1890.03.12
2,751 rows · 21,642 words · 64 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 14
Τῆς 12 Μαρτίου 1890.
(Δευτέρα)
Ὥρᾳ 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλεται ὁ ἀπολογισμὸς τῆς διαχειρίσεως τοῦ ταμείου τῆς Βουλῆς τῆς Δʹ Συνόδου τῆς ΙΑʹ Περιόδου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 25). Ἡ κυρία Μαργέτα Κολποδίνου, θυγάτηρ τοῦ ἀποβιώσαντας Ποθητοῦ Κολποδίνου, ἐξαιτεῖται βοήθημα.
§2ΚΟΡΠΑΣ. Ὁ πρὸ 5 ἡμερῶν ἀποβιώσας ἐνταῦθα Κολποδῖνος διετέλεσεν ἐπὶ τριακονταπενταετίαν ὁλόκληρον ἀνώτερος δημόσιος λειτουργὸς, ἤτοι Νομάρχης, τμηματάρχης, ἔτι δὲ καὶ ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας Κέας, κατέλιπε δὲ ὡς μόνην κληρονομίαν εἰς τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ ὅ,τι καταλείπουσι συνήθως οἱ διαχειριζόμενοι ἐντίμως τὰ δημόσια, ἤτοι πλήρη πενίαν· εἰς ἐπίμετρον ὅμως τῆς πενίας, τελευταῖον περιέπεσε καὶ εἰς χρέη. Δὲν σκοπῶ βεβαίως νὰ ζητήσω τὴν ὑποβολὴν εἰδικοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ, διότι γνωρίζω τὰς δυσχερείας, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς ἁρμόδιον, νὰ χορηγήσῃ ἐφάπαξ βοήθημά τι εἰς τὴν οἰκογένειαν ταύτην, τὴν πενομένην, καὶ ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς ἁρμόδιος Ὑπουργὸς καὶ ἁρμοδιώτερος, διότι ὁ ἀποβιώσας κατηνάλωσε σχεδὸν ὅλα τὰ ἔτη τῆς ὑπηρεσίας του εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ κλάδου, οὗ προΐσταται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν θ’ ἀμελήσῃ νὰ παράσχῃ τὴν μικρὰν ταύτην βοήθειαν.
§3ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Συνδρομὰς ἐχορήγησε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὴν οἰκογένειαν ταύτην, ἐξ ἀφορμῆς τῆς κηδείας, ἱκανὰς ἑκατοντάδας δραχμῶν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§5ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ἐζήτησεν, ἵνα προσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ μητρῷα καὶ τὰς δηλώσεις τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ. Καταθέτω ταύτας εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἐπίσης ἐζήτησε νὰ καταθέσω τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐποπτῶν, οἵτινες ὡρίσθησαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ἵνα παρασταθῶσιν εἰς τὰς ἐξετάσεις τὰς ἀπολυτηρίους τοῦ Διδασκαλείου Ἀθηνῶν κατὰ τὰ ἔτη 1886, 1887 καὶ 1888. Καταθέτω τὰς ἐκθέσεις ταύτας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐζήτησεν, ἵνα καταθέσω τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Μοναστηριακοῦ Συμβουλίου τῆς Μονῆς Δομποῦς, καὶ πρὶν περιμείνῃ τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐγγράφων, προέβη εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς του, καὶ ἐπέκρινε καὶ τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τὰς ἐνεργείας αὐτοῦ. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον οὐδὲν εὗρον ἔγγραφον, ἀφορῶν εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἐζήτησα ὅμως παρὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ παρὰ τῆς ἐπισκοπικῆς ἐπιτροπῆς Λεβαδείας τὰ ἔγγραφα ταῦτα, τὰ ὁποῖα μοὶ ἐστάλησαν, καὶ καταθέτω αὐτά. Ἐπίσης καταθέτω καὶ τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν μίσθωσιν τοῦ κτήματος τῆς Μονῆς Πεντέλης, τοῦ κειμένου εἰς τὴν περιοχὴν «Γέρακα». Ἡ ἐνέργεια ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐγένετο κατὰ τὸ 1888.
§6ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Κατά τινα τῶν τελευταίων συνεδριάσεων τῆς ληξάσης τακτικῆς Συνόδου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀπολογούμενος, ὡς ὑπεύθυνος ἐπὶ τῇ λυπηρᾷ καταστάσει τοῦ κλάδου, ὃν διευθύνει, ἐθεώρησε πρέπον νὰ μεταβάλῃ τοὺς ὅρους, καὶ ἀπὸ ἀπολογουμένου καὶ ἐλεγχομένου νὰ μεταβληθῇ εἰς κατήγορον καὶ ν’ ἀποδώσῃ τὴν παραλυσίαν, ἐν ᾗ ὁμολογουμένως διατελεῖ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, εἰς τοὺς προκατόχους αὑτοῦ, ὡς ἐπίσης ἐθεώρησε πρέπον νὰ ἐπιδείξῃ μετὰ στόμφου τοὺς ἀγῶνας καὶ τὰς προσπαθείας αὑτοῦ καὶ τὴν νομοθετικήν του πρόνοιαν, ὅπως ἐπαναφέρῃ τὴν δικαιοσύνην ἐπὶ τὰ ἱερὰ αὐτῆς τεμένη, ἐν οἷς ἀσφαλῶς τὴν περιέκλεισεν. Ἀπουσιάζων ἐν Πάτραις τὰς ἡμέρας ἐκείνας, δὲν ἠδυνήθην ν’ ἀπαντήσω ἀμέσως. Καὶ τὸ καθῆκον τοῦτο ἔρχομαι σήμερον διὰ βραχέων νὰ ἐπιτελέσω. Διὰ νὰ καταδείξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸν τρόπον τῆς διοικήσεως τῶν τῆς δικαιοσύνης ὑπὸ τῶν προκατόχων του, ἐμοῦ δηλ. καὶ τοῦ ἐντίμου φίλου μου καὶ προκατόχου μου κ. Σπήλιου Ἀντωνοπούλου, τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις ἐκτιμήσασα τὰ φῶτα καὶ τὰς πολλὰς ἀρετὰς, αἵτινες βεβαίως τὸν περικοσμοῦσιν, ἐκάλεσεν αὐτὸν εἰς ὑψίστην λειτουργίαν τοῦ Κράτους, διὰ νὰ καταδείξῃ, λέγω, ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ἀνευλάβειαν ἡμῶν πρὸς τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος, ὠχυρώθη ὄπισθεν τῶν ἀριθμῶν. Οἱ ἀριθμοὶ συγκινοῦσι πάντοτε τοὺς κυρίους Ὑπουργούς. Ὁμιλεῖτε περὶ ζητήματος σπουδαιοτάτου, συζητεῖτε πρὸς αὐτοὺς περὶ ζητημάτων, καὶ ζητεῖτε νὰ φωτισθῆτε διὰ τῆς καταθέσεως τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, καθ’ ὃ ἔχετε δικαίωμα, ἀποκαλύπτετε τὰς ὑπερβασίας αὐτῶν, ἀποδεδειγμένας καὶ χειροπιαστὰς, ἐγκαλεῖτε αὐτοὺς ἐπὶ σκανδάλοις, ἐνίοτε ἀξίοις στιγματισμοῦ, καὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ δὲν ἀπαντῶσιν, ἀλλὰ σᾶς παραπέμπουσιν εἰς τοὺς ἀριθμούς. Ἐρωτᾷ ὁ ἔντιμος συνάδελφος κ. Κωνσταντόπουλος, ἡ ἀπουσία τοῦ ὁποίου ἐκ τῆς ἕδρας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐπιζήλως κατέχει, ἀφίνει κενὸν, ἐρωτᾷ, λέγω, τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἂν ὑπάρχῃ σήμερον κράτος τοῦ νόμου, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπαντᾷ: «τὰ πολιτικὰ Δικαστήρια εἶναι ἐνήμερα, ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη ὡς ἄριστα λειτουργεῖ, μετακινήσεις δικαστικῶν προσώπων ἡμεῖς ἐκάμαμεν ὀλιγωτέρας ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας σεῖς ἐκάματε, καὶ τὸ χειρότερον πάντων, μετεκαλέσατε διάφορα δικαστικὰ πρόσωπα εἰς Ἀθήνας, τὰ ὁποῖα διὰ νὰ ἀνεύρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἐξαναγκάσῃ αὐτὰ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς θέσεις των, ἐδέησε νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν συνδρομὴν καὶ τῆς ἀστυνομίας.» Διὰ τούτου ἐνόμισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἠδύνατο νὰ στιγματίσῃ τοὺς προκατόχους αὑτοῦ. Ἀπὸ τοῦ 1872 σχεδὸν συνεχῶς πολιτευόμενος καὶ συνεργαζόμενος μεθ’ ὑμῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τῆς πατρίδος, πάντοτε, ἐκ συστήματος, ἀπέφυγον τὰ σκάνδαλα. Ἐνόμιζον δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅστις εἶχε τόσα ἐπιχειρήματα, διὰ ν’ ἀποδείξῃ τὸ εὐδόκιμον τῆς ὑπηρεσίας αὑτοῦ, δὲν ἦτο ὑποχρεωμένος καὶ νὰ διαβάλῃ, διὰ νὰ σώσῃ δῆθεν ἑαυτόν. Ἀμυνόμενος, κύριοι συνάδελφοι, ὑπὲρ τῆς ὑπολήψεώς μου, τὴν ὁποίαν κολακεύομαι νὰ πιστεύω, ὅτι διετήρησα ἀκεραίαν καὶ ἀπαραμείωτον κατὰ τὸ μικρὸν μὲν, ἀλλὰ πλῆρες περιπετειῶν ἐκεῖνο διάστημα, καθ’ ὅ, χωρὶς νὰ ἔχω τοιαύτην ἀξίωσιν, ἀλλὰ τῇ ἐλευθέρᾳ καὶ εὐγενεῖ ἐκτιμήσει τοῦ σεβαστοῦ φίλου μου, ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τότε Πρωθυπουργοῦ, ἐκλήθην εἰς τὴν διεύθυνσιν δύο Ὑπουργείων, εἰμὶ ἠναγκασμένος ν’ ἀποδείξω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ κέντρα ἐλάκτισε, καὶ ὅτι ὀφείλει, ἐν ὀνόματι τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, νὰ μεταβάλῃ ταχέως σκέψεις καὶ νὰ τραπῇ τὴν νόμιμον ὁδὸν, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἐντελῶς ἐξετράπη. Ἂς ἐξετάσωμεν διὰ βραχέων τὰς δύο μομφὰς, τὰς ὁποίας ἀπέδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τοὺς προκατόχους αὑτοῦ, τουτέστι τὰς μετακινήσεις 600 δικαστικῶν προσώπων καὶ κλῆσιν ἐνταῦθα διὰ λόγους ὑπηρεσίας 42 ἄλλων. Δὲν ηὐκαίρησα, οὔτε ἠθέλησα νὰ βεβαιώσω τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἀριθμῶν. Γνωρίζομεν πάντες, κατὰ πόσον ἀκριβεῖς εἰσιν οἱ κκ. Ὑπουργοὶ εἰς τοὺς ἀριθμούς. Ὅταν ἴδωμεν τοὺς πίνακας, θὰ τοὺς ἐξελέγξωμεν. Μετὰ τριετῆ ἀτάσθαλον διοίκησιν, τὴν ὁποίαν ἐπισήμως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κατεδίκασε διὰ τῆς ψήφου αὑτοῦ τῆς 7 Ἀπριλίου, ὡς ἐπανειλημμένως ὡμολόγησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ αὐτὸς ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, τίποτε δὲν ἦτο εἰς τὴν θέσιν του, καὶ τὰ πάντα ἔπρεπε νὰ τακτοποιηθῶσιν. Ἕνεκα τούτου ὁ ἐμὸς προκάτοχος εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ποιήσηται τοιαύτας μετακινήσεις κατὰ τὴν ἐποχὴν ἰδίως τῶν μεταβολῶν, κατὰ τὸ θέρος τοῦ 1885, μετ’ αὐτὸν δὲ καὶ ἐγὼ ἔν τινι μέτρῳ καὶ κατὰ τὰς ἐπιτακτικὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, διότι, ἂν δὲν ἦτο τοῦτο, τί ἄλλο ἠδύνατο νὰ μ’ ἐξαναγκάσῃ καὶ μὲ πιέσῃ, ἵνα παραβιάσω τὸ καθῆκόν μου; μήπως εὑρισκόμεθα εἰς παραμονὰς ἐκλογῶν; μήπως ἦτο ἀνάγκη συγκρατήσεως τῆς πλειοψηφίας; Ἀλλὰ γνωρίζετε καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ὑπεστηρίζετο ὑπὸ τῶν τριῶν τετάρτων τῆς Βουλῆς, ἐκ 240 καὶ πλέον μελῶν ἀποτελουμένης. Ἀλλ’ ἐκάλεσα καὶ δικαστικὰ πρόσωπα ἐνταῦθα, πρὸς ζημίαν τῆς ὑπηρεσίας καὶ πρὸς ζημίαν τοῦ δημοσίου ταμείου. Ὡς πρὸς τοῦτο παραπέμπω εἰς τοὺς ἀπολογισμοὺς τοῦ 1885, καὶ θὰ ἴδητε τὴν ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰν τῆς διαχειρίσεώς μου. Ὡς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν, ἐρωτῶ, εἰς ποίαν ἐποχὴν ἀναφέρεται ἡ ἐνέργειά μου ἐκείνη; ἐγένετο τοιαύτη τις ἐνέργεια ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1885 μέχρι τῶν μέσων τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1885; Ὄχι. Πᾶσα τοιαύτη ἐνέργεια ἐγένετο ἀπὸ τῶν μέσων τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1885 μέχρι τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1886. Τί τοῦτο σημαίνει; Πιστεύω ὅτι ἐνθυμεῖσθε καλῶς ὑπὸ ποίας ἀνωμάλους περιστάσεις διετέλει ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1885 μέχρι τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1886. Δύνασθε δὲ ἀμερολήπτως νὰ κρίνητε, ἂν θέλητε, ὅτι, καὶ ἂν ὑπῆρχεν ἐν ἡμῖν ἡ διεστραμμένη ἐκείνη πρόθεσις, δὲν εἴχομεν οὔτε νοῦν οὔτε καιρὸν νὰ φροντίσωμεν περὶ κομματικῶν συμφερόντων. Τὰ Δικαστήρια εἶχον σταματήσει, οἱ δικασταὶ συνελαμβάνοντο ὡς ἐπίστρατοι, καὶ ὤφειλον νὰ σκεφθῶ ἐκ τῶν ἐνόντων νὰ τακτοποιῶ ὀπωσδήποτε τὰ πάντα. Εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην, κατὰ τὰς πρωτοφανεῖς ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν ἐκείνας περιστάσεις, νὰ καλέσω ἐκ περιτροπῆς δικαστικά τινα πρόσωπα, διὰ νὰ συνεννοηθῶ καὶ προσωπικῶς· ταῦτα ἤρχοντο, συνεννοούμην μετ’ αὐτῶν, καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας διετάσσοντο προφορικῶς νὰ ἀπέλθωσι, καὶ ἀπήρχοντο. Διὰ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εὗρε τὰς διαταγὰς ἐκείνας ἀνακεκλημένας. Ἀλλ’ ἡ ἀνωμαλία παρουσιάζεται διὰ πέντε ἢ ἓξ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν ἐδῶ, καὶ τὰ ὁποῖα ὁ διάδοχος ἐμοῦ, ὁ ἔντιμος κ. Βάλβης, διέταξε ν’ ἀπέλθωσιν εἰς τὰς θέσεις των. Ὑπῆρξε τῳόντι ἀνωμαλία τις, καὶ ταύτην ὀφείλω νὰ δικαιολογήσω. Ποία ἡ αἰτία τῆς τοιαύτης ἀνωμαλίας; Ὁ ἀποκλεισμὸς καὶ ἡ ἔλλειψις τῆς συγκοινωνίας. Τὰ δικαστικὰ ἐκεῖνα πρόσωπα εὑρέθησαν ἐνταῦθα καὶ δὲν ἠδύναντο ν’ ἀπέλθωσιν. Ἀλλ’ ἦσαν τάχα τὰ πρόσωπα ταῦτα ἄγνωστα, ὥστε νὰ ἀναγκασθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ προστρέξῃ, ὡς εἶπεν, εἰς τὴν ἀστυνομίαν, διὰ νὰ τὰ ἀνεύρῃ καὶ κοινοποιήσῃ εἰς αὐτὰ τὴν διαταγήν του; Ἰδοὺ τίνες ἦσαν: Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν κ. Ἠλιάδης, οἱ Εἰσαγγελεῖς κκ. Σπανίδης καὶ Βρονταμίτης, ὁ πρωτοδίκης κ. Δραγούμης, τοῦ ὁποίου τὴν θέσιν ἐβελτίωσα, κατὰ καθῆκον καὶ παρὰ τὸ πολιτικὸν ἴσως συμφέρον, καὶ δὲν δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ, ὁ πρωτοδίκης Παπαμιχαλόπουλος, ἐκτάκτως κληθεὶς διὰ τὸν τότε συμβάντα θάνατον τοῦ ἀδελφοῦ του, καὶ ὁ ἀντεισαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν Κυργούσιος, τὸν ὁποῖον μετεκάλεσα ἐνταῦθα, διότι ἐνηργεῖτο ἐν Ναυπλίῳ ἐναντίον του ἀνάκρισις, ἡ ὁποία κατόπιν ἀπεδείχθη ἀνυπόστατος, καὶ δὲν ἤθελον νὰ παραμένῃ ἐκεῖσε. Τοιαῦται εἶναι αἱ ὑπερβασίαι μου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς κατηγόρησεν ἡμῶν ἐπίσης καὶ διὰ τοῦτο, ὅτι οὐδεμίαν νομοθετικὴν πρόνοιαν ἐλάβομεν· ἐρωτῶ ὅμως ὑμᾶς, τίνα νομοθετικὴν πρόνοιαν ἠδυνάμην νὰ λάβω κατὰ τοὺς ἐξ ἐκείνους μῆνας καὶ ὑπὸ δυσχερεστάτας διὰ τὴν Ἑλλάδα περιστάσεις; ἦτο στιγμὴ διὰ νὰ σκεφθῶμεν περὶ Δικαιοσύνης; Συνεκράτησα ὅσον ἠδυνήθην τὰ πράγματα, ἐφρόντισα νὰ μὴ ἀδικήσω πρόσωπα, ἐσεβάσθην τὰ δικαιώματα αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο οἱ πλεῖστοι τῶν παρ’ ὑμῶν κατόπιν προαχθέντων εἶναι αὐτοὶ ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἐγὼ εἶχον προαγάγει. Οὐδέποτε ἐπενέβην εἰς τὰ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ὄχι· τὸ ἔπραξα ἅπαξ, τὸ ὁμολογῶ καὶ δὲν μεταμελοῦμαι. Ἐπρόκειτο περὶ φίλου σας δημοσιογράφου, κατηγορουμένου ἐπὶ ἀποπείρᾳ ἀναιρέσεως· τὴν ὑποδικίαν αὐτοῦ ἐξετέλεσεν ἐν τῷ πολιτικῷ Νοσοκομείῳ· ἐφρόντισα νὰ ὁρισθῇ ταχέως ἡ ἐκδίκασις τῆς ὑποθέσεως αὐτοῦ, ἐκάλεσα δὲ παρ’ ἐμοὶ, κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς δίκης, τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ἂν καὶ δὲν ἦτο ἀνάγκη, διότι εἶχον ἀπόλυτον πεποίθησιν καὶ εἰς τὰ Δικαστήρια τῆς πατρίδος μου, καὶ εἰς τὸν ἔντιμον χαρακτῆρα τοῦ κ. Ῥάδου, καὶ τῷ ἐξεδήλωσα καὶ τὴν ἐμὴν ἐπιθυμίαν ν’ ἀποδοθῇ πλήρης δικαιοσύνη. Ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις τῆς διοικήσεως ἦτο πλέον ἢ εὐχάριστος. Καίτοι ἐν ἀνωμάλοις περιστάσεσιν, ὅτε φόβοι εὔλογοι γεννῶνται περὶ διαταράξεως τῆς τάξεως εἰς τὰ ἀπόκεντρα ἰδίως σημεῖα, ὅπου ὁ ὀφθαλμὸς τῆς διοικήσεως εἶναι μακρὰν, ἐν τούτοις ἀσφάλεια, τάξις καὶ ἡσυχία ἐβασίλευε καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Ἐὰν δὲ συνέβη τι ἐν τῷ νομῷ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐπῆλθεν ἀπηνὴς ἡ καταδίωξις καὶ ἡ τιμωρία, φιλοτίμως καὶ δραστηρίως ἐργασθείσης τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἐν συμπράξει μετὰ τῆς στρατιωτικῆς, τοῦθ’ ὅπερ προὐκάλεσε τὴν δυσαρέσκειαν τῶν φίλων, μεμφθέντων ἡμῶν ἐπὶ ὑπερμέτρῳ αὐστηρότητι. Τί δὲ ἔπραξεν ἡ δημοσιογραφία, ἡ τετάρτη αὕτη δύναμις, ὡς τὴν ἀπεκάλεσαν, ἐν τῷ Κράτει, καθ’ ὃν χρόνον διηύθυνον τὰ τῆς Δικαιοσύνης; Σᾶς προκαλῶ νὰ φέρητε ἓν μόνον φύλλον τῆς τότε ἀντιπολιτευομένης δημοσιογραφίας, ἐπικρίνον με ὡς Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Θὰ φέρητε ἴσως ἓν, καὶ ἦτο φύλλον φιλικὸν τότε, σήμερον δὲ ὄχι, τὸ ὁποῖον μὲ ἐπέκρινε, διότι δὲν ἐνέδωκα εἰς τὴν μετάθεσιν Εἰρηνοδίκου τινὸς, τοῦ καὶ προέδρου τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, διότι ὑπόνοιαι ἐγεννήθησαν ἐν ἐμοὶ, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἐπιδρομῆς κατὰ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου. Ζητῶ συγγνώμην, κύριοι συνάδελφοι, διὰ τὴν προσωπικὴν ταύτην παρέκβασιν, εἰς ἣν ἐξηναγκάσθην, ἐναντίον τοῦ χαρακτῆρος μου, ἀλλὰ καὶ δὲν ἤμην διατεθειμένος νὰ ἀφήσω εἰς βάρος μου τὰς ἀοριστολογίας τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ. Ἔλθωμεν ἤδη εἰς τὸ κύριον θέμα τῆς ἐπερωτήσεώς μου, τῆς παρ’ αὐτοῦ προκληθείσης καὶ εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ διατελεῖ ἡ δικαιοσύνη ὑπὸ τὴν δεξιὰν διαχείρισιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐκαυχήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τὴν ἐνημερότητα τῶν Δικαστηρίων, καὶ παρέταξεν ἀριθμούς. Ἀλλ’ οἱ ἀριθμοὶ εἰς οὐδὲν συντελοῦσιν ἄνευ τῆς ποιότητος τῆς ἐργασίας. Ὤφειλε νὰ γνωρίσῃ ἡμῖν, πόσαι ἀποφάσεις ἐξεδόθησαν ὁριστικαί, πόσαι ἐξεκαλέσθησαν, πόσαι ἐκ τῶν ἐκκληθεισῶν μετεῤῥυθμίσθησαν, καὶ διατὶ μετεῤῥυθμίσθησαν, πόσαι ἐξεδόθησαν ὑπὸ δικαστῶν εἰσηγητῶν, καὶ πόσαι ὑπὸ δικηγόρων εἰσηγητῶν. Διὰ τὰ Ἐφετεῖα, τὸν δεύτερον τοῦτον καὶ τελευταῖον βαθμὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὡμολόγησεν, ὅτι δὲν εἶναι ἐνήμερα, καὶ βεβαίως δὲν ἠδύνατο νὰ εἴπῃ τι ἄλλο, ἀφοῦ ἑνὸς μὲν ἔτους ὑποθέσεις ἐμπορικὰς δικάζουσι, δύο δὲ καὶ τριῶν ἐτῶν ὑποθέσεις πολιτικάς. Περὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ἠξίωσεν οὐδὲ λέξιν νὰ εἴπῃ. Καὶ λοιπὸν οὐδὲν ἔπραξε περὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου, διὰ νὰ δώσῃ ὤθησιν εἰς τὰς ἐργασίας αὐτοῦ; Πῶς ἐξηγεῖ, ὅτι ἐπὶ διετίαν τόσαι θέσεις Ἀρεοπαγιτῶν ἔμειναν κεναί, πρὸς βλάβην καὶ τῶν διαδίκων καὶ τῆς κοινωνίας; Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι ὁ λαὸς πάσχει καὶ ἀγανακτεῖ διὰ τὴν βραδύτητα τῆς ἀπονομῆς τῆς πολιτικῆς δικαιοσύνης. Τίνα μέτρα ἔλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τετραετίαν, τίνα μέτρα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ ἑπταετίαν, διὰ νὰ καταστήσωσι ταχυτέραν τὴν ἀπονομὴν τῆς πολιτικῆς δικαιοσύνης; Ὁ κ. Ὑπουργὸς κατεγίνετο εἰς ἄλλα· εἰργάσθη νὰ καταστήσῃ ἐνήμερον τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο θεωρεῖ μείζονος σημασίας, ὡς ἀμέσως ἐπιδρῶν ἐπὶ τὴν καθόλου τάξιν καὶ ἀσφάλειαν· καὶ τί σᾶς εἶπε; κατὰ τὸ 1884 ἐκκρεμεῖς ἀνακρίσεις καὶ ποινικαὶ δίκαι ἐν γένει ἦσαν 83 χιλιάδες, τὸ 1886 ἀνῆλθον εἰς 88 χιλιάδας, μετὰ πολλοὺς δὲ μόχθους αὐτοῦ καὶ ἐργασίαν σύντονον ἐπὶ δύο ἥμισυ ἔτη ἠλαττώθη τὸ ποσὸν κατὰ 23 χιλιάδας, καὶ τοιουτοτρόπως σήμερον ἔχομεν εἰς τὸ Κράτος ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις ποινικάς 65,702· ἀλλὰ προσθέτω καὶ μίαν ἄλλην, τὴν προσωπικὴν ἐπὶ συκοφαντίᾳ ὑπόθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἥτις κατὰ σατανικὴν σύμπτωσιν δὲν εἶδεν ἀκόμη τὸ φῶς τῆς ἡμέρας. Καὶ διὰ πάντα ταῦτα ζητεῖ τὸ βραβεῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐν τούτοις καὶ αὕτη ἡ μικρὰ κατὰ τύπους ἐργασία, ἥτις σήμερον γίνεται, πῶς ἐκτελεῖται; Εἶναι λυπηρὸν, Κύριοι, καὶ νὰ τὸ εἴπῃ τις. Ἀναμφισβήτητον πόρισμα καὶ τῆς διοικήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους εἰσηγήσατο, καὶ καθ’ ὃν τρόπον συνετάχθησαν καὶ ὡς οὗτοι ἐφαρμόζονται, ἀναμφισβήτητον, λέγω, πόρισμα εἶναι, ὅτι κατωρθώθη κατὰ τὸ μέγα μέρος ἡ ὑποδούλωσις τῶν Δικαστηρίων εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Εἶναι πόρισμα, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς εὐσυνείδητος ἄνθρωπος δύναται ν’ ἀρνηθῇ μετὰ λόγου. Ἡ Δικαιοσύνη δὲν πρέπει νὰ παρίσταται εἰς τὰ ὄμματα τῆς κοινωνίας διὰ τῶν ἀριθμῶν. Διὰ νὰ ἐκπληροῖ τὸν προορισμόν της, καὶ νὰ ἵσταται εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν ἡ συνείδησις τῆς κοινωνίας τὴν ἔταξε, πρέπει νὰ μένῃ ἀνεπηρέαστος καὶ νὰ ἐπισύρῃ τὸν σεβασμὸν ἐκείνων, οἵτινες σήμερον τὴν πιέζουσι. Θέλετε ἓν παράδειγμα ἐλάχιστον, ἀλλὰ προσωπικόν, διὰ νὰ ἐκτιμήσητε, πῶς λειτουργεῖ ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη ἐν Ἑλλάδι; Πρώτην φορὰν εὑρέθην καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἀνάγκην κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1887 νὰ καταγγείλω πολίτην. Ἐξηναγκάσθην νὰ τὸ πράξω, διότι ἤμην παρὼν ὅτε ἡ πρᾶξις ἐξετελέσθη. Ἡ μήνυσίς μου ἐδόθη τὸν Ἰούλιον τοῦ 1887, ἐγένετο βραδυτάτη ἀνάκρισις, ἐπὶ ἔτος ἐξακολουθήσασα, ἐξεδόθησαν δύο βουλεύματα Πλημμελειοδικῶν καὶ καὶ Ἐφετῶν, καὶ τέλος μετὰ τὸ ἔτος ὡρίσθη ἡ δίκη, ὅτε ἐκλήθην καὶ ἐγὼ, διὰ νὰ ἐξετασθῶ. Ὁ κατηγορούμενος ἐδικάσθη ἐρήμην ἐπὶ παραβάσει τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου εἰς τριετῆ φυλάκισιν καὶ εἰς στέρησιν τῶν δικαιωμάτων του. Μετὰ τοῦτο ἀπηύθυνεν ἀνακοπὴν ὁ κατηγορούμενος, τῆς ὁποίας συζητουμένης, τὸ Δικαστήριον ἐνόμισεν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ διατάξῃ κρείσσονας ἀποδείξεις, ἐπὶ τῷ τέλει νὰ ἐμφανισθῶμεν κατ’ ἀντιπαράστασιν κατήγοροι καὶ μάρτυρες τῆς ὑπερασπίσεως. Τότε παραδόξως ἐπετράπη εἰς τὸν κατηγορούμενον νὰ δικασθῇ καὶ πάλιν ἐρήμην· μετὰ τοῦτο εἰσήχθη δευτέρα ἀνακοπή, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κατηγορούμενος νέας ἀντιῤῥήσεις, τὰς ὁποίας κατ’ ἀρχὴν ἐδέχθη τὸ Δικαστήριον, ἐνῷ ὤφειλε νὰ τὰς ἀποῤῥίψῃ ἀμέσως, καὶ διέταξε τὴν ἀναβολὴν τῆς δίκης εἰς ὡρισμένην ἡμέραν, ἐπὶ τῷ τέλει νὰ ἐξετασθῶσιν ἐκ νέου κατ’ ἀντιπαράστασιν μάρτυρες κατηγορίας καὶ ὑπερασπίσεως, πρὸς ἐμπαιγμὸν καὶ τῶν προσώπων καὶ τοῦ νόμου. Ἡ δίκη ὡρίσθη, ὡς εἶπον, ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου διὰ τὴν πρώτην Δεκεμβρίου. Τὴν πρώτην Δεκεμβρίου οἱ μάρτυρες τῆς ὑπερασπίσεως μεταβαίνουσιν εἰς τὸ ἀκροατήρον, ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις δὲν εἶχεν εἰσαχθῆ ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως, καὶ μέχρι σήμερον δὲν ἐξεδικάσθη. Περὶ τούτου ὅμως ἀδιαφορῶ ἐντελῶς. Ἀλλὰ μήπως μηνύσεις κατὰ Δημάρχων, μηνύσεις κατ’ ἀξιωματικῶν μεταβατικῶν, μηνύσεις κατὰ ἐνωμοταρχῶν καὶ κατὰ φίλων τοῦ κόμματος δὲν σήπονται ἐν τοῖς γραφείοις τῶν Εἰσαγγελιῶν καὶ τῶν Ἀνακρίσεων; Οἱ δικηγόροι, βαρέως φορολογούμενοι, σήμερον ἀπεκλείσθησαν τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων, διότι ταῦτα κατέστησαν τὸ μονοπώλιον τῶν ἰσχυρῶν τῆς ἡμέρας. Τὰ δὲ Δικαστήρια ἡμῶν, ἂν δὲν παρεδόθησαν εἰσέτι ἐξ ὁλοκλήρου, ἐγγὺς εἶναι νὰ παραδοθῶσι. Καὶ τῳόντι ποῖον θάῤῥος δύναται νὰ ἔχῃ ὁ δικαστὴς, ὅταν γνωρίζῃ, ὅτι συνάδελφος αὐτοῦ ἐν Χαλκίδι δεινῶς ἐτραματίσθη διὰ τὰ ἔργα τῆς ὑπηρεσίας του, καὶ δὲν κατωρθώθη