1890.05.10
2,302 rows · 18,030 words · 119 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 41
Τῆς 10ης Μαΐου 1890.
(Πέμπτη)
Ὥρᾳ 6 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάτοικοι Λαρίσσης καὶ Τυρνάβου παρακαλοῦσιν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς αὐτοὺς, χορηγοῦσα σῖτον καὶ κριθὴν πρὸς σπορὰν, διότι ἕνεκα τῆς μεγάλης ἀνομβρίας ὑπέστησαν πλήρη καταστροφήν. Ζητεῖ τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§2ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶχον ἀπευθύνει εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν, τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Παιδείας ἐπερωτήσεις τινὰς, ἀλλὰ βλέπω, ὅτι κωφεύουσιν ἅπαντες, καὶ εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κωλυσιεργήσω, ὅπως τοὺς ἀναγκάσω νὰ ὑποβάλωσι τὰ αἰτηθέντα. Ἐζήτησα νὰ ὑποβληθῇ ἡ δικογραφία περὶ τοῦ ἀρχιεπισκόπου Μεσσηνίας Παναρέτου, νὰ ὑποβληθοῦν δὲ καὶ τὰ πρακτικὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Μονῆς Βουλκάνων. Ἀπὸ δὲ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐζήτησα νὰ ὑποβάλῃ τὰ βιβλία τῆς ἀποθήκης ὑλικοῦ Πειραιῶς.
§3ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δυνάμεθα νὰ μετακινήσωμεν τὸ ἐν χρήσει βιβλίον· ἂν ἀποσταλῇ τις εἰς τὸ γραφεῖον ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, θέλει τῷ ἐπιτραπῆ νὰ λάβῃ ἀντίγραφα τῶν χωρίων, ἅτινα θέλει νὰ ἐπικαλεσθῇ ὁ κ. Βουλευτής.
§4ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Τὰ ἔγγραφα τῆς ἐκλογῆς τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Μονῆς Βουλκάνων τὰ ἐζήτησα ἀπὸ τὴν Σύνοδον, καὶ ἅμα ὡς λάβω ταῦτα, θέλω τὰ καταθέσει.
§5ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).... (δίδει διασαφήσεις τινὰς, μὴ ἀκουομένας).
§6ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μοὶ δώσῃ πληροφορίας περὶ τῆς πυρκαϊᾶς τῆς συμβάσης ἐν τῷ δήμῳ Τανάγρας.
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχω ἐδῶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐνωμοτάρχου (ἀναγινώσκει): «Ἐν χωρίῳ Λιάτανι τοῦ δήμου Τανάγρας τῶν Θηβῶν σήμερον, τὴν 7ην Μαΐου τοῦ 1890 κτλ. Συνεπείᾳ τῆς ἀπὸ 5 τρ. μ. ἀναφορᾶς τοῦ δασοχωροφύλακος Θεοδώρου Βασιλείου περὶ τῆς ἐν τῇ θέσει Μαργιώτου τῆς περιφερείας τοῦ αὐτοῦ χωρίου ἐκραγείσης πυρκαϊᾶς ἐν τῷ δάσει, μεταβὰς ἐκεῖ, εἶδον ὅτι πρὸ πολλῶν ἡμερῶν εἶχεν ἐκραγῆ ἐν τῇ εἰρημένῃ θέσει πυρκαϊά, ἀποτεφρώσασα ἐπὶ 40 στρεμμάτων περὶ τὰς δύο χιλιάδας πεύκων, διαφόρων ἡλικιῶν, ἰδίως μικρᾶς, ὑπῆρχον δὲ μεταξὺ τούτων καί τινα ἐκ τῶν κοινῶς καλουμένων σταντζοπεύκων καὶ ὧν ἡ ζημία ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 1500 περίπου. Τὸ καὲν δάσος συνορεύεται δυτικῶς μὲ ἀγρὸν τοῦ Χαραλάμπου Μίχα, ἀρκτικῶς μὲ ῥεῦμα, ἀνατολικῶς καὶ μεσημβρινῶς μὲ τὸ δάσος Μαργιώτου. Πάραυτα ἐπελήφθην προκαταρκτικῶν ἀνακρίσεων κτλ. «Ὁ ἐνωμοτάρχης Καλαβρός.» Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ὁρίου ἡλικίας πρὸς κατάταξιν ἐν τῇ Στρατιωτικῇ Σχολῇ τῶν Εὐελπίδων.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 130).
§9ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Δὲν ἤλθομεν ἀκόμη εἰς τὸ θέρος, καὶ βλέπετε ὅτι ἡ σειρὰ τῶν πυρκαϊῶν ἤρξατο. Δύναμαι νὰ τὴν ὀνομάσω σειράν, διότι ἀκριβῶς ἐκ τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν μᾶς ἀνέγνωσεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, βλέπομεν ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τοιαύτην τάξιν ἰδεῶν, ὥστε βεβαίως τὰ ὑπολειπόμενα δάση εἶναι εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ἢ μᾶλλον εἰς τὸ ἔλεος αὐτῆς τῆς ἰδιοτρόπου δασονομικῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ὠνόμασεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δασοχωροφυλακήν. Κατὰ τὰς πληροφορίας, αἵτινες σήμερον ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὴν «Ἐφημερίδα», παρατηροῦμεν ἀκριβῶς τοῦτο, ὅτι ἡ χωροφυλακὴ ἔφθασεν ἐπὶ τόπου δύο ὥρας πρὶν ἢ λήξῃ ἡ πυρκαϊά, ὅτι ἡ πυρκαϊὰ αὕτη διήρκεσεν ἐπὶ 7 ὥρας, ὅτι ἑπομένως ἐπὶ πέντε ὥρας δὲν εὑρέθη ἐκεῖ ἡ δημοσία δύναμις, ὅπως περιστείλῃ τὸ κακόν. Ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ χωροφύλακος, ὅτι ἡ καταστροφὴ τῶν δύο χιλιάδων πεύκων ἀναλογεῖ πρὸς 1500 δραχμάς, ὅτι αὕτη οὐδεμίαν παρήγορον ἐντύπωσιν ἔκαμεν εἰς ἡμᾶς, τοὺς ἐνδιαφερομένους περὶ τῶν δασῶν, διότι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι περὶ τῆς ὑλικῆς ζημίας, ἂν τὰ καέντα πεῦκα στοιχίζωσι 1500 δραχμάς. Ἡμεῖς βλέπομεν καταστραφέντα 2 χιλιάδες πεῦκα, καὶ βλέπομεν αὐτὸ γινόμενον εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν δὲν ἐπικρατοῦσιν οὔτε οἱ ξηροὶ ἐκεῖνοι ἄνεμοι, οὔτε ἡ ἀτμοσφαιρικὴ ἐκείνη κατάστασις τοῦ θέρους, ἥτις τόσον εὐκολύνει τὰς πυρκαϊὰς, καὶ τὸ περιστατικὸν τοῦτο προοιωνίζεται σειρὰν καταστροφῶν, ὁποίαν βλέπομεν πρὸ πάντων κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη. Οὐδὲν ἕτερον ἐπληροφόρησεν ἡμᾶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ ὀλίγου, εἰμὴ τὸ ἀτελὲς ἢ μᾶλλον τὸ ἀνύπαρκτον τῆς δασονομικῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ, ἀντὶ νὰ περιορισθῇ δίδων εἰς ἡμᾶς αὐτὴν τὴν πληροφορίαν, ἔδει νὰ προβῇ εἰς ἀνάκρισιν, νὰ ἴδῃ κατὰ τίνα τρόπον αἱ ἀρχαὶ, αἱ τόσον ἀτελεῖς, αἱ τόσον ὕποπτοι,—ἃς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις,— ἐνήργησαν καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, διότι ἐκ τῆς περιστάσεως ταύτης δύναται νὰ λάβῃ ἀφορμὴν, ὅπως ἐκ τῶν ἐνόντων λάβῃ μέτρα τινὰ, σωστικὰ τῶν δασῶν διὰ τὴν ἐρχομένην περίοδον τῶν θερινῶν μηνῶν, ἥτις ἀπειλεῖ ἡμᾶς διὰ τόσων καταστροφῶν. Χθὲς ἐπὶ μακρὸν ὁ Πρωθυπουργὸς ἐξέθεσεν εἰς ἡμᾶς τὰ περὶ τῆς Στυμφαλίδος. Ἐν τούτοις τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐπὶ μακρὸν ἀνέπτυξεν, ἐπανέφερεν ἀμέσως εἰς τὴν μνήμην ἡμῶν τὸ δεινὸν τοῦτο ζήτημα τῶν δασῶν, διότι εἰς τὴν καταστροφὴν αὐτῶν ἐν Ἀττικῇ ἀποδοτέα ἡ ἀνάγκη, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἤδη τὸ Κράτος, νὰ ὑποστῇ νέα βάρη, ὕστερον ἀπὸ τόσα ἄλλα, ὅπως διὰ δαπάνης 52 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ὡς μᾶς εἶπεν ὁ Πρωθυπουργὸς χθὲς, καὶ μετὰ πάροδον ἓξ ἐτῶν φέρῃ τὰ ὕδατα ταῦτα ἀπὸ ἀποστάσεως 150 χιλιομέτρων, καὶ τοῦτο ἐν τῇ Ἀττικῇ, ὅπου ἐπὶ αἰῶνας τριπλάσιος πληθυσμὸς ἐκείνου, ὁ ὁποῖος σήμερον κατοικεῖ ἐν Ἀττικῇ, ἄφθονα εὕρισκεν ὕδατα, οὐ μόνον ὅπως ἀπαντήσῃ τὰς κοινοτάτας ἀνάγκας, ἀλλὰ καὶ ὅπως ἐξυπηρετήσῃ ἕνα τῶν μεγίστων καὶ λαμπροτάτων πολιτισμῶν, ἐξ ὅσων ποτὲ ἀνεδείχθησαν εἰς τὸν κόσμον, καὶ πολιτισμὸν ἀκριβῶς, καθ’ ὃν μεγίστη ἐγίνετο χρῆσις τοῦ ὕδατος, τοσαύτη, ὁποία ἴσως εἰς οὐδὲν μέρος τοῦ κόσμου γίνεται. Ἐν τούτοις ἡ Ἀττικὴ παρεῖχε τὰ ὕδατα ταῦτα, καὶ σήμερον ἀναγκάζεσθε νὰ μᾶς ἀναγγείλητε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπιψηφίσωμεν βάρη 52 ἑκατομμυρίων πρὸς προμήθειαν ὕδατος. Ἀλλ’ ἐὰν τοιαύτην ἐξακολουθήσωμεν νὰ ἔχωμεν ὑπηρεσίαν τῶν δασῶν, ἂν ἀπέναντι πάσης καταστροφῆς δένδρων ἀρκῆσθε εἰς μίαν ἔκθεσιν ἀμαθοῦς καὶ βαρβάρου δασοχωροφύλακος, ὅπως ἐκείνην, τὴν ὁποίαν μᾶς ἀνεγνώσατε πρὸ ὀλίγου, σᾶς λέγω, ὄχι ἐγώ, ἀλλ’ ἡ ἐπιστήμη, ὅτι, ἀφοῦ δαπανηθῶσι καὶ τὰ 52 ἑκατομμύρια, μετὰ πάροδον 30 ἢ 40 ἐτῶν καταστροφῆς δασῶν εἰς τὴν Πελοπόννησον καὶ εἰς τὰ πέριξ τῶν πηγῶν, ἐξ ὧν σχηματίζονται καὶ ἀποταμιεύονται τὰ ὕδατα τῆς Στυμφαλίδος, θέλομεν ἰδεῖ βεβαίως καὶ ἐκεῖ ἐλάττωσιν καὶ στείρευσιν ἴσως τῶν ὑδάτων τούτων. Αὐτὴ θὰ ἦναι ἡ τύχη καὶ αὐτῶν τῶν περιφήμων ὑδάτων τῆς Στυμφαλίδος τάχιον ἢ βράδιον. Ἡ καταστροφὴ τῶν δασῶν θὰ καταστρέψῃ καὶ τὰ ὕδατα ταῦτα, ἀφοῦ κατέστρεψεν ἐντελῶς τὴν ὑδραυλικὴν κατάστασιν τῆς Ἀττικῆς, ἡ ὁποία τόσα ἄφθονα ἔδιδεν ὕδατα ἐπὶ αἰῶνας μακρούς. Ἀφοῦ μετὰ ἡμίσεως αἰῶνος ἐλεύθερον βίον κατωρθώσαμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αἰῶνες βαρβαρότητος δὲν κατώρθωσαν, θὰ ἴδωμεν καὶ τὴν ἐλπίδα, τὴν ὁποίαν διὰ τόσης ἁδρᾶς δαπάνης μᾶς δίδετε, καταστρεφομένην καὶ αὐτήν. Ἄλλως τε ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἀντιπρόσωποι μόνον τῆς Ἀττικῆς ἐνταῦθα, ἀλλὰ ὅλου τοῦ ἔθνους. Ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι Ἀττικῆς καὶ Κορινθίας τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν τὸ βλέπουσιν ὑπὸ τὴν ἀποκλειστικὴν ἔποψιν, τὴν τοπικήν. Πάντες ἐφιστῶμεν τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τῆς πηγῆς τοῦ κακοῦ. Ἂν ἔχητε ἀνάγκην σήμερον διὰ τὴν Ἀττικὴν νὰ δαπανήσητε 52 ἑκατομμύρια, καὶ κατ’ ἐμὲ 70 ἑκατομμύρια, μὴ ἀμφιβάλλετε ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον ἐντὸς ὀλίγου καὶ διὰ τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα. Ἤδη τὰ ὕδατα ἠλαττώθησαν καὶ θὰ ἐξακολουθῶσιν ἐλαττούμενα καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν τῆς βορείου Πελοποννήσου, διότι κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαπενταετίαν τοιαῦται ἐγένοντο πυρκαϊαὶ δασῶν εἰς τὸ Παναχαϊκὸν, ὥστε ἀπεψίλωσαν τὰ ὄρη ἐκεῖνα ἀπὸ πᾶσαν χλόην. Οὕτω δὲ θὰ συμβῇ, ὅταν ἀρκῆσθε εἰς τὴν ἔκθεσιν ἑνὸς δασοχωροφύλακος, ὁ ὁποῖος φθάνει πάντοτε μετὰ τὴν καταστροφὴν, διότι ἐνθυμούμεθα τί συνέβη ἐν Ἀττικῇ πρὸ τριῶν ἐτῶν καὶ πέρυσι. Λοιπὸν δὲν εὑρίσκω, ὅτι δικαίως τόσην ὀλίγην σπουδαιότητα ἀπεδώκατε εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου περὶ τῆς πυρκαϊᾶς τοῦ δάσους τῆς Τανάγρας. Ἡ ἀξία τῶν πεύκων εἶναι ἀνεκτίμητος, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσον συνδέεται πρὸς τὴν παρελθοῦσαν καὶ τὴν μέλλουσαν καταστροφὴν τῶν δασῶν, ἡ ὁποία εἶναι τὸ μέγιστον ἐθνικὸν δυστύχημα, τὸ ὁποῖον κατὰ τοὺς χρόνους ἡμῶν συμβαίνει, καὶ κατὰ τοῦ ὁποίου σεῖς ἐξακολουθεῖτε ἀντιτάσσοντες τελείαν ἀπάθειαν καὶ ἀδιαφορίαν. Ὅταν σᾶς ἐλέγομεν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, διατὶ δὲν φέρετε νόμον περὶ δασῶν, μᾶς ἀπηντήσατε, ὅτι ὀφείλομεν νὰ συντελῶμεν εἰς τὴν ἀπαρτίαν. Ἀλλὰ ἐλησμονήσατε, ὅτι κατὰ τὴν Βουλευτικὴν ταύτην περίοδον προετάξατε ἑκατοντάδας νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν, καὶ ἐκτὸς αὐτῶν ἀνεγράψατε καὶ ἑτέρας ἑκατοντάδας εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀλλὰ μεταξὺ τόσων νομοσχεδίων δὲν ἐφέρατε καὶ νομοσχέδιόν τι περὶ δασῶν. Καὶ διατὶ δὲν τὸ ἐφέρατε; Διότι τοιαύτας ἔχετε πεποιθήσεις, διότι φρονεῖτε, ὅτι ἡ καταστροφὴ δύο χιλιάδων πεύκων δὲν ἀξίζει τίποτε ἄλλο παρὰ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀνεγνώσατε πρὸ ὀλίγου. Ἄλλην σημασίαν σεῖς δὲν ἀποδίδετε εἰς τὸ ζήτημα, παρὰ πόσην χρηματικὴν ἀξίαν ἔχει τὸ δένδρον· δὲν φαντάζεσθε ν’ ἀποδώσητε εἰς αὐτὸ τὴν μετεωρολογικήν του σημασίαν, φαντάζεσθε ὅτι μωρολογεῖ ὁ μέγας Arago, ὅταν λέγῃ, ὅτι ἡ καταστροφὴ δάσους ἐπὶ ὄρους τινὸς ἀσφαλῶς μεταβάλλει τὴν ἠλεκτρικὴν κατάστασιν ὁλοκλήρου χώρας πέριξ τοῦ καταστραφέντος δάσους, καὶ ὅλοι οἱ ἐπιστήμονες σᾶς λέγωσιν, ὅτι αἱ καταστροφαὶ τῶν δασῶν ἐλαττοῦσι τὰ ὕδατα καὶ τὰ στειρεύουσιν. Ἐπιφυλάττομαι, ὅταν ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίδος, νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ θέματος, διότι τὸ θέμα τοῦτο συνδέω ἐγὼ στενῶς μετὰ τοῦ θέματος τῶν δασῶν.
§10ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις θὰ προσθέσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ συνάδελφος, καὶ τοῦτο χάριν τοῦ γενικοῦ ἐνδιαφέροντος, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει, ὅπως, ἂν ἦτο δυνατὸν, περισωθῶσι τὰ ὑπόλοιπα δάση τοῦ τόπου. Ὁμιλοῦμεν περὶ νόμων, δι’ ὧν ἡ δασονομικὴ ὑπηρεσία πρόκειται ν’ ἀναμορφωθῇ. Ὑπάρχουσι τοιαῦται ἐπαγγελίαι, ὑπάρχει πιστεύω καὶ πρόθεσις εἰλικρινὴς πρὸς τοιαύτην ἀναμόρφωσιν τῆς δασονομικῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου εἶναι βεβαιότατον, ἰδίως εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κάμνουσι παρατηρήσεις καὶ λαμβάνουσιν ἄμεσον ἀντίληψιν τῶν πραγμάτων ἐπὶ τόπου, εἶναι βεβαιότατον, ὅτι ὁσονούπω τὰ ὑπολειπόμενα δάση καταστρέφονται, καὶ τότε δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀνάγκη νὰ ἀναμορφωθῇ ἡ ὑπηρεσία αὕτη. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω, Κύριοι, ὅτι τοὐλάχιστον ἡ ἐπαρχία, ἐξ ἧς κατάγομαι, ἐπαρχία, ἥτις ἦτο πλήρης δασῶν μέχρι πρὸ ὀλίγου, τὸ θέρος τοῦτο, ὑποθέτω, θὰ μείνῃ ἄνευ οὐδενὸς ἴσως δένδρου, καθ’ ὁλοκληρίαν θὰ καταστραφῶσι τὰ δάση. Γίνομαι δὲ κατὰ πᾶν θέρος μάρτυς αὐτόπτης τῶν ἀδιακόπων πυρκαϊῶν. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα εἶναι ἆρά γε τόσον ἁπλοῦν, καὶ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι, ἂν καταβληθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μέριμνα ἐξαιρετικὴ, ἔστω ἐφέτος, θὰ κατορθωθῇ νὰ ἐμποδισθῇ ἡ πυρπόλησις τῶν δασῶν; Ὁμολογῶ ὅτι δὲν εἶναι ἁπλοῦν καὶ εὔκολον τὸ πρᾶγμα, διότι, διὰ νὰ καταστραφῇ ἓν δάσος, τί ἀρκεῖ; δύναταί τις νὰ ἀνάψῃ ἓν πυρεῖον καὶ νὰ θέσῃ τὸ πῦρ εἰς ἓν χόρτον, καὶ ἀμέσως δύναται ν’ ἀναπτυχθῇ πυρκαϊὰ καταστρεπτική. Ὑποθέτω ὅτι ἔχετε δασοφύλακας αὐστηροὺς, φυλάττοντας καὶ θέλοντας νὰ καταδιώξωσι τὸν ἐμπρηστήν· ποῦ θὰ τὸν εὕρωσιν; Ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας τῆς δημοσίας, εἶχον καὶ ἐγὼ ἀνθρώπους ἰδίους, μεριμνῶντας διὰ τὴν φύλαξιν ἑνὸς ἰδικοῦ μου δάσους, ἐν τούτοις μοὶ ἐπυρπόλησαν μέρος τοῦ δάσους, χωρὶς νὰ δυνηθῶ ν’ ἀνακαλύψω τὸν ἐμπρηστήν· διῆλθεν ἄνθρωπός τις ἐκεῖθεν, ἔῤῥιψε τὸ σιγάρον του, φαίνεται, καὶ ἡ πυρκαϊὰ ἤναψεν. Ἐστάθη ἀδύνατον νὰ ἀνακαλύψω τὸν ἐμπρηστήν. Οἱ νόμοι οἱ ἰσχύοντες, οἱ παλαιοὶ νόμοι, ἐπρόβλεψαν τὸ δύσκολον τῆς ἀνακαλύψεως τῶν ἐμπρηστῶν, προκειμένου περὶ δασῶν, καὶ ἐννοεῖται ὅτι οἱ ἐμπρησταὶ εἶναι οἱ διττῶς ἐνδιαφερόμενοι, εἴτε διὰ σπορὰν τῶν ἐκ τῶν δασῶν ἐλευθερουμένων γαιῶν, εἴτε διὰ βοσκὴν ἐπ’ αὐτῶν. Εἶναι δὲ παρατηρημένον, ὅτι ἡ γῆ γίνεται γονιμωτάτη διὰ τῆς τέφρας τοῦ καέντος δάσους. Λοιπὸν ἐντεῦθεν γεννᾶται μέγα συμφέρον πρὸς ἐμπρησμόν· ὁ νόμος τὸ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν αὐτὸ, διὰ νὰ προλάβῃ δὲ τοὺς ἐμπρησμοὺς, ἔθηκεν αὐστηροτάτην τιμωρίαν κατ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἤθελε καλλιεργήσει εἰς μέρος πυρποληθὲν, ἀλλὰ δι’ αὐτὸ τοῦτο, τὸ αὐστηρὸν τῆς τιμωρίας, ἡ διάταξις ἐκείνη οὐδέποτε ἐφηρμόσθη, διότι εἶναι εἰς ὑπερβολὴν αὐστηρά. Λοιπὸν πρέπει νὰ γίνῃ μετριωτέρα, διότι οὐδένα δικαστὴν ἀφίνει ἡ συνείδησις νὰ ἐπιβάλῃ ποινὴν ἑνὸς ἔτους εἰς ἕνα πτωχὸν γεωργὸν, ὁ ὁποῖος μετέβη ἴσως καὶ ἀγνοῶν τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ νόμου ἐκαλλιέργησε τὸ μέρος ἐκεῖνο.
§11ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ ἐλάχιστος ὅρος τῆς ποινῆς εἶναι φυλάκισις δύο ἑβδομάδων, εἶναι ὅμως καὶ χρηματικὴ ποινὴ πολὺ βαρεῖα.
§12ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι τὴν λεπτομέρειαν αὐτήν. Ἀλλ’ εἴμεθα, βλέπω, σύμφωνοι. Λοιπὸν ἔπρεπε νὰ γίνῃ μία διάταξις μετριωτέρα, καὶ νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως ἐφαρμόζηται. Τώρα ἐπίσης ὑπάρχει καὶ μέτρον ἀπαγορεύσεως τῆς βοσκῆς· ἀλλ’ ὡς πρὸς τοῦτο τῷ ὄντι δὲν δύναται ν’ ἀποφανθῇ τις ὑπὲρ τοῦ τοιούτου μέτρου, οὔτε εἶναι πρακτικὸν, διότι δὲν εἶναι βέβαιον, ὅτι ταχέως τὸ μέρος θέλει οὕτως ἀναδασωθῆ. Καταλήγων παρατηρῶ, ὅτι ἀφ’ ἑνὸς χρειάζεται, ἡ Κυβέρνησις νὰ αἰσθανθῇ βεβαίως τὸ μέγα κακὸν, τὸ ὁποῖον ἀπειλεῖται διὰ τὸν τόπον, καὶ νὰ θελήσῃ εἰλικρινῶς νὰ καταγίνῃ, ὅπως προλάβῃ τὰς πυρκαϊάς. Πρὸς τοῦτο ὅμως δὲν ἀρκεῖ νὰ ἐκδώσῃ διαταγὰς πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους, δὲν ἀρκεῖ νὰ ἐπιδείξῃ διὰ φράσεων ἐν ταῖς διαταγαῖς τὴν μεγάλην αὐστηρότητα αὐτῆς, ἀλλὰ πρέπει νὰ καταστήσῃ πραγματικὴν τὴν διάθεσιν ταύτην καὶ τὴν ἐξωτερικεύσῃ διὰ πραγμάτων. Ὁ Ἔφορος ὁ Οἰκονομικὸς ἢ ὁ δασοφύλαξ λαμβάνουν μίαν διαταγὴν, ἀλλ’ ἔχουν καὶ μίαν ἄλλην, ὑπονοουμένην, καὶ αὕτη εἶναι ἡ ἐκτελουμένη καὶ ὄχι ἡ ἔγγραφος· διότι, ἂν αὐτὸς ὁ δασοφύλαξ ἐκδώσῃ πρωτόκολλον κατὰ εὐνοουμένου προσώπου, ὁ δασοφύλαξ αὐτὸς θὰ ἐκτοπισθῇ, ὁ ἄλλος δημόσιος ὑπάλληλος θὰ παυθῇ. Δὲν θὰ εἴπωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν: «παύσατε τὸν ὑπάλληλον, διότι ἐξέδωκε πρωτόκολλον ἐναντίον τοῦ δεῖνα φίλου μας», ἀλλὰ θὰ εἴπωσι: «παύσατέ τον, διότι δὲν μᾶς εὐνοεῖ». Λοιπὸν αἱ διαταγαὶ αἱ ἐπίσημοι, αἱ Ἑλληνικαὶ, τίθενται ἐκποδὼν ἀπέναντι τῶν ὑπονοουμένων διαταγῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ προνοήσῃ καὶ περὶ συμπληρωτικῶν πρακτικῶν νόμων, διὰ τῶν ὁποίων, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, νὰ ἐμποδίσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἰδίως καταστρέφει τὰ δάση, νὰ ἐμποδίσωμεν τοὺς ἐμπρησμούς.
