1890.04.24
2,350 rows · 18,079 words · 158 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 27
Τῆς 24 Ἀπριλίου 1890.
(Τρίτη)
Ὥρᾳ 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τυπάλδος Κοζάκης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§2ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν ὥραν ταύτην τοῦ ἔτους ἀνησυχοῦσιν οἱ πολῖται τῆς πόλεως Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἀποβλέποντες πρὸς τοὺς πιθανοὺς κινδύνους τῆς ὑγείας κατὰ τὸ θέρος. Εἶναι γεγονὸς, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀποδείξωμεν, διότι αἱ λεπτομέρειαι αὐτοῦ δημοσιεύονται καθ’ ἑκάστην εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς πόλεως ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς καθαριότητος εἶναι λίαν ἐλλιπής. Βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ εἰσέλθω ἐνταῦθα εἰς λεπτομερείας περὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀλλὰ καὶ δὲν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ εἰσέλθω εἰς τοιαύτας, διότι ὑπ’ ὄψει ἡμῶν ἔχομεν πάντες τὴν κατάστασιν ταύτην, ἥτις εἴς τινα σημεῖα τῆς πόλεως καθίσταται ἀληθῶς δυσφόρητος. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν ἀρκοῦσιν ὁ ζῆλος τῆς διοικήσεως καὶ ὁ ζῆλος τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ὁ ζῆλος οὗτος εἶναι πλήρης καὶ πεφωτισμένος, ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς εὑρίσκεται ἡ πόλις αὕτη. Διότι τὸ πρώτιστον στοιχεῖον τῆς καθαριότητος, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ὕδωρ, ἐλλείπει καὶ ὁσημέραι μειοῦται. Ἐφ’ ὅσον προχωροῦμεν πρὸς τὸ θέρος, ἐπὶ τοσοῦτον τὸ ὕδωρ μειοῦται καὶ ἐπὶ τοσοῦτον ἐπιτείνονται αἱ δυσχέρειαι, αἱ προκύπτουσαι ἐκ τῆς ἐλλείψεως ταύτης. Τοῦτο φέρει εἰς τὴν μνήμην ἡμῶν τὰς μακρὰς συζητήσεις, τὰς ὁποίας ἔσχομεν πέρυσι κατὰ τὰς τρεῖς συζητήσεις περὶ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὰς μελέτας, διὰ τὰς ὁποίας ἐζήτει εἰδικάς τινας ἀδείας ἡ Κυβέρνησις καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ λεκανοπέδιον τῶν Ἀθηνῶν. Γνωρίζομεν, ὅπως προελέγετο παρὰ τῶν ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀγορευσάντων Βουλευτῶν, ὅτι εἰς σχεδὸν τὸ μηδὲν ἀπέληξαν αἱ ἐργασίαι ἐκεῖναι, καὶ οὐδαμῶς ἐπηλήθευσαν αἱ ἐλπίδες, ἃς ἐξέφρασε περὶ τῶν ἔργων ἐκείνων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐν τούτοις δὲν βλέπομεν νὰ παρέχηται ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως οὐδεμία πληροφορία, οὐδεμία ἐπαγγελία περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θέλει λάβει ἀπέναντι καταστάσεως πραγμάτων, ἥτις ὁσημέραι δεινοῦται. Εὑρισκόμεθα εἰς πλήρη ἄγνοιαν περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα προτίθεται νὰ λάβῃ, καὶ δυνάμεθα νὰ ὑποπτευώμεθα, ὅτι δὲν ἔχει καὶ οὐδὲν σχέδιον, ὅτι θ’ ἀφήσῃ τὰ πράγματα εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ὅτι θέλομεν στερηθῆ ὕδατος οὐ μόνον διὰ τὰς ἀπολύτους ἀνάγκας τῆς σωματικῆς καὶ τῆς ἀστικῆς καθαριότητος, ἀλλὰ θέλομεν στερηθῆ ἴσως καὶ τοῦ ἐπαρκοῦς πρὸς πόσιν ὕδατος, διότι δυστυχῶς ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, τὰς ἀφορώσας εἰς τὸ σπουδαιότατον ζήτημα τῆς εὐημερίας τῶν πόλεων καὶ τῶν ἐξοχῶν, ἡ διοίκησις ἡμῶν ἐφάνη ἀείποτε λίαν ἐλλιπὴς καὶ οὕτως εἰπεῖν ἀνεπιστήμων. Ἐνθυμούμεθα, ὅτι ἡ δημοσία ὑγεία δεινῶς προσεβλήθη κατὰ τὸν παρελθόντα χειμῶνα. Ἀληθῶς ἐνέσκηψεν ἐνταῦθα ἐπιδημία, καὶ βεβαίως δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἐπιδημία, ἔξωθεν εἰσελθοῦσα, δὲν συνεδέετο πρὸς τοὺς ὑγιεινοὺς ὅρους τῆς πόλεως, οὐχ ἧττον ἡ παρουσία τῆς ἐπιδημίας ἐκείνης κατὰ τὸν χειμῶνα ἐν Ἀθήναις δύναται νὰ δώσῃ εἰς ἡμᾶς τὸν φόβον, ὅτι θὰ συμβῇ παρ’ ἡμῖν ὅ,τι καὶ ἀλλαχοῦ συνέβη εἰς παρομοίας περιστάσεις, ὅτι θέλομεν ἔχει, ἴσως ὑπὸ τὴν αὐτὴν, ἴσως ὑπὸ ἄλλην μορφὴν, ἐπιδημίας κατὰ τὸ προσεχὲς θέρος, καὶ θέλομεν δεχθῆ ταύτας ὑπὸ τοὺς χειρίστους ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὅρους μεγίστης ἀτελείας περὶ τὴν καθαριότητα τῆς πόλεως, ἀτελείας, τὴν ὁποίαν ὅλη ἡ καλὴ θέλησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τῶν ὑπ’ αὐτὸν ἀρχῶν δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ παρακωλύσῃ, διότι ἡ διοίκησις θὰ στερῆται τοῦ στοιχειωδεστάτου στοιχείου πρὸς τήρησιν τῆς καθαριότητος, ὅπερ εἶναι τὸ ὕδωρ. Ἡ ἀνυδρία αὕτη βεβαίως κατὰ τὸ πλεῖστον προκύπτει ἐκ τῆς σπουδαιοτάτης μεταβολῆς, ἥτις ἐγένετο εἰς τὸ κλίμα τῆς Ἀττικῆς κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν δυνάμεθα ν’ ἀπαλλάξωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τῆς εὐθύνης, τῆς σοβαρωτάτης, τῆς ἐπὶ τὰ χείρω μεταβολῆς ταύτης τοῦ κλίματος. Κατὰ τὸ θέρος τοῦ 1887 συνέβη ἡ φοβερὰ ἐκείνη πυρκαϊὰ, ἥτις ἀπετέφρωσε πλέον τοῦ ἑκατομμυρίου δένδρων ἐν Ἀττικῇ, καὶ ἐνῷ πάντες ἐπέστησαν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ σοβαρωτάτου ἐκείνου γεγονότος, ἐνῷ καὶ ὁ τύπος εὐθὺς καὶ ἀμέσως μετὰ ταῦτα τὸ Κοινοβούλιον ἐπέστησαν σπουδαίως τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς σωτηρίας τῶν δασῶν, οὐδὲν, ἀπολύτως οὐδὲν νομοθέτημα παρουσίασεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν περὶ αὐτοῦ. Καὶ ὅταν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἔλαβον ἀπάντησιν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις, ὁμολογῶ ὅτι μὲ ἐλύπησε. Διότι εἶδον εἰς τὴν ἀπάντησιν ταύτην, ὅτι δὲν ἠξίωσε ν’ ἀπαντήσῃ σπουδαίως εἰς τόσῳ σοβαρὰν ἐπερώτησίν μου. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι, ὅπως συζητηθῇ καὶ ἐπιψηφισθῇ νόμος περὶ δασῶν, ἀνάγκη νὰ ἐρχώμεθα εἰς τὸ Βουλευτήριον καὶ νὰ συντελῶμεν εἰς τὴν ἀπαρτίαν. Βεβαίως, ὅταν ταῦτα ἔλεγεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐνόει νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ δι’ ἀστεϊσμοῦ. Διότι κατὰ τὴν μακρὰν ταύτην Περίοδον,—λέγω μακρὰν, διότι ἐφθάσαμεν εἰς τὴν ἕκτην Σύνοδον, ὅπερ συνέβη πρώτην φορὰν κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην εἰκοσιπενταετίαν,—προέταξεν ἡ Κυβέρνησις ἑκατοντάδας νομοσχεδίων. Ἑπομένως εἰκάζομεν ἐκ τούτου, ὅτι ὅλα ταῦτα τὰ νομοσχέδια ἀνεξαιρέτως τὰ ἐθεώρησε σπουδαιότερα τοῦ νομοσχεδίου περὶ δασῶν, διότι ἄλλως ἤθελε συμπεριλάβει καὶ τοῦτο μεταξὺ αὐτῶν. Πλὴν τῶν νομοσχεδίων τούτων, τὰ ὁποῖα προέταξεν, ἡ Κυβέρνησις ἐνέγραψεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ἄλλας τινὰς ἑκατοντάδας νομοσχεδίων, καὶ δὲν ἔφερε μεταξὺ αὐτῶν τὸ νομοσχέδιον περὶ δασῶν, ὥστε οὔτε εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην ἐθεώρει ὅτι ἤξιζε τὸν κόπον νὰ θέση τὸ περὶ δασῶν νομοσχέδιον. Θέλω δὲ ὑπενθυμίσει, ὅτι ὑπῆρξε καὶ περίπτωσις, καθ’ ἣν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις ἄνευ συζητήσεως νὰ ψηφίσῃ οἱονδήποτε ἤθελε νόμον περὶ δασῶν. Ἡ περίστασις ἐκείνη ἦτο ἡ περίστασις ἡ πολυθρύλλητος τῆς ἀποχωρήσεως ἡμῶν, διότι ἡ ἀποχώρησις ἡμῶν οὐδαμῶς ἐκώλυσε τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνεδριάζῃ μετὰ τῶν φίλων της καὶ νὰ ἐπιψηφίσῃ πολλὰς δεκάδας νόμων. Ἠδύνατο βεβαίως εἰς τὴν περίστασιν ἐκείνην νὰ παρουσιάσῃ σοφώτατον νόμον περὶ δασῶν καὶ ἔκτοτε νὰ φέρῃ σωτηρίαν εἰς τὰ δάση, τῶν ὁποίων ἡ καταστροφὴ θέλει σημαίνει τὴν ὀπισθοδρόμησιν τοῦ ἔθνους ἐπὶ αἰῶνας. Διότι,—ἐπαναλαμβάνω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐνταῦθα, —καὶ ἐὰν συγκυρία περιστάσεων ἀπροσδοκήτων ἤθελε φέρει ἔκτακτον αὔξησιν τῶν συνόρων, ἤθελε διπλασιάσει τὸν πληθυσμὸν τοῦ Κράτους ἐκ κατακτήσεων, ἐὰν καὶ μετὰ τὰς ἐπιτυχίας ταύτας ἤθελε συντελεσθῆ ἡ καταστροφὴ τῶν δασῶν, βεβαίως ἠθέλομεν ὀπισθοδρομήσει, τὰ δὲ ὠφελήματα ταῦτα τὰ πολιτικὰ εἰς οὐδὲν ἤθελον ὠφελήσει ἡμᾶς, ἠθέλομεν καταπέσει, ὅπως ἄλλα ἔθνη μεγάλα κατέπεσαν, περὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐπιστήμη ἐβεβαίωσεν, ὅτι μεγάλως συνετέλεσεν εἰς τὴν κατάπτωσιν αὐτῶν ἡ ἀνεπιστήμων καὶ ἄστοργος καταστροφὴ τῶν δασῶν, ἥτις καταστροφὴ τῶν δασῶν καταστρέφει τὸ κλίμα τῆς χώρας, καὶ καταστρεφομένου τοῦ κλίματος καταστρέφεται καὶ ἡ χώρα. Τοιαύτη λοιπὸν εἶναι ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων. Βλέπομεν ὅτι εἰς τὸν ἀκάματον ὀργασμὸν, εἰς τὴν μεγάλην δραστηριότητα τὴν νομοθετικὴν, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν Περίοδον ταύτην τὴν μακρὰν ἀνέπτυξεν ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἠξίωσε ποσῶς νὰ συμπεριλάβῃ καὶ τὸ μέγα ζήτημα τῶν δασῶν, τὸ ὁποῖον συνδέεται μετὰ τοῦ ζητήματος τῶν ὑδάτων. Ἐπειδὴ ὡμίλησα περὶ τῆς ὑγείας τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, ἑπομένως περὶ τῆς καθαριότητος, ἑπομένως περὶ τοῦ ὕδατος, κατ’ ἀνάγκην ἔπρεπε νὰ θίξω τὸ ζήτημα τῶν δασῶν, μόνον διὰ νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς παραμικρᾶς δὲν ἠξίωσε προσοχῆς τὸ σοβαρὸν τοῦτο ζήτημα, διότι φυσικῷ τῷ λόγῳ εἰς οὐδεμίαν εἰσερχόμεθα ἀνάπτυξιν καὶ λεπτομέρειαν. Εἰς ἡμᾶς δὲν ἀνήκει νὰ παρουσιάσωμεν νομοσχέδιον καὶ μελέτας περὶ σωτηρίας τῶν δασῶν. Ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν τοῦτο, καὶ ἠθέλομεν τὸ πράξει, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε φέρει νομοθέτημά τι οἱονδήποτε, ἢ τοὐλάχιστον ἐὰν ἤθελε συστήσει ἐπιτροπὴν, διὰ νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀφοῦ μάλιστα ἠξίωσε νὰ συγκαλέσῃ ἐν ἐπιτροπῇ ἀνθρώπους ἐντελῶς ἀναρμοδίους, ὅπως εἶναι οἱ ἐνταῦθα προϊστάμενοι διοικητικῶν τινων ἀρχῶν, ἀμέσως μετὰ τὴν καταστροφὴν τὴν μεγάλην τοῦ δάσους τῆς Πεντέλης. Φυσικώτερον ἦτο ν’ ἀναθέσῃ εἰς μίαν ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς, ἐκλεγομένην παρ’ ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε, τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος τούτου ἤδη ἀπὸ τόσων ἐτῶν. Καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ συνέπεια τῆς γενικῆς ταύτης καταστροφῆς, ὥστε φοβοῦμαι, ὅτι μειοῦται καὶ ἡ ἐλπὶς, τὴν ὁποίαν πολλοὶ ἔχομεν, ὅτι διὰ δαπάνης 40 ἑκατομμυρίων θέλομεν φέρει ἄφθονα ὕδατα ἐν τῇ Ἀττικῇ ἐκ τῆς Στυμφαλίας. Ἐὰν δὲν ἦναι ἐσφαλμέναι αἱ πληροφορίαι μου, καὶ πιστεύω ὅτι δὲν εἶναι ἐσφαλμέναι, καὶ αὐτὸ τὸ ὕδωρ τῆς λίμνης Στυμφαλίας ἐλαττοῦται, καὶ ἐλαττοῦται διὰ τοὺς ἰδίους λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐλαττοῦται ἁπανταχοῦ, διότι τὸ ὕδωρ ἐκεῖνο εἶναι ἀποταμίευμα χειμάῤῥων καὶ ὑδάτων ὑποχθονίων, καὶ τὰ ὕδατα ἐν γένει καθ’ ὅλον τὸ Κράτος μειοῦνται, καὶ μειοῦνται ἕνεκα αὐτῆς τῆς γενικῆς καταστροφῆς τῶν δασῶν, ἡ ὁποία ἀπειλεῖ νὰ καταστήσῃ τὴν Ἑλλάδα ἀληθῆ Σαχάραν. Ἀλλ’ εἴτε θεωρεῖ εἴτε δὲν θεωρεῖ ἡ Κυβέρνησις τὸ ζήτημα τοῦτο ἄξιον τῆς προσοχῆς αὐτῆς, ἡμεῖς ἐπιτελοῦμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν, καὶ, ὅπως εἶπον πρὸ ὀλίγου, εἰς ἡμᾶς δὲν ἀπέκειτο νὰ φέρωμεν νομοσχέδια ἐπὶ τοῦ βήματος, ν’ ἀπασχολήσωμεν τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν διὰ λεπτομερειῶν. Τοῦτο ἠθέλομεν πράξει, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἠξίου νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Εἰς αὐτὴν ἀπόκειται νὰ τὸ φέρῃ, εἰς ἡμᾶς ἀπόκειται νὰ ὑπενθυμίσωμεν αὐτῇ, ὅτι ἡμεῖς ἐπανειλημμένως κατὰ τὴν Περίοδον ταύτην ἐπεστήσαμεν τὴν προσοχήν της ἐπὶ τῶν σπουδαιοτάτων τούτων ζητημάτων.
§3ΤΟΜΑΝ. Κατὰ τὴν τελευταίαν τακτικὴν Σύνοδον τῆς Βουλῆς ἐψηφίσθη νόμος περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου· ὁ νόμος ἐκεῖνος προέβλεψε καὶ περὶ πράξεών τινων, αἵτινες ἀνάγονται ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῆς διαμετακομίσεως, εὐεργετικῶς δὲ κατήργησε τέλη τινὰ, εἰς ἃ ὑπεβάλλοντο αἱ πράξεις ἐκεῖναι. Ὁ νόμος ἐκυρώθη καὶ ἐδημοσιεύθη· ἐν τούτοις μὲ πληροφοροῦσιν, ὅτι οἱ ἐμπορευόμενοι ἐξακολουθοῦσι νὰ καταβάλλωσι τέλη καὶ ἐπὶ τῶν πράξεων ἐκείνων, αἵτινες διὰ τοῦ νόμου ἐκηρύχθησαν ἀτελεῖς. Παρακαλῶ συνεπῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ τὰς τελωνειακὰς ἀρχὰς, ὅπως συμορφωθῶσι μὲ τὸν νέον τοῦτον νόμον, ἐὰν δὲ βραδύνῃ ἡ ἐκτέλεσις αὐτοῦ ἕνεκα ἄλλων λόγων, ἢ ἕνεκα ἐλλείψεως διαταγῶν τοῦ Ὑπουργείου, νὰ σπεύσῃ νὰ προκαλέσῃ τοιαύτας τυχὸν ὁδηγίας, διότι νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν, πράξεις, αἵτινες ἀπηλλάγησαν παντὸς τέλους, νὰ ἐξακολουθῶσιν ὑφιστάμεναι φορολογίαν.
§4ΜΠΑΣΙΑΣ. Εἴς τινα τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων ὑπέβαλον παράπονα τῶν ἐμπόρων διὰ τὸ ἀπόβαρον τῶν σακκιδίων θείου, ὅτι, ἐνῷ ὁ νόμος ἀπαλλάσσει τὸ θεῖον τῆς φορολογίας, ἡ Κυβέρνησις ἐπέβαλεν ἐπὶ τοῦ ἀποβάρου τῶν σακκιδίων διὰ Β. Διατάγματος φόρον, ἀναλογοῦντα σχεδὸν πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ καταργηθέντος φόρου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι τοῦτο θεραπεύεται διὰ τῆς δηλώσεως τῶν ἐμπορευομένων ἐν τῇ διασαφήσει, ὅτι ἐπιθυμοῦσι νὰ πληρώσωσι τὸ ἀπόβαρον διὰ δοκιμασίας. Τοῦτο καὶ ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἐγράφη καὶ ἐγὼ τὸ ἀνήγγειλα εἰς τοὺς παραπονουμένους. Ἀλλὰ προχθὲς ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ Κεφαλληνίας, δι’ οὗ μοὶ λέγουσιν, ὅτι ὁ τελώνης οὐδεμίαν διαταγὴν ἔλαβε παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἑπομένως ἐπιμένει νὰ ἐφαρμόζηται τὸ Διάταγμα, τὸ προσδιορίζον εἰς 2% τὸ ἀπόβαρον, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι διὰ τῆς δηλώσεως ἐν τῇ διασαφήσει οἱ ἐμπορευόμενοι θὰ πληρώνωσι τὸ ἀπόβαρον ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ βάρους. Ἐπὶ τούτου παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ἡ ὑπηρεσία ἐλησμόνησε νὰ δώσῃ ὁδηγίας, νὰ δώσῃ τοιαύτας.
§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔλαβον καὶ ἐγὼ τηλεγράφημα ἐκ Κεφαλληνίας ἐμπόρων, παραπονουμένων ὅτι δὲν ἐξετελοῦντο ἐκεῖ τὰ τοῦ νόμου ὅπως εἶχον ἑρμηνεύσει αὐτὸν ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἔσπευσα νὰ τηλεγραφήσω, πῶς ἔχουσι τὰ τοῦ νόμου ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς Κυβερνήσεως καὶ πῶς ἔπρεπεν αἱ διατάξεις αὐτοῦ νὰ ἐφαρμόζωνται. Ὁδηγίαι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σταλῶσι, διότι ἡ δήλωσις τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀφορᾷ εἰς μεταβολὴν τοῦ νόμου, οὐδὲ ἠδύνατο νὰ ἀφορᾷ εἰς μεταβολὴν τοῦ νόμου, ἡ δήλωσις τῆς Κυβερνήσεως ἀφορᾷ μόνον εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου. Ἡ Κυβερνήσεως φρονεῖ, ὅτι αἱ κείμεναι διατάξεις περὶ ἀποβάρου δὲν ἐπάγονται ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, ὡς νομίζει ἀρχή τις τελωνειακὴ, τὴν πραγματικὴν ἀποστάθμισιν πάντων τῶν σάκκων, ἀλλ’ ἐπιτρέπει τὴν δοκιμαστικὴν ἀποστάθμισιν ἑνὸς μόνου σάκκου ἢ πλειόνων, ὅσοι κατὰ τὴν γνώμην τοῦ τελώνου ἀρκοῦσιν εἰς ἔνδειξιν τοῦ κατὰ μέσον ὅρον βάρους αὐτῶν· ἐὰν οἱ σάκκοι ἦναι ὁμοιόμορφοι, δύναται ἑνὸς μόνου σάκκου ν’ ἀρκέσῃ ἡ ζύγισις, ἐὰν δὲν ἦναι ὁμοιόμορφοι, θὰ δεήσῃ ὅπως γένηται δοκιμασία ἑνὸς τοὐλάχιστον ἐξ ἑκάστου εἴδους. Τοιαῦται ὁδηγίαι ἐδόθησαν εἰς τὸν ἁρμόδιον τελώνην, καὶ δὲν ἀμφιβάλλομεν ὅτι τὸ παράπονον αἴρεται. Εἶχε ζητηθῆ πρὸ τῶν διακοπῶν, νομίζω, ὑπεμνήσθη δὲ κατά τινα τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας ἡ αἴτησις, ὅπως ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, αʹ) πίναξ τῶν κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος 1889 εἰσπραχθέντων ἐκ τοῦ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ ἐπιβαλλομένου δικαιώματος κατὰ καπνοκοπτήριον, καὶ βʹ) πίναξ τῶν κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος εἰσπραχθέντων κατὰ καπνοκοπτήριον ἐκ τοῦ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τῆς πωλήσεως σιγαροχάρτου. Ὑποβάλλω τοὺς πίνακας καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῶσι.
§6ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐξ ἑκάστου καπνοκοπτηρίου;
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐξ ἑκάστου διακεκριμένως.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 66–67).
§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας εἶχε ζητήσει, ὅπως διαταχθῇ τὸ 1ον σύνταγμα τοῦ πεζικοῦ νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν χρῆσιν τῆς ἀναῤῥωτικῆς ἀδείας εἰς τὸν στρατιώτην Γεώργιον Μιτυληναῖον, ὑπὸ τῆς Ἀνωτάτης Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς χορηγηθείσης αὐτῷ. Ἡ Ἀνωτάτη Ὑγειονομικὴ Ἐπιτροπὴ βεβαιοῖ, ὅτι οὐδεμία τοιαύτη παρ’ αὐτῆς ἐξεδόθη ἀπόφασις· μὴ ἐκδοθείσης δὲ ἀποφάσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται ἡ πρόσκλησις πρὸς τὸ 1ον σύνταγμα κατὰ τὴν αἴτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ὑποβάλλω σημείωμα περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην. Ὑποβάλλω σχέδιον νόμου περὶ ἀτελείας πρώτων ὑλῶν πρὸς παραγωγὴν στεατίνης καὶ στεατικῶν κηρίων. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐγένετο λόγος καὶ προηγουμένως περὶ τούτου, διότι ἦσαν ἐκδεδομένα δύο Β. Διατάγματα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προηγουμένου νόμου, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας εἶχε παραστήσει, ὅτι τὰ Διατάγματα ταῦτα διετηροῦντο ἐν ἰσχύϊ παρανόμως, διότι κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν, καταργηθέντος τοῦ νόμου, κατηργήθησαν καὶ αὐτά. Ἀνέγνων ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως, καθ’ ἣν ἐψηφίζετο ὁ νόμος, διατρανοῦντα ὅτι ἐδηλώθη τότε ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι τὰ Διατάγματα δὲν θὰ ἔπαυον ἰσχύοντα. Ἀφοῦ ὅμως διὰ νόμου θὰ κανονίζηται ἡ χορήγησις τοιούτων πλεονεκτημάτων εἰς νέα καταστήματα, παρουσιάσθη δὲ περίστασις, ὅπως γένηται τοιαύτη παραχώρησις, ἐθεωρήσαμεν λυσιτελῆ τὸν νομοθετικὸν κανονισμὸν πασῶν τῶν τοιούτων παραχωρήσεων, περιλαμβάνοντα καὶ τὰς ἀποῤῥεούσας ἐκ τῶν Διαταγμάτων καταργουμένων. Ὑποβάλλω καὶ νομοσχέδιον περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ ἐξαγωγικοῦ τέλους ἑπτανησιακῶν προϊόντων. Εἶχον ὑποβάλει προηγουμένως νομοσχέδιον, ἀφορῶν εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τέλους τοῦ ἐξαγομένου σταφιδοκάρπου ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις, ὅταν ἦναι βεβρεγμένος ἢ βεβλαμμένος. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ὡς εἶπον εἰσάγων αὐτὸ, εἶχον ἀποσπάσει ἐκ γενικωτέρου νομοσχεδίου, ἀφορῶντος εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἐξαγωγικῶν τελῶν ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις. Δὲν ἠδυνάμην νὰ ὑποβάλω ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον τότε, διότι εἶχεν ἀποσταλῆ πρὸς τὰς οἰκείας τελωνειακὰς ἀρχὰς, ὅπως γνωμοδοτήσωσι περὶ αὐτοῦ· ἔκτοτε ἔλαβον τῶν τελωνειακῶν ἀρχῶν τὰς γνωμοδοτήσεις, τὸ νομοσχέδιον ἐτροποποιήθη καὶ συνεπληρώθη, καὶ πάλιν ἀπεστάλη πρὸς τὰς τελωνειακὰς ἀρχὰς, καὶ τέλος ἤδη κατηρτίσθη ὁριστικῶς. Ὑποβάλλω ἄρα πλῆρες τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ἐξαγωγικοῦ τέλους τῶν ἑπτανησιακῶν προϊόντων, περιλαμβάνον καὶ τὰ περὶ βεβλαμμένου σταφιδοκάρπου· θὰ ζητήσω δὲ παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀντὶ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ περιοριζομένου εἰς τὰ τοῦ τέλους τοῦ βεβλαμμένου σταφιδοκάρπου, ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ γενικώτερον τοῦτο νομοσχέδιον, τὸ κανονίζον ἐν συνόλῳ τὰ τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ ἐξαγωγικοῦ τέλους ἑπτανησιακῶν προϊόντων.