νὰ ἀνευρεθῇ ὁ τραυματίσας, διότι τὸν τραυματίσαντα τοῦτον ἐπροστάτευσε τὸν ἄρθρον 7ον τοῦ στρατολογικοῦ νόμου; Ὅτε δὲ ἐντελῶς ἐστρεβλόνετο ἐνταῦθα ὁ νόμος, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ φυσικὸς οὗτος προστάτης τοῦ ἀδικουμένου δικαστοῦ, δὲν ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα, καὶ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν ἁρμονίαν εἰς τὴν διαταραχθεῖσαν συνείδησιν τοῦ δικαστικοῦ κόσμου. Ποῖον θάῤῥος δύναται νὰ ἔχῃ ὁ δικαστὴς, ὅταν ἡ δικαστικὴ ἐξουσία παρίσταται εἰς πολιτικὰ συμπόσια, ὅταν προπίνῃ, ὅταν φωτογραφῆται καὶ ἐν τούτοις δὲν τιμωρῆται; ὅταν εἰς τὰς ἐφημερίδας ἀναγινώσκωμεν ἀνακριτικὰς πράξεις, μελλούσας νὰ ἐνεργηθῶσι καὶ ἐπὶ ζητημάτων ἐθνικῆς σημαντικότητος; ὅταν ἀναγινώσκωμεν ἐν τῷ τύπῳ βουλεύματα, τὰ ὁποῖα εἰσέτι δὲν ἐκοινοποιήθησαν τοῖς κατηγορουμένοις, καὶ ὅταν οἱ δράσται τῶν ἀσχημιῶν τούτων οὐ μόνον δὲν τιμωροῦνται, ἀλλὰ καὶ προάγονται; Πότε ἄλλοτε συνέβη ἢ μόνον ἐπὶ τῆς ἀναμορφωτικῆς διοικήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁλόκληρα Δικαστήρια Πρωτοδικῶν καὶ Ἐφετῶν νὰ περιέλθωσιν, εἰς ὃ ἀξιοθρήνητον σημεῖον περιῆλθον τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσσης καὶ τὸ Πρωτοδικεῖον Σπάρτης; Τί ἐπράξατε, κύριε Ὑπουργὲ, ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης, κατ’ οὐσίαν καὶ οὐχὶ πρὸς τὸ θεαθῆναι; Τὰ ἐγκλήματα ὑπερεπλεόνασαν, ἡ ἀτιμωρησία καὶ ἡ προστασία ἐξακολουθοῦσι, καθὼς ἐξακολουθεῖ καὶ τὸ φιλάνθρωπον ὑμῶν ἔργον τῆς ἀπονομῆς χαρίτων. Καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ χαρίτων, ἐπιτρέψατέ μοι, νὰ εἴπω ὀλίγα τινά. Καὶ ἐγὼ προεκάλεσα ἀπονομὴν χαρίτων, ἀλλ’ ἐν μέτρῳ τινὶ καὶ μετὰ δικαιοσύνης. Ἡ ἀθλία κατάστασις τῶν φυλακῶν, ἡ συσσώρευσις πολλῶν καταδίκων καὶ αἱ περιστάσεις, ἐν αἷς διετέλουν τινὲς τῶν καταδίκων, ἔπεισαν καὶ ἐμὲ καὶ τὸν Βασιλέα, ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ χρῆσις τοῦ φιλανθρωπικοῦ ἐκείνου μέτρου. Ἀλλὰ πρῶτον ἐμοῦ καθῆκον ἐθεώρησα, νὰ ὑποβάλω τῷ ἡγεμόνι δύο Διατάγματα, τὰ ὁποῖα εὗρον ἕτοιμα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, χωρὶς νὰ τὰ μεταβάλω, διότι ἐσεβάσθην τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἐντίμου κ. Κοντοσταύλου, διότι ἦσαν Διατάγματα παρ’ αὐτοῦ ἑτοιμασθέντα. Τί σημαίνει τοῦτο; ὅτι ἐνεφορούμην εἰλικρινῶς καὶ ἀποκλειστικῶς ὑπὸ μόνης τῆς ἰδέας, ἥτις ὑπηγόρευσε τὴν ἐγγραφὴν καὶ τῆς διατάξεως ταύτης ἐν τῷ Συντάγματι ἡμῶν. Ἐντύπωσιν μοὶ ἔκαμε τὸ ἑξῆς. Πρό τινων ἐτῶν ἐδολοφονήθη ἐν Πάτραις χρηστὸς οἰκογενειάρχης καὶ ἔντιμος ὑπάλληλος, ὁ Γραμματεὺς ἐπὶ πολλὰ ἔτη τῆς Εἰσαγγελίας τῶν ἐν Πάτραις ἐφετῶν Παρασκευόπουλος. Συνελήφθησάν τινες, ὡς οἱ δρᾶσται τοῦ ἐγκλήματος, καὶ μετὰ καιρὸν κατεδικάσθησαν εἷς εἰς θάνατον, καὶ τρεῖς, νομίζω, εἰς ἰσόβια δεσμά. Συμπολῖταί μού τινες, ἀμφιβάλλοντες περὶ τῆς ἐνοχῆς τῶν καταδικασθέντων, μὲ παρεκάλεσαν ἐπανειλημμένως νὰ προκαλέσω ὑπὲρ αὐτῶν χάριν, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραξα, καὶ ἐκεῖνοι ἐγένοντο πολιτικοὶ ἐχθροί μου. Ἐν τούτοις τὰς παραμονὰς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, ὅτε συνήθως οἱ πολῖται ζωηρότερον προβαίνουσιν εἰς συζητήσεις περὶ τῶν προσόντων τῶν ὑποψηφίων, γενομένου λόγου ἐν τῇ Ἐμπορικῇ Λέσχῃ καὶ περὶ ἐμοῦ, εἶπέ τις τῶν κυρίων ἐμπόρων: Μάλιστα, ἔχει τὰ προσόντα πλήρη, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὡς Ὑπουργὸς παρεξετράπη, διότι, εἶπεν, ἔδωκε χάριν εἰς τοὺς φονεῖς τοῦ Παρασκευοπούλου. Συνεταράχθησαν, ὡς εἰκὸς, οἱ ἀκούσαντες, καὶ ἀγνοοῦντες τὰ πράγματα, ἦλθον πρὸς ἐμὲ, ἀλλ’ ἀμέσως τοῖς ἀπέδειξα, ὅτι ἐπλανᾶτο ὁ συμπολίτης μου ἐκεῖνος, προσαγαγὼν τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἐν ᾗ εἶχε δημοσιευθῆ τὸ Β. Διάταγμα τῆς χάριτος. Τότε εἶδαν καὶ ἐπείσθησαν, ὅτι οὐχὶ ἐγὼ, ἀλλὰ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔδωσε τὴν χάριν τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1886, δηλαδὴ ἀκριβῶς κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν. Τοιαύτης φύσεως εἶναι καὶ αἱ χάριτες, τὰς ὁποίας βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον χορηγεῖτε εἰς ἀξίους καὶ ἀναξίους. Ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον κατόρθωμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἡ νομοθετικὴ πρόνοιά του ὑπὲρ τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ τῳόντι ἐπρόβλεψε περὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν δικαστικῶν γραφείων, ὡς νὰ μὴ προέβλεψεν ὁ ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων περὶ τούτου, περὶ ἀντικαταστάτεως τῶν Εἰρηνοδικῶν οὐχὶ διὰ τῶν Συμβολαιογράφων, ἀλλὰ διὰ τῶν Γραμματέων τῶν Εἰρηνοδικῶν! Ἀλλὰ καὶ σήμερον εἰσήγαγε καί τινα νομοσχέδια, ἐν οἷς ἐπιφανῆ κατέχει θέσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀγωγῆς κακοδικίας, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐξανέστη σύμπας ὁ δικαστικὸς κόσμος, ὡς ἀντιστρατευομένου καὶ κατὰ τῶν ἀρχῶν τῆς ἐπιστήμης, καὶ κατὰ τοῦ συμφέροντος τῆς ὑπηρεσίας, καὶ κατὰ τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτῶν τούτων τῶν δικαστῶν. Ἀλλ’ ἐλησμόνησα· ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπρονόησε καὶ ἐψηφίσθησαν πρὸ πολλοῦ τρεῖς νόμοι, ὁ νόμος περὶ μὴ μεταθέσεως τῶν ἰσοβίων δικαστῶν, ὁ νόμος περὶ ἐπιμισθίου ἀνακριτῶν, καὶ ὁ νόμος περὶ τῆς τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ δικαστικῶν προσόντων. Ἐν συντόμῳ θὰ ἐξετάσω καὶ τοὺς τρεῖς, καὶ ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ τελευταίου. Ἐτροποποίησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὸν νόμον τοῦ 1877 περὶ δικαστικῶν προσόντων κυρίως διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ ἄρθρου 16. Δὲν ἤρεσεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἡ ὑποχρεωτικὴ γνωμοδότησις τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου διὰ προαγωγὴν εἰς θέσιν π. χ. ἐφέτου, καὶ διενοήθη, οὐχὶ βεβαίως ἕνεκα λόγων προσωπικῶν, ἀλλὰ χάριν τῆς δικαιοσύνης, ὅτι καλλίτερον νὰ λείπωσι τὰ ἐμπόδια, καὶ ἠρκέσθη εἰς τὴν συμβουλευτικὴν γνωμοδότησιν μόνου τοῦ Εἰσαγγελέως, τὴν ὁποίαν, ἂν δὲν τῷ ἀρέσῃ, δύναται νὰ παραμερίζῃ, καὶ τοῦτο ὀνομάζει δέσμευσιν τοῦ Ὑπουργοῦ ὁ κ. Ὑπουργός! Ἀκούσατε τὰς δύο ταύτας διατάξεις. Τὸ 16ον ἄρθρον τοῦ παλαιοῦ νόμου εἶχεν ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 16. Διὰ νὰ προβιβασθῇ τις εἰς ἀνωτέραν θέσιν (π. χ. Ἐφέτου) πρέπει νὰ ὑποβληθῇ ἔκθεσις Προέδρου καὶ Εἰσαγγελέως Ἐφετείου, καὶ νὰ γνωμοδοτήσωσιν ὑπὲρ τοῦ προβιβασμοῦ ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου». Τοῦτο ἀντικατέστησε διὰ τοῦ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Αἱ γνωμοδοτήσεις τῶν Εἰσαγγελέων Ἐφετῶν ὑποβάλλονται διὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅστις ἐκτίθησι τὴν γνώμην του. «Ἡ ἐκτίμησις τῶν γνωμοδοτήσεων, ἁπλῶς συμβουλευτικῶν, ἀνήκει εἰς τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, οὗτινος δὲν περιορίζεται ἐξ αὐτῶν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς». Καὶ ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς ὀνομάζει νομοθετικὴν πρόνοιαν ὑπὲρ τῆς Δικαιοσύνης καὶ χάριν τῆς Δικαιοσύνης! Διὰ δὲ τοῦ νόμου περὶ ἐπιμισθίου τῶν ἀνακριτῶν ἐξηφανίσθη ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ ἀνακριτοῦ, ἀφ’ ἧς ἐψηφίσθη ὁ νόμος, καθ’ ὃν οἱ ἀνακριταὶ διορίζονται τῇ προτάσει τῶν Εἰσαγγελέων, τουτέστι τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, διότι— δὲν πρέπει νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τῶν δακτύλων μας,—οἱ δικασταὶ πένονται, καὶ μάλιστα οἱ ἔχοντες οἰκογενείας· ἐντεῦθεν ἐννοεῖτε εὐκόλως, ὅτι τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῶν ἀνακριτικῶν καθηκόντων καὶ τὴν μετάθεσιν αὐτῶν τὰς θεωροῦσιν ὡς καίριον οἰκονομικὸν τραῦμα. Κατὰ περίεργον δὲ σύμπτωσιν, οἱ κατὰ τὴν πρώτην διετίαν διορισθέντες ἀνακριταὶ, οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν, οὐ μόνον ἀπηλλάγησαν, ἀλλὰ καὶ μετετέθησαν. Ἀλλὰ κυρίως θὰ ἐλέγξω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὡς καταστρατηγούμενον καὶ παραβαίνοντα τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον αὐτὸς εἰσήγαγε, περὶ μὴ μεταθέσεως δικαστῶν ἐπὶ διετίαν, διότι ὁ νόμος, λέγων ὅτι εἰς κενὴν θέσιν μετατίθεται δικαστὴς, ἐνόει ἀναμφισβητήτως κενὴν θέσιν, δημιουργουμένην ἐκ τῆς ἐλαττώσεως ἢ τῆς προσθήκης δικαστοῦ τινος, ὅτε ὁ περιττεύων μετατίθεται εἰς τὸ Δικαστήριον, εἰς ὃ δι’ ἐκθέσεώς του ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ζητεῖ τὴν προσθήκην (ἄρθρον 1 τοῦ νόμου) καὶ οὐχὶ εἰς χηρεύουσαν διὰ θανάτου ἢ προβιβασμοῦ θέσιν· διότι, ἂν τοιαύτη ἦτο ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως, τὸ κενὸν μιᾶς θέσεως θὰ διέμενεν ἐπ’ ἄπειρον κενόν· ὁ Ὑπουργὸς θὰ ἠδύνατο νὰ μετακινήσῃ, χηρευούσης μιᾶς θέσεως, πάντας τοὺς δικαστὰς τοῦ Κράτους, ὡς πράττει σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὡς ἐν παραδείγματι: Θέσις πρωτοδίκου ἐχήρευσεν ἐν Μεσολογγίῳ διὰ τοῦ θανάτου τοῦ πρωτοδίκου Ἀβδελοπούλου. Εἰς τὴν χηρεύουσαν θέσιν μετέθεσε τὸν πρωτοδίκην Πατρῶν Μητσόπουλον, εἰς τὴν κενωθεῖσαν θέσιν τούτου τὸν πρωτοδίκην Ἄρτης Τζιριγώτην, εἰς τὴν κενωθεῖσαν πάλιν θέσιν τούτου τὸν πρωτοδίκην Καλαμῶν Θεοδωρόπουλον, (δύο δηλαδὴ ἐκ Καλαμῶν) καὶ εἰς τὴν θέσιν τούτου τὸν πρωτοδίκην Δημαρᾶν. Ἰδοὺ λοιπὸν, ἀντὶ νὰ διορίσῃ νέον δικαστὴν εἰς τὴν χηρεύσασαν θέσιν τοῦ Ἀβδελοπούλου, μετέθεσε πέντε δικαστάς. Ἐκ τούτου προκύπτει, ὅτι, ἂν ὁ Ὑπουργὸς ἤντλει ἐκ τοῦ νόμου τοιοῦτο δικαίωμα, ἡ διάταξις ἐκείνη εἶναι κωμική. Τὸ ἀνωτέρω παράδειγμα δὲν εἶναι μοναδικόν. Λάβετε τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἀνὰ χεῖρας καὶ θὰ εὕρητε πολλά.
§7ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀνεγνώσατε τὰ Διατάγματα περὶ τῶν μεταθέσεων τούτων;
§8ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Βεβαίως. Λέγω δὲ καὶ τοῦτο, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, οὕτω πως ἐφαρμόζων τὸν νόμον, ἐν περιπτώσει μιᾶς θέσεως κενουμένης, δύναται οὐ μόνον νὰ μεταθέτῃ ἀνὰ ἕνα πρωτοδίκην ἐκ πολλῶν Πρωτοδικείων, ὅπερ ἄτοπον, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρον Δικαστήριον συλλήβδην, ὡς συνέβη εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ἄρτης, τὸ ὁποῖον ἀνεστάτωσε διὰ μιᾶς. Ἀνέγνωσα τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον κατέθεσε, τῶν μετατεθέντων ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου καὶ ἐντεῦθεν, δηλαδὴ ἀφ’ ἧς ἐποχῆς δὲν ἠδύνατο νὰ μεταθέσῃ ἄνευ ἠτιολογημένης ἐκθέσεως. Οἱ μετατεθέντες εἶναι 29. Ἐκ τούτων δικαιολογοῦνται 9, διότι τρεῖς αἱ μεταθέσεις τῶν πρωτοδικῶν Σπάρτης καὶ τρεῖς οἱ ἀντ’ αὐτῶν μετατεθέντες εἰς τὴν θέσιν των γίνονται ἕξ· προσθέσατε τοὺς δύο ἐναλλὰξ Προέδρους καὶ μίαν διὰ τὴν κενὴν θέσιν ἐκ τοῦ θανάτου τοῦ Ἀβδελοπούλου, τὸ ὅλον 9. Αἱ λοιπαὶ 20 εἶναι ἀδικαιολόγητοι. Καὶ δὲν εἶναι μόνον τὸ παράδειγμα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔφερον, εἶναι καὶ ἄλλα. Ἂν λάβητε εἰς χεῖρας τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως θὰ εὕρητε πολλὰ τοιαῦτα. Ἡ σοφὴ διάταξις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὡς εἰσηγητοῦ τοῦ νόμου τοῦ 1887, τοῦ νὰ δύνηται ἐντὸς τῆς διετίας νὰ μετακινῆται ὁ δικαστὴς τῇ αὐθαιρέτῳ προτάσει τῶν Εἰσαγγελέων, ἐτέθη ἀπὸ σκοποῦ, διὰ νὰ ὑποσκάψῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν Δικαστηρίων. Οὐχ ἧττον καὶ ταύτην τὴν διάταξιν δὲν ἐσεβάσθη ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ πρὸς ἀπόδειξιν θὰ σᾶς φέρω τὴν μετάθεσιν τῶν πρωτοδικῶν τῆς Ἄρτης. Ἀναγινώσκω τὴν ἑξῆς ἔκθεσιν: Οἱ πρωτοδίκαι Ἄρτης ἀπηύθυναν πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Κερκύρᾳ Ἐφετῶν τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα τῇ 23ῃ Νοεμβρίου 1889 (ἀναγινώσκει): «Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν. Κέρκυραν. Φαρμακοποιός τις Ἀρταῖος, Παντελῆς Οἰκονόμου, γνωστὸς ἀντιπρόσωπος πολιτικοῦ κόμματος, χθὲς, μεταβάντος ἀνακριτοῦ Τσιριγώτου εἰς φαρμακεῖόν του πρὸς ἀγορὰν φαρμάκων, εἶπεν αὐτῷ, χειρονομῶν ἀπρεπῶς, ἐν σχέσει πρὸς τοὺς χθὲς παρ’ αὐτοῦ προφυλακισθέντας κατηγορουμένους ἐπὶ φθορᾷ ξένης ἰδιοκτησίας, ὑπερβαινούσης τὰς 1000 δραχμὰς, τὰς ἑξῆς λέξεις: «τίποτε δὲν ἐκάματε· νὰ ἰδῇς αὔριο ποῦ θὰ τοὺς βγάλω ἐγώ!» Συγχρόνως δ’ ἐγένετο καὶ ἀνακοπὴ ἐντάλματος φυλακίσεως, ἐπὶ λόγῳ, ὅτι πρᾶξίς ἐστι πταῖσμα καὶ οὐχὶ κακούργημα· πρὸς χλεύην δὲ δικαιοσύνης, φίλοι κατηγορουμένων, θορυβωδῶς καὶ ἐπιδεικτικῶς ἐνεργοῦντες καὶ διὰ τηλεγραφημάτων εἰς Ἀθήνας καὶ ἄλλων ἐνεργειῶν, προαναγγέλλουσι θρίαμβον παρανομίας καὶ μετάθεσιν ὅλων ἡμῶν. Φαρμακοποιὸς κατηγγέλθη ἁρμοδίως, ἀλλὰ καθῆκον θεωροῦμεν γνωρῖσαι ὑμῖν γενομένας ἐνεργείας, ὅπως ἐν ἀνάγκῃ συντελέσητε εἰς ἀνόρθωσιν δικαιοσύνης, καθ’ ἧς ἀντιστρατεύονται πολιτικὰ δῆθεν συμφέροντα. «Πρωτοδίκαι Ἄρτης. Σ. Ἀλεξάκης, Σ. Τσιριγώτης, Δ. Παπαμιχαλόπουλος.» Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν διέταξεν ἀμέσως καὶ τηλεγραφικῶς τὸν Εἰσαγγελέα Ἄρτης νὰ προβῇ εἰς καταδίωξιν τοῦ ὑβριστοῦ Π. Οἰκονόμου, φαρμακοποιοῦ, ἐνῷ συγχρόνως, περαιωθείσης τῆς ἀνακρίσεως κατὰ τῶν ἐν τῷ ἀνωτέρω τηλεγραφήματι κατηγορουμένων, ἀνερχομένων εἰς δέκα τὸν ἀριθμὸν, ἀνηκόντων εἰς τὸ κόμμα, τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν ἀπεφάνθη, ὅτι πρέπει ἅπαντες οἱ κατηγορούμενοι νὰ παραπεμφθῶσι, κατὰ τὴν ἐπιεικῆ γνώμην τοῦ Συμβουλίου, εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον. Τοῦ βουλεύματος τούτου ἐγένετο ἀνακοπὴ ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως, αἰτήσαντος τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν κατηγορουμένων, ἀλλὰ τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν, ἀποῤῥίψαν αὐτὴν, ἐπεκύρωσε τὸ βούλευμα τῶν Πλημμελειοδικῶν. Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μεταθέτει τὸν δικαστὴν Ἀλεξάκην ἄνευ προτάσεως τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, παραβλέπων μάλιστα πρότασιν τούτου, περὶ διορισμοῦ τοῦ Ἀλεξάκη ὡς ἀνακριτοῦ Ἄρτης, ἐνδεικνύουσαν ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐθεώρει ἀναγκαίαν τὴν διατήρησιν τοῦ δικαστοῦ ἐν Ἄρτῃ, ἀφοῦ προηγουμένως, ἐναντίον τοῦ νόμου περὶ μεταθέσεως τῶν δικαστῶν, ἐπὶ διετίαν ἐδημιούργησεν ἐκεῖ κενὴν θέσιν δικαστοῦ ὡς ἑξῆς: μετέθεσε, συνεπείᾳ προτάσεως τῶν Εἰσαγγελέων, ἐκ Κεφαλληνίας τὸν πρωτοδίκην Νιανιάραν εἰς Ἄρταν, ὅπου οὐδεμία κενὴ θέσις ὑπῆρχεν, ἐναντίον τοῦ Β. Διατάγματος, τοῦ εἰς τὸν νόμον στηριζομένου, περὶ ὁρισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν παρ’ ἑκάστῳ Πρωτοδικείῳ, καὶ ἀντὶ, κατὰ τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1887, ἐπιτάσσοντος, ὅτι πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς προτεινομένης μεταθέσεως ὑπὸ τῶν Εἰσαγγελέων ἐπιτρέπεται μετάθεσις ἑνὸς μόνον τῶν ἄλλων δικαστῶν, νὰ μεταθέσῃ τὸν Ἀλεξάκην εἰς Κεφαλληνίαν, ὅτε ἐνομιμοποιεῖτο καὶ ἡ μετάθεσις τοῦ Νιανιάρα, μεταθέτει ἕτερον δικαστὴν, τὸν Διγενόπουλον, ἐκ Πύργου εἰς Κεφαλληνίαν, ἄνευ προτάσεως τῶν Εἰσαγγελέων, εἰς τὴν κενὴν θέσιν (τὴν τοῦ Νιανιάρα) τοῦ Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, ἣν, καταστρατηγῶν τὸν νόμον, ἐδημιούργησεν ὁ Ὑπουργὸς, καὶ εἰς Πύργον τὸν Ἀλεξάκην, εἰς τὴν κενὴν θέσιν, τὴν δημιουργηθεῖσαν διὰ τῆς μεταθέσεως τοῦ Διγενοπούλου. Οὕτως ὁ Ὑπουργὸς διὰ μιᾶς εἰσαγγελικῆς προτάσεως, ἀφορώσης εἰς ἕνα δικαστὴν, μετέθεσε τρεῖς, ἐναντίον καὶ τοῦ γράμματος καὶ τοῦ πνεύματος τοῦ νόμου!
§9ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἵνα μὴ ἐξακολουθῆτε ματαίως ἀπασχολούμενοι εἰς παραδείγματα τοιαῦτα, ἀναγνώσατε τὴν διάταξιν τοῦ νόμου.
§10ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Τὴν διάταξιν ταύτην ἀνέγνωσα, καὶ ταύτην κατακρίνω· ἀλλ’ εἶπον, ὅτι δὲν ἀντλεῖτε τοιοῦτον δικαίωμα ἐκ τῆς διατάξεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν κατεστήσατε καὶ κωμικήν. Ἄν, κύριε Ὑπουργὲ, ἔχῃ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀποδίδετε, δύνασθε, ἐπαναλαμβάνω, νὰ μεταθέσητε ἐπὶ μιᾶς κενῆς θέσεως ὅλους τοὺς δικαστὰς τοῦ Κράτους. Μετὰ τὸν Τσιριγώτην μετεθέσατε καὶ τὸν πρωτοδίκην Παπαμιχαλόπουλον, συνεπείᾳ προτάσεως τοῦ ἁρμοδίου Εἰσαγγελέως, ὡς λέγετε. Ποία εἶναι αὐτὴ ἡ πρότασις; Τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1888 ὁ πρωτοδίκης Παπαμιχαλόπουλος πάσχων ὑπέβαλεν αἴτησιν ἁρμοδίως, ἐπισυνάψας καὶ πιστοποιητικὰ δύο ἰατρῶν, ὁρκισθέντων εἰδικῶς ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδίκου καὶ βεβαιωσάντων τὸ νόσημά του. Τὴν αἴτησίν του ὑπεστήριξεν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, ἀλλ’ ὁ πρωτοδίκης Παπαμιχαλόπουλος δὲν μετετέθη τότε· ἀπὸ δὲ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1888 ἐδέησε νὰ συγκινηθῇ ὁ κύριος Ὑπουργὸς καὶ νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς ὑγείας αὐτοῦ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1890, ἐνῷ, προκειμένου περὶ ἑτέρου πρωτοδίκου, ὅστις ὑπέβαλεν αἴτησιν μεταθέσεως, λόγῳ ὑγείας, ἄνευ πιστοποιητικῶν ἰατρῶν, αὐθωρεὶ ἡ αἴτησις ἐγένετο δεκτὴ ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ὅστις διεβίβασεν αὐτὴν ἀμέσως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπερ ἐδέχθη τὴν αἴτησιν, καὶ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν ὁ πρωτοδίκης μετετέθη ἐκεῖ, ὅπου ἐπεθύμει. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ πρωτοδίκου ἐκείνου, ἀλλὰ περὶ τῆς πράξεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Διατὶ ἀπεδίωξε τοὺς πρωτοδίκας Ἄρτης; Διότι ἐφοβοῦντο τοὺς δικαστὰς, καθόσον ἐκεῖ ὑπῆρχον καὶ ὑπάρχουν εἰσέτι ἐκκρεμεῖς ἀνακρίσεις κατὰ φίλων καὶ συγγενῶν, κατηγορουμένων ἐπὶ ἐγκλήμασι βδελυροῖς, οἷά εἰσι τὰ τῆς λῃσταποδοχῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ τάξις καὶ ἡ ἀσφάλεια; αὐτὴ εἶναι ἡ ἐμπέδωσις τῆς δικαιοσύνης; αὐτὴ εἶναι ἡ ἀναμόρφωσις; Τὰ αὐτὰ σκάνδαλα, Κύριοι, ἀπαντῶμεν ἐν Βόλῳ καὶ ἐν Λαρίσσῃ. Εἶναι λυπηρὸν, εἶναι σκληρὸν, εἶναι ἀποθαῤῥυντικὸν διὰ τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς τοῦ Κράτους, οἰκογενειάρχαι ἄνθρωποι νὰ μετατίθηνται ἐν μέσῳ χειμῶνος, ἄνευ λόγων ὑπηρεσίας, μόνον καὶ μόνον διὰ τῆς ἰουδαϊκῆς τοῦ γράμματος τοῦ νόμου ἐφαρμογῆς, κατὰ τὸ ὁποῖον δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ μεταθέτῃ τῇ προτάσει τῶν Εἰσαγγελέων. Ἀλλὰ πάντες γνωρίζετε, πόθεν ἀγόμενοι οἱ πλεῖστοι τούτων προτείνουσι μεταθέσεις. Ἄλλοτε πιεζόμενοι ἄνωθεν, ἄλλοτε δ’ ἐκ λόγων προσωπικῶν, προκαλοῦσι τὰς μεταθέσεις τῶν πρωτοδικῶν. Εἶναι γελοία καὶ ἐξευτελιστικὴ ἡ διάταξις αὕτη, ἥτις προτίθεται μόνον καὶ μόνον νὰ ἐξαρτήσῃ τὰ Δικαστήρια ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἄλλο τι ὅμως πρέπει νὰ γίνηται, ὅταν προτείνηται λόγος μεταθέσεως δικαστοῦ τινος ἐντὸς διετίας· πρέπει νὰ ὑποβάλληται ἡ αἴτησις εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Δικαστηρίου, νὰ καλῆται εἰς ἀπολογίαν ὁ περὶ οὗ πρόκειται, καὶ μετὰ τοῦτο νὰ ἀποφαίνηται ἡ ὁλομέλεια τοῦ Δικαστηρίου περὶ τῆς μεταθέσεως τοῦ δικαστοῦ. Τότε μόνον δύνασθε νὰ καταστήσητε ἀνεξάρτητα τὰ Δικαστήρια, ὅταν λάβητε πρόνοιαν νὰ καταστήσητε ἀνεξαρτήτους τοὺς δικαστὰς, εἴτε προνοοῦντες, ὡς εἶπον, εἴτε καταργοῦντες τὸν γελοῖον νόμον, καὶ ἀναλαμβάνοντες σεῖς τὴν εὐθύνην πάσης μετακινήσεως, ὅπερ εἶναι τὸ συνταγματικόν. Ἀλλὰ μήπως τοὐλάχιστον κατὰ τὴν τετραετίαν σας μᾶς ἐπεδείξατε πρόνοιάν τινα, ὅπως βελτιώσητε τὴν θέσιν αὐτῶν διὰ τῆς ἀναθεωρήσεως τῆς γλίσχρου αὐτῶν μισθοδοσίας; Ἐν Θεσσαλίᾳ ὑπῆρχεν ἡ ἰδέα καὶ ἡ πεποίθησις, ὅτι, ἂν τὰ πάντα ὑπέκυψαν εἰς τὴν φατρίαν, τοὐλάχιστον ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἵστατο ἀνεξάρτητος καὶ ἀνεπηρέαστος, ἀλλὰ καὶ ταύτην τὴν πεποίθησιν ἐφροντίσατε νὰ τὴν συντρίψητε. Μετατίθενται πρωτοδίκαι ἐκ Βόλου, διότι προτείνει ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς διὰ μὲν τὸν ἕνα, ὅτι ἔχει ἀδελφὸν ἐν Λαρίσσῃ δικηγόρον, διὰ δὲ τὸν ἕτερον, ὅτι χαιρετᾷ καὶ ἀντιχαιρετᾶται παρὰ πολιτευομένου τινὸς, καὶ ἐκ τούτου ἐγεννήθη ἡ ὑπόνοια, ὅτι ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης παρὰ τῶν δικαστῶν ἐκείνων δὲν θὰ ἦτο πλήρης. Καὶ οὕτως, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀσθενεστάτων τούτων λόγων, ἄνευ βαθυτέρας ἐρεύνης καὶ ἐξετάσεως, μετεθέσατε τοὺς δικαστάς. Ἀκούσατε καὶ ἄλλο. Κατὰ τὴν 16 Δεκεμβρίου 1889 ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Λαρίσσῃ Πρωτοδικῶν ὑποβάλλουσι, συμφώνως μὲ τὸν νόμον, ἔκθεσιν πρὸς τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, συνιστῶντες νὰ δοθῇ ἡ διὰ τοῦ νόμου περὶ ἐπιμισθίου τῶν ἀνακριτῶν πεντακοσιόδραχμος ἀμοιβὴ εἰς τὸν ἐκεῖσε ἀνακριτὴν, διὰ τὴν εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν του. Κρίνω περιττὸν νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον τοῦτο, δι’ οὗ ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς θεωροῦσιν ἄξιον τὸν ἀνακριτὴν νὰ λάβῃ τὴν ἀμοιβὴν, καὶ τοὺς ἐπαίνους, τοὺς ὁποίους, εὐσυνειδήτως κρίνοντες, ἐπεδαψίλευσαν εἰς τὸν ἀνακριτὴν ἐκεῖνον. Ὁ κύριος Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, πρὸς ὃν διεβιβάσθη τὸ ἔγγραφον, κατακρατεῖ αὐτὸ ἐν τῇ Εἰσαγγελίᾳ, καὶ σπεύδει τὴν αὐτὴν ἐκείνην ἡμέραν νὰ πιέσῃ τὸν παρὰ Πρωτοδίκαις Εἰσαγγελέα καὶ ἐξαναγκάσῃ αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν περὶ ἀπαλλαγῆς τοῦ ἀνακριτοῦ ἀπὸ τῶν καθηκόντων αὐτοῦ, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ περὶ μεταθέσεως αὐτοῦ.
