τῆς διοχετεύσεως αὐτῶν εἰς Ἀθήνας καὶ μετὰ τῆς ἀποθηκεύσεως καὶ διαμονῆς αὐτῶν. Μετὰ τοιαύτην μελέτην δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν τὴν προσέλευσιν σοβαρῶν ἑταιριῶν εἰς τὸν συναγωνισμὸν καὶ τὴν ἐκχώρησιν τοῦ ἔργου εἰς συμφέροντας διὰ τὸν τόπον ὅρους. Αἱ ἐπιχειρήσεις τῶν ὑδάτων πανταχοῦ σχεδὸν ἔφερον σπουδαῖα κέρδη. Δὲν δυνάμεθα ἑπομένως νὰ ἔχωμεν ἀμφιβολίαν τινὰ, ὅτι θὰ παρουσιασθῶσιν ἑταιρίαι πρὸς ἐκτέλεσιν ἐπιχειρήσεως ὑδάτων, σκοπούσης τὴν ἄρδευσιν τριῶν εὐφόρων μὲν, ἀλλ’ ἀνύδρων ἐπαρχιῶν, οἷαί εἰσιν ἡ Κορινθία, ἡ Μεγαρὶς καὶ ἡ Ἀττική, καὶ τὴν χορηγίαν ὕδατος πρὸς τὰς δύο διψώσας πόλεις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ἡ ἐκτέλεσις ἑπομένως τοιούτων μελετῶν οὐδένα παρουσιάζει κίνδυνον ἀπωλείας χρημάτων ἢ χρόνου, ἀπαιτεῖται δὲ πάντως πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἔργων. Εἴτε δὲ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως γείνωσιν αὗται, εἴτε παρὰ τῆς ἑταιρίας, τὸν αὐτὸν θ’ ἀπαιτήσωσι χρόνον καὶ τὴν αὐτὴν δαπάνην. Ἡ ἐκτέλεσις δ’ αὐτῶν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως οὐ μόνον θὰ εὐκολύνῃ τὴν ἀναδοχὴν τοῦ ἔργου παρὰ σοβαρῶν κεφαλαιούχων, καθιστῶσα γνωστὰς τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ, ἀλλὰ θὰ παρέξῃ καὶ ἐπιπρόσθετον εὐκολίαν εἰς τὴν ἀναδεχθησομένην αὐτὸ ἑταιρίαν, ἥτις, εὑρίσκουσα ἑτοίμους τὰς μελέτας, δύναται νὰ ἄρξηται αὐτοῦ ἀμέσως, ἄνευ ἀπωλείας χρόνου. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, οὗτοι βεβαίως πρέπει νὰ τροποποιηθῶσιν ἐν πολλοῖς. Ἰδίως δὲ πρέπει νὰ τροποποιηθῇ τὸ σύστημα, καθ’ ὃ παρέχεται ἡ ἐγγύησις τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τοῦ ἐλαχίστου ὅρου τῶν καθαρῶν ἐσόδων τῆς ἑταιρίας. Ἐπὶ τοῦ ὑπολογισθησομένου μετὰ πλήρη μελέτην ἀναγκαίου κεφαλαίου τῆς ἑταιρίας ἂς ἐγγυηθῇ τὸ Δημόσιον 3% ἢ καὶ πλειότερον καθαρὸν κέρδος, ἂς ἐπιβάλωμεν δὲ ἐπιπρόσθετον φόρον 3 ἢ καὶ 4% ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἂς ζητήσωμεν καὶ εἰσφορὰς παρὰ τῶν δήμων, πρὸς κάλυψιν τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἤθελε τυχὸν καταβάλλει τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς τοιαύτης ἐγγυήσεώς του, ἀλλ’ ἂς μὴ θέλωμεν νὰ καταστήσωμεν φόρου ὑποτελεῖς τοὺς κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς ἐπὶ 99 ἔτη πρὸς τὴν ἑταιρίαν, δεσμεύοντες ἀπέναντι αὐτῆς καὶ τοὺς κατοίκους τούτους καὶ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Κράτους ἐπὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν. Ἐὰν ἀργότερον τὸ Κράτος ἤθελε κρίνει συμφέρον ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν δι’ ἑτέρου φόρου, δὲν θὰ δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι θὰ δεσμεύηται ἀπέναντι τῆς ἑταιρίας, ἵνα εἰσπράττῃ τοιοῦτον φόρον ὑπὲρ αὐτῆς. Ἐὰν δὲ ἡ ἑταιρία κερδίζῃ καὶ 100% ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου αὐτῆς, καὶ ἐὰν πωλῇ δι’ ἐλευθέρας συναλλαγῆς τὸ ὕδωρ πρὸς 20 δραχμὰς κατὰ κυβικὸν μέτρον, οἱ κτηματίαι Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἔσονται καταδεδικασμένοι νὰ πληρώνωσιν ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας τὸ 1)33 τοῦ εἰσοδήματος αὐτῶν, καὶ νὰ λαμβάνωσιν ἀντ’ αὐτοῦ, εἴτε ἔχουσιν ἀνάγκην εἴτε μὴ, ποσὸν ὕδατος ὑπολογιζόμενον πρὸς 60 δραχμὰς τὸ κυβικὸν μέτρον. Διὰ τὴν ἄμεσον δὲ θεραπείαν τῆς ὑφισταμένης ἀνάγκης ταχείας διοχετεύσεως ὕδατος εἰς Ἀθήνας, πρέπει ἐκ τῶν προτέρων νὰ κανονισθῇ ὁριστικῶς καὶ ἐν ὅλαις αὐτῆς ταῖς λεπτομερείαις ἡ συνεννόησις τοῦ δήμου μετὰ τῆς ἀναδεχθησομένης τὴν διοχέτευσιν τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας ἑταιρίας, ἵνα αὕτη ἀναδεχθῇ συγχρόνως καὶ τὴν ἄμεσον διοχέτευσιν τῶν ὑδάτων τῆς Πάρνηθος. Ἐὰν δὲ τοῦτο παρουσιάζῃ δυσκολίαν τινὰ, πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τὸν δῆμον ἡ ἀναγκαία ὑποστήριξις, ὅπως εἴτε ἀμέσως εἴτε δι’ ἰδιωτικῆς ἐπιχειρήσεως ἐκτελέσῃ τὴν διοχέτευσιν αὐτῶν, ἐπιβαλλομένης τῆς ὑποχρεώσεως εἰς τὴν ἑταιρίαν, ἵνα λάβῃ καὶ τὰ ὕδατα ταῦτα, ἐπὶ ὡρισμένῃ ἀποζημιώσει τοῦ δήμου, μετὰ τὴν ἔλευσιν τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας. Αἱ θεμελιώδεις αὗται ἐλλείψεις τοῦ νομοσχεδίου ἀποδεικνύουσιν, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας δὲν εἶναι ἀρκετὰ μελετημένον καὶ ὥριμον, καὶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ψηφιζόμενον ὡς ἔχει, οὐ μόνον δὲν παρέχει βεβαιότητά τινα πραγματοποιήσεως τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας δύναται νὰ γεννήσῃ τὸν φόβον τῆς ἀποτυχίας καὶ τῆς ὑποτιμήσεως αὐτῆς. Ἡ ἐκ τῆς ἀποτυχίας δὲ ἐπερχομένη ὑποτίμησις τῶν τοιούτων ἐπιχειρήσεων καθιστᾷ δυσκολωτάτην τὴν ὑπὸ συμφέροντας ὅρους ἐπανάληψιν καὶ πραγματοποίησιν αὐτῶν ἐν τῷ μέλλοντι. Ἐπιχείρησιν τοσοῦτον ἀβεβαίαν καὶ τοσαῦτα ἐμπεριέχουσαν βάρη καὶ κινδύνους δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ψηφίσωμεν, θαμβούμενοι ἐκ τῆς λάμψεως τῶν ἀβεβαίων αὐτῆς ἀποτελεσμάτων, τῆς διοχετεύσεως δηλ. ὕδατος ἀφθόνου, οὗτινος τοσοῦτον αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην, ὥστε ἐκλαμβάνομεν ὡς γεγονὸς τὴν περὶ αὐτοῦ θεωρητικὴν ἐπαγγελίαν. Εὐκολώτερον θὰ ἐπιτύχωμεν τὴν διοχέτευσιν ἀφθόνου ὕδατος, οὐχὶ ψηφίζοντες ἀχώνευτον καὶ ἀμελέτητον νομοσχέδιον, ἀλλὰ χορηγοῦντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν, ὅπως ποιήσῃ πλήρη καὶ τελείαν μελέτην τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἐπιχειρήσεως, καὶ ὑποβάλῃ μετ’ αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου καὶ συμβάσεως, συντεταγμένης ἐπὶ βάσεων καὶ ὑπὸ ὅρους καθιστῶντας δυνατὸν τὸν σοβαρὸν συναγωνισμὸν πρὸς ἀναδοχὴν τοῦ ἔργου, καὶ ἐξασφαλίζοντας τὴν ἐκτέλεσιν καὶ λειτουργίαν αὐτοῦ κατὰ τρόπον συνᾴδοντα πρὸς τὰ συμφέροντα καὶ τῶν ἀναδόχων καὶ τῶν κατοίκων τῶν πόλεων καὶ τῶν ἐπαρχιῶν, αἵτινες θὰ ὠφεληθῶσιν ἐξ αὐτοῦ.
§20ΛΕΒΙΔΗΣ. Λυπηρὸν εἶναι τῳόντι, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀναγκάζεται ἐπανειλημμένως σπουδαίαν καὶ ἐμβριθῆ νὰ ἐγείρῃ συζήτησιν περὶ νομοσχεδίου, εἰς ὃ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν δίδωσι σημασίαν καὶ σπουδαιότητα. Ἐὰν τωόντι ἡ Κυβέρνησις σπουδάζουσα κατὰ τὰς τελευταίας στιγμὰς τῆς ζωῆς αὐτῆς εἰσηγεῖτο νομοσχέδιον τοιοῦτο, βεβαίως ἠθέλομεν ἀκούσει παρ’ αὐτῆς σοβαρὰν ἀπάντησιν εἰς τὰς περὶ τούτου ἐμβριθεῖς ἀγορεύσεις, καὶ τὰς σήμερον γενομένας καὶ τὰς ἄλλοτε παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις οὐ μόνον δὲν συζητεῖ ἐπὶ τοῦ παρ’ αὐτῆς ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν τὰς πληροφορίας δίδωσιν, ἃς καὶ ἄλλοι συνάδελφοι καὶ ἐγὼ ἐζητήσαμεν. Καὶ ἐνῷ φυγομαχεῖ πρὸ τοῦ ψευδοῦς τῶν νομοσχεδίων αὐτῆς, καταφεύγει καὶ εἰς ἐλεεινὰ τεχνάσματα, συνεννοουμένη μετὰ τοῦ Δημάρχου Ἀθηναίων, ὅστις κατέστη τὸ ταπεινότατον καὶ προχειρότατον ὄργανον αὐτῆς, ἐξαπατῶσα τοὺς συμπολίτας, ὡς καὶ ἄλλοτε ἐξηπάτησεν αὐτοὺς, καὶ ζητοῦσα διὰ πυροτεχνημάτων νὰ ἀφαρπάσῃ τὴν κοινὴν γνώμην τῶν Ἀθηνῶν, πρὸ τοῦ φάσματος τῆς ὁποίας κατὰ τὰς προσεχεῖς βουλευτικὰς ἐκλογὰς ἀπὸ τοῦδε ἀρχίζει νὰ τρέμῃ εἰς λογαριασμὸν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ. Ἀληθῶς ἤθελε διευκρινισθῆ πλειότερον τὸ ζήτημα, ἂν ἡ Κυβέρνησις κατήρχετο ἔστω καὶ εἰς προκαταρκτικὴν συζήτησιν, καὶ οἱ συμπολῖται ἡμῶν ἤθελον σχηματίσει εὐχερέστερον γνώμην περὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐνῷ δὲν πράττει τοῦτο, προσπαθεῖ πάσῃ δυνάμει νὰ στερήσῃ τὸ Κοινοβούλιον καὶ τῶν πληροφοριῶν ἐκείνων, ὧν ἀπόλυτον ἔχομεν ἀνάγκην, καὶ ἃς ἐπανειλημμένως ἐζητήσαμεν. Μόνον προχθὲς ἐκυκλοφόρησεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἔκθεσίς τις ἀνυπόγραφος, δι’ ἣν οὐδεὶς εὐθύνεται, ἀπαντῶσα εἰς ἐρωτήματά τινα τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτοῦ καὶ εἴς τινα ἰδικά μου. Ἀλλ’ ἡ ἔκθεσις αὕτη περιέχει καὶ ψεύδη ἀκατονόμαστα. Ζητεῖται νὰ παραχωρήσωμεν εἰς ἑταιρίαν ἀντὶ 55,000 000 δραχμῶν τὴν διοχέτευσιν τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 8ον τοῦ νομοσχεδίου, παραχωροῦνται αὐτῇ ἄνευ ἀποζημιώσεως ὅλα τὰ ὑδραγωγεῖα τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, τό τε κεντρικὸν δηλαδὴ καὶ τὰ ἐγκάρσια, ὅλα τὰ ὕδατα τῶν δύο τούτων δήμων, ὅλα τὰ μηχανήματα, ὅλαι αἱ δεξαμεναὶ τῶν δύο δήμων, ὅλα τὰ γήπεδα τὰ ὑδροφόρα, παραχωρήσεις τουτέστιν ἀναβαίνουσαι εἰς πολλὰς δεκάδας ἑκατομμυρίων. Καὶ ζητῶ νὰ φέρωσιν εἰς τὴν Βουλὴν σημείωσιν, μέχρι τίνος ἀξίας ἀναβαίνουσι πάντα ταῦτα, καὶ ἔχουσι τὸ θάῤῥος νὰ λέγωσιν, ὅτι σπουδάζουσιν, ὅταν παρουσιάζωσιν ἡμῖν ἀνυπόγραφον ἔκθεσιν, ἣν ἐγὼ θεωρῶ χάρτην ἄγραφον, ἐν τῇ ὁποίᾳ δὲ τολμῶσι νὰ γράψωσιν ἐξευτελιστικὴν διὰ τὴν δημοτικὴν καὶ τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν τοῦ ἔθνους ἰδέαν, ὅτι δῆθεν δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν αἱ ὑπηρεσίαι νὰ παράσχωσι τὰς πληροφορίας ταύτας! Καὶ αὐτοὶ, Κύριοι, εἰσὶν οἱ ἀναμορφώσαντες τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, θέσαντες δὲ βέβηλον χεῖρα καὶ ἐπὶ τῆς δημοτικῆς διοικήσεως, οἱ ἐρχόμενοι μετὰ ὀκταετῆ διοίκησιν νὰ καταγγείλωσι τὴν δημοτικὴν διοίκησιν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ὡς ἀνίκανον νὰ ἔχῃ λογαριασμοὺς περὶ τοσοῦτον σπουδαίου ζητήματος, περὶ οὗ ἀδύνατον νὰ μὴ ὑπάρχωσιν ἀκριβεῖς μάλιστα λογαριασμοί. Ἀλλὰ δὲν τολμῶσι νὰ ἀναφέρωσιν ἐν τῇ ἐκθέσει τὸ ποσὸν, εἰς ὅ ἀναβαίνει ἡ κολοσσιαία αὕτη περιουσία τῶν δήμων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, διότι, ἂν οἱ κύριοι Βουλευταὶ, καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες πλανώμενοι ὑπέγραψαν τὰς ἀναφορὰς, ἤκουον, ὅτι τὰ ὑδραγωγεῖα, δι’ ὧν διέρχονται τὰ ὕδατα Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, καὶ τὰ μηχανήματα καὶ τὰ ὕδατα καὶ τὰ ὑδροφόρα ἐδάφη κλπ. τιμῶνται ἄνω τῶν 40 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἤθελον ἀποστομωθῆ, καὶ ἤθελον ἐκπλαγῆ καὶ ἤθελον χαρακτηρίσει καὶ αὐτοὶ ἀκόμη ὡς ἀγυρτικὸν καὶ δημοκοπικὸν ἐγχείρημα χάριν τῶν ἐκλογῶν τὸ φερόμενον νομοσχέδιον. Ἐζητήσαμεν ἔτι νὰ φέρωσι πόσα πληρόνουσιν οἱ κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς διὰ τὸ ὕδωρ, ὅπερ λαμβάνουσιν εἰς τὰς οἰκίας αὐτῶν. Καὶ εἰς τοῦτο οὐδεμία ἀπάντησις ἐδόθη. Καὶ ὅμως ζητοῦσι νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ δημευτικὸν τῆς περιουσίας τῶν δήμων Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς, τὸ ἐπιβάλλον ὑποχρεώσεις καὶ βαρυτάτους φόρους εἰς ἐκείνους, οἵτινες ὑπέγραψαν τὰς ἀναφοράς. Θέλετε νὰ μάθητε εἰς πόσον ἀνέρχεται ὁ φόρος κατ’ ἔτος τῶν 3%, ὁ ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ ἐνοικίου πασῶν τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ οἰκιῶν; Ἀκούσατε ὑμεῖς, οἱ ὑπογράψαντες τὰς ἀναφοράς. Ἀνέρχεται εἰς 540,000 δραχμὰς ἐτησίως. Καὶ οὐ μόνον ταύτας θέλετε πληρόνει, ἀλλὰ κατ’ ἄλλο ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβάλλεται καὶ φόρος πρόσθετος 1% ἐπὶ τοῦ ἐξ ἐνοικίου ἐσόδου τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ οἰκιῶν. Διὰ τοῦ προσθέτου τούτου φόρου εἰσπραχθήσονται ἐτησίως ἐκ τῶν δύο τούτων πόλεων 180,000 δραχμῶν. Οἱ κάτοικοι λοιπὸν τῶν δύο πόλεων θέλουσι πληρόνει κατ’ ἔτος 720,000 δραχμῶν χάριν τοῦ ὕδατος. Ἐνῷ δὲ ἐπιθυμοῦμεν καὶ ἐγὼ, ὡς ἀντιπρόσωπος τῶν πολιτῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, καὶ ἄλλοι Βουλευταὶ νὰ μάθωμεν, πόσα καταβάλλουσι σήμερον οἱ κάτοικοι τῶν δύο τούτων πόλεων, ἵνα ἔχωσιν ὕδωρ, ὅπως ἴδωμεν, ἂν ἦναι συμφέρον τὸ νομοσχέδιον, οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, ἀντὶ ἀπαντήσεως, καταφεύγουσιν εἰς ἀναφορὰς καὶ πιστοποιητικὰ, νομίζοντες ὅτι διὰ τοιούτων μέσων εἶναί ποτε δυνατὸν νὰ σωθῶσιν ἐκ τῆς κατακραυγῆς τοῦ λαοῦ κατὰ τὰς προσεχεῖς βουλευτικὰς ἐκλογάς. Καὶ ἐνῷ ἐζητοῦμεν τοσοῦτον οὐσιώδεις πληροφορίας, ὧν τινας μόνον ἐμνημόνευσα σήμερον, διότι τὰς πλειοτέρας ἐζήτησα ἐν προτέραις ἀγορεύσεσί μου, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκίνει τὴν κεφαλὴν πρὸ ὀλίγου καὶ ἔλεγε: «μάλιστα, νὰ εἰσέλθωμεν εὐθὺς εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου». Ποίου νομοσχεδίου; Τοῦ ψευδοῦς, τοῦ πυροτεχνήματος ἐκείνου, ὅπερ δὲν συνώδευσε διὰ τῶν πληροφοριῶν, ἃς ἐν τῷ δικαιώματι ἡμῶν ζητοῦμεν, δι’ ὅλων ἐκείνων τῶν πληροφοριῶν, ἃς ἐν παντὶ πεπολιτισμένῳ ἔθνει, ἐν παντὶ φιλελευθέρῳ Κοινοβουλίῳ, εἶναι ὑπόχρεως ἡ Κυβέρνησις νὰ δίδῃ, ὅταν θέλῃ καλῇ τῇ πίστει, πεφωτισμένως καὶ ἐμβριθῶς νὰ συζητῇ ἐπὶ οἱουδήποτε νομοσχεδίου. Δὲν εἶναι ὅμως μόνον ταῦτα τὰ βάρη, ἅτινα ἐπιβάλλονται εἰς τοὺς κατοίκους Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς· ἐπιβάλλεται καὶ ἕτερον μέγα βάρος κεκαλυμμένως, ἵνα μὴ ὦσιν εἰς κατάστασιν νὰ ἐννοήσωσιν αὐτὸ οἱ ἁπλούστεροι τῶν πολιτῶν καὶ ὅπερ βεβαίως δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν αὐτῶν ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑπέγραψαν τὰς ἀναφορὰς ταύτας. Ποῖον εἶναι τὸ βάρος τοῦτο; Ὅτι, ἐνῷ ἀναγκάζετε τοὺς κατοίκους νὰ λαμβάνωσιν ὕδωρ ἐκ τῶν δημοσίων ὑδραγωγῶν, ἐνῷ ἀναγκάζετε αὐτοὺς νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τοιαύτας βαρείας φορολογίας, ἐπιβάλλετε εἰς αὐτοὺς δυνάμει τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὴν κατασκευὴν τῶν ὑδραγωγείων ἐκκεντρικῶν δημοσίων ὀχετῶν εἰς τὰς οἰκίας αὐτῶν. Ἂν δὲ ἐξαίφνης κεντρικὸς ὀχετὸς δὲν διέρχηται ἐκ τῆς ἀπωτάτης συνοικίας τοῦ Βατραχονησίου, ἢ τοῦ Γκαζοχωρίου, ἢ ἄλλης τινὸς τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, αὐτοὶ οἱ κάτοικοι, ἐπειδὴ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ πληρόνωσι τὸ ὕδωρ, διότι οὐδεμία οἰκία ἀπαλλάσσεται τοῦ φόρου τοῦ ὕδατος κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νομοσχεδίου, θέλουσιν εἶσθαι ὑποχρεωμένοι δι’ ἰδίων χρημάτων νὰ καταβάλλωσι καὶ τὴν δαπάνην καὶ τῆς σκαφῆς τοῦ ἐδάφους καὶ τῆς ἀγορᾶς τῶν σωλήνων καὶ τῆς διοχετεύσεως ἐν γένει τοῦ ὕδατος εἰς τὰς οἰκίας αὐτῶν. Ἐζητήσαμεν, Κύριοι, πληροφορίας, πόθεν θὰ διέρχηται τὸ ὑδραγωγεῖον, πῶς θέλει κυκλοφορεῖ εἰς τὰς πόλεις, πῶς