| 977 | Τοῦ | Θ. Σκυλοδήμου | πρόβατα | 47 | |
| 978 | » | Κ. Καρατάσιου | μεγάλα καὶ μικρὰ | 72 | |
| 979 | » | Ἰω. Κολέντζου | πρόβατα | 61 | |
| 980 | » | Γ. Καρατάσιου | » | 39 | |
| 981 | » | Δ. » | » | 52 | |
| 982 | » | Χ. » | » | 27 | |
| 983 | » | Κ. Παπᾶ | » | 52 | |
| 984 | » | Διον. Ζερησιώτη | » | 77 | |
| 985 | » | Γ. Καραλῆ | » | 33 |
1890.03.14
2,156 rows · 16,505 words · 1 table · 68 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 16
τῆς 14 Μαρτίου 1890.
(Τετάρτη)
Ὥρᾳ 5½ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Δήμαρχος Ἀρακυνθίων ἀναφέρει τηλεγραφικῶς, ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἀρακυνθίων ἐξέδοτο ψήφισμα, δι’ οὗ ἐκφράζει τὴν εὐχὴν νὰ μὴ ψηφισθῶσι τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια. Ἡ Ἀφροδίτη χήρα Χρήστου Στεργίου καὶ κόρη τοῦ ὁπλαρχηγοῦ Κωνσταντίνου Γραμματικοῦ ζητεῖ μηνιαίαν ἐπιχορήγησιν. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά της εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀναφορὰ τῶν κατοίκων τῆς κωμοπόλεως Δούκα τοῦ δήμου Ὀλυμπίων τῆς Ἠλείας, παρακαλούντων, ὅπως μὴ καταργηθῇ τὸ αὐτόθι δημοτικὸν σχολεῖον. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἀναφορὰ κατοίκων Κιάτου τοῦ δήμου Σικυωνίων τῆς Κορινθίας, παρακαλούντων νὰ μὴ καταργηθῶσι σχολεῖά τινα ἐν τῷ εἰρημένῳ δήμῳ, καὶ δηλούντων, ὅτι ἐπὶ τούτῳ ἐπιφυλάσσεται νὰ ἐκφράσῃ τὴν αὑτὴν εὐχὴν διὰ πράξεώς του τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Σικυωνίων. Παραπέμπεται καὶ αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.
§2Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως τῆς 14 Φεβρουαρίου ἐνεστῶτος ἔτους ἐδημοσιεύθη προκήρυξις περὶ μειοδοτικῆς δημοπρασίας πρὸς κατασκευὴν τῶν φάρων Ἀκρωτηρίου καὶ Ἀπανωμεριᾶς τῆς Θήρας. Ἡ δημοπρασία αὕτη ἐνηργήθη, καὶ κατεκυρώθη τὸ ἔργον, ἀγνοῶ ἐπ’ ὀνόματι τίνος, μὲ προσφορὰν 23% ἔλαττον τοῦ ὁρισθέντος κατωτάτου ὅρου. Διὰ τῆς ἐννάτης διατάξεως τῆς διακηρύξεως ταύτης ὁρίζεται, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς δημοπρασίας διατηρεῖ πλῆρες τὸ δικαίωμα νὰ ἐγκρίνῃ ἢ ἀκυρώσῃ ταύτην, χωρὶς ἐκ τούτου νὰ γεννᾶται δικαίωμά τι. Ἡ δημοπρασία κηρύσσεται τελειωτική, καὶ οὐδεμία προσφορὰ γίνεται δεκτὴ μετὰ τὴν δημοπρασίαν. Ἡ προσφορά, κύριε Πρόεδρε, ἡ δοθεῖσα, εἶναι προσφορὰ λίαν ὠφέλιμος ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν, οὐδέποτε δὲ μέχρι τοῦδε ἐπὶ ἄλλων ἔργων ἐδόθη προσφορὰ τόσῳ συμφέρουσα, ὑπερβᾶσα δὲ τὰ ὀκτὼ τὸ πολὺ τοῖς ἑκατόν. Ἐν τούτοις ἕτερος ἐργολάβος ἔκαμε νέαν πρότασιν, ἀναβιβάζων τὴν ἐλάττωσιν εἰς 24%. Τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐγένετο εἰλικρινῶς, ἀλλ’ ὁ προσενεγκὼν 23%, ὅπως ἀποφύγῃ τὴν ὑποχρέωσιν, ἣν ἀνέλαβε, διότι φοβεῖται ζημίαν, συνεννοήθη μετὰ τοῦ ἑτέρου, ὅστις ὑπέβαλε τὴν πρότασιν, τὴν ἀναβιβάζουσαν τὴν ἐλάττωσιν εἰς 24%, ἵνα ἀπατώμενος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀκυρώσῃ τὴν δημοπρασίαν καὶ ἀπαλλάξῃ τὸν μειοδοτήσαντα, κατακυρωθῇ δ’ εἶτα τὸ ἔργον ἐπὶ προσφορᾷ πολὺ κατωτέρᾳ. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν νὰ ἐγκρίνῃ τὴν γενομένην δημοπρασίαν· ἐλπίζω δὲ, ὅτι καὶ οὗτος ἔχει τοιαύτην περὶ τοῦ ζητήματος γνώμην, καθιστῶ δ’ αὐτὸν προσεκτικὸν, ἐὰν τυχὸν ἀπεφάσισε, περὶ οὗ ἀμφιβάλλω, ν’ ἀκυρώσῃ τὴν δημοπρασίαν, διότι θὰ δοθῇ προσφορά, ὅταν ἐπαναληφθῇ ἡ δημοπρασία, μὴ ὑπερβαίνουσα ἴσως τὰ 8%, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ καταστῇ ὁ ἠθικὸς ὑπεύθυνος τῆς ζημίας. Παρακαλῶ αὐτὸν, ἐὰν εὐαρεστῆται, ν’ ἀνακοινώσῃ τὴν περὶ τούτου γνώμην του. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει, συνιστῶ εἰς αὐτὸν νὰ προβῇ ταχέως εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς δημοπρασίας.
§3ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Δύναμαι ν’ ἀπαντήσω ἀμέσως εἰς τὴν ἐπερώτησιν. Πράγματι ἐξετέθη εἰς δημοπρασίαν ἡ κατασκευὴ τῶν φάρων αὐτῶν, καὶ ὁ τελευταῖος μειοδότης ὑπέβαλε προσφορὰν μὲ ἔκπτωσιν 23%, ἐνῷ δὲ ἐσκεπτόμην, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐγκρίνω τὰ πρακτικά, ὑπεβλήθη νέα πρότασις μὲ ἔκπτωσιν 24%. Τὸ δικαίωμα νὰ ἐγκρίνῃ ἢ μὴ ὁ Ὑπουργὸς, εἶναι ἀπόλυτον, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν τὸ ἔθεσεν εἰς ἀμφισβήτησιν. Ἡ προσφορὰ ἡ περιέχουσα ἔκπτωσιν 24%, εἶναι ὠφέλιμος, ἀλλὰ ἐγεννήθησαν ἐν ἐμοὶ ἐνδοιασμοὶ περὶ τῆς καλῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου μὲ τοιαύτην ἔκπτωσιν. Ἐπειδὴ καὶ ἡ ζητηθεῖσα ἐγγύησις δὲν ἐξασφαλίζει ἀρκούντως τὸ Δημόσιον, ἐσκέφθην, ὅτι καθῆκον εἶχον νὰ ἐπαναλάβω τὴν δημοπρασίαν, ἀπαιτῶν μεγαλειτέραν ἐγγύησιν, ἐξασφαλίζουσαν τὸ Δημόσιον περὶ καλῆς τοῦ ἔργου ἐκτελέσεως. Τὸ Δημόσιον εἶναι ἐξησφαλισμένον, ὅτι ἡ ἐργασία θὰ ἐκτελεσθῇ μὲ ἔκπτωσιν 24%. Ὡς πρὸς τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέφερεν, ὅτι ὁ μειοδοτήσας κατὰ τὴν πρώτην δημοπρασίαν μετενόησε καὶ συνεννοηθεὶς μετ’ ἄλλων ὑπέβαλε πρότασιν μεγαλειτέρας ἐκπτώσεως, ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν ἀκύρωσιν τῆς δημοπρασίας, δὲν πιστεύω ὅτι εἶναι ἀκριβές. Ὁπωσδήποτε τὸ Ὑπουργεῖον εἶναι ἐξησφαλισμένον, ὅτι τὸ ἔργον ἐν νέᾳ δημοπρασίᾳ θὰ ἀναληφθῇ μὲ μεγαλειτέραν ἐγγύησιν καὶ μὲ ἔκπτωσιν 24%.
§4Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἂς πιστεύσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι οὐδὲν ἕτερον ἐλατήριον μὲ κινεῖ ἢ τὸ συμφέρον τοῦ ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν, ἀγνοῶ δὲ τὰ πρόσωπα ἀμφότερα, περὶ ὧν πρόκειται· χαίρω δὲ διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὡμολόγησεν, ὅτι ὁ κατώτερος ὅρος θὰ ᾖναι 24%, καὶ ὅτι ἑπομένως, ἐὰν ἡ προσφορὰ ᾖναι κατωτέρα, δὲν θὰ ἐγκριθῇ. Ὥστε εἶμαι καθ’ ὁλοκληρίαν σύμφωνος.
§5ΕΠ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι κατὰ τὴν ἄρτι λήξασαν Σύνοδον, ἀφορμὴν λαβὼν ἐκ συζητήσεως, ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας προκληθείσης καὶ εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν τοῦ νομοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ἀφορώσης, εἶχον ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Βονίτσης, διὰ τῆς ὁποίας οὗτοι ἱκέτευον καὶ ταύτην καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ ἐξασφαλίσεως τῆς τιμῆς καὶ τῆς ζωῆς των, προσθεὶς, ὅτι ἔπραττον τοῦτο, μόνον ὅπως ὑπακούσω εἰς τὴν ἐπιταγὴν τῶν συμπολιτῶν μου, διότι ἄλλως ἐφρόνουν, ὅτι ἡ τήρησις τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἡ ἀποκατάστασις αὐτῆς ἦσαν πράγματα ἀδύνατα, εἴτε ἕνεκα ἀδυναμίας τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε καὶ ἕνεκα ἐλλείψεως θελήσεως ἐκ μέρους αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον τότε, δὲν εἶναι καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐφρόνουν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐφρόνουν, εἶναι, ὅτι ἡ τήρησις τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἡ ἀποκατάστασις αὐτῆς, σαλευομένης, ἦσαν πράγματα ἀδύνατα, διότι ἡ Κυβέρνησις ἦτο ἡ ὑπαίτιος τῆς διαταράξεως ταύτης διὰ τῆς διοικήσεως, τὴν ὁποίαν καθιέρωσεν· ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον ἐφρόνουν, ἀλλ’ ἀνεχαιτίσθην νὰ εἴπω τότε, ἠναγκάσθην νὰ τὸ εἴπω τηλεγραφικῶς πρὸς τὸν Βασιλέα τελευταῖον, ἐπὶ τῇ θέᾳ πράξεων ἐκ μέρους τῶν ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι κατ’ οὐδὲν διέφερον ἐκείνων, τὰς ὁποίας καθ’ ἑκάστην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καταγγέλλει εἰς τὰς Εὐρωπαϊκὰς Δυνάμεις, ὡς τελουμένας ἐν Κρήτῃ, ἢ, ἂν διαφέρωσι, διαφέρουσι κατὰ τοῦτο, ὅτι ἐκεῖ τελοῦνται ὑπὸ Ὀθωμανῶν κατὰ Χριστιανῶν καὶ δὴ καθ’ Ἑλλήνων, ζητούντων τὴν ἀνεξαρτησίαν των. Ἡ ἔκτακτος αὕτη ἀνάγκη εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθην, ὅπως ἐν στιγμῇ ἀγανακτήσεως οὐ μόνον ἀποταθῶ πρὸς τὸν Βασιλέα, ἀλλὰ καὶ μεμφθῶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὡς ὑπαιτίου τῆς διαταράξεως τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ὡς διαπραττούσης ἐν ὀνόματι αὐτῆς διὰ τῶν ὀργάνων της ποικίλα ἀδικήματα κατὰ τῶν πολιτικῶν ἀντιπάλων της, μοὶ ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς πάντα ταῦτα, τοσοῦτο μᾶλλον, καθ’ ὅσον εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ, ὁποίας ἔσχε συνεπείας τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο. Ἡ προστασία τῶν δικαίων τῆς ἐλευθερίας, κύριοι Βουλευταί, κατορθοῦται ἀφ’ ἑνὸς μὲν διὰ τῆς ἐνισχύσεως παρὰ τῷ λαῷ τῆς συνειδήσεως τοῦ δικαίου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ τῆς ἀποτελεσματικῆς χρήσεως τῶν ἐκβιαστικῶν μέσων, ἤτοι τῆς ἀστυνομίας, τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως. Καὶ ἡ μὲν ἐνίσχυσις τῆς συνειδήσεως τοῦ δικαίου ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς ἠθικοποιήσεως καὶ τῆς μορφώσεως τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐρωτήσω, ποία πρόνοια ἐλήφθη πρὸς μόρφωσιν τοῦ λαοῦ, ὅταν πᾶσα προσπάθεια καταβάλλεται πρὸς διαφθορὰν αὐτοῦ; εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐρευνήσωμεν, τίνα μέτρα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς τοῦτο, ὅταν κινδυνεύωμεν νὰ ἴδωμεν τὴν ἐπικρατοῦσαν παρ’ ἡμῖν οἰκτρὰν κοινωνικὴν κατάστασιν μορφουμένην εἰς ἦθος καὶ βίον ἐθνικὸν διὰ τῆς ἕξεως, τὴν ὁποίαν ἀποκτᾷ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, οὕτω διοικούμενος, νὰ παραβιάζῃ, τὰ παραγγέλματα τῆς ἠθικῆς καὶ τῶν νόμων; Εἶναι ἀνάγκη ἐρεύνης καὶ ἀποδείξεων, ὅταν αὐτὸς οὗτος ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, μὲ θάῤῥος, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς τὸν τιμᾷ, ἀγγέλλει εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, ὅτι μάτην δαπανῶνται τόσα ἑκατομμύρια πρὸς μόρφωσιν τῶν τέκνων τοῦ λαοῦ, διότι τὰ μὲν πλεῖστα ἐκ τούτων δὲν φοιτῶσιν εἰς τὰ σχολεῖα, τὰ δὲ φοιτῶντα οὐδόλως μορφοῦνται, ἕνεκα τῆς κακῆς ποιότητος τῶν διδασκάλων; Ἢ εἴμεθα ἆρά γε τόσον ἁπλοῖ, ὥστε νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι εἶναι δυνατὴ ἡ βελτίωσις τῶν διδασκάλων ἐν Πολιτείᾳ οὕτω διοικουμένῃ; Ἀφοῦ δὲ οὐ μόνον οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη πρὸς μόρφωσιν τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐνεθαῤῥύνθησαν πᾶσαι αὐτοῦ αἱ τάσεις καὶ αἱ ῥοπαὶ πρὸς τὸ ἔγκλημα καὶ τὴν διαφθοράν, εἶναι πιστευτὸν, ὅτι ἐγένετο ἀποτελεσματικὴ χρῆσις τῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς δικαιοσύνης; Θέλετε πιστεύσει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα παρέχουσιν εἰς αὐτὴν οἱ νόμοι, προὐνόησεν ὥστε νὰ λειτουργῶσιν αἱ ἀστυνομίαι τοῦ Κράτους, εἰς τρόπον ὥστε νὰ προλαμβάνωνται μὲν τὰ ἀπειλοῦντα τοὺς πολίτας ἀδικήματα, νὰ καταδιώκωνται δὲ ταῦτα τελούμενα, ὅταν βλέπητε τὴν Κυβέρνησιν διὰ παντὸς μέσου καὶ ἐκ παντὸς τρόπου ἐπιδιώκουσαν καὶ ἐκβιάζουσαν τὴν φιλίαν τῶν Δημάρχων καὶ τῶν ἐκ τούτων ἐξαρτωμένων ἀστυνόμων, τούτους δὲ σπεύδοντας νὰ ὑποκύψωσιν, εἴτε πρὸς ἀποφυγὴν τῆς ἀπειλούσης αὐτοὺς καὶ τοὺς φίλους των καταδιώξεως, εἴτε πρὸς ἐπίῤῥωσιν τῆς κομματικῆς αὐτῶν δυνάμεως, εἴτε καὶ πρὸς ἁπλῆν ἐπίτευξιν τῆς συνδρομῆς, τὴν ὁποίαν ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις εἰς αὐτοὺς, πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν στοιχειωδεστέρων δημοτικῶν καθηκόντων; Ἢ εἶναι καταληπτὸν, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη πρὸς προστασίαν τῶν δικαίων τοῦ πολίτου, ὅταν αὐτὸς οὗτος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διατηρῇ ἐν τῷ στρατῷ κατώτερα ὄργανα τῆς χωροφυλακῆς, τῶν ὁποίων τὴν ἀποπομπὴν ἐκ τοῦ στρατοῦ διέταξαν ποινικαὶ τελεσίδικοι ἀποφάσεις, ἀκριβῶς ἕνεκα διαγωγῆς τούτων, μαρτυρούσης ἐλάχιστον σεβασμὸν πρὸς αὐτὰ τὰ δίκαια τοῦ προσώπου τῶν πολιτῶν; Τίς λειτουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁπωσδήποτε ἐξαρτώμενος ἐκ τῆς Κυβερνήσεως καὶ μὴ ἔχων τὴν ἰσχὺν ἐκείνην τῆς θελήσεως, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται, ὅπως μὴ ὑποκύψῃ εἰς τὰ οἱαδήποτε κελεύσματα αὐτῆς, ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του συμφώνως πρὸς τὸ δίκαιον καὶ τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς συνειδήσεώς του, ὅταν βλέπῃ αὐτὸν ἐπίσης τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διατηροῦντα ἐν τῷ στρατῷ ἕτερα ὄργανα, τῶν ὁποίων τὴν ἀποπομπὴν διέταξαν τελεσίδικοι ποινικαὶ ἀποφάσεις, ἕνεκα διαγωγῆς, μαρτυρούσης ἐπίσης ἐλάχιστον σεβασμὸν πρὸς τὰ πολιτικὰ δίκαια τοῦ πολίτου, καὶ τὰ ὁποῖα καὶ κατ’ αὐτῶν τῶν δικαστῶν, τῶν ἐκδόντων τὰς ἀποφάσεις ταύτας, ἐτόλμησαν νὰ ἐπιβάλωσι χεῖρα; Ἀφοῦ δὲ οὔτε τῆς ἀστυνομίας οὔτε τῆς δικαιοσύνης ἐγένετο χρῆσις ἀποτελεσματικὴ πρὸς προστασίαν τῶν δικαίων τοῦ πολίτου, εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ἤθελε γίνει σκόπιμος χρῆσις τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, τοῦ τρίτου τῶν ἐκβιαστικῶν μέσων; Κατὰ ταῦτα ἡ διαρκὴς διατάραξις τῆς δημοσίας τάξεως εἶναι γνήσιον καὶ ἀποκλειστικὸν προϊὸν τῆς διεπούσης ἡμᾶς διοικήσεως, καὶ ἕνεκα τούτου σπανιώτατα καὶ ἄκων ὑπενθύμιζον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ πρὸς ἀποκατάστασιν αὐτῆς καθῆκον. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, κύριοι Βουλευταί, τὸ ὁποῖον μὲ καθίστα ἀπρόθυμον εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ στοιχειώδους καθήκοντος, τὸ ὁποῖον εἶχον, νὰ ἐπικαλῶμαι ἑκάστοτε τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς δημοσίας τάξεως, εἶναι καὶ ἡ πεῖρα, τὴν ὁποίαν εἶχον, τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐπεχειρεῖτο ἑκάστοτε ἡ ἀποκατάστασις τῆς τάξεως, διότι, παρ’ ἡμῖν τοὐλάχιστον, ἀποκατάστασις τῆς τάξεως σημαίνει ἀπηνῆ καταδίωξιν πάντων τῶν ἐχόντων ἀντίθετα πολιτικὰ φρονήματα πολιτευομένων καὶ πολιτῶν. Καὶ ἀτυχῶς, κύριοι Βουλευταί, δὲν ἐπλανήθην, καὶ οἱ φόβοι ἐπραγματοποιήθησαν. Οἱ κάτοικοι Βονίτσης ζητοῦσι τὴν ἀντικατάστασιν τῆς δημοσίας τάξεως· ἡ Κυβέρνησις σπεύδει ν’ ἀποστείλῃ εἰς Μεσολόγγιον τὸν μακαρίτην ἀντισυνταγματάρχην Σαράτσογλουν, οὗτος δὲ, συνεννοηθεὶς μετὰ τοῦ Νομάρχου Μεσολογγίου, ἀποστέλλει ἐκεῖ ἕνα ἀνθυπασπιστὴν μεθ’ ἱκανῶν εὐζώνων, καὶ ἡ πρώτη πρᾶξις αὐτοῦ ἦτο ἐκείνη, τὴν ὁποίαν κατήγγειλα εἰς τὴν Βουλὴν ὀλίγον πρὸ τῆς λήξεως τῆς τελευταίας τακτικῆς Συνόδου, ἀναγνοὺς τὸ σταλὲν ἐκεῖθεν τηλεγράφημα, καὶ περὶ τῆς ὁποίας εὐθὺς κατόπιν οἱ παθόντες μοὶ ἔδωκαν ἐγγράφους πληροφορίας (ἀναγινώσκει): «Τὴν 13 τρέχοντος Νοεμβρίου», ἔγραφεν ἐκεῖθεν ὁ Θεμιστοκλῆς Στράτος, «ἀφίκετο εἰς τὸ χωρίον μας «Ἅγιος Βασίλειος» ὁ ἀνθυπασπιστὴς Θ. Παπαγεωργίου ὡς ἐπόπτης τοῦ δήμου μας, ὅστις ἐπιμόνως ἐζήτησε νὰ καταλύσῃ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Ν. Κομποτιάτου, θείου τοῦ ἐκ τῶν φυλακῶν Κεφαλληνίας δραπετεύσαντος Πάνου Ντέλα, καταδεδικασμένου εἰς 12 ἐτῶν φυλάκισιν. Κατὰ παραγγελίαν δὲ τοῦ Δημάρχου συνέλαβε τὸν Θεόδωρον καὶ Σπυρίδωνα Ζαφειρούλην μὲ τὰς οἰκογενείας των, καὶ δέρει αὐτοὺς ἀνηλεῶς, καὶ ἐκ τῶν ξυλοκοπημάτων ἡ σύζυγος τοῦ Σ. Ζαφειρούλη ἀσθενεῖ· μετέφερε δὲ τὰ πρόβατα τῶν Ζαφειρουλαίων εἰς τὸ χωρίον, καὶ σφάζει ἐξ αὐτῶν καθημερινῶς. Εἰς τὰ ἐν λόγῳ πρόβατα ἔχω καὶ ἐγὼ 100 τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα δὲν μὲ ἀφίνει νὰ παραλάβω καὶ διαθρέψω, καὶ ἑπόμενον εἶναι νὰ ψοφήσουν. Νομίζω, ὅτι τοιαῦτα καταναγκαστικὰ μέτρα οὔτε καὶ ἐν ἀγαρινῇ πολεμικῇ καταστάσει μετεχειρίζοντο· ἀλλὰ γίνεται βέβαια ἕνεκα πολιτικῶν λόγων, διότι οὐδὲν καταναγκαστικὸν μέτρον μετεχειρίσθη κατὰ τῶν συγγενῶν τοῦ δραπέτου καταδίκου Μ. Ντέλα, καὶ τῶν συγγενῶν τῶν διὰ βουλεύματος παραπεμφθέντων διὰ διπλοῦν φόνον φυγοδίκων Τζαβελάκη καὶ Κολουμπάτσου, διερχομένων τὴν ἀγορὰν Βονίτσης ἀνενοχλήτως». Μεταβαίνει εὐθὺς κατόπιν εἰς τὰς παρὰ τὸ Ἄκτιον καλύβας τῶν κτηνοτρόφων ἀδελφῶν Καραγκούνη καὶ συγγενῶν των Τζουμάνη καὶ ἐκεῖ σφάζει τὰ πρόβατά των, ἀφαιρεῖ διάφορα εἴδη ἱματισμοῦ, ὑβρίζει καὶ κακοποιεῖ γυναῖκας...
§6ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶναι φυγόδικοι αὐτοί;
§7ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω κατόπιν.... Μεταβαίνει ἐκεῖ, σφάζει τὰ πρόβατά των, ἀφαιρεῖ μέρος τῶν ἱματίων των, ὑβρίζει καὶ κακοποιεῖ τὰς γυναῖκάς των. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ οὗτος μετατίθεται, ἴσως συνεπείᾳ τῶν εἰς τὴν Βουλὴν ἐκτεθέντων παραπόνων τῶν κατοίκων, μετατίθεται, ἀτιμώρητος βεβαίως, καὶ ἀποστέλλεται ἕτερος ἀξιωματικὸς τοῦ πεζικοῦ, τοῦ εὐεργετικοῦ νόμου, ὁ κ. Βάρσος, συνεννοεῖται καὶ οὗτος μετὰ τοῦ Δημάρχου Βονίτσης, ὁ ὁποῖος ἐκπροσωπεῖ τὸ κόμμα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, λαμβάνει σημείωσιν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὀφείλει νὰ καταδιώξῃ, καὶ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὀφείλει νὰ σεβασθῇ, καὶ ἐξακολουθεῖ τὸ ἔργον τοῦ προκατόχου του, ἀλλὰ μετὰ πλείονος βαρβαρότητος, διὰ νὰ μάθωσι, φαίνεται, οἱ κάτοικοι, ὅτι τὰ παράπονά των, ὄχι μόνον εἰς οὐδὲν συντελοῦσιν, ἀλλ’ ὅτι καὶ γίνονται πρόξενα μείζονος καταδιώξεως. Ἐπιτίθεται λοιπὸν βαρὺς, διὰ τῶν ὀργάνων του μὲν καθ’ ὅλων τῶν ἄλλων, αὐτοπροσώπως δὲ κατὰ τῶν οἰκογενειῶν ἐκείνων τοῦ Καραγκούνη καὶ Τζουμάνη, ἃς ἤθελε νὰ προσηλυτίσῃ ὁ Δήμαρχος, ἕνεκα λόγων, οὓς θέλω ἐκθέσει κατωτέρω, καὶ κατὰ τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ὁ γέρων Κώστας Τζουμάνης ἀπηύθυνε πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, (ἀναγινώσκει): «Νέος ἐπόπτης μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων, συλλαβὼν χθὲς, ἀπήγαγεν ἐξ οἰκίας των χήραν Καραγκούνη, δύο ἀγάμους θυγατέρας, υἱόν της καὶ ἑτέρους συγγενεῖς ἰδικούς μου καὶ φύλακας ποιμνίων μας, ἐκακοποίησε πάντας, ἔσφαξέ τινα πρόβατα καὶ ἐγκατέλειψε ποίμνια ἄνευ φυλάκων. Προκάτοχος αὐτοῦ ἀποσπασματάρχης Παπαγεωργίου ἔσφαξε πλεῖστα πρόβατά μας καὶ ἀφήρεσεν ἐξ οἰκιῶν μας πρὸς χρῆσίν του φλανέλας, κάπας καὶ ἕτερα εἴδη ἱματισμοῦ. Ἀφαίρεσον περιουσίαν μας, στέρησόν μας προσωπικῆς ἐλευθερίας καὶ κακοποίησον, ἀλλὰ σεβάσθητι τὰς γυναῖκάς μας». Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖται εἰς ταῦτα· μεταβαίνει εἰς τὸ εἰς ποιμνιοστάσιον ἑτέρου φίλου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τοῦ Ἀθανασίου Φερεντίνου, ἐπὶ οὐδεμιᾷ πράξει κατηγορουμένου, εὑρίσκει ἐκεῖ 2 ἀνήλικα παιδία, 12 ἢ 13 ἐτῶν, φυλάττοντα τὸ ποίμνιον, καὶ κατὰ τὸ ἐν χερσί μου τηλεγράφημα ἑνὸς τῶν συγγενῶν πρὸς τὸν ἴδιον Ὑπουργὸν (ἀναγινώσκει) «ἐπόπτης Βάρσος, ἰδιοχείρως ξυλοκοπήσας, ἐξέσχισε σάρκας ἀνηλίκου υἱοῦ ἐξαδέλφου μου Ἀθανασίου Φερεντίνου καὶ ἐβασάνισεν ἕτερον ἀνήλικον ὀρφανὸν υἱὸν Καραλῆ, ἐμπήξας ἀκάνθας μεταξὺ ὀνύχων καὶ σαρκός. Διατάξατε, παρακαλῶ, ἀποσταλῆναι ἰατρὸς πρὸς ἐξέτασιν Φερεντίνου»....
§8ΜΠΑΣΙΑΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀνωτέρα ἀρχὴ, ἵνα καταγγείλωσι τὰς πράξεις ταύτας;
§9ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα θὰ ἰδῆτε.... Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἐξ Ἁγίου Βασιλείου Θεμιστοκλῆς Στράτος, συγγενὴς τῆς ἐν Βάλτῳ οἰκογενείας Στράτου, ἐτόλμησε ν’ ἀπευθύνῃ κατὰ τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ Παπαγεωργίου τὸ ἀναγνωσθὲν τότε εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα, ἀφαιροῦσι, κατὰ τὸ ἀνὰ χεῖράς μου πρὸς τὸν ἴδιον Ὑπουργὸν τηλεγράφημα, «ἐκ τοῦ ποιμνίου αὐτοῦ καὶ τοῦ Θεοδώρου Ζαφειρούλη 10 πρόβατα, διὰ τὰ ὁποῖα οὗτοι ζητοῦσιν ἀποζημίωσιν». Ἀπέναντι τῆς νέας ταύτης προκλητικῆς ἐπιθέσεως τῶν ὀργάνων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, φυσικὸν ἦτο νὰ ἀγανακτήσω καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶ· ἀλλ’ ὁ ἔλεγχος ὁ ἐν τῇ Βουλῇ, πολλάκις μάτην ἐνασκηθεὶς, τὰ ὄργανα ταῦτα τὰ κατέστησεν ἀγριώτερα καὶ ἐπιθετικώτερα, διότι οὐδὲν τούτων ἐτιμωρήθη ποτέ. Ἐνόμισα ὅθεν, ἐν στιγμῇ ἀγανακτήσεως εὑρεθείς, καὶ μὴ ἔχων ἕτερον προχειρότερον μέσον πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν ἀνθρώπων, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποταθῶ πρὸς τὸν Βασιλέα· ἀποτέλεσμα δὲ τῶν τηλεγραφημάτων τῶν παθόντων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοῦ ἰδικοῦ μου πρὸς τὸν Βασιλέα, καίτοι ἀγνοῶ, ἄν τοῦ πρὸς τὸν Βασιλέα ἔλαβε γνῶσιν ἡ Κυβέρνησις, ὑπῆρξε τὸ ἑξῆς· ὁ κύριος Ὑπουργὸς διέταξε τηλεγραφικῶς τὸν διοικοῦντα τὴν χωροφυλακὴν Βονίτσης ὑπομοίραρχον κ. Βόρσαν νὰ ἐνεργήσῃ προκαταρκτικὰς ἀνακρίσεις, καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὸ προϊὸν τῶν ἀνακρίσεων τηλεγραφικῶς ἐπίσης εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος, σπεύσας αὐτοπροσώπως, μεταβαίνει εἰς τὰς καλύβας τῶν παθόντων, ἐξετάζει, καὶ, ὡς ἐγνώσθη κατόπιν, αἱ καταγγελθεῖσαι πράξεις ἐβεβαιώθησαν πᾶσαι, καὶ τηλεγραφικῶς ἀνήγγειλεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ προϊὸν τῶν ἐνεργειῶν του. Ἔλαβε δὲ καὶ ταχυδρομικὴν διαταγὴν, προσκαλοῦσαν αὐτὸν νὰ ἐνεργήσῃ τακτικὰς ἀνακρίσεις. Ἐνεργεῖ καὶ ταύτας, καὶ ἀποστέλλει πάσας τὰς καταθέσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, σὺν ἐκθέσει τοῦ στρατιωτικοῦ ἰατροῦ κ. Γαβαλᾶ, βεβαιοῦντος, ὅτι αἱ ἐκ τῶν ῥαβδισμῶν κακώσεις τοῦ ἀνηλίκου Φερεντίνου, καταστρέψασαι τὰς σάρκας τοῦ σκέλους, θὰ κρατήσωσι κλινήρη τὸν παθόντα πλέον τοῦ μηνὸς, καὶ ἴσως καταστήσωσιν ἄχρηστον καὶ τὸ σκέλος. Ἀποτέλεσμα τῶν ἀνακρίσεων τούτων ὑπῆρξεν ἡ πρὸς τὸ θεαθῆναι ἐκτόπισις τοῦ ἐπόπτου τοῦ μεταβατικοῦ κ. Βάρσου, καὶ ἡ ἀποστολὴ τῶν καταθέσεων τούτων, ὡς ἤκουσα, εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, πρὸς ἐνέργειαν τῶν δεόντων. Ἀλλ’ αἴφνης, πρὶν ἢ ἔτι περατωθῶσιν αἱ ἀνακρίσεις, ὁ ὑπομοίραρχος Βόρσας τηλεγραφικῶς μετατίθεται εἰς Λακωνίαν, τῇ αἰτήσει τοῦ Δημάρχου Βονίτσης καὶ διότι ὁ ὑπομοίραρχος οὗτος δὲν ἐδέχθη, ἀπειλῶν τοὺς παθόντας, νὰ καλύψῃ τὰς παρεκτροπὰς τῆς διοικήσεως τοῦ μεταβατικοῦ, καὶ διότι εἶχε καταγγείλει εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν τὸν ἀστυνόμον Βονίτσης, ἀποκρύψαντα ἢ μὴ θελήσαντα νὰ συλλάβῃ συγχωρίους τού τινας, οἱ ὁποῖοι ἐτραυμάτισαν κατὰ τὴν κεφαλὴν καὶ τὴν χεῖρα ἕνα φιλήσυχον ἐκεῖ πολίτην καὶ ἀδελφὸν τοῦ ἐν Ἀθήναις ἀξιωματικοῦ κ. Φουσέκη.
§10ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τῶν πολιτῶν αὐτῶν τὰ ὀνόματα εἶναι γνωστὰ;
§11ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὰ ἐνθυμοῦμαι· τὰ γνωρίζει ἡ Εἰσαγγελία Λευκάδος, καὶ δύνασθε νὰ τὰ μάθητε. Μάτην οἱ κάτοικοι Βονίτσης καὶ Ζαβέρδας καὶ ὁλόκληρος ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος Βονίτσης τηλεγραφικῶς παρεκάλεσαν τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν μετάθεσιν ταύτην· ἡ μετάθεσις δὲν ἀνεκλήθη, καὶ ὁ κ. Βόρσας ἀνεχώρησεν ἐκεῖθεν, ἐξόριστος εἰς Λακωνίαν, πεισθεὶς καὶ οὗτος, ὡς καὶ ὁ προκάτοχος αὐτοῦ κ. Κηρύκος, ὁ πρὸ μηνῶν ἐκσφενδονισθεὶς, παρὰ τὰς τηλεγραφικὰς παραστάσεις τῶν κατοίκων, διότι δὲν ὑπήκουεν εἰς τὰς κακοήθεις ἐπιταγὰς τοῦ Δημάρχου, προστάτου τότε τῶν ἐγκληματιῶν καὶ τῶν λαθρεμπόρων, ὅτι ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος καὶ αἱ ἀποτελεσματικαὶ ἀμφοτέρων αὐτῶν ὑπὲρ τῆς δημοσίας τάξεως προσπάθειαι ἐν τῇ πλάστιγι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐβάρυνον ὀλιγώτερον τῆς ἀνάγκης, ἣν εἶχεν οὗτος, ἵνα διατελῇ ἡ χωροφυλακὴ Βονίτσης ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Δημάρχου. Ἀλλ’ ὁ Δήμαρχος Βονίτσης δὲν περιορίζεται εἰς τὴν ἐκτόπισιν μόνον τοῦ ἀνθυπομοιράρχου· προβαίνει καὶ περαιτέρω, καὶ μόλις βλέπει δημοσιευθὲν ἐν τῇ «Ἐφημερίδι» τῆς 15 Ἰανουαρίου τὸ τηλεγράφημά μου ἐκεῖνο πρὸς τὸν Βασιλέα, ἀμέσως προκαλεῖ ἀναφορὰν ἐναντίον μου, καὶ δίδει πρὸς ὑπογραφὴν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Δημαρχίας καὶ φίλους τινάς, καὶ εἰς φίλους μου ἀκόμη, ἀγνοοῦντας τί ὑπέγραφον, ὡς δύναται νὰ ἀποδειχθῇ, διατασσομένων ἀνακρίσεων περὶ τούτου, καὶ διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης διέψευδεν οὗτος τὸ περιεχόμενον τοῦ πρὸς τὸν Βασιλέα τηλεγραφήματός μου, ῥητῶς λέγων, ὅτι πάντα τὰ περιεχόμενα ἐν αὐτῷ εἶναι ἀνυπόστατα καὶ ψευδῆ, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ δύναμις προσηνέχθη ἄριστα καὶ μετὰ πολλῆς ἁβρότητος πρὸς τοὺς πολίτας, καὶ ὅτι ὁ ἐξ Ἀκαρνανίας ἀντιπρόσωπος, ὁ ἔχων νῦν τὴν τιμὴν νὰ ἀγορεύῃ πρὸς ὑμᾶς, πρὸς δυσφήμησιν τῆς Κυβερνήσεως, ὑποθάλπει τὰ ἐγκλήματα, τὰ προστατεύει καὶ γίνεται παραίτιος διαταράξεως τῆς δημοσίας τάξεως.
§12ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ σᾶς ἔλειπε!
§13ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, κ. Βουλευτά· διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Πρωθυπουργὸς, ἐπίσης, ὅταν ἐγὼ ἤμην Δήμαρχος Βονίτσης, γνωρίζει πολὺ καλῶς, ὅτι δὲν ἤμην ἐγὼ ὁ διαταράττων τὴν δημοσίαν τάξιν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἀλλ’ ἀπεναντίας διὰ μακροῦ τηλεγραφήματος μου εἶχον ζητήσει παρ’ αὐτοῦ «νὰ φροντίσῃ ὅπως λειτουργήσωσι καὶ ἐν Βονίτσῃ οἱ νόμοι, οἱ ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων του καὶ τοῦ κόμματός του ποδοπατούμενοι, βεβαιῶν ἄλλως, ὅτι ἤμην ἠναγκασμένος νὰ παραιτηθῶ». Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖται οὔτε εἰς τοῦτο ὁ Δήμαρχος, ἀλλὰ τῇ ἐγκρίσει τοῦ Νομάρχου Μεσολογγίου κ. Βαμπᾶ προβαίνει καὶ εἰς ἀνακρίσεις ἐναντίον μου ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰδίας του καταγγελίας.
§14ΡΑΛΛΗΣ. Ποῖος;
§15ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Δήμαρχος, εἶπον, συνεννοηθεὶς προηγουμένως μετὰ τοῦ Νομάρχου καὶ τῇ ἐγκρίσει αὐτοῦ· τὸ δὲ προϊὸν τῶν ἀνακρίσεων ἀποστέλλει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τοῦ κ. Μυκωνίου, τοῦ συνταγματάρχου, ὅστις ἐν τῷ μεταξὺ, διορισθεὶς ἀνώτερος ἐπόπτης τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων τοῦ νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας, ἔρχεται εἰς Βόνιτσαν, καταλύει εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Δημάρχου Βονίτσης καὶ ἐκεῖ αὐτὸς καὶ ὁ Δήμαρχος συσκέπτονται περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἔπρεπε ν’ ἀποκατασταθῇ ἡ δημοσία ἀσφάλεια καὶ καταδιωχθῇ ὁ διαταράττων αὐτὴν ἐξ Ἀκαρνανίας Βουλευτής.... Λαμβάνει λοιπὸν τὰς καταθέσεις ὁ κ. Μυκώνιος καὶ ἀποστέλλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καλεῖ τὸν Εἰσαγγελέα Λευκάδος εἰς τὸ τηλεγραφεῖον, συζητεῖ μετ’ αὐτοῦ ἐπὶ 2 ὥρας, τῷ γνωστοποιεῖ ὅτι ὁ Βουλευτὴς Βονίτσης εἶναι ὁ ἐμποδίζων τὴν προσέλευσιν τῶν φυγοδίκων, ὁ ὑποθάλπων τὴν φυγοδικίαν καὶ διαταράττων τὴν δημοσίαν τάξιν, συγχρόνως δὲ ἀπαιτεῖ παρ’ αὐτοῦ, νὰ τῷ παράσχῃ πᾶσαν συνδρομὴν καὶ ἐγκρίνῃ πάντα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα αὐτὸς ἤθελε λάβει πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς δημοσίας τάξεως, καὶ ἀπειλεῖ, ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, ὅτι θέλει ἀνακοινώσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι θέλει παραιτηθῆ, μὴ δυνάμενος νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του. Τὰ τελευταῖα ταῦτα γνωρίζω παρ’ αὐτοῦ τοῦ Μυκωνίου, διότι ἐγώ, ἀσθενῶν ὅτε ἦλθε, τῷ ἀπέστειλα τὸ ἐπισκεπτήριόν μου, καὶ αὐτὸς εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ ἐπισκεφθῇ καὶ μοὶ τὰ ἀνακοινώσῃ, ἀποκρύψας μόνον τὰ περὶ ἐμοῦ, ὡς προστάτου τῶν φυγοδίκων, διαβιβασθέντα παρ’ αὐτοῦ· μὲ παρακάλεσε δὲ νὰ τῷ παράσχω τὴν συνδρομήν μου, ὅπως ἀναγγείλῃ τοῦτο καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. «Κύριε συνταγματάρχα, τῷ εἶπον, δὲν ἔχω ἀνάγκην πιστοποιητικῶν. Οὔτε τὰ πιστοποιητικὰ τῶν μεταβατικῶν ἀποσμασμάτων Βονίτσης δύνανται νὰ μὲ ὠφελήσωσιν, οὔτε αἱ καταγγελίαι τοῦ Δημάρχου νὰ μὲ βλάψωσι. Λυποῦμαι, διότι αὔριον ἀναχωρῶ δι’ Ἀθήνας, ἀλλὰ, καὶ ἐνταῦθα ἐὰν ἔμενον, οὐδεμίαν ἔχω δύναμιν, ὅπως σᾶς συνδράμω εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός σας.» Ἐνόμισα δὲ, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ τῷ ἀνακοινώσω περιστατικά τινα, τὰ ὁποῖα, ὑποθέτων ὅτι πράγματι εἶχε τὴν θέλησιν νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν, ἐπίστευον ὅτι ἤθελον τῷ χρησιμεύσει. Τὴν ἐπιοῦσαν ὁ ἀνώτερος οὗτος ἐπόπτης στέλλει καὶ συλλαμβάνει τὸν γέροντα Τζουμάκην, τὸν ἀποστείλαντα τῷ κ. Πρωθυπουργῷ τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐτόλμησεν ἐκεῖνος νὰ παραπονεθῇ καὶ ἱκετεύσῃ, ὅπως τοὐλάχιστον σεβασθῶσι τὰς γυναῖκας, καὶ ἀποστέλλει αὐτὸν καὶ τὸν υἱόν του εἰς τὰς φυλακὰς Λευκάδος. Ἐννοῶν δὲ, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν ἠδύνατο νὰ τοὺς κρατήσῃ, μόνον διότι διέτρεφον δῆθεν τὰ μέλη τῶν οἰκογενειῶν Καραγκούνη καὶ Τζουμάνη, τὰ ὁποῖα ἐφυγοδίκουν, ἔπλασε μετὰ τοῦ Δημάρχου μίαν κατηγορίαν, καθ’ ἣν δῆθεν οὗτος περιέθαλπε τοὺς ληστὰς Εὐθύμιον Γάκην καὶ Κουρκούταν, ἐνῷ, πρέπει νὰ γνωρίζητε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι οὔτε ἦσαν ἐκεῖ τοιοῦτοι λησταὶ, οὔτε κατεδιώχθησαν ὑπὸ τῶν ἐποπτῶν Παπαγεωργίου καὶ Βάρσου τοιοῦτοι, οὔτε οἱ συλληφθέντες ὑπὸ τοῦ κ. Μυκωνίου νῦν κατηγγέλθησαν ἐπὶ τοιούτῳ λόγῳ μέχρι τότε, ἢ κατεδιώχθησαν ὑπὸ τοῦ Δημάρχου καὶ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως. Τὴν ἡμέραν δὲ, καθ’ ἣν ἔπραττε ταῦτα, ἀπέστειλεν ἕνα ἄλλον ἀξιωματικὸν, Τσιριγώτην, μὲ 22 στρατιώτας, οἱ ὁποῖοι ἐγκαθίστανται εἰς τὰς καλύβας τοῦ Καραγκούνη καὶ τοῦ Τζουμάνη, περιορίζουν τὰ ποίμνιά των, σφάζουν τὰ πρόβατά των, καὶ, ὅπως μοὶ ἀνήγγειλε πρὸ 3 ἡμερῶν ὁ ἐν Λευκάδι δικηγόρος των κ. Στεφανίτσης, βουλευτὴς ἄλλοτε καὶ εἷς τῶν ἐγκριτωτέρων ἐκεῖ δικηγόρων, ὁ συνταγματάρχης κ. Μυκώνιος συλλαμβάνει καὶ τὸν Σταῦρον Φερεντῖνον, διότι τούτου ὁ ἀδελφὸς ἦτο ὁ τηλεγραφήσας τῷ Πρωθυπουργῷ, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς Βάρσος κατέσχισε τὰς σάρκας τοῦ σκέλους του. Ἰδοὺ τί γράφει ὁ κ. Στεφανίτσης: «Προχθὲς συνελήφθη καὶ ὁ Σταῦρος Φερεντῖνος, ἤχθη εἰς τὴν ἀνάκρισιν καὶ προεφυλακίσθη, ἀπαγγελθείσης αὐτῷ κατηγορίας, ὅτι ὑποθάλπει τοὺς ληστὰς Γάκην καὶ Κουρκούταν, καὶ ἀποκρύπτει τοὺς φυγοδίκους Καραγκουναίους καὶ Τζουμαναίους. Χθὲς πάλιν ἔφερον καὶ ἄλλους συγγενεῖς εἰς τὴν ἀνάκρισιν. Ἀπεφάσισαν, φαίνεται, νὰ ἐρημώσουν τὸν τόπον. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ἐνεργῶ ὅ,τι ὁ νόμος ὑπαγορεύει.» Τὸ ἔνταλμα τῆς φυλακίσεως τὸ ὁποῖον ὁ ἀνακριτὴς ἐξέδωκε κατὰ τῶν συλληφθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Μυκωνίου, λέγει ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ ὁ Κωνστ. Τζουμάνης, ἐτῶν 70 γεωργὸς, καὶ Δημήτριος Τζουμάνης, ἐτῶν 28 ποιμὴν, κατηγοροῦνται, ὅτι μετ’ ἄλλων κτλ. ἀπὸ τῆς 1ης Νοεμβρίου 1889 μέχρι τῆς 22 Φεβρουαρίου 1890, ἐν γνώσει καὶ ἐξ ἰδιοτελείας ἀπέκρυπτον ἐν ταῖς οἰκίαις των τοὺς Θεόδωρον Καραγκούνην, Ἀνδρ. Καραγκούνην, Λεωνίδαν Καραγκούνην, Ἰωάν. Τζουμάνην κλπ. καὶ τοὺς ληστὰς Εὐθ. Γάκην καὶ Ἀθαν. Κουρκούταν, εὐκολύνοντες τὴν μὴ σύλληψίν των κλπ. οὕτω δὲ συνέτρεξαν κατὰ τὸ ἄνω χρονικὸν διάστημα οὐ μόνον τοὺς υἱοὺς καὶ ἐξ αἵματος συγγενεῖς των Τζουμαναίους, ἀλλὰ κτλ. καὶ τοὺς ληστὰς Γάκην καὶ Κουρκούταν....»
