| 2228 | Χαρ. Τρικούπης | Ο | Ἀνδρ. Αὐγερινός | Ο | |
| 2229 | Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Ἀντ. Ρικάκης | ||
| 2230 | Γ. Σισμάνης | Ο | Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ν | |
| 2231 | Δ. Βουλπιώτης | Ο | Ἰω. Κρεστενίτης | ||
| 2232 | Ἀθ. Ἴσκος | Ν. Κουμανιώτης | |||
| 2233 | Ν. Καλαντζόπουλος | Ο | Χρ. Στεφανόπουλος | Ο | |
| 2234 | Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Ἀλέξ. Ζαΐμης | Ν | ||
| 2235 | Μ. Γουλιμῆς | Ο | Ἀριστ. Κοντογούρης | ||
| 2236 | Μ. Ἰατρίδης | Ν. Καλογερόπουλος | Ο | ||
| 2237 | Δ. Χατζόπουλος | Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | |||
| 2238 | Γεώργιος Μίλησης | Ν. Παπανικολάου | |||
| 2239 | Σπυρίδων Νοταρᾶς | Ν. Καφετζόγλους | Ο | ||
| 2240 | Γεώργιος Κούστας | Ἰω. Πεζᾶς | |||
| 2241 | Ἀλέξανδρος Ἀντωνόπουλος | Ο | Κων. Σινέλης | Ο | |
| 2242 | Σωτήριος Δανόπουλος | Ο | Βασίλ. Βουδούρης | Ο | |
| 2243 | Ἀναστ. Δημητριάδης | Ο | Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Ο | |
| 2244 | Μιχαὴλ Νικηφοράκης | Ο | Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο | |
| 2245 | Δημήτριος Πετρίδης | Ἀναστ. Ε. Λούντζης | Ο | ||
| 2246 | Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | Διον. Λομβάρδος | Ο | ||
| 2247 | Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Ν | Γεώργ. Θεοτόκης | Ο | |
| 2248 | Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Κωνστ. Βασιλάκης | |||
| 2249 | Χρ. Χρηστόπουλος | Ν | Ἀντ. Καποδίστριας | ||
| 2250 | Φίλιππος Βάρβογλης | Ν. Βασιλάκης | |||
| 2251 | Ἡλίας Φλέσσας | Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | |||
| 2252 | Κων. Κωνσταντόπουλος | Πολυχρ. Π. Κωνσταντᾶς | |||
| 2253 | Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Σπυρ. Ἀλαμάνος | |||
| 2254 | Παναγιώτης Μανέτας | Θεόφιλος Προβατᾶς | |||
| 2255 | Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος | Γ. Σκάρπας | Ο | ||
| 2256 | Ἡλίας Παλαμήδης | Ο | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | ||
| 2257 | Κωνστ. Κατσικόπουλος | Ἀγαμέμνων Μεταξᾶς | Ο | ||
| 2258 | Δ. Ζέγγελης | Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Ο | ||
| 2259 | Δημ. Ν. Βότσαρης | Ο | Νικόλ. Βαλσαμάκης | ||
| 2260 | Κωνστ. Γ. Καραπάνος | Γεράσιμος Μουσούρης | Ο | ||
| 2261 | Γεώργιος Χ. Παχὺς | Ο | Παναγ. Βενιεράτος | ||
| 2262 | Στέφανος Δραγούμης | Ο | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | ||
| 2263 | Δημ. Γ. Ράλλης | Γεώργιος Κόρπας | |||
| 2264 | Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας | Ο | Στέφανος Σκουλούδης | Ο | |
| 2265 | Φωκίων Νέγρης | Ο | Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ο | |
| 2266 | Ἰω. Α. Γεωργαντᾶς | Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ο | ||
| 2267 | Νικόλ. Μπουφίδης | Ο | Νικόλ. Νομικός | Ο | |
| 2268 | Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ο | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ο | |
| 2269 | Δημ. Καλλιφρονᾶς | Γεώργιος Μπούμπουρας | Ο | ||
| 2270 | Νιχ. Λεβίδης | Λωρέντζος Δελαρόκας | |||
| 2271 | Ὄθων Μακρυγιάννης | Ο | Δημοσθένης Καΐρης | Ο | |
| 2272 | Τρύφ. Μουτσόπουλος | Νικόλ. Κρίσπης | Ο | ||
| 2273 | Θάνος Κανακάρης | Ο | Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς | ||
| 2274 | Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Ἰω. Γκιὼν | Ο | ||
| 2275 | Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ν | Κωνστ. Κοσσονάκος | Ο | |
| 2276 | Δ. Φωτήλας | Ο | Γεώργ. Μαυρομιχάλης | ||
| 2277 | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | Ν. Καράπαυλος | Ο | ||
| 2278 | Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ο | Ἀσημάκης Χρηστόπουλος | ||
| 2279 | Νικήτας Βαρβιτσιώτης | Ο | Εὐστάθιος Κοκκέβης | Ο | |
| 2280 | Λεων. Καπετανάκος | Ο | Δημήτριος Κάρτσωνας | ||
| 2281 | Ξανθὸς Πικουλάκης | Δημήτριος Π. Γουδῆς | Ο | ||
| 2282 | Γ. Πετροπουλάκης | Ν | Σ. Χατζηγάκης | ||
| 2283 | Κ. Παπαμιχαλόπουλος | Ν | Κ. Ζωγλοπίτης | Ο | |
| 2284 | Ἰωάνν. Καρτάλης | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ο | ||
| 2285 | Ἀρ. Κανταρτζῆς | Ο | Γ. Φραγκίδης | Ο | |
| 2286 | Εὐάγ. Σταμούλης | Ο | Α. Τακιατζῆς | Ο | |
| 2287 | Ν. Κοκωσλῆς | Γ. Τάκης | |||
| 2288 | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ο | Ν. Ταρμπάζης | ||
| 2289 | Κ. Μαρκίδης | Ο | Ζη. Φαλιάγκας | ||
| 2290 | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ο | Σταμάτιος Μπουντούρης | Ο | |
| 2291 | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ο | Θεόδωρος Γκίκας | Ο | |
| 2292 | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ο | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | Ο | |
| 2293 | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ο | Κ. Χαλκιόπουλος | Ο | |
| 2294 | Ἀχ. Λογιωτάτου | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ο | ||
| 2295 | Σωτ. Σωτηρόπουλος | Ν. Κοντογιάννης | |||
| 2296 | Κ. Κουμουνδοῦρος | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο | ||
| 2297 | Περικλῆς Πεῤῥωτῆς | Γ. Λιδωρίκης | |||
| 2298 | Δημήτριος Τζάνες | Ο | Κ. Χατζῖσκος | Ο | |
| 2299 | Περικλῆς Μποῦτος | Ο | Δ. Ζουλούμης | ||
| 2300 | Παναγιώτης Σάκκης | Ν | Κ. Ἀναγνωστόπουλος | Ν | |
| 2301 | Νικόλ. Παπαλέξης | Ο | Θεμιστ. Κανάρης | Ν | |
| 2302 | Νικόλ. Μισυρλῆς |
1890.05.08
2.983 στίχοι · 22.248 λέξεις · 1 πίνακας · 189 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 39
τῆς 8 Μαΐου 1890.
(Τρίτη)
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Τριανταφυλλιὰ χήρα τοῦ ἐκ Βόλου ὁπλαρχηγοῦ Μπασδέκη αἰτεῖται δι’ ἀναφορᾶς της μηνιαίαν χρηματικὴν βοήθειαν ὑπὲρ ἑαυτῆς καὶ τῶν τέκνων της, ἀπέναντι τῶν ὑπηρεσιῶν, ἃς παρέσχεν ὁ ἀποβιώσας σύζυγός της. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§2ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ συστηθῇ ἰδιαιτέρως διότι ἀναξιοπαθεῖ ὁμολογουμένως.
§3ΚΟΡΠΑΣ. Χθὲς, κύριε Πρόεδρε, συνῆλθεν ἐν Σύρῳ συνέλευσις τῶν μετόχων τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, συνῆλθε δὲ καὶ δι’ ἄλλον μὲν λόγον, ἀλλὰ κυρίως ὅπως λάβῃ γνῶσιν τῆς ἐκθέσεως τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου καὶ τῶν προτάσεων τῶν τεινουσῶν εἰς τὴν παγίωσιν τῆς Ἑταιρίας. Ἐπειδή τινες τῶν προτάσεων τούτων, γνωσταὶ βεβαίως τῇ Κυβερνήσει, ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως, ἐκτὸς ἐκείνης, τὴν ὁποίαν συνέλαβε καὶ διετύπωσεν ἐν νομοσχεδίῳ, ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «περὶ ὑποθήκης πλοίων», ἤθελον παρακαλέσει τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, τί σκέπτεται νὰ πράξῃ ἐπὶ τῶν προτάσεων τούτων· συνάμα δὲ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα τὸ Συμβούλιον προτείνει, καὶ βοηθήσῃ τὰς διαθέσεις τῶν φιλοτίμων Ἑρμουπολιτῶν, οἵτινες, ὑπεράνω τῶν προσωπικῶν καὶ κομματικῶν αὐτῶν συμφερόντων τιθέμενοι τὸ συμφέρον τῆς Ἑταιρίας, θὰ ἐπιδιώξωσι διὰ παντὸς τρόπου τὴν διατήρησιν καὶ βελτίωσιν τῆς ἑταιρίας ταύτης, ἔργου, ὡς γνωστὸν, τόσον ἐθνωφελοῦς.
§4ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δι’ ἀναφορᾶς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν συμπολῖταί μου περὶ τοὺς 100 παραπονοῦνται, ὅτι ἐπετράπη εἰς ἰταλικὰ πλοιάρια νὰ ψαρεύωσιν εἰς τὸν Μεσσηνιακὸν κόλπον, παρὰ τὸν νόμον, διότι κατὰ τὸν νόμον ἀπὸ Ἀπριλίου μέχρις Αὐγούστου εἶναι ἀπηγορευμένη ἡ ἁλιεία. Ὑποβάλλω τὴν ἀναφορὰν ταύτην καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς περαιτέρω ἁλιείας. Ὁ δημοσιογράφος Μαυρογόνατος, ἀπόστρατος ἀντιμοίραρχος, κατήγγειλε χθὲς εἰς τὸν ἐνταῦθα Εἰσαγγελέα τῶν Πλημμελειοδικῶν τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Πρωτοδικείου Δῆμον Κοτούλαν καὶ Εὐάγγελον Κοτούλαν, συμπολίτας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἐπετέθησαν, ἵνα τὸν κακοποιήσωσι, καὶ ἠναγκάσθη νὰ ἀμυνθῇ διὰ τοῦ ξίφους. Παρατυχόντες δὲ κλητῆρές τινες, ἀντὶ ν’ ἀποτρέψωσι τοὺς ἐπιτεθέντας, συνέλαβον τὸν ἀδικηθέντα δημοσιογράφον, ὅστις ὀλίγον ἔλειψε νὰ γίνῃ θῦμα τῆς τοιαύτης παρεμβάσεως τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Ὁ εἰρημένος δημοσιογράφος μοὶ ἐπέδωκεν ἀντίγραφον τῆς μηνύσεώς του, τὸ ὁποῖον κατὰ παράκλησίν του ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ ἀνάκρισιν. Πολλοὶ δημοδιδάσκαλοι παραπονοῦνται, ὅτι καθυστεροῦνται αὐτοῖς περὶ τὰς 37,000 δραχμῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν περὶ τούτου.
§5ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι τοῦτο ἀκριβές, διότι δὲν ἔχομεν τοιαῦτα παράπονα. Ἐν τούτοις παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ μοὶ δώσῃ σημείωσιν τῶν ὀνομάτων, ὅπως ἐξετάσω.
§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἠρώτησε χθές, «διατὶ τῆς ἐν Ναυπλίῳ Διευθύνσεως τοῦ Μηχανικοῦ προΐσταται εἷς ἁπλοῦς ἀνθυπασπιστής». Ὁ προϊστάμενος τῆς Διευθύνσεως ταγματάρχης Παπανικολῆς, διορισθεὶς πρόεδρος τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου, περιοδεύει, διέπων τὰ τῶν κληρώσεων, ἀναλαμβάνει δὲ τὰ ἐν τῇ ἕδρᾳ τῆς Διευθύνσεως καθήκοντά του εὐθὺς ὡς περατωθῶσιν αἱ ἐργασίαι τοῦ Συμβουλίου. Οἱ εἰς τὰ Στρατολογικὰ Συμβούλια διοριζόμενοι ἀξιωματικοὶ δὲν κενοῦσι τὰς ὀργανικὰς θέσεις, ἐν αἷς εἶναι τοποθετημένοι, ἀναπληρούμενοι ὑπὸ τῶν ὑφισταμένων αὐτῶν κατὰ τὸ διάστημα τῆς περιοδείας. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 23 Μαρτίου 1890 ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος παρεκάλεσε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φέρῃ πληροφορίαν εἰς τὴν Βουλήν «εἰς ποῖον ποσὸν ἀνέρχεται ὁ ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου μέχρι σήμερον δηλωθεὶς ὑπὸ τῶν καπνοπωλῶν καπνὸς πρὸς μεταποίησιν εἰς ταμβάκον.» Ὑποβάλλω τὸν πίνακα. Συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαθέσεως τῆς Ναξίας σμύριδος, ἐγένετο παρατήρησις, ὅτι θὰ ἦτο προσφορωτέρα ἡ ψήφισις νομοσχεδίου μὴ κανονίζοντος τὰ τῆς διαθέσεως ἐπὶ δωδεκαετίαν, ἀλλὰ μόνον ἐνιαυσίως. Προσχωρήσας εἰς τὴν γνώμην ταύτην, ἐπήνεγκον ἐν τῷ πνεύματι τούτῳ τροποποιήσεις εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ οὕτω διεῤῥυθμισμένον ἀνακοινῶ ἤδη εἰς τὴν Βουλήν. Ὑποβάλλω δύο νομοσχέδια περὶ πιστώσεων ἀναπληρωματικῶν, ἐπὶ μὲν τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1890 ἐκ δραχμῶν 250,000, ἐπὶ δὲ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν Ὑπουργείων τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1889 ἐκ δραχμῶν 97,460.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 121–124.)
§8ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν περὶ τοῦ καιομένου δάσους τῶν Θηβῶν;
§9ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Οὐδεμίαν πληροφορίαν ἔχω περὶ τούτου.
§10ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἡ «Ἐφημερὶς» ἀναφέρει, ὅτι ἀπετεφρώθησαν εἰς τὸν δῆμον Τανάγρας, παρὰ τὰς Θήβας, δύο χιλιάδες πεύκων.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Οὔτε τὸ δασονομικὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, οὔτε τὸ τμῆμα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τοιαύτην εἴδησιν.
§12ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Οὔτε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ἐπηρώτησε περὶ τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν γραφείων Ἀετοῦ καὶ Αὐλῶνος. Ἔχω ἐνταῦθα ἀπάντησιν, ἣν καταθέτω. Καταθέτω ἔντυπον τὸν λογαριασμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας τοῦ 1888, ὁ ὁποῖος νομίζω ὅτι διενεμήθη ἤδη διὰ τοῦ γραφείου· αὔριον δὲ θέλω καταθέσει καὶ τοὺς πίνακας τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890. Ἀπαντῶ εἰς δύο ἐπερωτήσεις, ὑποβληθείσας χθές, περὶ συμβάντων τινῶν ἐν Ἀθήναις. Καὶ πρῶτον μὲν περὶ κατηγοριῶν ἀπευθυνομένων κατά τινος ἀγροφύλακος Ἐμμανουὴλ Γαβαλᾶ, ὡς κακοποιήσαντος Γεωργαντᾶν τινα. Ἐξετάσας ἐβεβαιώθην, ὅτι εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ ἀγροφύλαξ οὗτος παρεξετράπη ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντός του, ἀλλὰ ἐκρατήθη μὲν ὁλόκληρον τὴν νύκτα διὰ τοῦτο ἐν τῷ κρατητηρίῳ τῆς Ἀστυνομίας, ἐτιμωρήθη δὲ καὶ πειθαρχικῶς διὰ προστίμου 15 δραχμῶν ὑπὸ τοῦ διευθύνοντος τὴν Ἀστυνομίαν. Ἐὰν ἡ παράβασις αὕτη ἔχῃ χαρακτῆρα σπουδαιότερον, μόνον διὰ ποινικῆς καταδιώξεως εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἄλλη τιμωρία, ἐκτὸς τῆς νῦν ὑπ’ ἐμοῦ ἀναγγελλομένης. Ὡσαύτως ἀπαντῶ εἰς τὴν ἐπερώτησιν τὴν ἀφορῶσαν εἰς ἀπειλὴν κατά τινος δημοσιογράφου. Κατὰ πληροφορίας τῆς Ἀστυνομίας ἐπισήμους, δὲν πρόκειται περὶ ἀπειλῆς, ἀλλὰ περὶ ἁπλῆς αἰτήσεως ἐξηγήσεως, γενομένης ὑπὸ τριῶν φυλάκων νομίζω τοῦ Σωφρονιστηρίου, διότι ἐδησφημοῦντο ἐν τῇ ἐφημερίδι τοῦ εἰρημένου δημοσιογράφου.
§13ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ παρατήρησις, ὅτι ἀργὰ ζητοῦμεν πληροφορίας, παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Πρωθυπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν «λεπτομερῆ κατ’ εἶδος ἀναλυτικὴν σημείωσιν τῆς ἐκ δραχμῶν 3,230,000 προϋπολογισθείσης δαπάνης διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὑποδομῆς τῶν γραμμῶν Ὀλυμπίων–Καρυταίνης καὶ Ξηροκάμπης–Γυθείου.
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Λεπτομερὴς δὲν ὑπάρχει σημείωσις, διότι ἐπισκόπησις τῆς γραμμῆς ἐγένετο ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν μελέτην πλήρη μετὰ προϋπολογισμοῦ ὁριστικοῦ τῆς δαπάνης ταύτης.
§15ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπολογίζετε ὅμως τὴν δαπάνην εἰς ἓν ὡρισμένον ποσόν.
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γνώμης τοῦ προϊσταμένου τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς κ. Γκοτλάν· ἀλλὰ μελέτην δὲν ἔχομεν, ἔχομεν μόνον τὰ πορίσματα ἐπισκοπήσεως.
§17ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως ὁ κ. Γκοτλάν, ὡς μηχανικὸς λίαν ἔμπειρος, ἔλαβε βάσεις τινὰς, ὥστε τὸ τμῆμα δύναται νὰ δώσῃ πληροφορίας, ἔστω καὶ μὴ πλήρεις, διότι κατὰ τὰς πληροφορίας μου ἡ δαπάνη εἶναι πολὺ ἀνωτέρα τῆς προϋπολογιζομένης.
§18ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος φέρῃ αὔριον πληροφορίας περὶ τῆς πυρκαϊᾶς, περὶ ἧς ὡμίλησα πρὸ ὀλίγου.
§19ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, λαμβάνω ἀφορμὴν ἐκ τοῦ περιστατικοῦ τούτου τῆς πυρκαϊᾶς καὶ ἀνεξαρτήτως παντὸς κομματικοῦ πνεύματος, ἀπευθύνω ὑπόμνησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐκ τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ποιοῦμεν ἑκάστοτε κατὰ πᾶν θέρος, φοβοῦμαι ὅτι κατὰ τὸ προσεχὲς θέρος θὰ καταστραφῶσιν ἐντελῶς τὰ δάση τῆς Ἑλλάδος. Ἐπὶ τρία ἔτη ἀδιακόπως ἔχομεν πυρκαϊὰς δασῶν εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ Κράτους· εἶναι εὐνόητον ποῖον κακὸν προσγίγνεται εἰς τὸν τόπον, καὶ τολμῶ νὰ εἴπω ὅ,τι καὶ ἄλλοτε εἶπον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς κινδυνεύει νὰ καταστραφῇ ἐξ ὁλοκλήρου διὰ τῆς καταστροφῆς τῶν δασῶν. Λοιπὸν ποιοῦμαι τὴν ὑπόμνησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ λάβῃ μέτρα αὐστηρά, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον εἰς τὸ πνεῦμα τῶν θελόντων νὰ ποιήσωσι κατάχρησιν θὰ ἐπηρεάσῃ ἡ ἰδέα τῶν ἐπικειμένων ἐκλογῶν, ἡ ἰδέα τῆς ἀτιμωρησίας, κατὰ παρεξήγησιν ἑπομένως, πᾶς ὅστις ἔχει οἱονδήποτε ἐνδιαφέρον νὰ καταστρέψῃ ἓν δάσος, εἴτε χάριν βοσκῆς εἴτε χάριν σπορᾶς, θὰ πράξῃ τοῦτο κατὰ τὸ θέρος, καὶ βεβαίως δὲν συνιστᾷ τὴν ἐπίβλεψιν τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἐπίτασις τοῦ κακοῦ κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη. Ἤδη ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπαναλάβω μίαν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν εἰς μάτην ἀπηύθυνα κατ’ ἐπανάληψιν, περὶ καταμετρήσεως τῶν οἴνων ἐν τῷ δήμῳ Προσχίου καὶ περὶ διαλύσεως τῆς ἐνοικιάσεως τῆς κοινοτικῆς περιφερείας Μούχας....
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Φέρω πρὸ ἡμερῶν σημειώματα εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας· ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἦτο παρὼν καθ’ ἣν ὥραν ἀπήντων εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, ἀπέσχον τῆς ἀνακοινώσεως αὐτῶν. Κατὰ τὰ ἐν τῷ σημειώματι, ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος Ναυπακτίας διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 235 τῆς 18 Φεβρουαρίου ἐ.ἔ. τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς ἐζήτησε παράτασιν τῆς πρὸς καταμέτρησιν τῶν οἴνων διορίας, τὸ μὲν διότι διεκόπη ἡ συγκοινωνία ἕνεκα τοῦ χειμῶνος, τὸ δὲ διότι οἱ πλεῖστοι τῶν κατοίκων παραχειμάζουσιν ἐν ἄλλαις ἐπαρχίαις. Τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 13948 τῆς 19 Φεβρουαρίου τηλεγραφικῆς διαταγῆς παρέτεινε, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ ᾼΨΠΗʹ νόμου τοῦ 1889, τὴν διορίαν πρὸς καταμέτρησιν τῶν οἴνων ἐν τοῖς ὀρεινοῖς χωρίοις τῆς Ναυπακτίας μέχρι τέλους τοῦ μηνὸς Μαΐου. Τὴν 20 Ἀπριλίου οἱ Τσῆτσος Παντελῆς, Γερμανὸς Παπαγεωργίου κλπ. ἐτηλεγράφησαν, ὅτι παρανόμως ἐνεργεῖται καταμέτρησις τῶν οἴνων τοῦ δήμου Προσχίου, διότι ὁ δῆμος δὲν εἶναι ὀρεινὸς, οὔτε οἱ κάτοικοι παραχειμάζουσιν ἀλλαχοῦ. Τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 33104 τῆς 21 Ἀπριλίου διαταγῆς ἐζήτησε πληροφορίας, διατὶ βραδύνει ἡ καταμέτρησις· ὁ δὲ Οἰκονομικὸς Ἔφορος διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 528 τῆς 22 Ἀπριλίου τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς του ἀπήντησεν, ὅτι ἡ καταμέτρησις ἐπερατώθη ἐν τοῖς δήμοις Ναυπακτίδος, Ἀποδοτίας καὶ Ὀφιονείας, ἐνεργεῖται δὲ ἐν τοῖς λοιποῖς, ὧν τὸ πλεῖστον τῶν κατοίκων παραχειμάζουσιν ἐν ἄλλαις ἐπαρχίαις. Καταθέτω τὸ σημείωμα, συνάμα δὲ καὶ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 112,738 ἀπὸ 23 Δεκεμβρίου π. ἔ. διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον Εὐρυτανίας, ἧς εἶχε ζητήσει ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν προσαγωγήν, παρατηρῶ δέ, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργείου πρὸς διάλυσιν τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ περὶ οὗ πρόκειται λειβαδίου, Ἴταμος, στηρίζεται εἰς τὸν ὅρον 9 τῆς διακηρύξεως περὶ αὐτῆς, καθ’ ὃν «τὸ Δημόσιον, ἐν πάσῃ περιπτώσει, διαρκούσης τῆς προκειμένης ἐνοικιάσεως, δύναται κατὰ βούλησιν νὰ διαλύῃ τὴν ἐνοικίασιν, χωρὶς ὁ ἐνοικιαστὴς νὰ ἔχῃ ἄλλην ἀπαίτησιν ἢ τὴν τῆς ἐκπτώσεως τοῦ ὑπολοίπου ἐνοικίου.» Δυνάμει τῆς διατάξεως ταύτης διελύθη ἡ μίσθωσις. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἠρώτησεν, ἐν τίνι δικαιώματι τὸ Ὑπουργεῖον ἀπεφήνατο, ὅτι ἡ εἰρημένη περιφέρεια ἀνήκει εἰς ταύτην τὴν κοινότητα καὶ ὄχι εἰς ἐκείνην. Ἀφοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὁπωσδήποτε δέδοται ἡ ἐποπτεία ἐν τῷ θέματι καὶ ἡ ἔγκρισις τῆς διαθέσεως τῶν περισσευμάτων, ἡ ἐνάσκησις τῶν καθηκόντων τούτων ἐπάγεται τὸν κανονισμὸν τοῦ ἔχοντος δικαίωμα εἰς τὴν περιφέρειαν· ὅταν δὲ γίνωνται αἰτήσεις ἐγκρίσεως διαχωρισμοῦ βοσκῶν τῆς αὐτῆς περιφερείας ὑπὸ δύο κοινοτήτων, ὁ ἔχων τὸ δικαίωμα τῆς ἐγκρίσεως κανονίζει διὰ ταύτης καὶ τὰ τῆς ἐχούσης δικαίωμα εἰς τὴν νομὴν κοινότητος. Ὁ τοιοῦτος κανονισμὸς εἶναι πάντως προσωρινὸς, ὡς ἐπιτρεπομένης προσφυγῆς. Τοῦτο ἐγένετο ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ. Τὸ Ὑπουργεῖον ἐκανόνισε τὰ τῆς διαθέσεως τῆς περιφερείας ὑπὲρ τῆς κοινότητος Ζωγλοπίου, ὅτε δὲ κατόπιν ἐγένοντο πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον παραστάσεις περὶ τούτου, τὸ Ὑπουργεῖον, ἐπιληφθὲν τῆς ἀναθεωρήσεως τῆς ὑποθέσεως, ἔκρινε δέον νὰ ζητήσῃ πλειοτέρας πληροφορίας καὶ τὴν γνώμην τῶν νομικῶν συμβούλων. Ἀφοῦ δὲ λάβῃ καὶ ταύτην, θὰ κανονίσῃ, ὅσον εἰς αὐτὸ ἀνήκει, τὰ τοῦ θέματος, συμφώνως πρὸς ἣν αὐτὸ θὰ σχηματίσῃ πεποίθησιν.
§21ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ χωρὶς νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὸ ἔγγραφον αὐτὸ, ἀπαντῶ ἐν πρώτοις ὡς πρὸς τὴν καταμέτρησιν τῶν οἴνων. Ἐννοεῖται ὅτι συνήθως ἡ ἐξουσία, ὅταν θέλῃ νὰ παρεκκλίνῃ ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, συνηθέστατα εὑρίσκει μίαν πρόφασιν. Ὑπῆρχε συμφέρον νὰ γίνῃ νέα καταμέτρησις τῶν οἴνων. Ἔχομεν ἀληθῶς ἄρθρον νόμου, κατὰ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ γίνῃ παράτασις τῆς προθεσμίας, ὅταν πρόκηται περὶ δημοτῶν παραχειμαζόντων εἰς τὰ χειμερινὰ μέρη· ἀλλ’ ὁ νόμος ἐννοεῖ, ὅτι βεβαίως δὲν θὰ γίνῃ κἀμμία καταμέτρησις ἄλλη. Ἀφοῦ ἡ ἐξουσία ἐνήργησε τὴν καταμέτρησιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, πῶς ἀκολούθως ἐπῆλθεν ἡ ἰδέα νὰ ἐνεργηθῇ καταμέτρησις, ἐπὶ τῇ προφάσει ὅτι δῆθεν πρόκειται περὶ ὀρεινοῦ δήμου; Ὅταν ἐγένετο ἡ πρώτη καταμέτρησις, δὲν ἦτο ὀρεινὸς ὁ δῆμος· κατόπιν ἔγειναν τὰ ὄρη; Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον εἶναι ἁπλῆ πρόφασις. Ἠδυνάμην νὰ ἐπικαλεσθῶ αὐτοὺς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους ἐκ Ναυπακτίας, ἐὰν ἐκ τοῦ δήμου αὐτοῦ παραχειμάζωσιν ἀλλαχοῦ κάτοικοι. Δὲν παραχειμάζει ἀλλαχοῦ οὐδὲ εἷς κάτοικος. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἐνεργηθῇ νέα καταμέτρησις, καὶ εἶναι γνωστὸν πρὸς ποίους σκοποὺς ἐνεργοῦνται τὰ τοιαῦτα. Ὅταν θέλουν νὰ ἐφαρμόσουν τοὺς νόμους, καλὸν εἶναι ν’ ἀποφεύγουν τὰ τοιαῦτα εὐνόητα ἐν Ἑλλάδι ἐπιχειρήματα. Ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἄλλης ὑποθέσεως, τῆς κοινότητος τῆς Μούχας, τὸ πρᾶγμα ἔχει τι τὸ κωμικὸν ἐν τῇ αὐθαιρεσίᾳ τῆς ἐξουσίας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεκήρυξε τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως διαθέτῃ τὰς κοινοτικὰς περιφερείας κατὰ βούλησιν, καὶ εἶπεν, ὅτι τοῦτο τὸ πράττει χάριν προστασίας τῶν δικαιωμάτων τῆς κοινότητος καὶ πρὸς ἀποτροπὴν ἐνδεχομένων ἀξιώσεων τοῦ ἐνοικιαστοῦ. Ἔχω τὸ δικαίωμα, λέγει, νὰ διαλύσω τὴν ἐνοικίασιν, καὶ ἐπειδὴ δὲν ὀφείλω νὰ δώσω λόγον εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν, δὲν ἔχετε καὶ σεῖς τὸ δικαίωμα νὰ μὲ ἐπερωτήσητε. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι κακὴ γίνεται χρῆσις τῆς λέξεως δικαίωμα, ὅταν πρόκηται περὶ καθηκόντων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Δικαίωμα δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὑπάρχει μόνον καθῆκον. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ διαλύσητε, ἀλλ’ ἔχετε μόνον τὸ καθῆκον τῆς ἐποπτείας ἐπὶ τῶν συμφερόντων τῆς κοινότητος. Καὶ ὁμολογεῖ μὲν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι πρόκειται περὶ κηδεμονίας, ἀλλ’ ἡ τοιαύτη κηδεμονία, ὅπως τὴν ἐφαρμόζει, εἶναί τι ἰδιόῤῥυθμον, διότι διαλύει τὴν ἐνοικίασιν, τὴν ὁποίαν ἐνεργεῖ ἡ κοινότης Μούχας, ἵνα παραδώσῃ τὴν περιφέρειαν εἰς ἄλλην κοινότητα. Δὲν λέγει, ὅτι διαλύει τὴν ἐνοικίασιν διότι θεωρεῖ ταύτην ἐπιβλαβῆ εἰς τὰ δικαιώματα τῆς κοινότητος, ἀλλὰ τὴν διαλύει λόγῳ δῆθεν κηδεμονίας, καὶ δίδει τὴν περιφέρειαν εἰς τὴν κοινότητα Ζωγλοπίου. Αὔριον δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ μέρος ἐκ τῆς περιφερείας Καρπενησίου καὶ νὰ τὸ παραδώσῃ εἰς τὴν κοινότητα Καλαμῶν.
§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λέγετε ὅτι ἡ περιφέρεια, περὶ ἧς πρόκειται, ἀνῆκεν εἰς τὴν κοινότητα Μούχας, καὶ διὰ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου ἐδόθη εἰς τὴν κοινότητα Ζωγλοπίου. Ἡ κοινότης Μούχας ἦτο ἰδιόκτητος; εἶχε τὴν κάρπωσιν; ποῖον δικαίωμα μετεβιβάσθη εἰς τὴν κοινότητα Ζωγλοπίου διὰ τῆς πράξεως ταύτης;
§23ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ ἐπὶ τῇ γενομένῃ διακοπῇ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀπαντῶν ἑσπέραν τινὰ εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου, ὡμολόγησε τὴν ἑαυτοῦ αὐθαιρεσίαν. Διέλυσε τὴν ἐνοικίασιν τῆς περιφερείας καὶ τὴν παρεχώρησεν εἰς τὴν περιφέρειαν Ζωγλοπίου. Τί δὲ εἶπεν; εἶπεν ὅτι ἡ κοινότης Μούχας ἀπὸ τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Κράτους κατεῖχε τὴν περιφέρειαν ταύτην.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον τοῦτο, διότι ἡ κοινότης Μούχας δὲν ὑπῆρχε τότε. Δὲν ὑπῆρχε κεφαλοχῶρι Μούχας, ἵνα ἔχῃ δὲ κοινοτικὴν περιφέρειαν, πρέπει νὰ ἦτο κεφαλοχῶρι.