θέλει φθάνει μέχρι τῶν ἀπωτάτων συνοικιῶν, ἐκ τίνων ὁδῶν θέλει διέρχεσθαι, καὶ παρέπεμψαν ἡμᾶς εἰς τὸ σχεδιόγραμμα τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς. Ποῖον σχεδιόγραμμα; Τίς ποτε ἐδυνήθη νὰ μελετήσῃ σχέδιον τεχνικὸν ἄνευ τῶν ἐγγράφων, τῶν ἐξηγούντων αὐτό; Εἶπεν ἡμῖν ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὰ ἔγγραφα εὑρίσκονται εἰς τὸ Τυπογραφεῖον. Θέλει λοιπὸν νὰ μεταβαίνωμεν ἐκεῖ καὶ νὰ μελετῶμεν τὰ δοκίμια αὐτοῦ μεταξὺ τῶν ἐργατῶν; Ἐφέρετε αὐτὰς τὰς πληροφορίας, ἃς ἐζήτησα; Οὐδεμίαν! Καὶ ἐν τούτοις ζητεῖτε νὰ συζητηθῇ ἐπιπολαίως τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ καὶ οἱ συνάδελφοί μου καὶ ἐγὼ ἐχαρακτηρίσαμεν δικαίως ὡς ἁπλοῦν ἐκλογικὸν τέχνασμα, ἐπικειμένων ἐκλογῶν. Ἀλλὰ μήπως εἶναι μόνον ταῦτα; Μυρίας ἄλλας πληροφορίας δὲν ἐζητήσαμεν, χρησιμωτάτας εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου; Οἱ Βουλευταὶ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ἀκόμη καὶ ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως, δὲν προέβαλον ἐρωτήματα, ὧν ἐνώπιον ἐξίσταταί τις, μὴ ἔχων τὰς δεούσας ἀπαντήσεις; Ποία εἰς ταῦτα πάντα ἀπάντησις ἐδόθη; Καὶ κατόπιν ἔρχονται νὰ συζητήσωσι δῆθεν περὶ τῆς διοχετεύσεως 500 (!) ὀκάδων ὕδατος ἐκ Στυμφαλίας εἰς τὰς Ἀθήνας! Δὲν ἐννοοῦμεν οὕτω νὰ συζητήσωμεν. Πολεμῶ τὸ νομοσχέδιον πάσῃ δυνάμει, ἀδιαφορῶν διὰ τὰς ὑπογραφὰς, ἃς ἐκομίσατε εἰς τὴν Βουλήν. Πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν εἰσι φίλοι μου στενοὶ καὶ φίλοι τῶν ἀντιπολιτευομένων Βουλευτῶν. Ἐπλανήθησαν. Καὶ ὅταν ἀκούσωσι τὴν εἰλικρινῆ τῶν συναδέλφων μου καὶ ἐμοῦ φωνὴν, τὴν εὐθαρσῆ καὶ πεφωτισμένην ὑπεράσπισιν τῶν συμφερόντων αὑτῶν, βεβαίως θέλουσι πικρῶς μετανοήσει, διότι, ἀπατηθέντες ὑπὸ Δημάρχου, ὅστις μέχρι τοῦδε εἰς οὐδὲν πρακτικὸν κατέγεινεν, εἰμὴ εἰς συγχαρητήρια πρὸς πρίγκιπας καὶ ἡγεμόνας, ἐπλανήθησαν καὶ ἔθηκαν τὰς ὑπογραφὰς αὑτῶν εἰς τὰς ἀναφορὰς, τὰς κομισθείσας εἰς τὴν Βουλήν. Ἔχω, Κύριοι, ἐνώπιόν μου τετυπωμένην ἔκθεσιν τοῦ ἐμπειροτάτου πρώην Δημάρχου τῶν Ἀθηνῶν κ. Π. Κυριακοῦ, ἧς σχετικὸν μέρος θέλω ἀναγνώσει ὑμῖν, ἀνδρὸς λίαν εἰδήμονος περὶ τὰ ὑδραυλικὰ τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, λίαν πεφωτισμένου δημοτικοῦ ἄρχοντος, πονοῦντος σφόδρα τὸν τόπον αὑτὸν, ὅστις ἐκπλήττεται, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον, ἀμελέτητον, δημοκοπικὸν, ὅπερ εὗρον τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἐκπνέουσι, νὰ εἰσαγάγωσιν εἰς τὴν Βουλήν, ἐπιλαμβανόμενοι αὐτοῦ ὡς ἐπιλαμβάνονται οἱ ναυαγοὶ εὐτελεστάτης τινὸς σανίδος, ἵνα σωθῶσιν. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ κ. Κυριακὸς, οὗτινος τὴν πεῖραν καὶ τὰ φῶτα καὶ τὴν εἰλικρίνειαν οὐδεὶς καὶ ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης ἀκόμη δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ: «Τὸ συμπέρασμα τῆς ἐπιστολῆς ταύτης εἶναι νὰ ἀφεθῶσι τὰ ὕδατα τοῦ Ἁδριανείου ὑδραγωγείου εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, ἰδιοκτησία τῆς ὁποίας εἶναι, καὶ οὐχὶ τοῦ δήμου, πρὸς τὸν ἀποκλειστικὸν σκοπὸν τοῦ νὰ διοχετεύωνται ταῦτα εἰς τὰς δημοτικὰς κρήνας ἐν ἀφθονίᾳ καὶ νὰ χρησιμοποιῶνται καὶ διὰ τὸ κατάβρεγμα τῶν δημοτικῶν ὁδῶν, τὰς πυρκαϊὰς καὶ τὴν ἄρδευσιν τῆς ἐν ταῖς δημοτικαῖς ὁδοῖς καὶ κήποις δενδροφυτείας, ὥστε ἡ πόλις νὰ κέκτηται τὸ ἀναγκαιοῦν τοὐλάχιστον ὕδωρ πρὸς δημοσίαν χρῆσιν ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν αἱ ἰδιοτροπίαι τῆς Στυμφαλίας, ἢ τῆς ἑταιρίας, ἢ τῶν κατοίκων τῶν πέριξ τῆς Στυμφαλίας κοινοτήτων παρακωλύσωσι τὸ ὅλον ἢ μέρος τοῦ ὕδατος τούτου νὰ διοχετευθῇ εἰς Ἀθήνας, ἐπὶ πολὺν ἢ ἐλάχιστον χρόνον· ἄλλως τε τὸ Ἁδριάνειον ὑδραγωγεῖον καὶ τὸ ὕδωρ αὐτοῦ, ἀξίας πολλῶν δεκάδων ἑκατομμυρίων, εἶναι ἰδιοκτησία τῆς κοινότητος τῶν Ἀθηνῶν, ἑπομένως δὲν ἐπιτρέπεται ἡ δήμευσίς του κατὰ τὸ Σύνταγμα, οὔτε διὰ πράξεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, οὔτε διὰ νόμου». Ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα, ἅτινα γεννᾷ ἡ ὀλιγόσειρος αὕτη ἔκθεσις τοῦ κ. Κυριακοῦ, δὲν εἶναι ἄξια ἆρά γε τῆς πεφωτισμένης καὶ ἐμβριθοῦς ὑμῶν συζητήσεως; Ἡ ἰδέα τοῦ πρώην Δημάρχου, ὅτι ἀναπαλλοτρίωτά εἰσι τὰ ὑδραγωγεῖα καὶ τὰ ὕδατα τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, δὲν εἶναι ἀξία συζητήσεως; Ἡ ἰδέα τοῦ πρώην Δημάρχου, ὅτι εἶναι δυνατόν ποτε νὰ ἐξεγερθῶσιν οἱ πληθυσμοὶ τῆς ἄλλης ἐκείνης ἐπαρχίας, τῆς Κορινθίας, καὶ νὰ ἐμποδίσωσι τὴν εἰσροὴν τῶν ὑδάτων τούτων εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἡμῶν, δὲν εἶναι καὶ αὐτὴ ἀξία συζητήσεως; Ἀλλ’ ἐσυνείθισαν οἱ Ὑπουργοὶ ἐπιπολαίως, ἐπιτροχάδην νὰ λαμβάνωσιν 20, 30 νομοσχέδια, ἐνόμισαν δὲ, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον αὐτοῖς καὶ ἐπὶ τοσοῦτον σπουδαίου ζητήματος, ἐξ οὗ μυρία ἄλλα ζητήματα γεννῶνται, ζητήματα ἀκόμη καὶ φόρων βαρυτάτων εἰς τοὺς κατοίκους Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ὅτι ἦτο δυνατὸν ἡμεῖς νὰ ἀφήσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἄνευ μακρᾶς, λεπτομεροῦς καὶ πεφωτισμένης συζητήσεως. Ἀλλ’ εἶχον ἀνάγκην βεβαίως, ἀπερχόμενοι κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας τῆς αἰθούσης ταύτης, νὰ ἐπικαλεσθῶσι τὴν ἐπιείκειαν πρὸ πάντων αὐτῶν τῶν δύο λαῶν, τοῦ λαοῦ τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ λαοῦ τοῦ Πειραιῶς, καὶ ἐνόμισαν, ὅτι θέλουσι τύχει τῆς ἐπιεικείας αὐτῶν, ἐμπαίζοντες, εἰρωνευόμενοι τὴν ὁμολογουμένην εὐφυΐαν τῶν δύο τούτων πόλεων. Πᾶς πολίτης, γινώσκων τὰ λεγόμενα ἐν ταῖς συνεδριάσεσι ταύταις ἐπανειλημμένως, πᾶς πολίτης, παριστάμενος κατὰ τὰς μακρὰς ταύτας ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως συζητήσεις ἐπὶ τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου, εἶναι ἀδύνατον νὰ πεισθῇ, ὅτι ὁ δῆμος τῶν Ἀθηναίων καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθησάν ποτε σπουδαίως περὶ τοῦ ὕδατος τῶν Ἀθηνῶν. Ἐσκέφθησάν ποτε σπουδαίως; Ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη διοικοῦσι τὴν χώραν, ἐπὶ τρία ἔτη διοικεῖ ὁ ὑπὸ τὴν προστασίαν αὐτῶν διατελῶν Δήμαρχος τῶν Ἀθηναίων τὸν δῆμον τοῦτον, οὐδέποτε οὐδὲ ἐπὶ στιγμὴν ἐσκέφθησαν νὰ σώσωσι τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν ἐκ τῆς μαστιζούσης αὐτὴν λειψυδρίας. Ποίας δαπάνας ἀνέγραψαν ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τοῦ Κράτους περὶ διοχετεύσεως ὑδάτων, ἢ τῆς ἀνευρέσεως ὑδάτων ἐν τῇ Ἀττικῇ, πρὸς σωτηρίαν τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν; Ὡς εἶπον καὶ κατ’ ἄλλην τινὰ συνεδρίασιν, οὐδὲν ἔπραξαν· ἐζήτησαν μόνον πίστωσιν 20,000 δραχμῶν καὶ ἀναπληρωματικὴν 22,000, ἵνα διοχετεύσωσιν εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν τὰ ὕδατα τοῦ ὑδραγωγείου, τοῦ λεγομένου Τσακμάκου, παρὰ τὸ Γουδί. Ἀλλὰ τὰ ὕδατα ταῦτα, κατὰ τὰς ἐκθέσεις τῶν Ὑπουργῶν, δὲν χρησιμεύουσι πρὸς ὕδρευσιν τῆς πόλεως, θέλουσι χρησιμεύσει μόνον πρὸς καθαρισμὸν δῆθεν τῶν ὑπονόμων τῆς πόλεως καὶ πρὸς ἄρδευσιν τοῦ ἀνακτορικοῦ κήπου. Καὶ ψευδὲς εἶναι, λέγω, ὅτι θέλουσι χρησιμεύσει πρὸς καθαρισμὸν τῶν ὑπονόμων, διότι διὰ 300 δραμίων ὕδατος δὲν καθαρίζονται αἱ ὑπόνομοι τῶν πόλεων. Ἠθέλησαν μόνον, πιεζόμενοι ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἀνακτόρων, ἠθέλησαν μόνον, πιεζόμενοι ὑπὸ τῶν ὑπηρετῶν τοῦ Βασιλέως, νὰ κολακεύσωσι τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα. Καὶ αἱ 42,000 δραχμῶν δὲν ἐξωδεύθησαν λοιπὸν διὰ τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν κυρίως, ἀλλὰ διὰ τὸν ἀνακτορικὸν κῆπον. Οὐδεμίαν πρόνοιαν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπὶ τετραετίαν διευθύνων τὰ κοινὰ, ἔλαβες περὶ τῶν συμπολιτῶν σου, ἵνα παράσχῃς αὐτοῖς τὸ ἀναγκαιοῦν ὕδωρ. Ἔλαβες ἀληθῶς πρόνοιαν νὰ πληρώσῃς τὰ καπνοκοπτήρια ἐκ τῶν ὑπηρετῶν σου καὶ τῶν ἐκλογέων σου, ἔλαβες ἀληθῶς πρόνοιαν, ἵνα τελειοποιήσῃς τὸν λόχον τῶν ἐγκαθέτων, ἵνα ἀθωώσῃς διασήμους ἐγκληματίας, συναλλαττομένους μετὰ τῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ περὶ τοῦ ὕδατος τῶν Ἀθηνῶν οὐδεμίαν πρόνοιαν ἔλαβες. Ἔπρεπε δὲ νὰ ξεψυχήσῃς σὺ καὶ ἡ Βουλὴ, ἵνα ζητήσῃς νὰ κρυβῇς ὄπισθεν τῆς ψευδοῦς ὑποσχέσεως, ὅτι θέλεις φέρει δῆθεν ὠκεανὸν ὕδατος ἐντὸς ὀλίγου εἰς Ἀθήνας καὶ Πειραιᾶ. Καὶ τοῦτο ἀπεδείχθη μὴ ἀληθὲς, διότι πρὸ ὀλίγων μόλις ἡμερῶν ὁ Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι τὰ μὲν ὕδατα τῆς Στυμφαλίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθωσιν ἐνταῦθα πρὸ τῆς παρελεύσεως ἓξ ἐτῶν, τὰ δὲ ὕδατα τοῦ Πάρνηθος, τῆς Γκούρας, πρὸ τῆς παρελεύσεως ἑνὸς ἔτους. Ἔχω ἐνταῦθα τὴν ἀπάντησιν αὐτοῦ, καὶ ἂν θέλῃ ὁ Πρωθυπουργὸς, ἂς μὲ διαψεύσῃ. Καὶ ἐν τούτοις, ἐκπνεούσης τῆς Βουλῆς, λέγει ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς πρὸς τοὺς συμπολίτας αὑτοῦ, οὓς ἐκλαμβάνει ὡς μωροὺς, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δῆθεν ἐμποδίζει τὴν Κυβέρνησιν νὰ δροσίσῃ τοὺς λάρυγγας αὐτῶν, τοὺς ἀγροὺς καὶ τὰς οἰκίας αὐτῶν διὰ τῶν δροσερῶν ναμάτων τῆς Γκούρας, τοῦ Πάρνηθος καὶ τῆς Στυμφαλίας. Ἐν ἑνὶ λόγῳ, Κύριοι, πολεμῶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, πεποιθὼς, ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑπέγραψαν τὰς ἀναφορὰς, πικρῶς θέλουσι μετανοήσει, διότι ἐπλανήθησαν, ἐκτὸς ὀλιγίστων, οἵτινες ὑπέγραψαν, διότι ἀνήκουσιν εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἀδιαφοροῦντες τί ὑπογράφουσι. Πολεμῶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, πρῶτον μὲν διότι πιστεύω εἰλικρινῶς, ὅτι δὲν σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ ὕδατα εἰς τὰς Ἀθήνας, ἔπειτα δὲ διότι φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι δημευτικὸν μεγάλων περιουσιῶν τῶν δήμων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἄνευ δικαίας ἀποζημιώσεως. Πολεμῶ τρίτον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι ἀνεξετάστως, ἀμελετήτως, εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν, ἐπιβάλλει φόρους 720 χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἔτος εἰς τοὺς κατοίκους Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Διότι θέλει ἀναγκάσει τοὺς κατοίκους τῶν δύο αὐτῶν πόλεων δι’ ἰδίων δαπανῶν ἐξ ἀπωτάτων μερῶν τῶν κεντρικῶν ὀχετῶν, κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νομοσχεδίου, νὰ διοχετεύσωσιν εἰς τὰς οἰκίας αὐτῶν ὕδωρ. Πολεμῶ τὸ νομοσχέδιον, διότι ἡ Κυβέρνησις, ἀναιροῦσα τὰ κοινοβουλευτικὰ νόμιμα, ζητεῖ νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ, χωρὶς νὰ καταθέσῃ ἐκείνας τὰς πληροφορίας, ὧν ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην, ἵνα μελετήσωμεν καὶ ἀκριβέστερον διατυπώσωμεν τὰς ἰδέας ἡμῶν πρὸς πόλεμον καὶ ἀπόκρουσιν τοῦ νομοσχεδίου. Βεβαίως ἐμπαικτικῶς ὁ συμπολίτης μου ἔλεγεν, ὅτι συναινεῖ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἵνα δείξωμεν εἰς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, ὅτι, καὶ ἂν δώσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν σήμερον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελέσῃ τὰ ἔργα ταῦτα, ὡς ὁρίζονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἐγὼ ὅμως οὐδὲ πρὸς παιδιὰν κἂν ἐννοῶ νὰ ὑποχωρήσω πρὸς τοιαύτας προτάσεις. Ἐγὼ ἐννοῶ βῆμα πρὸς βῆμα νὰ πολεμήσω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι ἐν τῇ συνειδήσει μου εἰλικρινῶς πέποιθα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν σπουδαιολογεῖ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ναυαγὸς, καὶ ὅτι εὗρε σανίδα τινὰ σαπρὰν, ἀηδῆ, καὶ ἐπὶ τῆς σαπρᾶς ταύτης σανίδος ἠθέλησε νὰ σωθῇ, τείνουσα καὶ τὰς δύο χεῖρας εἰς αὐτὴν, διότι βλέπει ἐγγίζοντα τὸν μέγαν ἐκεῖνον σάλον τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, ἐξ ὧν βεβαίως δὲν θέλει σωθῆ ὁ πεφιλημένος αὐτῇ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Οὐχὶ ἓν τοιοῦτο δημοκοπικὸν νομοσχέδιον εἰσάγων εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπέσχετο, ὅτι καὶ τοὺς φόρους ὅλους τῶν δύο τούτων πόλεων καὶ τοῦ νομοῦ ὁλοκλήρου ἤθελε δωρήσει, καὶ ἂν ὑπέσχετο, ὅτι ἤθελε σώζει πάντας ἐκ τοῦ Πλημμελειοδικείου καὶ τῶν Πταισματοδικείων τοῦ νομοῦ, οἱανδήποτε ὑπόσχεσιν καὶ ἂν δώσῃ εἰς αὐτοὺς, εἶναι ἡ στιγμή, καθ’ ἣν ἐκπνέει, καὶ αἱ ὑποσχέσεις, αἱ διδόμεναι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν, βεβαίως παρὰ νοημόνων πολιτῶν δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν. Ἂν ἐντὸς ἑνὸς ἔτους, ὡς βεβαιοῖ ὁ Πρωθυπουργὸς, ὡς βεβαιοῖ ὁ Δήμαρχος Ἀθηναίων, τὰ ὕδατα τοῦ Πάρνηθος εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωσιν εἰς Ἀθήνας, τί ἔπραττον πρὸ τεσσάρων ἐτῶν; Διατὶ ἐπὶ τετραετίαν δὲν εἰργάζεσθε δι’ ἄλλων ὑδραυλικῶν, δι’ ἄλλης ἑταιρίας, δι’ αὐτῆς τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς Ἀθηναίων, ἵνα φέρητε 15 ὀκάδας ὕδατος, ὡς βεβαιοῖ ὁ Δήμαρχος Ἀθηναίων ἐνυπογράφως, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ, ἂν πρὸ ἑνὸς μόνον ἔτους εἰργάζετο πρὸς διοχέτευσιν τῶν ὑδάτων τῆς Γκούρας; Ἰδοὺ τί λέγει ὁ Δήμαρχος (ἀναγινώσκει): «Ἡ περὶ τῆς διοχετεύσεως τοῦ ὕδατος τούτου (τοῦ Πάρνηθος), συμποσωθησομένου διὰ τῆς καλλιεργείας εἰς ὀκάδας δέκα πέντε, ἔκθεσις ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ Δημάρχου τῷ Δημοτικῷ Συμβουλίῳ ἀπὸ τῆς 3 Νοεμβρίου 1889, ἤτοι πρὸ ἓξ μηνῶν, ἀλλὰ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον δὲν συνεζήτησε περὶ αὐτῆς. Ἐὰν ἀπὸ τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου ἤρχιζον τὰ ἔργα, θὰ ἦτο ἤδη ἡ διοχέτευσις προκεχωρημένη ὑπὲρ τὸ ἥμισυ». Ἂν λοιπὸν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον δὲν συνεζήτησε περὶ αὐτοῦ, ὁποῖα μέτρα, κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὲ, ἐλάβετε κατὰ τοῦ Δημοτικοῦ τούτου Συμβουλίου; Ὁποῖα μέτρα ἐλάβετε κατὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, οὗτινος ὁ Πρόεδρος ἐκόμιζε τὰς ἀναφορὰς ἐνταῦθα, ἐν τοῖς παρασκηνίοις τῆς Βουλῆς, μετὰ τοῦ Δημάρχου;
§21Δ. Μ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές· ἔτυχε νὰ ἦμαι ἐδῶ, ἀλλὰ δὲν τὰς ἀποδοκιμάζω διόλου.