§16ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος εἶναι ὁ ἀνακριτής;
§17ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Σούγκρας, δημότης Ἀθηνῶν. Ὁ δὲ Ἀθαν. Γάκης, ἀδελφὸς τοῦ φυγοδίκου, ἢ λῃστοῦ κατὰ τὸ ἔνταλμα, κατηγορεῖται, ὅτι «ἀπὸ τῆς 1ης Νοεμβρίου 1889 μέχρι τῆς 22 Φεβρουαρίου 1890 ἀπέκρυπτεν οὐ μόνον τὸν ἀδελφόν του ληστὴν Εὐθ. Γάκην, ἀλλὰ καὶ τὸν ληστὴν Κουρκούταν καὶ τοὺς φυγοδίκους Θ. Καραγκούνην, Ι. Τζουμάνην κλπ.» Περὶ αὐτοῦ δὲ μοὶ γράφουσιν ἐκ Λευκάδος χθὲς, ὅτι εἶχε κατακρατηθῆ, διὰ τὴν ὑπόθεσιν φαίνεται τοῦ ἀδελφοῦ του, ἐν Τρικκάλοις καὶ «ἀπεφυλακίσθη τὴν 10 Νοεμβρίου 1889, ἦλθεν εἰς τὸν δῆμον Ἀνακτορίων τὴν 2 Δεκεμβρίου, ἔμεινε 5 ἡμέρας εἰς τὴν οἰκίαν του καὶ ἔπειτα ἀνεχώρησε διὰ τὴν ἐπαρχίαν Βάλτου καὶ δῆμον Θυάμου διὰ ζωεμπόριον τράγων, καὶ πάλιν ἦλθεν εἰς Βόνιτσαν εἰς τὰ τέλη Ἰανουαρίου, κἀνεὶς δὲ δὲν τὸν καταδίωξεν, οὔτε ὁ ἀνθυπασπιστὴς Παπαγεωργίου, οὔτε ὁ ἐπόπτης Βάρσος, οὔτε ἡ Ὑπομοιραρχία, διότι οὔτε ὁ φυγόδικος ἀδελφός του ἦτο εἰς Βόνιτσαν, καὶ τώρα τὸν κατηγοροῦν, ὅτι ὑποθάλπει ληστὰς ἀπὸ τὴν 1 Νοεμβρίου, διὰ νὰ ἀποδείξουν, ὅτι εἶναι ἐδῶ λησταὶ καὶ ἠμπορέσουν μὲ αὐτὴν τὴν πρόφασιν νὰ φυλακίσουν καὶ τοὺς Καραγκουναίους καὶ Τζουμαναίους καὶ τὸν Σταῦρον Φερεντῖνον καὶ λοιποὺς ἐχθροὺς τοῦ Δημάρχου, χωρὶς μάρτυρας, ἀλλὰ μόνον μὲ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐπόπτου.» Δι’ ἑτέρας δὲ ἐπιστολῆς μοὶ καθιστῶσι γνωστὸν, ὅτι ἐκτὸς τῶν ἀνακρίσεων, τῶν ὁποίων ὁ Δήμαρχος Βονίτσης ἐπελήφθη κατ’ ἐμοῦ, ἐνεργεῖ τοιαύτας καὶ ὁ ἀνακριτὴς Λευκάδος, ὁ ὁποῖος ἐκάλεσεν ἐκεῖ, καθ’ ὑπόδειξιν τοῦ Δημάρχου Βονίτσης, μάρτυράς τινας, τοὺς ὁποίους ἐξήτασεν, εἷς δὲ τῶν μαρτύρων τούτων εὑρίσκεται πρός με εἰς θέσιν τοιαύτην, ὥστε οὔτε χαιρετισμὸν κἂν ἀνταλλάσσομεν, διότι ἔτυχε νὰ ἦμαι μάρτυς κατηγορίας κατὰ τοῦ υἱοῦ του, καταγγελθέντος πρό τινος ὑπὸ ἀνθυπιάτρου τινὸς ἐπὶ ἀποπείρᾳ ἀναιρέσεως. Οὗτος δὲ δὲν ἠθέλησε νὰ ὑπογράψῃ τὴν κατάθεσιν, ἣν συνέταξεν ὁ κ. ἀνακριτὴς, εἴτε διότι ὁ ἀνακριτὴς προσέθηκε πράγματα, τὰ ὁποῖα αὐτὸς δὲν κατέθεσεν, εἴτε διότι παρέλειψεν ἄλλα, τὰ ὁποῖα αὐτὸς εἶπε. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον ταῦτα εἶναι ἀληθῆ, ἀλλ’ ἐπειδὴ μοὶ τὰ γράφουσι, τὰ ἀναφέρω. Πάντα ταῦτα ἀνακαλοῦσιν εἰς τὴν μνήμην σας, δὲν ἀμφιβάλλω, τὰ διαδραματισθέντα ἐν Βάλτῳ κατὰ τὸ ἔαρ τοῦ 1888 κατὰ τῶν πολιτευομένων ἐν Βάλτῳ καὶ τῶν κατοίκων. Καὶ ἔχω καθῆκον, λαμβάνων ἀφορμὴν σήμερον, νὰ ἐκθέσω ταῦτα πρὸς ὑμᾶς ἐν συντόμῳ. Καίτοι παρεκάλεσα δὲ κατὰ τὰς δύο ληξάσας τελευταίας τακτικὰς Συνόδους τοὺς κκ. Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσωσι τὰς δικογραφίας, τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν φυλάκισιν τοῦ πρώην βουλευτοῦ Στράτου καὶ τῶν λοιπῶν Δημάρχων, καὶ ἄλλα ἔγγραφα, σχετικὰ πρὸς τὴν ἐνέργειαν τοῦ Νομάρχου κ. Βαμπᾶ καὶ τῶν λοιπῶν δικαστικῶν ὀργάνων, οὔτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὔτε ὁ κ. ἐπὶ τῆς Διοκαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐνόμισαν πρέπον νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των τοῦτο. Ἀλλὰ πρὸ τούτου εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λύσω ἀπορίαν σας τινὰ, ἀπαντῶν οὕτω καὶ εἰς τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπηύθυνεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, πόθεν ἔλαβεν ἀφορμὴν ὁ Δήμαρχος Βονίτσης καὶ ἐπεχείρησε διὰ τῶν ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα εἶχεν ὑπὸ τὰς διαταγάς του, τὴν ἀπηνῆ καταδίωξιν καὶ κατ’ ἄλλων, ἀλλ’ ἰδίως κατὰ τῶν οἰκογενειῶν Καραγκούνη καὶ Τζουμάνη. Τρία ἢ τέσσαρα μέλη τῶν οἰκογενειῶν τούτων ἦσαν φυγόδικοι. Ἀλλὰ τί ἔπραξαν καὶ διατὶ ἐφυγοδίκουν, ἢ μᾶλλον διατὶ δὲν προσήρχοντο, καλούμενοι ὑπὸ τοῦ ἀνακριτοῦ, νὰ ἐξετασθῶσι; Διότι βούλευμα ἔτι δὲν εἶχεν ἐκδοθῆ. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι σπουδαιότατον, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἰδίως τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ μὲ τιμήσωσι διὰ τῆς προσοχῆς των, διότι θέλουσι πεισθῆ ἐκ τοῦ περιστατικοῦ τούτου, πῶς διαχειρίζονται τὴν ὑπόληψιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκεῖνοι, πρὸς οὓς αὕτη παρέδωκε τὴν διοίκησιν τῆς πατρίδος μας. Εἷς κτηνοτρόφος ἐκ τοῦ ἰδίου χωρίου, Κατσαμπίρης ὀνόματι, ἐζήτησε πρό τινων μηνῶν εἰς γάμον ἀδελφὴν τῶν ἀδελφῶν Καραγκούνη, ἀλλὰ καὶ οὗτοι καὶ ἡ χήρα μήτηρ των καὶ ἡ κόρη ἀπεποιήθησαν εὐσχήμως. Σημειώσατε, ὅτι ἡ οἰκογένεια Καραγκούνη εἶναι ἐκ τῶν εὐπορωτέρων τοῦ δήμου καὶ φιλησυχοτέρων, ἔχει περὶ τὰ χίλια πρόβατα καὶ χίλια στρέμματα ἀγρῶν, οὐδέποτε δὲ διέπραξε πρᾶξιν ἐγκληματικήν. Ὁ Κατσαμπίρης οὗτος, στενὸς φίλος καὶ ὀπαδὸς τοῦ Δημάρχου, ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ κατορθώσῃ τὸν σκοπόν του, ἀπάγων αὐτήν, ἀλλ’ ἀπέτυχεν· ἀποπειρᾶται κατόπιν νὰ φονεύσῃ ἕνα τῶν ἀδελφῶν, ἀλλὰ πάλιν ἀποτυγχάνει. Τότε ὁ μεγαλείτερος ἐκ τῶν ἀδελφῶν, ὁ φυγόδικος Θεόδωρος Καραγκούνης, προσέρχεται εἰς τὸν Δήμαρχον, τοῦ ὁποίου ἦτο φίλος μέχρις ἐκείνης τῆς στιγμῆς, καὶ τὸν παρακαλεῖ νὰ τὸν προστατεύσῃ, ὅπως τιμωρηθῇ ὁ ἀδικήσας αὐτόν· ἀλλ’ ὁ Δήμαρχος τὸν συμβουλεύει νὰ συμβιβασθῇ μὲ τὸν Κατσαμπίρην, δίδων αὐτῷ τὴν ἀδελφήν του. Βλέπων οὗτος, ὅτι ἡ τοπικὴ ἀρχή, ἔχουσα ὑπὸ τὰς διαταγάς της καὶ πάντα τὰ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως, ἦτο διατεθειμένη νὰ προστατεύσῃ τὸ ἐχθρόν του, ἀπέσχε νὰ τὸν καταγγείλῃ, ἀλλ’ ἐκεῖνος ἀποπειρᾶται μίαν ἡμέραν νὰ φονεύσῃ καὶ τοῦτον, καὶ τότε ἀπελπισθεὶς μεταβαίνει εἰς Λευκάδα καὶ ἐγχειρίζει εἰς τὸν Εἰσαγγελέα μήνυσιν ἐπὶ ἀποπείρᾳ ἀπαγωγῆς τῆς ἀδελφῆς του καὶ ἐπὶ ἀποπείρᾳ φόνου κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ του καὶ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ οἰκογένεια τοῦ Κατσαμπίρη τούτου εἶχε δοσοληψίας τινὰς καὶ μὲ τὸν φυγόδικον Γάκην, διότι ἓν μέλος τῆς οἰκογενείας ταύτης ἐφόνευσεν ἕνα ἐξάδελφον τοῦ φυγοδίκου Γάκη, ὅστις πρὸ πολλῶν μηνῶν ἐλθὼν ἐκ Βάλτου ἐνεδρεύει καὶ φονεύει ἕνα ἐκ τῆς οἰκογενείας Κατσαμπίρη, ἀγνοῶ ἂν τὸν φονέα τοῦ ἐξαδέλφου ἢ ἕτερον μέλος. Ὁ Δήμαρχος, εὑρὼν τὴν εὐκαιρίαν αὐτὴν, συμβουλεύει τὴν οἰκογένειαν Κατσαμπίρη νὰ καταγγείλῃ ἐκτὸς τοῦ Γάκη καὶ τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας Καραγκούνη καὶ Τζουμάνη, ἵνα τὰ ἐκφοβίσῃ καὶ ἐξαναγκάσῃ νὰ συμβιβασθῶσι μετὰ τοῦ ἐχθροῦ των. Ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ ὁ Κατσαμπίρης ἔλαβε μέρος καὶ εἰς μίαν διπλῆν ἀνθρωποκτονίαν ἐν τῷ χωρίῳ Τρύφου τοῦ δήμου Ἐχίνου, κατώρθωσε δὲ νὰ ἀπαλλαγῇ διὰ βουλεύματος, τῇ συνδρομῇ τῶν συγγενῶν τῶν φονευθέντων, εἰς τοὺς ὁποίους ὑπέδειξε καὶ τοὺς λοιποὺς αὐτουργούς, τοὺς ὁποίους ἐκεῖνοι ἠγνόουν. Ἐννοεῖται, ὅτι κατὰ τούτου καὶ κατὰ τῶν συγγενῶν του συναυτουργῶν ἐξεδόθησαν ἐντάλματα, ἀλλὰ παραδόξως ἐξεδόθησαν τοιαῦτα καὶ κατὰ τῶν ἀδελφῶν Καραγκούνη καὶ ἀδελφῶν Τσουμάνη, καὶ τὸ παραδοξότερον εἶναι, ὅτι ὁ ἀνακριτὴς ὡμολόγησεν, ὅτι τὰ ἐντάλματα ταῦτα κατὰ Καραγκούνη καὶ Τσουμάνη ἐξέδωκεν, οὐχὶ διότι ἐπείσθη, ὅτι ἦσαν ἔνοχοι, ἀλλὰ διότι ὁ Δήμαρχος Βονίτσης τὸν ἔπεισεν ὅτι θὰ προσενέγκῃ ὑπηρεσίαν εἰς τὸν δῆμον, ἂν ἐξέδιδε καὶ κατ’ αὐτῶν τῶν ἀθώων ἐντάλματα, διότι οὕτω μόνον θὰ ἠδύνατο ὁ Δήμαρχος νὰ συμβιβάσῃ τὰς δύο ἀντιπάλους οἰκογενείας καὶ θὰ προελαμβάνοντο νέα ἐγκλήματα. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ ἀνακριτὴς ἔπραξε τοῦτο ἐπὶ καλῇ τῇ πίστει καὶ ἐλαυνόμενος ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας νὰ προλάβῃ νέα ἐγκλήματα, ἄλλο δὲ εἶναι τὸ ζήτημα, ἂν ἐπέκειντο ἀληθῶς νέα ἐγκλήματα, ἂν προελαμβάνοντο οὕτω ταῦτα, ἂν ἦτο ὀρθὸν νὰ προληφθῶσι διὰ τῆς ἐνοχοποιήσεως ἀθώων, ἂν ἔστεργον οἱ παθόντες νὰ συμβιβασθῶσι καὶ ἂν εἶχε συμφέρον ἡ κοινωνία εἰς τὴν τοιουτότροπον λύσιν τῶν τοιούτων ὑποθέσεων. Ἀσχέτως πρὸς τὰ ζητήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶναι λίαν σοβαρὰ καὶ περὶ ὧν ἀπέχω νὰ φέρω κρίσεις καὶ νὰ προκαλέσω συζήτησιν, διότι καὶ ἀνεπίδεκτα εἶναι συζητήσεως καὶ λυπηραὶ θὰ ἦσαν διὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος μας αἱ κρίσεις, ἀσχέτως, λέγω, πρὸς τὰ ζητήματα ταῦτα, ὀφείλω νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὁ ἀνακριτὴς ἐνήργησεν ἐπὶ καλῇ τῇ πίστει καὶ ὅπως προλάβῃ νέα ἐγκλήματα. Οἱ παθόντες ὅμως, καθ’ ὧν τὰ ἐντάλματα, ἀγνοοῦντες τὰς ἀγαθὰς προθέσεις τοῦ ἀνακριτοῦ, ἠρνήθησαν νὰ προσέλθωσι ζητούμενοι, διότι γνωστὴ ἦτο εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα καὶ ἡ ποιότης τοῦ Δημάρχου καὶ ἡ εἰς τὰ τοιαῦτα ἀνάμιξίς του, γνωστὴ δὲ ἦτο οὐ μόνον εἰς τὴν κοινωνίαν Βονίτσης καὶ Λευκάδος, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλον τὸν δικαστικὸν κόσμον Λευκάδος ὅτι ἐπὶ καταβολῇ χρημάτων ἐπροστάτευε καὶ τοὺς λαθρεμπόρους καὶ πάντας τοὺς ἐγκληματίας ὁ Δήμαρχος, ὄργια τελῶν διὰ τοῦ πρώην ἀνακριτοῦ ἐπὶ συνεταιρισμῷ, καὶ ἕνεκα τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προεκάλεσε διὰ τοῦ ἐκεῖ Εἰσαγγελέως τὴν μετάθεσιν τοῦ ἀνακριτοῦ ἐκείνου, ὅτε ὁ Δήμαρχος Βονίτσης δὲν ἦτο ἔτι φίλος τῆς Κυβερνήσεως· ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου οἱ φυγόδικοι, πιστεύοντες ὅτι τὰ ἐντάλματα ἐξεδόθησαν τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἐχθροῦ των Δημάρχου, δὲν προσήρχοντο, ἀλλ’ ἐνήργουν διὰ τοῦ δικηγόρου των νὰ ἐκδοθῇ οἱονδήποτε βούλευμα, ἵνα μὴ παραταθῇ ἡ ὑποδικία των, καὶ ἐνήργουν συγχρόνως, ὥστε νὰ κληθῶσι μάρτυρες αὐτοὶ οἱ συγγενεῖς τοῦ φονευθέντος, ὁ ἐπ’ ἀδελφῇ δηλαδὴ γαμβρὸς καὶ ὁ ἀδελφός του, οἱ ὁποῖοι, μαθόντες ὅτι καὶ οὗτοι κατηγγέλθησαν μετὰ τοῦ φυγοδίκου Γάκη, διεμαρτυρήθησαν ἐντόνως, γνωρίζοντες τὴν ἀθωότητά των· ἀλλ’ ὁ δικηγόρος των, οὗ ἐμνημόνευσα πρὸ μικροῦ, ἔγραφε τῇ 14 Φεβρουαρίου (ἀναγινώσκει): «Καθ’ ἑκάστην μεταβαίνω εἰς τὴν ἀνάκρισιν καὶ φωνάζω διὰ τὴν ὑπόθεσιν Καραγκούνη καὶ λοιπῶν· ὑπέβαλον ὅλας τὰς αἰτήσεις περὶ ἐξετάσεως τῶν μαρτύρων, ἀλλὰ μ’ ὅλα ταῦτα ἡ ἀνάκρισις βραδυπορεῖ, καὶ τοῦτο, διότι δὲν εὑρίσκει ὕλην ἐνοχῆς· ὁ Λεωνίδας Καραγκούνης προεφυλακίσθη ἀδίκως· θ’ ἀπαλλαγῇ βεβαίως, ἀλλὰ τίς οἶδε πότε». Μεταξὺ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα μοὶ ἀνηγγέλθη προχθές, ὅτι ὁ κ. Μυκώνιος συνέλαβε καὶ ἀπέστειλεν εἰς τὰς φυλακὰς Λευκάδος, εἶναι, ὡς εἶπον, καὶ ὁ Σταῦρος Φερεντῖνος, ὡς ὑποθάλπων τοὺς φυγοδίκους Καραγκούνην, Τσουμάνην καὶ τοὺς ληστὰς Γάκην καὶ Κουρκούταν. Διὰ νὰ κατανοήσητε δὲ, ὑπὸ ποῖον πνεῦμα ὁ κ. Μυκώνιος εἰργάσθη, ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρω, ὅτι τὴν ἐπιοῦσαν τῆς εἰς Βόνιτσαν ἐλεύσεώς του ἐκάλεσε τὸν Σταῦρον Φερεντῖνον, ὁ ὁποῖος, ὡς προεῖπον, μέχρι τῆς 22 Φεβρουαρίου παρ’ οὐδενὸς κατηγορήθη ἢ κατεδιώχθη, ὅτι ὑπέθαλπε φυγοδίκους ἢ ληστὰς, καὶ τὸν παρήγγειλε νὰ παρουσιάσῃ τοὺς φυγοδίκους Καραγκούνη, αὐτὸς δὲ τῷ εἶπε: «Κύριε Μυκώνιε, ἐγὼ δὲν εἶμαι συγγενής των· ποίαν δύναμιν ἔχω, ἢ ποίαν ἐπιῤῥοὴν, ὅπως τοὺς παρουσιάσω; ἐμὲ καλεῖτε κατ’ εἰσήγησιν τοῦ ἐχθροῦ μου Δημάρχου, διότι ἡ σύζυγός μου εἶναι συγγενής των, ἀλλ’ ἡ σύζυγός μου ἔχει ἀδελφοὺς, οἱ ὁποῖοι δύνανται πλειότερον νὰ ἐπηρεάσωσιν αὐτοὺς, πρώτους ὄντας ἐξαδέλφους· ἐκτὸς τούτου οἱ φυγόδικοι ἔχουν γαμβροὺς ἐπ’ ἀδελφαῖς, τοὺς ὁποίους δύνασθε νὰ καλέσητε καὶ προτρέψητε νὰ παρουσιάσωσι τοὺς συγγενεῖς των.» Ἀλλ’ ὁ κ. Μυκώνιος ἀπήντησεν, ὅτι ὁ Δήμαρχος Βονίτσης τοῦ εἶπεν, ὅτι ἐκεῖνοι δὲν δύνανται νὰ ἔλθουν, διότι ὁ εἷς εἶναι ἀσθενὴς καὶ ὁ ἕτερος δὲν εἶναι ἐκεῖ. Σημειώσατε, ὅτι οὗτοι πάντες εἶναι πολιτικοὶ φίλοι τοῦ Δημάρχου καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τῆς φυλακίσεως καὶ τοῦ Σταύρου Φερεντίνου. Ἀλλ’ ὅπως, κύριοι Βουλευταὶ, πεισθῆτε πλειότερον περὶ τῶν προθέσεων, τὰς ὁποίας εἶχεν ὁ κ. Μυκώνιος, ἐλθὼν ἐκεῖ, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σᾶς ἐκθέσω καὶ ἕτερον περιστατικὸν, ἀφορῶν εἰς δύο φυγοδίκους ἐκ τῆς οἰκογενείας Ζαφειρούλη ἐξ Ἁγίου Βασιλείου καὶ ἐξ ὅσων θὰ σᾶς εἴπω θὰ ἰδῆτε, ὅτι ὁ ἀνώτερος οὗτος ἐπόπτης τοῦ μεταβατικοῦ συνετέλεσεν εἰς τὴν ἐκκρεμότητα τῆς δίκης καὶ τὴν παράτασιν τῆς φυγοδικίας. Κατὰ μίαν σκοτεινὴν καὶ βροχερὰν χειμερινὴν νύκτα πρὸ ἓξ ἐτῶν διὰ τῆς θύρας μιᾶς ἰσογείου οἰκίας πυροβολήσας τις χωρικόν τινα τοῦ Ἁγίου Βασιλείου τοῦ ἔθραυσε τὸ γόνυ ἑνὸς τῶν σκελῶν· οἱ γείτονες τρέξαντες τὸν ἠρώτησαν τίς ἐπυροβόλησεν, ἀλλ’ αὐτὸς τοῖς ἀπεκρίθη, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ ἴδῃ, τίς ἔξωθεν ἐπυροβόλησεν· ἐν τούτοις τὴν ἐπιοῦσαν προτρέπεται ὑπὸ συγγενῶν του ἐχθρῶν τῶν Ζαφειρουλαίων νὰ τοὺς καταγγείλῃ, καὶ εἰς τὸν μεταβάντα ἐκεῖ ἀνακριτὴν λέγει, ὅτι, ὅταν τὸν ἐπυροβόλησαν, ἠγέρθη, ἐβάδισεν, ἤνοιξε τὴν θύραν καὶ εἶδε τὸν πυροβολήσαντα. Ἡ Εἰσαγγελία Λευκάδος διὰ προτάσεώς της πρὸς τὸ Συμβούλιον εἶπεν, ὅτι ὁ μάρτυς οὗτος ἀποδεικνύεται ψευδόμενος, διότι ἦτο ἀδύνατον ἔχων τὸ γόνυ τεθραυσμένον νὰ ἐγερθῇ καὶ νὰ βαδίσῃ, ἐκτὸς δὲ τούτου θὰ ἦτο καὶ μωρὸς, τοῦτο πράττων, διότι εὔκολον θὰ ἦτο εἰς τοὺς ἔξω ἱσταμένους νὰ τὸν φονεύσωσιν, ἅμα ὡς ἤνοιγε τὴν θύραν· τὸ δὲ Συμβούλιον τοὺς ἀπαλλάττει πρὸς καιρὸν τῆς καταδιώξεως. Πρὸ μηνῶν προτρέπεται ἡ χήρα τοῦ ἀποθανόντος ἐκ τοῦ τραύματος νὰ ἀνανεώσῃ τὴν μήνυσιν, καὶ προτείνει νέον μάρτυρα τὸν ἀδελφόν της, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι ἤκουσε παρὰ τοῦ παθόντος ὅ,τι ἐκεῖνος κατέθηκεν ἄλλοτε περὶ τῶν δύο ἐκείνων κατηγορουμένων. Αὐτοὶ κληθέντες προσέρχονται, ἐξετάζονται καὶ ἀπολύονται, χωρὶς νὰ ἐκδοθῶσιν ἐντάλματα προφυλακίσεως, διότι οὐδὲν προέκυπτε περὶ ἐνοχῆς αὐτῶν· ἀλλὰ τὸ Συμβούλιον ἐκδίδει βούλευμα παραπομπῆς, τὸ ὁποῖον ἀνακόπτει ὁ δικηγόρος, καὶ τὸ Ἐφετεῖον διατάσσει νὰ ἐξετασθῶσιν οἱ ἰατροὶ, οἱ ὁποῖοι εἶδον τὸν παθόντα, ἐὰν ἠδύνατο νὰ βαδίσῃ καὶ νὰ ἀνοίξῃ τὴν θύραν, ὡς καὶ οἱ προταθέντες μάρτυρες ὑπερασπίσεως· ἀλλ’ ἐπειδὴ οἱ κατηγορούμενοι ἦσαν ἐχθροὶ τοῦ Δημάρχου, οἱ μάρτυρες μετὰ παρέλευσιν μηνῶν ἐξητάσθησαν, ἀλλ’ ἔμενεν ἔτι ἐκκρεμὴς, διότι εἷς ὑπολειπόμενος, ὁ Ἰωάννης Κομποτιάτης, μάρτυς κατηγορίας, καίτοι ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου ἦτο ἐκδεδομένον ἔνταλμα βιαίας προσαγωγῆς, δὲν προσήρχετο, οὔτε συνελαμβάνετο ὑπὸ τῆς μεταβατικῆς ὑπηρεσίας, ὅπως παρατείνηται ἡ φυγοδικία τῶν κατηγορουμένων καὶ κακοποιῶνται ἐν τῷ μεταξὺ οἱ συγγενεῖς των, ἕως οὗ ἀναγκασθῶσι νὰ γίνωσι φίλοι τοῦ Δημάρχου. Ὁ κ. Μυκώνιος πρὸς τὸ θεαθῆναι τὸν συλλαμβάνει ἐν Βονίτσῃ καὶ ἐν πλήρει μεσημβρίᾳ δι’ ἀποσπάσματος στρατιωτικοῦ. Οὗτος καλεῖ τὸν Δήμαρχον εἰς τὴν φυλακὴν, ὁ Δήμαρχος εὑρίσκει τὸν Μυκώνιον καὶ ὁ κ. Μυκώνιος τὸν ἀπολύει, πρὸς ἔκπληξιν πάντων τῶν πολιτῶν. Ἐγὼ, ἀναχωρῶν ἐκ Βονίτσης, παρήγγειλά τινα νὰ μοὶ τηλεγραφήσῃ, καὶ προχθὲς ἔμαθον τῳόντι ἐκ τοῦ ἀνὰ χεῖράς μου τηλεγραφήματος, ὅτι «ὁ μάρτυς οὗτος ἀκόμη δὲν ἐξητάσθη». Ἐνῷ δὲ ὁ κ. Μυκώνιος παρὰ τὸν νόμον καὶ τὸ καθῆκον, ὅπερ εἶχεν, ἀπολύει τὸν συλληφθέντα μάρτυρα, κατὰ τοῦ ὁποίου ὑπῆρχεν ἔνταλμα βιαίας προσαγωγῆς, συλλαμβάνει μετὰ παρέλευσιν ἡμερῶν τοὺς συγγενεῖς καὶ τοὺς στέλλει εἰς τὰς φυλακὰς Λευκάδος, ὡς ἀποκρύπτοντας τοὺς φυγοδίκους, κατὰ τὴν ἀνὰ χεῖράς μου ἐπιστολὴν, ἣν ἀναγινώσκω. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο. Ἵνα ἀποδείξω ὁποῖαι εἶναι αἱ ἐνέργειαι τοῦ κ. Μυκωνίου, πρέπει νὰ σᾶς εἴπω καὶ ἕτερον περιστατικόν. Προσῆλθον 2–3 φυγόδικοι εἰς αὐτὸν διὰ τοῦ Δημάρχου Βονίτσης, ὅτε ἤμην ἐκεῖ. Διατὶ ὁ Δήμαρχος οὗτος, ἔχων τὴν δύναμιν νὰ προσαγάγῃ τοὺς φυγοδίκους εἰς τὴν ἐξουσίαν, δὲν ἔπραξε τοῦτο πρὸ μηνῶν, δὲν γνωρίζω. Ἐν τούτοις εἷς ἐξ αὐτῶν ἀπολύεται ὑπὸ τοῦ ἀποσπάσματος τοῦ κ. Μυκωνίου, καίτοι εἶχε παραπεμφθῆ διὰ βουλεύματος τῶν Ἐφετῶν ἐπὶ διπλῇ ἀνθρωποκτονίᾳ. Ὁ κ. Μυκώνιος εἶπε κατόπιν, ὅτι ἔφυγεν· ἐν τούτοις κατόπιν ἀπέστειλε 40 στρατιώτας εἰς τὸ χωρίον του, οἱ ὁποῖοι πιέζουσι τοὺς συγγενεῖς του, ἵνα παραδώσωσι τὸν ἀπολυθέντα φυγόδικον. Δι’ ὀλίγων νῦν θὰ ἐκθέσω τὰ κατὰ τὴν ἐπιδρομὴν τῶν ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς ἐπαρχίας Βάλτου καὶ Βονίτσης. Πάντες ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ τὸ τέλος Φεβρουαρίου 1888 ὁ Νομάρχης Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κ. Βαμμᾶς, ὁ Εἰσαγγελεὺς παρὰ τοῖς ἐν Πάτραις Ἐφέταις κ. Μπούφης, ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Μεσολογγίῳ Πρωτοδικῶν κ. Σπηλιωτόπουλος καὶ ὁ πρωτοδίκης κ. Νικολόπουλος, ὡς προσωρινὸς ἀνακριτὴς, σπεύδουσιν εἰς Καρβασαρᾶν, ἀντικαθιστῶσι τὸν συνταγματάρχην κ. Κακλαμάνον, τέως ἀνώτερον ἐπόπτην τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων Ἀκαρνανίας καὶ Αἰτωλίας, διὰ τοῦ λοχαγοῦ κ. Γ. Γκιόκα, συλλαμβάνουσι τὸν πρώην Βουλευτὴν καὶ Νομάρχην Ἄρτης κ. Κ. Στράτον, φυλακίζουσι τοὺς Δημάρχους Ἀμβρακίας καὶ Στράτου κκ. Καραγιαννόπουλον καὶ Αὐδῆν, ἀπειλοῦσι τὸν Δήμαρχον Θυάμου κ. Σκυλοδῆμον διὰ φυλακίσεως, σφάζουσι καὶ δεκατίζουσι τὰ πρόβατα τῆς χήρας τοῦ συνταγματάρχου Σκυλοδήμου, τῆς ὁποίας ὁ ἀνεψιὸς ἦτο Δήμαρχος Θυάμου, ἐγχειρίζουσιν εἰς τὸν λοχαγὸν Γκιόκαν 100 ἐντάλματα φυλακίσεως, μὴ περιέχοντα τὰ ὀνόματα τῶν μελλόντων νὰ φυλακισθῶσιν, ἵνα τὰ συμπληρώσῃ οὗτος κατ’ ἀρέσκειαν, καὶ ἀναστάτους καθιστῶσι τὰς ἐπαρχίας Βονίτσης καὶ Βάλτου.
§18ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐντάλματα χωρὶς ὀνομάτων;
§19ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί· καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Ἴσκου, ἐὰν ἦναι ἐδῶ.
§20ΙΣΚΟΣ. Μάλιστα, χωρὶς ὀνομάτων.
