1890.05.02
2.127 στίχοι · 16.063 λέξεις · 166 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 34
τῆς 2 Μαΐου 1890.
(Τετάρτη)
Ὥρᾳ 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ μετά τινας διορθώσεις ἐπικυροῦνται).
§1ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐν τῷ νομῷ, Κύριοι, τῆς Κερκύρας ἡ διοίκησις προστατεύει τοὺς λαθρεμπόρους καὶ τοὺς καταχραστὰς τοῦ δημοσίου πλούτου· λέγων δὲ διοίκησιν, ἐννοῶ τὴν δημοτικὴν καὶ τὰς ἄλλας διοικητικὰς ἀρχάς. Χθὲς ἔλαβον ἐπιστολὴν ἐκεῖθεν, τὴν ὁποίαν, ἀντὶ νὰ ἀναπτύξω, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω μόνον (ἀναγινώσκει): «ΚΕΡΚΥΡΑ, τῇ 29 Ἀπριλίου 1890. «Ἀξιότιμε κύριε Μπασιᾶ. Ἀθήνας. «Ἐκ τῶν ὑπερβολικῶς διαπραττομένων ὑπὸ τῶν κυβερνητικῶν πολιτευομένων καὶ ἀνυποφόρων ὀργίων, ἠναγκάσθην νὰ σᾶς ἐνοχλήσω, ὅπως ὡς ἁρμόδιος ζητήσητε τὸν ἀπὸ τοῦ βήματος λόγον, διὰ τὰς πιέσεις καὶ ἀπαιτήσεις αὐτῶν, πλὴν τῶν ἄλλων δημοσίων κλάδων, καὶ εἰς τὸν τελωνειακόν. «Ἤδη σᾶς γνωστοποιῶ, ὅτι, ἐνῷ τὴν Λαμπρὰν διήλθομεν ἐν ἐξοχικῷ ὑπαίθρῳ κεκοπιακότες, καταξεσχισμένοι, πρὸς καταδίωξιν λαθρεμπορίων, κατὰ τύχην, τῇ ὑποδείξει ἐγχωρίων τινῶν, κατεσχέσαμεν εἰς τὸ παντοπωλεῖον τοῦ ἐκ Ραεχτάδων, ἐπαρχίας Ὄρους, Γεωργίου Ἀρμένη τὰ ἑξῆς: 1) Δύο σάκκους καπνὸν εἰς φύλλα. 2) Ἕνα σάκκον ζάκχαριν. 3) Δύο βαρέλια ῥουμίου πλήρη καὶ φέροντα σφραγίδα ὀθωμανικήν. 4) Δύο σάκκους καφφέ. 5) Δώδεκα σάκκους ἐκ ζακχάρεως κενοὺς, καὶ μὴ φέροντας συνήθη ἑλληνικὴν σφραγίδα. Ὅλα προερχόμενα ἐκ λαθρεμπορίου. Ὁ δὲ κύριος αὐτῶν Γεώργιος γονυκλινὴς ἱκέτευεν ἡμᾶς, ὅπως δεχθῶμεν χρηματικόν τι ποσὸν καὶ λυπηθῶμεν τὰ τέκνα του, ἐγχειρίζων εἰς ἡμᾶς δραχμὰς 60, ὑποσχόμενος τὴν ἀκόλουθον νὰ μᾶς δώσῃ ὅ,τι δήποτε ἄλλο ἀπαιτήσωμεν. Ἀλλ’ ἡμεῖς, μὴ ἐνδίδοντες εἰς τὰ δάκρυά του ταῦτα, παρελάβομεν χρήματα καὶ ἐμπορεύματα, αὐθημερὸν δὲ παρεδώσαμεν αὐτὰ εἰς τὸν τελώνην, ἐκθέτοντες τὰ γεγονότα, ὅστις ἀμέσως, ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ Χαραλάμπη, τοῦ ἐλεγκτοῦ Παπαϊωάννου καὶ τοῦ γραμματέως, συνέταξε τὸ σχετικὸν πρωτόκολλον, καὶ ἐνήργησε τὰς δεούσας ἀνακρίσεις, ὑποσχόμενος ἡμῖν γενναίαν ἀμοιβὴν καὶ ἱκανοποίησιν, πληροφορῶν δ’ ἡμᾶς, ὅτι εἰδοποίησε καὶ τὸν Εἰσαγγελέα. «Ἀλλ’ αἴφνης τὴν ἀκόλουθον πλῆθος κομματαρχῶν συμπολιτευομένων, ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ Δημάρχου Μήκου Θεοτόκη, ἀκολουθούμενοι καὶ ὑπὸ τοῦ συγγενοῦς τοῦ λαθρεμπόρου Δημάρχου Ἀρμένη, μετέβησαν παρὰ τῷ τελωνείῳ καὶ ἀπαιτητικῶς καὶ ἀπειλητικῶς ἐπέβαλον τοῦ τελώνου, λέγοντες ὅτι: «ἀπαιτῶ ὅ,τι ἔγραψες διὰ τὸν φίλον μου Ἀρμένην περὶ τοῦ λαθρεμπορίου ἀμέσως νὰ ξεσχισθῇ καὶ οὐδεμία ποινὴ νὰ ἐπιβληθῇ εἰς αὐτὸν, ἄλλως θὰ τὸ σκεφθῇς πολὺ καὶ σὺ καὶ οἱ φύλακές σου.» Ταῦτα οὐχὶ διὰ μίαν ἡμέραν, μιὰ φορὰ, καὶ ἰδιαιτέρως, ἀλλ’ εἰσέτι κατ’ ἐπανάληψιν ἐπαναλαμβάνονται. Ὑπεσχέθη δὲ ὁ τελώνης, ὅτι μετά τινας ἡμέρας θὰ γίνῃ ἡ χάρις των, ἀφοῦ κρυώσουν ὀλίγον τὰ πράγματα. «Ἐκ τούτων καὶ ἐξ ἑτέρων πλείστων, κύριε Μπασιᾶ, δύνασθε νὰ πληροφορηθῆτε, εἰς τί σημεῖον εὑρίσκεται ἡ δημόσιος ὑπηρεσία. «Προσέτι σᾶς λέγω καὶ τοῦτο. Χθὲς καθ’ ὁδὸν ὁ Δήμαρχος Θεοτόκης, ἀπαντήσας τὸν Μοίραρχον Ἰγγλέσην, τὸν διέταξε νὰ λάβῃ σημείωσιν περὶ χωροφυλάκων κλπ., ὅστις ἐν μέσῳ πλατείας ἔγραφε ἐπὶ ποδός. «Ὅθεν παρακαλῶ ὑμᾶς, ἵνα, ὡς λίαν ἁρμόδιος, ἀπὸ τοῦ βήματος παραστήσητε τὰ γεγονότα κατὰ μέτωπον αὐτοῦ τοῦ Τρικούπη, καὶ ζητήσητε τὸν λόγον. «Ἡ τιμὴ τῶν ἀνωτέρω ὑπελογίσθη, ὡς ποινὴ, ἐξ 8–10 χιλιάδων δραχμῶν, καὶ διὰ τοῦτο μετεχειρίσθησαν ὄργια πρὸς ἐξαφάνησιν. Ἄρα τί ἱκανοποίησιν θὰ λάβωμεν οἱ φύλακες, ἐκτοπιζόμενοι ἀπὸ τὰς οἰκίας μας, ἀφοῦ καὶ μικρὰν ἂν ἐκτελέσωμεν ὑπηρεσίαν, ἀπειλούμεθα ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων; «Ὅθεν εἶναι λυπηρὸν νὰ μὴ ὑψωθῇ καὶ δι’ ἡμᾶς φωνὴ διὰ τὴν ἀδικίαν ταύτην. «Ἐλπίζων ὅθεν τὴν ἀποτελεσματικὴν ἐνέργειάν σας, διαμένω μὲ τὸ ἀνῆκον σέβας. Ὁ εἰλικρινὴς φίλος.» Ταῦτα ἤμην ὑπόχρεος νὰ σᾶς ἀναγγείλω, χωρὶς βεβαίως νὰ ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην τῶν γραφομένων.
§2ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τῶν ῥηθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ παρατηρῶ, ὅτι εἶναι βέβαιον ὅτι ἐγένετο κατάσχεσις ἐσχάτως, καὶ ὅτι ἐξεδόθη ἀπόφασις ὑπὸ τοῦ τελώνου, ὡς προκύπτει καὶ ἐκ τῶν περὶ χάριτος ἐν τῇ ἐπιστολῇ, ἣν ἀνέγνω ὁ κ. Βουλευτὴς, ὡσανεὶ δύναται ὁ τελώνης νὰ δώσῃ χάριν.
§3ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δύναται νὰ ἐξαφανίσῃ τὴν ἀπόφασιν.
§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐξαρτᾶται ἡ ἐξαφάνισις ἀπὸ τοῦ τελώνου· ἐκδοὺς οὗτος τὴν ἀπόφασιν, ἔπαυσεν ἔχων ἁρμοδιότητα ἐν τῇ ὑποθέσει· ἡ ἁρμοδιότης ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως μεταβαίνει εἰς τοὺς νομικοὺς συμβούλους. Ἄλλως τε περὶ τούτου γινώσκω ἁπλῶς, ὅτι τῷ ὄντι ἐγένετο ἐνέργεια, ἀγνοῶ ὅμως τὸ στάδιον, ὅπερ διατρέχει αὕτη. Σήμερον ἐλήφθη ἐπιστολὴ τοῦ Μοιράρχου Ἰγγλέση, ἐπαινοῦντος τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκεῖ δημοτικῆς ἀρχῆς, ἣν κατήγγειλεν ὁ κ. Βουλευτής· ὁ Μοίραρχος λέγει, ὅτι ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ σπουδαίως τὸν συνέδραμε, καὶ ὅτι πάντοτε παρ’ αὐτῇ τυγχάνει συνδρομῆς ἐν τῇ καταδιώξει τῆς λαθρεμπορίας, ἥτις ἐσχάτως εἶχεν ἀρχίσει πάλιν καθισταμένη ζωηροτέρα, ἀλλὰ διὰ τῶν ληφθέντων μέτρων κατεστάλη. Καὶ πράγματι ἔχομεν παρὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ Χαραλάμπη καταγγελίαν κατὰ τελωνειακῶν ὑπαλλήλων, ἧς συνέπεια ὑπῆρξαν παύσεις τινὲς, δεδημοσιευμέναι ἤδη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως.
§5ΣΚΑΡΠΑΣ. Εἰς ὅσα ἐξέθηκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶμαι εἰς θέσιν νὰ προσθέσω τινὰ, τὰ ὁποῖα ἔτι μᾶλλον καταδεικνύουσιν, ὅτι τὸ περιεχόμενον τῆς παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κεφαλληνίας ἀναγνωσθείσης ἐπιστολῆς εἶναι ἀνυπόστατον, καὶ ὅτι τοὐναντίον ἡ ἐν Κερκύρᾳ δημοτικὴ ἀρχὴ παρέσχεν ἀείποτε τὴν ὑποστήριξίν της πρὸς καταδίωξιν τῆς λαθρεμπορίας. Πρὸ τῆς ἐκ Κερκύρας ἀναχωρήσεώς μου ὁ κ. Δήμαρχος Κερκυραίων, ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ Νομάρχου, μοὶ ὑπέδειξε τὰ ἀναγκαῖα μέτρα πρὸς περιστολὴν καὶ καταδίωξιν τῆς λαθρεμπορίας, καὶ μοὶ ἔδωκε τὴν ἐντολὴν νὰ ὑποβάλω ταῦτα ὅπου δεῖ, τοῦθ’ ὅπερ καὶ ἐγένετο. Ἡ τοιαύτη διαγωγὴ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς Κερκύρας διαψεύδει ὅσα ἀνέφερεν ὁ ἐκ Κεφαλληνίας κ. Βουλευτὴς, ὅστις βεβαίως μετὰ μεγάλης ἐλαφρότητος, ἵνα μὴ εἴπω τι ἄλλο, ὕψωσεν ἐνταῦθα τὴν φωνήν του, ὅπως προσάψῃ μομφὴν εἰς Ἀρχὴν, ἡ ὁποία ἐξετέλεσε καὶ ἐκτελεῖ τὸ καθῆκον της.
§6ΜΠΑΣΙΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ὑπαλλήλων, πρόκειται περὶ λαθρεμπόρων.
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρόκειται, ὡς εἶπον, περὶ ὑπαλλήλων μὴ ἐπιτελούντων τὸ καθῆκον ἐν τοῖς περὶ λαθρεμπορίας, καὶ μάλιστα συμπραττόντων ἐν αὐτοῖς. Ἡ ἔκθεσις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ παρέστησε τὴν ἐνοχὴν ὑπαλλήλων τινῶν, συνέπεια δὲ τῆς ἐκθέσεως ὑπῆρξεν ἡ παραπομπὴ τῶν ὑπαλλήλων τούτων εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, ἡ παῦσις τινῶν καὶ πειθαρχικαὶ τιμωρίαι.
§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σχετικῶς πρὸς τὸ λαθρεμπόριον τοῦτο ἢ ἐν γένει;
§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐχὶ πρὸς τὸ λαθρεμπόριον τοῦτο.
§10ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι θὰ ἦναι εὔκολον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἐὰν εὐαρεστηθῆτε νὰ διατάξητε νὰ κατατεθῇ ἐν τῇ Βουλῇ ἀντίγραφον τῆς ἀποφάσεως τοῦ Τελώνου καὶ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Μοιράρχου, ὁ ὁποῖος σᾶς ἔδωκε τὴν πληροφορίαν.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἐπιστολή· τὴν καταθέτω. Καταθέτω τὰς πληροφορίας, τὰς ζητηθείσας ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, περὶ τῶν ἐν Ἀθήναις, Πειραιεῖ καὶ Πάτραις ἐργοστασίων κοπῆς καπνοῦ.
§12ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῶσι.
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ λάβῃ πρῶτον γνῶσιν αὐτῶν, διότι μοὶ φαίνεται περιττὴ ἡ τύπωσις, ἀλλ’ ἂς ἀποφασίσῃ αὐτὸς περὶ τῆς τυπώσεως, καθ’ ἣν σχηματίσῃ γνώμην περὶ τῆς χρησιμότητος αὐτῆς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας εἶχεν ὑποβάλει δύο ἐπερωτήσεις, ὧν τὴν ἑτέραν ὑπέμνησε κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶχεν ἀναγγείλει, ὅτι (ἀναγινώσκει) «Ὁ ταμίας Τριχωνίας καθυστερεῖ τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὸν δῆμον Ἀμβρακίας ἐκ τῶν δημοτικῶν ἐσόδων· ἐὰν ὁ δῆμος δὲν εἶχε χρέη παλαιὰ, ἀλλὰ καὶ ἂν εἶχε, δικαιοῦται νὰ λάβῃ τὸ κατώτατον ὅριον τὸ ἐν τῷ νόμῳ. Καθυστερεῖται καὶ τοῦτο.» Ὁ ταμίας παρηγγέλθη νὰ πληροφορήσῃ, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἐν τῷ ταμείῳ χρήματα ἀνήκοντα εἰς τὸν δῆμον Ἀμβρακίας, καὶ εἰς ἀπάντησιν ἐλήφθη τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα (ἀναγινώσκει): Ἀριθ. 467.
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
Ἀθήνας. «Ἐπὶ τηλεγραφικῆς διαταγῆς 34,963, δῆμος Ἀμβρακίας δικαιοῦται σήμερον λαμβάνειν δραχμὰς 66 καὶ 52, ἑξήκοντα ἓξ καὶ λεπτὰ πεντήκοντα δύο, καὶ ὀφείλει δραχμὰς 1276 καὶ 5 λεπτὰ· ἀπόδοσις δὲ εἰσπράξεων ἀπηγορεύθη ἡμῖν δι’ ὑπ’ ἀριθ. 25,560 ἀπὸ 29 Μαρτίου διαταγῆς του.
Ταμίας
ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ».
Ὥστε ἔχομεν δύο τινά· πρῶτον μὲν κατάσχεσιν, παρεμποδίζουσαν τὴν διάθεσιν τῶν χρημάτων τῶν ἐν τῷ ταμείῳ, εἶτα δὲ τὴν βεβαίωσιν, ὅτι χρήματα ἐν τῷ ταμείῳ εἰς λογαριασμὸν τοῦ δήμου διαθέσιμα ἦσαν μόνον 66 δραχμαί. Ὑποβάλλω καὶ τὸ τηλεγράφημα ἐν πρωτοτύπῳ.
§14ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ κατατεθῇ μία κατάστασις τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, ἐκ τῆς ὁποίας ἠδύναντο νὰ ἀντληθῶσιν αἱ ἀναγκαῖαι πληροφορίαι, ὅπως κατετίθετο κατάστασις πλήρης τῆς δοσοληψίας μεταξὺ δήμου καὶ ταμείου, διότι ἐγὼ ἔχω σημείωσιν, καὶ ἐπιφυλάσσομαι αὔριον νὰ συζητήσω· διότι ἐκ τῆς ἀπαντήσεως μόνον αὐτῆς, ὅτι μόνον 66 δραχμαὶ ἦσαν ἐν τῷ ταμείῳ διὰ λ)σμὸν τοῦ δήμου, δὲν νομίζω ὅτι.....
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐρωτήσεώς σας ζητήσας πληροφορίας ἔλαβον τὸ τηλεγράφημα, περιέχον ταῦτα. Ἐὰν ταῦτα θεωρῆτε ἀνεπαρκῆ καὶ ζητήσητε συμπληρωματικὰς πληροφορίας, θέλω προθύμως τὰς δώσει. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ἐζήτησε καὶ ἄλλην πληροφορίαν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει) «κατὰ τίνα νόμον καὶ ἐν τίνι δικαιώματι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 112,738 καὶ ἀπὸ 23 Δεκεμβρίου 1889 διαταγῆς του οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν, εἰμὴ νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν κοινοτικὴν περιφέρειαν τοῦ χωρίου Μούχας τοῦ δήμου Δολόπων τῆς Εὐρυτανίας καὶ νὰ παραχωρήσῃ αὐτὴν εἰς τὸ χωρίον Ζωγλόπι τῆς Θεσσαλίας». Τὰ περὶ τούτων ἔχουσιν οὕτω. Τὸ λειβάδιον Ἴταμος, κοινοτικὴ περιουσία τοῦ θεσσαλικοῦ χωρίου Ζωγλόπι, ὅτε ἐχαράχθησαν τὰ ἀρχικὰ σύνορα τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος, περιελήφθη ἐν τῷ Βασιλείῳ· τοῦτο οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Μούχας ἤρξαντο μετὰ χρόνον τινὰ νεμόμενοι. Μετὰ τὴν ἕνωσιν τὰ μέλη τῆς κοινότητος Ζωγλοπίου ἐζήτησαν, ὅπως ἀποδοθῇ εἰς αὐτοὺς ἡ περιφέρεια αὕτη, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ὁ μεσολαβήσας πολιτικὸς ἀποχωρισμὸς διὰ τοῦ συνόρου δὲν εἶχε στερήσει αὐτοὺς τῆς κυριότητος τοῦ λειβαδίου. Ἐν τούτοις τὸ χωρίον Μούχας, ὡς λίαν ὀλιγάνθρωπον, ἐν συμπράξει μετὰ κοινότητος ἄλλης τῆς Θεσσαλίας, ἀξιούσης ἐπίσης τὴν κατοχὴν, εἶχε προκαλέσει τὴν παρὰ τῶν ἀρχῶν Εὐρυτανίας μίσθωσιν τοῦ περισσεύματος, ὡς παρέστησεν ὁ κ. Βουλευτής· τὸ Ὑπουργεῖον, θεωροῦν ὅτι ἡ κοινότης Μούχας δὲν εἶχε δικαίωμα ἐπὶ τῆς περιφερείας ταύτης, ἥτις ἀναντιῤῥήτως ἀνῆκε πρὸ τῆς χαράξεως τῶν ἀρχικῶν ὁρίων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου εἰς τὴν κοινότητα Ζωγλοπίου, διέλυσε τὴν μίσθωσιν, καθ’ ὃ εἶχε δικαίωμα, διότι ἐν τοῖς τοιούτοις μισθωτικοῖς συμβολαίοις περιλαμβάνεται πάντοτε διάταξις, ἐπιτρέπουσα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν διάλυσιν ἐπὶ οἱᾳδήποτε αἰτίᾳ, καὶ διέταξε τὴν σύγκλησιν ἐν Καρδίτσῃ τῆς κατὰ τὸ διάταγμα τῆς 9 Ἰανουαρίου 1878 ἐπιτροπῆς, ἵνα προβῇ εἰς τὸν διαχωρισμόν· ἀλλὰ κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης...
§16ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον μάθει, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον διέλυσε τὴν μίσθωσιν, καὶ ἑπομένως...
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ διάλυσις τῆς μισθώσεως εἶναι ἀνεξάρτητος τῶν ἄλλων θεμάτων, ἀφορῶσα εἰς τὰς σχέσεις τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ μισθωτοῦ.
§18ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διάλυσις ἁπλῶς ἐγένετο;
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγένετο διάλυσις τῆς μισθώσεως, καὶ διετάχθη ἡ σύγκλησις τῆς ἐπὶ τοῦ διαχωρισμοῦ ἐπιτροπῆς· ἀλλὰ κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης τοῦ Ὑπουργείου ἐποιήσατο παραστάσεις ἡ κοινότης, μεθ’ ἧς συνέπραττον οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Μούχας, ἡ κοινότης, νομίζω, Καστανέας, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον διέταξε νὰ γένηται ἀναθεώρησις τῆς ἀποφάσεως, παραπέμψαν τὴν ὅλην ὑπόθεσιν εἰς τοὺς νομικοὺς συμβούλους, παρ’ οἷς καὶ εὑρίσκεται. Ἤδη, ἐὰν οἱ νομικοὶ σύμβουλοι ὑποβάλωσι γνώμην, καὶ ταύτην ἐγκρίνῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἡ περιφέρεια, περὶ ἧς πρόκειται, δὲν ἀνήκει εἰς τὴν κοινότητα Ζωγλοπίου, ἀλλ’ ἀνήκει εἰς τὴν κοινότητα, μεθ’ ἧς ἠνώθησαν οἱ κάτοικοι τῆς Μούχας, θέλει βεβαίως διατεθῆ ὑπὲρ τῆς κοινότητος ταύτης ἡ περιφέρεια· ἄλλως, ἐὰν θεωρηθῇ, ὅτι καλῶς ἐξ ὑπ’ ἀρχῆς ὑπετέθη, ὅτι ἡ κοινότης Ζωγλοπίου εἶχε δικαιώματα ἐπὶ τῆς περιφερείας ταύτης, δὲν θέλει ἐπέλθει μεταβολὴ εἰς τὴν δοθεῖσαν ἀπάντησιν. Ὥστε σήμερον ἡ ὑπόθεσις εὑρίσκεται ἐνώπιον τῶν νομικῶν συμβούλων, ἀφοῦ δὲ οἱ νομικοὶ σύμβουλοι ἀποφανθῶσι, τὸ Ὑπουργεῖον θέλει ἀποφασίσει ὁριστικῶς περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν κατὰ τὴν περιφέρειαν ταύτην. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας ἐζήτησε χθὲς πληροφορίας τινὰς περὶ τοῦ ἀνεγερθησομένου στρατιωτικοῦ νοσοκομείου· τὰς πληροφορίας ταύτας ὑποβάλλω.
