1890.05.25
2.138 στίχοι · 16.367 λέξεις · 130 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 53
τῆς 25 Μαΐου 1890.
(Παρασκευὴ)
Ὥρα 6½ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Δήμαρχος Ἡρακλείας διὰ τηλεγραφήματός του ἐκφράζει τὴν εὐγνωμοσύνην του πρὸς τὴν Βουλὴν διὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγγυήσεως τοῦ Κράτους εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια γεωργοκτηματιῶν. Κάτοικοι τοῦ χωρίου Λιβιτσίκου τοῦ αὐτοῦ δήμου δι’ ἑτέρου τηλεγραφήματος εὐγνωμονοῦσι πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῇ ἐπιψηφίσει τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου. Ὁ Διονύσιος Σωμερίτης δι’ ἀναφορᾶς του ἐξαιτεῖται τὴν συνδρομὴν τῆς Βουλῆς πρὸς ἔκδοσιν τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ ἐκπονηθέντος συγγράμματος «αἱ Βουλαὶ τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῆς βασιλείας Γεωργίου τοῦ Αʹ».
§2ΣΑΚΚΗΣ. Ἡ Νομαρχιακὴ ἐπιτροπὴ Καλαμῶν ἐξέφρασε πρὸ καιροῦ τὴν ἐπιθυμίαν, ὅπως ἡ ἀρχὴ τοῦ νέου βραχίονος τοῦ λιμένος Καλαμῶν γένηται 200 τοὐλάχιστον μέτρα ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς ἑτέρας πρὸς τὸ μέρος τοῦ τελωνείου, ἵνα οὐ μόνον προφυλαχθῇ ἡ πρόσχωσις τοῦ λιμένος ἀπὸ τῆς ἐπὶ τῆς βοῤῥείου ἀκτῆς συσσωρευμένης ἄμμου ὑπὸ τῶν θραυομένων κυμάτων, ἀλλ’ ἵνα ἡ τοιαύτη κατασκευὴ τοῦ βραχίονος χρησιμεύσῃ, ὅπως ὁ λιμὴν συντελῇ εἰς εὐκολωτέραν κυκλοφορίαν τῶν πλοίων, καὶ ὅπως σὺν τῷ χρόνῳ καταστῇ εὐρυχωρότερος διὰ τῆς κατασκευῆς καὶ ἑτέρας δεξαμενῆς πρὸς τὸ μέρος τοῦτο. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἔλαβεν ἀπόφασίν τινα ἐπὶ τῆς γνώμης ταύτης τῆς Νομαρχιακῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἂν δὲν ἔλαβε τοιαύτην, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν γνώμην ταύτην, διότι, ὡς ἔχει νῦν ὁ λιμήν, εἶναι ἀδύνατον μετὰ παρέλευσιν ὀλίγου χρόνου νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου.
§3ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν ἦναι εἰς θέσιν, νὰ μοὶ δώσῃ τὴν πληροφορίαν, διὰ ποῖον λόγον μετετέθη ἡ ἕδρα τοῦ δήμου Ὀλυμπίων ἐκ τοῦ χωρίου Δούκα εἰς τὸ χωρίον Λάλα, διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὴν αἰτίαν τῆς μεταθέσεως ταύτης, καθόσον τὸ μὲν χωρίον Δούκα εἶναι γνωστὸν ὅτι ἔχει περὶ τὰς 150 οἰκογενείας, εἶναι δὲ ἐκεῖ ἡ ἕδρα ὅλων τῶν ἀρχῶν, τὸ Ταμεῖον, τὸ Εἰρηνοδικεῖον, τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον κλπ., ἐνῷ τὸ χωρίον Λάλα δὲν ἔχει πλέον τῶν 30 οἰκογενειῶν.
§4Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κατὰ τὸ 1885 διετάχθη ἡ προέκτασις τῆς λεωφόρου Ἀμαλίας, πρὸ μηνῶν δὲ πολλῶν ἐγένοντο αἱ προκαταρκτικαὶ ἐργασίαι, ὁ ἀναλογισμὸς δηλαδὴ τῶν ἀποζημιώσεων καὶ ἡ ἐκτίμησις τοῦ ποσοῦ τῆς ἀποζημιώσεως· ἀλλ’ ἐν τούτοις ἔκτοτε ἔμειναν τὰ πράγματα ἐκκρεμῆ, οἱ ἔχοντες δ’ ἐκεῖ κτήματα δὲν δύνανται νὰ διαθέσωσιν αὐτὰ, καὶ σημειώσατε, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ οἰκοδομαὶ νεόκτιστοι, διὰ τῶν ὁποίων διέρχεται ἡ λεωφόρος αὕτη, καὶ τέλος πάντων τὰ πάντα διατελοῦσιν ἐν ἀνωμαλίᾳ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὲ πληροφορήσῃ, τί γίνεται τὸ ἔργον τοῦτο, διότι ὁμολογουμένως εἶναι ἔργον ἄξιον ἐπαίνου καὶ κατὰ πολὺ θέλει καλλωπίσει τὸ μέρος ἐκεῖνο.
§5ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπαιτοῦνται ἀποζημιώσεις μεγάλαι, τὰς ὁποίας δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληρώσῃ ὁ Δῆμος, ὃν ἐπιβαρύνουσιν αἱ ἀποζημιώσεις.
§6Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐπομένως τὸν Δῆμον ἐπιβαρύνουσιν αἱ ἀποζημιώσεις. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἰσήχθη νομοσχέδιον σχετικὸν μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο, τροποποιοῦν τὸν νόμον περὶ ὁδοποιΐας.
§7ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰσήχθη μακρὸν νομοσχέδιον μὲ πολλὰ ἄρθρα, διὰ τοῦ ὁποίου τροποποιοῦνται πολλὰ μέρη τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιΐας, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ.
§8Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἀκριβῶς τοῦτο ἤθελον ν’ ἀκούσω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἰσήχθη νομοσχέδιον πρὸ πολλοῦ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὰς ἀποζημιώσεις ἐπὶ τῶν ὁδῶν τῶν ἐθνικῶν ἢ ἐπαρχιακῶν, τῶν διερχομένων διὰ τῶν πόλεων ἢ κωμοπόλεων καὶ τῶν ἐχουσῶν πλάτος ἀνώτερον τῶν 16 μέτρων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτε εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διὰ τῆς ἐκθέσεώς του ἐδήλωσε τὸ κατεπεῖγον τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ· ἐν τούτοις παρῆλθεν ἔκτοτε πολὺς χρόνος, ἡ Κυβέρνησις προέταξε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν 10 ἢ 12 νομοσχέδια, τὰ πλεῖστα τούτων ἐψηφίσθησαν ἤδη, καὶ ὅμως οὐδὲ λόγον ἐποιήσατο περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἀναγκάζομαι δὲ νὰ ποιήσωμαι λόγον, διότι οἱ ἐνδιαφερόμενοι, μεταβάντες πρὸς αὐτὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔλαβον τὴν ἀπάντησιν, ὅτι πταίει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἥτις φέρει δυσχερείας εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἐζήτησέ ποτε ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ προὐτάθη ἀντίῤῥησις ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Ἂν ἔχῃ ἀναγεγραμμένα 76 νομοσχέδια ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἡ Κυβέρνησις, τίς πταίει, ἂν δὲν δύνανται νὰ ψηφισθῶσι πάντα; Διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν προετάχθησαν 10 ἢ 12 νομοσχέδια, δὲν ἐζήτησε τὴν πρόταξιν καὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου; Προτείνω λοιπὸν, ὅπως προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν θέλει φέρει ἀντίῤῥησιν εἰς τοῦτο, διότι ἄλλως θέλουσι μάθει οἱ ἐνδιαφερόμενοι, ὅτι τὸ αἴτιον τῆς μὴ ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου προέρχεται ἐκ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§9ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δημοσίᾳ λέγω, ὅτι πταίετε ὑμεῖς.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖτε, κύριε Γεωργαντᾶ, τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§11Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Βεβαίως. Κάμνω τὴν δήλωσιν ταύτην, καὶ ὅταν φθάσωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, θὰ ζητήσω δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον ἔχει θέσιν ὑπ’ ἀριθ. 41 ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§12ΛΕΒΙΔΗΣ. Οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἰδιοκτησίας ἐν τῇ ὁδῷ ἐκείνῃ, στεροῦνται ἐντελῶς τῶν ἰδιοκτησιῶν των, διότι οὔτε νὰ οἰκοδομήσωσι δύνανται, οὔτε νὰ πωλήσωσιν, οὔτε νὰ ἐπιδιορθώσωσι· σημειώσατε δὲ, ὅτι δὲν εἶναι εἷς ἢ δύο ἰδιοκτῆται, εἶναι ὑπὲρ τοὺς 100 καὶ ἀδικοῦνται ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ συμφωνῶ εἰς τὴν γνώμην περὶ προτάξεως τοῦ εἰρημένου νομοσχεδίου.
§13Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μέχρι τοῦδε ἐπίστευέ τις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μετεχειρίζετο ὡς πολιτικὰ πρακτορεῖα ὑπὲρ τῆς φατρίας μόνον τὰς πολιτικὰς καὶ στρατιωτικὰς ἀρχὰς, δυστυχῶς ὅμως ἀπό τινος μετέβαλε καὶ τὴν τρισυπόστατον Σύνοδον εἰς ἀναιδῆ κομματάρχην· καὶ ἰδοὺ μία τοιαύτη τρανωτάτη ἀπόδειξις. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Μαγούλας, προαστείου τῆς Σπάρτης, ἀπέχοντος αὐτῆς περὶ τὰ εἴκοσι λεπτὰ καὶ συγκειμένου ἐξ 120 οἰκογενειῶν φιλησυχωτάτων, εὐπόρων καὶ φιλονόμων, βιούντων δὲ ὡς ἀληθῆ τέκνα μετὰ τοῦ ἐφημερίου τοῦ χωρίου των Παπασωτηρίου, ἤδη ἀπώλεσαν τὴν ἡσυχίαν των ἐκείνην καὶ εὑρίσκονται ἐν ψυχικῇ ταραχῇ, παραιτίου οὔσης τῆς ὑπὸ τὸν Γερμανὸν τρισυποστάτου Συνόδου, ἥτις ἀναιτίως καὶ ἐναντίον τῆς θελήσεως τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου τούτου διέταξε τηλεγραφικῶς τὴν ἐκτόπισιν τοῦ ἐφημερίου των Παπασωτηρίου, διατάξασα ἕτερον ἱερέα, Νιωρέαν καλούμενον, ὅπως μεταβῇ καὶ ἐκτελῇ τὰ ἱερά του καθήκοντα παρὰ τῷ χωρίῳ τούτῳ. Οἱ κάτοικοι ὅμως ἀνθίστανται, δηλοῦντες διὰ τῆς ἀνὰ χεῖράς μου ἀναφορᾶς των, ἣν θέλω καταθέσει εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὅτι θέλουσι προβῆ εἰς τὰ ἔσχατα· καὶ διὰ νὰ πεισθῆτε, ἐπιτρέψατέ μοι, παρακαλῶ, ν’ ἀναγνώσω ταύτην (ἀναγινώσκει): «Οἱ εὐσεβάστως ὑποφαινόμενοι κάτοικοι τοῦ χωρίου Μαγούλας τοῦ δήμου Σπάρτης ἔκπληκτοι ἐμάθομεν, ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος μετέθεσε τὸν διακεκριμένον καὶ ἐνάρετον ἐφημέριόν μας Ἰωάννην ἱερέα Σωτηρίου ἐναλλὰξ μετὰ τοῦ ἀποπεμφθέντος ἐκ τῆς ἐνορίας τέως ἱερέως Καλογωνιᾶ Δημητρίου Νιωρέα, ἀφομοιώσασα οὕτω τοὺς λειτουργοὺς τοῦ Ὑψίστου πρὸς τοὺς ἐσχάτους ὑπηρέτας πολιτικῶν θέσεων. Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος γινώσκει, ὅτι ὁ ἐφημέριός μας Ἰωάννης ἱερεὺς Παπασωτηρίου, γέννημα καὶ θρέμμα τοῦ χωρίου ἡμῶν, ἐχειροτονήθη πρεσβύτερος ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἀπὸ τοῦ ἔτους 1884 τῇ ὁμοθύμῳ γνώμῃ καὶ παρακλήσει τῶν κατοίκων Μαγούλας, ὡς ἐφημέριος τῆς κοινότητος ἡμῶν, τὴν ὁποίαν μετ’ εὐλαβοῦς ἀφοσιώσεως ἔκτοτε ὑπηρετεῖ εἰς τὰς θρησκευτικὰς αὐτῆς ὑποχρεώσεις, ἑπομένως οὐδεὶς λόγος δικαιολογεῖ μέτρον καταῤῥίπτον εἰς τὴν συνείδησιν ἡμῶν τὴν ἀνωτέραν τῆς Ἐκκλησίας ἀρχὴν καὶ προκαλοῦν ἐκκλησιαστικὸν σκάνδαλον. «Καίτοι πεπεισμένοι, ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος θέλει εὐαρεστηθῆ ν’ ἀνακαλέσῃ ἀπόφασιν, δι’ ἧς ἀνατρέπονται ἐκκλησιαστικαὶ παραδόσεις καὶ ἐξουδενίζονται οἱ λειτουργοὶ τοῦ Ὑψίστου, δηλοῦμεν ἐν τούτοις εὐσεβάστως, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ θέλομεν δεχθῆ ἕτερον ἱερέα πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν θρησκευτικῶν ἡμῶν ὑποχρεώσεων, προβαίνοντες ἐν ἀνάγκῃ καὶ εἰς τὰ ἔσχατα ἔτι, προτιμῶντες νὰ ζητήσωμεν μᾶλλον τὴν ἐκκλησιαστικὴν ὑπηρεσίαν καθολικοῦ ἱερέως, παρὰ νὰ ἀνεχθῶμεν τὴν ἄρσιν τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν θρησκευτικῶν ἡμῶν πεποιθήσεων.» Ἀλλὰ μήπως καὶ ὁ Νιωρέας δὲν ἀπεπέμφθη ἐκ τοῦ χωρίου Καλογωνιᾶς, εἰς ὃ ὑπηρέτει ὡς ἐφημέριος ἐπὶ 13 ὅλα ἔτη, χάριν κομματάρχου τινὸς, ἀνήκοντος τῇ φατρίᾳ καὶ κατοικοῦντος εἰς Καλογωνιὰ; Ὁ κομματάρχης οὗτος, σκεφθεὶς νὰ προβῇ εἰς χειροτονίαν νέου ἱερέως χάριν κέρδους πέντε ψήφων, ἐξεδίωξε τοῦ χωρίου του τὸν ῥηθέντα Νιωρέαν, ἡ δὲ Ἱερὰ Σύνοδος δὲν ἀποστέλλει τοῦτον εἴς τι χωρίον, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἔχῃ ἱερέα, ἵνα οὕτω μένωσιν ἥσυχοι, ὡς καὶ πρότερον, οἱ κάτοικοι Μαγούλας, ἀλλ’ ἐπιβάλλει αὐτὸν ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως ὡς ἐφημέριον τοῦ χωρίου των. Βεβαιῶ δὲ ταῦτα, διότι μετέβην προσωπικῶς εἰς τὴν Σύνοδον, ἐπέδωκα τὴν πρωτότυπον ἀναφορὰν καὶ παρεκάλεσα θερμῶς Αὐτὴν ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν διαταγήν της, πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ἐπικειμένων κακῶν, ἅτινα αὐτὴ αὕτη ἐγέννησε· δυστυχῶς ὅμως ὁ κομματικὸς φατριασμὸς δὲν τὸ ἐπιτρέπει, καὶ διὰ τοῦτο ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ κάμω λόγον, ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς καὶ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργοῦ εἰς τὴν ἄδικον καὶ παράνομον πρᾶξιν, εἰς ἣν προέβη ἡ Σύνοδος, ὅπως διορθώσῃ αὐτὴν καὶ προλάβῃ τὸ γεννηθὲν παρ’ αὐτῆς μέγα σκάνδαλον· ἄλλως, ἂν δὲν μεριμνήσῃ, ὡς ὀφείλει, ὁ κ. Ὑπουργὸς, βεβαίως θέλει φέρει καὶ οὗτος ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην τῆς ὀλιγωρίας του, καὶ ἐπειδὴ μέλλει νὰ μεταβῇ αὔριον εἰς ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του ὁ νέος διαταχθεὶς ἱερεὺς, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα τηλεγραφικῶς, καὶ οὕτω θέλει προλάβει πᾶσαν ἐπικειμένην ἄτοπον πρᾶξιν, πλὴν ἐπιβεβλημένην, εἰς τὸν μέλλοντα νὰ μεταβῇ νέον ἱερέα.
§14Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, διὰ τοῦ σημερινοῦ ταχυδρομείου ἔλαβον ἐπιστολὴν μετὰ μιᾶς ἀναφορᾶς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ Προεδρείου θέλω μεταβιβάσει αὐτῷ. Ἐν τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ γίνεται λόγος, ὅτι πρὸ δύο ἐτῶν καὶ πλέον τὸ δημοτικὸν σχολεῖον τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου Διδύμων δὲν λειτουργεῖ, ἕνεκα τῶν συχνῶν καὶ ἀλλεπαλλήλων μεταθέσεων τῶν δημοδιδασκάλων. Οὕτω λοιπὸν, ἐνῷ δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν δημοτικὰ σχολεῖα, ἐν τούτοις χθὲς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἔκαμε λόγον ἐκτεταμένον καὶ ἐζήτησε τὴν σύστασιν σχολῆς ναυτικῆς. Ἀληθῶς τὸ Ἔθνος ἔχει ἀνάγκην ναυτικῆς σχολῆς χάριν τῆς ἑλληνικῆς ναυτιλίας, ὅπως ἐκπαιδεύωνται οἱ ἡμέτεροι ναυτικοὶ, ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον παραμελῇ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα καὶ τὰ ἐγκαταλιμπάνῃ, οὕτως ὥστε νὰ μὴ λειτουργῶσι, τί χρειάζεται ἡ ναυτικὴ σχολή; Ἡ πρωτεύουσα τοῦ δήμου Διδύμων τῆς Ἑρμιονίδος πρὸ μηνὸς εἶναι ἄνευ διδασκάλου, ἂν καὶ ὁ δῆμος πληρόνει εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως 1300 δραχμὰς κατ’ ἔτος, τὰ δὲ παιδία, τὰ ἔχοντα ἀνάγκην τῆς τοιαύτης παιδεύσεως, τρέχουσιν, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως διδασκάλου, ἀνὰ τὰς ὁδοὺς καὶ τὰς ἀγυιὰς τῆς πόλεως καταστρεφόμενα· καὶ διατὶ τοῦτο; διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐθεώρησε καλὸν νὰ στερήσῃ τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου τοῦ δημοδιδασκάλου της, μεταθέτων αὐτὸν εἴς τι πολίχνιον, χάριν ἑνὸς βεβαίως φίλου συναδέλφου καὶ πρὸς βλάβην ὁλοκλήρου κοινωνίας. Τὸ ζήτημα τῆς συχνῆς μεταθέσεως τῶν δημοδιδασκάλων εἶναι σπουδαῖον. Μόνον παρ’ ἡμῖν καθ’ ἑκάστην δημοσιεύονται μεταθέσεις δημοδιδασκάλων, οὐδαμοῦ δ’ ἀλλοῦ τοῦτο λαμβάνει χώραν· ἐκ τούτου δὲ, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἐπιδιώκει νὰ καταστήσῃ τὴν κοινωνίαν ἡμῶν ἀγράμματον καὶ ἀπαίδευτον. Ἐν τῇ σταλείσῃ μοι ἀναφορᾷ, ἣν διὰ τοῦ Προεδρείου θέλω ὑποβάλει εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον, καὶ τὴν ὁποίαν ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀναγνώσω, ἵνα μάθῃ ἡ Βουλὴ, πόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι διώκτης τῶν παίδων καὶ τῆς κοινωνίας, εἶναι ὑπογεγραμμένοι ἑξήκοντα καὶ πλέον γονεῖς, παραπονούμενοι κατὰ τῆς τοιαύτης ἀδίκου μεταθέσεως τοῦ δημοδιδασκάλου, ἐν τοιαύτῃ μάλιστα ὥρᾳ. (Ἀναγινώσκει τὴν ἀναφοράν). Ἐκ τοῦ περιεχομένου τῆς ἀναφορᾶς βεβαίως ἡ Βουλὴ ἐπείσθη, ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν Διδύμων ἔχουσι δίκαιον· ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι τοῦτο ἐγένετο τῇ ἀπαιτήσει φίλου τινὸς τῆς ὑπουργικῆς μερίδος. Ἐγὼ ὅμως ποτὲ δὲν ἐννοῶ, Κύριοι, ὅτι χάριν τοῦ κόμματος καὶ τῆς φατρίας δύνανται ἐναντίον τῶν νόμων οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ἐνδίδωσιν εἰς τοιαύτας ἀξιώσεις. Ἐὰν ἐννοῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ φατρία, ὅτι οὕτω δύναται νὰ διοικῇ τὴν ἑλληνικὴν κοινωνίαν καὶ τὸ ἔθνος, πλανᾶται οἰκτρῶς, καὶ ἐὰν ἐξακολουθῶμεν βαδίζοντες τὴν αὐτὴν ὁδὸν, θέλομεν φθάσει εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἐπιθυμεῖ νὰ φθάσωμεν, διότι, ἐὰν πρὸς χάριν ἑνὸς τοῦ κόμματος Βουλευτοῦ στερῆται ὁλόκληρος κοινωνία τοῦ ἀναγκαιοῦντος αὐτῇ δημοδιδασκάλου, ὁ δὲ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς δὲν ἀντικαθιστᾷ αὐτὸν δι’ ἑτέρου, βεβαίως θέλομεν φθάσει ἐκεῖ, ὅπου δὲν πρέπει, καὶ θέλομεν παραλύσει τὴν πρώτην καὶ στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν τοῦ ἔθνους. Ὁ κ. Ὑπουργὸς προφασίζεται λέγων, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι δημοδιδάσκαλοι· καὶ ὅμως πλεῖστοι ὅσοι μένουσιν ἀργοί, μὴ διοριζόμενοι, διότι δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὴν φατρίαν. Καὶ ὕστερον ἀπὸ ὅλα αὐτά, ὕστερον ἀπὸ τόσας ἀσχημίας, αἵτινες λαμβάνουσι χώραν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑποβάλλει νομοσχέδιον περὶ κατωτέρας καὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως! Τέλος, ἀφοῦ, κύριε Ὑπουργέ, θέλετε νὰ εὐχαριστήσητε τὸν Βουλευτὴν τῆς μερίδος σας, διατὶ δὲν λαμβάνετε πρόνοιαν περὶ τῆς ἀναπληρώσεως τοῦ μετατεθέντος διδασκάλου, ἀφοῦ μάλιστα κατὰ τὸ τέλος τοῦ σχολικοῦ ἔτους ἄνευ λόγου μετεθέσατε αὐτόν; Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, τί θ’ ἀπαντήσῃ αὔριον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας πρὸς δικαιολογίαν του· τὸ πρᾶγμα ὅμως ἔχει ὡς ἐκτίθεται ἐν τῇ ἀναγνωσθείσῃ ἀναφορᾷ, ἥτις εἶναι παρ’ ὅλων σχεδὸν τῶν γονέων ὑπογεγραμμένη. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὰ παράπονα τῶν κατοίκων, παρακαλῶ δὲ καὶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ φροντίσῃ, ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον νὰ διορθώσῃ τὸ ἀδίκημα, ὅπερ διέπραξε καθ’ ὁλοκλήρου κοινωνίας, διὰ τῆς ἀποστολῆς δημοδιδασκάλου· διότι ἄλλως καὶ ἑαυτὸν ἀδικεῖ καὶ τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου Διδύμων. Αὐτὸ τοῦτο, Κύριοι, συμβαίνει καὶ εἰς πολλοὺς ἄλλους δήμους, διότι ἐλλείπει ἡ πρέπουσα ἐποπτεία· ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ἐπαρχίᾳ λ. χ. πολλοὶ τῶν δημοδιδασκάλων, ἐγκαταλείποντες τὴν θέσιν των, μεταβαίνουσιν ὁτὲ μὲν εἰς Ἄργος, ὁτὲ δὲ εἰς Ναύπλιον.
§15ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁσάκις κατηγγέλθη τις, ἐτιμωρήθη.
§16Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἀλλοίμονον, κύριε Ὑπουργέ, ἐὰν περιμένητε νὰ τιμωρῆτε καὶ νὰ διορθόνητε τὰ σφάλματά σας διὰ τῶν καταγγελιῶν καὶ οὐχὶ διὰ τῆς αὐστηρᾶς καὶ ἁρμοδίας ἐπιτηρήσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας.
§17ΛΕΒΙΔΗΣ. Δίδω πρὸς ὑμᾶς καὶ μίαν πληροφορίαν, ἡ ὁποία ἴσως θὰ σᾶς χρησιμεύσῃ. Ἐξ ἐπιστολῆς ἐκ Ληξουρίου πληροφοροῦμαι, ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχει ἑλληνοδιδάσκαλός τις, Νέστωρ Ξυδιᾶς, ὅστις εἶναι ἐντελῶς ἀόμματος, καὶ ἐν τούτοις αὐτὸς ὁ ἀόμματος παραδίδει μαθήματα. Ἡ κατάχρησις αὕτη κατηγγέλθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, πῶς κατωρθώθη ἐκεῖ διὰ μιᾶς ἐπιτροπῆς νὰ παρασταθῇ, ὅτι αὐτὸς δὲν εἶναι ἀόμματος. Παρακαλῶ τὸν κ. Μουσούρην νὰ δηλώσῃ, ἐὰν ταῦτα δὲν ἦναι ἀκριβῆ.