§22ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀρκεῖ τοῦτο, ὅτι ἔτυχε νὰ ἦσθε ἐδῶ.
§23ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Αἱ ἀναφοραὶ εἶναι τῶν φίλων σας, ἐγένοντο τῇ προτάσει τοῦ κ. Ξένου, προσωπικοῦ φίλου τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ἐγένοντο τῇ προτάσει τοῦ κ. Σταυροπούλου, φίλου ὑμῶν ἐπίσης, ἐψηφίσθησαν παρὰ τοῦ κ. Ζαχαρία, φίλου ὑμῶν ἐπίσης, ὥστε δὲν ὑπεκινήθησαν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν.
§24ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐρωτῶ τὸ ἑξῆς: Ὁ Δήμαρχος Ἀθηναίων διὰ τῆς ὑπογραφῆς αὐτοῦ βεβαιοῖ, ὅτι, ἂν ἐγίνοντο ἐργασίαι πρὸ ἑνὸς ἔτους, ἠθέλομεν ἔχει εἰς τὰς Ἀθήνας 15 ὀκάδας ὕδατος ἐκ τοῦ Πάρνηθος. Εἶναι τοῦτο ἀληθὲς ἢ οὐχί; Κατὰ τὴν ἔγγραφον ὁμολογίαν τοῦ Δημάρχου Ἀθηναίων, 15 ὀκάδας ὕδατος ἐδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐκ τοῦ Πάρνηθος, ἐὰν εἰργάζετο ὁ δῆμος πρὸ ἑνὸς ἔτους. Ὁ Δήμαρχος Ἀθηναίων καταγγέλλει τοὺς δημοτικοὺς συμβούλους, ὡς παρακωλύσαντας δῆθεν τὰς βλέψεις αὐτοῦ καὶ τὰ βουλεύματα καὶ τὰς μελλούσας ἐργασίας, ἃς ἐν τῷ νῷ αὐτοῦ εἶχεν. Ὁποῖα μέτρα ἔλαβες, κύριε Ὑπουργὲ, κατὰ τῶν συμβούλων ἐκείνων, οἵτινες παρεκώλυσαν τὴν διοχέτευσιν 15 ὀκάδων ὕδατος ἐκ τοῦ Πάρνηθος εἰς τὰς Ἀθήνας; Τί λέγετε, ὅτι ἐμποδίζομεν ἡμεῖς τὴν διοχέτευσιν τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας; Ἂν ἡ πόλις εἶχε 15 ὀκάδας ὕδατος, πρὸς ταῖς 10, ἃς ἔχει, ἤθελον εἶσθαι ἀρκοῦσαι αἱ 25 ὀκάδες, ἵνα ὑδρεύηται καὶ ποτίζηται κατὰ τὸ ἀρξάμενον θέρος ἡ πόλις. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ συνετίζησθε, ἀντὶ νὰ λυπῆσθε διότι περιπίπτετε εἰς τοιαύτας ἀντιφάσεις καὶ συγχύσεις, ἐγκαλεῖτε τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὡς ἐμποδίζουσαν δῆθεν ὑμᾶς νὰ εἰσαγάγητε τὰς ἑκατοντάδας ἐκείνας ὀκάδων ὕδατος εἰς τὰς Ἀθήνας! Καὶ προχθὲς ἀγορεύων ἀπέδειξα, ὅτι, ἐν ᾧ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τῆς ὑπογραφῆς αὐτοῦ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου περὶ Στυμφαλίας ἔλεγεν, ὅτι ἀδύνατον εἶναι νὰ ὑδρευθῇ ὁ Πειραιεὺς ἐκ τῶν ἀρτεσιανῶν φρεάτων τοῦ Φαλήρου, μετὰ πέντε ἡμέρας, παριστάμενος εἰς τὴν τελετὴν τοῦ δήμου Πειραιῶς, καθ’ ἣν ὁ Δήμαρχος ἐκεῖ ἐξεφώνησεν ἐπαινετικὸν τῶν ὑδραυλικῶν ἐργασιῶν τοῦ δήμου Πειραιῶς λόγον διὰ τὴν διοχέτευσιν πολλῶν ὀκάδων ὕδατος εἰς τὸν Πειραιᾶ ἐκ Φαλήρου, ὁ Ὑπουργὸς, λέγω, λησμονῶν τὴν ἰδέαν του αὐτὴν, εἶπεν, ἀπαντῶν, ὅτι συγχαίρει τὸν δῆμον Πειραιῶς διὰ τὴν λαμπρὰν ἐπιτυχίαν τοῦ ἔργου! Εἰς τοιαύτην σύγχυσιν περιέπεσε! Διατί; Διότι κατέλαβεν αὐτοὺς ταραχὴ, ὡς τοὺς ἐνόχους. Διατί; Διότι δὲν εὑρίσκονται ἐν τῇ ἀληθείᾳ. Διατί; Διότι τρέμουσι πρὸ τῶν ἐκλογέων, οὓς ἀφῆκαν ἄνευ καὶ τοῦ ἐλαχίστου ποσοῦ ὕδατος ἐνῷ ἐπὶ ὀκτὼ ὅλα ἔτη διευθύνουσι τὰ κοινὰ, σπαταλῶντες ἐφ’ ἃ μὴ δεῖ τὰ χρήματα τῶν πολιτῶν.
§25ΨΥΛΛΑΣ. Ὁ τελευταῖον ὁμιλήσας κ. συνάδελφος προσποιεῖται ὅτι πιστεύει, διότι νομίζει ὅτι εἶναι ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς ὑποθέσεώς του, τὰ γραφέντα καὶ δημοσιευθέντα παρὰ τοῦ Δημάρχου Ἀθηναίων, ἐνῷ κάλλιστα γνωρίζει, ὅτι ταῦτα εἶναι ἀνυπόστατα, ἀφοῦ τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως τῆς πόλεως διὰ τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου, ὡς σήμερον ἔχει....
§26ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι ἠμπόδισαν τὸν Δήμαρχον. Ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, ὅτι οὐδέποτε ἐσκέφθη ὁ Δήμαρχος νὰ φέρῃ ὕδωρ ἐν Ἀθήναις. Αὐτὰ δὲ, τὰ ὁποῖα γράφει, εἶναι προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις. Εἶπον ὅμως, ὅτι κατηγορεῖ τοὺς δημοτικοὺς συμβούλους, καὶ ἠρώτησα τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ποῖον μέτρον ἔλαβεν, ἵνα προστατεύσῃ τὸν Δήμαρχον κατὰ τῶν συμβούλων.
§27ΨΥΛΛΑΣ. Τοῦτο εἴπατε πολλάκις καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνετε καὶ νῦν μετὰ τοῦ σκληροτραχήλου, ὅπερ διακρίνει τοὺς δικανικούς, — ἐπιτραπήτω μοι ἡ ἔκφρασις, — καίτοι γινώσκετε, ὅτι εἶναι ἀνυπόστατον, καὶ θέλετε ἁπλῶς νὰ ἀντλήσητε ἐκ τούτου ἐπιχειρήματα κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν ἐπιθέσεών σας. Ἀκριβῶς ἡ κατάστασις ἡ ὑδραυλικὴ τοῦ δήμου Ἀθηναίων, τὴν ὁποίαν γνωρίζετε καλῶς, διότι εἶναι ἡ αὐτὴ, οἵα ἦτο καὶ πρὸ τριῶν ἐτῶν, ὅτε ἦσθε καὶ ὑμεῖς δημοτικὸς σύμβουλος, ἡ κατάστασις αὐτὴ τῶν ὑδάτων τοῦ δήμου μας εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἠνάγκασε τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ ἐσχάτως περὶ τοῦ πρακτέου πρὸς διάσωσιν τῆς πόλεως Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, καὶ ἐσχεδίασε τὸ προτεινόμενον μέτρον, τῆς ἀφαιρέσεως δηλ. ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ Δημάρχου, τοῦ μόνου μέχρι τοῦδε ἁρμοδίου κατὰ νόμον, τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑδραυλικῶν ἐργασιῶν, ἀφοῦ οὗτος ἀπεδείχθη ἀνίκανος ἢ ἀνεπαρκὴς πρὸς διαχείρισιν αὐτῶν. Διότι δὲν εἶναι πλέον ἀνεκτὴ ἡ κατάστασις αὐτὴ, κατάστασις, τὴν ὁποίαν, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς τὸ εἴπω μὲ λύπην μου, συνετελέσατε τὰ μέγιστα νὰ τὴν φέρητε εἰς ὅπερ εὑρίσκετε σημεῖον διὰ τῆς ἐκλογῆς, τὴν ὁποίαν ὑπεστηρίξατε καὶ ὑμεῖς, κύριε συνάδελφε, ὡς δημοτικοῦ ἄρχοντος τοῦ ἀνθρώπου τοῦ ἀποδειχθέντος ἀνικάνου διὰ πᾶσαν ἐργασίαν δημοτικὴν, οὐ μόνον ὑδραυλικὴν, ἀλλὰ καὶ διὰ πᾶσαν ἐν γένει διοικητικὴν διαχείρισιν τῶν τοῦ δήμου πραγμάτων. Ἐγνωρίζετε καλῶς, κύριε συνάδελφε, τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν, διότι ἐπὶ πολλὰ ἔτη συνεπράξατε μετ’ αὐτοῦ καὶ εἰς ἔριδας ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ ἤλθετε πρὸς αὐτὸν, νομίζω. Τὸν ἐγνώριζεν ἐπίσης καλῶς ὁ ἕτερος συνάδελφος ἡμῶν, ὁ προτείνας αὐτὸν ὡς τὸ κατάλληλον πρόσωπον διὰ τὴν θέσιν τοῦ Δημάρχου, καὶ τὸν ἐδέχθη ἐν ἐπιγνώσει ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὡς ὑποψήφιον αὐτῆς, χάριν μόνον πολιτικῆς κερδοσκοπίας. Ἀπέτυχεν ἡ πολιτική σας κερδοσκοπία ἅμα τῇ ἐκλογῇ αὐτοῦ· τὸν ἐγκαταλείψατε ἀμέσως, οὐδόλως φροντίσαντες περὶ τῶν συμφερόντων τῆς πόλεως, καὶ θέλετε τώρα νὰ τὸν ῥίψητε εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἰδού, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια! Καὶ τοῦτο πράττετε, διότι ἦλθεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ σᾶς εἶπεν ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ, ὅτι πάντα Δήμαρχον Ἀθηναίων, χάριν τῆς θέσεως, ἣν κατέχει, τοῦ ἄρχοντος τοῦ δήμου τῆς πρωτευούσης τῆς Ἑλλάδος, νομίζει ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ τὸν ὑποστηρίξῃ, ὅταν πρόκηται περὶ ἔργων, καὶ τοιαύτην συνδρομὴν ἐννοεῖ νὰ δώσῃ εἰς τὸν Δήμαρχον Ἀθηναίων, ὄχι εἰς τὸ πρόσωπον, ὅπερ ὑμεῖς ἐξελέξατε, τὸ σκεῦος αὐτὸ τῆς ἐκλογῆς σας, τὸ ὁποῖον ηὕρατε νὰ προτείνητε ὡς τὸ καταλληλότερον διὰ νὰ διασώσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου Ἀθηναίων καὶ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ! Τώρα τί νὰ σᾶς εἴπω εἰς ἀπάντησιν ὅλων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα πεντάκις, ἑξάκις, δεκάκις ἐπανελάβετε κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτάς, διότι αἰσθάνεσθε, ὅτι τὸ ἔδαφος εἶναι κάπως φλογερὸν, καίτοι ὑγρὸν, αἰσθάνεσθε ὅτι δὲν εἶναι πλέον ἡ θέσις σας, οἵα ἐνομίζετε ὅτι ἦτο πρό τινος, μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ θεραπεύσῃ οὐχὶ τὰς σημερινὰς ἀνάγκας, διότι ἐννοοῦν πολὺ καλὰ οἱ συμπολῖταί μας, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῶν σημερινῶν ἀναγκῶν, ἀλλὰ τὰς μετά τινα ἔτη ἀνάγκας τῆς πόλεως; Καὶ διότι ἡ Κυβέρνησις ἔπραξε τὸ καθῆκόν της, καὶ διότι ἅπαντες ἡμεῖς οἱ φίλοι αὐτῆς συνεβουλεύσαμεν αὐτὴν νὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν της, καὶ νὰ μὴ ἀφίνῃ πλέον εἰς τὸν δῆμον καὶ τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν νὰ διαχειρίζηται ὅπως διεχειρίσθη μέχρι τοῦδε τὰ ὑδραυλικὰ, διὰ τοῦτο θέλετε νὰ ἐπιῤῥίψητε εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν εὐθύνην, ὅτι δὲν ἐφρόντισε μέχρι τῆς σήμερον περὶ ὑδραυλικῶν, ὅτι ἔρχεται τὴν τελευταίαν στιγμὴν καὶ ὑπόσχεται νὰ μετοχετεύσῃ τὰ ὕδατα τῆς Στυμφαλίας, τοῦτο δὲ χάριν κομματικῆς ὠφελείας, χάριν τῶν προσεχῶν ἐκλογῶν; Δὲν ἔχουσιν οὕτω τὰ πράγματα, τὸ γνωρίζετε καλῶς· τὸ δὲ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θέλετε νὰ σταθῆτε, δὲν εἶναι ἀσφαλές. Ἡ ἁπλῆ ἀφήγησις τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑδραυλικῶν πραγμάτων τοῦ δήμου μας δύναται πάντα νὰ πείσῃ, ὅτι ὅλα τὰ ἐπιχειρήματά σας εἶναι σαθρά. Καὶ διατὶ τάχα νὰ μὴ φροντίσωμεν ἀπὸ σήμερον νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔρχεται ἐνώπιον ἡμῶν, καὶ τὸ ὁποῖον ἔρχεται, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, κατόπιν οὐχὶ ὁριστικῆς μελέτης, ἀλλὰ κατόπιν ἁπλῆς προμελέτης, καὶ νὰ μὴ δώσωμεν τὴν ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ καὶ εἰς τὴν ὁριστικὴν μελέτην κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἑνὸς ἔτους, ὅπερ ἀναγράφεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, μέχρις οὗ ἤθελεν ἐκτεθῆ εἰς δημοπρασίαν τὸ ἔργον, ὥστε νὰ κερδήσωμεν τὸ ἔτος αὐτό; Διατὶ νὰ ἀναβάλωμεν διὰ τὴν μέλλουσαν Βουλὴν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, νὰ παρέλθωσι δηλαδὴ δύο ἢ τρία ἔτη ἀκόμη, καὶ οὕτω μετὰ τῶν ἑπτὰ, ἅπερ ὑποδεικνύει τὸ νομοσχέδιον ὡς δαπανηθησόμενα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἐργασιῶν, νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην δεκαετίας ὅλης πρὸς μετοχέτευσιν τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας εἰς τὴν πόλιν μας; Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ τί θὰ πράξωμεν; Διψῶμεν! Πῶς δὲν ἐφροντίσατε σεῖς, οἱ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, νὰ ψηφίσητε τὰς προτάσεις τοῦ Δημάρχου; Τὰς προτάσεις αὐτὰς ἔφερεν ἀληθῶς, κύριοι Βουλευταὶ, ὁ Δήμαρχος ἐνώπιον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου συνεπείᾳ συστάσεων αὐτῶν τῶν δημοτικῶν συμβούλων. Ὑπάρχει παρὰ τῷ Δημοτικῷ Συμβουλίῳ ἐπιτροπὴ, λεγομένη ὑδραυλική· αὕτη συνῆλθεν ἐπανειλημμένως, καὶ ἐκ τῶν συμβούλων ὁ ἀρχαιότερος, ὁ κ. Διονύσιος Ζαχαρίας, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἀστειευόμενος συνειθίζω νὰ ὀνομάζω τὸν πατριάρχην τῶν δημοτικῶν συμβούλων, καὶ ὅστις, διατελῶν ἤδη ἐπὶ δεκαοκταετίαν ὡς σύμβουλος, παρηκολούθησε μετ’ ἐπιμελείας τὸ ὑδραυλικὸν ζήτημα ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἐνάρξεως αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ἄλλοτε Δημάρχου κ. Παναγῆ Κυριακοῦ, ἐφώτισε τοὺς συναδέλφους του περὶ πολλῶν πραγμάτων, καὶ ὑπέδειξε τί ἠδύνατο νὰ γείνῃ πρὸς ἐπαύξησιν τῶν ὑδάτων. Μεταξὺ τῶν πολλῶν, ἅτινα ὑπέδειξεν εἰς τὸν κ. Δήμαρχον τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἤτοι τὴν ἀγορὰν ὑδάτων τινῶν πλησίον τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου κειμένων, τὴν ἀπόκτησιν ἑτέρων, ἀνηκόντων μὲν εἰς τὸν δῆμον, ἀλλὰ δυνάμει δικαστικῶν ἀποφάσεων μενόντων εἰσέτι ἀμφισβητουμένων, τὴν πρόσκτησιν ἄλλων διὰ συμβιβασμῶν μετὰ χωρικῶν, ἀξιούντων ὅτι ἔχουν δικαιώματα χρήσεως ἢ ἰδιοκτησίας ἐπ’ αὐτῶν, ὑπέδειξε καὶ τὴν μεταφορὰν τῶν ὑδάτων τῆς Πάρνηθος, διότι ἐγνώριζεν ἐκ τοῦ συγγράμματος τοῦ κ. Κορδέλλα, ὅτι αὐτὰ ἠδύναντο νὰ συμποσωθῶσιν εἰς 8 ἢ 9 ὀκάδας περίπου. Ὁ ἐπὶ τῶν ὑδραυλικῶν μηχανικὸς τοῦ δήμου κ. Σούλης ἐμελέτησε καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἐπρότεινεν ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Νοεμβρίου τὴν μετοχέτευσιν τῶν ὑδάτων τούτων τῆς Πάρνηθος ἀντὶ δαπάνης 1,700,000 δραχμῶν καὶ ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος ἑνὸς ἔτους τοὐλάχιστον. Ἀλλὰ κατὰ κακὴν τύχην, κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας ὁ κ. Ζαχαρίας, εἰς χεῖρας τοῦ ὁποίου ἀπεστάλη ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Σούλη, κατέπεσεν ἐκ τῆς οἰκοδομῆς του, ἐτραυματίσθη δεινῶς, καὶ ἔμεινεν ἐπὶ μῆνα καὶ πλέον κλινήρης. Μετὰ τοῦτο προσεβλήθη καὶ οὗτος ἐκ τῆς ἐπιδημίας ἰνφλουέντζας, καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Σούλη ἔμεινεν οὕτω ἐν τῷ γραφείῳ ἀνενέργητος. Ὅταν ἀνέῤῥωσεν, ἔσπευσε ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ὅτι ἔχει παρ’ ἑαυτῷ τὴν ἔκθεσιν, ἀλλ’ ὁ κ. Δήμαρχος Ἀθηναίων εἶχεν ἔλθει ἐν τῷ μεταξὺ εἰς ῥῆξιν πρὸς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἐνόμιζεν, ὅτι ὤφειλε νὰ τὸν περιορίσῃ εἰς τὰς ἀτασθάλους ἐκείνας ἐνεργείας του καὶ εἰς τὴν ἀκατανόητον χρῆσιν τῆς δημοτικῆς ἐξουσίας του. Τότε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἀπεφάσισεν, ὅπως αἱ ἐργασίαι, αἱ γιγνόμεναι ἐν Πεντέλῃ, καὶ αἱ ἄλλαι, αἱ γιγνόμεναι πρὸς καθαρισμὸν τοῦ ὑδραγωγείου ἀπὸ τῶν Ἀμπελοκήπων μέχρι τοῦ Διαβολοῤῥεύματος, σταματήσωσι, μέχρι νεωτέρας ἀποφάσεως, διότι εἶχε περὶ αὐτῶν πληροφορίας, οἵας θὰ εἴχετε καὶ ὑμεῖς, κύριε συνάδελφε.