§10ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐλάβετε ὡς βάσιν τὴν παγίαν φορολογίαν;
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐχί. Μεταξὺ τῶν θεμάτων, ἅτινα ὑπεβάλομεν εἰς ἐξέτασιν ἐπιτόπιον, ἦτο καὶ τὸ τῆς παγίας φορολογίας· τὴν παγίαν φορολογίαν, ἐφαρμοζομένην καὶ ἐν τῷ ἄλλῳ Κράτει, θεωρῶ προτιμητέαν, θὰ ἔλυε δὲ αὕτη τὸ ζήτημα τοῦ βεβλαμμένου σταφιδοκάρπου, ὡς μὴ γινομένης ἐν τῷ ἄλλῳ Κράτει διακρίσεως βεβλαμμένου καὶ ἀβλαβοῦς σταφιδοκάρπου· ἀλλ’ ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις ὑπῆρξε διαφορὰ γνώμης, οὐχὶ ἰδίᾳ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς παγίας φορολογίας, περὶ ἧς μάλιστα ἐν Κεφαλληνίᾳ ὑπῆρχεν ὁμοφωνία, ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ ὅρου τοῦ παγίου φόρου, περὶ οὗ ἦτο ἀδύνατος ἡ συνεννόησις, διότι ἡμεῖς προεβάλλομεν κατ’ ἀρχὴν, ἥτις φαίνεται, ἐκ πρώτης ὄψεως τοὐλάχιστον, ὀρθὴ, ὡς ὅρον τοῦ παγίου φόρου τὸν προκύπτοντα ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ παρελθόντος, εἴτε τριετίας, εἴτε πενταετίας, εἴτε δεκαετίας, τὴν ἀρχὴν δὲ ταύτην ἀπεδέχοντο πάντες, τιθεμένην ἀφῃρημένως, εὐθὺς ὅμως ὡς ἐδηλοῦτο ὁ μέσος ὅρος τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ παρελθόντος, ἀπεκρούετο ὡς ὑπερβολικὸς, καὶ ἐζητεῖτο ἔκπτωσις. Καίτοι ἡ ἀποδοχὴ τῆς ἐκπτώσεως θ’ ἀνῄρει τὴν ἀρχὴν, προέβημεν μέχρις ἀναγνωρίσεως τιμῆς 150 δραχμῶν κατὰ χιλιάδα ὡς βάσεως τοῦ μέσου ὅρου· ἡ τιμὴ αὕτη εἶναι κατωτέρα τῶν κατὰ μέσον ὅρον ἀποτελεσμάτων τοῦ παρελθόντος, ἀλλ’ ἀφορῶντες εἰς τὰ πλεονεκτήματα τῆς παγίας φορολογίας, ἐνομίσαμεν ὅτι συνέφερε καὶ αὐτῷ τῷ Δημοσίῳ ἡ ἐπὶ τῇ ἠλαττωμένῃ ταύτῃ βάσει ἀποδοχὴ τοῦ συστήματος· ἀλλ’ ἡ γνώμη ἁπάντων ὑπῆρξεν, ὅτι τῆς ἐπὶ τοιούτῳ ὅρῳ παγίας φορολογίας προτιμοτέρα εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τοῦ σημερινοῦ συστήματος. Τοιαύτης οὔσης τῆς γνώμης τῶν Ἰονίων νήσων, ἐνομίσαμεν μὴ ἐπιτρεπομένην τὴν μεταβολὴν συστήματος, ἀναγκαῖον δὲ μόνον τὸν κανονισμὸν αὐτοῦ, ἐφ’ ᾧ ὑποβάλλομεν τὸ νομοσχέδιον. Ἐὰν εἰσήγετο εἰς Ἑπτάνησον ἡ παγία φορολογία, τὸ νομοσχέδιον θ’ ἀνέγραφεν ἁπλῶς τὸν φορολογικὸν ὅρον, ἐνῷ κατὰ τὸ κείμενον σύστημα ἀπαιτεῖται κανονισμὸς τῆς διαδικασίας τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς ἑβδομαδιαίας τιμῆς τῆς σταφίδος, ἐφ’ ᾗ μετρεῖται ὁ φόρος.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 68–69). Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Καλαμῶν παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ ταχέως εἰς ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου πρὸς κανονισμὸν τῆς κοίτης τοῦ παραῤῥέοντος ἐκεῖ ποταμοῦ Νέδοντος.
§13ΤΖΑΝΕΣ. Περὶ τούτου ἀπεφασίσαμεν νὰ ληφθῇ ταχίστη πρόνοια.
§14ΣΑΚΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ ὑποστηρίξω τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου ἐκ Καλαμῶν, διότι κατὰ ἐπιστολὴν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον σήμερον, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, οὐδεμία πρόνοια θέλει ληφθῆ καὶ ὑπὸ τῆς Δημοτικῆς ἀρχῆς, ὅπως προφυλαχθῇ ὁ τόπος.
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ἀφορῶν εἰς τὰ ἔργα τὰ προφυλακτικὰ κατὰ τοῦ ποταμοῦ Νέδοντος, καὶ πάντα τἆλλα νομοσχέδια τῆς ἡμερησίας διατάξεως, τά τε γενικοῦ καὶ τὰ τοπικοῦ συμφέροντος, θὰ προβληθῶσιν εἰς συζήτησιν. Ἐὰν ἐπὶ νομοσχεδίων τινῶν εἰσαχθέντων διαγνώσωμεν, ὅτι αἱ συζητήσεις θὰ ὦσι μακραὶ, δυσαναλόγως πρὸς τὸν ὑπολειπόμενον χρόνον τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν ἐν τῇ Συνόδῳ ταύτῃ, ἴσως δὲν ἐπιμείνωμεν, ὅπως ὅλα κατ’ αὐτὴν ψηφισθῶσιν· ἄλλως τὰ νομοσχέδια, ὧν ἡ συζήτησις δὲν προμηνύεται ἐκτάκτως μακρὰ, θὰ λάβωσι σειρὰν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἐπιτρέπουσαν τὴν ἑτοιμοτέραν αὐτῶν διεκπεραίωσιν. Ἰδίως περὶ τῶν νομοσχεδίων τοπικοῦ συμφέροντος καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας ἔλεγε προχθὲς, ὅτι δὲν χωροῦσι μακραὶ συζητήσεις, καὶ ἐγὼ τὴν αὐτὴν ἔχω γνώμην, φρονῶν, ὅτι τοιούτων νομοσχεδίων ἡ βάσανος τῶν καθέκαστον δὲν διεξάγεται τελεσφόρως ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλ’ ἀνάγεται εἰς τὴν παρασκευαστικὴν ἐνέργειαν τῆς διοικήσεως. Περὶ δὲ τῶν νομοσχεδίων γενικωτέρου συμφέροντος θέλομεν οὕτω ῥυθμίσει τὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως ὅλων ἐκ περιτροπῆς, ἵνα καταδειχθῇ, τίνα δύνανται καὶ τίνα δὲν δύνανται νὰ ψηφισθῶσιν εὐχερῶς, διότι τὴν πρόοδον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπόσχεται, νομίζω, ἡ ἀπὸ τῶν εὐκολώτερον ψηφιζομένων μετάβασις εἰς τὰ δυσκολώτερον ψηφιζόμενα· εὐθὺς ὡς ἀποδεικνύεται, ὅτι νομοσχέδιόν τι τυγχάνει γενικῆς ἀποδοχῆς, πρέπει ἡ δευτέρα καὶ ἡ τρίτη ἀνάγνωσις αὐτοῦ νὰ γίνηται κατὰ συνεχεῖς συνεδριάσεις.
§16ΤΟΜΑΝ. Εἶχον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν κατά τινα συνεδρίασιν πρὸ τῶν διακοπῶν, ὅπως συναινέσῃ νὰ προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιον περὶ ὑποθήκης πλοίων. Εἶχον ὑποδείξει εἰς τὴν Βουλὴν τότε τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους παρεκάλουν νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἰδίως δ’ ἔλεγον τότε, ὅτι συμφέροντα ὑψίστης σπουδαιότητος τῆς ἐν Σύρῳ Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας ἀπαιτοῦσι τὴν ταχίστην ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Ἡ Βουλὴ τότε συνήνεσεν εἰς τοῦτο· εἶμαι ἐν τούτοις καὶ νῦν ὑπόχρεως νὰ ἐπαναλάβω τὴν παράκλησίν μου ἐκείνην, τὸ μὲν διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει κατέχει τὴν πέμπτην θέσιν, τὸ δὲ διότι ἕτεραι νεώτεραι περιστάσεις τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας μοὶ ἐπιβάλλουσι νὰ συντελέσω, ὅπως τάχιστα ἐπιληφθῶμεν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἔτι δὲ μᾶλλον ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιμείνω, καθόσον πληροφοροῦμαι, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἑταιρίας ἦλθεν εἰς συνεννοήσεις μετά τινων δανειστῶν αὐτῆς, οἵτινες ἔσπευσαν μὲν νὰ ποιήσωνται παραχωρήσεις τινὰς, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως, ὅτι αἱ συμφωνίαι θὰ ἔχωσιν ἰσχὺν, μόνον ἐὰν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ψηφισθῇ ἐν τῇ παρούσῃ Συνόδῳ. Φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ψήφισις αὐτοῦ, διότι δι’ αὐτοῦ ἴσως πρόκειται νὰ σωθῇ ἵδρυμα, πρὸς τὸ ὁποῖον τὸ ἔθνος ὀφείλει ἴσως εὐγνωμοσύνην.
§17ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὐδὲν ὀφείλει.
§18ΤΟΜΑΝ. Κατὰ τὴν γνώμην μου ὀφείλει, ἕκαστος δὲ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ τὴν ἰδίαν του γνώμην. Λέγω δὲ, ὅτι ἴσως ὀφείλει εὐγνωμοσύνην, διότι ὁμολογουμένως, ἐὰν τὰ τῆς Ἑταιρίας δὲν εὑρίσκωνται ἐν ἀνθηρᾷ καταστάσει νῦν, ἴσως εἰς τοῦτο συνετέλεσε καὶ ἡ ἀνάμιξις αὐτῆς ἐν ταῖς ἐθνικαῖς περιστάσεσιν, οὐχὶ ὡς ἑταιρίας ἐμπορικῆς, σκοπούσης νὰ κερδοσκοπήσῃ, ἀλλ’ ὡς ἑταιρίας ἐθνικῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδική μου γνώμη, φρονῶ δὲ, ὅτι πρέπει νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐκτὸς ἐὰν, κύριε Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς ἄνευ βλάβης τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν ἑταιρίαν ταύτην, παραχωροῦσα αὐτῇ εὐκολίας τινὰς, ὅπως δυνηθῇ εὐχερέστερον νὰ τακτοποιήσῃ τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς· π. χ. ἐὰν τὸ Δημόσιον ἤθελε προκαταβάλει αὐτῇ μίαν ἐπιχορήγησιν ἑνὸς ἔτους ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Ἑταιρία ἤθελε διαῤῥυθμισθῆ οὕτως, ὥστε καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ ἑαυτῇ τὸ μέλλον.
§19ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐνόμιζον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον «περὶ πολιτικῆς ὑποθήκης ἐπὶ τῶν πλοίων» ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν σωτηρίαν καὶ τὴν διατήρησιν τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, ἤθελον ἑνώσει καὶ ἐγὼ μετὰ τοῦ προλαλήσαντος ἀξιοτίμου συναδέλφου τὰς θερμὰς παρακλήσεις μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα προτάξῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ἤθελον, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, συντελέσει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Ἔσχον ἄλλοτε τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἴδω ἐπὶ τῇ ἐρωτήσει μου περὶ τῶν κατὰ τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως δηλοῦντα, ὅτι σκέπτεται νὰ λάβῃ καὶ θέλει λάβει πρόνοιαν περὶ αὐτῆς, καὶ δὴ ὡς τοιαύτην ὥριζε τὴν ταχυτέραν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ πολιτικῆς ὑποθήκης ἐπὶ τῶν πλοίων. Καὶ τότε μὲν ἠρκέσθην εἰς τὴν ὑπόδειξιν τοῦ μέτρου ἐκείνου παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐξετάσας ὅμως βραδύτερον ἐκτενέστερον καὶ λεπτομερέστερον τὰ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, ἐπείσθην, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐλάχιστα θέλει συντελέσει εἰς τὴν διάσωσιν τῆς Ἑταιρίας ἀπὸ τοῦ ἀπειλοῦντος αὐτὴν ναυαγίου, καὶ εἰς τὴν διατήρησιν αὐτῆς εἰς τὴν ἐθνικὴν περιωπὴν, εἰς ἣν πρέπει νὰ ἵσταται, ὅπως δύνηται νὰ ἐκτελέσῃ τὸν πράγματι ὑψηλότατον καὶ ἐθνικώτατον προορισμὸν αὐτῆς. Δὲν φρονῶ ὅτι σώζει αὐτὴν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἐπιλαμβάνομαι ὅμως τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος συναδέλφου κ. Τόμαν, καὶ δηλῶ, ὅτι αὔριον σκοπῶ νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὡς καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁποῖα ἕτερα μέτρα, πλὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑποθήκης τῶν πλοίων, σκέπτονται νὰ λάβωσι περὶ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, περὶ ἧς ἀρκετὰς μέχρι τοῦδε ἔλαβον πληροφορίας παρὰ τῶν ἐνδιαφερομένων, καὶ ὑπομνήματα παρ’ ἄλλων διαφόρων προσώπων κατέχουσιν, ὡς ἤδη γινώσκω. Νῦν ἐπὶ ἄλλου θέματος φέρων τὸν λόγον, προκαλῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ. Διὰ πολλῶν ἐπιστολῶν, ἃς ἔλαβον ἐκ Σπάρτης, φερουσῶν πολλὰς, ὡς βλέπετε, ὑπογραφὰς κατὰ σειρὰν, μοὶ ἐκτίθεται, ὅτι ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ καὶ δὴ ὁ Νομάρχης προέβη εἰς πράξεις παρανόμους ἐπ’ ὠφελείᾳ τινῶν ἀτόμων καὶ ἐπὶ ζημίᾳ ἄλλων περισσοτέρων. Οἱ ζημιούμενοι ἐκ τῆς πράξεως ἢ τῆς παραλείψεως τοῦ Νομάρχου, τὴν ὁποίαν θέλω ἀναφέρει, ἀνέρχονται εἰς πολλὰς δεκάδας, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του, καθόσον πρόκειται περὶ τοῦ λεγομένου φόρου τοῦ αἵματος, τὸν ὁποῖον δὲν εἶναι δίκαιον ὁ τυχὼν ὑπάλληλος νὰ διανέμῃ κατὰ τὸ δοκοῦν. Δι’ ἀναφορᾶς δύο πολιτῶν, τῶν κ. κ. Σουσάνη καὶ Λούμου, κατεδηλώθησαν πρὸς τὸν Νομάρχην περὶ τὰ 40 πρόσωπα ὡς μὴ ἐγγεγραμμένα ἐν τῷ μητρῴῳ τῶν ἀῤῥένων, ἐζητεῖτο δὲ διὰ τῆς ἀναφορᾶς ἐκείνης νὰ καταταχθῶσι τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, κατὰ τὰ ἄρθρα 22, 23 καὶ ἑπ. τοῦ νόμου, ᾼΦΚΗʹ, ἐν ἀρχῇ τοῦ κληρωτικοῦ πίνακος τοῦ 1890 καὶ ὑποχρεωθῶσιν εἰς διετῆ θητείαν· ἀλλ’ ὁ Νομάρχης, παρὰ τὴν ῥητὴν διάταξιν τῶν ἄρθρων, ἅπερ ἀνέφερον, καὶ ἄλλων ἄρθρων τοῦ αὐτοῦ νόμου, δὲν ἐνέγραψεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ πίνακος, ἀλλ’ ἐδέχθη τὴν ἐγγραφὴν αὐτῶν ὑπὸ ἡλικίαν, ἣν ἐκεῖνοι δι’ ἀναφορᾶς των προβάλλουσι, μετὰ τὴν ὑπὸ τῶν κ. κ. Λούμου καὶ Σουσάνη καταδήλωσίν των. Ἐὰν ἐπρόκειτο μόνον περὶ τῶν 40 ἐκείνων πολιτῶν, θὰ ἦτο κακεντρέχεια νὰ βιάσῃ τις τὴν ταχυτέραν αὐτῶν ἐγγραφὴν εἰς τὸν στρατολογικὸν κατάλογον, ἢ τὴν ταχυτέραν κατάταξίν των εἰς τὸν στρατόν. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ μεγάλης ἀδικίας, ἥτις γίνεται εἰς ἄλλα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ ὑπηρετήσωσι μόνον ἐπὶ τρεῖς μῆνας, ἤδη δὲ διὰ τῆς παραλείψεως τοῦ Νομάρχου θὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ δύο ἔτη. Κρίνω περιττὸν νὰ ἀναφέρω περισσοτέρας λεπτομερείας εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, διότι ἔχει εἰς χεῖράς του καὶ τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν, φέρουσαν τὰς ὑπογραφὰς 60 τῶν ἀδικουμένων πολιτῶν. Τόσῳ δὲ εἶναι δίκαιον τὸ παράπονον τῶν πολιτῶν, ὥστε οὗτοι προέβησαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα εἰς τὴν ἐπίδοσιν καταγγελίας κατὰ τοῦ Νομάρχου πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Σπάρτῃ Πλημμελειοδικῶν, παρακαλοῦντες αὐτὸν νὰ ἐνεργήσῃ τὰ καθ’ ἑαυτὸν, ὅπως ἐπέλθῃ ἡ εἰδικὴ τιμωρία κατὰ τοῦ Νομάρχου. Εἰδικῶς παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τῆς τακτικῆς καὶ ταχείας διεξαγωγῆς τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ ἂν τὸ ἐπιτρέψωσιν αἱ ἡμέραι τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Συνόδου, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας θέλει λάβει ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§20ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πολλάκις ἐζητήσαμεν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως πληροφορίας περὶ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὁμοίως ἐζητήσαμεν καὶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Μῆνες παρῆλθον ἔκτοτε, αἱ πληροφορίαι δὲ αὗται εἰσέτι δὲν προσήχθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐζητήσαμεν τοὺς πίνακας τῶν δαπανῶν τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, μολονότι δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ καταθέσῃ αὐτοὺς, μέχρι σήμερον δὲ τοὺς κατέθεσεν. Ἐπιθυμοῦμεν νὰ μάθωμεν, ἂν οὗτος ἦναι εἰς θέσιν καὶ θέλῃ νὰ καταθέσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπεσχέθη νὰ καταθέσῃ τοὺς πίνακας τοὺς ἀναλύοντας τὰ ἔξοδα τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ἐν τοσούτῳ καὶ οὗτος μέχρι σήμερον οὐδὲν κατέθηκεν. Εἶναι τοσούτῳ μᾶλλον ἀναγκαῖον νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τοὺς πίνακας τούτους, καθόσον ἐκ τῆς δημοσιεύσεως τῶν πιστώσεων, αἵτινες ἐχορηγήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τὴν πρώτην τριμηνίαν τοῦ παρόντος ἔτους, βλέπομεν ὅτι ἐδόθη πίστωσις καὶ ἐγένετο ἴσως καὶ δαπάνη εἰς βάρος τοῦ ταμείου τούτου, μὴ ἐπιτρεπομένη ὑπὸ τοῦ νόμου. Τοιαύτη δὲ δαπάνη εἶναι ἡ ἀφορῶσα πληρωμὴν τόκων. Εἶμαι δὲ περίεργος νὰ ἴδω, πῶς τὸ Ὑπουργεῖον διέθεσε τὴν πίστωσιν ταύτην, καὶ κατὰ τίνα τρόπον δικαιολογεῖ τὴν διάθεσιν αὐτῆς.
§21ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ τελευταῖον φύλλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, τὸ ἀναλυτικὸν, ἐδόθη πρὸς τύπωσιν χθὲς εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον, ἑπομένως ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος, ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι θέλω φέρει τοὺς πίνακας πάντας εἰς τὴν Βουλήν· ἐν ταὐτῷ δὲ θέλω καταθέσει καὶ τὰς πληροφορίας τὰς ὑπολοίπους, τὰς ζητηθείσας ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀργολίδος, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ περὶ αὐτῶν.
§22ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Πράγματι πρὸ πολλοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησεν, ὅπως ὑποβάλω τὰς πληροφορίας ταύτας, καὶ πρὸ πολλοῦ διέταξα τὴν σύνταξιν τῶν πινάκων αὐτῶν, ἐλπίζω δὲ ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος νὰ καταθέσω αὐτούς. Ἐὰν ἐπῆλθε βραδύτης, τοῦτο προῆλθε διότι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ δὲν ὑπάρχουσιν οἱ ἀναγκαῖοι ὑπάλληλοι, καὶ διὰ τοῦτο πρὸ πολλοῦ ὑπέβαλον νομοσχέδιον πρὸς κανονισμὸν τοῦ ζητήματος τούτου. Ὑπηρετοῦσι δημοδιδάσκαλοι ἀπεσπασμένοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλ’ οὗτοι δὲν δύνανται νὰ ἐκτελῶσιν ἀπροσκόπτως τὴν ὑπηρεσίαν, ὡς στερούμενοι λογιστικῶν γνώσεων.
§23ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τίνα ἐποιήσατο διαβήματα καὶ τίνα ἐπέτυχεν ἀποτελέσματα, διὰ τὴν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς ἀρχὰς παράδοσιν τῶν πέντε νέων, τῶν πρὸ μηνὸς περίπου ἐξελθόντων ἐκ τῆς πόλεως Ἄρτης εἰς τὸ Τουρκικὸν καὶ συλληφθέντων ὑπὸ τῶν τουρκικῶν ἀρχῶν, ὡς ἀποτελούντων δῆθεν λῃστρικὴν συμμορίαν, ἐνῷ, ὡς γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὡς δύναμαι νὰ βεβαιώσω αὐτὴν, κατὰ πληροφορίας ἀξίας πάσης πίστεως, ἃς ἔχω ἐξ Ἄρτης, οἱ νέοι οὗτοι πᾶν ἄλλο εἰσὶν ἢ λῃσταί.
§24ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Οἱ συλληφθέντες συνελήφθησαν ἐπὶ ὀθωμανικοῦ ἐδάφους καὶ εὑρίσκονται, ἐὰν δὲν μετετέθησαν προσφάτως, ἐν Ἰωαννίνοις, ὅπου ἐγένετο, ὡς καὶ ἐν Κωνσταντινουπόλει, πᾶσα προσπάθεια. Ἀλλ’ ἡ ἀπάντησις τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὅλως ἀντίθετος πρὸς τὰς ἡμετέρας ἀξιώσεις, διότι ἐκ τῆς ἀπαντήσεως ταύτης φαίνεται, ὅτι κατὰ τὴν Ὀθωμανικὴν Κυβέρνησιν δὲν ἦσαν ἁπλοῖ λαθρέμποροι, ἀλλ’ εἶχον ἀπαρτίσει συμμορίαν πρὸς ἑτέρους σκοπούς.
§25ΙΩΑΝ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας τινὰς, ἀφορώσας εἰς τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ δήμου Ἐλευσῖνος τῆς Γόρτυνος. Παρεκάλεσα νὰ φέρῃ τὰς πληροφορίας ταύτας, διὰ νὰ ἴδωμεν εἰς ποίας ὑποχρεώσεις ὑπόκειται ὁ δῆμος αὐτὸς καὶ εἰς ποίας ὑπεβλήθη ἐκ τοῦ νόμου περὶ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Σὺν τῇ ὑπομνήσει τῆς ἐπερωτήσεώς μου ταύτης ὑποβάλλω ἐπίσης νέαν ὁμοίαν ἐπερώτησιν, ἀφορῶσαν εἰς τὸν δῆμον Νυμφασίας. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσαγάγῃ τοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ ἀπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1889 καὶ 1890 καὶ τοῦ δήμου τούτου.
§26ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὰς πληροφορίας περὶ τοῦ δήμου Ἐλευσῖνος εἶχον λάβει ἀκριβῶς τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν διεκόψαμεν τὰς ἐργασίας ἡμῶν, καὶ μετὰ τοῦτο ἐλησμόνησα νὰ καταθέσω αὐτάς. Ἔχω ταύτας ἐνταῦθα καὶ τὰς καταθέτω, θέλω δὲ φροντίσει νὰ λάβω καὶ τὰς σήμερον ζητηθείσας.
§27ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνέγνων ἐν ταῖς ἐφημερίσι σήμερον τηλεγράφημα, προερχόμενον ἐξ Ἀμαλιάδος, διὰ τοῦ ὁποίου παριστῶσιν οἱ τηλεγραφοῦντες, ὅτι λῃστεία αὐτόχρημα ἔλαβε χώραν εἰς τὸ χωρίον Σαββάλια τοῦ δήμου Ἤλιδος, τὸ ὁποῖον ἀπέχει ὀλίγον τῆς Γαστούνης. Τὸ ἐν λόγῳ τηλεγράφημα ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει).: «Ἐν τῷ χωρίῳ Σαββάλια τῆς περιφερείας Γαστούνης παρεχείμαζεν ἔν τινι καλύβῃ φιλήσυχος ποιμὴν, Τσόλκας ὀνομαζόμενος, μετὰ τῆς οἰκογενείας του· περὶ τὸ μεσονύκτιον δὲ τῆς 20 πρὸς τὴν 21 λήγοντος μηνὸς Ἀπριλίου, ἓξ ἄγνωστοι κακοῦργοι, παραβιάσαντες τὴν καλύβην τοῦ πτωχοῦ ποιμένος, συνέλαβον αὐτὸν καὶ τὴν σύζυγόν του, τοὺς ὁποίους, ἀφοῦ ἔδεσαν πρῶτον εἰς πάσσαλον, εἶτα λαβόντες καὶ ζέον ἔλαιον, περιέχυσαν δι’ αὐτοῦ εἰς διάφορα μέρη τοῦ σώματός των, παραμορφώσαντες οὕτω τοὺς δυστυχεῖς ἐλεεινῶς. Μετὰ ταῦτα ἁρπάσαντες καὶ τὴν μικρὰν αὐτῶν περιουσίαν, ἀνερχομένην εἰς δραχμὰς 1000, ἀπῆλθον.» Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔσπευσεν, ἅμα λαβοῦσα γνῶσιν τηλεγραφήματος τοιούτου, νὰ ζητήσῃ καὶ θὰ ἐζήτησε πληροφορίας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀνακοινώσῃ αὐτὰς εἰς τὴν Βουλήν.