§20ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτὴς κ. Σάκης ἐζήτησε νὰ κατατεθῇ πίναξ τῶν δαπανηθέντων εἰς τὰς μέχρι τοῦδε μελέτας ἐπὶ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν τῷ λεκανοπεδίῳ Παμίσου, καὶ πίναξ ἀναγράφων τὸν ἀριθμὸν τῶν μηχανικῶν καὶ λοιπῶν προσώπων, ἐργαζομένων ἐν ταῖς μελέταις ταύταις. Καταθέτω τὸν πίνακα τοῦτον. Ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας κ. Ἀντωνόπουλος ἐζήτησε τὰς ἑπομένας πληροφορίας. «1) Εἰς πόσον ποσὸν ἀνῆλθον τὰ ἔσοδα τοῦ δήμου Νυμφασίας τῆς Γόρτυνος κατὰ τὸ 1889, εἰς πόσον δὲ κατὰ τὸ 1890, κατὰ τοὺς δημοτικοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν δύο ἐτῶν». Ἔχω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1889, τὸν ὁποῖον καὶ καταθέτω· τὸν τοῦ 1890 δὲν ἔχω ἔτι. «2) Κατὰ τὸ 1889 πόσον ἀνεγράφη ποσὸν ἐξόδων πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν μελῶν τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου. Πόσον διὰ πληρωμὴν ἐγκυκλίων καὶ χαρτοσήμων. Νὰ ὑποβληθῇ δὲ συγχρόνως καὶ ἀντίγραφον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων». Αἱ πληροφορίαι αὗται περιέχονται εἰς τοὺς πίνακας τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων. Οἱ πίνακες δὲ οὗτοι τυποῦνται, κατατεθέντες ὑπ’ ἐμοῦ, καὶ θέλουσι προσαχθῆ. «3) Νὰ ὑποβληθῶσι προσέτι τὰ ἀνταλλαγέντα ἔγγραφα μεταξὺ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Νυμφασίας, τοῦ Νομάρχου Ἀρκαδίας καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τῆς εἰς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἰσφορᾶς τοῦ δήμου Νυμφασίας». Οὐδεμία τοιαύτη ἀλληλογραφία ἐγένετο. Ὁ ἕτερος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐπηρώτησε τελευταῖον περὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς ἐνταῦθα, τῶν σχετιζομένων πρὸς τὰ ὑδραυλικὰ, τῶν τε ἤδη τελεσθεισῶν καὶ τῶν τελουμένων. Λαβὼν τὰς πληροφορίας παρὰ τοῦ Δημάρχου Ἀθηναίων, καταθέτω αὐτὰς ἐγγράφους, δύνανται δὲ τυπωθῶσιν. Ἐγένετο ἐπερώτησις, νομίζω ὑπὸ τοῦ ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ κ. Ἀντωνοπούλου, ὡσαύτως καὶ τοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου, περὶ τῆς γεφύρας Ἐρυμάνθου. Καθ’ ἃς ἔλαβον πληροφορίας, ἡ γέφυρα αὕτη ἐξετέθη ἐνταῦθα εἰς μειοδοτικὴν δημοπρασίαν, διὰ τὸ ἀδύνατον νὰ εὑρεθῶσιν ἐν Ἀρκαδίᾳ τὰ κατάλληλα πρόσωπα πρὸς ἀνάληψιν τοῦ ἔργου ἐκεῖ. Πεῖραν τοῦ πράγματος ἔχομεν ἐκ τῆς μειοδοσίας διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς γεφύρας τοῦ Λάδωνος, ἥτις, ἀφοῦ τετράκις ἀπέτυχεν ἐκεῖ, ἐνηργήθη ἐνταῦθα. Ὁ ἐργολάβος, ὁ ἀναλαβὼν τὸ ἔργον τῆς γεφύρας Ἐρυμάνθου, δὲν ἐφάνη ὅτι ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχῃ τὴν αὐτὴν προθυμίαν, ἣν εἶχεν ἐν ἀρχῇ, καὶ σκέψις ἤδη γίνεται, ὅπως κηρυχθῇ ἔκπτωτος. Ἰδοὺ τί λέγουσιν αἱ πληροφορίαι τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων. (Ἀναγινώσκει).
§21ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, ὅλα τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης νὰ κατατεθῶσι.
§22ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰ ἔχω ἐκ τύχης ἐνταῦθα, καὶ τὰ καταθέτω.
§23ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἢ μᾶλλον ἡ ἁπλῆ ἀνάγνωσις τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ ταμίου δὲν μὲ πληροφορεῖ παντάπασι περὶ τῆς ὑποθέσεως, περὶ ἧς πολλάκις ἐπηρώτησα. Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου ὑπάρχει βεβαίως σημείωσις τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν διατελεῖ ἡ τοιαύτη δοσοληψία μεταξὺ τοῦ δήμου καὶ τοῦ ταμείου. Τὸ ἐκεῖθεν ἁρμόδιον πρόσωπον μοὶ πέμπει κατάστασιν πλήρη καὶ σημείωσιν ἀκριβῆ, ἀλλὰ βεβαίως εἶναι περιττὸν νὰ συζητήσω ἐπ’ αὐτῆς τῆς σημειώσεως, ἀφοῦ πρὸ παντὸς δύναται αὐτὸ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ καταθέσῃ μίαν κατάστασιν.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὕτη εἶναι ἡ σημείωσις τοῦ ταμίου.
§25ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα, ἐνῷ ἀξιοῦμεν ὅτι ἔχει λαμβάνειν ποσὸν μέγα, ὁ ταμίας ἀπαντᾷ: «Ὁ δῆμος Ἀμβρακίας δικαιοῦται σήμερον λαμβάνειν δραχμὰς 66 καὶ 52|00 (δηλαδὴ εἶναι μία κρίσις κατὰ τὰς σκέψεις τοῦ ταμίου). Ἀπόδοσις δὲ εἰσπράξεων ἀπηγορεύθη ἡμῖν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 25,560 τῆς 29 Μαρτίου 1889 διαταγῆς.» Ὑπὸ τίνος ἀπηγορεύθη; Ἀλλ’ εἶναι ἄλλο τὸ ζήτημα τῆς κατασχέσεως καὶ ἀπαγορεύσεως ἀπὸ τὸ ζήτημα τῆς ἀποδόσεως τῶν προτέρων εἰσπράξεων. Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ προηγουμένων δοσοληψιῶν, δὲν ἀρκεῖ δὲ νὰ λέγῃ ὁ ταμίας, ὅτι ὁ δῆμος δικαιοῦται λαμβάνειν 66 δραχμάς. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ καταθέσῃ αὔριον κατάστασιν δοσοληψίας ἀκριβῆ τοῦ δήμου Ἀμβρακίας.
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀφοῦ λάβωμεν τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, ἐν οἷς θὰ ἦναι ἀναγεγραμμένη ἡ αἴτησίς σας.
§27ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤδη ἀπαντῶ εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῆς ἄλλης ὑποθέσεως, τῆς κοινότητος Μούχας. Καὶ ἐν τῇ ἀπαντήσει ταύτῃ εὗρόν τι τὸ ἀσαφὲς, καὶ πρὸ παντὸς θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὴν διαταγὴν, τὴν ὁποίαν ὑπέμνησα κατ’ ἀριθμὸν, τῆς 23 Δεκεμβρίου 1889.
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἴχετε ζητήσει τὴν κατάθεσιν αὐτῆς.
§29ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· τώρα τὴν ζητῶ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ ἐξιστορήσει τῆς ὑποθέσεως ἀφῆκεν ἀσάφειάν τινα· εἶπεν ὅτι ἡ περιφέρεια αὕτη ἀνῆκεν εἰς τὴν κοινότητα Ζωγλοπίου πρὸ τῆς χαράξεως τῶν συνόρων, κατόπιν παρέστησεν, ὅτι τὴν κατέλαβεν ἡ κοινότης Μούχας καὶ ὅτι ἐγένετο καὶ ἐνοικίασις, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον διέλυσε τὴν ἐνοικίασιν, καὶ ὅτι εἶχε δικαίωμα νὰ τὴν διαλύσῃ. Ἡ διάλυσις ἐνοικιάσεως, προκειμένου περὶ κοινοτικῆς περιουσίας, ἀνατιθεμένη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, βεβαίως δὲν περιέχει, εἰμὴ εἶδος κηδεμονίας ἐπὶ τῶν συμφερόντων τῶν κοινοτήτων. Τὸ Ὑπουργεῖον ἐγκρίνει τὰς ἐνοικιάσεις τῶν κοινοτικῶν περιφερειῶν· ἴσως ἔχει καὶ τοιοῦτο δικαίωμα, νὰ διαλύῃ αὐτὰς, ἀλλὰ τὰ τοιαῦτα δικαιώματα τοῦ Ὑπουργείου δὲν εἶναι παρὰ μία ἐπιτήρησις, μία κηδεμονία ἐπὶ τῶν συμφερόντων τῶν κοινοτήτων. Δὲν δύναται ποτὲ νὰ διαλύῃ τὴν ἐνοικίασιν τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα παραδώσῃ τὴν περιφέρειαν εἰς ἄλλην κοινότητα. Ἐὰν τοιοῦτόν τι εἴχομεν ἐν τῷ νόμῳ, —καὶ δὲν ὑπάρχει εἰς οὐδένα νόμον—οὐδὲν ἄλλο θὰ διετάσσετο ἢ ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον διαθέτει τὰς κοινοτικὰς περιφερείας κατὰ βούλησιν, καὶ παραχωρεῖ ἑκάστην περιφέρειαν εἰς ἐκείνην τὴν κοινότητα, εἰς τὴν ὁποίαν ἀρέσκεται νὰ τὴν παραχωρῇ· ἀλλ’ εἶναι τοῦτο ἐπιτήρησις τῶν συμφερόντων μιᾶς κοινότητος; Μόνον ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ τοῦ ἀσυμφόρου μιᾶς ἐνοικιάσεως δύνασθε νὰ ἀποφανθῆτε περὶ διαλύσεως, ἀλλ’ ἡ διαταγή σας δὲν εἶναι αὐτή· διαλύετε τὴν ἐνοικίασιν, ἵνα παραχωρήσητε τὴν περιφέρειαν εἰς τὴν κοινότητα Ζωγλοπίου. Πῶς ἐπιτρέπεται τοῦτο; Καὶ λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν: «Ναὶ μὲν κατεῖχε καὶ ἐνέμετο ἡ κοινότης Μούχας τὴν περιφέρειαν αὐτὴν, ἀλλ’ ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ἀνῆκεν εἰς ἄλλην κοινότητα καὶ τὴν παρελάβομεν καὶ τὴν ἐδώσαμεν εἰς τὴν ἄλλην κοινότητα.» Αὐτὸ εἶναι αὐθαιρεσία ἀκατονόμαστος τῳόντι! Καὶ τί προσθέτει; «Τώρα εἶναι ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τῶν νομικῶν συμβούλων. Ἐπειδὴ ἄλλη κοινότης ἐπαρουσίασεν ἀξιώσεις ἐπὶ τῆς αὐτῆς περιφερείας, τώρα σκεπτόμεθα, ἐὰν πρέπῃ νὰ λάβωμεν αὐτὴν τὴν περιφέρειαν ἀπὸ τὴν κοινότητα Ζωγλοπίου καὶ παραδώσωμεν αὐτὴν εἰς τὴν ἄλλην κοινότητα, ἡ ὁποία παρουσιάσθη τώρα.»
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἄλλη κοινότης εἶναι αὐτὸ τὸ χωρίον Μούχα, ὅπερ ἡνώθη μετ’ ἄλλου χωρίου, εἰς ὃ κατῴκησαν πολλοὶ κάτοικοι τοῦ χωρίου Μούχας.
§31ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ συζητῶ τὸ ζήτημα κατ’ ἀρχὴν, ἐὰν ἔχῃ δικαιοδοσίαν τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ τοιαύτης ὑποθέσεως· ποῖον δικαίωμα ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἀποφαίνηται ἐπὶ δικαιωμάτων τῶν κοινοτήτων, ἐπὶ ἀμφισβητήσεων τῶν κοινοτήτων;
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ Δημόσιον φροντίζει περὶ τῆς ἐκμισθώσεως τῶν περισσευμάτων, καὶ φροντίζον περὶ τῆς ἐκμισθώσεως, κανονίζει καὶ εἰς ποίαν κοινότητα ἀνήκουσι ταῦτα.
§33ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Δημόσιον οὐδὲν ἄλλο δικαίωμα ἔχει ἢ τὸ δικαίωμα τῆς κηδεμονίας τῶν κοινοτήτων, εἰς τὸ δικαίωμα δὲ τοῦτο δὲν περιλαμβάνεται τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνηται ἰδιοκτησία μιᾶς κοινότητος καὶ νὰ δίδηται εἰς ἄλλην, ὅπως ἤδη ἐλήφθη ἡ ἰδιοκτησία τῆς κοινότητος Μούχας.
§34ΖΩΓΛΟΠΙΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει κοινότης Μούχας.
§35ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα ἀμφισβητεῖται καὶ ἡ ὕπαρξις τῆς κοινότητος Μούχας.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως δὲν ὑπάρχει κοινότης Μούχας· μόνον χωρίον Μούχας ὑπάρχει, καὶ διὰ τοῦτο οἱ κάτοικοι αὐτοῦ ἡνώθησαν μετὰ τῶν κατοίκων τῆς κοινότητος Καστανέας, νομίζω.
§37ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς γνωρίζομεν καὶ ἐκ τοῦ χάρτου ἀκόμη, ὅτι ὑπάρχει χωρίον Μούχα, περὶ τοῦ ὁποίου πολλάκις καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ ἐσκέφθη, τοὐλάχιστον κατὰ τὰς ἐκλογάς. Ἀλλ’ ἤδη λέγετε, ὅτι τὸ χωρίον τοῦτο δὲν εἶναι κοινότης. Ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζω, πότε ἓν χωρίον ἀποτελεῖ κοινότητα καὶ πότε δὲν ἀποτελεῖ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐπειδὴ ἡ ὑπόθεσις εἶναι τοσοῦτον ἁπλῆ καὶ στηρίζεται ἐπὶ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου, δύναται νὰ ζητήσῃ αὔριον καὶ προσαγάγῃ πληρεστέρας πληροφορίας, καὶ ἂν ἀποδειχθῇ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει δικαίωμα, τότε δὲν θὰ θελήσω βεβαίως νὰ ἐπιμείνω· ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ μάθω τίνα γνώμην ἔχουσιν οἱ νομικοὶ σύμβουλοι, θέλω νὰ μάθω, ἐπὶ τίνος διατάξεως ἐστηρίχθη τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα λάβῃ τὴν περιφέρειαν ἀπὸ τῆς μιᾶς κοινότητος καὶ παραχωρήσῃ ταύτην εἰς ἄλλην. Ἐδῶ κατηντήσαμεν νὰ διαθέτωμεν τὰ πάντα κατὰ βούλησιν, προτείνομεν δὲ λόγους οἱουσδήποτε καὶ λαμβάνομεν μίαν περιφέρειαν ἀπὸ μίαν κοινότητα καὶ τὴν δίδομεν εἰς ἄλλην. Τώρα ἐγείρεται ἄλλο ζήτημα, ἴσως τῆς αὐτῆς δυνάμεως καὶ τῆς αὐτῆς φύσεως, ὅτι ἀναφαίνεται ἄλλη κοινότης, διεκδικοῦσα δικαιώματα ἐπὶ τῆς περιφερείας αὐτῆς. Ἀλλ’ ὅταν ἀφήσωμεν τὰ πάντα εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν, δὲν ἐννοῶ, πῶς δυνάμεθα νὰ ὀνομάσωμεν τὴν κατάστασιν αὐτὴν, ποῖον εἶναι αὐτὸ τὸ πολίτευμα. Ἐκ τοῦ δήμου Προσχίου τῆς Ναυπακτίας μοὶ γράφουσιν, ὅτι αἰφνιδίως διετάχθη νέα καταμέτρησις τῶν οἴνων, ἐνῷ τοιαύτη πρὸ ὀλίγου ἐγένετο, τώρα δὲ χαρακτηρίζεται ὁ δῆμος αὐτὸς ὡς ὀρεινὸς, καὶ διατάσσεται νέα καταμέτρησις αὐτῶν. Διὰ τίνα λόγον, τὸ ἐννοῶ· διότι ἐκδίδονται ἤδη πρωτόκολλα καὶ καταλογίζονται ὡς ὀφείλοντες ἐξ οἴνων ἐκεῖνοι, οἵτινες στεροῦνται προστασίας· θὰ ἐφαινόμην δὲ λίαν ἁπλοῦς, ἐὰν ἔλεγον, ὅτι δὲν γνωρίζω διὰ τίνα λόγον διατάσσεται νέα καταμέτρησις. Εἰς τὸν δῆμον Προσχίου ὑπώπτευσαν οἱ περὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, οὕτως εἰπεῖν, γίνεται ζύμωσίς τις, καὶ ὑπάρχει ἀνάγκη λήψεως μέτρων διὰ τὰς προσεχεῖς ἐκλογάς. Ἡ καταμέτρησις τῶν οἴνων εἶναι μία ἀναθεώρησις τῆς ἐκλογικῆς καταστάσεως ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ, εἶναι καταμέτρησις τῶν ψήφων· περὶ τούτου πρόκειται. Δὲν παραξενεύομαι δὲ, καὶ οὐδεὶς παραξενεύεται πλέον διὰ τὰ τοιαῦτα, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ τεθῇ εἷς φραγμὸς ἐναντίον τῆς τοιαύτης αὐθαιρεσίας τῆς ἐξουσίας. Μὴ νομίζετε δὲ, ὅτι διὰ τοιούτου τρόπου — καὶ τὸ λέγω πρὸς πᾶσαν Κυβέρνησιν — δύνασθε νὰ φέρητε πίεσίν τινα πραγματικὴν εἰς τὴν θέλησιν τῶν ἐκλογέων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ ταχέως καὶ ἐπὶ τούτου· δὲν ὑπάρχει δὲ οὐδὲν κώλυμα· εἷς ὑπάλληλος, ἂν διαταχθῇ, ἀρκεῖ, διὰ νὰ μᾶς παρέχωνται ἐγκαίρως πληροφορίαι.
§38ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω, κύριοι Βουλευταὶ, τίνες λόγοι ἔπεισαν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐγείρῃ ἀμφισβήτησιν ἐπὶ τῆς κυριότητος καὶ κατοχῆς τῶν δασῶν τῶν κοινοτήτων Σολυγείας τῆς Κορινθίας. Καὶ λέγω, ὅτι δὲν γνωρίζω τίνες λόγοι ἔπεισαν τὴν ὑπηρεσίαν νὰ προβῇ εἰς τοῦτο, διότι καὶ ἐπὶ τουρκοκρατίας καὶ μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς Ἑλλάδος ἦσαν οἱ Σοφικῖται κύριοι καὶ κάτοχοι τῶν δασῶν Σολυγείας, νεμόμενοι ἀκωλύτως ταῦτα. Οὐδέποτε δὲ τὸ Κράτος τοὺς νεμομένους καὶ κυρίους τῶν δασῶν τούτων ἠνώχλησεν. Ἴσως μόνον λόγον θὰ εὕρισκέ τις, ὅτι τὰ δάση ταῦτα ἐσώθησαν ἐπιμελείᾳ τῶν κατοίκων ἀκμαῖα καὶ δροσερὰ, καὶ κατέστησαν πηγὴ καὶ κοινωνικοῦ πλούτου καὶ πλούτου τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ διὰ τοῦτο ἡ σοφὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἠθέλησε νὰ περιλάβῃ ταῦτα εἰς τὰς ἰδιοκτησίας τοῦ Κράτους καὶ δοθῇ οὕτω εὐκαιρία νὰ πυρποληθῶσι καὶ ταῦτα, ὅπως καὶ τὰ λοιπὰ δάση τῶν κοινοτήτων, τὰ ὁποῖα οὐχὶ δικαίως κατ’ ἐμὴν γνώμην εἶχεν ἰδιοποιηθῆ τὸ Κράτος μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων, κηρύξαν ἐθνικὰ πάντα τὰ δάση, ἐφ’ ὧν πολῖται ἢ κοινότητες δὲν παρουσιάσωσι τίτλους. Δὲν θέλω σήμερον ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον τὸ Κράτος ἔχῃ δικαίωμα νὰ ἁρπάσῃ τὴν κυριότητα καὶ κατοχὴν τῶν δασῶν ἀπὸ τὰς κοινότητας καὶ τὰ χωρία τῆς Ἑλλάδος, ὧν οἱ κάτοικοι κατεῖχον καὶ ἐνέμοντο τὰ δάση. Διότι οὐδεμία ἀμφισβήτησις ἠγέρθη ποτὲ ἐπὶ τοῦ δικαιώματος τῶν κατοίκων τῆς Ἑλλάδος νὰ νέμωνται τὰ πέριξ τῶν χωρίων δάση ἐπὶ τουρκοκρατίας, ἀλλ’ ἐνέμοντο ταῦτα ἀκωλύτως οἱ παρ’ αὐτὰ οἰκοῦντες, ξυλευόμενοι, ὑλοτομοῦντες καὶ βόσκοντες ἐν αὐτοῖς ἐλευθέρως τὰ ποίμνια αὐτῶν. Οὐδ’ ἐγεννᾶτο εἰς τὴν διάνοιαν αὐτῶν ὁ ἐλάχιστος δισταγμὸς, ὅτι τὰ δάση ἀνῆκον εἰς τὰ χωρία. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τὸ ἔθνος διὰ τῶν ἐθνοσυνελεύσεων δὲν ἐξήνεγκε μὲν οὐδεμίαν ἀπόφασιν περὶ δασῶν, δὲν ἐδίστασεν ὅμως νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῶν ἐθνικῶν γαιῶν, διὰ τὰς ὁποίας ἐθέσπισεν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὁ διὰ τοῦ αἵματός του ἀπελευθερώσας τὴν γῆν τῶν πατέρων του, μέλλει νὰ διανεμηθῇ πάσας τὰς ἐθνικὰς γαίας καθ’ ὃν τρόπον ἔμελλεν ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἢ ἤθελε καθορίσει. Καὶ τίς ἀμφιβάλλει, ὅτι καὶ περὶ τῶν δασῶν κατὰ μείζονα λόγον ἡ αὐτὴ γνώμη ἐπεκράτει παρὰ τῷ ἔθνει καὶ τοῖς ἀντιπροσώποις αὐτοῦ; Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτων σήμερον. Προστίθημι ἁπλῶς, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα εἶχε καὶ αὐθαιρέτως ἡ Ἀντιβασιλεία ἐκήρυξεν ὡς ἐθνικὰ τὰ δάση τῶν κοινοτήτων, Καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν ἔποψιν τὴν νομικὴν τοῦ ζητήματος. Καὶ νομικῶς ἐξετάζων τὸ ζήτημα τῶν δασῶν, καθὼς ἔχει κανονίσει τοῦτο ἡ Βαυαροκρατία αὐθαιρέτως, καὶ οὕτως εὑρίσκω, ὅτι ἐντελῶς ἀπέχει πάσης ἐννοίας νομίμου καὶ δικαίου ἡ ἀκατανόητος αὕτη ἀπόφασις τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐγείρῃ ἀμφισβητήσεις ἐπὶ τῶν δασῶν τῆς κοινότητος Σοφικοῦ τῆς Κορινθίας. Τί λέγει τὸ νόμου κῦρος ἔχον διάταγμα τοῦ 1835, τὸ ὁποῖον ἡ Ἀντιβασιλεία ἢ ὁ Βασιλεὺς, ἀσκῶν καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, νομίμως τότε ἐθέσπισε; Κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ διατάγματος τούτου, «ἀξιώσεις δήμων καὶ μοναστηρίων περὶ τῆς ἰδιοκτησίας δάσους, θεμελιούμεναι μόνον εἰς πολυχρόνιον καὶ ἀδιάλειπτον δικαίωμα ἐλευθέρας ξυλεύσεως.... καὶ μὴ στηριζόμεναι εἰς νόμιμα ἔγγραφα, χαρακτηρίζοντα ῥητῶς τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ δάσους, δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀναγνωρισθῶσιν». Αὕτη εἶναι ἡ αὐθαίρετος ἔκφρασις τοῦ Β. διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη ὑπὸ τῶν Βαυαρῶν καὶ ἔχει κῦρος νομοθετικόν. Ἀλλ’ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ κοινότης Σοφικοῦ δὲν ἔχει ἐπίσημον τίτλον ἀναγνωρίσεως τῆς Κυβερνήσεως ἔκτοτε περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς κατοχῆς καὶ κυριότητος ἐπὶ τῶν δασῶν τούτων; Καθόλου. Τοσοῦτον εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, ὥστε, ὅτε τὸ Ὑπουργεῖον παρήγγειλε τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον νὰ ἐξετάσῃ τὰ περὶ τούτου, ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος, ἀνανεχθεὶς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐν ἀπορίᾳ διατελῶν, ἀνέφερεν, ὅτι ἐν τῷ πίνακι τῷ δασικῷ τῆς ἐπαρχίας Κορινθίας εἶναι ἐγγεγραμμένα ἐπισήμως ὡς ἰδιόκτητα ἅπαντα τὰ δάση τοῦ Σοφικοῦ. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος Κορινθίας ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 3189 τῆς 14 Νοεμβρίου 1889 ἐγγράφῳ αὐτοῦ (ἀναγινώσκει): «Ἐν τῷ πίνακι τῶν δασονομικῶν θέσεων τῶν εἰς ὑλοτομίαν ὑποκειμένων δασῶν σημειοῦται, ὅτι ὁλόκληρα τὰ δάση τοῦ δήμου Σολυγείας εἰσὶν ἰδιόκτητα, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰρημένου πίνακος κτλ. ἡ Ἐφορία ἐξέδιδεν ἀδείας ὑλοτομίας καὶ καυσοξύλων κλπ.» Τί ἐκ τούτου τοῦ ἐγγράφου συνάγεται; ὅτι ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος Κορινθίας καὶ πάντες οἱ προκάτοχοι αὐτοῦ ἐθεώρουν ὡς ἰδιόκτητα ἅπαντα τὰ δάση τῆς Σολυγείας, καὶ ὅτι οὐδέποτε ἐφορολογήθησαν τὰ ἐξ αὐτῶν δασικὰ προϊόντα ὡς ἐθνικά. Ὥστε ὡς βλέπετε, κύριοι Βουλευταὶ, αὐτὸς ὁ Ἔφορος, ὁ νόμιμος ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως, ἀνέφερε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι κατὰ τὸν κείμενον πίνακα εἰς τὰ γραφεῖα τῆς Ἐφορίας ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου τὰ δάση τῆς Σολυγείας θεωροῦνται ὡς ἰδιόκτητα, καὶ οὐδέποτε ἡ Κυβέρνησις ἤγειρεν ἀξιώσεις ἐπ’ αὐτῶν, ἢ ἠνώχλησε τοὺς κατοίκους Σοφικοῦ καὶ Ἀγγελοκάστρου. Ἐν τούτοις τὸ Ὑπουργεῖον ἐπιμόνως ζητεῖ τίτλους, καὶ διατάσσει, ὅπως τὰ ἰδιόκτητα τῆς Σολυγείας δάση κηρυχθῶσιν ἐθνικά. Πόθεν ἐπῆλθεν ἡ ἰδέα αὕτη, ἡ ἁρπακτικὴ, δὲν δύναμαι κατ’ ἀλήθειαν νὰ ἐννοήσω.