§13ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρό τινων ἡμερῶν ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλὴν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Ἡ ἀνακοίνωσις αὕτη δὲν ἔχει βεβαίως σκοπὸν τὴν ἀναγραφὴν αὐτοῦ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ τὴν συζήτησιν καὶ κύρωσιν αὐτοῦ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι, κατὰ τοὺς διέποντας τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας νόμους, ὁ προϋπολογισμὸς αὐτοῦ συντάσσεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ κυροῦται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Οὐχ ἧττον ὅμως ἡ ἀνακοίνωσίς του εἰς τὴν Βουλὴν δὲν γίνεται ἁπλῶς χάριν περιεργείας, ἀλλὰ δίδει εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα καὶ ἐπιβάλλει καὶ τὸ καθῆκον, ἵνα ἐξετάσωμεν αὐτὸν καὶ ἐκφέρωμεν τὴν περὶ αὐτοῦ γνώμην ἡμῶν. Τοιοῦτον δὲ ἐκπληρῶν καθῆκον, ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου καὶ εἰδικώτερον ἐπὶ τῆς χρηματικῆς αἰτήσεως, τῆς ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» δημοσιευθείσης, καὶ διὰ τῆς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ζητεῖ νὰ διαθέσῃ τὸ εἰς τοὺς τρεῖς πρώτους μῆνας ἀναλογοῦν ποσὸν ἐκ τῶν ἐν αὐτῷ ἀναγεγραμμένων πιστώσεων. Ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος, στηριζόμενος ἐπὶ νομοσχεδίου ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ μὴ ψηφισθέντος, ἀνέγραψε πίστωσιν ἐκ 2,167,000 δραχμῶν, ὑπὸ κεφάλαιον Δʹ δὶς, διὰ ὑπηρεσίαν δανείων. Δὲν θέλω νὰ συζητήσω τὴν ἁπλῆν ἀναγραφὴν τῆς πιστώσεως ταύτης, καίτοι θεωρῶ καὶ ταύτην ὡς μὴ τακτικήν. Τὴν αἴτησιν ὅμως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα ποιήσῃ ἐντὸς τῶν τριῶν πρώτων μηνῶν τοῦ ἔτους χρῆσιν ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης δραχμῶν 1,500,000, θεωρῶ καὶ ἄτακτον καὶ παράνομον. Ἐζητήσαμεν περὶ τούτου ἐξηγήσεις παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις ἀπήντησεν, ὅτι τὴν αἴτησιν ταύτην ἐποιήσατο ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ τῆς ψηφίσεως τοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ διαθέσεως τῶν ἐσόδων τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Ἡ ἐξήγησις αὕτη δὲν μοὶ φαίνεται ἀρκοῦσα. Ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου ἠδύνατο ἴσως νὰ ἐγγράψῃ τὴν πίστωσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δὲν ἐδικαιοῦτο ὅμως νὰ ζητήσῃ, ἵνα τεθῇ εἰς τὴν διάθεσιν αὐτοῦ μέρος αὐτῆς, ὅπως τὸ δαπανήσῃ ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ γίνῃ δαπάνη τις ἐξ αὐτῆς, μὴ ψηφισθέντος τοῦ νόμου, ἐφ’ οὗ ἤθελε στηριχθῆ.
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι θεωροῦμεν πιθανὴν τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου, διὰ τοῦτο ζητοῦμεν τὸ ποσὸν τοῦτο.
§15ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦ ἐπιχειρήματος τοῦτο ἐμνήσθην ἤδη, διότι ἐπ’ αὐτοῦ στηρίζεται ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὴν δικαιολογίαν ὅμως ταύτην δὲν θεωρῶ ἰσχυράν, διότι καθ’ ὃν τρόπον διὰ τὰς ἄλλας δαπάνας, π.χ. διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ ταμείου, διὰ τὰ ἔξοδα συντηρήσεως ὁδῶν κλπ. ἐζήτησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τεθῇ εἰς τὴν διάθεσίν του τὸ χρηματικὸν ποσὸν, τὸ ἀναγκαῖον διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν ἐντὸς τῆς πρώτης τριμηνίας, οὕτω καὶ δι’ ὑπηρεσίαν δανείων ἐποιήσατο ὁμοίαν αἴτησιν διὰ δραχμὰς 1,500,000, ἐπὶ τῇ προβλέψει, ὅτι θὰ πληρώσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐντὸς τῶν πρώτων τριῶν μηνῶν τοῦ 1890.
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὗτος εἶναι ὁ λόγος.
§17ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀνύπαρκτος λόγος. Ἡ χρηματικὴ αἴτησις ἀποτελεῖ τὸ πρῶτον θετικὸν βῆμα πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἁπλῶς ἐγγραφείσης πιστώσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Δεικνύει δὲ, ὅτι ὑπάρχουσι δικαιοῦχοι, οἵτινες πρέπει νὰ πληρωθῶσιν ἐκ τοῦ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τιθεμένου ποσοῦ τῆς πιστώσεως. Ἐπιπρόσθετον δ’ ἀπόδειξιν ἔχομεν τὴν μὴ πληρωμὴν κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ 1890 οὐδενὸς ποσοῦ παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἐνῷ κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη εἶχον ἀποδοθῆ εἰς αὐτὸ ποσὰ, ἀνερχόμενα εἰς 1,500,000 δραχμῶν περίπου. Δὲν ἀπεδόθη δέ τι ἐφέτος εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, διότι τὰ ποσὰ, τὰ προηγουμένως πληρονόμενα εἰς αὐτὸ, κρατοῦνται κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἐκκρεμῆ ἐν τῷ Γεν. Λογιστηρίῳ, ὅπως συμψηφισθῶσιν ἀργότερον μὲ τὴν ἀνύπαρκτον ὀφειλὴν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας δι’ ὑπηρεσίαν δανείων. Ἡ ἔνδειξις αὕτη ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ ἐγγραφὴ τοῦ ποσοῦ τῶν δραχμῶν 1,500,000 ἐν τῇ χρηματικῇ αἰτήσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν εἶναι ἁπλῆ ἐγγραφὴ, ἀλλ’ ἔχει καὶ θετικὸν σκοπόν. Τοῦτο δὲ εὑρίσκω ἀντικείμενον καὶ εἰς τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν καὶ εἰς τὴν ἀκρίβειαν τῶν πραγμάτων καὶ εἰς τὰς ἐπισήμους δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ εἰς αὐτὴν ἀκόμη τὴν λογικήν. Πρέπει δὲ νὰ ἐξηγήσω τοὺς λόγους, ἐφ’ ὧν στηρίζω τὴν γνώμην μου ταύτην. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἰσχυρίσθη, ὅτι, ἕνεκα τῆς ὑποβολῆς εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαθέσεως τῶν ἐσόδων τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ὑπέθεσεν ὅτι, ψηφιζομένου τούτου, ἤθελε παρουσιασθῆ ἡ ἀνάγκη πληρωμῶν ἑνὸς μὲν ἑκατομμυρίου ὡς εἰσφορᾶς εἰς τὸ Δημόσιον, πεντακοσίων δὲ χιλιάδων δραχμῶν ὡς τόκων τοῦ δανείου τῶν 20,000,000 δραχμῶν παλαιῶν, τοῦ συνομολογηθέντος ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, καὶ τοῦ συνομολογηθησομένου ἑτέρου δανείου πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ ταμείου τούτου. Ἐλησμόνησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐζητήσαμεν νὰ διαγραφῇ μὲν ἐξ αὐτοῦ τὸ ἓν ἑκατομμύριον, ὅπερ ἀνεγράφετο ὡς εἰσφορὰ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας πρὸς τὸ Δημόσιον, νὰ ἐγγραφῇ δὲ ἐν αὐτῷ τὸ ποσὸν 960,000 δραχμῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήρχοντο τότε οἱ τόκοι τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας, καὶ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ῥητῶς ἐδήλωσεν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον δὲν ψηφισθῇ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, οἱ τόκοι τοῦ δανείου τούτου θὰ πληρώνωνται παρὰ τοῦ Δημοσίου, οὐδεμία δὲ θὰ ληφθῇ εἰσφορὰ παρὰ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Ἐναντίον ἑπομένως καὶ τῶν ἰσχυόντων νόμων καὶ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐζήτησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἔλαβεν εἰς τὴν διάθεσίν του τὸ ποσὸν, τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν πρώτην τριμηνίαν πρὸς πληρωμὴν τῶν τοιούτων ἀνυπάρκτων δαπανῶν τοῦ ταμείου. Καὶ τὰ πράγματα δ’ αὐτὰ ἀντιτίθενται εἰς τὴν τοιαύτην αἴτησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι καὶ τὸ εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου συνομολογηθὲν δάνειον τῆς ὁδοποιΐας ἐξωφλήθη κατὰ μέγα μέρος πρὸ τοῦ 1890, δάνειον δὲ νέον ὑπὸ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας δὲν συνωμολογήθη, ὅπως ἀπαιτήσῃ τὴν πληρωμὴν τόκων. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἰδοποίησεν ἄρά γε τὸν συνάδελφον αὐτοῦ περὶ τῆς ἐπελθούσης μεταβολῆς εἰς τὸ δάνειον τῆς ὁδοποιΐας, οὗτινος κατὰ τὴν πρώτην τριμηνίαν τοῦ 1890 τὸ κεφάλαιον κατῆλθεν εἰς 6,000,000 δραχ. περίπου, οἱ δὲ τόκοι εἰς 150,000 δρ. περίπου, καὶ προσέτι, ὅτι σήμερον τὸ κεφάλαιον αὐτοῦ κατῆλθεν εἰς ἓν ἑκατομμύριον περίπου διὰ μιᾶς ἄλλης πράξεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις, χάριν τίς οἶδε τίνος σειρᾶς μελλουσῶν λογιστικῶν ἐγγραφῶν, χρησίμων ἴσως πρὸς δικαιολόγησιν ἀτάκτου διαθέσεως μέρους τῶν συνομολογηθέντων δανείων, ἐναντίον ῥητῆς καὶ ἐγγράφου δηλώσεώς του πρὸς τὴν Βουλὴν, ἔλαβε δρ. 2,500,000 ἐκ τοῦ λογαριασμοῦ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ἐπλήρωσε ταύτας ἀπέναντι τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας; Καὶ ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων ἑπομένως ἀντιτίθεται εἰς τὰς δικαιολογίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι μήτε νέον δάνειον συνωμολογήθη, ὅπερ ἠδύνατο ν’ ἀπαιτήσῃ τὴν πληρωμὴν τόκων κατὰ τὴν πρώτην τριμηνίαν τοῦ 1890, μήτε τὸ εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου προϋπάρχον δάνειον τῆς ὁδοποιΐας ὑφίσταται τοιοῦτον, ὥστε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν χρηματικὴν αἴτησιν αὐτοῦ. Αἱ τοιαῦται αἰτήσεις καὶ ἐγγραφαὶ ἐνδεικνύουσι τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἐφαρμογῆς τῆς γνωστῆς μεθόδου τῶν ἐγγραφῶν ἰδανικῶν εἰσπράξεων μεταξὺ τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν διαγραφῶν ἐκ τῶν ἐξόδων αὐτοῦ δαπανῶν ἐπιβαρυνουσῶν αὐτὸ, πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς κατασκευῆς καὶ τῆς ἐπιδείξεως ἰσοζυγίων καὶ περισσευμάτων. Ἐκτὸς δὲ τῶν νομικῶν καὶ τῶν τυπικῶν λόγων, οὓς ἀνέφερον, ἡ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργοῦ, δι’ ἧς ἐκτὸς τῆς ἐγγραφῆς πιστώσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, προβαίνει καὶ μέχρι τῆς πρὸς διάθεσιν αὐτῆς χρηματικῆς αἰτήσεως, ἔχει τι τὸ ὅλως παράλογον καὶ κατ’ οὐσίαν. Ὁ τοιοῦτος δὲ παραλογισμὸς ἔγκειται ἐν ταῖς διατάξεσι τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὅπερ ἐλπίζομεν ὅτι δὲν θέλει ψηφισθῆ παρ’ αὐτῆς. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀνατρέπει καθ’ ὁλοκληρίαν τὰς βάσεις οὐ μόνον τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας περὶ ὁδοποιΐας, ἀλλὰ καὶ ὁλοκλήρου τοῦ ἰσχύοντος συστήματος τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας εἶναι προϋπολογισμὸς ἔκτακτος καὶ εἰδικὸς, ἀποτελῶν ἐξαίρεσιν τοῦ ἑνιαίου τῶν προϋπολογισμῶν ἡμῶν, ὅπερ καθιεροῖ καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Λογιστικὸς νόμος. Ἡ ἐξαίρεσις δ’ αὕτη ἐγένετο δεκτὴ κατὰ τὸ 1867, ἕνεκα τῶν ὅλως ἐξαιρετικῶν λόγων, οὓς παρουσιάζει ἡ ἐπιβαλλομένη ἀνάγκη τῆς κατασκευῆς ὁδῶν. Ἐπρόκειτο τότε, ὅπως καὶ σήμερον, νὰ κατασκευασθῶσιν ὁδοὶ ἀπολύτου καὶ ἀναμφισβητήτου ἀνάγκης, διὰ νὰ δύνανται οἱ κάτοικοι τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου νὰ μεταβαίνωσιν ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν καὶ ἀπὸ τῶν χωρίων εἰς τὰς πόλεις, χωρὶς νὰ κινδυνεύωσι νὰ κρημνίζωνται ἐπὶ τῶν βράχων, ἢ νὰ πνίγωνται ἐν τοῖς ποταμοῖς. Τὸ νομοσχέδιον δὲ, ὅπερ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνόμισεν ὅτι δύναται νὰ στηριχθῇ, ὅπως ζητήσῃ νὰ τεθῶσιν εἰς τὴν διάθεσιν αὐτοῦ 1,500,000 δραχμῶν διὰ τὴν πρώτην τριμηνίαν τοῦ τρέχοντος ἔτους, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀνατρέπει καθ’ ὁλοκληρίαν τὰς βάσεις καὶ τῆς γενικῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν νομοθεσίας καὶ τῆς εἰδικῆς νομοθεσίας, τῆς ἀφορώσης τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, καταστρέφει τὰ ὅρια, ἅτινα ἡ νομοθεσία ἡμῶν ἀπὸ τοῦ 1867 μέχρι τοῦ 1888 καθώρισε διὰ τὴν ἐνέργειαν καὶ τὴν λειτουργίαν τοῦ εἰδικοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, καὶ καθιστᾷ συνάμα εἰκονικὸν τὸ ἑνιαῖον τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν. Ἐκτὸς τῶν ὁδῶν ζητεῖ νὰ περιλάβῃ καὶ τοὺς σιδηροδρόμους ἐν τῷ ἐξαιρετικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Περιλαμβάνον δ’ αὐτοὺς καὶ μετατρέπον οὕτω τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας εἰς γενικὸν σχεδὸν προϋπολογισμὸν τῶν δημοσίων ἔργων, οὐδὲν προσθέτει νέον ἔσοδον εἰς τὸ ταμεῖον τοῦτο, οὗτινος οἱ πόροι μόλις ἀρκοῦσι πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἀρχικοῦ αὐτοῦ σκοποῦ. Δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ κατασκευὴ τῶν σιδηροδρόμων παρουσιάζει ὡσαύτως ἔκτακτον ἀνάγκην, ἥτις πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ ἐξαιρετικῶς καὶ δι’ ἐκτάκτων πόρων. Τοῦτο ὅμως παραδεχόμενοι καὶ συνδέοντες τὴν ἐκτέλεσιν ὅλων τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, τῶν τε σιδηροδρόμων καὶ τῶν ὁδῶν, ἄλλως πρέπει νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκτελέσεως αὐτῶν καὶ οὐχὶ ὅπως προτείνει τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον. Ἡ ἐπέκτασις, ἥτις ἤθελεν οὕτω δοθῆ εἰς τὰ ἔργα καὶ τὰς δαπάνας τοῦ συνόλου τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, δὲν ἐπιτρέπει ἡμῖν νὰ ἐφαρμόσωμεν καὶ ἐπ’ αὐτῶν τὸ σύστημα, ὅπερ ἕνεκα ὅλως ἐξαιρετικῶν λόγων ἐγένετο δεκτὸν διὰ μόνον τὴν ἁπλῆν ὁδοποιΐαν, τῆς ἀποφάσεως δηλ. καὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν τε ἔργων καὶ τῶν δι’ αὐτὰ δαπανῶν ὑπὸ μόνης τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ ἄνευ συμμετοχῆς τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Ἠδυνάμεθα ἴσως νὰ παραδεχθῶμεν τὴν σύνταξιν ἐκτάκτου προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ σύνταξιν τοιούτου κανονικὴν καὶ σύμφωνον μὲ τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς παρεδέχθησαν τοιαύτην καὶ ἄλλα Κράτη, ἅτινα σὺν τῷ τακτικῷ αὐτῶν προϋπολογισμῷ συντάττουσι καὶ ὑποβάλλουσιν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἔκτακτον, ἔχοντα τοὺς πόρους αὐτοῦ ἀφ’ ἑνὸς, καὶ τὰς δαπάνας του ἀφ’ ἑτέρου. Δὲν ἤθελον συμβουλεύσει τὴν σύνταξιν τοιούτου προϋπολογισμοῦ, διότι καὶ τὰ Κράτη, ἅτινα εἶχον τοιούτους, καταργοῦσιν αὐτοὺς σήμερον, ὅπως ἀποφύγωσι τὴν ἐν αὐτοῖς ἀναγραφὴν δαπανῶν ἀνηκουσῶν εἰς τὰ τακτικὰ τοῦ Δημοσίου ἔξοδα καὶ τὴν ἐκ τοιαύτης ἀναγραφῆς διατάραξιν τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν αὐτῶν. Ἔχομεν παράδειγμα τὴν Γαλλίαν, ἥτις, ἀποδίδουσα ἐν μέρει εἰς τοὺς ἐκτάκτους προϋπολογισμοὺς τὴν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐπελθοῦσαν διατάραξιν εἰς τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς, καταργεῖ αὐτοὺς σήμερον. Ἀλλὰ καὶ ἂν παραδεχθῶμεν τὴν σύνταξιν ἐκτάκτου προϋπολογισμοῦ διὰ πάσας τὰς δαπάνας τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, αἵτινες θὰ ἀνέρχωνται εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια, πρέπει νὰ συντάξωμεν καὶ νὰ ψηφίσωμεν καὶ τοῦτον καθ’ ὃν τρόπον συντάττομεν καὶ ψηφίζομεν καὶ τὸν τακτικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἐκτὸς ὅμως τῆς ἀνωμαλίας, ἣν τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περιέχει ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς συντάξεως καὶ τῆς ψηφίσεως ἑνὸς τοιούτου προϋπολογισμοῦ, ζητεῖ συνάμα νὰ καθιερώσῃ καὶ πλήρη ἀλλοίωσιν τῆς φύσεως καὶ τοῦ χαρακτῆρος τῶν ἐν αὐτῷ ἀναγραφησομένων δαπανῶν. Ὁποῖαί εἰσιν αἱ ἔκτακται δαπάναι, αἱ δι’ ἐκτάκτου προϋπολογισμοῦ ἐκτελούμεναι; εἰσὶν ἐκεῖναι, αἵτινες ἀφορῶσι τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, εἰς ἃ ἀναφέρεται ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος, ἐξαιρετικῶς δὲ καὶ τὴν συντήρησιν καὶ τὴν λειτουργίαν αὐτῶν. Αἱ τοιαῦται δὲ δαπάναι θεωροῦνται ἔκτακτοι, διότι ὑποτίθεται, ὅτι θὰ τελειώσωσι μίαν ἡμέραν καὶ δὲν θὰ ὦσι διαρκεῖς, ὅπως αἱ τακτικαὶ τοῦ Κράτους δαπάναι. Τοιοῦτον δὲ χαρακτῆρα δύνανται νὰ ἔχωσιν αἱ δαπάναι αἱ ἀναγκαῖαι εἰς τὴν κατασκευὴν καὶ εἰς τὴν πρόσκαιρον συντήρησιν καὶ ἀνακαίνισιν τῶν ὁδῶν καὶ τῶν σιδηροδρόμων. Τοιοῦτον ὅμως χαρακτῆρα οὐδέποτε δύναται νὰ ἔχῃ ἡ πληρωμὴ τῶν τόκων παγίων δανείων, ὧν τὸ προϊόν, ὡς ἔκτακτος πόρος, ἐχρησίμευσεν εἰς τὴν κατασκευὴν ὁδῶν ἢ σιδηροδρόμων, ὧν ὅμως ἡ ὑπηρεσία εἶναι παγία καὶ τακτικὴ δαπάνη, βαρύνουσα τὸν τακτικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους καὶ πληρονομένη ὑπὸ τῶν γενικῶν αὐτοῦ πόρων. Τοιαύτη δὲ εἶναι ἡ δαπάνη, ἧς τὴν πληρωμὴν ἐζήτησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τῆς χρηματικῆς αὐτοῦ αἰτήσεως, καὶ ἥτις μοὶ ἔδωκε τὴν ἀφορμὴν νὰ φέρω τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἡ πληρωμὴ τόκων παγίων δανείων οὐδαμοῦ ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἔκτακτος δαπάνη. Πανταχοῦ, ὅπου παρεδέχθησαν τὴν σύνταξιν ἐκτάκτων προϋπολογισμῶν ἀνέγραψαν ἐν τοῖς ἐσόδοις αὐτῶν τὸ προϊόν δανείων, ἐν τοῖς ἐξόδοις δὲ τὰς πρὸς ἐκτέλεσιν ἐκτάκτων ἔργων δαπάνας, οὐδέποτε δὲ τοὺς τόκους τῶν δανείων, οἵτινες ἀποτελοῦσι τακτικὸν τοῦ Κράτους ἔξοδον καὶ ἀναγράφονται ἐν τῷ τακτικῷ αὐτοῦ προϋπολογισμῷ. Τίνες δὲ ἔσονται οἱ πόροι, διὰ τῶν ὁποίων ὁ τοιοῦτος ἔκτακτος προϋπολογισμὸς θέλει πληρόνει τοὺς τόκους τούτους; Τὸ δάνειον. Θὰ καθιερωθῇ δηλ. ἡ ἀρχὴ, ὅτι οὐ μόνον τὰ ἔργα τῆς συγκοινωνίας θὰ ἐκτελῶμεν διὰ δανείων, ἀλλὰ καὶ τοὺς τόκους τῶν δανείων τούτων θὰ πληρόνωμεν διαρκῶς δανειζόμενοι. Ἐπὶ τοιούτου παραλόγου νομοσχεδίου, ἀνατρέποντος τὰς βάσεις οὐ μόνον τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν νομοθεσίας, ἀλλὰ καὶ τῆς λογικῆς, στηριζόμενος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐζήτησε νὰ διαθέσῃ ποσὸν 1,500,000 δραχμῶν. Ἐὰν τοιοῦτό τι παραδεχθῶμεν, θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ περίεργον φαινόμενον τῆς ὑπάρξεως δύο προϋπολογισμῶν τοῦ Κράτους, ὧν ὁ εἷς, φέρων τὸν τίτλον τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ, θὰ παρίσταται πλουσίως ἐνδεδυμένος, μὲ ἰσοζύγια καὶ μὲ περισσεύματα, ὁ δὲ ἕτερος, φέρων τὸν τίτλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς ὁδοποιΐας καὶ τῶν σιδηροδρόμων, θὰ παρουσιάζηται πτωχὸς, ἐλλειμματίας καὶ ἀποζῶν διὰ βοηθημάτων τοῦ ἄλλου προϋπολογισμοῦ καὶ διὰ δανείων καὶ τοῦτο, διὰ νὰ πληρόνῃ τόκους δανείων, μὴ βαρύνοντας αὐτὸν, ἀλλ’ ἀνήκοντας εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους.
§18ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι δὲν ἐπληρώθη οὐδὲ λεπτὸν συνεπείᾳ αὐτῆς τῆς αἰτήσεως· ἑπομένως ψέγετε μόνον τὸν χάρτην.
§19ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ψέγω τὸν σκοπὸν καὶ τὴν πρόθεσιν ὑμῶν· ἂν εἴχετε πληρώσει τι, ἠθέλετε τότε παραβιάσει ἰσχύοντας νόμους, καὶ ἠθέλετε φέρει οὐχὶ κοινοβουλευτικὴν, ἀλλὰ καὶ νομικὴν εὐθύνην. Ἀπόδειξις δὲ τοῦ σκοποῦ καὶ τῆς προθέσεως ὑμῶν εἶναι καὶ τὸ ὅτι ἐντὸς τῆς ληξάσης τριμηνίας τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας οὐδὲν ἔλαβε παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἐνῷ κατ’ ἄλλα ἔτη εἶχε λάβει ἐντὸς αὐτῆς πλέον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδέποτε διὰ τὸ τρέχον ἔτος, μόνον διὰ τὰ ὀφειλόμενα.
§21ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅπως καὶ κατὰ τὰ προηγούμενα, οὕτω καὶ κατὰ τὸ παρὸν ἔτος θὰ ὑπάρχωσι βεβαίως ὀφειλόμενα. Δὲν ἐπληρώσατε ὅμως ταῦτα, πιστεύοντες ὅτι θὰ ψηφισθῇ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, καὶ κρατοῦντες ἐκκρεμεῖς ἐγγραφὰς, ὅπως συμψηφίσητε τὰ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ὀφειλόμενα μὲ τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων, οὓς θέλετε νὰ ἐπιῤῥίψητε ἐπ’ αὐτῶν. Τοῦτο, δὲν χρειάζεται πολλὴν σοφίαν, διὰ νὰ τὸ ἐννοήσῃ τις.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὔτε πολλὴν σοφίαν διὰ νὰ μὴ τὸ ἐννοήσῃ.
