| 2045 | Χαρίλ. Τρικούπης | Ο | Δ. Πετρίδης | ||
| 2046 | Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | ||
| 2047 | Γ. Σισμάνης | Ο | Θ. Π. Δηλιγιάννης | Ν | |
| 2048 | Δ. Βουλπιώτης | Ο | Θ. Β. Δηλιγιάννης | ||
| 2049 | Ἀθ. Ἴσχος | Χρ. Χριστόπουλος | |||
| 2050 | Ν. Καλαντζόπουλος | Φίλιπ. Βάρβογλης | |||
| 2051 | Ἐπ. Σαχελλαρόπουλος | Ἠλ. Φλέσσας | |||
| 2052 | Μ. Γουλιμῆς | Ο | Κ. Κωνσταντόπουλος | ||
| 2053 | Μ. Ἰατρίδης | Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | |||
| 2054 | Δ. Χατζόπουλος | Π. Μανέτας | |||
| 2055 | Γ. Μίλησης | Ι. Ἀντωνόπουλος | |||
| 2056 | Σπ. Νοταρᾶς | Ἠλίας Παλαμήδης | Ο | ||
| 2057 | Γ. Κούστας | Κ. Κατσικόπουλος | |||
| 2058 | Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος | Ο | Δ. Ζέγγελης | Ο | |
| 2059 | Σωτ. Δανόπουλος | Ο | Δ. Ν. Βότσαρης | Ο | |
| 2060 | Ἀναστ. Δημητριάδης | Ο | Κ. Καραπάνος | Ν | |
| 2061 | Μιχ. Νικηφοράκης | Ο | Γ. Παχύς | Ο | |
| 2062 | Στέφ. Δραγούμης | Ο | Δημοσθ. Καΐρης | Ο | |
| 2063 | Δ. Ράλλης | Ν | Νικ. Κρίσπης | ||
| 2064 | Ἀνδρ. Ψύλλας | Ο | Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς | ||
| 2065 | Φωκίων Νέγρης | Ο | Ἰωάν. Γκιὼν | Ο | |
| 2066 | Ι. Γεωργαντᾶς | Κ. Κοσσονάκος | Ο | ||
| 2067 | Ν. Μπουφίδης | Ο | Γ. Μαυρομιχάλης | ||
| 2068 | Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ο | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | Ν | |
| 2069 | Δημ. Καλλιφρονᾶς | Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ο | ||
| 2070 | Δημ. Ἀλεβίδης | Νικήτ. Βαρβιτσιώτης | Ο | ||
| 2071 | Ὄθων Μακρυγιάννης | Ο | Λεων. Καπετανάκος | Ο | |
| 2072 | Τρύφων Μουτσόπουλος | Ο | Ξανθὸς Πικουλάκης | Ο | |
| 2073 | Θάνος Κανακάρης | Γ. Πετροπουλάκης | |||
| 2074 | Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Κων. Παπαμιχαλόπουλος | Ν | ||
| 2075 | Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ν | Ἰων. Καρτάλης | ||
| 2076 | Α. Φωτήλας | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ο | ||
| 2077 | Ἀνδρ. Αὐγερινὸς | Ο | Εὐάγγ. Σταμούλης | Ο | |
| 2078 | Ἀντ. Ῥικάκης | Ν | Ν. Κοκωσλῆς | ||
| 2079 | Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ν | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ο | |
| 2080 | Ι. Κρεστενίτης | Κων. Μαρκίδης | Ο | ||
| 2081 | Ν. Κουμανιώτης | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλο. | Ο | ||
| 2082 | Χρ. Στεφανόπουλος | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ο | ||
| 2083 | Α. Ζαΐμης | Ν | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ο | |
| 2084 | Ἀρ. Κοντογούρης | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ο | ||
| 2085 | Ν. Καλογερόπουλος | Ο | Ἀχιλ. Λογιωτάτου | ||
| 2086 | Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Σωτήριος Σωτηρόπουλος | Ν | ||
| 2087 | Ν. Παπανικολάου | Κωνστ. Κουμουνδοῦρος | |||
| 2088 | Ν. Καφετζόγλους | Ο | Περικλῆς Πεῤῥώτης | Ν | |
| 2089 | Ι. Πεζᾶς | Δημήτριος Τζάνες | Ο | ||
| 2090 | Κ. Σινέλης | Ο | Περικλῆς Μποῦτος | Ο | |
| 2091 | Β. Βουδούρης | Ο | Παναγιώτης Σάκκης | ||
| 2092 | Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Ο | Νικόλαος Παπαλέξης | Ο | |
| 2093 | Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο | Νικόλαος Μισυρλῆς | ||
| 2094 | Ἀναστ. Λούντζης | Ο | Ν. Καράπαυλος | Ο | |
| 2095 | Διον. Λομβάρδος | Ο | Ἀσημάκης Χριστόπουλος | ||
| 2096 | Γ. Θεοτόκης | Ο | Εὐστάθιος Κοκκέβης | Ο | |
| 2097 | Κ. Βασιλάκης | Δημήτριος Κάρτσωνας | |||
| 2098 | Ἀντ. Καποδίστριας | Δημήτριος Π. Γουδῆς | Ο | ||
| 2099 | Νικολ. Βασιλάκης | Σ. Χατζηγάκης | |||
| 2100 | Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | Κ. Ζωγλοπίτης | Ο | ||
| 2101 | Πολυχ. Β. Κωνσταντᾶς | Ν | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ο | |
| 2102 | Σπυρ. Ἀλαμάνος | Ι. Φραγκίδης | Ο | ||
| 2103 | Θεόφ. Προβατᾶς | Α. Ταχιατζῆς | Ο | ||
| 2104 | Γ. Σκάρπας | Ο | Γ. Τάκης | ||
| 2105 | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Ν. Ταρμπάζης | |||
| 2106 | Ἀγαμ. Μεταξᾶς | Ο | Ζ. Ψαλιάγκας | ||
| 2107 | Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Ο | Σταμάτιος Μπουντούρης | Ο | |
| 2108 | Νικ. Βαλσαμάκης | Θεόδωρος Γκίκας | Ο | ||
| 2109 | Γερ. Μουσούρης | Ο | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | Ο | |
| 2110 | Παν. Βενιεράτος | Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ο | ||
| 2111 | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ο | ||
| 2112 | Γεώργ. Κόρπας | Ν. Κοντογιάννης | |||
| 2113 | Στέφ. Σκουλούδης | Ο | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο | |
| 2114 | Ἀλοΐσιος Τόμαν | Γ. Λιδωρίκης | Ο | ||
| 2115 | Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ο | Κ. Χατζῖσκος | ||
| 2116 | Νικ. Νομικός | Ο | Δ. Ζουλούμης | ||
| 2117 | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ο | Κ. Ἀναγνωστόπουλος | ||
| 2118 | Γεώργ. Μπούμπουρας | Ο | Θεμιστοκλῆς Κανάρης | ||
| 2119 | Λωρέντζος Δελαρόκας |
1890.04.30
2,939 rows · 21,999 words · 1 table · 164 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 32
τῆς 30 Ἀπριλίου 1890.
(Δευτέρα)
Ὥρᾳ 4 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλοὶ κάτοικοι Νησίου τῶν Καλαμῶν παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως Γυμνασίου ἐν Νησίῳ. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων Κούκουρα, Βολάντζης, Στρέφι κλπ. παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ὅπως πραγματοποιηθῇ ἡ σχεδιασθεῖσα γραμμὴ τοῦ σιδηροδρόμου ἀπὸ Πύργου εἰς Ὀλυμπίαν, χωρὶς νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἀρχικὸν σχέδιον. Ὁ κ. Κωνσταντᾶς ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§2ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἔχω, Κύριοι, καθῆκον ἀπαράβατον, νὰ ἐκπληρώσω ἀπὸ τοῦ βήματος ὑπόσχεσιν, δοθεῖσαν πρὸς τὴν Ἰόνιον Τράπεζαν συνεπείᾳ τῆς γνωστῆς περὶ αὐτῆς ἐπερωτήσεώς μου, γενομένης πρὸ τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα, καὶ διὰ τοῦτο εὐχαρίστως ἔρχομαι σήμερον νὰ ἐκτελέσω τὸ καθῆκον τοῦτο. Μετὰ τὴν ἐξασκηθεῖσαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἠθικὴν πίεσιν ἡ Ἰόνιος Τράπεζα ἤρξατο τὴν χορήγησιν νέων ἀγροτικῶν δανείων εἰς τοὺς χωρικοὺς Κερκύρας, ἀλλὰ μὲ τρόπον ἐμφαίνοντα δυσμένειαν, στενοχωρίαν καὶ προσπάθειαν νὰ περιστείλῃ ὅσον ἔνεστι πλειότερον τὸν κύκλον τῶν ὑποχρεώσεών της, ὡς ἀπεδείχθη ἐκ τῆς συμπεριφορᾶς της. Κατὰ τὴν Μεγάλην Ἑβδομάδα τῶν Παθῶν διὰ τῶν Δημάρχων προσεκάλεσε πάντας τοὺς χωρικούς, τοὺς μὴ ἔχοντας πρὸς αὐτὴν καθυστεροῦντα, ὅπως συνάψωσι νέα δάνεια ἀγροτικὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προεξοφλητηρίων τῶν προγενεστέρων δανείων καὶ τῆς πιστοποιήσεως ταὐτότητος καὶ φερεγγυότητος ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου εἰδικοῦ παρέδρου. Τὴν προδήλωσιν ταύτην ἐθεώρησαν οἱ χωρικοὶ ὡς σωτηρίαν των, διότι συνέπιπτον αἱ καλλιέργειαι τῶν ἀμπέλων καὶ αἱ μεγάλαι ἑορταὶ τοῦ Πάσχα, ἡ δὲ προηγουμένη ἄρνησις τῆς Τραπέζης ἠνάγκαζεν αὐτοὺς νὰ προπωλῶσι τὰ προϊόντα των εἰς τιμὰς εὐτελεστάτας, δὲν ἠδύναντο δὲ νὰ δανεισθῶσι παρὰ ἰδιωτῶν μὲ τόκον ὀλιγώτερον τῶν 50% τὰ εἰς αὐτοὺς ἀναγκαιοῦντα χρήματα. Προσῆλθον λοιπὸν πάντες εἰς τὰ γραφεῖα τῆς Τραπέζης, φέροντες τὰ διαταχθέντα ἔγγραφα, καὶ δανεισθέντες τὰ ἔξοδα τῆς μεταβάσεώς των εἰς τὴν πόλιν, ἤλπιζον νὰ πληρώσωσιν αὐτὰ ἐκ τοῦ συναφθησομένου ἀγροτικοῦ δανείου. Ἀλλ’ ἡ ἀπελπισία αὐτῶν ὑπῆρξεν ἀπερίγραπτος, ὅταν εἶδον τὴν Τράπεζαν χωρίζουσαν αὐτοὺς εἰς πρόβατα καὶ εἰς ἐρίφια, καὶ θέτουσαν τοὺς μὲν ἐκ δεξιῶν, τοὺς δὲ ἐξ εὐωνύμων, διότι τοὺς μὲν πληρώσαντας τὰ χρέη των κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος ἐντὸς εἴκοσιν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς λήξεως ἐθεώρει ἀξιοχρέους νὰ λάβωσι νέον δάνειον, τοὺς δὲ κατὰ πρῶτον ἐμφανιζομένους, ὅπως λάβωσι δάνειον, τοὺς μὴ ὄντας συνδεδεμένους μὲ τοὺς ἀρχαίους συναιτέρους, καὶ τοὺς πληρώσαντας βραδύτερον, ἀπέπεμπεν, ὡς ἀναξίους τῆς πίστεως αὐτῆς. Καὶ μολονότι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ Τράπεζα νὰ κάμνῃ τὰς διακρίσεις ταύτας, οὐχ ἧττον ὤφειλε τοὐλάχιστον νὰ προειδοποιήσῃ αὐτοὺς νὰ μὴ ἔλθωσιν εἰς τὴν πόλιν καὶ ὑποστῶσι τοσαῦτα ἔξοδα καὶ τοσαύτην περιφρόνησιν. Ἀπηλπισμένοι κατέφυγον εἰς ἐμὲ, κατοικοῦντα πλησίον εἰς τὴν Τράπεζαν, ἐξαναγκάζοντές με, ὅπως μεταβῶ εἰς αὐτὴν καὶ προστατεύσω τὰ δίκαια παράπονά των. Δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀρνηθῶ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μου, καὶ διὰ τοῦτο μετέβην ἀμέσως παρ’ αὐτῇ, ἀλλ’ ὁ Διευθυντὴς τοῦ ἐν Κερκύρᾳ Καταστήματος τῆς Τραπέζης ταύτης, προτοῦ ἐκφράσω τὸν σκοπὸν τῆς ἐμφανίσεώς μου, μοὶ παρέστησε τὴν μεγάλην ἀγανάκτησιν τῶν ἐν Λονδίνῳ διευθυντῶν, δι’ ὅσα εἶπον κατ’ αὐτῆς ἐν τῇ ἐπερωτήσει μου πρὸ τῶν διακοπῶν τοῦ Πάσχα. Εἰς τὴν ἀγανάκτησιν τῶν κυρίων τούτων ἀπήντησα, ὅτι, ἐὰν δὲν εὐχαριστοῦντο νὰ ἐργάζωνται ἐν Ἑπτανήσῳ, ἐκπληροῦντες τὰς νομίμους αὐτῶν ὑποχρεώσεις, ἂς κλείσωσι τὴν Τράπεζάν των, ἡμεῖς δὲ εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ ἱδρύσωμεν Τράπεζαν Ἑλληνικὴν, δυναμένην νὰ ἐξοφλήσῃ τὰς ἀπαιτήσεις αὐτῶν, καὶ νὰ χορηγῇ δάνεια εἴς τε τὴν γεωργίαν, τὴν βιοτεχνίαν, τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ τὴν ἐμπορίαν μὲ ὅρους συμφέροντας καὶ ἐπιεικεστάτους, ὅτι ὅμως, ἐνόσῳ ὠφελοῦνται ἐκ τῶν συμβάσεων, ὀφείλουσι νὰ δώσωσι λόγον διὰ τὴν δυστροπίαν αὐτῶν εἰς τὴν χορήγησιν δανείων εἰς τοὺς χωρικούς, διὰ τὰ ὁποῖα εἶναι ῥητῶς ὑποχρεωμένοι. Εἶναι δὲ παράλογοι καὶ παράνομοι καὶ κακῆς πίστεως οἱ ἰσχυρισμοὶ αὐτῶν, ὅτι οἱ πρώτην φορὰν ἐμφανιζόμενοι δὲν δύνανται νὰ λάβωσι δάνεια ἀγροτικά, οὔτε οἱ μὴ ἀποτελοῦντες τὸν ἀρχαῖον συνεταιρισμὸν αὐτῶν καὶ οἱ μὴ πληρώσαντες ἐντὸς τῶν εἴκοσι πρώτων ἡμερῶν μετὰ τὴν λῆξιν τῆς προθεσμίας. Οὐδεὶς νόμος στερεῖ τοὺς μὴ λαβόντας προηγουμένως ἀνάγκην τῆς Τραπέζης τοῦ δικαιώματός των νὰ λάβωσι δάνειον ὡς ἡ ἀνάγκη μεταγενεστέρως παρουσιασθῇ. Οὐδεὶς νόμος καθιστᾷ αἰωνίως ἀλληλενδέτους τοὺς ἅπαξ μόνον δανεισθέντας, οὔτε ἀθανάτους, διὰ νὰ μὴ δύνανται νὰ ἀναπληρῶνται ὑπὸ νεωτέρων. Οὔτε οἱ βραδύτερον πληρώσαντες ἔβλαψαν τὴν Τράπεζαν, ἢ ἀπώλεσαν τὴν πίστιν των, διότι οἱ χωρικοὶ δὲν εἶναι ἔμποροι, ἀγοράζοντες διὰ τῶν ἀγροτικῶν δανείων ἐμπορεύματα, διὰ νὰ μεταπωλήσωσιν αὐτὰ ἐγκαίρως, ὅπως πληρώσωσιν αὐτὴν ἐμπροθέσμως. Οἱ γεωργοὶ διὰ τῶν ἀγροτικῶν δανείων καλλιεργοῦσι τὴν γῆν, ἥτις ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶναι δύστροπος εἰς τὴν ἀπόδοσιν τοῦ κεφαλαίου τῆς καλλιεργείας, δίδει δὲ αὐτὸ ἀσφαλῶς, ἀλλὰ βραδέως, ὡς συνέβη κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅπερ ἦτο εὐτυχὲς καὶ εὔπορον. Κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἅπαντα τὰ δάνεια ἔληγον τὸν Δεκέμβριον, Ἰανουάριον, Φεβρουάριον ἢ τὸν Ἀπρίλιον, ἀλλ’ ὁ ἐλαιόκαρπος, ὅστις ἦτο ὁ κύριος πόρος τῆς πληρωμῆς τῶν δανείων, ἤρξατο νὰ πίπτῃ καὶ νὰ συλλέγηται τὸν Μάρτιον, Ἀπρίλιον, Μάϊον καὶ ἐν μέρει τὸν Ἰούνιον, αἱ καλλιέργειαι τῶν ἀμπέλων ἀπησχόλουν τοὺς ἐργάτας, τὰ ἐλαιοτριβεῖα δὲν ἐπήρκουν, τὸ ἔλαιον εἶχε τιμὰς εὐτελεστάτας, ἴσας δηλαδὴ μὲ τὸ ἥμισυ τῆς συνήθους ἀξίας, διότι ἠγοράζετο εἰς τὰς τριάκοντα ἢ τριάκοντα πέντε χαρτίνας δραχμάς, καὶ συνέφερεν εἰς τὸν γεωργὸν νὰ πληρώσῃ διπλάσιον τόκον ὑπερημερείας ἢ νὰ καταστρέψῃ τὸ οἰκονομικὸν μέλλον τῆς οἰκογενείας του, πωλῶν τὰ προϊόντα του εἰς τιμὰς εὐτελεστάτας. Παραστάσεις ἐγένοντο περὶ τούτου, καὶ ἡ Τράπεζα ἀνεγνώρισε τὴν ἀνάγκην, καὶ ἀνέλαβεν αὐθόρμητος τὰς πληρωμάς, μέχρις οὗ ὑψωθῶσιν αἱ τιμαί. Ἐκ τούτου σπουδαίως ὠφελήθη, διότι εἰσέπραξε τόκους διπλασίους. Οὔτε βλάβη λοιπὸν ἐπῆλθεν, οὔτε κακὴ πίστις τῶν ὀφειλετῶν ὑπηγόρευσε τὴν βραδύτητα τῶν πληρωμῶν. Οἱ τοιοῦτοι ἰσχυρισμοὶ προέρχονται ἢ ἐξ ἀγνοίας τῶν περιπετειῶν τῆς κοινωνίας, ἢ ἐκ προϊόντων προθέσεως οὐδόλως ἀγαθῆς, ἀποδεικνύοντες ἐχθρότητα κατὰ τῆς οἰκονομικῆς εὐεξίας τῆς τάξεως τῶν γεωργῶν, ἥτις ἤρξατο ν’ ἀναφαίνηται μετὰ τὴν χορήγησιν τῶν μικρῶν πιστώσεων ἐξ ἀγροτικῶν δανείων. Προσέθηκα δὲ, ὅτι τὸ μέτρον τῆς Τραπέζης, νὰ εἰσπράττῃ ὡς νόμιμον διπλάσιον τόκον ὑπερημερίας, ἦτο ἄδικον καὶ παράνομον, διότι ὁ νόμιμος τόκος τῆς συμβάσεως εἶναι ἐπὶ μὲν ἀγροτικῶν δανείων 5%, ἐπὶ δὲ κτηματικῶν 7%, καὶ ἐπὶ ἐμπορικῶν 9%. Πεισθείς, φαίνεται, ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων μου ὁ Διευθυντής, μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι δὲν θέλει πλέον εἰσπράξει τόκον ὑπερημερίας μείζονα τῶν 5%, καὶ ὅτι ἐντὸς δέκα ἡμερῶν τὸ πολὺ θέλει παύσει ἡ δυσχέρεια αὕτη, καὶ ὅτι ἄνευ διακρίσεως θέλει χορηγήσει εἰς ἅπαντας τοὺς χωρικούς, τοὺς μὴ ὀφείλοντας, δάνεια ἀγροτικά. Μὲ παρεκάλεσε δὲ νὰ ἀναγγείλω τοῦτο εἰς τοὺς χωρικούς, ὅπως ἡσυχάσωσιν, ὅπερ εὐχαρίστως ἔπραξα. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ ὑπόσχεσις τοῦ Διευθυντοῦ ἐξετελέσθη μόνον ὡς πρὸς τὸν τόκον, καὶ ὡς πρὸς τοὺς πληρώσαντας ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας, διὰ δὲ τοὺς λοιποὺς ἀπαιτεῖ τέταρτον ἐγγυητὴν, κάτοικον τῆς πόλεως, ἔστω καὶ ἀνέστιον, ὅπερ ἢ καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν σύναψιν ἀγροτικῶν δανείων διὰ τοὺς μὴ γνωρίζοντας τοὺς κατοίκους τῆς πόλεως, ἢ ἀναβιβάζει τὸν τόκον ἀπὸ 5 εἰς 30% διὰ τῆς χορηγουμένης ἀμοιβῆς εἰς τὸν δεχόμενον κάτοικον τῆς πόλεως νὰ ἐγγυηθῇ διὰ τοὺς χωρικούς. Τοῦ μέτρου δὲ τούτου, ὡς προφανῶς παρανόμου, ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀπαιτήσῃ τὴν παῦσιν, καὶ νὰ ἐξαναγκάσῃ τὴν Τράπεζαν νὰ ἐφαρμόζῃ εἰς ἅπαντας τοὺς γεωργοὺς τὸ αὐτὸ μέτρον, ὅπερ ὁρίζεται ὑπὸ τῆς συμβάσεως. Ὁ Διευθυντὴς ἐπεχείρησε νὰ δικαιολογήσῃ τὰς παραβάσεις τῆς Τραπέζης, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι αὐτῶν δὲν εἶναι αἴτιος ἡ Τράπεζα, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ σύμβασις, ἥτις εἶναι ἀνεπίδεκτος ἐκτελέσεως, διότι πολλὰ μέρη αὐτῆς εἶνε ἀντιφατικά· καὶ ὡς παράδειγμα μοὶ ἔφερεν, ὅτι, ἐνῷ δὲν ὁρίζει τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως τῆς φερεγγυότητος τοῦ ὀφειλέτου, συγχρόνως δὲν παρέχει τὰ μέσα τῆς ἐκτελέσεως εἰς τὴν Τράπεζαν, ἥτις πολλάκις ἠναγκάσθη νὰ πληρώσῃ ἑκατὸν πεντήκοντα δραχμὰς, διὰ νὰ συλλάβῃ ἕνα δυστροποῦντα ὀφειλέτην, καὶ ὅτι κατὰ συνέπειαν ἡ Τράπεζα, μὴ ἔχουσα φραγμὸν, καὶ πιεζομένη ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, θεωρεῖ ἐν τῷ δικαιώματί της ὡς ἀναξιοχρέους ὅσους αὐτὴ νομίζει τοιούτους. Μοὶ ὑπέδειξε δὲ, ὅτι εἶχεν ἐντολὴν νὰ διαπραγματευθῇ τὴν πρακτικωτέραν μεταῤῥύθμισιν τῆς ἰσχυούσης συμβάσεως, πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων τῶν χωρικῶν καὶ τῆς Τραπέζης, παρακαλέσας με συγχρόνως νὰ ὑποδείξω ἐγὼ τὰ μέτρα ταῦτα καὶ γενόμενα δεκτὰ ὑπὸ τῆς Τραπέζης, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Ἀπήντησα ἀμέσως, ὅτι ἡ σπουδαιοτέρα δυσκολία τῆς εἰσπράξεως δὲν προκύπτει ἐκ τῆς ἀτελείας τῆς συμβάσεως ἢ τῶν νόμων τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐκ τῆς παραβάσεως τῆς συμβάσεως, διότι θεωρήσασα ἡ Τράπεζα ἀλληλεγγύους πάντας τοὺς κατοίκους τῶν χωρίων ὡς πρὸς τὴν φερεγγυότητα, καὶ μὴ χορηγοῦσα δάνεια εἰς τοὺς πληρώσαντας τὰς ὀφειλάς των, ἐὰν πάντες οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων μέχρις ἑνὸς δὲν πληρώσωσι τὰ δάνειά των, ἠνάγκασε πολλοὺς νὰ ὦσιν ἐπιφυλακτικοὶ εἰς τὰς πληρωμάς, ἵνα μὴ μείνωσιν ἄνευ χρημάτων, ἐν περιπτώσει μὴ προσελεύσεως ὅλων τῶν συγχωρίων εἰς τὸ νὰ ἐξοφλήσωσι τὰ χρέη των. Τὴν ἀλήθειαν ταύτην παρεδέχθη ὁ Διευθυντής, προσθέσας, ὅτι οἱ δυνάμενοι νὰ ἐμπορεύωνται διὰ χρημάτων τῆς Τραπέζης, προστοιχοῦντες τὰ εἰσοδήματα τῶν χωρικῶν, κατώρθωσαν νὰ χορηγηθῶσι δάνεια εἰς ἀνθρώπους των, ἵνα μὴ πληρώσωσιν αὐτὰ, καὶ κατὰ συνέπειαν στερηθῇ ὅλον τὸ χωρίον τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Τραπέζης. Ἠρνήθην δὲ νὰ ἔλθω εἰς διαπραγματεύσεις περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῆς συμβάσεως, εἰπὼν, ὅτι τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ Νόμοι τοῦ Κράτους ἁρμοδίαν πρὸς τοῦτο κατέστησαν τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις οὐδὲν μέτρον θέλει δεχθῆ ὁριστικῶς, προτοῦ ἀκούσῃ καὶ τὴν γνώμην τῶν ἁρμοδίων Βουλευτῶν, ἤτοι τῶν ἐξ Ἑπτανήσου. Μοὶ ἀπήντησεν ὅμως ὁ Διευθυντὴς, ὅτι μετὰ τὴν ἐπερώτησίν μου ἡ Τράπεζα δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν τῶν διαπραγματεύσεων, καὶ ὅτι ἦτο ἀνάγκη ὁ ἐπερωτήσας Βουλευτὴς νὰ ὑποβάλῃ διὰ τῆς Βουλῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς σκέψεις τῆς Τραπέζης, ὅπως ἡ Κυβέρνησις λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν τῶν διαπραγματεύσεων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σκέψεων τούτων. Ἰδὼν ὅτι ἐπρόκειτο ἁπλῶς περὶ τύπων καὶ φιλοτιμίας, ἐδέχθην νὰ πράξω τοῦτο, ἀφοῦ μάθω τί θέλει καὶ τί δὲν θέλει ἡ Τράπεζα· καὶ αὕτη εἶναι ἡ ὑπόσχεσις, ἡ ὑπ’ ἐμοῦ εἰς τὴν Τράπεζαν δοθεῖσα, ὡς ἐν ἀρχῇ εἶπον. Πρώτη λοιπὸν σκέψις ἦτο τῆς φερεγγυότητος ὁ προσδιορισμός. Ἡ φερεγγυότης τῶν γεωργῶν εἶναι ἀνάλογος τῆς ἠθικότητος καὶ τῆς ἐργατικότητος αὐτῶν, ἡ δὲ ἐργατικότης προσδιορίζεται ἐκ τῶν καλλιεργουμένων ὑπ’ αὐτῶν κτημάτων. Τὰ στοιχεῖα ὅμως ταῦτα εἶναι γνωστὰ εἰς μόνην τὴν Ἀρχὴν, ἥτις συμβιοῖ μετὰ τῶν γεωργῶν, ἤτοι εἰς τὸν εἰδικὸν πάρεδρον. Κατὰ συνέπειαν ἡ φερεγγυότης δέον νὰ πιστοποιῆται ὑπὸ τῶν εἰδικῶν παρέδρων. Ἀνάγκη ὅμως νὰ ἀσφαλισθῇ καὶ ἡ Τράπεζα καὶ ὁ γεωργὸς ἐκ τῆς ἀρνήσεως τῶν εἰδικῶν παρέδρων νὰ χορηγῶσι πιστοποιητικὸν, καὶ ἐκ τοῦ ψεύδους, ὅπερ ἐνδεχόμενον νὰ ἐπικρατήσῃ, διὰ λόγους πολλοὺς, εἰς τὴν πιστοποίησιν ταύτην. Ἐγγυήσεις κατὰ τῶν παρεκτροπῶν τούτων εἶναι ἀρκοῦσαι αἱ ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου ἐπιβαλλόμεναι ποιναὶ εἰς τὴν ψευδῆ πιστοποίησιν καὶ εἰς τὴν ἄρνησιν ὑπηρεσίας. Παρετηρήθη, ὅτι ἐπιτροπὴ κοινοτικὴ ἤθελε παρέχει μείζονας ἐγγυήσεις ἢ ὁ εἰδικὸς τῶν χωρίων πάρεδρος, ὅστις συνήθως δὲν παρέχει μέγα ἐχέγγυον τῆς συνειδήσεως τῶν πράξεών του. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο δέον προηγουμένως νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ ὁ περὶ διοικήσεως τῶν Κοινοτήτων νόμος ΑΡΠ, ὁ ἰσχύων εἰς πολλὰ μέρη τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, μέχρις ὅμως ἐκλογῆς κοινοτικῆς ἐπιτροπῆς, ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ γίνηται χρῆσις πιστοποιητικῶν τῶν εἰδικῶν παρέδρων. Δευτέρα σκέψις ἦτο ἡ ὑποχρέωσις τῆς Τραπέζης εἰς τὴν χορήγησιν δανείων ὑποχρεωτικῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πιστοποιητικοῦ φερεγγυότητος ἢ ἐντὸς τῶν ὁρίων αὐτῶν. Ὡρίσθη κατὰ γενικὸν κανόνα, ὅτι μέχρι ἐξοφλήσεως τῶν παλαιῶν δανείων δὲν δύναται νὰ χορηγηθῇ νέον, ὅτι ἡ ἐξόφλησις τῶν παλαιῶν δανείων δύναται νὰ γίνῃ καὶ διὰ τριῶν ἐτησίων δόσεων ἐντόκως, καὶ ὅτι εἰς μόνον τὸν ἐξοφλοῦντα τὸ δάνειόν του, εἴτε ἅπαξ, εἴτε εἰς τρεῖς ἐτησίας δόσεις, ἐμπροθέσμως, ὑποχρεοῦται ἡ Τράπεζα νὰ χορηγῇ δάνειον ἀγροτικὸν κατὰ πᾶσαν ὥραν τοῦ ἔτους. Εἰς τὸν δυστροποῦντα εἶναι δίκαιον ἡ Τράπεζα νὰ ἀρνῆται πίστωσιν ἐπὶ δύο τοὐλάχιστον ἔτη μετὰ τὴν ἐκπρόθεσμον ἐξόφλησιν τοῦ δανείου, ἵνα οὕτω καθίστανται προσεκτικοὶ οἱ ὀφειλέται εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών των. Πολὺ μᾶς ἀπησχόλησεν ἡ τρίτη σκέψις, ἡ ἀφορῶσα τὴν συνομολόγησιν τῶν γραμματίων. Μέχρι τοῦδε ἔρχεται ὁ συνεταιρισμὸς τριῶν ἀτόμων εἰς τὴν πόλιν, κάμνει πρότασιν δανείων, ἀποφασίζει τὸ Συμβούλιον τῆς Τραπέζης, καὶ μετὰ ταῦτα, γενομένης τῆς προτάσεως δεκτῆς, στέλλεται ὁ συναιτερισμὸς ἐνώπιον Συμβολαιογράφου, ἔνθα συντάσσεται συμβόλαιον μεταξὺ Τραπέζης καὶ Συνεταιρισμοῦ, μεταβαίνει ὁ Συμβολαιογράφος πρὸς ὑπογραφὴν εἰς τὴν Τράπεζαν, καὶ μετὰ ταῦτα λαμβάνει τὰ χρήματα ὁ Συνεταιρισμός. Πολλάκις ὁ μὲν Συμβολαιογράφος δὲν γνωρίζει τὰ πρόσωπα καὶ ἔχει ἀνάγκην εὑρέσεως μαρτύρων τῆς ταὐτότητος αὐτῶν, ἡ δὲ Τράπεζα δὲν εὐκαιρεῖ νὰ ὑπογράψῃ, συνεπείᾳ συσσωρεύσεως πλείστων ἐγγράφων πρὸς ἐξέλεγξιν καὶ πρὸς ὑπογραφὴν, ἡ δὲ διαμονὴ τοῦ Συνεταιρισμοῦ ἐν τῇ πόλει παρέλκεται ἐπὶ πλείστας ἡμέρας καὶ τὸ δάνειον δαπανᾶται εἰς τὴν διατροφήν. Ἐκτὸς τούτων, ἔνιοι τῶν Συμβολαιογράφων, ὠφελούμενοι ἐκ τῆς ἁπλοϊκότητος τῶν χωρικῶν, λαμβάνουσιν ὡς ἀμοιβὴν πέντε καὶ πλέον ἐνίοτε τοῖς ἑκατόν. Πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ἀτόπων τούτων προετάθη ὑπ’ ἐμοῦ ἕτερον σύστημα. Ἀφοῦ τὸ δάνειον εἶναι ὑποχρεωτικὸν διὰ τὴν Τράπεζαν, ἐὰν ἐξοφληθῇ τὸ παλαιὸν καὶ ἐντὸς τῆς φερεγγυότητος, κατὰ βούλησιν τοῦ δανειζομένου, δὲν βλάπτεται ἡ Τράπεζα, ἐὰν τὰ γραμμάτια συντάσσωνται μονομερῶς ἐνώπιον Συμβολαιογράφου τῆς κατοικίας τοῦ δανειζομένου, ἔνθα ἡ ταὐτότης εἶναι γνωστὴ, καὶ δὲν δύναται νὰ πραχθῇ ἔγκλημα ὡς πρὸς τοῦτο, ὡς πολλάκις συνέβη ἐν τῇ πόλει. Τὸ γραμμάτιον δέον νὰ συντάσσηται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πιστοποιητικοῦ φερεγγυότητος καὶ τοῦ προεξοφλητηρίου τοῦ παλαιοῦ δανείου, ἵνα μὴ λαμβάνῃ χώραν πλάνη, ὡς πρὸς τὴν συνομολόγησιν δανείου παρ’ ἀνθρώπων μὴ ἐχόντων τὸ δικαίωμα εἰς συνομολόγησιν δανείου ἢ μείζονος ποσοῦ. Πρὸς ἀποφυγὴν δὲ ἀδικιῶν τῶν Συμβολαιογράφων, ἡ ἀποζημίωσις αὐτῶν δέον νὰ καταβάλληται ὑπὸ τῆς Τραπέζης, προαφαιρουμένη ἐκ τῶν συνομολογουμένων δανείων. Ὁσάκις δὲ ὁ αἰτῶν δάνειον δὲν κατέχῃ ἐξοφλητήριον προγενεστέρου δανείου, δέον νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Τράπεζα, ὅπως χορηγῇ εἰς αὐτὸν δήλωσιν ἀχρεωστήτου, ἐφ’ ἧς θέλει στηρίζεσθαι ἡ συνομολόγησις τοῦ γραμματίου. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα δὲν λύουν τὸ ζήτημα τῆς οἰκονομίας τοῦ χρόνου καὶ τῶν δαπανῶν, ἅτινα εἶναι πολυτιμότερα τοῦ δανείου διὰ τὸν γεωργὸν, ἐὰν μὴ συντομευθῇ ἡ μεταξὺ Τραπέζης καὶ γεωργῶν ἀπόστασις, ἥτις σήμερον εἶναι μεγίστη εἰς τοὺς ὑπερορίους κατοίκους τῶν δύο μεγάλων νήσων Κερκύρας καὶ Κεφαλληνίας. Προέτεινα λοιπὸν τὴν σύστασιν πρακτορείων, ἐκτὸς τῶν νήσων Παξῶν, Λευκάδος, Ἰθάκης καὶ Κυθήρων, ἅτινα καὶ σήμερον εἶναι διὰ τὴν Τράπεζαν ὑποχρεωτικὰ, καὶ εἰς τὰς ὑπερορίους περιφερείας τῆς Κερκύρας: Λευκίμμης, συνισταμένης ἐκ τῶν δήμων Λευκιμμαίων καὶ Μελιτιέων, καὶ Ὄρους, συνισταμένου ἐκ τῶν δήμων Ἰστωναίων, Ἀμφιπαγητῶν, Ἀκρολοφητῶν καὶ Κασσωπαίων, ὡς ἐπίσης ἐν ταῖς περιφερείαις τῆς Κεφαλληνίας, Σάμης καὶ Πάλλης. Συγχρόνως ἐπρότεινα νὰ ὁρισθῇ ῥητῶς ὁ τόκος τῆς ὑπερημερίας εἰς 5% καὶ ἡ ἐπὶ ἀσήμου χάρτου σύνταξις τῶν ἐγγράφων, πλὴν τῶν γραμματίων, ἅτινα ὑπάγονται εἰς τὸν περὶ χαρτοσήμου νόμον. Ὁ Διευθυντὴς ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ἔχει ἐντολὴν νὰ διαπραγματευθῇ τὸ ζήτημα τῶν πρακτορείων, ὅτι ὅμως τὸ ζήτημα τοῦτο ἠδύνατο νὰ λυθῇ μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἐν Λονδίνῳ Διευθύνσεως. Μετ’ ἐνδοιασμοῦ ἐδέχθη τὸ σύστημα τῆς συνομολογήσεως μονομερῶν γραμματίων ἄνευ προηγουμένης ἐγκρίσεως τῆς Τραπέζης, εἰς δὲ τὰ λοιπὰ οὐδεμίαν ἀντέταξεν ἀντίῤῥησιν. Ἐζήτησεν ὅμως ὡς ἀντάλλαγμα τῶν παραχωρήσεων τούτων τὴν εἴσπραξιν τῶν ἐτησίων δόσεων κατὰ τὸν νόμον περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, ἐφαρμοζόμενον κατὰ διαταγὴν τῶν ἁρμοδίων Προέδρων τῶν Πρωτοδικῶν διὰ τῆς ἐπ’ ἀναφορᾷ τοῦ Διευθυντοῦ διαδικασίας, ἄνευ προηγουμένης ἀποφάσεως, ἀλλ’ ἐπὶ μόνη τῇ προσαγωγῇ τῶν ἀνεξοφλήτων γραμματίων, ἢ τῆς δύσεως αὐτῶν. Τὴν αἴτησιν ἐθεώρησα πολὺ μεγάλην, καὶ διὰ τοῦτο ἐδίστασα κατ’ ἀρχὰς νὰ ἐκφράσω γνώμην, ἀλλὰ σκεφθεὶς, ὅτι ὁ νόμος περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων ἀποβαίνει καταθλιπτικὸς συνεπείᾳ τῆς αὐθαιρεσίας καὶ τῆς κακοηθείας τῶν εἰσπρακτόρων καὶ τῶν ἀδίκων φορολογικῶν καταλόγων, ἐνῷ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ νόμος ἐνεργεῖται ὑπὸ ἀνωτέρων δικαστικῶν προσώπων, ὡπλισμένων μὲ τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν ἐν περιπτώσει θεομηνιῶν, τιμωρούντων μόνον τὴν δυστροπίαν, εὑρισκομένων δὲ μακρὰν παντὸς φατριαστικοῦ καὶ ὑλικοῦ συμφέροντος, ἀνδρῶν ὑψίστης ἠθικότητος, οἷος εἶναι ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν, ὅτι ἡ ἀπαίτησις ἀποῤῥέει ἀπὸ συμβολαίου ἐπισήμου, ἀνεγνωρισμένου καὶ ἐκκαθαρισμένου, παριστῶντος ἀντίτιμον ποσότητος ληφθείσης καὶ οὐχὶ φόρον αὐθαίρετον καὶ ἄδικον, ὅτι ὁ νόμος ἐφαρμόζεται μόνον διὰ τὰς δόσεις, καὶ οὐχὶ διὰ τὸ ὅλον χρέος, ὅτι διὰ τῆς εὐκολίας ταύτης τῆς εἰσπράξεως ἀπαλλάσσεται ὁ γεωργὸς διπλασίων τοῦ χρέους δικαστικῶν δαπανῶν, αὐξάνει καὶ παγιοῦται ἡ πίστις αὐτοῦ, ἔχει τὰ χρήματα τῆς Τραπέζης εἰς τὴν διάθεσίν του εἰς πάσας τὰς οἰκογενειακὰς ἀνάγκας του, καὶ ἀπαλλάσσεται τῶν τοκογλύφων, οἵτινες, ἀφοῦ ἀποῤῥοφήσωσι καὶ τὴν τελευταίαν ἰκμάδα τοῦ αἵματός του, ῥίπτουσιν αὐτὸν εἰς τὴν φυλακὴν, ἵνα ἀφαιρέσωσι πολλάκις καὶ τὴν τιμήν του, ὅτι καὶ μὲ τὸ σημερινὸν σύστημα ἡ καταδίωξις εἶναι αὐστηροτάτη καὶ ἐπίσης ἐπαχθὴς, διότι καταλήγει εἰς τὴν φυλακὴν μὲ διπλάσιον χρέος, ὡς ἐκ τῶν δικαστικῶν ἐξόδων, δὲν ἠθέλησα νὰ ἐπιμείνω, ἀρνούμενος τὸ αἰτηθὲν ἀντάλλαγμα. Ἐπρόσθεσα ὅμως ἀντισήκωμα ὑπὲρ τῆς χειροτεχνικῆς τάξεως τῆς πόλεως. Ἡ πόλις ἰδίως τῆς Κερκύρας καὶ τὰ προάστεια αὐτῆς, μετὰ τὴν ἕνωσιν, ἀπώλεσαν τὸ ἐμπόριόν των, καὶ μολονότι πολλοὶ τῶν ἐργατῶν μετηνάστευσαν εἰς ξένα μέρη, οἱ ἐγχώριοι πόροι δὲν ἐπαρκοῦσι πρὸς διατροφὴν τῶν ὑπολοίπων, διότι, ὄντες ἀκτήμονες ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ζῶσιν ἀπὸ μόνης τῆς χειροτεχνικῆς ἐργασίας, ὡς ἐπιτηδευματίαι, ὧν τὰ κέρδη ἀποῤῥοφᾷ ὁ ὑπερβολικὸς τόκος, τὸν ὁποῖον πληρόνουσιν εἰς τοὺς ἰδιώτας κεφαλαιούχους διὰ τὴν προμήθειαν τῶν ὑλικῶν τῆς τέχνης των. Διὰ τὴν Τράπεζαν δὲν εἶναι μεγάλη θυσία νὰ προσδιορίσῃ διακοσίας χιλιάδας δραχμὰς τὸ πολὺ, ὅπως δανείζῃ εἰς τοὺς χειροτέχνας δάνεια χειροτεχνικὰ, εἰσπραττόμενα διὰ μηνιαίων δόσεων, διότι ἡ χειροτεχνία παράγει συντόμως μὲν, ἀλλὰ τμηματικῶς, τὸ παραγωγικὸν κεφάλαιόν της, ἐπὶ τόκῳ 5% καὶ ἐπὶ ἐννέα μῆνας. Διὰ τοῦ μέσου τούτου ἡ ἐργατικὴ τάξις τῶν πόλεων καὶ προαστείων θέλει εὐημερήσει, διότι θέλει ἔχει ἐργασίαν, θέλει παράγει προϊόντα καλὰ καὶ εὐθηνὰ, πρὸς ὄφελος τῶν ἄλλων τάξεων τοῦ τόπου, καὶ ἐκ τῶν συναλλαγῶν καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ ἡ Τράπεζα θέλουσιν ὠφελεῖσθαι. Ὁ Διευθυντὴς δὲν ἠθέλησε νὰ συζητήσῃ τὴν πρότασιν ταύτην, διότι οὐδεμίαν, εἶπεν, ἔχει ἁρμοδιότητα ἢ ἐντολὴν πρὸς συζήτησιν αὐτῆς, ἣν ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ὑποβάλῃ κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις αὐτῆς μετὰ τῆς ἐν Λονδίνῳ Διευθύνσεως. Παρετήρησα δὲ εἰς αὐτὸν, ὅτι ἡ εἴσπραξις τῶν δόσεων τῶν ἀγροτικῶν δανείων διὰ τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων συνεπάγεται τὸ ἀποτέλεσμα τῆς καταργήσεως τῶν τριτεγγυήσεων, διότι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ σύρηται ὁ πληρώσας τὸ μερίδιόν του εἰς τὴν φυλακὴν, ἀντὶ τοῦ μὴ πληρώσαντος. Ὁ νόμος οὗτος ὑποθέτει δάνεια στηριζόμενα ἐπὶ μόνης τῆς προσωπικῆς ἀξίας τοῦ ὀφειλέτου καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῆς ἐγγυήσεως ἄλλων· διὰ τοῦτο τὰ ἀγροτικὰ δάνεια δέον νὰ συνομολογῶνται τῇ μόνῃ ὑπογραφῇ τοῦ ὀφειλέτου, ἄνευ συνοφειλετῶν ἢ συνεγγυητῶν, ὡς γίνεται σήμερον. Ἄλλως τε τὸ σύστημα τῆς τριτεγγυήσεως δὲν ὠφέλησεν, ἀλλ’ ἔβλαψε τὴν Τράπεζαν, διότι χάριν τῶν δυστροπούντων μελῶν τῶν συνεταιρισμῶν καὶ οἱ πρόθυμοι εἰς τὰς πληρωμάς των παρεσύρθησαν εἰς καθυστερήσεις, φοβούμενοι μὴ καταδιωχθῶσι μόνοι καὶ διὰ τὰ χρέη τῶν συντρόφων των. Μετὰ ταῦτα ἔδωκα σημείωσιν τῶν προτάσεων τούτων, ἣν ὁ Διευθυντὴς, μεταφράσας ἀγγλιστὶ, ἀπέστειλεν εἰς Λονδῖνον, ἐγὼ δὲ, συναρμολογήσας ἁπάσας τὰς λεπτομερείας, συνέταξα τὸ ἔγγραφον τοῦτο, ὅπερ, κατὰ τὴν ὑπόσχεσίν μου, ὑποβάλλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως γνωρίζουσα, τί θέλει ἡ Τράπεζα, προκαλέσῃ αὐτὴν εἰς διαπραγματεύσεις. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο, γενόμενον γνωστὸν εἰς Κέρκυραν, ἐχειροκροτήθη, ὡς ἐξασφαλίζον χρηματικὰ κεφάλαια ὑπὲρ τῶν γεωργικῶν καὶ βιοτεχνικῶν τάξεων τοῦ λαοῦ ἀντὶ ἀνεξόδου καταδιώξεως τῶν δυστροπούντων, ἐθεωρήθη δὲ ἡ παραχώρησις τῶν προνομίων τούτων ὄχι μόνον πάντως ἀβλαβὴς, ἀλλὰ καὶ συμφέρουσα εἰς τὰς δανειζομένας τάξεις. Ὁ Διευθυντὴς τῆς Τραπέζης δὲν εἶναι εἰσπράκτωρ τοῦ δημοσίου ταμείου, δὲν εἶναι ἄνθρωπος σκληρὸς, πολλάκις ἄνευ ἴχνους φιλανθρωπίας, καὶ ἀνάγωγος, εἶναι ἐκ τῆς τάξεως τῶν εὖ ἠγμένων, φιλάνθρωπος, καὶ ἔχων τὸ συμφέρον νὰ μὴ καταστρέψῃ τὸν ὀφειλέτην δι’ ἀπηνοῦς καταδιώξεως, βλάπτων οὕτω ἐμμέσως τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης ἐν τῷ μέλλοντι. Τὸν νόμον θέλει ἔχει μόνον ὡς φόβητρον· ἐὰν δὲ οἱ λοιποὶ νομοὶ τῆς Ἑπτανήσου δὲν δέχωνται τὰς μεταῤῥυθμίσεις ταύτας, αἱ διαπραγματεύσεις ἃς γίνωσι διὰ τὸν νομὸν Κερκύρας, ὅστις περιμένει ἀνυπομόνως τὰς μεταῤῥυθμίσεις ταύτας, διὰ νὰ ἐργασθῇ τιμίως. Ὁ νομὸς Κερκύρας ζητεῖ κεφάλαια ἐργασίας, ὄχι νοσφισμὸν τῶν ξένων κεφαλαίων, ἅτινα διαχειρίζεται ἡ Τράπεζα ὡς ὄργανον παραγωγῆς τοῦ κοινωνικοῦ πλούτου. Ἡ Κέρκυρα δὲν ἔχει κοινωνιστικὰς ἰδέας, ἀλλὰ διψᾷ διὰ παραγωγικὰ κεφάλαια, ὅπως ἐργασθῇ, καὶ ἐκ τῆς παραγωγικῆς ἐργασίας της ὠφεληθῇ καὶ ὠφελήσῃ τοὺς ἐμπιστευομένους εἰς αὐτὴν τὰ χρήματά των. Ὑποβάλλω τὸ ἔγγραφον.
§3ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ τυπωθῇ, κύριε Πρόεδρε, καὶ νὰ διανεμηθῇ.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 91).
§5ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καθ’ ἣν ἐποχὴν τόσους ἀκούομεν ἐξεγειρομένους κατὰ τοῦ τρόπου τῆς εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων, τῆς ἐκβιάσεως διὰ προσωπικῆς κρατήσεως καὶ ἐξεγειρομένους γενικώτερον κατὰ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, εἶναι παράδοξον, ὅτι ἐντεῦθεν ἀκούεται φωνὴ, ζητοῦσα πρὸς ὄφελος τοῦ τόπου, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει, τὴν ταχυτέραν εἰσαγωγὴν τῶν δανειζομένων εἰς τὰς φυλακάς. Βεβαίως ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἐσκέφθη τοῦτο, ὅτε προέβαλεν εἰς τὸν Διευθυντὴν τῆς Τραπέζης τὰς σκέψεις αὐτοῦ, οὔτε ὅτε συνέταξε τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον θέλομεν λάβει ὑπ’ ὄψει ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα. Ἀλλ’ ἐν τούτοις ἀπολήγει εἰς τοῦτο, ὅπως ἐκ περισσοῦ ἀποδειχθῇ, ὅτι καὶ ἡ διαπραγμάτευσις, τὴν ὁποίαν διεξήγαγε μετὰ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Τραπέζης, ἦτο ἀκαδημαϊκὴ συνομιλία διὰ τὴν ἀπόλυτον ἄρνησιν τῆς Τραπέζης τοῦ νὰ παράσχῃ τὰς εὐκολίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτει καὶ ὑπέδειξε· διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὅτε τὴν τελευταίαν φορὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἤγειρε τὸ ζήτημα ἐνταῦθα, εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις προλαβοῦσα αὐτὸν, ἐγὼ δὲ προσήγαγον ἀμέσως τότε τὰ ἔγγραφα, ἐκ τῶν ὁποίων ἀπεδεικνύετο, ὅτι πρὸ αὐτοῦ ἐπελήφθημεν τοῦ ζητήματος, ἀκούσαντες τὰ παράπονα τῶν ἐνδιαφερομένων ἐν Κερκύρᾳ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν ἀγροδανείων. Ὅτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἔλαβε τὸν λόγον καὶ ἀνέπτυξε τὰ τοῦ ζητήματος, ἡμεῖς δὲν περιεμένομεν αὐτὸν, ἵνα ζητήσωμεν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ἐζητήσαμεν δὲ νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις τῆς πορείας, ἣν ἐτήρει, καὶ φέρῃ διόρθωσιν τοῦ κακοῦ. Ὁ κ. Διευθυντὴς τοῦ ἐν Κερκύρᾳ Καταστήματος δὲν ἦτο ἐξουσιοδοτημένος νὰ δώσῃ ἀπάντησιν, ἔγραψε δὲ εἰς Λονδῖνον, ἵνα λάβῃ ἐκεῖθεν ὁδηγίας· τὴν δὲ ἀπάντησιν ἐλάβομεν καὶ ἐνταῦθα διὰ τοῦ ἐν Ἀθήναις Καταστήματος, καὶ ἐν Κερκύρᾳ διὰ τοῦ Νομάρχου, εἰς τὸν ὁποῖον ἀπήντησεν ἀπ’ εὐθείας ὁ Διευθυντής. Ἡ δὲ ὁμιλία τοῦ Διευθυντοῦ πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἦτο προγενεστέρα· διὰ τοῦτο ἠρώτησα πρὸ μικροῦ τὴν χρονολογίαν, ἵνα πιστοποιήσω τὰ πράγματα. Ὁ κ. Κωνσταντᾶς εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἦλθεν εἰς συνεννόησιν τὴν Μεγάλην ἑβδομάδα, δηλαδὴ τὸν Μάρτιον, ἡμεῖς δὲ εἴχομεν ἀπάντησιν τοῦ Καταστήματος τὴν 11|23 Ἀπριλίου. Ἐκ τῆς ἀπαντήσεως ταύτης δὲν ἐμείναμεν εὐχαριστημένοι· δὲν ἠπατήθημεν ἡμεῖς, ὡς ἠπατήθησαν οἱ ἁπλοϊκοὶ χωρικοί, οἱ σπεύσαντες ἵνα τείνωσι τὴν χεῖρα καὶ λάβωσι τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἐνόμιζον, ὅτι κατόπιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ ἤθελε δώσει ἡ Τράπεζα· εὕρομεν τὴν ἀπάντησιν τῆς Διευθύνσεως τοῦ Καταστήματος ἀνεπαρκῆ, καὶ πρὶν ἢ ὁ κ. Βουλευτὴς λάβῃ πάλιν τὸν λόγον, εἴχομεν γράψει εἰς Κέρκυραν, λέγοντες πρὸς τὸ Κατάστημα τῆς Τραπέζης, ὅτι δὲν ἦτο εἰς ἡμᾶς ἀρεστὴ ἡ ἀπάντησις, διότι δι’ αὐτῆς ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα δὲν ἀνῄρεσε τὴν πληροφορίαν, ὅτι οἱ ἀγρόται τῆς Κερκύρας δὲν εὑρίσκουσι δάνεια, ὅσα ἔδει, δυνάμει τῆς συμβάσεως· διότι, δεύτερον, δὲν εἶναι ἀποδεδειγμένον τὸ λεχθὲν ὑπὸ τῆς Διευθύνσεως, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς νόμος δὲν προστατεύει τὰ δάνεια τῆς Τραπέζης, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐπιτυγχάνηται ταχέως ἡ εἴσπραξις τῶν ὀφειλομένων διὰ προσωπικῆς κρατήσεως. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ὅτι, καὶ ἂν τυχὸν ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι παρουσιάζεται δυσχέρεια, ἔχομεν καθῆκον νὰ μὴ δώσωμεν δικαίωμα ταχείας ἐκτελέσεως, προκειμένου περὶ προσωπικῆς κρατήσεως ἐπὶ γραμματίων, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰκονικῶς ἐμπορικά· ἀληθῶς ὁ ἀγρότης, ὁ δανειζόμενος καὶ ὑπογράφων γραμμάτιον, πράττει τι εἰκονικὸν, διότι τὸ γραμμάτιον προϋποτίθησιν ἐμπορικὴν πρᾶξιν, ὁ δὲ ἀγρότης, δανειζόμενος, δὲν πράττει ἐμπορικὴν πρᾶξιν. Θὰ ἦτο ἄντικρυς ἀντικείμενον εἰς τὴν ἡμετέραν νομοθεσίαν, ὅπως μάλιστα σήμερον τίθεται τὸ ζήτημα τῆς καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, τὸ νὰ ἀποδώσωμεν δικαίωμα προσωπικῆς κρατήσεως εἰς γραμμάτια προφανῶς εἰκονικά· διότι ἀληθῶς μὲν συντάσσεται τὸ γραμμάτιον τοῦτο δυνάμει τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ συντάσσεται, διδομένης ὑπὸ τοῦ νόμου τῆς ἀδείας νὰ γίνῃ τι εἰκονικόν· εὑρισκόμενοι δὲ ἀπέναντι τοιαύτης νομικῆς διατάξεως, ὁμολογουμένως οὐχὶ ὀρθῆς, πρέπει νὰ διστάσωμεν, πρὶν ἢ παραδεχθῶμεν τοιαύτην ἀξίωσιν, ἔστω καὶ ἵνα βοηθήσωμεν τοὺς ἀγρότας τῆς Ἑπτανήσου ὁλοκλήρου, ἢ τῆς Κερκύρας μόνης. Πολὺ δὲ μᾶλλον θέλομεν διστάσει, ἐὰν πρόκηται νὰ καθιερώσωμεν νῦν τοιαῦτα δάνεια, ὡς ζητεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς, ἵνα βοηθήσωμεν τοὺς βιομηχάνους τῆς Κερκύρας. Τοιαῦτα δάνεια θέλουσιν εἰσάγει αὐτοὺς καθ’ ἡμέραν εἰς τὰς φυλακὰς διὰ χρέη βραχείας προθεσμίας, τὰ ὁποῖα, ἐὰν οἱ βιομήχανοι οὗτοι ἦναι ἀληθῶς ἱκανοὶ νὰ βαστάσωσι, δὲν ἔχουσι ἀνάγκην εἰδικῶν διατάξεων, ὅπως συνάψωσιν αὐτὰ, διότι, ὡς ἔμποροι αὐτοὶ, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ δανεισθῶσι διὰ γραμματίων, δυνάμει τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου συντασσομένων. Ἐν συνόψει λέγω, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ὅτι οἱ ὑφιστάμενοι νόμοι ἀρκοῦσιν, ὅτι τὰ Δικαστήρια τὰ ὑφιστάμενα ἀρκοῦσιν, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι παράπονα ἀποδεδειγμένα, δικαιολογοῦντα τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, ἀξιοῦσαν ὅτι, διότι δὲν δύναται νὰ καταδιώξῃ ἐπαρκῶς καὶ προσωποκρατήσῃ διὰ μικρᾶς δαπάνης καὶ ταχέως, διὰ τοῦτο δὲν παρέχει δάνεια. Ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα δὲν δίδει δάνεια, διότι φαίνεται, ὅτι δὲν συμφέρει αὐτῇ νὰ δώσῃ κατ’ ἔκτασιν ἀγροτικὴν δάνεια, καὶ τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον θέλει ἐξετασθῆ, ὅταν ἔλθωμεν εἰς νέαν συνεννόησιν μετὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης πρὸς μεταβολὴν τῆς ὑπαρχούσης συμφωνίας· ἀλλὰ πρὸς τοιαύτην μεταβολὴν, λυποῦμαι λέγων, ὅτι οὐδὲν εὑρίσκω τὸ παρέχον ἐλπίδα ἐν τῷ ἐγγράφῳ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ ἐν Κερκύρᾳ Καταστήματος τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, πιθανῶς διότι δὲν ἔλαβε μέχρι τοῦδε ὁδηγίας ἐκ Λονδίνου. Καταθέτω τὰ ἔγγραφα, καὶ, ἐὰν θέλωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ, δύνανται νὰ ἴδωσι καὶ τὸ ἔγγραφον τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης καὶ τὴν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως.
§6ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν κατέθηκε τὰ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης διαμειφθέντα ἔγγραφα, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξελέγξωμεν τὴν ἀλήθειαν τῶν ἰσχυρισμῶν του, μολονότι εἶχε καθῆκον νὰ πράξῃ τοῦτο, συνεπείᾳ τῆς περὶ καταθέσεως ἐγγράφων προηγουμένης ἐπερωτήσεώς μου. Οὐχ ἧττον ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐπανέλθω, ὅταν ἀναγνώσω τὴν ἀλληλογραφίαν του ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἣν μόνον τὴν στιγμὴν ταύτην ἔκαμε γνωστὴν εἰς τὴν Βουλήν. Παρατηρῶ ὅμως, ὅτι ἡ ἀγόρευσίς του ἔχει σκοπὸν νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι μὲ ἐπρόλαβεν εἰς τὰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ὅτι ἡ Τράπεζα ἔχει ἰδέας ὅλως ἐναντίας εἰς ὅσα εἶπον περὶ τοῦ προκειμένου, ὅτι οἱ τεχνῖται τῆς πόλεως καὶ τῶν προαστείων τῆς Κερκύρας δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην δανείων εὐθηνῶν, πληρωτέων διὰ μηνιαίων δόσεων, χορηγουμένων ὑπὸ τῆς Τραπέζης ὑποχρεωτικῶς, ὁσάκις αὐτοὶ ἔχωσιν ἀνάγκην, διότι δύνανται νὰ δανείζωνται ὡς ἔμποροι, καὶ ὅτι δὲν συναινεῖ νὰ χορηγηθῇ εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ προνόμιον τοῦ Δημοσίου, νὰ εἰσπράττῃ τὰς δόσεις τῶν ἀγροτικῶν καὶ χειροτεχνικῶν δανείων κατὰ τὸν νόμον περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, ὁσάκις μόνον ἀνακαλύπτεται ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν δυστροπία καὶ οὐχὶ ἀνέχεια λόγῳ ἐπελθούσης δυστυχίας, ἵνα μὴ, λέγει, οἱ ἄνθρωποι ῥίπτωνται εἰς τὰς φυλακὰς ὑπὸ τῆς Τραπέζης. Λαβὼν τὰ ἔγγραφα τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, προχείρως παρατηρῶ, ὅτι ἅπαντα συνετάχθησαν ἐντὸς τοῦ Ἀπριλίου, μετὰ τὴν δεκάτην, νομίζω, τοῦ μηνὸς τούτου, ἐνῷ ἐγὼ ἤγειρα τὸ ζήτημα τῆς μὴ ἐκτελέσεως τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Ἰονίου Τραπέζης πρὸς τοὺς γεωργοὺς Κερκύρας καὶ πρὸς τοὺς κατοίκους Παξῶν, Λευκάδος, Ἰθάκης καὶ Κυθήρων ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν τοῦ Μαρτίου. Ἐγὼ ὅμως δὲν ζητῶ τὸ γέρας τῆς πρωτοβουλίας δι’ ἐκλογικὴν κερδοσκοπίαν, ὡς πράττει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἴσως, ὑπὲρ τῶν φίλων του ἐργαζόμενος, διότι οἱ ἐκλογεῖς Κερκύρας εἶναι ἐξυπνότεροι αὐτοῦ, ἄλλως τε δὲ, ἔχουσι ψηλαφητὰς ἀποδείξεις τῆς αὐξήσεως τῆς πίστεώς των καθ’ ὅλους τοὺς κλάδους τῆς τέχνης καὶ τῆς ἐργασίας διὰ τῆς ἐνεργείας τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν, περιελθόντες εἰς ἐντελῆ χρεωκοπίαν καὶ μὴ εὑρίσκοντες νὰ δανεισθῶσιν οὔτε διὰ νὰ θάψωσι τοὺς τεθνεῶτας συγγενεῖς των. Παρατηρῶ ὅμως, ὅτι τὰ ἀφῃρημένα καὶ ἐπιδεικτικὰ φιλανθρωπικὰ αἰσθήματα δὲν χορηγοῦσιν ἄρτον εἰς τοὺς πεινῶντας, οὔτε ἐνδυμασίαν εἰς τοὺς γυμνοὺς, ἀλλ’ ὅτι ἡ σκληρὰ πεῖρα μᾶς βεβαιοῖ, ὅτι μόνη ἡ ἐργασία, ποριζομένη δι’ ἐγγυήσεων ἀσφαλῶν τὰ ἀναγκαιοῦντα εἰς αὐτὴν κεφάλαια, δίδει ἄρτον, ἐνδυμασίαν καὶ ἐνοίκιον τῆς κατοικίας εἰς τὸν ἐργατικὸν λαόν. Εἶναι δὲ περίεργον τὸ φαινόμενον τοῦτο. Πέρυσι καὶ πρὸ πολλοῦ καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι Βουλευταὶ συμπολιτευόμενοι καὶ ἀντιπολιτευόμενοι ἐζητήσαμεν τὴν κατάργησιν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, διὰ νὰ σώσωμεν τὰς οἰκογενείας ἐκ τῶν ληστειῶν τῶν τοκογλύφων, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὄχι μόνον δὲν συνέδραμε τοὺς Βουλευτάς, ἀλλ’ οὔτε ἐπέτρεψε τὴν ἀνάγνωσιν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Τζάνε περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἔχει μεγάλην ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ φιλανθρωπικὰ αἰσθήματα τῶν τοκογλύφων ὑπὲρ τῶν πτωχῶν, καὶ ὀλίγην εἰς τὰ αἰσθήματα τῶν Τραπεζῶν, καὶ διὰ τοῦτο ῥηγνύει τὰ ἱμάτιά του κατὰ τῆς προτάσεως τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης. Εἶπον, ὅτι ἡ Τράπεζα αὕτη δὲν ἐκπληροῖ τὰς ὑποχρεώσεις της, καὶ ὅτι ἡ ἐν Λονδίνῳ Διεύθυνσις αὐτῆς δὲν συμφωνεῖ μὲ τὰ αἰσθήματα τοῦ κ. Κοσκινᾶ, Διευθυντοῦ τοῦ ἐν Κερκύρᾳ Καταστήματος, περὶ παραχωρήσεως εὐκολιῶν ὑπὲρ τῶν χωρικῶν. Εἰς τοῦτο πταίει ὄχι ἡ Τράπεζα, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις οὐδέποτε ἐξήλεγξε τὴν διαχείρισιν αὐτῆς. Ἐὰν τοῦτο ἔπραττε, θὰ ἐβεβαιοῦτο, ὅτι τὰ κεφάλαια καὶ τὰς ἐξ Ἑπτανήσου παρακαταθήκας κυκλοφορεῖ ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀπασχολοῦσα αὐτὰ εἰς ἀγγλικὰ χρεώγραφα καὶ μετοχὰς ἀγγλικῶν σιδηροδρόμων καὶ δάνεια ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ ὅτι ἐν Ἑπτανήσῳ δανείζει μόνην τὴν ὑπογραφήν της διὰ τῶν κυκλοφορούντων εἰκονικῶν χρημάτων, ἅτινα καλοῦνται τραπεζογραμμάτια. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπόνει διὰ τὸν λαὸν τῆς Ἑπτανήσου, θὰ ἠνάγκαζε τοὺς ἐν Λονδίνῳ νὰ σέβωνται πλειότερον τὰς ὑποχρεώσεις των πρὸς λαὸν, οὗτινος ἀφαιροῦσι τοὺς ἱδρῶτας, διὰ νὰ ἐντρυφῶσιν ἀνέτως καὶ νὰ ἄγωσι λουκούλλειον βίον ἐν Λονδίνῳ. Ἐγὼ εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν οὐδὲν ἄλλο βλέπω, εἰμὴ συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τοὺς κερδοσκοποῦντας ἐπὶ τῆς ἀγορᾶς τῶν εἰσοδημάτων τῶν χωρικῶν διὰ τιμῶν εὐτελεστάτων, καὶ ὄχι τὴν μέριμναν αὐτῆς περὶ προσωπικῆς δῆθεν ἐλευθερίας τῆς ἐργατικῆς τάξεως, ἣν οὐδόλως χειροτερεύει ἀλλὰ καλλιτερεύει ἡ προκειμένη συμφωνία, ἐὰν μετεβάλλετο εἰς σύμβασιν. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαναγκασθῶσιν οἱ χωρικοὶ νὰ προπωλῶσι τὰς σταφυλάς των εἰς τιμὰς μηδαμινὰς, ἐὰν ἡ Τράπεζα δὲν ἀρνηθῇ τὰ ἀγροτικὰ δάνεια εἰς αὐτούς; Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, καὶ πάντα τὰ λοιπὰ εἶναι καθαρὸ φτιασίδι. Θέλει ἔλθει ὅμως καιρὸς, καθ’ ὃν θέλει ἀποδειχθῆ, ποῖος θὰ μένῃ γελασμένος, σεῖς ἢ ὁ λαός; Ἐν τούτοις ἔχετε καθῆκον νὰ διατάξητε τὴν Τράπεζαν, ὅπως παύσῃ τὰς διακρίσεις καὶ χορηγῇ δάνεια εἰς ἅπαντας τοὺς χωρικούς, οἵτινες δὲν εἶναι ὀφειλέται της.
