| 2024 | Χαρ. Τρικούπης | Ο | Ἰω. Κρεστενίτης | ||
| 2025 | Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Ν Κουμανιώτης | ||
| 2026 | Γ. Σισμάνης | Ο | Χρ. Στεφανόπουλος | Ο | |
| 2027 | Δ. Βουλπιώτης | Ο | Ἀλέξ. Ζαΐμης | ||
| 2028 | Ἀθ. Ἴσκος | Ἀρ. Κοντογούρης | |||
| 2029 | Ν. Καλαντζόπουλος | Ο | Νικόλ. Καλογερόπουλος | Ο | |
| 2030 | Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | |||
| 2031 | Μ. Γουλιμῆς | Ο | Ν. Παπανικολάου | ||
| 2032 | Μ. Ἰατρίδης | Νικόλ. Καφετζόγλους | Ο | ||
| 2033 | Δ. Χατζόπουλος | Ἰωάννης Πεζᾶς | |||
| 2034 | Γεώργιος Μίλησης | Κωνσταντ. Σινέλης | Ο | ||
| 2035 | Σπυρίδων Νοταρᾶς | Βασίλειος Βουδούρης | Ο | ||
| 2036 | Γεώργιος Κούστας | Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Ο | ||
| 2037 | Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος | Ο | Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο | |
| 2038 | Σωτήριος Δανόπουλος | Ο | Ἀναστ. Ἐ. Λούντζης | Ο | |
| 2039 | Ἀναστ. Δημητριάδης | Ο | Διον. Λομβάρδος | Ο | |
| 2040 | Μιχαὴλ Νικηφοράκης | Ο | Γεώργιος Θεοτόκης | Ο | |
| 2041 | Δημ. Πετρίδης | Κωνστ. Βασιλάκης | |||
| 2042 | Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | Ἀντ. Καποδίστριας | |||
| 2043 | Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Ν | Νικόλαος Βασιλάκης | ||
| 2044 | Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Εὐάγγελος Τσαρλαμπᾶς | |||
| 2045 | Χρῆστος Χρηστόπουλος | Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς | |||
| 2046 | Φίλιππος Βάρβογλης | Σ. Ἀλαμάνος | |||
| 2047 | Ἠλίας Φλέσσας | Θεόφ. Προβατᾶς | |||
| 2048 | Κωνστ. Κωνσταντόπουλος | Γ. Σκάρπας | Ο | ||
| 2049 | Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | |||
| 2050 | Παναγ. Μανέτας | Ἀγαμ. Μεταξᾶς | Ν | ||
| 2051 | Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος | Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | |||
| 2052 | Ἠλίας Παλαμήδης | Ο | Νικ. Βαλσαμάκης | ||
| 2053 | Κωνστ. Κατσικόπουλος | Γερ. Μουσούρης | Ο | ||
| 2054 | Δ. Ζέγγελης | Παν. Βενιεράτος | |||
| 2055 | Δημ. Ν. Βότσαρης | Ο | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | ||
| 2056 | Κωνστ. Γ. Καραπάνος | Γεώργ. Κόρπας | |||
| 2057 | Γεώρ. Χ. Παχὺς | Ο | Στεφ. Σκουλούδης | ||
| 2058 | Στέφανος Δραγούμης | Ο | Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ο | |
| 2059 | Δημ. Γ. Ράλλης | Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ο | ||
| 2060 | Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας | Ο | Νικ. Νομικός | Ο | |
| 2061 | Φωκίων Νέγρης | Ο | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ο | |
| 2062 | Ἰω. Α. Γεωργαντᾶς | Γεώργ. Μπούμπουρας | Ο | ||
| 2063 | Νικόλ. Μπουφίδης | Ο | Λωρέντζος Δελαρόκας | ||
| 2064 | Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ο | Δημοσθ. Καΐρης | Ο | |
| 2065 | Δημ. Καλλιφρονᾶς | Νικ. Κρίσπης | Ο | ||
| 2066 | Νικόλ. Δ. Λεβίδης | Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς | |||
| 2067 | Ὄθων Μακρυγιάννης | Ο | Ἰωάν. Γκιὼν | Ο | |
| 2068 | Τρύφων Μουτσόπουλος | Ο | Κων. Κοσσονάκος | Ο | |
| 2069 | Θάνος Κανακάρης | Ο | Γ. Μαυρομιχάλης | ||
| 2070 | Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | Ν | ||
| 2071 | Α. Παπαγιαννακόπουλος | Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ο | ||
| 2072 | Α. Φωτήλας | Ο | Νικήτ. Βαρβιτσώτης | Ο | |
| 2073 | Ἀνδρ. Αὐγερινός | Ο | Λεων. Καπετανάκος | Ο | |
| 2074 | Ἀντ. Ρικάκης | Ξανθὸς Πικουλάκης | Ο | ||
| 2075 | Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ν | Γεώργ. Πετροπουλάκης | ||
| 2076 | Κωνστ. Παπαμιχαλόπουλος | Ο | Δημ. Κάρτσωνας | ||
| 2077 | Ἰω. Καρτάλης | Δημ. Π. Γουδῆς | Ο | ||
| 2078 | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ο | Σ. Χατζηγάκης | ||
| 2079 | Εὐάγγ. Σταμούλης | Ο | Κ. Ζωγλοπίτης | Ο | |
| 2080 | Ν. Κοκκολῆς | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ο | ||
| 2081 | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ο | Γ. Φραγκίδης | Ο | |
| 2082 | Κων. Μαρκίδης | Ο | Α. Ταχιατζῆς | Ο | |
| 2083 | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ο | Γ. Τάκης | ||
| 2084 | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ο | Ν. Ταρμπάζης | ||
| 2085 | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ο | Ζ. Φαλιάγκας | ||
| 2086 | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Σταμάτ. Μπουντούρης | Ο | ||
| 2087 | Ἀχιλ. Λογιωτάτου | Θεόδωρος Γκίκας | Ο | ||
| 2088 | Σωτ. Σωτηρόπουλος | Ἀνάργυρος Σιμόπουλος | Ο | ||
| 2089 | Κων. Κουμουνδοῦρος | Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ο | ||
| 2090 | Περ. Πεῤῥωτῆς | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ο | ||
| 2091 | Δημήτ. Τζάνες | Ο | Νικόλαος Κοντογιάννης | ||
| 2092 | Περικλῆς Μποῦτος | Ο | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο | |
| 2093 | Παναγ. Σάκκης | Γεώργιος Λιδωρίκης | Ο | ||
| 2094 | Νικ. Παπαλέξης | Ο | Κωνστ. Χατζῖσκος | Ο | |
| 2095 | Νικ. Μισυρλῆς | Δημήτριος Ζουλούμης | |||
| 2096 | Νικ. Καράπαυλος | Ο | Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος | Ν | |
| 2097 | Ἀσημάκης Χριστόπουλος | Θεμιστοκλ. Κανάρης | Ν | ||
| 2098 | Εὐστάθ. Κοκκέβης | Ο |
1890.05.09
3.640 στίχοι · 27.355 λέξεις · 1 πίνακας · 176 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 40
τῆς 9 Μαΐου 1890.
(Τετάρτη)
Ὥρᾳ 6 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος βουλευτὴς κ. Παπαγιαννακόπουλος ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς ἔγγραφον ἐπερώτησιν πρὸς τοὺς κκ. Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης (ἀναγινώσκει): «Ὁ πρώην ἔφορος Καλαβρύτων Ζαφειρόπουλος, ἐνεργήσας αὐτοπροσώπως κατὰ τὸ ἔτος 1888 τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τῶν διαφόρων δήμων τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων, εὗρε πλεῖστα κτήνη ἀδήλωτα, ἀλλὰ δὲν συνέταξε πρωτόκολλα κατὰ τῶν μὴ δηλωσάντων ἰδιοκτητῶν, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου, ὢν ὑπόχρεως νὰ βεβαιώσῃ ἀνάλογον ποσὸν φόρου, συνέταξε πρωτόκολλα ἢ κατὰ τῶν δηλωσάντων ἀνελλιπῶς τὰ κτήνη των, ἢ κατ’ ἄλλων, μὴ ἐχόντων διόλου τοιαῦτα. Ἡ ἐργασία αὕτη συνετελέσθη ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου 1888, ὅτε ἐνηργήθη ἡ ἀπαρίθμησις, μέχρι τοῦ Μαρτίου 1889. Ἐδόθησαν περὶ τούτου καταγγελίαι, αἵτινες ἀπεστάλησαν ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως εἰς τὴν ἀνάκρισιν, καὶ μένουν ἐκεῖ ἄνευ σχετικῆς τινος ἐνεργείας, μεθ’ ὅλας τὰς περὶ τοῦ ἐναντίου πληροφορίας, ἃς προσήγαγεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατόπιν προηγουμένης ἐπερωτήσεως. Ἀλλὰ τὸ κακὸν δὲν περιορίζεται ἕως ἐδῶ. Πλεῖστοι δημόται τῶν διαφόρων δήμων καταδιώκονται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπὸ τοῦ Ζαφειροπούλου ἐκδοθέντων, ὡς εἴρηται, πλαστῶν πρωτοκόλλων, ὧν οὐδὲν εἶχε κοινοποιηθῆ ποτε τοῖς καταδιωκομένοις. Οἱ οὕτως ἀδίκως καὶ παρανόμως καταδιωκόμενοι προσέδραμον εἰς τὴν Ἐφορίαν Καλαβρύτων, ὅπως ἀνεύρωσι τὰ στελέχη καί, ἐξ αὐτῶν ὁδηγούμενοι, ἀνακόψωσι τὰ πρωτόκολλα καὶ τὰ προσβάλωσιν ὡς πλαστὰ, ἀλλὰ στελέχη δὲν εὑρίσκονται, δὲν ὑπάρχουν δὲ καὶ προηγουμένων ἐτῶν τοιαῦτα στελέχη, ὥστε προκύπτει ἐντεῦθεν, ὅτι, διὰ νὰ καλυφθῇ τὸ ἔγκλημα τῆς πλαστογραφίας, ἐγένετο ἄλλο τοιοῦτο, τὸ τῆς ἐξαφανίσεως δημοσίων ἐγγράφων. «Παράπονα ἐπίσης βάσιμα ὑποβάλλονται ἐκ τῆς ἰδίας ἐπαρχίας περὶ πλημμελοῦς καὶ φατριαστικῆς συντάξεως τῶν καταλόγων τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων. Ἄλλοι μὲν σημειοῦνται ἐν τοῖς καταλόγοις τούτοις μὲ ποσὸν φόρου δυσανάλογον πρὸς τὸ εἶδος τοῦ ἐπαγγέλματός των, ἄλλοι σημειοῦνται δι’ ἐπιτήδευμα, ὅπερ δὲν μετέρχονται, καὶ ἄλλοι ἢ δὲν σημειοῦνται διόλου, καίτοι εἶναι ἐπιτηδευματίαι, ἢ σημειοῦνται μὲ εὐτελὲς ποσόν. Ὀφείλονται καὶ τὰ ἔκτροπα ταῦτα εἰς τὴν ἀνοχὴν ἢ καὶ τὴν δολίαν προαίρεσιν τῆς Ἐφορίας, ἥτις δὲν προσπαθεῖ νὰ οὐδετερόνῃ τὰς φατριαστικὰς ἐνεργείας μερικῶν Δημάρχων, καὶ δὲν λαμβάνει πρόνοιαν περὶ συντάξεως συμπληρωτικῶν καταλόγων, ἀφοῦ ἐγκαίρως δίδονται αἰτήσεις περὶ προσθηκῶν. «Ἐφ’ ὅλων τούτων προκαλῶ τὴν προσοχὴν τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, πρὸς ὃν κάμνω γνωστὸν, ὅτι ἐν Μαζεΐκοις τῶν Καλαβρύτων διαμένει ἀπό τινων ἡμερῶν ὁ τακτικὸς ἀνακριτὴς Νικόλαος Ψωμάκης πρὸς ἐνέργειαν ἀνακρίσεων διὰ τὰ ἐπ’ ἐσχάτων ἀναφανέντα πλαστὰ τραπεζικὰ γραμμάτια τῶν 25 δραχμῶν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ἑπομένως ταύτῃ καλὸν εἶναι νὰ προκληθῇ ἐπὶ τοῖς ἀνωτέρω ἐκτεθεῖσιν ἀνάκρισις ὑπὸ τοῦ ἐν λόγῳ ἀνακριτοῦ, ἀφοῦ ἔτυχε νὰ ἦναι ἐκεῖ οὗτος.» Ὁ Πρόεδρος τῆς γενικῆς συνελεύσεως τῶν μετόχων τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας διὰ τηλεγραφήματός του παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπισπεύσωσι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὑποθήκης πλοίων», ὡς ἀπαραιτήτου πρὸς θεραπείαν κατεπειγουσῶν ἀναγκῶν τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας.
§2ΚΟΡΠΑΣ. Νομίζω ἀναγκαῖον νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· ἄλλως θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει διάθεσις πρὸς σωτηρίαν τῆς ἑταιρίας.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κούστας ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§4ΚΟΥΣΤΑΣ. Ἡ σιγὴ ἢ μᾶλλον ἡ ἔλλειψις ἀπαντήσεως ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, τὰς γενομένας ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, μ’ ἔφεραν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο. Ἡ σιγὴ αὕτη, ἐπαναλαμβανομένη καθ’ ἑκάστην, ἐξεδηλώθη ἐμφαντικώτερον κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, μὴ θελήσαντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ἀφορῶσαν τὸν συνταγματάρχην κ. Ζυμβρακάκην· οὔτε σήμερον εὐηρεστήθη νὰ εἴπῃ τι περὶ αὐτοῦ, ἂν καὶ παρῆλθον τόσαι ἡμέραι· τούτου ἕνεκα ἀναγκάζομαι νὰ θίξω ζητήματά τινα καὶ νὰ συνοψίσω τὰ ὅσα περὶ αὐτῶν ἐλέχθησαν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ὥστε ἐκ τῆς συνοψίσεως ταύτης, παρουσιαζομένης ἐν ὅλῳ, ἐν σώματι, νὰ καταδειχθῇ, τίς ἔχει τὸ δίκαιον, καὶ ἂν τὰ ζητήματα ταῦτα ἔχρῃζον ἀπαντήσεως ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν ἢ οὔ. Θέλω προσπαθήσει, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ εἴπω ὅσα πρέπει νὰ εἴπω, ἀλλὰ μὴ ἔχων τὴν ἕξιν νὰ ὁμιλῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, πιθανὸν νὰ μοῦ διαφύγῃ τι ἀντικοινοβουλευτικὸν, διὰ τοῦτο προλαμβάνω νὰ ζητήσω καὶ τύχω τῆς ἐπιεικείας ὑμῶν· θὰ ἦμαι δὲ συντομώτατος, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας. Κύριοι Βουλευταὶ, κατὰ τὴν ὑφισταμένην ἤδη καὶ ἐγγίζουσαν νὰ ἐκπνεύσῃ Βουλευτικὴν περίοδον ἐῤῥέθησαν τόσα ἐκ τοῦ βήματος τούτου περὶ τῆς ἐν γένει καταστάσεως τῆς χώρας, ὅσα οὐδέποτε ἄλλοτε· οὐδὲν ἔμεινεν ἄθικτον· πολλὰ ζητήματα ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ, ἀφορῶντα σπουδαῖα συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἐξετυλίχθησαν ἐν ὅλῃ αὐτῶν τῇ ἀκριβείᾳ καὶ λεπτομερείᾳ. Καὶ τί δὲν ἐῤῥέθη περὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος; Τὸ Κρητικὸν ζήτημα, τὸ καταθλίβον πᾶσαν Ἑλληνικὴν καρδίαν, τὸ ζήτημα τῆς ἰθαγενείας τῆς Αἰγύπτου, καὶ ἄλλα ζητήματα ἐξωτερικὰ, ἔχοντα γενικότητά τινα, ἢ ἀφορῶντα ἄτομα κατατρυχόμενα τῶν ἔξω ὁμογενῶν ἡμῶν, κατηνάλωσαν ὁλοκλήρους συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Ἤξιζον ἢ δὲν ἤξιζον ἀπαντήσεως τὰ ζητήματα ταῦτα; Καὶ τί δὲν ἐῤῥέθη, κύριοι Βουλευταὶ, περὶ τῆς διοικήσεως καὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας τοῦ Κράτους; Ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἐσείσθη ἐκ θεμελίων, καὶ ἐκλονίσθη ἐκ βάθρων· τὰ ἐγκλήματα ἐπολλαπλασιάσθησαν καὶ ὑπερεπλεόνασαν εἰς βαθμὸν ἀπίστευτον· παντοῦ, ὅπου καὶ ἂν σταθῇ τις, δὲν ἀκούῃ, εἰμὴ φόνους, ἀναιρέσεις, τραύματα, συμπλοκὰς, βιασμοὺς, ἀπαγωγὰς, ληστείας, κλοπὰς, λωποδυσίας, κτημάτων καταστροφὰς, ζωοκτονίας, ζωοκλοπὰς, καὶ πολλὰς ἄλλας ἀσχημίας, ἃς αἰσχύνεταί τις νὰ ὀνομάσῃ. Ἅπασαι αἱ ἐφημερίδες, ὑπουργικαὶ καὶ μὴ, μηδ’ αὐτῶν τῶν φίλα φρονουσῶν τῇ Κυβερνήσει ἐξαιρουμένων, δημοσιεύουσι καὶ πληροῦσι καθ’ ἑκάστην σελίδας ὁλοκλήρους τῶν φύλλων αὐτῶν ἀπὸ ἐγκλήματα, ἔχοντα εἰς ἀδιάκοπον ἀναστάτωσιν καὶ ταραχὴν τὴν χώραν. Καὶ πῶς ἐξηγεῖτε ταῦτα, κύριοι συνάδελφοι; Ἐκ τῶν στατιστικῶν ἀποδεικνύεται, ὅτι, ὅσον προοδεύουσι τὰ ἔθνη εἰς τὸν πολιτισμὸν καὶ εὐπραγοῦσι, τόσον ἐλαττοῦνται τὰ ἐγκλήματα· διατὶ συμβαίνει τοὐναντίον εἰς ἡμᾶς; ὀπισθοδρομοῦμεν εἰς τὸν πολιτισμόν; δυσπραγοῦμεν; Ἤξιζον ἢ δὲν ἤξιζον ἀπαντήσεως τὰ ζητήματα ταῦτα; Καὶ τί δὲν ἐῤῥέθη περὶ τῆς δικαιοσύνης; Ἡ θεία αὕτη ἐξουσία, ἡ συγκρατοῦσα δι’ ἁλύσεων χαλυβδίνων ἐντὸς τῶν νόμων τὴν κοινωνίαν, ἡ προωρισμένη ν’ ἀποδίδῃ εἰς ἕνα ἕκαστον τὸ δίκαιόν του, εἶπον ὅτι ἐστρεβλώθη καὶ ἡ πλάστιγξ αὐτῆς κλίνει πάντοτε πρὸς τὴν φατρίαν· αἱ δικαστικαὶ ἀποφάσεις ὄχι μόνον δὲν ἐκτελοῦνται, ἀλλὰ καὶ ποδοπατοῦνται. Τί θὰ συμβῇ, κύριοι συνάδελφοι, ἂν ἐπὶ μίαν ἡμέραν παύσῃ ἡ τακτικὴ καὶ ἀμερόληπτος λειτουργία τῶν Δικαστηρίων, καὶ οἱ ἀδικούμενοι, μὴ εὑρίσκοντες ἱκανοποίησιν, καταφύγωσιν εἰς ἀντεκδικήσεις καὶ αὐτοδικίας; Καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἔχρῃζεν ἀπαντήσεως; Περὶ ἐκπαιδεύσεως ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἐζωγράφησεν αὐτὴν μὲ χρώματα ἥκιστα εὐάρεστα. Τί δὲν ἐῤῥέθη, κύριοι Βουλευταὶ, περὶ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ τῆς χώρας; ἀμφότερα ταῦτα ἥκιστα εὑρίσκονται εἰς καλὴν κατάστασιν· καὶ τίς ἀρνεῖται, ὅτι διὰ τοῦ στρατοῦ τὰ ἔθνη ηὔξησαν, ἐμεγαλύνθησαν καὶ ἐδοξάσθησαν; Ἡ Ἑλλὰς κατ’ ἀνάγκην ὀφείλει νὰ ἔχῃ στρατὸν καλῶς διωργανωμένον, περισσότερον παντὸς ἄλλου ἔθνους, τοῦ ἀνατολικοῦ ζητήματος μὴ λυθέντος ἔτι, καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ εὑρισκομένου εἰς θέσιν, ἣν πάντες γνωρίζομεν. Ὁ στρατὸς εἶναι οἱ κινητοὶ προμαχῶνες καὶ τὰ φρούρια ἑνὸς Κράτους, καὶ τὸ ναυτικὸν εἶναι τὰ θωρηκτὰ καὶ αἱ τορπίλλαι, δι’ ὧν προστατεύονται ἐν καιρῷ ἀνάγκης αἱ ἀκταὶ καὶ αἱ θάλασσαι τῆς χώρας. Ἠκούσθη ὅτι τινὲς τῶν ἀξιωματικῶν ἀνήκουσιν εἰς φατρίαν· τίποτε λυπηρότερον καὶ ὀδυνηρότερον. Οἱ ἀξιωματικοὶ ὀφείλουσι νὰ ἀνήκωσιν εἰς μόνην τὴν Πατρίδα, τὴν διατρέφουσαν αὐτοὺς ἐκ τοῦ ὑστερήματός της· αὐτὴν ὀφείλουσι ν’ ἀγαπῶσι καὶ δι’ αὐτὴν νὰ χύνωσι τὸ αἷμά των. Καὶ τί δὲν ἐῤῥέθη, κύριοι Βουλευταὶ, περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος τῆς χώρας; τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, συζητηθὲν ἐν ἐκτάσει κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν ἀρχὴν ἑκάστου ἔτους, ἀπεδείχθη ὅτι εἶναι ἀπελπιστικόν, καὶ ὅτι τὰ παρουσιαζόμενα ἰσοζύγια καὶ περισσεύματα πόῤῥω ἀπέχουσι τῆς ἀληθείας· ἐῤῥέθη ὅτι ἔχομεν δύο προϋπολογισμούς, τὸν τακτικόν, ἀναβαίνοντα εἰς ἔξοδα καὶ ἔσοδα 100 ἑκατομμυρίων, καὶ τὸν ἔκτακτον ἢ προϋπολογισμὸν τῶν πιστώσεων, ὑπερβαίνοντα τὸν πρῶτον· οἱ δύο οὗτοι προϋπολογισμοὶ ἀναβαίνουσι κατ’ ἔτος εἰς 200 ἑκατομμύρια, ἐνῷ αἱ εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου, μὲ ὅλους τοὺς προστεθέντας φόρους καὶ τὰς πιέσεις περὶ τὴν εἴσπραξιν, μόλις ἐγγίζουσι τὰ 80 ἑκατομμύρια. Ἡ Κυβέρνησις, διὰ ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς δαπάνας, δανείζεται καθ’ ἑκάστην, καὶ τὰ ἐθνικὰ δάνεια ἔφθασαν τὸν στρογγύλον ἀριθμὸν τῶν 800 ἑκατομμυρίων, ὅσον οὔπω δὲ, λέγουσι, βαρὺς θὰ ἐπιπέσῃ ἐπὶ τοῦ τραχήλου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὁ πέλεκυς τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως, ἥτις θὰ ἐπιβαρύνῃ τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα, διὰ νὰ πληρώσωσι τὴν ἀναλογίαν των πρὸς ἐξόφλησιν τῶν ἐθνικῶν δανείων, δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ ἡ περιουσία των. Ἡ χρηματολογικὴ αὕτη κατάστασις τοῦ Δημοσίου ἐπέδρασε δυστυχῶς καὶ ἐπὶ τῶν κατοίκων τῆς χώρας· κατήφεια καὶ δυσθυμία ἐπικρατεῖ γενική· ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἠλεκτρίζεται πλέον οὔτε ἀπὸ θεάματα, οὔτε ἀπὸ πανηγύρεις, οὔτε ἀπὸ λαμπρὰς καὶ ἑορτασίμους ἡμέρας, οὔτε ἀπὸ καρναβάλια καὶ πρωτομαγιαῖς· τὰ πάντα δι’ αὐτὸν εἶναι λύπη καὶ δυσθυμία· ὁ ὑπερήφανος Ἕλλην, ὁ κρατῶν πάντοτε τὴν κεφαλὴν ὑψωμένην, ἀνίσταται πᾶσαν πρωΐαν κεκυφὼς, καὶ μὲ κεκλιμένην τὴν κεφαλὴν σπεύδει πρὸς ζήτησιν τοῦ ἐπιουσίου, τὸν ὁποῖον εὑρίσκει δυσκόλως. Ἐντεῦθεν αἱ μὴ ἀριθμούμεναι πλέον πτωχεύσεις, αἱ ἀλλεπάλληλοι μεταναστεύσεις καὶ αἱ τόσον σπάνιαι ἄλλοτε εἰς τὴν Ἑλλάδα αὐτοκτονίαι, ἤδη δὲ συχνόταται. Τὸ ἑλληνικὸν φρόνημα κατέπεσε, καὶ τὰ πάντα διέπει ἡ φατρία. Καὶ τίς ἡ αἰτία τῆς ἐπιδημίας τῶν τόσων κακῶν; τὴν αἰτίαν ταύτην ἀποδίδουσι δυστυχῶς εἰς τὴν Βουλὴν· λέγοντες δὲ Βουλὴν, ἐννοοῦσι τὴν Συμπολίτευσιν, διότι αὕτη ἰσχύει· καὶ πρὸς ὑποστήριξίν των λέγουσιν: ποσάκις ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἤρατο νίκην ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ζητημάτων ἀφορώντων σπουδαῖα συμφέροντα τοῦ Κράτους; Ποσάκις εὐθαρσεῖς καὶ εὔγλωττοι ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἀπεστόμωσαν τοὺς μὲ δειλίαν παρουσιαζομένους ῥήτορας τῆς Συμπολιτεύσεως, θέλοντας νὰ ὑπερασπίσωσι τὰ ἀνυπεράσπιστα; Ποσάκις ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μὴ ἔχων λόγους νὰ ἀντείπῃ πρὸς τοὺς ἐπιτιθεμένους αὐτῷ ἐπὶ σπουδαίων ζητημάτων, δὲν ἐτράπη ἄλλην ὁδόν; Προσθέτουν δ’ ὅτι δὲν πταίει τόσον ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅσον λυποῦνται διότι δὲν εὑρέθησαν τοὐλάχιστον ἄνδρες πατριῶται ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως, ἵνα εἴπωσιν εἰς τὸν Πρωθυπουργόν: «σταματήσον! ἡ ὁδὸς, ἣν βαδίζεις, εἶναι κατωφερὴς καὶ λίαν ὀλισθηρὰ, καὶ τείνει εἰς καταστροφὴν τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς Βασιλείας αὐτῆς!» Τόσον πολλὰ ἐλέχθησαν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ὥστε καὶ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ οἱ τοῖχοι τοῦ ἱεροῦ τούτου ἐγκαθιδρύματος κατ’ ἀντανάκλασιν ἠχοῦσι: «τὸ σκάφος τῆς Πολιτείας κλυδωνίζεται καὶ κινδυνεύει νὰ καταποντισθῇ!» Κύριοι Βουλευταὶ, πᾶς τις ὀφείλει νὰ σέβηται τὰς πεποιθήσεις τῶν ἄλλων, στηριζομένας ἐπὶ τοῦ ὀρθοῦ λόγου, ἢ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος, ὅταν πρόκηται περὶ κοινῶν πραγμάτων· ἀλλ’ ἕκαστος ἐννοεῖ καὶ ὑποστηρίζει τὰς πεποιθήσεις του, ὡς ὀρθοτέρας καὶ συμφερωτέρας· ἐντεῦθεν ἐπέρχεται ἡ διαφωνία, ἣν διαλύει τρίτος τις, ἔχων ἰσχὺν καὶ δυνάμενος νὰ ἐπιβληθῇ. Καὶ εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ σώματα τοῦτο συμβαίνει. Ἡ ὑπόθεσις (ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ὀνομάσω τὰς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις καὶ διαφωνίας μὲ τὴν λέξιν ὑπόθεσις) ἡ ὑπόθεσις, λέγω, ἐν τῇ Βουλῇ διέτρεξεν ὅλα τὰ στάδια τῆς διαδικασίας, καὶ ἤδη πρόκειται νὰ παρουσιασθῇ, καταφορτωμένη μὲ ὅσα ἐῤῥέθησαν ἐνταῦθα, ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, τοῦ ἀνωτάτου τούτου Δικαστηρίου, ἐνώπιον τοῦ νοήμονος Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις ἠκολούθησε βῆμα πρὸς βῆμα τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς, καὶ δι’ ἑνὸς σφαιριδίου θὰ φέρῃ τὴν ἐτυμηγορίαν του, ἐνώπιον τῆς ὁποίας θὰ σιγήσῃ πᾶσα συζήτησις. Περαίνων, συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν (διότι δὲν εἶναι πλέον καιρὸς νὰ παρακαλέσω αὐτὴν ν’ ἀπαντᾷ εἰς τὰς ἐπερωτήσεις) νὰ μὴ ἀφήσῃ ἐπὶ πλέον εἰς ἐκκρεμότητα τὴν ἐθνικὴν ταύτην κατάστασιν, νὰ σπεύσῃ νὰ διατάξῃ τὰς Βουλευτικὰς ἐκλογὰς καὶ ν’ ἀφήσῃ αὐτὰς ἀνεπηρεάστους, πρὸς σωτηρίαν τῆς πατρίδος καὶ τῆς Βασιλείας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει προηγούμενον πρόσφατον παράδειγμα, ὅτι ἡ πλειονοψηφία σχηματίζεται ἐν τῇ Βουλῇ καὶ οὐχὶ ἀπὸ τὰς διὰ τῆς ἐπεμβάσεως ἐκλογάς· διότι ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπάρχουσιν ἀρχαί. Ἂν δὲ θελήσῃ νὰ φέρῃ πλειονοψηφίαν διὰ τῆς ἐπεμβάσεως εἰς τὰς ἐκλογὰς, τὸν βεβαιῶ, ὅτι τὸ Κράτος θὰ ἵσταται ἐπὶ ἡφαιστείου, τὴν ἔκρηξιν τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν νὰ φοβώμεθα, διότι δι’ αὐτῆς θ’ ἀνατραπῇ τὸ πᾶν.
§5ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὡραῖα! ὡραῖα!
§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔρχομαι ἵνα ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως τῆς εἰς Ἀθήνας διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῶν πηγῶν τῆς Στυμφαλίας καὶ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος διανομῆς ὕδατος ἐν ταῖς πόλεσιν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Τὰ περὶ παραχωρήσεως εἰς ἑταιρίαν τοῦ δικαιώματος καὶ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς εἰς Ἀθήνας διοχετεύσεως ὑδάτων ἐκ Στυμφαλίας πρὸ καιροῦ εἶναι γνωστὰ, τὸ δὲ ἐνδιαφέρον τῆς κοινωνίας καὶ τῆς Βουλῆς συνώδευσαν τὰς μελέτας τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς καὶ ἑταιριῶν τινων, αἵτινες ἐπὶ ἰδίῳ λογαριασμῷ προέβησαν εἰς ἐξετάσεις περὶ τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἐπιχείρησις αὕτη. Ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν ἠδύνατο ν’ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος, πρὶν ἢ συμπληρωθῶσιν αἱ πληροφορίαι τῶν ἰδίων αὐτῆς μηχανικῶν. Ὅ,τι ἐγίνωσκεν ἡ Κυβέρνησις ἐκ προοιμίων, ἦτο, ὅτι θὰ ἐτύγχανον αἱ προτάσεις αὐτῆς περὶ τοῦ θέματος τῆς προθύμου ὑποδοχῆς τῆς Βουλῆς καὶ συνάμα τῆς προθύμου ὑποδοχῆς τῶν κατοίκων τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ὡς καὶ τῶν δημοτικῶν αὐτῶν ἀρχῶν. Ἰδίᾳ περὶ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν ἐγινώσκομεν, ὅτι αὗται εἶχον λάβει πρωτοβουλίαν ἐν τῷ θέματι, καὶ εἶχον σπουδαίως ἐργασθῆ, ἵνα παρασκευάσωσι τὰ στοιχεῖα, ἐφ’ ὧν ἤθελε στηριχθῆ οἱαδήποτε ἀπόφασις, ἡ τελικὴ ὅμως παρασκευὴ, ἐφ’ ἧς δυνάμεθα νὰ στηρίξωμεν νομοθετικὰς ἀποφάσεις, εἶναι ἡ τεχνικὴ, αὕτη δὲ ἡ τεχνικὴ παρασκευὴ συνεπληρώθη ἤδη. Ἡ Γαλλικὴ ἀποστολὴ καὶ ἰδίᾳ ὁ ἀρχιμηχανικὸς κ. Κελενὲκ ἐξεπόνησεν ἤδη τὴν μελέτην, ὑπέβαλε δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐν ὑπομνήμασι τὰ πορίσματα ταύτης, οἷα προέκυψαν ἐκ διαμοιβῆς ἰδεῶν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν οἰκονομικῶν ὅρων τῆς ἐπιχειρήσεως. Ἀλλὰ καὶ ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς ἔτι ὅροις τῆς ἐπιχειρήσεως, ἐντελῶς δὲ ἐν τοῖς τεχνικοῖς, ἡ πρωτοβουλία περὶ τὴν διατύπωσιν τοῦ σχεδίου ἀφέθη εἰς τὴν Γαλλικὴν ἀποστολὴν, καταρτίσασαν αὐτὸ εὐρύτερον κατά τι τοῦ κρινομένου παρ’ ἡμῶν ὡς δυναμένου ἐν τῇ παρούσῃ ὥρᾳ νὰ γένηται δεκτὸν ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας· διότι τὸ σχέδιον, τὸ παρ’ αὐτῆς ἐκπονηθὲν, περιλαμβάνει οὐ μόνον τὰ τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίδος εἰς Ἀθήνας καὶ Πειραιᾶ καὶ τῆς διανομῆς αὐτῶν ἐν ταῖς δυσὶ πόλεσιν, ἀλλὰ περιλαμβάνει προσέτι καὶ τὰ τῶν ὑπονόμων τῆς πρωτευούσης. Βεβαίως καὶ τὰ περὶ τούτων εἶναι ἀναγκαιότατα, συνδέονται δὲ στενότατα πρὸς τὴν ἄφθονον διοχέτευσιν ὑδάτων εἰς τὴν πόλιν, ἀλλά, ἐὰν ἠθέλομεν ταὐτοχρόνως νὰ λύσωμεν καὶ τὰ δύο ζητήματα, ἐκινδυνεύομεν νὰ δώσωμεν εὐρύτητα εἰς τὴν ἐπιχείρησιν, ἥτις θὰ καθίστα ἴσως αὐτὴν ἐν τῷ παρόντι ἀπραγματοποίητον. Τούτου ἕνεκα ἐκ τῶν μελετῶν τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς καὶ τοῦ πορίσματος αὐτῶν ἀπεκόψαμεν τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν ὑπονόμων, καὶ ἐστηρίξαμεν τὰς νομοθετικὰς προτάσεις εἰς τὰς περὶ διοχετεύσεως καὶ διανομῆς τῶν ὑδάτων γνώμας αὐτῆς. Οὐχ ἧττον θέλομεν δημοσιεύσει ἀκεραίας τὰς μελέτας τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, ὡς αὗται ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι οὕτω δημοσιευόμεναι θὰ ἦναι χρησιμώτεραι πρὸς κατανόησιν τῶν μέτρων, τῶν ὑποβαλλομένων νῦν εἰς τὴν Βουλήν, θὰ παράσχωσι δὲ καὶ ὕλην χρησιμοποιηθησομένην ἐν τῷ μέλλοντι, ὅτε πάντως τὸ ἔργον τοῦτο θέλει συμπληρωθῆ διὰ τῆς κατασκευῆς καὶ τῶν ὑπονόμων. Περιοριζόμενος ἄρα ἤδη εἰς τὰ τῆς διοχετεύσεως καὶ τῆς διανομῆς τῶν πηγαίων τῆς Στυμφαλίας ὑδάτων εἰς τὰς πόλεις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἔρχομαι ἵνα ἐκθέσω τὰ τῶν βάσεων τῆς ἀδείας, ἣν θέλομεν ζητήσει παρὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα ἐπιληφθῶμεν διαπραγματεύσεων καὶ συνάψωμεν συμφωνίας περὶ παραχωρήσεως τῆς ἐπιχειρήσεως. Τὰ ὕδατα, ἅτινα ἐξητάσθησαν ἰδίᾳ πρὸς βεβαίωσιν τῆς καταλληλότητος αὐτῶν περί τε τὸ ποσὸν καὶ τὸ ποιὸν πρὸς διοχέτευσιν εἰς Ἀθήνας, εἶναι τὰ τριῶν πηγῶν τῆς Στυμφαλίας, τουτέστι τῶν Κιονίων, τῆς Δούσης καὶ τῆς Καστανέας. Οἱ περὶ τῶν ὑδάτων τούτων πραγματευόμενοι ἐν τῇ δημοσιότητι ἰδίως ἀφορῶσιν εἰς τὰ ὕδατα τῶν Κιονίων, παρέχοντα κατὰ δευτερόλεπτον ἓν καὶ ἥμισυ κυβικὸν μέτρον περίπου....
§7ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κατὰ τίνα ἐποχήν;
§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐλάσσονος ἀποδόσεως αἱ πηγαὶ τῶν Κιονίων παρέχουσι 1500 λίτρας κατὰ δευτερόλεπτον, ἤτοι ὀκάδας 354. Ἀλλὰ πλὴν τῶν ὑδάτων τῶν Κιονίων, ὑπάρχουσι καὶ τὰ ὕδατα τῶν πηγῶν Δούσης καὶ Καστανέας, προσθέτοντα ποσὸν ἴσον πρὸς τοῦτο, ὥστε ἐν συνόλῳ ἔχομεν ἀπόδοσιν τριῶν κυβικῶν μέτρων, ἤτοι 708 ὀκάδων κατὰ δευτερόλεπτον, ὅπως σήμερον παρουσιάζονται τὰ τῶν ὑδάτων ἐκείνων. Τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι ὑπέρτερον τοῦ ἀναγκαιοῦντος διὰ τὰς πόλεις καὶ τὸ λεκανοπέδιον Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, καὶ διὰ τὰς κωμοπόλεις, τὰ χωρία καὶ τὰς γαίας, δι’ ὧν θὰ διοχετευθῶσι τὰ ὕδατα ταῦτα, καὶ ἔδει νὰ μελετήσωμεν τὰ τοῦ ἀνωτάτου ὅρου τῶν διοχετευτέων ὑδάτων πρὸς τὴν διανομὴν ἐν ταῖς πόλεσι καὶ πρὸς τὴν ἄρδευσιν τῶν πεδιάδων. Πρὸς τὴν διανομὴν ἐν ταῖς πόλεσιν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἔδει ν’ ἀποβλέψωμεν οὐχὶ εἰς τὸν παρόντα μόνον πληθυσμὸν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν μέλλοντα, ὅπως μὴ μετὰ παρέλευσιν χρόνου οὐχὶ λίαν μακροῦ ἀποδειχθῇ τὸ ἔργον ἀνεπαρκὲς πρὸς τὴν ἀνάγκην. Ἔχοντες ἄρα ὑπ’ ὄψει, ὅτι ὁ σημερινὸς πληθυσμὸς Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἀνέρχεται εἰς 150,000 περίπου ψυχῶν, ὑπελογίσαμεν τὴν ἀνάγκην ἐπὶ τῇ βάσει πληθυσμοῦ 250,000 ψυχῶν καὶ κατὰ λόγον διακοσίων λιτρῶν κατὰ κεφαλήν....
