1890.05.01
2.133 στίχοι · 16.279 λέξεις · 169 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 33
Τῆς 1 Μαΐου 1890.
(Τρίτη)
Ὥρᾳ 4½ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΜΠΟΥΤΟΣ. Ὅπως ἔχουσι, κύριε Πρόεδρε, τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἐννοηθῇ, τί ἕκαστος ἐξ ἡμῶν τῶν Βουλευτῶν, οἵτινες ἐλάβομεν μέρος κατὰ τὴν συζήτησιν περὶ συστάσεως Γυμνασίου ἐν Μεσσήνῃ, ἐπρότεινεν. Ἀλλ’ εἰς ἐπικουρίαν τῆς συγχύσεως ταύτης ἔρχονται καὶ αἱ ἐφημερίδες, αἱ ὁποῖαι πολλάκις ὄχι μόνον παραμορφοῦσιν ὅ,τι λέγεται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἀλλὰ καὶ συχνάκις θέτουσιν ὀνόματα Βουλευτῶν ἄλλων, ἀντὶ τῶν ὁμιλησάντων, ὡς τοῦτο συνέβη προχθὲς εἰς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Ρικάκην, καὶ σήμερον εἰς ἐμέ. Ἡ ἐφημερὶς «Ἐπιθεώρησις», ὁμιλοῦσα περὶ τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, λέγει ὅτι ὁ κ. Μποῦτος ὡμίλησε κατὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐπιφυλάσσεται κατὰ τὴν συζήτησιν νὰ ἀναπτύξῃ τοὺς λόγους. Ἐννοεῖτε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πᾶν ἄλλο συνέβη ἢ ὅ,τι ἔγραψεν ἡ «Ἐπιθεώρησις». Ἐγὼ ἐντελῶς ἀδιαφορῶ δι’ ὅσα γράφουσιν αἱ ἐφημερίδες, οὐδ’ ἔχω φόβον ὅτι οἱ συμπολῖταί μου θὰ μορφώσωσι τὴν περὶ ἐμοῦ γνώμην ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας δίδουσιν αἱ ἐφημερίδες, ποιοῦμαι ὅμως τὴν παρατήρησιν ταύτην χάριν αὐτῶν τῶν ἐφημερίδων, αἱ ὁποῖαι ἐκθέτουσι τὰ πράγματα οὐχὶ ἀκριβῶς. Παρακαλῶ λοιπὸν, εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ νὰ σημειωθῇ ἀκριβῶς ὅ,τι ἐλέχθη, τουτέστιν, ὅτι ἐγὼ ὑπεστήριξα τὴν ἄμεσον συζήτησιν καὶ τὴν παραδοχὴν τοῦ νομοσχεδίου.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι διορθωθῆ. (Τὰ πρακτικὰ, διορθωθέντα συμφώνως ταῖς παρατηρήσεσι τοῦ κ. Μπούτου, ἐπικυροῦνται ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δι’ ἐγγράφου του ὑπ’ ἀριθ. 7276 τῆς 29 Ἀπριλίου ἐ. ἔ. διαβιβάζει τὸ ὑπ’ ἀριθ. 95 ἐ. ἔ. φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἐν ᾧ δημοσιεύεται ἡ ὑπ’ ἀριθ. 27 πρᾶξις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δι’ ἧς ἐνεκρίθη ἔκτακτος πίστωσις ἐκ δραχμῶν 1000 εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν διαγωνισμάτων τῆς ἐπὶ τῶν Ὀλυμπίων καὶ κληροδοτημάτων ἐπιτροπῆς. Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§5ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αἱ πληροφορίαι αἱ σχετικαὶ διὰ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα, θὰ κατατεθῶσι;
§6ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶπον ὅτι οἱ πίνακες τυποῦνται, δυστυχῶς ὅμως δὲν ἐπερατώθη εἰσέτι ἡ τύπωσις αὐτῶν. Ἔχω τὰς ἄλλας πληροφορίας ἐνταῦθα καὶ ἀναμένω τοὺς πίνακας, ἵνα καταθέσω ἅπαντα ὁμοῦ.
§7ΚΟΡΠΑΣ. Κατὰ τὴν παροῦσαν ἐποχὴν τοῦ ἔτους ἄρχεται ἡ λειτουργία τῶν ἰαματικῶν ὑδάτων, πολλοὶ δὲ μεταβαίνουσιν εἰς τὰ διάφορα ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχοντα ἰαματικὰ ὕδατα, ἐξ αὐτῶν δὲ πολλοὶ ὑπάρχουσιν οἱ μεταβαίνοντες εἰς τὰ λουτρὰ τῆς Κύθνου. Ἀπό τινων ἐτῶν κατ’ ἔτος τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, χάριν τῶν συχναζόντων εἰς τὰ λουτρὰ τῆς Κύθνου, διατάσσει τὴν μεταφορὰν τοῦ τηλεγραφικοῦ καὶ ταχυδρομικοῦ γραφείου ἐκ τῆς πόλεως εἰς τὰ λουτρά. Ἀλλὰ τὸ ταχυδρομικὸν καὶ τηλεγραφικὸν τοῦτο γραφεῖον χρησιμεύει ὄχι μόνον διὰ τοὺς κατοίκους τοῦ δήμου τῆς Κύθνου, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐκείνους τοῦ παρακειμένου δήμου τοῦ Δρυοπίδος, ἑπομένως, ἕνεκα τῆς μεταφορᾶς τοῦ γραφείου τούτου εἰς τὰ λουτρά, ἐπέρχεται μεγάλη δυσκολία εἰς τοὺς κατοίκους τῶν δήμων τούτων. Δὲν λέγω ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἔχωσι καὶ οἱ φοιτηταὶ τῶν λουτρῶν γραφεῖον ταχυδρομικὸν καὶ τηλεγραφικὸν, ἀλλ’ οἱ κάτοικοι τῶν δύο δήμων, οἱ ὁποῖοι εἶναι πολλῷ πλείονες, ἔχουσι μεγαλείτερον δικαίωμα πρὸς τοῦτο. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ἀντὶ τῆς μεταφορᾶς ταύτης τοῦ γραφείου, ν’ ἀποστείλῃ εἰδικὸν ὑπάλληλον, εἴτε ἐντεῦθεν, εἴτε ἐκ Σύρου, εἰς τὰ λουτρὰ τῆς Κύθνου.
§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως δωρεὰν τῇ Γαλλικῇ Κυβερνήσει χώρου ἐθνικοῦ παρὰ τὸν λιμένα Νεοκάστρου πρὸς ταφὴν τῶν κατὰ τὴν ναυμαχίαν πεσόντων Γάλλων ἀξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν. Ὑποβάλλω καὶ νομοσχέδιον περὶ ἀνανεώσεως τῆς πληρωμῆς τῶν μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 1876 ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 93–94).
§10ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω πρῶτον πληροφορίας περὶ τῆς ὁδοποιΐας, αἵτινες ἐζητήθησαν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας κ. Πετρίδου καὶ ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Αἱ πληροφορίαι καθ’ ἑαυτὰς παρέχουσι λύσιν τινὰ τῶν ἐρωτημάτων, ἀλλὰ καί τινες αὐτῶν παραπέμπουσιν εἰς τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους θὰ ἔχωμεν προσεχῶς. Καταθέτω, μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, νομοσχέδιον περὶ ἀσφαλιστικῶν ἑταιριῶν, νομοσχέδιον δηλαδὴ, τὸ ὁποῖον ῥυθμίζει τὰ τῶν ἀσφαλιστικῶν ἑταιριῶν διὰ τρόπου ὁμοιομόρφου διά τε τὰς ἑλληνικὰς καὶ τὰς ξένας. Ἐπίσης ὑποβάλλω καὶ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τῆς Γεν. Διευθύσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῶν ταχυδρομικῶν Ἀτμοπλοϊκῶν Ἑταιριῶν «Deutsche Levante-Linie» καὶ «A. Bossi et Cnie»
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 95–97).
§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐζήτησα χθὲς ἐκθέσεις τινὰς καὶ τὴν ἡμερησίαν διαταγὴν τοῦ Ἀρχηγείου Λαρίσσης. Δυστυχῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἀπηξίωσε νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ. Εἶχον ζητήσει καὶ ἄλλα, ὡς λ. χ. τὰ βιβλία τῆς ἀποθήκης ὑλικοῦ στρατοῦ Πειραιῶς.
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Τὰ βιβλία εἶχον ζητηθῆ κατὰ τὸ τέλος τῆς Συνόδου, καὶ ὅλα μὲν βεβαίως δὲν δύνανται νὰ κατατεθῶσιν, ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι τὰ δυνάμενα νὰ κατατεθῶσι θὰ ἦναι ἐπαρκῆ πρὸς τὸν σκοπὸν, καίτοι θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ μὴ μετεκινοῦντο, νὰ ἐλάμβανον δὲ οἱ βουλόμενοι γνῶσιν τῶν ἐν αὐτοῖς παρὰ τῷ ἀρχείῳ. Τοῦ βιβλίου ὅμως τοῦ ἔτους τούτου δὲν ἐπιτρέπεται ἡ μετακίνησις, διότι εἶναι ἐν χρήσει καὶ δὲν δύναται ἀζημίως ἡ ὑπηρεσία νὰ στερηθῇ αὐτοῦ. Δύναται ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ λάβῃ γνῶσιν τοῦ περιεχομένου, ἢ καὶ πᾶς ἄλλος, ὃν ὁ κ. Βουλευτὴς ἤθελεν ἀποστείλει εἰς τὸ γραφεῖον, ἐπιτρεπομένης καὶ τῆς ἀντιγραφῆς περικοπῶν. Ἡ ἡμερησία διαταγὴ τοῦ Ἀρχηγείου Λαρίσσης, ἡ ζητηθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἐλήφθη ἤδη καὶ κατατίθεται. Τἄλλα ζητηθέντα ἀφορῶσιν εἰς προσωπικὰ, καὶ, ὡς εἶπον, πᾶν ἔγγραφον τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου, περιλαμβάνον χαρακτηρισμὸν ἀξιωματικοῦ, δὲν προώρισται εἰς τὴν δημοσιότητα. Νομίζω ἄρα, ὅτι τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα δὲν δύνανται νὰ κατατεθῶσι. Περὶ τούτου ὡμίλησα καὶ ἄλλοτε, ἀρνηθεὶς τὴν κατάθεσιν ὁμοίας φύσεως ἐγγράφων, ἐνόμιζον δὲ, ὅτι τὰ προηγουμένως ῥηθέντα προεδήλουν ἐπαρκῶς ἣν καὶ ἤδη φέρω ἀντίῤῥησιν εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν τῶν ζητουμένων.
§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν ἡ ἀντίῤῥησις τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐκτείνεται καὶ ἐπὶ τὴν ἐπερώτησιν, ἣν εἶχον προτείνει, καὶ δι’ ἧς εἶχον ζητήσει παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ νὰ καταθέσῃ τὴν ἀπὸ 6 Μαρτίου ἔκθεσιν τοῦ διευθύνοντος τὸ ἐν Λαρίσσῃ Ἀρχηγεῖον στρατοῦ κ. συνταγματάρχου, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ἐξεδόθησαν τὰ περὶ ἀργίας ἐννέα ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ Β. Διατάγματα, ἡ ἀντίῤῥησις αὕτη δὲν ἔχει ἀξίαν, διότι ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῆς ἐκθέσεως, οἷον καὶ ἂν ἦναι τὸ περιεχόμενον αὐτῆς, δὲν θέλουσι παραχθῆ περὶ τῶν ἀξιωματικῶν, περὶ ὧν πραγματεύεται, πορίσματα σοβαρώτερα τοῦ χαρακτηρισμοῦ, ὅτι ἡ διαγωγὴ αὐτῶν ὑπῆρξεν ἀσυμβίβαστος πρὸς τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἀξιωματικοῦ, χαρακτηρισμὸν, ὃν ἀπέδωκαν εἰς τοὺς εἰρημένους ἀξιωματικοὺς τὰ Β. Διατάγματα, δι’ ὧν ἐτέθησαν εἰς ἀργίαν διὰ προσωρινῆς ἀπολύσεως ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῶν.
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἔκθεσις περιέχει λεπτομερείας, αἵτινες δὲν εἶναι δίκαιον νὰ παραδοθῶσιν εἰς τὴν δημοσιότητα. Ἐὰν αὐτοὶ οἱ ἀξιωματικοὶ ἔχωσι δικαίωμα νὰ λάβωσι γνῶσιν τούτων καθ’ ὡρισμένας διατυπώσεις, βεβαίως δὲν θ’ ἀντιταχθῇ ἄρνησις τῆς ἀνακοινώσεως εἰς αὐτοὺς τῶν ἐγγράφων· ἐπίσης καὶ εἰς τὴν δικαιοσύνην, ἐὰν γένηται προσφυγὴ, ζητηθῇ δὲ ὑπ’ αὐτῆς ἡ δημοσίευσις τῶν ἐγγράφων, θὰ δοθῶσι ταῦτα· προκειμένου ὅμως περὶ πολιτικοῦ ἐλεγκτοῦ, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται εἰς αὐτὸν ἔγγραφα ἀφορῶντα εἰς τὴν ποιότητα τῶν ἀξιωματικῶν.
§16ΚΟΡΠΑΣ. Δὲν πιστεύω ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἔχῃ τὴν αὐτὴν γνώμην καὶ περὶ τοῦ ἑξῆς ἐρωτήματος: Ἐὰν ὁ ὑποστράτηγος κ. Βαλτινὸς ἐτέθη εἰς ἀργίαν ἐπὶ τῇ βάσει ἐκθέσεως τοῦ συνταγματάρχου κ. Ζυμβρακάκη, ἐντεταλμένου νὰ ἐνεργήσῃ προεισαγωγικὴν ἐξέτασιν, ἢ ἔχοντος ἐντολὴν νὰ ἐνεργήσῃ ὡς ἀνακριτής.
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἔκθεσις, ἐφ’ ἧς ἐστηρίχθη ἡ ἀπόφασις, εἶναι ἡ τοῦ ἀρχηγοῦ.
§18Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπίστευον ὅτι ἤθελε σπεύσει ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ καταθέσῃ τὴν ζητηθεῖσαν ἔκθεσιν, ὅπως μάθῃ ἐξ αὐτῆς ἡ Βουλὴ, ἂν ἦναι ἀληθὴς ἡ κυκλοφορήσασα ἐν τῇ πόλει εἴδησις, ὅτι ὁ κ. συνταγματάρχης, ὁ ἀποσταλεὶς εἰς Λάρισσαν ἵνα ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις καὶ ἀναλάβῃ τὴν διοίκησιν τοῦ ἐκεῖ Ἀρχηγείου, ἔδωκεν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι δὲν ἤθελον τιμωρηθῆ, καὶ ὅτι ἡ θέλησις τοῦ Βασιλέως ἦτο τοιαύτη. Ἐπιθυμῶ νὰ λάβω θετικὴν καὶ ἐπίσημον τὴν περὶ τούτου πληροφορίαν, οὐχὶ διὰ νὰ μάθω, ἂν ὁ Βασιλεὺς ἔδωκεν ἢ δὲν ἔδωκε τοιαύτην ἐντολὴν, ἀλλὰ διὰ νὰ βεβαιωθῶ, ἂν ὁ κ. συνταγματάρχης δὲν ἔδωκε τοιαύτην διαβεβαίωσιν· διότι, ἂν μὲν τοιαύτη ἐδόθη ὑπό τινος, ἔπρεπε νὰ ἀποδοκιμασθῇ ὁ δοὺς αὐτὴν ἄνευ ἐντολῆς τοῦ Βασιλέως, ἂν δὲ δὲν ἐδόθη τοιαύτη διαβεβαίωσις, ἡ δὲ κυκλοφοροῦσα διάδοσις δὲν ἦναι ἀκριβὴς, ἔπρεπε νὰ διαψευσθῇ ἐπισήμως, ἵνα μὴ ὑπολειφθῇ ἐν τῇ συνειδήσει τινὸς ἡ ὑπόνοια, ὅτι τὸ ὄνομα τοῦ Ἡγεμόνος ἐχρησίμευσεν ὡς μέσον, ὅπως ἀποπλανηθῶσιν ἢ ἀπατηθῶσιν ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ καὶ γένηται δυνατὸν εἰς τὸν διοικοῦντα τὸν στρατὸν νὰ τιμωρήσῃ αὐτούς. Τοιαύτη ὑπόνοια μειόνει τὰς πεποιθήσεις τῶν πολιτῶν καὶ τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐλαττόνει τὴν πρὸς τὸν Ἡγεμόνα εὐλάβειαν.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἔκθεσις οὐδεμίαν δύναται νὰ ἔχῃ σχέσιν πρὸς τὸ θέμα τοῦτο, ὡς ἀναγομένη ἁπλῶς εἰς τὰς πράξεις τῶν ἀξιωματικῶν, εἰς οὓς ἀφορᾷ· τὰ ῥηθέντα δὲ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ εἶναι ὅλως ἀνυπόστατα. Ἐῤῥήθη ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, ὅτι ὁ σταλεὶς ἐπίτροπος ἔλαβε παρὰ τοῦ Βασιλέως ἐντολὴν, ἵνα εἴπῃ.....
§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀναφέρομαι εἰς τὴν τοιαύτην διάδοσιν, ὅτι ἔλαβεν ἐντολὴν, διότι τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ τὸ πιστεύσω· ἀναφέρομαι εἰς τὴν διάδοσιν, ὅτι ἔδωκε μίαν διαβεβαίωσιν.
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὴν διάδοσιν, εἶχε λάβει ἐντολὴν παρὰ τοῦ Βασιλέως, ἵνα δώσῃ τὴν διαβεβαίωσιν. Ὁ συνταγματάρχης Ζυμβρακάκης ἀνεχώρησεν ἐντεῦθεν χωρὶς νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὸν Βασιλέα, εὐθὺς ὡς τῷ ἀνεκοινώθη ἡ διαταγὴ περὶ τῆς ἀποστολῆς· ἡ δὲ ὑπηρεσία οὐδεμίαν ἔλαβεν ἀναγγελίαν, ὅτι ἐποιήσατο τοιαύτην ἀνακοίνωσιν ὁ συνταγματάρχης Ζυμβρακάκης. Ἐντολὴν οὐδεμίαν εἶχεν, ἵνα ποιήσηται τοιαύτην ἀνακοίνωσιν, οὔτε παρὰ τοῦ Βασιλέως οὔτε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, οὐδαμόθεν δὲ ἡ Κυβέρνησις ἔχει πληροφορίαν, ὅτι ἐποιήσατο τοιαύτην ἀνακοίνωσιν.
§22ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ὅτε τὸ ζήτημα ἀνεκινήθη εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ ὅτε ἐγένετο ἐπερώτησις ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διεβεβαίωσεν ἡμᾶς, ὅτι τὰ γραφέντα ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ἦσαν μῦθοι. Μᾶς εἶπεν, ὅτι ἀνεχώρησαν ἢ θ’ ἀναχωρήσουν οἱ ἀξιωματικοὶ εἰς τὰς θέσεις των, ὅτι οὐδὲν συνέβη εἰς τὸ στράτευμα, ὅτι δὲ πρέπει νὰ ἔχωμεν πλήρη βεβαιότητα εἰς τοὺς λόγους του καὶ νὰ μὴ ἀνησυχῶμεν. Ὅταν ὁ κ. Ζυμβρακάκης μετέβη ἐκεῖ, τὸν ἠρωτήσαμεν ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις· μᾶς ἀπήντησε καὶ ὄχι καὶ ναὶ, καὶ τὸ συμπέρασμα τῆς ὁμιλίας αὐτοῦ ἦτο συγκεχυμένον, κατέληγεν ὅμως εἰς τὸ ὅτι δὲν θὰ γίνῃ τι. Τὰ Διατάγματα ὅμως, ἅτινα ἐκοινοποιήθησαν, καὶ αἱ συστάσεις τῶν συμβουλίων ἀπέδειξαν, ὅτι αἱ ἐφημερίδες εἶχον ἀκριβεῖς πληροφορίας περὶ τῶν ἐκεῖ συμβαινόντων. Δὲν δυνάμεθα ἑπομένως νὰ στηριζώμεθα εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ σήμερον, καὶ φρονῶ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅλα τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικά, τὰ ἀφορῶντα εἰς τοὺς κκ. ἀξιωματικοὺς, διότι ἐξ αὐτῶν θέλομεν πεισθῆ, ἐὰν τὰ γραφόμενα εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἐὰν τὰ διαβιβαζόμενα εἰς ἡμᾶς δι’ ἐπιστολῶν ἦναι ἀληθῆ. Καὶ δὲν πρόκειται μόνον περὶ τοῦ κ. Ζυμβρακάκη, ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ ἀντισυνταγματάρχου κ. Ἀλεξάνδρου Σούτσου, διότι καὶ περὶ αὐτοῦ ἐκλονίσθη ἡ πεποίθησις τοῦ στρατεύματος· ἐὰν δὲ ἀφήσωμεν νὰ πιστευθῇ, ὅτι ἀξιωματικὸς, οἷος ὁ Σοῦτσος, μὲ τὸ ὄνομα, τὸ ὁποῖον φέρει, συμπεριεφέρθη ὅπως συμπεριεφέρθη πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς, βλάπτεται πολὺ τὸ στράτευμα. Μεγαλειτέρα ὕβρις διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς εἶναι ἡ μετάθεσις αὐτῶν εἰς ἀργίαν, καὶ περισσότερον βλάπτει αὐτοὺς ἡ μὴ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων, διότι δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ἀτιμωτικὴν πρᾶξιν διεπράξαντο οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ μετετέθησαν εἰς πρόσκαιρον ἀργίαν. Μᾶς στερεῖ, ὡς νὰ ἤμεθα ξένοι, ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ἀνάγκην νὰ γνωρίζωμεν, διὰ νὰ κρίνωμεν ἐν ἐπιγνώσει. Ἡ Ἀντιπολίτευσις αὔριον θὰ γίνῃ Κυβέρνησις, θὰ διοικήσῃ αὐτοὺς τοὺς ἀξιωματικούς, θὰ διοικήσῃ τὸ στράτευμα, καὶ πρέπει νὰ ᾖναι ἐν πλήρει γνώσει τῶν συμβάντων καὶ συμβαινόντων ἐν αὐτῷ. Φρονῶ ὅτι ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν σχετικῶν ἐγγράφων θέλει καταδηλωθῆ ἡ ἔκνομος ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ μὴ στηριζομένη οὔτε εἰς τὸ δίκαιον, οὔτε εἰς τὸν νόμον, οὔτε εἰς τὴν λογικήν. Ἐὰν ᾖναι ἀληθές, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἡ ἐνέργειά σας ὑπῆρξε τοιαύτη, ὁποίαν ὑπαινίσσομαι, ἔχεις δίκαιον νὰ ἀρνῆσαι τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐγγράφων· ἐὰν ὅμως ἔχῃς πεποίθησιν, ὅτι ἐνήργησας νομίμως, συμφέρον ἔχεις νὰ καταθέσῃς ἅπαντα τὰ ἔγγραφα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ δικαιολογήσῃς τὰς πράξεις σου. Ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτι δὲν θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ μείνωσι μέχρι τέλους μυστήρια ὅσα ἔχετε κάμει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκτὸς ἐὰν κατὰ τὴν ἀπομάκρυνσίν σας ἐκ τοῦ Ὑπουργείου πυρπολήσητε αὐτὸ καὶ δὲν μείνῃ οὐδὲν ἔγγραφον. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ διοίκησις ἐκείνη θὰ γίνῃ γνωστή, διατὶ νὰ μὴ γίνῃ σήμερον; Διατὶ δὲν θέλετε νὰ εἴπητε ἅπαξ διὰ παντὸς εἰς ἡμᾶς: «μὴ στηρίζεσθε εἰς ὅ,τι ἐξωδίκως ἀκούετε· ἰδοὺ τὰ ἔγγραφα, καὶ σιωπήσατε εἰς τὸ μέλλον.» Ὑποθέτετε ὅτι δύνασθε νὰ κάμητε ὅ,τι ἐκάματε ἄλλοτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτε σᾶς διεδέχθη ὁ πατήρ μου, νὰ εὑρεθῶσί τινα τῶν ἐγγράφων εἰς τὸ γραφεῖον τὸ ἰδικόν σας, νὰ κάμητε ὅ,τι ἐκάματε εἰς ἄλλην περίστασιν, νὰ μὴ εὕρωσιν οὐδὲν ἐκ τῶν ἐγγράφων, διότι τὴν ὑπόθεσιν δὲν τὴν διεξηγάγετε ὅπως ὠφείλατε; Ἀλλὰ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν, εἶναι ἐπίσημα ἔγγραφα, καὶ δὲν θ’ ἀποκρυβῶσιν. Ἐὰν λοιπὸν ἐνηργήσατε νομίμως, μὴ ἀρνεῖσθε τὴν κατάθεσιν αὐτῶν ἀπὸ τοῦδε.