§28ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὅτι ἀπέτυχον.
§29ΨΥΛΛΑΣ. Βεβαίως. Ἡ ἀπόφασις αὕτη τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου διεβιβάσθη εἰς τὸν κ. Νομάρχην πρὸς ἐπικύρωσιν, κατὰ τὰ εἰθισμένα· ἀλλ’ ὁ κ. Νομάρχης, ὁ ὁποῖος, εἴτε ἕνεκα γήρατος, εἴτε ἕνεκα τῆς σωματικῆς αὐτοῦ παθήσεως, φρονῶ — καὶ τὸ λέγω μετὰ λύπης μου — ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀνταποκρίνηται πλέον εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας του, ἀπέῤῥιψε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ διέταξεν, ὅπως ἐξακολουθῇ ὁ Δήμαρχος διαχειριζόμενος τὰ χρήματα, τὰ πρὸς ὑδραυλικοὺς σκοποὺς ἐψηφισμένα, καθόσον, ἔλεγεν ἐν τῷ ἐγγράφῳ του, δὲν πρέπει νὰ παύσῃ οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἡ περὶ τῶν ὑδάτων τῆς πόλεως ἐργασία. Ἀλλ’ ὁποία ἐργασία! Ἐγνώριζε βεβαίως ἡ Νομαρχία τὴν οἰκτρότητά της! Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ταῦτα ἀκοῦσαν, εἶπεν: ἂς προχωρήσῃ ὁ κ. Δήμαρχος· χρήματα ἔχει, διότι ἔχει τὸ ὑπόλοιπον δανείου, εἰς 300,000 δραχ. καὶ πλέον ἀνερχόμενον, κατατεθειμένον δὲ εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ διὰ τὸ ὁποῖον πληρόνεται τόκος, ἐνῷ ἐπὶ ἔτος ἤδη οὐδεμία ἐγένετο χρῆσις τῶν χρημάτων τούτων. Αὐτὰ τὰ γνωρίζετε, κ. συνάδελφε, ὅτι οὕτω συνέβησαν, καὶ ἐν τούτοις ἔρχεσθε νὰ στηριχθῆτε, διὰ νὰ μᾶς μεμφθῆτε, ἐπὶ τῆς πληροφορίας τῆς ἀνυποστάτου τοῦ κ. Δημάρχου, ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον δὲν τῷ ἔδωσε τὰ μέσα νὰ μεταφέρῃ τὰ ὕδατα τῆς Πάρνηθος, ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον παρημπόδισεν αὐτὸν εἰς τὰς ἐργασίας του, ἄλλως τὰ ὕδατα τῆς Πάρνηθος θὰ εἶχον φθάσει ἤδη ἔξω τῶν Ἀθηνῶν. Τοιαῦτα τινα τουλάχιστον γράφει ἐν τῷ ἀνὰ χεῖράς σας σημειώματί του ὁ κ. Δήμαρχος, ἐνῷ κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Σούλη, καὶ ἂν τὸν παρελθόντα Ἰανουάριον εἶχον ἀρχίσει αἱ ἐπὶ τῆς Πάρνηθος ἐργασίαι, αὗται δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ περατωθῶσιν, εἰμὴ τοὐλάχιστον κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1892. Νομίζετε δὲ, ὅτι ἦλθε τοὐλάχιστον ἐνώπιον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἡ πρότασις αὕτη τετελεσμένη πῶς ἐν τῇ μελέτῃ αὐτῆς; ὅτι ἦλθε μελέτη ἀκριβής; ἦλθε διάγραμμα τῆς ἐργασίας; ἦλθε τοὐλάχιστον ἡ γενομένη συμφωνία μετὰ τοῦ Δημάρχου Φυλῆς, ἢ μετὰ τῆς κοινότητος Φυλῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκουσι τὰ ἐπὶ τῆς Πάρνηθος ὕδατα τῆς Γκούρας, τῆς Φυλῆς κτλ.; ἢ μετὰ τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Μονῆς Πετράκη, εἰς ἣν ἀνήκει ἡ πηγὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος;
§30ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, μοὶ ἐπιτρέπετε; Ἐπανειλημμένως ἐδήλωσα πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἐγὼ ἔθεσα τὸ ἐρώτημα καθαρῶς, διότι καθαρῶς ἐδήλωσα, ὅτι δὲν πιστεύω, ὅτι οἱ σύμβουλοι παρημπόδισαν τὸν Δήμαρχον νὰ λάβῃ μέτρα πρὸς ὑδραυλικὰς ἐργασίας· ἀλλ’ ὁ Δήμαρχος θέλει νὰ δικαιολογηθῇ διὰ τὴν παράλειψιν αὐτήν.
§31ΨΥΛΛΑΣ. Σᾶς ἐνόησα πολὺ καλὰ, καὶ σᾶς ἔδωσα ἤδη καὶ τὴν ἀπάντησιν, διότι καὶ σήμερον ἐπανελάβετε ὅ,τι καὶ πρό τινων ἡμερῶν εἴπετε, ἐπιτιθέμενοι κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ λέγοντες: τί ἐπράξατε κατὰ τοῦ καταγγελλομένου ὑπὸ τοῦ Δημάρχου Δημοτικοῦ Συμβουλίου τῶν Ἀθηνῶν, ἐνῷ ἐπαύσατε δύο δημοτικοὺς συμβούλους τοῦ δήμου Λαυρίου, δὲν ἐνθυμοῦμαι πλέον διὰ ποίαν αἰτίαν; Νομίζετε ὅτι ἀντλεῖτε οὕτω ἐπιχειρήματα κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῆτε οὔτε ὑμεῖς, οὔτε ἄλλος τις ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅσα καὶ ἂν θελήσητε νὰ ἐπικαλεσθῆτε ἐπιχειρήματα, νὰ μᾶς κολλήσητε εἰς τὴν ῥάχιν μας τὸν κ. Δήμαρχον Ἀθηναίων. Εἶναι ἰδικός σας. Σεῖς τὸν ἐκάματε Δήμαρχον· κρατήσατέ τον, χάρισμά σας! (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Ἐγὼ, κύριοι συνάδελφοι, οὔτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου θ’ ἀποκρύψω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ ἐν ἄλλῃ αἰθούσῃ, τῇ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, οὗτινος ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι μέλος, προκειμένου περὶ μετοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας. Εἶπον ἐκεῖ, τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐνταῦθα, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ θεωρῶ πρόωρον, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ἐξ ὅσων ἠδυνήθην νὰ μελετήσω, ὅτι ἐπὶ πολλὰ ἔτη εἰσέτι τὸ λεκανοπέδιον τῆς Ἀττικῆς δύναται ἐπαρκῶς νὰ ὑδρεύσῃ τὴν πόλιν.
§32ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὸ λέγομεν καὶ ἡμεῖς.
§33ΨΥΛΛΑΣ. Διότι πρὸς πόσιν μὲν τὰ σήμερον ὑπάρχοντα ὕδατα εἶναι ἐπαρκῆ· νομίζετε δὲ, ὅτι ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου δὲν προὐτάθη καὶ παρ’ ἐμοῦ καὶ παρ’ ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων μου πρὸ πολλοῦ καιροῦ τὸ κατόπιν λειτουργῆσαν ἐν τῷ Ἰλισσῷ ἐπιτυχῶς παρὰ τὸ Στάδιον σύστημα τῆς δι’ ἀτμομηχανῆς ὑδρεύσεως, χάριν τοῦ καταβρέγματος τῆς πόλεως, χάριν τοῦ ποτίσματος τῶν δενδροστοιχιῶν καὶ χάριν τῶν ὑπονόμων; Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ἐνώπιον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἔλεγον: Δοκιμάσατε, Κύριοι, τὸν Κηφισσὸν, τόν Ἰλισσὸν, ὅπου βλέπω χειραντλίας παρὰ τῶν ἐργολάβων τοῦ καταβρέγματος εὐδοκίμως ἐργαζομένας· δοκιμάσατε καὶ σεῖς νὰ πράξητε τὸ αὐτὸ δι’ ἀτμομηχανῶν. Ὁ κ. Δαμασκηνὸς μᾶς ἤνοιξε τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸ καιροῦ· ἔφερε δι’ ἀτμομηχανῆς τὰ θαλάσσια ὕδατα ἐκ τοῦ Φαλήρου χάριν λουτρῶν. Διατὶ δὲν δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ εὕρωμεν τὸ ἀναγκαῖον ὕδωρ ἐν τοῖς ποταμοῖς; καὶ ἐὰν δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἀντλήσωμεν ἐπαρκῶς αὐτόθεν, θετικώτατα δυνάμεθα νὰ τὸ εὕρωμεν εἰς τὸ λεγόμενον Γλυκονέρι τοῦ Φαληρικοῦ ἁλιπέδου, τὸ ὁποῖον κατ’ ἔτος πληροῖ τοὺς χάνδακας ἐν Φαλήρῳ, οἵτινες καθίστανται οὕτω δυστυχῶς ἑστία πυρετῶν. Ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι ποσότης 10 ὀκάδων ὕδατος ἢ καὶ πλέον χύνεται ἐντὸς τῶν χανδάκων. Τὰ ὕδατα ταῦτα εἶναι μὲν γλυκέα, ἀλλ’ οὐχὶ κατάλληλα πρὸς πόσιν. Τὸ ὕδωρ τοῦτο ἠδύνατο νὰ διοχετευθῇ δι’ ἀτμομηχανῆς εἰς τὰς Ἀθήνας, νὰ κατασκευασθῇ δὲ δεξαμενὴ πρὸς συλλογὴν αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ λόφου τοῦ Φιλοπάππου καὶ ἐκεῖθεν νὰ χρησιμοποιηθῇ διὰ τοὺς ὑπονόμους, διὰ τὰ καταβρέγματα, διὰ τὴν ἄρδευσιν τῶν δενδροστοιχιῶν, οὕτω δὲ νὰ λυθῇ καὶ τὸ ζήτημα τῆς καθαριότητος τῆς πόλεως, τῆς ὑγείας αὐτῆς καὶ τῆς καταστολῆς τοῦ κονιορτοῦ. Διὰ τῆς πλακοστρώσεως δὲ προσέτι τῶν ὁδῶν, τῆς κυβοστρώσεως αὐτῶν καὶ οὐχὶ τῆς πολυτελοῦς ξυλοστρώσεως, τῆς ὑποσχεθείσης ταύτης δι’ ἐκλογικοῦ προγράμματος φαντασιοπληξίας τοῦ Δημάρχου, διὰ τῆς παύσεως δὲ τοῦ νῦν ἐν χρήσει συστήματος τῶν σκύρων (τῆς διὰ χαλίκων στρώσεως, τοῦ μακαδὰμ), ὅπερ μόνον εἰς τὰς καταχρήσεις παρέχει εὐκολίας καὶ τὸ ὁποῖον τέσσαρας μόνον μῆνας μετὰ τὴν στρῶσιν αὐτοῦ γεννᾷ ἐκ νέου τὴν κόνιν, λύεται τὸ ζήτημα τοῦ κονιορτοῦ. Οὕτω θ’ ἀποκτήσητε καθαριότητα, οὕτω θὰ καταπαύσητε τὸν κονιορτόν, τὸν καταστρέφοντα τὴν ὑγείαν μας, τοὺς πνεύμονάς μας, τὰ ἐνδύματα, τὰ ἔπιπλά μας. Τί νομίζετε δὲ, ὅτι ἐδαπάνησεν ὁ κ. Δήμαρχος ἐσχάτως εἰς τὴν ἐνεργουμένην σκυρόστρωσιν; 50 ἢ 60 χιλιάδας δραχ. κατὰ τὴν εἰκοσιπενταετηρίδα τοῦ Βασιλέως ἢ κατὰ τοὺς γάμους τοῦ Διαδόχου, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς πλέον, καὶ 300,000 ἔκτοτε, ἐξ εἰδικοῦ πρὸς τοῦτο δανείου, διὰ τὴν ἐξακολουθοῦσαν ἔτι καὶ νῦν σκυρόστρωσιν.
§34ΡΑΛΛΗΣ. Τὰς πράξεις αὐτὰς τοῦ Δημάρχου τίς τὰς ἐγκρίνει;
§35ΨΥΛΛΑΣ. Ἐγὼ τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ ἐγκρίνοντος τὰς πράξεις αὐτὰς εἶπον πρὸ ὀλίγου.
§36ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ τίς εὐθύνεται ἐπὶ τούτῳ;
§37ΨΥΛΛΑΣ. Εἶναι ἄλλο αὐτὸ τὸ ζήτημα· δὲν σχετίζεται οὔτε πρὸς τὰ τοῦ δήμου ὕδατα, οὔτε πρὸς τὰ τῆς Στυμφαλίας. Ὅταν θέλετε, τὸ συζητοῦμεν.
§38ΦΩΤΗΛΑΣ. Δικάζετε ἐρήμην τὸν Δήμαρχον.
§39ΨΥΛΛΑΣ. Μάλιστα, κύριε Φωτήλα. Ἐρήμην ἐνταῦθα, ἀφοῦ δὲν ἀνήκει εἰς τὸ σῶμα τοῦτο, ἐρήμην δὲ καὶ ἐν τῷ Δημοτικῷ Συμβουλίῳ, διότι εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ σώματος τούτου ἔπαυσε πρὸ πολλοῦ νὰ προσέρχηται. Τί δὲ νομίζετε ὅτι πράττει; Καιροφυλακτεῖ τὸ πέρας ἑκάστης συνεδριάσεως, ζητεῖ καὶ λαμβάνει τὰ πρακτικά, τὰ διὰ σημειώσεων τοῦ Γραμματέως κρατούμενα, πρὶν ἢ ἀναγνωσθῶσι ταῦτα, ἐπιδιορθωθῶσι καὶ ἐπικυρωθῶσι, καὶ σπεύδει νὰ τὰ δημοσιεύσῃ ἐν τῷ «Αἰῶνι τῆς Δημοτικῆς Περιόδου», τῷ φύλλῳ τούτῳ, τῷ διὰ δημοτικῶν χρημάτων δημοσιευομένῳ, τῇ συμπράξει δημοτικῶν ὑπαλλήλων γραφομένῳ καὶ διὰ κλητήρων τῆς Δημαρχίας διανεμομένῳ. Καὶ γράφει ἐν αὐτῷ, ὑβρίζων τοὺς δημοτικοὺς συμβούλους καὶ θέλων νὰ πείσῃ τοὺς συμπολίτας μας, ὅτι αὐτὸς ἐνεργεῖ ὑπὲρ τῆς πόλεως, καὶ ὅτι οἱ ἄλλοι δὲν τὸν ἀφίνουν. Λέγων δὲ, ὅτι διὰ δημοτικῶν χρημάτων δημοσιεύεται ὁ «Αἰὼν τῆς Δημοτικῆς Περιόδου», ἰσχυρίζομαι ὅτι βεβαίως δύναται νὰ γείνῃ τοῦτο ἐκ τῆς ἁδροτάτης ἀποζημιώσεως, ἥτις δίδεται εἰς αὐτὸν, ὡς Δήμαρχον Ἀθηναίων, συμποσουμένης εἰς 16 ἢ 17 χιλιάδας δραχμῶν κατ’ ἔτος, νομίζω.
§40ΡΑΛΛΗΣ. Ποῖος ἐγκρίνει, σᾶς ἐρωτῶ πάλιν, αὐτὰς τὰς πράξεις, αὐτὰς τὰς πιστώσεις;
§41ΨΥΛΛΑΣ. Ἀπήντησα ἤδη εἰς τὸ ἐρώτημά σας. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν δημοτικῶν συμβούλων ἐν ἀρχῇ οἱ φίλοι σας ἐπρότειναν καὶ ὑπεστήριξαν τὰς τοιαύτας παροχάς. Λοιπόν, κύριε Καραπᾶνε, ὅστις μὲ ἠρωτήσατε, διατὶ εἶναι πρόωρον τὸ ζήτημα τῆς μετοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, καὶ ὅστις ἰσχυρίσθητε, ὅτι εἶσθε πλειότερον Ἀθηναῖος καὶ ἐμοῦ αὐτοῦ, σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι θεωρῶ πρόωρον τὸ ζήτημα τῆς Στυμφαλίας, τὸ μὲν, διότι, ὡς σᾶς εἶπον ἤδη, νομίζω ὅτι τὸ λεκανοπέδιον τῶν Ἀθηνῶν δύναται κάλλιστα νὰ ἐπαρκέσῃ ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν εἰσέτι, ἐπὶ μία δεκαετηρίδα ἢ καὶ πλειότερον, εἰς τὴν ὕδρευσιν τῆς πόλεως, τὸ δὲ, διότι φοβοῦμαι τὴν δαπάνην, ἡ ὁποία ἤθελεν ἐπιβαρύνει τὴν παροῦσαν γενεὰν διὰ τὴν μετοχέτευσιν τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας εἰς τὰς Ἀθήνας, καθόσον ὁ πληθυσμὸς τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀκόμη ἐπαρκὴς, ὥστε ν’ ἀνταποκριθῇ προθύμως καὶ εὐχερῶς πρὸς τὰς ἀπαιτουμένας πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον δαπάνας. Ἀλλὰ διότι ἐθεώρησα τὸ ζήτημα πρόωρον, εἶναι ἆρά γε τοῦτο καὶ ἀποκρουστέον; Ἀπεναντίας· νομίζω μάλιστα, κύριοι συνάδελφοι ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι πρέπει νὰ σπεύσωμεν ν’ ἀποδεχθῶμεν τὸ προτεινόμενον μέτρον, ἀφοῦ ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι ἀπέτυχον αἱ μέχρι τοῦδε ἐργασίαι τοῦ δήμου.
§42ΛΕΒΙΔΗΣ. Νὰ μᾶς φέρουν τὰς πληροφορίας πρῶτον.
§43ΨΥΛΛΑΣ. Νὰ δεχθῆτε ὡς ἐπαρκεῖς τὰς δοθείσας ἤδη ἐπανειλημμένως πληροφορίας, καὶ νὰ ἀφήσητε πλήρη τὴν εὐθύνην εἰς τοὺς προτείναντας τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατηγορεῖτε ὡς μὴ σπουδαῖον, ὡς μὴ σοβαρὸν, ἐὰν ἤθελε τυχὸν ἀποτύχει ἡ ἐργασία αὐτῶν. Νὰ μὴ ἀνθίστασθε δὲ διὰ τῶν ἐπανειλημμένων συζητήσεων, καὶ συζητήσεων οὐχὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ προσυζητήσεων, ὡς τὰς ἀποκαλεῖτε, παρεμποδίζοντες οὕτω τὴν ἐπιψήφισιν μέτρου, τὸ ὁποῖον, ἐπιτυγχάνον, βεβαίως θ’ ἀποβῇ ἡ σωτηρία τῆς πόλεως, μεθ’ ὅλα τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα τυχὸν θὰ ἐπιβάλῃ ἡ σωτηρία τῆς Ἀττικῆς, ἡ σωτηρία τῆς παρακειμένης καὶ εἰς τὸν ἡμέτερον νομὸν ἀνηκούσης Μεγαρίδος, ἡ σωτηρία τοῦ Πειραιῶς· οὕτω δὲ νὰ χορηγήσητε ὅ,τι τάχιον τὰ μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὰς ὁριστικὰς μελέτας καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, καὶ νὰ παύσητε ἰσχυριζόμενοι, ὅτι πρὸς ἐκλογικοὺς μόνον σκοποὺς προτείνεται τὸ νομοσχέδιον.
§44ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμεῖς τὸ λέγετε, ἀφοῦ τὸ θεωρεῖτε πρόωρον.
§45ΨΥΛΛΑΣ. Τὸ θεωρῶ πρόωρον, ἀλλὰ δὲν τὸ θεωρῶ καὶ ἀποκρουστέον, διότι δὲν γνωρίζω, μετὰ ἓν ἔτος, ὅτε θὰ ἔχωμεν τὰς νέας δημοτικὰς ἀρχαιρεσίας, ἐὰν δὲν θέλητε ἐξεύρει καὶ πάλιν ἕτερον πρόσωπον, οἷον τὸ παρ’ ὑμῶν τελευταῖον ἐκλεχθὲν, ὅπως τὸ ἐκλέξητε καὶ πάλιν ὡς Δήμαρχον, πρὸς ζημίαν τῆς πόλεως. Βλέπετε καλῶς, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ συγκινεῖ ἅπασαν τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, θὰ συγκινήσῃ βεβαίως μετ’ ὀλίγον καὶ τὴν πόλιν τοῦ Πειραιῶς. Ἡ πόλις τοῦ Πειραιῶς νομίζει ὅτι ἀπέκτησε διὰ τῶν ἀρτεσιανῶν φρεάτων, διὰ τῶν ἐργασιῶν καὶ τῶν κόπων, τοὺς ὁποίους καταβάλλει ὁ Δήμαρχος,—καὶ εἶναι ὁμολογουμένως ἀξιέπαινος ἐπὶ τούτῳ ὁ ῥέκτης Δήμαρχος Πειραιῶς,—ἐπαρκὲς ὕδωρ. Φοβοῦμαι ὅμως, καθ’ ἃς ἔχω τοὐλάχιστον πληροφορίας, ὅτι τὸ ὕδωρ αὐτὸ ταχέως θέλει ἐκλείψει.