§39ΡΙΚΑΚΗΣ. Τώρα ἐγεννήθησαν αὐταὶ αἱ ἀξιώσεις;
§40ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τώρα, μετὰ ἑξήκοντα ὅλων ἐτῶν κατοχὴν καὶ κυριότητα, καθ’ ἧς οὐδεμία ποτὲ ἠγέρθη ἀντίῤῥησις. Κατὰ τὸ 1885 ἐπιτροπὴ τῆς κοινότητος ἐζήτει ἐν Ἀθήναις νὰ ἀναγνωρισθῇ ἡ ἰδιοκτησία καὶ ἡ κυριότης αὐτῆς ἐπὶ τῶν ἐν Σολυγείᾳ δασῶν. Τότε ἔσπευσεν ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀναγνωρίσῃ τοιαύτην ἐπὶ τεσσάρων ἢ πέντε τμημάτων τῶν δασῶν· μετὰ τοῦτο δὲ ἀνεγνωρίσθη πλῆρες τὸ δικαίωμα τῆς κυριότητος καὶ κατοχῆς, καὶ σᾶς φέρω ἀναντίλεκτον καὶ ἐπίσημον τούτου ἀπόδειξιν. Ἀναγινώσκω τὸ ὑπ’ ἀριθ. 64 τῆς 13 Μαρτίου τοῦ ἔτους 1839 ἔγγραφον τοῦ βασιλικοῦ δασονόμου Ἀργολίδος Αὐγούστου Ῥάβους, ἀπευθυνόμενον πρὸς τὸν Δήμαρχον Σολυγείας, ἔχον οὕτω: «Κατὰ συνέπειαν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 239 ἀπὸ 30 Σεπτεμβρίου π. ἔ. ἀναφορᾶς σας, τὴν ὁποίαν καθυπεβάλομεν εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Γραμματείαν, μᾶς διεύθυνεν αὕτη ὑπ’ ἀριθ. 31,381 ἀντίγραφον τῆς πρὸς τὸν πρώην Βασιλ. Ἔφορον Κορινθίας διαταγῆς, ἥτις μᾶς παραγγέλλει νὰ θεωρήσωμεν τὰ δάση τῆς Σολυγείας ὡς ἰδιόκτητα.» Ὡς βλέπετε, κύριοι Βουλευταὶ, ἀπὸ τοῦ 1839, ἤτοι τέσσαρα ἔτη μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος, τοῦ νομοθετικὸν κῦρος ἔχοντος, δι’ οὗ ἡ Κυβέρνησις ἐζήτει τίτλους τῆς τουρκικῆς κυριαρχίας, διὰ νὰ ἀναγνωρίσῃ κυριότητα δασῶν, ἐρεύνης ἐπιμελεστέρας γενομένης, ἐπείσθη ἡ τότε Κυβέρνησις, ὅτι τὰ δάση τοῦ Σοφικοῦ εἶναι ἰδιόκτητα, καὶ ἐξέδωκε τὴν ὑπ’ ἀριθ. 31,381 διαταγήν της, διὰ τῆς ὁποίας διατάσσεται ὁ Ἔφορος Κορινθίας καὶ ὁ Δασονόμος Ἀργολίδος νὰ θεωρῶσι τὰ δάση τῆς Σολυγείας ἰδιόκτητα, ἔχομεν δὲ καὶ τὸ ἔγγραφον μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ τότε δασονόμου Γερμανοῦ Αὐγούστου Ῥάβους. Τώρα συμβαίνει νὰ μὴ ἀνευρίσκηται προχείρως τὸ ἀντίγραφον τῆς διαταγῆς ταύτης ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἕνεκα τούτου, σοφιστικῶς σκεπτομένη, ἵνα μὴ εἴπω στρεψοδίκως, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, λέγει πρὸς τοὺς κατόχους καὶ κυρίους ἐκ τῶν συμπολιτῶν μου Σολυγιέων: «φέρετε τὸν τίτλον σας, ἄλλως δὲν ἀναγνωρίζω τὴν ἰδιοκτησίαν σας». Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπάρχει ἱκανὸς ἀριθμὸς νομομαθῶν συναδέλφων, οὓς ἐρωτῶ, ὡς εἰδικωτέρους: εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμφισβητηθῇ ἡ κατοχὴ καὶ κυριότης μετὰ πεντηκονταετῆ χρησικτησίαν, ἀφοῦ μάλιστα τὸ δικαίωμα στηρίζεται, ὡς ἀπέδειξα, εἰς ἐπίσημα ἔγγραφα; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἔχομεν καὶ ἀποφάσεις Δικαστηρίων τελεσιδίκους, δι’ ὧν ἀνεγνωρίσθησαν δικαιώματα κυριότητος ἐπὶ δασῶν, λόγῳ παρόδου τῆς ἀποσβεστικῆς προθεσμίας. Ἱκανὰ περὶ τούτου ἔχομεν ὡς προηγούμενα. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, ἤγειρε τὸ Δημόσιον ἀμφισβήτησιν ἐπὶ ὁμοίας ὑποθέσεως κατὰ τῆς Μονῆς Φενεοῦ καὶ κατὰ τῆς κοινότητος Ἀθηκίων. Ἐπὶ ἱκανὰ ἔτη ἐβασανίζοντο ἐν τοῖς Δικαστηρίοις αἱ δίκαι αὗται, καὶ ἐπὶ τέλους τελεσιδίκως κατεδικάσθη τὸ Δημόσιον. Ἐξ ὅλων τούτων πηγάζει ἀναμφισβητήτως τὸ δικαίωμα τῆς κοινότητος Σοφικοῦ ἐπὶ τῶν παρακειμένων δασῶν. Καταλήγων προστίθημι, ὅτι τὰ δάση ταῦτα δὲν χρησιμεύουσι μόνον πρὸς ὑλοτομίαν ἢ ξύλευσιν, ἀλλ’ εἶναι προσοδοφόρα, ὡς παρέχοντα μεγάλην ποσότητα ῥητίνης καὶ φλοιοῦ, οὕτω δὲ παρέχουσι τὸν ἄρτον εἰς τὰς κοινότητας αὐτάς, ὧν οἱ κάτοικοι ἀπὸ τοῦ προϊόντος τούτου κυρίως ἀποζῶσι, διότι, ὅπως καὶ ἄλλοτε παρέστησα εἰς τὴν Βουλήν, τὰ ἀκμαιότατα καὶ θαλερώτατα δάση Σολυγείας εἶναι ῥητινοφόρα, οἱ δὲ κάτοικοι τοῦ δήμου τῆς Σολυγείας κυριώτατον ἔσοδον καὶ μόνον ἔχουσι τοῦτο. Ἑπομένως, ἐὰν τοῖς ἀφαιρέσητε τὰ δάση, οἱ κάτοικοι θὰ μεταναστεύσωσι, διότι δὲν θὰ δύνανται ἐκ τῆς ξηρότητος τῆς ἐδάφους νὰ πορίζωνται τὰ πρὸς τὸ ζῆν. Θεωρῶ δὲ μωρὸν, ἵνα μὴ εἴπω βαρυτέραν λέξιν, ὕστερον ἀπὸ τόσα ἔτη, καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων, σωζομένων τῶν δασῶν ἀκμαίων καὶ θαλερωτάτων, νὰ ἀφαιρέσητε ταῦτα ἀπὸ τὴν ἐπιμέλειαν τῶν κατοίκων, διὰ νὰ τὰ ἀναλάβῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ δὲν ἠδυνήθη νὰ σώσῃ τόσα καὶ τόσα δάση, τὰ ὁποῖα κατεστράφησαν, πυρποληθέντα, ἐνῷ ταῦτα καὶ διατηροῦνται καὶ ἀκμάζουσι καὶ πρόσοδον ἱκανὴν παρέχουσι. Τούτων οὕτως ἐχόντων, δὲν ἐθεώρησα ἐπαρκῆ τὴν ἀπάντησιν, ἣν ἔδωκε προχθὲς ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου, ὑποδείξας ὅτι ἐπίκειται λύσις ἀγαθὴ καὶ δὲν πρέπει νὰ γένηται περὶ τοῦ θέματος τούτου λόγος. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν δύνανται νὰ ἐπαναπαύσωσιν οὔτε τοὺς συμπολίτας μου, οὔτε ἐμὲ, οὔτε τοὺς ἄλλους ἀντιπροσώπους τοῦ τόπου ἐκείνου· ἡμεῖς θέλομεν ῥητὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐπὶ τῶν ἀνεγνωρισμένων δικαιωμάτων τῆς κυριότητος καὶ κατοχῆς τῶν δασῶν Σολυγίας οὐδεμίαν ἔχει ἀξίωσιν τὸ Δημόσιον. Καὶ μόνον τότε θὰ παύσωμεν ἀγωνιζόμενοι νὰ σώσωμεν τὴν περιουσίαν τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ σαφεστέραν περὶ τούτου καὶ θετικωτέραν πληροφορίαν καὶ διαβεβαίωσιν, διότι καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ δικαίου καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ συμφέροντος τὸ Κράτος δὲν ἔχει πλέον τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ν’ ἀπαλλοτριώσῃ τῶν δασῶν τούτων κατοίκους νομίμως καὶ δικαίως κατέχοντας ἀπὸ πολλῶν δεκαετηρίδων, ἵνα μὴ εἴπω ἑκατονταετηρίδων, τὰ δάση ταῦτα. Ἐπαναλαμβάνω δὲ τὴν ἐμὴν ἔκπληξιν διὰ τὴν ἀκατανόητον καὶ ἀπροσδόκητον ταύτην ἀπόπειραν τοῦ Δημοσίου νὰ ἀφαρπάσῃ ἀπὸ τῶν συμπολιτῶν μου δάση, πρὸ ἑξηκονταετίας μὲν νομίμως καὶ δικαίως κατεχόμενα, πρὸ ἀμνημονεύτων δὲ χρόνων διατελοῦντα ὑπὸ τὴν κυριότητα αὐτῶν.
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλων προχθὲς τὰς πληροφορίας, εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Βουλευτὴν ν’ ἀναβάλῃ τὰς ἐπ’ αὐτῶν κρίσεις του, διότι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θὰ προέβαινε τὸ Ὑπουργεῖον εἰς ὁριστικὴν ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ θέματος· δὲν ἦτο δὲ πρέπον νὰ δώσῃ ὁ Ὑπουργὸς ἐν τῇ Βουλῇ ἐξηγήσεις πρὸ τῆς ὁριστικῆς ἀποφάσεως. Καὶ τώρα νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐπαναλάβω τὰ αὐτὰ, ὅτι, ὅσον τοὐλάχιστον ἀφορᾷ εἰς τὸν Ὑπουργὸν, εἶναι πρέπον νὰ μὴ θίξῃ τὸ ζήτημα, ἕως οὗ συμπληρωθῇ ὁ φάκελλος τῆς ὑποθέσεως, ὡς εἴρηται καὶ ἐν τῷ κατατεθέντι παρ’ ἐμοῦ σημειώματι.
§42ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Διὰ νὰ διευκολύνω τὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀπόφασιν, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ, ἵνα ὑποβάλω ἔγγραφα ἐπίσημα, ἀποδεικνύοντα τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τῶν πραγμάτων. Ἐξ ἐγγράφου τοῦ διευθύνοντος τὸ δασονομικὸν τμῆμα κ. Χλωροῦ ἐξάγεται, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται ὑπέβαλον ἐμπροθέσμως τοὺς τίτλους των διὰ τὰ δάση τῆς Σολυγείας, κείμενα εἰς ἑπτὰ θέσεις· 1) τὰ εἰς θέσιν Στείρη, 2) τὰ εἰς θέσιν Γκόριζα, 3) τὰ εἰς τὴν θέσιν Γκόλιζα Λάκα Ῥούση, 4) τὰ εἰς τὴν θέσιν Γκόλιζα, 5) τὰ εἰς τὴν θέσιν Κατακάλη, 6) τὰ εἰς τὴν θέσιν Ξέστι καὶ 7) τὰ πέριξ τοῦ χωρίου Σοφικοῦ. Αὐτὰ εἶναι τὰ δάση τοῦ Σοφικοῦ. Ἡ Γραμματεία τῶν Οἰκονομικῶν ἐξήτασε τοὺς τίτλους τούτους, ἐκράτησεν αὐτοὺς πολὺν χρόνον, οἱ κάτοικοι καὶ ἰδιοκτῆται ἐπανέλαβον τὰ παράπονα αὐτῶν, ἰσχυριζόμενοι ὅτι συνεμορφώθησαν μὲ τὸ βασιλικὸν διάταγμα τοῦ 1837, ὑποβαλόντες τοὺς τίτλους των, καὶ τότε ἐξεδόθη τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου ἀντίγραφον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀνεκοίνωσε πρὸ ὀλίγου καὶ τοῦ ὁποίου ἰδοὺ τὸ πρωτότυπον μὲ τὴν σφραγῖδα καὶ μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Γερμανοῦ δασονόμου, ὁ ὁποῖος λέγει ῥητῶς, ὅτι παρηγγέλθη ὑπὸ τῆς Γραματείας νὰ ἀναγνωρίσῃ τὰ δάση αὐτὰ ὡς ἰδιόκτητα. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης λοιπὸν μέχρι τοῦ 1889 οὐδεὶς λόγος ἐγένετο περὶ ἀμφισβητήσεως τῶν δασῶν. Ἐσχάτως Ἔφορος νέος, εἰς Κορινθίαν μεταβὰς, ἐζητήθη νὰ δώσῃ ἄδειαν ξυλεύσεως καυσοξύλων, τὰ ὁποῖα μόνον κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν πληρόνουν 20 λεπτὰ τὸ φορτίον τῶν 100 ὀκάδων, εἴτε ἐξ ἐθνικῶν εἴτε ἐξ ἰδιωτικῶν δασῶν ξυλεύονται. Ἀλλ’ ὁ Ἔφορος ἀπῄτησε νὰ ὁμολογήσωσιν, ὅτι εἶναι ἐθνικὸν τὸ δάσος, καὶ τότε νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν τῆς ξυλεύσεως· τοῦτο πληροφορηθεὶς, προσῆλθον εἰς τὸ τμῆμα παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ παρέστησα τὴν ἀδικίαν αὐτὴν, ἀλλ’ ὁ τμηματάρχης ἀπήντησεν, ὅτι, ἀφοῦ δὲν ἀνεγνωρίσθησαν μέχρι τοῦδε ῥητῶς — τὰ δάση ὡς ἰδιόκτητα, τὸ Τμῆμα δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀναγνωρίσῃ αὐτὰ ὡς ἰδιόκτητα. Δὲν ἠδυνάμην νὰ συζητήσω περισσότερον μετὰ τοῦ τμηματάρχου αὐτοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη ἦτο ἰσχυρὰ καὶ ἐπίμονος. Εἰς μάτην προσέθηκα, ὅτι αὐτὰ τὰ δάση εἶναι ῥητινοφόρα, ὅτι ποτὲ δὲν ἐπλήρωσαν φόρον ἐπικαρπίας, ὅτι ὡς ἰδιόκτητα ἡ Γραμματεία τὰ ἀνεγνώρισεν, ὅτι τὰ δάση ταῦτα οὐδεὶς Ἔφορος τὰ ἠμφισβήτησεν, οὔτε τὸ Τμῆμα ἀμφέβαλε μέχρι τοῦδε περὶ τούτου, ὅτι ἐδῶ εἶναι ὁ κ. Βαλσαμάκης, ὁ πρώην τμηματάρχης τοῦ τμήματος, καὶ ἂς ἐρωτηθῇ ὅτι ὑπάρχει κώδιξ δασῶν, ἐγγεγραμμένα φέρων τὰ δάση ταῦτα ὡς ἰδιόκτητα· ἀλλ’ ὁ κύριος Χλωρὸς ἔμεινε χλωρός! Ἐκτὸς τούτων, κατὰ τὸ 1873 ἕτερος Ἔφορος, ὅμοιος τοῦ ἐφετεινοῦ, ζητησάντων τῶν κατοίκων ἄδειαν ὑλοτομίας φλοιοῦ, κατελόγισεν εἰς αὐτοὺς ἐπικαρπίας φόρον, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1878 ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος, μεταπεισθεὶς, ἐζήτησε τὴν ἔκπτωσιν τοῦ φόρου αὐτοῦ, ὡς ἀδίκως πληρωθέντος, καὶ ἀνεγνώρισε τὴν κυριότητα τοῦ δάσους εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, κατὰ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 65,400 διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, ἔχομεν τὴν ἀποσβεστικὴν παραγραφὴν, ἀναγνωρισθεῖσαν δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐπὶ τῆς δίκης τῆς Μονῆς Φενεοῦ, ἥτις στηρίζεται εἰς τὸ ἄρθρον 21 τοῦ νόμου περὶ διακρίσεως τῶν κτημάτων· περιπλέον ἐγένετο δεκτὴ ἄλλη κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀγωγὴ τῶν κατοίκων Ἀθηκίων ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τριακονταετοῦς παραγραφῆς, καὶ καταδικάζεται τὸ Δημόσιον εἰς ἀποζημίωσιν, περὶ ἧς διεξάγεται ἀπόδειξις, αἰτούντων τῶν ἐναγόντων, ἵνα καταδικασθῇ τὸ Δημόσιον εἰς πληρωμὴν 60,000 δραχμῶν. Καταθέτω τὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ τὰ ἴδῃ ὁ κ. Ὑπουργός· ἀλλὰ δὲν πταίει ὁ Ὑπουργὸς, διότι, ὅταν ἡ ὑπηρεσία παραμορφόνῃ τὰ πράγματα, τί νὰ κάμῃ ὁ Ὑπουργός;
§43ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πρέπει ν’ ἀπολύσῃ ἡ Κυβέρνησις τὸν ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος πταίει.
§44ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐὰν δὲν τὸν ἀπολύσῃ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, θὰ τὸν ἀπολύσῃ, ὑποθέτω, ἢ μετ’ αὐτήν, ἂν δὲν τὸν προβιβάσῃ.
§45ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀστειεύεσαι ἐπὶ σοβαρῶν ζητημάτων.
§46ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἰς τὰ βουλευτικά μου καθήκοντα δὲν ἔγκειται τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσω ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ παύσῃ ὑπάλληλον παρανόμως.
§47ΚΟΥΣΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔπειτα ἀφ’ ὅσα εἶπεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ παρουσιάσῃ τὸν φάκελλον καὶ θὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, δὲν ἔχω νὰ εἴπω τι σήμερον, καθόσον οἱ προλαλήσαντες ἀξιότιμοι συνάδελφοί μου ἀπέδειξαν δι’ ἐγγράφων ἐπισήμων, ὅτι τὸ δάσος αὐτὸ εἶναι ἰδιόκτητον, ἐγὼ δὲ, μένων πλησίον τοῦ δήμου Σολυγείας, ἤτοι τῆς κωμοπόλεως τοῦ Σοφικοῦ καὶ διαμένων πρὸ 35 ἐτῶν εἰς τὴν Κόρινθον, ποτὲ δὲν ἤκουσα, ὅτι τὸ δάσος αὐτὸ εἶναι δημόσιον. Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Σολυγείας, ἀνερχόμενοι εἰς 3,500 ψυχὰς, ἀποζῶσιν ἐκ τοῦ δάσους αὐτοῦ, διότι δὲν ἔχουσιν οὔτε σταφιδοφυτείας, οὔτε ἀμπελῶνας, οὔτε ἀγροὺς πρὸς καλλιέργειαν, ἀλλ’ ἀρχίζουσιν ἀπὸ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου καὶ καλλιεργοῦσι τὸ δάσος αὐτὸ πρὸς ἐξαγωγὴν τῆς ῥητίνης, καὶ δὲν ἀπολαμβάνουσιν ἢ τὸ ἡμερομίσθιόν των, πρὸς 2 τὸ πολὺ δραχμάς. Ἐὰν δὲ τὸ δάσος αὐτὸ θεωρηθῇ δημόσιον, ἡ καταστροφή του θὰ ἦναι βεβαία, ὅπως συμβαίνει συνήθως. Προσέτι εἶναι χρήσιμον τὸ δάσος αὐτὸ καὶ διὰ στυλώματα. Ἡ Κορινθία εἶναι τόπος σταφιδοφόρος· ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς γνωρίζει, ὅτι ἄνευ στυλωμάτων αἱ σταφίδες δὲν ἠμποροῦν νὰ στηριχθῶσιν. Ἐὰν λοιπὸν παύσῃ ἡ ξύλευσις τῶν στυλωμάτων, βεβαίως τὸ εἰσόδημα τοῦ σταφιδοκάρπου θέλει ἐλαττωθῆ. Ἐφέτος μάλιστα ἔμειναν πολλὰ κτήματα ἀστύλωτα, διότι ὁ κ. Ἔφορος Κορινθίας ἐζήτησεν ὡρισμένως νὰ δηλώσουν οἱ κάτοικοι, ὅτι τὸ δάσος αὐτὸ εἶναι δημόσιον, καὶ τότε νὰ τοῖς δώσῃ τὴν ἄδειαν νὰ ξυλεύσουν. Τὸ Δημόσιον ὠφελεῖται ἀπὸ τὰς ἰδιοκτησίας μᾶλλον παρὰ ἀπὸ τὰ ἐθνικὰ κτήματα· ἔχω δὲ παραδείγματα τοὺς ἐλεῶνας. Ἐν ὅσῳ οἱ ἐλεῶνες ἦσαν δημόσιοι, τὸ Δημόσιον δὲν ἀπελάμβανε τόσα, ὅσα σήμερον, ὅτε ἀποκατεστάθησαν ἰδιόκτητοι. Οἱ Σοφικῖται, ἐκτὸς ὅτι δικαιοῦνται, ἀλλ’ εἶναι καὶ φιλάνθρωπον ἔργον, ν’ ἀφεθῶσιν ἥσυχοι νὰ καλλιεργῶσιν τὰ δάση των, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν ἔχουν ἄλλο εἰσόδημα, παρὰ τὴν ξύλευσιν τῶν ἀχρήστων μερῶν τῶν πευκοδένδρων, καὶ τὴν ῥητίνην, ἥτις χρησιμεύει διὰ τοὺς ἐν γένει οἴνους τῆς Πελοποννήσου καὶ ἰδίως τῆς Κορινθίας, οἵτινες δὲν διατηροῦνται ἀρητίνωτοι. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους παρακαλῶ πολὺ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ αὐτὸ τὸ θέμα, καὶ ν’ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην εἰς τοὺς Σοφικίτας.