§23ΚΟΡΠΑΣ. Ὑπῆρξε στρατιωτικὸν παράπτωμα, καὶ μάλιστα ἐκ συστάσεως, ἐκ μέρους τῶν στρατιωτικῶν ἐκείνων, ἢ δὲν ὑπῆρξεν; Ἐὰν ὑπῆρξε, βεβαίως καλῶς ἐτέθησαν οὗτοι εἰς ἀργίαν διὰ προσκαίρου παύσεως· ἀλλὰ δὲν ἔχομεν ἔγγραφα, ἐκ τῶν ὁποίων νὰ δυνηθῶμεν νὰ εἰκάσωμεν, ἐὰν ὑπῆρξε τοιοῦτον παράπτωμα· ἐξ ἐναντίας μάλιστα ἔχομεν τὴν βεβαίωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι οὐδὲν τότε συνέβη ἐν Λαρίσσῃ. Οἱ ἀξιωματικοί, περὶ ὧν ὁ λόγος, διῃρέθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἰς δύο κατηγορίας, εἰς ὑποπεσόντας εἰς βαρέα περὶ τὴν πειθαρχίαν παραπτώματα, καὶ εἰς ὑποπεσόντας εἰς ἐλαφρότερα παραπτώματα· οἱ ὑποπεσόντες εἰς ἐλαφρότερα παραπτώματα ἐτιμωρήθησαν διὰ βασιλικοῦ διατάγματος ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, βασιζομένου ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως, ὡς εἶπε πρὸ μικροῦ, τοῦ ἐν Λαρίσσῃ Ἀρχηγείου, οἱ δὲ λοιποὶ παρεπέμφθησαν ἐνώπιον ἀνακριτικῶν συμβουλίων, τῶν ὁποίων προαπαιτεῖται κατὰ τὸν νόμον ἡ γνωμοδότησις, ἵνα τεθῶσιν εἰς ἀργίαν δι’ ἀπολύσεως. Οἱ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τιμωρηθέντες χωρὶς νὰ παραπεμφθῶσιν ἐνώπιον τῶν ἀνακριτικῶν συμβουλίων βεβαίως ἐτιμωρήθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεως τοῦ ἐν Λαρίσσῃ Ἀρχηγείου. Ἀλλὰ τὴν ἔκθεσιν ταύτην δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει ἡμεῖς, διὰ νὰ κρίνωμεν, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐτιμωρήθησαν. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, φρονῶ ὅτι, ἐὰν ὑπέπεσαν εἰς παράπτωμα, καλῶς ἐτιμωρήθησαν. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐλέγξω τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχω ἔγγραφα, ἐκ τῶν ὁποίων νὰ ἀρυσθῶ τὴν πληροφορίαν, ἐὰν τῷ ὄντι οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι ὑπέπεσαν εἰς παράπτωμα, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχω ἔγγραφα τοιαῦτα, δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι καλῶς οἱ ἀξιωματικοὶ ἐτέθησαν εἰς ἀργίαν διὰ προσκαίρου παύσεως. Ἀλλὰ περὶ τῶν παραπεμφθέντων ἐνώπιον τῶν ἀνακριτικῶν συμβουλίων τὸ πρᾶγμα διαφέρει· διότι ἀναντιῤῥήτως καὶ ἀναγκαίως αἱ ἐκθέσεις τοῦ Ἀρχηγείου ἐπέμφθησαν εἰς τὰ ἀνακριτικὰ συμβούλια, διότι ἄνευ τούτων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προκληθῇ ἡ γνωμοδότησις αὐτῶν· ἑπομένως τὰ παραπτώματα τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἵτινες παρεπέμφθησαν ἐνώπιον τῶν ἀνακριτικῶν συμβουλίων, ἐὰν ἐγένοντο γνωστά, ἐγένοντο εἰς 5 ἀξιωματικούς, λαβόντας μέρος εἰς τὸ συμβούλιον. Ἀφοῦ λοιπὸν οἱ ἀξιωματικοὶ ἔλαβον γνῶσιν, διατὶ δὲν δύναται ἡ Ἀντιπροσωπεία τοῦ Ἔθνους νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν ἐγγράφων ἐκείνων; Τὰ παραπτώματα, τὰ ἀποδιδόμενα εἰς τοὺς εἰρημένους ἀξιωματικούς, δὲν εἶναι παραπτώματα κοινά, δὲν εἶναι μέθη ἢ χαρτοπαιξία, ἀλλὰ εἶναι σύστασις ἴσως πρὸς ἰδέας ὑψηλοτέρας. Ἐγὼ δὲν ἐπιδοκιμάζω βεβαίως, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς δύναται νὰ προβῇ εἰς τοιαῦτα κινήματα, ἐξ ἐναντίας φρονῶ, ὅτι, ἐὰν τοιοῦτόν τι ὑπῆρξεν, ἡ Κυβέρνησις ὤφειλεν αὐθωρεὶ νὰ τιμωρήσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους, διότι ἀλλοίμονον, ἐὰν ὁ στρατὸς ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ λέγῃ: θέλω τὸν Α ἢ τὸν Β ἀρχηγόν! Ἀλλ’ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγξω τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν κακῶς ἢ καλῶς ἔθεσε τοὺς ἀξιωματικοὺς εἰς ἀργίαν· ἀλλὰ πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ ἔχω ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχω· ἑπομένως οὐδεμίαν δύναμαι νὰ φέρω γνώμην. Δύναμαι ὅμως νὰ φέρω ἀδιαστάκτως τὴν γνώμην περὶ τοῦ στρατηγοῦ Βαλτινοῦ, ὅτι κακῶς ἐτέθη εἰς ἀργίαν, διότι τὸ Ἀρχηγεῖον Λαρίσσης, διοικούμενον ὑπὸ συνταγματάρχου, δὲν ἦτο πρέπον, οὔτε νόμιμον, νὰ προτείνῃ περὶ ὑποστρατήγου, μὴ ὑπαγομένου μάλιστα εἰς τὰς διαταγὰς ἐκείνου. Ὁ ὑποστράτηγος κ. Βαλτινὸς, παραδοὺς τὴν ἀρχηγίαν εἰς τὸν συνταγματάρχην αὐτὸν, ἀνεχώρησεν, ἑπομένως, δὲν ἀνῆκε πλέον εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Λαρίσσης· πῶς λοιπὸν ὁ διάδοχός του, κατώτερος κατὰ βαθμόν, ἦτο δυνατὸν νὰ προτείνῃ περὶ ἀνωτέρου αὐτοῦ; Ἄρα παρατύπως ὁ κ. Βαλτινὸς ἐτέθη εἰς ἀργίαν. Ἠδύνατο —καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐρώτησις, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ὑπέβαλον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν,—ἠδύνατο, λέγω, νὰ τεθῇ εἰς ἀργίαν τῇ προτάσει τοῦ συνταγματάρχου κ. Ζυμβρακάκη, ἀλλ’ ἐνεργοῦντος ὡς ἐκτάκτου εἰσηγητοῦ, ἐντεταλμένου εἰδικῶς νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μᾶς ἐβεβαίωσε πρὸ μικροῦ, ὅτι δὲν εἶχε δώσει τοιαύτην ἐντολήν. Ἄρα ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ ὑπέβαλε πρότασιν μεταθέσεως εἰς ἀργίαν, ἢ ἀνέφερεν ἁπλῶς τὰ γεγονότα, τὰ λαβόντα χώραν ἐν Λαρίσσῃ, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεως ἐκείνης ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔθεσεν αὐτὸν εἰς ἀργίαν. Ἀλλὰ ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἐψηφίσαμεν ἡμεῖς αὐτοὶ, λέγει ῥητῶς, ὅτι, διὰ νὰ τεθῇ ἀξιωματικὸς εἰς ἀργίαν διὰ προσκαίρου παύσεως, ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρχῃ ἔκθεσις τῆς ἁρμοδίας στρατιωτικῆς ἀρχῆς, ἢ γνωμοδότησις εἰδικοῦ ἀνακριτοῦ, ἢ γνωμοδότησις τακτικοῦ εἰσηγητοῦ Στρατοδικείου. Τοιαῦται γνωμοδοτήσεις δὲν ὑπῆρξαν· ὑπῆρξε μόνον ἀναφορὰ τοῦ Ἀρχηγείου στρατοῦ, ἑπομένως ὁ ὑποστράτηγος κ. Βαλτινὸς, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἐτέθη παρατύπως καὶ παρανόμως εἰς ἀργίαν διὰ προσκαίρου παύσεως.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ἐγὼ, ἀπαντῶν πρὸς αὐτὸν, ἐδήλωσα, ὅτι δὲν εἶχε σταλῆ ὁ ἀρχηγεύων κ. Ζυμβρακάκης, ἵνα ἐξετάσῃ τὰ γεγονότα. Μὲ ἠρώτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, τίς ὑπέβαλε τὴν ἀναφορὰν, καὶ εἶπον: ὁ ἀρχηγεύων ἐν Λαρίσσῃ. Τοῦτο μόνον ἀπήντησα ἐγὼ τότε· δὲν ἠδυνάμην δὲ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶχε σταλῆ ἵνα ἐξετάσῃ, διότι πάντες γιγνώσκουσι καὶ ἐγὼ ἐδήλωσα ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι μετέβη ἐκεῖ ἔχων ἐντολὴν τοιαύτην. Ἐὰν ὑπάρχῃ παράβασις ἐν τοῖς γενομένοις, θέλει λυθῆ τὸ ζήτημα κατὰ τὰ νενομισμένα. Περὶ τούτου βεβαίως δὲν πρόκειται ἐνταῦθα. Ἡ διάταξις τοῦ νόμου εἶναι σαφὴς, καὶ τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν συμφώνως πρὸς τὴν διάταξιν ἐκείνην ἐξεδόθη τὸ διάταγμα. Τὰ ἐκδοθέντα διατάγματα ἀπέδειξαν ἀκριβῶς ὅ,τι εἶχον εἰπεῖ ὅτε τὸ πρῶτον ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ θέματος, οὐδόλως δ’ ἀπέδειξαν, ὡς ἰσχυρίσθησάν τινες, ὅτι εἰσὶν ἀκριβῆ τὰ διαδιδόμενα, διότι, ἐὰν ἦσαν ἀκριβῆ τὰ διαδιδόμενα, βεβαίως αἱ ποιναὶ δὲν θὰ ἦσαν ὁποίας πρὸ ὀλίγου παρέστησεν αὐτὰς ὁ κ. Βουλευτής. Ὁ κ. Βουλευτὴς παρετήρησεν, ὅτι, ἐὰν μὲν ὡς πρὸς τὰ ἄλλα δύναται ἴσως ἡ ἄρνησις τῆς δημοσιεύσεως νὰ δικαιολογηθῇ, βεβαίως δὲν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ προκειμένου περὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ τοῦ παραπεμφθέντος ἐνώπιον ἀνακριτικοῦ συμβουλίου, διότι τὰ 5 μέλη τοῦ ἀνακριτικοῦ συμβουλίου ἔλαβον γνῶσιν τῶν ἐγγράφων. Ἄλλο δημοσιότης καὶ ἄλλο ἀνακοίνωσις τῶν ἐγγράφων εἰς ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν ἐκ στρατιωτικῶν, εἰδικῶς συγκαλουμένων κατὰ τὰ ἐν τῷ νόμῳ, ἵνα λάβωσι γνῶσιν τῶν ἐγγράφων.
§25ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι αἱ ζητούμεναι ἐκθέσεις δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἐγγράφων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δικαιοῦται ἡ Κυβέρνησις νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς ἀπόῤῥητα, καὶ νὰ ἀρνηθῇ τὴν προσαγωγὴν αὐτῶν εἰς τὴν Βουλήν· ἡ μὴ προσαγωγὴ ἀναιρεῖ κατ’ ἐμὲ ἐντελῶς τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Βουλὴ ἐφ’ ὅλων ἐν γένει τῶν κυβερνητικῶν πράξεων. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου διὰ διαταγμάτων ἐπεβλήθησαν ποιναὶ εἰς ἀξιωματικούς. Τὰ διατάγματα ταῦτα εἶναι βεβαίως καταδικαστικαὶ ἀποφάσεις, ἀλλὰ κατὰ τὸν κείμενον νόμον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ἡγεμόνος τοιαῦτα διατάγματα, ἐὰν δὲν εἶχε δικαιολογητικὰς ἐκθέσεις· ἑπομένως, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐλέγξῃ τὴν πρᾶξιν ταύτην τοῦ Ὑπουργοῦ, ἔχει ἀνάγκην νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐκθέσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθησαν τὰ διατάγματα, διότι ἄνευ αὐτῶν δὲν δύναται νὰ κρίνῃ καὶ ν’ ἀποφανθῇ, ἐὰν διάταγμά τι στηρίζηται ἢ δὲν στηρίζηται εἰς τὸν νόμον. Ἐὰν δώσωμεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνῆται τὴν προσαγωγὴν τῶν τοιούτων ἐκθέσεων, δύναται πᾶς Ὑπουργὸς νὰ θέσῃ εἰς ἀργίαν οἱονδήποτε ἀξιωματικόν, χωρὶς νὰ ἔχῃ καμμίαν ἔκθεσιν, καὶ χωρὶς νὰ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐξασκῇ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου. Ἓν ἐκ τῶν δύο πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ἢ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐλέγξῃ τὰς τοιαύτας πράξεις, καὶ τότε εἶναι ἐν τῷ δικαιώματί του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀρνούμενος τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐκθέσεων, ἢ ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ κατατεθοῦν εἰς τὴν Βουλὴν ὅλα τὰ στοιχεῖα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἐνεργηθῇ ὁ ἔλεγχος. Διαφορετικὰ δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ τὸ πρᾶγμα. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφοῦ ἔκαμε χρῆσιν τῶν ἐκθέσεων καὶ προεκάλεσε βασιλικὰ διατάγματα, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τὰς ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν, διότι τότε μόνον θὰ τεθῇ εἰς θέσιν ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ, ἐὰν καλῶς καὶ νομίμως ἔπραξεν.
§26ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος ἤθελεν εἶσθαι ὅλως περιττὸν νὰ λάβω τὸν λόγον, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἤδη εἶχον δηλώσει, ὅτι θὰ ὁμιλήσω, προσθέτω ὀλίγας λέξεις. Τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται σήμερον, καὶ ἄλλοτε, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐν ἐκτάσει συνεζητήθη ἐν τῇ Βουλῇ. Καὶ ἄλλοτε ἡ Κυβέρνησις ἠρνήθη νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφα ἐπίσημα, ἀφορῶντα εἰς ὡρισμένα πρόσωπα, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι, προκειμένου περὶ προσωπικῶν αἰτιάσεων, δὲν ἐθεώρει νόμιμον τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων. Καὶ τότε, Κύριοι, καὶ νῦν χαρακτηρίζω τὴν ἀξίωσιν αὐτὴν τῆς Κυβερνήσεως ὡς μὴ νόμιμον καὶ ὡς πράγματι παραλύουσαν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, τὸ ὁποῖον ἄνευ περιορισμοῦ τινος ἀνήκει εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγχῃ πᾶσαν πρᾶξιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἑπομένως καὶ αὐτὴν τὴν ἐνάσκησιν τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐνασκήσεως αὐτῆς, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο παραλύεται ἐντελῶς, ὅταν δὲν ὑποβάλλωνται εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα, ἵνα ἐξασκήσῃ ἡ Βουλὴ τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἐγὼ μόνον μίαν περίπτωσιν ἐξαιρέσεως ἀναγνωρίζω, καθ’ ἣν δικαιοῦται ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα, ὅταν συμφέρον τοῦ Κράτους δύναται νὰ διακινδυνεύσῃ. Ἀλλ’ αἱ προσωπικαὶ φυλοτιμίαι τῶν προσώπων, μετὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς σχέσεις ἡ Κυβέρνησις, οὐδέποτε δύνανται ν’ ἀποτελέσωσι λόγον ἐπαρκῆ ἀρνήσεως τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς λόγον τῆς ἀρνήσεώς του προέβαλε καὶ τοῦτο, ὅτι δύναται μὲν νὰ γίνῃ χρῆσις περιωρισμένη τῶν τοιούτων ἐγγράφων, ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ παραδοθῶσιν εἰς τὴν δημοσιότητα. Νομίζω ὅτι ἡ λέξις δημοσιότης δὲν ἔχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου κἀμμίαν ἔννοιαν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀναγνωρίζει, ὅτι δύναται ν’ ἀποστείλῃ τὴν ἔκθεσιν εἰς τὴν πενταμελῆ ἐπιτροπὴν καὶ ποιήσηται οὕτως ἀνακοίνωσιν τοῦ περιεχομένου αὐτῆς, ἵνα δυνηθῇ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ ὀρθοῦ τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως κατ’ οὐσίαν. Ἀλλ’ ἡ πενταμελὴς αὕτη ἐπιτροπὴ εἶναι τάχα ἀξία μείζονος ἐμπιστοσύνης ἢ ὁλόκληρος ἡ Βουλή, ἡ ὁποία δικαιοῦται ἐπίσης νὰ ἐλέγξῃ τὴν αὐτὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ; Ὅπως λοιπὸν δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ παράδοσις εἰς τὴν δημοσιότητα ἡ ἐγχείρισις τῆς ἐκθέσεως εἰς ἐκείνην τὴν ἐπιτροπήν, κατὰ μείζονα λόγον δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ τοιαύτη ἡ κατάθεσις αὐτῆς εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν ὑπάρχουν περιστάσεις τινὲς, μὴ ἐπιτρέπουσαι μείζονα διάδοσιν τοῦ περιεχομένου τῶν ἐκθέσεων, αὐτὰς τὰς περιστάσεις δύναται καὶ ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ ν’ ἀποφύγῃ σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον δὲν χρησιμεύει εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον προτίθεται νὰ ἐκπληρώσῃ. Ἀλλὰ ἄρνησις τῆς καταθέσεως εἰς τὴν Βουλὴν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐνεπιστεύθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς ἐπιτροπὴν καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπόχρεως μετ’ ὀλίγον νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς τὰ Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα θὰ δικάσωσι περὶ τῆς ὑποθέσεως, ἡ ἄρνησις αὕτη φρονῶ ὅτι εἶναι ἀκατανόητος ἀσέβεια πρὸς τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Βουλή, καὶ πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Κυβέρνησις.
§27ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅτι ἔχει λόγον ἀρνήσεως ἡ Κυβέρνησις, αὐτὸ δύνασθε νὰ τὸ ἐννοήσητε ἀμέσως. Ποῖοι διετάχθησαν νὰ συγκροτήσουν τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ δικάσῃ τὸν λοχαγὸν κ. Ἀλεξάνδρου; Ἀξιωματικοὶ, περὶ τῶν ὁποίων ὁ στρατιωτικὸς καὶ ὁ πολιτικὸς κόσμος ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι εἶναι οἱ αὐστηρότεροι: ὁ κ. Μαυρομιχάλης, τὸν ὁποῖον πάντες γνωρίζετε, ὅτι εἰς τὰ τοιούτου εἴδους ζητήματα εἶναι ἀκριβέστατος καὶ αὐστηρότατος, ὁ Ῥέντης ἐπίσης, ὁ Δημόπουλος, — καὶ ὅσοι γνωρίζετε ἰδιαιτέρως τὸν Δημόπουλον δύνασθε νὰ ὁμολογήσητε εἰς ποῖον βαθμὸν αὐστηρότητος διεξάγει πάντα τὰ ζητήματα ταῦτα — κλπ. Ἀπὸ τοιοῦτον λοιπὸν συμβούλιον παμψηφεὶ ἀπαλλάσσεται ὁ Ἀλεξάνδρου. Τί συμπεραίνετε ἐκ τῆς ἀποφάσεως ταύτης; ὅτι αὐτοὶ μεροληπτικῶς ἀπεφάσισαν; ὅτι, ἐὰν εὕρισκον ὅτι ὑπῆρχεν ἡ ἐλαχίστη ἐνοχὴ, ἤθελον τὸν ἀθωώσει; Σᾶς ἐρωτῶ: ἔχετε ἀμφιβολίαν περὶ τῆς εὐθυδικίας τῶν ἀξιωματικῶν τούτων; Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέβαλλε τὰς ἐκθέσεις, ἐὰν ὑπέβαλλε τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Μυκωνίου, τὴν ὁποίαν γνωρίζω, ἠθέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὁ κ. Μυκώνιος ἀναφέρεται εἰς ἀνάκρισιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἐπισυνάπτει εἰς τὴν ἔκθεσίν του. Ἀλλὰ σᾶς εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς προσφυγῆς· δηλ. ὁ κ. Ὑπουργὸς παραπέμπει τὴν παρανομίαν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο πρὸς τοὺς ἀξιωματικούς, εἰς Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον δικάζει ἄνευ πρακτικῶν, ἄνευ προτάσεων, ἄνευ ὑπερασπιστῶν, εἰς τὸ ὁποῖον προσέρχεται ὁ ἀξιωματικός, ἀναφέρει ὅ,τι ἔχει νὰ εἴπῃ, τὸ Δικαστήριον δὲν τὰ θεωρεῖ ἰσχυρά, οἱ κύριοι ἀξιωματικοὶ ἐκδίδουν τὴν ἀπόφασίν των, καὶ δὲν ἔχετε ἔπειτα τὸ μέσον νὰ ἐξελέγξητε τὴν ἀπόφασιν, διότι δὲν ἔχετε οὔτε πρακτικά. Αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσατε, μεθ’ ὅλην καὶ ἐμοῦ καὶ τῶν ἄλλων τὴν ἀντίστασιν. Ἀδικεῖτε σήμερον 9 ἀξιωματικοὺς καὶ δὲν ἔχουν Δικαστήριον, εἰς ὃ νὰ προσφύγωσιν ὑπὲρ τῆς τιμῆς καὶ τῆς ὑπάρξεως αὐτῶν. Διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀρνεῖται νὰ καταθέσῃ τὰς ἐκθέσεις, διότι δι’ αὐτῶν θὰ καταδειχθῇ ἡ ἔκνομος ἐνέργεια αὐτοῦ, ἡ μεροληπτική, ἡ ἐμπαθής. Δὲν νομίζει, ὅτι εἶναι ἀρκετὴ ἡ ἀπόφασις ἐπιτροπῆς κατὰ τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων· εἶναι ἡ εἰκὼν τῆς αἰσχίστης διοικήσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν! Ἀλλὰ τί ἄλλο δυνάμεθα νὰ κάμωμεν, ὅταν εἰς τὴν δικαίαν, τὴν νόμιμον ἀπαίτησιν ἡμῶν ἀντιτάσσηται ὁ ἀριθμός; Ἀλλὰ δὲν συλλογίζεσθε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν εἶναι μισθωτοί; εἶναι Ἕλληνες, οἵτινες ὑπηρετοῦσιν ὄχι διὰ νὰ μισθοδοτῶνται μόνον· δὲν εἶναι κοινοὶ ἐπαγγελματίαι· διότι, ὅταν τις προσφέρῃ τὴν ζωήν του, τὸ μᾶλλον πολύτιμον, τὸ ὁποῖον ἔχει, τὴν προσφέρει διότι νομίζει, ὅτι ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον ὑποβάλλεται εἰς τὴν μεγίστην αὐτὴν θυσίαν, εἶναι ἱερός. Τοιούτων ἀνδρῶν τὴν ὕπαρξιν διακινδυνεύει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν! Τοιούτων ὑπηρετῶν τῆς πατρίδος τὴν τιμὴν διεπόμπευσε διὰ τοῦ διατάγματός του ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν! Ὅπως σώσωμεν τὴν τιμὴν τούτων, ζητοῦμεν τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ἀλλὰ τὴν ἀρνεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὀχυρούμενος ὄπισθεν τοῦ ἀριθμοῦ.