§7ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Κωνσταντᾶν, ὅστις ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ θεραπεύσῃ τὰς οἰκονομικὰς ἀνάγκας τῶν συμπατριωτῶν του, καὶ ἐπὶ τῆς ἀπὸ 21 Ἀπριλίου 1880 μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης συνομολογηθείσης συμβάσεως στηριζόμενος, ἤγειρε τὸ ὑπὸ συζήτησιν τραπεζικὸν ζήτημα. Εὐχαριστῶ ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὰ φιλάνθρωπα αἰσθήματά του. Ἀλλ’ αἱ προτάσεις τοῦ κ. Κωνσταντᾶ, καὶ οὐχὶ τὰ δῆθεν φιλανθρωπικὰ αἰσθήματα καὶ αἱ θεωρίαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ θέλουσι θέσει εἰς κυκλοφορίαν τὰ χρηματικὰ ἐκεῖνα κεφάλαια, τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι τῆς Κερκύρας καὶ τῶν ἄλλων νήσων τῆς Ἑπτανήσου ἔχουσιν ἀνάγκην. Καὶ λέγω, ὅτι εὐχαριστῶ ἀμφοτέρους, διότι μοὶ ἔδωσαν τὴν ἀφορμὴν νὰ ἐκπληρώσω μίαν ἐπιθυμίαν καὶ ἓν καθῆκον πρὸς τοὺς κατοίκους τοῦ νομοῦ καὶ τῆς ἐπαρχίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω, ἐκφράζων κατὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης τὰ παράπονα, ἅτινα κατ’ αὐτῆς ἔχουσιν. Ἡ Ἰόνιος Τράπεζα, ὅτε κατὰ πρῶτον συνέστη, ἐθεωρήθη ὡς ἐθνικὸν ἵδρυμα, ἐκ τοῦ ὁποίου οἱ κάτοικοι τῶν νήσων ἐν γένει μεγάλας προσεδόκων, ὅτι θὰ ἐλάμβανον ὠφελείας· ἀλλ’ ἡ Τράπεζα αὕτη, ἀπὸ ξένους διοικουμένη, καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑπανήσου ἔχουσα τὴν ἕδραν της, ἀνεξέλεγκτος καὶ ἀνεπιτήρητος, τὸν τίτλον καὶ τὰ προνόμια ἐσκέπτετο μόνον ν’ ἀποκτήσῃ, καὶ οὐχὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου νὰ θεραπεύσῃ διὰ τῆς ἐν ταῖς νήσοις τοῦ Ἰονίου Κράτους κυκλοφορίας τῶν κεφαλαίων της. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ Τράπεζα αὕτη δὲν ἐξεπλήρου τὸν σκοπὸν τῆς συστάσεώς της, διότι τὰ ἴδιά της κεφάλαια δὲν ἐκυκλοφόρει, ἀλλὰ καὶ τὰ εἰς αὐτὴν παρὰ Ἰονίων κατατεθέντα εἰς ξένα Κράτη μετέφερεν, ἐπὶ ζημίᾳ τῶν Ἰονίων· ἵνα δὲ εὐπροσώπως καλύψῃ τὴν ὑπεκφυγὴν ταύτην, σκοπίμως ἀπέφυγε νὰ συστήσῃ τραπεζικὰ ὑποκαταστήματα εἰς τὰς πλείστας τῶν νήσων αὐτῶν, καὶ τοῦτο κάλλιον παντὸς ἄλλου γινώσκει ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις καὶ πάντες τῶν Ἰονίων νήσων οἱ κάτοικοι. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ Τράπεζα δὲν ἐξεπλήρου τὰς πρὸς τοὺς Ἰονίους ὑποχρεώσεις της, αὐστηρῶς ἐπεζήτει τῶν προνομίων της τὴν ἐκτέλεσιν. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, δὲν εἶναι δὲ χρόνος πολὺς, καὶ πρὶν συνομολογηθῇ ἡ μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν τριῶν Τραπεζῶν προσωρινὴ σύμβασις περὶ τῆς ἀδιακρίτου ἐν τῷ Κράτει κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν αὐτῶν γραμματίων, ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς Λευκάδος καὶ τῶν ἄλλων νήσων, εἰς ἃς οὔτε ὑποκαταστήματα οὔτε τραπεζικὰ γραφεῖα αὐτῆς ὑπῆρχον, ὑπεχρεοῦντο οὐχ ἧττον ν’ ἀγοράζωσι τὰ τραπεζικά της γραμμάτια εἰς τιμὴν πολὺ ἀνωτέραν τῆς πραγματικῆς των ἀξίας, διότι, λόγῳ τῶν προνομίων της, διὰ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων αὐτῆς ἐπετρέπετο νὰ γίνεται πληρωμὴ φόρων ἢ ἄλλων εἰς τὰ δημόσια ἐν Ἑπτανήσῳ γραφεῖα, καὶ ἐνῷ οἱ κάτοικοι αὐτῶν ὑπεβάλλοντο εἰς ζημίας, οὐδεμίαν ἐκ τῆς Τραπέζης ὠφέλειαν ἀπελάμβανον. Καὶ ἐνῷ ἡ Ἰόνιος Τράπεζα δὲν ἀντεπεκρίθη εἰς τὸν σκοπὸν τῆς συστάσεώς της καὶ εἰς τὰς προσδοκίας τῶν Ἰονίων νήσων, κυκλοφοροῦσα ἐν αὐταῖς τὰ τραπεζικά της κεφάλαια καὶ τὰ εἰς αὐτὴν παρὰ Ἰονίων κατατεθέντα, ἐπὶ ἀπείροις προφάσεσι καὶ δάνεια ἐδυστρόπει νὰ χορηγῇ καὶ εἰς τὰς πλείστας τῶν νήσων ὑποκαταστήματα νὰ συστήσῃ· κατὰ τὸ ἄρθρον 8ον ὅμως τῆς συμβάσεως τοῦ ἔτους 1880 ἡ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ὑποχρέωσις αὐτῆς αὕτη δὲν ἐπιδέχεται ἀντίῤῥησιν. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ῥητῶς ἀναγράφει, ὅτι ἡ Τράπεζα ὑποχρεοῦται νὰ ἐπασχολῇ εἰς δάνεια ἐπὶ ὑποθήκῃ ἀκινήτων κτημάτων ἐν Ἑπτανήσῳ ἐπὶ μὲν τῇ πρώτῃ πενταετίᾳ τὸ πέμπτον τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου της, καὶ ἀκολούθως τὸ τέταρτον, ὅτι ὡσαύτως ὑποχρεοῦται ν’ ἀπασχολῇ ἐντὸς τῶν τριῶν ἐτῶν ἐν Ἑπτανήσῳ δραχ. 1,500,000 εἰς ἀγροτικὰ δάνεια. Ἑπομένως ἡ λέξις Ἑπτάνησος, τῆς ὁποίας ἐπανειλημμένως γίνεται χρῆσις, δὲν ἐξαιροῖ βεβαίως τὰ Κύθηρα, τοὺς Παξοὺς, τὴν Ἰθάκην καὶ τὴν Λευκάδα, καθότι ἡ Ἑπτάνησος δὲν ἀποτελεῖται μόνον ἐκ τῆς Κερκύρας, Κεφαλληνίας καὶ Ζακύνθου, ὅπου συνέστησε τραπεζικὰ καταστήματα, ἀλλὰ ἐξ ὅλων τῶν ἑπτὰ νήσων· ἕπεται ἑπομένως, ὅτι ἡ Τράπεζα καθῆκον ἔχει νὰ τεθῇ εἰς θέσιν τοιαύτην, ἵνα δύναται νὰ ἐκπληροῖ τὴν ὑποχρέωσιν, ἣν ἀνεδέχθη, εἰς ὅλας τὰς νήσους, οἱ δὲ κάτοικοι αὐτῶν νὰ δύνανται νὰ ἐξασκήσωσι τὸ δικαίωμα, ὅπερ εἰς αὐτοὺς ἐχορήγησεν ἡ σύμβασις. Ἐὰν ὁ Λευκάδιος, ὅστις ἔχει ἀνάγκην ἀγροτικοῦ δανείου 100 ἢ 200 δραχμῶν, θὰ ὑποχρεοῦται νὰ μεταβαίνῃ εἰς Κέρκυραν μετὰ τῶν ἐγγυητῶν του καὶ νὰ ὑποβάλληται εἰς δαπάνας πολὺ τοῦ δανείου αὐτοῦ ὑπερτέρας, τὸ δικαίωμα τοῦ δανείζεσθαι εἶναι ἰδανικὸν, καὶ πολὺ ἰδανικώτερον διὰ τὸν Κυθήριον, ὅστις εἰς μεγαλειτέραν τυγχάνει ἀπόστασιν· ἑπομένως, ἀφοῦ ἡ Τράπεζα εἶναι ὑπόχρεος νὰ δανείζῃ ἐνυπόθηκα ἢ γεωργικὰ δάνεια εἰς τοὺς Ἰονίους, καὶ μὴ ὑπόχρεως νὰ συστήσῃ τραπεζικὰ γραφεῖα εἰς τὰς νήσους ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας παρέλειψε νὰ συστήσῃ τοιαῦτα, ἑπόμενον εἶναι, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ δανείζεσθαι ἰδανικῶς μόνον ἐχορηγήθη εἰς τοὺς κατοίκους αὐτῆς, ὅπερ λογικῶς ἀνυπόστατον. Αὐτὰ, Κύριοι, ἐνόμισα καθῆκον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, στηριζόμενος ἐπὶ τοῦ δικαίου καὶ τοῦ γράμματος τῆς συμβάσεως. Δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ ἔλλειψις τῆς κυκλοφορίας μεγάλων χρηματικῶν κεφαλαίων σήμερον ἢ ἄλλοτε εἶναι μᾶλλον ἐπαισθητὴ, ἕνεκα τῆς προοδευούσης καλλιεργείας τῶν κτημάτων καὶ τῆς ἀμπελοφυτείας κυρίως καθὼς καὶ τοῦ ὁσημέραι αὐξάνοντος ἐμπορίου. Ἄλλοτε, ὅτε μᾶλλον περιωρισμένη ἦτο ἡ καλλιέργεια, καὶ τὸ ἡμερομίσθιον διὰ μικροτάτης τιμῆς ἠμείβετο καὶ τὸ ἐμπόριον ἦτο περιωρισμένον, τὰ ἰδιωτικὰ κεφάλαια ἐθεράπευον τὰς χρηματικὰς ἀνάγκας τῶν πολιτῶν· ἀλλὰ σήμερον τὰ κεφάλαια ταῦτα εἶναι ἀνεπαρκῆ, λόγῳ δὲ τῶν δυσκολιῶν καὶ τῶν δαπανῶν, εἰς ἃς ὑποβάλλονται οἱ κεφαλαιοῦχοι διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν δανείων των, ὡς ἐκ τῆς ἐπελθούσης δικαστικῆς ἀφομοιώσεως, οἱ κεφαλαιοῦχοι ὄχι μόνον ἀποφεύγουσι νὰ δίδωσι τὰ χρήματά των εἰς ἰδιώτας, ἀλλὰ καὶ δοθέντα καθημερινῶς ἀποσύρουσι τῆς κυκλοφορίας. Ὅθεν παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα εὐαρεστουμένη ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα πρὸς σύστασιν εἰς ἁπάσας τὰς νήσους τῆς Ἑπτανήσου, καὶ ἰδίως εἰς τὴν Λευκάδα, ὑποκαταστημάτων ἢ τραπεζικῶν γραφείων, παρὰ τοῖς ὁποίοις οἱ ἔχοντες ἀνάγκην νὰ δύνανται νὰ προστρέχωσι πρὸς συνομολόγησιν δανείων, εἴτε ἀγροτικῶν, εἴτε ἐνυποθήκων, εἴτε ἐμπορικῶν, κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ καταστατικοῦ τῆς Τραπέζης αὐτῆς καὶ τῆς ἐν λόγῳ συμβάσεως.
§8ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί! Τὸ ζήτημα, τοῦ ὁποίου ἥψαντο οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες Βουλευταὶ ἐξ Ἰονίων νήσων, εἶναι γενικὸν, ἀφορᾷ εἰς πάσας τὰς ἑπτὰ ἐκείνας καὶ πολυπαθεῖς ἀλλ’ ἐνδόξους ἑλληνικὰς νήσους, ἐξ ὧν ἀπετελέσθη τὸ πρῶτον ἀπελευθερωθὲν μικρὸν ἐκεῖνο Ἑλληνικὸν Βασίλειον. Καὶ ἐγὼ, ἔχων τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω μίαν τῶν νήσων τούτων, τὰ Κύθηρα, ὑπαγομένην εἰς τὰς ἑπτὰ νήσους τοῦ Ἰονίου, ἔχω καθῆκον νὰ ἑνώσω ὑπὲρ αὐτῆς τὴν ἐμὴν φωνήν. Πρὸ ὀλίγου ἔγκριτος ἐκ Κυθήρων φίλος μου μοὶ εἶχεν ἀποστείλει ἔκθεσιν, ἐν ᾗ παριστᾷ τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν διατελοῦσιν οἱ κάτοικοι τῶν ἀγροτικῶν ἰδίως διαμερισμάτων τῶν Κυθήρων, ὡς ἐκ τῆς τοκογλυφίας, τῆς κατατρυχούσης αὐτούς. Καὶ μὲ παρακαλεῖ νὰ παραστήσω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ περὶ ἄλλων γενικῶν ἀναγκῶν τῆς νήσου, σχετιζομένων πρὸς τὴν ὁδοποιίαν καὶ τὴν ἐκπαίδευσιν, ἐσκεπτόμην δὲ ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ βραχὺ ἐπὶ τούτων. Δοθείσης μοι ὅμως εὐκαιρίας σήμερον ἐκ τῶν ἀγορεύσεων τῶν ἐντίμων προλαλησάντων, ἔχω καθῆκον νὰ παραστήσω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐγὼ, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς μικρᾶς νήσου, ὅτι πρέπει νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ αὐτῆς κατά τι, ἀφοῦ οὔτε περὶ συντηρήσεως τῶν ὁδῶν, οὔτε περὶ βελτιώσεως τῆς ἐκπαιδεύσεως, οὔτε περὶ ἄλλων τινῶν ἀναγκῶν τῶν Κυθήρων ἐμερίμνησεν ἀπὸ πολλῶν ἤδη ἐτῶν. Τὰ Κύθηρα, ὡς γινώσκετε, ἡ ἐρατεινὴ τῆς ἀρχαιότητος νῆσος, κεῖται πολὺ μακρὰν τοῦ λοιποῦ Ἰονίου Κράτους, καὶ εἶναι ἄπορον μάλιστα, τίνων ἕνεκα, ἱστορικῶν βεβαίως, λόγων, περιελήφθη μεταξὺ τῶν νήσων ἐκείνων, αἵτινες, εὐτυχῶς δι’ αὐτὰς βεβαίως, ἀπετέλεσαν τὰ διαμερίσματα τοῦ Βασιλείου, τοῦ ὀνομασθέντος Ἰονίου. Ὡς ἐκ τῆς τοπογραφικῆς των θέσεως καὶ τῶν ἄλλων αὐτῶν περιστάσεων τὰ Κύθηρα διατελοῦσι κεχωρισμένα ἀπὸ παντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Διότι καὶ ἡ συγκοινωνία αὐτῶν πρὸς τὴν Πελοπόννησον εἶναι ἐλαχίστη, καὶ τὸ κέντρον τῆς διοικητικῆς αὐτῶν περιφερείας, τὸ Ναύπλιον, ἀπέχει παρὰ πολύ. Ἐμπορικὴν δὲ συγκοινωνίαν οὐδεμίαν ἄλλην ἔχει ἡ νῆσος, παρὰ πρὸς τὴν Σῦρον, τὸν Πειραιᾶ καὶ τὴν Σμύρνην. Εἰς τὰς πόλεις δὲ ταύτας οἱ φιλόπονοι καὶ ἐπιχειρηματικώτατοι κάτοικοι τῶν Κυθήρων ἀποδημοῦντες, καὶ φιλοτίμως καὶ μετ’ ὀξυδερκοῦς προνοίας ἐργαζόμενοι, συγκομίζουσι τὰ μέσα πρὸς συντήρησιν τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν, ἀλλ’ αἱ οἰκογένειαι, αἱ μένουσαι εἰς τὴν ξηρὰν ἐκείνην νῆσον, αἱ ἀποχειροβίωτοι, αἱ διὰ τῆς μικρᾶς ἐν τῇ νήσῳ γεωργίας καὶ κτηνοτροφίας καὶ τῶν μικρῶν αὐτῶν ἐμπορικῶν συναλλαγῶν ἀποζῶσαι, μένουσιν ἐστερημέναι πάσης ἐπικουρίας κεφαλαίων, τῶν ἀπαραιτήτων πρὸς τὰς μικρὰς αὐτῶν ἐργασίας. Ἑπόμενον διὰ τοῦτο νὰ παρακωλύηται ἡ κοινωνικὴ πρόοδος καὶ εὐημερία. Βεβαίως ἡ Ἰόνιος Τράπεζα, κατὰ τὴν σύμβασιν τοῦ 1880, καὶ οὐδεὶς ἐλπίζω ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ πρὸς τοῦτο ἀντίῤῥησιν, ὑποχρεοῦται νὰ ἱδρύσῃ καὶ ἐν Κυθήροις, ἂν ὄχι ὑποκατάστημα, διότι βεβαίως ἐν τῇ νήσῳ ταύτῃ δὲν γίνεται μεγάλη κίνησις κεφαλαίων, ὥστε νὰ παρέχῃ τὸ δικαίωμα εἰς αὐτὴν νὰ ἀξιοῖ τὴν σύστασιν ὑποκαταστήματος, ἀλλὰ βεβαίως ἡ Τράπεζα ὀφείλει νὰ συστήσῃ πρακτορεῖον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ παρέχῃ πρὸς τοὺς κατοίκους μικράς τινας βραχυπροθέσμους χορηγίας κεφαλαίων, διὰ νὰ δύνανται νὰ καλλιεργῶσι καὶ βελτιώνωσιν οἱ φιλοπονώτατοι καὶ φιλησυχώτατοι Κυθήριοι τὰ κτήματά των, νὰ συντηρῶσι δὲ τὸ μικρόν των ἐμπόριον καὶ τὴν μικρὰν κτηνοτροφίαν αὐτῶν, μεριμνῶντες καὶ περὶ ἀναπτύξεως αὐτῶν. Βεβαίως δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας, ἵνα ἀναπτύξω διὰ μακρῶν, πόσα μεγάλα ὠφελήματα ἀπολαμβάνει ἡ Ἰόνιος Τράπεζα ἐπὶ ἐλαχίσταις παροχαῖς, τὰς ὁποίας παρέχει εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ παλαιοῦ Ἰονίου Βασιλείου, δανείζουσα αὐτοὺς χαρτονόμισμα, καὶ τὰ μεταλλικὰ αὐτῆς κεφάλαια ἐπωφελῶς δι’ ἑαυτὴν ἀλλαχοῦ ἐμπορευομένη. Ἀλλὰ βεβαίως ἀντὶ τῶν ὀλίγων αὐτῆς χρηματικῶν κεφαλαίων δὲν εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ παρέχωμεν εἰς τοὺς Ἄγγλους κεφαλαιούχους, τοὺς διευθύνοντας τὸ κατάστημα τοῦτο, διὰ τοῦ παρασχεθέντος αὐτῷ προνομίου ἄφθονα κέρδη. Πῶς οἱ διευθύνοντες τὰ τῆς Ἰονίου Τραπέζης ἔσπευσαν νὰ συστήσωσι καταστήματα ἐκεῖ, ὅπου παρέχονται μεγάλα ὠφελήματα, ἐν ταῖς τρισὶ δηλαδὴ μεγάλαις νήσοις; Διότι πάντως ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα ὠφελεῖται πολλὰ ἀπὸ τῶν τριῶν τούτων νήσων. Ποῖος ὅμως ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Τράπεζαν ταύτην νὰ ἀρνῆται τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβε διὰ τῆς συμβάσεως; Τίνες δ’ εἰσὶν αὗται; Διὰ τῆς συμβάσεως ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα ὑποχρεοῦται νὰ διατηρῇ πρακτορεῖα εἰς ἑκάστην τῶν ἑπτὰ νήσων τοῦ Ἰονίου· καὶ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐν τῇ καλῇ πίστει, — ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις — ἀρνουμένη νὰ συστήσῃ πρακτορεῖα καὶ εἰς τὰς μικρὰς νήσους ἀπὸ τοῦ 1880, ὡς ἀντισήκωμα τῶν κερδῶν, τὰ ὁποῖα ὠφελεῖται, κινοῦσα τόσῳ μεγάλα κεφάλαια, καὶ κινοῦσα ταῦτα διὰ τῶν προνομίων, τὰ ὁποῖα τῇ παρεσχέθησαν ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐν ταῖς μεγάλαις νήσοις. Ἀπορῶ δὲ, πῶς ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἡ παροῦσα καὶ ἄλλαι, δὲν ἐξηνάγκασαν τὴν Τράπεζαν νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰς ἀναληφθείσας ὑπ’ αὐτῆς ὑποχρεώσεις. Σήμερον εἰς τὰς μικρὰς νήσους τοῦ Ἰονίου, ὅπως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λευκάδος συνάδελφος παρέστησεν, ὁ τόκος εἶναι φοβερός· ἡ τοκογλυφία, ἡ ὁποία παρακολουθεῖ ἀναγκαίως τὴν ἀτέλειαν ἢ τὴν πλημμέλειαν τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας καὶ ὑποτρέφεται ἐξ αὐτῆς, κατέστη δεινὴ μάστιξ ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας καὶ τῶν νήσων ἐκείνων. Ἀλλὰ μήπως τάχα εἰς τὰς ἐπαρχίας τῆς Πελοποννήσου, ὅπου ἀπαιτοῦνται μέγιστα κεφάλαια πρὸς καλλιέργειαν τῶν σταφιδώνων, δὲν εἶναι ἡ τοκογλυφία ὁ κακὸς δαίμων τῶν μικρῶν ἐκείνων κοινοτήτων; Ποσάκις ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ σᾶς παραστήσω, ὅτι οἱ φόροι, οἱ ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐπιβεβλημμένοι, καίτοι λίαν καταθλιπτικοὶ, θὰ ἦσαν ὀλιγώτερον βαρεῖς, ἐὰν ἀπηλλάσσετο ἡ κοινωνία ἀπὸ τὴν τοκογλυφίαν. Πολλάκις παρέστην μάρτυς εἰς πολλὰ χωρία, ἐν οἷς ἀπὸ τὴν μίαν ἄκραν τοῦ χωρίου εἰσήρχετο ὁ δημόσιος εἰσπράκτωρ μετὰ τῶν χωροφυλάκων καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην ὁ τοκογλύφος, ὅπως ἀγοράσῃ τὸ ἔριον, τὸν τυρὸν, τὴν ῥητίνην, ἢ τὰ λοιπὰ προϊόντα τοῦ χωρικοῦ εἰς τιμὴν ἐλαχίστην, διὰ νὰ τῷ χορηγήσῃ ὀλίγα χρήματα, ὅπως πληρώσῃ τὸν καταδιώκοντα ἀπηνῶς αὐτὸν εἰσπράκτορα. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀποβλέπουσα εἰς τὰς κοινωνικὰς ταύτας πληγὰς καὶ τὴν μεγάλην πενίαν, ἡ ὁποία κατατρύχει τὸν ἀγροτικὸν πληθυσμὸν καὶ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν Ἰονίων νήσων, καὶ ἰδίᾳ τῶν μικρῶν νήσων, τῶν Κυθήρων, τῶν Παξῶν, τῆς Λευκάδος, θέλει σπεύσει διὰ καταλλήλων μέτρων νὰ λάβῃ πρόνοιαν σύντονον πρὸς σωτηρίαν τῶν ἀγροτικῶν αὐτῶν πληθυσμῶν ἀπὸ τῶν ὀνύχων τῶν τοκογλύφων. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν, εἶναι ἄξιον τῆς συντόνου προσοχῆς καὶ μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως. Πολλάκις ἐδόθησαν ὑποσχέσεις καὶ ἐλπίδες ἐντεῦθεν, ὅτι γίνονται προσπάθειαι κυβερνητικαὶ πρὸς σύστασιν Κτηματικῶν Τραπεζῶν· πολλάκις αἱ ἐφημερίδες ἀνήγγειλαν, ὅτι γίνονται διαπραγματεύσεις νὰ συστηθῶσι Τράπεζαι, ἵνα ὑποστηριχθῇ ἡ γεωργία καὶ ἡ κτηνοτροφία, τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ βιομηχανία τῆς Ἑλλάδος διὰ προσελκύσεως ξένων κεφαλαίων καὶ παροχῆς αὐτῶν ἐπὶ μετρίῳ τόκῳ. Ἀλλὰ μέχρι τοῦδε οὐδὲν εἴδομεν, ὁ δὲ τόκος, καταπληκτικῶς ὑψωθεὶς, ἀποῤῥοφᾷ καὶ τὴν τελευταίαν ἰκμάδα. Ἐὰν δὲν ἦναι δυνατὸν σήμερον νὰ προσελκύσωμεν κεφάλαια εἰς ἐξυπηρέτησιν τοῦ μεγάλου τούτου σκοποῦ, τοὐλάχιστον ἂς ἐξαναγκάσωμεν διὰ τῶν Βασιλικῶν Ἐπιτρόπων τοὺς διευθυντὰς τῶν Τραπεζῶν νὰ διαθέσωσιν ὀλίγον περισσότερα κεφάλαια ὑπὲρ τῶν γεωργῶν. Καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ ἡ Ἰονικὴ, πρὸ πάντων δὲ αὕτη, ἀτελέστατα ἐκπληροῦσι τὰς ὑποχρεώσεις των· τελευταῖον μάλιστα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, λαβοῦσα ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῆς τιμῆς τῆς σταφίδος καὶ τῶν φωνῶν, αἱ ὁποῖαι ἠγέρθησαν ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι τὸ μέλλον τῆς σταφίδος εἶναι προβληματικὸν, ἀπὸ τοῦ παρελθόντος καὶ τοῦ προπαρελθόντος ἰδίως ἔτους περιέστειλε τὰς πιστώσεις αὐτῆς εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας· εἰς τὴν ἐπαρχίαν μάλιστα Κορινθίας πλεῖστοι σταφιδοκτήμονες, φερέγγυοι καὶ ἔντιμοι, στεροῦνται πιστώσεων. Ἐν παραδείγματι εἰς τὸν δῆμον Περαχωριτῶν περιέστειλε τοσοῦτον τὸν πίνακα τῶν πιστώσεων, ὥστε περιώρισεν αὐτὰς εἰς 7 μόνον ἢ 9 πρόσωπα, πάντας δὲ τοὺς λοιποὺς ἀπήλειψε τὸ Συμβούλιον ἀπὸ τοῦ πιστωτικοῦ καταλόγου.
§9ΓΚΙΚΑΣ. Εἶσθε πολὺ κακῶς πληροφορημένος.
§10ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ τὸ ποσὸν τῶν πιστώσεων ηὔξησε καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν πιστούχων.
§11ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ εἰς τὸν δῆμον, περὶ οὗ ὁμιλῶ;
§12ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ὅλον τὸ Κράτος.
§13ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εὐχαρίστως ἀκούω τὴν πληροφορίαν ταύτην παρὰ τῶν κυρίων συναδέλφων, τυγχανόντων καὶ συμβούλων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· ἐπιφυλάσσομαι ὅμως νὰ ἐξελέγξω τὴν ἀκρίβειαν αὐτῆς, καὶ θὰ ἐπανέλθω. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι τοῦτο, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει πολὺ περιστείλει τὰς πιστώσεις, τὰ πλεῖστα τῶν κεφαλαίων της διαθέτει ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ἐλάχιστα δὲ, ὡς μαρτυροῦσιν οἱ κατὰ τρίμηνον δημοσιευόμενοι πίνακες, διαθέτει εἰς ἀνάγκας τῶν γεωργοκτηματιῶν. Τὴν δὲ Ἰονικὴν Τράπεζαν καταγγέλλω ὡς μὴ ἐκπληροῦσαν τὰς ὑποχρεώσεις της εἰς τὰς μικρὰς νήσους τοῦ Ἰονίου καὶ μὴ συνιστῶσαν ἐκεῖ πρακτορεῖα. Ὡς πρὸς τὴν Ἐθνικὴν, παραπονοῦμαι ὅτι περιέστειλε τὰς πιστώσεις της, δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν παντὸς εἰδήμονος, ὅτι οὐδεμία Τράπεζα ἐθνικὴ ἀπώλεσεν οὐδὲ λεπτὸν, δανείσασα τοὺς μικροὺς κτηματίας ἢ γεωργούς· αἱ Τράπεζαι, ἐὰν ἀπώλεσαν κεφάλαια, τὰ ἀπώλεσαν ἀπὸ ὀφειλέτας μεγάλων ποσῶν 100 ἢ 200 χιλιάδων δραχμῶν, ἀπὸ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὴν Τράπεζαν διὰ τοῦ ἀξιώματος καὶ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχουσιν, ὅπως δανεισθῶσιν· ἐνῷ ὁ πτωχὸς γεωργὸς καὶ κτηματίας οὐδέποτε ἀρνεῖται τὴν ὑποχρέωσίν του· πιθανὸν ἐνίοτε νὰ βραδύνωσιν ὀλίγον, ἀλλὰ πάντοτε ἀνελλιπέστατα πληρόνουσιν. Ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ προκαλέσῃ διὰ τοῦ Βασ. Ἐπιτρόπου ἀπὸ πασῶν τῶν Τραπεζῶν πίνακας τῶν ἐκ δανείων εἰς μικροκτηματίας ἢ γεωργοὺς ζημιῶν, καὶ ἐξ αὐτῶν ἠθέλατε πεισθῇ ἀδιστάκτως, ὅτι ἀπὸ τοῦ πτωχοῦ πληθυσμοῦ τοῦ γεωργικοῦ οὐδέποτε Τράπεζά τις ἔχασεν οὐδὲ λεπτόν. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν, διατὶ αἱ Τράπεζαι ἀρνοῦνται νὰ παρέχωσι μικρὰς εὐκολίας, καὶ διατὶ ἡ Κυβέρνησις ὀκνεῖ νὰ ἐξαναγκάζῃ, δι’ ὧν ἔχει μέσων, τὰς Τραπέζας, ὅπως, πληροῦσαι τὰς ἀναληφθείσας διὰ συμβάσεων ὑποχρεώσεις αὑτῶν, παρέχωσιν ἀφθονώτερον τὸ χρῆμα εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς, μέχρις ὅτου γίνῃ δυνατὸν νὰ λυθῇ τὸ μέγα κοινωνικὸν ζήτημα, τοῦ νὰ προσελκύσωμεν κεφάλαια πλείονα καὶ παράσχωμεν ταῦτα ἐπὶ ἐλαφροτέροις ὅροις εἰς τὴν γεωργίαν καὶ τὴν κτηνοτροφίαν, καὶ οὕτως ἀπαλλάξωμεν τοὺς ἡμετέρους γεωργοὺς τῆς τοκογλυφίας καὶ τῆς πενίας, ἡ ὁποία τοὺς κατατρύχει καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἀφορμὴ καὶ τῆς ἠθικῆς αὐτῶν ἐκπτώσεως, διότι ὅπου ἡ πενία, ἐκεῖ καὶ ἡ ἀμάθεια, ἑκάτεραι δὲ ἀπεργάζονται τὴν ταπείνωσιν τοῦ φρονήματος καὶ τὴν ἠθικὴν ἔκπτωσιν. Ἔχομεν δὲ διὰ τὴν νεωτέραν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν τοῦτο τὸ μέγα ζήτημα νὰ λύσωμεν, νὰ ἀπαλλάξωμεν τουτέστι τὸν ἀγροτικὸν πληθυσμὸν, ἤτοι τὰς πολυπληθεστέρας κοινωνικὰς τάξεις, τὴν οὐσίαν τοῦ ἔθνους, ἀπὸ τῶν δεινῶν τῆς πενίας καὶ τῆς ἀμαθείας, ὑφ’ ὧν βαρυνόμεναι οἰκτρῶς, μόλις δύνανται νὰ βαδίσωσι πρὸς τὰ πρόσω καὶ νὰ προκόψωσι. Συνοψίζων, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα, καθ’ ἣν ἔχει ὑποχρέωσιν, συστήσῃ πρακτορεῖα καὶ παράσχῃ μικρὰ ἔστω κεφάλαια πρὸς σωτηρίαν τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν τῶν μικρῶν νήσων τῆς Ἑπτανήσου καὶ ἰδίως ἐν τῇ νήσῳ τῶν Κυθήρων, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω. Δοθείσης ἀφορμῆς ἐκ τῶν ἀγορεύσεων τῶν ἐντίμων προλαλησάντων, συνιστῶ εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ συνεννοηθῇ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ παρακαλέσῃ αὐτὴν, ἢ τὴν ἐξαναγκάσῃ, καθ’ ὃν γινώσκει τρόπον, ὅπως αὐξήσῃ τὰς παροχὰς αὐτῆς εἰς τὸν ἀγροτικὸν πληθυσμὸν τῆς Πελοποννήσου, εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας, τοὺς δανειζομένους ἀπὸ 2,000 δραχμῶν καὶ κατωτέρω· πρὸ πάντων δ’ ὑψῶ φωνὴν ὑπὲρ τῶν συμπολιτῶν μου τῆς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, οὓς οἰκτρῶς καταμαστίζει στυγερὰ τοκογλυφία κατὰ τὴν ἐποχὴν ἰδίως τῆς καλλιεργείας τῶν σταφιδαμπέλων. Διότι ὁ τόκος τῶν 14 καὶ 16% ὑψοῦται πολλάκις καὶ εἰς τὸ διπλάσιον, ὅταν δανείζωνται τὸν Μάρτιον, ἵνα ἀποδώσωσι τὸ χρέος αὑτῶν τὸν Σεπτέμβριον. Βεβαιῶ δὲ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ταῦτα ποιοῦσα παρέχει μεγάλην ὤθησιν εἰς τὴν προαγωγὴν τῶν κοινωνικῶν συμφερόντων καὶ τὴν κοινωνικὴν εὐημερίαν.
§14ΝΙΚΗΦΟΡΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως, εἰ δυνατὸν, συστηθῇ ἐν Κυθήροις πρακτορεῖον, ἀφοῦ εἶναι ὑπόχρεως ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα πρὸς τοῦτο, μολονότι ἡ ἀνάγκη δὲν εἶναι λίαν ἐπαισθητὴ, καθόσον ἐκεῖ οἱ χωρικοὶ δανείζονται μεταξύ των πρὸς 5%, ἀλλὰ μ’ ὅλα ταῦτα θεωρῶ καὶ ἐγὼ καλὸν, ὅπως συστηθῇ τοιοῦτον πρακτορεῖον ἐκεῖ.
§15ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Χαίρω πολὺ, ὅτι ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ γνωσθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ἀντιπροσωπεύεται ἡ μικρὰ καὶ ταλαίπωρος ἐκείνη νῆσος ἀπὸ τὸν προλαλήσαντα συνάδελφόν μου, σήμερον τὸ πρῶτον μετὰ τέσσαρα ἔτη ἀκουσθέντα· ἀλλὰ θὰ ηὐχόμην νὰ μὴ ἀντιπροσωπεύετο τοιουτοτρόπως· διότι, ἀντὶ νὰ συστήσῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ γίνῃ πρακτορεῖον ἐν Κυθήροις, ὅπως παρασχεθῇ μικρά τις ἀνακούφισις εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς τῆς νήσου, ὁ μεγάθυμος συνάδελφός μου ὑποδεικνύει τρόπον τινὰ, ὅτι εἶναι καὶ περιττὸν τὸ κατάστημα τοῦτο ἐκεῖ, ἀφοῦ τοσοῦτος εἶναι ὁ ἐγχώριος πλοῦτος τῶν Κυθηρίων, ὥστε ὁ τόκος δὲν ὑπερβαίνει τὰ 5%.
§16ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. Νικηφοράκης ὡμίλησεν ὑπὲρ τῆς συστάσεως καὶ ἐν τῇ νήσῳ Κυθήρων ὑποκαταστήματος τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, οὐχὶ διὰ νὰ ἐπιδιώξῃ συμπαθείας, ἀλλὰ μόνον διότι ἡ Τράπεζα ὑποχρεοῦται ἐκ τῆς συμβάσεως εἰς τοῦτο· διὰ τοῦτο ὅμως δὲν εἶχεν οὐδένα λόγον ν’ ἀποκρύψῃ, ὅτι ἐν Κυθήροις ὑπάρχουσι κεφάλαια, τὰ ὁποῖα διατίθενται μὲ μικρὸν τόκον.