§21ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σπεύδω, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ παρουσιάσω ἐνώπιόν σας μέρος τῶν παθόντων τούτων, ἐκτιθέντων τὰς κατ’ αὐτῶν βιαιοπραγίας ταύτας τῆς ἐξουσίας (ἀναγινώσκει): «Ἀξιότιμε κ. Σακελλαρόπουλε! «Παπαδάτου (τοῦ δήμου Ἐχίνης) τῇ 9 Ἰανουαρίου 1889. «Εἴδομεν εἰς ἐφημερίδας, ὅτι ἐπανειλημμένως ἐκάματε ἐπερωτήσεις ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τῶν ὑπαρξάντων τότε παραπόνων ἐκ μέρους πολιτῶν τῶν ἐπαρχιῶν Ἀκαρνανίας καὶ Βάλτου, κατὰ τοῦ τότε ἀνωτέρου ἐπόπτου Γ. Γκιόκα λοχαγοῦ, ὡς μεταχειρισθέντος ὄχι μόνον ἔκνομα, ἀλλὰ καὶ βάρβαρα μέτρα κατὰ πολιτῶν. «Ἐπειδὴ νομίζομεν ὅτι εἴμεθα εἰς καλλιτέραν θέσιν ὅλων τῶν ἄλλων κοινοτήτων, καθόσον τὰς μεγαλειτέρας βιαιοπραγίας ὑπέστημεν ἡμεῖς, σᾶς γνωρίζομεν ἐν περιλήψει ὅσα ὑπέστημεν, ὅπως ἦσθε εἰς θέσιν νὰ συστήσητε τοὐλάχιστον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μὴ ἐπαναληφθῶσι τὰ τοιαῦτα, διὰ τῆς τιμωρίας τῶν διαπραξάντων αὐτά. «Ὁ κ. ἐπόπτης, ἅμα ἀνέλαβε, κατὰ τὰς ἀρχὰς Φεβρουαρίου μέχρι τέλους Μαΐου (1888) μᾶς ὑπεχρέωσεν, ὅπως νυχθημερὸν ἅπαντες οἱ ἄνδρες περιπολῶσιν· εἰς μάτην παρεκαλούσαμεν αὐτὸν ἵνα ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς ἡμίσεις νὰ καλλιεργῶσι, καὶ τοιουτοτρόπως ἐπῆλθεν ἡ μεγίστη δυστυχία, εἰς ἣν διατελοῦμεν, ἕνεκεν τῆς μὴ καλλιεργείας μας τῶν ὀψίμων καὶ τῶν καπνῶν. Κατὰ δὲ τὸν Ἀπρίλιον, μὴ ἀρκεσθεὶς εἰς τοῦτο, ἐλθὼν εἰς Κατούναν, διέταξε καὶ συνέλεξαν τὰ ἀποσπάσματα ὅλα τὰ ποίμνια τοῦ δήμου καὶ ἰδίως τὰ ἰδικά μας εἰς Κατούναν, ἀναμίξας αὐτὰ καὶ ἀποκλείσας εἰς περιτοιχίσματά τινα (μάνδρας), ὅπως ἀποθάνωσι τῆς πείνης, ἡμᾶς δὲ ὡς καὶ τοὺς κατοίκους Βουστρίου μετὰ τῶν γυναικῶν καὶ τῶν τέκνων μας ἐφυλάκισεν ἐντὸς τοῦ ἐν Κατούνη στρατῶνος καὶ ἐκκλησιῶν, μὴ ἐπιτρέπων ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας οὐδὲ τὴν τροφοδοσίαν ἐλευθέραν, καὶ τελευταῖον ἐλθὼν εἰς Μαχαλᾶ, ἡμᾶς μὲν (τοὺς ἄνδρας ὅλους) διέταξεν εἰς περιπολίαν, τὰ δὲ γυναικόπαιδά μας ἀνεξαιρέτως (καὶ λεχῶνας) ἐφυλάκισεν ἐντὸς τῆς ἐκκλησίας Μαχαλᾶ. Τοῦτο τὸ μέτρον ὑπῆρξε τὸ χειρότερον πάντων, καθόσον ἀφῆκε καὶ τὰς οἰκίας μας ἐρήμους ἀνοικτὰς, ὥστε ἀπολέσαντες τὴν ὑπομονήν μας, καθόσον ἐπειράχθη ἡ φιλοτιμία μας, διότι ἡμεῖς μὲν νὰ περιπολῶμεν, αἱ δὲ γυναῖκές μας νὰ φυλάττωνται ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ παρὰ στρατιωτῶν, ἐνομίσαμεν, ὅτι ἦτο προσβολὴ κατὰ τῆς τιμῆς μας, ὥστε συνεννοηθέντες καὶ ἀφήσαντες τὰς περιπολίας μετέβημεν εἰς Μαχαλᾶ καὶ εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ ὁρμήσωμεν πρὸς ἀποφυλάκισιν τῶν γυναικῶν μας, ὅτε ἐννοήσας τοῦτο ὁ κ. ἐπόπτης, ἀποφυλάκισεν αὐτάς· ἡ δὲ προσγενομένη ζημία ἐκ τῆς μὴ καλλιεργείας τῶν ὀψίμων καρπῶν καὶ καπνῶν, τῆς φθορᾶς τῶν ζώων μας κλπ, ἀνάκρισις δύναται νὰ τὰ ἀνακαλύψῃ, οὐχ ἧττον καθ’ ἡμᾶς ἀνέρχεται πλέον τῶν 50,000 δραχμῶν. «Ταῦτα ἐν περιλήψει γνωρίζομεν πρὸς ὑμᾶς. «Ὑποσημειούμεθα μὲ τοὺς ἀσπασμούς μας. «Οἱ συμπολῖταί σας κάτοικοι Παπαδάτου.» (Ἕπονται 67 ὑπογραφαί). Καὶ ἐκθέτω πρὸς ἡμᾶς τὰ συμβάντα τότε ἐν Βονίτσῃ καὶ Βάλτῳ, διότι ἔχουσι στενοτάτην σχέσιν μὲ τὰ συμβαίνοντα σήμερον ἐν Βονίτσῃ καὶ διότι θὰ συντελέσωσι καὶ ταῦτα εἰς ἀπόδειξιν τῶν ἐπ’ ὀνόματι τῆς δημοσίας τάξεως διαπραττομένων ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας ἀδικημάτων καὶ ἐγκλημάτων καθ’ ὅλων ἐκείνων τῶν πολιτευομένων καὶ πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀντίθετα πολιτικὰ φρονήματα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ τύχω τῆς συγγνώμης σας, ἐὰν παρατείνηται ἡ ἀγόρευσίς μου πέραν ἴσως τοῦ δέοντος (ἀναγινώσκει): «Ἀξιότιμε κύριε Σακελλαρόπουλε! «Κονουπίνα, τῇ 8 Ἰανουαρίου 1889. «Εἰς τὴν «Ἐφημερίδα» εἴδομεν, ὅτι ἐγένετο παρ’ ὑμῶν λόγος εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὰς ὑπὸ τοῦ τότε ἐπόπτου λοχαγοῦ κ. Γκιόκα διαπραχθείσας βιαιοπραγίας εἴς τε τὸν δῆμον μας Ἐχίνου καὶ τὸ χωρίον μας. «Διὰ τὸ χωρίον μας Κονουπίνα γνωρίζομεν ὑμῖν τὰ ἑξῆς. Ἀπὸ τῆς 1 Φεβρουαρίου μέχρι τέλους Μαΐου (1888) ἅπασα ἡ κοινότης Κονουπίνης εὑρισκόμεθα εἰς ἀναστάτωσιν, εἰς ἀέναον περιπολίαν νυχθημερὸν, τὰ ζῶα τῆς κοινότητος, μικρὰ καὶ μεγάλα, τὰ εἶχε συγκεντρωμένα εἰς τὸ χωρίον μας καὶ ἔψηνεν ἐκ τούτων, ἐκτὸς τῆς καταστροφῆς των ἐκ τῆς συγκεντρώσεως εἰς μικρὸν κύκλον ἐκ 5,000 ζώων προβάτων, αἰγῶν, ἀγελαδίων, χοίρων, εἰς τοιαύτην ἐποχὴν μάλιστα, ἡμεῖς δὲ ἅπαντες, ὡς λέγομεν, ἤμεθα εἰς τὰ ὅπλα, περιπολοῦντες, δι’ ἣν περιπολίαν κατεστράφημεν, ἐμποδισθέντες ἐκ τῆς καλλιεργείας τῆς ὀψιμίας, καπνῶν κλπ. καὶ ἐκ τῆς φθορᾶς τῶν πρωΐμων σπαρτῶν μας, διότι ἐκ τῆς καταστάσεως ταύτης ἔμειναν ὅλως ἀπροστάτευτα ἀγροφυλάκων καὶ εἰσήρχοντο τὰ ζῶα, ἵπποι κλπ. εἰς αὐτὰ, καὶ τέλος τὸ χωρίον μας ἐζημιώθη εἰς τὴν ἐπανάστασιν ἐκείνην τοῦ κ. Γκιόκα ἀπὸ γεννήματα, ζῶα καὶ καλλιέργειαν πλέον τῶν 10,000 δραχμῶν. Τὰ μικρὰ ζῶά μας (τὰ διὰ ψήσιμον) ἦσαν εἰς τὴν διάκρισίν του, οὐδεὶς ἰδιοκτήτης τούτων εὗρε λογαριασμὸν, ὅταν παρέλαβεν εἰς χεῖράς του, πόσα ἐχάθησαν· ἐκτὸς ὅλων τούτων μᾶς ἐκατετρόμαξε διὰ τῶν προσωποκρατήσεων (εἰς κατώγια) καὶ τοῦ ξύλου ἀνηλεῶς, ὅπου ἐφωνάζαμεν μετὰ τῶν γυναικῶν καὶ τῶν παίδων μας: «τί μᾶς εὗρε! δὲν εἶναι ξένη προστασία νὰ μᾶς προλάβῃ;» Ἀφοῦ μᾶς ἐγύριζε τὰ φορτώματα, ὅπου ἐπηγαίναμεν εἰς τὸ μύλον νὰ κάμωμεν ἄλευρον διὰ τὴν οἰκογένειάν μας, καὶ τοῦτο εἰσέτι πρὸς τιμωρίαν μας καὶ ἐξευτελισμόν μας. «Καὶ τέλος δὲν ἠμποροῦμεν νὰ σᾶς ἀριθμήσωμεν τοὺς ἐξευτελισμούς, τιμωρίας καὶ ζημίας, ἃς ὑπέστημεν εἰς τὴν ἐπαναστατικὴν διοίκησιν τοῦ κ. Γκιόκα. «Σᾶς ἀσπαζόμεθα. «Οἱ κάτοικοι Κονουπίνης» (Ἕπονται 30 ὑπογραφαί.) Μία ἑτέρα ἐπιστολὴ περιγράφει τὰ ἴδια πράγματα, καὶ τὴν ὁποίαν δὲν ἀναγινώσκω, διὰ νὰ μὴ ἐξαντλήσω τὴν ὑπομονήν σας. Φέρει τὰς ὑπογραφὰς ὅλων τῶν κατοίκων ἄλλων χωρίων. Ἑτέρα ἐπιστολὴ ἐκ τοῦ δήμου Ἐχίνου τοῦ Βασιλείου Πουρνάρα, ὁ ὁποῖος περιγράφει ἐδῶ ὅλα τὰ δεινοπαθήματα τῶν χωρικῶν καὶ ὀνομαστὶ τὰ σφάγια, τὰ ὁποῖα ἀφηρέθησαν παρ’ ἑκάστου αὐτῶν καὶ τὰ βάσανα, τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν πολλοὶ ἐξ αὐτῶν.
§22ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἀναγνώσατέ την, κύριε Σακελλαρόπουλε.
§23ΕΠ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. (ἀναγινώσκει) «Ὅταν ἦλθεν εἰς Κατούναν, γράφει ταὐτοχρόνως ὁ ἐξ Ἐχίνου κ. Βασίλειος Πουρνάρας, ὁ κ. Γκιόκας, ἔστειλε στρατιώτας καὶ ἐμάζευσε 7 κοπάδια πρόβατα γαλάρια καὶ στέρφα, καὶ τὰ ἔβαλε εἰς τὴν μάνδραν, ὅπου ἔχουν θαπτικὸ οἱ Κατουνιῶται, ὅλα μαζῆ, οὔτε ἄφινε νὰ τὰ ἀρμέξουν, ἐμάζευσε γυναικόπαιδα τοὺς Νασαίους Παπακωνσταντῆ, τοὺς Προθεναίους, Λουντζαίους, Τζηλιμανταίους, Καραψηταίους, Τζηλικαίους, Συμαίους ἐκ Παπαδάτου καὶ Λινιταίους καὶ ἄλλους πολλοὺς οἰκογενειακῶς, τοὺς εἶχε ὅλους μαζῆ, ἔστελνε καὶ ἔπαιρνε πρόβατα ἀπὸ τοὺς Νασαίους καὶ ἔτρωγαν οἱ στρατιῶται· τοὺς ἀνωτέρω ἔφερεν εἰς Κατούναν, τὸν ἀδελφὸν καὶ τὴν ἀδελφὴν τοῦ Σταφυλᾶ φυγοδίκου, τὴν ἀδελφὴν τοῦ φυγοδίκου τὴν ἔστειλε εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Π. Στούπα, διὰ νὰ τὴν περιποιηθοῦν, διότι κατέλυσε καὶ ὁ Γκιόκας εἰς τὸ ἴδιον σπῆτι, ὁ δὲ ἀδελφός του ἦτον ἐλεύθερος....» Ἡ περικοπὴ αὕτη ἔχει πολλὴν τὴν σημασίαν, καὶ σᾶς εὐχαριστῶ, ἐπειδὴ μὲ ὑποχρεώσατε νὰ ἀναγνώσω τὴν ἐπιστολήν, διότι ἀποδεικνύει ἐν τίνι πνεύματι ἐνεργοῦν τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς δημοσίας τάξεως· διότι, ἐνῷ κατεβασάνιζον τοὺς κατοίκους καὶ ἔφθειραν τὴν περιουσίαν των πρὸς καταδίωξιν καὶ σύλληψιν δῆθεν ἑνὸς φυγοδίκου Σταφυλᾶ, τὴν ἀδελφὴν καὶ τὸν ἀδελφὸν τοῦ Σταφυλᾶ τοὺς εἶχεν ὁ ἐπόπτης τῶν ἀποσπασμάτων ἐλευθέρους, συγκατώκει δὲ μετ’ αὐτῶν (ἀναγινώσκει): «Ἐκεῖθεν ἐπῆγεν εἰς Μαχαλᾶν, ἔστειλε καὶ ἔβγαλεν ὅλους ὅλους τοὺς χωριανοὺς εἰς περιπολίας, τὸ ἴδιον ἑσπέρας ἔστειλε στρατιώτας ὅλην τὴν νύκτα καὶ ἐφύλαγε τὸ χωριὸ, καὶ τὸ πρωΐ ἐμάζευσαν ὅλας τὰς γυναῖκας, κορίτσια καὶ παιδάκια μικρὰ, καὶ τὰ ἐπῆγαν οἱ στρατιῶται εἰς Μαχαλᾶ, καὶ τὰ ἔβαλαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν· μεταξὺ τῶν γυναικῶν ἦσαν καὶ τέσσαρες γυναῖκες λεχοῦσαι, τὰς ὁποίας οὔτε αὐτὰς δὲν ἄφησαν, μάλιστα ἕνεκα αὐτῆς τῆς περιστάσεως ἀπέθανε καὶ τὸ παιδὶ τοῦ Ἰω. Γ. Κατσιγιάννη, τὴν γυναῖκα τοῦ Δημ. Τζιλιμαντοῦ, τοῦ Δημητρουλῆ, τοῦ Ἰω. Καλαρίτη λεχούσας 4–5 ἡμερῶν. Βλέπων τὸ θλιβερὸν τοῦτο γεγονὸς ἔστειλα εἰς Μαχαλιώτες καὶ εἰδοποίησαν τοὺς ἄνδρας, καὶ συνεννοηθέντες εἶχον σκοπὸν νὰ ἐλευθερώσουν τὰς γυναῖκάς των καὶ διὰ τῆς βίας· τότε ἔτρεξεν ὁ ἄλλος Γκιόκας, Νικόλαος τῆς ἐπαρχίας Βάλτου, καὶ ἀπηλευθέρωσε τὰς γυναῖκας. Σφάγια εἰς τὸν δῆμον Ἐχίνου ἔφαγαν ἀμέτρητα, ἀφοῦ εἰς Βοῦστρι, εἰς τὸ μικρότερο χωριὸ, ἔφαγαν πλέον τῶν 80, ἤτοι 15 τοῦ Δημητρίου Ἀπ. Λούντζη, 4 τοῦ Γεωργ. Λούντζη, 4 τοῦ Νικολάου καὶ Γεωρ. Λούντζη, τοῦ Χαρ. Κρίψατη 7, τοῦ Δημ. Βαρβάτη 11, τοῦ Γ. Μπούρα 5, τοῦ Β. Πουρνάρα 4, τοῦ Σωτ. Λούντζη 4, ὅλα αὐτὰ Βουστριώτικα. Ἀπὸ τὰ ἄλλα χωριὰ δὲν τὰ ἠξεύρω, πόσα εἰς ἕκαστον ἔφαγον». «ΚΑΡΒΑΣΑΡΑ, 30 Δεκεμβρίου 1888. «Φίλτατέ μοι Ἐπαμεινώνδα. «Ἀπαντῶν εἰς τὴν ἀπὸ 19 λήγοντος ἐπιστολήν σου,— γράφει ὁ κ. Στράτος ἐκ Καρβασαρᾶ κατὰ τὸ τέλος Δεκεμβρίου 1888, ὅτε, ἀπελπισθεὶς νὰ ἴδω τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα, τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἠναγκάσθην καὶ ἔγραψα πρὸς τοὺς παθόντας, διὰ νὰ μοὶ δώσουν πληροφορίας τινάς,—ἀπαντῶν εἰς τὴν ἀπὸ 19 λήγοντος ἐπιστολήν σου, σοὶ μεταδίδω ὀλίγας τινὰς πληροφορίας περὶ τῶν τοῦ Γκιόκα κατορθωμάτων, διότι ὁλόκληρος αὐτῶν ἡ ἐξιστόρησις χρήζει καὶ χρόνου μακροῦ καὶ κόπου οὐκ ὀλίγου. «Τὰ διαπραχθέντα ἐκ μέρους τοῦ ἐγκυκλιογράφου (λοχαγοῦ Γεωργίου Γκιόκα), ἐπανειλημμένως καὶ ἐν ἐκτάσει ἐδημοσιεύθησαν ἐν τῇ ἐν Μεσολογγίῳ ἐκδιδομένῃ Ἀκαρνανίᾳ, Συλλόγῳ, Πρωΐᾳ καὶ Χώρᾳ Ἀθηνῶν. Οὐχ ἧττον σημειῶ ἐν τῇ παρούσῃ τὸ ἑκατοστημόριον ἴσως τῶν ὅσων οἱ ἄνθρωποι οὗτοι διέπραξαν. «Κατὰ διαταγὴν τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ κ. Τρικούπη καὶ Νομάρχου Βαμπᾶ, ὅστις ἐπέπρωτο ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ κ. Τρικούπη νὰ πατάξῃ ὑπὸ τοὺς πόδας του καὶ ἀρχηγοὺς στρατοῦ, καὶ Εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν, ὡς τὸν ἐν Πάτραις Μπούφην, Εἰσαγγελεῖς Πρωτοδικῶν, ὡς τὸν ὑποβαλόντα ἐναντίον μου τὴν ἱστορικὴν ἐκείνην πρότασιν ἐνώπιον τῶν Πλημμελειοδικῶν Σπηλιωτόπουλον, ὁλόκληρον τὸ ἐν Μεσολογγίῳ Δικαστήριον, ὡς θέλεις πεισθῆ, εὐθὺς ὡς ζητήσῃς καὶ κατατεθῶσιν αἱ δικογραφίαι, κατ’ ἐμοῦ, τῶν δημάρχων Θυάμου, Σκυλοδήμου, Στράτου, Νικολ. Αὐδῆ, καὶ Ἀμβρακίας Δημ. Καραγιάννη, οὓς ὁ κ. Βαμπᾶς διὰ τῶν Εἰσαγγελέων καὶ Δικαστηρίων, ἅτινα κατέστησε πειθήνια τῆς φατρίας ὄργανα, ἔκαμε φίλους τοῦ κόμματος. Κατὰ διαταγήν, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, τούτου, ἐστάλη ἐνταῦθα ἀνώτερος ἐπόπτης ὁ Γ. Γκιόκας. Ἐτράπησαν λοιπὸν ἐπὶ τὸ ἔργον των, ὁδηγὸν ἔχοντες τὸν παντοδύναμον Νομάρχην. Οὐδὲν πρὸ αὐτῶν κώλυμα ἀνεχαίτιζεν αὐτούς· ἡ τιμὴ τοῦ πολίτου, ἡ περιουσία αὐτοῦ, ἡ ζωή του, ἦσαν ἐν χερσὶ τοῦ φοβεροῦ Βελῆ–Γκιόκα, τοῦ ἀπεσταλμένου τούτου τοῦ Νομάρχου Χατζῆ–Μπαμπᾶ. Οὕτω λοιπόν, ἔσφαξαν, ἔφαγον ἢ ἀφήρεσαν ἐν τῷ δήμῳ Θυάμου:
| Τοῦ | Θ. Σκυλοδήμου | πρόβατα | 47 |
| » | Κ. Καρατάσιου | μεγάλα καὶ μικρὰ | 72 |
| » | Ἰω. Κολέντζου | πρόβατα | 61 |
| » | Γ. Καρατάσιου | » | 39 |
| » | Δ. » | » | 52 |
| » | Χ. » | » | 27 |
| » | Κ. Παπᾶ | » | 52 |
| » | Διον. Ζερησιώτη | » | 77 |
| » | Γ. Καραλῆ | » | 33 |
«Ἐν δὲ τῷ δήμῳ Στράτου ἀπὸ τῆς 10 Ἰανουαρίου ἤρξατο συγκεντρῶν τὰ ποίμνια ἐν γένει τοῦ Βασιλείου Γαλανοῦ, κατοίκου Σακαρετσίου, τῶν Πριοβολαίων, Γρεντζελαίων, Βλαχοδημαίων. Παρέλαβεν εἶτα τὰς γυναῖκας καὶ τὰ παιδία πάντων τούτων, ἀγάμους κόρας καὶ βρέφη, καὶ ἁπάσας κατακλείσας ἔν τινι τῆς ἐκκλησίας τοῦ Ἁγ. Γεωργίου οἰκίᾳ, αὐστηρότατα ἀπηγόρευσεν αὐταῖς τὴν ἔξωθε ἐπικοινωνίαν, οὔτε ψωμὶ καὶ νερὸ ἐπιτρέπων νὰ λαμβάνωσιν! Ἐπὶ πέντε περίπου ἡμέρας διετηροῦντο κατάκλειστοι αἱ πτωχαὶ γυναῖκες, ἀπελύθησαν δ’ εἶτα, διότι φρικώδεις φῆμαι διεδόθησαν ἀνὰ τὸ χωρίον. Διεδίδετο ὅτι ἡ μὲν σύζυγος τοῦ Λεπενιώτου Βλαχοδήμου ἔπαθεν ἔκτρωσιν, ἡ δὲ τοῦ Βασιλ. Γαλανοῦ, πλὴν τοῦ αὐτοῦ παθήματος, καὶ ὅτι ἠτιμάσθη ὑπὸ στρατιωτῶν. Τὸ τελευταῖον δὲ τοῦτο πάθημα λέγεται ὅτι ἔπαθε καὶ ἅπασα ἡ οἰκογένεια τοῦ Ἀθ. Καλαντζῆ, ἡ σύζυγος τοῦ ὁποίου καὶ ἐδάρη ἀνηλεῶς διὰ βουνεύρου ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Γκιόκα. Κατὰ διαταγὴν τοῦ Γκιόκα οἱ στρατιῶται ἀφῆκαν ἡμιθανῆ ἐκ τῶν ῥαβδισμῶν τὸν Μῆτρον Βλαχογιῶργον· ἀλλὰ μὴ ἀρκεσθεὶς εἰς τοὺς τῶν στρατιωτῶν ῥαβδισμοὺς ὁ λοχαγὸς, ἤρξατο κτυπῶν αὐτὸν, δεδεμένον διὰ χειρῶν καὶ ποδῶν... ἡμιθνῆτα ἤδη! Τὰ ποίμνια ἁπάντων τούτων περιεκλείσθησαν ἐν ταῖς μάνδραις τοῦ χωρίου Λεπενοῦς, ἐκ τούτων δὲ ὁ γενναιότατος λοχαγὸς ἤντλει τὰς ζωοτροφίας του, σφάζων τὰ καλλίτερα· τὰ μὴ σφαγέντα ἐψόφησαν τῆς πείνης. Ἡ οἰκογένεια Ν. Τσίντζουρα ἐφυλακίσθη· ὁ δὲ 80ετὴς γέρων Τσίντζουρας βασανιζόμενος ἔλεγεν: «ἔσωσα νὰ ἰδῶ τὴν ἐποχὴν τῆς Τουρκοκρατίας!» Ταῦτα ὀλίγα ἐκ τῶν ἐν τῷ δήμῳ Στράτου διαπραχθέντων. «Τὴν 20 Δεκεμβρίου 1887, κατὰ διαταγὴν τοῦ κ. Γκιόκα, οἱ στρατιῶται συλλαβόντες ἀπεγύμνωσαν τοὺς Γεώργιον Φακιόλαν, Γεώργιον Κ. Δράκον καὶ Σωτήριον Παλιαλέξην καὶ μετέφερον αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου τοῦ χωρίου Στάνου εἰς τὸ ἄλλο, μεσοῦντος ἤδη τοῦ Δεκεμβρίου καὶ δριμυτάτου κρατοῦντος ψύχους. Ὁ Εὐστάθιος Γ. Μπούρας ἀπέθανεν εἰς τὰς ἐν Μεσολογγίῳ φυλακὰς ἐκ τῆς τιμωρίας, πλεῖστοι δὲ ἄλλοι χωρικοὶ, ἐν οἷς οἱ Γεώργιος Ζῆντρος καὶ Γεώργιος Σταμάτης, ἐπὶ μῆνα ὁλόκληρον κρατούμενοι, ἐτιμωροῦντο, χωρὶς κἂν νὰ ἐνέχωνται οὐδόλως. «Ἐπὶ πολλὰς δὲ ἡμέρας μὲ τὸν βούρδουλαν εἰς τὰς χεῖρας ἠνάγκαζεν ἅπαντας τοὺς κατοίκους τῆς πόλεως νὰ ἐξέρχωνται εἰς παγάναν, ἀδιαφορῶν, ἂν ἦσαν νέοι ἢ γέροντες, ἱκανοὶ ἢ οὔ· πολλοὺς δὲ ἐμπόρους, μὴ στέργοντας νὰ κλείσωσι τὰ καταστήματά των, βαναύσως ἐν μέσῃ ἀγορᾷ ἔδειρε (ὁ ὑπολοχαγὸς Ν. Γκιόκας) ὡς τὸν Παναγ. Λίτσιον. «Τρομοκρατία πλήρης ἐβασίλευσε τὰς ἡμέρας ἐκείνας· πᾶς τις οὐκ ἦν ἐλεύθερος νὰ ἐργασθῇ, εἰ μὴ ἀνῆκε τῇ φατρίᾳ. Τὰ καταστήματα πάντων ἔμενον κεκλεισμένα, ἡ πενομένη δὲ τάξις ὀλίγον ἐδέησε σύμπασα νὰ προπεμφθῇ εἰς Ἅδου, δι’ ἔλλειψιν ἐργασίας. Τὰ σπαρτὰ, δι’ ἔλλειψιν ἐργατικῶν χειρῶν, κατεστράφησαν, τὰ ζῶα διαταγῇ τοῦ Γκιόκα κατεκόπησαν, οἱ δύο πόροι τῆς ἐπαρχίας, ὡς μὴ ὤφειλε, κατηναλώθησαν· ἀπέμεινεν ἡ πενία... σύντροφος ἀχώριστος, καὶ οἱ τότε καταδιωκόμενοι... φυγόδικοι (ὁ Σταφυλᾶς).» Ὁ κ. Στράτος, τοῦ ὁποίου ἐζήτησα τὴν συγκατάθεσιν, διὰ νὰ κάμω χρῆσιν τῆς ἐπιστολῆς του, μοὶ τὴν δίδει δι’ ἑτέρας μεταγενεστέρας ἐπιστολῆς τὸν Ἰανουάριον 1889 (ἀναγινώσκει): «Δύνασθε νὰ κάμητε χρῆσιν τῆς ἐπιστολῆς μου, εἴτε ὁλοκλήρου, εἴτε μέρους αὐτῆς. Ἡ ἐπιστολή μου εἶναι πιστὴ ἱστορία τῶν ὅσων συνέβησαν ἐνταῦθα καὶ τὰ ὁποῖα θὰ πιστεύσῃς, ἀφοῦ διέλθῃς τὴν ἐναντίαν μου δικογραφίαν».
§24ΚΩΣΤΑΝΤΑΣ. Κύριε Βουλευτὰ, αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι γράφουν αὐτὰ, εἶναι ἄνθρωποι; Διότι ἄλλον λαὸν βεβαίως τὰ τοιαῦτα ἤθελον ἐξεγείρει ἐναντίον τῆς ἐξουσίας.
§25ΕΠ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ δίκαιον ἔχετε, κύριε Βουλευτὰ, νὰ μοὶ ἀπευθύνητε τὴν ἐρώτησιν ταύτην, καὶ ὅταν τελευταῖον εἶχον εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τηλεγραφήσω πρὸς τὸν Βασιλέα, ἐσκέφθην, ἐὰν τοῦτο ἔπρεπε νὰ πράξω, ἢ ἐὰν ἔπρεπε νὰ προτρέψω τοὺς συμπολίτας μου νὰ ἀντιτάξουν τὴν βίαν εἰς τὴν κτηνώδη ταύτην συμπεριφορὰν τῆς ἐξουσίας.
§26ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τοῦτο ἔπρεπε νὰ κάμητε, καὶ νὰ τεθῆτε ἐπὶ κεφαλῆς μάλιστα.
§27ΤΙΝΕΣ. Αὐτὰ, Κύριοι, εἶναι πλέον ἀνυπόφορα!
§28ΕΠ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἀγγλικὴ ἱστορία ἀναφέρει πλῆθος παραδειγμάτων, τὰ ὁποῖα μᾶς διδάσκουσιν, ὅτι τὸ πολίτευμα εἶναι γράμμα νεκρὸν, ἐὰν οἱ πολῖται δὲν ἦναι ἕτοιμοι εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ θυσιάσωσι καὶ τὴν ζωήν των πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν δικαίων των. Ἀλλὰ δὲν ἤθελον νὰ τὸ πράξω· ἐνόμισα, ὅτι δὲν εἶχον ἐξαντληθῆ πάντα τὰ μέσα· ἐπίστευον, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἤθελε προνοήσει. Λησμονεῖτε, κ. Βουλευτὰ ἐκ Κερκύρας, ὅτι, ἐὰν οἱ κάτοικοι Βάλτου καὶ Βονίτσης ἐν τῷ δικαίῳ, τὸ ὁποῖον εἶχον, διεξεδίκουν τὰ δικαιά των μὲ τὰ ὅπλα εἰς τὰς χεῖρας, ἤθελον ἐκδοθῆ ἐντάλματα ὑπὸ τῶν ἀνακριτῶν ἐπὶ διαταράξει τῆς δημοσίας τάξεως, ἢ ἐπὶ σκοποῖς ἄλλοις πρὸς ἀνατροπὴν τοῦ καθεστῶτος.