§28Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς τὴν ἄρνησίν του νὰ καταθέσῃ τὰς ζητουμένας ἐκθέσεις, δὲν στηρίζει εἰς δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐκ τοῦ Συντάγματος ἢ ἐκ τῶν νόμων, ἀλλὰ στηρίζει εἰς τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν διαχειρίζεται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Καὶ δὲν ἠρκέσθη μόνον νὰ μᾶς ἀντιτάξῃ τὴν δύναμιν αὐτοῦ, ἀλλὰ προσέθηκε, πρὸς παραμυθίαν, τὴν ὁποίαν ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ δώσῃ εἰς ἐκείνους, οἵτινες ὑπεβλήθησαν εἰς τὰς καταδιώξεις αὐτοῦ, προσέθηκε, λέγω, τὴν σάτυραν. Διότι, ἂν ὑπῆρξε δικαίωμά τι, τὸ ὁποῖον τὰ μέτρα τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἀνῄρεσαν, σάτυραν βεβαίως καὶ εἰρωνείαν προσέθηκεν ὁ Πρωθυπουργὸς, παραπέμψας τοὺς ζημιωθέντας εἰς τὴν εἰδικὴν δικαιοδοσίαν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς διὰ νόμου κατέστησεν, ἀναιρέσας καὶ ἐπὶ τούτου τὸ πολίτευμα, διότι ἀντισυνταγματικὸς βεβαίως ἦτο ὁ νόμος, ὁ καταστήσας τὴν εἰδικὴν καὶ ἔκτακτον δικαιοδοσίαν, περὶ ἧς ὁ λόγος. Ἐγὼ δὲν ἐπραγματεύθην περὶ τῆς τιμωρίας τῶν ἀξιωματικῶν· μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι δεκτικὸν διττῆς ἐρεύνης, διότι πρέπει νὰ ἐρευνηθῇ οὐ μόνον ἐὰν ἐτιμωρήθησαν δικαίως, ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἐτιμωρήθησαν νομίμως. Καὶ ἀληθῶς δὲν ἔχω μόνον δισταγμόν, μὴ τυχὸν ἐτιμωρήθησαν ἀδίκως, ἀλλ’ ἔχω δισταγμὸν μὴ τυχὸν δὲν ἐτιμωρήθησαν καὶ νομίμως. Καὶ ἤγειρε τὸν ἐμὸν δισταγμὸν πρὸ πάντων τὸ μέγεθος τῶν παραλείψεων τῶν πράξεων, τὰς ὁποίας διὰ παραδόξου χαρακτηρισμοῦ ἐχαρακτήρισεν ὁ Πρωθυπουργὸς ὡς ἀποτελούσας διαγωγὴν ἀσυμβίβαστον πρὸς τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἀξιωματικοῦ. Ἐὰν ὑπῆρχεν ὑπόνοια, ὅτι διεπράχθησαν αἱ πράξεις ἐκεῖναι, ἔπρεπε νὰ παραπέμψῃ εἰς τὸ Στρατοδικεῖον τοὺς ἀξιωματικούς, διὰ νὰ τιμωρηθῶσι κατὰ τοὺς νόμους τῆς πατρίδος, τοὺς ὁποίους παρεβίασαν. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἀντιτάσσει τὸ πρῶτον ὁ Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν Βουλήν. Οἱ Ὑπουργοὶ ἀντέταξαν ἄλλοτε εἰς ἡμᾶς τὸ συμφέρον τῶν προσώπων, διὰ νὰ ἀρνηθῶσιν ἔκθεσιν, ἥτις διεπραγματεύετο περὶ ὑπαλλήλου ἀνήκοντος εἰς τὴν διοίκησιν καὶ ὑπηρετοῦντος ἔν τινι βαθμίδι τῆς ἱεραρχίας τῶν ὑπαλλήλων. Μᾶς ἠρνήθη τότε τὴν ἔκθεσιν, διότι ἔλεγεν, ὅτι αὕτη περιεῖχε χαρακτηρισμοὺς βαρεῖς κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου. Ὅταν ἀρνῆται εἰς τὴν Ἀντιπροσωπείαν τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν τῶν χαρακτηρισμῶν, τοὺς ὁποίους οἱ προϊστάμενοι δίδουσιν εἰς τοὺς ὑφισταμένους, ὅταν ἀρνῆται νὰ φωτίσῃ αὐτήν, ἐὰν ὦσι νόμιμοι καὶ δίκαιαι αἱ πράξεις, τὰς ὁποίας οἱ προϊστάμενοι πράττουσιν ἐπὶ τῶν ὑφισταμένων, βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἐκπληττώμεθα διὰ τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν καὶ σήμερον ἠκούσατε. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, ἐγὼ ἠρώτησα καὶ περὶ ἄλλου τινὸς, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ ἀπήντησεν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατηνάλωσε πολλὴν ὥραν, ἀπαντῶν εἰς τὸ ἐρώτημά μου ἐκεῖνο, τὸ μὲν, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν εἶδε τὸν εἰς Λάρισσαν σταλέντα συνταγματάρχην πρὸ τῆς ἀναχωρήσεώς του εἰς τὴν Λάρισσαν, καὶ ἀφοῦ δὲν τὸν εἶδεν, ἐξήγαγεν ὁ Πρωθυπουργὸς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔδωκεν εἰς αὐτὸν τοιαύτην διαβεβαίωσιν. Ἀλλ’ ἐγὼ περὶ τούτου δὲν εἶχον ἀμφιβολίαν, διότι, ὁποιανδήποτε καὶ ἂν ἔχω γνώμην περὶ τοῦ τρόπου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐνασκεῖται ἡ βασιλικὴ ἐξουσία, δὲν ἰσχυρίσθην, οὔτε ἐπίστευσά ποτε, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἤθελε δώσει ἐντολὴν εἰς τὸν συνταγματάρχην ἐκεῖνον, νὰ δώσῃ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοιαύτην διαβεβαίωσιν, διότι γνωρίζω, πῶς ὁ Βασιλεὺς σκέπτεται ἐπὶ ὑποθέσεων μάλιστα ἀναγομένων εἰς τὸν στρατόν. Ἐὰν δὲ ἤθελε δώσει ἐντολὴν, ὅπως δοθῇ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοιαύτη διαβεβαίωσις, βεβαίως δὲν ἤθελεν ὑπογράψει τὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν εἰς αὐτὸν μεταγενέστερον, καὶ δι’ ὧν ἔταξεν εἰς ἀργίαν τοὺς ἀξιωματικούς, ἀλλὰ προσέτι καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διότι νομίζω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἤθελε στέρξει, οὐδὲ ἤθελε συμβουλεύσει τὸν Βασιλέα νὰ δώσῃ τὴν ἐντολὴν, ὅπως ὁ συνταγματάρχης δώσῃ τοιαύτην διαβεβαίωσιν εἰς ἀξιωματικούς, οἵτινες ὑπόκεινται ἀπ’ εὐθείας εἴτε εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοδοσίαν τῶν νόμων τῆς πατρίδος των, εἴτε εἰς τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ. Περὶ τούτου λοιπὸν οὐδὲν εἶπον, εἶπον ὅμως περὶ ἄλλου τινὸς, ἐὰν ὁ συνταγματάρχης, καίπερ μὴ λαβὼν τοιαύτην ἐντολὴν παρὰ τοῦ Βασιλέως, ἔδωκεν ὅμως τοιαύτην διαβεβαίωσιν, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ νὰ βεβαιώσῃ ἡμᾶς, ὅτι οὐδὲ ὁ συνταγματάρχης ἔδωκε τοιαύτας διαβεβαιώσεις, εἶπεν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας οὐδὲν γνωρίζει. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν ἀμφέβαλλον ἐγὼ, πιστεύω δὲ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν οὐδὲν περὶ τούτου γνωρίζει, διότι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἢ ἐκ τῶν ἐγγράφων τῶν ὑποβληθέντων εἰς αὐτὸ, ὅτι ὁ κ. συνταγματάρχης ἔδωκεν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι εἶχε λάβει ἐντολὴν ἀπὸ τὸν Βασιλέα, ἵνα δώσῃ τοιαύτην διαβεβαίωσιν; Βεβαίως ὁ κ. συνταγματάρχης δὲν ἠδύνατο νὰ περιλάβῃ τοιαύτην ἀνακοίνωσιν ἐν τῇ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἐκθέσει αὐτοῦ, ἀφοῦ δὲ ἀφ’ ἑτέρου οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν ὑπέβαλον τοιοῦτον παράπονον, οὐδὲ τοιαύτας ἀνακοινώσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ τοιαύτας εἰδήσεις. Ἀλλὰ διότι δὲν γνωρίζει, ὑπέλαβεν ὅτι δὲν προσῆκεν, ὅτι δὲν εἶχε καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἔδωκεν ὁ συνταγματάρχης τοιαύτας διαβεβαιώσεις πρὸς τοὺς ἀξιωματικούς; Νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι εἶναι ἀδιάφορον, ἐὰν ἐμφιλοχωρήσῃ εἴτε εἰς κοινωνίαν ὁλοκλήρου πόλεως, εἴτε εἰς ὁμάδα ἀνθρώπων, ἡ ὑπόνοια ἢ ἡ ψευδὴς εἴδησις, ὅτι εἷς συνταγματάρχης ἔδωκε διαβεβαιώσεις εἰς ἀξιωματικοὺς κατ’ ἐντολὴν τοῦ Βασιλέως, ὅτι δὲν θέλουσι τιμωρηθῆ, καὶ οὗτοι ὕστερον τιμωροῦνται; Νομίζει τοῦτο ἀζήμιον καὶ ἀβλαβὲς, ἀνάξιον τῆς προσοχῆς αὐτοῦ, ὅπως ἐρευνήσῃ νὰ μάθῃ, ἂν αὐτὸ ἦναι ἀληθὲς ἢ ὄχι; Διὰ τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶχε καθῆκον νὰ προσέξῃ περισσότερον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§29ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα πρέπει νὰ ἀναπτυχθῇ πληρέστερον. Πολλὰ παρουσιάζονται τεκμήρια, τὰ ὁποῖα εἰς πάντα δύνανται νὰ ἐγείρωσι τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δὲν ἐφηρμόσθη ἀκριβῶς ἡ δικαιοσύνη, καὶ ὅτι μόνον προσωπικαὶ συμπάθειαι καὶ λόγοι ἐκ συμφέροντος ἐνεφυλλοχώρησαν. Αἱ δικαιολογίαι, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔφερεν, ὅπως ἀρνηθῇ τὴν κατάθεσιν τῆς ἐκθέσεως, ἐκ τῆς ὁποίας ἠδύναντο νὰ διασκευασθῶσιν αἱ τοιαῦται ὑπόνοιαι, δὲν πείθουσιν οὔτε ἐμὲ οὔτε ἕτερόν τινα. Ἡ δικαιολογία εἶναι, ὅτι πρόκειται περὶ προσάψεως πράξεων ἠθικῶς βλαπτουσῶν τοὺς ἀξιωματικούς, περὶ ὧν ὁ λόγος. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ποῖαι πράξεις δύνανται νὰ βλάψωσιν ἠθικῶς πλειότερον τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους ἀπὸ τὰς ἀναφερομένας ἐν τῷ διατάγματι, τὸ ὁποῖον θέτει αὐτοὺς εἰς ἀργίαν διὰ πράξεις ἀναρμόστους εἰς τὴν διαγωγὴν καὶ τὸ στρατιωτικὸν αὐτῶν ἐπάγγελμα. Ἡ τοιαύτη ἀβεβαία καὶ ἀόριστος κατηγορία εἶναι ἀνωτέρα ἴσως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ περιέχῃ ἡ ἔκθεσις. Πολλάκις ἔτυχε νὰ λάβω γνῶσιν τοιούτων ζητημάτων, παρουσιασθέντων εἰς ἄλλα Κοινοβούλια, οὐδέποτε ὅμως ἤκουσα Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀρνηθέντα διὰ λόγους τοιούτους νὰ καταθέσῃ ἐπισήμους ἐκθέσεις. Ἄρνησις δύναται νὰ προταθῇ, ὅταν ὑπάρχῃ ἀνώτερον συμφέρον τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τοιοῦτος λόγος ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ὑφίσταται. Τοὐναντίον μάλιστα ὑπῆρχεν ἑτέρα τις ὑπόνοια ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην δὲν ἐφέρθη ὡς Κυβέρνησις πεπολιτισμένου Κράτους, ὅτι δὲν ἐβασίσθη ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης, ἀλλ’ ὅτι ἀπεπλάνησε τοὺς ἀξιωματικούς, οὓς ἐτιμώρησεν. Ἡ ὑπόνοια δὲ αὕτη στηρίζεται ἐπὶ μαρτυριῶν, αἵτινες, ὑφιστάμεναι ὡς ὑφίστανται, καθιστῶσιν αὐτὴν πιθανήν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπέκρουσε πᾶσαν κατηγορίαν κατὰ τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ πάσας τὰς διαδόσεις περὶ τῶν γεγονότων, ἅτινα ἐγνώσθησαν εἰς τὴν κοινωνίαν πρὸ δύο μηνῶν, εἰς οὐδεμίαν δὲ προέβη τιμωρίαν. Οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἀφοῦ ἔλαβε τὴν ἔκθεσιν, ἥτις ἀναφέρεται ἐν τοῖς διατάγμασι, τῆς εἰς ἀργίαν θέσεως τῶν ἀξιωματικῶν τούτων, ἀφῆκε νὰ παρέλθῃ εἷς ὁλόκληρος μὴν, καὶ τότε προέβη εἰς τιμωρίαν αὐτῶν. Ἐπὶ στρατιωτικῶν δὲ πράξεων ἡ ταχύτης τῆς ἐνεργείας συνδέεται μὲ τὸ αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης· ἡ ἔλλειψις δὲ τῆς ταχύτητος ὑποστηρίζει τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι οὐχὶ ὡς Κράτος πεπολιτισμένον ἐνήργησεν ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ὡς Κράτος ἀνατολικὸν, τὸ ὁποῖον δὲν τιμωρεῖ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ δικαίου καὶ τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἐκδικεῖται, καιροφυλακτοῦν τὰς περιστάσεις.
§30ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα, ὅπερ μᾶς ἀπασχολεῖ, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ διττὴν ἔποψιν. Πρῶτον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἂν οἱ τιμωρηθέντες ἀξιωματικοὶ ἐτιμωρήθησαν δικαίως καὶ νομίμως, καὶ δεύτερον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ ἐν γένει. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀρνούμενος νὰ καταθέσῃ τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, προβάλλει ὡς λόγον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πάθῃ ἡ ὑπόληψις τῶν ἀξιωματικῶν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ προκειμένου συμβαίνει τὸ ἐναντίον, καὶ τοῦτο ἐπιδιώκει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἀφίνει τόπον εἰς ὑπονοίας τοιαύτας, αἵτινες ἐγείρουσιν ἀμφιβολίας περὶ τῆς ἠθικῆς ποιότητος τῶν τιμωρηθέντων ἀξιωματικῶν. Περιπλέον δὲ ἀποκρύπτεται καὶ ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ. Ἐν τούτοις νομίζω, ὅτι αἱ ἰδιωτικαὶ ἡμῶν πληροφορίαι, στηριζόμεναι ἐπὶ πασιγνώστων γεγονότων, δύνανται νὰ ἀναπληρώσωσι τὴν σιωπὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Δὲν ἐγνώριζον ὅτι σήμερον θὰ ἤρχετο τὸ ζήτημα, ὅπως διαπραγματευθῶ αὐτὸ ἐκτενέστερον, παρεκτὸς δὲ τούτου, ἔχω ἀνάγκην καί τινων ἀκόμη πληροφοριῶν, μεθ’ ἃς θέλω προβῆ εἰς εὐρεῖαν συζήτησιν. Ἑπομένως ἀναγγέλλω, ὅτι ταύτην θὰ προκαλέσω τὴν προσεχῆ Παρασκευήν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
§32Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν θὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς Αἰγύπτου. Δεύτερον, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δηλώσῃ, ἂν σκέπτηται νὰ καταθέσῃ τὰς συμπληρωτικὰς πληροφορίας περὶ τῶν καπνοκοπτηρίων.
§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ συμπληρωματικὰ περὶ καπνοκοπτηρίων ἐλπίζω ὅτι θέλω δυνηθῆ νὰ καταθέσω αὔριον. Ὑποβάλλω δὲ ἤδη ἄλλας τινὰς συμπληρωματικὰς πληροφορίας, ζητηθείσας παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ἤτοι πίνακας, ἀφορῶντας εἰς τὰ τοῦ δανείου τοῦ πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων καὶ Καλαμῶν. Ἐζητήθη προσέτι παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας πληροφορία περὶ τοῦ ὑπολογισμοῦ τῆς λίρας· ἀπαντῶ, ὅτι ὑπελογίσθη ἐπὶ τῇ ἀξίᾳ 31 δραχμῶν καὶ 25 λεπτῶν.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ πίνακες περὶ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 98).
§35ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Καταθέτω καὶ ἐγὼ οὐχὶ πάντα τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, διότι τινὰ ἐζητήθησαν τηλεγραφικῶς, ἀλλὰ καταθέτω δύο τῶν διακοινώσεων.
§36ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν παρεκάλεσα εἰς τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν νὰ προσαγάγῃ πληροφορίαν, σχετικὴν πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συνεζητήθη χθὲς, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον.
§37ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Παρήγγειλα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἐλπίζω ὅτι θέλω λάβει καὶ φέρει ὅσον οὔπω τὸ ἔγγραφον.