§23ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐνδεχόμενον, ἂν τὸ σύστημα ὑμῶν δὲν ἦτο γνωστόν. Ἐπειδὴ ὅμως ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ ἐπὶ ἔτη εἶναι γνωστὸν ἐν ὅλαις αὐτοῦ ταῖς λεπτομερείαις, ἀποβαίνει εὔκολος ἡ κατανόησις τῶν λογιστικῶν ἐγγραφῶν, αἵτινες προετοιμάζονται καὶ διὰ τὸ παρὸν ἔτος ἐν τῷ καταλογισμῷ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων ἐν γένει τοῦ Κράτους ὡς καὶ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Ἡ ἀρχή, ἣν ζητεῖτε νὰ εἰσάξητε, εἶναι ἡ διὰ νόμου καθιέρωσις ἑνὸς προϋπολογισμοῦ, προωρισμένου νὰ λειτουργῇ διαρκῶς δανειζόμενος. Οὐδεὶς δὲ θὰ ἔχῃ τότε νόμιμον δικαίωμα νὰ ἀποτείνῃ παρατήρησίν τινα εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν συνομολόγησιν οἱωνδήποτε δανείων δι’ ὁσαδήποτε ἑκατομμύρια, διότι τὸ προϊὸν αὐτῶν θὰ παρουσιάζηται ὡς χρησιμεῦσαν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων δανείων χρησιμοποιηθέντων καθ’ οἱονδήποτε τρόπον καὶ ἐν οἱᾳδήποτε ἐποχῇ εἰς τὴν κατασκευὴν σιδηροδρόμων ἢ ὁδῶν. Ἡ τοιαύτη ἀλλοίωσις τοῦ χαρακτῆρος τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ἀλλοιοῖ καὶ ἀνατρέπει τὰς θεμελιώδεις βάσεις τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν νομοθεσίας. Εἶναι δὲ καθαρὰ παραβίασις οὐχὶ μόνον τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ ῥητῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, τοῦ ἀπαιτοῦντος τὴν παρὰ τῆς Βουλῆς ψήφισιν πάσης δαπάνης καὶ παντὸς βάρους καὶ φόρου ἐπιβαλλομένου ἐπὶ τοῦ ἔθνους. Διὰ τῆς ἐπιδιωκομένης δ’ ἀλλοιώσεως τοῦ χαρακτῆρος τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας δὲν πρόκειται μόνον νὰ ἐκτελεσθῶσι δι’ αὐτοῦ δαπάναι μὴ σχετιζόμεναι μὲ τὰ εἰς αὐτὸ ἀνατεθειμένα ἔργα, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπιβληθῶσιν ἐπὶ τοῦ ἔθνους ὑποχρεώσεις καὶ φόροι βαρεῖς, οἷοί εἰσιν οἱ τῶν δανείων, καὶ τοῦτο, ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ, μήτε οὐσιαστικοῦ μήτε τυπικοῦ, οἷοί εἰσιν οἱ ἱστὸν μὲν ἀράχνης ὁμοιάζοντες, ἀλλὰ κατὰ τὸ φαινόμενον τοὐλάχιστον ὑπάρχοντες περιορισμοὶ ἐν τοῖς περὶ συνομολογήσεως δανείων νόμοις ΑΨʹ καὶ ΑΨΠΑʹ. Τοιαῦτα ἔσονται τὰ ἀποτελέσματα τῆς παραδοχῆς ἀρχῆς, ἥτις καὶ πρὸ τῆς παραδοχῆς αὐτῆς συντελεῖ εἰς τὴν ἐνέργειαν λογιστικῶν πράξεων καὶ ἐγγραφῶν, αἵτινες φέρουσι διατάραξιν τῆς λειτουργίας τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ καὶ γεννῶσι συνήθως ἀνυπερβλήτους δυσκολίας εἰς τοὺς θέλοντας νὰ μελετήσωσι καὶ κατανοήσωσι τὰς λεπτομερείας τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, τὰ ἐπὶ τοῦ ἔθνους ἐπιβαλλόμενα βάρη καὶ τὰς διὰ λογαριασμὸν αὐτοῦ ἐκτελουμένας δαπάνας. Τοιαύτη δὲ πορεία δύναται νὰ φέρῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐπίτασιν τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως, ἥτις ἀπειλεῖ ἡμᾶς καὶ ἥτις μοιραίως θὰ ἐπέλθῃ, ὅταν δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ συνομολογῶμεν τὰ δάνεια, ἅτινα ἐξ ἐκτάκτων καὶ ἐξαιρετικῶν μεταβάλλομεν εἰς τακτικὸν καὶ πάγιον πόρον τοῦ Κράτους. Τοιουτοτρόπως δὲ κρίνων τὸ ζήτημα, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὸ ἄτακτον τῆς χρηματικῆς αἰτήσεως, ἣν ἐποιήσατο, ὅπως δαπανήσῃ ἐντὸς τῆς πρώτης τριμηνίας τοῦ τρέχοντος ἔτους δραχμὰς 1,500,000 εἰς πληρωμὴν τόκων, μὴ βαρυνόντων τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, καὶ συστήσῃ εἰς αὐτὸν πλειοτέραν εὐλάβειαν πρὸς τοὺς ἰσχύοντας νόμους, ὧν ἡ ἰσχὺς δὲν πρέπει κατ’ οὐδὲν νὰ μειοῦται ἐκ τῆς ὑποβολῆς νομοσχεδίων μὴ στηριζομένων μήτε ἐπὶ τῆς λογικῆς μήτε ἐπὶ τῶν γενικῶν ἀρχῶν τῆς νομοθεσίας ἡμῶν.
§24ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἄρχομαι ἀπὸ τῶν τελευταίων λέξεων τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἄρτης. Εἶναι τῷ ὄντι ἄξιον τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου ἐποιήσατο ἔναρξιν συζητήσεως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος· καταλήγων δὲ τὸν λόγον, ἔλεγεν, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ προνοήσῃ ἡ Βουλὴ περὶ τακτοποιήσεως τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ πάντων τῶν ἄλλων ταμείων, ἐν οἷς δὲν ἰσχύει ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἀλλὰ κανονίζονται τὰ κεφάλαια αὐτῶν αὐθαιρέτως. Διὰ νὰ ἀποδείξω δὲ τοῦτο, παρουσιάζω πρὸς τὴν Βουλὴν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 102 φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ λύμη τῶν πιστώσεων, τὸ βαρὺ αὐτὸ λογιστικὸν νόσημα, τὸ ὁποῖον κατέλαβε τὴν ἡμετέραν χώραν ἀπό τινος καὶ τοῦ ὁποίου εἴμεθα θεαταὶ ἀπὸ ἑνὸς μηνὸς, ψηφίζοντες πιστώσεις ἑκατομμυρίων, εἰσήλασε καὶ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Πρὶν δημοσιευθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1890, ἔχομεν αἴτησιν περὶ πιστώσεως 86,000 δραχμῶν ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Ἀλλ’ εἶναι κατάστασις αὕτη, νὰ βλέπωμεν τοιαύτην ἀπρονοησίαν εἰς τοὺς διευθύνοντας τὸ ταμεῖον αὐτὸ, ἵνα ζητήσουν πίστωσιν 86,000 δραχμῶν, πρὶν δημοσιευθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1890, ὁ ὁποῖος δὲν ἐδημοσιεύθη τὸν Σεπτέμβριον, διότι παρέβητε τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ προϋπολογισμὸς τῆς ὁδοποιΐας ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ Σεπτέμβριον μῆνα; Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας βουλευτὴς κ. Σωτηρόπουλος ἂς ἐπιμαρτυρήσῃ, ἐάν ποτε, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἤκουσεν, ὅτι ἐζητήθη ἀναπληρωματικὴ ἢ ἔκτακτος πίστωσις διὰ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Ἐὰν ἔμεινε δαπάνη ἀπρόβλεπτος, ἡ ἀσυνήθης ἀναβολὴ πληρωμῆς, ἐνεγράφη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἑπομένου ἔτους. Ἔκτακτον πίστωσιν ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν γνωρίζω· ἀλλ’ ἰδοὺ, ὅτι καὶ τὸ φαινόμενον τοῦτο ἐγένετο μαρτυρία τῆς ἐλεεινῆς ἀταξίας, ἥτις κρατεῖ. Ἐξ αὐτῶν δὲ τῶν 86,000 δραχμῶν αἱ 55,000 ἀνήκουσιν εἰς τὸ 6ον κεφάλαιον καὶ εἶναι πληρωμὴ μισθῶν ἐργατῶν· θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ πληροφορίας τινὰς, ποῦ ἐδαπανήθησαν καὶ διατὶ δὲν ἀνεγράφησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ νὰ ζητήσῃ λόγον ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται· ἐξ ὅτου ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, εἰσάγων τὸν προϋπολογισμὸν, ἀνέφερεν, ὅτι πρόκειται περὶ νέου συστήματος, ἀφορῶντος τὴν ὁδοποιΐαν, καὶ ὅτι εὐθὺς ὡς τὸ σύστημα τὸ λειτουργοῦν περὶ ὁδοποιΐας πρόκειται νὰ μεταβάλῃ σκοπὸν, καὶ ἡ νομοθεσία ἡ κανονίζουσα τὰ κατ’ αὐτὴν πρέπει νὰ τροποποιηθῇ, μοὶ ἐκινήθη ἡ περιέργεια ν’ ἀκούσω παρὰ τοῦ ἁρμοδίου κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ ἀνάλυσίν τινα τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ διαῤῥυθμίσῃ τὸ λειτουργοῦν ἀπὸ τοῦ 1867 μέχρι σήμερον. Ὡς γινώσκετε, τὸ σύστημα εἶναι ἁπλούστατον. Ἐπειδὴ οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ Κράτους δὲν ἤρκουν νὰ παρέχωσι τὰς πιστώσεις πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν, ἐνόμισαν εὔλογον νὰ συστήσουν ἴδιον ταμεῖον ὁδοποιΐας, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐξησφαλίσθησαν ὡρισμένοι πόροι. Ἐν τοῖς ἔπειτα χρόνοις, ἐπειδὴ οἱ πόροι, οἱ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1867 ὑπὸ τοῦ ἀοιδίμου Κουμουνδούρου εἰσαχθέντες καὶ ψηφισθέντες, εὑρέθησαν ἀνεπαρκεῖς, ἐπῆλθον καὶ ἄλλοι νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἐπηύξησαν κατὰ τὸ τετραπλάσιον τοὺς πόρους. Κατὰ δὲ τὸ 1882, ὅτε ἐβεβαιοῦτο, ὅτι οἱ πόροι, ἀνερχόμενοι εἰς 4 ἢ 5 ἑκατομμύρια, καὶ τῶν τριῶν κατηγοριῶν, τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιίας, τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ τῆς δημοτικῆς, ἦσαν ἀνεπαρκεῖς, ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς, ὁ καὶ νῦν διέπων τὰ τῆς ἡμετέρας χώρας, ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε πρὸς συμπλήρωσιν νὰ ἐπικαλεσθῇ καὶ τὴν συνομολόγησιν δανείων· ἐπῆλθε δὲ οὕτω ἡ σύμβασις, καθ’ ἣν ἐδανείσθη 20 ἑκατομμύρια παλαιῶν δραχμῶν, 17,600,000 νέων, ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ θεραπευθῶσιν αἱ ἀνάγκαι τῆς συγκοινωνίας. Ὅταν λοιπὸν ἤκουσα, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ νέου συστήματος, ἀνέμενον παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀνακοινώσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν, ποῖον σύστημα πρόκειται νὰ ἐφαρμόσῃ ἀντὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον διὰ μεγάλων γραμμῶν πρὸ μικροῦ σᾶς ὑπεδήλωσα· ἀλλὰ μάτην ἀνέμενον. Καὶ ὅταν ἀκόμη εἰσήχθη ὁ νόμος, οὐδὲ τότε ἐνόμισαν οἱ ἀξιότιμοι Ὑπουργοὶ, ὅτι ὤφειλον νὰ ἀνακοινώσουν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις των περὶ μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῆς συγκοινωνίας, ἀλλ’ ἐν πλήρει συνειδήσεως γαλήνῃ ἔδωσαν αὐτὸν τὸν μικρὸν χάρτην, ὁ ὁποῖος περιλαμβάνει τὸ μέτρον, δι’ οὗ αἱ ἐπαγγελίαι τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἔμελλον νὰ πληρωθῶσιν· εἶπε δὲ τὰ ἑξῆς, ἄξια νὰ ἀναγνώσω πρὸς τὴν Βουλὴν, ἐν τῇ ἐκθέσει, ἡ ὁποία συνώδευσε τοὺς πίνακας τοῦ προϋπολογισμοῦ (ἀναγινώσκει): «.... Πᾶσαι αἱ ἐκτεθεῖσαι διατάξεις ἀπέβλεπον εἰς τὴν ἀποκατάστασιν πλήρους συμπλέγματος ἁμαξιτῶν ὁδῶν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος διὰ τῶν εἰδικῶν πόρων, τῶν χορηγουμένων εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας. Ὁ σκοπὸς ὅμως οὗτος μετεβλήθη. Ἀντὶ ἁμαξιτῶν ὁδῶν, κατασκευαζομένων ἐκ τῶν πόρων τοῦ εἰδικοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας, ἀνέλαβε τὸ Κράτος νὰ στρώσῃ σιδηροδρομικὰς ὁδοὺς, ἐξ ὧν τινες συνετελέσθησαν ἤδη καθ’ ὁλοκληρίαν, ἀντικαταστήσασαι τὰς ἐθνικὰς ὁδοὺς, ἄλλων ἡ κατασκευὴ συμφωνηθεῖσα διατελεῖ ὑπὸ ἐκτέλεσιν, ἢ θέλει ἀρχίσει προσεχῶς, αἱ δὲ ὑπόλοιποι βαθμηδὸν θέλουσιν ἐκχωρηθῆ πρὸς κατασκευὴν κλπ.» Παρατηρεῖτε, ὅτι εἴμεθα πρὸ μιᾶς μεταβολῆς συστήματος, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν ἐξηγήθη ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ δώσω ἀφορμὴν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, τίνες αἱ σκέψεις, αἱ κρατοῦσαι παρὰ τῇ Κυβερνήσει, περὶ τῆς συγκοινωνίας. Πρόκειται ν’ ἀφήσωμεν ἐντελῶς τὸ σύστημα τῶν ἁμαξιτῶν ὁδῶν καὶ ν’ ἀντικαταστήσωμεν αὐτὸ διὰ τῶν σιδηροδρόμων τοῦ συστήματος τῶν 60 ἑκατοστῶν πλάτους, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐφηρμοσμένον εἰς τὴν Εὐρώπην εἰς τὰς ὁδοὺς μεταξὺ τῶν χωρίων καὶ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐδῶ ἐνόμισεν, ὅτι συμφέρει νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ ἐπὶ ἄλλας γραμμάς; Δὲν ἦλθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς δώσῃ ἐξηγήσεις, ἂν καὶ πρὸς τοῦτο ἔδωκα ἀφορμὴν δι’ ἐπερωτήσεώς μου πρὸ τριῶν μηνῶν, νὰ μᾶς εἴπῃ, τίνας ἰδέας ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ποῦ σκέπτεται νὰ συνεχίσῃ τὸ σύστημα τῶν ἁμαξιτῶν ὁδῶν, ποῦ σκέπτεται νὰ εἰσαγάγῃ τὰς σιδηροδρομικὰς γραμμάς· διότι, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἀνάγκη νὰ κατασκευασθῶσιν ὁδοὶ ἁμαξιτοὶ, ἐπὶ τοσοῦτον ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ὑπάρξεως τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας, οὐδεὶς δὲ θὰ ἦναι ἐναντίος τῶν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν πρὸς τὸ σύμπλεγμα τῶν ἁμαξιτῶν ὁδῶν, ἀλλὰ τὰ περὶ τούτου πρέπει νὰ νομοθετηθῶσι δι’ ἄλλου τρόπου, εἴτε νὰ ἐγγραφῶσιν οἱ τόκοι τῶν δανείων διὰ τοὺς σιδηροδρόμους ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, εἴτε καθ’ οἱονδήποτε ἄλλον τρόπον, μὴ ἔχοντα σχέσιν πρὸς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας. Ἐν ὅσῳ ὁ σκοπὸς τοῦ ταμείου αὐτοῦ δὲν συνεπληρώθη, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ θέσωμεν χεῖρα εἰς τὰς διατάξεις, αἵτινες διέπουσιν αὐτό. Δι’ ὅλα ταῦτα ἐζήτησα ἀπὸ τῆς 1 Μαρτίου τοὺς πίνακας, διὰ νὰ ἴδῃ ἡ Βουλὴ, τίνες ἐκ τῶν 72 ὁδῶν, τὰς ὁποίας ἐκανόνισε τὸ διάταγμα τῆς 3 Αὐγούστου 1883 συνετελέσθησαν, ποῖαι ἐξ αὐτῶν μένουσιν ἀσυντέλεστοι, ἢ ποῖαι ἐν μέρει συνετελέσθησαν καὶ ἐν μέρει δὲν συνετελέσθησαν, ἵνα ἴδωμεν, τί μᾶς χρειάζεται ἀκόμη, τουλάχιστον πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ συμπλέγματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁρισθῆ καὶ πρὸς κατασκευὴν τοῦ ὁποίου ἐγένετο τὸ δάνειον τῶν 20 ἑκατομμυρίων. Ἐὰν αὗται αἱ 72 ὁδοὶ αἱ μεγάλαι τοῦ Κράτους συνετελέσθησαν, τύχῃ ἀγαθῇ! ἂς καταστρέψωμεν καὶ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, διὰ νὰ ἐγκαινίσωμεν καὶ τὴν σιδηροδρομικὴν συγκοινωνίαν. Μετὰ πάροδον 2 μηνῶν ἐδέησε τέλος πάντων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μᾶς ῥίψῃ, δι’ οὗ τρόπου εἴδατε προχθὲς, τοὺς πίνακας τούτους, ὡς εἰ ἐπρόκειτο περὶ παρωνυχίδος, ὡς νὰ μὴ ἐπρόκειτο δι’ αὐτοῦ νὰ φωτισθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ μεγάλου τούτου ἐθνικοῦ ζητήματος, τοῦ ἁπτομένου τῶν τιμαλφεστέρων συμφερόντων τῆς χώρας· ἔῤῥιψε, λέγω, τοὺς πίνακας ἄνευ πληροφορίας οὐδεμιᾶς, συντεταγμένους κατὰ τρόπον, ὥστε πρέπει κἀνεὶς νὰ σχηματίσῃ γραφεῖον λογιστικὸν, νὰ μελετήσῃ δὲν ἠξεύρω ἐπὶ πόσον χρόνον τούτους, ἵνα λάβῃ ἰδέαν τινά· διότι ἀντέγραψεν ἁπλῶς ἀπὸ τοῦ βιβλίου τοῦ Ὑπουργείου τὴν δαπάνην δι’ ἑκάστην ὁδὸν, πόσα χιλιόμετρα κατεσκευάσθησαν καὶ πόσα μένουσιν, οὐδεμίαν δὲ συγκεφαλαίωσιν αὐτῶν, οὐδεμίαν ἐξακρίβωσιν ἐν τοῖς ἔργοις ὑπέβαλεν. Ἐν τούτοις ἔχω καθῆκον νὰ ἀνακοινώσω ἐγὼ πρὸς τὴν Βουλὴν πόρισμά τι, τὸ ὁποῖον ἠδυνήθην, καίπερ μὴ ὢν εἰδικὸς περὶ τὰ λογιστικὰ, νὰ συναγάγω. Τί ἐξάγεται ἐκ τῶν ὑποβληθέντων πινάκων; ὅτι ἐκ τῶν 72 ὁδῶν, τὰς ὁποίας ἀνέγραφε τὸ διάταγμα τῆς 3 Αὐγούστου 1883, ἐπὶ 24 ὁδῶν οὐδεμία ἐγένετο ἐργασία. Τῶν δὲ ὁδῶν τούτων, ἐφ’ ὧν οὐδεμία ἀπολύτως ἐγένετο ἐργασία, αἱ πλεῖσται ἀνήκουσιν εἰς τὴν Πελοπόννησον καὶ εἰς ἐκεῖνα τὰ διαμερίσματα κυρίως τῆς Πελοποννήσου, περὶ τῶν ὁποίων πολλάκις ἠκούσατε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διαμαρτυρίας καὶ παράπονα, διότι ἀφορῶσι χώραν Ἑλληνικὴν, ἥτις καὶ ὑπὸ πληθυσμοῦ πυκνοῦ κατοικεῖται καὶ ὑπὸ γεωργίας καὶ κτηνοτροφίας πλουσίας πλουτίζεται, καὶ πλείστας ἀνάγκας κοινωνικὰς θὰ ἐξυπηρέτει ἡ κατασκευὴ τῶν ὁδῶν τούτων. Ἐννέα λοιπὸν ὁδοὶ μεγάλαι τῆς Πελοποννήσου μένουσιν ἐντελῶς ἀνεκτέλεστοι. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὗται. Εἶναι καὶ ὁδοὶ, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι διαμερίσματα τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ὁδοὶ χρησιμώταται, τῶν ὁποίων ὑπῆρχε μεγίστη ἀνάγκη, καὶ ἐπὶ τούτων οὐδὲν ἐγένετο. Ἀλλ’ εἶναι καὶ τὸ διαμέρισμα τῶν Κυκλάδων, διότι καὶ ἐκεῖ ὑπάρχουσι νῆσοι, αἵτινες ἔχουσιν ἀπόλυτον ἀνάγκην στοιχειώδους συγκοινωνίας, π. χ. ἐν τῇ Θήρᾳ ὑπάρχει ἀνάγκη ὁδῶν καὶ ἀλλαχοῦ. Ἐφ’ ὅλων τούτων οὔτε ἑνὸς μέτρου ἐργασία ἐγένετο. Ἐκ τῶν ὑπολοίπων ὁδῶν, ἐφ’ ὧν ἐγένετο ἐργασία κατὰ ἄθροισμα τοῦ πίνακος, τὸν ὁποῖον ἐκράτησα, ἂν δὲν ἦναι λάθος λογιστικὸν, μένουσιν ἀνεκτέλεστα μέτρα ὁδῶν 825,000, διὰ τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπολογισμένη δαπάνη πλέον τῶν 15 ἑκατομμυρίων. Διὰ νὰ λάβητε δὲ ἰδέαν τοῦ τρόπου τῆς ἰσότητος κατὰ διαμερίσματα, εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπενθυμίσω τοῦτο μόνον, ὅτι εἰς τοὺς τρεῖς νομοὺς τῆς Στερεᾶς καὶ τῆς Εὐβοίας ἔχουσι δαπανηθῆ εἰς κατασκευὴν ὁδῶν πλέον τῶν ὅσα εἰσεπράχθησαν ἐκ τῶν πόρων τῶν νομῶν τούτων 15 ἑκατομμύρια, ἐν Πελοποννήσῳ δὲ μόνον τὰ ἐκ τῶν ἐσόδων αὐτῆς εἰσπραχθέντα 7 ἢ 8 ἑκατομμύρια. Τὰ εἰσπραχθέντα ἐκ τῶν νομῶν Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος καὶ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ἀπὸ τοῦ 1867 ἕως τοῦ 1887 ἀνέρχονται κατὰ τοὺς ὑποβληθέντας πίνακας εἰς 14 ἑκατομμύρια· ἐδαπανήθησαν δὲ 21 ἑκατομμύρια, ἤτοι 7 πλειότερα τῶν πόρων αὐτῶν. Τοῦτο δὲ καλεῖται δικαία κατανομὴ τῶν πόρων τῆς ὁδοποιΐας.
§25ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Διατὶ ποιεῖσθε τοιαύτην διάκρισιν;
§26ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶναι ἡ νομοθεσία τοιαύτη· αὐτὴ κανονίζει, ἡ γλῶσσα τῆς ὑπηρεσίας, τὰ ἔσοδα τῆς ὁδοποιΐας καὶ τὰ ἔξοδα. Ἡ ἀνισότης δὲ αὕτη παρατηρεῖται ἐξακολουθοῦσα καὶ κατὰ τὰ ἔτη 1888 καὶ 1889.
§27ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν Πελοποννήσῳ ἐγένοντο καὶ σιδηρόδρομοι.
§28ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κάμνετε χρῆσιν τῆς λέξεως Στερεά· ἀδικεῖτε τὴν Στερεάν. Ἡ Στερεὰ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ὁδοποιΐας εὑρίσκεται εἰς κακὴν κατάστασιν· τὰ χρήματα ἐδαπανήθησαν εἰς 3 ἢ 4 κέντρα.
§29ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ ἦτο δικαιότερον νὰ ἀθροίσητε τοὺς νομοὺς, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον πλείονα χρήματα, καὶ ἀντιπαραβάλητε αὐτοὺς πρὸς τοὺς λαβόντας ὀλιγώτερα χρήματα· ἡ τοιαύτη παραβολὴ θὰ εἶχε λόγον· θὰ εὑρίσκετε δὲ τότε, ὅτι καὶ ἐν Πελοποννήσῳ ὑπάρχουσι νομοὶ, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον περισσότερα χρήματα, καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον ὀλιγώτερα, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους τότε ἐξέθηκα.
§30ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἔρχομαι εἰς τὰ 1888· διότι, ὡς εἶπον, ἡ αὐτὴ τακτικὴ ἠκολούθησε μέχρι τότε, καὶ λέγω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀναγνωρίζω τὴν ἀνθρωπίνην ἀδυναμίαν, ὅτι ὁ διοικῶν τὰ τῆς ὁδοποιΐας ἐσκέφθη πλειότερον περὶ τῆς ἰδιαιτέρας αὑτοῦ πατρίδος· ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ τὸ πράξῃ μετά τινος μέτρου, μετά τινος δικαιοσύνης ἀνθρωπίνης. Ἐγὼ εἶμαι γενναιόφρων· ἀλλ’ ἡ τοιαύτη τακτικὴ, τοῦ νὰ λάβητε ὅλον τὸ χρῆμα τῆς ὁδοποιΐας καὶ τὸ δάνειον, καὶ νὰ δαπανήσητε τοῦτο διὰ τὴν Στερεὰν, ὑπερβαίνει πᾶν ὅριον ἀδικίας. Καὶ φέρω παράδειγμα τοῦ 1888. Ἐν τῷ νομῷ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας εἶχον προϋπολογισθῆ ποσὰ τόσον εὐτελῆ, ὥστε εἶναι ἀνάξιον νὰ τὰ ἀναφέρω, ἐνῷ εἰς τὸν νομὸν, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐκλέγεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, προϋπελογίσθησαν νὰ δαπανηθῶσιν 770,000 δραχμῶν εἰς κατασκευὴν ὁδῶν, δηλονότι τετραπλάσιαι τῶν ὅσων προϋπελογίσθησαν διὰ τὸν νομὸν Ἀργολιδοκορινθίας. Δὲν ἐπιμένω εἰς τὰ περὶ ἀνισότητος σήμερον· σκοπῶ ἁπλῶς νὰ δώσω ἀφορμὴν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου· θέλω νὰ μᾶς εἴπῃ, τί σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νόμου, ὃν εἰσηγήσατο εἰς τὴν Βουλὴν, ποῖον σύστημα ὁδοποιΐας πρόκειται ν’ ἀκολουθήσῃ, τὸ τῆς κατασκευῆς ὁδῶν ἁμαξιτῶν ἢ σιδηροδρομικῶν; ἵνα οὕτω γινώσκῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἐν ἐπιγνώσει ἀποφασίσῃ περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὴν ὁδοποιΐαν. Ὑπάρχουσιν ὁδοί, τῶν ὁποίων ἡ κατασκευὴ εἶναι ἐπείγουσα, διότι ἐκ τούτων περιμένει καὶ ἡ γεωργία· καὶ ἀναφέρω προχείρως μίαν κυριωτάτην ὁδὸν, τὴν ἀπὸ Κορίνθου εἰς Καλάβρυτα, διὰ τῶν δήμων Νεμέας, Πελλήνης, Στυμφαλίας κλπ., ἥτις διασχίζει τὴν Βορειοανατολικὴν Πελοπόννησον, καὶ ἡ ὁποία θέτει εἰς συγκοινωνίαν τέσσαρα μεγάλα σταφιδοφόρα πεδία, τὸ Φλιάσιον πεδίον, τὸ τῆς Στυμφαλίας, τὸ Φενεατικὸν πεδίον καὶ τὸ πεδίον τὸ Ἀρκαδικὸν τοῦ Λεβιδίου· ἡ ὁδὸς αὕτη, ἥτις εἶναι 111,000 μέτρων, οὐδὲ κἂν ἤρχισεν, οὔτε ἓν χιλιόμετρον ἐγένετο, ἐνῷ εἶναι τόσον ἀναγκαία διὰ τὴν ὕπαρξιν τῶν μερῶν ἐκείνων. Μήπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνέβη εἰς τὸ βῆμα νὰ μᾶς εἴπῃ: «Κύριοι, οἱ πόροι τῆς ὁδοποιΐας εἶναι ἀνεπαρκεῖς, αἱ ἀνάγκαι τῆς ὁδοποιΐας μεγάλαι· δὲν περιμένομεν τίποτε ἀπὸ τὸ ταμεῖον αὐτό, σκοπῶ νὰ καταργήσω τὸ ταμεῖον, διότι εἰς οὐδὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ, ἂν δὲν ἀναλάβῃ τὸ Κράτος τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν»; Εἴπετε τοῦτο καθαρὰ, καὶ μὴ, ἐπὶ τῇ ψευδεῖ προφάσει, ὅτι κατασκευάζονται οἱ τοπικοὶ σιδηρόδρομοι, ζητεῖτε νὰ λάβητε ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας τὸ ἑκατομμύριον, ἵνα ἀπαρτίσητε τὸ ἰσοζύγιον. Διὰ τὰς ὑπαρχούσας ὁδοὺς ἔχομεν ἀνάγκην δεκατεσσάρων ἑκατομμυρίων, καὶ ἂν τὰς ἀφήσωμεν, θὰ ἀπολεσθῶσιν ἀφεύκτως καὶ ὅλα τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἔχομεν δαπανήσει εἰς ἔναρξιν καὶ κατασκευὴν τόσων τμημάτων ὁδῶν. Ἀλλὰ δὲν μᾶς εἴπετε, τί ἐσκέφθητε περὶ εὑρέσεως πόρων; διὰ τίνος τρόπου θὰ πληρώσητε τὰς κοινὰς τῆς ὁδοποιΐας καὶ τὰς τῶν σιδηροδρόμων ἀνάγκας; Εἴκοσιν ἑκατομμύρια εἶναι τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης διὰ τὰς ἁμαξιτοὺς ὁδοὺς, προσθέσατε καὶ τριάκοντα ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ συμπλέγματος τῶν σιδηροδρόμων τῆς ἀνατολικῆς Πελοποννήσου, ἔχετε ἀνάγκην πεντήκοντα ἑκατομμυρίων, καὶ διὰ νὰ συνομολογήσητε τοσοῦτον δάνειον, ἔχετε ἀνάγκην τριῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ. Ἔχετε τὸ θάῤῥος, ἔχετε τὴν ἀνδρείαν νὰ ἀναγράψητε ταῦτα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ; Ἐξηγήσατε τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχετε. Ἄλλως εἶσθε ἀκατανόητοι.