§25ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ κάτοικοι Ζωγλοπίου ὁμολογοῦσι τὸ τοιοῦτον, ὅτι ἡ κοινότης Μούχας ὑπῆρξεν ἀφ’ ὅτου ἐγένετο ἀνεξάρτητον τὸ βασίλειον· ἀλλὰ καὶ πρὶν, ἐπὶ τουρκοκρατίας, κατεῖχον καὶ ἐνέμοντο τὴν περιφέρειαν αὐτὴν, οἱ κάτοικοι Μούχας. Τώρα δὲ, ὅτε τὸ μέρος αὐτὸ τῆς Θεσσαλίας ἡνώθη μετὰ τοῦ λοιποῦ μέρους τῆς Ἑλλάδος, θέλουν νὰ ἀνακτήσωσι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶχον πρὸ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῆς περιφερείας τῆς κοινότητος. «Εἶχε, λέγουν, ἡ κοινότης Μούχας τὴν κατοχὴν, ἀλλ’ ἡμεῖς, οἱ κάτοικοι Ζωγλοπίου, πρέπει νὰ λάβωμεν τὴν περιφέρειαν.» Τελευταῖον οἱ κάτοικοι Μούχας ἠθέλησαν νὰ ἐνοικιάσωσιν ἓν μέρος ὡς περίσσευμα, διότι εἶχον ἀνάγκην πρὸς ἀνέγερσιν ναοῦ· ἐξέθεσαν εἰς δημοπρασίαν τὸ περίσσευμα τοῦτο, καὶ ἀνεδείχθη ἐνοικιαστὴς εἷς κάτοικος Καρπενησίου· τότε ἡ κοινότης Ζωγλοπίου ἐπαρουσίασε τὴν τοιαύτην ἀξίωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διὰ λόγον, ὁ ὁποῖος εἶναι γνωστὸς οὐ μόνον εἰς ἐμὲ, ἀλλὰ καὶ εἰς συναδέλφους τῆς πτέρυγος ἐκείνης, (δεικνύει τὴν δεξιὰν) καὶ τὸ Ὑπουργεῖον διέταξε τὴν διάλυσιν τῆς ἐνοικιάσεως, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἐπεκράτει ἰδέα, ὅτι περισσότερα δίκαια εἶχεν ἡ κοινότης Ζωγλοπίου καὶ ἡ διάλυσις τῆς ἐνοικιάσεως δὲν ἐγένετο πρὸς κηδεμονίαν, ἀλλ’ ὅπως ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὴν κοινότητα Μούχας καὶ δοθῇ εἰς τὴν κοινότητα Ζωγλοπίου· τί σημαίνει δὲ, ἐὰν ἀπέναντι τῆς κυριαρχικῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργείου ὑπῆρχον δικαιώματα νομῆς καὶ παραγραφῆς καὶ κατοχῆς; αὐτὰ δὲν ἔχουν σημασίαν, κατὰ τὸν κύριον Πρωθυπουργόν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνευρίσκει, ὅτι εἰς ἀρχαίους χρόνους κοινότης Μούχας δὲν ὑπῆρχε, καὶ ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε, δὲν ἐννοεῖ, πῶς ἐνέμετο. Ἔπειτα ἀπὸ τόσας ἀναμορφώσεις ἔπρεπε, φαίνεται, νὰ μεταβληθῇ καὶ ὁ γεωγραφικὸς χάρτης τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ τί ἄλλο εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ἐπειδὴ ἠδύνατο νὰ ψευσθῇ περὶ τῆς ὑπάρξεως τῆς Μούχας, μᾶς λέγει, ὅτι δὲν εἶναι κεφαλοχῶρι, ἑπομένως δὲν ὑπῆρχεν ἠθικὸν πρόσωπον, δυνάμενον νὰ ἔχῃ δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις. Ὅταν ἐπρόκειτο περὶ τῆς διαθέσεως τῶν ἐθνικῶν λειβαδίων, ἀληθῶς ἀνεφύη τὸ ζήτημα τοῦτο: ποῖαι κοινότητες εἶχον καὶ ποῖαι δὲν εἶχον δικαιώματα· ἀλλ’ ὡς πρὸς τοῦτο ἐπρόκειτο περὶ λειβαδίων, τὰ ὁποῖα ἐνέμετο τὸ Δημόσιον. Ἀλλ’ αἱ κοινότητες εἶχον καὶ ἰδιοκτησίας, τὰς ὁποίας δὲν ἔθιξε ποτὲ τὸ Δημόσιον. Εἰς τὸ Καρπενῆσι λ. χ. ὑπῆρχον καταληφθέντα ὑπὸ τοῦ Δημοσίου λειβάδια, ἀλλ’ ὑπῆρχε καὶ περιφέρεια εἰς κοινότητας, τὴν ὁποίαν δὲν ἔθιξε ποτὲ τὸ Δημόσιον· ἀλλ’ ἐνταῦθα οἱ κάτοικοι Ζωγλοπίου ὁμολογοῦσιν, ὅτι τὰ λειβάδια ταῦτα ἐνέμετο ἡ κοινότης Μούχας. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῶν νομικῶν προσώπων τῶν κοινοτήτων, κρίνω ἀναγκαῖον νὰ ὑπομνήσω, ὅτι ὅλαι αἱ κοινότητες σήμερον εἶναι νομικὰ πρόσωπα, διότι ἔχουσι περιουσίαν κατὰ τὰ μέρη ἐκεῖνα, διὰ τοῦ νόμου τῆς Συνελεύσεως ἀνεγνωρισμένην. Πῶς ὅμως ἔχουσι περιουσίαν, ἐὰν δὲν ἔχωσιν ὕπαρξιν νομικήν; ἑπομένως τίς σᾶς ἔδωσε τὸ δικαίωμα νὰ λάβητε ἀπὸ τὴν κοινότητα Μούχας τὴν περιφέρειαν καὶ νὰ τὴν δώσητε εἰς τὸ Ζωγλόπι, καὶ νὰ πράξητε τοῦτο κατ’ ἀρέσκειαν καὶ αὐθαιρέτως; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπεκφεύγει τὴν ἀπάντησιν, διότι δὲν ἔχει πῶς νὰ δικαιολογηθῇ· ὁ λόγος δὲ, δι’ ὃν γίνονται πάντα ταῦτα, εἶναι, ὅτι πρόσωπόν τι ἀπήτησεν αὐτὰ ὑπὲρ τῆς κοινότητος Ζωγλοπίου, πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν θέλω νὰ μεμφθῶ, διότι δὲν θεωρῶ ὑπευθύνους τοὺς Βουλευτάς· ἐζήτησε νὰ προστατεύσῃ τοὺς συμπολίτας του· εἶναι ἀξιότιμος συνάδελφος, τὸν ὁποῖον εὐκόλως εὑρίσκει τις ἐπὶ τέλους καὶ ἐκ τοῦ ὀνόματος τοῦ χωρίου τούτου. Ἵνα ἀποφύγω τὴν τοιαύτην συζήτησιν ἐνταῦθα, προέβην εἰς διάβημα, τοῦ ὁποίου δὲν ἔκαμον ἄλλοτε χρῆσιν. Μετέβην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἠρώτησα τὸν νομικὸν σύμβουλον· ἐζήτησα τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλὰ ἐδυσκολεύετο νὰ μοὶ τὴν δώσῃ· δὲν ἤξευρε, μοὶ εἶπεν, ἐὰν ἤθελε τῷ ἐπιτρέψει ὁ Πρωθυπουργός· καὶ ὡμολόγησεν οὕτω, ὅτι βεβαίως κἄτι τρέχει. «Ἀλλὰ, κύριε Χατζόπουλε, μοὶ προσέθηκε, δὲν θὰ χαθῇ τὸ δικαίωμα τῆς κυριότητος καὶ τῆς κατοχῆς· ἡ ἐνοικίασις διελύθη,—μικρὸν τὸ πρᾶγμα,—τὴν κατοχὴν δὲν θὰ χάσῃ ἡ κοινότης! Ἐπεκράτει ἰδέα, ὅτι αἱ ἀξιώσεις τῆς κοινότητος Ζωγλοπίου εἶχόν τινα βασιμότητα, καὶ διελύσαμεν τὴν ἐνοικίασιν, ἀλλ’ ἡσυχάσατε, δὲν θὰ χάσῃ τὰ δικαιώματά της ἡ κοινότης Μούχας.» Καὶ ἐγὼ, Κύριοι, ἔχω τὴν ἰδέαν ταύτην, καὶ ὁ λόγος εἶναι εὐνόητος. Ἔχει καὶ αὐτὴ ὀλίγας ψήφους· ἤδη θὰ γίνῃ φαίνεται, ἡ ἀπαρίθμησις, ἐὰν ἡ κοινότης Ζωγλοπίου ἔχῃ πλειοτέρας.
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ κοινότης Μούχας ἡνώθη μετὰ τῆς Καστανέας, καὶ ἀπώλεσε τὸ πλεονέκτημα, ὅπερ ἀποδίδει εἰς αὐτὴν ὁ κ. Βουλευτής.
§27ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε ὡς ἀστεῖα, εἶναι ἡ πραγματικότης· ἔπρεπε νὰ ἦναι ἀστεῖα, καὶ ὅμως εἶναι πραγματικὰ, καὶ ὅμως ἐπιδρῶσιν ἐπὶ τῶν σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν λέγητε ταῦτα, γνωρίζετε ὅτι εἶσθε ἀπέναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠξεύρουν τὰ ἐν τοῖς παρασκηνίοις, καὶ δὲν δύνασθε νὰ ἀστεΐζησθε, καὶ μὲ ἀναγκάζετε νὰ προβῶ περαιτέρω. Ὑπῆρχε Βουλευτής,—καὶ χωρὶς νὰ σᾶς ἐκβιάσῃ—τὸ λέγω πρὸς τιμήν του— εἰς τοῦ ὁποίου τὸ χωρίον ἐδώσατε περιφέρειαν κοινοτικὴν ἐκ τῆς Εὐρυτανίας, καὶ τοῦτο αὐθαιρέτως. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα εἴχετε νὰ διαλύσητε τὴν ἐνοικίασιν τῆς κοινότητος Μούχας. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ταύτην τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως κατέστη ἀντικείμενον εἰρωνείας, κατηντήσαμεν νὰ τὸ ἀηδιάζωμεν πλέον! Ἐξωκειώθημεν πρὸς τὴν τοιαύτην κατάστασιν, ἠμβλύνθησαν πλέον πρὸς τὰ τοιαῦτα αἱ αἰσθήσεις καὶ πολιτῶν καὶ πολιτευομένων. Εἶναι μάταιον νὰ ἀναφέρω παρανομίας τῶν κυβερνώντων, ἀλλὰ τοὐλάχιστον πιστοποιοῦμεν ἁπλῶς τὰ γενόμενα, ἵνα τὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει οἱ ἐκλογεῖς. Νομίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἔργον τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ ψηφίζῃ σωρείαν νομοθετημάτων, νὰ ἀδιαφορῇ δὲ, ὅταν βλέπῃ ἁρπαζομένην τὴν περιουσίαν τῶν πολιτῶν καὶ τῶν κοινοτήτων; Εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν εἶχον ἀπευθύνει καὶ ἄλλην ἐπερώτησιν κατ’ ἐπανάληψιν: «διατὶ καθυστεροῦσι τὰ ἔσοδα τοῦ δήμου Ἀμβρακίας». Τετράκις ἐπανέλαβον τὴν ἐπερώτησίν μου καὶ ἔγραψα αὐτήν. Μοὶ ἐπαρουσίασε τηλεγράφημα τοῦ ταμία, ὅτι ὁ δῆμος δικαιοῦται μόνον νὰ λάβῃ 66 δραχμάς. Ζητῶ κατάστασιν τῆς ληψοδοσίας· δὲν προσάγεται. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ τὸν βιάσω, δὲν ἔχω μέσον ἐξαναγκαστικόν· ἐνασκῶ ἁπλῶς δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχω. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις!
§28Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Θὰ ἐθεώρουν περιττὸν νὰ λάβω τὸν λόγον περὶ τῶν συμβάντων τῆς χθὲς εἰς τὸν Διευθυντὴν τῆς «Ἐφημερίδος», ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἀνεκοίνου πληροφορίας ἐντελῶς ἀνακριβεῖς, παρὰ τῆς Ἀστυνομίας προερχομένας. Ἡ Ἀστυνομία ἀναφέρει, ὅτι, ἐξετασθέντων τῶν πραγμάτων, προέκυψεν, ὅτι οἱ μεταβάντες εἰς τὸ γραφεῖον τῆς «Ἐφημερίδος» ἐπῆγαν νὰ ζητήσωσιν ἐξηγήσεις καὶ ἐξιλέωσιν, ἵνα παρακαλέσωσι τὸν Διευθυντὴν νὰ μὴ γράψῃ τι εἰς τὸ μέλλον. Ἀλλ’ ἡ Ἀστυνομία ἐξήτασε μόνον τοὺς κατηγορουμένους καὶ οὐδένα ἄλλον, ἐνῷ εἰς τὸ γραφεῖον τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἦσαν πολλοὶ γνωστοὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἔντιμοι πολῖται, ὁ κ. Βρυζάκης, ὁ κ. Βαμπᾶς, ὁ κ. Εὐταξίας καὶ ἄλλοι, οἵτινες ὁμολογοῦσιν, ὅτι οἱ μεταβάντες ἐκεῖ μετεχειρίσθησαν ἀπειλάς. Ἡ «Ἐφημερὶς» δὲν ἔγραψέ τι κατ’ αὐτῶν, ἀφηγήθη ἁπλῶς τὰ πράγματα, ὅτι δηλ. κατηγγέλθησαν οὗτοι καὶ ὅτι εὑρίσκεται ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις. Καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἐξήταζε καλλίτερον τὰ πράγματα ἡ Ἀστυνομία.
§29ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ ἐκόμισα τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας μοὶ ἔδωκεν ἡ Ἀστυνομία, ἥτις βεβαιοῖ ἐπισήμως, ὅτι ἡ ἐξέτασις αὐτῆς δὲν ἀπέδειξε τὸ πταῖσμα. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀμφισβήτησις τῆς ἀληθείας τῶν ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς Ἀστυνομίας, δύναται νὰ γίνῃ καταγγελία, ὅπως ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως τακτικὴ ἀνάκρισις.
§30ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μετὰ τὰς γενομένας ἐπερωτήσεις καὶ διὰ τὸ πάθημα τοῦ χωλοῦ Θ. Γεωργαντᾶ καὶ διὰ τὸ πάθημα τοῦ Διευθυντοῦ τῆς «Ἐφημερίδος», ἐκάλεσα τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πλημμελειοδικῶν, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνέθηκα τὴν ἐνέργειαν προεξετάσεως. Ὁ Εἰσαγγελεὺς μοὶ ἀπηύθυνεν ἀναφοράν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀναφέρει, ὅτι οὐδεὶς τῶν παθόντων ὑπέβαλε καταγγελίαν, οὔτε ὁ χωλὸς οὔτε ὁ Διευθυντὴς τῆς «Ἐφημερίδος», οὐχ ἧττον διὰ τὴν πρώτην πρᾶξιν διέταξε προανάκρισιν, διὰ δὲ τὴν δευτέραν ἐκάλεσε παρ’ ἑαυτῷ τὸν ὡς παθόντα παριστώμενον, ἵνα ἐνεργήσῃ τὴν πρέπουσαν ἀνάκρισιν· θέλει δὲ μοὶ ἀνακοινώσει τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐξετάσεών του.
§31ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Μεσσηνίας κ. Σωτηροπούλου περὶ τῆς τιμῆς τοῦ στρέμματος διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν καταληφθεισῶν γαιῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ὑπὸ τῶν σιδηροδρόμων, λέγω ὅτι αὕτη εἶναι 15–20 δραχμῶν κατὰ στρέμμα. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας βουλευτὴς κ. Ι. Γεωργαντᾶς ἐπηρώτησε περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ὑπὸ τῆς ὁδοῦ Ἁγίου Ἰωάννου εἰς Σκριποῦν καταληφθέντων κτημάτων. Αἱ πλεῖσται τῶν ἀποζημιώσεων κατεβλήθησαν, μένουσι δὲ ἐκκρεμεῖς αἱ αἰτήσεις Ἠλία Βλάχου καὶ Ἀθανασίου Πανουργιᾶ, διότι τυγχάνουσιν ἐπίδικα τὰ κτήματα αὐτῶν, διετάχθη δὲ ἡ ἐκτίμησις τεσσάρων ἢ πέντε ἑτέρων κτημάτων ὡρισμένων ἰδιοκτητῶν, οἵτινες δὲν ἀπεζημιώθησαν εἰσέτι. Καταθέτω σημείωμα, ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, περὶ τῶν τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας, περὶ τῶν τόκων τῶν σημειωθέντων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Κατὰ τὰς πληροφορίας ταύτας, ἡ σημείωσις τῶν 2,167,000 ἔχει λόγον κατὰ τὸ πλεῖστον τὴν πρόνοιαν, ἥτις ἔδει νὰ ληφθῇ, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον περὶ ὁδοποιΐας, τὸ εἰσαχθέν· θέλει δὲ χρησιμοποιηθῆ ἡ πίστωσις μόνον ἐν ᾗ περιπτώσει μεταβληθῇ εἰς νόμον τὸ νομοσχέδιον. Πρόκειται δὲ περὶ 200,000, ἀναγομένων εἰς τόκους δανείου δραχμῶν 3,586,220, αἵτινες θέλουσιν ἀπαιτηθῆ διὰ τὰ προϋπολογιζόμενα ἔξοδα τῶν ἐκτελεσθέντων ἔργων τῶν κατασκευαστέων ἐθνικῶν ὁδῶν.
§32Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ τυπωθῇ ἡ πληροφορία αὕτη.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 125).
§34ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καταθέτω καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀρχιμηχανικοῦ Γκοτλὰν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα, τὴν ἀρχικὴν, ἥτις εὕρηται τυπωμένη ἐν τῇ Μηχανικῇ Ἐπιθεωρήσει. Ἐν ταὐτῷ δὲ καταθέτω καὶ τὸν φάκελλον, τὸν περιέχοντα τὰς μελέτας τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν τρισὶ τμήμασι.
§35ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀνέγνωσα καὶ ἐγὼ τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὁ διευθύνων τὴν Ἀστυνομίαν ἀπηύθυνε πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν· δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ἔχει δίκαιον εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν, ὅτι εἰς ἀπάντησιν τῆς ἀπευθυνθείσης αὐτῷ ἐπερωτήσεως ῥίπτει τὸ χαρτὶ τοῦτο, καὶ δὲν εὐθύνεται δι’ αὐτό.
§36ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Οὐδὲν τοιοῦτον εἶπον.
§37ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καταθέτων τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ὤφειλε νὰ κρίνῃ τὸ περιεχόμενον αὐτῆς, καὶ ἂν πράγματι ἔβλεπεν, ὅτι τὸ περιεχόμενον τοῦτο συνεφώνει ἔστω καὶ μὲ τὴν κοινὴν λογικὴν, τότε νὰ τὸ καταθέσῃ. Νομίζω δὲ, ὅτι ἀντίκειται καὶ εἰς τὴν κοινὴν λογικὴν καὶ εἰς τὴν κοινὴν κρίσιν, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι τρεῖς ὑπάλληλοι τῶν φυλακῶν, οἵτινες ἐνόμισαν ἑαυτοὺς προσβληθέντας ἐκ δημοσιεύσεως ἀφορώσης τούτους παρὰ μιᾶς ἐφημερίδος, ὅτι εἶναι δυνατὸν αὐτοὶ οἱ τρεῖς ἄνθρωποι συνηνωμένοι νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸ γραφεῖον τῆς ἐφημερίδος ταύτης, ὅπως ἁπλῶς δώσωσιν ἐξηγήσεις καὶ λάβωσι πληροφορίας. Τοῦτο δὲν φαίνεται κἂν πιθανὸν, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἐξετάσῃ τις καὶ κρίνῃ τὸ ζήτημα. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων, δὲν δικαιοῦται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ δικαιοσύνη θ’ ἀποφασίσῃ ὁριστικῶς. Ὤφειλε καὶ αὐτὸς νὰ μὴ πεισθῇ ἀπολύτως ἐκ τῆς ἁπλῆς καὶ ὅλως ἀβασίμου, εἰς ἁπλᾶς δὲ πιθανότητας καὶ ἁπλᾶς κρίσεις στηριζομένης ἐκθέσεως ταύτης τῆς Ἀστυνομίας. Ἔπρεπε νὰ προβῇ καὶ ὁ ἴδιος εἰς διοικητικὴν ἀνάκρισιν καὶ ἐξέτασιν.
§38ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὸ τοῦτο ἔπραξα.
§39ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν, ὅτι παρήγγειλε τὸν Εἰσαγγελέα νὰ μεταβῇ. Εἶναι πλέον δικαστικὴ ἡ ἐνέργεια.
§40ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὴ εἶναι διοικητικὴ ἐνέργεια.
§41ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔπρεπε νὰ καλέσητε τὸν Διευθυντὴν τοῦ Σωφρονιστηρίου καὶ νὰ τὸν διατάξητε νὰ προβῇ εἰς ἀνακρίσεις. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ἡ τοιαύτη ἀπάντησις, διότι πρόκειται περὶ πράξεως, ἥτις σπουδαιότερον ἔπρεπε νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν ὑμῶν· διότι, ἂν παραδεχθῶμεν, ὅτι δύναται νὰ ἐπιδοκιμασθῇ ἡ τοιαύτη πρᾶξις, τότε ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ὑβριζόμεθα καθ’ ἑκάστην ἀπὸ τὰς ὑπουργικὰς ἐφημερίδας, πρέπει νὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ καταφύγωμεν ὡσαύτως εἰς ῥοπαλοφόρους, διὰ νὰ ἀπαντῶμεν εἰς τὰς τοιαύτας ὕβρεις. Ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ καταφύγωμεν εἰς τοῦτο, καὶ διὰ νὰ μὴ καθιερωθῇ τοιαύτη ἀρχὴ, πρέπει ἡ Κυβέρνησις πρώτη νὰ δώσῃ τὸ παράδειγμα, τιμωροῦσα τοὺς παρεκτρεπομένους ὑπαλλήλους αὑτῆς.
§42Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὅταν πρόκηται περὶ ἐπιθέσεως κατὰ δημοσιογράφων, νομίζω ὅτι πάντες ἔχομεν τὸ συμφέρον νὰ λαμβάνωνται μέτρα αὐστηρότατα, καὶ δέον νὰ συγκινώμεθα. Ὁμολογουμένως οἱ δημοσιογράφοι, ἐκπληροῦντες σκοπὸν χρησιμώτατον εἰς τὴν κοινωνίαν, ὑπόκεινται εἰς τοιούτους κινδύνους, ἀλλ’ ἀναντιῤῥήτως ὀφείλει ἡ Ἀρχὴ νὰ λαμβάνῃ αὐθωρεὶ πάντα τὰ μέτρα καὶ συντονώτερα τῶν λαμβανομένων ὅταν πρόκηται περὶ ἐγκλημάτων κατὰ κοινῶν πολιτῶν. Κατὰ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς «Ἐφημερίδος» δὲν ἀπηυθύνθη μόνον ἀπειλὴ, ὁ Διευθυντὴς τῆς «Ἐφημερίδος» καταδιώκεται νυχθημερὸν παρὰ τῶν τριῶν αὐτῶν ἀνθρώπων· χθὲς δι’ ὅλης τῆς ἡμέρας παρεφυλάττετο ὑπ’ αὐτῶν, οἵτινες ἔλεγον, ὅτι «θὰ τοῦ πιοῦν τὸ αἷμα», ὅτι «θὰ τὸν ψήσουν», ὅτε δὲ κατόπιν ἐξῆλθεν εἰς περίπατον, κατεδιώκετο ὑπὸ τῶν τριῶν τούτων, ὅτε δ’ εἰσῆλθεν εἴς τι ζαχαροπλαστεῖον, τὸν ἀνέμενον ἔξωθεν. Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, ὁ παθὼν εἶχε τὴν δύναμιν νὰ ἀποδιώξῃ ἐκ τοῦ γραφείου του τοὺς ἐπιτεθέντας, καὶ νὰ ἐκτελέσῃ οὗτος τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ κάμῃ ἡ Ἀστυνομία, τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι ὁ κίνδυνος δὲν εἶναι μέγας, παντάπασιν! ὁ κίνδυνος ἦτο καὶ εἶναι μέγας. Πρὸς ἀποφυγὴν λοιπὸν ἀπευκταίων, διότι ὁ παθὼν εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες δύνανται νὰ ὑπερασπίσωσι τὴν ζωὴν αὑτῶν, πρέπει νὰ λάβῃ δραστηριώτατα μέτρα ἡ Κυβέρνησις. Ὁ Διευθυντὴς τῶν φυλακῶν ἔπρεπε νὰ ἐρωτηθῇ: οἱ τρεῖς οὗτοι χθὲς δι’ ὅλης τῆς ἡμέρας ἦσαν εἰς τὰς φυλακάς; καὶ σήμερον ἀκόμη εὑρίσκονται ἐν ταῖς φυλακαῖς; ἐκτελοῦσι τὴν ὑπηρεσίαν αὑτῶν; νὰ ἐξετασθῶσι δὲ πάντες οἱ παρευρεθέντες ἐν τῷ γραφείῳ τῆς «Ἐφημερίδος» κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς σκηνῆς. Ἀλλὰ, Κύριοι, οἱ τρεῖς οὗτοι οὐδὲν παράπονον κατὰ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς «Ἐφημερίδος» ἔχουν, ἡ «Ἐφημερὶς» οὐδὲν γράφει κατ’ αὐτῶν· ἐὰν ἐγράφη τι, ἐγράφη κατὰ τοῦ Διευθυντοῦ. Διατὶ ἀναμιγνύονται οὗτοι καὶ ζητοῦσιν ἐξηγήσεις; ἐν ὀνόματι τίνος καὶ διὰ λογαριασμὸν τίνος ἀπεστάλησαν, ἵνα τιμωρήσωσι δῆθεν τὸν γράψαντα κατὰ τῶν φυλακῶν; Ἐγὼ δὲν ἀναμιγνύομαι εἰς τὴν ὑπόθεσιν καὶ δὲν ἐξετάζω κατὰ πόσον τὰ γραφέντα εἶναι ἀκριβῆ ἢ ὄχι. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει, εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ τιμωρῶνται αὐστηρότατα αἱ ἐπιθέσεις κατὰ δημοσιογράφων. Παρ’ ἡμῖν τὸ ζήτημα τῆς διοικήσεως εἶναι τὸ μέγα ζήτημα διὰ τὴν χώραν ἡμῶν, πάντες δὲ ἀνομολογοῦμεν, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ ἔκλυσις ἕνεκα τῆς ἀτιμωρησίας τῶν ἐγκλημάτων, ὥστε, καὶ ἂν ἀγαθόν τι ἐγένετο ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ, τὸ ἀγαθὸν τοῦτο ἐκμηδενίζεται ἀπέναντι τῆς τοιαύτης ἐλεεινῆς καταστάσεως τῆς διοικήσεως.
§43ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Χθὲς ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι θεωρῶ, ὅτι πρόκειται περὶ ἀντικειμένου λίαν σοβαροῦ. Ἐὰν ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ ἀμυνώμεθα ὑπὲρ τῆς ζωῆς ἡμῶν, διότι ἐκφράζομεν τὰς ἰδέας ἡμῶν εἰς τὰς ἐφημερίδας ἢ ὁπωσδήποτε ἄλλως, τότε ἂς μάθωμεν πάντες, ὅτι πρέπει νὰ ὁπλοφορῶμεν καὶ πρέπει νὰ αὐτοδικῶμεν. Ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πιστεύει, ὅτι δίδει λύσιν εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, ὅταν ἔρχηται καὶ ἀναγινώσκῃ ἓν ἔγγραφον τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας, τὸ ὁποῖον ἑρμηνεύει κατὰ τὸν τρόπον του τὸ περιστατικόν. Καὶ διατὶ νὰ δώσωμεν τόσην πίστιν εἰς τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν δίδει ἡ ὑπηρεσία τῆς Ἀστυνομίας, καὶ νὰ μὴ πιστεύσωμεν τὸν παθόντα, ὁ ὁποῖος ἐκθέτει λεπτομερέστατα τὸ περιστατικόν; Ποῖος νὰ πιστεύσῃ, ὅτι οἱ τρεῖς ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι φέρουσι χαρακτῆρα μᾶλλον μπράβων, ἐπῆγαν εἰς τὸ γραφεῖον τῆς «Ἐφημερίδος», ὅπως ζητήσωσιν ἀπὸ τὸν Διευθυντὴν ἐξηγήσεις, ἐνῷ κατόπιν ἠκολούθησαν αὐτὸν δι’ ὅλης τῆς ἡμέρας καὶ ἠπείλουν αὐτὸν νὰ τὸν φονεύσωσιν; Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, ἀπέναντι τῆς ὁποίας δὲν ἐπεριμένομεν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν νὰ μᾶς ἀναγνώσῃ ἓν ἔγγραφον τῆς Ἀστυνομίας. Ὤφειλε νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι διέταξε ἀνακρίσεις ὡς προϊστάμενος.
§44ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διέταξεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§45ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐνοήσαμεν ἐκ τῆς σπουδῆς, μεθ’ ἧς ἀνεγνώσατε τὸ ἔγγραφον τῆς Ἀστυνομίας, εἶναι, ὅτι δὲν ἀπεδώκατε τὴν προσήκουσαν σημασίαν εἰς τὸ ζήτημα.
§46ΤΖΑΝΕΣ. Νὰ μὴ ὑβρίζουν.
§47ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἐγὼ ἀνέγνωσα τὴν «Ἐφημερίδα» καὶ δὲν εἶδον ὕβρεις. Ἀλλὰ καὶ ἂν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, ἦτο ἀκριβὲς, ὑπάρχει ἡ δικαιοσύνη, πρὸς ἣν δύνασθε νὰ ἀποταθῆτε· οὐδαμῶς ὅμως παραδέχομαι, ὅτι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτεθῶσι διὰ τῆς βίας. Τοῦτο ἀποδεικνύει πλήρη ἔκλυσιν κοινωνικήν. Ἀπορῶ, πῶς τὰ λέγετε αὐτὰ, κύριε Τζάνε. Ἐγὼ δὲν ἔχω οὐδένα προσωπικὸν λόγον, ὡς ὑπερασπιστὴς προσωπικὸς τοῦ συντάκτου μιᾶς τῶν ἐφημερίδων, μιᾶς τῶν μᾶλλον διαδεδομένων καὶ ἐπιτυχῶς συντασσομένων ὁμολογουμένως, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ εἶναι ἐπικινδυνωδέστατον, καὶ ἡ ψυχρότης, μεθ’ ἧς ἡ Κυβέρνησις φαίνεται ἀντιλαμβανομένη τῆς περιστάσεως, ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν τὸ θεωρεῖ σπουδαῖον. Ἀλλ’ ὅ,τι συνέβη πρὸς τὸν συντάκτην τῆς «Ἐφημερίδος» δύναται νὰ συμβῇ καὶ πρὸς ὑμᾶς αὐτοὺς, διότι καὶ σεῖς ὑπήρξατε δημοσιογράφοι ἄλλοτε καὶ ἴσως γίνετε πάλιν. Ἑπομένως, ἐὰν καθιερώσητε τοιαύτην ἀρχὴν, ποῦ θὰ εὑρεθῆτε σεῖς οἱ ἴδιοι; Διὰ ταῦτα σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ μᾶς δώσητε τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἐννοεῖτε τὴν σημασίαν τῆς περιστάσεως, ὅτι θὰ ἐνεργήσητε ἀνακρίσεις διὰ τῶν ἁρμοδίων ἐν πνεύματι ἐξευρέσεως τῆς ἀληθείας καὶ ὄχι ἐπικαλύψεως τῶν πραγμάτων, καὶ ἂν πράγματι οἱ ἄνδρες οὗτοι ἠπείλησαν τὸν συντάκτην τῆς «Ἐφημερίδος», ὀφείλετε νὰ προβῆτε καὶ εἰς τὴν παῦσιν αὐτῶν καὶ εἰς τὴν δικαστικὴν αὐτῶν καταδίωξιν. Παράδειγμα σᾶς ἔδωκε λαμπρὸν ὁ προκάτοχος ὑμῶν ἐν ἀναλόγῳ περιστάσει, ὅτε προσεβλήθη εἷς δημοσιογράφος.
§48ΤΖΑΝΕΣ. Κύριοι, ὅταν ἐσπούδαζον, ἀκροώμενος καὶ τοῦ μαθήματος τοῦ δημοσίου δικαίου, ἤκουσα τὸν καθηγητήν μου λέγοντα, ὅτι ὁ δημοσιογράφος εἶναι ὡς ὁ πατὴρ, ὁ δὲ λαὸς ὁ ἀκροώμενος τὰ τέκνα αὐτοῦ, ἅτινα φράσσουσι τὰ ὦτα εἰς τὰς ὀρθὰς αὐτοῦ παραινέσεις, ὅτε οὗτος ἐκπληροῖ τὸν ἀληθῆ αὑτοῦ προορισμὸν, καὶ τὰ τέκνα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι ἄξια πάσης μομφῆς. Βλέπετε λοιπὸν ὁποῖος ὀφείλει νὰ ἦναι ὁ δημοσιογράφος. Ἐγὼ σέβομαι τὴν δημοσιογραφίαν, καὶ πάντοτε, ὅπου καὶ ὁσάκις ἠδυνήθην νὰ ὑποστηρίξω αὐτὴν, τὴν ὑπεστήριξα καὶ τὴν ὑποστηρίζω, τὴν σέβομαι καὶ δύναμαι καὶ θυσίας νὰ προσφέρω πρὸς τὸν τοιοῦτον πατέρα, ὅστις παραινεῖ τὰ ἑλληνικὰ τέκνα. Ἀλλ’ ὁπόταν, κύριοι Βουλευταὶ, ἐκτροχιάζηται, ἐξέρχηται τῶν ὁρίων ἡ δημοσιογραφία, καὶ ὁπόταν ὑβρίζῃ καὶ δὲν ἐλέγχῃ, ὁπόταν παραχαράττῃ, ὁπόταν συκοφαντῇ, σᾶς ἐρωτῶ, ὁ δημοσιογράφος ἐκεῖνος εἶναι πατήρ; εἶναι ἄξιος σεβασμοῦ; ἐκπληροῖ τὸν ἀληθῆ αὑτοῦ σκοπόν;
§49ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τότε ἔπρεπε νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὸν κ. Τρικούπην, ὁ ὁποῖος πρῶτος ἤρχισεν αὐτὴν τὴν γλῶσσαν, τὴν ὡραίαν!
§50ΤΖΑΝΕΣ. Μάρτυρες εἶσθε καὶ σεῖς, διότι καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν βλέπω καθημένους ἄνδρας ἐντίμους καὶ ἐκλεκτοὺς, καὶ ἀπευθύνομαι πρὸς ὑμᾶς, Κύριοι· ποσάκις δὲν παρεχαράχθημεν; ποσάκις ἐφημερίδες τῶν Ἀθηνῶν δὲν εἶπον περὶ ἡμῶν ὅλων, ὅτι καὶ ὑβρίσθημεν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ; ποσάκις δὲν ἐλέχθησαν τοιαῦτα, ἀποδίδοντα κακὸν χαρακτῆρα εἰς ἡμᾶς τοὺς Βουλευτάς; Καὶ ὅμως ἐγὼ δύναμαι νὰ τὸ εἴπω καὶ εἰλικρινῶς καὶ στεντωρείᾳ τῇ φωνῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει συνάδελφος ἐν τῷ περιβόλῳ, ὁ ὁποῖος νὰ ἐμέμφθη ἢ νὰ κατηγόρησε τοὺς συναδέλφους. Καὶ ἐν τούτοις ἔρχονται οἱ κύριοι καὶ ἀπὸ τοῦ θεωρείου ἐκείνου, ἀπὸ τῆς ἱερᾶς ἐκείνης θέσεως, ἄλλοτε μὲν ὑβρίζουσιν, ἄλλοτε δὲ παραχαράττουσι τοὺς λόγους ἡμῶν. Περὶ ἐμοῦ τοῦ ἰδίου καὶ περὶ τοῦ κ. Σάκκη δὲν εἶπον, ἄλλοτε, ὅτι ὁμιλοῦντες ἐν τῇ Βουλῇ ὁμιλοῦμεν πάντοτε περὶ χόρτου; Εἶπον αὐτοῖς, ὅτι ὄντως ὁμιλοῦμεν καὶ περὶ χόρτου ἐν τῇ Βουλῇ, διότι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ θρέψωμεν τοιαῦτα κτήνη, ὡς εἰσιν οἱ οὕτω συμπεριφερόμενοι πρὸς ἡμᾶς. Δὲν εἶπον τοῦτο πρὸς τοὺς δημοσιογράφους τοὺς σώφρονας, τοὺς κηδομένους τῆς ὑπολήψεώς των, τοὺς σεβομένους τὴν ὑπόληψιν καὶ τὴν τιμὴν τῶν προσώπων, ἀλλ’ εἰς τοὺς παραχαράσσοντας ἡμᾶς, εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι νομίζουν, ὅτι ἔχουν ὡς ὅπλον μίαν ἐφημερίδα καὶ δύνανται νὰ κατηγοροῦν, νὰ ὑβρίζουν καὶ νὰ χλευάζουν. Λησμονοῦν οἱ κύριοι οὗτοι ἓν πρᾶγμα, διὰ τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ λόγος, λησμονοῦν ὅτι ὄπισθεν ἡμῶν ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν μᾶς ἐρωτοῦν καὶ δὲν μᾶς ἀκούουν. Ὁμολογῶ δημοσίᾳ —καὶ τὸ λέγω, διότι εἶναι ἀλήθεια,—πρὸ ἡμερῶν πολλῶν, πρὸ μηνὸς, πρὸ δύο μηνῶν μία ἐφημερὶς μὲ ὕβρισε δωρεὰν καὶ παρεχάραξε τὴν ἐν τῇ Βουλῇ ὁμιλίαν μου. Ἐγὼ, μόνος γνωρίζω, κύριοι Βουλευταὶ, πῶς ἠδυνήθην νὰ ἀναχαιτίσω τοὺς συγγενεῖς καὶ τοὺς φίλους μου ἐνταῦθα, ἵνα μὴ σπάσουν τὴν κεφαλὴν τοῦ δωρεὰν ὑβρίσαντός με δημοσιογράφου. Σᾶς λέγω τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μὲ πιστεύσητε. Λοιπὸν συνιστῶ εἰς τοὺς κυρίους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν μᾶς σέβονται, ἀσεβοῦντες κατὰ τῆς ἀληθείας, νὰ ὦσι προσεκτικοὶ, διότι ἐπαναλέγω αὐτοῖς, ὅτι δὲν εἴμεθα μόνοι, ὡς ὑποθέτουν, ἐνταῦθα, ἀλλ’ ἔχομεν πολλοὺς, οἵτινες πολλάκις δὲν μᾶς ἐρωτῶσι καὶ δὲν μᾶς ἀκούουν, θέλοντες νὰ τιμωρήσωσι τοὺς ὑβριστάς μας. Αὐτὸ συνιστῶ εἰς τοὺς κυρίους ἐκείνους, ὄχι εἰς τοὺς ὀρθοφρονοῦντας καὶ τοὺς γράφοντας ὀρθῶς καὶ τοὺς ἐλέγχοντας, διότι ὁ ἔλεγχος εἶναι εὐγενὴς, εἶναι ἀναγκαῖος, ἀλλὰ πρὸς τοὺς παραχαράσσοντας καὶ τοὺς ὑβρίζοντας, τὸ λέγω ἅπαξ διὰ παντὸς, ὅτι πρέπει νὰ μᾶς συλλογίζωνται, ὁσάκις ἐπιχειροῦσι νὰ μᾶς ὑβρίσωσι.