§17ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητον ἓν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον σήμερον ἀνηγγέλθη ὑπὸ τῆς «Ἐφημερίδος» καὶ τὸ ὁποῖον σχετίζεται μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴν λειτουργίαν. Ἀνέγνωσα ὅτι ὁ Ἀρχιερεὺς Ζακύνθου ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ βήματος ἐξέφρασε λέξεις, τὰς ὁποίας δὲν θέλω νὰ πιστεύσω, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι ὁπωσδήποτε, δημοσιευόμεναι ὅπως ἐδημοσιεύθησαν, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἐξεγείρωσι τὴν κοινὴν συνείδησιν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν τὰ δημοσιευθέντα ἦναι ἢ δὲν ἦναι ἀληθῆ. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον μοὶ ἤγειρε μεγάλην ἀπορίαν, εἶναι, πῶς, ἐὰν τὰ δημοσιευθέντα ἦναι ἀληθῆ, ἐγένετο ἡ χειροτονία.
§18ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἀναγνώσας τὰ ἐν τῇ «Ἐφημερίδι» γραφέντα, ἐθεώρησα ὅτι εἶχον καθῆκον, ἵνα ἀμέσως ζητήσω πληροφορίας περὶ τοῦ γεγονότος· ἀπηύθυνα δὲ πρὸς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Ζακύνθου τὸ ἑξῆς ἔγγραφον (ἀναγινώσκει): «Ἐν τῷ ἐγκλειομένῳ ὧδε σημερινῷ φύλλῳ τῆς «Ἐφημερίδος» δημοσιεύεται ὁμιλία ὑμῶν, γενομένη ἐπὶ χειροτονίᾳ ὑποψηφίου τινὸς ἱερέως ἐν τῷ ἐνταῦθα ἱερῷ ναῷ τοῦ ἁγίου Παύλου, ἐν ᾗ ὁμιλίᾳ πρὸς τοῖς ἄλλοις κατακρίνεται ἡ Κυβέρνησις «ὡς ἐπεμβαίνουσα εἰς τὰς συνειδήσεις τῶν συνοδικῶν, ὅπως ἐγκρίνωσι χειροτονίας ἀναξίων ἱερέων». Φρονοῦντες ὅτι τὰ δημοσιευθέντα ταῦτα δὲν δύνανται νὰ ἦναι ἀληθῆ, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπεμβαίνει εἰς τὰ τῆς χειροτονίας τῶν ἱερέων, σᾶς παρακαλοῦμεν, ἵνα τάχιον ὅσον γνωρίσητε ἡμῖν, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ἔχωνται ἀληθείας τὰ ὑπὸ τῆς εἰρημένης ἐφημερίδος δημοσιευθέντα σήμερον περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.» Εἰς ἀπάντησιν πρὸς τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἔλαβον τὸ ἑξῆς ἔγγραφον, φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ἁγίου Ζακύνθου (ἀναγινώσκει): «Κύριε Ὑπουργὲ, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπὸ σημερινὴν ἡμερομηνίαν ὑπ’ ἀριθ. 5511 ἐγγράφου ὑμῶν λέγω, ὅτι τὰ ἐν τῷ σημερινῷ φύλλῳ τῆς «Ἐφημερίδος» γεγραμμένα περὶ τῆς ὁμιλίας, ἣν ἔκαμα χθὲς ἐν τῇ χειροτονίᾳ τοῦ ἱερέως, εἶναι παραμεμορφωμένα καὶ ὑπὸ πνεῦμα ὅλως ἀντίθετον πρὸς τὸν σκοπὸν, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ἐγὼ πρὸς ἁπλῆν διδασκαλίαν τοῦ νέου ἱερέως καὶ τῶν ἐκκλησιαζομένων πιστῶν ὡμίλησα. Οὔτε περὶ Κυβερνήσεως οὔτε περὶ Ἱερᾶς Συνόδου διελάμβανεν ἰδίως ὁ λόγος μου, ἀλλ’ ἀπέβλεπεν εἰς τὴν ἐν γένει πρόοδον, ἧς ἔχει ἀνάγκην ἡ Ἐκκλησία τοῦ Κράτους, ἀπέναντι τῆς μεγάλης ἀναπτύξεως, εἰς ἣν προβαίνει ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία. «Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν, ὅτι τὰ δημοσιευθέντα ἐν τῇ «Ἐφημερίδι» εἶναι ὅλως ἀνακριβῆ καὶ ἀνυπόστατα».
§19ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγει ὅτι ὡμίλησε.
§20ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ σύστημα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ζακύνθου εἶναι, εἰς ὅλας τὰς χειροτονίας, τὰς ὁποίας κάμνει, νὰ ὁμιλῇ.
§21ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἰς τὴν ὁμιλίαν του εἶπεν, ὅτι ὁ χειροτονούμενος εἶναι ἀνάξιος;
§22ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀδύνατον εἶναι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ζακύνθου νὰ ἐχαρακτήρισεν ἀνάξιον τὸν ἱερέα, τὸν ὁποῖον αὐτὸς ἐπρότεινε καὶ ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐψήφισεν.
§23Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπρότεινε καὶ ἐψήφισεν ὑπὲρ τοῦ χειροτονηθέντος ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ζακύνθου;
§24ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα· αὐτὴν τὴν πληροφορίαν ἔλαβον, ὅτι ἐψήφισεν ὑπὲρ αὐτοῦ· προσθέτω δὲ, ὅτι οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν εἶχεν, ἐὰν ἐθεώρει τὸν ἱερέα ἀνάξιον, νὰ προβῇ εἰς τὴν χειροτονίαν αὐτοῦ. Ἑπομένως ἀμφότερα τὰ γεγονότα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι τὰ ἐν τῇ «Ἐφημερίδι» γραφέντα εἶναι ἀνυπόστατα.
§25ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ ὅτου ἀπεβίωσεν ὁ ἀοίδιμος Μητροπολίτης Ἀθηνῶν καὶ Πρόεδρος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου Προκόπιος, ἀναγινώσκομεν καθ’ ἑκάστην εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι δὲν παρέρχεται ἑβδομὰς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἱερὰ Σύνοδος νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τὴν χειροτονίαν ἱερέως. Λέγεται μάλιστα, ὅτι ἐγκρίνεται ἡ χειροτονία προσώπων, τὰ ὁποῖα στεροῦνται παντὸς προσόντος, καὶ ὅτι μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχουν πρόσωπα, τῶν ὁποίων αἱ αἰτήσεις εἶχον ὑποβληθῆ εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον πρὸ ἐτῶν καὶ εἶχον ἀποῤῥιφθῆ, διότι οἱ αἰτοῦντες δὲν εἶχον κριθῆ ἄξιοι τῆς ἱερωσύνης. Ἀλλὰ σήμερον ἀνέγνων ἐν τῇ «Ἐφημερίδι» πολλὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα δὲν μὲ ἐσκανδάλισαν μόνον, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀπήλπισαν. Καὶ πρῶτον διηγεῖται ἡ «Ἐφημερὶς», ὅτι κατὰ μίαν προηγουμένην συνεδρίασιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἐγένετο λόγος περὶ χειροτονίας ἱερέως, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ὑπῆρχε κἂν πρότασις ἐκ μέρους τῆς ἁρμοδίας ἐπισκοπικῆς ἐπιτροπῆς· ἐὰν τοῦτο ἀληθεύῃ, εἶναι ἄξιον πολλῆς μελέτης καὶ ἐξετάσεως. Διότι, προκειμένου περὶ χειροτονίας ἱερέως, πρὸ παντὸς εἶναι ἁρμόδιος, ὅπως ποιήσηται σύστασιν ὁ Ἐπίσκοπος, ἐν ἐλλείψει δὲ τούτου, ἡ ἐπισκοπικὴ ἐπιτροπή. Ἀλλὰ ταῦτα, ὡς γενόμενα ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, δὲν ἔρχονται εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ κοινοῦ καὶ ἑπομένως ὀλίγον σκανδαλίζουσι τὸ χριστιανικὸν πλήρωμα. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα δὲν ἔμεινεν ἕως ἐδῶ· ἡ «Ἐφημερὶς» διηγεῖται, ὅτι χθὲς τὴν πρωΐαν, ἐνῷ ἐλειτούργει εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ ἁγίου Παύλου ὁ Ἅγιος Ζακύνθου, ἀπεστάλη παρὰ τῆς Συνόδου ὁ οὕτω παρανόμως ψηφισθεὶς ἱερεὺς, διὰ νὰ χειροτονηθῇ, ὅτι ὁ Ἅγιος Ζακύνθου, φρονῶν ὅτι ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνόδου, προέβη εἰς τὴν χειροτονίαν, ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελέσῃ τὸ μέγα τοῦτο μυστήριον καὶ νὰ θέσῃ τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπὶ τὸν ὑποψήφιον, ἐξηγέρθη ἡ συνείδησίς του καὶ κρατῶν τὸν ὑποψήφιον ἀπὸ τῆς κόμης, ἔκαμε προσλαλιὰν πρὸς τὸ κοινὸν, ἡ ὁποία τῇ ἀληθείᾳ εἶναι ἀξία πολλῆς προσοχῆς, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον τὸ ἔγγραφον τοῦ Ἁγίου Ζακύνθου, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, δὲν διαψεύδει καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ γεγονός. Φαίνεται λοιπὸν, ὅτι ἐγένετο ὁμιλία παρὰ τοῦ Ἁγίου Ζακύνθου πρὸς τὸ κοινὸν, καὶ ἡ ὁμιλία αὐτοῦ περιεστρέφετο εἰς τὸ ὅτι ὁ ὑποψήφιος δὲν ἔχει τὰ προσόντα, καὶ ὅτι δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν γίνεται τοῦτο· ἐπέκρινε δὲ ἀπὸ τῆς Ὡραίας Πύλης τὴν Πολιτείαν καὶ τὴν κοινωνίαν ὁλόκληρον, ὡς μὴ φροντίζουσαν νὰ κανονίσῃ τὰ προσόντα τῶν μελλόντων νὰ λάβωσι τὸ ἱερατικὸν σχῆμα. Προκύπτει δὲ, ὅτι καὶ ἄλλοτε πολλάκις ἔκαμε παραστάσεις περὶ τούτου καὶ δὲν εἰσηκούσθη. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν πρέπει νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητον. Ἀπευθυνόμενος δὲ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, συνιστῶ εἰς αὐτὸν νὰ ἐξετάσῃ προσηκόντως τὴν ὑπόθεσιν· πρὸ πάντων δὲ θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ πληροφορήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν Βουλὴν, ἐὰν τῷ ὄντι ἐνεκρίθη ἡ χειροτονία τοῦ προσώπου τούτου χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀπαιτουμένη πρότασις ἐκ μέρους τῆς ἐπισκοπικῆς ἐπιτροπῆς. Ἐπειδὴ δὲ γίνεται λόγος περὶ τούτου, νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἐξετασθῇ πληρέστερον τὸ ζήτημα, ἐὰν τῷ ὄντι γίνωνται καθ’ ἑκάστην πολλαὶ χειροτονίαι ὑπεραρίθμων ἱερέων· ἀπορῶ δὲ, πῶς ἡ Κυβέρνησις, ἀκούουσα ὅτι λαμβάνουσι χώραν τοιαῦτα ἀτοπήματα, δὲν ἐφρόντισε νὰ θέσῃ φραγμὸν εἰς αὐτὰ, ἐνῷ τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι, νομίζω, δύσκολον· ἤρκει νὰ ὁρισθῶσιν αἱ ἐνορίαι, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν εἰς τὸ Κράτος, καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἱερέων.
§26ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι ὡρισμένος ὁ ἀριθμὸς κατὰ οἰκογενείας.
§27ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀρκεῖ τοῦτο· πρέπει διὰ Διατάγματος νὰ κανονισθῇ, ὅτι εἰς τὸν δεῖνα δῆμον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πληθυσμοῦ τόσοι ἱερεῖς πρέπει νὰ ὑπάρχωσι. Σήμερον μένουσι τὰ πράγματα ἐλεύθερα, καὶ ἕκαστος Ἐπίσκοπος δύναται νὰ χειροτονῇ ὅσους θέλει. Τελευτῶν παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πόσοι ἱερεῖς ἀπέθανον ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1889 μέχρι τοῦδε καὶ πόσοι ἐχειροτονήθησαν.
§28ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ νὰ πεισθῶμεν, ἐὰν ἦναι ἀληθῆ τὰ γραφέντα εἰς τὴν «Ἐφημερίδα», παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ τὰ ἔγγραφα, δυνάμει τῶν ὁποίων προέβη ἡ Σύνοδος εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς χειροτονίας τοῦ ἱερέως αὐτοῦ. Συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ εἷς φραγμὸς εἰς τὰς χειροτονίας, ἐὰν δὲ ἐγνώριζον, ὅτι ἤθελεν ἔλθει τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, ἤθελον σᾶς παρουσιάσει κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἐβλέπατε, ὅτι ὁ Ἅγιος Μεσσηνίας εἰς χωρία, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει, παρὰ μόνον ἕνα ἱερέα, ἔχει τρεῖς, ἔχει δὲ διαταγὰς τοιαύτας δώσει καὶ ἔχει μεταθέσει καὶ καταστήσει ἀργοὺς τόσους, ὥστε ἤθελον αἱ πληροφορίαι μου περὶ τούτου προξενήσει τὴν φρίκην εἰς ὑμᾶς. Εὐχάριστον μάλιστα, ὅτι δὲν ἐγνώριζον, ὅτι ἤθελε γίνει αὐτὴ ἡ συζήτησις, καὶ δὲν μοὶ ἐδόθη ἡ ἀφορμή, ἵνα ἐκθέσω τὰ κατὰ τὸν εἰρημένον Ἀρχιερέα καὶ ἀποδείξω, ὅτι ἐξευτελίζει τὸ ἀξίωμα, ὅπερ κατέχει.
§29ΤΖΑΝΕΣ. Μοιραίως βαίνομεν εἰς τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ζήτημα θὰ προκύψῃ φοβερὸν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ φροντίσῃ διὰ παντὸς τρόπου νὰ τεθῇ φραγμὸς, φραγμὸς τοιοῦτος, ὥστε νὰ μὴ βαίνωσιν οἱ ἅγιοι Ἐπίσκοποι καὶ Ἀρχιεπίσκοποι πέραν τῶν ἐσκαμμένων. Δύναμαι νὰ εἴπω, ἂν καὶ δὲν ἐπεθύμουν νὰ λεχθῇ τοῦτο ἐντεῦθεν, ὅτι ἡ χειροτονία κατέστη ἐμπόριον. Δι’ αὐτὸ καὶ πάλιν συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅπως, εἰ δυνατὸν, κατ’ αὐτὴν τὴν Βουλευτικὴν Σύνοδον εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δέσῃ τὰς χεῖρας αὐτῶν, τοὺς ὁποίους ἡ Ἐκκλησία ἀνεβίβασεν εἰς τὸ ὕπατον, ἱερὸν καὶ ἅγιον ἀξίωμα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Ἄλλοτε εἶπον, καὶ ἴσως ἐχολώθησάν τινες ἐκεῖθεν (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), διότι δυνατὸν νὰ ὑπέθεσαν, ὅτι ἦτο αὐστηρὸν τὸ λεχθὲν τότε περὶ τοῦ κλήρου, καὶ δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἠδύνατο νὰ ἦναι, διότι εἶπον καὶ τότε, ὅτι ἐχειροτονήθησαν ἄνθρωποι,—ἵνα μὴ εἴπω λεπτομερείας,—ἄνθρωποι ἀνάξιοι τῆς ἱερωσύνης, οἱ ὁποῖοι φέρουσιν ἐπὶ τῆς ῥάχεώς των ἀποφάσεις δικαστικὰς ἐπὶ πράξεσιν ἀποδεδειγμένως οὐχὶ ἠθικαῖς. Λοιπὸν μοιραίως, λέγω, βαίνομεν πρὸς τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν τὸ ζήτημα θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ· διότι, ἐὰν ἔλθῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν, θέλομεν τραπῆ πάντες εἰς ἐπονείδιστον φυγὴν ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης, διότι ἡ Ἐκκλησία κυλίεται ὅπου δὲν πρέπει, καὶ ἡμεῖς σιγῶμεν!
§30ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ὅστις ἐζήτησεν, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς πληροφορήσῃ ἡμᾶς, ἐὰν ὑπῆρξε πρότασις τῆς ἁρμοδίας ἐπισκοπικῆς ἐπιτροπῆς, ἐπιθυμῶ, ὅταν ἐξετασθῇ τοῦτο, νὰ ἐξετασθῇ καὶ τὸ ἑξῆς: ἐὰν ὑπάρχῃ ἐν τῷ φακέλλῳ ἡ πιστοποίησις τοῦ ἁρμοδίου ταμία περὶ τοῦ ὅτι ὁ ῥηθεὶς χειροτονηθεὶς ἱερεὺς δὲν ὤφειλεν εἰς τὸ Δημόσιον, ἢ δὲν ἦτο ἐγγυητὴς ὀφείλοντος πρὸς αὐτό.
§31ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τίποτε ἐξ αὐτῶν δὲν ὑπάρχει.
§32ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ προσαχθῶσι καὶ πιστοποιητικὰ τοῦ ἁρμοδίου Εἰσαγγελέως, ὅτι ὁ χειροτονηθεὶς δὲν ὑπέπεσεν εἰς τὰ ἀδικήματα, ἅτινα ὁρίζει ὁ νόμος, διότι καὶ ἐγὼ ἐπληροφορήθην παρὰ διαφόρων προσώπων, ὅτι οὐδὲν ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων ὑπάρχει, ἔσπευσαν δὲ εἰς τὴν χειροτονίαν, διότι ἐπείσθησαν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι τοιαῦτα ἔγγραφα. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, ὅπερ ἐβεβαιώθη, εἶναι, ὅτι ὁ σεβασμιώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ζακύνθου εἶπεν ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ βήματος, ὅτι ὁ χειροτονηθεὶς ἱερεὺς εἶναι ἀγράμματος καὶ ἀμαθής. Μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι ἐκ τοῦ ἐγγράφου, τοῦ σήμερον ἀναγνωσθέντος, δὲν ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν εἶπε τοῦτο. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος εἶπεν, ὅτι ἀπέναντι τῆς ἀναπτύξεως τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ ἔθνους δὲν συμβαδίζει καὶ ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν παραλλήλως. Ἐὰν ἀναγνώσητε μεταξὺ τῶν γραμμῶν, ἐξετάσητε δὲ, τίνα ἔχει ἔννοιαν ἡ φράσις αὕτη, ὅτι δηλ. δὲν βαίνει ἡ Ἐκκλησία ἐκ παραλλήλου πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς κοινωνίας, θέλετε ἴδει, ὅτι τὸ γραφὲν ἐν τῇ «Ἐφημερίδι» εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνο, ὅπερ ἀναγράφεται ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ, ὅτι ὁ ἱερεὺς δὲν γνωρίζει ὅσα ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ γράμματα. Ἐγὼ δὲ γινώσκω, ὅτι πολλοὶ ἐνορῖται ἤκουσαν τὸν Σεβ. Ἀρχιεπίσκοπον καυτηριάζοντα τὰς γενομένας τελευταῖον χειροτονίας, οὐδ’ ἔχομεν ἀνάγκην τοῦ γεγονότος τούτου, τοῦ ἐλθόντος εἰς τὸν τύπον, ἵνα πεισθῶμεν περὶ τῶν σήμερον συμβαινόντων ὡς πρὸς τὰς χειροτονίας. Δὲν ἔχετε ἢ ἑκάστην πρωΐαν νὰ προσέρχησθε εἰς τὴν ἐξώθυραν Ὑπουργοῦ τινος, ἵνα ἴδητε πλείστους ὅσους χωρικούς, οἵτινες, διαφωνοῦντες πρός τινα θεολόγον, ἀφῆκαν νὰ μακρυνθῇ ἡ κόμη αὐτῶν, ζητοῦντας εὐκαιρίαν, ὅπως ἴδωσι τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ λάβωσι σύστασίν τινα αὐτοῦ πρός τινα τῶν Συνοδικῶν, ἵνα χειροτονηθῶσιν ἱερεῖς. Ἐπεθύμουν δὲ νὰ μάθω, ἀπὸ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἦλθεν ἐκ δευτέρου ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἰς τὰ πράγματα, πόσοι ἀληθῶς ἱερεῖς ἀπεβίωσαν ἐν τῷ νομῷ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας καὶ πόσοι ἐχειροτονήθησαν ἔκτοτε.
§33ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Θὰ ζητήσω τὰς πληροφορίας, καὶ μόλις τὰς λάβω, θὰ τὰς ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν ἑτέραν παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, βεβαιῶ, ὅτι οὐδέποτε εἶδόν τινα, θέλοντα ἢ μέλλοντα νὰ χειροτονηθῇ.
§34ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως δὲν πρόκειται περὶ ὑμῶν· ἐννοεῖτε περὶ τίνος πρόκειται.
§35ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε σήμερον τὴν Βουλήν, δὲν τυγχάνει ἄξιον πολλῆς προσοχῆς, προκειμένου περὶ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὡς σήμερον αὕτη εἶναι διεσκευασμένη. Ἐὰν ἄλλοτε εἴτε ὁ συνοδικὸς κ. Λάτας, εἴτε ἄλλος τις ἱεράρχης, ἤθελε τυχὸν ὁμολογήσει δημοσίᾳ καὶ πανηγυρικῶς, ὅτι τελοῦνται παρόμοια σκάνδαλα ἐν τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ, θὰ ἐπηκολούθει ἀληθῶς μέγας σάλος καὶ θόρυβος. Ἀλλὰ σήμερον ἐξωκειώθημεν εἰς τοιούτου εἴδους παρεκτροπὰς, καὶ δὲν μᾶς κάμνουν ἐντύπωσιν. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι πρό τινος χρόνου ἐγένετο γνωστὸν ἐπισήμως, ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἐνέκρινέ τινα ὡς ἱερέα, ἐνῷ εἶχε καταδικασθῆ ἐπανειλημμένως ἐπὶ ζωοκλοπῇ. Ὅταν ἐνεκρίθη ἡ χειροτονία τοῦ ζωοκλέπτου ἐκείνου, ἐνετάλη νὰ τὸν χειροτονήσῃ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Πατρῶν, ὅστις, λαβὼν γνῶσιν τῶν καταδικαστικῶν ἀποφάσεων, ἀπηύθυνεν ἔγγραφον εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον καὶ τῇ κατέστησε γνωστὸν, ὅτι αὐτὸς εἶχε καταδικασθῆ ἐπὶ ζωοκλοπῇ. Ἡ Σύνοδος ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ἐξετάζονται τὰ πρὸ τῆς χειροτονίας, ἀλλὰ τὰ μετ’ αὐτήν. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, μετὰ δηκτικότητος ἀνταπαντήσας, ἔθηκε τὸ ἑξῆς ἐρώτημα: «ἆρά γε ἡ ἱερωσύνη ἐξαγνίζει;» Τότε ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἡ Σύνοδος, εἰσηγουμένου τοῦ Παναρέτου, ἔκαμεν ἐκεῖνο τὸ ἔγγραφον, δι’ οὗ ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἐπετρέποντο ἐρωτοπαίγνια! Ἀλλὰ σᾶς εἶπον, ὅτι αὐτὰ δὲν κάμνουν πλέον ἐντύπωσιν, διότι δὲν εἶναι οὔτε τὸ πρῶτον, οὔτε τὸ δεύτερον παράδειγμα, οὔτε τὸ τρίτον, οὔτε τὸ δέκατον, οὔτε τὸ ἑκατοστόν. Σήμερον ἡ Σύνοδος μετεβλήθη εἰς χαλκεῖον, ἐν τῷ ὁποίῳ χαλκεύονται πράγματα ἀκατονόμαστα, τείνοντα εἰς τὴν ἐπίῤῥωσιν τοῦ κόμματος. Κατὰ τίνα τρόπον ἐπεβλήθη ὁ σήμερον Μητροπολίτης, τὸ γνωρίζετε. Εἶναι δυνατὸν λοιπὸν οὗτος νὰ μὴ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς δικαίας ἀξιώσεις τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον, ἐναντίον τῆς θελήσεως τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου, τὸν ἀνεβίβασεν εἰς τὸ ἀξίωμα τὸ Μητροπολιτικόν; Ἀνέγνων πρὸ τινων ἡμερῶν εἰς τὴν «Ἐφημερίδα», ὅτι μεταξὺ ἄλλων ἔλαβεν ὁ Κεφαλληνίας τὴν πρωτοβουλίαν νὰ ἱδρύσῃ καὶ Σύλλογόν τινα, ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Ἱερὸς Σύνδεσμος». Σκοπὸς αὐτοῦ φέρεται καὶ ἡ ῥύθμισις τοῦ λειτουργικοῦ τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπέπρωτο, βλέπετε, μετὰ πολλοὺς αἰῶνας νὰ ἔλθῃ ὁ Κεφαλληνίας νὰ ῥυθμίσῃ τὸ λειτουργικὸν τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καὶ τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου! Δὲν ἐπίστευσα εἰς τοῦτο, ζητήσας δὲ, εὗρον τὸ Καταστατικὸν τοῦ παραδόξου αὐτοῦ Συλλόγου, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐβεβαιώθην περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν δημοσιευθέντων. Σήμερον δὲ εἶδον, ὅτι τὸ ταμεῖον τῆς Μονῆς Πεντέλης κατέβαλεν εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Συλλόγου χιλίας δραχμὰς, καὶ ἐπείσθην, ὅτι δὲν πρόκειται ἢ περὶ μιᾶς πρωτοφανοῦς φορολογίας καὶ ἁρπαγῆς ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ψυχολογικῆς βίας. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι δὲν ἤξιζε τὸν κόπον νὰ γίνῃ τόσος λόγος περὶ τοιαύτης Συνόδου. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ἔχω σκοπὸν νὰ συζητήσω ἰδίως περὶ τοῦ γεγονότος τῆς συστάσεως τοῦ Συλλόγου, διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, πρῶτον περὶ τοῦ ἂν πράγματι ἡ Μονὴ Πεντέλης ἐδώρησεν εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Συλλόγου δραχμὰς χιλίας, καὶ ἂν ἔχῃ γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἐνέκρινε τὴν δωρεὰν αὐτὴν, ἢ ἂν ἐξεναντίας ἡ Μονή, χωρὶς νὰ ἔχῃ γνῶσιν ὁ Ὑπουργὸς, δωρεῖ τὴν περιουσίαν αὐτῆς, ἕνεκα τῆς ψυχολογικῆς ἐκβιάσεως, ἣν κατ’ ἀνάγκην ἀσκεῖ ἐπὶ τῶν Μονῶν ὁ Μητροπολίτης.
§36ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μεθ’ ὅσα ἤκουσα περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἐπιθυμῶ μόνον νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἵνα κομίσῃ προσεχῶς πληροφορίας πλήρεις καὶ ἀναλόγους πρὸς τὰ δημοσιευθέντα. Τοσούτῳ μᾶλλον ποιοῦμαι τὴν ὑπόμνησιν ταύτην, καθόσον παρατηρῶ εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν μίαν ἀτέλειαν, καὶ ἡ ἀτέλεια ἐκείνη ἴσως εἶναι ἡ βάσις, ἐφ’ ἧς στηρίζεται καὶ ἡ ἀτέλεια ἐπίσης τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Ἐπισκόπου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐρωτᾷ τὸν σεβασμιώτατον Ἐπίσκοπον Ζακύνθου, ὑποβάλλων εἰς αὐτὸν τὸ θέμα, ὅτι ἐν τῇ ὁμιλίᾳ αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν ἀπήγγειλεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, κατακρίνεται ἡ Κυβέρνησις ὡς ἐπεμβαίνουσα εἰς τὰς συνειδήσεις τῶν Συνοδικῶν, ὅπως ἐγκρίνωσι χειροτονίας ἱερέων (ἀναγινώσκει): «... Φρονοῦντες, ὅτι τὰ δημοσιευθέντα ταῦτα δὲν εἶναι ἀληθῆ, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπεμβαίνει εἰς τὰς χειροτονίας τῶν ἱερέων, σᾶς παρακαλοῦμεν, ἵνα τάχιον ὅσον γνωρίσητε ἡμῖν, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ἔχωνται ἀληθείας τὰ ὑπὸ τῆς εἰρημένης ἐφημερίδος δημοσιευθέντα σήμερον.» Ὁρίζει τοιουτοτρόπως ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, εἰς τί καλεῖται ὁ Ἐπίσκοπος ν’ ἀπαντήσῃ, δὲν παραπέμπει αὐτὸν ἁπλῶς εἰς τὰ δημοσιευθέντα, ἀλλ’ ὁρίζει τὸ θέμα· προκαλεῖται ὁ Ἐπίσκοπος ν’ ἀπαντήσῃ, ἂν κατηγόρησε τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ Ἐπίσκοπος ἀπαντᾷ, ὅτι δὲν ὡμίλησεν ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα, καὶ ἄλλα τοιαῦτα, ὡς βλέπετε ἐν τῷ ἐγγράφῳ αὐτοῦ. Σᾶς λέγει, ὅτι εἰδικῶς δὲν ὡμίλησε περὶ Κυβερνήσεως καὶ περὶ Ἱερᾶς Συνόδου, καὶ ἐὰν ὡμίλησέ τι, ὡμίλησεν ἁπλῶς καὶ ὄχι ὑπὸ τὸ πνεῦμα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ὑποθέτει ἡ «Ἐφημερὶς», ἀλλ’ ὑπὸ πνεῦμα διαφορετικόν! Ὑπάρχει μία κοινὴ πεῖρα εἰς τὰ συμβαίνοντα ἐν τοιαύταις περιστάσεσι, δηλαδὴ εἶναι γνωστὸν, πῶς ἀπαντᾷ ὁ θέλων νὰ διαψεύσῃ ῥητῶς γεγονότα, καὶ πῶς ἀπαντᾷ ὁ θέλων νὰ ὑπεκφύγῃ τὴν ἀπάντησιν, καὶ πῶς ἐρωτᾷ ὁ θέλων ἐκ τῶν προτέρων νὰ διευκολύνῃ τὴν ἀπάντησιν. Αὐτὸ πλέον εἶναι ἀντικείμενον τῆς κοινῆς πείρας· δὲν χρειάζεται νὰ ᾖναί τις ἠσκημένος εἰς τὸ διπλωματικῶς ἐκφράζεσθαι ἢ διπλωματικῶς ἐρωτᾷν, ἵνα ἐννοῇ τὰ τοιαῦτα. Καὶ λέγω ταῦτα, διότι εἶναι ἀληθῶς ἀξιοπαρατήρητον καὶ τὸ εἶδος ἐκεῖνο τῶν διακοπῶν, τὰς ὁποίας ἐγὼ ὑφίσταμαι, π. χ. ταύτην τὴν στιγμήν, διὰ νὰ μοὶ παρατηρήσουν, ὅτι δῆθεν ἀρνεῖται ὁ Ἐπίσκοπος τὰ δημοσιευθέντα. Ὅταν πρόκηται περὶ διαψεύσεως ὁλοκλήρου ἀγορεύσεως τοιαύτης, ὁποία εἶναι ἡ τοῦ σεβασμιωτάτου Ζακύνθου, δὲν ἀπαντᾷ τοιουτοτρόπως ὁ οὕτω πως συκοφαντηθεὶς πλέον, ἀλλὰ καὶ ὁ θέλων νὰ προκαλέσῃ πλήρη τὴν ἀπάντησιν δὲν ἐρωτᾷ ὅπως ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἠρώτησεν. Ἀλλὰ περὶ τίνος ἐπρόκειτο ἆρά γε, καὶ ὁ εὔγλωττος σεβασμιώτατος Ἐπίσκοπος ἠναγκάσθη ν’ ἀγορεύσῃ; Ἐπρόκειτο περὶ τῆς μεγάλης ἀναπτύξεως, εἰς ἣν προβαίνει ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία, καὶ περὶ τῶν ἀναγκῶν τῶν τωρινῶν τῆς Ἐκκλησίας· ἀπέτεινε δὲ τὴν ὁμιλίαν ταύτην ἐν ἐκκλησίᾳ πρὸς διδασκαλίαν τοῦ νέου ἱερέως καὶ τῶν ἐκκλησιαζομένων. Τοιουτοτρόπως φαίνεται, ὅτι ὁ νέος ἱερεὺς ἐπρόκειτο νὰ παρορμηθῇ νὰ φροντίσῃ περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς Ἐκκλησίας, καὶ πλανῶνται οἱ νομίζοντες, ὅτι ὁ νέος ἱερεὺς καθυστερεῖ εἰς τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ εἷς ἱερεύς· αὐτὸς, φαίνεται, ἔχει ὄχι τὰ προσόντα ἱερέως, τὰ ὁποῖα τοῦ ἀμφισβητοῦν, ἀλλὰ τὰ προσόντα Πάπα ἢ Πατριάρχου, ὁ ὁποῖος καλεῖται νὰ μεριμνήσῃ ἐν γένει περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλ’ ὁ σεβασμιώτατος Ζακύνθου ὡμίλησε βεβαίως ὄχι πρὸς διδασκαλίαν τοῦ ἱερέως, βεβαίως πᾶν ἄλλο ἐσκόπει νὰ ὑποδείξῃ, ἀδιάφορον διὰ τίνων φράσεων, εἰς ποίαν ἀνάγκην εὑρίσκετο καὶ περιήρχετο κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην. Ἐπίσκοπος, ὁμιλῶν κατὰ τὴν χειροτονίαν ἱερέως περὶ τῆς ἀνάγκης, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται σήμερον ἡ κοινωνία, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ κλήρου, ἵνα ὁ κλῆρος ᾖναι ἄξιος τῆς προόδου αὐτῆς, οὐδὲν ἄλλο ἔλεγεν, εἰμὴ ὑπεδείκνυεν εἰς ποίαν ἀνάγκην ὀδυνηρὰν περιήρχετο τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ὅπως χειροτονήσῃ ἱερέα, ὃν ἐθεώρει ὅλως ἀνάξιον.
§37ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ πνεῦμα τῆς ὁμιλίας του.