§31ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν μᾶς ἀφίνατε, θὰ τὸ ἠκούετε.
§32ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ σᾶς ἐπροκάλεσα πρὸ τεσσάρων μηνῶν.
§33ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου θὰ ἐξηγήσωμεν τὰς σκέψεις μας· ἐκεῖ εἶναι ἡ προσήκουσα θέσις.
§34ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Αὐτὰ λέγονται μόνον ἐνώπιον Δικαστηρίου. Ἐὰν εἴχετε σκοπὸν νὰ ἐξηγήσητε τὰς σκέψεις σας, ἔπρεπε νὰ τὰς ἐκθέσητε κεφαλαιωδῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διὰ μιᾶς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως. Μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν, εἶπεν ὅτι θὰ μεταβάλῃ τὸ σύστημα ἐπὶ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ πολλῶν ἑκατομμυρίων, περὶ μεταβολῆς ἑνὸς συστήματος, καὶ οὐδὲν μᾶς λέγετε. Καὶ εἶσθε Ὑπουργοὶ ὑπεύθυνοι! Θὰ ἀναμείνω νὰ ἴδω τίνας σκέψεις ἔχετε, προκειμένου περὶ τῆς ὁδοποιΐας, καὶ μετὰ τὴν ἀνακοίνωσιν τῶν ἰδεῶν τούτων ἐπιφυλάσσομαι ν’ ἀναπτύξω τὸ θέμα περὶ τῆς ἀνισότητος, περὶ τοῦ ὁποίου εἴπετε, ὅτι θὰ ἀποδείξητε....
§35ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀφήσετε νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐκεῖ μᾶς κεραυνοβολεῖτε.
§36ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Οἱ κεραυνοί μας δυστυχῶς δὲν διέρχονται τὸν θώρακά σας, διότι ἔχετε ὄπισθέν σας ὀγδοήκοντα δύο ἀφώνους, οἵτινες σᾶς ὑποστηρίζουσι τυφλῶς καὶ ἀνεξελέγκτως.
§37ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ὑποστηρίξῃ βεβαίως τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου, ὅπερ διευθύνει. Δυσκόλως ὅμως θὰ δυνηθῇ ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι οὗτος δὲν εἶναι συντεταγμένος ἐναντίον τῶν διατάξεων τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας.
§38ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸν προϋπολογισμὸν ὑπεστήριξα δι’ ὀλίγων, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ μακρηγορήσω· τὸν προϋπολογισμὸν θεωροῦμεν νόμιμον, διότι περιέχει προβλέψεις, αἱ ὁποῖαι τότε θέλουσι πραγματοποιηθῇ, ὅταν ὑπάρξῃ νόμος, ἐπιτρέπων τὴν δαπάνην τῶν προβλέψεων τούτων. Ἐνομίζομεν δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἠδύνατο νὰ ἐργασθῇ.
§39ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἂν ἐξετελέσθησαν αἱ διαταγαί του πρὸς πρόληψιν τῶν σκηνῶν τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Ζακύνθου συμβαινουσῶν. Μοὶ γράφουσιν ἐκεῖθεν, παραπονούμενοι ὅτι δὲν ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου, καὶ ὅτι δὲν ἔκαμα λόγον περὶ τῶν αἰτήσεών των. Ἐνθυμεῖσθε δέ, ὅτι καὶ προηγουμένως εἰς ἄλλην συνεδρίασιν ἀνέφερον, ὅτι συμβαίνουσι συμπλοκαὶ μεταξὺ τῶν καταδίκων Ζακυνθίων καὶ τῶν ἐκ τῆς Στερεᾶς. Παραπονοῦνται δὲ οἱ τῆς Στερεᾶς, ὅτι δὲν ἔχουσιν ὅπλα, ὅπως οἱ Ζακύνθιοι, διὰ νὰ ἀποδώσωσι τὰ ἴσα. Τὸ Ὑπουργεῖον διέταξε νὰ μεταφερθῶσιν οἱ Ζακύνθιοι κατάδικοι, ἀλλ’ ἡ διαταγή του δὲν ἐξετελέσθη. Ὁ Εἰσαγγελεύς, μεταβὰς εἰς τὰς φυλακάς, μοὶ γράφουν ὅτι τοὺς εἶπε: «τί νὰ σᾶς κάμω, μωρὲ παιδιά! τὸ βλέπω καὶ ἐγώ· ὅμως εἶμαι ξένος ἐδῶ. Ὑπομονή!»
§40ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δηλαδὴ οἱ κατάδικοι σᾶς γράφουσιν, ὅτι τὰ εἶπεν ὁ Εἰσαγγελεύς.
§41ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχουν συμφέρον νὰ ἐκθέσωσι τὸν Εἰσαγγελέα. Προσθέτουσιν ἐν τέλει, ὅτι, ἂς γίνῃ ἡ παραμικρὰ ἐξέτασις, καὶ ἂν ὅσα λέγουσι δὲν ἀποδειχθῶσιν ἀληθῆ, ἂς τοὺς πνίξουν. Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία φιλανθρωπία! ὁ Διευθυντὴς τῶν φυλακῶν εἶναι συνεταιρισμένος μετὰ τῶν ἐκ Ζακύνθου καταδίκων, καὶ δὲν ἀκούονται αἱ διαταγαὶ τοῦ Ὑπουργείου.
§42ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αἱ περιγραφαί εἰσιν ὑπερβολικώταται. Εἶναι ἡ δεκάτη ἴσως φορά, καθ’ ἣν γίνεται καταγγελία κατὰ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ καταστήματος, καὶ πάντοτε, γενομένης ἀνακρίσεως, ἐξήχθη, ὅτι τὰ παράπονα ἦσαν ἀδικαιολόγητα. Ἐπιθυμοῦσι πάντες νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς φυλακὰς τῶν Πατρῶν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατόν, διότι εἶναι βαρύποινοι. Σήμερον προσετέθη καὶ ὁ ἰδιαίτερος χαρακτὴρ τῶν φυλετικῶν διαστάσεων μεταξὺ τῶν ἐκ Ζακύνθου καταδίκων καὶ τῶν ἐκ τῆς Στερεᾶς καὶ τῆς Πελοποννήσου· εἶναι ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν παρίσταται τοιοῦτος χαρακτήρ· ἀφορμὴ δὲ καὶ τούτου εἶναι ἡ ἐπιθυμία τοῦ νὰ ἐπιτύχωσι τὴν μεταφοράν των εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ Ῥίου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ εὔκολον νὰ μεταφέρωμεν ὅλους τοὺς ἐκ τῆς Στερεᾶς ἐκεῖ. Αἱ ποινικαὶ φυλακαὶ τοῦ Ῥίου ἐπανιδρύθησαν διὰ νὰ κατορθωθῇ νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας κ. Μισυρλῆς ν’ ἀναφέρῃ ὀνόματα βαρυποίνων καταδίκων, εὑρισκομένων εἰς ἐπανορθωτικὰς φυλακάς. Μετὰ τὴν κατάργησιν τῶν φυλακῶν ἐκείνων αἱ ποινικαὶ φυλακαὶ αἱ ὑπάρχουσαι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ περιλάβωσι τοὺς ὑπὸ ἐγκληματικὴν ποινὴν διατελοῦντας καταδίκους, καίτοι συνεσωρεύσαμεν αὐτοὺς πέραν τῶν ὅρων τῶν ἐπιτετραμμένων ὑπὸ τῆς φιλανθρωπίας, καὶ εἶναι γνωστόν, ὅτι εἰς τὰς φυλακὰς Κεφαλληνίας, αἵτινες εἶναι χωρητικότητος 120 ἢ 130 καταδίκων, εἴχομεν καὶ ἔχομεν 250 καταδίκους. Ἐπανιδρύσαμεν τὰς φυλακὰς Ῥίου, τὰς φυλακὰς Ἰθάκης, ἀλλ’ ἐθεωρήσαμεν ὅτι ἦτο ἐπιβεβλημμένον νὰ μεταφέρωμεν εἰς τὰς φυλακὰς ταύτας, τοὺς ἐν ἐπανορθωτικαῖς φυλακαῖς ἐγκληματικὴν ποινὴν ἀποτίοντας καὶ εἰδικώτερον τοὺς ἐν ταῖς φυλακαῖς Μεσολογγίου, Λευκάδος, Πύργου καὶ Πατρῶν ἐγκληματικὴν ποινὴν ἀποτίοντας καταδίκους, καὶ ὕστερον, ἐὰν μείνῃ τόπος, νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῶν ἐν ταῖς ποινικαῖς φυλακαῖς καλῶς καὶ νομίμως κρατουμένων βαρυποίνων καταδίκων, οἵτινες τοσοῦτον ζωηρῶς ἐπιθυμοῦσι νὰ μετενεχθῶσιν εἰς Ῥίον, καὶ διὰ νὰ ἐπιτύχωσι τούτου, τρὶς ἢ τετράκις ἐδοκίμασαν νὰ προκαλέσωσι σκηνάς. Εἶναι λοιπὸν πρέπον νὰ δίδητε ὀλιγωτέραν προσοχὴν εἰς τὰς πληροφορίας ὑμῶν καὶ εἰς τὰς ἐπιστολάς, ἃς λαμβάνετε. Ἐνταῦθα ἔχομεν βεβαιωμένον ἐπισήμως, ὅτι πρὸ τινων ἡμερῶν κατάδικος βαρύποινος ἐδημιούργησε καταγγελίαν ἐπὶ κλοπῇ κατὰ ἐπιστάτου σωφρονιστικῆς φυλακῆς, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἑαυτοῦ ἀποπομπὴν ἀπὸ τοῦ σωφρονιστηρίου ἐκείνου, ὅπου δὲν εἶχεν ὅσην αὐτὸς ἤθελεν ἄνεσιν. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὰ παράπονα, τὰ εἰς ὑμᾶς ὑποβληθέντα, ἀνακοινωθέντα δὲ καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐτέθησαν ὑπὸ ἐξέτασιν αὐστηρὰν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρὸς τοὺς καταδίκους συμπεριφορὰν τοῦ ἐπιστάτου, ἐτέθη δ’ ὑπὸ ἐξέτασιν ἐπίσης αὐστηρὰν καὶ τὸ ζήτημα τῆς τάξεως καὶ τῆς πειθαρχίας ἐν ταῖς φυλακαῖς, καὶ ἐλήφθησαν μέτρα τιμωρίας κατὰ τῶν πρωταιτίων τοῦ διαπληκτισμοῦ ἐκείνου, ὅστις βεβαίως δὲν εἶχε τὰς διαστάσεις, τὰς ὁποίας εἰς ὑμᾶς ἀνέφερον. Ὅταν δὲ ἐπιτευχθῇ ἡ μεταφορὰ εἰς τὰς ποινικὰς φυλακὰς Ρίου τῶν ἐν ταῖς ἐπανορθωτικαῖς φυλακαῖς κρατουμένων παρὰ νόμον βαρυποίνων καταδίκων, καὶ μείνῃ περισσεύων χῶρος, τότε ἔσται καὶ εἰς ἐμὲ εὐχάριστον νὰ δυνηθῶ νὰ μεταφέρω ἀπὸ τῶν ποινικῶν φυλακῶν Ζακύνθου εἰς τὰς ποινικὰς φυλακὰς Ρίου, αἵτινες εἶναι ἐγγύτερον εἰς τὴν Στερεὰν, καταδίκους ἐκεῖθεν καταγομένους, οἵτινες ὅμως νῦν ἀνοήτως νομίζουν, ὅτι διὰ τῆς προκλήσεως σκηνῶν καὶ διαπληκτισμῶν θέλει ἐπιτευχθῆ ἡ μεταφορὰ αὐτῶν.
§43ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν πρώτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν μοὶ ἔδωκεν ἐξηγήσεις, ἂν ἡ διαταγή του ἐξετελέσθη.
§44ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν διέταξα ἐγὼ νὰ μετακομισθῶσιν οἱ ἐκ Ζακύνθου κατάδικοι εἰς φυλακὴν ἄλλην.
§45ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διετάξατε, δὲν ἐξετελέσθη.
§46ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν ἔχω εἴδησίν τινα, ὅτι δὲν ἐξετελέσθη.
§47ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεταί τι εὐλογοφανές· πῶς νὰ πιστεύσῃ τις τὸν κατάδικον καὶ νὰ μὴ πιστεύσῃ τὸν Διευθυντὴν τῆς φυλακῆς; Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τοιαύτης τινὸς ἀντιθέσεως. Ἐγὼ πιστεύω τὸν κατάδικον, πρῶτον διότι ὁ κατάδικος ἔχει καλλιτέραν γνῶσιν τοῦ πράγματος, δεύτερον τὸν πιστεύω ἀκριβῶς διότι εἶναι κατάδικος καὶ δὲν ἔχει συμφέρον νὰ ἔρχηται εἰς τοιοῦτον πόλεμον μὲ τὸν Διευθυντὴν τοῦ Σωφρονιστηρίου, καὶ ἀκόμη περισσότερον τὸν θεωρῶ ἀξιόπιστον, καθόσον ὁ κατάδικος ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν λέγει ὅτι θέλει νὰ μετατεθῇ εἰς τὴν δεῖνα φυλακὴν, τοὐλάχιστον ἐν ταῖς ἐπιστολαῖς του δὲν μοὶ δηλοῖ τοιοῦτόν τι· οἱ κατάδικοι λέγουσιν: «ἂς μᾶς μεταθέσωσιν εἰς οἱανδήποτε φυλακήν». Δὲν βλέπω λοιπὸν αὐτοὺς τοὺς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους λέγει ὁ κύριος Ὑπουργός· ὑπάρχει κἀνεὶς λόγος ἐξαιρετικὸς, ὥστε οἱ ἐκ τῆς Στερεᾶς κατάδικοι νὰ ἦναι εἰς τὰς ἐν Ζακύνθῳ φυλακὰς, ὅταν συμβαίνωσιν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα συμβαίνουσιν; Αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡμολόγησεν, ὅτι προέκυψε καὶ φυλετικὴ πάλη ἐκεῖ. Ὅταν λοιπὸν ἔχητε τοιαῦτα, ὅταν ἔχητε τραυματισμοὺς καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἀναγκάζεσθε μόνον νὰ χαρακτηρίζητε ὡς ὑπερβολικὰ, δὲν ἀκούετε αὐτοὺς τοὺς δυστυχεῖς ἀνθρώπους, ζητοῦντας νὰ μεταφερθῶσιν ὅπου δήποτε; Δὲν ἐπιμένω ν’ ἀναγνωσθῇ ταύτην τὴν στιγμὴν ἡ ἀναφορὰ, ἡ ὁποία περιγράφει τὰ ὄργια, τὰ ὁποῖα τελοῦνται εἰς τὰς φυλακὰς Ζακύνθου, ἀλλ’ ἐπιμένω ὅτι πρέπει ν’ ἀναγνωσθῇ αὕτη εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν, διότι ἀναφέρονται ἐν αὐτῇ λεπτομέρειαι, αἱ ὁποῖαι προκαλοῦσι τὴν φρικίασιν. Ἀλλὰ συμβαίνει καὶ ἄλλο τι· πρῶτον, ἴσως ἡ ἔλλειψις πληροφοριῶν, ἀλλὰ καὶ ἐνδιαφέροντος, δεύτερον ἡ πίεσις, ἡ ὁποία ἐνασκεῖται ἐπ’ αὐτῶν, ὅπως μὴ μετακινῶσι τὰ πράγματα. Θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐκταθῶ περισσότερον, καθόσον ὑποθέτω, ὅτι θέλει αἰσθανθῆ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τέλους καὶ τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχει, νὰ μὴ ἐξακολουθῇ ἔχων κεκλεισμένα τὰ ὦτα εἰς τὰς οἰμωγὰς αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι πάσχουν σπουδαίως, διότι ἐπὶ τέλους αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν εἶναι ἐστερημένοι καὶ συγγενῶν καὶ ἄλλων ἐνδιαφερομένων, δὲν πρέπει δὲ, ἐπὶ καταδίκων ἰδίως, νὰ ἐνασκῆται ἀπανθρωπία.
§48ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Οὐδὲν ἔκτακτον συνέβη εἰς τὰς φυλακὰς Ζακύνθου, ἀλλὰ συνέβη πρᾶξις ἐκ τῶν καθ’ ἑκάστην ἀγγελλομένων, ὅτι συμβαίνουσι δυστυχῶς εἰς ὅλας τὰς φυλακὰς τοῦ Κράτους. Ἐκεῖνοι δὲ, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Βουλευτὴς παριστᾷ, κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχει, ὡς ὡπλισμένους, ἐκεῖνοι ἐπληγώθησαν, διότι ἐπληγώθησαν τρεῖς συμπολῖταί μου, ὡς ἐκ τῆς διεξαχθείσης ἀνακρίσεως ἀπεδείχθη· μοὶ φαίνεται δὲ παράδοξον οἱ ἄοπλοι νὰ πληγώσουν τοὺς ὡπλισμένους.
§49ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συμβῇ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε· ἐὰν δὲ συνέπεσέ τινες ἐξ αὐτῶν τῶν καταδίκων νὰ ἔχωσι μαχαίρας καὶ νὰ πληγωθοῦν, τοῦτο δὲν ἐπερίμενα νὰ τὸ μάθω, ἀλλὰ θὰ ἐβεβαίουν, ὅτι βεβαίως ἐπληγώθησαν Ζακύνθιοι. Ἀλλ’ οἱ κατάδικοι παραπονοῦνται, ὅτι δὲν ἔχουσι μαχαίρας· δὲν ἀρνοῦνται ὅτι δύνανται νὰ πληγώσωσιν, ἀλλὰ λέγουσιν, ἂς γίνῃ ἐξέτασις καὶ θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι αὐτοὶ δὲν ἔχουσι μαχαίρας, ἐν ᾧ οἱ Ζακύνθιοι ἔχουσι.
§50ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι λίαν εὐχάριστον, ὅτι αἱ συνεδριάσεις ἡμῶν καὶ αἱ συζητήσεις ἡμῶν δὲν κοινοποιοῦνται ἐν μεταφράσει εἰς τὴν Εὐρώπην, διότι σήμερον ἐὰν ἡ ἐστενογραφημένη ἔκθεσις τῶν λεχθέντων ἐνταῦθα ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν μετεφράζετο εἰς εὐρωπαϊκήν τινα γλῶσσαν, ἤθελε βεβαίως πεισθῆ πᾶς ἀναγινώσκων, ὅτι οἱ συνερχόμενοι ἐνταῦθα Ὑπουργοὶ καὶ Βουλευταὶ, καὶ ἀκροαταὶ ἀκόμη, βεβαίως δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὴν εὐρωπαϊκὴν φυλήν. Λαμβάνω τὸν λόγον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀναλύων ἀκριβῶς αὐτόν. Διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι ἀνὴρ, περὶ τοῦ ὁποίου πᾶς πολιτικὸς ἀντίπαλος ὀφείλει νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι καὶ παιδείαν ἔχει καὶ νοημοσύνην ἔχει καὶ πεῖραν ἔχει, ἀφοῦ ἐπὶ 4 ἔτη διευθύνει τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἐν τούτοις τὰ παρ’ αὐτοῦ ἐκτεθέντα ἐνταῦθα εἶναι ἀληθῶς τερατώδη. Τί σᾶς λέγει; Σᾶς ὁμιλεῖ περὶ ποικίλων διοικητικῶν λόγων, δι’ οὓς δὲν ἠδύναντο οἱ βαρύποινοι νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὰς δεῖνα φυλακάς· ἐκ τούτου λοιπὸν συμπεραίνει, ὅτι κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ συσσωρευθῶσιν εἰς τὰς δεῖνα ἄλλας φυλακὰς καὶ ὑπὸ ὅρους πολλάκις, οἱ ὁποῖοι μεταβάλλουν τὴν φυλακὴν ἐκείνην εἰς θέατρον τραγικῶν σκηνῶν· δὲν δύναται νὰ τοὺς μεταφέρῃ εἰς τὰς οἰκτρὰς φυλακὰς τοῦ Ρίου, διότι εἶναι βαρύποινοι, κατ’ ἀνάγκην.
§51ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἀκριβῶς εἶπον τὸ ἐναντίον τῶν ὅσων λέγετε ἐξ ἀρχῆς.
§52ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἂν λέγω τὸ ἐναντίον, λέγω ὡς πρὸς ὡρισμένας τινὰς φυλακὰς, καὶ ἑπομένως παύω ἀπὸ τοῦ νὰ ἀναφέρω αὐτὰς, διὰ νὰ μὴ μὲ ἐλέγξητε ἐπὶ ἀνακριβείᾳ· Θὰ ἀναφέρω μόνον γενικῶς τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα εἴπετε. Δὲν μεταβάλλετε τὸν ἀριθμὸν τῶν φυλακισμένων, διότι οἱ βαρύποινοι δὲν δύνανται νὰ ἦναι καθειργμένοι εἰς τὰς δεῖνα φυλακὰς, κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ ἦναι καθειργμένοι εἰς ὡρισμένας τοιαύτας. Αὐταὶ λοιπὸν αἱ ὡρισμέναι φυλακαὶ, εἰς τὰς ὁποίας πρέπει νὰ τοὺς φυλακίσητε, αὐταὶ εἶναι ἀνεπαρκεῖς· τὸ λέγετε σεῖς· διότι ἐν Κεφαλληνίᾳ π. χ. ἔχετε φυλακὴν, ἥτις ἔχει χῶρον μόνον δι’ 180 φυλακισμένους, καὶ σεῖς συνεκεντρώσατε ἐκεῖ 250.
§53ΠΑΧΥΣ. Ποῦ νὰ τοὺς θέσουν;
§54ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Θὰ ἦμαι πολὺ εὐτυχὴς νὰ μᾶς φωτίσητε. Μὲ ἐρωτᾶτε· περὶ τούτου τοῦ ἀντικειμένου ἐρωτῶ ἀκριβῶς· προσπαθήσατε νὰ ἀκούητε, καὶ θὰ μάθητε πολλὰ πράγματα, ἀλλὰ μὴ διακόπτετε, διότι εἶναι ἄτοπον νὰ διακόπτητε καὶ νὰ μὴ λέγητέ τι. Ἰδοὺ λοιπὸν ἐν ὀλίγοις ἡ κατάστασις· δὲν ἔχει ἡ διοίκησις, ὁ Ὑπουργὸς, φυλακὰς ἀρκούσας, ὅπως ἐγκαταστήσῃ ἐκεῖ τὰς διαφόρους κατηγορίας τῶν καταδίκων τούτων· τὸ εὑρίσκει φυσικόν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀνάγκη νὰ συγκεντρωθῶσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς τῆς Ζακύνθου πολλοὶ φυλακισμένοι, καὶ δὲν ἔχουν οὔτε τὰ μέσα τὰ διοικητικὰ, ὅπως ὑποβάλλωσιν αὐτοὺς εἰς τὴν πειθαρχίαν τῶν φυλακῶν. Διότι εἰς ποῖον μέρος τῆς Εὐρώπης θὰ ἀκουσθῇ ποτε, ὅτι ὑπάρχει φυλακή τις τοῦ Κράτους, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχουσι δύο ἐθνικαὶ κατηγορίαι φυλακισμένων, αἱ ὁποῖαι κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ συγκρούωνται, πρέπει νὰ ἦναι ὡπλισμένοι οἱ μὲν καὶ ὄχι οἱ ἄλλοι; παραπονεῖται δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀκαρνανίας καὶ Εὐρυτανίας συνάδελφος, —καὶ ὁμολογῶ ὅτι τὸ παράπονόν του μοὶ φαίνεται πολὺ παράδοξον,— ὅτι πῶς δὲν ὁπλίζονται καὶ οἱ ἄλλοι, ὅπως οὕτως ὦσιν ἐν ἴσῃ μοίρᾳ οἱ Ἀκαρνᾶνες καὶ οἱ Ζακύνθιοι; Ἀλλ’ ἐγὼ ἀποτείνω εἰς ὑμᾶς, κύριε ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, τὴν ἐρώτησιν: διατὶ δὲν ἀφοπλίζετε τοὺς Ζακυνθίους; Σᾶς ἐρωτῶ σᾶς, ἀφοῦ εἶσθε Κυβέρνησις, ἀφοῦ δὲν κατορθοῦτε νὰ τοὺς ἀφοπλίσητε, ἀφοῦ δὲν ἔχετε χῶρον, ὅπως τοὺς θέσητε, διατὶ δὲν λαμβάνετε πρόνοιαν νὰ οἰκονομήσητε τὰ πράγματα ἄλλως; Πέρυσιν ὑπέβαλα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἓν σχέδιον ἁπλούστατον. Ἀναφέρω τὸ φρούριον τῆς Κεφαλληνίας, ἐπειδὴ ὡμιλήσατε περὶ Κεφαλληνίας, κύριε Ὑπουργὲ, τὸ ὁποῖον ἐστρατώνιζεν ἄλλοτε ἓν σύνταγμα Ἀγγλικὸν, 600 ἄνδρας· τὸ ἐπεσκέφθημεν, εὑρίσκεται εἰς λαμπρὰν κατάστασιν· σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἄνθρωποι εἰδικοὶ ἐν Κεφαλληνίᾳ μοὶ ἀπέδειξαν, ὅτι διὰ δαπάνης 30,000 δραχμῶν θ’ ἀποκτήσητε μίαν φυλακὴν λίαν καλῶς φυλαττομένην, διότι εἶναι κωνοειδὲς τὸ ὕψωμα αὐτὸ, κατὰ τρόπον, ὥστε μόνον ἀπὸ ἓν μέρος εἶναι προσιτὸν, καὶ διὰ φρουρᾶς ἑνὸς λόχου μόνον δύνασθε νὰ ἔχητε ἐκεῖ ἐν πλήρει ἀσφαλείᾳ, ἄνευ οὐδενὸς φόβου ἀποδράσεως, 600 φυλακισμένους.