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ὠφέλεια τοῦ Δημοσίου ἐκ τῆς παραχωρήσεως εἰς ἰδιώτας τῆς νομῆς τῶν δασῶν, καὶ ἰδίως τῶν ῥητινοφόρων, δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ἐν τῷ θέματι τούτῳ, διότι ἡ νομοθεσία ἀναγνωρίζει τὸ Δημόσιον ὡς ἀπόλυτον κύριον τῶν εἰς αὐτὸ ἀνηκόντων, ἑπομένως τὸ ζήτημα τοῦτο, λυόμενον ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κειμένης νομοθεσίας, ἀπαιτεῖ, ἵνα λυθῇ ὑπὲρ τῶν ἰδιωτῶν, τὴν ἀπόδειξιν ὅτι οὗτοι ἔχουσι τίτλους, ἢ ἔχουσι τὴν κατοχὴν ἐπὶ τὸν χρόνον, τὸν ὑπὸ τοῦ νόμου καθοριζόμενον πρὸς τὴν ἀπόκτησιν τῆς ἰδιοκτησίας ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου διὰ παραγραφῆς. Ἀλλ’ ἡ ἀρχὴ, ἣν ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέπτυξε πρὸ ὀλίγου, εἶναι ὀρθὴ, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς ταύτης συνετάχθησαν τὰ νομοσχέδια, περὶ ὧν ἐποιησάμην καὶ ἄλλοτε λόγον, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν δασῶν. Τὸ νεώτερον νομοσχέδιον στηρίζεται ἐπὶ τῆς συνιδιοκτησίας τῶν περιοίκων εἰς τὰ δάση τοῦ Δημοσίου. Ἐνομίσαμεν, ὅτι ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὑπὸ τῶν προηγουμένων νομοσχεδίων ὁριζόμενα εἰς προστασίαν τῶν δασῶν, ὡς ἔχουσι παρ’ ἡμῖν τὰ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης τῆς εἰδικῆς, θὰ ἦναι ἀνεπαρκῆ, καὶ ὅτι πάντων τελεσφορώτερον θὰ ἦτο ἡ παραχώρησις τῆς συνιδιοκτησίας εἰς τὰς συνορευούσας πρὸς τὰ δάση κοινότητας. Ἡ συνιδιοκτησία θὰ παραγάγῃ παρ’ αὐτοῖς συμφέρον ἀντίθετον τοῦ σήμερον ὑπάρχοντος ἢ ὑποτιθεμένου. Θὰ ἠδυνάμεθα μάλιστα νὰ προβῶμεν καὶ μέχρι τῆς πλήρους παραχωρήσεως τῆς ἰδιοκτησίας εἰς τὰς κοινότητας, ἀλλ’ ἡ ἐπιφύλαξις εἶναι ἀναβλητικὴ μᾶλλον ἢ οὐσιαστική. Ὅταν ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον, ἐλπίζω ὅτι θέλομεν εὕρει αὐτὴν πρόθυμον εἰς ἀποδοχὴν αὐτοῦ. Ὡς πρὸς τὸ θέμα ὅμως, τὸ προκαλέσαν τὰς παρατηρήσεις ταύτας, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπηρεασθῶμεν ἐξ ἧς ἐμφορούμεθα διαθέσεως ὑπὲρ συμπράξεως τῶν κοινοτήτων εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων δασῶν, ἀλλὰ καθῆκον ἔχομεν νὰ βεβαιώσωμεν, ἐὰν ὑπάρχῃ δικαίωμα τῶν ἰδιωτῶν ἢ τῶν κοινοτήτων. Ἤδη τὸ ζήτημα ἐξετάζεται, καὶ ἐλπίζω ὅτι προσεχῶς θέλομεν εἶσθαι ἕτοιμοι, ἵνα ἀποφανθῶμεν ὁριστικῶς περὶ τοῦ θέματος.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπὴ κατέθεσε τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν ἑξῆς νομοσχεδίων: Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1889 ἐκ δραχμῶν 197,500. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως 1890 ἐκ δραχ. 352,997. Περὶ χορηγίας πιστώσεων ἐπὶ τῆς χρήσεως 1889 ἐκ δραχμῶν 166,882. Περὶ χορηγίας πιστώσεων ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890 ἐκ δραχ. 127,775:11. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 105–108).
§50Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι δὲν ἠξεύρει, ἐὰν ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα προσήγαγεν, ἀποτελοῦσι τὴν ὅλην ὑπόθεσιν, περὶ ἧς ἐποιησάμην τὴν ἐπερώτησιν· ἐν τούτοις ἐγὼ ἀναγκάζομαι νὰ ἐξετάσω τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἄνευ ἐγγράφων, καὶ νομίζω, ὅτι θέλω ἀποδείξει, ὅτι καὶ ἡ Νομαρχία καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν οὐχὶ μόνον τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις ἐξέδωκαν, ἀλλὰ καὶ ἐναντίον τοῦ νόμου ἀπεφάνθησαν. Πρόκειται, κύριε Πρόεδρε, περὶ τῆς ἑξῆς ὑποθέσεως. Ὁ δῆμος Ἐλευσῖνος ἐψήφισε κατὰ τὸ 1879 κονδύλιον ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐκ δραχμῶν 600, ὁ προϋπολογισμὸς ἐστάλη εἰς τὴν Νομαρχίαν, καὶ ἡ Νομαρχία ἀνεβίβασε τὸ ποσὸν εἰς δραχμὰς 1070 δι’ ἀποφάσεώς της, ὁριστικῆς καταστάσης· ὁ Δήμαρχος συνεπῶς ἐξετέλεσαν ὅλας τὰς δαπάνας, αἵτινες προεβλέποντο, ἀλλὰ κατόπιν τῆς ἀποφάσεως ταύτης ὁ Νομάρχης λέγει, ὅτι δυνάμει τοῦ νόμου εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ μεταξὺ τοῦ κατωτάτου ὅρου τῶν 15% καὶ τοῦ ἀνωτάτου, καὶ ἐπειδὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναβιβάσῃ τὸ ποσὸν, ἀναβιβάζει αὐτὸ διὰ νεωτέρας ἀποφάσεώς του ἀπὸ 1070 εἰς 2070, καὶ οὕτω ὁ δῆμος ἔμεινεν ἄνευ πόρων, διότι ναὶ μὲν τὸ ἐτήσιον εἰσόδημα τοῦ δήμου εἶναι 5,000 δραχμῶν, ἀλλὰ δὲν εἰσεπράχθησαν παρ’ αὐτοῦ ὅλοι οἱ φόροι οἱ ἄμεσοι. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ Νομάρχης δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἀναβιβάσῃ τὸ ἀρχικὸν ποσὸν, τοὐναντίον κατὰ τὸ ἄρθρον 17 τοῦ νόμου, ὁ Νομάρχης δύναται νὰ ἀναθεωρῇ τὰς ἀποφάσεις του, ἀλλὰ δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο, ἂν τρίτοι δὲν ἀπέκτησεν δικαίωμα, ὡς καὶ τῆς ὁριστικῆς ἀποφάσεώς του· ἐπὶ δὲ τοῦ προκειμένου, οὐχὶ μόνον ὁ δῆμος διὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Νομαρχίας, ἥτις κατέστη ὁριστικὴ, ἀπέκτησε δικαίωμα, διότι ἐκανόνισε τὰς διαφόρους δαπάνας τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, ἀλλὰ καὶ τρίτοι, οἵτινες ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐγκριθέντος τούτου προϋπολογισμοῦ ἀπέκτησαν δικαιώματα ἀναφαίρετα. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ παρανομία, ἡ αὐθαιρεσία τοῦ Νομάρχου εἶναι ἀποδεδειγμένη ἄνευ πολλῶν σχολείων, καὶ δὲν δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἔχῃ οὐδὲν ἐπιχείρημα, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως τοῦ Νομάρχου Ἀρκαδίας, οὔτε τὰ ἔγγραφα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων ὁ κ. Νομάρχης ἐξέδοτο τὴν δευτέραν ταύτην ἀπόφασίν του, τὴν ἀποκηρύττουσαν τὴν πρώτην, ἥτις, ἐπαναλαμβάνω, κατέστη ὁριστική. Ἀλλ’ ἡ ἐνέργεια αὕτη καὶ ἐπὶ τῶν ἱερωτέρων κονδυλίων τῶν δήμων κατέστη φατριαστικὴ καὶ δὲν ἔχει ἄλλην λύσιν, ἄλλην ἑρμηνείαν ἡ ἐνέργεια, ἢ τὴν φατρίαν καὶ μόνην τὴν φατρίαν. Ἀναμένω τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ θέλω ἐπανέλθει.
§51ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὑπ’ ἀριθ. 4146 καὶ ἀπὸ 6 Ἀπριλίου ἐ. ἔ. πρᾶξιν τοῦ Νομάρχου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ὡς καὶ τὴν ὑπ’ ἀριθ, 4712 καὶ ἀπὸ 19 Ἀπριλίου ἐ. ἔ. πρᾶξιν τοῦ ἰδίου Νομάρχου, δι’ ὧν ἀπεβλήθησαν ἐκ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Λαυρίου τρεῖς δημοτικοὶ σύμβουλοι, ἕνεκα δῆθεν παραβάσεως τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Ὅταν δὲ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα καὶ μελετηθῶσι, θέλω φέρει ἐπὶ τούτων τὸν λόγον.
§52Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας: 1) Διατὶ, ἐνῷ ἐν τῷ καπνεργοστασίῳ Πατρῶν, ὅπερ εἰσπράττει ἐκ κοπῆς τοῦ καπνοῦ ἐτησίως 300 περίπου χιλιάδας δραχμῶν, εἰσὶ διωρισμένοι 30 ἐργάται, ἐν τῷ καπνεργοστασίῳ Ἀθηνῶν, ὅπερ εἰσπράττει δραχ. 950 χιλιάδας περίπου, ἤτοι τὸ τριπλάσιον τοῦ τῶν Πατρῶν, εἰσὶ διωρισμένοι 190 ἐργάται, ἤτοι τὸ ἑξαπλάσιον καὶ πλέον τοῦ τῶν Πατρῶν; 2) Διατὶ διὰ τὸν αὐτὸν ἀριθμὸν τῶν ἐργατῶν τοῦ καπνεργοστασίου Ἀθηνῶν κατὰ μὲν τὸ πρῶτον δεκαπενθήμερον τοῦ Μαρτίου ἐ. ἔ. ἐδαπανήθησαν 8,500 περίπου δραχμαὶ, κατὰ δὲ τὸ δεύτερον ἐδαπανήθησαν μόνον 6,800 περίπου; 3) Νὰ προσαχθῇ κατάστασις τῶν δαπανῶν τῶν καπνεργοστασίων Ἀμφίσσης, Ἀταλάντης, Βονίτσης, Ξηροχωρίου, Τήνου, Ἀστακοῦ καὶ Σκοπέλου διὰ τὸ 1889, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ ἐνοικίου. Ὑπενθυμίζω δὲ καὶ προηγουμένην ἐπερώτησίν μου περὶ τῆς καθυστερουμένης ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν ὑπὸ τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Ἅγιον Ἰωάννην εἰς Ὀρχομενὸν καταληφθέντων ἀγρῶν.
§53ΣΑΚΚΗΣ. Πρὸ πολλοῦ εἶχον ἀπευθύνει ἐπερώτησιν πρὸς τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργὸν, ἀφορῶσαν τὸν Νικόλαον Παππαδόγκωνα, καταδικασθέντα ὑπὸ τοῦ ἐν Τριπόλει Κακουργιοδικείου κατὰ τὸ 1888 εἰς 13 ἐτῶν πρόσκαιρα δεσμά. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ καταδίκη αὕτη ἐγένετο ἐκ πλάνης, καὶ περὶ τούτου ἐπείσθη εὐθὺς κατόπιν καὶ αὐτὸ τὸ Δικαστήριον τῶν Συνέδρων, ἐγνωμοδότησαν περὶ ἀπονομῆς πλήρους χάριτος αὐτῷ ὅ τε Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Δικαστηρίου ἐκείνου, ἔτι δὲ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν Ναυπλίας συνέστησε αὐτὸν κατόπιν. Περὶ τῆς ἀδίκου καταδίκης αὐτοῦ εἶναι πεπεισμένη ὁλόκληρος ἡ κοινωνία, ἡ γνωρίζουσα τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Ὑποστηρίζων δὲ ἀναφορὰν αὐτοῦ πρό τινος χρόνου, ἔλεγον ὅτι ἰδίᾳ ἡ κωμόπολις ὁλόκληρος τοῦ Πεταλιδίου βεβαιοῖ, ὅτι κατὰ τὴν διάπραξιν τοῦ ἐγκλήματος ἐκεῖνος εὑρίσκετο ἐν Πεταλιδίῳ. Θὰ παρακαλέσω ὅθεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, μὴ ἐπιμένων εἰς τὴν κατάθεσιν τῆς δικογραφίας, ἵνα καὶ ἐξ αὐτῆς καταδείξω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πεπλανημένην περὶ τοῦ εἰρημένου καταδίκου ἀπόφασιν, ὅπως ἐξετάσῃ, καὶ ἂν πεισθῇ, ὅτι ἀδίκως κατεδικάσθη ὁ εἰρημένος κατάδικος, νὰ ὑποβάλῃ διάταγμα τῷ Βασιλεῖ περὶ ἀπονομῆς χάριτος εἰς αὐτόν. Ἑτέραν ἀναφορὰν ἑτέρου καταδίκου, ἐν τῷ Σωφρονιστηρίῳ Ζακύνθου κρατουμένου, ὑποβάλλω ὡσαύτως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, δι’ ἧς παραπονεῖται οὗτος, ὅτι τῷ ἐκλάπησαν τὰ ἐνδύματα καὶ ἄλλα πράγματα παρά τινος τῶν ἐκεῖ φυλάκων, καὶ ἐνῷ ἀπεδείχθη ἡ ἐνοχὴ τοῦ φύλακος, οὐ μόνον ἐξακολουθεῖ νὰ διατελῇ τοιοῦτος, ἀλλὰ καὶ οὐδεμία ποινικὴ καταδίωξις ἐνεργεῖται κατ’ αὐτοῦ, ἐνῷ διὰ τοῦτο κατηγγέλθη. Ὑπενθυμίζω ὡσαύτως ἐπερώτησίν μου πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφορῶσαν τὴν παραλαβὴν τῆς ὁδοῦ Μεθώνης. Καθὰ πληροφοροῦμαι, ἡ ἐπιτροπὴ μετέβη πρὸς παραλαβὴν τῆς ὁδοῦ ταύτης. Θὰ παρακαλέσω ἕνεκα τούτου τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὸν φάκελλον τῶν διαφόρων ἐκθέσεων τῶν κατὰ καιροὺς μεταβασῶν ἐκεῖ πρὸς παραλαβὴν τῆς ὁδοῦ ἐπιτροπῶν, διότι πληροφοροῦμαι, ὅτι ἡ τὸ πρῶτον μεταβᾶσα ἐπιτροπὴ ὑπέβαλεν ἔκθεσιν, βεβαιοῦσαν, ὅτι ἡ ὁδὸς αὕτη εὑρίσκεται εἰς πλήρη ἀχρηστίαν, ἢ μᾶλλον δὲν κατεσκευάσθη ὁδὸς, χρειάζεται δὲ κατ’ αὐτὴν δαπάνη 50,000 δραχμῶν πρὸς ἐπισκευὴν τῆς ὁδοῦ, ἢ μᾶλλον πρὸς νέαν αὐτῆς κατασκευήν.
§54ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μὲ τὸν προλαλήσαντα ὡς πρὸς τὸν Παπαδόγκωνα. Εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι ἀδίκως κατεδικάσθη· ἦτο εἰς τὸ Πεταλίδι καθ’ ἣν ὥραν ἐγένετο ἡ πρᾶξις. Τὸ γνωρίζει ὅλο τὸ Πεταλίδι καὶ αἱ ἀρχαί. Ὥστε ἀδίκως κατεδικάσθη καὶ πρέπει νὰ τῷ δοθῇ χάρις.
§55ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Εὐθὺς ὡς ἐξεδόθη ἡ καταδικαστικὴ ἐτυμηγορία κατὰ τοῦ Παπαδόγκωνα, ἡ κοινὴ γνώμη ἐξηγέρθη κατὰ τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης τῶν ἐν Τριπόλει ἐνόρκων, καὶ ὅλος ὁ κόσμος ἐφώναζεν, ὅτι ἀδίκως κατεδικάσθη. Διὰ τοῦτο ὑπάρχει καὶ ἡ σύστασις ὁλοκλήρου τοῦ Δικαστηρίου ὑπὲρ ἀπονομῆς εἰς αὐτὸν χάριτος.
§56ΤΖΑΝΕΣ. Ὑπάρχει μάλιστα ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ σφαῖρα, διὰ τῆς ὁποίας ἐφονεύθη ὁ φονευθεὶς, δὲν εἶναι ἡ σφαῖρα, ἡ ὁποία ἁρμόζει εἰς τὸ ὅπλον τοῦ Παπαδόγκωνα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει ὑπ’ ὄψιν τὴν δικογραφίαν· ἐλπίζω δὲ, ὅτι θὰ μεριμνήσῃ καὶ πρέπει νὰ σπεύσῃ, ἵνα ἀποδοθῇ δικαιοσύνη εἰς τὸν Παπαδόγκωνα, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται δωρεὰν εἰς τὰς φυλακάς.
§57ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Καταθέτω ἔγγραφον περὶ πληρωμῆς ἐνοικίου εἰς τὴν Μονὴν Βουλκάνων, συνεπείᾳ καταθέσεως τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας ἀνέγνωσε. Καταθέτω ἕτερα ἔγγραφα, ζητηθέντα παρὰ τοῦ αὐτοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, περὶ ζητήματος γεννηθέντος μεταξὺ τῆς κοινότητος Ζευγολατίου καὶ ἐφημερίων τῆς κοινότητος ταύτης. Καταθέτω ἐπίσης τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν πίστωσιν τῶν χιλίων δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἡ Μονὴ Πεντέλης συνεισέφερεν εἰς τὸν Ἱερὸν Σύνδεσμον. Τέλος καταθέτω τὸν κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ζητηθέντα πίνακα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, σχετικὸν πρὸς τὴν πίστωσιν τὴν ζητηθεῖσαν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν.
§58Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Διὰ τὸ σχολεῖον Κηφισσίας ἐλάβατε μέτρον;
§59ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα· διέταξα νὰ μεταβῇ ἐκεῖ ὁ ἐπιθεωρητὴς καὶ ἐξετάσῃ τὰ τοῦ σχολείου, καὶ ἂν τὰ πράγματα ἔχωσιν ὡς παρεστάθησαν, νὰ ἐρευνήσῃ περὶ εὑρέσεως καταλληλοτέρου καταστήματος.
§60Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τίνες οἱ λόγοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηριχθεὶς, προέβη εἰς τὴν παῦσιν 25 περίπου βοηθῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων, καὶ ἂν πράγματι οὗτοι ἐδίδασκον ἢ ἦσαν προσκεκολλημένοι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Τὴν ἐπερώτησίν μου ὑποβάλλω καὶ ἐγγράφως. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ, εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται αἱ ἀποζημιώσεις τῶν καταληφθεισῶν γαιῶν ὑπὸ τοῦ σιδηροδρόμου ἀπὸ Ἄργους εἰς Μύλους· μέχρι τοῦδε καθυστεροῦνται πολλαὶ καὶ μάλιστα εἰς τοὺς πτωχοτέρους.
§61ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἠξεύρω ὅτι διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ σιδηροδρόμου καταβάλλεται διηνεκὴς προσοχὴ καὶ εἶναι ὠργανωμένη ἡ ὑπηρεσία εἰς τρόπον ὥστε νὰ λειτουργῇ ταχέως.
§62Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ἐγένετο ἡ πληρωμὴ ἕνεκα ἐλλείψεως πιστώσεως.
§63ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ πίνακος τοῦ ἀφορῶντος τὰ καπνεργοστάσια, πρὸς ταῖς πληροφορίαις ταῖς ζητηθείσαις, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, πόθεν προέρχεται ἡ διαφορὰ ἐν τῇ ἀναλογίᾳ τῶν εἰσπράξεων εἰς τὰ καπνοκοπτήρια Πειραιῶς καὶ Ἁλμυροῦ. Ἐκ τοῦ πίνακος ἐξάγεται, ὅτι ἐν Πειραιεῖ ἡ εἴσπραξις τοῦ σιγαροχάρτου φθάνει εἰς τὸ ⅓, ἐνῷ εἰς τὸν Ἁλμυρὸν φθάνει εἰς τὸ διπλάσιον.
§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸν Πειραιᾶ γίνεται εἰσαγωγὴ τουμπεκίου, καὶ τοῦτο δὲν καπνίζεται διὰ σιγαροχάρτου· ἡ τοῦ ἐν Ἀθήναις δὲ καταναλισκομένου τουμπεκίου κοπὴ γίνεται ἐν Πειραιεῖ.
§65ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ λυπηρὰ συμβεβηκότα τῆς χθὲς, εἰς τὰ ὁποῖα ἀφορμὴν ἔδωκεν, ὡς γνωστὸν, εἷς τῶν Βουλευτῶν τῆς Συμπολιτεύσεως, καὶ τὰ ὁποῖα εὔχομαι νὰ μὴ ἐπαναληφθῶσι, παρετηρήθη φαινόμενον ἐξαιρετικὸν καὶ μοναδικὸν ἴσως εἰς τὰ χρονικὰ τοῦ Κοινοβουλίου τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν τοιαῦται δυσάρεστοι σκηναὶ ἐκτυλίσσονται παρ’ ἡμῖν. Εἶναι καὶ οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἄνθρωποι μὲ αἷμα καὶ νεῦρα, δύνανται δὲ εἰς στιγμὴν ἐξάψεως νὰ προβῶσιν εἰς σφοδρὰς ἀντεγκλήσεις, τοῦθ’ ὅπερ οὐχὶ σπανίως συμβαίνει καὶ εἰς ἄλλα Κοινοβούλια, ἀλλ’ οὐδέποτε οὔτε ἐν τῇ ἡμετέρᾳ οὔτε ἐν ἄλλοις ἐγένετο ὅ,τι χθὲς συνέβη. Παρετηρήθη δηλαδὴ, ὅτι, καθ’ ἣν ὥραν ἔλαβε χώραν ἡ ἔρις μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν καὶ τῆς μιᾶς πτέρυγος καὶ τῆς ἄλλης, ἀνώτερος ἀξιωματικὸς, λησμονήσας ἑαυτὸν καὶ τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον φέρει, εἰσέβαλεν εἰς τὴν δεξιὰν πτέρυγα μὲ πρόθεσιν οὐχὶ νὰ προλάβῃ κακὸν, ἀλλὰ νὰ βοηθήσῃ τοὺς συμπολιτευομένους Βουλευτὰς κατὰ τῶν ἀντιπολιτευομένων.
§66ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ δεξιῶν). Ἦσθε τέσσαρες.
§67ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δύναμαι νὰ ἀντιστρέψω τοὺς ὅρους, καὶ νὰ εἴπω, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος ἦλθε νὰ βοηθήσῃ τοὺς τέσσαρας ἀντιπολιτευομένους κατὰ τῶν συμπολιτευομένων.
§68ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἦλθε νὰ σώσῃ τὸν γέροντα πατέρα του, τὸν στρατηγὸν, διὰ νὰ μὴ τὸν ποδοπατήσουν.