§9ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πόσον ἀναλογεῖ κατὰ κυβικὸν μέτρον;
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ κυβικὸν μέτρον, ἤτοι χίλιαι λίτραι καθ’ ἡμερονύκτιον, ἀντιστοιχεῖ πρὸς ῥοὴν κατά τι ἀνωτέραν τοῦ δραμίου· ἑπομένως αἱ διακόσιαι λίτραι κατὰ κεφαλὴν ἀντιστοιχοῦσι πρὸς πλέον τοῦ πέμπτου τοῦ δραμίου, ἤτοι τὸ δράμιον ἀντιστοιχεῖ πρὸς πέντε ψυχὰς σχεδόν. Ὑπάρχουσι πόλεις, ἐν αἷς ἡ διανομὴ ὕδατος κατὰ κεφαλήν εἶναι ἀνωτέρα, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ὅμως τὸ κατὰ κεφαλὴν διανεμόμενον ποσὸν ἐν ταῖς πόλεσιν εἶναι κατώτερον. Καθορισθείσης ἄρα τῆς ἀνάγκης εἰς 200 λίτρας τὸ ἡμερονύκτιον κατὰ ψυχὴν ἐπὶ πληθυσμοῦ 250,000 ψυχῶν, τὸ διοχετευτέον ὕδωρ ὑπολογίζεται τοὐλάχιστον εἰς 500 λίτρας κατὰ δευτερόλεπτον, τουτέστιν εἰς 118 ὀκάδας. Αἱ ἀναλογίαι αὗται γίνονται κατὰ προσέγγισιν χάριν τοῦ στρογγύλου τῶν ἀριθμῶν, διότι τὸ δράμιον ἀντιστοιχεῖ ἀκριβῶς εἰς 920 λίτρας τὸ ἡμερονύκτιον, ὑπολογίζομεν ὅμως αὐτὸ χάριν ἁπλοποιήσεως ὡς ἀντιστοιχοῦν εἰς ἓν κυβικὸν μέτρον, ἤτοι εἰς χιλίας λίτρας. Πόρισμα ἄρα τῆς μελέτης τῆς ἀποστολῆς τῶν Γάλλων μηχανικῶν εἶναι, ὅτι, ἐὰν ἠθέλομεν τοῦτο μόνον τὸ ποσὸν νὰ διοχετεύσωμεν εἰς τὰς πόλεις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἡ δαπάνη θ’ ἀνήρχετο εἰς 25,000,000 δραχμῶν διὰ τὴν διοχέτευσιν τῶν ὑδάτων καὶ εἰς 3,000,000 διὰ τὴν διανομὴν αὐτῶν ἐν ταῖς δυσὶ πόλεσι μετὰ τῶν δεξαμενῶν καὶ τῶν ἄλλων παρεπομένων, τουτέστιν εἰς 28,000,000 δι’ ἀμφότερα· ἐπειδὴ ὅμως τὸ χρῆμα τοῦτο θὰ ἐδαπανᾶτο βαθμιαίως ἐν χρονικῇ περιόδῳ, ἧς ἡ διάρκεια ὑπολογίζεται εἰς ἓξ ἔτη, προσθετέον εἰς τὰ 28,000,000 τὸ τεταρτημόριον αὐτῶν λόγῳ τῶν κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο τόκων τοῦ καταβαλλομένου χρήματος, καὶ οὕτως ἡ δαπάνη ἀναβιβάζεται εἰς 35,000,000. Εἵπετο ἡ μελέτη τοῦ θέματος, ὁποία θὰ ἦναι ἡ αὔξησις τῆς δαπάνης ταύτης, ἐὰν εἰς τὴν διοχέτευσιν τοῦ ἀναγκαίου ὕδατος εἰς τὰς πόλεις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς προσετίθετο ἡ διοχέτευσις τοῦ ἀναγκαίου ὕδατος εἰς τὴν ἄρδευσιν τοῦ λεκανοπεδίου Ἀττικῆς καὶ τῶν γαιῶν, παρ’ αἷς θέλει τοποθετηθῆ τὸ ὑδραγωγεῖον, ἀπὸ τῆς Στυμφαλίας μέχρι τοῦ λεκανοπεδίου τῆς Ἀττικῆς, ὡς καὶ εἰς τὴν κατανάλωσιν τῶν κωμοπόλεων καὶ χωρίων κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο. Ἐν ταῖς 118 ὀκάσιν, ἤτοι 500 λίτραις κατὰ δευτερόλεπτον τῆς προμηθείας τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, περιλαμβάνονται καὶ 40 ὀκάδες ὕδατος, παρεχόμεναι εἰς τὸν δῆμον Ἀθηνῶν, καὶ 10 ὀκάδες, παρεχόμεναι εἰς τὸν δῆμον Πειραιῶς, χάριν τῶν δημοτικῶν ἀναγκῶν, τουτέστι δημοσίων κρηνῶν, καταβρέγματος ὁδῶν, ποτίσματος δένδρων καὶ μάλιστα τῆς πλύσεως τῶν ὑπονόμων, οὐδεμία ὅμως περιλαμβάνεται πρόνοια περὶ τῶν ἐκτὸς τῶν πόλεων· καὶ εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν διαμερισμάτων τούτων ἀπὸ τῆς Στυμφαλίας ἕως τῶν Ἀθηνῶν ἐκτείνομεν ἤδη τὴν ἔρευναν. Ὡς προεῖπον, ὕδωρ ἄφθονον ἀποδίδουσιν αἱ πηγαὶ τῆς Στυμφαλίας, περίπου 3,000 λίτρας κατὰ δευτερόλεπτον Ἡ διοχέτευσις ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ τούτου θὰ ἦτο ὑπερβολική, ἀλλὰ καὶ 2,000 λιτρῶν κατὰ δευτερόλεπτον, τουτέστι 472 ὀκάδων ὕδατος διοχέτευσις θὰ ἦτο ἴσως ἐν τῷ παρόντι δυσανάλογος πρὸς τὸ δυνάμενον νὰ χρησιμοποιηθῇ ποσόν· ἔκριναν ὅμως οἱ ἀσχοληθέντες εἰς τὸ ζήτημα, ὅτι ἐν χρόνῳ οὐχὶ πόῤῥω ἀπέχοντι θὰ ἐδημιουργεῖτο ἀνάγκη τοῦ ποσοῦ τούτου· ἐμελετήθησαν ἄρα τὰ τῆς δαπάνης τῆς εὐρύνσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑδραγωγείου πρὸς διοχέτευσιν 472 ὀκάδων, ἀντὶ τῶν 118. Ἡ μελέτη ἦτο ἀναγκαία, διότι ἐκ τοῦ καθορισμοῦ τῆς δαπάνης τῆς διοχετεύσεως 118 ὀκάδων εἰς 35,000,000 δὲν ἕπεται, ὅτι τριπλασίου ποσοῦ ἡ διοχέτευσις ἢ τετραπλασίου ἐπάγεται δαπάνην τριπλασίαν ἢ τετραπλασίαν. Ἡ πρόσθετος διοχέτευσις γίνεται δι’ ὑδραγωγείου εὐρυτέρου· ἡ ἀντίστοιχος ἄρα δαπάνη εἶναι ἀναλόγως πολὺ μικροτέρα τῆς ἀρχικῆς. Ἡ ἀπόφασις, εἰς ἣν κατελήξαμεν ἐν τῷ θέματι ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει τῶν Γάλλων μηχανικῶν, ὑπῆρξεν, ὅπως εἰς τὸ ὑδραγωγεῖον, ὅπου μὲν εἶναι κτιστόν, δοθῶσι διαστάσεις πρὸς διοχέτευσιν ὕδατος 472 ὀκάδων, ὅπου δὲ λειτουργεῖ διὰ σωλήνων, τουτέστι διὰ σιφώνων, ἐπειδὴ τὸ ὑδραγωγεῖον εἶναι ἐκεῖ δεκτικὸν προσαυξήσεων διὰ προσθήκης σωλήνων, περιορισθῶσιν αἱ διαστάσεις εἰς τὰς ἀποχρώσας πρὸς τὴν διοχέτευσιν τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἐν τῷ παρόντι κρίνεται ἀναγκαῖον. Τὰ τμήματα τοῦ ὑδραγωγείου, ἔνθα γενήσεται χρῆσις σιφώνων, δὲν εἶναι ἐκτεταμένα, ὥστε ἡ ἐπὶ πλέον δαπάνη, ὅταν ἐπιστῇ ἡ ὥρα τῆς αὐξήσεως τῆς χωρητικότητος τοῦ ὑδραγωγείου, ἀναλόγως πρὸς τὰ ἀρχικῶς δαπανηθέντα, δὲν θὰ ἦναι μεγάλη, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἡ μείζων χωρητικότης ἀποκτᾶται δι’ ἁπλῆς προσθήκης σωλήνων, μηδόλως θιγομένων τῶν ἀρχικῶς τοποθετηθέντων, ἐνῷ τοῦ κτιστοῦ ὑδραγωγείου ἡ μείζων χωρητικότης δὲν ἐπιτυγχάνεται ἄνευ ἀνακαινίσεως. Οὕτω σχεδιασθέντος τοῦ ὑδραγωγείου, ἤτοι κατὰ κανόνα μὲν ὡς κτιστοῦ, διαστάσεων ἀναλόγων πρὸς τὴν διοχέτευσιν 472 ὀκάδων ὕδατος, ἐξαιρετικῶς δὲ ὡς σωληνωτοῦ ἢ σιφωνωτοῦ, περιοριζομένης τῆς χωρητικότητος ἐν τοῖς τμήμασι τῶν σιφώνων εἰς 354 ὀκάδας, ἤτοι κατασκευαζομένου ὑδραγωγείου, σήμερον μὲν διοχετεύοντος ὕδωρ τριπλάσιον τοῦ κριθέντος ἀναλόγου πρὸς τὰς τοῦ ἐνεστῶτος καὶ τοῦ προσεχοῦς μέλλοντος ἀνάγκας τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, δυναμένου δὲ βραδύτερον διὰ δαπάνης ὀλίγων ἔτι ἑκατομμυρίων νὰ διοχετεύσῃ τὸ τετραπλάσιον, ἀπαιτεῖται πρόσθετος εἰς τὰ 35,000,000 δαπάνη 18,000,000· εἰς ταῦτα δὲ ἐπιπροσθετέον καὶ 2,000,000 διὰ τὰς δαπάνας τῶν αὐλάκων τῆς ἀρδεύσεως τῶν πεδιάδων· ὥστε εἰς 20,000,000 ἀνέρχεται ἡ δαπάνη τῆς ἐπὶ πλέον διοχετεύσεως ὕδατος διπλασίου τοῦ διοχετευτέου χάριν τῆς καταναλώσεως τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πορισμάτων τούτων καταρτίσαντες τοὺς ὅρους τῆς χορηγηθησομένης ἀδείας παρὰ τῆς Βουλῆς πρὸς παραχώρησιν τῆς ἐπιχειρήσεως εἰς ἑταιρίαν, διεκρίναμεν ἐν τῷ σχεδίῳ συμβάσεως πρὸς τὴν ἑταιρίαν τὴν διοχέτευσιν τοῦ ὕδατος τοῦ ἀναγκαίου εἰς τὴν πόλιν ἀπὸ τῆς διοχετεύσεως τοῦ ὕδατος τοῦ ἀναγκαίου εἰς τὰς πεδιάδας· καὶ εἰς μὲν τὴν ἑταιρίαν ἐπεβάλομεν ὡς ὑποχρεωτικὴν τὴν διοχέτευσιν τῶν ὑδάτων ἀμφοτέρων τῶν κατηγοριῶν, τὴν ἐγγύησιν ὅμως τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν ἑταιρίαν περιωρίσαμεν εἰς μόνον τὸ ὕδωρ τὸ διοχετευθησόμενον χάριν τῶν ἀναγκῶν τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἀφήσαντες εἰς τὴν ἑταιρίαν τὴν διαχείρισιν τοῦ ἐπιλοίπου διοχετευθησομένου ὕδατος ἐπὶ διατιμήσει τῇ κανονιζομένῃ ἐν τῇ συμβάσει. Ἐξ ὧν εἴχομεν πληροφοριῶν ἐπειθόμεθα, ὅτι θὰ ἐπαρουσιάζοντο ἑταιρίαι, ἀρκούμεναι εἰς ἐγγύησιν διὰ τὴν δαπάνην πρὸς διοχέτευσιν τοῦ ὕδατος εἰς τὰς πόλεις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, καὶ ἀναλαμβάνουσαι τὴν διοχέτευσιν τοῦ ἐπιλοίπου ὕδατος ἐπὶ ἰδίῳ λογαριασμῷ χάριν τῆς ἀρδεύσεως τῶν πεδιάδων. Ἡ πρὸς τὴν ἐπιχείρησιν ἐπὶ τοιούτοις ὅροις προθυμία ἐξηγεῖται ἐξ ἧς τοιαῦται ἐν ταῖς σπουδαιοτέραις πόλεσι τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐπιχειρήσεις παρέσχον ἀποδείξεως, ὅτι ἐν αὐταῖς τὰ κέρδη τοῦ μέλλοντος εἶναι δυσανάλογα πρὸς τὰ κέρδη τοῦ παρόντος, ὅτι ἡ ἐν τῷ παρόντι μικρὰ ὠφέλεια, ἢ ἔστω καὶ ζημία, ἀντισηκοῦται ταχέως ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων· προκειμένου δὲ περὶ παραχωρήσεως προνομίου ἐνενήκοντα ἐννέα ἐτῶν, οἱ ὑπολογισμοὶ γίνονται ἐπὶ τῇ βάσει προσόδου οὐχὶ τῆς σημερινῆς, ἀλλὰ τῆς κατὰ τὸν μέσον ὅρον τῆς διαρκείας, ἤτοι μετὰ πεντηκονταετίαν περίπου προσδοκωμένης. Ὁ ὑπολογισμὸς τῶν προσφερομένων εἰς τοὺς ἀναδόχους πλεονεκτημάτων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σήμερον πιθανῶν εἰσπράξεων παριστᾷ ταῦτα ἀνεπαρκῆ πρὸς ἱκανοποίησιν αὐτῶν, ἄλλα ὅμως εἶναι τὰ πορίσματα τοῦ ὑπολογισμοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν κερδῶν τοῦ μέλλοντος. Εὐλόγως τὰ κέρδη τοῦ μέλλοντος περιλαμβάνονται ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς τῶν ἀναδόχων, ἐν τῇ ἐκτιμήσει ὅμως τῆς ἐπιβαρύνσεως τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν προσφερομένων εἰς τοὺς ἀναδόχους πλεονεκτημάτων ἡ ἐνεστῶσα κατάστασις παρέχει τὴν βάσιν τοῦ ὑπολογισμοῦ. Εἰς τὴν ἑταιρίαν χορηγεῖται δικαίωμα ἐπὶ τῇ παροχῇ τοῦ ὕδατος εἰς τοὺς κατοίκους 60 δραχμῶν κατὰ δράμιον.
§11ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ εἶναι.
§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἤδη εἶναι ὡρισμένον ἐν Ἀθήναις εἰς 50 δραχμὰς, ἄλλοτε ἦτο ὡρισμένον εἰς 80 δραχμὰς, εἰς 80 δὲ δραχμὰς εἶναι ὡρισμένον ἐν Πειραιεῖ.
§13ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀλλὰ τώρα δὲν ἔχομεν ὕδωρ.
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὡς παρατηρεῖ τις τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἤδη εἶναι ὡρισμένον εἰς 50 δραχμὰς τὸ δράμιον, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν ὕδωρ· πλὴν δὲ τούτου, ἤδη χορηγεῖ μὲν ὁ δῆμος τὸ ὕδωρ ἀντὶ 50 δραχμῶν κατὰ δράμιον, ἀλλὰ δὲν χορηγεῖ ὀλιγώτερον τοῦ δραμίου. Κατὰ τὸ σχέδιον συμβάσεως χορηγεῖται ὕδωρ μέχρις ⅛ δραμίου, ἀποτελοῦντος τὴν μονάδα τῆς διανομῆς· ὁ ἔχων μικροτάτην οἰκίαν δύναται νὰ μετέχῃ τῆς διανομῆς τοῦ ὕδατος ἀντὶ 7½ δραχμῶν κατ’ ἔτος. Ἐπὶ τοιαύτῃ κατὰ μονάδα τιμῇ χορηγεῖται τὸ ὕδωρ εἰς τοὺς ζητοῦντας, ἀλλὰ καὶ ὑποχρεοῦνται οἱ κάτοικοι εἰς ἀπότισιν ἀναλογίας ὡρισμένης ὕδατος, εἴτε ζητήσωσιν αὐτὸ, εἴτε μή. Ἡ ἀναλογία ὁρίζεται ἐπὶ τῇ μισθωτικῇ ἀξίᾳ ἑκάστης οἰκίας, ὑποχρεουμένου τοῦ κυρίου εἰς πληρωμὴν ἀντὶ χορηγουμένου ὕδατος ποσοῦ ἴσου πρὸς τὰ 3 ἑκατοστὰ τῆς εἰρημένης ἀξίας. Οἰκία, ἧς τὸ μίσθωμα εἶναι 2,000 δραχμῶν, καταλογίζεται ἐπὶ χορηγήσει ὕδατος διατετιμημένου ἀντὶ 60 δραχμῶν, τουτέστιν ἀκριβῶς ἑνὸς δραμίου· οἰκία ἀξίας μισθωτικῆς χιλίων δραχμῶν καταλογίζεται ἐπὶ 30 δραχμαῖς, τουτέστιν ἐπὶ χορηγήσει ὕδατος ἡμίσεως δραμίου· ζητῶν ὁ κάτοικος τῆς οἰκίας ἢ ὁ ἰδιοκτήτης πλειότερον ὕδωρ, θὰ λάβῃ αὐτὸ ἀντὶ τοῦ ὡρισμένου κατὰ μονάδα τιμήματος, ἀλλ’ εἴτε ζητήσει ὕδωρ, εἴτε μὴ, θὰ καταβάλῃ λόγῳ προμηθείας ὕδατος ποσὸν ἴσον πρὸς τὰ 3 ἑκατοστὰ τῆς μισθωτικῆς ἀξίας τῆς οἰκίας, καὶ θὰ ἔχῃ δικαίωμα εἰς χορηγίαν ὕδατος ποσοῦ ἀντιστοίχου.
§15ΤΟΜΑΝ. Ἐὰν ἔχῃ τις ἐκ τῆς οἰκίας του εἰσόδημα 10 χιλιάδων δραχμῶν, θὰ λάβῃ πέντε δράμια;
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑποχρεοῦται εἰς πληρωμὴν τριακοσίων δραχμῶν, ἀνθ’ ὧν λαμβάνει πέντε δράμια ὕδατος. Οἰκία, τοιαύτην ἀποδίδουσα πρόσοδον, ἀπαρτίζεται συνήθως ἐκ διαφόρων μισθουμένων πατωμάτων, εἰς ἃ θέλουσι διανεμηθῆ πέντε δράμια ὕδατος· ἂν δὲ πάλιν ἀποτελῇ μίαν κατοικίαν, ὁ πολυτάλαντος κάτοικος θὰ ἔχῃ ἀνάγκην τοῦ ὕδατος διὰ τοὺς κήπους, τοὺς λουτῆρας, τοὺς σταύλους καὶ τ’ ἄλλα παρομαρτοῦντα πολυτελοῦς μεγάρου· ἄλλως τὴν ἐν τούτῳ ἰδιάζουσαν τοῦ νομοθέτου μέριμναν προκαλεῖ, πολλῷ μᾶλλον τοῦ κατοικοῦντος πολυτελὲς μέγαρον, ὁ ἀποτίνων μίσθωμα κατοικίας, μαρτυροῦν τὴν ἐπιβεβλημένην αὐτῷ φειδὼ ἐν ταῖς ἐτησίαις δαπάναις. Τοῦτο, τὸ ὑποχρεωτικῶς ὑφ’ ἑκάστου οἰκοδεσπότου πληρονόμενον ποσοστὸν 3% ἐπὶ τῆς μισθωτικῆς ἀξίας τῆς οἰκίας αὐτοῦ, εἶναι ἡ θεμελιώδης πρόσοδος τῆς ἑταιρίας, ἀνερχομένη, ὡς σήμερον ἔχουσι τὰ τῶν μισθωτικῶν ἀξιῶν τῶν οἰκιῶν γνωστὰ ἐκ τῶν φορολογικῶν καταλόγων ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, εἰς 540,000 δραχμῶν. Δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀκριβὴς ὁ ἀριθμὸς οὗτος, διότι ἤδη συντάσσεται ὁ κατάλογος τῆς πενταετίας, ἔχομεν ὅμως τὰ ἀποτελέσματα τῆς παρελθούσης πενταετίας, γινώσκομεν δὲ καὶ τὰ τῆς παρούσης ἐν τισι τῶν τμημάτων. Πλὴν τῆς προσόδου ταύτης θὰ λαμβάνῃ ἡ ἑταιρία παρὰ τῶν δήμων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς τὸ τίμημα τοῦ ὕδατος, τοῦ ἀναγκαιοῦντος εἰς τὰς δύο ταύτας πόλεις διὰ τὰς δημοσίας κρήνας, τὴν κατάβρεξιν τῶν ὁδῶν, τὸ πότισμα τῶν δένδρων, τὴν πλύσιν τῶν ὑπονόμων, τὰ δημοτικὰ καταστήματα καὶ εἴ τι ἄλλο.
§17ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ οἰκοδομαὶ, αἱ ὁποῖαι δὲν πληρόνουσι φόρον, θὰ πληρόνωσιν ὕδωρ;
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αἱ ἔχουσαι μισθωτικὴν ἀξίαν κατωτέραν τῶν 240 δραχμῶν καὶ κατοικούμεναι ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν οἰκίαι, αἵτινες δὲν πληρόνουσι φόρον οἰκοδομῶν, θὰ συνέφερεν εἰς τὴν ἑταιρίαν μήτε νὰ ὑπεβάλλοντο εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐλαχίστου ἀναλογοῦντος εἰς αὐτὰς δικαιώματος, μήτε νὰ περιελαμβάνοντο ἐν τῇ διανομῇ τοῦ ὕδατος, ἀλλ’ ἐνομίσαμεν εὐεργετικὸν πρὸς τοὺς κατοικοῦντας ἐν αὐταῖς, ὅπως ὑποβληθῶσι μὲν αἱ οἰκίαι αὗται εἰς τὴν ἀπότισιν τοῦ δικαιώματος, χορηγῆται δ’ αὐταῖς ὄγδοον δραμίου ὕδατος, καὶ ἂν ἔτι, ὡς συνήθως θὰ συμβαίνῃ, τὸ ἀποτινόμενον παρ’ αὐτῶν δικαίωμα ἦναι κατώτερον τοῦ τιμήματος τοῦ χορηγουμένου ὕδατος. Οἱ δύο δῆμοι, ὡς εἶπον, θέλουσι λαμβάνει ὕδωρ ὑποχρεωτικῶς, ὁ μὲν τῶν Ἀθηνῶν περίπου 40 ὀκάδων, ὁ δὲ τοῦ Πειραιῶς περίπου 10 ὀκάδων, τὸ δὲ τίμημα τοῦ ὕδατος τούτου δὲν ὑπολογίζεται εἰς 60 δραχμὰς, ἀλλὰ εἰς 12 δραχμὰς, ὥστε προστίθενται ἐκ τούτου εἰς τὴν πρόσοδον τῶν 450,000 δραχμῶν 174,000. Προστίθενται προσέτι καὶ 30,000 δρ. δι’ ὕδωρ ἐπὶ τῇ αὐτῇ τιμῇ λαμβανόμενον ὑπὸ τοῦ Δημοσίου διὰ τὰ δημόσια καταστήματα, καὶ οὕτω τὸ σύνολον τῆς προσόδου τῆς ἑταιρίας ἐκ δικαιωμάτων, καταβαλλομένων ὑπὸ τῶν ἰδιωτῶν, τῶν δήμων καὶ τοῦ Δημοσίου, ἀνέρχεται εἰς 744,000 δρ. Τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι προδήλως κατώτερον τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὴν ἐγγύησιν· διότι τοῦ μὲν τόκου δυνάμεθα νὰ ἐπιδιώξωμεν τὸν ὁρισμὸν ἐπὶ τῷ κατωτέρῳ, ἀλλὰ τὸ κεφάλαιον, ἐφ’ οὗ ἀναγνωρίζεται ἐγγύησις τόκου, δὲν δύναται νὰ ἦναι κατώτερον τῶν 35,000,000, ἤτοι τῶν ἀναγκαιούντων πρὸς διοχέτευσιν μόνον τοῦ εἰς τὰς πόλεις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς προωρισμένου ὕδατος. Τόκος 3% ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου ὑποθέτει πρόσοδον δραχμῶν 1,050,000 καθαρὰν, ἤτοι ὑπολειπομένην μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων, ὑπολογιζομένων περίπου εἰς 210,000 δραχμῶν, ἑπομένως πρόσοδον ἀκαθάριστον 1,260,000 δραχμῶν. Τῆς προσόδου ταύτης ὑπολείπεται κατὰ 516,000 δραχμῶν ἡ ἀποῤῥέουσα ἐκ τῶν δικαιωμάτων ἐπὶ τοῦ διανεμομένου ὕδατος καὶ ἀνερχομένη κατὰ τὰ εἰρημένα εἰς 744,000 δραχμῶν. Πῶς τὸ ἔλλειμμα θέλει ἀναπληρωθῆ; Ἂν ἐπιζητήσωμεν τὴν ἐξαφάνισιν τοῦ ἐλλείμματος ἐν ἐλαττώσει τῆς ἐγγυήσεως τόκου κάτω τῶν 3%, μάτην θ’ ἀπεξεδεχόμεθα τὴν ἀναδοχὴν τῆς ἐπιχειρήσεως παρὰ ἑταιρίας, ὑποχρεουμένης ἵνα διοχετεύσῃ προσέτι καὶ τὸ πρὸς ἄρδευσιν τῶν πεδίων ὕδωρ ἐπὶ δαπάνῃ προσθέτῳ 20,000,000, ἐφ’ ὧν οὐδεμία δίδοται ἐγγύησις. Ἀπαιτεῖται ἄρα πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος πρόσθετος παροχὴ, αὕτη δὲ προσήκει εἰς τοὺς κυρίους τῶν οἰκιῶν καὶ εἰς τοὺς δύο δήμους· εἰς τοὺς κυρίους ἄρα τῶν οἰκιῶν πρὸς τῇ καταβολῇ τῶν 3% ἐπὶ τῆς μισθωτικῆς αὐτῶν ἀξίας θὰ ἐπιβάλληται ἐν ἀνεπαρκείᾳ ταύτης ἐν ἔτι τοῖς ἑκατὸν, ἀλλὰ τοῦτο οὐχὶ ἐπὶ χορηγήσει ὕδατος, ἀλλ’ ὡς εἰσφορὰ πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος, μὴ ἐπαρκούσης δὲ καὶ τῆς εἰσφορᾶς ταύτης, θὰ ἐπιβάλληται εἰς τοὺς δήμους εἰσφορὰ ἴση πρὸς τὰ δύο τριτημόρια τοῦ ποσοῦ τῆς καταβολῆς αὐτῶν διὰ τὸ εἰς τὰς δημοτικὰς ἀνάγκας προωρισμένον ὕδωρ. Αἱ εἰσφοραὶ αὗται, ἤτοι ἐκ μὲν τοῦ προσθέτου 1% δραχμαὶ 180,000, ἐκ δὲ τῶν δύα προσθέτων τριτημορίων τῶν δήμων δραχμαὶ 116,000, ἐν συνόλῳ δραχμαὶ 296,000, ἀφαιρούμεναι ἀπὸ τοῦ ἐλλείμματος τῶν 516,000 δραχμῶν, περιορίζουσι τὸ βαρύνον τὴν ἐγγύησιν ποσὸν εἰς 220,000 δρ. Τοῦτο δὲ θ’ ἀποτίνηται παρὰ τοῦ Δημοσίου ἕως οὗ ἐξαφανισθῇ διὰ τῆς μεταβολῆς τῶν ὅρων, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθησαν οἱ ὑπολογισμοὶ, ἐξ ὧν προκύπτει. Ὑπάρχουσι δὲ δύο ὅροι, παρέχοντες οὗτος μὲν μεγίστην ἐλπίδα, ἐκεῖνος δὲ βεβαιότητα βελτιώσεως. Ἐλπὶς βελτιώσεως ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου, τοῦ ὁριζομένου πρὸς τὴν διοχέτευσιν τοῦ ὕδατος, τουτέστιν ἐπὶ τῶν 35,000,000, διότι ἀπεκδεχόμεθα ἐκ τοῦ διαγωνισμοῦ ἐλάττωσιν τοῦ ὅρου τούτου, ταχθησομένου ὡς ἀνωτάτου’ βεβαιότης ὅμως βελτιώσεως τῶν ὅρων, ἐφ’ οἷς ἐγένοντο οἱ ὑπολογισμοί, — ἐφ’ ὅσον ἀνθρωπίνως ἐπιτρέπεται βεβαιότης ἐν ὑπολογισμοῖς περὶ τοῦ μέλλοντος, — ὑπάρχει περὶ τὰ τῆς μισθωτικῆς ἀξίας τῶν οἰκιῶν, ἧς τὰ ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόντος δεικνύουσι σπουδαιοτάτην ἀνὰ πενταετίαν αὔξησιν. Ἐὰν κατὰ λόγον τῆς αὐξήσεως τοῦ πληθυσμοῦ ὑπολογίσωμεν τὴν πιθανὴν αὔξησιν τοῦ συνόλου τῆς μισθωτικῆς τῶν οἰκιῶν ἀξίας, ἔσται αὕτη ἴση πρὸς τὸ πεμπτημόριον, ἐὰν δ’ ὑπολογίσωμεν αὐτὴν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀνὰ πενταετίαν ἀποτελεσμάτων τῶν φορολογικῶν καταλόγων, ἔχομεν ἐν τῷ διαστήματι τῆς ἑξαετίας, ἐφ’ ἣν θὰ διαρκέσῃ ἡ κατασκευὴ τοῦ ὑδραγωγείου, ἀναμενομένην βελτίωσιν 30%, ἤτοι ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ βαρύνον τὴν ἐγγύησιν. Ἐκ τῆς βελτιώσεως ἄρα τῶν δύο ὅρων, περὶ ὧν ὁ λόγος, ἀπεκδεχόμεθα, ὅτι καὶ ἡ ἐγγύησις οὐδόλως θὰ ἐπιβαρυνθῇ, καὶ εἰς τὰς εἰσφορὰς τῶν δήμων καὶ τῶν ἰδιωτῶν ἐπὶ βραχὺ μόνον θὰ γένηται προσφυγὴ, περιοριζομένης προσεχῶς τῆς παροχῆς ἐκείνων καὶ τούτων εἰς τὰ κανονικὰ πρὸς τὴν ἑταιρίαν δικαιώματα. Πλὴν τῶν προσόδων, ἃς ἀπηρίθμησα, μεταβιβάζονται εἰς τὴν ἑταιρίαν πᾶσαι αἱ κτήσεις τῶν δήμων, αἱ σχετιζόμεναι πρὸς τὴν διαχείρισιν τῶν ὑδάτων, ἀναλαμβάνει ὅμως αὕτη ἁπάσας τὰς δαπάνας τῆς διοχετεύσεως καὶ τῆς διανομῆς τῶν ὑδάτων, καὶ αὐτὰς ἔτι τὰς ἀποζημιώσεις τοῦ ἐδάφους, ἐφ’ οὗ θὰ κατασκευασθῇ τὸ ὑδραγωγεῖον, τοῦ Δημοσίου ὑποχρεουμένου μόνον, ὅπως παραδώσῃ ἐλεύθερα πάσης ὑποχρεώσεως τὰ ὕδατα τῶν πηγῶν. Οὕτω καθοριζομένων τῶν τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων, ἐὰν παρουσιασθῶσιν, ὡς ἔχομεν λόγους ἵνα ἐλπίζωμεν, ἑταιρίαι προσφερόμεναι ἵνα ἀναλάβωσι τὴν ἐπιχείρησιν, μειοῦσαι μάλιστα καὶ τὸ κεφάλαιον, ἐφ’ ᾧ λογίζεται ἡ ἐγγύησις, θὰ ἔχωμεν τὸ ἀναγκαῖον ὕδωρ διὰ τὰς δύο πόλεις, θὰ ἔχωμεν καὶ ὕδωρ ἀφθονώτερον ἐν τῷ παρόντι τοῦ δυναμένου νὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς ἄρδευσιν τῶν πεδιάδων. Ἀλλὰ πρέπει νὰ διοχετεύσωμεν ὕδωρ ἀφθονώτερον τοῦ δυναμένου εὐθὺς νὰ χρησιμοποιηθῇ πρὸς ἄρδευσιν, διότι, μόνον ἐὰν διοχετεύσωμεν ὕδωρ πλεονάζον, θέλει μετατραπῆ ἡ καλλιέργεια τῶν πεδιάδων, καὶ μάλιστα τοῦ λεκανοπεδίου τῆς Ἀττικῆς, κατὰ τρόπον καταστήσοντα ἀναγκαῖον πρὸς ἄρδευσιν τὸ νῦν πλεονάζον τοῦτο ὕδωρ. Ὅταν διοχετευθῇ εἰς τὸ λεκανοπέδιον τῆς Ἀττικῆς τὸ ἥμισυ καὶ πλέον τοῦ ὕδατος τῶν πηγῶν τῆς Στυμφαλίας, θὰ μεταμορφωθῇ τοῦτο εἰς κῆπον, χρῄζοντα παντὸς τοῦ διοχετευθησομένου ὕδατος καὶ παράγοντα ἱκανὰ πρὸς ἀπότισιν τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ σχεδίῳ συμβάσεως ἀρδευτικῶν δικαιωμάτων καὶ πλειόνων ἔτι. Πρὸ τῆς διοχετεύσεως τοῦ ὕδατος εἰς τὸ λεκανοπέδιον, ἐν ὅσῳ δὲν εἶναι ἐγγὺς αἱ δεξαμεναὶ καὶ ἕτοιμοι αἱ αὔλακες τῆς διανομῆς, δὲν μεταποιοῦνται αἱ γαῖαι εἰς κτήματα, χρῄζοντα ἀρδεύσεως, μόνον δὲ τὸ ἀσφαλὲς καὶ εὐχερὲς τῆς ἀρδεύσεως θέλει προαγάγει τὴν χρῄζουσαν ταύτης καλλιέργειαν. Λυομένου ὅμως οὕτω τοῦ ζητήματος τῆς διοχετεύσεως ἐνταῦθα τῶν ὑδάτων τῶν πηγῶν τῆς Στυμφαλίας, ὑπολείπεται δεόμενον λύσεως καὶ τὸ ζήτημα τῆς παροχῆς ὕδατος εἰς τὰς Ἀθήνας διαρκούσης τῆς κατασκευῆς τοῦ ὑδραγωγείου, τουτέστιν ἐπὶ 6 ἔτη, ἡ δὲ ἀναβολὴ τῆς περὶ τούτου ἀποφάσεως, ὡς ἔχουσι τὰ τῆς διανομῆς τοῦ ὕδατος τῆς πόλεως, δὲν εἶναι ἀνεκτή, ἀφοῦ τὸ διανεμόμενον ὕδωρ εἰς τὰς Ἀθήνας μειοῦται κατὰ τὴν αὐχμηροτέραν ὥραν τοῦ θέρους μέχρις 7 ὀκάδων. Ἐνομίσαμεν ἄρα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ καὶ περὶ τούτου πρόνοιά τις, συνάμα μετὰ τῆς γενικωτέρας καὶ διαρκεστέρας τῶν τοῦ ὕδατος διαῤῥυθμίσεως καὶ διὰ τῆς αὐτῆς ἑταιρίας, ἐπιβαλλομένης εἰς αὐτὴν τῆς ὑποχρεώσεως, ἵνα διοχετεύσῃ εἰς τὸ Ἀδριάνειον ὑδραγωγεῖον τὰ ὕδατα τῆς Πάρνηθος. Ἐπὶ τοῦ ὄρους Πάρνηθος ὑπάρχουσι πολλαὶ πηγαί, σπουδαιοτάτη δ’ αὐτῶν εἶναι ἡ γνωστὴ ὑπὸ τὸ ὄνομα ὕδατα τῆς Γκούρας. Τὰ ὕδατα ἁπασῶν τῶν πηγῶν τούτων ὑποχρεοῦται ἡ ἑταιρία, ἵνα διοχετεύσῃ εἰς τὸ Ἀδριάνειον ὑδραγωγεῖον. Περὶ τῶν ὑδάτων τούτων ὑπάρχουσι δεδημοσιευμέναι μελέται, καθ’ ἃς ἀνέρχεται ἡ ἀπόδοσις εἰς 10, εἰς 12 ἢ εἰς 15 ὀκάδας, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν ἐπ’ αὐτῶν, καίτοι πιθανὸν φαίνεται, ὅτι ἡ ἀπόδοσις, παραλλάσσουσα κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους, πλησιάζει κατὰ μέσον ὅρον πρὸς τὰς 10 ὀκάδας. Εἰς τὴν ἑταιρίαν ἄρα μεταβιβάζονται αἱ κτήσεις πᾶσαι τῶν ὑδραγωγείων, ὡς νῦν ἔχουσιν, ἐπὶ τῇ παρελεύσει 6 μηνῶν ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως, μετὰ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Πάρνηθος εἰς τὸ Ἀδριάνειον ὑδραγωγεῖον, παρέχεται δὲ εἰς τὴν ἑταιρίαν τὸ δικαίωμα, ἵνα εἰσπράττῃ ἀπὸ τῆς παρελεύσεως τῆς εἰρημένης διορίας ὅ,τι εἰσπράττει νῦν ὁ δῆμος. Εὐθὺς δὲ, ὡς διοχετεύσῃ εἰς τὸ Ἀδριάνειον ὑδραγωγεῖον τὰ ὕδατα τῆς Πάρνηθος, βεβαιωθῇ δὲ, ὅτι ταῦτα δὲν εἶναι κατώτερα τῶν 7 ὀκάδων καὶ ὅτι ἐν συνόλῳ διανέμεται ἐν τῇ πόλει ἐν ὥρᾳ θέρους ποσὸν οὐχὶ κατώτερον τῶν 14 ὀκάδων, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ἑταιρίαν νὰ εἰσπράττῃ, ἀντὶ 50 δραχμῶν κατὰ δράμιον, 80 δραχμὰς μέχρι τῆς λήξεως τῆς ἑξαετίας. Ἡ διοχέτευσις τῶν ὑδάτων τῆς Πάρνηθος ἠδύνατο νὰ γίνῃ καὶ δαπάνῃ τοῦ δήμου, διατηροῦντος ἐπὶ τὴν ἑξαετίαν τὴν διαχείρισιν τῶν ὑδάτων. Τοιοῦτο σύστημα δύναται νὰ προταθῇ ὡς τροπολογία, διότι τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Πάρνηθος δὲν συνδέονται ἀῤῥήκτως πρὸς τὸ δι’ αὐτοῦ καθιερούμενον σύστημα τῆς διοχετεύσεως καὶ διανομῆς τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας. Ἡμεῖς ἐκρίναμεν προτιμότερον, ὅπως ἀναλάβῃ ἀπὸ τοῦδε ἡ ἑταιρία τὴν διαχείρισιν τῶν ὑδάτων τῆς πόλεως, ἐννοεῖται ὅμως πάντοτε τῇ προηγουμένῃ συγκαταθέσει τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς περὶ τῆς διαθέσεως τῆς περιουσίας αὐτῆς, συνάμα δὲ ὑποχρεωθῇ, ὅπως ἐπαυξήσῃ τὰ ὕδατα ταῦτα, διοχετεύουσα εἰς τὸ ὑδραγωγεῖον τὰ ὕδατα τῆς Πάρνηθος. Ὡς εἶπον, ἐκ τῶν ὑδάτων τῶν πηγῶν τῆς Στυμφαλίας δὲν θέλει ληφθῆ ὁλόκληρον τὸ ποσόν· θὰ μείνῃ ἐπὶ τῶν τριῶν κυβικῶν μέτρων τὸ ἥμισυ ἐν τῷ παρόντι, ἀλλὰ πλὴν τούτων θὰ μείνωσι καὶ ἅπαντα τὰ ὕδατα, τὰ καταῤῥέοντα εἰς τὴν Στυμφαλίαν ἀλλαχόθεν, διότι δὲν εἰσρέουσιν εἰς τὴν λίμνην μόνον τῶν τριῶν πηγῶν τὰ ὕδατα. Ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιφυλάξωμεν ἀπέναντι τῆς ἑταιρίας ὑπὲρ τῆς πολιτείας τὸ δικαίωμα τοῦ κανονισμοῦ τῶν ἀφορώντων εἰς τὰ ὕδατα ταῦτα ἀκέραιον. Οἱαδήποτ’ ἂν ᾖ ἡ χρησιμοποίησις αὐτῶν ἐν τῷ μέλλοντι, ἐνόμισαμεν, ὅτι ἔπρεπεν ἡ ἑταιρία μηδὲν νὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ φέρῃ ἐμπόδιον εἰς ταύτην, μόνον δὲ παρέχεται δικαίωμα εἰς αὐτὴν νὰ λαμβάνῃ τὸ 1½ κυβικὸν μέτρον κατὰ δευτερόλεπτον ἐν τῷ παρόντι καὶ δύο κυβικὰ μέτρα βραδύτερον, ὅταν ἐπιστῇ ἡ ἀνάγκη, διότι πρὸς τὴν διοχέτευσιν δύο κυβικῶν μέτρων, ὡς εἶπον, παρεσκευάσθη τὸ ὑδραγωγεῖον κατὰ τὰ τμήματα τὰ κτιστὰ, ὕδωρ δὲ, ἀντιστοιχοῦν πρὸς τὴν χωρητικότητα τοῦ ὑδραγωγείου κατὰ τὰ κτιστὰ τμήματα, ἐπιφυλάττεται ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας, τὸ δὲ ὑπολειπόμενον ἀφίεται εἰς τὴν πολιτείαν· ἀλλὰ παρέχεται εἰς τὴν ἑταιρίαν τὸ δικαίωμα, ἵνα ἕως οὗ ἡ Κυβέρνησις ἐνασκήσῃ τὸ δικαίωμα αὐτῆς, διαθέτουσα τὸ ὕδωρ τοῦτο, διανέμῃ αὐτὸ αὕτη εἰς τοὺς χωρικοὺς καὶ εἰς τὰ κτήματα τῆς πεδιάδος τῆς Βόχας ἐπὶ διατιμήσει περιλαμβανομένῃ ἐν τῷ σχεδίῳ, τῷ συνημμένῳ εἰς τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον. Ἡ ἑταιρία, ποιουμένη χρῆσιν τῆς ἀδείας ταύτης, ἀναλαμβάνει καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ἐκ προηγουμένου νόμου ἀποῤῥέουσαν, ὅπως ἀποζημιώσῃ τὴν ἔκπτωτον ἑταιρίαν διὰ τὰ ἔργα, δι’ ὧν διοχετεύονται τὰ ὕδατα εἰς τὸν Ἀσωπόν, ὡς καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συμπληρώσῃ τὰ ἔργα ταῦτα, πᾶσαν δὲ δαπάνην, ἣν ἤθελον οὕτω ὑποστῆ, τὸ Δημόσιον ὑποχρεοῦται ν’ ἀποδώσῃ εἰς αὐτὴν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε θεωρήσει ἡ πολιτεία βραδύτερον, ὅτι ἄλλως πρέπει νὰ διαθέσῃ τὰ τῶν ὑδάτων. Οὕτως ἔχουσι τὰ προτεινόμενα, περιλαμβανόμενα ἐν νομοσχεδίῳ, ἐν συγγραφῇ καὶ ἐν σχεδίῳ συμβάσεως, παραπέμποντι εἰς τὴν συγγραφήν· καὶ τὸ μὲν νομοσχέδιον καὶ τὸ σχέδιον συμβάσεως δέον νὰ ψηφισθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, κατὰ δὲ τὸ νομοσχέδιον, ἡ συγγραφὴ θέλει κυρωθῆ διὰ βασιλικοῦ διατάγματος. Μετὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τοῦ σχεδίου συμβάσεως θέλουσι δημοσιευθῆ καὶ πᾶσαι αἱ μελέται τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, εὐθὺς μὲν αἱ χρησιμώτεραι, τινὲς δ’ αὐτῶν, αἱ λεπτομερέστεραι, βραδύτερον, διότι συνημμένα εἰς τὰς μελέτας ὑπάρχουσι καὶ τὰ σχεδιογραφήματα, ἀπαιτοῦντα χρόνον τινὰ πρὸς λιθογράφησιν. Ὅπως δήποτε ἐκ τῶν νῦν ὑποβαλλομένων θέλουσιν εἶσθαι τετυπωμένα αὔριον τὰ μὴ ἀπαιτοῦντα κατὰ τὰ εἰρημένα μακρότερον χρόνον πρὸς δημοσίευσιν καὶ ἀπολύτως ἀναγκαῖα εἰς τὴν μελέτην τοῦ νομοσχεδίου· δυνάμεθα δὲ νὰ κατατάξωμεν τοῦτο ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει διὰ τρόπου, ὑποσχομένου ὅτι θέλει συζητηθῆ καὶ ψηφισθῆ ἐν τῇ παρούσῃ ἐκτάκτῳ Συνόδῳ.
§19ΚΟΥΣΤΑΣ. Ἐξ ὅσων ἤκουσα ἐπείσθην, ὅτι δὲν θὰ γίνῃ τίποτε περὶ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν.....
§20ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι συζήτησις σήμερον.
§21ΚΟΥΣΤΑΣ. Μὲ συγχωρεῖς, κύριε συμπατριῶτα, εἶσθε πολὺ νευρικός.
§22ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι ὅμως καὶ κουτὸς (ἱλαρότης).
§23ΚΟΥΣΤΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τοὐλάχιστον νὰ παραχωρήσῃ εἰς τοὺς Βοχαΐτας τὸ ἤδη κατερχόμενον ὕδωρ τῆς Στυμφαλίας διὰ τοῦ Ἀσωποῦ ποταμοῦ, πρὸς ἄρδευσιν τῶν κτημάτων των, οἵτινες, ὡς εἶπον εἰς τὴν πρώτην ὁμιλίαν μου, προκαταβάλλουν τρεῖς δραχμὰς κατὰ στρέμμα, ἵνα ποτίζωσιν ἅπαξ τοῦ ἔτους.
§24ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ κάμῃ τις ἤδη πρόγραμμα ἐκλογικὸν, ἀλλὰ μόνον νὰ ἐξετάσῃ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται τὰ ὕδατα, τὰ ὁποῖα χύνονται εἰς τὸν Ἀσωπὸν ποταμόν. Τὰ ὕδατα ταῦτα προέρχονται ἐκ τοῦ ποταμοῦ Ντούσια, ἀλλὰ τὰ ὕδατα ταῦτα θὰ λείψουν μετ’ ὀλίγον, διότι θὰ χρησιμεύσουν εἰς ἄρδευσιν τῶν παροχθίων μερῶν τῆς λίμνης Στυμφαλίας· τὰ ὕδατα ταῦτα εἶναι ἀνεξάρτητα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ ἔλθουν εἰς τὰς Ἀθήνας· σήμερον πρόκειται περὶ τῶν ὑδάτων τῶν καθαρῶν.
§25Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριοι, τὸ ἀναπτυχθὲν ὑδραυλικὸν ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἕνεκα τοῦ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, εἶναι σπουδαιότατον, τὸ δὲ ἔργον αὐτοῦ εἶναι γιγάντειον. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω πλειότερα τῶν ὅσων οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες ὑπέβαλον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὑποβάλλω μόνον εἴς τε τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν ὅ,τι κατὰ παράδοσιν γνωρίζω, πρὸς γνῶσιν αὐτῶν. Κατὰ παράδοσιν λέγεται, ὅτι οἱ ποταμοὶ Ἀσωπὸς τῆς Κορινθίας καὶ Ἐρασῖνος τῆς Ἀργολίδος καί τινες ἄλλαι μικραὶ πηγαὶ λαμβάνουσι τὴν τροφὴν αὐτῶν ὑποχθονίως ἐκ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίδος λίμνης καὶ τῆς Φενεοῦ. Ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, ὡς τὸ πιστεύω, τότε, τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίδος λίμνης συλλεγομένων καὶ μεταφερομένων διὰ τῆς ὑδραυλικῆς τέχνης ἀλλαχοῦ, οἱ ποταμοὶ Ἀσωπὸς καὶ Ἐρασῖνος θέλουσι στειρεύσει, ἡ δὲ ζημία τῶν ἀνωτέρω ἐπαρχιῶν ἔσεται μεγίστη καὶ ἀπερίγραπτος. Εἶπον ὅτι πιστεύω τοῦτο, βασιζόμενος οὐχὶ μόνον εἰς τὰς παραδόσεις, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα. Λόγου χάριν τὸ μέγα πεδίον τῆς Ἀργολίδος ἀρδεύεται ἐκ φρεάτων, τὸ ὕδωρ τῶν ὁποίων ὑπόκειται, ὡς εἶναι γνωστὸν, εἰς αὐξομειώσεις, συμφώνως πρὸς τὰς αὐξομειώσεις, ἃς ὑφίστανται τὰ ὕδατα τῆς Στυμφαλίας καὶ Φενεοῦ· ὅταν δὲ τὰ ἐν λόγῳ ὕδατα ἦναι πολλὰ καὶ δὲν ἔχωσι διέξοδον ἄλλην ἢ τὴν διὰ τῶν καταβοθρῶν ὑποχθόνιον διέξοδον, πληροῦνται αἱ ὑπὸ τὸ Ἀργολικὸν πεδίον ὑπάρχουσαι λεκάναι, καὶ διὰ φυσικοῦ σίφωνος εἰς τρία μέρη τοῦ πεδίου ἐξέρχεται τὸ ὕδωρ, δι’ ὅπερ καὶ Τριμέρι καλεῖται ἡ τοιαύτη ἀνάβρυσις τῶν ὑδάτων. Ἕνεκα τῶν ἀνωτέρω ὑποβληθέντων εἰς τὴν Βουλὴν δέον ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξετάσῃ λεπτομερῶς τὸ ζήτημα τῶν ὑδάτων τῶν εἰρημένων λιμνῶν, καὶ νὰ μὴ περιορισθῇ μόνον εἰς τὴν ἁρπαγὴν, οὕτως εἰπεῖν, ἑκατὸν καὶ πλέον ὀκάδων ὕδατος ἐκ τῆς πηγῆς τῶν Γκιονῶν, καὶ μεταφορὰν αὐτοῦ πέραν τῆς Ἀργολίδος, ἀλλὰ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της, ὅτι πρῶτον ἡ Ἀργολιδοκορινθία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ τὸ ἀναγκαῖον αὐτῇ ὕδωρ, τὸ δὲ περιπλέον δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ διαθέσῃ ὅπως αὐτῇ δοκεῖ. Ἐὰν δὲ μονομερῶς θέλῃ νὰ στερήσῃ τὰς ἄνω δύο ἐπαρχίας τοῦ ὕδατος, ὅπερ ἡ φύσις ἐχορήγησεν αὐταῖς ἀπὸ κτίσεως κόσμου, ἂς ἦναι βεβαία, ὅτι οὐδὲν θέλει κατορθώσει, διότι οἱ κάτοικοι ἀμφοτέρων τῶν ἐπαρχιῶν θ’ ἀντιστῶσι καὶ ἐν ἀνάγκῃ θὰ μεταχειρισθῶσι καὶ τὴν βίαν. Τὸ ἔργον τῆς μεταφορᾶς ἐκ Στυμφαλίδος ποσίμου ὕδατος εἰς τὴν Ἀττικὴν δὲν δύναται κεχωρισμένως νὰ ψηφισθῇ καὶ ἐκτελεσθῇ, ἀλλὰ πρέπει ταὐτοχρόνως ἢ καὶ κατὰ πρῶτον ν’ ἀποξηρανθῇ τὸ πεδίον τῆς Στυμφαλίδος ἐκ τῶν μὴ ποσίμων ὑδάτων καὶ διὰ τῆς διοχετεύσεως νὰ διανεμηθῇ εἴς τε τὴν Ἀργολίδα καὶ Κορινθίαν, πρὸς ἄρδευσιν τῶν πεδίων αὐτῶν, καὶ μετὰ τοῦτο νὰ διοχετευθῇ τὸ πόσιμον ὕδωρ καὶ νὰ διανεμηθῇ ἐξ ἀναλογίας εἰς τὴν Κορινθίαν, Ἀργολίδα καὶ Ἀττικὴν. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι μεμονωμένον τὸ ζήτημα τῆς μεταφορᾶς κεχωρισμένως τοῦ ποσίμου ὕδατος ἄνευ τῆς ἀποξηράνσεως τῶν τελματωδῶν ὑδάτων δυσκόλως θὰ κατορθωθῇ.