§55ΦΛΕΣΣΑΣ. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κκ. Βουλευτῶν).
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ· παρόντες 77.
§57ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Βεβαίως ἐκ τῶν ἐνόντων ὀφείλετε νὰ πράξητε, ὅ,τι εἶναι δυνατὸν, ὅπως οἱ καταδικασμένοι δι’ ἔγκλημά τι πολῖται εὑρίσκωνται ἐν ταῖς φυλακαῖς ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ ἀνθρωπισμοῦ. Δὲν ἐννοῶ νὰ εἴπω, ὅτι τὸ σχέδιόν σας περὶ φυλακῶν εἶναι ἀπραγματοποίητον καὶ οὐτοπία· ποσῶς· μάλιστα τὸ σχέδιον ἔχει ἀνωτέραν ἀξίαν καὶ δύναται νὰ δώσῃ σπουδαῖα ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ ἀντὶ ποίας δαπάνης ἀνηγέρθησαν αἱ φυλακαὶ Συγγροῦ, καὶ πόσοι κατάδικοι χωροῦν εἰς αὐτάς; Ἂν λάβητε τοὺς ἀριθμοὺς τούτους ἀφ’ ἑνὸς καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν καταδίκων ἐν τῷ Κράτει ἀφ’ ἑτέρου, θὰ κάμητε ὑπολογισμὸν καὶ θὰ εὕρητε πόσα ἑκατομμύρια πρέπει νὰ ἔχητε, ὅπως ἔχητε φυλακὰς ὡς τὴν τοῦ Συγγροῦ, καὶ πόσος χρόνος ἀπαιτεῖται διὰ νὰ τὰς κατασκευάσητε, ὅπως θέσητε εἰς αὐτὰς ὅλους τοὺς καταδίκους. Νομίζω ὅτι, ἂν θέσητε μίαν δεκαπενταετίαν ἀπὸ σήμερον, ἀρχίζοντες νὰ οἰκοδομῆτε φυλακὰς τοιαύτας, δὲν λέγω οὐδεμίαν ὑπερβολὴν, κατὰ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ Κράτος. Λοιπὸν σᾶς ἐρωτῶ, ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ χρονικοῦ διαστήματος εὑρίσκετε πρέπον νὰ μείνωσι τὰ πράγματα εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν; Ὥστε εἴμεθα σύμφωνοι καθ’ ὅλα, διαφωνοῦμεν μόνον ὡς πρὸς τὰ μέσα. Ἂν ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι κυβερνήτης, ἤθελον φέρει διόρθωσιν ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου. Δὲν ἤθελον ἀποκρούσει προτάσεις ἀνθρώπων, οἵτινες ἀφιεροῦσι τὸν χρόνον αὐτῶν καὶ τὰς μελέτας των καὶ τοὺς κόπους των, ὅπως ἔλθωσι νὰ δώσωσιν ἀντίληψιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι περιπεπλεγμένη εἰς πλείστας δυσχερείας καὶ πλείστους ἀγῶνας, λοιπὸν ἔχει ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς ἄλλων· τοιαῦται δὲ προτάσεις σᾶς ἐγένοντο ἄλλοτε, καὶ τὰς ἀπεκρούσατε. Λέγετε π. χ. ὅτι δὲν ἔχετε καταστήματα, διὰ νὰ θέσητε τοὺς βαρυποίνους. Δὲν ἔχετε τὸ φρούριον Κεφαλληνίας;
§58ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ἔχει κἀνὲν οἰκοδόμημα τὸ φρούριον;
§59ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα μετὰ τοῦ πρώην εἰσαγγελέως κ. Μιχαὴλ Ἀννίνου, ὅστις ἐπεσκέφθη τὰς φυλακὰς τοῦ Κράτους, καὶ λέγει, ὅτι διὰ δαπάνης 100,000 δραχμῶν αἱ οἰκοδομαὶ αὗται θὰ ἦναι ἀκέραιαι, καὶ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα τὸ ὑλικὸν τὸ ἔχετε ἐκεῖ. Ἔχετε δὲ ἐκτὸς τοῦ φρουρίου μέγαρα, τὰ ὁποῖα καὶ αὐτὰ διὰ μικρᾶς δαπάνης δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶσιν. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὸ φρούριον τῆς Ζακύνθου.
§60ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἐκεῖ εἶναι φυλακαί.
§61ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἔχετε καὶ ἀλλοῦ φρούρια, καὶ ἐπὶ τέλους δύνασθε νὰ οἰκοδομήσητέ τι προσωρινῶς, μολονότι ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἐν τοῖς παλαιοῖς καταστήμασι διὰ δαπάνης τινὸς, ἥτις ἄλλοτε ὑπελογίσθη εἰς 600,000 δραχμῶν, καὶ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἠδύνασθε νὰ ἔχητε καλλιτέρας τῶν σημερινῶν φυλακὰς, καὶ δὲν θὰ ἐλέγετε, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ χωρίσητε τοὺς Στερεοελλαδίτας ἀπὸ τοὺς Πελοποννησίους.
§62ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν τὸ εἶπον αὐτό.
§63ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἀκούομεν καθ’ ἑκάστην νὰ σφάζωνται ἐν ταῖς φυλακαῖς· ἂν δὲν τὸ λέγητε σεῖς, τὸ λέγουν τὰ πράγματα. Λοιπὸν τί σᾶς ζητοῦμεν; Νὰ συνδυάσητε τὸ γενικόν σας σχέδιον, περὶ τῆς σπουδαιότητος τοῦ ὁποίου δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν, νὰ συνδυάσητε τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον καὶ χρήματα πολλὰ θέλει καὶ χρόνον πολὺν ἀπαιτεῖ, μὲ τὴν θεραπείαν τῶν κατεπειγουσῶν ἀναγκῶν· ὑπάρχουσι δὲ τὰ στοιχεῖα, δι’ ὧν δύνασθε νὰ λύσητε αὐτὰ τὰ ζητήματα. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν σᾶς δίδω λεπτομερείας, ἀλλ’ ἐὰν ἐπιμένητε νὰ σᾶς δώσω, θέλω σᾶς ἀποδείξει, ὅτι ὑπάρχει σχέδιον πρακτικώτατον, διὰ τοῦ ὁποίου δύνασθε κατὰ τὸ πλεῖστον νὰ διορθώσητε μίαν κατάστασιν, ἡ ὁποία εἶναι αἶσχος ἐθνικὸν, καὶ τὸ ὁποῖον συνεχῶς διαφθείρει τὸ αἷμα τοῦ τόπου.
§64ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔχει δίκαιον ὁ συνάδελφος, ἰσχυριζόμενος, ὅτι οὐδόλως ἐλήφθη πρόνοια περὶ γενικοῦ συνδυασμοῦ πρὸς τὰς ἀνάγκας τὰς κατεπειγούσας καὶ τὴν ἐκ τῶν ἐνόντων θεραπείαν αὐτῶν. Ἐνθυμεῖσθε κατὰ τὸ 1889, ὅτι διὰ δαπάνης γενναίας ἐπηνέχθησαν εἴς τινας φυλακὰς πᾶσαι αἱ δυναταὶ βελτιώσεις, ἀπεφασίσθη δὲ ἡ ἐπανίδρυσις τῶν φυλακῶν τῆς Ἰθάκης κατὰ τρόπον ἀσφαλίζοντα τὴν ἐν αὐταῖς ἄνετον διαμονὴν ὄχι 55 καταδίκων, ἀλλὰ διακοσίων, καὶ ἐντὸς ὀλίγου χρόνου αἱ φυλακαὶ αὗται περατοῦνται. Μοὶ ὑπέδειξεν ὁ συνάδελφος τὴν ἐκ τῶν ἐνόντων παρασκευὴν φυλακῆς τινος ἐν τῷ φρουρίῳ τῆς Κεφαλληνίας, τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Αἱ πληροφορίαι μου ὅμως εἶναι, ὅτι δὲν ὑφίσταται ἐκεῖ τι, τὸ ὁποῖον νὰ χρήζῃ ἐπισκευῆς, διὰ νὰ γίνωσι φυλακαὶ, ὅτι εἶναι τὰ πάντα κατεστραμμένα· ἀλλ’ οὔτε ὕδωρ εἶναι ἐκεῖ, οὔτε ἡ διοίκησις καὶ ἡ ἐξασφάλισις θὰ ἦτο εὔκολος. Ἀπελπισθεὶς περὶ τῆς ἰδέας, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ τι ἐν τῷ φρουρίῳ, ἔστρεψα τὴν προσοχήν μου εἰς τὰς φυλακὰς, αἱ ὁποῖαι παρεδόθησαν ὡς σωφρονιστικαὶ φυλακαὶ κατὰ τὴν ἀποχώρησιν τῶν Ἄγγλων ἐκεῖθεν, ἅμα ὅμως τῇ κατὰ τὸ 1864 ἐγκαταστάσει τῶν ἡμετέρων ἀρχῶν μετεβλήθησαν εἰς κοινὰς φυλακὰς, καὶ τὰ χωρίσματα ὅλα κατεῤῥίφθησαν. Ἐμελετήθη τὸ ζήτημα, πῶς τὸ ὑπάρχον Σωφρονιστήριον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαναχθῇ πάλιν εἰς τὴν προτέραν αὐτοῦ κατάστασιν, ἐπείσθη δὲ, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι πολὺ δύσκολον, καὶ σκέψις γίνεται περὶ ἐπεκτάσεως καὶ χρησιμοποιήσεως αὐτοῦ πρὸς διπλάσιον ἀριθμὸν καταδίκων. Εὑρίσκομαι δὲ εἰς συνεννοήσεις μετὰ τῶν ἁρμοδίων ἐκεῖ ἀρχῶν, ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ χορηγηθῇ καὶ τὸ κτίριον, τὸ ὁποῖον ἦτο ποτὲ ἐκκλησία Ἀγγλικὴ, διὰ νὰ μεταβληθῇ εἰς φυλακὰς, εἰς τὰς ὁποίας νὰ ἐγκλείσωμεν ἐλαφροποίνους καταδίκους. Ταῦτα ἀποδεικνύουσι, νομίζω, ὅτι εἶναι ἄδικον τὸ παράπονον τοῦ συναδέλφου, ὅτι ἡμεῖς ἐπαναπαυόμεθα εἰς τὸ σχέδιον τὸ γενικὸν, δὲν ἐμεριμνήσαμεν δὲ παντάπασι περὶ τῆς ἐκ τῶν ἐνόντων καὶ βαθμιαίας βελτιώσεως τῆς ἐν γένει καταστάσεως τῶν φυλακῶν. Ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὰ κτίρια. Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὰς φυλακὰς τῶν μερῶν ἐκείνων, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἱδρυθῶσι κτίρια, πληροφορῶ τὸν συνάδελφον, ὅτι οὐδεμία παρέχεται ἀφορμὴ, δυναμένη νὰ δώσῃ ἀφορμὴν πρὸς κατάκρισιν, ἢ νὰ δικαιολογήσῃ τοὺς ἰσχυριζομένους, ὅτι παρέχεται οἱονδήποτε μέσον, δυνάμενον νὰ βελτιώσῃ τὸν βίον καὶ τὴν κατάστασιν τῶν καταδίκων. Δὲν εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα λύονται διὰ μιᾶς, ὁλονὲν δὲ ἀγωνιζόμεθα νὰ καταστήσωμεν τὸν ἐν φυλακῇ βίον ἀνθρωπινώτερον, πρωτίστως δὲ φροντίζομεν, πῶς τάχιστα νὰ ἔχωμεν ὑπὸ τύπον σωφρονιστηρίων ἱδρύματα ἐπαρκῆ.
§65ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ Πατρῶν μοὶ γράφει εἷς τῶν δικηγόρων, ὅτι ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου ἀρνεῖται νὰ δημοσιεύῃ τὰς περὶ πτωχεύσεων ἀποφάσεις.
§66ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐλήφθη πρόνοια νὰ δημοσιεύωνται ἄνευ πληρωμῆς, διότι θεωροῦνται ὡς πράξεις ἀρχῶν ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει ὁ νόμος νὰ δημοσιεύωνται οὕτω.
§67Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἀγγελικὴ χήρα Κόκκαλη εἶχε μισθώσει τὴν ἐν Μεγαλοπόλει οἰκίαν αὐτῆς ὡς στρατῶνα τῆς χωροφυλακῆς, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἔλαβεν ἐνοίκιον ἐπὶ ἓν καὶ πλέον ἔτος, προσέφυγεν εἰς τὸ Δικαστήριον, ὅπερ διέταξε τὴν διὰ βίας ἔξωσιν τῆς χωροφυλακῆς. Μεταβὰς ὁ ἁρμόδιος κλητὴρ πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως, εὗρε τὸν ἐνωμοτάρχην, ὁ ὁποῖος τῷ εἶπεν, ὅτι θὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῆς Μοιραρχίας τῆς Ἀρκαδίας καὶ μετὰ παρέλευσιν ὀλίγων ὡρῶν θέλει παραδώσει τὴν οἰκίαν. Τῷ ὄντι ὁ κλητὴρ ἀνέμενεν ἐπὶ 4 ὥρας μετὰ τῶν μαρτύρων, ὅτε ἐπανελθὼν ὁ ἐνωμοτάρχης διέταξε νὰ ἐκδιώξωσι τὸν κλητῆρα καὶ τοὺς μάρτυρας, ὅπερ καὶ ἐγένετο. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἀξία προσοχῆς, ὄχι τόσον διὰ τὸ ἀδίκημα κατὰ τῆς γυναικὸς, ἀλλὰ διὰ τὴν κατὰ τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων ἀσέβειαν τῆς χωροφυλακῆς, ἀκριβῶς δηλ. ἐκείνης τῆς δυνάμεως, ἡ ὁποία εἶναι τεταγμένη ὑπὸ τοῦ νόμου νὰ δίδῃ χεῖρα βοηθείας, ὅταν νομίμως ζητηθῇ, καὶ ἡ ὁποία ἀκριβῶς ἔβαλε χεῖρα κατὰ τῆς δικαιοσύνης. Ἀπὸ πολλοῦ χρόνου, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, λαμβάνουσι χώραν τοιαῦτα ἀτοπήματα ἐκ μέρους τῶν ὀργάνων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας κατὰ τῆς δικαστικῆς. Αἱ ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων πρέπει νὰ προστατεύωνται κυρίως ἀπὸ τὴν χωροφυλακὴν, ὅταν δὲ καὶ ἡ χωροφυλακὴ ἐπιτίθηται κατὰ τῶν ὀργάνων τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ Κράτει ἡ ἀλληλεγγύη ἐκείνη, ἡ ὁποία συνδέει τὰς διαφόρους ἐξουσίας. Δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω ἀμφοτέρους τοὺς Ὑπουργοὺς, τὸν μὲν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δώσῃ παραγγελίαν εἰς τὴν Μοιραρχίαν Ἀρκαδίας, ὅπως διατάξῃ τὸν ἐνωμοτάρχην νὰ σεβασθῇ τὴν ἀπόφασιν, τὸν δὲ Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ πρόνοιαν διὰ τοῦ Εἰσαγγελέως, ἵνα πληροφορηθῇ, ἂν τὰ καταγγελλόμενα ἐντεῦθεν ἦναι ἀληθῆ ἢ ὄχι, διότι ἡ πρᾶξις παρουσιάζει καὶ χαρακτῆρα ἐγκληματικόν. Ὁ κλητὴρ συνέταξεν ἔκθεσιν καὶ τὴν ἔκθεσίν του αὐτὴν θὰ τὴν ὑποβάλῃ εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν.
§68ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι καλῶς ἔχει ἐννοηθῆ, ὅτι ἡ ὁμόφωνος θέλησις τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ προταχθῶσι νομοσχέδιά τινα, ἐφ’ ὧν δὲν θέλει γίνει οὔτε εὐρεῖα, οὔτε πεισματώδης συζήτησις. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἰσι τὸ στρατιωτικὸν καὶ τὸ ναυτικόν. Πολλάκις ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐδήλωσεν, ὅτι ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων βεβαίως θέλει συζητήσει, ἀλλ’ αἱ συζητήσεις θέλουσιν ἔχει χαρακτῆρα οὔτε μακρὸν οὔτε πείσμονα. Ἄν ἐμφορούμεθα ἀληθῶς ὑπὸ τῆς ἰδέας νὰ ἴδωμεν ψηφιζόμενα ὁπωσδήποτε τὰ νομοσχέδια ταῦτα, βεβαίως πρέπει νὰ συντελέσωμεν τὸ καθ’ ἡμᾶς, ὅπως φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο. Φθάνομεν δὲ, ἐὰν προτάξωμεν ταῦτα τῆς συζητήσεως, ἣν πρόταξιν πολλάκις συνεστήσαμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Βεβαίως δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ νομίζωσιν, ὅτι προτάσσοντες τὸ νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως 5,285,000 δραχμῶν δι’ ἀνέγερσιν κτιρίων, θέλουσι ἐμποδίσει τὴν συζήτησιν, διότι ἀμέσως μετ’ αὐτὸ ἔρχονται τὰ στρατιωτικὰ ἢ τὰ ναυτικὰ νομοσχέδια. Ἡμεῖς ἐνταῦθα δὲν εἴμεθα ἵνα συναλλαττώμεθα, ἡμεῖς ἐκφράζομεν τὰς γνώμας ἡμῶν· δηλοῦμεν λοιπὸν, ὅτι ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῶν δραχμῶν 5,285,000, ὡς ἐγένετο συζήτησις, ἐπίσης θέλει γίνει καὶ ἄλλη μακρὰ καὶ πεισματώδης. Διατὶ τάχα δὲν δέχονται οἱ διευθύνοντες τὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἀφοῦ οὕτω δηλοῦμεν τὴν ἡμετέραν γνώμην, νὰ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια τὰ στρατιωτικὰ καὶ τὰ ναυτικὰ, ἐφ’ ὧν μικρά τις συζήτησις θέλει γίνει καὶ ἄνευ πείσματος, κατόπιν δὲ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ἄλλων νομοσχεδίων, ὡς πρὸς ἃ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὰς γνώμας, ἃς ἡμεῖς ἔχομεν; Μία μόνη περίστασις ἤθελε δικαιολογήσει τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐπιμένοντα νὰ ἔρχωνται καθ’ ἑκάστην τὰ στρατιωτικὰ καὶ ναυτικὰ νομοσχέδια, ἐὰν ταῦτα ἦσαν ἀλληλένδετα καὶ συναφῆ πρὸς ἄλλα νομοσχέδια. Ἀλλ’ οὐδεμίαν βεβαίως σχέσιν ἔχουσιν αἱ πιστώσεις, αἱ ὑπ’ ἀριθμὸν 1 καὶ 2, πρὸς τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Ἑπομένως ὑποβάλλομεν πάλιν τὴν πρότασιν ταύτην. Ἐὰν θέλητε ν’ ἀποκτήσωμεν τὰ νομοθετήματα ταῦτα ταχέως καὶ ἄνευ μεγάλων συζητήσεων, νὰ δεχθῆτε νὰ προτάξωμεν αὐτά.
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Χθὲς, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι δὲν θὰ ἐγίνετο μακρὰ συζήτησις ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν νομοσχεδίων, προετάξαμεν αὐτὰ, ἀποτέλεσμα δ’ ὑπῆρξεν, ὅτι παρετάθη ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς πρώτης καὶ ἡμισείας μετὰ τὸ μεσονύκτιον, ἀφιερωθεῖσα εἰς ἀκρόασιν ὁμιλίας, ἧς τὴν ἀξίαν δὲν καλοῦμαι ν’ ἀμφισβητήσω, ἀρκούμενος εἰς τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἦτο ὅλως ἄσχετος πρὸς τὸ νομοσχέδιον· οὐδὲν ἐῤῥήθη τὸ δυνάμενον νὰ σχετισθῇ πρὸς τὸ νομοσχέδιον ἄλλως ἢ διὰ τοῦ γενικωτέρου δεσμοῦ, τοῦ συνδέοντος πρὸς ἄλληλα τὰ στρατιωτικὰ πράγματα, διότι περὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ οὐδὲ παροδικὴ ἐγένετο μνεία. Ἀφοῦ χθὲς ἐγένετο τοιαύτη ἀγόρευσις ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ, οὐδένα λόγον ἔχομεν, ἵνα πιστεύσωμεν, ὅτι δὲν θὰ γενῇ καὶ σήμερον ὁμοία συζήτησις. Χθὲς, ὅτε προετείναμεν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ παραιτηθῇ τῆς αἰτήσεως περὶ ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου, ἀντετάσσετο, ὅτι ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἐγίνετο συζήτησις ἐπὶ πολλὰς ὥρας. Ἤδη ἀκούομεν παρ’ αὐτῶν τῶν χθὲς ποιησαμένων τὴν δήλωσιν ταύτην, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ παρατείνῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ στρατιωτικοῦ· τοῦτο εἴχομεν ἐλπίσει ἡμεῖς, καὶ διὰ τοῦτο χθὲς προετάξαμεν τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἔχομεν ὅμως τὸ ἐνδόσιμον ἐκ τῶν χθὲς γενομένων ν’ ἀπεκδεχώμεθα, ὅτι, ἐὰν προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον ἤδη, θέλει διεξαχθῆ ἡ συζήτησις αὐτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ ὅπως ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπέδειξε.
§70ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ὑπάρχει οὐδὲν νομοσχέδιον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὅπερ νὰ μὴ ἐπιδέχηται συζήτησιν· εἰς τοῦτο δὲ εἶναι συμφωνότατος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις δὲν ἀφῆκεν οὐδένα νόμον, ἐξ ὅσων εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν, οὗτινος νὰ μὴ ζητήσῃ τὴν τροποποίησιν ἐντὸς τεσσάρων ἢ πέντε μηνῶν. Ἡμεῖς καθῆκον ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν, ἡ δὲ πεισματώδης συζήτησις δὲν προέρχεται ἐξ ἡμῶν, ἀλλ’ ἐκ πείσματος, ὅπερ ἀντιτάσσει ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§71ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κυρίου συναδέλφου εἶναι κατὰ τοσοῦτον δικαία, καθ’ ὅσον δὲν πρόκειται ν’ ἀρχίσωμεν τὴν τρίτην συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀλλὰ νὰ συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν ὁμοφώνως ἀπεφασίσαμεν νὰ προτάξωμεν χθές. Ἐὰν δὲ εἷς τῶν συναδέλφων ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶχε πολλὰ νὰ εἴπῃ, σχετιζόμενα μὲ τὸν στρατὸν, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι μετεβλήθη ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν χθὲς ἀπὸ κοινοῦ ἐξεφράσαμεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρέπει νὰ προταχθῇ τῶν δύο πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι, ὡς ἐπανειλημμένως ἐδηλώσαμεν, θέλουσι προκαλέσει μακρὰν συζήτησιν, διότι ἡ πρώτη ἐξ αὐτῶν δὲν εἶναι ἁπλῆ πίστωσις, ἀλλ’ ὁλόκληρος προϋπολογισμός.
§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον ὅτι χθὲς ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐδόθη ἡ βεβαίωσις, ὅτι διὰ μακρῶν θὰ συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς περὶ τῶν πινάκων τοῦ στρατοῦ διατάξεως· εἰς κύρωσιν δὲ τῆς διαβεβαιώσεως ταύτης ἐπανειλημμένως προεκλήθη παρὰ τῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ψηφοφορία περὶ ἀναβολῆς· ἤδη δίδεται ἀντίθετος διαβεβαίωσις.
§73Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδεμίαν διαβεβαίωσιν δίδομεν.
§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑμεῖς δὲν δίδετε τὴν διαβεβαίωσιν, ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἔδωκεν αὐτὴν ἐν ὀνόματι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καίτοι οὐχὶ διὰ στόματος ὑμῶν. Ἡμεῖς ἠκούσαμεν τὴν διαβεβαίωσιν, εἶναι ἀναγεγραμμένη ἐν τοῖς στενογραφημένοις πρακτικοῖς, καὶ ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλώμεθα αὐτήν. Τὰ πρακτικὰ εἶναι ἐκεῖ, καὶ ἐκ τῶν πρακτικῶν προκύπτει, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν θὰ γενῇ σήμερον μακρὰ συζήτησις, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ προταχθῇ σήμερον τῶν δύο ἄλλων, ἐφ’ ὧν θὰ γενῇ μακρὰ συζήτησις. Τοιαύτην προσδοκίαν εἴχομεν καὶ χθὲς, καὶ ἐπὶ ταύτῃ προετάξαμεν τὸ νομοσχέδιον. Ἡ ἐλπὶς διεψεύσθη, ἐκ δὲ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ καὶ ἐκ τῶν ἐπανειλημμένων προτάσεων περὶ ἀναβολῆς ἐματαιώθη ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου· ἐπειδὴ ὅμως σήμερον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς βεβαιοῖ, ὅτι δὲν θὰ γενῇ ἐπ’ αὐτοῦ μακρὰ συζήτησις, ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐμμένῃ εἰς τὴν βεβαίωσιν ταύτην, δεχόμεθα, ὅπως προταχθῇ. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς πείθηται, ὅτι δοὺς τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην, δὲν εἶχε πληροφορίας ἀκριβεῖς, θὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὡς ἔχει. Εὐθὺς ὅμως, ὡς ἔχομεν τὴν βεβαίωσιν ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἡ συζήτησις δὲν θὰ ἦναι μακρὰ, νομίζομεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι θὰ ἦναι ὀρθὸν νὰ προταχθῶσι τὰ στρατιωτικὰ καὶ ναυτικὰ νομοσχέδια.