§38ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως καὶ ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι δὲν προέβη πέραν τοῦ δέοντος, παραδέχομαι ὅτι περιεκάλυψε πᾶν ὅ,τι εἶπεν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ μὲ ὅλον τὸν τύπον τῆς καταναγκαστικῆς εὐλαβείας, τὴν ὁποίαν εἶχε πρὸς τὴν θέσιν του κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, καὶ συγκρατηθεὶς, οὕτως εἰπεῖν, ὡμίλησε περὶ τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας ἔχει σήμερον ἡ Ἐκκλησία σχετικῶς πρὸς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἱερέων, καὶ δύναμαι, πρὸς τιμὴν τῆς περὶ τὸν λόγον ἐγκρατείας του, νὰ ἀναγνωρίσω, ὅτι ἐξωτερικῶς περιεκάλυψε τὰς ἰδέας, καὶ ὅτι ὡμίλησε βεβαίως ὄχι ὑπὸ τὸ πνεῦμα νὰ ὑβρίσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἢ τὴν Σύνοδον. Τοσούτῳ μᾶλλον, κύριοι συνάδελφοι, ἤμην ἠναγκασμένος νὰ δώσω σημασίαν εἰς τὸ γενόμενον σκάνδαλον, καθόσον βλέπω ἐξαναστάντα κατὰ τῆς πράξεως τὸν ὄντως γεραρὸν Ἐπίσκοπον Ναυπακτίας, ὑπὸ τοῦ ὁποίου τὴν δικαιοδοσίαν ὑπάγεται εὐτυχῶς καὶ ἡ ἐπαρχία, ἐξ ἧς κατάγομαι· αὐτὸς ἐξανέστη κατὰ τῆς χειροτονίας τοῦ ἱερέως ἐν τῇ Συνόδῳ, καὶ μὴ λέγετε, ὅτι ἀρκεῖ ἡ ἀπάντησις, ὅτι ταῦτα εἶναι ἀνακριβῆ, ὅταν ἐφημερὶς, τῆς ὁποίας τοσάκις ἐβεβαιώθη τὸ κῦρος καὶ ἡ ἀκρίβεια τῶν εἰδήσεων.... (θόρυβος δεξιᾷ). Παρετηρήσατε βεβαίως, ὅτι ἡ ἐφημερὶς αὕτη εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ προκαλέσῃ νὰ καταγγελθῇ, ἐὰν θεωρῶνται ψευδῆ τὰ δημοσιευθέντα· πρόκειται βεβαίως περὶ δημοσιεύσεως γεγονότων, διότι περὶ τῶν ἄλλων βεβαίως, δηλαδὴ περὶ πολιτικῶν κρίσεων, σεῖς δικαιοῦσθε νὰ θεωρῆτε, ὅτι εἶναι ψευδὲς πᾶν ὅ,τι λέγει τις, κατακρίνων τὴν Κυβέρνησιν· ἔχετε καθῆκον μάλιστα νὰ φρονῆτε τοῦτο· ἀλλ’ ἐδῶ πρόκειται περὶ δημοσιεύσεως γεγονότων, καὶ οὐδεὶς σοβαρὸς δημοσιογράφος δύναται νὰ τολμήσῃ νὰ ἐξέλθῃ εἰς τὴν δημοσιότητα οὕτω προκλητικῶς, διότι ἐκτὸς τῆς καταγγελίας ἤθελεν ὑποστῆ καὶ τὴν ποινὴν τῆς ἐξελέγξεως ὑπὸ τῆς κοινῆς συνειδήσεως. Ἔρχεται καὶ σᾶς λέγει: «Εὐλογημένοι χριστιανοὶ, εἶμαι ἠναγκασμένος.... (ἀναγινώσκει ἐκ τῆς «Ἐφημερίδος» περικοπὴν τῶν δημοσιευθέντων ὡς λεχθέντων ἐν τῷ ναῷ ὑπὸ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ζακύνθου).
§39ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Τὰ διαψεύδει αὐτά.
§40ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀξιοπαρατήρητον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον συμβαίνει αὐτὴν τὴν στιγμήν. Οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι τῆς πλειοψηφίας προέβησαν τῷ ὄντι πέραν τοῦ δέοντος, καὶ ὄχι μόνον ὅταν κατακρίνηται ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἀναφέρωνται γεγονότα, ὡς νὰ ἦσαν παρόντες ἐκεῖ, διαμαρτύρονται. Προκειμένου λοιπὸν περὶ τῶν ὀφειλομένων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς τὴν Βουλὴν ἐξηγήσεων, φρονῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιστρεφώμεθα δι’ ἑλιγμῶν, ὥστε νὰ μὴ δίδωνται ἐπὶ τέλους αἱ πληροφορίαι. Γίνεται μία ἐπερώτησις· παρέρχονται μία ἢ δύο ἡμέραι, δίδεται μία ἀπάντησις γενικὴ, εἰς ἄλλην συνεδρίασιν δίδουσιν ἄλλην ἀπάντησιν τυπικὴν, εἰς ἄλλην ὅλως ἀτελῆ, ἀνοίγοντες οὕτω μίαν δικλεῖδα, πρὸς χαλάρωσιν τῶν ἐντυπώσεων τοῦ κακοῦ, καὶ τοιουτοτρόπως παρέρχονται 5 ἢ 6 ἡμέραι καὶ ἡ ἐπερώτησις ἐξαφανίζεται δι’ ἀληθῶς εὐφυοῦς συστήματος. Δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι ἐπιστημονική τις τακτικὴ πολιτικῆς τίθεται εἰς ἐνέργειαν, εἶναι δὲ καὶ γνωστὸν τὸ ἁψίκορον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἀρκεῖ νὰ ὑπεκφύγητε τὰς πρώτας ἐντυπώσεις διὰ καταλλήλου ἀπαντήσεως, δι’ ὑπεκφυγῶν, καὶ οὕτω παρέρχεται πλέον τὸ ἐνδιαφέρον. Δὲν θέλω εἰδικῶς ν’ ἀποδώσω τοιοῦτον χαρακτῆρα εἰς τὰ γενόμενα ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, καὶ διὰ τοῦτο μετὰ πεποιθήσεως ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅπως, συναισθανόμενος αὐτὸς ὁ ἴδιος τὸ λίαν σκανδαλῶδες τῆς ὑποθέσεως, προκαλέσῃ σαφῆ καὶ κατηγορηματικὴν ἀπάντησιν καὶ προσαγάγῃ αὐτὴν ταχέως εἰς τὴν Βουλὴν, διότι πρόκειται περὶ γεγονότος, τὸ ὁποῖον εὐλόγως σκανδαλίζει τὸ χριστιανικὸν πλήρωμα.
§41ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Ἄπορον μοὶ φαίνεται, Κύριοι, πῶς τοιαύτη ἐπερώτησις ἐγένετο ἐπὶ τῆς χειροτονίας τοῦ ἱερέως Χλουρέα, καὶ τὴν χειροτονίαν ταύτην οἱ ἔντιμοι προαγορεύσαντες ἀπέδωσαν εἰς ἐνέργειαν τῆς πολιτικῆς. Ἰδοὺ τί γνωρίζω περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Τὸ παρελθὸν Σάββατον προσεκλήθην εἰς μνημόσυνον παρὰ τοῦ συμπολίτου μου κ. Φιλιππίδου διὰ τὸν πρὸ μικροῦ θάνατον τῆς συζύγου του, καὶ μετέβην εἰς τὸν ναὸν τοῦ Ἁγίου Παύλου, ὅπου εἶδον ἱερουργοῦντα τὸν σεβασμιώτατον ἀρχιεπίσκοπον Λάταν, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ εἶδον χειροτονούμενον εἰς ἱεροδιάκονον τὸν ἐξ Οἰτύλου Χλουρέαν. Μετὰ τὴν θείαν λειτουργίαν καὶ τὴν τέλεσιν τοῦ μνημοσύνου ἐξήλθομεν τοῦ ναοῦ καὶ μετέβημεν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Φιλιππίδου, ὅπως λάβωμεν κατὰ πρόσκλησίν του τὸν καφέ. Δὲν παρῆλθεν ὀλίγη ὥρα, ὅτε ἦλθε καὶ ὁ ἅγιος Ζακύνθου Λάτας, ἐγὼ δὲ τὸν εὐχαρίστησα διὰ τὴν χειροτονίαν τοῦ συμπολίτου μου Χλουρέα, καὶ τὸν ἠρώτησα, πόθεν οὗτος ἐσυστήθη. Μοὶ λέγει ὁ Ἅγιος Ζακύνθου, ὅτι τοῦτον τῷ ἐσύστησεν ὁ ἱερεὺς Ἀθανασέας ἐκ Καρδαμύλης, τὸν ὁποῖον καλῶς γνωρίζει, ἀλλὰ μοὶ προσέθεσεν, ὅτι, «ἐνῷ ἦσαν τὰ πάντα ἕτοιμα ἐν τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ πρὸς συζήτησιν καὶ ἔγκρισιν, μοὶ τὰ ἐχάλασαν, διότι, ὡς μοὶ εἶπον, δὲν εἶχε πιστοποιητικὸν τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ πιστοποιητικὸν τοῦ Ταμία, ὅτι δὲν ὀφείλει, ἐγὼ δὲ ἐπέμενον νὰ ἐγκριθῇ, διότι ὁ Δήμαρχος τοῦ τόπου πιστοποιεῖ περὶ τῆς καλῆς διαγωγῆς του, εἰς δὲ τὴν ἐπαρχίαν Οἰτύλου δὲν πληρόνουσι φόρους, ἄρα δὲν δύναται νὰ ᾖναι ὀφειλέτης. Διὰ τῶν παραστάσεών μου τούτων καὶ τῆς ἐπιμονῆς μου κατώρθωσα νὰ κερδήσω πλειονοψηφίαν, καὶ ἤδη τὸν ἐχειροτόνησα ἱεροδιάκονον, οὐδεὶς δὲ ἐκ τῶν πολιτευομένων ἀνεμίχθη εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἐλήφθη δ’ ὑπ’ ὄψιν μόνον ἡ σύστασις τοῦ ἱερέως Ἀθανασέα, τὸν ὁποῖον γνωρίζω πολὺ ἐνάρετον.» Λοιπὸν, Κύριοι, κατόπιν τῆς τοιαύτης ὁμολογίας τοῦ ἀρχιερέως Λάτα, ποῦ εὑρέθη ἡ ἐνέργεια τῆς πολιτικῆς ἢ τῆς Κυβερνήσεως; Περὶ τῆς ἀληθείας δὲ τῶν λόγων μου ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν συναδέλφων μου κ. κ. Καπετανάκου, Γιαννούκου Μαυρομιχάλη καὶ Κοσσονάκου, νὰ ὁμολογήσωσιν, ἄν τις ἐξ ἡμῶν εἶχε τὴν ἐλαχίστην γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ταῦτα ὤφειλον, Κύριοι, χάριν τῆς ἀληθείας νὰ ἐκθέσω, ὅπως μὴ παρεξηγῆται ἡ ὑπόθεσις· καὶ λυποῦμαι διότι ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας ἀνακρίβειαι, προσβάλλουσαι τὴν Ἱερὰν Σύνοδον.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
§43ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ εἴπω τινὰ ἐπὶ τοῦ τηλεγραφήματος τῶν δημοτῶν Παμίσου ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως δημοσυντηρήτου Γυμνασίου ἐν Μεσσήνῃ. Δικαίως παραπονοῦνται οἱ δημόται Παμίσου, διατὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει παρὰ τοπικὴν ἀξίαν, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου δὲν θὰ ὑπάρξῃ συζήτησις, καθόσον αὐτοὶ οἱ ἴδιοι δημόται ζητοῦσι νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸν πρὸς συντήρησιν αὐτοῦ φόρον, διατὶ, λέγω, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν προτάσσεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Δὲν ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρὰ Βουλευτοῦ τινος, ὑπεβλήθη παρὰ τῆς ἰδίας Κυβερνήσεως πρὸ δύο Συνόδων τακτικῶν, καὶ μέχρι σήμερον ἀκόμη δὲν ἐψηφίσθη. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἐγνώριζον ὅτι ἡ παράκλησίς μου ἤθελε τύχει ἀκροάσεως, νὰ προτάξῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀφοῦ οἱ συνάδελφοί μου Βουλευταὶ καὶ φίλοι αὐτῆς ἢ δὲν κατώρθωσαν νὰ πείσωσιν αὐτὴν νὰ τὸ προτάξῃ, ἢ δὲν ἔκαμαν τὸ καθῆκόν των. Τοῦτο ἰδόντες οἱ συμπολῖταί μου, ὅτι οἱ ἰσχύοντες παρὰ τῷ Πρωθυπουργῷ, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον, δὲν ζητοῦσι τὴν πρόταξιν αὐτοῦ, καὶ ἀπελπισθέντες, ἐπειδὴ λήγει ἡ ἔκτακτος Σύνοδος, ἀπηύθυναν παράκλησιν περὶ τούτου ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι γνωρίζουν, ὅτι ἡ παράκλησις ἡ ἰδική μου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσακουσθῇ. Ἔχω καθῆκον ὅμως, ἀφοῦ εἶδον ὅτι ἀπηυθύνθησαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ὑψώσω τὴν φωνήν μου, μολονότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ εἰσακουσθῶ.
§44ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἐπὶ ὅλων τῶν ζητημάτων ὁ κύριος συνάδελφος πάντοτε ὑψόνει τὴν φωνήν του, διότι φαίνεται γενικὸς συνήγορος, καὶ δὲν συλλογίζεται, ὅτι κωλυσιεργεῖ, καὶ διὰ τοῦτο παρέρχεται ὁ χρόνος καὶ δὲν κατορθόνει ἡ Βουλὴ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο. Ἐὰν ἔπαυεν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἀνέρχηται καθ’ ἡμέραν εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ λέγῃ ὅσα θέλει καὶ φαντάζεται, βεβαίως θὰ ἦτο ψηφισμένον τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο. Τὸ ἔθνος δὲν μᾶς στέλλει ἐδῶ διὰ νὰ παίζωμεν, ὡς συνέβη πρὸ ὀλίγου, μὲ ἕνα παππᾶν! Ὁ κ. Σωτηρόπουλος εἶπε δύο λέξεις περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος τακτικῶς, ἀλλ’ ἀνέβησαν ὅλοι οἱ ἄλλοι καὶ ἐδαπανήσαμεν μίαν ὁλόκληρον συνεδρίασιν μὲ ἕνα παππᾶν! Λοιπὸν δὲν μένει ὑλικὸς καιρὸς διὰ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ Γυμνασίου Μεσσήνης, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπιμένομεν ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ Μεσσηνίας, ἔχοντες καὶ τὴν σύμπραξιν ὅλων τῶν Βουλευτῶν τῆς Συμπολιτεύσεως, ἀπὸ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον. Πρέπει λοιπὸν σᾶς νὰ αἰτιῶνται οἱ συμπολῖταί μας, καὶ ὁ λαὸς πρέπει νὰ μάθῃ, ὅτι σεῖς ἐμποδίζετε τὰ ἔργα.
§45ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ λαὸς μανθάνει, ὅτι ἡμεῖς ἐμποδίζομεν ἐκεῖνα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ληστεύηται. Ὁ λαὸς μανθάνει, ὅτι ἡμεῖς ἀγωνιζόμεθα κατὰ τοῦ προσθέτου φόρου καὶ τῶν ποσοστῶν, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι σας δίδουσιν εἰς τοὺς ταμίας καὶ ὄχι εἰς τὸ Δημόσιον· ὁ λαὸς μανθάνει, ὅτι ἡμεῖς ἀγωνιζόμεθα κατὰ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουσι δάνεια καὶ βάρη μεγάλα ὄχι μόνον εἰς τὴν γενεὰν τὴν ἐδικήν μας, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν γενεὰν τῶν ἐγγόνων μας. Ὁ λαὸς γνωρίζει, ὅτι ἡμεῖς εἰς νομοσχέδια κοινωφελῆ ὄχι μόνον δὲν φέρομεν ἀντίῤῥησιν, ἀλλὰ ζητοῦμεν καὶ νὰ προταχθῶσι, διότι περὶ αὐτῶν δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀντίῤῥησις. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ Γυμνασίου Μεσσήνης, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλατε καὶ ἀνεγράψετε εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, δὲν τὸ ὑπεβάλατε σπουδαίως καὶ διὰ νὰ ψηφισθῇ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ψηφίζεται· γνωρίζετε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὑποβάλλει τὸν τόπον εἰς φορολογίαν, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν ὁποίαν οὐδὲν κέρδος ἔχετε σεῖς· ἁπλῶς ἠθέλατε νὰ δημοκοπήσητε, διὰ νὰ λάβητε τὰς ψήφους αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων. Ἐγὼ δὲν δημοκοπῶ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἦλθον πάσῃ δυνάμει νὰ ὑποστηρίξω τὸ νομοσχέδιον, καθόσον φρονῶ, ὅτι οὐδὲ τοὺς δημότας Παμίσου θὰ ἐξυπηρετήσῃ. Γνωρίζω νὰ φθάσω εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον προτίθεται, διὰ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν θὰ ὑποβληθῇ ὁ δῆμος εἰς φορολογίαν. Ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμή, θὰ τὸ ἀποδείξω διὰ νομοσχεδίου ἰδίου, διότι σήμερον, ἂν τὸ ὑποβάλω, θὰ ἀποῤῥιφθῇ, καθόσον ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν πρότασιν τῶν κυρίων Βουλευτῶν, οὔτε τῆς μιᾶς πτέρυγος οὔτε τῆς ἄλλης, λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν, καὶ διὰ τοῦτο ὡμίλησα ὡς ὡμίλησα. Ἀνέγνωσα τὸ τηλεγράφημα τῶν συμπολιτῶν μου, ἵνα σᾶς προκαλέσω ν’ ἀπαντήσητε, καὶ σᾶς ἀποκαλύψω. Τοιούτου εἴδους νομοσχέδια, τοιοῦτον ἔχοντα σκοπὸν, ὡς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος διὰ τοὺς Γαργαλιάνους, πάντοτε ὑπεστηρίχθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ἐκ μέρους ἀμφοτέρων τῶν μερίδων. Διατὶ σεῖς οἱ ἐκ Μεσσηνίας, οἱ ἀκολουθοῦντες τὸ κόμμα, δὲν ἐζητήσατε νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ Γυμνασίου ἐν Μεσσήνῃ, οὔτε εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν δὲν κατωρθώσατε νὰ ἔλθῃ; Ὅ,τι ἐκάματε λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω, τὸ ἐκάματε πρὸς δημοκοπίαν, ἵνα ἐξαπατήσητε τοὺς δημότας Παμίσου.
§46ΤΖΑΝΕΣ. Δὲν ἀντιλέγω. Ἂν οἱ Μεσσήνιοι θέλωσι τὴν σύστασιν τοῦ Γυμνασίου πληρόνοντες, εἶναι κύριοι νὰ ζητήσωσι τοῦτο. Δὲν ἔχω νὰ ἀντείπω εἰς τὸ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Μεσσήνης, ἐπίσης καὶ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ὀλυμπίας. Προκειμένων τοιούτων νομοσχεδίων, ἔχομεν ὅλοι καθῆκον νὰ συντελέσωμεν εἰς ὑποστήριξιν καὶ ἐπιψήφισιν αὐτῶν, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι θὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαῤῥυθμίσεως τοῦ ποταμοῦ Νέδοντος.
§47ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν ἐσυνείθισα νὰ δημοκοπῶ· φαίνεται ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐξ ἰδίων κρίνει τὰ ἀλλότρια. Ἡμεῖς δὲν ἀντεπεξήλθομεν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸν παρεκαλέσαμεν μάλιστα καὶ αὐτὸν καὶ τοὺς ἄλλους νὰ σιωπήσωσι, νὰ μὴ φέρωσιν ἀδιαλείπτως ἐμπόδια δι’ ἐπερωτήσεων, καὶ ὅλα τὰ νομοσχέδια θὰ συζητηθῶσι, καθὼς καὶ τὸ τοῦ Γυμνασίου Μεσσήνης. Ὅταν ὅμως σεῖς λαμβάνητε τὸν λόγον καθ’ ἑκάστην, καὶ ὁμιλῆτε περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἄξια τῆς Βουλῆς, δὲν μένει καιρὸς νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδια ἀναγκαῖα εἰς τὸν τόπον. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἐπειδὴ πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ φόρος, ἔρχεται ἡ ὑπόθεσις εἰς τὴν Βουλήν. Ἡσυχάσατε ἐπὶ μίαν στιγμήν, διὰ νὰ ψηφισθῇ. Ὅταν λαμβάνητε τὸν λόγον καθ’ ἑκάστην, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθωμεν εἰς ἀποτέλεσμα;
§48ΜΠΟΥΤΟΣ. Θὰ εἴπω ὀλίγα τινα ἐν σχέσει μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον. Ἡ σύστασις Γυμνασίου ἐν Μεσσήνῃ εἶναι ἐνδεδειγμένη πρὸ πολλοῦ, διότι ἐκτὸς τῆς πόλεως καὶ τὰ λοιπὰ χωρία, τὰ ἀποτελοῦντα τὸν δῆμον Παμίσου, καὶ οἱ πέριξ δῆμοι ἔχουσιν ἀπόλυτον ἀνάγκην αὐτοῦ· ἀλλ’ ἤδη δὲν πρόκειται περὶ τούτου· ὅταν ἔλθῃ τὸ ζήτημα, θὰ συζητήσωμεν. Ἤδη θὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ, οὐχὶ διότι προεκλήθην ἀπὸ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ἀλλὰ διότι ἡ ὁμιλία του ἐνέχει τι, τὸ ὁποῖον μὲ ὑποχρεοῖ νὰ ἀνασκευάσω. Ἐγινώσκομεν ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος κατ’ ἀρχὴν ἦτο κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ὃν τρόπον εἰσήχθη, καὶ περιεμένομεν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα ἀκούσωμεν τὸν συνάδελφον καὶ δώσωμεν ἀπάντησιν. Ἀλλὰ λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος τῶν πολιτῶν Μεσσήνης, ἔλαβε τὸν λόγον καὶ ὑπεστήριξεν ἐνθέρμως τὴν ἀναφορὰν τῶν πολιτῶν· διὰ τοῦτο ἐπίστευον, ὅτι τῷ ὄντι μετέβαλε γνώμην, ὅτι εἶναι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλ’ ὡς ἠκούσατε, πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Εἶπε προσέτι, ὅτι γινώσκει ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐδημιουργήθη πρὸς σκοπὸν δημοκοπίας, ὅτι, ἐὰν ἐγίνετο σπουδαία ἐνέργεια, ἵνα ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, βεβαιότατα ἤθελε ψηφισθῇ. Διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς ἰδέας αὐτῆς· τὸ νομοσχέδιον εἰσήχθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῇ ἐπιμόνῳ παρακλήσει τοῦ Δημάρχου Παμίσου καὶ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου· γινώσκει δὲ ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ὁ Δήμαρχος οὗτος καὶ τὸ Συμβούλιον δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ δημοκοπήσωσιν· ἡ πλειονοψηφία, ἥτις ἀνέδειξεν αὐτοὺς ἄρχοντας τοῦ δήμου, καὶ τὴν ὁποίαν πλειονοψηφίαν ἐπενταπλασίασαν, αὐτὴ καὶ μόνη εἶναι ἀρκοῦσα ἀπάντησις εἰς τὰ λεγόμενα τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Ἀλλὰ περιπλέον ὁ συνάδελφος εἶπεν, ὅτι οἱ Βουλευταί, οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἀνέλαβον νὰ ὁμιλήσωσιν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου· καὶ ἐνῷ λέγει ταῦτα, καταγγέλλει τὸ νομοσχέδιον ὡς ἀλυσιτελές! Πληροφορῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι ἥκιστα εἶναι ἁρμόδιος νὰ κρίνῃ τὴν πολιτικὴν τῶν ἄλλων. Βεβαίως ὡς δημόσιοι ἄνθρωποι ὑποκείμεθα εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν ἐκλογέων μας, ὡς καὶ εἰς τὸν τοῦ συναδέλφου, ἀλλὰ δὲν ἔχει ἀπόδειξιν περὶ τῆς ἀμελείας τῶν συναδέλφων του, οἱ ὁποῖοι γινώσκουσι καλῶς καὶ νὰ πολιτεύωνται καὶ νὰ συμπεριφέρωνται, ἀγωνιζόμενοι ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύουσι.
§49ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν παραξενεύομαι, διότι δὲν ἀντελήφθη καλῶς ὁ προλαλήσας. Γνωρίζω διατὶ δὲν ἀντελήφθη· καὶ διὰ ν’ ἀποδείξω τοῦτο, θὰ ἐξιστορήσω τὴν ὑπόθεσιν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπεβλήθη μετὰ ὁμιλίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον κάμει πρὸς τοὺς συμπολίτας μου, καθ’ ὃν τρόπον ἐνόουν τὴν σύστασιν τοῦ Γυμνασίου, ἄνευ ζημίας αὐτῶν. Ἐζήτουν νὰ σχηματισθῶσι δύο τάξεις Γυμνασίου. Ἐγὼ ἤμην ὁ ἀνακαλύψας πρῶτος τὸ ζήτημα, ἐγὼ ἤμην ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἰδέας, ἀλλὰ δὲν ἤθελον νὰ δημοκοπήσω, διότι δὲν ἦτο λυσιτελὲς νὰ ὑποβάλω ἐγὼ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐγνώριζον ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀποκρούσει, διότι κατ’ ἀρχὴν δὲν δέχεται, ὡς εἶπον, προτάσεις νόμου παρὰ Βουλευτῶν. Δὲν ἦτο λοιπὸν εὐπρεπὲς νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον, ὡς μεριμνῶν δῆθεν περὶ τῆς πνευματικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου μου, τὸ ὁποῖον ἐγνώριζον ὅτι δὲν θὰ ἐψηφίζετο. Διὰ νὰ μὴ δημοκοπήσω λοιπὸν ἀκριβῶς, ἐφέρθην ὡς ἐφέρθην· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ἂν ἤθελεν εἰλικρινῶς νὰ πραγματοποιηθῇ ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, ἔπρεπε νὰ προτιμήσῃ αὐτὸ, διότι ἐγνώριζεν, ὅτι δὲν ἤθελεν ἐγερθῆ συζήτησις περὶ αὐτοῦ οὔτε ἀπὸ τοὺς μὲν, οὔτε ἀπὸ τοὺς δέ. Ἐγὼ αὐτὸς, καίτοι εἶχον ἐναντίαν γνώμην περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἤθελε καταρτισθῆ τὸ Γυμνάσιον, δὲν ἤθελον φέρει ἀντίῤῥησιν. Ἀλλὰ παρῆλθεν ἡ τακτικὴ Σύνοδος, παρέρχεται ἡ ἔκτακτος, καὶ οὐ μόνον δὲν συζητεῖται καὶ δὲν προτάσσεται τὸ εἰρημένον νομοσχέδιον, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω καὶ εἰς ποίαν τάξιν εἶναι ἀναγεγραμμένον καὶ διὰ τοῦτο ἐξεγείρομαι. Τὸ καλὸν ζητῶ εἰς τὸν τόπον μου, καὶ ἀδιαφορῶ πόθεν προέρχεται. Ὅταν δὲν δύναμαι νὰ ἐφαρμόσω τὰς γνώμας μου τὰς ὀρθοτέρας, παραδέχομαι τὰς τῶν ἄλλων, ὅταν δὲν ἦναι ἐπιβλαβεῖς· τοιαύτην ἐτήρησα πάντοτε τακτικὴν, προκειμένου περὶ ὁμοίων ζητημάτων ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσω τὸν προλαλήσαντα, μολονότι ὅσα εἶπε δὲν ἦσαν ἄξια συζητήσεως: Πότε μὲ συνέδραμεν, ὅτε ὡμίλουν ἐντεῦθεν περὶ τοῦ ποταμοῦ Παμίσου, ἢ ὅτε ὡμίλουν περὶ ἄλλων ἔργων ἐν Μεσσηνίᾳ; Πότε, οὐχὶ ἐκ τῆς θέσεως ταύτης καὶ δημοσίᾳ, διότι δὲν εἶχεν ἀνάγκην, ἀλλ’ ἰδιαιτέρως εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὑπεστήριξε τὰ συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν μας; Ποτὲ δὲν ἤκουσα νὰ εἴπωσιν οἱ κκ. Ὑπουργοὶ, ὅτι παρεκλήθησαν ὑπ’ αὐτοῦ διὰ τὴν πραγματοποίησιν κοινωφελοῦς τινος ὑποθέσεως. Λησμονεῖ ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ὕψωσα φωνὴν, ὅπως ἐκτελεσθῶσιν ἔργα ἐν Μεσσηνίᾳ εἰς τὸν Βάλτον, οὐχὶ διότι ἤθελα νὰ δημοκοπήσω ἐντεῦθεν, ἀλλὰ διότι ἡ ζημία ἦτο ἐπικειμένη; Τί ἔπραττε τότε αὐτός; Καὶ ἂν ἐγνώριζον, ὅτι ἠδυνάμην νὰ φέρω ἀποτέλεσμα, καίτοι ἀντίθετος τῆς Κυβερνήσεως, ἤθελον μεταβῆ εἰς τὰ γραφεῖα τῶν κκ. Ὑπουργῶν καὶ ἤθελον παρακαλέσει προσωπικῶς αὐτούς· διότι ἐννοῶ νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου εἰλικρινῶς, ἀδιαφορῶν ἐὰν αὔριον θὰ ἦμαι ἢ ὄχι ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ.
§50ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης θέλω ὑποβάλει μίαν ὑπόμνησιν. Δὲν ἀναφέρονται ἐν τῇ ἐπιστολῇ τοῦ γράφοντός μοι δικηγόρου τὰ ὀνόματα. Πρόκειται περὶ πλαστογραφίας, τὴν ὁποίαν κατήγγειλεν ὁ Δήμαρχος Πειραιῶς. Ἡ ὑπόθεσις, δι’ ἣν προσήχθη καταγγελθέν τι πιστοποιητικὸν, διεξάγεται ἐνώπιον τοῦ Μικτοῦ Πρωτοδικείου Καΐρου· ἐκεῖ προσήχθη πιστοποιητικὸν τοῦ Δημάρχου Πειραιῶς ὅτι ὁ εἷς τῶν διαδίκων εἶναι ὑπήκοος Ἕλλην. Εἰς τὸν Δήμαρχον Πειραιῶς ἔγραψαν οἱ ἐνδιαφερόμενοι, ὁ δὲ Δήμαρχος ἀπήντησεν, ὅτι εἶναι γεγραμμένον τὸ ὄνομα τοῦ εἰρημένου διαδίκου δι’ ἀποξέσεως ἐν τῷ δημοτολογίῳ, καὶ ὅτι κατήγγειλε τὴν πρᾶξιν. Ἐπειδὴ τὸ πρᾶγμα εἶναι σκανδαλῶδες, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα καὶ μοὶ δώσῃ ἀπάντησίν τινα. Πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἀπευθύνω ἑτέραν ἐπερώτησιν, σχετικὴν πρὸς τὰ δικαιώματα μιᾶς κοινότητος τοῦ χωρίου Μούχας εἰς τὸν δῆμον Δολόπων τῆς Εὐρυτανίας. Ἐκεῖ μέχρις ἐσχάτων τὰ ποίμνια τῆς κοινότητος ἔβοσκον εἰς τὴν κοινοτικὴν αὐτὴν περιφέρειαν· τελευταῖον ἡ κοινότης ἀπεφάσισεν, ὅπως χαρακτηρισθῇ περίσσευμά τι, τὸ ὁποῖον νὰ ἐνοικιάσῃ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς κοινότητος· ἐγένετο ἡ ἐνοικίασις καὶ ἀνεδείχθη ἐνοικιαστὴς εἷς Ἰωάννης Ζαρογιαννίδης. Αἰφνιδίως ὅμως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 112,738 ἀπὸ 23 Δεκεμβρίου 1886 διαταγῆς του διέταξεν, ὅπως ἀπομακρυνθῇ ἡ κοινότης Μούχας ἀπὸ τοῦ λειβαδίου ἐκείνου καὶ παραχωρήσῃ αὐτὸ εἰς τὴν κοινότητα Ζωγλοπίου. Ἀλλὰ δύναται τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἀφαιρῇ τὰς κοινοτικὰς περιφερείας μιᾶς κοινότητος καὶ νὰ τὰς δίδῃ εἰς ἄλλην; Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου ὑποθέτουν ὅτι τοῦτο ἐγένετο ἐπειδὴ τὸ Ζωγλόπι ἔχει τὸ εὐτύχημα νὰ ἔχῃ ἰσχυρὸν Βουλευτὴν, φέροντα καὶ τὸ ὄνομα τοῦ χωρίου. Οἱ κάτοικοι Μούχας ὑποθέτουν, ὅτι, ἂν ὑπῆρχε καὶ Βουλευτής τις Μουχλώτης, ὅπως ὑπάρχει ἀξιότιμος συνάδελφος Ζωγλοπίτης, τοιοῦτόν τι δὲν θὰ συνέβαινε. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ σπεύσῃ νὰ διορθώσῃ τὸ σκάνδαλον, διότι σχετίζεται καὶ μὲ κίνδυνον τῆς δημοσίας τάξεως, διότι οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Μούχας δὲν ἔχουν σκοπὸν νὰ ὑποχωρήσωσιν. Ἐπίσης ἀναγκάζομαι νὰ ὑπομνήσω ἑτέραν ἐπερώτησίν μου. Καθυστεροῦνται τὰ ἔσοδα ἑνὸς δήμου, τοῦ τῆς Ἀμβρακίας τῆς Τριχωνίας, καὶ δὲν παραδίδονται. Πρὸ πολλοῦ ἔκαμα τὴν ἐπερώτησιν, καὶ οὐδεμία ἀπάντησις ἐδόθη· μοὶ ἐζητήθη νὰ κάμω ἔγγραφον τὴν ἐπερώτησιν, καὶ τοῦτο ἐγένετο, ἐδημοσιεύθη δὲ καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἀλλὰ δὲν ἔλαβον ἀπάντησιν. Πῶς λέγεται αὐτό; Δὲν εἶναι ἀνευλάβεια πρὸς τὴν Βουλήν; Ἀλλ’ ἴσως ὁ κ. Πετρίδης πάλιν μὲ ἐπιπλήξῃ, ἀφοῦ ἐγράφη ἔν τινι ἐφημερίδι, ὅτι εἶχον ἐπιπληχθῆ ὑπ’ αὐτοῦ διά τινα τοιοῦτον χαρακτηρισμόν.
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ......
§52ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ δίδει πάλιν δεῖγμα τῆς εὐφυολογίας του, καὶ ἐπειδὴ τὸ εἶπε χαμηλοφώνως, θὰ τὸ ἐπαναλάβω ἐγώ, διὰ νὰ μὴ χαθῇ· ὁ κ. Τρικούπης μοὶ εἶπεν ἐκ νέου νὰ τοῦ σημειώσω τὴν σελίδα τῶν πρακτικῶν, ἢ καὶ νὰ γράψω ἐκ νέου τὴν ἐπερώτησίν μου. Ἰδού! ἡ κοινωνία τῆς Ἑλλάδος ἐκινδύνευε νὰ χάσῃ ἕνα μαργαρίτην τῆς εὐτραπελίας τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ βλέπω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ ἐγύρισε πλέον, κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον, εἰς τὸ γκαραγκιοζιλίκι! Καὶ ἐνῷ τοιαῦτα γίνονται, ἔρχεται ὁ κ. Πετρίδης καὶ κάμνει παρατηρήσεις, διότι ἐχαρακτήρισα ὡς περιφρόνησιν τὴν τοιαύτην πρὸς τὴν Βουλὴν διαγωγὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι πρέπει εἰς ἑκάστην ἐπερώτησιν, φαίνεται, νὰ ἀγορεύσωσι τέσσαρες καὶ κατόπιν νὰ ἔλθῃ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διὰ νὰ ἴδωμεν ἀπάντησίν τινα.