§28ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Παρά τοῦ κ. Εἰσαγγελέως Ἠλείας ἔλαβον τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα (ἀναγινώσκει): «Τὴν νύκτα τῆς 20–21 τρέχοντος ἓξ ἄγνωστοι μετέβησαν εἰς τὴν ἐν θέσει Ἀγριλίτσα τῶν Σαββαλίων οἰκίαν τοῦ Σταύρου Τσόλκα, ἐλήστευσαν αὐτὸν καὶ τὸν ἐν αὐτῇ ξενιζόμενον Πάνον Μπογιατζῆν καὶ ἀπῆλθον. Μεταβαίνω ἐκεῖσε μετὰ ἀνακριτοῦ Κοκώνη πρὸς ἐνέργειαν ἀνακρίσεων. Εἰσαγγελεὺς ΛΑΛΩΣΗΣ.» Αὐτὴ εἶναι ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ἐπεστείλαμεν δὲ καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ληφθῶσιν, ὅπως ἐλήφθησαν παραλλήλως, καὶ τὰ ἀπαιτούμενα στρατιωτικὰ μέτρα.
§29ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἂν ἐλήφθησαν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ μέρους τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπιτακτικῶς ὑπαγορεύονται ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀλλὰ περὶ τοῦ ἂν πράγματι ἔλαβε χώραν ἡ ληστεία ἐν τῷ χωρίῳ Σαββάλια, εἰς μέρος δηλαδή, πλησίον τοῦ ὁποίου ἑδρεύουσιν Εἰσαγγελεῖς, ἀνακριταί, Δήμαρχοι, Ἀστυνόμοι κλπ. Εἶναι ἀπελπιστικὸν τὸ φαινόμενον αὐτό. Ἐξ αὐτοῦ δύνασθε νὰ φαντασθῆτε, τί δύναταί τις νὰ εἴπῃ περὶ τῆς τάξεως καὶ δημοσίας ἀσφαλείας τῶν λοιπῶν χωρίων τοῦ Κράτους. Πρό τινων ἡμερῶν ὁ βουλευτὴς κ. Ἐπαμ. Σακελλαρόπουλος ἔλεγεν, ὅτι ἐν Ἀκαρνανίᾳ ἔλαβον χώραν πράξεις τινὲς ἐγκληματικαὶ, τὰς ὁποίας ὠνόμαζε ληστείας· ἐπὶ τῷ χαρακτηρισμῷ δὲ τούτῳ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διεμαρτυρήθη, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἁπλῶν ἐκβιάσεων. Καὶ ὅμως ἰδοὺ σήμερον, ὅτι ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν ληστείαν, διαπραχθεῖσαν εἰς κεντρικὸν χωρίον τῆς Ἠλείας ὑπὸ ὠργανωμένης συμμορίας.
§30Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ παρελθόντος Σαββάτου κατετέθησαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πληροφορίαι τινὲς, τὰς ὁποίας εἶχε ζητήσει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς κ. Γεροκωστόπουλος, περὶ τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ· ἀλλ’ αἱ κατατεθεῖσαι πληροφορίαι δὲν ἦσαν πλήρεις, διότι πλὴν τῶν κατατεθεισῶν καὶ ἄλλας εἶχε ζητήσει ὁ εἰρημένος συνάδελφος πληροφορίας κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 22 Μαρτίου.
§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπέβαλον πληροφορίας ζητηθείσας ὑπὸ τοῦ κ. Γεροκωστοπούλου.
§32ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Γεροκωστόπουλος εἶχε ζητήσει κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 22 Μαρτίου, δηλαδὴ πρὸ 33 ἡμερῶν, τὰς μισθοδοτικὰς καταστάσεις τοῦ ἐργατικοῦ προσωπικοῦ τῶν ἐργοστασίων κοπῆς καπνοῦ ἐν Ἀθήναις, ἐν Πειραιεῖ καὶ ἐν Πάτραις, αʹ) τοῦ δευτέρου δεκαπενθημέρου τοῦ Δεκεμβρίου 1889, βʹ) τοῦ πρώτου δεκαπενθημέρου τοῦ Ἰανουαρίου 1890, γʹ) τοῦ δευτέρου δεκαπενθημέρου τοῦ Φεβρουαρίου 1890, δʹ) τοῦ πρώτου δεκαπενθημέρου τοῦ μηνὸς Μαρτίου· προσέτι ἐζήτησε νὰ κατατεθῇ πίναξ, δηλῶν τὸ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην προσωπικὸν τοῦ εἰρημένου καπνεργοστασίου, τό τε τακτικὸν καὶ τὸ ἔκτακτον. Τὰς πληροφορίας ταύτας ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ φροντίσῃ νὰ καταθέσῃ αὐτάς.
§33ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐκ τῶν χωρίων Ἀνθείας καὶ Αἰπείας τοῦ δήμου Θουρίας τῆς ἐπαρχίας Καλαμῶν οἱ συμπολῖταί μου ὑποβάλλουσι δι’ ἐμοῦ ἀναφορὰν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, παρακαλοῦντες αὐτὸν νὰ διορίσῃ διδάσκαλον εἰς τὸ σχολεῖον, τὸ ὁποῖον ἀργεῖ πρὸ δύο μηνῶν. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην ὑποβάλλων, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔλαβε τηλεγράφημα ἐκ Μεσσήνης πολίτου τινὸς, παραπονουμένου κατὰ τοῦ ἐνωμοτάρχου Σπανίδου, ὁ ὁποῖος παρανόμως τὸν συνέλαβε, τὸν κατεκράτησε καὶ τὸν ἔδειρεν ἀνηλεῶς. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνήργησέ τι ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ τί ἐνήργησεν. Ὑπενθυμίζω δὲ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι περὶ τοῦ ἐνωμοτάρχου τούτου ἔκαμα μακρὸν λόγον ἄλλοτε, καὶ ὑπέδειξα, ὅτι πρέπει ν’ ἀπομακρυνθῇ ἐκεῖθεν, διότι τὸ ἐνδιαφέρον του ὑπὲρ τῶν συγγενῶν του τῶν ἐν τῇ συμπολιτεύσει ἐκτροχιάζει αὐτὸν τῶν καθηκόντων του, διότι φρονεῖ ἴσως, ὅτι οἱ κύριοι αὐτοὶ θὰ μείνουν ἐπὶ πολὺ ἀκόμη εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ ἐγὼ βεβαιῶ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡμέρα δίκης καὶ καταδίκης οἰκτρᾶς διὰ τὰς πράξεις του.
§34ΜΠΟΥΤΟΣ. Καὶ ἐγὼ εἶδον εἰς τὰς ἐφημερίδας πολίτην τινὰ παραπονούμενον κατὰ τοῦ ἐνωμοτάρχου Σπανίδου, καὶ θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ὁ ἐνωμοτάρχης οὗτος προέβη εἰς πράξεις τοιαύτας· εἶμαι δὲ βέβαιος ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ὁ ἐνωμοτάρχης οὗτος, καὶ ὡς ἐκ τῶν προηγουμένων του καὶ ὡς ἐκ τῆς ἀνατροφῆς του, βεβαιότατα οὐδεμίαν τῶν καταγγελλομένων πράξεων ἐξετέλεσε.
§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπὶ τῇ παραλαβῇ τοῦ τηλεγραφήματος διετάχθησαν ἐξετάσεις, εὐθὺς δὲ ὡς πληροφορηθῇ τὸ Ὑπουργεῖον περὶ τοῦ ἀποτελέσματος αὐτῶν, θέλω ἀνακοινώσει τὰ περὶ τούτου.
§36ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Φοβοῦμαι, κύριε Πρόεδρε, μήπως αἱ ἀνακοινώσεις εἶναι ὅπως αἱ συνήθως ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβαλλόμεναι· ἀλλ’ ἀδιαφορῶ περὶ τοῦ ἐνωμοτάρχου· ἐγὼ ἐκπληρῶ καθῆκον, καὶ τοὐναντίον μάλιστα φρονῶ, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐξουσία ἐκεῖ πιέζει κατὰ τρόπον ἔκνομον καὶ βανδαλικὸν τοὺς συμπολίτας μου, κατὰ τοσοῦτον μὲ ἐνισχύει κατὰ τὸν προσεχῆ ἀγῶνα. Παρακαλῶ μάλιστα τὴν Κυβέρνησιν νὰ στείλῃ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτῆς, τοὺς συγγενεῖς, τοὺς οἰκειοτάτους, τοὺς ἀμειλίκτως διακειμένους πρός με, διὰ νὰ ἐπανέλθω καὶ πάλιν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ἰσχυρὸς κατὰ τοσοῦτον, ὥστε νὰ δύναμαι νὰ παρακωλύω αὐτὴν ἀπὸ τὰς ἐπιβούλους καὶ ἀντεθνικὰς νομοθετικὰς ἐργασίας της.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ τοῦ ἡνωμένου βασιλείου τῆς Μεγάλης Βρεττανίας καὶ Ἰρλανδίας δασμολογικῆς συμφωνίας.
§38ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐλπίζω, Κύριοι, ὅτι θὰ μὲ ἀξιώσητε τῆς ὑπομονῆς σας, ἵνα ἐπαναλάβω ὀλίγα, ὅπως ἐνισχύσω ἔτι μᾶλλον μίαν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν πρὸ ἑνὸς ἔτους ἐξέφρασα ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ ὑπὲρ τῆς ὁποίας συντρέχουσιν εὐτυχῶς καθ’ ἑκάστην γεγονότα, ὑποστηρίζοντα τὴν πραγματοποίησιν αὐτῆς. Τὴν ἰδέαν ἐθεώρησα ἀνέκαθεν σωτήριον διὰ τὸ προϊόν, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, τὴν ὑπέδειξα, καὶ ηὐτύχησα, ὅσον τὸ δυνατὸν, νὰ τὴν ἴδω πραγματοποιουμένην. Ὑπέδειξα ἔκτοτε, ὅτι, ἐὰν κατορθωθῇ νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν ἀγορὰν τῆς Ἀγγλίας σταφιδόκαρπος ὄχι μόνον πρὸς βρῶσιν, ἀλλὰ καὶ πρὸς βιομηχανικὴν ἐργασίαν, μεγάλως θέλει ὠφεληθῆ ἡ παραγωγὴ καὶ κατανάλωσις τοῦ προϊόντος τούτου. Ἔκτοτε πολλοὶ ἐθεώρησαν τὴν ἰδέαν μου ἐκείνην χίμαιραν· ἀντετάχθη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἡ γνώμη, ὅτι εἶναι δύσκολος ἡ τοιαύτη βιομηχανικὴ ἐργασία ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ, καὶ ὅτι ἡ Ἀγγλία θὰ περιορισθῇ, ὅπως καὶ προχθὲς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, εἰς τὸ νὰ τρώγῃ καὶ ὄχι νὰ πίνῃ τὸν σταφιδόκαρπον. Ἐγὼ ἐξηκολούθουν νὰ ἔχω ἐναντίαν γνώμην, εὐτυχῶς δὲ ἡ γνώμη μου ἐνισχύθη ὑπὸ τῆς γνώμης τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἀγγλίας, τὴν ὁποίαν εἶχον προχθὲς τὴν τιμὴν ν’ ἀναγνώσω. Ἀλλ’ ὁ ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς παρετήρησεν, ὅτι, καὶ ἂν ἤθελε πραγματοποιηθῇ ἡ τοιαύτη βιομηχανικὴ μεταβολὴ τοῦ σταφιδοκάρπου εἰς οἶνον, θὰ ἦτο ἀδύνατος ἡ κατανάλωσίς του, ἕνεκα τοῦ μεγάλου δασμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπιβαρύνει τὸ προϊὸν τοῦτο.
§39ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§40ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ Ἀγγλία, ὡς γνωρίζετε, δὲν παράγει οἶνον, ἑπομένως ἡ θέσις τοῦ τόπου ἐκείνου εἶναι πολὺ διάφορος τῆς Γαλλίας. Ἐν Γαλλίᾳ παράγεται οἶνος, καὶ ἐκεῖ ὑπάρχει ἀνταγωνισμὸς τοῦ σταφιδίτου πρὸς τὸν ἐντόπιον οἶνον· συμφέροντα ἑπομένως τοπικὰ ἀποκρούουσι τὴν κατανάλωσιν τοῦ σταφιδίτου οἴνου. Ἐκ τούτου τὸ πνεῦμα τὸ προστατευτικὸν, καὶ ὡς ἐκ τούτου πᾶσα προσπάθεια, ἵνα ὑποστηριχθῇ νομοσχέδιον, ἐπιβάλλον βαρύτατον φόρον ἐπὶ τοῦ σταφιδίτου οἴνου. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν δὲν ὑπάρχει ἡ αὐτὴ περίπτωσις· ἡ Ἀγγλία δὲν κατασκευάζει ἐγχώριον οἶνον, ἡ Ἀγγλία προμηθεύεται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Θὰ ἦτο λοιπὸν εὐτύχημα, ἐὰν ἤθελε κατορθωθῇ νὰ μεταβάλληται ἡ σταφὶς εἰς οἶνον ἐκεῖ, καὶ τοῦτο βεβαίως δὲν θὰ ἦναι δύσκολον, ἀφοῦ κατορθοῦται ἐν Γαλλίᾳ, θὰ ἦναι δὲ πολὺ εὐχερεστέρα ἡ κατανάλωσις ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἀνταγωνισμὸς, παρὰ ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου τοιοῦτος ὑπάρχει μέγας. Ἐζήτησα νὰ ἐξετάσω τὰ τῆς φορολογίας τῶν οἴνων ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπως ἴδω, ἐὰν ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ ἡ μετατροπὴ τῆς σταφίδος εἰς οἶνον, καὶ παρετήρησα, ὅτι ὁ εἰσαγωγικὸς δασμὸς ἐπὶ τῶν οἴνων εἶναι ἐλάχιστος, διότι εἶναι ἀνάλογος τοῦ οἰνοπνεύματος, τὸ ὁποῖον περιέχει. Ὁ οἶνος, ὁ ὁποῖος περιέχει οἰνόπνευμα μέχρι 30 βαθμῶν, πληρόνει ἓν σελλίνιον τὸ γαλόνι· ὁ οἶνος, ὁ ὁποῖος περιέχει ἀπὸ 30–42 βαθμῶν, πληρόνει 2 σελλίνια καὶ 6 πένας· ὁ οἶνος, ὁ ὁποῖος περιέχει ἄνω τῶν 42 βαθμῶν, πληρόνει 3 πένας καθ’ ἕκαστον βαθμόν.
§41ΜΠΑΣΙΑΣ. Τί μέτρον λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν;
§42ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ δασμολόγιον ὁμιλεῖ περὶ τούτου.
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὸν βαθμὸν τοῦ οἰνοπνεύματος φορολογεῖται ὁ οἶνος.
§44ΡΙΚΑΚΗΣ. Μάλιστα. Ὁ συνήθης οἶνος πληρόνει ἓν σελλίνιον κατὰ γαλόνιον, δηλαδὴ πληρόνει 30 λεπτὰ τὴν φιάλην. Παρατηρεῖτε λοιπὸν, ὅτι ὁ δασμὸς εἶναι πολὺ μικρὸς, καὶ ἐὰν κατορθωθῇ ἡ σταφὶς νὰ μεταβληθῇ εἰς οἶνον, βεβαίως ὁ φόρος δὲν θὰ ἦναι μεγαλείτερος, ἐὰν ὄχι μικρότερος τοῦ δασμοῦ, τὸν ὁποῖον πληρόνουσιν οἱ ἐξωτερικοὶ οἶνοι. Τὸ βάρος εἶναι ἀνεπαίσθητον, καὶ δὲν θὰ ἐμποδίσῃ ἡ φορολογία τὴν κατασκευὴν τῶν τοιούτων οἴνων. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας, Κύριοι, δὲν τὰς ἔκαμον ἀπὸ ἰδιοτροπίαν, ἢ διότι ἔχω σκοπὸν νὰ συστήσω εἰς τοὺς Ἄγγλους, ὅτι πρέπει καὶ τοῖς συμφέρει νὰ κατασκευάζωσιν οἶνον ἐκ τῆς σταφίδος, διότι αὐτὸ τὸ γνωρίζουσιν αὐτοὶ κάλλιον ἐμοῦ, ἀλλ’ ὅπως δείξω πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συναλλάσσονται μεθ’ ἡμῶν ὡς πρὸς τὴν σταφίδα, ὅτι γνωρίζομεν ὅλας τὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι συνοδεύουσι τὸ προϊόν τοῦτο παντοῦ, καὶ ἑπομένως νὰ κάμωμεν προσεκτικοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπιμόνως ζητοῦσι ν’ ἀπαγορεύσωσι τὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὴν Γαλλίαν, πρὸς ζημίαν ἡμῶν καὶ, ἂν θέλητε, πρὸς ζημίαν καὶ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου Γαλλικοῦ ἔθνους. Διὰ τοῦτο παρατηρεῖται, ὅτι οἱ προστατευτικοὶ δὲν ἠδυνήθησαν μέχρι τοῦδε νὰ ἐπιβάλωσι τὴν γνώμην των, καὶ ὅτι ἤρχισαν νὰ προβλέπωσιν ἐν Γαλλίᾳ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ πρὸ ἑνὸς ἔτους εἶπον· ἤρχισαν νὰ σκέπτωνται, ὅτι ἡ βιομηχανία τῶν οἴνων δύναται νὰ μετατεθῇ ἀπὸ Γαλλίας εἰς Ἀγγλίαν. Ἐπικαλοῦμαι πρὸς τοῦτο τὸ χθεσινὸν ἀκόμη ἄρθρον τοῦ «Χρόνου» τῶν Παρισίων, τὸ ὁποῖον διὰ μακρῶν πραγματεύεται περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Δὲν εἶναι πλέον γνώμη ἰδική μου, εἶναι ὁ τύπος τῆς Γαλλίας, ὁ ὁποῖος ἐθεώρησεν ἀντικείμενον σπουδαίας συζητήσεως τὸ μέτρον τοῦτο, καὶ συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω μέρος τοῦ ἄρθρου τούτου, ὅπως πεισθῆτε, ὅτι ἰσχυρίζεται ἀκριβῶς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχον τὴν τιμὴν προχθὲς νὰ σᾶς εἴπω περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἀγγλικὸν περὶ τῆς κορινθιακῆς σταφίδος μέτρον εἶναι ἄμεσος ἀπάντησις εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα φαίνεται ἑτοίμη νὰ λάβῃ κατὰ τοῦ προϊόντος τούτου ἡ Γαλλία, ἔχουσα κακοὺς συμβούλους. Παραιτούμεθα ὠφελημάτων καὶ μέσων ἀναμφισβητήτου ἐπιῤῥοῆς, τὰ ὁποῖα καταλαμβάνει ἀμέσως ἡ Ἀγγλία. «Τὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα οἱ γείτονες ἡμῶν θέλουσιν ἀπολαύσει ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἐπὶ τῆς κορινθιακῆς σταφίδος δασμοῦ, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Γαλλία ἤθελε λάβει τὰ προτεινόμενα ἀπηγορευτικὰ μέτρα, εἰσὶ διάφορα. Πρῶτον θ’ ἀναπτύξωσι μετὰ τῆς Ἑλλάδος στενοτέρας ἐμπορικὰς σχέσεις, τὸ δὲ κέρδος τοῦτο δὲν εἶναι ἀξιοκαταφρόνητον κατὰ τὴν παροῦσαν ἐποχὴν τοῦ παγκοσμίου ἀνταγωνισμοῦ καὶ τῆς κατακτήσεως ἐξωτερικῶν ἀγορῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ τὸ μόνον. Ἡ Ἀγγλία δὲν θὰ βραδύνῃ νὰ συγκεντρώσῃ εἰς ἑαυτὴν τὴν βιομηχανίαν τῆς κατασκευῆς οἴνων ἐκ τῆς κορινθιακῆς σταφίδος, καὶ διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς βιομηχανίας ταύτης θέλει ἐπιτύχει τὸ τριπλοῦν τοῦτο ἀποτέλεσμα. Ἕνα ἔτι πόρον διὰ τὴν ἐθνικὴν ἐργασίαν, μίαν ἔτι πηγὴν ἐσόδων διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ τέλος τὸν περιορισμὸν τῆς εἰσαγωγῆς τῶν γαλλικῶν οἴνων εἰς Ἀγγλίαν. Πρέπει λοιπὸν νὰ σκεφθῶμεν καλῶς.» Αὐτὰ λέγει σπουδαῖον δημοσιογραφικὸν ὄργανον τῶν Παρισίων, μεμφόμενον τοὺς ὑποστηρίζοντας τὸ σύστημα τὸ προστατευτικὸν, προκαλοῦν τὴν δημοσίαν προσοχὴν ἐπὶ ζητήματος σπουδαιοτάτου, τὸ ὁποῖον ἀπειλεῖ τὰ συμφέροντα τῆς Γαλλίας, καὶ ὑποδεικνύον, ὅτι ἡ Ἀγγλία θὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὴν Γαλλίαν τὴν βιομηχανίαν τῶν κορινθιακῶν οἴνων, ἕνεκεν τῆς καταργήσεως τοῦ δασμοῦ. Ἑπομένως νομίζω, χωρὶς διὰ τῆς τοιαύτης ἀναπτύξεως νὰ ἐννοῶμεν ν’ ἀποπλανήσωμεν οὐδένα, χωρὶς νὰ γεννήσωμεν ἐλπίδας χειμαιρικάς, ὅτι δυνάμεθα νὰ δείξωμεν, ὅτι ἐννοοῦμεν πολὺ καλὰ τὴν ἀξίαν τοῦ προϊόντος τούτου καὶ τὰς εὐνοϊκὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελεῖ σήμερον, καὶ ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι χάριν τοπικῶν συμφερόντων ζητοῦσι διὰ παντὸς τρόπου νὰ κλείσωσι τὰς θύρας τῆς Γαλλίας εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῆς σταφίδος, ζημιοῦσι τὰ ἴδια ἑαυτῶν συμφέροντα. Ἀλλ’ ὠφελοῦμαι ἀπὸ τὴν περίστασιν ταύτην, ὅπως ὑποβάλω καὶ μίαν ἄλλην παρατήρησιν. Μεταξὺ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα τότε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, ἦτο καὶ ἄλλη εὐχὴ, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ ἡ κατασκευὴ οἴνου σταφιδίτου ἐν Ῥωσσίᾳ, καὶ καθ’ ἃ ἰδιαιτέρως πληροφοροῦμαι, νομίζω ὅτι δὲν ἀπατῶμαι, ἐὰν εἴπω, ὅτι ἡ ἰδέα ἤρχισε νὰ λαμβάνῃ σάρκα ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ· ὅτι, γενομένης ἐξετάσεως, εὑρέθη ὅτι οἱ οἶνοι ἐν Ῥωσσίᾳ, ἐξ ὧν τὸ Κράτος ἔχει σπουδαῖον εἰσόδημα, εἶναι πάντες ἐκλεκτῆς ποιότητος, χρησιμεύοντες εἰς τὰς ἀνωτέρας τάξεις καὶ τὰς πλουσιωτέρας, καὶ ὅτι διὰ τὸν κοινὸν λαὸν δὲν ὑπάρχει εὐθηνὸς οἶνος. Ἐγένετο λοιπὸν σκέψις καὶ προσπάθεια ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων, ὅπως ἐπιτραπῇ, εἰ δυνατόν, ἡ κατασκευὴ οἴνου σταφιδίτου, καθόσον, ὡς γνωρίζετε, ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ προϊόντος εἶναι ἐλευθέρα, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται ἡ κατασκευὴ οἴνου καὶ οἰνοπνεύματος. Ἤθελον παρακαλέσει ἑπομένως τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἔλθῃ εἰς διαπραγματεύσεις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ὅπως ἐπιτύχῃ, εἰ δυνατόν, τὴν ἄδειαν τῆς Ῥωσσικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως καὶ ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ ἐκείνῃ ἐπιτραπῇ ἡ βιομηχανικὴ αὕτη ἐργασία. Ἐλπίζω κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον, ἐὰν ἔχωμεν τὴν τιμὴν νὰ συναντηθῶμεν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, νὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ εὐχαριστήσω ἐπὶ τῇ ἐπιτυχίᾳ καὶ τῆς δευτέρας ταύτης συστάσεώς μου καὶ τῇ ἐντελεῖ ἀποτυχίᾳ τοῦ προστατευτικοῦ συστήματος.