§18ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Ὁ ἐν τῷ ἑλληνικῷ σχολείῳ διδάσκων κ. Ξυδιᾶς, καθηγητὴς τῶν μαθηματικῶν ἐπὶ πολλὰ ἔτη, εἶχε πάθει πραγματικῶς κατὰ τοὺς ὀφθαλμοὺς, ἀλλὰ μεταβὰς εἰς Εὐρώπην, ἐθεραπεύθη ἐντελῶς καὶ ἐπανελθὼν διωρίσθη ἑλληνοδιδάσκαλος, διότι δὲν ὑπάρχει κενὴ θέσις καθηγητοῦ.
§19ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Νομίζω ὅτι τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτής, ἀποδεικνύει ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ζητῶνται πληροφορίαι, πρὶν ἢ ἀπευθύνωνται μομφαί. Τοιαῦτα ζητήματα δὲν πρέπει ν’ ἀπασχολῶσι τὴν Βουλὴν· ἀρκεῖ ἡ ὑποβολὴ τοῦ ζητήματος, ὅπως ὁ Ὑπουργὸς δυνηθῇ νὰ ζητήσῃ πληροφορίας. Μετὰ τὴν προσαγωγὴν αὐτῶν δύνασθε νὰ συζητήσητε· ὅταν ὅμως ἔρχησθε ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων καὶ ὁμιλῆτε διὰ μακρῶν ἄνευ πληροφοριῶν, ὅταν εἰς ταῦτα ἀναμιγνύητε τὰ τῆς ἐποπτείας καὶ τὰ τοιαῦτα, δὲν νομίζω, ὅτι δικαιολογεῖσθε, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἐγὼ αὐτὸς ἔχω ζητήσει νὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα περὶ ἐποπτείας. Ἀλλ’ ἂς ἔλθω εἰς τὸ ζήτημα. Ἡ ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπετάθη τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἡ ὁποία ἀπαρτίζεται ἀπὸ τὸν γυμνασιάρχην, τὸν σχολάρχην καὶ τὰ μέλη τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ πληροφορηθῇ περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ κ. Ξυδιᾶ, ἀπεφάνθη, ὅτι οὗτος ἔχει καλῶς, καὶ ὅτι δὲν εἶναι τυφλός. Ἐὰν βεβαιωθῇ, ὅτι τὰ ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς δὲν ἔχουσιν ἀληθείας, βεβαίως τὸ Ὑπουργεῖον θὰ ἐνεργήσῃ νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία.
§20ΜΠΑΣΙΑΣ. Πρό τινων ἡμερῶν ἦλθεν ὁ κ. Ξυδιᾶς εἰς τὴν οἰκίαν μου καὶ μὲ ἐπεσκέφθη· τὸν εἶδον βλέποντα καὶ ἀναγινώσκοντα μάλιστα· τί συνέβη μετὰ ταῦτα, δὲν γνωρίζω.
§21ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Μὲ ὅλον τὸν ζῆλον, τὸν ὁποῖον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, δὲν εὐηρεστήθη ν’ ἀπαντήσῃ εἰς ἐπανειλημμένας ἐπερωτήσεις μου περὶ τοῦ σχολείου Ὀσμάναγα.
§22ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐπληροφορήθην, καὶ τὰς πληροφορίας ἔχω ἐνταῦθα.
§23ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ὑπάρχει δημοδιδάσκαλος;
§24ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διωρίσθη.
§25ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ παρέμβω ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τοῦ ἄρτι ἐπασχολοῦντος τὴν Βουλὴν, ἵνα ἐπανορθώσω παρατηρήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, αἵτινες δὲν ἔπρεπε νὰ ῥηθῶσι παρ’ αὐτοῦ τόσον ἐπισήμως. Ἐπειδὴ ἥψατο θέματος λίαν ὑψηλοῦ, διὰ βραχέων ἔρχομαι νὰ ἀναιρέσω τὰ παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀπαντῶν εἰς τὸν συνάδελφον Βουλευτὴν, αἰτιαθέντα τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι δὲν ἐμερίμνησε νὰ ἐποπτεύῃ ἐπαρκῶς τὰ σχολεῖα, ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀναγνωρίζει τὴν ἔλλειψιν τῆς ἐποπτείας καὶ ὅτι ἐγκαίρως κατήγγειλε τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, ὑποβαλὼν νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν ἐψηφίσθησαν, ἑπομένως μένει ἀνεύθυνος δι’ ὅλας τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας ἠδύνατο νὰ ἐπιφέρῃ ἡ ἔλλειψις τῆς ἐποπτείας.
§26ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο· εἶπον ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τοῦ λειτουργοῦντος ἐπαρκὴς ἐποπτεία δὲν δύναται νὰ γείνῃ· δὲν εἶπον ὅτι δὲν γίνεται. Ἀπόδειξις δὲ εἶναι, ὅτι ὁ γενικὸς ἐπιθεωρητὴς ἐπανῆλθε χθὲς ἔτι ἐξ ἐπιθεωρήσεως· ἀλλ’ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ ἐποπτεία, ὅπως φέρῃ ἀποτέλεσμα, πρέπει νὰ ἦναι διαρκής.
§27ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐπεξηγῶν τοὺς λόγους του, λέγει ὅτι δὲν ὑπάρχει ἔλλειψις ἐντελοῦς ἐποπτείας, ἀλλ’ ἐπαρκοῦς ἐποπτείας, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι τὰ ὄργανα τῆς ἐποπτείας, ὅπως καταστῇ διαρκὴς ἡ ἐποπτεία τῶν δημοτικῶν σχολείων· ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι τὸ τοιοῦτον καταγγέλλεται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, ἡ δὲ παροῦσα Κυβέρνησις ἀπὸ ὀκτὼ ἐτῶν κυβερνᾷ, πλὴν ἑνὸς ἔτους· ἐν τούτοις παρῆλθον τὰ ἔτη ταῦτα καὶ οὐδεμία περὶ παρασκευῆς εἰδικῶν ἐπιθεωρητῶν ἐλήφθη πρόνοια. Ποσάκις δὲν ἠγέρθη φωνὴ παρ’ ὅλων ἡμῶν ἐντεῦθεν, ἐκτραγῳδοῦσα τὴν κατάστασιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως; Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀκαρνανίας συνάδελφος διὰ τῶν μελανωτέρων χρωμάτων περιέγραψε τὴν κατάστασιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· δὶς δ’ ἐγὼ ὑπέβαλον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ὑπέδειξα, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ῥυθμισθῶσι τὰ τῆς ἐποπτείας τῶν σχολείων, παρὰ ἐὰν ἀποδεχθῶμεν ἕτερον σύστημα, διότι τὸ ὑπάρχον ἀπὸ τοῦ 1833 εἶναι ἀνεπαρκές· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ πολλάκις καὶ ἐπιβλαβὲς, διότι δι’ αὐτοῦ μεταβιβάζονται διὰ τῶν ἐγχωρίων ἐποπτευτικῶν ἐπιτροπῶν ψευδεῖς παραστάσεις εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ἐπὶ βλάβῃ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια, οὐδὲ θὰ ληφθῇ, ὡς φαίνεται. Διὰ νὰ ἔχητε ἐπιθεωρητάς, δέον νὰ πέμψητε πρὸς τοῦτο ὑποτρόφους· ἐνῷ δὲ πολλάκις παρεκάλεσα νὰ προτιμηθῇ τὸ περὶ ἀποστολῆς ὑποτρόφων νομοσχέδιον, ὅπερ ὑπέβαλον, οὐδεμίαν ἐδώκατε προσοχήν. Τοῦτο εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἑξηκοστὸν ἔννατον. Τὸ νομοσχέδιόν μου κανονίζει τὴν κατ’ ἔτος ἀποστολὴν 10 ὑποτρόφων εἰς τὴν Ἑσπερίαν, ὅπως μορφωθῇ σῶμα εἰδικῶν περὶ τὰ παιδαγωγικὰ ἐπιθεωρητῶν τῶν δημοτικῶν σχολείων. Ἀφοῦ δαπανῶμεν διὰ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα 5 ἑκατομμύρια, πρέπει, διὰ νὰ σώσωμεν ταῦτα, νὰ δαπανήσωμεν 200,000 πρὸς συντήρησιν ἱκανῶν ἐπιθεωρητῶν, ἐξασφαλιζόντων τὴν χρησιμότητα τῆς δαπάνης ἵνα μὴ αὕτη ἀποβαίνῃ ὡς νῦν ματαία. Οἱονδήποτε σύστημα ἐκπαιδεύσεως καὶ ἂν ἀποδεχθῆτε, ἔχετε ἀνάγκην ἐπιθεωρητῶν· ἀλλὰ ὅπως ἔχητε τοιούτους, ἀνάγκη νὰ τοὺς μορφώσητε. Ἐκλέξατε διὰ διαγωνισμοῦ καὶ ἀποστείλατε κατ’ ἔτος 10 νέους, ὅπως οὕτως ἔχωμεν μετ’ ὀλίγα ἔτη καὶ καθηγητὰς Διδασκαλείων ἱκανοὺς καὶ ἐπιθεωρητὰς δημοτικῶν σχολείων. Ὁμοθύμως ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω πρὸς τιμήν της, ἐξ ἑκατέρων τῶν μερίδων, ὑπέβαλε περὶ τούτου θερμὴν σύστασιν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως στέρξῃ νὰ ἐγγράψῃ κονδύλιον ἐν τῷ ἐφετεινῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους 50,000 δρ. πρὸς ἀποστολὴν 10 νέων, καὶ εἰς τοῦτο οὐδεμία ἀντίῤῥησις ὑπῆρξεν· ἀλλ’ οὔτε νομοσχέδιον ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε τὸ ὑποβληθὲν παρ’ ἐμοῦ συνεζητήθη· καὶ θὰ παρέλθῃ καὶ τὸ ἔτος τοῦτο καὶ δὲν θὰ ἔχωμεν ἐπιθεωρητὰς δημοτικῶν σχολείων. Διὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπεβάλετε, προτείνετε νὰ γείνωσιν οἱ δημοδιδάσκαλοι ἐπιθεωρηταί· τοῦτο οὐδόλως δύναται νὰ γείνῃ· ἀνάγκη νὰ μορφώσητε ἐπιθεωρητὰς, καὶ πρέπει νὰ ἀναμετρήσητε τὸ μέγα κακὸν, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς τὴν ἀρτιπαγῆ ἡμῶν κοινωνίαν διὰ τῆς ἀκατονομάστου ὀλιγωρίας τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἰδίως περὶ τὴν μόρφωσιν ὀργάνων ἱκανῶν πρὸς βελτίωσιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἔχετε βαρυτάτην ἐπὶ τῇ ὀλιγωρίᾳ ταύτῃ εὐθύνην. Τέλος τὰ πράγματα ἔχουσιν οὕτω, δὲν δύνανται νὰ μεταβληθῶσι· τί ποιητέον; Αἱ ἐπιτροπαὶ αἱ ἐγχώριοι, αἱ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1836 ἐπιτετραμμέναι τὴν ἐποπτείαν τῶν δημοτικῶν σχολείων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωσιν, ἄλλως δὲ ἡ ἐπιθεώρησις εἶναι διπλῆ. Εἰς τοὺς ἐπιθεωρητὰς, τοὺς ἐκ πολιτῶν παρ’ ἑκάστῳ σχολείῳ διοριζομένους, ἀνήκει ἡ πρόνοια περὶ τοῦ ὑλικοῦ τῶν σχολείων καὶ τῶν περὶ τοῦ διδακτηρίου ἐν γένει· ἀλλὰ τὰ τῆς ἐσωτερικῆς λειτουργίας τοῦ σχολείου, τὰ τῆς μεθόδου τῆς διδασκαλίας τῶν μαθημάτων δὲν δύνανται νὰ ὑποπέσωσιν εἰς τὴν ἀντίληψιν τῶν ἰδιωτῶν, οὐδὲ νὰ ἐκτιμηθῶσιν ὑπ’ αὐτῶν. Ἵνα ἐξελέγξῃ τις δημοδιδάσκαλον, πρέπει νὰ ᾖναι ἀνὴρ εἰδικὸς καὶ ἔμπειρος τοῦ ἔργου· οὕτω δ’ ἐχόντων τῶν παρ’ ἡμῖν, τί ποιητέον; δυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν ἐντελῶς τὰ σχολεῖα ἄνευ ἐπιθεωρήσεως, ἕως ὅτου μορφωθῶσιν εἰδικοὶ ἐπιθεωρηταί; Τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν, ἀφοῦ καὶ ὁ κοινότερος νοῦς δὲν ἐπιτρέπει νὰ διορίζῃ τις ἐργάτας ἄνευ ἐπιστάτου. Τί λοιπὸν πρέπει νὰ γείνῃ; συμβουλευθῆτε ὅ,τι ἐγίνετο πρὸ ὑμῶν. Τὰ σχολεῖα πρέπει ἅπαξ τοῦ ἔτους νὰ ἐπιθεωρῶνται· ἀναπληρώσατε λοιπὸν, μέχρις οὗ φέρετε σύστημα ἴδιον, ἐκ τῶν ἐνόντων τὴν ἔλλειψιν τῶν εἰδικῶν ἐπιθεωρητῶν· ἀποστείλατε ὡς ἐπιθεωρητὰς τοὺς καθηγητὰς τῶν Διδασκαλείων, ἵνα σᾶς πληροφορήσωσιν, ἐὰν τηρῶνται τοὐλάχιστον οἱ στοιχειώδεις κανονισμοὶ τῶν σχολείων. Τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι μεταβατικὸν καὶ ἔκτακτον, ἀλλὰ τέλος πάντων δύνασθε νὰ δώσητε μίαν ἀπάντησιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὄχι νὰ λέγητε, ὅτι δὲν ἔχετε ὄργανα. Ἑκατὸν χιλιάδων ἑλληνοπαίδων ἡ μόρφωσις εἶναι εἰς ὑμᾶς ἀνατεθειμένη, εἶναι ὑπὸ τὴν εὐθύνην σας, διότι ἀνώτατος ἐπόπτης τῶν σχολείων εἶναι αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς, αὐτὸν ἔχει ἡ Βουλὴ ὑπεύθυνον κοινοβουλευτικῶς· ἀφίνω τὴν εὐθύνην τὴν κοινωνικήν. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐκπέμψητε ἐπιθεωρητὰς ἐκ τῶν ἐνόντων, χωρὶς νὰ ἀναβάλητε· πρέπει νὰ μεριμνήσητε νὰ εὕρητε ὄργανα, καθηγητὰς καὶ ἑλληνοδιδασκάλους καὶ ἐπιθεωρητὰς, ὅπως ἐστάλησαν καὶ ἄλλοτε, ἀλλ’ οὐδέποτε δημοδιδασκάλους, διότι οἱ ὁμοιοβάθμιοι ἀδύνατον νὰ ἐπιβληθῶσιν ὡς ἐπιθεωρηταὶ τῶν ὁμοτέχνων.
§28ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ νὰ δοθῇ τὸ ὀφειλόμενον χορήγημα τῶν μηνῶν Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου εἰς τοὺς ἐν ταῖς φυλακαῖς Πύργου κρατουμένους καταδίκους.
§29ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Σᾶς εἶχον εἰπεῖ, ὅτι δὲν ἐπληρώθη, διότι δὲν ὑπῆρχε πίστωσις.
§30ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς σχετικῆς πιστώσεως ἐψηφίσθη ἤδη. Θὰ παρακαλέσω ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἔγγραφον, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναφέρεται ἄδικος καταδίωξις ἑνὸς πολίτου, καταδιωκομένου ὡς λιποτάκτου, ἐνῷ δὲν εἶναι τοιοῦτος. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς. Δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1445 τοῦ 1886 ἀποφάσεως τοῦ Αʹ διαρκοῦς Στρατοδικείου καταδιώκεται ὡς ὑπαίτιος λιποταξίας ἐν τῷ ἐσωτερικῷ ὁ ἐκ τοῦ χωρίου Πλανιτέρου τοῦ δήμου Κλειτωρίας τῶν Καλαβρύτων Παναγιώτης Παπαγιαννακόπουλος. Ἀντὶ τούτου παρηνωχλεῖτο καὶ κατεδιώκετο ἐπὶ πολὺν χρόνον ὁ ἐκ τοῦ αὐτοῦ χωρίου Παναγιώτης Ι. Παπαϊωάννου, οὐχὶ ἐκ πλάνης περὶ τὴν ταὐτότητα τοῦ προσώπου, ἀλλ’ ἐξ ἐνόχου προνοίας τοῦ νὰ μένῃ ἀκαταδίωκτος ὁ ἀληθὴς ἐπὶ λιποταξίᾳ φυγόποινος. Ἐπὶ τέλους τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, κατόπιν ἐπανειλημμένων ἀναφορῶν τοῦ ἀδίκως καταδιωκομένου Παναγιώτου Ι. Παπαϊωάννου, ἀνεγνώρισε διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 26,759 τοῦ 1889 διαταγῆς του, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἔπρεπε νὰ καταδιώκηται οὗτος, διὰ τοὺς ἐν τῇ διαταγῇ ταύτῃ διὰ μακρῶν ἀναπτυσσομένους λόγους. Ἐπισημειωτικῶς τὸ Ὑπουργεῖον διηύθυνε τὴν ἐν λόγῳ διαταγὴν πρὸς τὴν Ὑπομοιραρχίαν Καλαβρύτων, ἣν προσεκάλεσε νὰ παύσῃ καταδιώκουσα τὸν διαληφθέντα Παναγιώτην Ι. Παπαϊωάννου, ἀφοῦ ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων ἀποδεικνύεται, ὅτι οὗτος οὔτε ἐλιποτάκτησέ ποτε, οὔτε κατεδικάσθη διὰ τῆς ῥηθείσης ὑπ’ ἀριθ. 1445 ἀποφάσεως. Καὶ ὅμως ἡ Ὑπομοιραρχία Καλαβρύτων, εἰς οὐδὲν λογιζομένη τὴν ὑπουργικὴν διαταγὴν, ἐξακολουθεῖ διὰ τῶν ἀποσπασμάτων της καταδιώκουσα τὸν ἀτυχῆ Παναγιώτην Ι. Παπαϊωάννου, ὅστις περιῆλθε διὰ τοῦτο εἰς ἀπελπιστικὴν θέσιν. Οὐδὲ δύναται ἡ Ὑπομοιραρχία νὰ ἐπικαλεσθῇ ἄγνοιαν τῶν ἀσυνειδήτων καταχρήσεων, ὅσας διαπράττουσι τὰ ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν της ἀποσπάσματα, διότι ἐπανειλημμένως τῇ ἐγένοντο παράπονα καὶ ἐκώφευσεν. Ἐλπίζω ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θ’ ἀξιώσῃ τῆς προσηκούσης προσοχῆς καὶ ἐκτιμήσεως τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου διαγωγὴν τῆς ἐν Καλαβρύτοις Ὑπομοιραρχίας καὶ τῶν ἀποσπασμάτων αὐτῆς.
§31ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν θὰ ὑποβάλῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζητήσαμεν, περὶ τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιριῶν;
§32ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὰς εἶχον χθὲς, ὅπως τὰς ὑποβάλω κατὰ τὴν συζήτησιν, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἦλθεν ἡ σειρὰ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, τὰς ἀπεκόμισα, ὡς ἀχρήστους. Αὔριον θέλω τὰς φέρει.
§33ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς ἔφερα ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς διὰ βραχείας προφορικῆς ἀναπτύξεως, συγχρόνως δὲ καὶ διὰ μακρᾶς ἐγγράφου ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν κατέθηκα καὶ ἥτις ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη, ζήτημα, θίγον εὐρυτάτην τάξιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Εἶχον δὲ πρὸς τοῦτο ἀφορμὴν εἰδικῶς ἐκ δύο ἐπαρχιῶν τοῦ νομοῦ, ὃν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, τῶν ἐπαρχιῶν Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς καὶ Λακεδαίμονος. Ἔρχομαι δὲ σήμερον νὰ ὑπενθυμίσω τὸ αὐτὸ ζήτημα καὶ νὰ συστήσω αὐτὸ σπουδαίως εἰς τὴν πρόνοιαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς πληρωμῆς προσωρινῶν δόσεων παρὰ τῶν δηλωτῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν. Κατὰ τοὺς σχετικοὺς νόμους, ἕνεκα ἀνεπαρκείας τῆς ὑπηρεσίας, ὡς φαίνεται, διότι ἄλλην ἐξήγησιν δὲν δύναμαι νὰ δώσω, πολλοί, πληρώσαντες μέχρι τοῦδε καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ τίμημα τῶν ἀγρῶν, τοὺς ὁποίους εἶχον δηλώσει, ἐξακολουθοῦσι νὰ ὑποχρεῶνται εἰς τὴν καταβολὴν καὶ ἑτέρων δόσεων, τῶν λεγομένων προσωρινῶν, διότι δὲν ἐξεκαθαρίσθησαν τὰ χρέη αὐτῶν. Πρὸς δὲ νὰ ἐπιδιωχθῇ καὶ ἐπισπευθῇ ἡ ἔκδοσις τῶν παραχωρητηρίων, ἵνα φαίνηται τί ὀφείλουσιν οἱ δηλώσαντες, ἢ ἂν δὲν ὀφείλωσι, νὰ παύσωσι πληρόνοντες. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιφέρῃ ὅσον τάχιστα θεραπείαν, καὶ ἂν ἦναι δυνατόν, νὰ δηλώσῃ, πῶς δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἡ θεραπεία αὕτη....
§34ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, φροντίσατε παρακαλῶ περὶ τῆς τάξεως, διότι γίνεται θόρυβος, καὶ παρακαλέσατε τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν αἴθουσαν.
§35ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§36ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μᾶς ἀπειλεῖ ὁ κ. Ὑπουργός;
§37ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα ἁπλῶς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως, καὶ ἠθέλησα, ὅπως ἡ Βουλὴ παρίσταται ἔν τινι ἀριθμῷ.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβάλλετε ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας;
§39ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§40ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του εἰς σημείωμα, τὸ ὁποῖον θέλω ἐγχειρίσει εἰς αὐτὸν, περὶ ὑποθέσεως κοινοτικῆς ἐν Ἐπιδαύρῳ Λιμηρᾷ μεταξὺ δύο δήμων, τοῦ δήμου Ἕλους καὶ τοῦ δήμου Ἀσωποῦ, ὅπου μεγάλη ἔκτασις γῆς, ἀνήκουσα εἰς τὰς κοινότητας τῶν δήμων τούτων, ἀμφισβητεῖται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου καὶ ἐνοικιάζεται. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὸ σημείωμά μου, τὸ ὁποῖον θὰ τῷ χρησιμεύσῃ πρὸς ἀκριβεστέραν μελέτην τῆς ὑποθέσεως.
§41ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶχον κάμει γνωστὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι δὲν ἀποδίδεται εἰς τὸν στρατιώτην Γκρίτζαλην τὸ ἀντισήκωμα, τὸ ὁποῖον οὗτος κατέβαλεν, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔδωσε κἀμμίαν ἀπάντησιν.
§42Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ὁ Μιχαὴλ Τζαμάρας, γραμματεὺς τοῦ τελωνείου Κερκύρας, εὑρίσκεται εἰς τὴν θέσιν του καὶ πρὸ πόσου χρόνου. Ἐπιμένω δὲ νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, διότι τὸν Μιχαὴλ αὐτὸν Τζαμάραν, Κύθνιον τὴν καταγωγὴν, γραμματέα τοῦ τελωνείου Κερκύρας, ἔχει ὑπομάγειρόν του ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως ὄχι (γέλως).
§44Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐδῶ εὑρίσκεται καὶ ἑνὸς πανιερωτάτου Μεσσηνίας ἀδελφὸς, διωρισμένος εἰς τὸ καπνοκοπτήριον μὲ 100 φράγκα κατὰ μῆνα, χωρὶς νὰ ὑπηρετῇ· ἐπίσης εἷς ἄλλος, Διβραλάκης, μὲ 80 φράγκα, χωρὶς νὰ ὑπηρετῇ, εἷς ἕτερος Μιτυληναῖος, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν οἰκίαν ἐν Φαλήρῳ κατέλυσεν ὁ Ἀναγνωστόπουλος. Ὡσαύτως ἐν τῷ αὐτῷ καπνοκοπτηρίῳ εἶναι διωρισμένος ὁ ὑπηρέτης τοῦ κ. Ἀναγνωστοπούλου Φώτιος Ἀραμαντῆς, καὶ ἕτερός τις, ὀνόματι Ἀλέστης, φοιτητὴς τῆς Νομικῆς, μὲ 100 δραχμὰς κατὰ μῆνα, καὶ πολλοὶ ἄλλοι.
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁμολογῶ ὅτι ἔχω μάγειρον, ἀλλὰ δὲν ἔχω ὑπομάγειρον· ὁ μάγειρος δὲν ὀνομάζεται Μιχαὴλ Τζαμάρας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας εἶχε τῷ ὄντι ζητήσει, ὅπως δοθῶσι πληροφορίαι περὶ καθυστεροῦντος ἀντισηκώματος εἴς τινα στρατιώτην. Ἔχω ἐνταῦθα σημείωμα, δι’ οὗ παρακαλεῖται τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν νὰ διατάξῃ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ εἰρημένου ἀντισηκώματος εἰς τὸν κληρωτὸν Γκρίτζαλην. (Ἀναγινώσκει τὸ σημείωμα).