§53ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ προσαγάγῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζητήσαμεν, ὑποβαλόντες διαφόρους ἐπερωτήσεις. Παρακαλῶ δὲ τοὺς κκ. Ὑπουργοὺς νὰ εὐαρεστηθῶσιν, ὅπως εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν μοὶ φέρωσι τὰς ἀπαντήσεις· ἄλλως, ὑπόσχομαι νὰ ἐνδιατρίψω μακρότερον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, καὶ ἂς μὴ παραπονῶνται, ὅτι ἐπιθυμοῦμεν νὰ καταναλίσκωμεν τὸν χρόνον. Πλὴν τῶν πληροφοριῶν δὲ, τὰς ὁποίας ἐζήτησα, προσθέτω καὶ ταύτην. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἐξετελέσθη δικαστικὴ ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐν Καλάμαις Συνέδρων κατὰ τοῦ ἐνωμοτάρχου Ἀχιλλοπούλου, καταδικασθέντος εἰς τρίμηνον φυλάκισιν καὶ στέρησιν τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων, ἢ ἂν ἐξακολουθῇ οὗτος ὢν ἐν ὑπηρεσίᾳ. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μοὶ δώσῃ οἱανδήποτε πληροφορίαν θέλει περὶ τοῦ τί σκέπτεται περὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κανονίζοντος τὰ παλαιὰ χρέη.
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἔχω ἕτοιμον· εὐθὺς δὲ, ὡς ἴδω ὅτι ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ ψηφισθῇ, θέλω τὸ ὑποβάλει, διότι ἄλλως δὲν θέλομεν φέρει ἢ ἓν περιπλέον νομοσχέδιον, ὅπως τὸ ἐγγράψωμεν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§55ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ ὅτι ἐπλανήθην, πιστεύσας εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἔν τινι τῶν συνεδριάσεων τῶν πρὸ τοῦ Πάσχα, ὅτε ἐδήλωσεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἕτοιμον καὶ ὅτι θὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν.
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν θὰ δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ἐργασθῇ.
§57ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δίδει ἀπάντησιν οὐ μόνον ἀσαφῆ καὶ ἀόριστον, ἀλλὰ καὶ δυναμένην νὰ χαρακτηρισθῇ δι’ ἄλλου χαρακτηρισμοῦ, τὸν ὁποῖον δὲν ἔχω πρόχειρον· δίδει ἀπάντησιν, ὅτι ἐπιφυλάσσεται νὰ τὸ εἰσαγάγῃ, ὅταν πεισθῇ καὶ ἐλπίσῃ, ὅτι θὰ δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ἐργασθῇ. Μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν σπουδαιολογεῖ, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς νὰ τῷ παρατηρήσω εὐλαβῶς, ὅτι ἡ ἀπάντησις αὕτη δὲν προσήκει εἰς αὐτὸν, οὔτε εἰς τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον κατέχει· ἡ ἀπάντησις αὕτη δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἐλαφρὰ καὶ ἀνευλαβὴς καὶ πρὸς τὸν περίβολον, ἐν τῷ ὁποίῳ λέγεται, καὶ πρὸς τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον φέρει. Καὶ πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἂν εἰσήγετο εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἤθελε προκαλέσει οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν· πρόκειται περὶ νομοσχεδίου φιλανθρωπικοῦ καὶ δικαιοτάτου, προστατεύοντος τὰ συμφέροντα καὶ τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ Δημοσίου· πρόκειται περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ εὐεργετικοῦ νόμου, καθ’ ὃν κανονίζονται αἱ πληρωμαὶ παλαιῶν χρεῶν πρὸς τὸ Δημόσιον κατὰ τοὺς κειμένους νόμους· τὰ χρέη ταῦτα, ἐπὶ πολὺν χρόνον καθυστερήσαντα, ἐξωγκώθησαν ὑπερβολικῶς, καὶ ἑπομένως οὐδεὶς τῶν ὀφειλετῶν εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὰ πληρώσῃ, τὸ δὲ Δημόσιον θὰ ἦναι ἀδύνατον νὰ τὰ εἰσπράξῃ, ἐὰν δὲν θελήσῃ νὰ ἐκπλειστηριάσῃ τὰς οἰκίας τῶν ὀφειλετῶν· οἱ δὲ κατέχοντες τὰ κτήματα ταῦτα, οἱ κύριοι τῶν κτημάτων τούτων, δὲν δύνανται οὔτε νὰ τὰ πωλήσωσι, διότι εἶναι βεβαρημένα, οὔτε νὰ τὰ ὑποθηκεύσωσι. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον τῆς ἐπιμονῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀπέναντι νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον παρέχει τόσον εὐεργετικὰς ἀπόψεις διὰ τὴν κοινωνίαν, διὰ τοὺς ὀφειλέτας, διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἐπαναλαμβάνω, οἱ ὀφειλέται δὲν πληρόνουν, τὸ Δημόσιον δὲν εἰσπράττει, οἱ κύριοι τῶν κτημάτων τούτων δὲν ἔχουσι κτήματα, διότι, ἐὰν θελήσωσι νὰ τὰ πωλήσωσιν, οὐδεὶς τὰ ἀγοράζει, καθ’ ὃ βεβαρημένα, νὰ τὰ ὑποθηκεύσωσιν, οὐδεὶς τὰ λαμβάνει ὡς ἀσφάλειαν. Δὲν καταλαμβάνω λοιπὸν, ποῖος λόγος, ποῖον πνεῦμα, εἴτε δικαιοσύνης, εἴτε ὑπολογισμοῦ, κατάρχει ἐν τῇ συνειδήσει καὶ τῇ διανοίᾳ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀρνουμένου νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον δικαιότατον καὶ συμφερώτατον διὰ πάντας, νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν θέλει ἀπαντήσει οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν καὶ τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθη ῥητῶς ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι θέλει ὑποβάλει. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω ὑποβάλει πρὸ πολλοῦ τοιοῦτο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ παρακαλῶ ὅπως προταχθῇ.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει;
§59ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπῆρχε πολλάκις· ἂν δὲν τὸ ἔχητε ἀναγεγραμμένον, τοῦτο εἶναι ζήτημα τυπογραφικόν.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ζητεῖτε λοιπόν;
§61ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον ὑποβάλει πρὸ πολλοῦ, κύριε Πρόεδρε, τοιοῦτο νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλῶ, ἐπειδὴ ὅμως γνωρίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει τὴν φιλοδοξίαν πάντα τὰ νομοσχέδια νὰ φέρωσι τὴν σφραγίδα τῆς πρωτοβουλίας του, ὑπεχώρησα εἰς αὐτὴν τὴν ἀθώαν φιλοδοξίαν καὶ τὸν πόθον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ εἶπον: πολὺ καλὰ, ἂς διατυπώσῃ ἄλλο τελειότερον, μολονότι εἶναι τόσον ἁπλοῦν τὸ θέμα, ὥστε καὶ τὸ ἰδικόν μου εἶναι τέλειον, ὡς πᾶν ἄλλο. Ἤδη ὅμως, ἐπειδὴ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ ἀπαντᾷ δι’ αὐτῶν τῶν περιστροφῶν, τὰς ὁποίας ἐχαρακτήρισα, ὅτι θὰ τὸ ὑποβάλῃ ἅμα πεισθῇ ὅτι θέλει ἐργασθῆ ἡ Βουλὴ, θὰ ζητήσω ἐν καιρῷ τῷ δέοντι, ἂν δὲν ἦναι ἡ στιγμὴ αὐτή ἡ κατάλληλος, καὶ εὐθὺς ὡς ἀναγγείλητε ὅτι εἰσερχόμεθα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, νὰ προταχθῇ αὐτὸ, καὶ θὰ ἐπαναλαμβάνω καθ’ ἑκάστην συνεδρίασιν, συνιστῶν ἐν πεποιθήσει εἰς πάντας τοὺς συναδέλφους, ἀνεξαρτήτως φρονημάτων, τὴν ἐπιψήφισίν του, καθόσον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι νομοσχέδιον ἀναγκαῖον καὶ φιλανθρωπικὸν, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι πάντες οἱ συνάδελφοι, μηδενὸς ἐξαιρουμένου, πλὴν ἴσως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, συναισθάνονται τὸ ἐπεῖγον τῆς ὑποβολῆς καὶ ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ.
§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει, ὅτι δὲν τηρῶ τὴν ὑπόσχεσίν μου· ἰδοὺ τί ὑπεσχέθην (ἀναγινώσκει): «Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου ἀπήντησεν, ὅτι κατηρτίσθη νομοσχέδιον περὶ τούτου, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσαχθῇ εὐθὺς ὡς ὑπάρξῃ ἐλπὶς, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ δυνηθῇ νὰ τὸ ψηφίσῃ». Τοῦτο εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τοῖς πρακτικοῖς· τοῦτο εἶπον τότε, τοῦτο λέγω καὶ τώρα.
§63ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ ποίαν συνεδρίασιν ἐλέχθη τοῦτο;
§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 23ης Μαρτίου 1890.
§65ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ γράμμα τῆς ὑποσχέσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§66ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Εἶναι τυπωμένη καὶ σᾶς ἀνεγνώσθη.
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἕτοιμον ἔκτοτε, ἤτοι πρὸ τῶν διακοπῶν, καὶ πρὶν ἔτι γένηται λόγος περὶ τούτου ἐν τῇ Βουλῇ, ἔχομεν δ’ ἡμεῖς τὴν ἐπιθυμίαν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ, καὶ εὐθὺς, ὡς ἴδωμεν ὅτι προτασσόμενον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει θέλει ψηφισθῆ, θέλομεν τὸ προτάξει.
§68ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ......
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πῶς ὑπάρχει ἡ ἐλπὶς αὕτη, ἀφοῦ συνήλθομεν τὴν 4ην ὥραν καὶ ἤδη τὴν 7ην δὲν εἰσήλθομεν ἔτι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν; Ὅταν ἴδωμεν, ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς αὐτὴν καὶ ὅτι κινούμεθα ἐν αὐτῇ, βεβαίως θέλομεν προτάξει καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπως θέλομεν ζητήσει καὶ τὴν πρόταξιν ἄλλων νομοσχεδίων, ἅτινα θεωροῦμεν κατεπείγοντα.
§70ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἐκράτησα περὶ τούτου σημείωσιν· τώρα, πῶς διατυποῦται ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἡ ὑπόσχεσις αὕτη, δὲν δύναμαι νὰ εἴπω τι κατὰ τῆς τοιαύτης διατυπώσεως, ἀφοῦ εἶναι ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ἐπικεκυρωμένη, ἡ οὐσία ὅμως εἶναι ἡ ἑξῆς· ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπεσχέθη νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, νῦν δὲ λέγει, ὅτι δὲν τὸ ὑποβάλλει, ἕως οὗ πεισθῇ, ὅτι δύναται νὰ ἐργασθῇ ἡ Βουλή. Ἀλλὰ πάντες γνωρίζομεν τὴν νέαν τακτικὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀπέναντι τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ ὡς πρὸς τὸν καταρτισμὸν τοῦ μηχανισμοῦ αὐτῆς, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καταρτίζει αὐτὴν κατὰ τάξιν ἐλπίδος καὶ ψυχολογικῆς βίας. Ὅλα ταῦτα νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τὰ φήσωμεν κατὰ μέρος· ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ἁπλουστάτου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον, εὐθὺς ὡς ὑποβληθῇ, θέλει ἐπιψηφισθῆ.
§71ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Θὰ πολεμηθῇ, διότι ἡμεῖς ἐπληρώσαμεν τὰ κεφάλαια καὶ τοὺς τόκους, ἐνῷ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν τὰ ἐπλήρωσαν, πρόκειται νὰ εὐεργετηθῶσι.
§72ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι ἐπιθυμῶ εἶναι, νὰ προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει· ἂς εἴπῃ δὲ πᾶς τις τὴν γνώμην του· τὸ κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν θὰ ἐγερθῶ οὔτε λέξιν νὰ εἴπω.
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ τοὐναντίον εἶμαι γνώμης, ὅτι καὶ πρέπει νὰ προταχθῇ καὶ πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν, ὅπως ψηφισθῇ, καίτοι θ’ ἀντιταχθῶσι καὶ εὔλογοι ἀντιῤῥήσεις. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι εἶναι τὸ νομοσχέδιον ἐκ τῶν προκαλούντων δισταγμοὺς, ὑφ’ ὧν κατέχομαι καὶ ἐγὼ, καίτοι τελικῶς εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ. Ἀναγνωρίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει τὰ ἐλαττώματα τῶν εὐεργετικῶν νόμων, τὴν ὑπόστασιν ἀδίκων, ἀλλ’ ὑπαγορευομένων ἐκ τῆς ἀνάγκης τῶν περιστάσεων, πρέπει ὅμως νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ νὰ ψηφισθῇ· δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι θὰ γίνωσιν ἀμφότερα, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν συνεχῶς νὰ ματαιῶται ἡ εἴσοδος εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§74ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐπιφυλάσσομαι νὰ κάμω τὴν πρότασίν μου ἐν δεούσῃ στιγμῇ.
§75ΛΕΒΙΔΗΣ. Λυπηρὸν εἶναι τῷ ὄντι, ὅτι αἱ πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ἄξιαι ἐλέγχου, εἰσὶ τοσαῦται, ὥστε ἀναγκάζουσιν ἡμᾶς νὰ μὴ εἰσερχώμεθα τοσοῦτον αἰφνιδίως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Μεταξὺ τῶν ἐλεγχομένων πράξεων εἰσὶν οἱ δαρμοὶ πολλῶν πολιτῶν, οἵτινες βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐλεγχθῶσιν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Καὶ ἡμεῖς τοὐλάχιστον ἠθέλομεν δεχθῆ συναλλαγήν τινα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν: νὰ παύσωσιν οἱ κλητῆρες τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ νὰ δέρωσι τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, ἵνα μὴ καταναλίσκωμεν ὥρας τινὰς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀμυνόμενοι ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν ἡμετέρων συμπολιτῶν, ἐκ τούτου δὲ βεβαίως ταχύτερον ὅπως δήποτε ἠθέλομεν δύνασθαι νὰ εἰσερχώμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον αἱ πράξεις, ἃς καὶ πρό τινων ἡμερῶν ἠκούσατε, ἐπαναλαμβάνονται παρὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, βελτιωμέναι καὶ ἐπηυξημέναι, νομίζομεν, ὅτι ἀγανακτεῖ ὁ κόσμος, ἀκούων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, λέγοντος, ὅτι ἡμεῖς δῆθεν κωλύομεν τὴν εἴσοδον τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, ὅτι πρό τινων ἡμερῶν συνάδελφός τις ἔλεγεν, ὅτι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι μεταξὺ τῶν λαῶν τῆς Εὐρώπης ὁ μᾶλλον δερόμενος εἶναι ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Καὶ τῷ ὄντι εἶχε δίκαιον. Σήμερον μοὶ ἐδόθη ἀναφορὰ ἀξιοτίμου συμπολίτου ἡμῶν, ὀνόματι Γεωργίου Φωσκόλου, ἐκλογέως ἐν τῷ Βʹ τμήματι τῷ ἐκλογικῷ τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, ἥτις ἀπευθύνεται πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, καὶ διὰ τοῦτο ἔλαβον αὐτὴν ἐκ τῶν χειρῶν αὐτοῦ, ἵνα διευθύνω αὐτὴν πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, διότι, ἐὰν διευθυνθῇ πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, βεβαίως θέλομεν ἴδει πάλιν αὐτὸν εὐθύμως ἀνερχόμενον τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς καὶ πιστοποιοῦντα ἐν ὅλῃ τῇ ἀφελείᾳ, ἥτις χαρακτηρίζει αὐτὸν, ὅτι δῆθεν ὁ δαρεὶς εἶναι ὁ δείρας τοὺς ἀστυνομικοὺς κλητῆρας, ἐπὶ τοῦ προκειμένου τρεῖς ὄντας ἐναντίον ἑνὸς, γέροντος 70 ἢ 75 ἐτῶν! Δὲν πρόκειται δὲ περὶ δαρμοῦ μόνον ἐνταῦθα, διότι, ἐὰν προέκειτο περὶ τούτου, τέλος πάντων εἴπομεν, ὅτι ἡμεῖς δεχόμεθα τὸ δόγμα τοῦ συναδέλφου, ὅτι ἐξ ὅλων τῶν λαῶν τῆς Εὐρώπης ὁ μᾶλλον ἢ καὶ ὁ μόνος ἴσως δερόμενος εἶναι ὁ Ἑλληνικός. Ἀλλὰ πρόκειται καὶ περὶ ἄλλης τινὸς παραβιάσεως, πρόκειται περὶ παραβιάσεως τοῦ ἀσύλου τῆς κατοικίας. Καὶ ἀντὶ νὰ ἐκτείνωμαι εἰς ἔκθεσιν τῶν λαβόντων χώραν, περιορίζομαι, Κύριοι, ἀναγινώσκων ὀλίγας σειρὰς ἐκ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ παραπονουμένου καὶ δαρέντος πολίτου, ἵνα ἐννοήσητε προσηκόντως. (Ἀναγινώσκει τὴν ἀναφορὰν, ἐν ᾗ ἐκτίθεται, ὅτι βίᾳ εἰσῆλθον εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ πολίτου οἱ κλητῆρες, καὶ ἐν αὐτῇ ταύτῃ ἔδειραν αὐτὸν, ἀναγκασθέντα ἔκτοτε νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν κατοικίαν αὐτοῦ, διότι ἀπειλεῖτο, ὅτι καὶ πάλιν τὰ αὐτὰ θέλει πάθει). Αὐτὸς, Κύριοι, εἶναι ὁ ἀναφερόμενος πολίτης τοῦ ἐλευθέρου αὐτοῦ συνταγματικοῦ Κράτους, ὅστις ἠναγκάσθη ἐπὶ τέλους νὰ ἐγκαταλίπῃ τὸ ἄσυλον τῆς οἰκίας, καὶ νὰ περιφέρηται δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ εἰς τὴν συνοικίαν, μὴ τολμῶν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν κατοικίαν αὐτοῦ, διότι οἱ ἀστυνομικοὶ κλητῆρες κάθηνται ἐκεῖ ἔξω μὲ σχοινίον καὶ ῥόπαλα, ἕτοιμοι νὰ δείρωσιν ἐκ δευτέρου καὶ νὰ δέσωσι τὸν συνταγματικὸν αὐτὸν πολίτην! Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι καταγγελία ἐπεδόθη εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, ὅπως καὶ πλεῖσται ἄλλαι. Ἀδιάφορον τί θέλει πράξει ἡ Εἰσαγγελία. Ἠδυνάμην ἴσως νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ πραχθησόμενα, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας. Ἐπεθύμουν ὅμως νὰ καταθέσω, διότι τοιαύτην ἐντολὴν ἔλαβον, τὴν ἀναφορὰν ταύτην πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἵνα λάβῃ αὐτὸς τοὐλάχιστον γνῶσιν, ἐὰν δὲ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς λάβῃ τὸν λόγον τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ καὶ ἀσφαλισθῇ περὶ τούτου, ὅτι δὲν θέλομεν τουτέστιν ἴδει πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἀνερχόμενον εἰς τὸ βῆμα καὶ ἀναστρέφοντα τὰ πράγματα καὶ λέγοντα, ὅτι ὁ ὑπέργηρος οὗτος ἀνὴρ ἔδηρε τοὺς κλητῆρας, οἵτινες, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνα αἰτίαν, μετέβησαν εἰς τὴν κατοικίαν του κατὰ τὴν 1½ ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον, τότε δύναται ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ δώσῃ τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἄλλως, ἂς καταθέσῃ καὶ αὐτὴν εἰς τὸ ἀρχεῖον τῆς Βουλῆς, ὅπου ὑπάρχουσι καὶ πολλαὶ ἄλλαι.
§76Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἔχω ν’ ἀπευθύνω μίαν παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεταβῇ εἰς Κηφισσίαν, νὰ ζητήσῃ δὲ νὰ ἐπισκεφθῇ τὴν ἐκεῖ Δημοτικὴν Σχολὴν τῶν ἀῤῥένων. Θὰ εἰσέλθῃ ἐντὸς ἑτοιμοῤῥόπου δωματίου, τοῦ ὁποίου τὸ ἐμβαδὸν δὲν ὑπερβαίνει τὰ 20 τετραγωνικὰ μέτρα. Ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ μηδαμινωτάτου χώρου συνωστίζονται 62 μαθηταί· αἱ σανίδες τοῦ πατώματος, ἔχουσαι διακεκομμένας τὰς σχέσεις των πρὸς ἀλλήλας, ἀπέχουσι δακτύλους τινὰς ἀπ’ αὐτῶν, διὰ δὲ τῶν χασμάτων εὐκόλως δύναταί τις νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα εἰς τὸ ὑπὸ τὸ πάτωμα ὑπόγειον ἢ ἀποθήκην. Καὶ θὰ νομίσητε ἴσως, ὅτι πρόκειται περὶ ἀποθήκης διδακτικῶν βιβλίων· ἀλλ’ ὄχι, πρόκηται περὶ ἀποθήκης ἀκαθαρσιῶν! Τὰ δυστυχῆ ταῦτα ὄντα, τὰ ἀρωματιζόμενα ὑπὸ τῶν ἀναθυμιάσεων τοῦ ὑπογείου, τὸν μὲν χειμῶνα κινδυνεύουσι ν’ ἀποθάνωσι τοῦ ψύχους, ἢ τουλάχιστον νὰ κρυολογῶσι καθ’ ἑκάστην, τοὺς δὲ θερινοὺς μῆνας νὰ πάθωσιν ἐξ ἀσφυξίας. Τὸ δὲ περιεργότερον ὅλων, κύριε Πρόεδρε, εἶναι, ὅτι οἱ δυστυχεῖς οὗτοι μαθηταὶ, θέλοντες ν’ ἀποφύγωσι τὸν κίνδυνον τῆς καταπτώσεως ἐντὸς τῆς ἀρωματώδους αἰθούσης τοῦ ὑπογείου, μετεχειρίσθησαν τοὺς πίνακας, τοὺς χρησίμους πρὸς διδασκαλίαν, καὶ ἐκάρφωσαν αὐτοὺς ἐπὶ τοῦ πατώματος, διὰ νὰ συνδέσωσι τὰς χαινούσας σανίδας! Δὲν πρόκειται, κύριε Πρόεδρε, περὶ τῆς καταλληλοτέρας μεθόδου πρὸς διδασκαλίαν, δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἐὰν ἐντὸς χώρου ἐξ 20 μέτρων ἦναι δυνατὸν νὰ διδάσκωνται 62 μαθηταὶ, πρόκηται περὶ τῆς ὑγείας, περὶ τῆς ζωῆς τῶν μαθητῶν τούτων. Καὶ ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, δι’ οἱονδήποτε λόγον, παρέλειψε νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκον αὑτοῦ, ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις ἀντιπροσωπεύει τὸ τμῆμα ἐκεῖνο, ἐτιμήθη δὲ μάλιστα διὰ μεγίστης πλειοψηφίας κατὰ τὰς παρελθούσας ἐκλογὰς, δὲν ἔλαβεν ἀστυνομικὰ μέτρα, διὰ νὰ παρακωλύσῃ τὴν περαιτέρω ἐν τῷ δωματίῳ τούτῳ ἐξακολούθησιν τῆς διδασκαλίας, διότι, ὅπως ἀντελήφθην ἰδίοις ὄμμασιν, ὑφίσταται μέγας κίνδυνος καταπτώσεως τοῦ πατώματος· ἐὰν δέ τις ἀμφιβάλλῃ, εὐκόλως δύναται νὰ μεταβῇ εἰς Κηφισσίαν, καὶ νὰ ἴδῃ τὴν ἐλεεινὴν ταύτην κατάστασιν. Καὶ ἂν εἰς τὰ πρόθυρα τῆς πρωτευούσης τοιαύτη ἦναι ἡ κατάστασις τῶν δημοτικῶν σχολείων, βεβαίως δύναταί τις νὰ φαντασθῇ εὐκόλως, τί δύναται νὰ ἀνακαλύψῃ εἰς μᾶλλον ἀπομεμακρυσμένα μέρη. Παρακαλῶ ἑπομένως, ἐπειδὴ θεωρῶ λίαν σπουδαῖον τὸ ζήτημα, καὶ ἐπειδὴ οἱ χωρικοὶ τῆς Κηφισσίας, ἐν ὀργῇ διατελοῦντες, ἀπαιτοῦσι νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον, ὅπως ταχέως ληφθῇ τὸ μέτρον τοῦτο, διότι ἄλλως θὰ ἐπέλθωσι δυστυχήματα.
§77ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δέκα ἡμέραι παρῆλθον ἀφ’ ὅτου ἐπανελάβομεν τὰς ἐργασίας μας, ἐμεσολάβησαν δὲ δύο ἑορταὶ, τῆς Κυριακῆς καὶ τοῦ ἁγίου Γεωργίου, καὶ μία ἡμέρα, καθ’ ἣν κατηρτίσθη ἡ ἡμερησία διάταξις, ὥστε ἔχομεν 7 ἡμέρας, καθ’ ἃς ἐργαζόμεθα. Ἐὰν τὰ ἀτοπήματα τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ τὰ νομοσχέδια τῶν πιστώσεων ἦναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ προκαλῶσι μακρὰν συζήτησιν καὶ τοιουτοτρόπως ἐψηφίσθησαν 3 μόνον νομοσχέδια πιστώσεων κατὰ τὰς 7 ταύτας ἡμέρας, δὲν ἔχει δίκαιον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ παραπονῆται, ὅτι δὲν εἰργάσθημεν ἐντὸς τῶν ἡμερῶν αὐτῶν. Καὶ ἡ ἐργασία, ἣν διεξήγαγε κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς ἡ Βουλὴ, ἐξελέγχουσα ἐκνόμους πράξεις, ἦτο ἀρκετὰ σπουδαία. Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εἶναι ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον, τροποποιοῦν τὸν περὶ στρατολογίας νόμον. Ὅταν θὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο,—παρακαλῶ δὲ νὰ προτιμηθῇ, διότι εἶδον σήμερον αὐτὸ πολὺ κάτω ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ ἐπιῤῥίπτεται εἰς ἐμὲ ἡ εὐθύνη, ὅτι ἐγὼ δῆθεν παρεμποδίζω τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, ἐνῷ εἶπον καὶ λέγω, ὅτι εἶμαι μὲν ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ, ἀλλὰ θέλω κατακρίνει μερικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς βλάβην τοῦ στρατοῦ,—ὅταν, λέγω, ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, θέλω σᾶς εἴπει ἐπὶ πόσον καιρὸν καὶ κατὰ ποῖον τρόπον εἰς ὅλα τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη συζητοῦνται τὰ νομοσχέδια, καὶ πόσα νομοσχέδια εἰς ἑκάστην Σύνοδον ψηφίζονται, καὶ θέλετε πεισθῆ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι ἐν τῷ ἀδίκῳ, παραπονούμενος ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἐργάζεται. Σχετικῶς πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑποβάλλω σχέδιον νόμου ἢ τροπολογίαν, ἐὰν θέλητε οὕτω νὰ τὴν εἴπητε. Κατὰ τὴν πρότασίν μου ταύτην, οὐ μόνον δὲν ἀπομακρύνομαι τοῦ σκοποῦ τοῦ νομοθέτου, ἀλλὰ καὶ συντελῶ εἰς τοῦτον. Ἂν καὶ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι δὲν θέλει τὴν λάβει ὑπ’ ὄψιν του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν τούτοις κατὰ καθῆκον τὴν ὑποβάλλω, διότι νομίζω, ὅτι σεῖς, κύριοι Βουλευταὶ, θὰ ἐπιμείνητε, ὅπως ψηφισθῇ. Διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης ζητῶ, ὅπως ἀνταλλάσσωσι τὰς ψήφους των οἱ ὑπόχρεοι διετεῖς μὲ τοὺς διαθεσίμους.
§78ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὴν ἀναγινώσκετε, ὅπως τὴν ἀκούσωμεν;
§79ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται ἀνταλλαγὴ ὑποχρεώσεων μεταξὺ τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν αὐτὴν ἀπογραφὴν καὶ τὸν αὐτὸν δῆμον ὑποχρέων διετοῦς ὑπηρεσίας καὶ τῶν διαθεσίμων. «Αἱ ἀνωτέρω ἀνταλλαγαὶ διατάσσονται παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν μετὰ τὸν χρόνον τῆς συμπληρώσεως τῶν κενῶν τῶν ἐξ ἀνυποταξίας προερχομένων. «Αἱ ἀνωτέρω διατάξεις ἰσχύουσι καὶ διὰ τοὺς κληρωτοὺς τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1890.» Νομίζω ὅτι θὰ ἦσθε πάντες σύμφωνοι· τὸ νομοσχέδιον δὲ τοῦτο, ὡς εἶπον, δὲν προσβάλλει διόλου τὸν σκοπὸν τοῦ νομοθέτου. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι δύναται ν’ ἀναγνωσθῇ τώρα εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν καλῶς, ἄλλως, ἂς κανονίσῃ τί πρέπει νὰ γίνῃ.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
§81ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ, κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλή, ἐὰν συναινῇ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιόν μου περὶ τῶν καθυστερούντων εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖτε νὰ προταχθῇ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§83ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπῆρχεν. Ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ μὴ τὸ ἀναγράψῃ ποτέ· ἤδη ζητῶ νὰ ἀναγραφῇ ὡς πρῶτον.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα.
§85ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου, ὅπως ἀναγραφῇ ὡς πρῶτον ἀντικείμενον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς αὔριον τὸ νομοσχέδιόν μου τοῦτο.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλω ἐρωτήσει τὴν Βουλήν.
§87ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.
§88ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Περὶ τούτου μόνον πρόκειται. Ἄς ἐρωτηθῇ λοιπὸν ἡ Βουλή, κύριε Πρόεδρε.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἀναγραφῇ ὡς πρῶτον ἀντικείμενον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς αὔριον ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Γεροκωστοπούλου ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου «περὶ τῶν μέχρι τέλους τοῦ 1876 καθυστερούντων εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον» λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Γεροκωστοπούλου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
| Χαρίλ. Τρικούπης | Ο | Δ. Πετρίδης | |
| Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | |
| Γ. Σισμάνης | Ο | Θ. Π. Δηλιγιάννης | Ν |
| Δ. Βουλπιώτης | Ο | Θ. Β. Δηλιγιάννης | |
| Ἀθ. Ἴσχος | Χρ. Χριστόπουλος | ||
| Ν. Καλαντζόπουλος | Φίλιπ. Βάρβογλης | ||
| Ἐπ. Σαχελλαρόπουλος | Ἠλ. Φλέσσας | ||
| Μ. Γουλιμῆς | Ο | Κ. Κωνσταντόπουλος | |
| Μ. Ἰατρίδης | Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | ||
| Δ. Χατζόπουλος | Π. Μανέτας | ||
| Γ. Μίλησης | Ι. Ἀντωνόπουλος | ||
| Σπ. Νοταρᾶς | Ἠλίας Παλαμήδης | Ο | |
| Γ. Κούστας | Κ. Κατσικόπουλος | ||
| Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος | Ο | Δ. Ζέγγελης | Ο |
| Σωτ. Δανόπουλος | Ο | Δ. Ν. Βότσαρης | Ο |
| Ἀναστ. Δημητριάδης | Ο | Κ. Καραπάνος | Ν |
| Μιχ. Νικηφοράκης | Ο | Γ. Παχύς | Ο |
| Στέφ. Δραγούμης | Ο | Δημοσθ. Καΐρης | Ο |
| Δ. Ράλλης | Ν | Νικ. Κρίσπης | |
| Ἀνδρ. Ψύλλας | Ο | Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς | |
| Φωκίων Νέγρης | Ο | Ἰωάν. Γκιὼν | Ο |
| Ι. Γεωργαντᾶς | Κ. Κοσσονάκος | Ο | |
| Ν. Μπουφίδης | Ο | Γ. Μαυρομιχάλης | |
| Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ο | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | Ν |
| Δημ. Καλλιφρονᾶς | Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ο | |
| Δημ. Ἀλεβίδης | Νικήτ. Βαρβιτσιώτης | Ο | |
| Ὄθων Μακρυγιάννης | Ο | Λεων. Καπετανάκος | Ο |
| Τρύφων Μουτσόπουλος | Ο | Ξανθὸς Πικουλάκης | Ο |
| Θάνος Κανακάρης | Γ. Πετροπουλάκης | ||
| Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Κων. Παπαμιχαλόπουλος | Ν | |
| Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ν | Ἰων. Καρτάλης | |
| Α. Φωτήλας | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ο | |
| Ἀνδρ. Αὐγερινὸς | Ο | Εὐάγγ. Σταμούλης | Ο |
| Ἀντ. Ῥικάκης | Ν | Ν. Κοκωσλῆς | |
| Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ν | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ο |
| Ι. Κρεστενίτης | Κων. Μαρκίδης | Ο | |
| Ν. Κουμανιώτης | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλο. | Ο | |
| Χρ. Στεφανόπουλος | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ο | |
| Α. Ζαΐμης | Ν | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ο |
| Ἀρ. Κοντογούρης | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ο | |
| Ν. Καλογερόπουλος | Ο | Ἀχιλ. Λογιωτάτου | |
| Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Σωτήριος Σωτηρόπουλος | Ν | |
| Ν. Παπανικολάου | Κωνστ. Κουμουνδοῦρος | ||
| Ν. Καφετζόγλους | Ο | Περικλῆς Πεῤῥώτης | Ν |
| Ι. Πεζᾶς | Δημήτριος Τζάνες | Ο | |
| Κ. Σινέλης | Ο | Περικλῆς Μποῦτος | Ο |
| Β. Βουδούρης | Ο | Παναγιώτης Σάκκης | |
| Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Ο | Νικόλαος Παπαλέξης | Ο |
| Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο | Νικόλαος Μισυρλῆς | |
| Ἀναστ. Λούντζης | Ο | Ν. Καράπαυλος | Ο |
| Διον. Λομβάρδος | Ο | Ἀσημάκης Χριστόπουλος | |
| Γ. Θεοτόκης | Ο | Εὐστάθιος Κοκκέβης | Ο |
| Κ. Βασιλάκης | Δημήτριος Κάρτσωνας | ||
| Ἀντ. Καποδίστριας | Δημήτριος Π. Γουδῆς | Ο | |
| Νικολ. Βασιλάκης | Σ. Χατζηγάκης | ||
| Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | Κ. Ζωγλοπίτης | Ο | |
| Πολυχ. Β. Κωνσταντᾶς | Ν | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ο |
| Σπυρ. Ἀλαμάνος | Ι. Φραγκίδης | Ο | |
| Θεόφ. Προβατᾶς | Α. Ταχιατζῆς | Ο | |
| Γ. Σκάρπας | Ο | Γ. Τάκης | |
| Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Ν. Ταρμπάζης | ||
| Ἀγαμ. Μεταξᾶς | Ο | Ζ. Ψαλιάγκας | |
| Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Ο | Σταμάτιος Μπουντούρης | Ο |
| Νικ. Βαλσαμάκης | Θεόδωρος Γκίκας | Ο | |
| Γερ. Μουσούρης | Ο | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | Ο |
| Παν. Βενιεράτος | Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ο | |
| Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ο | |
| Γεώργ. Κόρπας | Ν. Κοντογιάννης | ||
| Στέφ. Σκουλούδης | Ο | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο |
| Ἀλοΐσιος Τόμαν | Γ. Λιδωρίκης | Ο | |
| Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ο | Κ. Χατζῖσκος | |
| Νικ. Νομικός | Ο | Δ. Ζουλούμης | |
| Μίνως Μπογιατζόγλους | Ο | Κ. Ἀναγνωστόπουλος | |
| Γεώργ. Μπούμπουρας | Ο | Θεμιστοκλῆς Κανάρης | |
| Λωρέντζος Δελαρόκας |
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Γεροκωστοπούλου, ὅπως προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἡ ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου «περὶ τῶν μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 1876 καθυστερούντων εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον» ἀπεῤῥίφθη διὰ ψήφων 71 κατὰ 12, ψηφοφορησάντων ἐν ὅλῳ 83. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς αʹ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890 ἐκ δραχμῶν 8,676,835:88 καὶ περὶ ἀκυρώσεως ἐκτάκτων πιστώσεων τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1888 ἐκ δραχμῶν 6,772,433:38.