§51ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν θὰ ἐπιχειρήσω νὰ ἐλέγξω τὴν ὀρθότητα τῆς θεωρίας, τὴν ὁποίαν ἤκουσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀπὸ τὸν διδάσκαλόν του καὶ μᾶς ἐπανέλαβεν ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἡ θεωρία αὕτη, καθ’ ἣν οἱ δημοσιογράφοι εἶναι πατέρες καὶ ὁ λαὸς τέκνα, καὶ περιπλέον οἱ δημοσιογράφοι εἶναι κηδεμόνες τῆς Κυβερνήσεως, τῶν Ἀρχῶν, τοῦ λαοῦ κτλ., εἶναι ἐκ τῶν θεωριῶν ἐκείνων, τὰς ὁποίας οὐχὶ σπανίως ἀκούομεν ἐνταῦθα καὶ ἐφ’ ὧν δὲν κινδυνεύει ὁ λέγων νὰ ἐκτεθῇ εἰς ἀναίρεσιν ἀντιῤῥήσεων. Δὲν θέλω ἐπίσης νὰ ἐξετάσω τὴν ἀξίαν ἐν γένει τῶν συμβουλῶν καὶ ὑποθηκῶν, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος πρὸς τοὺς δημοσιογράφους· αἱ συμβουλαὶ αὗται δύνανται νὰ ἔχωσι τὴν ἀξίαν των, τὴν ὁποίαν ἀφίνω νὰ ἐκτιμήσητε ὑμεῖς· ἀλλὰ καταγινόμενος εἰς συμβουλὰς ὁ κ. συνάδελφος, παρέλειψε νὰ ἐξετάσῃ ἀκριβῶς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν. Φρονεῖ ἆρά γε ὁ κ. Τζάνες, ὅστις κατέγεινε νὰ δώσῃ τόσον πολυτίμους συμβουλὰς εἰς τοὺς δημοσιογράφους, ὅτι οἱ ἐπιτεθέντες εἶχον εὔλογον ἀφορμὴν κατὰ τοῦ συντάκτου τῆς «Ἐφημερίδος; Δὲν πιστεύω· διότι, ἂν ἤκουσα καλῶς, ἐν τῇ δευτέρᾳ ὁμιλίᾳ του εἶπεν, ὅτι ὑπολήπτεται τὸν συντάκτην τῆς «Ἐφημερίδος,» ἐκφράσας τὴν ὡραιοτέραν περὶ αὐτοῦ γνώμην. Ἀλλὰ τότε τὸν ἐρωτῶ, ἐὰν τοιαύτην ἔχει γνώμην περὶ τοῦ συντάκτου τῆς «Ἐφημερίδος», διατὶ δὲν ἠγέρθη ἐν αὐτῷ ἡ ἀπορία, πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ συντάκτης τῆς «Ἐφημερίδος», ὅστις γνωρίζει ἄριστα τὰ καθήκοντα τῆς θέσεώς του, νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐκτραπεὶς, διότι ἀπήντησε δεόντως εἰς τοὺς κυρίους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὸ θράσος, τὴν κακοήθειαν,— ἐπιτρέψατέ μοι τὴν λέξιν,— νὰ παραβιάσουν τὸ ἄσυλον τῆς οἰκίας του καὶ νὰ τὸν ἀπειλήσουν, νὰ τὸν παραμονεύσουν δὲ περιπλέον εἰς τὰς ὁδοὺς, διὰ νὰ ἐπιτεθῶσι κατ’ αὐτοῦ; Τί δ’ ἔγραψεν ἡ «Ἐφημερὶς» κατὰ τῶν κυρίων τούτων; ἀνέφερεν ἁπλῶς τὸ γεγονὸς καὶ οὐδὲν πλέον. Λησμονεῖ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι οἱ τὰ δημόσια πράττοντες ὀφείλουν νὰ δέχωνται μεθ’ ὑπομονῆς τὸν ἔλεγχον ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι τεταγμένοι νὰ τὸν ἐνασκήσουν; ὅταν δ’ ἀξιοῖ κοσμίαν καὶ δικαίαν ἐπίκρισιν, καὶ ταύτην μόνην θεωρεῖ αὐτὸς ἐπιτετραμμένην καὶ ἀνεκτὴν, δὲν μᾶς λέγει, ποῖος εἶναι ὁ κανὼν, ποῖον τὸ κριτήριον τοῦ ἐν τῷ ἐλέγχῳ κοσμίου καὶ δικαίου; Ἄς εὐαρεστηθῇ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ μᾶς δώσῃ τὸ μέτρον, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ κρίνωμεν ἑκάστοτε, πότε μία ἐφημερὶς εἶναι ἐν τῇ κοσμιότητι καὶ τῇ ἀληθείᾳ, καὶ πότε εἶναι ἐκτὸς αὐτῶν. Ὁ μακαρίτης ὁ διδάσκαλός του —καὶ τὸν λέγω μακαρίτην, διότι ἀπέθανεν, ὑποθέτω,— δὲν ἐπειράθη ἆρά γε νὰ εὕρῃ τὸν κανόνα τοῦτον; Κύριοι, μὴ πλανώμεθα· ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου δὲν εἶναι δεκτικὴ κανόνος τινὸς, ἐκ τῶν προτέρων ὁριζομένου· τὰ ὅρια τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου δίδει ἡ ἀνατροφὴ τῶν λεγόντων καὶ γραφόντων· ἡ ἀνατροφὴ τοῦ ἀκούοντος καὶ ἀναγινώσκοντος λαοῦ εἶναι ὁ μόνος χαλινὸς τοῦ λόγου, ἡ μόνη ἐγγύησις τῆς ἐν αὐτῷ κοσμιότητος καὶ φιλαληθείας· εἶναι δὲ ἀτοπώτατον νὰ θέλωμεν ἡμεῖς νὰ δίδωμεν ἐνταῦθα παραινέσεις καὶ ὑποθήκας καὶ κανόνας εἰς τοὺς γράφοντας περὶ τῶν δημοσίων ἡμῶν πραγμάτων, καὶ νὰ ζητῶμεν νὰ κανονίζωμεν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν πρέπει οὗτοι νὰ γράφωσι. Τελειόνων, ἐλπίζω ὅτι ὅσα εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ γίνωσι τῳόντι πράγματα, ὅτι θὰ φιλοτιμηθῇ ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ ἀσκήσῃ τὴν πειθαρχικήν του ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν ἀτακτησάντων, καὶ ὅτι ἡ δικαιοσύνη, ὅταν ἔλθῃ ὁ καιρὸς, θὰ ἐνεργήσῃ καὶ αὕτη τὸ καθῆκόν της.
§52ΤΖΑΝΕΣ. Ἐπειδὴ προκαλοῦμαι, ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὴν ἰδέαν μου ἐπὶ τοῦ κυρίου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐπίθεσιν κατὰ τοῦ συντάκτου τῆς «Ἐφημερίδος». Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔχω τὴν ἑξῆς γνώμην· ὅτι, ἐὰν ὄντως ἐπετέθησαν κατὰ τοῦ κ. Ρούκη ἀδίκως, βεβαίως ἡ ἐπίθεσις εἶναι ἀνήθικος καὶ κατακριτέα καὶ εἶναι ἀντικείμενον ἐξετάσεως· διὸ παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἡ ἑλληνικὴ δικαιοσύνη νὰ φανῇ ἀμείλικτος. Ἀλλ’ ἀπορῶ, πῶς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ μὲ τόσας εὐρείας ἰδέας, ὁ πολύπειρος, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐννοήσῃ ὅ,τι ἐγὼ εἶπον, ζητῶν νὰ δώσω αὐτῷ τοὺς ὅρους τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου καὶ τῆς δημοσιογραφίας. Ποῖοί εἰσιν οἱ ὅροι οὗτοι; Εἰσὶν οἱ ἐναντίοι τῆς ἀσωτεύσεως καὶ τῆς καταχρήσεως τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου. Ὄταν τις καταχρᾶται τοῦ λόγου, ἐκεῖνος δὲν εἶναι πλέον ἐν τῷ δικαίῳ· ὅταν ὁ δημοσιογράφος ὑβρίζῃ προσωπικῶς, ἀναμιγνύηται εἰς τὰ οἰκογενειακὰ, εἰς τὰ ἀτομικὰ, ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὁ τοιοῦτος εἶναι δημοσιογράφος; εἶναι ἄξιος ἐκτιμήσεως καὶ ὑπολήψεως; Καὶ ἀγνοεῖ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι καὶ ἐν πάσῃ ἐλευθερίᾳ ἡ ἀσώτευσις εἶναι κακὸν, τὸ ὁποῖον ἀναγκάζει τὸν ἄνθρωπον, τὸν γεννηθέντα ἐλεύθερον, νὰ εἴπῃ «ἐρέτω ἡ τοιαύτη ἐλευθερία»; Καὶ ἀγνοεῖ ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ὁπόταν ἔρχηται εἷς δημοσιογράφος καὶ λέγῃ περί τινος, ὅτι εἶναι κλέπτης, ὅτι εἶναι προδότης, ὅτι εἶναι πλαστογράφος, καὶ ἀποδίδῃ αὐτῷ προσωπικὰς κατηγορίας, ὅτι, λέγω, ἡ τοιαύτη δημοσιότης, ὑπὸ τοιούτων ὀργάνων ὑποστηριζομένη, δὲν εἶναι δημοσιότης ἀξία, ὑποστηριζομένη μάλιστα ὑπ’ αὐτοῦ;
§53Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι τὰ λεχθέντα περὶ δημοσιογραφίας δὲν ἐλέχθησαν ἐν δέοντι. Ἐπεθύμουν δὲ, οἱ ὑπολαβόντες ὅτι ἔπρεπε νὰ πραγματευθῶσι περὶ τούτου ἐν τῇ Βουλῇ νὰ παρητοῦντο τῆς ἰδέας ταύτης, διότι αἱ αἴθουσαι τῶν Βουλευτηρίων δὲν μεταβάλλονται εἰς διδακτήρια τῆς δημοσιογραφικῆς τέχνης, οὐδὲ οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες ἔχουσι δικαίωμα νὰ παραπονῶνται, ὅτι κρίνονται ἢ ἐπικρίνονται ὑπὸ τῆς δημοσιογραφίας. Ὅταν τις ἀποφασίζῃ ν’ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν ἐπιμέλειαν τῶν κοινῶν, πρέπει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἕκαστος τῶν συμπολιτῶν αὐτοῦ ἔχει δικαίωμα νὰ κρίνῃ αὐτόν. Δὲν εἶναι ἀπίθανον, ἴσως εἶναι φυσικώτατον, ν’ ἀδικηθῇ ὑπὸ τῶν κρινόντων, πιθανώτατον δὲ οἱ κρίνοντες αὐτὸν νὰ ἐπιδειχθῶσιν ἐν ταῖς κρίσεσιν αὐτῶν ταύταις αὐστηρότατοι. Ὀφείλουσιν ὅμως οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει, ὅτι πρέπει νὰ μὴ δίδωσιν ἀφορμὰς εἰς ἐπικρίσεις. Καὶ νομίζετε ὅτι μόνον ἐν Ἑλλάδι ἡ δημοσιογραφία ἐπικρίνει αὐστηρῶς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας; Μόνον ἐν Ἑλλάδι ἀποδίδει ἡ δημοσιογραφία εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τὰς ἰδιότητας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαμῶν πρὸ μικροῦ ἀνέφερεν; Ἀλλ’ οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες πρέπει νὰ φροντίζωσι νὰ μὴ προδίδωσι, διὰ νὰ μὴ ἐγκαλῶνται ὑπὸ τῆς δημοσιογραφίας ὡς προδόται, πρέπει νὰ φροντίζωσι νὰ μὴ κλέπτωσι, διὰ νὰ μὴ ἀποκαλῶνται κλέπται, νὰ μὴ πλαστογραφῶσι, διὰ νὰ μὴ ἀποκαλῶνται πλαστογράφοι. Ὅταν δὲ δὲν κλέπτωσι, δὲν πλαστογραφῶσι, δὲν προδίδωσιν, εἶναι εἰς θέσιν νὰ περιφρονῶσι τὰς αὐστηρὰς καὶ ἀδίκους κρίσεις, τὰς ὁποίας τὰ φύλλα τῶν ἐφημερίδων ἐκφέρουσι κατ’ αὐτῶν. Ἀλλὰ τί κοινὸν μεταξὺ τῶν θεωριῶν τούτων καὶ τῆς ὑποθέσεως, ἥτις ἐγένετο ἀντικείμενον τῆς ἐπερωτήσεως, οὔσης φύσεως τῆς Βουλῆς; Ἡ ὑπόθεσις αὕτη δὲν γνωρίζω τί εἶναι. Εἶναι ἐπίθεσις; εἶναι ἀπειλή; εἶναι διατάραξις τῆς οἰκιακῆς εἰρήνης; Δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ τὸ γνωρίζω, οὔτε ἁρμόδιος νὰ χαρακτηρίσω τὴν πρᾶξιν. Ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις αὕτη, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι, ἔχει δύο ἐξαιρετικὰς ἰδιότητας· πρῶτον, ὅτι ὄργανα διαπράξαντα αὐτὴν εἶναι δημόσιοι ὑπηρέται, δεύτερον, ὅτι τὸ ἄτομον, καθ’ οὗ ἐτελέσθη αὕτη, ἡ ὁπωςδήποτε χαρακτηρισθησομένη πρᾶξις, εἶναι δημοσιογράφος, καὶ ἐπίθεσις κατὰ δημοσιογράφου, ἀπειλὴ, οἱαδήποτε ἄλλη πρᾶξις κατὰ δημοσιογράφου, εἶναι πρᾶξις καταλήγουσα εἰς περιορισμὸν τῆς ἀπολύτου ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα ὑπεσχέθη εἰς τὴν δημοσιογραφίαν. Δημόσιοι ὑπηρέται ἐκτρεπόμενοι παριστῶσι διοίκησιν ἄνευ τάξεως, παριστῶσι τάγματα γενιτσάρων, τὰ ὁποῖα ἐπιτίθενται εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ εἰς τὰς οἰκίας κατὰ τῶν πολιτῶν. Ἐπὶ τούτου προκαλῶ ἰδίως τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ. Δὲν ἐνδιαφέρομαι διὰ τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς πράξεως, ἵνα ἐπικαλεσθῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν. Ἐνδέχεται νὰ μὴ φέρῃ κἂν τὸ χαρακτῆρα τοῦ ἀξιοποίνου, ἀλλὰ προκαλῶ ἰδίως τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνετέθη ἡ πρόληψις τῶν ἀξιοποίνων πράξεων, ἡ ἐξασφάλισις τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου καὶ ἡ ἐξασφάλισις τῆς ἐνασκήσεως τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἕκαστος πολίτης ἔχει κατὰ τοὺς νόμους καὶ τὸ πολίτευμα. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης μίαν μόνον δύναμαι ν’ ἀπευθύνω σύστασιν, ὅτι ἀπορῶ, πῶς δημόσιοι ὑπηρέται περιφέρονται, παραμελοῦντες τὰ καθήκοντά των, καὶ διαμένουσιν ἐν τῇ πόλει, ἐγκαταλείποντες τὰ ἔργα αὐτῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ἐτάχθησαν ὑπὸ τῆς διοικήσεως. Ἀπορῶ δὲ, πῶς ὁ Διευθυντὴς τῶν φυλακῶν, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὁποίου εἶναι τεταγμένοι, ἀνέχεται νὰ διημερεύωσιν ἐν τῇ πόλει, καὶ δὲν ἐφρόντισε νὰ καλέσῃ ἀμέσως αὐτοὺς εἰς τὸ καθῆκόν των καὶ νὰ τοὺς ἀποτρέψῃ ἀπὸ τοιούτων πράξεων. Εἰς τοῦτο παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του.
§54ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ ἐπὶ τούτου εἰδικῶς τοῦ θέματος ἐπέστησα τῶν ἁρμοδίων τὴν προσοχήν, ἔδωσα δὲ σήμερον διαταγὴν νὰ ζητηθῇ ἀπὸ τὸν Διευθυντὴν τῶν σωφρονιστικῶν φυλακῶν Συγγροῦ ἡ ἐξήγησις, ἐπὶ πόσας ὥρας ἔλειψαν ἀπὸ τῆς θέσεώς των αὐτοὶ, καὶ ἂν ἔλειψαν δυνάμει ἀδείας αὐτοῦ ἢ οὔ, τὸ δὲ ἔγγραφον τοῦ Διευθυντοῦ νὰ σταλῇ εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, διὰ νὰ σχετισθῇ μὲ τὴν διεξαχθησομένην ὑπ’ αὐτῆς ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων, ἥτις θὰ καταλήξῃ εἴτε εἰς ποινικὴν εἴτε εἰς πειθαρχικὴν καταδίωξιν, ἂν ἀποδειχθῶσι τὰ καταγγελλόμενα.
§55ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας περὶ τῶν λαβόντων χώραν κατὰ τοῦ δημοσιογράφου, περὶ οὗ πρόκειται, ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν παρέλειψε ἐντελῶς νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ ἐπιβαλλόμενα εἰς αὐτὸν καθήκοντα. Ὁ δημοσιογράφος, κύριε Πρόεδρε, περὶ οὗ πρόκειται, εἶναι γνωστὸς εἰς πάντας ἡμᾶς, καὶ πάντες οἱ ἀγορεύσαντες ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερίδων ἐξεδήλωσαν, ὡς ὤφειλον, τὴν ἄκραν αὐτῶν ὑπόληψιν πρὸς τὸν περὶ οὗ πρόκειται δημοσιογράφον, ἡ δὲ φιλαλήθεια αὐτοῦ νομίζω ὅτι ὑπ’ οὐδενὸς δύναται νὰ τεθῇ εἰς ἀμφισβήτησιν. Ὁ δημοσιογράφος οὗτος καὶ ἐν τῇ ἐφημερίδι του καὶ ἐνώπιον τῆς Ἀστυνομίας προσελθὼν ἀνεκοίνωσεν ὡρισμένα γεγονότα, ὅτι ἄνθρωποι καὶ ἐν τῇ οἰκίᾳ του καὶ κάτωθι αὐτῆς καὶ ἐν τῇ ὁδῷ καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν παρηκολούθουν αὐτὸν, ἐλάμβανον στάσιν ἐπιθετικὴν κατ’ αὐτοῦ καὶ ἐξεδήλουν ἀπειλὰς λίαν σπουδαίας. Περὶ τούτων ἐγένετο ἐπερώτησις εἰς τὴν Βουλήν. Ἐφρόνουν ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς, καὶ πρὶν ἢ γίνῃ ἐπερώτησις, λαβὼν γνῶσιν ἐκ τῆς «Ἐφημερίδος» περὶ τῶν συμβάντων, ὤφειλε νὰ σπεύσῃ πρῶτον νὰ ἐξετάσῃ, τί ἀκριβῶς ἐγένετο, καὶ δεύτερον νὰ λάβῃ πᾶσαν δυνατὴν πρόνοιαν περὶ προλήψεως τῶν ἀξιοποίνων πράξεων, αἱ ὁποῖαι ἠπειλοῦντο ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων. Καὶ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν οὐδὲν αὐτεπαγγέλτως ἔλαβε μέτρον, προκληθεὶς δὲ διὰ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἐνόμισεν ὅτι ἐκπληροῖ τὸ καθῆκον αὐτοῦ, προσάγων εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσίν τινα, γεγραμμένην ὑπὸ τοῦ διευθύνοντος τὴν Ἀστυνομίαν. Ἐφρόνουν, ὅτι, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπεθύμει ἀληθῶς νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, ὤφειλε νὰ ζητήσῃ προφορικῶς πληροφορίας παρ’ αὐτοῦ τοῦ κυρίου, ὁ ὁποῖος ὑπέγραψε τὸ ἔγγραφον τοῦτο, ὤφειλε τοὐλάχιστον, ἀναγινώσκων τὸ ἔγγραφον τοῦτο, νὰ πεισθῇ, ὅτι οὐδεμία δίδεται πληροφορία περὶ τῶν διατρεξάντων, διότι ὁ διευθύνων τὴν Ἀστυνομίαν ἀρνεῖται ἀκόμη καὶ τὴν ἀλήθειαν τῶν γεγονότων. Ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ λάβῃ τὴν περιέργειαν νὰ ἐρωτήσῃ τὸν διευθύνοντα τὴν Ἀστυνομίαν, πόθεν ἔλαβε τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὅλα τὰ ὑπὸ τοῦ δημοσιογράφου λεγόμενα καὶ γραφόμενα εἶναι ἐντελῶς ἀνυπόστατα· διότι ὁ διευθύνων τὴν Ἀστυνομίαν οὐδεμίαν ἐν τῷ ἐγγράφῳ του δίδει περὶ τούτου ἐξήγησιν· οὔτε τὸν παθόντα ἐξήτασεν, οὔτε τοὺς ἐν τῇ οἰκίᾳ του εὑρεθέντας, οὔτε τοὺς ἐν τῇ ὁδῷ, μεθ’ ὧν συνεβάδιζεν ὁ παθὼν, ἵνα μάθῃ, τί ἀκριβῶς συνέβη, ἀλλ’ ὡς ἐξάγεται προδήλως ἐκ τοῦ ἐγγράφου, ἐξήτασε μόνους τοὺς κατηγορουμένους, οἱ ὁποῖοι βεβαίως εἶπον, ὅτι οὐδένα σκοπὸν ἐπιθέσεως εἶχον, ἀλλὰ μετέβησαν ἁπλῶς, ὅπως ζητήσωσι πληροφορίας. Καὶ ὅταν, Κύριοι, τοιαύτην τινὰ γνώμην ἐσχημάτισεν ἡ Ἀστυνομία, εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι θὰ λάβῃ τὴν ἐλαχίστην πρόνοιαν περὶ προλήψεως τῶν ἀδικημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐθεωρήθησαν λίαν πιθανά, ὡς ἐκ τῆς στάσεως τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων; Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἔσφαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἰσαγαγὼν ἀτελῶς εἰς τὴν Βουλὴν ἓν ἔγγραφον, χωρὶς νὰ προσπαθήσῃ αὐτὸς ὁ ἴδιος νὰ μορφώσῃ πεποίθησιν περὶ τοῦ ἂν ἦναι ἀληθῆ τὰ διατρέξαντα, καὶ χωρὶς ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ διατάξῃ τὴν Ἀστυνομίαν νὰ λάβῃ πάντα τὰ εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῆς μέτρα, ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὴν ζωὴν ἢ τὴν ὑγείαν τοῦ ἀπειλουμένου δημοσιογράφου. Ὄταν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει, κύριε Πρόεδρε, ὅτι οἱ ἐπιτεθέντες δὲν εἶναι ἁπλοῖ πολῖται, μεθ’ ὧν εἰς οὐδεμίαν συνάφειαν εὑρίσκεται ἡ ἐξουσία, ἀλλ’ εἶναι δημόσιοι ὑπηρέται, ἔτι μᾶλλον πρέπει νὰ ἀπορήσωμεν διὰ τὴν διαγωγὴν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης· διότι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ὤφειλον καὶ ἠδύναντο αὐθημερὸν νὰ μάθωσιν, ἂν ἀληθῶς οἱ δημόσιοι ὑπηρέται, περὶ ὧν πρόκειται, ἐγκατέλειψαν τὴν θέσιν των καὶ ἂν πράγματι προέβησαν εἰς τὰς ἀποδιδομένας αὐτοῖς πράξεις, καὶ νὰ λάβωσι πάραυτα κατ’ αὐτῶν τὰ νόμιμα μέτρα. Ἀντὶ τούτου ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προσεκάλεσε τὸν Εἰσαγγελέα καὶ τὸν διέταξε νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις· ἀλλ’ αἱ πράξεις, περὶ ὧν πρόκειται, ὑπὸ ποινικὸν χαρακτῆρα εἶναι ἐντελῶς ἐπουσιώδεις. Δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς, ἐὰν ἔλαβε χώραν καὶ διατάραξις οἰκιακῆς εἰρήνης, ἀλλ’ ἡ ἐν τῇ ὁδῷ παρακολούθησις μετ’ ἀπειλῶν φέρει χαρακτῆρα πταίσματος, ἑπομένως ἡ καταδίωξις οὐδὲν συνεπάγεται ἀποτέλεσμα. Ἡ πρόληψις τῶν ἐγκλημάτων εἶναι ἐκείνη, εἰς τὴν ὁποίαν πᾶσαν τὴν προσοχήν της ἔπρεπε νὰ ἐπιστήσῃ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὅμως οὐδὲν μέτρον προλήψεως, ἀλλ’ οὔτε μέτρον τι πειθαρχικῆς τινος καταδιώξεως ἔλαβεν, οὔτε λόγον τινὰ παρὰ τῶν δημοσίων ἐκείνων ὑπηρετῶν περὶ τῆς ἐγκαταλείψεως τῆς θέσεώς των ἐζήτησεν, ἀλλὰ προσήγαγεν ἔγγραφον τοῦ Ἀστυνόμου, ὁ ὁποῖος γεγονότα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς πασίδηλα, ἔχει τὴν αὐθάδειαν νὰ χαρακτηρίζῃ ὡς ἀνύπαρκτα! Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐγγράφου τούτου, ἐπείσθη περὶ τούτου, χωρὶς νὰ ζητήσῃ οὐδεμίαν ἄλλην πληροφορίαν. Ἐγὼ, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι, ὅταν καταγγέλλωνται τοιαῦται πράξεις, ὀφείλουσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, ἄνευ προκλήσεως ἐν τῇ Βουλῇ, ἀμέσως νὰ ζητῶσι καὶ ἐγγράφως καὶ προφορικῶς πᾶσαν δυνατὴν ἐξήγησιν, νὰ μορφόνωσιν αὐτοὶ ἀμέσως τὴν δέουσαν πεποίθησιν περὶ τῶν συμβάντων, πρὶν ἢ ἡ δικαιοσύνη μετὰ παρέλευσιν μηνῶν καὶ ἐτῶν ἀποφανθῇ περὶ τούτων, καὶ νὰ προβαίνωσιν ἀμέσως εἰς τὴν δέουσαν περὶ προστασίας καὶ ἐξασφαλίσεως τῶν πολιτῶν πρόνοιαν.
§56ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ᾠκοδόμησε τὸ κατηγορητήριον αὐτοῦ ἐπὶ ἐδάφους ἀνυπάρκτου, διότι ἐν τῇ σπουδῇ νὰ κατακρίνῃ τὸν Ὑπουργὸν καὶ νὰ τοξεύσῃ κατὰ τῆς Διευθύνσεως τῆς Ἀστυνομίας λέξεις, τὰς ὁποίας ἴσως παρ’ αὐτοῦ δὲν περιεμένομεν, παρέλειψε νὰ ἐξετάσῃ παντελῶς, ὁποία ἦτο ἡ ἐπερώτησις, ἥτις προὐκάλεσε τὰς ἀπαντήσεις τῶν Ὑπουργῶν. Ἦτο ἆρά γε ἡ ἐπερώτησις περὶ πράξεων τοιούτων, αἵτινες ἦτο δυνατὸν ὡς ἔδει νὰ προληφθῶσιν ὑπὸ τῆς ἐνεργείας καὶ τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ἁπλῶς ἐπηρωτήθημεν περὶ γεγονότος ἀπροσδοκήτως συμβάντος ἐν τῷ γραφείῳ ἐφημερίδος τινός; Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας Βουλευτὴς ἐξέθηκε τοῦτο καὶ μόνον χθὲς, ὅτι ὀλίγον πρὸ τῆς συνεδριάσεως, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τῆς Βουλῆς μετέβησαν εἰς τὸ γραφεῖον ἐφημερίδος τινὸς τρεῖς ἄνθρωποι, ὑπηρέται, ὡς εἶπε, δημόσιοι, καὶ ἐζήτησαν ἐξηγήσεις παρὰ τοῦ συντάκτου τῆς ἐφημερίδος ταύτης, ἀπειλήσαντες αὐτὸν, καὶ ἠρώτησε τὴν Κυβέρνησιν, τί ἐγίνωσκε περὶ τῆς ὑποθέσεως. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς λέγει, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπῆρξεν ἄξιος ἀγχόνης ἴσως, διότι δὲν ἐφρόντισε νὰ ἐξετάσῃ περὶ τῆς ὑποθέσεως. Ὁ Ὑπουργὸς ὅμως, πρὶν ἢ περατωθῇ ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας, εἶχεν ἤδη κεκλημένον τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας καὶ εἶχεν ἤδη λάβει παρ’ αὐτοῦ προφορικῶς τὰς πληροφορίας, αὐτὰς ἐκείνας, τὰς ὁποίας σήμερον ὑπέβαλεν ἐγγράφως εἰς τὴν Βουλήν· δὲν ἠθέλησεν ὅμως νὰ στηριχθῇ εἰς τὰς προχείρους ἐκείνας πληροφορίας, καὶ ἐνετείλατο ἐντόνως εἰς τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας νὰ μεταβῇ καὶ ἐξετάσῃ ἐκ νέου καὶ ἀναφέρῃ ἐγγράφως τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξετάσεως, ὅπως δυνηθῇ ὁ Ὑπουργὸς νὰ φέρῃ ἀπάντησιν εἰς τὴν Βουλὴν, στηριζόμενος ἐπὶ ἐγγράφου ἐκθέσεως· σήμερον δὲ ἐλθοῦσαν τὴν ἀπάντησιν, κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλήν. Τί πταίει ὁ Ὑπουργὸς, ἐὰν ἡ ἐξέτασις περιορίζηται εἰς ἓν καὶ μόνον θέμα, διότι ἓν καὶ μόνον θέμα ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ διότι συνέπεσε ἓν καὶ μόνον θέμα νὰ προσπέσῃ εἰς τὴν ἀντίληψιν αὐτοῦ; Ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς ἐπερωτήσεως ἐτέθη, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνήργησεν ὅ,τι ὤφειλε, κατόπιν δὲ τῆς ἐνεργείας ταύτης τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, παραπέμψας τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας περὶ προλήψεως τῶν ἀξιοποίνων πράξεων, λέγω ὅτι προληπτικὸν καθῆκον δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν· δὲν δύναται νὰ ἦναί τις ὑπεύθυνος, διότι ἐν μιᾷ στιγμῇ ἀπροσδοκήτως ἄνθρωποί τινες ἐπιτίθενται κατ’ ἄλλων. Ἡ Κυβέρνησις εἶχε καθῆκον νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν τιμωρίαν τῶν πταιστῶν, ἐξετάζουσα βεβαίως τὸ πρᾶγμα καὶ προκαλοῦσα τὴν ἀπολογίαν αὐτῶν, διότι δὲν πιστεύω ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, ὅστις ὑπῆρξεν ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἀνώτατος δικαστικὸς ὑπάλληλος, νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν νὰ κόπτωμεν τὰς κεφαλὰς τῶν ἀνθρώπων ἀναπολογήτων. Διετάχθη λοιπὸν ἡ Εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ ἡ παρὰ Πλημμελειοδίκαις καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, ὁ παρέχων πάσας τὰς ἐγγυήσεις, ὡς ἐκ τοῦ ἀξιώματος αὐτοῦ, ἐν ᾗ περιπτώσει πρόκειται περὶ πράξεως ἐχούσης χαρακτῆρα ποινικὸν, νὰ ἐπιδιώξωσι τὴν τιμωρίαν τῶν ἐργατῶν αὐτῆς, ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει πρόκειται περὶ πράξεως πειθαρχικῶς τιμωρουμένης, νὰ προκαλέσωσι τὴν ἐφαρμογὴν τῶν πειθαρχικῶν διατάξεων.
§57ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠθέλησε νὰ ὀχυρωθῇ ἀπέναντι τῆς διατυπώσεως τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας Βουλευτὴς εἶχεν ὑποβάλει. Ἐγὼ δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει μου τὴν διατύπωσιν ταύτην, ἀλλ’ εἶναι πασίγνωστον, ὅτι τὰ διαπραχθέντα κατὰ τοῦ συντάκτου τῆς «Ἐφημερίδος» ἔλαβον πλήρη δημοσιότητα· ὑποθέτω λοιπὸν, ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλαβε γνῶσιν αὐτῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι κατόπιν τῆς ἐπερωτήσεως ἦλθεν εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας· ἀλλ’ ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας ἐγνώριζε καθ’ ὁλοκληρίαν τίνας πράξεις ἀπέδιδεν ὁ διευθυντὴς τῆς «Ἐφημερίδος» κ. Ρούκης κατὰ τῶν ὑπηρετῶν τοῦ Δημοσίου. Ἐντεῦθεν λοιπὸν ἐξάγεται ἀριδήλως, ὅτι ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, ἐν γνώσει διατελῶν τῶν αἰτιάσεων τούτων, ἃς ὁ κ. Ρούκης οὐ μόνον διὰ τῆς ἐφημερίδος του, ἀλλὰ καὶ αὐτοπροσώπως μεταβὰς εἰς τὴν Ἀστυνομίαν ὑπέβαλεν, ἀνεκοίνωσεν αὐτὰς εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν· ἄλλως ὁ κ. Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ παύσῃ ἀμέσως τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, ἂν ἐξεπίτηδες ἄφησεν αὐτὸν εἰς ἄγνοιαν τῶν διατρεξάντων, ὅπερ δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐπείσθη ἐκ τοῦ ἐγγράφου τῆς Ἀστυνομίας, ὅτι ἦσαν ψευδῆ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ «Ἐφημερὶς» κατήγγειλεν; Ἐπείσθη ὅτι δὲν παρηκολουθεῖτο ὁ συντάκτης αὐτῆς ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους ὑπὸ δημοσίων ὑπηρετῶν, ἐπιδεικνυόντων διαθέσεις ἀπειλητικὰς ἐναντίον του; Ἐπίστευσεν ὅτι μύθους ἔγραψε καὶ διέδωκεν ὁ Διευθυντὴς τῆς «Ἐφημερίδος»; Ἀδύνατον νὰ παραδεχθῶ τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιμένω, ὅτι ὤφειλε νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς πρόληψιν τῶν ἀπειλουμένων ἀδικημάτων, καὶ οὐχὶ νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸν πολίτην εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων. Τί ἀναμιγνύει εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν; Δὲν πρόκειται μόνον περὶ ποινικῆς ἢ πειθαρχικῆς καταδιώξεως, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ καθήκοντος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν τάξιν ἐν Ἀθήναις καὶ προφυλάξῃ τοὺς πολίτας ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δεικνύουσι τάσεις κακοποιούς· τὸ ἐξεπλήρωσεν αὐτὸ τὸ καθῆκον; Ὄχι βεβαίως, ἐνῷ ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ μεριμνήσῃ, ἵνα ἐπέλθῃ αὐθημερὸν ἡ δέουσα παραδειγματικὴ τιμωρία, καὶ ἵνα συνετισθῶσιν οἱ ἄνθρωποι καὶ μὴ ὑποθέτωσιν, ὅτι δύναται ἕκαστος διὰ τῆς μαχαίρας του νὰ λάβῃ τὸ δίκαιόν του.