§46ΛΕΒΙΔΗΣ. Κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης πολλὰ κτήματα ἐκεῖ κατεστράφησαν. Τὰ πλειότερα τῶν καταστραφέντων κτημάτων ἀνήκουσι βεβαίως εἰς Κρῆτας χριστιανοὺς, ὑπηκόους τῆς Πύλης, ἀλλ’ ὑπάρχουσι πολλὰ κτήματα ἐν Κρήτῃ καταστραφέντα, ἅτινα ἀνήκουσιν εἰς Κρῆτας ὑπηκόους Ἕλληνας. Περὶ τούτου ἐγένοντο αἱ δέουσαι ἀναφοραὶ, καὶ ἐστάλησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἐνταῦθα. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως προνοήσῃ καὶ λάβῃ μέτρον τι περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διότι εἶναι τῷ ὄντι ἄδικον νὰ ὑφίστανται αὐτὰς τὰς ζημίας οἱ ὑπήκοοι τῆς Ἑλλάδος, ἐνῷ ἄλλοι ὑπήκοοι ξένων ἐθνῶν, ὧν κατεστράφησαν πολὺ ὀλιγώτερα κτήματα, μέχρι τοῦδε ἀπεζημιώθησαν.
§47ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Μάλιστα, ὑπάρχουσι τοιαῦται ἀναφοραί.
§48ΑΓ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν βουλευτικὴν ταύτην περίοδον ὑπεβλήθη καὶ ἐψηφίσθη ὁ ΑΥΚΘʹ περὶ προσόντων νόμος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέβαλεν ὡσαύτως τῇ Βουλῇ νομοσχέδιον περὶ προσόντων, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Β. Διατάγματος, τοῦ κανονίζοντος τὰ προσόντα τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς. Ἐπειδὴ οὐδεμία, κύριε Πρόεδρε, γνώμη ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων ὑπάρχει ἐναντίον τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προτάξῃ αὐτό. Ὡσαύτως παρακαλῶ θερμῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν πρότασίν μου ταύτην, πρὸς ἄρσιν τῶν παραπόνων τῶν ἀποτελούντων τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης ἀνδρῶν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, καὶ δὲν ἀπαιτεῖ πρὸς ψήφισιν ἢ τὸν πρὸς ἀνάγνωσιν αὐτοῦ ἐλάχιστον χρόνον. Πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ συναινέσῃ εἰς τὸ νὰ προταχθῇ.
§49Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Πρὸ πολλοῦ παρεχωρήθη ἐν δημοπρασίᾳ ἡ κατασκευὴ τοῦ λιμένος Γυθείου εἴς τινα ἐργολάβον, ὅστις δικαιοῦται λαμβάνειν 300 περίπου χιλιάδας δραχμῶν διὰ τὰς μέχρι τοῦδε ἐργασίας του. Ἐπειδὴ ἡ ἀποπεράτωσις τοῦ ἔργου ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς πληρωμῆς τοῦ ποσοῦ τούτου, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ, ὅπως μετὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ ὑποθήκης πλοίων ψηφισθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 24 νομοσχέδιον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1889 ἐκ δραχμῶν 304,830:07», διότι ἐν τῇ πιστώσει ταύτῃ περιλαμβάνεται καὶ τὸ ἀνωτέρω ποσὸν, ἄνευ τῆς πληρωμῆς τοῦ ὁποίου εἶναι ἀδύνατον νὰ προχωρήσῃ ἡ ἐργασία, καὶ θ’ ἀδικηθῇ ὁ τόπος, ἀποστερούμενος ἔργου χρησιμωτάτου, θὰ καταστραφῇ δὲ καὶ ὁ δυστυχὴς ἐργολάθος. Πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ οὐδεμίαν ἔχει δυσκολίαν νὰ ἀποδεχθῇ τὴν παράκλησίν μου ταύτην, ἀφοῦ μάλιστα πρόκειται περὶ ἁπλῆς ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου.
§50Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Συνενῶ καὶ ἐγὼ τὰς παρακλήσεις μου ὑπὲρ προτιμήσεως τῆς πιστώσεως ταύτης, καθόσον ἄνευ αὐτῆς εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀποπερατωθῇ ὁ ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις χρησιμώτατος λιμὴν τοῦ Γυθείου.
§51ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προταχθῇ.
§52ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τῇ παρακλήσει τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῶν ἐν Σύρῳ φίλων μου, καὶ ἐπειδὴ δὲν διαφωνῶ, τοὐναντίον μάλιστα ἐπιθυμῶ νὰ ψηφισθῇ τὸ πρῶτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον περὶ ὑποθήκης πλοίων, ἀναβάλλω τὴν συνέχειαν τῆς χθεσινῆς ἀγορεύσεώς μου περὶ προτιμήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ Γυμνασίου Παμίσου μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ εἰρημένου νομοσχεδίου περὶ ὑποθήκης πλοίων.
§53Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἔχω ὑποβάλει πρότασιν περὶ προτάξεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 41 νομοσχεδίου.
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν ἵνα προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναστολῆς τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ὅπως μετὰ τοῦτο προβῇ ἄνευ προτάξεως ἄλλης εἰς τὸ περὶ ὑποθήκης πλοίων. Οὕτως ἔχουσι τὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, καὶ εἰς ταύτην τὴν ἀπόφασιν ἡμεῖς ἐμμένομεν. Ἂν προβληθῇ ἐναντία πρότασις, ἡ Βουλὴ θέλει ἀποφανθῆ.
§55Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν· ἐπιμένω ὅμως νὰ τεθῇ ἀμέσως κατόπιν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 41 νομοσχέδιον, τὸ ἀφορῶν τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιΐας.
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς προτείνομεν, ὅπως τὸ ζήτημα λυθῇ μετὰ τὴν ψήφισιν τῶν παρ’ ἐμοῦ μνησθέντων δύο νομοσχεδίων, ὅτε θὰ λυθῶσι καὶ ἄλλα ζητήματα, διότι νομίζω, ὅτι ἔχομεν 5 ἢ 6 προτάσεις περὶ προτάξεως, γενομένας κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην, ἔχομεν καὶ προτάσεις περὶ προτάξεως γενομένας κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναστελλομένης εἰσπράξεως φόρου ἀροτριώντων κτηνῶν τοῦ 1890 ἐν τῷ νομῷ Λαρίσσης. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑποθήκης πλοίων. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§59ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἦτο καθῆκον τῶν ὑποβαλόντων τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπουργικὸν, ὡς καὶ τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, νὰ διαφωτίσωσι τὴν Βουλὴν περὶ τῶν βάσεων αὐτῶν, καὶ ἰδίως περὶ τῶν λόγων, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐγκατελείφθη τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐψηφίσθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα ὑποστηρίξω τὸ ἐμὸν νομοσχέδιον. Ἡ ἐμπορικὴ ἡμῶν ναυτιλία, κύριοι Βουλευταὶ, ἡ ἄλλοτε ἀκμάζουσα καὶ ἀνθοῦσα, περιῆλθε βαθμηδὸν πρό τινων ἐτῶν εἰς ἐπικίνδυνον παρακμὴν, ὡς ἐκ τούτου δὲ πολλαὶ προεκλήθησαν συζητήσεις καὶ σκέψεις περὶ τῶν μέσων, δι’ ὧν ἠδύνατο νὰ δοθῇ εἰς αὐτὴν ἀρωγή τις καὶ ἐμψύχωσις. Περὶ τούτου, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἄλλοτε ἡ Βουλὴ ἐμερίμνησε, διορίσασα πρὸς τοῦτο ἐπιτροπὴν, ἥτις ἀνεκοίνωσεν εἰς αὐτὴν τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν αὐτῆς. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ τύπῳ καὶ δι’ ἰδιαιτέρων φυλλαδίων μέχρις ἐσχάτων συνεζητήθη ἐν εὐρύτητι τὸ θέμα τοῦτο, καὶ διάφορα προεβλήθησαν μέτρα, τείνοντα πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν. Μεταξὺ τῶν μέτρων τούτων προὐτάθη καὶ ἡ μεταβολὴ τῆς κειμένης νομοθεσίας, ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ ἐνισχυθῇ ἡ πίστις τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, ἢ ἐπὶ τὸ ἁπλούστερον, ἵνα διευκολυνθῇ ἡ ἀνεύρεσις τῶν ἀναγκαίων πρὸς κατασκευὴν καὶ κίνησιν τῶν πλοίων κεφαλαίων. Πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ μέτρου τούτου τῆς μεταβολῆς τῆς κειμένης νομοθεσίας εἰσήχθη ὑπὸ τῶν κκ. Ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ναυτικῶν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, ὅπερ, ἐπεξεργασθεῖσα εἰδικὴ πρὸς τοῦτο ἐκλεχθεῖσα ἐπιτροπή, ἐτροποποίησε κατὰ μέγα μέρος, καὶ κατήρτισεν ἕτερον νομοσχέδιον, ὅπερ ἐπίσης τυπωθὲν εἶναι ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν. Φρονῶν ὅτι περιέχει ἐλλείψεις τὸ νομοσχέδιον τὸ εἰσαχθὲν ὑπὸ τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν, καὶ ὅτι πλείονας ἐλλείψεις περιέχει τὸ νομοσχέδιον, τὸ καταρτισθὲν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, μεθ’ ἧς δὲν ἠδυνήθην, ἕνεκεν ἀσθενείας, νὰ συνεργασθῶ, εὑρέθην ἠναγκασμένος νὰ καταρτίσω καὶ ἐγὼ τρίτον πλῆρες νομοσχέδιον. Ἑπομένως περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου πρόκεινται ἤδη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τρία νομοσχέδια, τροποποιοῦντα ἅπαντα τὴν κειμένην νομοθεσίαν, πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς πίστεως τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Ποῖον τῶν τριῶν τούτων νομοσχεδίων κανονίζει ὀρθότερον τὰ ἀναφυόμενα ζητήματα, καὶ δύναται νὰ συντελέσῃ ἀσφαλέστερον πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, ὃν πάντες ἐπιδιώκομεν; Ἵνα, Κύριοι, δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ σχηματίσῃ ὀρθὴν γνώμην περὶ τῆς ἐκλογῆς, εἰς ἣν πρόκειται νὰ προβῇ, θεωρῶ ἀπολύτως ἀναγκαῖον, ἰδίως δι’ ἐκείνους τῶν Βουλευτῶν, οἵτινες ὡς ἐκ τῶν ἔργων των δὲν ἀσχολοῦνται ἰδίως περὶ τὰ ἀντικείμενα, ἅτινα θίγουσι τὰ προκείμενα νομοσχέδια, θεωρῶ, λέγω, ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω πρὸ πάντων πρὸς ὑμᾶς ἐν πάσῃ δυνατῇ συντομίᾳ, πῶς ἔχει ἡ κειμένη νομοθεσία, μετὰ δὲ τὴν ἀκριβῆ γνῶσιν αὐτῆς, θέλω ἐξετάσει τίνες αἱ προβαλλόμεναι περὶ τροπολογίας ἰδέαι, καὶ κατὰ τίνα τρόπον δύνανται νὰ πραγματοποιηθῶσιν αὗται ὅσον ἔνεστιν ἁπλούστερον καὶ χρησιμώτερον. Ὀφείλω δὲ νὰ προβῶ εἰς τοιαύτην ἐξέτασιν, διότι οὔτε τὸ νομοσχέδιον τὸ εἰσαχθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε τὸ καταρτισθὲν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς συνοδεύονται δι’ αἰτιολογικῶν ἐκθέσεων, περιεχουσῶν ἐξέτασίν τινα, ἔστω καὶ σύντομον, τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἐνῷ κατὰ τὴν γνώμην μου ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου ἔδει νὰ περιέχῃ περὶ αὐτοῦ πλήρεις ἀναπτύξεις, οἵας ἀνέγνων προκειμένου περὶ ὁμοίων νομοσχεδίων, εἰσαχθέντων εἰς ἄλλας Βουλὰς, καὶ ὧν αἱ διατάξεις μετεφράσθησαν κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν τοῖς νομοσχεδίοις, περὶ ὧν ἡ συζήτησις. Ἐπιζητοῦμεν, Κύριοι, νὰ προσελκύσωμεν κεφάλαια ὑπὲρ τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, ἀλλὰ τὸ ἔργον εἶναι δυσχερές, διότι τὰ κεφάλαια διατίθενται εὐχερῶς ὑπὲρ ἐκείνων μόνον τῶν ἐπιχειρήσεων, αἵτινες παρέχουσιν οὐ μόνον κέρδη, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἀποχρώσας ἀσφαλείας, οἵας δὲν παρέχει ἡ ναυτιλία, διότι τὰ πλοῖα εἰς πολλοὺς καθ’ ἑκάστην ὑπόκεινται καὶ μεγάλους κινδύνους ἀπωλείας ἢ βλάβης. Καὶ ἐν περιπτώσει δὲ ἀποφυγῆς τῶν κινδύνων τούτων, οὐδεμίαν δύνανται νὰ ἔχωσιν οἱ δανεισταὶ ἀσφάλειαν, ὅτι θέλουσι πληρωθῆ ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τῶν πλοίων, πρῶτον μὲν διότι ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχωσιν ἕτεροι προγενέστεροι ἢ μεταγενέστεροι δανεισταί, μεθ’ ὧν θέλουσι συντρέξει, δεύτερον δέ, διότι ἡ νομοθεσία ἡμῶν καθιεροῖ ἐπὶ τοῦ ἀντιτίμου τῶν πλοίων προνόμια διάφορα, προνομιούχους ἀπαιτήσεις πολλάς, αἵτινες θὰ πληρωθῶσι κατὰ προτίμησιν τῶν δανειστῶν ἐκείνων. Καὶ εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία, πρὸς ὀρθὴν ἐκτίμησιν τῶν νομοσχεδίων, ἡ γνῶσις τῶν προνομιούχων τούτων ἀπαιτήσεων, ὅσαι κατὰ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν θὰ πληρωθῶσι κατὰ προτίμησιν ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τοῦ πλοίου. Τὰ προνόμοια ταῦτα προβλέπει τὸ ἄρθρον 191 τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου, κατατάσσον αὐτὰ εἰς ἕνδεκα κατηγορίας, ὧν ἑκάστη προτιμᾶται ἀπὸ τὰς μετ’ αὐτὰς ἐρχομένας, εἰς τρόπον ὥστε πρέπει νὰ ἐξοφληθῇ ἐντελῶς ἡ προηγουμένη κατηγορία, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἑπομένη· ἐκ τῶν κατηγοριῶν τούτων αἱ πρῶται πέντε ἀφορῶσιν εἰς δαπάνας, προκαλουμένας ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς ἐκποιήσεως τῶν πλοίων, ἑπομένως αὐταὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀπασχολήσωσιν ἡμᾶς. Μετ’ αὐτὰς ἡ ἕκτη κατηγορία ἀφορᾷ εἰς τοὺς μισθοὺς τοῦ πληρώματος κατὰ τὸν τελευταῖον διάπλουν. Μετ’ αὐτὸ ἔρχεται ἕβδομον τὸ προνόμιον τῶν κατὰ τὸν τελευταῖον διάπλουν δοθέντων εἰς τοὺς πλοιάρχους ναυτοδανείων ἢ δανείων πρὸς ἱκανοποίησιν ἀναγκῶν αὐτοῦ τοῦ πλοίου. Ἵνα ἐξασφαλίσῃ ὁ νομοθέτης τὴν ἀνεύρεσιν τῶν κεφαλαίων, ὧν τὸ ταξειδεῦον πλοῖον ἐνδέχεται νὰ λάβῃ ἀνάγκην πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς πορείας αὐτοῦ, ἐπέτρεψεν εἰς τὸν πλοίαρχον νὰ δανεισθῇ πρὸς τοῦτο, ἢ νὰ πωλήσῃ μέρος τῶν ἐν τῷ πλοίῳ πραγματειῶν, τὰς δὲ ἐντεῦθεν ἀπαιτήσεις ἐκήρυξε προνομιούχους καὶ κατέταξεν εἰς τὴν 7ην τάξιν τῶν προνομίων. Εἰς τὴν ὀγδόην κατηγορίαν τῶν προνομίων κατετάχθησαν αἱ πρὸς κατασκευὴν τοῦ πλοίου προμήθειαι, ἂν τὸ πλοῖον δὲν ἀνεχώρησεν ἔτι, καὶ αἱ προμήθειαι, ἵνα παρασκευασθῇ τὸ πλοῖον πρὸς ἀπόπλουν, ἂν ἀνεχώρησεν ἤδη. Ἔρχεται κατόπιν ἔννατον προνόμιον τὸ τῶν ἐπὶ τοῦ πλοίου γενομένων δι’ ἀνάγκας αὐτοῦ ναυτοδανείων. Τέλος δέκατον κατετάχθη τὸ προνόμιον τῶν ἀσφαλίστρων, καὶ ἑνδέκατον αἱ ἀποζημιώσεις τῶν φορτωτῶν. Αὐταὶ εἶναι, κύριοι Βουλευταὶ, αἱ ἀπαιτήσεις, ἃς ὁ νόμος ἐθεώρησε προνομιούχους, ἤτοι πληρωτέας κατὰ προτίμησιν ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τῶν πλοίων. Ἐκ τούτων εἰς τρία ἰδίως ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν, εἰς τὸ ἕβδομον προνόμιον ὑπὲρ τῶν ληφθέντων καθ’ ὁδὸν ὑπὸ τοῦ πλοιάρχου δι’ ἀνάγκας τοῦ πλοίου, εἰς τὸ ὄγδοον, ὑπὲρ τῶν προμηθειῶν τῶν δοθεισῶν, ἵνα παρασκευασθῇ τὸ πλοῖον πρὸς πλοῦν, καὶ εἰς τὸ ἔννατον, ὑπὲρ τῶν ἐπὶ τοῦ πλοίου ναυτοδανείων. Ἐννοεῖτε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι αἱ πλεῖσται τῶν προνομιούχων αὐτῶν ἀπαιτήσεων καθιερώθησαν ὡς τοιαῦται ὑπὸ τοῦ νόμου χάριν τῆς πίστεως τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας καὶ πρὸς ἐνίσχυσιν αὐτῆς. Ἕνεκα τοῦ ἕκτου προνομίου εὐχερῶς δύναται ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ πλοίου νὰ συγκροτήσῃ τὸ πλήρωμα αὐτοῦ. Ἕνεκα τοῦ ἑβδόμου προνομίου δύναται ὁ πλοίαρχος νὰ εὕρῃ καθ’ ὁδὸν τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα κεφάλαια διὰ τὴν περαιτέρω κίνησιν τοῦ πλοίου. Ἐπίσης ἕνεκα τοῦ ὀγδόου προνομίου δύναται τὸ πλοῖον νὰ προμηθευθῇ ὅ,τι χρησιμεύει, ἵνα παρασκευασθῇ πρὸς ἀπόπλουν. Ἐπίσης ἕνεκα τοῦ ἐννάτου προνομίου δύναται ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ πλοίου νὰ δανεισθῇ ναυτικῶς πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ κτλ. κτλ. Πρόδηλον ἑπομένως εἶναι, ὅτι ἕκαστον τῶν προνομίων τούτων τείνει εἰς ἐνίσχυσιν τῆς πίστεως τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Ἀλλ’ ἐπίσης πρόδηλον εἶναι, ὅτι ἐκ τῶν προνομίων τούτων ἐκεῖνο, ὅπερ δύναται νὰ παράσχῃ μεγάλα κεφάλαια εἰς τὴν ναυτιλίαν, εἶναι τὸ ναυτοδάνειον· διότι, ἐνῷ, ὁ πλοίαρχος δὲν δύναται νὰ δανεισθῇ καθ’ ὁδὸν, εἰμὴ μόνον τὰ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ πλοίου ἀπαιτούμενα, δὲν δύναται δὲ νὰ λάβῃ ἐπὶ πιστώσει πρὸ τοῦ ἀπόπλου εἰμὴ τὰς ἀναγκαίας πρὸς παρασκευὴν τοῦ πλοίου προμηθείας, δηλαδὴ ποσὰ περιωρισμένα, τοὐναντίον διὰ τοῦ ναυτοδανείου δύναται νὰ λάβῃ οἱαδήποτε ποσὰ, ἀνάλογα ἐννοεῖται πρὸς τὸ πλοῖον, καὶ διὰ τῶν ποσῶν τούτων νὰ ἱκανοποιήσῃ πᾶσαν οἱανδήποτε ναυτικὴν ἀνάγκην. Ἕνεκα τούτων ὤφειλεν ὁ νομοθέτης νὰ μεριμνήσῃ ἰδιαιτέρως περὶ πάσης δυνατῆς ἐξασφαλίσεως τῶν ἐπὶ τῶν πλοίων διδομένων ναυτοδανείων, διότι οὕτω θὰ ἐνίσχυεν, ἐπαναλαμβάνω, τὴν πίστιν τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Ἀλλ’ ὁ ἡμέτερος ἐμπορικὸς νόμος, ὁ ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ μεταφρασθεὶς, δὲν ἐμερίμνησεν ἀποχρώντως περὶ ἐξασφαλίσεως αὐτῶν τῶν ναυτοδανείων ἐπὶ πλοίων, διότι καθιέρωσε μὲν, ὡς εἴδομεν, ὑπὲρ αὐτῶν προνόμιον, ἀλλὰ περὶ τῶν πρὸς ἄλληλα σχέσεων τῶν ναυτοδανείων καθιέρωσε καὶ τὰς ἑξῆς ἀρχάς. Πρῶτον, ὅτι ὅλα τὰ ναυτοδάνεια, τὰ διδόμενα διὰ τὸν αὐτὸν πλοῦν, συντρέχουσιν, ἑπομένως ὁ δανειστὴς, ὁ καλούμενος νὰ δανείσῃ ναυτικῶς ἐπὶ πλοίου, τρέχει τὸν κίνδυνον νὰ συντρέξῃ ἢ μετ’ ἄλλων δανειστῶν, παρασχόντων ἤδη ὅμοια ναυτοδάνεια, ἢ μετὰ δανειστῶν, οἵτινες ἐνδέχεται βραδύτερον νὰ παράσχωσι τοιαῦτα. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ πρῶτος κίνδυνος μετριάζεται ἐν μέρει, ὡς ἐκ τοῦ λόγου, ὅτι τὸ ναυτοδάνειον, διὰ νὰ ἔχῃ προνόμιον, πρέπει κατὰ τὸν ἐμπορικὸν νόμον νὰ καταχωρισθῇ ἐντὸς 10 ἡμερῶν εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Ἐμποροδικείου, καὶ ἑπομένως ἐκ τοῦ γραφείου τούτου δύναταί τις νὰ λάβῃ πληροφορίας, ἂν ὑπάρχωσιν ἐπὶ τοῦ πλοίου ναυτοδάνεια. Ἀλλὰ ἡ τοιαύτη πληροφορία δὲν εἶναι ἐπαρκὴς, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διότι δίδεται δέκα ἡμερῶν προθεσμία πρὸς ἐγγραφὴν, καὶ ἐνδέχεται νὰ ἐγγραφῇ τὸ δάνειον τὸ προηγούμενον ἀμέσως μετὰ τὴν λῆψιν τοῦ νέου δανείου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ, διότι οὔτε ἀκριβῶς ὡρισμένον, οὔτε πρόχειρον εἶναι πάντοτε τὸ Ἐμποροδικεῖον, ἵνα λάβῃ τις ἀκριβῆ γνῶσιν τῶν καταχωρίσεων, τῶν περιεχομένων ἐν αὐτῷ. Ἡ τοιαύτη διάταξις τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου παρεκώλυσε τὴν χορήγησιν ναυτοδανείων. Ἀλλ’ εἶχε καὶ ἑτέραν διάταξιν ὁ ἐμπορικὸς νόμος, καθ’ ἣν τὰ ναυτοδάνεια, τὰ διδόμενα διὰ τὸν νέον πλοῦν, προηγοῦνται τῶν ναυτοδανείων τῶν δοθέντων διὰ προηγούμενον πλοῦν. Ἕνεκα τῆς διατάξεως ταύτης ὁ δανείζων ἦτο ἠναγκασμένος, ἅμα τοῦ πλοῦ περατωθέντος, νὰ ζητήσῃ τὴν πληρωμήν του, καὶ δὲν ἠδύνατο ν’ ἀφήσῃ τὰ χρήματά του καὶ διὰ τὸν νέον πλοῦν, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ πλέον προνόμιον. «Τὰ διὰ τὸν τελευταῖον πλοῦν, ἔλεγε τὸ ἄρθρ. 323, γενόμενα δάνεια προτιμῶνται εἰς τὴν ἀπόδοσιν ἀπὸ τὰ διὰ προλαβόντα πλοῦν γενόμενα, καὶ ἂν τὸ χρεωστικὸν ἔγγραφον διαλαμβάνῃ ῥητῶς, ὅτι ταῦτα διαμένουν ἢ ἀνανεοῦνται καὶ δι’ ἄλλους μετὰ ταῦτα πλοῦς». Ἕνεκα τῶν διατάξεων τούτων τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου ἡ ἡμετέρα ἐμπορικὴ ναυτιλία ἔπασχε δεινῶς, μὴ δυναμένη νὰ εὕρῃ τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα εἰς αὐτὴν κεφάλαια. Ἴσως εἰς τοῦτο συνετέλεσαν καὶ ἀξιοθρήνητοι καταχρήσεις πλοιάρχων, ἐπίτηδες προβαινόντων εἰς προγενέστερα ἢ μεταγενέστερα ναυτοδάνεια, ἵνα καταβροχθίσουν τὴν περιουσίαν τῶν ἀληθῶν δανειστῶν. Ὁπωσδήποτε κατεδείχθη ἡ ἀνάγκη τῆς τροποποιήσεως τῆς νομοθεσίας, καὶ τὴν ἀνάγκην ταύτην ἱκανοποίησεν ὁ νόμος τῆς 13 Νοεμβρίου 1851 περὶ βιβλίων ναυτοδανείων. Ὁ νόμος, Κύριοι, οὗτος ἔσχε τὰ πλέον εὐεργετικὰ διὰ τὴν ἡμετέραν ναυτιλίαν ἀποτελέσματα. Μετὰ τὸν νόμον τοῦτον ἡ ἡμετέρα ναυτιλία καὶ ηὐδοκίμησε καὶ προώδευσε μέχρις ἐσχάτων, ὅτε ἔκτακτοι ἄλλοι λόγοι ἐσταμάτησαν τὴν πορείαν αὐτῆς. Αἱ κυριώτεραι διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1851 εἰσὶν αἱ ἑξῆς. Πρῶτον ἀνέγραψε τὴν ἀρχὴν, τὴν καὶ ἐπὶ ὑποθηκῶν ἰσχύουσαν, ὅτι πᾶν προγενέστερον ναυτοδάνειον προτιμᾶται τῶν νεωτέρων, ἑπομένως ὁ δανείζων δὲν ἐφοβεῖτο πλέον μεταγενεστέρους δανειστὰς, εἴτε σπουδαίους, εἴτε εἰκονικούς. Ἀληθῶς ἐτήρησεν ὁ νόμος ἐν ἰσχύϊ τὸ προηγούμενον προνόμιον τῶν κατὰ τὸν διάπλουν δανείων, ὥρισεν ὅμως καὶ ὡς πρὸς αὐτὰ διατυπώσεις τινὰς, τοιαύτας, ὥστε νὰ περιορισθῇ τὸ δάνειον εἰς τὸ ἀπολύτως ἀναγκαῖον ποσὸν, ἔταξε δὲ καὶ χρόνον, μετὰ τὴν παρέλευσιν τοῦ ὁποίου καὶ τὰ κατὰ τὸν διάπλουν δάνεια κατατάσσονται κατὰ τὴν χρονολογίαν αὐτῶν, καὶ δὲν ὑπερισχύουσι πλέον τῶν ἀρχικῶς χορηγηθέντων. Ἑτέρα εὐεργετικὴ διάταξις τοῦ 1851 εἶναι ἡ καταργοῦσα τὴν εἰς τὸ Ἐμποροδικεῖον καταχώρισιν τῶν ναυτοδανείων καὶ εἰσάγουσα πρὸς ἐγγραφὴν αὐτῶν νέον ἁπλούστατον καὶ εὐφυέστατον σύστημα. Κατ’ αὐτὸ, ἕκαστον πλοῖον πρέπει νὰ τηρῇ ἰδιαίτερον βιβλίον, ἐν ᾧ κατὰ χρονολογικὴν σειρὰν ἀντιγράφονται ἐνώπιον ὡρισμένων ἀρχῶν τὰ περὶ ναυτοδανείων συμβόλαια, αἱ δὲ τοιαῦται ἐγγραφαὶ ἀντιγράφονται καὶ εἰς ἕτερον ἐντελῶς ὅμοιον βιβλίον, ὅπερ τηρεῖται ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐμποροδικείου, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου εὑρίσκεται ὁ λιμὴν, εἰς ὃν ἀνήκει τὸ πλοῖον. Αὐτὸς ὁ τρόπος τῆς καταχωρίσεως τῶν ναυτοδανείων ἐπήνεγκε κυρίως ὅλα τὰ εὐεργετικὰ ἀποτελέσματα ὑπὲρ τῆς ἐμπορικῆς ἡμῶν ναυτιλίας, ὡς καὶ μετ’ ὀλίγον θέλω ἀναπτύξει. Τρίτη οὐσιώδης διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1851 εἶναι ἐκείνη, καθ’ ἣν εἰς τὸ ἴδιον βιβλίον τοῦ πλοίου πρέπει νὰ ἐγγράφωνται, ἐπὶ ποινῇ ἀπωλείας τοῦ νομίμου προνομίου, οὐ μόνον τὰ πρὸ τοῦ ἀπόπλου ναυτοδάνεια, ἀλλὰ καὶ τὰ κατὰ τὸν διάπλουν διδόμενα δάνεια, ὡς καὶ αἱ ἀπαιτήσεις ἕνεκα προμηθειῶν δοθεισῶν ἵνα παρασκευασθῇ τὸ πλοῖον πρὸς ἀπόπλουν. Οὕτω δὲ τὰ κυριώτερα τῶν ἐπὶ τοῦ πλοίου βαρῶν ἐσημειοῦντο ἐν τῷ βιβλίῳ τοῦ πλοίου. Τέλος εἰς τὸ αὐτὸ βιβλίον πρέπει κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1851 νὰ σημειῶται καὶ πᾶσα μεταβολὴ ἰδιοκτησίας τοῦ πλοίου, εἰς τρόπον ὥστε τὸ βιβλίον τοῦ πλοίου ἐχρησίμευεν οὐ μόνον ὡς βιβλίον ὑποθηκῶν, ἐμφαῖνον τὰς ἐπ’ αὐτοῦ προνομιούχους ἀπαιτήσεις, ἀλλὰ καὶ ὡς βιβλίον μεταγραφῶν, ἐξ οὗ ἠδύνατό τις νὰ μάθῃ ἀμέσως, τίς εἶναι ὁ ἀληθὴς κύριος τοῦ πλοίου. Τοιοῦτον εἶναι τὸ σύστημα, τὸ εἰσαχθὲν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1851, καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι παρέσχε πᾶσαν δυνατὴν ἐξασφάλισιν τῶν ναυτοδανείων, χορηγοῦν τοῖς δανεισταῖς ἀκριβεῖς πληροφορίας περὶ τῶν ἐπὶ τοῦ πλοίου βαρῶν, καὶ ἐπιτρέπον αὐτοῖς τὴν ἄμεσον ἐγγραφὴν τοῦ ναυτοδανείου εἰς τὸ βιβλίον τοῦ πλοίου, πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ νομίμου προνομίου. Ἐναντίον τοῦ νόμου τούτου, ὑπὸ τὰς γενικὰς αὐτοῦ βάσεις, οὐδὲν μέχρι τοῦδε ἠκούσθη παράπονον, ὑποθέτω δὲ, ὅτι οὐδὲ ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε τὴν ἐλαχίστην ἀφορμὴν κατὰ τοῦ τρόπου τούτου τῆς βεβαιώσεως τῶν προνομιούχων ἀπαιτήσεων ἐπὶ τοῦ πλοίου, διατί; διότι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς πρὸ ὀλίγου ἀκόμη χρόνου εἰσήγαγεν ἐν τῇ Βουλῇ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐφήρμοσεν ὅλην αὐτὴν τὴν διαδικασίαν, αὐτὸν τὸν τρόπον τῆς ἐγγραφῆς καὶ βεβαιώσεως τῶν προνομιούχων ἀπαιτήσεων καὶ ἐπὶ τῶν ῥυμουλκῶν πλοίων τοῦ Βοσπόρου καὶ τοῦ Δουνάβεως, ὅπερ βεβαίως δὲν ἤθελε πράξει, ἐὰν τὸ ἐλάχιστον εἶχε ἐκ τῆς ναυτιλίας παράπονον, ὅτι ὁ τρόπος οὗτος δὲν εἶναι ὁ καταλληλότερος. Αὕτη εἶναι, Κύριοι, ἡ παρ’ ἡμῖν ἰσχύουσα νομοθεσία, τοιαῦτα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς, ἐπὶ 40ετίαν ἤδη ἐφαρμοζομένης. Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη ἐν συνόψει, τί συνέβη ἐν Γαλλίᾳ, διότι ὁ νόμος, ὃν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, εἶναι ἀκριβὴς σχεδὸν μετάφρασις τοῦ Γαλλικοῦ νόμου, καὶ ἐνδιαφέρει νὰ γνωρίζωμεν τὴν ἱστορίαν αὐτοῦ. Ἐν Γαλλίᾳ, Κύριοι, αὐτὸς ὁ ἐμπορικὸς νόμος περὶ ναυτοδανείων, ὃν ἐθεωρήσαμεν τοσοῦτον ἐλλιπῆ, ὥστε ἐτροποποιήσαμεν αὐτὸν ἀπὸ τοῦ 1851, ἐξηκολούθει νὰ ἰσχύῃ ἐν Γαλλίᾳ μέχρι τοῦ 1874. Εἴτε ἕνεκα τῶν ἐλλείψεων τοῦ νόμου τούτου, εἴτε ἕνεκα ἄλλων τοπικῶν ἐκεῖ λόγων, σπανία ἦτο ἡ χρῆσις τοῦ ναυτοδανείου, καὶ διέκειτο δυσμενῶς πρὸς αὐτὸ ἡ κοινὴ γνώμη. Τὰ ναυτοδάνεια ἐν Γαλλίᾳ ἐθεωροῦντο δυσχερῆ, διότι οἱ κεφαλαιοῦχοι ἐδίσταζον νὰ συνομολογήσωσι τοιαῦτα, καθόσον — καὶ τὸ λέγω διὰ τοὺς μὴ ἐξ ἐπαγγέλματος νομικοὺς ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν — συνεπάγονται τὴν ἀπώλειαν τοῦ κεφαλαίου ἐν περιπτώσει καταστροφῆς τοῦ ὑπεγγύου πλοίου, οἱ δὲ δανεισταὶ δὲν ἐτόλμων νὰ ἀναλάβωσι τοὺς ἐντεῦθεν κινδύνους. Ἀλλὰ οὐδὲ ὠφέλιμα εἰς τὴν ναυτιλίαν ἐθεώρουν τὰ ναυτοδάνεια, διότι ἐπὶ ὑπερόγκοις τόκοις χορηγοῦνται ταῦτα, ἕνεκα τῶν ἐξ αὐτῶν κινδύνων. Ἕνεκεν τούτου ἐσκέφθησαν ἐν Γαλλίᾳ, ὅτι, ἵνα προσελκύσωσι τὰ κεφάλαια εἰς τὴν ναυτιλίαν, συντελεστικώτερον ἦτο νὰ ἐξασφαλίσωσι τὰ ἁπλᾶ δάνεια, ὧν ἡ ἀπαίτησις ἀποσβέννυται διὰ τῆς καταστροφῆς τοῦ ὑπεγγύου πλοίου· πρὸς τὸν σκοπὸν δὲ τοῦτον ἐσκέφθησαν, ὅτι δύνανται νὰ θεωρήσωσι τὰ πλοῖα ὡς ἀκίνητα, καὶ νὰ ἐπιτρέψωσι τὴν παραχώρησιν ὑποθήκης ἐπ’ αὐτῶν, πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν ἁπλῶν δανείων, ὅπως παραχωροῦνται ὑποθῆκαι ἐπὶ τῶν ἄλλων ἀκινήτων κτημάτων. Ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα ἐξεδόθη ὁ περὶ ναυτικῆς ὑποθήκης νόμος τοῦ 1874, ὃν ἐτροποποίησαν ἐν μέρει τὸ 1885, καὶ δι’ οὗ κατήργησαν τὸ πρὸ τοῦ ἀπόπλου ναυτοδάνειον, καθ’ οὗ διέκειντο δυσμενῶς, ἐπέτρεψαν ὑποθήκην ἐπὶ τῶν πλοίων, πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν ἁπλῶν δανείων, κατέταξαν δὲ τὸ ἐκ τῆς ὑποθήκης ταύτης προνόμιον οὐχὶ ἔννατον, ὡς ἦτο τὸ τοῦ ναυτοδανείου, ἀλλὰ ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 191 τοῦ ἐμπορ. νόμου, ἤγουν μετὰ τὸ προνόμιον τῶν ἀσφαλίστρων καὶ τὸ προνόμιον ὑπὲρ τῶν φορτωτῶν. Γνωρίζοντες οὕτω, Κύριοι, πῶς ἔχει ἡ νομοθεσία ἡμῶν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς πίστεως τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, καὶ τί συνέβη ἐν Γαλλίᾳ μέχρι τῆς ἐκδόσεως τῶν νόμων περὶ ναυτικῆς ὑποθήκης ἢ ὑποθήκης ἐπὶ πλοίων, δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ἐν ἐπιγνώσει περὶ τῆς πορείας, ἣν ὀφείλομεν νὰ ἀκολουθήσωμεν. Ὅθεν ἐρωτῶ, πρέπει νὰ καταργήσωμεν καὶ ἡμεῖς τὸ πρὸ τοῦ ἀπόπλου ναυτοδάνειον; πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν καὶ περὶ τῆς δυνατῆς ἐξασφαλίσεως τῶν πρὸς τὴν ναυτιλίαν ἁπλῶν δανείων; Τὸ κατ’ ἐμὲ, θεωρῶ τὰ λεχθέντα καὶ τὰ γραφέντα κατὰ τοῦ ναυτοδανείου, ἂν οὐχὶ ὅλως ἀβάσιμα, βεβαίως λίαν ὑπερβολικά. Ἀληθῶς ὁ ναυτοδανειστὴς τρέχει τὸν κίνδυνον νὰ ἀπολέσῃ τὸ δάνειόν του, ἐν περιπτώσει ἀπωλείας τοῦ πλοίου, ἀλλ’ ἀναγράφεται ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἁπλούστατον μέσον, δι’ οὗ δύναται ν’ ἀποφύγῃ πάντα κίνδυνον, ἐξασφαλίζων τὸ ναυτικόν του δάνειον εἰς τὰς ἀσφαλιστικὰς ἑταιρίας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἡ διάρκεια τῆς ἀπαιτήσεως μετὰ τὴν ἀπώλειαν τοῦ ὑπεγγύου ἔχει σημασίαν, ὅταν ὁ ὀφειλέτης ἔχῃ καὶ ἄλλην περιουσίαν, ὅπερ δὲν συμβαίνει συνήθως. Βεβαίως ἐπίσης ὁ λαμβάνων ναυτοδάνειον ὑποβάλλεται εἰς πληρωμὴν μεγαλειτέρων τόκων, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ἀπαλλάσσεται ὅλως, ἐὰν ἀπολέσῃ τὸ πλοῖον· ἐκτὸς ὅμως τούτου, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ νόμιμον ὅριον τοῦ τόκου, ἀμφιβάλλω, ἂν καὶ ὁ ἁπλοῦν δάνειον λαμβάνων ἰδιοκτήτης πλοίου θέλῃ ὑποχρεωθῇ εἰς πολὺ ἐλάσσονας τόκους. Ἕνεκα τούτων ἐπιμένω φρονῶν, ὅτι αἱ κατὰ τοῦ ναυτοδανείου αἰτιάσεις εἰσὶ λίαν ὑπερβολικαί. Ὑπάρχουν καὶ ἕτεραί τινες αἰτιάσεις, ἃς μάλιστα βλέπετε καὶ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ αἱ αἰτιάσεις αὗται δὲν ἀπευθύνονται κατὰ τοῦ ναυτοδανείου, ἀλλὰ κατὰ τῆς περὶ ναυτοδανείων νομοθεσίας, ἡ ὁποία φαίνεται πράγματι, ὅτι ἐγείρει ἀμφιβολίας τινάς. Ἀλλὰ καὶ αἱ αἰτιάσεις αὗται, Κύριοι, διορθοῦνται οὐχὶ διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ ναυτοδανείου, διορθοῦνται διὰ τῆς μεταβολῆς τῆς περὶ αὐτοῦ κειμένης νομοθεσίας, καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν μάλιστα τοῦτον διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ ἐμοῦ νομοσχεδίου προτείνω τὴν τροποποίησιν τῶν ἐδαφίων 7 καὶ 9 τοῦ ἄρθρου 191 τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου, ἵνα ἐκλείψωσιν ἀμφιβολίαι τινὲς περὶ τῆς προτιμήσεως τῶν ναυτοδανείων. Τὸ 7ον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 191 καθιεροῖ προνόμιον ὑπὲρ τῶν κατὰ τὸν διάπλουν εἰς τὸν πλοίαρχον διδομένων δανείων διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ πλοίου· σημειώσατε δὲ, ὅτι τὸ ἐδάφιον τοῦτο δὲν ἐξασφαλίζει μόνον τὸ ναυτοδάνειον, ἀλλὰ καὶ τὸ ἁπλοῦν δάνειον, προσέτι δὲ καὶ τὴν ἀξίαν τῶν ἐμπορευμάτων, ἅτινα δύναται νὰ πωλήσῃ ὁ πλοίαρχος, ἵνα ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ πλοίου, ὅπερ καθίσταται ὑπέγγυον διὰ τὴν πληρωμήν. Ἀλλὰ τὸ ἐδάφιον 7ον πραγματεύεται περὶ μόνον τοῦ πλοιάρχου, καὶ ὑποβάλλει τοῦτον εἰς ὡρισμένας διατυπώσεις, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν ἀποκτᾷ προνόμιον ὁ δανείζων. Ἀλλ’ ἐὰν ᾖναι ὁ ἰδιοκτήτης παρὼν, καὶ θέλῃ αὐτὸς νὰ δανεισθῇ, ὀφείλει καὶ αὐτὸς νὰ τηρήσῃ τὰς διατυπώσεις ἐκείνας. Ἂν ὁ σκοπὸς τῶν διατυπώσεων ᾖναι ἡ ἐξασφάλισις τῶν προγενεστέρων δανειστῶν κατὰ νεωτέρων μὴ ἀναγκαίων εἰς τὸ πλοῖον δανείων, βεβαίως πρέπει νὰ τηρήσῃ καὶ ταύτας ὁ ἰδιοκτήτης, ἵνα ἀποκτήσωσι προνόμιον οἱ νέοι δανεισταί· ἂν ὅμως σκοπὸς τῶν διατυπώσεων ᾖναι ἡ ἐξασφάλισις τοῦ ἰδιοκτήτου κατὰ τῶν καταχρήσεων τοῦ πλοιάρχου, τότε ὁ ἰδιοκτήτης δὲν ἔχει ἀνάγκην διατυπώσεων, καὶ δύναται πάντοτε νὰ δανεισθῇ. Ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου μου παρεδέχθην τὴν πρώτην γνώμην, καθ’ ἣν δέον νὰ τηρηθῶσιν αἱ νόμιμοι διατυπώσεις, εἴτε ὁ ἰδιοκτήτης εἴτε ὁ πλοίαρχος πρόκειται νὰ συνάψῃ δάνειον κατὰ τὸν διάπλουν. Θεωρῶ δὲ τὴν τροποποίησιν ταύτην συντελεστικὴν εἰς ἐνίσχυσιν τῆς πίστεως τῆς ναυτιλίας, διότι περιορίζονται τὰ κατὰ τὸν διάπλουν ἀποκτώμενα προνόμια, πρὸς μείζονα ἐξασφάλισιν τῶν προγενεστέρων δανειστῶν. Ἡ δευτέρα τροποποίησις ἀφορᾷ εἰς τὸ ἐδάφ. 9 τοῦ ἄρθρ. 191, καθ’ ὃ τὰ ναυτοδάνεια προτιμῶνται ὅταν γίνωνται δι’ ἀνάγκας τοῦ πλοίου. Ἀλλ’ ἐνδέχεται ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ πλοίου νὰ ἔχῃ ἀνάγκην κεφαλαίου οὐχὶ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ πλοίου, ἀλλὰ δι’ ἄλλας, εἴτε ναυτικὰς εἴτε μὴ, ὑποχρεώσεις· διατὶ νὰ περιορίσωμεν τὸ προνόμιον εἰς μόνα τὰ ναυτοδάνεια, τὰ δι’ ἀνάγκας τοῦ πλοίου διδόμενα, ἀφοῦ μάλιστα εὐκολώτατον εἶναι νὰ παρίστανται ἅπαντα ὡς τοιαῦτα; Συνεπῶς κατὰ τὸ ἐμὸν νομοσχέδιον ἅπαντα τὰ ναυτοδάνεια, τὰ μὴ ὑπαγόμενα εἰς τὸ ἐδάφιον 7ον τοῦ ἄρθρου 191, ὑπάγονται εἰς τὸ ἐδάφιον ἔννατον αὐτοῦ, ἄνευ διακρίσεως, ἂν ἐδόθησαν ἢ μὴ δι’ ἀνάγκας τοῦ πλοίου. Σημειωτέον δὲ, ὅτι οὕτως ἡρμήνευσε τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν καὶ ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀποφανθεῖσα ὅτι ἔχει προνόμιον πᾶν ναυτοδάνειον, ἔστω καὶ διὰ μὴ ἀνάγκας τοῦ πλοίου, ἀλλὰ δι’ ἰδιαιτέρας ἀνάγκας τοῦ ἰδιοκτήτου δοθέν· ὥστε πρόκειται μᾶλλον νὰ καθιερώσωμεν καὶ νομοθετικῶς τὴν ἑρμηνείαν ταύτην. Τοιαῦται αἱ ἀτέλειαι τῆς νομοθεσίας ὡς πρὸς τὰ ναυτοδάνεια, καὶ οὕτω δύνανται νὰ διορθωθῶσιν, ἑπομένως οὐδεὶς ὑφίσταται λόγος νὰ καταργήσωμεν αὐτὰ, ἀφοῦ πολλὴν παρέσχον μέχρι τοῦδε συνδρομὴν εἰς τὴν ναυτιλίαν, καὶ δύνανται καὶ εἰς τὸ μέλλον νὰ παράσχωσι τοιαύτην. Ἀλλ’ εἶναι περιττὸν νὰ ἐκταθῶ, ὑπερασπιζόμενος τὸ ναυτοδάνειον, διότι καὶ τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς ἀναγνωρίζει τὰ ναυτοδάνεια, ἐναντίον τῶν ἐν Γαλλίᾳ καθιερωθέντων. Ὑπολείπεται νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν πρέπῃ νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἰδέαν τῆς ἐξασφαλίσεως καὶ τῶν ἁπλῶν πρὸς τὴν ναυτιλίαν δανείων, παρέχοντες δικαίωμα προτιμήσεως εἰς τὴν πληρωμὴν αὐτῶν. Ὅταν εἰσήχθη κατὰ πρῶτον ἐν Γαλλίᾳ ἡ δι’ ὑποθήκης ἐξασφάλισις τῶν δανείων τούτων, μεγάλαι ἠγέρθησαν ἐλπίδες, ὅτι μέγιστα κεφάλαια ἤθελον διατεθῆ ὑπὲρ τῆς ἐμπορικῆς ναυτικῆς ναυτιλίας. Ἡ ἐπελθοῦσα πεῖρα ἀπέδειξε τὰς ἐλπίδας αὐτὰς λίαν ὑπερβολικὰς, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἐπῆλθον ἀποτελέσματα εὐχάριστα, καὶ διὰ τοῦτο οὐδεὶς πιστεύω μεταξὺ ἡμῶν θὰ πολεμήσῃ τὴν ἰδέαν τῆς ἐξασφαλίσεως καὶ τῶν ἁπλῶν ἐπὶ πλοίων δανείων. Ἀλλὰ πῶς πρέπει νὰ πραγματοποιήσωμεν αὐτὴν τὴν ἰδέαν; Νὰ ἀκολουθήσωμεν τὸ ἐν Γαλλίᾳ γενόμενον δεκτὸν τεχνητὸν σύστημα τῆς ὑποθήκης ἐπὶ πλοίων; Τὸ σύστημα τοῦτο δύναται νὰ ἔχῃ καὶ ἀτελείας τινάς. Ἡ ὑποθήκη εἶναι μία ἔννοια, ἥτις εἰς τὸ κοινὸν δίκαιον συνδέεται μὲ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα οὐδόλως ἀπαντῶνται προκειμένου περὶ ὑποθήκης ἐπὶ πλοίων. Ἐκεῖ ἔχομεν νόμιμον ὑποθήκην, καὶ ὑποθήκην ἐγγραφομένην δυνάμει ἀποφάσεως. Ἐπὶ πλοίων ἔχομεν μόνον ὑποθήκας διὰ συμβάσεων χορηγουμένας. Αἱ ἐπὶ ἀκινήτων ὑποθῆκαι δύνανται νὰ ἐξασφαλίσωσιν οὐ μόνον δάνεια, ἀλλὰ καὶ ἑτέρας ὑποχρεώσεις, φέρ’ εἰπεῖν, προικῴας ἀπαιτήσεις, ἐνῷ ἡ ἐπὶ πλοίων ὑποθήκη μόνον τὴν ἐκ δανείου ἀπαίτησιν ἐξασφαλίζει. Ἕνεκα τούτου δὲν βλέπω τὴν ἀνάγκην νὰ καταφύγωμεν εἰς τοιοῦτον τεχνητὸν, ἐπαναλαμβάνω, σύστημα, καὶ φρονῶ, ὅτι δυνάμεθα ἁπλούστερον νὰ ἐξασφαλίσωμεν καὶ τὰ ἁπλᾶ ἐπὶ πλοίων δάνεια, ἐπεκτείνοντες καὶ ὑπὲρ αὐτῶν τὸν ἐν τῷ ἄρθρῳ 191 ἐδαφίῳ 9 καθιερούμενον νόμιμον ὑπὲρ τῶν ναυτοδανείων προνόμιον. Καὶ τοῦτο πράττω ἐν τῷ ἄρθρῳ πρώτῳ τοῦ νομοσχεδίου μου, καθ’ ὃ προνόμιον ἐπὶ τοῦ ἀντιτίμου τῶν πλοίων ἔχουσιν «ἐδαφ. θʹ. Τὰ ἐπὶ τοῦ σκάφους, τῶν ἀρμένων καὶ τῶν ἐξαρτέων γενόμενα ναυτοδάνεια, ἢ ἁπλᾶ δάνεια, τὰ μὴ προβλεπόμενα ὑπὸ τοῦ ἐδαφ. ζʹ, ὡς καὶ τὰ ἐπὶ ναυπηγουμένου πλοίου χορηγούμενα δάνεια.» Φρονῶ ὅτι τοιαύτη διατύπωσις οὐ μόνον ἀπαλλάσσει ἡμᾶς πάσης ἐξετάσεως τῶν ἄλλων ζητημάτων, ἅτινα ἀναφύονται ἐπὶ τῶν κοινῶν ὑποθηκῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν ὅλην διαμόρφωσιν τοῦ νομοσχεδίου καθιστᾷ ἁπλουστέραν καὶ σαφεστέραν, ὡς ἐκ τῶν κατόπιν ἐκτεθησομένων ὑποθέτω, ὅτι θέλετε πεισθῆ. Οὕτω λοιπὸν τὸ νομοσχέδιόν μου ἀποκρούει τὴν ἰδέαν τῆς ὑποθήκης, ἥτις ὑπάρχει καὶ ἐν τῷ ὑπουργικῷ νομοσχεδίῳ καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ καθιεροῖ, ἐπαναλαμβάνω, ἓν νόμιμον προνόμιον ὑπὲρ τῶν κοινῶν ἐπὶ πλοίων δανείων. Καὶ τόσῳ μᾶλλον δικαιολογεῖται ἡ καθιέρωσις τοιούτου νομίμου προνομίου, καθόσον καὶ νῦν, κατὰ τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν, ὑπάρχει τοιοῦτον ὑπὲρ ἁπλοῦ δανείου προνόμιον, ὅταν τὸ δάνειον λαμβάνηται ὑπὸ τοῦ πλοιάρχου κατὰ τὸν διάπλουν δι’ ἀνάγκας τοῦ πλοίου. Ἐπεκτείνω λοιπὸν τὸ προνόμιον τοῦτο καὶ ἐπὶ τῶν δανείων τῶν δοθησομένων πρὸ τοῦ ἀπόπλου.