§91Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶχε παρακληθῆ νὰ δώσῃ πληροφορίας τινάς.
§92ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Καταθέτω τὸν ζητηθέντα πίνακα, τὸν ἐμφαίνοντα τὰ ἐκδοθέντα χρηματικὰ ἐντάλματα ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου Αʹ.
§93ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐπιστασίαν.
§94ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οὕτως ἀντελήφθην τὴν ἐπερώτησιν σας· αὔριον σᾶς φέρω καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐπιστασίαν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως.)
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890 ἐκ δραχμῶν 24,441,218.
§96ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ πίναξ τῶν πιστώσεων περιέχει διαφόρους πιστώσεις, αἵτινες ἀνέρχονται εἰς δραχ. 24,441,218. Ἐπὶ τῶν κυριωτέρων ἐκ τῶν πιστώσεων τούτων θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας. Ζητεῖ πίστωσιν δέκα ἑκατομμυρίων φράγκων διὰ τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσσης, συνάμα δὲ ζητεῖ καὶ πίστωσιν ἐκ 500,000 φράγκων διὰ τόκους τοῦ ἀναγκαίου δανείου διὰ τὴν ἰδίαν ὑπηρεσίαν. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἐκ τίνος δανείου θὰ ληφθῶσι τὰ δέκα ταῦτα ἑκατομμύρια, διὰ τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ πληρωθῶσι τόκοι 500,000 δραχμῶν;
§97ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὸν νόμον περὶ σιδηροδρόμου Πειραιῶς καὶ Συνόρων παρέχεται δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν συνομολογήσεως δανείου ἐξ 80 ἑκατομμυρίων δραχμῶν εἰς χρυσὸν, καὶ προσθέτου δανείου ἐξ 85 χιλιάδων δραχμῶν ἀνὰ χιλιόμετρον τῆς εἰς Ἰτέαν διακλαδώσεως τῆς αὐτῆς γραμμῆς· ὥστε ἐν συνόλῳ δύναται νὰ ἀνέρχηται τὸ δάνειον εἰς 83,000,000. Περὶ συνομολογήσεως τοῦ δανείου τούτου διεξάγονται ἤδη διαπραγματεύσεις, ἀλλὰ γενομένης ἤδη ἀρχῆς ἐκτελέσεως, ὡς διεξαγομένων ὁριστικῶν μελετῶν, ἐπαγομένων δαπάνας, καὶ εἰσαγομένου ὑλικοῦ, ὅπερ πρέπει νὰ ἦναι ἕτοιμον ἐπὶ τόπου εὐθὺς ὡς ἄρξηται ἡ στρῶσις τῆς ὁδοῦ, ἐπαγομένης δὲ δαπάνας ἐν τῷ παρόντι καὶ τῆς προμηθείας ταύτης, ἐκρίθη συμφέρον, ὅπως διὰ συνομολογήσεως προσωρινοῦ δανείου χάριν τῶν δαπανῶν τούτων ἀπαλλαγῶσιν αἱ διαπραγματεύσεις περὶ τοῦ ὁριστικοῦ δανείου τῆς πιέσεως, ἥτις θὰ ἠσκεῖτο ἐπ’ αὐτὰς ἐκ τοῦ ἐπείγοντος τῆς ἀνάγκης τῆς ἐκπληρώσεως τῶν χρηματικῶν ὑποχρεώσεων, τῶν ἀποῤῥεουσῶν ἐκ τῶν ἀρξαμένων ἔργων. Τοῦ προσωρινοῦ τούτου δανείου ὁ τόκος διὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἀναγράφεται ἐν τῇ πιστώσει. Οἱ ἐλέγχοντες τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ σιδηροδρόμου μηχανικοὶ ἀπεφάνθησαν, ὅτι κατὰ τὸ 1890 θέλει ἀπαιτηθῆ καταβολὴ 10 ἑκατομμυρίων. Ἐλήφθη ἄρα πρόνοια περὶ προμηθείας τοῦ ποσοῦ τούτου ἐκ προσωρινοῦ δανείου, συγχωνευθησομένου ἐν τῷ ὁριστικῷ δανείῳ εὐθὺς ὡς αἱ περὶ αὐτοῦ διαπραγματεύσεις ἀπολήξωσιν εἰς συμφωνίαν.
§98ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀκριβῶς τὴν πρᾶξιν ταύτην νομίζω ὅτι δικαιοῦται νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ, τίς εἶναι ἡ πρᾶξις αὕτη, ἥτις κατ’ ἐξαίρεσιν συνωμολογήθη, διότι ὁ νόμος ἐννοεῖ συνομολόγησιν δανείου, ἀρκοῦντος πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ὅλου ἔργου.
§99ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ ἀνακοινωθῇ ὅ,τι ἐγένετο χάριν τῶν τελεσθέντων ἔργων καὶ τῶν προσεχῶς τελεσθησομένων, ἀνθ’ ὧν ἐντὸς τοῦ ἔτους θὰ δεήσῃ νὰ δαπανήσωμεν 10 ἑκατομμύρια. Ἄδειαν πληρωμῆς τῶν τόκων τοῦ ποσοῦ τούτου ζητοῦμεν διὰ τῆς πιστώσεως.
§100ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δευτέραν παρατήρησιν ἔχω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, τοῦ ἀφορῶντος τὸν σιδηρόδρομον Μεσολογγίου–Ἀγρινίου. Ὡς ἐνθυμούμεθα πάντες, ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου τούτου παρεχωρήθη εἰς ἑταιρίαν ἐπὶ ὡρισμένῳ τιμήματι κατὰ χιλιόμετρον. Ὁλόκληρον δὲ τὸ τίμημα τῆς κατασκευῆς αὐτοῦ ἀνέρχεται εἰς 3,750,000 φράγκα. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἐλήφθη ἐκ δανείου συνομολογηθέντος κατ’ ἀρχὰς, συγχωνευθέντος δὲ ἀκολούθως εἰς τὸ δάνειον τῶν 5 ἑκατομμυρίων λιρῶν· ἐλήφθη εἰς μεταλλικὸν καὶ ἐκ τοῦ πρώτου δανείου καὶ κατὰ τὴν συγχώνευσιν, καὶ ἐπληρώθη εἰς μεταλλικόν. Δὲν ἐννοῶ πόθεν ὀφείλομεν 400,000 διὰ διαφορὰν μεταλλικοῦ.
§101ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν φέρω σημείωσιν ἀκριβῆ.
§102ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἑτέραν παρατήρησιν. Διὰ τὸν σιδηρόδρομον Διακοπτοῦ–Καλαβρύτων ἐψηφίσαμεν νόμον, ὁ ὁποῖος ὥριζε τὸ δαπανηθησόμενον ποσὸν εἰς ἓν ἑκατομμύριον. Ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ, ὅτι συνεζητήσαμεν διὰ μακρῶν, θεωρήσαντες τότε ἀτελεῖς τὰς μελέτας τοῦ ἔργου τούτου, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς διεβεβαίου τὴν Βουλὴν ῥητῶς καὶ ἀναμφισβητήτως, ὅτι αἱ πληροφορίαι τῆς ὑπηρεσίας εἶναι τέλειαι καὶ οὐδέποτε ὁ σιδηρόδρομος οὗτος θὰ ὑπερβῇ τὴν δαπάνην τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Σήμερον ζητεῖται πίστωσις πλέον τοῦ ἑκατομμυρίου κατὰ 550,000 δραχμάς· ἐκτὸς δὲ τῶν 550 τούτων χιλιάδων ζητεῖται προσέτι ἑτέρα πίστωσις 20,000 δι’ ὑπηρεσίαν τοῦ σιδηροδρόμου καὶ δι’ ἔξοδα ἐπιστασίας, δι’ ἀποζημίωσιν δὲ κτημάτων πίστωσις ἑτέρων 40,000. Οὕτω δὲ ἡ δαπάνη τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, περὶ τῆς ὁποίας ἐδόθησαν ῥηταὶ διαβεβαιώσεις εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν θὰ ὑπερβῇ τὸ ἑκατομμύριον, ἀνέρχεται σήμερον εἰς 1,610,000. Ποία μεταβολὴ καὶ τροποποίησις ἐπῆλθεν εἰς τὸν σιδηρόδρομον τοῦτον, αἵτινες ἐπέφερον ἐντὸς ἑνὸς ἔτους κατὰ 60% αὔξησιν τῆς δαπάνης, τῆς ἀνακοινωθείσης εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ σχετικοῦ νόμου;
§103ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τροποποίησις δὲν ἐγένετο, ἀλλὰ γινώσκει ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὸν σιδηρόδρομον Διακοπτοῦ καὶ Καλαβρύτων, ἐπῆλθεν ὑπερτίμησις τοῦ σιδήρου. Περὶ τούτου θὰ ὑποβάλω σημείωσιν παρὰ τοῦ Γάλλου ἀρχιμηχανικοῦ καταρτισθεῖσαν.
§104ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ἀναμένωμεν τὴν σημείωσιν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ αὔξησις τῆς τιμῆς τοῦ σιδήρου νὰ ἐπιφέρῃ τόσην αὔξησιν τῆς δαπάνης τοῦ σιδηροδρόμου. Ζητεῖται, τρίτον, πίστωσις διὰ τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν 1,440,000. Τὸ δάνειον τοῦτο ἐξ 24,000,000 εἶχε συνομολογηθῆ μὲ τόκον 6%. Ἀλλὰ συμπεριελήφθη ἐντὸς τοῦ δανείου τῶν 5,000,000, ὅπερ φέρει τόκον 5 καὶ ½% περίπου καὶ οὐχὶ 6%. Δὲν ἐννοῶ ἑπομένως, διατὶ ζητεῖται τόκος ἐξ 1,440,000, δηλ. πρὸς 6%, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ τοιοῦτος πρὸς 5 καὶ ½, δηλ. ἐξ 1,320,000 δρ.
§105ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι ὁ λογαριασμὸς τῶν μεσολαβούντων τόκων ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀρχικοῦ νόμου, διότι τὸ χρῆμα τοῦτο ἀποδίδεται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, παρ’ ᾗ κατατίθεται τὸ ὅλον, περιλαμβάνον, ὡς εἰκὸς, καὶ τὰ ἐκ τῶν μεσολαβούντων τόκων. Τοῦτο γίνεται ἐξ ὑποχρεώσεως, συντελεῖ δὲ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ σιδηροδρόμου, ὅσον καὶ εἰς τὰ τῶν ἀναδόχων τοῦ σιδηροδρόμου, διότι τὸ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ κατατιθέμενον χρῆμα ἀποτελεῖ ἐγγύησιν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου· ὁ δὲ γενόμενος ὑπολογισμὸς εἶναι ὁ προσήκων, διότι δὲν ἐπηρεάζουσι τὰς περὶ σιδηροδρόμου ὑποχρεώσεις αἱ πρὸς τοὺς κατόχους τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου νεώτεραι συμφωνίαι.
§106ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβωμεν πληρεστέρας πληροφορίας. Διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν ὡρίσθη ποσὸν 24 ἑκατομμυρίων. Τὰ 24 ἑκατομμύρια διὰ τῆς ζητουμένης πιστώσεως τῶν 15,600,000 καὶ διὰ τοῦ ὑπολοίπου τῶν 9 ἑκατομμυρίων συμπληροῦνται ἐκ μόνης τῆς χιλιομετρικῆς ἀποζημιώσεως, ἀνερχομένης εἰς 21,600,000, καὶ ἐκ τῶν μεσολαβούντων τόκων, ὑπολογιζομένων ὅπως πρὸ ὀλίγου ἀνεπτύχθη· ὥστε ἡ διαφορὰ αὕτη ἀπὸ 5½ καὶ 6% θέλει χρησιμεύσει, ἵνα καλύψῃ ἑτέραν ὑπέρβασιν δαπάνης, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς δύο ἕτερα κονδύλια. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων βλέπομεν ζητουμένας πιστώσεις δι’ ἑτέρας δαπάνας, σχετιζομένας μὲ τὸν σιδηρόδρομον τοῦτον, ἀλλ’ αἵτινες δὲν ἔχουσι τὸ ἀντίκρυσμά των, δηλ. τὸν πόρον, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ πληρωθῶσιν, ἐπειδὴ δὲ ὁ τοιοῦτος χαρακτηρισμὸς τῶν πιστώσεων ὡς ἐκτάκτων, κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, σημαίνει, ἐναντίον τοῦ γράμματος καὶ τοῦ πνεύματος τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ὅτι θὰ πληρωθῶσιν ἐκ δανείων, ὑποθέτω, ὅτι καὶ διὰ τὰς ἀναγραφομένας ἐνταῦθα πιστώσεις τοιοῦτόν τι ἐννοεῖ αὕτη, ἂν καὶ δὲν ἔχουσιν ἀντίκρυσμα ἐν τῷ συνομολογηθέντι δανείῳ, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον, ἐξαντλεῖται ὁλόκληρον εἰς τὰς χιλιομετρικὰς δαπάνας καὶ εἰς τοὺς μεσολαβοῦντας τόκους. Αἱ πιστώσεις αὗται, αἱ μὴ ἔχουσαι ἀντίκρυσμα ἐκ τοῦ δανείου, ἀναγράφονται ὑπὸ τὸν τίτλον «ὑπηρεσίαι σιδηροδρόμων» καὶ «γενικὰ ἔξοδα.» Ἀλλὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιστασίας δὲν εἶναι ἄλλο, εἰμὴ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Κυβερνήσεως, οἵτινες ἀνήκουσιν εἴτε εἰς τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, εἴτε εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Οἱ μισθοὶ ἑπομένως τοῦ προσωπικοῦ τούτου δὲν πρέπει νὰ βαρύνωσι τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων ὡς ἔκτακτος δαπάνη, διότι ἀφορῶσι τακτικὴν ὑπηρεσίαν, προβλεπομένην ὑπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Αἱ δαπάναι αὗται ἀνέρχονται εἰς 202,700 δραχμὰς, εἰσὶ δὲ τακτικαὶ δαπάναι, ἀνήκουσαι εἰς κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ. Κακῶς ἑπομένως ζητεῖται ἡ ἀναγραφὴ αὐτῶν μεταξὺ τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν, τῶν πληρωθησομένων διὰ δανείων. Τοιαῦταί εἰσι καὶ ἄλλαι, ἀναγραφόμεναι ὡς γενικὰ ἔξοδα, π. χ. ἡ μελέτη τῆς γραμμῆς Ἰτέας–Λαμίας, ἥτις, ὡς φαίνεται ἐκ τῆς ὑπολογιζομένης δαπάνης δραχ. 15,000, εἶναι ἁπλῆ ἀναγνώρισις, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἐκτελέσῃ τὸ προσωπικὸν τῶν δημοσίων ἔργων.
§107ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ κατάταξις ἐν τοῖς οἰκείοις κεφαλαίοις οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ ἀνακινούμενον ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ζήτημα, διότι, καὶ ἂν ἀναγραφῇ ἐν τοῖς οἰκείοις κεφαλαίοις, ἦναι ὅμως ὁ χαρακτὴρ τῆς δαπάνης ἔκτακτος, ὁ ἀντιστοιχῶν εἰς αὐτὴν πόρος θὰ ἦναι ἔκτακτος. Ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς πιστώσεως ὡς ἐκτάκτου ἀποῤῥέει ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, κατ’ αὐτὸν δὲ, αἱ ἔκτακτοι πιστώσεις ἀναγράφονται ἐν ἰδιαιτέρῳ κεφαλαίῳ, προστιθεμένῳ εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ οἰκείου Ὑπουργείου. Ὁ χαρακτηρισμὸς ὅμως τῆς πιστώσεως καὶ ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς δαπάνης δὲν συνταυτίζονται· τὸ ἔκτακτον τῆς πιστώσεως χαρακτηρίζεται ἐκ τοῦ ἀπροβλέπτου τῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἐνῷ τὸ ἔκτακτον τῆς δαπάνης χαρακτηρίζεται ἐκ τῆς φύσεως ταύτης, ὡς μὴ ἀναγομένης εἰς τὰς ἀποτινομένας ἐκ τῶν τακτικῶν προσόδων τοῦ Κράτους. Τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν πιστώσεων ὡς ἐκτάκτων ἢ ἀναπληρωματικῶν ἀναγράφει ὁ νόμος, ἀλλὰ περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς δαπάνης οὐδεμία γίνεται ἐν τῷ νόμῳ μνεία, οὐδὲ δεσμεύεταί τις ἐν τοῖς περὶ φύσεως δαπάνης τινὸς σκέψεσιν αὑτοῦ ἐκ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς πιστώσεως. Ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ τῶν κανονικῶν δαπανῶν τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, δὲν πρόκειται περὶ τῶν μισθῶν ἢ τῶν συνήθων δαπανῶν τοῦ προσωπικοῦ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, ἀλλὰ πρόκειται περὶ προσωπικοῦ προσλαμβανομένου ἐκτάκτως πρὸς εἰδικὸν σκοπὸν, ἐξ οὗ χαρακτηρίζεται ἡ δαπάνη. Ἡ πίστωσις περὶ τῶν ἐξόδων τῆς σιδηροδρομικῆς διακλαδώσεως Ἰτέας δὲν ἀφορᾷ εἰς τὰς ἀπολαυὰς τοῦ ἀρχιμηχανικοῦ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, τοῦ διευθύνοντος τὰς ἐργασίας ταύτας, ἀλλ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐργολαβίαν, τὴν ἀναλαβοῦσαν τὴν κατάστρωσιν τοῦ τοπογραφικοῦ χάρτου τῆς γραμμῆς. Ἐπίσης καὶ αἱ ἄλλαι δαπάναι ἀφορῶσιν εἰς πρόσθετον προσωπικὸν πρὸς τὸ εἰδικὸν ἔργον. Πρέπει δὲ νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐν τῷ καθορισμῷ τῶν πόρων, ἐξ ὧν καταβάλλονταί τινες τῶν δαπανῶν τούτων, ὅτι κατὰ τὴν σύμβασιν περὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου ἡ ἑταιρία ἀποτίνει ποσόν τι χάριν τῶν μελετῶν, ἐκ τοῦ ποσοῦ δὲ τούτου θέλουσι καταβληθῆ ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει αἱ δαπάναι αὗται.
§108ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς δι’ ἐργολαβίας μελέτης τῆς διακλαδώσεως Ἰτέας, ἐὰν πραγματικῶς γενήσεται τοιαύτη μελέτη, δύναται νὰ θεωρηθῇ αὕτη ὡς δαπάνη ἀποτελοῦσα μέρος τῆς κατασκευῆς αὐτῆς. Δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι τὰ ἔξοδα ἐπιστασίας δύνανται νὰ ἀφορῶσιν εἰς ἐκτάκτως προσληφθησομένους μηχανικούς. Δὲν πιστεύω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θ’ ἀναθέσῃ τὴν ἐπιστασίαν εἰς μηχανικοὺς δευτερεύοντας, τοὺς ὁποίους θὰ προσλάβῃ. Αὕτη πρέπει ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὴν Γαλλικὴν ἀποστολὴν, ἡ ὁποία ἐκτελεῖ τὴν ἐργασίαν. Καὶ τὰ ἔξοδα δὲ τῆς κινήσεως περιλαμβάνονται ὡσαύτως εἰς τὰ ἔξοδα τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, διότι μεταξὺ τῶν πιστώσεων, αἵτινες ἀναγράφονται εἴτε εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν δημοσίων ἔργων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, εἴτε εἰς τὰ ἔξοδα τῆς ὁδοποιΐας, περιλαμβάνονται καὶ τὰ ἔξοδα κινήσεως.
§109ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ τὰ καταλογίσωμεν λοιπὸν εἰς βάρος τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας;
§110ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ταῦτα καὶ ἄλλα θὰ ἐπιβάλητε εἰς βάρος τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ἀφοῦ θέλετε νὰ ἐπιβάλητε ἐπ’ αὐτῆς καὶ τὴν πληρωμὴν τόκων παγίων δανείων. Ἐὰν δὲ παραδεχθῶμεν τὸ σύστημα τῆς ψηφίσεως πιστώσεων, ὧν ἡ κατάταξις θὰ γίνηται κατὰ τὰς ἑκάστοτε ἰδέας καὶ σκοποὺς τῆς Κυβερνήσεως, κατατασσούσης αὐτὰς ὁτὲ μὲν μεταξὺ τῶν τακτικῶν, ὁτὲ δὲ μεταξὺ τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν, ἀνολόγως τῆς ἀνάγκης τῆς παραστάσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, παραδεχόμεθά τι, τὸ ὁποῖον καταδικάζεται πανταχοῦ, τὴν ἄτακτον δηλ. καὶ ἀκανόνιστον ὕπαρξιν ἐκτάκτου προϋπολογισμοῦ, ὅστις ὑποκεκρυμμένος θὰ λειτουργῇ παρὰ τὸν τακτικὸν προϋπολογισμὸν, χωρὶς ἡ Βουλὴ καὶ τὸ Ἔθνος νὰ γνωρίζωσι τὸ ἐξ αὐτοῦ ἐπιπροστιθέμενον ποσὸν εἰς τὰς τακτικὰς δαπάνας τοῦ Δημοσίου. Δὲν εἶμαι ἀπολύτως ὑπὲρ τῆς συντάξεως ἐκτάκτου προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἀπέναντι τοῦ μεγαλειτέρου κακοῦ, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ἡ παροῦσα διαχείρισις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν διὰ τῆς κατασκευῆς πλείστων ἐκτάκτων προϋπολογισμῶν, ἀσυναρτήτων καὶ ἀτάκτων, καὶ διὰ τῶν ὁποίων δὲν δυνάμεθα νὰ ἀντιληφθῶμεν τὸ σύνολον τῶν ἐπὶ τοῦ Δημοσίου ἐπιβαλλομένων ἐκτάκτων δαπανῶν, θεωρῶ προτιμοτέραν καὶ σχετικῶς ὀλιγώτερον ἐπιβλαβῆ τὴν ὕπαρξιν ἑνὸς γενικοῦ ἐκτάκτου προϋπολογισμοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου ἔσεται δυνατὴ ἡ ἀντίληψις τοῦ συνόλου τῶν τοιούτων δαπανῶν. Ἐὰν ἀθροίσητε τὰς πιστώσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν ἐν διαφόροις νομοσχεδίοις, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι αἱ δαπάναι αὗται ὑπερβαίνουσι τὸ σύνολον τῶν ἐν τῷ τακτικῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένων δαπανῶν, χωρὶς διὰ τῆς ἀθροίσεως ταύτης νὰ δυνηθῆτε νὰ εὕρητε, τίνα εἰσὶ τὰ πραγματικὰ βάρη, ἅτινα δι’ αὐτῶν ἐπιβάλλονται ἐπὶ τοῦ ἔθνους, καὶ τίνα εἰσὶ τὰ δυνάμενα νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἀνήκοντα εἰς ἐκτάκτους ἀνάγκας, αἵτινες πρέπει νὰ θεραπευθῶσι δι’ ἐκτάκτων πόρων.
§111Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ εἴτε τακτικὸν εἴτε ἔκτακτον προϋπολογισμὸν ψηφίσωμεν, εἴτε προϋπολογισμὸν δαπανῶν, τὰς ὁποίας θέλει καταβάλει τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τῶν συνήθων καὶ τακτικῶν πόρων τοῦ Κράτους, εἴτε προϋπολογισμὸν δαπανῶν, τὰς ὁποίας θέλει καταβάλει διὰ δανείων, τὰ ὁποῖα θέλει συνομολογήσει ἢ συνωμολόγησεν, ἔχομεν πάντοτε ἓν καθῆκον, τοῦ ὁποίου οὐδέποτε πρέπει νὰ παραιτηθῶμεν, τὸ καθῆκον νὰ μὴ ἀναιρῶμεν τὴν τάξιν ἐν τῇ διαχειρίσει, νὰ ἐξασφαλίζωμεν δὲ τὸν ἔλεγχον ἐν αὐτῇ. Καθ’ ὃν δὲ τρόπον εἶναι συντεταγμένον τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, καὶ ἡ τάξις ἀναιρεῖται καὶ ὁ ἔλεγχος δὲν ἐξασφαλίζεται. Καὶ ὅταν ὁμιλῶ περὶ ἐλέγχου, δὲν ἐννοῶ τὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον θέλει ἐνεργήσει ἡμέραν τινὰ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἢ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον θέλει παρασκευάσει τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ἀλλ’ ἐννοῶ τὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον ἕκαστος πολίτης δύναται νὰ διαπράξῃ προχείρως, μελετῶν τὰ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Τοιοῦτον ἔλεγχον ὅμως οὐδεὶς δύναται νὰ ποιήσῃ ποτέ. Ζητεῖτε πίστωσιν 24,444,218 δραχμῶν. Εἰς τί θέλει χρησιμεύσει ἡ πίστωσις αὕτη; Δι’ ἔξοδα κατασκευῆς σιδηροδρόμων, διὰ πληρωμὴν χιλιομετρικῶν ἀποζημιώσεων, δι’ ἀποζημιώσεις κτημάτων, διὰ τόκους δανείων καὶ διὰ γενικὰ ἔξοδα. Καὶ αὐτοὶ οἱ σιδηρόδρομοι, διὰ τοὺς ὁποίους θέλουσι δαπανηθῆ τὰ χρήματα ταῦτα, θέλουσι κατασκευασθῆ ὑπὸ ποικίλας συμφωνίας. Ὑπάρχουσι σιδηρόδρομοι, τοὺς ὁποίους κατασκευάζει ἡ Κυβέρνησις δι’ ἐργατῶν. Ὑπάρχουσιν ἄλλοι, τοὺς ὁποίους κατασκευάζει δι’ ἐργολαβίας, παραχωρηθείσης εἰς ἑταιρίας, εἰς τὰς ὁποίας πληρόνει τὸ χρῆμα. Ὑπάρχουσι σιδηρόδρομοι, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν πληρόνει τὰ ἔξοδα τῆς κατασκευῆς ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ πληρόνει χορηγίαν κατὰ χιλιομετρικὴν ἐργασίαν εἰς τὰς ἑταιρίας, αἵτινες ἀνέλαβον νὰ κατασκευάσωσιν αὐτούς. Διὰ πάντας αὐτοὺς τοὺς σιδηροδρόμους, δι’ ὅλους συλλήβδην ζητεῖτε νὰ λάβητε 24 ἑκατομμύρια, ὅπως ἐξοδεύσητε αὐτά. Καὶ ἕκαστος τῶν σιδηροδρόμων τούτων κατασκευάζεται δυνάμει εἰδικοῦ νόμου, δι’ ἕκαστον δ’ αὐτῶν συνωμολογήθη εἰδικὸν δάνειον. Ἐνθυμοῦμαι τὸ ἀνέκδοτον, τὸ ὁποῖον εἶχον ἀναγνώσει ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῆς παλαιᾶς ἐποχῆς τοῦ ἡμετέρου τόπου. Κατὰ τοὺς πρώτους χρόνους, καθ’ οὓς ἀποκατεστάθη τακτικὴ Κυβέρνησις τοῦ Καποδιστρίου, εἰσήχθη εἰς τὸ τότε συστηθὲν Νομοθετικὸν Σῶμα, τὸ Πανελλήνιον, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀνεγράφετο ὅλη ἡ διὰ τὰ δύο Ὑπουργεῖα τῶν Ναυτικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐτησία δαπάνη ὑπὸ ἓν ἄρθρον οὕτω: «Στρατὸς καὶ στόλος 15 ἑκατομμύρια γρόσια». Λοιπὸν ἐπανήλθομεν καὶ ἡμεῖς εἰς τοὺς χρόνους ἐκείνους, καὶ ζητούμεθα νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδιον, δι’ οὗ χορηγοῦμεν 24 ἑκατομμυρίων πίστωσιν διὰ σιδηροδρόμους! Ἀντίῤῥησιν δὲν προβάλλομεν νὰ ψηφίσωμεν ὅσα μᾶς ζητήσητε ποσὰ, ἀλλὰ τὰ ποσὰ ταῦτα δέον νὰ ἦναι διακεκριμένα κατ’ ἄρθρον, περιλαμβάνον τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν δι’ ἑκάστην εἰδικὴν ἀνάγκην καὶ δι’ ἕκαστον σιδηρόδρομον, κατὰ τὰς τέσσαρας κατηγορίας τὰς ὁποίας καὶ σήμερον διακρίνει ἡ διοίκησις τοῦ Ὑπουργείου.
§112ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἡ αἴτησις ὑμῶν ἀφορᾷ εἰς τὴν μετατροπὴν τῶν ἐδαφίων εἰς ἄρθρα.
§113ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.
§114ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παραδεχόμεθα ὅπως μετατραπῶσιν ὅλα.
§115ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς δώσῃ καὶ τὴν πληροφορίαν, τί μέχρι τοῦδε ἐπληρώθη ἐκ τοῦ δανείου τῶν 24,000,000 εἰς τὸν σιδηρόδρομον Μύλων– Καλαμῶν, τί ποσὸν μένει, καὶ ποῦ εὑρίσκεται τὸ ποσὸν αὐτό.
§116ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θέλετε λογαριασμὸν τῶν παρακατατεθειμένων παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ;
§117ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως 1889 ἐκ δραχμῶν 562,699.
§119Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ, εἰ δυνατὸν, νὰ ἀναβληθῇ δι’ ἄλλην συνεδρίασιν, διότι ἔχω νὰ φέρω πολλὰς παρατηρήσεις.
§120ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1890 ἐκ δραχμῶν 354,000.
§122Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, πῶς ἐλησμονήθη ἡ πίστωσις αὕτη νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
§123ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἦτο ἐντελῶς βέβαιον, ὅτι θὰ ἐγίνοντο ἐκλογαὶ κατὰ τὸ 1890, ὅτε συνετάχθη ὁ προϋπολογισμὸς, ἤτοι κατ’ Αὔγουστον. Ἐνεδέχετο νὰ γίνωσιν αἱ ἐκλογαὶ καὶ κατὰ τὸ 1891, ὅτε λήγει ἡ τετραετία. Ὁ παρελθὼν ἔκτοτε χρόνος κατέστησεν ἀπιθανωτέραν τοσαύτην βραδυτῆτα, καίτοι ὑφίσταταί τις πάντοτε ἀβεβαιότης, διότι δὲν ἀνήκει ἡ ἀπόφασις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ εἰς ἀνωτέραν ἀρχήν.
§124Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναγραφῆς, τῆς πιστώσεως, ἀνέδραμεν εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐνέδειξεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι αἱ ἐν τῷ Συντάγματι διατάξεις εἰσὶν ἐνδεικτικαὶ, κατ’ αὐτὰς δὲ, αἱ Βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ δύνανται νὰ ἐνεργηθῶσι καὶ κατὰ τὸ 1891. Ἂν καὶ ἤθελε κριθῆ ἴσως, ὅτι δὲν εἶναι ἔγκαιρον νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς ἐννοίας τῶν διατάξεων τούτων τοῦ Συντάγματος, ἐπειδὴ ὅμως ὁ Πρωθυπουργὸς ἐξήνεγκε γνώμην περὶ τῆς ἐννοίας αὐτῶν, ἀναγκάζομαι νὰ παρατηρήσω, ὅτι, καὶ ἂν ὁ χρόνος ἤθελεν ὑπολογισθῆ φυσικῶς ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, καὶ τότε πάλιν, ἐπειδὴ ἐνηργήθησαν τὴν 4 Ἰανουαρίου 1887 αἱ ἐκλογαὶ, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐνεργηθῶσι μετὰ τὴν 4 Ἰανουαρίου 1891. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι γνωστὸν ποία εἶναι ἡ πρώτη Κυριακὴ τοῦ 1891, ἑπόμενον εἶναι νὰ γίνωσι κατὰ τὸ 1890. (Γίνεται δεκτόν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890 ἐκ δραχμῶν 19,320.
§126ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ αὐτὴ περιέργεια μοὶ γεννᾶται, διατὶ ἡ πίστωσις αὕτη δὲν ἀνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀφοῦ καὶ κατὰ τὸ 1888 καὶ κατὰ τὸ 1889 ὑπῆρχον τοιαῦται δαπάναι.
§127ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ ἔκθεσις τὸ ἐξηγεῖ· εὑρέθημεν ἀπέναντι ἀληθῶς μεγάλου ἀριθμοῦ πασχόντων, εἰς οὓς δὲν ἐξήρκει τὸ Φρενοκομεῖον Κερκύρας, καὶ ἠναγκαζόμεθα νὰ συντηρῶμεν αὐτοὺς ἐνταῦθα. Ἐκ τούτου, ὅτε ἐγένετο τελευταῖον καὶ ἡ ἐκκαθάρισις τῶν λογαριασμῶν καὶ εἴχομεν τὰς πιέσεις τῆς Διευθύνσεως τοῦ ἐνταῦθα Φρενοκομείου, ἐξητάσαμεν τὰ τῆς ὑποθέσεως λεπτομερέστερον, καὶ εἴδομεν, ὅτι ὠφείλομεν καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ζητεῖται διὰ προγενεστέρας χρήσεις, εἴχομεν δὲ καὶ ἀνάγκην νὰ ζητήσωμεν καὶ τὸ ἄλλο ποσὸν, ἵνα ἐπαρκέσωμεν εἴς τε τὰς παρούσας ἀνάγκας καὶ εἰς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ μέλλον ἐντὸς τοῦ ἔτους θὰ παρουσιασθῶσι. Δὲν ὑπῆρχε ζήτησις χρημάτων, συχνὴ τοὐλάχιστον, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ὑπηρεσία παρημέλησε. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεως ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1890 ἐκ δραχμῶν 962,668 καὶ 12/00 δι’ ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων.