§26ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀρχόμενος τοῦ λόγου του, ἐξέφρασε πιθανότητα, ὅτι θὰ δυνηθῇ νὰ ὑποβάλῃ σύμβασιν. Ἐκ τῶν ἀναπτύξεων δὲ, ἃς ἔκαμε, φαίνεται ὅτι δὲν πρόκειται περὶ συμβάσεως. Οὐχ ἧττον ὅμως αἱ λεπτομέρειαι, τὰς ὁποίας ἔδωκε, δίδουσι τὴν ὑπόνοιαν ἴσως, ὅτι ἐγένετο συζήτησις μετὰ προσώπων, δυναμένων νὰ ἀναδεχθῶσι τὴν ἐπιχείρησιν. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἐὰν πράγματι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἦλθεν εἰς ἀνταλλαγὴν ἰδεῶν μετὰ κεφαλαιούχων.
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς γινώσκει τὰ περὶ τούτου, διατελῶν ἐνήμερος τῶν κατὰ τὴν ἀποστολὴν ὑπό τινος ἑταιρίας, πρὸς ἐπιτόπιον μελέτην τῆς ἐπιχειρήσεως, ἑνὸς τῶν δοκιμωτέρων ὑδραυλικῶν, πληρωθέντος χιλίας λίρας στερλίνας· ὑπέβαλεν οὗτος εἰς τοὺς ἐντολεῖς του τὸ ἀποτέλεσμα τῶν μελετῶν του, οὗτινος ἴσως ἔλαβε καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς γνῶσιν, ὅπερ ὅμως δὲν εἶναι ἀνακοινωτέον εἰς τὴν Βουλὴν· διότι ἡ ἑταιρία ἀνεκοίνωσε μὲν εἰς ἡμᾶς τὰς μελέτας τοῦ μηχανικοῦ, οὐδὲν ὅμως εἶπε περὶ ἀδείας δημοσιεύσεως αὐτῶν, ἡ δ’ ἐπιφύλαξις εἶναι εὔλογος, ἂν προτίθηται νὰ διαγωνισθῇ, ὡς προτίθενται νὰ διαγωνισθῶσι καὶ ἄλλαι ὁμάδες, ἐνεργήσασαι μελέτας καὶ ἐπισκοπήσεις, ἢ προτιθέμεναι νὰ ἐλέγξωσιν ἐπιτοπίως τὰς μελέτας τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς. Καὶ περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἔγκρισιν σχέδιον συμβάσεως, ἐφ’ ἧς προεκλήθη ὁ διαγωνισμός· καὶ ἐπὶ τοῦ νῦν ὑποβαλλομένου σχεδίου συμβάσεως θέλει προκληθῆ διαγωνισμὸς ἐξ ἀφετηρίας τοῦ ὑπολογισθέντος κεφαλαίου, πρὸς ὃ κανονίζεται ἡ ἐγγύησις.
§28ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἠρώτησα τοῦτο, διότι διαβλέπω κίνδυνόν τινα, οἷον καὶ ἐπὶ τῆς ἐπιχειρήσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν. Καὶ ἐν τῇ περὶ ταύτης συμβάσει ὑπῆρχον λεπτομέρειαι, αἵτινες ἦσαν ἀποδεκταὶ παρὰ κλάσεώς τινος κεφαλαιούχων καὶ αἵτινες δὲν ἦσαν ἀποδεκταὶ παρ’ ἄλλων. Αἱ λεπτομέρειαι αὗται, τροποποιούμεναι, ἠδύναντο ἴσως νὰ ἀποβῶσιν ὠφελιμώτεραι εἰς τὸν τόπον. Ἐὰν ἑπομένως πρόκηται νὰ συζητήσωμεν τὴν ὑποβληθεῖσαν σύμβασιν κατὰ τρόπον ἀπόλυτον, ἔχει ἄλλως τὸ πρᾶγμα, ἀλλ’ ἐὰν πρόκηται νὰ τὴν μελετήσωμεν ὡς συνταχθεῖσαν ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν ἰδεῶν ἀνταλλαχθεισῶν μεθ’ ὡρισμένων κεφαλαιούχων, τότε πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πολλαὶ ἐκ τῶν λεπτομερειῶν τούτων δύνανται νὰ παρεμποδίσωσιν ὁμάδας ἄλλας νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὸν συναγωνισμὸν, ὅστις ἤθελε καταστήσει δυνατὴν τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐπιχειρήσεως ὑπὸ ὅρους συμφερωτέρους διὰ τὸν τόπον.
§29Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἀναντιῤῥήτως, Κύριοι, οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ μὴ ἐπιθυμῶν νὰ πραγματοποιηθῶσι τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λεχθέντα. Πολλάκις ἐλέχθη, ὅτι ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν ἔχει ἀνάγκην ποταμοῦ ὕδατος καὶ ὀκάδων τινῶν. Ἐκ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν βλέπω ἢ μόνον μελέτας· εἴθε νὰ πραγματοποιηθῶσι. Μεταξὺ ὅμως τῶν ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντων καὶ περιληφθέντων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ βλέπω ἓν καὶ μόνον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ ταχέως, καὶ τοῦτο εἶναι ἡ διοχέτευσις τῶν ὐδάτων τοῦ Πάρνηθος. Δὲν γνωρίζω, ἂν ταῦτα ἀνέρχωνται εἰς 12 ἢ εἰς 6 ἢ 7 ὀκάδας. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι δύναται δι’ ἐργασίας καταλλήλου καὶ ταχείας νὰ διοχετευθῇ τὸ ὕδωρ αὐτὸ εἰς τὸ Ἀδριάνειον ὑδραγωγεῖον, πρὸς χρῆσιν τῆς πόλεως. Τὸ ποσὸν δὲ τῆς δαπάνης δὲν θὰ ὑπερβῇ τὰς διακοσίας χιλιάδας δραχμῶν.
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. 1,400,000 ὑπελόγισεν ἡ Γαλλικὴ ἀποστολή.
§31Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἀπέναντι τῆς γνώμης τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς ἐκ τοῦ προχείρου δὲν δύναμαι νὰ εἴπω τι ἐναντίον, ἀλλὰ καὶ ἐὰν πρόκηται περὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, δὲν παραιτοῦμαι τῆς γνώμης, ὅτι τὸ ἔργον τοῦτο πρέπει νὰ γίνῃ κεχωρισμένως ἀπὸ τὴν σύμβασιν, εἴτε διὰ δαπάνης δημοτικῆς, συντρέχοντος καὶ τοῦ Δημοσίου, εἴτε διὰ παραχωρήσεως εἰς ἑταιρίαν ἄλλην. Δὲν πιστεύω ν’ ἀπαιτῆται δαπάνη ἑκατομμυρίου. Πάντες οἱ γνωρίζοντες τὸ ἔργον θεωροῦσιν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο, θέλει ὅμως ὠφεληθῆ πᾶσα ἑταιρία, διότι θέλει ἀναβιβασθῆ ἡ τιμὴ τοῦ ὕδατος. Ἡ ἑταιρία θέλει ὠφεληθῆ 30 δραχμὰς κατὰ δράμιον, ἤτοι 12,000 δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν· θὰ ἔχῃ δὲ 600,000 δραχμὰς κέρδος τὸ ἔτος· ἀλλὰ καὶ ἂν ἡ δαπάνη ἦναι ἓν ἑκατομμύριον, δὲν βλέπω διατὶ νὰ μὴ ἐπιχειρήσῃ τὸ ἔργον ὁ δῆμος.
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ πόσα ἔτη;
§33Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐπ’ ἄπειρον.
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν ἔλθωσι τὰ ὕδατα τῆς Στυμφαλίας, θὰ παύσῃ.
§35Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Εὔχομαι νὰ πραγματοποιηθῶσι τὰ παρ’ ὑμῶν λεχθέντα, ἀλλὰ δὲν πιστεύω, ὅτι θὰ πραγματοποιηθῶσι ταχέως· ἀλλὰ καὶ ἂν πραγματοποιηθῶσιν, ἡ ἑταιρία αὕτη θὰ ἔχῃ δύο ἑκατομμύρια κέρδος.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀπαιτεῖται χρονικὸν διάστημα ἑνὸς ἔτους μόνον διὰ τὴν κατασκευήν.
§37Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Τοῦτο μόνον δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ ἐξ ὅλης τῆς μελέτης, ἡ διοχέτευσις τῶν ὑδάτων τοῦ Πάρνηθος. Δὲν εὑρίσκω δὲ ὀρθὴν τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ παραχωρήσωμεν ἔργον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐνεργήσῃ ὁ δῆμος. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν πάντα τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν ἔχωσιν ἴσως καὶ σκοπὸν ἐκλογικόν. Εὔχομαι νὰ μὴ ἔχωσι τοιοῦτον· ἀλλ’ ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγῃ, ὅτι ἐντὸς πέντε ἐτῶν θὰ ἦναι πραγματοποιημένον τὸ σχέδιον, καὶ ὅτι δὲν συμφέρει εἰς τὸν δῆμον νὰ δαπανήσῃ ἓν ἑκατομμύριον, ἵνα διοχετεύσῃ 7 ὀκάδες ὕδατος, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἔχῃ 300 ὀκάδες κατ’ ἔτος, τότε δὲν δύναμαι ἢ νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι τὰ παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα δὲν ἔχουσιν ἄλλον σκοπὸν ἢ μόνον ἐκλογικὸν κέρδος.
§38ΚΟΥΣΤΑΣ. Τὰ ὕδατα τῆς Στυμφαλίας, ὡς ἠκούσατε, εἶναι ἄφθονα, ὥστε εἶναι ἀρκετὰ καὶ διὰ τὰς Ἀθήνας καὶ διὰ τὸν Πειραιᾶ καὶ δι’ ὅλην τὴν γραμμὴν, τὴν ὁποίαν θὰ διέλθουν· ὥστε δὲν εἶναι φόβος νὰ μειωθῶσιν, ὡς φοβεῖται ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου ἐξ Ἄργους.
§39ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἤκουσα εὐχαρίστως τὰς ἐξηγήσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ μάλιστα κατὰ τὴν παροῦσαν ὥραν, ὅτε ἡ δίψα κατατρύχει πάντας ἡμᾶς, ἀλλ’ ἓν, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Κορινθίας, δὲν ἤκουσα. Τὰ ὕδατα τῆς Στυμφαλίας, ὡς ἐκ τῆς κατασκευῆς τοῦ ἐδάφους, πλημμυροῦσι καὶ καθιστῶσι τὸ πεδίον τῆς Στυμφαλίδος λίμνην. Ἐξαντλουμένων λοιπὸν αὐτῶν, θὰ μείνωσιν αἱ Στυμφαλίαι χέρσοι γαῖαι. Λοιπὸν καὶ περὶ τούτου δέον νὰ ληφθῇ πρόνοια. Ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι περὶ τὰς 800 ὀκάδες δύνανται νὰ μετοχετευθῶσιν ἐκ τῆς Στυμφαλίας, ἔχομεν δὲ ἀνάγκην νὰ μεταφέρωμεν 400, τὸ ἐναπομένον ὕδωρ πρέπει νὰ ἀφεθῇ διὰ τὰς πεδιάδας Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, διότι, ἐὰν μείνωσι τὰ ὕδατα εἰς τὴν πεδιάδα τῆς Στυμφαλίας, θὰ καταστήσωσι τὸν τόπον ἐκεῖνον δυστυχῆ. Περὶ τούτου δὲν ἤκουσα τίποτε. Ἑπομένως ἔχω καθῆκον νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ τοιοῦτον, διότι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἑταιρία τις λάβῃ τὴν παραχώρησιν, πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, ἵνα ἡ πεδιὰς τῆς Στυμφαλίας ἀποξηρανθῇ καὶ παραδοθῇ εἰς τοὺς κατοίκους. Ὅταν ἄλλη Κυβέρνησις παρεχώρησε τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Στυμφαλίας εἰς τὴν ἔκπτωτον ἑταιρίαν, ἔθεσε τὸν ὅρον τοῦ νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὰ ὕδατα αὐτῆς διὰ τοὺς κατοίκους τῆς Βόχας καὶ τοῦ Ἀργολικοῦ πεδίου, τὰ μέρη δὲ ταῦτα, ἐὰν τύχωσι καταλλήλου ἀρδεύσεως, θὰ κατασταθῶσι νέα Αἴγυπτος. Ἐγὼ ὑπελόγισα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός· εἶπεν ὅτι θὰ λάβῃ ἐκ τῆς Στυμφαλίας τὸ πολὺ 472 ὀκάδας ὕδατος, ὅσαι εἶναι ἀναγκαῖαι οὐ μόνον διὰ τὴν πόσιν τῶν κατοίκων τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, δι’ ἣν χρειάζονται 118 ὀκάδες, ὑπολογιζομένων τῶν κατοίκων εἰς 250,000 ψυχὰς, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν κατάρδευσιν τοῦ πεδίου τοῦ Κορινθιακοῦ, τοῦ Μεγαρικοῦ, τοῦ Θριασίου καὶ τοῦ λεκανοπεδίου τῆς Ἀττικῆς διὰ τοῦ ὑπολειπομένου ποσοῦ ἐκ τῶν 472 ὀκάδων ὕδατος, τὰς ὁποίας θὰ μετοχετεύσῃ ἐκ τῆς Στυμφαλίας λίμνης. Ἀλλὰ ἀπὸ τῶν 472 τούτων ὀκάδων μέχρι τῶν χιλίων τὰς ὁποίας ὑπολογίζει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Κούστας, ἢ μέχρι τῶν 718, τὰς ὁποίας ὑπολογίζουν ἐμπειροτέχναι Γερμανοὶ ὅτι ὑπάρχουσιν εἰς τὴν Στυμφαλίαν, ἀπομένει ποσὸν ὕδατος 400 ὀκάδων, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἱκαναὶ νὰ πλημμυρίσουν ὁλόκληρον τὴν πεδιάδα τῆς Στυμφαλίας. Ἑπομένως ἔχω καθῆκον, καὶ ὡς πολίτης Ἕλλην, καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ τόπου ἐκείνου, νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὴν σύστασιν ταύτην, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ ἀναγραφῇ ὅρος συμβάσεως πρὸς τὴν ἑταιρίαν καὶ ἡ ἀποξήρανσις τῆς λίμνης Στυμφαλίας, διότι ποτὲ πλέον ἄλλως δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν ν’ ἀποξηρανθῇ ἡ λίμνη ἐκείνη.
§40ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐζητήθη χθὲς ἡ ὑποβολὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς δαπάνης διὰ τὴν ὑποδομήν τῶν γραμμῶν Ὀλυμπίας–Καρυταίνης καὶ Ξηροκάμπης–Γυθείου. Τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον καταθέτω ἐνταῦθα, συντεταγμένον ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου ἀρχιμηχανικοῦ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 127).
§42ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ δώσῃ μίαν διασάφησιν ἐπὶ τῆς συστάσεως, τὴν ὁποίαν τῷ ἔκαμα.
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ζήτημα τῆς ἀποξηράνσεως ἢ τῆς μετατροπῆς τῆς λίμνης εἰς δεξαμενὴν δὲν δύναται νὰ λυθῇ ἐκ τοῦ προχείρου· τούτου δ’ ἕνεκα ἐν τῇ συμβάσει ἐπεφυλαξάμεθα ἀκέραια τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου ἐφ’ ὅλων τῶν ὑδάτων τῶν ἐπὶ πλέον τῶν δύο χιλιάδων κυβικῶν μέτρων κατὰ δευτερόλεπτον, τῶν προωρισμένων εἰς διοχέτευσιν εἰς τὰς πόλεις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Τὰ πλεονάζοντα ταῦτα ὕδατα, τά τε τῶν πηγῶν καὶ τὰ περισυλλεγόμενα ὁπωσδήποτε ἐν τῇ Στυμφαλίδι λίμνῃ, ἐπεφυλάχθη τῇ πολιτείᾳ τὸ δικαίωμα, ἵνα διαθέσῃ καθ’ ὅντινα τρόπον αὕτη ἤθελε θεωρήσει προσφορώτερον· ἕως οὗ δ’ ἀποφασισθῇ τι ὁριστικὸν, ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τὰ ὕδατα ταῦτα, ἐφ’ ὅσον διωχετεύθησαν ἤδη εἰς τὸν Ἀσωπὸν, δὲν ἔπρεπε νὰ μένωσιν ἀχρησιμοποίητα, ἀρίστην δὲ χρησιμοποίησιν ἔκρινε τὴν διὰ τῆς ἑταιρίας, ἥτις θέλει διοχετεύσει τὰ ὕδατα τῆς λίμνης εἰς Ἀθήνας, ἀφοῦ αὕτη, ὡς διαθέτουσα μεγάλα κεφάλαια, θὰ δύναται νὰ ἐξαγοράσῃ τὰ ἔργα κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ νόμου παρὰ τῆς ἐκπτώτου ἑταιρίας, ὑπὸ τὴν αἵρεσιν ὅμως πάντοτε, ὅπως, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ἐνασκήσει ἡ πολιτεία τὰ δικαιώματα αὐτῆς πρὸς διάθεσιν τῶν ὑδάτων τῶν μὴ διοχετευθησομένων εἰς Ἀθήνας καὶ Πειραιᾶ, ἀποδοθῶσιν εἰς τὴν ἑταιρίαν τὰ παρ’ αὐτῆς δαπανηθησόμενα πρὸς ἀποζημίωσιν τῆς ἐκπτώτου ἑταιρίας καὶ ἡ ἀξία τῶν διωρύγων καὶ τῶν ἀρδευτικῶν αὐλάκων, τῶν παρ’ αὐτῆς συντελεσθεισῶν πρὸς παροχὴν τοῦ ὕδατος εἰς τὴν πεδιάδα τῆς Βόχας.
§44ΛΕΒΙΔΗΣ. Καίτοι χθὲς τὸ ἑσπέρας διὰ μακρῶν ἠγόρευσα περὶ τοῦ ὑδραυλικοῦ ζητήματος τῆς πόλεως Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, καίτοι δὲν εἶναι πρέπον βεβαίως νὰ γένηται συζήτησις σήμερον ἐπὶ τῶν ὑποβληθέντων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἔργων, τῶν σχετικῶν πρὸς τὸ ὑδραυλικὸν ζήτημα, νομίζω ὅμως, ὅτι ὑπάρχουσι σημεῖά τινα, ἅτινα δὲν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν ἄνευ παρατηρήσεών τινων. Ἔπρεπε τῷ ὄντι νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ θέρος, ἔπρεπεν ἴσως εὐθὺς μετ’ ὀλίγον νὰ πρόκηται νὰ σημάνῃ ὁ κώδων τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, ἔπρεπε ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπανειλημμένως διὰ τῶν ῥητόρων αὐτῆς νὰ καταστήσῃ ὑπεύθυνον τὴν Κυβέρνησιν, τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν Δήμαρχον Ἀθηναίων διὰ τὴν ἀκηδίαν, ἣν ἐπεδείξαντο ὡς πρὸς τὸ ὑδραυλικὸν ζήτημα τῆς πόλεως Ἀθηνῶν καὶ τῆς γείτονος πόλεως τοῦ Πειραιῶς, ἴσως ἔπρεπε νὰ ἀκούσωμεν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ὅσα χθὲς τὸ ἑσπέρας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω περὶ τοῦ ὑδραυλικοῦ ζητήματος τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, ἵνα ἴδωμεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν ἀνερχόμενον τὸ βῆμα καὶ καταθέτοντα τὴν ἐργασίαν τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς ἐπὶ τοῦ ὑδραυλικοῦ ζητήματος τοῦ δήμου Ἀθηναίων καὶ τοῦ δήμου Πειραιῶς. Πρὶν ἴδωμεν τὴν ἐργασίαν ταύτην, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν οὔτε ἐπὶ τοῦ συνόλου, οὔτε ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν αὐτῆς. Εἶναι ὅμως ἀνάγκη νὰ καταδειχθῇ, ὅτι ἐπανειλημμένως ἡ Ἀντιπολίτευσις, οὐχὶ κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην μόνον, ἀλλὰ καὶ κατὰ προτέρας, κατέστησε προσεκτικὴν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν αὐτῆς, κατὰ τοὺς νόμους, τελοῦντα δῆμον τῶν Ἀθηναίων διὰ τὸ ὑδραυλικὸν ζήτημα. Ἔπρεπε δὲ νὰ διευθύνῃ σχεδὸν κατ’ ἐξακολούθησιν ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη τὰ πράγματα τοῦ Κράτους ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἵνα θεωρήσῃ ὡς κατάλληλον στιγμὴν πρὸς ὑποβολὴν ἐργασιῶν τοιούτων πρῶτον μὲν τὴν ἐποχὴν τοῦ θέρους, ἔπειτα δὲ τὴν ἐποχὴν τῶν προαγγελλομένων βουλευτικῶν ἐκλογῶν. Ἐν ἑνὶ λόγῳ πᾶσαν ἐργασίαν ἐννοοῦσι νὰ συνδυάζωσι πρὸς ἐκλογικοὺς σκοπούς. Ἡ δὲ ἐργασία αὕτη τῆς μεταφορᾶς τῆς Στυμφαλίας λίμνης, οὑτωσὶ ἐρχομένη ἐντὸς τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι ἄλλο, εἰμὴ ἐκλογικὸν πυροτέχνημα, ὅπερ βεβαίως θέλει σβεσθῆ, ὅπως πάντα τὰ πυροτεχνήματα τῶν Κυβερνήσεων, ὅταν αὗται εἰς ταῦτα καταφεύγωσιν. Εἶναι δὲ τοσοῦτον ἀληθὲς, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ τὸ πρᾶγμα ὡς ἐκλογικὸν πύραυλον, ὥστε δὲν ἐτόλμησε νὰ ἔλθῃ καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἁπλῶς τὴν ἐργασίαν τῆς διοχετεύσεως εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν καὶ τὴν πόλιν τοῦ Πειραιῶς τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, ἀλλ’ αἰσθανομένη ὅτι κλονίζεται τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ ἵσταται, καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, συνεδύασε τὴν ἐργασίαν ταύτην πρὸς ἄλλην ἐπείγουσαν καὶ προχειροτέραν, τὴν διοχέτευσιν τουτέστι τῶν ὑδάτων τῆς Γκούρας ἐκ τοῦ Πάρνηθος εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν. Βεβαίως λοιπὸν δίκαιον εἶχον, ὅτε χθὲς τὸ ἑσπέρας ἔλεγον: τί καταφεύγετε εἰς πομπώδεις ὑποσχέσεις, εἰς πομπώδεις μελλούσας ἐργασίας περὶ μεταφορᾶς 450 ἢ 500 ὀκάδων ὕδατος εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς,—ὡς προηγουμένως ὑπελόγιζε τὰ ὕδατα ταῦτα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς,—ὅταν ἡμεῖς κινδυνεύωμεν ν’ ἀποθάνωμεν τῆς δίψης, οὐχὶ μεσοῦντος τοῦ θέρους, ἀλλὰ τοῦ ἔαρος ἀρχομένου; Εἶχον ἄρα δίκαιον, ὅταν ἐποιούμην τὴν παρατήρησιν ταύτην, καὶ δι’ αὐτὸ ἠκούσατε σήμερον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀναγγέλλοντος μόνον τὰ σχέδια τὰ μεγάλα περὶ τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, καὶ ἐπιζητοῦντος ἴσως καὶ χειροκροτήματα ἐπ’ αὐτοῖς, ἀναγκαζομένου ὅμως νὰ καθησυχάσῃ τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν διὰ τῆς ὑποσχέσεως, ὅτι θέλει ἐνεργηθῆ καὶ ἐργασία τις χάριν τῶν ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν τῆς πόλεως, ἤτοι ἡ διοχέτευσις τῶν ὑδάτων τῆς Γκούρας εἰς τὸ Ἀδριάνειον ὑδραγωγεῖον. Ἀλλὰ τώρα ἐνεθυμήθησαν, ὅτι ὑπάρχει Πάρνης καὶ ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχει Γκούρα; Τώρα ἐνεθυμήθησαν, ὅτι ὑπάρχει Πάρνης, καὶ ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι πηγαί, ἡ πηγὴ τῆς Φυλῆς, ἡ τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Παλαιοχωρίου, τοῦ Ρουμανίου, τῶν Κρονίων, τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου; Ἔπρεπε βεβαίως νὰ κινδυνεύωσιν, ἀκούοντες τὸν κώδωνα τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, ἔπρεπε νὰ βλέπωσιν ὡς καλλικαντζάρους τὰς σκιὰς τῶν ἐκλογέων, ἵνα ἀνοίξωσι τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν καὶ φανῶσιν, ὅτι δῆθεν λαμβάνουσι πρόνοιάν τινα, ὅπως μὴ ἀποθάνωσιν ἐκ τῆς δίψης οἱ συμπολῖται αὐτῶν, ἢ ἐκ νόσων προερχομένων ἐκ τῆς παντελοῦς ἐλλείψεως ὕδατος. Ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἐντὸς ἓξ ἐτῶν καὶ διὰ δαπάνης 50 ἢ 60 ἑκατομμυρίων δραχμῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ ποταμὸς ὁλόκληρος εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν· τοῦτο μάλιστα χθὲς τὴν ἑσπέραν ἀγορεύων ῥητῶς παρεδέχθην, εἰπὼν ὅτι εὐχῆς ἔργον εἶναι νὰ κατορθωθῇ τὸ πρᾶγμα, καὶ οὐδεὶς ἀποκρούει αὐτὸ, καίτοι δὲν δεχόμεθα πολλὰς τῶν λεπτομερειῶν τοῦ εἰσαγομένου νομοσχεδίου παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ καὶ πάλιν, κατὰ τὴν μακρὰν ταύτην σειρὰν τῶν ἐτῶν, καθ’ ἃ διοικεῖτε, καὶ κατὰ τὰ παρελθόντα ταῦτα ὀκτὼ θέρη, ὑπαρχούσης τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, καὶ κατὰ τὴν μακρὰν διεύθυνσιν τοῦ δήμου Ἀθηναίων ὑπὸ τοῦ νῦν Δημάρχου, ὁποῖα μέτρα ἐλάβετε περὶ τῶν παρουσῶν ἀναγκῶν τῆς πόλεως τόσῳ τῶν Ἀθηνῶν, ὅσῳ καὶ τοῦ Πειραιῶς, ὡς πρὸς τὸ ὕδωρ; Περὶ τούτου ἠκούσατε χθὲς ὅσα διὰ μακρῶν ἀνέπτυξα, ἠκούσατε ὅτι ὅλη ἡ ὑδραυλικὴ μεγαλοφυΐα τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ περιωρίσθη εἰς τὸ νὰ δώσῃ εἰς ἡμᾶς μίαν ὀκᾶν ὕδατος κατὰ τὸ θέρος ἐκ τοῦ ὑδραγωγείου Τσακμάκου, ἀλλ’ ὕδατος οὐχὶ χρησίμου πρὸς πόσιν, ἀλλὰ μόνον πρὸς ἄρδευσιν τοῦ ἀνακτορικοῦ κήπου, καὶ πρὸς δῆθεν καθαρισμὸν τῶν ὑπονόμων, διότι, ἐπαναλέγω, διὰ μιᾶς ἢ δύο ἢ καὶ πέντε ὀκάδων ὕδατος εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐνεργηθῇ καθαρισμὸς ὑπονόμων, τοσοῦτον μεγάλων. Ἐδαπανήθησαν δὲ διὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην, τὴν μεγαλοφυᾶ, τὴν ὑδραυλικὴν, 20,000 δραχμῶν, ἐζητήθη δὲ καὶ πρόσθετος πίστωσις 22,000 δραχμῶν, ἐν ὅλῳ δραχμαὶ 42,000, χωρὶς νὰ προστεθῇ οὐδὲ σταγὼν ὕδατος πρὸς πόσιν! Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, κύριε Πρόεδρε, ἐπεθύμουν νὰ μάθω καὶ τὸ ἑξῆς: Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἠρωτήθη παρ’ ἐμοῦ πρό τινων ἡμερῶν, διὰ τίνας ἆρά γε λόγους προέβη εἰς τὴν ἀπόλυσιν τριῶν δημοτικῶν συμβούλων τοῦ δήμου Λαυρίου; ἐζήτησα δὲ νὰ φέρῃ καὶ τὰς πράξεις τοῦ Νομάρχου, ὧν δυνάμει ὑπεβλήθη πρόστιμον εἰς τοὺς δημοτικοὺς τούτους συμβούλους, καὶ ἀπεβλήθησαν κατόπιν ἐκ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἴσως πολυάσχολος βεβαίως ὤν, δὲν κατώρθωσε νὰ φέρῃ τὴν ἀπάντησιν μέχρι τοῦδε. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω τὸν λόγον, δι’ ὃν οἱ ῥηθέντες σύμβουλοι ἀπεβλήθησαν.
§45ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θέλω φέρει τὰς πληροφορίας αὔριον. Χθὲς εἶδον τὸν Νομάρχην, ὁ ὁποῖος συνεκέντρου τὰ ἔγγραφα, διότι δὲν ὑπῆρχον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὁ ἴδιος δὲ κ. Παπαηλιόπουλος μοὶ εἶπεν, ὅτι θὰ ἔλθωσι τὰ ἔγγραφα ἐντὸς τῆς αὔριον.
§46ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Διατὶ ἆρά γε νομίζετε ἀπεβλήθησαν τοῦ Δημ. Συμβουλίου οἱ τρεῖς οὗτοι δημ. σύμβουλοι; Πράγματι μὲν διότι εἶναι ἀντιπολιτευόμενοι, τύπῳ δὲ διατί; Διότι δῆθεν ἀπουσίασαν δὶς ἐκ τοῦ Δημ. Συμβουλίου, ἐνῷ προέκειτο περὶ τοῦ καθαρισμοῦ κρήνης τινὸς ἐν τῷ χωρίῳ Κερατέας καὶ περὶ τῆς παροχῆς ὀλίγων τινῶν δραμίων ὕδατος περισσοτέρου εἰς τὴν κρήνην ταύτην. Ἔχομεν λοιπὸν τὸν κ. Νομάρχην Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ἀποβάλλοντα ἐκ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Λαυρίου τρεῖς ἐγκριτωτάτους καὶ ἐντιμοτάτους καὶ ἐμπειροτάτους δημοτικοὺς συμβούλους, διατί; Διότι δὲν εἰργάσθησαν δῆθεν ἐπισταμένως, ἵνα αὐξήσωσι κατὰ δράμιά τινα τὸ ὕδωρ τῆς κρήνης τῆς κωμοπόλεως Κερατέας. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ δι’ αὐτοῦ τὸν κ. Νομάρχην Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ὁποία μέτρα ἆρά γε ἔλαβον περὶ ἐκείνων τῶν δημ. συμβούλων τοῦ δήμου Ἀθηναίων, οὓς κατήγγειλε δι’ ἐνυπογράφου ἐγγράφου αὐτοῦ ὁ Δήμαρχος Ἀθηναίων, ὡς συντελέσαντας δῆθεν εἰς τὴν μὴ διοχέτευσιν τῶν ὑδάτων τοῦ Πάρνηθος εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν; Ἐνδιαφερόμεθα ἆρά γε περισσότερον περὶ τῶν τριῶν δραμίων ὕδατος τῆς κρήνης Κερατέας, ἢ περὶ τῶν πεντεκαίδεκα ὀκάδων ὕδατος τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, αἵτινες ὀκάδες δὲν ἦλθον εἰς τὴν πόλιν, κατ’ αὐτὸ τοῦτο τὸ ἔγγραφον τοῦ Δημάρχου Ἀθηναίων, οὗτινος τὴν σχετικὴν παράγραφον θέλω ἀναγνώσει, διότι οἱ δημοτικοὶ οὗτοι σύμβουλοι δὲν ἠθέλησαν νὰ ἐργασθῶσιν ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος; (ἀναγινώσκει): «Ἡ περὶ τῆς διοχετεύσεως τοῦ ὕδατος τούτου (τοῦ Πάρνηθος) ἐργασία, συμποσωθησομένου διὰ τῆς καλλιεργείας εἰς ὀκάδας δέκα πέντε, ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ Δημάρχου τῷ Δημοτικῷ Συμβουλίῳ ἀπὸ τῆς 3 Νοεμβρίου 1889, ἤτοι πρὸ μηνῶν ἕξ, ἀλλὰ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον δὲν συνεζήτησε περὶ αὐτῆς. Ἐὰν ἀπὸ τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου ἤρχιζον τὰ ἔργα, θὰ ἦτο ἤδη ἡ διοχέτευσις προκεχωρημένη ὑπὲρ τὸ ἥμισυ». Τὸ ἔγγραφον τοῦτο φέρει χρονολογίαν τῆς 30 Ἀπριλίου ἐ. ἔ. Ἐὰν ἄρα τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ὡς λέγει ὁ Δήμαρχος, —διότι ἐγὼ περὶ τούτου ἀμφιβάλλω, καὶ δὲν ἀναδέχομαι οὐδεμίαν εὐθύνην τῶν παρὰ τοῦ Δημάρχου ἀνακοινουμένων,— ἐὰν ὅμως, ὡς λέγει ὁ Δήμαρχος, τὸ Δημ. Συμβούλιον εἰργάζετο ἤδη πρὸ 6 μηνῶν, ἠθέλομεν ἐντὸς ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἢ ἐντὸς δύο τὸ πολὺ μηνῶν ἔχει, κατὰ τὴν ἐπίσημον ἔκθεσιν τοῦ Δημάρχου, 15 ὀκάδας ὕδατος ἐκ τῶν πηγῶν τοῦ Πάρνηθος. Ἐλήφθησαν αἱ ἀναγκαῖαι ἀποφάσεις καὶ τὰ ἀναγκαῖα μέτρα εἴτε παρὰ τοῦ κ. Νομάρχου, εἴτε παρὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ διὰ τὴν νωθρείαν καὶ ἀμέλειαν τῶν δημοτικῶν ἐκείνων συμβούλων, οὓς καταγγέλλει ὁ Δήμαρχος Ἀθηναίων, ἐκ τῶν ἀπουσιῶν δὲ τῶν ὁποίων καὶ τῆς ἀντιδράσεως δὲν κατωρθώθη νὰ διοχετευθῶσιν αἱ 15 ὀκάδες ὕδατος ἐκ τῶν πηγῶν τοῦ Πάρνηθος; Ἢ μήπως οἱ παρακωλύσαντες τὴν ἐργασίαν ταύτην δημοτικοὶ σύμβουλοι τυγχάνωσι φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἐτύγχανον ἐχθροὶ αὐτῆς οἱ τρεῖς ἐκεῖνοι χωρικοί, ὧν τὴν ἔξωσιν ἐνήργησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τοῦ Νομάρχου, διότι δὲν συνήνουν δῆθεν νὰ ἐργασθῶσιν, ὅπως εἰσρεύσωσιν εἰς τὴν κρήνην τῆς Κερατέας τρία δράμια ὕδατος; Ἐὰν δὲ, Κύριοι, ὡς ἡ μελέτη αὕτη τοῦ Δημάρχου Ἀθηναίων βεβαιοῖ, δὲν ἐξαρκῶσιν ἕξ μῆνες ἵνα συντελεσθῇ κατὰ τὸ ἥμισυ ἡ ἐργασία τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τοῦ Πάρνηθος εἰς τὰς Ἀθήνας, δὲν θέλουσι χρειασθῆ τοὐλάχιστον ἕξ μῆνες ἔτι, ἵνα ἀποτελεσθῇ ἡ ἐργασία αὕτη, τουτέστι δὲν θέλει ἀπαιτηθῆ χρονικὸν διάστημα ἔτους, ἵνα εἰσρεύσωσι τὰ ὕδατα τοῦ Πάρνηθος εἰς τὸ ὑδραγωγεῖον τῶν Ἀθηνῶν, τὸ λεγόμενον Ἀδριάνειον; Πῶς λοιπὸν ἔχουσι τὴν ἁπλότητα νὰ ὑπόσχωνται εἰς τοὺς συμπολίτας αὐτῶν οἱ κύριοι Ὑπουργοί, ὅτι, εὐθὺς ὡς ἡ ἑταιρία, ἡ ἀνύπαρκτος εἰσέτι, ἀναδεχθῇ τὴν ἐργασίαν ταύτην, κατὰ τὸ ἐπικείμενον ἀμέσως θέρος θέλομεν ἔχει 10 ἢ 15 ὀκάδας ὕδατος εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν; Ταῦτα, Κύριοι, εἰσὶν ἁπλαῖ δημοκοπίαι, εὐτυχῶς προχείρως δυνάμεναι νὰ ἐξελεγχθῶσιν, εἰσὶ δημοκοπίαι ἐκλογικαὶ, ἵνα μὴ συναθροισθῶσιν αἱ γυναῖκες καὶ αἱ κόραι μὲ τὰ σταμνιὰ αὐτῶν καὶ συντρίψωσιν αὐτὰ ἔξωθεν τῆς θύρας τῆς οἰκίας τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ. Βεβαίως κατὰ τὸ ἐπικείμενον θέρος οὐδὲ κατὰ 50 δράμια δὲν θέλουσιν αὐξήσει τὰ ὕδατα τῆς πόλεως Ἀθηνῶν. Οὐχὶ ἀγγλική, ἢ αὐστριακὴ, ἢ ἀμερικανικὴ, ἀλλὰ πᾶσαι αἱ ἑταιρίαι τῆς γηΐνου σφαίρας ἐὰν συνέλθωσι, δὲν θέλουσι δυνηθῆ ἐντὸς δύο μηνῶν, καθ’ οὓς ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην τοῦ ὕδατος, ν’ αὐξήσωσι τὸ ὕδωρ τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν. Διατί; Διότι καὶ ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ ἐγκαίρως δὲν ἔλαβε τὰ προσήκοντα μέτρα, διότι καὶ ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν μέτρον ἔλαβε, δυνάμει τῆς ἐποπτείας, ἣν ἐνασκεῖ ἐπὶ τῆς δημοτικῆς διοικήσεως, ὅπως αὐξηθῇ κατά τινας ὀκάδας τὸ ὕδωρ τῶν Ἀθηνῶν. Ἀλλ’ ὅταν βεβαίως ἡ δημοσιογραφία ἐξηγέρθη, ὅταν ἡ Ἀντιπολίτευσις διὰ τῶν ὀργάνων αὐτῆς ἐπανειλημμένως ἤλεγξε τὴν ἀκηδίαν ταύτην τῶν ὑπευθύνων ἀρχῶν, ὅταν πάντες οἱ συμπολῖται ἡμῶν, οἱ ἐν Ἀθήναις κατοικοῦντες, μένεα πνέωσι κατὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ Δημάρχου Ἀθηναίων, ὡς ἀμελησάντων τῆς πρωτίστης ταύτης ἀνάγκης τοῦ δήμου, βεβαίως ἔπρεπε νὰ περιμένωμεν, ὅτι δι’ ὅλου τοῦ ὄγκου αὐτοῦ ἤθελεν ἔλθει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, οἱονεὶ δίδων μεγαλειτέραν σημασίαν εἰς τὸ ζήτημα, καὶ ἤθελεν ὑποσχεθῆ ἡμῖν, ἐντὸς μὲν ἑξαετίας ποταμὸν ὑδάτων ἐν τῇ πόλει, ἐντὸς δὲ δύο μηνῶν τὰ ὕδατα τῆς Γκούρας, δι’ ἃ ὁ Δήμαρχος Ἀθηναίων βεβαιοῖ, ὅτι καὶ ἔτους ἐργασία δὲν εἶναι ἀρκοῦσα, ὅπως ταῦτα φθάσωσιν εἰς τὴν πόλιν. Δὲν εἶναι δὲ ἀρκοῦσα ἡ ἐργασία ἔτους ἕνεκα τῆς κακῆς καταστάσεως, εἰς ἣν ἀφῆκαν νὰ περιέλθῃ τὸ Ἁδριάνειον ὑδραγωγεῖον. Δὲν ἠξεύρω πόσα ἑκατοστὰ τοῦ μέτρου ὑπάρχει ἰλὺς ἐντὸς τοῦ Ἁδριανείου ὑδραγωγείου. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐλήφθη πρόνοια, ὅπως τοὐλάχιστον ὑπάρξῃ ἓν σχεδιάγραμμα τοῦ Ἁδριανείου ὑδραγωγείου, τοῦ κυριωτάτου τούτου ὀχετοῦ τῶν ὑδάτων εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐλήφθη πρόνοια, ὅπως προστατευθῇ ἡ ἀσφαλὴς ἰδιοκτησία τοῦ ὕδατος τούτου τοῦ δήμου Ἀθηναίων. Ἠξεύρετε τί γίνεται εἰς πάντα σχεδὸν τὰ ἐγκάρσια ὑδραγωγεῖα τοῦ Ἁδριανείου ὑδραγωγείου, ἅτινα φέρουσι τὸ ὕδωρ εἰς τὸν κεντρικὸν σωλῆνα, τὰ εὑρισκόμενα ἐντὸς χαραδρῶν, ἢ ἐντὸς ῥυάκων, ἵνα ἀποῤῥοφῶσι τὰ ἐν αὐτοῖς ὕδατα; Ὑπάρχουσιν αἱ κατὰ τὴν κοινὴν γλῶσσαν λεγόμεναι κόφτραι. Τί εἶναι αἱ κόφτραι; Εἶναι θυρίδες, χρησιμεύουσαι πρὸς καθαρισμὸν τοῦ κεντρικοῦ ὑδραγωγείου τοῦ Ἁδριανείου. Ἀλλ’ αὗται δὲν χρησιμεύουσιν εἰς ἄλλο τι, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ κλέπτηται δι’ αὐτῶν τὸ ὕδωρ τοῦ Ἁδριανείου ὑδραγωγείου καὶ νὰ χρησιμεύῃ πρὸς διαφόρους ἀνάγκας τῶν ἐχόντων κτήματα περὶ αὐτὸ, τουτέστι περὶ τὸν κεντρικὸν ὀχετόν. Ἐλήφθη ποτὲ πρόνοια περὶ τῆς προστασίας αὐτῶν τῶν λεγομένων κοφτρῶν; Οὐδεμία! Ἐλήφθη ποτὲ πρόνοια περὶ εὑρέσεως ὑδραγωγείων, δι’ ὧν θέλει αὐξήσει τὸ ὕδωρ τοῦ κεντρικοῦ λεγομένου ὑδραγωγείου; Ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη διοικοῦσι τὰ πράγματα, ἀλλ’ οὐδέποτε περὶ τούτου πρόνοιά τις ἐλήφθη, οὐδὲ κατέστησαν προσεκτικοὺς ἐκείνους, οἵτινες διευθύνουσι τὰ τοῦ δήμου Ἀθηναίων. Καίτοι, Κύριοι, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τῆς μεγάλης ταύτης ἐργασίας περὶ τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, θέλω καὶ ἐγὼ ἐπιχειρήσει νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ συζητήσω ἐπὶ τῶν προτάσεων τῆς Κυβερνήσεως, ἐνόμισα, ὅτι καθῆκον εἶχον ἀπὸ τοῦδε νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν οὐχὶ τόσῳ τῶν συναδέλφων Βουλευτῶν, ὅσῳ τῶν συμπολιτῶν μου, ὅπως μὴ καὶ ἐκ δευτέρου ἀπατηθῶσιν ἐκ δημαγωγιῶν, ἐξ ὧν ἄλλοτε ἠπατήθησαν. Ἐλέγομεν αὐτοῖς κατὰ τὰς παρελθούσας βουλευτικὰς ἐκλογὰς, ὅτι ἐμπαίζουσιν αὐτοὺς, καὶ ὅτι θέλει ἔλθει ἡμέρα, καθ’ ἣν πικρῶς θέλουσι μετανοήσει διὰ τὴν ἐμπιστοσύνην, ἣν διὰ τῆς ψήφου αὐτῶν παρεῖχον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. «Θέλετε χύσει μαῦρα δάκρυα διὰ τὴν πλάνην, εἰς ἣν πίπτετε», ἐλέγομεν, ἀλλὰ τότε δὲν ἤκουον ἡμᾶς· πεποίθαμεν ὅτι θέλομεν ἀκουσθῆ τώρα, καὶ διὰ τοῦτο πολλάκις ἡ Ἀντιπολίτευσις προεκάλεσε τὴν Κυβέρνησιν νὰ τολμήσῃ νὰ προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν τοῦ παραπήγματος τούτου, ἵνα μετρηθῶμεν εἰς τὰς ἐκλογάς. Ἀποτείνομαι λοιπὸν πάλιν πρὸς τοὺς συμπολίτας μου: «Προσέξατε καὶ πάλιν, μὴ ἀπατηθῆτε. Ἰδού, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὸ στάδιον τῶν ἐκλογικῶν πυροτεχνημάτων. Σήμερον ὡς πρῶτον πυροτέχνημα ἔχομεν τὴν πρόνοιαν δῆθεν περὶ τῶν ὑδραυλικῶν τῆς πόλεως Ἀθηνῶν καὶ τῆς πόλεως Πειραιῶς· αὔριον, Κύριος οἶδεν, ὁποῖον ἄλλο ἐλεεινὸν πυροτέχνημα θέλομεν ἔχει. Καὶ ὅταν παύσωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, τίς οἶδεν, ὁποία θέλουσι πάλιν φαντασθῆ ἐξ ἐκείνων, ἅτινα οἱ θεατρῶναι φέρουσιν ἐπὶ τῆς σκηνῆς τῶν θεάτρων, ἵνα ἀπατῶσι τοὺς ἁπλουστέρους».