§69ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνεμίχθη παρὰ τὸ καθῆκόν του εἰς ἔριδας μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος. Εἰς ὅλα τὰ Κοινοβούλια οἱ Βουλευταὶ ἀπολαύουσιν εἴδους τινὸς ἀσυλίας, καὶ εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ ἀναμιγνύηται εἰς τὰς ἔριδάς των. Πλὴν τούτου καὶ ἐγὼ ἀντελήφθην καὶ ἄλλοι εἶδον ὑπάλληλόν τινα τῆς Βουλῆς νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν ἔριδα. Νομίζω ὅτι τὸ ἄτοπον τοῦτο πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐν γένει, ἰδίως δὲ τὴν προσοχὴν τοῦ Προέδρου αὐτῆς, τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πρὸ πάντων τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Διὰ τοῦτο, χωρὶς νὰ προβῶ εἰς περαιτέρω ἀνάπτυξιν, θὰ ἐρωτήσω πρῶτον μὲν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, τί ἔπραξε διὰ τὸν περὶ οὗ πρόκειται ὑπάλληλον τοῦ γραφείου, δεύτερον δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τί ἔπραξεν ἢ τί σκοπεῖ νὰ πράξῃ διὰ τὸν ἀνώτερον ἀξιωματικὸν, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τοσοῦτον παρεγνώρισε τὸ καθῆκόν του.
§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἤδη, ὅτε γίνεται λόγος περὶ παρεκτροπῆς ἀξιωματικοῦ, θέλω ἐξετάσει τὰ περὶ αὐτοῦ καὶ θέλω πράξει πᾶν ὅ,τι ἡ εὐλάβεια πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπιβάλλει· οὐδεμία δὲ δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ οὐδεὶς ἄλλος πρέπει νὰ εἰσέρχηται, πλὴν τῶν ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ὁριζομένων. Δὲν ἀνήκει εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω, τί θέλει πράξει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θέλει λάβει καὶ αὐτὸς πᾶσαν πρόνοιαν, ὅπως ἐκτελεσθῶσι τὰ πρέποντα ἀπέναντι παντὸς παρεκτραπέντος καθ’ ἣν ὥραν συνέβαινον τὰ λυπηρὰ ἐκεῖνα γεγονότα.
§71ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμεῖς δὲν ἀντελήφθητε τοῦ γεγονότος;
§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐχί.
§73ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἀντελήφθημεν.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς γνωρίζετε, χθὲς, καθ’ ἣν ὥραν συνέβη τὸ λυπηρὸν γεγονὸς, ἐκάθητο εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Ἀντιπρόεδρος, ἑπομένως ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος ἐφρόντισε νὰ ἐξετάσῃ τὰ συμβάντα, θέλω δὲ καὶ ἐγὼ πράξει τὸ αὐτό. Νὰ ἦσθε δὲ βέβαιοι, ὅτι, ἐὰν ὑπάλληλός τις ἀνεμίχθη εἰς τὰ τῶν Βουλευτῶν, θέλω τιμωρήσει αὐτόν.
§75ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἐπειδὴ δίδεται ἀφορμὴ διὰ τὰ χθεσινὰ συμβάντα, ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ταῦτα ἔλαβον χώραν, ἐγὼ, προεδρεύων, δὲν ἀντελήφθην ἂν ὑπάλληλος τῆς Βουλῆς ἀνεμίχθη εἰς τὰς ἔριδας τὰς μεταξὺ Βουλευτῶν. Ἐπειδὴ δὲ τὸ Προεδρεῖον εἶναι ἁρμόδιον νὰ ἐξετάσῃ τὰ περὶ τούτου, ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μετὰ τῶν λοιπῶν μελῶν τοῦ Προεδρείου θὰ ἐπιληφθῇ τοιαύτης ἐξετάσεως.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§77ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν δυνάμεθα θετικῶς νὰ γνωρίζωμεν, ἂν ἡ Βουλὴ θὰ φθάσῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ δημοτικῶν προσόδων, δανείων καὶ βαρῶν. Κατ’ ἐμὲ, εὐχῆς ἔργον ἤθελον εἶσθαι, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀνεβάλλετο, ὅπως μελετηθῇ, συνδυαζόμενον μετὰ τοῦ συνόλου τῆς φορολογίας ἡμῶν, διότι οὐδεὶς ἀγνοεῖ, ὅτι δὲν εἶναι μόνον τὰ διαπύλια τέλη βαρεῖς παρ’ ἡμῖν φόροι· ἔχομεν καὶ ἄλλους τοιούτους, τοὺς ὁποίους δὲν ἀντιλαμβάνονται αἱ ἀνώτεραι τάξεις τῆς κοινωνίας, ὡς π. χ. τοὺς φόρους ἐπὶ τῶν ζώων καὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ ἐνδέχεται ἐν τῇ ἀτάκτῳ ταύτῃ ἐργασίᾳ τῆς Βουλῆς νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν, ἐνόμισα καθῆκον νὰ ὑποβάλω τροποποιήσεις τινὰς, αἵτινες καθιστῶσι τὸ νομοσχέδιον ὀλιγώτερον ἐπαχθὲς καὶ ὀλιγώτερον ἄδικον καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ εἰς τὸ Δημόσιον. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ διατάξῃ, ὅπως αἱ τροποποιήσεις αὗται τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 110.) Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἀντιβασιλείας ἢ διαχειρίσεως τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας ἐν ἐνδεχομένῃ ἐκτὸς τοῦ Κράτους ἀποδημίᾳ τοῦ Βασιλέως κατὰ τὸ ἔτος 1890.
§79ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τούτου ὑποβάλλω τροπολογίαν, καθ’ ἣν ὁρίζονται τὰ τῆς ὁρκομωσίας τοῦ Διαδόχου κατὰ τρόπον ὑποδεικνυόμενον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 111.)
§81ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ τῆς ὁρκομωσίας τοῦ Διαδόχου, ἐὰν κριθῇ ἀναγκαῖον νὰ κανονισθῶσι νομοθετικῶς, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιληφθῶσιν ἐν νομοσχεδίῳ προσωρινῷ, ἀφορῶντι εἰς ὡρισμένην τοῦ Βασιλέως ἀποδημίαν. Ὥστε παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, τοὺς προτιθεμένους νὰ εἰσαγάγωσι νομοθετικὴν διάταξιν περὶ τοῦ θέματος, νὰ περιλάβωσι ταύτην ἐν ἰδίῳ νομοσχεδίῳ, νὰ ἀναβάλωσι δὲ τὴν πρότασιν ἐπί τινας ἡμέρας, ἵνα παρασκευασθῶμεν καὶ ἡμεῖς, καὶ δοθῇ, εἰ δυνατόν, λύσις ἐκ συμφώνου· δύναται δὲ ἡ λύσις νὰ δοθῇ καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου τούτου τοῦ προσωρινοῦ, καὶ ἂν ἔτι ἤθελε θεωρηθῆ, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νομοθετήματος. Ὅ,τι δύναμαι νὰ εἴπω περὶ τούτου ἐπὶ τοῦ παρόντος εἶναι, ὅτι ἀσχολούμεθα εἰς τὴν μελέτην τοῦ θέματος καὶ θεωροῦμεν πάντως, ὅτι ἡ οἰκεία θέσις τῆς διατάξεως δὲν εἶναι ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ.
§82ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν πρόκηται νὰ ἀναβληθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, βεβαίως θὰ ἀναβληθῇ καὶ ἡ τροπολογία· ἐὰν ὅμως πρόκηται νὰ ψηφισθῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιβασιλεύσῃ ὁ Διάδοχος χωρὶς νὰ δώσῃ ὅρκον.
§83ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν δὲν δύναται ν’ ἀντιβασιλεύσῃ ἄνευ ὁρκομωσίας, ἡ διάταξις δὲν θέλει ἐφαρμοσθῆ.
§84ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν πρόκηται περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ γίνῃ νόμος, ἀλλὰ δὲν θέλει ἐφαρμοσθῆ, νομίζω ὅτι δὲν νομοθετοῦμεν σοβαρῶς.
§85ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂς ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, καὶ κατὰ τὴν τρίτην λύομεν τὸ ζήτημα.
§86ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά· δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἀντιβασιλείας καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1890 δι’ ἔξοδα τῆς ἐκτάκτου Συνόδου τῆς Βουλῆς ἐκ δραχμῶν 279,270.
§88ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἰδοποιήθη ἐκ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ πίστωσις ἡ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς Βουλῆς διὰ χάρτην πρὸς ἐκτύπωσιν νομοσχεδίων δὲν ἐπήρκεσε, καὶ τοῦτο, ἕνεκα τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων· πρέπει λοιπὸν νὰ προσθέσωμεν ἔτι δραχμὰς 1000 ἐν κεφαλαίῳ 2, ἄρθρῳ βʹ.
§89ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ διέλθῃ ἡ πρότασις ἐκ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Λογιστικοῦ.
§90Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀντιλέγω εἰς τὴν πίστωσιν· ἀλλὰ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 19 Μαρτίου ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐζήτησεν 800 δραχμὰς διὰ τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια, καὶ ἑπομένως τὸ ποσὸν τοῦτο πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ οὐχὶ 1000 δραχμαί.
§91ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐζητήθησαν 800, ἀλλὰ κατὰ νεωτέρας πληροφορίας κρίνονται αὗται ἀνεπαρκεῖς· ἐπειδὴ ὅμως ἡ διαφορὰ εἶναι μικρὰ καὶ δύναται ν’ ἀναπληρωθῇ ἄλλως τὸ τυχὸν ἐλλεῖψον, δὲν ἐπιμένω εἰς τὰς 1000.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε νὰ προστεθῶσι μόνον 800 δραχμαί.
§93ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκτυπωθῶσιν ὅλαι αἱ γνωμοδοτήσεις, τὰς ὁποίας οἱ Σύλλογοι οἱ ἐκπαιδευτικοὶ ὑπέβαλον, καὶ εἰς πολλὰς χιλιάδας ἀντιτύπων, διότι πρόκειται περὶ μεγάλου καὶ ὑψηλοῦ σκοποῦ.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ταῦτα θὰ κανονήσῃ ἡ Ἐπιτροπή. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, μετὰ τῆς προσθήκης τῶν 800 δραχμῶν).
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890 ἐκ δραχμῶν 8,676,835:88, καὶ περὶ ἀκυρώσεως ἐκτάκτων πιστώσεων τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1888 ἐκ δραχμῶν 6,772,433:38.
§96ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κατέθηκε πίνακα, ὅστις ἀποκρίνεται ἐν μέρει εἰς τὰς πληροφορίας, ἃς ἐζήτησα.
§97ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Οἱ καταλογισμοὶ τῶν πινάκων εἶναι κατὰ τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν τῶν προηγουμένων ἐτῶν.
§98ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀρκοῦμαι εἰς τὴν δήλωσιν ταύτην. Ἤθελον δὲ νὰ ἐρωτήσω, ἂν ὁ κ. Dupont διατελῇ μέλος τῆς Γαλλικῆς ναυτικῆς ἀποστολῆς καὶ πληρόνηται ἔτι ὡς ὡς ὑπάλληλος.
§99ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔπαυσε τοῦ ν’ ἀποτελῇ μέλος τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς.
§100ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ δαπάνας πληρονομένας εἰς ὑπαλλήλους τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως εὑρίσκω ἐν τῷ πίνακι τούτῳ ποσὸν 18,989 δραχμῶν. Μόνον τὸ ποσὸν τοῦτο δύναται νὰ θεωρηθῇ κατ’ ἐμὲ ὡς ὅλως ἔκτακτον καὶ μὴ δυνάμενον νὰ προβλεφθῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ· ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς ἄλλας δαπάνας, αὗται δὲν δύνανται νὰ καταταχθῶσι καὶ νὰ συμπεριληφθῶσιν ἐν τῇ εἰδικῇ πιστώσει τῆς κατασκευῆς τῶν πλοίων, διότι ἡ εἰδικὴ αὕτη πίστωσις ἔχει περιωρισμένον σκοπὸν καὶ περιωρισμένον ὅριον ποσοῦ χρημάτων, ἐξ ὧν θέλει θεραπευθῆ. Ἀφοῦ δὲ μήτε εἰς τὴν εἰδικὴν ταύτην πίστωσιν δύναται νὰ καταταχθῇ, μήτε ὡς ἔκτακτος πίστωσις δύναται νὰ θεωρηθῇ, ἀπορῶ διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἀντὶ νὰ καταγράψῃ τὴν πίστωσιν ταύτην ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εἰς τὸ κεφάλαιον τὸ ὡρισμένον διὰ ναυπηγίαν ἐν μέρει, ἐν μέρει δὲ εἰς τὸ κεφάλαιον δι’ ἔξοδα ὁδοιπορίας, ἔφερεν ἀπεναντίας αὐτὴν ὡς ἔκτακτον· ὑποθέτω δὲ, ὅτι τὴν ἔφερεν οὕτω πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς ἀτόπως δοθείσης σημασίας εἰς τὰς ἐκτάκτους πιστώσεις, ὅτι δηλ. πρέπει νὰ πληρόνωνται αὗται διὰ δανείων καὶ ὄχι διὰ τῶν τακτικῶν πόρων τοῦ Δημοσίου. Ἡ αὐτὴ παρατήρησις χωρεῖ καὶ ἔτι πλέον εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ἀφορῶν τὴν παραλαβὴν καὶ μεταφορὰν τῶν πλοίων. Ἡ πρὸς παραλαβὴν καὶ μεταφορὰν αὐτῶν δαπάνη εἶναι ἔξοδον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Βεβαίως ἀφορᾷ καὶ αὕτη τὰ πλοῖα τὰ κατασκευαζόμενα, δὲν εἶναι ὅμως συνδεδεμένη μὲ μόνην τὴν κατασκευὴν τῶν πλοίων, χάριν τῶν ὁποίων ἀπεφασίσαμεν καὶ ἐδανείσθημεν ὡρισμένον ποσὸν, ἀλλ’ ἀνήκει εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὅπως θ’ ἀνήκῃ εἰς τὸ μέλλον καὶ ἡ πρὸς συντήρησιν καὶ κίνησιν αὐτῶν δαπάνη. Τὴν παρατήρησιν ταύτην ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἂν καὶ πολλάκις ἐγένετο τοιαύτη ἐπὶ ἄλλων νομοσχεδίων, διότι τὴν θεωρῶ τοσοῦτον οὐσιώδη ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ὥστε νομίζω, ὅτι εἰς πάντα Βουλευτὴν ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον τῆς ἐπαναλήψεως αὐτῆς ἐν πάσῃ παρουσιαζομένῃ περιστάσει, ὅπως διὰ τῆς ἐπαναλήψεώς της ταύτης ἐπέλθῃ ἡ θεραπεία τοῦ κακοῦ, ὅπερ ἐπαπειλεῖ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν διὰ τῆς ἀτάκτου ψηφίσεως καὶ κατατάξεως πιστώσεων, ὧν τὸ ποσὸν ἐξισοῦται σχεδὸν μὲ τὸ ὅλον τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένων πιστώσεων.
§101ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Νομίζω ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Βουλευτοῦ δὲν εἶναι βάσιμος· ἀπόδειξις δὲ εἶναι, ὅτι πρὸς ὑποστήριξιν αὐτοῦ ἠναγκάσθη νὰ κάμῃ μίαν ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία στερεῖται ἀπολύτως βάσεως. Λέγει ὅτι ὁ ἐπιστατῶν εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν πλοίων ἀνήκει εἰς τὴν Γαλλικὴν ἀποστολήν· ἄρα ἐξακολουθεῖ νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν Γαλλικὴν ἀποστολὴν, καίτοι εἶναι ἐν Γαλλίᾳ. Ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις αὕτη δὲν εἶναι ὀρθή· ὁ κ. Dupont ἐξετέλεσε τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐνετάλη, ὡς μέλος τῆς ἀποστολῆς, διελύθη τὸ μετ’ αὐτοῦ συμβόλαιον καὶ συνήφθη νέα σύμβασις, δυνάμει τῆς ὁποίας ἀνέλαβε τὴν ἐπιστασίαν τῶν ἐν Γαλλίᾳ κατασκευαζομένων θωρηκτῶν. Ἡ διὰ τὴν ἐπιστασίαν ταύτην δαπάνη εἶναι ἔκτακτος, ὡς εἶναι ἔκτακτος ἡ προμήθεια τῶν πλοίων, διότι, καθ’ ὅσον ἐξακολουθεῖ ἡ ναυπήγησις τῶν τριῶν θωρηκτῶν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ὁμολογεῖ ὅτι εἶναι ἔκτακτος, ἔκτακτος εἶναι καὶ ἡ ἐπιτήρησις τῆς ναυπηγήσεως ταύτης. Ἑπομένως ἡ δαπάνη, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν ἐπιστασίαν, ὀρθῶς ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἔκτακτος, διότι ἀναμφισβητήτως ἀνάγεται εἰς ἔκτακτον δαπάνην, ἥτις δὲν δύναται νὰ περιληφθῇ εἰς τὸν τακτικὸν προϋπολογισμόν.
§102Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶχον ζητήσει παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν δύο πίνακας, πίνακα τῶν λεπτομερειῶν τῆς δαπάνης, τῆς γενομένης κατὰ τὸ 1889 δι’ ἐπιστασίαν καὶ ἐπιτήρησιν ναυπηγήσεως πλοίων, καὶ πίνακα τῶν λεπτομερειῶν τῆς δαπάνης, τῆς γενομένης κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος διὰ παραλαβὴν καὶ μεταφορὰν τῶν πλοίων. Τοὺς πίνακας τούτους κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ ἐμελέτησα αὐτοὺς, ἐπὶ τῶν πινάκων δὲ τούτων σπεύδω νὰ φέρω παρατηρήσεις, ὅπως αὗται περιέλθωσιν εἰς γνῶσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ἐν πρώτοις ἐν τοῖς ἐξόδοις τῆς παραλαβῆς καὶ μεταφορᾶς τῶν πλοίων, τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 61,907 καὶ 78|00, βλέπω μετ’ ἀπορίας, ὅτι περιλαμβάνονται καὶ 36,750 δραχμαὶ, αἵτινες ἐδόθησαν ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ εἰς τὸν πλοίαρχον κ. Μ. Βότσαρην, διὰ νὰ ἀγοράσῃ τὰ ἀπαιτούμενα σκεύη τραπέζης καὶ ἕτερα ἤδη στρατωνισμοῦ. Ταῦτα δὲν εἶναι ἔξοδα παραλαβῆς καὶ μεταφορᾶς τῶν πλοίων, εἶναι ἔξοδα ἀλλότρια, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ καταταχθῶσιν ὑπὸ οἰκεῖον ἄρθρον καὶ κεφάλαιον. Βεβαίως ἐκπλησσόμεθα, ὅταν ἀναγινώσκωμεν, ὅτι ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν παραλαβὴν τῶν πλοίων 61 χιλιάδες δραχμῶν, ἐκ τῶν ὁποίων αἱ 36 χιλιάδες ἐδαπανήθησαν δι’ ἀγορὰν πραγμάτων. Δὲν πρέπει νὰ κάμω παρατηρήσεις περί τινων νομίζω ἀριθμητικῶν λαθῶν ἐν τῷ πίνακι. Ὁ πίναξ ἔχει δύο στήλας· ἡ μία παριστᾷ φράγκα, ἡ ἄλλη τὸ ἰσότιμον τῶν φράγκων εἰς δραχμάς. Ὑποθέτω ὅτι αἱ ἀνωμαλίαι, τὰς ὁποίας εὑρίσκω ἐν αὐτῷ, εἰσὶ λάθη, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἔχωσιν ἐπιῤῥοὴν, ἀλλ’ ἐνδέχεται ἴσως νὰ ἔχωσι καὶ ἐπιῤῥοήν. Ἐπὶ τοῦ πίνακος, τοῦ περιλαμβάνοντος τὰς λεπτομερείας τῶν δαπανῶν, τῶν γενομένων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν θωρηκτῶν πλοίων, παρατηρῶ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τυγχάνει ἁπλοῦς διατάκτης δαπανῶν, ἀλλ’ ἀγνοεῖ ἐντελῶς, ἐὰν αἱ δαπάναι αὗται ἦσαν χρήσιμοι ἢ ἀναγκαῖαι, κατὰ τίνα δὲ τρόπον γίνονται. Ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, παριστᾷ δαπάνην δραχ. 163,704 καὶ 98|00 διὰ τοιαῦτα ἔξοδα, ἐξ αὐτῶν δὲ μόνον ἑπτὰ κονδυλίων τὰς δαπάνας, ἀνερχομένας ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 14,706:65, γνωρίζει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ποῦ ἐδαπάνησεν αὐτὰς, καὶ ὅτι τὰς ἐδαπάνησε διότι τὰ ποσὰ ταῦτα ἐδόθησαν εἰς τὸν ὑποναυπηγὸν Βίμπον, ἀλλὰ τὸ ὑπόλοιπον τῆς δαπάνης δρ. 148,998 καὶ 33)00 δὲν γνωρίζει ποῦ ἐδαπανήθη. Οὕτως ἀπέστειλεν εἰς τὸν κ. Dupont δι’ ἔξοδα ἐπιτηρήσεως τῆς ναυπηγίας διὰ τὸν μῆνα Ἰανουάριον δραχμὰς 11,343.96, διὰ τὸν Φεβρουάριον δραχ. 7,767.04, διὰ τὸν Μάρτιον δρ. 20,260:63, διὰ τὸν Ἀπρίλιον δρ. 8,256:04, διὰ τὸν Μάϊον δραχμὰς 8,508:69, διὰ τὸν Ἰούνιον δραχ. 10,853:59, διὰ τὸν Ἰούλιον δραχμὰς 8,943:80, διὰ τὸν Αὔγουστον δραχ. 8,858:91, διὰ τὸν Σεπτέμβριον δραχμὰς 12,278:58, διὰ τὸν Ὀκτώβριον δραχ. 18,191:48, διὰ τὸν Νοέμβριον δραχμὰς 7,935.68, διὰ τὸν Δεκέμβριον δραχμὰς 11,967:46, καὶ οὕτω πως ἐγένοντο αἱ δαπάναι αὗται. Τοιαῦται πληροφορίαι δὲν πληροῦσι τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον εἴχομεν, ὅτε ἀπηυθύναμεν τὴν αἴτησιν, νὰ μᾶς ἀνακοινωθῶσιν αἱ λεπτομέρειαι τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος δαπανῶν. Ἐπειδὴ ὁ κ. Dupont εἴτε λαμβάνει καὶ διαχειρίζεται χρήματα ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ, εἴτε ἀποδίδει χρήματα εἰς πρόσωπα, γνωστὰ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἐκτελοῦντα ὑπηρεσίαν, ὑπέθετον, ὅτι ἤθελον μᾶς γίνει γνωστὰ, ποῖα εἶναι τὰ πρόσωπα ταῦτα, εἰς ἃ ἀποδίδονται ὑπὸ τοῦ κ. Dupont τὰ χρήματα ταῦτα, ἀφοῦ ἀποδίδονται αὐτοῖς δι’ ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν προσφέρουσιν εἰς τὴν ναυπήγησιν τῶν πλοίων. Τὸ δεύτερον μέρος τοῦ πίνακος εἶναι παραπλήσιον· πρόκειται περὶ χρημάτων, ἅτινα διὰ συναλλαγματικῶν μετεβιβάσθησαν εἰς τὴν ἐν Παρισίοις Ἑλληνικὴν Πρεσβείαν, ἵνα τὰ διαχειρισθῇ εἰς ἐπιστασίαν καὶ ἐπιτήρησιν ναυπηγήσεως πλοίων, ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ. Ἑπομένως ὁ πίναξ, ὁ περιέχων τὰς λεπτομερείας τῶν γενομένων δαπανῶν δι’ ἐπιστασίαν καὶ ἐπιτήρησιν τῆς ναυπηγήσεως τῶν πλοίων, δὲν πληροῖ τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον εἴχομεν, ὅτε ἐζητήσαμεν τὰς πληροφορίας ταύτας, ἀλλ’ εἶναι ἁπλοῦν δοκίμιον ἀριθμητικόν. Οὕτως ἀναφέρει, ὅτι ἀπέστειλε χρήματα ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὴν Γαλλίαν, ἐγὼ δὲ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἀπέστειλεν ὁ Ὑπουργὸς τὰ χρήματα, ἀλλ’ ἐσκόπουν νὰ ἐξασκήσω ποιόν τινα ἔλεγχον, ἤτοι νὰ μάθω ποῦ ἐδαπανήθησαν τὰ ἀποσταλέντα χρήματα καὶ ποῖοι τὰ ἔλαβον· τὴν ἐπιθυμίαν μου δὲ ταύτην δὲν πληροῦσιν οἱ πίνακες.