§58ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, ἐντελῶς διάφορον, θέλω προσθέσει ὀλίγας λέξεις. Ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν ἠκούσαμεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πολλὰς ὁμοίας πράξεις, γενομένας ὑπὸ ὀργάνων τῆς Διοικήσεως καὶ δημοσίων ὑπηρετῶν· ἠκούσαμεν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὅτι ἀστυνόμος τοῦ τμήματος Νεαπόλεως, παραβαίνων τοὺς νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα, ἐπετέθη ἀδίκως κατὰ οἰνοπώλου τῆς Νεαπόλεως, καὶ οὐ μόνον ἐῤῥάπισεν αὐτὸν, ἀλλ’ ἐπὶ ἱκανὰς ὥρας ἐστέρησε τοῦτον τῆς προσωπικῆς αὐτοῦ ἐλευθερίας. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπαντῶν εἰς τὰ τότε ἐπερωτηθέντα, ἔφερε πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ἐναντίου τὴν ἀπολογίαν αὐτοῦ τούτου τοῦ ἀστυνομικοῦ ὀργάνου. Παρῆλθον δύο ἢ τρεῖς ἡμέραι, καὶ ἑτέρα ἐπερώτησις, ὁμοίας φύσεως, ἦλθεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἀστυνομικοὶ κλητῆρες, τρεῖς τὸν ἀριθμὸν, κατὰ τὴν 2αν ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον εἰσῆλθον εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Γεωργίου Φωσκόλου καὶ δεινῶς ἔδειραν αὐτὸν, τοιοῦτον δὲ φόβον ἐνέβαλον εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ πολίτου τούτου, ὥστε ἔκτοτε ὁ Γεώργιος Φώσκολος, πολίτης Ἕλλην, ἐκλογεὺς τοῦ δήμου Ἀθηναίων, ἐγκατέλιπε τὸ οἴκημα αὐτοῦ καὶ περιφέρεται εἰς γειτονικὰς οἰκίας. Καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἔδωκα ἔγγραφον ἀναφορὰν τούτου πρὸς ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ἵνα διαβιβάσητε αὐτὴν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε οὐδεμίαν ἀπάντησιν ἔλαβον. Ὁ πολίτης ἐκεῖνος ἐδέρετο ἐπὶ μίαν ὥραν ἀνηλεῶς ὑπὸ τῶν ἀστυνομικῶν κλητήρων τοῦ τμήματος τῆς Πλάκας. Τί ἐνεργήσατε, παρακαλῶ, ὑμεῖς προσωπικῶς, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης; Διότι ἐγώ, ἀπελπισθεὶς ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, παρεκάλεσα ὑμεῖς νὰ ἀναλάβητε καὶ συνεννοηθῆτε μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τῆς εἰδεχθοῦς ταύτης πράξεως. Πέντε ἢ ἓξ ἡμέραι παρῆλθον ἔκτοτε καὶ οὐδεμίαν ἀπάντησιν οὔτε ὑμεῖς, οὔτε ὁ Ὑπουργὸς ἔφερεν. Ἐνομίσατε ἆρά γε, ὅτι ἤθελον ἀφήσει ἔρημον τὴν ἐπερώτησίν μου; Ποῖα μέτρα ἔλαβεν ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τῶν ἐγκληματησάντων ἐκείνων κλητήρων; Καὶ οὐχὶ μόνον ἐπὶ τῇ ἀναφορᾷ μου, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ μηνύσει, τῇ δοθείσῃ ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως παρὰ τοῦ ἐγκρίτου δικηγόρου κ. Μαυρομαρᾶ; Δὲν παρέρχονται δύο ἡμέραι καὶ νῦν ἔρχεται νέα εἰδεχθὴς πρᾶξις ἐνταῦθα, ἡ ἐπίθεσις τοῦ δορυφόρου τοῦ Πρωθυπουργοῦ, τοῦ γνωστοῦ Μανώλα, ὅστις ἴσως κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην κρύπτεται ὄπισθεν τῶν στύλων ἐκείνων καὶ μὲ ἀκούει, ἡ ἐπίθεσις κατὰ πτωχοῦ τινος καὶ χωλοῦ ἐργάτου. Ποία εἶναι ἡ ἀπάντησις; Ὅτι ἐτιμωρήθη ὁ Μανώλας μὲ 15 δραχμῶν πρόστιμον, ἃς δὲν εἶναι ἀπίθανον, οὔτε δύσκολον, νὰ πληρώσῃ τις ἐκ τῶν πλουσίων τοῦ κόμματος, ἢ καὶ αὐτὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τῶν ἐξόδων ἀσφαλείας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱκανοποίησις, ἣν ἔπρεπε νὰ δώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς; Ἐν τίνι δικαιώματι δύναται ὁ Μανώλας οὗτος, ὅστις μανθάνω ὅτι εἶναι καὶ δημόσιος ὑπηρέτης, ἀγροφύλαξ, νὰ ἐπιτεθῇ καὶ δείρῃ τὸν πολίτην Θ. Γεωργαντᾶν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀπολογούμενος ὑπὲρ τοῦ πελάτου αὑτοῦ, διότι πελάτης αὐτοῦ εἶναι ὁ Μανώλας, εἶπεν ὅτι ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντος αὑτοῦ, διότι ἠσχημόνει ὁ πολίτης Θ. Γεωργαντᾶς ἐν τῇ ἀγορᾷ, ἔδειρεν αὐτόν. Καὶ τίνα δικαιώματα ἔχει νὰ ἐνασκήσῃ ὁ ἀγροφύλαξ ἐν μέσῃ ἀγορᾷ; Ἐνθυμοῦμαι γεγονὸς, ὅπερ πρέπει νὰ ἀκούσωσιν οἱ κκ. Ὑπουργοί. Πολίτης Ἄγγλος, διότι ἀστυνομικός τις ὑπάλληλος ἑτέρου ἀστυνομικοῦ τμήματος, ἀναρμόδιος, ἐζήτησε νὰ συλλάβῃ γυναῖκά τινα, ἐπετέθη κατ’ αὐτοῦ καὶ διὰ γρόνθων ἐφόνευσεν αὐτὸν, ὡς ἐννοοῦντα νὰ ἐκπληρώσῃ καθῆκον ἐκτὸς τῆς περιφερείας αὑτοῦ τῆς ἀστυνομικῆς, κατὰ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας μάλιστα. Καὶ τὸ Κακουργιοδικεῖον τοῦ Λονδίνου ἐκήρυξεν ἀθῶον τὸν πολίτην τῆς ἀναιρέσεως, ἔνοχον δ’ ἁπλῶς φόνου τυχαίου. Ταῦτα δύνασθε νὰ ἴδητε παρὰ Fischel «Τὸ ἀγγλικὸν Σύνταγμα». Πολὺ ἀπέχομεν τοῦ νὰ ζῶμεν ἐν τοιούτῳ Κράτει καὶ ὑπὸ τοιοῦτον ἐλεύθερον πολίτευμα. Καὶ δὲν παρέρχονται, Κύριοι, ἢ δύο μόλις ἡμέραι, (ὑποθέτω μάλιστα, ὅτι κατὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἐπηρώτα τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ δημοσίου ὑπηρέτου Μανώλα κατὰ τοῦ πολίτου Θεοδώρου Γεωργαντᾶ,) καὶ ἄλλοι δημόσιοι ὑπηρέται, οἱ ἐπιστάται τῶν σωφρονιστικῶν φυλακῶν Συγγροῦ, ἀπειλοῦσιν ἄλλον ἐλεύθερον πολίτην, τὸν Διευθυντὴν τῆς «Ἐφημερίδος.» Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν διαχειρίζομαι τὸ ζήτημα, καὶ βλέπω, ὅτι ζῶμεν ἀληθῶς ἐν ἐκτρόπῳ καὶ τρομοκρατικῇ ἐποχῇ. Ἐντὸς πέντε ἢ ἓξ ἡμερῶν ἔχομεν τὸν Μανώλαν τραυματίζοντα χωλὸν καὶ ἄθλιον πολίτην· ἔχομεν τὸν ἀστυνόμον κ. Δασκαλάκην ῥαπίζοντα ἀνηλεῶς καὶ προσωποκρατοῦντα ἄλλον πολίτην· ἔχομεν τρεῖς ἀστυνομικοὺς κλητῆρας τοῦ τμήματος τῆς Πλάκας παραβιάζοντας τὸ ἄσυλον τῆς κατοικίας, ἐναντίον ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐπιτιθεμένους καὶ κακουργοῦντας ἐναντίον γέροντος πολίτου ἄνευ αἰτίας. Καὶ ταῦτα εἶναι ὅσα εἰς γνῶσιν ἡμῶν περιῆλθον. Τίς οἶδε πόσα παρόμοια συνέβησαν, ὧν ἡμεῖς γνῶσιν εἰσέτι δὲν ἐλάβομεν. Δὲν ἐξετάζω τί ἔπραξαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου οἱ κύριοι Ὑπουργοί. Δεδόσθω πρὸς στιγμήν, ὅτι ὀρθῶς ἐνήργησαν, προκειμένου περὶ τῶν δημοσίων ὑπηρετῶν, τῶν ἐπιτεθέντων κατὰ τοῦ δημοσιογράφου ἐκείνου. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, τί νὰ ἀναμένῃ τις παρὰ τῶν δορυφόρων τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν δημοσίων αὐτῆς ὑπηρετῶν; Νὰ μὴ ἐκτρέπωνται εἰς τοιαύτας πράξεις, ὅταν ἀκούωσι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐρχομένου ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, καὶ ἀντὶ νὰ τιμωρήσῃ τοὺς ἐνόχους, φέροντος τὰς ἀπολογίας αὐτῶν τούτων τῶν ἐκτρεπομένων δημοσίων ὑπηρετῶν; Προχθὲς δὲν ἠκούετε αὐτὸν ὑπεραπολογούμενον διὰ τῆς ἐγγράφου ἀπολογίας τοῦ ἀστυνόμου; Ἰδοὺ ὑπὸ ποίαν ἔποψιν μελετῶμεν τὸ ζήτημα καὶ εὑρίσκομεν ὅτι ζῶμεν ἐν ἀθλίαις ἡμέραις. Σημειώσατε δὲ, ὅτι πάντα ταῦτα γίνονται ἐν μέσῃ τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν, καὶ συνεδριαζούσης τῆν Βουλῆς. Φαντάσθητε, τί ἔχομεν νὰ ἴδωμεν καὶ τί ἔχομεν ν’ ἀκούσωμεν, ὅταν κλεισθῶσιν αἱ θύραι αὗται. Ἀλλοίμονον, τί ἔχομεν νὰ ἴδωμεν καὶ τί νὰ ἀκούσωμεν, ὅταν ἐξεγερθῇ ὁ ἐκ τῶν ἐκλογῶν δημόσιος σάλος! Πρέπει νὰ ἀκούσωσιν οἱ συμπολῖται ἡμῶν, ὅτι παραβιάζονται τὰ δικαιώματα αὐτῶν ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι ἀπὸ τοιούτων ὀργάνων αὐτοὶ βεβαίως δὲν ἔχουσι νὰ περιμένωσι προστασίαν. Μία εἶναι ἡ προστασία, ἥτις ἀπομένει εἰς αὐτοὺς, ἡ προσωπικότης αὐτῶν καὶ τὸ θάῤῥος, ὅπερ πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ ἐλεύθερος πολίτης, ἵνα ὑπεραμύνηται τῶν ἰδίων αὐτοῦ δικαιωμάτων. Ἀλλοίμονον εἰς τοὺς λαοὺς, οὓς δέρουσιν οἱ ἀστυνομικοὶ κλητῆρες τοῦ κ. Δραγούμη! Ἀλλοίμονον εἰς τοὺς λαοὺς, οὓς παρανόμως κρατοῦσιν εἰς τὰ μπουντρούμια τῆς Ἀστυνομίας ἢ τῆς Μοιραρχίας! Τί ἀναμένουσιν οὗτοι; Ἀναμένουσι δικαιοσύνην παρὰ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, οὑτωσὶ διαχειριζομένων τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν; Ἢ ἀναμένουσι νὰ ἴδωσιν ἐκδηλούμενον ἐλευθέρως τὸ ἐκλογικὸν αὐτῶν φρόνημα κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν ἐκλογῶν; Οὔτε τὸ ἐκλογικὸν φρόνημα θέλει ἐκδηλωθῆ οὔτε ἡ δημοσία ὑπηρεσία ἔσεται σεβαστὴ, ἐὰν δὲν ἐννοήσωσιν οἱ πολῖται, ὅτι ὁ νόμος καὶ ἡ φύσις ἔδωκαν εἰς αὐτοὺς τὰς χεῖρας, ἵνα ἀμύνωνται ἐναντίον τοιούτων βανδαλικῶν πράξεων. Καὶ ἂν ἡ φωνή μου ἦτο τοσοῦτον ἰσχυρὰ, ὥστε νὰ φθάσῃ εἰς τὰ πέρατα τῆς Ἑλλάδος, ἤθελον προκαλέσει τοὺς ἐλευθέρους πολίτας, τοὺς φρονοῦντας τὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως ἰδίᾳ χειρὶ ἀμύνωνται κατὰ τῶν ἀγρίων τούτων ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως, (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Ἀντὶ νὰ χειροκροτῆτε, νὰ δέρητε ὅταν σᾶς δέρωσιν.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, εἴπετε ὅτι μοὶ ἐδώσατε μίαν ἀναφορὰν, καὶ παρεπονέθητε, ὅτι δὲν ἐνήργησα ἐπ’ αὐτῆς. Ἐγὼ, καθ’ ὃ εἶχον καθῆκον, ἀνεκοίνωσα τὴν ἀναφοράν σας εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον’ τοῦτο δὲ καὶ ἔπραξα. Λοιπὸν ὡς Πρόεδρος ἐξετέλεσα τὸ καθῆκόν μου, ὡς Αὐγερινὸς οὐδεμίαν εἶχον ὑποχρέωσιν.
§60ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι καὶ ὡς Αὐγερινὸς ἔπρεπε νὰ ἐργασθῆτε ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τῶν πολιτῶν.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ ὅταν προήρχετο ἡ ἀναφορὰ ἀπὸ ἄνθρωπον, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ εἶχον πεποίθησιν.
§62ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἔχετε πεποίθησιν, ὅτι τὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ εἶναι ἀληθῆ;
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν γνωρίζω· δὲν εἶμαι ἀνακριτής.
§64ΛΕΒΙΔΗΣ. Σᾶς συγχαίρω.
§65ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχει ἀνάγκην διόλου ὁ συντάκτης τῆς «Ἐφημερίδος» νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Τζάνες, διότι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ θεωρία του δὲν ἔχει οὐδεμίαν θέσιν. Ἀνέγνωσε τοὐλάχιστον ὁ κ. Τζάνες περὶ τίνος ἐπρόκειτο; Ὕβρισεν ὁ συντάκτης τῆς «Ἐφημερίδος» τινὰ ἐξ αὐτῶν, τῶν καταδιωκόντων αὐτόν; Οὐδένα, Κύριοι. Ἀνέφερεν ἁπλῶς εἰς τὴν ἐφημερίδα του, ὅτι ὁ Διευθυντὴς τῶν φυλακῶν Συγγροῦ κατηγγέλθη. Καὶ ἡ ἀναγγελία, τὴν ὁποίαν ἔδωκε πρὸς τὸ κοινὸν ὁ συντάκτης τῆς «Ἐφημερίδος», εἶναι ἀκριβής. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὕβρισε τὸν Διευθυντὴν τῶν φυλακῶν Συγγροῦ ὁ Διευθυντὴς τῆς «Ἐφημερίδος», τίνα θέσιν ἔχουσιν οἱ κύριοι οὗτοι, οἱ ὁποῖοι μετέβησαν καὶ ἠπείλησαν τὸν Διευθυντὴν τῆς «Ἐφημερίδος»; Ὕβρισεν αὐτοὺς, ὕβρισε συγγενῆ των, ὅπως λέγει ὁ κ. Τζάνες, ὕβρισε φίλον των; Ὄχι. Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ἀνήκουσιν εἰς ἄλλην πατρίδα, τοὺς γνωρίζω, γνωρίζω δὲ, ὅτι εἶναι εἰς κατάστασιν, ὅτι ἔχουσι τὸ ψυχικὸν σθένος νὰ προβῶσιν εἰς πραγματοποίησιν τῆς ἀπειλῆς, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνον πρὸς τὸν συντάκτην τῆς «Ἐφημερίδος»· καὶ ἀναφέρω ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν, οὐχὶ ὅπως ἀπαντήσω πρὸς τὸν κ. Τζάνε, ἀλλ’ ὅπως παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ τὸν Διευθυντὴν τῶν φυλακῶν, ὅπως μὴ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸ ἑξῆς εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἐξέλθωσι, ν’ ἀπομακρυνθῶσι τῆς θέσεώς των, διότι γνωρίζω καὶ βεβαιῶ, ὅτι ὁ εἷς τούτων σήμερον εἶναι ἐδῶ, εἰς τὴν πόλιν, καὶ περιφέρεται πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ κακοποιήσῃ καὶ ἴσως νὰ φονεύσῃ τὸν συντάκτην τῆς «Ἐφημερίδος». Διὰ νὰ προληφθῶσι λοιπὸν σκηναὶ αἱματηραί, ὀφείλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἢ ἡ Ἀστυνομία νὰ διατάξῃ τὸν Διευθυντὴν τῶν φυλακῶν Συγγροῦ ὑπὸ προσωπικήν του εὐθύνην, νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἐξέλθωσι τοῦ περιβόλου τῶν φυλακῶν. Αὐτὴν τὴν σύστασιν νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμω, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ὀρθοτέρα καὶ συντελεστικωτέρα πρὸς ἀποτροπὴν τοῦ κακοῦ.
§66Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν, κύριε Πρόεδρε, εἶχον ὑποβάλει ἔγγραφον ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας περὶ τῶν αἰτίων τῆς ἀπολύσεως 25 βοηθῶν ἑλληνικῶν σχολείων, ἀλλ’ εἰσέτι οὐδεμίαν ἔλαβον ἀπάντησιν.
§67ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Αὔριον θὰ σᾶς δώσω ἀπάντησιν.
§68ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπισκεφθεὶς, κύριε Πρόεδρε, σήμερον τὰς φυλακὰς, εἶδον ὅτι πολλοὶ τῶν ἐν αὐταῖς ὑποδηματοποιῶν μένουσιν ἄνευ ἐργασίας· ἐξετάσας δὲ τὴν αἰτίαν, ἔμαθον ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν στέλλει πρὸς αὐτοὺς τὸ ὑλικὸν, τὸ ὁποῖον ἔστελλεν ἄλλοτε. Φρονῶ ὅτι ἐπῆλθε τοῦτο ἐξ αἰτίας τῆς ἐπερωτήσεώς μου ὅσον ἀφορᾷ τὸ τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὡς πρὸς τὸ ἐργοστάσιον τῶν ἀρβυλῶν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἰς ἄλλους ἠδύνατο τὸ τμῆμα νὰ στερήσῃ τὸ ἀναγκαῖον ὑλικὸν πρὸς τὴν ἐργασίαν ταύτην, οὐχὶ ὅμως καὶ εἰς τοὺς δυστυχεῖς φυλακισμένους.
§69ΛΕΒΙΔΗΣ. Πρὸ ἱκανῶν ἡμερῶν εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅπως φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωσιν τῶν χειροτονηθέντων ἱερέων, ἀφ’ ἧς οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἀνῆλθον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν μέχρι σήμερον ἐν τῷ νομῷ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ἐπίσης δὲ σημείωσιν τῶν ὀνομάτων τῶν ἀποβιωσάντων ἱερέων ἐν τῷ αὐτῷ νομῷ, καθὼς καὶ τὰς χρονολογίας τῆς χειροτονίας τῶν χειροτονηθέντων. Ἐὰν ἡ ἐπερώτησίς μου εἶχε μεγαλειτέραν ἔκτασιν, ἐὰν τουτέστιν ἐζήτουν νὰ φέρῃ σημείωσιν τῶν χειροτονηθέντων ἱερέων καθ’ ὅλον τὸ Κράτος κατὰ τὰ τέσσαρα ταῦτα ἔτη, βεβαίως τὸ πρᾶγμα ἤθελεν εἶσθαι δυσκολώτερόν πως, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἤθελεν εἶσθαι δεδικαιολογημένος, λέγων ὅτι δὲν εἶχε τὸν ἀναγκαῖον καιρόν· ἀλλὰ πρόκειται μόνον περὶ τῶν ἱερέων ἐν τῷ νομῷ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, καὶ νομίζω, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἤδη τὴν πληροφορίαν ταύτην. Τοσούτῳ μᾶλλον ἔχω δίκαιον νὰ παραπονεθῶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, καθόσον εἶδον παραδόξως, ἀντὶ ν’ ἀπαντήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ δημοσιευθῇ εἴς τινα τῶν ἐφημερίδων, τῶν φίλα αὐτῇ φρονουσῶν, σημείωμά τι, ἔχον τύπον ἡμιεπισήμου. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐὰν δὲν ἦναι εἰς θέσιν σήμερον, αὔριον τοὐλάχιστον ἢ μεθαύριον νὰ φροντίσῃ νὰ φέρῃ τὴν πληροφορίαν ταύτην.
§70ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ὑπεβλήθη ἡ ἐπερώτησις, ἀμέσως ἀπηύθυνα ἔγγραφον εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ὅπως μοὶ δώσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας· ἐνθυμεῖσθε δὲ, ὅτι κατὰ τὴν αὐτὴν συνεδρίασιν ἕτερος τῶν κυρίων Βουλευτῶν μοὶ ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν ὁμοίαν. Τὰς πληροφορίας ταύτας εἰσέτι δὲν ἔλαβον. Ὡς πρὸς τὸ σημείωμα δὲ, περὶ οὗ ἐγένετο λόγος, βεβαιῶ ὅτι οὐδὲν σημείωμα ἔδωκα οὔτε ἠδυνάμην νὰ δώσω, διότι δὲν εἶχον τὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι μοὶ ἐζητήθησαν.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὁρκωμοσίας τοῦ Ἀντιβασιλέως. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς τρίτην συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἀντιβασιλείας ἢ διαχειρίσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν ἐνδεχομένῃ ἐκτὸς τοῦ Κράτους ἀποδημίᾳ τοῦ Βασιλέως κατὰ τὸ ἔτος 1890).
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως 1889 ἐκ δραχμῶν 562,699. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§73Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἀπὸ ἡμερῶν, Κύριοι, οὐδὲν ἄλλο σχεδὸν πράττομεν ἢ νὰ ψηφίζωμεν πιστώσεις, εἴτε ἀναπληρωματικὰς, εἴτε ἐκτάκτους, εἰς τρόπον ὥστε ὁλόκληρος προϋπολογισμὸς ἐκ νέου πρόκειται νὰ ψηφισθῇ. Πρὸ ὀλίγου ἔτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὑπέβαλε πίστωσιν διὰ τινας ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν. Ἀναντιῤῥήτως, Κύριοι, ἐὰν αἱ πιστώσεις αὗται συνεζητοῦντο κατὰ τὴν παροῦσαν Περίοδον τῆς ἐκτάκτου Συνόδου δι’ ὅλης τῆς λεπτολογίας καὶ δι’ ὅλου τοῦ λεπτομεροῦς ἐλέγχου, διὰ τοῦ ὁποίου ἔδει νὰ συζητῶνται, δὲν θὰ ἐπήρκει βεβαίως μία, ἀλλὰ πολλαὶ θ’ ἀπητοῦντο Σύνοδοι πρὸς εὐσυνείδητον ἐργασίαν. Ἄλλοι ἐκ τῶν συναδέλφων μου ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης ἐξήλεγξαν ἤδη πολλὰς τῶν πιστώσεων τούτων, οὐχὶ ἐν πάσῃ τῇ λεπτομερείᾳ, ἵνα μὴ ἐλέγχωνται ὡς κωλυσιεργοῦντες, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἐξήλεγξαν αὐτοὺς, καὶ ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ὑποβάλλουσα τὸν προϋπολογισμὸν, ἐν γνώσει παραλείπει τὴν ἀναγραφὴν πασῶν τῶν ἀναγκαίων δαπανῶν, ἵνα παρουσιάζῃ ἰσοζύγιον, ἵνα παρουσιάζῃ περίσσευμα, κατόπιν δὲ προσάγει ἐνώπιον ἡμῶν πιστώσεις νέου ὁλοκλήρου προϋπολογισμοῦ καὶ ἐν πάσῃ βίᾳ προσπαθεῖ νὰ ἐπιψηφισθῶσιν αὗται, στενοχωρουμένη μάλιστα, ὁσάκις κατά τινα συνεδρίασιν δὲν κατορθώσῃ νὰ λάβῃ ὁρμαθὸν τοιούτων πιστώσεων. Ἀλλ’ ἐγὼ, Κύριοι, ἐν τῇ συζητήσει τῶν ψηφισθεισῶν ἤδη πιστώσεων, δὲν ἔλαβον σχεδὸν μέρος, καθόσον, ὡς προεῖπον, ἄλλοι ἐγκριτότεροι ἐμοῦ ἠσχολήθησαν περὶ τούτων. Ἀλλ’ ἐν τῇ προκειμένῃ πιστώσει τῶν 562,000 δραχμῶν ἐξ ἀρχῆς ἐδήλωσα, ὅτι ἤθελον λάβει τὸν λόγον, διότι ἔκ τινων πληροφοριῶν ζητηθεισῶν ὑπὸ τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἀχαΐας Βουλευτοῦ, παρετήρησα, ὅτι τὸ θέμα ἦτο ἄξιον μεγίστης καὶ εὐρυτάτης συζητήσεως. Συνεπείᾳ ἐπερωτήσεως τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε καταθέσει πληροφορίας ἀφορώσας εἰς τὸ ἐργατικὸν προσωπικὸν τοῦ καπνεργοστασίου Ἀθηνῶν, τοῦ καπνεργοστασίου Πειραιῶς καὶ τοῦ καπνεργοστασίου Πατρῶν, διότι ἐν τῇ πιστώσει τῶν 562 χιλιάδων δραχμῶν περιλαμβάνεται ποσὸν 350,000 δραχμῶν δι’ ἔξοδα κοπῆς καὶ συσκευῆς τοῦ καπνοῦ, ὑπὲρ τὸ ποσὸν τὸ ψηφισθὲν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Παρατηρήσας ἐκ τῶν κατατεθεισῶν πληροφοριῶν τούτων, ὅτι τὸ θέμα, ὡς προεῖπον, ἦτο ἄξιον εὐρυτάτης συζητήσεως, παρεκάλεσα τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ καὶ ἄλλας τινὰς πληροφορίας, ἀναγκαίας ἐν τῷ ζητήματι, ἃς καὶ κατέθηκεν οὗτος χθές. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1889, διότι ἡ πίστωσις ἀφορᾷ τὴν χρῆσιν ταύτην, ἀναγράφεται ποσὸν 632,000 δραχμῶν διὰ δαπάνας τῶν καπνοκοπτηρίων, ἤδη δὲ ζητεῖται καὶ ἕτερον ποσὸν 350,000, ὥστε ἐν συνόλῳ αἱ δαπάναι διὰ τὰ ἔξοδα κοπῆς καπνοῦ καὶ συσκευῆς αὐτοῦ ἀνέρχονται εἰς 1,000,000. Ποῖαι δὲ εἶναι αἱ εἰσπράξεις ἐκ τῆς κοπῆς καπνοῦ; Αἱ εἰσπράξεις αὗται, κατά τι σημείωμα, κατατεθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ δημοσιευθὲν εὐτυχῶς, ἀνέρχονται εἰς 4,500,000 δραχμῶν. Κατὰ τὰς κατατεθείσας πληροφορίας, τὸ ἐργατικὸν προσωπικὸν τοῦ καπνεργοστασίου Πατρῶν ἀνέρχεται εἰς 30, ἀποδίδει δὲ τὸ καπνεργοστάσιον Πατρῶν ἔσοδον ἐκ 350,000 δραχμῶν. Ἐν τῷ καπνεργοστασίῳ Πειραιῶς τυγχάνουσι διωρισμένοι 75 ἐργάται, εἰσπράττεται δ’ ἐξ αὐτοῦ ἔσοδον ἐκ 518,000 δραχμῶν. Ἐν δὲ τῷ καπνεργοστασίῳ Ἀθηνῶν ὑπάρχουσι διωρισμένοι 190 ἐργάται, τὸ δ’ ἐκ καπνοῦ ἔσοδον τοῦ καπνεργοστασίου τούτου ἀνέρχεται εἰς 956,000 δραχμῶν. Βεβαίως, Κύριοι, μοὶ ἐγεννήθη ἡ ἀπορία, μολονότι ἐγίνωσκον τὰ τελούμενα ἰδίως ἐν Ἀθήναις, πῶς, ἀφοῦ ἐν Πάτραις, καὶ ἂν ἔτι δεχθῶμεν, ὅτι οἱ 30 ἐργάται τοῦ ἐργοστασίου τούτου πράγματι πάντες ἐργάζονται δεόντως καὶ δὲν εἶναι διωρισμένοι δι’ ἄλλους λόγους κομματικούς, πῶς, λέγω, ἀφοῦ ἐν τῷ καπνεργοστασίῳ Πατρῶν, ὅπερ ἀποδίδει 350,000 δραχμῶν ἐτησίως, ἐργάζονται 30 ἐργάται, ἐν τῷ καπνεργοστασίῳ Ἀθηνῶν, ὅπερ ἀπέδωκε τὸ 1889 956,000 δραχμῶν, τυγχάνουσι διωρισμένοι 190, ἤτοι τὸ ἑξαπλάσιον καὶ πλέον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐργατῶν Πατρῶν; Καὶ ἐζήτησα περὶ τούτου νέας πληροφορίας παρὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Ἐζήτησα δὲ καὶ ἑτέραν πληροφορίαν, διατὶ εἰς τὰς δεκαπενθημέρους καταστάσεις, τὰς ὑποβληθείσας, ἄλλοτε μὲν παρουσιάζεται διὰ τὸν αὐτὸν ἀριθμὸν τοῦ προσωπικοῦ δαπάνη 8½ χιλιάδων δραχμῶν, ἄλλοτε δὲ 6½ χιλιάδων μόνον. Τοῦτο μοὶ ἐγέννησε τὴν ἀπορίαν, πῶς, ἀφοῦ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ οἰκονομία 2 χιλιάδων περίπου δραχμῶν κατὰ δεκαπενθήμερον, εἰς τὴν οἰκονομίαν ταύτην πρὸ πολλοῦ δὲν προέβαινεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός; Ἐὰν δὲ πάλιν ἡ οἰκονομία προῆλθεν ἕνεκα ἐλαττώσεως καὶ τοῦ περιορισμοῦ τῶν διδομένων ἀμοιβῶν εἰς τοὺς δῆθεν ἐργάτας, ἕνεκα τῆς ἐξεγέρσεως τῆς ἐν τῇ Βουλῇ, τότε ἄδικον εἴχομεν καὶ ἔχομεν, καταγγέλλοντες, ὅτι τὸ προσωπικὸν τοῦ καπνεργοστασίου Ἀθηνῶν δὲν ἀποτελεῖται ἀπὸ πρόσωπα ἐργαζόμενα, ἀλλ’ ἀπὸ πρόσωπα, ἅτινα τοποθετοῦνται ἐκεῖ ὥσπερ συνταξιοῦχοι, ἢ λόγῳ χρησιμότητος διὰ τὴν Βουλὴν καὶ τὰ θεωρεῖα αὐτῆς. Ἀλλ’ ἀπόδειξις, ὅτι ἔχομεν δίκαιον, εἶναι, ὅτι ἐπὶ τῇ ἐμῇ αἰτήσει, ὅπως κατατεθῇ πίναξ τοῦ προσωπικοῦ κατὰ τὸ τέλος Ἀπριλίου ἐ. ἔ., παρουσιάσθη νέα κατάστασις, καθ’ ἣν τὸ προσωπικὸν τοῦ καπνεργοστασίου Ἀθηνῶν δὲν ἀνέρχεται πλέον εἰς 194, ἀλλὰ μόνον εἰς 155. Ἄρα 155 ἀρκοῦσιν, ἵνα ἐκτελῶσι τὴν ἐργασίαν αὐτήν· καὶ ἀφοῦ ἀρκοῦσιν 155, διατί, κύριε Πρωθυπουργέ, εἴχετε 194; Εἰσάγων χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, ὡμολόγησε μὲν, ὅτι ἐν τῷ καπνεργοστασίῳ Ἀθηνῶν τὸ προσωπικὸν εἶναι δυσανάλογον πρὸς τὰς εἰσπράξεις, ἀλλ’ ἵνα δικαιολογήσῃ τὸ ἄτοπον, ἔλεγεν ὅτι οἱ καπνοπῶλαι τῶν Ἀθηνῶν στενοχωροῦνται, βιάζονται, ἀπαιτοῦσι ταχύτητα, καὶ τούτου ἕνεκα μίαν μὲν ἡμέραν συσσωρεύεται ἄφθονος ἐργασία, κατὰ δὲ τὰς λοιπὰς ἡμέρας δὲν ὑπάρχει ἀρκοῦσα. Ἀλλὰ, Κύριοι, οἱ τοιοῦτοι λόγοι δὲν εἶναι ἄξιοι τοῦ στόματος Πρωθυπουργοῦ, δύνανται δὲ νὰ προβάλλωνται ἁπλῶς καὶ μόνον, ὅπως δικαιολογηθῇ ἡ σπατάλη, ἥτις γίνεται ἐν τῷ ἐργοστασίῳ Ἀθηνῶν. Καὶ γνωρίζετε ὁποῖον εἶναι τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον ὑφίσταται τὸ Κράτος, ἕνεκα τοῦ ὑπερβολικοῦ προσωπικοῦ, τοῦ ὑπάρχοντος ἐν τῷ καπνεργοστασίῳ Ἀθηνῶν; Καὶ ἐὰν ἔτι δεχθῶμεν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν 155 ἐργατῶν, εἰς ὃν περιωρίσθη σήμερον οὗτος ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν ἐργασίαν τοῦ καπνεργοστασίου, ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ἐσπαταλῶντο 2,000 δραχμῶν κατὰ δεκαπενθήμερον, ἤτοι κατὰ μῆνα 4,000 καὶ ἑπομένως κατ’ ἔτος 50,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐργάζονται πράγματι οἱ καὶ σήμερον διατηρούμενοι 155; Ἡμεῖς γνωρίζομεν, ὅτι πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν δὲν ἐργάζονται, ἴσως τὸ γνωρίζουσι καί τινες ἐξ ὑμῶν, ἀλλ’ ὁ πολὺς κόσμος ἀγνοεῖ τοῦτο. Λόγου χάριν ὁ Γεώργιος Μιλέγκος οὐδέποτε εἰργάσθη, ὁ Θεόδωρος Σακκελαρόπουλος, μαθητὴς τοῦ Γυμνασίου, εἶναι διωρισμένος ἐν τῷ καπνεργοστασίῳ, ὁ Σαραμαντῆς οὐδέποτε εἰργάσθη, καὶ ἐν τούτοις λαμβάνει 35 δραχμὰς κατὰ δεκαπενθήμερον. Ὁ Ε. Δεβελέκος εἶναι καφεπώλης ἐν Πειραιεῖ, καὶ ἐν τούτοις εἶναι διωρισμένος ἐν τῷ καπνεργοστασίῳ Ἀθηνῶν μὲ 35 δραχμὰς κατὰ δεκαπενθήμερον. Ὁ Νικόλαος Τζάνες εἶναι μαθητὴς Γυμνασίου· δὲν γνωρίζω ἐάν τις τῶν συναδέλφων τὸν γνωρίζῃ, ἐν τούτοις εἶναι ἐργάτης ἐν τῷ καπνεργοστασίῳ Ἀθηνῶν μὲ μισθὸν 30 δραχμῶν κατὰ δεκαπενθήμερον. Ἤκουσα μάλιστα, ὅτι εἶναι ἀνεψιὸς Βουλευτοῦ τινος. Ὁ Β. Λέκας, ἀπὸ τὰ Λιόσια νομίζω, οὐδέποτε εἰργάσθη. Ὁ Π. Σίκτης ὅστις λαμβάνει 40 δραχμὰς κατὰ μῆνα, οὗτος οὐδέποτε εἰργάσθη, διότι εἶναι καὶ ἀνίκανος νὰ ἐργασθῇ. Ὁ Σπυρίδων Κωστάκης — βεβαίως ἐκτελῶ λυπηρὸν καθῆκον, διότι ἀναγκάζομαι νὰ ἀναφέρω πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπεθύμουν νὰ λυπήσω, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος ὀφείλει νὰ θυσιάζῃ πᾶν ἄλλο αἴσθημα καὶ νὰ ἐκτελῇ τὸ καθῆκον του ἐν πλήρει αὐστηρότητι, — ὁ νέος οὗτος εἶναι φοιτητὴς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ υἱὸς τοῦ Νομάρχου κ. Κωστάκη, εἶναι δὲ διωρισμένος ἐργάτης ἐν τῷ καπνεργοστασίῳ Ἀθηνῶν. Ὁ Κουκουλιώτης εἶναι φοιτητὴς τῆς Ἰατρικῆς, καὶ οὐδέποτε εἰργάσθη. Ὁ Μαυρομάτης μαθητὴς ἐπίσης. Ὁ Παύλοβιτς, ὅστις ὅμως ἀπελύθη ἐσχάτως. Ὁ Παυλίδης εἶναι ἀκόλουθος ἑνὸς τῶν συναδέλφων μας, οὐδέποτε ἐργασθείς. Ὁ Τζελέπης τακτικώτατα εὑρίσκεται ἐν τῇ Βουλῇ. Ὁ Παναγιώτης Μιχαὴλ, εἶναι ἐργάτης καὶ συγχρόνως ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπολογιστὴς, ἀπορῶ δὲ, πῶς λαμβάνει δύο μισθούς. Ὁ Γεώργιος Γιανωμάτης, οὐδέποτε εἰργάσθη. Ὁ Σαραμαντῆς· τοῦτον γνωρίζω ὡς ὑπηρέτην ἑνὸς ἐκ τῶν ἤδη ἐλεγκτῶν τοῦ Συνεδρίου. Ἴσως ἀνεγνώσατε ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ὅτι εἶχεν ἀπολεσθῆ εἷς γέρων, Β. Σαράτσογλους, καὶ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας δὲν ἀνευρίσκετο. Ὁ γέρων οὗτος εἶναι ἐργάτης τοῦ καπνεργοστασίου καὶ λαμβάνει 40 δραχμὰς κατὰ δεκαπενθήμερον. Τοιοῦτοι δὲ, καθόσον ἐγὼ γνωρίζω, εἶναι περὶ τοὺς 30.