§60ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Νομίζω ὅτι σφάλλετε, ἀποδεχόμενος ὅτι κατὰ τὸ ἰσχύον δίκαιον, καὶ νῦν ἀκόμη ἔχομεν ἁπλοῦν δάνειον ἐπὶ τοῦ πλοίου.
§61ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι κατὰ τὸν διάπλουν ὁ πλοίαρχος δύναται νὰ λάβῃ ἢ ναυτοδάνειον, ἢ ἁπλοῦν δάνειον, διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ πλοίου.
§62ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Τότε ἀλλάσσει.
§63ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλως τε αἱ προμήθειαι, αἱ διδόμεναι ἐπὶ πιστώσει πρὸς παρασκευὴν πλοίου εἰς ἀναχώρησιν, τί ἄλλο εἶναι, παρὰ δάνειον ἁπλοῦν; καὶ ὅμως ἔχουσιν ὑπὲρ αὐτῶν τὸ ὄγδοον νόμιμον προνόμιον. Δὲν πρόκειται νὰ εἰσαγάγω νεωτερισμόν τινα. Ὅ,τι ἐφαρμόζεται ὑπὲρ τῶν ἁπλῶν κατὰ τὸν διάπλουν δανείων καὶ ὑπὲρ τῶν πρὸ τοῦ ἀπόπλου προμηθειῶν, τοῦτο πρόκειται νὰ ἐφαρμόσωμεν καὶ ὑπὲρ τῶν ἁπλῶν δανείων, οὕτω δὲ διὰ προσθήκης δύο λέξεων φθάνομεν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, εἰς ὃ φθάνουσιν ἐν Γαλλίᾳ διὰ τῆς συστάσεως ὑποθήκης ἐπὶ τῶν πλοίων. Ἀλλ’ εἴτε παραχωρήσωμεν ὑποθήκην, εἴτε καθιερώσωμεν νόμιμον προνόμιον ὑπὲρ τῶν ἁπλῶν ἐπὶ πλοίων δανείων, ποῖον τρόπον ἐγγραφῆς τῶν ἀπαιτήσεων τούτων πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν πρὸς μείζονα ἐνίσχυσιν τῆς πίστεως τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας; Ἔχομεν ἤδη πρὸ 40 ἐτῶν λειτουργοῦν σύστημα ἐγγραφῆς τῶν ναυτοδανείων καὶ ἄλλων τινῶν προνομιούχων ἀπαιτήσεων. Κατ’ αὐτὸ αὗται ἐγγράφονται εἰς βιβλίον τοῦ πλοίου, οὗ αἱ ἐγγραφαὶ ἀντιγράφονται, καὶ εἰς ὅμοιον βιβλίον, τηρούμενον ὑπὸ τοῦ προέδρου τοῦ Πρωτοδικείου, εἰς οὗ τὴν περιφέρειαν εὑρίσκεται ὁ λιμὴν τοῦ πλοίου. Ἑπομένως δυνάμεθα ἁπλούστατα νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἐγγράφοντες καὶ τὰ ὑποθηκικὰ ἢ προνομιοῦχα ἁπλᾶ δάνεια ἐπὶ τῶν αὐτῶν βιβλίων, μεταβάλλοντες τὸ ὄνομα αὐτῶν ἀπὸ βιβλίων ναυτοδανείων εἰς βιβλία ναυτοδανείων καὶ δανείων ἐπὶ τῶν πλοίων. Τὴν ἁπλουστάτην αὐτὴν γνώμην καθιεροῖ καὶ τὸ ὑπουργικὸν καὶ τὸ ἐμὸν νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς δὲν εὑρίσκει τὸ σύστημα τοῦτο κατάλληλον, καὶ φρονεῖ, ὅτι πρέπει νὰ εἰσαγάγωμεν πρὸς ἐγγραφὴν τῶν ἐπὶ τῶν πλοίων ὑποθηκῶν ἰδιαίτερα βιβλία, κρατούμενα ἀπὸ τοὺς κοινοὺς ὑποθηκοφύλακας, τοὺς ἑδρεύοντας εἰς τοὺς λιμένας, εἰς οὓς ἀνήκουσι τὰ πλοῖα. Ὀφείλομεν νὰ καταβάλωμεν πᾶσαν ἐπιμέλειαν εἰς τὴν μελέτην καὶ ὀρθὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου, ὅπερ εἶναι τὸ σπουδαιότερον πάντων, ὅσα γεννᾷ τὸ ἀντικείμενον, περὶ οὗ συζητοῦμεν, διότι, κατ’ ἐμὲ, αὐτὴ ἡ παραδοχὴ τοῦ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς προτεινομένου συστήματος τῆς ἐγγραφῆς τῶν ὑποθηκῶν ἢ προνομίων θέλει προκαλέσει τὴν πλήρη καταστροφὴν τῆς ἐμπορικῆς ἡμῶν ναυτιλίας. Εἶπον, ὅτι ὑπὲρ τοῦ συστήματος τῶν ἐν χρήσει βιβλίων συνηγορεῖ ἡ ἐπὶ 40 ἤδη ἔτη ἐφαρμογή του, ἑπομένως δέον νὰ προταθῶσι σπουδαῖοι λόγοι, ἵνα προβῶμεν εἰς μεταβολὴν αὐτοῦ. Ὅθεν ἀκούσατε τίνας πρὸς τοῦτο λόγους προτείνει ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἐν τῇ αἰτιολογικῇ αὐτῆς ἐκθέσει. Εἶναι, λέγουσι, πλημμελὲς τὸ σύστημα τῆς εἰς τὸ βιβλίον τοῦ πλοίου ἐγγραφῆς τῶν ναυτοδανείων, διότι τὸ βιβλίον τοῦ πλοίου τρέχει τὸν κίνδυνον τῆς ἀπωλείας. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἐπέρχεται ἆρά γε ἐκ τῆς ἀπωλείας τοῦ βιβλίου τοῦ πλοίου ζημία τις; Ὄχι, Κύριοι, διότι ὁ νόμος τοῦ 1851 προέβλεψεν, ὡς εἶπον, καὶ περὶ ἑτέρου ὁμοίου βιβλίου, τηρουμένου ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ Πρωτοδικείου, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀντιγράφονται ὅλαι αἱ ἐγγραφαὶ, ὅσαι ἐγένοντο καὶ ἐν τῷ βιβλίῳ τοῦ πλοίου. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἔλειπε τὸ βιβλίον τοῦ Ἐμποροδικείου, ὁ ἐγγράφων κατὰ τὸ σύστημα τοῦ νόμου τοῦ 1851 τὴν ἀπαίτησίν του ἐπὶ τοῦ βιβλίου τοῦ πλοίου λαμβάνει ἐπὶ τοῦ τίτλου τῆς ἀπαιτήσεώς του σημείωσιν τοῦ ἐνεργοῦντος τὴν ἐγγραφὴν ὑπαλλήλου περί τε τῆς ἐγγραφῆς ταύτης καὶ περὶ ὅλων τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα ἐνεγράφησαν εἰς τὸ βιβλίον πρὸ τῆς ἀπαιτήσεώς του, εἰς τρόπον ὥστε ἔχει ὁ δανειστὴς πρόχειρον τὴν ἀπόδειξιν, καὶ ὅτι ἔδωκε δάνειον, καὶ ὅτι ἐνεγράφη τὸ δάνειόν του, καὶ ἂν ὑπάρχωσι προγενέστεραι ἀπαιτήσεις καὶ ποῖαι. Ἀλλ’ ἐνδέχεται, προβάλλει ἡ ἐπιτροπή, οὐ μόνον τὸ βιβλίον τοῦ πλοίου νὰ ἀπολεσθῇ, ἀλλ’ συγχρόνως καὶ νὰ μὴ κατορθώσῃ ὁ δανειστὴς νὰ καταχωρήσῃ τὴν ἀπαίτησίν του εἰς τὸ βιβλίον τοῦ Πρωτοδικείου, διότι, ἐν παραδείγματι, ἐχάθησαν εἰς τὸ ταχυδρομεῖον τὰ πρὸς τοῦτο ἀποσταλέντα εἰς τὸν Πρόεδρον ἔγγραφα. Τί θέλει γείνει ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Ἀπαντῶ, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1851 προέβλεψε ῥητῶς καὶ περὶ τῆς περιπτώσεως ταύτης, καὶ διέταξεν, ὅτι ἡ ἀπαίτησις ἀπόλλυσι τὸ προνόμιόν της ὡς πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις, ὅσαι ἤθελον ἐγγραφῆ βραδύτερον εἰς τὸ βιβλίον τοῦ πλοίου. Κατὰ ταῦτα ὁ ἀπολέσας τὸ βιβλίον τοῦ πλοίου θὰ ζητήσῃ ἕτερον βιβλίον ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Πρωτοδικείου, ὅστις ὀφείλει τότε, κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου, νὰ ἐγγράψῃ ἐν αὐτῷ πάντα τὰ ἐν τῷ παρ’ ἑαυτῷ βιβλίῳ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐγγεγραμμένα βάρη, ὥστε μέχρι τῆς παροχῆς τοῦ δευτέρου βιβλίου δύναται ὁ δανειστής, οὗ ἀπώλοντο τὰ ἔγγραφα, νὰ φροντίσῃ ἀποτελεσματικῶς περὶ τῆς ἐγγραφῆς, προλαμβάνων πάντα κίνδυνον προτιμήσεως νεωτέρων δανείων. Ἀλλ’ ἂν τοιαῦται ἀπίθανοι ὑποθέσεις ἀπωλείας ἐγγράφων δύνανται νὰ ἐπιδράσωσιν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν περὶ ἐγγραφῆς συστημάτων, δὲν ὑπάρχει ἄρα γε καὶ κατὰ τὸ ὑμέτερον σύστημα ὁ κίνδυνος αὐτὸς τῆς ἀπωλείας τῶν ἐγγράφων εἰς τὸ ταχυδρομεῖον; Βεβαίως, διότι καὶ κατὰ τὸ ὑμέτερον σύστημα θὰ ἀποσταλῶσι τὰ ἔγγραφα εἰς τὸν τόπον, ἔνθα κρατοῦνται τὰ βιβλία τῶν ὑποθηκῶν, π. χ. εἰς τὸ Γαλαξείδιον, εἰς τὴν Σκόπελον κλπ. καὶ ἐνδέχεται νὰ ἀπολεσθῶσιν ἐν τῷ ταχυδρομείῳ, καὶ τότε οὐδεμία θέλει ὑπάρξει ἐγγραφὴ τῆς ὑποθήκης, ἐνῷ κατὰ τὸ ἰσχύον σύστημα θὰ ὑπάρχῃ ἐν πάσῃ περιπτώσει σημείωσις τῆς ἐγγραφῆς ἐπὶ τοῦ τίτλου τοῦ δανειστοῦ. Διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ προτείνωνται τοιαῦται ἀντιῤῥήσεις, ἐνυπάρχουσαι εἰς ἀμφότερα τὰ συστήματα. Τὸ οὐσιῶδες ζήτημα εἶναι ποῖον τῶν δύο συστημάτων ἐνισχύει τὴν πίστιν τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, καθιστῶν εὐχερεστέραν τὴν ἀνεύρεσιν καὶ παροχὴν τῶν κεφαλαίων: τὸ μέχρι τοῦδε ἰσχύον σύστημα τῶν βιβλίων τῶν ναυτοδανείων, ἢ τὸ προτεινόμενον σύστημα τῶν βιβλίων τῶν ὑποθηκῶν; Νομίζω ὅτι ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν δὲν ὑφίσταται κἄν ζήτημα. Ὁ ἰδιοκτήτης πλοίου, ὁ ἔχων ἀνάγκην δανείου, δύναται νὰ παρουσιάσῃ ἀμέσως τὸ βιβλίον τοῦ πλοίου εἰς τὸν δανειστὴν, ὅπως πείσῃ αὐτὸν, ὅτι οὐδὲν προγενέστερον βάρος ἐπιβαρύνει τὸ πλοῖον, δίδων δὲ τὸ δάνειον ὁ δανειστὴς, δύναται νὰ ἐγγράψῃ συγχρόνως αὐτὸ εἰς τὸ βιβλίον καὶ νὰ ἐξασφαλισθῇ κατὰ παντὸς μεταγενεστέρου δανείου. Τουναντίον, κατὰ τὸ σύστημα τῶν βιβλίων τῶν ὑποθηκῶν, ὁ ζητῶν δάνειον ἰδιοκτήτης πλοίου ὀφείλει ν’ ἀποδείξῃ εἰς τὸν δανειστὴν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐγγεγραμμένη ἤδη ἐπὶ τοῦ πλοίου ἑτέρα ὑποθήκη, καὶ πρὸς τοῦτο βεβαίως θὰ παρουσιάσῃ πιστοποιητικὸν τοῦ ἁρμοδίου ὑποθηκοφύλακος. Τὸ πιστοποιητικὸν ὅμως τοῦτο θὰ φέρῃ προγενεστέραν χρονολογίαν, ἀναλόγως τῆς ἀποστάσεως τῶν συμβαλλομένων ἀπὸ τοῦ τόπου, ἔνθα τὰ βιβλία τῶν ὑποθηκῶν, θὰ ἦναι ἐκδεδομένον πρὸ τριῶν, πρὸ πέντε, πρὸ δέκα ἡμερῶν. Πῶς θὰ βεβαιωθῇ ὁ δανειστὴς, ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ δὲν ἐνεγράφη ἑτέρα ὑποθήκη; Ἀλλ’ ἀντιτάσσει προσέτι ἡ ἐπιτροπή, ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης, ὁ θέλων νὰ δανεισθῇ, ἐνδέχεται νὰ εὑρίσκηται μακρὰν τοῦ πλοίου, καὶ νὰ μὴ ἔχῃ ἑπομένως πρόχειρον τὸ βιβλίον αὐτοῦ. Ἀλλὰ τότε, ἀπαντῶμεν, ὁ ἰδιοκτήτης δύναται νὰ φροντίσῃ νὰ δανεισθῇ πρὶν ἀποπλεύσῃ τὸ πλοῖον, ἢ δύναται νὰ ἔχῃ πληρεξούσιον ἐν τῷ πλοίῳ πρὸς συνομολόγησιν δανείου, ἢ τέλος δύναται νὰ ἀποστείλῃ τὰ ἔγγραφα ὅπου εὑρίσκεται τὸ πλοῖον, πρὸς καταχώρησιν. Ἄλλως, προκειμένου νὰ ἐκλέξωμεν μεταξὺ τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ τῶν ἀναγκῶν, ἃς ἔχει ἐν γένει ἡ ναυτιλία, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προτιμήσωμεν τὰς ἀνάγκας τῆς ναυτιλίας. Ἐκτὸς τούτου, μὴ λησμονήσητε ὅτι εἰς τὸ βιβλίον τοῦ πλοίου δὲν ἐγγράφονται μόνον τὰ ναυτοδάνεια, ἀλλὰ καὶ ἄλλαι προνομιοῦχοι ἀπαιτήσεις, τὰ κατὰ τὸν διάπλουν δάνεια, αἱ πρὸ τοῦ ἀπόπλου προμήθειαι τοῦ πλοίου, προσέτι δὲ καὶ πᾶσα μεταβολὴ ἰδιοκτησίας, εἰς τρόπον ὥστε τὸ βιβλίον τοῦ πλοίου χρησιμεύει οὐ μόνον ὡς βιβλίον ὑποθηκῶν, ἀλλὰ καὶ ὡς βιβλίον μεταγραφῶν, καὶ δὲν ὑποχρεοῦται ὁ δανειστὴς νὰ ἐξετάζῃ εἰς τὸ Λιμεναρχεῖον, ἵνα μάθῃ, ἂν ἀνήκῃ τὸ πλοῖον εἰς τὸν δανειζόμενον ἢ εἰς ἕτερόν τινα, διότι τὸ βιβλίον τοῦ πλοίου περιέχει ἀσφαλεῖς περὶ πάντων πληροφορίας. Τουναντίον τὰ βιβλία τῶν ὑποθηκῶν μόνον περὶ τῶν ναυτοδανείων καὶ δανείων περιέχουσι πληροφορίας. Ἕνεκα τούτου φρονῶ, ὅτι πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πίστεως τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν, ἢ μᾶλλον ὀφείλομεν νὰ τηρήσωμεν,—διότι ὑφίσταται πρὸ τεσσαρακονταετίας,—τὸ σύστημα τῶν ἐν χρήσει βιβλίων τῶν ναυτοδανείων. Καὶ διὰ τοῦτο ἠπόρησα, ὅταν εἶδον τὸν κ. Ὑπουργὸν ἀποδεχόμενον τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νέου συστήματος τῶν ὑποθηκικῶν βιβλίων, χωρὶς κἂν νὰ δηλώσῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς μετέβαλε γνώμην. Ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ ὁ νόμος τοῦ 1851, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς ἐγγραφῆς, περιέχει, ὡς ἐκ τῆς πείρας κατεδείχθη, καὶ ἀτελείας τινάς. Διὰ τοῦτο δὲν ἐνόμισα, ὅτι ὀφείλομεν νὰ τηρήσωμεν ἄθικτον τὸν νόμον τοῦ 1851, ὡς εἶναι ἀντιγεγραμμένος ἐν τῷ ὑπουργικῷ νομοσχεδίῳ, ἀλλ’ ὅτι ὀφείλομεν νὰ τροποποιήσωμεν αὐτὸν, πρὸς ἀποφυγὴν πάσης ἀσαφείας καὶ πάσης ἀμφιβολίας· καὶ οὕτως ἔπραξα ἐν τῷ ἐμῷ νομοσχεδίῳ. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ, ἐὰν εἰσέλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, δι’ οὓς αἱ ἐπενεχθεῖσαι τροποποιήσεις καθιστῶσι τὸ ἐμὸν νομοσχέδιον τελειότερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις. Ἀνακεφαλαιῶν ὑποστηρίζω, ὅτι χάριν τῆς πίστεως τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας ὀφείλομεν αʹ) νὰ διατηρήσωμεν τὸ ἐν ἰσχύϊ προνόμιον ὑπὲρ τῶν ναυτοδανείων, βʹ) νὰ καθιερώσωμεν συντρέχον νόμιμον προνόμιον καὶ ὑπὲρ τῶν ἁπλῶν τῶν πλοίων δανείων· καὶ γʹ) νὰ διατηρήσωμεν πρὸς ἐγγραφὴν ἀμφοτέρων τῶν προνομίων τούτων τὰ ἤδη ἐπιτυχῶς λειτουργοῦντα ἐπὶ τεσσαρακονταετίαν βιβλία ναυτοδανείων. Ἀλλὰ καθιεροῦντες συντρέχον προνόμιον ὑπὲρ δύο ἀπαιτήσεων, αἵτινες κατ’ οὐσίαν διαφέρουσι κατὰ τοῦτο μόνον, ὅτι ἡ μία ἀποσβέννυται διὰ τῆς ἀπωλείας τοῦ ὑπεγγύου πλοίου, ἐνῷ ἡ ἑτέρα ὑφίσταται καὶ μετὰ τὴν ἀπώλειαν, νομίζω, ὅτι κατὰ τὰ λοιπὰ πρέπει νὰ ἐξομοιώσωμεν αὐτὰς, ἐπεκτείνοντες τὰς περὶ ὑποθηκικοῦ ἢ προνομιούχου ἁπλοῦ δανείου διατάξεις τῶν ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίων καὶ εἰς τὸ ναυτοδάνειον, ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ διέπωνται ἀμφότερα ὑπὸ τῆς αὐτῆς νομοθεσίας ὅσον ἀφορᾷ τοὺς τύπους τῆς συνομολογήσεως, τὸν τρόπον τῆς ἐγγραφῆς, τὰ ἐξ αὐτῶν παραγόμενα διπλώματα, τὸν τρόπον τῆς ἐξαλείψεως αὐτῶν, κτλ. κτλ. Περὶ τούτων πάντων περιέχει πολλὰς διατάξεις τὸ νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου, ἃς ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς χαρακτηρίζει ὡς συγκεχυμένας. Ἐγὼ δὲν τὰς θεωρῶ συγκεχυμένας, ἀλλ’ ἐν μέρει ἀτελεῖς, ἐν μέρει δὲ ἀντιφατικάς. Διὰ τοῦτο ἐτροποποίησα καὶ ὡς πρὸς τοῦτο τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον, ἐπὶ τῷ τέλει τῆς πλήρους ἐξομοιώσεως τοῦ ναυτοδανείου πρὸς τὸ ὑποθηκικὸν ἢ προνομιοῦχον ἐπὶ πλοίων δάνειον. Οὕτω π. χ. ναυτοδάνειον δύναμαι νὰ λάβω κατὰ τὸν ἐμπορικὸν νόμον ἐπὶ τῆς μερίδος μου εἰς τὸ πλοῖον, καὶ ἂν αὕτη ἦναι ἐλάσσων τοῦ ἡμίσεως, ἀλλὰ, κατὰ τὸν περὶ ναυτικῶν ὑποθηκῶν γαλλικὸν νόμον, οὗ μετάφρασις περιέχεται εἰς τὸ ὑπουργικὸν, ὡς καὶ εἰς τὸ τῆς ἐπιτροπῆς νομοσχέδιον, ὑποθήκην δὲν δύναμαι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ παραχωρήσω, εἰμὴ τῇ ἀδείᾳ τῶν συνιδιοκτητῶν. Νομίζω ὅτι οἱ λόγοι, δι’ οὓς περιωρίσθη τὸ δικαίωμα τῆς παραχωρήσεως ὑποθήκης ἐπὶ μερίδος πλοίου, ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ ναυτοδανείων. Διατὶ δὲν ἐπιτρέπεται παραχώρησις ὑποθήκης ὑπὲρ δανείου εἰς τὸν ἁπλοῦν μεριδοῦχον; Ἵνα μὴ τυχὸν προκαλῆται εὐκόλως ἡ ἐκποίησις τοῦ πλοίου· ἀλλὰ τὸ αὐτὸ δύναται νὰ ἐπέλθῃ καὶ ἐπὶ συνομολογήσεως ναυτοδανείου. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, ἡ χαρακτηρίσασα ὡς συγκεχυμένας ὅλας τὰς περὶ λύσεως τῶν ζητημάτων τούτων διατάξεις τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου, ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ λύσῃ ταῦτα ἐπαρκῶς δι’ ἑνὸς καὶ μόνου ἄρθρου, ὅπερ περιέλαβεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ της. Κατὰ τὸ ἄρθρον 35 ἐδ. βʹ τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, «τὰ ἐπὶ πλοίων ναυτοδάνεια ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ ὑποθήκης πλοίων νόμου καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐγγραφὴν καὶ τὴν κατάταξιν αὐτῶν καὶ τὰ ἐκ τούτων δίκαια». Ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη, ἡ τόσον λακωνικὴ, βεβαίως δὲν δύναται νὰ δώσῃ εἰς ἡμᾶς ἀσφαλῆ βάσιν, ἵνα φθάσωμεν εἰς πλήρη λύσιν τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐνταῦθα ἀναφύονται, τοὐναντίον νομίζω, ὅτι ἀμέσως δύναμαι νὰ ἀποδείξω εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὸ ἐλλιπὲς αὐτῆς τῆς διατάξεως. Ἠκούσατε ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐγγραφὴν, ἐξομοιοῦνται τὰ ἐπὶ πλοίων ναυτοδάνεια μὲ τὰ ἐπὶ ὑποθήκῃ δάνεια, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς ἀπαγορεύει ῥητῶς νὰ χορηγῆται ὑποθήκη ἐπὶ μόνων τῶν ἐξαρτίων, ἐνῷ ὁ ἐμπορικὸς νόμος ἐπιτρέπει ῥητῶς τὴν χορήγησιν ναυτοδανείων ἐπὶ τῶν ἐξαρτίων. Ὅθεν, ἐρωτῶ, ὁ χορηγῶν ναυτοδάνειον ἐπὶ τῶν ἐξαρτίων ποῦ ὀφείλει, κατὰ τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, νὰ τὸ ἐγγράψῃ; εἰς τὸ βιβλίον τῶν ὑποθηκῶν, ἢ εἰς τὸ βιβλίον τοῦ Ἐμποροδικείου, εἰς ὃ μᾶς παραπέμπει τὸ ἑπόμενον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρ. 35 τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς; Ἂν δὲ καὶ τὰ βιβλία τῶν ὑποθηκῶν καὶ τὰ τοῦ Ἐμποροδικείου πρέπῃ νὰ παρακολουθῇ ὁ δικαστὴς, δὲν θὰ ἐπέλθῃ μείζων σύγχυσις ἐκ τῆς συγχρόνου οὕτως εἰπεῖν ἰσχύος καὶ τῶν δύο συστημάτων; Καὶ ἄλλας τινὰς ἐξηγήσεις ὤφειλον νὰ δώσω περὶ τοῦ περιεχομένου τοῦ ἐμοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἐπιφυλάσσομαι νὰ πράξω τοῦτο, ἂν μετὰ τὴν γενικὴν περὶ τῶν βάσεων τῶν νομοσχεδίων συζήτησιν προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λεπτομερειῶν. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι πᾶσαν κατέβαλον ἐπιμέλειαν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἀντικειμένου, περὶ οὗ πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν, καὶ φρονῶ ἐν πεποιθήσει, χωρὶς ποσῶς νὰ ἀποβλέπω εἰς λόγους προσωπικῆς φιλοτιμίας, ὅτι τὸ ἐμὸν νομοσχέδιον ἤθελεν εἶσθαι τὸ χρησιμώτερον πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς πίστεως τῆς ἐμπορικῆς ἡμῶν ναυτιλίας. Μετὰ προσοχῆς θέλω ἀκούσει πᾶσαν ἀντίῤῥησιν, καὶ προθύμως, πιστεύσατε, θέλω ἀναγνωρίσει, ἂν ὑπέπεσα εἴς τινα πλάνην. Καὶ βεβαίως ὁ εἰσάγων τοιοῦτο νομοσχέδιον ἀναλαμβάνει τόσον μεγάλην εὐθύνην ἀπέναντι τῆς κοινωνίας, ἐν ᾗ θὰ λειτουργήσῃ ἐπιψηφιζόμενον, ὥστε ἀπέναντι τῆς εὐθύνης ταύτης οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν πᾶς λόγος προσωπικῆς φιλοτιμίας. Ἀλλὰ μέχρι τοῦ παρόντος, Κύριοι, ἀκράδαντος διαμένει ἡ ὑπὲρ τοῦ ἐμοῦ νομοσχεδίου πεποίθησίς μου, δι’ ὃ συνιστῶ ὑμῖν τὴν κατὰ προτίμησιν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ.
