1890.03.22
2.509 στίχοι · 20.103 λέξεις · 56 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 23
Τῆς 22 Μαρτίου 1890.
(Πέμπτη)
Ὥρᾳ 6 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε ἐπὶ τῶν πρακτικῶν παρατηρῶ τὰ ἑξῆς. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 127 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθῃ μία διόρθωσις, ἐὰν ἦναι δυνατόν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 127 δὲν ἐπιστρέφεται εἰς τοὺς κατατασσομένους μετὰ τὴν ἀπαλλαγήν των ποσὸν ἀνάλογον πρὸς τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον ὀφείλουν νὰ διανύσωσιν, ἀλλ’ ἀνάλογον πρὸς τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον διήνυσαν. Κατὰ τὴν ἔννοιαν δὲ ταύτην νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συνταχθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο.
§2ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ πρᾶγμα. Περὶ τῆς περιπτώσεως τῆς προσκλήσεως διαθεσίμων πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ κενῶν προενόησεν ὁ περὶ στρατολογίας νόμος τοῦ 1887, ὁρίσας ὅτι ἐπιστρέφεται αὐτοῖς ἐκ τοῦ ἐπὶ τῇ ἀπολύσει ἐκ τῶν τάξεων καταβληθέντος παρ’ αὐτῶν ἀντισηκώματος μέρος ἀνάλογον πρὸς τὸν ὑπολειπόμενον χρόνον ὑπηρεσίας. Προτείνεται ἤδη, ὅπως ἀφομοιωθῶσι κατὰ τοῦτο πρὸς τοὺς καλουμένους εἰς πλήρωσιν κενῶν διαθεσίμους καὶ οἱ καταβαλόντες τὸ ἀντισήκωμα ἐπὶ τῇ ἀπαλλαγῇ, ἄν, ἐκλιπόντων τῶν λόγων τῆς ἀπαλλαγῆς, καταταχθῶσιν ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ. Ὁ ἀπαλλαγεὶς κατέβαλεν ἀντισήκωμα δραχμῶν 100, ἐκ τούτων θέλουσι τῷ ἀποδοθῆ ἐπὶ τῇ κατατάξει τ’ ἀναλογοῦντα πρὸς τὸν χρόνον, ὃν θὰ διανύσῃ ἐν τῷ στρατῷ.
§3ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Εἴχετε εἰπεῖ «πρὸς τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον διήνυσε.»
§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ καταβαλὼν τὸ ἀντισήκωμα ὡς ἀπαλλαγεὶς οὐδένα διήνυσε χρόνον ἐν ταῖς τάξεσι, πρὸς τοῦτο δὲ καὶ κατέβαλε τὰς ἑκατὸν δραχμάς· ἡ διάταξις ἄρα ἀφορᾷ εἰς τὸν διανυθησόμενον ἐν ταῖς τάξεσι χρόνον, ἐφ’ ὃν δὲν ὀφείλεται ἀντισήκωμα, ὅπερ καὶ ἀποδίδεται, ὡς ἀχρεωστήτως πληρωθέν. (Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Σάκκης κατέθηκεν ἐπερώτησιν, δι’ ἧς ζητεῖ νὰ μάθῃ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, διατὶ καθυστεροῦνται εἰς τὴν χήραν τοῦ κατὰ τὴν 16 Ἰανουαρίου π. ἔ. ἀποθανόντος δημοδιδασκάλου Θουρίας Ἀθ. Ν. Μανδηλάρη 500 δραχμαί, προερχόμεναι ἐκ καθυστερουμένων μισθῶν του καὶ ἐξ ἐνοικίων τῆς ἰδιαιτέρας κατοικίας του. Ὁ Παναγιώτης Ρουμελιώτης, κρατούμενος ἐν ταῖς φυλακαῖς Ζακύνθου, αἰτεῖται, ὅπως τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης διατάξῃ τὸν Διευθυντὴν τῶν σωφρονιστικῶν φυλακῶν Ζακύνθου νὰ παρέχῃ αὐτῷ τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου κεκανονισμένον πεντηκοντάλεπτον, ὅπερ πρὸ πολλοῦ τῷ καθυστερεῖται. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διαβιβάζει πρὸς τὴν Βουλὴν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 66 φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἐν ᾧ ἐδημοσιεύθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 19 πρᾶξις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δι’ ἧς ἐνεκρίθη πίστωσις 4,100 δραχμῶν εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν διαγωνισμάτων τῆς ἐπὶ τῶν Ὀλυμπίων ἐπιτροπῆς. Ἀναφορὰ κρατουμένων διὰ χρέη ἐν ταῖς φυλακαῖς Χαλκίδος, εὐχομένων τὴν κατάργησιν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ἀναφορὰ Ἠλ. Καζίκη καπνοπώλου ἐν Θήβαις, ἀναφέροντος, ὅτι ἐν Λεβαδείᾳ ἐνεργεῖται μέγα λαθρεμπόριον καπνοῦ. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. Ρικάκης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§6ΡΙΚΑΚΗΣ. Μετὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς μεταξὺ Πειραιῶς καὶ Πατρῶν ἡ συγκοινωνία τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης μὲ τὴν Ἀνατολὴν γίνεται διὰ Πατρῶν. Τέσσαρες δὲ ἡμέραι καθ’ ἑβδομάδα προσδιωρίσθησαν διὰ τὴν συγκοινωνίαν μεταξὺ Βρενδησίου καὶ Πατρῶν. Τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ἐξετέλει ἡ Πανελλήνιος Ἑταιρία, ἢ Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία καὶ ἡ Ἰταλικὴ Ἑταιρία, ἡ ὁποία Ἰταλικὴ Ἑταιρία ἀνεδέχθη νὰ ἐκτελῇ δὶς τῆς ἑβδομάδος τὴν γραμμὴν ταύτην ἐπὶ ἐπιχορηγήσει, τὴν ὁποίαν ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις, συνεννοηθεῖσα μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς, ἐχορήγησεν εἰς τὴν Ἑταιρίαν ταύτην, ἐκ φράγκων 350,000 κατ’ ἔτος. Πρό τινος καιροῦ, ὡς γνωρίζετε, ἡ μία γραμμὴ ἡ Ἑλληνικὴ ἔπαυσε, διότι ἡ Πανελλήνιος Ἑταιρία διέκοψε τοὺς πλόας· τελευταῖον δ’ ἔπαυσε καὶ ἡ Παλαιὰ Ἑταιρία, ὥστε μένει ἐν ἐνεργείᾳ μόνον ἡ Ἰταλικὴ Ἑταιρία, οἱ δὲ τέσσαρες καθ’ ἑβδομάδα πλόες περιωρίσθησαν εἰς δύο.
§7ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τρεῖς, διότι εἶναι καὶ ἡ Αὐστριακή.
§8ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ Αὐστριακὴ ἦτο πάντοτε, συμπίπτει δὲ τὴν αὐτὴν ἡμέραν μὲ τὸ Ἰταλικόν. Σήμερον κατὰ δύο ἡμέρας περιωρίσθη ἡ συγκοινωνία· τοῦτο δὲ ὄχι μόνον βλάπτει ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος τὴν συγκοινωνίαν, ἀλλ’ ἰδίως βλάπτει τὴν τῶν Πατρῶν. Ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐπανορθώσῃ τὸ ἀτόπημα τοῦτο· ἀναγκάζομαι δὲ ἔτι μᾶλλον νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν παράκλησίν μου ταύτην, διότι πληροφοροῦμαι, ὅτι ἐπίκειται ἡ διακοπὴ καὶ τῶν ἰταλικῶν γραμμῶν, καθότι ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις σκέπτεται νὰ παύσῃ τὴν ἐπιχορήγησιν τῶν 350,000 φράγκων, νομίζουσα ὅτι δύναται ἄλλη γραμμὴ ν’ ἀντικαταστήσῃ ἐπωφελέστερον τὴν γραμμὴν Βρενδησίου–Πατρῶν. Ἐὰν τοῦτο συμβῇ, ἐννοεῖτε ὅτι θὰ εὑρεθῶμεν εἰς πλήρη διακοπὴν συγκοινωνίας μετὰ τῆς Ἑσπερίας. Βεβαίως δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, ἐὰν αἱ πληροφορίαι μου ἦναι ἀκριβεῖς, ἀλλ’ αὐτὰς ἔλαβον, καὶ ἑπομένως ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως φροντίσῃ περὶ ἐπαναλήψεως τῶν γραμμῶν, ἵνα μὴ ἐπέλθῃ τὸ ἀτόπημα, τὸ ὁποῖον ἀπειλεῖ ἡ διακοπή, ὡς προεῖπον, τῶν ἰταλικῶν γραμμῶν.
§9ΣΑΚΚΗΣ. Πληροφοροῦμαι ἐκ Κρεσταίνης, ὅτι πρό τινων ἡμερῶν εἷς ἐκ τῶν εὐπορωτέρων κατοίκων τῆς κωμοπόλεως ἐκείνης, Ἰωάννης Σπηλιωτόπουλος καλούμενος, παρεμβὰς ὅπως παρεμποδίσῃ διαπληκτιζομένους τινὰς συμπολίτας του πρὸς τοὺς ἐν Κρεσταίνῃ διαμένοντας χωροφύλακας, συνελήφθη παρὰ τῶν χωροφυλάκων τούτων μετὰ τεσσάρων ἄλλων πολιτῶν καὶ ἀπήχθη δέσμιος εἰς τὴν Εἰσαγγελικὴν ἀρχὴν Κυπαρισσίας, ἐπὶ ἀντιστάσει δῆθεν κατὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀρχῆς. Παρακαλῶ ὅθεν τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ τηλεγραφικῶς πληροφορίας περὶ τοῦ γεγονότος τούτου παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως Κυπαρισσίας καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ὁ πολίτης οὗτος κρατῆται ἐν ταῖς φυλακαῖς εἰσέτι, διότι, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἡ πρᾶξις δὲν φέρει οὐδόλως τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς ἀντιστάσεως, ἀλλὰ ταῦτα ἐγένοντο πρὸς κάλυψιν τῆς παραβάσεως τῶν καθηκόντων τοῦ ἐν Κρεσταίνῃ στρατιωτικοῦ ἀποσπάσματος, ζητοῦντος οὕτω νὰ καλύψῃ τὴν παράνομον ἐνέργειάν του ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ.
§10ΠΑΠΑΛΕΞΗΣ. Καὶ ἐγὼ ταύτην τὴν στιγμὴν ἔλαβον τὴν πληροφορίαν, ὅτι χωροφύλακές τινες ἐπετέθησαν ἀδίκως κατὰ φιλησύχων πολιτῶν ἐν Κρεσταίνῃ, ἐν οἷς καὶ ὁ κ. Σπηλιωτόπουλος, ἀλλ’ ἔχω τὴν βεβαιότητα, ὅτι μόλις ἀνακοινωθῶσιν ἁρμοδίως αἱ παρεκτροπαὶ αὗται τῶν χωροφυλάκων εἰς τὰς προϊσταμένας στρατιωτικὰς ἀρχὰς, θὰ ἐπέλθῃ ἡ προσήκουσα κατ’ αὐτῶν τιμωρία.
§11ΤΖΑΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἐν πολλοῖς καὶ εἰς πολλὰ μέρη οἱ χωροφύλακες παρεκτρέπονται. Τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον καταγγέλλουσιν οἱ προλαλήσαντες συνάδελφοι εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι ἀληθὲς, καὶ περὶ τούτου ἔχω καὶ ἐγὼ ἐπιστολήν. Συνάμα δὲ ἔχω ἀφορμὰς νὰ παραστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἐνωμοτάρχης τις, Καλαποθάκης καλούμενος, ὡς μοὶ γράφουσιν, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ὀλυμπίας τελεῖ ὄργια· φέρεται τοσοῦτον βαναύσως καὶ κακῶς, ὥστε σχεδὸν ἐξωθεῖ τοὺς πολίτας νὰ ἐξεγερθῶσιν εἰς πράξεις πλέον, καθ’ ἃς δὲν θὰ ᾖ σεβαστὸς ὁ νόμος. «Δὲν θὰ πιστεύσητε, μοὶ γράφουσιν ἐκεῖθεν, κύριε Τζάνε, ὅτι ὁ ἐνωμοτάρχης οὗτος διατάσσει τοὺς χωροφύλακας καὶ λόγῳ δῆθεν τιμωρίας καβαλικεύουσι δίκην κτηνῶν τοὺς χωρικούς, παρεκτρέπεται δὲ καὶ εἰς πράξεις οὐχὶ τοσοῦτον ἀνεπιλήπτους». Δὲν κάμνω χρῆσιν τοῦ ἀνευθύνου καὶ τοῦ ἀσύλου τοῦ βήματος, διὰ νὰ ἀφηγηθῶ λεπτομερῶς ὅσα ἔμαθον περὶ τῶν παρεκτροπῶν τούτων. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσέξῃ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, καὶ νὰ διατάξῃ ἀνάκρισιν.
§12ΠΑΠΑΛΕΞΗΣ. Αἱ πληροφορίαι τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, διότι ὁ ἐνωμοτάρχης Καλαποθάκης, διαμένων ἐν Ὀλυμπίᾳ πρὸ πολλοῦ, διεκρίθη, καὶ ὡς ὑπαξιωματικὸς καὶ ὡς διοικῶν τὴν Ὑπομοιραρχίαν, ἐπὶ αὐστηρᾷ τοῦ καθήκοντός του ἐκπληρώσει· δύναμαι δὲ νὰ εἴπω, ὅτι ἐν πολλοῖς εἰς αὐτὸν ὁ τόπος ὀφείλει χάριτας, διότι σπουδαίως συνετέλεσε διὰ τῆς δραστηριότητός του εἰς τὴν σύλληψιν πολλῶν ἐπιφόβων φυγοδίκων καὶ εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ τόπου ἀπὸ τούτων. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ὁ κ. συνάδελφος νὰ τῷ εἴπω, ὅτι δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ τὰ τῆς Ὀλυμπίας, καθὼς καὶ αὕτη δὲν γνωρίζει αὐτὸν, θεωρῶ δὲ τὰς παραστάσεις του ὑπερβολικάς.
§13ΤΖΑΝΕΣ. Θὰ εὐχαριστηθῶ πολὺ ὡς Μεσσήνιος, ἐὰν ἀληθεύῃ ὄντως, ὅτι εἷς ἐνωμοτάρχης κατὰ τὴν ἐπαρχίαν Ὀλυμπίας ἄνευ ἀξιωματικοῦ κατώρθωσεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἀναγγέλλει εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐρευνήσῃ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, διότι πράγματι, ἐὰν ἀποδειχθῇ ἀληθὲς τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου, τότε νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ καταλύσωμεν τοὺς ἀνθυπομοιράρχους καὶ ὑπομοιράρχους καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὴν διοίκησιν τῶν Μοιραρχιῶν εἰς τοὺς ἐνωμοτάρχας. Βεβαιῶ ὅμως τὸν συνάδελφον, ὅτι γνωρίζω τὴν Ὀλυμπίαν ὅσον ἐκεῖνος δὲν ἐφρόντισε νὰ γνωρίσῃ τὰς Καλάμας.
§14ΠΑΠΑΛΕΞΗΣ. Εἴθε νὰ ὑπῆρχε νόμος τοιοῦτος, ὥστε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἠδύνατο κατ’ ἐκλογὴν νὰ ἀντήμειβε τοὺς τοιούτους ὑπαξιωματικοὺς διὰ προβιβασμοῦ, ὅταν ἐν τῇ ἐκπληρώσει τοῦ καθήκοντός των διακρίνωνται καὶ πράττωσιν ὑπὲρ τῆς Πολιτείας καὶ τῆς κοινωνίας ὅ,τι ἴσως ὀλίγοι ἀξιωματικοὶ ἔπραξαν.
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἐζήτησεν, ὅπως κατατεθῶσιν οἱ πίνακες τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐν τῷ φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τῆς 20 Ἰανουαρίου κατεχωρίσθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1890. Ὑποθέτω ὅτι εἰς τοῦτο ἀφορᾷ ἡ αἴτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ· παρακαλῶ ἄρα αὐτὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὸ δημοσιευθὲν καὶ νὰ καθορίσῃ ὅ,τι τυχὸν ζητεῖ συμπληρωματικῶς.
§16ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶχον ὑπ’ ὄψει τὸν δημοσιευθέντα προϋπολογισμὸν τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἐζήτησα ἀκριβῶς τὴν συμπλήρωσιν, δηλ. νὰ δοθῇ πίναξ λεπτομερείας τῆς συνεισφορᾶς ἑκάστου δήμου, καὶ τῆς δαπάνης ἑκάστου δημοτικοῦ σχολείου. Μεταξὺ τῶν ἀναγραφομένων ἐξόδων ἐν τῷ δημοσιευθέντι νόμῳ ὑπάρχει ἐν ἑνὶ μόνον κονδυλίῳ ἡ δαπάνη τῶν δημοτικῶν σχολείων. Τοῦ κονδυλίου τούτου τὴν ἀνάλυσιν ἐζήτησα διὰ συμπληρωματικοῦ πίνακος, σημειοῦντος τὰ δαπανηθέντα δι’ ἕκαστον δημοτικὸν σχολεῖον. Ζητοῦμεν ὡσαύτως ὁμοίους συμπληρωματικοὺς πίνακας καὶ πληροφορίας διὰ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας. Ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως οὐχὶ λεπτομερὴς προϋπολογισμὸς, ἀλλὰ συμπέρασμα γενικὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναφέρονται τὰ ποσὰ ἐν γενικοῖς συνόλοις. Τῶν ποσῶν τούτων παρακαλοῦμεν νὰ μᾶς δοθῇ λεπτομερὴς ἀνάλυσις.
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας παρεπονήθη χθὲς, ὅτι δὲν ἔδωκα ἀπάντησιν εἰς ἀναφοράν τινα, προσαχθεῖσαν παρ’ αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς, παραπεμφθείσης ἐν καιρῷ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐγένετο ἡ δέουσα ἐνέργεια. Ἀφεώρα εἰς ἐπίστρατον τοῦ 1880, καταζητούμενον καὶ ἀντιτάσσοντα εἰς τὴν καταζήτησιν, ὅτι ἀνῆκεν εἰς τοὺς βοηθητικῶς ὑπηρετοῦντας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐφρόνει, ὅτι κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1880 δὲν εἶχον κληθῆ οἱ εἰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας προωρισμένοι. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1880 εἶχον κληθῆ καὶ οἱ προωρισμένοι εἰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας· σήμερον ἄρα χαρακτηρίζονται ὡς ἀνυπότακτοι οἱ εἰς τὴν κατηγορίαν ἐκείνην ἀνήκοντες, ὅσοι δὲν παρουσιάσθησαν τότε. Ἐν τοιαύτῃ ἐννοίᾳ εἶχεν ἀποσταλῆ ἀπάντησις ὑπ’ ἀριθ. 14,980 τῆς 18 τρέχοντος εἰς τὸν Νομάρχην.
§18ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐγεννήθη ἡ ἀπορία, διότι μέχρι τοῦδε ἐφηρμόζετο ἄλλως.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές· ἐξετάσας ἐβεβαιώθην, ὅτι οὐδὲν οὐδέποτε ἐξεδόθη ἔγγραφον περὶ τῶν τῆς κατηγορίας ταύτης ἐφέδρων ἐν ἄλλῃ ἐννοίᾳ. Καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας εἶχεν ὑποβάλει χθὲς ἐρώτησιν περί τινος στρατιώτου, κατὰ τὴν γνώμην του ἀπολυτέου· καὶ πράγματι ἦτο οὗτος ἀπολυτέος, εἶχε δὲ διαταχθῆ ἡ ἀπόλυσίς του ἀπὸ τῆς 19 Φεβρουαρίου· ἀλλὰ συγχρόνως ἠρώτησεν, ἐὰν ζῇ ὁ στρατιώτης οὗτος, ἐγερθείσης περὶ τούτου ἀμφιβολίας διὰ τὴν μὴ ἐμφάνισιν αὐτοῦ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, καίτοι παρῆλθεν ἱκανὸς χρόνος ἀπὸ τῆς νομίμου ἡμέρας τῆς ἀπολύσεως. Περὶ τούτου οὐδεμία ὑπάρχει πληροφορία ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ὅταν δὲ ληφθῶσιν αἱ κατόπιν τῆς ἐπερωτήσεως ζητηθεῖσαι, θέλουσιν ἀνακοινωθῆ.
§20ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, ἐνόμισα ἀναγκαίας ὀλίγας παρατηρήσεις νὰ ὑποβάλω περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον συντάσσεται ὁ πίναξ οὗτος. Ὁ νόμος τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καθορίζει, ὅτι κατὰ τὸν μῆνα Σεπτέμβριον καὶ Φεβρουάριον συντάσσεται καὶ ἐκδίδεται εἰς πίνακας ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Βεβαίως ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ὑποθέτει, ὅτι πρόκειται νὰ μάθῃ τὸ Κράτος, ὅτι πρόκειται νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τοιούτου τετραγωνιδίου, ἐν ᾧ κεφαλαιωδῶς καὶ συνοπτικώτατα ἀναγράφονται τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα. Αὐτὸ εἶναι στρέβλωσις πρόδηλος τοῦ νόμου, διότι ὁ νόμος, τοῦ ὁποίου εἰσηγητὴς εἶναι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὀρθότατα διακελεύει, ἵνα συντάσσηται πίναξ λεπτομερὴς, ὥστε νὰ γνωρίζωσιν οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ μελετῶσι τοιαῦτα ζητήματα ἁπάσας τὰς λεπτομερείας. Ὥστε, ἐν ᾗ περιπτώσει πρόκειται νὰ ληφθῇ μέτρον τι περὶ συστάσεως σχολείου ἢ περὶ οἱουδήποτε ἄλλου σχολικοῦ ζητήματος, σχέσιν ἔχοντος πρὸς τὸν δῆμον, νὰ δύναται ὁ μελετῶν ἐκ τῶν πινάκων αὐτῶν νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν, ὅπως ὁ ἁρμόδιος, ἐὰν κατωρθώθη νὰ εὑρεθῇ οὗτος, οὐ μόνον ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀλλὰ καὶ πάντοτε, νὰ παραγγείλῃ εἰς τὸ γραφεῖον, ὅπως εἰς τὸ μέλλον καὶ οἱ προϋπολογισμοὶ καὶ οἱ ἀπολογισμοὶ δημοσιεύωνται ἐν λεπτομερείᾳ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπειδὴ δὲ εὑρίσκομαι ἐν τῷ βήματι, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ ὑπενθυμίσω αὐτῷ ὑπόθεσίν τινα, ἀφορῶσαν ἕνα δῆμον τῆς ἰδιαιτέρας ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, τὸν δῆμον Σολυγείας. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπάρχει εἷς φάκελλος, ἀφορῶν τὴν ὑλοτομίαν καυσοξύλων ἐν τῷ δήμῳ Σολυγείας. Τὰ διοικητικὰ ὄργανα, δὲν γνωρίζω πόθεν λαβόντα ἀφορμήν, ἐνεωτέρισαν κατὰ τὸ ἐνεστὸς καὶ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἀξιοῦντα ὅπως φορολογηθῶσιν οἱ ἐν τοῖς δάσεσιν ἐκείνοις ξυλευόμενοι, ἐνῷ εἶναι ζήτημα λελυμένον δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι οὐδέποτε τὰ δάση ἐκεῖνα ἐφορολογήθησαν ὡς ἐθνικά, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἰδιόκτητα. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ τὸν κόπον νὰ ὑποβάλῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα καὶ πᾶσαν ἄλλην ἐνέργειαν, ἵνα κριθῇ, πῶς ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος Κορινθίας εἰργάσθη.
§21ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ἀρχὴ Κορινθίας ἀπεποιήθη νὰ δώσῃ ἄδειαν ξυλεύσεως εἰς τοὺς κατοίκους Σοφικοῦ, οἱ ὁποῖοι ἐξυλεύοντο εἰς τὰ δάση ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶναι πρὸ αἰώνων ἀνεγνωρισμένα ὡς ἰδιόκτητα καὶ ἀναγεγραμμένα εἰς τὸν κώδικα τῶν δασῶν. Ἡ οἰκονομικὴ ἀρχὴ ἀπῄτησε νὰ δηλώσωσι τὰ δάση ἐθνικὰ καὶ νὰ λάβωσιν ἄδειαν ξυλεύσεως· ἀλλ’ οὔτε εὐπρεπές, οὔτε δίκαιον ἦτο νὰ δηλώσωσι τὰ ἰδιόκτητα δάση των ὡς ἐθνικὰ, καὶ διὰ τοῦτο ἀπεκλείσθησαν τοῦ δικαιώματος τῆς ξυλεύσεως. Πρὸ πολλοῦ ἐγένοντο παραστάσεις εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου περὶ τούτου, ἀλλ’ ὁ διευθύνων αὐτὸ δὲν διακρίνεται ἐπὶ ἐμβριθείᾳ· καὶ ἀληθῶς ὁ κ. Χλωρὸς δὲν θέλει νὰ ἐννοήσῃ τίνα τὰ ἰδιωτικὰ καὶ τίνα τὰ δημόσια δάση. Ἐγὼ προσῆλθον καὶ τῷ ἐξήγησα καὶ τῷ ἀπέδειξα, ὅτι τὰ δάση εἶναι ἰδιωτικὰ, παρουσίασα δὲ εἰς αὐτὸν καὶ ἓν ἔγγραφον παλαιὸν, ἐπειδὴ δὲ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο δὲν περιλαμβάνει ὅλους τοὺς σημερινοὺς κατοίκους, ἔγραψεν εἰς τὸν Ἔφορον Κορινθίας, ὅπως μόνον ὁσάκις παρουσιασθῶσιν ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματά εἰσιν ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ ἐγγράφῳ ἐκείνῳ, ἐπιτρέπῃ ἀδείας, εἰς δὲ τοὺς μὴ ὑπάρχοντας, τοὺς ἀποθανόντας πρὸ αἰώνων, νὰ μοὶ ἐπιτρέπηται νὰ ξυλεύωνται, οὔτε εἰς τοὺς κληρονόμους των νὰ μὴ ἐπιτρέπηται τοῦτο. Βεβαίως ἡ ὑποβολὴ τῶν ἐγγράφων, ἡ ὑποβολὴ τοῦ κώδικος τῶν δασῶν εἰς τὴν Βουλὴν θέλει ἀποδείξει, ὅτι δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ἐθνικὴ γῆ εἰς τὸ Σοφικόν, ὅτι δὲν ἐπάτησε ποτὲ ποῦς τουρκικὸς ἐκεῖ. Ἀλλὰ τὰς δυσκολίας ταύτας ὀφείλομεν εἰς τὴν μεγαλοφυΐαν τοῦ κ. Χλωροῦ, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, θὰ ἀποξηράνῃ ὅλα τὰ δάση (ἱλαρότης).
§22Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσαγάγῃ διάφορα ἔγγραφα, διαμειφθέντα μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς Νομαρχίας Ἀρκαδίας καὶ ἀφορῶντα εἰς τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ δήμου Ἐλευσῖνος τῆς Γόρτυνος τοῦ ἔτους 1889. Μετὰ τὴν προσαγωγὴν αὐτῶν θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ δῆμος οὗτος συνεισέφερεν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς δημ. ἐκπαιδεύσεως πλέον ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶχον προσδιορισθῆ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δίδω ἔγγραφον τὴν ἐπερώτησίν μου, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλήν: 1) Τὴν ὑπ’ ἀριθ. 3249 καὶ ἀπὸ 5 Μαρτίου διαταγήν του πρὸς τὸν Νομάρχην Ἀρκαδίας. 2) Τὴν ὑπ’ ἀριθ. 141 π. ἔ. ἀπόφασιν τῆς Νομαρχιακῆς ἐπιτροπῆς Ἀρκαδίας. 3) Τὴν ὑπ’ ἀριθ. 5827 π. ἔ. ἀπόφασιν τῆς Νομαρχίας Ἀρκαδίας, καὶ 4) Τὴν ὑπ’ ἀριθ. 11,736 ἀπόφασιν τῆς αὐτῆς Νομαρχίας. «Προσέτι δὲ νὰ κατατεθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ δήμου Ἐλευσῖνος τῆς Γόρτυνος τοῦ ἔτους 1889».