§103ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.). Ὡς πρὸς τὴν πρώτην παρατήρησιν, νομίζω ὅτι καλῶς τὸ ποσὸν περιελήφθη εἰς τὸ κεφάλαιον αὐτὸ, ἐν ᾧ πρόκειται περὶ παραλαβῆς καὶ μεταφορᾶς πλοίων, δὲν ἠδύνατο δὲ νὰ καταταχθῇ ἡ δαπάνη, ἡ γενομένη διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν σκευῶν, εἰς ἄλλο κεφάλαιον. Ὡς πρὸς τὴν δευτέραν παρατήρησιν, ἴσως ἐγὼ δὲν εἶχον ἐννοήσει τί εἶχε ζητήσει ὁ κ. Βουλευτὴς, νομίζω ὅμως, ὅτι ὁ σήμερον κατατεθεὶς πίναξ ἐξηγεῖ πληρέστατα τὰς ἀπορίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ, διότι εἰς τὸν πίνακα αὐτὸν διενεμήθησαν τὰ ποσὰ τὰ δαπανηθέντα. Ἐννοεῖται ὅτι εἰς Παρισίους στέλλονται χρήματα ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ, εἰς τὸ τέλος δὲ ἑκάστου μηνὸς στέλλονται παρὰ τοῦ Dupont τὰ δικαιολογητικὰ τῶν δαπανῶν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δικαιολογητικῶν τούτων συνετάχθη ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον κατέθηκα σήμερον, ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ πληρωμή· διότι, καθὼς γινώσκετε, εἰς τὸ τέλος ἑκάστου μηνὸς πρέπει νὰ πληρωθῶσι τὰ ἔξοδα, ἐκ τῶν προτέρων δὲ δὲν εἶναι γνωστὰ, παρὰ οἱ μισθοὶ οἱ τακτικοὶ, εἰς τὸ τέλος δὲ τοῦ μηνὸς παρουσιάζονται τὰ δικαιολογητικὰ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ἐκδίδονται τὰ ἐντάλματα. Ἅπαντα δὲ τὰ δικαιολογητικὰ τοῦ ἔτους 1889, ὡς ἐξάγεται ἐκ τοῦ πίνακος, τοῦ σήμερον ὑποβληθέντος, ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἑπομένως εἴμεθα ἐν πληρεστάτῃ γνώσει τῆς δαπάνης τῆς γενομένης καὶ τοῦ λόγου τῆς δαπάνης. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς εὐαρεστηθῇ νὰ ἐξετάσῃ τὸν πίνακα τοῦτον, θέλει ἰδεῖ, ὅτι διαιροῦνται αἱ δαπάναι εἰς τὰς διαφόρους κατηγορίας, εἰς ἃς διῃρέθησαν διὰ τὰ ἔτη 1887 καὶ 1888, ὅτε τοὺς πίνακας παρ’ ἐμοῦ ἐζήτησε καὶ ὅτε οὐδεμίαν παρατήρησιν ἐπέφερεν ἐπὶ τῶν πινάκων τούτων, ἀλλὰ τοὺς εὗρε πληρέστατα ἱκανοποιοῦντας τὴν αἴτησίν του.
§104Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὡς πᾶς διευθυντὴς κλάδου τινὸς τῆς δημοσίας διοικήσεως, ἔχει δύο διπλᾶ καθήκοντα, ἔχει τὸ καθῆκον νὰ ἐντέλληται τὰς πληρωμὰς ἐπὶ τῇ βάσει πιστώσεων, αἵτινες ἐτέθησαν ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν διάθεσιν αὐτοῦ, ἔχει ὅμως καὶ τὸ καθῆκον νὰ διοικῇ τὰς ὑποθέσεις, τὰς ὑπαγομένας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἕνεκα τῆς διοικήσεως τῶν ὁποίων ἐπάγονται αἱ δαπάναι, καὶ νὰ διατελῇ ἐν γνώσει τῶν ἀνομιῶν, αἱ ὁποῖαι θεραπεύονται διὰ τῶν δαπανῶν, καὶ τοῦ ποσοῦ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται πρὸς θεραπείαν ἑκάστης ἀνάγκης. Δὲν ἐζήτησα πίνακα, διὰ νὰ ἐλέγξω τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ὡς διατάκτην πληρωμῶν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξελέγξω τὴν διοίκησιν τῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία ὀνομάζεται ἐπιστασία καὶ ἐπιτήρησις ναυπηγίας. Καθ’ ἃ εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, γνωρίζει, ὅτι τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἐνετείλατο καὶ ἐπλήρωσε τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὅτι ταύτας ἐπραγματοποίησεν ὁ Dupont, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔστειλε μετὰ μῆνας εἰς αὐτὸν τὰ ἀναγκαῖα χρήματα· εἰς ποίους ὅμως ἐπληρώθησαν ταῦτα, διὰ ποῖον λόγον ἐπληρώθησαν, ἀγνοεῖ. Καὶ ἐννοῶ τὴν δυσκολίαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἵνα γνωρίζῃ τὰ ἔξοδα τὰ διαβατικὰ καὶ μὴ ἀναγκαῖα, ἐννοῶ ὅτι δὲν ἠδύνατο αὐτὸς νὰ γνωρίζῃ ταῦτα ἐντεῦθεν, ἀλλὰ μόνον ὁ Dupont γνωρίζει πόσα εἶναι τὰ ἔξοδα τῶν ὁδοιπορικῶν τῶν διαφόρων ὀργάνων, τὰ ὁποῖα τίθενται εἰς κίνησιν, μεταβαίνοντα εἰς τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα κατασκευάζονται τὰ πλοῖα· ἀλλὰ τὸ μόνιμον προσωπικὸν τῆς ἐπιτηρήσεως καὶ ἐπιστασίας, αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ γνωρίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, τὸ μόνιμον δὲ τοῦτο προσωπικὸν ἡμεῖς δὲν τὸ ἐμάθομεν ἔτι παρ’ αὐτοῦ. Γνωρίζομεν, ὅτι ὁ Dupont εἶναι ὁ ὀφθαλμὸς τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι οὗτος ἐνεργεῖ μᾶλλον ὡς ἐργολάβος, κατ’ ἀποκοπὴν ἀναλαβὼν τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐπιστασίας καὶ ἐπιτηρήσεως τῆς ναυπηγίας τῶν πλοίων, τὰς παραλαβὰς καὶ μεταφορὰς τῶν πλοίων, οὐχὶ δὲ ὡς ὑπάλληλος, διατελῶν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν τὸν Dupont ἐργολάβον, ἀλλ’ ὄργανον, τιθέμενον ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ· ἐννοοῦμεν πᾶσαν ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἔχει ὁ Dupont, διὰ νὰ ἐκλέγῃ πρόσωπα, ἀλλὰ τὴν ἐννοοῦμεν ὑποκειμένην εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἐπιτηροῦντος τὴν ἐνάσκησιν τῆς ἐλευθερίας ταύτης· ὅπου δὲ εἶναι ἀναγκαία πρὸ τῆς διαπράξεως ὑπηρεσίας τινὸς ἡ γνώμη αὐτοῦ, ἐννοοῦμεν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν διδόντα τὴν γνώμην του καὶ ἐγκρίνοντα ἢ μὴ τὴν πρότασιν τοῦ Dupont.
§105ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Νομίζω ὅτι αἱ παρατηρήσεις αὗται βασίζονται ἐπὶ συγχύσεως ὡς πρὸς τὰ πράγματα, τὰ ἐκ τῆς συμβάσεως ἀποῤῥέοντα. Ὁ κ. Dupont οὐδὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκλέγῃ πρόσωπα, ὅπως ἐπιστατήσωσιν εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν πλοίων, ὁ Dupont οὔτε ἐργολαβικῶς τοιαύτην ἐργασίαν ἀνέλαβεν· οὐδὲν ἐν τῇ ἐντολῇ, ἥτις τῷ ἐδόθη, δικαιολογεῖ τοιοῦτον χαρακτηρισμόν· ὁ κ. Dupont διὰ συμβάσεως ἀνέλαβε τὴν ἐποπτείαν τῆς κατασκευῆς τῶν πλοίων, τὴν ὁποίαν ἐνασκεῖ δι’ ὑπαλλήλων τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, τοὺς ὁποίους τῇ αἰτήσει τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις παρεχώρησεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ὁ Dupont, μεταβὰς εἰς Γαλλίαν, ὑπέδειξε τίνων ὑπαλλήλων εἶχεν ἀνάγκην καὶ ποίου βαθμοῦ οἱ ὑπάλληλοι, οὗτοι ὤφειλον νὰ ὦσιν· ἀπηύθυνα δὲ αἴτησιν εἰς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν, ὅπως τοῦ ὑποδεικνυομένου βαθμοῦ ὑπάλληλοι τεθῶσιν ὑπὸ τὰς διαταγάς του· τοιούτους ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ὑπέδειξε, καὶ δι’ αὐτῶν ἐξασκεῖται ἡ ἐπιστασία τῶν ἔργων, ἑπομένως τὸ μόνιμον προσωπικὸν εἶναι γνωστὸν, διότι ὑπεδείχθη συνεπείᾳ διαπραγματεύσεως γενομένης μεταξὺ Ἑλληνικῆς καὶ Γαλλικῆς Κυβερνήσεως. Ὁ Dupont οὐδένα ἰδιώτην προσλαμβάνει εἰς τὴν ἐποπτείαν ἢ ἐπιτήρησιν τῶν πλοίων, ἡ κατασκευὴ γίνεται ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν ὑπαλλήλων τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως. Ἑπομένως πᾶσα ἐπίκρισις τῆς ποιότητος τῶν ὑλικῶν ἢ ἐν γένει τῆς κατασκευῆς τῶν πλοίων βεβαίως βαρύνει τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ λοιποὺς ὑπαλλήλους τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, οἱ ὁποῖοι ἐπεστάτησαν εἰς ταύτην, ὡσεὶ τὰ πλοῖα ταῦτα ἦσαν πλοῖα ἀνήκοντα εἰς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν. Ἑπομένως ὡς πρὸς τὸ προσωπικὸν ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι βάσιμος· τὰ τοῦ προσωπικοῦ τούτου τοῦ μονίμου γνωρίζει τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἔχει κατάλογον, ἀλλὰ τοιοῦτον κατάλογον δὲν εἴχομεν ἀντιληφθῆ ὅτι εἴχετε ζητήσει. Ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω καθῆκον νὰ ἐπιμείνω, διότι μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ σύγχυσις εἶναι δυσάρεστος, εἶναι τὸ ἑξῆς· ὅτι ἡ ἐπιτήρησις τῆς κατασκευῆς τῶν πλοίων τῶν ἰδικῶν μας γίνεται ἀποκλειστικῶς παρὰ ὑπαλλήλων καὶ ἀξιωματικῶν τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις εὐηρεστήθη νὰ δώσῃ ὅλα τὰ μέσα, ὅπως ἡ ἐπιτήρησις γίνῃ ὅπως γίνεται διὰ τὰ πλοῖα τὰ ἰδικά της, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εὗρεν, ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἤθελεν ἐπιτύχει κατασκευὴν τελείαν· ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἐκ τῶν ὑστέρων θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι δὲν ἔσφαλεν ὡς πρὸς τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον ἠκολούθησεν. Ἀλλ’ ἐὰν τοιαῦτα ἦναι τὰ πράγματα, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ λεχθῇ, ὅτι ὁ Dupont ἐργολαβικῶς, οὕτως εἰπεῖν, ἔχει τὴν ἐποπτείαν, καὶ ὅτι δύναται νὰ προσλάβῃ οἱονδήποτε πρὸς ἐξάσκησιν τοῦ εἰς αὐτὸν ἀνατεθέντος καθήκοντος.
§106Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περὶ τῆς προαιρέσεως τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως οὐδεμίαν εἶχον ἀμφιβολίαν· περὶ τοῦ κ. Dupont, ἐφ’ ὅσον χρόνον ἔμεινεν ἐν Ἑλλάδι προσκεκολλημένος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, οὐδεμίαν ἔλαβον ἀφορμήν, ἵνα ἐπικρίνω αὐτὸν, ἐξ ἐναντίας ἔλαβον ἀφορμὰς νὰ ἐκτιμήσω τὴν ἱκανότητά του· ἑπομένως δὲν εἶχον προαίρεσιν νὰ ἐπικρίνω σήμερον τὸν κ. Dupont, εἶχον ὅμως προαίρεσιν νὰ μάθω, πῶς γίνονται αἱ δαπάναι, αἵτινες πραγματοποιοῦνται διὰ μέσου τοῦ κ. Dupont. Ἐὰν δ’ ὑμεῖς εὐαρεστηθῆτε νὰ μᾶς δώσητε κατάλογον ὀνομαστικὸν, δηλοῦντα τὸν βαθμὸν ἑκάστου τῶν προσώπων, τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα αὐτὴ ἐνέκρινε νὰ παράσχῃ ἡμῖν διὰ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς ναυπηγίας τῶν πλοίων, καὶ τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως, τὴν ὁποίαν ἕκαστον τούτων λαμβάνει, βεβαίως θέλετε συμπληρώσει τὰς πληροφορίας, τῶν ὁποίων ἔχω ἀνάγκην.
§107ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοῶ τὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, νὰ ἐκδίδῃ τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὴν ἐπιστασίαν τῶν ναυπηγουμένων πλοίων ἐντάλματα ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ, διότι πρόκειται περὶ ἐργασιῶν γινομένων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, καὶ οἱ ἐνεργοῦντες τοιαύτας ἔχουσι τὴν ἀξίωσιν νὰ πληρώνωνται ἅμα τῇ λήξει τοῦ μηνὸς, ἀλλὰ τὰ ὑπὸ τοιοῦτον τύπον ἐκδιδόμενα ἐντάλματα δὲν θεωροῦνται ὁριστικῶς δεδικαιολογημένα, ἐὰν δὲν ἐπισυναφθῶσιν εἰς αὐτὰ τὰ ἀπαιτούμενα δικαιολογητικά. Εἰς ἕκαστον τῶν τοιούτων ἐνταλμάτων πρέπει νὰ ἐπισυναφθῶσι δικαιολογητικά, ἐξ ὧν δύνανται νὰ συνταχθῶσιν οἱ πίνακες, τοὺς ὁποίους ζητεῖ ὁ κ. Δηλιγιάννης, διότι θὰ ἦναι ὀνομαστικαὶ καταστάσεις τοῦ προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον εἰργάσθη, ἐμφαίνουσαι τὸν μισθὸν, τὸν ὁποῖον ἔλαβε, τὰ ὁδοιπορικὰ ἔξοδα καὶ πᾶσαν ἄλλην δαπάνην.
§108ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαιότατα.
§109ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑπομένως δὲν ἔχετε ἢ νὰ παρουσιάσητε εἰς τὴν Βουλὴν τὰς καταστάσεις τὰς μηνιαίας, αἱ ὁποῖαι ἐπισυνάπτονται εἰς τὰ ἐντάλματα.
§110ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸ τοῦτο λέγω ἀκριβῶς.
§111ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐζήτει.
§112ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ εἶχον ἐννοήσει ὅτι ἐζητήθησαν. Θέλω φέρει τὰ ἔγγραφα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ζητοῦνται σήμερον. Μίαν μόνην παρατήρησιν πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ὅσων εἶπον, ὅτι τὰ χρηματικὰ ποσὰ στέλλονται εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Πρεσβείαν ἐν Παρισίοις, στέλλονται δ’ εἰς αὐτὴν ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ, καὶ ὄχι εἰς τὸν κ. Dupont. Τοῦτο ῥητῶς ἀναφέρεται εἰς τὸν προσαχθέντα πίνακα, ὅστις ἔχει τὸν ἑξῆς τίτλον: «Ἀναλυτικὸς πίναξ τῶν ὑπὸ τῆς ἐν Παρισίοις Ἑλληνικῆς Πρεσβείας πληρωθέντων χρηματικῶν ποσῶν κατὰ τὸ ἔτος 1889 διὰ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ἐν Γαλλίᾳ ναυπηγουμένων τριῶν θωρηκτῶν πλοίων».
§113ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον διαιρεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν καὶ ἐμὲ, εἶναι ἄλλο, καὶ ὄχι ὁ ἔλεγχος τῶν λεπτομερειῶν τῶν δαπανῶν, τὸν ὁποῖον ἴσως θὰ ἀφήσωμεν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ὅταν κατατεθῶσι καὶ αἱ τελευταῖον ζητηθεῖσαι πληροφορίαι. Τὸ ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου διαφωνῶ μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν, εἶναι ζήτημα τάξεως καὶ κατατάξεως τῆς δαπάνης. Ἡμεῖς, ὅπως πάντες ἐνθυμεῖσθε, ἐψηφίσαμεν δάνειον, συγχωνευθὲν ἐν ἑτέρῳ μεγαλειτέρῳ δανείῳ, ἀνερχόμενον εἰς 26 ἑκατομμύρια φράγκα, τὰ ὁποῖα ἀπεφασίσαμεν νὰ δαπανηθῶσι διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν τριῶν θωρηκτῶν. Ἡ ὑπέρβασις τῆς δαπάνης, ἥτις ἤθελε προκληθῆ ἐκ τῆς ἐπιτηρήσεως τῆς ναυπηγήσεως αὐτῶν, ἐκ τῆς παραλαβῆς καὶ τῆς μεταφορᾶς των, δὲν ἐμπεριλαμβάνεται ἐν τῷ ψηφισθέντι ποσῷ τῶν 26 ἑκατομμυρίων. Δὲν δύναται ἑπομένως νὰ συγχωνευθῇ μετὰ τοῦ ποσοῦ τούτου. Βεβαίως ὅμως θὰ πληρωθῇ. Ἀλλὰ πόθεν πρέπει νὰ πληρωθῇ αὕτη; Ἐνταῦθα κεῖται τὸ ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου διαφωνῶ μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δὲν εἶχεν ὑπηρεσίαν ἀσχολουμένην εἰς ἐργασίαν, οἵα ἡ ἐπιστασία, ἡ παραλαβὴ καὶ ἡ μεταφορὰ πλοίων, βεβαίως τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης ταύτης ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ δι’ ἑνὸς ἄλλου κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον ἤθελε καταταχθῆ εἴτε μεταξὺ τῶν κεφαλαίων τῶν τακτικῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, εἴτε μεταξὺ τῶν ἐκτάκτων, καθ’ ὃν τρόπον ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀποφασίσει. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἔχει ὑπηρεσίας τοιαύτας, ἔχει καὶ ὑπηρεσίαν ὁδοιπορικῶν, ἔχει ὑπηρεσίαν ναυπηγήσεως πλοίων. Ἡ ἐπιτήρησις δὲ τῆς ναυπηγίας πλοίων εἶναι βεβαίως καὶ αὕτη ναυπηγία, ἀναγομένη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, ὅπως καὶ πᾶσα ἄλλη ὁμοία ἐπιτήρησις καὶ ἐργασία, γιγνομένη εἴτε ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, εἴτε ἐκτός. Ὅταν στέλληται πλοῖόν τι εἰς Εὐρώπην, ὅπως ἐπισκευασθῇ, καὶ ἀποστέλληται συγχρόνως καὶ πρόσωπόν τι πρὸς ἐπιτήρησιν τῆς ἐπισκευῆς αὐτοῦ, ἡ διὰ τὸ πρόσωπον τοῦτο δαπάνη ἀναγράφεται ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῆς ναυπηγίας. Ὅταν ἀποστέλλωνται ἀξιωματικοὶ τοῦ ναυτικοῦ, εἴτε ἀνήκοντες εἰς τὴν τακτικὴν δύναμιν τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν, εἴτε εἰς τὴν Γαλλικὴν ἀποστολὴν, ἡ δαπάνη τῶν ὁδοιπορικῶν αὐτῶν ἀναγράφεται ἐν τῷ σχετικῷ κεφαλαίῳ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην τῆς ναυπηγίας τῶν πλοίων αἱ δαπάναι, αἵτινες ἀφορῶσι τὴν ἐπιστασίαν, τὴν παραλαβὴν καὶ τὴν μεταφορὰν τῶν πλοίων, δὲν δύνανται νὰ συγχυσθῶσι μὲ τὴν δαπάνην τὴν καθαρῶς προσδιορισθεῖσαν διὰ τὴν ναυπήγησιν τῶν πλοίων τούτων. Ἡ δαπάνη αὕτη ὡρίσθη κατόπιν μελετῶν καὶ ἐξετάσεων εἰς 26 ἑκατομμύρια· πᾶσα ἄλλη δαπάνη, προκαλουμένη εἴτε ἐκ τῆς ἐπιτηρήσεως τῶν πλοίων τούτων, εἴτε ἐκ τῆς μεταφορᾶς αὐτῶν, εἶναι δαπάνη τῆς τακτικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἐν αὐτῇ δὲ πρέπει νὰ καταταχθῇ καὶ ἡ συζητουμένη δαπάνη καὶ πίστωσις. Ἐὰν δὲ ἀπορῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, πόθεν θέλει πληρωθῆ ἡ δαπάνη αὕτη, δυνάμεθα νὰ παραπέμψωμεν αὐτὸν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ χάριν τῆς δαπάνης ταύτης ἓν μέρος τοῦ περισσεύμματος, ὅπερ ἀνέγραψεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1890. Ἀλλὰ καὶ ἂν τὸ περίσσευμα τοῦτο δὲν θέλῃ νὰ τὸ διαθέσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, δὲν ἕπεται, ὅτι πρέπει εἰδικῶς διὰ τὴν περίστασιν ταύτην νὰ καταφύγωμεν εἰς συνομολόγησιν δανείου, ἀλλὰ πρέπει καὶ ἡ θεραπεία αὕτη τῆς ἀνάγκης τοῦ Κράτους νὰ θεραπευθῇ, ὅπως θὰ θεραπευθῶσι καὶ θεραπεύονται πᾶσαι αἱ ἄλλαι ἀνάγκαι αὐτοῦ, διὰ τῶν τακτικῶν αὐτοῦ πόρων, καὶ ἐν περιπτώσει ἀνεπαρκείας αὐτῶν, διὰ τῆς προσφυγῆς εἰς ἐκτάκτους. Ἡ προσφυγὴ εἰς ἔκτακτον πόρον διὰ πᾶσαν δαπάνην, ἥτις δικαίως ἢ ἀδίκως χαρακτηρίζεται ὡς ἔκτακτος, μᾶς στερεῖ τοῦ μέσου τῆς ἐξελέγξεως καὶ τῆς καθαρᾶς ἀντιλήψεως τοῦ συνόλου τῶν τοιούτων δαπανῶν, καὶ ἐπιτρέπει τὴν μεταξὺ αὐτῶν κατάταξιν καὶ ἄλλων ἐξόδων, ἅτινα, ὅσον καὶ ἂν ἔχωσι σχέσιν μὲ αὐτὰς καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσίν των, διαφέρουσιν ὅμως αὐτῶν οὐσιωδῶς, διότι δὲν συμπεριελήφθησαν μεταξὺ τῶν ἐξόδων ἐκείνων, διὰ τὰ ὁποῖα ὡρίσθη καὶ εὑρέθη εἰδικὸς καὶ ἔκτακτος πόρος, καὶ δὲν ἐθεωρήθησαν ὡς ἔξοδα πληρωτέα ἐκ τοιούτων πόρων.