§46ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ Γλυκονέρι τότε τί γίνεται;
§47ΨΥΛΛΑΣ. Τὸ Γλυκονέρι δὲν εἶναι οὔτε ἀρτεσιανὸν φρέαρ, οὔτε κἂν σύνηθες ἁπλοῦν φρέαρ. Εἶπον ὅτι εἶναι ὕδωρ ὄχι καλῆς ποιότητος, μὴ πόσιμον, καὶ ὅτι εἶναι ὕδωρ ἀναβρύον ἐν τῷ ἁλιπέδῳ καὶ χυνόμενον ἐντὸς τῶν χανδάκων τοῦ Φαλήρου, ὕδωρ, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ μετοχετευθῇ δι’ ἀτμαντλίας ἐνταῦθα, ἵνα χρησιμοποιηθῇ διὰ τὸ κατάβρεγμα καὶ τὸ πότισμα τῶν δένδρων τῆς πόλεως.
§48ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἰδοὺ τί λέγεται ἐδῶ. «Ὁ κ. Κυριακὸς, γράφει ἡ ἀνὰ χεῖράς μου «Ἐφημερίς»,....
§49ΨΥΛΛΑΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε, παρακαλῶ, διότι δὲν εἶμαι δικανικὸς, οὐδὲ ἔχω τὴν ἕξιν τοῦ βήματος καὶ δυσκόλως δύναμαι νὰ ἐπαναλάβω ὅσα εἶπον, ἢ νὰ συνεχίσω τοὺς λόγους μου.
§50ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπολεμήσατε καλλίτερον ἀπὸ πάντα δικανικὸν τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ἐχαντακώσατε.
§51ΨΥΛΛΑΣ. Εἰς σᾶς συμφέρει νὰ λέγητε οὕτω, ἀλλ’ ἐγὼ γνωρίζω, κύριε συνάδελφε, νὰ λέγω τὰ σῦκα σῦκα καὶ τὴν σκάφην σκάφην. Δὲν ἐπιθυμῶ δὲ, ὁμιλῶν ἐνώπιον τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, καὶ βεβαίως, ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὁμιλῶ καὶ πρὸς τὴν πόλιν, ἥτις ἐπανειλημμένως διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης της μὲ ἐτίμησεν, ὅσον ἴσως δὲν ἤξιζον, νὰ λέγω πρὸς αὐτὴν ἀναληθείας καὶ νὰ κρύπτω τὰ διανοήματά μου ὑπὸ φράσεις ἐπιτετηδευμένας καὶ πομπώδεις. Ἔλεγον λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ σπεύσωμεν ὅλοι, ἐφ’ ὅσον μένει ἀκόμη καιρὸς, νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ θεωρηθῇ ἡ παρατεταμένη αὕτη ἐπὶ πολλὰς συνεδριάσεις προσυζήτησις ὡς ἡ πρώτη ἀνάγνωσις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ψηφίσωμεν δὲ αὐτὸ ἀμέσως τώρα, ζητοῦντες οὕτω τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἵνα καταταχθῇ αὔριον ὡς πρῶτον ἀντικείμενον ἐν αὐτῇ, καὶ οὕτω προφθάσωμεν ἐντὸς τῶν δύο ἢ τριῶν ἐναπολειπομένων συνεδριάσεων νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον. Οὕτω μόνον θὰ ἐπιτελέσωμεν τὸ πρὸς τὴν πόλιν καθῆκόν μας, οὕτω θὰ ἐκτιμηθῇ προσηκόντως ἡ ἐργασία μας ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν μας, ὑπὸ τῶν ἐκλογέων μας. Ἐὰν δὲ φοβῆσθε τὴν ἀποτυχίαν τοῦ ἔργου, ὡς μὴ ἐπαρκῶς μελετηθέντος, ὡς μὴ σπουδαίου, σᾶς εἶπον ἤδη, ἀφήσατε τὴν εὐθύνην εἰς τοὺς προτείνοντας αὐτὸ, καὶ ψηφίσατε σεῖς τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, ἄνευ τροποποιήσεων, ἄνευ προτάσεων πρὸς βελτίωσιν αὐτοῦ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Τόμαν).
§52ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω, κύριε Πρόεδρε, τίνα γνώμην ἔχουσιν οἱ συνάδελφοι περὶ τοῦ ζητήματος τῶν ὑδάτων τῆς πόλεως· ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος ἀφορῶντος εἰς τὸν δῆμον τῶν Ἀθηναίων. Ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν δὲν ἀνήκει εἰς τὸν δῆμον τῶν Ἀθηναίων, ἀνήκει εἰς ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα, ἀνήκει εἰς τὸν ὅλον Ἑλληνισμόν. Ὅταν τὸ ζήτημα κατεβιβάσατε ἀπὸ τοῦ ὑψηλοῦ τούτου σημείου εἰς τὴν παλαίστραν τῶν κομματικῶν διαιρέσεων, δὲν νομίζω ὅτι ἵσταται ἐκεῖ, ὅπου ἔπρεπε νὰ ἦναι. Ἐάν τινες, ἐξετάζοντες τὸ ζήτημα ἐν τῇ σφαίρᾳ τῶν δημοτικῶν συμφερόντων, εὑρίσκωσιν ὅτι δύναται νὰ θεωρηθῇ πρόωρον ἢ μὴ, περὶ τούτου ἡμεῖς ἐνταῦθα ὀφείλομεν νὰ ἀδιαφορῶμεν. Ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ἐνδιαφερώμεθα, εἶναι τοῦτο, ὅτι ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὡς πρωτεύουσα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐὰν δὲν ληφθῇ σπουδαία καὶ ἄμεσος φροντὶς, ὅπως προμηθευθῇ ὕδωρ ἐπαρκές.
§53ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀργὰ τὸ συλλογίζεσθε.
§54ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐρωτῶ τὸν κ. συνάδελφον, ὅταν αὐτὸς εἶχε μέρος εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ δήμου Ἀθηνῶν, τί ἐσκέφθη καί τί ἐνήργησεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου;
§55ΛΕΒΙΔΗΣ. Δι’ αὐτὸ παρῃτήθην.
§56ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τίνα μέτρα ὑπέβαλεν, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῆς ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν; Ἀλλ’ ἐγὼ, ὑποβάλλων τὴν ἐρώτησιν, δίδω καὶ τὴν ἀπάντησιν. Οὔτε ὑπέβαλεν ὁ κ. συνάδελφος μέτρον τι, οὐδ’ ἐσκέφθη κἄν περὶ τούτου. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι καὶ δὲν ἠδύναντο νὰ πραγματοποιηθῶσι μέτρα, ὑπὸ τῶν κυρίων δημοτικῶν συμβούλων τυχὸν προτεινόμενα. Διότι ἡ δημοτικὴ ἐξουσία δὲν ἔχει τὸν εὐρὺν τῆς ἐνεργείας κύκλον, ὅστις ἁρμόζει πρὸς τὴν ἐπιτέλεσιν ἔργων, δυναμένων νὰ πληρώσωσι πάσας τὰς ἀνάγκας μιᾶς πρωτευούσης.
§57ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ κ. Ψύλλας διεφώνει πρὸ ὀλίγου.
§58ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ λέγω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φρονῶ ἐγώ. Ἡ δημοτικὴ πρωτοβουλία δύναται ἴσως νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς ἀνάγκας μικρὰς, ἀλλὰ ποτὲ δὲν δύναται νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς ἀνάγκας, τῶν ὁποίων τὴν θεραπείαν ἀξιοῖ ἡ πρωτεύουσα τοῦ Κράτους. Περὶ τούτου μόνη ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ σκεφθῇ, καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐσκέφθη καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου, ψηφιζομένου, ὄχι μόνον θὰ δυνηθῇ νὰ ζήσῃ ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλὰ θὰ δυνηθῇ ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸ μέγα ἀληθῶς μέλλον, ὅπερ τὴν ἀναμένει· διότι μετὰ μίαν δεκαετίαν ἢ εἰκοσαετίαν ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν ἀναγκαίως θέλει κατοικηθῆ παρὰ πληθυσμοῦ τετραπλασίου ἢ πενταπλασίου ἴσως τοῦ σημερινοῦ. Ἄν δὲ ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως, ἥτις εἶναι ἡ ἁρμόζουσα, ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα, ἂν ἀναγνωρίζωμεν, ὅτι τὸ μέλλον τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν εἶναι μέγα, ἐρωτῶ, εἶναι ἐπιτετραμμένον ἡμῖν νὰ σκεπτώμεθα, ὅτι τοιαῦτα ἔργα δύνανται νὰ θεωρηθῶσι πρόωρα, καὶ νὰ καταγινώμεθα εἰς μελέτας τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἑτέρας τῶν πηγῶν τοῦ λεκανοπεδίου Ἀθηνῶν, ἢ εἰς ἐργασίας ἀρτεσιανῶν φρεάτων, ἵνα προμηθεύσωμεν ὕδωρ εἰς τὰς πόλεις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς; Ἠδυνάμεθα μάλιστα νὰ εἴπωμεν, ὅτι πολὺ ἀργὰ προβαίνομεν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο. Ἴσως πρὸ δέκα ἢ δεκαπέντε ἐτῶν ὤφειλε νὰ γείνῃ σκέψις, ἵνα διασχίζῃ νῦν τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν ποταμὸς ὁλόκληρος. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον δὲν ἐγένετο μέχρι τοῦδε, μᾶς λέγουσιν ἤδη, ὅτι εἶναι πρόωρον ἄλλοι δὲ, καίπερ κατεπείγουσαν εὑρίσκοντες τὴν ἀνάγκην, σκέπτονται περὶ τῆς φορολογίας, ἥτις ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἀποκρούουσιν. Οἱ κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν, Κύριοι, δὲν ἐμερίμνησαν ποτὲ περὶ τοιούτων ταπεινῶν ζητημάτων. Ζητοῦσιν ὕδωρ, ζητοῦσιν ἰδίως, ὅπως ἡ πόλις αὐτῶν ἵσταται εἰς ἣν πρέπει νὰ ἵσταται θέσιν, καὶ πρὸς τοῦτο προθύμως ὑποβάλλονται εἰς πᾶσαν θυσίαν. Τίς ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς κυρίους τούτους, ὅταν ὁμιλῶσιν ἐν ὀνόματι τῶν κατοίκων τῶν Ἀθηνῶν, νὰ ἀρνῶνται ἐκεῖνο, ὅπερ δὲν ἐσκέφθησαν ποτὲ ἐκεῖνοι νὰ ἀρνηθῶσιν; Ὁ λαὸς ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος ἠδύνατο εὐχαρίστως νὰ καταβάλῃ τὸν ὀβολὸν αὐτοῦ, διὰ νὰ ἴδῃ τὴν πρωτεύουσαν αὐτοῦ μεγεθυνομένην καὶ καταλαμβάνουσαν τὴν ἁρμόζουσαν αὐτῇ μεταξὺ τῶν μεγαλοπόλεων τοῦ κόσμου θέσιν. Καὶ μᾶς λέγουσιν οἱ Κύριοι, ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν ἐξίστανται πρὸ τῆς ἰδέας, ὅτι θὰ καταβάλωσιν ἐλάχιστον φόρον, ἵν’ ἀπολαύσωσι τῶν ὠφελειῶν, τὰς ὁποίας βεβαίως θέλουσιν ἔχει, ὅταν διὰ τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων αὐτῶν καταστῇ οὐ μόνον προσιτὴ, ἀλλ’ ἡ μᾶλλον εὐχάριστος διαμονὴ διὰ πάντας τοὺς ξένους ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν. Πῶς λοιπὸν καταβιβάζετε τὸ ζήτημα εἰς τὸ ταπεινὸν σημεῖον τῆς φορολογίας καὶ τῶν κομματικῶν διαιρέσεων καὶ παθῶν; Ἀδιαφορῶ τελείως περὶ τοῦ τίς θέλει εἶναι Δήμαρχος Ἀθηναίων· φρονῶ ὅτι, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ᾖναι οὗτος, εἴτε ἐκεῖθεν προέρχεται, εἴτε ἐντεῦθεν, θὰ ἔχῃ τὴν θέλησιν νὰ ἐργασθῇ ὑπὲρ τῆς πόλεως· ἐὰν δὲν ἔχῃ τὴν δύναμιν, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὴν πεῖραν, τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα· δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς πολίτης Ἕλλην, μὴ ἐνδιαφερόμενος ὑπὲρ τῆς προόδου τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, καὶ θέλετε ὑμεῖς νὰ δεχθῶ, ὅτι δὲν ἐνδιαφέρεται ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐκλήθη ἐπὶ τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων τοῦ δήμου, ἀδιάφορον ἂν ἐντεῦθεν ἢ ἐκεῖθεν προῆλθεν ἡ ἐκλογή του; Δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς πολίτης, ἀδιαφορῶν περὶ τῆς προόδου τῆς πόλεως, καὶ θέλετε νὰ δεχθῶ ἐγὼ, ὅτι ὑπάρχουσιν οἱ διοικοῦντες τὰ τοῦ δήμου, εἴτε δημοτικοὶ σύμβουλοι εἶναι, εἴτε Δήμαρχοι, οἱ μὴ ἔχοντες τὴν θέλησιν νὰ σκεφθῶσι περὶ τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ ζητήματος, τοῦ ἀφορῶντος εἰς αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τῆς πρωτευούσης ἡμῶν; Δὲν εἶναι λοιπὸν ἐνταῦθα τὸ ζήτημα, κύριε Πρόεδρε· θέλουσι ν’ ἀποκρούσωσι τὰς ἀναφορὰς τῶν κατοίκων, καὶ ἐνῷ εἷς τῶν συναδέλφων προτείνει ἐμπαικτικῶς νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ἀμέσως, ὁ ἕτερος μᾶς διαβεβαιοῖ, ὅτι εἰρωνικῶς προετάθη τοῦτο. Ἔχουσι δίκαιον, ἐμπαίζοντες καὶ κατειρωνευόμενοι τὰ ἱερώτερα καὶ σπουδαιότερα τῶν ζητημάτων! Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὑποβληθὲν πρὸ τόσου χρόνου εἰς τὴν Βουλὴν, ἠδύνατο νὰ ἦναι ἐψηφισμένον, εἶναι ἴσως τὸ μόνον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ προταχθῇ, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ ἄνευ συζητήσεως, διότι εἶναι τὸ μόνον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θίγει ἀμέσως τὰς σπουδαιοτέρας ἀνάγκας τοῦ ἔθνους, οὐχὶ δὲ μόνον τῆς πόλεως Ἀθηνῶν.
§59ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡμεῖς δὲν συνειθίζομεν νὰ ψηφίζωμεν νομοσχέδια ἄνευ μελέτης, ἄνευ συζητήσεως.
§60ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Σεῖς συνειθίζετε νὰ ματαιοῦτε τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Τοῦτο εἶναι ἤδη πρὸ καιροῦ τὸ κύριον ἔργον ὑμῶν· συνειθίζετε νὰ λέγητε, ὅτι θέλετε νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ παραμένετε εἰς τὰς αἰθούσας ἐκείνας κρυπτόμενοι, διὰ νὰ μὴ συντελεσθῇ ἀπαρτία· συνειθίζετε νὰ λέγητε, ὅτι θέλετε νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ μόλις ἔλθῃ ἡ στιγμὴ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ, φέρετε ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας. (Εὖγε! ἐκ δεξιῶν, χειροκροτήματα καὶ ποδοκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμνω τὴν παρατήρησιν εἰς τὰ ἀκροατήρια, ὅτι δὲν ἐπιτρέπονται ἐπιδοκιμασίαι καὶ ἀποδοκιμασίαι ἐνταῦθα.
§62ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐνῷ λοιπὸν τοιαύτην τακτικὴν ἐτήρησαν, λέγουσιν ὅτι ἐπιζητοῦσι νὰ ματαιωθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, διότι δὲν θεωροῦσιν, ὅτι τὸ ὑπέβαλε σπουδαίως ἡ Κυβέρνησις. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ὑπέβαλε σπουδαίως τὸ νομοσχέδιον, τόσῳ τὸ καλλίτερον δι’ αὐτούς· ἂς ἀφήσωσι νὰ ψηφισθῇ αὐτό. Ἐὰν φρονῶσιν ἐκ πεποιθήσεως, ὅτι δὲν ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον σπουδαίως ἡ Κυβέρνησις, καθῆκον ἔχουσι νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ψήφισιν τούτου, ἵνα ἡ Κυβέρνησις, μὴ δυναμένη νὰ πραγματοποιήσῃ τὰ σκοπούμενα δι’ αὐτοῦ, καταστῇ ἀξία τοῦ ἐμπαιγμοῦ ὅλων ἐκείνων καὶ τῆς ἀποδοκιμασίας ἡμῶν. Ἀλλὰ δὲν τολμῶσι νὰ ἀφήσωσι νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι, ἂν ψηφισθῇ τοῦτο, ἐνθυμοῦνται τὴν διαβεβαίωσιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δώδεκα ἑταιρίαι εἰσὶν ἕτοιμοι νὰ ἀναλάβωσι τὸ ἔργον. Ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, δὲν θὰ δυνηθῶμεν ἴσως κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο νὰ ἔχωμεν τὰ ὕδατα τῆς Πάρνηθος εἰς τὰς Ἀθήνας, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἐρχόμενον βεβαίως θὰ ἔχωμεν ταῦτα.
§63ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε.... Μίαν στιγμὴν, κύριε Μπουφίδη, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς διακόψω.
§64ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εὑρίσκομαι εἰς τὸ τέλος, κύριε συνάδελφε.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε τὸν ἀγορεύοντα, κύριε Βουλευτά.
§66ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ διακόψω τὸν ἀγορεύοντα καὶ τὴν συνεδρίασιν, κύριε Πρόεδρε, διότι εἰς τὴν Βουλὴν ἐγένετο πρὸ ὀλίγου ἀπόπειρα φόνου.
§67ΣΑΚΚΗΣ. Ἐπῆγα νὰ σώσω πολίτην κτυπώμενον ὑπὸ κλητῆρος, καὶ ἐτόλμησεν ὁ κλητὴρ νὰ ξιφουλκήσῃ ἐναντίον μου!
§68ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή, κύριε Πρόεδρε!
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθίσατε, κύριε Βουλευτά, καὶ θέλω διατάξει τὰ δέοντα.
§70ΣΑΚΚΗΣ. Ἔχω τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος. Κλητὴρ ἐτόλμησε νὰ ἐπιτεθῇ ἐναντίον μου!
§71ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κλητῆρες ἐν στολῇ, κύριε Πρόεδρε, μετὰ μετημφιεσμένων τοιούτων ἐπλήρωσαν τὰ ἀκροατήρια.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ πρῶτον χειροκρότημα, κύριε Βουλευτά, παρήγγειλα τὸν ἐπιτετραμμένον τὰ τῆς ἀστυνομίας τῆς Βουλῆς ν’ ἀπαγορεύσῃ πᾶσαν ἐπιδοκιμασίαν καὶ ἀποδοκιμασίαν· εἰς τὸ δεύτερον, ἔκαμα τὴν παρατήρησιν εἰς τὰ ἀκροατήρια· εἰς τὸ τρίτον, θέλω ἐρωτήσει τὴν Βουλήν, ἐὰν ἐπιτρέπῃ νὰ ἐκκενώσω τὰ ἀκροατήρια. Αὐτὸ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον ἔχω.
§73ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἔχητε τὸν ἀξιωματικὸν διὰ τὴν ἀστυνομίαν τῆς Βουλῆς, ὄχι νὰ ἔχητε ἀστυνομικοὺς κλητῆρας. Ἐὰν εἷς τῶν ἀνθρώπων σας ἐκτυπᾶτο ἔξω, τί θὰ ἐλέγετε, ἐὰν ἡμεῖς ἤμεθα κυβερνητικοί;
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, σεβασθῆτε τὸν ἀγορεύοντα, ὅπως ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ σεβασθῶσιν ὑμᾶς ἀγορεύοντα.
§75ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ διατάξητε νὰ φύγωσιν ἐκ τῆς Βουλῆς οἱ μετημφιεσμένοι κλητῆρες. Πῶς εἶνε δυνατὸν νὰ ὁμιλῇ ὁ κ. Μπουφίδης, ὅταν ἐκεῖ ἔξω γίνωνται ἀπόπειραι φόνων; Νὰ διατάξητε νὰ φύγωσιν ὅλοι οἱ κλητῆρες, νὰ φύγωσιν ὅλοι οἱ χωροφύλακες, νὰ φύγῃ ἐκεῖθεν ὁ ἀξιωματικὸς τῆς χωροφυλακῆς.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ θὰ γείνῃ.
§77ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν χειροκροτῶσιν οἱ φίλοι σας, εἶναι ἀδιάφορον εἰς ἡμᾶς.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ Προεδρεῖον δὲν εἶναι ἀδιάφορον.