§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖος ἦτο ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν;
§12ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ὁ κ. Μεσθενεύς. Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς, ὅστις τὴν πρωΐαν εἶχε γράψει τόσον ἔνθερμα πράγματα διὰ τὸν ἀνακριτὴν ἐκεῖνον, ἀπορῶ, πῶς ἠδυνήθη τὴν ἰδίαν ἡμέραν νὰ πεισθῇ νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν περὶ ἀπαλλαγῆς τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ μεταθέσεως αὐτοῦ. Ἐν τούτοις τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ὑπέκυψε, καὶ μὲ τρέμουσαν χεῖρα, ἀνομολογῶν καὶ πάλιν τὸ εὐδόκιμον τῆς ὑπηρεσίας του, προτείνει τὸ ἑξῆς ὅτι, ἐπειδὴ ἐπὶ πολὺν καιρὸν ὑπηρετεῖ ἐκεῖ ὡς ἀνακριτὴς, καλὸν εἶναι νὰ ἀπαλλαγῇ, καὶ ἀφοῦ μάλιστα ὁ πρωτοδίκης αὐτὸς εἶναι δόκιμος εἰς τὴν πολιτικὴν ἐργασίαν, θεωρεῖ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς, ἐν τῷ συμφέροντι τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι καλὸν ἦτο καὶ νὰ μετατεθῇ εἰς ἄλλο πολυάσχολον Πρωτοδικεῖον, καὶ μετετέθη ἐκ Λαρίσσης εἰς Κυπαρισσίαν!
§13ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πολυάσχολον Δικαστήριον!
§14ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ὡς φαίνεται. Ἀλλὰ πῶς ἠδυνήθη ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, ὅστις μόλις εἶχε φθάσει εἰς Λάρισσαν πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν, νὰ ἀντιληφθῇ τῶν πάντων; ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν εἶχεν, ὡς γνωρίζετε, τριπλῆν ἀποστολὴν ἐν Λαρίσσῃ· εἶχε τὴν ἀποστολὴν νὰ τακτοποιήσῃ τὰ στρατιωτικὰ, νὰ τακτοποιήσῃ τὰ διοικητικὰ, νὰ τακτοποιήσῃ τὰ δικαστικά. Ἐνόμισεν, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν στρατὸν νὰ μὴ πειθαρχῇ, καὶ κατώρθωσε διὰ τῶν ἐνεργειῶν του νὰ πειθαρχῇ οὗτος. Ἔκρινεν ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον οὔτε κἂν νὰ λέγηται, ὅτι διοικητικός τις ἀνώτερος ὑπάλληλος ἐδωροδοκήθη, διὰ νὰ παραβῇ τὰ καθήκοντά του, καὶ κατώρθωσε νὰ ἐξαλείψῃ καὶ τὴν ἰδέαν ταύτην· ἀλλ’ ἔπρεπε καὶ ἡ δικαιοσύνη νὰ πειθαρχῇ, καὶ νὰ τακτοποιηθῇ καὶ αὕτη ὡς πρὸς τοῦτο, καὶ τοῦτο ἐγένετο. Τὸ πρᾶγμα εἶναι φανερόν· τὸν πρωτοδίκην ἐκεῖνον, ὡς καὶ τοὺς ἄλλους, ἤθελον βεβαίως νὰ τὸν ἐκδιώξουν ἐκεῖθεν, καὶ διὰ τοῦτο ἐνταῦθα ἐχάλκευσαν τὸν τρόπον τῆς καταστρατηγήσεως τοῦ νόμου. Καὶ ἔπειτα ἀπὸ ταῦτα ἰσχυρίζεσθε, ὅτι ἀνεμορφώσατε τὴν δικαιοσύνην, ὅτι ἀνεστηλώσατε τὸ κράτος τῶν νόμων, ὅτι τάξις καὶ ἀσφάλεια ἐπικρατεῖ ἐν Ἑλλάδι, ὅτι τὰ τελούμενα καθ’ ἑκάστην ἐγκλήματα, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων προβληματικὴ κατέστη αὐτὴ ἡ ζωὴ τοῦ φιλησύχου πολίτου, εἶναι τεκμήριον τῆς ἐῤῥύθμου λειτουργίας τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης! Καὶ ἔπειτα ἀπὸ τοιαῦτα σκάνδαλα, τολμᾶτε νὰ παρουσιάζησθε, ἀξιοῦντες τὸ γέρας τοῦ καθήκοντος. Αὐτοὶ λοιπὸν εἶναι οἱ καρποὶ τῶν τῶν μόχθων σας καὶ τῆς ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης μερίμνης σας; οὕτως ἐννοεῖτε τὴν ἀναμόρφωσιν τῆς δικαιοσύνης; Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν λέγεται οὔτε δύναται νὰ ἦναι Κράτος συντεταγμένον, Πολιτεία εὐνομουμένη ἐκείνη, ὅπου ἡ τιμὴ ἡ περιουσία καὶ ἡ ἀσφάλεια τοῦ πολίτου εἶναι ἔρμαιον τοῦ πρώτου τυχόντος κακούργου, διὰ τὴν παντελῆ ἔλλειψιν δικαιοσύνης. Εἴπατέ μας, κύριε Ὑπουργὲ, δύναται σήμερον ὁ πολίτης νὰ εὕρῃ δικαιοσύνην, ἂν συμβῇ ν’ ἀνταγωνίζηται πρὸς φίλον τοῦ κόμματος; ὑπῆρξε ποτὲ κατάστασις χειροτέρα τῆς σημερινῆς; Ἀλλ’ ἐρωτῶ, κύριε Ὑπουργὲ, τί σᾶς ἔκαμεν ὁ τόπος οὗτος, ὅστις ἀρκούντως σᾶς ἐτίμησεν, ὅπως τοσοῦτον ὀλιγώρως ἔχητε πρὸς τὰ δικαιώματα καὶ τὴν ὑπόληψιν αὐτοῦ; Παύσατε λοιπὸν καυχώμενοι, καὶ ἀφοῦ δὲν δύνασθε πλέον νὰ συγκρατηθῆτε εἰς τὴν κατωφέρειαν, εἰς ἣν ἐτράπητε, ἀφοῦ ἐξέφυγε τῶν χειρῶν σας ἡ διαχείρισις τῆς δικαιοσύνης, ὁμολογήσατε, ὅτι ἄλλοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἐπαναφέρωσι τὴν Δικαιοσύνην ἐπὶ τὰ ἱερὰ αὐτῆς τεμένη, εἰς ἃ σεῖς οὔτε ν’ ἀτενίσητε δύνασθε. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς.)
§15ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀκούοντες τῶν τελευταίων τοῦ προλαλήσαντος λόγων, δὲν πρέπει νὰ λησμονήσητε τὸ παράπονον, μὲ τὸ ὁποῖον ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα, παραπονούμενος, ὅτι κατεκρίθησαν παρ’ ἐμοῦ οἱ προκάτοχοί μου δι’ ὧν ἔδωσα πρὸς τὴν Βουλὴν ἐξηγήσεων, εἰς ἀπάντησιν τῶν περὶ τῆς καταστάσεως τῆς δικαιοσύνης λεχθέντων ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δὲν εἶχον οὐδεμίαν διάθεσιν, ἀγορεύσας τότε, νὰ κατακρίνω τινὰ, εἶχον ὅμως καθῆκον ν’ ἀποκρούσω τὰς κατ’ ἐμοῦ προσωπικῶς καὶ κατὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας κατ’ ἐπανάληψιν ἐξενεχθείσας ἀδίκους μομφάς· διὰ νὰ πράξω δὲ τοῦτο, ἔπρεπε νὰ ἐκθέσω συγκριτικῶς τὰ τῆς καταστάσεως καὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς δικαιοσύνης· νὰ ἀναφέρω δὲ καὶ νὰ ἐξηγήσω τὰ κυριώτερα τουλάχιστον τῶν μέτρων, τῶν ἀποδεικνυόντων, καὶ ὡς ἐκ τοῦ σκοποῦ καὶ ὡς ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῶν, ὅτι οὐδ’ ὤκνησα, οὐδὲ ἠμέλησα νὰ προνοήσω καὶ μεριμνήσω κατὰ τὸ δυνατὸν νομοθετικῶς τε καὶ διοικητικῶς πρὸς κρείττονα μὲν πολλῶν κακῶς ἐχόντων διαῤῥύθμισιν, πρὸς μείζονα δὲ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας αὐτῶν ἐξασφάλισιν καὶ πρὸς δραστικωτέραν τῆς δικαστικῆς λειτουργίας ἐνέργειαν. Ἄν τοῦτο πράττων προσέκρουσα εἰς τὴν εὐαισθησίαν τοῦ κ. συναδέλφου, δὲν πταίω ἐγώ, αἴτιοι δὲ εἶναι οἱ προκαλέσαντες τὴν περὶ τῶν δικαστικῶν συζήτησιν καὶ ἐπιβαλόντες οὕτω εἰς ἐμὲ τὸ καθῆκον νὰ ἀμυνθῶ κατὰ τῶν ἀδίκως λεχθέντων, καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξηγήσω τοὺς λόγους τοὺς δικαιολογητικοὺς τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν Βουλὴν εἶχον προτείνει. Ἡ ἐξήγησις τῶν λόγων ἐκείνων δὲν ἦτο βεβαίως εὐχάριστος διὰ τὸν δημιουργήσαντα τοὺς πλείστους αὐτῶν ἀξιότιμον προκάτοχόν μου, ἀλλ’ ἐπὶ τούτῳ κατ’ ἄλλων πάλιν δύναται νὰ στρέψῃ τὰ παράπονα αὐτοῦ. Ἐμνήσθη τῆς συζητήσεως ἐκείνης καὶ τῶν ἐκτεθέντων τότε ὡς πρὸς τὴν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ διαχείρισιν, οὕτως εἰπεῖν, τῆς δικαιοσύνης, χωρὶς οὐδὲν ἐκ τῶν παρ’ ἐμοῦ λεχθέντων ν’ ἀμφισβητήσῃ, τὴν δὲ ἀδυναμίαν αὐτοῦ ταύτην αἰσθανόμενος, ἐθεώρησεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐξηγήσῃ αὐτήν, δηλῶν πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ηὐκαίρησε νὰ ἐξετάσῃ περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν δοθεισῶν ὑπ’ ἐμοῦ πληροφοριῶν. Ἀλλὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἔδιδε τὴν δικαιολογίαν ταύτην, ἐπελανθάνετο αὐτῆς, καὶ ἐχορήγει πληροφορίας ἀνακριβεῖς μὲν, ἀποδεικνυούσας ὅμως, ὅτι οὐ μόνον ἐξήτασεν, ἀλλὰ καὶ ἐξωνύχισε τὰ πάντα, μέχρι τοῦ τελευταίου καὶ ἀκροτάτου σημείου, χωρὶς οὐδαμοῦ νὰ δυνηθῇ νὰ εὕρῃ ἀφορμὴν, δυναμένην νὰ θέσῃ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὴν ἀκρίβειαν τῶν παρ’ ἐμοῦ λεχθέντων. Ὅτε δὲ ἐδήλου, ὅτι δὲν ηὐκαίρησε νὰ ἐρευνήσῃ περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ λεχθέντων, καὶ ἂν δὲν εἶχεν ἀπόφασιν νὰ ἀναιρέσῃ εὐθὺς ἀμέσως αὐτὸς ἑαυτὸν καὶ τὴν δήλωσίν του, ὡς ἔπραξε δίδων πληροφορίας, ἀποδεικνυούσας ἐπισταμένην αὐτοῦ μελέτην, ὤφειλεν ὅμως νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι ἀκούουσιν αὐτοῦ ἐνταῦθα ἄλλοι, οἵτινες γινώσκουσιν, ὅτι ηὐκαίρησε καὶ κατέγεινε καὶ ἐπολυπραγμόνησε μετὰ πολλῆς ἐπιμελείας εἰς ἐπίσημον ἔλεγχον τῆς ἀκριβείας τῶν δοθεισῶν παρ’ ἐμοῦ πληροφοριῶν. Καὶ εἶναι διὰ τοῦτο ἀξιέπαινος ὁ προαγορεύσας, ὅστις ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τῆς ἐνταῦθα ἐλεύσεώς του ἔδραμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐζήτησε περὶ πάντων πληροφορίας, καὶ ἔλαβεν αὐτὰς, καὶ εἶδεν, ὅτι πάντα τὰ ἐπίσημα στοιχεῖά εἰσι συμφωνότατα πρὸς τὰ πράγματα καὶ ἐπιβεβαιοῦσι πάνθ’ ὅσα ἐγὼ ἐξέθηκα. Εἶχε δὲ καθῆκον πρὸς ἑαυτὸν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ μνησθῇ κἂν τῶν πληροφοριῶν ἐκείνων, ἢ τοὐλάχιστον, ἂν δὲν ἤθελε νὰ ὁμολογήσῃ ἐπισήμως τὴν ἀκρίβειαν τῶν παρ’ ἐμοῦ λεχθέντων, νὰ μὴ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶχε πλήρη γνῶσιν τῆς ἀκριβείας αὐτῶν, ἀφοῦ εἶδε καὶ ἐπείσθη, ὅτι δὲν εἶχε μᾶλλον πλήρη γνῶσιν τῶν πράξεων αὐτοῦ. Οὕτω δὲ ἐχόντων τῶν πραγμάτων, θεωρῶ ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὸν νὰ μὴ ἐπιληφθῇ ποσῶς τῆς παρούσης συζητήσεως. Πρὸς ποῖον δὲ σκοπὸν ἐπελάβετο ταύτης; διὰ νὰ ἀμφισβητήσῃ τὸν τρόπον τῆς διαχειρίσεως τῆς δικαιοσύνης ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του; οὐχὶ βεβαίως· διότι δὲν σᾶς εἶπεν, ὅτι ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐνήργησεν ἥττονας τῶν 601 μεταθέσεων, οὔτε σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡμεῖς, διαδεξάμενοι αὐτὸν, ἀπεφασίσαμεν πλείονας ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἐμνημονεύσαμεν. Δὲν ἠρνήθη ὅτι ἐκάλεσεν αὐτὸς ἄνευ λόγου ἐν διαστήματι ὀλίγων μηνῶν 42 δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, ἀπὸ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν μέχρι Γραμματέως Εἰρηνοδικείου, εἰς Ἀθήνας, κρατήσας πλείστους αὐτῶν ἐπὶ μῆνας πολλοὺς καὶ πληρόνων αὐτοῖς πλήρη μισθὸν, οὐδ’ ὅτι ἡμεῖς ἐπὶ μίαν τετραετίαν ἐκαλέσαμεν μόνον 7 ἀνωτάτους ὑπαλλήλους καὶ μόνον δι’ ἡμέρας ὀλίγας, ἀντὶ τῶν παντὸς βαθμοῦ καὶ διὰ μῆνας πολλοὺς κληθέντων παρ’ αὐτοῦ τεσσαράκοντα δύο.
§16ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. 32 ἐγὼ εἶδα εἰς τὸν κατάλογόν σας.
§17ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Θέλετε νὰ σᾶς τοὺς ὀνομάσω; 42 εἶναι· ἀναγινώσκω ἀμέσως τὸν κατάλογον αὐτῶν.
§18ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Εἶναι περιττόν.
§19ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἀλλὰ τότε μὴ διακόπτετε καὶ μὴ ἀμφισβητεῖτε. Περὶ αὐτῶν δὲ σᾶς ἐδόθησαν πληροφορίαι καὶ ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους ὑπαλλήλους, οἵτινες ἐνθυμοῦνται καὶ τὰς αἰτίας, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐγένοντό τινες προσκλήσεις. Τεσσαράκοντα δύο λοιπὸν ἐκλήθησαν ἐν διαστήματι δωδεκαμήνῳ, καθ’ ὃ παρεμείνατε ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ἑπτὰ δὲ μόνον ἐπὶ μίαν τετραετίαν ἐκλήθησαν παρ’ ἐμοῦ. Καὶ ἵνα μή τις τῶν ἀκουόντων ὑπολάβῃ, ὅτι ἐκλήθησαν ὀλίγοι διότι μὲ ἐκώλυεν ὁ παρ’ ἐμοῦ προκληθεὶς ἀπαγορευτικὸς νόμος, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀπὸ τοῦ Μαΐου τοῦ 1886 μέχρι τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1887, καθ’ ὃν ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος, τουτέστιν ἐπὶ 13 καὶ πλέον μῆνας, καθ’ οὓς ἔμεινε πλῆρες τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, οἷον εἶχεν αὐτὸ ὁ κ. συνάδελφος, οὐδὲ ἕνα ἐκαλέσαμεν, αἱ ἑπτὰ δὲ προσκλήσεις ἐγένοντο μετὰ τὸν νόμον τὸν περιορίζοντα τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ. Τίνα δὲ ἔδωσε τοῦ πράγματος τούτου ἐξήγησιν; τὰς ἐκρύθμους τότε περιστάσεις. Διὰ τῶν ἐξωτερικῶν τότε περιπλοκῶν καὶ τῆς ἐπιστρατείας ἠθέλησε νὰ σᾶς ἐξηγήσῃ, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὸν τὸ καθῆκον νὰ καλῇ τοὺς Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν, τοὺς Προέδρους τῶν Ἐφετῶν, τοὺς Προέδρους τῶν Πρωτοδικῶν, τοὺς Πρωτοδίκας, τοὺς Εἰρηνοδίκας, τοὺς Γραμματεῖς τῶν Εἰρηνοδικείων εἰς Ἀθήνας, καὶ οὐδόλως ἐδίστασε νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι, ἐπειδὴ ἐκλήθησάν τινες Πρωτοδίκαι εἰς τὴν ἐπιστρατείαν, αὐτὸς εἶχε καθῆκον νὰ καλέσῃ 42 παντὸς βαθμοῦ ὑπαλλήλους ἐδῶ, ἐνῷ ἀμείλικτος συνέπεια τοῦ ἐπιχειρήματός του ἐπέβαλλεν αὐτῷ ἀκριβῶς τοὐναντίον, νὰ ἐξαναγκάσῃ δηλαδὴ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς θέσεις των τοὺς ἐλθόντας, καὶ τοὺς ἐν ἀδείᾳ, καὶ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς ἀσθενεῖς, διὰ νὰ μὴ παραλύσωσιν ἐντελῶς τὰ Δικαστήρια. Τοιαύτης λογικῆς ἐποιήσατο ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τοῦ λόγου του χρῆσιν ὁ κ. Βουλευτὴς, νομίζων ὅτι τοιουτοτρόπως δικαιολογεῖ ἑαυτὸν, τὴν προαίρεσίν του τουλάχιστον, ἀφοῦ τὰ πράγματα κατ’ οὐδένα τρόπον ἠδυνήθη νὰ ἀλλοιώσῃ οὔτε κατὰ κεραίαν. Ἐπελάθετο τοῦ σοφοῦ τῶν ἀρχαίων ῥήματος, καθ’ ὃ «χρὴ σιγᾷν ἢ κρείττονα σιγῆς λέγειν». Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν ἐν ἑνὶ ἔτει γενομένων ὑπερεξακοσίων μεταθέσεων ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἐξήγησίν τινα, μὴ ἀμφισβητήσας οὔτε κατὰ ἕνα τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν. Τίνα δὲ ἔδωκεν ἐξήγησιν; Εἶπεν ὅτι ἀληθῶς προέβη εἰς τὴν ἔκλυσιν ἐκείνην τῆς ὑπηρεσίας διὰ τῶν πρωτοφανῶν κατ’ ἀριθμὸν μεταθέσεων, ἀλλ’ ὅτι ὤφειλε νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι διεδέχθη τριῶν ἐτῶν ἀτάσθαλον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης διοίκησιν, τὴν τῶν ἐτῶν 1882, 1883 καὶ 1884. Ἐπὶ τῆς τοσοῦτον ἁβρᾶς ταύτης ἐξηγήσεως, τῆς χαρακτηριζούσης ὡς ἀτάσθαλον διοίκησιν τὴν κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Ῥάλλης καὶ ὁ ἐξ Εὐβοίας κ. Κοντόσταυλος δύνανται, ἐὰν καταδέχωνται, νὰ δώσωσι τὴν πρέπουσαν ἀπάντησιν· ἀλλὰ, καὶ ἂν ἐκεῖνοι δὲν καταδέχωνται, ἐγὼ θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ἀρνηθῶ ὑπὲρ αὐτῶν ἄρδην τὴν ἰδιότητα, δι’ ἧς ἐθεώρησε πρέπον νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν διοίκησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀποκαλέσας αὐτὴν ἀτάσθαλον ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν μετακινήσεων, καὶ νὰ δηλώσω, ὅτι ἀπέναντι τῶν 601 μεταθέσεων, αἵτινες ἐγένοντο κατὰ τὸ 1885–1886, κατὰ τὸ 1882 ἐγένοντο 318, κατὰ τὸ 1883 120, κατὰ τὸ 1884 134. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἐπίσημοι ἀριθμοὶ, τοιαύτην δὲ διοίκησιν χαρακτηρίζουσιν ὡς ἀτάσθαλον ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐντὸς ἑνὸς ἔτους 601 ἔκαμον μεταθέσεις καὶ οἵτινες ἐν τούτοις παραπονοῦνται κατὰ τῶν διαδόχων των, ὡς ἀδίκως αὐτοὺς ἐπικρινόντων. Ἐὰν δὲ τὴν διοίκησιν τῶν προκατόχων αὐτῶν χαρακτηρίζωσιν ἀτάσθαλον διὰ τὰς μεταθέσεις, οἱ τοσοῦτον αὐτὰς ὑπερβάντες, διὰ τίνος τάχα ἐπιθέτου ἐδικαιοῦντο νὰ χαρακτηρίσωσι τὴν διοίκησιν αὑτῶν οἱ τοσοῦτον ἐν ταῖς μεταθέσεσιν ὑπολειφθέντες αὐτῶν διάδοχοί των; Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τῶν μεταθέσεων ἐθεώρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἐδικαιοῦτο νὰ ἐκφέρῃ παράπονον καὶ κατὰ τοῦ νόμου, τοῦ περιστείλαντος τὴν ἐλευθερίαν τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὸ μετατιθέναι. Δὲν ἐνόησα, περὶ τί ἀκριβῶς τὰ παράπονά του αὐτὰ ἐστρέφοντο. Θεωρεῖ τὸν νόμον αὐτὸν μὴ ἐξυπηρετοῦντα τὰ συμφέροντα τῆς δικαιοσύνης, ἢ κρίνει αὐτὸν ὡς μὴ ὄντα ὅσον ἔδει αὐστηρὸν καὶ ἀπαγορευτικόν; Δὲν διέκρινα, τίνα τῶν δύο τούτων κατακρίσεων προέθετο κατὰ τοῦ νόμου ν’ ἀπευθύνῃ· ἓν μόνον διέκρινα, ἢ ὅτι δὲν ἐνόησε τὸν νόμον, ἢ ὅτι ἐνόμισεν, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὸν νὰ δικαιολογηθῇ, διαστρέφων τὰς ἐννοίας τοῦ νόμου. Καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι τὸν νόμον αὐτὸν ὑπενόμευσεν αὐτὸς ὁ εἰσαγαγὼν αὐτὸν καὶ προκαλέσας τὴν ψήφισιν αὐτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ· διατί; Διότι ἐκενώθη μία θέσις ἐν Μεσολογγίῳ, καὶ δὲν διώρισεν ὁ Ὑπουργὸς δικαστὴν ἐν τῇ θέσει ἐκείνῃ· ἀλλὰ τί ἔπραξε; μετέθεσε δικαστὴν ἐξ ἄλλου Δικαστηρίου. Καὶ ποῦ τοῦ νόμου ἡ τοιαύτη τοῦ Ὑπουργοῦ πρᾶξις προσκρούει; Καὶ ἦτο τάχα πρέπον καὶ συμφέρον, νὰ ὁρίσῃ ὁ νόμος, ὅτι τὴν κενουμένην διὰ θανάτου ἢ διὰ προαγωγῆς ἄλλου τινὸς θέσιν μόνον διὰ διορισμοῦ δύναται νὰ ἀναπληροῖ ὁ Ὑπουργός; Τοιοῦτος νόμος δὲν ἤθελε ποσῶς ἐξυπηρετεῖ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ὑπηρεσίας τὰ συμφέροντα, διότι ἤθελε στερεῖ τὸν Ὑπουργὸν τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀναπληροῦν κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας τὸ γεννώμενον κενὸν, ἐξαναγκάζων αὐτὸν νὰ καλῇ εἰς ἀντικατάστασιν ἐκλιπόντος ἢ προαχθέντος ἱκανοῦ καὶ ὑπερόχου ἐνίοτε δικαστοῦ, μόνον νέον ἄπειρον καὶ ἀρχάριον, ὅπερ θ’ ἀπετέλει ἐπιβλαβῆ μείωσιν τῆς δυνάμεως τοῦ Δικαστηρίου. Ἐνίοτε ἐνδέχεται νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἀναπληρωθῇ τὸ κενὸν ἀζημίως δι’ ἄλλου, νεωστὶ διοριζομένου, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ὁ κανὼν, πάντοτε δ’ ἔχει καθῆκον ὁ Ὑπουργὸς νὰ σκεφθῇ, ποῦ δύναται νὰ ἦναι ἀζημιώτερος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ὁ διορισμὸς τοῦ ἀρχαρίου. Ταῦτα εἶναι στοιχειωδέστατα. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἦσαν στοιχειωδέστατα ὡς λόγοι ἐξηγοῦντες τὴν μετάθεσιν καὶ ὄχι τὸν διορισμὸν εἰς κενωθεῖσαν θέσιν, ἔχομεν τὸν νόμον τὸν κείμενον, ὅστις ὀρθῶς ὁρίζει, ὅτι δύναται νὰ ἀναπληρωθῇ ἡ κενὴ θέσις ἢ διὰ διορισμοῦ, ἢ διὰ μεταθέσεως ἑνὸς τῶν ὑπαρχόντων δικαστῶν. Πόθεν δὲ καὶ πῶς ἔπεισεν ἑαυτὸν ὁ κ. Βουλευτής, περὶ οὗ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι δὲν ἀνέγνωσε τὸν νόμον, ἵνα ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς κενοῦ ἢ μιᾶς γνωμοδοτήσεως ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ μετακινῇ ἀλληλοδιαδόχως δι’ ἁλύσεως ἀδιασπάστου πάντας τοὺς δικαστὰς τοῦ Κράτους; Βεβαίως θὰ ἦτο γελοῖος ὁ νόμος, ἂν τοιοῦτό τι ἐπέτρεπε, καὶ ἵνα ἀπὸ τοιαύτης σοφιστικῆς ἑρμηνείας προφυλάξωμεν αὐτὸν, διετυπώσαμεν σαφέστατα τὴν ἔννοιαν, ὑφ’ ἣν ἡμεῖς εἰσηγάγομεν αὐτὸν, ὁρίσαντες ὅτι καὶ ἐπὶ κενουμένης θέσεως καὶ ἐπὶ μεταθέσεως ὡρισμένου δικαστοῦ συνεπείᾳ γνωμοδοτήσεως τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ πληρώσῃ τὴν θέσιν καὶ διὰ μεταθέσεως ἑνὸς μόνον ἐξ ἄλλου Δικαστηρίου. Εἶναι ῥητὴ ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου. Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι, ὅτε τὸ σχέδιον αὐτοῦ συνεζητεῖτο, ἐθεώρησάν τινες παρελκούσας τὰς λέξεις «ἑνὸς μόνον», ἐτέθησαν δὲ αὗται τῇ ἐπιμόνῳ ἐμοῦ αἰτήσει, θέλοντος νὰ προλάβω ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπέδειξεν, ὅτι ἦτο ἱκανὸς νὰ ἐπινοήσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς, ἂν ἦτο Ὑπουργός. Ἀνεκάλυψε δὲ, ὅτι καὶ αἱ γνωμοδοτήσεις τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν δὲν εἶναι ἀκριβῶς ἰσάριθμοι πρὸς τὰς γενομένας μεταθέσεις. Θαυμασία ἀληθῶς ἀνακάλυψις! Ἀλλὰ λησμονεῖ, ὅτι ὁ νόμος ῥητῶς ἐπιτρέπει νὰ μὴ ἦναι ἰσάριθμοι, νὰ ἦναι μάλιστα καὶ διπλάσιαι αἱ μεταθέσεις ἀπὸ τὰς γνωμοδοτήσεις, ὅταν κελεύῃ, ὅτι διὰ τὴν ἕνεκα γνωμοδοτήσεως μετάθεσιν ἑνὸς δικαστοῦ ἐπιτρέπεται καὶ ἡ μετάθεσις ἑνὸς μόνου ἄλλου ἐξ ἄλλου Δικαστηρίου. Ὑπαρχουσῶν γνωμοδοτήσεων περὶ μεταθέσεως 20 δικαστῶν, ἐπιτρέπει ὁ νόμος πρὸς τοῦτο τὴν μετάθεσιν καὶ ἑτέρων 20, ἤτοι ἐν ὅλῳ 40. Δὲν μετατίθενται συνήθως διπλάσιοι, διότι εὑρίσκεται τρόπος, συμβιβάζων τὰ πράγματα, ὥστε νὰ μὴ μετατίθηνται τόσοι. Ἂν ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἀκριβῆ ἔννοιαν τοῦ νόμου διέλθῃ τις τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως», τὴν περιέχουσαν τὰ Διατάγματα, ἐν οἷς ἀναφέρονται καὶ οἱ λόγοι τῆς μεταθέσεως, θέλει ἰδεῖ, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει παρέκκλισις ἀπὸ τῆς ῥητῆς ταύτης διατάξεως τοῦ νόμου. Ἀλλ’ εἰσῆλθεν ὁ συνάδελφος καὶ εἰς τὴν οὐσιαστικὴν ἐκτίμησιν τῶν περὶ μεταθέσεως γνωμοδοτήσεων. Καὶ ἄλλοτε ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἐξηγήσω πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην μετὰ πολλῆς φειδοῦς πρέπει νὰ ζητῶνται ἐκθέσεις ἀρχῶν, ἐντεταλμένων ἐκ τοῦ νόμου νὰ ὑποβάλλωσι γνώμας περὶ προσώπων, διότι τοῦτο δύναται νὰ φέρῃ βλάβην εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, πάντως δὲ βλάβην τῶν προσώπων, καὶ προκειμένου περὶ τοιαύτης βλάβης, θὰ κατασταθῇ δύσκολος ἴσως ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος εἰς τοὺς ἐκ τοῦ νόμου κεκλημένους νὰ ὑποβάλλωσι τοιαύτας γνώμας, ὅταν γνωρίζωσιν, ὅτι αἱ γνῶμαι αὐτῶν θέλουσι γίνει ἀντικείμενον δημοσιότητος καὶ συζητήσεως εὐρείας. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ συνάδελφος ἐπέμενε ζητῶν τὰς γνωμοδοτήσεις, δὲν ἔσχον δυσκολίαν νὰ προσαγάγω αὐτάς. Καίτοι δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε μόνον τὰς τοῦ 1889 γνωμοδοτήσεις, ἐγὼ προσεκόμισα πάσας τὰς γνωμοδοτήσεις, τὰς ἀπὸ τοῦ 1887 μέχρι τῆς σήμερον, τάς τε πραγματοποιηθείσας καὶ τὰς μὴ πραγματοποιηθείσας, ὡς πρὸς τὰς ὁποίας ἦτο ἔτι μᾶλλον ἔκτροπος ἡ ἀπαίτησις τῆς προσκομίσεως εἰς τὸ Βουλευτήριον. Ποῖον δὲ ὑπῆρξε τὸ πόρισμα τῆς οὐσιαστικῆς τῶν γνωμοδοτήσεων ἐκτιμήσεως; Τίνα ἠκούσατε οὐσιαστικὴν αὐτῶν κατάκρισιν; Οὐδεμίαν. Διότι οὐδὲν εὑρίσκουσιν ἐν αὐταῖς τὸ κατακρίσεως ἢ ψόγου ἄξιον. Ἠθέλησε μόνον νὰ κατακρίνῃ οὐχὶ τὴν μετάθεσιν, ἀλλὰ τὴν βραδύτητα τῆς ἐξ Ἄρτης μεταθέσεως τοῦ πρωτοδίκου Παπαμιχαλοπούλου, ζητήσαντος ἀπὸ τοῦ 1888 τὴν μετάθεσίν του ἐκεῖθεν διὰ λόγους ὑγείας. Ἀληθῶς δὲν ἔστερξα εἰς τὴν ἄμεσον μετάθεσιν τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου ἐκεῖθεν, οὐχὶ διότι ἀστόργως προσεῖδον τὴν αἴτησιν αὐτοῦ, ἀλλὰ διότι δὲν ἐπειθόμην, ὅτι συνέφερεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἡ εἰς ἄλλο Πρωτοδικεῖον μετάθεσις αὐτοῦ τότε. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος κατὰ Μάρτιον, νομίζω, ἢ Ἀπρίλιον τοῦ 1888 μοὶ ὑπέβαλεν αἴτησιν περὶ μεταθέσεώς του, διότι ἔπασχε τὸν πόδα ἐκ ῥευματισμῶν καὶ εἶχεν ἀνάγκην λουτρῶν κατὰ Μάϊον μῆνα. Δὲν τὸν μετέθεσα μὲν, ἐχορήγησα ὅμως αὐτῷ τριῶν, νομίζω, μηνῶν ἄδειαν λόγῳ ὑγείας, μὲ πλήρεις ἀποδοχὰς, ἵνα χρησιμοποιήσῃ αὐτὴν εἰς λουτρά. Κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1889 ἐπανέλαβε πάλιν τὴν αὐτὴν αἴτησιν, καὶ ἐχορήγησα πάλιν αὐτῷ ἄδειαν τρίμηνον μὲ πλήρεις ἀποδοχὰς, καθίστατο δὲ σχεδὸν παγία ἡ ἀνάγκη αὐτοῦ τῆς ἐπὶ τρεῖς ἢ τέσσαρας μῆνας ἀποχῆς ἀπὸ τῶν ἐργασιῶν, καὶ τοῦτο δὲν ἦτο ἀνεκτὸν ἀζημίως παρὰ Δικαστηρίῳ ἄλλῳ ἢ παρὰ τῷ Δικαστηρίῳ Ἄρτης, τῷ ἔχοντι ἐλαχίστας ἐργασίας, ἴσως δὲ μὴ ἔχοντι ἐπαρκῆ λόγον ὑπάρξεως. Οὐδαμοῦ ἄλλοθι ἦτο δυνατὸν ν’ ἀπουσιάζῃ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος 3 ἢ 4 μῆνας τὸ ἔτος, χωρὶς τοῦτο νὰ φέρῃ πρόσκομμα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ αὐτὸ τοῦτο τὸ γεγονὸς τῆς μεταθέσεως τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου, ἐπὶ τῷ ὁποίῳ ὁ κ. συνάδελφος ἐθεώρησεν ὅτι ἔπρεπε νὰ μὲ κατακρίνῃ ὡς βραδύναντα, αὐτὸ τοῦτο, μὲ εὐκολίαν ἀξίαν θαυμασμοῦ, ἔστρεψε κατ’ ἐμοῦ μετ’ ὀλίγον, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι μετέθεσα τὸν δικαστὴν ἐκεῖθεν, διότι δὲν ἠξεύρω τίς φαρμακοποιὸς εἶχε τηλεγραφήσει παραπονούμενος, καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν ἔπρεπε νὰ μεταθέσω μὲν τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον, ἔπρεπεν ὅμως ν’ ἀπολογηθῶ, διατὶ ἐβράδυνα νὰ μεταθέσω αὐτόν. Ἐπαναλαμβάνω ὑπομιμνήσκων αὐτῷ, «ὅτι χρὴ σιγᾶν ἢ κρείττονα τῆς σιγῆς λέγειν». Σχετικὸν πρὸς ταῦτα εἶναι καὶ τὸ παράπονον, ὅπερ ἀπὸ τοῦ βήματος ἐξήνεγκε γοερῶς ὁ κ. συνάδελφος, ἐπὶ τῇ ἐκ Λαρίσσης μεταθέσει τοῦ δικαστοῦ Σαπουντζάκη, μνησθεὶς καὶ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν Λαρίσσης, γνωμοδοτούντων, ὅτι ἐπὶ τῇ συμπληρώσει ἔτους δραστηρίας καὶ εὐστόχου ἀνακριτικῆς ὑπηρεσίας τοῦ δικαστοῦ αὐτοῦ ὀφείλεται ἀμοιβή. Τοῦτο εἶναι ἀληθές. Ἡ ἔκθεσις αὕτη δὲν εἶχε περιέλθει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, ὅτε ὁ κ. συνάδελφος ἐζήτησεν αὐτὴν δι’ ἐπερωτήσεως· τὸ ἐγίνωσκε δὲ, καὶ διὰ τοῦτο μὲ παρεκάλεσε τηλεγραφικῶς νὰ ζητήσω τὴν ἔκθεσιν, τῆς ὁποίας τὴν ὕπαρξιν αὐτὸς ἐγίνωσκε, πρὶ ἢ μάθῃ ταύτην τὸ Ὑπουργεῖον. Ἐκτελῶν τὴν παράκλησίν του, ἐτηλεγράφησα πρὸς τὸν κ. Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν Λαρίσσης καὶ ἔπεμψε πρός με τὴν ἔκθεσιν, ἥν καὶ κατέθηκα. Δὲν ἔχω λόγον ν’ ἀμφισβητήσω τὸ περιεχόμενον τῆς ἐκθέσεως, ὅτι δηλαδὴ εἰργάσθη δραστηρίως καὶ δεξιῶς ὁ ἀνακριτὴς ἐκεῖνος. Ἀλλ’ ἐπέρχεται ἡ μετάθεσις αὐτοῦ ἐκ Λαρίσσης, δὲν δύναται δὲ νὰ συνδυάσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς γεγονότα, τὰ ὁποῖα οὐδόλως πρὸς ἄλληλα προσκρούουσι, διότι δυνατὸν νὰ ἦναί τις δραστήριος καὶ δεξιὸς ἀνακριτὴς, καὶ νὰ πρέπῃ νὰ μετατεθῇ ἐκ Λαρίσσης, διότι ἴσως ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας ἀλλαχοῦ ἐκάλουν τὴν δραστηριότητά του, ἢ διότι ἴσως καὶ ἄλλοι λόγοι ὑπηρεσίας καὶ γενικώτερα συμφέροντα ἐπέβαλλον τὴν μετάθεσίν του ἐκ Λαρίσσης. Ἀληθῶς δὲ τοιοῦτοι λόγοι ἐπέβαλλον καὶ τὴν ἀπαλλαγήν του ἀπὸ ἀνακριτοῦ, καὶ τὴν μετάθεσίν του ἐκεῖθεν. Ὑπὲρ δὲ τοῦ δικαστοῦ λυποῦμαι, ὅτι δὲν μετετέθη ἐκεῖθεν ἐγκαιρότερον. Αὕτη ἐστὶν ἡ ἐξήγησις πάντων τῶν δυσεξηγήτων σημείων, ἐπὶ τὰ ὁποῖα ἐνόμισεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Συζητῶν δὲ περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐνημερότητος τῶν Δικαστηρίων, δὲν ἠμφισβήτησε μὲν οὐδὲ αὐτὴν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἀμφισβητήσῃ, οὐδὲ ἐν τῇ πολιτικῇ δικαιοσύνῃ, οὐδὲ κατὰ μείζονα λόγον ἐν τῇ ποινικῇ δικαιοσύνῃ, ἀλλ’ εἶπε περιχαρὴς, ὅτι ἐπ’ αὐτοφώρῳ συνελήφθη ὁ Ὑπουργὸς, διότι ὡμολόγησεν, ὅτι τὰ Ἐφετεῖα δὲν κατέστησαν ἀκόμη ἐντελῶς ἐνήμερα. Καὶ τίς ἰσχυρίσθη τὸ ἐναντίον, ἀφοῦ ἐγὼ ὡμολόγησα τοῦτο; Ἢ τίνα λόγον ἔχετε, ἵνα θεωρήσητε, ὅτι τῆς ὁμολογίας ταύτης ἔπρεπε νὰ κάμητε ἀμέσως κατάσχεσιν; ἢ ποῖον καὶ πόθεν ἠντλήσατε δικαίωμα νὰ ζητῆτε παραχρῆμα ἢ ἐντὸς ὀλίγου χρόνου τὴν ἐπίτευξιν ἐκείνου, ὅπερ δεκάδες ἐνιαυτῶν δὲν ἠδυνήθησαν νὰ κατορθώσωσιν, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ ὁποίου μᾶς ἀπεμάκρυνεν ἡ μία δεκαετηρὶς πλειότερον τῆς ἄλλης; Τὸ ζήτημα εἶναι ζήτημα συγκρίσεως. Εἶναι τάχα τὰ Ἐφετεῖα ὀλιγώτερον ἐγγὺς τῆς ἐνημερότητος σήμερον ἢ ὅσον ἦσαν ἄλλοτε; Βεβαίως ὄχι. Τὰ Πρωτοδικεῖα κατέστησαν ἐνήμερα. Εἶναι ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη ὀλιγώτερον ἐνήμερος, ἀφοῦ οὐδ’ ὑμεῖς αὐτοὶ δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε, ὅτι τὰς 88,775 ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις, ἃς παρεδώσατε ἡμῖν, κατώρθωσεν ἡ δικαστικὴ ἐπιμέλεια καὶ δραστηριότης νὰ περιορίσῃ ἐντὸς 2½ ἐτῶν ἐργασίας μόνον εἰς 65,000; Ἀλλ’ ἐνεθυμήθητε, ὅτι ὑφίσταται μία προσωπικὴ ὑμῶν καταγγελία ἐπὶ καλπονοθεύσει ἐκκρεμὴς ἐν Πάτραις, ἥτις δὲν ἐξεδικάσθη. Γλαῦκας εἰς Ἀθήνας ἐκομίσατε. Καὶ ἐγὼ ὡμολόγησα καὶ οἱ ἐπίσημοι πίνακες ἐβεβαίωσαν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκκρεμῶν ἀνακρίσεων καὶ ποινικῶν ἐν γένει δικῶν κατὰ τὸ τέλος τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ 1889 κατῆλθε μόνον εἰς 65,701, ἀπὸ τῶν 88,785, ἃς ὑμεῖς, ἀποχωρήσαντες ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, ἀφήσατε, ὅτι τουτέστιν ἐν δυσὶ καὶ ἡμίσει ἔτεσι μόνον κατὰ 23 σχεδὸν χιλιάδας ἠδυνήθημεν νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ βαρὺ φορτίον, ὅπερ ἐκ τοῦ παρελθόντος παρελάβομεν, μὴ ὑπολογιζομένων καὶ τῶν ἱκανῶν δεκάδων χιλιάδων, τῶν ἀπὸ Μαΐου τοῦ 1886 μέχρι σήμερον εἰσαχθεισῶν. Καὶ ὑποκρίνεσθε, ὅτι ἀκούοντες ἐμοῦ, βεβαιοῦντος ὅτι αἱ ἐκκρεμεῖς ἠλαττώθησαν ἀπὸ 88,000 εἰς 65,000, ἐνοήσατε τάχα, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐκκρεμὴς οὐδεμία ὑπόθεσις; Ἀφοῦ δ’ εἶναι ἐκκρεμεῖς 65,000, τί ἐπιδιώκοντες ἐμνήσθητε, ὅτι μένει ἐκκρεμὴς καὶ μία προσωπική σας ὑπόθεσις; Ἀποτελεῖ τοῦτο ἀμφισβήτησιν τῆς ἀληθείας τῶν ἐπισήμων πινάκων, ἢ ἐλαττοῖ κατὰ κεραίαν τὴν ἀξίαν τοῦ ἀξιεπαίνου ἀληθῶς ἀποτελέσματος τῆς τηλικαύτης ἐλαττώσεως τῶν ἐκκρεμῶν ἐν τόσῳ βραχεῖ χρόνῳ; Τοῦ τοιούτου ἐπιχειρήματός σας τὴν ἀξίαν καὶ δύναμιν κρινάτωσαν οἱ δυνάμενοι κρίνειν. Ἀλλὰ μετὰ πόνου καὶ ἄλγους ψυχῆς ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀφήσας τὰ θέματα ταῦτα, ἐθεώρησεν, ὅτι εὑρίσκει προσφορώτερον ἔδαφος συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ποιοῦ τῶν ἀποφάσεων τῶν δικαστικῶν καὶ ἐπὶ τοῦ πλήρους ἢ μὴ πλήρους τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν Δικαστηρίων. Καὶ πάλιν δὲ διέλαθε τὴν γλῶσσαν αὐτοῦ ὁμολογία τις, ἥτις καθιστᾷ ἴσως περιττὴν ἄλλην ἀναίρεσιν τῶν παρ’ αὐτοῦ λεχθέντων, διότι, προκαλῶν ὑμᾶς ν’ ἀποθαυμάσητε τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν αὐτὸς διεχειρίζετο τὰ τῆς δικαιοσύνης, εἶπεν, ὅτι εἶχε τότε παραπεμφθῆ εἰς τὸ Κακουργοδικεῖον δημοσιογράφος ἀντιπολιτευόμενος, αὐτὸς δὲ, ὡς Ὑπουργὸς, ἐκάλεσε τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν κ. Ῥάδον καὶ συνέστησεν αὐτῷ, ὡς βρενθυόμενος εἶπε, τὴν ἀπονομὴν πλήρους δικαιοσύνης. Εὐγνωμοσύνην ζητεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς διὰ τοῦτο! Ἂν οὐχὶ εὐγνωμοσύνη, ἔπαινος ὅμως ὀφείλεται ὑμῖν, κύριε Βουλευτὰ, οὐχὶ διὰ τὴν πρᾶξίν σας, ἀλλὰ διὰ τὴν εἰλικρίνειαν, μεθ’ ἧς ἤλθετε, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προκάτοχος, νὰ δηλώσητε, ὅτι ἡ κατάστασις ἰδίως ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας ἦτο τοιαύτη, ὥστε ἠναγκάσθητε νὰ καλέσητε τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ἵνα δηλώσητε αὐτῷ, ὅτι ἐπὶ ὡρισμένης ὑποθέσεως ὑμεῖς ἐπεθυμεῖτε ν’ ἀποδοθῇ πλήρης δικαιοσύνη! Ἀλλοίμονον εἰς ἐκείνους, ὧν αἱ ὑποθέσεις δὲν ἐπέσπων τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ βεβαιοῦντος ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις! Ἐγὼ οὐδέποτε, κύριε συνάδελφε, ἠσθάνθην τὴν ἀνάγκην ν’ ἀπευθύνω τοιαύτην πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν παρατήρησιν. Καὶ ὡμίλησε περὶ ὑποδουλώσεως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν, καὶ περὶ ἐπηρεασμοῦ αὐτῆς, λησμονῶν, ὅτι συζητεῖ πρὸς ἐκείνους, οἵτινες δὲν δύνανται νὰ ἐπικαλεσθῶσι προσφυγὰς αὐτῶν πρὸς Εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν, ἱκετευομένους, ἵνα μὴ φατριάσωσιν, ἀλλ’ ἔχουσι νὰ ἐπιδείξωσι μέτρα, ἐπισήμως κραυγάζοντα περὶ τῆς φροντίδος αὐτῶν πρὸς συμπλήρωσιν καὶ παγίωσιν τῆς ἀνεξαρτησίας, τὴν ὁποίαν ὁ καταστατικὸς ἡμῶν θεσμὸς ἐχορήγησε διὰ τῆς ἰσοβιότητος εἰς τοὺς δικαστάς. Ἐλησμόνησεν, ὅτι ἀπευθύνεται πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ φρίκῃ, τὴν ὁποίαν ἠσθάνθησαν ἕνεκα τῆς ἐπιδρομῆς τῶν προκατόχων των ἐπὶ τὴν εἰσαγγελικὴν ἐξουσίαν, ἐμερίμνησαν διὰ νόμου περὶ ἐξασφαλίσεως αὐτῆς τε καὶ τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς, οἵτινες ἐκ τῶν διδαγμάτων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον ἐκ τῆς συγκομίσεως τῶν δικαστῶν ἐν Ἀθήναις, ἕνεκα σκοπῶν, περὶ τῶν ὁποίων δὲν θέλω νὰ συζητήσω, ἠσθάνθησαν τὴν ἀνάγκην ν’ ἀφαιρέσωσι διὰ νόμου ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τὴν ἐξουσίαν αὐτήν, οἱ ὁποῖοι, ὑπ’ ὄψιν ἔχοντες τὴν ἐπὶ τῶν προκατόχων των καταιγίδα τῶν μεταθέσεων, ἐθεώρησαν ἀναγκαῖον καὶ τοῦτο τοῦ Ὑπουργοῦ τὸ δικαίωμα διὰ νόμου νὰ περιστείλωσι. Καὶ ὁ δοὺς ἀφορμὴν εἰς τὴν σκέψιν περὶ τῆς ἀνάγκης τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διώκησε τὰ τῆς Δικαιοσύνης, ἔρχεται νὰ καταγγείλῃ ἐπὶ ὑποδουλώσει τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐκείνους, οἵτινες διὰ σειρᾶς νομοθετημάτων ἀπεξέδυσαν τὴν Κυβέρνησιν πάσης οἵας δήποτε ἐπὶ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ἐπιδράσεως! Ἡ ἠθικὴ ἀνεξαρτησία τῶν Δικαστηρίων ἀπέναντι ἰδίως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας νομίζω, ὅτι δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐπαρκῶς παρ’ ἡμῖν ἐξησφαλισμένη, εἰσὶ μάλιστα πολλοὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, οἱ θεωροῦντες, ὅτι πρέπει νὰ ἐλαττωθῶσιν οἱ ἐν τῇ διοικήσει τῆς δικαιοσύνης πολλοὶ περιορισμοὶ, καὶ ὅτι πρέπει μείζων νὰ δοθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐλευθερία. Δὲν εἶμαι βεβαίως σύμφωνος πρὸς τὴν γνώμην αὐτῶν, ὅπως δήποτε ὅμως δὲν δύναταί τις, νομίζω, νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκῶς ἐξησφαλισμένη σήμερον ἡ ἀνεξαρτησία τῶν Δικαστηρίων, ἢ ὅτι ἡμεῖς συνετελέσαμεν ὀλιγώτερον ἄλλων εἰς τοῦτο. Ἀπέναντι δὲ τοιαύτης ἀληθείας, καθίσταται ἔτι ἀτοπωτέρα καὶ ἀδικαιολόγητος ἡ σύλληψις κἂν ὑπονοίας διαθέσεως πρὸς ἐπηρεασμὸν περὶ ἐκείνων, οἵτινες δύνανται ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι εἰργάσθησαν ὑπὲρ πάντα ἄλλον πρὸς συμπλήρωσιν τῆς δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας. Αἱ τοιαῦται ὅμως ὅλως κεναὶ καὶ ἀόριστοι αἰτιάσεις κατέστησαν δυστυχῶς κοινὸς τόπος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Δὲν ὑπάρχει Περίοδος, δὲν ὑπάρχει Σύνοδος Βουλῆς, δὲν ὑπάρχει Κυβέρνησις, εἴτε ἐντεῦθεν, εἴτε ἐκεῖθεν σχηματιζομένη, κατὰ τῆς ὁποίας καὶ ὑπὸ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ ἀκούωνται αἱ αὐταὶ ἀπαραλλάκτως ἀόριστοι μομφαὶ, διὰ τῶν αὐτῶν ἀπαραλλάκτως πάντοτε ἐκφερόμεναι φράσεων. Ἀπὸ δεκάδος ἐτῶν ἀκούω ἐντεῦθεν, ὅτι αἱ θύραι τῆς δικαιοσύνης εἶναι κεκλεισμέναι εἰς τοὺς μὴ ἔχοντας προστασίαν, ὅτι ἡ ἀνεξαρτησία τῶν Δικαστηρίων ἐξέλιπε τέλεον, καὶ ἄλλας τοιαύτας μεμψιμοίρους ἀοριστολογίας. Ταῦτα πάντα βεβαίως δὲν εἶναι δεκτικὰ ἐξετάσεως καὶ ἐκτιμήσεως, ἀλλ’ ἁπλοῖ σχετλιασμοὶ, ὑπὲρ δὲ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι κατ’ αὐτῆς σπανιώτατα συγκεκριμένον τι καὶ ἄξιον προσοχῆς ἐλέχθη, ὅπερ καὶ ταχέως καὶ δραστηρίως ἐξητάσθη καὶ διωρθώθη. Δὲν εἶναι δὲ καὶ δυνατὸν, σῶμα πολυμελὲς, διηνεκῶς ἐπὶ λεπτοτάτων καὶ σπουδαιοτάτων καὶ δυσδιαγνώστων ἐνίοτε ἐργαζόμενον ζητημάτων, νὰ μὴ γεννᾷ παράπονα, καὶ δὴ νὰ μὴ ὑποπίπτῃ εἰς λάθη, ἀλλὰ ταῦτά εἰσι σπάνιαι ἐξαιρέσεις, καὶ οὐδέποτε πρέπει νὰ ἀνάγωνται εἰς κανόνα, οὔτε δικαιολογοῦσι τὴν χρῆσιν ἀπροσέκτου καὶ ἀνευλαβοῦς περὶ Δικαστηρίων γλώσσης. Ἐνῷ δὲ ἀκούομεν τοιούτους περὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας σχετλιασμοὺς, βλέπομεν ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι, ὁσάκις ἡ νομοθετικὴ ἢ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία αἰσθάνωνται τὴν ἀνάγκην νὰ ἐξασφαλίσωσι δικαίωμά τι πολύτιμον, εἴτε πολιτικὸν, εἴτε φορολογικὸν, εἴτε οἱονδήποτε ἄλλο, προτροπάδην καταφεύγουσι πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ὡς πρὸς τὴν ἀσφαλεστέραν ἄγκυραν, τοῦτο δὲ ἐναργῶς ἀποδεικνύει τὸ ὅλως ἀνυπόστατον τῶν ἀκουομένων ἐνίοτε σχετλιασμῶν. Τὰ ὀλίγα ταῦτα ἔπρεπε, νομίζω, νὰ λεχθῶσι καὶ νὰ ἀκουσθῶσιν ἐντεῦθεν. Ἤδη ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ποιοῦ τῆς δικαστικῆς ἐργασίας. Τοῦτο, Κύριοι, δὲν εἶναι ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ, ἢ περὶ τοῦ ὁποίου νὰ δύναταί τις ἐκ συγκεκριμένων περιστάσεων νὰ ἐκφέρῃ γνώμην. Ἐν τῇ πολιτικῇ δικαιοσύνῃ εἰσὶν, ὡς γνωρίζετε, βαθμοὶ δικαιοδοσίας, πρὸς ἀσφαλεστέραν τοῦ δικαίου διάγνωσιν καὶ ἀπονομήν· ἐν τῇ ποινικῇ δικαιοσύνῃ ἴσως, κατὰ τὴν γνώμην πολλῶν, εἶναι δυνατὸν ἐν τακτικῇ δημοσιεύσει πληροφοριῶν στατιστικῶν νὰ δίδῃ τις ὅπως δήποτε καὶ τὴν ποιότητα τῆς δικαστικῆς ἐργασίας. Εἰσὶ πολλοὶ, οἵτινες ἐκ τῆς ἀναλογίας παραδείγματος χάριν τῶν καταδικαστικῶν πρὸς τὰς ἀθωωτικὰς ἀποφάσεις τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων θεωροῦσιν, ὅτι δύνανται νὰ κρίνωσιν ὁπωσδήποτε περὶ τῆς καλῆς ἢ κακῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Δὲν θεωρῶ τὸ ἐκ τοιαύτης μόνον μελέτης ἀρυόμενον ἐπιχείρημα ὡς ἀσφαλὲς καὶ ἀνεπίδεκτον ἀνταποδείξεως, ἀλλ’ οὔτε πάλιν ἐντελῶς ἄσχετον πρὸς τὴν κρίσιν, περὶ ἧς πρόκειται. Ὁπωσδήποτε ὅμως, εἰς τοὺς φρονοῦντας, ὅτι ἐν τῇ ἀναλογίᾳ τῶν ἀθωωτικῶν πρὸς τὰς καταδικαστικὰς ἀποφάσεις δύνανται νὰ δίδωσιν, ἔστω καὶ οὐχὶ ἀσφαλῶς, τὸ ποιὸν τῶν ἀποφάσεων, νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ παράσχω οὐχὶ δυσαρέστους πληροφορίας ἐκ τοῦ στατιστικοῦ πίνακος τῆς ἐργασίας τῶν Κακουργιοδικείων τοῦ Κράτους ἀπὸ τοῦ 1885 μέχρι τῆς λήξεως τῆς πρώτης αὐτῶν Συνόδου τοῦ 1889. Καθ’ ἃ καὶ πρό τινων ἑβδομάδων ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ἐκ τῶν κατὰ τὸ 1885 ἐργασιῶν τῶν Κακουργιοδικείων πίνακας ἔχομεν τῆς ἐκδικάσεως μόνον 664 ὑποθέσεων, ἐξ ὧν 152 ἐξεδόθησαν ἀθωωτικαὶ ἀποφάσεις, κατὰ τὸ 1886 ἐπὶ ἀποφάσεων 910 ἔχομεν ἀθωωτικὰς 194, κατὰ τὸ 1887 ἐπὶ ἀποφάσεων 1172 ἀθωωτικὰς 251, κατὰ τὸ 1888 ἐπὶ ἀποφάσεων 1380 ἀθωωτικὰς 244, κατὰ δὲ τὴν Αʹ Σύνοδον τοῦ 1889 ἐπὶ ἀποφάσεων 628 ἀθωωτικὰς 107. Ἐκ τῶν ἀριθμῶν αὐτῶν ἀποδεικνύεται, ὅτι κατὰ μὲν τὸ 1885 ἀθωωτικαὶ ἀποφάσεις ἦσαν κατ’ ἀναλογίαν 23%, κατὰ τὸ 1886 21%, κατὰ τὸ 1887 21%, κατὰ τὸ 1888 17%, κατὰ τὸ 1889 17%, ἤτοι ἐν διαστήματι τετραετίας ἡ ἀναλογία τῶν ἀθωωτικῶν τῶν Κακουργιοδικείων ἀποφάσεων ἀπὸ 23% κατῆλθεν εἰς 17%.
§20ΛΕΒΙΔΗΣ. Κἀμμίαν σημασίαν δὲν ἔχει τοῦτο.
§21ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἴσως. Ὑπάρχουσιν ὅμως οἱ φρονοῦντες, ὅτι ἡ ἀναλογία αὕτη εἶναι χαρακτηριστική. Εἰσὶ δὲ καί τινες συμπτώσεις περίεργοι, αἵτινες ἴσως δικαιολογοῦσι τοὺς οὕτω θεωροῦντας χαρακτηριστικὴν τὴν τοιαύτην ἀναλογίαν. Μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας κατὰ τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζήτησιν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ἔλαβον ἐπιστολὴν ἐκ Ναυπλίου, δι’ ἧς μὲ ἐπληροφόρει ὁ γράφων, ἄγνωστος πρός με, ὅτι εἰς συμπλήρωσιν τῶν ὅσων εἶπον καὶ ὡς ἐφόδιον διὰ πᾶσαν ἄλλην συζήτησιν ἐθεώρησε καθῆκόν του νὰ ἀνακοινώσῃ, ὅτι ἐν Ναυπλίῳ εἶχε προκαλέσει τὴν ἔκπληξιν αὐτῶν ἡ ἀληθῶς ἐκπληκτικὴ καὶ πρωτοφανῶς μεγάλη ἀναλογία τῶν ἀθωωτικῶν πρὸς τὰς καταδικαστικὰς ἀποφάσεις, ἥτις παρετηρήθη κατὰ τὴν ἐκεῖσε δευτέραν τοῦ Κακουργιοδικείου Σύνοδον τοῦ 1885 καὶ κατὰ τὴν Αʹ Σύνοδον τοῦ 1886. Τοῦτο μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ ζητήσω πληροφορίας τινὰς, ἵνα ἴδω, ἐὰν ἡ δυσαναλογία ὑπῆρξε τότε τοιαύτη, ὥστε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἔκστασιν, τὴν ὁποίαν ὁ γράφων πρός με μοὶ ἀνεκοίνου. Ἔλαβον τὰς πληροφορίας καὶ ἐν αὐταῖς εἶδον, ὅτι ἦτο ἀρκετὰ δεδικαιολογημένη ἡ ἔκπληξις τοῦ ἀνθρώπου. Παρήγγειλα λοιπὸν καὶ συνετάχθη πίναξ τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τῶν ἐκβάσεων τῶν εἰσαχθεισῶν εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον ἐκεῖνο ὑποθέσεων ἀπὸ τῆς Αʹ Συνόδου τοῦ 1885 μέχρι τῆς Βʹ Συνόδου τοῦ 1889, καὶ εἶναι περίεργον διὰ τοὺς ἀμφισβητοῦντας τὸ ἄξιον προσοχῆς τῆς ἀναλογίας ταύτης νὰ ἀκουσθῇ ἡ σύντομος αὕτη πληροφορία· τοῦτο δὲ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ. Κατὰ τὸν ἐπίσημον τοῦτον πίνακα, κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τοῦ Κακουργιοδικείου Ναυπλίου τοῦ 1889 εἰσήχθησαν ὑποθέσεις 56, ἐξεδόθησαν δὲ ἀποφάσεις 48 καταδικαστικαὶ, καὶ 8 ἀθωωτικαί. Κατὰ τὴν δευτέραν Σύνοδον τοῦ 1885 ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις 80, ἐξ ὧν 37 καταδικαστικαὶ καὶ 41 ἀθωωτικαί. Τὴν πρώτην Σύνοδον τοῦ 1886 ἀποφάσεις 53, ἐξ ὧν 28 καταδικαστικαὶ καὶ 26 ἀθωωτικαί. Τὴν δευτέραν Σύνοδον τοῦ 1886, ἥτις συνεκροτήθη μετὰ τὴν κυβερνητικὴν μεταβολὴν, ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις 30, ἐξ ὧν 29 καταδικαστικαὶ καὶ μία ἀθωωτική. Τὴν πρώτην Σύνοδον τοῦ 1887 ἀποφάσεις 32, ἐξ ὧν 25 καταδικαστικαὶ καὶ 7 ἀθωωτικαὶ, τὴν δὲ δευτέραν τοῦ 1887 Σύνοδον ἀποφάσεις 35, ἐξ ὧν 32 καταδικαστικαὶ καὶ τρεῖς ἀθωωτικαί. Κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τοῦ 1888 ἔχομεν ἀποφάσεις 56, ἐξ ὧν 54 καταδικαστικὰς καὶ 2 ἀθωωτικὰς, τὴν δὲ δευτέραν Σύνοδον ἀποφάσεις 35, ἐξ ὧν 29 καταδικαστικὰς καὶ 6 ἀθωωτικάς. Κατὰ τὴν πρώτην τέλος Σύνοδον τοῦ 1889 ἀποφάσεις 50, ἐξ ὧν 41 καταδικαστικὰς καὶ 9 ἀθωωτικὰς, κατὰ δὲ τὴν δευτέραν Σύνοδον ἀποφάσεις 44, ἐξ ὧν 41 καταδικαστικὰς καὶ 3 ἀθωωτικάς.
§22ΡΑΛΛΗΣ. Ποίαν σχέσιν δύναται νὰ ἔχῃ αὐτὸ, ὅταν δὲν γνωρίζωμεν τὸν βαθμὸν τῆς καταδίκης; Ἔπρεπε νὰ φέρητε τὰς ἀποφάσεις, ἵνα ἴδωμεν διατὶ κατηγοροῦντο καὶ εἰς τί κατεδικάσθησαν.
§23ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Καὶ αὐτὸ, ἂν θέλητε, γίνεται.
§24ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν καὶ τῶν ἄλλων Κακουργιοδικείων, ἰδίως δὲ τοῦ ἐν Μεσολογγίῳ.