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἔφορος τοῦ Βουλευτηρίου αἰτεῖται τριῶν μηνῶν ἄδειαν, ὅπως ἀπέλθῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Κατὰ τὴν ἀπουσίαν του εἰς μὲν τὴν διεύθυνσιν τῶν τοῦ Βουλευτηρίου θ’ ἀναπληροῖ αὐτὸν ὁ διευθυντὴς τοῦ γραφείου κ. Σπαρτίδης, εἰς δὲ τὴν τῆς Βιβλιοθήκης ὁ ταξινόμος αὐτῆς κ. Π. Καλογερόπουλος. Ἐγκρίνει ἡ Βουλή;
§48ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔλαβον ἐπιστολὴν ἐξ Ἑρμουπόλεως ἀπὸ 5 Μαΐου, καὶ ὑπογεγραμμένην ὑπὸ 20 Κρητῶν καὶ Κρησσῶν, οἵτινες λέγουσιν, ὅτι ἔχουσι μεθ’ ἑαυτῶν ἄλλας 70 ψυχὰς, ἑπομένως οὕτω συμπληροῦνται 90 ψυχαί. Ἐν τῇ ἐπιστολῇ ταύτῃ ἀναφέρουσι τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Καίτοι ἀλλεπάλληλοι γίνονται πιστώσεις ὑπὲρ τῶν προσφύγων Κρητῶν, ἡμεῖς ἐνταῦθα ἐν διαστήματι ὀκτὼ μηνῶν ἐλάβομεν σιτηρέσιον ἑνὸς μηνός. Ἀνηνέχθημεν πολλάκις πρὸς τὴν αὐτόθι Κεντρικὴν καὶ τὴν ἐνταῦθα ἐπιτροπὴν, ἡ τελευταία μάλιστα τῶν ὁποίων μᾶς λέγει νὰ φύγωμεν. «Ἐπειδὴ, ἐξοχώτατε, λιμοκτονοῦμεν, ἀναγκασθέντες νὰ πωλήσωμεν κατὰ τὸ ὀκτάμηνον τοῦτο χρονικὸν διάστημα πάντα τὰ οἰκιακὰ ἡμῶν σκεύη, ὅσα ἠδυνήθημεν νὰ διασώσωμεν ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ ἐχθροῦ, πρὸς ἀγορὰν ἄρτου, καὶ ἐπειδὴ παρατηροῦμεν ὅτι αἱ πιστώσεις γίνονται μόνον δι’ ὡρισμένα πρόσωπα, διὰ ταῦτα δακρυῤῥοοῦντες θερμοπαρακαλοῦμεν τὴν Ὑμετέραν ἐξοχότητα, ὅπως μεσιτεύσητε ὅπου δεῖ, ἵνα μᾶς δοθῇ χρηματικόν τι ποσὸν, καθόσον ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ζητήσωμεν τὴν συνδρομὴν τοῦ Τουρκικοῦ Προξενείου.» Τὸ περιεχόμενον τῆς ἐπιστολῆς ταύτης ἀνακοινῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Παρακαλῶ δ’ ὡσαύτως αὐτὸν νὰ καταθέσῃ τέλος πάντων, ἂν ἔλαβε, τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα ἐξ Ἀλεξανδρείας, διότι εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ προβῶμεν εἰς ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ τε περὶ Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας καὶ ἄλλων ζητημάτων ἀναφανέντων ἐν Αἰγύπτῳ.
§51ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.). Καταθέτω καὶ τὸ τελευταῖον ἔγγραφον, τοῦ ὁποίου δὲν εἶχον ἀντίγραφον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τὸ ὁποῖον ἔλαβον. Ἄλλα ἔγγραφα δὲν περιμένω.
§52Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν συνελέχθησαν πᾶσαι αἱ πληροφορίαι, τῶν ὁποίων εἶχεν ἀνάγκην, ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ συνταγματάρχου, τοῦ διευθύνοντος τὸ ἐν Λαρίσσῃ Ἀρχηγεῖον, καὶ ἂν ἐξέδωκε τὴν ἀπόφασίν του.
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐλήφθη ἔτι ἀπάντησις τοῦ συνταγματάρχου.
§54ΜΙΛΗΣΗΣ. Πότε ὑποθέτετε ὅτι θὰ ληφθῇ ἀπάντησις;
§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἔχει ἐξουσίαν νὰ ἐκβιάσῃ τὴν ἀπάντησιν;
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι τὰ τῶν ταχυδρομείων ἐπέτρεπον νὰ ὑπάρχῃ ἀπάντησις πρὸ τῆς σήμερον. Δὲν ἔκαμα τὸν ὑπολογισμόν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ ἀνταπόκρισις τῶν ταχυδρομείων δὲν ἠδύνατο νὰ φθάσῃ πρότερον.
§57ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ κατατεθὲν ἔγγραφον περὶ τῶν Αἰγυπτιακῶν πρέπει νὰ τυπωθῇ.
§58ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν ὑπάρχει ἀντίῥῥησις. Νομίζω, ὅτι ὅλα τὰ ἔγγραφα εἶναι εἰς χεῖρας τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν βλάπτει παντελῶς, ἐὰν τυπωθῶσι.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 128).
§60ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἐλήφθησαν αἱ πληροφορίαι, τῶν ὁποίων εἶχεν ἀνάγκην, αἱ σχετιζόμεναι μὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν κατατασσομένων εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων.
§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐλήφθησαν αἱ πληροφορίαι, καὶ νομίζω ὅτι θὰ ὑποβάλω αὔριον νομοσχέδιον, ὅτε θέλω ἐξηγήσει, ποῦ στηριζόμενος ὑποβάλλω αὐτό. Εἶμαι γνώμης, ὅτι ἤδη οἱ ἄγοντες ἡλικίαν κατωτέραν τοῦ 17ου ἔτους συμπεπληρωμένου θὰ ἦσαν ἐπαρκεῖς πρὸς πλήρωσιν τῶν διὰ διαγωνισμοῦ καταληπτέων θέσεων ἐν τῇ Σχολῇ, ἀλλὰ διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος, ἐπειδὴ ὁπωσδήποτε εἶχον τὴν ἐλπίδα οἱ ἄγοντες ἀνωτέραν ἡλικίαν, ὅτι θὰ παρετείνετο, ὅπως συνήθως συνέβαινεν, ἡ ἰσχὺς τῆς κειμένης προσωρινῆς διατάξεως περὶ ὁρίου ἡλικίας ἀνωτέρου, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ νομοθετηθῇ ἡ παράτασις, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ ἓν ἔτος, ἐν δὲ τῷ περὶ τῆς παρατάσεως νόμῳ νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ καθορισμοῦ κατὰ τὰ δύο ἑπόμενα ἔτη ἀνωτάτου ὁρίου ἡλικίας 18 ἐτῶν συμπεπληρωμένων, ἵνα οὕτω μετὰ τὰ τρία ἔτη φθάσωμεν εἰς τὸ ἀνώτατον ὅριον ἡλικίας, τὸ ἀρχικῶς ὡρισμένον τῶν 17 ἐτῶν συμπεπληρωμένων· ἐν τοιούτῳ πνεύματι εἶναι συντεταγμένον τὸ αὔριον ὑποβληθησόμενον νομοσχέδιον.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτων πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 61,758,085 ἐπὶ τῆς χρήσεως 1889. Ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§63ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἦναι παρόντες τοὐλάχιστον 61 Βουλευταί, διὰ νὰ ψηφίζῃ ἕκαστος ἀνὰ ἓν ἑκατομμύριον;
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβάλλετε ἔνστασιν;
§65ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ ἐπαγγέλματος, κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι δύνασθε νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἐξέτασιν, ἂν ἐν τῇ Βουλῇ ὑπάρχῃ ἀπαρτία.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποσῶς, κύριε Βουλευτά.
§67ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἐπιτρέπεται οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ ῥίπτωνται τοιοῦτοι ὑπαινιγμοί. Ἂν οἱ κύριοι προβάλλωσιν ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας, νὰ ἀναγνωσθῇ ἀμέσως ὁ κατάλογος.
§68ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφοῦ ἐγείρει τὴν ἀμφισβήτησιν, θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ εἴπῃ ἐν συνειδήσει, ἂν ὑπάρχῃ ἀπαρτία.
§69ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπάρχει ἀπαρτία, καὶ τὸ βεβαιῶ καὶ τὸ ἐγγυῶμαι, διότι εἴμεθα 77 παρόντες ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης.
§70ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁσάκις ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔφερεν ἔνστασιν περὶ ἀπαρτίας, ἀπεδείχθη ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ ἔνστασις ἐφέρετο, ἀπαρτία δὲν ὑπῆρχε. Στέλλονται αἱ ἅμαξαι τῶν Ὑπουργῶν καὶ οἱ δορυφόροι τῶν Ὑπουργῶν καὶ περισυλλέγουσι τοὺς Βουλευτὰς ἐκ τῶν ξενοδοχείων.
§71Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἠξεύρω διατὶ ταράσσεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, μοὶ φαίνεται δ’ ὅτι ἐκεῖνος ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὅστις εἶχεν ὀλιγώτερον δικαίωμα, ἵνα ταράσσηται, ὅταν προβάλλωνται δισταγμοὶ περὶ τῆς ἀπαρτίας, εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι αὐτὸς ὑπὲρ πάντα συνάδελφόν του καὶ ὑπὲρ πάντα ἄλλον Βουλευτὴν εἶναι κεκλημένος νὰ μεριμνᾷ, ἐὰν τηρῶνται αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Διάταξις δὲ ῥητὴ τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει εἰς Σύνταγμα ἄλλου Κράτους, ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ συζητῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ ἡμίσεως πλέον ἑνὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, καὶ ἀπορῶ, πῶς τινες εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι δημοσίας τάξεως ἡ ἔρευνα, ἂν ἡ Βουλὴ, ὅταν συζητῇ, ἦναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Ἂν νομίζωσιν, ὅτι τιθέασι τὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν δυσχερείᾳ, ἀναγκάζοντες αὐτὰ νὰ ζητῶσι νὰ πιστοποιηθῇ, ὅτι τηρεῖται ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἀπατῶνται.
§72ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐννοῦμεν νὰ βεβαιώσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὑπάρχει ἀπαρτία.
§73ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιῶ ἓν ἄλλο ἐγὼ, ὅτι, ὁσάκις γίνεται ἔνστασις περὶ ἀπαρτίας, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, μέχρις οὗ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§74ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ὑπολογίζετε, ὅτι ἀμέσως, ἅμα προτείνετε τὴν ἔνστασιν, φεύγετε εἴκοσιν ἐκεῖθεν, καὶ μένει εἷς μόνον!
§75ΛΕΒΙΔΗΣ. Κλείσατε τώρα τὰς θύρας καὶ ἀναγνώσατε τὸν κατάλογον, ἵνα ἴδωμεν, ἐὰν ἤμεθα 76.
§76ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ παραδέχομαι νὰ συμπεριληφθοῦν καὶ οἱ ἐν τοῖς δωματίοις εὑρισκόμενοι.
§77ΦΛΕΣΣΑΣ. Μὴ θέλετε νὰ παίξωμεν, κύριε Πρόεδρε· ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Νομίζετε ὅτι θὰ φοβηθῶμεν νὰ κάμωμεν τὴν ἔνστασιν; (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κ.κ. Βουλευτῶν.)
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ· παρόντες 83. Ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§79ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῶν ἑξήκοντα ἑνὸς ἑκατομμυρίων περιλαμβάνεται καὶ ἡ πίστωσις 340 χιλιάδων δραχμῶν, δαπανηθεισῶν εἰς τὰς τελετὰς ἐπὶ τοῖς γάμοις τοῦ Διαδόχου. Ἡ δαπάνη αὕτη ἀνέρχεται εἰς 540 χιλιάδας, διότι πρέπει νὰ προστεθῶσι καὶ 200,000, τὰς ὁποίας ἐδαπάνησεν ὁ δῆμος. Καὶ ναὶ μὲν δὲν φέρει ἄμεσον τὴν εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν δαπάνην τοῦ δήμου, οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ αὕτη συνετέλεσε νὰ εὕρῃ ὁ δῆμος δάνειον πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν προωρισμένον, καὶ ἐπειδὴ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς Κυβερνήσεως ἐδαπανήθησαν ὅσα ἐδαπανήθησαν ἐκ μέρους τοῦ δήμου καὶ ἐκ συνεννοήσεως μετ’ αὐτοῦ, δι’ αὐτὸ θὰ φέρω τὰς παρατηρήσεις μου ἐπὶ τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ δῆμος, μετ’ ἐκείνων τῆς Κυβερνήσεως ἐν συνόλῳ δι’ ἕκαστον κονδύλιον. Κατὰ σημείωσίν τινα, τὴν ὁποίαν προσήγαγεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τὰς δαπάνας τὰς ἐκ μέρους τοῦ δήμου, βλέπω, ὅτι πολλὰ κονδύλια πάντα ἄλλον σκοπὸν ἀφορῶσι, παρὰ τὸν σκοπὸν τοῦ ἐξωραϊσμοῦ τῆς πόλεως· βλέπω π. χ. ὅτι ὁ δῆμος ἐπλήρωσε διὰ χρέος τοῦ ναοῦ Χρυσοσπηλαιωτίσσης δραχμὰς 11,000. Τίνα σχέσιν ἔχει ὁ ἐξωραϊσμὸς τῆς πόλεως πρὸς τὸ χρέος τῆς Χρυσοσπηλαιωτίσσης;
§80ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς τὸν ναὸν τῆς Χρυσοσπηλαιωτσίσης ἐπεπρόσθουν πληθὺς παραπηγμάτων ῥυπαρῶν καὶ ἀθλίων, τὰ ὁποῖα διετήρει ὁ ναὸς, διὰ νὰ ἔχῃ εἰσοδήματα καὶ δυνηθῇ νὰ περαιώσῃ τὸ κτίριον καὶ πληρώσῃ χρέος, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἕνεκεν τῆς οἰκοδομῆς. Διὰ νὰ καταστῇ λοιπὸν δυνατὴ ἡ κατεδάφισις τῶν ἐρειπίων τούτων, τῶν δυσαρέστων εἰς τὴν ὄψιν, ὑπῆρξεν ἀνάγκη νὰ πληρωθῇ εἰς τὴν ἐκκλησίαν τὸ χρέος τοῦτο· οὕτω δὲ κατωρθώθη νὰ ἀπαλλαγῇ τὸ μέρος ἐκεῖνο ἀπὸ τῆς ῥυπαρότητος, καὶ ἐγένετο καὶ πλατεῖα δημοτική.
§81ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δυστυχῶς αἱ σημειώσεις, ὅπως προσήχθησαν, πᾶν ἄλλο λέγουσιν ἢ αὐτό.
§82ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος.
§83ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βλέπω καὶ δαπάνην δι’ ἓν ξίφος πρὸς ἀστυνόμον διὰ τὰς ἑορτάς.
§84ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ παρετήρησα καὶ δὲν γνωρίζω.
§85ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν φωτογράφησιν τῶν ἁψίδων 450 δραχμάς. Διὰ τοὺς ξυλίνους στύλους ἐπὶ τῆς πλατείας τοῦ Συντάγματος 4,210 δραχμάς. Διὰ δενδροφύτευσιν τῆς πλατείας Ὁμονοίας 2,430 δραχμὰς, ἐνῷ ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι ἡ πλατεῖα αὕτη εἶναι δενδροφυτευμένη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῶν γάμων τοῦ Βασιλέως. Δι’ ἀνθοδέσμας δραχμὰς 4,750! Εἶναι αὕτη δεδικαιολογημένη δαπάνη;
§86ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πᾶς ὁ γινώσκων τί συμβαίνει εἰς τοιαύτας εὐκαιρίας καὶ πᾶς ὁ γινώσκων, ὁποία εἶναι ἡ τιμὴ τῶν ἀνθέων, ὅταν μάλιστα πρόκηται περὶ ἀνθέων πολυτελείας, δὲν ἐκπλήττεται διὰ τοῦτο.
§87ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, διὰ τὴν ἁψίδα τῆς πλατείας τοῦ Συντάγματος ἐδαπανήθησαν 10,500 δραχμαί! Ἐκτὸς αὐτῶν ἐδαπανήθησαν καὶ πολλαὶ χιλιάδες ἐκ μέρους τῶν συντεχνιῶν τῆς πόλεως διὰ τὴν αὐτὴν ἁψίδα. Δι’ ἐνοίκιον τοῦ ὑπερώου τοῦ Θεάτρου δραχμαὶ 1000! Ἔχομεν βλέπετε καὶ θεωρικά. Ποία σχέσις μεταξὺ τῆς δαπάνης αὐτῆς καὶ τοῦ ἐξωραϊσμοῦ τῆς πρωτευούσης;
§88ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ταῦτα ἀποτελοῦσι μέρος τῶν τελετῶν· τὰ θεάματα δὲ δὲν εἶναι μόνον διὰ τοὺς πλουσίους, εἶναι καὶ διὰ τὸν λαόν.
§89ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκούσατε ἄλλο. Διὰ τὴν ἐπισκευὴν τοῦ ἐμβλήματος τῆς Δημαρχίας ἐπὶ τοῦ ἐξώστου σημειοῦνται ὡς δαπανηθεῖσαι δραχμαὶ 1000!
§90ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ποῖον ἐννοεῖτε ἔμβλημα;
§91ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοῶ τὸ ἔμβλημα ἐπὶ τοῦ ἐξώστου, ὡς σημειοῖ καὶ ὁ προσαχθεὶς πίναξ.
§92ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπατᾶσθε· ἔμβλημα ἐννοεῖ τοὺς σωλῆνας τοῦ φωταερίου, τοὺς τεθειμένους ἐπὶ τοῦ ἐξώστου, διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῶν ὁποίων δὲν εἶναι ὑπερβολικὸν τὸ ποσὸν τῶν χιλίων δραχμῶν.
§93ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ πυροτεχνήματα ἐν τῇ Ἀκροπόλει δραχμὰς 4000· ἐὰν δὲ προσθέσητε καὶ τὰς δαπάνας τοῦ Δημοσίου διὰ πυροτεχνήματα, ἔχετε ἐν ὅλῳ 36,700 δραχμῶν δαπάνην εἰς τὸν ἀέρα. Τῶν ἑορτῶν ἐπὶ τοῖς γάμοις τοῦ Διαδόχου εἶχον προηγηθῆ αἱ ἑορταὶ ἐπὶ τῇ εἰκοσιπενταετηρίδι τοῦ Βασιλέως καὶ αἱ ἑορταὶ ἐπὶ τῇ ἐνηλικιώσει τοῦ Διαδόχου. Διὰ ταῦτα εἶχον κατασκευασθῆ θυρεοὶ καὶ σημαῖαι ἄπειροι. Ἐν τούτοις διὰ προσθήκην νέων τοιούτων κατὰ τὰς ἑορτὰς τῶν γάμων ἐδαπανήθησαν δέκα χιλιάδες δραχμῶν. Διὰ τὴν παράστασιν τῶν «Περσῶν» τοῦ Αἰσχύλου ἐδόθησαν δραχμαὶ 15,500. Ποῦ ἐδαπανήθησαν αὗται;
§94ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐδαπανήθησαν εἰς τὴν ἀμφίεσιν, ἡ ὁποία ἐστοίχισεν ἀκριβώτατα καὶ ὑπάρχει εἰς χεῖρας τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, καὶ εἰς τὰς σκηνογραφίας.
§95ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀμφιβάλλω. Ὁ Διευθυντὴς τῶν φυλακῶν Τσιγκροῦ ἔλαβεν 7,200 δραχμὰς διὰ φανοὺς ἑνετικούς. Τί συμβαίνει ἐδῶ;
§96ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὗται ἐπληρώθησαν ἐπὶ ἀποδείξει τοῦ Διευθυντοῦ τῶν φυλακῶν δι’ ἀντίτιμον ἑνετικῶν φανῶν, κατασκευασθέντων ἐν τῷ σωφρονιστηρίῳ.
§97ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν παράστασιν τοῦ μελοδράματος «Φλώρα Μιράμπιλις» ἐδόθησαν δραχμαὶ 24 χιλιάδες! Τίνα σχέσιν ἔχει ἡ δαπάνη αὕτη πρὸς τὰ ἔξοδα τοῦ ἐξωραϊσμοῦ;
§98ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν τοῖς ἐξόδοις τοῦ ἐξωραϊσμοῦ περιλαμβάνονται καὶ τὰ ἔξοδα ὑποδοχῶν καὶ τελετῶν.
§99ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παράστασις αὕτη ἐγένετο μετὰ τὰς ἑορτάς. Διὰ κατασκευὴν σημαιῶν ἐδαπανήθησαν 18,000 δραχμῶν, ἐνῷ τοιαῦται ἄπειροι εἶχον κατασκευασθῆ κατὰ τὰς προηγηθείσας ἑορτὰς ἐπὶ τῇ εἰκοσιπενταετηρίδι καὶ ἐπὶ τῇ ἐνηλικιώσει. Ὅλοι γνωρίζετε, ὅσοι παρέστητε κατὰ τὰς ἑορτάς, ὅτι πρὸς φωταγώγησιν τῆς πόλεως ἐγένετο χρῆσις τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτὸς, τοῦ ἀεριόφωτος καὶ τῶν κανδυλῶν, τὰς ὁποίας ἀνήρτησαν οἱ Ἰταλοί. Καὶ ὅμως ἐδαπανήθησαν καὶ δραχμαὶ 7,250 διὰ στεατικὰ κηρία, ἐνῷ τοιούτων οὐδεμία ἐγένετο οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ χρῆσις.
§100ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ταῦτα ἠγοράσθησαν πρὶν ἢ ἐξασφαλισθῇ ἡ διὰ τῶν ἄλλων μέσων φωταγώγησις, δὲν ἐχρησιμοποιήθησαν ὅμως καὶ ἔχουσιν ἅπαντα φυλαχθῆ, κατὰ τὴν σημείωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχετε.
§101ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν ὅλῳ τέλος πάντων διὰ τὴν φωταγώγησιν τῆς πόλεως κατὰ τὰς τέσσαρας ἑσπέρας ἐδαπανήθησαν 118,980 δραχμαί.
§102ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκ τῶν δύο πηγῶν, τῆς δημοτικῆς καὶ τῆς τοῦ Δημοσίου.
§103ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον ἐφείλκυσε πολὺ τὴν προσοχήν μου, εἶναι τὸ ἑξῆς. Ὁ κ. Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας εἶχε λάβει ἓν ποσὸν 20,000 δραχμῶν, διὰ νὰ δαπανήσῃ καὶ αὐτὸς διὰ τὰς τελετάς. Ἐν τῇ σημειώσει, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Διευθυντὴς περὶ τῆς δαπάνης ταύτης, βλέπω πολλὰ μικρὰ ποσὰ, δαπανηθέντα πρὸς πάντα ἄλλον σκοπὸν ἢ τὸν τῶν ἑορτῶν. Ἀλλὰ βλέπω καὶ μεγάλα κονδύλια, τὴν αὐτὴν λαβόντα τύχην. Οὕτω βλέπω, ὅτι 1393 δραχμαὶ ἐδόθησαν εἰς τὸν ἀστυνόμον Πειραιῶς πρὸς ἐξόφλησιν τῶν ὑπ’ αὐτοῦ δαπανηθέντων εἰς ἔκτακτον κίνησιν ἀστυνομικῶν ὀργάνων καὶ ἀποπομπὴν φαυλοβίων κατὰ τὸ ἔτος 1888. Ποίαν σχέσιν ἔχει τοῦτο μὲ τὸν ἐξωραϊσμόν;
§104ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὐδεμίαν σχέσιν, ἀλλὰ βλέπετε, ὅτι ὑπάρχει σημείωσις, καθ’ ἣν ἐτακτοποιήθησαν οἱ λογαριασμοὶ οὗτοι.
§105ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι λοιπὸν ἐπισήμως ὡμολογημένον, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας δι’ ἔξοδα ὑποδοχῶν καὶ τελετῶν, ἐχρησίμευσεν εἰς πᾶν ἄλλο ἢ πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν.
§106ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καθ’ ὃ μέρος δὲν ἐχρησίμευσε πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἐλαττοῦται κατὰ τοσοῦτον.
§107ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζετε ὅτι δύνασθε νὰ δαπανᾶτε ὅπως θέλετε;
§108ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως δὲν εἶναι κανονικόν.
§109ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅταν σεῖς ὁμολογῆτε, ὅτι δὲν εἶναι κανονικὸν, τί ἄλλο ἔχω ἐγὼ νὰ προσθέσω; Ἐνῷ μᾶς ζητεῖτε πίστωσιν διὰ τὰς ἑορτὰς, σημειόνετε κονδύλια ἀστυνομικῶν δαπανῶν τοῦ ἔτους 1888. Δύναμαι ἐγὼ πλέον νὰ ἐξελέγξω τὴν διαχείρισίν σας;
§110ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δύνασθε.
§111ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εἰς ταῦτα προσθέσητε, ὅτι δι’ ὅλα τὰ δημόσια ἔργα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν 500,000 δραχμῶν, δὲν ἐγένετο οὐδεμία δημοπρασία κατὰ τὸν νόμον, καίτοι ἡ ἐργασία ἤρξατο ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου παρελθόντος ἔτους, θέλετε ἐννοήσει πόθεν προέρχεται αὐτὴ ἡ σπατάλη, ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀξία βαρυτέρου χαρακτηρισμοῦ, ἐπαγομένου τὴν παραπομπήν της εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην. Διὰ τὸ Θησεῖον κατ’ ἀρχὰς ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς ἔφερε σημείωσιν, ὅτι ἐδαπάνησεν 26,000 δραχμῶν· προχθὲς δὲ ἦλθε καὶ ἐζήτησε πίστωσιν ἀναπληρωματικὴν δι’ ἑτέρας 52,000 δραχμῶν. Εἶναι δὲ περίεργον, ὅτι ὁ πρῶτος ἐργολάβος εἶχεν ἀναλάβει ὁλόκληρον τὴν ἰσοπέδωσιν ἀντὶ 26,000 δραχμῶν. Πῶς τὸ ποσὸν αὐτὸ ἀνεβιβάσθη εἰς 78,000 δραχμῶν; Ὅλα ταῦτα ἀποδεικνύουσι, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος, ἵνα μή τι πλέον εἴπω, ἡ ἀπόλυτος ἐμπιστοσύνη, τὴν ὁποίαν ἐπιδαψιλεύετε ἄνευ διακοπῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἡ ἀκατανόητος εὐκολία, μεθ’ ἧς ψηφίζετε τὰς ζητουμένας πιστώσεις.
§112ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς ἀπάντησιν εἴς τινας τῶν αἰτουμένων πληροφοριῶν ὡμίλησα ἤδη. Ἐπὶ δὲ τῆς γενικῆς κατηγορίας, ὅτι ὑπερβαλλόντως μεγάλη ἐγένετο δαπάνη, ἀπαντῶ, ὅτι μόνον ὁ μὴ ἔχων ἀκριβῆ γνῶσιν τοῦ τί ἀπαιτεῖται πρὸς διεξαγωγὴν τοιούτου εἴδους μεγάλων τελετῶν, καὶ μάλιστα τελετῶν, ὁποία ὑπῆρξεν αὕτη, ἡ τῶν γάμων τοῦ Διαδόχου, μετὰ τέσσαρας αἰῶνας πρώτη ἐπὶ ἑλληνικοῦ ἐδάφους, δύναται νὰ ἀπορῇ. Οἱ ἐπικρίνοντες, ἐὰν ἠρώτων, τί ἐδαπανήθη π. χ. ἐν Σύρῳ εἰς τὰς τελετὰς τῶν ἀποκαλυπτηρίων τοῦ ἀνδριάντος τοῦ Μιαούλη, ἤθελον ἴδει, ὅτι σχετικῶς ἐδαπανήθη ἐκεῖ πολὺ μεῖζον ποσὸν, τὸ ὁποῖον, σημειώσατε ὅτι, παρὰ πάσας τὰς γενομένας ἀντιῤῥήσεις, ἐνέκρινα. Μόνον διὰ τὸ πρόγευμα, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ὁ Δήμαρχος, ἐδαπανήθησαν 25,000 δραχμῶν· ἂν δὲ ζητήσητε τὸν λογαριασμὸν τῶν ἀνθέων, θέλετε ἐκπλαγῆ διὰ τὸ μέγεθος τῆς δαπάνης. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, καίτοι ὁ Νομάρχης Κυκλάδων προέβαλλε πολλὰς δυσκολίας εἰς ἔγκρισιν τῶν δαπανῶν τούτων, ἐγὼ ἐπέμεινα, καὶ ἐνεκρίθησαν. Δι’ ὅ,τι δὲ ἀνάγεται εἰς τὴν εὐθύνην, καταθέτω πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὰς δαπάνας, ἐν οἷς καὶ τὰ πρωτόκολλα τῶν δημοπρασιῶν ἢ συμφωνιῶν, τὰ ὁποῖα μοὶ ἐζητήθησαν καὶ τὰ ὁποῖα δύναται πᾶς τις νὰ συμβουλευθῇ.
§113ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Δὲν δύναταί τις νὰ παρασταθῇ εἰς τοιαύτην συζήτησιν, χωρὶς—δὲν τολμῶ νὰ προφέρω τὸ ῥῆμα, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔρχεται εἰς τὸ στόμα, —χωρὶς νὰ οἰκτείρῃ τὴν κατάπτωσιν, εἰς ἣν ἐφθάσαμεν. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μᾶς λέγει, ὅτι, καίτοι 25,000 ἐστοίχισε μόνον τὸ πρόγευμα, τὸ ὁποῖον ἐδόθη ἐν Σύρῳ κατὰ τὴν τελετὴν τῶν ἀποκαλυπτηρίων τοῦ ἀνδριάντος τοῦ Μιαούλη, ἐνέκρινε τὴν δαπάνην καὶ ἐνέκρινε καὶ τὰς ἄλλας ὑπερβολικὰς δαπάνας, κατ’ αὐτὸν καὶ κατ’ ἐμὲ, αἵτινες ἐγένοντο κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην, ἀλλὰ δὲν μᾶς εἶπε, διατὶ τὰς ἐνέκρινε.
§114ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διότι δὲν τὰς εὗρον ὑπερβολικάς.
§115ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔπρεπε νὰ τὰς εὕρῃ τερατωδῶς ὑπερβολικάς. Χαρακτηριστικώτατον τῳόντι τῆς παρούσης ἠθικῆς τοῦ ἔθνους καταπτώσεως εἶναι τοῦτο, ὅτι διὰ τοιαύτης σπατάλης ἀνεμένομεν νὰ τιμήσωμεν τὴν μνήμην ἑνὸς τῶν μεγίστων ἀνδρῶν τοῦ νεωτέρου Ἑλληνισμοῦ. Βεβαίως, ἐὰν ἀντελαμβάνετο ἡ ψυχὴ τοῦ ἥρωος ἐκείνου τοιοῦτον τρόπον τιμῆς ἀπονεμομένης εἰς αὐτὸν, ἤθελεν ἀντιληφθῆ τὴν ἀδυναμίαν, ἐν ᾗ εὑρισκόμεθα, τὴν δεινὴν ταπείνωσιν, εἰς ἣν περιήλθομεν, ἀκριβῶς καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν παράστασιν ἡμῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν σημαίαν τὴν Ἑλληνικὴν, ἣν τοσοῦτον ἐδόξασεν ὁ ἀείμνηστος Μιαούλης. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἐντύπωσις, τὴν ὁποίαν παράγει ἡ σκέψις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τοῦ χαρακτῆρος, ὃν ἔδωκεν εἰς τὴν πτωχαλαζονείαν τῆς ἐν Σύρῳ τελετῆς καὶ ἥτις εἶναι ὅλως φυσικὴ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν βλέπωμεν αὐτὴν ἀπολογουμένην τόσῳ ἀσθενῶς περὶ τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν, τῶν γενομένων πρὸς ἐξωραϊσμὸν τῆς πόλεως καὶ ὅπως πανηγυρισθῶσιν οἱ γάμοι τοῦ Διαδόχου Εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες φρονοῦσιν, ὅτι δὲν πανηγυρίζονται οὕτω οἱ μεγάλοι ἐθνικοὶ ἥρωες, οὔτε τὰ εὐτυχῆ γεγονότα τῆς συγχρόνου ἐποχῆς, διὰ σπατάλης ἀδικαιολογήτου. Ὅταν ἐν τῇ πρωτευούσῃ στερούμεθα τόσων ἀπολύτως ἀναγκαίων πραγμάτων, οἰκτρὸν εἶναι τῷ ὄντι νὰ δικαιολογῶνται τοιοῦτοι λογαριασμοὶ, οἵτινες μόλις δύνανται νὰ θεωρηθῶσι κατὰ τύπον ὡς ὀρθῶς ἔχοντες, ὡς μὴ καταδιωκτέοι κατὰ τοὺς λογιστικοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ὑπὲρ τὰς 180 χιλιάδας δραχμῶν ἐδαπανήθησαν πρὸς ἰσοπέδωσιν τοῦ Κεραμεικοῦ, τῆς πλατείας τῆς Σύρου, τῆς Τήνου, τοῦ Ζαππείου, καὶ ὅμως, ἐὰν ἐξετασθῇ ἡ ἐργασία ἡ γενομένη, θέλομεν πεισθῆ, ὅτι ἐκτὸς ἴσως τοῦ Ζαππείου, τοῦ ὁποίου ἡ ἰσοπέδωσις δὲν εἶναι καὶ αὕτη ἐντελῶς ἀνεπίληπτος ὑπὸ καλλιτεχνικὴν ἔποψιν, πᾶσαι αἱ ἄλλαι ἐργασίαι ἐζημίωσαν καὶ δὲν καθωράϊσαν τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν.
§116ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μόνον διὰ τὴν ἰσοπέδωσιν τοῦ καφενείου τοῦ Ζαππείου ἐδαπάνησεν ἡ Κυβέρνησις.
§117ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ὅταν πρόκηται περὶ ἐξωραϊσμοῦ τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, δέον νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ μέγιστος, ὁ ἔνδοξος κόσμος τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν εἶναι ἡ ἀρχαία αὐτοῦ τοπογραφία, καὶ ταύτην οὐδαμῶς ἐσεβάσθη ἡ γενομένη ἐπὶ τῇ προφάσει τοῦ ἐξωραϊσμοῦ ἐργασία κατὰ τοὺς γάμους τοῦ Διαδόχου. Πάντες οἱ ἀρχαιολογοῦντες, πάντες, καὶ ξένοι καὶ ἡμεδαποὶ, οἱ γνῶσται τῆς ἀρχαίας τοπογραφίας οἰκτείρουσι τὸν τρόπον, δι’ οὗ ἐγένοντο αἱ ἐργασίαι αὗται· καὶ ὅπως σᾶς φέρω ἓν μόνον παράδειγμα, θὰ σᾶς μνημονεύσω τῆς πλατείας τοῦ Θησείου, ὅπου ἀνετράπη ἡ ἀρχαία τοπογραφία ὑπὸ μηχανικῶν, οἵτινες βεβαίως θὰ ἦσαν καταλληλότατοι νὰ διακοσμήσουν ἕνα κῆπον ἐν Παρισίοις, ἀλλ’ οἵτινες ἐπέθεσαν χεῖρα βέβηλον ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ ἐδάφους τῆς Ἀττικῆς, τοῦ ὁποίου ἡ μεγίστη καλλονὴ συνίσταται ἀκριβῶς εἰς τὴν τοπογραφικὴν ταὐτότητα αὐτοῦ πρὸς τὴν ἀρχαίαν τοπογραφίαν. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θέλω ὑπενθυμίσει ἀκριβῶς εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις οὐ μόνον ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀρχαιοδίφης καὶ ὡς ἀνὴρ φιλόκαλος, δέον νὰ γνωρίζῃ τοῦτο, ὅτι ἐλλιπεστάτη ὑπῆρξεν ἡ ἐργασία τῆς Κυβερνήσεως, προκειμένου περὶ ἐξωραϊσμοῦ τῆς πόλεως, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς περὶ τὴν πόλιν Ἀθηνῶν ἀρχαίους λόφους, διότι ἐδαπάνησαν ποσὰ μέγιστα, ὑπὲρ τὰς 200 χιλιάδας δραχμῶν, καὶ ἐζημίωσαν τὴν ἀρχαίαν τοπογραφίαν, καὶ δὲν ἐδαπάνησαν οὔτε ὀβολὸν, ὅπως διασώσωσι τοὺς ἐνδόξους λόφους τῆς Ἀττικῆς, οἵτινες ὑπάρχουσιν ἀντικείμενον τῆς εὐλαβοῦς ἐπισκέψεως τῶν ἐπισήμων ξένων. Πέρυσιν ἐπανειλημμένως ἀπὸ τοῦ βήματος ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς φοβερᾶς καταστροφῆς, ἥτις διὰ τῆς πυρίτιδος γίνεται πρὸς ἀνατροπὴν ἐνδόξων καὶ καλλιτεχνικῶν λόφων. Ἐρωτᾷ ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Θεοτόκης «τί νὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις;» καὶ τῷ ἀπαντῶ: Ἡ Κυβέρνησις ἀπήντησε πέρυσι διὰ τοῦ κ. Τρικούπη ἀκριβῶς τὰς ἑξῆς λέξεις. Ἐγὼ ὡμίλουν, καὶ ὁ κ. Τρικούπης ἀπηύθυνε τὴν ἑξῆς φράσιν πρός τινα τῶν παρ’ αὐτῷ Ὑπουργῶν: «Αὐτὸς ὁμιλεῖ, καὶ ἡμεῖς ἐργαζόμεθα»· ὅπως σώσωσι δηλ. τοὺς ἱεροὺς λόφους. Ἀλλ’ ἔκτοτε παρῆλθεν ἔτος καὶ δὲν τοὺς ἐσώσατε, καὶ καθ’ ἑκάστην σχεδὸν, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ἡ πυρῖτις ἀνατρέπει μέρος τοῦ λόφου τοῦ Φιλοπάππου. Δύναμαι μάλιστα νὰ δώσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅστις μοὶ ἀπέτεινε τὴν ἐρώτησιν πρὸ ὀλίγου, τὴν πληροφορίαν, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην ἀνδρῶν εἰδικῶν δὲν χρειάζεται νὰ προχωρήσωσι πολὺ πρὸς τὸ νοτιοδυτικὸν μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον πρὸ πάντων γίνεται ἡ ἐκμετάλλευσις, ὅπως διὰ κλονισμοῦ ἰσχυροῦ ἐπέλθῃ καὶ ἡ κατάπτωσις τοῦ μνημείου τοῦ Φιλοπάππου. Καὶ τῷ ὄντι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο θὰ ᾖναι ὁ ἐπιστεγασμὸς τῆς βαρβάρου περιόδου, τὴν ὁποίαν διατρέχομεν, διότι εἰς οὐδεμίαν ἄλλην περίοδον εἴδομεν τοιαύτας καταστροφὰς, ἐνεργουμένας κατὰ τῶν ἀρχαιοτήτων, κατὰ τῶν ἱερῶν λόφων τῆς Ἀττικῆς, κατὰ τῆς ἀρχαίας τοπογραφίας τῆς πόλεως, ὁποίας κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας.
§118ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐνήργησε πᾶν ὅ,τι ὤφειλε νὰ ἐνεργήσῃ. Προέβη εἰς ἀγορὰς ὅσων μερῶν ἠδύνατο, καὶ προσεπάθησε νὰ ἐμποδίσῃ τὸ κακὸν αὐτὸ, ἀλλ’ οἱ προβαίνοντες εἰς τοιαῦτα ἔργα προσέτρεξαν εἰς τὰ Δικαστήρια, ἐξεδόθησαν δὲ ἀποφάσεις, διὰ τῶν ὁποίων ἐπετράπη ἡ ἐξακολούθησις τῶν ἔργων, ἐπεβλήθη δὲ ποινικὴ ῥήτρα εἰς τὴν Κυβέρνησιν χιλίων δραχμῶν τὴν ἡμέραν, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἐμποδίζουσα τὸ ἔργον· μ’ ὅλα ταῦτα ἡ Κυβέρνησις ὑπερέβη καὶ τὸ σημεῖον ἴσως εἰς τὸ ὁποῖον ὤφειλε κατὰ νόμον νὰ σταθῇ.
§119ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἡ ἀπάντησις ἀκριβῶς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ μοὶ ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνήργησεν ὅπως ἔπρεπε, διότι, ἐάν τις ἤθελε προβάλει τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλῃ εἰς σωρὸν λίθων τὸν Παρθενῶνα, ἐπὶ τῇ προφάσει ὅτι ἠγόρασεν αὐτὸν ἀπό τινα Ἀγᾶν, βεβαίως οὔτε ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀοιδίμου Ὄθωνος, οὔτε σήμερον κἀμμία Κυβέρνησις ἤθελε δεχθῇ τοιαύτην πρότασιν. Ὅταν πρόκηται περὶ μνημείων ἱερῶν, ἀφορώντων εἰς τὴν δόξαν τοῦ τόπου, —διότι μνημεῖα ἱερὰ ὀνομάζω τοὺς λόφους τῶν περιχώρων τῶν Ἀθηνῶν, —περὶ μνημείων, περὶ ὧν ἐνδιαφέρεται ὁλόκληρος ὁ πεπολιτισμένος κόσμος, δὲν δικαιοῦται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ μᾶς λέγῃ, ὅτι ἐζήτησε νὰ ἐμποδίσῃ αὐτὸς ὡς ἀρχὴ, ὅτι οἱ ἐνδιαφερόμενοι κατέφυγαν εἰς τὰ Δικαστήρια, ὅτι ἐξεδόθη ἀπόφασις καὶ καθεξῆς, ἀλλ’ ὤφειλε νὰ φέρῃ νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ σώσῃ....
§120ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπάρχει ὁ νόμος ὁ περὶ ἀρχαιοτήτων, καὶ ἐν τούτοις τὰ Δικαστήρια δὲν τὸν ἐφαρμόζουν.
§121ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ τοιοῦτος νόμος καὶ τὰ Δικαστήρια ἐκδίδουσι τοιαύτας ἀποφάσεις, τοῦτο ἔπρεπε νὰ διδάξῃ ὑμᾶς, ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἀνεπαρκὴς καὶ ἑπομένως ἔπρεπε νὰ φέρητε νόμον ἄλλον σαφέστατον, ὅστις νὰ θέσῃ, ὡς λέγουν οἱ Γάλλοι «les points sur les i».
§122ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν;
§123ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Νὰ τὴν ἀφαιρέσῃ, ἀλλὰ νὰ σώσητε τὰ ἀρχαῖα, διότι δύνανται νὰ εὑρεθῶσιν ἄνθρωποι, οἵτινες νὰ καταλάβωσι καὶ τὴν Πνύκα.
§124ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὴν κατέλαβον ἤδη.