§114ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Χθὲς εἶπον, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἤθελεν ἐπαναλάβει καὶ ἐφέτος ὅσα εἶπε πέρυσι, καὶ ἤθελον εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην, ἵνα ἀπαντήσω εἰς αὐτὸν ὅσα καὶ πέρυσιν. Ἀκριβῶς τοῦτο συνέβη· ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπανέλαβε καὶ ἐφέτος ὅσα καὶ πέρυσιν. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς κουράσω, ἐπαναλαμβάνων καὶ ἐγὼ ὅσα εἶπον πέρυσιν. Ἐπιμένετε, ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη δὲν εἶναι ἔκτακτος, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸν τακτικὸν προϋπολογισμόν· καὶ ὡς λόγον φέρετε, ὅτι δὲν ὑπάρχει πόρος, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ πληρωθῇ. Ὁ λόγος οὗτος, ὡς εἶπον χθὲς, δὲν εἶναι ἀκριβής· δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ γινώσκωμεν, ἐὰν ὑπάρχῃ ἢ ὄχι πόρος· τοῦτο ἐξήγησα πέρυσι διὰ μακρῶν. Ἐν τῷ ποσῷ τῶν 26,000,000 περιλαμβάνεται ποσὸν, καλούμενον somme à valoir, δραχμῶν 1,500,000 ὡς εἶπον δὲ πέρυσι καὶ ἐπαναλαμβάνω σήμερον, τὸ μέγιστον μέρος τοῦ ποσοῦ τούτου βεβαίως θὰ καταναλωθῇ εἰς τοὺς σκοποὺς, διὰ τοὺς ὁποίους ἔχει προσδιορισθῆ, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐκ τῶν προτέρων γνωστὸν, ἐὰν δὲν θὰ μείνῃ ποσόν τι διαθέσιμον, καὶ ποῖον τὸ ποσὸν τὸ διαθέσιμον. Ἐκτὸς τούτου, ἐν τῇ συμβάσει περιλαμβάνονται ποινικαὶ ῥῆτραι, ἃς ἡ ἀναλαβοῦσα τὴν κατασκευὴν τῶν θωρηκτῶν ἑταιρία ὀφείλει νὰ καταβάλῃ, ἐὰν δὲν ἐκτελέσῃ ἐντὸς τῶν ὑπὸ τῆς συμβάσεως ὁρισθεισῶν προθεσμιῶν τὰς παρ’ αὐτῆς ἀναληφθείσας ὑποχρεώσεις· πιθανὸν δὲ εἶναι, ὅτι ἡ ἑταιρία θὰ ὑποχρεωθῇ νὰ πληρώσῃ σπουδαῖον ποσὸν ἐπὶ τῷ λόγῳ τούτῳ. Τὰ δύο ταῦτα ποσὰ ἀποτελοῦσι πιθανὸν πόρον, δι’ οὗ δύναται νὰ καλυφθῇ μέρος τῶν δαπανῶν, διὰ τὰς ὁποίας ζητεῖται πίστωσις διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Δὲν δύνασθε λοιπὸν νὰ εἴπητε σήμερον, ὅτι δὲν ὑπάρχει πόρος ὡρισμένος πρὸς κάλυψιν τῶν δαπανῶν. Μὴ οὔσης βασίμου τῆς παρατηρήσεως ὑμῶν ταύτης, ὅλον τὸ οἰκοδόμημα, τὸ ἐπὶ ταύτης στηριζόμενον, βεβαίως καταπίπτει.
§115ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὑπενθυμίζει λεπτομερείας περυσινῆς συζητήσεως, ἥτις ἔλαβε χώραν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, καὶ καθ’ ἣν ἰσχυρίσθη, ὅτι αἱ δαπάναι αὗται, αἵτινες κατ’ ἐμὲ εἶναι δαπάναι, αἵτινες ἔπρεπεν’ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ τακτικῷ προϋπολογισμῷ, δύνανται νὰ πληρωθῶσιν ἐκ τοῦ περισσεύματος τῶν ἀπροβλέπτων ἐξόδων, τῶν ὑπολογισθέντων ἐν τῷ λογαριασμῷ τῆς κατασκευῆς τῶν πλοίων. Ἀλλ’ ἐὰν πέρυσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ μᾶς εἴπῃ τι περὶ τοῦ περισσεύματος τούτου, ἐλπίζω ὅτι ἐφέτος, ὅτε ἡ ναυπήγησις ἐπερατώθη καὶ ἐξετελέσθησαν καὶ αἱ δαπάναι διὰ τὴν καθέλκυσιν τῶν πλοίων, δύναται νὰ μᾶς εἴπῃ, εἰς τί ποσὸν ἀνέρχεται τὸ περίσσευμα τοῦτο. Ἐὰν δὲ δὲν δύναται νὰ μᾶς εἴπῃ τοῦτο, δικαιούμεθα τότε νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι δὲν ἀνέρχεται εἰς ποσὸν ἄξιον προσοχῆς. Ἐὰν μάλιστα ἀληθεύῃ καὶ ἡ διάδοσις περὶ προσθέτων δαπανῶν διὰ μεταβολῆς καὶ ἐπιδιορθώσεως τῶν πλοίων, φοβοῦμαι ὅτι μόνη ἡ γενομένη ναυπήγησις θέλει ἀποῤῥοφήσει ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, τὸ δι’ αὐτὴν προσδιορισθὲν ἐκ τοῦ δανείου. Ἔχομεν ἄλλως τε καὶ ἕτερον νομοσχέδιον, διὰ τὸ ὁποῖον ζητεῖται πίστωσις 250,000 δραχμῶν διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῶν πλοίων. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ τοῦ πιθανοῦ ἢ μὴ τῆς ὑπάρξεως περισσεύματος ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ ὁρισθέντος διὰ τὴν ναυπήγησιν τῶν πλοίων, τὰ ἐν ταῖς πιστώσεσιν ἀναγραφόμενα ποσὰ δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ πληρωθῶσιν ἐκ δανείων νέων ἢ ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς διὰ δανείων ἐκτελουμένης κατασκευῆς τῶν πλοίων. Εἰς τοῦτο δὲ κυρίως ἀφορᾷ ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα καὶ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν.
§116ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐξήνεγκεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, δὲν εὑρίσκω ὅτι ἔχουσι πολλὴν τοὐλάχιστον ἀξίαν, διότι, προκειμένου περὶ τῶν πλοίων, τὰ ὁποῖα ἐκτάκτως κατασκευάζονται, πᾶσα δαπάνη, σχετιζομένη πρὸς τὴν ναυπήγησιν καὶ μεταφορὰν αὐτῶν, εἶναι δαπάνη ἔκτακτος. Ἀλλ’ ὁ κύριος Βουλευτὴς γνωρίζει, ὅτι τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους δὲν ἀρκοῦσιν οὔτε διὰ τὰς τακτικὰς δαπάνας. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ, εἶναι, ὅτι βλέπω, ὅτι δι’ ἔξοδα ἐπιτηρήσεως ὑπάρχει μία μεγάλη ἀπόστασις μεταξὺ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου.
§117ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἡ ἀνάγνωσις τοῦ πίνακος, τοῦ κατατεθέντος σήμερον καὶ τοῦ ὁποίου ἡ δημοσίευσις διετάχθη, θὰ δώσῃ τὴν ἐξήγησιν τοῦ πράγματος. Ὡς σᾶς εἶπον, ὑπάρχουσι τακτικαὶ δαπάναι, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἔκτακτοι· οὕτω, παραδείγματος χάριν, οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ἐξασκοῦντες τὴν ἐπιστασίαν τῆς ναυπηγήσεως, ἔχουσιν ἔξοδα ὁδοιπορικὰ, ἅτινα παραλλάσσουσιν· οὕτω, κατὰ Δεκέμβριον ἔχομεν ἔξοδα ὁδοιπορικὰ δραχμὰς 1046, κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1889 ἔχομεν δι’ ὁδοιπορικὰ δρ. 727, κατὰ Φεβρουάριον μόνον 460, κατὰ Μάρτιον πάλιν 1067, καὶ οὕτω καθεξῆς. Τὰ ὁδοιπορικὰ ἐξαρτῶνται ἐκ τῶν ταξειδίων, τὰ ὁποῖα οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν ἐπιστασίαν ὑποχρεοῦνται νὰ κάμωσιν εἰς τὰ διάφορα μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα τὰ διάφορα στοιχεῖα τοῦ πλοίου κατασκευάζονται. Καὶ ἕτερος λόγος ὑπάρχει, ἐξηγῶν τὴν διαφορὰν τῶν δαπανῶν μεταξὺ τῶν διαφόρων μηνῶν. Οὕτω κατὰ Δεκέμβριον οὐδὲν ποσὸν ἔχομεν δι’ ἐκτάκτους ὑπαλλήλους τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ κατὰ Ἰανουάριον ἔχομεν 4,000 δραχμὰς καὶ πλέον διὰ μισθοὺς ἐκτάκτων ὑπαλλήλων, τὸν δὲ Μάρτιον ἔχομεν 8,000 δραχμὰς καὶ πλέον δι’ ἀποζημίωσιν πληρωθεῖσαν τῇ Γαλλικῇ Κυβερνήσει διὰ τὰς γενομένας δοκιμασίας ἐν τοῖς ναυστάθμοις αὐτῆς. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890 ἐκ δραχμῶν 24,441,218.
§119Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μοὶ δώσῃ διασαφήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου περὶ τῆς πιστώσεως τῶν 24,241,218, τῆς ζητουμένης διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων. Οἱ ὑπὸ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ κεφαλαίου 21, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἀναλογοῦντες τόκοι τοῦ δανείου τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν διὰ τὸ 1890 ἐσημειώθησαν ἀνερχόμενοι εἰς 1,440,000 φράγκων εἰς χρυσὸν, ἀλλ’ ἐπληρώθησαν μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1889 τόκοι τοῦ δαπανηθέντος κεφαλαίου διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου τούτου 1,020,000, ἑπομένως τὸ διὰ τὸ 1890 σημειούμενον ποσὸν τῶν πληρωθησομένων τόκων ὑπερβαίνει τὸ πληρωθὲν ποσὸν τῶν τόκων τοῦ 1889 κατὰ φράγκα 420,000. Ἀλλὰ τόκος ποσοῦ φράγκων 420,000 ἀντιστοιχοῖ εἰς κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον δύναταί τις νὰ ἀνεύρῃ· τὸ κεφάλαιον ἐν τούτοις, τὸ ὁποῖον ζητεῖται διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου, σημειοῦται ὑπὸ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ κεφαλαίου 16 εἰς 9,000,000 φράγκων εἰς χρυσόν· προσέτι σημειοῦται, ὅτι κατὰ τὸ 1889 ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν 6,000,000, καὶ δι’ ἀποζημίωσιν κτημάτων 450,000, δι’ ἐπιστασίαν 50,000, τὸ ὅλον 6,500,000. Ἀλλὰ κεφάλαιον 6,500,000 δὲν φέρει τόκον 1,020,000, ὅσα σημειοῦνται ὅτι ἐπληρώθησαν κατὰ τὸ 1889 ἐπὶ τοῦ ληφθέντος ποσοῦ τοῦ δανείου πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων – Καλαμῶν. Ταύτην ἔχω τὴν πρώτην ἀπορίαν. Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἄλλας τινὰς, τὰς ὁποίας ἐξακολουθῶ νὰ ἀνακοινόνω, ἵνα παράσχω τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ δώσῃ ἐπὶ ἑκάστης αὐτῶν τὴν ἀπάντησιν. Εἰς ἀποζημίωσιν κτημάτων, ὑπὸ τὸ ἄρθρον 5, καταληφθέντων ἀπὸ τοὺς σιδηροδρόμους Θεσσαλίας, ἐπληρώθησαν μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1889 δραχμαὶ 58,083, ζητοῦνται δὲ διὰ τὸ 1890 δραχμαὶ 220,000. Μοὶ γεννᾶται δὲ ἡ ἀπορία, πῶς, ἀφοῦ οἱ σιδηρόδρομοι τῆς Θεσσαλίας κατεσκευάσθησαν κατὰ τὸ 1884 καὶ ἐτελείωσαν κατὰ 1885, πέντε δὲ παρῆλθον ἔκτοτε ἔτη, αἱ ἀποζημιώσεις δὲν ἐπληρώθησαν εἰσέτι εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, καίτοι, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, δέον νὰ προηγῆται ἡ ἀποζημίωσις· τὸ πρᾶγμα χρήζει ἀληθῶς διασαφήσεως. Ἐν τῷ πίνακι ὑπὸ τὸ κεφάλαιον 19 περιελήφθησαν τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιστασίας τῆς κατασκευῆς ἑκάστου τῶν σιδηροδρόμων· σημειοῦται δ’ ὅτι ἐδαπανήθησαν δι’ ἐπιστασίαν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Πατρῶν 37,457 δραχμαί, ἐπειδὴ δὲ δὲν ἐπήρκεσαν, ζητοῦντα προσέτι δραχ. 10,000. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ σημείωσιν τῶν λεπτομερειῶν τῆς δαπάνης ταύτης. Προσέτι διὰ τὴν ἐπιστασίαν τοῦ κατασκευασθέντος μέρους τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1889 ἐδαπανήθησαν 50,000 δραχμαί, καὶ ζητοῦνται προσέτι δραχμαὶ 40,000. Καὶ τῆς δαπάνης δὲ ταύτης παρακαλῶ νὰ καταθέσῃ τὴν λεπτομέρειαν, ὡς παρακαλῶ αὐτὸν νὰ παράσχῃ ἡμῖν καὶ τὴν ἑξῆς διασάφησιν. Ὑπὸ τὸ κεφάλαιον 19 τοῦ πίνακος ἀναφέρονται ὀκτὼ σιδηρόδρομοι, καὶ σημειοῦνται τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιστασίας ἑκάστου αὐτῶν. Ἀλλὰ τὰ ὡς ἔξοδα ἐπιστασίας σημειούμενα οὕτω ποσὰ ἐσημειώθησαν δι’ ἕκαστον αὐτὸν ὡς ἄρθρον, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται τὸ διὰ τὸν ἕνα ἐξ αὐτῶν σημειωθὲν ποσὸν νὰ μεταφέρῃ τις εἰς τὸν ἄλλον ἢ ὡς ἐδάφιον, ὅτε ἐπιτρέπεται ἡ τοιαύτη μεταφορά. Μοὶ φαίνεται ὅτι ὀρθότερον ἦτο ν’ ἀνεγράφοντο τὰ ποσὰ ταῦτα κατ’ ἄλλον τρόπον.
§120ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι μικρὰ ποσὰ, καὶ ἐθεωρήθη δύσκολον τοῦτο.
§121ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ζητῶ τοῦτο διὰ νὰ περιορίσω τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ διὰ νὰ ὑπάρξῃ τάξις ἐν τῇ διαχειρίσει. Σήμερον ζητοῦνται προσέτι 5,000 δραχμῶν δι’ ἔξοδα ἐπιστασίας τῆς κατασκευῆς τῶν σιδηροδρόμων Θεσσαλίας, ἀλλ’ ὡς πρὸ μικροῦ εἶπον, οἱ σιδηρόδρομοι τῆς Θεσσαλίας κατεσκευάσθησαν τὸ 1884, μικρὸν δὲ μέρος αὐτῶν κατὰ τὸ 1885, ἀπορῶ δὲ, πῶς ὀφείλονται εἰσέτι τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιστασίας αὐτῶν. Προσέτι διὰ τὸν σιδηρόδρομον Διακοπτοῦ – Καλαβρύτων ζητοῦνται δι’ ἔξοδα ἐπιστασίας 20,000 δραχμῶν, ἐνῷ ὁ πτωχὸς αὐτὸς σιδηρόδρομος ἔχει ἔκτασιν 22 χιλιομέτρων. Τοσαύτη δαπάνη μοὶ ἐφάνη ὑπερβολική. Σημειώσατε δὲ, ὅτι εἴμεθα ἐν παραμοναῖς ἐκλογῶν, καὶ πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ἐπὶ τέλους τίνας πιστώσεις ἐγκρίνομεν, καὶ πρὸς τίνα σκοπόν.
§122ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ φέρω ἁπάσας τὰς πληροφορίας ταύτας, αἱ ὁποῖαι θέλουσι πείσει τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι δὲν ὑπάρχει τι τὸ ἐπιλήψιμον. Ὡς πρὸς τὰς ἀποζημιώσεις κτημάτων καταληφθέντων ὑπὸ τοῦ σιδηροδρόμου Θεσσαλίας, ὑπάρχει ἐν σελίδι βʹ ἡ αἰτιολογία· ἐπειδὴ ὅμως φέρει γενικώτερον χαρακτῆρα, θέλω φέρει ἐξήγησιν ἐπ’ αὐτοῦ.
§123Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν ἀναμένω· ἀλλὰ βραδύτης τόσων ἐτῶν δὲν δικαιολογεῖται.
§124ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δυστυχῶς εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ πρώτου σιδηροδρόμου ὑπῆρξε βραδύτης πολλὴ περὶ τὰς ἀποζημιώσεις. Σήμερον εἶναι ὠργανωμένον ἴδιον τμῆμα, καὶ βαίνει ἀπροσκόπτως ἡ ἐργασία καὶ ταχύτερον. Εἰς τὴν χθεσινὴν ἢ προχθεσινὴν συνεδρίασιν εἶχον δώσει ὑπόσχεσιν νὰ ἐξηγήσω ἕτερον ζήτημα, ἀφορῶν εἰς τὸν σιδηρόδρομον Διακοπτοῦ–Καλαβρύτων. Ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς καὶ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἢ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης εἶχεν ἐκφράσει ἀπορίας διὰ τὴν ὑπέρβασιν. Τὴν πληροφορίαν ταύτην ἔφερον ἐνταῦθα, καὶ ἀναγινώσκω τὸ σημείωμα διὰ τὸ σαφέστερον. (Ἀναγινώσκει αὐτό).
§125ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι ἡ διαίρεσις τῶν πιστώσεων δὲν ἦτο ὀρθὴ, καὶ διὰ τοῦτο ἠναγκάσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ ἄλλην διαίρεσιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι καὶ ἡ διαίρεσις αὕτη δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν Λογιστικὸν νόμον. Ὁσάκις ζητῆται, δι’ εἰδικοῦ μάλιστα νόμου, πίστωσις δι’ οἱονδήποτε ἔργον, πρέπει ἡ δαπάνη νὰ καταλογίζηται εἰς ἰδιαίτερον κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον κατ’ ἀνάγκην δύναται νὰ ὑποδιαιρεθῇ εἰς διάφορα ἄρθρα. Τακτικὸν ἑπομένως νομίζω εἶναι, οὐχὶ νὰ σχηματισθῶσιν ἴδια κεφάλαια, περιλαμβάνοντα μίαν ἑκάστην δαπάνην δι’ ὅλους γενικῶς τοὺς σιδηροδρόμους, ἀλλὰ δι’ ἕκαστον σιδηρόδρομον νὰ ὑπάρξῃ ἓν κεφάλαιον, καὶ τὸ κεφάλαιον αὐτὸ νὰ διαιρεθῇ εἰς τέσσαρα ἄρθρα, διότι τέσσαρα εἶναι καὶ τὰ εἴδη τῶν δαπανῶν. Ὥστε νὰ δυνάμεθα ἐκ τῆς τοιαύτης διαιρέσεως νὰ κρίνωμεν, πόσα δαπανῶνται δι’ ἕκαστον ἔργον, καὶ νὰ ἤμεθα σύμφωνοι μὲ τὸν Λογιστικὸν νόμον. Ἐκτὸς τούτου, ἔχω μίαν ἀπορίαν, κύριε Πρόεδρε. Παρατηρῶ ὅτι διὰ τὸν σιδηρόδρομον Μεσολογγίου – Ἀγρινίου δὲν ζητοῦνται καθόλου ἔξοδα ἐπιστασίας. Πῶς συνέβη τοῦτο;
§126ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος, διὰ τὸ ὁποῖον ἐζήτησε πληροφορίας ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δύναται νὰ δοθῇ ἡ πληροφορία αὕτη καὶ σήμερον. Οἱ μεσολαβοῦντες τόκοι, κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς, οὓς ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, σημειοῦνται ἐν τῷ σήμερον διανεμηθέντι πίνακι. Κατ’ αὐτὸν δὲ, τὰ πληρωθέντα ποσὰ μέχρι σήμερον διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων – Καλαμῶν ἀνέρχονται εἰς 6,554,000 δραχμάς. Οἱ μεσολαβοῦντες τόκοι κατὰ τὴν σύμβασιν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου πληρόνονται μόνον ἐπὶ τοῦ πράγματι δαπανωμένου ποσοῦ διὰ τὴν κατασκευὴν ταύτην. Ἀφοῦ δὲ τὸ ποσὸν, τὸ δαπανηθὲν καὶ ἀναγνωρισθὲν μέχρι σήμερον, ἀνέρχεται εἰς 6,554,000, ἕπεται ὅτι καὶ οἱ μεσολαβοῦντες τόκοι δὲν δύνανται νὰ ἀνέλθωσιν εἰς ποσὸν ἀνώτερον ἐκείνου, ὃ ἀπαιτεῖ ἡ ὑπηρεσία τῶν τόκων τοῦ δαπανηθέντος τούτου ποσοῦ, καὶ ὅπερ ἀπέχει πολὺ τῶν 1,020,000 δραχμῶν, αἵτινες ὑπελογίσθησαν διὰ τὸ 1889, καὶ τῶν 1,456,000, αἵτινες ὑπολογίζονται διὰ τὸ 1890.
§127ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς λησμονεῖ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, καθ’ οὓς εἰς 1,900,000 δραχμῶν ὡρίσθη ἡ ἐκ τοῦ δανείου εἰσφορὰ πρὸς τοὺς ἐνδιαμέσους τόκους· μέχρις ἄρα ἐξαντλήσεως τοῦ ποσοῦ τούτου καταλογίζονται ἐτησίως οἱ ἐνδιάμεσοι τόκοι εἰς βάρος τῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ εἰς ἐγγύησιν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου κατατεθειμένων χρημάτων. Ἐὰν, συμπληρουμένης τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου, ὑπάρχῃ περίσσευμα ἐκ τῶν δραχμῶν 1,900,000, τοῦτο ἀνήκει εἰς τὸν ἀνάδοχον, ἐὰν δὲ πάλιν ἐξαντληθῶσιν αὗται πρὸ τῆς περατώσεως τῆς κατασκευῆς, τὸν ἀνάδοχον ἐπιβαρύνει ἡ ἐπὶ ἔλαττον διαφορά. Ὅτε ἀνεκοινώθησαν τὰ τῆς συμφωνίας ταύτης εἰς τὴν Βουλὴν, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐποιήσατο τὴν παρατήρησιν, ὅτι 1,900,000 δραχμῶν εἶναι ἀνεπαρκεῖς πρὸς τὸν σκοπὸν, καὶ ἐδέησε νὰ παρουσιάσωμεν τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, καθ’ οὓς εἶναι ἐπαρκεῖς, ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι ὑπεβάλομεν οὐχὶ μόνον δι’ ἀριθμῶν τοὺς ὑπολογισμοὺς, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς γραφικῆς μεθόδου. Ὁ ὅρος τοῦ ἐτησίως ἀναγραφομένου τόκου τῆς παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ παρακαταθήκης εἶναι 6%, καὶ καταβάλλεται ὁ τόκος ἐπὶ τοῦ ὅλου κεφαλαίου· ἵνα γένηται δὲ ὁ καταλογισμὸς τῶν οὕτω καταβαλλομένων εἰς βάρος τῆς παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ παρακαταθήκης, ἀπαιτεῖται πίστωσις.
§128Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς εἰσφορᾶς, τὴν ὁποίαν οἱ ἐργολάβοι ὑπεχρεώθησαν νὰ συνεισφέρωσιν, οὐδὲ πρέπει ν’ ἀναμίξωμεν τὰ δύο θέματα. Πρόκειται περὶ τῆς πληρωμῆς ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου τῶν τόκων ἐπὶ τῶν δαπανηθέντων κεφαλαίων. Κατὰ τὸ ἔτος 1889 σημειοῦται ὅτι ἐπληρώθησαν ὡς τόκοι 1,020,000 δραχ. ἐπὶ κεφαλαίων δαπανηθέντων, ζητοῦμεν δὲ νὰ μάθωμεν, πόσον ἦτο τὸ δαπανηθὲν κεφάλαιον.
§129ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι τὸ κεφάλαιον τοῦ δανείου, διότι ὁλόκληρος ὁ τόκος τοῦ δανείου καταβάλλεται ὑπὸ τοῦ χρήματος τοῦ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ κατατεθειμένου, ἀπέναντι δὲ τούτου οἱ ἀνάδοχοι ἔδωκαν 1,900,000 δραχμῶν. Τὸ δάνειον ἐπάγεται πληρωμὴν ἐτησίαν 6%, τοῦτο πληρόνεται παρὰ τοῦ κεφαλαίου τοῦ κατατεθειμένου ἐν τῇ Τραπέζῃ. Ἵνα γένηται ὅμως ἡ πληρωμὴ, ἀπαιτεῖται πίστωσις. Ἐπειδὴ ὅμως ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ὀφείλεται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ὀφείλεται ἐν μέρει καὶ ὑπὸ τῶν ἀναδόχων, διὰ τὸ μέρος τὸ ὀφειλόμενον παρ’ αὐτῶν κατέβαλον οὗτοι 1,900,000 δραχμῶν, διότι ἐγένετο ὑπολογισμὸς κατὰ μέσον ὅρον. Ἤδη πρόκειται τὸ Δημόσιον νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ὑποχρέωσιν αὑτοῦ· ἡ ὑποχρέωσις δ’ αὐτοῦ εἶναι νὰ πληρώσῃ τὸ ὅλον.