§23ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας τινὰς περὶ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη, ὡς ἀνέγνωσα εἰς ἐφημερίδας, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς περισώσεως τῶν δασῶν. Διότι εἶναι ἄξιον σημειώσεως, ὅτι παρῆλθεν ὁλόκληρος ἡ Βουλευτικὴ αὕτη Περίοδος χωρὶς ἡ Κυβέρνησις νὰ παρουσιάσῃ τὸ ἐλάχιστον ἐνδιαφέρον ἐπὶ τοῦ ζωτικωτάτου ζητήματος τῶν δασῶν. Εὐθὺς μετὰ τὴν πρώτην τῆς παρούσης Περιόδου Σύνοδον, κατὰ τὸ θέρος τοῦ 1887, συνέβη ἡ φοβερὰ πυρκαϊά, ἥτις κατέστρεψεν ὑπὲρ τὸ ἑκατομμύριον δένδρων ἐν τῇ Ἀττικῇ. Κατὰ τὸ αὐτὸ δὲ θέρος συνέβησαν πυρκαϊαὶ καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, αἵτινες ἀπετέφρωσαν δάση ἐκτάσεως πολλῶν μυριάδων, ἑκατὸν χιλιάδων περίπου στρεμμάτων. Παρατηρήσεις ἐγένοντο καὶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ ἐν τῷ τύπῳ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Πέρυσι κατὰ τὴν τακτικὴν Σύνοδον ἐγένετο συζήτησις ἀρκούντως εὐρεῖα περὶ τῶν δασῶν, καὶ δὲν ἠκούσαμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, εἰμὴ μόνον μίαν φράσιν, ἣν σημειοῦσι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως: «Δὲν εἶναι εὔκολον τὸ ζήτημα». Ἀλλ’ ἡμεῖς βεβαίως δὲν ἔχομεν τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι εὔκολον, ἀπ’ ἐναντίας θεωροῦμεν, ὅτι εἶναι δύσκολον, ὅτι εἶναι πολυπλοκώτατον, ἀλλὰ περιεμένομεν ἀπὸ τῆς δραστηριότητος καὶ τῆς ἱκανότητος αὐτοῦ νὰ φέρῃ λύσιν τινὰ, ἢ τοὐλάχιστον δοκιμὴν πρὸς λύσιν. Πλὴν εἴδομεν ν’ ἀντιπαρέλθῃ ὁλόκληρος ἡ Περίοδος, χωρὶς νὰ δείξῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ παραμικρὸν σημεῖον διαφέροντος ἐπὶ τοῦ οὐσιώδους αὐτοῦ ἀντικειμένου. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἐκ τούτου ἐξάγω, ὅτι προδήλως ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὴν συναίσθησιν τοῦ ἐσχάτου ἐθνικοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον διατρέχομεν. Πιθανὸν νὰ πιστεύῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι πρόκειται περὶ ζητήματος κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἐνδιαφέροντος τὴν γεωργίαν, ἀλλ’ ὅτι ἐπὶ τέλους θὰ ἦναι ζήτημα, τοῦ ὁποίου ἡ λύσις δύναται καὶ νὰ ἀναβληθῇ. Ἄλλως ὅμως θὰ ἐνήργει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἐφρόνει ὅ,τι πάντες ἡμεῖς ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει πιστεύομεν, ἐὰν ἐφρόνει, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ζήτημα ἐθνικῆς ὑπάρξεως. Διότι, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, καθ’ ἣν συγκυρία περιστάσεων ἐκτάκτως εὐτυχῶν ἤθελε προαγάγει τὸν τόπον ἐντὸς δεκαετίας, φέρ’ εἰπεῖν, εἰς σημεῖον ἀπροσδόκητον, ἀρκεῖ ἡ ἐξακολούθησις τῆς καταστροφῆς τῶν δασῶν, ὅπως ματαιώσῃ ὅλην αὐτὴν τὴν πρόοδον. Καὶ ἂν ἠθέλομεν ἀποκτήσει τὴν Κρήτην καὶ τὴν Μακεδονίαν, καὶ ἂν ἤθελε διπλασιασθῇ τὸ Κράτος ἐκ τῆς προσκτήσεως ὁμογενῶν χωρῶν, μ’ ὅλα ταῦτα, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις αὕτη, βεβαιωθῆτε, ὅτι ὄχι μόνον δὲν θέλομεν ὠφεληθῆ ἐκ τῆς αὐξήσεως ταύτης, ἀλλ’ ἀσφαλῶς ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας θέλομεν καταῤῥεύσει, θέλομεν καταστραφῆ. Εἶναι ἀξίωμα πανθομολογούμενον ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, ὅτι ἡ καταστροφὴ ὡρισμένου ἀριθμοῦ βοτανῶν συνεπιφέρει τὴν καταστροφὴν ὡρισμένου ἀριθμοῦ ἀνθρώπων καὶ ζώων. Εἰς τὴν Ἔκθεσιν τῶν Παρισίων ἐσχάτως ἐξετέθησαν ταῦτα μετὰ πολλῆς λεπτομερείας, ἀπεδείχθησαν γεγονότα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἱκανὰ νὰ φέρωσι τὴν φρίκην εἰς ἐκείνους, οἵτινες βλέπουσι τὴν παρ’ ἡμῖν συντελουμένην καταστροφὴν τῶν δασῶν. Ἀσφαλέστατα ὁ πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδος θέλει καταῤῥεύσει, ἐὰν ἐξακολουθῶμεν νὰ δεικνύωμεν τοιαύτην ἀκηδίαν, τοιαύτην ἀνεπιστήμονα ἀνεπιτηδειότητα ἐπὶ ζητήματος τόσον ζωτικοῦ. Ἐγένετο λόγος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρασκευάζει νομοσχέδιον. Ἐν τούτοις παρῆλθεν ἡ Περίοδος αὕτη καὶ οὐδὲν εἴδομεν. Ὑπηρεσία ὠργανωμένη δασονομικὴ πράγματι δὲν ὑπάρχει, διότι γνωστὸν, ὅτι τὴν φύλαξιν τῶν δασῶν ἔχουσιν οἱ χωροφύλακες. Γνωρίζει δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, πῶς ἐγένετο ὁ νόμος οὗτος ἄλλοτε ὑπὸ τοῦ ἀοιδίμου Δεληγεώργη, ὃν νόμον ὁ μακαρίτης Πρωθυπουργὸς ἐκεῖνος ἐξήγαγεν ἔκ τινων ἄρθρων τῆς «Ὥρας», τὰ ὁποῖα εἶχον γράψει ἐγὼ καὶ τὰ ὁποῖα οὐδὲν ἕτερον ἦσαν ἢ ἀνάλυσις τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα πρὸ 13 ἐτῶν εἶχον ψηφισθῆ ἐν Γαλλίᾳ περὶ τῶν δασῶν ἐν Ἀλγερίᾳ. Ἐκεῖ κατ’ ἐξαίρεσιν ἀνατίθεται ἡ φύλαξις τῶν δασῶν οὐχὶ εἰς τὴν δασονομικὴν ὑπηρεσίαν, ἥτις λειτουργεῖ καθ’ ὅλην τὴν Γαλλίαν, ἀλλ’ εἰς τὴν χωροφυλακήν. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ μέτρον παρ’ ἡμῖν ἀπέβη πρωτίστως καταστρεπτικὸν, διότι ἡ χωροφυλακὴ ἡμῶν δὲν ἀπεδείχθη ἀξία τοιαύτης ἐντολῆς, ὅπως ἐν Γαλλίᾳ. Ἐν τούτοις σήμερον δὲν ἔχομεν δασονομικὴν ὑπηρεσίαν πραγματικήν. Δὲν πρόκειται νὰ ὁμιλήσω σήμερον περὶ τούτου, διότι δὲν ἐννοῶ ἄνευ σκοποῦ νὰ παρατείνω τὴν συνεδρίασιν καὶ νὰ καταργῶ τὸν χρόνον, τὸν ἀφιερωμένον εἰς τὴν ἐργασίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Οὐχ ἧττον ἐθεώρησα, ὅτι ἦτο ἀνάγκη καὶ τὴν λύπην μου νὰ ἐκφράσω καὶ τὴν ἀπορίαν μου, πῶς ζήτημα σπουδαιότατον, ἀφορῶν εἰς τὴν ὕπαρξιν τοῦ Ἔθνους, διέρχεται ἀπαρατήρητον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ὅλως δευτερεῦον. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐφέτος εἶχον συζητηθῆ τὰ περὶ Γεωργικῶν σχολῶν, καὶ διὰ μακρῶν εἶχεν ἀγορεύσει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Πετρίδης. Ἡ ἀγόρευσίς του ἐξετιμήθη μεγάλως, ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι ἦτο ὅλως περιττὴ, διότι πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀσχοληθῶμεν περὶ ἀναπτύξεως τῆς γεωργίας, περὶ Γεωργικῶν σχολῶν, ὅταν καταστρέφωμεν τὴν βάσιν τῆς γεωργίας, ὅταν καταστρέφωμεν τὸ κλῖμα καὶ πάντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ στοιχεῖα τῆς γεωργίας; Ἡμεῖς πόθεν ἄλλοθεν νὰ περιμένωμεν σωτηρίαν ἢ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, λαμβανούσης μέτρα κατὰ τῆς καταστροφῆς τῶν δασῶν; Καὶ ὅμως τοιοῦτόν τι δὲν βλέπομεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Βλέπομεν μάλιστα, προκειμένου περὶ δένδρων, παράδοξον ἀντιπάθειαν πρὸς τὴν χλωροφυλακήν. Εἰς τὰς Ἀθήνας σήμερον κατακόπτουσι τὰ δένδρα εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς βλαστήσεως, ὑπὸ τὴν πρόφασιν, ὅτι κλαδεύουσιν αὐτά. Κλάδευμα ὀνομάζουν τὴν ἀποκοπὴν τῶν δένδρων, τὰ ὁποῖα οὕτω προξενοῦσιν οἶκτον. Ἀποκόπτουσι τὰ δένδρα ἀπὸ τοῦ κορμοῦ, καὶ οὕτω καταστρέφουσι τὴν ὀλίγην φυτείαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐν τῇ πρωτευούσῃ. Ὅταν ὑπάρχῃ τοιαύτη ἀνεπιστήμων μέριμνα περὶ τῆς ἐν τῇ πόλει δενδροφυτείας, δὲν πρέπει ν’ ἀπορῇ τις, ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη ἀδιαφορία καὶ ἀκηδία εἰς τὸ ζωτικὸν ζήτημα τῶν δασῶν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος· καὶ ὅμως, χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, εἰς τὰς ὁποίας θὰ εἰσέλθω, ἐὰν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ συνεδριάζω κατὰ τὴν προσεχῆ Περίοδον, ὅταν ἔλθωσι τὰ δέοντα νομοσχέδια ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ ὅμως, σᾶς ἐπαναλαμβάνω, τὰ γενόμενα ἐν Ἑλλάδι κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη ὠπισθοδρόμησαν κατ’ οὐσίαν τὴν χώραν κατὰ 30 ἢ 40 ἔτη· καὶ τοῦτο, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι καθ’ ὅλα τὰ ἄλλα ἐπροχωρήσαμεν, καὶ τοῦτο, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν καταστροφὴν τῶν δασῶν. Παρατηρήσατε, τί συμβαίνει ἐν τῇ Ἀττικῇ. Βλέπετε ὅτι ἔχομεν ἀνυδρίαν ἔκτακτον, καὶ οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι αὕτη δὲν προκύπτει μόνον ἐκ γενικῶν κλιματολογικῶν αἰτίων, ἀλλ’ ὅτι ὀφείλεται κατὰ μέγα μέρος εἰς τὴν καταστροφὴν 2,000,000 δένδρων καὶ δενδρυλλίων, ἥτις ἐγένετο ἐν Ἀττικῇ ἐν διαστήματι τῶν τελευταίων τριῶν ἐτῶν. Ὅτε τὸ θέρος τοῦ 1887 ἐγένετο ἐν Ἀττικῇ ἡ μεγάλη ἐκείνη πυρκαϊὰ, ἡ Κυβέρνησις προσεκάλεσέ τινας ὑπαλλήλους καὶ ἠρώτησε τὴν γνώμην αὐτῶν περὶ τοῦ πῶς δύναται νὰ προληφθῇ τὸ κακὸν, οἱ δὲ ὑπάλληλοι εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμόζωνται οἱ νόμοι. Ἀλλὰ τοιαύτη ἐνέργεια δὲν εἶναι σοβαρά. Ἔκτοτε οὐδὲν ἕτερον ἐμάθομεν, ἀλλὰ βλέπομεν τὰ ἀποτελέσματα ἐν τῷ κλίματι τῆς Ἀττικῆς καὶ τὸν χειμῶνα καὶ τὸ θέρος. Προδήλως δὲ τὸ κλίμα τῆς Ἀττικῆς μετεβλήθη ἐπὶ τὰ χείρω ἀπὸ τριῶν ἐτῶν, προδήλως ἡ θνησιμότης ἡ ἔκτακτος, ἥτις παρουσιάσθη κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ὀφείλεται κατὰ μέγα μέρος εἰς τὴν κλιματολογικὴν ταύτην μεταβολήν. Ταῦτα δ’ ἐφαρμόζονται καὶ διὰ τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα. Ἡ καταστροφὴ τοῦ δάσους τοῦ Παναχαϊκοῦ βεβαιότατα ἐπηρέασε τὸ κλίμα καὶ τὴν ποσότητα τῶν ὑδάτων κατὰ τὰ μέρη ἐκεῖνα. Θερμότατα ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐδοκήσῃ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὰ παρ’ ἡμῶν λεγόμενα, νὰ θεωρήσῃ ὅτι πρόκειται οὐχὶ περὶ ζητήματος ἐθνικοῦ, νὰ πεισθῇ, ὅτι οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους ἔκαμε, περὶ Γεωργικῶν σχολῶν εἶναι ἀνωφελεῖς, ὅτι αὐτοὶ ἔπρεπε νὰ γίνωσι μόνον ἀφοῦ ἤθελε νομοθετικῶς ἡ Βουλὴ λύσει τὸ ζήτημα τῆς διασώσεως τῶν δασῶν ἢ τῆς ἀναδασώσεως. Διότι δὲν ἀρκεῖ νὰ διασώζωνται τὰ δάση, ἀνάγκη νὰ ἀναδασῶται μέγα μέρος τῶν ἀποψιλωθέντων ὀρέων τῆς χώρας. Ἡ Ἀντιπολίτευσις θεωρεῖ, ὅτι ἐπιτελεῖ καθῆκον ἐθνικὸν ὑψίστης σημασίας, ὑπενθυμίζουσα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὴν περὶ δασῶν μέριμναν.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ περὶ δασῶν δὲν δύνανται νὰ κανονισθῶσιν, ἐνόσῳ σπανιώτατα εἰσέρχεται ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐλπίζω, ἐξ ὅσων λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι, ἐπαναλαμβανομένων τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς μετὰ τὰς ἑορτὰς, θέλει οὗτος συντελέσει, ὅπως εἰσερχώμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· τούτου δ’ ἐπιτυγχανομένου, ἔστω βέβαιος, ὅτι θέλει ἀπαντήσει ἐν αὐτῇ καὶ τὰ νομοσχέδια περὶ δασῶν, ἅτινα ἕτοιμα ἀναμένουσι Βουλὴν λειτουργοῦσαν.
§25Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Κοζάκης, ἀναπτύσσων διὰ μακρῶν τὴν περὶ δασῶν ἰδέαν του, εἶπέ τι, εἰς τὸ ὁποῖον νομίζω καθῆκόν μου ν’ ἀπαντήσω, χωρὶς νὰ θελήσω νὰ μειώσω τὴν ἀξίαν τῶν τότε γραφέντων ἐν τῇ «Ὥρᾳ». Ὁ ἀείμνηστος Δεληγεώργης δὲν εἶχεν ἀνάγκην τῶν φώτων, οὔτε τῶν ἄρθρων τοῦ κ. Κοζάκη, ἀλλ’ οὔτε τῶν φώτων τῆς «Ὥρας». Ἦτο γνωστὸν, τίς ἦτο, καὶ ἑπομένως δὲν εἶχεν, ἐπαναλαμβάνω, οὐδεμίαν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ νὰ φωτισθῇ παρ’ ἄλλων, ἵνα ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον. Ταῦτα ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ παρατηρήσω χάριν τῆς μνήμης τοῦ ἀοιδίμου Δεληγεώργη.
§26ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Μὲ παρεξήγησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Διότι πιστεύω ὅτι γνωρίζει, ὅτι οὐδόλως προσβάλλεται ἡ ἀξία πολιτικοῦ προσώπου, ἐὰν δανείζηται φῶτα ὅπου τὰ εὑρίσκει. Φρονῶ ὅτι ὁ ἀοίδιμος Δεληγεώργης, ὁ ὁποῖος ἦτο βεβαίως ἔξοχος ἀνὴρ, ἠρύετο πληροφορίας καὶ ἐκ τῶν ἄρθρων ἐφημερίδων σπουδαίων καὶ ἐκ συγγραμμάτων καὶ ὅπου ἀλλοῦ ἠδύνατο νὰ πορίζηται φῶτα· ὥστε βεβαίως δὲν ὑπῆρχεν ἡ παραμικροτέρα πρόθεσις πρὸς μείωσιν τῆς ἀξίας τοῦ ἀνδρός. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ἐὰν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εὑρίσκωμαι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἤθελον λείψει νὰ ὠφεληθῶ ἐξ ἄρθρων τῆς «Ὥρας» καὶ ἄλλων ἐφημερίδων, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ τὸ ἄρθρον, περὶ οὗ ἐπρόκειτο, ἦτο ἀνάλυσις καὶ σχεδὸν μετάφρασις τοῦ Γαλλικοῦ νόμου, καὶ φυσικὸν ἦτο τὸν Γαλλικὸν νόμον νὰ μελετήσῃ ὁ Δεληγεώργης. Ταῦτα λέγω, διότι δὲν θέλω νὰ πισπεύσῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἢ ἄλλος τις, ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον, ἠδύναντο νὰ ἔχωσιν ἔννοιάν τινα οὐχὶ εὐνοϊκὴν πρὸς ἄνδρα, τὸν ὁποῖον πάντοτε μεγάλως ἐξετίμησα.
§27ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι καὶ τὰ περὶ δασῶν προνοοῦνται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Ἐνόμισα περιττὸν, εἶπον, νὰ ἀναγράψω τὰ νομοσχέδια ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, διότι σπανιώτατα εἰσερχόμεθα εἰς αὐτήν.
§29ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἰδέα μου δὲν μεταβάλλεται. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ περὶ δασῶν ἠθέλησε νὰ προνοήσῃ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὅπως μέχρι τοῦδε προὐνόησε διὰ τῶν νομοθετημάτων του περὶ παντὸς ἐνδιαφέροντος τὸν τόπον! Ἀλλὰ νομίζω ὅτι, προκειμένου περὶ δασῶν, ὅπως καὶ περὶ πολλῶν ἄλλων, ἡ μέριμνα ἡ πραγματικὴ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῇ ἀληθεῖ καὶ εἰλικρινεῖ διοικήσει, ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν ὑπαρχόντων νόμων πρὸ παντὸς καὶ οὐχὶ ἐν τῇ ἀξιώσει τῶν διὰ νέων νομοθετημάτων ἀναμορφώσεων. Ἀρκετὸς χρόνος τῇ ἀληθείᾳ εἶναι, ἀφ’ ὅτου ἐμπαιζόμεθα καὶ διακωμῳδοῦμεν ἑαυτοὺς, ἀσεβῶς δὲ φερόμεθα καὶ πρὸς τὴν νομοθεσίαν τὴν πρώην ἐπὶ μακρὸν κρατοῦσαν, φαντασθέντες ὅτι δυνάμεθα εὐχερῶς νὰ μεταβάλλωμεν τοὺς νόμους καὶ ὅτι διὰ τῶν ἀενάων τοιούτων μεταβολῶν θὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀναμόρφωσις τοῦ τόπου. Εἴμεθα μάρτυρες εἰς ποίαν ἐλεεινὴν κατάστασιν εὑρισκόμεθα, μὲ ὅλην τὴν νομοθετικὴν γονιμότητα, τὴν ὁποίαν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη δεικνύομεν παρηγορούμεθα ἴσως διὰ τῆς τοιαύτης νομοθετικῆς δραστηριότητος, ὅτι κἄτι πράττομεν, καὶ ἐλησμονήσαμεν, ὅτι καταστρέφομεν τὸν τόπον κυρίως διὰ τῆς διοικήσεως. Δὲν εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι πρακτικαί τινες καὶ μετὰ φειδοῦς γινόμεναι νομοθετικαὶ μεταῤῥυθμίσεις δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν πραγμάτων τοῦ τόπου, ἀλλὰ δὲν εἶμαι ἀφ’ ἑτέρου ἐκ τῶν τυχὸν φρονούντων, ὅτι θὰ διορθωθῇ ἡ κακὴ κατάστασις. Πρέπει νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι ἡ κακὴ κατάστασις προέρχεται ἰδίως ἐκ τῆς κακῆς διοικήσεως, ἡ ὁποία τὸν διέπει, ἐκ τῆς μὴ ἐφαρμογῆς, ἐκ τῆς παραβιάσεως τῶν νόμων! Καὶ τῷ ὄντι, εἰς ἐπίμετρον τῆς τοιαύτης καταστάσεως, δὲν ἔλειπεν ἄλλο ἢ νὰ μεταβάλλωμεν καθ’ ἑκάστην παραβιαζομένους νόμους. Νόμον περὶ δασῶν αὐστηρὸν ἔχομεν, συνταχθέντα μάλιστα ὑπὸ τὸ κράτος ἰδιαζούσης μερίμνης, ὅπως ἀναδασωθῇ ὁ τόπος, ὁ ὁποῖος ἐξήρχετο ἐκ μιᾶς καταστροφῆς. Ἰδιάζουσα ἦτο ἡ μέριμνα περὶ δασῶν ὑπὸ τὴν προηγουμένην Βασιλείαν, καὶ αὐστηροτάτας οἱ σχετικοὶ νόμοι ἔχουσι διατάξεις· ἀλλὰ τίνες ἐκ τῶν διατάξεων ἐκείνων ἐφηρμόσθησαν ἐν Ἑλλάδι; Συμβαίνει ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ὅ,τι καὶ εἰς ἄλλα παρ’ ἡμῖν. Ἐνῷ καθυστεροῦμεν περὶ αὐτὴν τὴν στοιχειώδη ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, σκεπτόμεθα περὶ μεταῤῥυθμίσεως καὶ τελειοποιήσεως, λησμονοῦντες ἑαυτοὺς καὶ, ὡς νὰ ἤμεθα ἄλλοτε Κράτος, σκεπτόμεθα λ. χ. περὶ ἐπιστημονικωτέρας διαῤῥυθμίσεως τῆς δασονομικῆς ὑπηρεσίας. Τῷ ὄντι, ἀναγινώσκων τις τοὺς τοιούτους νόμους, θὰ ἐφαντάζετο, ὅτι ὅλα τὰ ἄλλα περὶ δασῶν ἔχουσι καλῶς καὶ μᾶς λείπει μόνον μία δασονομικὴ ὑπηρεσία ἐν τῇ νομοθεσίᾳ τελειοτέρα. Ὅσοι ὅμως γνωρίζουσι τὴν πραγματικὴν κατάστασιν τῶν ἐπαρχιῶν θὰ οἰκτείρωσι τὴν τοιαύτην ἀξίωσιν. Ποίας διαιρέσεις καὶ ὁροθετήσεις δασῶν, ποίαν δασονομικὴν ὑπηρεσίαν, ποίας ἆρά γε καλλιεργείας ἢ τεχνικωτέρας ἐκμεταλλεύσεις τῶν δασῶν προσδοκῶσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ἢ ἐπαγγέλλονται οἱ κυβερνῶντες, ἀφοῦ γνωρίζουσι, τί συμβαίνει παρ’ ἡμῖν ὡς πρὸς τὰ δάση; Πυρκαϊαὶ ἀδιάκοποι, εἰς τὴν ἐπέκτασιν τῶν ὁποίων χρησιμεύουσι τὰ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως, διότι τὰ δάση δι’ αὐτοὺς εἶναι ἀντικείμενα κερδοσκοπίας συνήθους καὶ συστηματικῆς καὶ πασιγνώστου, ἰδοὺ ὅ,τι ἀπροκαλύπτως διαπράττεται παρ’ ἡμῖν. Πυρκαϊαὶ ἀδιάκοποι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη μονονουχὶ ἀποτεφροῦσι τέλεον τὴν Ἑλλάδα. Ποίους ἆρά γε τελειοτέρους νόμους παρασκευάζετε, ἵνα προλάβητε τὴν ὁσονούπω συντελουμένην διὰ τῶν πυρκαϊῶν πλήρη καταστροφήν; Μὴ δὲν ἔχομεν νόμους, τιμωροῦντας τοὺς ἐμπρησμούς; Μὴ δὲν ἔχετε δημοσίους ὑπαλλήλους, ἐπιτετραμένους τὴν καταδίωξιν; Καὶ κατ’ ἐμὲ, μόνη ἡ καταστολὴ τῶν ἐμπρησμῶν ἤθελεν ὑπεραρκεῖ τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ παρόντος. Ἐλευθέραν ἐντελῶς ἠδύνασθε ν’ ἀφήσητε πᾶσαν ξύλευσιν, πᾶσαν κάρπωσιν τῶν δασῶν εἰς τοὺς πολίτας, χωρὶς κἀνένα περιορισμὸν, καὶ ἠθέλατε ἔχει τὴν Ἑλλάδα πλήρη δασῶν, ἐὰν μόνον κατεστέλλοντο αἱ πυρκαϊαί. Καὶ τοῦτο εὐνόητον εἰς τοὺς γινώσκοντας τὸν τόπον. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι τόπος ἀραιῶς κατῳκημένος, οἱ κάτοικοι δὲν ἔχουν ἀνάγκην πολλῆς ξυλείας, οὐδὲ ἔχετε πληθυσμοὺς εὐποροῦντας ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ἵνα οἰκοδομῶσιν ἢ ἄλλως χρησιμοποιῶσι μεγάλας ποσότητας ξύλων. Εἰς τὰ κεντρικώτερα δὲ καὶ πολυανθρωπότερα μέρη ἡ πλείστη ξυλεία εἰσάγεται εἰς Εὐρώπην καὶ διὰ τὴν ποιότητα καὶ διὰ τὴν εὐκολίαν τῆς μεταφορᾶς. Ἀλλὰ τί γίνεται παρ’ ἡμῖν συνήθως καὶ ὡς πρὸς τὰς πυρκαϊάς; Αὐτοὶ παρ’ ἡμῖν οἱ δασοφύλακες εἶναι συνήθως τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ὑποθάλπουσι τὸ κακόν· δὲν χρησιμεύουσιν οἱ πλεῖστοι, παρὰ διὰ νὰ φορολογῶσι τοὺς πολίτας. Ἀξιοῦτε βεβαίως, ὅτι δὲν θέλετε τὸ κακὸν τοῦτο, καὶ ὅμως, ἐὰν ὄργανόν τι τῆς ἐξουσίας ἤθελε θίξει ἕνα φίλον τῆς Κυβερνήσεως, ἀμέσως τὸν μεταθέτετε καὶ στέλλετε εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην τὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἤθελε περιποιηθῆ τὸν φίλον σας, ὁ ὁποῖος θέλει συντάττει πρωτόκολλα ἐναντίον τῶν ἀντιθέτων. Εἰς αὐτὸν τὸν κύκλον περιστρέφεσθε ἀενάως, καὶ οὐδὲν καλὸν δύνασθε νὰ φέρητε. Εἰς οὐδὲν λοιπὸν ἤθελον συντελέσει καὶ τὰ ὑποτιθέμενα νέα νομοθετήματά σας. Συντελοῦσι μόνον νὰ ἐμπαίζωμεν ἑαυτοὺς καὶ τὸν τόπον. Νομοθετήματα περὶ ἐπιστημονικῆς διαχειρίσεως τῶν δασῶν καὶ τὰ τοιαῦτα εἶναί τι κωμικὸν πλέον δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι τὰς ἐπαρχίας· πυρπολοῦνται τὰ δάση, καὶ οἱ δασοφύλακες θεῶνται· καὶ ἂν μὲν ὁ ἐμπρηστὴς ἦναι φίλος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν καταδιώκεται, ἂν δ’ ἦναι ἐχθρὸς, καταδιώκεται· ἀλλὰ καὶ οὗτος ἴσως δύναται νὰ σωθῇ, ἀλλὰ πάντοτε ἐπὶ ἁδρᾷ πληρωμῇ πρὸς τὸν δασοφύλακα. Αὐτὰ εἶναι ἀνάλογα καὶ πρὸς τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, περὶ ἧς πρὸ ὀλίγου ἐπίσης ἐγένετο λόγος. Σκεπτόμεθα περὶ τελειοτέρας ἐκπαιδεύσεως, καὶ ὅμως ἔχομεν τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐποπτῶν, ὅτι οἱ δεῖνα καὶ δεῖνα δημοδιδάσκαλοι εἶναι ἀγράμματοι, φαῦλοι, μέθυσοι! τί πράττετε ἐπὶ τούτων; Οὐδέν· ἀλλὰ ζητεῖτε ὁλονὲν μεταῤῥυθμίσεις νομοθετικάς. Ἀλλὰ τέλος πάντων δὲν θὰ λείψῃ αὐτὴ ἡ οἰκτρὰ κατάστασις, αὐτὸς ὁ συστηματικὸς πλέον ἐμπαιγμὸς πρὸς τὸν τόπον; Τὸ ζήτημα τῶν δασῶν εἶναι τῳόντι λίαν ἐνδιαφέρον καὶ σημαντικώτατον διὰ τὸν τόπον· δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς διατρέχει ἄμεσον μέγιστον κίνδυνον ἐκ τῆς καταστροφῆς τῶν δασῶν, τὴν ὁποίαν ἄφθονα ἔχετε ἐκ τῶν ὑπαρχόντων νόμων μέσα νὰ προλάβητε. Τί λαλεῖτε λοιπὸν περὶ νέας νομοθετικῆς μερίμνης; τί λαλεῖτε περὶ ἡμερησίας διατάξεως; ἡ ἡμερησία διάταξις, ἡ ὁποία μᾶς διέπει, εἶναι ὁ ἀέναος φατριασμὸς καὶ ἡ ὀλιγωρία ἡ πραγματικὴ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου. Ὅλα αὐτὰ τὰ νομοσχέδιά σας καὶ καὶ ὅλας αὐτὰς τὰς ἡμερησίας διατάξεις ἠδύνασθε νὰ τὰς θυσιάσητε, χωρὶς, σᾶς βεβαιῶ, νὰ πάθῃ τίποτε ὁ τόπος· θὰ ἤρκει μόνον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς συνειδήσεώς σας νὰ θέσητε ὀλίγην καλὴν θέλησιν διὰ τὸ συμφέρον τοῦ τόπου. Αὐτὸ ἐχρειάζετο καὶ ὄχι νὰ ἐμπαίζωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς μὲ τὰς τοιαύτας ἀβδηριτικὰς πλέον ἐπαγγελίας καὶ ἀξιώσεις. (Εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§30ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς μισθοδοτικὰς καταστάσεις τοῦ ἐργατικοῦ προσωπικοῦ τῶν ἐργοστασίων κοπῆς καπνοῦ ἐν Ἀθήναις, ἐν Πειραιεῖ καὶ ἐν Πάτραις κατὰ τὰς ἑξῆς ἐποχάς· 1) τοῦ δευτέρου δεκαπενθημέρου τοῦ Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους, 2) τοῦ πρώτου δεκαπενθημέρου τοῦ Ἰανουαρίου ἐνεστῶτος ἔτους, 3) τοῦ δευτέρου δεκαπενθημέρου τοῦ Φεβρουαρίου, καὶ 4) τοῦ πρώτου δεκαπενθημέρου τοῦ ἐνεστῶτος μηνός. Νὰ εὐαρεστηθῇ δὲ ἐπίσης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ποῖον εἶναι τὸ σημερινὸν προσωπικὸν τῶν ἐν λόγῳ καπνεργοστασίων, τό τε τακτικὸν καὶ τὸ ἔκτακτον».
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαθέσεως τῆς Ναξίας σμύριδος. Ὁ κ. Ῥικάκης ἔχει τὸν λόγον.