§125ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἰδοὺ, ὅτι ὁ συνάδελφος λέγει, ὅτι τὴν κατέλαβον. Ἐὰν ἄλλο δὲν δύναται νὰ ἀντιτάξῃ ἡ Κυβέρνησις παρ’ ὅ,τι λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνα λόγον μίαν ἡμέραν νὰ μὴ παρουσιασθῇ τις μὲ κἀνὲν χοτζέτι νὰ ζητήσῃ τὴν Ἀκρόπολιν καὶ νὰ ἔχῃ τὰ Δικαστήρια ὑπὲρ ἑαυτοῦ. Ἐὰν λοιπὸν οἱ ὑπάρχοντες νόμοι ἦναι ἀνεπαρκεῖς, φέρετε νέον νόμον εἰς τὴν Βουλήν. Σᾶς τὸ εἶπεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἥτις τόσα σᾶς εἶπε καλὰ, ἐξ ὧν οὐδὲν ἐπράξατε· φέρετε νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ν’ ἀφαιρέσητε, ὡς λέγετε, τὴν ἰδιοκτησίαν αὐτὴν, βεβαίως ἐπὶ ἀποζημιώσει, ἀλλ’ ὀφείλετε νὰ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τὸ μνημεῖον τοῦ Φιλοπάππου, τὸ Θησεῖον, τὴν Πνύκα, τὸν Ἄρειον Πάγον, τὸν Λυκαβητόν. Ταῦτα πάντα ὀφείλετε νὰ σώσητε. Τὸ ἔθνος ἔχει τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα νὰ κάμῃ πᾶσαν παραγραφὴν, ἐν ἀνάγκῃ, ἰδιοκτησίας, ὅπως σώσῃ τοιοῦτον ὑψηλὸν συμφέρον. Ἀλλὰ, μακρὰν τοῦ νὰ ὑποβάλητε τοιοῦτον νόμον, ἀφίνετε νὰ καταστρέφωνται αἱ ἀρχαιότητες, ἐπὶ τῇ προφάσει, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ σώσητε αὐτὰς, διότι τὰ Δικαστήρια τὰ ἔχετε ἐναντία, καὶ συντελεῖτε εἰς τὴν ἀνατροπὴν τῆς ἀρχαίας τοπογραφίας διὰ τῶν καλλιτεχνικῶν δῆθεν ἰσοπεδώσεων, χωρὶς νὰ λάβητε διόλου ὑπ’ ὄψιν τὸ κόσμημα τῆς πόλεως τὸ κάλλιστον, ὅπερ εἶναι ἡ ἀρχαία τοπογραφία. Ταῦτα σᾶς λέγω, διότι, ὅταν βλέπωμεν 130,000 φράγκων δαπανωμένας διὰ κανδύλας, ὅταν βλέπωμεν 200,000 δι’ ἰσοπεδώσεις, ὅταν βλέπωμεν ἐν τῷ συνόλῳ 560,000 φράγκων δαπανωμένας διὰ τὰς ἑορτὰς τῶν γάμων τοῦ Διαδόχου, βλέπομεν δὲ νὰ καταστρέφηται ὁ λαμπρότερος κόσμος, τὰ λαμπρότερα στολίσματα τῆς πόλεως ταύτης, δὲν δύναμαι παρὰ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εὑρίσκεσθε εἰς πλήρη πλάνην τῆς εὐθύνης καὶ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἔχετε ὡς Κυβέρνησις, διαθέτουσα τοιαύτην πλειοψηφίαν, ὅπως σώσητε ὅ,τι τιμαλφέστερον ἔχει ὁ τόπος. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ δὲ, χωρὶς νὰ γίνῃ καὶ αὖθις παρεξήγησις, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι οὐχὶ καταλλήλως ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μᾶς εἶπε, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τόσας ἀδικαιολογήτους δαπάνας, ὅτι μίαν φορὰν τέλος πάντων ἔγεινε καὶ αὐτὸ τὸ θαῦμα τοῦ γάμου, μετὰ τέσσαρας ἑκατονταετηρίδας. Ἡμεῖς πάντες σεβόμεθα τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν, καὶ χαίρομεν διὰ τὰ εὐτυχῆ συμβάντα αὐτῆς, τὰ ὁποῖα ἀντανακλῶσι καὶ ἐπὶ τοῦ ἔθνους. Ἀλλ’ ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ὑπηρετοῦμεν τὴν Βασιλείαν τόσον, ὅσον τὴν ὑπηρετεῖ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅταν μετὰ παῤῥησίας ἐλέγχομεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα φρονοῦμεν ὅτι ἀποβαίνουσι πρὸς ζημίαν τῆς δημοτικότητος αὐτῆς, καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δικαιολογῇ τάσεις τῆς ἐξουσίας πρὸς σπατάλην τῶν χρημάτων διὰ τοῦ σεβασμοῦ δῆθεν πρὸς τὰ εὐτυχῆ γεγονότα τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας. Ἐπεθύμουν δὲ νὰ μὴ κάμῃ σύγκρισιν, προκειμένου περὶ αὐτῶν, πρὸς τὰ πρὸ τεσσάρων αἰώνων γενόμενα, διότι ὁμολογῶ, ὅτι λίαν ὀδυνηρὰν ἐντύπωσιν ἀφίνει εἰς τὰς ψυχὰς τῶν Ἑλλήνων ἡ ἀνάμνησις τῶν πρὸ τεσσάρων αἰώνων καὶ πρὸ ἄλλων πολλῶν αἰώνων γενόμενα ἐν Βυζαντίῳ, ὅπως τὴν ἐποχὴν, ὅτε ἡ Κωνσταντινούπολις δὲν εἶχεν, ἐκτὸς 2,000 Φράγκων, παρὰ 5,000 Καλογήρους μὲ μαγκούρας νὰ ἀντιτάξῃ κατὰ τῆς ἐπιδρομῆς τῶν Τούρκων! Νομίζω ὅτι τοιαῦται ἀναμνήσεις εἶναι ὀρθὸν νὰ μὴ σχετίζωνται πρὸς τὰ συμβάντα τῆς συγχρόνου δυναστείας, περὶ τῆς ὁποίας ἡμεῖς προοιωνιζόμεθα πολὺ κρείσσονα τύχην.
§126ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἴσως τὸ ζήτημα τῆς συντηρήσεως τῶν ἀρχαιοτήτων δὲν συνδέεται ἀμέσως μὲ τὴν πίστωσιν τὴν ζητουμένην. Συνδέεται ὅμως πάντως διὰ λεπτοῦ τινος νήματος. Νομίζω δὲ, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἔχει πολλὴν τὴν σπουδαιότητα. Ἐὰν δὲ, ὡς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐβεβαίωσαν, ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία δὲν ἦναι ἐπαρκὴς πρὸς σωτηρίαν αὐτῶν, νομίζω ὅτι μέγιστον καθῆκον παρεγνώρισαν, μὴ λαβόντες πρόνοιαν διὰ νομοθετικοῦ μέτρου νὰ σώσωσι τὰς ἀρχαιότητας ταύτας. Εἰς τὴν ἐποχὴν ταύτην, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ ἑκατομμύρια χορεύουσι καθ’ ἡμέραν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ὅπου αἱ πιστώσεις διὰ δαπάνας πολὺ ὀλιγώτερον χρησίμους ψηφίζονται ἀπνευστὶ σχεδὸν, ἡ δαπάνη διὰ τὴν συντήρησιν τοσούτων σπουδαίων ἀρχαιοτήτων ἐπιβάλλεται εἰς τὸ Κράτος. Οἱ λόφοι, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο προηγουμένως λόγος, εἶναι οἱ ἱστορικώτεροι λόφοι τῆς Ἑλλάδος. Καὶ οὗτοι δὲ μετὰ τῶν ἄλλων ἀρχαιοτήτων καὶ τῶν ἄλλων ἱστορικῶν κειμηλίων τῆς Ἑλλάδος συνετέλεσαν πολὺ εἰς τὸ νὰ ὑπάρχωμεν σήμερον ὡς ἔθνος. Οἱ λόφοι οὗτοί εἰσι τόσον ἱστορικοί, ὅσον καὶ αὐτὸς ὁ Παρθενών. Βλέπομεν δὲ καθ’ ἡμέραν τοὺς μὲν ἐξ αὐτῶν καταστρεφομένους ἐκ λατομείων, ὅπως εἶναι ὁ λόφος τοῦ Μουσαίου καὶ ὁ Λυκαβητὸς, τοὺς δὲ καταλαμβανομένους ὑπὸ οἰκίσκων, οἵτινες καὶ καταστρέφουσι καὶ ἀσχημίζουσιν αὐτούς. Ἐὰν πρὸ ὀλίγων ἐτῶν εἶχε ληφθῆ πρόνοια διὰ νομοθετικοῦ μέτρου νὰ θεωρηθῇ δημοσία ἀνάγκη ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν λόφων τούτων καὶ ἡ προφύλαξις αὐτῶν ἀπὸ πάσης καταστροφῆς, δι’ ἐλαχίστης δαπάνης τὸ Δημόσιον ἤθελεν ἀποβῆ κύριον τῶν λόφων τούτων, καὶ ἤθελε σώσει αὐτοὺς ἀπὸ πάσης βλάβης. Ἀλλὰ καὶ σήμερον ἀκόμη δὲν εἶναι ἴσως πολὺ ἀργὰ, ἵνα τὸ Δημόσιον ἐκτελέσῃ τὸ σπουδαιότατον τοῦτο καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὸ μεθ’ ὁμοίας ἐπιτακτικότητος, μεθ’ ὅσης ἐπιβάλλεται καὶ ἡ κατασκευὴ σιδηροδρόμων καὶ ἡ περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων μέριμνα. Οἱ κατασκευάσαντες τοὺς οἰκίσκους ἐκείνους κατέλαβον ἐν μέρει λάθρα τὰ γήπεδα. Καὶ τοὺς οἴκους δ’ αὐτοὺς καὶ τὰ λατομεῖα ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἄρῃ ἐκ τῶν λόφων αὐτῶν. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι καὶ τώρα ἡ δαπάνη ἤθελεν εἶσθαι τοσοῦτον ὑπερβολική. Ὀλίγα κονδύλια ἐὰν ἦσαν ὀλιγώτερα ἐν τῇ πιστώσει, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν, ἤθελον ἀρκέσει πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν λόφων τούτων καὶ ἤθελον σώσει αὐτούς. Διὰ τοῦτο ὀφείλομεν μετ’ ἐπιμονῆς νὰ συστήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν διάσωσιν τῶν λόφων τούτων, καὶ νὰ θεωρήσωμεν αὐτὴν ὑπεύθυνον διὰ τὰς γιγνομένας ἐν αὐτοῖς καταστροφάς.
§127Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ ψηφοφορεῖται τὸ σύνολον, ἡ εὐκαιρία αὕτη μοὶ φαίνεται πρόσφορος, ἵνα ἀπευθύνω παρατήρησιν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν τελευταῖον ἐξετελέσθησαν διάφοροι αἰτήσεις ἡμῶν. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρόκειται πρὸς ψηφοφορίαν, εἰσήχθη κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1889 εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ συνεζητήθη κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον τῆς ἐκτάκτου Συνόδου κατὰ τὰς δύο πρώτας ἀναγνώσεις. Ἔκτοτε ἐζήτησα πληροφορίας, ἰδίως περὶ τῆς δαπάνης, ἥτις ἐγένετο εἰς ἀγορὰν ξυλείας ἐν Τεργέστῃ, ξυλείας διατεθείσης πρὸς βοήθειαν τῶν ἐκ τοῦ σεισμοῦ παθόντων κατοίκων Αἰγίου. Ἐν πρώτοις μοὶ ἐδόθη μία σημείωσις, διὰ τῆς ὁποίας μᾶς ἐδίδετο ἡ πληροφορία, πῶς τὰ χρήματα ἐλήφθησαν ἐκ τῆς Τραπέζης, πῶς μετεβιβάσθησαν εἰς τὴν Τεργέστην, πῶς ζητεῖται νὰ πληρώσῃ τὸ Δημόσιον διαφορὰν συναλλάγματος δι’ ὑπερτίμησιν τοῦ χρυσοῦ, καὶ ἐκ τῆς σημειώσεως ταύτης ἔμαθον, ὅτι δι’ 100,000 φράγκων τὸ Δημόσιον ἐδαπάνησε δραχμὰς 131, 281:50, δηλαδὴ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠγόρασε τὸ φράγκον εἰς τιμὴν ἀνωτέραν τῶν 131 λεπτῶν. Βεβαίως εἶναι ἀργὰ νὰ ἀπευθύνω νῦν παρατήρησίν τινα περὶ τούτου, ἐλπίζων ὅτι αἱ ἄλλαι συναλλαγαὶ τοῦ Δημοσίου δὲν θέλουσι συντελεσθῆ ἐπὶ τοσαύτῃ ζημίᾳ. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐζήτησα τὸν λογαριασμὸν τῆς Τραπέζης διὰ τὰ παρ’ αὐτῆς πληρωθέντα εἰς λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου 100 χιλιάδας φράγκα, ἐζήτησα νὰ μάθω, πόσον ἠγοράσθη ἡ ξυλεία. Ὅλα τὰ πρὸς πώλησιν προτεινόμενα ἐμπορεύματα ἀγοράζονται ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς τιμῆς, ἥτις ζητεῖται εἴτε κατὰ μέτρον, εἴτε κατὰ βάρος, εἴτε κατ’ ἄλλον τρόπον. Λοιπὸν ἤθελον νὰ μάθω, ἐπὶ ποίᾳ τιμῇ ἠγοράσθη ἡ ξυλεία. Ὅθεν παρέστησα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ὁ λογαριασμὸς τὸν ὁποῖον κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλήν, οὐδεμίαν περὶ τούτου περιέχει πληροφορίαν. Παρεκάλεσα λοιπὸν, νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, πόσον ἠγοράσθη ἡ ξυλεία. Προχθὲς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατέθηκεν ἑτέραν σημείωσιν ἐκ τῆς ὁποίας ἔμαθον, ὅτι διὰ ναῦλον 49,286 τεμαχίων ξυλείας ἐπληρώθησαν φράγκα 9,361, διὰ 31,800 δ’ ἄλλα τεμάχια ξυλείας ἐπληρώθησαν εἰς ναῦλον ἐπὶ Νορβηγικοῦ τινος πλοίου φράγκα χρυσᾶ 5,026:40, καὶ διὰ 4,000 ἄλλα τεμάχια ξυλείας ἐπληρώθησαν διὰ ναῦλον ἐπὶ τοῦ ἀτμοπλοίου «Θράκης» τῆς Πανελληνίου Ἑταιρίας φιορίνια 1823: 60. Οὕτω δὲ συνεζητήθη τὸ νομοσχέδιον καὶ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, καὶ δὲν ἠδυνήθην ἀκόμη νὰ μάθω, ἐπὶ ποίᾳ τιμῇ ἠγοράσθη ἡ ξυλεία. Ἡμεῖς, ὅταν ζητῶμεν τοιαύτας πληροφορίας, δὲν σκοποῦμεν νὰ καταγγείλωμεν τοὺς διατάσσοντας τὰς πληρωμὰς ἐπὶ καταχρήσει ἢ ἐπὶ κλοπῇ· ἀλλὰ τοῦ δημοσίου λειτουργοῦ τὸ καθῆκον δὲν εἶναι μόνον νὰ μὴ κλέπτῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ ἀφίνῃ καὶ τοὺς ὑπ’ αὐτὸν νὰ κλέπτωσιν, εἴτε οὗτοί εἰσιν ὑπάλληλοι, εἴτε εἶναι πολῖται, συναλλασσόμενοι μετὰ τοῦ Δημοσίου. Λοιπὸν ἡ παρατήρησις αὕτη γίγνεται, διὰ νὰ ἐκδηλώσω τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐζήτησα αὐτὴν τὴν πληροφορίαν, καὶ διὰ νὰ ἀπαντήσω ἀκόμη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος πρὸ ὀλίγου ἠρώτα, ἂν νομίζωσιν, ὅτι ἔκλεψεν ὁ Δήμαρχος. Εἶναι προτιμότερον νὰ κλέπτῃ μία τῶν δημοσίων ἀρχῶν, παρὰ νὰ ἐπιτρέπηται εἰς τὰ ὑπ’ αὐτὴν ὄργανα νὰ κλέπτωσιν, ἢ νὰ ἐπιτρέπηται εἰς τοὺς συναλλαττομένους πρὸς αὐτὴν πολίτας νὰ κλέπτωσιν, ἢ νὰ γίγνωνται αἱ συναλλαγαὶ οὕτως, ὥστε νὰ δίδηται εὐκαιρία εἰς τοὺς συναλλασσομένους νὰ κερδαίνωσι κέρδη ὑπέρογκα. Διότι, καὶ ἐὰν ἡ ἀρχὴ δὲν ἔχῃ κέρδος ἐκ τῆς παραλείψεως ταύτης ὑλικὸν, δύναται νὰ ἔχῃ κέρδος ἄλλο, πολιτικὸν, κομματικὸν, συμπαθείας. Διὰ τοῦτο ἔχομεν δικαίωμα ἐλέγχου, καὶ παραπονοῦμαι, διότι δὲν μοὶ ἐχορηγήθησαν αἱ πληροφορίαι αἱ ἀναγκαῖαι ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς τιμῆς τῆς ἀγορασθείσης ἐν Τεργέστῃ ξυλείας. Παρατηρήσεις δυνάμεθα ν’ ἀπευθύνωμεν καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐζητήσαμεν σημείωσιν διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ φωτισμοῦ τοῦ ἀεριόφωτος, ἂν ἐδαπανήθη ὅλη ἡ πίστωσις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐζητήσαμεν ἄλλας πληροφορίας, ἀλλ’ οὐδεμία προσήχθη. Τώρα θέλουσι ψηφισθῆ αἱ ζητηθεῖσαι παρὰ τοῦ Ὑπουργείου πιστώσεις, ἔπρεπεν ὅμως νὰ μὴ ἀποκρύψωμεν τὰς παρατηρήσεις μας ἐπὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διεξάγονται αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως 1889 ἐκ δραχμῶν 562,699.
§129Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχω ἐπὶ τούτου διὰ μακρῶν νὰ ἀγορεύσω.
§130ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ἀναγνωσθῇ τὸ ἑπόμενον.
§131Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἐργαζόμενοι πέραν τῆς 12ης;
§132ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ ἀναβληθῇ καὶ τὸ ἑπόμενον.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ περὶ τοῦ Μοτζενιγείου κληροδοτήματος δὲν ἔχει συζήτησιν.
§134ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂς ἀναγνωσθῇ.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπαγορεύσεως κατασχέσεως τοῦ καταβαλλομένου ἐτησίως ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν Κερκυραίων, ὡς φύλακα τοῦ Μοτζενιγείου κληροδοτήματος, ποσοῦ 55,000 δραχμῶν κατὰ τὸν ΑΦΔʹ νόμον τοῦ 1887.
§136ΣΚΑΡΠΑΣ. Ὅπως ἐπιτευχθῇ πληρέστερον ὁ σκοπὸς, ὃν προτίθεται τὸ παρὸν νομοσχέδιον, προτείνω τὴν ἑξῆς προσθήκην ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 1: «Αἱ μέχρι τοῦδε τυχὸν ἐπιβληθεῖσαι συντηρητικαὶ κατασχέσεις ἀκυροῦνται».
§137ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶναι ἀποκρουστέα ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, διότι εὑρισκόμεθα ἀπέναντι ἀπαιτήσεων πολλῶν, οἵτινες ζητοῦσι νὰ ὠφεληθῶσιν, ἀπαιτήσεων λίαν ἀμφιβόλων. Ἔχω δὲ περὶ τῶν ἀπαιτήσεων τούτων τὰς ἑξῆς πληροφορίας, ὅτι ἤγειρον ἀγωγὰς οἱ ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει κατάλογον ὀνομάτων). Εὑρισκόμεθα ἀπέναντι ἀνθρώπων ἐγειράντων ἀγωγὰς πρὸς πληρωμὴν ἐπιχορηγήματος, τὸ ὁποῖον κηρύσσομεν ἀνεπίδεκτον κατασχέσεως.
§138ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ἀρκετὰ βαρὺ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καθ’ ἑαυτό· ἐὰν παραδεχθῶμεν καὶ τὴν πρότασιν ταύτην, θὰ τὸ καταστήσωμεν ἔτι βαρύτερον.
§139ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς ταῦτα ἤθελον παρατηρήσει τὸ ἑξῆς. Παρακαλῶ τὸν ἔντιμον συνάδελφον νὰ παραιτηθῇ τῆς προτάσεώς του, διότι ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου, ὡς προετάθη, εἶναι αὕτη, ὅτι εἶναι ἀνεπίδεκτα κατασχέσεως τὰ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου διδόμενα χρήματα, κατ’ ἀκολουθίαν αἱ γενόμεναι συντηρητικαὶ κατασχέσεις δὲν θέλουσι τελεσφορήσει. Ὥστε ὑπὸ ταύτην τὴν ἔννοιαν δύναται νὰ ἀποσύρῃ τὴν πρότασίν του ὁ κ. Βουλευτής. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχει, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ νόμου ᾼΦΛΓʹ τῆς 28 Μαΐου 1887 καὶ τροποποιήσεως πινάκων προσηρτημένων εἰς τὸν αὐτὸν νόμον.
§141ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητῶ τὸν λόγον· θὰ ἀγορεύσω ἐπὶ πολὺ ἐπὶ τούτου, καὶ δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἔχῃ διάθεσιν ἡ Βουλὴ κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν.
§142Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἐδήλωσα καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, ὅτι δὲν ἀντιτίθεμαι εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου· ἀλλὰ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται, ὅτι πρέπει νὰ μείνωμεν μέχρι τῆς 12ης ἐνταῦθα.
§143ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἐγὼ ὑποβάλλω πρότασιν, νὰ προηγηθῇ τὸ ἀμέσως ἑπόμενον νομοσχέδιον, «περὶ ὁρισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν πλοιάρχων, τῶν ἀντιπλοιάρχων, τῶν λογιστῶν καὶ τῶν μηχανικῶν αʹ τάξεως».
§144ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ ναυτικὸν καὶ τὸ στρατιωτικὸν εἶναι συναφῆ νομοσχέδια. Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν ἐπὶ τούτων ὅλων νὰ συζητήσωμεν, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ δημοκοπῶσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοί, διότι γνωρίζουσι ποίας ἰδέας ἔχουν οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ ναυτικοῦ καὶ ὁ στρατὸς τῆς ξηρᾶς περὶ αὐτῶν.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνεται ἡ μεταβολὴ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§146ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσι Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Κανάρη, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
| Χαρ. Τρικούπης | Ο | Ἰω. Κρεστενίτης | |
| Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Ν Κουμανιώτης | |
| Γ. Σισμάνης | Ο | Χρ. Στεφανόπουλος | Ο |
| Δ. Βουλπιώτης | Ο | Ἀλέξ. Ζαΐμης | |
| Ἀθ. Ἴσκος | Ἀρ. Κοντογούρης | ||
| Ν. Καλαντζόπουλος | Ο | Νικόλ. Καλογερόπουλος | Ο |
| Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | ||
| Μ. Γουλιμῆς | Ο | Ν. Παπανικολάου | |
| Μ. Ἰατρίδης | Νικόλ. Καφετζόγλους | Ο | |
| Δ. Χατζόπουλος | Ἰωάννης Πεζᾶς | ||
| Γεώργιος Μίλησης | Κωνσταντ. Σινέλης | Ο | |
| Σπυρίδων Νοταρᾶς | Βασίλειος Βουδούρης | Ο | |
| Γεώργιος Κούστας | Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Ο | |
| Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος | Ο | Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο |
| Σωτήριος Δανόπουλος | Ο | Ἀναστ. Ἐ. Λούντζης | Ο |
| Ἀναστ. Δημητριάδης | Ο | Διον. Λομβάρδος | Ο |
| Μιχαὴλ Νικηφοράκης | Ο | Γεώργιος Θεοτόκης | Ο |
| Δημ. Πετρίδης | Κωνστ. Βασιλάκης | ||
| Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | Ἀντ. Καποδίστριας | ||
| Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Ν | Νικόλαος Βασιλάκης | |
| Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Εὐάγγελος Τσαρλαμπᾶς | ||
| Χρῆστος Χρηστόπουλος | Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς | ||
| Φίλιππος Βάρβογλης | Σ. Ἀλαμάνος | ||
| Ἠλίας Φλέσσας | Θεόφ. Προβατᾶς | ||
| Κωνστ. Κωνσταντόπουλος | Γ. Σκάρπας | Ο | |
| Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | ||
| Παναγ. Μανέτας | Ἀγαμ. Μεταξᾶς | Ν | |
| Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος | Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | ||
| Ἠλίας Παλαμήδης | Ο | Νικ. Βαλσαμάκης | |
| Κωνστ. Κατσικόπουλος | Γερ. Μουσούρης | Ο | |
| Δ. Ζέγγελης | Παν. Βενιεράτος | ||
| Δημ. Ν. Βότσαρης | Ο | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | |
| Κωνστ. Γ. Καραπάνος | Γεώργ. Κόρπας | ||
| Γεώρ. Χ. Παχὺς | Ο | Στεφ. Σκουλούδης | |
| Στέφανος Δραγούμης | Ο | Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ο |
| Δημ. Γ. Ράλλης | Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ο | |
| Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας | Ο | Νικ. Νομικός | Ο |
| Φωκίων Νέγρης | Ο | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ο |
| Ἰω. Α. Γεωργαντᾶς | Γεώργ. Μπούμπουρας | Ο | |
| Νικόλ. Μπουφίδης | Ο | Λωρέντζος Δελαρόκας | |
| Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ο | Δημοσθ. Καΐρης | Ο |
| Δημ. Καλλιφρονᾶς | Νικ. Κρίσπης | Ο | |
| Νικόλ. Δ. Λεβίδης | Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς | ||
| Ὄθων Μακρυγιάννης | Ο | Ἰωάν. Γκιὼν | Ο |
| Τρύφων Μουτσόπουλος | Ο | Κων. Κοσσονάκος | Ο |
| Θάνος Κανακάρης | Ο | Γ. Μαυρομιχάλης | |
| Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | Ν | |
| Α. Παπαγιαννακόπουλος | Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ο | |
| Α. Φωτήλας | Ο | Νικήτ. Βαρβιτσώτης | Ο |
| Ἀνδρ. Αὐγερινός | Ο | Λεων. Καπετανάκος | Ο |
| Ἀντ. Ρικάκης | Ξανθὸς Πικουλάκης | Ο | |
| Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ν | Γεώργ. Πετροπουλάκης | |
| Κωνστ. Παπαμιχαλόπουλος | Ο | Δημ. Κάρτσωνας | |
| Ἰω. Καρτάλης | Δημ. Π. Γουδῆς | Ο | |
| Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ο | Σ. Χατζηγάκης | |
| Εὐάγγ. Σταμούλης | Ο | Κ. Ζωγλοπίτης | Ο |
| Ν. Κοκκολῆς | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ο | |
| Ἰω. Παπαδόπουλος | Ο | Γ. Φραγκίδης | Ο |
| Κων. Μαρκίδης | Ο | Α. Ταχιατζῆς | Ο |
| Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ο | Γ. Τάκης | |
| Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ο | Ν. Ταρμπάζης | |
| Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ο | Ζ. Φαλιάγκας | |
| Ἀναστ. Ζαρμάνης | Σταμάτ. Μπουντούρης | Ο | |
| Ἀχιλ. Λογιωτάτου | Θεόδωρος Γκίκας | Ο | |
| Σωτ. Σωτηρόπουλος | Ἀνάργυρος Σιμόπουλος | Ο | |
| Κων. Κουμουνδοῦρος | Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ο | |
| Περ. Πεῤῥωτῆς | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ο | |
| Δημήτ. Τζάνες | Ο | Νικόλαος Κοντογιάννης | |
| Περικλῆς Μποῦτος | Ο | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο |
| Παναγ. Σάκκης | Γεώργιος Λιδωρίκης | Ο | |
| Νικ. Παπαλέξης | Ο | Κωνστ. Χατζῖσκος | Ο |
| Νικ. Μισυρλῆς | Δημήτριος Ζουλούμης | ||
| Νικ. Καράπαυλος | Ο | Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος | Ν |
| Ἀσημάκης Χριστόπουλος | Θεμιστοκλ. Κανάρης | Ν | |
| Εὐστάθ. Κοκκέβης | Ο |
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη διὰ ψήφων 74 κατὰ 6, ἐπὶ ψηφοφορησάντων ἐν ὅλῳ 80. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀναγνωσθέντος νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ νόμου ᾼΦΛΓʹ κλπ.
§149ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰσερχόμεθα, κύριοι Βουλευταὶ, εἰς τὴν συζήτησιν νομοσχεδίου λίαν σπουδαίου· κατὰ σύμπτωσιν δ’ ἐπιλαμβανόμεθα τῆς συζητήσεως αὐτοῦ ἐν στιγμῇ, καθ’ ἣν καὶ ἄλλα ζητήματα, σχετικὰ πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἀνεκινήθησαν. Ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν νομοσχέδιον στρατιωτικὸν, καὶ, ὡς εἴδετε, κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας ἐπανειλημμένως ἠσχολήθη ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἔρευναν στρατιωτικῶν ζητημάτων ἐν τῷ τόπῳ· τὰ ζητήματα ταῦτα εἰσῆλθον εἰς τὴν Βουλὴν δι’ ἐπερωτήσεων, δι’ ὧν ἡ Κυβέρνησις προεκλήθη εἰς διαφόρους ἐξηγήσεις, ἃς ἐπιμελῶς ἀπέφυγε νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἦσαν δὲ ταῦτα τὰ περὶ τῶν ἐν Λαρίσσῃ συμβάντων καὶ τὰ μεθοριακὰ, ἅτινα, ὡς μὴ ὤφειλεν, ἐῤῥίφθησαν εἰς τὸ μέσον παρὰ προσώπου, ἥκιστα μὲν ἔχοντος τὸ συμφέρον πρὸς τοῦτο, ἐλαχίστην δὲ τὴν ἁρμοδιότητα καὶ οὐδὲν δικαίωμα. Ἀλλὰ πρὶν ἢ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος, ὀφείλω νὰ μὴ παρατρέξω καὶ ἄλλην τινὰ σύμπτωσιν, ἥτις συμβαίνει, εἶναι δὲ αὕτη ἡ κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην συμπλήρωσις τῆς τετραετίας τῆς ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἀναβάσεως τοῦ νῦν ὑφισταμένου Ὑπουργείου. Καὶ τί μὲν κατὰ τὴν τετραετίαν ταύτην τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο ἔπραξεν ὡς πρὸς τὰ ἄλλα ζητήματα, θὰ ἐκτιμήσῃ καὶ θὰ χαρακτηρίσῃ δεόντως ἡ ἱστορία, ὅταν θὰ ἀναλάβῃ τὸν κάλαμον, ἵνα ἱστορίσῃ τὰ κατ’ αὐτό. Ἐγὼ οὐδόλως προτίθεμαι νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἔρευναν τῆς τετραετοῦς ταύτης ἱστορίας ὡς πρὸς τὰ ἄλλα ζητήματα· ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, ὁποίαν εὗρεν αὐτὴν ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις καὶ ὁποίαν παρουσιάζει αὐτὴν σήμερον κατὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν τεσσάρων ἐτῶν, νομίζω ὅτι μοὶ ἐπιτρέπεται, ἀλλὰ καὶ μοὶ ἐπιβάλλεται, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Εἶναι δὲ σχετικὸν τὸ ζήτημα, διότι ἕνεκα στρατιωτικοῦ ζητήματος, τεθειμένου ἐπὶ τοῦ τάπητος κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, κατὰ τὸ 1886, καὶ ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις ἀπέσχε τῶν κοινῶν καὶ ἡ παροῦσα ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχήν. Ἐὰν σήμερον αἱ ἐφημερίδες, αἱ φίλα φρονοῦσαι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ψάλλωσιν ἐπινίκια διὰ τὴν τετραετῆ αὐτῆς διοίκησιν ὑπὸ τὰς λοιπὰς ἐπόψεις, ἐγὼ δὲν ἐξετάζω· βεβαιότατα ὅμως ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος ἐλαχίστους ἐπαίνους δύνανται νὰ ἀπονείμωσιν εἰς τὴν ὑπὸ τὸν κ. Τρικούπην Κυβέρνησιν· διότι ὄχι μόνον δὲν ἐβελτιώθη ὁ στρατὸς κατὰ τὴν τετραετίαν ταύτην, ἀλλὰ καὶ ἔπαθεν ἐπαισθητὴν, εἰ μὴ ἀνεπανόρθωτον, μείωσιν τῆς ὑπολήψεως καὶ τοῦ γοήτρου αὐτοῦ. Εἰς πᾶν ὅ,τι λέγω ἔχω βάσιν, κατὰ τὸ εἰωθὸς ἐμοὶ, μόνον καὶ ἀποκλειστικῶς ἐπίσημα κείμενα, ἐπισήμους ἀριθμοὺς, ἐπισήμους πληροφορίας ἢ κείμενα ἄλλων ἐνυπόγραφα, καὶ ἐπὶ τούτων βασίζομαι· ποιοῦμαι δὲ τὴν δήλωσιν ταύτην ἅπαξ διὰ παντὸς κατὰ τὴν προκειμένην ἀγόρευσίν μου. Θὰ προσπαθήσω νὰ μὴ καταχρασθῶ τῆς ὑπομονῆς σας, ἐν τούτοις δὲν δύναμαι νὰ ὁμιλήσω διὰ βραχυτάτων, προκειμένου περὶ τόσον σοβαροῦ ζητήματος. Εἶναι δὲ ἄξιον εὐρείας συζητήσεως καὶ ἐμβριθοῦς μελέτης τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα, διότι τοῦτο συνδέεται στενότατα καὶ ἀναποσπάστως πρὸς τὸ ἐθνικὸν μεγαλεῖον καὶ πρὸς τοὺς πόθους τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, ὄχι μόνον τοῦ Κράτους τοῦ νῦν, ὑπὸ τῶν γνωστῶν ὁρίων ὁριζομένου, ἀλλ’ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐννοοῦμεν, ὅταν λέγωμεν Ἑλληνικὸν ἔθνος, ἢ Ἑλληνικὸν γένος! Ἐπὶ τόσον σπουδαίου ζητήματος λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς παρατηρήσεις τινάς. Βεβαιότατα οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην ἔχω ἐλπίδα, ὅτι αἱ παρατηρήσεις μου θέλουσι ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐκ πεποιθήσεως, ἢ ἐκ συστήματος, ἢ ἐξ ἰδιοσυγκρασίας, σχεδὸν οὐδέποτε ἀνεγνώρισεν ὡς ὀρθὴν παρατήρησιν οἱανδήποτε, ἐκφερομένην παρὰ Βουλευτοῦ ἐν τῇ συζητήσει τῶν νομοσχεδίων του, καὶ μάλιστα ἂν ὁ Βουλευτὴς οὗτος κάθηται ἐν τῇ πτέρυγι ἐκείνῃ (δεικνύει τὴν ἀριστεράν). Ἐν τούτοις πρέπει νὰ λεχθῶσί τινα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ ἂς μὴ λάβῃ ταῦτα ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς δὲν ἔλαβε καὶ ἄλλα, ἅτινα ἐλέχθησαν ὑπὸ ἄλλων, πολλῷ εἰδικωτέρων ἐμοῦ, ἐπὶ ζητημάτων ἐπίσης σπουδαίων, ὡς τὸ προκείμενον. Ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ, κύριοι Βουλευταὶ, οὐδένα λανθάνει. Εἶναι γνωστὴ εἰς πάντας· τοῦτο δὲ λέγων, νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ θέσω ἐπ’ αὐτῆς τὸ ἐπίθετον, ὅπερ ἁρμόζει αὐτῇ· ἐννοεῖται παρ’ ὅλων, ἀναγνωρίζεται δὲ, δυστυχῶς, πρώτιστα καὶ κυριώτατα παρὰ τῶν ἁρμοδιωτέρων, δηλ. παρὰ τῶν στρατιωτικῶν ἀνδρῶν τῆς χώρας, ὡς οὐχὶ καλὴ, ὡς οὐχὶ εὐάρεστος! Ἀλλ’ ἐάν τις ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ εἶναι τοιαύτη σήμερον, ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ δυσκολίαν νὰ μεταπεισθῇ, ἐὰν ἀναδράμῃ εἰς τὰ φύλλα τῆς ἐπισήμου ἐφημερίδος τοῦ Κράτους· ἐκεῖ θὰ εὕρῃ σωρείαν Β. διαταγμάτων, τῶν ὁποίων ἡ ἀνάγνωσις βεβαιότατα θὰ ἐμποιήσῃ εἰς αὐτὸν τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ δὲν εἶναι καλὴ, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ — πρέπει νὰ εἴπω τὴν λέξιν — εἶναι κακὴ καὶ δυσάρεστος. Εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτι, ἐγὼ τουλάχιστον, κατὰ μέγιστον μέρος τὴν κατάστασιν ταύτην ἀποδίδω εἰς τὸ ὅτι ὁ διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δὲν εἶναι στρατιωτικός· ἐπαναλαμβάνω δὲ νὰ εἴπω τοῦτο καὶ σήμερον, εἰ καὶ ὑπὸ ἔποψιν πολιτικὴν, ἢ μᾶλλον ἀντιπολιτευτικὴν, δι’ ἐμὲ ἢ διὰ τοὺς συναδέλφους, μεθ’ ὧν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι ἐν τῇ πτέρυγι ἐκείνῃ, δὲν θὰ ἦτο δυσάρεστον· ἀλλὰ δὲν εἶμαι διατεθειμένος, ὁμιλῶν περὶ στρατοῦ, νὰ ἀποβλέψω εἰς συμφέροντα πολιτικὰ, ἢ ἀντιπολιτευτικὰ, ἢ κομματικὰ, ἢ οἱαδήποτε ἄλλα· ὁμιλῶν περὶ στρατοῦ, κρίνω αὐτὸν ὡς Ἕλλην· λέγω δὲ καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὅ,τι καὶ ἄλλην ἡμέραν εἶπον, προκειμένου περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἑλληνικῆς ναυτιλίας, ὅτι τὸ χώρισμα ἐκεῖνο (δεικνύει τὸν μεταξὺ τῶν δύο πτερύγων διάδρομον) δι’ ἐμὲ δὲν ὑπάρχει, ὅταν πρόκηται ἡ συζήτησις τοσούτῳ σπουδαίων ζητημάτων. Ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους τούτου, ὡς ἐνθυμεῖσθε, συνέβησαν ἐν τῷ στρατῷ λίαν δυσάρεστα πράγματα. Ἀπέφυγον ἐπιμελῶς νὰ λάβω τὸν λόγον, εἰ καὶ πολλάκις ἠγέρθη συζήτησις ἐνταῦθα περὶ αὐτῶν. Ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι ἡ ἀνακίνησις τῶν τοιούτων ζητημάτων, εἰ καὶ δυνατὸν νὰ ἔχῃ ὑπό τινα ἔποψιν καλὰ ἀποτελέσματα, ἐν τούτοις βεβαιότερον εἶναι, ὅτι φέρει δυσάρεστα. Ταύτην δὲ τὴν γνώμην ἔχων, ἀπέφυγον νὰ λάβω τὸν λόγον μέχρι τοῦδε καθ’ ὅλας τὰς γενομένας συζητήσεις. Κατ’ αὐτὰς ἐλέχθησαν πάλιν πολλὰ· εἰ δὲ καὶ ἔλειπον αἱ χαρακτηριστικαὶ τῶν πραγμάτων λέξεις, ἕκαστος ἡμῶν ἐνόει περὶ τίνος προέκειτο· ἐγράφησαν ἐν ταῖς ἐφημερίσι πλεῖστα, εἰς τὰ μεταξὺ δὲ τῶν στίχων ἀνεγινώσκετο ἐκεῖνο, ὅπερ ἐννοῶ, ὅπερ οὐδεὶς ὑμῶν ἀγνοεῖ. Ἐγὼ ἓν καὶ μόνον ἔβλεπον, ὅτι διὰ τῶν γεγονότων καὶ τῶν γραφομένων ἡ ὑπόληψις καὶ τὸ γόητρον τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἐκλονίζετο. Ἐπεκαλέσθην δὲ κατὰ τὴν ἀγόρευσίν μου περὶ τῶν στρατιωτικῶν τῆς 1ης Μαρτίου τὴν ἐπὶ τούτου προσοχὴν τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ὑπουργοῦ, παρατηρήσας αὐτῷ, ὅτι ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὁμιλήσῃ, ὡς ὁ μόνος δυνάμενος νὰ ὁμιλῇ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ στρατοῦ, διὰ νὰ διαλευκάνῃ πᾶν ὅ,τι σκιερὸν καὶ ζοφῶδες ἐπεῤῥίπτετο ἐπὶ τῆς ὑπολήψεως αὐτοῦ· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ὡμίλησε, δυστυχῶς, ἐπὶ βλάβῃ τῆς ὑπολήψεως καὶ τοῦ γοήτρου τοῦ στρατοῦ. Εἶπον εἰς αὐτὸν τότε, προκειμένου περὶ τοῦ ὑπομνήματος, τὸ ὁποῖον διεδίδετο ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ὑπέβαλον πρὸς τὸν Βασιλέα (ἀναγινώσκει).... Δὲν πιστεύω ὅτι συνετάχθη τοιοῦτον ὑπόμνημα, οἷον ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς ἐφημερίδας, καὶ ὅτι ὑπεβλήθη εἴτε πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν εἴτε εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφήσῃ ἄνευ ἀποκρούσεως τὴν μομφὴν ταύτην. Δὲν θέλω νὰ πιστεύσω, ὅτι ὁ στρατὸς προῆλθεν εἰς τοιαύτην ἀντιπειθαρχικὴν πρᾶξιν· ἀλλὰ δὲν πρέπει, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ σπεύσητε νὰ ἱκανοποιήσητε τὴν προσβληθεῖσαν ὑπόληψιν τοῦ στρατοῦ, ἀφοῦ ὑμεῖς μόνος δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε ἀπὸ μέρους αὐτοῦ, παρέχοντες, ἂν δύνασθε, κατηγορηματικῶς τὴν βεβαίωσιν, ὅτι τοιοῦτον ὑπόμνημα δὲν ὑπάρχει; Ὅ,τι δὲ εἶπον τότε ἐπαναλαμβάνω καὶ νῦν: ἔπρεπε καὶ πρέπει καὶ ὀφείλει ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ὑπουργὸς νὰ πράξῃ τοῦτο, προκειμένου περὶ τοῦ στρατοῦ. Συνεζητήθησαν κατ’ ἐπανάληψιν τὰ λεγόμενα Λαρισσαϊκὰ, ἐτίθετο ὑπὸ ἀμφισβήτησιν ἡ ὑπόληψις καὶ ἡ τιμὴ ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν 70 ἢ 80, ἴσως δὲ καὶ πλειόνων ἀξιωματικῶν· ἐπ’ ὀνόματι τούτων ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀλλὰ δὲν ἔπραξε τοῦτο, πρὸς βλάβην, ἐπαναλαμβάνω, τῆς ὑπολήψεως τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐνῷ ἠδύνατο, λαμβάνων τότε τὸν λόγον, νὰ δώσῃ οἱασδήποτε ἐξηγήσεις ἐνόμιζεν ἀναγκαίας, ἠναγκάσθη μετὰ ταῦτα πᾶν ὅ,τι ἐλέγετο ἢ διεδίδετο ἢ ὑπενοεῖτο τότε νὰ ἐπισημοποιήσῃ αὐτὸς οὗτος ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τῆς ἰδίας αὐτοῦ ὑπογραφῆς, τεθειμένης ὑπὸ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως· ἠναγκάσθη νὰ ἐπισημοποιήσῃ αὐτὸ διὰ τῆς ῥαγδαίας ἐκδόσεως πολλῶν Β. διαταγμάτων, δι’ ὧν ἀπεστρατεύοντο πολλοὶ ἀξιωματικοί, ἀπὸ ὑποστρατήγου μέχρις ἀνθυπολοχαγοῦ· ὡς εἰ μὴ ἤρκουν δὲ ταῦτα, ἐπηκολούθησαν εὐθὺς μετ’ ὀλίγον τὰ λεγόμενα «Ἀνακριτικὰ Συμβούλια»· διὰ τῆς συγκλήσεως δὲ τούτων, ἤτοι διὰ τῆς προσφυγῆς εἰς ἔκτακτα μέτρα, ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ἐπεβεβαίου ἐπὶ μᾶλλον ὅ,τι διὰ τῆς σιωπῆς αὑτοῦ ἤθελε ν’ ἀποκρύψῃ. Λαβὼν δὲ τὸν λόγον ἐπὶ τούτου, ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργόν: διὰ ποῖα ἐγκλήματα κατηγορούμενοι τρεῖς ἀξιωματικοὶ ἐσύρθησαν πρὸ τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου; διατὶ δὲν παρέπεμψεν αὐτοὺς εἰς τὰ τακτικὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια, ἵνα δικασθῶσι; Περὶ ἑνὸς ἐκ τῶν κατηγορηθέντων ἐγείρω ἐλάχιστα τὸν πέπλον· κατ’ αὐτοῦ ὑπῆρχε κατηγορία ἐπὶ μεγίστῳ στρατιωτικῷ παραπτώματι, ἐπὶ στρατιωτικῷ ἐγκλήματι, ἐπὶ παραβάσει δηλ. τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας· διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐκάλεσεν αὐτὸν πρὸ τοῦ ἁρμοδίου δικαστηρίου, ἵνα δώσῃ λόγον; ἐὰν δὲ ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου τὸ κεφάλαιον τῆς κατηγορίας γινώσκω ἀκριβῶς, ἀπεδεικνύετο ἔνοχος, διατὶ νὰ μὴ τιμωρηθῇ διὰ τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου διαγραφομένης ποινῆς; ἐὰν τὸ ἔγκλημα αὐτοῦ ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἄξιον τῆς μεγίστης τῶν ποινῶν, διατὶ νὰ μὴ τουφεκισθῇ, πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ στρατοῦ καὶ πρὸς παραδειγματισμὸν τῶν λοιπῶν; πρὸς τί τὰ ἱερεξεταστικὰ μέτρα ἐναντίον τοῦ στρατοῦ, τὰ καλούμενα «Ἀνακριτικὰ Συμβούλια»; Ἀλλὰ φοβοῦμαι μὴ ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, ὅστις βεβαίως δὲν ἠγνόει τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, κατέβαλε πᾶσαν προσπάθειαν, ἵν’ ἀποκρύψῃ αὐτὴν, τοῦτο δὲ, διότι αὐτὸς πρῶτος δὲν ἠκολούθει τὴν δικαιοσύνην ἐν τῇ διοικήσει τοῦ στρατεύματος καὶ δὲν εἶχε τὸ συμφέρον ν’ ἀποκαλυφθῇ ὁλόκληρος ἡ κατάστασις· διότι σύνοιδεν ἑαυτῷ, ὅτι εἰσήγαγε τὴν πολιτικὴν εἰς τὸν στρατὸν, ἔβλεπεν, ὅτι, ἐὰν ἀπεσύρετο τέλος ὁ πέπλος καὶ αἱ ὑποθέσεις αὗται ἐγίνοντο κτῆμα τῆς κοινῆς συνειδήσεως, θ’ ἀπεκαλύπτετο ὅτι καὶ ὁ στρατὸς εἰσῆλθεν εἰς τὴν πολιτικήν. Καὶ βεβαίως τοιαῦτα ἀποτελέσματα οὐδὲ παράδοξα οὐδὲ ἀπίθανα πρέπει νὰ φαίνωνται εἰς πάντα γινώσκοντα ὅτι τὴν διοίκησιν τοῦ ἐν Λαρίσσῃ ἑλληνικοῦ στρατοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέθηκεν εἰς δικαστικοὺς καὶ εἰς διοικητικοὺς ὑπαλλήλους, τοιούτους μάλιστα, οἵτινες οὐδὲ τὴν ἰδίαν αὑτῶν ὑπηρεσίαν ἦσαν ἱκανοὶ νὰ διαχειρισθῶσι καλῶς· ἐννοῶ δὲ τὸν Νομάρχην καὶ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν ἐν Λαρίσσῃ, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἰδιαιτέρας ὁδηγίας νὰ συνεννοῶνται πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατεύματος καὶ κατὰ τὰς συνεννοήσεις των νὰ διοικῆται τὸ στράτευμα! Ἀλλ’ ἐνῷ διὰ πάντα ταῦτα ὁ μόνος δικαιούμενος καὶ ὁ μόνος δυνάμενος νὰ ὁμιλῇ ἐξ ὀνόματος τοῦ στρατοῦ ἐσιώπα, εἴδομεν παραδόξως καὶ ἀνελπίστως ἐγειρομένους ἄλλους, ἵνα ὁμιλήσωσι περὶ τοῦ στρατοῦ καὶ ἐπ’ ὀνόματι αὐτοῦ, οὐδὲ τὸ ἐλάχιστον δικαιουμένους πρὸς τοῦτο. Καὶ ἐνῷ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, ἐπανειλημμένως προκαλούμενος, σιωπᾷ, ἐκεῖνοι, οἵτινες ὡμίλησαν ἐπ’ ὀνόματι τοῦ στρατοῦ, προέβησαν εἰς τοῦτο καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπρόκλητοι. Οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ τὴν ἐσχάτως δημοσιευθεῖσαν ἐπιστολὴν τοῦ κ. Ζυμβρακάκη, τοῦ συνταγματάρχου καὶ ἀρχηγοῦ τοῦ ἐν Λαρίσσῃ στρατοῦ· ἐγὼ δὲ, ἂν ἀναφέρω ὑμῖν περικοπὴν τινα ἐξ αὐτῆς, πράττω τοῦτο, ἵνα εὐκολύνω ὑμῖν τὴν κατάληψιν τῶν περαιτέρω. Ἔγραφεν ὁ κ. Ζυμβρακάκης, ὁ οὐδόλως, ἐπαναλαμβάνω, δικαιούμενος νὰ κατέλθῃ εἰς τὴν δημοσιότητα ἄνευ ἀδείας τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὡς αὐτὸς οὗτος ὡμολόγησεν, ἔγραφε τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει); «Κρίνω κατάλληλον τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω εἰς ἐκείνους, οἵτινες διὰ τῶν μέσων τούτων φροντίζουσι νὰ ἀναδειχθῶσιν ἥρωες, ὅτι συμφερώτερον δι’ αὐτοὺς εἶναι τοιαύτας περιστάσεις καὶ κατορθώματα (τὰ κατορθώματα τοῦ Γκριτζόβαλη καὶ Μελούνας καὶ τὸ ἀτύχημα τῆς Κούτρας) ν’ ἀφίνωσι κεκαλυμμένα διὰ τοῦ πέπλου τῆς λήθης, διότι, ἐὰν τούτων προκληθῆ ἡ ἀποκάλυψις, τότε θὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ἀρνῶνται, ὅτι καὶ πόῤῥωθεν μετέσχον αὐτῶν.» Εἵμαρτο, κύριοι συνάδελφοι, τὴν τοιαύτην προσβολὴν κατὰ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, τὴν παρὰ τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτοῦ ἐκφερομένην, νὰ ἀνασκευάσῃ ἐν ταῖς συνειδήσεσιν ἡμῶν οὐχὶ ἄλλος τις ἐκ τῶν ἁρμοδίων, οὐχὶ αὐτὸς ὁ ὑποχρεούμενος πρὸς τοιαύτην ἀνασκευὴν κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ ξένος καθ’ ὁλοκληρίαν καὶ τὸ ἀντίθετον ἔχων συμφέρον, δηλ. ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις, καὶ δὴ ἐπισήμως, δι’ ἐγκυκλίου αὐτῆς πρὸς τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πρεσβευτὰς τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας! Καὶ ἐνῷ ὁ κ. Ζυμβρακάκης ἔλεγεν, ὅτι, ἐὰν ἀποκαλυφθῶσι τὰ γενόμενα, οἱ ἐργάται αὐτῶν θὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ἀρνηθῶσιν, ὅτι καὶ πόῤῥωθεν μετέσχον αὐτῶν, ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις δι’ ἐπισήμου ἐγγράφου, τοῦ ὁποίου θὰ ἀναγνώσω ὑμῖν περικοπὰς, ἐπιβεβαιοῖ καθ’ ὁλοκληρίαν, ὅτι ὁ στρατὸς τῆς Ἑλλάδος οὐ μόνον τοιαύτην διαγωγὴν, οἵαν ὑπαινίσσεται ὁ κ. συνταγματάρχης, δὲν ἐπέδειξε κατὰ τὰς συμπλοκὰς τῶν συνόρων, ἀλλ’ ἀπεναντίας προέβη εἰς κατορθώματα, τὰ ὁποῖα περιήγαγον εἰς σπουδαῖον φόβον καὶ εἰς σπουδαίαν ἀνησυχίαν τὴν Ὀθωμανικὴν Αὐτοκρατορίαν. Ἐν ἐφημερίδι ἐκδιδομένῃ ἐνταῦθα ἐν γαλλικῇ γλώσσῃ, ὑπὸ τὸ ὄνομα ὁ «Θεατὴς τῆς Ἀνατολῆς», φύλλῳ φιλικώτατα πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν διακειμένῳ, ἀνέγνων χθὲς τὰ ἑξῆς, ἅτινα κρίνω καλὸν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, οὐχὶ ἀσκόπως, ἀλλὰ πρὸς ἀνασκευὴν ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου βήματος τούτου τῆς ὕβρεως, τὴν ὁποίαν εἷς συνταγματάρχης, ὁ κ. Ἰωάννης Ζυμβρακάκης, ἐπέῤῥιψε κατὰ μεγίστης μερίδος τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Ἰδοὺ τὰ γραφόμενα τοῦ «Θεατοῦ τῆς Ἀνατολῆς» ἐν μεταφράσει (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἑπόμενα κείμενα, εἰλημμένα ἐξ ἐγκυκλίου, ἀποσταλείσης ὑπὸ τῆς Πύλης πρὸς τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πράκτοράς της καὶ δημοσιευθείσης ἐν Κωνσταντινουπόλει τὴν 26 Μαΐου (ν) τοῦ ἔτους ἐκείνου (δηλ. 1886), εἰσὶν αἱ πειστικώτεραι περγαμηναὶ τῆς ἀξίας τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ, ἡ ἀρίστη τῶν βεβαιώσεων περὶ τῆς διαμφισβητηθείσης ἀνδρείας αὐτοῦ, ὡς προερχομένη ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ ἐχθροῦ. Ἰδοὺ αἱ οὐσιωδέστεραι περικοπαὶ τῆς ἐγκυκλίου ταύτης, ἥτις, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι, αὐτὸ τοῦτο, κραυγὴ ἥττης τῆς Ὑψηλῆς Πύλης: «Γινώσκετε ἤδη ἐκ τῶν προγενεστέρων τηλεγραφημάτων, ὅτι ἑλληνικαὶ ἐμπροσθοφυλακαὶ εἶχον ἀρχίσει τὸ πῦρ κατὰ τῶν ἐν Κοδομὰν καὶ Ἀναλήψει θέσεων ἡμῶν, καὶ ὅτι αἱ ἐχθροπραξίαι κατέπαυσαν μετὰ διάρκειαν ὀλίγων ὡρῶν. «Ἐν τούτοις, ἐν ᾧ χρόνῳ ἐθεωρεῖτο τὸ ἐπεισόδιον ἐκεῖνο λῆξαν, μετ’ ἐκπλήξεως ἐμάθομεν, ὅτι τὸ παρελθὸν Σάββατον, περὶ τὴν 9 ἑσπερινὴν ὥραν, τὰ ἑλληνικὰ στρατεύματα, τὰ ἐστρατοπεδευμένα μεταξὺ Μελούνας καὶ Δερβὲν καὶ πρὸ τῆς πόλεως Τυρνάβου, ἐπανήρξαντο αἰφνιδίως τοῦ πυρὸς διά τε τυφεκίων καὶ πυροβόλων καθ’ ἁπασῶν τῶν ἐμπροσθοφυλακῶν ἡμῶν καὶ τῶν μεταξὺ τῶν προμνημονευθεισῶν θέσεων ἡμετέρων σταθμῶν. Ὁ ἐχθρὸς μετ’ οὐ πολὺ προσέβαλεν ἐπίσης τὰς θέσεις Τσαῒ–Χισὰρ, Κούτρα καὶ Ἅγιος Ἠλίας καὶ προέβη χωρήσας μέχρι 40 χιλιομέτρων ἐντεῦθεν τῶν συνόρων. «Κατὰ τηλεγράφημα σχετικὸν τοῦ στρατάρχου ἡμῶν, τῆς προόδου τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ αὐξανούσης ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον, οἱ σταθμοὶ ἡμῶν εὑρίσκοντο κεχωρισμένοι ἀπ’ ἀλλήλων, οἱ δὲ στρατιῶται ἡμῶν, προσβαλλόμενοι ὑπὸ πολυαρίθμων στρατιωτικῶν σωμάτων καὶ ἠναγκασμένοι ὄντες νὰ τηρῶσι θέσιν ἀμυντικὴν, ἠδυνάτουν νὰ διατηρῶσι τὰς συγκοινωνίας μεταξὺ τῶν ἡμετέρων σταθμῶν, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον τὰ ἑλληνικὰ στρατεύματα ἐπεζήτουν ἀκριβῶς νὰ διασπάσωσι τὰς ἡμετέρας συγκοινωνίας, προχωροῦντα ἐπὶ τοῦ ἡμετέρου ἐδάφους πρὸς τὸ μέρος τοῦ Τυρνάβου, δι’ οὗ ἐτίθετο εἰς κίνδυνον τὸ πλεῖστον τῶν ἡμετέρων θέσεων.» Ἐπεθύμουν, διακόπτων ἐνταῦθα τὴν ἀνάγνωσιν, νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. συνταγματάρχην, τί φρονεῖ ἐπὶ τῶν τοιούτων ὁμολογιῶν τῆς Ὑψηλῆς Πύλης; Φρονεῖ ὅτι ὑπάρχει λόγος νὰ ἀρνῶνται τὰ τοιαῦτα οἱ μετασχόντες αὐτῶν; Ἐξακολουθῶ τὴν ἀνάγνωσιν: «Αἱ ἐχθροπραξίαι αὗται, ἀρξάμεναι ἄνευ προκαταρκτικῆς τινος διακηρύξεως, προσέλαβον ἀληθῆ χαρακτῆρα μάχης, καὶ ἐδείνωσαν τὴν κατάστασιν, παρὰ δὲ τὴν πρόοδον τῶν ἑλληνικῶν στρατευμάτων, ὁ αὐτοκρατορικὸς στρατὸς ἠρκέσθη νὰ τηρήσῃ στάσιν ἀμυντικήν. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις δύνανται ἐν πάσῃ εὐθύτητι νὰ ἐκτιμήσωσι κλπ.» Αἰσθάνομαι δὲ ἰδίαν τινὰ εὐχαρίστησιν, παραλαμβάνων τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἐξ ἐφημερίδος φίλα φρονούσης πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, ἐφημερίδος δὲ ἄλλως, ἣν καὶ ἐγὼ ἰδιαιτέρως καὶ τιμῶ καὶ ὑπολήπτομαι. Ποιησάμενος δὲ μνείαν τῆς ἐφημερίδος ταύτης, δὲν κρίνω ἄσκοπον νὰ ἀνακοινώσω ὑμῖν καὶ κρίσιν τινὰ αὐτῆς περὶ τῆς ἐν τοῖς στρατιωτικοῖς πράγμασι στάσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, κρίσιν, ἥτις ἔχει μεγίστην ἀξίαν, διότι ἐκφέρεται παρὰ φίλου καὶ δὴ δι’ ἐφημερίδος, ἥτις συντάσσεται καὶ ἐκδίδοται κυριώτατα, ἵνα ἀναγινώσκηται παρ’ ἀλλοδαπῶν (ἀναγινώσκει): «Ἐν τῇ προκειμένῃ ὑποθέσει, ὡς καὶ ἐν πλείσταις ἄλλαις, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μεγάλως βλάπτει ἑαυτὸν, ἐπὶ ματαίῳ ἐν πεισμονῇ ἐπιμένων εἰς ζήτημα, ὅπερ προσβάλλει τὴν φιλαυτίαν μεγάλου ἀριθμοῦ γενναίων ἀξιωματικῶν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἔχῃ ἀτομικῶς κακὴν γνώμην περὶ παντὸς ὅ,τι ἑλληνικὸν, καὶ νὰ ἐκτιμᾷ παρ’ ἀξίαν καὶ θαυμάζῃ μόνον ὅ,τι εἶναι ξένον. Ἀλλ’ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὀφείλει πρὸς παντὸς ν’ ἀπονέμῃ δικαιοσύνην εἰς τοὺς ἄνδρας ἐκείνους, οἵτινες κατώρθωσαν νὰ διασώσωσι τὴν ἐθνικὴν τιμὴν, ἐπενεγκόντες σκληρὰς ἀπωλείας τῷ ἐχθρῷ, παρ’ ὅλην τὴν συῤῥοὴν δυσμενῶν περιστατικῶν, δυναμένων νὰ παρακωλύσωσι τὴν ἐντελεστέραν δρᾶσιν τῶν εὐρωπαϊκῶν στρατῶν, οἵτινές εἰσιν ἀείποτε δι’ αὐτὸν ἀντικείμενον θαυμασμοῦ.» Ἀλλ’ ἡ μέχρι τοῦδε ἐπὶ τῶν ἐγερθέντων στρατιωτικῶν ζητημάτων σιωπὴ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ὑπουργοῦ δὲν παρήγαγε μόνον τὰς δυσαρέστους ταύτας ἀνακοινώσεις καὶ κατακρίσεις, ἀλλὰ κατήγαγε, σχεδὸν εἰπεῖν, ὁλόκληρον τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν εἰς τὴν δημοσιογραφίαν. Ἐν φύλλῳ τῶν «Καιρῶν» τῆς 6 Μαΐου, ὑπὸ τὸν τίτλον «Δήλωσις ἀξιωματικῶν», ἀπαντῶ, ὅτι πολλοὶ ἀξιωματικοὶ ἀπηυθύνθησαν εἰς αὐτοὺς, ζητοῦντες νὰ ἀνασκευασθῶσιν ὅσα ὁ κ. Ζυμβρακάκης ἔγραψε περὶ τῶν ἐν Λαρίσσῃ. Ἐν τῷ αὐτῷ φύλλῳ ἀπαντᾶται ἑτέρα δήλωσις ἄλλων ἀξιωματικῶν, πολλῶν ἐπίσης καὶ τούτων, ἐν σώματι μεταβάντων πρὸς τὴν Διεύθυνσιν τῆς ἐφημερίδος ταύτης, καὶ ζητούντων νὰ δημοσιευθῇ ἐκ μέρους καὶ αὐτῶν ἑτέρα δήλωσις, ἀποβλέπουσα εἰς τὰς μεθοριακὰς συμπλοκὰς τοῦ 1886. Ἐν δὲ τῷ σημερινῷ φύλλῳ τῶν «Καιρῶν» ἐπίσης εὑρίσκεται ἑτέρα δήλωσις ἄλλου ἀξιωματικοῦ, ὅστις ὑποσημειοῦται ὡς «Εἷς αὐτόπτης», καὶ ὅστις παραθέτει ἐν ὑστερογράφῳ (ἀναγινώσκει): «Δὲν ὑπογράφω τὴν ἐπιστολήν μου, διότι δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται, δύνασθε ὅμως εἰς τοὺς ἀρνουμένους τὴν ἀλήθειαν τῶν ἐν αὐτῇ ἱστορουμένων νὰ δηλώσητε τὸ ὄνομά μου.» Εἰς τοιαῦτα δυσάρεστα διὰ τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν ἀποτελέσματα ἤγαγεν ἡ ἐπὶ τοῦ προκειμένου σιωπὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ἐδικαιοῦτο καὶ ὑπεχρεοῦτο νὰ ὁμιλήσῃ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ στρατοῦ. Πάντα ταῦτα ἀποδεικνύουσι, δι’ ἐμὲ, ὅτι ὁ στρατὸς δὲν εὑρίσκεται ἐν τῇ προσηκούσῃ εἰς αὐτὸν θέσει. Ὅτε κατὰ πρῶτον ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ στρατοῦ, ἔλαβον ἐπιστολὴν παρ’ ἀξιωματικοῦ λίαν πεπαιδευμένου καὶ διακεκριμένου ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ, ὅστις μοὶ γράφει μετ’ ἀξιοθαυμάστου ἀληθῶς παῤῥησίας (ἀναγινώσκει): «.... Ὁ στρατὸς, σταδίους καὶ παρασάγγας πολλοὺς ἀπὸ τοῦ προορισμοῦ αὑτοῦ εὑρισκόμενος, εἰς οὐδὲν ἄλλο καταναλίσκεται συζητῶν ἢ ἐπὶ τῆς καταλήψεως βαθμῶν ἀνωτέρων. Ἐλλείψει πεδίου ἐνεργείας, ὅπως καταδειχθῇ καὶ ἐκτιμηθῇ ἡ ὑπηρεσία ἑκάστου, βραβευθῇ δὲ ἡ ἱκανότης ἐκ μέρους τῶν διοικούντων τὰ τοῦ στρατοῦ, οὗτος ἐῤῥίφθη εἰς πάλην πρὸς κατάληψιν τῶν γενικῶν θέσεων, ἧς ἀποτέλεσμά ἐστιν ἡ μεταξὺ τῶν διαφόρων σωμάτων διαβολὴ καὶ συκοφαντία, ὅπως κερδήσωσι θέσεις καὶ ἐπιτύχωσι προβιβασμοὺς διὰ τὴν προσφιλῆ αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας, καθόσον περὶ αὐτῆς ὁ ἀγών...» Τοιαῦται ἀνακοινώσεις, Κύριοι, ἐλπίζω ὅτι ἐμποιοῦσι καὶ εἰς ὑμᾶς τὴν αὐτὴν δυσάρεστον ἐντύπωσιν. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῶν ἐκφράσεων τῶν μὲν ἢ τῶν δὲ, δύναταί τις ὑμῶν νὰ μοὶ εἴπῃ, εἰς τί καταγίνεται ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς, εἰς ποίαν ἐκπαίδευσιν εἶναι ἐπιδεδομένος, διὰ ποίων γυμνασίων εἶναι ἀπησχολημένος, ἢ εἰς ποῖα καθαρῶς καὶ κυρίως στρατιωτικὰ ἔργα δαπανᾷ τὰς ὥρας αὑτοῦ; Βεβαιότατα εἰς τὰ τρία ταῦτα ἐρωτήματα ἕκαστος ὑμῶν εἶναι ὑποχρεωμένος ν’ ἀπαντήσῃ ἀρνητικῶς, διότι εἰς οὐδὲν τούτων καταγίνεται ὁ στρατός. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἔστρεψε τὸ βλέμμα αὑτοῦ πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατοῦ· ἀλλὰ μετὰ λύπης ὁμολογῶ, ὅτι καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπέτυχεν ἐν ταῖς προσπαθείαις αὑτοῦ. Καὶ πρῶτον μὲν εἰς οὐδὲν νέον καὶ ἄγνωστον εἰς τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν προέβη. Ἡ σύστασις διαφόρων σχολῶν καὶ σχολείων καὶ ἡ ἵδρυσις ἄλλων ἐκπαιδευτικῶν τρόπων ὑπῆρχεν ἐν τῷ ἑλληνικῷ στρατῷ ἀπὸ τῆς παρελθούσης δυναστείας· δὲν δύναται ἄρα οὐδὲ εἰς τοῦτο νὰ καυχηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ὑπῆρξεν ἓν πρωτοτυπίᾳ. Βασιλικὸν διάταγμα τῆς παρελθούσης δυναστείας, τῆς 14 Αὐγούστου 1861, φέρει τίτλον «Περὶ ἐκπαιδεύσεως τοῦ πεζικοῦ», ἐν δὲ τοῖς ἄρθροις 4 καὶ 5 τοῦ διατάγματος ἐκείνου ἀναγινώσκει τις διατάξεις, αἵτινες θὰ φανῶσιν ἴσως καὶ νῦν ἔτι ξέναι εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 4. Καθ’ ὅσον αἱ τοπικαὶ καὶ λοιπαὶ περιστάσεις τὸ ἐπιτρέπουσιν, οἱ νεοσύλλεκτοι ἑκάστου τῶν ταγμάτων ἀσκηθήσονται ἐτησίως ἐν στρατοπέδῳ ἐκ σκηνῶν ἢ καλυβῶν εἰς τὰ πέριξ τῆς ἕδρας τῶν οἰκείων ταγμάτων, ἐν αὐτῷ τούτῳ συνισταμένων. Εἰς τὸν ἡμέτερον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἀνατίθεται ἡ ἐκτίμησις τῶν κωλυουσῶν τὴν τοιαύτην στρατοπέδευσιν περιστάσεων. «Ἄρθρον 3. Ἅπαξ τοὐλάχιστον τοῦ ἐνιαυτοῦ, περὶ τὸ φθινόπωρον ἢ τὸ ἔαρ, ἐπὶ τριάκοντα ἑκάστοτε ἡμέρας καὶ καθ’ ὅσον αἱ περιστάσεις τῆς ὑπηρεσίας ἐπιτρέπουσι τοῦτο, συστηθήσεται, προηγουμένῃ ἐγκρίσει ἡμῶν, εἰς τὰ περίχωρα τῆς καθέδρας τοῦ ἡμετέρου Βασιλείου, στρατόπεδον ἀσκήσεως, ἐξ ὅσον ἔνεστι περισσοτέρων ταγμάτων τοῦ μονίμου στρατοῦ καὶ τῆς ἐφεδρείας, μετ’ ἀναλόγου πυροβολικοῦ καὶ ἱππικοῦ, πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἀσκήσεων πολλῶν ὁμοῦ ταγμάτων, ἑνουμένων μετ’ αὐτῶν περὶ τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ τε πυροβολικοῦ καὶ τοῦ ἱππικοῦ. «Τοιαῦτα στρατόπεδα ἀσκήσεως δύνανται νὰ συστηθῶσιν ἐτησίως καὶ κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχὴν εἰς τὰ περίχωρα τῆς πρωτευούσης ἑκάστου τῶν νομῶν ἐκ τοῦ ἐκεῖσε ἑδρεύοντος τάγματος τοῦ μονίμου στρατοῦ καὶ ἑνὸς ἢ πλειόνων ταγμάτων τῆς ἐφεδρείας. «Ἐπωφελὴς διασκέδασις τῶν ἐστρατοπευδευμένων ἀξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν διὰ τὰς σχολασίμους ἡμέρας καὶ ὥρας ὁρίζεται ἡ ἐπὶ σκοπὸν ῥιπὴ, χορηγουμένων παρὰ τοῦ Δημοσίου τῶν πρὸς τοῦτο ἀπαιτουμένων πολεμεφοδίων. Βραβεῖον εὐστοχίας ἀπονεμηθήσεται ἑκάστῳ τῶν ἀριστευόντων.» Πλὴν τοῦ ἀνωτέρω ἕτερον διάταγμα τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1861 «Περὶ ἐκπαιδεύσεως ἐν τῷ τάγματι τοῦ πυροβολικοῦ», διάταγμα τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους «Περὶ ἐκπαιδεύσεως τοῦ ὑποδεεστέρου προσωπικοῦ τῆς χωροφυλακῆς», ἕτερον διάταγμα τοῦ Αὐγούστου τοῦ αὐτοῦ ἔτους «Περὶ συστάσεως σχολείου ῥιπῆς», «Περὶ εἰσαγωγῆς τῆς γυμναστικῆς εἰς τὸν στρατὸν», «Περὶ συστάσεως ἱπποδρομίου ἐν Ἀθήναις», «Περὶ συστάσεως σχολείου νοσοκόμων». Ὡσαύτως εὑρίσκω καὶ διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου ἀπὸ 29 Μαρτίου 1860, δίδουσαν «Ὁδηγίας προσωρινὰς πρὸς χάραξιν τῶν στρατοπέδων ἀσκήσεως κτλ.» Ὥστε τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατοῦ εἶχον ἐπίσης προνοηθῆ καὶ ἐπὶ τῆς προηγουμένης δυναστείας, πρὸ 30ετίας. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἄλλοτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Πρωθυπουργὸς νῦν, ἀντιπολιτευόμενος δὲ τότε, εἶχεν ἐκφράσει μετὰ μεγάλης ἐπιμονῆς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν γνώμην αὐτοῦ περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν τῷ στρατῷ, διὰ μακρᾶς ἀγορεύσεως αὐτοῦ τῇ 23 Φεβρουαρίου 1880· ἤθελε καὶ συνίστα ὁ κ. Τρικούπης εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν τὸν χωρισμὸν τοῦ στρατοῦ εἰς στρατὸν ὑπηρεσίας καὶ στρατὸν ἐκπαιδεύσεως, οἱ λόγοι του δὲ περὶ στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὡς καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσω ὑμῖν, εἰσὶν ὄντως ἀξιοζήλωτοι. Θὰ ἀναγνώσω ὑμῖν περικοπάς τινας, οὐχὶ βεβαίως ἵνα ἀναπολήσω αὐτὰς εἰς τὴν μνήμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἥτις καὶ στεγανὴ καὶ εὐρεῖα εἶναι, ὡς ἀπεδείχθη ἐν ἄλλοις ζητήμασιν, ἀλλ’ ἵνα γίνῃ αὐτῷ παράδειγμα ἡ παλιντροπία καὶ ἡ ποδοπάτησις τῶν ὡραίων ἐκείνων ἀρχῶν τοῦ ἀντιπολιτευομένου, ἅμα ὡς ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν. Εἶναι ὡραιόταται καὶ διδακτικώταται αἱ ἐλάχισται περικοπαὶ, τὰς ὁποίας θ’ ἀκούσητε (ἀναγινώσκει): «....Ἀλλ’ ἐνῷ ἐψηφίσαμεν νόμον περὶ γενικῆς καὶ ὑποχρεωτικῆς στρατεύσεως, καὶ ἐνῷ εἰσερχόμεθα ἤδη εἰς τὸ πρῶτον ἔτος τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια, ὅπως οἱ ἄνδρες, οἱ ὑποχρεωτικῶς κατατασσόμενοι εἰς τὸν στρατὸν χάριν ἐκπαιδεύσεως, πραγματικῶς ἐκπαιδευθῶσιν, ἀλλ’ ἐξακολουθοῦμεν διεπόμενοι ὑπὸ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἐπεκράτησεν ἐν τοῖς στρατιωτικοῖς, τοῦ συστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ στρατὸς ἡμῶν ἅπας ἐργάζεται οὐχὶ εἰς στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἀλλ’ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους. Τοιοῦτον σύστημα οὐδαμοῦ ἄλλοθι ὑπάρχει. Εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν εἰς πάντα πολίτην Ἕλληνα, ὅτι, ἂν θέλῃ νὰ ἀπολαμβάνῃ τῶν ἀγαθῶν τῆς ἰδιότητος αὐτοῦ ὡς πολίτου τῆς Ἑλλάδος, ἂν θέλῃ νὰ ἐνασκῇ τὰ πολιτικὰ δικαιώματα, ὀφείλει καὶ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τῆς στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ὀφείλει νὰ στερηθῇ τοῦ δικαιώματος, τοῦ ὁποίου μέχρι τοῦδε ἀπελάμβανε, τῆς ἀντικαταστάσεως· ἀλλ’ αἱ ὑποχρεώσεις αὗται τοῦ πολίτου ἔχουσιν ὡς ἀντίῤῥοπον τὴν ὑποχρέωσιν τῆς Πολιτείας, νὰ μὴ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς οὕτω στρατολογουμένους ἄλλην ἐργασίαν, εἰμὴ μόνον ἐκείνην, χάριν τῆς ὁποίας τοῖς ἐπεβλήθη ὑποχρέωσις· ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν τὸ Κράτος μόνον εἰς στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν ν’ ἀπασχολῇ τοὺς οὕτως ἀπογραφέντας ἄνδρας. «... Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ζήτημα οἰκονομίας δὲν δύναται νὰ συνδεθῇ πρὸς τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην· δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν πρὸς τὸν πολίτην, ὅτι ἐπιβάλλομεν εἰς αὐτὸν ὑποχρέωσιν ὑπηρεσίας στρατιωτικῆς εἰς συνδρομὴν τῶν εἰσπρακτόρων, εἰς καταδίωξιν τῆς φυγοδικίας καὶ τῆς ζωοκλοπῆς, εἰς μεταφορὰν τῶν καταδίκων, εἰς μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν, ὅτι ἐπιβάλλομεν τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην εἰς αὐτόν, διὰ νὰ οἰκονομήσωμεν διαφοράν τινα τῆς πληρωμῆς μεταξὺ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον δίδεται εἰς τοὺς ἐξ ἀπογραφῆς στρατολογουμένους, πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δίδομεν πρὸς τοὺς ἐθελουσίως κατατασσομένους. Τοιαῦται σκέψεις δὲν δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν.» Εἰς ταῦτα δὲ πρέπει νὰ προσθέσω ὑμῖν καὶ τοὺς ἑξῆς ἔτι λόγους τοῦ αὐτοῦ κ. Τρικούπη, ἐν οἷς καταφαίνεται ὁ κατατρώγων αὐτὸν πόθος πρὸς χωρισμὸν τοῦ στρατοῦ εἰς στρατὸν τῆς ὑπηρεσίας καὶ στρατὸν τῆς ἐκπαιδεύσεως. «... Ἀλλ’ ὅταν τὸν στρατὸν τῆς ἐκπαιδεύσεως ἀποχωρίσωμεν ἐντελῶς ἀπὸ τοῦ στρατοῦ τῆς ὑπηρεσίας, ὅταν συγκεντρώσωμεν αὐτὸν, ὅταν λάβωμεν πᾶσαν πρόνοιαν περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως αὐτοῦ καὶ ἀπαλλάξωμεν αὐτὸν καὶ ἀπ’ αὐτῶν τῶν ἔργων, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ στρατιῶται τῶν ἄλλων Κρατῶν ἐνίοτε ὑποβάλλονται, τουτέστι καὶ ἀπ’ αὐτῶν τῶν τιμητικῶν φρουρῶν, καὶ περιορίσωμεν τὴν ἐνασχόλησιν αὐτῶν εἰς μόνην τὴν ἐκπαίδευσιν, νομίζω ὅτι καὶ ὁ ἀναγεγραμμένος ἐν τῷ νόμῳ χρόνος τῆς θητείας δύναται νὰ περιορισθῇ... «Τοιουτοτρόπως ἐπιτυγχάνομεν τὰ ἑξῆς· ἐπιτυγχάνομεν πρῶτον, ὅτι διὰ τοῦ χωρισμοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς ὑπηρεσίας ἀπὸ τοῦ στρατοῦ τῆς ἐκπαιδεύσεως, κατὰ τὸ παράδειγμα πάντων τῶν ξένων στρατῶν, ἐνῷ περιορίζομεν τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ τοῦ ἐξ ἀπογραφῆς συγκροτουμένου, ἐκπληροῦμεν πάντα τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα πρὸς τὴν στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, ἐκπαίδευσιν, ἥτις, κατὰ τὸ νῦν κρατοῦν σύστημα, οὔτε ὑφίσταται, οὔτε δύναται νὰ ὑφίσταται.» Ἐν τῇ αὐτῇ μακρᾷ ἀγορεύσει του ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ᾐσθάνετο τὴν ἀνάγκην νὰ διατυποῖ συχνάκις τὴν ἰδέαν τοῦ χωρισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐπαναλαμβάνει (ἀναγινώσκει): «.... Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ τὴν παράτασιν τῆς ἰσχύος αὐτοῦ, διότι ὁ προσωρινὸς ὀργανισμὸς ἔχει τὸ πρῶτον ἐλάττωμα, ὅτι δὲν χωρίζει τὸν στρατὸν τῆς ὑπηρεσίας ἀπὸ τοῦ στρατοῦ τῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ φρονῶ, ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλλωμεν τοὺς κατὰ τὸν νέον νόμον κατατασσομένους εἰς τὸν στρατὸν ἐξ ἀπογραφῆς εἰς ὑποχρεώσεις ἀναγομένας εἰς τὰ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους κλπ.» Ἐνῷ δὲ τοιαῦτα ἐθέσπιζεν ἄλλοτε ὡς ἀντιπολιτευόμενος ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Τρικούπης, ἅμα ἀνέλαβεν αὐτὸς τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῷ 1882, ἐλησμόνησεν αὐτὰ ἐντελῶς καὶ ἀπολύτως. Συντάσσων δὲ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, τὸν γνωστὸν ὑπὸ τὸ στοιχεῖον ᾼΛΖʹ, ἐφιλοτιμήθη νὰ μὴ περιλάβῃ ἐν αὐτῷ τὴν ἐν τῷ προηγουμένῳ ὀργανισμῷ ͵ΩΛΗʹ τοῦ 1880 ὑπάρχουσαν διάταξιν ταύτην (ἀναγινώσκει): «Ἅρθρον 2. Τὸ πεζικὸν ἀποτελεῖται: ἐκ τριῶν συνταγμάτων.... ἐξ ἑνὸς αὐθυπάρκτου τάγματος ἐκπαιδεύσεως, τόπον Σχολῆς ἐκπαιδεύσεως ἐπέχοντος, κατὰ τὰ κανονισθησόμενα διὰ Β. διατάγματος, κλπ.» Βαθμηδὸν δὲ ὁ κ. Τρικούπης ἐλησμόνησε τελείως τὸν στρατὸν τῆς ὑπηρεσίας καὶ τὸν στρατὸν τῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ σήμερον ἔχει ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὑτοῦ, ἔχομεν δὲ καὶ ἡμεῖς ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν ἄθροισμα ἀνδρῶν καὶ φιλοτίμων καὶ ἀξιεπαίνων κατὰ τ’ ἄλλα, ἀλλὰ βεβαίως ἥκιστα περὶ τὰ στρατιωτικὰ ἔργα καταγινομένων. Ἡ στρατιωτικὴ διοίκησις, κύριοι συνάδελφοι, ὡς φαίνεται, δὲν εἶναί τι εὔκολον, καὶ βεβαίως πρέπει νὰ ἦναι λίαν δύσκολον, ἀφοῦ ἀπεδείχθη τοιαύτη καὶ εἰς χεῖρας τοῦ νῦν κατὰ ἄλλα ἱκανοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Διὰ τοῦτο συνέστησα πρὸς αὐτὸν καὶ ἄλλοτε, ἐπαναλαμβάνω δὲ καὶ θὰ ἐπαναλάβω καὶ αὖθις, διδομένης μοι εὐκαιρίας, ἐν τοῖς κατωτέρω τὴν γνώμην: νὰ παραιτηθῇ ἀπὸ τῆς διευθύνσεως τοῦ Ὑπουργείου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ νὰ παραδώσῃ αὐτὸ εἰς χεῖρας στρατιωτικοῦ, οὗ τὴν διοίκησιν νὰ δυνηθῇ νὰ αἰσθανθῇ ἐπὶ καλῷ καὶ ἐπὶ προόδῳ ὁ ἑλληνικὸς στρατός· διότι, ἐφ’ ὅσον διευθύνεται, ὡς νῦν, παρ’ ἀνδρὸς οὐδόλως στρατιωτικῶς μεμορφωμένου καὶ ἥκιστα στρατιωτικῶς σκεπτομένου, ὡς νῦν διευθύνεται, οὐχὶ κατ’ εὐθεῖαν παρ’ αὑτοῦ, διότι τοῦτο, ὡς ἀπέδειξα ἄλλοτε διὰ λεπτομερῶν πληροφοριῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν, ἀλλὰ παρὰ κατωτέρων προσώπων, διατελούντων ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὑτοῦ, ὁ στρατὸς βεβαιότατα δὲν θέλει βαίνει καλῶς. Ἕνεκα δὲ τούτων πάντων ἐκλονίσθη ἡ ἐπὶ τὸν διευθύνοντα τὸν στρατὸν πεποίθησις τῶν ἀνδρῶν, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν αὐτὸν βαίνοντα ὡς βαίνει. Καὶ βεβαίως οὐδεμία στρατιωτικὴ χειραγώγησις ἐγένετο πρὸς τὸ σῶμα. Ἄλλοτε, κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς ἀντιπολιτεύσεως τοῦ κ. Τρικούπη, ὁ στρατὸς ἐκλήθη παρ’ αὑτοῦ καὶ τῶν φίλων του δι’ ὀνόματος, ὅπερ ἥκιστα ἐτίμα αὐτὸν καὶ ἐκείνους· μετὰ ταῦτα παρ’ αὐτῶν, τῶν ἔκτοτε ἀνελθόντων εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὁ στρατὸς ἤχθη εἰς σημεῖον λίαν δυσάρεστον διὰ τὴν ὑπόληψιν αὑτοῦ· εἴδομεν δὲ, ὅτι ἐξ ἀνικανότητος τῶν διευθυνόντων τὰ κοινὰ καὶ περιϋβρίσθη ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς, καὶ αἰχμάλωτοι οἱ ἡμέτεροι εὔζωνοι ἤχθησαν διὰ Μακεδονίας μέχρι Θεσσαλονίκης. Μετὰ ταῦτα εἴδομεν ἑτέρας σκηνὰς ἐκτυλισσομένας ἐν τῇ δίκῃ τῆς Κούτρας, ὕστερον δὲ γενικῶς εἰσαγομένην τὴν παραλυσίαν ἐν τῷ στρατῷ καὶ τέλος, πρὸς εἰρωνείαν βεβαίως, ἑτοιμαζομένας ἀμοιβὰς καὶ βαθμολογίας καὶ παράσημα διὰ τὰ ἀνδραγαθήματα δῆθεν ἐκεῖνα. Δι’ οὐδένα εἶναι σήμερον μυστικὸν, ὅτι ἐπίκειται ἡ ἀπονομὴ πολλῶν βαθμῶν εἰς ὑπαξιωματικοὺς καὶ παρασήμων εἰς ἀξιωματικοὺς ἀνδραγαθήσαντας κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Βεβαίως ταῦτα πάντα εἰσὶν ἀνακόλουθα πρὸς ἄλληλα, ἀλλὰ τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ πρὸς τὸν στρατὸν πολιτεία τοῦ νῦν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ. Ἐν ᾧ δὲ εὑρισκόμεθα εἰς τοιαύτην θέσιν ὡς πρὸς τὸν στρατὸν, αἴφνης ὑποβάλλεται ἡμῖν κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην μικρὸν, μικροσκοπικὸν νομοσχέδιον, δι’ οὗ σπουδαία τις εἰσάγεται μεταβολὴ εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ. Στρατὸς, ἔχων, κύριοι συνάδελφοι, τόσα προηγούμενα ὡς πρὸς τὸν διοικοῦντα αὐτὸν, ἔπρεπε νὰ ἀνησυχήσῃ ἅμα τῇ ὑποβολῇ τοῦ νομοσχεδίου τούτου· στρατὸς, ὅστις ἐπανειλημμένως εἶδεν ἐξασκουμένας ἐπὶ τοῦ σώματος αὑτοῦ ἀδικίας, δικαίως ὑποπτεύει μὴ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νέα τις πάλιν ἑτοιμάζηται ἐπιβουλὴ κατ’ αὐτοῦ. Φοβεῖται δὲ ὁ στρατὸς τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον εἶναι ὀργανικόν, διὰ τῶν ὀργανικῶν δὲ νομοσχεδίων μεταῤῥυθμίζεται ἡ βάσις τοῦ στρατοῦ κατὰ τὸ πλεῖστον· καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νέαι μεταβολαὶ ἑτοιμάζονται ἐν τοῖς βαθμοῖς, διότι πλάττονται καὶ ἀνοίγονται ἢ ἀφαιροῦνται θέσεις ἀξιωματικῶν ἐν τῷ στρατῷ. Διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὰς ὑπονοίας ταύτας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἔπρεπε προηγουμένως νὰ θέση αὐτὸς ἑαυτῷ περιορισμούς τινας, ἵνα ὦσι βέβαιοι οἱ διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου θιγόμενοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει χῶρος πρὸς ἀδικίαν. Εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτι ὡς πρὸς τοὺς προβιβασμοὺς ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ δεικνύῃ πολλὴν προσοχὴν καὶ λεπτότητα, ἵνα μὴ τις ἀδικῆται. Ὅταν, κενουμένης θέσεώς τινος ἐν τῷ στρατῷ, δὲν ἐπέρχηται ἀμέσως ἡ πλήρωσις αὐτῆς ἐν δικαιοσύνῃ, ἀλλὰ καὶ ἐν ταχύτητι, ἡ βραδύτης ἐπάγεται τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας διὰ πολλοὺς τῶν ἀξιωματικῶν· τοῦτο δ’ εἶναι προφανὴς ἀδικία. Τοιαῦτα ἔχομεν διδάγματα ἐκ τοῦ παρελθόντος, ὡς θὰ πεισθῆτε ἐκ τῆς ἐπισήμου ταύτης καταστάσεως, ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλεν ἐνταῦθα κατά τινα τῶν προηγουμένων Συνόδων τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦ νόμου ᾼΛϚʹ τῆς 22 Ἰουνίου 1882 ὡρίσθη τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας ἑκάστου βαθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν. Κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, ἤτοι μετὰ τρεῖς καὶ ἥμισυ μῆνας, ἀπεστρατεύθησαν, ὡς ὑπερβάντες τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, 12 ἀξιωματικοί. Μετὰ ταῦτα βαθμηδὸν ἀπεστρατεύθησαν ἕτεροι 27, διότι κατέλαβεν αὐτοὺς τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, ἐνῷ δὲν εἶχον συμπεπληρωμένον τὸν πρὸς προβιβασμὸν ἀπαιτούμενον χρόνον. Ἕτεροι 26 ἀπεστρατεύθησαν, διότι ὅτε κατέλαβεν αὐτοὺς τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, δὲν ὑπῆρχε κενὴ θέσις, ἵνα προβιβασθῶσιν. Ἕτεροι 4 δὲν εἶχον τὰ πρὸς προβιβασμὸν προσόντα. Ἐν τῇ καταστάσει ταύτῃ, ἣν ἔχω ἀνὰ χεῖρας, ἀναφέρονται ὀνομαστὶ κατὰ βαθμὸν καὶ σῶμα ἅπαντες οἱ οὕτω πως ἀποστρατευθέντες 70 ἀξιωματικοί. Τοιαῦτα προηγούμενα ἔχων ὁ στρατός...
§150Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ πολύ;
§151ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι θὰ χρειασθῶ δύο ὥρας ἀκόμη.
§152Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἂς ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
§153ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ ἐξακολουθήσω.
§154Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐπιμένω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, καὶ φέρω ἔνστασιν. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου).