§129ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Φθάνει πλέον, κύριε Πρόεδρε.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί προτείνετε;
§131ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ, διότι ἐργαζόμεθα ἐπὶ 4½ ὥρας. Ἐὰν ἡ πλειονοψηφία, ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει, δὲν συναινῇ, λέγω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κκ. Βουλευτῶν).
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 76. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν). Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§134Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔχω νὰ προβάλω παρατήρησιν τάξεως καὶ οὐχὶ οὐσίας. Τὰ νομοσχέδια τῶν ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων, ἰδίως δὲ τὰ νομοσχέδια περὶ πιστώσεων πρὸς πληρωμὴν ἐξόδων κεκλεισμένων χρήσεων, ἐξελέγχονται κατὰ τρόπον διάφορον ἐκείνου, καθ’ ὃν ἐξελέγχονται αἱ πιστώσεις καὶ οἱ προϋπολογισμοὶ, διότι ἐν αὐτοῖς πρόκειται περὶ δαπανῶν γενομένων, ἢ ὑπηρεσιῶν πράγματι προσενεχθεισῶν. Μοὶ φαίνεται, ὅτι, ὡς ὑπάρχει συντεταγμένον τὸ νομοσχέδιον, δὲν εὐκολύνει τὸν ἔλεγχον τοῦτον. Ἐν πρώτοις παρατηρῶ, ὅτι περιλαμβάνει ἐν ἑνὶ ἄρθρῳ τὰς ὁμοειδεῖς δαπάνας διαφόρων ἐτῶν, καὶ ἀναγράφει τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν δι’ ὅλας τὰς δαπάνας ταύτας· π. χ. ζητεῖ πίστωσιν κεκλεισμένων χρήσεων διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τῶν ἐτῶν 1880, 1881, 1884, 1885, 1886, 1887 καὶ 1888 δραχ. 78,526:57, ταύτας δὲ συλλήβδην κατατέμνει εἰς τέσσαρα ἄρθρα, τὰ ἑξῆς: «ἔξοδα δημοσίας ὑγείας, ἔξοδα ταχυδρομείων καὶ τηλεγραφείων, ἔξοδα βοηθημάτων καὶ ἔξοδα ἐκτελέσεως στρατολογικῶν νόμων» Προσέθηκε δ’ εἰς ταῦτα καὶ πέμπτον ἄρθρον κατὰ τρόπον καινοφανῆ: «ἔξοδα ἄλλων κεφαλαίων».
§135ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι ὁ πίναξ.
§136ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀναγράφει τὰς πιστώσεις κατ’ ἄρθρον καὶ κεφάλαιον καὶ κατ’ ἔτος;
§137ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§138ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παντάπασιν, ὡς θέλετε ἰδεῖ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§139ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ μίαν ἄλλην παρατήρησιν ἐγείρει τὸ νομοσχέδιον. Ζητοῦνται πιστώσεις ἀναπληρωματικαὶ, ἀνερχόμεναι εἰς 558,000 δραχμάς· ἀλλ’ ἀφοῦ ζητοῦνται νέαι πιστώσεις, ἕπεται, ὅτι πρέπει νὰ ἀκυρωθῇ ἀνάλογον ποσὸν ἐκ τῶν πιστώσεων τῶν ὑφισταμένων· διότι, ἐὰν ζητήσωμεν σήμερον τὸ ποσὸν τῶν 558,000 δραχμῶν διὰ δαπάνας καθοριζομένας καθ’ Ὑπουργεῖα ἐν τῷ νόμῳ, ἕπεται, ὅτι ψηφίζομεν πρὸς ταῖς ὑπαρχούσαις ἀκόμη ἐν ἐνεργείᾳ πιστώσεις καὶ ἑτέρας, ἀνερχομένας εἰς 558,000 δραχμάς, καὶ ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δύναται μετὰ τὴν ψήφισιν τούτων νὰ ἐξαντλήσῃ καὶ τὰς ὑφισταμένας καὶ τὰς σήμερον ψηφιζομένας, χωρὶς νὰ παραβιάσῃ οὐδεμίαν διάταξιν τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Ἡ τάξις ἀπαιτεῖ, ζητουμένων τῶν πιστώσεων τούτων, νὰ ἀκυρωθῶσιν ἀνάλογα ποσὰ ἐκ τῶν ἀντιστοιχουσῶν καὶ προϋπαρχουσῶν τοιούτων.
§140ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀπαιτεῖ τοῦτο ἡ τάξις, διότι ταῦτα ἀποτελοῦσι πληρωτέα ὑπόλοιπα ἐπὶ πιστώσεων προηγουμένων χρήσεων, ὑπάρχει δὲ ἄρθρον τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, καθ’ ὃ φαίνεται ἐπιβαλλομένη ἡ ἐκ νέου ψήφισις τῆς πιστώσεως, ἐνῷ κατ’ ἄλλο ἄρθρον τοῦ αὐτοῦ νόμου γίνεται ἡ ἀπότισις ἐπὶ τῆς ἀρχικῆς πιστώσεως. Ἐν τούτοις, ὅπως ψηφίζεται ἐνταῦθα ἡ πίστωσις, διευκρινίζεται, κατὰ πόσον εἶναι ἡ αὐτή, περὶ ἧς προενόησε προηγούμενος νόμος, διότι ὁ πίναξ διακρίνει τὰ ἀνανεούμενα ὑπόλοιπα προηγουμένων πιστώσεων ἀπὸ τῶν τὸ πρῶτον ἤδη ψηφιζομένων. Ἡ τελευταία στήλη τοῦ πίνακος ἐπιγράφεται «ὑπέρβασις ἀρχικῶν πιστώσεων», μόνον δ’ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ὑπέρβασις, εἶναι ἡ πίστωσις νέα. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραιτήσωμεν τὸ σύστημα τοῦτο. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ τὸ μεταβάλωμεν, θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ δοκιμασθὲν καὶ ἐγκαταλειφθὲν, τῆς ἀποτίσεως τῶν πληρωτέων ὑπολοίπων πιστώσεων προηγουμένων χρήσεων, ἐπὶ τῆς παρούσης μὲν χρήσεως, ἀλλὰ δυνάμει τῆς ἀρχικῆς πιστώσεως, μὴ ἀνανεουμένης. Συμφωνότερον ὅμως φαίνεται πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, διότι, ὡς εἶπον, τὸ γράμμα αὐτοῦ εἶναι σκοτεινὸν, νὰ καταβάλλωνται τὰ πληρωτέα ὑπόλοιπα ἐπὶ νέας πιστώσεως, χορηγουμένης ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ γίνεται ἡ καταβολὴ, σχετιζομένης ὅμως τῆς νεωτέρας πιστώσεως πρὸς τὸ ὑπόλοιπον τῆς ἀρχικῆς, καταργούμενον, δι’ αὐτῆς καὶ μόνης τῆς ἀναγραφῆς ἴσου ποσοῦ ἐν εἰδικῷ περὶ πιστώσεως ἐπὶ τοῦ τρέχοντος ἔτους νόμῳ.
§141ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι, ὅταν τις παραδέχηται ἀρχήν τινα, ὀφείλει νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ τὰς συνεπείας αὐτῆς. Δὲν ἀμφισβητῶ τὸ σύστημα τῆς ψηφίσεως τῶν δαπανῶν τῶν ἀναφερομένων εἰς κεφάλαια, ἐν τοῖς ὁποίοις ὑπάρχουσιν ἀδιάθετοι πιστώσεις· ἀλλ’ ἅμα παραδεχθῶμεν, ὅτι ὑφίσταται ἡ ἀνάγκη τῆς νέας ψηφίσεως τῶν πιστώσεων τούτων, δὲν δυνάμεθα, εἰμὴ ὡς φυσικὴν συνέπειαν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι διὰ τῶν ὑφισταμένων ὑπολοίπων τῶν πιστώσεων δὲν δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσιν αἱ δαπάναι αὗται· διότι, ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐκτελεσθῶσι, τότε πράττομεν ἔργον ὅλως περιττὸν καὶ ἄσκοπον. Νομίζω, δὲ, ὅτι τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἓν Κοινοβούλιον. Πρόκειται δὲ προσέτι περὶ ψηφίσεως πιστώσεως, ἥτις θὰ δαπανηθῇ, ἀνεξαρτήτως τοῦ γεγονότος, ἐὰν ἡ πίστωσις αὕτη συσχετίζηται μὲ πίστωσιν προψηφισθεῖσαν, ἀλλὰ μὴ ἐξαντληθεῖσαν, ἢ ἐὰν ᾖναι ὅλως νέα. Ἀφοῦ πρόκειται νὰ ψηφισθῇ, ἕπεται ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη. Ἀφοῦ δὲ ὑπάρχει ἀνάγκη ψηφίσεως, ἕπεται ὅτι ἀκυροῦται ἡ προηγουμένη πίστωσις. Ἐὰν δὲ ἀκυροῦται αὕτη αὐτοδικαίως, πρέπει νὰ διασαφηνισθῇ τοῦτο, διότι τὸ πνεῦμα τοῦ Λογιστικοῦ νόμου δὲν εἶναι τοιοῦτον. Ὁ Λογιστικὸς νόμος ἀπ’ ἐναντίας ἐννοεῖ, ὅτι δὲν ἀκυροῦνται αἱ πιστώσεις αἱ ἀδιάθετοι τῶν κεκλεισμένων χρήσεων. Ἑπομένως, ζητοῦντες νέαν αὐτῶν ψήφισιν, πράττομεν πολυτέλειαν ψηφίσεων, ἣν δὲν πρέπει νὰ πράξωμεν. Ἐὰν δὲ παραδεχθῶμεν τὴν ἑρμηνείαν τῆς αὐτοδικαίας ἀκυρώσεως τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, τότε ὀφείλομεν νὰ ψηφίσωμεν οὐ μόνον τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρον τὸν πίνακα. Τοιαύτη εἶναι ἡ συνέπεια τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ τὴν ὁποίαν δὲν ἔχω λόγον τινὰ, ἵνα πολεμήσω. Ἀλλ’ ἐὰν συνέπεια αὐτῆς ἦναι ἡ ἀκύρωσις τῶν προηγουμένων πιστώσεων, τοιαύτη εἶναι ὡσαύτως καὶ ἡ πλήρης καὶ κανονικὴ ψήφισις τῶν ζητουμένων τοιούτων.
§142ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει, ὅτι ἡ ψήφισις νόμου περὶ πιστώσεως διὰ τὴν ἀπότισιν τῶν πληρωτέων ὑπολοίπων ἀποδεικνύει, ὅτι ἄνευ τῆς ἀνανεώσεως τῆς πιστώσεως δὲν θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένη ἡ ἀπότισις, δὲν ὑφίσταται ἄρα ὁ κίνδυνος, ὃν ἐπισείει, τῆς διαθέσεως τοῦ αὐτοῦ ὑπολοίπου δυνάμει τοῦ ἀρχικοῦ περὶ τῆς πιστώσεως νόμου· ἡ ἀκύρωσις τοῦ ὑπολοίπου ἐν τῇ ἀρχικῇ πιστώσει θέλει ἀναγραφῆ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ· ἀκριβολογοῦντες μάλιστα, δὲν ἔχομεν πληρωτέα ὑπόλοιπα, εἰμὴ ἐφ’ ὅσον κατηρτίσθη ἀπολογισμός· ὅταν δὲ ποιῶμεν λόγον περὶ πληρωτέων ὑπολοίπων, ὑποθέτομεν τὸν ἀπολογισμὸν κατηρτισμένον καὶ ἠκυρωμένας δι’ αὐτοῦ τὰς πλεοναζούσας πιστώσεις. Ἀφοῦ ὁ ψηφιζόμενος ἤδη νόμος περὶ πιστώσεως ἀναφέρεται εἰς πληρωτέα ὑπόλοιπα, ταῦτα δὲν ἔχουσιν ἔννοιαν, εἰμὴ ὡς ἀδιάθετα ποσὰ πιστώσεως κεκλεισμένης χρήσεως, ἀκυρωθέντα διὰ τοῦ ἀπολογισμοῦ. Ἐπὶ τῷ καταρτισμῷ τοῦ ἀπολογισμοῦ ἡ ἀκύρωσις τῆς ἀδιαθέτου πιστώσεως, ἡ νῦν ὑποτιθεμένη, εἶναι ὑποχρεωτικὴ, ἀφοῦ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία χαρακτηρίζει διὰ τοῦ ψηφιζομένου νόμου τὸ πλεονάζον τῆς πιστώσεως ὡς πληρωτέον ὑπόλοιπον, τουτέστιν ὡς ἀναγόμενον εἰς τὰ διὰ τοῦ ἀπολογισμοῦ ἀκυρωθέντα ἐν πιστώσει κεκλεισμένης χρήσεως.
§143ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ ὑποθέσεων περὶ πραγμάτων ἀνυπάρκτων δὲν ἐπιτρέπεται νὰ στηρίζωμεν ἐπιχειρήματα. Ἐὰν πρόκηται νὰ ψηφίσωμεν πίστωσιν νέαν, πρέπει νὰ πράξωμεν τοῦτο συμφώνως μὲ τὸν Λογιστικὸν νόμον. Οὗτος ἀναγνωρίζει ὑφισταμένας τὰς πιστώσεις τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, ἀκυρόνει δὲ τὰς τῶν διαγεγραμμένων. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐφαρμόζει, δὲν ἀντίκειται βεβαίως εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, δὲν ἐφαρμόζει ὅμως τοῦτο ἐξ ὑπερβολικῆς εὐλαβείας πρὸς τὸν νόμον, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ἀναγράφῃ τὰς τοιαύτας πιστώσεις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἐν τῷ ὁποίῳ προηγουμένως ἀνεγράφοντο τακτικῶς αὗται, βαρύνουσαι τὸ παθητικὸν αὐτοῦ. Χάριν τῶν εἰκονικῶν ἰσοζυγίων ἀφήρεσεν αὐτὴν ἐκεῖθεν, καὶ λαμβάνει τὴν ψήφισιν αὐτῶν δι’ ἰδιαιτέρων νομοσχεδίων. Ἀλλὰ τοῦτο πράττοντες, καὶ παραδεχόμενοι, ὅτι ἠκυρώθησαν τὰ ὑπόλοιπα τῶν πιστώσεων τῶν ἀδιαθέτων, πρέπει τοὐλάχιστον νὰ ψηφίσωμεν τὴν ζητουμένην πίστωσιν ἐν τάξει, ψηφίζοντες δηλ. καὶ τὸν πίνακα· διότι, μὴ ψηφιζομένου τοῦ πίνακος, δὲν ὑπάρχει ἡ παρὰ τοῦ Λογιστικοῦ νόμου ἀπαιτουμένη διαίρεσις εἰς ἄρθρα ἑκάστης πιστώσεως. Ἐπὶ τοῦ πίνακος δὲ κατ’ οὐσίαν θὰ ἔχωμεν καὶ παρατηρήσεις νὰ ἀναπτύξωμεν. Εἰς ἐμὲ π. χ. ἐγέννησεν ἀπορίαν ἡ διὰ τὸ ταμεῖον τῆς Μαντινείας ἐξ ἀποδοχῶν χαρτοσήμου ζητουμένη ἀναπληρωτικὴ πίστωσις διὰ τὸ 1887 ἐκ δρ. 46,200. Ὡς ὑπόλοιπον πιστώσεως μοὶ φαίνεται ὑπερβολικὸν τὸ ποσὸν διὰ τὸ ταμεῖον τοῦτο. Πληροφορίαν ὡσαύτως θὰ ζητήσω καὶ διὰ πίστωσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τὸ ὁποῖον ζητεῖται τοιαύτη ἐκ δρ. 242,000. Ἐξ αὐτῶν μόνον 20,000 δρ. ἀναφέρονται εἰς δαπάνας, διὰ τὰς ὁποίας δὲν ἐδόθη διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀρκοῦσα πίστωσις, αἱ ἕτεραι δὲ 222,000 ἀνάγονται εἰς κεφάλαια δαπανῶν, διὰ τὰ ὁποῖα ὑπάρχει ὑπόλοιπον πιστώσεως. Ἀλλ’ ὅπως ἐνθυμοῦμαι, ὅλα τὰ ὑπόλοιπα πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὸ 1887 καὶ 1888 ἠκυρώθησαν. Πρέπει ἑπομένως νὰ γνωρίζωμεν, ἐὰν μεταξὺ τῶν ἀκυρωθέντων δὲν περιλαμβάνωνται τοιαῦτα, ἀναφερόμενα εἰς τὴν ζητουμένην πίστωσιν.
§144ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀκύρωσις τῶν πλεονασμάτων γίνεται κατὰ τὸν νόμον περὶ λογιστικοῦ τοῦ Κράτους ἐν τῷ ἀπολογισμῷ, ἤδη ὅμως γίνεται ἡ ἀκύρωσις διὰ νόμου περὶ πιστώσεως, χορηγοῦντος μὲν νέας πιστώσεις, ἀκυροῦντος δὲ κεχορηγημένας ἄλλας. Ταῦτα ἀποτελοῦσι μεταῤῥύθμισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἐξετάζοντες ἄρα τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς ὃν ἀνατρέχουσι τὰ πληρωτέα ὑπόλοιπα, τὸν προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον πρέπει νὰ λάβωμεν οἷος προκύπτει ἐκ τῶν μεταῤῥυθμίσεων τῶν διὰ τοῦ νόμου περὶ πιστώσεως ἐπενεχθεισῶν. Εἰς ἄρσιν πάσης τυχὸν ἀμφιβολίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ καθορίσῃ τὰ θέματα τῶν ἀμφιβολιῶν, ἵνα προσκομίσω ἐκ τοῦ Λογιστηρίου τοὺς πίνακας, διότι παρέχω μὲν ἐγὼ προχείρως πληροφορίαν περὶ τῶν ἀρχῶν, ἐφ’ ὧν στηρίζεται ἡ ἐργασία τοῦ Λογιστηρίου, αὐτῆς ὅμως ταύτης τῆς ἐργασίας τὸ προϊὸν δέον νὰ διατυπωθῇ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Λογιστηρίου.
§145Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, καθ’ ὃν τρόπον εἶναι συντεταγμένον, καὶ καθ’ ὃν τρόπον ζητοῦνται δι’ αὐτοῦ αἱ πιστώσεις, ἀναιρεῖ ὅλως τὸν προϋπολογισμόν. Διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ οἱ Ὑπουργοὶ ζητοῦσι τὰς πιστώσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ὑπελόγισαν καὶ ἔκριναν ὅτι εἶναι ἀναγκαῖαι εἰς αὐτούς, ἵνα διοικήσωσιν, ἡ δὲ Βουλὴ χορηγεῖ τὰς πιστώσεις ταύτας. Μετὰ ταῦτα ὅμως, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι αἱ πιστώσεις δὲν ἐπήρκεσαν, οἱ Ὑπουργοὶ δαπανῶσι περισσότερα τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα διὰ τῶν πιστώσεων περιέλαβον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἐκλείπει ὁ ἔλεγχος τῆς δαπάνης τῶν ὑπερβάσεων. Σᾶς φέρω παράδειγμα πρόχειρον. Διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ ἔτους 1888 εἶχε χορηγηθῆ πίστωσις διὰ βοηθήματα, ἥτις δὲν ἐπήρκεσε, ζητεῖται δὲ νῦν πίστωσις 5,219:60/00. Ἡ ζητουμένη πίστωσις περιλαμβάνει δύο κατηγορίας δαπανῶν, δαπάνας, τῶν ὁποίων ἡ πληρωμὴ γίγνεται ἐξ ὑπολοίπων τῶν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ χορηγηθεισῶν πιστώσεων, καὶ δαπάνας, αἵτινες ἐπληρώθησαν καθ’ ὑπέρβασιν τῶν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ χορηγηθεισῶν πιστώσεων. Καὶ ζητεῖται νὰ ἐγκριθῇ ἡ πληρωμὴ ἐξ ὑπολοίπου πιστώσεων, παραχωρηθεισῶν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐκ δραχμῶν 33 καὶ 65/00, ἀλλὰ ζητεῖται νὰ ἐγκριθῇ συγχρόνως πληρωμὴ δραχμῶν 5,185 καὶ 95/00, γενομένη καθ’ ὑπέρβασιν τῆς διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ χορηγηθείσης πιστώσεως. Ἀλλ’ ὅταν οἱ Ὑπουργοὶ εὑρίσκωνται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑπερβῶσι τὰς χορηγηθείσας διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ πιστώσεις, δὲν ὀφείλουσι νὰ δίδωσι λόγον διὰ τὴν ὑπέρβασιν ταύτην; Σᾶς ἀνέφερον πρὸ μικροῦ ὑπέρβασιν τῶν πιστώσεων διὰ τὰ βοηθήματα, ἀλλὰ πολλαὶ ἄλλαι ὑπάρχουσιν ὑπερβάσεις. Οὕτως ὑπῆρχε πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δι’ ἔξοδα γραφείων πολιτικῶν Μηχανικῶν τοῦ 1887, ὅταν δ’ ἔκλεισεν ἡ χρῆσις, εἶχε μείνει ὑπόλοιπον δραχμῶν 6,546:10, τὸ ὁποῖον ἐδαπανήσατε μετὰ ταῦτα, διότι ἐπαρουσιάσθησαν μετὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως ὑποχρεώσεις. Ἀλλὰ δι’ ἔξοδα τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας κατὰ τὸ 1888, ὄχι μόνον ἐδαπανήσατε μετὰ τὸ κλείσιμον τῆς χρήσεως δραχμὰς 486 καὶ 70/00, αἵτινες εἶχον ὑπολειφθῆ ὡς ὑπόλοιπον τῆς διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ χορηγηθείσης πιστώσεως, ἀλλὰ ζητεῖτε νὰ ἐγκρίνωμεν καὶ δαπάνην δραχμῶν 11,904:15, γενομένην καθ’ ὑπέρβασιν τῆς πιστώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ πῶς προέβητε εἰς ὑπέρβασιν τῆς χορηγηθείσης διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ πιστώσεως ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς, ἐνῷ ὠφείλετε νὰ ζητήσητε παρ’ αὐτῆς ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν; διότι ἡ Βουλὴ ἦτο παροῦσα κατὰ τὸ 1889, ὅτε ἔκλεισεν ἡ χρῆσις τοῦ 1888. Ποῦ ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ; Ποία πλέον μένει ἀξία εἰς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Κοινοβουλίου; (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτων πιστώσεων ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890 ἐκ δραχμῶν 625,000.
§147Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖα ὑδραυλικὰ ἔργα εἶναι αὐτὰ, διὰ τὰ ὁποῖα ζητεῖται πίστωσις 320,000 δραχμῶν;
§148ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ ἔκθεσις ἐξηγεῖ τὸ πρᾶγμα, ὑπὸ τὸ κεφάλαιον 12. Ἔχομεν πλήρη μελέτην περὶ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων τῆς Θεσσαλίας, πρόκειται δὲ ἐπ’ αὐτῶν νὰ προκαλέσωμεν μειοδοσίαν.
§149ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ λάβωμεν τὴν πληροφορίαν αὐτὴν, διότι συμπίπτει πάντοτε νὰ γίνωνται τὰ ὑδραυλικὰ ταῦτα ἔργα πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Νὰ ἴδωμεν ποῖα ἔργα πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῶσι.
§150ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα. Ὁ κ. Βουλευτὴς, πρὶν ἢ ἐπικρίνῃ ἡμᾶς ὡς προκαλοῦντας τοιαύτας πιστώσεις κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, ἂν ἀνεγίνωσκε τὴν ἔκθεσιν, θὰ ἔβλεπεν ὅτι κατὰ τὰ 1889 ἐγένοντο τοιαῦται μελέται καὶ ἐξακολουθοῦσιν ἤδη, τότε δὲ δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἐκλογῶν· σήμερον ζητοῦνται τὰ ἔξοδα πρὸς συμπλήρωσιν τῶν μελετῶν.
§151ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου νομίζω ὅτι πρέπει νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀναπληρωτικὴ πίστωσις· ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης ὑπάρχει τὸ οἰκεῖον κεφάλαιον. Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ οἰκοδομήματος, ἀνήκοντος εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἑπομένως εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ἡ πίστωσις αὕτη, ἐκτὸς ἐὰν διὰ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τούτου τοῦ ἀτάκτου πρόκηται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἰδέα, ὅτι αἱ ἔκτακτοι πιστώσεις πρέπει νὰ πληρόνωνται διὰ δανείων. Ἡ λέξις οἰκοδομήματα εἶναι τοσοῦτον γενικὴ, ὥστε περιλαμβάνει καὶ τὴν ἀνοικοδόμησιν καὶ τὴν ἐπισκευὴν καὶ τὴν ἐκ νέου οἰκοδομήν. Ἑπομένως πρέπει νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀναπληρωτικὴ πίστωσις. Κατ’ οὐδένα δὲ λόγον δύναται νὰ ἐγγραφῇ αὕτη ἐν τῷ κεφαλαίῳ 16. Πᾶσα πίστωσις ἔχει ὡς τίτλον τὸ ἔργον, χάριν τοῦ ὁποίου θὰ δαπανηθῇ αὕτη. Κύριον δὲ τοιοῦτον ἔργον τῆς παρούσης πιστώσεως εἰσὶ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα. Ὁποίαν ἑπομένως σχέσιν ἔχουσιν αἱ φυλακαὶ Ἰθάκης μὲ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τῆς Θεσσαλίας; Διατὶ νὰ μὴ ζητηθῇ ὡς ἰδιαιτέρα πίστωσις ἐξ 25,000 δραχμῶν ἢ διὰ τὰς φυλακὰς ἀναγκαία καὶ ἀναγραφῇ ὡς ἀναπληρωτικὴ εἰς τὸ σχετικὸν κεφάλαιον τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ;
§152ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δυνάμεθα ν’ ἀνταποκριθῶμεν ἄνευ πολλῆς συζητήσεως πρὸς τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀναγράφοντες αὐτὸ ὡς κεφάλαιον 15. Ἀνεγράφη ὡς ἄρθρον, προστιθεμένου ἤδη εἰδικοῦ κεφαλαίου, διὰ τὸ ἁπλούστερον. Ἐνόμισεν ὁ συντάκτης, ὅτι ἁπλοποιεῖ τὴν ὑπηρεσίαν διὰ τῆς συμπτύξεως τῶν προσθέτων κεφαλαίων. Τὸ συνεπτυγμένον κεφάλαιον θὰ ἔχῃ, ὡς εἰκός, ἐπιγραφὴν σύνθετον κατὰ τὰ ὑπ’ αὐτὸ ἄρθρα, οὐδαμοῦ δὲ τοῦ Λογιστικοῦ νόμου ἀπαντᾷ διάταξις, καθ’ ἣν αἱ ἐπιγραφαὶ τῶν προστιθεμένων χάριν τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων κεφαλαίων πρέπει νὰ ὦσιν ἁπλαῖ καὶ οὐχὶ σύνθετοι· εἰς ἀποφυγὴν ὅμως τῶν πολυσυνθέτων εἶναι ἴσως προτιμότερος ὁ χωρισμός.
§153ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀφοῦ ἀπεφασίσατε νὰ κάμητε τὴν διόρθωσιν, κατατάξατέ το εἰς τὸ κεφάλαιον 8 «οἰκοδομήματα».
§154ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται, ὡς ἐπεκτεινομένης τῆς ὑπηρεσίας. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς δαπάνης κτιρίου, περὶ οὗ ἐλήφθη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πρόνοια· ἂν προέκειτο περὶ δαπάνης προϋπολογισθείσης ἐν παραδείγματι εἰς 100,000, ἀλλ’ ἀνελθούσης εἰς 115,000, ἡ πίστωσις τῶν 15 ἐπὶ πλέον χιλιάδων θὰ ἦτο ἀναπληρωματικὴ καὶ θὰ κατελογίζετο εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς ἀρχικῆς πιστώσεως· ὅταν ὅμως πρόκηται περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ὑπηρεσίας, εἰς ἣν ἀφορᾷ ἡ ἀρχικὴ πίστωσις, ἡ νεωτέρα πίστωσις δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ἄλλως ἢ ὡς ἔκτακτος, αἱ δὲ ἔκτακτοι πιστώσεις ἀναγράφονται ἐν προστιθεμένῳ ἰδιαιτέρῳ κεφαλαίῳ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§155ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κκ. Βουλευτῶν).
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες 77. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτων πιστώσεων ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890 ἐκ δραχμῶν 5,285,520 καὶ περὶ συνομολογήσεως δανείου ἴσου ποσοῦ. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1889 ἐκ δραχμῶν 141,760:35.)
§157Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μεταξὺ τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων, αἵτινες ἀναγράφονται ἐν τῷ ψηφισθέντι νομοσχεδίῳ, ὑπάρχει τις ἐκ δραχμῶν 78,600, ἥτις ζητεῖται «πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἐξωραϊσμοῦ τῆς πρωτευούσης καὶ δι’ ἔξοδα ὑποδοχῶν καὶ τελετῶν». Καὶ ἡ ζητουμμένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1889 δὲν ἐπήρκεσε. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν πρὸ τῆς δευτέρας ἀναγνώσεως νὰ καταθέσῃ κατάλογον τῶν δαπανηθέντων εἰς ὑποδοχὰς καὶ τελετὰς, διὰ τὰ ὁποῖα ζητεῖται ἡ ἔκτακτος πίστωσις.
§158ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τοιοῦτος κατάλογος κατετέθη διὰ τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ποσόν. Θέλομεν καταθέσει καὶ τὸν ζητούμενον. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890 ἐκ δραχμῶν 101,000).
§159Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θὰ παρακαλέσω νὰ μᾶς φέρῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σημείωσιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ζητεῖται δι’ ἐξόφλησιν τοῦ χρυσοῦ. (Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 400,000 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1890 πρὸς περίθαλψιν τῶν ἐκ Κρήτης ἀπόρων προσφύγων).
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτων πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 61,708,085 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1889.
§161Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τῆς πιστώσεως ταύτης 17,840 δραχμαὶ ζητοῦνται διὰ μισθοὺς κλητήρων δημοσίων ἔργων. Πῶς ὁ προϋπολογισμὸς δὲν προέβλεψε περὶ τούτων; Σημειοῦται ἐπίσης πίστωσις 36,000 δραχμῶν δι’ ἀνέγερσιν ἀποθηκῶν πετρελαίου· ἀλλ’ ἡ ἀνέγερσις ἀποθηκῶν διὰ ὕλας εὐφλέκτους εἶναι ὑποχρέωσις δημοτική. Ζητεῖται ἐπίσης πίστωσις δραχμῶν 22,361 δι’ ἔξοδα ἀντικαταστάσεως τῆς στέγης τῶν Ἀνακτόρων· ἀλλὰ πῶς δὲν ἐπήρκεσεν ἡ πίστωσις ἡ χορηγηθεῖσα; Ζητεῖται ὡσαύτως πίστωσις 20,000 δραχμῶν δι’ ἐκκαθάρισιν τοῦ ὑδραγωγείου· ἀλλὰ τίνος ὑδραγωγείου; καὶ διατὶ πρόκειται νὰ ἐπιβαρύνῃ ἡ δαπάνη τὸ δημόσιον ταμεῖον; Ζητεῖται ὡσαύτως πίστωσις 103,004 δραχμῶν διὰ ξυλείαν χορηγηθεῖσαν εἰς τοὺς ἐκ τοῦ σεισμοῦ παθόντας Αἰγιεῖς· περὶ τούτου ὅμως ἔχομεν ζητήσει πληροφορίας, καὶ ἔγγραφά τινα κατετέθησαν εἰς τὴν Βουλήν· ἐν αὐτοῖς ὑπῆρχεν ἔνταλμα, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ὡς δικαιολογητικὸν προσηρτημένον ἔγγραφον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν ᾧ ἐσημειοῦτο ὁ λογαριασμὸς μετὰ τῆς Τραπέζης τῶν 100,000 φράγκων, τὰ ὁποῖα ἐπλήρωσεν ὁ ἐν Τεργέστῃ κ. Στ. Α. Ῥάλλης εἰς τὸν ἐν Τεργέστῃ Πρόξενον τῆς Ἑλλάδος, τὰ ὁποῖα δ’ ὑπελογίσθησαν πρὸς 127½ λεπτὰ τὸ φράγκον, καὶ ἐχρεώθημεν διὰ τὰς 100 χιλιάδας φράγκων διὰ ποσοῦ δραχμῶν 127,500. Ἐχρεώθημεν προσέτι διὰ προμήθειαν ¼% πρὸς τὸν κ. Ῥάλλην διὰ δραχμῶν 318, διὰ προμήθειαν ⅛% πρὸς τὸν κ. Ῥοτσχὶλδ διὰ δραχμῶν 159 καὶ 57)00, διὰ τηλεγραφικὰ τῆς Τραπέζης διὰ δραχμῶν 42 καὶ 40)00, καὶ διὰ τόκους πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀπὸ 19 Σεπτεμβρίου 1888 μέχρι 31 Ἰανουαρίου 1889 διὰ δραχμῶν 3,261. Οὕτω δὲ, διὰ νὰ λάβωμεν 100 χιλιάδας φράγκα ἐν Τεργέστῃ, ἐπληρώσαμεν δραχμὰς 131,281:50. Ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ποῦ ἐδαπανήθησαν ἐν Τεργέστῃ αἱ 100 χιλιάδες φράγκων ὑπὸ τοῦ ἐκεῖ Προξένου τῆς Ἑλλάδος; Μᾶς λέγουσιν, ὅτι ἐδαπανήθησαν εἰς ἀγορὰν ξυλείας. Ἀλλὰ πόσης ξυλείας; πόσων εἰδῶν; ἐπὶ πόσῃ τιμῇ ἠγοράσθη ἕκαστον εἶδος αὐτῆς; Αὐτὰς τὰς πληροφορίας ἐπιμένομεν ζητοῦντες νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός.
§162ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὡς πρὸς τὰς ἄλλας πληροφορίας θέλω ἀπαντήσει· ἀλλ’ ὡς πρὸς τοὺς κλητῆρας τῶν δημοσίων ἔργων παρατηρῶ, ὅτι εἶχον ἀπαντήσει καὶ ἄλλοτε, ὅτι, ψηφισθέντος τοῦ νόμου περὶ κλητήρων μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πληρωθῶσιν ὁ κλητὴρ τοῦ Ἰατροσυνεδρίου καὶ οἱ ἄλλοι τῶν δημοσίων ἔργων, καὶ ἐγεννήθη ἡ ἀνάγκη τῆς πιστώσεως ταύτης. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: Περὶ ἀπαγορεύσεως κατασχέσεως τοῦ καταβαλλομένου ἐτησίως ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Δημοτικὴν ἀρχὴν Κερκυραίων, ὡς φύλακα τοῦ Μοτζενιγείου κληροδοτήματος, ποσοῦ 55,000 δραχμῶν κατὰ τὸν ΑΦΔʹ νόμον τοῦ 1887. Περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ νόμου ΑΦΛΓʹ τῆς 28 Μαΐου 1887, καὶ τροποποιήσεως πινάκων προσηρτημένων εἰς τὸν αὐτὸν νόμον).
§163Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κκ. Βουλευτῶν).
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 10 μ. μ.