§25ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Προϊδὼν ὅτι ἤθελε τοῦτο μοὶ ζητηθῆ, διέταξα καὶ παρεσκευάσθη ἀντίστοιχος πίναξ τῶν ἐκβάσεων τῶν δικῶν ἐν τῷ «Κακουργιοδικείῳ Μεσολογγίου, ὃν καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἐξ αὐτοῦ προκύπτει, ὅτι τὴν Αʹ Σύνοδον τοῦ 1886 ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις 17, ἐξ ὧν 15 καταδικαστικαὶ καὶ δύο ἀθωωτικαὶ τὴν δὲ Βʹ Σύνοδον ἀποφάσεις 35, ἐξ ὧν 28 καταδικαστικαὶ καὶ 7 ἀθωωτικαί. Τὸ 1887, τὴν μὲν πρώτην Σύνοδον ἀποφάσεις 38, ἐξ ὧν 36 καταδικαστικαὶ καὶ 2 ἀθωωτικαὶ, τὴν δὲ δευτέραν ἀποφάσεις 40, ἐξ ὧν 38 καταδικαστικαὶ καὶ δύο ἀθωωτικαί. Τὴν πρώτην Σύνοδον τοῦ 1888 ἀποφάσεις 47, ἐξ ὧν 43 καταδικαστικαὶ καὶ 4 ἀθωωτικαὶ, τὴν δὲ δευτέραν Σύνοδον ἀποφάσεις 49, ἐξ ὧν 43 καταδικαστικαὶ καὶ 6 ἀθωωτικαί. Τὴν δὲ πρώτην Σύνοδον τοῦ 1889 ἀποφάσεις 45, ἐξ ὧν 37 καταδικαστικαὶ καὶ 8 ἀθωωτικαί. Ταῦτα ὡς πρὸς τὰ δύο ἐκεῖνα Κακουργιοδικεῖα. Ὡς πρὸς τὸ σύνολον δὲ τῶν Κακουργιοδικείων τοῦ Κράτους, ἀνέφερον πρὸ μικροῦ, ὅτι ἡ ἀναλογία τῶν ἀθωώσεων ἀπὸ 23% τοῦ 1885 κατῆλθεν εἰς 17% τὸ 1888 καὶ 1889. Συνέπεια δὲ τῆς κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν δραστηριωτέρας ἐνεργείας τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ἀκριβεστέρας δὲ καὶ αὐστηροτέρας κρίσεως τῶν ἐκδικαζομένων ὑποθέσεων εἶναι καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν καταδίκων, οἵτινες οὐδέποτε εἶχον ἀνέλθει εἰς οἷον κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν ἀριθμόν. Σπανίως ὁ ἀριθμὸς τῶν καταδίκων ἀνῆλθεν εἰς 4,000, σήμερον δὲ ὑπερβαίνει τὰς 5,000· καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ᾖ ἀλλοία ἡ ἀναλογία τῶν καταδίκων τῆς σήμερον πρὸς τοὺς τοῦ παρελθόντος, ἀφοῦ ἐξ ἐπισήμων πινάκων ἀποδεικνύεται καὶ ἡ αὐστηροτέρα κρίσις καὶ ἡ δραστηριωτέρα καταδίωξις, ἧς ἕνεκα κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν οὐ μόνον δὲν ηὔξησεν ἡ φοβερὰ παρακαταθήκη τῶν 88,000 ἐκκρεμῶν ἐκ τοῦ παρελθόντος ποινικῶν ὑποθέσεων, ἀλλὰ καὶ ἠλαττώθη κατὰ 23 ὅλας χιλιάδας. Ἡ τοιαύτη δραστηριότης, ἡ σχοῦσα ὡς ἀποτέλεσμα τὴν κατὰ 23,000 ἐλάττωσιν τῶν ἐκκρεμῶν, ἠνάγκασε τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας ἐν ἄλλῃ τινὶ συνεδριάσει νὰ εἴπῃ, παραμορφῶν τὴν ἀλήθειαν, ὅτι ἀναφυλλίζονται τὰ ἀρχεῖα τῶν Δικαστηρίων καὶ παλαιαὶ ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις σκοπίμως τίθενται εἰς ἐνέργειαν. Τὸ ἄδικον τοῦτο παράπονον τοῦ Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας καὶ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως βεβαιῶ τὴν Βουλήν, ὅτι ἀκούω ἑκάστοτε καὶ δριμύτερον παρὰ τῶν φίλων ἡμῶν. Διατὶ δὲ συμβαίνει τοῦτο; διότι σήμερον ἐτέθη χεὶρ εἰς τὰ ἑρμάρια ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐκλείοντο κατὰ δεκάδας χιλιάδων δικογραφίαι, ὧν ἡ ἐν τοῖς ἑρμαρίοις ἐκείνοις ἐγκατάλειψις ἐδημιούργησε τὴν κατάστασιν, τῆς ὁποίας τὰ ἀποτελέσματα βλέπομεν σήμερον. Λοιπὸν ὁ πλεονασμὸς τῶν καταδίκων ἔχει ὡς αἰτίαν ἄμεσον καὶ ἀποκλειστικὴν τὴν δραστηριότητα τῆς ἐνεργείας τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης καὶ τὴν αὐστηρότητα περὶ τὴν ἀπονομὴν αὐτῆς.
§26ΛΕΒΙΔΗΣ. Τοῦ Δούνη ἡ ὑπόθεσις ἦτο ἐπὶ τριετίαν εἰς τὰ ἑρμάρια.
§27ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὅτε τὴν ῥυπαρὰν ἐκείνην συκοφαντίαν ἔκρινάν τινες ἀξίαν νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν, ἐξήγησα τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς καταγγελίας οὐδὲ ἐμνήσθην αὐτῆς πλέον. Ἐάν τινες δὲν μὲ ἐνόησαν, τόσον τὸ χειρότερον δι’ αὐτοὺς, ἀποδείξαντας, ὅτι δὲν ἦσαν ἱκανοὶ νὰ ἐννοήσωσι τὸν λόγον, δι’ ὃν Ὑπουργός τις, καταγγέλλων προσωπικῶς, αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ μὴ ἐνθυμηθῇ πλέον τὴν καταγγελίαν του. Εἰς τοὺς ἐκ τῆς ἐκκρεμότητος δὲ τῆς ὑποθέσεως ἐκείνης θελήσαντας ἐμπαθῶς καὶ ταπεινοφρόνως νὰ ἀρυσθῶσι συκοφαντικά, ἀλλὰ γελοῖα ἐπιχειρήματα, εἶπον τότε, ὅτι ἤλπιζον, ὅτι θέλει ἐπισπευσθῆ, μετὰ τὰ ἐνταῦθα λεχθέντα, ἡ περάτωσις αὐτῆς, καὶ ὅτι ἡ ἔκβασις αὐτῆς ἤθελεν ὠθήσει τὸ ἐρύθημα τῆς αἰσχύνης εἰς τὰς παρειὰς τῶν ἐκ τῆς βραδύτητος θελησάντων νὰ ἐξαγάγωσιν ἀσεβῆ συμπεράσματα, ἐὰν ἐτύγχανον δεκτικαὶ τοιούτου ἐρυθήματος. Ὁ διακόψας με πρὸ ὀλίγου γνωρίζει, ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἐπερατώθη, καὶ ὅτι οἱ εἰπόντες, ὅτι ἤκουσάν τινος εἰπόντος, ὅτι εἶχεν ἀκούσει παρ’ ἄλλου τινὸς τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, παρεπέμφθησαν εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον ἐπὶ συκοφαντίᾳ. Γνωρίζει ἐπίσης, ὅτι ἔκαμαν ἀνακοπὴν τοῦ βουλεύματος τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ ὅτι καὶ ἡ ἀνακοπὴ αὐτῶν ἀπεῤῥίφθη ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν. Ἐπερίμενον δὲ, ἰδίως παρὰ τῶν ἐχόντων γνῶσιν πάντων τούτων, νὰ μὴ μνησθῶσι πλέον τῆς ὑποθέσεως ἐκείνης. Ἐπανερχόμενος πάλιν εἰς τὸ κύριον τῆς συζητήσεως θέμα, δικαιοῦμαι νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν προκάτοχόν μου κύριον Βουλευτὴν ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ὅτι, εἰπὼν ὅσα εἶπε κατὰ τῆς καταστάσεως τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος του, ἐπελάθετο τελέως ἑαυτοῦ καὶ τῶν γνωμῶν, ἃς οὐχὶ πρὸ μακροῦ χρόνου, καὶ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἐνώπιον τῆς Ἑλλάδος ἁπάσης, αὐτὸς οὗτος ἀπροκλήτως καὶ ἐλευθέρως ἐξήνεγκε περὶ αὐτῆς ταύτης τῆς δικαιοσύνης καθόλου, καὶ περὶ τῶν αὐτῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα σήμερον ἐντεῦθεν κατέκρινε. Δὲν εἶναι ἑβδομάδες πολλαὶ, ἀφότου ἠκούσατε τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος δριμέως ἐπερωτήσαντός με, ἵνα ἐξηγήσω αὐτῷ, διατὶ εἰς τὸν νομὸν, ὅστις εἶχε τιμήσει αὐτὸν διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης του, ἔκαμα τὸ μέγα ἀδίκημα νὰ μεταθέσω ἐκεῖθεν τὸν ἀξιότιμον καὶ διακεκριμένον καὶ ἐντιμότατον, καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι διὰ τίνων ἄλλων ἐπιθέτων ἐκόσμησεν αὐτὸν, Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν κ. Μπούφην, καὶ σήμερον ἠκούσατε αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, ἐπιλαθομένου ἐντελῶς ἑαυτοῦ, καὶ μὴ σπεύσαντος τοὐλάχιστον πρότερον νὰ διαγράψῃ ἀπὸ τῶν πρακτικῶν τὰ λεχθέντα παρ’ αὐτοῦ τότε, νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι ἡμεῖς, θελήσαντες καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ νὰ συντρίψωμεν τὴν δικαστικὴν ἀνεξαρτησίαν, καὶ ὑποτάξωμεν τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ὑφ’ ἡμᾶς, πρὸς σκοποὺς φατριαστικοὺς, ἐξελέξαμεν ἐπίτηδες ὡς κατάλληλον πρὸς τοιούτους ἀπαισίους σκοποὺς καὶ ἀπεστείλαμεν ἐκεῖ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν κ. Μπούφην, αὐτὸν ἐκεῖνον, διὰ τὴν ἐκ Πατρῶν μετάθεσιν τοῦ ὁποίου τοσοῦτον γοερῶς ἐθρήνησεν ἐνώπιόν σας ὁ κ. Βουλευτής.
§28ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἡμεῖς κατεκρίναμεν τὴν πρᾶξίν σας.
§29ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Αὐτὸ δὰ λέγω. Μὲ κατεκρίνατε τότε, φοβούμενοι μὴ τυχὸν ἡ ἐκ Πατρῶν μετάθεσις τοῦ κυρίου Μπούφη ἐνεδείκνυεν ἄδικον ἐλάττωσιν τῆς πρὸς αὐτὸν καὶ τὰς ἀρετάς του ἐκτιμήσεώς μου, καὶ σήμερον μὲ κατακρίνετε, διατὶ νὰ στείλω εἰς Θεσσαλίαν τοιοῦτον φατριαστὴν, οἷος ὁ κ. Μπούφης.
§30ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Αὐτὸ ἐφάνη.
§31ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἐν ταῖς ἐπὶ τῇ ἐκ Πατρῶν μεταθέσει τοῦ κ. Μπούφη ἐκφρασθείσαις τοσοῦτον τιμητικαῖς δι’ αὐτὸν γνώμαις τοῦ κ. Κοντογούρη εὑρίσκετε ζωηρὰν καὶ πιστὴν τὴν εἰκόνα τῆς πρὸς τοὺς ἀντιπολιτευομένους θέσεως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἐν τῷ νομῷ ἐκείνῳ. Ὁμοίαν δὲ εἰκόνα εὑρίσκετε καὶ ἐν τοῖς λεχθεῖσι παρ’ αὐτοῦ ἐπὶ τῇ μεταθέσει ἐκ Πατρῶν τοῦ πρωτοδίκου Μητσοπούλου. Ἀλλὰ τοιαύτην ἔχοντες πεῖραν τῶν ἐν τῷ νομῷ σας δικαστικῶν λειτουργῶν, καὶ οὕτως ὀλοφυρόμενοι, ὁσάκις ἀποσπῶμέν τινα ἐκεῖθεν διὰ τὰς ὑπηρεσιακάς μας ἀνάγκας, πῶς τολμᾶτε, κύριε Βουλευτὰ, νὰ κατακρίνητε ἀμειλίκτως τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ὡς ἐκτραπεῖσαν ἀπὸ τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς, ὡς ὑποδουλωθεῖσαν καὶ ἐκπεσοῦσαν καὶ φατριάζουσαν καὶ ὀργιάζουσαν, καὶ ἀγνοῶ τί ἄλλο καθ’ ὑμᾶς πράττουσαν; Συμβιβάσατε τοὺς λόγους σας πρὸς τὰ αἰσθήματά σας, σπεύσατε δὲ νὰ ἀνακαλέσητε καὶ διαγράψητε ἀπὸ τῶν ἐφημερίδων τοῦ κόμματός σας καὶ μίαν ἐπίσημον ὁμολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐν στιγμῇ εἰλικρινοῦς ἐμπνεύσεως, διὰ τὸ ἀνέλπιστον ἴσως τῆς ἐπιτυχίας σας, τὴν ἐπιοῦσαν τῆς τελευταίας ἐκλογῆς σας, διεβιβάσατε τηλεγραφικῶς πρὸς τὰς ἐφημερίδας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, αἵτινες καὶ ἐδημοσίευσαν αὐτὴν, ἔχουσαν οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ἐν Πάτραις τῇ 24 Ἰουλίου 1889. «Εὐχαριστῶ ἐκ καρδίας τὸν τύπον Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ πολυτίμῳ αὐτοῦ συνεργασίᾳ ἐν τῇ ἐθνικῷ ἀγῶνι, ὃν διεξηγάγομεν. Πίεσις πολιτικῆς καὶ δημοτικῆς ἐξουσίας πρωτοφανής. Ἐν τούτοις ἡ νομιμότης τῆς ἐκλογῆς ἐξησφαλίσθη μόνον ὑπὸ δικαστικῆς ἀρχῆς καὶ στρατιωτικοῦ ἐπόπτου Μπαϊρακτάρη καὶ ἀξιωματικῶν μὴ ἀνηκόντων εἰς τὴν χωροφυλακήν. Εἶναι ἀλήθεια, ἣν ὤφειλον ν’ ἀνομολογήσω.» Ἀριστ. Κοντογούρης». Ἡμεῖς, κύριε Βουλευτὰ, εὐχαρίστως δεχόμεθα νὰ ἀκούωμεν ἀπὸ τοῦ στόματός σας ἐν τῇ Βουλῇ κατακρίσεις ὁμοίας πρὸς ὅσας σήμερον ἠκούσαμεν, καὶ ν’ ἀναγινώσκωμεν ἐν τῷ τύπῳ τῷ ὑμετέρῳ τοιαύτας ἐπισήμους ὁμολογίας τῆς εὐγνωμοσύνης, τὴν ὁποίαν σεῖς οἱ ἴδιοι αἰσθάνεσθε κατὰ τὴν τετραετῆ ταύτην διοίκησίν μας πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν (Εὖγε! εὖγε! ἐκ δεξιῶν). Ὁ προαγορεύσας δὲν ἐθεώρησεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ περατώσῃ τὸν λόγον του, ἐὰν δὲν ἀνεμιμνήσκετο καὶ αὐτὸς τοῦ ζητήματος τῶν χαρίτων, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν παρέρχεται ἡμέρα χωρὶς νὰ γίνηται λόγος κατὰ τρόπον ὄχι μόνον ἀδικοῦντα τοὺς διαχειριζομένους τὴν προνομίαν αὐτὴν, ἀλλ’ ἐξευτελίζοντα τὸν τόπον. Περὶ χαρίτων συνεζητήσαμεν εὐρέως, ὅτε ἀπενεμήθησαν αἱ γενικαὶ χάριτες τῆς 1 Δεκεμβρίου 1886, καὶ ἀπεδείχθη τότε, ὅτι οὔτε πλειότεραι κατ’ ἀριθμὸν ἦσαν τῶν ἄλλοτε ὡς γενικῶν χαρίτων ἀπονεμηθεισῶν ἐν σχέσει πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν καταδίκων, οὔτε ἴσαι κἂν πρὸς ἐκείνας ὡς πρὸ τὰς ἀπολύσεις ἀπὸ τῶν φυλακῶν. Τῇ 1 Δεκεμβρίου 1886 ἐπὶ καταδίκων 4,489 ἀπενεμήθησαν χάριτες 1823, ἐξ ὧν εἰς ἀπολύσεις ἀνάγονται μόνον 450, ἐνῷ κατὰ μὲν τὸ 1877 ὁ μακαρίτης Ζαΐμης ἐπὶ καταδίκων 3143 ἀπένειμε χάριτας 1134, ἐν αἷς περιείχοντο 523 ἀπαλλαγαὶ, κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1878 ὁ μακαρίτης Παπαμιχαλόπουλος ἐπὶ 2,750 ἀπένειμε χάριτας 1376, ἐξ ὧν 532 ἦσαν ἀπαλλαγαὶ, κατὰ δὲ τὸ 1881 ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἐπὶ καταδίκων 2,576 ἀπένειμε χάριτας 1213, ἐν αἷς ἀριθμοῦνται 514 ἀπαλλαγαί. Καίτοι δὲ ταῦτα πάντα εἰσὶ τοῖς πᾶσιν ἐπισήμως γνωστὰ, ἀποδεικνύεται δὲ δι’ αὐτῶν ψηλαφητῶς, ὅτι αἱ ἀπαλλαγαὶ τοῦ Δεκεμβρίου 1886 ἦσαν πολὺ ὀλιγώτεραι τῶν ἀπαλλαγῶν τῶν παρ’ ἄλλων κατὰ τὰς προηγηθείσας γενικὰς χάριτας ἀπονεμηθεισῶν, ἐν τούτοις ἐκουράσθημεν πάντες, ἀκούοντες καθ’ ἑκάστην τοὺς ἐν γνώσει τῆς ἀληθείας ψευδῶς κραυγάζοντας, ὅτι οὐδέποτε ἄλλοτε ἀνεῴχθησαν αἱ πύλαι τῶν φυλακῶν καὶ ἀπελύθησαν κατὰ χιλιάδας οἱ κατάδικοι!
§32ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ὑπόλοιπον τῆς ποινῆς των;
§33ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Καὶ περὶ τούτου σᾶς ἔδωκα τότε πληροφορίας, εἶναι δὲ εἰς πάντα εὔκολον, ἐὰν θέλῃ, νὰ ἴδῃ τὰ Διατάγματα τῆς ἀπονομῆς τῶν χαρίτων, ἐξ ὧν ἐμφαίνεται, ὅτι οὐδέποτε φειδωλότερον ἐδόθησαν χάριτες. Ἐκ τῶν παρ’ ἐμοῦ ἀπαλλαγέντων 420 καταδίκων οἱ 293 ὤφειλον ὑπόλοιπον ποινῆς μόνον μηνῶν, ἐκ τῶν ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Ζαΐμη ἀπαλλαγέντων 523 καταδίκων, μόνον 200 ὤφειλον ὑπόλοιπον ποινῆς μηνῶν. Ἐν τῇ γενομένῃ τότε περὶ τῶν γενικῶν χαρίτων συζητήσει ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν περὶ πάντων πληροφορίας. Ἐπειδὴ ὅμως ἐξακολουθεῖ, ἐπὶ βλάβῃ βεβαίως καὶ ἐξευτελισμῷ τοῦ τύπου, ὁ πρὸς τὴν ἀλήθειαν ἀνευλαβὴς καὶ ἀσεβὴς θόρυβος περὶ ἀφειδοῦς ἀπονομῆς χαρίτων, θεωρῶ ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς ἐμὲ, ὄχι μόνον ὡς Ὑπουργὸν, ἔχοντα τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον, εἰς ὃ εἶναι ἐπιτετραμμένη ἡ ὑποβολὴ τῶν περὶ χάριτος προτάσεων, ἀλλὰ καὶ ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὡς Ἕλληνα ἀκόμη, νὰ διαμαρτυρηθῶ πάσῃ δυνάμει κατὰ τῆς ἀνακριβείας τῶν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἑκάστοτε λεγομένων περὶ χαρίτων, ν’ ἀποδείξω δὲ καὶ διὰ τὸν ἀπὸ Δεκεμβρίου 1886 μέχρι σήμερον χρόνον δι’ ἀριθμῶν ἐπισήμων τὸ ψεῦδος τῶν λόγων καὶ τῶν μομφῶν ἐκείνων, οἵτινες ἀπὸ φυλακῆς πρωΐας μέχρι νυκτὸς ἀκαταπαύστως κραυγάζουσιν, ὅτι οὐδέποτε μετὰ τοσαύτης εὐκολίας τοσαῦται κατ’ ἀριθμὸν ἀπενεμήθησαν χάριτες. Ὅτε ἐγένετο ἡ συζήτησις ἐκείνη περὶ τῶν γενικῶν χαρίτων κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ 1887, τῇ ἐντολῇ μου κατεστρώθησαν στατιστικοὶ πίνακες τῶν χαρίτων τῆς τελευταίας δεκαετίας, τῆς ἀρχομένης ἀπὸ τοῦ 1877 καὶ ληγούσης εἰς τὸ 1887. Ἐσχάτως παρεσκευάσθησαν πίνακες καὶ τῶν ἀπὸ τοῦ 1887 μέχρι τῆς προχθές, δεκάτης τοῦ μηνὸς τούτου, ἀπονεμηθεισῶν, καθὼς καὶ συγκριτικὸς πίναξ τῶν ἀπὸ 9 Μαΐου 1886, καθ’ ἣν ἡμέραν ἐκλήθη ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, μέχρι τῆς 10 Μαρτίου 1890 καὶ τῶν ἀπὸ 9 Μαΐου 1877 μέχρι 10 Μαρτίου 1881 ἀπονεμηθεισῶν χαρίτων. Ἡ σύγκρισις ἀναφέρεται εἰς ἀκριβῶς ἴσον χρονικὸν διάστημα, 46 μὲν μηνῶν ἀπὸ 9 Μαΐου 1877, 46 δὲ μηνῶν ἀπὸ 9 Μαΐου 1886. Κατὰ τὸν πίνακα λοιπὸν τοῦτον, ἀπὸ μὲν τῆς 9 Μαΐου 1877 μέχρι 10 Μαρτίου 1881 ἀπενεμήθησαν χάριτες 4871, ἀπὸ δὲ τῆς 9 Μαΐου 1886 μέχρι 10 Μαρτίου 1890 χάριτες 2416· οὔτε 50% τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀπονεμηθεισῶν χαρίτων ὑπὸ τῶν προκατόχων τότε Κυβερνήσεων. Ἵνα ὅμως καταπληκτικωτέραν ἴδητε τὴν καταπληκτικὴν ταύτην διαφοράν, ἀνάγκη νὰ μάθητε, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς κρατουμένων καταδίκων τὸ μὲν 1877 ἀνήρχετο εἰς 3143, τὸ δὲ 1878 εἰς 2750, τὸ 1881 εἰς 2576, τὸ 1886 εἰς 4489, τὸ 1888 εἰς 4766, καὶ τὸ 1889 εἰς 5069. Μόνον οὕτω δύνασθε νὰ σχηματίσητε εὐκρινῆ καὶ ἀκριβῆ περὶ τῆς ἀληθείας τῶν πραγμάτων ἰδέαν. Καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις πρέπει νὰ μάθητε, ὅτι μεταξὺ τῶν 4871 χαρίτων, τῶν ἀπονεμηθεισῶν κατὰ τὴν πρώτην τετραετίαν, τὴν ἀπὸ τοῦ 1877, ἀπολύσεις ἀπὸ τῶν φυλακῶν εἶναι 1931, μεταξὺ δὲ τῶν χαρίτων τῶν κατὰ τὴν ὑπ’ ἐμὲ τετραετίαν ἀπονεμηθεισῶν, ἀντὶ τῶν 1931 ἀπολύσεων, ἔχομεν ἀπολύσεις μόνον 732, δηλαδὴ πολὺ ἐλάσσονας τοῦ ἡμίσεως τῶν ἀπολύσεων, αἵτινες κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα ἐπὶ ἄλλων Κυβερνήσεων ἐγένοντο. Οὕτω δὲ ἐχόντων τῶν πραγμάτων, τί ἑκάστοτε ἀκούετε, Κύριοι; Ὅτι σήμερον ἐξέλιπε τέλεον πᾶσα ἰδέα δικαιοσύνης, ὅτι σήμερον κατὰ χιλιάδας ἀπὸ τῶν φυλακῶν ἀπολύονται οἱ κακοῦργοι, καὶ ἄλλους τοιούτους σχετλιασμοὺς καὶ θρήνους, πλαστογραφοῦντας μὲν θρασέως τὴν ἀλήθειαν, ἐξευτελίζοντας δὲ τὴν Ἑλλάδα. Τοιαῦτα δὲ ὀλοφύρονται ἀκριβῶς ἐπὶ Κυβερνήσεως καὶ ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἀποδεδειγμένως περιεστάλη εἰς τὰ ἔσχατα αὐτῆς ὅρια ἡ διαχείρισις τῆς ὑψίστης ταύτης Βασιλικῆς προνομίας! Κρίνω ἀναγκαῖον πρὸς συμπλήρωσιν νὰ προσθέσω, ὅτι ἐκ τῶν τῆς πρώτης τετραετίας 4871 χαρίτων ἀπενεμήθησαν, τὸ μὲν 1877 ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Ζαΐμη χάριτες 1152, τὸ δὲ 1878 ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Παπαμιχαλοπούλου χάριτες 1381, τὸ 1879 ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου χάριτες 927, τὸ 1881 ὑπὸ τοῦ κ. Σωτηροπούλου χάριτες 1374, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ δεκάδας τινὰς χαρίτων ἀπένειμαν οἱ προσωρινῶς ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου διελθόντες, ὁ βουλευτὴς Κεφαλληνίας κ. Βαλσαμάκης, ὁ μακαρίτης Ἀθ. Πετιμεζᾶς, καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐπί τινας ἡμέρας ἀναπληρώσας ἀπόντα ἄλλον Ὑπουργόν. Ἡ ἀναλογία τῶν χαρίτων ἐκείνων τῶν 4871 πρὸς τὸ χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃ ἀπενεμήθησαν ἐν συνόλῳ, εἶναι διὰ τοὺς 46 μῆνας 106 κατὰ μῆνα, ἐκ δὲ τῶν κατὰ τοὺς τελευταίους 46 μῆνας ὑπ’ ἐμοῦ ἀπονεμηθεισῶν 2416 χαρίτων ἀναλογοῦσι 53 κατὰ μῆνα. Αἱ ἀπολύσεις τῆς πρώτης τετραετίας ἀναλογοῦσι πρὸς 42 κατὰ μῆνα, αἱ ἀπολύσεις τῆς δευτέρας ὑπ’ ἐμὲ τετραετίας ἀναλογοῦσι πρὸς 16 κατὰ μῆνα. Τοὺς πίνακας τούτους καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς.
§34Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἀπέδειξε, δι’ ὧν εἶπε πρὸ μικροῦ, ὅτι ἐπετεύχθη μεγάλη βελτίωσις ἐπὶ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, ἥτις μετὰ μικρὸν ἴσως θέλει καταστήσει πλήρη ἀλήθειαν τὴν ἀκριβῆ καὶ πλήρη ἀπονομὴν αὐτῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνεκοίνωσεν εἰς ἡμᾶς ἀριθμοὺς, πρὸ τῶν ὁποίων δὲν ἐπιτρέπεται οὐδεμία ἀμφιβολία. Ἐὰν εἰς χρονικὸν διάστημα ἴσον πρὸς ἐκεῖνο, καθ’ ὃ διεχειρίσθη ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου του, εἶχον ἀπονεμηθῆ τέσσαρες χιλιάδες καί τινες χαρίτων, ὡς ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἔλεγεν, ὁ ἀριθμὸς οὗτος τῶν χαρίτων περιωρίσθη κατὰ τὸ ἥμισυ κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃ ηὐτύχησεν ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀναθέσῃ τὴν διοίκησιν τῆς Δικαιοσύνης εἰς χεῖρας τοῦ κ. Βουλπιώτου, καὶ δὲν ἐμειώθη μόνον κατὰ τὸ ἥμισυ ὡς πρὸς τὰς χάριτας ἐν γένει, ἀλλ’ ἐμειώθη κατὰ τὸ ἥμισυ καὶ κατὰ τὰς ἀπολύσεις ἀπὸ τὰς φυλακάς. Καὶ τὴν βελτίωσιν ταύτην πρέπει νὰ ὁμολογήσητε, ὅτι ὀφείλομεν ἰδίως εἰς τὴν χρηστότητα καὶ τὴν ἠθικότητα τοῦ ἀνδρὸς τούτου. Καθ’ ὃν χρόνον διεχειρίζετο τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, πῶς ἠδύνασθε νὰ προσδοκᾶτε χρῆσιν εὔλογον, προσήκουσαν τοῦ προνομίου τῆς χάριτος, ὅταν ἡ ἀπονομὴ αὐτῆς ἐξήρτητο ἐκ τῆς προτάσεως ἀνδρὸς, οἷος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας; Ἢ ποῖος δύναται νὰ τολμήσῃ νὰ παραβάλῃ τὴν χρηστότητα τοῦ διευθύνοντος νῦν τὸ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργεῖον πρὸς τὴν χρηστότητα τοῦ Ζαΐμη, ὅστις τοιαύτην ἐποιήσατο χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς προτάσεως πρὸς ἀπονομὴν τῆς χάριτος, ὥστε διπλάσιαι ἀπενεμήθησαν τότε τῶν νῦν ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ κ. Βουλπιώτου ἀπονεμηθεισῶν; Καὶ δὲν αἰδεῖσθε τοιαῦτα λέγοντες ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς; Τὸ θράσος ὑμῶν ἐξίκετο μέχρι τοιούτου βαθμοῦ, ὥστε ν’ ἀντιμετωπίσητε ὑπολήψεις μὴ ἀμφισβητουμένας, νὰ ἀσεβήσητε πρὸς τὴν μνήμην ἀνδρὸς, ὅστις χρησιμεύει μέχρι τοῦδε καὶ θέλει χρησιμεύσει ἐπὶ δεκάδας ἐνιαυτῶν ὡς προσοποποίησις τῆς χρηστότητος, ὡς τὸ παράδειγμα τῆς εὐλαβείας τῶν νόμων, ὡς τὸ παράδειγμα τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὴν Δικαιοσύνην!
§35ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸν σέβομαι πλειότερον ἡμῶν, κύριε.