§45ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, διὰ νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις, οὐχὶ πρὸς ἀντίκρουσιν τοῦ προαγορεύσαντος, διότι, ἐὰν ἡ φωνὴ ἡμῶν ἠδύνατο νὰ πείσῃ τοὺς Γάλους νὰ μὴ ψηφίσωσι τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ ἐκ σταφίδος οἴνου, ἠθέλομεν βεβαίως ἐγείρει τοιαύτην, ἀλλὰ διότι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐφάνη πως ἀπαντῶν εἰς ὅσα εἶπον ἐγὼ χθές. Οὐδὲν εἶπον, ἐναντιούμενον εἰς τὰς εὐχὰς τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Ἡ ἰδέα, ἣν ἐξέφρασα, εἶναι, ὅτι ἡ ἐν Ἀγγλίᾳ ἀποφασισθεῖσα ἐλάττωσις τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῆς σταφίδος δὲν ἐγένετο διὰ τὴν σταφίδα, ἥτις δύναται νὰ μεταβληθῇ εἰς οἶνον, ἀλλὰ δι’ ἐκείνην, ἥτις χρησιμεύει πρὸς βρῶσιν, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ σχηματίσωμεν ὑπερβολικὰς ἐλπίδας, δυναμένας νὰ ἔχωσιν ἐπιβλαβῆ ἀποτελέσματα δι’ ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον πιστεύσει, ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ θὰ εὐνοηθῇ καὶ εὐκολυνθῇ ἡ μεταβολὴ τῆς σταφίδος ἡμῶν εἰς οἶνον. Τοῦτο δὲν ἀρέσκει μήτε εἰς τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον, μήτε εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν’ ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἀγγλίας ἐδήλωσεν, ὅτι, ἐὰν ἐργοστασιάρχαι θελήσωσι τὴν ἑλληνικὴν σταφίδα νὰ τὴν μεταβάλωσιν εἰς οἶνον, θὰ ἔχωσι νὰ λογαριασθῶσι καὶ μετὰ τοῦ τελωνείου, τοῦ εἰσπράττοντος δασμὸν ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων οἴνων, καὶ μετὰ τῆς Διευθύνσεως τῶν ἐμμέσων φόρων, εἰς ἣν ὑπάγεται ἡ φορολογία τῶν οἰνοπνευμάτων, ὅτι δὲ εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ Διεύθυνσις αὕτη τὸν ἐκ σταφίδος παραγόμενον οἶνον νὰ κατατάξῃ μεταξὺ τῶν οἰνοπνευμάτων τῶν βαρύτερον φορολογουμένων. Τοῦτο εἶπον ὡς ἁπλῆν πληροφορίαν, ἣν ἠρύσθην ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἀγγλίας. Τὸ εἶπον δέ, διότι, καίπερ ὀφείλων νὰ πράξῃ τοῦτο, δὲν τὸ εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος, πρὸς πρόληψιν τῆς μορφώσεως ὑπερβολικῶν καὶ ἀβασίμων ἐλπίδων. Τοῦτο δὲ λέγων, εἰμὶ πληρέστατα σύμφωνος μὲ τὸν προλαλήσαντα, ὅτι θὰ ἤμεθα λίαν εὐχαριστημένοι, ἂν καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ συνειθίσωσι νὰ κατασκευάζωσι καὶ πίνωσιν οἶνον σταφιδίτην, ἀντὶ ζύθου ἢ οἴνου γαλλικοῦ, πορτογαλλικοῦ ἢ ἱσπανικοῦ, καὶ ἂν ἐν Ῥωσσίᾳ ὡσαύτως ἀποφασίσωσι νὰ προτιμήσωσι τὸν ἐκ σταφίδος οἶνον ἀντὶ τοῦ οἴνου, τοῦ παραγομένου ἐν Κριμαίᾳ, ὃν προτιμῶσι σήμερον καὶ ὅστις πωλεῖται ἐκεῖ περίπου ἀντὶ 40 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν. Εἰς τοῦτο συνενόνω καὶ ἐγὼ τὰς εὐχάς μου εἰς τὰς τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Λυποῦμαι ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς παρενέβαλε καὶ ἐμὲ εἰς τὴν συζήτησιν, εἰπὼν ὅτι ἠναγκάσθη νὰ ὁμιλήσῃ, διότι δὲν ὡμίλησα ἐγώ. Ἀλλ’ ἐὰν ὡμίλουν ἐγώ, δὲν θὰ ἔλεγον ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής. Ὁ κ. Βουλευτής, ὅστις ἀνήγγειλεν, ὅτι ἀνέγνωσε τὸν λόγον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἀγγλίας ἐν πρωτοτύπῳ, ἢ τὸ πρωτότυπον, δὲν θὰ ἐνόησεν ἢ θὰ ἐξέλαβεν ὡς πρωτότυπον πλημμελῆ παράφρασιν, διότι τὸ πρωτότυπον βεβαίως πᾶν ἄλλο λέγει ἢ ὅ,τι ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνεκοίνωσεν ὡς περιεχόμενον ἐν αὐτῷ. Τὸ πρωτότυπον δὲν λέγει, ὅτι ὁ σταφιδίτης οἶνος ἐν Ἀγγλίᾳ θὰ φορολογῆται ὡς οἰνόπνευμα, ἀλλὰ λέγει, ὅτι ὁ σταφιδίτης οἶνος, ὡς καὶ πᾶς ἄλλος οἶνος, ἐὰν περιλαμβάνῃ οἰνόπνευμα ἄνω βαθμοῦ τινος, φορολογεῖται ὡς οἰνόπνευμα· καθιστᾷ ἄρα προσεκτικοὺς τοὺς ἐφιεμένους τοιαύτης βιομηχανικῆς ἐνεργείας νὰ μὴ ὑπερβαίνωσι τὸ ὅριον ἐκεῖνο, ἵνα μὴ ἔχωσι λογαριασμὸν πρὸς τὴν Διεύθυνσιν τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἐσωτερικῶν ἐμμέσων φόρων. Τοῦτο, τὸ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ῥηθὲν, ἀποδεικνύει τὴν ὀρθότητα τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, τουτέστιν, ὅτι ἐπιτρέπεται ἐν Ἀγγλίᾳ ἀδασμολόγητος καὶ ἀτελὴς ὅλως ἡ ἐκ σταφίδος οἰνοποιΐα, ἥτις ὅμως πρέπει, ἵνα ἀπολαύῃ τοῦ πλεονεκτήματος τούτου, νὰ ᾖναι οἰνοποιΐα, δὲν πρέπει νὰ περιλαμβάνῃ ἐν τῷ προϊόντι οἰνόπνευμα, ὅσον ἀρκεῖ, ἵνα κατατάσσηται ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἐσωτερικῶν ἐμμέσων φόρων μετὰ τῶν οἰνοπνευμάτων. Λέγει ὅμως καί τι ἄλλο τὸ πρωτότυπον τῆς ἀγορεύσεως τοῦ Ὑπουργοῦ, λέγει ὅτι αὐτὸν δὲν ἐνεθουσίασεν ἡ ἰδέα τῆς μεταποιήσεως τῆς σταφίδος εἰς οἶνον, διότι διὰ τῆς τοιαύτης μεταποιήσεως θὰ ζημιοῦται τὸ Δημόσιον τὸ ἀγγλικὸν, εἰσπράττον ἤδη ἱκανὰ ἐκ τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν οἴνων. Ἀλλὰ τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὰς διαθέσεις τοῦ Ὑπουργοῦ τὰς προσωπικὰς, δὲν ἀφορᾷ εἰς ἑρμηνείαν τῆς νομοθεσίας τῆς ἀγγλικῆς. Ἡ ἀγγλικὴ νομοθεσία, ὡς εἶναι γνωστὸν καὶ ὡς προκύπτει καὶ ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ τῆς Ἀγγλίας, ἐπιτρέπει τὴν ὅλως ἀτελῆ μεταποίησιν τῆς σταφίδος εἰς οἶνον, οὗτινος ἡ δύναμις νὰ μὴ ᾖναι ἀνωτέρα τῆς διαβαθμίσεως, ἣν ἡ ὑπηρεσία τῶν ἐσωτερικῶν ἐμμέσων φόρων ἀναγνωρίζει ὡς διακρίνουσαν ἀπὸ τῶν οἴνων τὰ οἰνοπνεύματα.
§47ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἄν καὶ ἰσχυρίζεται, ὅτι διαφωνεῖ πρὸς ἐμὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν βλέπω ὅμως διαφορὰν ἐννοίας μεταξὺ τῶν ὅσων εἶπον καὶ ἐκείνων, ἅτινα εἶπεν οὗτος. Εἷς δὲ ἀξιότιμος συνάδελφος μοὶ δίδει καὶ μετάφρασιν τῶν λόγων τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἀγγλίας, ἥτις συμφωνεῖ πρὸς ὅσα εἶπον. (Ἀναγινώσκει).
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ παρ’ ὑμῶν ἀναγνωσθὲν εἶναι πάλιν καὶ τοῦτο ἀνακριβὴς σύνοψις περικοπῆς τῆς ἀγορεύσεως. Ὁ Ὑπουργὸς ἀγορεύων δὲν ἔλεγε περὶ ἑαυτοῦ, ὅτι ποιεῖται μνείαν, ἀλλ’ ἐποιεῖτο τὴν μνείαν ἐν τῷ πρώτῳ προσώπῳ. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ παρέχει τὴν βεβαιότητα, ὅτι τὰ πράγματα ἔχουσιν ὡς εἶπον ταῦτα· ὅτι τουτέστι, κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἀγγλίας, ἡ οἰνοποιΐα ἐκ σταφίδος ἐπιτρέπεται ὅλως ἀτελῶς, δὲν ἐπιτρέπεται δὲ ἀτελῶς ὑπὸ τὸ πρόσχημα οἰνοποιΐας ἡ οἰνοπνευματοποιΐα, ὁ δὲ παραγόμενος ἐκ σταφίδος οἶνος ἀνωτέρας δυνάμεως τοῦ ἐπιτρεπομένου ὅρου θὰ ὑποβάλληται εἰς τὴν ἀπότισιν τοῦ ἐγχωρίου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων φόρου, ὡς καὶ πᾶς ἄλλος τοιαύτης δυνάμεως οἶνος.
§49ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἤθελον νὰ μᾶς εἴπητε, ἐὰν ἡ φράσις, ἣν ἀνεγνώσατε, δίδῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἑλλάδος τὸ θάῤῥος νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας, ἐὰν ἡ σταφὶς αὐτῶν θὰ καταναλωθῇ ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐν μέρει μὲν εἰς βρῶσιν, τὸ δὲ ὑπόλοιπον μεταβαλλόμενον εἰς οἶνον ἢ οἰνόπνευμα.
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδαμῶς ἐγὼ διστάζω νὰ συστήσω ἐκθύμως τὴν ἐν Ἀγγλίᾳ οἰνοποιΐαν ἐκ σταφίδος εἰς πάντα τὸν διατεθειμένον, ὅπως ἀναδεχθῇ τοιαύτην ἐπιχείρησιν. Ἀπαρέσκει αὕτη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἀγγλίας, ἀλλ’ ἡ ἀπαρέσκεια αὕτη θέλει ὁδηγήσει αὐτὸν καὶ μέχρι νομοθετικῆς ἐνεργείας; Ἐγὼ δὲν ἔχω γνώμην, ὅτι θέλει προβῇ ὁ Ὑπουργὸς μέχρι ταύτης. Τὴν ἀπαρέσκειαν αὐτοῦ ἐξεδήλωσεν, εἰπὼν, ὅτι δὲν θὰ ἐπεθύμει νὰ ἴδῃ ἀναπτυσσομένην τοιαύτην βιομηχανίαν, διότι θέλει βλάψει τὰ συμφέροντα τοῦ Ἀγγλικοῦ Δημοσίου, εἰσπράττοντος ἱκανὰ ἐκ δασμοῦ οἴνων εἰσαγομένων ἔξωθεν, ἡ ἀτελὴς παραγωγὴ οἴνου ἐν τῇ χώρᾳ· ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἀπαρεσκείας ταύτης μέχρι νομοθετικῆς ἐνεργείας ὑπάρχει χάσμα, ὅπερ νομίζω, ὅτι ἐπὶ πολὺ δὲν θ’ ἀποπειραθῇ νὰ ὑπερπηδήσῃ. Ἄλλως τε φρονῶ, ὅτι, καὶ ἄν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελε προβῆ εἰς πρότασιν περὶ τούτου, δὲν θὰ ἐτύγχανεν αὕτη προθύμου ὑποδοχῆς ἐν τῇ Ἀγγλικῇ Βουλῇ, ἧς εἶναί πως γνωσταὶ αἱ διαθέσεις ἐν τοιούτοις θέμασιν. Ἡ βιομηχανία αὕτη δὲν εἶναι ὅλως νέα ἐν Ἀγγλίᾳ, ἔνθα καὶ ἤδη κατασκευάζεται οἶνος ἐκ τῆς σταφίδος καὶ ἐξ ἄλλων οὐσιῶν, ἐν περιωρισμένῃ ὅμως ποσότητι ἰδίως ὡς πρὸς τὴν σταφίδα, διότι ὁ δασμὸς δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἀνάπτυξιν ἐν εὐρείᾳ διαστάσει τοιαύτης βιομηχανίας. Οἱ οὕτω παραγόμενοι οἶνοι ὀνομάζονται Βρεττανικοὶ οἶνοι καὶ θεωροῦνται ἐκ τῶν ἀθλιωτέρων· οὐδένα δὲ ἀποτίνουσιν οὗτοι φόρον.
§51ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐγὼ δὲν παρευρέθην κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἕνεκα λόγων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς μου· ἐὰν παρευρισκόμην, ἤθελον ὑποστηρίξει τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Τριφυλίας, ὅστις εἶπεν, ὅτι ἡ σύμβασις πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἄνευ συζητήσεως. Λυποῦμαι δὲ διὰ τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἤδη γίνονται. Θεωρῶ ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη μετὰ τῆς Ἀγγλίας δὲν ἔλυσε τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, οὐδὲ πρέπει νὰ περιμένωμεν πολλά, ἐφ’ ὅσον ἡ παραγωγὴ εἶναι ἀνωτέρα τῆς καταναλώσεως, διότι θὰ ὑπόκηται εἰς τὰς διακυμάνσεις τῶν τιμῶν· τοῦτο ὅμως δὲν δύναται οὔτε ἡ Κυβέρνησις οὔτε ἄλλος τις ἐξ ἡμῶν νὰ προἴδῃ· πάντως δὲ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡμεῖς πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν, ὅπως εὕρωμεν μέσα καταναλώσεως, διότι ἡ σταφὶς εἰς τὸ Κράτος δὲν εἶναι ζήτημα δημοκοπίας οὔτε τῆς Κυβερνήσεως οὔτε τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἶναι ζήτημα ζωῆς· πάντες εἶναι σταφιδοκτήμονες, καὶ ὅσοι δὲν εἶναι ὠφελοῦνται ἐπίσης ἐκ τῆς παραγωγῆς.
§52ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ἀναγκαῖον νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν. Οἱ δύο ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἵτινες ἐσύστησαν τὴν ἐν σιγῇ ψήφισιν τοῦ νόμου περὶ σταφίδος, εἰσὶν ἐκεῖνοι, οἵτινες ὡμίλησαν πλειότερον ἴσως τῶν ἄλλων. Δὲν γνωρίζω κατὰ τίνος συζητήσεως παραπονεῖται ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Ὅσα ἐλέχθησαν δὲν περιεῖχον ἀντίῤῥησίν τινα κατὰ τοῦ περιεχομένου τοῦ νόμου καὶ τῆς συμβάσεως, ἥτις νὰ τὸν καταστήσῃ τόσον περίφοβον. Πάντες εἴπομεν, ὅτι προθύμως θέλομεν ψηφίσει τὴν σύμβασιν καὶ διὰ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐπὶ τῆς σταφίδος δασμοῦ ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ διὰ τὴν ἐλάττωσιν παρ’ ἡμῖν τοῦ τελωνειακοῦ τέλους ἐπὶ εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας περὶ αὐξήσεως τοῦ βάρους καὶ τῶν διαστάσεων τῶν δειγμάτων ἐμπορευμάτων).
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαθέσεως τῆς Ναξίας σμύριδος.
§54Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει, καθ’ ἣν ἠρευνήθη ἐν τῇ Βουλῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ διαθέσεως τῆς Ναξίας σμύριδος, δὲν παρέλιπον νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐπ’ αὐτοῦ εἶχον. Ἐπειδὴ ὅμως ἔκτοτε παρῆλθον πολλαὶ ἡμέραι, ἅτε δὲ αὖθις ἐγένετο λόγος ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου οἱ ἀγορεύσαντες ἠρεύνησαν αὐτὸ ὑπὸ ἄλλας ἐπόψεις, ἀναγκάζομαι νὰ ὑπομνήσω τὰς καθολικὰς ἀντιῤῥήσεις, τὰς ὁποίας προέβαλον, νὰ ἀναιρέσω δὲ συγχρόνως τὰς ἀντιῤῥήσεις, τὰς ὁποίας ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀπαντῶν πρὸς τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα, προέβαλεν. Ἡ καθολικὴ ἀντίῤῥησις, τὴν ὁποίαν προέβαλον κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἦτο, ὅτι εἰσάγει καινοτομίας, αἵτινες ἐπὶ ἥμισυν μέχρι τοῦδε αἰῶνα οὐδέποτε ἐκράτουν ἐν τοῖς νομοθετικοῖς μέτροις περὶ τῆς διαθέσεως τῆς σμύριδος. Οὐδέποτε εἶχεν ἀποδεχθῆ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ὅτι ἡ Ναξία σμύρις διαιρεῖται εἰς δύο ποιότητας. Ἐξεμίσθου τὴν σμύριδα ἡ Κυβέρνησις, ἔδιδε δὲ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν μισθωτὴν νὰ μὴ λαμβάνῃ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν αὐτὸς δὲν ἤθελε, τὴν ὁποίαν ἔκρινεν, ὅτι δὲν περιεῖχεν ὅλα τὰ συστατικὰ τῆς σμύριδος, τὴν ὁποίαν εἶχε μισθώσει. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐβεβαίου τὴν Βουλὴν, ὅτι τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ Ναξία σμύρις τυγχάνει φύσει διῃρημένη εἰς ποιότητας, εἰς ποιότητα καλλιτέραν καὶ εἰς ποιότητα κατωτέραν, ἴσως δὲ ἐν τῷ μέλλοντι ἀναφανῇ, ὅτι ὑπάρχει καὶ τρίτη καὶ τετάρτη ποιότης. Καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τούτου ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὀγδοήκοντα χιλιάδες κανταρίων εὑρέθησαν εἰς σωροὺς, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀρνηθῆ οἱ μισθωταὶ νὰ λάβωσιν. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῷ ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 80 χιλιάδων κανταρίων δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ σμύρις φύσει τυγχάνει διῃρημένη εἰς διαφόρους ποιότητας, διότι τόσον ποσὸν σμύριδος ἀπαραδέκτου ἦτο μικρὸν ἀναλόγως πρὸς τὰ ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐκμισθοῦται ἡ σμύρις, ὁ Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ποσὰ, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζει καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἐντὸς διαφόρων φρεάτων. Ἀλλὰ καθ’ ὃν τρόπον ἐξητάσθησαν τὰ πράγματα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φωτισθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἀληθείας, οὐδ’ ἐβεβαιώθη, ἂν ὑπάρχῃ σμύρις ἐξαχθεῖσα, ἥτις δὲν ἐγένετο δεκτὴ ὑπὸ τῶν μισθωτῶν, διότι ἐκρίθη μὴ ἐπιτηδεία εἰς τὴν ἐμπορίαν, ὡς μὴ περιέχουσα τὰ στοιχεῖα τῆς σμύριδος. Διὰ νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλη ποιότης σμύριδος, πλὴν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν οἱ μισθωταὶ ἔλαβον, πρέπει νὰ ἀνέρχωνται εἰς μέγα ποσὸν τὰ ὑπάρχοντα παραλείμματα τοῦ κατὰ τὸ παρελθὸν μισθωτοῦ· ἀλλ’ ἐν ᾧ ἡ ἐξόρυξις τῆς σμύριδος καὶ ἡ πώλησις αὐτῆς, ἂν ὑπολογισθῇ ἀρξαμένη ἀπὸ τοῦ 1835, ἐξακολουθεῖ 55 ἤδη ἔτη, μόνον 80 χιλιάδας καντάρια ἀνέφερεν ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν ἐγίνοντο δεκτὰ, δηλαδὴ 1500 μόνον καντάρια κατ’ ἔτος. Εἶπεν ἀληθῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ποσὰ, ἀλλὰ δὲν εἶπε ποῦ εὑρίσκονται, οὐδὲ ποῖά εἰσι τὰ ποσὰ ταῦτα. Εὑρίσκονται ἐντὸς φρεάτων, μήπω ἐξορυχθέντα; Τὸ πρᾶγμα δὲν δύναται νὰ γένηται ἀποδεκτὸν, ἂν δὲν ἀποδειχθῇ, διότι τοῦτο εἶναι τὸ μόνον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπρότεινεν, ἵνα πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ σμύρις πρέπει νὰ διαιρεθῇ εἰς ποιότητας. Ἐὰν δὲ τοῦτο δὲν ἀποδειχθῇ, τότε τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον σᾶς ζητοῦσι νὰ νομοθετήσητε, οὐ μόνον δὲν ἐνδείκνυεται ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τοῦ ἐμπορίου, ἀλλ’ εἶναι καὶ μέτρον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην θέλει καταλήξει εἰς μεγάλην ζημίαν τοῦ Δημοσίου, δὲν πρέπει δὲ νὰ γένηται δεκτὸν παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἐὰν 80 χιλιάδες μόνον καντάρια ἀπεῤῥίφθησαν ὑπὸ τῶν μισθωτῶν ἐπὶ 55 ἔτη, ἤτοι ἐὰν 1500 μόνον καντάρια ἀπεῤῥίπτοντο κατ’ ἔτος ἐκ τῆς ἐξορυσσομένης σμύριδος, τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἐν Νάξῳ δὲν ὑπάρχει σμύρις δευτέρας ποιότητος, δὲν πρέπει δὲ νὰ ἀναγνωρίσωμεν ἡμεῖς τοιαύτην, διότι θέλομεν δημιουργήσει ἀφορμὴν καταχρήσεων, καταλογιζομένης τῆς σμύριδος τῆς πρώτης ποιότητος ὡς δευτέρας ποιότητος. Προετάθη ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐπίσης, ὅτι καὶ ἑτέρα τις ἀνάγκη ὑπηγόρευσε τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπρότεινεν, ἤτοι, ὅτι πρέπει νὰ ἀρθῇ τὸ ποσόν τῆς σμύριδος, τὸ ὁποῖον οἱ μισθωταὶ εἶχον ἀποῤῥίψει, διότι ἔχει καταλάβει τὸν χῶρον καὶ ἐπιπροσθεῖ εἰς τὰς ἐργασίας τῆς ἐξορύξεως. Καὶ ὁ λόγος οὗτος μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν γνώμην ἡμῶν· διότι, ἐὰν τὸ ἔδαφος ἦναι κεκαλυμμένον ὑπὸ σμύριδος τοιαύτης ποιότητος, δύναται αὕτη νὰ μεταφερθῇ ἀλλαχοῦ. Καὶ αἱ μελέται δὲ, αἵτινες ἀνεκοινώθησαν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν στοιχείων, ἐκ τῶν ὁποίων σύγκειται ἡ σμύρις, ὀλίγον δύνανται νὰ μᾶς διαφωτίσωσιν ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον εἶναι καθαρῶς πρακτικόν. Τὴν χρησιμότητα τῆς σμύριδος κατανοεῖ κάλλιον παντὸς ἄλλου τὸ ἐμπόριον, οἱ δὲ μισθωταί, οἱ ἔχοντες τὸ συμφέρον ὑπὲρ πάντα ἄλλον νὰ παραλαμβάνωσι σμύριδα, ἥτις δύναται νὰ γένηται ἀντικείμενον ἐμπορίου, οὐδέποτε ἐζήτησαν νὰ ἀγοράσωσι σμύριδα κατωτέρας ποιότητος, διότι οὐδέποτε ἐγένετο λόγος περὶ ὑπάρξεως σμύριδος κατωτέρας ποιότητος, ἠρκοῦντο δὲ μόνον νὰ ἀποῤῥίπτωσιν, ἤτοι νὰ μὴ στέργωσι νὰ παραλαμβάνωσιν, ὡς ἄχρηστον, τὴν σμύριδα, ἣν ἔκρινον μὴ ἐμπορεύσιμον. Ἑπομένως ἡμεῖς αὐθαιρέτως ζητούμεθα νὰ ἀποδεχθῶμεν καινοτομίαν, ἥτις ἀναντιῤῥήτως θέλει καταλήξει εἰς ζημίαν τοῦ δημοσίου ταμείου. Πάντες γνωρίζετε τὰς δυσκολίας, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν, ὅταν πρόκηται νὰ γίνῃ διάκρισις ποιοτήτων, εἴτε ἐπὶ ἀντικειμένων ἐμπορίου, εἴτε ἐπὶ προϊόντων φύσεως, εἴτε ἐπὶ καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐδάφους. Δημιουργεῖται κίνδυνος καταφανὴς, νὰ περιπέσῃ ἡ διοίκησις εἰς αὐθαίρετον προσδιορισμὸν, εἰς τοῦτο δ’ ἰδίως προσέκρουσαν κατὰ τὸ παρελθὸν πᾶσαι αἱ τοιαῦται διατάξεις τῶν φορολογικῶν νόμων, ὅσοι εἶχον εἰσαγάγει τὴν διάκρισιν τῶν ποιοτήτων τῶν φορολογητέων ἀντικειμένων. Εἰς τοιαύτην μεγίστην ζημίαν θέλομεν ἐκθέσει τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἐὰν ἐπιτρέψωμεν εἴς τινα νὰ διακρίνῃ τὸ ὀρυκτὸν τῆς σμύριδος κατὰ ποιότητας. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐλήφθησαν μέτρα τινὰ πρὸς ἐξασφάλισιν ἀπὸ καταχρήσεων, ἀλλὰ ταῦτα οὐδὲν θέλουσι φέρει ἀποτέλεσμα, οὐδεμίαν παρέχουσιν ἐγγύησιν, διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἀντιπροσωπεύσει τὸ Δημόσιον, εἴτε ἐπιστάται λέγονται, εἴτε ἐπιμεληταί, εἰσὶν ἄνθρωποι ἀτελεῖς, δυνάμενοι νὰ περιπέσωσιν εἰς ψευδεῖς προσδιορισμοὺς οὐ μόνον κατὰ πλάνην, ἀλλὰ καὶ ἐν γνώσει, καὶ μάλιστα παρ’ ἡμῖν, ἔνθα ἡ διοίκησις δὲν ἀκμάζει ἀπό τινος χρόνου, οὔτε διακρίνονται τὰ ὄργανα αὐτῆς ἐπὶ ἀκριβείᾳ περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των. Ἀλλὰ τί βιάζει ἡμᾶς νὰ διασκευάσωμεν, καὶ ἂν διεσκευάσθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀποδεχθῶμεν σύστημα πρὸς διάκρισιν τῆς σμύριδος; Μᾶς βιάζει, εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἡ ἐπιθυμία νὰ αὐξήσωμεν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον, μᾶς βιάζει ἡ ἐπιθυμία νὰ ἐπικρατήσωμεν κατὰ τὸν ἀνταγωνισμὸν τοῦ ὀρυκτοῦ τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὸ ὀρυκτὸν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, καὶ νὰ εἰσαγάγωμεν οὕτω εἰς τὴν βιομηχανίαν πλειότερον ποσὸν τοῦ ἡμετέρου ὀρυκτοῦ. Εἶναι ἀληθὲς τοῦτο; Ἂς ἐξετάσωμεν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγεν, ὅτι κατὰ τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου θέλει εἰσπράξει πλειότερα τῶν εἰσπραττομένων κατὰ τὸ μέχρι τοῦδε νενομοθετημένον σύστημα, ἀλλὰ τοῦτο δὲν τὸ βεβαιοῖ ἡ ἔρευνα τοῦ παρελθόντος. Κατὰ τὰ 1871–1875 τὸ Δημόσιον εἰσέπραττε κατ’ ἔτος δραχμὰς 631,096, ἡ δὲ δαπάνη διὰ τὴν ἐξόρυξιν καὶ μεταφορὰν τοῦ ὀρυκτοῦ ἀνήρχετο κατ’ ἔτος εἰς 133,928, διότι ἐξωρύσσοντο 60 χιλιάδες κανταρίων κατ’ ἔτος, ἐπληρόνοντο δὲ εἰς τοιαῦτα ἔξοδα δραχ. 2 καὶ 50 λεπτὰ κατὰ καντάριον, ἤτοι δραχμαὶ παλαιαὶ 150,000, ἢ νέαι δρ. 133,928· συνίστατο λοιπὸν κατὰ τὴν πενταετίαν τὸ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων καθαρὸν ἔσοδον τοῦ ταμείου ἐκ τῆς σμύριδος εἰς δραχμὰς 497,168 ἐτησίως. Κατὰ τὸ διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲ, ὅπερ συζητοῦμεν, προτεινόμενον ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ σύστημα, θέλομεν εἰσπράττει καθ’ ἕκαστον τῶν δώδεκα ἐτῶν φράγκα χρυσᾶ 461,000, ἤτοι δραχμὰς χαρτίνους 562,420, ἀλλὰ θέλομεν δαπανήσει εἰς ἔξοδα ἐξορύξεως δραχμὰς 228,000, ἡ δὲ καθαρὰ πρόσοδος θέλει περιορισθῆ εἰς 334,420, ἑπομένως τὰ κατὰ τὸ νέον σύστημα πιθανὰ ἔσοδα δὲν αὐξάνουσιν, ἀλλ’ εἰσὶν ἐλάσσω κατὰ δραχμὰς 162,748 κατ’ ἔτος. Καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἀπὸ τοῦ 1877–1890 ἐτῶν τὸ ταμεῖον εἰσέπραττε κατ’ ἔτος δραχμὰς 448,214, ἐδαπάνησε δὲ κατ’ ἔτος πρὸς ἐξόρυξιν 40 χιλιάδων κανταρίων, πρὸς 3 δραχμὰς ἕκαστον, δραχ. 120,000, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ὁποίων τὸ ἐκ τῆς σμύριδος καθαρὸν ἔσοδον τοῦ Δημοσίου συνίστατο κατ’ ἔτος εἰς δραχμὰς 328,214, ἤτοι κατὰ δραχμὰς 6,206 ὀλιγώτερον τῶν προϋπολογιζομένων ὡς εἰσπραχθησομένων κατὰ τὸ νέον σύστημα. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπρόβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι θέλουσιν εἶσθαι εἰς τὸ μέλλον τὰ ἔξοδα ὀλιγώτερα, διότι δὲν θέλουσι πληρόνεσθαι οἱ ἐργάται ὅσον καὶ πρότερον, ἤτοι 3 δραχμὰς κατὰ καντάριον, ἀφοῦ ἡ σμύρις τῆς δευτέρας ποιότητος εἶναι ἐξωρυγμένη, ἀλλὰ θέλουσι πληρόνεσθαι μόνον διὰ τὴν μεταφορὰν αὐτῆς. Ἔλεγε δὲ ταῦτα, ἀναφερόμενος εἰς τὰς 80 χιλιάδας κανταρίων, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀφήσει κατὰ τὸ μέχρι τοῦδε διάστημα οἱ μισθωταί. Ἀλλ’ ἐν πρώτοις δὲν εἶναι γνωστὸν, ἂν τὸ ποσὸν τοῦτο ἦναι σμύρις δευτέρας ποιότητος, διότι ἐνδέχεται νὰ ἦναι ἐντελῶς ἄχρηστος, ἤτοι νὰ περιέχῃ τοιαῦτα καὶ τοσαῦτα προσμίγματα, ὥστε νὰ μὴ ἦναι χρήσιμος εἰς τὴν βιομηχανίαν, νὰ μὴ στέρξωσι δὲ οὐδὲ οἱ νέοι μισθωταὶ νὰ ἀποδεχθῶσι αὐτὸ ὡς σμύριδα δευτέρας ποιότητος, νὰ ἐξακολουθήσῃ δ’ ἕνεκα τούτου ἡ ἐξόρυξις καὶ τῆς σμύριδος τῆς δευτέρας ποιότητος πρὸς 3 δραχμὰς κατὰ καντάριον. Ἀλλὰ καὶ ἂν γίνῃ δεκτὸν τὸ εἰρημένον ποσὸν, πρόκειται περὶ ἀποφυγῆς τῶν ἐξόδων τῆς ἐξορύξεως 80,000 μόνον κανταρίων, ἐνῷ ἐπὶ τὴν δωδεκαετίαν θέλουσιν ἐξορύσσεσθαι κατ’ ἔτος 46,000 καντάρια, ἤτοι ἐν ὅλῳ 552,000 κανταρίων· ὅπερ καταδηλοῖ, ὅτι θέλομεν πληρόνει πάντοτε 3 δραχμὰς τὸ καντάριον, ἀφοῦ δὲν θέλομεν ἀποφεύγει τὰ ἔξοδα τῆς ἐξορύξεως. Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἄλλην παρατήρησιν. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἦναι συμφέρον εἰς τὰς Κυβερνήσεις, ὅταν πρόκηται νὰ συναλλαγῶσι μετὰ πολιτῶν, οἵτινες καλοῦνται νὰ προσφέρωσιν εἰς αὐτὰς ἐργασίαν κατ’ ἐξακολούθησιν μετὰ πάροδον χρόνου 40 καὶ 50 ἐτῶν, ἐὰν ἦναι συμφέρον αἱ Κυβερνήσεις νὰ ἔρχωνται εἰς συμφωνίας μετὰ τῶν ἐργατῶν, ζητοῦσαι διὰ τῶν συμφωνιῶν τούτων νὰ ἐλαττώσωσι τὸ μίσθωμα, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανον μέχρι τοῦδε, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν θέλουσι προσφέρει, δὲν θέλει εἶσθαι τοσαύτη, ὅση ἡ μέχρι τοῦδε προσφερομένη. Ἐγὼ δὲν ἤθελον δώσει γνώμην εἰς οὐδεμίαν Κυβέρνησιν νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς κατοίκους τῆς Νάξου, ὅτι ἐπλήρονεν αὐτοὺς μέχρι τοῦδε τρεῖς δραχμὰς τὸ καντάριον, ἀλλ’ ὅτι δὲν συμφέρει εἰς αὐτὴν τοῦ λοιποῦ νὰ πληρώσῃ αὐτοῖς τόσον ποσὸν, ἀλλ’ ὅτι θέλει πληρώσει αὐτοῖς ὀλιγώτερα. Αὐτὸ πράττουσιν οἱ βιομήχανοι, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ τὴν καθολικὴν αὐτῆς ἰδιότητα, ὅτι εἶναι κυβέρνησις καὶ διοίκησις τοῦ τόπου, οὐχὶ δὲ βιομηχανικὴ ἑταιρία. Ὁ ἰσχυρισμὸς λοιπὸν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τοῦ ποσοῦ τούτου θέλει φέρει ἐλάττωσιν τῶν καταβαλλομένων ἐξόδων, καὶ ὅτι ἑπομένως θέλει μείνει ὑπόλειμμα περισσότερον, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθός. Ἀληθῶς, Κύριοι, ἂν ὁ Πρωθυπουργὸς ἤθελεν ἐπιμένει εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ νομοσχεδίου κατὰ πρώτην φορὰν προβάλλεται, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, πῶς ἐπείσθη, συντάξασα νομοσχέδιον τοιοῦτον καὶ προβαλοῦσα αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν, πῶς ἐπείσθη, ὅτι ἐν τοῖς ὀρυχείοις τῆς Νάξου ὑπάρχει ὀρυκτὸν πρώτης καὶ δευτέρας ποιότητος. Ὁποίας ἐπιστημονικὰς ἐργασίας καὶ μελέτας διέπραξε μέχρι τοῦδε, δι’ ὧν ἐσχημάτισε τὴν πεποίθησιν ταύτην; Ἔχομεν δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ ὑμᾶς, καθ’ ὃν τρόπον ἐσχηματίσατε σεῖς τὴν πεποίθησίν σας, νὰ μᾶς δώσητε τὰ φῶτα, ἅπερ ἠρύσθητε, καὶ τὰς ὑμετέρας πληροφορίας, διὰ νὰ σχηματίσωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν αὐτὴν πεποίθησιν. Ἐγὼ ἐξ ἐναντίας, ὄχι μόνον δὲν βλέπω μελέτην τινὰ ἀνακοινωθεῖσαν εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἀναγκάζομαι νὰ ἀποδεχθῶ, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν οὐδεμία μελέτη· φέρομαι δὲ εἰς τοῦτο, ὁδηγούμενος ἀπὸ τὴν λυχνίαν, τὴν ὁποίαν εἷς ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ἀγορεύων προχθές, ἐκράτει εἰς χεῖρας, δι’ ἧς ἐζήτει νὰ διαφωτίσῃ τὰ πράγματα. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἔλεγε προχθές, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον προτείνεται, εἶναι μελέτημα, εἶναι σύραμμα ἰδεῶν, τὸ ὁποῖον κατειργάσθη ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τρεῖς μόνον ἡμέρας. Ἐπεκαλέσθη δὲ ὁ κ. Σωτηρόπουλος εἰς ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ του τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1890. Ἀληθῶς, Κύριοι, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1890 εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν τῇ 23 Ὀκτωβρίου 1889, καὶ εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν τότε, μηδεμίαν παρέχων ἔνδειξιν, ὅτι ἐπρόκειτο κατόπιν νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν νόμος, δι’ οὗ νὰ προταθῇ ἄλλο σύστημα ἐξορύξεως τῆς σμύριδος καὶ διαθέσεως αὐτῆς. Ὁ Προϋπολογισμὸς ἐξ ἐναντίας τοῦ 1890 ἐδήλου εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐφρόνει, ὅτι ἤθελεν ἐξακολουθήσει αὐτὸ ἐκεῖνο τὸ σύστημα τῆς διαθέσεως τῆς σμύριδος, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἐκράτει καὶ εἶχε νομοθετηθῆ. Ἂν ἐρευνήσητε τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, δὲν θέλετε εὑρεῖ ἀναγεγραμμένον ὡς ἔξοδον πρὸς ἐξόρυξιν τῆς σμύριδος τὸ ποσὸν 228,000 δραχμῶν, ἀλλὰ θέλετε εὑρεῖ ὡς ἔξοδον ποσὸν 120,000, καὶ θέλετε ἀναμνησθῆ, ὅτι 120,000 δραχμαὶ, διαιρούμεναι διὰ τῶν 3 δραχμῶν κατὰ καντάριον, ὑπελογίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει πωλήσεως 40,000 κανταρίων, τοσούτων, ὅσα μέχρι τοῦ χρόνου τούτου ἐπωλοῦντο. Καὶ ὄχι μόνον κατὰ τὴν 23 Ὀκτωβρίου 1889, ἀλλὰ κατ’ αὐτὸν ἀκόμη τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1890, τῇ 27 Φεβρουαρίου 1890, ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκυροῦτο, καὶ μεταξὺ τῶν ἐσόδων εὑρίσκω ἀναγεγραμένας 446,000 δραχμὰς ἐκ τοῦ ὀρυκτοῦ τῆς σμύριδος, καὶ οὐχὶ 561,000, ὅσας ὁ Πρωθυπουργὸς ὑπολογίζει ὅτι θέλει εἰσπράξει κατὰ τὸ νέον αὐτὸ σύστημα. Ἂν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις μελετήσει τὸ νέον σύστημα, ἄν εἶχε πεισθῆ ἐκ μελετῶν ἐπιστημονικῶν, τὰς ὁποίας εἶχε διαπράξει, ἤθελε βεβαίως περιλάβει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὰ στοιχεῖα τοῦ νέου συστήματος, ἤτοι τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἐθεώρει πιθανῶς εἰσπράξιμα, καὶ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐθεώρει πιθανῶς δαπανηθησόμενα. Πῶς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἡ Κυβέρνησις περιέλαβεν ὅλον τὸ σύστημα τοῦ νέου νόμου, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἐψηφίσθη εἰσέτι, περὶ συγχωνεύσεως τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας; Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ βλέπετε τὸ σύστημα τοῦ νέου νόμου, ἀλλὰ δὲν βλέπετε καὶ τὸ νέον σύστημα περὶ διαθέσεως τῆς σμύριδος, εἰμὴ τὸ σύστημα, τὸ μέχρι τοῦδε κρατοῦν. Λοιπὸν συνέλαβεν ὁ Πρωθυπουργὸς τὴν ἰδέαν νὰ εἰσαγάγῃ νέον σύστημα μετὰ τὴν 27 Φεβρουαρίου, ἐπειδὴ δὲ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰσήγαγε τῇ 3 Μαρτίου, ἡμεῖς καλούμεθα νὰ συζητήσωμεν σύστημα μελετηθὲν ἐν τρισὶν ἡμέρας. Δὲν ἠξεύρω πόσα κατὰ τὰς γραφὰς θαύματα ἐγένοντο ἐν τρισὶν ἡμέραις, ἀλλὰ βεβαίως τὸ θαῦμα αὐτὸ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συντελεσθῇ ἐν τρισὶν ἡμέρας. Ἀλλὰ τέλος πάντων ἂς ἐξετάσωμεν πρακτικώτερον τὸ θέμα. Τίς λόγος ἀναγκάζει ἡμᾶς νὰ ἀποδεχθῶμεν διαίρεσιν τῆς σμύριδος εἰς δύο ποιότητας; Μᾶς ἀναγκάζει ὁ λόγος διὰ νὰ πωλήσωμεν περισσότερον ποσὸν καὶ νὰ εἰσπράξωμεν περισσότερα χρήματα; Ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς μᾶς ἔλεγε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἡ πώλησις μεγάλων ποσῶν ἐπάγει τὸν κίνδυνον, ὅτι ἀφίνει μεγάλα ἀποταμιεύματα. Ἂν κατὰ τὸ 1890 πωλήσητε 80,000 κανταρίων ἀντὶ τῶν 40,000, οἱ ἀγορασταὶ τῶν 80,000 θέλουσιν ἔχει τὴν σμύριδα εἰς τὰς ἀποθήκας αὐτῶν, καὶ κατὰ τὸ 1891 δὲν θέλετε εὑρεῖ ἀγοραστὰς τῆς σμύριδος. Αὐτὸ τοῦτο θέλει συμβῆ καὶ τώρα, διότι τὰ 36,000 καντάρια, τὰ ὁποῖα θέλετε πωλεῖ ὡς δευτέρας ποιότητος, θέλουσιν εἶσθαι πρώτης ποιότητος, οἱ δὲ ἀγορασταὶ θέλουσι λάβει οὐχὶ 30,000 καντάρια σμύριδος πρώτης ποιότητος καὶ 46,000 καντάρια δευτέρας ποιότητος, ἀλλὰ θέλουσι λάβει 76,000 καντάρια πρώτης ποιότητος, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι δὲν θέλουσι λάβει αὐτὰ πληρόνοντες 10 φράγκα κατὰ καντάριον, ἀλλὰ πληρόνοντες ὀλιγώτερα, ἤτοι τόσα, ὅσα ἀποτελοῦνται ἐκ 10 φράγκων κατὰ καντάριον διὰ 30,000 καντάρια, καὶ ἐκ 3 φράγκων καὶ 50)00 κατὰ καντάριον διὰ 46,000 καντάρια. Ὁ Πρωθυπουργὸς, διὰ νὰ κατασιγάσῃ τὰς ἀνησυχίας, τὰς ὁποίας εὐλόγως ἐγείρει εἰς πάντα ἡ πεποίθησις, ὅτι κατὰ τὴν διαλογὴν τῆς σμύριδος καὶ τὴν κατάταξιν αὐτῆς εἰς πρώτην καὶ δευτέραν ποιότητα θέλουσι συμβῆ καταχρήσεις, καὶ ὅτι θέλει πωληθῆ ὡς σμύρις δευτέρας ποιότητος σμύρις πρώτης ποιότητος, μᾶς ἔλεγεν ὅτι ἡ σμύρις θέλει παραδίδεσθαι εἰς δύο ἐποχὰς, καὶ ὅτι τότε δυνάμεθα νὰ ἀποστέλλωμεν ἐντεῦθεν ἀνθρώπους καταλλήλους, ὡς τὸν καθηγητὴν τῆς ὀρυκτολογίας ἢ ἄλλον τινά.
§55ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν Χρηστομάνον.
§56ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐκφέρω γνώμην περὶ οὐδενὸς δημοσίου λειτουργοῦ, ὅστις ἤθελε σταλῆ, διὰ νὰ διαπράξῃ τὴν διαλογὴν τῆς σμύριδος. Αὐτὴ εἶναι κρίσις, ἥτις δύναται νὰ γίνῃ μετὰ τὸν διορισμὸν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος θέλει μεταβῆ· ἀλλὰ, πρὶν ἢ διορισθῇ τις, συμβουλεύω τὴν Βουλὴν νὰ δυσπιστήσῃ πρὸς τὸ μέτρον τοῦτο, καὶ νὰ μὴ πιστεύσῃ ὅτι θέλει γίνει ἀληθὴς καὶ ἐπιστημονικὴ κατάταξις τῆς σμύριδος εἰς σμύριδα πρώτης καὶ δευτέρας ποιότητος. Ὅλαι αὐταὶ αἱ ἐγγυήσεις εἰσὶν ἐγγυήσεις φαινομενικαὶ, ἡ δὲ μακρὰ πεῖρα τῶν πραγμάτων τοῦ τόπου δὲν μᾶς ἐνθαῤῥύνει νὰ στηρίζωμεν τὰς πεποιθήσεις ἡμῶν ἐπὶ τοιούτων ἐγγυήσεων. Δὲν γνωρίζω ποῖοι ἀντεπροσώπευον τὸ δημόσιον ταμεῖον κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη ἐν Νάξῳ κατὰ τὴν ἐξόρυξιν τῆς σμύριδος καὶ τὴν παράδοσιν αὐτῆς εἰς τοὺς μισθωτὰς, ἡ ἐξέτασις ὅμως τῶν πραγμάτων μὲ πείθει, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι δὲν ἐξετέλεσαν μετ’ ἀκριβείας τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀνατεθῆ εἰς αὐτοὺς, διότι τὰ γνωστὰ ὡς ὑπάρχοντα ἀποταμιεύματα εἶναι τοσοῦτον μεγάλα, ὥστε μοὶ γεννᾶται δισταγμὸς, ὅτι δὲν εἶναι ἀπίθανον, ὅτι καθ’ ἕκαστον τῶν παρελθόντων ἐτῶν ἐξωρύσσετο καὶ παρεχωρεῖτο εἰς τοὺς μισθωτὰς ποσὸν σμύριδος μεγαλείτερον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχον δικαίωμα νὰ λάβωσι κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς μισθώσεως. Ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ σμύριδος, ὡς καὶ ἐπὶ ἄλλου νομοσχεδίου, τοῦ περὶ δημοτικῶν προσόδων, δανείων καὶ βαρῶν, ἔλεγε πρὸς τοὺς ἀντιλέγοντας, προκαλῶν αὐτοὺς νὰ προτείνωσιν ἕτερον σύστημα: «Ποῖον εἶναι τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἀντιτάσσετε κατὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς προτείνομεν;» Ἐν πρώτοις ἡμεῖς ἀντιτασσόμεθα κατὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἡ σεμνότης τοῦ Κοινοβουλίου ἀποκρούει, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται, ὑφ’ οὓς διατελοῦμεν ὅρους. Βουλή, ἡ ὁποία διήνυσε τέσσαρα ἔτη, τῆς ὁποίας ὁ βίος μετρεῖται μὲ ἡμέρας καὶ μῆνας, αὐτὴ ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἁρμοδία νὰ ψηφίσῃ σύστημα, τὸ ὁποῖον θέλει λειτουργεῖ ἐπὶ 12 ἔτη. Τίς κίνδυνος μᾶς ἀναγκάζει νὰ καλέσωμεν τὴν Βουλὴν τὴν παραμονὴν τοῦ θανάτου αὐτῆς, διὰ νὰ διαθέσῃ τοὺς πόρους τοῦ Κράτους ἐν τῷ μέλλοντι; Δὲν θέλει ἐλθεῖ μετ’ ὀλίγους μῆνας Βουλὴ νεαρὰ, ἐκπροσωποῦσα τὸ κρατοῦν φρόνημα τοῦ ἔθνους, ἰσχυρὸν καὶ ἀκμαῖον ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ ἔθνους, διὰ νὰ σκεφθῇ, πῶς θέλει διαθέσει τοὺς πόρους τοῦ Κράτους ἐπὶ 12 ἔτη; Ἔχετε οἱανδήποτε γνώμην, συναινοῦμεν νὰ σᾶς δώσωμεν τὴν ἄδειαν, ἀλλὰ διὰ τὸ 1890 μόνον· μὴ θέλετε νὰ κανονίσητε νῦν διὰ 12 ἔτη τὴν διάθεσιν πόρου τοῦ Κράτους ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ. Ἐγὼ δὲν ἀποδέχομαι παντάπασιν ὡς ἀσφαλὲς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον εἰσάγει. Ὑπάρχει οἰκονομικὴ ἀρχὴ, ὅτι, διὰ νὰ καταναλίσκητε περισσότερα προϊόντα, πρέπει νὰ προσδιορίζητε μετριωτέραν τὴν τιμὴν αὐτῶν, καὶ ὅσον μετριάζετε τὴν τιμὴν τῶν προϊόντων σας, τοσοῦτον θέλετε ἀσφαλίσει μεγαλειτέραν κατανάλωσιν. Ἀλλ’ ἡ ἀρχὴ αὕτη δὲν εἶναι πάντοτε ἀληθὴς, μάλιστα ὅταν ἡ ζήτησις δὲν ἦναι ἀνάλογος πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς καταναλώσεως. Αἱ ἀνάγκαι τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους νὰ καταναλίσκῃ τὴν σμύριδα, εἶναι πολλῷ μεγαλείτεραι ἀπὸ τὰς ἀνάγκας τῆς βιομηχανίας, ἡ ὁποία καθιστᾷ τὸν ὅρον τῆς ζητήσεως τῆς σμύριδος. Ἂν δὲ διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῆς τιμῆς θελήσητε νὰ ζητήσητε τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων, τρέχετε τὸν κίνδυνον νὰ σχηματίσητε ἀποταμιεύματα, εἰς τὰ ὁποῖα θέλει προσκόψει τοῦ λοιποῦ ἡ πώλησις, καὶ δὲν θέλετε δυνηθῆ νὰ διαθέτητε τὸ προϊὸν, ἐν ὅσῳ αἱ ἀποθῆκαι θέλουσιν εἶσθαι πλήρεις. Ἀλλὰ φρονῶ προσέτι, Κύριοι, ὅτι δὲν ἔχομεν μόνον ἡμεῖς καθῆκον νὰ ἀντιταχθῶμεν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον προὐτάθη ὑπὸ τὴν βάσανον ἡμῶν, ἔχει καθῆκον καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς αὐτὸ, ἔχει καθῆκον καὶ ἡ πλειοψηφία νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ ζητοῦσα νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅταν προβάλληται κατὰ τοῦ νομοσχεδίου κίνδυνος μειώσεως τῆς ἐπὶ τὸ μέλλον ζητήσεως τοῦ ὀρυκτοῦ τῆς Νάξου. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ κατασιγάσῃ τὰς ἀνησυχίας ταύτας, καὶ νὰ μὴ ἐμμένῃ εἰς σύστημα, τὸ ὁποῖον τοιαύτας ἐγείρει ἐν τῇ κοινωνίᾳ ὑπονοίας. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἔχει καθῆκον νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι δὲν εἶναι ἀκμαία πλέον ἡ Βουλὴ, διὰ νὰ ψηφίσῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὸ μέλλον ἐπὶ 12 ἔτη, νὰ ἀναβάλῃ δὲ τὴν βάσανον τοιούτων μέτρων διὰ τὴν μέλλουσαν Βουλήν, ἥτις, ἀκμαία ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ ἔθνους, καὶ ἰσχυρὰ ἐν τῷ φρονήματι τοῦ λαοῦ, θέλει ἔχει τὴν δύναμιν ν’ ἀντισταθῇ κατὰ πάσης ὑπονοίας, καὶ νὰ διαψεύσῃ πάντα δισταγμὸν, καὶ νὰ δώσῃ ψῆφον, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ διατεθῇ τὸ ποσὸν τῆς σμύριδος ἐπὶ τόσην σειρὰν ἐτῶν. Τὴν τελευταίαν ἀντίῤῥησιν τὴν θεωροῦμεν τοσοῦτον κεφαλαιώδη, ὥστε θέλομεν ἐπιμείνει, στέργοντες νὰ ψηφισθῇ ἐπὶ ἓν μόνον ἔτος μέτρον τι περὶ διαθέσεως τῆς σμύριδος.
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τοῦτο εἴμεθα σύμφωνοι ἔστω καὶ δι’ ἓν μόνον ἔτος. Ἂς προβῶμεν εἰς τὸ κατόπιν νομοσχέδιον· ἡμεῖς δὲ θὰ φέρωμεν τὰς τροποποιήσεις τὰς ἀναγκαίας, ὅπως ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ ἓν μόνον ἔτος.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παραχωρήσεως δικαιώματος ἐξορύξεως μαγνησίτου δι’ ὑπονόμων στοῶν κτλ. ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ δήμου Αἰγαίων. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑποθήκης πλοίων.
§60Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τοῦ μέτρου. Δὲν γνωρίζω ποίαν θέλει ἐνασκήσει ἐπιῤῥοὴν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἂν ἤθελε μεταβληθῆ εἰς νόμον, ἐπὶ τῆς τύχης τῆς μεγάλης Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, τῆς ὁποίας ἡ διατήρησις ἐτέθη κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἐν ἀμφιβολίᾳ. Ἀλλ’ οἱανδήποτε καὶ ἂν ἤθελεν ἐνασκήσει ἐπιῤῥοὴν,—εὔχομαι δὲ νὰ ἐνασκήσῃ σωτηρίαν ἐπιῤῥοὴν,—εἶμαι ὑπὲρ τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ἓν νομοθετικὸν μέτρον, οἱονδήποτε, τὸ ὁποῖον νὰ κρατύνῃ τὴν πίστιν τῆς ἑλληνικῆς ναυτιλίας. Τοιοῦτον δὲ εἶναι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον προτείνεται, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ τὸ μέτρον τοῦτο νὰ καταρτισθῇ πλῆρες, διὰ νὰ δύνηται νὰ συντελέσῃ μετὰ μεγαλειτέρας πιθανότητος πρὸς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν προβάλλεται. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι λίαν συντελεστικὸν, ἂν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν ἐκτεθῶσιν αἱ διάφοροι γνῶμαι καὶ προταθῶσιν αἱ διάφοροι τροπολογίαι, ὥστε κατὰ τὴν τρίτην νὰ δυνάμεθα ἐν ἐπιγνώσει νὰ δώσωμεν τὴν ψῆφον ἡμῶν ὑπὲρ ἐκείνων τῶν προτάσεων, αἱ ὁποῖαι ἤθελον θεωρηθῆ μᾶλλον συντελεστικαὶ εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν.
§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ ἠκούσαμεν γνώμας, ἐξ ὧν συνάγεται, ὅτι ἡ συζήτησις θέλει διεξαχθῆ ἐν τῇ Βουλῇ ἐν ὁμοφωνίᾳ ὡς πρός τε τὴν ἀρχὴν καὶ τὸν σκοπὸν, νομίζω λυσιτελῆ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως ἤδη, ἵνα ἐπιληφθῶμεν αὐτῆς αὔριον, ἐὰν προχωρήσωμεν ἐπὶ τοσοῦτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ προσπαθήσωμεν ἵνα ἐξεύρωμεν πάντως λύσιν, ἐπιτρέπουσαν τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐγκαίρως πρὸς τὸν εἰδικώτερον αὐτοῦ σκοπόν.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον περὶ ὑποθήκης πλοίων ἀναβάλλεται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπαλλοτριώσεως κτημάτων ἐπὶ ἱδρύσεως συνοικισμῶν.