§32ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ ὅτε πρὸ 12 ἐτῶν, Κύριοι, ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ σμύριδος, μακρὰ ἐγένετο συζήτησις καὶ πολλαὶ ἀντηλλάγησαν σκέψεις καὶ ἰδέαι· κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην μάλιστα ἦτο Κυβέρνησις ἡ οἰκουμενική· ὅλοι οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων ἦσαν συνηνωμένοι ἐν μιᾷ καὶ τῇ αὐτῇ Κυβερνήσει, ἑπομένως ὅλαι αἱ ἰδέαι συνηντῶντο, προκειμένου περὶ τῆς διαθέσεως ἑνὸς τῶν πολυτιμοτέρων νομημάτων τοῦ Κράτους. Ἐγένετο κατ’ ἀρχὰς σκέψις περὶ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν χθὲς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἐξέφερε, τοῦ νὰ ληφθῇ προσωρινῶς τὸ μέτρον νὰ δοκιμασθῇ ἡ ἐκποίησις κατὰ τμήματα τῆς σμύριδος ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐφηρμόσθη ἡ ἰδέα αὕτη ἐπὶ ἓν ἔτος, ἀλλὰ δυστυχῶς ἀπέτυχε, καὶ ἀπέτυχεν, ὅπως τότε τοὐλάχιστον ἐθεωρήθη, διότι πρῶτον ὑπῆρχεν ἀπόθεμα ἐκ τῆς προηγουμένης 12ετίας, καὶ δεύτερον διότι οἱ ἀγορασταὶ τοῦ εἴδους τούτου, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι πολλοί, διότι εἶναι ὀλίγοι οἱ ἐμπορευόμενοι τὸ εἶδος τοῦτο, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει συνασπίζονται καὶ συνδέονται διὰ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος, ὥστε τὸ Δημόσιον εἶχε νὰ παλαίσῃ πρὸς τὰ ἀτομικὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα, ὡς προεῖπον, εὐκόλως συνενοῦνται. Ἀπέτυχε λοιπὸν πληρέστατα ἡ ἰδέα ἐκείνη, καὶ παρῆλθε τὸ ἔτος, χωρὶς νὰ δυνηθῶμεν νὰ πωλήσωμεν οὔτε ἕνα στατῆρα, ἑπομένως ἐπῆλθεν ἡ ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος παρεχώρησεν εἰς τὸν κ. Βαφειαδάκην ἐπὶ 12 ἔτη τὴν σμύριδα. Κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον, εἶναι ἀληθές, καὶ κατὰ τὴν σύμβασιν, ἡ ὁποία συνωμολογήθη μετὰ τοῦ κ. Βαφειαδάκη, ἐγένετο διάκρισις περὶ τῆς καλῆς ἢ κακῆς ποιότητος σμύριδος· ὁ νόμος δὲν διέκρινε πρώτην καὶ δευτέραν ποιότητα σμύριδος, ἀλλὰ περιέλαβε τὰς λέξεις «καλῆς ποιότητος», τὸ δὲ συμβόλαιον τοῦ κ. Βαφειαδάκη ἔκαμνε τὴν ἑξῆς ἐξαίρεσιν (ἀναγινώσκει): «Τεμάχια σμύριδος, περιέχοντα ἀναμὶξ ἀποδεδειγμένως μαρμαρυγιακὸν σχιστόλιθον ἢ μαρμαρυγὴν ἢ τιτανόλιθον, δὲν θεωροῦνται καλῆς ποιότητος.....» Ἐπειδὴ δὲ ἡ σύμβασις τῷ ἔδιδε τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς, νὰ λαμβάνῃ καλὴν ποιότητα, τὸ ὀρυκτὸν, τὸ ὁποῖον ἐθεωρεῖτο ὄχι καλῆς ποιότητος, τὸ ἐγκατέλειπε, διότι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ τὸ παραλαμβάνῃ εἰς κατωτέραν τιμήν, αὐτὸς δέ, ἐννοεῖται, ὅτι δὲν τὸ ἐδέχετο εἰς τὴν τιμὴν, ἡ ὁποία ἦτο συμπεφωνημένη διὰ τὴν σμύριδα τῆς καλῆς ποιότητος. Ἡ ἐξαίρεσις ἐκείνη εἶχε τὸ ἄτοπον, ἀλλὰ δὲν εἶχέ τι τὸ ἐπικίνδυνον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου· εἶχε τὸ ἄτοπον, ὅτι ὁ ἀγοραστὴς εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγῃ τὴν σμύριδα ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐθεώρει καλῆς ποιότητος καὶ τῷ ἤρεσκε, νὰ ἀφίνῃ δὲ τὴν ἄλλην, καὶ βεβαίως ἡ ἐγκατάλειψις αὕτη ἦτο ζημία τοῦ Δημοσίου, διότι τὸ Δημόσιον ἐπεβαρύνετο μὲ τὰ ἔξοδα καὶ διότι ἐξηκολούθουν τὰ ὀρυχεῖα νὰ ἐξαντλῶνται πρὸς ἐξαγωγὴν τῆς καλῆς ποιότητος, τὴν ὁποίαν ὁ ἀγοραστὴς κατ’ ἐκλογὴν παρελάμβανεν. Ἀλλὰ δὲν εἶχε, λέγω, τὸν κίνδυνον· διατί; διότι, ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι ἡ ἐκλογὴ δὲν ἦτο εἰλικρινὴς καὶ ὅτι δὲν ἐγκατέλειπε μόνην ἐκείνην, τὴν ὁποίαν εἶχε δικαίωμα νὰ ἐγκαταλίπῃ, ἡ ζημία ἦτο, ὅτι ἔμενε τὸ ὀρυκτὸν χωρὶς νὰ πωληθῇ, ἀλλ’ ἔμενε πάντοτε ὡς ἰδιοκτησία τοῦ Δημοσίου· ἑπομένως ἦτο πολὺ μικροτέρα ἀπὸ τὴν ζημίαν, ἥτις ἀπειλεῖται ἐκ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον καινοτομεῖ τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον, διότι, μολονότι καὶ τότε ὑπῆρχε διάκρισις μεταξὺ καλῆς καὶ κακῆς ποιότητος, ὅμως δὲν ὑπῆρχεν ὁ κίνδυνος νὰ ἀγοράζηται ἡ καλὴ σμύρις ὡς κακῆς ποιότητος· μεταξὺ τῶν 10 φρ. καὶ τῶν 3½ φρ. εἶναι μεγάλη διαφορά. Ἔχει λοιπὸν σήμερον ὁ ἐνοικιαστὴς τὸ ἐκλεκτικὸν δικαίωμα νὰ ἀγοράζῃ τὴν πρώτην ποιότητα ἀντὶ 10, τὴν δὲ δευτέραν ἀντὶ 3½ φράγκων· ὥστε, ἐὰν ὑποθέσητε πρὸς στιγμὴν, ὅτι ἡ διάκρισις, ἡ ὁποία γίνεται μεταξὺ τῶν δύο ποιοτήτων, δὲν εἶναι δικαία, —καὶ περὶ τούτου θέλω βραδύτερον ὁμιλήσει,—ἐὰν, λέγω, ἡ διάκρισις αὕτη δὲν ᾖναι εἰλικρινὴς, ἡ ζημία τοῦ Δημοσίου θέλει εἶσθαι μεγάλη, διότι θέλει ἀφαιρέσει ὁ ἐνοικιαστὴς τὸ ὀρυκτὸν εἰς τιμὴν ὄχι δικαίαν, πρὸς ζημίαν τοῦ Δημοσίου, καὶ ὁ κίνδυνος αὐτὸς εἶναι πολὺ μεγαλείτερος ἀπὸ τὴν ζημίαν, ἡ ὁποία, ὡς προεῖπον, ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ κατὰ τὸ πρῶτον σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐφαρμοσθῆ διὰ τοῦ προηγουμένου νόμου. Ἀνάγκη λοιπὸν πολλῆς προσοχῆς, καὶ δικαίως ἔδωκεν ἀφορμὴν τὸ νομοσχέδιον εἰς σοβαρὰν καὶ μακρὰν συζήτησιν, διότι, ὡς ἠκούσατε, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἐπισταμένως ἐμελέτησε, καὶ χθὲς διὰ μακρῶν καὶ ἐπιστημονικῶς, δύναμαι νὰ εἴπω, ἀνέπτυξε τοὺς λόγους, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθη τὸ νέον σύστημά του, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου καὶ ἡμεῖς νομίζω ὅτι δικαιούμεθα ν’ ἀνταλλάσσωμεν τὰς ἰδέας μας καὶ νὰ προτείνωμεν τοὺς δισταγμοὺς, τὰς ἀμφιβολίας, τὰς ἀντιῤῥήσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ προταθῶσι κατὰ τοῦ τοιούτου συστήματος, καὶ τοὺς κινδύνους πρὸ πάντων, τοὺς ὁποίους τὸ δημόσιον συμφέρον δύναται νὰ διατρέξῃ. Δὲν ἀρκεῖ ἐπιστημονικῶς νὰ συζητῇ τις τὰ τοιαῦτα ζητήματα, δὲν ἀρκεῖ κατὰ τοὺς κανόνας τῆς ἐπιστήμης καὶ κατὰ τοὺς συγγραφεῖς νὰ εὑρίσκῃ τὸ σύστημα ἐφαρμοστέον· πρέπει νὰ φροντίζῃ καὶ νὰ ἐξετάζῃ κατὰ πόσον ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος τούτου δύναται ἐπιτυχῶς καὶ ἄνευ κινδύνων νὰ γίνῃ. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν πράγματι νὰ διακρίνωμεν τὰς ποιότητας τῆς σμύριδος, ἔπρεπε κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην νὰ γίνωσι τότε διακρίσεις πλείονες τῶν δύο ποιοτήτων· ἔχετε ποιότητα, ἡ ὁποία περιέχει τὸν ἀνώτερον βαθμὸν σκληρότητος, ἐλάχιστα δὲ μίγματα ξένα πρὸς τὴν σμύριδα, καὶ ἔχετε, ποιότητα, ἡ ὁποία περιέχει μίγματα μέχρι 30% βάρους· εἶναι, νομίζετε, δικαία ἡ διάκρισις αὕτη; Δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι μεταξὺ ἐκείνης, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ἐλάχιστα προστρίμματα ξένων συστατικῶν τῆς σμύριδος, καὶ ἐκείνης, ἡ ὁποία ἔχει προστρίμματα 30% βάρους, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ διαφορὰ τοιαύτη, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ μέσος ὅρος, καὶ χωρὶς νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ κανονισθῇ καὶ ἄλλη ποιότης μεταξὺ τῶν δύο, ἡ ὁποία νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἄλλους ὁρισμοὺς, μὴ ἐξομοιουμένους οὔτε μὲ τὴν πρώτην, ἀλλ’ οὔτε μὲ τὴν τελευταίαν ποιότητα; Ἐὰν θελήσωμεν, Κύριοι, νὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ποιοτήτων, πρέπει νὰ τάξωμεν πλείονας τῶν δύο, καὶ ἐὰν ἦναι δυνατὸν, ἐπαναλαμβάνω, ἡ διάκρισις αὕτη νὰ γίνῃ μὲ τὴν βεβαιότητα, ὅτι θέλει ἐφαρμοσθῆ εὐσυνειδήτως καὶ ἀκριβῶς, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦναι ἐπιτετραμμένοι, καὶ τὴν ἱκανότητα θὰ ἔχωσι νὰ κάμωσι τὴν διάκρισιν ταύτην καὶ πιστῶς θὰ ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκόν των, ἤθελον προθύμως ἀσπασθῆ καὶ παραδεχθῆ τὴν γνώμην αὐτήν· διότι βεβαίως κατ’ αὐστηρὰν ἐξέτασιν καὶ ἐκτίμησιν, τίποτε δικαιότερον, παρὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀγοράζετε, νὰ τὸ ἀγοράζητε εἰς τὴν ἀληθῆ καὶ δικαίαν τιμήν, τίποτε ὀρθότερον καὶ δικαιότερον, παρὰ νὰ κάμητε διάκρισιν μεταξὺ τῆς τιμῆς ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔχει μεγαλειτέραν ἀξίαν, καὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔχει μικροτέραν ἀξίαν. Ἀλλ’ ὅταν τοῦτο ἦναι ἀδύνατον, ἤ, ἂν δὲν ἦναι ἀδύνατον, ἦναι λίαν ἐπικίνδυνον, πρέπει νὰ ζητήσωμεν ἄλλον τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ δύναται νὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα μὲ ὀλιγωτέρους κινδύνους, μὲ ὀλιγωτέρας ζημίας, καὶ μὲ περισσοτέραν πιθανότητα, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐφαρμόσωμεν, δύναται ἀσφαλέστερον νὰ ἐφαρμοσθῇ. Δὲν ἐπιδοκιμάζω βεβαίως τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε ὑπῆρχε, διότι, ὡς προεῖπον, ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τὴν διάθεσιν τοῦ ἀγοραστοῦ νὰ ἐγκαταλίπῃ ὅσον πρᾶγμα ἤθελε, τὸ ὁποῖον ἔμενε, ἐνῷ τὸ Δημόσιον ἐπεβαρύνετο μὲ τὰ ἔξοδα τῆς ἐξορύξεως ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀξίας· ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ καὶ ὁλοσχερῶς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον προτείνεται σήμερον. Ἅμα ἀναχωρήσωμεν ἀπὸ τὴν ποιότητα, τὴν θεωρουμένην πρώτην, ὡς τὴν περιγράφει τὸ νομοσχέδιον, θέλομεν προχωρήσει εἰς μίαν ποιότητα, ἡ ὁποία ἀρχίζει νὰ ἔχῃ προστρίμματα ἀπὸ 1, 2, 3, 5, 10, 20 μέχρι 30%· μίαν λοιπὸν ποιότητα, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἔχῃ 10%, δύνασθε νὰ τὴν θεωρήσητε, ὅτι εἶναι ἴση κατὰ τὴν ἀξίαν μὲ ἐκείνην, ἡ ὁποία περιέχει 30%; Καὶ διατὶ νὰ μὴ πλησιάζῃ περισσότερον εἰς τὴν ἀξίαν ἐκείνης, ἡ ὁποία δὲν ἔχει τίποτε, δηλαδὴ μέχρι τοῦ 1, ἀφοῦ ἡ διαφορὰ καὶ ἡ ἀπόστασις τοῦ 10 πρὸς τὸ 30 εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα παρ’ ὅτι εἶναι τὸ 10 πρὸς τὸ 1; Διατὶ τὴν ποιότητα, ἡ ὁποία ἔχει 10 ἢ 15% βάρος προστριμμάτων, νὰ τὴν δώσητε πρὸς 3½ φράγκα, ἀφοῦ ἐκείνην, ἡ ὁποία δὲν ἔχει παρὰ 1 ἢ 0, τὴν δίδετε πρὸς 10; Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ ὑποδιαίρεσις δὲν εἶναι ἀκριβὴς καὶ κατὰ τοὺς κανόνας ἀκόμη τῆς ἐπιστήμης, οἱ ὁποῖοι χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος ἀνεπτύχθησαν. Ἑπομένως λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν γνώμην μου, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῶσι νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψει, καὶ νὰ κρίνωσι κατὰ πόσον δυνάμεθα κατ’ αὐτὴν νὰ φθάσωμεν ἐπιτυχέστερον καὶ ἀσφαλέστερον εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιζητοῦμεν. Ἐὰν ἀντὶ νὰ θέσωμεν δύο τιμὰς καὶ νὰ πωλῶμεν 30 χιλιάδας στατῆρας πρὸς φρ. 10, δηλ. νὰ ἔχωμεν 300,000 φρ. ἀπὸ τὴν πρώτην ποιότητα καὶ νὰ πωλῶμεν 46,000 στατῆρας πρὸς 3½ φράγκα, ἐνῷ αἱ 46 αὗται χιλιάδες στατήρων δὲν θὰ περιέχωσιν ὅλαι 30% βάρους προστρίμματα, οὔτε 25, οὔτε 20, ἀλλ’ ἴσως 15, 10, 5%, καὶ ἑπομένως θὰ ἔχωσι πολὺ ἀνωτέραν ἀξίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον, δὲν θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ὁρίσωμεν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ παραλαμβάνῃ ὁ ἀγοραστὴς, ἀδιακρίτως τῆς ποιότητος, λαμβάνοντες ἕνα μέσον ὅρον πρὸς προσδιορισμὸν τῆς τιμῆς; Δὲν θὰ ἦτο δικαιότερον νὰ παραλαμβάνῃ ὁ ἀγοραστὴς τὴν σμύριδα, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχωμεν κατ’ ἔτος ἐξορύξει, εἰς μίαν τιμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς τὸ Κράτος θὰ εἰσπράττῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιζητεῖται, θ’ ἀποφεύγῃ ἀφ’ ἑτέρου τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους τὸ προτεινόμενον σύστημα ἐπιβάλλει καὶ ἀπειλεῖ; Ὁ ἀγοραστὴς ἂς ποιήσῃ τὴν διάκρισιν τῶν ποιοτήτων, καὶ αὐτὸς ἂς πωλῇ ἑκάστην ποιότητα εἰς τὰς τιμὰς, τὰς ὁποίας θεωρεῖ συμφερούσας· ἂς κάμῃ αὐτὸς οἱανδήποτε ὑποδιαίρεσιν θέλῃ, ἀλλὰ τὸ Κράτος θὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἐξώρυξεν ἐφέτος 80,000 στατῆρας, τοὺς ὁποίους ἐπώλησε πρὸς 6, 7, 8 φράγκα, καὶ ἑπομένως ἔχει ἓν ἀσφαλὲς καὶ βέβαιον, χωρὶς νὰ διατρέχῃ τὸν κίνδυνον ἀπὸ τὸν ἀγοραστὴν ἢ ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους, εἰς οὓς ἀνέθεσε τὴν διεύθυνσιν τῆς ἐπιχειρήσεως. Ἑπομένως, Κύριοι, νομίζω, — καὶ δι’ αὐτὸ ἔλαβον τὸν λόγον, ὅπως ὑποβάλω τὴν γνώμην μου, — ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου θὰ ἦναι πολὺ μεγαλείτερον καὶ πλέον ἀσφαλέστερον, ἐὰν ὡς βάσις τοῦ νομοσχεδίου ληφθῇ αὐτὴ, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω. Ὁρίσατε οἱονδήποτε νομίζετε ποσόν· τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ μελετηθῇ, ὅπως ὁρισθῇ ἡ τιμὴ δικαιότερον, καὶ κανονισθῇ κατὰ μέσον ὅρον τιμὴ, ἡ ὁποία θὰ ἦναι γενικὴ δι’ ὅλον τὸ πωλούμενον ποσὸν καὶ ἡ ὁποία θέλει ἐξασφαλίζει τὴν ἐτησίαν πρόσοδον τοῦ Δημοσίου, χωρὶς νὰ διατρέχωμεν τοὺς κινδύνους, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινομένου συστήματος δύναται νὰ μᾶς ἐκθέσῃ.
§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ νὰ ἦναι ὑπόχρεως ὁ ἀγοραστὴς νὰ δεχθῇ ὅ,τι δήποτε τῷ δώσῃ τὸ Δημόσιον;
§34ΡΙΚΑΚΗΣ. Δηλαδὴ σμύριδα μέχρι 30% κατὰ τὸ νομοσχέδιον.
§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπάρχει σμύρις, ἡ ὁποία εἶναι κατὰ τὰ 90% σμύρις καὶ κατὰ τὰ 10% ξέναι ὗλαι· ὑπάρχει σμύρις, ἡ ὁποία εἶναι κατὰ τὰ 50% σμύρις καὶ κατὰ τὰ 50% ξέναι ὗλαι, καὶ ὑπάρχει καὶ σμύρις, ἡ ὁποία εἶναι κατὰ τὰ 10% σμύρις καὶ κατὰ τὰ 90% ξέναι ὗλαι. Θὰ ἦναι ὑπόχρεως ὁ ἀγοραστὴς νὰ δεχθῇ πᾶσαν παραδιδομένην αὐτῷ σμύριδα, καὶ τὴν τῆς τελευταίας ταύτης κατηγορίας ἢ ἄλλην παρεμφερῆ, καὶ πῶς θὰ γίνεται ἡ διάκρισις;
§36ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ νομοσχέδιόν σας θέτει ὅριον τῆς ποιότητος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον περιέχει προστρίμματα μέχρι 30%. Αὐτὸ λοιπὸν ὀφείλει νὰ παραλαμβάνῃ.
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ ἐπιτρέπηται λοιπὸν εἰς τὸ Δημόσιον νὰ δίδῃ τῷ ἐργολάβῳ πᾶσαν τὴν σμύριδα, τὴν περιέχουσαν ξένας ὗλας, ἐπὶ ποσῷ 30%; Θὰ ἐπιτρέπηται εἰς τὸν ἐργολάβον ν’ ἀπαιτῇ ἀναλογίαν ἀνωτέραν σμύριδος;
§38ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὄχι· ὅ,τι ἐξάγει ἀπὸ τὰ ὀρυχεῖα, ἐκεῖνο θὰ παραλαμβάνῃ μέχρι περιεκτικότητος προστριμμάτων 30% βάρους.
§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αἱ θέσεις εἶναι πολλαὶ, ὅθεν ἐξορύσσεται σμύρις· δυνατὸν θέσις τις ν’ ἀποδίδῃ τοῦτο τὸ προϊὸν, τὸ περιέχον προστρίμματα 30%, καὶ τὸ Δημόσιον νὰ παραδίδῃ τῷ ἐργολάβῳ σμύριδα ἐξ αὐτῆς· εἶναι ὑπόχρεος οὗτος νὰ δεχθῇ τὸ παραδιδόμενον, ἢ θὰ τῷ ἐπιτρέπηται νὰ μὴ δέχηται τὸ προϊὸν τοῦ ὀρυχείου τούτου, διότι ἐν αὐτῷ εὑρίσκεται ἀποκλειστικῶς κατωτάτης ποιότητος σμύρις, ἀπαιτῶν νὰ τῷ παραδίδηται σμύρις ἐξ ἄλλου ὀρυχείου, ὅπου ὑπάρχει ὀρυκτὸν καλλιτέρας ποιότητος, καὶ νὰ γίνηται ἐπιλογὴ τοῦ παραδιδομένου; Ἂν οὕτως ἔχῃ, ἀπαντῶμεν τὴν αὐτὴν δυσκολίαν, ἧς ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐπιδιώκει τὴν ἄρσιν.
§40ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψει τὴν σύμβασιν τοῦ κ. Βαφειαδάκη θὰ ἴδητε, ὅτι προσδιορίζονται τὰ ὀρυχεῖα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα θὰ παραλαμβάνῃ τὴν σμύριδα. Ἐπίσης καὶ τώρα θὰ τὰ προσδιορίσωμεν. Εἶναι τὸ Διάταγμα τοῦ 1877, τὸ ὁποῖον προβλέπει ὅλα ταῦτα, ἡ δὲ Κυβέρνησις θὰ μελετήσῃ ὅλα ταῦτα, καὶ θέλει ἐξεύρει τὸν κατάλληλον διακανονισμὸν αὐτῶν.
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις θὰ παραδίδῃ τὸ ὀρυκτὸν ὅπως καὶ μέχρι τοῦδε· ἠξεύρομεν δὲ, ὅτι μέχρι τοῦδε ὁ μισθωτὴς ἀπέῤῥιπτε συχνὰ τὰ προσφερόμενα εἰς παράδοσιν, καὶ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἐκαλύφθησαν παρὰ τὴν παραλίαν μεγάλαι ἐκτάσεις ἐξ ἀποῤῥιμμάτων. Τὰ ἀποῤῥίμματα ταῦτα, καθ’ ἃς ἡ ὑπηρεσία ἔχει πληροφορίας, ἀνέρχονται εἰς 80 χιλιάδας στατήρων. Ἀφοῦ 80 χιλιάδες στατήρων ἀπεῤῥίφθησαν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ κειμένου νόμου, τίς ἐγγυᾶται, ὅτι ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προτεινομένου ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ συστήματος δὲν θέλει παραχθῆ πολλαπλάσιον ποσὸν ἀποῤῥιμμάτων; διότι ἐπὶ παραδόσεως ὀρυκτοῦ ποιότητος ἀρίστης, κατὰ τὴν τέως ἰσχύουσαν σύμβασιν, ἡ διάκρισις τοῦ πληροῦντος τοὺς συμπεφωνημένους ὅρους ἐστηρίζετο ἐπὶ γνωρισμάτων ἀσφαλῶν, ἐνῷ ἐπὶ παραδόσεως ὀρυκτοῦ δευτέρας ἅμα καὶ πρώτης ποιότητος τὰ γνωρίσματα εἶναι πολὺ ὀλιγώτερον καθωρισμένα· θὰ ὑπάρχωσιν ἄρα διηνεκῶς ἀμφισβητήσεις τοῦ ἐργολάβου καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Δημοσίου, τουτέστιν ἀκριβῶς ὅ,τι ἡ τροπολογία παριστᾶται ὡς ἀποσοβοῦσα.
§42ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ ἐὰν 80,000 στατῆρες εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπεῤῥίφθη ἀπὸ τὸν ἀγοραστὴν, ἐπειδὴ ὁ ἀγοραστὴς, ὡς προεῖπον, εἶχε τὸ δικαίωμα καὶ ἄνευ οὐδενὸς λόγου νὰ ἀποῤῥίπτῃ ὅσον ἤθελεν, εἶναι πιθανὸν καὶ πολὴ σμύρις νὰ ἀπεῤῥίφθη, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἤρεσε μὲν εἰς τὸν ἀγοραστὴν, ἡ ὁποία ὅμως νὰ περιέχῃ 4 ἢ 5% προστρίμματα, ἀφοῦ ἠδύνατο νὰ λάβῃ σμύριδα, ἡ ὁποία νὰ μὴ περιέχῃ παντάπασι προστρίμματα· ἄλλως τὸ ποσὸν τοῦτο ἀπεῤῥίφθη ἐπὶ δεκαὲξ ὅλα ἔτη, καθ’ ἃ ὁ Βαφειαδάκης ἠγόραζε τὴν σμύριδα.
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ τῆς δωδεκαετοῦς μισθώσεως.
§44ΡΙΚΑΚΗΣ. Λοιπὸν 80 χιλιάδες στατήρων εἰς 16 ἔτη ἀναλογοῦσι 5 χιλιάδας στατῆρες κατ’ ἔτος, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι τίποτε. Σήμερον ὅμως, ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ προτείνω, καὶ ἑπομένως μετὰ προηγουμένην μελέτην πρὸς ἐφαρμογὴν ταύτης κανονισθῶσι τὰ ὀρυχεῖα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ παραλαμβάνῃ ὁ μισθωτὴς, ἐφαρμοσθῇ δὲ καὶ ἐκτελεσθῇ τὸ μέτρον μετ’ ἀκριβείας καὶ ἐπιτηρήσεως, νομίζω ὅτι τὸ εἰσόδημα θὰ ἦναι μεγαλείτερον καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου θὰ ὦσι πολὺ περισσότερον ἠσφαλισμένα ἢ διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτείνεται, ἐὰν πωλῶμεν τὴν σμύριδα εἰς μίαν τιμήν, κανονιζομένην κατὰ μέσον ὅρον τῶν τιμῶν, τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον προτείνει. Δὲν ἔχω νὰ ὑποβάλω ἄλλην παρατήρησιν ὡς πρὸς τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου· ὡς πρὸς δὲ τὰς λεπτομερείας, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὑποβάλω τὰς δεούσας τροπολογίας.