§29ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, οὔτε ἀνακριταὶ ἰσχύουσιν, οὔτε ἐντάλματα· ἀποπέμπουν τοὺς πάντας.
§30ΕΠ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρόμοια γράφει ὁ κ. Πεταλᾶς, διδάκτωρ τῆς ἰατρικῆς, ἐξ Ἰθάκης, καὶ μετερχόμενος τὸν ἰατρὸν ἐν Ἀστακῷ κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν (ἀναγινώσκει): «Τὰ περὶ Γκιόκα, τοῦ παρ’ ἡμῖν ἐπικληθέντος Βελῆ– Γκιόκα, εἰσὶ γνωστά. Αἱ γυναῖκες, ἃς ἐξέθεσε γυμνὰς ἐν ὑπαίθρῳ καὶ ἐν ὥρᾳ χειμῶνος, τὰ ὑπερχίλια σφάγια (κατὰ τοὺς μετριωτέρους ὑπολογισμοὺς), ἅτινα κατηνάλωσεν ὁ θριαμβευτικὸς αὐτοῦ στρατὸς, αἱ παγάναι, ἃς οὗτος διωργάνωσεν ἐξ ἁπάντων τῶν οἰκούντων τὴν Ἀκαρνανίαν κατὰ τὴν ἐποχὴν μάλιστα τῆς καλλιεργείας τῶν ἀμπέλων, καπνοῦ κλπ., καὶ τὰ ξυλοκοπήματα, δι’ ὧν ἐφιλοδώρησε τοὺς κατοίκους ὁ νέος οὗτος Ἀτίλλας, αἱ κακοποιήσεις καὶ αἱ περιφρονήσεις, ἃς ὑπέστησαν καὶ αὐταὶ αἱ γυναῖκες, πάντα ταῦτα ἀποτελοῦσιν ἀπαίσιον σελίδα ἱστορικὴν, ἣν οὐδέποτε θὰ λησμονήσῃ ἡ Ἀκαρνανία καὶ ἥτις πάντοτε θὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἐπικεφαλὶς πάσης ἄλλης ἐπιδρομῆς λαῶν βαρβάρων. Σημειώσατε, ὅτι τὰ ἀπαίσια ταῦτα μέτρα οὐδὲν ἀποτέλεσμα ἔφερον, διότι ὁ μὲν Σκαρμοῦτσος οἰκειοθελῶς ἐπαρουσιάσθη ἐνώπιον τῶν ἀρχῶν Καρβασαρᾶ, ὁ δὲ Μπούρας ἐδολοφονήθη παρὰ τὸ Κάδιον διὰ τὰ χρήματά του, ὁ δὲ Σταφυλᾶς, ὅστις τυγχάνει συγγενὴς τοῦ Γκιόκα, κατὰ τὴν ὁμολογίαν πάντων, ἔμεινεν ἐλεύθερος, καὶ τελευταίως ἐπανῆλθεν, ὡς μανθάνω, εἰς Βάλτον». Θὰ σᾶς εἴπω μετ’ ὀλίγον, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι δύο ἦσαν μόνον οἱ φυγόδικοι, οἱ ὁποῖοι ἐξηνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ τὰ μέτρα ταῦτα, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν δύο τούτων ὁ μὲν εἷς ἐφονεύθη ὑπὸ τῶν συντρόφων του, διὰ νὰ ληστευθῇ, ὁ δ’ ἕτερος ζῇ ἐν Ἠπείρῳ ἀκόμη (ἀναγινώσκει): «Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν ὑστέρων, μᾶλλον ἔβλαψαν ἢ ὠφέλησαν, διότι ὁ Μπούρας καὶ Σταφυλᾶς οὐδέποτε ἤθελον φονεύσει αἰχμαλώτους, ἡ δὲ Ἀκαρνανία οὐδέποτε ἤθελεν ἀπολέσει τὰ σφάγια, οὐδὲ ἤθελεν ὑποστῆ τὰς κακοποιήσεις ἐκείνας ὑπὸ τῶν ῥηθέντων ληστοφυγοδίκων, ἃς ὑπέστη ὑπὸ τῶν ἀποσπασμάτων· περὶ πάντων τούτων ἔγραψα ἐγὼ, καὶ ὁ Γαβρηλίδης ἐδημοσίευσε καὶ κύριον ἄρθρον «τὰ παθήματα τοῦ Τραγομάλα», ἃ εὑρίσκετε εἰς τὴν «Ἀκρόπολιν» τῆς 23ης καὶ 24ης Δεκεμβρίου 1887, καὶ εἰς τὴν τῆς 24ης Ἀπριλίου καὶ 1ης Μαρτίου 1888. Ὅτε ὁ Δήμαρχος Ἀστακοῦ ἐπανῆλθεν ἐξ Ἀθηνῶν (νομίζω κατὰ τὸν Ἰούνιον), εἶπε πρὸς τὸν ἀτυχῆ Λάμπρον Λιβάνην, ὅστις οὐδὲν ἄλλο ἔγκλημα διέπραξεν ἢ ὅτι ἐπρόδωσε τοὺς ῥηθέντας ληστοφυγοδίκους, οἵτινες πρὸς ἐκδίκησιν ᾐχμαλώτισαν καὶ κατεκρεούργησαν τὸν δεκαπενταετῆ υἱόν του, ὅτι τοῦ ἔφερεν ἐξ Ἀθηνῶν ἔνταλμα, δι’ οὗ χορηγεῖ ἡ Κυβέρνησις 600 δραχμὰς πρὸς παρηγορίαν». Καίτοι, κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι λίαν ἀξιόπιστοι πάντες οὗτοι, καὶ αἱ κοινότητες καὶ οἱ μάρτυρες, τοὺς ὁποίους προσήγαγον ἐνώπιόν σας, οὐχ ἧττον σπεύδω νὰ δώσω μεῖζον κῦρος εἰς τὰς ἀφηγήσεις ταύτας διὰ τῆς προσαγωγῆς ἐπισήμων ἐγγράφων καὶ δὴ αὐτοῦ τούτου τοῦ ἀνωτέρου ἐπόπτου τῶν ἀποσπασμάτων, τοῦ Γκιόκα. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἶναι πρῶτον ἡ πρὸς τοὺς Δημάρχους τοῦ νομοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ἐγκύκλιος, δι’ ἧς ἐπέβαλε τὴν λῆψιν τῶν μέτρων περὶ ὧν ἔκαμα λόγον, τὸ δεύτερον εἶναι ἡ πρὸς τοὺς Δημάρχους τῆς ἐπαρχίας Βονίτσης καὶ Ξηρομέρου καὶ τοὺς εἰδικοὺς παρέδρους τοῦ δήμου Ἐχίνου ἐγκύκλιος, ἐκ τῆς ὁποίας προκύπτει, ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα ἐλήφθησαν καὶ ὅτι οἱ κάτοικοι κατεστράφησαν ἐκ τῆς λήψεως τῶν μέτρων αὐτῶν τῇ ἰδίᾳ ὁμολογίᾳ του. Ὑποθέτω, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι πάντες ἔσχετε τὴν περιέργειαν νὰ ἀναγνώσητε ἄλλοτε ἐν ταῖς ἐφημερίσι τὰς περιωνύμους ταύτας ἐγκυκλίους, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀπόσχω τῆς ἀναγνώσεως αὐτῶν.
§31ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι· πρέπει νὰ τὰς ἀναγνώσητε.
§32ΕΠ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐμοῦ αὕτη εἶναι ἡ ἐπιθυμία, ἀρκεῖ μόνον νὰ μὴ κουράζω τὴν Βουλήν.
§33ΤΙΝΕΣ. Δὲν κουράζεται ἡ Βουλὴ εἰς τοιαύτας ἀφηγήσεις.
§34ΕΠ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. (ἀναγινώσκει). «Ὁ ἀνώτερος ἐπόπτης τοῦ νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας «Πρὸς ἅπαντας τοὺς Δημάρχους τοῦ νομοῦ τούτου· «Καθ’ ἃ πληροφοροῦμαι, ἐν γένει τὸν νομὸν Αἰτωλοακαρνανίας καταμαστίζει ἡ ζωοκλοπὴ καὶ εἴς τινα μέρη, ἵνα μὴ εἴπω εἰς ὅλα, ἡ φυγοδικία, τὸ δὲ λαθρεμπόριον ἐπιτείνεται ὁλοέν. Τὰ κακὰ ταῦτα, τὰ λίαν ἐπιβλαβῆ εἴς τε τὴν κοινωνίαν καὶ τὸ Δημόσιον, πόθεν πηγάζουσι, βεβαίως πᾶς τις δύναται μετὰ τοῦ μεγαλειτέρου θάῤῥους καὶ παῤῥησίας νὰ ἀπαντήσῃ, ὅτι εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην ἀφῆκαν τὰ πράγματα καὶ ἔφθασαν οἱ κατὰ καιροὺς Δήμαρχοι, καὶ μόνοι, ἐπιτρέψατέ μοι, νὰ εἴπω ἐκεῖνοι οἱ Δήμαρχοι, οἵτινες ὑστεροῦντο καὶ τοῦ τελευταίου ἀνθρώπου τῆς κρίσεως, διότι ὅπως καὶ ἂν τὸ περιστρέψῃ τις τὸ ζήτημα, δὲν εὑρίσκει ἄλλην διέξοδον, παρ’ ὅτι αὐτοὶ δὲν εἶχον καλὴν καρδίαν, δὲν ἦσαν πατριῶται, ἦσαν ἄκριτοι ἄνθρωποι, ἦσαν μισάνθρωποι, καὶ ὡς τοιοῦτοι θὰ δώσωσι λόγον μίαν ἡμέραν εἰς ἕνα ἐπίγειον ἢ οὐράνιον θεόν. «Δὲν ἔχω νὰ ἐξετάσω ἤδη τὸ παρελθὸν, ὑποχρεωμένος ὢν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἔλαβε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ διορίσῃ ἐπόπτην ὁλοκλήρου τοῦ νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας, ὅπως ἐξετάζω τὸ ἐνεστὸς καὶ τὸ μέλλον· ἐξετάζων ὅθεν ταῦτα, δὲν τὰ εὑρίσκω διόλου εἰς καλὴν κατάστασιν· ἑπομένως, ἂν ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς κατ’ ἀνώτατον ὅρον δὲν ἐπέλθῃ ἡ τάξις καὶ ἀσφάλεια εἰς ἕνα ἕκαστον τῶν δήμων, τῶν ἀποτελούντων τὸν νομὸν τοῦτον, ὁ Δήμαρχος ἐκεῖνος ἢ οἱ Δήμαρχοι ἐκεῖνοι θὰ ἔχωσιν ὡς συνέπειαν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπαθον οἱ Δήμαρχοι τοῦ Βάλτου, ὅπερ ἀπεύχομαι νὰ συμβῇ, καὶ δὲν θὰ συμβῇ, διότι εἶμαι ἐκ τῶν προτέρων πεπεισμένος, ὅτι δὲν θὰ ἐκλίπῃ ἀπὸ κανένα τῶν Δημάρχων ἢ τῶν δημαρχούντων ἡ φιλοτιμία, καὶ τῆς φιλοτιμίας μὴ ἐκλιπούσης, τὰ πάντα διορθοῦνται, καὶ διὰ νὰ διορθωθοῦν, δέον ν’ ἀφεθοῦν κατὰ μέρος ἡ πολιτικὴ μεροληψία, ἡ ἀδικία καὶ ἡ δωροδοκία. Συντρόφους δὲ, καὶ συντρόφους πιστοὺς, θὰ ἔχετε ἡμᾶς καὶ τοὺς ὑφ’ ἡμᾶς, διὰ νὰ σᾶς βοηθήσουν εἰς ὅ,τι τοὺς ζητήσητε· ἑπομένως πᾶσα δικαιολόγησις εἶναι ἀπαράδεκτος ὡς πρὸς τοῦτο ἢ πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠθέλατε μᾶς προτείνει. «Γνωστοποισατέ μοι παρακαλῶ τὴν λῆψιν τῆς παρούσης καὶ πᾶν, ὅ,τι σᾶς ἀναγκαιοῖ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς ἡσυχίας καὶ τάξεως. «Τὰ σχετικὰ τῶν δήμων σας μεταβατικὰ ἀποσπάσματα παραγγέλλονται δυνάμει τῆς παρούσης, ἐπιδεικνυομένης ἢ κοινοποιουμένης πρὸς τὸν ἐπὶ κεφαλῆς, νὰ σᾶς δώσωσι χεῖρα βοηθείας πρὸς ἐντελῆ ἐξάλειψιν τῶν κακῶν τούτων, ἅτινα, ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω, ὅτι τότε θὰ ἐξαλειφθοῦν, ὅταν ληφθῶσιν αὐστηρὰ μέτρα, καὶ τοιαῦτα νὰ ληφθῶσι διὰ λογαριασμόν μου, ἀρκεῖ μόνον νὰ τηρηθῶσιν ἐκεῖνα τὰ ἀνωτέρω ἐμφαινόμενα τέσσαρα (πολιτικὴ, μεροληψία, ἀδικία καὶ δωροδοκία). Ἐν ὅσῳ ἐπικρατεῖ ἡ κατάστασις αὕτη, καθ’ ἑβδομάδα νὰ ἔχω εἰδοποίησίν σας, δι’ ἧς νὰ μοὶ γίνηται γνωστὸν, ἂν ἐβελτιώθησαν τὰ πράγματα ἢ οὔ. «Καρβασαρᾶ, 17 Μαρτίου 1888. «Γ. Π. ΓΚΙΟΚΑΣ λοχαγός». Ἡ δευτέρα, Κύριοι, ἐγκύκλιος εἶναι αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, ὄχι πλέον πρὸς πάντας τοὺς Δημάρχους τοῦ νομοῦ, ἀλλὰ πρὸς τοὺς Δημάρχους τῆς ἐπαρχίας Ξηρομέρου καὶ τοὺς εἰδικοὺς παρέδρους τοῦ δήμου Ἐχίνου. Καὶ σᾶς παρακαλῶ, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ μὴ λησμονήσητε ὅσα σᾶς εἶπα, ὡς διαπραχθέντα ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βονίτσης καὶ Βάλτου, διότι θὰ ἴδητε, ὅτι ἐν τῷ λοιπῷ νομῷ οὐδὲν μέτρον εἶχε ληφθῆ ἔκτακτον πρὸς ἀποκατάστασιν ἐκεῖ τῆς δημοσίας τάξεως, καὶ θὰ σᾶς εἴπω μετ’ ὀλίγον, ποία εἶναι ἡ κατάστασις ἐκεῖ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας.
§35ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποίας ἡμερομηνίας εἶναι ἡ ἐγκύκλιος αὕτη;
§36ΕΠ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς 9 Μαΐου ἰδίου ἔτους (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἀνώτερος ἐπόπτης «Πρὸς τοὺς Δημάρχους τῆς ἐπαρχίας Ξηρομέρου καὶ τοὺς εἰδικοὺς Παρέδρους τοῦ δήμου Ἐχίνου. «Λαβὼν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐποχὴν τοῦ ἔτους ἀφ’ ἑνὸς, ἥτις εἶναι τοιαύτη, ὅπου, ἐὰν δὲν ἐργασθῶσιν οἱ ἄνθρωποι, θὰ στερηθῶσι καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου καὶ τὰ ἀποτελέσματά των θὰ ἦναι πολὺ δυσάρεστα βεβαίως, καὶ ἐξ ἄλλου τὴν παράτασιν τῶν ἡμερῶν τοῦ Σταφυλᾶ, ἀπεφάσισα διὰ τελευταίαν φορὰν νὰ παρέξω τὴν εὐκολίαν ταύτην εἰς τοὺς κατοίκους τῆς ἐπαρχίας ταύτης καὶ ἰδίως εἰς ἐκείνους τοῦ δήμου Ἐχίνου, οἵτινες δὲν ἐργάσθησαν καθολοκληρίαν, δηλαδὴ νὰ παύσωσι μὲν αἱ περιπολίαι, ἔνεδραι κλπ., νὰ μὴ παύσῃ ὅμως ἡ ἐπαγρύπνησις καὶ ἡ ἐξέτασις περὶ τῆς διαμονῆς τοῦ ληστοφυγοδίκου Σταφυλᾶ πρὸς λῆψιν τῶν ἀπαιτουμένων μέτρων ἐξ ἑνὸς ἑκάστου χωρίου πρὸς ἐξόντωσιν αὐτοῦ· διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου ἐκείνου, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου ἤθελεν ἀναφανῆ ὁ ληστοφυγόδικος οὗτος καὶ δὲν ἐνεργηθῆ ἡ ἐξόντωσίς του, δὲν μοὶ ὑπολείπεται ἄλλο νὰ πράξω, παρὰ νὰ θέσω πῦρ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου ἕως εἰς τὸ ἄλλο καὶ νὰ τὸ καύσω τὸ χωρίον ἐκεῖνο, ἀφοῦ δὲν ἐνήργησαν οἱ κάτοικοι ὅ,τι ἔπρεπε καὶ δὲν ἐφάνησαν καὶ συνεπεῖς εἰς τὰς ὑποσχέσεις, ἃς πολλάκις ἔδωκαν πρὸς ἡμᾶς κατὰ τὴν ἀναφάνησίν των περὶ ἐξοντώσεως. «Ἡ παροῦσα νὰ κοινοποιηθῇ εἰς ἅπαντας τοὺς κατοίκους ἑνὸς ἑκάστου χωρίου, πρὸς γνῶσιν καὶ συμμόρφωσίν των· περιπλέον δὲ ἕκαστον χωρίον ὀφείλει νὰ ἀποζημιώσῃ τὰς ἡμεραργίας τῶν προσώπων ἐκείνων, τῶν ἐμφαινομένων κάτωθι, ἅτινα ἐξέλεξα ὡς δυνάμενα νὰ συνεργασθῶσι μετ’ ἐμοῦ πρὸς ἀποτελεσματικὴν καταδίωξιν τοῦ ληστοφυγοδίκου τούτου, καὶ τὰ ὁποῖα νὰ γνωστοποιηθῶσι διὰ τῶν Παρέδων εἰς τοὺς κατοίκους, οἱ δὲ Πάρεδροι καὶ μετὰ τῶν προκρίτων ἑνὸς ἑκάστου τῶν χωρίων νὰ κανονίσωσι τὴν ἀποζημίωσιν αὐτῶν ἀναλόγως τῶν ὅσων ἐξοδεύει κατ’ ἔτος ἕκαστος τούτων. «Ἐπειδὴ ὅμως ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν τὰ κατάλληλα πρόσωπα ἑνὸς ἑκάστου τῶν χωρίων τοῦ ἐφ’ οὗ προΐστασθε δήμου σας, παρακαλεῖσθε, κύριε Δήμαρχε, τὴν ἐργασίαν ταύτην νὰ τὴν ἐκτελέσητε σεῖς, ἀναθέτοντες τὴν φύλαξιν ἑνὸς ἑκάστου χωρίου σὺν τῇ περιφερείᾳ αὐτοῦ εἰς τρεῖς ἢ δύο καταλλήλους ἀπὸ ἑκάστου χωρίου, πρὸς τοὺς ὁποίους νὰ χορηγηθῶσι καὶ ἀνάλογοι στρατιῶται μὲ ἐπικεφαλῆς ὑπαξιωματικούς, χορηγηθησομένους ἀπὸ τὸν σχετικὸν ἀποσπασματάρχην τοῦ δήμου σας ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παρούσης, ἐπιδεικνυομένης πρὸς αὐτὸν, ἂν εὑρίσκεται εἰς τὴν ἕδραν τοῦ δήμου σας, τοὐναντίον νὰ τὸν καλέσητε, καὶ μεθ’ οὗ νὰ συμπράξητε πρὸς ἀποτελεσματικὴν καταδίωξιν τοῦ ληστοφυγοδίκου τούτου, εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν εἰσβάλῃ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν σας, εἰς ἣν, ἂν εἰσβάλῃ, θὰ εἰσβάλῃ μυστικῶς. «Θεωρῶ δὲ περιττὸν νὰ συστήσω ὑμῖν, ὅτι τὰ δύο ἢ τρία ταῦτα ἀποσματάκια, τὰ μὴ ἀνερχόμενα εἰς πλέον τῶν τεσσάρων ἢ πέντε, θὰ ἐνδιαιτῶνται εἰς τὰ πλέον ἀπόκρυφα καὶ ὕποπτα μέρη (δίκην ληστῶν), οἱ δὲ λοιποὶ ἄνδρες τοῦ ἀποσπάσματος θὰ ἐνεργῶσι καὶ οὗτοι κατ’ αὐτοῦ, ὅ,τι ἀπαιτεῖται καὶ μεθ’ ὑμῶν, ἀλλὰ θὰ ἐκτελῶσι καὶ τὴν λοιπὴν ὑπηρεσίαν των. «Ἐπὶ πλέον δὲ παρακαλεῖσθε νὰ κοινοποιήσητε τὴν παροῦσαν καὶ ἰδίως ἐκείνων τῶν ἀναγκαιούντων αὐτοῖς, μὲ ὅσας σεῖς νομίσητε προσθήκας συντελεστικὰς πρὸς τοῦτο, πρὸς τοὺς Παρέδρους τοῦ δήμου σας, μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ κοινοποιήσωσι ταύτην πρὸς τοὺς κατοίκους των. «Εὐαρεστηθῆτε δὲ νὰ μοὶ γνωστοποιήσητε τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐνεργειῶν σας εἰς Ἀγρίνιον, ὅπου μεταβαίνομεν, καθὼς καὶ τὴν λῆψιν τῆς παρούσης. «Μαχαλᾶ, 9 Μαΐου 1888. «Ὁ ἀνώτερος ἐπόπτης Αἰτωλοακαρνανίας «Γ. Π. ΓΙΟΚΑΣ (λοχαγός).» Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ὁμολογίας, κύριοι Βουλευταὶ, τοῦ ἐπόπτου τούτου, ἔχομεν καὶ τὴν ὁμολογίαν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου Κακλαμάνου, τοῦ τέως ἀνωτέρου ἐπόπτου τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων, διότι οὗτος, ἀνώτερος ὢν ἐπόπτης, ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1887 εἶχε προτείνει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ Γκιόκα, διότι ἦτο ἐντελῶς ἐναντίος εἰς τὰ καταδιωκτικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα οὗτος προέτεινεν εἰς αὐτόν. Ἡ αἴτησις αὕτη εἶχε γίνει δεκτὴ, ἀνεκλήθη δὲ ἡ διαταγὴ συνεπείᾳ προτάσεως τοῦ Νομάρχου Μεσολογγίου Βαμπᾶ, διὰ τῆς ὁποίας οὗτος ἐζήτει ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸν ἀντισυνταγματάρχην Κακλαμάνον διὰ τοῦ λοχαγοῦ Γκιόκα. Καὶ τῷ ὄντι τῇ 3 Μαρτίου 1888 ὁ Ὑπουργὸς διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 11337 διαταγῆς γνωστοποιεῖ εἰς τὸ Βʹ Ἀρχηγεῖον τοῦ στρατοῦ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὴν ἀνωτέραν ἐποπτείαν πάντων τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων τοῦ νομοῦ Ἀκαρνανίας κλπ. ἀνατίθεμεν εἰς τὸν λοχαγὸν Γεώρ. Γκιόκαν, περιορίζοντες τὴν ἀνωτέραν ἐποπτείαν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου Κακλαμάνου εἰς μόνον τὸν νομὸν Ἄρτης κλπ.» Τί ἆρά γε προεκάλεσε τὴν ἀθρόαν εἰς Καρβασαρᾶ μετάβασιν τοῦ Νομάρχου Μεσολογγίου, τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν καὶ ἑνὸς δικαστοῦ ὡς προσωρινοῦ ἀνακριτοῦ; Ἡ πληθὺς τῶν φυγοδίκων, ἡ ἀνικανότης τοῦ κ. Κακλαμάνου, ἢ ἡ προστασία, τῆς ὁποίας ἐτύγχανον οἱ φυγόδικοι παρὰ τοῖς πολιτευομένοις καὶ τοῖς λοιποῖς κατοίκοις τοῦ Βάλτου; Ὁ ἀντισυνταγματάρχης Κακλαμάνος, εἷς ἐκ τῶν ἐντιμοτάτων καὶ ἱκανωτάτων ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, κατώρθωσε διὰ συνετῆς καὶ δραστηρίας ἐνεργείας ἐκτὸς ἄλλων νὰ προσέλθῃ μὲν ὁ ληστοφυγόδικος Σκαρμοῦτσος, νὰ συλληφθῇ ὁ διαβόητος λήσταρχος Ῥοκόφυλλος, νὰ φονευθῇ ὁ δραπέτης τοῦ Ῥίου ληστοφυγόποινος Μοῦτσος καὶ νὰ συλληφθῇ ἐν Εὐρυτανίᾳ ὁ Ἀνδρέας Τάκης, μέλος τῆς γνωστῆς συμμορίας, καὶ δὲν ἔμειναν ἐν Ἀκαρνανίᾳ ἢ δύο μόνον φυγόδικοι, ὁ Μπούρας καὶ ὁ Σταφυλᾶς, ὡς μαρτυρεῖ καὶ αὐτὸς ὁ Γκιόκας διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 477 καὶ ἀπὸ 18 Μαρτίου 1888 ἀναφορᾶς του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. «Μόλα ταῦτα», γράφει ἐν τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ, «καὶ ἀφοῦ ἀκόμη δὲν κατήρτισα τὰ ἀποσπάσματα καὶ τοὺς σταθμοὺς τοὺς ἀναγκαίους, οὐκ ὀλίγοι συνελήφθησαν, ἐν οἷς καὶ ὁ διαβόητος ληστοφυγόδικος Μπούρας, ὅστις δὲν συνελήφθη μὲν (γέλως ἐν ἀμφοτέραις ταῖς πτέρυξιν), ἠναγκάσθη ὅμως νὰ μεταβῇ εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν, καὶ κατ’ αὐτὰς ἢ συλλαμβάνεται καὶ ὁ Σταφυλᾶς, ἢ μεταβαίνει καὶ αὐτὸς εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν, ἂν δὲν μετέβη καὶ ὑποκρύπτεται παρὰ τῶν πολλῶν συγγενῶν του, οὓς ἔχει εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν, ὅπερ καὶ πιθανώτερον, διότι ἐγένετο ἀφανὴς καὶ ἐν Βάλτῳ καὶ ἐν Ξηρομέρῳ». Αὐτὰ γράφει τῇ 8 Μαρτίου, ὅτε παρέλαβε καὶ ἤρχισε τὰ καταδιωκτικὰ μέτρα, «κατέστη δὲ, γράφει, δυσεύρετος, μὲ ὅλας τὰς περιπολίας καὶ τὰς ἐρεύνας, ἃς ἐνεργοῦμεν».
§37ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Αὐταὶ αἱ ἐπαρχίαι εἰς ποῖον νομὸν ὑπάγονται;
§38ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ δύο αὐταὶ ἐπαρχίαι ἀποτελοῦσι τὴν Ἀκαρνανίαν.
§39ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀπὸ τῆς ὁποίας ἐκλέγεται καὶ ὁ Πρωθυπουργός.