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 77. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος καλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§156ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεθύμουν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ μὴ συνέπιπτε κατὰ τὴν ὥραν ταύτην ἡ ἀγόρευσίς μου, διὰ νὰ μὴ ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν εἰς προκεχωρημένην ὥραν τῆς νυκτός. Ἀλλ’ ὅπως δήποτε τοιαύτη σύμπτωσις μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα, καὶ ἐξακολουθῶ. Ἔλεγον λοιπὸν, ὅτι ἐν τῇ ὑποβολῇ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὁ στρατὸς ἔδειξεν ἀνησυχίαν, ἡ ὁποία εἰς τοὺς πλείστους ἐξ ἡμῶν δὲν εἶναι ἄγνωστος, ἕνεκα τοῦ ἐνδιαφέροντος, ὅπερ πᾶς τις ἔχει διὰ τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν κοινῶν. Ἀνησυχοῦσι καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ πολῖται ὡς τοιοῦτοι καὶ ὡς συνδεόμενοι μετὰ τῶν ἀξιωματικῶν, διότι πρόκειται περὶ οὐσιώδους ζητήματος. Κατ’ ἐμὲ, τὸ ζήτημα τοῦ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν ἀπὸ βαθμοῦ εἰς βαθμὸν δὲν εἶναί τι ἐνδιαφέρον ἀτομικῶς τοὺς ἄνδρας. Ὁ προβιβασμὸς, εἰ καὶ συνδέεται στενῶς πρὸς τὸ ἄτομον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπονέμεται, εἶναι κυριώτατα οὐχὶ κτῆμα αὐτοῦ, ἀλλὰ κτῆμα τῆς Πολιτείας, ἥτις ἀπονέμει αὐτόν. Ἐὰν ἡ πολιτεία συντηρῇ καὶ μισθοδοτῇ στρατὸν, ἀποτελούμενον ἐξ ὁπλιτῶν καὶ ἀξιωματικῶν, δὲν πράττει βεβαίως τοῦτο πρὸς χάριν αὐτῶν, πράττει τοῦτο ὑποβαλλομένη εἰς ὑπερόγκους δαπάνας χάριν ἑαυτῆς καὶ τῶν ἰδίων αὐτῆς σκοπῶν, τοὺς ὁποίους ὡς τοιαύτη ἐπιδιώκει. Πρὸς ἀσφαλεστέραν δ’ ἐπιτυχίαν αὐτῶν, διαῤῥυθμίζει πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ τὰ τῶν προβιβασμῶν κατὰ τὸ κοινὸν συμφέρον. Οὕτω δὲ τιθεμένου τοῦ ζητήματος, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτῇ προβιβασμὸν δι’ ἑαυτὸν, ἀλλὰ διὰ τὴν πολιτείαν, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον δικαιοῦταί τις νὰ διαχειρίζηται τὴν ἀπονομὴν βαθμῶν καὶ προβιβασμῶν πρὸς σκοποὺς ἄλλους ἢ ἐκείνους, ὧν ἐπιδιώκεται ἡ πλήρωσις διὰ τοῦ στρατοῦ. Ἐὰν ὁ στρατὸς ἔχῃ ἀνάγκην νὰ γίνωσι προβιβασμοὶ, βεβαιότατα πρέπει νὰ γίνωσιν. Ἀλλὰ μέχρι τοῦδε ἐπληροφορήθη ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἀνάγκης τῶν προβιβασμῶν τούτων; Ἡ ἔκθεσις ἡ εἰσηγητικὴ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ πρόκειται ἡμῖν πρὸς συζήτησιν, οὐδὲν λέγει περὶ τούτου· ἀναφέρει τυπικούς τινας λόγους, ἀλλ’ οὐσιαστικοὺς καὶ εἰδικοὺς καὶ ἀναφερομένους εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ στρατεύματος, τὴν ἐπιβάλλουσαν προβιβασμοὺς, βεβαιότατα δὲν ἀναφέρει. Κατὰ τὴν θεωρίαν ταύτην περὶ τῶν προβιβασμῶν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀσπάζομαι, δὲν πρόκειται, ὡς βλέπετε, περὶ προτιμήσεως τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ σώματος τοῦ στρατοῦ, ὡς ἐνόμισάν τινες ὅτι ἐφρόνουν κατὰ τὴν προηγουμένην περὶ στρατοῦ ἀγόρευσίν μου. Ὁμιλῶ ἐξ ἀκραιφνοῦς ἐνδιαφέροντος περὶ τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς ὑψίστης ἀποστολῆς αὐτοῦ ἐν τῇ πολιτείᾳ· ἑπομένως πᾶσαν οἱανδήποτε ἄλλην διάκρισιν παραβλέπω, ὡς ταπεινὴν καὶ ἀναξίαν τόσον ὑψηλοῦ θέματος. Εὐτυχῶς δὲ, πρὸς τὴν γνώμην ταύτην, ἣν ἔχω περὶ τῶν προβιβασμῶν, συμπίπτει καθ’ ὁλοκληρίαν καὶ ἡ γνώμη ἀξιωματικοῦ πεπαιδευμένου καί...
§157ΦΩΤΗΛΑΣ. Εἶναι ἀνώτερος ἀξιωματικός;
§158ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀνώτερος κατὰ τὰς γνώσεις καὶ τὴν μόρφωσιν, ἀδιάφορον τίνα βαθμὸν φέρει. Ἰδοὺ δὲ τί μοὶ γράφει (ἀναγινώσκει): «Οὐδόλως θεωρῶ ἐμαυτὸν ἠδικημένον, ἀναλόγως τῆς ὑπηρεσίας μου, παρὰ τῆς Πατρίδος. Λυποῦμαι μόνον διότι δὲν δύναμαι ν’ ἀνταποκριθῶ εἰς τὰς δικαίας ἀπαιτήσεις αὐτῆς. Τὸ δικαίωμα τοῦ προβιβασμοῦ εἶναι δικαίωμα τοῦ Κράτους καὶ οὐχὶ τοῦ ἀτόμου. Τὸ ἄτομον οὐδέποτε δικαιοῦται προβιβασμοῦ, ὁπόταν τὸ Κράτος θεωρῇ αὐτὸν περιττόν. Τοῦτο εἶναι τὸ ἀληθὲς καὶ τὸ ὀρθόν· ἡ Κυβέρνησις καθῆκον ἔχει, ὁπόταν ἀπονέμῃ βαθμοὺς, νὰ μὴ ἀδικῇ τὰ ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρετοῦντα πρόσωπα.» Μὴ ὑφισταμένης δὲ, διότι, ὡς εἶπον, οὔτε πληροφορίαν περὶ τούτου, οὔτε δικαιολογίαν ἔχομεν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, μὴ ὑφισταμένης ἀπολύτου ἀνάγκης πρὸς προβιβασμοὺς, εἶναι ἄξιον μεγαλειτέρας συζητήσεως τὸ πρὸς ἐπιψήφισιν ὑποβληθὲν ἡμῖν μικροσκοπικὸν νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει τὸ ἑξῆς ἰδιόρυθμον· ἔρχεται νὰ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν ὁλοκλήρως νόμον ὑφιστάμενον πρὸ τριῶν καὶ πλέον ἐτῶν, μένοντα δ’ ἐν μέρει ἀνεκτέλεστον, διὰ διατάξεως, ἣν αὐτὸς οὗτος ὁ νόμος περιέλαβεν ἐν ἑαυτῷ, ὅτε ἐψηφίσθη. Ὁ νόμος οὗτος εἶναι ὁ περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ ὑπὸ στοιχεῖον ΑΦΛΓʹ νόμου τῆς 28 Μαΐου 1887, ὁ ὁποῖος ἐν ἄρθρῳ 17, περιληφθέντι ὑπὸ τὸν τίτλον «προσωριναὶ διατάξεις», λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 17. Μέχρι τῆς ἐκδόσεως νόμου, ἐπιτρέποντος προβιβασμοὺς ἀξιωματικῶν εἰς θέσεις κανονιζομένας διὰ τῶν πινάκων τοῦ παρόντος, ἐπιτρέπεται προβιβασμὸς εἰς μόνας τὰς θέσεις τὰς ἀναγεγραμμένας ἐν τοῖς περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ᾼΛΖʹ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ πίναξι τοῦ νόμου ᾼΤΚΓʹ τῆς 21 Δεκεμβρίου 1886 καὶ τὰς τῶν ἀξιωματικῶν χωροφυλακῆς, τὰς ἐν τῷ πίνακι Λʹ τοῦ νόμου ᾼΛΖʹ τῆς 22 Ἰουνίου 1882 περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ.» Δηλαδὴ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὡς ἠκούσατε, ἀπαγορεύει εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προβῇ εἰς προβιβασμοὺς κατὰ τοὺς πίνακας, οὓς ἔχει ἐν τέλει προσηρτημένους ὁ νόμος, ἐὰν μὴ δοθῇ ἰδιαιτέρα πρὸς τοῦτο ἄδεια τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν σήμερον ζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου. Διατὶ ὅμως ζητεῖται σήμερον ἡ ἀπόδοσις ἰσχύος εἰς τοὺς τέως ἀκύρους διατελοῦντας πίνακας τούτου τοῦ νόμου; Ἐπαναλαμβάνω, τοῦτο δὲν ἐξηγεῖ ἡμῖν ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις. Διατὶ δὲν ἐγένοντο τότε οἱ προβιβασμοί; διατί ὁ νόμος ἔθηκε τότε τὸν περιορισμὸν τοῦτον; δὲν ἐξηγεῖται εὐκόλως. Διατὶ δὲ συμπίπτει πρὸς τὴν περίστασιν ταύτην ἡ ζητουμένη κατάργησις τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ νόμου ᾼΦΛΓʹ τοῦ 1887, ἐπίσης δὲν δύναται νὰ ἐξηγηθῇ εὐθέως· ἴσως δὲ εἶναι ἀνάγκη νὰ κάμῃ τις πλαγίας τινὰς σκέψεις, ἵνα εὕρῃ τὴν ἐξήγησιν. Τὸ νομοσχέδιον θὰ ψηφισθῇ, ἐὰν ὑπάρχῃ καιρὸς, κατὰ ταύτην τὴν ἑσπέραν καὶ διὰ τῆς ψήφου μου ἔτι. Ἀλλὰ ὑποβάλλω τὴν ἐρώτησιν: Θὰ ὠφελήσῃ ἆρά γε ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὸν στρατόν;
§159ΦΩΤΗΛΑΣ. Εἶσθε ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, κύριε συνάδελφε;
§160ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε ὀλίγην ὑπομονὴν, παρακαλῶ, μέχρις οὗ ἀκούσητε τὴν γνώμην μου. Ὅπως δήποτε ὅμως ἔχω καὶ δικαίωμα καὶ ὑποχρέωσιν νὰ ἐκφράσω τὰς ἐπ’ αὐτοῦ παρατηρήσεις μου, ἐλέγχων καὶ γενικώτερον τὰ τοῦ στρατοῦ. Ἡ ἀπόδοσις ἰσχύος εἰς τοὺς ἐπὶ τρία ἤδη ἔτη ἀκύρους ἀπομένοντας πίνακας τούτους θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν προαγωγὴν καὶ πρόοδον τοῦ στρατοῦ; Εἶναι δὲ αὕτη ἀποκλειστικῶς ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου; Τοιαύτη ἦτο ἡ πρόθεσις τοῦ εἰσαγαγόντος τὸ νομοσχέδιον Ὑπουργοῦ; Συμπίπτει ὅμως δυστυχῶς ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ νομοσχεδίου πρὸς παραμονὰς ἐκλογῶν. Μὴ τυχὸν ὁ στρατὸς θὰ χρησιμεύσῃ, ἀκουσίως καὶ χωρὶς κἂν νὰ αἰσθανθῇ ἢ ὑπονοήσῃ τοῦτο, εἰς σκοποὺς πολιτικούς; Τὸ ἐρώτημα εἶναι σπουδαιότατον, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ ὡρίμως καὶ ἐμβριθῶς· ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ ὑποβοηθήσῃ πᾶσαν ἀπόπειραν καὶ πᾶσαν μέριμναν περὶ βελτιώσεως τῶν τοῦ στρατοῦ, νὰ ἀποτρέψῃ δὲ ἐν ἀνάγκῃ πᾶν κακὸν καὶ πάντα κίνδυνον, τυχὸν ἐπικρεμάμενον κατὰ τοῦ στρατοῦ, κατὰ τῆς ὑπολήψεως καὶ τοῦ γοήτρου καὶ τῆς ἐθνικῆς ἀποστολῆς του. Ἐγὼ εὔχομαι καὶ ἐπιθυμῶ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· καὶ οὕτω λαμβάνει ὁ κ. συνάδελφος τὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐρώτησίν του. Ἐπιθυμῶ ὅμως τοῦτο, εὐχόμενος νὰ συμπεριελαμβάνοντο ἐν αὐτῷ καὶ μεταῤῥυθμίσεις τινὲς, τὰς ὁποίας ἡ δικαιοσύνη καὶ ὁ ὀρθὸς λόγος καὶ ἡ ἐμβριθὴς ἐξέτασις τοῦ ζητήματος ὑπαγορεύουσι καὶ ἐπιβάλλουσιν. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον δὲν ἤθελον ἀρνηθῆ τὴν ψῆφόν μου εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο: εἶναι τὸ τελευταῖον, ἀλλὰ καὶ τὸ μέγιστον, ὅπερ ζητεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τὸν στρατὸν, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ δοθῇ καὶ τοῦτο εἰς αὐτὸν, ἵνα ἀρθῇ ἀπ’ αὐτοῦ, ὀψέποτε ἤθελε καταδειχθῆ ἡ ἀποτυχία του ἐν τῇ διοικήσει τοῦ στρατεύματος, καὶ ἡ τελευταία, καὶ ἡ ἐλαχίστη δικαιολογία. Εἰς τὴν ἐπικειμένην ἀποτυχίαν τῶν τοῦ στρατοῦ, ὅταν ἡ θέσις αὐτοῦ ἐξετασθῇ (ὑπὸ ἄλλας βεβαίως περιστάσεις καὶ ὑπὸ ἄλλας συνθήκας), οἱαδήποτε δικαιολογία τοῦ κ. Τρικούπη ἔσται ἀπαράδεκτος. Φοβοῦμαι ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐλάχιστα θὰ ὠφελήσῃ· ἔχομεν ἤδη ψηφίσει τόσους νόμους, — εἴχετε ὑμεῖς, οἱ πρὸ ἐμοῦ παρακαθήμενοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἔχομεν δ’ ἤδη, ἀφ’ ἧς καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ συμπαρεδρεύω ὑμῖν, ψηφίσει πλείστους νόμους — ὑπὸ εἰσηγητὴν τὸν νῦν ἰθύνοντα τὰ τοῦ στρατοῦ. Ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦδε ἐψηφίσθησαν νόμοι πλέον ἢ ἑκατὸν, ἀφορῶντες εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν, τὴν βελτίωσιν καὶ προαγωγὴν τοῦ στρατοῦ· καὶ μετὰ τὴν πληθώραν ταύτην τῶν νόμων βλέπομεν, βλέπετε καὶ ὑμεῖς ἐλπίζω, ὅτι τὰ τοῦ στρατοῦ οὐδόλως ἐβελτιώθησαν. Ἔχω ἐνταῦθα καταγεγραμμένους κατ’ ἀριθμὸν καὶ ἔτος τοὺς ἀπὸ τοῦ 1882 ψηφισθέντας στρατιωτικοὺς νόμους, οὓς, διὰ νὰ μὴ ἐξαντλῶ τὴν ὑμετέραν ὑπομονὴν, θεωρῶ περιττὸν νὰ ἀναφέρω ἕνα καθ’ ἕνα· πλὴν τούτων ἔχομεν 17 βασιλικὰ διατάγματα ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ προσέτι 15 ἐγκυκλίους! Ἐπὶ τῶν στρατολογικῶν ἔχομεν μεγίστην πλυθὺν νόμων, περὶ τοὺς 30, Β. διατάγματα δὲ ὑπὲρ τὰ 100, ἐγκυκλίους δὲ μόνον μέχρι τοῦ 1884 πλέον τῶν 120! Ἔκτοτε δὲ μέχρι τοῦδε ἑτέρας ἀναριθμήτους. Ἔχομεν νόμους περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν 11! Καὶ βαίνομεν νομίζετε, Κύριοι, διὰ τῆς ψηφίσεως ὅλων τούτων τῶν νόμων κάλλιον ἢ πρὸ τῆς ἀποκτήσεως αὐτῶν; Ἐβελτιώθη τὸ φρόνημα τοῦ στρατοῦ, ἢ προήχθη ἡ ἐκπαίδευσις αὐτοῦ; Ἔχομεν τοὐλάχιστον τὸ ἄλλοτε ἰδανικὸν ἐκεῖνο τοῦ νῦν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ περὶ στρατοῦ; τὸν χωρισμὸν τοῦ στρατεύματος εἰς στρατὸν ἐκπαιδεύσεως καὶ στρατὸν ὑπηρεσίας; Ἔχομεν τὴν πειθαρχίαν ἐν τῷ στρατῷ εἰς οἷον βαθμὸν ὅλοι ἐπιθυμοῦμεν νὰ εὑρίσκηται αὕτη; Τί ἐξετέθη ἐντεῦθεν ἐνώπιον ὑμῶν ὡς πρὸς τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν; Τί δὲ καὶ ἐγὼ πρὸ ὀλίγου ἀνέφερον ὑμῖν διὰ τὰ Β. διατάγματα, τὰ ἐκδιδόμενα βροχηδὸν πρὸς τιμωρίαν βαρέων παραπτωμάτων κατὰ τῆς πειθαρχίας; Ἡ πολυνομία λοιπὸν, Κύριοι, ἐλάχιστα ὠφέλησε τὸν στρατὸν, καὶ διὰ τοῦτο φοβοῦμαι, ὅτι καὶ ὁ νόμος οὗτος τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἔχῃ διὰ τὴν βελτίωσιν τοῦ στρατοῦ. Ἀνέγνωσα πρό τινων ἡμερῶν εἰς ἑλληνικὴν ἐφημερίδα τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὅτι ἡ Ρουμανία ἀναδιοργανίζει νῦν τὸν στρατὸν αὐτῆς, ἰδίᾳ δὲ τὸ πεζικὸν, διὰ προσθήκης εἰδικῆς δαπάνης, — σημειώσετε τῇ αἰτήσει τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ ἐπιτελείου, — ἐκ δραχμῶν 1,500,000 φράγκων πρὸς ἐκγύμνασιν τοῦ περιφερικοῦ, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὸ μόνιμον πεζικόν. Τὰ τοιαῦτα φαίνονται ἡμῖν βεβαίως ὅλως ξένα καὶ παράδοξα. Ἀνέγνωτε καὶ ὑμεῖς, ἐλπίζω, ὡς ἐγώ, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα εἰδήσεις ἐκ Βουλγαρίας, ὅτι πρόκεινται μεγάλα στρατιωτικὰ γυμνάσια ἐν ταῖς θέσεσι τῆς Σλιβνίτσας, ὅπου κατὰ τὸ 1885 ἤραντο νίκας οἱ Βούλγαροι. Ἐκεῖ, ἐπὶ τῶν πεδίων ἐκείνων ἐκγυμνάζοντες τὸν στρατὸν αὐτῶν οἱ Βούλγαροι, ἀνυψοῦσι τὸ φρόνημα τῶν ἀνδρῶν, διότι ὑποδεικνύουσιν αὐτοῖς τὰς θέσεις, ἐφ’ ὧν ἐθριάμβευσαν. Ἐρυθριᾷ ἕκαστος ἡμῶν, ὡς Ἕλλην, ἀναγινώσκων τοιαῦτα περὶ Ρουμανίας καὶ Βουλγαρίας, περὶ ἐθναρίων, ἅτινα οὔτε κατ’ ὄναρ εἶχον ἰδεῖ ἀκόμη τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν, ὅτε ἡμεῖς ἤδη ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν ἤμεθα ἐλεύθεροι καὶ εἴχομεν κατηρτισμένον τακτικὸν στρατόν. Ἐγένετο καὶ παρ’ ἡμῖν ἀπόπειρα πρό τινων μηνῶν νὰ τελεσθῶσι μεγάλα γυμνάσια, τὰ ἐπικληθέντα «ἐαριναὶ ἀσκήσεις», καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἀμέσως εἰς τὸ πρῶτον βῆμα, πρὶν ἢ ἔτι ἐξέλθωσι τῆς αἰθούσης ταύτης αἱ ἀναγκαῖαι διατάξεις καὶ διατυπώσεις, ἡ ἰδέα αὕτη ἐγκατελείφθη· ἐγκατελείφθη δὲ ἕνεκα παραδρομῆς, ὡς ἐλέχθη, τῆς ὑπηρεσίας, ἥτις εἶχε καλέσει ἄλλην ἀντ’ ἄλλης τάξιν ἐφέδρων διὰ τὰ γυμνάσια τῆς ἐφεδρείας. Ἐὰν δὲ παραδεχθῶμεν τοῦτο, ἀποδεικνύεται εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ὁ στρατὸς ἡμῶν καὶ εἰς ποίαν κατάστασιν ἤθελεν εὑρεθῆ, ἐὰν τυχὸν περιηρχόμεθα εἰς ἀνάγκην δράσεώς τινος ἐθνικῆς, ἡ δὲ δρᾶσις αὕτη ἔμελλε νὰ κανονισθῇ διὰ τοιούτων διαταγῶν, οἵα ἡ ἐκδοθεῖσα καὶ ἀκυρωθεῖσα! Μήπως ὅμως τὰ μεγάλα γυμνάσια ἐγκατελείφθησαν ἕνεκα ἀνικανότητος τῆς ἐφεδρείας, ὥς εἰσιν οἱ νομίζοντες καὶ ὑποστηρίζοντες, διότι οἱ ἔφεδροι ἡμῶν εἰσιν ἐλάχιστα ἠσκημένοι ἕνεκα τοῦ τρόπου τῆς στρατολογίας καὶ τῆς θητείας παρ’ ἡμῖν; Καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει τὴν κατάστασιν. Ἀλλὰ μὴ θέλοντες νὰ παραδεχθῆτε τοῦτο, καὶ ὑπαινισσόμενοι ἄλλο τι, θὰ κατενέγκητε κατὰ τοῦ στρατοῦ ἡμῶν τραῦμα μεῖζον καὶ δεινότερον· ἐλέχθη δηλ. ὅτι πρὸς κολακείαν τῶν ἐκλογέων, ἕνεκα τῶν ἐπικειμένων ἐκλογῶν, δὲν συνεκλήθη ἡ ἐφεδρεία! ἰδοὺ δὲ, ὅτι οὐχὶ πλέον ἡ πολιτικὴ εἰσάγεται εἰς τὸν στρατὸν, ἀλλὰ καὶ ὁ στρατὸς ἐξυπηρετεῖ τὴν πολιτικὴν, ὡς εἶπον ὑμῖν καὶ ἀνωτέρω. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο θὰ ἦτο μικρὸν, κύριοι συνάδελφοι, ἀπέναντι ἄλλης ὑποψίας, ἥτις ἐγεννήθη παρά τισιν ἕνεκα τῆς ματαιώσεως τῶν ἐαρινῶν ἀσκήσεων, Ἐφρόνουν δ’ οὗτοι καὶ ὑπεστήριζον, ὅτι ἐγκατελείφθησαν τὰ γυμνάσια ἕνεκα ὑποψίας περὶ τὴν πειθαρχίαν στρατοῦ ἐκ πολλῶν χιλιάδων, συνηθροισμένου ἐπὶ τὸ αὐτὸ, ἕνεκα ὑποψίας περὶ τὴν ὑπακοὴν αὐτοῦ εἰς τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως, ὅπερ εὑρίσκω δεινότερον καὶ αὐτῆς τῆς ἀνικανότητος τοῦ στρατοῦ, καὶ αὐτῆς τῆς μὴ ὑπάρξεως τοῦ στρατοῦ! Δὲν θέλω δὲ νὰ μνημονεύσω καὶ τὸν ἄλλον λόγον, ὅτι χάριν ἐπιδείξεως φιλίας πρὸς τὴν ὅμορον Δύναμιν δὲν συνεκαλέσαμεν τὴν ἐφεδρείαν. Δὲν παραδέχομαι τοῦτο, λέγω ὅμως καὶ τοῦτο ὡς ἠκούσθη καὶ ὑπεστηρίχθη παρά τινων. Οἱανδήποτε ἐκ τῶν τεσσάρων ἢ πέντε τούτων περιστάσεων καὶ ἂν παραδεχθῆτε, οὐδεμίαν βεβαίως θὰ εὕρητε ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, καὶ ἑκάστην τούτων θὰ εὕρητε δεινότερον τῆς ἑτέρας κατ’ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐξ ἄλλης ἀπόψεως δὲν ἔβλεπον τὸν λόγον τῆς τελέσεως τῶν ἐαρινῶν ἀσκήσεων. Εἶχον τελεσθῆ τοιαῦται κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Ἐμάθομεν ὅμως ἐπισήμως, ἔμαθε τὸ κοινὸν, ἔμαθεν ἡ Βουλὴ, ἡ ψηφίζουσα πιστώσεις πολλῶν ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν διὰ τὰς ἀσκήσεις ταύτας, ὁποῖον ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα τῶν περυσινῶν; Συνετάχθησαν ἐκθέσεις ὑπὸ τῶν ἀρχηγῶν, τῶν διευθυνάντων ἑκάτερον τῶν μερῶν; ἐδημοσιεύθησαν πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἐπιτυχίας τῶν γυμνασίων; Ἀλλαχοῦ, ὡς μανθάνω, αἱ ἐκθέσεις αὗται ἰσοδυναμοῦσι σχεδὸν πρὸς τὰς ἐκθέσεις τὰς ὑποβαλλομένας παρὰ τῶν ἀρχηγῶν τῶν στρατευμάτων μετὰ τὴν μάχην. Κατὰ τὰς ἐκθέσεις τῶν ἀρχηγῶν, τῶν διευθυνόντων μεγάλα γυμνάσια, ἀπονέμονται καὶ ἔπαινοι καὶ βαθμοὶ καὶ παράσημα, διότι τὰ γυμνάσια διαφέρουσι τῆς μάχης μόνον κατὰ τὴν μὴ χύσιν αἵματος ἐν αὐτοῖς. Ἐὰν δὲ ταῦτα ἐπιτυγχάνωσιν, ἔχει τις κατὰ τὰ 9/10 τὴν βεβαιότητα, ὅτι καὶ ἐν ὥρᾳ πραγματικῆς ἐνεργείας ὁ στρατὸς ἐκεῖνος ἐπίσης θέλει ἐπιτύχει. Παρ’ ἡμῖν δὲν ἔσχον τοιαῦτα ἀποτελέσματα αἱ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος γενόμεναι ἀσκήσεις· διὰ τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπαναληφθῶσιν ἐφέτως πάλιν ἀσκόπως· διότι, ἐὰν πρόκηται νὰ ἐξοδεύωνται 200,000 δραχμαὶ κατ’ ἔτος, κάλλιον ἂς οἰκονομῶνται αὗται καὶ ἂς προστίθενται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τοιαύτη δυστυχῶς ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ. Εὔχομαι τὴν διόρθωσιν, καὶ εὔχομαι νὰ ἐπέλθῃ αὕτη διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ εἴπω ὀλίγα τινά. Ἀλλὰ πρὶν ἢ προβῶ εἰς τὴν διατύπωσιν τῶν παρατηρήσεών μου, ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι κεφάλαιόν τι τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ λέγει: «Ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ ἀμεροληψία εἰσὶ τὰ προσφορώτερα μέτρα πρὸς συντήρησιν τῆς πειθαρχίας». Τοῦτο συνιστῶ εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν καὶ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νῦν ὑφισταμένων νόμων καὶ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅπερ ἀπὸ τῆς σήμερον ἢ τῆς αὔριον θέλει ἐπίσης καταστῆ νόμος. Ποιοῦμαι δὲ τὴν σύστασιν ταύτην πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι ἔλαβον ἀφορμὴν ἔκ τινος ἐπιστολῆς, ἀπευθυνθείσης πρός με, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν ἐπί τινα καιρὸν, ἕνεκα ἔρωτος πρὸς τὸ δημοσιογραφικὸν ἔργον, νὰ ἐξασκήσω αὐτὸ, ἐξ οὗ ὅμως ἕνεκα τῶν ἄλλων ἀσχολιῶν μου παρῃτήθην, ἀπέσχον δὲ καὶ ἀπέχω ὁριστικῶς ἀπὸ τριῶν ἤδη μηνῶν. Μοὶ ἔγραφε τότε ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ διευθυντοῦ ἐφημερίδος φίλος τις, ἔχων εὐρείας γνώσεις καὶ ἀρίστας γνώμας, ὡς ἐκ τῆς θέσεως αὐτοῦ, περὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων, μοὶ ἔγραφε, λέγω, τὰ ἑξῆς, ἅτινα τότε μὲν ἐδημοσίευσα ἐν τῇ «Ἐπιθεωρήσει», νῦν δὲ κρίνω ἄξια ἀνακοινώσεως καὶ ἐντεῦθεν, ἐν σχέσει πρὸς τὸν ψηφιζόμενον ὀργανισμὸν (ἀναγινώσκει): «.... Διὰ τῶν μέχρι τοῦδε πράξεων καὶ ἐνεργειῶν αὐτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπεδίωξεν ἐν τῷ στρατῷ τὰ ἑξῆς: Αʹ) Νὰ χρησιμεύσῃ οὗτος αὐτῷ ὡς μέσον τῆς ἐπιβολῆς τῶν πολιτικῶν συνδυασμῶν, οἵτινες ἐξυπηρετοῦσι τὰ ἴδιά του συμφέροντα. Βʹ) Ὁ ὀργανισμὸς αὐτοῦ νὰ ἐξυπηρετῇ κυρίως δύο θέματα. Τὴν ἀποπλάνησιν τοῦ κοινοῦ, ὅτι διὰ τῶν στελέχεων μεγάλην δύναται νὰ συγκεντρώσῃ δύναμιν, καὶ τὴν ἐλπίδα, ἣν δι’ αὐτοῦ παρέχει εἴς τινας τῶν ἀξιωματικῶν δι’ ἀναγραφῆς εἰκονικῶν θέσεων πρὸς προβιβασμούς. «Γʹ) Ὁ στρατολογικὸς νόμος κάπηλον μέσον νὰ χρησιμεύῃ αὐτῷ διὰ τὸ ἀείποτε διαφεῦγον τῶν χειρῶν του ἰσοζύγιον. «Δʹ) Τὰ κανονιστικὰ διατάγματα καὶ αἱ ἐγκύκλιοι τοῦ Ὑπουργείου διαταγαὶ νὰ διευκολύνωσιν ἀναλόγως τῶν ἀπαιτήσεων τῆς φατρίας τὴν τοποθέτησιν τῶν ἐξαμβλωματικῶν χωροφυλάκων καὶ διανομὴν τῶν στρατιωτικῶν θέσεων. «Εʹ) Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καλύπτῃ ἀνάγκας τὰς πολιτικῆς σπατάλης διὰ μεταφορᾶς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἰς δαπάνας ξένας τοῦ στρατοῦ. «Ϛʹ) Τὸ πειθαρχεῖν! ὑποταγὴν εἰς τὴν ἰδίαν αὐτοῦ θέλησιν εἰς πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ τὸ πολιτικόν του σύστημα. Πᾶσα ἐκδιδομένη διαταγὴ πρέπει ἀμέσως νὰ ἐννοῆται ὑπὸ τὴν πολιτικὴν αὐτῆς σημασίαν, καὶ νὰ ἐκτελῆται, καθ’ ἣν περίπτωσιν προσβάλλει ἀκόμη καὶ αὐτὴν τὴν ἀνθρωπίνην ἀξίαν τῶν ἀτόμων. Δὲν θέλει νὰ ἐννοήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι μεταξὺ ἀνωτέρου καὶ κατωτέρου ὑπάρχει εἶδός τι ἰσότητος δικαιωμάτων. Ἂν ἐκ τῆς παραλείψεως ταύτης ἐπέρχηται κατάχρησις τῆς ἐξουσίας, ἥτις ἀποθαῤῥύνει, ψυχραίνει καὶ ἀπελπίζει τοὺς κατωτέρους, βλάπτουσα οὕτω τὴν πειθαρχίαν καὶ γεννῶσα τὴν ἀνυποταξίαν, ὡς ἐν Λαρίσσῃ, ἀδιάφορον διὰ τὸν κ. Πρωθυπουργόν. «Οὕτως ἐν τῇ αὐθαίρεσίᾳ του καὶ ἀπολύτῳ ἰσχύϊ του ὁ κ. Τρικούπης, ὡς ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, ἐννοεῖ τὴν ὀργάνωσιν καὶ τὸν σχηματισμὸν αὐτοῦ, καὶ διὰ σκοποὺς τοιούτους ἔχει ἀνάγκην τῆς ὑπάρξεώς του. «Οὕτω, ἀφοῦ ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ ἀποῤῥέει ἐκ τῆς ἱκανότητος καὶ αὐστηρότητος τοῦ ἀρχηγοῦ, οὐδόλως φαίνεται ἡμῖν παράδοξον, ἂν ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς παρουσιάζῃ πρὸ τῶν ὀμμάτων καὶ τοῦ τελευταίου ἀστοῦ εἰκόνα ἐμπνέουσαν τὸν οἶκτον.» Ταῦτα ἤθελον εὐχηθῆ νὰ μὴ εἶχον συμβῆ διόλου· ἐὰν δὲ συμβαίνωσι, νὰ μὴ ἐπαναληφθῶσιν εἰς τὸν στρατὸν, πρὸς τὸ συμφέρον αὐτοῦ· ἐπαναλαμβάνω δὲ νὰ συστήσω τὴν δικαιοσύνην τῷ κ. Πρωθυπουργῷ, ἀλλὰ δικαιοσύνην ἐν πᾶσι, διότι δὲν διαχειρίζεται δύναμίν τινα πολιτικὴν, εἴτε κομματικὴν, ἀλλὰ δύναμιν ἐθνικὴν, διὰ τὴν ὁποίαν κατὰ προτίμησιν μεγίστην εὐθύνην θὰ φέρῃ καὶ λόγος θὰ ζητηθῇ αὐτῷ παρὰ τῆς ἱστορίας. Δυστυχῶς καὶ ὡς πρὸς τοὺς ὀργανισμοὺς τοῦ στρατοῦ ὑπῆρξεν ἡ νομοθετικὴ παραγωγὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπίσης ἄφθονος, ὅσον καὶ ἐν ἄλλοις κλάδοις. Ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι τοῦ 1887 ἔσχομεν 7 ὀργανισμοὺς, εἴτε μεταῤῥυθμίσεις ὀργανισμῶν τοῦ στρατοῦ. Νέος δὲ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, εἴτε καθ’ ὁλοκληρίαν καταργῶν τὸν προηγούμενον, εἴτε ἐν μέρει μεταῤῥυθμίζων αὐτὸν, σημαίνει διάλυσιν καὶ ἀνασύστασιν ἑκάστοτε τοῦ στρατοῦ. Οὕτω δὲ θεωρουμένου τοῦ ἔργου, ἕκαστος ὀφείλει νὰ ἀπορήσῃ διὰ τὴν πληθὺν τῶν ὀργανισμῶν, τῶν ἐν μιᾷ ἑπταετίᾳ ἐκδοθέντων. Ἀλλ’, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, δυστυχῶς δὲν ἔχομεν αὐτοτελῆ τινα ὀργανισμὸν μέχρι τοῦδε, οὔτε ἀπολαμβάνομεν αὐτὸν καὶ διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου· μόνον δὲ εἰς τοὺς ὑπάρχοντας προστίθεται ἔτι εἷς· ἔχομεν 6 ὀργανισμοὺς ἰσχύοντας, εἰς τοὺς ὁποίους προστεθήσεται καὶ ὁ ἕβδομος. Ἔχομεν τὸν ὀργανισμὸν ᾼΛΖʹ τῆς 22 Ἰουνίου 1882, ὅστις κατήργησε τὸν τοῦ 1880 ͵ΩΛΗʹ, ὃν εἶχε κατασκευάσει ὁ τότε συνυπουργὸς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νῦν ὑποστράτηγος κ. Καραϊσκάκης. Ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ ᾼΛΖʹ, ἀποτελουμένου ἐκ 33 ἄρθρων καὶ 12 πινάκων, ἐπήνεγκε τροποποιήσεις ὁ ἀπὸ 30 Μαρτίου 1884 ὀργανισμὸς ᾼΡϞΑʹ, ἐξ ἄρθρων 4 καὶ πινάκων 12 ἀποτελούμενος, ἀντικαταστήσας τὰ ἄρθρα 1, 3, 4, 9 καὶ 14 τοῦ προηγουμένου. Μετ’ ὀλίγον ὅμως ἐπῆλθεν ὁ ὁ ἀπὸ 31 Δεκεμβρίου 1885 ὀργανισμὸς ᾼΤΚΓʹ, ὅστις μετεῤῥύθμισεν ἐν τοῖς πλείστοις καὶ κυριωτάτοις τοὺς προηγουμένους, δὲν κατήργησεν ὅμως αὐτούς. Οὗτος κατήργησε τὰ ἄρθρα 1, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 12, 13, 14 καὶ 27 τοῦ νόμου ᾼΛΖʹ, ἀντικαταστήσας αὐτὰ δι’ ἄλλων, ἀντικατέστησε δὲ καὶ τοὺς πίνακας ἐκείνου (περὶ τοῦ ᾼΡϞΑʹ σιωπᾷ τελείως!) πλὴν τοῦ περὶ χωροφυλακῆς ὑπὸ στοιχ. Λ, ὅστις ἀφέθη ἐν ἰσχύϊ. Ὀλίγους μῆνας ὅμως μετὰ ταῦτα καὶ οὗτος ἐτροποποιήθη παρ’ αὐτοῦ τοῦ συντάξαντος αὐτὸν Ὑπουργοῦ, νῦν ὑποστρατήγου κ. Ἀντ. Μαυρομιχάλη, προκαλέσαντος τὸν νόμον ᾼΤΞΒʹ τῆς 7 Ἀπριλίου 1886 ἐξ ἄρθρων 2, ἐξ ὧν μετεῤῥυθμίζετο τὸ περισωζόμενον ἄρθρον 29 τοῦ νόμου ᾼΛΖʹ τοῦ 1882. Βλέπετε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ὁ λαβύρινθος αὐξάνει καὶ περιπλέκεται· καὶ ὅμως εὑρισκόμεθα ἔτι ἐν τῷ μέσῳ. Ὁ κ. Τρικούπης, καταλαβὼν αὖθις τὴν ἀρχὴν, ἐξέδωκε τὸν ἀπὸ 28 Μαΐου 1887 νόμον ᾼΦΛΓʹ «περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ» ἐξ ἄρθρων 20 καὶ πινάκων δώδεκα. Ἀλλὰ μὴ καὶ οὗτος κατηρτίσθη αὐτοτελής; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ! Ἐπήνεγκε μάλιστα μείζονα σύγχυσιν καὶ συγκίνησιν, διότι κατήργησε τὰ ἄρθρα 1, 5, 7, 8, 9, 10, 12, 14 καὶ 34 τοῦ νόμου τοῦ 1885 ᾼΤΚΓʹ, ἀλλ’ ἀφῆκεν ἐν πλήρει ἰσχύϊ τοὺς πίνακας αὐτοῦ, τοὺς κανονίζοντας τὴν σύνθεσιν τῶν διαφόρων σωμάτων καὶ διαφόρων ὑπηρεσιῶν. Κατήργησεν ὅμως καὶ τὰ ἄρθρα 23 καὶ 26 τοῦ νόμου 1882 ᾼΛΖʹ, ἀλλ’ ἀφῆκεν ἐπίσης καὶ ἐκ τούτου ἰσχύοντα τὸν πίνακα Λ, ὅστις ἤδη εἶχε σωθῆ καὶ ἐκ προτέρων καταστροφῶν! Ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους, ἤτοι τῇ 18 Δεκεμβρίου 1887, ἔσπευσεν ὁ αὐτὸς κ. Τρικούπης νὰ μεταῤῥυθμίσῃ τὸν νόμον ᾼΦΛΓʹ, προκαλέσας τὴν ψήφισιν ἑτέρου, τοῦ ἐκδοθέντος ὑπὸ στοιχεῖον ᾼΦΗΓʹ συνισταμένου δὲ ἐξ ἄρθρων 2, δι’ ὧν κατηργεῖτο τὸ ἄρθρον 4 τοῦ προηγουμένου καὶ ἐτροποποιεῖτο ἡ ἐν τῷ πίνακι αὐτοῦ Ζʹ ἀναγραφομένη σύνθεσις τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Δικαστηρίου. Οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, ἐν τοιαύτῃ συγχύσει καὶ ἐμπλοκῇ, καθ’ ἣν στιγμὴν προκαλούμεθα νὰ προσθέσωμεν διὰ τῆς ἡμετέρας ἐπιψηφίσεως καὶ ἕβδομον ὀργανισμὸν εἰς τοὺς ἤδη ὑπάρχοντας 6 τοιούτους, κατὰ τοσοῦτο δὲ σπουδαῖον, καθ’ ὅσον ἀποδίδει ἰσχὺν εἰς τοὺς 12 πίνακας, τοὺς προσηρτημένους εἰς τὸν νόμον ᾼΦΛΓʹ τοῦ 1887, τοὺς ἔκτοτε μένοντας ἐν ἀκυρότητι ἕνεκα τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ νόμου τούτου, ὅπερ ἀνέγνων ὑμῖν πρὸ μικροῦ· διὰ δὲ τῶν πινάκων τούτων ἱδρύονται καὶ ἀνοίγονται θέσεις πρὸς προβιβασμούς. Ἡ πολυνομία αὕτη καὶ ἐν τοῖς ὀργανισμοῖς εἶναι λίαν δυσάρεστος καὶ βλαβερωτάτη διὰ τὸν στρατόν. Εὔχομαι δὲ, ἐὰν ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργὸς διατηρηθῇ εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ ἐξακολουθήσῃ, ὅπερ δὲν εὔχομαι, διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ σκεφθῇ ἐν προσεχεῖ εὐκαιρίᾳ περὶ καταρτίσεως ἑνὸς καὶ μόνου ὀργανισμοῦ, περιλαμβάνοντος καὶ τὰς παρατηρήσεις, ὅσαι ὑποδειχθῶσιν εἴτε παρ’ ἐμοῦ, εἴτε παρὰ τῶν ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅσοι τυχὸν ἤθελον λάβει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ νὰ διορθώσῃ τὰ ἄδικα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν. Ἄδικα δὲ καὶ ἐλαττώματα τοιαῦτα εὑρίσκω ἐν τοῖς πίναξιν, οἵτινες ἐν τοῖς πλείστοις εἶναι ἀόριστοι καὶ ἐκφράζονται διφορουμένως. Ὁ πρῶτος τούτων κανονίζει τὸν καταρτισμὸν τῆς διευθύνσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐνῷ οἱ πίνακες πάντων τῶν προηγουμένων ὀργανισμῶν μέχρι καὶ τοῦ τελευταίου, τοῦ ᾼΤΚΓʹ, ὁρίζουσι δι’ ἑκάστην θέσιν τὸν βαθμοφόρον, ὁ ὁποῖος θὰ καταλάβῃ αὐτὴν, ὁ ὑπὸ συζήτησιν πίναξ ἀφίνει τὰς πλείστας θέσεις ἀορίστους καὶ εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ ἑκάστοτε Ὑπουργοῦ. Εἰς τὸ τμῆμα τῆς στρατολογίας καὶ ἐπιστρατεύσεως π. χ. ἀντὶ ν’ ἀναφέρηται ὡρισμένως ὁ ἀξιωματικὸς, ὁ διευθύνων αὐτὸ, ἀναφέρεται «ἀνώτερος ἀξιωματικὸς», τοῦτο δὲ καὶ εἰς τὰ λοιπὰ τμήματα· μόνον δὲ εἰς τέσσαρα τούτων εὑρίσκω ὡρισμένον τὸν βαθμὸν τοῦ διευθύνοντος, εἰς τὸ πρῶτον καὶ δεύτερον τμῆμα τοῦ στρατιωτικοῦ λογιστηρίου, εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ ἱππικοῦ καὶ εἰς τὸ ὑγειονομικόν. Τοῦτο παρέχει μὲν ἐλευθερίαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐκλέγῃ ἑκάστοτε τὸν βαθμοφόρον, τὸν ὁποῖον θὰ τοποθετήσῃ εἰς τὴν θέσιν ταύτην, ἀλλὰ παρέχει ἐπίσης καὶ ἀταξίαν περί τε τὴν διοίκησιν καὶ περὶ τὰς δαπάνας. Διὰ τοῦ ὅρου «ἀνώτερος ἀξιωματικὸς» ἐννοοῦνται, ὡς δὲν ἀγνοεῖτε, τρεῖς βαθμοὶ, ὁ τοῦ ταγματάρχου, ὁ τοῦ ἀντισυνταγματάρχου καὶ ὁ τοῦ συνταγματάρχου· δύναται δὲ ὁ Ὑπουργὸς νὰ διορίσῃ οἱονδήποτε ἐκ τῶν τριῶν τούτων βαθμῶν. Διατὶ ὅμως δὲν ἀναγράφει ὡρισμένως, ἐὰν ἀπαιτῆται συνταγματάρχης, ἢ ἀντισυνταγματάρχης, ἢ ταγματάρχης, ἵνα γνωρίζῃ καὶ ἡ Βουλὴ ἀκριβέστερον, τί ψηφίζει; Ἄλλως, ἐπειδὴ οἱ κατέχοντες τὰς θέσεις ταύτας θεωροῦνται ὡς κατέχοντες γενικὰς θέσεις, δὲν εἶναι γνωστὸν ποίους βαθμοφόρους ἔχομεν ἀκριβῶς καὶ πόσους ἐν ἑκάστῳ σώματι. Ἐὰν δὲ ὁ νῦν Ὑπουργὸς προβῇ εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν θέσεων τούτων διὰ βαθμοφόρων τοῦ ἀνωτάτου βαθμοῦ, δηλ. τοῦ συνταγματάρχου, ἴσως καὶ τοῦ ὑποστρατήγου, ἕτερος δὲ Ὑπουργὸς θελήσῃ νὰ προβῇ εἰς οἰκονομίας, δὲν θὰ δυνηθῇ, διότι θὰ ἔχῃ ἤδη τοὺς βαθμοὺς κεχορηγημένους, χάρις εἰς τὴν ἀσάφειαν τοῦ πίνακος, καὶ θὰ ἦναι ὑποχρεωμένος νὰ τηρήσῃ αὐτοὺς, παρὰ τὴν πρὸς οἰκονομίας ἐπιθυμίαν του. Ὡς πρὸς τὸν Βʹ πίνακα, τὸν τῆς συνθέσεως τῶν Ἀρχηγείων, οὐδὲν ἕτερον ἔχω νὰ παρατηρήσω ἢ ὅτι ἡ δύναμις ἑκάστου τῶν Ἀρχηγείων πρέπει τοὐλάχιστον νὰ τηρῆται ὡς ἀναγράφεται. Ἔχομεν ὅμως μέχρι τοῦδε πλεῖστα παραδείγματα, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς μεταβάλλει συχνότατα τὴν δύναμιν ἑκάστου τῶν Ἀρχηγείων διὰ προσκολλήσεων μεγάλου ἀριθμοῦ ἀξιωματικῶν· αἱ δὲ προσκολλήσεις, πλὴν τοῦ κλονισμοῦ, ὃν ἐπιφέρουσιν εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ στρατεύματος, χρησιμεύουσι συνήθως καὶ πρὸς ἀπονομὴν εὐνοίας καθ’ ὑπαγορεύσεις ἴσως ἄλλας, ἥκιστα βεβαίως σχετιζομένας πρὸς τὴν καλὴν διοίκησιν τοῦ στρατεύματος. Ἐπαναλαμβάνω δὲ νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης ποιεῖται μεγάλην κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος τούτου. Ὀλίγιστοι ἀξιωματικοί, δύναταί τις εἰπεῖν, εὑρίσκονται εἰς τὰς θέσεις, ἐν αἷς ἐτοποθετήθησαν. Ἀναφέρω δὲ αὐτῷ, ἐὰν τυχὸν διατελῇ ἐν ἀγνοίᾳ, παραδείγματά τινα, διὰ νὰ ἴδῃ μέχρι τίνος βαθμοῦ διοικεῖται μεροληπτικῶς τὸ στράτευμα, ἢ μέχρι τίνος βαθμοῦ γίνεται,—τίς οἶδε!