§74ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὰ τὰ πράγματα πρέπει νὰ ἀκούωνται παρὰ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι πάντες ἐδῶ, φέρω ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κ. κ. Βουλευτῶν).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.
§76Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἵνα ἀποπερατώσω, Κύριοι, τοῦτο τὸ μέρος τῆς ὁμιλίας μου δὲν θὰ εἴπω ἢ ὀλίγας ἔτι λέξεις, ὅπως ἐκφράσω καὶ πάλιν τὴν ἀπορίαν μου, πῶς, ἐνῷ κατὰ τὸ τελευταῖον δεκαπενθήμερον τοῦ μηνὸς Μαρτίου δι’ ἀριθμὸν ἐργατικοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἐν Ἀθήναις καπνεργοστασίου ἐξ 188 ἐδαπανήθησαν 6,500 δραχμαὶ, κατὰ τὸ τελευταῖον δεκαπενθήμερον τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου διὰ προσωπικὸν 155 μόνον ἐργατῶν, διότι, ὡς προεῖπον, ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις συνεπείᾳ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ λεχθέντων νὰ προβῇ εἰς ἀπολύσεις 35 ἐργατῶν, τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης δὲν περιωρίσθη ἢ κατὰ 200 μόνον δραχμάς; Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ τὸ περίεργον τοῦτο φαινόμενον. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐκτὸς τοῦ θέματος τούτου, εἶχον ζητήσει πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ καὶ ἐπὶ ἑτέρου σημείου τοῦ ζητήματος, ἐπίσης σπουδαίου. Πόσα δηλαδὴ δαπανῶνται πρὸς συντήρησιν τῶν καπνεργοστασίων Ἀγρινίου, Ἀμφίσσης, Ἀταλάντης, Βονίτσης, Ξηροχωρίου, Τήνου, Ἀστακοῦ καὶ Σκοπέλου. Αἱ πληροφορίαι αὗται κατετέθησαν εὐτυχῶς χθές. Τὸ καπνεργοστάσιον Ἀγρινίου εἰσπράττει ἐκ τῆς κοπῆς τοῦ καπνοῦ 2,555 δραχμὰς κατ’ ἔτος, τὸ τῆς Ἀμφίσσης 2,501, τὸ τῆς Ἀταλάντης 4,726, τὸ τῆς Βονίτσης 1180, τὸ τοῦ Ξηροχωρίου 1541, τὸ τῆς Σκοπέλου 1164, τὸ τοῦ Ἀστακοῦ 726, καὶ τὸ τῆς Τήνου 543. Ἀλλὰ ποῖαι, Κύριοι, νομίζετε ὅτι εἶναι αἱ δαπάναι πρὸς συντήρησιν τῶν καπνεργοστασίων τούτων; Διὰ τὸ καπνεργοστάσιον Ἀμφίσσης, τὸ ὁποῖον εἰσπράττει 2,501 δραχμὰς, δαπανῶνται 3,407. Τὸ πρᾶγμα, Κύριοι, καταντᾷ καὶ κωμικὸν ἐπὶ τέλους, διότι δὲν ἀρκεῖ, ὅτι αἱ εἰσπράξεις αὐτῶν δὲν εἶναι ὅσαι ἔδει νὰ ὦσιν ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς εἰσπράξεις ἄλλων ἐπαρχιῶν, διατελουσῶν ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους καὶ ἐχουσῶν τὸν αὐτὸν ἢ καὶ μικρότερον πληθυσμὸν, ἀλλὰ δὲν ἐπαρκοῦσι καὶ πρὸς κάλυψιν τῶν δαπανῶν. Διατὶ τὸ καπνοκοπτήριον Λεβαδείας, ἥτις ἔχει ὀλιγώτερον πληθυσμὸν, νὰ ἔχῃ περισσοτέρας εἰσπράξεις; Ἀλλ’ ἐὰν αἱ εἰσπράξεις τῆς Ἀμφίσσης ἀνέρχονται εἰς 2,500 δραχμὰς, ἐρωτῶ, διατὶ συντηρεῖται ἐκεῖ καπνοκοπτήριον καὶ δαπανῶνται πλείονα τῶν εἰσπραττομένων; Τὸ καπνεργοστάσιον Βονίτσης ἔχει ἔσοδα ἐτήσια 1180 δραχμῶν, πόσας δὲ δαπάνας; 3,188 δραχμῶν. Τὸ καπνεργοστάσιον Ξηροχωρίου ἔχει εἰσπράξεις 1540 δραχμῶν· τί δαπανᾷ τὸ Κράτος; 2,640. Τὸ καπνεργοστάσιον Σκοπέλου ἀποδίδει 1160 δραχμὰς, πόσα δὲ δαπανῶνται δι’ αὐτό; 2,100 δραχμαί. Τὸ καπνεργοστάσιον Ἀστακοῦ ἀποδίδει ἐτησίως 726 δραχμὰς, πόσαι δέ εἰσιν αἱ δαπάναι; 2,533 δραχμαί. Τὸ δὲ καπνεργοστάσιον Τήνου δαπανᾷ 2,998 δραχμὰς, καὶ εἰσπράττει, πόσα νομίζετε, Κύριοι; πεντακοσίας δραχμάς! Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀγανακτῇ εὐσυνείδητος Βουλὴ διὰ τοιαύτας ἀποκαλύψεις, διότι ἐπὶ τέλους δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ λαὸς νὰ ὑφίσταται τοσαῦτα βάρη, νὰ πωλῇ δὲ τοὺς βόας του καὶ τὰ ἄροτρά του πρὸς πληρωμὴν τῶν φόρων, ἵνα συντηρῆται ἡ ἐπιῤῥοὴ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου Βουλευτοῦ. Ἀλλὰ διατὶ πάντα ταῦτα τὰ καπνεργοστάσια δὲν εἰσπράττουν ὅσα ἔδει νὰ εἰσπράττωσι; διατὶ τὸ καπνεργοστάσιον Ἀταλάντης, ἐπαρχίας καπνοφόρου καὶ πολυπληθεστέρας τῆς Λεβαδείας καὶ τῶν Θηβῶν, εἰσπράττει 4,500 μόνον δραχμὰς, ἐνῷ ἔπρεπε ν’ ἀποδίδῃ 30,000 δραχμῶν; Ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος· εἶναι τὸ λαθρεμπόριον, τὸ ὁποῖον ἀπροσκόπτως ἐνεργεῖται. Εἶναι γνωστὸν, ποσάκις ἀνεκαλύφθη ἐκεῖ λαθρεμπόριον, ἀλλ’ ἐφηρμόσθη πάντοτε ὁ νόμος πρὸς περιορισμὸν αὐτοῦ; Ἐσχάτως συνελήφθη ὁλόκληρον ἐργοστάσιον ἐντὸς τῆς οἰκίας τοῦ Δημάρχου Τιθορέας. Τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς τιμωρίαν τοῦ Δημάρχου τούτου; Οὐ μόνον δὲν ἔπραξεν ὅ,τι ὤφειλε νὰ πράξῃ, ἀλλὰ τουναντίον μετέθεσεν ἐκεῖθεν καὶ πάντας τοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς ἀνακαλύψαντας τὸ λαθρεμπόριον, ἐκπέμψασα αὐτοὺς εἰς τὰ πέρατα τῆς Ἑλλάδος· ὅπως δὲ ἀπαλλαγῇ ὁ ἔντιμος οὗτος λαθρέμπορος ἐκ τῶν συνεπειῶν τοῦ νόμου, ἐξυφάνθη κατηγορία καθ’ ὅλων τῶν ῥηθέντων ὑπαλλήλων, δηλαδὴ τοῦ Ἐφόρου, τοῦ Εἰρηνοδίκου καὶ τοῦ Ὑπομοιράρχου, ὅτι δῆθεν τὸ πρωτόκολλον ἦτο πλαστὸν, διότι τὸ λαθρεμπόριον ἀνευρέθη ἐν τῇ ὁδῷ καὶ οὐχὶ ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ Δημάρχου, ὅπως κατορθωθῇ ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ Δημάρχου ἀπὸ πάσης καταδιώξεως καὶ ἰδίως ἀπὸ τῆς προσκαίρου ἐκπτώσεως ἐκ τοῦ δημαρχικοῦ ἀξιώματος, ἀναγκασθῇ δὲ καὶ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, τὸ ἐκδικάζον τὰς τοιαύτας ὑποθέσεις, νὰ ἀναβάλῃ τὴν καταδίκην αὐτοῦ εἰς τὴν πληρωμὴν μεγάλου ποσοῦ χρηματικοῦ. Εὐτυχῶς ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἀπήλλαξε διὰ βουλεύματος τοὺς ἐντίμους ὑπαλλήλους, τοὺς ἀνακαλύψαντας τὸ λαθρεμπόριον, Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριε Πρωθυπουργὲ, μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ βουλεύματος, τί ἐνηργήσατε κατὰ τοῦ λαθρεμπόρου Δημάρχου, ὅστις δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν διέπραξε λαθρεμπόριον; Εἶναι ἴσως ἡ πρώτη, καθ’ ἣν τὸ διέπραξε τοσοῦτον πομπωδῶς. Ἔχω ἐνώπιόν μου ἓν κοινοποιηθὲν ἐκ τοῦ Δικαστικοῦ τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει τὴν ἀλήθειαν τῶν ὑπ’ ἐμοῦ λεγομένων. Ἐδημοσιεύθη ἐν τῷ φύλλῳ τῆς «Ἐφημερίδος» τῆς 25 Ἰουνίου 1889. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ τὸ ἀναγνώσω, διότι τὸ θέμα εἶναι τοιοῦτον, ὥστε πάντες ἐνδιαφέρεσθε νὰ πληροφορηθῆτε ἐν ἐκτάσει τὰ κατ’ αὐτό (ἀναγινώσκει): «Κύριε Διευθυντὰ τῆς «Ἐφημερίδος». «Ἐν τῷ χθεσινῷ φύλλῳ τῆς «Ἐφημερίδος» ἐδημοσιεύθη ἀνταπόκρισις ἐκ Δραχμανίου, ἐν ᾗ σὺν τοῖς ἄλλοις ἀναφέρεται, ὅτι ὁ δήμαρχος Τιθορέας Λ. Σκλαβοῦνος «εἶχε καταδικασθῆ καὶ ἄλλοτε ὑπὸ τῆς Ἐφορίας Λεβαδείας διὰ μεγάλην ποσότητα καπνοῦ ἀδηλώτου, ὅστις, ἀνήκων εἰς αὐτὸν, κατεσχέθη ἐκεῖ, καὶ ὅμως πρὸ μικροῦ ἠθωώθη, δι’ ἀποφάσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ἔνοχος!» «Πρὸς ἀναίρεσιν τῶν ἀνωτέρω παρακαλεῖσθε νὰ δημοσιεύσητε τὰ ἑξῆς: «1ον. Ὅτι παρὰ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου Λεβαδείας δὲν ἐξεδόθη ἀπόφασις κατὰ τοῦ Λ. Σκλαβάνου, ἀλλὰ κατὰ τοῦ Γεωρ. Χατζοπούλου, ἐν τῇ ἀποθήκῃ τοῦ ὁποίου ἀνευρέθη ὁ κατασχεθεὶς τῇ 4 Ὀκτωβρίου 1885 ἀδήλωτος καπνὸς ἐξ ὀκάδων 279, ἡ δ’ ἀπόφασις αὕτη, ὑπ’ ἀριθ. 1 καὶ ἀπὸ 5 Ὀκτωβρίου 1885, ἐπεκυρώθη διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 342 καὶ ἀπὸ 30 Μαρτίου 1887 ὁμοίας τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου.» Σημειώσατε, Κύριοι, ὅτι ὁ καπνὸς ἀνῆκεν εἰς τὸν Σκλαβοῦνον καὶ οὐχὶ εἰς τὸν Γ. Χατζόπουλον, ὃν γνωρίζω ὡς ἐντιμότατον καὶ πλουσιώτατον ἔμπορον. Ἐν ἀγνοίᾳ δὲ αὐτοῦ εἶχε τοποθετηθῆ εἰς τὴν ἀποθήκην αὐτοῦ ὁ κατασχεθεὶς καπνὸς, ὁ Σκλαβοῦνος δὲ ἐπλήρωσε καὶ τὸ ἐπιβληθὲν πρόστιμον. «2ον. Ὅτι κατὰ τοῦ Σκλαβούνου ἐξεδόθησαν τρεῖς ἀποφάσεις, οὐχὶ παρὰ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου Λεβαδείας, ἀλλὰ παρὰ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου Λοκρίδος, ἤτοι αἱ ὑπ’ ἀριθ. 2 καὶ 3 τοῦ 1886 καὶ 54 τοῦ 1887. Καὶ διὰ μὲν τῆς πρώτης τούτων ὁ Οἰκον. Ἔφορος ἀπήλλαξε τὸν εἰρημένον Σκλαβοῦνον τοῦ ἀναλογοῦντος προστίμου διὰ τὸ κατὰ τὴν γενομένην ἐξέλεγξιν τῇ 20 Νοεμβρίου 1885 ἀνευρεθὲν ἐν τῇ ἀποθήκῃ τοῦ ἔλλειμμα καπνοῦ ἐξ ὀκάδων 253, δεχθεὶς, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο τοῦ ἐλλείμματος εἶναι αὐτὸ ἐκεῖνο, ὅπερ κατεσχέθη ὡς ἀδήλωτον ἐν τῇ ἀποθήκῃ τοῦ ἀνωτέρω Γ. Χατζοπούλου. «Τὸ Νομικὸν ὅμως Συμβούλιον, ἐξετάσαν, καθ’ ὃ ἔχει ἐκ τοῦ νόμου δικαίωμα, τὴν ἀθωωτικὴν ταύτην ἀπόφασιν τοῦ Οἰκονομ. Ἐφόρου, μετεῤῥύθμισεν αὐτὴν αὐτεπαγγέλτως, καὶ κατεδίκασε τὸν εἰρημένον Σκλαβοῦνον εἰς πρόστιμον δραχμῶν 529 καὶ 50)00, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐλλείμματος, περιορισθέντος, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ὡς ἔγγιστα ὅρου 10%, ἐπὶ τοῦ δηλωθέντος καπνοῦ ἐξ ὀκάδων 765 εἰς ὀκάδας 176 καὶ ½, αἵτινες, πρὸς δραχμὰς τρεῖς κατ’ ὀκᾶν, ὡς ὥριζον τὰ ἄρθρα 1 καὶ 20 τοῦ καταργηθέντος ΑΣΞʹ τοῦ 1885 περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ νόμου, ἀποφέρουσι τὸ ἀνωτέρω σημειωθὲν ποσὸν τοῦ προστίμου. «Διὰ δὲ τῆς δευτέρας ὑπ’ ἀριθ. 32 τοῦ 1886 ὁ Ἔφορος ἀπήλλαξε τὸν Σκλαβοῦνον διὰ τὸ κατὰ τὴν γενομένην ἐξέλεγξιν ἐν τῇ ἀποθήκῃ του τῇ 20 Νοεμβρίου τοῦ 1885 ἀνευρεθὲν πλεόνασμα καπνοῦ ἐξ ὀκάδων πέντε, διότι ὁ ἐνεργήσας τὴν ἐξέλεγξιν ἐπιτηρητὴς δὲν προϋπελόγισεν εἰς τὸν ἀνευρεθέντα καπνὸν ἐξ ὀκάδων 205 τὸν ὡς ἔγγιστα ὅρον 10%. «Ἡ δὲ ἑτέρα, ὑπ’ ἀριθ. 54 τοῦ 1887, ἀπόφασις τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου Λοκρίδος μετεῤῥυθμίσθη, συνεπείᾳ ἐφέσεως τοῦ Σκλαβούνου, καὶ ἀπηλλάγη οὗτος, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 8 τῆς 28 Ἀπριλίου 1888 ἀποφάσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, τοῦ ἐπιβληθέντος αὐτῷ προστίμου ἐκ δρ. 205 διὰ τὸ κατὰ τὴν γενομένην ἐξέλεγξιν ἐν τῇ ἀποθήκῃ του τῇ 8 Ἰουνίου 1887 ἀνευρεθὲν ἔλλειμμα καπνοῦ ἐξ ὀκάδων 41, διότι τὸ ἔλλειμμα τοῦτο κατελογίσθη εἰς αὐτὸν ἐκ παραδρομῆς, ὡς μὴ προϋπολογίσαντος τοῦ Ἐφόρου εἰς τὸν πρὸ τριετίας δεδηλωμένον τοῦτον καπνὸν ἐξ ὀκάδων 965 τὴν νόμιμον φύραν πρὸς 7%, ἣν ἐδικαιοῦτο νὰ ἐπικαλεσθῇ ὑπὲρ ἑαυτοῦ ὁ Σκλαβοῦνος. «Τοῦτο δ’ ἀνεγνώρισε καὶ αὐτὸς ὁ ἐκδοὺς τὴν ἐκκληθεῖσαν ἀπόφασιν Οἰκονομ. Ἔφορος, ὅστις, ὑποβαλὼν τὴν ἔφεσιν τοῦ εἰρημένου Σκλαβούνου, συνέστησε τὴν παραδοχὴν αὐτῆς διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1850 καὶ ἀπὸ 21 Ὀκτωβρίου 1887 πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀναφορᾶς του. «Ἐν Ἀθήναις, τῇ 24 Ἰουνίου 1889. «(Ἐκ τοῦ Δικαστικοῦ Τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν)» Ὡς παρατηρεῖτε, ὁ κύριος Δήμαρχος πρὸ πολλοῦ ἦτο λαθρέμπορος, κατεδικάσθη δὲ διὰ διαφόρων ἀποφάσεων τοῦ τε Οἰκονομ. Ἐφόρου καὶ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου· ἑπομένως εἶχε τὴν ἕξιν τοῦ λαθρεμπορίου καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐδυσκολεύθη νὰ διαπράξῃ καὶ τὴν μεγάλην ταύτην λαθρεμπορίαν, καθ’ ἣν ἀνεκαλύφθη ἐντὸς τῆς οἰκίας του ὁλόκληρον ἐργοστάσιον κοπῆς καπνοῦ, εὑρέθησαν τὰ κυτία πρὸς τοποθέτησιν αὐτοῦ καὶ μέγας ἀριθμὸς φυλλαδίων σιγαροχάρτου. Καὶ ἐν τούτοις, ἵνα σωθῇ ὁ Δήμαρχος, ὅστις θὰ χρησιμεύσῃ κατὰ τὰς προσεχεῖς βουλευτικὰς ἐκλογὰς, ἔπρεπε νὰ μετατεθῶσιν ἐκεῖθεν πάντες οἱ ἔντιμοι ὑπάλληλοι, ἵνα ὑποστηριχθῇ ὡς βάσιμος ἡ κατ’ αὐτῶν σκευωρηθεῖσα κατηγορία. Βεβαίως, Κύριοι, ὁπόταν τοιαῦτα ἐγκλήματα τελοῦνται, ἡ δὲ διοίκησις κλείῃ τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ ὑποθάλπῃ τοὺς ἐγκληματίας, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἔχωμεν εἰσπράξεις 2,000 ἢ 1000, ἐν Τήνῳ δὲ καὶ 500 δραχμῶν, δαπάνας δὲ πρὸς εἴσπραξιν αὐτῶν 2,000 καὶ 4,000. Ἐγὼ πολλάκις ἔλαβον ἀφορμὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ δηλώσω τὴν γνώμην μου ὡς πρὸς τὸ ἔσοδον τοῦ καπνοῦ. Φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι τὸ Κράτος ἠδύνατο νὰ εἰσπράττῃ πλειότερα ποσὰ ἐκ τοῦ εἴδους τούτου. Γινώσκω μάλιστα, ὅτι πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀπετάθη σοβαρὰ ἑταιρία, ἥτις ἐπρότεινεν αὐτῷ ἕτερον σύστημα φορολογίας τοῦ καπνοῦ, ἐγγυᾶτο δὲ καὶ ποσὸν 10 ἑκατομμυρίων.
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεὶς προσέφερε τοιαύτην ἐγγύησιν.
§78Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Τοιαύτας πληροφορίας ἔχω.
§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἐγὼ δηλῶ, ὅτι ἐπὶ οὐδεμιᾷ βάσει ἤθελε νὰ δώσῃ ἐγγύησιν, ἤθελε μόνον νὰ μοιράσῃ τὰ κέρδη μετὰ τῆς Κυβερνήσεως.
§80Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐγὼ λέγω ὅ,τι μοὶ ἀνεκοινώθη· ἐὰν δὲν μοὶ ἐλέχθη ἡ ἀλήθεια, ἀφοῦ ὑμεῖς τὸ διαψεύδετε, δὲν ἔχω ν’ ἀντείπω. Ἀλλ’ ἔστω· δὲν ἔπρεπε τοὐλάχιστον, κύριε Πρωθυπουργέ, νὰ λάβητε πρόνοιαν πρὸς ἐπίτευξιν πάσης οἰκονομίας, πρὸς εἴσπραξιν τοῦ γλίσχρου ποσοῦ, ὅπερ ἀναλόγως εἰσπράττετε διὰ τοῦ ὑπάρχοντος συστήματος τῆς φορολογίας; Εἰσπράττετε 4,500,000 δρ. καὶ δαπανᾶτε 1,000,000, δηλ. 22% πρὸς εἴσπραξιν φόρου βεβαιουμένου καὶ εἰσπραττομένου ταὐτοχρόνως. Δὲν ἔπρεπε νὰ πονῆτε πλειότερον τὸ χρῆμα τοῦ Δημοσίου καὶ νὰ μὴ μεταβάλλητε τὰ καπνεργοστάσια εἰς ἐργοστάσια ἐκλογικῆς ἐνεργείας; Τίς σᾶς ἔδωκε τὴν ἐντολὴν ταύτην; Καὶ ἂν ὑμεῖς ἔχητε τοιαύτας διαθέσεις, πῶς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ἄνδρες ἔντιμοι καὶ ὀφείλοντες νὰ πονῶσι τὸν τόπον, ἀδιαφοροῦσιν εἰς τοιαύτην σπατάλην, παρέχοντες ἀπνευστεὶ τὰς ζητουμένας πιστώσεις; Πιστεύσατε, ὅτι ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ οὐδὲν πάθος μὲ κινεῖ. Εἶμαι πρὸ παντὸς Ἕλλην καὶ τὰ συμφέροντά μου ἔχω ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ, εὐχαρίστως δὲ θὰ ἔβλεπον οἱανδήποτε Κυβέρνησιν νὰ ἐργάζηται μετὰ τοῦ ὀφειλομένου σεβασμοῦ καὶ πόνου πρὸς βελτίωσιν τῶν τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ πρὸς συντήρησιν τῶν χρηματικῶν πόρων, τοὺς ὁποίους ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου του χορηγεῖ ὁ λαός. Διὰ τοιαύτης οἰκονομίας θὰ καθίστατο ἐφικτὴ ἡ ἐν τῷ μέλλοντι ἀπαλλαγὴ τοῦ λαοῦ ἀπὸ τῶν ἐπαχθεστέρων βαρῶν. Κατόπιν τῶν λεχθέντων, δὲν διστάζω, Κύριοι, ποσῶς νὰ εἴπω ἀνεπιφυλάκτως τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῆς πιστώσεως ταύτης. Ἐὰν εἶχον τὴν δύναμιν, δὲν ἤθελον χορηγήσει αὐτὴν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι δὲν πρόκειται περὶ πιστώσεως ἀναγκαίας, ἀλλὰ περὶ πιστώσεως ἀποδεδειγμένως σπαταλικῆς, ὅπως ἡ Κυβέρνησις διορίζῃ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους θέλει, χορηγῇ αὐθαιρέτως συντάξεις καὶ ἐκτελῇ τοὺς ἐκλογικοὺς αὐτῆς σκοποὺς χάριν ὡρισμένων προσώπων, καὶ πρὸ πάντων χάριν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Προτείνω λοιπὸν τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς πιστώσεως ταύτης. Θὰ μοὶ εἴπητε ἴσως, πρὸς τίνα τὴν προτείνεις; Τὴν προτείνω πρὸς Ἕλληνας Βουλευτὰς, τὴν προτείνω πρὸς ἐκείνους, οἵτινες πολλάκις θὰ ἐπανέλθωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ οἵτινες ὀφείλουσι νὰ σεβασθῶσι τὸ ἀξίωμα αὐτῶν καὶ νὰ μὴ κλείωσι τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐνώπιον τῶν ἐγκλημάτων. Διότι ἔγκλημα θεωρῶ τὴν χορήγησιν τῆς τοιαύτης πιστώσεως.
§81ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀνελθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα δι’ ἀνακοινώσεως πληροφοριῶν ἰδίων φωτίσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς πρὸς τὰ τῆς πιστώσεως, εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παραστήσῃ τοὺς ἀριθμοὺς ἐν ἀκριβείᾳ. Εὐτυχῶς ἐδημοσιεύθησαν οἱ πίνακες, ἀποδεικνύοντες, ὅτι οἱ ὑπ’ αὐτοῦ παρατεθέντες ἀριθμοὶ ἦσαν ἀνακριβεῖς. Ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ καπνεργοστασίων, ὧν αἱ εἰσπράξεις εἶναι ἀσήμαντοι, παραστήσας ἀδικαιολογήτως ὅλως τὰς ἐν αὐτοῖς δαπάνας ὡς ἀνωτέρας τῶν εἰσπράξεων. Ἐνδέχεται ἐν τῷ μεγάλῳ ἀριθμῷ τῶν καπνεργοστασίων νὰ ὑπάρχωσι καί τινα, ὧν αἱ εἰσπράξεις νὰ ὑστερῶσί πως τῶν δαπανῶν· δὲν θὰ ἤρκει ὅμως τοῦτο εἰς κατάργησιν τοῦ ἐργοστασίου, διότι ὑπάρχουσι περιστάσεις, καθ’ ἃς, καίτοι αἱ εἰσπράξεις εἶναι μικραὶ, πρέπει ὅμως νὰ παρέχηται εἰς τοὺς ὀλίγους καταναλωτὰς ἡ εὐκολία, ὅπως ἀγοράζωσι καπνὸν φορολογημένον. Ἐν Σκοπέλῳ π. χ. δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐκ τοῦ κοπτηρίου πρόσοδος σπουδαία, ἀλλὰ δὲν εἶναι πρέπον καὶ νὰ μὴ διατηρῆται κοπτήριον, διότι δὲν εἶναι εὔκολος ἡ ἐκτὸς τῆς νήσου κοπὴ τοῦ ἐν αὐτῇ καταναλισκομένου καπνοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν περιωρίσθη εἰς τοῦτο· παρέστησε τὰς δαπάνας τῶν ἐργοστασίων, ὧν ἐμνήσθη, πολὺ ἀνωτέρας τῶν εἰσπράξεων, παραλείψας τὰς ἐκ σιγαροχάρτου εἰσπράξεις. Οὕτως ἐν τῷ καπνοκοπτηρίῳ Ἀμφίσσης παρέλειψεν εἴσπραξιν 1222 δραχμῶν ἐκ σιγαροχάρτου, καὶ ἀνατρέψας οὕτω τὰς ἀναλογίας, ᾤκτειρε τὸ Κράτος, οὗτινος οὕτω διέπονται τὰ οἰκονομικά. Προκαλοῦσι τῷ ὄντι τὰ παραστηθέντα τὸν οἰκτιρμὸν, ἀλλ’ ἐφ’ ἑαυτὰ, ἐπὶ τῇ ἀπροκαλύπτῳ τῶν πραγμάτων διαστροφῇ. Ἀπόδειξιν διαχειρίσεως πλημμελοῦς ἐνόμισεν ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν ἐν Λεβαδείᾳ ἀνωτέραν εἴσπραξιν, σχετικῶς πρὸς τὸν πληθυσμὸν, ἢ ἐν Ἀταλάντῃ, ὡσανεὶ ἐγίνετο ἡ διανομὴ τοῦ καπνοῦ ἑκάστου κοπτηρίου ἐν περιφερείαις κατ’ ἀναλογίας καθωρισμέναις. Πόθεν γινώσκει ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν ἔκτασιν τῶν ἐξυπηρετουμένων περιφερειῶν ὑπὸ τῶν κοπτηρίων Λεβαδείας καὶ Ἀταλάντης, ἵνα στηρίξῃ σκέψεις ἐπὶ τῆς ἀναλογίας τοῦ πληθυσμοῦ ἑκατέρας; Ἐμνήσθη ὁ κ. Βουλευτὴς τοῦ ἐργοστασίου Ἀμφίσσης, ὡς ἔχοντος ἀσημάντους εἰσπράξεις, ἀλλὰ παρέλειψε νὰ μνησθῇ τοῦ ἐργοστασίου Γαλαξειδίου, οὗτινος αἱ μεγάλαι εἰσπράξεις, ἤτοι 17,000 δραχμῶν, ὧν αἱ 5,000 ἐκ σιγαροχάρτου, ἐξηγοῦσι τὸ ἀσήμαντον τῶν εἰσπράξεων τοῦ τῆς Ἀμφίσσης. Ἂν ταῦτα ἐμελέτα ὁ κ. Βουλευτὴς, ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ ὡμίλει ἐπὶ τοῦ θέματος· εὐθὺς, ὡς συνεδύαζε μετὰ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ κοπτηρίου Ἀμφίσσης καὶ τὰ τοῦ κοπτηρίου Γαλαξειδίου, θὰ ἔβλεπε καταῤῥέουσαν τὴν ὅλην σειρὰν τῶν σκέψεων αὐτοῦ. Ἀλλὰ μὴ εἶχέ τι ἐπὶ τοῦ συνόλου ἡ ὁμιλία αὐτοῦ τὸ ἀκριβές; Ἐπὶ τοῦ συνόλου ἀναγνωρίζει ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἡ κατανάλωσις τοῦ καπνοῦ εἶναι ἑνὸς ἑκατομμυρίου ὀκάδων,—εἶναι κατά τι κατωτέρα, ἀλλ’ εἰς στρογγύλον ἀριθμὸν ἑνὸς ἑκατομμυρίου,—αἱ εἰσπράξεις ἄρα ἐκ καπνοῦ καὶ σιγαροχάρτου, ὡς σήμερον ἔχουσι τὰ τοῦ φόρου ηὐξημένου, θὰ ἦσαν 8,400,000, καὶ ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς ἀπαύστως ἐπανελάμβανε 4,000,000 ἢ 3,500,000.
§82Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. 4,500,000.