§40ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Ἀλλ’ ἂν ἡ ἐνέργεια αὕτη τῶν ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐδικαιολογεῖτο οὔτε ἐκ τῆς πληθύος τῶν φυγοδίκων, διότι, ὡς εἴδομεν, δύο ἦσαν μόνον οἱ φυγόδικοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν καὶ αὐτοὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ὁ Μπούρας καὶ ὁ Σταφυλᾶς, οὔτε ἐκ τῆς ἀνικανότητος τοῦ ἀντισυνταγματάρχου Κακλαμάνου· ἐδικαιολογεῖτο ἆρά γε ἐκ τῆς προστασίας, τῆς ὁποίας ἐτύγχανον οἱ φυγόδικοι παρὰ τοῖς πολιτευομένοις καὶ τοῖς κατοίκοις Βάλτου; Σπεύδω, Κύριοι, νὰ σᾶς δώσω πληροφορίας τινὰς, διὰ νὰ ἴδητε, ἂν ἡ ὑπόνοια αὕτη ἦναι βάσιμος. Ὁ δήμαρχος Θυάμου Σκυλοδῆμος προσωπικῶς κατεδίωξε τὸν φυγόδικον Μοῦτσον, τὸν ἐτραυμάτισε, τὸν συνέλαβε καὶ τὸν παρέδωκεν εἰς τὰς φυλακάς. Οὗτος, ἐν ταῖς φυλακαῖς κρατούμενος, προμηθεύεται ὅπλον καὶ πρὸς ἐκδίκησιν φονεύει τὸν γυναικάδελφον τοῦ Δημάρχου αὐτοῦ, ἐν τῇ φυλακῇ εὑρισκόμενον, χάρις βεβαίως εἰς τὴν αὐστηρότητα, τὴν ἐπικρατοῦσαν ἐν ταῖς ποινικαῖς φυλακαῖς.
§41ΡΑΛΛΗΣ. Σωφρονιστήριον ἦτο ἡ φυλακή; (γέλως ἐν τῇ ἀριστερᾷ).
§42ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ φυγόδικος οὗτος δικάζεται καὶ καταδικάζεται εἰς θάνατον, καὶ ἐγκλείεται ἐν Ῥίῳ· ἐκεῖθεν δραπετεύει καὶ ἐπανέρχεται εἰς Βάλτον (διάλογοι δεξιόθεν).
§43ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὰ πιστεύει αὐτὰ ὁ κ. Γκίκας.
§44ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἐγνώριζον, ὅτι οὐ μόνον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὕδρας Βουλευτὴς, ἀλλὰ καὶ πάντες οἱ λοιποὶ Βουλευταὶ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων ἠδύνατο νὰ ἀμφιβάλλουν, ἂν ἀληθῶς διεπράχθησαν πάντα ταῦτα, καὶ ἂν ἡ ἀφήγησις, τὴν ὁποίαν ποιοῦμαι πρὸς ὑμᾶς, ἔχῃ ὅπως ἀφηγοῦμαι, εἶχον προλάβει νὰ ζητήσω καὶ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ἰδίως παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, πλὴν τῶν δικογραφιῶν καὶ πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετικὰ πρὸς ὅσα νῦν ἀφηγοῦμαι· καὶ ἐπειδὴ ὑπέθετον, ὅτι ἠδύνατό τις νὰ μοὶ ἀπευθύνῃ τὴν παρατήρησιν ταύτην καὶ ὅτι ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς νὰ μὲ διαψεύσῃ, ἐφρόντισα νὰ ἔχω μετ’ ἐμοῦ καὶ τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ὅπου φαίνεται, ὅτι ἐζήτησα πάντα ταῦτα. Ἂν ὁ Ὑπουργὸς δὲν τὰ ἐκόμισε, δὲν πταίω ἐγώ, ἀξιότιμε κύριε Γκίκα, πταίει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§45ΓΚΙΚΑΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς διέκοψα.
§46ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδού, κύριε Γκίκα. (Ἀναγινώσκει ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς τὰς ἐγγράφους ἐπερωτήσεις του, δι’ ὧν κατὰ τὰς παρελθούσας τακτικὰς Συνόδους ἐζήτησε τὴν κατάθεσιν πασῶν τῶν δικογραφιῶν, ἐγγράφων καὶ πληροφοριῶν, τῶν σχετικῶν πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην). Ὥστε δὲν πταίω ἐγώ, ἂν τὰ ἔγγραφα ταῦτα δὲν ἦναι ἐδῶ, διὰ νὰ δυνηθῶ καὶ διὰ τῶν ἐπισήμων αὐτῶν ἐγγράφων ν’ ἀποδείξω, ὅτι πᾶν ὅ,τι λέγω εἶναι ἐντελῶς ἀκριβές. Ἐντεῦθεν νομίζω, ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτῶ παρ’ ὑμῶν νὰ πιστεύητε εἰς ὅσα λέγω, ἀφοῦ δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ αἴτιος τοῦ ὅτι δὲν δύναμαι νὰ δίδω κῦρος εἰς τὰ λεγόμενά μου διὰ τῆς προσαγωγῆς τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων καὶ ἀφοῦ δὲν διαψεύδονται ἐπισήμως ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ Μπούρας, ἕτερος φυγόδικος, ἀμυνόμενος, ἀνῄρεσέ τινα, ἐν ἡλικίᾳ 16 ἐτῶν· προσέρχεται αὐθόρμητος εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν καὶ φυλακίζεται. Ὑπόδικος ὤν, μανθάνει ὅτι δύο τῶν μαρτύρων τῆς κατηγορίας τὸν ἐνοχοποιοῦσι πλειότερον τοῦ δέοντος, κατὰ τὴν κρίσιν του. Σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέξητε εἰς τὴν ἀφήγησιν τῶν περιστατικῶν τούτων, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι οὐδέποτε οἱ κάτοικοι τῆς Ἀκαρνανίας ἠρνήθησαν νὰ παράσχωσι τὴν συνδρομὴν αὐτῶν πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ πάντοτε τὴν παρέσχον καὶ ἐπὶ κινδύνῳ τῆς ζωῆς των καὶ τῆς περιουσίας των. Λοιπὸν ὁ Μπούρας οὗτος μανθάνει ἐν ταῖς φυλακαῖς, ὑπόδικος ὤν, ὅτι δύο ἐκ τῶν μαρτύρων τῆς κατηγορίας τὸν ἐνοχοποιοῦσι πλέον τοῦ δέοντος, κατὰ τὴν κρίσιν του. Ἀποδιδράσκει ἐκ τῆς φυλακῆς, μεταβαίνει εἰς Βάλτον καὶ φονεύει τοὺς δύο μάρτυρας. Ἀλλ’ ὁ Μπούρας πταίει, ἢ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία τὸν ἀφῆκε ν’ ἀποδράσῃ;
§47ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πῶς ἔμαθε τί ἔκαμεν ἡ ἀνάκρισις;
§48ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ ἀνάκρισις τώρα εἶναι δημοσία.
§49ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ σπουδαῖον δὲν εἶναι, ὅτι ἔμαθε, τί κατέθεσαν κατ’ αὐτοῦ οἱ μάρτυρες, ἀλλὰ πῶς ἐδραπέτευσε. Καὶ κατόπιν, πρὸς σύλληψιν τοῦ Μπούρα τούτου, ἀναστατόνεται ὅλος ὁ Βάλτος, καὶ φυλακίζονται καὶ κακοποιοῦνται ὅλοι οἱ οἰκοκυραῖοι τοῦ Βάλτου. Ὑποθέτω ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης συμφωνεῖ, ὅτι ὅλον αὐτὸ τὸ δρᾶμα, τὸ εἰς βάρος τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν Δημάρχων παιχθὲν, ὀφείλεται εἰς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν λειτουργεῖ ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη καὶ οἱ νόμοι, οἱ διέποντες τὰ τῶν ποινικῶν φυλακῶν. Ὁ Σταφυλᾶς φυγοδικεῖ· καταφεύγει εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἐν Καρβασαρᾷ Κηρολιβάνου... Ὁ κ. Σκαλτσᾶς θὰ τὰ γνωρίζῃ αὐτά...
§50ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Διόλου.
§51ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Φυγόδικος ὤν, καταφεύγει εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Κηρολιβάνου. Οὗτος γνωστοποιεῖ εἰς τὴν ἀρχὴν, ὅτι ὁ φυγόδικος Σταφυλᾶς εὑρίσκεται ἐν τῇ οἰκίᾳ του, ἀλλ’ ἡ ἀρχὴ ἐνεργεῖ τόσον βραδέως καὶ ἀδεξίως, ὥστε ὁ Σταφυλᾶς διαφεύγει τῶν χειρῶν της. Πρὸς ἐκδίκησιν οὗτος κατόπιν φονεύει τὸν Κηρολίβανον, τὸν καταγγείλαντα τοῦτον εἰς τὴν ἀρχήν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ὑποκρύπτοντες τοὺς φυγοδίκους! Ὁ αὐτὸς Σταφυλᾶς συλλαμβάνει μετ’ ἄλλων τὸν ἐκ τοῦ δήμου Ἀστακοῦ Τραγόμαλλον ἐκ τοῦ ποιμνιοστασίου του καὶ τὸν ὁδηγεῖ εἰς τὸ χωρίον του, διὰ νὰ λάβῃ παρ’ αὐτοῦ λύτρα, ἀλλὰ καθ’ ὁδὸν τοὺς συναντᾷ εἷς κάτοικος τοῦ χωρίου, Λάμπρος Λιβάνης, εἰδοποιεῖ αὐτὸς τοὺς χωρικούς, σπεύσαντες δὲ πάντες, πυροβολοῦσι τὸν Σταφυλᾶν καὶ τοὺς ὀπαδούς του, τοὺς τραυματίζουν, καὶ ἀναγκάζεται ὁ Σταφυλᾶς νὰ καταλίπῃ ἐκεῖ τὸν αἰχμάλωτον. Τί πράττει ὅμως ὁ Σταφυλᾶς τὴν ἐπιοῦσαν; —καὶ ἰδοὺ μία ἀπόδειξις, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, τῆς ἐξασφαλίσεως, τῆς ὁποίας τυγχάνει ἡ ζωὴ καὶ ἡ περιουσία τῶν πολιτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συντρέχουν τὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν σύλληψιν τῶν φυγοδίκων.—Τὴν ἐπιοῦσαν λοιπὸν τί πράττει; αἰχμαλωτίζει τὸν δεκαπενταετῆ υἱὸν τοῦ Λιβάνη καὶ τὸν κατακρεουργεῖ, ἐνῷ τὰ ἀποσπάσματα ὅλα ἦσαν ἐν Βάλτῳ καὶ διέπραττον ὅσα ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Καὶ διατὶ διαπράττει αὐτὰ ἡ ἐξουσία; διότι οἱ κάτοικοι ὑποθάλπουν τοὺς φυγοδίκους· καὶ ὁ υἱὸς τοῦ Λιβάνη κατακρεουργεῖται! διατί; διότι ὁ Λιβάνης εἰδοποιεῖ τὴν ἐξουσίαν, διότι σπεύδει μετ’ ἄλλων ἐνόπλως νὰ καταδιώξῃ τὸν Σταφυλᾶν καὶ τοὺς ὀπαδούς του. Ἐκ τῶν ὀλιγίστων τούτων παραδειγμάτων, κύριοι Βουλευταί, ἐκ τῶν πολλῶν, τὰ ὁποῖα ἠδυνάμην νὰ φέρω, τὰ ὁποῖα ὅμως ἀφορῶσιν εἰς τοὺς φυγοδίκους, τοὺς προκαλέσαντας τὴν ἐκστρατείαν κατὰ τῶν κατοίκων Ἀκαρνανίας, προκύπτει πρῶτον, ὅτι οἱ κάτοικοι, ὡς καὶ πρὸ ὀλίγου εἶπον, τῆς Ἀκαρνανίας, οὐδέποτε, ἢ ἂν δὲν θέλετε νὰ παραδεχθῆτε ὅτι οὐδέποτε, τοὐλάχιστον κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν δὲν ὑπέθαλψαν φυγοδίκους· ἐξ ἐναντίας προκύπτει ἐξ ὅσων εἶπον, κυρουμένων καὶ δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων, ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων, καὶ μὲ κίνδυνον τῆς ζωῆς των καὶ μὲ θυσίαν πολλάκις αὐτῆς, παρέσχον πᾶσαν συνδρομὴν εἰς τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν καὶ πρὸς τὴν καταδίωξιν καὶ πρὸς τὴν σύλληψιν τῶν ἐγκληματιῶν. Ἀλλὰ προκύπτει καὶ ἕτερον, ὅτι ἕνεκα τῆς παραλυσίας, εἰς τὴν ὁποίαν διατελεῖ ἡ διοίκησις καθ’ ὅλους αὐτῆς τοὺς κλάδους, οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων, βλέποντες ὅτι οὐδαμῶς εἶναι ἐξησφαλισμένοι ἐκ τῆς καταδιώξεως τῶν ἐγκληματιῶν ἐν τῇ ἐνασκήσει τῇ ὑπαιθρίῳ νυκτὸς καὶ ἡμέρας τοῦ ἐπαγγέλματός των, εἴτε τοῦ ποιμενικοῦ, εἴτε τοῦ γεωργικοῦ, ἔχουν καταληφθῆ ὑπὸ φόβου, καὶ πολλοὶ τούτων εὐλόγως διστάζουσι νὰ καταγγέλλωσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν τὴν διέλευσιν ἑκάστοτε ἐκ τῶν ποιμνίων των ἢ καὶ τῶν ἀγρῶν των ἢ ἐκ τῶν οἰκιῶν των τῶν περιφερομένων εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα ἐγκληματιῶν, διότι πλὴν τῶν ἄλλων βλέπουσιν, ὅτι οἱ ἐγκληματίαι οὗτοι, εἴτε ὑπόδικοι ὄντες, εἴτε κατάδικοι, μετὰ πολλῆς εὐκολίας δραπετεύουσιν ἐκ τῶν φυλακῶν, καὶ ἂν δὲ ἤθελέ ποτε κατορθωθῆ νὰ καταδικασθῶσι, βλέπουσι μετὰ πόσης εὐκολίας ἐκμηδενίζει τὰς ἀποφάσεις τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων τὸ προνόμιον τῆς χάριτος, καὶ ἡ ἐκ τῶν φυλακῶν ἐπίσης ἀπόδρασις. Ἀλλὰ καὶ οἱ καταγγέλλοντες καὶ γνωστοποιοῦντες εἰς τὴν ἐξουσίαν τὴν παρουσίαν τῶν φυγοδίκων καὶ αὐτοὶ δὲν ἐξαιροῦνται τῆς καταδιώξεως κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Οἱ κάτοικοι Σακαρετσίου παραχειμάζουν εἰς Λεπενοῦ. Εἷς ἐξ αὐτῶν, ὁ Ἀθανάσιος Γρέντζελος, (ἀναγινώσκει): «μὴ συγγενὴς φυγοδίκου, ποιμὴν, ἐγνωστοποίησεν εἰς τὸν κ. Γκιόκαν, ὅτι φυγόδικός τις τὴν παρελθοῦσαν νύκτα, διελθὼν διὰ τοῦ μέρους, ὅπου εἶχε τὸ ποίμνιόν του, ἔλαβε τὸν ἄρτον, ὃν εἶχε, καὶ ἀπῆλθε. Τῇ ἐπιούσῃ, διότι ὁ ποιμὴν, τέσσαρας ὥρας μακρὰν τῆς κατοικίας τοῦ κ. Γκιόκα ἔχων τὴν καλύβην του, δὲν τὸν εἰδοποίησεν ἀμέσως, στέλλει ὑπὸ ἕνα ἀξιωματικὸν 48 στρατιώτας καὶ καίει πάσας τὰς καλύβας τῶν Σακαρετσάνων καὶ τὰ ποιμνιοστάσια αὐτῶν μετὰ πάντων τῶν ἐν αὐτοῖς περιεχομένων! Κατόπιν διὰ πυροβολισμῶν συνέλεξαν οἱ στρατιῶται 3,000 κτηνῶν εἰς θέσιν Λαγκάδα, τὰ ἐνέκλεισαν ἐπὶ ἡμέρας ἐντὸς περιβόλου τινὸς, πλὴν τῶν μικρῶν, τὰ ὁποῖα ἔμενον τῇδε κἀκεῖσε ἐν τῇ ὁδῷ, ἐξ ἐκείνων δὲ 200 ἀπέθανον ἐκ τοῦ περιορισμοῦ καὶ τῆς ἐλλείψεως τροφῆς». Νομίζω, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι θὰ ἔχητε βεβαίως τὴν περιέργειαν νὰ μάθητε, ἂν τὴν στοργὴν, τὴν ὁποίαν ἐπεδείξατο ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν Ἀκαρνανίαν, ἐπεδείξατο καὶ διὰ τὴν Αἰτωλίαν· διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἀμφότεροι τότε οἱ Βουλευταὶ ἐξ Ἀκαρνανίας ἦσαν ἀντιπολιτευόμενοι, ἐκ δὲ τῆς Αἰτωλίας καὶ κατάγονται καὶ ψηφίζονται καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, πέντε δ’ ἕτεροι Βουλευταὶ ἦσαν τότε κυβερνητικοί· καὶ ἐπιθυμεῖ ἴσως ἡ Βουλὴ νὰ μάθῃ, ἂν ὁμοίαν στοργὴν ἔδειξεν ἡ Κυβέρνησις καὶ πρὸς τοὺς κατοίκους τῆς Αἰτωλίας πρὸς ἀποκατάστασιν ἐκεῖ τῆς δημοσίας τάξεως, καὶ βεβαίως ἔχετε τὴν περιέργειαν νὰ μάθητε, ἦσαν ἆρά γε φυγόδικοι ἐν Αἰτωλίᾳ κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχήν; καὶ ἂν ἦσαν φυγόδικοι, ἐκηρύχθη καὶ ἐκεῖ ὁ στρατιωτικὸς νόμος; κατεδιώχθησαν πολῖται; ἐσφάγησαν ποίμνια; ἐπυρπολήθησαν ποιμνιοστάσια; Μόνον, Κύριοι, ἐν ταῖς δύο ἐπαρχίαις ἐκ τῶν τεσσάρων, τῶν ἀποτελουσῶν τὴν Αἰτωλίαν, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ναυπακτίας καὶ τῇ ἐπαρχίᾳ Εὐρυτανίας, διῃτῶντο, καθ’ ἣν ἐποχὴν συνέβαινον ταῦτα ἐν Βάλτῳ, 562 φυγόδικοι!
§52ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε καλὰς πληροφορίας, κύριε συνάδελφε.
§53ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ δὲ ἐγνώριζον, κύριοι Βουλευταί.... (διάλογοι). Παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐπιτρέπῃ μὲν τὰς διακοπὰς, ἀλλ’ εὐθὺς κατόπιν νὰ μὲ ἀφίνουν ἥσυχον, διὰ νὰ ἐξακολουθῶ. Ἐπειδὴ δὲ, κύριοι Βουλευταὶ, ἐγνώριζον, ὅτι ὁ ἐκ Ναυπακτίας Βουλευτὴς θὰ διεμαρτύρετο κατὰ τῆς διαβεβαιώσεως ὅτι 562 φυγόδικοι διῃτῶντο ἐν Ναυπακτίᾳ μόνον καὶ Εὐρυτανίᾳ, ἐνόμισα ὅτι ἦτο καλὸν νὰ κομίσω ἐνταῦθα ἐπίσημον ἔγγραφον, ὅπερ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶχε καταθέσει τὸ παρελθὸν ἔτος, καὶ δὴ αὐτὸ τοῦτο τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Γκιόκα, τοῦ ἐπόπτου τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Γκιόκας εἶχε τότε ἀποστείλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀκριβῶς ὅπως διαψεύσῃ σήμερον τὸν κ. ἐκ Ναυπακτίας Βουλευτὴν, ἰσχυριζόμενον ὅτι δὲν ὑπῆρχον τότε τόσοι φυγόδικοι ἐν Ναυπακτίᾳ καὶ Εὐρυτανίᾳ, καὶ τὸ ὁποῖον ἀναφέρει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Καὶ πρὸς βεβαίωσιν τούτου ἀρκεῖ, φρονῶ, νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι εἰς μόνον τὰς ἐπαρχίας Εὐρυτανίας καὶ Ναυπακτίας ὑπάρχουν φυγόδικοι καὶ φυγόποινοι 562». Προσθέσατε τώρα καὶ τοὺς τοῦ Βάλτου καὶ Ξηρομέρου, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι ἐκεῖ σύνταγμα ὁλόκληρον φυγοδίκων καὶ φυγοποίνων ὑπῆρχεν. Οὔτε πρέπει δὲ νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι τὰ ἀδικήματα ταῦτα, ἐπὶ τοῖς ὁποίοις κατηγοροῦντο οἱ 562 οὗτοι καὶ οἱ λοιποὶ ἐν ταῖς ἄλλαις ἐπαρχίαις τῆς Αἰτωλίας φυγόδικοι καὶ φυγόποινοι, εἶναι τόσον ἐλαφρὰ, ὥστε νὰ μὴ ἦτο ἠναγκασμένη ἡ ἐξουσία νὰ μετέλθῃ καὶ ἐκεῖ ὅμοια μέτρα· διότι, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ τῶν κατὰ τὸν Μάρτιον μὲν τοῦ 1888 συλληφθέντων καὶ προσελθόντων 28 φυγοδίκων καὶ φυγοποίνων κατηγορεῖτο ἐπὶ ληστείᾳ 1, ἐκ τῶν κατ’ Ἀπρίλιον δὲ 34 κατηγοροῦντο 3, ἐκ τῶν κατὰ Ἰούνιον 44 κατηγοροῦντο 7, ἐπὶ φόνοις δὲ καὶ ἀναρέσεσι περὶ τοὺς 25. Ἀλλὰ καίτοι τηλικοῦτον ἦτο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὸ πλῆθος τῶν ἐν Εὐρυτανίᾳ καὶ Ναυπακτίᾳ φυγοδίκων καὶ φυγοποίνων, καὶ τόσον βαρεῖαι πολλαὶ τῶν διαπραχθεισῶν παρ’ αὐτῶν πράξεων, οὔτε τῆς τιμῆς ἠξιώθησαν αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι νὰ ἴδωσιν ἐν τῷ μέσῳ αὐτῶν τοὺς ὑψηλοὺς ἐκείνους ξένους, οὔτε ἐν ὀνόματι τῆς δημοσίας ἀσφαλείας διεπράχθησαν κατὰ τῶν πρώην Βουλευτῶν καὶ τῶν Δημάρχων τὰ βαρέα ἐκεῖνα ἀδικήματα. Ἀλλ’ ἐκ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως προκύπτει καὶ ἕτερόν τι, ὅτι καὶ τὰ λοιπὰ ἐγκλήματα καὶ ἡ λῃστεία δὲν ἔπαυσαν λυμαινόμενα καὶ ἄλλους νομοὺς τοῦ Κράτους καὶ κατ’ ἄλλας ἐποχὰς, ἀλλὰ καὶ κατ’ ἐκείνας, καθ’ ἃς διεπράττοντο ἐν Βάλτῳ ἐκεῖνα τὰ ἐγκλήματα κατὰ τῶν πολιτῶν ἐν ὀνόματι τῆς τάξεως. Τί μᾶς διδάσκουσιν οἱ πίνακες τῆς Κυβερνήσεως; Ὅτι ἐκ τῶν προσελθόντων καὶ συλληφθέντων ἐν τοῖς λοιποῖς νομοῖς, πλὴν τῆς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, φυγοδίκων καὶ φυγοποίνων κατὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον, Φεβρουάριον, Μάρτιον, Ἀπρίλιον καὶ Μάϊον τοῦ 1888 κατηγοροῦντο ἐπὶ λῃστείᾳ μετὰ ἢ ἄνευ φόνου ἢ συνεργείᾳ λῃστείας, ἢ ἦσαν καταδεδικασμένοι ἐπὶ τοιαύταις πράξεσιν, 73, ἐκ δὲ τῶν κατὰ τοὺς λοιποὺς 7 μῆνας τοῦ 1888 81, ἐν ὅλῳ 154. Καὶ ἐκ τῶν προσελθόντων δὲ καθ’ ὅλον τὸ λῆξαν ἔτος 1889 φυγοδίκων καὶ φυγοποίνων ἐν τῷ Κράτει, πλὴν τῆς Ἀκαρνανίας, κατηγοροῦντο ἢ ἦσαν καταδεδικασμένοι ἐπὶ τοιαύταις πράξεσιν 129. Ἐν τούτοις ἐν οὐδενὶ τῶν νομῶν τούτων ἐξεῤῥάγη ἡ καταστρεπτικὴ ἐκείνη θύελλα τῶν βιαιοπραγιῶν καὶ κακώσεων.
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ληστεία δὲν ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι.
§55ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ εἴδετε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ὁ ἀνακριτὴς Λευκάδος ἐφυλάκισε τόσους συμπολίτας σας, διότι ὑπέθαλπον λῃστὰς, καὶ θέλετε νὰ πιστεύσῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἐγὼ καὶ ἡ κοινωνία, ὅτι δὲν ὑπάρχει ληστεία!
§56ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ὑπάρχει· διότι αἱ ληστεῖαι, τὰς ὁποίας ἀνεκοινώσατε, ἐκτὸς μιᾶς μόνης περιπτώσεως, ἐν ᾗ γίνεται λόγος περὶ ἑνώσεως, εἶναι ἁπλαῖ ἐκβιάσεις, αἵτινες κατὰ δυστυχίαν ἐν τῷ ἡμετέρῳ νόμῳ φέρουσι τὸ ὄνομα τῆς λῃστείας, δὲν ἔχουσιν ὅμως χαρακτῆρα λῃστρικόν.
§57ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, μὲ ἔχετε παρεξηγήσει. Ἐγὼ δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἀποδείξω, ὅτι ὑπάρχει ληστεία ἐν Ἑλλάδι· θέλω ν’ ἀποδείξω ἁπλῶς, ὅτι καὶ ἐν ἄλλοις νομοῖς τοῦ Κράτους κατηγοροῦνται ἄνθρωποι ἐπὶ πράξεσι φερούσαις τὸν αὐτὸν χαρακτῆρα τὸν ὁποῖον φέρουσιν αἱ πράξεις ἐκεῖναι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐξηνδραποδίζετο ὁ Βάλτος. Αἱ πράξεις τοῦ Μπούρα καὶ τοῦ Σταφυλᾶ ὀνομάζονται ἐν τοῖς ἐγγράφοις τῶν ἐποπτῶν λῃστοφυγοδικίαι καὶ λῃστεῖαι, καὶ ὁ κ. Κωνσταντῖνος Στράτος, ὁ πρώην συνάδελφός σας καὶ φίλος σας καὶ ὑφιστάμενός σας Νομάρχης καὶ οἱ Δήμαρχοι Βάλτου κατηγορήθησαν ὡς ὑποθάλποντες τοὺς λῃστοφυγοδίκους.
§58ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ λῃστοφυγόδικος εἶναι ἄνθρωπος, ὅστις κατεδιώκετο ἐπὶ λῃστείᾳ, δὲν ὑπῆρξε δὲ δυνατὸν νὰ συλληφθῇ, καὶ φυγοδικεῖ, ἐνῷ λῃστεία ὀνομάζεται γενικῶς πρᾶξις, κατὰ τὸν νόμον ἡμῶν, ἣν ἐκτελεῖ ἄνθρωπος μὴ λῃστὴς ἐξ ἐπαγγέλματος, ἐπιπίπτων π. χ. ἁπλῶς κατ’ ἀνθρώπου διερχομένου, ὅπως ἁρπάσῃ αὐτῷ τὸ ὡρολόγιον, ὡς καθ’ ἡμέραν ἐν πάσει πόλει τοῦ κόσμου συμβαίνει.