§130Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν τούτων πάλιν ὑπάρχει διαφορά. Ἐὰν τὸ ποσὸν τῶν 1,020,000 παριστᾷ τοὺς τόκους τοὺς ἀποδοτέους ἐπὶ τοῦ ὅλου κεφαλαίου πλέον τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀναλογοῦντος ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 1,900,000 φράγκων, διατὶ τότε διὰ τὸ τέλος τοῦ 1890 ζητεῖτε 1,440,000;
§131ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἁπλούστατον· διότι τὰ 24 ἑκατομμύρια, τοκιζόμενα πρὸς 6%, φέρουσιν 1,440,000.
§132ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι τόσῳ ἁπλοῦν. Ἐὰν ἐπρόκειτο διὰ τῆς πιστώσεως ταύτης νὰ ὁρισθῇ ἡ παρὰ τῶν κατασκευαστῶν ὀφειλομένη εἰσφορὰ πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων τοῦ δανείου, τότε ἤθελεν εἶσθαι ἴσως δικαιολογημένη ἡ θεωρία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐνταῦθα ὅμως πρόκειται περὶ πιστώσεως χρησιμοποιηθησομένης εἰς πληρωμὴν μεσολαβούντων τόκων, ἀνεξαρτήτως τῆς τοιαύτης εἰσφορᾶς τῶν κατασκευαζόντων τὸν σιδηρόδρομον, ἥτις ἀνέρχεται εἰς δύο περίπου ἑκατομμύρια καὶ κατ’ οὐδὲν ἐπηρεάζεται ἐκ τῶν παρὰ τῆς Βουλῆς ψηφιζομένων πιστώσεων. Διὰ μεσολαβοῦντας δὲ τόκους ἐπὶ τοῦ δανεισθέντος ποσοῦ τῶν δραχ. 6,390,000 δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὀφείλωνται τὰ ζητούμενα ποσά. Ζητεῖτε ἑπομένως νὰ βαρύνητε τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν διὰ ποσοῦ πολὺ ἀνωτέρου τῶν πράγματι ὀφειλομένων τοιούτων τόκων. Ἀλλὰ καὶ τὸ ὅλον τῶν μεσολαβούντων τόκων, κατ’ ἀνώτατον ὅρον, σύμφωνα μὲ τοὺς ὑπολογισμούς, τοὺς ὁποίους ἐφέρατε εἰς τὴν Βουλήν, δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ ποσὸν τῶν 1,900,000. Ὑμεῖς ὅμως, ἀφοῦ ἐλάβατε πίστωσιν διὰ τὸ 1889 δραχ. 1,020,000, ζητεῖτε ἑτέραν ἐξ 1,440,000, δηλ. 560,000 περισσότερον τοῦ συνόλου τῶν τοιούτων τόκων. Διατί δὲ πράττετε τοῦτο; Διότι θέλετε εἰς βάρος τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου νὰ πληρώσητε οὐχὶ 1,900,000, ἀλλὰ 2,460,000, καὶ θέλετε νὰ λάβητε τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκ τοῦ δανείου, ἐν τῷ ὁποίῳ συνεχωνεύσατε τὸ εἰδικὸν δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν.
§133ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τέσσαρα εἶναι τὰ συζητηθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ θέματα. Ἤρχισεν ἀπὸ ἄλλης συζητήσεως, μετέπεσεν εἰς ἄλλας καὶ κατέληξεν εἰς ἄλλην. Ἡ τελευταία συζήτησις ἀφώρα εἰς τὸν καταλογισμὸν τῶν τόκων. Ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ καταλογισμοῦ τῶν τόκων. Ὁ καταλογισμὸς τῶν τόκων γίνεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ· ἐν αὐτῷ εἶναι ἀναγεγραμμένον τὸ ποσὸν, ὅπερ ἀφαιρεῖται, ὡς περιλαμβανόμενον ἐν ἰδίῳ λογαριασμῷ τῶν καταθέσεων παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, διότι κατὰ τὴν σύμβασιν οἱ ἐνδιάμεσοι τόκοι βαρύνουσι τὴν ἐπιχείρησιν ἕως τῆς παραδόσεως ὁλοκλήρου τοῦ σιδηροδρόμου εἰς ἐκμετάλλευσιν, ἀποδίδονται δὲ μέχρι δραχμῶν 1,900,000 ἐκ τῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ πρὸς τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου κατατεθειμένων. Ὁ κ. Βουλευτὴς δύναται νὰ φρονῇ, ὅτι μετὰ τῶν δαπανῶν τῆς κατασκευῆς δὲν πρέπει νὰ καταλογίζωνται καὶ οἱ διάμεσοι τόκοι, τοῦτο ὅμως εἶναι λελυμένον διὰ τῆς συμβάσεως, ἀφοῦ δὲ περιελήφθησαν ἐν τῷ δανείῳ δραχμαὶ 1,900,000 χάριν τῶν μεσολαβούντων τόκων, δέον ὅπως οὗτοι ἀποδοθῶσιν εἰς ὃν προωρίσθησαν σκοπὸν ἐκ τῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ κατατεθειμένων κεφαλαίων τοῦ δανείου.
§134ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νομίζω, ὅτι δὲν θέλει νὰ ἐννοήσῃ τὰ ἁπλούστερα. Τίς ἐκ τῶν δύο θεωριῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι ἀκριβής; ἡ σημερινὴ ἢ ἐκείνη, ἣν ἀνέπτυξε χθὲς, ὅτε, ἐρωτηθεὶς παρ’ ἐμοῦ, διατί ὑπολογίζει 6%, μᾶς εἶπε τὸ ἀντίθετον ἐκείνου, ὅπερ λέγει σήμερον; Ζητεῖτε πίστωσιν, δηλ. τὴν ἄδειαν πρὸς πληρωμὴν δαπάνης, ἣν ἀναγράφετε ἐν ὡρισμένῳ κεφαλαίῳ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ζητεῖτε νὰ θεραπεύσητε ὡρισμένην ἀνάγκην, ἥτις κατὰ τοὺς πίνακας εἶναι ἡ πληρωμὴ μεσολαβούντων τόκων, οἵτινες ἐν τῷ καταλογισμῷ αὐτῶν διαφέρουσι τῶν τακτικῶς πληρονομένων τόκων. Οἱ μεσολαβοῦντες τόκοι, κατὰ τὴν θεωρίαν ὑμῶν, ἀποτελοῦσι μέρος τοῦ συνόλου τῶν δαπανῶν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου. Καθ’ ὃν τρόπον ζητεῖτε πίστωσιν διὰ τὰς ἄλλας δαπάνας αὐτοῦ, ὡς π. χ. διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν ἐλασμάτων καὶ τῶν ἁμαξῶν, διὰ τὴν ἐπιστασίαν, χάριν τῆς ὁποίας ζητεῖτε πίστωσιν 40,000 δραχμῶν, οὕτω ζητεῖτε πίστωσιν καὶ διὰ τοὺς τοιούτους τόκους ἐκ δραχμῶν 1,020,000 μὲν διὰ τὸ 1889, 1,440,000 δὲ διὰ τὸ 1890. Ζητεῖτε ἑπομένως διὰ μεσολαβοῦντας τόκους νὰ δαπανήσητε ἀνώτερον ἐκείνου, ὅπερ ὡρίσθη διὰ τῆς συμβάσεως ὡς πληρωθησόμενον παρὰ τῶν κατασκευαστῶν. Τὸ ἀνώτερον δὲ τοῦτο ποσὸν, τὸ ἀνερχόμενον εἰς δραχμὰς 560,000, θὰ τὸ λάβητε ἐκ δανείων, καὶ θὰ καταλογήσητε οὕτως εἰς βάρος αὐτῶν δαπάνην ἀνήκουσαν εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Θὰ ἐπιβαρύνητε οὕτω τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων– Καλαμῶν μὲ τὸ ποσὸν 560,000 δραχμῶν. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἁπλοῦν καὶ καθαρὸν ἀποτέλεσμα τῶν καταλογισμῶν, οὓς ποιεῖτε, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ σύγχυσις διὰ πάντα, ὅστις ἤθελε μελετήσει καὶ ἀναλύσει τὸ ζήτημα.
§135ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶχον παραλείψει, ἀπαντῶν, τὰ τοῦ τόκου τῶν 6%, νομίσας ἀποχρῶντα ὅσα χθὲς εἶχον εἰπεῖ περὶ τούτου. Εἶχον εἰπεῖ χθές, ὅτι ὁ κατὰ τὴν σύμβασιν τόκος ἦτο 6%, ὅτι κατόπιν διὰ τροπῆς ἀντικατεστάθη τὸ δάνειον τῶν 6% διὰ δανείου ἐπὶ ὀνομαστικῷ μὲν τόκῳ 5%, βαρύνοντος δὲ τὸ Δημόσιον κατὰ λόγον 5½%, καὶ ὅτι ἡ ὠφέλεια τοῦ ½% ἀφορᾷ εἰς τὸ Δημόσιον, μὴ περιλαμβανομένη ἐν τῷ λογαριασμῷ αὐτοῦ πρὸς τὴν ἀνάδοχον ἑταιρίαν. Ἐν τῷ πρὸς ταύτην ἄρα λογαριασμῷ ἐξακολουθεῖ καταλογιζόμενος ὁ τόκος πρὸς 6%. Ταῦτα οὕτως ἔχουσι καὶ δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἄλλως· δὲν εἶναι θεωρία ἀπαιτοῦσα ἀνάπτυξιν, εἶναι ἀπόῤῥοια τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως. Τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τῆς συμβάσεως εἶναι ἐδῶ ἀναγεγραμμένα, ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρχῃ τυπογραφικὸν λάθος· ἐκ τῆς συζητήσεως δὲ θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει τυπογραφικὸν λάθος.
§136Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λοιπὸν κατὰ τὰ πορίσματα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὸ ἐξ 1,020,000 φράγκων ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθη μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1889 εἰς τόκους μεσολαβοῦντας, εἶναι τόκοι πληρωθέντες ἐπὶ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις. Οἱ τόκοι 1,020,000 ἀντιπροσωπεύουσι πρὸς 6% κεφάλαιον 17 ἑκατομμυρίων· λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1889 εἶχε λάβει ἐκ τοῦ δανείου 17 ἑκατομμύρια;
§137ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐχὶ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἡ Τράπεζα. Ταῦτα κατατίθενται εἰς τὴν Τράπεζαν.
§138ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀδιάφορον. Ὁ οἰκονομικὸς αὐτὸς συνδυασμὸς εἶχεν ἀληθῶς ἀλλόκοτα ἀποτελέσματα. Ἐνῷ μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1889 δὲν κατεσκευάσθη ἔκτασις σιδηροδρόμου ἡ τοσαύτη, ὅση ἀπῄτει δαπάνην 6,200,000, τὸ δημόσιον ταμεῖον ὑπεχρεώθη νὰ πληρώσῃ τόσους τόκους, ὅσους ἀπῄτει ἡ δαπάνη 17 ἑκατομμυρίων. Ἤκουσα ὅτι ἐλέχθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὰ χρήματα ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ, ἔχει ὅμως αὐτὰ κατατεθειμένα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Τίνες λόγοι ἔπεισαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ σπεύσῃ νὰ πραγματοποιήσῃ τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου τούτου μέχρι 17 ἑκατομμυρίων; Σημειώσατε δὲ, ὅτι τὸ δάνειον αὐτὸ συνδέεται μὲ ἄλλο δάνειον προσωρινὸν, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, ἐκ 10 ἑκατομμυρίων φράγκων εἰς χρυσὸν, ἀντὶ τῶν ὁποίων ἐπλήρωσεν εἰς γραμμάτια τραπεζικὰ, πρὸς 127½ λεπτὰ τὸ φράγκον, 12,250,000. Ἀλλὰ μήπως ὤφειλε καὶ τόκους ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου; Μήπως τὸ ποσὸν ἀνεβιβάσθη εἰς 17 ἑκατομμύρια, διότι περιελήφθη καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο; Δὲν πιστεύω ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ δανείου τούτου. Ἐν τούτοις πρόκειται περὶ ποσοῦ 17 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον κατετέθη εἰς τὴν Τράπεζαν ἄνευ ἀνάγκης, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου πληρόνει τὸ Δημόσιον τόκον, ἐνῷ δὲν εἶχεν ἀνάγκην, εἰμὴ κεφαλαίου 6,200,000.
§139ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ κατατεθειμένα παρὰ τῇ Τραπέζῃ μόνον ὡς ἐγγύησις διαφέρουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ ἀνάδοχος ἑταιρία ἀποκτᾷ κυριότητα ἐπ’ αὐτῶν κατὰ λόγον τῆς προόδου τῆς κατασκευῆς, ἔχει δὲ κατὰ τὴν σύμβασιν τὸ δικαίωμα, ὅπως καθιστᾷ αὐτὰ προσοδοφόρα. Δύναται νὰ ἐπιτυγχάνῃ τὸ προσοδοφόρον τῶν κεφαλαίων τοῦ δανείου καὶ ἄλλως, ἤτοι ἀναβάλλουσα τὴν διάθεσιν τῶν τίτλων τοῦ δανείου, διότι οἱ ἀδιάθετοι οὗτοι τίτλοι ἐπιπροστίθενται εἰς τοὺς παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ κατατεθειμένους. Πάντες γινώσκομεν, ὅτι 17 ἑκατομμυρίων τίτλους διέθεσεν ἡ ἀνάδοχος ἑταιρία, ἐγένετο δὲ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ λόγος περὶ τῶν κατὰ τὴν διάθεσιν αὐτῶν· ἤδη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐρωτᾷ, διατὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπραγματοποίησε 17 ἑκατομμύρια, ἐνῷ τοσαῦτα δὲν ἦσαν ἔτι ἀναγκαῖα. Δὲν διέθεσε τοὺς τίτλους τῶν 17 ἑκατομμυρίων ἡ Κυβέρνησις, διότι οὐδὲν εἶχεν αὕτη δικαίωμα διαθέσεως αὐτῶν κατὰ τὰς διατάξεις τῆς συμβάσεως. Ἀντὶ δραχμῶν 1,900,000, ἀποδοθησομένων εἰς τὴν ἀνάδοχον ἑταιρίαν κατὰ λόγον τῆς προόδου τῆς κατασκευῆς, ἀνέλαβεν αὕτη τὸ βάρος τῶν διαμέσων τόκων, ἀλλὰ συνάμα καὶ τὸ δικαίωμα τῆς διαχειρίσεως τῶν κεφαλαίων τοῦ δανείου ὑπὸ τοὺς κατὰ τὴν σύμβασιν περὶ καταθέσεως αὐτῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ὅρους. Κατὰ ταῦτα, ἔχει ἡ ἀνάδοχος ἑταιρία τὸ δικαίωμα τῆς διαθέσεως τῶν τίτλων, ὁπόταν αὐτὴ θέλῃ, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς καταθέσεως τοῦ ἀντιτίμου παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ· ἔχει ἐπίσης καὶ τὸ δικαίωμα, ὅπως τὸ ἀντίτιμον τοῦτο καθιστᾷ τοκοφόρον, τρέπουσα αὐτὸ εἰς τίτλους τῇ ἐγκρίσει τῆς Κυβερνήσεως. Τῶν δικαιωμάτων τούτων χρῆσιν ποιουμένη ἡ ἀνάδοχος ἑταιρία, διέθεσε τίτλους τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου ἀξίας 17 ἑκατομμυρίων, τὸ δὲ ἀντίτιμον ἐτοποθέτησεν εἰς ὁμολογίας ἐθνικῶν δανείων, εἰς ἔντοκα γραμμάτια, εἰς ὁμολογίας ἱσπανικὰς, ἀργεντινὰς καὶ ἄλλας, αἵτινες πᾶσαί εἰσι κατατεθειμέναι παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, συμπράξαντος τοῦ Δημοσίου εἰς ταῦτα μόνον διὰ τοῦ ἐλέγχου τῶν τίτλων, ἐνεργηθέντος πάντοτε ἐπὶ γνωμοδοτήσει τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, περὶ τοῦ ἀξιοχρέου τῶν τίτλων καὶ περὶ τῆς τιμῆς αὐτῶν. Ἐπὶ τούτοις τοῖς ὅροις λειτουργεῖ τὸ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ταμεῖον τοῦ σιδηροδρόμου. Εἰς τὰ τοῦ ταμείου τούτου δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναμιχθῶμεν, εἰμὴ συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῆς συμβάσεως. Τοῦτο πράττομεν, μηδὲ ν’ ἀφαιρέσωμεν δυνάμενοι ἀπὸ τοῦ ταμείου τούτου χρῆμα εἰς αὐτὸ ἀνῆκον, μηδὲ ν’ ἀπαγορεύσωμεν εἰς τοὺς ἀναδόχους τὴν διαχείρισιν τοῦ χρήματος τοῦ ταμείου ἐντὸς τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως.
§140ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρὶν μεταβῶμεν εἰς ἄλλο ζήτημα, ἐπιθυμῶ νὰ λάβω μίαν ἐξήγησιν ἐπὶ τοῦ κατατεθέντος καὶ διανεμηθέντος πίνακος. Ἐν αὐτῷ παρατηρῶ, ὅτι ἐκτὸς τῶν ἄλλων τίτλων, τοὺς ὁποίους ἔχει παρακατατεθειμένους παρὰ τῇ Τραπέζῃ ἡ ἑταιρία τῶν κατασκευαζόντων τῶν σιδηρόδρομον, ὑπάρχουσι προσέτι κατατεθειμένα καὶ ἑλληνικὰ χρεώγραφα 5,220,000 φρ. Τί χρεώγραφα εἶναι ταῦτα;
§141ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι τὰ περὶ ὧν ἔλεγον πρὸ ὀλίγου, ἀναπτύξας τὰ τῆς διαχειρίσεως.
§142ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ πρὸς πρὸς ποίαν τιμὴν εἶναι ταῦτα κατατεθειμένα;
§143ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τῇ τιμῇ, ἀνθ’ ἧς ἠγοράσθησαν· διότι, ὡς παρετήρουν πρὸ ὀλίγου, ὁσάκις οἱ ἀνάδοχοι διαθέτουσι χρῆμα τοῦ σιδηροδρομικοῦ ταμείου εἰς ἀγορὰν τίτλων, ἢ ἀντικαθιστῶσι τίτλους τοῦ ταμείου δι’ ἄλλων τίτλων, ζητεῖται παρ’ αὐτῶν ἡ ἔγκρισις τῆς Κυβερνήσεως, αὕτη δὲ συμβουλεύεται πάντοτε τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ ἐγκρίνει τὴν πρᾶξιν ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει ταύτης, ὅτι τὰ ἀποκτηθησόμενα χρεώγραφα ἔχουσι τὴν ἀξίαν, ἀνθ’ ἧς ἀποκτῶνται. Ἐπὶ ἀποκτηθησομένων ὅμως ἑλληνικῶν χρεωγράφων τὰ δελτία τοῦ χρηματιστηρίου περὶ τῆς τιμῆς αὐτῶν θεωροῦνται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἐπαρκὴς πληροφορία.
§144ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἕτερόν τι μοὶ φαίνεται χρῇζον πληροφορίας. Μένει ὑπόλοιπον 6,890,000 ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Πρόκειται περὶ 6,890,000 φράγκων ἢ δραχμῶν;
§145ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ λογαριασμὸς εἶναι εἰς φράγκα, κατατεθειμέναι δὲ εἶναι δραχμαὶ τραπεζικαὶ, διότι, ὡς γινώσκετε ἐξ ἄλλων πράξεων, ἀνακοινωθεισῶν εἰς τὴν Βουλὴν, 10 ἑκατομμύρια μετετράπησαν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τούτων δὲ τῶν γραμματίων μένει ποσὸν ἀντίστοιχον τοῦ ἐν τῷ σημειώματι ἀναγεγραμμένου.
§146ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λοιπὸν τὰ 6,890,000 εἶναι δραχμαί.
§147ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐχί· τραπεζικὰ, ἀξίας τοσούτων φράγκων. Τὰ κατατεθειμένα εἶναι δραχμαὶ τραπεζικαί, ὁ ὑπολογισμὸς δὲ γίνεται πρὸς 127½ ἑκατοστὰ, ἑπομένως ἀναγράφονται εἰς φράγκα, ἀφαιρουμένης τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος.
§148ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ζητῶ μονολεκτικῶς ἀπάντησιν· 6,890,000 φράγκα ἢ δραχμαί;
§149ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. 6,890,000 φράγκα, εἶναι ὅμως κατατεθειμένα τὰ ἀντίστοιχα εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια πρὸς 127½ ἑκατοστά.
§150ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχομεν τώρα τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ μεταλλικοῦ.
§151ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐσημειώθησαν καὶ τὰ εἰσπραχθέντα ἀντὶ τῶν δέκα ἑκατομμυρίων ἐπὶ τῇ ὑπερτιμήσει, καὶ τὰ ἐξ αὐτῶν δαπανηθέντα ἐπίσης.
§152ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι μεταξὺ τῶν εἰσπράξεων τοῦ Δημοσίου νὰ ἀνεγράφη ποσὸν 450,000 δραχμῶν ἐξ ὑπερτιμήσεως μεταλλικοῦ· ποῦ ἀνεγράφη;
§153ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν τοῖς βιβλίοις τοῦ Κράτους.
§154Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀφοῦ ἐγένετο τοιαύτη ἐγγραφὴ, βεβαίως εἰς τὴν κατάστασιν τῶν βεβαιωμένων ἐσόδων ἐσημειώθη καὶ αὐτὸ τὸ ποσόν. Τὸ λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν.
§155ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλ’ ἡ διαφορὰ, ἂν εἰσῆλθεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα, εἶναι 800,000 δραχμῶν.
§156ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρόκειται περὶ τῶν τραπέντων. Τὸ δάνειον διῃρέθη εἰς δύο σειράς· τροπὴ δ’ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐγένετο δέκα ἑκατομμυρίων. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1889 ἐκ δραχ. 562,699.
§158ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§159Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πέντε ὥρας καὶ ἡμίσειαν ἐργαζόμεθα ἐνταῦθα.
§160Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ δι’ ἄλλην συνεδρίασιν, διότι ἀφορᾷ εἰς τὰς δαπάνας τῶν καπνοκοπτηρίων τοῦ 1889, καὶ παρακαλῶ νὰ προσαγάγῃ ὁ Ὑπουργὸς τὰς ζητηθείσας ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως πληροφορίας ἐν σχέσει πρὸς τὰς δαπάνας τοῦ καπνεργοστασίου Ἀθηνῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν συνεδρίασιν, παρακαλοῦμεν νὰ συναινέσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ λυθῇ, διότι ἡμεῖς ἐργαζόμεθα ἐδῶ πέντε ὥρας καὶ ἡμίσειαν, καὶ κουραζόμεθα, διότι συζητοῦμεν.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προτείνετε τὴν ἀναβολήν;
§162ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὄχι, προτείνομεν νὰ λύσητε τὴν συνεδρίασιν.
§163ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Παρῆλθεν ἡ ὥρα.
§164ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Αὐτὸ κάμνετε κάθε βράδυ· δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτὲ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§165ΑΣΗΜ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις, ὡς εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, νομίζει ὅτι διεξάγονται αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι ὁ πρόσφορος, οὔτε ὁ συμφέρων εἰς αὐτήν. Ἀφοῦ τέλος πάντων ἐργαζόμεθα ἐπὶ 5 ὁλοκλήρους ὥρας, ἀφοῦ συνεζητήσαμεν καὶ ἐψηφίσαμεν ἕξ νομοσχέδια, ἀφορῶντα εἰς πιστώσεις, αἵτινες βεβαίως, ἂν δὲν ἐψηφίζοντο, θὰ ἐξέθετον τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις, μετὰ τὰς παρακλήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐντεῦθεν τῇ ἐγένοντο, ἰδίως μάλιστα μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἐκ λεπτότητος καὶ πρὸς τὸ ἴδιον αὐτῆς συμφέρον, ἂν θέλῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον της καὶ νὰ καλύψῃ τὴν εὐθύνην της, ὀφείλει νὰ δεχθῇ, ἵνα λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 καὶ 30′ μ. μ.