§38ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἕνεκα κατεπειγούσης ὑποθέσεως δὲν παρευρέθην χθὲς εἰς τὴν πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως γενομένην συζήτησιν περὶ τοῦ Μητροπολίτου. Τὰ χθὲς ἐκτεθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ φίλου μου κ. Παπαγιαννακοπούλου εἰσὶν ἀνακριβῆ. Ἔλαβον γνῶσιν αὐτῶν ἐκ τῶν δημοσιευθέντων ἐν τῇ «Ἐφημερίδι», καὶ ἐπειδὴ μετὰ λεπτομερείας ἐκτίθενται, πιστεύω ὅτι, καίτοι συνοπτικῶς, μετ’ ἀκριβείας ἀναγράφονται ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Ἐγένετο λόγος περὶ χειροτονιῶν. Ἐν τούτοις, ἂν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ὁμιλήσαντες, ἐλάμβανον τὸν κόπον νὰ λάβωσι πληροφορίας ἀκριβεῖς, ὅπερ ἦτο εὐκολώτατον, ἤθελον μάθει, ὅτι ἀκριβῶς ἀπὸ τῆς ἐλεύσεως ἐνταῦθα τοῦ Μητροπολίτου Γερμανοῦ ἐπεκράτησε μεγίστη φειδωλία περὶ τὴν χειροτονίαν ἱερέων. Τὴν ἀνώμαλον κατάστασιν, ἥτις δυστυχῶς ἐπικρατεῖ μεταξὺ ἄλλων εἰς τὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ ὡς πρὸς τὰς χειροτονίας, δὲν ἐδημιούργησεν ὁ Μητροπολίτης Γερμανὸς, τὴν εὗρεν. Εἶναι ἡ κατάστασις αὕτη ἀποτέλεσμα μακρᾶς καὶ ποικίλης σειρᾶς περιστάσεων, αἵτινες οὐδέποτε ἐπέτρεψαν μέχρι τοῦδε τὴν συγκρότησιν κληρικῶν μεμορφωμένων, ὅπως ἐπαρκῶσιν εἰς τὰς πνευματικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ὁ Μητροπολίτης Γερμανὸς ἐκ παντὸς τρόπου, ὅπερ εἶναι εὐχερέστατον νὰ ἀποδειχθῇ, προσεπάθησε καὶ προσπαθεῖ νὰ μετριάζῃ τὸ κακὸν τοῦτο. Εἷς ἀριθμὸς, ὃν θέλω σᾶς ἀναφέρει, θέλει πείσει πάντας περὶ τούτου. Χηρεύουσιν ἐν τῷ Κράτει 19 ἐπισκοπαὶ, ἑπομένως εἰς 19 ἐπαρχίας τοῦ Κράτους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελῶνται χειροτονίαι ἱερέων, ἑπομένως αὗται κατ’ ἀνάγκην τελοῦνται ἐν Ἀθήναις, διότι φυσικῷ τῷ λόγῳ δὲν δύνανται νὰ μένωσιν αἱ ἐπαρχίαι ἄνευ ἱερέων. Καὶ πόσοι νομίζετε, ὅτι ἐχειροτονήθησαν ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Σεπτεμβρίου μέχρι σήμερον, δηλαδὴ ἐν διαστήματι 8 μηνῶν; Περίπου ἱερεῖς 25. Ἴσως εἶναι 30, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἄνω τῶν 30, οἵτινες διανέμονται εἰς 19 ἐπαρχίας. Ὥστε βλέπετε, ὅτι μετὰ φειδωλίας ἐγένετο ἡ χειροτονία, ὅπως περισταλῇ ὅσον εἶναι δυνατὸν τὸ κακόν. Βεβαίως δὲν ἀξιοῖ ὁ Μητροπολίτης, ὅτι οἱ ὀλίγιστοι οὗτοι ἱερεῖς ἔχουσι πάντα τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου καὶ ὑπὸ τῶν ἐκκλησιαστικῶν κανόνων ἐπιβαλλόμενα προσόντα. Ἀλλ’ ὁ Μητροπολίτης Γερμανὸς, ὑπαρχούσης ἤδη τῆς γνωστῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, δὲν ἠδύνατο νὰ δημιουργήσῃ προσωπικὸν κατάλληλον ἱερέων. Τὸ τοιοῦτον θὰ ἦτο ἔργον ἀνώτερον τῶν ἀνθρωπίνων δυνάμεων. Ἀπαιτεῖται πάροδος χρόνου, ἀπαιτεῖται ἀνάπτυξις θεσμῶν διαφόρων, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἐκεῖνος, ὅστις τοσοῦτον ἀδίκως κατεκρίθη χθὲς παρὰ τοῦ αὐτοῦ συναδέλφου, ὁ τοῦ Ἱεροῦ Συνδέσμου, ἀπαιτεῖται ἡ ἐν γένει ἀνάπτυξις τῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς ὅλας τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας, ὅπως εὑρίσκωνται ἱκανοὶ καὶ εὐπαίδευτοι ἄνδρες διὰ τὸ στάδιον τοῦ ἱερέως. Βλέπετε ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι ἡ πρώτη κατηγορία κατὰ τοῦ Μητροπολίτου Γερμανοῦ, ὅτι δῆθεν ἐχειροτόνησε σωρείαν ἱερέων χάριν ῥουσφετίου, εἶναι ἀνυπόστατος ἐντελῶς. Γνωστὸν δὲ εἶναι σήμερον ἐν ὅλῃ αὐτοῦ τῇ λεπτομερείᾳ τὸ πολυθρύλλητον χθὲς ἐπεισόδιον, τὸ ἐνταῦθα ἀναπτυχθὲν, τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ζακύνθου. Γνωστὸν, ὅτι ὁ Ἀρχιερεὺς οὗτος παρευρίσκετο εἰς τὴν Σύνοδον καὶ ἐνέκρινε τὴν χειροτονίαν τοῦ ἐκ Μάνης ἱερέως. Ἀνεκοίνωσεν ἐπιστολὴν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος οὗτος, ἐξ ἧς ὁμολογῶ ὅτι οὐδὲν ἐνόησα. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνόησα, εἶναι, ὅτι ἐπὶ γεγονότος τόσον σαφοῦς ἤθελον περιμείνει ἐκ μέρους Ἱεράρχου σαφῆ δήλωσιν, ὅτι αὐτὸς ἐπρότεινε τὸν ἱερέα, καὶ ὅτι ἡ Σύνοδος, ἀπόντος τοῦ Μητροπολίτου καὶ Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, προέβη εἰς ἀπόφασιν χειροτονίας τοῦ ἐν λόγῳ ἱερέως. Ἑπομένως ἡ κατηγορία, ἡ γενομένη κατὰ τοῦ Μητροπολίτου, εἶναι ὅλως ἄδικος καὶ ἀνυπόστατος. Ἀλλ’ ἀκριβῶς κατηγορήθη ὁ Μητροπολίτης Γερμανὸς δι’ ἓν τῶν μέσων, δι’ ὧν ἐλπίζει, ὅτι θὰ φέρῃ βελτίωσίν τινα εἰς τὴν γνωστὴν κατάστασιν τοῦ κλήρου. Τίς ἀγνοεῖ, ὅτι, ἂν ὁ κλῆρος τῆς Ἑλλάδος, ὅστις εἰς ἄλλας ἐποχὰς τόσον μεγάλας προσέφερεν ὑπηρεσίας εἰς τὴν Πατρίδα, ὅστις ὑπῆρξεν ὁ παρήγορος τοῦ δούλου λαοῦ, ὅστις προεκινδύνευσε μὲ τὸν σταυρὸν εἰς τὰς χεῖρας πρὸ τῶν φαλάγγων τῶν ἀγωνιζομένων, τίς ἀγνοεῖ, ὅτι ὁ κλῆρος οὗτος δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, ἥτις ἁρμόζει αὐτῷ; Εἶναι δὲ τοῦτο, ὡς ἔλεγον, ἀποτέλεσμα ποικίλων αἰτιῶν. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι ὀλίγιστοι ἐκ τῶν εὐπορουσῶν καὶ μεμορφωμένων τάξεων ἀσπάζονται τὸ ἱερατικὸν στάδιον. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἄλλως τὸ πρᾶγμα, διότι οὐδεμίαν τοῦτο παρέχει ἀσφαλῆ ὕπαρξιν εἰς τὸν ἀναλαμβάνοντα αὐτό. Συνήθως ἐκ τῶν ἀπορωτάτων τάξεων καὶ ἐκ τῶν ἀνθρώπων τῶν ἀποτυχόντων εἰς πᾶν ἄλλο στάδιον ζητοῦσι νὰ προχειρισθῶσιν ἱερεῖς. Δύνανται νὰ μεταβάλωσι τοιαύτην κατάστασιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι; Ἐὰν δύνανται, θέλουσι προσφέρει τὴν ὑψίστην ὑπηρεσίαν εἰς τὴν Πολιτείαν. Τὸ ἔργον δὲν εἶναι εὐχερές· θέλουσι παρέλθει πολλοὶ χρόνοι, μέχρις οὗ ἀναπτυχθῇ ὁ πολιτισμὸς παρ’ ἡμῖν, ὅπως φθάσωμεν εἰς σημεῖον ἐπίζηλον ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Εἰς τοῦτο δέον νὰ ἔλθωσιν ἐπίκουροι καὶ αἱ λοιπαὶ ἐξουσίαι τοῦ Κράτους. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις προτείνῃ, ὅταν ἡ Βουλὴ συζητήσῃ περὶ μέτρων, τὰ ὁποῖα νὰ ἀσφαλίζωσιν εἰς τὸν κλῆρον ὕπαρξιν ἀξιοπρεπῆ καὶ προαγωγὴν ἀνάλογον τῶν θυσιῶν, εἰς ἃς ὑποβάλλεται, τότε θὰ ἔχωμεν κλῆρον, ὁποῖον ἀπαιτοῦμεν. Ἐνόσῳ ὅμως τὰ πράγματα ἔχουσιν ὡς ἔχουσι, βεβαίως δὲν θέλει διὰ μαγικῆς ῥάβδου διορθώσει τοιαύτην κατάστασιν ὁ Μητροπολίτης Γερμανὸς, οὔτε ἄλλος τις, οὔτε δύναται νὰ ἀρνηθῇ ἐν ἀπολύτῳ ἀνάγκῃ τὴν χειροτονίαν ἱερέων. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τὸ πρόσχημα πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, ὅστις δὲν ἔπρεπε νὰ ἐγγίζῃ τὴν Ἐκκλησίαν. Βεβαίως δὲν εἶμαι ἐγώ, ὅστις θέλω ἀρνηθῆ, ὅτι πρωτίστως τὴν εὐθύνην τῆς παρεξηγήσεως ταύτης τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, ὅστις ἐγεννήθη ἐπὶ τοιούτου ἀκαταλλήλου σταδίου, ὅτι τὴν εὐθύνην ταύτην πρωτίστως φέρει ἡ Κυβέρνησις. Πέρυσι διὰ τῆς ψήφου μου ἀπέδειξα, νομίζω, ὅτι ἐφρόνουν ὅ,τι φρονεῖ ἡ Ἀντιπολίτευσις περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἡ Κυβέρνησις ἀντελήφθη καὶ ἐπεδίωξε τὸ ζήτημα τῆς ἀναγορεύσεως Μητροπολίτου Ἀθηνῶν. Εἰς ἓν σημεῖον συνεφώνουν μετὰ τῶν πεποιθήσεων τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρει προδήλως τὸν τότε ἀρχιεπίσκοπον Κεφαλληνίας Γερμανὸν ὡς τὸ καταλληλότερον πρόσωπον, ὅπως καθέξῃ τὴν θέσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. Τὴν γνώμην ταύτην συνεμεριζόμην· εἶναι γνώμη ἀτομική, δι’ ἣν δὲν ὀφείλω λόγον εἰς οὐδένα. Ἐγνώριζον καὶ γνωρίζω τὸν Μητροπολίτην Γερμανὸν, ὅπως δὲν συμπίπτει νὰ γνωρίζω οὐδένα κληρικόν, ἀνώτερον ἢ κατώτερον. Ἔχω πεποίθησιν εἰς τὴν ἀρετὴν αὐτοῦ, εἰς τὴν δραστηριότητα, εἰς τὴν νοημοσύνην, εἰς τὴν φιλανθρωπίαν, εἰς τὰς χριστιανικὰς ἀρετὰς, αἵτινες τὸν περικοσμοῦσι, καὶ ἂν εἶχον ἐγὼ τὴν τιμὴν νὰ κάθημαι ἐπὶ τοῦ ἑδωλίου τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, βεβαίως τὴν αὐτὴν μετ’ αὐτοῦ ἤθελον ἔχει πεποίθησιν περὶ τοῦ προσώπου τοῦ Γερμανοῦ. Ἀλλὰ, ἐὰν ἔχω τὴν αὐτὴν πεποίθησιν περὶ τοῦ προσώπου ὡς καταλληλοτάτου διὰ τὴν θέσιν, εἰς ἣν ἀνεβιβάσθη, οὐδαμῶς συνεμερίσθην τὸν τρόπον, δι’ οὗ ἡ Κυβέρνησις καὶ κατ’ ἐξοχὴν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐπικρατείας παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ διεξήγαγον τὴν ὑπόθεσιν ἐκείνην. Τότε δὲν συνεμερίσθην τὸν τρόπον τοῦτον, ἀκριβῶς διότι τὸ οὐσιωδέστατον ἀντικείμενον, εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ προσέχῃ πᾶσα Κυβέρνησις, εἶναι νὰ ἀποφεύγῃ τὰ πολιτικὰ, τὰ κοινωνικὰ καὶ ἰδίως τὰ ἐκκλησιαστικὰ σκάνδαλα, οὐδεὶς δὲ θέλει ἀρνηθῆ, ὅτι ἐξ ὅλης ἐκείνης τῆς ὑποθέσεως, ἡ ὁποία ἀνελίχθη ἀπὸ τῆς πρώτης πρὸς ἐκλογὴν Μητροπολίτου ἀποπείρας συνεδριάσεως μέχρι τέλους, ὅτι ὅλη ἡ ἀνέλιξις τῆς ὑποθέσεως ἐκείνης ἔφερεν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε ν’ ἀποφύγῃ ἡ Κυβέρνησις ἐκ παντὸς τρόπου, ὄχι ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἀναβιβάσῃ ἐπὶ τοῦ θρόνου Ἀθηνῶν τὸν ἄριστον Γερμανὸν, ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἀναβιβάσῃ ἐπὶ τοῦ θρόνου τούτου τὸν Χρυσόστομον, ἂν ὑπῆρχε μεταξὺ ἡμῶν. Κατὰ τοῦτο ἔσφαλεν ἡ Κυβέρνησις, κατὰ τοῦτο ἡ ἐνέργεια αὐτῆς δὲν ὑπῆρξεν οὐδαμῶς πολιτική. Καὶ μάλιστα Κυβέρνησις, ἧς ὁ προϊστάμενος, ἀνὴρ παραδόσεων καὶ πείρας τῶν πραγμάτων τοῦ τόπου τούτου, κάλλιστα ἐγνώριζεν ἢ ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἡ ἀνάῤῥησις τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ κληρικοῦ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας κατ’ οὐδὲν ἠδύνατο νὰ μεταβάλῃ οὐσιαστικῶς τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, καὶ κατ’ οὐδὲν ἠδύνατο νὰ μεταβάλῃ τὴν ἠθικὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως. Οὐδὲν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις συμφέρον εἰς τὴν ἀνέλιξιν ὅλου ἐκείνου τοῦ πολυθρυλλήτου δράματος. Ἔσφαλε λοιπὸν, οὕτως ἐνεργήσασα, καὶ φρονῶ, ὅπως πέρυσιν, ὅτι ἡ ἐνέργεια ἐκείνη ὑπῆρξε σφαλερὰ, σφαλερὰ ὑπὸ ἔποψιν πολιτικὴν, σφαλερὰ καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἐκκλησιαστικὴν, ἕνεκα τῶν γεννηθέντων σκανδάλων. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, δὲν δύναμαι νὰ θεωρήσω τὸ ζήτημα τοῦτο ὡς ὁριστικῶς λελυμένον. Ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν κατὰ τοὺς κανόνας ἀνῆλθεν εἰς τὸν θρόνον τῶν Ἀθηνῶν, καὶ ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ἤθελον εἶσθαι τυχὸν αἱ μέλλουσαι περὶ αὐτοῦ ἀποφάσεις, ἔστω καὶ μιᾶς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως,—σᾶς ὁμιλῶ βεβαίως περὶ ὑποθέσεως ἀδυνάτου—πάντοτε θὰ ἦναι βέβαιον, ὅτι ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν ἀνῆλθε κανονικώτατα, καὶ ὅτι μόνον παρὰ τοὺς κανόνας ἤθελε κατέλθει τοῦ θρόνου τούτου. Ταῦτα λέγω, χωρὶς νὰ ἦμαι κατ’ ἐλάχιστον εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὴν γνωστὴν γνώμην περὶ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι πάντοτε φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι, ὀφείλει ἐκ παντὸς τρόπου ν’ ἀποφεύγῃ τὰ σκάνδαλα, καὶ μάλιστα τὰ ἐκκλησιαστικὰ, ἔστω καὶ ἂν διὰ τοιούτων σκανδάλων ἐπιδιώκῃ σκοπὸν καλὸν, τὴν ἀνάῤῥησιν ἐπὶ τοῦ θρόνου προσώπου, εἰς τὸ ὁποῖον δικαίως κατ’ ἐμὲ εἶχε πεποίθησιν. Ἀλλ’ ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ ἐκφράσω ἐξ ὁλοκλήρου τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου τούτου, τὸ ὁποῖον ἤλπιζον, ὅτι ἤθελεν ἀντιπαρέλθει ἄνευ συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ. Νομίζω ὅτι πᾶς ὁ φρονῶν ὅ,τι ἐγὼ φρονῶ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου καθῆκον ἔχει νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ ὅλως ἀνεπηρεάστως ἀπὸ πάσης κομματικῆς ἰδέας. Κατὰ πόσον πιστῶς ὑπηρέτησα καὶ θέλω ὑπηρετήσει τὰς ἀρχὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τοῦτο εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς συναδέλφους. Ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι ὑπάρχουσι ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποταχθῶμεν εἰς τὴν κομματικὴν πειθαρχίαν. Ἐκ τῶν ζητημάτων τούτων βεβαίως εἶναι πᾶν ζήτημα, θίγον εἰς ὅ,τι ἱερώτατον ἔχει ὁ ἄνθρωπος, τὸ ζήτημα τὸ θρησκευτικόν. Διὰ ταῦτα, ἂν ἀνενδοιάστως κατέκρινα καὶ κατακρίνω τὴν πολιτείαν, τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἐπίσης ἐκφράζω τὴν λύπην μου διὰ τὴν φάσιν, ἣν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἔδωκεν ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ Βουλευτηρίου. Ἡ περὶ ἐμοῦ κρίσις καὶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ καὶ ἐν πάσῃ ἄλλῃ κατ’ οὐδὲν θέλει ἐπηρεάσει τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἰδέας μου. Δὲν θὰ ἀναγνωρίσω οὔτε εἰς αὐτοὺς τοὺς ὡς ἀδελφοὺς παρ’ ἐμοῦ ἐκτιμωμένους συναδέλφους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὸ δικαίωμα νὰ μὲ χαρακτηρίσωσιν ὡς ἀνήκοντα ἢ μὴ καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, διότι οὐδεὶς, νομίζω, ἔχει τὴν ἐξουσίαν καὶ τὸ δικαίωμα νὰ μὲ καθορίσῃ εἰς κόμμα. Ἐγὼ ἀνήκω εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, διότι πρεσβεύω κατὰ πεποίθησιν τὰς ἀρχὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι θεωρῶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὡς ἓν τῶν στοιχείων τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὑπάρξεως ἑνὸς ἔθνους, καὶ θέλω μείνει πιστὸς εἰς τὸ κόμμα τοῦτο. Ἀλλὰ δι’ αὐτὸ τοῦτο ἀδιστάκτως ἐκφράζω τὴν λύπην μου, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου βεβαίως ὑπερέβη τὸ ὅριον τῆς εὐθύνης της. Ὅταν ἡ Ἀντιπολίτευσις κατέκρινε τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως, ἄριστα ἔπραξεν· ὅταν ἀπεδοκίμασε τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἔπραξε τὸ καθῆκόν της· καὶ ἔλαβον μέρος εἰς τὴν κατάκρισιν ἐκείνην, ἀναπτύξας τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐθεώρουν ἄτοπον τὸν τρόπον, δι’ οὗ ἐκ παντὸς μέσου ἐζήτει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κεφαλληνίας. Καὶ ὅτε τὸ ζήτημα τοῦτο πέρυσιν ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν, ἐψήφισα μετὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο λήγει καὶ ἡ εὐθύνη καὶ τὸ ἔργον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Πᾶσα κατόπιν ἐνέργεια, πᾶσα ἀπειλὴ, πᾶσα ἐπίθεσις κατὰ τοῦ Μητροπολίτου, μὴ στηριζομένη πλέον εἰς τὰ πράγματα, ἐκβαίνει τοῦ ὁρίου τῆς εὐθύνης ἡμῶν, καὶ τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ζητήματος οὐχὶ πλέον καθαρῶς πολιτικοῦ, ἀλλὰ περὶ ζητήματος θρησκευτικοῦ, δὲν δύναμαι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος νὰ ἀκολουθήσω τοιαύτην πολιτείαν. Σήμερον ὁ Μητροπολίτης Γερμανὸς κατέχει νομίμως τὸν θρόνον, δὲν εἶμαι δὲ διόλου ἁρμόδιος νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τὰς διοικητικὰς τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως βεβαιώσω, ὅτι τὰ πάντα γίνονται ὅπως πρέπει, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐκτίμησιν, τὴν ὁποίαν δύναμαι νὰ κάμω, ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα γνωρίζω, καὶ ἐξ ὅσων πληροφοροῦμαι, οὐδείς ποτε ὑπῆρξε Πρόεδρος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου δραστηριώτερος, φιλανθρωπότερος, χριστιανικώτερος αὐτοῦ.
§39ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἔχετε ἄδικον εἰς αὐτό. Ὑπῆρξαν Μητροπολῖται πολὺ ἀνώτεροι αὐτοῦ καὶ πρὸ πάντων ὁ Νεόφυτος.
§40ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὁ Μισαὴλ καὶ τόσοι ἄλλοι.
§41ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Εἶναι ταπεινὸς ὁ χαρακτήρ του καὶ κομματικός.
§42ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἀπαντῶ ἀμέσως εἰς τὴν διακοπὴν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔκαμαν οἱ συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Οἱ συνάδελφοι μὲ παρεξήγησαν. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ προσώπου ἀληθῶς ἁγίου, ἤθελον ἀμέσως τὸ ὀνομάσει, ἤθελον ὀνομάσει τὸν τῷ ὄντι ἅγιον πρώην Ταλαντίου Νεόφυτον, ὅστις ὑπῆρξεν ὁ ὕψιστος ἐκκλησιαστικὸς τύπος, τὸν ὁποῖον εἴχομεν εἰς τοὺς χρόνους μας, καὶ βεβαίως ἐγὼ τοιαύτην ἰδέαν, ὁποίαν μοὶ ἀπέδωκαν, ποτὲ δὲν ἤθελον ἐκφράσει. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, δὲν πρόκειται περὶ προσώπου ἐξόχως σεβαστοῦ, περὶ ὑψηλοῦ τύπου ἐκκλησιαστικοῦ, πρόκειται περὶ ἀνδρὸς, ἔχοντος τὴν δέουσαν δραστηριότητα καὶ θέλησιν πρὸς διόρθωσιν καταστάσεως πραγμάτων, ἥτις σήμερον εἶναι ἀσυγκρίτως χειροτέρα, παρὰ εἰς τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἀρχιεράτευεν ὁ ἀείμνηστος Νεόφυτος Μεταξᾶς. Ὥστε, ὅταν εἶπον, ὅτι θεωρῶ τὸν Μητροπολίτην Γερμανὸν ὡς τὸν ἱκανώτατον ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τῆς καθόλου Ἐκκλησίας, οὐδόλως εἶπόν τι ἐπὶ σκοπῷ νὰ καταβιβάσω ἄλλους προγενεστέρους Ἀρχιερεῖς. Ἡ σύγκρισις ἀφεώρα εἰς τὴν διοικητικὴν αὐτοῦ ἱκανότητα, τὴν ὁποίαν εἰλικρινῶς ἐγὼ θεωρῶ ὑπερτέραν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται ἤδη περὶ συγκρίσεως, ἀλλὰ περὶ ἐκκλησιαστικοῦ σκανδάλου, πρόκειται περὶ ἐξακολουθήσεως ζητήματος, τὸ ὁποῖον εἰς οὐδὲν ἕτερον φέρει, παρὰ εἰς ἀνατροπὴν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καθεστῶτος. Διότι, ἂν ἀφ’ ἑνὸς τὸ ἐκκλησιαστικὸν καθεστὼς βεβαίως τὸ ἐζημίωσεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐπεδίωξε τὴν πρόθεσιν αὐτῆς νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῆς συνειδήσεως τῶν Συνοδικῶν πρὸς ἐκλογὴν Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, βεβαίως ἀφ’ ἑτέρου ἡ κατὰ τοῦ νῦν Μητροπολίτου συνεχὴς καὶ ἀμείλικτος ἐπίθεσις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν πάσῃ περιστάσει, καὶ ἐν τῷ τύπῳ καὶ τῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ ὑφ’ ὅλας τὰς μορφὰς, ζημιοῖ καὶ ζημιοῖ μεγάλως τὴν Ἐκκλησίαν. Ἐὰν δὲ τὸ ἀποτέλεσμα τοιαύτης πολιτείας ἤθελεν εἶσθαι τυχὸν ἐν τῷ μέλλοντι ἡ ἀνατροπὴ τοῦ ἀρχηγοῦ τούτου τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, ἤθελε καθιερωθῆ ἐνταῦθα προηγούμενον, τὸ ὁποῖον ἤθελε τραυματίσει τὴν Ἐκκλησίαν ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ βαθύτερον, παρ’ ὅτι ἔτρωσεν αὐτὴν ἡ πολιτεία τῆς Κυβερνήσεως. Τοσοῦτος ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ «Ἱεροῦ Συνδέσμου», καὶ ὅμως οὗτος εἶναι πράγματι πρᾶξις ἱερὰ, τῆς ὁποίας τὴν ἐπιδίωξιν ἐπεζήτει ἀπὸ μακροῦ χρόνου πᾶς ἐνδιαφερόμενος σπουδαίως διὰ τὴν βελτίωσιν τοῦ κλήρου. Ἀγνοῶ, ποῦ στηριζόμενος ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὠνόμασε κατὰ γράμμα τὸ σωματεῖον τοῦτο ἀργυρολογίαν τοῦ χειρίστου εἴδους. Ταῦτα ἀνέγνωσα σήμερον μετ’ ἐκπλήξεως ἐν τῇ «Ἐφημερίδι.» Ἐν πρώτοις τὸ ἵδρυμα τοῦτο εἶναι ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν ἀπρόσβλητον, διότι ἐνεκρίθη διὰ τοῦ ἀπὸ 16 Μαρτίου τρέχοντος ἔτους Β. Διατάγματος. Ἀλλὰ τί ἐπιδιώκει τὸ σωματεῖον τοῦτο; Ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ κοινὴ συνείδησις τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν ἐπιζητεῖ ἤδη ἀπὸ 60 ἐτῶν. Ὁ Μητροπολίτης ζητεῖ νὰ δώσῃ σάρκα εἰς ἀληθῶς ἐθνικὴν ἰδέαν. Δὲν θέλω βεβαίως σᾶς ἀναγνώσει ὁλόκληρον τὸ Καταστατικὸν, ἀλλὰ θέλω ἐπισύρει τὴν προσοχήν σας ἐπί τινων σημείων, ὅπως ἴδητε, ὅτι ὁ σύνδεσμος οὗτος εἶναι φερώνυμος σύνδεσμος, εἶναι ἀληθῶς ἱερός. Ἐν τῷ κεφαλαίῳ πρώτῳ περὶ τοῦ σκοποῦ καὶ τῶν ἀρχῶν τοῦ Συλλόγου βλέπομεν, ὅτι μεταξὺ τῶν ἀρχῶν τοῦ Συλλόγου ἀναγράφεται ἡ βελτίωσις πάντων τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων (ἀναγινώσκει): «ἡ ἐπιδίωξις καὶ βελτίωσις πάντων τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων, δι’ ὅλων τῶν κανονικῶν καὶ νομίμων μέσων, πρὸς δόξαν τῆς Ἐκκλησίας καὶ σωτηρίαν τῶν πιστῶν, καὶ ἡ περίθαλψις τῶν πασχόντων, τῶν ἐνδεῶν καὶ τῶν ἐκ γήρατος ἀνικάνων καταστάντων μελῶν τοῦ Ἱεροῦ Συνδέσμου.» Καὶ τίς δὲν γνωρίζει, ὅτι καὶ φώτων χρήζει ὁ κλῆρος ἡμῶν καὶ περιθάλψεως ὑλικῆς; τίς δὲν γνωρίζει, ὅτι αἱ κοινωνικαὶ περιστάσεις, ἡ πρὸς τὸν ἱερὸν κλῆρον ἀδιαφορία τῆς κοινωνίας, τῆς ἐξουσίας καὶ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας κατέστησαν τὸν κλῆρον τοῦτον ἐν πολλοῖς ἐπαίτην καὶ ἐν φοβερᾷ δυσαναλογίᾳ πρὸς τὴν κοινωνικὴν ἡμῶν κατάστασιν καὶ ἀνάπτυξιν; Καὶ πῶς ἄλλως πιστεύετε ὅτι δύναται νὰ ἐπέλθῃ πρόοδος καὶ μεταβολή τις ἐπὶ τὰ κρείττω, ἂν δὲν συναισθανθῇ αὐτὸς ὁ κλῆρος τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται, ἂν δὲν ἐπιδιώξῃ διά τινος τρόπου αὐτὸς ὁ ἴδιος τὴν βελτίωσιν αὐτοῦ, τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτοῦ, διὰ τῶν μέσων ἐκείνων, διὰ τῶν ὁποίων ὅλαι αἱ τάξεις τῆς κοινωνίας σήμερον ἐπιδιώκουσι τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως αὐτῶν; Ἡμεῖς ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει κατ’ ἐξοχὴν ἀντιπροσωπεύομεν τὰς ἰδέας τὰς φιλελευθέρους, τὰς ἰδέας, αἵτινες κρατοῦσιν εἰς τὰς μᾶλλον προηγμένας, ἐλευθέρας καὶ πεφωτισμένας κοινωνίας. Ἀναγνώσατε τὸν Κανονισμὸν τοῦτον, καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι ὁ Κανονισμὸς οὗτος, μεταφραζόμενος ἀγγλιστὶ καὶ μεταφερόμενος εἰς Ἀμερικὴν, ἤθελε θεωρηθῆ ὡς ἀπαύγασμα τῶν μᾶλλον φιλελευθέρων καὶ τῶν μᾶλλον εὐσεβῶν καὶ κοινωφελῶν ἰδεῶν. Λαμβάνω τινὰ ἀκόμη ἀποσπάσματα ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἀναγινώσκω: «Ἔργον τοῦ Ἱεροῦ Συνδέσμου πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ ἔσται ἡ σκέψις, ἡ ἔρευνα καὶ ἡ ἀπόφασις περὶ τῶν ἑκάστοτε ληπτέων μέτρων ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ κανονικοῦ δικαίου: αʹ) πρὸς τελειοτέραν ἀεὶ μόρφωσιν τοῦ κλήρου, πρὸς ἀξιοπρεπεστέραν αὐτοῦ συντήρησιν καὶ πρὸς ἀκριβῆ ἐκπλήρωσιν τῶν ὑψηλῶν αὐτοῦ καθηκόντων· βʹ) πρὸς ἐκλογὴν καταλλήλων ὑποψηφίων διὰ τὸ ἱερὸν τῆς ἱερωσύνης ἀξίωμα, ἐπὶ εὐσεβείᾳ καὶ παιδείᾳ διακρινομένων· γʹ) πρὸς ἀπαγόρευσιν διὰ παντὸς μέσου ὑπεραρίθμων χειροτονιῶν, γινομένων δὲ μόνον τῶν ἀναγκαίων διὰ τὰς πνευματικὰς τῶν πιστῶν ἀνάγκας· δʹ) πρὸς τακτικὴν λειτουργίαν τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος ἐν τοῖς ἱεροῖς ναοῖς ἐπὶ τὸ προσφορώτερον καὶ ἀποτελεσματικώτερον· εʹ) πρὸς τήρησιν τῶν ἑορτῶν, μάλιστα δὲ τῆς Κυριακῆς, διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως τοῦ νὰ ἀνοίγωνται τὰ καταστήματα καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν· Ϛʹ) πρὸς βελτίωσιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς καὶ τῆς ἁγιογραφίας· ζʹ) πρὸς ἔκδοσιν ἱερῶν βιβλίων καὶ ἐκκλησιαστικῶν δημοσιευμάτων, πρὸς ἐπιτήρησιν καὶ ἐπίκρισιν τῶν ἐκδιδομένων τοιούτων καὶ πρὸς ἀπαγόρευσιν ἑτεροδιδασκαλιῶν· ηʹ) πρὸς εἰσαγωγὴν ἐν τοῖς ἱεροῖς ναοῖς τοῦ καθαροῦ κηροῦ· θʹ) πρὸς ῥύθμισιν τοῦ λειτουργικοῦ τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας μέρους καὶ τῆς εὐταξίας ἐν ταῖς ἱεραῖς ἀκολουθίαις, καὶ ἐν γένει πρὸς πᾶσαν ἄλλην ὑπόθεσιν σχετιζομένην πρὸς τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα. «Διδασκαλία τακτικὴ πρὸς φωτισμὸν καὶ ἠθικὴν ἀνύψωσιν τοῦ κλήρου καὶ πάντων τῶν χριστιανῶν. Ἡ διδασκαλία ἔσται: αʹ) ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, βʹ) τῆς θείας λειτουργίας καὶ τῶν λοιπῶν μυστηρίων, γʹ) ἑρμηνεία τῶν ἱερῶν κανόνων καὶ ἐφαρμογὴ ἐν τῇ πράξει.»