§79ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ ἀφορᾷ ὑμᾶς. Ἀλλ’ ἐὰν ἐποδοκρότησάν τινες, δὲν ἕπεται, ὅτι ἡ ἀστυνομία ἔχει δικαίωμα νὰ ἀνέρχηται ἐκεῖ μὲ τὸ πιστόλι εἰς χεῖρας καὶ νὰ κτυπᾷ τοὺς πολίτας, ὅπως ἐκτύπησαν τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον θὰ ἐφόνευον, ἐὰν δὲν ἐπρόφθανεν ὁ κ. Σάκκης.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ κάμνετε τὴν τιμὴν νὰ παραδεχθῆτε μίαν διαβεβαίωσίν μου; Λοιπὸν εὐθὺς ὡς ἐφάνη διάθεσις ἐπιδοκιμασίας, παρεκάλεσα τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἀστυνομίας τῆς Βουλῆς νὰ ἐπιβάλῃ σιωπήν.
§81ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν οἱ κύριοι συνάδελφοι τῆς πτέρυγος ταύτης ἀγορεύοντες ἔχωσιν ἀνάγκην νὰ χειροκροτῶνται, εἰς ἡμᾶς εἶναι ἀδιάφορον· ἀλλ’ ἐὰν εὑρίσκηταί τις ἐκεῖ ἐπάνω καὶ κρίνῃ ὀρθὸν νὰ ποδοκροτήσῃ, δὲν εἶναι πρέπον, νομίζω, οἱ μετημφιεσμένοι κλητῆρες ν’ ἀναλαμβάνωσι τὴν ἀστυνομίαν τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ἐπιτίθηνται μὲ τὸ πιστόλι εἰς χεῖρας κατὰ τῶν πολιτῶν. Ἐνόσῳ λοιπὸν δὲν ἐπανέλθῃ ἡ τάξις, δὲν δύναται ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ τίνες εἶναι οἱ χειροκροτοῦντες καὶ τίνες οἱ ποδοκροτοῦντες· τὸ Προεδρεῖον ἔχει τὸ καθῆκον νὰ παρατηρῇ καὶ εἰς τοὺς χειροκροτοῦντας καὶ εἰς τοὺς ποδοκροτοῦντας, ἀδιαφόρως ἐὰν ἦναι πολῖται ἢ μετημφιεσμένοι κλητῆρες, ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει ἐξακολουθῶσι νὰ φέρωνται οὕτω, θέλει προκαλέσει τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἵνα ἐκκενώσῃ τὰ ἀκροατήρια.
§83ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ἀπαιτῶ μόνον, ἐν τῷ δικαιώματι τοῦ Βουλευτοῦ, ὅπως ἐντὸς τοῦ ἱεροῦ τούτου κτιρίου μὴ εἰσέρχηται ἡ ἀστυνομία ἔνοπλος, ἀπειλοῦσα τὴν ζωὴν τῶν πολιτῶν. Λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ νὰ διατάξητε ἀμέσως νὰ φύγωσιν οἱ κλητῆρες καὶ ὅλοι οἱ περὶ τοὺς κλητῆρας αἰσχροὶ καὶ κακοήθεις δολοφόνοι. Πρέπει, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐννοήσητε, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του ὁ κ. Βουλευτής, ἐνόσῳ δὲν ἐκτελεσθῇ ἡ διαταγή σας.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ἐξαρτήσητε ἐκ τοιούτου λόγου τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, διότι τότε παρακωλύεται ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου τοῦ Βουλευτοῦ. Ἐξακολουθήσατε, κύριε Μπουφίδη.
§85ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἔλεγον λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ἐὰν φρονῶσιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ὑπέβαλε σπουδαίως ἡ Κυβέρνησις, καθῆκον εἶχον νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, ἵνα καταδειχθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰσάγει ἀμελέτητα νομοσχέδια, πράττουσα τοῦτο ἀπὸ σκοποῦ. Ἀλλ’ ἔχουσι ἀφορμὴν νὰ πιστεύσωσιν, ὅτι καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπως καὶ πάντα τὰ προηγούμενα τῶν μεγάλων ἔργων νομοσχέδια, σπουδαίως καὶ ἐκ πεποιθήσεως εἰς τὴν ἰδίαν αὐτῆς δύναμιν καὶ τὴν ἰδίαν αὐτῆς ἀξίαν ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε, διότι πάντα τὰ νομοσχέδια περὶ τόσων μεγάλων ἔργων ἐξετέλεσεν, ἐπὶ πάντων δὲ εἶδεν ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς τὰ ἀποτελέσματα. Ἔλεγον ἄλλοτε, ἀγορεύοντες, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν καὶ τῶν ἄλλων, ὅτι πάντα ταῦτα ὑπεβλήθησαν τότε πρὸς δημοκοπίαν, ὅτι πάντα ταῦτα ἤθελον εἶσθαι ἐπιβλαβῆ πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, διότι οἱ σιδηρόδρομοι ἐπέβαλλον τόκους ὑπερόγκους, διότι δὲν γνωρίζω διὰ πόσα διότι· ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον τῶν ἐπιχειρημάτων τὰ ὁποῖα ἐπρόβαλον, ἦτο ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἄνευ σκοποῦ πραγματοποιήσεως ἐπρότεινε τοὺς νόμους καὶ ἑπομένως ὅτι οὐδέποτε ἐπρόκειτο νὰ γείνωσι σιδηρόδρομοι· σήμερον ὅμως εὑρίσκονται εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ταξειδεύωσιν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι εἰς τὰς πατρίδας των διὰ τῶν σιδηροδρόμων. Καὶ ἤδη, ἐὰν ἀφήσωσι νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τοὺς κυρίους, ὡς δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, ὅπερ τὴν στιγμὴν ταύτην μὲ ἀκούει, ὅτι ἐντὸς ἓξ ἢ ἑπτὰ ἐτῶν ἡ πρωτεύουσα τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου θέλει δυνηθῆ νὰ προσελκύῃ εἰς ἑαυτὴν ὅλους τοὺς ξένους, οἱ ὁποῖοι κατὰ τοὺς μῆνας τούτους τοῦ θέρους ἀπέρχονται μακρὰν, ἵν’ ἀποφύγωσι τὴν τύφλωσιν ἐκ τοῦ κονιορτοῦ καὶ τὸν θάνατον ἐκ τῆς δίψης, καθόσον εἶναι ἀδύνατον νὰ ζήσωσιν ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ τοὺς διαβεβαιώσω, ὅτι ἡ πρωτεύουσα θὰ γείνῃ ἡ ὡραιοτέρα διαμονὴ τῆς Εὐρώπης κατά τε τὸν χειμῶνα καὶ τὸ θέρος, καὶ ὅτι ἐντὸς ὀλιγίστων ἐτῶν ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν θὰ ἔχῃ ὑπερδιπλάσιον, ὑπερτετραπλάσιον πληθυσμὸν τοῦ σήμερον ὑπάρχοντος. Ἰδοὺ λοιπὸν περὶ τίνος πρόκειται· δὲν πρόκειται περὶ δημοτικῶν ἀντεγκλήσεων, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ σπουδαιοτέρου ἴσως τῶν ἔργων, περὶ τῶν ὁποίων ἐκλήθη ποτὲ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ. Ἂς ἔλθωσιν, ἐὰν θέλωσι, νὰ τὸ συζητήσωμεν, ἂς ἔλθωσι νὰ τὸ ψηφίσωμεν, καὶ ἂς ἀναμείνωσι τὰ ἀποτελέσματα. Ἂς μὴ νομίσωσι δὲ, ὅτι πλανῶσι τὸν κόσμον καὶ ἡμᾶς, λέγοντες, ὅτι δὲν τὸ ψηφίζουσι, διότι νομίζουσιν ὅτι δὲν ὑπεβλήθη σπουδαίως. Δὲν θέλετε ν’ ἀφήσητε νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι ὑμεῖς, μὴ κληθέντες νὰ πράξητε τὰ μεγάλα, δὲν δύνασθε νὰ ἀνεχθῆτε τοὺς ἄλλους διαπράττοντας αὐτά. Δὲν εἶσθε σεῖς οἱ ἄνθρωποι τῶν μεγάλων ἔργων. Ἄλλοι ἐκλήθησαν διὰ τὰ μεγάλα ἔργα. Ἄν ἡ κακοτυχία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ σᾶς ἀναβιβάσῃ ποτὲ ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους, θὰ ἴδωμεν πῶς θέλουσι φυγαδευθῆ ἐκ τοῦ τόπου τούτου τὰ κεφάλαια καὶ θέλουσι σταματήσει τὰ μεγάλα ἔργα· διότι οὐδεὶς ἔχει πρὸς ὑμᾶς ἐμπιστοσύνην. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ δεξιῶν).
§86ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐστάλη τηλεγράφημα, κύριε Πρόεδρε, ἐκ Ξηροχωρίου τῆς Εὐβοίας, ἀπευθυνόμενον πρὸς ἐμὲ καὶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Παπαγιαννακόπουλον, μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ ἀνακοινώσω αὐτὸ πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ τοῦτο πράττω. Τὸ τηλεγράφημα ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀνακοινώσατε Κοινοβούλιον, ὅτι Ὑπουργὸς Ἐκκλησιαστικῶν, παρανόμως καὶ ἀντιποιούμενος δικαιώματα ἁρμοδίας ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς, ἐκβιαστικῶς διέταξεν Ἱερὰν Σύνοδον καὶ προέβη εἰς ἀπόλυσιν ἡγουμένου Μονῆς Ἠλία Εὐβοίας, διότι οὗτος διεκδικεῖ δικαστικῶς ἱερὰ δικαιώματα Μονῆς 200 χιλιάδων δραχμῶν, καταπατηθέντα λῃστρικῶς καὶ ἱεροσύλως. Οὕτω δὲ καταδήλως παραδίδει περιουσίαν Μονῆς εἰς ἀσεβεῖς χεῖρας καὶ ἐπαναφέρει ἀρχικὴν καταστροφὴν αὐτῆς. «Ἄκουσμα τοιαύτης ἐπονειδίστου πράξεως Κυβερνήσεως καὶ Ἱερᾶς Συνόδου οἰκτρὰν προὐξένησαν ἐνταῦθα ἐντύπωσιν. Ἐπερωτήσατε ἐπὶ ταύτῃ ἁρμόδιον Ὑπουργόν. «Καθέκαστα ἀκολούθως καὶ δεόντως. «Σταματιάδης (δικηγόρος ἐν Χαλκίδι)».
§87ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἀμέσως. Τὸ Ὑπουργεῖον εἰς οὐδὲν μέτρον προέβη, τὸ Ὑπουργεῖον περιωρίσθη μόνον νὰ παραγγείλῃ εἰς τὰς δικαστικὰς ἀρχὰς νὰ προβῶσιν εἰς ἀνακρίσεις, ἕνεκα τῶν καταχρήσεων, αἱ ὁποῖαι κατηγγέλθησαν ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων διοικητικῶν ἀρχῶν, ἐν σχέσει πρὸς τὴν πώλησιν 20,000 ὀκάδων ἐλαίου· ὅτε δὲ αἱ ἀρχαὶ ἐκεῖ ἐπιμόνως ἐζήτησαν, ἵνα τὸ Ὑπουργεῖον λάβῃ τὰ δέοντα μέτρα, ὅπως ἀπαλλαγῇ ἡ Μονὴ τοῦ ἡγουμένου αὐτῆς, ἐπειδὴ παρά τινων κατοίκων ἐγένετο ἀναφορὰ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι δῆθεν τὸ μέτρον τοῦτο ἠδύνατο νὰ φέρῃ πρόσκομμα εἰς τὴν διεξαγωγὴν ἀποδείξεων, αἵτινες ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδίκου διεξάγονται διά τινα κτήματα, τὸ Ὑπουργεῖον ἀνέστειλε πᾶσαν ἐνέργειαν, μέχρις ὅτου αἱ ἀποδείξεις διεξαχθῶσιν. Ὥστε βλέπετε, ὅτι τὸ τηλεγράφημα τοῦτο εἶναι ὅλως ἀνυπόστατον.
§88ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ τηλεγράφημα φέρει ὑπογραφὴν «Σταματιάδης δικηγόρος».
§89Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σᾶς πληροφορῶ ἐγώ, ὅτι ὁ δικηγόρος αὐτὸς εἶναι ἀνεψιὸς τοῦ ἀρχιεπισκόπου Χαλκίδος, ὅστις ἔχει λίαν τρυφερὰς σχέσεις μὲ τὸν ἐν λόγῳ ἡγούμενον. Ὁ ἡγούμενος, παρὰ τὰς αὐστηρὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου, ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ πωλήσῃ 20,000 ὀκάδας ἐλαίου ἄνευ δημοπρασίας καὶ νὰ βάλῃ τὰ χρήματα εἰς τὴν τσέπην του καὶ ὄχι εἰς τὴν Τράπεζαν.
§90ΑΣΗΜ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔγκριτος πολίτης τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων, τὴν φιλαλήθειαν τοῦ ὁποίου δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον ν’ ἀμφισβητήσω, μοὶ ἀνακοινοῖ τὰ ἑπόμενα. Εἰς τὴν κωμόπολιν Μαζέϊκα τοῦ δήμου Κλειτωρίας τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων ἔχει ἐνοικιασθῆ οἰκία ἀνήκουσα εἰς ἕνα τῶν ἐκεῖ ναῶν, ἡ ὁποία χρησιμεύει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐκπαιδευτηρίων. Ἡ οἰκία αὕτη ἔχει τέσσαρα δωμάτια, ἀλλ’ ἀπό τινος χρόνου ὁ Δήμαρχος, Γιαννικόπουλος νομίζω ὀνομαζόμενος, αὐθαιρέτως καὶ ἀσεβῶν πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ ναοῦ, παραβιάζων δὲ τὸ συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον ὑφίσταται μεταξὺ Δημοσίου καὶ ναοῦ, κατέλαβεν ἓν δωμάτιον καὶ ἐχρησιμοποίησεν αὐτὸ ὡς δημοτικὸν κατάστημα. Φαντασθῆτε, κύριε Ὑπουργὲ, ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ σχολεῖον καὶ διδασκαλία, ἀφοῦ παραπλεύρως τοῦ σχολείου ὑπάρχῃ τὸ Δημαρχεῖον, τὸ ὁποῖον, ὡς γνωρίζετε, εἶναι ἡ ἑστία καὶ τὸ κέντρον ὅλων τῶν δημοτῶν, διὰ τὰς πολλὰς καὶ ποικίλας ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἔχουσιν. Ἐκτὸς ὅμως τούτων, ὁ Δήμαρχος, μολονότι δὲν πληρόνει ἐνοίκιον εἰς τὸν ναὸν, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ ἀπολογισμῷ τοῦ δήμου ἀναγράφει ποσὸν ἀντιπροσωπεῦον δῆθεν τὸ ἐνοίκιον. Οἱ κάτοικοι ἀνηνέχθησαν βεβαίως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, παραπονούμενοι διὰ τὴν κατάστασιν ταύτην· παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ ἐξετάσητε τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἄρητε τὴν κατάχρησιν ταύτην.
§91ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον ἔλαβον ἐκ Κερκύρας τὸ ἑπόμενον τηλεγράφημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ ἰδίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης (ἀναγινώσκει): «Ὁ ὑποφαινόμενος ἐκ δήμου Παρακαμπυλίων κατὰ τὸ 1881 κατεδικάσθην εἰς ἐννεαετῆ εἱρκτήν. Χαρισθέντων μοι δύο ἐτῶν, ἀπέτισα ταύτην 15 Μαΐου 1888, ἀπὸ δὲ τότε μέχρι σήμερον, καίτοι παρῆλθε διετία, κρατοῦμαι δι’ ἔξοδα. Ἀδυνατῶν ἀποτίσαι, σαπίσω φυλακάς! Ὑψώσατε φωνὴν εἰς Βουλήν. Δημ. Καψάλης». Δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν τοιαῦτα διαβιβάζονται παράπονα εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι φοβερὸν, Κύριοι, νὰ βασανίζωνται ἐν ταῖς φυλακαῖς δυστυχεῖς ἄνθρωποι ἐπὶ δύο καὶ τρία ἔτη, διότι δὲν ἔχουσι νὰ πληρώσωσι δικαστικὰ ἔξοδα 25 ἢ 30 δραχμῶν! Κατὰ τῆς ἀπανθρωπίας ταύτης ὀφείλει νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ἐκλείψῃ εἰς τὸ μέλλον τοιαύτη κατάστασις, προσάπτουσα ὄνειδος καὶ εἰς τὴν πολιτείαν καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν· ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ καθῆκον ἔχει νὰ διατάξῃ ἀμέσως καὶ τηλεγραφικῶς τὴν ἀποφυλάκισιν τοῦ ἀναφερομένου.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
§93Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐπέπρωτο κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς βουλευτικῆς ταύτης περιόδου νὰ βεβαιωθῇ ἔτι μᾶλλον ὁ ἐξευτελισμὸς, ἡ ἐξαχρείωσις καὶ ἡ κατάπτωσις, εἰς ἣν περιήγαγε τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ὁ Πρωθυπουργὸς Τρικούπης. Πάντες παρέστητε μάρτυρες εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς χθὲς, κατὰ τὴν ὁποίαν κρατοῦντες οἱ πλεῖστοι ἀνὰ χεῖρας ἀνὰ μίαν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐζήτουν ἕκαστος τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἰδιαιτέρου του νομοσχεδίου, ἐπιτεθέντες εἰς τὸ δυστυχὲς ἐθνάριον ὡς κόρακες ἐπὶ πτώματος. Οἱ πλεῖστοι δὲ τῆς δεξιᾶς πτέρυγος ἔχετε τὰς χεῖρας βουτημένας εἰς τὸ μέλι. Εἰς δὲ τὴν συνεδρίασιν τῆς σήμερον τί παρουσιάζεται; Ἡ πλήρωσις τῶν θεωρείων ἐξ ἐγκαθέτων καπνοφαντῶν, μισθοδοτουμένων καὶ μὴ ἐργαζομένων, περὶ ὧν καὶ παρ’ ἐμοῦ καὶ παρ’ ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων μακρὸς ἐγένετο λόγος ἐντεῦθεν. Τί δὲ ζητοῦσιν εἰς τὰ θεωρεῖα οἱ καπνοφάνται οὗτοι; Εἰσὶν ἕτοιμοι νὰ χειροκροτήσωσι τὸν Πρωθυπουργὸν, ἑορτάζοντες τὴν λῆξιν τῆς περιόδου, διὰ τὴν εὐτυχίαν, ἣν αἰσθάνονται ἐπὶ τῇ ἐπικειμένῃ χρεωκοπίᾳ διὰ τοῦ δισεκατομμυρίου, τὸ ὁποῖον ἔῤῥιψεν ἐπὶ τῆς ῥάχεως τοῦ ἔθνους ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐτράφησαν καὶ αὐτοί. Περαίνων ἐπεύχομαι, ἵνα ἡ αἴθουσα αὕτη ἐν τῇ νέᾳ βουλευτικῇ περιόδῳ μὴ σταθῇ ἀτυχὴς καὶ φιλοξενήσῃ πάλιν τοιαῦτα ὄντα, οἷοί εἰσιν οἱ πλεῖστοι τῶν ἐκεῖ καθημένων (δεικνύει τὴν δεξιάν). (Θόρυβος). Ὅσοι ἐνοχληθῶσιν ἐκ τῆς ἀληθείας, εἶμαι πρόθυμος νὰ τοῖς δώσω λόγον.
§94ΜΙΛΗΣΗΣ. Χθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος Βουλευτὴς ἐπηρώτησε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, διὰ τίνας λόγους μετετέθη ἐν ταῖς παραμοναῖς τῶν σχολικῶν ἐξετάσεων ὁ δημοδιδάσκαλος τοῦ δήμου Διδύμων. Εὐχαριστῶ τὸν κύριον συνάδελφον διὰ τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἔδειξεν, ὑποβαλὼν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν τοιαύτην ἐπερώτησιν, ἐνδιαφέρουσαν δῆμον τῆς ἐπαρχίας Ἑρμιονίδος, ἣν πρὸ πολλοῦ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω. Δὲν ἤμην δυστυχῶς παρὼν, ὅτε ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις, καὶ δὲν γνωρίζω τίνα ἔδωκεν ἀπάντησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας. Διὰ τοῦτο ἐπαναφέρω τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, παρακαλῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς σπουδαίους λόγους, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὴν μετάθεσιν τοῦ δημοδιδασκάλου ἐν παραμοναῖς τῶν σχολικῶν ἐξετάσεων. Σημειώσατε δὲ, Κύριοι, ὅτι τὸ σχολεῖον, περὶ οὗ ὁ λόγος, εἶναι τὸ μόνον ὑπάρχον ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ, ὅτι 80 περίπου τέκνα τοῦ λαοῦ κατεδικάσθησαν διὰ τῆς μεταθέσεως ταύτης νὰ τρέχουν εἰς τὰς ὁδοὺς, ὁ δὲ δημοδιδάσκαλος, ὁ ἐκεῖθεν μετατεθεὶς, ἀπεστάλη ἵνα θεραπεύσῃ ἄλλας ἀνάγκας εἰς χωρίον τι ἄλλο, ἔχον τὴν τύχην νὰ διατελῇ ὑπὸ τὴν προστασίαν φίλου τῆς Κυβερνήσεως. Ὥστε αἱ θέσεις καὶ τῶν δημοδιδασκάλων ἀκόμη διανέμονται κατὰ λόγον τῆς εὐνοίας τῆς ὑπουργικῆς.