§83ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι 8,400,000 αἱ ἀναλογοῦσαι εἰσπράξεις, νομίζω δὲ, ὅτι φορολογία ἀποδίδουσα 8,400,000 δὲν ἀπέτυχεν. Ἀπέχω ὅλως τοῦ ἰσχυρισμοῦ, ὅτι δὲν γίνονται καταχρήσεις, ὅτι, ἂν ἐφορολογεῖτο ἅπας ὁ καταναλισκόμενος καπνὸς, δὲν θὰ ἦτο ἡ ἀπόδοσις πολὺ ἀνωτέρα, καὶ ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι θέλει περισταλῆ ἡ αἰτία τῆς μὴ φορολογίας πολλοῦ ἐκ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ, ὥστε νὰ αὐξήσῃ ἡ πρόσοδος ἐκ τούτου καὶ οὐχὶ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς καταναλώσεως· τὴν περιστολὴν ὅμως δὲν ἀπεκδέχομαι ἀπολύτως, διότι οἱ καλλιεργηταὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξαναγκασθῶσιν εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, κατέχοντες τὸν παρ’ αὐτῶν παραχθέντα καπνὸν καὶ κόπτοντες αὐτὸν δι’ ἁπλῆς μαχαίρας· βεβαίως δὲ σκοπὸς τοῦ νόμου δὲν εἶναι ἡ φορολογία αὐτῶν. Τὴν καταστολὴν τῆς πωλήσεως λαθραίως κεκομμένου καπνοῦ σκοπεῖ ὁ νόμος· ὅτι δὲ τελεσφόρως ἐργάζεται ἡ ὑπηρεσία πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, μαρτυροῦσιν αἱ καὶ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ πολλάκις ἀκουσθεῖσαι φωναὶ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς καταδιωκούσης τοὺς λαθρεμπόρους, ὡς μεταχειριζομένης καπνοφάντας· ὁπωσδήποτε ὅμως ἐργαζομένη ἡ Κυβέρνησις, ἐπιτυγχάνει τὴν εἴσπραξιν οὐχὶ μὲν 8,400,000,—διότι δὲν εἶναι ἐντελῶς ἑνὸς ἑκατομμυρίου ὀκάδων ἡ κατανάλωσις,— ἀλλὰ περίπου 8,000,000, τούτου δ’ ἐπιτυγχανομένου, νομίζω ὅτι ἀποδεικνύεται ἡ φορολογία συντελεστικὴ ὑπὲρ τῶν οἰκονομικῶν τῆς πολιτείας. Ἀπέναντι τοιαύτης εἰσπράξεως ἔχομεν δαπάνην, παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ὑπολογιζομένην εἰς ἑκατομμύριον· δὲν ἀνέρχεται εἰς ἑκατομμύριον οὐδὲ μετὰ τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, προσεγγίζει ὅμως εἰς αὐτό· ἀλλὰ καὶ ἂν εἰς ἑκατομμύριον ὑπολογίσωμεν τὴν δαπάνην, ἥτις, ἄλλως, ἐλπίζομεν ὅτι βαθμηδὸν θέλει περιορισθῆ, δὲν εἶναι αὕτη ἐπὶ εἰσπράξεως 8,000,000 ὑπερβολική, ὡς παρεστήθη, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψει, ὅτι εἶναι ἡ δαπάνη κατὰ πρῶτον λόγον δικαίωμα κοπῆς, ἤτοι βιομηχανικῆς ἐργασίας, βαρυνούσης τὸν καταναλωτὴν ἀσχέτως πρὸς τὴν φορολογίαν. Ἂν ἦτο ἐλευθέρα ἡ κοπὴ τοῦ καπνοῦ, θὰ ἐπλήρονεν ὁ καταναλωτὴς διὰ τὴν κοπὴν κατ’ ὀκᾶν ποσὸν παραλλάσσον μεταξὺ 50 ἢ 60 λεπτῶν καὶ μιᾶς δραχμῆς, ἤτοι 70 λεπτῶν, ἀκριβῶς δὲ εἰς τοῦτο τὸ ποσὸν ἀνέρχεται κατ’ ὀκᾶν τὸ ἔξοδον τῆς κοπῆς· ὅταν εἰς τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ προστεθῶσι τὰ ἐν ταῖς ἀναπληρωματικαῖς πιστώσεσι, τὸ ἔξοδον τῆς κοπῆς ἀνεβιβάζεται εἰς 72 λεπτὰ καὶ εἰς 69 λεπτὰ κατ’ ἄλλο ἔτος. Εἴχομεν πάντοτε δι’ ἐλπίδος, ὅτι θὰ ἐπετυγχάνετο ὁ περιορισμὸς τῆς δαπάνης εἰς τὸ ἀρχικῶς ἀναγραφὲν ποσὸν ἐξ ὑπολογισμοῦ, ἀποδειχθέντος ἐκ τῶν ὑστέρων σφαλεροῦ, τῶν 32 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν εἰς ἐργατικὰ κοπῆς· ἐπὶ τῇ ἐλπίδι δὲ ταύτῃ διετηρήσαμεν αὐτὸ ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς, ἠναγκαζόμεθα ὅμως ἔπειτα νὰ ζητῶμεν ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, δι’ ὧν ἀναβιβάζεται τὸ ἔξοδον τῆς κοπῆς εἰς 70 λεπτὰ περίπου. Τοῦτο συμβαίνει καὶ ἤδη, ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς προσεπάθησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι τοῦτο συμβαίνει, διότι διατηροῦμεν ἐν τοῖς καπνοκοπτηρίοις πρόσωπα μὴ ἐργαζόμενα. Ἐννοεῖται ὅτι δὲν δύναμαι αὐθωρεὶ ἐπὶ τῇ καταγγελίᾳ νὰ εἴπω τι περὶ τῶν ἀνακοινωθέντων ὀνομάτων παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, οὐδὲ μοὶ εἶναι ταῦτα γνωστά, διότι δὲν πρόκειται περὶ ὑπαλλήλων, ἀλλὰ περὶ ἐργατικοῦ προσωπικοῦ, γνωστοῦ εἰς τοὺς ἀμέσως διευθύνοντας τὰ τῆς ὑπηρεσίας· θέλω ὅμως ἐξελέγξει τὰ περὶ τούτου, καὶ θέλω ἀνακοινώσει τὸ πόρισμα τῆς ἐξετάσεως κατὰ τὴν δευτέραν ἢ τρίτην συζήτησιν, ἀφοῦ λάβω πληροφορίας παρὰ τῶν διευθυνόντων τὰ καταστήματα περὶ τῶν ἐν τῷ σημειώματι ὀνομάτων. Δὲν θὰ ἦτο δὲ καὶ παράδοξον νὰ παρεισέφρυσαν καὶ τοιαῦτα πρόσωπα, διότι καὶ ἐγὼ ἔλαβον κατὰ καιροὺς πληροφορίας περὶ προσώπων μὴ ἐργαζομένων, καὶ εὐθὺς ἐφρόντισα νὰ ἀπολυθῶσι. Πολλάκις μοὶ ἐγένοντο καταγγελίαι κατὰ προσώπων, ὡς μὴ ἐργαζομένων καὶ ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἡμέρας τοῦ διορισμοῦ αὐτῶν μὴ δεικνυόντων διάθεσιν πρὸς ἐργασίαν· ὅταν δὲ ἀπεδεικνύοντο βάσιμοι αἱ καταγγελίαι, ἀπελύοντο τὰ πρόσωπα ταῦτα. Καταγγελίαι δὲ μοὶ ἐγένοντο ὄχι μόνον παρὰ γνωστῶν μοι, ἀλλὰ καὶ παρ’ ἀγνώστων ὅλως καὶ ἀνωνύμως, πάντοτε δὲ ἐφρόντισα περὶ ἐξελέγξεως τῆς καταγγελίας, οὐδέποτε δὲ πρόσωπον, ἀποδειχθὲν μὴ ἐργαζόμενον, διετηρήθη ἐν τῷ ἐργοστασίῳ· ὥστε καὶ ἤδη, ἂν ἀποδειχθῇ, ὅτι πρόσωπα ἐκ τῶν ἐν τῷ σημειώματι δὲν ἐργάζονται εἴτε διόλου, εἴτε ὅσον ἔπρεπε, βεβαίως θέλουσιν ἀπολυθῆ. Ὡς βλέπετε, μετὰ ἐξέτασιν μακρὰν ἐπὶ τοῦ θέματος προσήχθη κατάλογος ἐν ὅλῳ 30 προσώπων, ὡς δῆθεν μὴ ἐργαζομένων· ἀλλὰ καὶ ἐκ τούτων πρὶν ἢ ἔτι γένηται ὁ ἔλεγχος, ὃν ὑπεσχέθην καὶ ὅστις ὑποθέτω θ’ ἀποδείξῃ τὸ ἀνυπόστατον τῶν παρασχεθεισῶν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν πληροφοριῶν, δύναμαι ἀπὸ τοῦδε νὰ βεβαιώσω, ὅτι τινὲς ἐργάζονται, ἂν μὴ ὡς κόπται, ἀλλ’ ὡς συσκευασταὶ ἢ ὡς ἐκτελοῦντες παντοίας ἐργασίας ἐν τοῖς καπνοκοπτηρίοις, καὶ προσέτι ὡς καταδεῖκται τῶν λαθραίων κοπτηρίων καὶ ὡς παρέχοντες συνδρομὴν εἰς τοὺς ἐνεργοῦντας πρὸς καταστολὴν τῆς λαθραίας κοπῆς. Καὶ εἰς ταῦτα μὲν θέλω ἐπανέλθει εὐθὺς ὡς λάβω τὴν ἔκθεσιν τοῦ διευθύνοντος τὸ κοπτήριον περὶ τῶν ἀνακοινωθέντων ὀνομάτων, συνεχίζων δὲ τὰ περὶ τῆς ἀναλογίας τῶν ἐξόδων τῶν κοπτηρίων πρὸς τὰ ἔσοδα, ἐρωτῶ, τί μένει ὡς ἔξοδον μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἀποκλειστικῶς πρὸς τὴν κοπὴν καταβαλλομένων; Εἴπομεν, ὅτι ἡ κοπὴ θὰ ἐστοίχιζε πάντως περὶ τὰ 70 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ἑπομένως ἐπὶ τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου ὀκάδων 700,000 δραχμῶν· ἂν τὰς 700,000 ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τῶν 900,000, τῶν δαπανωμένων πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, ἔχομεν 200,000 δαπανωμένας διὰ τὴν εἴσπραξιν 8,000,000, ἤτοι δαπάνην εἰσπράξεως μόλις ἐξικνουμένην μέχρις ἀναλογίας χαρακτηριζομένης ἐν τῇ φορολογίᾳ ὡς μετρίας. Κατὰ πάντα ἄρα ἡ φορολογία αὕτη τοῦ καπνοῦ ἀποδεικνύεται ἐπιτυχοῦσα· ἐπέτυχεν ἐν τῇ ἀναλογίᾳ αὐτῇ ταύτῃ τῆς δαπάνης τῆς εἰσπράξεως πρὸς τὸ σύνολον τοῦ ἐσόδου, ἐπέτυχε καὶ ὡς παρασχοῦσα εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν συμβολὴν ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων, καὶ τοῦτο ἄνευ ἐπαχθοῦς ἐπιβαρύνσεως τῆς κοινωνίας, διότι ἡ ἐπιβάρυνσις τοῦ καπνίζοντος δὲν ἔχει τὸν χαρακτῆρα τῶν ἐπιβαρύνσεων τῶν ἐκ τῶν πλείστων ἄλλων φόρων καταναλώσεως. Ἀλλὰ καὶ οὕτως ἐχόντων τῶν τῆς φορολογίας ταύτης, ἐὰν ἐγίνετο δαπάνη ὑπερβολικὴ, θὰ ἦτο πρέπον, προτεινομένης τῆς ψηφίσεως ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, καὶ ν’ ἀρνηθῇ ἡ Βουλὴ τὴν ψήφισιν, ἂν μὴ ἦναι ἡ πίστωσις δικαιολογημένη. Διατί ὅμως ἐρχόμεθα συνεχῶς δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ζητοῦντες τὴν τακτοποίησιν τῆς προσθέτου ταύτης δαπάνης; διατὶ καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος δι’ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐζητήσαμεν τὴν ἐπαύξησιν τῶν ἐψηφισμένων; Διατὶ ἔτι καὶ κατὰ τὸ 1890 ἀναγκαζόμεθα δι’ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως νὰ ζητήσωμεν αὐτήν; Τοῦτο προέρχεται ἐκ τῆς ἀναγραφῆς μικροῦ ποσοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, οὐχὶ διὰ τὸν ῥηθέντα λόγον, ὅτι ἀποκρύπτομεν τὸ ὅλον ποσὸν, ἵνα παρουσιάσωμεν ἰσοζύγιον,—διότι ἡ ἀπόκρυψις δὲν ἠδύνατο νὰ διαρκέσῃ ἐπὶ πολὺ, καὶ ἰδοὺ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1890 διήρκεσεν ἑβδομάδας μόνον, καὶ ἤδη ζητοῦμεν τὴν ἀναπλήρωσιν,—ἀλλὰ διότι ἡ ἀναπληρωματικὴ αὕτη πίστωσις ἀπεδείχθη μὲν ἀναγκαία, ἀλλὰ μόνον κατόπιν ἐπανειλημμένης ἐφαρμογῆς. Ἀπὸ τοῦδε βεβαίως δὲν πρέπει νὰ περιοριζώμεθα εἰς τὴν ἀναγραφὴν 250,000 δραχμῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, στηριζόμενοι εἰς δαπάνην 32 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, πρέπει τὴν δαπάνην νὰ ὑπολογίζωμεν εἰς 72 ἢ 68 λεπτά. Πρέπει ὅμως νὰ προσπαθήσωμεν ὅσον δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν οἰκονομίας, καὶ διὰ τοῦτο ἴσως δὲν πρέπει νὰ ἀναγράψωμεν ὁλόκληρον τὸ μέχρι τοῦδε ἐξοδευόμενον ποσὸν τῶν 72 λεπτῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς 65 λεπτά· ἀλλὰ καὶ 65 λεπτῶν ἀναγραφὴ ἐπάγεται διπλασιασμὸν τῆς πιστώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§84Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸς ἀνασκευὴν τῶν ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντων ὑπῆρξε τοσοῦτον ἀνίσχυρος, ὥστε δὲν θὰ εἶχεν ἀνάγκην ἀπαντήσεως, ἀφοῦ πάντες ἀντελήφθησαν τῶν δικαιολογιῶν, ἃς οὗτος προέβαλεν εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ πρὸ ὀλίγου ἐξέθηκα. Οὐχ ἧττον εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐπί τινος σημείου νὰ ἐπαναλάβω τὸν λόγον. Καὶ πρῶτον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠμφισβήτησε τὸ ποσὸν τῆς ἐτησίας δαπάνης, ὅπερ ἐγὼ ἀνεβίβασα εἰς 1 ἑκατομμύριον, αὐτὸς καταβιβάζων αὐτὸ εἰς 850,000 δραχμάς. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1889 ἀναγράφεται δαπάνη 632,692 δραχμῶν δι’ ἔξοδα προσωπικοῦ καπνοκοπτηρίων κλπ. Διὰ τῆς ζητουμένης πιστώσεως ζητοῦνται 350,000 δραχμαί. Τὸ ἄθροισμα αὐτῶν δὲν ἀποτελεῖ 982,692 δραχμάς; Ἂν εἶπον 1,000,000, ζητῶ παρ’ ὑμῶν συγγνώμην. Δεύτερον, ἰσχυρίζεται ὡς πρὸς τὴν σήμερον ὑποβληθεῖσαν νέαν πίστωσιν διὰ τὸ 1890, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προΐδῃ τὴν δαπάνην ταύτην καὶ τὴν ἀναγράψῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1890, διότι ἀνεφάνη κατόπιν. Ἀπορῶ πῶς λέγει ταῦτα. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἐζήτησε πίστωσιν ἀναπληρωτικὴν 250,000 διὰ τὸ 1888, εἶχεν ὑποβάλει τὴν συζητουμένην πίστωσιν τῆς χρήσεως 1889 ἔκτοτε, ἀπὸ τῆς τακτικῆς Συνόδου τῆς Βουλῆς, τὸν προϋπολογισμὸν του ἐψηφίσαμεν πρὸ τριῶν μηνῶν, καὶ δὲν εἶχεν ἀναφανῆ ἡ δαπάνη τῶν 250,000 δραχμῶν, ἃς ζητεῖ διὰ νέας πιστώσεως, τὴν ὁποίαν ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως ὑπέβαλε! Νομίζω ὅτι, ὁπόταν τουλάχιστον ὑφίσταται ὁ κίνδυνος νὰ ἐξελέγχηταί τις ἐκ τοῦ προχείρου ὅτι λέγει ἀνακριβῆ, πρέπει νὰ προσέχῃ πλειότερον. Ἰδίως οἱ κύριοι Ὑπουργοί. Δὲν εἶναι δὲ ἐπιχείρημα σοβαρὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἐγὼ κεχωρισμένως ἀνέφερα τὰς δαπάνας τοῦ καπνοῦ ἀπὸ τοῦ σιγαροχάρτου. Νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι, ἵνα εἰσπράττηται τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου, ἔπρεπε νὰ συστηθῶσι καπνεργοστάσια; Ἂν διά τινος τελευταίας τροποποιήσεως τοῦ νόμου ἀπεφασίσθη νὰ πωλῆται τὸ σιγαρόχαρτον μετὰ τοῦ καπνοῦ, τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἀπαιτεῖ δαπάνην ἡ τοῦ σιγαροχάρτου εἴσπραξις; Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἂν δεχθῶμεν, ποῖα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα; Τὸ καπνεργοστάσιον Βονίτσης ἔχει ἔσοδον ἐκ καπνοῦ καὶ σιγαροχάρτου ὁμοῦ 1700 δραχμῶν, δαπάνην δὲ 3178· ἔχω ὑπ’ ὄψει τὴν σημείωσιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ· τὸ καπνεργοστάσιον Ξηροχωρίου ἔχει ἔσοδον 2300 καὶ δαπάνην 3600, τὸ καπνεργοστάσιον Ἀστακοῦ ἔχει ἔσοδον ἐπίσης ἐκ καπνοῦ καὶ σιγαροχάρτου 1088, δαπάνην δὲ 2534, Σκοπέλου 1736 ἔσοδον, δαπάνην δὲ 2100, τὸ τῆς Τήνου, ἐκ καπνοῦ καὶ σιγαροχάρτου πάντοτε, 812 δρ. ἔσοδον, δαπάνην δὲ 2908. Περιττὸν νὰ ἐξακολουθήσω, διότι βλέπω, ὅτι πάντες διατελοῦμεν ἐν πλήρει συναισθήσει τῆς γιγνομένης σπατάλης.
§85ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (πρωθυπουργός). Εὐθὺς ὡς διεκόπη ἡ συζήτησις, ἐφρόντισα νὰ λάβω ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τὰ ὀνόματα τ’ ἀνακοινωθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καὶ ἔστειλα αὐτὰ πρὸς ἔλεγχον. Παραστηθέντα ταῦτα ὡς 30, ἦσαν 17· ἑπομένως περὶ τῶν 13 δὲν καλοῦμαι νὰ δώσω λόγον. Ἔλαβον δὲ τὸ ἑξῆς σημείωμα περὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν 17 (ἀναγινώσκει): «Γεώργιος Μυλωνάκος· ἐργάζεται τακτικῶς ὡς συσκευαστής. Σαραμωνίτης· δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος ἐργάτης. Δελέκος· δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος ἐργάτης....
§86Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐγὼ τὰ ἔλαβον ἐκ τοῦ καταλόγου, τὸν ὁποῖον ὑμεῖς κατεθέσατε.
§87ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ ὀνόματα ἀνεγράφησαν παρὰ τοῦ στενογράφου, δὲν εὑρίσκονται δ’ ἐν τῷ καταλόγῳ, ὃν ἐγὼ κατέθηκα. Ἐξακολουθῶ ἀναγινώσκων περὶ τῶν ἀνακοινωθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ὀνομάτων τὸ πεμφθέν μοι σημείωμα ἐκ τοῦ καπνεργοστασίου: «Νικόλαος Τζάνες· εἰργάσθη τακτικῶς ὡς συσκευαστὴς ἐπὶ τρεῖς μῆνας, ἀπελύθη δὲ ἀπὸ τῆς 21 Μαρτίου. Θεόδωρος Σακελλαρόπουλος· εἰργάζετο ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ καπνεργοστασίου, ἀπελύθη δὲ ἀπὸ τῆς 21 Μαρτίου. Γεώργιος Λέκας· ἐργάζεται τακτικῶς ὡς συσκευαστής. Π. Σιώτης· ἐργάζεται τακτικῶς ὡς ταινιαστής. Σπυρ. Κωστάκης· εἰργάζετο ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ καπνεργοστασίου ἐπὶ τῆς ἀντιγραφῆς αἰτήσεων κοπῆς καπνοῦ, ἀπελύθη δὲ ἀπὸ τῆς 21 Μαρτίου. Ι. Παυλίδης· εἰργάζετο ἐπὶ τῆς καταδιώξεως τῶν λαθρεμπορίων τοῦ καπνοῦ, τῇ ὑποδείξει δ’ αὐτοῦ πολλὰ συνελήφθησαν λαθρεμπόρια. Κουκουλιώτης· εἰργάζετο ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ καπνεργοστασίου καὶ ἀπελύθη ἀπὸ τῆς 21 Μαρτίου. Μαυρομμάτης· ἐργάζεται τακτικῶς ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ καπνεργοστασίου. Παύλοβιτς· διωρίσθη καταγγείλας τρία λαθρεμπόρια καπνοῦ καὶ τουμπεκίου, εἰργάζετο τακτικῶς ἐν τῷ καπνεργοστασίῳ ὡς συσκευαστής, ἀπελύθη δὲ πρὸ πολλοῦ. Σαράτσογλους· εἰργάσθη ἐπὶ δύο περίπου μῆνας ἐν τῷ γραφείῳ, ἀπελύθη δὲ κατόπιν δι’ ἀπουσίαν. Τζελέπης· ἐργάζεται τακτικῶς ἐπὶ τῆς σφραγίσεως τῶν πακέτων. Παναγ. Μιχαὴλ· ἐργάζεται τακτικῶς ὡς συσκευαστής. Γ. Λιαννομμάτης· εἰργάζετο ὡς τρίπτης καπνοῦ, καὶ ἀπελύθη πρὸ τριῶν μηνῶν. Σαραμαντῆς· ἐργάζεται τακτικῶς ὡς ταινιαστής.
§88ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποῖος τὰ γράφει αὐτά;
§89ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μοὶ ἐστάλη ἐκ τοῦ καπνοκοπτηρίου σημείωμα ἀνυπόγραφον.
§90ΛΕΒΙΔΗΣ. Δύνασθε αὔριον νὰ τὰ ἀρνηθῆτε.
§91ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δύνανται οἱ ἔχοντες τὴν συνήθειαν.
§92ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν σήμερον τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Ἀλλ’ ἡ ἐγερθεῖσα συζήτησις ἤγειρε ζητήματά τινα, ἄξια τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν δαπανῶν καὶ ὑπὸ τὴν τῶν εἰσπράξεων. Καὶ αἱ δαπάναι παρίστανται δυσανάλογοι πρὸς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἡ φύσις αὐτὴ τοῦ φόρου ἀπαιτεῖ, καὶ τὰ ἔσοδα παρίστανται ὀλίγα, διότι βεβαίως μέγα μέρος καταναλισκομένου καπνοῦ καταναλίσκεται ἀφορολόγητον. Ἡ δικαιολογία, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὀλίγον ἔλειψε νὰ λήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἔχομεν ἄλλας δαπάνας ἐκτὸς τῶν τῆς παρασκευῆς τοῦ καπνοῦ, ἀλλ’ ὅτι ἔχομεν σχεδὸν καὶ περίσευμα. Ἐκ τῶν δαπανῶν ὑπελόγισεν, ὅτι πρὸς κοπὴν καπνοῦ ἀπαιτοῦνται 72 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ἄρα ἐπὶ 1,000,000 ἔχομεν 720,000 δραχμὰς, ἀπαιτοῦνται ἕτεραι 100,000 διὰ συσκευὴν, ὥστε ἀνέρχονται ἐν ὅλῳ εἰς 820,000.
§93ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀφήρεσα τὰς 100,000 ἀπὸ τῶν 720,000.
§94ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε ὑπολογίζετε εἰς 620,000. Λοιπὸν ὅλαι αἱ δαπάναι αἱ ἄλλαι ἀπαιτοῦσιν ὀλιγώτερον τῶν 300,000 δραχμῶν δι’ ὅλον τὸ προσωπικόν;
§95ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.
§96ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἀπαιτεῖται δαπάνη 72 λεπτῶν διὰ κοπὴν μιὰς ὀκᾶς καπνοῦ. Ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος, ἐνθυμούμεθα πάντες ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπελόγισε τὴν δαπάνην ταύτην καὶ εὗρεν ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ παρὰ τοῖς ἰδιώταις τὰ 50 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ὅτι δὲ τὸ Δημόσιον θὰ κατώρθου νὰ ὑποβιβάσῃ αὐτὴν εἰς 32 λεπτά. Ἡ πραγματικὴ δαπάνη βεβαίως δὲν ὑπερβαίνει τὰ 50 λεπτά, καὶ ἂν δὲ ἰδιώτης τις πρὸ τοῦ νόμου ἐπλήρονέ ποτε πλέον τῶν 50 λεπτῶν, δὲν ἕπεται ὅτι ἦτο τοιαύτη ἡ δαπάνη, διότι ὁ καπνοκόπτης παρ’ αὐτῷ εἶχεν ὀλίγων ὡρῶν ἐργασίαν, ἀλλ’ ὁ καπνοκόπτης, ὁ ὁποῖος εἰργάζετο παρὰ καπνοπωλείῳ συστηματικῷ, δὲν ἐλάμβανεν οὔτε 30 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν.
§97ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§98ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς ἄλλα μονοπώλια ἡ κοπὴ ὑπολογίζεται εἰς 20 λεπτά, ἡ δὲ συσκευὴ ὑπολογίζεται εἰς 10, ὥστε ὁμοῦ κοπὴ καὶ συσκευὴ ὑπολογίζεται εἰς 30 λεπτὰ καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Τουρκίᾳ.
§99ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν διακρίνονται τὰ ἔξοδα ταῦτα ἐν Γαλλίᾳ.
§100ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Σήμερον μάλιστα, διότι ἀπὸ τριετίας ἡ ἐργασία ἐν τοῖς μονοπωλίοις τῆς Γαλλίας γίνεται διὰ μηχανῶν, αἵτινες παραλαμβάνουσιν ἐν ἀρχῇ τὸν καπνὸν εἰς φύλλα καὶ τὸν παραδίδουσιν ἐν τέλει εἰς σιγαρέτα. Καὶ ἡ μελέτη ἡμῶν, ὅτε ἐψηφίσαμεν τὸν νόμον περὶ καπνοκοπτηρίων, τοῦτο εἶχεν ἀποδείξει, ὅτι ἡ δαπάνη τῆς κοπῆς καὶ τῆς συσκευῆς δὲν θὰ ὑπερβῇ τὰ 32 λεπτά. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου τοῦ ζητήματος οὐσιωδέστερον νομίζω τὸ ζήτημα τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ. Δὲν διαφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι δύνανται νὰ ὑπάρξουν καπνοκοπτήρια, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦσι δαπάνην ἀνωτέραν τῶν εἰσπράξεων, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα εἶναι ἀνάγκη νὰ διατηρηθῶσι καὶ αὐτὰ χάριν τῆς πλήρους ἐφαρμογῆς τοῦ φόρου. Ἂν ἡ διατήρησις τῶν τοιούτων καπνοκοπτηρίων πηγάζῃ ἐκ τῆς ἀρχῆς τῆς ὁμοιομόρφου ἐφαρμογῆς τῆς περὶ καπνοῦ νομοθεσίας, ταῦτα βεβαίως πρέπει νὰ διατηρηθῶσι. Δὲν ἔχει ὅμως οὕτω καὶ εἰς τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τοῦ καπνοκοπτηρίου Γαλαξειδίου, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ τῆς Ἀμφίσσης, ζητήσας νὰ δικαιολογήσῃ τὸ γεγονὸς, ὅτι τὸ καπνοκοπτήριον Ἀμφίσσης δὲν δίδει ἔσοδα ἀνάλογα τοῦ πληθυσμοῦ, τὸν ὁποῖον ὑπηρετεῖ, διὰ τοῦ ἰσχυρισμοῦ, ὅτι τὸ Γαλαξείδιον ὑπηρετεῖ μέρος τοῦ πληθυσμοῦ αὐτοῦ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι τὸ Γαλαξείδιον κεῖται εἰς θέσιν ὅλως ἀπόκεντρον, ἐνῷ ἡ Ἄμφισσα κεῖται ἐν τῷ κέντρῳ τῆς ἐπαρχίας Παρνασσίδος. Ἅπασα σχεδὸν ἡ ἐπαρχία Παρνασσίδος δὲν δύναται νὰ προμηθεύηται τὸν καπνὸν αὑτῆς ἐκ Γαλαξειδίου, ἀλλ’ ἐξ Ἀμφίσσης. Τοιοῦτον χαρακτῆρα παρουσιάζουσι καὶ τὰ ἄλλα καπνοκοπτήρια, ἅτινα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος ἀνέφερεν, ὡς π. χ. τὸ τῆς Βονίτσης καὶ τὸ τῆς Νάξου. Εἶναι δυνατὸν τὰ καπνοκοπτήρια ταῦτα, φυσικῶς καὶ ὁμαλῶς λειτουργοῦντα, νὰ δώσωσι μόνον τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἔδωκαν; Ἀλλ’ ἔχομεν τρανὰς ἀποδείξεις τοῦ λόγου, δι’ ὃν τὰ ἔσοδα ταῦτα εἶναι τοσοῦτον ἠλαττωμένα ἐν τοῖς καπνοκοπτηρίοις. Οὗτος δὲ εἶναι τὸ λαθρεμπόριον, καὶ τὸ λαθρεμπόριον οὐχὶ τὸ σύνηθες, ἀλλὰ τὸ εὐνοούμενον. Καὶ ὅτι εὐνοούμενον λαθρεμπόριον ὑπάρχει, μανθάνομεν πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀττικοβοιωτίας. Ἠκούσαμεν ἐπισήμως βεβαιούμενον, ὅτι εἷς Δήμαρχος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Λοκρίδος κατεδιώχθη τρὶς ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ. Ὁ αὐτὸς δὲ Δήμαρχος, συλληφθεὶς πρὸ ἑνὸς ἔτους ὡς λαθρέμπορος, ἀντὶ νὰ καταδικασθῇ καὶ τότε ὡς τοιοῦτος, ἀντὶ νὰ καταδιωχθῇ καὶ ποινικῶς, τί ἐγένετο; κατεμηνύθησαν δῆθεν αἱ ἀρχαὶ, αἱ συλλαβοῦσαι αὐτὸν, ὡς συκοφαντοῦσαι αὐτὸν, διότι τὸ λαθρεμπόριον δὲν εὑρέθη ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ Δημάρχου, ἀλλὰ παρ’ αὐτὴν, ἐν τῇ ὁδῷ· ἐπὶ τῇ βάσει δὲ μιᾶς τοιαύτης γελοίας καταγγελίας, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ 6 ἢ 7 μῆνας ἀνέβαλλε τὴν ἐπὶ τοῦ λαθρεμπορίου τούτου ἀπόφασιν αὐτοῦ.
§101ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν οὐδεμίαν πρὸς τὴν ἀπόφασιν ἔχει σχέσιν· ἁρμόδιον εἶναι τὸ Νομικὸν Συμβούλιον.
§102ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μήπως νομίζετε, ὅτι θεωροῦμεν τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ὡς σῶμα δικαστικὸν, ἀνεξάρτητον τῆς διοικήσεως;
§103ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως τοιοῦτον εἶναι· οὐδεμίαν ἐν τῇ ἐνεργείᾳ ταύτῃ ἐξάρτησιν ἔχει μὲ τὸ Ὑπουργεῖον.
§104ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐνῷ πρὸ μηνὸς ἀπηλλάγησαν τῆς κατηγορίας ταύτης αἱ ἀρχαὶ, ὁ λαθρέμπορος Δήμαρχος μένει πάντοτε τοιοῦτος ἐν τῇ θέσει του. Ὅταν βλέπωμεν τοιαῦτα παραδείγματα ἐπισήμου ἐξασκήσεως τῆς λαθρεμπορίας, δικαιούμεθα νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι καὶ ἐν Ἀμφίσσῃ καὶ ἐν Βονίτσῃ καὶ ἐν Νάξῳ καὶ ἐν πλείσταις ἄλλαις ἐπαρχίαις τὸ λαθρεμπόριον ἐκτελεῖται ὑποστηριζόμενον. Ἐφ’ ὅσον δὲ τοῦτο γίνεται, βεβαίως ὁ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ φόρος, ὁ ὁποῖος καὶ δίκαιος εἶναι καὶ λογικὸς, δὲν δύναται νὰ ἀποφέρῃ τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα δικαιούμεθα νὰ προσδοκῶμεν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν ταμιευτικὴν καὶ ὑπὸ τὴν κοινωνικήν. Εἶναι δὲ ἄδικον διὰ τοῦ φόρου τούτου νὰ φορολογῆται μέγα μέρος τῆς Ἑλλάδος, νὰ μένωσι δὲ ἀφορολόγητοι ὁλόκληροι ἐνίοτε ἐπαρχίαι. Ἡ πίστωσις δὲν πρέπει μόνον νὰ ἐπικριθῇ διὰ τοὺς λόγους τούτους, ἀλλὰ συνάμα καὶ διὰ τὸν ἄλλον λόγον, τὸν ὁποῖον ἠθέλησεν ἐκ τῶν προτέρων ν’ ἀποκρούσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὰς γενομένας δαπάνας εἴτε κανονικῶς, ὡς ἀπαιτουμένας ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς συσκευῆς τοῦ καπνοῦ, εἴτε ἀτάκτως, ὡς μὴ ἀπαιτουμένας ἐκ τῶν ἐργασιῶν τούτων, τὰς δαπάνας ταύτας δὲν τὰς ἐγνώρισε τώρα μόνον, διότι καὶ διὰ τὸ 1887 ἐζήτησε τοιαύτην ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν, καὶ διὰ τὸ 1888 ἐζήτησε παρομοίαν, καὶ διὰ τὸ 1889 ζητεῖ τοιαύτην· τὸ ποσὸν τῶν ζητουμένων πιστώσεων εἶναι σχεδὸν ὅμοιον δι’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν τούτων· ὤφειλεν ἑπομένως ν’ ἀναγράψῃ αὐτὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1890. Δὲν ἔπραξεν ὅμως τοῦτο, διότι ἤθελε νὰ ἀνακουφίσῃ εἰκονικῶς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον, χάριν σεβασμοῦ πρὸς τὴν σκιὰν τοῦ ἰσοζυγίου, καὶ οὐχὶ διότι δὲν ἐγνώριζεν αὐτό.
§105Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχω διὰ μακρῶν νὰ ἀγορεύσω, δὲν μοὶ ἐπιτρέπει δὲ ἡ παρεληλυθυῖα ὥρα, ἵνα ἐπιλάβωμαι τῆς ἐρεύνης τοῦ νομοσχεδίου τούτου περὶ πιστώσεως· χρεωστῶ ὅμως νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἀνέγνω σημείωσιν τινὰ, τῆς ὁποίας ὑποθέτω ὅτι ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην, περὶ τῶν δαπανῶν, περὶ ὧν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας ἐποιήσατο λόγον. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ 32 ἐργατῶν, ἀλλὰ μόνον περὶ 17, διότι 17 μόνον ἐσημείωσεν ὁ στενογράφος, παρὰ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλαβε τὴν σημείωσιν. Ὁ κατάλογος, τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς εἶχεν ὑπ’ ὄψει, περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου, ὁ κατάλογος δὲ οὗτος σημειοῖ ὡς ἀξίους παρατηρήσεως ἢ καταγγελίας 32 καὶ ὄχι 17.
§106ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ, ὅπως τὸν ἐξελέγξωμεν.
§107ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κατάλογος αὐτὸς δὲν συνετάχθη ὑπ’ ἐμοῦ, ἑπομένως δὲν γνωρίζω τὰ πρόσωπα, δύναμαι ὅμως νὰ ἀναγνώσω τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ. Τὰ πρόσωπα εἶναι ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Ἐκ τῶν σημειουμένων ὡς ἐργαζομένων ἐν τῷ καπνεργοστασίῳ Ἀθηνῶν ἀπὸ 16 μέχρι τέλους Φεβρουαρίου, ὁ ὑπ’ ἀριθ. 5 Β. Λέκας σημειοῦται ὅτι δὲν ἐργάζεται. Ὁ ὑπὸ τὸν ἀριθ. 18 Ἀθανάσιος Δημόπουλος, ὅτι εἶναι ἐνοικιαστὴς ἰχθύων ἐν τῷ δήμῳ Ἀθηναίων, καὶ δὲν ἐργάζεται. Ὁ ὑπὸ τὸν ἀριθ. 23 Β. Κουβαράκης, ὅτι εἶναι ἀκόλουθος τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ καπνεργοστασίου καὶ δὲν ἐργάζεται. Ὁ ὑπὸ τὸν ἀριθ. 34 Π. Παύλοβιτς, ὅτι ἐπαύθη ὡς λαθρέμπορος. Ὁ ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν 35 Ἰω. Παυλίδης, ὅτι εἶναι ἀκόλουθος τοῦ Βουλευτοῦ κ. Ζέγγελη, καὶ ἀσχολεῖται εἰς τὴν περισυναγωγὴν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ τῶν ὑπουργικῶν Βουλευτῶν, δὲν ἐργάζεται δ’ ἐν τῷ κοπτηρίῳ. Ὁ ὑπὸ τὸν ἀριθ. 47 Δημ. Μπογράκος, ὅτι δὲν ἐργάζεται ὡσαύτως, χρησιμεύων ὡς ὑπαρχηγὸς τῶν ἐν τοῖς θεωρείοις τῆς Βουλῆς ἐγκαθέτων. Ὁ ὑπὸ τὸν ἀριθ. 63 Νικόλ. Σουρῆς, ἀδελφὸς τοῦ Συντάκτου τοῦ «Ρωμηοῦ», μὴ ἐργαζόμενος. Ὁ ὑπὸ τὸν ἀριθ. 64 Ἀθ. Τζελέπης, ὅτι μισθοδοτεῖται οὐχὶ ἵνα ἐργάζεται, ἀλλ’ ἵνα παρευρίσκηται ἐν τοῖς διαδρόμοις τοῦ Βουλευτηρίου. Ὁ ὑπὸ τὸν ἀριθ. 73 Παναγ. Μιχαὴλ, ὅτι διατελεῖ μισθοδοτούμενος καὶ ὡς ὑπολογιστὴς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ ὑπὸ τὸν ἀριθ. 75 Ἰω. Πολιουδάκης, γνωστὸς διὰ τὰς σχέσεις του ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅτι εἶναι ὑπόδικος ἐν ταῖς φυλακαῖς. Ὁ ὑπὸ τὸν ἀριθ. 78 Κ. Ἀθηναῖος, ὅτι ἀπελύθη ὡς κλέπτης. Ὁ ὑπὸ τὸν ἀριθ. 81 Γ. Λιανομμάτης, ὅτι οὐδέποτε εἰργάσθη. Ὁ ὑπὸ τὸν ἀριθ. 86 Φ. Σαραμαντῆς, ὅτι τυγχάνει ὑπηρέτης τοῦ κ. Γ. Ἀναγνωστοπούλου. Ὁ ὑπὸ τὸν ἀριθ. 91 Ν. Θεοδώρου, ὅτι εἶναι σύντροφος τοῦ Πολιουδάκη. Ὁ ὑπὸ τὸν ἀριθ. 94 Κ. Σούτας, ὅτι δὲν ἐργάζεται, διότι εἶναι ἀνίκανος. Ὁ ὑπὸ τὸν ἀριθ. 95 Γ. Κωβαῖος, ὅτι ἀπελύθη ἐπὶ καταχρήσει. Ὁ ὑπὸ τὸν ἀριθ. 96 Εὐάγγ. Μπογιατζόπουλος, ὅτι δὲν ἐργάζεται ἐν τῷ κοπτηρίῳ, τυγχάνων ὑπηρέτης ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ὁ ὑπὸ τὸν ἀριθ. 97 Σωτ. Κωστάκης, ὅτι δὲν ἐργάζεται, τυγχάνων μαθητής, εἶναι δὲ ὁ υἱὸς τοῦ Νομάρχου Κωστάκη. Ὁ ὑπὸ τὸν ἀριθ. 99 Π. Περιβολαράκης, ὅτι δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἐργάτης ἐν τῷ κοπτηρίῳ, ὢν ἄλλοτε καφφεπώλης. Ὁ ὑπὸ τὸν ἀριθ. 100 Ξ. Κουκουλιώτης, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐργάζηται ὡς ἐργάτης, τυγχάνων φοιτητὴς τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς. Ὁ ὑπ’ ἀριθ. 104 Β. Παυλάκης, ἀδελφὸς τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 35 Ἰω. Παυλίδου, τυγχάνει ἀκόλουθος τοῦ ὑπαλλήλου Θ. Σακελλαρίου, ὡς ἐκεῖνος τοῦ Βουλευτοῦ κ. Ζέγγελη. Ὁ ὑπ’ ἀριθ. 106 Ἰω. Μπογράκος δὲν δύναται νὰ ἐργασθῇ, ἀσχολούμενος εἰς θορύβους ἐν τῇ πόλει καὶ ἐν τοῖς θεωρείοις τῆς Βουλῆς. Ὁ ὑπ’ ἀριθ. 107 Ξεν. Μαυρομμάτης, ὅτι δὲν ἐργάζεται, τυγχάνων φοιτητὴς τῆς Ἰατρικῆς. Ὁ ὑπ’ ἀριθ. 114 Δημ. Γκίγκιζας, ὅτι δὲν ἐργάζεται, τυγχάνων ἀνεψιὸς τοῦ ἀστυνόμου Γκίγκιζα. Ὁ ὑπ’ ἀριθ. 124 Γ. Μυλωνάκος, ὅτι οὐδέποτε εἰργάσθη. Ὁ ὑπ’ ἀριθ. 132 Θεόδ. Σακελλαρόπουλος, ὅτι δὲν ἐργάζεται, τυγχάνων μαθητὴς Γυμνασίου. Ὁ ὑπ’ ἀριθ. 141 Γ. Πολιουδάκης, ὅτι οὐδέποτε εἰργάσθη, ἀσχολούμενος εἰς θορύβους ἐν τῇ πόλει καὶ ἐν τοῖς διαδρόμοις τοῦ Βουλευτηρίου. Ὁ ὑπ’ ἀριθ. 143 Δημ. Σαραμαντῆς, ἀδελφὸς τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 86 Φ. Σαραμαντῆ, τυγχάνοντος ὑπηρέτου τοῦ κ. Γ. Ἀναγνωστοπούλου, ὅτι οὐδ’ αὐτὸς ἐργάζεται. Ὁ ὑπ’ ἀριθ. 145 Ἐμμ. Δεβελάκος δὲν ἐργάζεται, τυγχάνων καφφεπώλης ἐν Πειραιεῖ. Ὁ ὑπ’ ἀριθ. 169 Ν. Τζάνες, ὅτι δὲν ἐργάζεται, τυγχάνων μαθητής, εἶναι δ’ ἀνεψιὸς τοῦ ὑπουργικοῦ Βουλευτοῦ κ. Τζάνε. Ὁ ὑπ’ ἀριθ. 189 Γ. Λέκας, ὅτι δὲν ἐργάζεται, ὢν χωλός. Ὁ ὑπ’ ἀριθ. 194 Ἄγγελος Σιγάλας, ὅτι οὐδ’ αὐτὸς ἐργάζεται, διότι εἶναι ὁ γνωστὸς ἐν τῇ πόλει ἐκ Θήρας ἀγορητής. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε προσέτι, ὅτι εἷς μόνος εἶναι εἰς τὸ γραφεῖον, ὅτι ἕνα μόνον ἀνέφερεν. Ἐζήτησα τὴν σημείωσιν, ἥτις σημειοῖ, ὅτι ὑπῆρχον γραφεῖς ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ καπνοκοπτηρίου.