§75Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ποιεῖται χρῆσιν ὅρων, τῶν ὁποίων δὲν ἔπρεπε νὰ γίγνηται χρῆσις εἰς βάρος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Οὐδὲ ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Λεβίδης, οὐδὲ ἄλλος τις Βουλευτὴς ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δίδωσι διαβεβαίωσίν τινα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Δίδουσι διαβεβαίωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξαιτοῦνται χάριν, καὶ διὰ νὰ ἀποκτήσωσι τὴν χάριν, δίδουσι διαβεβαιώσεις. Ἡμεῖς δὲν δίδομεν οὐδεμίαν διαβεβαίωσιν, διότι οὐδεμίαν ζητοῦμεν χάριν, ἀλλ’ ἐν τῇ Βουλῇ ὄντες καὶ συζητοῦντες, ἐκπληροῦμεν ἓν καθῆκον, ἐπειδὴ δὲ πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν πρὸς σύνταξιν τοῦ στρατοῦ, ἔχομεν καθῆκον νὰ μεριμνῶμεν ὑπὲρ τῆς καλῆς συντάξεως τοῦ στρατοῦ. Ἐὰν χθὲς ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς δύο ἢ τρεῖς ὥρας, προεδηλώσαμεν τοῦτο χθὲς, ὅτε ἐζητοῦμεν νὰ μὴ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ ἰσχύοντος ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἔλεγον τότε ἐγὼ πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι θέλει ἀγορεύσει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, καὶ θέλει ἀγορεύσει διὰ μακρῶν, δὲν ἐγνώριζον δὲ εἰς ποῖα ἤθελε καταλήξει συμπεράσματα, ἀλλ’ ἐγνώριζον, ὅτι ἤθελεν ἀγορεύσει διὰ μακρῶν, καὶ ὅτι μετ’ αὐτοῦ ἤθελον ἀγορεύσει καὶ ἄλλοι, ἤθελεν ἀγορεύσει βεβαίως καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, ὁ ὁποῖος εἶναι στρατιωτικός, ἤθελον δ’ ἀγορεύσει καὶ ἐγώ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἀντιτίθεται παντάπασιν κατ’ ἀρχὴν εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἐξ ἐναντίας εἶναι ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 17, ἀλλὰ δὲν θέλει παραλείψει ν’ ἀνακοινώσῃ τὰς γνώμας αὐτῆς εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ νομοσχεδίου. Εἰς τίνα λοιπὸν ἐδώκαμεν ἡμεῖς διαβεβαίωσιν; Χάριν τίνος σκοποῦ; Διαβεβαίωσιν, ὅτι θέλομεν ἐκπληρώσει τὸ καθῆκον ἡμῶν; Δὲν ἐπιτρέπομεν εἰς οὐδένα νὰ λέγῃ, ὅτι ἐδώκαμεν διαβεβαιώσεις. Ἐπρότεινεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς πρότασιν, τὴν ὁποίαν θεωρῶ εὔλογον, ὅτι, ἐπειδὴ χθὲς ἤρξατο ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 17 καὶ διεκόπη, φυσικὸν εἶναι σήμερον νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις αὕτη, καὶ ἀφοῦ κατηναλώθησαν χθὲς ὧραι πολλαὶ διὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, πιθανὸν εἶναι, ὅτι δὲν θὰ καταναλωθῶσι καὶ σήμερον τόσαι ὧραι. Μήπως τὸ νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως ἐκ 562,699 δραχμῶν δὲν θέλει συζητηθῆ διὰ μακρῶν; Μήπως τὸ νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως 5,285,520 δραχμῶν δὲν θέλει συζητηθῆ διὰ μακρῶν; Ἔδωκέ τις τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι τὰ νομοσχέδια περὶ τῶν πιστώσεων, τὰ ὁποῖα προετάχθησαν τοῦ στρατιωτικοῦ νομοσχεδίου, θέλομεν ψηφίσει ἄναυδοι; Ἡμεῖς προεβάλαμεν πρότασιν· ἐπὶ ταύτης ἀπόκειται εἰς τὴν πλειονοψηφίαν νὰ ἐκφέρῃ οἱανδήποτε θέλει γνώμην. Τὸ καθῆκον ἡμῶν εἶναι νὰ καταδείξωμεν, ὅτι θέλει ἐξυπηρετηθῆ τὸ δημόσιον συμφέρον, ἐὰν σήμερον ἐξακολουθήσῃ ἡ διακοπεῖσα συζήτησις· ἐὰν δὲν τὸ θέλῃ ἡ πλειονοψηφία, αὐτὴ εἶναι κυρία ν’ ἀποφασίσῃ ὅ,τι θέλει.
§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ θέλει ἡ πλειονοψηφία.
§77ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἴμεθα ἐν ἐκτάκτῳ Συνόδῳ, δηλ. συνεδριάζομεν μετὰ τὸν θάνατον τῆς τακτικῆς Περιόδου, καὶ ἤλθομεν νὰ συζητήσωμεν ἔκτακτα πράγματα, καὶ εἰς τὴν ἔκτακτον αὐτὴν Σύνοδον ὑπεβλήθησαν 73 νομοσχέδια ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς.
§78Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μόνον;
§79ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τόσα ὑπάρχουσι σήμερον.
§80ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἐγένετο τίποτε εἰς τὴν τακτικὴν Σύνοδον.
§81ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἑβδομήκοντα τρία νομοσχέδια ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν σήμερον, Κύριοι· διὰ νὰ ὑποβάλῃ δὲ αὐτὰ ἡ Κυβέρνησις, νομίζω, ὅτι βεβαίως δὲν ἔπαιζεν, ὑπέβαλεν αὐτὰ σπουδαίως, νομίζουσα αὐτὰ ἀναγκαῖα, καὶ ἐπιθυμοῦσα νὰ ὀργανώσῃ δι’ αὐτῶν τὸ Κράτος. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἡ ὁποία ἔχει καθῆκον νὰ παρακολουθῇ καὶ ἐξετάζῃ τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας αὐτῆς, εἴτε ὡς πρὸς τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλει ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς, ἀναγνώσασα ταῦτα, εἶδεν, ὅτι δὲν συντελοῦσι τὰ περισσότερα τούτων πρὸς ὀργάνωσιν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τὸ ὅλον σχεδὸν αὐτῶν εἶναι νομοσχέδια σκοπὸν ἔχοντα τὴν ἐξυπηρέτησιν προσωπικῶν συμφερόντων χάριν τῶν ἐπερχομένων ἐκλογῶν. Γνωρίζομεν δὲ, πῶς συντάσσει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὰ νομοσχέδια, καὶ γνωρίζομεν πόσον χρόνον μετὰ τὴν ψήφισίν των ὑπηρετοῦσιν ὡς νόμοι τοῦ Κράτους· μετὰ μίαν Σύνοδον, κύριε Πρόεδρε, ἔρχεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ τροπολογίας τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν. Ταῦτα, Κύριοι, τὰ νομοσχέδια, οὕτω συντασσόμενα, οὕτω διασκευαζόμενα, τοσούτου χρόνου ζωὴν ὑποσχόμενα, νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μετὰ τὴν πεῖραν, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν, ὅτι πρέπει νὰ ψηφίζωμεν ἀσυζητητεί! νομίζει, ὅτι πρέπει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἡ ὁποία δὲν γνωρίζει τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πρέπει νὰ μαντεύῃ ποῖα νομοσχέδια θὰ προτάξῃ ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ μελετήσῃ αὐτὰ, ἀφοῦ δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψιν της 1, 2, 5, 10, ὅπως συμβαίνει εἰς ὅλα τὰ Κράτη τοῦ κόσμου, ἀλλὰ 73! Τί ζητεῖς λοιπὸν ἀπὸ ἡμᾶς, κύριε Πρωθυπουργέ;
§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τίποτε.
§83ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τότε διατὶ προσκαλεῖτε τὴν Βουλὴν καὶ ἐξοδεύετε 200,000 δραχμῶν διὰ τοῦτο;
§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐννοῶ, ὅτι δὲν ζητοῦμεν τίποτε.
§85ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν νόμων ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της, καὶ πρέπει νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν ἡ γνώμη αὐτῆς. Παραπονεῖται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι κάμνομεν μακρὰν συζήτησιν ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων· ἀλλ’ εἶναι ἄλλο τι σοβαρώτερον καὶ σπουδαιότερον ἀπὸ τὰ στρατιωτικὰ καὶ ναυτικὰ νομοσχέδια; Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐννοεῖ νὰ συζητήσῃ κατὰ τὴν γνώμην μου τακτικῶς καὶ ἐντὸς τῶν κανόνων, καὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν καὶ τῶν ἐν γένει, πάντα τὰ νομοσχέδια, τὰ ἀναγκαῖα καὶ κατεπείγοντα, καὶ ταῦτα εἶναι τέσσαρα ἢ πέντε· περὶ τούτων δύναται νὰ δεχθῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις τὴν συζήτησιν τὴν πρέπουσαν, εὐθὺς ὅμως, ὡς ἡ Κυβέρνησις ἐπιμείνῃ νὰ ψηφισθῶσιν ἀσυζητητεὶ, ὅπως συνηθίζει, ἢ διὰ παννυχίδων, τὰ νομοσχέδια αὐτῆς, ἂς πεισθῇ, ὅτι ὁλόκληρον τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν πρὸ ἡμῶν, ἕως ὅτου ἔλθωσιν αἱ ἐκλογαὶ, θὰ καταναλωθῇ, χωρὶς οὐδὲν νὰ ἐλπίζῃ ἐξ ὅσων ἔχει ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὅτι θὰ λάβῃ. Τὴν πορείαν μας ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τὴν νομίζομεν πατριωτικὴν, συμφέρουσαν τῇ πολιτείᾳ· ἐδήλωσεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὴν γνώμην ἡμῶν, πῶς ἐννοοῦμεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν· ἐὰν νομίζητε, ὅτι ὅ,τι ὑποβάλλεται εἶναι συμφέρον, χωρὶς νὰ κάμητε θόρυβον καὶ πάταγον, ψηφίσατε αὐτὸ, καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ λυθῶσι τὰ ζητήματα τῆς διαφωνίας ἡμῶν πρὸς ὑμᾶς ταχέως.
§86ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εὐλαβοῦμαι τὴν Βουλὴν εἴπερ τις καὶ ἄλλος ἐκ τῶν συναδέλφων, τοῦτο δὲ προσεπάθησα ν’ ἀποδείξω πάντοτε διὰ τῆς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πολιτείας μου. Χθὲς τὴν ἑσπέραν ἐδήλωσα, ὅτι ἤμην ἠναγκασμένος νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν ἐπὶ τοῦ στρατιωτικοῦ νομοσχεδίου· ἐπανειλημμένως δὲ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἀγορεύσεώς μου ἐξέφρασα τὴν λύπην μου, διότι συνέπεσε νὰ μοὶ δοθῇ ὁ λόγος μετὰ τὴν 10½ ὥραν τῆς νυκτὸς καὶ νὰ βλέπω ἐμαυτὸν ὑποχρεωμένον ἐπὶ τοῦ βήματος, νὰ ἔχω δὲ περὶ ἐμαυτὸν ὅλους τοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν καλωσύνην νὰ μὲ ἀκούωσι. Τοῦτο μοὶ ἐπέφερε στενοχωρίαν καὶ μὲ ἠνάγκασε νὰ συντάμω ὅσον μοὶ ἦτο δυνατὸν τὴν ἀγόρευσίν μου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νομίζει, ὅτι δὲν εἶπον σχετικὰ πρὸς τὸ στρατιωτικὸν νομοσχέδιον· εἶναι ἐλεύθερος νὰ νομίζῃ τοῦτο· ἐγὼ μάλιστα εἶπον χθὲς, ὅτι δὲν εἶχον τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἤθελε πεισθῆ καὶ ἀποδεχθῆ τὰς παρατηρήσεις μου· δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι εἶπον πράγματα περιττὰ καὶ ἀσύνδετα πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, διότι, δυστυχῶς, τὰ τοῦ στρατοῦ ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ κ. Τρικούπη, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, περιῆλθον εἰς τοιαύτην κακὴν κατάστασιν καὶ παράλυσιν, ὥστε θὰ εἶχέ τις ἀνάγκην ἐπὶ πολλὰς ὥρας νὰ ὁμιλῇ, ἵνα ἀποδείξῃ τὴν κατάστασιν ταύτην, ὁποία πράγματι εἶναι. Δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ προβῶ ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, διὰ νὰ ἀποδείξω πόσον κακὸν θὰ ἦναι, ἐφαρμοζόμενον ἐν τῷ μέλλοντι, εἰς χεῖρας, ἐννοεῖται, —λέγω δὲ τοῦτο ἐντονώτερον—εἰς χεῖρας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι ἔχομεν ἤδη ἐκ τοῦ παρελθόντος τὴν πεῖραν, ὅτι πᾶς νόμος εἰς χεῖρας αὐτοῦ ἀπέτυχεν, ἐν τῇ διοικήσει τοὐλάχιστον τοῦ στρατεύματος. Ἀπέδειξα δὲ, ὅτι ὁ στρατὸς ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ ὑπέστη ὀδυνηρότατα τραύματα, καὶ ἀπέδειξα τοῦτο, παραθέσας 100 νόμους στρατιωτικούς, τοὺς ὁποίους αὐτὸς ἐξέδωκεν ἐπ’ ἀγαθῷ δῆθεν τοῦ στρατεύματος, ἀλλ’ ἐπὶ μεγάλῳ κατ’ ἐμὴν γνώμην κακῷ καὶ ἐπὶ ἀνεπανορθώτῳ ἀπωλείᾳ αὐτοῦ. Εἶπον χθὲς πολλά, ἄσχετα πρὸς τὸ νομοσχέδιον, κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι καὶ τὰ ἐν προοιμίῳ λεχθέντα ἦσαν σχετικώτατα πρὸς τὸ νομοσχέδιον, ὅσον καὶ πρὸς τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, καὶ ὅσα ἐν τῇ συζητήσει τῆς οὐσίας αὐτοῦ εἶπον, ἐπίσης εἶχον στενοτάτην σχέσιν πρὸς αὐτό. Λυποῦμαι ὅτι δὲν μοὶ ἐδόθη χθὲς καιρὸς, παρελθούσης τῆς μιᾶς μετὰ τὸ μεσονύκτιον ὥρας, νὰ συνεχίσω τὴν ὁμιλίαν μου· εἶχον δὲ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ 2 ὥρας ἀκόμη. Ἐξ εὐλαβείας πρὸς τὴν Βουλὴν, παρέλειψα τοῦτο, ἐπὶ θυσίᾳ τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν εἶχον, νὰ ἀγορεύσω ἐπὶ τοιούτου νομοσχεδίου. Ἐπεθύμουν, ὡς καὶ χθὲς ἐδήλωσα, νὰ ἴδω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὅτι τάχιον ψηφιζόμενον. Συνέταμον δὲ πρὸς τοῦτο τὸν λόγον, καὶ ἐπεράτωσα αὐτὸν οὕτως ἢ ἄλλως, δηλῶ δὲ, ὅτι δὲν θὰ φέρω ἄλλην παρατήρησιν ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ περιμένω μετὰ τὴν σημερινὴν συζήτησιν, νὰ ἴδω αὐτὸ ψηφιζόμενον. Νομίζω ὅμως, ὅτι οὐχὶ εἰς μάτην ἀπησχόλησα τὴν Βουλὴν χθές· ἐὰν δὲ τοῦτο οὕτως κρίνῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, φρονῶ ὅτι εἶναι ἄλλοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔκριναν οὕτω περὶ τοῦ χθεσινοῦ μου λόγου, εἴθε δὲ νὰ μὴ ἔκρινε καὶ αὐτὸς οὕτω, διότι τότε αἱ σκέψεις αὐτοῦ θ’ ἀπέβαινον ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ στρατεύματος.
§87ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸν Κανονισμὸν ἡ ἡμερησία διάταξις· θὰ παρεκάλουν δὲ τὴν Βουλὴν, ἰδίως τὴν πλειονοψηφίαν, νὰ λύσωμεν ἀπόψε τὴν συνεδρίασιν, ὅπως ἡ ἡμερησία διάταξις κανονισθῇ ἐπὶ βάσει συμφωνοτέρα πρὸς τὸν Κανονισμὸν, διότι ἄλλως δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς κἀνὲν ἀποτέλεσμα, καὶ μὲ αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἴσως ἀπόψε ἡ Κυβέρνησις.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Λοιπὸν τὰ δύο πρῶτα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδια περὶ πιστώσεων, συγκαταθέσει καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀναβάλλονται. Ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ νόμου ᾼΦΛΓʹ τῆς 28 Μαΐου 1887 καὶ τροποποιήσεως πινάκων προσηρτημένων εἰς τὸν αὐτὸν νόμον.
§89ΚΟΡΠΑΣ. Δὲν παρῆλθον, Κύριοι, μετὰ τὴν πρὸ μικροῦ γενομένην συζήτησιν, ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα μακρηγορήσω, οὐδὲ διὰ νὰ πολεμήσω τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ καὶ οὔτε νὰ τὸ ὑποστηρίξω, ἀφοῦ ἑκατέρωθεν ὑποστηρίζεται ἐκθύμως. Παρῆλθον μόνον ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα προβάλω παρατηρήσεις τινὰς, πλὴν ἐκείνων, τὰς ὁποίας κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου προέβαλον. Αἱ παρατηρήσεις αὗται θὰ περιορισθῶσιν ἐντὸς τοῦ στενοῦ κύκλου, τοῦ καθοριζομένου ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου, ὄχι διότι φοβοῦμαι, μὴ ἐπιτιμηθῶ, ὅπως ἐπετιμήθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Παπαμιχαλόπουλος, ἀλλὰ διότι νομίζω, ὅτι πολλάκις ἔσχον ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν ἐπὶ πάντων σχεδὸν τῶν στρατιωτικῶν θεμάτων· ἑπομένως θὰ περιορισθῶ, ὡς προεῖπον, ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀφορᾷ, ὡς εἶπον καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νόμου τοῦ 1887 καὶ εἰς τὴν ἐπαναφορὰν ἐν ἰσχύει τῶν πινάκων τῶν προσηρτημένων εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ 1887, ἐκτὸς προσθαφαιρέσεών τινων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο καὶ εἶναι προσηρτημέναι ἐν τῷ παρόντι νομοσχεδίῳ. Ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον εἶναι καθαρῶς ὀργανικὸν, μεταῤῥυθμίζει τουτέστι τὸν ἐν ἰσχύει ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, καὶ ὡς τοιοῦτον θέλω τὸ ἐξετάσει. Τὰ τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας ἡμῶν, καὶ πρὸ πάντων τὰ τοῦ καταρτισμοῦ τῶν στελεχῶν, ἤτοι τὰ τῶν πινάκων, περὶ ὧν τοσοῦτος ἐγένετο καὶ γίνεται λόγος παρ’ ἡμῖν, δυστυχῶς δὲν ἔχουσι καλῶς, τουτέστιν οὔτε ὁ ὀργανισμὸς, οὔτε οἱ πίνακες συντάσσονται ἐπὶ ὡρισμένῃ βάσει, ἐπὶ τῇ βάσει δηλαδὴ ἐκείνῃ, ἐφ’ ᾗ συντάσσονται καὶ παρὰ τοῖς ἄλλοις Κράτεσι· προσομοιάζουσι πρὸς τὰ ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις παιζόμενα χρεώγραφα, καὶ ὅπως ἐκεῖνα ἄλλοτε μὲν ὑπερτιμῶνται, καὶ ἄλλοτε ὑποτιμῶνται, οὕτω καὶ τὰ τῶν πινάκων κατὰ τὰς περιστάσεις μεταβάλλονται, καὶ ἄλλοτε μὲν προστίθενται θέσεις εἰς τὸ σῶμα Α, ἄλλοτε δὲ εἰς τὸ σῶμα Β. Οἱ στρατιωτικοὶ ὀργανισμοὶ ἐν ἄλλοις Κράτεσι συντάσσονται κατ’ ἄλλον τρόπον, καὶ οὐχὶ καθ’ ὃν τρόπον συντάσσονται παρ’ ἡμῖν. Οἱ στρατιωτικοὶ ὀργανισμοὶ δὲν μεταβάλλονται εἰς τὰ λοιπὰ Κράτη, εἰμὴ μετὰ πόλεμον ἢ μετὰ μακρὰν δοκιμασίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀναφαίνονται αἱ πλημμέλειαι τῶν νόμων ἐκείνων· ἀλλὰ καὶ τότε δὲν συντάσσονται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἢ ὑφ’ ἑνὸς τμηματάρχου, ἀλλὰ ὑπὸ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα πολλάκις ὑπέδειξα ἐντεῦθεν, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα δὲν τοὺς συντάσσουν ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν, ἀλλὰ λαμβάνουσιν ὑπ’ ὄψιν τὰς μεταβολὰς, τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλουσιν αἱ μεταβολαὶ τῆς τακτικῆς τοῦ πολέμου. Ἐὰν μεταβληθῇ ἡ τακτικὴ τοῦ πολέμου, μεταβάλλονται καὶ οἱ ὀργανισμοί. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν ποία τακτικὴ μετεβλήθη, διὰ νὰ μεταβάλλωμεν καθ’ ἑκάστην τοὺς στρατιωτικοὺς ὀργανισμούς; Σπανίως μεταβάλλεται ἡ τακτικὴ τοῦ πολέμου, μεταβάλλεται λίαν βραδέως, μετὰ πεῖραν, τὴν ὁποίαν λαμβάνουσιν οἱ μεγάλοι στρατοὶ ἐν τοῖς γενικοῖς καὶ μεγάλοις λεγομένοις γυμνασίοις, ἢ ἐν πολέμῳ. Ἡμεῖς ὅμως κατ’ ἔτος σχεδὸν μεταβάλλομεν τοὺς ὀργανισμοὺς ἡμῶν, ἄλλοτε μὲν προστιθέντες πίνακας νέους, ἄλλοτε δὲ νέα ἄρθρα. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι τὰ τῆς ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ ἡμῶν δὲν ἔχουσιν, ὅπως εἶπον καὶ ἄλλοτε, καλῶς. Σήμερον ὅμως πρόκειται ἁπλῶς νὰ ψηφίσωμεν τὴν κατάργησιν ἑνὸς ἄρθρου καὶ νὰ δώσωμεν ἰσχὺν εἰς πίνακας, οἵτινες βεβαίως θὰ ἐφαρμοσθῶσι, καὶ ἐφαρμοζόμενοι δὲν θ’ ἀποδώσωσι βαθμοὺς εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἔχουν σειράν· καὶ περὶ τούτου δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, καὶ πιστεύω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν οὐδὲν ἔχει συμφέρον νὰ ποιήσηται προτιμήσεις εἰς σώματα· οἱ πίνακες οὗτοι συνετάχθησαν ἐπὶ τῇ βάσει πρὸ πάντων τοῦ Γαλλικοῦ ὀργανισμοῦ, πλήν τινων διαφορῶν, περὶ τῶν ὁποίων θέλω ὁμιλήσει. Προκειμένου, ὡς προεῖπον, περὶ πληρώσεως χηρευούσης θέσεως, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸ καθῆκον νὰ λάβῃ ἀνὰ χεῖρας τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τοὺς ψηφισθησομένους πίνακας καὶ νὰ ἀπονείμῃ τοὺς βαθμοὺς πρὸς ἐκείνους, οἵτινες δικαιοῦνται νὰ λάβωσιν αὐτούς. Ἡ ἀπονομὴ τῶν βαθμῶν δὲν εἶναι χάριτες, οὔτε ἠθικαὶ ἀμοιβαὶ, διδόμενοι εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς, ἀλλ’ εἶναι πλήρωσις ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας, εἶναι συμφέρον τοῦ στρατοῦ, νὰ ἔχῃ πλήρη τὰ στελέχη αὐτοῦ, διότι ἄνευ τῶν στελεχῶν οὐδεμία δύναται νὰ τελεσθῇ ἄσκησις, οὐδεμία ὑπηρεσία ἐν τῷ στρατῷ. Ἑπομένως ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο οὐδὲν ἔχω νὰ ἀντείπω. Ἐπαναλέγω, ὅτι ἔχω πλήρη τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἀπονομὴ τῶν βαθμῶν θὰ γίνῃ συμφώνως πρὸς τοὺς πίνακας· οἱ πίνακες οὗτοι ὅμως, καίπερ ἀντιγραφέντες ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ ὀργανισμοῦ, ἐνέχουσι καί τι τὸ Ἑλληνικὸν, ὡς λ. χ. ἐν τῷ Γαλλικῷ στρατῷ τὰ συντάγματα δὲν ἔχουσι τῳόντι λοχαγοὺς ὑπασπιστὰς, ἔχουσι τὰ τάγματα, ἀλλὰ τὰ συντάγματα ἐκεῖ δὲν ἔχουσι γραμματεῖς· τὰ συντάγματα τοῦ πεζικοῦ καὶ τοῦ μηχανικοῦ ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ 1887 ἔχουσιν ἀνθυπολοχαγοὺς γραμματεῖς. Δὲν ἀντιλέγω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀναγκαῖον, ἐξ ἐναντίας τὸ θεωρῶ λίαν ἀναγκαῖον καὶ χρήσιμον, ἀλλ’ ὤφειλον νὰ παρατηρήσω, ὅτι εἶναι διάταξις, ἥτις δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ Γαλλικῷ στρατιωτικῷ ὀργανισμῷ. Ἐπειδὴ δὲ ἦλθον εἰς τὸ θέμα τοῦτο, χρεωστῶ νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὸ πεζικὸν, τὸ ὁποῖον θεωρεῖται ἡ βάσις παντὸς στρατοῦ, σήμερον διὰ τῶν ψηφισθησομένων πινάκων δὲν ἀπολαμβάνει ὅ,τι ἀπολαμβάνουσι τὰ λοιπὰ σώματα, χωρὶς νὰ θέλω νὰ θίξω τὰς θέσεις, αἱ ὁποῖαι ἀποδίδονται εἰς τὰ λοιπὰ σώματα· καλῶς καὶ δικαίως ἀποδίδονται αὗται, ἀλλ’ ἔδει καὶ τὸ πεζικὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν διανομὴν τῶν θέσεων τούτων, καὶ ἐπειδὴ εἶπον, ὅτι αἱ θέσεις τῶν γραμματέων, αἱ κυρούμεναι διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου, καλῶς δίδονται, ἤθελον προτείνει, ὅπως αἱ θέσεις αὗται κατέχωνται ὑπὸ ὑπολοχαγῶν. Τοῦτο δὲ οὐ μόνον εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, διότι ὁ γραμματεὺς θὰ συνεργάζηται πάντοτε μετὰ τοῦ διοικητοῦ τοῦ συντάγματος, ἑπομένως καὶ μείζονα πεῖραν θὰ ἔχῃ ὁ ὑπολοχαγὸς, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον ἀκόμη λόγον θέλω τοῦτο, διότι ἔχομεν ἐν τῇ Ἐπετηρίδι τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ 400 ἀνθυπολοχαγοὺς κατὰ τὸ πλεῖστον ἐξελθόντας ἐκ τῆς Σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν. Ἡμεῖς, ὅτε ἐσυστήσαμεν τὴν Σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν, ἐλέγομεν, καὶ ἐγὼ ὑπεστήριζον τότε, ὅτι διὰ τῶν ἀξιωματικῶν τούτων, τῶν ὁπωσδήποτε μεμορφωμένων, θὰ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐν τῷ μέλλοντι ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς, δυναμένους νὰ διοικήσουν καὶ τάγματα καὶ συντάγματα· ἀλλὰ πῶς δύνανται νὰ φθάσωσιν εἰς ἀνωτέρους βαθμοὺς οὗτοι, οἵτινες οὔτε ἴσως εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ δὲν θὰ φθάσωσι, διότι οὔτε 5 ἢ 10 θέσεις ὑπολοχαγῶν κατ’ ἔτος δὲν δίδονται αὐτοῖς; ἑπομένως μετά τινα ἔτη θὰ ἀποστρατευθῶσιν οὗτοι, ἑπομένως ἄχρηστα εἶναι καὶ τὰ στρατιωτικὰ σχολεῖα καὶ τὸ σχολεῖον τῶν ὑπαξιωματικῶν. Ὥστε νομίζω, ὅτι χάριν καὶ αὐτῆς τῆς ἰδέας πρὸ πάντων εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβληθῇ ἡ θέσις τοῦ γραμματέως ἀπὸ ἀνθυπολοχαγοῦ εἰς θέσιν ὑπολοχαγοῦ. Ἐπίσης διὰ τὸν αὐτὸν λόγον θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ὁρισθῇ ἡ θέσις τοῦ σημαιοφόρου θέσις ὑπολοχαγοῦ. Δὲν εἶναι δὲ πρωτοφανὲς τοῦτο. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐν τῷ Γαλλικῷ πεζικῷ ἀνθυπολοχαγὸς εἶναι ὁ σημαιοφόρος, ἀλλ’ ἐν τῷ μηχανικῷ καὶ τῷ ἱππικῷ εἶναι ὑπολοχαγοί. Ἀλλὰ πλὴν τούτων ὁ ὀργανισμὸς ἐν ἄρθρῳ 8 λέγει: «Ἡ στρατιωτικὴ ἐκπαίδευσις ἀποτελεῖται ἐκ τῶν τάδε καὶ τάδε σχολείων». Ἀλλ’ οἱ πίνακες, τοὺς ὁποίους ἐπαναφέρουσιν ἐν ἰσχύει, ἔχουν καὶ προσωπικὸν σχολείου ἤδη κατηργημένου, τοῦ σχολείου τοῦ προπαρασκευαστικοῦ τῶν ὑπαξιωματικῶν. Ἀντὶ τούτου εἶναι δίκαιον νὰ ὑπάρχῃ ἐν τοῖς πίναξι τὸ προσωπικὸν τοῦ σχολείου τοῦ προπαρασκευαστικοῦ τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐν ἰσχύει καὶ θὰ ᾖναι κατ’ ἔτος διότι κατ’ ἔτος θὰ ἔχωμεν μαθητὰς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τῶν Γυμνασίων προσερχομένους εἰς αὐτό; Σήμερον ἐκεῖ εἶναι εἷς ἀντισυνταγματάρχης διοικητής, εἷς ταγματάρχης ὑποδιοικητὴς καὶ πολλοὶ ἀξιωματικοὶ, οἵτινες ὅμως δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὴν δύναμιν τοῦ σχολείου τούτου. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι καὶ ἡ τροποποίησις αὕτη εἶναι ἀνάγκη νὰ γένηται. Ἐπίσης θεωρῶ ἀναγκαίαν τὴν προσθήκην τοῦ προσωπικοῦ τῆς Σχολῆς τῆς βολῆς, ἀφοῦ ἡ Σχολὴ αὕτη λειτουργεῖ. Αὗται εἶναι αἱ προσθῆκαι, τὰς ὁποίας νομίζω ἀναγκαῖον νὰ προβάλω καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ πεζικὸν, εἰς τὸ ὁποῖον, κατὰ τοὺς πίνακας τοὺς ὑποβληθέντας, εἶναι προσθήκη 38 μὲν λοχαγῶν, ἀλλ’ ἀφαιροῦνται 10 λοχαγοὶ, ἑπομένως ἐν ὅλῳ θὰ χηρεύσωσι θέσεις 28 λοχαγῶν, ἀφαιροῦνται ὅμως 38 ὑπολοχαγοὶ, πλὴν 16, προστιθεμένων εἰς τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα, ἑπομένως ἐν συνόλῳ ἀφαιροῦνται 22 ὑπολοχαγοί. Ἑπομένως, ἐὰν δὲν προστεθῶσιν αἱ θέσεις, περὶ ὧν ἔκαμον λόγον, οὐ μόνον οἱ ἀνθυπολοχαγοὶ δὲν θὰ ἔχωσι πρόοδον, ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν καὶ ὑπολοχαγοὺς πλεονάζοντας. Εἶπον προηγουμένως, ὅτι ὡς βάσις τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ θεωροῦνται οἱ κανόνες τῆς τακτικῆς, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν κανόνων τούτων λαμβάνεται καὶ ἡ ἀναλογία μεταξὺ τῶν διαφόρων σωμάτων. Ἡ ἀναλογία αὕτη μεταξὺ τῶν σωμάτων παρ’ ἡμῖν δὲν εἶναι σύμφωνος ἐντελῶς πρὸς τοὺς κανόνας τῆς τακτικῆς καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι τελεία, δι’ οὓς λόγους πάντες γινώσκετε, διότι ὑπάρχουν σώματα, τῶν ὁποίων οἱ ἀξιωματικοὶ βεβαίως δὲν ἔχουν ἀνάλογον πρόοδον, ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ ἄλλα, ἅτινα δὲν ἔχουν οὐδεμίαν σύγκρισιν πρὸς τὰ ἀλλαχοῦ κρατοῦντα. Καὶ ὡς παράδειγμα φέρω τὸν ὑγειονομικὸν κλάδον, περὶ οὗ ἐποιήσατο λόγον καὶ ὁ ἔντιμος συνάδελφος κ. Παπαμιχαλόπουλος χθές. Ὁ ὑγειονομικὸς κλάδος, ὁ τόσον ἀναγκαῖος,—καὶ ἐπικαλοῦμαι καὶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Τυπάλδου, ὅστις πολλάκις ἔσχεν ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσῃ περὶ αὐξήσεως τοῦ σώματος τούτου,— ὁ ὑγειονομικὸς κλάδος ἐν Γαλλίᾳ ἔχει πολὺ προσωπικόν. Οἱ ὑπάρχοντες δὲ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ στρατῷ ὑγειονομικοὶ ἀξιωματικοὶ εἶναι 141. Ἑπομένως, ἐὰν ποιήσωμεν ἀναλογίαν, θέλομεν εὕρει, ὅτι ἐπὶ 100 ἰατρῶν ἔδει νὰ ἔχωμεν πολλῷ πλείονας βαθμολόγους ἀνωτέρους. Εἰς τὰ λοιπὰ Κράτη οἱ βαθμολόγοι τοῦ ἀνωτέρου βαθμοῦ εἶναι, ὡς εἶπον, πλειότεροι· τὰ θεραπευτήρια διευθύνονται ὑπὸ ἰατρῶν καὶ ἐνταῦθα ὑπὸ ὑπιάτρων ἢ ἀνθυπιάτρων, ὅπερ οὐδαμοῦ γίνεται. Ἐὰν δὲ κάμῃ τις σύγκρισιν γενικὴν πρὸς τὰ ἐν ἄλλοις Κράτεσι, θέλει εὕρει τὴν ἑξῆς ἀναλογίαν, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ ὑπάρχουν ἰατροὶ ὑγειονομικοὶ 12 ἐπὶ 1000 ἀνδράσιν, ἐν Ἰταλίᾳ 10, ἐν Ρωσσίᾳ 12, ἐν Ἀγγλίᾳ 13, ἐν Ἑλλάδι 6. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἀναλογία καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ σῶμα τῶν ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν· καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὸν φαρμακευτικὸν κλάδον, ἡ ἀναλογία εἶναι ἀπελπιστικὴ, διότι κατεδικάσαμεν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ἔχοντας πτυχίον, νὰ ζήσουν ἰσοβίως μὲ τὸν αὐτὸν βαθμὸν καὶ τὸν αὐτὸν μισθόν. Πρὸ ἡμερῶν ἔλαβεν ἀφορμὴν ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἐξ Ἀχαΐας κ. Φωτήλας νὰ κάμῃ λόγον περὶ τῶν στρατιωτικῶν φαρμακοποιῶν, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπαντῶν εἶπεν, ὅτι ἄδικον ἔχουν οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, διότι περιλαμβάνονται ἐν τῇ καταστάσει.