§36ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μή με διακόπτετε! σιωπᾶτε, ὡς ἐσιώπων καὶ ἐγὼ, ὅταν σεῖς ἠγορεύετε. Ἐὰν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δύναταί τις νὰ αὐθαδιάζῃ, δὲν δύναται νὰ αὐθαδιάζῃ ἀπὸ τῆς ἕδρας του. Καὶ λησμονεῖ ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, μετὰ τοσαύτης ἀνευλαβείας ἀναμιμνήσκων ἡμῖν τὴν ὑπὸ τοῦ Ζαΐμη γενομένην διαχείρισιν τοῦ προνομίου τῆς χάριτος, λησμονεῖ ὅτι συνέδεσε τὸ ὄνομά του μὲν τὸν Τάκην καὶ τὸν Ῥοκόφυλλον; Πόσους Τάκηδες καὶ Ῥοκοφύλλους ἀπέλυσεν ἀπὸ τὰς φυλακὰς ὁ ἀείμνηστος πολιτικὸς ἀνήρ, τοῦ ὁποίου θρηνοῦμεν ἀκόμη τὸν θάνατον; Ἢ πόσους Τάκηδες καὶ Ῥοκοφύλλους ἀπέλυσεν ὁ Βουλευτὴς Τριφυλίας ἢ οἱ ἄλλοι Ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης, τῶν ὁποίων μετὰ τοσαύτης ἀσεβείας ἐμνήσθη; Ἀληθῶς ἔπρεπε νὰ ζῶσιν ἐκεῖνοι, διότι, ἂν ἔζων, ἴσως τὴν ὥραν ταύτην δὲν ἠθέλετε ἰδεῖ τὴν θύραν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐξέρχονται οἱ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀσχημονοῦντες. Καὶ ἡμεῖς, Κύριοι, ἠλέγξαμεν τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν χαρίτων, τὰς ὁποίας προεκάλεσεν εἴτε ἐντὸς ἑνὸς ἔτους, εἴτε ἐντὸς τεσσάρων ἐτῶν, ἢ ἐπεκρίναμεν ἰδίως καὶ πρὸ πάντων τὴν ἀσχημοσύνην, ἥτις ἐφήδρευσε κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1886 κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῆς προτάσεως πρὸς ἀπονομὴν τῶν χαρίτων; Καὶ ἐφήδρευσέ ποτε καθ’ ἅπαντα τὸν πολιτικὸν βίον τῆς Ἑλλάδος, ἐφήδρευσέ ποτε ἀσχημοσύνη τοσαύτη, ὥστε κατὰ τὰς παραμονὰς βουλευτικῶν ἐκλογῶν νὰ ἀπονέμηται χάρις εἰς 1800 καταδίκους, ν’ ἀπολύωνται τῶν φυλακῶν 460 κατάδικοι; Οἱ λαβόντες τὴν χάριν 1800 κατάδικοι, τῶν ὁποίων ἐβελτιώσατε τὴν κατάστασιν διὰ τῆς χάριτος, δὲν ἔχουσι 2 ἢ 3 ἢ 4 ἄλλους πολίτας, οἵτινες συμπαθοῦσι πρὸς αὐτοὺς, διότι συνδέονται μετ’ αὐτῶν εἴτε διὰ συγγενείας, εἴτε διὰ φιλίας, εἴτε δι’ ἄλλου δεσμοῦ; Πολλαπλασιάσατε τοὺς ἀριθμοὺς, ἵνα μάθητε πόσος ἀριθμὸς ἐπηρεάσθη ἐκ τῶν χαρίτων τούτων. Ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ἐξικνεῖται εἰς ἑπτακισχιλίους πολίτας, τοὺς ὁποίους κατεστήσατε δι’ ἀπονομῆς 1800 χαρίτων συμπαθεῖς πρὸς τοὺς ὑποψηφίους σας. Ἀλλὰ καὶ μόνον ἐὰν περὶ τῆς χάριτος τοῦ Τάκη ἢ τοῦ Ῥοκοφύλλου προτεθῇ, κατανοεῖτε τὴν σημασίαν τῆς πράξεως; Ἤθελον ἐνθυμηθῆ τὴν χρηστότητα τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως Ὄθωνος κατὰ τοὺς χρόνους, καθ’ οὓς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δὲν ἐλειτούργει, ὡς τὸ Σύνταγμα κατέστησεν αὐτὸ κατὰ τοὺς χρόνους τούτους. Ὁ Βασιλεὺς, ὅστις τότε διώριζεν αὐτὸς τοὺς Ὑπουργοὺς ἄνευ τῆς μεσολαβήσεως ἢ τῆς ἐνδείξεως τοῦ Κοινοβουλίου, ὅστις ἔπαυεν αὐτοὺς αὐτὸς κατ’ ἰδίαν βούλησιν καὶ ὄχι κατ’ εἰσήγησιν τοῦ Κοινοβουλίου, μόλις ἐγένετο γνωστὸν σκάνδαλον, λαβὸν τότε χώραν ἕνεκα τῆς ἀπονομῆς χάριτος εἰς κατάδικον διαβόητον, τὸν Καβουρῖνον, ἀπέπεμψε πάραυτα τὸν ἐργάτην τοῦ σκανδάλου ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Νῦν δὲ, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προὐκάλεσαν τὴν ἀπονομὴν χάριτος εἰς τὸν Τάκην καὶ εἰς τὸν Ῥοκόφυλλον, τολμῶσι νὰ δικαιολογῶνται εἰς τὴν Βουλὴν, παριστῶντες αὐτῇ, ὅτι ὁ Τάκης ἦτο ἀγαθὸς καὶ ἀπόνηρος νεανίας, ὁ ὁποῖος ἐσπούδαζεν ἐν τοῖς ἐκπαιδευτηρίοις τῆς Ἑλλάδος, καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἂν ἀφῆκε νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι εἶχεν ἐφοδιασθῆ καὶ διὰ διπλώματος διδάκτορος. Καὶ οἱ τοιαῦτα εἰπόντες, οἱ μέχρι τοσοῦτον ἀπομακρυνθέντες τῆς ἀληθείας, καθ’ ὃν χρόνον δίδουσι λόγον εἰς τὸ Κοινοβούλιον, αὐτοὶ κομπάζοντες τολμῶσι νὰ ἀναμνησθῶσι τοῦ Ζαΐμη, ἵνα ζητήσωσιν ἀποδεικτικὸν, ὅτι τυγχάνουσι καὶ ἐκείνου χρηστότεροι! Καὶ δὲν βλέπουσι τὸ ἀνάστημά των εἰς τὸ κάτοπτρον, διὰ νὰ ἴδωσιν, ὅτι εἰσὶ νάνοι ἀπέναντι γίγαντος! Καὶ παρίστανται ὡς λησμονοῦντες δῆθεν, διότι ἔχουσι συμφέρον νὰ λησμονήσωσιν, ὅτι, ἐν ᾧ ὁ διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ θρόνου εἶχε συμπληρώσει κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1886 τὴν ἡλικίαν, ἥτις κατὰ τὸ Σύνταγμα θεωρεῖται ἡλικία νόμιμος, δὲν ἀνεκηρύχθη τότε ἐνήλικος, οὐδὲ κατὰ Αὔγουστον, οὐδὲ κατὰ Σεπτέμβριον, οὐδὲ κατὰ Ὀκτώβριον, μηδαμῶς μηδεμίαν ποιησαμένης μνείαν τῆς ἐνηλικιότητος τοῦ Διαδόχου τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐνθυμηθείσης δ’ αὐτὴν πότε; Πότε ἐνθυμήθη τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι τὸ Ἔθνος ἔπρεπε νὰ χαρῇ, ἔπρεπε νὰ ἀγαλλιάσῃ, νὰ τελέσῃ ἑορτὰς καὶ νὰ πανηγυρίσῃ διὰ τὴν ἐνηλικίωσιν τοῦ Διαδόχου; Ἀφοῦ διέλυσε τὴν Βουλήν. Τότε ἀνεμνήσθη τῆς ἐνηλικιώσεως τοῦ Διαδόχου καὶ διωργάνωσε τελετὰς μετὰ τρόπου ἐξυβριστικοῦ τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ τότε, λόγῳ τῶν ἑορτῶν, ἀπένειμε 1800 χάριτας εἰς τοὺς καταδίκους, ὀλίγας ἡμέρας πρὶν ἢ οἱ πολῖται κληθῶσιν εἰς τὰς κάλπας διὰ νὰ ἐκλέξωσι τοὺς ἀντιπροσώπους των. Καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὁ Πρωθυπουργὸς, ζητῶν νὰ παραστήσῃ, ὅτι τῶν χαρίτων ἡ ἀπονομὴ τότε δὲν εἶχε πλάγιόν τινα σκοπὸν, ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἀπενεμήθησαν αὗται διὰ νὰ ἐπηρεασθῇ τὸ Κοινοβούλιον, ὡς ἂν ἐκατηγοροῦμεν αὐτοῦ ἐπὶ τῇ ἀπονομῇ τῶν χαρίτων ἐκείνων, ὡς γενομένῃ πρὸς ἐπηρεασμὸν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐκατηγοροῦμεν αὐτοῦ, ὡς ἐπηρεάσαντος δι’ αὐτῶν οὐχὶ τὸ Κοινοβούλιον, διότι τότε δὲν ὑπῆρχε Βουλὴ, ἀφοῦ αὕτη εἶχε διαλυθῆ, ἀλλ’ ὡς ἐπηρεάσαντος τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους. Αὐτοὺς ἠθελήσατε διὰ τῶν 1800 χαρίτων νὰ ἐπηρεάσητε, καὶ δὲν πρέπει νὰ εἴπω, ἂν ἐπηρεάσατε αὐτοὺς ἢ ἂν δὲν τοὺς ἐπηρεάσατε; Ἡ πολιτικὴ κατάταξις τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς ταύτης, ὁ τετραετὴς βίος αὐτῆς θέλει χρησιμεύσει εἰς τὴν ἱστορίαν ὡς ἀπόδειξις τῆς ἠθικότητος τοῦ λογισμοῦ, ὁ ὁποῖος σᾶς ἤγαγε, διὰ νὰ ἑορτάσητε ἑορτὰς ἐπὶ τῇ ἐνηλικιώσει τοῦ Διαδόχου καὶ νὰ πανηγυρίσητε αὐτὰς καθ’ ὃν τρόπον τὰς ἐπανηγυρίσατε. Περίεργος εἰσήχθη ὑπὸ τῶν παρόντων Ὑπουργῶν τρόπος τοῦ συζητεῖν· ὑπεύθυνοι Ὑπουργοὶ ἐν συνταγματικῷ Κράτει ζητοῦνται νὰ δώσωσι λόγον τῶν πράξεών των, καὶ ἀντὶ νὰ ἀπολογῶνται, μεταβάλλουσιν ἑαυτοὺς εἰς Εἰσαγγελεῖς, κατηγοροῦσι τοὺς ζητοῦντας παρ’ αὐτῶν λόγον. Καὶ δὲν κατηγοροῦσι μόνον τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις συνεκροτήθη ὑπὸ τὴν προεδρείαν ἐμοῦ καὶ ἥτις μόνον ἓν ἔτος ἐκυβέρνησεν, ἀλλὰ κατηγοροῦσι πάντων τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἵτινες ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην ἐκυβέρνησαν, καὶ φθάνουσι μέχρι τῆς μνήμης ἀνδρὸς, πρὸ τῆς ὁποίας οἱ πολῖται τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἀποκαλύπτουσι τὰς κεφαλάς των! Ἐλυπήθην, ὅτε ἀνέβη ἐπὶ τὸ βῆμα ὁ ἔντιμος ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς καὶ φίλος μου κ. Κοντογούρης, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πολιτείαν αὐτοῦ ὡς Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι οὐδὲ καθῆκον τοιοῦτον εἶχεν, οὐδ’ ἔπρεπε νὰ ἀξιώσῃ ἀπαντήσεως τοὺς ἐγκαλέσαντες αὐτὸν, ἀφοῦ οὗτοι ἦσαν τοῦ Τάκη καὶ τοῦ Ῥοκοφύλλου οἱ προστάται. Ὁ κ. Κοντογούρης δὲν εἶναι νῦν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ὑπῆρξεν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἄν, ὅτε ἐτύγχανεν Ὑπουργὸς, εἶχε πράξει τι, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος τιμωρεῖ, τὸ ὁποῖον ἡ σεμνότης τῆς δικαιοσύνης, ἡ εὐπρέπεια τῆς διοικήσεως αὐτῆς ἀπαγορεύουσιν, ἠδύναντο οἱ προστάται τοῦ Τάκη νὰ προβάλωσι κατ’ αὐτοῦ κατηγορίαν, δὲν ἔχουσι δὲ δικαίωμα νὰ ζητῶσι παρ’ αὐτοῦ πολιτικὴν εὐθύνην. Καὶ ὁ κ. Κοντογούρης καὶ ἡμεῖς οἱ συνάδελφοι αὐτοῦ δὲν ὑπέχομεν πλέον πολιτικὰς εὐθύνας, ἀφοῦ δὲν εἴμεθα Κυβέρνησις· μόνον ποινικὰς εὐθύνας ὑπέχομεν. Σεῖς εἶσθε ὑπόχρεοι νὰ δώσητε πολιτικὰς εὐθύνας, δὲν ἔχετε δὲ δικαίωμα οὐδ’ ὡς Βουλευταὶ νὰ ζητῆτε τοιαύτας ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ἀρχῇ. Καὶ πῶς ἐγκαλεῖτε ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὰ ἀρχεῖα τῶν Ὑπουργείων ἐν ταῖς χερσὶν αὐτῶν, ἵνα ἀποδείξωσιν, ὅτι αἱ καταγγελίαι ὑμῶν εἶναι ἄδικοι; Ὁ ἐμὸς συνάδελφος, τοῦ ὁποίου τιμῶ τὴν φιλοτιμίαν καὶ σέβομαι τὴν χρηστότητα, μετέβη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ζητῶν πληροφορίας τινὰς, καὶ σεῖς δὲν διστάζετε νὰ ὑπαινιχθῆτε τοῦτο, ἵνα δείξητε τὴν γενναιοφροσύνην σας, ὅτι ἐπετρέψατε νὰ δοθῶσιν αὐτῷ πληροφορίαι τινές. Δὲν ἐρευνῶ, ἐὰν ἡ εὐπρέπεια ἐπιτρέπῃ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ ἀντεγκαλῶσιν, ἂν ἐπιτρέπῃ εἰς τοὺς ἐγκαλουμένους, ἀντὶ νὰ ἀπολογῶνται, νὰ ἐγκαλῶσι, γνωρίζω ὅμως, ὅτι οἱ τοιοῦτόν τι πράττοντες κρίνονται ὑπὸ τοῦ κόσμου ὡς ἄνθρωποι μὴ καλῆς πίστεως, καὶ ὅτι, ἐὰν ἡ ἔλλειψις ἀγαθοπιστίας ἔχῃ σημασίαν ἐπὶ τῶν πολλῶν, εἶναι πρωτάκουστος, οὐδὲ δύναται νὰ ἦναι ἔλλειψις ἀγαθοπιστίας, καταδηλουμένη ἀπὸ Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ποῖα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προσῆψεν εἰς τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν ἐκ Πατρῶν; Προσῆψεν, ὅτι προεκάλεσεν ὑπεραρίθμους μεταθέσεις δικαστικῶν ὑπαλλήλων, καθ’ ὃν χρόνον διῴκει τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὅτι μετακαλέσατο εἰς Ἀθήνας 32 ἢ 42 ὑπαλλήλους, ἐν ᾧ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης οὐδὲ τοσοῦτων ὑπαλλήλων προὐκάλεσε μεταθέσεις, οὐδὲ τοσούτους δικαστικοὺς ὑπαλλήλους μετεκαλέσατο εἰς Ἀθήνας. Καὶ τοῦτο παρέστησεν ὡς ἀπόδειξιν τῆς ἐπεμβάσεως τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἣν διεπράξατο κατὰ τὸ 1885 ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὡς ἀπόδειξιν δὲ τῆς εὐλαβείας αὐτοῦ πρὸς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἀφοῦ μετεκαλέσατο εἰς Ἀθήνας ὀλιγωτέρους ὑπαλλήλους ὅσων μετεκαλέσατο ὁ κ. Κοντογούρης. Ἀλλ’ ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης δὲν ἀποδείκνυται οὔτε διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μεταθέσεων τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν οὔτε διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μετακλήσεων, καὶ αἱ μεταθέσεις δὲ, ὡς καὶ αἱ μετακλήσεις, πολλάκις χρησιμεύουσιν εἰς τὴν ἀπονομὴν γνησίας δικαιοσύνης καὶ συντελοῦσιν εἰς αὐτήν. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν καὶ πόσοι μετεκλήθησαν εἰς Ἀθήνας, καθ’ ὃν χρόνον διετελοῦμεν ἐν τῇ Κυβερνήσει, οὔτε ποῖοι ἦσαν οὗτοι· ἐνθυμοῦμαι ὅμως, ὅτι τότε ἔν τισι κοινωνίαις εἶχε κλονισθῆ ἡ πεποίθησις τῶν πολιτῶν πρὸς τὴν εὐθύτητα δικαστικῶν τινων λειτουργῶν· καὶ, ὡς δὲν ἀγνοεῖτε, δὲν ἀρκεῖ νὰ ᾖναί τις δίκαιος, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται καὶ νὰ κρίνηται ὑπὸ τῶν ἄλλων τοιοῦτος, οὐδ’ ἀρκεῖ νὰ ἀπονέμῃ τις δικαιοσύνην, ἀλλὰ πρέπει καὶ ὁ λαὸς νὰ ἦναι πεπεισμένος, ὅτι ἀπονέμεται ἡ δικαιοσύνη. Ἐνθυμοῦμαι λοιπὸν, ὅτι ἐν γνώσει μου μετεκλήθη τότε εἷς ἢ δύο, ἵνα ἀνακοινωθῶσιν αὐτοῖς αἱ ἀφορμαὶ, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐκλονίσθη ἡ ἐπ’ αὐτοὺς πεποίθησις τοῦ λαοῦ, ὅπως φροντίσωσι νὰ μὴ παρέχωσιν εἰς τὸ μέλλον ἀφορμὰς εἰς αἰτιάσεις, αἵτινες ἠδύναντο νὰ ἐνισχύσωσι καὶ αὖθις τοιοῦτον κλονισμὸν τῶν πεποιθήσεων τῶν πολιτῶν, ὅτε ἤθελον ἀναγκάσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ῥιζικώτερα περὶ αὐτῶν μέτρα. Καὶ περὶ τῆς ταχύτητος τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, ἰδίως τῆς ποινικῆς, ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τούτου ἠκολούθησε τὴν μέθοδον, ἣν ἀκολουθεῖ ὁ Πρωθυπουργὸς, διότι καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔλαβεν ὡς ἀφετηρίαν τὸ ἔτος 1886, καθ’ ὃ ἐκλήθη εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἐζήτει παρ’ ὑμῶν, λόγῳ ὅτι εἴμεθα προκάτοχοι, λόγον διὰ τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὗρε κατὰ τὸ 1886 τὰ τῆς δικαιοσύνης. Ἔλεγε λοιπὸν, ὅτι τὸ ἔτος 1886 εὗρεν ἐκκρεμεῖς 89 χιλιάδας ποινικῶν δικογραφιῶν, αὐτὸς δὲ κατὰ τὴν τετραετίαν, καθ’ ἣν διοικεῖ, ἠδυνήθη νὰ ἐλαττώσῃ αὐτὰς κατὰ 15,000 ἢ 20,000. Καὶ μήπως ἡμεῖς παρεσκευάσαμεν τὸν τοσοῦτον ἀριθμὸν ἐκκρεμῶν ποινικῶν δικογραφιῶν, ἃς ὑμεῖς, ὡς λέγετε, εὕρετε ἐκκρεμεῖς; Καθ’ ὃν χρόνον ἡμεῖς ἐκυβερνῶμεν, ἐτελέσθησαν αἱ 89 χιλιάδες τῶν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν αἱ δικογραφίαι, τὰς ὁποίας ἡμεῖς εὕρετε; Ἡμεῖς εἴμεθα ὑπεύθυνοι, διότι εὕρετε 89 χιλιάδας ἐκκρεμεῖς δικογραφίας; Πῶς λησμονεῖτε τὴν ἀλληλεγγύην, ἥτις σᾶς συνδέει μετὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅστις ἐκυβέρνα τρία ἔτη καί τινας μῆνας πρὶν κληθῶμεν ἡμεῖς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ πῶς καταγγέλλετε ἡμᾶς ὡς ὑπευθύνους διὰ τὸν μέγαν ἀριθμὸν τῶν ἐκκρεμῶν ποινικῶν δικογραφιῶν, ἐνῷ ἡμεῖς ἐκυβερνήσαμεν ἓν μόνον ἔτος, πρὸ ἡμῶν δ’ ἐκυβέρνα τρία ἔτη καί τινας μῆνας ἄνευ διακοπῆς ὁ Πρωθυπουργὸς ὑμῶν; Διατὶ δὲν ζητεῖτε λόγον παρ’ αὐτοῦ, ζητεῖτε δὲ λόγον παρ’ ἡμῶν; Καὶ μήπως ἐκυβερνήσαμεν κἂν δώδεκα μῆνας, ἀσχολούμενοι εἰς βελτιώσεις ἐσωτερικάς; Ἕξ ἢ ἑπτὰ μῆνας, τοὺς τελευταίους, ἐμεριμνῶμεν περὶ ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, ἢ εἴχομεν ἀφιερώσει τὸν καιρὸν ἡμῶν εἰς μελέτας καὶ φροντίδας ἄλλας, τὰς ὁποίας τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα μᾶς εἶχον ἐπιβάλει; Καὶ ἠδυνάμεθα κατὰ τοὺς μῆνας ἐκείνους τῆς ἐπιστρατείας, καθ’ οὓς 80,000 πολιτῶν εἶχον ἐγκαταλείψει τὰς ἑστίας των καὶ τὰ ἔργα των καὶ ταχθῆ ὑπὸ τὰς σημαίας, ἠδυνάμεθα νὰ ἐπισπεύσωμεν τὴν ἀπονομὴν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης; Ἠδυνάμεθα νὰ ὠθήσωμεν τὴν διεξαγωγὴν καὶ περάτωσιν τῶν ἀνακρίσεων; Ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν δικαίωμα νὰ σᾶς ἐρωτῶμεν, εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται τανῦν ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη, ἀφοῦ τέσσαρα κατὰ συνέχειαν συναπτὰ ἔτη διοικεῖτε ἄνευ μεριμνῶν τοιούτων· ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐρωτῶμεν, ποῖα μέτρα ἐλάβετε κατὰ τὴν τετραετίαν ταύτην, καθ’ ἣν διοικεῖτε πρὸς περιστολὴν τοῦ κακοῦ τούτου· ἔχομεν δικαίωμα νὰ ζητῶμεν νὰ μάθωμεν, ποίαν δίδετε ὤθησιν, ἵνα ἡ ἀπονομὴ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης γίνηται πλήρης καὶ ἀκριβής. Σεῖς, ἀντὶ νὰ δώσητε πληροφορίας εἰς τὰς ἐρωτήσεις ἡμῶν ταύτας, ἀντὶ ν’ ἀπολογηθῆτε, καταγγέλλετε ἡμᾶς, διότι εὕρετε ἐκκρεμεῖς 89,000 ποινικῶν δικογραφιῶν, ἤτοι διὰ κακὸν, διὰ τὸ ὁποῖον οὐχὶ ἡμεῖς, ἀλλ’ ὁ ὑμέτερος Πρωθυπουργὸς εὐθύνεται. Τοιαύτην ἐφήρμοσε μέθοδον ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, κατηγορῶν τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἐσχηματίσθη τότε ὑπὸ τὴν προεδρείαν μου καὶ διὰ πράξεις ἢ παραλείψεις αὐτοῦ. Οὕτω κατηγόρει ἡμῶν, διότι κατηργήσαμεν τὰ Ἀρχειοφυλακεῖα, οἱ δὲ μὴ γνωρίζοντες τὰ περὶ τούτου ἤθελον ἴσως ὑπολάβει, ὅτι ὑπῆρχον γραφεῖα, ὧν ὁ σκοπὸς ἦτο ἡ κατάταξις καὶ ἡ φύλαξις τῶν ἀρχείων, ὅτι τὰ γραφεῖα ταῦτα εἶχον διευθυντὰς ἢ ὑποδιευθυντὰς καὶ ἀρχειοφύλακας καὶ βοηθοὺς, ὅτι δὲ τὰ γραφεῖα ταῦτα ἡμεῖς κατηργήσαμεν. Ἂς ἀφηγηθῶ ὑμῖν τὰ περὶ τούτου. Ὁ ἔντιμος φίλος καὶ συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχε προτείνει κατὰ τὸ 1882 εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη καὶ ἐγένετο νόμος, δι’ οὗ κατὰ πᾶν Πρωτοδικεῖον διωρίσθη εἷς ὑπάλληλος, ἐπιφορτισμένος εἰδικῶς τὴν φύλαξιν τῶν ἀρχείων. Ὅτε ὁ κ. Ῥάλλης προέτεινε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διερμήνευε τὴν ἰδίαν αὐτοῦ πεποίθησιν, ἣν βεβαίως ἐστήριζεν ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν, ἃς εἶχε, περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν· ἀλλὰ τότε ἐγὼ δὲν εἶχον τοιαύτην πεποίθησιν, ἐπέκρινα δὲ τὸ νομοσχέδιον, διότι ἐφρόνουν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προστεθῇ μία θέσις εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν ὑπαλλήλων τῶν Πρωτοδικείων, διότι ἤρκει κατὰ τὴν γνώμην μου νὰ ταχθῇ ἢ νὰ ἀναλάβῃ τὴν περὶ τῆς τηρήσεως τῶν ἀρχείων φροντίδα εἷς τῶν ὑπαρχόντων ἐν ἑκάστῳ Πρωτοδικείῳ ὑπαλλήλων. Τὴν δὲ γνώμην ταύτην, τὴν ὁποίαν εἶχον ὡς ἀντιπολιτευόμενος, ἐφήρμοσα, ὅτε ἦλθον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐφήρμοσα αὐτὴν καὶ κατ’ ἀνάγκην, διότι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1885 μοὶ ἐπέβαλε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φροντίσω νὰ περιορίσω τὰ ἔξοδα μέχρι τοῦ τελευταίου σημείου, εἰς ὃ ἠδυνάμεθα νὰ φθάσωμεν ἄνευ καταστροφῆς τῆς διοικήσεως. Κατήργησα λοιπὸν τὴν προστεθεῖσαν θέσιν ἐν ἑκάστῳ Πρωτοδικείῳ ἑνὸς ὑπαλλήλου, ἐντειλάμενος ν’ ἀνατεθῇ τῶν ἀρχείων ἡ διατήρησις καὶ ἡ φύλαξις εἰς ἕνα τῶν ὑπαρχόντων ὑπαλλήλων. Καὶ τοῦτο ὠνομάσατε κατάργησιν τῶν Ἀρχειοφυλακείων, καὶ μᾶς κατηγορήσατε ὡς καταργήσαντας τὰ Ἀρχειοφυλακεῖα! Ἀλλ’ ὀνομάζετε τοῦτο κατάργησιν τῶν ἀρχειοφυλακείων, διὰ νὰ καταπλήξητε τοὺς ἀκούοντας, ἀποπλανῶντες αὐτοὺς, ὅτι ἀληθῶς διεπράχθη κατάργησις ἀρχῆς τινος ἢ γραφείου τινὸς, ἐπιτετραμμένου τὴν τήρησιν τῶν ἀρχείων. Παραπλησίως ἐνεκάλεσε τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ 1885 διὰ τὰς πολλὰς μεταθέσεις τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἃς τότε διέπραξεν. Ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ κρατύνωμεν τὴν πεποίθησιν ἡμῶν περὶ τῆς εὐθύνης τῶν Δικαστηρίων, διότι ἡ περὶ ταύτης πεποίθησις ἡμῶν εἶχε κλονισθῆ ὑπὸ τῆς προηγηθείσης διοικήσεως. Πῶς νὰ μὴ ἐκλονίζετο, ὅτε ἐμανθάνομεν, ὅτι ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκάλει ἐνταῦθα Πρόεδρον Δικαστηρίου Πρωτοδικῶν, μετατεθέντα εἰς Ἄρταν, καὶ ὡδήγει αὐτὸν, πῶς νὰ διεξαγάγῃ καὶ περατώσῃ ποινικὴν δικογραφίαν ἐκκρεμῆ, καθ’ ὃν τρόπον ἐπεθύμει ἡ Κυβέρνησις; Καὶ τότε κατήγγειλον εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σκάνδαλον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεζητήθη σκοπὸς, ὅστις ἐπετεύχθη, ἐκεῖνος δὲ, ὅστις κατεδιώκετο καὶ ἴσως κατεδιώκετο ἀδίκως, μέλος τυγχάνον τοῦ Κοινοβουλίου, ἀπηλλάγη τῆς κατηγορίας, δὲν ἠρεύνησα δὲ, ἂν μετὰ τοῦτο ἐνέμεινεν εἰς τὰς τάξεις, εἰς ἃς ἐκάθητο, ἢ ἂν μετέστη εἰς ἄλλας τάξεις. Τῶν Δικαστηρίων τὰ μέλη ἐξασφαλίζει τὸ Σύνταγμα διὰ τῆς ἰσοβιότητος· ποῖον ἄλλο εἴχομεν μέσον, εἰ μὴ τὸ τῆς μεταθέσεως, διὰ νὰ ἀπομακρύνωμεν τοὺς δικαστὰς ἐξ ἐκείνων τῶν περιφερειῶν, εἰς ἃς, τίς οἶδε διὰ τίνας λόγους, τίς οἶδε εἰς τίνων πιέσεις ὑπείκοντες, εἶχον ὀλισθήσει; Πῶς νὰ μὴ κλονισθῇ ἡ πεποίθησις ἡμῶν, ὅταν ἐν αὐτῇ τῇ πρωτευούσῃ δημοτικὸν σύμβουλον Ἀθηναίων, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἐν τῷ Δημοτικῷ Συμβουλίῳ, μεριμνῶν περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ δήμου, ἐξήνεγκεν ἔν τινι συνεδριάσει αἰτιάσεις κατὰ τῆς διοικήσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἔσπευσε πάραυτα νὰ συλλάβῃ ἀπὸ τοῦ ὠτὸς, νὰ τὸν ὁδηγήσῃ εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον ἐπὶ ἐξυβρίσει δῆθεν κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ταχεῖαν ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεως, ν’ ἀποστείλῃ αὐτὸν εἰς τὰς φυλακὰς καὶ νὰ μὴ στέργῃ μήτε ἄδειαν νὰ χορηγῇ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐζήτουν νὰ ἐπισκεφθῶσιν ἐν τῇ φυλακῇ αὐτόν; Καὶ τοῦτο, καθ’ ὃν χρόνον 89,000 ποινικῶν δικογραφιῶν, τίς οἶδε διὰ ποῖα ἀποτρόπαια ἐγκλήματα, ἐσήποντο ἐν τοῖς ἀρχείοις ἐκκρεμεῖς! Καὶ γνωρίζετε, τίς ὁ δημοτικὸς οὗτος σύμβουλος Ἀθηναίων; Ὁ βουλευτὴς κ. Λεβίδης, ὅστις καὶ τότε ἦτο ἀντιπολιτευόμενος, ὡς τοιοῦτος τυγχάνει καὶ νῦν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι τότε οἰκεῖος αὐτοῦ ἦλθεν εἰς τὴν οἰκίαν μου καὶ μοὶ ἐξεδήλου τὴν ἀγανάκτησίν του, διότι μεταβὰς εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, ζητῶν ἄδειαν, ἵνα ἐπισκεφθῇ ἐν τῇ φυλακῇ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, δὲν ἠδυνήθη νὰ λάβῃ τοιαύτην ἄδειαν. Διὰ ποῖον ἔγκλημα ἤχθη εἰς τὰς φυλακὰς εἷς Βουλευτὴς, καθ’ ὃν χρόνον ἀναφυλλίζετε τὰς 89 χιλιάδας τῶν ποινικῶν δικογραφιῶν, ἵνα εὕρητε, τίνες πρέπει νὰ διεξαχθῶσιν, ἵνα περατωθῶσιν, ἀλλὰ καθ’ ὃν χρόνον αἱ δικογραφίαι τῶν φίλων ὑμῶν κολλῶσιν εἰς τὰ δάκτυλα τῶν ἀναφυλλιζόντων τὰς χιλιάδας καὶ ἐκλείπουσιν ἀπὸ τὰ ἀρχεῖα τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων; Πολλοὶ φίλοι μου καὶ συνάδελφοι ἀναγκάζονται νὰ φρονῶσιν, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ζητῶμεν ἄσυλον εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ὅταν ἡ διοίκησις ἀπειλῇ νὰ μᾶς ἐξοντώσῃ, παραγνωρίζουσα τὰ δικαιώματα ἡμῶν, πλαστογραφοῦσα τοὺς τίτλους μας, ἀναιροῦσα τὰς ἀξιώσεις μας, κωφεύουσα εἰς τὰς φωνάς μας. Ἀλλὰ διότι προσέφυγεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν καὶ ἐζήτησε νὰ τάξῃ ὑπὸ τὴν προστασίαν αὐτῆς, ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῆς Δικαιοσύνης, τὰς διαφόρους ὑποθέσεις τοῦ διοικητικοῦ δικαίου, τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι κατὰ τὰς ἡμέρας ἡμῶν ἀνωρθώθη ἡ δικαιοσύνη; τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ πεποίθησις, ἣν ἐκδηλοῖ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐπὶ τὴν εὐθύτητα καὶ ἀκεραιότητα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ὅτι αὐτὴ ἡ πεποίθησις ἐκρατύνθη, ἀφ’ ἧς ἀνέτειλεν ἐπὶ τοῦ ὁρίζοντος ὁ κ. Βουλπιώτης; Καὶ γνωρίζετε, ποῖος εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ταῦτα λέγων; Ἐλησμόνησεν, ὅτι προχθὲς ἔτι, ὅτι κατὰ τὸν λήξαντα μῆνα ἐτελέσθη σκάνδαλον ἐν τῇ αἰθούσῃ Δικαστηρίου κατὰ τὴν διεξαγωγὴν ἐντολῆς, ἣν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶχεν ἀναθέσει εἰς τὰ Δικαστήρια, ὅπως ἐξετάζωσι καὶ ἀποφαίνωνται περὶ τοῦ κύρους τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν; Ἦτο νόμιμος καὶ ἐπικυρωτέα, ἦτο παράνομος καὶ ἀκυρωτέα ἡ ἐκλογή, περὶ ἧς ὁ λόγος; δὲν τὸ γνωρίζω· γνωρίζω μόνον, ὅτι ὁ ἐκλεχθεὶς ἀνεδείχθη διὰ πλειοψηφίας δύο μόνον ψήφων, καὶ ὅτι ἑκατοστύες ἐνστάσεων εἶχον ὑποβληθῆ κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς ταύτης· ὡσαύτως δὲ γνωρίζω, ὅτι τὰ πρακτικὰ τῆς ἐκλογῆς ἔφθασαν εἰς Σῦρον ἡμέραν τινὰ, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἐτελέσθησαν πᾶσαι αἱ πράξεις, ἀπὸ τῆς διὰ τοῦ ταχυδρομείου μετακομίσεως εἰς Σῦρον τῶν πρακτικῶν μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἀποφάσεως, δι’ ἧς ἐπεκυρώθη ἡ ἐκλογή. Βεβαίως τιμῶ τὴν παῤῥησίαν καὶ τὴν εἰλικρίνειαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν, ὅσον κατακρίνω τὴν δολιότητα καὶ ὑπουλότητα, μάλιστα ὅταν πρόκηται περὶ ὑποθέσεων, ἀναγομένων εἰς τὴν δικαιοσύνην, οἷαί εἰσιν αἱ τῆς διοικήσεως τῆς πολυτίμου ταύτης ἐξουσίας, ἥτις εἶναι τὸ στέγασμα καὶ ἡ ἐλπὶς καὶ ἡ παρηγορία τοῦ πολίτου. Εἶχεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν παῤῥησίαν νὰ εἴπῃ, ὅτι συνέστησεν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν κατὰ τὸ 1885 νὰ προσέξῃ, ἵνα ἀπονεμηθῇ ἡ δικαιοσύνη εἰς ἕνα ὑπόδικον δημοσιογράφον, ὅστις ὡς τοιοῦτος ἐτύγχανεν ἐκτεθειμένος εἰς τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμόν. Οἱ δημοσιογράφοι ἐκφέρουσι γνώμας ἐπὶ τῶν δημοσίων πραγμάτων, ἐπαινοῦσι καὶ κατακρίνουσι τοὺς κυβερνῶντας καὶ προκαλοῦσι τὴν εὔνοιαν ἢ τὴν μῆνιν αὐτῶν. Ὁ δὲ ὑπόδικος κατὰ τὸ 1885 δημοσιογράφος ἦτο ἐπαινέτης καὶ τότε τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, καὶ κατήγορος καὶ ὑβριστὴς μάλιστα ἡμῶν. Ἀλλ’ ἂν τιμῶ τὴν παῤῥησίαν τοῦ κ. Κοντογούρη, ὁμολογήσαντος ὅτι ἐφείλκυσε τὴν προσοχὴν τοῦ τότε Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ἵνα φροντίσῃ νὰ μὴ ἀδικηθῇ ὁ ὑπόδικος ἐκεῖνος δημοσιογράφος, ὅστις κατηγόρει καὶ ὕβριζεν ἡμᾶς, ὀφείλω νὰ ἀρνηθῶ τοιοῦτον αἴσθημα πρὸς ἐκείνους, οἵτινες παρίστων εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Τάκην ὡς σπουδαστήν, ἵνα ἀποδείξωσι δὲ, ὅτι ἐξησφάλισαν τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἐπεκαλοῦντο τοὺς νόμους, οὓς κατεσκεύασαν, ἵν’ ἀποφύγωσι τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών των, καὶ μετατοπίσωσιν αὐτὴν ἐπὶ τῆς ράχεως ἐκείνων, οἵτινες, ὄργανα αὐτῶν γενόμενοι, ὑπηρετοῦσι τοὺς σκοποὺς καὶ τὰ συμφέροντα αὐτῶν. Ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην, ἣν ἐδήλωσεν, ὅτι ἔχει ὁ κατὰ τὸ 1885 Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης περὶ τοῦ κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ἀρχαιοτάτου δικαστικοῦ ὑπαλλήλου. Ἔχω πεποίθησιν ἐπὶ τὴν εὐθύτητα αὐτοῦ, εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι, καὶ ἂν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν παρεκάλει αὐτὸν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του, ἵνα ἀπονεμηθῇ πλήρης ἡ δικαιοσύνη εἰς τὸν τότε ὑπόδικον ἐπὶ ἀνθρωποκτονίᾳ δημοσιογράφον, ὁ δικαστικὸς ἐκεῖνος λειτουργὸς ἤθελεν ἐκπληρώσει τὸ καθῆκόν του, καὶ ἤθελεν ἐργασθῆ, ἵνα ἀπονεμηθῇ πλήρης καὶ ἀκεραία ἡ δικαιοσύνη. Ἀλλ’ ἂν διὰ τοὺς λόγους τούτου φρονῶ, ὅτι ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προέβη εἰς πρᾶξιν μὴ ἀναγκαίαν, δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἐπικρίνω αὐτὸν διὰ τοῦτο. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐγνώριζεν, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἐκείνης τῆς ἐποχῆς εἶχεν ἀδικηθῆ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς παρελθούσης τριετίας, τὸ ὁποῖον ἐξύμνει ὁ ὑπόδικος δημοσιογράφος, ἐγνώριζεν, ὅτι ὁ κ. Ῥάδος εἶχε τοσοῦτον ἀδικηθῆ, ὥστε εὐλόγως ἤθελε κριθῆ ὡς ὑπὸ ταπεινῆς ἐμπαθείας ὑπαγορευθεῖσα ἡ διαγωγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὸ 1883 καὶ 1884 πρὸς τὸν κ. Ῥάδον. Εἶναι ἀναγκαῖον νὰ σᾶς ἐξηγήσω τὰ περὶ τούτου, διὰ νὰ σχηματίσητε γνώμην περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν οἱ διοικοῦντες τὴν δικαιοσύνην διεχειρίζοντο τότε αὐτήν. Ὁ κ. Ῥάδος ἦτο Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἐν Ἀθήναις, ὁ δ’ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπέλαβεν, ὅτι ἤθελεν ἐξυπηρετήσει τὴν Δικαιοσύνην, ἐὰν ἐπρότεινε τὴν μετάθεσιν αὐτοῦ εἰς ἄλλο Ἐφετεῖον. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἐλέγξῃ τὸ Ὑπουργὸν διὰ τοῦτο, διότι τοιαύτην εἶχε πεποίθησιν, ἀλλὰ τὰ συμφέροντα τοῦ κ. Ῥάδου δὲν ἐπέτρεπον αὐτῷ νὰ μεταβῇ εἰς τὸ Ἐφετεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον μετετίθετο, προετίμα δὲ νὰ παύσωσιν αὐτὸν, ἀντὶ νὰ τὸν μεταθέσωσι, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ λάβῃ τὴν ὀφειλομένην αὐτῷ σύνταξιν. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς ἐπεθύμει νὰ μὴ γένηται δυνατὸν νὰ δοθῇ ἡ σύνταξις εἰς τὸν κ. Ῥάδον, ὅπως ἀφαιρεθῇ καὶ ὁ ἄρτος αὐτοῦ, καὶ διὰ τῆς πείνης βιασθῇ νὰ μεταβάλῃ φρόνημα. Ὁ κ. Ῥάδος δὲν μετέβη εἰς Κέρκυραν, ὅπου, ἂν δὲν σφάλλω, εἶχε μετατεθῆ, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅμως δὲν ἔπαυεν αὐτὸν, καὶ οὕτω, ἐπὶ ἓν καὶ πλέον ἔτος μένων ἐνταῦθα, ἐστερήθη καὶ τοῦ μισθοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς συντάξεως, ἥτις ὠφείλετο αὐτῷ κατὰ νόμον, διότι εἶχε κεκτημένον τὸ πρὸς ταύτην δικαίωμα. Τὰ μέτρα ταῦτα δὲν ἀπαγορεύονται ἐν πολέμῳ, διότι οἱ στρατοὶ οἱ πολιορκοῦντες, ἵνα ἀναγκάσωσι τοὺς πολιορκουμένους νὰ παραδοθῶσιν, ἐπιτρέπεται νὰ παρακωλύωσι τὰς σιτοπομπὰς καὶ νὰ καταστρέφωσι τὰ ὑδραγωγεῖα, ὅπως οἱ πολιορκούμενοι μὴ δύνανται νὰ πορίζωνται ἄρτον, μηδ’ ἔχωσιν ὕδωρ, ἀναγκασθῶσι δὲ νὰ παραδοθῶσιν. Ἀλλὰ τοιαύτην τακτικὴν δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μετέλθῃ κατὰ δικαστικοῦ λειτουργοῦ, ὅστις ὑπηρέτει 28 ἔτη, διώξας αὐτὸν ἐντεῦθεν, μὴ στέργων δὲ νὰ παύσῃ αὐτὸν μὴ ἀπερχόμενον εἰς τὴν θέσιν του, ἵνα μὴ δυνηθῇ νὰ λάβῃ τὴν σύνταξίν του. Ὁ κ. Κοντογούρης ἐγνώριζε ταῦτα, καὶ ἐγνώριζεν, ὅτι ἡ ἀνθρωπίνη φύσις εἶναι ἀτελὴς, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει αἷμα καὶ νεῦρα, ὅτι ὀργίζεται καὶ ἀγανακτεῖ, ὅτι ἐρεθίζεται ἰδίως ὅταν ἀδικῶσιν αὐτὸν κατὰ τοιοῦτον τρόπον· συνέλαβε λοιπὸν τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἐνδεχόμενον εἶναι ὁ τότε Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, τοσοῦτον τεθλιμμένος καὶ τοσοῦτον ἠδικημένος, νὰ λησμονήσῃ τὴν ἀπόλυτον καὶ πλήρη δικαιοσύνην, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ δικασθῇ δημοσιογράφος, ὅστις καθ’ ὅλην τὴν τριετίαν ἠγωνίζετο νὰ πείσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι οἱ οὕτω διοικοῦντες εἶχον ἐγκαταστήσει διοίκησιν τῆς πολιτείας τοῦ Πλάτωνος ἢ διοίκησιν τῶν Οὐρανίων μονῶν. Ἀλλ’ ἂν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τοιαύτην ἔλαβεν ἀξιέπαινον πρόνοιαν, ἐκδηλοῖ τοῦτο ἐπέμβασιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν δικαστικήν; Ἡ ἐπέμβασις ἐκδηλοῦται οὐχὶ ἐκ τοιούτου διαβήματος, ἀλλ’ ἐπιφαίνεται ὅταν ἀπὸ τοῦ Ἐφετείου τῶν Πατρῶν παραλαμβάνωσι τὸν Εἰσαγγελέα καὶ στέλλωσιν αὐτὸν κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐκδικάσεως μιᾶς ποινικῆς δίκης εἰς Λάρισσαν, ὁ δὲ Εἰσαγγελεὺς οὗτος, ἅμα ἀφικόμενος, παρίσταται ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου καὶ προτείνει τὴν ἀθώωσιν Γραμματέως Νομαρχίας, ὅστις ἐδικάζετο ἐπὶ δωροδοκίᾳ, καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου τοσαῦται ἔλαβον χώραν πλοκαὶ ἐν τῇ διοικήσει, ὥστε πολλάκις ἠναγκάσθησαν τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης ν’ ἀπασχοληθῶσιν ἕνεκα τῆς ὑποθέσεως ἐκείνης. Καὶ διότι ὁ κ. Κοντογούρης, κρειττωνιστὴς, ὡς γνωρίζετε, ἐξ ἁβρότητος ἠγόρευσεν εὐφήμως περὶ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος Εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν Μπούφη, ὅτε μετετέθη ἐκ τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν εἰς τὴν Λάρισσαν, σκοπῶν νὰ ἐπικρίνῃ τὴν μετάθεσιν αὐτὴν, ζητεῖτε νὰ ἀνακαλύψητε αὐτὸν ἀντιφάσκοντα, διότι κατέκρινε τὸν δικαστικὸν ἐκεῖνον λειτουργὸν, ὡς καταστήσαντα ἑαυτὸν ὄργανον ἀσυνείδητον τῆς ἐπεμβάσεως τῶν Ὑπουργῶν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν! Ἡ εὔφημος μνεία, ἣν ὁ κ. Κοντογούρης ἐποιήσατο τοῦ κ. Μπούφη, ἤρκει ἵνα λημονήσωμεν τὸν κ. Μπούφην, μεταβάντα εἰς Κραβασαρᾶν καὶ Βάλτον, καὶ σύραντα ὄπισθέν του ἀνακριτὰς ἐκτάκτους καὶ πρὸς τοῦτο εἰδικῶς διορισθέντας, καὶ μετελθόντα τὴν δικαστικὴν λειτουργίαν ὡς μέσον ἐκβιάσεως πολιτικῶν ἀνδρῶν, ὅπως ἐγκαταλείψωσι τὰς πολιτικὰς τάξεις των καὶ μεταβάλωσι φρόνημα, ὑπαχθῶσι δ’ εἰς ὑμᾶς; Ἢ νομίζετε, ὅτι ἐλησμονήσαμεν, ὅτι αὐτὸς ὁ δικαστικὸς λειτουργὸς, δὲν παρῆλθον ἀκόμη τεσσαράκοντα ἡμέραι, ἐγένετο ἀφορμὴ σκανδάλου, τὸ ὁποῖον ἔθηκε τὴν κοινωνίαν πᾶσαν ἐν ἀνησυχίᾳ, κατέστησεν ἀμφίβολον τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν, καὶ τὸ ὁποῖον διὰ νὰ ἀρθῇ ἐδέησε νὰ προσλιπαρήσωσι τὴν ἐπικουρίαν ἐκείνου, ὑπὸ τὴν ὁποίαν πάντοτε κρύπτεσθε, ὅπως σωθῆτε, ὁσάκις περιήλθατε εἰς περιπλοκὰς καὶ κινδύνους; Καὶ ἠκούσατε τὸν νῦν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης κατηγοροῦντα τὴν διοίκησιν τοῦ 1885, καὶ καταγγέλλοντα ἡμᾶς, ὅτι δὲν ἐπράξαμεν μόνον τὸ κακὸν τῆς καταργήσεως τῶν Ἀρχειοφυλακείων, ἀλλ’ ὅτι κατηργήσαμεν καὶ τὴν ἐποπτείαν τῶν Δικαστηρίων. Γνωρίζετε δὲ ποίαν τινὰ κατάργησιν τῆς ἐποπτείας τῶν Δικαστηρίων ἐνομοθετήσαμεν ἡμεῖς; Εὕρομεν, ὅτι κατὰ τὸ 1884 ἐδαπανήθησαν εἰς ἐπιθεώρησιν τῶν Δικαστηρίων δραχμαὶ 4141, καὶ ἠρωτήσαμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, ἂν διὰ τοιαύτης δαπάνης κατωρθώθη ἡ ἐπιθεώρησις τῶν Δικαστηρίων, ἢ μήπως ὁ λόγος τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν Δικαστηρίων χρησιμεύει καὶ αὐτὸς ὡς πρόσχημα διὰ νὰ δημιουργήσῃ ἓν νέον ῥουσφέτι, οὕτω δ’ ἀποστέλλωνται χάριν τῆς ὑγείας ἢ ἄλλων ἀναγκῶν ὡρισμένα πρόσωπα τῆς εὐνοίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀπολαύοντα. Ὅθεν ἐφροντίσαμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 νὰ διαγράψωμεν τὴν πίστωσιν, ἥτις εἶχεν ἀναγραφῆ πρὸς ἐπιθεώρησιν τῶν Δικαστηρίων, ἵνα περιστείλωμεν τὴν πρὸς τοιαύτας χάριτας ἐξουσίαν τῶν Ὑπουργῶν. Ἤθελον ζητήσει ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τότε οἱ ἀποσταλέντες πρὸς ἐπιθεώρησιν τῶν Δικαστηρίων, διὰ νὰ ἀνεύρω ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ τὸ ἀντίτιμον τῆς δαπάνης τῶν 4,000 δραχμῶν. Ἐπεθύμουν μάλιστα νὰ μάθω, τίνες ἦσαν οἱ ἀποσταλέντες ἐπόπται. Ὅταν δὲ ἀνακοινωθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν αἱ δύο αὗται πληροφορίαι, θέλετε πεισθῆ ὅτι εἶχον δίκαιον, ὅτε εἶπον, ὅτι δὲν ἦτο δαπάνη πρὸς πλήρωσιν δημοσίας ὑπηρεσίας, ἀλλὰ δαπάνη πρὸς ἐξυπηρέτησιν προσωπικῶν συμφερόντων καὶ πρὸς χορηγίαν προστασίας πρὸς τοὺς εὐνοουμένους. Ἐν χρόνῳ δὲ, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους ἦτο τοιαύτη, ὁποία ἦτο κατὰ τὸ 1885, ὅτε ἐκλήθημεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, ὑπελάβομεν ὅτι, ἐνῷ δὲν ἠθέλομεν ἐκθέσει εἰς κίνδυνον τὸ συμφέρον τῆς δικαιοσύνης, ἠδυνάμεθα νὰ θεραπεύσωμεν αὐτὸ, ἐὰν ἀντὶ εἰδικῶν ἐποπτῶν ἀπῃτοῦμεν παρὰ τῶν Εἰσαγγελέων ἑκάστου Δικαστηρίου νὰ ὑποβάλωσι τὴν ἔκθεσιν, ἣν κατὰ τὸν Ὀργανισμὸν τῶν Δικαστηρίων ὀφείλουσι νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἐκ τῶν ὁποίων ἠθέλομεν πορισθῆ περὶ τῆς καταστάσεως τῶν Δικαστηρίων πληροφορίας πληρεστέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἐπορίσθησαν κατὰ τὸ 1884 παρὰ τῶν τότε ἀποσταλέντων ἐποπτῶν. Ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον εἶχον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890, ὅτε ἔλαβον τὸν λόγον, ὡς καὶ κατὰ τὰ τρία ἔτη 1882, 1883 καὶ 1884, ὡς καὶ κατὰ τὰ προηγηθέντα ἔτη τοῦ ἐφετεινοῦ, ὁσάκις ἠγόρευσα περὶ ἀπονομῆς τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ὁ σκοπός μου ἦτο νὰ παραπονεθῶ κατὰ καταστάσεως, καθ’ ἣν ἡ ἐνέργεια τῶν γιγνομένων καταμηνύσεων, ἡ ὤθησις πρὸς τὰς ἀνακρίσεις, ἡ ποινικὴ καταδίωξις τέλος πάντων τῶν καταγγελλομένων ἐξαρτᾶται ἐκ μόνης τῆς θελήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως. Οἱ Εἰσαγγελεῖς, οὓς ὁ νόμος δὲν ἔταξεν ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, οὓς περιέβαλε διὰ καθηκόντων σοβαρωτάτων, τὰ ὁποῖα καθιστῶσι τὸ ἀξίωμα πολύτιμον καὶ χρησιμώτατον εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, οἱ Εἰσαγγελεῖς κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἐξέπεσαν εἰς τὴν τάξιν τῶν τυφλοτέρων ὀργάνων τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, ἑπομένως δὲν ἐπεθυμοῦμεν νὰ ἐξαρτᾶται ἡ ποινικὴ καταδίωξις ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἢ ἄλλου Ὑπουργοῦ, τοῦ ὁποίου ὄργανα γίγνονται οἱ Εἰσαγγελεῖς, νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ αὐτοὺς τὸ νὰ καταδιώκωνται ἢ νὰ μένωσιν ἀκαταδίωκτοι, ποῖαι ποινικαὶ ἀνακρίσεις πρέπει νὰ διεξάγωνται καὶ ποῖαι νὰ μένωσιν ἐκκρεμεῖς μέχρι τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν θέλει ἐπέλθει ἡ παραγραφὴ καὶ θέλουσιν ἀμνηστευθῆ οἱ κατηγορούμενοι. Ἀφοῦ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μετέβαλεν ἑαυτὸν ἀπὸ ἀπολογουμένου εἰς κατήγορον, ἀπὸ ἐγκαλουμένου εἰς Εἰσαγγελέα, ἀπεφάσισε νὰ ἐπιδείξῃ καὶ τὰ πραγματικὰ ἀγαθὰ, τὰ ὁποῖα παρέσχεν εἰς τὸ Κράτος πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς δικαιοσύνης. Ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν καὶ φίλου μου κ. Κοντογούρη, δὲν νομίζω, ὅτι διὰ τοῦ νόμου περὶ κανονισμοῦ τῶν μεταθέσεων τῶν Πρωτοδικῶν ἢ περὶ κανονισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἀνακρίσεως ἐξυπηρετεῖται τὸ συμφέρον τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἐδημιουργήθη ἓν μηχάνημα, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέλει κατορθόνει νὰ ὑποκαθιστᾷ εἰς τὴν εὐθύνην αὐτοῦ τὴν εὐθύνην ἄλλου, ὅστις κατὰ δυστυχίαν δὲν ἔχει οὔτε θέλησιν οὔτε γνώμην, ἀλλ’ ἐνεργεῖ ἢ γνωμοδοτεῖ κατὰ τὴν θέλησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Φρονῶ ὅτι, ἐὰν οἱ Εἰσαγγελεῖς, καθ’ ὃ ἔχουσι καθῆκον, ἐφώτιζον τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης περὶ τῆς χρησιμότητος ἢ μὴ δικαστοῦ τινος, περὶ τοῦ συμβιβαστοῦ ἢ μὴ τῶν καθηκόντων του μετὰ τῶν περιστάσεων τοῦ τόπου, ἐν ᾧ ἑδρεύει, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠδύνατο ν’ ἀρύηται ἐκ τῶν ἐκθέσεων τούτων τὰ φῶτα, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην. Ἀλλὰ δὲν φρονῶ, ὅτι δὲν ἠδύνατο ν’ ἀρύηται φῶτα ἐξ ἄλλης λυχνίας, οὐδ’ ὅτι, ὅταν τοιαῦται ὑποβάλλωνται ἐκθέσεις, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκτελῇ τὰς ἐν αὐταῖς προτάσεις καὶ νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν μετάθεσιν τῶν δικαστῶν, μετὰ ταῦτα δὲ νὰ προβάλλῃ, ὅτι αὐτὸς οὐδὲν ἔπραξε, διότι συνεμορφώθη ἁπλῶς μὲ τὸν νόμον, διότι ἐξετέλεσεν ὅ,τι οἱ Εἰσαγγελεῖς ὑπέβαλον εἰς αὐτόν. Ἡ εὐθύνη τοῦ Εἰσαγγελέως δὲν μοὶ ἀρκεῖ, ζητῶ δὲ τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι ἐν συνταγματικοῖς Κράτεσιν οὐδεὶς ἕτερος πρέπει νὰ εὐθύνηται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἰμὴ μόνον αὐτός, οὐδὲ πρέπει νὰ ζητῇ νὰ κρύπτηται ὄπισθεν τῶν Εἰσαγγελέων καὶ τῶν νομικῶν συμβούλων. Ὀφείλει ὁ Ὑπουργὸς ν’ ἀκούῃ τὴν γνώμην τῶν Εἰσαγγελέων καὶ τῶν νομικῶν συμβούλων, νὰ συμπληρῇ τὰ φῶτα αὐτοῦ διὰ τῶν φώτων ἀνδρῶν ἐντριβῶν περὶ τὸ δίκαιον ἢ περὶ εἰδικάς τινας γνώσεις, ἀλλὰ διὰ πᾶσαν πρᾶξιν εὐθύνεται αὐτός. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι, ἂν ἡ Ἀντιπολίτευσις κληθῇ εἰς τὴν ἀρχὴν, ἓν τῶν πρώτων αὐτῆς καθηκόντων ἔσεται ἡ μεταβολὴ τοιούτου νόμου.
§37ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ κατάργησις, διότι συντελεῖ εἰς τὴν ἐξαχρείωσιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας.
§38ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ὁμιλοῦσι περὶ τοῦ σεβασμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχουσι πρὸς τὴν δικαιοσύνην, περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον, ἵνα ἐξασφαλίσωσι τὴν ἀπονομὴν αὐτῆς! Καὶ ὁμιλοῦσιν ἄνθρωποι, οἵτινες τὴν Εἰσαγγελικὴν ἀρχὴν, τὴν μετὰ τοσούτων δικαιωμάτων περιβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ νόμου, εἰς ἣν ἀνετέθησαν καθήκοντα τοσοῦτον ἀκροσφαλῆ, ἐζήτησαν δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου νὰ ταπεινώσωσι καὶ καταστήσωσιν ὄργανον πρὸς θεραπείαν παθῶν ἢ ἐκδικήσεων! Καὶ ἐξαρτᾶτε τὴν μονιμότητα τῶν δικαστῶν, κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, ἀπὸ τὴν διάθεσιν τοῦ κ. Μπράβου, Εἰσαγγελέως, τοῦ ὁποίου ἐνθυμεῖσθε τὸ περίφημον ἐκεῖνο ἔγγραφον, δι’ οὗ εἰσήγαγον εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Μεσολογγίου ποινικὴν ὑπόθεσιν, ἔγγραφον πρότυπον ἀμαθείας καὶ πιστοποιητικὸν ἀβελτηρίας! Καὶ ὁμιλοῦσι περὶ βελτιώσεως, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγον εἰς τὰς ἀνακριτικὰς ἐργασίας, καὶ νομίζουσιν ὅτι ἐλησμονήσαμεν τὰς ἐνεργείας τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν αὐτουργῶν τῆς κλοπῆς τοῦ Νομισματικοῦ Μουσείου! Νομίζουσιν, ὅτι ἐλησμονήσαμεν τὴν περίφημον ἀνάκρισιν πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν αὐτουργῶν τῆς κλοπῆς ἑνὸς δακτυλιολίθου, τὸν ὁποῖον ἔφερεν εἰς τὸν δάκτυλον ὁ ἀξιότιμος κ. Ἰωάννης Ζωγράφος, ὅτε ἡ Εἰσαγγελία ἐκαυχᾶτο, ὅτι κατέσχεν αὐτὸν, ὅτε ἐδέησεν αὐτὸς ὁ ἀνακριτὴς νὰ μεταβῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα ὁ Ὑπουργὸς αὐτὸς ἀποσφραγίσῃ τὸ κυτίον καὶ ἀνεύρῃ τὸ σῶμα τοῦ ἐγκλήματος! Νομίζουσιν, ὅτι ἐλησμονήσαμεν τὰς ἀνακρίσεις πρὸς ἀνεύρεσιν καὶ καταδίωξιν τῶν ἀρχαιοκαπήλων, ἐν ᾧ ἀκόμη περιμένω τὴν ἔκθεσιν τοῦ Γενικοῦ Προξένου τῶν Παρισίων περὶ ἀρχαιοκαπήλων, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος μοὶ ἔλεγον, ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ καταθέσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν ἕνεκα τῆς ἐκκρεμότητος τῆς ποινικῆς ὑποθέσεως, τὴν ὁποίαν ὅμως ἔκθεσιν καὶ μετὰ τὸ πέρας τῆς ποινικῆς ὑποθέσεως δὲν κατέθηκαν εἰς τὴν Βουλὴν! Νομίζετε τέλος πάντων, ὅτι ἐλησμονήσαμεν τὰς ἐνεργείας τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς ἐπὶ τῆς περιφήμου ὑποθέσεως τοῦ φόνου τοῦ πολίτου ἐκείνου, ὅστις, ἀκολουθῶν ἢ μετέχων διαδηλώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, κατά τινα ἑορτὴν, ἐπυροβολήθη ἐξ ἐνέδρας εἰς τὸ στενὸν τῆς Ῥόμβης, καὶ ἔπεσε θῦμα, στερηθεισῶν τῶν ἀδυνάτων ἀδελφῶν του τοῦ προϊόντος τῆς ἐργασίας του; Τί ἔπραξεν ἐπὶ τούτου ἡ ἀνάκρισις μέχρι τοῦδε; Οὐδὲν ἔπραξεν, οὐδεὶς κατεδιώχθη, οὐδὲ ἀνεκρίθη. Ἐπεθύμουν νὰ ἐγνώριζον, ὅτι ἤθελε γίνει σήμερον ἡ συζήτησις αὕτη, διότι ἤθελον κομίσει εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφα, ἐξ ὧν ἤθελον πορισθῆ καὶ ἀνακοινώσει πληροφορίας περὶ καταδιώξεως ποινικῆς, γενομένης μετὰ μεγάλης σπουδῆς κατὰ δικηγόρου, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι οὗτος εἶχε φθείρει τὴν ὁδὸν, ἥτις διήρχετο διὰ τοῦ κτήματός του, ὅτε δ’ ὁ Μηχανικὸς τῆς πόλεως, παρασταθεὶς ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου καὶ ἐξεταζόμενος, ἐβεβαίου, ὅτι δὲν ὑπῆρξε φθορὰ τῆς ὁδοῦ, ἠρώτησεν αὐτὸν ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου, διὰ τίνα λοιπὸν λόγον κατήγγειλε τὸν πολίτην ἐπὶ φθορᾷ τῆς ὁδοῦ; Ὁ δὲ Μηχανικὸς ἐξήγαγεν ἐκ τοῦ θυλακίου του τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου παρηγγέλλετο ἀπὸ ἕνα Ὑπουργὸν νὰ καταδιώξῃ ἐπὶ φθορᾷ ὁδοῦ τὸν δικηγόρον ἐκεῖνον. Τὴν ἐπιοῦσαν μετετέθη ἐκεῖθεν ὁ Μηχανικὸς, ὡς εἴπετο, διότι ἀνέγνω τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο, εἶναι δ’ οὗτος ὁ κ. Ἔσλεν· καὶ ἀναφέρω τὸ ὄνομά του, ἵνα ἀναμνησθῶσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ περὶ τίνος ὑποθέσεως πρόκειται, οὐχὶ ἐν Κερκύρᾳ. Ἡ εὐθύτης τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἡ εὐλάβεια αὐτῶν πρὸς τοὺς νόμους, τῶν ὁποίων ἐτάχθησαν ἐκτελεσταὶ, ὁ σεβασμὸς πρὸς τοὺς συμπολίτας των, οἵτινες παρ’ αὐτῶν ἀναμένουσι τὴν ἀκριβῆ ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των, ἐπιβάλλουσιν εἰς αὐτοὺς τὸ καθῆκον νὰ ἔχωσι θάῤῥος, ὅταν πράττωσι τι, καὶ νὰ μὴ ζητῶσι ν’ ἀποφεύγωσι τὴν εὐθύνην. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ νομοθετηθῇ τὸ ἀμετάθετον τῶν δικαστῶν, δὲν γνωρίζω ἂν ἤθελον δώσει ψῆφον ὑπὲρ τῆς τοιαύτης προτάσεως, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον οἱ νόμοι δὲν ἀπαγορεύουσι τὸ μεταθετὸν, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρέπει νὰ ἦναι ὑπεύθυνος διὰ πᾶσαν μετακίνησιν, δὲν πρέπει δὲ νὰ ζητῇ νὰ κρύπτηται ὄπισθεν ἄλλων, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ λέγῃ μετὰ παῤῥησίας εἰς τὴν Βουλὴν, οὐχὶ ὅτι ἐπρότεινεν αὐτῷ τὴν μετάθεσιν ὁ Εἰσαγγελεὺς, ἀλλ’ ὅτι τοιοῦτοι ἢ τοιοῦτοι λόγοι ὑπηγόρευσαν αὐτῷ τὴν μετάθεσιν ταύτην. Ἂν δ’ ἤθελεν ἐρωτηθῆ, πῶς ἐπείσθη, ὅτι οἱ λόγοι οὗτοι ἦσαν ἀληθεῖς, ἃς ἐπικαλεῖται τότε τὴν γνώμην τῶν Εἰσαγγελέων, οἵτινες ἀνεκοίνωσαν αὐτῷ τὰς πληροφορίας, ὧν ἕνεκα προέβη εἰς τὴν πρᾶξιν τῆς μεταθέσεως. Ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ φέρῃ τὴν εὐθύνην, ἵνα ἀποφύγῃ αὐτὴν ὁ Ὑπουργὸς, τοῦτο εἶναι πλαστογράφησις τῆς συνταγματικῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Οἱ Εἰσαγγελεῖς πρέπει νὰ φέρωσιν εὐθύνην διὰ τὴν ἀκρίβειαν τῶν πληροφοριῶν, ἃς ἀνεκοίνωσαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ὁ Ὑπουργὸς προέβη εἰς τὴν πρᾶξιν τῆς μεταθέσεως. Ἂν δ’ ἐπεθύμησαν ν’ ἀποφύγωσι τὴν εὐθύνην, τοιοῦτον προβαλόντες νόμον, ἔπραξαν ὅ,τι ἔπραξαν ἐπὶ πάντων τῶν λοιπῶν κλάδων, ἔπραξαν ὅ,τι ἔπραξαν ὅταν προέτειναν τὸν νόμον περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων, ὅταν προέτειναν πολλοὺς ἄλλους νόμους, διὰ τῶν ὁποίων ἐδημιούργησαν ἄλλους ὑπευθύνους, ἵνα ἀποφύγωσι τὸν ἔλεγχον τοῦ Κοινοβουλίου.
§39ΡΑΛΛΗΣ. Ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνεγίνωσκε τοὺς πίνακάς του, μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν εἷς ἀριθμὸς, σχετικὸς πρὸς τὰς παρ’ ἐμοῦ γενομένας μεταβολὰς, ὃν ἐτόνισεν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν, ὅτι κατὰ τὸ 1882 ἔλαβον χώραν 327 μεταθέσεις.
§40ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Καθ’ ὅλον τὸ ἔτος.