§64ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§65ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βλέπω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ συζήτησις θὰ παραταθῇ πολύ.
§66ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κυκλάδων νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἀγόρευσίν του διὰ τὴν τρίτην συζήτησιν.
§67ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ νομοσχέδιον εἶναι σπουδαιότατον· βλέπετε ὅτι ὑπάρχουσιν ἀντιῤῥήσεις ἐπὶ τῶν βάσεων, ὥστε καλὸν εἶναι ν’ ἀναπτυχθῶσιν εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§68Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν σκοπῶμεν νὰ συντελέσωμεν εἰς τὸ νὰ καταρτισθῇ τέλειόν τι ἔργον, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπιτύχῃ τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἀπόψε τὴν συζήτησιν. Ἐὰν ὁ κ. Μπογιατζόγλους, ὁ ὁποῖος εἶναι νομίζω ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, φέρῃ ἀντίῤῥησιν εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, ὁ κ. Κωνσταντόπουλος θὰ ἔχῃ τὸν καιρὸν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ ἀνασκευάσῃ ὅσα θεωρήσῃ ὅτι πρέπει ν’ ἀνασκευασθῶσι.
§69ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος συνάδελφος ἐμήκυνε τὸν λόγον ὑπὲρ τὸ μέτρον, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, διότι ἐπὶ πολὺ ἠσχολήθη νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸν ἰσχύοντα νόμον, ἐπειδὴ δὲ τὸν ὑποθέτω γνωστὸν, δὲν φρονῶ ὀρθὸν νὰ ἀπασχολῶ τὸ ἀκροατήριον περὶ πραγμάτων γνωστῶν, ἀναμφηρίστων καὶ ἐν τῷ νόμῳ τεθειμένων· ἀλλ’ ὁπωσδήποτε εἰσήγαγέ τινας τῶν ἀκροατῶν, τοὺς τυχὸν ἀγνοοῦντας τὰς διατάξεις ταύτας, εἰς τὴν ἔννοιαν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐμήκυνε τὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ καὶ δι’ ἕτερον λόγον, ἀδυνατῶ δὲ νὰ συγχαρῶ αὐτῷ διὰ τοῦτο, καθόσον ἠσχολήθη ἐπὶ πολὺ, ἵνα πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι τὰ ναυτοδάνεια δὲν εἶναι ἄχρηστα τῇ ναυτιλίᾳ, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖα καὶ συντελεστικὰ εἰς τὴν πρόοδον αὐτῆς, ἐνῷ οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τοῦτο· καὶ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπουργικὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς τὴν ὠφέλειαν τῶν ναυτοδανείων ἀναγνωρίζουσι. Πρὸς τί τάχα ὁ ἔπαινος περὶ ναυτοδανείων; Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαινέσῃ τις τὸν Ἡρακλέα, ἀφοῦ οὐδεὶς μέμφεται αὐτόν; Ἐν τέλει κατέληξεν εἰς τὸ καίριον τοῦ ζητήματος, εἰς τὴν διαφωνίαν τὴν ὑπάρχουσαν μεταξὺ ἡμῶν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἀφ’ ἑνὸς καὶ αὐτοῦ ἀφ’ ἑτέρου. Λέγω αὐτοῦ καὶ μόνου, διότι τὸ Ὑπουργεῖον ἐδέχθη κατὰ τὴν πρώτην ψήφισιν τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, ἑπομένως δὲν ἔχω λόγον νὰ ὑποθέτω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διαφωνοῦσι πρὸς τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς.
§70ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπεφυλάχθημεν.
§71ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Τὸ καίριον τοῦ ζητήματος κεῖται ἰδίᾳ εἰς τοῦτο: ποῦ δέον τὰ δάνεια τὰ ἁπλᾶ, ὡς ὁρίζει αὐτὰ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἢ τὰ δάνεια τὰ ὑποθηκικά, ὡς ὀνομάζομεν ἡμεῖς αὐτὰ, ἢ τὰ ναυτοδάνεια, ὡς ἀμφότεροι ὀνομάζομεν τὰ σὺν τῇ ἀπωλείᾳ τοῦ πλοίου ἀποσβεννύμενα δάνεια, ποῦ δέον ἀμφότερα νὰ ἀναφέρωνται καὶ ἐγγράφωνται; εἰς τὸ βιβλιάριον τῶν πλοίων, ἢ ἐν βιβλίοις κρατουμένοις παρὰ δημοσίας ἀρχῆς, ἐγκαθιδρυμένης ἐν τῇ ξηρᾷ καὶ ἐντεταλμένης νὰ διαφυλάττῃ ταῦτα; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος πολὺν λόγον ἔκαμεν ὡς πρὸς τὴν ὀνομασίαν τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα χορηγοῦνται ἐπὶ τοῦ πλοίου· τὰ ὀνομάζετε, λέγει, ὑποθηκικά, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐσφαλμένον, εἶναι ἀκατάληπτον· ἐγὼ θὰ τὰ ὀνομάζω ἁπλᾶ δάνεια. Ἀλλὰ περὶ ὀνομάτων ἆρά γε πρόκειται; μεταβάλλονται τὰ δάνεια, ἐὰν ὀνομάσωμεν αὐτὰ ἁπλᾶ δάνεια, ἠγγυημένα ἐπὶ τοῦ πλοίου, ἢ ὑποθηκικά; Μετεβλήθη ἆρά γε ἡ ἔννοια αὐτῶν; Ἀξίζει περὶ τούτου νὰ ἐρίζωμεν; Ἐν τούτοις ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἔκαμε πολὺν περὶ τούτου λόγον, προσπαθήσας νὰ καταδείξῃ, ὅτι ἡ ἔννοια τῆς ὑποθήκης ὑποθέτει ἀκίνητον, ὅτι δὲ ἐσφαλμένως καὶ ἡμεῖς καὶ ὁ Γαλλικὸς νόμος ἐθεωρήσαμεν τὸ πλοῖον ἀκίνητόν τι. Ἀλλ’ οὔτε ἡμεῖς οὔτε ὁ Γαλλικὸς νόμος ἐθεώρησε τὸ πλοῖον ὡς ἀκίνητον, οὐδ’ ἐννοοῦμεν ν’ ἀντιταχθῶμεν εἰς τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων. Δὲν εἶπε τοῦτο ὁ Γαλλικὸς νόμος· εἶπεν ἁπλῶς, ὅτι ἡ ἰδέα τῆς ὑποθήκης ἐπὶ ἀκινήτων δύναται κάλλιστα νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τῶν πλοίων, ἔστω καὶ ἐκ φύσεως κινητῶν. Παρὰ Ῥωμαίοις ἡ ἰδέα τῆς ὑποθήκης δὲν συνεδέετο μὲ τὸ ἀκίνητον· ἡ ἰδέα τῆς ὑποθήκης ὑπῆρχεν, εἴτε ἐπρόκειτο περὶ ἀκινήτου, εἴτε περὶ κινητοῦ, ἀντετίθετο δὲ πρὸς τὴν τοῦ ἐνεχύρου. Τὸ μένον μὲν παρὰ τῷ δανειστῇ πρᾶγμα πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ δανείου ὠνομάζετο ἐνέχυρον, τὸ μένον δὲ παρὰ τῷ ὀφειλέτῃ πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ δανείου, εἴτε κινητὸν ἦτο εἴτε ἀκίνητον, ὠνομάζετο ὑποθήκη. Δὲν ποιούμεθα λοιπὸν κατάχρησιν τῆς λέξεως· εἶναι ὕλης νομικῆς, κεφάλαιον γνωστὸν ἐν τῷ νομικῷ κόσμῳ, γνωστὸν ἐν τῷ ῥωμαϊκῷ κόσμῳ. Ἐσχάτως ὅμως ἡ ἰδέα τῆς ὑποθήκης ὡρίσθη ὡς εἰδικῶς ἐπὶ ἀκινήτου ἐφαρμοζομένη. Ἀλλὰ τί κωλύει νὰ ὀνομάσωμεν τὸ ὑπέγγυον εἰς τὸν δανειστὴν πρᾶγμα ὑποθήκην ἢ ἐνέχυρον; Μίαν τινὰ ὀνομασίαν ὀφείλω νὰ τῷ δώσω, δὲν ἀντιβαίνει δὲ οὐδόλως εἰς τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν ἐντελῆ κατανόησιν αὐτῆς ἡ ὀνομασία τοῦ πράγματος, τοῦ ἐγγυωμένου τὸ δάνειον. Ὁ Ἰταλικὸς νόμος τὸ ὀνομάζει ἐνέχυρον· τὸ δάνειον, τὸ ἐπὶ τοῦ πλοίου χορηγούμενον, τὸ ἁπλοῦν δάνειον κατὰ τὸν προλαλήσαντα συνάδελφον, τὸ θεωρεῖ ἐξησφαλισμένον δι’ ἐνεχύρου, οὐχὶ δι’ ὑποθήκης· δὲν μεταχειρίζεται δηλαδή, πρὸς ἐκδήλωσιν τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου, τὴν λέξιν ὑποθήκην, ἀλλὰ τὴν λέξιν ἐνέχυρον. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον μία τις φράσις, μία τις λέξις εἶναι ἀναγκαία πρὸς ἐκδήλωσιν τῆς ἐννοίας. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εὑρῆκε ταύτην, ὀνομάζων ἁπλᾶ δάνεια τὰ δι’ ἐγγυήσεως τοῦ πλοίου ἐξησφαλισμένα· ἀλλ’ ἡ λέξις ἁπλοῦν δάνειον νομίζω, ὅτι ἀντιτίθεται πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ δανείου τοῦ ἐγγυημένου διὰ πράγματός τινος, καθόσον ἁπλοῦν δάνειον ἐν τῇ γλώσσῃ τῇ νομικῇ ὀνομάζομεν τὸ στηριζόμενον εἰς τοιαύτην ἐγγύησιν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὀρθὴ ἦναι ἡ ὀνομασία αὕτη, δὲν μεταβάλλει, ἐπαναλαμβάνω, τὰ πράγματα, καὶ τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ἠπόρησα, πῶς τοσοῦτος ἐγένετο λόγος περὶ τούτου, ἐνθυμούμενος μάλιστα, ὅτι ἔν τινι παρελθούσῃ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, τὸν ὁποῖον ἀληθῶς τιμῶ καὶ διὰ τὴν πεῖράν του τὴν νομικὴν καὶ διὰ τὴν εὐφυΐαν αὐτοῦ περὶ τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων, ἐκαυχήθη κατά τινα τρόπον, εἰπὼν ὅτι πρῶτος αὐτὸς ἐφεῦρε αὐτὴν τὴν ἰδέαν, τοῦτο δὲ εἶπεν ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς κ. Γεωργαντᾶν καὶ ἀπορῶν, πῶς ὁ κ. Ῥάλλης δὲν ὡμολόγει, ὅτι πρωτοφανὴς ἦτο αὐτὴ ἡ ἰδέα καὶ κατὰ πρῶτον ὑπὸ τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου λεγομένη. Τότε ἠναγκάσθην νὰ εἴπω, ὅτι, ἐὰν ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἐφεῦρέ τι, ἐφεῦρε μίαν λέξιν καὶ οὐδὲν πλέον. Ἐν συνόψει λέγω, ὅτι, ἐὰν εἴπωμεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον πραγματεύεται περὶ ἐπὶ ὑποθήκῃ δανείου ἢ περὶ δανείου ἐπὶ ἐνεχύρῳ ἢ περὶ ἁπλοῦ δανείου, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν δέχεται ὁ κ. Κωσταντόπουλος, τὰ πράγματα μένουσι τὰ αὐτά. Τὸ κύριον ζήτημα εἶναι, ποῦ δέον νὰ ἐγγραφῇ ἡ ἐξασφάλισις δανείου τινός, διδομένου ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τοῦ πλοίου· δέον νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὸ βιβλιάριον τοῦ πλοίου, ἢ ἄλλοθί που, παρά τινι ἀρχῇ; Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐνόμισεν ὅτι εὗρεν ἐπίκουρον τὸν νόμον τοῦ 1851, ἀποδοὺς δὲ εἰς τὸν νόμον αὐτὸν ὅλα τὰ εἰς τὴν ἡμετέραν ναυτιλίαν ἐπελθόντα ἀγαθὰ, ἔχεται αὐτοῦ ἐῤῥωμένως, οὐδ’ ἐννοεῖ νὰ τὸν ἀντικαταστήσῃ, διότι αὐτὸς δῆθεν φέρει τοσαύτην εὐμάρειαν εἰς τὴν ναυτιλίαν ἡμῶν, αὐτὸς ὁ νόμος τοῦ 1851 καὶ οὐχὶ ἄλλο τι. Πρός τί, λέγει, νὰ ἐγκαταλίπωμεν νόμον τοσοῦτον εὐεργετικόν; Ὁ νόμος αὐτὸς, κατὰ τὸν κ. Κωνσταντόπουλον, οὐδὲν ζήτημα ἄχρι τοῦδε γεννήσας καὶ ἀπροσκόπτως ἐφαρμοσθείς, εὐηργέτησε τὴν ναυτιλίαν, χωρὶς νὰ γεννήσῃ οὐδὲν ζήτημα· τοὐλάχιστον ἐκεῖνος ἀγνοεῖ τοιαῦτα παράπονα. Ἀλλ’ ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὰς ἀποφάσεις τοῦ 1884 καὶ 1883 τοῦ Ἀρείου Πάγου, τῶν δύο τμημάτων αὐτοῦ καὶ τῆς ὁλομελείας, θέλομεν ἴδει, ὅτι καὶ περὶ τῆς ἐννοίας αὐτῆς τοῦ νόμου τούτου εἰσέτι ἐρίζομεν, μετὰ πάροδον ὁλοκλήρου τεσσαρακονταετίας, καὶ ἡ ἔρις περιστρέφεται εἰς αὐτὴν τὴν βάσιν τοῦ θεσμοῦ.
§72ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤμην δικηγόρος τῶν ὑποθέσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐξεδόθησαν αἱ ἀποφάσεις αὗται, ἑπομένως τὰς γνωρίζω.
§73ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Τόσῳ τὸ χειρότερον. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὰς ἀποφάσεις ταύτας, θέλομεν κατίδει, ὅτι περὶ τὴν βάσιν, περὶ τὴν κυρίαν ἔννοιαν τοῦ νόμου ὑπάρχει πλήρης ἀμφισβήτησις καὶ ἀμφιβολία. Αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος, ὁ μὴ γεννήσας οὐδὲν παράπονον κατὰ τὸν συνάδελφον, ὁ προσπορίσας τῇ ναυτιλίᾳ μέγιστα εὐεργετήματα, ἐνῷ ἀκριβῶς περὶ τούτου ἀσχολούμεθα νῦν, πῶς δηλαδὴ νὰ προσελκύσωμεν ὑπὲρ τῆς ναυτιλίας τὰ ἀπ’ αὐτῆς ἀπομακρυνόμενα κεφάλαια. Δὲν κατενοήθη εἰσέτι ἡ ἔννοια αὐτοῦ· σπουδαῖα ἐπιχειρήματα ὑποβάλλει τὸ ἓν τμῆμα τοῦ Ἀρείου Πάγου πρὸς ὑποστήριξιν μιᾶς τινος ἑρμηνείας, σπουδαῖα ὑποβάλλει καὶ τὸ ἕτερον πρὸς ὑποστήριξιν ἀντιθέτου ἑρμηνείας, καὶ ἐπέρχεται ἡ ἀπόφασις τῆς ὁλομελείας, ἥτις περιέχει ἰσχυροτάτην μειονοψηφίαν. Αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος λειτουργεῖ καὶ οὐδὲν ἐγέννησε ζήτημα. Ἀλλ’ ἐλησμόνησε καὶ ἕτερόν τι ὁ κ. Κωνσταντόπουλος, ὅτι ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐγεννήθη ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τὸ ζήτημα, ἂν ἐν περιπτώσει ἀπωλείας τοῦ βιβλιαρίου δύναται νὰ ἀποδειχθῇ διὰ μαρτύρων ἡ ἐγγραφὴ τοῦ δανείου εἰς τὸ ἀπολεσθὲν βιβλιάριον τοῦ πλοίου, καὶ τὰ δικαστήρια ἀπεφάνθησαν, ὅτι ἐπιτρέπεται. Φαντάσθητε δικαίωμα πραγματικὸν, ἀσφαλίζον μίαν ἀπαίτησιν καὶ ἀποδεικνυόμενον διὰ μαρτύρων! Ἀπωλέσθη τὸ βιβλιάριον καὶ ζητεῖται, ἂν ἐπιτρέπηται ἡ διὰ μαρτύρων ἀπόδειξις τοῦ ἐγγεγραμμένου προνομίου! Φαντάσθητε ὑποθήκην, ἐὰν θέλητε νὰ τὴν ὀνομάσητε οὕτως, εἴτε ἐνέχυρον, ἐὰν προτιμᾶτε τὴν δευτέραν ὀνομασίαν, ἢ ἁπλοῦν δάνειον κατὰ τὸν συνάδελφον, τὸ δὲ προνόμιον αὐτοῦ ἀσφαλιζόμενον διὰ μαρτυρικῶν καταθέσεων ἀπέναντι τῶν ἄλλων κατὰ τοῦ ὀφειλέτου ἀπαιτήσεων.
§74ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ λέγω δάνειον ἐπιπλοίων.
§75ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Τὴν λέξιν ὑποθήκην μετεβάλατε εἰς δάνειον ἐπὶ πλοίου. Ὀνομάσατέ την ὅπως θέλετε· περὶ τούτου δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, καθόσον ἡ ἔννοια μένει ἡ αὐτή· ἐὰν δὲ δὲν πρόκηται περὶ ἀμφισβητήσεως τῶν πραγμάτων, εἶναι μάταιον νὰ συζητῶμεν περὶ λέξεων. Μετεχειρίσθημεν τὴν λέξιν δάνειον ἐπὶ ὑποθήκῃ πλοίου, διότι καὶ τὸ Γαλλικὸν νομοθέτημα τὴν ἀσπάζεται· δὲν μετεχειρίσθημεν τὴν λέξιν ἐνέχυρον, διότι θὰ ἐπήρχετο σύγχυσις πρὸς ἑτέραν διάφορον περίπτωσιν, καθ’ ἣν τὸ πλοῖον παραχωρεῖται εἰς χεῖρας τοῦ δανειστοῦ ὡς ἐνέχυρον, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ κοινοῦ δικαίου. Κατὰ τὸ κοινὸν δίκαιον, τὸ πλοῖον δύναται νὰ χρησιμεύσῃ καὶ ὡς ἐνέχυρον ἀπαιτήσεως· δύναμαι δηλαδὴ, δανειζόμενος παρ’ ὑμῶν, νὰ δώσω εἰς χεῖρας ὑμῶν τὸ πλοῖόν μου ὡς ἐγγύησιν τῆς πληρωμῆς, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν δύνασθε νὰ κάμητε χρῆσιν τοῦ πλοίου, δικαιοῦσθε μόνον νὰ κρατῆτε αὐτὸ παρ’ ἡμῖν ἄχρις ἀποτίσεως τοῦ χρέους. Ὅθεν δὲν μετεχειρίσθημεν τὴν λέξιν ἐνέχυρον, ἵνα μὴ φέρωμεν σύγχυσιν μεταξὺ δύο ἰδεῶν διαφορετικῶν, δηλαδὴ μεταξὺ τῆς ἰδέας τῆς χορηγήσεως δανείου ἐπὶ τῇ ἐγγυήσει τοῦ πλοίου, ἀφιεμένου εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ ἰδιοκτήτου, καὶ δανείου ἐπὶ ἐγγυήσει πλοίου μένοντος παρὰ τῷ δανειστῇ.
§76ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπὶ τέλους προχωρήσατε.
§77ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Στενοχωρεῖσθε; Δυστυχῶς ὑμεῖς δὲν προσήλθετε εἰς τὰς συζητήσεις, εἰμὴ ἅπαξ. Ἂν προσήρχεσθε, θὰ ἦτο εὐχάριστον δι’ ἡμᾶς, διότι ἠθέλομεν φωτισθῆ ἐκ τῶν φώτων σας, δὲν θὰ ἐστενοχωρεῖσθε δὲ νῦν ἐπὶ τῇ ἀνεπαρκείᾳ μου. Τὸ καίριον τοῦ ζητήματος εἶναι, ποῦ δέον νὰ ἐγγραφῇ τὸ δάνειον. Ὁ εὐεργετικὸς δῆθεν νόμος τοῦ 1851, εἰς ὃν ἀποδίδει ὅλα τὰ ἀγαθὰ τῆς ἡμετέρας ναυτιλίας ὁ κ. Κωνσταντόπουλος, δὲν μοὶ φαίνεται ἄξιος τοῦ ὀνόματος. Βεβαίως συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ ὁρίσῃ ἕνα κανόνα, ὅτι τὸ προηγούμενον δάνειον προτιμᾶται τοῦ ἑπομένου, ἀντιθέτως πρὸς τὸν ἰσχύοντα ἐμπορικὸν νόμον, καθ’ ὃν ἐπροτιμᾶτο τὸ νεώτερον δάνειον, ἀλλ’ ἐν τῇ πράξει—εἶναι λυπηρὸν νὰ τὸ ἀναφέρῃ τις—εὑρέθη τὸ μέσον τῆς δημεύσεως τοῦ δικαίου τοῦ δανειστοῦ. Προσέρχεται ὁ ἰδιοκτήτης πλοίαρχος εἴς τινα παραλίαν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, εὑρίσκει ἐκεῖ πράκτορα προξενικὸν, συνεννοεῖται νὰ πιστοποιήσῃ οὗτος, ὅτι τὸ πλοῖον ὑπέστη ζημίας ἐκ τρικυμίας, ἀβαρίαν καὶ ἀπωλείας, συνομολογεῖται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πιστώσεως ταύτης ἓν νέον δάνειον, τὸ δάνειον δὲ, τὸ κατὰ τὸν διάπλουν γενόμενον διὰ τοιαύτην ἀνάγκην, προτιμᾶται τοῦ προεγγεγραμμένου κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου.