§90ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἦτο λελανθασμένον.
§91ΚΟΡΠΑΣ. Καὶ ἐὰν δὲν ἦτο λελανθασμένον, ἐκ τῶν πινάκων ἐξάγεται τὸ ἑξῆς, ὅτι, ἐνῷ ὑπῆρχον 10 λοχαγοὶ, σήμερον εἶναι 8, ἑπομένως πλεονάζουν 2, οἱ ὁποῖοι γίνονται ταγματάρχαι· λείπει ἄρα μία θέσις λοχαγοῦ, καὶ αὕτη ἀμφίβολος, διότι ὁ διευθυντὴς τῆς κεντρικῆς φαρμακαποθήκης δύναται νὰ ᾖναι καὶ λοχαγὸς καὶ ὑπολοχαγός. Ἔχομεν δὲ 25 θέσεις κενὰς ἀνθυποφαρμακοποιῶν. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἀναγράφεται κατ’ ἔτος, ἀλλ’ οὐδεὶς παρουσιάζεται πρὸς πλήρωσιν· καὶ πολὺ δικαίως. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ παραδεχθῇ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Φωτήλα, διότι τὸ Δημόσιον οὐδεμίαν ἐπὶ πλέον θὰ ἔχῃ δαπάνην, ἀφοῦ αἱ πλεονάζουσαι 25 θέσεις δὲν θὰ πληρωθῶσι. Κατετάχθησαν οἱ δυστυχεῖς οὗτοι ἄνθρωποι, οἱ τέσσαρες, κατὰ τὸ 1880 μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ δοκίμου, καὶ ἐγένοντο ἀνθυπολοχαγοί, διότι κατηργήθη ὁ βαθμὸς τοῦ δοκίμου, καὶ μένουσιν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦτον, καὶ θὰ μένωσιν, ἐφ’ ὅσον δὲν προστίθεται μία θέσις. Ἀφοῦ δὲ τοσαῦται θέσεις προστίθενται εἰς ὅλα τὰ σώματα, θὰ ἦτο ἄδικον νὰ μὴ προστεθοῦν 2 ἢ 3 θέσεις καὶ εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι, ὡς ἔλαβον ἀφορμὴν καὶ ἄλλοτε νὰ εἴπω, οὐ μόνον ὑπηρετοῦσι τὴν πατρίδα, ἀλλὰ παρέχουσι καὶ κέρδη εἰς τὸ Δημόσιον, διότι χορηγοῦσι φάρμακα εἰς τοὺς ἀξιωματικούς. Ἐὰν δὲ ἐλάμβανε τὸ Δημόσιον ἄλλοθεν τὰ φάρμακα, θὰ ὑφίστατο πολὺ μεγαλειτέραν δαπάνην. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὸν ὑπάρχοντα πίνακα, ἀλλὰ νὰ συγκατατεθῇ νὰ δεχθῇ τοὐλάχιστον τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος κ. Φωτήλας καὶ τὴν ὁποίαν εὑρίσκω πολὺ ὀρθήν. Ἐπίσης ἑτέραν παρατήρησιν θὰ κάμω καὶ ἐπὶ τοῦ πυροσβεστικοῦ σώματος, τὸ ὁποῖον, πάντες γινώσκετε, πόσας ἀνάγκας ἐκπληροῖ. Τὸ σῶμα τοῦτο ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ ἄλλα εἶναι ἐλάχιστον. Ἐνῷ ὑπάρχουσι συντάγματα ὁλόκληρα ἐν Γαλλίᾳ, ἐν Γερμανίᾳ, ἐν Αὐστρίᾳ, παρ’ ἡμῖν εἷς λόχος ὑπάρχει μόνον. Ἑπομένως προτείνω τὴν αὔξησιν τοῦ λόχου εἰς σῶμα πυροσβεστικὸν, ἔχον δύο λόχους. Δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν μίαν διλοχίαν ἄνευ δαπάνης, διότι στρατιῶται ὑπάρχουσι, καὶ δυνάμεθα ν’ ἀποσπάσωμεν ἕνα ἀριθμὸν πυροσβεστῶν, οὐ μόνον διὰ τὰς πυρκαϊὰς τῶν πόλεων, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς τῶν δασῶν, περὶ ὧν τόσος γίνεται λόγος. Εἶναι δὲ λίαν ἀναγκαία, δι’ οὓς προσέθηκα λόγους, καὶ ἔχομεν καὶ πρόχειρον τὸν διοικητὴν τοῦ σχηματισθησομένου λόχου, ὅστις διέμεινεν ἐπὶ 3 ἔτη λοχαγὸς, διανύσας ὁλόκληρον τὸν βίον του εἰς τὴν πυροσβεστικὴν ὑπηρεσίαν, ἤδη δ’ ἀπεσπάσθη εἰς ὑπηρεσίαν τῶν εὐζώνων. Ἐὰν λέγητε ἰδιαιτέρως, ὡς ἀκούω, ὅτι κακῶς ἔμεινε τόσα ἔτη, ἐκεῖνος δὲν εὐθύνεται διὰ τοῦτο. Τὰ τοῦ πυροβολικοῦ, ἱππικοῦ, καὶ μηχανικοῦ ἔχουσι καλῶς. Πιθανὸν ἡ πρόοδος εἰς τὸ ἓν σῶμα νὰ ἦναι κατά τι μεγαλειτέρα ἢ εἰς τὸ ἄλλο, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς τύχης, διότι συνέπεσε ν’ αὐξήσῃ τὸ ἓν σῶμα πλειότερον τοῦ ἄλλου. Οὐχ ἧττον ἐκ τῶν πινάκων τούτων καὶ τὸ ἄτοπον τοῦτο αἴρεται, καὶ ἑπομένως τὰ σώματα ταῦτα ἀρκετὰ ἱκανοποιοῦνται. Τὸ βέβαιον εἶναι, —καὶ δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἀποκρύψω, — ὅτι αἱ δαπάναι, αἱ γινόμεναι πρὸς συντήρησιν τοῦ στρατοῦ, εἶναι ἀνώτεραι τῶν χρηματικῶν ἡμῶν δυνάμεων, ἀλλὰ δυστυχῶς οὐκ ἔστιν ἄλλως γενέσθαι. Ἐφ’ ὅσον βλέπομεν, ὅτι τὰ εὐρωπαϊκὰ Κράτη συμπληροῦσι τὰς στρατιωτικὰς αὑτῶν δυνάμεις, ὅτι τὰ στρατιωτικὰ ἐργοστάσια πυρετωδῶς ἐργάζονται εἰς τὴν κατασκευὴν πυροβόλων καὶ ὅπλων· ἐφ’ ὅσον βλέπομεν, ὅτι δοκιμαὶ γίνονται καθ’ ἑκάστην πρὸς ἐξεύρεσιν μέσων καταστρεπτικωτέρων τῆς ἀνθρωπότητος, ἔχομεν καὶ ἡμεῖς, ὅσον μικροὶ καὶ ἂν εἴμεθα, τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διατηρῶμεν μόνιμον στρατὸν, ἔχοντα ὀργανισμὸν πλήρη καὶ τέλειον, ὅπως ὁ τῶν μεγάλων Κρατῶν. Εἶναι ἴσως ἀτύχημα διὰ τὸν τόπον, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἄλλως. Ἄς μὴ μᾶς πλανῶσιν οἱ λόγοι τῶν Πρωθυπουργῶν, οἵτινες λέγουσιν ἐπισήμως εἰς τὰ Κοινοβούλια, ὅτι ἐπιζητοῦσι τὴν εἰρήνην, ἂς μὴ μᾶς πλανᾷ ὁ λόγος, ὃν πρὸ ἡμερῶν ἐξεφώνησεν ὁ γηραιὸς Μόλτκε ἐν τῇ Γερμανικῇ Βουλῇ, ὅτι πᾶσα δαπάνη πρὸς διατήρησιν τῆς εἰρήνης δὲν εἶναι περιττὴ, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι θᾶττον ἢ βράδιον ἡ θύελλα θὰ ἐκραγῇ, καὶ ἡμεῖς ἔχομεν μεγίστην ἀνάγκην νὰ ἤμεθα παρεσκευασμένοι. Ἀλλ’ ἡ ψήφισις, θὰ μοὶ εἴπητε, τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι παρασκευὴ πρὸς πόλεμον; Βεβαίως ὄχι· καὶ τὰ στελέχη βεβαίως ἀποτελοῦσι πλήρωσιν μιᾶς ἀνάγκης, τὴν ὁποίαν ἔχει πᾶς στρατός· ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ μόνη παρασκευὴ πρὸς πόλεμον. Ἰδίᾳ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν προμηθειῶν, χωρὶς νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι παρεκβαίνω τοῦ θέματος, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῶν προμηθειῶν σχετίζεται πρὸς τὴν ὕπαρξιν τοῦ στρατοῦ. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν προνοίας μεγίστης πρὸς προμήθειαν πυροβόλων καὶ ἵππων καὶ κτηνῶν, διότι ὁ στρατὸς ἡμῶν στερεῖται τούτων. Συνιστῶ πρὸ πάντων εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ συστήσῃ ἐπιτροπὴν, ὅπως μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦ ὁπλισμοῦ καὶ τῆς πυρίτιδος, διότι ἐντρέπομαι, ὅταν ἀναγινώσκω εἰς ξένα συγγράμματα, ὅτι ἐν Ρουμανίᾳ, ἐν Γαλλίᾳ, ἐν Αὐστρίᾳ, πανταχοῦ γίνονται καθ’ ἑκάστην δοκιμαί. Ἐπικροτῶ δὲ εἰς ὅσα βλέπω καθ’ ἑκάστην γινόμενα ἐν τῷ πυροβολικῷ, καὶ πρέπει νὰ ἐξακολουθῶμεν δαπανῶντες, διότι, ἐὰν δὲν δαπανήσωμεν, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν οὔτε ἀξιωματικοὺς, οὔτε πυροβολητὰς ἀνταξίους τοῦ προορισμοῦ των. Ἐπεθύμουν τὸ μηχανικὸν νὰ εἰργάζετο εἰς τὰ ἔργα τῆς ἐπιστήμης του, καὶ οὐχὶ νὰ φρουρῇ τὰ ἀνάκτορα καὶ τὸν Μενδρεσέν. Ἔπρεπε νὰ λείψῃ τὸ θέαμα τοῦτο. Ἐπεθύμουν νὰ ἔβλεπον αὐτὸ ἐγεῖρον ὀχυρώματα. Δὲν λέγω τοῦτο ἵνα ἐπικρίνω τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ὅπως ἐπιστήσω τὴν προσοχήν του εἰς τοῦτο· διότι, ἂν ἡ θύελλα ἐκραγῇ, θὰ εὕρῃ ἡμᾶς ἀπαρασκεύους, καὶ τότε πικρῶς θέλομεν μεταμεληθῆ, ἀλλὰ θὰ ἦναι πολὺ ἀργά.
§92ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς συνέστησεν, ὅπως τὰ εἰδικὰ σώματα τοῦ στρατοῦ μὴ ἀπασχολῶνται εἰς φρουρὰς καὶ εἰς ἄλλας ἐξωτερικὰς ὑπηρεσίας· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατόν. Παρ’ ἡμῖν ἡ ὑπηρεσία τοῦ στρατιώτου εἶναι βαρυτέρα ἢ ἀλλαχοῦ, μόνη δὲ θεραπεία ἡ αὔξησις τῆς δυνάμεως, ἐπιτρέπουσα καὶ τὴν μὴ ἀπασχόλησιν τῶν εἰδικῶν σωμάτων εἰς ἐξωτερικὰς ὑπηρεσίας καὶ τὴν κατανομὴν ταύτης εἰς ἀριθμὸν ἀνδρῶν μεγαλείτερον· ἀλλὰ τὴν παρεπομένην πρόσθετον δαπάνην τοῦ Δημοσίου καὶ ἐπιβάρυνσιν τοῦ λαοῦ διὰ προσθέτου ἀριθμοῦ τῶν κατ’ ἔτος ἐπὶ διετεῖ ὑπηρεσίᾳ ἀπογραφομένων ἐν τῷ παρόντι δὲν δύναται ν’ ἀναλάβῃ ἡ πολιτεία. Συνέστησεν ὡσαύτως ὁ κ. Βουλευτής, ὅπως μελετηθῶσι τὰ περὶ τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ πεζικοῦ, τὰ περὶ τῆς νέας πυρίτιδος καὶ τὰ περὶ τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ πυροβολικοῦ. Γινώσκει ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι εἰς τοιαύτην εἰδικὴν μελέτην ἀσχολεῖται τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ὅτι ἀπέστειλε καὶ πρόσωπον εἰδικὸν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἵνα παρασκευάσῃ τὴν εἰσήγησιν τῆς ὑποθέσεως εἰς τὴν συστηθησομένην ἐπιτροπήν. Ἀλλὰ δὲν ἀγνοεῖ ἐπίσης ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἡ ἀντικατάστασις τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ πεζικοῦ, ἡ εἰσαγωγὴ τῆς ἀκάπνου πυρίτιδος καὶ ἡ συμπλήρωσις τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ πυροβολικοῦ ἀπαιτοῦσι δαπάνην, ἥτις, κατὰ τὰς μέχρι τοῦδε γενομένας μελέτας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἀνέρχεται εἰς τεσσαράκοντα δύο ἑκατομμύρια δραχμῶν. Παραλείπω ὅμως ταῦτα, ἐπειδὴ περὶ τούτων δὲν πρόκειται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Παρατηρῶ δ’ ἐπὶ τῶν προτάσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ περὶ τῶν πινάκων, ὅτι ἤδη δὲν πρόκειται περὶ καταρτισμοῦ νέων πινάκων, ὃν προϋποθέτει ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ· ἤδη προτείνομεν, ὅπως τοὺς παλαιοὺς πίνακας, τοὺς ἐν ἰσχύϊ, ἀντικαταστήσωσιν οἱ κατὰ νομοθετικὴν πρόνοιαν τέως ἀργοῦντες νέοι πίνακες. Ὅτι οἱ πίνακες οὗτοι εἶναι ἀνάγκη νὰ συμπληρωθῶσι καὶ νὰ περιλάβωσι διατάξεις, οἷαι αἱ μνημονευθεῖσαι ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ· τοῦτο ὅμως εἶναι ἀντικείμενον νέου νομοθετήματος, καὶ τοῦτο γινώσκει ὁ κ. Βουλευτής, ὡς ἐνήμερος τῶν τοῦ στρατοῦ· γινώσκει ὅτι τὰ περὶ τούτου περιελήφθησαν ἐν ἑτέρῳ νομοσχεδίῳ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ὅπερ, ἕτοιμον ἵνα ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν τακτικὴν καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον, δὲν ὑπεβλήθη, διότι αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, ὡς διεξάγονται, δὲν ἐπιτρέπουσιν εἰς αὐτὴν νὰ ἐπιληφθῇ τοιούτου θέματος. Ἐῤῥήθη πολλάκις, ὅτι συχναὶ εἶναι αἱ τροποποιήσεις τῶν ψηφιζομένων νόμων περὶ στρατοῦ· καὶ βεβαίως παρ’ ἡμῖν οἱ νόμοι περὶ τοῦ στρατοῦ μεταῤῥυθμίζονται συχνότερον ἢ ἀλλαχοῦ· τὸν δὲ λόγον κατανοεῖ πᾶς ἀπροσωπολήπτως κρίνων. Παρ’ ἡμῖν ἐν τῷ καταρτισμῷ τῶν νομοσχεδίων τὴν ἐπιδίωξιν τοῦ τελείου δὲν ἐπιτρέπουσιν οἱ πόροι τοῦ Κράτους. Ἑκάστοτε ἀναγκαζόμεθα, γινώσκοντες τὰ βελτίω, νὰ ἀποδεχώμεθα τὸ ἀτελὲς, ὡς μόνον ἀνάλογον πρὸς τοὺς πόρους τοῦ Κράτους· τοῦ δὲ χρόνου προϊόντος, συμπληροῦμεν τὰ οὕτω νομοθετούμενα, ἐφ’ ὅσον αἱ περιστάσεις καὶ τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας ἐπιτρέπουσι τὴν βελτίωσιν. Οὕτω προβαίνομεν ἤδη εἰς συμπλήρωσίν τινα τῶν παλαιῶν πινάκων διὰ τῆς εἰς αὐτοὺς ἀντικαταστάσεως τῶν νέων, τὴν περαιτέρω δὲ τῶν πινάκων συμπλήρωσιν θέλομεν ἐπιδιώξει ὅταν, ὡς ἐλπίζομεν, ἔλθῃ εἰς συζήτησιν ὁ νέος ὀργανισμός. Οἱ πίνακες τοῦ νέου ὀργανισμοῦ δὲν εἶναι πρέπον νὰ εἰσαχθῶσιν αὐτοτελῶς· δέον νὰ εἰσαχθῶσι μετὰ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὀργανοῦντος τὸν στρατὸν κατὰ τὰ ἐν τοῖς πίναξι. Φρονῶ ἄρα, ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν κατάργησιν τῆς περὶ τῶν νέων πινάκων ἀπαγορευτικῆς διατάξεως τοῦ κειμένου νόμου, νὰ δεχθῶμεν δὲ ὡς ἀποχρώσας τὰς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τροποποιήσεις. Ἀφορῶσιν αὗται εἰς τὰς ἐπιθεωρήσεις τοῦ στρατοῦ, διότι τὸ πλημμελὲς τοῦ ἰσχύοντος συστήματος τῶν ἐπιθεωρήσεων κατεδείχθη ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, εἰς τοὺς διαχειριστὰς τῆς χωροφυλακῆς, ὅπως ἀνήκωσιν οὗτοι εἰς τὸ σῶμα τὸ οἰκονομικὸν, ἔχον ὑπεραρίθμους βαθμοφόρους, καὶ εἰς τοὺς γραμματεῖς τῶν μοιραρχιῶν καὶ ὑπομοιραρχιῶν, ὅπως καταλαμβάνωσι τὰς θέσεις ταύτας ἀξιωματικοὶ καὶ οὐχὶ ἐνωμοτάρχαι. Ταῦτα, θεωρηθέντα ἀναγκαῖα καὶ ἐπείγοντα, προσετέθησαν εἰς τὸ νομοσχέδιον, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς ταῦτα.