§95ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν λέγει τοῦτο ἐξ ἰδίας πείρας ὁ κ. Βουλευτής· ὑποθέτω ὅτι, ὅτε ἦτο φίλος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν θὰ ἔλαβε τοιαύτας ἐντυπώσεις, ἄλλως δὲν ἤθελεν ὑποστηρίξει ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον τὴν Κυβέρνησιν, ὅσον τὴν ὑποστήριξεν ὁ κ. Μίλησης ἐπὶ τριετίαν ὁλόκληρον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς μεταθέσεως, αὕτη ἐγένετο συνεπείᾳ τῆς αἰτήσεως τοῦ δημοδιδασκάλου καὶ τῆς δηλώσεως, ὅτι δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ διαμένων ἐν τῇ θέσει, ἐν ᾗ εὑρίσκετο· ἐν τῇ θέσει δὲ ταύτῃ ἐτοποθετήθη ἕτερος διδάσκαλος, ὁ ὁποῖος ἐστάλη καὶ θέλει ἀναλάβει αὔριον τὰ καθήκοντά του. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι πρόκειται περὶ ἁπλουστάτου πράγματος τὸ ὁποῖον δὲν ἐπίστευον ὅτι ἤθελεν ἀπασχολήσει τόσον τὴν Βουλήν.
§96ΜΙΛΗΣΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πολὺ κακῶς ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐπικαλεσθεὶς τὰς ἀναμνήσεις καὶ ἐντυπώσεις μου, καθ’ ἣν ἐποχὴν ὑπεστήριζον τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Ἂν ἐθεώρουν ἁρμόδιον τὸν καιρὸν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐντυπώσεις ταύτας, θὰ μετεμέλετο ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τὴν τοιαύτην ἐπίκλησιν τῶν ἀναμνήσεών μου· ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται νῦν· ἐγὼ περιώρισα τὴν ἐπερώτησίν μου εἰς τὴν μετάθεσιν τοῦ δημοδιδασκάλου, ἀπορῶ δὲ διὰ τὴν δικαιολογίαν, τὴν διδομένην παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Τί μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός; Ὅτι τὸ ἐζήτησεν ὁ ἴδιος ὁ δημοδιδάσκαλος. Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε ὑποχρεωμένος ὁ Ὑπουργὸς νὰ δεχθῇ τὴν αἴτησιν τοῦ δημοδιδασκάλου;
§97ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀφοῦ εἶχον πληροφορίας, ὅτι ἤθελε παραιτηθῆ, βεβαίως ἔπρεπε νὰ τὴν δεχθῶ.
§98ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἤκουσα τὴν διακοπήν... Εἶναι, λέγω, ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρεωμένος ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀκούῃ πᾶσαν ἁπλῶς αἴτησιν τῶν δημοδιδασκάλων περὶ μεταθέσεώς των; Δὲν ἔλαβε τοὐλάχιστον ὑπ’ ὄψει τὴν ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐζητεῖτο ἡ μετάθεσις τοῦ δημοδιδασκάλου; Ποτὲ, κύριε Πρόεδρε, Ὑπουργὸς, συνειδὼς τὸ καθῆκόν του, δὲν δέχεται νὰ μεταθέσῃ δημοδιδάσκαλον, ἐνῷ πρόκειται νὰ ὑποστοῦν ἐξετάσεις τὰ παιδιά. Ἀλλὰ γνωρίζομεν ἡμεῖς, κύριε Ὑπουργὲ, πῶς γίνονται αἱ ἑκούσιαι αὗται μεταθέσεις, πρὸς περιγραφὴν τοῦ νόμου. Ἡ αἴτησις τοῦ δημοδιδασκάλου ἐπὶ μεταθέσει ἐν παραμοναῖς τῶν σχολικῶν ἐξετάσεων ἐπεβλήθη αὐτῷ, κύριε Ὑπουργὲ, ἐπιτακτικῶς, ἠναγκάσθη δὲ νὰ τὴν ὑποβάλῃ ὁ ἀτυχὴς δημοδιδάσκαλος, διὰ νὰ μὴ πάθῃ χειρότερα. Ἰδοὺ ἡ ἀλήθεια. Ὁ δὲ δημοδιδάσκαλος ὁ ἄλλος, ὁ μέλλων νὰ διαδεχθῇ τὸν μετατεθέντα, οὔτε μετέβη εἰς τὴν θέσιν του, κύριε Ὑπουργὲ, οὔτε θὰ μεταβῇ. Ἀκούετε;
§99ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θὰ μεταβῇ.
§100ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν μετέβη, οὔτε θὰ μεταβῇ. Τοιουτοτρόπως δὲ, Κύριοι, δῆμος, ὁ ὁποῖος συνεισφέρει 1358 δραχμὰς κατ’ ἔτος ἐκ τῶν γλίσχρων αὐτοῦ πόρων, καὶ διὰ τῆς εἰσφορᾶς ταύτης καταδικάζει ἑαυτὸν νὰ μὴ θεραπεύῃ τὰ στοιχειωδεστάτας τῶν δήμων ἀνάγκας, στερεῖται καὶ τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, καὶ οἱ εἰσφέροντες δημόται βλέπουν τὰ τέκνα των νὰ τρέχουν εἰς τὸν δρόμον. Αὐτὴ εἶναι ἡ δικαιοσύνη, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ Πολιτεία, διοικοῦσα τὸν λαόν· αὐτὴν τὴν δικαιοσύνην διδάσκει τοὺς ὑπηκόους της, τοὺς δήμους καὶ τοὺς πολίτας. Ἀπέναντι τοιαύτης ἀκατονομάστου ἀδικίας δὲν διστάζω νὰ συμβουλεύσω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης τοὺς Δημάρχους, τῶν ὁποίων κλείουσι τοιουτοτρόπως τὰ σχολεῖα, νὰ μὴ πληρώσουν εἰς τὸ Δημόσιον τὴν εἰσφοράν των, ἀλλὰ νὰ καταφύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια. Δὲν εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ δῆμοι νὰ εἰσφέρωσι χρήματα καὶ νὰ μὴ ἔχωσι δημοτικὰ σχολεῖα, νὰ μὴ ἔχωσι δημοδιδασκάλους. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου, διὰ τῆς εὐγενοῦς ταύτης ἀντιστάσεως, θὰ διδάξῃ ὁ λαὸς τὴν Κυβέρνησιν τὰ στοιχειωδέστατα τῶν καθηκόντων της, θὰ διδάξῃ ὅτι πᾶν δικαίωμα ἔχει καὶ ἀντίστοιχον καθῆκον, καὶ ὅτι ἐξουσία, ἡ ὁποία ἀδικεῖ, ἡ ὁποία δὲν ἐκτελεῖ τὰ καθήκοντά της, δὲν ἔχει ἐκ τοῦ νόμου τὴν ἄδειαν ν’ ἀπαιτῇ ἀπὸ τῶν ἄλλων νὰ ἐκπληρῶσι τὰ πρὸς αὐτὴν καθήκοντά των. Συμβουλεύω λοιπὸν τὸν Δήμαρχον Διδύμων, ἐὰν δὲν μεταβῇ ἀμέσως ὁ νέος δημοδιδάσκαλος, ὅπως δὲν θὰ μεταβῇ, νὰ μὴ πληρώσῃ τὴν εἰσφοράν, τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιβαλλομένην εἰς τὸν δῆμόν του. Συμβουλεύω ὡσαύτως πάντα Δήμαρχον τοῦ Κράτους, ὅπου ἡ ἐξουσία κλείει τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, ἀδικοῦσα τὸν λαὸν εἰς τὸν ἐπιούσιον ἄρτον του, εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς στοιχειώδους παιδείας, νὰ ἀρνηθῇ τὴν εἰσφοράν, δίδων τοιουτοτρόπως μάθημα διδακτικώτατον εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§101ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐξετάσῃ περὶ τῆς ἑξῆς ὑποθέσεως, ἥτις ἐγένετο σκάνδαλον ἐν Κορίνθῳ. Πρόκειται περὶ ἐπιθέσεως ὑπαξιωματικοῦ τινος τῆς χωροφυλακῆς κατὰ πολίτου· ζήτημα, τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοτε ἀπησχόλησε τὴν Βουλήν. Ὁ ἐν Κορίνθῳ ἐνωμοτάρχης Δ. Παλαβιτσίνης, ἔχων προσωπικὴν ἔχθραν, φαίνεται, κατὰ τοῦ πολίτου Γ. Σινανᾶ, συνέλαβεν αὐτὸν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἐπρόκειτο δῆθεν νὰ τὸν ἐξετάσῃ ὡς λαθρέμπορον καπνοῦ, τὸν ἐῤῥάπισε δεινῶς, τὸν ἔκλεισεν εἰς τὴν φυλακὴν ἐπὶ δύο ὁλοκλήρους ἡμέρας ἄνευ ἐντάλματος, καὶ κατόπιν τὸν ἀπέστειλε δέσμιον εἰς Ναύπλιον. Ἡ πρᾶξις αὕτη, γενομένη ἐνώπιον τοῦ πταισματοδίκου τῆς Κορίνθου, ἐκίνησε τὴν κοινὴν ἀγανάκτησιν τῶν πολιτῶν, καὶ πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ νὰ κατανοήσουν αἱ ὑπ’ αὐτὴν ἀρχαὶ, ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ πολίτου εἶναι ἱερὰ καὶ ἀπαραβίαστος. Βεβαίως ἡ Πολιτεία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καταδιώξῃ τὸν λαθρέμπορον, ἀλλ’ ἐπὶ ἁπλῇ ὑπονοίᾳ νὰ συλλαμβάνῃ τοὺς πολίτας, νὰ τοὺς φυλακίζῃ ἄνευ ἐντάλματος καὶ νὰ τοὺς βασανίζῃ, βεβαίως δὲν δικαιοῦται νὰ τὸ πράττῃ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ δώσῃ πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν.
§102ΕΠ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνθυμεῖται, ὅτι κατά τινα τῶν συνεδριάσεων τῆς τελευταίας τακτικῆς Συνόδου, προκειμένης τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοχετεύσεως ὕδατος εἰς τὴν παραλίαν Ζαβέρδας καὶ Βονίτσης διὰ χρημάτων τῶν λιμενικῶν ταμείων, εἶχον ζητήσει τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, ἕως οὗ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς προσαγάγῃ ἐπίσημον ἀπόδειξιν τῆς ἀνάγκης, τὴν ὁποίαν ἐζήτει τὸ νομοσχέδιον νὰ θεραπεύσῃ. Δὲν εἶχον τότε συζητήσει κατ’ οὐσίαν, ἀλλὰ παραδεχθεὶς πρὸς στιγμὴν, ὅτι τὸ ἔργον ἦτο λιμενικὸν, παρεκάλεσα νὰ ἐξακριβώσῃ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς δι’ ἑνὸς τῶν ἐκεῖ ὑπαλλήλων του, ἐὰν ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ διοχέτευσις τοῦ ὕδατος ἦτο ἀναγκαία ἕνεκα τῆς παντελοῦς ἐλλείψεως ὕδατος εἰς τὴν Ζαβέρδαν καὶ τὴν Βόνιτσαν, εἶχεν ὑπόστασιν· διότι, ὡς ἐνθυμοῦνται τότε πάντες, ὅσοι παρεκάθησαν κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, ἰσχυρίσθην, ὅτι οὐ μόνον παντελὴς ἔλλειψις δὲν ὑπάρχει ὕδατος, ἀλλ’ ὅτι ὑπάρχει ἄφθονον τοιοῦτον, φρεάτιον μὲν ἐν Ζαβέρδῃ, πηγαῖον δὲ ἐν Βονίτσῃ. Ἀλλὰ κατὰ μίαν ἑτέραν συνεδρίασιν τῆς ἐκτάκτου Συνόδου, προκειμένης συζητήσεως περὶ ἄλλου θέματος, θέλων ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μειώσῃ τὴν ἐντύπωσιν, ἡ ὁποία ὁπωσδήποτε παρήχθη ἔκ τινος ἀγορεύσεώς μου σχετικῶς πρὸς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ἐν Ἀκαρνανίᾳ καὶ πρὸς τὰ μέσα, τῶν ὁποίων ποιεῖται χρῆσιν ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἀποκατάστασιν δῆθεν αὐτῆς, ἀκαίρως καὶ ἀτόπως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐσχέτισε τὴν ἀγόρευσίν μου ἐκείνην πρὸς ψήφισμά τι τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἀνακτορίων, ἐκδοθὲν ἐμοῦ δημαρχοῦντος, καὶ εὑρίσκων ὅτι ἄλλα μὲν ἐφρόνουν ὡς Δήμαρχος, ἄλλα δὲ ὑπεστήριξα ὡς Βουλευτὴς, οὐ μόνον συνεπέρανε διὰ σειρᾶς συλλογισμῶν, γενομένων κατὰ σύστημα λογικῆς εἰς αὐτὸν μόνον ἴδιον, ὅτι πᾶν ὅ,τι εἶχον εἴπει σχετικῶς πρὸς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν δὲν ἦτο ἀξιόπιστον, ἀλλὰ καὶ πλήρης ἀγανακτήσεως, ὡς νὰ ἦναι ὁ ἁγνότερος λάτρης τῆς ἀληθείας, μὲ κατεκεραυνοβόλει, ὡς θέλοντα νὰ ἐξαπατήσω τὴν Βουλήν. Ἐγὼ ἔσπευσα τότε νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς τοιαύτης τακτικῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ ἐπεφυλάχθην νὰ ἀπαντήσω κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου. Εἶπον τότε, ὅτι, καὶ ἂν ἤθελεν ὑποτεθῆ, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας εἶχον δώσει εἰς τὴν Βουλὴν ἐπί τινος ὑποθέσεως, ἦσαν ἀνακριβεῖς, εἴτε ἕνεκα πλάνης, εἴτε ἕνεκα οἱουδήποτε ἄλλου λόγου, δὲν εἶχεν ὡς συνέπειαν, ὅτι καὶ αἱ ἐπὶ ἄλλου θέματος ἀνακοινώσεις εἶναι τοιαῦται. Ἀλλ’ ἦσαν ἆρά γε ἀνακριβεῖς αἱ πληροφορίαι ἐκεῖναι; εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐγὼ ἐξηπάτησα τὴν Βουλὴν καὶ ὅτι ἐν γνώσει τὴν ἐξηπάτησα, κινούμενος ἐκ πάθους κατὰ τοῦ ἐπιδιώκοντος τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου Δημάρχου Βονίτσης, διότι δὲν εἶναι ἐκεῖνος φίλος μου; Παντάπασι δὲν εἶναι τοῦτο ἀληθὲς, καὶ θὰ ἤμην ἀληθῶς ἀνάξιος καὶ τῆς ὑπολήψεως τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον φέρω, ἐὰν ἀπεδεικνύετο, ὅτι εἶχον τὸ θάῤῥος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ τις, διὰ νὰ ψεύδηται ἀσυστόλως καὶ ὅταν ἀκόμη πρόκηται νὰ πράξῃ τοῦτο ὁμιλῶν πρὸς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους· τοὐναντίον μάλιστα εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἶναι ἀκριβέστατον πᾶν ὅ,τι εἶπον ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ὅτι, ἂν ὑπῆρχέ τις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, θέλων νὰ παραστήσῃ πράγματα μὴ ἀληθῆ ὡς ἀληθῆ, οὐχὶ ἐγὼ, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἦτο οὗτος· καὶ σπεύδω νὰ δώσω τὴν περὶ τούτου ἀπόδειξιν. Ὅτε ἐγὼ εἶχον ζητήσει τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐπὶ τίνι λόγῳ τὴν ἐζήτησα, καὶ τί ἰσχυρίσθην; Τὴν ἐζήτησα ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶχεν ὑπόστασιν, ὅτι δὲν ὑπῆρχε παντελὴς ἔλλειψις ὕδατος οὔτε ἐν Ζαβέρδῃ οὔτε ἐν Βονίτσῃ, καὶ ὅτι ἐξ ἐναντίας ὑπάρχει ἐν ἀμφοτέραις ἄφθονον ὕδωρ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, συνεπείᾳ τῆς αἰτήσεώς μου ταύτης τότε, ἐφρόντισε νὰ ἐξακριβώσῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν λεχθέντων, καὶ πραγματικῶς τελευταῖον προσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἁρμοδίου ὑπαλλήλου, τοῦ μηχανικοῦ Λευκάδος. Τί προκύπτει ἐκ τῆς ἐκθέσεως ταύτης; προκύπτει ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι καὶ τὸ ἀληθές. Ὁ μηχανικὸς Λευκάδος γράφει, ὅτι ὑπάρχει ὕδωρ εἰς τὴν παραλίαν Ζαβέρδης φρεάτιον καὶ εἰς τὴν παραλίαν Βονίτσης πηγαῖον, ἀλλ’ ὁ Δήμαρχος Βονίτσης, ὁ δραστηριώτατος καὶ ἱκανώτατος οὗτος Δήμαρχος κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἱκανώτατος εἰς τὸ νὰ παρουσιάζῃ τοὺς φυγοδίκους, ὅταν προτρέπηται καὶ ἀπειλῆται ὑπὸ τοῦ Νομάρχου Μεσολογγίου, ἀνασκάψας ἀνεῦρεν ἐν τῷ ἀρχείῳ τῷ δημαρχικῷ ψήφισμά τι, ἐκδοθὲν κατὰ 1885, ἐμοῦ δημαρχοῦντος, καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον ἐνεκρίνετο νὰ δαπανηθῶσιν ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Ζαβέρδης 7,000 δραχμῶν πρὸς διοχέτευσιν ὕδατος μέχρι τῆς παραλίας. Τὸ ψήφισμα τοῦτο τὸ ἀπέστειλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦτο καὶ τὸ ἕτερον ἔγγραφον τοῦ Δημάρχου Βονίτσης, ἐκείνην τὴν περιώνυμον ἡμιεπίσημον ἐπιστολὴν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑποβάλει πρὸς τὸν Νομάρχην, ἀμφότερα ταῦτα τὰ ἐνόμισεν ἱκανὰ, ὅπως ἀποκρούῃ ἑκάστοτε πᾶσαν μομφὴν, ἐξ ἐμοῦ προερχομένην κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ πολιτείᾳ αὐτῆς, ἢ καὶ πᾶσαν ἀντίῤῥησιν καθ’ οἱουδήποτε νομοσχεδίου. Καὶ περὶ μὲν τῆς ἡμιεπισήμου ἐκείνης ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν προσφυῶς ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος συνάδελφος ὠνόμασε μαρουλόφυλλον, ἀρκετὰ ἐλέχθησαν κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, καὶ πάντες ἐθαύμασαν τὸ ἔκτακτον θάῤῥος, μεθ’ οὗ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπεστήριζε, κρατῶν αὐτὴν ἐν χερσὶν, ὅτι εἶναι προγενεστέρα τοῦ πρὸς τὸν Βασιλέα τηλεγραφήματός μου, ἐνῷ εὐθὺς κατόπιν μετὰ παρέλευσιν ὀλίγων δευτερολέπτων ἀπεδείχθη, ὅτι ἦτο κατὰ μίαν ἑβδομάδα μεταγενεστέρα. Ἀλλὰ μήπως, Κύριοι, εἶχε κἀμμίαν ἀξίαν καὶ τὸ ἕτερον ἔγγραφον τοῦ Δημάρχου Βονίτσης, τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου; Πάντες, ὅσοι ὑπήρξατε Δήμαρχοι, ἢ δημοτικοὶ σύμβουλοι, ἢ ἀνώτεροι διοικητικοὶ ὑπάλληλοι, γνωρίζετε πῶς ἐκδίδονται πολλὰ τῶν ψηφισμάτων. Οἱ σύμβουλοι, ἐκ διαφόρων χωρίων τοῦ δήμου καταγόμενοι, προκειμένου περὶ τελέσεως ἔργου, θέλουσι πάντες νὰ τελεσθῇ καί τι ἔργον ἐν τῷ ἰδίῳ χωρίῳ, ἀδιαφοροῦντες, ἐὰν τὰ ἔργα ταῦτα ἦναι κατεπείγοντα ἢ ἂν ἐπαρκῶσιν οἱ πόροι τοῦ δήμου· ἑπομένως ἀναγράφεται ἡ δαπάνη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἢ καὶ εἰδικὰ ψηφίσματα ἐκδίδονται ἐπὶ τούτῳ, οὐδέποτε ὅμως ἐκτελούμενα. Οἱ ἐκ Ζαβέρδης καταγόμενοι δημοτικοὶ σύμβουλοι, θέλοντες νὰ θεραπεύσωσι μίαν κοινοτικὴν ἀνάγκην, νὰ κατασκευάσωσι δηλ. ὑδραγωγεῖον, διερχόμενον διὰ τοῦ χωρίου των καὶ ἀπολῆγον εἰς τὴν παραλίαν, ἀπῄτησαν νὰ κατασκευασθῇ δαπάνῃ τοῦ δημοτικοῦ ταμείου, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ δῆμος δὲν ἐπήρκει, ἠθέλησαν νὰ κατασκευασθῇ δαπάνῃ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου. Μάτην παρετήρησα, ὅτι ἀντέκειτο τοῦτο εἰς ῥητὸν νόμον· ἐκεῖνοι ἐπέμειναν, καὶ τὸ ψήφισμα ἐξεδόθη. Ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ σημασίαν τοιοῦτον ψήφισμα, ἐνόσῳ ἐγὼ ὡς Δήμαρχος δὲν τὸ ἐξετέλουν; Ἦτο δὲ γνωστὸν, ὅτι, καὶ ἂν ἤθελον, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ, μὴ ἐπιτρεπούσης τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις πολλὰ προσκόμματα παρενέβαλλε πάντοτε εἰς πᾶσαν ἐνέργειάν μου, καὶ εἰς τοσαύτας καταδιώξεις μὲ εἶχεν ὑποβάλει διὰ τῶν ἐκεῖ ὑπαλλήλων ἀρχῶν της, ὥστε ἠναγκαζόμην νὰ δαπανῶ χρόνον καὶ νὰ κοπιάζω, ἐπὶ βλάβῃ τῆς ὑγείας μου, ὅπως ἀποκρούω τὰς ἐπιθέσεις των, καὶ ἐὰν δὲν ἐφοβούμην ὅτι ἤθελον παρεξηγηθῆ, ἔκτοτε θὰ παρῃτούμην. Πάντες γνωρίζετε, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν γνωρίζει μέσους ὅρους. Εἶσθε Δήμαρχος· εἶσθε φίλος του; ἔχετε τὰ πάντα ὑπὸ τὰς διαταγάς σας· δύνασθε νὰ τίθησθε ἐπὶ κεφαλῆς τῶν λαθρεμπόρων, καὶ νὰ διαπράττητε ἀναφανδὸν καὶ ἐν πλήρει μεσημβρίᾳ λαθρεμπόρια, δύνασθε νὰ διαθέτητε τὴν τιμὴν, τὴν ζωὴν καὶ τὴν περιουσίαν τῶν συμπολιτῶν σας· εἶσθε οὐχὶ ὁ ἄρχων, ἀλλ’ ὁ δεσπότης, ὁ τύραννος τοῦ δήμου σας. Ἀλλὰ δὲν εἶσθε φίλος του; πρέπει νὰ ἦσθε εὐχαριστημένος, ἂν δὲν ῥιφθῆτε εἰς τὰς φυλακάς. Εἰς τοιαύτην θέσιν εὑρέθην ἐγὼ, Δήμαρχος ὤν. Εἷς ὑπάλληλος μόνον, σεβόμενος ἑαυτὸν καὶ τὸ ἀξίωμά του, δὲν ἐδέχθη νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὄργανον τῆς τοιαύτας καταδιώξεως, ὁ ἔπαρχος Βονίτσης κ. Δημήτριος Γρανίτσας, πρῶτος ἐξάδελφος τοῦ ἐν Εὐρυτανίᾳ Δημάρχου καὶ νῦν διατελῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ δὲν παρέρχονται ὀλίγαι ἡμέραι καὶ ὁ ἔπαρχος οὗτος, εὑρισκόμενος χάριν ἀναῤῥώσεως εἰς Κραβασαρᾶν, βλέπει ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας παραίτησίς του. Ἐκπλήσσεται, διότι παραίτησιν δὲν εἶχεν ὑποβάλει, καὶ διὰ τηλεγραφήματος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκφράζει τὴν ἀπορίαν του. Μετὰ παρέλευσιν ὀλίγων ἡμερῶν λαμβάνει ἐπιστολὴν παρὰ μέλους τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῆς ὁποίας γίνεται γνωστὸν εἰς αὐτὸν, ὅτι λόγῳ πολιτικῆς ἀνάγκης ἐγένετο τοῦτο, ὅτι θέλει βραδύτερον διορισθῆ, καὶ παρακαλεῖται νὰ ὑποβάλῃ ὅσον τάχιστα τὴν παραίτησίν του, ἡ ὁποία ὅμως εἶχε γείνει δεκτὴ, πρὶν ἢ οὗτος τὴν ὑποβάλῃ. Ἡ τοιουτότροπος καὶ ἕνεκα τοιούτων λόγων ἐκτόπισις τοῦ ὑπαλλήλου τούτου κατέστησεν αὐθαδεστέρους τοὺς ἄλλους, καὶ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἠναγκάσθην τηλεγραφικῶς νὰ παραπονεθῶ πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι τῆς ἐκρύθμου τοῦ δήμου καταστάσεως καὶ τῆς ἀσεβείας πρὸς τοὺς νόμους δὲν εἶναι τόσον αἴτιοι οἱ κάτοικοι, ὅσον ἡ διοίκησις καὶ οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν τήρησιν καὶ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν, καὶ ἐν τέλει νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς λειτουργίας τῶν νόμων καὶ τῆς περιστολῆς τῶν ὀργάνων του, δηλῶν ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, ὅτι ἤθελον ὑποβάλει τὴν παραίτησίν μου· ἀλλ’ οὗτος διέταξε τὸν Νομάρχην νὰ μὲ τιμωρήσῃ πειθαρχικῶς, διότι ἀπ’ εὐθείας πρὸς αὐτὸν ἀπηυθύνθην, καὶ συγχρόνως μοὶ ὑποδείξῃ, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα εἶχον ὡς Δήμαρχος νὰ ῥυθμίζω τὰ τῆς διοικήσεως καὶ ν’ ἀπαιτῶ, ὅπως ἐφαρμόζωνται οἱ νόμοι. Ἐπειδὴ δὲ ὁ Νομάρχης, ἀνακοινῶν εἰς ἐμὲ τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, μὲ παρεκάλει νὰ γνωστοποιήσω τὰς παρεκτροπὰς τῶν ἐκεῖ ὑπαλλήλων, ἔσπευσα νὰ πράξω τοῦτο, καὶ ἐν τέλει ἐσημείωσα ὅλα τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα εἶχον οἱ κάτοικοι κατὰ τῆς διοικήσεως καὶ τὰ ὁποῖα ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε ῥητῶς ἔγραφον, ὅτι ἐλυποῦντο οὗτοι, διότι δὲν τοῖς ἦτο δυνατὸν νὰ ζῶσιν ἐν Πρεβέζῃ. Ἐν τούτοις ὁ ἔπαρχος κ. Γρανίτσας ἀναχωρήσας δὲν ἐδίστασε νὰ ἀφήσῃ εἰς χεῖράς μου ἐπιστολὴν, διὰ τῆς ὁποίας ὡμολόγει τὰς πρὸς βελτίωσιν καὶ πρόοδον τοῦ δήμου προσπαθείας μου· ἡ δὲ Κυβέρνησις ἀποστέλλει ἕτερον ἔπαρχον, ὅστις ἤρχισεν ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τῆς ἐλεύσεώς του νὰ μὲ τιμωρῇ διὰ πειθαρχικῶν ποινῶν, τὸ πρῶτον μὲν διότι δὲν τὸν ἐπεσκέφθην, κατόπιν δὲ διὰ παραπλησίας αἰτίας· τοιαύτας μοὶ ἐπέβαλε πλέον τῶν 20, καὶ ἐγὼ ἐδαπάνων χρόνον καὶ χαρτόσημα πρὸς σύνταξιν ἀπολογιῶν καὶ ἐφέσεων πρὸς τὸν Νομάρχην· ἀλλὰ καὶ οἱ Εἰσαγγελεῖς, ἐκπληροῦντες τὰς ὁδηγίας, ἃς εἶχον, καθ’ ἑκάστην μοὶ ἐζήτουν ἀπολογίας καὶ ἀπ’ εὐθείας μὲ παρέπεμπον χωρὶς προανακρίσεων εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Λευκάδι Πλημμελειοδικῶν. Μόλις δὲ κατὰ τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1885, ὁ Νομάρχης αὐτῆς κ. Κλεομένης μὲ ἀπήλλαξε καὶ τῶν τελευταίων ποινῶν, τὸ δὲ Πλημμελειοδικεῖον μὲ ἠθώωσεν. Εἰς τοιαύτην θέσιν εὑρισκόμην, ὅτε ἐξεδόθη τὸ ψήφισμα τοῦ Συμβουλίου Ζαβέρδης, δι’ οὓς λόγους εἶπον, καὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἐσκόπουν νὰ ζητήσω τὴν ἐκτέλεσιν, οὐ μόνον διότι ἦτο γνωστὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀντέπραττεν, ἀλλὰ καὶ διότι ἀντέκειτο εἰς τὸν νόμον. Ἀπόδειξις δ’ ἔτι, ὅτι δὲν ἤθελον καὶ νὰ τὸ ἐκτελέσω, εἶναι ὅτι καὶ μετὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη εἰς τὴν ἐξουσίαν, κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1885, οὐδὲν ἐνήργησα. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἕτερον ψήφισμα τοῦ ἰδίου Συμβουλίου, δημαρχοῦντος τοῦ κ. Γαβριλάκη, μετὰ τὴν παραίτησίν μου, δὲν ἐξετελέσθη. Ἂν δὲ ἐδέχθην νὰ ἐκδοθῇ τοιοῦτον ψήφισμα, ἐδέχθην, ὡς εἶπον, μόνον διότι ἦτο ἀπαίτησις τῶν συμβούλων τῶν καταγομένων ἐκ Ζαβέρδης, οὐδεμία δὲ ζημία ἐπέκειτο εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ λιμενικοῦ ταμείου ἐκ τῆς ἁπλῆς ἐκδόσεώς του. Διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἔμεινεν ἀνεκτέλεστον ἐπὶ μακρὸν καὶ τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον δι’ ἀνάγκας τῶν κατοίκων Βονίτσης καὶ Ζαβέρδης, τὸ ἐκδοθὲν δημαρχοῦντος τοῦ νῦν Δημάρχου. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι, ἂν τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια Βονίτσης καὶ Ζαβέρδης ἐζήτησαν τὴν κατασκευὴν ὑδραγωγείου διὰ χρημάτων λιμενικῶν, καὶ ἂν πρὸς δικαιολογίαν ἰσχυρίσθησαν, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειψις ὕδατος, ἀλλ’ ἂν ὑφίσταται ἀληθῶς ἡ ἀνάγκη αὕτη, ἂν ἀληθῶς δηλ. ὑπάρχῃ ἔλλειψις ὕδατος. Τοῦτο ἐξακριβοῦται ἐκ τῆς ἐκθέσεως, ἣν κατέθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, τοῦ βοηθοῦ τοῦ μηχανικοῦ Λευκάδος. Ὁ ὑπάλληλος οὗτος, ἐπιθυμῶν νὰ προσφέρῃ ὑπηρεσίαν τινὰ, δικαιολογήσῃ δὲ καὶ διευκολύνῃ τὸ ἔργον τοῦ Δημάρχου, ἐπεμβαίνει εἰς τὴν ἐξέτασιν, ἂν καὶ κατὰ πόσον ἦναι ὑγιεινὸν τὸ ὕδωρ τῶν φρεάτων τῆς Ζαβέρδης, καὶ ἂν, καθ’ ἣν ὥραν ἐπεσκέφθη τὴν Βόνιτσαν, ἡ παρὰ τὴν προκυμαίαν κρήνη τῆς πόλεως ἐλειτούργει, διότι κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ὁ Δήμαρχος εἶχε διατάξει νὰ ἀποφραχθῇ τὸ πρὸς τὴν παραλίαν τμῆμα τοῦ ὑδραγωγείου. Ἐν τούτοις ὁμολογεῖ, ὅτι ἐν Ζαβέρδῃ ὑπάρχουσι 4 φρέατα ἐν τῇ παραλίᾳ καὶ ἐν Βονίτσῃ κρῆναι ἐπὶ τῆς παραλίας καὶ ἐκτὸς τῆς πόλεως· προκύπτει ἑπομένως ὅτι, ὅ,τι ἐγὼ εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι ἀληθές. Ἀλλ’ ἀσχέτως πρὸς ταῦτα, δύναται ἡ Βουλὴ αὕτη νὰ ψηφίσῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον; Πᾶσα ἄλλη ἠδύνατο νὰ πράξῃ τοῦτο, οὐχὶ αὕτη· διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐν ἔτει 1887, εἰσηγουμένου τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ἡ Βουλὴ αὕτη ἐψήφισε τὸν ᾼΦΠΗʹ νόμον, δι’ οὗ «ἀπηγορεύετο ῥητῶς εἰς τὰ λιμενικὰ ταμεῖα, τὰ ὑφιστάμενα δυνάμει εἰδικῶν νόμων ἢ δυνάμει τοῦ γενικοῦ περὶ λιμένων ΡΚΘʹ νόμου, νὰ παρέχωσι δάνεια ἢ νὰ ποιῶσι τοῦ χρήματος αὐτῶν χρῆσιν ἄλλην τῆς διὰ λιμενικὰ ἔργα προωρισμένης». Τὸν νόμον τοῦτον ἐψήφισεν ἡ Βουλή, καίτοι ὑπῆρχεν ἐν ἰσχύϊ ὁ ΡΚΘʹ τοῦ 1865 νόμος, καθ’ ὃν «ἐπιτρέπεται ἡ ἐπιβολὴ προσθέτων φόρων διὰ τὴν κατασκευὴν ἢ ἐπισκευὴν προκυμαιῶν, φάρων, κρηπιδωμάτων, ἀποβαθρῶν καὶ τῶν εἰς ταύτας ἀγουσῶν ὁδῶν, ὡς καὶ διὰ τὴν καθάρισιν τῶν λιμένων». Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τούτου ΡΚΘʹ ἐξεδόθη διάταγμα τῇ 7ῃ Νοεμβρίου 1872 ἀκριβῶς περὶ Ζαβέρδης καὶ Βονίτσης, ἐγκρῖνον ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἀνακτορίων, ἐκδοθὲν τὸ 1871, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπεβλήθησαν πρόσθετοι φόροι ἐπὶ τῶν προσορμιζομένων εἰς τοὺς λιμένας Βονίτσης καὶ Ζαβέρδης πλοίων καὶ τῶν ἐπιβιβαζομένων προϊόντων «πρὸς κατασκευὴν προκυμαιῶν, ἀναγκαίων πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν πλοίων καὶ εὐκολίαν τῶν ἀποβιβαζομένων καὶ ἐπιβιβαζομένων προϊόντων». Καίτοι λοιπὸν ὑπῆρχεν ὁ νόμος ΡΚΘʹ, καθ’ ὃν τὰ χρήματα τῶν λιμενικῶν ταμείων εἶναι προωρισμένα μόνον διὰ κατασκευὴν καὶ ἐπισκευὴν προκυμαιῶν καὶ ἄλλων καθαρῶς λιμενικῶν ἔργων, ἐν τούτοις, ἐπειδὴ εὑρέθησαν Δήμαρχοι καὶ Νομάρχαι καὶ Ὑπουργοὶ, ἐπιτρέψαντες εἴτε νὰ παρέχωνται δάνεια ἐκ τῶν λιμενικῶν ταμείων πρὸς κατασκευὴν δημοτικῶν ἔργων, εἴτε νὰ δαπανῶνται ταῦτα πρὸς θεραπείαν καὶ ἑτέρων μὴ λιμενικῶν ἀναγκῶν, ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη ἦλθε κατὰ τὸ 1887 καὶ προεκάλεσε τὴν ψήφισιν καὶ ἑτέρου νόμου, δι’ οὗ ἐντελῶς καὶ ῥητῶς ἀπηγορεύετο οὐ μόνον πᾶσα χρῆσις τῶν λιμενικῶν χρημάτων ἀλλοτρία τοῦ προορισμοῦ αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ πᾶσα παροχὴ δανείων. Κατὰ ταῦτα οὐδέποτε ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν ταύτην νὰ ἀπαιτῇ νὰ παραβιασθῇ νόμος, οὗ τὴν ψήφισιν αὐτὴ αὕτη προεκάλεσεν· ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἡ Βουλὴ οὐδέποτε θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς ἑαυτὴν νὰ ψηφίσῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον, ἄντικρυς ἀντικείμενον εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἐκτὸς ἐὰν θέλῃ ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν ἔχει αὐτοβουλίαν καὶ θέλησιν, καὶ ὅτι ἥκιστα σέβεται ἑαυτήν. Καὶ τόσῳ μᾶλλον δὲν δύναται νὰ τὸ ψηφίσῃ, καθόσον, ὡς προκύπτει καὶ ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ μηχανικοῦ, ὁ σκοπὸς τῆς ἐπιβολῆς τῶν προσθέτων φόρων εἰσέτι δὲν ἐπετεύχθη, διότι ἀμφοτέρων τῶν προκυμαιῶν μόλις ἔναρξις ἔχει γείνει. Ἐν τούτοις αἱ ἀνάγκαι αὗται αἱ κοινοτικαὶ ὑφίστανται καὶ δὲν δύναμαι νὰ τὰς ἀρνηθῶ. Οἱ μὲν κάτοικοι τῆς κωμοπόλεως Βονίτσης θέλουσι ν’ ἀντικαταστήσωσι τοὺς πηλίνους σωλῆνας τοῦ ὑδραγωγείου των διὰ σιδηρῶν, διότι περὶ τούτου πρόκειται καὶ οὐχὶ περὶ διοχετεύσεως ὕδατος εἰς τὴν παραλίαν, οἱ δὲ τῆς Ζαβέρδης ζητοῦσι νὰ διοχετεύσωσι τὸ ἐν τῇ κωμοπόλει πηγαῖον ὕδωρ μέχρι τῆς παραλίας. Ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας ταύτας διὰ χρημάτων τοῦ Δημοσίου καὶ ἔχει καθῆκον νὰ τὸ πράξῃ, διότι οὐδὲν μέχρι τοῦδε ἔπραξεν ὑπὲρ τοῦ τόπου ἐκείνου. Ὁλόκληρος ὁ δῆμος μαστίζεται ὑπὸ νοσημάτων ἑλωδῶν, ἀλλ’ οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη πρὸς ἀποξήρανσιν τῶν ἐκεῖ ἑλῶν. Ἡ συγκοινωνία διατελεῖ ἐν κακῇ καταστάσει, διότι οὔτε μία ὁδὸς ὑποφερτὴ ὑπάρχει, ἀλλ’ οὐδὲν ἔπραξε καὶ ὑπὲρ ταύτης, ὡς οὐδὲν ἔπραξε καὶ ὑπὲρ τῶν σχολείων. Τοὐναντίον ἔπραξε πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο πρὸς παρεμπόδισιν οὐ μόνον τῆς κατασκευῆς δημοτικῶν ὁδῶν διὰ προσωπικῆς ἐργασίας ἐπὶ τῆς δημαρχίας μου, ἀλλὰ καὶ τῆς διαδόσεως τῶν γραμμάτων. Ἐπὶ ὁλόκληρον ἔτος τὸ σχολεῖον ἑνὸς μεγάλου χωρίου τοῦ δήμου Ἀνακτορίων, τῶν Παληαμπέλων, ἔμενε κλειστὸν, κατὰ τὸ 1883 καὶ 1884, διότι οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου δὲν ἦσαν φίλοι τοῦ κυβερνητικοῦ κόμματος, καίτοι ὑπῆρχε διαθέσιμος διδάσκαλος, ὁ Κωνστ. Παπαβασιλείου, ζητῶν τὴν θέσιν. Εἰς τὰ παράπονα δὲ τῶν κατοίκων ἀξιότιμος Βουλευτὴς τότε τῆς μερίδος τοῦ κ. Τρικούπη, ὁ ἐξ Ἄρτης κ. Κοττίκας, πρὸς ὃν εἶχεν ἀποταθῆ ὁ διδάσκαλος, συμπολίτης του ὤν, ῥητῶς γράφει (ἀναγινώσκει): «Ἐβράδυνα νὰ σᾶς ἀπαντήσω, περιμένων νὰ φέρω εἰς πέρας τὴν ὑπόθεσίν σας· ἤδη δὲ σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ διορισθῆτε εἰς τὰ Παληάμπελα, διότι ὁ κ. Κωνστ. Γρίβας (Βουλευτὴς τότε ἐξ Ἀκαρνανίας) ἔχει δώσει ῥητὴν σημείωσιν νὰ μὴ διορισθῆτε αὐτοῦ· ἂν θέλητε εἰς ἄλλην ἐπαρχίαν, γράψατέ μοι νὰ σᾶς διορίσω, ἀλλ’ εἰς τὰ Παληάμπελα δὲν θέλει νὰ διορισθῇ διδάσκαλος, καὶ ἔχει ῥητὴν σημείωσιν περὶ τούτου· ὥστε, καίτοι ἐπιθυμῶ μεγάλως νὰ διορισθῆτε αὐτοῦ, ἵνα εὐχαριστήσω καὶ ὑμᾶς καὶ τοὺς κατοίκους, οἱ ὁποῖοι εἶναι κάλλιστοι ἄνθρωποι, δὲν δύναμαι». Πότε δὲ διωρίσθη ἐκεῖ διδάσκαλος; ὅτε οἱ κάτοικοι ὡμολόγησαν φιλίαν εἰς τὴν φατρίαν. «Τὸ σχολεῖον τοῦτο», λέγει ὁ ὑπ’ ἀριθ. 182 πίναξ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, «κατὰ τὰ ἔτη 1883–1884 διετέλει κενὸν δημοδιδασκάλου, τῇ 3ῃ δὲ Ἰανουαρίου 1885 διωρίσθη ὁ Κωνστ. Παπαβασιλείου».
§103ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κκ. Βουλευτῶν).
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 10 καὶ 30′ μ. μ.