§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀπασχολεῖται ἡ Βουλή, ζητεῖται νὰ κανονισθῇ ἐπὶ δώδεκα συνεχῆ ἔτη ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον θέλει διατίθεσθαι τὸ ὀρυκτὸν τῆς σμύριδος τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος. Ἐκ τοῦ ὀρυκτοῦ τῆς σμύριδος τὸ δημόσιον ταμεῖον προσοδεύεται κατ’ ἔτος ἑκατοστύας τινὰς χιλιάδας δραχμῶν, ἐπειδὴ δὲ πρόκειται ἤδη ὁ κανονισμὸς τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως αὐτοῦ ἐπὶ δώδεκα ἔτη, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θέλει ἐπηρεάσει οὐσιωδῶς τὸ ἐπὶ τὰ δώδεκα ταῦτα ἔτη ἔσοδον τοῦ δημοσίου ταμείου, τὸ ἐκ τῆς σμύριδος παραγόμενον. Ἀλλ’ ἡ σμύρις διατελεῖ ἐν καταστάσει ἐντελῶς ἐξαιρετική. Ὡς πᾶς ἰδιοκτήτης, ὡς πᾶς κύριος κτήματός τινος ἔχει συμφέρον νὰ ἐξεύρῃ τρόπον, ὅπως προσοδεύηται ἐκ τοῦ κτήματός του ὅσον εἶναι δυνατὸν περισσότερον ἔσοδον, οὕτω καὶ τὸ Κράτος μεριμνᾷ, πῶς θέλει προσοδευθῆ ἐκ τοῦ νομήματος τούτου τοῦ ὀρυκτοῦ τῆς σμύριδος ὅσον εἶναι δυνατὸν περισσότερον ἔσοδον, συγχρόνως ὅμως πρέπει νὰ μὴ ἀποβλέπῃ μόνον εἰς τὸ ἐνεστὸς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ μέλλον, διότι ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ κατορθώσῃ νὰ πορισθῇ μεγαλείτερον ἔσοδον κατὰ τὸ παρὸν, ἀλλὰ μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ παρόντος τὸ ἔσοδον αὐτοῦ νὰ ἐλαττωθῇ, ἐφ’ ὅσον ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου προσεπορίσθη τὸ μεγαλείτερον ἔσοδον, ἦτο τρόπος ἀκατάλληλος. Εἰς τοιαύτην περίστασιν εὑρέθη τὸ Κράτος κατὰ τὸ 1875. Τότε εἶχε λήξει ἐνοικίασις ἑπταετὴς, τῆς ὁποίας ὁ πρῶτος ἐνοικιαστὴς εἶχεν ἐκπέσει, καὶ ἥτις ἕνεκα τούτου εἶχε περιέλθει εἰς τοὺς κκ. Βαφειαδάκην καὶ Κλέβε, οἵτινες ἐκαρπώθησαν ἐπὶ 4½ ἔτη τὸ ὀρυκτὸν τοῦτο. Ὅταν ἔληξεν ἡ μίσθωσις, κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς ἔδιδεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅστις εἶναι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, ὑπῆρχεν ἀπόθεμα 80,000 στατήρων, τὸ ὁποῖον οἱ μισθωταὶ εἶχον ἐξαγάγει ἐκ Νάξου, εἶχον μεταφέρει εἰς τὴν Εὐρώπην, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον δὲν εἶχεν ἀκόμη διατεθῆ. Ἡ ὕπαρξις τοσούτου ἀποθέματος ἐπηρέαζε τὴν ἀγορὰν τῆς σμύριδος, διότι ἡ χρησιμότης τῆς σμύριδος εἰς τὴν βιομηχανίαν εἶναι χρησιμότης περιωρισμένη. Ἀνέφερα τοῦτο, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι δὲν ἀρκεῖ νὰ φροντίζῃ τις, πῶς νὰ εἰσπράξῃ περισσότερον ἔσοδον κατὰ ἕν, δύο ἢ τρία ἔτη ἐκ τοῦ ὀρυκτοῦ τῆς σμύριδος, πρέπει νὰ εἰσπράξῃ αὐτὸ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἐξαντλήσῃ τὸ μέλλον, νὰ μὴ ἐπέλθῃ ὁ σχηματισμὸς ἀποταμιευμάτων σμύριδος ἐν τῇ ἀγορᾷ, ἐν τῇ ὁποίᾳ γίνεται ἡ κατανάλωσις τῆς σμύριδος, διότι τότε δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ προσοδευθῇ εἰς τὸ μέλλον τοσοῦτον χρηματικὸν ποσὸν, ὅσον προσωδεύθη μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου. Οἱ ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου μέχρι τοῦδε κυβερνήσαντες τὴν χώραν φαίνεται ὅτι ἠσχολήθησαν μετὰ πολλῆς ἐπιστασίας, διὰ νὰ ἐξεύρωσι τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ κατορθόνωσι καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλείτερον χρηματικὸν ποσὸν νὰ εἰσπράττωσι κατ’ ἔτος ἐκ τοῦ ὀρυκτοῦ τῆς σμύριδος, καὶ νὰ μὴ ἐπιβαρύνωσι τὸ μέλλον, προεξοφλοῦντες οὕτω τὴν κατ’ αὐτὸ κατανάλωσιν. Καὶ ἦτο μὲν ὁ συνήθης τρόπος, τὸν ὁποῖον εἶχον ἐξεύρει οἱ κυβερνήσαντες κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα, ὁ διὰ δημοπρασίας, ἡ δημοπρασία ὅμως ἐσκόπει ὄχι τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἐξάγεσθαι ἐκ τῶν ὀρυχείων τῆς σμύριδος, ὄχι τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ποσοῦ τῶν κανταρίων τῆς σμύριδος, τὸ ὁποῖον ἤθελε κατ’ ἔτος πωλεῖσθαι, ἀλλὰ τὸν προσδιορισμὸν τῆς τιμῆς, ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ ἡ σμύρις θέλει πωλεῖσθαι κατὰ στατῆρα. Κατά τινα τῶν ἐτῶν ἀπὸ τοῦ 1835 μέχρι τοῦδε δὲν ἐγένετο δυνατὸν διὰ δημοπρασίας νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἐκμίσθωσις τῆς σμύριδος, διὰ τοὺς λόγους, οὓς πρὸ μικροῦ ἐξέθηκα εἰς ὑμᾶς, ἤτοι διότι ἡ προηγηθεῖσα ἐνοικίασις εἶχεν ἐξαγάγει ἐκ τοῦ ὀρυκτοῦ μεγάλα ποσὰ, ἔμενον δ’ ἕνεκα τούτου ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς καταναλώσεως ἀποταμιεύματα μεγάλα. Ἠναγκάσθη τότε τὸ Κράτος νὰ πωλήσῃ ἀπ’ εὐθείας τὴν σμύριδα, ἐκ τῆς τοιαύτης δ’ ἀπ’ εὐθείας πωλήσεως προσωδεύθη ὀλιγώτερον χρηματικὸν ποσὸν ἢ ὅσον προσωδεύετο διὰ τῆς δημοπρασίας καὶ τῶν συμβάσεων, τὰς ὁποίας συνωμολόγει μετὰ τῶν μισθωτῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς δημοπρασίας. Πρέπει, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω μόνον, ἵνα φέρω εἰς γνῶσιν ὑμῶν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ 1835 μέχρι τοῦ χρόνου τούτου εἰσέπραττε τὸ Κράτος καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν τούτων, καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διέθεσε τὸ ὀρυκτὸν τῆς σμύριδος κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν εἰρημένων ἐτῶν. Ἀπὸ τοῦ 1835 μέχρι τοῦ 1845 τὸ Κράτος διέθεσε τὴν σμύριδα διὰ συμβάσεως, συνομολογηθείσης μετὰ μισθωτῶν ἀμέσως καὶ ἄνευ δημοπρασίας. Ἡ σύμβασις προσδιώριζε τὴν τιμὴν, ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ ἠγοράζετο ὑπὸ τῶν μισθωτῶν ἡ σμύρις, προσδιώριζε δὲ καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἔμελλον νὰ λαμβάνωσι κατ’ ἔτος οἱ μισθωταί. Εἰς τοὺς ἀπολογισμοὺς τῆς δεκαετίας ἐκείνης, οἵτινες συνετάχθησαν καὶ ἐδημοσιεύθησαν ἀπὸ διαπρεπῆ περὶ τὰ λογιστικὰ ἄνδρα, τὸν σεβαστὸν Δημήτριον Λεβίδην, καὶ οἵτινες εἰσήχθησαν εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τὸν ἀείμνηστον Ἀνδρέαν Μεταξᾶν, Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τοὺς ἀπολογισμοὺς τούτους εὑρίσκω τὴν ἑξῆς πληροφορίαν, ὅτι κατὰ μέσον ὅρον ἀπὸ τοῦ 1835 μέχρι τοῦ 1845 εἰσέπραττε τὸ Δημόσιον 96,090 δραχμῶν κατ’ ἔτος. Λέγω κατὰ μέσον ὅρον, διότι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα σημειοῦνται ὡς εἰσπραχθέντα ἐκ μεταλλείων, δὲν περιλαμβάνουσι μόνον τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ σμύριδος, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐξ ἄλλων ὀρυκτῶν καὶ νομημάτων τοῦ Κράτους ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἐπίσης διέθετε τὸ Δημόσιον. Ἐν τῇ σελίδι ὅμως καʹ τῶν ἀπολογισμῶν τούτων εὑρίσκω ῥητῶς τὴν βεβαίωσιν, ὅτι τὸ εἰσπραχθὲν δυνάμει συμβάσεων κατὰ δεκαετίαν ποσὸν ἀνήρχετο εἰς δραχ. 96,000 κατ’ ἔτος. Ἀπὸ τοῦ 1847 κατεβλήθη μείζων προσπάθεια πρὸς αὔξησιν τοῦ ἐσόδου τούτου τοῦ Κράτους. Καὶ εὐλόγως οἱ τότε κυβερνήσαντες κατέβαλον τὴν προσπάθειαν ταύτην, διότι ἡ δεκαετία, ἡ διαῤῥεύσασα ἀπὸ τοῦ 1835 μέχρι τοῦ 1845, ἀπετέλει ἱκανὸν διάστημα, ὅπως κατασταθῇ γνωστὴ εἰς τὴν βιομηχανίαν ἡ σμύρις, ἐξετασθῶσι τὰ στοιχεῖα, ἐξ ὧν ἀποτελεῖται τὸ ὀρυκτὸν τοῦτο, γνωσθῇ ἡ χρησιμότης αὐτοῦ καὶ ἑπομένως ἐπέλθῃ ἡ ζήτησις τοῦ ὀρυκτοῦ. Ἀπὸ τοῦ 1847 λοιπὸν μέχρι τοῦ 1852 διὰ δημοπρασίας ἐξεποιήθησαν τὰ ποσὰ τῆς σμύριδος τῆς Νάξου, κατὰ μέσον δ’ ὅρον ἡ σμύρις ἐπωλήθη τότε πρὸς δραχ. 11 καὶ 50)00 τὸ καντάριον, ἐξεποιήθησαν δὲ 30,000 κανταρίων κατ’ ἔτος· ἑπομένως εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον κατὰ τὴν πενταετίαν ἀπὸ τοῦ 1847 μέχρι τοῦ 1852 ὄχι πλέον 96,000, ἀλλὰ 345,000 δρ. κατ’ ἔτος. Ἀπὸ τοῦ 1852 μέχρι τοῦ 1855 ἐξεμισθώθη πάλιν διὰ δημοπρασίας τὸ προϊὸν τῆς σμύριδος. Ἀνέλαβε τὴν μίσθωσιν ὁ κ. Abbot, ὁ ὁποῖος ἀπεδέχθη νὰ λαμβάνῃ 40,000 κανταρίων κατ’ ἔτος πρὸς δρ. 11:01, ἑπομένως τὸ Δημόσιον εἰσέπραξε κατὰ τὴν τριετίαν ταύτην 440,400 δρ. κατ’ ἔτος. Ἀπὸ τοῦ 1855 μέχρι τοῦ 1859 τὸ Δημόσιον διέθεσε τὴν σμύριδα ἀπ’ εὐθείας ἐπὶ τιμῇ δρ. 10 ἕως 12 κατὰ καντάριον, ἐπώλει δὲ κατ’ ἔτος ποσόν τι, ἀναλόγως τῆς ζητήσεως. Οὐδέποτε ὅμως κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἡ ἐτησία πώλησις ὑπερέβη τὰς 25,000 κανταρίων. Ἑπομένως τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰσεπράχθη τότε κατ’ ἔτος, ἀνῆλθεν εἰς 250 ἢ 300 χιλιάδας δραχμῶν. Εἰς τὴν τοιαύτην μείωσιν τοῦ ἐσόδου δὲν συνετέλεσε μόνον ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διετέθη τὸ προϊὸν τῆς σμύριδος κατὰ τὴν διάρκειαν ταύτην, ἤτοι ὅτι δὲν ἐγένετο ἡ μίσθωσις διὰ δημοπρασίας, ἀλλὰ συνετέλεσεν ἰδίως ἡ πώλησις τοῦ μεγάλου ποσοῦ σμύριδος, ἡ γενομένη κατὰ τὸ προλαβὸν χρονικὸν διάστημα, διότι ἐξήγοντο 40,000 κανταρίων κατ’ ἔτος, τὰ ὁποῖα φαίνεται, ὅτι δὲν κατηναλίσκοντο, καὶ ἥτις ἕνεκα τούτου εἶχεν ἀφήσει ἀπόθεμα, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἡ δημοπρασία εἶχεν ἀποτύχει, εἶχε δ’ ἀναγκασθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ πωλήσῃ ἀπ’ εὐθείας τὴν σμύριδα. Κατὰ τὸ 1860–1867 ἐπωλήθησαν 248,033 καντάρια, ἤτοι ἐπὶ 8 ἔτη κατὰ μέσον ὅρον 31,004 καντάρια κατ’ ἔτος, ἑπομένως τὸ Δημόσιον εἰσέπραξεν ἐτησίως δραχμὰς 341,044. Κατὰ τὸ 1868, ἐπὶ τῆς ὑπουργείας τοῦ μακαρίτου Σίμου, ἡ σμύρις διετέθη ἐπὶ ἑπταετίαν διὰ συμβολαίου εἰς τὸν κ. Ἔβανς, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ λαμβάνῃ κατ’ ἔτος, κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, 40,000 κανταρίων, κατ’ ἀνώτατον δὲ, 60,000 κανταρίων, ὑπεχρεοῦτο δηλαδὴ νὰ λάβῃ 40,000 κανταρίων, ἐὰν ἤθελε δὲ, ἠδύνατο νὰ λάβῃ μέχρις 60,000· ὥστε τὸ ποσὸν τῶν 40,000 ἦτο ὑποχρεωτικὸν, τὸ πέραν δὲ τούτου ποσὸν σμύριδος, τὸ ὁποῖον ἤθελε λάβει, ἦτο προαιρετικόν. Εἶχε δὲ προσδιορισθῆ ἡ τιμὴ τοῦ μὲν ὑποχρεωτικοῦ εἰς δραχμὰς 12 τὸ καντάριον, τοῦ δὲ προαιρετικοῦ εἰς δραχμὰς 10. Οὕτω, κατὰ τὴν σύμβασιν ταύτην, τὸ Δημόσιον ἤθελε λάβει ἔσοδον κατ’ ἔτος, ἐκ μὲν τῶν 40,000 ὑποχρεωτικῶν κανταρίων δραχμὰς 480,000, ἐὰν δὲ ἐλάμβανεν ἐκ τοῦ ὑποχρεωτικοῦ ποσοῦ τῶν 20,000 κανταρίων 10,000, ἤθελεν αὐξήσει τὸ ἔσοδον τοῦ Δημοσίου εἰς 680,000. Ἐὰν δ’ ἐλάμβανε καὶ τὰς 20,000, ἤθελεν αὐξήσει τὸ ἔσοδον εἰς 680,000. Ἀλλ’ ὁ κ. Ἔβανς δὲν ἐξετέλεσε τὰς ὑποχρεώσεις του πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ ἐκηρύχθη ἔκπτωτος· ἐγένετο δὲ ἀναμίσθωσις τῆς σμύριδος, καὶ ἀνεδείχθησαν μισθωταὶ οἱ κκ. Βαφειαδάκης καὶ Κλέβε, ἐπὶ τιμῇ δρ. 13 καὶ 67½ λεπτῶν κατὰ καντάριον διὰ τὸ ὑποχρεωτικὸν ποσὸν, καὶ ἐπὶ τιμῇ δρ. 9 διὰ τὸ προαιρετικόν. Οὕτω ὁ κ. Βαφειαδάκης καὶ ὁ κ. Κλέβε ἦσαν ἐπὶ 4½ ἔτη οἱ μισθωταὶ τοῦ ὀρυκτοῦ τῆς σμύριδος· τὸ δὲ Δημόσιον εἰσέπραξε καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν τούτων 706,826 δραχμὰς, διότι εἰσέπραξεν ἐκ 40,000 κανταρίων, πρὸς δραχμὰς 13 καὶ λεπτὰ 67½, δραχ. 546,806:88, ἐκ δὲ τῶν προαιρετικῶν, διότι ἐλάμβανον 17,780 κανταρίων κατ’ ἔτος, 160,020, τὸ ὅλον 706,826:88. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1876 ἐσημειώθη ὡς ἐξορυχθησόμενον ποσὸν σμύριδος 60,000 κανταρίων, καὶ περιελήφθη πίστωσις εἰς ἔξοδα ἐξορύξεως καὶ συγκεντρώσεως, πρὸς δραχ. 2 καὶ 50)00 τὸ καντάριον, δραχ. 150,000 Κατὰ τὴν λήξασαν δὲ δωδεκαετίαν, ἀπὸ τοῦ 1878 μέχρι τοῦ 1890, ἐπωλοῦντο κατ’ ἔτος 40,000 κανταρίων πρὸς δραχ. 12 καὶ 55)00. Ἑπομένως εἶχε τὸ Κράτος ἐτήσιον ἔσοδον 502,100 δραχμῶν. Ἐὰν ἀνακεφαλαιώσωμεν τὰ ἀνωτέρω, διὰ νὰ ἴδωμεν τὴν πρόσοδον, θέλομεν εὕρει, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1835 μέχρι τοῦ 1845 τὸ ἐτήσιον ἔσοδον τοῦ Δημοσίου ἦτο 96,000 παλαιῶν δραχμῶν, ἤτοι νέων δραχ. 85,714. Ἀπὸ τοῦ 1847 ἕως τοῦ 1852 τὸ ἐτήσιον ἔσοδον τοῦ Δημοσίου ἦτο 345,000 παλαιῶν δραχμῶν, ἤτοι 308,036 νέων. Ἀπὸ τοῦ 1852 μέχρι τοῦ 1855 τὸ ἐτήσιον ἔσοδον τοῦ Δημοσίου ἦτο 440,400 παλαιῶν δραχ. ἤτοι 393,214 νέων. Ἀπὸ τοῦ 1855 μέχρι τοῦ 1859 τὸ ἐτήσιον ἔσοδον τοῦ Δημοσίου ἦτο 275,000 παλαιῶν δραχμῶν, ἤτοι 245,536 νέων. Ἀπὸ τοῦ 1860 ἕως τοῦ 1867 τὸ ἐτήσιον ἔσοδον τοῦ Δημοσίου ἦτο 341,044 παλαιῶν δραχμῶν, ἤτοι 304,053 νέων. Ἀπὸ τοῦ 1870 μέχρι τοῦ 1875 τὸ ἐτήσιον ἔσοδον τοῦ Δημοσίου ἦτο 706, 826:88 παλαιῶν δραχμῶν, ἤτοι 631,096 νέων. Καὶ ἀπὸ τοῦ 1878 μέχρι τοῦ 1890 τὸ ἐτήσιον ἔσοδον τοῦ Δημοσίου ἦτο 502,000 παλαιῶν, δηλαδὴ νέων δρ. 448,214. Οὕτω εἰς μίαν μόνον περίοδον, ἀπὸ τοῦ 1870 μέχρι τοῦ 1875, ὅτε τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰσέπραττεν ἐκ τῆς σμύριδος 631,096 νέων δραχμῶν κατ’ ἔτος, ηὔξησε τὸ ἔσοδον τοῦ Κράτους ὑπὲρ πάντα τὰ ἄλλα ἔτη. Κατὰ δὲ τὴν τελευταίαν περίοδον, τὴν ἀρξαμένην τὸ 1878 καὶ λήξασαν τὸ 1890, ἀνῆλθεν εἰς 448,214 κατ’ ἔτος. Ἀλλ’ ἡ μὲν πρώτη περίοδος, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἔσοδον τοῦτο ἀνῆλθεν ἐπὶ τετραετίαν εἰς δρ. 631,096, ἀφῆκεν ἀπόθεμα 80,000 κανταρίων, ἡ δὲ τελευταία περίοδος, ἀπὸ τοῦ 1878 ἕως τοῦ 1890, ἠκούσατε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν χθές, εἰπόντα, ὅτι καὶ αὕτη κατέλιπεν ἀπόθεμα τεράστιον. Καὶ ἂν μοὶ δίδητε τὴν ἄδειαν, δύναμαι νὰ σᾶς ἀναμνήσω, ὅτι, καθ’ ἃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγε χθές, ὑπάρχει ἀποθήκη ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὑπάρχει 3,000 τόνων ἀπόθεμα, δηλαδὴ 54,000 κανταρίων, καὶ ἑτέρα ἀποθήκη, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὑπάρχει 1800 τόνων ἀπόθεμα, ἤτοι 32,400 κανταρίων. Προσέθηκε δὲ καί τις τῶν συναδέλφων, τῶν εἰς τὰς τάξεις τῆς πλειονοψηφίας καθημένων, διακόψας τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἐν Σύρῳ ἀπόθεμα 2,000 τόνων, ἤτοι 36,000 κανταρίων, δηλαδὴ τὸ ὅλον ἀπόθεμα ἀνέρχεται εἰς 122,400 καντάρια.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Καὶ προσέτι τὸ ἀπόθεμα τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Γερμανίας, ἐπίσης σμύριδος Ναξίας.
§47ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἐπὶ τούτου ἔπρεπέ τις νὰ σταματήσῃ, ἤθελεν ἀναγκαίως ἐρευνήσει τὰς αἰτίας τῆς τοιαύτης βιομηχανικῆς ἀργίας· διότι βεβαίως ἔπρεπε νὰ συμβῇ κατὰ τὰ δώδεκα ταῦτα ἔτη βιομηχανικὴ ἀργία, ἵνα μὴ δυνηθῇ ἡ βιομηχανία νὰ καταναλώσῃ 40,000 καντάρια, τὰ ὁποῖα ἐξήγοντο κατ’ ἔτος ἐπὶ τὰ 12 ταῦτα ἔτη. Κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη, ἤτοι κατὰ τὰ τὰ ἔτη 1871 ἕως 1875, δὲν ἐπωλήσαμεν μόνον 40,000 καντάρια κατ’ ἔτος, ἐπωλοῦμεν κατ’ ἔτος 57,780 καντάρια, καὶ δὲν ἀπέμεινεν, εἰμὴ ἀπόθεμα 80,000 κανταρίων, ὡς τότε ἐλέχθη, κατὰ τὰ τελευταῖα δὲ ταῦτα ἔτη ἐπωλοῦμεν μόνον 40,000 στατῆρας, καὶ τὸ ἀπόθεμα ἀνῆλθεν εἰς 122,000 καντάρια. Συνήθως συμβαίνει, τοῦ χρόνου προϊόντος, νὰ μὴ καταλαμβάνῃ ἀδράνεια τὴν βιομηχανικὴν κίνησιν τοῦ κόσμου, ἀλλ’ αὕτη ἐξ ἐναντίας νὰ γίγνηται δραστηριωτέρα, ἐνεργητικωτέρα καὶ πλέον ἐντελής. Ἐὰν λοιπὸν κατὰ τὰ ἔτη 1871–1875 ἐπὶ 57,750 κανταρίων, ἐξαγομένων κατ’ ἔτος, ἡ βιομηχανία δὲν ἠδυνήθη νὰ καταναλώσῃ ὅλον τὸ ποσόν, καὶ ἔμεινεν ἀπόθεμα 80,000 κανταρίων, ἀπορῶ, πῶς κατὰ τὰ μεταγενέστερα ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐξήγομεν μόνον 40,000 κανταρίων, ἡ βιομηχανία δὲν ἠδυνήθη νὰ καταναλώσῃ αὐτά, καὶ ἔμεινεν ἀπόθεμα 122,000 κανταρίων, πλὴν τοῦ ποσοῦ τῆς σμύριδος, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς ἄλλας ἀποθήκας ἐν Γαλλίᾳ καὶ Γερμανίᾳ. Βεβαίως δὲν ἔχω ἀποδείξεις εἰς χεῖράς μου, ἵνα δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἡ δέουσα ἐπίβλεψις κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ ὀρυκτοῦ τούτου, ἀλλ’ οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι μὲ πείθουσιν, ὅτι ἐξήχθη ποσότης σμύριδος πολλῷ περισσοτέρα, καὶ ὅτι ἡ ἐπίβλεψις τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως ἦτο ἀτελὴς ἢ ἀκηδής, εἴτε ὅτι ἦτο πλημμελής, καὶ ὅτι ὑπῆρξε κακὴ πίστις κατὰ τὴν ἐπιτήρησιν ταύτην. Ἀλλὰ τέλος πάντων τὸ πρᾶγμα εἶναι ἄξιον μεγάλης προσοχῆς. Βλέπετε ὅτι δὲν ἀρκεῖ νὰ πωλῶμεν κατ’ ἔτος ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον προϊόν, διὰ νὰ αὐξήσωμεν τὸ ἐτήσιον ἔσοδον, διότι τρέχομεν τὸν κίνδυνον, ὅπως αὐξήσωμεν τὸ ἐτήσιον ἔσοδον κατὰ 90,000 δραχμῶν, κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη νὰ μὴ δυνώμεθα νὰ πωλήσωμεν πλέον, διότι αἱ ἀποθῆκαι τοῦ ἐμπορίου θέλουσιν εἶσθαι πλήρεις ἐν Εὐρώπῃ. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἦτο ἐν χρήσει μέχρι τοῦ 1875, ἐκρίνετο ἀτελὲς, καὶ ἐκρίνετο ὅτι ἔχρηζε σπουδῆς καὶ μελέτης, ὅπως ἐφευρεθῇ βελτίωσις τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διετίθετο τὸ ὀρυκτὸν τῆς σμύριδος. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατὰ τὸ 1876, συνεπείᾳ δημοπρασίας, ἡ ὁποία εἶχε γίνει τῇ διαταγῇ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ Τρυφυλίας βουλευτοῦ κ. Σωτηροπούλου, καὶ ἐφ’ ἧς ἡ Βουλὴ ἐκαλεῖτο νὰ ἀποφήνηται γνώμην, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐπικυρωθῶσιν ἢ ἀκυρωθῶσι τὰ πρακτικὰ αὐτῆς, προεκλήθη εὐρεῖα ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησις, καθ’ ἣν ἠναγκάσθην νὰ λάβω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, ὅπως καταδείξω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀνάγκην τοιαύτης προνοίας πρὸς βελτίωσιν τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον διετίθεμεν τὴν σμύριδα. Ἀλλὰ μόλις κατῆλθον τοῦ βήματος, εἷς τῶν συναδέλφων Βουλευτῶν ἀνῆλθεν ἀμέσως ἐπὶ τὸ βῆμα, καὶ ἐπρότεινε τρόπον, τὸν ὁποῖον παρέστησεν, ὅτι εἶναι καὶ ἐντελέστερος καὶ πληρέστερος, διότι ἠσφάλιζε πρὸς τοῖς ἄλλοις τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου. Ὁ κ. Βουλευτὴς, ὁ προβαλὼν τότε τὸν τρόπον τοῦτον, δὲν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ἓν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐκ τοῦ προχείρου ἐπενόησεν, ἀλλ’ ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν πόρισμα μακροχρονίου μελέτης, τὴν ὁποίαν, ἐν Ἀγγλίᾳ διατρίβων, ἐποιήσατο, ἀφοῦ ἠρεύνησε καὶ ἐξήτασεν ἐν πάσαις ταῖς λεπτομερείαις τὰ τῆς μεταφορᾶς τῆς σμύριδος ἐν Ἀγγλίᾳ, τὰ τῆς πωλήσεως αὐτῆς, καὶ τὰ τῶν ἀναγκῶν τῆς βιομηχανίας. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος εἰσέφερε τοσοῦτον πολύτιμα φῶτα εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ 1876, παρέλειψε τότε νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς μελέτας τὰς χημικὰς, αἵτινες ἐγένοντο ἐπὶ τοῦ ὀρυκτοῦ τῆς σμύριδος, ἀλλ’ εὐτυχῶς συνεπλήρωσε τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα ἔδωκε τότε εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τῆς χθεσινῆς ἀγορεύσεώς του, δι’ ἧς ἐδίδαξεν ἡμᾶς, ἐκ τίνων στοιχείων σύγκειται ἡ σμύρις, εἰς ποίας ἀνάγκας τῆς βιομηχανίας χρησιμεύει, κατὰ τίνα τρόπον χρησιμοποιεῖται, πῶς μεταποιεῖται εἰς τὴν βιομηχανίαν, ποῖαι καὶ πόσαι εἰσὶν αἱ ἀνάγκαι τῆς βιομηχανίας, ποῖαι δ’ αἱ πιθανότητες τῆς ζητήσεως καὶ τῆς προσφορᾶς. Εἶναι περιττὸν νὰ ὀνομάσω τὸ κ. Βουλευτὴν, διότι πάντες κατανοεῖτε, ὅτι ὁμιλῶ περὶ τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, ὅστις τότε ἦτο Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, καὶ ὅστις δὲν ἀνῆκε τότε εἰς τοὺς φίλους τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου προΐστατο ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος, Ὑπουργὸς δὲ τῶν Οἰκονομικῶν ἐτύγχανεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς ἀναγνώσω, οὐχὶ ὅλον τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον τότε ἀπήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἀλλὰ τὰ μέρη τοῦ λόγου αὐτοῦ, διὰ τῶν ὁποίων ἔδωκε λεπτομερῆ εἴδησιν τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον μετὰ μακρὰς ἐν Λονδίνῳ μελέτας εἶχεν ἐκπονήσει, καὶ τὸ ὁποῖον πεποιθότως ἔκρινεν, ὅτι εἶναι τὸ μόνον σύστημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἠδυνάμεθα νὰ ἀσφαλίσωμεν ἐτήσιον ἔσοδον, ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλείτερον, ἄνευ οὐδεμιᾶς ζημίας ἢ κινδύνου τῶν δημοσίων συμφερόντων; Ἰδοὺ ποῖά τινα περὶ τούτου εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 10 Δεκεμβρίου 1876. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ μέρος τοῦτο τοῦ λόγου αὐτοῦ ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς συνεδριάσεως τῆς 10 Δεκεμβρίου 1876, ἐν σελ. 400 (ἀναγινώσκει): «Δὲν ἔρχομαι νὰ προτείνω τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον παρέλειψεν ὁ κ. Δηλιγιάννης. Ἂν ποιῶ λόγον περὶ τούτου, καίτοι εἶμαι σύμφωνος κατὰ πάντα πρὸς τὴν γνώμην αὐτοῦ, ὁ λόγος εἶναι, ὅτι προὐτάθη πολλάκις ἐν ἄλλῃ ἐποχῇ παρὰ τῆς ἐν Λονδίνῳ Πρεσβείας, παρ’ ᾗ διετέλουν τότε ὑπάλληλος, δὲν ἐγένετο ὅμως ποτὲ δεκτὸν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, τὸ μέτρον τῆς εἰς λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου διαθέσεως τῆς σμύριδος ἐν τῷ τόπῳ τῆς καταναλώσεως. Πολλάκις δ’ ἔλαβον καὶ ἐγὼ ἀφορμὴν νὰ κάμω λόγον πρὸς Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τοῦ μέτρου τούτου· πάντοτε ὅμως εἶδον, ὅτι πολλαὶ θὰ ὑπῆρχον αἱ δυσχέρειαι, οὐχὶ τόσον ἐν τοῖς πράγμασιν, ὅσον εἰς τὴν ἀποδοχὴν τοῦ μέτρου.» Ἐγὼ ἀληθῶς, ἀγορεύων πρὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἐν τῇ συνεδριάσει ἐκείνῃ, δὲν ἐπρότεινα σύστημά τι, διότι δὲν εἶχον ἀσχοληθῆ εἰς τὴν μελέτην τοῦ πράγματος, ἀλλὰ κατέδειξα μόνον εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀνάγκην τῆς μελέτης τοῦ πράγματος καὶ τοῦ ἐν χρήσει συστήματος τῆς πωλήσεως τῆς σμύριδος, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ὀρθῶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἐσκόπει νὰ προτείνῃ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον παρέλειψα ἐγὼ νὰ προτείνω, διότι ἀληθῶς παρέλειψα νὰ προτείνω μέτρον, ἀφοῦ οὐδὲν εἶχον’ ἀλλ’ ὑπῆρξε σύμφωνος μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξευρεθῇ ἓν μέτρον, καὶ ἐπρότεινεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχε μελετήσει, ὅτε ἦτο Γραμματεὺς τῆς ἐν Λονδίνῳ Πρεσβείας. Κατὰ ταῦτα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἀγορεύων τότε, ἔκρινεν, ὅτι τὸ μέτρον δὲν θὰ ἐγίνετο ἀποδεκτὸν, οὐχὶ διότι ἦτο δυσεκτέλεστον, ἀλλὰ διότι δὲν ἤθελον στέρξει ν’ ἀποδεχθῶσιν αὐτό. «Κατὰ τὸ μέτρον τοῦτο (ἐξηκολούθησε λέγων τότε ὁ κ. Τρικούπης) θὰ συνιστῶντο ἀποθῆκαι σμύριδος ἐν ταῖς χώραις τῆς καταναλώσεως, καὶ θὰ ἐπωλεῖτο ἡ σμύρις ἐπὶ τῇ βάσει διατιμήσεως, ὅπως πωλεῖται ἐν Λονδίνῳ καὶ ἀλλαχοῦ τὸ προϊὸν τοῦ ὑδραργύρου, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὴν Ἱσπανικὴν Κυβέρνησιν. Ὑπάρχουσι κανονισμοὶ εἰς τὰς τοιαύτας πωλήσεις, καὶ ἀσφάλεια μεγίστη, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν κανονισμῶν τούτων, τοὺς ὁποίους ἐν τῇ προγενεστέρᾳ ἐκείνῃ ἐποχῇ εἶχεν ἀνακοινώσει ἡ ἐν Λονδίνῳ Πρεσβεία πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἠδύνατο ἄριστα νὰ διατυπωθῇ ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἤθελε κανονισθῆ ἡ ἀποθήκευσις καὶ ἡ ἐκ τῶν ἀποθηκῶν πώλησις τοῦ προϊόντος. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ἐκ τοῦ ὅλου προϊόντος τὰ τρία τέταρτα δαπανῶνται ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ τὸ ἓν τέταρτον δαπανᾶται ἀλλαχοῦ· ὥστε καὶ ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν ἀποθηκῶν δὲν εἶναι πολὺ ἀναγκαῖος.» Οὕτω κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινε τότε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἤρκει μία μόνον ἀποθήκη ἐν Λονδίνῳ· διότι (ἐξηκολούθησεν ἀγορεύων τότε ὁ κ. Τρικούπης) ὅταν περὶ τῆς ἐν Ἀγγλίᾳ καταναλώσεως ληφθῇ πρόνοια, τὸ ζήτημα τῆς ἀλλαχοῦ καταναλώσεως εἶναι δευτερεῦον. «ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ μέτρου, περὶ τοῦ ὁποίου ἐπρότεινεν ἡ ἐν Λονδίνῳ Πρεσβεία; ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα. Ἡ ἐν Λονδίνῳ Πρεσβεία, ἔχουσα καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάζῃ τὰ περὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ προϊόντος τούτου, ἐπείσθη, ὅτι ἡ σμύρις ἤθελεν ἀποφέρει μεγαλείτερα ποσὰ εἰς τὸ ταμεῖον, οὕτω διατιθεμένη, καὶ ὅτι μόνον διὰ τῆς τοιαύτης διαθέσεως ἠδύνατο ν’ ἀποκτήσῃ τὴν ὑπόληψιν, ἥτις ἀνήκει εἰς αὐτὴν, διότι, ὁσάκις ἡ πώλησις γίνεται εἰς ἐμπόρους, οἵτινες πρόκειται νὰ μεταπωλήσωσιν, εἶναι ἀποδεδειγμένον ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι ἡ μεταπώλησις οὐδέποτε γίνεται ἀνόθευτος, καὶ τὸ ἀνόθευτον Ἑλληνικὸν προϊὸν εἶναι ἄγνωστον εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν ἀγοράν. Τοῦτο ἔμαθεν ἡ Πρεσβεία, ζητήσασα νὰ πληροφορηθῇ ἀκριβῶς, ποία ἡ τιμὴ τῆς Ναξίας σμύριδος, καὶ λαβοῦσα ὡς ἀπάντησιν, ὅτι Ναξία σμύρις ἁγνὴ δὲν ὑπάρχει, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ τὴν πληροφορίαν ὁποία ἦτο ἡ τιμὴ αὐτῆς. Ἡ Ναξία σμύρις ἀποτελεῖ μονοπώλιον ὡς πρὸς τινα εἴδη, ὡς πρὸς ἕτερα δὲ εἴδη χρησιμεύει, ἀναμεμιγμένη μετὰ τῆς σμύριδος τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, εἰς βελτίωσιν τῆς ποιότητος τῆς σμύριδος. Τὸ εἶδος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ μονοπώλιον, εἶναι ἡ κατεργασία τῶν κρυστάλλων καὶ τῶν ὑέλων, ὡς πρὸς ἄλλα δὲ εἴδη χρησιμεύσει ἡ σμύρις τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, καὶ ἰδίως εἰς τὸ νὰ καθιστᾷ τὴν σμύριδα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἀποτελεσματικωτέραν, νὰ δίδῃ εἰς αὐτὴν περισσοτέραν δύναμιν, διότι ἡ ἀξία τῆς σμύριδος εἶναι ὅτι ἔχει ἀρκετὴν δύναμιν, ἵνα τρίβῃ τὰ εἴδη, τὰ ἔχοντα πολλὴν στερεότητα. Ποῖον δὲ εἶναι τὸ ποσὸν τῆς καταναλώσεως καὶ αἱ τιμαὶ αὐτῆς, ὅπου ἡ Ναξία σμύρις ἀποτελεῖ μονοπώλιον, τοῦτο εἶναι πολὺ δύσκολον νὰ ἐξευρεθῇ, διότι τὰ καταστήματα τὰ κατεργαζόμενα τὴν ὕελον καὶ αὐτὰ παραπονοῦνται, ὅτι δὲν δύνανται νὰ εὕρωσιν ἀνόθευτον σμύριδα, ὥστε ἡ ἐξακρίβωσις τοῦ ποσοῦ τοῦ σήμερον καταναλισκομένου ὑπὸ τὸ ὄνομα Ναξία σμύρις δὲν ἀποδεικνύει τὸ ἀληθὲς ποσὸν τῆς καταναλώσεως αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπῆρχον καταστήματα ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, μία μόνη ἀποθήκη ἐν Λονδίνῳ, ἐξ ἧς νὰ προμηθεύωνται οὐ μόνον οἱ μεγάλοι καταναλωταί, ἀλλὰ καὶ οἱ μικροί, εἰς τιμὰς ὁριζομένας ἐκ τῶν προτέρων, θὰ μετεβάλλοντο ἐντελῶς τὰ τῆς καταναλώσεως τοῦ εἴδους τούτου. Ὁ μηχανισμὸς τῆς ἐκ τῶν ἀποθηκῶν πωλήσεως ἱσπανικοῦ ὑδραργύρου εἶναι τοιοῦτος, ὥστε δύναται πᾶς τις ν’ ἀγοράζῃ, μὴ φοβούμενος τὴν ἐκ τούτου ἔκπτωσιν, διότι παρέχεται εἰς τὸν ἀγοραστὴν τὸ πλεονέκτημα νὰ δύναται ἐντὸς ἓξ μηνῶν, ἐπερχομένης κατόπιν τῆς ἐκπτώσεως, νὰ ζητήσῃ τὴν ἀπόδοσιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἔδωσε περιπλέον. Ἐὰν γίνῃ ἡ δοκιμὴ μὲ τοιοῦτον κανονισμόν, τότε θὰ δυνηθῶμεν νὰ ὁρίσωμεν ἀκριβῶς, ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν, τὸ ἐκ τῶν μονοπωλίων καταναλισκόμενον. Τὴν δοκιμὴν ταύτην δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν ἐντὸς ὀλίγου χρόνου, διότι πρέπει πρῶτον νὰ καταναλωθῇ ὅλον τὸ ποσὸν, τὸ ὑπάρχον ἤδη εἰς χεῖρας ἄλλων. Οἱ ἔχοντες τὸ ποσὸν τοῦτο σήμερον καὶ οἵτινες δὲν τὸ παραδίδουν εἰς τὴν ἀγορὰν ἀνόθευτον, ἅμα παρουσιασθῇ εἰς τὴν ἀγορὰν τὸ ἀνόθευτον ἑλληνικὸν προϊόν, θὰ φέρωσι καὶ τὸ ἰδικόν των ἀνόθευτον, ἵνα δυνηθῇ νὰ συναγωνισθῇ μετὰ τοῦ ἑλληνικοῦ προϊόντος, καὶ θὰ παρεμποδίσωσι τὴν πώλησιν μέχρι τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἴδιον αὐτῶν ἐναποταμίευμα καταναλωθῇ· ἑπομένως τὸ πρῶτον ἔτος, ἴσως καὶ πλειότερον, θὰ παρέλθῃ ἄνευ ὠφελειῶν, διότι, ὡς ἠκούσατε παρὰ τοῦ ἐντίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν χθές, ὑπάρχει ἐναποταμίευμα 70 χιλιάδων κανταρίων, κατόπιν ὅμως θὰ δυνηθῇ ὁ τρόπος οὗτος τῆς διαθέσεως νὰ λειτουργήσῃ. Ὁ μόνος φόβος, ὁ παρεμποδίζων τὰς Κυβερνήσεις τοῦ νὰ προβῶσιν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, εἶναι ὅτι αἱ Κυβερνήσεις δυστυχῶς ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἡμερόβιοι καὶ ἕκαστος ἀποβλέπει εἰς τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἔτους, καὶ δὲν τολμᾷ νὰ φέρῃ πρότασιν, ἡ ὁποία ἐν τῷ ἑπομένῳ ἔτει δύναται νὰ φέρῃ διατάραξιν τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ.» Καὶ βεβαίως, Ὑπουργεῖα, τὰ ὁποῖα διετηροῦντο μόνον τρεῖς, ἢ ἕξ, ἢ ὀκτὼ μῆνας, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ συνομολογήσωσι καὶ νὰ φροντίσωσιν, ἵνα νομιμοποιήσωσι τοιοῦτον κανονισμὸν, καὶ νὰ ἐφαρμόσωσιν αὐτὸν, καὶ νὰ δυνηθῶσι νὰ ἐπιφέρωσι τὰ ἀποτελέσματα, διὰ τῶν ὁποίων ἤθελε πεισθῆ ἡ κοινωνία, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ ἔφερε τὴν ποθητὴν βελτίωσιν τῆς σμύριδος; «Ἐγὼ ἐνέμενον (ἐξηκολούθησεν ἀγορεύων τότε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου) εἰς τὴν γνώμην, ὅτι οὕτως ἔπρεπε νὰ κανονισθῶσι τὰ τοῦ θέματος τούτου, ἀλλ’ ἐλαχίστην εἶχον ἐλπίδα, ὅτι ἡ γνώμη μου ἤθελε γίνει παραδεκτή. Τόσην ὀλίγην εἶχον ἐλπίδα, ὥστε, ἂν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Γόρτυνος δὲν ἐποιεῖτο λόγον περὶ τούτου, καίτοι εἶχον σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς συμβάσεως, δὲν προετιθέμην νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τῆς διαθέσεως τῆς σμύριδος, διότι ἔχομεν τοσαύτας κατεπειγούσας ἐργασίας, ὥστε ἐπὶ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου οὐδὲν ἀνέμενον ἀποτέλεσμα, προτιμότερον ἦτο νὰ σιωπήσω, τοῦτο δὲ ἠνάγκασε καὶ τὴν προκάτοχον τῆς παρούσης Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς διακήρυξιν περὶ πλειστηριασμοῦ, διότι ἐσκέφθη, ὅτι, ἀφοῦ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐθεωροῦμεν κατάλληλον, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ παραδεκτὸν, εἴχομεν τὸ καθῆκον νὰ μὴ ἀφήσωμεν νὰ παρέλθῃ ὁ καιρὸς ἐπὶ ματαίῳ.» Καὶ βεβαίως ἐκυβέρνα τότε ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος, ὁ ὁποῖος μετ’ ὀλίγους μῆνας, νομίζω, ἠναγκάσθη νὰ παραιτηθῇ τῆς ἀρχῆς. Ἐσχηματίσθη δ’ ἄλλο Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἴσως δὲν ἦτο διατεθειμένον νὰ συνεχίσῃ τὸ ἔργον τοῦτο. Τοὺς λόγους τούτους τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἐνθυμούμενος, προσεδόκων, ὅτι, ὅταν ἔληγεν ἡ μίσθωσις τῆς σμύριδος κατὰ τὸ 1890, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο πλέον ἐκ τῶν ἡμεροβίων Πρωθυπουργῶν, διότι κυβερνᾷ ἐπὶ ὀκτὼ ἤδη ἔτη, πλὴν μικροῦ διαλείμματος ἑνὸς ἔτους, ἤτοι τρία ἔτη καί τινας μῆνας κατὰ τὴν πρώτην Περίοδον, τέσσαρα δὲ ἔτη ἤδη, ἤμην βέβαιος, λέγω, ὅτι ἤθελε σπεύσει νὰ νομοθετήσῃ τὸ σύστημα αὑτοῦ, ὅπως βελτιώσῃ τὰ τῆς διαθέσεως τῆς σμύριδος. Δυστυχῶς ὅμως ἐπλανήθην, διότι ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπρότεινε μὲν νέον σύστημα, ἀλλὰ σύστημα ἄλλο, τοῦ ὁποίου θέλω σᾶς ἐκθέσει τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, μεταβάλλει καὶ ἀνατρέπει τὰ συστήματα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ 1835 μέχρι τοῦδε διετίθετο ἡ σμύρις, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον προτείνει, εἶναι τοιοῦτον, ὥστε, ἀντὶ νὰ ἐπιγράφηται τὸ νομοσχέδιον περὶ διαθέσεως τῆς σμύριδος, ἦτο ἀληθέστερον καὶ ὀρθότερον νὰ ἐπεγράφετο περὶ διαρπαγῆς τῆς σμύριδος. Καὶ τῷ ὄντι διαρπαγὴ τῆς Ναξίας σμύριδος πρόκειται νὰ νομοθετηθῇ, καὶ παρακαλῶ ἐκείνους, οἵτινες πρό τινων ἡμερῶν ἐδυσφόρουν, διότι δὲν ἐσπεύδομεν νὰ συζητήσωμεν τὴν ἑσπέραν ἐκείνην τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, παρακαλῶ αὐτοὺς νὰ ἀκούσωσι ποῖα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι θέλουσι μεταμεληθῆ, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θέλουσι πεισθῆ, ὅτι ἀδίκως κατηγόρουν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς μὴ κηδομένης τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου ταμείου, ὡς ἥκιστα μεριμνώσης περὶ τῆς προόδου τοῦ τόπου καὶ τῆς αὐξήσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ἔχω ἀφορμὰς νὰ πιστεύω, ὅτι οἱ Βουλευταὶ ἐκεῖνοι δὲν εἶναι εὐσυνείδητοι, προσδοκῶ, ὅτι θέλουσιν ὁμολογήσει δημοσίᾳ ἀπὸ τοῦ βήματος τὴν μεταμέλειαν αὐτῶν. Καὶ ἴσως προσήκει νὰ ὠφεληθῶ ἀπὸ τὴν εὐκαιρίαν ταύτην, διὰ νὰ ἀναμνήσω εἰς ὑμᾶς ἀπόκρισιν, τὴν ὁποίαν τὴν ἑσπέραν ταύτην ἔδωκεν ὁ Πρωθυπουργὸς πρὸς ἕνα τῶν ἀγορευσάντων Βουλευτῶν, ὅταν ἠρωτᾶτο, διατὶ δὲν ὑπέβαλεν ἔτι εἰς τὴν Βουλὴν νομοθέτημά τι, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὰ δάση ἀπὸ τῶν πυρπολήσεων καὶ τῶν καταστροφῶν, αἵτινες συμβαίνουσι κατ’ ἔτος ἐν αὐτοῖς. Ὁ Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν προέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοθέτημα τοιοῦτον, διότι ἡ ἡμερησία διάταξις, πλήρης νομοθετημάτων, μένει ἄθικτος, «ἡ δὲ Βουλὴ δὲν ἐκτελεῖ τὴν ἀνατεθειμένην αὐτῇ λειτουργίαν». Τὴν τελευταίαν φράσιν ἀπήγγειλε κατὰ τὸ τέλος τῆς ἀποκρίσεώς του. Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ἠσχολήθην καὶ ἐγὼ, ὡς ἠσχολήθη ἕκαστος ἐξ ὑμῶν, εἰς τὴν μελέτην τῆς κοινοβουλευτικῆς ἱστορίας. Πανταχοῦ δὲ εἶδον, ὄχι μόνον ἐν τοῖς Κράτεσι, τὰ ὁποῖα κυβερνῶνται ὑπὸ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς Κράτεσιν, ἐν οἷς ὑπάρχει τὸ λεγόμενον συνταγματικὸν μοναρχικὸν, πανταχοῦ εἶδον τοὺς κυβερνῶντας προσερχομένους εἰς τὴν Βουλὴν μετ’ εὐλαβείας, καὶ ἐκδηλοῦντας τὴν πρὸς τὴν Βουλὴν εὐλάβειάν των ἐν ταῖς φράσεσι καὶ ἐν τοῖς λόγοις καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς τρόποις αὐτῶν, οὐδαμοῦ δὲν εἶδον κυβερνήτας, ἀνισταμένους ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Βουλῆς, καὶ καταγγέλλοντας τὴν Βουλήν, ὅτι «δὲν ἐκτελεῖ τὴν λειτουργίαν αὐτῆς.» Καὶ ἂν οἱ κυβερνῶντες ἔχητε πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἐκτελεῖ τὴν λειτουργίαν αὐτῆς, πῶς συμπράττετε μετ’ αὐτῆς; Πῶς δὲν ἐθήκατε τοσοῦτον ἤδη χρόνον ἐνώπιον τοῦ Στέμματος τὸ ζήτημα, ἂν στέργῃ νὰ ἐξακολουθῆτε κυβερνῶντες, καὶ νὰ προκαλέσητε τότε τὸν λαὸν, ἵνα ἐκλέξῃ νέους ἀντιπροσώπους, ἢ ἂν τὸ Στέμμα στέργῃ νὰ διατηρήσῃ τοιαύτην Βουλήν, ὅπως τότε ἀποσυρθῆτε, ἵνα μὴ ἔχητε τὴν εὐθύνην; Ἐγένετο ἕξις ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ νὰ ὑβρίζωσι τὴν μόνην ἀντιπροσωπευτικὴν ἐξουσίαν τῆς χώρας. Ἂν ἡ ἀληθῶς σοφὴ ἀνοχὴ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης ἀφίνῃ ἀνθρώπους τῶν τριόδων νὰ λαμβάνωσι τὴν γραφίδα καὶ νὰ ὑβρίζωσι τὴν Βουλήν, τὴν, ὡς εἶπον, μόνην ἀντιπροσωπευτικὴν ἐξουσίαν τῆς πατρίδος των, ἂν οὐδεὶς ζητῇ παρ’ αὐτῶν λόγον. Καὶ δὲν ζητεῖ παρ’ αὐτῶν λόγον ἡ Βουλή, διότι δὲν καταδέχεται νὰ ἀτενίσῃ πρὸς τοιαῦτα περιτρίμματα, δὲν ζητοῦσι δὲ οὐδ’ οἱ Βουλευταὶ λόγον, διότι δὲν καταδέχονται νὰ ἀντιμετωπίσωσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀναλαμβάνουσι νὰ διδάξωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἐνῷ αὐτοὶ ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ διδαχθῶσι τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ὡς πολῖται. Ἀλλὰ νὰ ἔρχωνται καὶ οἱ κυβερνῶντες νὰ ἀσεβῶσι πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ νὰ ὁμιλῶσιν ὑβριστικῶς πρὸς αὐτήν, τοῦτο εἶναι πρωτοφανὲς ἐν τῇ κοινοβουλευτικῇ ἱστορία, καὶ εὔχομαι νὰ μὴ ἀναγραφῇ παρὰ τῆς ἱστορίας οὐδενὸς Κράτους. Ἐλπίζω ὅμως, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα παρ’ ἡμῖν, ὅτι θέλει ἐλθεῖ ἡμέρα, καθ’ ἣν θέλει διδάξει αὐτοὺς, ποῖαι εἶναι αἱ συνέπειαι τῆς ἀνευλαβείας καὶ ἀσεβείας αὐτῶν πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐξέδραμον ἐπὶ θέμα ἀλλότριον τοῦ συζητουμένου κατ’ ἀνάγκην, διότι δὲν μὲ ἀφῆκαν οἱ συνάδελφοι, οἱ ἀναμιχθέντες τότε εἰς τὰ τῆς ἐπερωτήσεως ἐκείνης, νὰ δώσω τὴν ἀπάντησιν, ἣν ὤφειλον ἐν ὀνόματι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ δώσω πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν, ὅστις διὰ τῆς ἀνευλαβοῦς φράσεώς του ἐζήτει ἰδίως νὰ ὑβρίσῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ἀλλὰ, Κύριοι, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ Πρωθυπουργὸς προέβαλε, πρέπει νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτοῦ, ὡς ἂν ἤθελε ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθῆ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἵνα ἴδωμεν ποῖα θέλουσι παραχθῆ ἀποτελέσματα, ἂν διὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου τούτου θέλωσιν αὐξήσει τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ἂν δὲν δημιουργῶνται δι’ αὐτοῦ κίνδυνοι, ἂν ἀσφαλίζηται τὸ μέλλον τῆς διαθέσεως ὀρυκτοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀληθῶς πολύτιμον, δότι ἐξ αὐτοῦ προσποριζόμεθα 500,000 περίπου δραχμῶν κατ’ ἔτος. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θέλει προκηρυχθῆ καὶ ἐνεργηθῆ δημοπρασία, ἀλλ’ ἡ δημοπρασία δὲν ἔχει σκοπὸν τὸν διὰ τοῦ ὑπερθεματισμοῦ προσδιορισμὸν τῆς τιμῆς, ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ θέλομεν πωλεῖ τὴν σμύριδα, ἀλλὰ προτίθεται σκοπὸν τὸν διὰ τοῦ ὑπερθεματισμοῦ προσδιορισμὸν τοῦ ποσοῦ τῆς σμύριδος, τὸ ὁποῖον κατ’ ἔτος θέλομεν πωλεῖ. Τοῦτο ἀποτελεῖ καινοτομίαν, ἥτις ὅμως τυγχάνει οὐσιῶδες μέρος τοῦ ὅλου συστήματος, τὸ ὁποῖον προὐτάθη ὑπὸ τὴν ἐπιψήφισιν ὑμῶν. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο, ἡ προκηρυχθησομένη δημοπρασία θέλει ἐνεργηθῆ ἐπὶ τῇ βάσει ἐλαχίστου τινὸς ὅρου ποσοῦ σμύριδος, τὸ ὁποῖον θέλει προσδιορισθῆ ἐπακριβῶς διὰ τὸν ὑπερθεματισμὸν, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν δημοπρασίαν θέλει λάβει χώραν. Τὸ ἐλάχιστον ποσὸν τῆς σμύριδος, τὸ ὁποῖον θέλει χρησιμεύσει εἰς δημοπρασίαν, συνίσταται εἰς 30 χιλιάδας κανταρίων πρώτης ποιότητος καὶ εἰς 46 χιλιάδας κανταρίων δευτέρας ποιότητος. Κατὰ τὸ μέρος τοῦτο τῆς ἀγορεύσεώς μου ἀσχολοῦμαι νὰ ἐφαρμόσω τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἂν εἶχε γίνει νόμος. Ἑπομένως δὲν ὁμιλῶ παντάπασι περὶ διαιρέσεως τῆς σμύριδος εἰς ποιότητα, οὐδὲ περὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς τιμῆς ἑκάστης τῶν ποιοτήτων, ἀλλ’ ὁμιλῶ μόνον περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ταμιευτικῶν, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἐπέλθει ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, καὶ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἐπηρεάσει τὴν διάθεσιν τῆς σμύριδος μετὰ τὴν χρονικὴν διάρκειαν τῆς δωδεκαετοῦς μισθώσεως. Ἐπειδὴ ἡ τιμή, ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ θέλει πωληθῇ ἡ σμύρις, δὲν εἶναι μεταβλητὴ διὰ τῆς δημοπρασίας, διότι δι’ αὐτῆς δὲν ζητοῦνται ὑπερθεματισταὶ εἰς τὴν τιμὴν, ἥτις κανονίζεται διὰ τοῦ νόμου, ἔχομεν ἓν ὅριον ἀσφαλὲς, τὸ ποσὸν τῆς τιμῆς, δὲν ἔχομεν ὅμως ἀσφαλὲς τὸ ἄλλο ὅριον, τὸ ποσὸν τῆς πωληθησομένης σμύριδος, διότι τοῦτο θέλει κανονισθῆ διὰ δημοπρασίας. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ λάβω τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐλάχιστα ὅρια τῆς τε πρώτης καὶ δευτέρας δημοπρασίας, διὰ νὰ ἀνεύρω ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διὰ τοῦ νομοσχεδίου προσδιοριζομένης τιμῆς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλομεν εἰσπράξει κατὰ τὴν πρώτην περίστασιν, καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλομεν εἰσπράξει κατὰ τὴν δευτέραν. Θέλομεν λοιπὸν πωλεῖ ἐπὶ 12 ἔτη κατ’ ἔτος 30 χιλιάδας καντάρια πρώτης ποιότητος καὶ 46 χιλιάδας καντάρια δευτέρας, ἤτοι τὸ ὅλον 76 χιλιάδας καντάρια σμύριδος. Ἐκ τῶν 30 χιλιάδων κανταρίων τῆς πρώτης ποιότητος θέλομεν εἰσπράττει, πρὸς 10 χρυσᾶ φράγκα κατὰ καντάριον, 300,000 χρυσῶν φράγκων, ἐκ τῶν 46 δὲ χιλιάδων τῆς δευτέρας ποιότητος, πωλουμένων πρὸς 3 φράγκα καὶ 50)00 κατὰ καντάριον, θέλομεν εἰσπράττει 161,000 φράγκων χρυσῶν, ἤτοι τὸ ὅλον, 461,000 χρυσῶν φράγκων. Ἐπειδὴ ὅμως οὕτω θέλομεν πωλεῖ κατ’ ἔτος εἰς ἀνίσους τιμὰς 76 χιλιάδας καντάρια, πρέπει νὰ ἀνεύρωμεν, ποία κατὰ μέσον ὅρον ἀναλογεῖ τιμὴ εἰς ἕκαστον αὐτῶν. Εὑρίσκομεν δὲ, ὅτι αἱ 461 χιλιάδες φράγκων πρὸς τὰ 76 χιλιάδας καντάρια φέρουσι μέσον ὅρον φράγκα 6 καὶ 5)00. Κατὰ τὴν συζήτησιν, τὴν γενομένην τὸ 1876, τῆς ὁποίας ἐμνήσθην, ἔλαβε μέρος καὶ εἷς ἄλλος πολιτικὸς ἀνὴρ, τοῦ ὁποίου πρὸ πολλοῦ ἐθρηνήσαμεν τὸν θάνατον, ὁ ἀείμνηστος Δεληγεώργης. Ὁ Δεληγεώργης ἀνεκοίνωσε τότε εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας, τὰς ὁποίας εἶχε λάβει περὶ τῆς τιμῆς τῆς σμύριδος ἐξ ἑνὸς οἴκου ἐμπορικοῦ, τοῦ ὁποίου εἶναι γνωστὸν τὸ ὄνομα εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐκ τοῦ οἴκου Παπαγιάννη καὶ Σας. Ὁ Παπαγιάννης ἔγραφε πρὸς αὐτὸν ἐπιστολὴν, τὴν ὁποίαν ἀνέγνω τότε ὁ Δεληγεώργης πρὸς τὴν Βουλὴν, ὡς ἀναφέρεται ἐν σελ. 390 τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς συνεδριάσεως τῆς 9 Δεκεμβρίου 1876, ἐκεῖθεν δὲ ἐπορίσθην ταῦτα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀναγινώσκω: «Κατὰ ἐπιστολὴν τῶν κκ. Παπαγιάννη καὶ Σας, (εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν τότε ὁ Δεληγεώργης) οἱ τῆς παρελθούσης ἑπταετίας ἀγορασταὶ κατηνάλωσαν εἰς τιμὴν λιρῶν 11 καὶ σελλινίων 5 ποσὸν 2000 τόνων, ἐξ ὧν 1500 ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ 500 εἰς ἄλλα μέρη. Ἂν δ’ ἐπρόκειτο περὶ σμύριδος, τὴν ὁποίαν οἱ καταναλωταὶ, ἤτοι τὰ ἐργοστάσια, δὲν παρελάμβανον ἐν Νάξῳ, ἀλλ’ ἐλάμβανον ἐν Ἀγγλίᾳ, τότε ἡ τιμὴ τοῦ τόνου δὲν ἦτο, ὡς ἡ ἐν Νάξῳ φορτονομένη, λιρῶν 11 καὶ σελ. 5, ἀλλὰ λιρ. 13. Ἡ πώλησις τῆς σμύριδος πρὸς λίρας 11 καὶ σελ. 5 ἐν Νάξῳ φέρει τιμὴν κατὰ καντάριον δραχ. 17 καὶ 50)00. Ἀγοράζουσα ἤδη ἡ νέα ἑταιρία (εἶπε τότε ὁ Δεληγεώργης) πρὸς δραχ. 12 καὶ 11)00 ἀκριβῶς 2,000 τόνους, ἤτοι τόσον ποσὸν, ὅσον κατὰ τὴν ἐπιστολὴν ἐπωλεῖτο εἰς αὐτὴν τὴν ὑψωμένην τιμὴν ἐν Ἀγγλίᾳ, τῶν δραχ. 17 καὶ 50)00, ἕπεται ὅτι ἠγόρασε μὲ διαφορὰν πρὸς τὴν ἀγοραίαν τιμὴν ἐκ δραχμῶν κατὰ καντάριον 5 καὶ 40)00, ὅπερ ἀναλογεῖ ἐτησίως κέρδος δραχμῶν 216,000, καὶ κατὰ τὴν δωδεκαετίαν δραχ. 2,500,000.» Ἂς ἐφαρμόσωμεν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔδωκε τότε ὁ κ. Παπαγιάννης εἰς τὸν μακαρίτην Δεληγεώργην, ἃς ἐφαρμόσωμεν αὐτὰς ἐπὶ τῶν κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀποτελεσμάτων. Ἂς μεταποιήσωμεν τὰς δραχ. 17 καὶ 50)00 τῆς ἐν Νάξῳ φορτονομένης σμύριδος κατὰ καντάριον, κατὰ τὴν πληροφορίαν τοῦ κ. Παπαγιάννη, εἰς νέας δραχμὰς, καὶ θέλομεν εὑρεῖ τιμὴν κατὰ καντάριον νέων δραχμῶν 15 καὶ 70)00· ἐπειδὴ δὲ κατὰ μέσον ὅρον ἡ κατὰ τὸ νομοσχέδιον πωληθησομένη σμύρις τῶν 76 χιλιάδων κανταρίων ἀναλογεῖ κατὰ καντάριον εἰς δραχμὰς 6 καὶ 5)00, ἔπεται ὅτι θέλουσι κερδήσει οἱ ἀγορασταὶ κατὰ καντάριον δραχμὰς 9 καὶ 65)00. Ἀφοῦ δ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι μισθώσει κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τὴν