§108ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν λέγει γραφεῖς· εἰργάζοντο ἐν τῷ γραφείῳ ὡς ὑπηρέται.
§109ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν τῷ γραφείῳ.
§110ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μόνος ὁ Κωστάκης ὡς γραφεύς, οἱ ἄλλοι ὡς ὑπηρέται.
§111ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ νόμος δὲν διορίζει ὑπηρέτας τῶν καπνοκοπτηρίων, ἔχει ὑπαλλήλους καὶ ὑπηρέτας μονίμους· ἐκτὸς αὐτῶν εἶναι τὸ τακτικὸν προσωπικόν, τὸ ὁποῖον ἐργάζεται εἰς τὴν κοπὴν καὶ τὴν συσκευὴν τοῦ καπνοῦ. Αὐτοὶ οἱ πέντε ἀπελύθησαν, ἀλλ’ ἀπελύθησαν τὴν 21 Μαρτίου. Διατί; Διότι τὴν 19 Μαρτίου ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἐγένετο ἐπερώτησις, καὶ ἐζητήθη ὁ κατάλογος τοῦ προσωπικοῦ τῶν καπνοκοπτηρίων, καὶ τότε ἔσπευσεν ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ἀπέλυσε τοὺς πέντε αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι δὲν εἰργάζοντο. Ἀνέγνων τὸν κατάλογον τοῦτον, ἵνα δώσω ἀφορμὴν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μὴ περιορισθῇ μόνον εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν 17, ἀλλὰ νὰ ἐξετάσῃ καὶ περὶ τῶν 32, καὶ νὰ δώσῃ περὶ τούτων πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, καθ’ ἣν θέλω ἀγορεύσει διὰ μακρῶν.
§112ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ ὁ κατάλογος.
§113Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Διὰ τοῦτο προτείνω τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ζητήσω τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς.
§115ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
| Χαρ. Τρικούπης | Ο | Ἀνδρ. Αὐγερινός | Ο |
| Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Ἀντ. Ρικάκης | |
| Γ. Σισμάνης | Ο | Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ν |
| Δ. Βουλπιώτης | Ο | Ἰω. Κρεστενίτης | |
| Ἀθ. Ἴσκος | Ν. Κουμανιώτης | ||
| Ν. Καλαντζόπουλος | Ο | Χρ. Στεφανόπουλος | Ο |
| Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Ἀλέξ. Ζαΐμης | Ν | |
| Μ. Γουλιμῆς | Ο | Ἀριστ. Κοντογούρης | |
| Μ. Ἰατρίδης | Ν. Καλογερόπουλος | Ο | |
| Δ. Χατζόπουλος | Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | ||
| Γεώργιος Μίλησης | Ν. Παπανικολάου | ||
| Σπυρίδων Νοταρᾶς | Ν. Καφετζόγλους | Ο | |
| Γεώργιος Κούστας | Ἰω. Πεζᾶς | ||
| Ἀλέξανδρος Ἀντωνόπουλος | Ο | Κων. Σινέλης | Ο |
| Σωτήριος Δανόπουλος | Ο | Βασίλ. Βουδούρης | Ο |
| Ἀναστ. Δημητριάδης | Ο | Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Ο |
| Μιχαὴλ Νικηφοράκης | Ο | Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο |
| Δημήτριος Πετρίδης | Ἀναστ. Ε. Λούντζης | Ο | |
| Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | Διον. Λομβάρδος | Ο | |
| Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Ν | Γεώργ. Θεοτόκης | Ο |
| Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Κωνστ. Βασιλάκης | ||
| Χρ. Χρηστόπουλος | Ν | Ἀντ. Καποδίστριας | |
| Φίλιππος Βάρβογλης | Ν. Βασιλάκης | ||
| Ἡλίας Φλέσσας | Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | ||
| Κων. Κωνσταντόπουλος | Πολυχρ. Π. Κωνσταντᾶς | ||
| Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Σπυρ. Ἀλαμάνος | ||
| Παναγιώτης Μανέτας | Θεόφιλος Προβατᾶς | ||
| Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος | Γ. Σκάρπας | Ο | |
| Ἡλίας Παλαμήδης | Ο | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | |
| Κωνστ. Κατσικόπουλος | Ἀγαμέμνων Μεταξᾶς | Ο | |
| Δ. Ζέγγελης | Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Ο | |
| Δημ. Ν. Βότσαρης | Ο | Νικόλ. Βαλσαμάκης | |
| Κωνστ. Γ. Καραπάνος | Γεράσιμος Μουσούρης | Ο | |
| Γεώργιος Χ. Παχὺς | Ο | Παναγ. Βενιεράτος | |
| Στέφανος Δραγούμης | Ο | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | |
| Δημ. Γ. Ράλλης | Γεώργιος Κόρπας | ||
| Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας | Ο | Στέφανος Σκουλούδης | Ο |
| Φωκίων Νέγρης | Ο | Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ο |
| Ἰω. Α. Γεωργαντᾶς | Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ο | |
| Νικόλ. Μπουφίδης | Ο | Νικόλ. Νομικός | Ο |
| Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ο | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ο |
| Δημ. Καλλιφρονᾶς | Γεώργιος Μπούμπουρας | Ο | |
| Νιχ. Λεβίδης | Λωρέντζος Δελαρόκας | ||
| Ὄθων Μακρυγιάννης | Ο | Δημοσθένης Καΐρης | Ο |
| Τρύφ. Μουτσόπουλος | Νικόλ. Κρίσπης | Ο | |
| Θάνος Κανακάρης | Ο | Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς | |
| Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Ἰω. Γκιὼν | Ο | |
| Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ν | Κωνστ. Κοσσονάκος | Ο |
| Δ. Φωτήλας | Ο | Γεώργ. Μαυρομιχάλης | |
| Ἀριστ. Πετροπουλάκης | Ν. Καράπαυλος | Ο | |
| Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ο | Ἀσημάκης Χρηστόπουλος | |
| Νικήτας Βαρβιτσιώτης | Ο | Εὐστάθιος Κοκκέβης | Ο |
| Λεων. Καπετανάκος | Ο | Δημήτριος Κάρτσωνας | |
| Ξανθὸς Πικουλάκης | Δημήτριος Π. Γουδῆς | Ο | |
| Γ. Πετροπουλάκης | Ν | Σ. Χατζηγάκης | |
| Κ. Παπαμιχαλόπουλος | Ν | Κ. Ζωγλοπίτης | Ο |
| Ἰωάνν. Καρτάλης | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ο | |
| Ἀρ. Κανταρτζῆς | Ο | Γ. Φραγκίδης | Ο |
| Εὐάγ. Σταμούλης | Ο | Α. Τακιατζῆς | Ο |
| Ν. Κοκωσλῆς | Γ. Τάκης | ||
| Ἰω. Παπαδόπουλος | Ο | Ν. Ταρμπάζης | |
| Κ. Μαρκίδης | Ο | Ζη. Φαλιάγκας | |
| Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ο | Σταμάτιος Μπουντούρης | Ο |
| Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ο | Θεόδωρος Γκίκας | Ο |
| Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ο | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | Ο |
| Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ο | Κ. Χαλκιόπουλος | Ο |
| Ἀχ. Λογιωτάτου | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ο | |
| Σωτ. Σωτηρόπουλος | Ν. Κοντογιάννης | ||
| Κ. Κουμουνδοῦρος | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο | |
| Περικλῆς Πεῤῥωτῆς | Γ. Λιδωρίκης | ||
| Δημήτριος Τζάνες | Ο | Κ. Χατζῖσκος | Ο |
| Περικλῆς Μποῦτος | Ο | Δ. Ζουλούμης | |
| Παναγιώτης Σάκκης | Ν | Κ. Ἀναγνωστόπουλος | Ν |
| Νικόλ. Παπαλέξης | Ο | Θεμιστ. Κανάρης | Ν |
| Νικόλ. Μισυρλῆς |
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς ἀπεῤῥίφθη διὰ ψήφων 74 κατὰ 10, ἐπὶ ψηφοφορησάντων ἐν ὅλῳ 84. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψηφοφορεῖται τὸ σύνολον. Ἔχει τις τὸν λόγον;
§119Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη, θ’ ἀγορεύσω διὰ μακρῶν εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτων πιστώσεων ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890 ἐκ δραχμῶν 625,000).
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτων πιστώσεων ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890 ἐκ δραχμῶν 5,285,520 καὶ περὶ συνομολογήσεως δανείου ἴσου ποσοῦ.
§121Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ὥρα πλέον παρῆλθε, κύριε Πρόεδρε.
§122ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὔριον, αὔριον (θόρυβος).
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβάλλετε ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας;
§124ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Μάλιστα. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κ. κ. Βουλευτῶν).
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ· παρόντες 76. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτων πιστώσεων ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890 ἐκ δραχμῶν 5,285,520 καὶ περὶ συνομολογήσεως δανείου ἴσου ποσοῦ).
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1.
§127ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§128ΠΛΑΚΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀναίδεια!
§129ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ ὥρα εἶναι 10½· ἀπὸ τῆς 5ης συνεδριάζομεν.
§130ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Τώρα ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος.
§131ΛΕΒΙΔΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§132ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγένετο ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας. Θ’ ἀναγνωσθῇ πρῶτον ὁ κατάλογος.
§133ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα, ἔφερα ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔλθετε ὡς ψηφολέκτης.
§135ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἐπιβλέπω ἐντεῦθεν.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔλθετε εἰς τὸ Προεδρεῖον. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κκ. Βουλευτῶν, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Λεβίδου).
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 76. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον καὶ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτων πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 61,708:85 ἐπὶ τῆς χρήσεως 1890. Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ αὐτοῦ καὶ τὸ ἄρθρον 1 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2.
§140Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ τώρα.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί εἴπετε;
§142Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, φέρω ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας (ἱλαρότης).
§143ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἕν νομοσχέδιον, μία ἔνστασις.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν ὡς ψηφολέκτου τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Πετροπουλάκη).
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ· παρόντες 76. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου).
§146ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (εἰσερχόμενος εἰς τὴν αἴθουσαν). Τί συζητεῖτε, κύριε Πρόεδρε; (ἱλαρότης).
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεγνώσθη τὸ 2ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτων πιστώσεων ἐκ δρ. 61,708:85 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1890.
§148ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐνόμιζον, ὅτι κατὰ τὴν 10ην ὥραν τῆς νυκτὸς ἤθελεν ἀναβληθῆ ἡ συζήτησις τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων νομοσχεδίων, ὅπως κατὰ τὸ σύνηθες, καὶ δὲν ἤμην παρὼν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προηγουμένου νομοσχεδίου. Εἶχον δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἁπλοῦς σεβασμὸς πρὸς τὰ δικαιώματα τοῦ Κοινοβουλίου ἤθελεν ἐμποδίσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, περὶ οὗ φάκελλος ὀγκωδέστατος τῶν ζητηθεισῶν πληροφοριῶν κατετέθη μόλις σήμερον. Τὸν φάκελλον τοῦτον δὲν ἠδυνήθη ἡ Βουλὴ ν’ ἀναγνώσῃ, οὔτε γνῶσιν αὐτοῦ νὰ λάβῃ. Ἐπειδὴ δὲ σχετίζονται τὰ νομοσχέδια ταῦτα, θὰ φέρω τὸν λόγον ἐπ’ ἀμφοτέρων.
§149ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐψηφίσθη ἤδη τὸ ἕν.
§150ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἄς ἐψηφίσθη.
§151ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑπάρχει Κανονισμὸς, τὸν ὁποῖον ὀφείλετε νὰ σεβασθῆτε.
§152ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Σέβομαι τὸν Κανονισμὸν πλειότερον ἀπ’ ὅσον ὑμεῖς σέβεσθε τὰ δικαιώματα τοῦ Κοινοβουλίου. Αἱ δύο πιστώσεις τῶν 625,000 καὶ τῶν 5,000,000 σχετίζονται.
§153ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐψηφίσθησαν καὶ αἱ δύο.
§154ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐψηφίσθη ἡ πίστωσις τῶν 5,000,000;
§155ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφίσθη. Ἤδη εἴμεθα εἰς τὸ 2ον ἄρθρον τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6 ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένου νομοσχεδίου.
§157ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ τοῦτο ἐμπεριέχει ἔργα ἀναφερόμενα εἰς τὸ νομοσχέδιον τῶν 5,000,000, τὸ ψηφισθέν.
§158ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐψηφίσθη εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, ὥστε δὲν σᾶς ἀφῃρέθη δικαίωμα. Ἔχετε τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ἵνα ὁμιλήσητε.
§159ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ ζητεῖται πίστωσις διὰ ξυλείαν χορηγηθεῖσαν εἰς τοὺς ἐκ σεισμοῦ παθόντας Αἰγιεῖς.
§160ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα· τὰ ἔγγραφα πάντα εἶναι εἰς χεῖρας τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Κατετέθησαν ἅπαξ, κατετέθησαν δίς, τέλος δὲ κατετέθησαν καὶ σήμερον τὸ τρίτον μετὰ συμπληρωτικοῦ πίνακος, ὁ ὁποῖος δεικνύει εἰς ποίους ἐμπόρους τῆς Τεργέστης ἐμετρήθησαν αἱ 101,000 δραχμῶν διὰ τὴν ξυλείαν.
§161ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω ἄλλην λεπτομέρειαν. 101,000 δραχμῶν ἐπληρώθησαν· διατὶ ζητεῖται πίστωσις 103,004;
§162ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐδῶ ἔχομεν τὸ ἔνταλμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐπ’ ὀνόματι τῆς διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης 101,288:52: «ἀπόδοσις εἰς τὸν ἐν Τεργέστῃ Γενικὸν Πρόξενον τῆς Ἑλλάδος», καὶ εἶναι συνημμένα καὶ τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα. Δὲν πρόκειται δὲ μόνον περὶ 103,000, ἀλλὰ περὶ 143,000, διότι τὸ ὑπόλοιπον ἀνάγεται εἰς τοὺς ἐν Ἀγρινίῳ παθόντας.
§163ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ζητεῖται πίστωσις διὰ τὸ Αἴγιον μόνον 103,000, ἐνῷ εἶναι μόνον 101,000.
§164ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ αἱ ὑπόλοιποι δύο χιλιάδες εἶναι βεβαίως σημειωμέναι εἰς τὸ σημείωμα, τὸ ἐν χερσὶ τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§165ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν περιέχει 103,000 δραχμάς.
§166ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ λέγω ὅτι περιέχει.
§167ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠγοράσατε ξυλείαν 103,000 δραχμῶν, καὶ ἠδυνάμην νὰ σᾶς δείξω, ποῦ εἶναι τὸ περιπλέον, ἀλλὰ θέλω νὰ τὸ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§168ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὰς συζητήσεις νομίζω ὅτι ἀπαιτεῖται ὀλίγη τις ἁβρότης. Πρόκειται περὶ ὑποθέσεως, ἥτις συνεζητήθη ἤδη δὶς, ἔδωκα δὲ πάσας τὰς πληροφορίας πρὸ μηνῶν ὁλοκλήρων, ἠναγκάσθην νὰ ἐπαναφέρω πάλιν τὰς πληροφορίας, καὶ σήμερον πάλιν κατέθηκα αὐτὰς, παραδοὺς τρία σημειώματα εἰς τὸν κ. ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ζητεῖται νῦν μία λεπτομέρεια. Θέλω σᾶς δώσει ταύτην εὐθὺς ὡς παρατηρήσω, ἀλλ’ ἂς ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ θέλετε τὴν ἔχει μετὰ 5 λεπτά.
§169ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἁβρότητος, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συστήσῃ αὐτὴν εἰς ἑαυτὸν καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὸν ἀκολουθοῦσιν, οἱ ὁποῖοι ἐκάγχαζον πρὸ ὀλίγου.
§170ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἰδού· περιλαμβάνονται καὶ οἱ τόκοι. Τὸ ἐγνωρίζετε τοῦτο....
§171ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Σᾶς ἠρώτησα, διατὶ ἀντὶ 101,000 ζητεῖτε 103,000.
§172ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἠθελήσατε νὰ ὠφεληθῆτε ἐκ τούτου, ὅτι ἔλειπον ἐκ τῶν χειρῶν μου τὰ ἔγγραφα· ἀλλ’ ἰδοὺ, τὸ ἐνθυμήθην.
§173ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἴχετε ἀνάγκην τῶν ἐγγράφων, διότι εἶναι ἐντὸς τῆς πιστώσεως γεγραμμένη ἡ λεπτομέρεια αὕτη.
§174ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι ἄξια Βουλευτῶν ταῦτα.
§175ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι ἄξια Ὑπουργῶν· διότι, ὅταν θέλητε σπουδαίως νὰ ἐργάζησθε, ὀφείλετε νὰ ἔχητε τοὐλάχιστον τὴν πρέπουσαν ἁβρότητα σεῖς καὶ οἱ περὶ ὑμᾶς, νὰ γνωρίζητε δὲ τὰς λεπτομερείας τῶν νομοθετημάτων, ἅτινα ὑποβάλλετε, καὶ τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας ζητεῖτε. Ἡ Κυβέρνησις δὲ, ἥτις εἶχε χρήματα διαθέσιμα, δι’ ὧν ἠδύνατο νὰ πληρώσῃ τὴν ξυλείαν, διατὶ ἐπλήρωσε ταῦτα διὰ τῆς Τραπέζης, ἥτις ὑπελόγιζεν εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο τόκον πρὸς 7%, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠμέλησε νὰ ἐξοφλήσῃ τὸν λογαριασμὸν αὐτὸν ἐγκαίρως;
§176ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὴν παρατήρησιν ταύτην εἶχεν ἤδη ἀποτείνει πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ εἰς ταύτην ἐδόθη ἀπάντησις πρὸ 6 μηνῶν, καὶ ἀντιπαρετηρήσαμεν τότε, ὅτι ἡ δαπάνη πρὸς ἀγορὰν συναλλάγματος ἤθελεν εἶσθαι πολὺ μεγαλειτέρα ἢ ἂν ἐποιούμεθα τὴν ἀποστολὴν τῶν χρημάτων διὰ τῆς Τραπέζης.
§177ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διαφορὰν συναλλάγματος ἐπλήρωσεν ἡ Κυβέρνησις, ἴσως δὲ καὶ ἀνωτέραν, ὅταν ἐπλήρωσε τὰ παρὰ τῆς Τραπέζης πληρωθέντα. Ὁμολογήσατε τοὐλάχιστον, ὅτι ἠμελήσατε, ἢ ὅτι ἐλησμονήσατε νὰ πληρώσητε τὸ ποσὸν τοῦτο ἐγκαίρως.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίῤῥησις;
§179ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐν τῷ φυλλαδίῳ τῶν πιστώσεων, ἐν ᾧ ὑπάρχει τὸ νομοσχέδιον, τὸ περὶ χορηγίας ἐκτάκτων πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 61,708,085, εὕρηται καὶ ὁ πίναξ τῶν γενομένων δαπανῶν. Ἐπὶ τῷ πίνακι τούτῳ παρατηρῶ, ὅτι σημειοῦται διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν ὑδραγωγείων ποσὸν 20,000 δραχμῶν, ὡς φαίνεται δὲ ἐκ τῆς σελίδος 44 τοῦ φυλλαδίου, ἡ πίστωσις ζητεῖται διὰ τὴν γενομένην ἐκκαθάρισιν τοῦ ὑδραγωγείου Τσακμάκου, ὅπερ εἶναι ὄπισθεν τοῦ ἀνακτορικοῦ κήπου, καὶ βαίνει πρὸς τὴν θέσιν Γουδί. Εἶχον ἐρωτήσει ἄλλοτε τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τίνες εἰσὶν αὗται αἱ ἐργασίαι ἐν τῷ ὑδραγωγείῳ Τσακμάκου, διότι ἠκούομεν καθ’ ἑκάστην, ὅτι ἐγίνοντο ἐργασίαι, ὅτι προσπάθεια καταβάλλεται πρὸς ἀνεύρεσιν ἐκεῖθεν ὕδατος διὰ τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, καὶ ἐν τούτοις ἡμεῖς γνωρίζομεν, ὅτι ὕδωρ δὲν ὑπάρχει ἐπαρκές. Εἶχον δὲ παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ φέρῃ σημείωσιν, ποῦ ἐδαπανήθη τὸ ποσὸν τοῦτο, καὶ πόσον ποσὸν ὕδατος ἀπεκτήθη ἐκ τοῦ ὑδραγωγείου τούτου ὑπὲρ τῶν κατοίκων Ἀθηνῶν, ἀλλ’ εἰσέτι ἡ σημείωσις αὕτη δὲν ἦλθεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἑπομένως ζητῶ τὴν ἀναβολὴν τῆς ψηφίσεως τῆς πιστώσεως, τούτου τοῦ λόγου ἕνεκα. Διότι ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, πῶς, ἐνῷ ἔχομεν τὸ θάῤῥος νὰ κραυγάζωμεν καθ’ ἑκάστην, ὅτι ἐργαζόμεθα πρὸς ἐπαύξησιν τοῦ ὕδατος τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, ἡμεῖς δὲ γνωρίζομεν, ὅτι ἀποθνήσκομεν τῆς δίψης, πῶς ζητεῖται πίστωσις 20,000 δραχμῶν δι’ ἐκκαθάρισιν ὑδραγωγείου, ἐξ οὗ ἀσήμαντός τις ποσότης ὕδατος ἀπεκτήθη. Ἀντὶ δὲ νὰ φέρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς πληροφορίας, πρῶτον ὁποῖον ἀποτέλεσμα ἔδωκεν ἡ ἐργασία αὕτη γενικῶς, καὶ ἔπειτα σημείωσιν περὶ τῆς ποσότητος τοῦ ὕδατος, ἥτις εὑρέθη ἐκ τῆς δῆθεν ἐκκαθαρίσεως τοῦ ὑδραγωγείου τούτου, ἐζητήθη καὶ πίστωσις ἀκόμη ἔκτακτος ἐξ 22,000 δραχμῶν πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν, καὶ χθὲς ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 141,760:35, ἐν τῇ αἰτιολογικῇ τοῦ ὁποίου ἐκθέσει (ἐν σελίδι 2) θέλετε εὕρει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὑπὸ τὸ κεφάλαιον 22, ἄρθρον 4 τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐχορηγήθη πίστωσις ἐκ δραχ. 20,000 πρὸς ἐκκαθάρισιν τοῦ ὑδραγωγείου Τσακμάκου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπαρουσιάσθη ἀνάγκη νὰ ἐπεκταθῶσιν αἱ ἐργασίαι εἰς πολὺ μεγαλειτέραν ἀπόστασιν ἀπὸ τῆς ἀρχικῶς ὑπολογισθείσης καὶ καταλήξωσι μέχρι τῆς θέσεως Γουδὶ, πρὸς δὲ νὰ ἐκτελεσθῆ καὶ τοιχοποιΐα διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν ἕνεκα παλαιότητος βεβλαμμένων μερῶν τοῦ ὑδραγωγείου, ἐδαπανήθη πρὸς τοῦτο ποσὸν ἐκ δραχ. 42,000, ἑπομένως ὀφείλονται ἔτι δραχμαὶ 22,000». Ζητεῖται λοιπὸν νῦν νὰ ἐγκρίνωμεν τὴν δαπάνην 22,000 δραχμῶν, καὶ 20,000 αἱ πρότερον, 42,000 ἐν ὅλῳ! Ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς νομίζει, ὅτι δὲν εἶναι ὑπόχρεως, ὅταν ἐρωτᾶται, νὰ φέρῃ σημείωσιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐργασίας ταύτης. Ἐὰν βεβαίως ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν εἶχε πληθώραν ὕδατος, ἴσως ἤθελεν εἶσθαί τίς πως δεδικαιολογημένος, λέγων, ὅτι περὶ τοσοῦτον εὐτελῶν ποσῶν δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ καταγινώμεθα. Ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, ἐλλείποντος ἐντελῶς ὕδατος, δαπανῶμεν 42,000 δραχ. διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν μικροτάτου ὑδραγωγείου, καὶ ὅταν ζητῶμεν μὲν ἡμεῖς, ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ φέρῃ πληροφορίας πόσον ὕδωρ εὗρεν, οὗτος δὲ ἀρνῆται, νομίζω, ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ζητήσω τὴν ἀναβολὴν τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, μέχρις ὅτου ἔλθωσιν αἱ πληροφορίαι αὗται.
§180ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἔφερα τὰς πληροφορίας καὶ τὰς κατέθηκα προχθὲς,—δὲν ἦσθε, φαίνεται, παρών—ἀνεγνώσθησαν αἱ πληροφορίαι ἀκριβῶς κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἐμνημονεύσατε· ἀνεγνώσθη, διότι ῥητῶς ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας, πρᾶξις καταμετρήσεως τοῦ ὕδατος, γενομένης τῇ 17 Μαΐου 1889, πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν, καὶ ἐκ τῆς ὁποίας ἀπεδεικνύετο τὸ καὶ γνωστὸν ἄλλως τε, ὅτι εἰς 360 δράμια ἀνήρχετο τότε τὸ ὕδωρ· ἡ πρᾶξις φέρει τὰς ὑπογραφὰς τοῦ Διευθυντοῦ τῶν δημοσίων ἔργων, τῶν νομομηχανικῶν κκ. Σούτσου καὶ Χρυσοχόου, καὶ τῶν μελῶν τοῦ συμβουλίου τῆς Μονῆς Ἀσωμάτων. Μετὰ ταῦτα δὲν ἔχομεν καταμέτρησιν τῇ 11 Αὐγούστου 1889, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσα ὁλόκληρον πρὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ὕδωρ ἀνήρχετο εἰς 3 ὀκάδας καὶ 300 δράμια. Κατὰ δὲ τὴν 15 Φεβρουαρίου 1890 ἐγένετο νέα καταμέτρησις ὑπὸ τῶν μηχανικῶν κκ. Σούλη, ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοσίων ἔργων, Σούτσου καὶ Χρυσοχόου, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ὕδωρ ἀνήρχετο εἰς 3 ὀκάδας. Ἰδοὺ λοιπὸν ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἀναγνωσθέντων προηγουμένως ἐγγράφων, ὅτι τὸ ὕδωρ, τὸ ὁποῖον ἦτο κατ’ ἀρχὰς 360 δράμια, ἀνήρχετο κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1890 εἰς τρεῖς ὀκάδας ἀκριβῶς.