§63Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρατήρησίν τινα προβάλλω, ἵνα ἀξιωθῇ τῆς μελέτης τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τίθενται ἐν ἐνεργείᾳ ὡς πρὸς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν ἰδιωτικῶν κτήσεων, αἵτινες θέλουσι κριθῆ ἀναγκαῖαι, ἵνα καταληφθῶσι πρὸς ἵδρυσιν συνοικισμῶν, αἱ διατάξεις τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη τὸν Νοέμβριον τοῦ 1887, δηλαδὴ ἀνακηρύσσεται, ὅτι καὶ ἡ ἵδρυσις συνοικισμῶν εἶναι ἔργον δημοσίας ὠφελείας καὶ ἑπομένως πρέπει καὶ ἐπ’ αὐτοῦ νὰ ἐφαρμόζωνται αἱ διατάξεις περὶ ἀπαλλοτριώσεως ἰδιοκτησίας, ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου. Μοὶ φαίνεται ὅμως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γένηται ἀποδεκτὸν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον εἰσάγει. Τὸ νομοσχέδιον ἐπιτρέπει τὴν βιαίαν ἀπαλλοτρίωσιν τῆς ἰδιοκτησίας ἕνεκα ἔργων δημοσίας ὠφελείας· τοῦτο δὲν πρέπει νὰ γένηται δεκτὸν, ἀλλὰ μόνον ἕνεκα δημοσίας ἀνάγκης. Τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας εἶναι τοσοῦτον μέγα, ὥστε πρέπει νὰ ὑποχωρῇ μόνον ἀπέναντι τῆς δημοσίας ἀνάγκης καὶ ὄχι τῆς δημοσίας ὠφελείας. Δεύτερον, τοιοῦτος νόμος πρέπει νὰ περιλάβῃ μακρὰν καὶ πολύπλοκον διαδικασίαν, οὐ μόνον οὐσιαστικὴν, ἀλλὰ καὶ οἰκονομικήν. Ἀλλ’ ὁ νόμος τοῦ 1887 εἶναι τοσοῦτον συνοπτικὸς, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκῇ εἰς κανονισμὸν ὅλων τῶν περιστάσεων, τὰς ὁποίας τὸ μέτρον τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῆς ἰδιοκτησίας ἕνεκα συνοικισμοῦ δύναται νὰ παραγάγῃ. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1887, ὅστις ἐμνημονεύθη, ἐπετράπη ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῆς ἰδιοκτησίας πρὸς ἀποξήρανσιν λιμνῶν καὶ ἑλῶν, πρὸς διοχέτευσιν τῶν ὑδάτων καὶ πρὸς ἀποστράγγισιν αὐτῶν, πᾶσα δὲ ἡ δικονομία ἀνετέθη εἰς Βασ. Διατάγματα. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ μεταβίβασις τοιαύτης ἐξουσίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἶναι καὶ ἐπικίνδυνος, ὅταν μάλιστα πρόκηται νὰ ἀνατραπῇ πολύτιμον δικαίωμα τοῦ πολίτου, τὸ τῆς ἰδιοκτησίας. Διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν, πρὸς ἀσφάλειαν τῶν δικαιωμάτων τῆς ἰδιοκτησίας, πρὸς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἤμεθα πάντες εὐλαβεῖς, τὸ νομοσχέδιον νὰ ἦναι μᾶλλον ἀνεπτυγμένον, καὶ νὰ κανονίσῃ αὐτὸ διὰ διατάξεων πάντα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀρχῆς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 5 καὶ 6 τοῦ περὶ ἐφεδρείας ᾼΨΚΕʹ νόμου τῆς 22 Μαρτίου 1889.
§65ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ ἐφεδρεία ὑφίσταται πράγματι, ἢ ὑπάρχει μόνον ἐπὶ τοῦ χάρτου, δίδουσα σημεῖα ὑπάρξεως διὰ τῆς καθ’ ἕκαστον ἔτος ψηφίσεως νόμου, ἀφορῶντος αὐτήν; Ἐπὶ 4 ἔτη νομοθετοῦμεν, τροποποιοῦντες καὶ μεταβάλλοντες τοὺς περὶ ἐφεδρείας νόμους, οὐδέποτε δὲ συνεκλήθη αὕτη. Ἐφέτος ἐπρόκειτο νὰ προσκληθῇ τοιαύτη, ἀλλὰ κατὰ τὰς πληροφορίας μας ἀνεβλήθη καὶ πάλιν. Ἐὰν πρόκηται νὰ μὴ ἔχωμεν ἐφεδρείαν λειτουργοῦσαν, ἀλλὰ διὰ ψηφίσεως νόμου νὰ φαινώμεθα ἔχοντες τοιαύτην, βλάπτομεν τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν τοῦ ἔθνους, ἐπαναπαυόμενοι εἰς τοιαύτην ἐργασίαν. Ἀνάγκη δὲ ν’ ἀποφασίσωμεν ὁριστικῶς, ἂν ἡ ἐφεδρεία, ὅπως ὁρίζεται ὑπὸ τοῦ στρατιωτικοῦ ἡμῶν ὀργανισμοῦ, θὰ προσκληθῇ πράγματι, καὶ τότε νὰ ψηφίσωμεν πᾶσαν ἀναγκαίαν τροποποίησιν τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας.
§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνεγίνωσκε τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ τελευταίου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, θ’ ἀνεγνώριζε τὴν ἀνάγκην τοιούτου νομοσχεδίου, καὶ θὰ ἐπληροφορεῖτο περὶ τῶν λόγων, ὧν ἕνεκα μέχρι τοῦδε δὲν συνεκλήθη ἡ ἐφεδρεία. Τὸ ἐδάφιον ἔχει οὕτω: «Ἡ πρὸς ὑπηρεσίαν κλῆσις τῶν ἐφέδρων ἀπαλλάσσει αὐτοὺς ἀπὸ τῆς εἰς ἀσκήσεις ἀμέσως ἑπομένης ὑποχρεώσεως αὐτῶν». Ἡμεῖς μέχρι τοῦδε δὲν ἐκαλέσαμεν ἐφεδρείαν πρὸς ἄσκησιν, δὲν ἐκαλέσαμεν ἐφεδρείαν πρὸς ἐκπαίδευσιν 30 ἕως 40 ἡμερῶν κατὰ τὸν νόμον, ἀλλ’ ἐκαλέσαμεν ἐφέδρους πρὸς πραγματικὴν ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατῷ, διαρκέσασαν ἀπὸ τριῶν μέχρι 18, νομίζω, μηνῶν. Κατόπιν τοιούτων κλήσεων τῆς ἐφεδρείας δὲν ἐχώρει ἀξίωσις τῆς κλήσεως ἐφέδρων πρὸς ἀσκήσεις πρὸ τῆς παρελεύσεως τοῦ χρονικοῦ διαστήματος, τοῦ χωρίζοντος τὰς περιόδους τῶν ἀσκήσεων ἀπὸ τοῦ χρόνου τῆς ἀπολύσεως ἐκ τῶν τάξεων καὶ ἀπ’ ἀλλήλων. Τὴν ἐν ἐπιστρατεύσει ὑπηρεσίαν δὲν ὑπολογίζει ἡ ἡμετέρα νομοθεσία ὡς ἀναπληροῦσαν τὰς ἀσκήσεις, διότι τὰς περὶ ἐφεδρείας διατάξεις παρελάβομεν ἐκ τῶν νομοθεσιῶν ξένων χωρῶν, ἔνθα ἡ κλῆσις τῶν ἐφεδρειῶν πρὸς ὑπηρεσίαν εἶναί τι ἀσύνηθες· βεβαίως ὅμως, ὅταν ἡ εἰς ὑπηρεσίαν κλῆσις τῶν ἐφέδρων ἐπαναλαμβάνηται ὡς παρ’ ἡμῖν, παραμένωσι δὲ οἱ ἔφεδροι ἐν ταῖς τάξεσιν ὅσον κατὰ τὰς δύο ἐπιστρατεύσεις, ἐπιβάλλεται ἡ διὰ νόμου ἀναγνώρισις τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἐπιστράτου, ὡς ἀποτινούσης τὴν ἐφεδρικὴν ὑποχρέωσιν πρὸς ἀσκήσεις. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι λόγοι, ὑπαγορεύοντες τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου. Μεταβληθέντων τῶν ὅρων τῆς στρατευσίμου ὑπηρεσίας, μετεβλήθησαν καὶ αἱ κλάσεις τῶν ἐφεδρειῶν, ἐνῷ δὲ αἱ περὶ ἐφεδρικῆς ὑποχρεώσεως εἰς ἀσκήσεις διατάξεις τοῦ νόμου ὑποθέτουσιν ἐφεδρικὰς κλήσεις συμφώνως πρὸς τὸν κείμενον περὶ στρατολογίας νόμον, οἱ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ὑπόχρεοι εἰς ἀσκήσεις ἔφεδροι ἀνήκουσιν εἰς ἐφεδρικὰς κλάσεις, ἄλλοι μὲν τοῦ κειμένου στρατολογικοῦ νόμου, ἄλλοι δὲ τοῦ προηγουμένου, καθ’ ὃν ἑκάστη στρατεύσιμος κλάσις κατενέμετο εἰς δύο ἐφεδρικάς, διὰ τὸ κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον μονοετὲς ἢ διετὲς τῆς θητείας. Οἱ μετὰ διετῆ ὑπηρεσίαν ἀπολυθέντες τῶν τάξεων ἀποτελοῦσιν ἐφεδρικὴν κλάσιν τὴν αὐτήν μετὰ τῶν συγχρόνως ἀπολυθέντων στρατευσίμων μονοετοῦς θητείας νεωτέρας στρατολογικῆς κλάσεως. Τοῦτο ἀπάδει πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, καλοῦντος εἰς ἐφεδρικὰς ἀσκήσεις τοὺς εἰς τὸ αὐτὸ ἔτος ἀνήκοντας στρατευσίμους. Ἡ ἀνωμαλία αὕτη θέλει ἐξακολουθεῖ ὑφισταμένη, ἐνόσῳ οἱ κατὰ τὸν προηγούμενον στρατολογικὸν νόμον στρατευθέντες ὑπέχουσιν ὑποχρέωσιν εἰς ἐφεδρικὰς ἀσκήσεις, ἡ δὲ ἄρσις τῆς ἀνωμαλίας διὰ μεταβατικῆς ἢ παγίας διατάξεως ἐπείγει, διότι, αὐτῆς ὑφισταμένης, δυσχερῶς θὰ συγκληθῇ ἡ ἐφεδρεία κατὰ τὴν περίοδον ταύτην, λόγῳ τῶν ἐνδεχομένων ἐνστάσεων τῶν εἰς τὰς ἀσκήσεις ὑποχρέων, ἐπωφεληθησομένων ἴσως, ὅπως δυστροπήσωσιν, ἐκ τῆς συμπτώσεως, ὅτι ἡ καλουμένη εἰς τὰς ἀσκήσεις τοῦ ἔτους τούτου ἐφεδρικὴ κλάσις σύγκειται ἐκ δύο στρατολογικῶν κλάσεων, ἀντὶ μιᾶς, ἤτοι τῆς τῶν στρατευσίμων διετοῦς ὑποχρεώσεως τοῦ 1885 καὶ τῆς τῶν στρατευσίμων μονοετοῦς ὑποχρεώσεως τοῦ 1886. Τούτων χάριν, τῶν δεομένων κανονισμοῦ, ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον.
§67ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπίκειται πρόσκλησις ἐφεδρείας;
§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἂν μὴ ἐπίκηται, πάντως πρέπει νὰ παρασκευασθῶσιν ἐγκαίρως τὰ τῆς κλήσεως, πρέπει νὰ γινώσκῃ ἕκαστος, τίνα ὑπέχει ὑποχρέωσιν, δὲν θὰ ἦναι δὲ δυνατὸν, μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῆς Βουλῆς, νὰ ψηφισθῇ νόμος πρὸ τῆς παρελεύσεως χρόνου μακροῦ.
§69ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸν Νοέμβριον.
§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν συνέλθῃ ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν κανονικὴν ἐποχὴν, αἱ ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν καὶ ἄλλα ἐπείγοντα δὲν θὰ ἐπέτρεπον τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου ἐγκαίρως πρὸς ἀπρόσκοπτον τῶν ἐφέδρων σύγκλησιν κατὰ τὸ προσεχὲς ἔαρ. Ἀποδειχθείσης τῆς ἀνάγκης κανονισμοῦ καταστάσεως μεταβατικῆς, νομίζω ὅτι ὀφείλομεν νὰ μὴ ὀκνήσωμεν εἰς ψήφισιν τοῦ νόμου, ὅταν μάλιστα πειθώμεθα, ὅτι ἡ ἀναβολὴ ἐπάγεται, ἂν μὴ ἔλλειψιν νεωτέρας εὐκαιρίας πρὸς ἔγκαιρον αὐτοῦ ψήφισιν, βεβαίως ὅμως στενοχωρίαν.
§71ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὐδεμίαν ἔχω ἀντίῤῥησιν κατ’ οὐσίαν, ἐποίησα δὲ τὴν παρατήρησιν, διότι δὲν μοὶ φαίνεται σοβαρὰ ἡ ἐργασία ἡμῶν, νὰ ψηφίζωμεν κατ’ ἔτος ἕνα νόμον, ἀφορῶντα τὴν ἐφεδρείαν, τὴν ὁποίαν οὐδέποτε προσεκαλέσαμεν, καὶ διὰ τὴν ὁποίαν πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι κατ’ ἔτος θὰ παρουσιάζωνται ἀνάλογοι δυσκολίαι ἐν ταῖς λεπτομερείαις τῆς ἐκτελέσεως.
§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὴν ἐκαλέσαμεν.
§73ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἦτο ἐπιστρατεία.
§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀκόμη περισσότερον.
§75ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως περισσότερον. Ἀλλ’ ἡ ἐφεδρεία, ἥτις ἐπρόκειτο νὰ προσκληθῇ πρὸ δύο ἐτῶν, πρὸ ἑνὸς ἔτους καὶ ἐφέτος, καὶ χάριν τῆς ὁποίας ἐψηφίσθη νόμος ὀργανικὸς, οὐδέποτε προσεκλήθη. Εἰσήχθη ἕτερος νόμος, τροποποιῶν τὸν προηγούμενον. Εἰς ἑκάστην δὲ Σύνοδον εἰσάγεται νέος νόμος, τροποποιῶν τὸν προηγούμενον. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι σοβαρὸν νὰ ἐξακολουθῶμεν νὰ ψηφίζωμεν κατ’ ἔτος νόμους περὶ ἐφεδρείας, ἥτις δὲν πρόκειται νὰ συγκληθῇ. Ἔχομεν καιρὸν καὶ εἰς τὴν προσεχῆ Βουλευτικὴν Περίοδον νὰ ψηφίσωμεν τὰς ἀναγκαίας τροποποιήσεις, ἂν θὰ θελήσωμεν πράγματι νὰ καλέσωμεν τὴν ἐφεδρείαν πρὸς ἐκγύμνασιν.
§76ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι καὶ ἕτερος λόγος εἶναι ἄξιος προσοχῆς. Ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ μεταβάλωμεν, ἐψηφίσθη κατὰ τὸν Μάρτιον τοῦ παρελθόντος ἔτους, καὶ νομίζω ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐτροποποίει τοὺς προηγουμένους νόμους· ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅταν εἰσήγαγε κατὰ τὸν Μάρτιον τοῦ παρελθόντος ἔτους τὸν νόμον περὶ ἐφεδρείας, τὸν ὁποῖον πρόκειται ἤδη νὰ τροποποιήσῃ, διατὶ δὲν ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψει ὅλας αὐτὰς τὰς δυσχερείας, ἃς ἤθελεν ἀπαντήσει, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε προσκαλέσει τὴν ἐφεδρείαν πρὸς ἄσκησιν; καὶ διατὶ νὰ μὴ εἰσαγάγῃ τότε πλήρη νόμον, ἀλλὰ ἀνὰ πᾶσαν Σύνοδον νὰ τροποποιῶμεν τοὺς νόμους, καὶ νὰ φθάσωμεν ἐπὶ τέλους εἰς τοιαύτην σύγχυσιν τῆς νομοθεσίας;
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ λόγος, οὗ ἕνεκα δὲν προετείναμεν τότε τὴν μεταβατικὴν διάταξιν, εἶναι ὅτι ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν, ὅτι δὲν θὰ ἠμφισβητεῖτο τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως εἰς κλῆσιν τῆς ἐφεδρείας, ἀλλὰ παρασκευάζοντες τὰ τῆς ἐκτελέσεως, ἔγνωμεν ὅτι θὰ ἐδίδετο τὸ σύνθημα πρὸς δυστροπίαν, ἂν μὴ ἐκανονίζετο τὸ ζήτημα νομοθετικῶς. Ὑποθέτω ὅτι καὶ δικαστικῶς θὰ ἐκανονίζετο τὸ ζήτημα κατὰ τὴν ἡμετέραν γνώμην, ἀλλὰ δὲν ἦτο πρέπον νὰ ἔχωμεν δικαστικὰς ἀμφισβητήσεις περὶ τῆς ὑποχρεώσεως, εἰς πρόληψιν δ’ αὐτῶν ἀπῃτεῖτο διαῤῥύθμισις τῶν κατὰ τὴν μεταβατικὴν περίοδον. Ταύτην περιλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον.
§78ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσα ἐῤῥέθησαν παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ὑπάρχει τῷ ὄντι ἀνάγκη τροποποιήσεως τῶν ἰσχυόντων νόμων περὶ ἐφεδρείας, οὐχὶ ὅμως καὶ ὅτι ὑπάρχει τι τὸ κατεπεῖγον. Πιθανὸν ἡ γνώμη ἡ ἐμὴ, τοῦ νὰ μὴ ψηφισθῇ ἀπὸ τοῦδε τὸ νομοσχέδιον, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχῃ τι τὸ κατεπεῖγον, νὰ μὴ ἔχῃ οὐσιαστικὴν ἀξίαν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ λείψῃ πλέον ἡ ἀρχὴ, ἡ ὁποία δυστυχῶς εἶναι καθιερωμένη καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν κατατέμνομεν τοὺς νόμους εἰς μυρία τεμάχια. Ἔχομεν τὸν πρῶτον νόμον περὶ ἐφεδρείας, ἐγένετο κατόπιν δεύτερος, καὶ νομίζω ὅτι ἐγένετο καὶ πέρυσι κατὰ Μάρτιον τρίτος. Ἤδη ἔχομεν καὶ τέταρτον, καὶ τοιουτοτρόπως θέλει ἐπέλθει ἀπαραίτητος σύγχυσις. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ ὑπάρχῃ αὐτὸς ὁ τραγέλαφος, δὲν εἶναι καλλίτερον, ἐρωτῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ἀφήσωμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ὅπως εἰς τὴν μέλλουσαν Βουλὴν συγχωνευθῶσιν ὅλαι αἱ διατάξεις τῶν τεσσάρων νόμων εἰς ἓν νομοσχέδιον, ἵνα ἔχωμεν ἕνα καὶ μόνον νόμον; Τοῦτο δὲ πρέπει νὰ ληφθῇ ὡς ἀρχὴ ἐκ μέρους τῶν εἰσηγουμένων ἑκάστοτε τὰ νομοσχέδια. Ἐνθυμεῖσθε πόσον ἐφροντίσαμεν καὶ πόσον προσεπαθήσαμεν νὰ τροποποιήσωμεν τὸν περὶ στρατολογίας νόμον, διότι τὸ ἐθεωρήσαμεν ἀπαραίτητον, ἐπειδὴ ὑπῆρχον πολλοὶ νόμοι ἰσχύοντες, καὶ ἐν τούτοις δὲν παρῆλθε πολὺς χρόνος καὶ πάλιν εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμωμεν καὶ νέαν τροπολογίαν. Καλὸν νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἄτοπον αὐτὸ ἐπ’ ἄπειρον.
§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἑνιαῖον ἔχομεν περὶ ἐφεδρείας νόμον καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου πάλιν ἑνιαῖον θὰ ἔχωμεν τὸν νόμον, διότι τὸ νομοσχέδιον καὶ οἱ νόμοι, οἱ κανονίζοντες τὰ τῆς ἐφεδρείας, ἀφορῶντες εἰς τὴν τήρησιν τοῦ ἑνιαίου, ἀντικαθιστῶσι τὰ περιλαμβάνοντα τὰς καταργουμένας διατάξεις ἄρθρα δι’ ἄλλων ἄρθρων, τὸν αὐτὸν φερόντων αὔξοντα ἀριθμόν. Τοῦτο ἐγένετο μέχρι τοῦδε καὶ τοῦτο γίνεται καὶ ἐνταῦθα· βλέπετε ἐνταῦθα, ὅτι τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου περιλαμβάνει νέα ἄρθρα νόμου ὑπὸ τοὺς αὔξοντας ἀριθμοὺς 5 καὶ 6, ἀντικαθιστῶντα τὰ καταργούμενα ἄρθρα 5 καὶ 6 τοῦ κειμένου νόμου.
§80ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ ἑνότης, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, βεβαίως διατηρεῖται, ἀλλὰ ἐν τῇ πολλαπλότητι τῶν νόμων κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὅλοι οἱ θεσμοὶ βεβαίως διατηροῦσι τὴν ἑνότητά των, διότι πᾶς θεσμὸς θεσμὸς εἶναι, ἀλλ’ ὅταν αἱ διατάξεις, αἱ κανονίζουσαι τὸν θεσμὸν, διατυπῶνται εἰς πολλοὺς νόμους, δὲν ἔχετε ἑνότητα τῶν νόμων, αὐτὴν δὲ τὴν ἑνότητα ἐνόει ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ λόγος τὸν ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν δικαιολογεῖ τὴν ἄμεσον ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου. Ἕνα μόνον λόγον ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σπουδαῖον, τὸν λόγον, ὅτι, ἐὰν ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ περὶ ἐφεδρείας, θὰ ἔχωμεν καιρὸν πρὸ τῆς ἀνοίξεως τοῦ νέου ἔτους νὰ ψηφίσωμεν καὶ ἄλλον νόμον, ἐνῷ, ἐὰν δὲν τὸν ψηφίσωμεν, ἴσως δὲν θὰ φέρωμεν ἄλλον νόμον, ἀφοῦ μόνον ἀνὰ πᾶσαν Σύνοδον συνειθίσαμεν νὰ φέρωμεν τροποποιήσεις πάντων τῶν νόμων. Πρὸ μικροῦ ἀνεγνώσαμεν νόμον, τροποποιοῦντα ἕτερον νόμον, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν εἰς προηγουμένην Σύνοδον. Καὶ τί ἄλλο κάμνομεν, παρὰ νὰ ψηφίζωμεν νόμους, τοὺς ὁποίους μεταβάλλομεν καθ’ ἑκάστην Σύνοδον; Ἐντεῦθεν δὲ προέρχεται σύγχυσις τοιαύτη ἐν τῇ νομοθεσίᾳ, ὥστε καὶ οἱ κατ’ ἐπάγγελμα εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων ἀσχολούμενοι, ἡμεῖς οἱ δικηγόροι, δὲν γνωρίζομεν ποῖος νόμος ἰσχύει. Παρακαλῶ τέλος πάντων τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μελετήσῃ ὡρίμως τὸ ζήτημα, καὶ νὰ φέρῃ ἓν νομοσχέδιον ὁριστικόν. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ προτείνω, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει τὸ κατεπεῖγον εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, νὰ ἀναβληθῇ αὕτη εἰς τὴν ἄλλην Σύνοδον.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνετε ἀναβολήν;
§82ΜΙΛΗΣΗΣ. Μάλιστα.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ τροποποιούμενον ἄρθρον 5.)
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§85ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ δοθῇ μία ἐξήγησις εἰς τὴν παράγραφον βʹ τοῦ τροποποιουμένου ἄρθρου 6, διότι ἔχει κἄτι τι ἀόριστον, τὸ ὁποῖον εἰς πᾶσαν νομοθεσίαν δὲν εἶναι καλὸν, πρὸ πάντων δὲ εἰς τὴν στρατιωτικὴν νομοθεσίαν. Ἡ παράγραφος αὕτη λέγει: «Αἱ περίοδοι αὗται ἔσονται μεταγενέστεραι τῆς συμπληρώσεως, ἡ μὲν αʹ τριετοῦς, ἡ δὲ βʹ ἑπταετοῦς ἐφεδρικῆς ὑπηρεσίας»· δὲν ὁρίζει ἑπομένως ἀκριβῶς τὸ ἔτος τῆς προσκλήσεως.
§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει, ὅτι καλεῖται ὁ ἔφεδρος δὶς κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἐφεδρικῆς αὐτοῦ ὑπηρεσίας· ὁ κείμενος ὅμως νόμος ὀνομάζει καὶ τὰ ἔτη τῆς κλήσεως τοῦ ἐφέδρου, ἤτοι τὸ τέταρτον καὶ τὸ ὄγδοον τῆς ἐν τῇ ἐφεδρείᾳ κατατάξεως αὐτοῦ, ἐὰν δὲ κατὰ τὸ ἔτος τῆς κλήσεως, ἐξ ἀνωτέρας βίας ἢ ἄλλων περιστάσεων, μὴ κληθῇ εἰς ἀσκήσεις ὁ ἔφεδρος, ἴσως ἰσχυρισθῇ, ἐλλείψει ῥητῆς διατάξεως περὶ τοῦ ἐναντίου, ὅτι παρεγράφη ἡ ὑποχρέωσίς του. Τοῦτο θὰ ἦτο ἄτοπον· πρέπει νὰ κληθῶσιν εἰς ἀσκήσεις μετὰ τῶν κανονικῶς ὑποχρέων εἰς αὐτὰς καὶ οἱ ὑπόχρεοι κατὰ προηγούμενον ἔτος, καθ’ ὃ δὲν ἐτελέσθησαν ἀσκήσεις, ἵνα παραστῇ οὕτως ἕκαστος κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἐφεδρικῆς αὑτοῦ ὑπηρεσίας εἰς δύο περιόδους ἀσκήσεων. Εἰς πρόληψιν τοιούτων ἀμφισβητήσεων ἐδέησεν οὕτω νὰ διασκευασθῇ τοῦ νομοσχεδίου ἡ διάταξις, ὥστε, ἂν τυχὸν ἔτους τινὸς αἱ ἀσκήσεις μὴ τελεσθῶσι, νὰ δύναται νὰ κληθῇ ὁ εἰς αὐτὰς ὑπόχρεως τὸ ἑπόμενον ἔτος, ἢ καὶ τὸ μετὰ τὸ ἑπόμενον, ἂν καὶ πάλιν παρακωλυθῶσιν αἱ ἀσκήσεις, καὶ τοῦτο, μέχρις οὗ ἐπιστῇ ὁ χρόνος τῆς ὑποχρεώσεως εἰς τὰς δευτέρας τῆς ἐφεδρικῆς αὑτοῦ ὑπηρεσίας ἀσκήσεις, ἢ λήξῃ ἡ ἐφεδρικὴ αὑτοῦ ὑποχρέωσις.