§59ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, φυγόδικοι ἦσαν ὅτε κατηγοροῦντο, ἀλλὰ φυγόδικοι ὄντες, διέπραξαν αὐτὰς τὰς πράξεις. Ἐὰν ὑπάρχῃ ληστεία, νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, καὶ καθῆκον ἔχομεν νὰ τὴν ἐξαλείψωμεν. Ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν ὑποστηρίζω ὅτι ὑπάρχει λῃστεία, ἁπλῶς θέλω νὰ εἴπω, ὅτι καὶ ἐν ἄλλοις νομοῖς τοῦ Κράτους ὑπάρχουν ἄνθρωποι, κατηγορούμενοι ἐπὶ ὁμοίοις πράξεσιν, ἐπὶ ταῖς ὁποίαις κατηγοροῦντο καὶ οἱ φυγόδικοι τοῦ Βάλτου, καὶ ὄχι μόνον κατηγοροῦντο, ἀλλὰ καὶ εἶχον καταδικασθῆ, καὶ βλέπετε ὅτι συνελήφθησαν ἢ προσῆλθον καὶ φυγόποινοι, καταδεδικασμένοι ἐπὶ λῃστείᾳ ἢ συνεργείᾳ λῃστείας, ἢ λῃστείᾳ μετὰ φόνου. Ἐν τούτοις ἐν οὐδενὶ τῶν νομῶν τούτων, καίτοι οὗτοι ἐμαστίζοντο ὑπὸ ἐγκληματιῶν πολὺ πλειοτέρων καὶ τῆς αὐτῆς φύσεως πρὸς ἐκείνους τοῦ Βάλτου, δὲν ἐπεχείρησεν ἡ Κυβέρνησις ὅσα ἐπεχείρησε κατὰ τῶν κατοίκων καὶ κατὰ τῶν πολιτευομένων τοῦ Βάλτου, καὶ σήμερον κατὰ τῶν κατοίκων τῆς Βονίτσης. Εἰς βεβαίωσιν ὅμως, Κύριοι, πάντων τούτων ἔχω καθῆκον νὰ παρουσιάσω πρὸς ὑμᾶς ἕνα μάρτυρα ἀξιόπιστον, τουλάχιστον διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἄξιον καὶ κατ’ ἐμὲ ἀκόμη πάσης ὑπολήψεως διὰ τὴν ἀξιοπιστίαν του. Ὁ μάρτυς οὗτος εἶναι πρώην ὑπάλληλος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, Εἰσαγγελεὺς Μεσολογγίου κατὰ τῷ 1882... Ἦσθε Ὑπουργὸς τότε;
§60ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὄχι.
§61ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Τρικούπης ἦτο Πρωθυπουργός. Τότε, κύριοι Βουλευταί, ὁ Βάλτος ἦτο ἀνάστατος, οἱ φυγόδικοι καὶ φυγόποινοι ἀπετέλουν στρατιὰς, καὶ μάχαι ἀληθεῖς συνήπτοντο πρὸς τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα. Τοὺς αὐτοὺς πολιτευομένους εἶχε καὶ τότε ὁ Βάλτος, τὸν Κ. Στράτον καὶ Ἴσκον, τοὺς ὁποίους ἐχαρακτήρισεν ὁ ὑποβαλὼν τὴν πρότασιν κατὰ Στράτου Εἰσαγγελεὺς, μὴ ἐξαιρουμένων οὔτε τοῦ Ἀνδρέου Στράτου ἀντισυνταγματάρχου, οὔτε τοῦ ὑποστρατήγου Βαλτινοῦ, τοὺς ἐχαρακτήρισε πάντας τοὺς πολιτευομένους τοῦ Βάλτου ὡς ὑποθάλποντας τὴν κακουργίαν καὶ ὡς ἐπιτυγχάνοντας εἰς τὰς ἐκλογὰς διὰ τῆς προστασίας τῶν κακούργων. Λοιπὸν τότε οἱ αὐτοὶ πολιτευόμενοι ἦσαν, ὅτε Πρωθυπουργὸς ἦτο ὁ κ. Τρικούπης καὶ Εἰσαγγελεὺς ἐν Μεσολογγίῳ ὁ κ. Τσουκαλᾶς. Ἰδοὺ τί γράφει ὁ κ. Τσουκαλᾶς, τὸν ὁποῖον ἐγὼ εἶχον ἐρωτήσει περὶ τῶν πραγμάτων αὐτῶν, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν κατέθεσε τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ἐζήτησα, (ἀναγινώσκει): Ἀθῆναι 14 Δεκεμβρίου 1889. «Ἀξιότιμε φίλε. «Λαβὼν τὴν φιλικὴν ἐπιστολήν σας, σπεύδω εὐχαρίστως νὰ παράσχω ὑμῖν πᾶσαν πληροφορίαν ἐπὶ τῶν ἐν αὐτῇ ἐρωτήσεών σας. Σᾶς παρακαλῶ ἐν τούτοις νὰ μὴ ἀπαιτήσητε πλειοτέρας λεπτομερείας, καθόσον ἕνεκα τῆς παρελεύσεως τοσούτου χρόνου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διατηρηθῶσιν ἐν τῇ μνήμῃ μου πλειότεραι τοιαῦται, προκειμένου περὶ ἐνεργειῶν, αἵτινες δὲν εἶχον μεταξὺ τῶν καθηκόντων μου ἐξαιρετικόν τι καὶ ἄξιον διαρκοῦς ἀναμνήσεως, ἀλλ’ αἵτινες περιέχονται εἰς τὰ κοινὰ παντὸς Εἰσαγγελέως καθήκοντα. «Διατελῶν ὡς Εἰσαγγελεὺς ἐν Μεσολογγίῳ κατὰ τὸ ἔτος 1882, εἶδον μετ’ ἀνησυχίας, ὅτι ἐν Βάλτῳ καὶ Ξηρομέρῳ οἱ φυγόδικοι οὐ μόνον ὑπερμέτρως εἶχον πληθυνθῆ, ἀλλὰ καὶ θρασυνθέντες ἕνεκα τοῦ ἀνεπαρκοῦς τῆς καταδιώξεως, ἐπανειλημμένως ἐτόλμησαν ν’ ἀντιταχθῶσι καὶ ἐπιτεθῶσι καὶ κατ’ αὐτῶν τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων, συνάψαντες μετ’ αὐτῶν οἱονεὶ ἀληθεῖς μάχας. Ἀπέστειλα ἐκεῖ ἐπανειλημμένως ἀνακριτὴν, ὡς καὶ τὸν παρ’ ἐμοὶ ἀντεισαγγελέα, ἀλλ’ οὐδὲν ἄξιον λόγου ἀποτέλεσμα ἐπῆλθε, δι’ ὃ, ἐξαντληθέντος παντὸς ἑτέρου μέσου, ἐθεώρησα ἀναπόφευκτον νὰ μεταβῶ καὶ περιέλθω αὐτοπροσώπως τὰς ἐπαρχίας Βάλτου καὶ Ξηρομέρου καὶ ἐνεργήσω πᾶν τὸ δυνατὸν, ὅπως ἐπανέλθῃ ἡ τοσοῦτον τότε διαταραχθεῖσα τάξις καὶ δημοσία ἀσφάλεια. Ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ταύταις διῃτᾶτο πληθὺς φυγοδίκων, πρὸ δέκα καὶ πλέον ἐτῶν τῶν πλείστων διατελούντων τοιούτων καὶ καταδιωκομένων ἕνεκα λῃστειῶν μετὰ βασάνων καὶ φόνων, φόνων, ἀναιρέσεων, ἀποπειρῶν τοιούτων, κλοπῶν, βιασμῶν, ζωοκλοπῶν κλπ. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι τοιοῦτοι φυγόδικοι, ἀνερχόμενοι εἰς 150 περίπου, περιφερόμενοι ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ταύταις καὶ ταῖς παρακειμέναις, ἤτοι τῇ Ναυπακτίᾳ, Ἄρτῃ κλπ., διέπραττον εἰκότως παντὸς εἴδους ἀξιοποίνους πράξεις, εἴτε χάριν συντηρήσεως καὶ προμηθείας τῶν ἀναγκαίων, εἴτε χάριν ἐκδικήσεων, εἴτε καὶ ἵνα διασπείρωσι τὸν τρόμον τοῖς χωρικοῖς, ἐπὶ τῷ σκοπῷ ὅπως μὴ τολμηθῇ ἡ ὑπόδειξις τῶν καταφυγίων αὐτῶν εἰς τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα καὶ τὰς ἀρχάς. Διοικητὴς τοῦ μεταβατικοῦ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ταύταις ἦτο ὁ ἀποβιώσας συνταγματάχης Κονιαβίτης, ὅστις, ἀγνοῶ διὰ τίνα λόγον, δὲν ἐφαίνετο ἐνεργῶν δραστηρίως πρὸς καταδίωξιν τῶν φυγοδίκων, πολλῷ δὲ μᾶλλον δὲν ἐποιεῖτο χρῆσιν ἐκνόμου τινὸς μέσου πρὸς σύλληψιν αὐτῶν. Μεταβὰς ἐν τούτοις εἰς Καρβασαρᾶν καὶ ἀντιληφθεὶς ἐκ τοῦ πλησίον τὴν κατάστασιν ταύτην, προσεκάλεσα ἅπαντας τοὺς Δημάρχους τῆς περιφερείας καὶ ὑπέδειξα αὐτοῖς τὰ καθήκοντά των ἐπὶ τῆς τόσῳ σοβαρᾶς περιστάσεως ταύτης, συστήσας αὐτοῖς, ὅπως μοὶ παράσχωσι πᾶσαν σπουδαίαν καὶ δραστηρίαν συνδρομήν. Ἡ εἰλικρινὴς δὲ συνδρομὴ τῶν πλείστων τούτων, ὡς καὶ ἑτέρων ἀξιοτίμων πολιτῶν ἐν Καρβασαρᾷ, Ἀστακῷ καὶ λοιποῖς χωρίοις, ἐν οἷς ὁ κ. Στράτος, ὁ δήμαρχος Ἀμβρακίας κ. Καραπᾶνος, ὁ κ. Ν. Μπελέτσης καὶ πλεῖστοι ἄλλοι ἀξιότιμοι ἄνδρες, πρὸς δὲ ἡ πρὸς ἅπαντας δοθεῖσα διαβεβαίωσις, ὅτι ἡ δικαιοσύνη θέλει φανῆ κατὰ τὸ ἐφικτὸν ἐπιεικὴς εἰς πάντα φυγόδικον ἑκουσίως προσερχόμενον εἰς αὐτὴν, καὶ προσέτι ἡ διαβεβαίωσις, ὅτι ἤθελον πάντες δικασθῆ τάχιστα, καὶ δὲν ἤθελε παραταθῆ ἐπὶ πολὺ ἡ προφυλάκισίς των, ἥτις πολὺ κατεφόβιζεν αὐτοὺς, συνέβαλεν, ὅπως οὐ μόνον οἱ φυγόδικοι προσέρχωνται ἐνώπιόν μου αὐθορμήτως καὶ καθ’ ὁμάδας, ἀλλὰ καὶ νὰ πέμπω τινὰς ἐξ αὐτῶν, ὅπως πείθωσιν ἑτέρους νὰ προσέλθωσι, καὶ, τὸ περιεργότερον, τινὲς τῶν φυγοδίκων τούτων νὰ συλλαμβάνωσιν ἑτέρους φυγοδίκους, ὧν ἐγίνωσκον τὰ ἐνδιαιτήματα. «Οὕτω δὲ προσῆλθον καὶ συνελήφθησαν πλέον τῶν 100 φυγοδίκων, ἐν οἷς καί τινες φυγόποινοι· δικασθέντες δὲ ταχέως, δύο μὲν ἢ τρεῖς ἐξ αὐτῶν κατεδικάσθησαν εἰς τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, ἕτεροι εἰς ἰσόβια δεσμὰ, ἄλλοι εἰς εἰρκτὴν καὶ φυλάκισιν, ἀθωωθέντων καὶ πολλῶν ἐξ αὐτῶν. «Μόνον δὲ, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, ἔμειναν ἐν ἀμφοτέραις ταῖς ἐπαρχίαις μετὰ τὴν ἀναχώρησίν μου περὶ τοὺς 40 τὸ πολὺ φυγόδικοι, οἵτινες, μὴ πεισθέντες νὰ προσέλθωσιν, ἀπεχώρησαν εἰς τὰς παρακειμένας ἐπαρχίας, ἐν οἷς καί τις Σαλαμούρας, διαβόητος φυγόδικος, καταφυγὼν εἰς τὸ Τουρκικὸν, ὅπου ἔκτοτε διαμένει... «Περιοριζόμενος εἰς ταῦτα, σᾶς παρακαλῶ νὰ δεχθῆτε τὴν διαβεβαίωσιν τῆς ὑπολήψεώς μου, μεθ’ ἧς διατελῶ. Ὁ πρόθυμος φίλος σας Δ. Τσουκαλᾶς». Ἐκ ταύτης τῆς ἐπιστολῆς προκύπτει, ὅτι, καθ’ ἣν ἐποχὴν πλείονες τῶν 120 κατηγοροῦντο καὶ ἐπὶ λῃστείαις μετὰ βασάνων καὶ φόνων, δὲν ἐκρίθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀναγκαῖον νὰ ἀναστατωθῇ ὁ κόσμος, καὶ ὅτι πρὸ παντὸς συνετέλεσεν εἰς τὴν προσέλευσιν καὶ ἀνθρώπων γνωριζόντων ὅτι ἴσως εἰς θάνατον ἤθελον καταδικασθῆ ἡ διαβεβαίωσις τοῦ Εἰσαγγελέως, ὅτι δὲν θέλει παραταθῆ ἡ ὑποδικία των καὶ ὅτι θέλουσι τάχιστα ἐκδικασθῆ αἱ ὑποθέσεις των, συγχρόνως δὲ ἐκ τῆς ἐπιστολῆς ταύτης προκύπτει, ὅτι καὶ οἱ κάτοικοι παρέσχον πᾶσαν συνδρομὴν εἰς τὴν ἐξουσίαν πρὸς καταδίωξιν καὶ σύλληψιν τῶν ἐγκληματιῶν, μεταξὺ δὲ τούτων ἀριθμεῖται, ὡς βλέπει ἡ Βουλή, καὶ ὁ κ. Κωνσταντῖνος Στράτος.
§62ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐκ τοῦ φακέλλου, τὸν ὁποῖον κατέθεσα, λείπει ἓν μέρος, καὶ προτοῦ προβῆτε εἰς συζήτησιν, ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν τὸν φάκελλον.
§63ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἀντέγραψα ἐκ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τὸν ἀριθμὸν τῶν προσερχομένων κατ’ ἔτος φυγοδίκων καὶ φυγοποίνων.
§64ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο συμβάλλει εἰς τὸ ἐπιχείρημα ὑμῶν· ἐγὼ ὅμως θὰ ἔκαμνον χρῆσιν τῶν ἐκεῖ δημοσιευθέντων, διὰ νὰ ἀντικρούσω τὸ ὑμέτερον ἐπιχείρημα. Οὕτω βλέπετε, ὅτι μὲ ἀφοπλίζετε.
§65ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ τῆς Βουλῆς ὑπάρχει ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ τῆς ὁποίας ἀρύομαι τὰ ἐπιχειρήματά μου, καὶ δύνασθε καὶ κατὰ ταύτην τὴν στιγμὴν νὰ τὴν ζητήσητε, ἂν νομίζητε, ὅτι σᾶς χρησιμεύει. Ἀλλ’ ἀφοῦ, κύριοι Βουλευταί, οὔτε ἐκ τῆς πληθύος τῶν φυγοδίκων, οὔτε ἐκ τῆς ἀνικανότητος τοῦ ἀντισυνταγματάρχου Κακλαμάνου, οὔτε ἐκ τῆς προστασίας, τῆς ὁποίας ἐτύγχανον οἱ δύο φυγόδικοι Μπούρας καὶ Σταφυλᾶς παρὰ τοῖς πολιτευομένοις καὶ τοῖς πολίταις τοῦ Βάλτου, δικαιολογεῖται ἡ διαγωγὴ αὕτη τῶν ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως ἐν Βάλτῳ, ποῖον ἆρά γε ἐλατήριον εἶχεν ὁ Νομάρχης Μεσολογγίου, ὅπως μετὰ τῶν λοιπῶν δικαστικῶν προσώπων ἐπιτεθῇ διὰ τῆς μεταβατικῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως τόσον ἀγρίως κατὰ τοῦ τόπου ἐκείνου; Ἡ ἀπάντησις περιέχεται ἐν τῷ δευτέρῳ μέρει τῆς ἐπιστολῆς τοῦ κ. Στράτου. Οὗτος ἀφηγεῖται τὰ κατ’ αὐτόν. Ἀναγινώσκω: «Τὰ κατ’ ἐμὲ δὲ ἔχουσιν οὕτω. «Ὅτε ἀφίχθη ἡ σπεῖρα, Νομάρχης Βαμπᾶς, Εἰσαγγελεὺς ἐφετῶν Μπούφης, Πρωτοδικῶν Σπηλιωτόπουλος καὶ προσωρινός, ὡς ὠνομάσθη, ἀνακριτὴς Νικολόπουλος, ἐγὼ εὑρισκόμην εἰς τὰ ἐν Λουτρῷ κτήματά μου, ἐκεῖ δὲ ἔλαβον κλῆσιν τοῦ ἀνακριτοῦ, καλοῦντός με μάρτυρα. Ἔσπευσα, καὶ τὴν ἐπιοῦσαν ἀφιχθεὶς ἐνταῦθα καὶ ἐν τῇ πλατείᾳ μετὰ τοῦ φίλου μου δημάρχου Στράτου Ν. Αὐδῆ περιπατῶν, συνήντησα τὸν Νομάρχην καὶ τὸν κ. Μπούφην, οὓς καὶ ἐχαιρέτισα· μετὰ τὸν χαιρετισμὸν τοῦτον ὁ κ. ἀντιπρόσωπος μὲ παρεκάλεσε νὰ τὸν ἐπισκεφθῶ κατ’ οἶκον, ὅπερ καὶ ἔπραξα περὶ τὴν 7½ ὥραν. Μετὰ τοὺς πρώτους ἀμοιβαίους χαιρετισμοὺς ἐκλήθην εἰς τὸ ἰδιαίτερον τοῦ Νομάρχου δωμάτιον, ὅπου μοὶ εἶπεν, ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος, μετὰ τὴν μετάστασιν τοῦ κ. Ἴσκου εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ταύτῃ δὲν ἔχει πολιτικὸν φίλον, καὶ συμφέρον ἔχω νὰ γίνω ἐγὼ φίλος του, προσθεὶς καὶ πλεῖστα ἄλλα, ἅτινα πρέπει ν’ ἀποσιωπήσω. Εἶπον αὐτῷ, ὅτι οὐδεμίαν τοιαύτην ἐπιθυμίαν γνωρίζω τοῦ κ. Προέδρου, καὶ ὅτι ἐκεῖ θὰ καταλήξῃ τὸ πρᾶγμα, διότι, ἀφοῦ ὁ κ. Ἴσκος μετέστη εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἐν μελλούσαις ἐκλογαῖς ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ συμπράξω μετὰ τοῦ κ. Ἴσκου, καὶ συνεπῶς ἐὰν τότε θελήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος, ἐξ ἀνάγκης θὰ ἦμαι φίλος του, καὶ θὰ συμβῇ εἰς ἐμὲ ὅ,τι συνέβη κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 4ης Ἰανουαρίου 1886, ἤδη δὲ δὲν βλέπω τὸ κατεπεῖγον νὰ δηλώσω φιλίαν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον, χωρὶς νὰ γινώσκω, ἂν τὸ ἐπιθυμῇ. Μετὰ τὸ πέρας τῆς ὁμιλίας ταύτης ἔφερε τὸ ζήτημα τῶν φυγοδίκων, εἰπὼν μοι, ὅτι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἀφίχθησαν, καὶ ὅτι ἀπαιτοῦσι τὴν συνδρομὴν πάντων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπόφασιν ἔχει νὰ προβῇ εἰς τὰ ἔσχατα μέτρα, καθόσον ἡ Ἀκαρνανία καὶ ὁ Βάλτος εἶναι ἡ ἑστία τῶν φυγοδίκων καὶ φυγοποίνων. Εἰς τὰς φράσεις ταύτας τοῦ τε Νομάρχου καὶ τοῦ θυμώδους γνωστοῦ Εἰσαγγελέως Μπούφη εἶπον, ὅτι δὲν βλέπω τὸ ἔκρυθμον, καὶ ὅτι δύο φυγοδίκους ἔχει ὁ Βάλτος, τὸν Μπούραν καὶ τὸν Σταφυλᾶν, τοὺς ὁποίους τὰ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα καὶ πρὸ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν καὶ μετὰ ταύτας οὐδόλως κατεδίωκον, περιοριζόμενα μόνον νὰ τρώγουν σφάγια, καὶ νὰ μαζεύουν τραχανᾶ. Τότε ἀποταθεὶς πρός με ὁ γνωστὸς Μπούφης, λέγει: «πάντες πιστεύουν, ὅτι τὸν φυγόποινον Μοῦτσον τὸν ὑποθάλπουσι συγγενεῖς σου τῇ ἐπινεύσει σου». Εἶπον λοιπὸν αὐτῷ, ὅτι δύναται νὰ συμβουλευθῇ βουλεύματα πλημμελειοδικῶν καὶ ἐφετῶν, καὶ θὰ ἴδῃ τίνες ὑποθάλπουσι καὶ τοῦτον καὶ τοὺς Μπούραν καὶ Σταφυλᾶν. «Ἐκ τῶν φράσεων τούτων ἐξεμάνη ὁ Μπούφης, ὁ δὲ κ. Νομάρχης ἤρξατο παρακαλῶν με νὰ σκεφθῶ ὡρίμως. Εἰς τοιαύτην δὲ δύσκολον θέσιν μὲ ἔφερον, ὥστε μὲ ἠνάγκασαν, ἵνα πλήρης θυμοῦ εἴπω αὐτοῖς, ὅτι οὔτε αἱ ἀπειλαὶ τοῦ κ. Μπούφη, οὔτε αἱ παρακλήσεις τοῦ κ. Νομάρχου θὰ μὲ κάμωσι νὰ σκεφθῶ περὶ οἱουδήποτε πράγματος· χαιρετίσας δὲ αὐτοὺς, ἀπῆλθον. Μετὰ δύο ἡμέρας ὁ κ. Βαμπᾶς μὲ ἐκάλεσε καὶ πάλιν, καὶ μὲ ἠρώτησεν, ἂν ἐσκέφθην, καὶ ὁποίαν ἀπάντησιν θὰ τῷ δώσω. Εἶπον λοιπὸν αὐτῷ, ὅτι, «ἐὰν ἐννοῆτε τὴν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον φιλίαν μου, ἐκεῖ θὰ καταλήξῃ τὸ πρᾶγμα ἐν καιρῷ· ἂν δὲ αἰτῆτε τὴν συνδρομήν μου διὰ τὴν δημόσιον ἀσφάλειαν, ἐστὲ βέβαιος, ὅτι θέλω καταγίνει ὅσον δύναμαι, διότι τὸ πρᾶγμα θεωρῶ καὶ προσωπικήν μου ἱκανοποίησιν, διότι οἱ φυγόδικοι κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν ὑπῆρξαν οἱ φανατικώτεροι ἐχθροί μου· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐγὼ πολλάκις συνέδραμον τὴν δικαστικὴν καὶ μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν, πλείστους παρουσιάσας φυγοδίκους. Μάρτυρες τούτων εἶναι οἱ Εἰσαγγελεῖς Μπούφης ὁ παρὼν, Τσουκαλᾶς, Ἀντωνιάδης, καὶ Νάνος, καὶ οἱ διοικηταὶ Νικόλαος καὶ Σπυρίδων ἀδελφοὶ Μπαϊρακτάρη, καὶ πολλοὶ ἄλλοι.» Μετὰ τὴν ὁμιλίαν ταύτην ἀνεχώρησα, τὴν δ’ ἐπιοῦσαν ἐκλήθην ὑπὸ τοῦ Ὑπομοιράρχου εἰς τὴν Χωροφυλακὴν, ἐτέθην εἰς τὸ κρατητήριον καὶ ἔμεινα ἐν αὐτῷ ὅλην τὴν ἡμέραν. Τὴν ἐπιοῦσαν ὡδηγήθην εἰς τὴν ἀνάκρισιν, ἥτις ἐξέδωκε κατ’ ἐμοῦ ἔνταλμα φυλακίσεως, ἀφοῦ προηγουμένως ἐξήτασε τοὺς πολιτικούς μου ἀντιπάλους Σκυλοδῆμον, Καραγιάννην καὶ Χατζόπουλον. «Τὴν ἐπιοῦσαν τῆς κρατήσεώς μου, ἀσθενήσαντος τοῦ ὕστερον ἀποβιώσαντος υἱοῦ μου, ἐπετράπη μοι ὑπὸ τοῦ κ. Νομάρχου, ἵνα ἐπὶ διήμερον μείνω ἐνταῦθα. Παρέμεινα λοιπὸν, καὶ ἀναλαβόντος τοῦ τέκνου μου, ἀνεχώρησα διὰ Μεσολόγγιον, ἔνθα ὁ κ. Σπηλιωτόπουλος, τὸν ὑπερβολικὸν ἐπιδεικνύμενος ζῆλόν του, ἤθελε νὰ μὲ τοποθετήσῃ εἰς τὰς φυλακὰς Μακρῆ. Ἀντέστην ἐπιμόνως, εἰπών, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι μόνον ἐπιβουλὴ κατὰ τῆς ζωῆς μου, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον κατὰ τῆς ὑπολήψεώς μου· οὗτος, παρόντων πολλῶν, καὶ τοῦ δικηγόρου μου Μανοπούλου, ἀπήντησεν, ὅτι οὐδεμίαν ἀναλαμβάνει εὐθύνην, καὶ ἂς τηλεγραφήσω εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν κ. Μπούφην. Μάτην ὑπεδείξαμεν αὐτῷ ἐγὼ καὶ ὁ δικηγόρος μου, ὅτι οὐδεμίαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου δικαιοδοσίαν ἔχει ὁ κ. Μπούφης· ἔμεινεν ἀμετάπειστος. Ἀπηύθυνα ὅθεν τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπερ μετὰ πέντε ἡμέρας ἐπέτρεψε τὴν εἰς ἰδιωτικὴν οἰκίαν μεταφοράν μου, ἀφοῦ διατεθῇ ἀρκοῦσα στρατιωτικὴ δύναμις, ὅπως ἐξασφαλισθῇ ἡ μὴ ἀπόδρασίς μου. Κατὰ τὸ διάστημα τῶν πέντε τούτων ἡμερῶν μᾶς ἐτοποθέτησαν ἐν ταῖς γυναικείαις φυλακαῖς, ἐν αἷς οὔτε ὑπόδικοι, οὔτε κατάδικοι γυναῖκες ὑπῆρχον. Κατὰ τὸ διάστημα τῶν τριῶν ἡμερῶν ὁ κ. Βαμπᾶς, Νομάρχης καὶ ἀντιπρόσωπος τοῦ κ. Τρικούπη, τρεῖς ἀπέστειλεν ἐμπιστευομένους του, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἴδωμεν τὸν κ. Νομάρχην. Καὶ πρῶτον ἔστειλε τὸν γραφέα καὶ ἰδιαίτερον μυστικοσύμβουλον τῆς νομαρχίας Λιώρην, ὅστις ἐλθὼν μᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ κ. Νομάρχης διέταξεν, ἐὰν θέλωμεν, νὰ ἴδωμεν αὐτὸν ὁποιανδήποτε ὥραν. (Σημειωτέον, ὅτι ταῦτα ἐλέγοντο ἰδιαιτέρως, ἐν δὲ τῇ φυλακῇ ἐκρατούμεθα ἐγὼ καὶ οἱ δήμαρχοι Στράτου καὶ Ἀμβρακίας Αὐδῆς καὶ Καραγιάννης). Καὶ οἱ μὲν Δήμαρχοι δεχθέντες μετέβησαν παρὰ τῷ κ. Νομάρχῃ, ἐγὼ δὲ εἶπον τῷ κ. Λιώρῃ, ὅτι οὐδὲν ἔχω νὰ εἴπω τῷ κ. Βαμπᾷ παράπονον κατὰ τῶν φρουρῶν μου, καὶ ὅτι οὐδὲν δύναμαι νὰ εἴπω ὁ ὑπόδικος ἐγὼ πρὸς αὐτὸν Νομάρχην!.... Τὴν τρίτην ἡμέραν τῆς ἐν τῇ φυλακῇ ἐγκαταστάσεώς μου ἀπεστάλη παρὰ τοῦ Νομάρχου ὁ ἐπίσης ἔμπιστος αὐτῷ ἐπιστάτης τῶν φυλακῶν, Μιλτιάδης ὀνόματι, καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι ὁ κ. Νομάρχης διέταξεν, ὅτι δύναμαι, ἐὰν θελήσω, νὰ ἴδω αὐτὸν καθ’ οἱανδήποτε ὥραν. Ἀπήντησα εὐχαριστῶν τῷ κ. Νομάρχῃ, καὶ ὅτι οὐδὲν ζητῶ, καθὸ ὑπόδικος καὶ ἀναμένων τὴν ἀπόφασιν τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος μου. Τὴν πέμπτην ἡμέραν, ἤτοι τὴν ἡμέραν τῆς εἰς ἰδιωτικὴν οἰκίαν μεταβάσεώς μου, ἦλθεν ὁ ἰατρὸς Καψάλης, ἵνα μὲ ἐπισκεφθῇ, καὶ συνεπῶς διαταχθῇ ἡ εἰς ἰδιωτικὴν οἰκίαν μεταφορά μου. Οὗτος, κατὰ διαταγὴν τοῦ Νομάρχου, μοὶ εἶπεν, ὅτι, οἱανδήποτε ἀνάγκην ἔχω, νὰ ἀποτείνωμαι πρὸς τὸν κ. Νομάρχην, ἐὰν δέ ποτε θελήσω νὰ ἴδω αὐτὸν, νὰ δηλώσω τοῦτο εἰς τὸν ἐπιστάτην, καὶ ἀμέσως θὰ γένωμαι δεκτὸς, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ ὥρα. Ηὐχαρίστησα καὶ διὰ τοῦ κ. Καψάλη τὸν Νομάρχην, εἰπὼν, ὅτι, ἐάν ποτε λάβω ἀνάγκην, εὐχαρίστως θέλω τὸ πράξει. Τὴν ἐπιοῦσαν μετεφέρθην ἔν τινι ἰδιωτικῇ οἰκίᾳ, εἰς ἣν ἐτέθη φρουρὰ ἐκ τριῶν χωροφυλάκων, οὓς ὑποχρεωτικῶς ἐπλήρονον τρεῖς δραχμὰς καθ’ ἑκάστην. Ἔμεινα λοιπὸν ἐν τῇ φυλακῇ, μὴ ἐπιτρεπομένου μοι οὔτε νὰ κατέλθω τῆς οἰκίας. Σᾶς ὁμολογῶ ὅτι ἀπηλπίσθην, καὶ ᾐτιώμην τῆς ἰσχυρογνωμοσύνης μου, τοῦ νὰ ἐπιμένω καὶ νὰ μὴ ἐνδίδω εἰς τὴν ἀπαίτησιν τοῦ κ. Βαμπᾶ. «Ἐνταῦθα δέον νὰ σᾶς ἐκθέσω, ὅτι ἡ ἀνάκρισις ἐπὶ πεντήκοντα ἡμέρας οὐδεμίαν ἐνέργειαν ἐποιήσατο, καὶ ὅτε ἠναγκάσθην νὰ θεωρήσω περαιωμένην τὴν κατ’ ἐμοῦ δικογραφίαν, τότε ὁ ἀνακριτὴς Καλμοῦχος, ὁ ἀδελφὸς τοῦ οἰκονομ. ἐφόρου Καλμούχου, ἐδέησε νὰ ἀποστείλῃ τὴν δικογραφίαν ὡς περαιωμένην εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, ἧς προΐστατο ὁ Εἰσαγγελεὺς Σπηλιωτόπουλος, ὅστις, ἀφοῦ ἐκράτησε τὴν δικογραφίαν εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Εἰσαγγελίας 28 ὅλας ἡμέρας, ἀπέστειλε ταύτην εἰς τὸ Συμβούλιον, προτείνων νὰ διαταχθῇ περαιτέρω ἀνάκρισις καὶ ἐξετασθῶσιν οἱ ὑπὸ τοῦ Δημάρχου Ἀμβρακίας προταθέντες μάρτυρες Χαράλ. Τερζῆς, Παν. Γερομῆτσος, καὶ Θ. Θῶμος. «Φαντασθῆτε δικαιοσύνην! Μὴ εὑρίσκουσα ποῦ νὰ στηρίξῃ τὴν κατηγορίαν, προσεπάθει διὰ τῆς παρατεινομένης ταλαιπωρίας μου νὰ ἁρπάσῃ τὴν συγκατάθεσίν μου. Φαντάσθητε ὁλόκληρον Δικαστήριον, κύπτον πρὸ τοῦ μαστιγίου ἐξωνημένου Νομάρχου! «Προκαλεῖται λοιπὸν ἡ ἐξέτασις τοῦ ἐξαδέλφου τοῦ καταδίκου Μούτσου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Κερκύρᾳ Ἐφετῶν Μπένση. Συνεπείᾳ τῆς προτάσεως τοῦ ἱστορικοῦ δικαστικοῦ Σπηλιωτοπούλου τὸ Συμβούλιον διέταξε τὴν ἐξέτασιν τῶν προταθέντων μαρτύρων, οὓς ἐκ προθέσεως ἐπὶ 50 ἡμέρας δὲν ἤθελε νὰ ἐξετάσῃ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ βουλεύματος. Τηλεγραφικῶς ὁ ἀνακριτὴς Καλμοῦχος διέταξε τὴν κλήτευσιν τῶν ἐν Βάλτῳ μαρτύρων, παρεκάλεσε δὲ δι’ ἐγγράφου τὸν ἀνακριτὴν Κερκύρας νὰ ἐξετάσῃ τὸν Εἰσαγγελέα Μπέσνην. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο, κατὰ διαταγὴν ἀνωτέρου δικαστικοῦ προσώπου, ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἐκράτει ὁ γραφεὺς τοῦ ἀνακριτοῦ Καλμούχου, ἵνα παραταθῇ ἡ προφυλάκισίς μου, ὅπερ καὶ ἔγεινε, καὶ μὲ ἀπέλυσαν, ὅτε ἐπείσθησαν πλέον ὅτι ὁ υἱός μου Μῆτσος ἀπεβίωσε, παραπέμψαντές με εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον. Τὸ βούλευμα τοῦτο ἐξηφάνισε τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν, παρὰ τὴν πρότασιν τοῦ γνωστοῦ Μπούφη. Κρίνω καλὸν νὰ ζητηθῶσιν αἱ δικογραφίαι ἐμοῦ, τῶν δημάρχων Θυάμου Μ. Σκυλοδήμου, Στράτου Ν. Αὐδῆ, καὶ Ἀμβρακίας Δ. Καραγιάννη, ἐξ ὧν θέλει ἀποδειχθῇ ἡ εἰσχωρήσασα ἐπὶ τῆς διοικήσεως τοῦ κ. Τρικούπη κακοήθεια εἰς τὴν δικαιοσύνην, τοὐλάχιστον κατὰ τὸν νομόν μας, καὶ ἵνα καταδειχθῇ ἡ διὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ κ. Τρικούπη Βαμπᾶ ἀσκουμένη πίεσις πρὸς ἀπόκτησιν φίλων ἐν τῷ νομῷ, ὁτὲ μὲν διὰ τῶν φυγοδίκων, ὁτὲ δὲ διὰ τῶν Δικαστηρίων καὶ τῶν Εἰσαγγελέων. «Πάντα ταῦτα καὶ πλείονα ἔτι γνωρίζουσιν οἱ δικηγόροι Δεσποταῖος, Χατζόπουλος, Μανόπουλος, Τριγώνης. Παπαγεωργίου, κάτοικοι Μεσολογγίου. «Μάρτυρες τῶν ὀργίων Γκιόκα εἶναι αὐτοὶ οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως δήμαρχος Καραγιάννης, Γεώργιος Παππᾶς δικολάβος, δήμαρχος Στράτου, καὶ πάντες οἱ ἀδικηθέντες.