§43ΛΕΒΙΔΗΣ. Βλέπετε λοιπόν; εἷς ἐκ τῶν πολλῶν σκοπῶν εἶναι καὶ ἡ ῥύθμισις τοῦ λειτουργικοῦ.
§44ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Δὲν εἴμεθα ἁρμόδιοι νὰ κρίνωμεν περὶ τούτου, διότι ἡ ῥύθμισις τοῦ λειτουργικοῦ δὲν σημαίνει μεταβολὴν τοῦ καθεστῶτος, πᾶν ἄλλο σημαίνει. Ἑπομένως περὶ τοιούτων ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων, ἂν ἐπιμένητε, δύναμαι νὰ σᾶς δώσω ἀκριβεῖς πληροφορίας εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν· ἀλλὰ τοῦτο δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία οὐδένα διατρέχει κίνδυνον ἐν ἱερῷ συνδέσμῳ, προεδρευομένῳ ὑπὸ Μητροπολίτου, εἰς ὃν μάλιστα ἀπεδόθη ὑπερβολικὴ μέχρι φανατισμοῦ προσήλωσις εἰς τοὺς τύπους τῆς Ἐκκλησίας.
§45ΛΕΒΙΔΗΣ. Τί ἐννοεῖ λοιπόν;
§46ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἐννοεῖ τὴν κοσμιωτέραν τάξιν τῆς Ἐκκλησίας, καὶ νομίζω, ὅτι ὑπερβαίνομεν βεβαίως τὸ ὅριον τῶν κοινοβουλευτικῶν ἡμῶν ἀσχολιῶν, ὅταν πιστεύωμεν, ὅτι κινδυνεύει ἡ ἁγία λειτουργία ἐκ τῆς φράσεως αὐτῆς, ἣν ἀναγράφει τὸ Καταστατικόν. Ἤθελον μάλιστα εἴπει, ὅτι, ἂν τοιοῦτοι ἄνδρες ἤθελον θέσει χεῖρα ἐπὶ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καθεστῶτος, βεβαίως δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι, οἵτινες ἠθέλομεν τὸ σώσει. Τί βλέπομεν λοιπὸν ἐν τῷ Κανονισμῷ τούτῳ; Βλέπομεν Σύλλογον ἱερέων, οἵτινες συνέρχονται, ὅπως βελτιώσωσι τὸ ἱερὸν αὑτῶν ἐπάγγελμα, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ σκανδαλίσῃ τινὰς ἡ λέξις ἐπάγγελμα, διότι δὲν ἔχουσι παρὰ νὰ ἀναγνώσωσι τὰς Γραφὰς, διὰ νὰ ἴδωσιν, ὅτι ἀναφέρεται εἰς τοὺς ὀρθοδοξοτέρους τῶν ἱερῶν συγγραφέων, διότι ἡ λέξις αὕτη εὑρίσκεται ἐν ἐκκλησιαστικαῖς βίβλοις. Ταῦτα λέγω, ὅπως ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου, ποῦ εἰς τοιοῦτον ἱερὸν ἔργον εὗρεν ὁ συνάδελφος σκοπὸν πρὸς ἀργυρολογίαν. Βεβαίως, ὅπως ἐπιδιωχθῶσι ταῦτα, ἀπαιτοῦνται χρήματα, καὶ ἑπομένως τὰ μέλη τοῦ Συνδέσμου καταβάλλουσιν ἐλάχιστόν τι ποσὸν κατ’ ἔτος καὶ ἓν ποσὸν ἐφ’ ἅπαξ. Ἐν τούτοις ἀπέναντι αὐτῆς τῆς ἐλαχίστης καταβολῆς ἔχουσι σπουδαίαν τινὰ ὠφέλειαν, διότι ἔχουσι δικαίωμα εἰς τὴν συνδρομὴν τοῦ Συλλόγου, ἔχουσι δικαίωμα εἰς τὴν περίθαλψιν αὐτοῦ, καὶ τοῦτο εἶναι εἷς τῶν σκοπῶν τοῦ Ἱεροῦ Συνδέσμου (ἀναγινώσκει): «Πᾶν μέλος (ἄρθρ. 9) τοῦ «Ἱεροῦ Συνδέσμου», ἔχον ἀνάγκην συνδρομῆς καὶ περιθάλψεως, δικαιοῦται νὰ τύχῃ τοιαύτης· διότι ὁ ἔχων καθήκοντα δικαίως ἀποκτᾷ καὶ δικαιώματα· ἀποκτᾷ δὲ τὸ δικαίωμα τῆς περιθάλψεως μετὰ ἓν ἔτος ἀπὸ τῆς ἐγγραφῆς αὐτοῦ».
§47ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποῖος τὰ διαχειρίζεται;
§48ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Τὰ διαχειρίζεται ἐπιτροπή, ἐκλεγομένη ὑπὸ τῶν μετόχων, ὅπως συμβαίνῃ εἰς ὅλους τοὺς Συλλόγους τοῦ κόσμου. Βεβαίως αὐτὸ εἶναι πρᾶξις, ἡ ὁποία ὀφείλεται μόνον εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀθηνῶν, εἶναι ὅμως ἔργον τῆς συνειδήσεως ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους, ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει ἀπὸ τῆς καθιδρύσεως τοῦ Βασιλείου τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ἐνδιαφερόμενον εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς Ἐκκλησίας. Ἑπομένως τὴν τοιαύτην προσπάθειαν, τοὺς τοιούτους σκοποὺς τοῦ κατ’ ἐξοχὴν δραστηρίου καὶ ἀφιλοκερδοῦς Μητροπολίτου Ἀθηνῶν ἔπρεπε καὶ ὁ ἐλεύθερος καὶ φιλελεύθερος τύπος καὶ κατ’ ἐξοχὴν ὁ τύπος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις περιωρίσθη μόνον εἰς τὴν ἔγκρισιν, καὶ ἡ Βασιλεία, καὶ ὅλαι αἱ τάξεις τῶν πολιτῶν αἱ δυνάμεναι, ἔπρεπε νὰ βοηθήσωσιν, ἔπρεπε νὰ ἔλθωσιν εἰς ἐνεργὸν ἀντίληψιν τοῦ ἱεροῦ τούτου ἔργου, ἔπρεπε νὰ ἔλθωσιν εἰς ἀντίληψιν αὐτοῦ καὶ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ τούτῳ, ἔνθα ἔπρεπε νὰ ἀντηχήσωσιν ἐκφράσεις ἐπαίνου καὶ ἐμψυχώσεως καὶ πρὸς τὸν Μητροπολίτην καὶ πρὸς τοὺς κληρικοὺς ἐκείνους, οἵτινες συντρέχουσιν αὐτὸν εἰς τὸ ἔργον τοῦτο, οὐδέποτε δὲ ἔπρεπε νὰ ἐκφρασθῇ ἡ παράδοξος καὶ ὅλως ἀνυπόστατος ἰδέα, ὅτι τοιοῦτον ἔργον, ἀφορῶν εἰς ὅλον τὸν κλῆρον, εἶναι ἔργον χρηματολογίας, τίνος καὶ πρὸς τίνα; Ἐὰν ἐννοῆτε βεβαίως, ὅτι πρόκειται νὰ λάβωσι περίθαλψίν τινα, ἥτις διὰ χρημάτων θὰ δοθῇ εἰς τοὺς πένητας ἱερεῖς, βεβαίως ἔχετε δίκαιον, ἐὰν ἐννοῆτε ὅμως, ὅτι θὰ χρηματολογήσῃ ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ θεωρήσω, ὅτι εἶναι μόνον ἀδικαιολόγητος ὕβρις ἡ τοιαύτη μομφὴ κατὰ τοῦ Μητροπολίτου Γερμανοῦ. Ὁ Μητροπολίτης Γερμανὸς εἰς μίαν, νομίζω, ὑπόκειται μομφὴν ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις κατὰ τὸ φαινόμενον δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ὀρθή. Διατὶ, ἀφοῦ ὁμολογουμένως ἡ μεγάλη πλειονότης τῆς κοινῆς γνώμης καὶ ἐκτὸς τοῦ Βουλευτηρίου καὶ ἐκτὸς τῆς πολιτικῆς δὲν ἐνέκρινε τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐκλογῆς τοῦ Μητροπολίτου, διατὶ ἐδέχθη; Σᾶς λέγω διατὶ ἐδέχθη. Ἐδέχθη ὁ Μητροπολίτης, διότι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν σκέπτεται ὁ διαπρεπὴς κληρικὸς, διαφέρει οὐσιωδῶς ἀπὸ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν σκεπτόμεθα ἡμεῖς οἱ λαϊκοὶ, καὶ ἰδίως ἡμεῖς οἱ πολιτευόμενοι. Ἡμεῖς βεβαίως οὐδέποτε ἠθέλομεν διστάσει νὰ ἀρνηθῶμεν τοιοῦτον ἀκάνθινον στέφανον, διότι κάλλιστα ἐγνώριζεν ὁ Γερμανός, ὅτι ἐπέθηκεν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ στέφανον ἀκάνθινον μάρτυρος, ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἐσιώπησε καὶ ἐδέχθη ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ τὸν στέφανον τὸν ἀκάνθινον, ὑπακούσας εἰς τὴν ὑψόθεν φωνήν. Γνωρίζω τὸν Μητροπολίτην Γερμανὸν, γνωρίζω πόσον ἐπάλαισεν ἐν τῇ συνειδήσει αὑτοῦ, καὶ γνωρίζω ὅτι ὑψόθεν ἔλαβε τὴν ἐντολὴν νὰ δεχθῇ τὸν ἀκάνθινον στέφανον, καὶ ἐν αὐταπαρνήσει ἐδέχθη αὐτόν. Διὰ ταῦτα ὁ Μητροπολίτης Γερμανὸς εἶναι ἀνεύθυνος διὰ τὴν σφαλερὰν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸς ἦλθεν ἐπὶ τὴν ἕδραν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας....
§49ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησίας.
§50ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Τῆς Ἑλληνικῆς.
§51ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μήτε.
§52ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος.
§53ΤΖΑΝΕΣ. Ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός.
§54ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἐπειδὴ βεβαίως δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ προσκρούσω εἰς τὸ ὁμοούσιον (ἱλαρότης), ἀνακαλῶ....
§55ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν παρατήρησιν;
§56ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Μάλιστα.
§57ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ ἓν ἄλλο εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνακαλέσητε. Εἴπετε ὅτι γνωρίζετε ὅτι ὑψόθεν ἐνεπνεύσθη ὁ ἅγιος Μητροπολίτης νὰ δεχθῇ τὸν στέφανον τὸν ἀκάνθινον. Δὲν γνωρίζω, πῶς ὑψόθεν ἐλάβετε αὐτὴν τὴν πληροφορίαν, διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζομεν ἐκ τῶν ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῶν θρησκευτικῶν παραδόσεων, εἶναι ὅτι ἐμπνέονται οἱ ἀνάγοντες τὸν ἐκλέξιμον εἰς ἀξιώματα ἱερά. Ἐὰν ἐπρόκειτο λοιπὸν περὶ ἐμπνεύσεως, ἔπρεπε κατὰ τὰ κείμενα τὰ θρησκευτικὰ νὰ εἴπητε, ὅτι ἐνεπνεύσθη ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐπέδρασεν εἰς τὸ νὰ ἀνακηρύξῃ αὐτὸν Μητροπολίτην, οὐδέποτε δὲ, ὅτι ἐνεπνεύσθη ἐκεῖνος. Ἐὰν λοιπὸν ἠθέλετε νὰ ἦσθε σύμφωνος πρὸς τὴν θρησκείαν, ἔπρεπε νὰ εἴπητε τοῦτο, ὁμολογήσαντες ἅπαξ, ὅτι γνωρίζετε ὑψόθεν ἐμπνευσθέντα τὸν Μητροπολίτην. Ἐπειδὴ δὲ προσεθέσατε, ὅτι ἠλέγξατε πικρῶς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπιδράσασαν εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Μητροπολίτου καὶ ὑποδείξασαν διὰ τρόπου, μὴ ἐπιτρεπομένου ὑπὸ τῶν θρησκευτικῶν ἐθίμων καὶ παραδόσεων, τὴν χειροτονίαν του, νομίζω ὅτι αὐτὸ θὰ ἦτο ἀκριβέστερον νὰ εἴπητε, ὅτι ἐνεπνεύσθη ἡ Κυβέρνησις ὑψόθεν νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὴν Σύνοδον, ὅπως χειροτονήσῃ αὕτη τὸν Γερμανὸν Μητροπολίτην.
§58ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἐγὼ κρίνω ὡς πολιτικὸς καὶ λαϊκὸς, ἐγὼ δὲν σᾶς λέγω ἄλλο τι, παρὰ σᾶς φέρω κρίσιν ἐπὶ τῆς συνειδήσεως τοῦ Μητροπολίτου. Θεωρῶ τὸν Μητροπολίτην ὡς ἐντελῶς ἀνεπίληπτον, διότι αὐτὸς ἐδέχθη τὸν ἀκάνθινον στέφανον, ὅπως τὸν ὠνόμασα, διότι τοιοῦτον θεωρῶ αὐτὸν κατὰ πεποίθησιν, ὅπως ὑπακούσῃ εἰς θείαν ἐντολήν. Αὕτη εἶναι ἡ πεποίθησις τοῦ Μητροπολίτου. Καὶ ἄλλως τε, ὅταν εἰσέλθητε εἰς τὴν τάξιν ταύτην τῶν ἰδεῶν, οὐδόλως δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε καὶ τὸ γεγονὸς ἐν τῇ πεποιθήσει τοῦ Μητροπολίτου καὶ παντὸς ἔχοντος τοιαῦτα ἐκκλησιαστικὰ φῶτα, ὥστε νὰ πιστεύῃ τοῦτο. Δύνασθε ἀκόμη νὰ συνδέσητε τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι ἁμαρτωλοὶ, πρὸς τὴν ἰδέαν συνάμα, ὅτι ἐνεπνεύσθησαν νὰ κάμουν τοῦτο. Ὥστε βλέπετε, ὅτι, ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τοιοῦτον στάδιον, δυσκόλως θέλετε ἐξέλθει νικητὴς ἐξ αὐτοῦ. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ὁ Μητροπολίτης Γερμανὸς διεκρίθη πάντοτε εἰς οἵαν θέσιν εὑρέθη καὶ ὡς Πρωτοπρεσβύτερος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ὀρθοδόξου τῆς Μασσαλίας, καὶ ὡς Πρωτοσύγγελος τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας, καὶ ὡς Ἀρχιεπίσκοπος Κεφαλληνίας καὶ ἰδίᾳ ὡς Μητροπολίτης Ἀθηνῶν, ὅτι τὰ περὶ αὐτοῦ λεγόμενα εἶναι ἀνυπόστατα, δὲν εἶναι ἄξια τόσης σπουδαιότητος, τὴν ὁποίαν προσεπάθησάν τινες ν’ ἀποδώσωσιν εἰς αὐτὰ, καὶ ὅτι τοιαῦτα, κατὰ τοῦ Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου λεγόμενα, ζημιοῦσι μεγάλως τὰ συμφέροντα τῆς Ἐκκλησίας. Ταῦτα ἐν ὀλίγοις ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος.