σμύριδα, ἂν αἱ τρέχουσαι τιμαὶ αὐτῆς ἐξακολουθῶσι νὰ ἦναι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσε τότε ὁ Παπαγιάννης, θέλουσι κερδήσει 9 καὶ 65)00 κατὰ καντάριον, ἕπεται, ὅτι ἐπὶ 76 χιλιάδων κανταρίων θέλουσι κερδαίνει κατ’ ἔτος 733,400 δραχμὰς, ἤτοι κατὰ τὰ 12 ἔτη θέλουσι κερδήσει 8,800,800. Ἀλλ’ εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ πρώτη δημοπρασία ν’ ἀποτύχῃ, καὶ τότε ἐλάχιστος ὅρος προσδιορίζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου 25 χιλιάδες κανταρίων πρώτης ποιότητος καὶ 30 χιλιάδες κανταρίων δευτέρας ποιότητος. Ἐκ τῆς πωλήσεως τῆς πρώτης ποιότητος θέλομεν εἰσπράξει 250 χιλιάδας φράγκων, ἐκ δὲ τῆς πωλήσεως τῆς δευτέρας ποιότητος θέλομεν εἰσπράξει 105 χιλιάδας, ἤτοι τὸ ὅλον 355 χιλιάδας φράγκων. Ἐπὶ τῶν 55 χιλιάδων κανταρίων τῶν δύο ποιοτήτων ἀναλογιζόμενον τὸ ποσὸν τῶν 355,000 φράγκων, τὸ ὁποῖον θέλομεν εἰσπράξει, φέρει κατὰ μέσον ὅρον τιμὴν ἑκάστου κανταρίου δραχ. 6 καὶ 25)00. Ἑπομένως, ἂν ἐξακολουθῇ ἡ κατὰ τὰς πληροφορίας τοῦ κ. Παπαγιάννη τρέχουσα κατὰ τὸ 1876 τιμὴ τῆς σμύριδος, τῶν νέων δραχμῶν 15 καὶ 70)00, τὸ κέρδος τῶν μισθωτῶν θέλει συνίστασθαι εἰς δραχ. 9 καὶ 45)00 κατὰ καντάριον, ἑπομένως ἐπὶ τῶν 55 χιλιάδων κανταρίων κατ’ ἔτος τὸ κέρδος αὐτῶν θέλει ἀνέλθει εἰς 519,450 δραχμὰς, καὶ ἐπὶ τὴν δωδεκαετίαν εἰς 6,233,400. Ἄν μοὶ προταθῇ παρατήρησις, ὅτι δὲν ὑπελόγισα τὴν διαφορὰν τοῦ χρυσοῦ, ἔπραξα τοῦτο ἐν γνώσει, διότι κατὰ τὸ 1876, ὅτε ἀνελογίσθησαν αἱ 11 λίραι καὶ 5 σελλίνια κατὰ τόνον εἰς τὴν κατὰ καντάριον τιμὴν τῶν δρ. 17 καὶ 50%, δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἑπομένως τὸ φράγκον ἐτιμᾶτο 112 παλαιὰ λεπτά. Ὅταν δὲ ἔδιδον κατὰ τὰ 1876 ἓν εἰκοσάφραγκον, ἐλάμβανον ἀντὶ τοῦ εἰκοσαφράγκου 20 νέας δραχμὰς, τῶν ὁποίων ἑκάστη ἀπετελεῖτο ἐξ 112 λεπτῶν, ἢ ἐλάμβανον 22 καὶ 40)00 παλαιὰς δραχμάς. Τὰ ταμιευτικὰ λοιπὸν ἀποτελέσματα τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐξεταζομένου ὑπὸ μόνην τὴν ἔποψιν τοῦ χρηματικοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θέλει εἰσάγεσθαι εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον κατ’ ἔτος, εἶναι ἀποτελέσματα τὰ μάλιστα ἐπιζήμια διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἀλλὰ μόνον τὸ ἐλάττωμα τοῦτο περιέχει τὸ νομοσχέδιον; Σᾶς εἶπον, ὅτι, ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἐπιγράψω ἐγὼ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἤθελον τὸ ἐπιγράψει περὶ διαρπαγῆς καὶ ὄχι περὶ διαθέσεως τῆς σμύριδος. Ὁ μέγας κίνδυνος, τὸ μέγιστον τῶν ἐλαττωμάτων αὐτοῦ εἶναι, ὅτι συντελεῖ εἰς τὸ νὰ πωλῆται ποσὸν μεγαλείτερον τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἐπωλοῦντο μέχρι τοῦδε. Ἄν δὲ διὰ τῆς δημοπρασίας καὶ τῆς συμβάσεως ἐξασφαλίσωμεν τὸ ἐκ τῆς πωλήσεως τοσοῦτον μεγάλου ποσοῦ ἐτήσιον ἔσοδον τοῦ Δημοσίου, μετὰ τὴν δωδεκαετίαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρωμεν μισθωτὰς, οἱ ὁποῖοι νὰ μᾶς προσφέρωσι τὰς τιμὰς, τὰς ὁποίας σήμερον μᾶς προσφέρουσι. Καὶ ἂν ἡ ἔρευνα τοῦ παρελθόντος παρέχῃ εὐλόγους ἀφορμὰς νὰ ὑπονοήσῃ τις, ὅτι τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως ἐν Νάξῳ, εἴτε ἐν συνεννοήσει μετὰ τῶν μισθωτῶν, εἴτε ἐξ ἀβελτηρίας καὶ ἀμελείας, συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ λαμβάνωσιν οἱ μισθωταὶ κατὰ τὸ παρελθὸν μεγαλείτερα ποσὰ σμύριδος ἀπὸ ὅσα εἶχον δικαίωμα, φαντασθῆτε τί θέλει γίνει ἀπὸ τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως, ἂν αὐτὰ κληθῶσι νὰ διακρίνωσι τὴν σμύριδα εἰς ποιότητας καὶ νὰ προσδιορίσωσι ποία σμύρις θὰ κριθῇ ὡς πρώτης ποιότητος, διὰ νὰ πληρωθῶσι 10 χρυσᾶ φράγκα, καὶ ποία δευτέρας ποιότητος, διὰ νὰ πληρωθῶσι μόνον 3 καὶ 50)00. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἐδικαιολόγησε τὸν ὀλέθριον τοῦτον νεωτερισμὸν διὰ μιᾶς θεωρίας, ἥτις δὲν ἥρμοζεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀναγκάζεται ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν διεξάγει, καὶ τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἐκτελεῖ, νὰ ἦναι ὁ θετικώτερος καὶ ὁ πρακτικώτερος τῶν ἀνθρώπων τοῦ κόσμου. Αὐτὸς ὀλίγον μεριμνᾷ, ἂν συνδέηται μετὰ τῆς φιλοτιμίας τοῦ Ἔθνους τὸ νὰ ἐξάγῃ περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον ποσὸν ἐξ ἑνὸς προϊόντος, τὸ ὁποῖον παράγει ὁ τόπος, ἢ ἐξ ἑνὸς ὀρυκτοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι νόμημα τοῦ Κράτους· αὐτὸς περὶ ἄλλου τινὸς φροντίζει, περὶ τοῦ πῶς ἐκ τοῦ ἐξαγομένου προϊόντος ἢ ὀρυκτοῦ νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον περισσότερα χρήματα, καὶ πῶς νὰ μὴ προεξοφλήσῃ τὸ μέλλον, εἰσπράττων μὲν ἐπί τινα χρόνον περισσότερα κατὰ τὸ ἐνεστὸς, στειρεύων ὅμως τὴν πηγὴν κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ παράξενον τρόπον, ἴσως διότι ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὴν ἀφοσίωσιν, τὴν ὁποίαν καθ’ ὅλον τὸ δημόσιον βίον του, καὶ ἰδίως καθ’ ὃν χρόνον κυβερνᾷ, κατεδήλωσε πρὸς τὰ μεγάλα συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀκατανοήτως συνέδεσε καὶ τὴν σμύριδα μὲ τὰ συμφέροντα ταῦτα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ προέβαλεν ἐρώτημα, ἂν ἐπιτρέπηται, ἀφοῦ ὗλαι λειάνσεως καταναλίσκονται 15 χιλιάδες τόνων ἐν τῇ Εὐρώπῃ, ἂν ἐπιτρέπηται ἡ Ἑλλὰς, ἡ ὁποία κατέχει τὴν πρωτίστην τῶν ὑλῶν τούτων, νὰ εἰσφέρῃ μόνον δύο χιλιάδας τόνους. Αὐτὸ κατέπεισε τὸν Πρωθυπουργὸν, καὶ ἠμέλει, ἂν διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν θέλει εἰσφέρει πλέον ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν λειαντικὴν λειτουργίαν τῆς βιομηχανίας δύο χιλιάδας τόνους, ἀλλὰ περισσότερον, ἠμέλει παντάπασιν, ἂν ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ ποσοῦ, τὸ ποῖον θέλει εἰσφέρει ἡ Ἑλλὰς, θέλει αὐξήσει καὶ ἡ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου. Ἡ ἐπιῤῥοὴ, τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἐνασκήσει ἐπὶ τῶν σχέσεων τοῦ δημοσίου ταμείου, δὲν ἠσχόλει παντάπασι τὸν Πρωθυπουργὸν, ἀλλ’ ἤρκει δι’ αὐτὸν ἡ δόξα, ὅτι ἐξάγονται περισσότεραι χιλιάδες τόνων, συντελοῦσαι εἰς τὴν βιομηχανίαν τῶν λειαντικῶν τῆς Εὐρώπης. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ παρασυρθῇ εἰς τὰ νέφη ταῦτα τῆς ὑψηλῆς πολιτικῆς, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεβίβασεν ἑαυτὸν πρὸ πολλοῦ. Θέλει δὲ παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συνεννοῆται ἐπὶ τούτων μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ νὰ ἀναφέρῃ εἰς αὐτὸν, ποίας ἔχει γνώμας πρὸς τὴν πληρεστέραν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν τῇ Ἀνατολῇ, καθ’ ἥσσονα δὲ λόγον περὶ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς φήμης τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν τῇ Δύσει. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀποφασίσῃ νὰ καταβάλῃ πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός του τούτου τὴν φροντίδα, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ καταβάλλῃ πᾶς Ἕλλην, νομίζω, ὅτι ἡ μέριμνα περὶ τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν τῇ Ἀνατολῇ εἶναι ἱκανὴ νὰ ἀποῤῥοφήσῃ πάντα τὸν καιρὸν αὐτοῦ, καὶ ὅτι δὲν θέλει μείνει αὐτῷ χρόνος, ἵνα φροντίσῃ νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς φήμης τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ Δύσει, τῆς Ἑλλάδος ὡς τόπου παράγοντος σμύριδα, χρήσιμον εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς βιομηχανίας τῆς Εὐρώπης. Ἀλλὰ πρὸ πάντων νομίζω, ὅτι ἡ Βουλή, ἥτις εἶναι ὁ φύλαξ τῶν δημοσίων συμφερόντων, δὲν θέλει ψηφίσει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ θέλει πείσει τὸν Πρωθυπουργὸν νὰ μὴ ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ζητεῖται νὰ νομοθετηθῇ. Τὸ τοιοῦτον σύστημα θέλει οὐχὶ μόνον ζημιώσει τὰ συμφέροντα κατὰ τὸ ἐνεστὸς τοῦ δημοσίου ταμείου, διότι θέλει ἐλαττώσει τὰ ἔσοδα τὰ ἐτήσια, ἀλλὰ θέλει ζημιώσει καὶ καταστρέψει καὶ στειρεύσει, ὡς εὐφυῶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, τὴν πηγὴν ταύτην τοῦ δημοσίου ἐσόδου, τοῦ παραγομένου ἐκ τῆς διαθέσεως τῆς σμύριδος. Ὅταν μετὰ 12 ἔτη, ἐὰν συμβῇ νὰ ψηφισθῇ τοιοῦτος νόμος καὶ νομοθετηθῇ τοιοῦτον σύστημα, ἐὰν μετὰ 12 ἔτη ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι διαδεχθῆ ἡμᾶς εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν δημοσίων καθηκόντων, θελήσωσι νὰ νομοθετήσωσι περὶ διαθέσεως τῆς σμύριδος, θέλουσιν εὑρεῖ πανταχοῦ τῆς Εὐρώπης τὰς ἀποθήκας πλήρεις σμύριδος, καὶ οὐδεὶς θέλει δώσει εἰς αὐτοὺς ἀπάντησιν, ἐὰν στέργῃ ἢ δὲν στέργῃ νὰ μισθώσῃ τὸ ὀρυκτὸν τῆς Ναξίας σμύριδος. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς χθὲς ἀπησχολήθη περὶ πολλῶν, τὰ ὁποῖα σχεδὸν πάντα ἦσαν ἀλλότρια τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα παρέχει ἡ μελέτη τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλότριον θέμα ἐτύγχανεν ἡ ἀναζήτησις τῶν συστατικῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποτελεῖται ἡ σμύρις, ἡ ἀναζήτησις τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ ὠκεανεία ἄμμος κατὰ τὰς ἀκτὰς τῆς Γαλλίας μεταποιεῖται εἰς μίγμα, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει, ὡς ἡ Ναξία σμύρις, ὡς προσδιορισμὸς τοῦ ποσοστοῦ τοῦ ὀξειδίου τοῦ ἀργιλλίου, ἢ τοῦ ἐλαίου, βάσεως ἢ στοιχείου τινὸς, οὐδὲ συνετέλεσε νὰ μᾶς πείσῃ περὶ τοῦ συστήματος αὐτοῦ, οὔτε περὶ τῆς λυσιτελείας αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν δημοσίων συμφερόντων. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἄλλος λόγος, τὸν ὁποῖον ἐπρότεινεν, ἵνα δικαιολογήσῃ τὸ νέον αὐτὸ σύστημα, μοὶ ἐφάνη παράξενος. Εἶπεν ὅτι ἐσχηματίσθησαν ἐν Νάξῳ ὄγκοι ἐκ σμύριδος, ἡ ὁποία δὲν θεωρεῖται καλὴ καὶ τὴν ὁποίαν οἱ μισθωταὶ δὲν ἔστερξαν νὰ λάβωσιν. Ἀλλ’ οὐδόλως μᾶς ἐνδιαφέρει, ἐὰν ἐσχηματίσθησαν ὄγκοι τοιοῦτοι, ἢ ἂν ὑπάρχωσι δύο ἢ τρεῖς ἢ πέντε ποιότητες σμύριδος ἐν Νάξῳ. Ταῦτα ἀποτελοῦσι μερίμνας ξένας, διότι ἡμεῖς εὐτυχῶς ἔχομεν σμύριδα μεγίστου ποσοῦ, καὶ ἐν ὅσῳ δυνάμεθα νὰ πωλῶμεν σμύριδα, δὲν βλάπτομεν τὰ συμφέροντα ἡμῶν, ἐὰν δὲν πωλῶμεν ἐκ τῶν ὄγκων, περὶ ὧν εἶπεν ὁ Πρωθυπουργός. Ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ ἀφίνωμεν τοὺς μισθωτὰς ν’ ἀγοράζωσι σμύριδα, οἱανδήποτε ἐκλέγωσιν αὐτοί. Ὅταν ἐξαντληθῇ ὅλον τὸ ποσὸν τῆς σμύριδος, τὸ ὁποῖον ἀρέσκει εἰς τοὺς μισθωτὰς, τότε θέλει μᾶς μείνει ἡ ἄλλη ποιότης, καὶ τότε θέλομεν σκεφθῆ, πῶς νὰ διαθέσωμεν αὐτήν. Ἐν ὅσῳ ὅμως ἔχομεν τὴν σμύριδα ταύτην, ἣν ὅλοι ἐπιζητοῦσι καὶ θεωροῦσιν ὑπερτέραν πασῶν τῶν ἐπὶ τῆς γηίνης σφαίρας σμυρίδων, δὲν πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὴν αἴτησιν περὶ ἀναζητήσεως ἄλλης ποιότητος σμύριδος, καὶ περὶ πωλήσεως αὐτῆς. Διὰ τοῦτο καὶ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, οὐδ’ ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ σκεφθῶμεν, τί πρέπει νὰ πράξωμεν, πῶς νὰ διαθέσωμεν τὸ ποσὸν τῆς κατωτέρας ποιότητος. Ἀλλ’ οὐδέποτε ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ ζητήσωμεν νὰ ὑποτιμήσωμεν τὴν σμύριδα, κατανέμοντες αὐτὴν εἰς ποιότητας, καὶ ὑποτιμῶντες τὸ ὀρυκτὸν τοῦτο. Τὴν αὔξησιν τοῦ ἐσόδου τοῦ δημοσίου ταμείου πρέπει νὰ ἐπιζητήσωμεν ἐν τῷ προσδιορισμῷ τῆς προσηκούσης τιμῆς, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ ζητῶμεν ὅταν ἐκποιῶμεν αὐτήν· διὰ τοῦτο προτιμῶ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον οἱ ἐμπειρικοὶ ἐκεῖνοι ἄνδρες τοῦ τόπου, ὅταν ἐκυβέρνων καθ’ ὅλην τὴν παρελθοῦσαν πεντηκονταετίαν, εἶχον ἐν ἐνεργείᾳ, ἤτοι τὸ σύστημα νὰ ἐκθέτωσιν εἰς δημοπρασίαν καὶ νὰ προκαλῶσιν ὑπερθεματισμὸν οὐχὶ ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ πωλουμένου τῆς σμύριδος, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῆς τιμῆς. Ἐὰν δ’ ἐπρόκειτο νὰ ἐπιζητήσωμεν αὔξησιν τοῦ ἐτησίου ἐσόδου διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ πωλουμένου ποσοῦ, πρέπει νὰ ζητήσωμεν τοῦτο διὰ τρόπου, ὅστις νὰ μὴ ἐκθέτῃ εἰς κίνδυνον τὸ ἔσοδον τοῦτο ἐν τῷ μέλλοντι, ἵνα μὴ ὁμοιάζωμεν ἐκείνους τοὺς σταφιδοκτήμονας, οἵτινες, χαράσσοντες ὑπὲρ τὸ δέον τὰ στελέχη τῶν κλημάτων των, ἐπιζητοῦσι νὰ παραλάβωσι μεγαλείτερον ποσὸν, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ θεραπεύσωσι τὰς ἀνάγκας των τὰς προσωρινὰς, μετὰ τέσσαρα ὅμως ἢ πέντε ἔτη δὲν ἔχουσι πλέον κλήματα, διότι ταῦτα ἐξηράνθησαν. Ἀλλ’ ἰδίως συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν, οὐδέποτε νὰ στέρξῃ νὰ συμπράξῃ, ὥστε νὰ ξηρανθῇ τὸ κλῆμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν τῇ Νάξῳ. Νὰ μετέλθῃ δὲ πάντα τὰ μέσα, ὅπως μὴ ψηφισθῇ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, πρὶν ἢ στέρξῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μεταβάλῃ τὴν ἐπιγραφὴν αὐτοῦ ἀπὸ νομοσχεδίου περὶ διαθέσεως τῆς Ναξίας σμύριδος εἰς νομοσχέδιον περὶ διαπαργῆς τῆς Ναξίας σμύριδος. (Χειροκροτήματα ἐξ ἀριστερῶν).
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ χθὲς καὶ σήμερον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας προσεπάθησε νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δι’ ὧν εἶπον περὶ τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ ἤδη συζητοῦμεν, ἐπεδίωξα μόνον, ἵνα τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὴν ἀνάγκην παραστήσω ὡς ἀφορῶσαν εἰς ἠθικὰ ἀποτελέσματα. Περὶ ἠθικῶν ἀποτελεσμάτων οὐδένα λόγον ἐποιήσαμεν ἐγὼ, ἀφοῦ δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἀπεφάσισε νὰ ἀνασκευάσῃ τὰ παρ’ αὐτοῦ ἐπινοούμενα ὡς δῆθεν παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα, ἠδύνατο ἴσως εἰς ἐπιτυχεστέραν νὰ προσφύγῃ ἐπινόησιν τῆς συσχετίσεως τῶν κατὰ τὴν διάθεσιν τῆς σμύριδος πρὸς τὴν ἐπιδίωξιν ἠθικῶν ὑπὲρ τοῦ ἔθνους ὠφελειῶν. Τὰ τῆς διαθέσεως τῆς σμύριδος ἀφορῶσιν εἰς συμφέροντα ὑλικὰ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς χώρας. Ἐκ τῆς σμύριδος ἀποδεχόμεθα πρόσοδον ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου καὶ εἰσαγωγὴν εἰς τὴν χώραν χρήματος ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ· ἔχομεν ἄρα τὸ ἐνδιαφέρον, ἵνα προνοῶμεν, ὅπως μὴ καταβάλληται αὕτη ἐν τῷ συναγωνισμῷ, διότι ἡ χείρωσις αὐτῆς στερεῖ τὸ Δημόσιον καὶ τὴν χώραν σπουδαίας προσόδου. Τοῦτο εἶναι τὸ ζητούμενον, τὸ δὲ νομοσχέδιον, εἰσάγον σύστημα ἀφορῶν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεως τῆς σμύριδος ἐν ταῖς ἀγοραῖς τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἐπιδιώκει συνάμα πρόσοδον ἐξ αὐτῆς ἐπὶ τῇ νέᾳ μισθώσει ἀνωτέραν τῆς κατὰ τὴν ἐκπνεύσασαν. Αἱ συλλεχθεῖσαι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως πληροφορίαι πείθουσιν, ὅτι, εἴτε λόγῳ τοῦ ἀποθέματος, εἴτε λόγῳ τοῦ πρὸς τὴν Ναξίαν σμύριδα συναγωνισμοῦ σμυρίδων ἄλλων καὶ ποικίλων λεαντικῶν ὑλῶν, οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς σήμερον συντρέχει ἐν ταῖς ἀγοραῖς ἡ Ναξία σμύρις, καθιστῶσιν ἀδύνατον τὴν κατὰ τὰ τέως περὶ μισθώσεως ἰσχύοντα ἀπόλαυσιν τῆς αὐτῆς προσόδου. Ἐὰν σήμερον ἐζητοῦμεν ν’ ἀνανεώσωμεν ὡς ἔχει ἐν ταῖς βάσεσιν αὐτῆς τὴν περὶ μισθώσεως τῆς σμύριδος σύμβασιν, ἥτις ἐπὶ δωδεκαετίαν ἐλειτούργησε, δὲν θὰ ἐπετυγχάνομεν, ἀσφαλῶς δὲ γινώσκομεν τοῦτο, ὡς ἐπὶ μακρὸν ἐργασθέντες πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν ὑποβλητέων εἰς τὴν Βουλὴν ὅρων, ὑφ’ οὓς θὰ ἠδυνάμεθα νὰ κλείσωμεν συμφωνίας. Ἐξηκριβώσαμεν ἐν τῇ ἐρεύνη ταύτῃ, ὅτι κατὰ τὸ σύστημα τὸ ἐπὶ τὴν ἄρτι λήξασαν δωδεκαετίαν λειτουργῆσαν, οὐδὲ τὸ ἥμισυ ἴσως τοῦ κατ’ αὐτὸ διατιθεμένου ποσοῦ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν ἤδη, καὶ τοῦτο ἐπὶ τιμῇ ἐλάσσονι τῆς μέχρι τοῦδε. Ἔπρεπεν ἄρα ἐν μεταβολῇ τοῦ συστήματος, προσαρμοζούσῃ τὴν μίσθωσιν πρὸς τοὺς παρόντας τῆς καταναλώσεως ὅρους, νὰ ἐπιζητήσωμεν τὴν ἐν τῇ νέᾳ τῆς μισθώσεως περιόδῳ ἐξασφάλισιν τῆς τέως ἀπολαμβανομένης προσόδου, καὶ τὴν διαρκεστέραν ἀνόρθωσιν τοῦ ὀρυκτοῦ ἐν ταῖς ἀγοραῖς τοῦ ἐξωτερικοῦ, καὶ τοῦτο, οὐχὶ χάριν τῆς τιμῆς τῆς Ἑλλάδος, ἢ χάριν τῆς πολιτικῆς τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ χάριν τῶν χρηματικῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος, ἅτινα θὰ ἐζημίου ἡ κατάργησις ἢ ὁ περιορισμὸς προσόδου 446,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ ἡ παῦσις ἢ ὁ περιορισμὸς τῆς λειτουργίας τῶν σμυριδωρυχείων τῆς Νάξου. Ἀλλ’ ὅτε ἐκ τῆς μελέτης τοῦ θέματος ἐνεδείχθη ἕτερον σύστημα, ὑποσχόμενον ἐν τῷ παρόντι πρόσοδον ἀνωτέραν τῶν 446,000 δραχμῶν, διότι τὸ νομοσχέδιον κατώτατον ὅρον ἀναγράφει 461,000 δραχμῶν εἰς χρυσὸν, τουτέστιν ὑπὲρ τὰς 120,000 δραχμῶν ἐπὶ πλέον τῆς μέχρι τοῦδε, ὅτε ἐνεδείχθη σύστημα, ἀνοῖγον ἐν τῷ μέλλοντι εἰς τὴν κατανάλωσιν τῆς Ναξίας σμύριδος στάδιον δεκαπενταπλάσιον τοῦ νῦν πρὸ αὐτῆς ἀνεῳγμένου, ἀφοῦ ἡ μὲν ὁλικὴ κατανάλωσις τῆς σμύριδος εἶναι σήμερον 15,000 τόνων, ἐκινδυνεύομεν δὲ, ὡς εἶπον, νὰ ἴδωμεν περιοριζομένην τὴν ἐξαγωγὴν εἰς χιλίους τόνους, νομίζω ὅτι ἐπεβάλλετο ἡμῖν ἡ εἰσήγησις τοῦ συστήματος εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὅτι, τοῦτο εἰσηγούμενοι, δὲν κενολογοῦμεν περὶ τῆς ἐπιτευχθησομένης δι’ αὐτοῦ κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας ἠθικῆς προόδου τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ σπουδαιολογοῦμεν περὶ τῶν προσόδων τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς χώρας, ὧν παράγων εἶναι καὶ ἡ σμύρις. Ὁ κύριος Βουλευτὴς, ἀνερευνήσας τὰ κατὰ παρωχημένην Βουλευτικὴν Σύνοδον λεχθέντα περὶ τῶν τῆς σμύριδος, ἦλθε σήμερον συνιστῶν κανονισμὸν τῶν τῆς μισθώσεως κατὰ τὰ συμπεράσματα τῶν πρὸ δεκατετραετίας συζητήσεων. Πρὸ 14 ἐτῶν ἐγίνετο τῷ ὄντι συζήτησις ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ περὶ τῶν τῆς σμύριδος, ἐξ ἧς πολλὰ δυνάμεθα ν’ ἀρυσθῶμεν ὡς νῦν ἀποδεκτέα, προσαρμόζοντες ὅμως ταῦτα πρὸς τὴν σημερινὴν κατάστασιν. Τὰ τῆς σμύριδος ἔχουσι νῦν ἄλλως ἢ κατὰ τὸ 1876. Τότε ἡ Ναξία σμύρις ἀπετέλει ἀληθὲς μονοπώλιον πρός τινας κατεργασίας, ὀρθῶς δ’ ἐῤῥήθη τότε καὶ παρ’ οὐδενὸς ἠμφισβητήθη, ὅτι ἡ Ναξία σμύρις ἦτο ἡ μόνη χρήσιμος εἰς τὴν κατοπτροποιΐαν καὶ εἰς τὴν κατεργασίαν τῶν πολυτίμων λίθων, ἐν αἷς οὐδένα εἶχε συναγωνιστήν. Σήμερον οὐ μόνον συναγωνίζεται ἐν ταύταις πρὸς ἄλλας σμύριδας, ἀλλὰ καὶ καταπονεῖται ὑπ’ αὐτῶν. Τοῦτο πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, μεταβαλὸν ἐκ βάθρων τοὺς ὅρους τοῦ προβλήματος. Ἀνέγνω ὁ κ. Βουλευτὴς ὅσα εἶχον εἰπεῖ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην περὶ προγενεστέρων εἰσηγήσεων τῆς ἐν Λονδίνῳ Πρεσβείας κατὰ τῆς μισθώσεως τῆς σμύριδος. Οἱ μισθωταὶ δὲν μετεπώλουν τὴν σμύριδα γνησίαν, ἐπειδὴ δὲ οὗτοι ἦσαν ἀποκλειστικοὶ κάτοχοι τῆς ὅλης διατιθεμένης Ναξίας σμύριδος, τὸ ἀμιγὲς ὀρυκτὸν ἦτο ἄγνωστον εἰς τὴν ἀγορὰν τοῦ ἐξωτερικοῦ, καὶ ὅμως τὸ ὑπὸ τῶν μισθωτῶν νενοθευμένον ἐπωλεῖτο εἰς τιμὰς πολὺ ἀνωτέρας τῶν τοῦ μικρασιατικοῦ ὀρυκτοῦ, ἕνεκα τῆς εἰδικῆς αὐτοῦ χρησιμότητος πρὸς ὡρισμένας κατεργασίας· αἱ τιμαὶ θὰ ἦσαν πολὺ ἀνώτεραι, ἂν τὸ ὀρυκτὸν ἐπωλεῖτο ἀνόθευτον, τοῦτο δ’ ἀσφαλῶς ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ, διατιθεμένης τῆς σμύριδος ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἀμέσως πρὸς τὴν κατανάλωσιν καὶ ἄνευ τῆς παρεμβάσεως μισθωτοῦ. Τοιαῦτα ἀνεκοινοῦμεν πρὸς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν παρωχημένην ἐκείνην συζήτησιν, ἐπαγόμενοι ὅμως, ὡς ἠκούσατε ἐν τῇ ἀναγνωσθείσῃ περικοπῇ τῆς ἀγορεύσεώς μου, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποδεχθῇ σύστημα, ὅπερ κατὰ τὸ πρῶτον τῆς ἐφαρμογῆς ἔτος οὐδεμίαν ὑπέσχετο πρόσοδον ἐκ τῆς σμύριδος. Κατὰ τ’ ἄλλα τὸ σύστημα τοῦτο θὰ ἦτο τότε τὸ ἄριστον, διότι, ὡς εἶχον τότε τὰ τῆς σμύριδος, αἱ βιομηχανίαι, αἱ ποιούμεναι χρῆσιν πρὸς λέανσιν μόνης τῆς Ναξίας, προθύμως θὰ ἐπλήρονον τιμὴν ἀνωτέραν, ἂν τοῖς ἐγίνετο προσφορὰ τοῦ ὀρυκτοῦ ἀνοθεύτου. Ἤδη, ὡς παρέστησα ἀπὸ τοῦ βήματος χθές, γίνεται χρῆσις καὶ ἄλλων σμυρίδων ἐν ταῖς εἰδικαῖς ἐκείναις βιομηχανίαις· συναγωνίζεται πρὸς αὐτὴν καὶ ἡ σμύρις τοῦ ὀρυχείου Jackson τῆς μικρᾶς Ἀσίας, συναγωνίζεται πρὸς αὐτὴν καὶ ἡ Γαλλικὴ σμύρις καὶ ἐν αὐτῷ τῷ στενῷ κύκλῳ τῆς κατεργασίας τῶν κατόπτρων τῶν κρυστάλλων καὶ τῶν πολυτίμων λίθων. Ἑπομένως τὰ ἄλλοτε ῥηθέντα ἐπὶ τῷ δεδομένῳ, ὅτι ἡ Ναξία σμύρις ἀπελάμβανε παρά τισι βιομηχανίαις μονοπωλίου, καὶ ἐν ἀκριβείᾳ τότε ῥηθέντα, σήμερον δὲν ἔχουσιν ἐφαρμογήν· ἡ δ’ ἐπελθοῦσα ἔκτοτε κολοσσιαία ἀνάπτυξις τῆς χρήσεως λεαντικῶν ὑλῶν ὑπαγορεύει σήμερον ἐνέργειαν πρὸς εἰσαγωγὴν τῆς χρήσεως τῆς Ναξίας σμύριδος παρὰ βιομηχανίαις, ὧν ἡ κατανάλωσις δὲν ἦτο ἀποχρῶσα ἄλλοτε, ὅπως ὑπαγορεύσῃ μεταβολὴν τοῦ συστήματος τῆς διαχειρίσεως τῆς Ναξίας σμύριδος χάριν τῆς ἀποκτήσεως τῆς πελατείας αὐτῶν. Σήμερον, ὅτε ἡ κατανάλωσις σμύριδος ἀνῆλθεν εἰς 15 χιλιάδας τόνους, εἰς πολλαπλασίας δὲ ἡ κατανάλωσις λεαντικῶν ὑλῶν ἐν γένει, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προσβλέπωμεν ἀδιαφόρως εἰς τὸν ἀποκλεισμὸν τῆς Ναξίας σμύριδος ἀπὸ τῶν νέων τούτων ἀγορῶν καὶ νὰ μὴ ἐπιδιώκωμεν ἡμεῖς, οἱ κεκτημένοι τὴν ἀρίστην σμύριδα καὶ δυνάμενοι νὰ ἐκμεταλλευώμεθα αὐτὴν εὐωνότερον τῆς μικρασιατικῆς, οὐ μόνον τὴν εἰσαγωγὴν αὐτῆς ἐν ταῖς νέαις ἀγοραῖς, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐξασφάλισιν ἐν ταύταις τῆς μερίδος τοῦ λέοντος. Περὶ τῆς φιλοτιμίας τοῦ Κράτους ἐν τούτῳ οὐδένα ἐποιησάμην λόγον, ἐξετάσας αὐτὸ μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ συμφέροντος τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν φιλοτιμίαν τῶν κανονιζόντων νομοθετικῶς τὰ τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας ταύτης τοῦ Δημοσίου δὲν εἶναι ἴσως ἄσχετος ἡ ἀπόκρουσις προτάσεων, δι’ ὧν ἐπιτυγχάνεται ὑπὲρ τοῦ ἑλληνικοῦ προϊόντος μερὶς λέοντος ἀντὶ μερίδος πολὺ ὀλιγώτερον ἐπιζήλου ἢ καὶ τοῦ ὁλοσχεροῦς αὐτοῦ ἀπὸ τῶν νέων ἀγορῶν ἀποκλεισμοῦ. Τὸ ποσὸν τῆς Ναξίας σμύριδος, τὸ ἐτησίως μέχρι τοῦδε παραδιδόμενον εἰς τὸν μισθωτὴν, ἦτο ὡρισμένον ἐν τῇ συμβάσει, ἐθεωρεῖτο ὅμως, καὶ ὅτε ὡρίσθη, κατώτερον τῆς ἀνηκούσης εἰς τὴν Ναξίαν σμύριδα διὰ τὴν ἀξίαν αὐτῆς ἀναλογίας πρὸς τὰς ἄλλας σμύριδας· ἀνερευνῶντες δὲ τὰ κατὰ τὴν συζήτησιν, τὴν πρὸ 14 ἐτῶν, ἀπαντῶμεν Βουλευτήν, ὑποστηρίξαντα ἐν ταῖς βάσεσιν αὐτὴν τὴν ἰδέαν, τὴν πρυτανεύσασαν ἐν τῷ καταρτισμῷ τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος εἶπεν, ὅτι τῆς Ναξίας σμύριδος πωλοῦνται ἐτησίως 40,000 στατήρων, ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο τὸ ποσὸν, τὸ ἀναλόγως πρὸς τὴν σχετικὴν ἀξίαν τοῦ ὀρυκτοῦ ἀνῆκον αὐτῷ ἐν τῇ καταναλώσει· τὸν δὲ περιορισμὸν τῆς καταναλώσεως τῆς Ναξίας σμύριδος ἀπέδιδεν εἰς τὸ μὴ γνήσιον τῆς εἰσαγομένης εἰς τὰς ἀγορὰς τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἡ Ναξία σμύρις, ἔλεγε, μετακομίζεται ἐντεῦθεν οὐχὶ εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς Ἑσπερίας, ἀλλ’ εἰς Ἔφεσον, καὶ ἐκεῖ ἡ σμύρις αὕτη, ἡ ἀγορασθεῖσα ἀντὶ δραχμῶν 12 καὶ 50|00, ἀναμιγνύεται μετὰ ἴσου ποσοῦ σμύριδος τιμωμένης ἀντὶ 4 δραχμῶν παλαιῶν, τουτέστιν ἀντὶ 3½ δραχμῶν νέων, ἀκριβῶς τῆς κατὰ τὸ νομοσχέδιον τιμῆς τῆς Ναξίας σμύριδος βʹ ποιότητος, καὶ ἐκεῖθεν, μειωθείσης οὕτω τῆς τιμῆς αὐτῆς εἰς δραχμὰς 7, ἀποστέλλεται εἰς τὴν Ἑσπερίαν καὶ πωλεῖται ἐν ταῖς ἀγοραῖς αὐτῆς ὡς Ναξία σμύρις. Ταῦτα ἐλέχθησαν παρὰ Βουλευτοῦ τότε Γόρτυνος, νῦν Ἀρκαδίας, παραστήσαντος, ὅτι πρὸς ταῦτα πρέπει νὰ ῥυθμίσῃ τὰς σκέψεις αὐτοῦ πᾶς ὁ ἐπιχειρῶν νὰ νομοθετήσῃ ἐν τῷ θέματι. Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον ἔχομεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἐξασφαλίζομεν πρόσοδον 700,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἡ ἐλπὶς αὕτη δὲν πραγματοποιεῖται· διότι τὸ ἐμπόριον, ἀγοράσαν ἀπὸ ἡμᾶς τὰ 40,000 καντάρια, ἀμέσως μεταβαίνει εἰς τὴν Ἔφεσον καὶ ἀγοράζει ἑτέρας 40,000 καντάρια πρὸς 4 δραχμὰς ἕκαστον, μιγνύει αὐτὴν μὲ τὴν Ναξίαν σμύριδα καὶ ἔχει 80,000 καντάρια ἐκ τοῦ μίγματος τούτου, ἐπὶ τιμῇ κατὰ μέσον ὅρον 7 δραχμὰς τὸ καντάριον. Ποία εἶναι ἡ τιμὴ εἰς τὸν τόπον τῆς καταναλώσεως; Εἶναι 13 λίραι τὸν τόνον, ἀναλογοῦσα εἰς 19 περίπου δραχμὰς τὸ καντάριον· ἂν ἀφαιρέσητε δὲ μίαν δραχμὴν ἔξοδα μεταφορᾶς, μένουσι 18. Λοιπὸν τὸ ἐμπόριον δὲν κερδαίνει μόνον 5 δραχμὰς, κερδαίνει πολὺ περισσότερον, διότι μιγνύει τὸ προϊὸν τῆς Ἑλλάδος μὲ τὸ προϊὸν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας.» Ταῦτα τί ἄλλο ἐνδεικνύουσιν ἢ τὴν ἀνάγκην τῆς ῥυθμίσεως τῶν κατὰ τὴν Ναξίαν σμύριδα διὰ τρόπου παρέχοντος τὸ συμφέρον εἰς τὸν μισθωτὴν, ἵνα πωλῇ Ναξίαν σμύριδα ἀνόθευτον, ἀλλ’ ἵνα, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχῃ ζήτησις μεμιγμένου προϊόντος, ποιῆται αὐτὸς τὴν μῖξιν οὐχὶ λάθρα καὶ προσφέρων νενοθευμένην ποιότητα ἀντὶ γνησίας, ἀλλ’ ἀπροκαλύπτως καὶ προσφέρων τὸ ὀρυκτὸν ὡς ἀνάμικτον, ποιῆται δὲ χρῆσιν πρὸς τὴν μῖξιν σμύριδος Ναξίας μὴ ἐκλεκτῆς, ἀντὶ σμύριδος μικρασιατικῆς. Ταῦτα ἐπιτυγχάνονται κατὰ τὸ νομοσχέδιον, διότι ἀποκλειστικὸς κάτοχος ὁ μισθωτὴς τῆς Ναξίας σμύριδος ἀμφοτέρων τῶν ποιοτήτων, ἔχει πρώτιστα αὐτὸς ἐνδιαφέρον, ἵνα τηρῇ ἀνόθευτον τὴν ὡς τοιαύτην προσφερομένην σμύριδα, πρὸς τοῦτο δὲ αὐτὸς θέλει ἐπιμελεῖσθαι, ὅπως μὴ πωλῆται ἡ ἀνάμικτος ὡς γνησία, τὴν δὲ ἀνάμικτον θὰ παρασκευάζῃ πάλιν αὐτὸς ἐκ τῶν δύο ποιοτήτων τῆς Ναξίας σμύριδος ἀνωτέραν τῆς ἀναμίκτου μετὰ σμύριδος μικρασιατικῆς καὶ ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ ἑλληνικοῦ ὀρυκτοῦ, οὗτινος ἀναπτύσσεται οὕτως ἡ κατανάλωσις. Ἂν ἐκ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῆς καταναλώσεως ἠπειλεῖτο ἡ ἐξάντλησις τοῦ εἴδους ἐν μέλλοντι μᾶλλον ἢ ἧττον προσεχεῖ, ἡ πώλησις τῆς σμύριδος βʹ ποιότητος, ἐπὶ τῇ τιμῇ τῇ πρὸς τὸν συναγωνισμὸν προσδιωρισμένῃ καὶ μικρὰν καταλειπούσῃ εἰς τὸ Δημόσιον καθαρὰν πρόσοδον, ἠδύνατο ἴσως νὰ προκαλέσῃ καί τινας ἀντιῤῥήσεις, ἀλλ’ ἡ σμύρις τῆς τε αʹ ποιότητος καὶ τῆς βʹ εἶναι τοσοῦτον ἄφθονος ἐν Νάξῳ, ὥστε ἐπὶ αἰῶνας δὲν ὑπάρχει κίνδυνος ἐξαντλήσεως· καὶ ταύτης ὅμως ἐξαντλουμένης, ἔχομεν τὴν σμύριδα τῆς Ἡρακλείας, ἔχομεν καὶ τὴν Σίκινον, περικλείουσαν σμύριδα, ἔχομεν σμύριδα καὶ ἀλλαχοῦ. Εἰς ταῦτα ἀφορῶν τὸ νομοσχέδιον, τῆς μὲν ἐκλεκτῆς σμύριδος ἔταξε τὴν τιμὴν κατὰ τὰς ἐνδείξεις τῶν ἐξωτερικῶν ἀγορῶν περὶ τῆς εἰδικωτέρας αὐτῆς χρησιμότητος εἰς ὡρισμένας βιομηχανίας, τῆς δὲ σμύριδος κατωτέρας ποιότητος ἐσχέτισε τὴν τιμὴν πρὸς τὴν τοῦ ὀρυκτοῦ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ταύτην, ὡς ἠκούσατε πρὸ μικροῦ, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ὥριζεν εἰς τέσσαρας παλαιὰς δραχμὰς, περὶ δὲ τῆς ἐνδεικνυομένης ὑπὸ τῶν ἐξωτερικῶν ἀγορῶν τιμῆς προῆλθεν ὁ κ. Βουλευτὴς εἰς ὑπολογισμοὺς, οὓς ἐστήριξεν εἰς τὰ ῥηθέντα κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν πρὸ δεκατετραετίας, καὶ ἐπεκαλέσθη ἐπιστολὴν, ἀναγνωσθεῖσαν τότε, λίαν ἐντριβοῦς περὶ τὰ ἐμπορικὰ Ἕλληνος, ἐκ τῶν ἐν Ἀγγλίᾳ ἐγκατεστημένων, πρὸς Ὑπουργὸν, ζητήσαντα παρ’ αὐτοῦ πληροφορίας. Κατ’ αὐτήν, ἡ σμύρις ἐτιμᾶτο ἐν Ἀγγλίᾳ ἀντὶ 13 λιρῶν κατὰ τόνον, ὁ δὲ ἀοίδιμος Δεληγεώργης, ὁ ἀνακοινώσας τὴν ἐπιστολὴν εἰς τὴν Βουλήν, ἐσχέτιζε τὴν τιμὴν ἐκείνην πρὸς τὴν μίσθωσιν, ἧς προετείνετο ἡ κύρωσις, ὡς ἑξῆς· ἀφήρει μίαν λίραν καὶ 15 σελλίνια λόγῳ ἐξόδων μεταφορᾶς, ἐκ δὲ τοῦ ὑπολοίπου, παριστῶντος τὴν ἐν Νάξῳ τιμήν, ἐξ ἕνδεκα λιρῶν καὶ 5 σελλινίων κατὰ τόνον, ἤτοι δραχμῶν 17½ κατὰ στατῆρα, ἀφήρει 12 δραχμὰς καὶ 11 λεπτὰ κατὰ στατῆρα, τιμὴν τῆς κατακυρώσεως τῆς δημοπρασίας, καὶ τὴν διαφορὰν ἐκ δραχμῶν 5 καὶ 40 λεπτῶν, πολλαπλασιαζομένων ἐπὶ τὰς ἐτησίως παραληπτέας ὑπὸ τοῦ μισθωτοῦ 40 χιλιάδας στατήρων, ἤτοι 216 χιλιάδας δραχμῶν, παρίστα ὡς ὄφελος τοῦ μισθωτοῦ ἐτήσιον, τὸ δὲ δωδεκαπλάσιον, ἤτοι 2,500,000 δραχμῶν, ὡς τὸ ὁλικὸν αὐτοῦ ἐκ τῆς μισθώσεως ὄφελος. Ἐπὶ τῶν στοιχείων τούτων ἐρειδόμενος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας καὶ παραβάλλων τὴν τιμὴν τῶν 17 δραχμῶν καὶ 50 λεπτῶν πρὸς τὴν κατὰ τὸ νομοσχέδιον τιμὴν τῆς σμύριδος, ὑπολογίζει τὸ ὄφελος τοῦ κατὰ τὸ νομοσχέδιον μισθωτοῦ εἰς 18,000,000 δραχμῶν. Ἂς ἐξετάσωμεν καὶ ἡμεῖς τὰ στοιχεῖα τοῦ ὑπολογισμοῦ τούτου. Ὁ ἀοίδιμος Δεληγεώργης δεδικαιολογημένως ὑπελόγιζε, καὶ ἐγώ, ὁμιλήσας τότε, εἶπον, ὅτι τὰ ὑποβληθέντα ἦτο πρέπον νὰ μελετηθῶσι· δὲν ἦτο βέβαιον, ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν τὴν σμύριδα ἐπὶ τῇ τιμῇ τῆς ἐπιστολῆς, ἀλλὰ τοιαύτης οὔσης τῆς ὀνομαστικῆς τιμῆς, ἔπρεπε νὰ ἐξακριβωθῇ τοὐλάχιστον, ἂν ἐπὶ τῇ τιμῇ ταύτῃ ἠδύνατο νὰ γενῇ σπουδαία πώλησις· διότι, ἐὰν ἠδύνατο νὰ γενῇ σπουδαία πώλησις ἐπὶ τιμῇ τοσοῦτον ὑπερτέρᾳ τῆς τιμῆς τῆς κατακυρώσεως, ἄτοπος θὰ ἦτο ἡ νομοθετικὴ τῆς κατακυρώσεως ἔγκρισις· προσέθετον δὲ, ὅτι, ἀφοῦ ὁπωσδήποτε ἡ ὀνομαστικὴ τιμὴ ἐν Ἀγγλίᾳ ἀντεστοίχει πρὸς δραχμὰς 17½ κατὰ στατῆρα, παραδοτέον ἐν Νάξῳ, ἠδυνάμεθα ν’ ἀκυρώσωμεν τὴν σύμβασιν, ἀποφασίζοντες νὰ διατρέξωμεν τὸν κίνδυνον τῆς μὴ ἀποκτήσεως τοῦ αὐτοῦ ποσοῦ ἐν νεωτέρᾳ δημοπρασίᾳ. Ταῦτα εἶπον ἐγὼ τότε, ὁ δὲ ἀοίδιμος Δεληγεώργης, ἐλθὼν βραδύτερον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀνεγνώρισεν, ὅτι ἡ ἐν τῇ ἐπιστολῇ ὁριζομένη τιμὴ ἦτο ὀνομαστική, ἀπόδειξις δὲ, ὅτι ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια, οὐχὶ ἵνα ζητήσῃ τὸν ὁρισμὸν τῆς τιμῆς τοῦ στατῆρος εἰς δραχμὰς 17½, ἀλλ’ ἵνα ἀλληλοδιαδόχως μειώσῃ αὐτὴν ἀπὸ τῆς τέως ὡρισμένης δραχμῶν παλαιῶν 13½ εἰς δραχμὰς παλαιὰς τὸ πρῶτον μὲν 13 ἄνευ δημοπρασίας, καὶ 12 τοὐλάχιστον ἐπὶ δημοπρασίᾳ, βραδύτερον δὲ 12 καὶ 50)00 εἴτε διὰ δημοπρασίας, εἴτε ἄνευ δημοπρασίας, τουτέστιν ἵνα ὁρίσῃ τιμήν, καθ’ ἣν θὰ ὑπῆρχεν ἐπὶ τῆς δωδεκαετίας ὄφελος τοῦ μισθωτοῦ 2,400,000, ἂν ἡ τιμὴ τοῦ στατῆρος πρὸς παλαιὰς δραχμὰς 17½ ἦτο πραγματική. Πόθεν τοῦτο; Ἄρα αἱ πληροφορίαι τοῦ κατὰ τὸ 1876 ἐπιστείλαντος κ. Παπαγιάννη δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς; ἀκριβεῖς ἦσαν, ἀλλὰ δὲν ἦσαν πλήρεις, διότι ἡ παρ’ αὐτοῦ ἀναγραφεῖσα τιμὴ ἦτο ἡ κατὰ λόγον τῆς τότε γινομένης πωλήσεως, πώλησις δὲ ἐγίνετο ἐλαχίστη. Ταὐτὰ συμβαίνουσι καὶ ἤδη· ἰδοὺ δὲ αἱ ἐπιστολαί, ὧν ἐποιησάμην μνείαν χθές. Ἠρωτήσαμεν περὶ τῶν τιμῶν, καὶ ἐδόθη ἡμῖν ἀπάντησις, ὅτι εἶναι 12 λιρῶν κατὰ τόνον· ἀλλὰ προσθέτει ὁ ἐκ Λιβερπούλης ἐπιστέλλων: «τὸ ποσὸν εἶναι μικρὸν, ὀλιγώτερον τῶν 10 τόνων· 50–100 τόνων προσφορὰ ἐν Λιβερπούλῃ δὲν ὑπάρχει· πρὸ ὀλίγων δὲ ἐτῶν ἐξετάσεως ὁμοίας γενομένης, ἐξηκριβώθη, ὅτι ὁ κ. Geller εἶχε τότε μονοπώλιον ἐν Λιβερπούλῃ, ἡ δὲ τιμὴ τῆς ἐν ταῖς ἀποθήκαις αὐτοῦ Ναξίας σμύριδος ἦτο λιρῶν 9.» Ἐὰν λάβωμεν ἤδη ὡς βάσιν τὴν τιμὴν προσφορᾶς, οὐχὶ ζητήσεως, 9 λιρῶν κατὰ τόνον, τί μένει ἐκ τῆς ὠφελείας τῶν 18,000,000; Ἰδοὺ καὶ ἑτέρα ἐπιστολὴ, ἐκ Μαγκεστρίας αὕτη (ἀναγινώσκει): «Ἡ παρακαταθήκη τοῦ εἴδους, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψει τῆς σημερινῆς ἐξοδεύσεως, εἶναι ἀρκοῦσα διὰ τρία ἔτη. Ἂν καὶ ἡ ὀνομαστικὴ τιμὴ περιστρέφεται περὶ τὰς λίρας 12, ἀγορασταὶ ἐν τούτοις δὲν ὑπάρχουσιν, ἐκτὸς ἑνὸς ἐργοστασίου «The Union Plate Glass Company Limited St Helens» διὰ 50 μόνον τόνους πρὸς λίρας 9.» Ἡ τιμὴ αὕτη τῶν λιρῶν 9 κατὰ τόνον ἐν Ἀγγλίᾳ, ἤτοι λιρῶν 7 καὶ σελλινίων 5 ἐν Νάξῳ, δι’ ἣν ὑπῆρχε ζήτησις μόνον μέχρι 50 τόνων, ἐκμηδενίζει τὴν βάσιν, ἐφ’ ἧς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἐστήριξε τοὺς περὶ ὠφελείας τοῦ μισθωτοῦ ὑπολογισμοὺς αὐτοῦ. Βεβαίως, ἐὰν πρὸς τὴν τιμὴν τοῦ τόνου ἐν Ἀγγλίᾳ ἀντιστοίχει ἡ τιμὴ τοῦ στατῆρος ἐν Νάξῳ, 17½ δραχμῶν παλαιῶν, θὰ ἦτο μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τῆς τιμῆς, τῆς ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ὁριζομένης, καὶ τῆς τιμῆς τῆς πωλήσεως, ἀλλὰ δὲν ἀντιστοιχεῖ τιμὴ 17½ δραχμῶν παλαιῶν, ἡ ἀντίστοιχος τιμὴ εἶναι δραχμῶν παλαιῶν 11 καὶ 27 ἑκατοστῶν, αὐτὴ περίπου ἡ τῆς σμύριδος πρώτης ποιότητος κατὰ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ ταῦτα περὶ τόνων 50, εἰς ἃς περιωρίζετο, κατὰ τὸν ἐπιστέλλοντα, ἡ ζήτησις, τί δὲ περὶ δισχιλίων τόνων; ἀλλὰ καὶ ἐπὶ δισχιλίων τόνων ἂν ἐφαρμόζηται ἡ αὐτὴ τιμὴ, τίς ἡ ἀξία τοῦ ἐπὶ ταύτης στηριχθέντος κατασκευάσματος καὶ τῶν ἐπιφωνήσεων, δι’ ὧν συνωδεύετο ἡ παράστασις αὐτοῦ; Εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ δοθῇ λύσις εἰς τὰ τῆς διαθέσεως τῆς σμύριδος· δὲν εἶναι ἀνεκτὸν, ὅπως τὸ ἡμέτερον ὀρυκτὸν μένῃ ἀργὸν, ἐπωφελουμένων ἐκ τῆς ἀργίας αὐτοῦ τῶν κατόχων τοῦ ἐναποταμιεύματος τῆς Ναξίας σμύριδος καὶ τῶν ἐκμεταλλευομένων τὰ σμυριδωρυχεῖα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ ἄλλων χωρῶν. Ποῖον τὸ προτιμητέον σύστημα διαχειρίσεως; Τὸ τέως ἐφαρμοζόμενον πρέπει πάντως νὰ ἐγκαταλειφθῇ, ἀφοῦ, ἐὰν θελήσωμεν νὰ προκαλέσωμεν πλειοδοσίαν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ, δὲν δυνάμεθα ν’ ἀπεκδεχώμεθα ἀποτελέσματα, οἷα τὰ μέχρι τοῦδε, ἀλλὰ καὶ ἂν ἠδυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν τοιαῦτα, θὰ ἤμεθα ἀδικαιολόγητοι, ἀρκούμενοι εἰς αὐτά. Κατὰ τὸ παρ’ ἡμῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινόμενον σύστημα διαχειρίσεως, κατώτατος ὅρος ἐτησίας χρηματικῆς προσφορᾶς τίθεται ποσὸν ἀνώτερον τοῦ τέως ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰσπραττομένου· μόνον δ’ ἐν ἀποτυχίᾳ τῆς δημοπρασίας ἐπιτρέπεται ἡ ἐλάττωσις τοῦ ὅρου τούτου. Παραδόξως τὴν ἐπιτυχίαν τῆς δημοπρασίας ἐθεώρησαν πιθανὴν, καὶ ὑπελόγισαν ἐπὶ τῷ ἠλαττωμένῳ ὅρῳ αὐτοὶ ἐκεῖνοι οἱ ἀγορεύσαντες, οἵτινες καθώρισαν τὰ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὀφέλη τοῦ μισθωτοῦ εἰς 18,000,000 δραχμῶν. Εἰς αὐτοὺς ἀνήκει νὰ συμβιβάσωσιν ἀποτυχίαν δημοπρασίας διὰ τὸ ὑπέρμετρον πάντως τοῦ κατωτάτου ὅρου τῶν δεκτῶν προσφορῶν καὶ ὠφέλειαν τοσούτων ἑκατομμυρίων ἐκ τῆς ἐπὶ τοιούτῳ ὑπερμέτρῳ ὅρῳ μισθώσεως. Ἐπὶ τῇ ὑποθέσει τῆς ἐπιτυχίας τῆς δημοπρασίας καὶ ἐπὶ μόνῳ τῷ κατωτάτῳ ὅρῳ ἡ κατὰ τὸ νομοσχέδιον πρόσοδος ἔσται ἀνωτέρα τῆς κατὰ τὴν τελευταίαν δωδεκαετίαν. Ἡ κατὰ τὴν περίοδον ταύτην πρόσοδος ἦτο 446,780 δραχμῶν, ἀντιστοιχοῦσα πρὸς 348,000 δραχμὰς μεταλλικάς· ἀντὶ τούτων ὁ κατὰ τὸ νομοσχέδιον κατώτατος ὅρος ἀποδίδει 461,000 δραχμῶν, τουτέστιν 112,000 δραχμῶν ἢ ἓν τριτημόριον ἐπιπλέον. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ὑπάρχουσι μεταξὺ τῶν ἐπιχειρηματιῶν οἱ πιστεύοντες εἰς πιθανὰ κέρδη ἐκ τῆς μισθώσεως, ὡς αὕτη κανονίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, οὐχὶ τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας ἐνδειχθέντα, διότι τοιαύτην εὐπιστίαν δὲν πάσχουσιν οἱ ἐπὶ κινδύνῳ τῶν ἰδίων κεφαλαίων ἀποδυόμενοι εἰς ἐπιχειρήσεις, ἀλλὰ καὶ πολλοστημόριον τῶν κερδῶν τούτων ἂν ὑπάρχωσιν οἱ πιστεύοντες ὡς πιθανὸν, θέλει ἀναπτυχθῆ συναγωνισμὸς καὶ ὑπερθεματισμὸς ἀνάλογος πρὸς τὸ μέγεθος τοῦ προσδοκωμένου ἐκ τῆς μισθώσεως κέρδους. Ἐὰν ἠρχόμεθα φέροντες περὶ τῆς μισθώσεως σύμβασιν πρὸς ἔγκρισιν παρὰ τῆς Βουλῆς, θὰ ἐνόουν τὰς περὶ τῆς ὑπερόγκου τῶν μισθωτῶν ὠφελείας ἐπικρίσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, οὐχὶ βεβαίως ὡς δεδικαιολογημένας, ἀλλ’ ὡς ἐχούσας ἔννοιάν τινα, ἔστω καὶ ἐστερημένην ὑποστάσεως· μὴ προβαλλομένης ὅμως συμβάσεως πρὸς ἔγκρισιν, ἀλλὰ κανονιζομένης τῆς προσόδου τῆς σμύριδος ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος δημοπρασίας, τίνα ἔχει ἔννοιαν ὑπολογισμὸς περὶ κέρδους, τοῦ μισθωτοῦ πρὸ τῆς ἐνεργείας τῆς δημοπρασίας; Οἱοσδήποτε καὶ ἂν ᾖ ὁ κατὰ τὸ νομοσχέδιον κατώτατος ὅρος τῆς προσόδου τοῦ Δημοσίου, ταύτην ὁ συναγωνισμὸς θέλει αὐξήσει μέχρι περιορισμοῦ τοῦ κέρδους εἰς τὰ ἐλάχιστα αὐτοῦ ὅρια. Καὶ ἂν εἶχον τὴν ὑπόστασιν, ἧς στεροῦνται, οἱ περὶ τῶν ὠφελειῶν τοῦ μισθωτοῦ ὑπολογισμοὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐπὶ βάσεως τῶν κατὰ τὸ νομοσχέδιον κατωτάτων ὅρων ὡς ὁριστικῶν, τουτέστιν ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ μισθωτοῦ θὰ περιορίζωνται εἰς τὴν ἐτησίαν παραλαβὴν 30 χιλιάδων στατήρων αʹ ποιότητος ἀντὶ δέκα δραχμῶν ἕκαστον μετὰ 46 χιλιάδων στατήρων βʹ ποιότητος ἀντὶ 3½ δραχμῶν ἕκαστον, παραγνώρισις τοῦ κερδοσκοπικοῦ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καὶ μάλιστα τῆς τῶν ἐργολάβων θὰ ἦτο ὁ ἐλάχιστος δισταγμὸς, ὅτι θὰ προσείλκυεν ἡ δημοπρασία ὑπερθεματισμοὺς Ἑλλήνων καὶ ξένων συναγωνιστῶν, οὓς θὰ ἴδωμεν συῤῥέοντας. Δεκαοκτὼ ἑκατομμύρια ἢ ὀκτὼ ἢ καὶ ἓξ ἑκατομμύρια δραχμῶν δὲν εἶναι λεία ἡ τυχοῦσα, πρὸς ἣν εἶναι πιθανὸν ὅτι θὰ στρέψωσι τὰ νῶτα ἐργολάβοι, οὓς βλέπομεν συνεχῶς ἐν ταῖς δημοπρασίαις τοῦ Δημοσίου οὕτω παρασυρομένους ἐκ τῆς ὁρμῆς, ὅπως ἐξασφαλίσωσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὴν κατακύρωσιν, ὥστε νὰ ὠθῶσι τὰς προσφορὰς μέχρι τοῦ μεταιχμίου μεταξὺ κέρδους καὶ ζημίας. Ἂν εἶχον τὴν ἐλαχίστην πιθανότητα οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας καὶ ἄλλων Βουλευτῶν περὶ τοῦ ἐπιζημίου εἰς τὸ Δημόσιον τοῦ κατὰ τὸ νομοσχέδιον κατωτάτου ὅρου τῆς ἐκ τῆς σμύριδος προσόδου, ὁ ἀνταγωνισμὸς τῶν ἐπιδιωκόντων τὴν μίσθωσιν θὰ ἐξηφάνιζεν ἐν τῇ δημοπρασίᾳ πᾶσαν ἔκτακτον τοῦ μισθωτοῦ ὠφέλειαν, ἄν μὴ παρέσυρεν αὐτὸν ἡ θέρμη τοῦ διαγωνισμοῦ, ὑπεκκαυθέντος ἐκ τοιούτων περὶ ὠφελείας ἐπαγγελιῶν καὶ μέχρι προσφορῶν ἀσυμφόρων. Εἰς τὰ ἐν τῇ Βουλῇ παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἰς ἐπίκρισιν τῶν κυβερνητικῶν προτάσεων ἐπινοούμενα οἱ ἐργολάβοι, ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ, δυστυχῶς διὰ τὸ Δημόσιον, ἀποδίδουσιν ὅσην καὶ ἡ λοιπὴ κοινωνία σημασίαν· οὐχ ἧττον ὑπάρχει πιθανότης, ὅτι οἱ κατὰ τὸ νομοσχέδιον κατώτατοι ὅροι τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ μισθωτοῦ παρουσιάζουσιν εἰς τὸν ἀναδεχθησόμενον τὴν ἐπιχείρησιν ἐλπίδα κέρδους, ἀποχρῶσαν εἰς πρόκλησιν ὑπερθεματισμοῦ ἐν τῇ δημοπρασίᾳ· ἐν τούτῳ δὲ κεῖται ἡ οἰκονομία τοῦ συστήματος. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι προσφέροντες ἐπὶ τιμῇ ἠλαττωμένῃ κατωτέρας ἀξίας σμύριδα συνάμα μετὰ τῆς ἀρίστης σμύριδος, ἧς διατηρεῖται περίπου ἡ τιμὴ τῆς ἄρτι ληξάσης μισθώσεως, θέλομεν ἑλκύσει εἰς τὸν διαγωνισμὸν ὑπερθεματιστὰς ἀπεκδεχομένους ὀφέλη ἐκ τῆς ἐνδεδειγμένης ὑποκαταστάσεως ἐν ταῖς ἀγοραῖς τοῦ ἐξωτερικοῦ τῆς Ναξίας σμύριδος βʹ ποιότητος εἰς τὴν σμύριδα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ἡ Ναξία σμύρις βʹ ποιότητος ἔχει κατεργαστικὴν ἀξίαν ὡς λειαντικὴ ὕλη ἀνωτέραν τῆς μικρασιατικῆς, ἐπὶ τιμῇ ἄρα τῇ αὐτῇ, ἢ καὶ κατωτέρᾳ, ἐφ’ ᾗ προσφέρεται ἐν τῇ δημοπρασίᾳ, ἔχει βεβαίαν τὴν ἐξόδευσιν ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ μισθωτοῦ· ἡ ὠφέλεια αὕτη ἐλπίζεται ὅτι θέλει συντελέσει, ἵνα καταστήσῃ μᾶλλον εὐδιαθέτους πρὸς ὑπερθεματισμὸν τοὺς τυχὸν ἀμφιβάλλοντας περὶ τῆς ὠφελείας ἐκ τῆς μισθώσεως τῆς σμύριδος ἀρίστης ποιότητος. Κατώτατον ὅρον τῆς διατεθησομένης διὰ δημοπρασίας σμύριδος ἀρίστης ποιότητος ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον ἀντὶ τῶν 40,000 στατήρων τῆς τελευταίας μισθώσεως 30,000 στατήρων, ὡρίσθη δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐπὶ τῇ πληροφορίᾳ, ὅτι ἐν ταῖς ἀγοραῖς δὲν ὑπάρχει ζήτησις ἐπιτρέπουσα τὴν προσδοκίαν ἐτησίας καταναλώσεως 40 χιλιάδων στατήρων σμύριδος, διατιμωμένης κατὰ τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ· κατὰ τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὅμως προκαλεῖται ὑπερθεματισμὸς ἐπὶ τῶν 30 χιλιάδων στατήρων, ὥστε, ἂν ὑπάρχῃ προσδοκία ζητήσεως ἀνωτέρας, αὕτη θέλει κατοπτρισθῆ ἐν τῇ δημοπρασίᾳ δι’ αὐξήσεως τοῦ ποσοῦ, εἰς οὗ τὴν παραλαβὴν ὑποχρεοῦται ὁ μισθωτὴς, ἂν δὲ τοὐναντίον αἱ 30 χιλιάδες στατήρων ὑπερβαίνωσι καὶ αὐταὶ τὴν ζήτησιν, τὸ ὑπερβολικὸν τοῦ κατωτάτου τούτου ὅρου θέλει ἐπίσης κατοπτρισθῆ ἐν τῇ δημοπρασίᾳ δι’ ἀναλόγου ὑπερθεματισμοῦ ἐπὶ τοῦ παραληπτέου ποσοῦ σμύριδος βʹ ποιότητος. Συμπέρασμα πάντων τούτων εἶναι, ὅτι, ἂν τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου ὑποτεθῇ ὑποσχόμενον εἰς τὸν μισθωτὴν ἐπὶ τῷ ἀναγεγραμμένῳ κατωτάτῳ ὅρῳ τῆς προσόδου τοῦ Δημοσίου ὀφέλη, οὐχὶ τὰ φαντασιώδη τῶν κυρίων Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ τὰ ἐκ τῶν πληροφοριῶν τῆς ὑπηρεσίας ἐνδεδειγμένα, ἡ κατακύρωσις τῆς μισθώσεως γενήσεται ἐπὶ προσόδῳ τοῦ Δημοσίου ἀνωτέρᾳ τῆς ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὡς κατωτάτης· δύναται δὲ νὰ ἦναι καὶ σπουδαίως ὑπερτέρα ἡ ἀκαθάριστος μάλιστα πρόσοδος, ἥτις πρὸς τὴν χώραν καὶ ἀσχέτως πρὸς τὸ εἰδικὸν συμφέρον τοῦ Δημοσίου ἔχει σημασίαν ὅσην καὶ ἡ καθαρά· διότι εὐρὺ εἶναι τὸ στάδιον τῆς καταναλώσεως τῆς σμύριδος βʹ ποιότητος, ὡς συναγωνιζομένης ἐπὶ ὅροις εὐνοϊκωτέροις πρὸς σμύριδα νεμομένην μέχρι τοῦδε ἀποκλειστικῶς, διὰ τὴν ἔλλειψιν τοιούτου συναγωνισμοῦ, τὰ ἓξ ἕβδομα τῆς ἀγορᾶς. Ἐὰν κατωρθοῦτο, ὅπως πρὸς τὴν κατανάλωσιν ταύτην διατίθηται μέγα ποσὸν σμύριδος βʹ ποιότητος ἐπὶ τῇ κατὰ τὸ νομοσχέδιον τιμῇ δραχμῶν τριῶν καὶ πεντήκοντα λεπτῶν κατὰ στατῆρα, ἡ ὠφέλεια τοῦ Δημοσίου, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ τῆς ἐξορύξεως καὶ τῆς μεταφορᾶς εἰς τὴν παραλίαν, θὰ ἦναι σχετικῶς μικρὰ, ἀλλ’ ἡ συστηματικὴ διαῤῥύθμισις τῆς ἐν Νάξῳ ἐργασίας σπουδαίως θέλει ἐλαττώσει τὰ ἔξοδα τῆς διαχειρίσεως, ἡ δὲ ὠφέλεια τῶν ἐργατῶν τῆς νήσου ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς διατιθεμένης σμύριδος θὰ ἦναι πάντως μεγίστη, ἐμπεδοῦσα τὸ μέλλον αὐτῶν. Σμύρις δὲ διατεθησομένη ὡς δευτέρας ποιότητος δὲν εἶναι μόνοι οἱ κατὰ τὴν παραλίαν καὶ οἱ παρὰ τοῖς στομίοις τῶν ὀρυχείων ἄχρηστοι σωροὶ, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἅπαν τὸ ὀρυκτὸν, τὸ κατὰ τὸ τέως ἐφαρμοζόμενον σύστημα μένον ἀνεξώρυκτον, ὡς μὴ πληροῦν τοὺς ὅρους τῆς κατὰ τὴν σύμβασιν παραληπτέας σμύριδος. Δὲν εἶναι ἐξηκριβωμένη ἡ σχέσις τῆς ἐπὶ τῆς νήσου σμύριδος βʹ ποιότητος πρὸς τὴν σμύριδα αʹ ποιότητος, ἀλλὰ καὶ ταύτης καὶ ἐκείνης τὰ ἀνεξώρυκτα ποσὰ εἶναι ἐπὶ πολλὰς γενεὰς ἀνεξάντλητα· ἀφοῦ δὲ ἀμφότεραι αἱ σμύριδες αὗται εἶναι χρησιμώτεραι εἰς τὴν βιομηχανίαν τῆς σμύριδος τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, δὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἀνεχώμεθα τὸν ὑπὸ ταύτης ἀποκλεισμὸν κατὰ τὸ πλεῖστον τοῦ ἡμετέρου ὀρυκτοῦ ἐκ τῶν ἀγορῶν τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἵνα διατηρῶμεν καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ἀμείωτον τὴν κατὰ τὰς τέως μισθώσεις σμύριδος ἀρίστης μόνον ποιότητος τιμὴν αὐτοῦ.