—κατάχρησις τῆς ὑπογραφῆς του, ἕνεκα τοῦ πολυασχόλου αὐτοῦ. Ἐν τῇ Μοιραρχίᾳ Κερκύρας ὑπάρχει τοποθετημένος ὡς διοικητὴς αὐτῆς εἷς ἀντιμοίραρχος· ἀλλ’ ἐν Κερκύρᾳ ὑπάρχει προσκεκολλημένος εἰς τὸ φρουραρχεῖον ἀξιωματικὸς τῆς χωροφυλακῆς ἀνώτερος τοῦ διοικοῦντος τὴν Μοιραρχίαν, φέρων βαθμὸν μοιράρχου! ἐν τῷ αὐτῷ δὲ φρουραρχείῳ ὑπάρχουσι προσκεκολλημένοι καὶ δύο ἕτεροι ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, οὐδὲν ποιοῦντες ἐκεῖ, εἰς οὐδὲν χρησιμεύοντες καὶ οἱονεὶ καταδεδικασμένοι εἰς ἐξορίαν ἢ φυλάκισιν ἐν Κερκύρᾳ. Εἰς δὲ τὸ οἰκονομικὸν σῶμα αἱ προσκολλήσεις εὑρίσκονται εἰς ἐπίτασιν. Ἐν Ἀθήναις π. χ. ἐν τῷ στρατιωτικῷ λογιστηρίῳ ἀντὶ τριῶν λοχαγῶν εὑρίσκονται νῦν προσκεκολλημένοι 10. Ἐν τῷ διατακτηρίῳ Ἀττικῆς ὑπάρχουσι προσκεκολλημένοι 5 λοχαγοί, 3 ὑπολοχαγοὶ καὶ 9 ἀνθυπολοχαγοί, πλὴν τῶν κατὰ νόμον ὡρισμένων δι’ αὐτό. Ἐν ταῖς μοιραρχίαις καὶ ταῖς ὑπομοιραρχίαις συμβαίνει μεγίστη κατάχρησις τῶν προσκολλήσεων. Πλεῖστοι ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, ἀποσπασθέντες ἐκ τῶν μοιραρχιῶν, εἰς ἃς εὑρίσκονται τοποθετημένοι, προσεκολλήθησαν ἀλλαχοῦ, αἱ δὲ ὑπομοιραρχίαι τοῦ Κράτους διευθύνονται παρὰ ὑπαξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς κατὰ τὸ πλεῖστον ἐντοπίων, τοῦτο δὲ εἶναι καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ἐπιβλαβὲς, ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτὴν τὴν χωροφυλακὴν, ἥτις διοικῆται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Δὲν θεωρῶ ἀναγκαῖον ν’ ἀναφέρω ἐντεῦθεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὀνόματα. Ἐὰν ὅμως ἐπιθυμῇ, δίδω αὐτῷ τὸν κατάλογον τοῦτον, ἵνα ἴδῃ πόσους ἔχω σημειωμένους προχείρως ὡς προσκεκολλημένους ἀλλαχοῦ, ὑπερβαίνοντας δὲ τοὺς 15! Τὴν τοιαύτην κατάχρησιν τῶν προσκολλήσεων καὶ πάλιν συνιστῶ ἐπὶ τῷ συμφέροντι τοῦ στρατοῦ ν’ ἀποφύγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῷ μέλλοντι, ὅσον δύναται ἐπιμελέστερον καὶ ἀποφασιστικώτερον. Ὡς πρὸς τὸν πίνακα Γʹ τοῦ πεζικοῦ, ἐπικροτῶ εἰς τὴν ἵδρυσιν θέσεως ἐπιθεωρητοῦ· θὰ ἦτο ἐπιτυχέστερον τὸ πρᾶγμα καὶ συνεπέστερον, διὰ τὸ ὁμοιόμορφον πρὸς τοὺς ἐπιθεωρητὰς τῶν ἄλλων σωμάτων, ἂν ὁ ἐπιθεωρητὴς ἦν συνταγματάρχης, οὐχὶ δὲ ὑποστράτηγος, ὡς φέρει ἡ ὑποβληθεῖσα ἡμῖν μεταῤῥύθμισις τοῦ πίνακος Ζʹ τῶν γενικῶν ὑπηρεσιῶν, τὴν ὁποίαν βλέπετε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Πλὴν δὲ τούτου παρατηρῶ καὶ τὸ ἑξῆς: Διατὶ ὁ ἐπιθεωρητὴς τοῦ πεζικοῦ δὲν ἀναγράφεται εἰς τὸν πίνακα Γʹ, τὸν τῆς συνθέσεως τοῦ πεζικοῦ, ἀλλ’ εἰς τὸν πίνακα τῶν γενικῶν ὑπηρεσιῶν; Διατὶ δὲ συγχρόνως ὁ ἐπιθεωρητὴς τοῦ πεζικοῦ ἀναγράφεται καὶ ὡς ἐπιθεωρητὴς τῆς χωροφυλακῆς; Τὸ πεζικὸν, τὸ μέγιστον τῶν σωμάτων παντὸς στρατοῦ, τὸ κυριώτατον ἐν τῇ πολεμικῇ τέχνῃ, ἐδικαιοῦτο, νομίζω, καὶ παρ’ ἡμῖν νὰ ἔχῃ ἴδιον ἐπιθεωρητὴν, καὶ νὰ μὴ ἔχῃ τοιοῦτον κοινὸν μετὰ τῆς χωροφυλακῆς, ὅπερ κακὸν δι’ ἀμφότερα τὰ σώματα. Ἄλλως δὲ, ἂν ὁ ἐπιθεωρητὴς ἦν συνταγματάρχης, οὗτος θὰ ἐλαμβάνετο ἐκ τῶν τάξεων τοῦ πεζικοῦ, οὐχὶ δὲ ἐκ τῶν γενικῶν ὑπηρεσιῶν, ὅπερ ἐπιδιώκει ἴσως μείωσιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ πεζικοῦ. Ὀφείλω ἐπίσης νὰ ἐπαινέσω τὴν μόνην λαμβανομένην ὑπὲρ τοῦ πεζικοῦ πρόνοιαν, ἤτοι τὸν διορισμὸν λοχαγῶν ὡς ὑπασπιστῶν τῶν συνταγμάτων, ὅπερ καὶ πρὸς τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας συμβάλλει καὶ ὡς μέσον δικαιώσεως καὶ ἱκανοποιήσεως τοῦ πεζικοῦ παρίσταται. Ἀλλὰ τὸ δῶρον καθίσταται ἄδωρον, διότι ἐν ταὐτῷ ἀφαιροῦνται σχεδὸν ἰσάριθμοι ὑπολοχαγοὶ, τέως ὑπασπισταί· τοῦτο δὲ καθίσταται ἐπιζήμιον διὰ τοὺς ὑπερτετρακοσίους ἀνθυπολοχαγοὺς τοῦ πεζικοῦ, ὑπὲρ ὧν οὐδεμίαν βλέπω λαμβανομένην πρόνοιαν, ἐν ᾧ ἀφ’ ἑτέρου αἱ σχολαὶ ὑφίστανται καὶ χορηγοῦσι διαρκῶς αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν. Ἑτέραν παρατήρησιν φέρω τὴν ἑξῆς: Εἰς τοὺς λοχαγοὺς τοῦ πεζικοῦ, τοὺς διοικητὰς λόχων, πρέπει νὰ χορηγηθῇ ἵππος, ὅπερ νῦν εἶναι σχεδὸν γενικῶς παραδεδεγμένον, διότι ἡ νεωτέρα τακτικὴ τῆς ἀκροβολιστικῆς παρατάξεως τοῦ πεζικοῦ ἐπιβάλλει τὸ μέτρον ἐπιτακτικῶς· ὁ λοχαγὸς ἐπὶ πλήρους ἀναπτύξεως λόχου δὲν ἐπαρκεῖ, τρέχων ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον πεζός. Ὡς πρὸς τὸ πεζικὸν, θὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω καὶ ἕτερά τινα. Δυστυχῶς ὅμως εὑρίσκομαι ὑπὸ τὴν προκατάληψιν, ὅτι ὡμίλησα ἄλλοτε ἀποκλειστικῶς καὶ μεροληπτικῶς ὑπὲρ τοῦ πεζικοῦ! Βεβαίως εἰμὶ ἀθῶος τῆς ἀποδιδομένης μοι μεροληψίας· ἀλλὰ διὰ ν’ ἀποτρίψω καὶ τὴν ἐλαχίστην ὑπόνοιαν ἐπὶ τούτου, περιορίζομαι εἰς τὰ ἀνωτέρω μόνον. Ἐν τούτοις διὰ τῆς οἱονεὶ ἀναγκαστικῆς ταύτης παραλείψεως τῶν περὶ τοῦ πεζικοῦ δεόντων λεχθῆναι ὑποπίπτω εἰς τὸ ἀντίθετον κακόν· εἰς τὴν δυσμενῶς πρὸς τὸ πεζικὸν ἀνάπτυξιν τοῦ θέματος καὶ τῶν παρατηρήσεών μου. Ἴσως ὅμως οὐδὲν πρέπει νὰ προσθέσῃ τις ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι αἱ διὰ τῶν νέων πινάκων προσγινόμεναι τῷ πεζικῷ ἀδικίαι προσπίπτουσιν οὕτω καταφανῶς εἰς τὴν αἴσθησιν ἅμα τῇ ἐπιπολαίᾳ ἐπισκοπήσει τῶν πινάκων, ὥστε οὐδεμιᾶς ἀναπτύξεως εἶναι ἀνάγκη. Ἡ διαφορὰ δὲ τῆς εὐνοίας καταφαίνεται καὶ ἐκ τοῦ πίνακος, τὸν ὁποῖον, τῇ αἰτήσει μου, ὑπέβαλεν ἡμῖν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλ’ οὗτος δὲν περιέχει πάντας τοὺς βαθμοφόρους κατὰ σῶμα, ἀλλὰ καθ’ οὓς ηὔξησεν ὁ στρατὸς ἐν συνόλῳ. Ἐν δυσὶ λέξεσι παρατηρῶ, ὅτι αἱ θέσεις αἱ ἀπονεμόμεναι διὰ τῶν νέων πινάκων εἰς τὸ πεζικὸν, εἰσὶ δυσανάλογοι πρὸς τὸν μέγαν ἀριθμὸν αὐτοῦ καὶ τὴν ἀποστολὴν, ἣν ἔχει, καὶ πρὸς τοὺς τῶν λοιπῶν σωμάτων. Ἐνταῦθα νομίζω εὔθετον νὰ ὑποβάλω παρατήρησιν ὡς πρὸς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τοῦ σώματος τούτου, καθὼς καὶ τοὺς τῶν ἄλλων σωμάτων. Πρὸς τοὺς παλαιοὺς ὑπαξιωματικοὺς ὁμολογουμένως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει καὶ ἔδειξεν εἶδός τι ἀποστροφῆς· ἐπεζήτησε δὲ τὴν δημιουργίαν ἀξιωματικῶν δι’ ἄλλου τρόπου, διὰ πλάσεως νέων προσώπων καὶ οὐχὶ διὰ τῆς προαγωγῆς καὶ τῶν ὑπαρχόντων παλαιῶν ὑπαξιωματικῶν. Οἱ ὑπαξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ, οἱ πρακτικοὶ οὗτοι ἄνδρες, οἱ ἐπὶ 5 ἢ 10 ἢ καὶ 15 ἔτη διατελέσαντες εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπαξιωματικοῦ, κατέστησαν ὁμολογουμένως πολύτιμοι καὶ ἀναντικατάστατοι. Ἐννοῶ δὲ παλαιοὺς τοὺς κατ’ ἐπάγγελμα μένοντας ἐν τῷ στρατῷ, μεταξὺ δ’ αὐτῶν τοὺς ἔχοντας μακροτέραν ὑπηρεσίαν. Προτείνω καὶ συνιστῶ νὰ λάβῃ σπουδαῖον καὶ δραστήριον μέτρον ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν τοιούτων ὑπαξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους ὑπό τινα ἔποψιν δὲν δύνανται ν’ ἀντικαταστήσωσιν οὔτε οἱ ἀπόφοιτοι τῆς σχολῆς τοῦ Saint Cyre, οὔτε τῆς Kadettenschule, οὔτε ἄλλης τινὸς τοῦ Βελγίου, ὡς πρὸς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν εὑρίσκονται ἐν τῷ στρατῷ. Αὐτοὶ γνωρίζουσι τὸν στρατιώτην ἀφ’ ἧς κατετάχθη, αὐτοί εἰσιν οἱ ἄριστοι νὰ διευθύνωσιν αὐτὸν, ὡς οἱ κατώτατοι ἐν τῇ κλίμακι τῶν ἀξιωματικῶν. Ἐὰν παρελαμβάνετο τὸ ἥμισυ, ἔστω τὸ τρίτον, τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ ἐκ τῶν τάξεων τῶν ὑπαξιωματικῶν κατά τινα μέθοδον, τοῦτο καὶ τοὺς ἄνδρας τούτους ἤθελεν ἐνθαῤῥύνει καὶ τὸ στράτευμα πολὺ ὑπηρετήσει, διότι οἱ ὑπαξιωματικοὶ οὗτοι ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν, ἀποθαῤῥυνόμενοι, ἀπέρχονται τοῦ στρατοῦ, διότι δὲν ἔχουσι πρὸ ἑαυτῶν μέλλον, καὶ μένουσιν, ὡς εἶπον, ἀναντικατάστατοι. Καὶ ἐν τῷ θέματι τούτῳ ἡ νομοθεσία ἡμῶν ὑπάρχει ἀνεξάντλητος. Ἔχομεν ὑπὲρ τοὺς 15 νόμους, πραγματευομένους τὸ ζήτημα τῆς προαγωγῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἢ τοῦ διορισμοῦ ἀξιωματικῶν ὁπωσδήποτε, ἀλλὰ σχεδὸν πάντες οὗτοί εἰσι συντεταγμένοι ἐν πνεύματι οὐχὶ ἱκανοποιήσεως τῶν παλαιῶν. Τὸ ζήτημα τῶν ὑπαξιωματικῶν κατέστη σοβαρὸν εἰς τοὺς στρατοὺς, σπουδαιοτάτην δὲ ἐν Εὐρώπῃ ἀπονέμουσι προσοχὴν εἰς αὐτὸ, καὶ διὰ πολλῶν τρόπων καὶ δι’ ἐκτάκτων ἀμοιβῶν προσπαθοῦσι νὰ κρατῶσιν εἰς τὸν στρατὸν τοὺς πρακτικοὺς καὶ πεπειραμένους ὑπαξιωματικοὺς, τὰ νεῦρα τῶν στρατῶν. Παρ’ ἡμῖν ὅμως οὗτοι ἀποβάλλονται καὶ ἀποῤῥίπτονται οἱονεὶ συστηματικῶς διὰ τῆς ἐπιβολῆς ποινῶν βαρυτάτων ἐπὶ ἐλαχίστοις παραπτώμασιν· αὗται δὲ ἀποκλείουσιν αὐτοῖς τὴν ἀνακατάταξιν. Εἶναι περίεργος ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐγκύκλιός τις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸς τὰς στρατιωτικὰς ἀρχάς. Ἐν αὐτῇ ἀναγινώσκει τις, ὅτι «τινὰ τῶν σωμάτων....ἀφ’ ἑτέρου δὲν ὀκνοῦσι νὰ ἐπιβάλλωσιν εἰς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τὴν τελευταίαν τῶν ἐπανορθωτικῶν ποινῶν δι’ ἐλαχίστης βαρύτητος παραπτώματα, ἐφ’ οἷς ἐπαρκὴς κρίνεται μόνη ἡ ἁπλῆ φυλάκισις»! Ἕνεκα τούτων πλεῖστοι ὑπαξιωματικοὶ σήμερον ἀποκλείονται τῆς ἀνακατατάξεως, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν μὴ λάβῃ γενικὸν μέτρον περὶ ἀνακλήσεως τῶν τοιούτων ποινῶν, ταχέως θέλει μείνει ἄνευ ὑπαξιωματικῶν, ἄνευ καλῶν τοὐλάχιστον ὑπαξιωματικῶν. Ὡς πρὸς τὰ εὐζωνικὰ οὐδὲν ἔχω νὰ παρητηρήσω, ὡς οὐδ’ ὡς πρὸς τὸ ἱππικόν. Ἐπίσης οὔτε ἐπὶ τῶν πινάκων τοῦ πυροβολικοῦ. Εὐχαρίστως βλέπω, ὅτι ἀπὸ τῆς χθὲς ἤρξαντο πυρὰ τοῦ πυροβολικοῦ, δι’ ὧν τὸ σῶμα εὑρίσκεται ἐν τῷ σταδίῳ αὐτοῦ· ἀλλὰ εὑρίσκω ἄλλο τι ῥιζικὸν κακὸν ἐν τῇ διοικήσει τοῦ σώματος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν συνήθροισεν ὁλόκληρον σχεδὸν τὸ πυροβολικὸν ἐν Ἀθήναις, ἐπὶ ζημίᾳ αὐτοῦ· τὸ μὲν διότι δὲν δίδεται εἰς αὐτὸ ἡ εὐκαιρία νὰ γνωρίσῃ τὰ διάφορα μέρη, ἐφ’ ὧν ἤθελέ ποτε δράσει, τὸ δὲ διότι ἐπέρχεται αὔξησις εἰς τὰς δαπάνας τοῦ σώματος τούτου, ἕνεκα τῆς μεγίστης ὑπερτιμήσεως τοῦ χόρτου, τὸ ὁποῖον μεταφέρεται μακρόθεν καὶ τὸ ὁποῖον ἐφέτος θ’ ἀνέλθῃ εἰς τιμὰς ὑπερόγκους. Ἐπὶ Ὄθωνος, ὅτε τὸ πυροβολικὸν ἀπετελεῖτο ἐξ ἑνὸς μόνου τάγματος, ἦτο διανεμημένον καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, τοὐλάχιστον εὕρισκέ τις αὐτὸ φρουροῦν ἐν πέντε πόλεσι τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ καὶ ἕτερόν τι: Εὑρίσκω διάταγμα τοῦ 1861, φέρον τὴν ὑπογραφὴν τῆς ἀοιδίμου Ἀμαλίας καὶ προσυπογεγραμμένον παρὰ τοῦ Δημητρίου Μπότσαρη. Ἀναγινώσκω ὑμῖν διδακτικωτάτας περικοπὰς τοῦ διατάγματος ἐκείνου, ἐπιγραφομένου «Περὶ ὑπηρεσίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πυροβολικοῦ εἰς τὸ Ὁπλοστάσιον» (ἀναγινώσκει): «Θέλοντες νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πυροβολικοῦ πρὸς τὸν τριπλοῦν σκοπὸν, τῆς ἐκπαιδεύσεως αὐτῶν, τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς ἐξ ἴσου διανομῆς τῶν βαρῶν αὐτῆς, διατάσσομεν: «Ἐκ τῶν πέντε λόχων τοῦ τάγματος τοῦ πυροβολικοῦ, εἷς θέλει ἀποσπᾶσθαι εἰς Ναύπλιον κατὰ σειρὰν τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν, ἀλλασσόμενος κατ’ ἔτος... Δύο λοχαγοὶ θέλουσι διορίζεσθαι εἰς τὸ ὁπλοστάσιον ὡς ἔφοροι τοῦ ὑλικοῦ Ναυπλίας... Εἷς λοχαγὸς θέλει διορίζεσθαι κατὰ τριετίαν εἰς τὸ ὁπλοστάσιον ὡς διοικητὴς τοῦ λόχου τῶν τεχνητῶν... Εἷς λοχαγὸς θέλει διορίζεσθαι ἐπίσης διευθυντὴς τοῦ πυροτεχνουργείου καὶ καψυλλοποιείου, ἀλλασσόμενος κατὰ τριετίαν πρὸς ἐκτέλεσιν ὑπηρεσίας εἰς τὸν λόχον τῶν τεχνητῶν. Ὁ ὑπολοχαγὸς καὶ οἱ ἀνθυπολοχαγοὶ τοῦ ἐν Ναυπλίῳ φρουροῦντος λόχου τοῦ πυροβολικοῦ θέλουσιν ἐπασχολεῖσθαι ἐπὶ τέσσαρας μῆνας ἕκαστος εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ πυροτεχνουργείου, μετὰ τὸ τέλος τῶν ὁποίων θέλουσι συντάσσει ἔκθεσιν τῆς ἐκπαιδεύσεώς των ταύτης καὶ ὑποβάλλει αὐτὴν ἱεραρχικῶς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον θεωρημένην... κλπ. «Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀνωτέρω θέλει κανονισθῇ ἡ ὑπηρεσία καὶ ἡ ἐκπαίδευσις τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πυροβολικοῦ τόσον παρὰ τῷ τάγματι τοῦ πυροβολικοῦ, ὅσον καὶ παρὰ τῷ ὁπλοστασίῳ, οὕτως ὥστε μετὰ παρέλευσιν τοῦ ὁρισθέντος χρόνου οὗτοι νὰ εὑρεθῶσι θεωρητικῶς καὶ πρακτικῶς ὅσον τὸ δυνατὸν πλέον τελειοποιημένοι διὰ τὴν ἐκτέλεσιν πάσης ὑπηρεσίας τοῦ πυροβολικοῦ.» Τοιαύτη λεπτομερὴς καὶ φιλόστοργος καὶ ζηλευτὴ πρόνοια βεβαίως δὲν λαμβάνεται σήμερον. Τίς οἶδε, δὲ μὴ δὲν ἐκλαμβάνηται καὶ ὡς σχολαστική. Σήμερον, εἰ καὶ ἔχομεν εὐτυχῶς τρία συντάγματα πυροβολικοῦ, φυλάττομεν αὐτὰ ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ κεκλεισμένα ἐν Ἀθήναις, ἐνῷ, ὡς ἐκ τῆς φύσεως τοῦ πυροβολικοῦ, τοῦτο δὲν εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον, ἀφοῦ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν γυμνασίων του ἓν τάγμα εἶναι ἡ ἀνωτέρα μονάς. Λόγον ποιησάμενος περὶ τοῦ πυροβολικοῦ, παρατηρῶ ὅτι τὰ τοῦ ὁπλοστασίου δὲν ἔχουσι καλῶς. Παρημελήθη κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους καὶ πρὸς οὐδένα προορισμὸν ὑφίσταται. Ἄλλοτε εἶχον ἀκούσει, ὅτι ἔμελλε νὰ μετατεθῇ ἐκ τοῦ Ναυπλίου εἰς Ἀθήνας· τοῦτο θὰ ἦτο σφάλμα, διότι καὶ ἡ πρώτη πρωτεύουσα τῆς Ἑλλάδος ἤθελεν ἀδικηθῆ καὶ τὸ ὁπλοστάσιον ἤθελεν ὑποστῆ μεγίστην βλάβην· ἐν Ναυπλίῳ ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιηθῇ ὡς ἄριστα διὰ τοὺς ἄλλους γνωστοὺς αὐτόθι ὅρους καὶ διὰ τῆς χρήσεως τῆς ἀπείρου κινητηρίου δυνάμεως, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν Λέρνῃ, καὶ διὰ τῶν ἄλλων μέσων, τὰ ὁποῖα παρέχονται ἐν Ναυπλίῳ. Ἀλλὰ δυστυχῶς οὐδεμία πρόνοια περὶ αὐτοῦ. Ὡς πρὸς τὸ μηχανικὸν, παρατηρῶ ὅτι ὑπάρχουσι τόσοι ἀξιωματικοὶ καὶ τόσον εὐρέα τὰ στελέχη, ὥστε θὰ ἠδύνατο ν’ ἀποτελεσθῇ ἀνεξόδως καὶ ἀκόπως καὶ ἕτερον σύνταγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι χρησιμώτατον, διότι καὶ ὡς μηχανικὸν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ καὶ ὡς πεζικὸν ἐν ὥρᾳ μάχης, ὡς ἀπεδείχθη καὶ ἐν ἄλλοις στρατοῖς, ἀρκεῖ νὰ ἀποσπασθῇ ἀπὸ ἔργων ἀσχέτων πρὸς αὐτὸ, οἷον τῶν τῆς φρουρᾶς τῆς πόλεως, εἰς ἃ ἀεννάως ἀπασχολεῖται, ἐνῷ δὲν εἶναι οὗτος ὁ προορισμός του. Ἐνταῦθα δὲ νομίζω, ὅτι ἐπικαίρως ὑπενθυμίζω τῷ κ. Πρωθυπουργῷ τὴν θεωρίαν περὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἔχω νῦν ὑπ’ ὄψιν μου ἐν τῷ Θʹ πίνακι τὰ τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας, ἥτις μέχρι τοῦδε, ὡς παρετηρήσατε, ἐγένετο ἀντικείμενον ἐπανειλημμένων καὶ μακρῶν συζητήσεων, ἰδίᾳ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου καὶ πολυμαθοῦς συναδέλφου κ. Κοζάκη. Παραδόξως ἐν τοῖς πίναξιν, οἵτινες τίθενται ἀπὸ τοῦδε εἰς ἐνέργειαν, δὲν ἐλήφθη πρόνοια καὶ περὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου κλάδου, οὐδὲ ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἡ βάσις, ἥτις ἐκανόνισε κατὰ τὰ λοιπὰ τὰς σκέψεις τῶν συνταξάντων τοὺς πίνακας τούτους, δηλαδὴ ὁ Γαλλικὸς ὀργανισμός. Ἐν τῇ ὑγειονομικῇ ὑπηρεσίᾳ ὁ ἡμέτερος στρατὸς ὑστερεῖ κατὰ πολύ· πρῶτον μὲν, διότι δὲν ἔχει τὸν ἀνάλογον ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν, δεύτερον, διότι τῶν ὑπαρχόντων ἀξιωματικῶν ἡ ἀναλογία τῶν κατωτέρων πρὸς τοὺς ἀνωτέρους διαφέρει οὐσιωδέστατα τῆς ἀναλογίας τῆς τηρουμένης ἐν οἱῳδήποτε ἄλλῳ στρατῷ. Καὶ ἐν τῷ Γαλλικῷ καὶ ἐν τῷ Βελγικῷ στρατῷ ἡ ἀναλογία τῶν ἀνωτέρων πρὸς τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικοὺς εἶναι 1 πρὸς 3, παρ’ ἡμῖν εἶναι 1 πρὸς 7. Διὰ τοῦ τρόπου δὲ τούτου χωλαίνει καὶ αὐτὴ ἡ πειθαρχία, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐλπὶς καὶ ἡ ἱκανοποίησις διὰ προαγωγῆς τῶν ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν ἐκλείπει. Ἐπιβάλλεται λοιπὸν ἡ ἀλλαγὴ τῆς ἀναλογίας ταύτης, μάλιστα διότι οὗτοί εἰσιν ἐπιστήμονες, οἱ ὁποῖοι ἐκπληροῦσι διπλοῦν καθῆκον, στρατιωτικὸν καὶ ἐπιστημονικόν· ὀλίγον δὲ ἀνταμείβονται διὰ τῶν γλίσχρων μισθῶν, τοὺς ὁποίους λαμβάνουσι, καὶ ἐξ ὧν ὑποχρεοῦνται νὰ διαθέτωσι μέρος πρὸς ἀπόκτησιν βιβλίων καὶ ἐργαλείων ἐπιστημονικῶν. Ἀλλαχοῦ οἱ ὑγειονομικοὶ ἀξιωματικοὶ τῶν συνταγμάτων εἰσὶ ταγματάρχαι, ἔχοντες ὑφ’ ἑαυτοὺς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἰατροὺς, ὑπιάτρους καὶ ἀνθυπιάτρους. Ἐνταῦθα παρ’ ἡμῖν ὁ ἀνώτερος βαθμὸς εἶναι ὁ τοῦ ἰατροῦ. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐν τοῖς τάγμασι χωλαίνει ἡ ὑπηρεσία τῶν ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν, ἐν τοῖς νοσοκομείοις τὸ κακὸν καθίσταται μεῖζον, διότι πλεῖστα ἐξ αὐτῶν διοικοῦνται ὑπὸ κατωτέρων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσι καὶ ὡς ἐκ τῆς πείρας καὶ τῶν γνώσεών των, ἀλλὰ δὴ καὶ ὡς ἐκ τοῦ βαθμοῦ των. Εἰς πλείστας δὲ περιστάσεις ὑπάρχει τόση ἔλλειψις ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν, ὥστε ἔν τισι θεραπευτηρίοις ἀντὶ ἰατρῶν, ὡς ὁρίζουσιν οἱ πίνακες, ὑπηρετοῦσιν ἀνθυπίατροι, δὲν λαμβάνεται δὲ καὶ νῦν πρόνοια διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ καὶ πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ὑπηρετούντων. Ἐπιμένω δὲ συνιστῶν τὴν ἀπονομὴν δικαιοσύνης εἰς τὸ σῶμα τοῦτο, διότι ἀποτελεῖται ἐξ ἐπιστημόνων, περὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια. Διότι, ἐὰν ἐνήσκουν τὸ ἐπάγγελμα αὐτῶν εἰς τὴν κοινωνίαν, θὰ εὕρισκον καλλιτέραν θέσιν. Εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο, ἐὰν περὶ αὐτῶν, ἰδίᾳ τῶν κατωτέρων, ἐλαμβάνετο ἓν γενικὸν μέτρον, τὸ ὁποῖον καὶ ἀλλαχοῦ ἰσχύει, ἤτοι νὰ μὴ ἀφίενται οἱ ὑγειονομικοὶ ἐπὶ ὁλόκληρον δεκαετίαν εἰς τοὺς κατωτέρους βαθμοὺς, ἀλλὰ νὰ προάγωνται ταχύτερον, διότι τοῦτο θεωρεῖται ἀξιοπρεπὲς δι’ ἐπιστήμονας ἀξιωματικούς. Τοῦτο γίνεται ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου οἱ ὑγειονομικοὶ ἀξιωματικοὶ μένουσιν ἐν τῷ βαθμῷ τοῦ ἀνθυπιάτρου ἓν μόνον ἔτος, δύο δὲ ἐν τῷ βαθμῷ τοῦ ὑπιάτρου, εἶτα δὲ ὑποχρεωτικῶς προβιβάζονται εἰς ἰατροὺς, διότι τοῦτο ἐμπρέπει, φρονοῦσιν ἐκεῖ, εἰς ἐπιστήμονας. Τοιοῦτό τι θεσπίζεται νῦν καὶ παρ’ ἡμῖν διὰ τὸν κτηνιατρικὸν κλάδον, οὗ πάντες οἱ κατώτεροι προβιβάζονται. Ἀλλ’ εἰς μείζονα ἀπελπισίαν διατελεῖ ὁ φαρμακευτικὸς κλάδος τοῦ ὑγειονομικοῦ σώματος, διότι τινὲς τῶν εἰς αὐτὸν ἀνηκόντων διατελοῦσιν ὡς ἀνθυποφαρμακοποιοὶ ἀπὸ 10 καὶ 11 ἤδη ἐτῶν, ἐνῷ ἐν ἄλλοις σώμασιν οἱ καταταχθέντες μετ’ αὐτοὺς ἐγένοντο λοχαγοί. Βλέπετε λοιπὸν περὶ τίνων ἀδικιῶν πρόκειται! Μοὶ ὑπολείπεται νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ πίνακος Ιʹ, τοῦ τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας. Ἐπὶ τούτου κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν ὑπέβαλον τὰς παρατηρήσεις μου, ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ ὁ οἰκονομικὸς ἀξιωματικὸς τῶν Μοιραρχιῶν τοῦ Κράτους ὑπολοχαγὸς, διότι ἡ διοίκησις Μοιραρχίας ἰσοδυναμεῖ πρὸς διοίκησιν ὁλοκλήρου συντάγματος, ἕνεκα τοῦ πολυπλόκου τῆς ὑπηρεσίας· πρέπει ἄρα νὰ προστεθῇ κατὰ ἕνα βαθμὸν ἀνώτερος ἀξιωματικὸς, δηλαδὴ ἀπὸ ἀνθυπολοχαγῶν ὑπολοχαγοὶ, οἵτινες θὰ ὦσι συγχρόνως διαχειρισταὶ τοῦ χρήματος καὶ τοῦ ὑλικοῦ. Εἰς ὅλα τὰ συντάγματα ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοὶ διττοὶ, εἷς μὲν, ὁ ἀνώτερος, διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ χρήματος, ἕτερος δὲ, ὁ ὑποδεέστερος, διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ ὑλικοῦ· ἐν ταῖς μοιραρχίαις δὲ ὁ αὐτὸς ἀξιωματικὸς διαχειρίζεται ἀμφότερα. Ἡ ὑπηρεσία εἶναι πολύπλοκος καὶ δὲν ἀρκεῖ, ὡς τοῦτο ὁμολογοῦσιν οἱ πάντες. Συνιστῶ δὲ καὶ αὖθις διὰ τὸ σῶμα τοῦτο τὴν μετὰ μεγάλης φειδοῦς χρῆσιν τῶν προσκολλήσεων, διότι ἐλάχιστοι τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ οἰκονομικοῦ εὑρίσκονται εἰς τὰς οἰκείας αὐτῶν θέσεις. Ἀλλὰ συμβαίνει καὶ ἕτερον ἄτοπον· ἐν πλείσταις θέσεσι τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν εὑρίσκονται τοποθετημένοι ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ, ἐπὶ βλάβῃ καὶ τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ καὶ τοῦ σώματος τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν. Ὡς πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατοῦ, περὶ ἧς ὁ ΙΑʹ πίναξ, οὐδὲν ἔχω νὰ παρατηρήσω ἢ ὅτι αἱ πολαπλαῖ σχολαί, αἱ ἱδρυθεῖσαι, ἐλάχιστα συνετέλεσαν εἰς τὴν μόρφωσιν τοῦ στρατοῦ, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔθεσε τὴν θεμελιώδη βάσιν, τὴν ὁποίαν εἶχε τάξει ἑαυτῷ ἄλλοτε, τὴν τοῦ χωρισμοῦ τοῦ στρατοῦ εἰς στρατὸν ὑπηρεσίας καὶ στρατὸν ἐκπαιδεύσεως. Αἱ σχολαὶ αὐταί εἰσι θέσεις πολυτελείας καὶ παράγουσιν ἀξιωματικοὺς μόνον, οὐχὶ δὲ καὶ ἀποτελέσματα εὐχάριστα ὡς πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατοῦ. Ὡς πρὸς τὴν χωροφυλακὴν, περὶ ἧς ὁ τελευταῖος πίναξ, παρατηρῶ τὰ ἑξῆς· ὅτι δὲν διοικῆται ὑπὸ ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ τοῦ αὐτοῦ σώματος, ὅτι ἐπιθεωρεῖται παρὰ στρατηγοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει συγχρόνως καὶ τὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ πεζικοῦ, ὅτι τὸ σῶμα τοῦτο τυγχάνει λίαν παρημελημένον, ὅτι ἔφυγε καθ’ ὁλοκληρίαν ἐκ τοῦ προορισμοῦ του, ὁ δὲ νόμος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ προσλήψεως χωροφυλάκων σωρηδὸν ἐκ τοῦ πεζικοῦ καὶ μεταβαπτίσεως αὐτῶν εἰς χωροφύλακας διὰ τῆς περιβολῆς τῆς στολῆς, θεωρεῖται ἀποτυχών. Τοιαύτη εἶναι καὶ ἡ γνώμη ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς. Οὐδεμία δίδεται προσοχὴ περὶ τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀνδρῶν κατὰ χαρακτῆρα, κατὰ διανοητικὴν ἀνάπτυξιν, κατὰ σωματικὸν παράστημα ἐπὶ τέλους, διότι καὶ τοῦτο εἶναι ἀπαραίτητον. Ὅσοι δὲ ἐταξειδεύσατε εἰς τὴν Εὐρώπην παρετηρήσατε βεβαίως ὁποῖον παράστημα ἔχουσιν οἱ ἐκεῖ χωροφύλακες. Βλέπει τις ἐν Γερμανίᾳ καὶ ἐν Ρωσσίᾳ χωροφύλακας, πρὸ τῶν ὁποίων τρομάζει, διὰ τὸ ἀνδρικὸν καὶ ἐπιβλητικὸν παράστημα. Τὰ καθήκοντα τῆς χωροφυλακῆς εἶναι πολλαπλᾶ καὶ σπουδαῖα, καὶ ὅμως ἀναθέτετε αὐτὰ εἰς ἄνδρας, τοὺς ὁποίους εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε λαμβάνετε ἐκ τοῦ πρώτου τυχόντος πεζικοῦ συντάγματος. Διὰ τοιούτου τρόπου δὲν δύνασθε νὰ μορφώσητε τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς. Ἐάν ποτε κατὰ τοιοῦτον περίπου τρόπον, καὶ ἰδίᾳ ἐν πνεύματι δικαιοσύνης καὶ προσοχῆς διωκοῦντο τὰ τοῦ στρατοῦ, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν διηύθυνε τὸν στρατὸν δι’ ἐγκυκλίων, ὁποία εἶναι αὕτη, ἀποτελουμένη ἐκ δώδεκα παμμεγίστων σελίδων (δεικνύει πολυσέλιδον ἐγκύκλιον)....
§161ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἄσχετα πρὸς τὸ νομοσχέδιον.
§162ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ἀλλὰ δι’ ὑμᾶς μόνον. Ἐάν τις δὲν λάβῃ τὸν κόπον νὰ ἐγκύψῃ ἰδιαιτέρως εἰς ὅλην τὴν στρατιωτικὴν νομοθεσίαν, εἰς ὅ ἐγὼ κατέγεινα μετ’ ἐπιμονῆς, ἐὰν δὲν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἑκατὸν νόμους, ὡς προεῖπον, ἐὰν δὲν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁλόκληρον βιβλιοθήκην Β. διαταγμάτων καὶ στρατιωτικῶν ἐγκυκλίων, δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ ἄλλον ἐλέγχοντα τὰ τοῦ στρατοῦ. Δὲν λέγω, ὅτι δὲν ἐπροσέξατε, κύριε συνάδελφε, ἀλλὰ βεβαιῶ, ὅτι δὲν εἶναι εὐνόητα τὰ πράγματα.
§163ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀναλόγως ἕκαστος τῆς δυνάμεως τῆς ἀντιλήψεώς του.
§164ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμεῖς ἥκιστα δικαιοῦσθε νὰ παραπονῆσθε διὰ τὴν ἀντίληψίν σας. Ἐγώ, Κύριοι, τοιαῦτα προέτεινα· ἴσως ὄχι πολὺ σχετικά, κατὰ τὸν διακόψαντά με κ. συνάδελφον, πρὸς τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἐμὲ ὅμως σχετικώτατα καὶ ἀμέσως καὶ ἐμμέσως. Πᾶσα δὲ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἀρχῆθεν προέβαλον ἐπὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, ἀποβλέπει πρὸς τὸ νομοσχέδιον, διότι ὅσα εἶπον ἀποβλέπουσιν εἰς τὴν κακὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, τὴν ὁποίαν δὲν ἔφερον οἱ ὑφιστάμενοι νόμοι, οὔτε θ’ ἀποτρέψωσιν οἱ νέοι πίνακες, τὴν ὁποίαν ἐπήνεγκεν ἡ μὴ διοίκησις τοῦ στρατοῦ κατὰ πνεῦμα στρατιωτικόν. Καὶ καταλήγω εἰς τοῦτο, εἰς τὸ νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ παραιτήσῃ ὅσον τάχιον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ παραδώσῃ δ’ αὐτὸ εἰς χεῖρας ἀξιωματικοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου, τὴν ὁποίαν ἐκφράζω παῤῥησίᾳ. Καὶ σπεύδω νὰ ἐπαναλάβω αὐτήν: Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν πρέπει νὰ δοθῇ εἰς χεῖρας ἀξιωματικοῦ, ὁ ὁποῖος νὰ διευθύνῃ τὸν στρατὸν κατὰ τρόπον στρατιωτικόν, διότι ἔχουσί τι ἰδιαίτερον οἱ στρατιωτικοὶ, νὰ διοικῶσιν ὁ εἷς τὸν ἄλλον, καὶ νὰ ἐννοῶνται κάλλιον παρ’ ἀλλήλων, παρὰ οἱ πολιτικοὶ παρὰ στρατιωτικῶν, ἢ οἱ στρατιωτικοὶ παρὰ πολιτικῶν. Ἡμέρᾳ δὲ τῇ ἡμέρᾳ διαφεύγει τῶν χειρῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ, καὶ μειοῦται τὸ κῦρος αὐτοῦ. Θὰ εἶχον καὶ ἄλλην τινὰ εὐχὴν νὰ ἐκφράσω, Κύριοι συνάδελφοι, ἀλλ’ αὕτη ἤθελε μείνῃ ἁπλοῦν pium desiderium ἢ....
§165ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πλατωνικὴ ἐπιθυμία.
§166ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. συνάδελφον διὰ τὴν διατύπωσιν. Ναὶ, ἁπλῆ πλατωνικὴ ἐπιθυμία. Εἶναι δὲ αὕτη: ἡ ἀποχὴ τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τῆς πολιτικῆς (ἐπιδοκιμασίαι πανταχόθεν). Εὐχαρίστως δὲ καὶ μετ’ ἐλπίδος διὰ τὸ μέλλον τοῦ στρατοῦ ἡμῶν ἀκούω γενικὴν ἐπιδοκιμασίαν εἰς τὴν πρότασίν μου ταύτην, καὶ εἴθε, Κύριοι, εὐχηθῆτε ὅλοι, εἴθε νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ εὐτυχὲς ἐκεῖνο σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν εὑρισκόμεθα νῦν. Πρὸς τῇ ἀποχῇ δὲ, Κύριοι, τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τῆς πολιτικῆς εὔχομαι νὰ ἴδω εἰσαγομένην εἰς αὐτὸν τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ τὴν καθαρὰν στρατιωτικὴν μόρφωσιν. Μετὰ ταῦτα δὲ εὔχομαι τὴν ἐκτέλεσιν γυμνασίων ἐν στρατοπέδοις, εἴτε προσκαίροις εἴτε μονίμοις, τὰ ὁποῖα καὶ μόνα καθιστῶσι τὸν στρατιώτην σύμφωνον πρὸς τὸν προορισμόν του καὶ ἱκανὸν νὰ ἐκτελέσῃ ἐκεῖνο, δι’ ὅ ἐκλήθη, ἐὰν δὲν ἐκλήθη διὰ νὰ μισθοδοτῆται καὶ τρέφηται ὡς ἐν Πρυτανείῳ. Ἀλλὰ πρὸ πάντων ἤθελον συστήσει νὰ γίνῃ ἐπὶ τέλους ἀνακοπή τις εἰς τὴν ἀναστάτωσιν τῆς στρατιωτικῆς νομοθεσίας. Ὑπάρχουσιν ἤδη νόμοι, οἵτινες προβλέπουσι περὶ ὅλων ἐν τῷ στρατεύματι, ἀρκεῖ νὰ ἐκτελεσθῶσιν ὡς δεῖ, νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἐν δικαιοσύνῃ καὶ ἐν πνεύματι ἐνδιαφέροντος ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὑμᾶς ἐκ τῆς μελέτης, τὴν ὁποίαν ἐποίησα ἐπὶ τῶν νόμων τούτων, ὅτι σὺν τῇ καλῇ θελήσει καὶ τῇ δικαιοσύνῃ ὁ στρατὸς δύναται νὰ διοικηθῇ ὡς πρέπει ἐπὶ τῷ συμφέροντι αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τῷ ἐθνικῷ συμφέροντι, δι’ ὅ συντηρεῖται καὶ προορίζεται ὁ στρατός!
§167ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ὑποβάλλω τροπολογίαν, ἀφορῶσαν εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς φαρμακοποιούς.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 129).
§169ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὔριον πλέον, κύριε Πρόεδρε.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
§171ΚΟΡΠΑΣ. Ἐγὼ θὰ εἴπω ὀλίγα.
§172ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἔγεινε πρότασις ἀναβολῆς, κύριε Πρόεδρε.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§174ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως).
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 1½ μ. μ.