§59Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας περιώριζε τὰς παρατηρήσεις αὐτοῦ ἐπὶ τῶν θεμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα χθὲς ἐγένοντο ἀντικείμενον ἐπερωτήσεως, εἴτε περὶ τῶν γιγνομένων ἢ γενομένων χειροτονιῶν, οὐδὲν εἶχον νὰ εἴπω. Δὲν εἶχον νὰ εἴπω τι προσέτι καὶ ἐὰν ἐπεξέτεινε τὸν λόγον ἄνευ ἀνάγκης ἐπὶ τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν γενομένην τελευταῖον σύστασιν Συλλόγου τινὸς, ὀνομαζομένου Ἱεροῦ Συνδέσμου· διότι, ἐὰν ἐμνημόνευσε τούτου ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς χθὲς, ἡ μνεία αὕτη ἦτο παρεμπιπτόντως ἐν ἄλλῳ λόγῳ, οὐδαμῶς δὲ ἐγένετο παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπερώτησις, οὐδ’ ἐπροτάθη τι περὶ τῆς συστάσεως ταύτης τοῦ Ἱεροῦ Συνδέσμου. Δὲν συμφωνῶ δὲ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Τυπάλδου, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ τὰ περὶ τούτου, εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι καὶ ὁ κ. Τυπάλδος θέλει συμφωνήσει μετ’ ἐμοῦ, εὐθὺς ὡς ἐνθυμηθῇ, ὅτι ἡ σύστασις τοῦ Ἱεροῦ Συνδέσμου ἐνεκρίθη διὰ βασιλικοῦ διατάγματος, καὶ ὅτι τὸ βασιλικὸν διάταγμα εἶναι πρᾶξις τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, ὑποκειμένη εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ περὶ τούτου ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν προέβαλεν ἐπερώτησιν, ὁ δὲ φίλος μου κ. Παπαγιαννακόπουλος ἐμνημόνευσε τῶν περὶ τούτου παρεμπιπτόντως. Ἀλλὰ, καὶ μολονότι οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, οὐδὲ περὶ τούτου ἤθελον εἰπεῖ τι, ἀφοῦ ὁ κ. Τυπάλδος ἐνέκρινε νὰ ἀγορεύσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀναγκάζομαι ὅμως νὰ εἴπω περὶ ἄλλων θεμάτων, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Τυπάλδος ἔθιξε, καὶ νὰ εἴπω περὶ αὐτῶν, οὐχὶ διότι ἐνόμισα, ὅτι ἡ εὐκαιρία εἶναι κατάλληλος, διὰ νὰ διαδηλωθῇ, ὅτι δὲν ἔχομεν τὴν αὐτὴν μὲ τὸν κ. Τυπάλδον γνώμην, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀπολογηθῶ ἐν ὀνόματι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὴν ὁποίαν, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀδίκως κατέκρινεν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου. Λέγω ἀδίκως κατέκρινε, διότι αἱ τελευταῖαι πράξεις τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων ἐπῆλθεν ἡ ἀνάῤῥησις τοῦ Σεβ. Ἀρχιεπισκόπου Κεφαλληνίας εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν, αὐταὶ αἱ πράξεις μέχρι τοῦδε δὲν ἠλέγχθησαν ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὄχι διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει τὴν γνώμην, ὅτι αἱ πράξεις αὗται ἦσαν νόμιμοι, ἀλλὰ διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὑπὸ ἄλλων γενικῶν λόγων ὁδηγουμένη, ἐνέκρινε νὰ μὴ προβάλῃ ἐπερώτησιν περὶ τούτου. Ἐνθυμεῖται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας, ὅτι αἱ τελευταῖαι πράξεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἦσαν, νὰ ἀποφήνηται γνώμην, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δέχηται ἢ ἀποῤῥίπτῃ τὰς γενομένας καταγγελίας κατὰ μελῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Αὕτη εἶναι γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐπορίσθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐξ ἑρμηνείας τοῦ κειμένου τοῦ νόμου τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἀλλ’ εἶναι ὀρθὴ ἢ δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ γνώμη αὕτη; Ἡ Ἀντιπολίτευσις, μολονότι δὲν ἔχει τὴν γνώμην ταύτην, δὲν ἐπρόβαλεν ἐπερώτησιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπικαλοῦμαι μάρτυρας πάντας ὑμᾶς. Σέβομαι τὴν γνώμην τοῦ κ. Τυπάλδου, δύναμαι νὰ ἐκφράσω λύπην, ὅταν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου δὲν ἔχῃ τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ συνάδελφοί του οἱ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει καὶ ἐγώ. Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν λυποῦμαι διὰ τοῦτο, οὐδέποτε ἤθελον πειραθῆ νὰ ἐπηρεάσω τὸν κ. Τυπάλδον, ἵνα μεταβάλῃ τὴν γνώμην του, καὶ ἀσπασθῇ τὴν ἡμετέραν, ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, διότι γνωρίζω, ὅτι ὁ κ. Τυπάλδος, ὅταν σχηματίζῃ γνώμην, σχηματίζει αὐτὴν μετ’ ἀκριβῆ ἔρευναν τῶν θεμάτων. Ἑπομένως σέβομαι τὴν γνώμην αὐτοῦ, ἀφίνω δ’ αὐτὸν νὰ φρονῇ, ὅτι νομίμως ἐγένοντο τὰ περὶ τούτου, ὅτι ἀκριβῶς ἡρμήνευσεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τὸ κείμενον τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ ἐνήργησεν οὕτω· ἀλλὰ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μὴ δυσφορῇ καὶ ἐπικρίνῃ ἡμᾶς, διότι συμβαίνει ἡμεῖς νὰ ἔχωμεν τὴν ἐναντίαν γνώμην, ἀφοῦ μάλιστα τὴν ἀντίῤῥησιν ἡμῶν ταύτην δὲν ἐπροβάλαμεν εἰσέτι εἰς τὴν Βουλὴν. Λυποῦμαι ἀληθῶς, διότι μοὶ ἐδόθη τοιαύτη ἀφορμὴ, ὅπως παραστήσω, ὅτι δὲν ἔχομεν τὴν αὐτὴν γνώμην μὲ τὸν κύριον Τυπάλδον, φίλον ἔντιμον, τὸν ὁποῖον ἐκτιμῶ καὶ ἀγαπῶ· ἐὰν δὲ μοὶ ἐδίδετο τὸ δικαίωμα ἐκ τῆς ἡλικίας μου, ἵνα ἀπευθύνω παρατήρησιν εἰς τὸν εὐσυνείδητον φίλον μου, ἤθελον παρακαλέσει αὐτὸν, νὰ ἔχῃ οἱανδήποτε ἐγκρίνει γνώμην περὶ τῶν προσωπικῶν ἰδιοτήτων καὶ ἀρετῶν τοῦ ἱεράρχου, ὁ ὁποῖος ἐκλήθη ἐπὶ τὴν ἕδραν τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν καὶ Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, νὰ ἀπέχῃ ὅμως ἀπὸ τὰς συγκρίσεις καὶ παραβολὰς πρὸς τοὺς πρὸ τοῦ εἰρημένου ἱεράρχου ἀναβάντας ἐπὶ τὴν ἕδραν ταύτην, διότι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν κατέλιπον τοιαύτας εἰς τὸν τόπον καὶ τοὺς συμπολίτας αὐτῶν ἐνθυμήσεις, ὥστε μετ’ εὐλαβείας ἀναμιμνησκόμεθα καὶ τῶν ἀρετῶν αὐτῶν καὶ τῆς ἱκανότητος αὐτῶν καὶ τῆς μεγάλης παιδείας καὶ μαθήσεως. Βεβαίως ὁ ἀείμνηστος Ταλαντίου Νεόφυτος ἦτο ἐνάρετος ἀνὴρ καὶ χρηστὸς, καὶ καθὼς ἐχαρακτήρισεν αὐτὸν ὁ κ. Τυπάλδος, ἅγιος, ἀλλὰ ὁ ἱεράρχης ἐκεῖνος ἦτο συγχρόνως καὶ διοικητὴς ἄριστος καὶ ἔξοχος, ὅστις εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ ἀντιταχθῇ πρὸς τὴν τότε ἀπόλυτον Βασιλείαν, ἀμυνόμενος ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ μὴ μνημονεύσω τῆς παιδείας καὶ τῆς μαθήσεως τοῦ ἀειμνήστου Μισαὴλ Ἀποστολίδου, δὲν δύναμαι νὰ μὴ μνημονεύσω τῆς μαθήσεως καὶ τῆς παιδείας καὶ τῆς ἀρετῆς τοῦ Προκοπίου, δὲν δύναμαι νὰ μὴ μνημονεύσω τῆς διοικητικῆς ἱκανότητος καὶ τῶν ἀρετῶν τοῦ Θεοφίλου. Δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἀμφισβητήσω τὰς περὶ τῶν προσωπικῶν ἰδιοτήτων καὶ τῶν ἀρετῶν τοῦ ἀναβάντος ἐπὶ τὴν ἕδραν τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν ἱεράρχου γνώμας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Τυπάλδος ἐξέθηκεν, ἀλλὰ συμβουλεύω αὐτὸν νὰ περιορίζηται νὰ ἐκφράζῃ τὰς γνώμας του περὶ τῶν ἰδιοτήτων τούτων τοῦ ἱεράρχου αὐτοῦ, νὰ μὴ σπεύδῃ ὅμως εἰς παραβολὰς καὶ εἰς συγκρίσεις, διότι τρέχει τὸν κίνδυνον νὰ ὑποτιμήσῃ τὴν μνήμην ἀνδρῶν, πρὸς τοὺς ὁποίους καὶ οἱ πολῖται τοῦ ἐλευθέρου Βασιλείου, καὶ οἱ Ἕλληνες, οἱ ἁπανταχοῦ τοῦ κόσμου διεσπαρμένοι, διατηροῦσιν εὐλαβῆ καὶ εὐγνώμονα μνήμην. (Εὖγε! εὖγε! χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§60ΧΡ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλαὶ πληροφορίαι ἐζητήθησαν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν περὶ τῆς χειροτονίας τοῦ ἱερέως παρὰ τοῦ Ἀρχιερέως Λάτα προχθές. Σήμερον μοὶ ἐδόθη πληροφορία λίαν σπουδαία, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ· μοὶ ἐδόθη ἡ πληροφορία, ὅτι ὁ Ἀρχιερεὺς Λάτας ἐξήτασε τὸν χειροτονούμενον ἱερέα εἰς τὴν ἐκκλησίαν, πόσα εἶναι τὰ μυστήρια, καὶ ὁ ἱερεὺς τῷ ἀπήντησεν ἀμέσως, ὅτι εἶναι τρία: Πατὴρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιον Πνεῦμα! (γέλως). Ἀφοῦ ἡ Σύνοδος καὶ ὁ Ἀρχιερεὺς οὗτος δὲν τὸν ἐξήτασαν προτοῦ προβῶσιν εἰς τὴν χειροτονίαν του, εἶδε δὲ αὐτὸν ὁ Ἀρχιερεὺς κατὰ τὴν χειροτονίαν του τόσῳ ἀγράμματον, διατὶ προέβη εἰς τὴν χειροτονίαν; Ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι εἶναι τιμωρητέος ὁ Ἀρχιερεὺς, καὶ ἀντὶ νὰ κατακρίνῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ἔπρεπε νὰ μὴ χειροτονήσῃ τὸν ἱερέα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ ἐξετάσῃ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου τοὺς ἐκεῖ παρόντας ἱερεῖς καὶ ἄλλους, καὶ ἐὰν ἦναι ἀληθὲς τοῦτο, νὰ προβῇ εἰς τὴν τιμωρίαν τοῦ Ἀρχιερέως.
§61ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦ νόμου ᾼΝʹ τῆς 5ης Ἰουλίου 1882 περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Στρατιωτικοῦ Σχολείου τῶν Εὐελπίδων, μεταξὺ τῶν προσόντων, ἅτινα πρέπει νὰ κέκτηνται οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν Σχολὴν ταύτην, εἶναι ἀναγεγραμμένον καὶ τὸ προσὸν τῆς δεκαεπταετοῦς ἡλικίας· ἐπειδὴ ὅμως ἔκτοτε προέβλεπεν ὁ νομοθέτης, ὅτι εἶναι πιθανὸν οἱ ἐξερχόμενοι τῶν Γυμνασίων — ὅπερ προσὸν ἐπίσης ἀπαιτεῖται πρὸς κατάταξιν ἐν τῇ Σχολῇ ταύτῃ — νὰ φέρωσιν ἀνωτέραν ἡλικίαν, ὥρισεν ἐν τῷ ἄρθρῳ 24 τοῦ αὐτοῦ νόμου τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὴν διάρκειαν πενταετίας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου τὸ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 3 ὁριζόμενον ἀνώτερον ὅριον τῆς πρὸς κατάταξιν ἐν τῷ Σχολείῳ ἀπαιτουμένης ἡλικίας παρατείνεται ἐπὶ ἓν ἔτος.» Ἐν τούτοις ἐκ τῆς πείρας ἀπεδείχθη, ὅτι καὶ τὸ ὅριον τοῦτο τῆς ἡλικίας, τὸ κατὰ ἓν ἔτος ηὐξημένον, δὲν ἐπήρκεσεν εἰς τὴν πρόνοιαν τοῦ νομοθέτου, τουτέστι παρατηρεῖται, ὅτι πολλάκις οἱ ἐξερχόμενοι τῶν Γυμνασίων ἔχουσιν ἡλικίαν ἀνωτέραν τῶν 18 ἐτῶν· τοῦτο ἐξηνάγκασε τὸν νομοθέτην, ἢ μᾶλλον τὸν εἰσηγητὴν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ὑποβάλῃ νέον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἤδη εἶναι ὁ κείμενος νόμος ΑΥΛΔʹ τοῦ 1887, ὁ ὁποῖος συνίσταται ἐξ ἑνὸς καὶ μόνου ἄρθρου, ἔχοντος ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Μετὰ τὴν λῆξιν τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ ΑΝʹ νόμου τῆς 5 Ἰουλίου 1887 περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Στρατιωτικοῦ Σχολείου τῶν Εὐελπίδων πενταετίας παρατείνεται κατὰ τὴν διάρκειαν τριετίας μέχρι τῆς ἡλικίας 19 ἐτῶν συμπεπληρωμένων τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ αὐτοῦ νόμου ἀνώτερον ὅριον τῆς πρὸς κατάταξιν ἐν τῷ Σχολείῳ ἡλικίας.» Τουτέστι, κατὰ τὸν κείμενον νῦν νόμον, ἡ ἡλικία τῶν 19 ἐτῶν θεωρεῖται ὡς ὅρος ἀπαιτούμενος πρὸς κατάταξιν ἐν τῇ Σχολῇ τῶν Εὐελπίδων, μεταξὺ ἄλλων προσόντων, ἐννοεῖται. Ἀλλ’ ἡ τριετία, περὶ ἧς μνημονεύει ὁ αὐτὸς νόμος, λήγει μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, διότι ὁ νόμος ἐδημοσιεύθη τὴν 18ην Μαΐου 1887, ἑπομένως τὴν 18ην Μαΐου 1890 ἀκριβῶς λήγει ἡ τριετία, κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὁποίας παρετάθη ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου ᾼΝʹ τοῦ 1882. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι οἱ λόγοι, οἱ ὑπαγορεύσαντες τὴν ψήφισιν τοῦ τελευταίου νόμου, ἐξακολουθοῦσιν εἰσέτι ὑφιστάμενοι, καὶ ἑπομένως αὐτοὶ οὗτοι συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου ἐπὶ μίαν τριετίαν ἢ διετίαν, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Διότι, ὅταν ὁ νόμος οὗτος, ὁ τελευταῖος, προσδιώρισε μόνον τριετῆ παράτασιν, ἤλπιζεν εἰς καρποὺς ἀφθονωτέρους τοῦ Πρακτικοῦ Λυκείου· ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι οἱ καρποὶ οὗτοι, τοὐλάχιστον ἐν τῇ ἀφθονίᾳ αὐτῶν, δὲν ἐδικαίωσαν τὰς προσδοκίας τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ ἰσχύοντος τούτου νόμου. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβωμεν ἐγκαίρως πρόνοιαν περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου, καὶ πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω πρότασιν νόμου, εἴτε ὡς τοιαύτην, ἢ τοὐλάχιστον ὡς σχέδιον νομοσχεδίου, ἐξ οὗ νὰ λάβῃ ἀφετηρίαν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἂν εὐαρεστῆται, καὶ ἂν συμμερίζηται τὰς γνώμας, αἵτινες ὑπηγόρευσαν εἰς ἐμὲ τὴν ὑποβολὴν τοιαύτης προτάσεως, νὰ ὑποβάλῃ ἴδιον νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ὑποβάλλω, σύγκειται ἐξ ἑνὸς καὶ μόνου ἄρθρου, ἡ δὲ αἰτιολογικὴ αὐτοῦ ἔκθεσις εἶναι ἁπλουστάτη καὶ βραχυτάτη. Περιορίζομαι μέχρις ἐδῶ, παρακαλῶν μόνον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ εὐαρεστηθῇ αὔριον, ἂν ὄχι σήμερον, ν’ ἀνακοινώσῃ, ὁποίαν γνώμην ἔχει ἐπὶ τοῦ τοιούτου νομοσχεδίου.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 99).
§63ΧΡ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπάρχει ἓν νομοσχέδιον δυστυχὲς, τὸ περὶ συστάσεως γεωργικοῦ σταθμοῦ ἐν Βυτίνῃ, γενεθλίῳ χώρᾳ τοῦ ἀειμνήστου Τριανταφυλλίδου· καὶ τὸ λέγω δυστυχὲς, διότι ὑπεβλήθη εἰς τὴν προπαρελθοῦσαν Σύνοδον καὶ ἐψηφίσθη ἅπαξ, ὑπεβλήθη εἰς τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον καὶ ἐψηφίσθη δὶς, προσέτι ὑπεβλήθη κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην καὶ ἤδη εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπ’ ἀριθ. 42 καὶ πρόκειται νὰ ψηφισθῇ εἰς γʹ ἀνάγνωσιν. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου οὐδεμία ἀντίῤῥησις θὰ ὑπάρξῃ, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ τὸ προτάξῃ, ὅπως ψηφισθῇ.
§64ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι, ὡς εἴπετε, εἰς γʹ ἀνάγνωσιν, πιστεύω δὲ ὅτι θὰ ἔχω τὴν εὐκαιρίαν νὰ τὸ φέρω πρῶτον εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν, καθὼς καὶ τὸ ἕτερον γεωργικὸν νομοσχέδιον.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἀντιβασιλείας ἢ διαχειρίσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν ἐνδεχομένῃ ἐκτὸς τοῦ Κράτους ἀποδημίᾳ τοῦ Βασιλέως κατὰ τὸ ἔτος 1890.
§66Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατ’ ἔτος ἐπαναλαμβάνεται νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου αἱ διατάξεις δὲν διαφέρουσι τῶν διατάξεων τῶν προηγουμένων τούτου νομοσχεδίων. Ἀλλ’ ἐὰν κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη δὲν ἐγένετο λόγος τις, ἐφέτος, ἐπειδὴ συμπίπτει κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο νὰ ἐνεργηθῶσιν αἱ γενικαὶ Βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ, μοὶ ἐγεννήθη ἡ περιέργεια νὰ μάθω, ἐὰν ὁ Ἡγεμὼν θὰ ἀποδημῇ εἰς τὴν Εὐρώπην καθ’ ὃν χρόνον πρόκειται νὰ ἐνεργηθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ, ἢ θὰ ἦναι ἐν τῷ Κράτει κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν.
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ Βουλὴ ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς θὰ πράξῃ τὸ πρέπον, οὐδεμία δὲ ἀμφιβολία δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ὅτι κατὰ περίοδον, καθ’ ἣν θὰ ἦναι ἀναγκαία ἡ παρουσία αὐτοῦ ἐνταῦθα, ὁ Βασιλεὺς δὲν θὰ ἦναι ἀπών.
§68Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἀπηύθυνα τὴν ἐρώτησιν ταύτην, διότι ἔχω καθῆκον ὡς Βουλευτὴς νὰ ἐνδείξω, ὅτι καθ’ ὃν χρόνον πρόκειται νὰ ἐνεργηθῶσιν ἐκλογαὶ Βουλευτικαὶ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ὑπὸ τὰς περιστάσεις τὰς πολιτικὰς, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν, ὅτι ἡ παρουσία τοῦ Ἡγεμόνος ἤθελε χρησιμεύσει εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὡς ἐγγύησις, ὅτι θέλουσι τηρηθῆ οἱ νόμοι κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, καὶ θέλει μείνει ἡ δημοσία τάξις ἀσάλευτος. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψηφοφορεῖται τὸ σύνολον.
§70Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου ὀφείλω νὰ προβάλω παρατήρησιν. Ἐὰν ἀπερχομένου τοῦ Βασιλέως ἀνατεθῇ ἡ ἀντιβασιλεία εἰς τὸν Διάδοχον Κωνσταντῖνον, νομίζω, ὅτι πρέπει τὸ νομοσχέδιον νὰ προβλέψῃ περὶ τῆς ὁρκοδοσίας, τὴν ὁποίαν ὁ Διάδοχος, ἀναλαμβάνων τὴν Ἀντιβασιλείαν, πρέπει νὰ δώσῃ. Τὸ νομοσχέδιον οὐδὲν περὶ τούτου περιλαμβάνει.
§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ ὁρκοδοσία· ἐν τοῖς καθήκοσι τοῦ Διαδόχου εἶναι καὶ τὸ ἀντιβασιλεύειν, ἑπομένως νομίζω, ὅτι ὁ ὅρκος, ὃν ἔδωκεν ὁ Διάδοχος, ἀρκεῖ διὰ πᾶσαν λειτουργίαν, σχετιζομένην πρὸς τὸ ἀξίωμά του.
§72ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔδωκεν ὅρκον ὡς Διάδοχος;
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔδωκε τὸν ὅρκον τοῦ πολίτου καὶ τοῦ Διαδόχου ἐν τῷ ὅρκῳ τοῦ στρατιώτου· νομίζω, ὅτι οὗτος ἀρκεῖ, ἀλλ’ ἐπίσης νομίζω, ὅτι ἐπὶ τοιούτων θεμάτων αἱ ἀποφάσεις πρέπει ν’ ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἄρσιν πάσης ἀμφιβολίας.
§74ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν ὑπάρχουσιν ὅρκοι διάφοροι. Ὑπάρχει ὁ ὅρκος τοῦ πολίτου, ὑπάρχει ὁ ὅρκος τοῦ στρατιώτου, ὑπάρχει ὁ ὅρκος τοῦ Βασιλέως, ἀλλὰ καὶ ὁ τοῦ Ἀντιβασιλέως. Ὁσάκις ἡ ἀντιβασιλεία ἀνετέθη εἴς τινα, οὗτος ἔδωκεν ὅρκον.
§75Χ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὁ Ἰωάννης ἔδωκεν ὅρκον.
§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ Ἰωάννης ἔδωκε τὸν ὅρκον τοῦ Ἕλληνος.
§77ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι πρέπει νὰ δώσῃ ὁ Διάδοχος τὸν ὅρκον τοῦ Ἀντιβασιλέως.
§78ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ νόμος ὑπὸ τὸν αὐτὸν τύπον ἐψηφίσθη καὶ πέρυσιν, ἀλλὰ δὲν ὥρισεν ὅρκον.
§79ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ δὲν ἀνέλαβεν ὁ Διάδοχος τὴν ἀντιβασιλείαν· ἐὰν ἤθελε τὴν ἀναλάβει, θὰ ὑπῆρχε κενόν.
§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν νομίζω.
§81ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅταν ἡ Βασίλισσα Ἀμαλία ἀνέλαβε τὴν ἀντιβασιλείαν, ἐπαρουσιάσθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἔδωκε τὸν ὅρκον ἐνώπιον αὐτῆς, ἐν μεγάλῃ τελετῇ. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1890 δι’ ἔξοδα τῆς ἐκτάκτου Συνόδου τῆς Βουλῆς ἐκ δραχμῶν 279,270). (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Μποῦτος).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890 ἐκ δραχμῶν 8,676,835:88 καὶ περὶ ἀκυρώσεως ἐκτάκτων πιστώσεων τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1888 ἐκ δραχμῶν 6,772,438:38.
§83ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Πρὸς συμπλήρωσιν τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐζήτησε, καταθέτω πίνακα, ἐμφαίνοντα τὰς δαπάνας τῆς ἐπιτηρήσεως.
§84Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι δύναται νὰ τυπωθῇ ὁ πίναξ οὗτος μέχρι τῆς αὔριον, ὡς ἐπίσης καὶ ὁ χθὲς κατατεθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, διὰ νὰ συζητήσωμεν ἐν γνώσει· ἴσως μάλιστα θὰ ἦτο καλὸν νὰ ἀναβληθῇ καὶ ἡ δευτέρα συζήτησις δι’ αὔριον.
§85ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ἐπιστασίας τῶν πλοίων, τῆς παραλαβῆς καὶ μεταφορᾶς αὐτῶν, νομίζω ὅτι εἶναι ζήτημα σπουδαῖον, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲ τούτῳ δὲν ἀναγράφονται ἀκριβῶς τὰ κατ’ αὐτὸ, καὶ πρέπει νὰ μελετηθῇ.
§86ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι νέον· καὶ πέρυσιν ἐγένοντο πολλαὶ ἀμφισβητήσεις περὶ τῶν δαπανῶν τῆς ἐπιστασίας καὶ τῆς μεταφορᾶς τῶν πλοίων, καὶ συνεζητήσαμεν διὰ μακρῶν. Ἑπομένως δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν σήμερον τὸ νομοσχέδιον εἰς δευτέραν συζήτησιν, καὶ τὰς ἀντιῤῥήσεις, ἃς ἔχετε καὶ τὰς ὁποίας ἀνεπτύξατε πέρυσι διὰ μακρῶν καὶ εἰς τὰς τρεῖς συζητήσεις τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω ὅτι δύνασθε νὰ τὰς ἐπαναλάβητε καὶ ἐφέτος, εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν.
§87ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πέρυσι συνεζητήσαμεν ἓν μέρος τῆς πιστώσεως ταύτης, δὲν ἕπεται δὲ, ἐπειδὴ πέρυσι συνεζητήσαμεν ἓν θέμα, σχετιζόμενον μὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅτι δὲν πρέπει καὶ ἐφέτος νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ. Ζητοῦμεν τὴν ἀναβολὴν, ἵνα λάβωμεν γνῶσιν τῶν δοθεισῶν πληροφοριῶν, ὥστε, ἐὰν πεισθῶμεν ἐξ αὐτῶν, ὅτι ἡ συζήτησις ἐφέτος εἶναι περιττή, νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τοιαύτην.
§88ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐζήτησε νὰ καταθέσω τὸν πίνακα τῶν γενομένων δαπανῶν, καὶ νὰ δικαιολογήσω τὸν λογαριασμὸν τῆς διαχειρίσεως, οὐδὲν δ’ ἕτερον ἐζήτησεν· ἐὰν ὑμεῖς ζητῆτε ἑτέρας πληροφορίας, παρακαλῶ νὰ ὁρίσητε αὐτὰς, ἵνα μὴ εὑρεθῶμεν αὔριον πάλιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν.
§89ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ζητῶ, εἶναι νὰ μάθω, πῶς ἀναλύονται αἱ δαπάναι, αἱ ἐν τοῖς ἄρθροις 2 καὶ 3, τίνες εἶναι οἱ ἐπιστατήσαντες εἰς τὴν ναυπήγησιν, δὲν ἐννοῶ κατ’ ὄνομα, ἀλλὰ τίνες εἶναι οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου καὶ τίνες οἱ ξένοι, τίνες δ’ οἱ ἐπιστατήσαντες εἰς τὴν παραλαβὴν καὶ μεταφοράν· πρόκειται περὶ μισθοῦ ὑπαλλήλων; περὶ πληρωμάτων; περὶ τίνος πρόκειται;
§90ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς πληροφορίας τῆς παραλαβῆς, αὗται εὑρίσκονται εἰς τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον κατέθηκα ἤδη, ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς τῆς ἐπιστασίας, ἐννοεῖται, ὅτι ἀπαιτεῖται ἐργασία πρὸς συλλογὴν αὐτῶν· ἀρκοῦμαι δὲ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὡς πρὸς τὴν ἐπιστασίαν, αὕτη ἐξακολουθεῖ μὲ τὸ αὐτὸ σύστημα καὶ μὲ τὸ αὐτὸ προσωπικὸν, οἷον καὶ πέρυσι. Παρατηρῶ μόνον, ὅτι, ἀφαιρουμένων ἐκ τοῦ συνόλου τῶν ποσῶν τῶν πληρονομένων εἰς ναυτικοὺς μισθοὺς καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ αὐτοὶ ὡς πέρυσι, τὰ λοιπὰ ἀναφέρονται εἰς τὰς δαπάνας τῶν ἐκτάκτων ὑπαλλήλων.