§181ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγώ, καίτοι συνήθως δὲν ἀπουσιάζω τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, πιθανὸν καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. Ὑπουργός, ὡς λέγει, ἀνέγνω τὴν σημείωσιν, νὰ ἀπουσίαζον. Καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἔπραξε τοῦτο, ἀφοῦ βεβαιοῖ αὐτὸ ἐπισήμως. Ἀλλ’ ἐγὼ εἶχον ζητήσει, ὅπως αἱ πληροφορίαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κατατεθῶσι καὶ δημοσιευθῶσιν, ὥστε πάντες οἱ Βουλευταὶ νὰ λάβωμεν γνῶσιν αὐτῶν· διότι τὸ σύστημα τῆς ἀναγνώσεως τῶν πληροφοριῶν ἐκ μέρους τῶν κυρίων Ὑπουργῶν νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι τὸ ἀσφαλέστερον, καὶ ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις πρόχειρος σήμερον. Πιθανὸν κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν νὰ ἐξῆλθον ἐπὶ 5 ἢ 10 λεπτὰ τῆς αἰθούσης καὶ νὰ μὴ ἤκουσα τὰς πληροφορίας. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ἐπειδὴ ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει μου ἐδόθησαν αἱ πληροφορίαι αὗται, ἐγὼ δὲ δὲν ἤμην παρών, ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐὰν ἤθελε νὰ ἦναι ἐν πρέποντι, ὤφειλεν ὁ ἴδιος νὰ ζητήσῃ τὴν ἐκτύπωσιν αὐτῶν. Ἀληθῶς, ἀφοῦ βεβαιοῖ, ὅτι ὑπάρχει ἔκθεσις τῶν μηχανικῶν, ἀναφέρουσα τὴν ποσότητα τοῦ ὕδατος, παραδέχομαι, ὅτι ἡ ποσότης εἶναι ἡ βεβαιουμένη. Σημειωτέον ὅμως, ὅτι πλανᾶται εἰς ἓν ζήτημα ὁ κ. Ὑπουργός. Ἄλλο εἶναι τὸ ὑδραγωγεῖον τοῦ Τσακμάκου καὶ ἄλλο τὸ τοῦ Γουδί. Ἡ δὲ πίστωσις τῶν 42,000 δραχμῶν κατὰ τὰς αἰτιολογικὰς ἐκθέσεις ἐζητήθη διὰ τὸν ἐκκαθαρισμὸν τοῦ ὑδραγωγείου Τσακμάκου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, προκειμένου περὶ ζητήματος πιστώσεως περὶ τοῦ ὕδατος Ἀθηνῶν, δύναμαι νὰ ὑπενθυμίσω καὶ ὅσα πρό τινων ἡμερῶν εἶπον. Ἠκούσαμεν, ὅτι μελέται γίνονται περὶ τῆς μεταφορᾶς ὕδατος, 400 νομίζω ὀκάδων, ἐκ τῆς Στυμφαλίδος λίμνης. Ἠκούσαμεν δὲ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, λέγοντος, ὅτι ἔμελλε προχθὲς ἢ ἀντιπροχθὲς νὰ καταθέσῃ τὰς περὶ τούτου πληροφορίας, ἃς ἡμεῖς ἐζητήσαμεν. Ἔλεγεν, ὅτι εἶχεν ἑτοίμην τὴν ἐργασίαν, καὶ ὅτι δὲν λείπουσιν ἢ ὀλίγα τινά, ἅτινα θέλουσι συμπληρωθῆ, καὶ θέλει ὑποβληθῆ καὶ ὁλόκληρος αὕτη ἡ ἐργασία. Ἀλλὰ μέχρι σήμερον δὲν γνωρίζω, ἐὰν κατετέθη ἡ περὶ Στυμφαλίας ἐργασία. Μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν κατετέθη. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη εἶναι τοσοῦτο μεγάλη, τοσοῦτο ποικίλη καὶ τοσοῦτο σπουδαία, ὥστε βεβαίως δὲν ἱκανοποιοῦνται αἱ παροῦσαι καὶ ἐπικείμεναι ἀνάγκαι τῆς πόλεως Ἀθηνῶν μὲ τὴν ὑπόσχεσιν τῶν κκ. Ὑπουργῶν, ὅτι θέλουσι φέρει εἰς τὰς Ἀθήνας ὁλόκληρον ποταμὸν ὕδατος. Εὐτυχῶς προχθὲς ἀνεγίνωσκον ἐν τῷ «Αἰῶνι» τῆς δημοτικῆς περιόδου κύριον ἄρθρον, οὗτινος ὁ ἐπίλογος μάλιστα ἐκθειάζει τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἐν δὲ τῷ ἄρθρῳ αὐτῷ ἀνελύετο ἡ ὑπόθεσις τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας. Ἐκεῖ, ὡς παρετήρησα, ὁ κ. Δήμαρχος, ὅστις εἶναι καὶ ὁ συντάκτης τοῦ ἄρθρου τούτου, ἰσχυρίζεται, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ εἰς τὰς Ἀθήνας ὕδωρ ἀντὶ 65,000,000 δραχ. ποσότητος 400 καὶ ἐπέκεινα ὀκάδων. Βεβαίως ἡμεῖς οὔτε τὴν πεῖραν οὔτε τὰς εἰδικὰς γνώσεις ἔχομεν, ἵνα ἰσχυρισθῶμεν τὸ ἐναντίον. Δυνατὸν δι’ 65,000,000 δρ. νὰ ἔλθῃ τῷ ὄντι ὁλόκληρος ποταμὸς. Ἀλλὰ βεβαίως τὰ ἀκουσθέντα κατ’ αὐτὰς, ἐνῷ εἰσερχόμεθα εἰς τὸ θέρος, ὅτι δῆθεν ὁ ὠκεανὸς αὐτὸς τῶν ὑδάτων μελέτη γίνεται νὰ εἰσέλθῃ τάχιστα ἐντὸς τοῦ λεκανοπεδίου Ἀθηνῶν, ἐῤῥίφθησαν πρὸς ἁπλῆν ἐκλογικὴν καὶ δημοκοπικὴν κερδοσκοπίαν παρὰ τοῖς ἁπλουστέροις. Ἡμεῖς ἐζητήσαμεν νὰ μάθωμεν, ἐκ τῆς δαπάνης 150,000 δραχμῶν ἐντὸς ὀλιγίστου χρονικοῦ διαστήματος παρὰ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς Ἀθηναίων, ἐπινευούσης τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, τῆς διευθυνομένης παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁπόση ποσότης ἦλθε διὰ τὰς παρούσας καὶ τὰς ἐπικειμένας ἀνάγκας τῆς πόλεως. Ἐζητήσαμεν νὰ μάθωμεν ἐκ τῆς δαπάνης ἄλλων χιλιάδων δραχμῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ὁπόση ποσότης ὕδατος ἐδόθη εἰς τὰς Ἀθήνας. Καὶ τί ἠκούσαμεν; Ὅτι ἐκ τῶν ὑδραγωγείων Τσακμάκου καὶ Γουδὶ 2½ ὀκάδες περίπου ὕδατος ἦλθεν εἰς Ἀθήνας. Ἡ ποσότης δὲ αὕτη, σημειωτέον καλῶς, ὅτι δὲν ἔρχεται πρὸς πόσιν, ἀλλὰ μόνον πρὸς ἄρδευσιν τοῦ κήπου τοῦ βασιλικοῦ καὶ πρὸς καθαρισμὸν δῆθεν τῶν ὑπονόμων τῆς πόλεως. Τοῦτο λέγει καὶ ἡ ἔκθεσις, ἡ ἐν τῷ φυλλαδίῳ τῶν πιστώσεων, ἐν σελ. 44ῃ. Ἐρωτῶ λοιπὸν, ἀντὶ νὰ περιγελῶμεν καὶ νὰ ἐμπαίζωμεν τοὺς κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν ἀφ’ ἑνὸς μὲν διὰ τῶν πομπωδῶν ἄρθρων τοῦ «Αἰῶνος», ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ τῶν πομπωδῶν ὑποσχέσεων τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ περὶ τῆς διοχετεύσεως τῆς Στυμφαλίδος λίμνης εἰς τὸ λεκανοπέδιον τῶν Ἀθηνῶν, δὲν ἤθελεν εἶσθαι προτιμότερον νὰ εἴπωσιν ἡμῖν, τίνας ἐργασίας ἐνήργησαν, πόσα ἐδαπάνησαν, καὶ πόσον ποσὸν ὕδατος εἰσεκόμισαν εἰς τὰς Ἀθήνας διὰ τὰς παρούσας ἡμῶν ἀνάγκας; Ἀλλὰ περὶ τούτων ἔχομεν πληροφορίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἐκ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν ὑδραγωγείων Τσακμάκου καὶ Γουδί, ὡς ἠκούσατε, εἰσῆλθον 2 περίπου ὀκάδες ὕδατος εἰς Ἀθήνας, οὐχὶ πρὸς πόσιν. Ἔχομεν δὲ καὶ μίαν ἄλλην ἔκθεσιν ἐνταῦθα, ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει μου προσκομισθεῖσαν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐκ μέρους τοῦ Δημάρχου Ἀθηναίων, ὅστις ἐν ὅλῃ τῇ ἀφελείᾳ βεβαιοῖ, ὅτι διὰ τὸ ὑδραγωγεῖον Πεντελικοῦ ἐδαπανήθησαν 100 καὶ ἐπέκεινα χιλιάδες δραχμῶν. «Διὰ τὰ ὑδραγωγεῖα, λέγει, Κωφοῦ καὶ Σταυροῦ τῆς Πεντέλης δραχ. 100,990 κλπ. Διὰ τὸν καθαρισμὸν καὶ ἀποκατάστασιν αὐτῶν δρ. 5,000 κλπ. Διὰ τὸ τοῦ προφήτου Ἠλία δρ. 2,250. Διὰ τὴν διαπλάτυνσιν καὶ ὕψωσιν τοῦ ἀπὸ Ἅγ. Δημήτριον Ἀμπελοκήπων μέχρι κτήματος Γκαστρωμένου κτήματος τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου δρ. 19,580». Δηλαδὴ ὁ κ. Δήμαρχος καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς βεβαιοῦσιν, ὅτι ὁ δῆμος ἐντὸς ἐλαχίστου χρονικοῦ διαστήματος ἐδαπάνησεν 127,820 δραχμάς. Καὶ τί ὕδωρ ἔφερεν εἰς Ἀθήνας; Δύο ὀκάδας καὶ ἡμίσειαν! Ἀλλὰ καὶ πότε καταμετρηθέν; Τῇ 11 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. Γνωρίζετε δὲ, ὅτι ὕδωρ, καταμετρούμενον τῇ 11 Φεβρουαρίου καὶ παρουσιάζον ποσὸν 2½ ὀκάδων, βεβαίως κατὰ τὸν Μάϊον, Ἰούνιον ἢ Ἰούλιον δὲν θέλει φθάνει τὴν μίαν ὀκᾶν, ὅτε ἡ ξηρασία λυμαίνεται τὸν τόπον. Ἰσχυρίζομαι λοιπὸν, ὅτι, ἀντὶ νὰ μεγαλαυχῶμεν, ἀντὶ νὰ ἐμπαίζωμεν τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, ὅτι δῆθεν ἐντὸς ὀλιγίστου χρονικοῦ διαστήματος θέλουσιν ἐγείρει προχώματα πρὸ τῶν οἰκιῶν αὐτῶν, ἵνα μὴ καταπνίξωσιν αὐτοὺς τὰ ὕδατα τῆς Στυμφαλίας, ἤθελεν εἶσθαι προτιμότερον, ἐὰν ὁ Δήμαρχος, οὗτινος τὴν ἐποπτείαν ἔχει ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰργάζετο δραστηριώτερον, ἐπιτυχέστερον καὶ ἧττον δημοκοπικῶς, ὅπως ἐκκαθαρίσῃ τὰ ὑπάρχοντα ὑδραγωγεῖα, ἐξ οὗ ἐκκαθαρισμοῦ ἐγὼ ἰσχυρίσθην ἄλλοτε, ὅτι βεβαίως θέλομεν ἔχει ἐπαρκὲς ὕδωρ. Ἡ ἰδέα δὲ αὕτη δὲν εἶναι ἀτομικὴ ἐμοῦ, ἥτις δύναται ἐπὶ τέλους νὰ ἀποκρουσθῇ, ὡς μὴ ἔχοντος εἰδικὰς ὑδραυλικὰς γνώσεις, ἀλλ’ ἐξοχωτάτου ἐπιστήμονος καὶ ὑδραυλικοῦ, τοῦ ὀρυκτολόγου κ. Κορδέλλα, ὅστις ἐν εἰδικῷ συγγράμματι ἰσχυρίζεται, ὅτι, ἐὰν τὰ ὑπάρχοντα ὑδραγωγεῖα τῆς Ἀττικῆς καλῶς ἐκκαθαρισθῶσιν, ἐπὶ πολλὰς δεκάδας ἐτῶν ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν θέλει ἔχει τὸ ἀναγκαῖον αὐτῇ ὕδωρ. Τὴν γνώμην ταύτην τοῦ κ. Κορδέλλα δύναται νὰ εὕρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν φυλλαδίῳ, δημοσιευθέντι κατὰ τὸ 1879 ἔτος ὑπὸ τὴν ἐπιγραφήν: «Αἱ Ἀθῆναι ἐξεταζόμεναι ὑπὸ ὑδραυλικὴν ἔποψιν». Διότι, Κύριοι, ὡς ἔλεγον κατὰ προγενεστέραν τινὰ συνεδρίασιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσωμεν, ὅση καὶ ἂν γένηται συζήτησις περὶ τῆς πυρπολήσεως τῶν δασῶν καὶ περὶ ἄλλων αἰτίων, ὅτι τὰ ὕδατα τοῦ λεκανοπεδίου Ἀθηνῶν ἠλαττώθησαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ἐπαρκῶσιν εἰς τὰς ἀνάγκας 100 χιλιάδων ψυχῶν. Ἀλλὰ τί γίνεται, καὶ διατὶ τὰ ὕδατα δὲν ἐπαρκοῦσι; Δὲν ἐπαρκοῦσι διὰ πολλοὺς λόγους, ἐξ ὧν θέλω ἀναφέρει τινάς. Καὶ πρῶτος λόγος εἶναι, ὅτι ἡ ἐκκαθάρισις τῶν ὑδραγωγείων Ἀθηνῶν δὲν γίνεται μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς, τῆς δεούσης ἀκριβείας, καὶ πρὸ πάντων τῆς ἁγνότητος τῶν χειρῶν. Ἀκούετε ὅτι ἐδαπανήθησαν διὰ τὸ ὑδραγωγεῖον τῆς Πεντέλης 100 καὶ ἐπέκεινα χιλιάδες δραχμῶν, καὶ νομίζετε ὅτι πραγματικῶς ἐδαπανήθησαν αἱ δραχμαὶ αὗται πρὸς εὕρεσιν ὕδατος. Βεβαίως καὶ πρὸς εὕρεσιν ὕδατος· ἐδαπανήθησαν ὅμως, ἵνα τραφῶσιν ἐπί τινας ἡμέρας καὶ οἱ φίλοι τοῦ κόμματος, οἱ μὴ δυνάμενοι νὰ διορισθῶσιν εἰς τὸ καπνοκοπτήριον Ἀθηνῶν, οἱ μὴ δυνάμενοι νὰ τοποθετηθῶσιν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, εἰς ὅλας τὰς μικρὰς θέσεις, ἃς διαχειρίζεται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐὰν ὅμως, Κύριοι, πραγματικῶς τιμίως καὶ εἰλικρινῶς διεχειρίζετο τὸ χρῆμα καὶ τῶν δημοτῶν Ἀθηναίων καὶ τῶν πολιτῶν τῆς Ἑλλάδος, οἵτινες ἐδαπάνησαν διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν αὐτὴν, ἐγὼ δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι διὰ τῶν 127 χιλιάδων δραχμῶν τοῦ δήμου Ἀθηναίων καὶ διὰ τῶν 42 χιλιάδων δραχμῶν τοῦ ὑδραγωγείου Τσακμάκου βεβαίως δὲν ἠθέλομεν ἔχει ἐν ὅλῳ 2 ὀκάδας ὕδατος, ἢ καὶ ὀλιγώτερον μάλιστα, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον ἀναμφισβητήτως. Ἐκτὸς ὅμως τούτου δὲν ὑπάρχει συστηματικὴ ἐργασία ὑδραυλική. Ὡς εἶναι γνωστὸν, τὸ Ἀδριάνειον ὑδραγωγεῖον λήγει ἐπὶ τῆς δεξαμενῆς τοῦ Λυκαβητοῦ· ἐκεῖθεν διευθύνεται πρὸς ἀνατολὰς μέχρι τῶν Ἀμπελοκήπων, ἤτοι τοῦ ἀρχαίου δήμου Ἀλωπεκῆς, κάμνει καμπήν τινα μεγάλην μέχρι τῶν ὑπωρειῶν Ὑμηττοῦ, εἰσέρχεται εἰς τὴν ὁδὸν Κηφισιᾶς, προχωρεῖ ἐντεῦθεν μέχρι τοῦ Ἡρακλείου, διέρχεται πάντα τὰ μικρὰ ῥεύματα καὶ διὰ Κουκκουβαούνων φθάνει μέχρι τῶν κορυφῶν τοῦ Πάρνηθος, ἀφοῦ προηγουμένως διχάζεται εἰς δύο μεγάλα σκέλη. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ὁ μηχανισμὸς τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου εἶναι τοιοῦτος, ὥστε προκαλεῖ τὸν θαυμασμὸν παντὸς νεωτέρου μηχανικοῦ. Εἶναι δὲ ἄλλως γνωστὸν εἰς τοὺς καταγινομένους περὶ τὰ τοιαῦτα, ὅτι οἱ Ῥωμαῖοι διεκρίνοντο ἐξόχως διὰ τὰς ὑδραυλικὰς αὐτῶν ἐργασίας. Ὁ μηχανισμὸς λοιπὸν οὗτος βάσιν ἔχει τὴν ἑξῆς. Ἀναχωρεῖ ὁ κεντρικὸς, ὀχετὸς ἐκ τοῦ Πάρνηθος, κατέρχεται ὁλόκληρον τὸ ὄρος τοῦ Πάρνηθος, εἰσέρχεται εἰς τὸ πεδίον τῆς Ἀττικῆς, διανύει τὸν δρόμον, ὃν πρὸ μικροῦ ἀνέφερον, φθάνει μέχρι τῆς ὁδοῦ Κηφισιᾶς, ἐκεῖθεν παρακάμπτει πρὸς τὸ Χαλάνδριον, καὶ ἐντεῦθεν φθάνει μέχρι τῆς δεξαμενῆς, ὑπὸ τὸν Λυκαβητόν. Σημειώσατε δὲ πάλιν, ὅτι δὲν διοχετεύεται μόνον τὸ ὕδωρ τοῦ Πάρνηθος εἰς τὸν μέγαν αὐτὸν ὀχετὸν, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ τὰ λεγόμενα ἐγκάρσια ὑδραγωγεῖα. Τουτέστιν ἐν παντὶ ῥεύματι καὶ πάσῃ χαράδρᾳ, ἣν τὸ ὑδραγωγεῖον κατερχόμενον ἀπαντᾷ, ἐγένοντο τὰ λεγόμενα ἐγκάρσια ὑδραγωγεῖα, ἅτινα εἶχον σκοπὸν νὰ δέχωνται τὰ ὕδατα τῶν μικρῶν αὐτῶν ῥυάκων ἢ τῶν χειμάῤῥων. Οὕτω δὲ τὸ ὑδραγωγεῖον δὲν ἐπληροῦτο διὰ τοῦ ὕδατος τοῦ Πάρνηθος μόνον, ἀλλ’ ἐπλουτίζετο καὶ διὰ τῶν ὑδάτων τῶν ἐγκαρσίων ὑδραγωγείων. Καὶ ἀληθῶς ὑπῆρξαν ἐποχαὶ, καθ’ ἃς ἐγένοντο ἄρισται ἐργασίαι ἐπὶ τῶν πρώην Δημάρχων εἰς τὰ ἐγκάρσια ταῦτα ὑδραγωγεῖα, ἀλλ’ αἱ ἐργασίαι ἐκεῖναι ὑπῆρξαν ἀτελεῖς ὁπωσδήποτε, δὲν ἀνευρέθη ὁλόκληρον τὸ ὑδραυλικὸν σύστημα τοῦ ὑδραγωγείου. Ἐὰν ἐγίνοντο αἱ ἐργασίαι πληρέστερον, βεβαίως ἤθελον εὑρεθῆ ἐγκάρσια ὑδραγωγεῖα, ἅτινα ἤθελον φέρει πολλὰς ὀκάδας ὕδατος. Ἐκτὸς τούτου, ὑπάρχουσι καὶ ἕτερα ὑδραγωγεῖα ἐν τῷ λεκανοπεδίῳ Ἀθηνῶν. Δὲν ἔχετε ἢ νὰ ἐξέλθητε εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἴδητε τὴν πρώτην ἔκτασιν γῆς, ἀνασκαπτομένην πρὸς οἰκοδομὴν, ἵνα παρατηρήσητε ἀρχαῖα ὑδραγωγεῖα. Τί ἀποδεικνύει τοῦτο; Ὅτι οὐχὶ τόσον οἱ ἀρχαῖοι Ἀθηναῖοι, ὅσον οἱ Ῥωμαῖοι, εἶχον τοσοῦτον τελειοποιήσει τὸ ὑδραυλικὸν σύστημα τῶν Ἀθηνῶν, ὥστε δικαίως παρεβλήθη ἡ ἐργασία αὐτῶν ἐν τῷ συμπλέγματι ἡμῶν τούτῳ τῶν ὑδραγωγείων πρὸς σπόγγον, ὅστις ἀποῤῥοφᾷ ὅλα τὰ ὕδατα τῆς Ἀθηναϊκῆς λεκάνης. Καὶ εἶναι καλὸν νὰ μάθητε τὴν ἱστορίαν αὐτὴν, διότι θέλετε προκληθῆ νὰ ψηφίσητε ἑκατομμύρια ὅλα δραχμῶν, χωρὶς νὰ γνωρίζητε τίποτε. Λοιπὸν λέγω, ὅτι σπανίως ἐγίνοντο τεχνικαὶ καὶ ἐπιστημονικαὶ ἐργασίαι, τὰ πάντα ἐγένοντο βιαίως καὶ ἀσκόπως, καὶ διὰ τοῦτο σήμερον ἀναγκάζονται νὰ λέγωσιν ἡμῖν τὰς δημοκοπικὰς ἐπαγγελίας, ὅτι τουτέστιν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἑταιρία, ἥτις νὰ δαπανήσῃ 65 ἑκατομμύρια δραχμῶν τόσον εὐκόλως, καὶ ὅτι εἶναι εὔκολον ἔργον νὰ ἔλθωσιν αἱ 400 ὀκάδες ὕδατος ἐκ τῆς Στυμφαλίας. Καὶ ἀκούομεν καθ’ ἑκάστην ταῦτα πάντα, διατυμπανιζόμενα διὰ τοῦ τύπου, ὅστις ἀκολουθεῖ τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν οὔτε ⅛ δραμίου ὕδατος διὰ τὰς οἰκίας ἡμῶν. Εὑρίσκονται δὲ καὶ μωροὶ, οἵτινες πιστεύουσι τὰς ἐπαγγελίας ταύτας. Ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι δι’ 65 ἢ 100 ἑκατομμυρίων δραχμῶν καὶ δι’ ἐργασίας πολλῶν ἐτῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθωσι ποταμοὶ ὕδατος εἰς τὴν πόλιν, ἀλλ’ ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὡς ἠρώτησα αὐτὴν καὶ πρό τινων ἡμερῶν, εἰς τί ἐχρησίμευσαν τὰ χρήματα, ἅτινα ἐδαπάνησεν ὑπὲρ τῶν ὑδάτων ὁ δῆμος τῶν Ἀθηνῶν, τῇ ἐγκρίσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν; Ἐχρησίμευσαν μὲν καὶ δι’ ἐργασίας τινὰς, διότι ἤθελεν εἶσθαι τερατῶδες, ἂν δὲν ἐγίνοντο καὶ ἐργασίαι τινὲς, ἀλλ’ ἐχρησίμευσαν πρωτίστως εἰς τὸ νὰ εἰσάξωμεν μερικὰ πεντόφραγκα εἰς τὰ θυλάκια τῶν ἡμετέρων ἐκλογέων, ὧν ἔχομεν σήμερον μείζονα ἀνάγκην, διότι εὑρισκόμεθα εἰς τὰ πρόθυρα τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν. Δυστυχῶς πάλιν ἡ νόσος αὐτὴ τῆς μεγαλαυχίας εἶναι ἐπιδημική· μεγαλαυχεῖ ὁ Πρωθυπουργὸς, μεγαλαυχεῖ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τὸ μίασμα μεταδίδεται καὶ εἰς ἄλλους· μεγαλαυχεῖ καὶ ὁ κ. Δήμαρχος Ἀθηναίων. Καὶ ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις (ἀναγινώσκει): «Τὰ δ’ ἐκτελούμενα ἔργα εἶναι τὰ ἑξῆς» (γράφει ἐν τῇ προμνημονευθείσῃ ἐκθέσει αὐτοῦ)· «1) ἡ ἐξακολούθησις τοῦ καθαρισμοῦ τῶν ἀρχαίων ὑδραγωγείων τῆς Πεντέλης· 2) ἡ βελτίωσις τῆς καταστάσεως τοῦ ἐν Ἀμπελοκήποις τμήματος τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου, ὡς καὶ τοῦ λοιποῦ ὑδραγωγείου ὁ καθαρισμός. Μελετώμενα πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργα εἰσίν: 1) ἡ διοχέτευσις τῶν ὑδάτων τῆς Μεγειρίνας· 2) ἡ διοχέτευσις τῶν ὑδάτων τῆς Ἁγίας Τριάδος Πεντέλης· 3) ἡ διοχέτευσις τῶν ὑδάτων τῶν ἐν Πάρνηθι πηγῶν τῆς Γκούρας κλπ., διδουσῶν ἐν ὅλῳ κατὰ τὸ θέρος δέκα ὀκάδας ὕδατος. Ἡ μελέτη περὶ τῆς διοχετεύσεως τοῦ ὕδατος τούτου, συμποσωθησομένου διὰ τῆς καλλιεργείας εἰς ὀκάδας δέκα πέντε, ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ Δημάρχου τῷ Δημοτικῷ Συμβουλίῳ ἀπὸ τῆς 3 Νοεμβρίου 1889, ἤτοι πρὸ μηνῶν ἕξ, ἀλλὰ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον δὲν συνεζήτησε περὶ αὐτῆς· 4) ἡ διοχέτευσις τοῦ ἐν Κηφισιᾷ ὕδατος· 5) ἡ διοχέτευσις τοῦ ὕδατος Μπισμπίρι κλπ. κλπ» Μελετῶνται τὰ ἔργα! Διότι πρό τινος καιροῦ ἐφευρέθη καὶ νέον τι σύστημα, ὅπερ ὁ τύπος θαυμάζει. Ἐρωτᾶτε αὐτοὺς τί ἔπραξαν; Ἀπάντησις: μελέται γίνονται. Πρὸς τὸ παρὸν δὲ τί ἔχομεν; Ἔχομεν ἐκ τῶν ὑδάτων Πεντελικοῦ, δι’ ἃ ἐδαπάνησαν 150,000 δραχ. περίπου, μίαν ὀκᾶν ὕδατος· ἔχομεν καὶ τὸ ὕδωρ Τσακμάκου. Ἀλλὰ τί εἶναι τοῦτο; Πρὸς ἄρδευσιν τοῦ βασιλικοῦ κήπου καὶ πρὸς καθαρισμὸν τῶν ὑπονόμων. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο, ὅπερ ἀναγράφει ἡ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου, δὲν εἶναι ἀκριβὲς, καὶ αὐτὸ εἶναι πρὸς ἐμπαιγμόν. Εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι διὰ μιᾶς ὀκᾶς, ἢ διὰ δύο, ἢ διὰ τριῶν, περιοριζομένων εἰς 300 μάλιστα δράμια κατὰ τὸ θέρος, δύναται νὰ ποτίζηται ὁ βασιλικὸς κῆπος; ὅστις, σημειώσατε, δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν κτημάτων, ἅτινα δύνανται νὰ μὴ ποτίζωνται, διότι ἐξασκεῖται ἐκεῖ ἔλεγχος αὐστηρός. Πρῶτον λοιπὸν θέλει ποτίζεσθαι ὁ βασιλικὸς κῆπος, καὶ ὅσον ὕδωρ περισσεύει θέλει ῥίπτεσθαι εἰς τὰς ὑπονόμους. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι μὲ δύο ἢ πέντε ὀκάδας ὕδατος δύνασθε νὰ καθαρίσητε τὰς ὑπονόμους; Παρακαλῶ νὰ ἀναγνώσητε ἓν σύγγραμμα προχειρότατον, τοῦ κ. Ἀδριανίδου, περὶ τῆς ἐξυγιάνσεως τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, ἐν ᾧ ἀναφέρονται γνῶμαι μηχανικῶν Γάλλων παρὰ τῷ δήμῳ Παρισίων, οἵτινες ῥητῶς λέγουσιν, ὅτι, ἐὰν τὸ ὕδωρ δὲν ἦναι ἐπαρκὲς, ἀντὶ νὰ καθαρίζῃ τὰς ὑπονόμους, καθιστᾷ αὐτὰς νοσογόνους ἑστίας, διότι δὲν παρασύρονται αἱ ἀκαθαρσίαι, ἀλλ’ ἁπλῶς μόνον ἀναταράσσεται ἡ ἰλὺς, καὶ ἐκ τούτου ἐξέρχονται τὰ μιάσματα, τὰ μικρόβια κλπ. Ἐπιμένω λέγων, ὅτι πρὸς εὕρεσιν ὑδάτων διὰ τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν ἐγένοντο ὀλίγαι ἐργασίαι. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν ὑδάτων τῆς πόλεως Ἀθηνῶν ἐπὶ μακρὸν ἐδύνατό τις νὰ ἀγορεύσῃ. Νομίζω δὲ, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι μόνον τῶν Βουλευτῶν Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ἀλλὰ τῶν Βουλευτῶν ὅλου τοῦ Κράτους· πρῶτον μὲν, διότι πρόκειται περὶ δαπάνης δημοσίων χρημάτων, δεύτερον δὲ, διότι πρόκειται περὶ ἐλέγχου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐγκρίναντος τὴν δαπάνην τοῦ δήμου Ἀθηναίων, καὶ τρίτον, διότι πρόκειται περὶ τῆς πρωτευούσης τοῦ Κράτους, ἥτις εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, περίληψις τῆς Ἑλλάδος, ἣν ἔχομεν νὰ δεικνύωμεν πρὸς τοὺς ξένους. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν εἶναι μόνον τὰ ζητήματα ταῦτα, ἅτινα γεννῶνται ἐκ τῆς πιστώσεως τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Τί ἐδαπανήθησαν, νομίζετε, διὰ τὰς ἑορτὰς τοῦ Διαδόχου, ἥτις πίστωσις ἐπίσης ζητεῖται νὰ ἐγκριθῇ διὰ τοῦ νομοσχεδίου; Πεντακόσιαι τεσσαράκοντα χιλιάδες δραχμῶν περίπου. Καὶ τί ἐναπέμεινεν; Οὐδέν.
§182ΦΛΕΣΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ὥρα εἶναι δωδεκάτη, καὶ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἦναι παροῦσα· δὲν βλέπω νὰ ὑπάρχῃ ἀπαρτία. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κκ. Βουλευτῶν).
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ· παρόντες 77 Βουλευταί.
§184ΛΕΒΙΔΗΣ. Καίτοι, κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι καθῆκον ἔχομεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν εἰσέτι τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν ὑδραυλικῶν δαπανῶν διὰ τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, νομίζω ὅτι θέλει μοὶ δοθῆ περίστασις ἐν προσεχεῖ συνεδριάσει, ὅπως δι’ ἐπερωτήσεως ἐξετάσω καὶ ἀναπτύξω ὅ,τι τυχὸν παρέλειψα, διότι φρονῶ, ὅτι τὸ θέμα τοῦτο εἶναι τοσοῦτο σπουδαῖον, ὥστε οὐχὶ πολλὰς ὥρας, ἀλλὰ πολλὰς συνεδριάσεις δύναται νὰ δαπανήσῃ ἡ Βουλή, μελετῶσα τὰ περὶ τούτου. Ἔχομεν δ’ ἐκτὸς τοῦ καθήκοντος τῆς ἐξετάσεως τῶν πιστώσεων, τῶν αἰτουμένων διὰ τὰς ὑδραυλικὰς δαπάνας, ἔχομεν, λέγω, τὸ καθῆκον καὶ ὡς πολιτευταὶ, συζητοῦντες ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, νὰ διαφωτίσωμεν τοὺς ἡμετέρους συμπολίτας, ὅπως μὴ τυχὸν πλανηθῶσιν ἐκ τῶν δημοκοπικῶν λόγων, οὓς ἑκάστοτε ἀκούουσι περὶ τῶν δῆθεν ἐργασιῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ ὑδραυλικῷ ζητήματι τῆς πόλεως Ἀθηνῶν. Ἀλλὰ λέγω, ὅτι περὶ ὅσων δὲν ὡμίλησα κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην ἐν σχέσει πρὸς τὸ προκείμενον ζήτημα, θέλω ἀγορεύσει προσεχῶς ὑπὸ τύπον ἐπερωτήσεως. Ἤδη, Κύριοι, δι’ ὀλίγων θέλω ἐξετάσει, πῶς καὶ διατὶ ἐδαπανήθησαν 540 ὅλαι χιλιάδες δραχμῶν διὰ τὰς ἑορτὰς δῆθεν τῶν γάμων τοῦ Διαδόχου. Ζητεῖται πίστωσις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὸν πίνακα τοῦ φυλλαδίου τῶν πιστώσεων, ἐν σελίδι 36, ἐκ δραχμῶν 40,000 καὶ ἐκ δραχμῶν 220,000, ἐν συνόλῳ 260,000, ἑτέρα πίστωσις ἐκ δραχμῶν 78,000, ἥτις νομίζω ἐψηφίσθη, τὸ ὅλον δραχμαὶ 338,000, ἐδαπανήθησαν δὲ καὶ 200,000 δραχμῶν ἐκ τοῦ δήμου Ἀθηναίων, ἐν ὅλῳ δραχμαὶ 538,000. Ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, τί νομίζετε, ὅτι ἀπεκτήσαμεν διὰ τῆς δαπάνης ἡμίσεως καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμυρίου δραχμῶν ἕνεκα τῶν τελετῶν τοῦ γάμου τοῦ Διαδόχου; Ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον εὐτυχεῖ γεγονότι ἀναπόφευκτον ἦτο νὰ δαπανηθῶσι καί τινα χρήματα ἀσκόπως, χάριν φωταγωγήσεως τῶν δημοσίων καταστημάτων, καθ’ ὑπόθεσιν, ἢ χάριν ἐξωραϊσμοῦ τινος ἐξ ἐκείνων, τῶν δυναμένων νὰ κληθῶσι μεταβατικοὶ ἐξωραϊσμοί, οἵτινες γίνονται καὶ παρέρχονται. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἕκαστος ἤθελεν αἰσθανθῆ ἄφατον χαράν, ἐὰν ἐπὶ τῷ εὐτυχεῖ γεγονότι τῶν γάμων τοῦ Διαδόχου ἐγίνοντο διὰ τῶν δαπανῶν τούτων καὶ μόνιμά τινα ἔργα καὶ μόνιμοί τινες βελτιώσεις ἐν τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν. Ἀλλ’ ἐγένοντο τοιαῦται; Ἐὰν ἐξαιρέσητε χρωματισμούς τινων τοίχων οἰκοπέδων, ἢ τὴν κατεδάφισιν μικρῶν τινων οἰκοδομῶν ἰδιοκτητῶν οὐχὶ φίλων τῇ Κυβερνήσει, θέλετε ἴδει, ὅτι σχεδὸν τίποτε δὲν ἐγένετο πρὸς καλλωπισμὸν πραγματικὸν καὶ διαρκῆ τῆς πόλεως, ἤ, ἐὰν ἐγένετό τι, ἐγένετο ἐντελῶς ἐκτρόπως, πάλιν χάριν ἐκλογικῶν σκοπῶν. Πόσα νομίζετε, Κύριοι, ἐδαπανήθησαν διὰ τὸν καλλωπισμὸν τοῦ περὶ τὸ Θησεῖον χώρου; Ἔχομεν ἐνταῦθα τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῶν 141,760 δραχμῶν, ὅπερ χθὲς ἐψηφίσθη, καθ’ ἣν κατὰ τὴν διαῤῥύθμισιν τοῦ χώρου τοῦ Θησείου ἐδαπανήθησαν δραχμαὶ 50,000. Βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι δὲν εἶναι ὑπερβολή, ἄν τις εἴπῃ, ὅτι διὰ 50,000 δραχμῶν ἐδύνατο νὰ κατασκευάσῃ ἓν δεύτερον μικρὸν Θησεῖον. Ἐὰν μεταβῆτε ἐκεῖ, θέλετε ἴδει, ὅτι ἐξεῤῥίζωσαν δενδρύλλιά τινα, ἅτινα πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων ἦσαν ἐκεῖ ξηρὰ, εἰς τοὺς πέριξ τόπους, ἐγένετο δὲ καὶ ἰσοπέδωσίς τις ἐκείνου τοῦ χώρου, καὶ δι’ αὐτὰ τὰ εὐτελῆ ἔργα ἐδαπανήθησαν 50,000 δραχμῶν. Ἠρώτησα ἄλλοτε τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, τὸ ἔργον τοῦτο ἐγένετο διὰ δημοπρασίας; Καὶ μοὶ ἀπήντησεν οὐχί. Ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὅν διὰ τὸ τίποτε ἐδαπανήθησαν 50,000 δραχμῶν. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι πολλοὶ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐπεσκέφθησαν τὰ μέρη ἐκεῖνα, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι μὲ δικαιοῦσιν, ἰσχυριζόμενον, ὅτι τὸ πολὺ δι’ 8–10 χιλιάδων δραχμῶν ἦτο δυνατὸν νὰ γένηται ὁ καλλωπισμὸς τοῦ χώρου ἐκείνου. Διότι, ἐρωτῶ, ἠγοράσθησαν ἆρά γε οἰκόπεδα; ἀπεζημιώθησαν ἰδιοκτῆται οἰκοδομῶν; Οὐδὲν ἐκ τούτων. Ἐξεῤῥιζώθησαν δενδρύλλιά τινα, μετεκομίσθησάν τινα κάῤῥα χώματος, ἐξήχθησαν μερικὰ ἄλλα, ἐχαράχθη μία ὁδὸς ἐκ τῶν ἁμαξοπηγείων πρὸς τὸ Θησεῖον, ἰδοὺ τὰ πάντα. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν ἐξωραϊσμὸν, τὸν τυχαῖον, τὸν ἁπλούστατον, τὸν εὐτελέστατον, ἐδαπανήθησαν, Κύριοι, πεντήκοντα ὅλαι χιλιάδες δραχμῶν! Διατί; Ὅταν ἤκουσα, ὅτι κατὰ τὰς ἑορτὰς τῶν γάμων τοῦ Διαδόχου ἐξωραΐζεται καὶ ὁ χῶρος ἐκεῖνος, μετέβην ἡμέραν τινὰ, χάριν περιεργείας καὶ χάριν περιπάτου, πρὸς τὰ ἐκεῖ, ὅταν δὲ μὲ εἶδον οἱ συμπολῖταί μου, οἵτινες κατασκευάζουσιν ἐκεῖ πέριξ ἁμάξας, παρατηροῦντα μετὰ περιεργείας τὰ γινόμενα, ἐξῆλθον τῶν καταστημάτων αὐτῶν, μὲ περιεκύκλωσαν καὶ μοὶ εἶπον: «Παρατηρεῖς ἐκεῖ ἐπάνω τὴν σωρείαν αὐτὴν τῶν ἀνθρώπων, μὲ τοὺς πίλους εἰς τὴν κεφαλὴν καὶ τὰς ῥάβδους εἰς τὰς χεῖρας; — Παρατηρῶ. Ἠξεύρεις τίνες εἶναι αὐτοί; — Οὐχί». Τί νομίζετε ὅτι ἦσαν; Δέκα ἐπιστάται καὶ εἷς ἐργάτης, ἀλλαχοῦ πέντε ἐπιστάται καὶ δύο ἐργάται, καὶ ἀπωτέρω παρόμοιαι ἀναλογίαι.
§185ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον, διότι ἡ ὥρα εἶναι πολὺ προκεχωρημένη.
§186ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον, καὶ ἀφίνομεν δι’ αὔριον τὴν ψήφισιν τοῦ συνόλου.
§187ΛΕΒΙΔΗΣ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν ἐγίνετο ἐπισταμένη καὶ πραγματικὴ ἐργασία πραγματικῶς πρὸς καλλωπισμὸν τῆς πόλεως, βεβαίως δὲν ἤθελε δαπανηθῆ τοσοῦτο ποσὸν ἀσκόπως. Διὰ τὸν ἐξωραϊσμὸν τοῦ περὶ τὸ Δίπυλον καὶ Κεραμεικὸν χώρου δραχ. 32,000! Καὶ ἂν μεταβῆτε ἐκεῖ, πάλιν θέλετε ἴδει τὰ αὐτά. Θέλετε ἴδει, ὅτι δι’ εὐτελεστάτην ἐργασίαν ἐδαπανήθησαν ὑπέρογκα ποσά. Διὰ τὴν ἰσοπέδωσιν τῆς πλατείας τῆς Μητροπόλεως, δηλαδὴ διότι ἔῤῥιψαν μερικὰ σκῦρα, ἐδαπανήθησαν δραχμαὶ 1500. Ἐὰν, Κύριοι, ἐξηκολούθουν ἀναλύων πάντα ταῦτα τὰ κονδύλια καὶ πάσας αὐτὰς τὰς δαπάνας, ἠθέλετε πάντες πεισθῆ, ὅτι αἱ 500,000 δραχμῶν, σχεδὸν πᾶσαι, ἐδαπανήθησαν ἐπὶ ματαίῳ. Βεβαίως δὲ ἤθελεν εἶσθαι μᾶλλον ἀξιομνημόνευτος ἡ ἡμέρα τῶν γάμων τοῦ Διαδόχου, ἐὰν διὰ τῶν 500,000 δραχμῶν ἐδυνάμεθα νὰ παρουσιάσωμεν καὶ εἰς τοὺς συγχρόνους καὶ εἰς τοὺς μεταγενεστέρους μόνιμά τινα ἔργα πρὸς ἀνάμνησιν τοῦ μεγάλου αὐτοῦ γεγονότος. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐνίσταμαι κατὰ τῆς πιστώσεως ταύτης, μέχρις οὗ τοὐλάχιστον προσκομισθῶσιν αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§188ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου ἂς ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 12½ μ. μ.