«Διατελῶ πρόθυμος
«Κ. Σ. ΣΤΡΑΤΟΣ.»
«Υ. Γ. Τὰς δικογραφίας τὰς ἀφορώσας τὸν Δήμαρχον Θυάμου, ὃν οὔτε προεφυλάκισαν καθόλου, καθὸ ἀμέσως ἐνδώσαντα εἰς τὴν ἀπαίτησιν τοῦ Νομάρχου, τοῦ νὰ δηλώσῃ φιλίαν πρὸς τὸν κύριον Τρικούπην, τὸν Δήμαρχον Ἀμβρακίας, ὅστις ἐδήλωσε φιλίαν κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν τῶν Νομαρχιακῶν Συμβούλων, καὶ τότε ἀπεφυλακίσθη, τὸν Δήμαρχον Στράτου Ν. Αὐδῆν, ὅστις ἐπίσης ἐγένετο φίλος τοῦ κυρίου Τρικούπη καὶ τότε ἀπεφυλακίσθη, καὶ τὴν ἀφορῶσάν με δικογραφίαν, ἀφοῦ μελετήσῃς, βεβαίως θέλεις πεισθῆ, ὅτι οὐδὲ δικαιοσύνην ἄφησεν ἐλευθέραν καὶ ἀνεξαχρείωτον καὶ ὅτι τὰ πάντα ὁ κύριος Τρικούπης καταστρέφει, ἀρκεῖ μικρὸν κομματικὸν συμφέρον νὰ κερδήσῃ. Εἶναι λίαν περίεργοι αἱ διεξαχθεῖσαι ἀνακρίσεις, καὶ εἰς ἃς θέλεις παρατηρήσει καθολοκληρίαν τὴν πολιτικὴν τοῦ τυράννου Ἀλῆ Πασσᾶ, ὅστις ἐφόνευε τὸν ἕνα ὁπλαρχηγὸν διὰ τοῦ ἄλλου· τὸ αὐτὸ θέλεις παρατηρήσει.
«Ὁ ἴδιος
«Κ. ΣΤΡΑΤΟΣ.»
Νομίζω περιττὸν, κύριοι Βουλευταί, νὰ σχολιάσω τὴν ἐπιστολὴν ταύτην. Ἔχετε ἐνώπιόν σας ἕνα πρῴην ἀντιπρόσωπον τοῦ Ἔθνους καὶ πρῴην ἀνώτερον ὑπάλληλον τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη, ἓν τῶν μελῶν τῶν καλλιτέρων οἰκογενειῶν τῆς Ἀκαρνανίας, ἔχετε ἐπίσης τοὺς Δημάρχους Βάλτου, πάντας ἀξιοτίμους καὶ ὡς πολίτας καὶ ὡς δημοσίους λειτουργοὺς καὶ φιλοπόλιδας, ἰδίᾳ δὲ χειρὶ καταδιώκοντας καὶ συλλαμβάνοντας τοὺς ἐγκληματίας. Πάντες οὗτοι ἐτύγχανον τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ τῆς εὐνοίας τῆς Κυβερνήσεως, ἐν ὅσῳ ὁ κ. Ἴσκος ἦτο ὑπουργικός, ἅμα ὅμως ὡς ὁ κ. Ἴσκος μεθίσταται εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ ὁ κ. Στράτος καὶ ὁ φίλος αὐτοῦ Δήμαρχος κ. Αὐδῆς καὶ οἱ φίλοι τοῦ κ. Ἴσκου Δήμαρχοι Ἀμβρακίας καὶ Θυάμου μεταβάλλονται ἀπὸ ἐντίμων καὶ καταδιωκτῶν τῶν ἐγκλημάτων εἰς τροφοδότας καὶ προστάτας τῶν λῃστῶν, καὶ εἰς τὰ ὄμματα τῆς Κυβερνήσεως ὅλος ὁ Βάλτος φαίνεται ὡς φωλεὰ λῃστῶν καὶ κακούργων. Ὁ δὲ Νομάρχης ἀμέσως μεταβαίνει εἰς Καρβασαρᾶν, σύρων μεθ’ ἑαυτοῦ ἀνώτερα δικαστικὰ πρόσωπα, καὶ συλλαμβάνει τὸν κ. Στράτον καὶ τοὺς Δημάρχους Ἀμβρακίας, Στράτου καὶ Θυάμου, καὶ ἀναστατόνει τὸν τόπον. Ἐὰν, Κύριοι, ἡ μεταβατικὴ ὑπηρεσία, ἔστω καὶ διὰ καταπατήσεως τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, ἔπραττε ταῦτα, ἔχουσα ἐλατήριον τὴν εἰλικρινῆ ἐπιθυμίαν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀποκαταστήσῃ τὴν σαλευθεῖσαν δημοσίαν τάξιν, τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο ἄτοπον μὲν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ὑποφερτὸν, οἱ δὲ κάτοικοι, διαβλέποντες εἰς τὰς πράξεις ταύτας τῆς ἐξουσίας, τὰς ἀντισυνταγματικὰς καὶ ἐκνόμους, ἀγαθὴν πρόθεσιν, τῆς ἐξουσίας μὴ καταδιωκούσης ὡρισμένα πολιτικὰ κόμματα, ἀλλ’ ἐξ ἴσου πάντας, θὰ ἐγόγγυζον μὲν, ἀλλ’ οὐδέποτε ἤθελον τολμήσει νὰ καταγγείλωσι τὴν Κυβέρνησιν ὡς διαπράττουσαν ταῦτα πρὸς καταδίωξιν τῶν πολιτικῶν ἀντιπάλων της καὶ προσηλυτισμὸν αὐτῶν. Ὑποφερτὸν θὰ ἦτο, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔστω καὶ πρὸς τοῦτο ἐχρησιμοποίει τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν, πρὸς καταδίωξιν δηλαδὴ τῶν ἀντιπάλων της, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον τοὐλάχιστον νὰ παραδίδῃ τὴν διοίκησιν εἰς χεῖρας ἐντίμους, παρακαλοῦσα αὐτοὺς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς αὐτοπροσώπως νὰ διοικῶσι τὰς ἐπαρχίας καὶ νὰ διευθύνωσι τὰς ἐνεργείας ταύτας, ἐὰν ἤθελον καταδεχθῆ νὰ καταφεύγωσιν εἰς τοιαύτας πρὸς ἐπίῤῥωσιν τῆς πολιτικῆς των δυνάμεως, διότι οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι οἱ κκ. Βουλευταὶ, ἔχοντες συναίσθησιν καὶ τῆς προσωπικῆς των ἀξίας καὶ τοῦ μεγέθους τοῦ ἀξιώματός των καὶ τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῶν πρὸς πάσης ἀποχρώσεως συμπολίτας των, ἤθελον θέσει εἰς τὰς ἐνεργείας αὐτὰς ὅριά τινα, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε ἤθελον ἐπιτρέψει εἰς ἑαυτοὺς νὰ ὑπερπηδήσωσιν, ἐκ φόβου μήπως οὕτω καὶ τὸν στρατὸν καὶ τὴν δικαιοσύνην ἐξευτελίσωσι, γίνωσι δὲ οὕτως αἴτιοι νὰ κλονισθῇ ἐπιφόβως τὸ κοινωνικὸν καὶ τὸ πολιτικὸν οἰκοδόμημα τῆς πατρίδος των. Ἀλλ’ ὅταν βλέπωμεν τὴν Κυβέρνησιν, παραδίδουσαν τὴν διοίκησιν εἰς ἀνθρώπους, οἷος εἶναι ἐν παραδείγματι ὁ Δήμαρχος Βονίτσης, ὅστις ἀπὸ πολλοῦ εἶναι εἰθισμένος νὰ πλάττῃ καὶ προκαλῇ ἐγκλήματα, ὅπως κατόπιν ἀναλαμβάνῃ τὴν προστασίαν τῶν ἐγκληματιῶν ἐπὶ καταβολῇ χρημάτων, ἀλλὰ καὶ τετράκις μέχρι τοῦδε κατηγορήθη ἐπὶ στυγεραῖς δολοφονίαις, ἐπὶ τῇ πρώτῃ τῶν ὁποίων ἠθωώθη ὑπὸ τοῦ Κακουργοδικείου Μεσολογγίου ἕνεκα τῆς κακῆς διαχειρίσεως τῆς ὑποθέσεως ἐκ μέρους τοῦ τότε Εἰσαγγελέως, τὴν ὁποίαν λίαν δεξιῶς ὠφελήθη ὁ τότε δικηγόρος του καὶ νῦν ἀξιότιμος συνάδελφός μας, ἐπὶ δὲ τῇ τελευταίᾳ, ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον, τῇ δολοφονίᾳ ἑνὸς φιλησυχωτάτου προκρίτου τοῦ χωρίου, δύο μέχρι τοῦδε βουλεύματα ἐξεδόθησαν, παύοντα πρὸς καιρὸν τὴν καταδίωξιν, καὶ οἱ ὁποῖοι, ἐὰν κατώρθωσαν νὰ μὴν εὑρίσκωνται ἐν ταῖς εἱρκταῖς, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ νὰ γίνωνται Δήμαρχοι, δὲν ἕπεται, ὅτι ἀπέβαλον τὰ ἄγρια ἔνστικτά των, καὶ εἶναι ἄξιοι νὰ διαχειρίζωνται τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου, ὅταν, λέγω, εἰς τοιούτους παραδίδῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, νομίζω ὅτι δικαιούμεθα νὰ οἰκτείρωμεν τοὺς κατοίκους τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, διότι ἔτυχε νὰ ζῶσιν ἐν ἡμέραις τόσῳ πονηραῖς. Ἐὰν, Κύριοι, ἐγνώριζον, ὅτι ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος νομίζει ἀναγκαῖον νὰ μανθάνῃ, τί λέγεται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἤθελον ὑπενθυμίσει αὐτῷ, διὰ τίνων φράσεων μέγας πολιτικὸς Ἄγγλος παρίστα ἐν τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ τὸν ἄπειρον σεβασμὸν, τοῦ ὁποίου ἐτύγχανον τὰ δίκαια τῶν Ἄγγλων κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. «Ὁ πτωχότερος Ἄγγλος, ἔλεγε, δύναται νὰ περιφρονήσῃ ἐν τῇ καλύβῃ αὐτοῦ πάσας τὰς δυνάμεις τοῦ Στέμματος. Ἀδιάφορον ἂν ἡ καλύβη αὕτη ἦναι ἑτοιμόῤῥοπος, ἐὰν ὁ ἄνεμος συρίζῃ διὰ τῶν σχισμῶν αὐτῆς, ἂν γίνηται παίγνιον τῆς θυέλλης. Ἀδιάφορον· καίτοι τοιαύτη, εἶναι ἐξησφαλισμένη ἀπέναντι τοῦ Βασιλέως τῆς Ἀγγλίας, καὶ πᾶσαι αἱ δυνάμεις αὐτοῦ σταματῶσιν; ἀπέναντι τοῦ ἐλεεινοῦ τούτου ὀχυρώματος». Θλίβομαι, κύριοι Βουλευταί, ὅτι δὲν δύνανται ν’ ἀκουσθῶσι καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅμοιοι λόγοι· θλίβομαι, διότι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου δὲν δύνανται νὰ βεβαιώσωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι εἶναι ἐξησφαλισμένη ἀπέναντι τῶν ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Βασιλέως Γεωργίου ἡ καλύβη τοῦ Ἕλληνος ἀγρότου, ἡ καλύβη τοῦ Ἕλληνος κτηνοτρόφου, ἡ οἰκία τοῦ Ἕλληνος ἀστοῦ. «Ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία εἶναι ἀπαραβίαστος», λέγει τὸ πολιτικὸν Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 4· «οὐδεὶς καταδιώκεται, συλλαμβάνεται, φυλακίζεται ἢ ἄλλως πως περιορίζεται, εἰμὴ ὁπόταν καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζῃ». Ποινὴ δὲν ἐπιβάλλεται, λέγει ἐν ἄρθρῳ 7, ἄνευ νόμου, προηγουμένως ὁρίζοντος αὐτήν. Οὐδεὶς ἀφαιρεῖται ἄκων τοῦ παρὰ τοῦ νόμου ὡρισμένου εἰς αὐτὸν δικαστοῦ, λέγει τὸ ἄρθρον 8. Ἡ κατοικία ἑκάστου εἶναι ἄσυλον, λέγει τὸ ἄρθρον 12· οὐδεμία κατ’ οἶκον ἔρευνα ἐνεργεῖται, εἰμὴ ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσῃ. Οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του, λέγει τὸ ἄρθρον 17, εἰμὴ διὰ δημοσίαν ἀνάγκην, προσηκόντως ἀποδεδειγμένην, ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσῃ, πάντοτε δὲ προηγουμένης ἀποζημιώσεως. Αἱ βάσανοι, λέγει τὸ ἄρθρον 18, ἀπαγορεύονται. Τὸ πολιτικὸν τοῦτο Σύνταγμα, κ. Βουλευταί, ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος τὸ ἀπεδέξατο, καὶ διὰ τοῦ 2ου ἄρθρου τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδημοσιεύθη, παραγγέλλει πάσας τὰς δικαστικὰς, πολιτικὰς καὶ στρατιωτικὰς τοῦ Κράτους ἀρχὰς καὶ πάντας νὰ τηρῶσιν ἀπαρασαλεύτως αὐτό. Ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος γνωρίζει, ὅτι οὐ μόνον δὲν τηρεῖται τοῦτο ἀπαρασαλεύτως, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας ποδοπατεῖται ἀπροκαλύπτως καὶ κατ’ αὐτὰ ἀκόμη τὰ ἄρθρα του, τὰ ἐξασφαλίζοντα ἐκείνας τὰς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου, αἱ ὁποῖαι εἶναι σεβασταὶ καὶ εἰς αὐτὰ τὰ δεσποτικώτατα Κράτη καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς βαρβαροτάτους λαοὺς, καὶ ποδοπατεῖται ὑπ’ αὐτῶν ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ἔχει ἀναθέσει τὴν προστασίαν των. Ἑπομένως ὁ Βασιλεὺς ἔχει καθῆκον νὰ ἐπεμβῇ, διότι αὕτη εἶναι ἡ ἀποστολὴ αὐτοῦ ὡς Βασιλέως ἐν Ἑλλάδι. Ὀφείλει νὰ ὑπομνήσῃ εἰς τοὺς Ὑπουργούς του, ὅτι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἀπονέμεται ἡ δικαιοσύνη, εἶναι τὸ χαρακτηριστικώτερον γνώρισμα τοῦ βαθμοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον εἶναι προηγμένος ὁ πολιτισμὸς ἑνὸς Κράτους, ὅτι λαὸς, παρανόμως φυλακιζόμενος, δερόμενος, ὑβριζόμενος, ἀπογυμνούμενος ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, καὶ στρατιωτικὴ δύναμις, οὕτω χρησιμοποιοῦσα τὸ ξίφος αὐτῆς κατὰ τοῦ λαοῦ, καθίσταται ἀνίκανος νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν προορισμόν της. Ἂς τοῖς ὑποδείξῃ, ὅτι δὲν τοῖς ἐπιτρέπει νὰ μεταβάλωσι τὸν στρατὸν εἰς βασανιστὴν τοῦ λαοῦ αὐτοῦ, διότι οὕτω καὶ ἐκείνου τὸ φρόνημα ταπεινοῦται καὶ αὕτη ἐξευτελίζεται. Καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ ὑπαξιωματικοὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἀπέδειξαν πάντοτε, ὁσάκις τοῖς παρουσιάσθη περίστασις, ὅτι γνωρίζουσι νὰ μάχωνται καὶ γνωρίζουσι ν’ ἀποθνήσκωσι, κατ’ οὐδὲν ὑστεροῦντες τῶν πατέρων των οὔτε κατὰ τὸ φρόνημα οὔτε κατὰ τὴν ἀνδρείαν. Καὶ ὁ λοχαγὸς κ. Γκιόκας καὶ ὁ ἀνθυπολοχαγὸς κ. Βάρσος καὶ οἱ ἄλλοι ἀξιωματικοί, οἱ εἰς τὴν μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν χρησιμοποιούμενοι, ἀγωνιζόμενοι ἐπὶ τοῦ πεδίου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δοκιμάζεται ἡ ἀξία τοῦ στρατιώτου, ἀναμφιβόλως δὲν ἤθελον διαψεύσει τὰς προσδοκίας τοῦ Ἔθνους. Ἂς μὴ ἐπιτρέπῃ λοιπὸν ὁ Βασιλεὺς εἰς τοὺς Ὑπουργούς του νὰ ἐμπλέκωσι τὸν στρατὸν καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς εἰς πράξεις ὄχι μόνον ἀντισυνταγματικὰς καὶ ἐκνόμους, ἀλλὰ καὶ ἥκιστα ἁρμοζούσας εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὸ ἀξίωμά των. Ἀλλ’ ἐὰν οἱ Ὑπουργοὶ ἐπιμένωσι, λησμονοῦντες τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι πρὸς τὸν Βασιλείαν, ἀπαραίτητον καθῆκον ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὸν, νὰ μὴ λησμονήσῃ, τί ἐπεδίωξε τὸ Ἔθνος διὰ τῆς μεταπολιτεύσεως τοῦ 1862. «Διὰ τῆς ἐπαναστάσεως», ἔλεγε τότε ἡ σχηματισθεῖσα προσωρινὴ Κυβέρνησις, «ἔδειξε τὸ Ἔθνος, ὅτι δὲν ἀνέχεται κατάστασιν, ἀπάδουσαν εἰς τὸν πολιτισμὸν καὶ τῆς ἠθικῆς πολεμίαν». «Πάντες αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην», ἔλεγε κατωτέρω, «ὅτι ἡ Συνέλευσις πρέπει ν’ ἀσφαλίσῃ τὴν Πολιτείαν, ὅπως μὴ ἐπανέλθῃ ἡ θλιβερὰ ἐποχὴ τῆς παρελθούσης τριακονταετίας, ἐποχὴ ἀσεβείας πρὸς τοὺς νόμους καὶ ἐπιβουλῆς τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ». Οἱ Ὑπουργοὶ τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος εἶχον λησμονήσει, ὅτι τὸ δικαίωμα τῶν κυβερνώντων εἰς τὸ διατάττειν καὶ ἡ ὑποχρέωσις τῶν κυβερνωμένων εἰς τὸ ὑπακούειν ἔχει τὰ ὅριά της, καὶ ὅτι, ὅταν ἐκεῖνοι ποιῶνται κτηνώδη κατάχρησιν τοῦ δικαιώματός των, ἐπιβάλλεται εἰς τούτους ἡ ἀντίστασις. «Ὅταν ὁ πιεζόμενος, λέγει ἔξοχος ποιητὴς Γερμανὸς, μάτην ἐπεκαλέσθη δικαιοσύνην, ὅταν θέλωσι νὰ τὸν συντρίψωσιν, ἐγείρεται, ὁρμᾷ καὶ ἁρπάζει ἐν τῷ οὐρανῷ τὰ αἰώνια αὑτοῦ δίκαια, ἐκεῖ ἐπάνω ἀνηρτημένα καὶ ἄφθαρτα ὡς τὸ στερέωμα. Ἡ φυσικὴ κατάστασις ἐπανέρχεται, ὁ ἄνθρωπος ὀρθοῦται ἀπέναντι τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἔσχατον καταφύγιον ἔχει τὸν σίδηρον». Εὔχομαι, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, μάτην ἐπικαλούμενος δικαιοσύνην, μήτε νὰ περιστῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐγερθῇ καὶ νὰ ἁρπάσῃ τὰ αἰώνια δίκαιά του, διότι, ἐὰν ὑπάρχῃ Κράτος, ἔχον ἀνάγκην ἡσυχίας, τὸ Κράτος τοῦτο εἶναι τὸ Ἑλληνικόν. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει καὶ ἕτερα δίκαια, ἱερὰ ἐπίσης καὶ αἰώνια, νὰ διεκδικήσῃ, ἀλλὰ τὰ δίκαια ταῦτα δὲν δύναται νὰ τὰ διεκδικήσῃ ἐν τῷ μέσῳ ἐξεγέρσεων καὶ ἐμφυλίων σπαραγμῶν.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§67Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος).
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 καὶ 20′ μ. μ.