§87ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι πραγματικόν. Οὐδεμίαν δὲ ἤθελον ἔχει ἀντίῤῥησιν, ἐὰν μία ἡλικία δὲν κληθῇ ἕνεκεν οἱωνδήποτε λόγων, νὰ κληθῇ ἀκολούθως. Ἀλλ’ ἕνεκεν ἑνὸς ἀτόπου δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ἕτερον ἄτοπον. Τὸ ἕτερον δὲ τοῦτο εἶναι, ὅτι πάντες οἱ ἔφεδροι θὰ εὑρίσκωνται ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ περὶ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ κληθῶσι πρὸς ἐκγύμνασιν, διότι μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς τριετίας ἐπὶ ἑπταετίαν πάντες θὰ ἦναι ὑπόχρεοι νὰ παρευρεθῶσιν εἰς δύο προσκλήσεις. Τίθεται, ἑπομένως ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῶν ὡς σπάθη τοῦ Δαμοκλέους ἡ ἀπειλὴ τῆς προσκλήσεώς των ἐπὶ 7 ἔτη. Εἶναι καὶ τοῦτο ἄτοπον, ὅπως καὶ τὸ ἄλλο. Ἡ διόρθωσις δὲ τοῦ ὑφισταμένου ἀτόπου δύναται νὰ γίνῃ δι’ ὡρισμένης διατάξεως, καθ’ ἣν τὴν μὴ καλουμένην ἡλικίαν κατὰ τὸ δι’ αὐτὴν ὡρισμένον ἔτος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ καλέσῃ μεταγενεστέρως. Διὰ τοῦ προτεινομένου ὅμως νομοσχεδίου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀφίνεται ἐλεύθερος νὰ καλέσῃ οἱανδήποτε ἡλικίαν ἐφέδρων, ὁπόταν θέλῃ, κατὰ τὸ διάστημα τῶν 7 ἐτῶν. Νομίζω ὅτι τοιαύτη ἐξουσία, διδομένη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι ὑπερβολικὴ καὶ ἀφίνει ἐν ἀορίστῳ θέσει πολλὰς ἡλικίας ἐφέδρων, ἀφοῦ δὲν δὲν πρόκειται νὰ ποιήσηται χρῆσιν αὐτῆς, ὡς παρατηρεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἰμὴ ἐν ἐκτάκτῳ τινὶ ἀνάγκῃ, ἔκτακτος δὲ τοιαύτη ἀνάγκη εἶναι ἡ ἐπιστρατεία, ἥτις ἄλλως κανονίζεται ὑπὸ τοῦ ἰσχύοντος νόμου, θεωρῶ περιττὸν νὰ νομοθετήσωμεν τὴν τοιαύτην γενικὴν διάταξιν, καὶ προτιμότερον νὰ παραδεχθῶμεν εἰδικὴν διάταξιν, διορθοῦσαν τὸ ἄτοπον, τὸ σήμερον ὑφιστάμενον, καθ’ ἃ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Δὲν εἶναι φρόνιμον νὰ παραδεχθῶμεν νέον ἄτοπον, τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα μὲν νὰ προΐδωμεν ἀπὸ τοῦδε, τίνας κακὰς συνεπείας δύναται νὰ φέρῃ, δυνάμεθα ὅμως νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι θὰ φέρῃ τοιαύτας.
§88ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅπως παρέστησα καὶ πρότερον, τὸ ζήτημα δὲν δύναται ν’ ἀναφυῇ, εἰμὴ ἐὰν ἡλικία τις μὴ κληθῇ, ὅτε γίνεται ἡ κλῆσις αὐτῆς καθ’ ἓν τῶν ἑπομένων ἐτῶν· εἶναι δὲ ταῦτα, ἐπὶ μὲν τῆς κλητέας μετὰ τὸ ἕβδομον τῆς ἐφεδρικῆς ὑπηρεσίας ἔτος, ἓν, ἐπὶ δὲ τῆς κλητέας μετὰ τὸ τρίτον ἔτος, τρία.
§89ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἑπτά.
§90ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ἑπτά, ὡς ἐπερχομένης τῆς δευτέρας περιόδου ἀσκήσεων ἐπὶ τῇ συμπληρώσει ἑπταετοῦς ἐφεδρικῆς ὑπηρεσίας.
§91ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλὰ δὲν γίνεται τοιαύτη διάκρισις.
§92ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τοῦτο ἀναποδράστως καταλήγει ἡ ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ τροποποιούμενον ἄρθρον 6, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως μέχρι τῆς 1 Φεβρουαρίου 1894 τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ΦΟΗʹ τῆς 6 Ἰανουαρίου 1876 περὶ ἀδείας πρὸς περιορισμὸν τῆς δικαστικῆς δικαιοδοσίας τῶν ἐν Αἰγύπτῳ προξενικῶν ἀρχῶν τῆς Ἑλλάδος.
§94ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν πρέπει νὰ συζητηθῇ, πρὶν ἢ ὑποβληθῶσιν αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι, καὶ ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν εἰδικὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἐπανειλημμένως ἐζήτησα, περὶ τοῦ ζητήματος τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας ἐν Αἰγύπτῳ, περὶ τῆς ἐν Αἰγύπτῳ συνομολογηθείσης συμβάσεως.
§95ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Θὰ εἴπω περὶ τούτου προφορικῶς, ὅταν συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐπειδὴ βεβαίως ἐπ’ αὐτοῦ θέλει κυρίως στραφῆ ἡ συζήτησις, θέλω σᾶς δώσει πᾶσαν ἐξήγησιν καὶ πληροφορίαν.
§96Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ζητημάτων, διὰ τὰ ὁποῖα σᾶς παρεκάλεσα.
§97ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ πάντων.
§98ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλὰ διατὶ ἡ ἔκθεσις αὕτη νὰ ἦναι προφορική;
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀναβάλλεται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890 ἐκ δραχμῶν 101,000.
§100Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τούτου παρατήρησιν ἔχω νὰ προβάλω, ἀφορμὴν λαμβάνων ἐκ τοῦ νομοσχεδίου. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ζητοῦνται 101,000 δραχμῶν, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ πληρωμὴν χρέους πρὸς τὸ κατάστημα τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, διότι ἡ πρὸς αὐτὸ ὀφειλὴ κατὰ τοὺς λογαριασμοὺς ἀνέρχεται εἰς 3,200 περίπου λίρας ἀγγλικάς, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀποτελοῦσιν 101,000 δραχμῶν’ ἀλλ’ ἐν τῷ ποσῷ τούτῳ περιλαμβάνεται καὶ ἡ διαφορὰ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ. Ἀλλ’ οὕτω εἰσάγεται σύγχυσις εἰς τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ Κράτους, διότι ἀλλαχοῦ μὲν ζητοῦνται πιστώσεις ἐπὶ τῇ βάσει ὑπολογισμοῦ εἰς δραχμάς, ἀλλαχοῦ ὅμως ὑπολογίζονται τὰ χρήματα εἰς χρυσὸν, διότι εἰς χρυσὸν ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν. Παρετήρησα μάλιστα εἰς ἕνα πίνακα, ὁ ὁποῖος ἐδημοσιεύθη διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, περὶ τῶν βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων ἐσόδων τῆς χρήσεως 1889 ἀπὸ πρώτης Ἰανουαρίου 1889 μέχρι τέλους Φεβρουαρίου 1890, παρετήρησα, λέγω, ὅτι σημειοῦνται εἰς τὰ ἔκτακτα ἔξοδα 503 χιλιάδες φράγκα χρυσᾶ, ἐνῷ ὠφείλομεν νὰ πληρώσωμεν 503,000 δραχμῶν διὰ τὴν οἰκοδομὴν τῶν στρατιωτικῶν κτιρίων, περὶ ὧν ἡ εἰρημένη δαπάνη.
§101ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐχί.
§102ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως’ ἀναφέρεται εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸ τελευταῖον φύλλον.
§103ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως δὲν ἐπληρώθησαν.
§104Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σημειοῦται ὅτι ἐπληρώθησαν.
§105ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν σημειοῦται, θὰ ἦναι λάθος, διότι καὶ ἄλλοτε ἐποιήσατο περὶ τούτου λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, καὶ ἀπήντησα τότε, λαβὼν δὲ καὶ ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐπληροφορήθην ὅτι δὲν πρόκειται περὶ πληρωμῆς 503,000 χρυσῶν φράγκων, ἀλλὰ περὶ πληρωμῆς εἰς τὸ Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον δραχμῶν 503,000.
§106Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὴν ἰδίαν παρατήρησιν ὑπόκειται καὶ ἄλλη τις πίστωσις, τὴν ὁποίαν ζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δι’ ἔξοδα ναυπηγήσεως, καὶ δι’ ἔξοδα ἐπιστασίας, ναυπηγήσεως καὶ μεταφορᾶς πλοίων. Τὰ ἔξοδα ἐπιστασίας, ναυπηγήσεως καὶ μεταφορᾶς πλοίων, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πληρόνονται εἰς δραχμὰς, τὸ ποσὸν δὲ, τὸ ὁποῖον ζητεῖ, πρόκειται νὰ πληρωθῇ εἰς χρυσόν. Ἐπεθύμουν οἱ λογαριασμοὶ νὰ ἦναι διακεκριμένοι, διὰ ν’ ἀποφεύγωμεν τὴν σύγχυσιν ταύτην.
§107ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ μὲν τοῦ Στρατοδικείου ὑπάρχει λόγος, ἵνα ἀναγραφῶσιν ἐνταῦθα εἰς χρυσόν. Ἐνταῦθα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σημειωθῇ ἡ ὀφειλὴ ἄλλως...
§108Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θεωρῶ ὀρθὴν τὴν ἐγγραφὴν, ἀλλὰ θεωρῶ ὀρθὴν τὴν ἐγγραφὴν τῆς διαφορᾶς τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ εἰς πάντας τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ Κράτους.
§109ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τοῦτο ἀπαντῶν, λέγω ὅτι ἐνταῦθα δὲν δυνάμεθα νὰ σημειώσωμεν τὴν ὀφειλὴν ἄλλως ἢ εἰς χρυσὸν, ζητοῦντες δὲ τὴν πίστωσιν εἰς δραχμὰς, ἐξηγοῦμεν, ὅτι διὰ τοσούτων δραχμῶν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξοφλήσωμεν εἰς χρυσὸν τὴν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὀφειλήν. Ἐπὶ ὀφειλῆς τοῦ Δημοσίου ἐκ συμβάσεως κανονίζει ἡ σύμβασις τὰ τῆς πληρωμῆς, ἐπὶ ὀφειλῆς ὅμως αὐτοῦ ἀποῤῥεούσης ἐκ μόνου τοῦ νόμου, αἱ ἰσχύουσαι παρ’ ἡμῖν λογιστικαὶ διατάξεις διέπουσι τὰ κατ’ αὐτήν. Ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ ὀφειλῆς ὑπὸ τοῦ λογιστικοῦ τῆς Ἑλλάδος νόμου κανονιζομένης, ἀλλὰ περὶ ληψοδοσίας τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ἐν ᾗ ἔχει αὕτη τὸ δικαίωμα, τὴν ἀπαίτησιν αὐτῆς νὰ ὁρίσῃ εἰς λίρας.
§110Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ γιγνόμενον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ ὑπὸ συζήτησιν εἶναι τὸ ὀρθὸν, ἐγὼ δ’ ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ παρατηρήσω, ὅτι τοῦτο, τὸ ὀρθῶς γιγνόμενον, πρέπει νὰ γίγνηται πανταχοῦ, ἐν πάσῃ σχέσει τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ ἂν πρόκηται νὰ ποιήσωμεν πληρωμάς· ἄλλως, πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν τὰς πληρωμὰς ταύτας εἰς δραχμὰς, μάλιστα ὅταν αἱ πληρωμαὶ γίγνωνται εἰς δραχμάς. Αἱ πληρωμαὶ τῆς οἰκοδομῆς τῶν Στρατοδικείων γίνονται εἰς δραχμὰς, αἱ δαπάναι τῆς ἐπιστασίας, ναυπηγήσεως καὶ μεταφορᾶς τῶν πλοίων γίνονται ὡσαύτως εἰς δραχμάς.
§111ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο πολλάκις συνεζητήθη ὡς ζήτημα τάξεως. Μίαν δὲ μόνον παρατήρησιν θὰ προσθέσω. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἔχομεν δύο νομίσματα· τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν. Ἔχομεν ἓν μόνον νόμισμα, τὸ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ὀφείλομεν δὲ μὲ τὸ νόμισμα τοῦτο νὰ μετρῶμεν ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ ὅλας τὰς δαπάνας ἡμῶν.
§112ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχομεν καὶ τὸ νόμισμα τῆς Λατινικῆς ἑνώσεως;
§113ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως ἔχομεν τοῦτο. Ἀλλὰ τὸ μεταλλικὸν δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ σήμερον παρ’ ἡμῖν ὡς νόμισμα χρησιμεῦον πρὸς καταμέτρησιν τῶν ἀξιῶν. Ἐὰν τὴν δαπάνην πρὸς κατασκευὴν Στρατοδικείου τὴν λάβωμεν ἐκ πόρου ἐκτάκτου, ἐκ τοῦ ὁποίου εἰσεπράξαμεν οὐχὶ τὸ σημερινὸ νόμισμα ἡμῶν, ἀλλὰ νόμισμα μεταλλικὸν, ὅπερ παρ’ ἡμῖν εἶναι ἐμπόρευμα, δὲν δυνάμεθα νὰ καταμετρήσωμεν διὰ τοῦ νομίσματος τούτου, διὰ τοῦ μεταλλικοῦ δηλ. φράγκου, τὰς 500,000 δραχμὰς, αἵτινες ἐδαπανήθησαν διὰ τὸ Στρατοδικεῖον, διότι 500,000 φράγκα μεταλλικὰ ἀντιστοιχοῦσι πρὸς 625,000 δραχμὰς, θεωροῦντες δ’ αὐτὰς ὡς 500,000 δραχμὰς, κρύπτετε 125,000, αἵτινες ἐχρησίμευσαν πρὸς κάλυψιν ἑτέρων δαπανῶν, ἃς παρασιωπᾶτε. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 200,000 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1890 πρὸς περίθαλψιν τῶν ἐκ Κρήτης ἀπόρων προσφύγων.
§115ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι, ἐπειδὴ παρῆλθε πολὺς χρόνος ἀφ’ ὅτου ὑπεβλήθη ἡ πίστωσις αὕτη, καὶ βεβαίως σήμερον δὲν εἶναι ἐπαρκής, διότι τὸ ποσὸν ἐδαπανήθη ὁλόκληρον, εἶναι ὀρθὸν ν’ ἀναγράψωμεν ἐν αὐτῇ τῇ πιστώσει τροπολογίαν, προβλέπουσαν διὰ τὸ μέλλον καὶ διπλασιάζουσαν τὸ ποσὸν τῆς πιστώσεως.
§116Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀντιλέγομεν.
§117ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἀντιλέγομεν, ἀλλὰ παρακαλοῦμεν νὰ μᾶς εἴπητε ἐπὶ πόσον εἰσέτι χρόνον θὰ ὑφίσταται αὐτὴ ἡ ἀνάγκη.
§118ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν γνωρίζομεν.
§119Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μόνον δυνάμεθα ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ζητήσωμεν, εἶναι, νὰ ἀνακοινωθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κανονισμὸς τοῦ τρόπου τῆς διανομῆς τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ.
§120ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀνεκοινώθη.
§121ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἴπετε ὅτι γίνεται δι’ ἐπιτροπῆς· ἀλλ’ ὅταν ὑποκαθιστᾷ ἡ Κυβέρνησις μίαν ἐπιτροπὴν, ὀφείλει νὰ ἐπιτηρῇ τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην.
§122ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὴν ἐπιτηρεῖ.
§123ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τίνα τρόπον;
§124ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ τρόπος εἶναι ἁπλοῦς· ὑποβάλλονται κατάλογοι, φέροντες πιστοποίησιν τῶν προκρίτων καὶ τῶν ἀρχηγῶν τῶν τμημάτων, ὅτι ἀποβλέπουσιν εἰς πρόσφυγας ἀληθεῖς· κατόπιν οἱ κατάλογοι οὗτοι τυποῦνται, ἐξελέγχονται ὑπὸ τῆς ἀστυνομίας, καὶ ἡ ἀστυνομία εἶναι διηνεκῶς ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν, ὥστε νὰ διαγράφῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ παρόδῳ τοῦ χρόνου ἀπέρχονται, εἴτε ἄλλως πως ἐκλείπουσιν, εἴτε κακῶς ἐνεγράφησαν. Μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν ταύτην διανέμονται τὰ χρήματα. Βεβαίως δὲν ἀξιοῦμεν, ὅτι ἐν τῇ προκειμένῃ διανομῇ δὲν συμβαίνουσι καὶ πλάναι, ἀντελήφθην μάλιστα τοιαύτης ἐκ πλάνης πληρωμῆς, γενομένης πρὸς Κρῆτας ἀπὸ ἐτῶν ὑπάρχοντας ἐνταῦθα καὶ παρεισφρήσαντες μετὰ τῶν νεωστὶ ἐλθόντων· ἀλλ’ ὅταν τοιαῦται πλάναι ἀνακαλύπτωνται, καὶ ἀνακαλύπτονται πάντοτε, ἀμέσως ἐπανορθοῦνται.
§125Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἐξ ὅλων τῶν τμημάτων τῆς Κρήτης;
§126ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι ἐκ Κρήτης· ἡ ἐπιτροπὴ ἀποτελεῖται ἐκ δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ἄλλων προκρίτων πολιτῶν, ἀντιπροσώπων μάλιστα ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ εἶναι ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν.
§127ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ἀκούσει πολλὰ παράπονα τῶν ἐκ Ῥεθύμνης προσφύγων.
§128ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἐγώ.
§129ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἤθελον σᾶς παρακαλέσει νὰ διορίσητε ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ἓν μέλος ἐκ Ῥεθύμνης.
§130ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκ Κρήτης ἔχομεν τὸν κ. Ῥικάκην, τὸν κ. Δεικτάκην, τὸν λαμβάνοντα καὶ μέρος κατὰ τὴν διανομὴν, καὶ τὸν κ. Ῥενιέρην· ἀλλ’ οὐδεὶς τῶν προσφύγων Κρητῶν ἀποκλείεται τοῦ δικαιώματος νὰ ὑποβάλῃ τὰ παράπονά του· οἱοσδήποτε Κρὴς εἶχε νὰ ὑποβάλῃ παράπονον, εἰσήχθη παρ’ ἐμοὶ, ἠκούσθη τὸ παράπονόν του καὶ ἐξητάσθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως, ἀναβιβασθείσης τῆς πιστώσεως εἰς δραχμὰς 400,000).
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 436,000 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως 1890.
§132ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εὑρίσκω τὸ σύστημα καὶ τὴν ἀρχὴν, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται ἡ πίστωσις αὕτη, πλημμελῆ. Ὑπῆρξε περίστασις, ἡ τῆς ἐπιστρατείας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐψηφίσθησαν ἔκτακτοι πιστώσεις δι’ ἐκτάκτους δαπάνας ἀμέσως σχετιζομένας μὲ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἀλλὰ κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην δὲν παρουσιάσθη ἀνάγκη νὰ δαπανηθῶσιν αἱ πιστώσεις αὗται. Ἔρχεται δὲ σήμερον τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ζητεῖ νὰ δαπανήσῃ τὰς πιστώσεις ταύτας εἰς ἀνάγκας ὅλως διαφόρους καὶ ἀνηκούσας εἰς τὸν τακτικὸν προϋπολογισμὸν, ἐντὸς τοῦ ὁποίου πρέπει ν’ ἀναγραφῶσι τὰ πρὸς θεραπείαν αὐτῶν ἀπαιτούμενα ποσά. Τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι καὶ καθ’ ἑαυτὸ πλημμελὲς καὶ ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ὑπάρχει κεφάλαιον φέρον τὸν τίτλον Ναύσταθμος, καὶ κεφάλαιον μὲ τίτλον Κατασκευὴ καὶ συντήρησις καταστημάτων. Ὁ πίναξ, ὅστις προσαρτᾶται εἰς τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, περιέχει 14 διάφορα ἐδάφια, ἅτινα οὐδὲν ἄλλο ἀφορῶσιν ἢ τὸν Ναύσταθμον καὶ τὴν συντήρησιν καὶ ἐπισκευὴν καταστημάτων. Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν πρόκειται περὶ οἰκοδομήσεως νέων Ναυστάθμων ἢ ὅλως νέων καταστημάτων, δὲν ἐννοῶ, διατὶ αἱ δαπάναι αὗται νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὰς ἐκτάκτους δαπάνας τῆς ἐπιστρατείας καὶ οὐχὶ εἰς τὰ σχετικὰ πρὸς αὐτὰς κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τοῦτο εἶναι αὐθαίρετον καὶ ἐναντίον τοῦ λογιστικοῦ νόμου, περίεργον δὲ εἶναι τὸ 2ον ἄρθρον τῶν δαπανῶν τούτων, τὸ ἀφορῶν τὸ Προγυμναστήριον Πόρου, περὶ οὗ μήτε ἰδέα μήτε σκέψις τις ὑπῆρχεν ὅτε ἐψηφίζοντο αἱ πιστώσεις τῆς ἐπιστρατείας. Κατὰ τὴν ἀρχὴν, ἐφ’ ἧς βασίζεται τὸ νομοσχέδιον, ἡ ἐπιστρατεία μεταβάλεται εἰς ἕνα ἔκτακτον προϋπολογισμὸν, γενικὸν καὶ διαρκῆ, εἰς βάρος τοῦ ὁποίου θὰ γίνωνται δαπάναι παντὸς εἴδους, ἀφορῶσαι τὴν συντήρησιν τοῦ Ναυστάθμου, τὴν ἀνέγερσιν τοῦ ναυτικοῦ προγυμναστηρίου καὶ τίς οἶδε τίνων ἄλλων ἔργων. Δὲν συζητῶ κατ’ οὐσίαν τὸ νομοσχέδιον, διότι δὲν γνωρίζομεν ἐν λεπτομερείᾳ τὴν σημασίαν τῶν ἀναγκῶν, ἃς πρόκειται νὰ θεραπεύσῃ ἡ ζητουμένη πίστωσις. Τὴν ἀναγραφὴν ὅμως αὐτῆς ὡς ἐκτάκτου καὶ σχετιζομένης μὲ τὰς πιστώσεις τῆς ἐπιτροπῆς θεωρῶ πλημμελῆ καὶ ἐναντίαν τοῦ λογιστικοῦ νόμου.
§133ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ὁμολογεῖ, ὅτι κατ’ οὐσίαν δὲν διαφωνεῖ πρὸς τὴν προκειμένην πίστωσιν· ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ὅτι ἡ διαφωνία του συνίσταται εἰς διαφορὰν λέξεων.
§134ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§135ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅταν λέγητε, ὅτι κατ’ οὐσίαν δὲν διαφωνεῖτε, παραδέχεσθε ὅτι ἡ πίστωσις εἶναι ἔκτακτος· ὅτι δὲ εἶναι ἔκτακτος ἡ πίστωσις, ἡ ἀνάγνωσις τοῦ πίνακος τὸ ἀποδεικνύει προδήλως· ἐν αὐτῷ γίνεται λόγος περὶ τοποθετήσεως μονίμου ἱστοθέτου, περὶ ἀνεγέρσεως ἀποθηκῶν, περὶ προμηθείας πυροσβεστικῶν ἀντλιῶν κτλ. Ὥστε πάντοτε γίνεται λόγος περὶ ἐκτάκτων δαπανῶν καὶ περὶ ἀνεγέρσεως νέων οἰκοδομῶν· πῶς λοιπὸν δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι τὸ κεφάλαιον «ἐπισκευὴ καὶ συντήρησις κτιρίων» πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τῶν προκειμένων ἀναγκῶν;
§136ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἐὰν προσεῖχεν εἰς ὅσα εἶπον, ἤθελε πεισθῆ, ὅτι δὲν θεωρῶ τὴν πίστωσιν ταύτην ὡς ἔκτακτον. Λέγων ὅτι δὲν διαφωνῶ κατ’ οὐσίαν, ἐννοῶ ὅτι δὲν ἀμφισβητῶ τὴν ἀνάγκην τῆς κατασκευῆς μώλου ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, τῆς κατασκευῆς ἀποθηκῶν κτλ. Ἐξετάζων ὅμως τὸ ζήτημα τῆς λογιστικῆς τάξεως, εὑρίσκω, ὅτι ἡ δι’ αὐτὰ πίστωσις καὶ δαπάνη δὲν ἀνήκουσιν εἰς τοὺς ἐκτάκτους πόρους. Πάντοτε καὶ εἰς πάντας τοὺς Ναυστάθμους παρουσιάζονται ἀνάγκαι τοιαῦται, οὐδαμοῦ ὅμως αἱ δι’ αὐτὰς δαπάναι χαρακτηρίζονται ὡς ἔκτακτοι. Ἐν Γαλλίᾳ μόνον πρὸ ἐτῶν ἠθέλησαν νὰ ἐκτελέσωσι τοιαύτας δαπάνας ἐν Ναυστάθμοις δι’ ἐκτάκτων πόρων, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ἀπέῤῥιψαν τὸ σύστημα τοῦτο, ὡς ἐπιβλαβές. Μόνον τότε εἶναι ἔκτακτος ἡ δαπάνη, ὅταν πρόκηται περὶ κατασκευῆς νέων Ναυστάθμων.
§137ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐπερατώθη εἰσέτι ὁ Ναύσταθμος.
§138ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐπερατώθη εἰσέτι; Πότε θὰ περατωθῇ;
§139ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν περατωθῇ.
§140ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοιουτοτρόπως δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν αἰωνιότητα· ποτὲ δὲν θὰ περατωθῇ ὁ Ναύσταθμος, ἐφ’ ὅσον θεωροῦνται τὰ τοιαῦτα κανονικὰ ἔργα ὡς δικαιολογία τῆς διὰ δανείων ἐκτελέσεως αὐτῶν. Τοῦτ’ αὐτὸ ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τὸ Ναυτικὸν Προγυμναστήριον, τοῦ ὁποίου ἡ κατασκευὴ δὲν εἶναι ἔκτακτον ἔργον, ἀλλὰ μεταῤῥύθμισις καὶ βελτίωσις τοῦ ἐν Πόρῳ ὑπάρχοντος κτιρίου τοῦ παλαιοῦ Ναυστάθμου, ἡ δαπάνη τοῦ ὁποίου ἀνάγεται εἰς τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ κεφάλαιον ἐπισκευῆς καὶ συντηρήσεως κτιρίων.
§141ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τώρα δὲν εἴμεθα σύμφωνοι οὔτε κατ’ οὐσίαν. Ἐγὼ δὲν θεωρῶ, ὅτι τὰ πρὸς συντέλεσιν τῶν ἔργων τούτων ἀναγκαιοῦντα ποσὰ δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀνήκοντα εἰς τὰς τακτικὰς δαπάνας. Τοιαῦται δαπάναι θὰ γίνωσι καὶ εἰς τὸ μέλλον, καὶ εἰς τὸ μέλλον ἀνάγκην τοιούτων δαπανῶν θὰ ἔχητε, διότι ὁ Ναύσταθμος ἔχει ἀνάγκην πολλῶν εἰσέτι ἔργων, τῶν ὁποίων ἡ ἀνάγκη ἐπιβάλλεται, ἐφ’ ὅσον τὸ ναυτικὸν ἡμῶν αὐξάνει. Καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ παραδεχθῇ, ὅτι αἱ δαπάναι αὗται δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς δαπάναι τακτικαί, ὡς ἀφορῶσαι εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν στρατιωτικῶν κτιρίων. Τώρα τὸ ζήτημα τῆς μεταφορᾶς πιστώσεως εἶναι ζήτημα λέξεων, καὶ περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ συζητήσωμεν.