§93Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον δὲν δίδει ἀφορμήν, ὅπως ἐνθυμηθῶμεν τὰς συνεχεῖς μεταβολὰς τῶν ὀργανισμῶν τοῦ στρατοῦ. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συζητήσωμεν κατὰ τὸ 1887 ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, διότι τότε ἐπροτάθη ὁ νῦν ἰσχύων, ἠδυνάμεθα νὰ φέρωμεν παρατηρήσεις περὶ τῶν συνεχῶν μεταβολῶν τῶν νόμων περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ τὸ παρὸν νομοσχέδιον δὲν δίδει ἀφορμὴν εἰς παρατήρησιν τοιαύτην, καὶ δὲν σκοπῶ νὰ προβάλω αἰτίασιν ἐπὶ τούτῳ κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐξ ἐναντίας τὸ νομοσχέδιον, κατὰ τὴν αἰτιολογικὴν αὐτοῦ ἔκθεσιν, παρίσταται ὡς ἀναγκαῖον. Ζητεῖται διὰ τούτου νὰ καταργηθῇ τὸ ἄρθρον 17, τὸ ὁποῖον εἰσέφρησεν ἐν τῷ στρατιωτικῷ ὀργανισμῷ τοῦ 1887. Ἐὰν τὸ εἰρημένον ἄρθρον δὲν ἤθελε περιληφθῆ ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ, ἤθελεν εἶσθαι περιττὸν τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ὁ στρατιωτικὸς ὀργανισμὸς περιέλαβε τὸ ἄρθρον 17 καλῶς ἢ κακῶς; Ἡ συνοδεύουσα τὸ νομοσχέδιον ἔκθεσις δὲν μοὶ δίδει ἀκριβῆ πληροφορίαν. Κατὰ ταύτην, τὸ ἄρθρον 17 περιελήφθη πρῶτον διότι ὑπῆρχον ὑπεράριθμοι στρατηγοὶ καὶ συνταγματάρχαι, δεύτερον διότι ἦτο ἀνεπαρκὴς ὁ ἀριθμὸς τῶν κατωτέρου βαθμοῦ ἀξιωματικῶν τῶν διαφόρων ὅπλων, ὅπως πληρῶνται δι’ αὐτῶν αἱ κενούμεναι θέσεις. Ὁ πρῶτος τῶν λόγων τούτων ἦτο ἐν μέρει ἀληθής· ἀλλ’ οἱ ὑπεράριθμοι στρατηγοὶ καὶ συνταγματάρχαι ἦσαν τοσοῦτον ὀλίγοι, ὥστε δὲν ἔπρεπεν ὁ λόγος οὗτος νὰ χρησιμεύσῃ, ὅπως ἀπαγορευθῶσι διὰ τοῦ νόμου οἱ προβιβασμοί· διότι, ὡς ἐν πίνακι, τὸν ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλήν, βλέπω, κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1887 ἦσαν ὑπεράριθμοι μόνον δύο ὑποστράτηγοι καὶ εἷς συνταγματάρχης. Ὁ δεύτερος ὅμως λόγος, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἄλλων βαθμῶν ἦτο ἀνεπαρκὴς πρὸς πλήρωσιν τῶν χηρευουσῶν θέσεων, ἦτο ἥκιστα ἀκριβής, καὶ ἀπορῶ, πῶς περιελήφθη ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει. Κατὰ τὴν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐζητήσαμεν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ κατάλογον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν ἀπαιτουμένων κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαρχόντων καθ’ ὃν χρόνον ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ τοῦ 1887. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον ὑπῆρχον κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1887 26 ἀντισυνταγματάρχαι ὀλιγώτεροι τῶν κατὰ τὸν πίνακα τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ 1887 ἀπαιτουμένων. Κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ 1887 ἀπῃτοῦντο 69 ἀντισυνταγματάρχαι, ὑπῆρχον δὲ μόνον 43, ἑπομένως ἔλειπον 26 ἀντισυνταγματάρχαι. Ἀλλ’ ἦτο δυνατὸν νὰ προβιβασθῶσιν 26 ταγματάρχαι εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου· ἐπειδὴ δὲ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαρχόντων ταγματαρχῶν ἦτο ὀλιγώτερος τοῦ κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ ἀπαιτουμένου κατὰ 25, ἠθέλομεν ἕνεκα τούτου ἔχει κενὰς 51 θέσεις ταγματαρχῶν. Τὰς θέσεις ταύτας ἠθέλομεν πληρώσει, προβιβάζοντες 51 λοχαγούς· ἐπειδὴ δὲ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαρχόντων τότε λοχαγῶν ἦτο ὑποδεέστερος τοῦ κατὰ τὸν ὀργανισμὸν ἀπαιτουμένου κατὰ 103 λοχαγούς, ἠθέλομεν ἔχει ἕνεκα τούτου 154 κενὰς θέσεις λοχαγῶν. Τὰς θέσεις ταύτας ἠθέλομεν πληρώσει, προβιβάζοντες 154 ὑπολοχαγούς· ἐπειδὴ δὲ καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαρχόντων τότε ὑπολοχαγῶν ἦτο ὑποδεέστερος τοῦ κατὰ τὸν στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν ἀπαιτουμένου κατὰ 72, ἤθελον μείνει χηρεύουσαι θέσεις 226 ὑπολοχαγῶν, τὰς ὁποίας ἠθέλομεν πληρώσει διὰ τοῦ προβιβασμοῦ 226 ἀνθυπολοχαγῶν. Καὶ ὑπῆρχον τότε ἀνθυπολοχαγοὶ 183 περισσότεροι τοῦ ἀριθμοῦ, ὅστις ἀπῃτεῖτο κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, οἵτινες πάντες ἤθελον προβιβασθῆ, ὡς ἤθελον προβιβασθῆ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ καὶ 43 ἔτι ἔχοντες τὰ πρὸς τοῦτο προσόντα ὑπαξιωματικοί, ὅπως συμπληρωθῇ καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ ἀπαιτουμένων ἀνθυπολοχαγῶν. Ἀφοῦ δὲ ὁ λόγος οὗτος δὲν ἦτο ὁ ὑπαγορεύσας τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἄλλος θὰ ὑπῆρχε βεβαίως ὁ λόγος, δι’ ὃν ἡ εἰρημένη διάταξις περιελήφθη ἐν τῷ ὀργανισμῷ, ὃν ἡμεῖς ἀγνοοῦμεν. Ἀλλ’ ὁποιοσδήποτε καὶ ἂν ἦτο ὁ λόγος οὗτος, τὸ ἄρθρον 17 κακῶς ὑφίστατο ἐν τῷ ὀργανισμῷ, καὶ ἔδει νὰ καταργηθῇ. Διὰ τοῦτο εἶπον καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι δὲν ἀντιτασσόμεθα εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ ἄρθρου 17· χρεωστῶ ὅμως νὰ παρατηρήσω, ὅτι, ἂν τὸ νομοσχέδιον περιωρίζετο εἰς μόνην τὴν κατάργησιν τοῦ ἄρθρου, δὲν ἤθελεν ὑπάρξει ἀνάγκη ἄλλης τινὸς παρατηρήσεως ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλ’ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περιελήφθη καὶ ἄλλη διάταξις, δι’ ἧς μεταβάλλονται δύο πίνακες τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Κατὰ τὴν δευτέραν δὲ ταύτην μεταβολὴν προστίθεται εἷς ὑποστράτηγος καὶ εἷς συνταγματάρχης ἐπιθεωρητὴς τοῦ ἱππικοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγε κατὰ τὴν πρώτην ἢ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα ἀποδείξῃ τὴν ἀνάγκην τῆς προσθήκης τοῦ ὑποστρατήγου, ὅτι δὲν ὑπάρχει ὑποστράτηγος ἐν διαθεσιμότητι, ὅπως διορισθῇ ἐπιθεωρητὴς τοῦ πεζικοῦ καὶ πληρωθῇ τὸ κενόν. Ἀλλὰ ἔλεγε τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς διότι εἶχε φροντίσει νὰ μὴ ὑπάρχῃ κενὴ θέσις διαθέσιμος. Τὴν 20 Ἀπριλίου εἶχεν ὑπογράψει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν, τὴν ἐπιοῦσαν δὲ, ἤτοι τὴν 21 Ἀπριλίου, προεκάλεσε τὸν διορισμὸν τοῦ ὑποστρατήγου κ. Ἀντ. Μαυρομιχάλη εἰς τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ, εἰς ἣν θέσιν κατὰ πάντα τὰ παρελθόντα ἔτη ὑπῆρχεν οὐχὶ ὑποστράτηγος, ἀλλὰ συνταγματάρχης. Ἂν λοιπὸν δὲν διωρίζετο ὁ ὑποστράτηγος κ. Μαυρομιχάλης εἰς τὴν θέσιν ταύτην, ἐξηκολούθει δὲ νὰ κατέχῃ αὐτὴν συνταγματάρχης, ὁ κύριος Μαυρομιχάλης ἤθελεν ἐξακολουθεῖ νὰ ᾖναι διαθέσιμος καὶ ἤθελε δυνηθῆ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἐπιθεωρητής, δὲν ἤθελε δὲ παρασκευασθῆ ἡ ἀνάγκη τῆς προσθήκης ἑνὸς ὑποστρατήγου, ἣν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ζητούμεθα νὰ ἐγκρίνωμεν. Διὰ τοῦτο ἰσχυριζόμεθα, ὅτι ἡ μεταβολὴ αὕτη δὲν ἦτο ἀναγκαία. Καὶ δὲν σκοποῦμεν τὴν γνώμην ἡμῶν ταύτην νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὴν Βουλήν, διότι δὲν ἔχομεν πλειοψηφίαν, θέλει δ’ ἀναγκαίως κρατήσει ἐπὶ τούτου ἡ γνώμη τῆς πλειοψηφίας, ἀλλὰ χρεωστοῦμεν νὰ δηλώσωμεν, ὅτι δὲν θεωροῦμεν ἀναγκαίαν τὴν προσθήκην τοῦ ὑποστρατήγου. Χρεωστοῦμεν δὲ νὰ ἀνακοινώσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τοῦτο, διότι ἡ διαχείρισις τῶν τοῦ στρατοῦ πρέπει νὰ γίνεται μετ’ εὐλαβείας καὶ οὐχὶ χαριστικῶς πρὸς πρόσωπα, διότι ἄλλως οὐσιώδης καὶ μεγάλη βλάβη ἐπάγεται εἰς τὸν στρατόν. Ἀντὶ δὲ νὰ συντελῶμεν διὰ τῶν νόμων εἰς τὴν καλλιτέραν σύνταξιν τοῦ στρατοῦ, ἐπιψηφίζοντες νόμους, παρέχοντας εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς εὐκολίας, ὅπως χαρίζωνται εἰς πρόσωπα, συντελοῦμεν εἰς τὴν παραλυσίαν αὐτοῦ. Προσῆκον δὲ ἦτο εἰς ἡμᾶς νὰ μὴ ἀναλάβωμεν τὴν εὐθύνην τῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας θέλει φέρει τοιαύτη διαχείρισις τῶν τοῦ στρατοῦ. Ἄλλως, ἐνῷ δημιουργοῦμεν μίαν θέσιν ὑποστρατήγου περιττὴν, ἀναβάλλομεν νὰ πράξωμεν ἄλλο τι, ὅπερ εἶναι πράγματι δίκαιον, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρὸ μικροῦ ἀνωμολόγησε τοῦτο. Σᾶς εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς πρὸ μικροῦ, ὅτι θεωρεῖ καὶ αὐτὸς, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ μεταβληθῶσιν οἱ πίνακες τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ὅπως κανονισθῶσι λυσιτελέστερον καὶ δικαιότερον τὰ τῶν κατωτέρων βαθμοφόρων τοῦ πεζικοῦ· ἀλλὰ προσέθηκεν, ὅτι ἀναβάλλει νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἄλλον χρόνον, ἐνῷ δὲν ἀνέβαλεν ἐπ’ ἄλλον χρόνον, ἀλλ’ ἐδημιούργησε σήμερον διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου νέους βαθμοφόρους ἄνευ ἀνάγκης. Λέγω ὅτι τὸ δίκαιον καὶ τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ ὑποστηρίζει τοῦτο, διότι, ὡς ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ στρατοῦ ἐκανονίσθησαν τὰ τῶν κατωτέρων βαθμῶν τοῦ πεζικοῦ, τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας ἐπέρχεται καὶ συναντᾷ αὐτοὺς εἰς τοὺς κατωτέρους βαθμοὺς, ἐπὶ ζημίᾳ καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ στρατοῦ, διότι θέλουσιν ἀποστέλλεσθαι εἰς ἀποστρατείαν νέοι ἄνθρωποι ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, δὲν θέλουσι δὲ ὑπάρχει κατώτεροι ἀξιωματικοὶ πρὸς πλήρωσιν τῶν χηρευουσῶν θέσεων τῶν ἀνωτέρων βαθμῶν. Καὶ ὄντως, ὅταν δὲν ἔχητε ἐπαρκεῖς βαθμοφόρους λοχαγοὺς καὶ ὑπολοχαγοὺς, πῶς θέλετε δυνηθῆ νὰ ἔχητε ἀξιωματικούς, ἵνα προαγάγητε εἰς τοὺς ἀνωτέρους βαθμούς; Τὰς παρατηρήσεις ταύτας εἶχον καθῆκον νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν.
§94ΚΟΡΠΑΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο ἁπλῶς, ὡς εἶπε καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ καταργήσωμεν τὸ ἄρθρον 17, χωρὶς νὰ ποιήσωμεν προσθαφαιρέσεις, περὶ ὧν γίνεται λόγος ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, οὐδεμίαν θὰ εἶχον δυσκολίαν νὰ ἀποδεχθῶ τὴν γνώμην τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, ὅτι δὲν εἶναι μακρὰν ὁ χρόνος, καθ’ ὃν θέλει ὑποβληθῆ ὁ νέος ὀργανισμὸς, ὁ ὁποῖος περιλαμβάνει καὶ πίνακας μεταβεβλημένους ἢ τροποποιημένους, κατὰ τὸ πλεῖστον τοὐλάχιστον, κατὰ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ ἐξήνεγκον ἀπὸ τοῦ βήματος· ἀλλ’ ἀφοῦ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περιλαμβάνονται προσθαφαιρέσεις τῶν πινάκων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐπαναφέρομεν ἐν ἰσχύει διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 17, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, διατὶ αἱ μᾶλλον κατεπείγουσαι μεταβολαὶ, οἷαι εἶναι π. χ. αἱ ἀφορῶσαι τοὺς στρατιωτικοὺς φαρμακοποιοὺς, δὲν δύνανται νὰ περιληφθῶσιν ἐν τῷ παρόντι νομοσχεδίῳ. Τὸ παρὸν νομοσχέδιον περιλαμβάνει μεταβολὰς, περιλαμβάνει προσθήκας, περιλαμβάνει ἀφαιρέσεις, ἀλλ’ αὗται γίνονται ἀκριβῶς ἐπὶ τῶν πινάκων τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ 1887, ἐπὶ τῶν πινάκων τουτέστιν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν θίγομεν, ἐνῷ τοὐναντίον ἐκείνους τοὺς πίνακας θίγομεν. Ἐὰν λοιπὸν αἱ παρατηρήσεις μου δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσι σήμερον, ἀφοῦ μετ’ ὀλίγον, ὡς εἶπον, πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ νέος ὀργανισμὸς, περιλαμβάνων καὶ νέους πίνακας, τοὐλάχιστον αἱ προτάσεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν μὲ τὰς ἐν τῷ παρόντι νομοσχεδίῳ, δύνανται νὰ περιληφθῶσιν ἄνευ οὐδενὸς κωλύματος καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς δαπάνης, διότι, ἐπαναλέγω, αἱ θέσεις, περὶ ὧν πρόκειται, δὲν ἐπιβαρύνουσι τὸν προϋπολογισμὸν, διότι εἰς τὰ κεφάλαια καὶ τὰ ἐδάφια, τὰ ὁποῖα προβλέπουσι περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τούτων, ἡ δαπάνη οὐ μόνον μένει οἵα εἶναι, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ πλεόνασμα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἰδέαν του ταύτην, καὶ νὰ περιλάβῃ τὰς προτάσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ὑπάγονται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν μὲ τὰς ἐν τῷ παρόντι νομοσχεδίῳ, χωρὶς, ἐννοεῖται, νὰ παραιτηθῶ τῶν προτάσεων τῶν λοιπῶν, περὶ ὧν ἐποιησάμην πρὸ μικροῦ λόγον.
§95ΦΩΤΗΛΑΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ πεζικὸν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπεσχέθη, ὅτι κατὰ τὸν μέλλοντα ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ θὰ λάβῃ πρόνοιαν· καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν τροπολογίαν μου, δὲν πρόκειται ἢ περὶ δύο μόνον θέσεων φαρμακοποιῶν. Ὡς εἶπεν ὁ κ. Κόρπας, ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἐπιβαρύνεται. Νομίζω λοιπὸν, ἀφοῦ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀναγνωρίζει, ὅτι εἶναι δικαία ἡ τροπολογία, διότι πρόκειται περὶ ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι πρὸ 12 ἐτῶν εὑρίσκονται εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν, ὅτι πρέπον εἶναι νὰ ἀποδεχθῇ τὴν τροπολογίαν, ἀφοῦ δι’ αὐτῆς προτείνεται ἡ κατάργησις 5 θέσεων ἀνθυποφαρμακοποιῶν, διότι ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ στρατοῦ εἶναι ἄλλαι 20 θέσεις κεναὶ καὶ οὐδεὶς προσέρχεται νὰ διαγωνισθῇ δι’ αὐτὰς, ἵνα γίνῃ ἀνθυποφαρμακοποιός. Εἶναι λοιπὸν δίκαιον, ἀφοῦ ἐν τῷ παρόντι νομοσχεδίῳ προτείνονται προσθῆκαι, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία αὕτη.
§96ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι κατ’ ἀρχὴν δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν προσθήκην θέσεων ὡς ἀπόῤῥοιαν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῇ Βουλῇ, οὐδ’ εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι δὲν ἐπάγεται προσθήκην δαπάνης οὐσιαστικὴν ἡ προσθήκη τῶν θέσεων· δὲν εἶναι ὅμως οὗτος ὁ λόγος τῆς μὴ ἀποδοχῆς αὐτῆς, διότι θεωρῶ δίκαιον τὸ προτεινόμενον, περιλαμβανόμενον ἄλλως καὶ ἐν τῷ νέῳ ὀργανισμῷ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι μόνον ἐν σχέσει πρὸς τὸν νέον ὀργανισμὸν δύναται τοῦτο νὰ ψηφισθῇ. Ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἐκ τῆς προσθήκης αὔξησις δαπάνης, ὡς μὴ κατεχομένων ἁπασῶν τῶν νενομοθετημένων θέσεων ἀνθυποφαρμακοποιῶν· καταργεῖ ἄρα πέντε θέσεις μὴ κατεχομένας, ὡς μὴ παρουσιαζομένων τῶν ζητούντων αὐτὰς, καὶ ἀντικαθιστᾷ εἰς αὐτὰς ἰσαρίθμους θέσεις αἵτινες ὅμως θὰ κατέχωνται. Ἡ δαπάνη ἄρα ἔσται πραγματικὴ, ἡ δὲ οἰκονομία ἔσται ὀνομαστική. Καίτοι ὅμως ἡ δαπάνη δὲν ἐξουδετεροῦται δι’ ἀντιστοίχου οἰκονομίας, ἐὰν ἡ πρότασις προεβάλλετο ἐν σχέσει πρὸς νομοσχέδιον ὀργανικῶς περιλαμβάνον τὰς θέσεις ταύτας, ἀναντιῤῥήτως ἠθέλομεν ἀποδεχθῆ καὶ τὴν πρότασιν ταύτην καὶ πολλὰς ἄλλας, ὡς ἀπεδέχθη αὐτὰς ἤδη ἡ ὑπηρεσία ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ νέου ὀργανισμοῦ· ἀπαράδεκτος ὅμως εἶναι ἡ προσθήκη τῶν θέσεων ἐνταῦθα, ἐν τοῖς πίναξιν, ἄνευ ἐξετάσεως, ἂν ἀνταποκρίνωνται πρὸς τὸν ὀργανισμὸν τὸν κείμενον, ἢ ἂν ἐπάγωνται τροποποιήσεις τοῦ ὀργανισμοῦ, περὶ ὧν δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, διότι ἤδη δὲν προβάλλεται εἰς συζήτησις ὁ ὀργανισμός. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 1).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2. Ἐνταῦθα ὑπάρχει ἡ τροπολογία τοῦ κ. Φωτήλα. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ὡς ἔχει· εἶτα δὲ γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὁρισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν πλοιάρχων, τῶν ἀντιπλοιάρχων, τῶν λογιστῶν, τῶν ὑποναυπηγῶν καὶ τῶν μηχανικῶν αʹ τάξεως. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§99ΚΑΝΑΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅπως δεχθῇ νὰ προστεθῶσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀριθμοί τινες διὰ τοὺς βαθμοφόρους τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου τοῦ Ναυτικοῦ, διότι οἱ αὐτοὶ λόγοι, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ μαχίμου κλάδου, οἱ αὐτοὶ, νομίζω, ἐπιβάλλουσι νὰ παραδεχθῶμεν τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τῶν βαθμοφόρων τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου. Προτείνω λοιπὸν καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ, ὅπως ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑποφροντιστῶν ὁρισθῇ εἰς 14, τῶν δὲ μηχανικῶν αʹ τάξεως εἰς 11 καὶ τῶν βʹ τάξεως εἰς 12.
§100ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ μίαν τροπολογίαν.
§101ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν νὰ λάβω ὑπ’ ὄψει πᾶσαν προτεινομένην τροπολογίαν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ βαθμολογίας καὶ προσόντων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ἰατρικοῦ κλάδου τοῦ Β. Ναυτικοῦ).
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ βαθμολογίας καὶ προσόντων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ φαρμακευτικοῦ κλάδου τοῦ Β. Ναυτικοῦ.
§103ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν διὰ τὰ τρία ναυτικὰ νομοσχέδια νὰ φέρῃ εἰς τὴν γʹ συζήτησιν σημείωσιν γενικὴν περὶ τῆς προστιθεμένης δαπάνης εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
§104ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Τὴν σημείωσιν ταύτην κατέθηκα, σημειώσατε δὲ, ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν συμπεριελήφθησαν τὰ ποσὰ συμφώνως μὲ τὰ ὑποβληθέντα ταῦτα νομοσχέδια, ἑπομένως οὐδεμία προσθήκη ὑπάρχει εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη.
§105ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε δὲν ὑπάρχει αὔξησις δαπάνης;
§106ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι.
§107Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ αὔξησις τῆς δαπάνης ἐπέρχεται καὶ ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου περὶ ὁρισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν πλοιάρχων, ἀντιπλοιάρχων κλπ.
§108ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα.
§109ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐδόθη τότε σημείωσις, τὴν ὁποίαν ἐμελέτησα καὶ εὗρον διαφοράς τινας, καὶ κατὰ τὴν ἐμὴν ἔρευναν, φαίνεται ὅτι τὸ ποσὸν τῆς αὐξήσεως ἀνέρχεται εἰς 89,160 δραχμάς. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος τὴν ἰατρικὴν ὑπηρεσίαν καὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος τὴν φαρμακευτικὴν ὑπηρεσίαν δὲν ἔχομεν πληροφορίαν τοιαύτην, καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἤθελον σᾶς παρακαλέσει νὰ μᾶς ἐδίδετε.
§110ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 1–13).
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 14 (ἀναγινώσκεται).
§112ΚΟΡΠΑΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, τοῦ ὅλως παραδόξου, πᾶς ἀξιωματικὸς μὴ ἔχων πρακτικὴν ἄδειαν τοῦ νὰ μετέρχηται τὸν φαρμακοποιὸν, τίθεται, ἐὰν μὲν ἔχῃ κεκτημένον τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, εἰς ἀποστρατείαν, ἐὰν δὲ μὴ, εἰς ἀργίαν. Ἡ ἀργία, κατὰ τὸν νόμον περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, διότι εἶναι εἷς καὶ ὁ αὐτὸς, εἶναι ποινὴ, ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ ἀργίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀποτελοῦσι ποινήν· τοιαῦται εἶναι λ. χ. ἡ ἀργία τῶν μὴ ἐχόντων θέσιν ἕνεκα διαλύσεως σώματος, εἶναι καὶ ἡ ἀργία ἕνεκα ἐπανόδου ἐξ αἰχμαλωσίας, ὅταν δὲν εὑρίσκηται θέσις· δὲν εἶναι λοιπὸν οὐδεμία ἐκ τῶν τριῶν κατηγοριῶν αὐτὴ, ἡ ὁποία ἀναγράφεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἐὰν τὸ ναυτικὸν σῶμα δὲν εἶχε τὴν κατάστασιν τῆς διαθεσιμότητος, θὰ ἐπειθόμην, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, εὑρισκόμενος εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀποβάλῃ ἐκ τοῦ φαρμακευτικοῦ σώματος ἀξιωματικὸν μὴ κεκτημένον τὴν ἄδειαν νὰ μετέρχηται τὸν φαρμακοποιὸν, βεβαίως εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ θέσῃ αὐτὸν εἰς ἀργίαν· ἀλλὰ τὸ ναυτικὸν, εὐτυχῶς δι’ ἐκεῖνον, ἔχει τὴν κατάστασιν τῆς διαθεσιμότητος· ἑπομένως νομίζω, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ τοιοῦτος ἀξιωματικὸς, ὅστις δὲν κέκτηται τὸ πρὸς σύνταξιν δικαίωμα, εἶναι καὶ δίκαιον καὶ πρέπον νὰ τεθῇ εἰς διαθεσιμότητα, ἀντὶ νὰ τεθῇ εἰς ἀργίαν, νὰ τεθῇ δὲ εἰς διαθεσιμότητα, κατὰ τὸ γράμμα τοῦ νόμου, μέχρι τῆς συμπληρώσεως τοῦ χρόνου τῆς συντάξεως· διότι ἐπὶ τέλους ὁ ἄνθρωπος, ἐὰν δὲν ἔχῃ ἄδειαν νὰ καταταχθῇ εἰς τὸν φαρμακευτικὸν κλάδον, δὲν εὐθύνεται οὗτος, ἀλλ’ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κατέταξεν αὐτὸν, ἀφοῦ δὲ ὑπηρέτησεν ἐπὶ τόσα ἔτη, βεβαίως, καὶ ἂν δὲν ἔχῃ ἄδειαν, τὴν ὑπηρεσίαν του ἐξεπλήρωσε. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν, διατὶ νὰ ἐπιβάλωμεν αὐτῷ ποινὴν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι προσήκουσα, διότι ἡ ἀργία εἶναι ποινὴ, δὲν εἶναι κατάστασις ἀργίας, ὅπως δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ ἀργία ἡ ἕνεκα καταργήσεως θέσεως, ἢ διαλύσεως σώματος, ἢ ἐπανόδου ἐξ αἰχμαλωσίας. Ἑπομένως προτείνω, ἵνα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀποδεχθῇ τὴν μεταβολὴν τῆς λέξεως «ἀργίαν» εἰς «διαθεσιμότητα».
§113ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν ἐπιφυλάσσομαι νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως, εἶτα δὲ καὶ τὸ ἄρθρον 15 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ).
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὁρισμοῦ θέσεως καὶ προσόντων ἀρχιμουσικοῦ αʹ τάξεως τοῦ Β. Ναυτικοῦ.
§115ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἤθελον ἐρωτήσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ, πόσοι ὑπάρχουσιν ἀρχιμουσικοὶ αʹ τάξεως ἐν τῷ Ναυτικῷ;
§116ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Εἷς μόνος· εἶναι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐμόρφωσε τὴν ναυτικὴν μουσικὴν πολὺ καλὰ, αὐτὸς δὲ ἔχει βαθμὸν πολὺ κατώτερον τοῦ ἀρχιμουσικοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς.
§117ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποῦ ἐργάζεται;
§118ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐν Πόρῳ. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 11 καὶ 15′ μ. μ.