§49ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι χωριστὰ τὰ δύο εἴδη;
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑμεῖς ἀνεπτύξατε ἐν τῇ εἰσαγωγικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ 1876, πῶς γίνεται ἡ ἐπιλογὴ τῆς σμύριδος ἀρίστης ποιότητος, ἐγκαταλειπομένης τῆς μὴ πληρούσης τοὺς διακρίνοντας τὴν πρώτην ἀπὸ τῆς κατωτέρας ποιότητος ὅρους. Ἤδη ἐρωτώμεθα, διατὶ προτείνομεν τὴν διάθεσιν τῆς ἐγκαταλειπομένης ταύτης σμύριδος ἀντὶ δραχμῶν τριῶν καὶ λεπτῶν πεντήκοντα κατὰ στατῆρα, καὶ δὲν ἐμμένομεν εἰς τὸ σύστημα τῆς διαθέσεως τοῦ ὅλου ἐπὶ τῇ τιμῇ τῆς ἄρτι ληξάσης μισθώσεως. Ἐπὶ τοιαύτῃ ὑψηλῇ τιμῇ οὐ μόνον ἀδύνατος εἶναι διάθεσις ποσοῦ ἀνωτέρου ἢ κατὰ τὴν τελευταίαν δωδεκαετίαν, ἀλλὰ καὶ τοῦ ποσοῦ τούτου ἡ ἐν τῷ μέλλοντι διάθεσις ἀποδεικνύεται ἀνεπίτευκτος ἐκ τοῦ μεγάλου ἀποθέματος σμύριδος, ὅπερ ἐλλείψει ζητήσεως μένει ἔτι παρὰ τῷ τελευταίῳ μισθωτῇ. Ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς περὶ τῆς σμύριδος ἀρίστης ποιότητος, ὡσανεὶ εἶχεν αὕτη ἐκ φύσεως ὡρισμένην τιμήν. Ἡ τιμὴ τῆς σμύριδος δὲν εἶναί τι ἀπόλυτον, ἀλλὰ κανονίζουσιν αὐτὴν οἱ ὅροι τῆς ἀγορᾶς, μόνον δὲ δι’ ἐλαττώσεως τιμῆς, ἐφ’ ᾗ δὲν ἐπετυγχάνετο ἡ πώλησις τοῦ ὅλου εἰς τὸν μισθωτὴν παραδιδομένου ποσοῦ, δύναται νὰ προκληθῇ εὐρυτέρα τοῦ ναξίου ὀρυκτοῦ ζήτησις. Τὴν ἐλάττωσιν τῆς τιμῆς συνεδυάσαμεν πρὸς διάκρισιν τῆς σμύριδος εἰς δύο ποιότητας, ἐφαρμόσαντες τὴν ἠλαττωμένην τιμὴν εἰς τὸ ὀρυκτὸν κατωτέρας ποιότητος· ὡρίσαμεν δὲ τὴν ἠλαττωμένην τιμὴν εἰς 3½ φράγκα, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὰς τιμὰς τῆς μικρασιατικῆς σμύριδος, πρὸς ἣν ἐκείνη προώρισται, ἵνα συναγωνισθῇ. Κατωτάτη τιμὴ τῆς μικρασιατικῆς σμύριδος εἶναι δραχμαὶ 4, ἤτοι φράγκα 3½, ἐπὶ ταύτης δὲ τῆς τιμῆς τῶν 4 δραχμῶν εἶχε στηρίξει καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος τὰς περὶ μικρασιατικῆς σμύριδος παρατηρήσεις του κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ 1876. Ἐπὶ τῷ μέτρῳ τούτῳ ὁρίσαντες τὴν τιμὴν τῆς συναγωνισθησομένης σμύριδος πρὸς τὴν μικρασιατικήν, διεκρίναμεν ἀπ’ αὐτῆς τὴν τῆς ἀρίστης ποιότητος, ἧς διετηρήσαμεν τὴν τέως συμπεφωνημένην τιμήν. Ἂν μὴ ἐγίνετο ἡ διάκρισις, θὰ ἠλαττοῦτο χάριν γενικωτέρας καταναλώσεως ἡ τιμὴ τῆς ἐπιλέκτου σμύριδος, προετιμήθη ὅμως τὸ ἀναλλοίωτον τῆς τιμῆς τῆς σμύριδος ταύτης, συνδυαζόμενον πρὸς διάθεσιν σμύριδος ποσότητος κατωτέρας ἐπὶ τιμῇ περαιτέρω ἠλαττωμένῃ. Ἡ ἐκ τῆς ἐκποιήσεως προϊόντων ηὐξημένη πρόσοδος ἐπιτυγχάνεται δι’ αὐξήσεως τῆς τιμῆς, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀνακόπτεται ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως ἡ ζήτησις, καὶ δι’ αὐξήσεως τοῦ ἐκποιουμένου ποσοῦ. Ἐκ τῶν δύο τούτων τρόπων ὁ κ. Βουλευτὴς ἐγκρίνει μόνον τὸν πρῶτον, ἐνῷ τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου συνδυάζει ἀμφότερα· διακρίνον τὴν σμύριδα εἰς δύο ποιότητας, ἐπὶ μὲν τῆς ἀνωτέρας ποιότητος ἐπιζητεῖ τὸ κέρδος ἐν τῇ μεγαλειτέρᾳ τιμῇ, ἣν ἐπιτυγχάνει ἐπὶ τῷ ποσῷ, ἐφ’ ᾧ γίνεται ἀποκλειστικὴ τῆς ἀρίστης σμύριδος χρῆσις ἐν εἰδικαῖς τισι βιομηχανίαις, ἐπὶ δὲ τῆς κατωτέρας ποιότητος ἐπιζητεῖ τὸ κέρδος ἐν τῇ μεγαλειτέρᾳ τοῦ εὐθηνοτέρου ὀρυκτοῦ καταναλώσει. Τὰς ἀρχὰς ταύτας τοῦ νομοσχεδίου πᾶς ἐμπορευόμενος αὐτοδίδακτος ἀπὸ καταβολῆς κόσμου ἐφαρμόζει, ἐπιδιώκων κατὰ τὰς περιστάσεις τὴν ὠφέλειαν ἐν τῇ μεγαλειτέρᾳ τιμῇ μᾶλλον ἢ ἐν τῇ εὐρυτέρᾳ καταναλώσει διὰ τῆς εὐθηνείας, ἢ καὶ ἐν συνδυασμῷ ἀμφοτέρων τῶν συστημάτων. Αἱ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τούτων ἀναγραφεῖσαι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναλογίαι τοῦ διαθετέου ποσοῦ ἐξ ἑκάστης ποιότητος οὐδεμίαν, ὡς προεῖπον, ἔχουσι σπουδαιότητα, διότι ἡ δημοπρασία θέλει καθορίσει τὰς ὁριστικὰς ἀναλογίας, αἱ δὲ ἀναγεγραμμέναι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ εἶναι ἁπλῆ ἀφετηρία προσφορῶν· καὶ ἂν μὲν ἡ ἀφετηρία ἀφίνῃ στάδιον ὠφελείας, θὰ ὑπάρξῃ ὑπερθεματισμὸς μέχρι περιορισμοῦ τῆς ὠφελείας εἰς τὸ κατώτατον, — τοιοῦτος ὁ νόμος τοῦ ἐν δημοπρασίᾳ συναγωνισμοῦ — ἐὰν δὲ πάλιν ἡ ἀφετηρία ἦναι ἀνωτέρα τοῦ προσήκοντος, θ’ ἀποτύχῃ ἡ δημοπρασία καὶ θὰ ἐπακολουθήσῃ ἄλλη ἐπὶ ἀφετηρίᾳ ἐλάσσονι. Ἡ ἀποτυχία τῆς πρώτης δημοπρασίας θ’ ἀπεδείκνυε τοὺς περὶ ὠφελειῶν ἐπὶ τοῖς κατωτάτοις ὅροις τοῦ νομοσχεδίου ὑπολογισμοὺς ἀνυποστάτους, ἡ ἐν τοιαύτῃ ἄρα περιπτώσει μείωσις τῶν ἀναλογιῶν θὰ ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ ἀντίῤῥησιν, μόνον ἂν ἐν τοῖς ὅροις τῆς κατὰ τὸ νομοσχέδιον δημοπρασίας ὑπῆρχέ τι, τὸ περιορίζον τὸν συναγωνισμὸν, εἴτε διὰ τὸ ἀνεπαρκὲς τῆς διορίας, εἴτε διὰ τὴν ἔλλειψιν δημοσιεύσεων, εἴτε, ὡς ἰσχυρίζετο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης χθὲς, διὰ τὸ ὑπέρογκον τῆς καταβλητέας ὑπὸ τῶν διαγωνισθησομένων ἐγγυήσεως. Οὐδὲν ὅμως τούτων συμβαίνει, ὁ δὲ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι προδήλως ἀνακριβὴς, διότι ὁ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὅρος τῆς ἐγγυήσεως, εἶχεν ὁρισθῆ μεγαλείτερος ἐν τοῖς νόμοις, περὶ ὧν διαλαμβάνει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθέντος κατὰ τὸ 1876 νομοσχεδίου. Ἐν τοῖς νόμοις ἐκείνοις βλέπομεν τὴν ἐγγύησιν ὁρισθεῖσαν μέχρι καὶ 300,000 δραχμῶν, καὶ πάλιν ἐλαττωθεῖσαν εἰς 200,000. Ἀφηγεῖται δὲ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ κατὰ τὸ 1876 Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἐπελθοῦσαν ἄλλοτε ζημίαν ἐκ τοῦ ἀνεπαρκοῦς τῆς ἐγγυήσεως, ἐκείνη δὲ ἡ ζημία εἶχεν ὑπαγορεύσει τὴν αὔξησιν τῆς ἐγγυήσεως εἰς τὸν ὑπερβολικὸν ἴσως ὅρον τῶν 300,000 δραχμῶν. Ὑπῆρξαν μισθωταὶ, παραλαβόντες ὅσον ἠδύναντο πλείονα σμύριδα κατὰ τὰς πρώτας δόσεις, παύσαντες δὲ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν τῆς συμβάσεως εὐθὺς ἔπειτα· κηρυχθέντες οὗτοι ἔκπτωτοι, ἔμενον κάτοχοι τῶν ἀποταμιευμάτων, καὶ ὠφελοῦντο ἐκ τῶν δυσχερειῶν τῆς Κυβερνήσεως περὶ τὴν ἀνανέωσιν τῆς μισθώσεως, ἔχοντες αὐτοὶ τὸ μονοπώλιον τῆς ἀγορᾶς, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπῆρχε μισθωτής. Ἐὰν ἡ ἐγγύησις τῶν ἐπὶ τοιούτοις ὑπολογισμοῖς ἐργασθέντων ἦτο 200,000 δραχμῶν, ἀντὶ 60,000, εἶναι πιθανὸν, ὅτι δὲν ἤθελον ἐπιδιώξει τὴν ἔκπτωσιν, ὡς ἐπαγομένην ἐκ τῆς καταπτώσεως τῆς ἐγγυήσεως ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ζημίαν ἐπέκεινα τῆς ὑπολογισθείσης 140 χιλιάδων δραχμῶν. Τὸ ποσὸν ἄρα τῆς ἐγγυήσεως, ὁρισθὲν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τέως κειμένων, ἐπιδρᾷ ἐπὶ τὸν συναγωνισμὸν μόνον ἐν τῷ μέτρῳ τῆς ἀνάγκης τοῦ ἀποκλεισμοῦ μισθωτῶν ἀφερεγγύων. Ἐὰν δύναται νὰ μειωθῇ τὸ ποσὸν τῆς ἐγγυήσεως ἄνευ κινδύνου ἐξ ἐνδεχομένης ἀφερεγγυότητος τοῦ ἐκ τῆς δημοπρασίας ἀναδειχθησομένου μισθωτοῦ, ἐπιβάλλεται τοιαύτη μείωσις. Τὸ κατ’ ἐμὲ, μέχρις ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου, κρίνω ὀρθῶς ἔχοντα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὰ τῆς ἐγγυήσεως, ὡς σύμφωνα πρὸς τὰ τέως κείμενα, ἀνάλογα πρὸς τὰς ἀναλαμβανομένας ὑπὸ τοῦ μισθωτοῦ ὑποχρεώσεις, ἐπαρκῆ εἰς πρόληψιν καταχρήσεων, ὧν τὸ παρελθὸν κατέλιπε τὸ παράδειγμα, καὶ ἐξασφαλίζοντα τὴν πιστὴν ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἀπέκλινε μᾶλλον ὑπὲρ τῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ προέτεινε τὴν εἰς τὰς διακεκριμένας τιμὰς τοῦ νομοσχεδίου ὑποκατάστασιν ἑνιαίας ἐπὶ τῷ μέσῳ ὅρῳ. Τὸ σύστημα τοῦτο δὲν αἴρει, ὡς ὑποθέτει ὁ κ. Βουλευτὴς, τὰς δυσχερείας τοῦ συστήματος τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κατὰ τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου κίνδυνος ἐνδεχομένης ἐλλείψεως εἰλικρινείας περὶ τὴν διάκρισιν τῶν ποιοτήτων, τουτέστι τῆς παραδόσεως εἰς τὸν μισθωτὴν σμύριδος ἐκλεκτῆς ἀντὶ σμύριδος δευτέρας ποιότητος, ὑφίσταται ὁ αὐτὸς καὶ κατὰ τὸ προτεινόμενον σύστημα· ὑφίσταται μάλιστα μεγαλείτερος, διότι ἐπὶ διακεκριμένων ὑποχρεώσεων, οἷαι αἱ τοῦ νομοσχεδίου, ἡ καταδολίευσις εἶναι δυσχερεστέρα ἢ ἐπὶ συγκεχυμένων, οἷαι αἱ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ συνιστώμεναι. Τὸ ἑνιαῖον τῆς τιμῆς ἐπάγεται τὰ ἐπαγγελλόμενα ἀγαθά, μόνον ἂν ἑνιαία ἦναι καὶ ἡ ποιότης τῆς παραδοτέας σμύριδος καὶ δὴ ἡ ἀρίστη· ἀλλ’ ἡ ἐλάττωσις τῆς τιμῆς τῆς ἐπιλέκτου σμύριδος, ἧς ἄνευ ἐλαχίστη θὰ ἦναι ἡ κατανάλωσις, καίτοι δὲν εἶναι ἴσως ἀποκρουστέα κατ’ ἀρχήν, ἐθεωρήθη ὀλιγώτερον συμφέρουσα τῆς ἐπὶ ἠλαττωμένῃ τιμῇ διαθέσεως σμύριδος κατωτέρας ποιότητος. Αἱ δὲ περὶ τὴν διάκρισιν τῆς σμύριδος ταύτης δυσχέρειαι καὶ οἱ κίνδυνοι καταχρήσεων δὲν εἶναι οἷοι περιεγράφησαν ὑπὸ τῶν ἀγορευσάντων. Κατ’ αὐτοὺς ἡ διάκρισις τῶν ποιοτήτων θ’ ἀνατεθῇ εἰς τὸν διευθυντὴν τῶν σμυριδωρυχείων, εἰς τὸν ἐπιστάτην, εἰς τοὺς ἀρχιεργάτας, εἰς τοὺς ζυγιστάς. Ἡ εἰδικότης τῶν προσώπων τούτων καὶ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν, ἀσκούντων ἐπ’ ἀλλήλους ἱεραρχικῶς τὸν ἔλεγχον, παρέχουσιν ἐγγυήσεις περὶ ἀγαθῆς ἐκτελέσεως, ἀλλὰ ποῦ στηριζόμενοι οἱ ἀγορασταί, ὑποθέτουσιν ὅτι θὰ ἐμπιστευθῇ τὴν ἐνέργειαν ταύτην ἡ ὑπηρεσία εἰς μόνους αὐτούς; Ἐὰν ἡ παράδοσις τοῦ ὀρυκτοῦ θὰ ἐνηργεῖτο διαρκῶς, ἐπιπρόσθετος ἔλεγχος δυσχερῶς θὰ ἐπετυγχάνετο, ἀλλ’ ἡ παράδοσις δὲν θὰ ἦναι διαρκής· κατὰ τὴν ἄρτι ἐκπνεύσασαν σύμβασιν, ἡ παράδοσις ἐγίνετο κατ’ ἔτος εἰς τέσσαρας ἴσας δόσεις, ἴσως δ’ ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ νομοσχεδίου θεωρηθῇ προτιμότερον νὰ περιορισθῶσιν αἱ δόσεις εἰς 3 ἢ καὶ εἰς 2· ἐὰν ἄρα παραδόσεις σμύριδος γίνωνται ἔστω καὶ τετράκις τοῦ ἔτους, πολλῷ δὴ μᾶλλον ἐὰν αὗται γίνωνται τρὶς μόνον ἢ δὶς τοῦ ἔτους, ἐπιτυγχάνεται τελεσφορώτερος ἔλεγχος, ἀποστελλομένης ἑκάστοτε ἐντεῦθεν ἐπιτροπῆς πρὸς παραλαβὴν τοῦ ὀρυκτοῦ παρὰ τῶν σμυριδωρυκτῶν καὶ παράδοσιν αὐτοῦ εἰς τὸν μισθωτήν· τῆς ἐπιτροπῆς δὲ ταύτης δύνανται νὰ μετέχωσιν ὁ παρὰ τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ καθηγητὴς τῆς ὀρυκτολογίας, ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν μεταλλείων καὶ εἴ τις ἄλλος ἀνώτερος ὑπάλληλος δεδοκιμασμένος.
§51ΤΟΜΑΝ. Οἱ ἐργάται εἶναι οἱ καλλίτεροι ἐλεγκταί.
§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ πεῖρα τῶν ἐργατῶν καὶ ὁ ἀμοιβαῖος αὐτῶν ἔλεγχος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν προϊσταμένων θεωρητικῶς κατηρτισμένων καὶ ἠσκημένων ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, καθιστᾷ ἴσως πλεονασμὸν τὸν ἔλεγχον τῆς ἐπιτροπῆς, ἀφοῦ καὶ καθ’ ἑαυτὴν δὲν εἶναι εὐχερὴς ἡ κατάχρησις. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν περιωρίσθη εἰς τὴν ὑπόδειξιν κινδύνου ἐκ μόνης ταύτης τῆς καταχρήσεως· ὡμίλησε καὶ περὶ ἄλλης καταχρήσεως· ἐζήτησε νὰ παραστήσῃ ὡς προϊὸν καταχρήσεως, τουτέστιν ὡς προερχόμενον ἐκ σμύριδος παραδοθείσης ἐπέκεινα τῆς ὡμολογημένης, τὸ ἐπὶ τῇ λήξει τῆς δωδεκαετοῦς μισθώσεως ἀπώλητον ἀπόθεμα Ναξίας σμύριδος, οὗτινος χθὲς παρεστήσαμεν τὴν σπουδαιότητα καὶ ἐγὼ ἐκ τῶν πληροφοριῶν τῆς ὑπηρεσίας περὶ τοῦ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐκ τῶν ἰδίων αὐτοῦ πληροφοριῶν περὶ τοῦ ἐν Σύρῳ. Τ’ ἀποθέματα ταῦτα εἶναι μὲν μεγάλα,— διότι κατὰ τὰς πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπάρχουσι 4,800 τόνοι ἀπώλητοι, ἐν Γαλλίᾳ 900 τόνοι, ἐν Γερμανίᾳ ποσὸν σπουδαῖον, οὗτινος ὅμως δὲν ἔχω πρόχειρον σημείωσιν, κατὰ πληροφορίας δὲ ἰδιωτικάς, ἐν Σύρῳ 1500 τόνοι,—ἀπαρτίζονται ὅμως τ’ ἀποθέματα ταῦτα ἐκ σμύριδος ἐντὸς τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως παραδοθείσης καὶ καταγραφείσης. Κατάχρησις, ὁποίαν ὑποπτεύει ὁ κ. Βουλευτής, οὐδ’ ἐν περιωρισμέναις διαστάσεσι θὰ ἦτο εὐχερής· ἀλλ’ ἐπὶ ποσοῖς, ὁποῖα τὰ τοῦ ἀποθέματος, θὰ ἦτο πάντη ἀνέφικτος. Θὰ ἤρκει εἰς ἐξήγησιν τοῦ ἀζητήτου τοσούτου ἀποθέματος Ναξίας σμύριδος ὁ συναγωνισμός, οὗτινος ἀνέκαθεν ἐτύγχανε τὸ ἡμέτερον ὀρυκτὸν καὶ περὶ οὗ πρὸ δεκατετραετίας ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, παραστήσας, ὅτι ἡ ἀνάμιξις τῆς Ναξίας σμύριδος μετ’ ἄλλων σμυρίδων ἐπὶ τοσοῦτον ἐπολλαπλασίασε τὴν ἐν ταῖς ἀγοραῖς προσφερομένην ὡς Ναξίαν, ὥστε καθίσταται αὕτη δυσανάλογος πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς καταναλώσεως· ἀλλὰ τὴν δυσαναλογίαν ἐπιτείνει ὁλονὲν ἐπὶ πλέον ἡ παραγωγὴ τεχνητῶν σμυρίδων καὶ ἡ εὕρεσις ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ ὀρυχείου, ἀποδίδοντος σμύριδα ἁμιλλωμένην πρὸς τὴν Ναξίαν. Τὸ ἐκ τοιούτων λόγων ἀζήτητον τοῦ ἀποθέματος τῆς Ναξίας σμύριδος διδάσκει, ὅτι δὲν προσήκει σήμερον εἰς τὰ τῆς ἐκποιήσεως τῆς Ναξίας σμύριδος κανονισμὸς ἐπὶ τῶν βάσεων, ἃς ἐνεδείκνυεν ἡ πρὸ δεκατετραετίας κατάστασις. Κατ’ ἐμὲ κριτὴν, τὸ διὰ τοῦ νομοσχεδίου κανονιζόμενον σύστημα ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς σημερινὰς περιστάσεις. Θέλομεν νὰ ἴδωμεν τὸ ἀποταμίευμα τῆς Ναξίας σμύριδος ἐξαφανιζόμενον, καὶ τὸ ἐτησίως παραδιδόμενον εἰς τὸν μισθωτὴν ποσὸν ἑτοίμως διατιθέμενον· τοῦτο δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ἢ δι’ ἐλαττώσεως τοῦ παραδιδομένου εἰς τὸν μισθωτὴν ἐτησίως ποσοῦ σμύριδος, ἢ δι’ ἐλαττώσεως τῆς τιμῆς. Ἀμφότερα ἐφαρμόζονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου· ἐλάττωσις τοῦ παραδιδομένου ποσοῦ σμύριδος αʹ ποιότητος καὶ ἐλάττωσις τῆς τιμῆς τῆς σμύριδος βʹ ποιότητος. Τοσοῦτον ἠλαττωμένη ὁρίζεται ἡ τιμὴ τῆς σμύριδος βʹ ποιότητος, ὥστε εὐλόγως ἀπεκδεχόμεθα τὴν ἀντικατάστασιν ἐν τῇ καταναλώσει διὰ τῆς σμύριδος ταύτης τοῦ πλείστου τῆς νῦν πληρούσης τὰς ἀγορὰς σμύριδος τῆς Μικρᾶς Ἀσίας· τὸ δὲ ἀνάλογον πρὸς τὴν κατανάλωσιν τοῦ ποσοῦ τῆς παραδοτέας εἰς τὸν μισθωτὴν σμύριδος αʹ ποιότητος ἐγγυᾶται ὁ διὰ δημοπρασίας προσδιορισμὸς αὐτοῦ. Ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι ἡ Ναξία σμύρις βʹ ποιότητος θέλει, διὰ τὸ ὑπερμέτρως εὔωνον, ἀποκλείσει ἐκ τῶν ἀγορῶν τὴν Ναξίαν σμύριδα αʹ ποιότητος, ἢ σπουδαίως περιορίσει τὴν εἰς αὐτὰς εἴσοδον ταύτης, εἶναι ἀποδεδειγμένως ἐστερημένος ὑποστάσεως, διὰ τὴν ἀποκλειστικὴν ζήτησιν Ναξίας σμύριδος αʹ ποιότητος πρὸς ὡρισμένας κατεργασίας. Ἐφ’ ὅσον ἡ παραδιδομένη σμύρις αʹ ποιότητος δὲν ὑπερβαίνει τὸ ἀναγκαῖον εἰς τὰς εἰδικὰς ταύτας βιομηχανίας ποσὸν, ὁ συναγωνισμὸς τῶν ἄλλων σμυρίδων, ὡς καὶ τῆς Ναξίας σμύριδος βʹ ποιότητος, οὐδόλως ἐπηρεάζει τὴν κατανάλωσιν αὐτῆς. Τὴν κατανάλωσιν τῆς μικρασιατικῆς σμύριδος θέλει ἐπηρεάσει ἡ ἠλαττωμένη τιμὴ τῆς Ναξίας σμύριδος βʹ ποιότητος, ὁ δὲ πρὸς ἐκείνην συναγωνισμὸς παρέχει εἰς ταύτην στάδιον ἐπαρκές. Ὀφείλουσιν ἄρα οἱ προτιθέμενοι ἐξ ὑμῶν ν’ ἀρνηθῶσι ψῆφον εἰς τὸ νομοσχέδιον νὰ δηλώσωσι τὸ σύστημα, τὸ παρ’ αὐτῶν προκρινόμενον. Ἆρα προκρίνουσιν οὗτοι τὴν ἀνανέωσιν τοῦ συστήματος τοῦ τέως ἐφαρμοζομένου, ἀπεκδεχόμενοι ἐξ αὐτοῦ, ἂν μὴ βελτίωνα τῶν μέχρι τοῦδε, ταὐτὰ τοὐλάχιστον ἀποτελέσματα; Ἐκ τῶν πληροφοριῶν τῆς ὑπηρεσίας πειθόμεθα, ὅτι οὐ μόνον ταὐτὰ ἀποτελέσματα δὲν δύνανται νὰ ἐπιτευχθῶσιν, ἀλλ’ οὐδὲ τὰ ἡμίση τῶν τέως εἰσπραττομένων δύνανται διὰ τοῦ αὐτοῦ συστήματος νὰ ἐξασφαλισθῶσιν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου· ἀλλὰ καὶ ἂν τὸ αὐτὸ ποσὸν θὰ εἰσεπράττετο διὰ τοῦ συστήματος τῆς ἄρτι ληξάσης μισθώσεως, πάλιν τὸ σύστημα τοῦτο, ἐν τῇ παρούσῃ καταστάσει τῶν ἀγορῶν τῆς σμύριδος, πολὺ θὰ ὑπελείπετο τοῦ συστήματος τοῦ νομοσχεδίου ἐν τοῖς ἀποτελέσμασι τούτου ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου καὶ ὑπὲρ τῆς χώρας. Ἂν μὴ ἀνακοπῇ ἡ ὁλονὲν προϊοῦσα κατάκτησις τῶν ἀγορῶν τῆς σμύριδος ὑπὸ τοῦ μικρασιατικοῦ ὀρυκτοῦ, τὸ ἐν αὐταῖς ἔδαφος τῆς Ναξίας σμύριδος, ἀπαύστως περιοριζόμενον, κινδυνεύει τέλεον νὰ ἐξαφανισθῇ. Εἰς ἀντικατάστασιν τῆς μικρασιατικῆς σμύριδος προσφέρει τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὰς ἀγορὰς σμύριδα εὐωνοτέραν καὶ βελτίονα τὴν ποιότητα· διὰ τοιαύτης δ’ ἐνεργείας καὶ τὴν ἀνακοπὴν τῆς προόδου τῆς μικρασιατικῆς σμύριδος εὐλόγως ἀπεκδεχόμεθα καὶ τὴν ὑποχώρησιν αὐτῆς ἐνώπιον τῆς Ναξίας. Ἂν ὀκνήσωμεν νὰ παραιτήσωμεν τὰς παλαιὰς τρίβους καὶ μὴ ἀποδυθῶμεν εἰς τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τῆς ἡμετέρας σμύριδος, ὃν προκαλεῖ ὁ πρὸς αὐτὴν γοργῶς ἀναπτυσσόμενος συναγωνισμός, κινδυνεύομεν νὰ ἴδωμεν προσεχῶς τὸ χόρτον φυόμενον ἐπὶ τῶν ὀρυχείων τῆς Νάξου.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
§54Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι πολλοί, ἀλλ’ ἡ ὥρα παρῆλθεν. Αὔριον πλέον.
§55ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 10 μ. μ.