§142ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι τοιαύτας δαπάνας θὰ ἔχωμεν διαρκῶς εἰς τὸ μέλλον.
§143ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ διαρκῶς· ἐὰν προσθέσητε τὴν λέξιν διαρκῶς, τότε βεβαίως ὑμεῖς ἔχετε δίκαιον· ἐγὼ εἶπον πολλὰς δαπάνας· μόνον δέ, ἐὰν θέλητε νὰ φανῆτε, ὅτι ἔχετε δίκαιον, δύνασθε ν’ ἀντικαταστήσητε τὴν λέξιν πολλὰς διὰ τῆς λέξεως διαρκῶς.
§144ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ τῆς λέξεως διαρκῶς ἐνόησα τὰς κανονικῶς καὶ ἐξ ὑπαμοιβῆς παρουσιαζομένας τοιαύτας ἀνάγκας. Εἶπον δέ, ὅτι πρέπει τὰς δι’ αὐτὰς δαπάνας νὰ ἐκτελῶμεν διαρκῶς δι’ ἐκτάκτων πόρων, δηλ. διὰ δανείων. Ἐὰν θέλητε νὰ καθιερώσητε τοιοῦτον σύστημα, οὐδὲν ἄλλο πράττετε, εἰμὴ νὰ καθιερώσητε τὸ δάνειον ὡς τακτικὸν πάγιον πόρον τοῦ Κράτους. Τοῦτο εἶναι τὸ ἐπικινδυνωδέστερον καὶ ὀλεθριώτερον σύστημα, ὅπερ Κυβέρνησίς τις δύναται νὰ καθιερώσῃ ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Τὸ δάνειον δὲν εἶναι πόρος τακτικὸς, δὲν εἶναι πόρος, ὅστις παγίως πρέπει νὰ χρησιμεύῃ διὰ δαπάνας τακτικῶς ἐπαναλαμβανομένας· εἶναι πόρος ἔκτακτος, εἰς ὃν ἐπιτρέπεται νὰ καταφεύγωμεν μόνον διὰ πράγματι ἐκτάκτους ἀνάγκας. Ὅταν δὲ μεταβάλωμεν αὐτὸν εἰς πόρον τακτικὸν, τότε ὠθοῦμεν τὸν τόπον εἰς βέβαιον οἰκονομικὸν ὄλεθρον. Μόνον ὅταν ὑπάρχῃ ἔκτακτος ἀνάγκη, καθωρισμένη καὶ ἀναμφισβήτητος, δυνάμεθα νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸ δάνειον. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μετατρέπωμεν αὐτὸ εἰς τακτικὸν πόρον, καὶ τοιοῦτον, ὥστε, ἐὰν ὑπολογίσωμεν τὰς πιστώσεις, ἃς ἀναγράφει ἡ ἡμερησία διάταξις καὶ ἃς ἐννοοῦμεν νὰ πληρώσωμεν διὰ δανείων, θέλομεν εὕρει, ὅτι αὗται ὑπερβαίνουσι κατὰ ποσὸν τὸ σύνολον τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους ἀναγραφεισῶν δαπανῶν. Συμβαίνει δὲ τοῦτο, διότι μεταξὺ τῶν πράγματι ἐκτάκτων ἀναγκῶν καὶ δαπανῶν παρεισάγομεν δαπάνας οὐδὲν ἐχούσας τὸ ἔκτακτον καὶ αἵτινες πρέπει νὰ πληρωθῶσι διὰ τῶν τακτικῶν πόρων τοῦ Δημοσίου.
§145Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, αἱ παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, μοὶ φαίνονται τὰ μάλα σοβαραί. Ἐν πρώτοις σοβαρὰ εἶναι ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἐπρόβαλεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης. Ἡ παρατήρησις αὕτη ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀληθῆ παράστασιν τοῦ νομοθετήματος, εἰς τὴν εἰλικρίνειαν αὐτοῦ. Τί ζητεῖτε διὰ τοῦ νομοσχεδίου; Δὲν ζητεῖτε χορηγίαν πιστώσεως, ζητεῖτε μεταφορὰν πιστώσεως. Ἀλλὰ πότε ζητεῖται μεταφορὰ πιστώσεως, καὶ διατὶ ζητεῖται; Ἐὰν ἀνάγκη τις προετάθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ ἐβασάνισεν αὐτὴν καὶ ἐπείσθη, ὅτι ἡ ἀνάγκη εἶναι πραγματικὴ καὶ ἀναπόφευκτος, καὶ ἐνέκρινεν αὐτὴν, συνέπεσε δὲ νὰ μὴ γένηται καὶ δι’ αὐτὴν πληρωμὴ, καὶ νὰ παρέλθῃ ὁ χρόνος τῆς χρήσεως, νὰ ὑφίσταται δ’ ἔτι ἡ ἀνάγκη, τότε μεταφέρετε τὴν πίστωσιν, καὶ μεταφέροντες αὐτὴν δὲν ἐξετάζετε, ἐὰν πρέπῃ διὰ τὴν ἀνάγκην ταύτην νὰ γένηται ἡ δαπάνη, διότι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀπεφάνθη ἤδη ἡ Βουλή. Ὅταν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐχορήγησε κατὰ τὰ 1885 πίστωσιν δραχ. 12,501,949 εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἐχορήγησεν αὐτὴν, διὰ νὰ παρασκευάσῃ τὸν στόλον, καὶ καταστήσῃ αὐτὸν ἱκανὸν νὰ δράσῃ. Ἀλλὰ νῦν, ἀφοῦ παρῆλθεν ἡ ἀνάγκη ἐκείνη, ἀφοῦ δὲν πρόκειται πλέον ὁ στόλος νὰ δράσῃ σήμερον, ζητεῖτε νὰ μεταφέρωμεν τὴν πίστωσιν ἐκείνην δι’ ἀνάγκας ἄλλας, αἵτινες, ὅσον σπουδαῖαι καὶ ἂν ἦναι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπευθῶσι διὰ πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι ἐχορηγήθησαν πρὸς τὸν εἰδικὸν σκοπὸν τῶν πιστώσεων τοῦ 1885. Λοιπὸν προτείνοντες τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταφορᾶς πιστώσεων, δὲν προβάλλετε εἰλικρινῆ πρότασιν, ἀλλὰ ζητεῖτε νὰ παραστήσητε εἰς τὸ κοινὸν, ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς πιστώσεως, ἣν ζητεῖτε, εἶναι ἤδη ὡνωμολογημένη ἀπὸ τοῦ 1885, οὐδὲ πρέπει νὰ βασανισθῇ ἤδη, ἀλλὰ πρέπει νὰ γένηται ἡ μεταφορὰ τῆς πιστώσεως, ἡ ὁποία ἤδη ἐψηφίσθη. Τοῦτο δὲν εἶναι εἰλικρινὲς, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ στέρξωμεν εἰς τοιαύτην πρᾶξιν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς παρατηρήσεως ταύτης, προετάθη ἄλλη παρατήρησις, ἡ ὁποία δὲν εἶναι μόνον τυπικὴ, εἶναι οὐσιαστική. Βεβαίως ἡ νομοθεσία ἡ κρατοῦσα εἰσήγαγεν ὅρους τινὰς, τοὺς ὁποίους δὲν εἰσήγαγεν ἁπλῶς πρὸς ἐκπλήρωσιν τύπων, ἀλλὰ πρὸς παράστασιν ἐννοιῶν. Εἰσήγαγε λοιπὸν ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ τὰς ἐκτάκτους πιστώσεις, ἀλλὰ δὲν ἐννόει διὰ τοῦ ὅρου ἔκτακτος πίστωσις αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐννοεῖ ἡ νῦν Κυβέρνησις. Ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἐχαρακτήρισεν ὡς ἐκτάκτους πιστώσεις τὰς πιστώσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διὰ νὰ θεραπεύσῃ ἀνάγκας, τὰς ὁποίας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προΐδῃ, ὅτε συνέτασσε τὸν Προϋπολογισμὸν, ὅπως περιλάβῃ ἐν αὐτῷ ἔκτοτε τὰς νῦν ζητουμένας πιστώσεις. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ὅρου ἔκτακτος πίστωσις ἐννοεῖ ἄλλο τι, ἐννοεῖ πιστώσεις, τῶν ὁποίων τὰ ποσὰ πρέπει νὰ πορισθῶμεν διὰ δανείων. Ἡ Κυβέρνησις προτείνει, ὅτι πᾶσα πίστωσις, ἥτις δὲν εἶναι τακτικὴ, δὲν ὑπάγεται εἰς τὰς τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἀποτελεῖ ἐκτάκτους ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι ἐκτάκτως καὶ σπανίως ἐπιφαίνονται, καὶ τὰς ὁποίας πρέπει τὸ Κράτος νὰ θεραπεύσῃ δι’ ἐκτάκτων πόρων, ἤτοι διὰ δανείων. Λοιπὸν γεννᾶται τὸ ζήτημα: πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν νὰ δανειζώμεθα, διὰ νὰ θεραπεύσωμεν τοιαύτας ἀνάγκας; Εἶναι ζήτημα οὐσιαστικὸν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ τὸ βασανίζωμεν μετ’ ἐμβριθείας, ὅπως ἐν γνώσει ψηφίζωμεν αὐτό. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον καλὸν εἶναι νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§146ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἐν τῇ ἐκθέσει γίνεται λόγος περὶ τῆς πιστώσεως, τῆς χορηγηθείσης τὸ 1885. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὅμως δὲν ὑπάρχει φράσις, ἥτις δύναται νὰ μᾶς ἀποτρέψῃ ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου· διότι λέγει: «Χορηγεῖται ἔκτακτος πίστωσις ἐκ δραχμῶν τετρακοσίων τριάκοντα ἓξ χιλιάδων ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως 1890, καταλογιζομένη ὑπὸ τὸ Κεφάλαιον Θʹ, «Ἔργα Ναυστάθμου καὶ Ναυτικοῦ προγυμναστηρίου».
§147Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ νόμος δὲν εἶναι μόνον τὰ ἄρθρα τοῦ νόμου, εἶναι καὶ ὁ πίναξ ὁ ἐπισυνημμένος.
§148ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θὰ παρετηρήσατε ὅμως, ὅτι μεταξὺ τῶν λόγων, τῶν ἀναφερομένων ἐν τῇ ἐκθέσει, εἶναι καὶ οἱ ἑξῆς: «Ἐπειδὴ ὅμως παρίσταται ἤδη ἀπόλυτος καὶ κατεπείγουσα ἀνάγκη, ὅπως ἐν τῷ ἐν Σαλαμῖνι Β. Ναυστάθμῳ ἐκτελεσθῶσι τὰ ἔργα τὰ ἐν τῷ πίνακι ἀναφερόμενα ....» μεταξὺ δὲ τῶν ἔργων τούτων ἀναφέρεται ἡ τοποθέτησις τοῦ μονίμου ἱστοθέτου. Ὡς βλέπετε, πρόκειται περὶ ἀποπερατώσεως ἔργου, τὸ ὁποῖον ἐνομοθετήθη κατὰ προηγουμένην ἐποχὴν καὶ τὸ ὁποῖον δι’ ἐκτάκτων πόρων ἐξετελέσθη. Ὥστε ὡς πρὸς τοῦτο δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ δικαιολογία ἔχει τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἀτόπου, τὸν ὁποῖον ἐδώσατε.
§149Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν πρώτοις, ὡς πρὸς τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ Ναυστάθμου, παρατηρῶ, ὅτι πρόκειται περὶ συνεχισμοῦ ἔργων, τὰ ὁποῖα δὲν ἤρξαντο κατὰ τὸ 1885, ἀλλὰ πρὸ τοῦ 1885. Ἡ κατασκευὴ τοῦ Ναυστάθμου δὲν ἐξετελέσθη τὸ 1885, ἀλλ’ εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον ἤρξατο ὅτε ἤρξατο ἡ οἰκοδόμησις τοῦ Ναυστάθμου. Ἔπειτα, ὡς πρὸς τὴν παρατήρησίν μου περὶ τῆς ζητηθείσης μεταφορᾶς τῆς πιστώσεως, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν ἀντιλέγει, ἵνα μεταβληθῇ κατ’ αὐτὴν τὸ νομοσχέδιον, ἡ παρατήρησις δὲν ἔχει λόγον, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ νομοθετηθῇ ὡς μεταφορὰ πιστώσεως. Πρόκειται ὅμως ἤδη τὸ δεύτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι σοβαρὸν, καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τὸ συζητήσωμεν αὔριον εὐρύτερον.
§150ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ θεωρήσητε τὴν πίστωσιν ὡς ἔκτακτον.
§151ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι· τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν αἱ δαπάναι πρέπει νὰ γίνωνται δι’ ἐκτάκτων πόρων.
§152Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως κατὰ τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Ἀλλὰ διὰ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς πιστώσεως ὡς ἐκτάκτου ἐννοεῖτε πίστωσιν, τῆς ὁποίας ἡ δαπάνη θὰ γίνῃ δι’ ἐκτάκτων πόρων. Λοιπὸν εἶναι ζήτημα, ἐὰν αἱ τοιαῦται ἀνάγκαι πρέπῃ νὰ θεραπεύωνται διὰ τῶν τακτικῶν πόρων τοῦ Κράτους, ἢ διὰ δανείων. Ἡμεῖς φρονοῦμεν τὸ ἑξῆς, καὶ δὲν διστάζω νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, ὅτι στέργομεν νὰ προσφύγωμεν εἰς δάνεια διὰ στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευὰς, ἀλλὰ μόνον δι’ ὡρισμένας παρασκευὰς, π. χ. διὰ δανείου θέλομεν ναυπηγήσει τρία θωρηκτὰ πλοῖα, διὰ δανείου δυνάμεθα νὰ ἀγοράσωμεν ὅπλα ἢ πυροβόλα, ἀλλ’ ὄχι καὶ νὰ συμπληρώσωμεν τὸ μηχανουργεῖον διὰ δανείου, ἢ νὰ κατασκευάσωμεν ἀντλίας καὶ δεξαμενὰς διὰ πόσιμον ὕδωρ διὰ δανείου, διότι τότε μετατρέπομεν ὅλον τὸ σύστημα τῆς οἰκονομικῆς διοικήσεως, καὶ θέλομεν καταντήσει πᾶσαν ἀνάγκην συνήθη νὰ πληρῶμεν διὰ δανείων, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ ναυτικοῦ. Οὕτως ἀνάγκη δανείου θέλει παρασταθῆ αὔριον π. χ. διὰ τὴν ἀποστολὴν εἰς Γαλλίαν τῶν πληρωμάτων διὰ τὴν διοίκησιν τῶν θωρηκτῶν. Τοιουτοτρόπως δὲ τὰ δάνεια εἶναι ὁ πρῶτος καὶ κύριος παράγων τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο ἀντιλέγω.
§153ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἀνακινηθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας ζήτημα δὲν παρουσιάζεται· θὰ ἐπαρουσιάζετο τὸ ζήτημα, ἐὰν προετείνετο ἡ συνομολόγησις δανείου πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Ἐπὶ τῇ προτάσει τοιούτου δανείου σκόπιμος θὰ ἦτο ἡ ἀνακίνησις τοῦ ζητήματος, ἂν ἡ δαπάνη ἦναι ἐκ τῶν ἀποτινομένων ἐξ ἐκτάκτων πόρων. Ἐνταῦθα δὲν καθορίζεται, ἂν ἡ δαπάνη ἀποτιθήσεται ἐξ ἐκτάκτου πόρου, ἤτοι ἐκ δανείου, ἀλλὰ πρόκειται περὶ πιστώσεως ἐκτάκτου ὑπὸ τὴν λογιστικὴν ἔννοιαν τοῦ χαρακτηρισμοῦ, ἐμφαίνοντος τὸ ἔκτακτον τῆς ἀδείας πρὸς τὴν δαπάνην, οὐδόλως δὲ τὸ ἔκτακτον τοῦ πόρου. Ἄσχετον ὅλως εἶναι τὸ προτεινόμενον πρὸς τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ δαπάνη θὰ καταβληθῇ ἐκ τακτικῶν ἢ ἐξ ἐκτάκτων πόρων, μόνον δὲ ζήτημα ἐν τῷ χαρακτηρισμῷ τῆς πιστώσεως ὡς ἐκτάκτου εἶναι ὁ τρόπος τῆς σχετίσεως αὐτῆς πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ λογιστικοῦ νόμου· ἀναντιῤῥήτως δὲ κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον ἡ πίστωσις εἶναι χαρακτηριστέα ὡς ἔκτακτος καὶ οὐχὶ ὡς ἀναπληρωματική, ἀφοῦ δὲν ἀνάγεται εἰς κονδύλιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Προκειμένου περὶ δαπάνης ναυτικῆς, μηδόλως προβλεφθείσης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἁρμόζων εἰς τὴν πίστωσιν χαρακτηρισμὸς εἶναι ὁ τῆς ἐκτάκτου. Τὸ ζήτημα, ἐὰν τὰ τῆς πιστώσεως θέλωσι διατεθῆ ἐκ τακτικῶν ἢ ἐξ ἐκτάκτων πόρων, δύναται εὐλόγως ν’ ἀνακινηθῇ, μόνον ὅταν ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν πρότασις περὶ ἐκτάκτου πόρου πρὸς τὴν διὰ τῆς πιστώσεως ταύτης ἐπιτρεπομένην δαπάνην.
§154Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρώτιστον προσὸν τῶν ἐργασιῶν ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις πρέπει νὰ ἦναι ἡ εἰλικρίνεια, δὲν ἐπιτρέπεται δὲ νὰ προσπαθῶμεν νὰ διαστρέφωμεν τὴν εἰλικρινῆ παράστασιν τῶν πραγμάτων· διαστρέφεται δὲ ἡ εἰλικρινὴς παράστασις τῶν πραγμάτων κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, ἀφοῦ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου λέγει ῥητῶς τάδε: «.... δι’ οὗ ἐξαιτούμεθα, ἕνεκα τῆς ἀκυρώσεως τῆς ὑπολειφθείσης ἀδιαθέτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 2,587,854, τὴν χορηγίαν ἐκτάκτου ἐκ δραχμῶν 436,000.» Ὅθεν, ἐὰν δὲν εἶχεν ἀκυρωθῆ ἡ ὑπολειφθεῖσα ἐκ τοῦ 1885 ἀδιάθετος πίστωσις, ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς νὰ δαπανήσῃ ἐξ αὐτῆς διὰ τὸν μῶλον τοῦ Ναυστάθμου καὶ διὰ κατασκευὴν δεξαμενῶν ποσίμου ὕδατος ἐν αὐτῷ; Λοιπὸν τὰ χρήματα τῆς ζητουμένης πιστώσεως θέλει πορισθῆ καθ’ ὃν τρόπον ἐπορίσθημεν καὶ τὰ χρήματα τῶν πιστώσεων τοῦ 1885, ἤτοι διὰ δανείων; Ἀλλὰ ποίαν ἀνάγκην ἔχομεν τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅταν αὐτὸς οὗτος πρὸ μικροῦ ἔλεγεν, ὅτι διὰ δανείου θέλει πληρώσει καὶ τὰς ἀνάγκας ταύτας; Δὲν πρέπει ν’ ἀποφεύγητε νὰ παριστᾶτε εἰλικρινῶς τὰ πράγματα, σᾶς συνιστῶ δὲ νὰ ἔχητε παῤῥησίαν, ὅταν μᾶς ἀνακοινόνητε τὰς γνώμας σας. Ὅθεν ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σκέπτηται νὰ θεραπεύσῃ τὰς περὶ ὧν πρόκειται ἀνάγκας διὰ τῶν τακτικῶν πόρων τοῦ Κράτους, διότι τὸ ἀποδεικνύει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι τὸ ἐβεβαίωσεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ περιμείνω, ὅταν συζητηθῇ τὸ δάνειον, ἵνα δώσω τὴν γνώμην μου. Ἀρκοῦμαι ἀπὸ τοῦδε, ὅταν πείθωμαι, ὅτι περὶ δανείου πρόκειται. Τέλος πάντων πρέπει νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§155ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ τὰ ἐν τῇ ἐπιγραφῇ τοῦ νομοσχεδίου ὡς μὴ σχετιζόμενα πρὸς τὸν λογιστικὸν νόμον, ἡμεῖς δὲ λέγομεν, ὅτι μόνον πρὸς τὸν λογιστικὸν νόμον σχετίζονται ταῦτα. Ἐν τούτῳ ὁ κ. Βουλευτὴς διαγινώσκει ἀνειλικρίνειαν. Ὁ λογιστικὸς νόμος οὐδαμοῦ διακρίνει δαπάνας καταβαλλομένας ἐξ ἐκτάκτων πόρων. Ἡ διάκρισις αὕτη τῶν δαπανῶν ὑφίσταται καὶ σπουδαίως ἐπιδρᾷ ἐπὶ τὴν περὶ αὐτῶν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ οὐδόλως σχετίζεται κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς πιστώσεως. Χαρακτηρίζοντες ἄρα τὴν πίστωσιν ταύτην, ἀντλοῦμεν τὴν ἐπωνυμίαν ἐν τῷ λογιστικῷ νόμῳ, καὶ ὀνομάζοντες αὐτὴν ἔκτακτον, ἀφορῶμεν εἰς τὰς διακρίσεις τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐρωτᾷ, ἂν προτιθέμεθα νὰ διαθέσωμεν τὰ τῆς πιστώσεως ταύτης μὴ προστρέχοντες εἰς δάνειον πρὸς πορισμὸν τῶν καταβληθησομένων. Ἀπηντήσαμεν, ὅτι προτιθέμεθα νὰ καταβάλωμεν τὰ τῆς πιστώσεως ταύτης ἐξ ἐκτάκτων πόρων. Τρανῶς εἶπε τοῦτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, τρανῶς εἶπον τοῦτο καὶ ἐγώ· ποῦ ἄρα ἡ ἀνειλικρίνεια; Ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς θέλῃ νὰ καταψηφίσῃ τὴν πίστωσιν, διότι κατ’ αὐτὸν, ἵνα ᾖ ἀποδεκτὴ, πρέπει νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν δαπάνην οἱ τακτικοὶ πόροι, προβλέπει δὲ αὐτὸς, ὅτι οἱ τακτικοὶ πόροι δὲν θὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν δαπάνην ταύτην, ὀφείλει νὰ εἴπῃ τοῦτο, ἀσχέτως ὅλως πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς πιστώσεως ὡς ἐκτάκτου, ὅστις, ὡς εἶπον, οὐδὲν ἔχει τὸ κοινὸν πρὸς τὸ ἔκτακτον τῆς δαπάνης, ἑπομένως δὲ καὶ τοῦ πόρου, ἐξ οὗ αὕτη θέλει καταβληθῆ. Ἡμεῖς, θεωροῦντες τὰ ἐπὶ τῆς πιστώσεως ταύτης δαπανηθησόμενα ὡς ἐξευρετέα ἐν ἐκτάκτοις πόροις, γινώσκομεν, ὅτι ὑπάρχει τὸ χρῆμα πρὸς τὴν δαπάνην· ὁ κ. Βουλευτὴς, φρονῶν, ὅτι τὸ χρῆμα τοῦτο, ἂν μὴ ἀντληθῇ ἐν τοῖς τακτικοῖς πόροις, οὐδόλως πρέπει νὰ καταβληθῇ, δύναται νὰ ἦναι ἐναντίος εἰς τὴν πίστωσιν, δὲν ἔχει ὅμως δικαίωμα νὰ ζητῇ, ὅπως ὦμεν καὶ ἡμεῖς ἐναντίον, ἀφοῦ ἡμεῖς θεωροῦμεν, ὅτι ἡ δαπάνη πρέπει νὰ καταβληθῇ ἐξ ἐκτάκτων πόρων, δὲν ἔχει δὲ δικαίωμα ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ χαρακτηρίζῃ ὡς ἀνειλικρινεῖς τὰς ἀνακοινώσεις ἡμῶν, καθὸ μὴ συναδούσας πρὸς τὰς σκέψεις αὐτοῦ. Ἡμεῖς εἰλικρινῶς φρονοῦμεν ὅσα ἀνεκοινώσαμεν, καὶ ἰδίᾳ, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου πλανᾶται ὁ κ. Βουλευτής.
§156Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ Πρωθυπουργὸς, εἶναι ὀρθόν. Ὁ Πρωθυπουργὸς λέγει τὴν ἀλήθειαν, διαδηλῶν ὅτι φρονεῖ, ὅτι ἡμεῖς πλανώμεθα, μὴ στέργοντες νὰ ψηφίσωμεν τὴν πίστωσιν. Καὶ ἡμεῖς μετὰ παῤῥησίας ἐκφέρομεν τὴν γνώμην ἡμῶν, λέγοντες, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ πλανῶνται, συγχύζοντες τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ὅταν τὰ Στρατοδικεῖα οἰκοδομῶνται διὰ τῶν χρημάτων τῶν δανείων, ὅταν πληρόνωσι τὰ ἔξοδα τῆς οἰκοδομῆς τῆς προσαυξήσεως τοῦ καταστήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διὰ χρημάτων τοῦ δανείου, δὲν συγχύζουσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους; Ἐψηφίσθη ἀληθῶς περὶ τούτου νόμος ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι ἐκαιροφυλάκτισαν καὶ εὗρον στιγμήν τινα, καθ’ ἣν δὲν ἠδυνάμεθα ἐπὶ πλέον νὰ ἀντιστῶμεν, καὶ οὕτως ἐπετράπη διὰ νόμου εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληρώσῃ διὰ δανείου τὰς δαπάνας ἐκείνας. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἰσχυρίσθη, ὅτι αἱ ἀνάγκαι, περὶ ὧν πρόκειται, πρέπει νὰ πληρωθῶσι διὰ χρημάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ τακτικοῦ, ἐὰν δ’ οἱ τακτικοὶ πόροι δὲν ἐπαρκῶσιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πληρωθῶσι δι’ ἐκτάκτων πόρων. Ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς λέγει τὸ ἐναντίον, λέγων εἰς ἡμᾶς: στέρξατε νὰ ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον, καὶ ὅταν ζητήσωμεν τὴν ἄδειαν νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον, διὰ νὰ πληρώσωμεν τὰ χρήματα ταῦτα, τότε συζητήσατε, ἂν πρέπῃ ἢ δὲν πρέπῃ νὰ γένηται δάνειον.» Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀπὸ τοῦδε γνωρίζομεν, ὅτι θέλετε ζητήσει δάνειον, καὶ περιμένετε ἴσως τὴν κατάλληλον στιγμήν, καθ’ ἣν θέλετε εἶσθαι ὑπὸ κρείσσονας ὅρους ἐν τῇ Βουλῇ, ἵνα προβάλητε τὸ περὶ δανείου νομοσχέδιον καὶ τὸ λάβητε, θέλετε νὰ μὴ σᾶς εἴπωμεν ἀπὸ τοῦδε, ὅτι δὲν στέργομεν τὸ δάνειον; Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐπειδὴ δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ, ζητῶ νὰ ἀναβληθῇ εἰς αὔριον, διὰ νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο εὐρέως.
§157ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 καὶ 45′ μ. μ.