§91Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἡ δευτέρα διὰ τὴν αὔριον, διὰ νὰ μελετήσωμεν τὰς κατατεθείσας πληροφορίας καὶ ἴδωμεν, ἐὰν ἦναι πλήρεις καὶ ἂν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν.
§92ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἔχω δυσκολίαν.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890 ἐκ δραχμῶν 24,441,218.
§94ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐζήτησα διαφόρους πληροφορίας χθὲς, τὰς ὁποίας οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν ἐπεφυλάχθησαν νὰ καταθέσωσι σήμερον.
§95ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατετέθησαν σήμερον.
§96ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κατετέθησαν καὶ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν αἱ πληροφορίαι, πλὴν τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὸν σιδηρόδρομον Διακοπτοῦ, τὰς ὁποίας θέλω καταθέσει αὔριον μετὰ πασῶν τῶν λεπτομεριῶν, διότι εἶδον τὸν κ. Γκοτλὰν βραδέως σήμερον.
§97Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἴχομεν προτείνει καὶ μεταβολήν τινα, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐνέκρινε καὶ εἶχεν ὑποσχεθῆ νὰ ἐκτελέσῃ σήμερον. Εἴχαμεν ζητήσει, ἵνα τὰ ἐδάφια μεταβληθῶσιν εἰς ἄρθρα.
§98ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο ἐγένετο, καὶ οὐ μόνον ἐν τούτῳ τῷ νομοσχεδίῳ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ τῆς πιστώσεως τῶν στρατιωτικῶν κτιρίων.
§99ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ δοθῇ παραγγελία εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπεύθυνον διὰ τὴν ἔλλειψιν ταύτην, νὰ γίνηται πάντοτε τοῦτο.
§100ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶχον ζητήσει καὶ ἐγὼ πληροφορίας περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὰς ὁποίας δὲν ἔλαβον.
§101ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπεβάλατε ἐγγράφως τὰς αἰτήσεις;
§102ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ὑποβάλλωμεν ἐγγράφως τὰς ἐπερωτήσεις, ἀφοῦ ἔχομεν τοσούτους γραφεῖς καὶ γραμματεῖς πρὸς σύνταξιν τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν, οἱ ὁποῖοι δύνανται, νομίζω, νὰ σημειῶσι τὰς ἐρωτήσεις ἡμῶν, καὶ νὰ διαβιβάζωσιν αὐτὰς εἰς τὰ ἁρμόδια Ὑπουργεῖα. Ἐννοῶ, ὅταν ὑπάρχῃ μία ἐπερώτησις, τὴν ὁποίαν ἑτοιμάζει ὁ Βουλευτὴς ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, νὰ τὴν γράψῃ, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τοῦτο, ὅταν πρόκηται νὰ ζητηθῶσι πληροφορίαι ἐπὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν συζήτησιν παρουσιάζονται.
§103ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἄλλοτε ἐπεκράτει τὸ σύστημα τῆς ἀποστολῆς τῶν ἐπερωτήσεων εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, ὡς διετυποῦντο ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς, ἐπήγετο ὅμως τὸ σύστημα βραδυτῆτα, καὶ ἀπεδείχθη συντελεστικωτέρα πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ ἐπερωτῶντος, ὅπως τύχῃ ταχυτέρας ἀπαντήσεως, ἡ ἀπό τινος τηρουμένη συνήθεια, ὅπως εὐθὺς μετὰ τὴν ἐπερώτησιν διατυπῶται αὕτη παρὰ τοῦ ἐπερωτήσαντος ἐν σημειώματι ἐπιδιδομένῳ πρὸς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν.
§104ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρῆλθον περισσότεραι τῶν δύο ἡμερῶν, καὶ νομίζω, ὅτι τὸ γραφεῖον πρέπει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι, ὅταν ζητῶνται πληροφορίαι, πρέπει νὰ διαβιβάζῃ σημείωσιν τούτων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§105Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Συμβαίνει δὲ νὰ ἦναι ἀνέφικτον εἰς ἡμᾶς νὰ γράφωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν· διότι, ὅταν ζητῶμέν τι, ἀμέσως ὁ κ. Γραμματεὺς μεταβαίνει εἰς ἕτερον νομοσχέδιον, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προσέξωμεν. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν νὰ δώσῃ τὰς ἑξῆς πληροφορίας περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων – Καλαμῶν. Ζητεῖται πίστωσις 120,000 δραχμῶν, δηλαδὴ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον προσδιωρίσθη κατὰ χιλιόμετρον, ἀλλ’ οἱ ἀναλαβόντες τὴν κατασκευὴν δὲν λαμβάνουσιν 120,000 φράγκων, λαμβάνουσιν ὀλιγώτερον· διατὶ ζητεῖται τὸ ὅλον παρ’ ἡμῶν, καὶ ὄχι μόνον τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ πληρωθῇ εἰς τοὺς κατασκευαστάς;
§106ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον προηγουμένως, ὅτι τὰ κεφάλαια τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων καὶ Καλαμῶν, ὡς καὶ οἱ τόκοι τῶν κεφαλαίων τούτων, ἀποτελοῦσι κατάθεσιν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, τηρούσῃ ἴδιον αὐτῶν λογαριασμὸν, ὡς βλέπετε ἐν τοῖς ὑποβληθεῖσι πίναξιν. Ἐπὶ τῶν ἐκ τοῦ χρήματος τούτου καταβαλλομένων ἑκάστοτε εἰς τὸν ἀνάδοχον γίνονται κρατήσεις, παραμένουσαι παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ εἰς πίστωσιν μὲν αὐτοῦ, ἀλλ’ ὡς παρακαταθήκη πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου· διὰ τὸν τοιοῦτον δὲ καταλογισμὸν τῶν κρατουμένων ποσοστῶν, ὡς καὶ διὰ τὰς εἰς τὸν ἀνάδοχον καταβολὰς, ἀπαιτεῖται πίστωσις. Ἐφ’ ὅσον διὰ πιστώσεως δὲν ἐπιτραπῇ ἡ ἀναγραφὴ τῶν ποσοστῶν ὑπὲρ τοῦ ἀναδόχου, δὲν δύνανται ταῦτα νὰ καταλογισθῶσιν εἰς πίστωσιν αὐτοῦ ἐπὶ παρακαταθήκῃ.
§107Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον δὲν νομίζετε, ὅτι ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὴν Βουλὴν λεπτομέρειά τις, ἡ ὁποία ὑπάγεται εἰς τὸν ἔλεγχον αὐτῆς; Συνωμολογήθη σύμβασις, διὰ τῆς ὁποίας ἐπετράπη εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραχωρήσῃ τὸν σιδηρόδρομον ἀντὶ 120,000 δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον, ἡ Κυβέρνησις παρεχώρησε τὴν κατασκευὴν, ὁ δὲ ἀναλαβὼν ταύτην παρεχώρησεν αὐτὴν εἰς ἕτερον κατασκευαστὴν ἀντὶ 70,000 φράγκων. Θέλομεν λοιπὸν νὰ μάθωμεν, ποία διαφορὰ ὑπάρχει.
§108ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδὲν ὑπάρχει τοιοῦτον· ἐγὼ τὴν ἐρώτησιν ὑμῶν εἶχον ἐννοήσει διάφορον. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν αὐθεντικὴν γνῶσιν τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς ἐργάζεται ὁ ἀνάδοχος ἐν τῇ ἐκτελέσει τῆς κατασκευῆς, νομίζω μάλιστα, ὅτι δὲν παρεχώρησε τὴν ἐκτέλεσιν εἰς ἄλλον, διότι βλέπομεν αὐτὸν ἐρχόμενον συνεχῶς ἐνταῦθα καὶ ἐπισκεπτόμενον τὰ ἔργα καὶ διασκεπτόμενον περὶ αὐτῶν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν οὗτος ἔχῃ τοὺς συνεργαζομένους, ἡμεῖς οὔτε γινώσκομεν τοῦτο, οὔτε δικαίωμα ἔχομεν νὰ τὸ μάθωμεν.
§109ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἰς τὸν κατασκευαστὴν παρεχωρήθησαν ὁμολογίαι τοῦ Κράτους, τὰς ὁποίας ἐμπορεύθη οὗτος, πρὶν ἢ κατασκευάσῃ τὸν σιδηρόδρομον.
§110ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο εἶναι ὅλως ἄσχετον πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ ἀναδόχου περὶ τῆς κατασκευῆς. Αὐτὸς ὁ ἀναλαβὼν τὴν κατασκευὴν ἀνέλαβε καὶ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου, ἀλλὰ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου, ἀνέλαβεν εἰς ἴδιον αὑτοῦ λογαριασμὸν, πιστούμενος ἐπ’ αὐτῷ καὶ χρεούμενος ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ ἐν τῇ πρὸς τὸ Δημόσιον περὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου δοσοληψίᾳ. Ἂν τὰ καταλογιζόμενα ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ὡς ἄρτια ἐπραγματοποιήθησαν παρὰ τοῦ ἀναδόχου ἐπὶ ἐκπτώσει, ἡ ζημία ἀφορᾷ εἰς αὐτὸν, ἡ δὲ Κυβέρνησις, μὴ ἐπιβαρυνομένη ὑπὸ τῆς ζημίας, οὐδὲν ἔχει δικαίωμα, ἵνα ἀπεκδέχηται περὶ ταύτης πληροφορίας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον μόνον.
§112ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ διεῤῥυθμίσθη, ὥστε δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ σήμερον.
§113ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχομεν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη σήμερον, καὶ οὔτε τὸ ἀνεγνώσαμεν.
§114ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν μετεβλήθη τὸ νομοσχέδιον· τὸ κείμενον εἶναι τὸ αὐτό. Ἂς μείνῃ ὅμως.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται καὶ αὐτό. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως 1889 ἐκ δραχμῶν 562,699.
§116ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἂς μείνῃ δι’ αὔριον. Ἐζήτησα πρὸ ἑνὸς μηνὸς νὰ προσαχθῶσιν αἱ μισθοδοτικαὶ καταστάσεις τοῦ ἐργατικοῦ προσωπικοῦ τῶν καπνοκοπτηρίων καὶ δὲν προσήχθησαν, ἐνῷ ζητεῖται πίστωσις 562,000 δραχμῶν.
§117ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂς μείνῃ καὶ τοῦτο.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890 ἐκ δραχμῶν 354,000. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890 ἐκ δραχμῶν 19,320.
§120ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1890 εἶχεν ἀναγραφῆ πίστωσις δρ. 7,000, ἐδέησε δὲ νὰ προστεθῇ πίστωσις 2,000· ἤδη ζητεῖται πρόσθετος πίστωσις δρ. 19,320. Τοῦτο εἶναι ἐλάχιστον δεῖγμα τῆς εἰκονικότητος ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1890 ἐκ δραχμῶν 962,668 καὶ 12|00 δι’ ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων.
§122Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ ἐγένετο μεταβολή τις ἀπὸ τὸ Λογιστήριον; διότι εἴπετε πρὸ μικροῦ, ὅτι τὸ Λογιστήριον μετέβαλε τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου.
§123ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ περὶ στρατιωτικῶν κτιρίων.
§124ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ καὶ τοῦτο, διότι αἱ πιστώσεις χορηγοῦνται δι’ ἑνὸς ἄρθρου εἰς ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα, ἑπομένως δύναται ὁ ἐκτελῶν νὰ μεταφέρῃ τὰ ποσὰ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς Ὑπουργείου εἰς τὸ ἄλλο.
§125ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐχὶ, δὲν ἠμπορεῖ· εἶναι κατὰ τὸν πίνακα.
§126ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν λέγει τὸ ἄρθρον τίποτε περὶ πίνακος. Ὁ πίναξ εἶναι πρὸς φωτισμὸν τῆς Βουλῆς.
§127ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Λέγει «κατὰ τοὺς προσηρτημένους εἰς τὸν παρόντα νόμον ὀνομαστικοὺς πίνακας».
§128ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τότε οἱ πίνακες πρέπει νὰ διαιρεθῶσιν εἰς ἄρθρα καὶ κεφάλαια.
§129ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι διῃρημένοι.
§130ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ δέχομαι εὐχαρίστως, ἐὰν ἦναι, ἀλλὰ δὲν εἶναι καλῶς ἐκπεφρασμένον εἰς τὸν νόμον.
§131ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν δίδηται πίστωσις, πρέπει νὰ σημειοῦται καὶ τὸ ἄρθρον καὶ τὸ κεφάλαιον.
§132ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι σημειωμένα.
§133ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἢ πρέπει νὰ ἐγγράψητε ταῦτα εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἢ πρέπει νὰ τὰ χαρακτηρίσητε ὡς μέρος τοῦ νομοσχεδίου, καὶ τότε πρέπει καὶ ὁ πίναξ νὰ ψηφισθῇ καθ’ ὃν τρόπον ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον.
§134ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§135ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἐγὼ μετὰ δύο ἔτη ἢ μετὰ 10 ἔτη ἤμην ἐλεγκτὴς καὶ ἤθελον προβῆ εἰς ἐξέλεγξιν τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1890, βεβαίως δὲν ἤθελον ἐφαρμόσει τὸν νόμον, ὅπως λέγετε, διότι ὁ νόμος εἶπεν: «Ἄρθρον μόνον. Χορηγοῦνται πιστώσεις τόσων ἑκατομμυρίων, διανεμομένων εἰς τὰ Ὑπουργεῖα κατὰ τοὺς πίνακας.» Αὐτὸ δὲν ἔχει ἔννοιαν. Τροποποιήσατε τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου.
§136ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). «Κατὰ τοὺς προσηρτημένους πίνακας»· οἱ δὲ πίνακες ἔχουσι κεφάλαια καὶ ἄρθρα.
§137ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν δὲν θὰ κατατάξητε τὴν δαπάνην αὐτὴν κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, θὰ τὴν κατατάξητε εἰς ἓν ἄρθρον. Εἰς ἓν ἄρθρον θὰ κατατάξητε τὴν πίστωσιν τὴν ἀναπληρωτικὴν δι’ ὅλας τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης.
§138ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐχὶ, ἀλλ’ ὅπως εἶναι ἐδῶ, ἐν τῷ πίνακι. Ἐὰν δὲν ἦτο διῃρημένος ὁ πίναξ εἰς κεφάλαια καὶ ἄρθρα, θὰ ἐνόουν τὴν ἀντίῤῥησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον μόνον. (Ἀναγινώσκεται).
§140Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ καταλογισμὸς, ὡς ὑπάρχει ἐν τῷ ἄρθρῳ, δὲν μοὶ φαίνεται ἀναγκαῖος. Ἂς τεθῇ ἀντ’ αὐτοῦ: «ὑπὸ τὰ κεφάλαια καὶ τὰ ἄρθρα τὰ ἐν τοῖς συνημμένοις πίναξιν ἀναγραφόμενα».
§141ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοιουτοτρόπως τὸ ζήτημα τῆς τάξεως λύεται καὶ θὰ τακτοποιηθῇ κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν ἔχω παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἀνέφερον καὶ χθὲς ἐν μέρει. Εἰς μίαν δ’ ἐξ αὐτῶν ἔλαβον ἀπάντησιν, ἣν ἐθεώρησα ἐπαρκῆ, μὴ ἔχων χθὲς ἐνώπιόν μου τὸν πίνακα. Διὰ τὸ ταμεῖον τῆς Μαντινείας ζητεῖται ἀναπληρωματικὴ πίστωσις 46,200 δραχμῶν δι’ ἀποδοχὰς χαρτοσήμου, ὡς πίστωσις κεκλεισμένης χρήσεως. Τὸ ταμεῖον τῆς Μαντινείας, ὡς εἶπον χθὲς, δὲν εἶναι ἐκ τῶν ταμείων τῶν δαπανώντων πολλὰ ἑκατομμύρια χαρτοσήμου, ὥστε ἐκ μόνης κεκλεισμένης χρήσεως ν’ ἀπαιτῇ 46,000 δραχμῶν. Ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔδωκεν, ἦτο, ὅτι ἐπρόκειτο μόνον περὶ 1000 δραχμῶν, καὶ ὅτι αἱ 46,000 ἀπετέλουν τὸ ἄθροισμα πολλῶν πιστώσεων. Μὴ ἔχων τὸν πίνακα ἐνώπιόν μου, ἐνόμισα ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τυπογραφικοῦ λάθους. Ἤδη ὅμως ἐκ τοῦ πίνακος βλέπω, ὅτι αἱ 46 χιλιάδες ἀναφέρονται εἰς τὸ ταμεῖον Μαντινείας, καὶ δὲν ἀποτελοῦσι σύνολον διαφόρων πιστώσεων, ὡς παρέστησεν ὁ κ. Ὑπουργός. Μοὶ φαίνεται δέ πως ὑπερβολή, νὰ ὀφείληται εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Μαντινείας δι’ ὑπόλοιπον ἐξ ἀποδοχῶν χαρτοσήμου ποσὸν δραχμῶν 46,200. Ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρχουν καθυστερήσεις πολλῶν ἐτῶν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ περὶ τούτου. Ἑτέραν πληροφορίαν ζητῶ εἰς τὴν σελίδα 71. Ἐκεῖ ζητεῖται πίστωσις 11,469 δραχμῶν διὰ πληρωμὴν ἐργατῶν τοῦ καπνεργοστασίου Πειραιῶς. Μοὶ ἐφάνη παράδοξον, πῶς οἱ ἐργάται αὐτοὶ μένουσιν ἀπλήρωτοι ἐπὶ 3 ἤδη ἔτη, καὶ ζητεῖται ἤδη ἡ πίστωσις. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ, πόθεν προῆλθεν ἡ τοιαύτη καθυστέρησις.
§142Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ προβάλω μίαν παράκλησιν εἰς τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργούς. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περὶ κεκλεισμένων χρήσεων, κατὰ τὸν κατηρτισμένον πίνακα, μοὶ δίδει τὴν πληροφορίαν, ὅτι δὲν ζητοῦνται ὡς ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων μόνον τὰ ὑπόλοιπα τῶν πιστώσεων, διότι δὲν ἐγένετο ἡ πληρωμὴ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου τῶν ὀφειλομένων ἐντὸς τῆς χρήσεως, ἀλλὰ ζητοῦνται καὶ χρήματα καθ’ ὑπέρβασιν τῶν παρακεχωρημένων πιστώσεων. Τοῦτο μοὶ φαίνεται ζήτημα συνταγματικὸν, ἄξιον μεγάλης προσοχῆς καὶ συζητήσεως. Καὶ γνωρίζομεν ὅτι ὑπάρχουσι περιστάσεις, καθ’ ἃς οἱ κυβερνῶντες δύνανται ὑπ’ εὐθύνην των νὰ διατάξωσι δαπάνας, καὶ ἐὰν αὗται δὲν περιελήφθησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἀλλὰ περιορίζω τὰς περιστάσεις ταύτας εἰς μόνας τὰς ἀνάγκας τῆς δημοσίας ὑγείας, εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ κατὰ μεγάλην συγκατάβασιν εἰς πληρωμὴν εἴτε ποσοστῶν τῶν ταμιῶν, εἴτε ἄλλων παραπλησίων δικαιωμάτων· ἀλλ’ εἰς ἀνάγκας τῆς συνήθους διοικήσεως δὲν συναινῶ, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ὑπερβαίνωσι τὰς ὑπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὁριζομένας πιστώσεις. Κατὰ τὸν πίνακα, πολλαί εἰσιν ὑπερβάσεις τοιαῦται, ἀναγεγραμμέναι ἐν τῇ σελίδι 3. Καὶ δὲν ζητῶ μὲν λόγον ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀναγνωρίζων ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠδύνατο νὰ δαπανήσῃ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ἀφοῦ δὲν εἶχε πίστωσιν, ἂν καὶ ὤφειλε νὰ προβλέψῃ νὰ ζητήσῃ ἐγκαίρως τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ, πῶς ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἐτόλμησε νὰ ὑπερβῇ τὰς παρακεχωρημένας κατὰ τὸ 1888 πιστώσεις διὰ γενικὰ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας τῶν ταχυδρομείων κατὰ δραχμὰς 12,865:24, τὴν κεχορηγημένην πίστωσιν δι’ ἔξοδα γραφείων ἐκτελούντων ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν κατὰ δραχ. 1642:93, τὴν πίστωσιν δι’ ὁδοιπορικὰ καὶ ἀποζημιώσεις τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων κατὰ δραχμὰς 4,945:54, τὴν πίστωσιν διὰ διανομεῖς καὶ γραμματοκομιστὰς κατὰ δραχ. 1699:80, τὴν διὰ κατασκευὴν τηλεγραφικῶν γραμμῶν κατὰ δραχ. 18,298. Ἡ Βουλὴ ἦτο παροῦσα· διατὶ δὲν ἐζήτησαν ἀναπληρωτικὰς πιστώσεις παρὰ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐπροτίμησαν νὰ δαπανήσουν μόνοι, ἄνευ ἐντολῆς τῆς Βουλῆς; Καὶ αἱ ὑπερβάσεις αὐτῶν φθάνουσι μέχρι ποσῶν, τὰ ὁποῖα μοὶ ἐγείρουσιν ἀληθῆ ἔκπληξιν. Οὕτω π. χ. κατὰ τὸ 1888 τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὰ ἐν σελ. 7 τοῦ πίνακος σημειούμενα, ἐνῷ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶχεν ἀρκοῦσαν πίστωσιν δι’ ἔξοδα κοπῆς καπνοῦ, ἤτοι 320,000 δραχμῶν, ὅσαι εἶχον ὑπολογισθῆ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν δι’ ἔξοδα κοπῆς πρὸς 32 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν ἐπὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου ὀκάδων, καὶ 25,000 δραχ. δι’ ἔξοδα κοπῆς ἐν τοῖς ἐργοστασίοις τῆς διαμετακομίσεως, πρὸς 25 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, καὶ ἐνῷ πλὴν τῆς πιστώσεως ταύτης τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐζήτησε καὶ ἔλαβε καὶ ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν ἑτέρων 325,000 δραχμῶν, προέβη καὶ εἰς ὑπέρβασιν ἄλλην τῶν πιστώσεων τούτων, δαπανῆσαν προσέτι 13,704:89. Διατί; Εἰσήχθη πρὸς κοπὴν ἐν τοῖς καπνοκοπτηρίοις ποσὸν καπνοῦ ὑπὲρ τὸ ἓν ἑκατομμύριον ὀκάδων; Ἀλλὰ κατὰ τὰ δημοσιευθέντα δελτία τὸ εἰσπραχθὲν πρὸς κοπὴν ποσὸν καπνοῦ μόλις ὑπερέβη τὰς 800 χιλιάδας ὀκάδων. Ὅθεν καὶ αἱ χορηγηθεῖσαι πιστώσεις ὑπερέβαινον τὰς παρασταθείσας ἀνάγκας, ἐνῷ δ’ ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ὑπόλοιπα ἀδιαθέτων πιστώσεων, ζητούμεθα νὰ ἐγκρίνωμεν ὑπερβάσεις. Ἐσμὲν βεβαίως ἐν πλήρει ἀταξίᾳ, ἀλλὰ καὶ ἐν ἀληθεῖ ἀνευλαβείᾳ πρὸς τὸ Κοινοβούλιον. Καὶ ὅταν τὸ Ὑπουργεῖον ἐζήτει παρὰ τῆς Βουλῆς κατὰ τὸν Φεβρουάριον ἢ Μάρτιον τοῦ 1889 ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν, δὲν ἐζήτει καὶ τὸ ποσὸν τῶν δρ. 13,704:89, ὅπως μὴ περιέλθῃ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δαπανήσῃ αὐτὸ καθ’ ὑπέρβασιν τῶν κεχορηγημένων πιστώσεων; Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τοὺς Ὑπουργοὺς, διὰ τὰς δαπάνας ταύτας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀνάγονται εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, οὐδ’ εἰς τὴν δημοσίαν ὑγείαν, οὐδ’ εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, οὐδ’ ἐπιβάλλονται ὑπὸ τοῦ συμφέροντος τῆς τηρήσεως τῆς τάξεως, αἵτινες ὅμως ἐγένοντο καθ’ ὑπέρβασιν τῶν κεχορηγημένων πιστώσεων, νὰ δώσωσι λόγον εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἠναγκάσθησαν ἐκ δημοσίου συμφέροντος νὰ προβῶσιν εἰς τὰς ὑπερβάσεις ταύτας.