§78ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸ προλαμβάνετε τοῦτο;
§79ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Ἀλλ’ ὁ νόμος, λέγω, δὲν ἔφερε τὰ εὐεργετήματα, τὰ ὁποῖα σεῖς ἀποδίδετε αὐτῷ· δὲν ἐξασφαλίζει ἡ διάταξις ἐκείνη τὸν δανειστὴν, μένοντα ἐκτεθειμένον εἰς τὴν διάκρισιν τῶν πρακτόρων καὶ τῶν δολίων πλοιάρχων. Ἐὰν ἐπῆλθον ἀγαθὰ εἰς τὴν ναυτιλίαν, δὲν ἐπῆλθον ἐκ τοῦ νόμου ἐκείνου, ἀλλ’ ἐκ τῆς σιτοδείας ἐν Γαλλίᾳ καὶ τῇ δυτικῇ Εὐρώπῃ, διότι τὰ ἑλληνικὰ πλοῖα, ἱστάμενα πρὸ τῶν πυλῶν τοῦ Εὐξείνου πόντου, ταχύτερον τῶν ἄλλων παρελάμβανον σιτηρὰ ἐκ τῶν παραλίων τοῦ Δουνάβεως καὶ τῆς νοτίου Ρωσσίας καὶ ἔφερον εἰς τὴν Εὐρώπην, πρὶν φθάσωσι τὰ ἀγγλικὰ καὶ ἰταλικὰ πλοῖα, ἐλάμβανον δὲ οὕτω τοὺς πρώτους καὶ τοὺς καλλιτέρους ναύλους. Ἀλλ’ ὁ ἀτμὸς νῦν ἀνέτρεψε τοὺς ὅρους, διότι τὰ ἀτμόπλοια φθάνουσι ταχύτερον τῶν ἱστιοφόρων εἰς τοὺς λιμένας τῆς ἐξαγωγῆς, καὶ ἐκ τούτου ἡ σημερινὴ καχεξία τῆς ἡμετέρας ναυτιλίας, στερουμένης ἀτμοπλοίων. Δὲν ὀφείλεται λοιπὸν ἡ προτέρα ἀκμὴ εἰς τὸν νόμον, καθ’ ὃν δύναται νὰ ἀποδειχθῇ διὰ μαρτύρων τὸ πραγματικὸν δικαίωμα τοῦ δανειστοῦ.
§80ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ ἂν χαθῇ τὸ βιβλίον;
§81ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ἀφήσετε νὰ ἐκδηλώσω κατὰ σειρὰν τὰς ἰδέας μου, καὶ θέλετε ἐννοήσει, ὅτι τὸ ἡμέτερον σύστημα ἀποσοβεῖ τὸν κίνδυνον τῆς ἀπωλείας τοῦ βιβλίου.
§82ΜΙΛΗΣΗΣ. Σᾶς διέκοψα, ἐπειδὴ βλέπω ὅτι σᾶς ἔκαμεν ἐντύπωσιν αὐτό.
§83ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ἐπιθυμῶ τὸ προνόμιον τοῦ δανειστοῦ νὰ ἀποδεικνύηται δι’ ἐγγράφων ἐπισήμων, ἐξησφαλισμένων παρά τινι δημοσίῳ ἀρχείῳ. Ἡ φυλλάδα τοῦ πλοιάρχου, ἡ περιφερομένη μετ’ αὐτοῦ ἐν τοῖς καπηλείοις, δὲν μοὶ ἀρκεῖ. Ὁ κ. συνάδελφος ἀποκρούει τὴν ἰδέαν ἡμῶν, ἰσχυριζόμενος, ὅτι οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχει ἐν περιπτώσει ἀπωλείας τοῦ βιβλιαρίου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς παρατηρήσεως, ἣν ἔκαμα πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐν περιπτώσει τοιαύτης ἀπωλείας δύναται νὰ ἀποδειχθῇ διὰ μαρτύρων ἡ ἐγγραφή, παρατηρῶ, ὅτι ἡ ἐγγραφὴ τοῦ δανείου ἐν τῷ βιβλίῳ τῷ παρὰ τῷ Πρωτοδικείῳ εὑρισκομένῳ δὲν ἦτο ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ κατὰ τὸν περὶ βιβλιαρίου νόμον. Ὑποχρεοῖ ὁ νομοθέτης τὸν δανειστὴν νὰ ἐγγράψῃ εἰς τὸ βιβλίον ἐκεῖνο, τῷ ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ, τὴν ἀπαίτησιν, διότι ἄλλως, ἐν περιπτώσει ἀπωλείας τοῦ βιβλίου τοῦ πλοίου καὶ μὴ ἐγγραφῆς τοῦ δανείου εἰς τὸ βιβλίον τῶν Πρωτοδικῶν, ὁ δανειστὴς ἀπέβαλλε τὸ προνόμοιον, ἀλλ’ οὐχὶ δι’ ἁπάσας τὰς ὀφειλὰς τοῦ ὀφειλέτου, ἀλλὰ μόνον διὰ τὰς ἐγγεγραμένας κατόπιν, ἀπέναντι δὲ τῶν ἄλλων δανειστῶν τοῦ ὀφειλέτου αὐτὸς προετιμᾶτο. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, εἶναι ὀρθὸν ὀφειλέτης τις νὰ προσδιορίζῃ ὑπέρ τινων μόνον δανειστῶν τὴν περιουσίαν αὐτοῦ, ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἄλλων, τῶν συναλλαττομένων μετ’ αὐτοῦ, ἀδυνατούντων νὰ ζητῶσι καὶ λαμβάνωσιν ἑκάστοτε ἀληθεῖς καὶ βεβαίας πληροφορίας; Ἔχετε πλοῖον, ἡ περιουσία δὲ αὕτη δίδει ὑμῖν ἀνάλογον πίστιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ· ζητεῖτε δάνειον, τὸ λαμβάνετε, (δὲν ὁμιλῶ περὶ ναυτοδανείων) καὶ ἐν τοσούτῳ αἴφνης ἀνακαλύπτεται, ὅτι ἡ περιουσία ἐκείνη, ἐφ’ ἧς ἐστηρίχθη ὁ δανειστὴς ὑμῶν, εἶναι βεβαρημένη δι’ ἄλλων δανείων προνομιούχων, τὰ ὁποῖα ἐκεῖνος ἠγνόει, διὰ νὰ γνωρίσῃ δὲ ταῦτα, ἔπρεπε νὰ προσφύγῃ εἰς τὸν πλοίαρχον, νὰ τὸν ζητήσῃ εἰς καπηλεῖα, κομίζοντα τὸ βιβλίον. Τὸ νὰ προσφύγητε εἰς τὸ βιβλίον τοῦ Πρωτοδικείου, εἶναι ἐπισφαλές, διότι ἐκεῖ, εἴτε ἐξ ἀμελείας εἴτε ἐξ ἄλλων λόγων, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐνεγράφη ἡ ἀπαίτησις ἄνευ βλάβης τοῦ προνομίου αὐτῆς· ὥστε τὸ βιβλίον τοῦ πλοιάρχου αὐτὸ καὶ μόνον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δέον νὰ συμβουλευθῆτε, προκειμένου περὶ ἀσφαλοῦς τοποθετήσεως τοῦ κεφαλαίου ὑμῶν, ἀλλὰ τὸ πλοῖον διαπλέει τὰς θαλάσσας καὶ τὸ βιβλιάριον μετ’ αὐτοῦ, ἑπομένως ἀδύνατον ἀποβαίνει ὑμῖν νὰ γινώσκητε τὴν ἀλήθειαν, καὶ πιθανῶς ὁ ὀφειλέτης ὑμῶν νὰ παρεχώρησεν ἤδη τρίτῳ τινὶ προνόμοιον ἐπὶ τῆς περιουσίας αὐτοῦ. Ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς ἐγένετο λόγος περὶ τῶν ἐνδεχομένων κινδύνων ἐξ ἀπωλείας τῶν ἐγγράφων, ἀλλ’ ὁ κ. Κωνσταντόπουλος ἠρκέσθη νὰ εἴπῃ, καθ’ ὅσον ἐνόησα, ὅτι, καὶ προκειμένου περὶ βιβλίου τηρουμένου παρὰ ἀρχῇ, ὁ κίνδυνος τῆς ἀπωλείας δὲν ἐκλείπει. Καὶ ἐκεῖ βεβαίως ὑπάρχουσι κίνδυνοι ἀπωλείας, ἀλλ’ εἶναι ἥσσονες τῶν κινδύνων, οὓς διατρέχει τὸ δάνειον εἰς βιβλίον φορητὸν, παρασυρόμενον εἰς τὰς τύχας τοῦ χειμαζομένου πλοίου. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος προσέθηκεν, ὅτι αὐτὸς ὁ κίνδυνος δύναται νὰ ὑπάρχῃ καὶ κατὰ τὴν ἀποστολὴν τῶν ἐγγράφων. Ἀλλὰ διὰ τῆς ἀποστολῆς τῆς μὴ ἐγκαίρου τῶν ἐγγράφων δὲν ἀπώλεσε δίκαιόν τι ὁ δανειστής, ὡς συμβαίνει κατὰ τὸν νόμον περὶ βιβλίου, καθ’ ὃν, ἐὰν ἐντὸς τῆς δεῖνα προθεμίας δὲν γείνῃ ἐγγραφὴ, ἀποβάλλεται τὸ προνόμιον. Ἀντὶ τοῦ συστήματος τοῦ βιβλιαρίου προὐτιμήσαμεν νὰ ἐγγράφηται ἡ ἀπαίτησις ἔν τινι βιβλίῳ, τηρουμένῳ παρὰ ἀρχῇ τινι· τοῦτο ἐθεωρήσαμεν συμφωνότερον πρὸς τὴν δημοσιότητα, ἣν δέον τὰ προνόμια ταῦτα νὰ κέκτηνται. Ἡ τοῦ πλοίου ὑποθήκη δέον νὰ μαρτυρῆται ἐπισήμως εἰς πᾶσαν τὴν κοινωνίαν, ὥστε πάντες οἱ μετὰ τοῦ ἰδιοκτήτου συναλλαττόμενοι νὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ συμβουλεύωνται βιβλίον τι, πιστοποιοῦν περὶ τοῦ φερεγγύου τοῦ ὀφειλέτου, ἤτοι τῶν ἐπὶ τοῦ πλοίου ἐγγεγραμμένων βαρῶν· εἰς τοῦτο δὲ δὲν ἐπαρκεῖ τὸ βιβλίον τὸ παρὰ τῷ Πρωτοδικείῳ τηρούμενον, διότι ἐνδέχεται νὰ ὑπάρξῃ πλάνη, νὰ μὴ ἐγγραφῇ δηλαδὴ τὸ χρέος, ἐξ ἀμελείας ἢ ἄλλης τινὸς αἰτίας, εἰς τὸ βιβλίον τοῦ Πρωτοδικείου καὶ οὐχ ἧττον τὸ προνόμιον νὰ ἀπεκτήθη διὰ τῆς ἐγγραφῆς εἰς τὸ βιβλίον τοῦ πλοίου, κατὰ τὸ ὑπὸ τοῦ συναδέλφου προτεινόμενον σύστημα· ἐὰν δὲ θελήσητε εἰς ὡρισμένην στιγμὴν νὰ γνωρίζητε τὴν θέσιν τοῦ μεθ’ ὑμῶν συναλλαττομένου, τὸ δὲ πλοῖον ταξειδεύει, δὲν δύνασθε νὰ συμβουλευθῆτε τὸ βιβλίον, καὶ ἐν τούτοις τὸ βιβλιάριον αὐτὸ, τὸ περιφερόμενον, περιλαμβάνει προνόμια ἐγγεγραμμένα, μέγιστα κατισχύοντα τῶν ἄλλων ἀπαιτήσεων. Ἀλλὰ μίαν τινὰ παρατήρησιν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ἡ ἐν τῷ πλοίῳ ὕπαρξις τοῦ βιβλίου, ἐν ᾧ ἐγγράφονται τὰ δάνεια, παρέχει μεγάλας εὐκολίας πρὸς εὕρεσιν δανείου· ὁ πλοίαρχος, κρατῶν αὐτὸ παρ’ ἑαυτῷ, δύναται ἑκάστοτε νὰ παράσχῃ αὐτὸ εἰς πάντα, θέλοντα τυχὸν νὰ δανείσῃ, καὶ ἑπομένως εὐκολώτερον δύναται νὰ συνομολογήσῃ δάνεια. Τὴν εὐκολίαν αὐτὴν δὲν ἀρνοῦμαι· ἀλλὰ δὲν πρόκειται ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ περὶ ἀληθοῦς καὶ κατεπειγούσης ἀνάγκης τοῦ πλοίου, περὶ ἧς καὶ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς ἐπαρκῶς προέβλεψεν, ἡ δὲ εὕρεσις δανείων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ οὐχὶ πρὸς πλήρωσιν ἐπειγούσης ἀνάγκης τοῦ πλοίου εἶναι εὐσεβὴς πόθος διὰ τὴν ἡμετέραν ναυτιλίαν. Ὁμιλῶ ἐν γένει περὶ αὐτῆς, βεβαίως δὲ θὰ ὑπάρχωσι καὶ ἐξαιρέσεις τινές. Ἡ ναυτιλία ἡμῶν ἀπασχολεῖ πλέον τῶν 300,000,000 δραχμῶν, ἀλλὰ δὲν μοὶ λέγετε πόσα τούτων ἐπορίσθη ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς; Παραμελεῖτε τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ὁ δανειστὴς πρέπει νὰ εὑρίσκῃ ἐν Ἑλλάδι, μὴ ἀφίνοντες τὸ βιβλίον τῶν ἐγγραφῶν κατατεθειμένον παρά τινι ἀρχῇ, ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τὴν κοινωνίαν τὴν δύναμιν νὰ γνωρίζῃ ἀκριβῶς καὶ ἐν πάσῃ στιγμῇ τὴν κατάστασιν τοῦ πλοίου, καὶ ἑπομένως στερεῖτε τὴν ναυτιλίαν τῆς εὐκολίας τοῦ νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ κεφάλαια τοῦ τόπου, ἢ τοὐλάχιστον περιορίζετε αὐτὴν, καὶ τοῦτο, ἵνα εὕρῃ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ δάνεια· ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, πόσα ἐκ τῶν 300 ἑκατομμυρίων εὗρεν ἄχρι τοῦδε ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ; Τὰ δάνεια, τὰ διὰ τὰς ἀληθεῖς ἀνάγκας τοῦ πλοίου κατὰ τὸν διάπλουν τελούμενα, προτιμῶνται πάντων τῶν ἄλλων, τῶν τελουμένων ἄνευ ἀνάγκης· ὥστε, ὅταν πλοῖόν τι εὑρεθῇ ἐν τῇ ἀνάγκῃ αὐτῇ, ὁ δανειστὴς δὲν ἔχει νὰ συλλογισθῇ τὰ ἐν Ἑλλάδι ὑποθηκικὰ βιβλία, οὐδὲ τὰς ἐν αὐταῖς ἐγγραφὰς, ἀφοῦ τὸ δάνειον αὐτοῦ χαίρει νόμῳ τὸ δικαίωμα τῆς προτιμήσεως ὑπὲρ πάντα τὰ προεγγεγραμμένα. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκηται περὶ δανείων οὐχὶ τοιούτων, τότε ἐκλείπει ἡ ἰδέα τοῦ κατεπείγοντος, ὁ δὲ δανειστὴς ἐντὸς ὀλιγίστων ἡμερῶν, τῇ χρήσει τοῦ τηλεγράφου, δύναται νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὸν νόμον τὸν ἡμέτερον, καὶ ἀσφαλῶς ἐγγράφων τὴν ὑποθήκην, νὰ παράσχῃ τὸ δάνειον. Δὲν κωλύει λοιπὸν τὸ ἡμέτερον σύστημα τὴν εὕρεσιν δανείου κατὰ τὸν διάπλουν καὶ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐπισκευῆς τοῦ πλοίου, διότι τὰ δάνεια ταῦτα, ἐπαναλαμβάνω, προτιμῶνται ὅλων τῶν ἄλλων. Ἂν ὅμως πρόκηται περὶ δανείων μὴ τοιούτων, τότε ἀξιοῦμεν ὁ δανειστὴς νὰ συμμορφῶται πρὸς τὸν νόμον, ἐγγράφων τὴν ὑποθήκην ἐν τῷ βιβλίῳ τῷ εὑρισκομένῳ παρὰ τῇ δημοσίᾳ ἀρχῇ, οὐδεμία δὲ ζημία ἐκ τούτου προέρχεται· ὀλίγων μόνον ἡμερῶν ἀπώλεια, ἐξασφαλίζεται δὲ ἡ καλὴ πίστις καὶ τὸ ἐγγραφόμενον προνόμιον ἀποκτᾷ ἀληθῆ δημοσιότητα, ἄνευ τῆς ὁποίας τοῦτο καταλήγει εἰς ἀδικίας κατὰ τῶν μετὰ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ πλοίου ὁπωσδήποτε συναλλαττομένων. Ὁ κ. συνάδελφος ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ τροποποιήσῃ τὴν ἐπιγραφὴν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ νὰ ἀποκρούσῃ τὴν ἰδέαν τῆς ὑποθήκης ἐπὶ πλοίων, διότι τὴν θεωρεῖ ὡς ἀπαισίαν, ὡς φέρουσαν σύγχυσιν ἰδεῶν· προέβη δὲ καὶ περαιτέρω, ἤτοι ἠθέλησε νὰ μεταῤῥυθμίσῃ τὴν διάταξιν τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου τοῦ ἐν ἐδαφίῳ 7 τοῦ ἄρθρου 191, ἔνθα λέγεται: «τὰ κατὰ τὸν διάπλουν δι’ ἀνάγκας τοῦ πλοίου δοθέντα εἰς τὸν πλοίαρχον δάνεια κτλ.» Ἀλλὰ μήπως ἡ παράγραφος αὕτη δὲν περιλαμβάνει καὶ τὰ ἁπλᾶ δάνεια καὶ πάντα οἱαδήποτε δάνεια; Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη τροποποιήσεως. Ἀλλὰ, λέγει, τὸ ἐδάφιον 7ον πραγματεύεται περὶ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ὁ πλοίαρχος συνωμολόγησε χωρὶς ὁ ἰδιοκτήτης νὰ ἦναι παρών· τὸ ἐδάφιον ὅμως τοῦτο—καὶ περὶ αὐτοῦ προνοεῖ ὁ νομοθέτης ὁ Γάλλος—ἐτύφλωττεν ἐπὶ αἰῶνα, καὶ τὴν τύφλωσιν ἔρχεται νὰ ἄρῃ ὁ ἔντιμος συνάδελφος! Ἀλλ’ ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ποία τις ἡ ἔννοια, ποῖον τὸ πνεῦμα, τὸ ὠθῆσαν τὸν νομοθέτην νὰ καθιερώσῃ τὸ προνόμιον ὑπὲρ τῶν δανείων τῶν συνομολογουμένων κατὰ τὸν διάπλουν, θέλετε κατανοήσει, ὅτι βεβαίως θὰ ἦτο ἀστεῖον, τὰ μὲν δάνεια τὰ χορηγούμενα τῷ πλοιάρχῳ κατὰ τὸν διάπλουν δι’ ἀνάγκας τοῦ πλοίου, ταῦτα ν’ ἀπολαμβάνωσι τοῦ προνομίου, αὐτὰ δὲ ταῦτα τὰ δάνεια, ἂν καὶ ἐδόθησαν διὰ τὰς αὐτὰς ἀνάγκας καὶ ἐν ταῖς αὐταῖς περιστάσεσι, νὰ μὴ ἀπολαμβάνωσι τοῦ πλεονεκτήματος ἐκείνου, διότι ἐδόθησαν οὐχὶ τῷ πλοιάρχῳ, ἀλλὰ τῷ ἰδιοκτήτῃ. Ἂν εἰς τοιαύτην ἀντίφασιν καὶ γελοίαν ἑρμηνείαν προέβαινεν ὁ νομοθέτης ὁ Γάλλος, βεβαίως θὰ ἦτο ἄξιος οἴκτου, βεβαίως δὲν θὰ ἤξιζε νὰ προσέχῃ τις εἰς τὴν ἐπιστήμην τὴν Γαλλικὴν καὶ τὴν τέχνην τοῦ νομοθετεῖν τοῦ Γαλλικοῦ ἔθνους, ἔπρεπεν ἴσως νὰ καταφύγωμεν εἰς Ρωσσίαν· καὶ ἀληθῶς ἐκεῖθεν ἠρύσθη ὁ συνάδελφος τὴν περὶ βιβλιαρίου θεωρίαν. Ἐν οὐδεμιᾷ χώρᾳ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, οὐδ’ ἐν Γαλλίᾳ, οὐδ’ ἐν Ἀγγλίᾳ, οὐδ’ ἐν Ὁλλανδίᾳ, οὐδ’ ἐν Δανίᾳ, οὐδ’ ἐν Ἰταλίᾳ, οὐδαμοῦ καθιερώθη τὸ σύστημα τοῦτο τῶν ἐν τῷ πλοίῳ βιβλιαρίων, καθιερώθη δὲ μόνον ἐν Ρωσσίᾳ· ἀλλὰ δὲν βλέπω τὴν ἀνάγκην νὰ καταφύγωμεν, προκειμένου περὶ ναυτιλίας, εἰς τὴν πεῖραν καὶ τὰ φῶτα τοῦ χερσαίου ἐκείνου ἔθνους. Δὲν ἦτο ἀνάγκη λοιπὸν μεταβολῆς τοῦ ἐδαφίου 7 τοῦ ἄρθρου 191. Ἀλλὰ τὸ νόστιμον εἶναι, ὅτι, ἀφοῦ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐν τῷ νομοσχεδίῳ του ἐν ἀρχῇ ἀμέσως λέγει τὰ ἑξῆς: «τὰ ἐδάφια 7 καὶ 9 τοῦ ἄρθρου 191 τροποποιοῦνται ὡς ἕπεται....», διὰ τῆς τροποποιήσεως δὲ ταύτης σκοπεῖ νὰ συμπληρώσῃ τὴν δῆθεν ἀτέλειαν τοῦ ἐδαφ. 7, συμπεριλαμβάνων καὶ τὰ πρὸς τὸν ἰδιοκτήτην χορηγούμενα δάνεια, ὡς νὰ μὴ περιελαμβάνοντο δῆθεν καὶ ταῦτα ἐν τῷ προνομίῳ, οὗτινος ἀπολαύουσι τὰ πρὸς τὸν πλοίαρχον δοθέντα, ἀμέσως κατωτέρω, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν μετὰ 18 ἄλλα ἄρθρα, ἐπανέρχεται πάλιν καὶ νέαν ἐπιχειρεῖ τροποποίησιν τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 191. Διπλῆ τροποποίησις ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου! Ὑποθέτω ὅτι τὸ σχέδιον αὐτὸ εἶναι ἐνδεικτικὸν τῆς καταστάσεως τῆς ἀσθενικῆς, εἰς ἣν εὑρίσκετο ἀτυχῶς ὁ συνάδελφος, ὅτε συνέταττεν αὐτό. Μεταξὺ δύο πυρετῶν δὲν εἶναι εὔκολον νὰ συντάξῃ τις ἓν ὀρθὸν ὁπωσοῦν νομοσχέδιον. Ἀντιθέτως πρὸς αὐτὸν, τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ πολλὰς ἑβδομάδας ἠγωνίζοντο ν’ ἀνταλλάξωσι τὰς ἰδέας αὐτῶν καὶ διατυπώσωσιν αὐτὰς εἰς νομοσχέδιον, πέποιθα δὲ, ὅτι τὸ ἔργον αὐτῶν, ἐὰν μή τι ἄλλο, εἶναι ἀπόῤῥοια εὐσυνειδήτου, μακρᾶς καὶ ἐπισταμένης μελέτης τῶν σχετικῶν ζητημάτων καὶ νομοθετημάτων. Ἡ ἐπιτροπὴ, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὸ σχέδιον τὸ ὑπουργικὸν, παρηκολούθησεν ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τὴν σειρὰν τῶν ἐννοιῶν αὐτοῦ, ὅπου δὲ εὕρισκεν αὐτὰς ἀντικειμένας πρὸς τὰς ἰδίας ἑαυτῆς, προέβαινεν εἰς τροποποίησιν ἀλλὰ τὴν μέθοδον ταύτην δὲν ἠκολούθησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἐδημιούργησεν ἐξ ὑπαρχῆς ἴδιον νομοσχέδιον, μεθ’ ὅλην δὲ, τὴν ὁποίαν κατέβαλον προσοχὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, εὗρον ἀλλοίαν μόνον κατάταξιν τῶν αὐτῶν ἐννοιῶν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπουργικοῦ, καὶ ἠδυνάμην νὰ ἀναφέρω εἰς ποῖον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπουργικοῦ ἀντιστοιχεῖ ἕκαστον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου τοῦ συναδέλφου, ἐὰν μὴ ἐφοβούμην ὅτι ἠθέλετε μὲ μεμφθῆ ἐπὶ ματαίᾳ καταναλώσει τοῦ χρόνου. Ἀνακατάταξις τῶν αὐτῶν ἐννοιῶν, ὅπου δὲ ἠθέλησε νὰ προσθέσῃ τι, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, ἀπέτυχεν. Ὡς μαργαρίτην ἀναφέρω τὸ ἑξῆς. Ἄρθρον 23 τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου (ἀναγινώσκει): «Ἂν ἀλλοδαπὸν πλοῖον περιῆλθεν εἰς ὑπήκοον Ἕλληνα, οὐχὶ δι’ ἀναγκαστικῆς ἐκποιήσεως, τὰ ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχοντα προνόμια διατηροῦνται ἐν ἰσχύϊ.... Προηγοῦνται ὅμως αὐτῶν τὰ μετὰ τὴν μεταβίβασιν τοῦ πλοίου εἰς τὸν ἡμεδαπὸν ἀποκτηθέντα κατὰ τοὺς ἡμεδαποὺς νόμους». Οὕτω τὰ προνόμια τῶν ξένων ἐπὶ τοῦ πλοίου, τὰ νομίμως ἀποκτηθέντα, ἐκμηδενίζονται ἀπέναντι τῶν κατόπιν παρ’ ἡμεδαπῶν ἀποκτηθέντων, προφανῶς δὲ ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου πάσχει τρομερὰν μισοξενίαν, ὅλως ἀντίθετον πρὸς τὸ πνεῦμα τῶν ἡμετέρων νόμων καὶ τῶν ἠθῶν τῆς κοινωνίας. Μὲ ἐνοήσατε;
§84ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλὰ σᾶς ἐννοῶ.
§85ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Τὰ προνόμια τῶν ξένων, τὰ προνόμια τὰ ὑπάρχοντα ἐπὶ πλοίου ἀλλοδαποῦ, περιελθόντος εἰς Ἕλληνα, εἶναι σεβαστὰ, ἀλλὰ προηγοῦνται αὐτῶν τὰ εἰς ἡμεδαπὸν ἀποκτηθέντα· ἂν δὲ ὁ ἀποκτήσας αὐτὰ ᾖναι ἀλλοδαπὸς, παραμένων ἢ μὴ ἐν Ἑλλάδι, δι’ αὐτὸν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου δὲν προνοεῖ, ἢ μᾶλλον ἀρνεῖται αὐτῷ τὸ πλεονέκτημα τὸ εἰς τὸν ἡμεδαπὸν χορηγούμενον. Ἕτερος μαργαρίτης. Ἐν ἄρθρῳ 24 λέγεται: «τὰ ναυτοδάνεια, περὶ ὧν δὲν πραγματεύεται ὁ παρὼν νόμος, διέπονται ὑπὸ τῶν σχετικῶν διατάξεων τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου». Σημειωτέον ὅτι ἐν πᾶσι τοῖς ἄρθροις τοῦ σχεδίου τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου γίνεται λόγος περὶ ναυτοδανείων καὶ ἁπλῶν δανείων, καὶ ἐν τούτοις ἐν ἄρθρῳ 24 λέγονται ὅσα σᾶς ἀνέγνωσα πρὸ ὀλίγου. Ἀφοῦ ἐφρόντισε καὶ ἀπηρίθμησε σειρὰν διατάξεων κανονιζουσῶν τὰ ναυτοδάνεια καὶ τὰ ἁπλᾶ δάνεια, παραδόξως βεβαιοῖ ἡμᾶς ὁ συντάκτης τοῦ σχεδίου, ὅτι περὶ ναυτοδανείων δὲν πραγματεύεται τοῦτο, ἀλλ’ ὁ ἐμπορικὸς νόμος. Ἴσως ἄλλην τινὰ ἔννοιαν ἀποδίδει εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο ὁ συνάδελφος· ἀλλὰ τότε πρὸς εὕρεσιν αὐτῆς ἔχομεν ἀνάγκην Δηλίου κολυμβητοῦ. Ἑτέρα παρατήρησις: πρόκειται περὶ τῆς διαρκείας τοῦ προνομίου, ταύτην δὲ ὁ κ. Κωνσταντόπουλος ὁρίζει εἰς δεκαετίαν, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἀνανέωσιν αὐτῆς, εἰμὴ ἐπὶ μίαν μόνην πενταετίαν, καὶ μόνον δυνάμει νέας συμφωνίας. Διατὶ ἆρά γε ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἀποκρούει τὴν καὶ περαιτέρω ἐνάσκησιν τοῦ προνομίου; Διατὶ ἀπαιτεῖ νέαν συμφωνίαν; Ἡ ἀπαίτησις θὰ ἰσχύσῃ ἐπὶ 30 ἔτη, καθόσον μετὰ 30 ἔτη παραγράφεται· ἡ ἀπαίτησις διὰ τῆς ἐγγραφῆς ἀπέκτησε προνόμιον, περιορίζετε δὲ τοῦτο εἰς 10 ἔτη καὶ κατὰ συγκατάβασιν χορηγεῖτε μίαν παράτασιν ἐπὶ πενταετίαν, ἀλλὰ μόνον δυνάμει νέας συμφωνίας, ἐνῷ ἡ ἀπαίτησις ἀκόμη παραμένει ἀκεραία. Διατὶ πάντα ταῦτα; πρὸς τί ἀπαιτεῖτε τὴν συναίνεσιν τοῦ ὀφειλέτου; διατὶ ἀρνεῖσθε τὴν καὶ ἐπὶ πλέον τῆς δεκαετίας καὶ πενταετίας παράτασιν τοῦ προνομίου, μέχρις ἐξοφλήσεως τῆς ἀπαιτήσεως, ἐνῷ ὁ δανειστὴς δύναται διὰ νέας ἐγγραφῆς νὰ προφυλάξῃ πάσης πλάνης τοὺς μετὰ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ πλοίου συναλλαττομένους; Ἀλλὰ προστίθεται ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ ἑτέρα τις παράγραφος, τῆς ὁποίας τὴν ἔννοιαν δὲν κατενόησα, ἔχει δὲ ὡς ἑξῆς: «Ἡ προθεσμία αὕτη δὲν τρέχει ἀπὸ τῆς κατασχέσεως τοῦ πλοίου, ἂν ἐπέλθῃ μετ’ αὐτὴν ἀναγκαστικὴ ἐκποίησις αὐτοῦ». Ποίαν τάχα προθεσμίαν δὲν ἐννοεῖ τρέχουσαν ὁ συνάδελφος; τὴν τῆς δεκαετίας ἢ τὴν τῆς πενταετίας, τῆς κατὰ νέαν μόνην συμφωνίαν, ὡς εἴρηται, ἐπιτρεπομένης; Καὶ ποία τις ἡ ἔννοια καὶ ποῖα τὰ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης ἀναστολῆς τῆς προθεσμίας; Ὁμολογῶ ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ, ὅτι πάσας ταύτας τὰς ἀπορίας ἀφίνει ἀλύτους ἐν τῷ ἐμῷ πνεύματι ἡ διάταξις αὕτη, ἧς τὴν ἔννοιαν ἀκριβῶς δὲν διορῶ. Καὶ ἄλλην παρατήρησιν θέλω ὑποβάλει ὑμῖν, καὶ περατῶ τὴν ὁμιλίαν μου, διότι ἀρκετὰ ἐκούρασα ὑμᾶς.
§86ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διόλου.
§87ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ἄρθρον 18 (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἔχοντες ἐγγεγραμμένας ἐν τῷ βιβλιαρίῳ τοῦ πλοίου ἀπαιτήσεις δικαιοῦνται νὰ ἐνεργήσωσι τὰς κατὰ νόμον κατασχέσεις καὶ ἀναγκαστικὴν ἐκποίησιν τοῦ πλοίου». Ἐρωτῶ: οἱ μὴ ἔχοντες ἐγεγραμμένας ἀπαιτήσεις κωλύονται τάχα νὰ ἐνεργήσωσι τὴν κατάσχεσιν καὶ ἐκποίησιν τοῦ πλοίου; Ὡς ἔχει διατετυπωμένον τὸ ἄρθρον ὁ ἔντιμος συνάδελφος, βεβαίως ἀποκλείεται ἡ ἔννοια ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει ὁ ἐμπορικὸς νόμος ἐν ἄρθρῳ 190: «τὰ πλοῖα εἶναι ἐκ τῶν κινητῶν, ὑπόκεινται ὅμως εἰς τὰ χρέη τοῦ πωλητοῦ καὶ ἰδιαιτέρως εἰς ἐκεῖνα, ὅσα κατὰ νόμον ἔχουσι προνόμιον». Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τῆς ἀνωτέρω διατυπώσεως τῆς ἰδέας τοῦ συναδέλφου, καὶ πέποιθα, ὅτι θέλετε μὲ δικαιώσει, ἐξάγοντα ἐκ τοῦ κειμένου αὐτῆς, ὅτι ἄρα οἱ μὴ ἔχοντες ἐγγεγραμμένας ἀπαιτήσεις δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα τῆς κατασχέσεως καὶ ἐκποιήσεως τοῦ πλοίου, ἀντιθέτως πρὸς τὸν ἀνωτέρω μνησθέντα ὁρισμὸν τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου. Βεβαίως δὲν εἶναι ἐν τῷ νῷ τοῦ συντάκτου τοιαύτη τις ἔννοια, ἀλλ’ ἡ διατύπωσις εἶναι πλέον ἢ ἐλαττωματική. Ὁ ἐμπορικὸς νόμος ἐν ἄρθρῳ 190 λαμβάνει τὴν πρόνοιαν, ὡς ἠκούσατε, νὰ ὀνομάσῃ τὰ πλοῖα κινητά· ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη τάχα νὰ δοθῇ τοιοῦτος χαρακτηρισμός; ἦτο ἀνάγκη νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι τὰ πλοῖα εἶναι κινητὰ, ἐνῷ ἡ φύσις τοῦ πράγματος εἶναι αὐτόδηλος; Τὰ πλοῖα βεβαίως εἶναι κινητὰ, ἀλλὰ δυσχερὲς εἶναι νὰ ἐξομοιώσητε ἓν δέμα βάμβακος πρὸς ἓν πλοῖον· κινητὸν καὶ τὸ ἓν, κινητὸν καὶ τὸ ἕτερον, ἀλλὰ τὸ πλοῖον παρακολουθεῖ ἡ δημοσία ἀρχὴ ἀπὸ τῆς γεννήσεως αὐτοῦ μέχρι τῆς καταστροφῆς του, ἔχει τοῦτο ἰδίαν ὀνομασίαν, ἔχει ἴδιον ἀριθμὸν ἐν τοῖς βιβλίοις τοῦ Κράτους, ἔχει οὕτως εἰπεῖν ἰδίαν προσωπικότητα. Τὰ πλοῖα εἶναι μὲν κινητὰ, ἀλλὰ, καίπερ τοιαῦτα, ἔχουσιν ἰδιάζουσάν τινα φύσιν, ἐν πολλοῖς ὁμοιάζουσαν πρὸς τὴν τῶν ἀκινήτων καὶ μὴ ἀποκλείουσαν καὶ τὴν ἰδέαν τῆς ὑποθήκης· ἐν ἀρχῇ δὲ τὰ πλοῖα ἐχαρακτηρίζοντο ἐν Γαλλίᾳ ὡς ἀκίνητα, ἐκ τούτου δὲ προῆλθεν ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπὸ τοῦ Γαλλικοῦ ἐμπορικοῦ νόμου ἀνακηρύξεως τῆς ἐναντίας ἀρχῆς, τῆς ἐν ἄρθρῳ 190 ἀναγραφομένης· ὅτι δὲ δὲν ἀποκλείει τὴν ἰδέαν τῆς ὑποθήκης, τὸ ἀνευρίσκω καὶ ἐν αὐτῷ τῷ ἄρθρῳ 3 τοῦ περὶ ὑποθήκης νόμου. Ἀληθῶς ὁ περὶ ὑποθήκης νόμος τοῦ 1836 ὁρίζει ἐν ἄρθρῳ 1, τίς ἐστὶν ὑποθήκη, εἶτα δὲ ἐν ἄρθρῳ 2, ποῖα εἶναι τὰ ἐπιδεκτικὰ ὑποθήκης, καὶ ἐν ἄρθρῳ 3 ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ παρατηρήσῃ τὰ ἑξῆς: «ὁ παρὼν νόμος δὲν φέρει καινοτομίαν εἰς τὰς διατάξεις τῶν περὶ πλοίων ναυτικῶν νόμων». Ἐν ἄλλαις λέξεσι, διῆλθεν ἐκ τοῦ νοῦ τοῦ νομοθέτου τοῦ 1836 ἡ ἰδέα, ὅτι ἠδύνατό τις νὰ ἐπεκτείνῃ καὶ ἐπὶ τῶν πλοίων τὴν ἔννοιαν τῶν ἀκινήτων καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ ἐπ’ αὐτῶν τὰς περὶ τῶν ὑποθηκῶν διατάξεις, ἀλλὰ τὴν ἰδέαν ταύτην ἐγκατέλιπεν ἀμέσως, ὑποκύψας εἰς τὴν ἐπίδρασιν τῶν περὶ πλοίων διατάξεων τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου, ὅστις κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἐλογίζετο ὡς τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς τελειότητος, ἀπέκρουε δὲ, λόγῳ κακῶς ἐννοουμένης προστασίας τῆς ναυτιλίας, τὴν μετὰ τὴν ἀπώλειαν τοῦ πλοίου ἀπαίτησιν δανείου δοθέντος ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν αὐτοῦ. Τούτων ἕνεκα φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὡς κατήρτισεν αὐτὸ ἡ ἐπιτροπὴ, μᾶλλον συμφωνεῖ πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς δημοσιότητος τοῦ προνομίου ἐπὶ πλοίων, διότι περὶ τούτου κυρίως εἶναι ἡ ἀμφισβήτησις, ὅλα δὲ τὰ ἄλλα εἶναι δευτερεύοντα. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν ἀπαιτῆται δημοσιότης προκειμένου περὶ ἀπαιτήσεως προνομίου ἐπὶ πράγματος, ὅπερ, καὶ κινητὸν ὑποτιθέμενον, ἔχει ὅμως ἰδιάζουσάν τινα φύσιν καὶ σχεδὸν εἰπεῖν προσωπικότητα· ἂν δὲ τοῦτο ἀληθεύῃ, ποία τις μέθοδος εἶναι ἡ μᾶλλον ἀσφαλὴς καὶ παρέχουσα δημοσιότητα μείζονα, τὸ βιβλάριον τὸ παρὰ τῷ πλοίῳ εὑρισκόμενον, ἢ τοὐναντίον τὸ βιβλίον τὸ παρὰ τῇ ἀρχῇ τῇ δημοσίᾳ τηρούμενον καὶ παρ’ αὐτῇ φυλαττόμενον; ἰδοὺ τὸ ζήτημα. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀμφισβήτησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου, τὸ δὲ ἐπιχείρημα, ὅτι διὰ τῆς ὑπάρξεως τοῦ βιβλιαρίου ἐν ταῖς χερσὶ τοῦ πλοιάρχου δύναται οὗτος εὐκολώτερον νὰ προμηθεύηται δάνεια ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, μάχεται πρὸς τὸ συμφέρον τῶν κολοσσιαίων σχετικῶς κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα διαθέτει ἡ ἡμεδαπὴ ὑπὲρ τῆς ἑλληνικῆς ναυτιλίας, δὲν ἔχουν δὲ σύγκρισιν τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα διαθέτει ὑπὲρ αὐτῆς ἡ ἡμεδαπὴ, πρὸς τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα τυχὸν εὑρίσκει ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Ὅθεν προκειμένου περὶ ἐρεύνης τοῦ τίνα πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅταν πρόκηται περὶ δημοσιότητος τοῦ προνομίου, πρέπει φρονῶ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν τὴν ἑλληνικὴν κοινωνίαν, δὲν κωλύεται δὲ διὰ τοῦ ἡμετέρου συστήματος ὁ πλοίαρχος νὰ εὕρῃ τὸ δάνειον καὶ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ὅταν τοῦτο ἀφορᾷ τὰς ἐν ταῖς περιπετείαις τοῦ πλοῦ παραχθείσας καὶ κατεπειγούσας ἀνάγκας. Ἂν πρόκηται ὅμως περὶ δανείου μὴ ἐπείγοντος κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ἡ τήρησις τύπων τινῶν πρὸς ἐγγραφὴν τοῦ προνομίου ἐπὶ τοῦ ἐν τῇ ἡμεδαπῇ εὑρισκομένου δημοσίου βιβλίου δὲν εἶναι ἐπιζήμιος οὔτε εἰς τὸν δανειστὴν οὔτε εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ πλοίου, ἐξασφαλίζει δὲ πάντας ἀπέναντι τῆς πλάνης ἢ τοῦ δόλου.
§88ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ ἀπαντήσω. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§89ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν.). Ἐμπρὸς ἡ ἡμερησία διάταξις.
§90ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ἡμεῖς συναινοῦμεν εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν εἰς τρίτην συζήτησιν τεταγμένων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχεδίων, καθ’ ἣν ἐν αὐτῇ κεῖνται σειράν.
§91Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Πρὸ ὀλίγου ἀπεφασίσθη, ὅπως μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν λυθῇ τὸ ζήτημα περὶ προτάξεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 41 νομοσχεδίου· Εὑρισκόμεθα εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, καὶ ἐπιμένομεν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ· ἐὰν δ’ ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, παρακαλοῦμεν νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ....
§93ΡΑΛΛΗΣ. Ἡμεῖς ἐπιμένομεν εἰς τὸ νὰ προταχθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 41 νομοσχέδιον τῆς ἡμερησίας διατάξεως· οὐδεμία δ’ ὑπάρχει ὡς πρὸς τοῦτο ἀντίῤῥησις.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ δι’ ἄλλα πολλὰ δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§95ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ διαφορὰ εἶναι ἡ ἑξῆς· ὅτι τὰ εἰς γʹ ἀνάγνωσιν εἶναι ἀρκετὰ ὥριμα, καὶ δύνανται νὰ ψηφισθῶσι καὶ αὔριον τὰ εἰς πρώτην ὅμως ἀνάγνωσιν, αὔριον δὲν θὰ ἦν καιρὸς νὰ ψηφισθῶσι.
§96ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὔριον θὰ κηρυχθῇ ἡ λῆξις.
§97ΡΑΛΛΗΣ. Ἂν θὰ κηρυχθῇ ἡ λῆξις, τὸ σφάλμα δὲν θὰ ἦναι ἐδικόν μας. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 41 νομοσχέδιον, περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ περὶ ὁδοποιΐας νόμου ΣΞΓʹ τοῦ 1867, τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου ΑΨΙΒʹ τοῦ 1878 καὶ τοῦ νόμου ΧΜΒʹ τοῦ 1888).
§98Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιμένω νὰ ψηφισθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 24 νομοσχέδιον τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ φθάσωμεν καὶ ἐκεῖ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν τῷ νομῷ Λαρίσσης.
§100ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐννοῶ νὰ φέρω κἀμμίαν δυσκολίαν, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ ὕδατος, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ μεταφερθῇ, καὶ περὶ τῆς δαπάνης...
§101ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Σᾶς παραδίδω ὁλόκληρον τὸν φάκελλον, περιλαμβάνοντα τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὰς ἄλλας πληροφορίας. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀδείας πρὸς κατασκευὴν σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ἀπὸ Ἑρμουπόλεως εἰς Ποσειδωνίαν.)
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὁρίου ἡλικίας πρὸς κατάταξιν ἐν τῇ στρατιωτικῇ σχολῇ τῶν Εὐελπίδων. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§103ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Ρικάκη, ὅπως εἰς τὸ ἔτος τὸ προστιθέμενον ἐπιπροστεθῶσι δύο ἔτη. Νομίζω ἀρκοῦσαν τὴν ἑπομένην συμπλήρωσιν ἐν τῷ τέλει τοῦ πρώτου ἐδαφίου: «.... ἰσχύουσι καὶ διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος καὶ διὰ τὸ ἐπιόν». Τὸ δὲ δεύτερον ἐδάφιον νὰ διατυπωθῇ οὕτω: «Διὰ τὸ ἔτος 1892 ὡς ἀνώτερον ὅριον ἡλικίας πρὸς κατάταξιν ἐν τῷ σχολείῳ τῶν Εὐελπίδων ὁρίζεται τὸ 18ον ἔτος συμπεπληρωμένον.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: Περὶ παραχωρήσεως δωρεὰν ἐθνικοῦ οἰκοπέδου πρὸς ἀνέγερσιν τουρκικοῦ τεμένους. Περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου ΑΥΠΒʹ περὶ ταμείου φάρων. Περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεών τινων τῶν τελωνειακῶν νόμων. Περὶ ἀνανεώσεως ἢ πληρωμῆς τῶν μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 1876 ὀφειλομένων τῷ Δημοσίῳ).
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσθέτου φόρου ὑπὲρ τοῦ δήμου Ἀρήνης.
§105Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ἀρχιμουσικοῦ τοῦ Β. ναυτικοῦ· ἄλλως θὰ φέρω ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας.
§106ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Μάλιστα, τοῦ ἀρχιμουσικοῦ (θόρυβος).
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὁρισμοῦ θέσεως καὶ προσόντων ἀρχιμουσικοῦ αʹ τάξεως τοῦ Β. ναυτικοῦ.
§108ΕΠΑΜ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὸ, τὸ ὁποῖον γίνεται, νομίζω ὅτι εἶναι λίαν ἄτοπον, διότι καθ’ ὅλας μὲν τὰς ἄλλας ἑσπέρας ἐγίνετο κατὰ πᾶν βῆμα ἔνστασις μὴ ἀπαρτίας, τώρα δὲ μόλις ὑπάρχουν ἐνταῦθα 30 Βουλευταὶ καὶ ἐν τῷ μέσῳ τῶν γελώτων ὅλων ψηφίζομεν νομοσχέδια!
§109ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἀπαρτία.
§110ΕΠ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔχω ἔνστασιν, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ πιστοποιηθῇ ἡ ἀπαρτία.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κ. κ. Βουλευτῶν).
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ· παρόντες 86. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ ὁρισμοῦ θέσεως καὶ προσόντων ἀρχιμουσικοῦ αʹ τάξεως τοῦ Β. ναυτικοῦ).
§113ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὡς φυσικὴ συνέπεια, κύριε Πρόεδρε, ἔρχεται τὸ νομοσχέδιον περὶ βαθμολογίας καὶ προσόντων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ φαρμακευτικοῦ κλάδου τοῦ Β. ναυτικοῦ.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσθέτου φόρου ὑπὲρ τοῦ δήμου Παμίσου πρὸς ἵδρυσιν καὶ συντήρησιν δημοτικοῦ Γυμνασίου ἐν Μεσσήνῃ. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: Περὶ προσθέτου φόρου καὶ αὐξήσεως δασμοῦ πρὸς συντήρησιν τοῦ ἐν Ἀγρινίῳ δημοσυντηρήτου Γυμνασίου. Περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ ͵ΥΜΒʹ νόμου).
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ βαθμολογίας καὶ προσόντων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ φαρμακευτικοῦ κλάδου τοῦ Β. ναυτικοῦ. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 1–3). Ἄρθρον 4ον (ἀναγινώσκεται).
§116ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἐν τῇ § γʹ παρακαλῶ νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «καὶ νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ τὴν ἡλικίαν τῶν τριάκοντα ἐτῶν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ἀπαλειφθεισῶν τῶν ἀνωτέρω λέξεων, συμφώνως τῇ προτάσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 5–13).
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 14 (ἀναγινώσκεται).
§118ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, δέχεσθε τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐπροτείναμεν;
§119ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Εἶπον ὅτι δύναμαι νὰ δεχθῶ παράτασιν χρόνου καὶ νὰ ὁρισθῇ προθεσμία ἑνὸς ἔτους ὡς ἀνώτατος ὅρος.
§120ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ μὴ χαρακτηρισθῇ ἡ προθεσμία ὡς παραγωγὸς δικαιώματος, νὰ μὴ θεωρήσητε τὴν ἀργίαν ὡς φυσικὴν κατάστασιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14, ἀντικατασταθείσης τῆς ἐν τῇ τετάρτῃ γραμμῇ φράσεως «ἐντὸς τριῶν μηνῶν» διὰ τῆς φράσεως «ἐντὸς ἔτους», καὶ τῆς κατωτέρω φράσεως «μέχρις οὗ ἀποκτήσωσιν αὐτὸ» διὰ τῆς φράσεως «μέχρις οὗ ἀποκτήσωσι τὴν πρακτικὴν ἄδειαν ἢ τὸ πρὸς σύνταξιν δικαίωμα». Μεθ’ ὃ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 15, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§121ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ πολλῶν μηνῶν μένουσιν ἐκκρεμῆ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν δύο νομοσχέδια ὡμολογημένης χρησιμότητος, τὰ γεωργικὰ, τὰ ὁποῖα συνεζητήθησαν διὰ μακρῶν καὶ τῶν ὁποίων τὴν ψήφισιν ἐζήτησαν καί τινες τῶν κκ. Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· δὲν εἶναι δὲ καὶ μακρά.
§122ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατ’ ἀρχὴν, ἀλλ’ ὑπάρχουν τροπολογίαι.
§123ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τότε θὰ ματαιωθῶσι.
§124ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θὰ ματαιωθῶσιν· αὔριον θὰ ψηφισθῶσι.
§125Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 24, κύριε Πρόεδρε.
§126ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅσα εἶναι εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§127ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ περὶ πιστώσεως τῶν 304 χιλιάδων. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1889 ἐκ δραχμῶν 304,830:07).
§128ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 18, κύριε Πρόεδρε.
§129ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε. Φέρω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 10 καὶ 10′ μ. μ.