§143ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔνταλμα οὐδὲν ἐξεδόθη ἄνευ ἀδείας, ἑπομένως δαπάνη καθ’ ὑπέρβασιν δὲν ἐγένετο, καὶ διὰ τοῦτο ζητεῖται ἤδη ἡ πίστωσις.
§144Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι σπουδαῖον· βεβαίως δὲν ὑπάρχει ἔνταλμα, ἀλλ’ ἡ διοίκησις ἐπέτρεψε τὴν γένεσιν δικαιωμάτων.
§145ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λέγω ὅτι ἔνταλμα πρὸς δαπάνην δὲν ὑπεγράφη· τίνα ἔχει τοῦτο ἀξίαν, θὰ ἐξετάσωμεν κατόπιν, ἀλλὰ τοῦτο βεβαιῶ, ὅτι ἔνταλμα δὲν ἐξεδόθη καὶ δαπάνη δὲν ἐγένετο, καὶ διὰ τοῦτο ζητεῖται ἤδη ἡ πίστωσις. Τώρα ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν, ὅτι τουτέστιν ἐγένοντο τὰ ὑποχρεοῦντα τὸ Κράτος, τὰ περὶ τούτου εἶναι ἐξεταστέα ἐπὶ μιᾶς ἑκάστης πιστώσεως. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξελέξατο, ὅπως ποιήσηται εἰδικὰς παρατηρήσεις, τὴν περὶ τοῦ καπνοῦ πίστωσιν. Ἐπὶ ταύτης ἀντιπαρατηρῶ, ὅτι ἐξ ὑπαρχῆς ὡρίσθησαν ὡς ἔξοδον κοπῆς καπνοῦ ἐν τοῖς κεντρικοῖς ἐργοστασίοις 32 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, καίτοι δὲ ἐπίμονοι κατεβλήθησαν προσπάθειαι εἰς περιορισμὸν τῆς δαπάνης, ἀπεδείχθησαν τὰ 32 λεπτὰ ἀνεπαρκῆ, ἡ δὲ πεῖρα τοῦ παρελθόντος πείθει, ὅτι 72 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν εἶναι τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς τὴν κοπήν. Ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι θὰ ἤρκουν τὰ 32 λεπτὰ, ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ἀνεγράφησαν ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς πιστώσεις, καὶ ὁ τελευταῖος προϋπολογισμὸς ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἐστηρίχθη βάσεως, οἱονεὶ παρακελεύων τὴν ὑπηρεσίαν εἰς περιορισμὸν τῆς δαπάνης. Ὁ περιορισμὸς τῆς δαπάνης δὲν ἐπετεύχθη καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ, αἱ δ’ ὑπερβάσεις τῶν δαπανῶν ἐπήγαγον τὴν ἀνάγκην ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, ζητουμένων ὁτὲ μὲν ἐντὸς τῆς χρήσεως, ὁτὲ δὲ ἐπὶ κεκλεισμένων χρήσεων. Περὶ τῶν ἄλλων πιστώσεων ὁλόκληρον σύγγραμμα θ’ ἀπῄτει ἡ δικαιολογία μιᾶς ἑκάστης· διότι, ἐὰν λάβωμεν εἰς ἐξέτασιν ἓν παραδείγματι αὐτὴν ταύτην τὴν σελίδα, ἐν ᾗ ἀπαντᾷ ἡ πίστωσις, περὶ ἧς ἐπραγματεύθη ὁ κ. Βουλευτὴς, εὑρίσκομεν δαπάνην ἐπὶ τῶν πολιτικῶν συντάξεων καθ’ ὑπέρβασιν δραχμῶν 1315. Αὕτη δὲν ἀποῤῥέει ἐκ τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπὶ πολιτικῶν συντάξεων ὁ νόμος κανονίζει τὰ τῶν δικαιούχων, ἀποδειχθείσης δὲ τῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ προνοίας ἀνεπαρκοῦς, ζητοῦνται τὰ πρὸς ἀναπλήρωσιν. Τίνα ἄλλην περὶ τούτου ἠδυνάμεθα ν’ ἀνακοινώσωμεν πληροφορίαν ἢ ταύτην, ἣν ἠκούσατε; Ἴσως εἴπῃ τις, διατὶ δὲν προεῖδεν ἡ ὑπηρεσία, ὅτι θ’ ἀπητοῦντο ἐπὶ πλέον τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφεισῶν δραχμαὶ 1315; Αἱ ἐπὶ πλέον καὶ ἐπὶ ἔλαττον μεταβολαὶ ἐν τῇ πιστώσει ταύτῃ μετέχουσι πολὺ τοῦ ἀβεβαίου· ἡ ὑπηρεσία ἐστηρίχθη ἐν τῷ προσδιορισμῷ τῆς δαπάνης εἰς τὰς ὑποδείξεις τοῦ παρελθόντος, αὗται δὲ ὑπῆρξαν ἀνεπαρκεῖς. «Συντάξεις πολιτικῶν ὑπαλλήλων 82,880». Τὰ αὐτὰ καὶ ἐπὶ τῆς ὑπερβάσεως ταύτης.
§146ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς ποίαν σελίδα;
§147ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν τῇ αὐτῇ, ἣν συνέπεσε νὰ ἔχω ἀνεῳγμένην, τῇ 7ῃ... «Προσωπικὸν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν». Δὲν διωρίσθησαν περισσότεροι οἰκονομικοὶ ἐπιθεωρηταὶ τῶν ἐπιτρεπομένων ὑπὸ τοῦ νόμου. Τὴν πληροφορίαν ταύτην φέρει αὐτὸ τὸ ποσὸν τῆς ὑπερβάσεως ἐκ 472 δραχμῶν· πρὸς ἐξήγησιν ἄρα τοῦ φαινομένου ἔχομεν τὰς διακυμάνσεις ἐν ταῖς τάξεσι τῶν ἐπιθεωρητῶν. Θὰ ἠδυνάμην οὕτω νὰ προχωρήσω σχολιάζων τὰ ἐν τῇ σελίδι καὶ τὰ ἐν τῷ πίνακι ὁλοκλήρῳ, ἀλλὰ προτιμότερον θὰ ἦτο νὰ ὡρίζοντο αἱ πιστώσεις, ἐφ’ ὧν ζητοῦνται διασαφήσεις, ἵνα ἐπὶ τούτων ἐκτενέστερον ἀπαντήσωμεν.
§148Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξελέξατο τὰς συντάξεις τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων....
§149ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐξέλεξα τὴν σελίδα. Ταύτην εἴχομεν ὑπ’ ὄψει ἐξ ἀφορμῆς τῶν περὶ καπνοῦ παρατηρήσεων.
§150ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ παρέλειψεν ὀλίγον κατώτερον νὰ ἴδῃ, ὅτι εἰς πληρωμὰς μισθοῦ τοῦ προσωπικοῦ τῶν τελωνείων ἐγένοντο ὑπερβάσεις τῆς πιστώσεως κατὰ δραχμὰς 12,402:48. Ὁ προϋπολογισμὸς περιέλαβε τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν διὰ πάντα τὸν ἀριθμὸν τῶν τελωνῶν αʹ, βʹ, γʹ ἢ δʹ τάξεως, διὰ πάντα τὸν ἀριθμὸν τῶν δεκάρχων καὶ τῶν τελωνοφυλάκων, ὅσοι ὑπάρχουσι κατὰ τὸν νόμον καί εἰσιν ἀναγκαῖοι. Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἐπαρκέσῃ ἡ πίστωσις αὕτη, καὶ νὰ γένηται ὑπέρβασις αὐτῆς;
§151ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρχῃ τι ἐν τούτῳ μὴ κανονικόν. Θέλω ὑποβάλει πίνακα λεπτομερείας τοῦ συνόλου τῆς δαπάνης, ἐξ ἧς προκύπτει ἡ ὑπέρβασις. Ἐξ αὐτοῦ θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι οὐδεὶς ἐγένετο διορισμὸς εἰς μὴ νενομοθετημένην θέσιν.
§152ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ λόγος τῆς ὑπερβάσεως νομίζω ὅτι εἶναι εὐνόητος. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δὲν ἀναγράφονται ὅλαι αἱ θέσεις, αἱ σημειούμεναι ἐν τοῖς ὀργανικοῖς νόμοις. Εἶχον λοιπὸν παραλειφθῆ θέσεις τινὲς, καὶ διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους ὑμεῖς γνωρίζετε, τὰς ἐπληρώσατε, διορίσαντες πρόσωπα περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὁ προϋπολογισμὸς περιελάμβανεν. Ἐκάμετε δηλ. ὑπέρβασιν ὄχι τῶν ὀργανικῶν νόμων, ἀλλὰ τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας χορηγεῖ ὁ προϋπολογισμός. Ἐφέρατε προϋπολογισμὸν μὴ περιέχοντα, λόγῳ οἰκονομίας, μερικὰς θέσεις, τὰς ὁποίας ἀκολούθως τὰς ἐπληρώσατε. Ἄλλο τίποτε δὲν ἠμπορεῖ νὰ συμβαίνῃ. Ἐπίσης διὰ τὸν οἰκονομικὸν ἐπιθεωρητὴν, φαίνεται ὅτι πρὶν λήξῃ τὸ ἔτος διωρίσατε ἢ προεβιβάσατέ τινα, καὶ ἐντεῦθεν ἡ ὑπέρβασις.
§153Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δι’ ἔξοδα Γενικῆς Διευθύνσεως ταχυδρομείων 12,225 καθ’ ὑπέρβασιν. Ἦτο τόσῳ κατεπείγουσα ἀνάγκη, ὥστε νὰ μὴ ἐρωτηθῇ κἂν ἡ Βουλὴ περὶ αὐτοῦ;
§154ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ πίστωσις διὰ τὰ ταχυδρομεῖα δὲν ἀνέρχεται εἰς μόνον 12,000, ἀλλ’ εἰς 45,000. Ἐν σελίδι 3 ὁλόκληρον τὸ κεφάλαιον 7, ἀνερχόμενον εἰς 45,500 δραχμὰς, ἀφορᾷ ἔξοδα ὑπηρεσίας τῆς ἐν γένει ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, καὶ ταῦτα τὸ πλεῖστον καθ’ ὑπέρβασιν. Πότε δὲ τοῦτο; ἐν στιγμῇ, καθ’ ἣν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἔχομεν ἑτέραν πίστωσιν ἔκτακτον, πάλιν διὰ τὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν, δραχμῶν 33,300. Ἔχομεν ἑπομένως ἔκτακτον πίστωσιν τῶν ταχυδρομείων, καὶ ἑτέραν ἀναπληρωτικὴν δι’ ὑπέρβασιν δαπανῶν, αἵτινες ἀνέρχονται εἰς 79,000 δραχμάς.
§155Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προσωπικὸν καπνοκοπτηρίων 1237 ὑπέρβασις, δηλ. διωρίσθησαν περισσότερα πρόσωπα, παρ’ ὅσα ἀρχικῶς προσδιωρίσθησαν.
§156ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἀναπτυχθέντα, κύριε Πρόεδρε, ἄγουσιν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ Βουλή, πρὸς σχηματισμὸν πλήρους πεποιθήσεως, ἢ τοὐλάχιστον πρὸς ἐξάσκησιν πλήρους τοῦ ἐλέγχου ἐπὶ τῶν δαπανηθέντων χρημάτων πλέον τῶν προϋπολογισθέντων, ἔχει ἀνάγκην νὰ μελετήσῃ τοὺς πίνακας, καὶ διὰ τοῦτο ζητεῖ τὴν ἀναβολήν.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνεται ἡ ἀναβολὴ τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§158ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ζητεῖτε μόνος.
§160ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· πολλάκις ἐξηγήθη ὅτι, ὅστις ζητεῖ ὀνομαστικὴν κλῆσιν, ἔχει ὄπισθέν του τὸν ἀναγκαῖον ἀριθμόν.
§161ΦΛΕΣΣΑΣ. Τί θέλετε νὰ εἴπωμεν; ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ; Λοιπὸν δὲν εἶναι ἀπαρτία. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κκ. Βουλευτῶν).
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες 77. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτων πιστώσεων ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890 ἐκ δραχμῶν 625,000).
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτων πιστώσεων ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890 ἐκ δραχμῶν 5,285,520 καὶ περὶ συνομολογήσεως δανείου ἴσου ποσοῦ.
§164ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐκοινοποιήθη εἰς τὴν Βουλήν, συνοδευθὲν ὑπὸ ἐκθέσεως, ἥτις εἶναι κατὰ τοῦτο ἀξία λόγου, ὅτι κυροῖ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ Ἀντιπολίτευσις διὰ μακρῶν ἀνέπτυξε κατὰ τὰς δύο τελευταίας Συνόδους περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, ἰδίως καθόσον ἀφορᾷ τὸν στρατωνισμὸν καὶ τὴν νοσήλευσιν. Βλέπομεν εἰς τὴν ἔκθεσιν, ὅτι (ἀναγινώσκει) «αἱ ὑφιστάμεναι ἀπαραίτητοι ἀνάγκαι τῶν συνταγμάτων τοῦ πεζικοῦ, εἰς ὧν τὰς ἕδρας κατὰ τὸ πλεῖστον δὲν ὑπάρχουσι στρατῶνες, ὅπου δὲ ὑπάρχουσιν, οὗτοί εἰσιν ἀνεπαρκέστατοι καὶ ἀκαταλληλότατοι πρὸς στρατωνισμὸν ἀνδρῶν, ἀπαιτοῦσι πρὸς ἀνέγερσιν νέων κτιρίων καὶ συμπλήρωσιν τῶν ὑπαρχόντων δαπάνην ἐκ δραχμῶν 5,285,520.» Ἡ ὁμολογία αὕτη τῆς Κυβερνήσεως ἔρχεται νὰ κυρώσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ Ἀντιπολίτευσις διὰ μακρῶν ἀνέπτυξεν ἐνταῦθα. Δὲν θέλω εἰσέλθει εἰς ἄλλας λεπτομερείας, διότι βεβαίως δὲν λέγω ταῦτα, ὅπως ἱκανοποιήσω, οὕτως εἰπεῖν, τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ ἐμὲ αὐτὸν, ἐργασθέντα ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, καὶ ἀναπτύξαντα μετὰ τῶν συναδέλφων, ὅτι ἡ κατάστασις, εἰς ἣν εὑρίσκεται ὁ στρατὸς, εἶναι ὅλως ἀκατάλληλος, ὅλως ἀνάρμοστος εἰς στρατὸν ἔθνους πολιτισμένου. Δὲν ἔχομεν, παρὰ νὰ ἀναγνώσωμεν τὴν ἔκθεσιν, ὅπως ἴδωμεν τὰ γεγονότα ταῦτα ἀνομολογούμενα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Θέλω μόνον σταματήσει ἐπὶ μικρὸν εἰς τὰ τοῦ στρατιωτικοῦ νοσοκομείου. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὸ σχέδιον τοῦ νοσοκομείου, τὸ ὁποῖον εἶδον ἐνταῦθα, καίτοι δὲν συνοδεύεται δι’ ἐπαρκῶν πληροφοριῶν, ὅμως βεβαίως εἶναι κατὰ τὸ τελειότατον σύστημα. Τὸ σύστημα τῶν νοσοκομείων μετὰ περιπτέρων, ὅπερ κατὰ πρῶτον εἰσήχθη εἰς τὴν Εὐρώπην ἐν Γαλλίᾳ τῷ 1841 διὰ τῆς οἰκοδομῆς τοῦ νοσοκομείου Lariboisière, θεωρεῖται ἤδη ὡς τὸ κράτιστον σύστημα διὰ τὰ νοσοκομεῖα. Καὶ διὰ τοῦτο τὸ νέον νοσοκομεῖον Hôtel Dieu ἐν Παρισίοις, τὸ ὁποῖον ἐστοίχισε 40 ἑκατομμύρια φράγκων, θεωρεῖται ὡς μέγιστον ἀρχιτεκτονικὸν καὶ ἰατρικὸν λάθος, διότι τὸ νοσοκομεῖον ἐκεῖνο εἶναι μέγιστον μέγαρον κατὰ τὰ παλαιὰ συστήματα, τὰ ὁποῖα ἐκρίθησαν ὡς χείριστα. Τὸ ὑπ’ ὄψει μου σχέδιον στρατιωτικοῦ νοσοκομείου διὰ 500 κλίνας εἶναι τοῦ συστήματος τῶν περιπτέρων, ἀποτελεῖται ἀπὸ περίπτερα, τὰ ὁποῖα χωρίζονται ἀπ’ ἀλλήλων δι’ ἀποστάσεώς τινος, ἔχουσι δὲ μεταξὺ αὐτῶν χῶρον ἐκτεταμένον, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρίσκονται οἰκοδομήματά τινα, ἀφορῶντα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ νοσοκομείου. Λυποῦμαι, ὅτι δὲν εὗρον εἰς τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐκοινοποίησεν ἡ Κυβέρνησις, λεπτομερῆ τινα ἔκθεσιν ἢ ἄλλην πληροφορίαν περὶ τοῦ νοσοκομείου τούτου, τοῦ ὁποίου μᾶς ὑποβάλλεται μόνον τὸ διάγραμμα, τὸ ὁποῖον μᾶς δίδει πληροφορίας τινὰς, οἷον ὅτι ἕκαστον τῶν περιπτέρων τούτων θέλει ἔχει 32 κλίνας, ἀλλὰ δὲν μᾶς δίδει πληροφορίας λεπτομερεῖς οὔτε περὶ τοῦ ὕψους τῶν περιπτέρων, οὔτε περὶ τῆς ἀποστάσεως τῶν περιπτέρων τούτων μεταξὺ αὐτῶν, διότι ἡ ἀπόστασις, ἥτις συνήθως εἶναι 20 μέτρων, εἶναι ἐπαρκὴς, ὁσάκις τὸ ὕψος δὲν ἦναι ἀνώτερον τοῦ ἀριθμοῦ τούτου, δηλ. κανονίζεται ἡ ἀπόστασις κατὰ τὸ ὕψος. Ἐκτὸς τούτου δὲν ἔχομεν καὶ κἀμμίαν πληροφορίαν περὶ τοῦ συστήματος τῆς οἰκοδομικῆς, τὴν ὁποίαν θέλετε ἐφαρμόσει, διότι τοῦτο εἶναι οὐσιωδέστατον. Διότι, ἂν οἰκοδομήσητε ὅπως οἰκοδομοῦνται παρ’ ἡμῖν ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ δημόσια κτίρια καὶ μάλιστα τὰ στρατιωτικὰ κτίρια κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν, τὸ ὡραιότερον σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, θ’ ἀποτύχῃ. Ἐννοεῖται, ὅτι, ἂν τὸ κτίσητε μὲ τὴν οἰκοδομικὴν τὴν πενιχρὰν, τὴν κακὴν, τὴν τόσον εὐκόλως κορεννυμένην, τὴν ὁποίαν βλέπομεν εἰς τὰ στρατιωτικὰ κτίρια καὶ ἰδίως εἰς τοὺς στρατῶνας τοὺς παρὰ τοὺς Ἀμπελοκήπους, τὸ ὡραῖον αὐτὸ σχέδιον κακῶς θὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἄλλας πληροφορίας δὲν εὗρον, λ. χ. τὴν ἐκλογὴν τῆς θέσεως. Ἐσχάτως ἀνέγνων εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἐπιτροπὴ ἰδιοκτητῶν ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ ἐπρότεινεν εἰς αὐτὸν νὰ δωρήσῃ εἰς τὸν Βασιλέα ἢ τὸν Διάδοχον οἰκόπεδόν τι, καὶ ὅτι, ἐπειδὴ ὁ Διάδοχος ἢ ὁ Βασιλεὺς δὲν ἐννοοῦν νὰ οἰκοδομήσωσιν ἀλλοῦ τὸ μέγαρον τοῦ Διαδόχου, παρὰ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Ἡρώδου τοῦ Ἀττικοῦ, ἐγένετο σκέψις νὰ ἐγερθῇ τὸ νοσοκομεῖον ἐκεῖ. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τοῦτο τὸ ἀπέκρουσεν ὁ Πρωθυπουργὸς, διότι τοῦτο ἤθελε κάμει νὰ ναυαγήσῃ τὸ ὡραῖον τοῦτο σχέδιον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, διότι τὸ μέρος εἶναι ἀκαταλληλότατον. Βεβαίως θὰ οἰκοδομήσητε τὸ νοσοκομεῖον εἰς μέρος ὁπωσοῦν ὑψηλὸν, νομίζω δὲ, ὅτι ἔχετε τοιοῦτον χῶρον πρὸς τὸ μέρος τοῦ νοσοκομείου «Εὐαγγελισμοῦ». Ἀλλ’ ἐξ ὅσων γνωρίζω, ἐκ τῶν οἰκοπέδων, τὰ ὁποῖα διαθέτει ἡ Κυβέρνησις, βεβαίως μόνον τὰ πρὸς ἐκεῖνα τὰ μέρη εἶναι τὰ καταλληλότερα. Δὲν δύναμαι παρὰ νὰ εἴπω γενικά τινα, ἀφορῶντα εἰς τὴν ἔκφρασιν ἐλπίδος, ὅτι, ἀφοῦ τεθῶσι τὰ θεμέλια, ἡ οἰκοδομικὴ θὰ ἦναι ἀνάλογος πρὸς τὸν σκοπόν;.....
§165ΦΛΕΣΣΑΣ. Πρὸ ὀλίγου ἔφερον ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο ἐν ἀπαρτίᾳ. Μετὰ ταῦτα ἔτρεξαν δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ καὶ ἔφεραν τοὺς Βουλευτὰς καὶ εὑρέθημεν ἐν ἀπαρτίᾳ. Ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι καὶ πάλιν δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ· πρέπει δὲ νὰ ἦναι ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ, ὅταν ψῃφίζῃ πιστώσεις. Πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. Μοῦ εἶναι ἀδιάφορον, ἂν θὰ φέρωσι πάλιν τοὺς Βουλευτὰς δι’ ἁμαξῶν. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος).
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες 76. Ὁ κ. Τυπάλδος παρακαλεῖται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν διακοπεῖσαν ἀγόρευσίν του.
§167ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Προτιθέμενος νὰ συνεχίσω τὴν ἀγόρευσίν μου κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μοὶ φέρῃ συμπληρωτικάς τινας πληροφορίας, τὰς ἑξῆς: εἰς ποῖον μέρος θὰ ἀνεγερθῇ τὸ Νοσοκομεῖον, πόσον χῶρον θὰ περιλάβῃ καὶ ποῖον σύστημα οἰκοδομικῆς θὰ ἔχῃ, ποῖον σύστημα ἀερισμοῦ, καθὼς καὶ τὸν κυβισμὸν τῶν δωματίων. Περιμένομεν αὔριον τὰς λεπτομερείας ταύτας.
§168ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, προηγουμένως κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου εὑρέθησαν 76 Βουλευταὶ παρόντες. Ἀλλ’ ἤδη εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, διότι ἀνεχώρησαν οἱ κ. κ. Δηλιγιάννης καὶ Σωτηρόπουλος, οἱ ὁποῖοι προηγουμένως ἦσαν ἐνταῦθα. Λοιπὸν παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ ἐκ νέου ὁ κατάλογος. (Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου· ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐκφώνησιν τῶν ὀνομάτων τῶν κ. κ. Βουλευτῶν ἐγερθέντος θορύβου ἐκ φιλονικείας τινῶν Βουλευτῶν καὶ ἐπελθούσης ἐκ ταύτης συμπλοκῆς, διακόπτεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου).
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 μ. μ.