§41ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι τοῦτο πραγματικὸν, διότι τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου ἀνέλαβον τὴν 4ην Μαρτίου 1882, ἐκ δὲ τοῦ πίνακος, ὃν ἔχω ὑπ’ ὄψιν, ἐκ προχείρου ἐξετάσεως ἐξάγω τὰ ἑξῆς. Ἀληθῶς ἀπὸ τῆς 4ης Μαρτίου μέχρι τέλους τοῦ ἔτους μετετέθησαν πρωτοδίκαι 60 καὶ εἰρηνοδίκαι 261. Ἀλλὰ πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἀριθμῶν τούτων πρέπει νὰ ἔχῃ τις ὑπ’ ὄψει τὰς ἑξῆς περιστάσεις· αʹ) ὅτι ἡ Κυβέρνησις, εἰς ἣν ἔλαβον μέρος κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἦλθε μετὰ γενικὰς ἐκλογάς· βʹ) ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ συστήσῃ ἢ μᾶλλον ἀνασυστήσῃ τὰ ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις Δικαστήρια, διότι ἐπῆλθεν ὁ νόμος, ὁ καταργήσας τὰ διὰ Β. Διατάγματος συσταθέντα. Ὁ ἀριθμὸς λοιπὸν τῶν μετατεθέντων εἰρηνοδικῶν καὶ δικαστῶν πρέπει νὰ καταλογισθῇ εἰς τὰς δύο ταύτας περιστάσεις, αʹ) εἰς τὴν κυβερνητικὴν μεταβολὴν, οὐδὲ δυνάμεθα νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας, ἀφοῦ εἶναι κοινῶς γνωστὸν, ὅτι πᾶσα κυβερνητικὴ μεταβολὴ συνεπάγεται μεταβολὰς καὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν Δικαστηρίων, καὶ βʹ) εἰς τὴν ἀνασύστασιν τῶν Δικαστηρίων τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Διὰ τοῦτο ὅμως ἀκριβῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τοὺς κατόπιν ἀριθμοὺς, δηλαδὴ τοὺς τοῦ 1883, διότι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο δὲν συμπίπτει οὐδεμία τῶν δύο ἀφορμῶν τῶν μεταθέσεων. Τίνα δὲ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἔτους 1883; Σχετικῶς πρὸς τὴν ἰδίαν μου διεύθυνσιν τοῦ ἔτους ἐκείνου, εὑρίσκω τὰ ἑξῆς ἐν τῷ πίνακι· μεταθέσεις πρωτοδικῶν τέσσαρες ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου μέχρι 12 Ἰουλίου, μεταθέσεις εἰρηνοδικῶν τριάκοντα πέντε. Αἱ πλεῖσται ἐξ αὐτῶν ἐγένοντο συνεπείᾳ προαγωγῶν ἢ ἀπολύσεων. Οὕτως ἐγὼ ἐν ὅλῳ μετέθεσα κατὰ τὸ διάστημα τῆς διευθύνσεώς μου, διαρκεσάσης ἐπὶ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος, 70 δικαστὰς καὶ 296 εἰρηνοδίκας· ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσητε, πόσους μετέθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὸ τριετὲς διάστημα τῆς διευθύνσεώς του; ἀκούσατέ το. Μετέθεσε 260 δικαστὰς καὶ 765 εἰρηνοδίκας. Σημειώσατε δὲ, ὅτι αἱ περισσότεραι τῶν μεταβολῶν τούτων ἔλαβον χώραν, οὐχὶ ἀμέσως καὶ μετὰ τὴν σύστασιν τῆς νέας Κυβερνήσεως. Εἶχε δηλαδὴ κατ’ αὐτὰς συσταθῆ ἤδη ἡ νέα Κυβέρνησις, εἶχε προβῆ εἰς τὰς πρώτας μεταβολὰς, τὰς ὁποίας ἀναγνωρίζω ὡς ἀναποφεύκτους, καὶ αἵτινες δικαιολογοῦσι τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἔχομεν καὶ διὰ τὰ ἔτη 1885 καὶ 1886. Ἀλλὰ μετ’ αὐτὰς, καίτοι εἶχεν εἰς χεῖράς του τὸν νόμον, ὅστις δὲν ἐπιτρέπει ἢ ὡρισμένας μεταθέσεις, προέβη εἰς πλείστας τοιαύτας. Οὕτως ἐν τῷ πίνακι εὑρίσκω, ὅτι ἀπὸ 10 Μαΐου μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 1886 μετέθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς 89 δικαστὰς καὶ 260 εἰρηνοδίκας. Σημειώσατε δὲ, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο τότε περὶ ἀνασυστάσεως Δικαστηρίων. Ἐγὼ μετέθεσα ἀληθῶς ἀπὸ τῆς 4 Μαρτίου μέχρι τέλους τοῦ 1882 66 δικαστὰς καὶ 261 εἰρηνοδίκας, ἀλλ’ ἐπρόκειτο τότε περὶ ἀνασυστάσεως Δικαστηρίων. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἠρκέσθη εἰς τὰς μεταθέσεις ταύτας, τὰς ὁποίας ἀναγνωρίζω ὡς ἐπελθούσας συνεπείᾳ τῆς κυβερνητικῆς μεταβολῆς καὶ τῆς πολιτικῆς μεταβολῆς. Κατόπιν, ἤτοι κατὰ τὸ ἔτος 1887 καὶ ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου μέχρι 1 Αὐγούστου, δηλαδὴ καθ’ ἣν ἐποχὴν δὲν ἐπετρέποντο μεταθέσεις, μετέθεσε 37 δικαστὰς καὶ 100 εἰρηνοδίκας, ἀπὸ τῆς 2 δὲ Αὐγούστου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 35 δικαστὰς καὶ 100 εἰρηνοδίκας· δηλαδὴ μετέθεσεν ἐντὸς τοῦ 1887, καὶ μετὰ τὰς μεταθέσεις, τὰς ἐπιβαλλομένας ἐπιτακτικῶς εἰς πᾶν νέον Ὑπουργεῖον μέχρι μέτρου τινὸς, 72 δικαστὰς καὶ διακοσίους εἰρηνοδίκας. Ἐὰν ὅμως ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠκολούθει τὸ παράδειγμά μου, ἀφοῦ ἐπὶ μῆνας ἓξ καὶ 12 ἡμέρας τοῦ 1883 μετέθεσα 4 δικαστὰς, ἤθελε μεταθέσει 8 δικαστὰς, καὶ ἀφοῦ μετέθεσα κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα 35 εἰρηνοδίκας, ἤθελε μεταθέσει 70 τοιούτους. Κατὰ τὸ 1888 ὑπῆρξε φειδωλότερος· μετέθεσεν 27 δικαστὰς καὶ 137 εἰρηνοδίκας.
§42ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἦτο τὸ ἔτος, καθ’ ὃ δὲν εἶχον τὴν ἐλευθερίαν τοῦ μεταθέτειν.
§43ΡΑΛΛΗΣ. Τόσον τὸ χειρότερον δι’ ὑμᾶς, διότι τὴν ἐλευθερίαν ταύτην εἶχον ἐγὼ πάντοτε, μὴ ὑπάρχοντος νόμου περιοριστικοῦ κατὰ τὸ 1883, ἀλλ’ ἐλησμονήσατε τοῦτο. Κατὰ δὲ τὸ 1889 μετέθεσεν 72 δικαστὰς καὶ 162 εἰρηνοδίκας, καίτοι εἶχεν εἰς χεῖρας τὸν νόμον, ὅστις τὸν προήσπιζε κατὰ πάσης ἀπαιτήσεως κομματικῆς. Ἰδοὺ δὲ ποῖα εἶναι τὰ γενικὰ ἀποτελέσματα ὡς πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης· κατὰ τὴν τριετίαν μετέθεσεν ἐν ὅλῳ 260 δικαστὰς καὶ 765 εἰρηνοδίκας. Μετὰ τοιαῦτα ἀποτελέσματα, εἰπέτε μοι, τί δύναται ν’ ἀναμένῃ τις πλέον ἐκ τῆς Δικαιοσύνης; Ἂν παραβάλῃ δέ τις τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ἀποδείξῃ τὴν διοίκησίν του τόσον ἁγνὴν, θέλει εὕρει, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ ἀκριβῶς τοῦ 1885 καὶ 1886 εἶναι μᾶλλον δικαιολογημένοι, παρὰ οἱ ἀριθμοὶ τοῦ 1886, 1887, 1888, 1889. Ἀληθῶς ὁ κ. Σπήλιος Ἀντωνόπουλος μετέθεσεν ἀπὸ τῆς 20 Ἀπριλίου μέχρις 6 Ὀκτωβρίου 1885 102 δικαστὰς, ἀλλὰ πότε; μετὰ κυβερνητικὴν μεταβολήν· καὶ γνωρίζετε, τίς ὑπῆρξεν ἡ κυβερνητικὴ ἐκείνη μεταβολή· ὁ δὲ κ. Κοντογούρης ἀπὸ τῆς 7 Ὀκτωβρίου μέχρι τέλους τοῦ ἔτους μετέθεσε μόνον 15 δικαστάς. Ὁ κ. Κοντογούρης πάλιν ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου μέχρις 29 Ἀπριλίου 1886 μετέθεσε 32 δικαστὰς καὶ εἰρηνοδίκας 92. Ἔχετε λοιπὸν εἰς βάρος τῶν Ὑπουργῶν τοῦ 1885 καὶ 1886 149 ἐν ὅλῳ δικαστικὰς μεταβολὰς καὶ 451 εἰρηνοδικειακάς, ἔχετε δὲ εἰς βάρος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀπὸ τῆς 10 Μαΐου 1886 μέχρι τέλους 1889 260 μεταθέσεις δικαστῶν καὶ 765 εἰρηνοδικῶν. Σημειώσατε ὅμως, ὅτι ὁ πίναξ οὗτος ἐφιλοτεχνήθη εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἔχῃ πρόχειρα τὰ δικαιολογήματα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Εἰς τοὺς μετατεθέντας, λέγει, κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ 1886 περιλαμβάνονται καὶ 69 εἰρηνοδίκαι, ὧν ἡ μετάθεσις ἐγένετο συνεπείᾳ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας· ἐννοεῖ δηλαδή, ὅτι πρέπει νὰ ἐκπέσητε 69 εἰρηνοδίκας μετατεθέντας ἕνεκα τοῦ νόμου περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων. Εἶμαι πεπεισμένος ὅμως, ὅτι αἱ μεταθέσεις αὗται ἐγένοντο πρὸς καταστρατήγησιν τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἴσως θὰ ἦτο καλὸν ὅλοι οὗτοι οἱ πίνακες, τοὺς ὁποίους μετὰ τόσου στόμφου ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι, διότι τότε μόνον θὰ δυνηθῶμεν, νὰ κρίνωμεν ἀσφαλῶς περὶ αὐτῶν. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ἡ μελέτη τῶν ἐν λόγῳ πινάκων θὰ ἔχῃ ἔννοιαν κἄπως γενικωτέραν, διότι ἀκριβῶς θέλομεν δι’ αὐτῆς δυνηθῆ νὰ ἐκτιμήσωμεν τοὺς ποικίλους νόμους, εἰς τοὺς ὁποίους ὀφείλεται ἡ τόσῳ λαμπρὰ κατάστασις τῆς δικαιοσύνης. Ἐρωτήσατε τῳόντι οἱονδήποτε τῶν συμπολιτῶν ὑμῶν, εἰς οἱανδήποτε καὶ ἂν ἀνήκῃ τάξιν, τὸν τραπεζίτην, τὸν κτηματίαν, μέχρι τοῦ τελευταίου κλητῆρος ἐρωτήσατε τίνα γνώμην ἔχει περὶ τῆς ἀπονομῆς ἐν γένει τῆς δικαιοσύνης, καὶ θέλετε δυνηθῆ νὰ ἐκτιμήσητε εἰς ποῖον σημεῖον ἔφθασεν αὕτη, καὶ τίς εἶναι ἡ εὐγνωμοσύνη, ἥτις ὀφείλεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν θὰ ὑπάρξῃ εἷς ἐντὸς τοῦ Κράτους καὶ ἐκτὸς δυστυχῶς αὐτοῦ, ὅστις νὰ μὴ ἔχῃ ἐν τῷ νῷ αὐτοῦ ἐῤῥιζωμένην τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ὑπόθεσις, εἴτε ποινικὴ, εἴτε ἀστική, εἴτε εὐτελὴς, εἴτε σπουδαία, ἐπὶ τῆς τύχης τῆς ὁποίας νὰ μὴ ἐπιδρᾷ ἡ πολιτική. Δύναται νὰ φέρῃ καὶ ἀναγνώσῃ οἱασδήποτε στατιστικὰς πληροφορίας θέλει ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἴτε ἐσφαλμένας εἴτε μὴ ἐσφαλμένας, εἴτε ἀληθεῖς εἴτε ψευδεῖς, δύναται νὰ τὰς συνδυάσῃ κατὰ τρόπον, ὅστις ἴσως δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένος ἐκ τῆς καλῆς πίστεως, ἀλλὰ βεβαίως τὴν ἐντύπωσιν ἐκείνην, τὴν γενικὴν ἐκείνην πεποίθησιν, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ κλονίσῃ ἀπὸ τῆς κοινωνίας ἡμῶν, προκαλῶ δὲ οἱονδήποτε ἐξ ὑμῶν τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως νὰ μοὶ εἴπῃ, ἂν ἔχῃ καὶ τὴν ἐλαχίστην πεποίθησιν ἐπὶ τῆς σημερινῆς καταστάσεως τῆς δικαιοσύνης.
§44ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (δεξιόθεν)....
§45ΡΑΛΛΗΣ. Προκαλῶ ἀκριβῶς ν’ ἀποφανθῇ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λαρίσσης, ὅστις θὰ ἔχῃ εἰσέτι ἐν τῷ θυλακίῳ του αἴτησιν περὶ ἐξαιρέσεως δικαστῶν, πεμφθεῖσαν αὐτῷ ἐκ Βόλου, καὶ ἣν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ὤφειλε νὰ ἀποῤῥίψῃ μετ’ ἀγανακτήσεως, ἐκεῖνος, πρὸς ὃν ἀπευθύνεται, ὅστις ἐν τούτοις τὴν ἐδέχθη καὶ διέταξε πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ, ὅστις ἐπιδιώκεται δι’ αὐτῆς, νὰ προσκομισθῇ ἡ δικογραφία ἐνταῦθα, ἵνα κατορθωθῇ ν’ ἀναβληθῇ ἐπ’ ἄπειρον ἡ ἐκδίκασις ὑποθέσεως, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν τιμὴν μιᾶς οἰκογενείας. Θέλετε νὰ συζητήσωμεν μίαν πρὸς μίαν τὰς ἀποφάσεις, ἓν πρὸς ἓν τὰ βουλεύματα τῶν δικαστῶν, τοὺς ὁποίους προήγαγεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, παραβαίνων ἀληθῶς τὸ καθῆκόν του; τότε θέλετε ἴδει, ποία εἶναι ἡ δικαιοσύνη. Θέλετε νὰ λάβω εἰς χεῖρας τὴν ἀνάκρισιν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἀρχαιοκαπηλίαν; ἀλλὰ θέλετε καλύψει τὸ πρόσωπόν σας ἐξ αἰσχύνης, διότι τοιοῦτο συνεστήσατε Συμβούλιον πρὸς ἐξέτασιν τῆς ῥυπαρᾶς ἐκείνης πράξεως, τῆς κηλιδούσης ἀληθῶς τὴν Ἑλλάδα. Καὶ ὅταν τοιαῦτα ὑπῆρξαν τὰ ἀποτελέσματά σας, ἀληθῶς ἠδύνατό τις νὰ προσδοκᾷ παρ’ ὑμῶν περισσοτέραν μετριοφροσύνην, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἄλλην τινὰ λέξιν. Πρέπει ὅμως νὰ δημοσιευθῶσιν οἱ πίνακες, νὰ ζυγίσωμεν οὐχὶ κατ’ ὀκάδας τὰς χάριτας, ὡς ἐζυγίσθησαν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ μὲ ἕτερον μέτρον, νὰ ἐξετάσωμεν, τίνες εἶναι αἱ καταδικαστικαὶ καὶ τίνες αἱ ἀθωωτικαὶ ἀποφάσεις, νὰ ἴδωμεν, ποῖαι ἀθωώσεις σκανδαλώδεις καὶ ῥυπαραὶ ὑποκρύπτονται ὑπὸ ἀνηκούστου ἐπιεικείας καταδίκας, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ παραστήσωμεν πλήρη τὴν εἰκόνα τῆς δικαιοσύνης. Τὴν εἰκόνα δὲ ταύτην δὲν δύναταί τις νὰ φιλοτεχνήσῃ, σταθμίζων ἀποφάσεις καὶ χάριτας μὲ τὴν ζυγαριὰν ἢ μὲ τὸν στατῆρα, ἀλλ’ ἐρευνῶν, τίς ὑπῆρξεν ἡ ποιότης τῶν ἀποφάσεων τῶν ἀθωωτικῶν καὶ τίς τῶν καταδικαστικῶν, τίνες οἱ λόγοι, οἱ δικαιολογήσαντες τὰς χάριτας. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅπως ὅσον τάχιον οἱ πίνακες, οἱ προσαχθέντες παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τυπωθῶσι, καὶ διανεμηθῶσι.
§46ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δι’ ὅσων ἐξέθηκα πρὸς τὴν Βουλὴν οὐδόλως προὐθέμην κατάκρισιν τῆς διοικήσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν διώκει αὐτὸ ὁ κ. Ῥάλλης. Ἑπομένως πανθ’ ὅσα ὑπὲρ τῆς διοικήσεώς του ὁ κ. Ῥάλλης εἶπεν, ὑποθέτω, ὅτι τυπικῶς καὶ ἐν σχήματι ῥητορικῷ τὰ ἐξέθηκεν, ἀποτεινόμενος πρός με, διότι οὐσιαστικῶς ταῦτα ἐλέχθησαν ὡς ἀπάντησις πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἐχαρακτήρισαν ἀτάσθαλον τὴν διοίκησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Οὐδεμίαν ἔχω ἀντίῤῥησιν, ἵνα τυπωθῶσιν οἱ παρ’ ἐμοῦ κατατεθέντες πίνακες, ἵνα εὐκόλως μελετηθῶσιν. Ὡς πρὸς τὰς χάριτας δὲ καὶ τὴν ἐκτίμησιν αὐτῶν, ἴσως δὲν θὰ ἦναι ἀλυσιτελὲς νὰ διαταχθῇ ἡ ἐκτύπωσις καὶ τριῶν ἄλλων πινάκων, καὶ ἄλλοτε κατατεθέντων, ἐν οἷς φαίνεται ἡ κατὰ ποσὸν καὶ ἐπαρχίας διανομὴ τῶν γενικῶν χαρίτων, τῶν προκληθεισῶν παρ’ ἐμοῦ τὸ 1886, παρὰ τοῦ κ. Ῥάλλη, ὅτε ἦτο Ὑπουργὸς, καὶ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος.
§47ΡΑΛΛΗΣ. Περιλαμβάνετε ὅλας τὰς χάριτας, αἱ ὁποῖαι ἀπενεμήθησαν τελευταῖον διὰ τῆς ὑπογραφῆς μου;
§48ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Διὰ τοῦ γενικοῦ Διατάγματος.
§49ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο ἐδημοσιεύθη 23 ἡμέρας μετὰ τὴν παραίτησίν μου, ἑπομένως ἔπρεπε νὰ τὸ ἀφαιρέσητε.
§50ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἡ κατάταξις ἐγένετο κατὰ σειρὰν ποσοῦ καὶ ἑπομένως προηγοῦνται αἱ ἐπαρχίαι, ἐξ ὧν κατάγονται οἱ πλείονες τῶν τυχόντων χάριτος καταδίκων. Ἐν ταῖς χάρισι, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ῥάλλης ἀπένειμε, πρώτη ἔρχεται κατὰ ποσὸν ἡ ἐπαρχία Ἠλείας, ἡ δ’ ἐπαρχία Ἀττικῆς, ἐξ ἧς κατάγεται ὁ κ. Ῥάλλης, ἔρχεται ὀγδόη. Ἐν ταῖς χάρισι, ταῖς ὑπ’ ἐμοῦ ἀπονεμηθείσαις, πρώτη ἔρχεται ὡσαύτως ἡ ἐπαρχία Ἠλείας, ἡ δὲ Εὐρυτανία ἔρχεται εἰκοστὴ πρώτη. Μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν Διαταγμάτων γενικῶν χαρίτων παρεμπίπτει τὸ Διάταγμα τῶν γενικῶν χαρίτων, τῶν ἀπονεμηθεισῶν ὑπὸ τοῦ κ. Κοντογούρη, ἐν τῷ ὁποίῳ πρώτη κατὰ ποσὸν ἔρχεται ἡ ἐπαρχία Πατρῶν.
§51ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπειδὴ ἀνεφέρατε τὰς ἐπαρχίας κατὰ ποσὸν, καλὸν εἶναι νὰ περιληφθῇ ἡ παρατήρησις, ὅτι εἰς τὴν Εὐρυτανίαν δὲν ἔχετε τόσα Δικαστήρια καὶ τόσον πληθυσμὸν, ὅσα ἐν Ἀθήναις. Δὲν ἠμπορεῖ τις νὰ χαρακτηρίσῃ τοὺς καταδίκους τῶν Ἀθηνῶν ὡς ἐκ τῶν Ἀθηνῶν καταγομένους.
§52ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Μὲ παραξηγεῖτε.
§53ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ὄχι. Φοβοῦμαι μήπως σᾶς παρεξηγήσουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν σᾶς γνωρίζουν.
§54ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἐπὶ τὸ βῆμα ὅμως κυρίως ἀνῆλθον διὰ νὰ ἀναιρέσω τὴν τολμηρὰν καὶ θρασυτάτην διαστροφὴν τῆς ἐννοίας τῶν λόγων μου, τὴν γενομένην ὑπὸ τοῦ πρὸ μικροῦ διαδεξαμένου με εἰς τὸ βῆμα κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐθεώρησεν, ὅτι ἐπετρέπετο εἰς αὐτὸν, οἰκτρῶς παραμορφῶν καὶ διαστρέφων τῶν λόγων μου τὰς ἐννοίας, ν’ ἀποδώσῃ εἰς ἐμὲ ἀνευλάβειαν πρὸς τὴν μνήμην τοῦ Θρασυβούλου Ζαΐμη, διότι, ὑπόχρεως ὢν νὰ ἐξηγήσω τὰ τῶν χαρίτων, τῶν ἀπὸ τοῦ 1877 μέχρι τοῦ 1881 ἀπονεμηθεισῶν, καὶ εὑρίσκων τὸν Ζαΐμην ὡς Ὑπουργὸν ἐν τῇ ἐποχῇ ἐκείνῃ, ἐμνημόνευσα τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ. Ἡ μνεία τοῦ ὀνόματος τοῦ ὑπερόχου ἐκείνου πολιτικοῦ ἀνδρὸς οὐδὲν εἶχε τὸ κοινὸν πρὸς τὴν θρασεῖαν διαστροφὴν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο τῶν ἐννοιῶν μου ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας. Ἂν εἶχε δι’ ἐμὲ ἔννοιάν τινα ἡ μνεία τοῦ ὀνόματος τοῦ Ζαΐμη, αὕτη ἦτο ὅλως ἀντίθετος ἐκείνης, ἣν ὁ κ. Βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, διότι ἐδήλουν τὴν πρόθεσιν τοῦ νὰ ἐξηγήσω, ὅτι αἱ κατὰ τὴν πρώτην ἐκείνην τετραετίαν ἀπονεμηθεῖσαι 4871 χάριτες δὲν προεκλήθησαν ἀπὸ Ὑπουργοὺς συνήθεις καὶ δευτερεύοντας, ἀλλ’ ἀπὸ πρόσωπα ἔξοχα, ἀπὸ Ὑπουργοὺς, οἵτινες ἐχρημάτισαν καὶ Πρωθυπουργοὶ καὶ ἔφερον ὄνομα ἄξιον παντὸς σεβασμοῦ, οἷον τὸ τοῦ Ζαΐμη καὶ τοῦ Κουμουνδούρου. Τοιαύτην ἀγαθὴν καὶ εὐλαβῆ πρὸς ἐκείνους προαίρεσιν διέστρεψε, καθ’ ὃν ἠκούσατε τρόπον, ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ ἐρχόμενος πολλάκις ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα ἐλέγξῃ ἄλλους ὡς διαστρέφοντας τὰ πράγματα. Τὸν ἀείμνηστον Ζαΐμην μετὰ παντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ καὶ ἐτίμων καὶ ἐν ὑπολήψει μεγίστῃ πάντοτε εἶχον, εὐλάβειαν δὲ πρὸς τὴν μνήμην αὐτοῦ αἰσθάνομαι, ὅπως σέβας καὶ ὑπόληψιν πρὸς αὐτὸν ζῶντα ᾐσθανόμην πλειότερον καὶ εἰλικρινέστερον ἄλλων, οἵτινες, φίλοι του ὄντες καὶ ἀναδειχθέντες παρ’ αὐτοῦ, τὸν ἐγκατέλιπον, καὶ τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ ὕπαρξιν ἠθέλησαν νὰ ὑπονομεύσωσι...
§55ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ψεύδεσαι! ψεύδεσαι!
§56ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ταῦτα ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ λεχθῶσι πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς διαστροφῆς τῶν λόγων μου, παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, τὸν ὁποῖον δὲν συναντῶμεν πρώτην ταύτην φορὰν τοιαῦτα τολμῶντα. Ἤκουσα αὐτοῦ, τρὶς ἢ τετράκις θελήσαντος νὰ ἐπιῤῥίψῃ ἐπὶ τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν δεξιὰν) τὴν εὐθύνην ἐπὶ τοῖς ἐνεργηθεῖσι κατ’ ἄλλου ἀειμνήστου ἀνδρὸς, τοῦ Κουμουνδούρου, χωρὶς νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι αὐτὸς ἐκόπτετο τότε, ζητῶν ἀπὸ τῆς πρώτης ἐμφανίσεως τῶν περὶ τῆς ὑποθέσεως ἐκείνης ἐγγράφων τὴν σύστασιν ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἡμῶν ἐπιμενόντων νὰ συστήσωμεν ἁπλῶς ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν, οὐδ’ ὅτε γεγωνυίᾳ τῇ φωνῇ ἐξέφραζε τότε τὴν λύπην καὶ στενοχωρίαν του, διότι δὲν εἶχε 19 φίλους, ἵνα μετ’ αὐτῶν, εἰκοστὸς οὗτος, ὑπογράψῃ καὶ ὑποβάλῃ κατηγορητήριον κατὰ Κουμουνδούρου. Καίτοι δὲ ταῦτα πιστοποιοῦνται ὑπὸ τῶν πρακτικῶν, ὁσάκις ἐγένετο λόγος περὶ τῆς περιστάσεως ἐκείνης, οὐδόλως ἐδυσκολεύθη νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν εὐθύνην ἐφ’ ἡμᾶς, καὶ νὰ χαρακτηρίσῃ ἡμᾶς ὡς ἀδικήσαντας τότε τὸν Κουμουνδοῦρον. Ὁ κ. Βουλευτὴς, θέλων νὰ κατακρίνῃ τὴν ἐνέργειαν τῆς δικαιοσύνης, ἐμνήσθη καὶ θέματος, ἀναγομένου εἰς ἐπερώτησιν, ἣν πρό τινων ἡμερῶν ἐποιήσατο, ὡς πρὸς τὴν ἐκδίκασιν τῆς δημοτικῆς ἐκλογῆς Μυκόνου παρὰ τῶν ἐν Σύρῳ Πρωτοδικῶν. Ἠκούσατε τὸν σωρείτην ἐκεῖνον τῶν φράσεων, δι’ ὧν ἠγωνίζετο νὰ καταπλήξῃ, λέγων, ὅτι τὴν δεῖνα τοῦ μηνὸς ἔφθασεν εἰς τὴν Σῦρον ὁ περὶ τῆς ἐκλογῆς φάκελλος, τὴν ἰδίαν ἡμέραν ἐστάλη εἰς τὸν Πρόεδρον, τὴν ἰδίαν ἡμέραν παρέλαβεν αὐτὸν ὁ Πρόεδρος, τὴν ἰδίαν ἡμέραν τὸν ἀπεσφράγισε, τὴν ἰδίαν ἡμέραν ἐγένετο εἰσηγητὴς, τὴν ἰδίαν ἡμέραν ἐγένετο διάσκεψις, τὴν ἰδίαν ἡμέραν ἐξεδόθη ἀπόφασις, ἀντεγράφη ἡ ἀπόφασις κτλ. Ἐκ τοῦ ἐγγράφου τοῦ Προέδρου τῶν ἐν Σύρῳ Πρωτοδικῶν, τὸ ὁποῖον ζητήσας προσεκόμισα εἰς τὴν Βουλὴν, ἀποδεικνύεται ἀληθῶς, ὅτι τῇ 3 Φεβρουαρίου παρεδόθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς ἐκλογῆς εἰς τὸν Πρόεδρον, ὅστις μετὰ δύο τῶν ἀρχαιοτέρων δικαστῶν, κεκλημένων δι’ ἄλλας ὑποθέσεις εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ δικαστικῷ καταστήματι, ἐπελήφθη ἀμέσως τῆς μελέτης τῆς ὑποθέσεως. Ἀντὶ δὲ νὰ διορισθῇ εἰσηγητὴς, καὶ οἱ τρεῖς δικασταὶ ἐμελέτησαν μετὰ μεγίστης προσοχῆς τὴν ὑπόθεσιν, γενόμενοι καὶ οἱ τρεῖς εἰσηγηταὶ, διεξῆλθον μετὰ πάσης ἐπιστασίας μίαν πρὸς μίαν τὰς ἐνστάσεις τὰς κατὰ τῆς ἐκλογῆς, καὶ μετὰ τρίωρον διάσκεψιν ἀπεφάνθησαν παμψηφεὶ ὑπὲρ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς, δημοσιεύσαντες αὐθημερὸν τὴν ἀπόφασίν των. Δὲν ἐννοῶ ὅμως, τί ἐκ τούτου ὁ κ. Βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ ἐξαγάγῃ. Εὑρίσκει, ὅτι τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον; Τοὐναντίον ἐὰν ἔπραττον οἱ δικασταὶ, ἤθελον ἴσως προσκρούσει εἰς τὸν νόμον. Ὁ κύριος Βουλευτὴς γινώσκει, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔπραξαν οἱ δικασταὶ τῆς Σύρου, αὐτὸ ἀκριβῶς θέλει καὶ αὐτὸ ἐπιβάλλει εἰς τοὺς δικαστάς. Ὁ νόμος ἀφῄρεσε τὴν ἐκδίκασιν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν ἀπὸ τῆς διοικητικῆς ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν δι’ ἑνὸς μόνον μέλους μετεῖχεν ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ, καὶ ἀνέθηκεν αὐτὴν εἰς τὰ Δικαστήρια, χάριν ἀσφαλεστέρας, ἀμεροληπτοτέρας καὶ ταχυτέρας ἐκδικάσεως. Πρὸς τοῦτο καὶ ἐτέθη ἐν τῷ νόμῳ προθεσμία εἰκοσαήμερος, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὀφείλει ὁ δικαστὴς νὰ ἔχῃ δημοσιευμένας τὰς ἀποφάσεις αὐτοῦ ἐπὶ τῶν τοιαύτης φύσεως ὑποθέσεων· ὁ δὲ βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Ῥάλλης, ὅστις εἰσήγαγε τὸν νόμον ἐκεῖνον εἰς τὴν Βουλὴν, δι’ ἐγκυκλίου αὐτοῦ ἐξήγησεν εἰς τὰ Δικαστήρια, ὅτι εἰς τὰ δικάζοντα τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς Συμβούλια δὲν πρέπει νὰ παρίστανται οἱ Εἰσαγγελεῖς, τὸ μὲν διότι μετέχουσί πως οὗτοι καὶ διοικητικῆς ἀρχῆς, τὸ δὲ διότι ἡ παρουσία αὐτῶν, ἔστω καὶ πρὸς ἁπλῆν ὑποβολὴν γνώμης, ἤθελε παρακωλύει τὴν ταχεῖαν τῶν ἐκλογῶν ἐκδίκασιν. Ἀπόδειξιν δὲ, ὅτι τὸ δικάζειν καὶ ἀποφασίζειν ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ οὐχὶ μόνον περὶ μιᾶς ἐκλογῆς, ἀλλὰ καὶ περὶ δύο ἐκλογῶν, ἐπιβάλλεται ὑπὸ τοῦ νόμου, ἔχετε ἐν αὐτῇ τῇ προθεσμίᾳ, ἣν ὁ νόμος ἔταξε. Κατὰ τὸν νόμον, τὰ Δικαστήρια τοῦ Κράτους ἐντὸς 20 ἡμερῶν ὀφείλουσι νὰ ἐκδικάζωσιν ἁπάσας τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς τῶν δήμων, τῶν ὑπαγομένων εἰς τὰς περιφερείας αὐτῶν. Τὸ Δικαστήριον Σύρου πρέπει νὰ δικάζῃ 39 ἐκλογὰς δημοτικὰς ἐντὸς 20 ἡμερῶν, τουτέστι δύο ἐκλογὰς τὴν ἡμέραν, διότι 39 δήμους ἔχει ὁ νομὸς τῶν Κυκλάδων. Ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ προκληθέντος παρ’ ἐμοῦ νόμου, τοῦ παρασχόντος ἀσφαλείας τινὰς εἰς τὴν Εἰσαγγελικὴν ἀρχὴν, ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, παραστήσας τοὺς Εἰσαγγελεῖς καὶ μετὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον ὡς μὴ ἀπολαμβάνοντας τῆς πλήρους καὶ εἰς τὸ ὑψηλὸν καὶ μέγα αὐτῶν ἀξίωμα προσηκούσης ἀνεξαρτησίας. Τὴν ἐξασφάλισιν, τὴν χορηγηθεῖσαν εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς διὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγήσωμαι εἰς τὴν Βουλὴν, θεωρῶ ἐπαρκῆ· θεωρῶ ὅμως λίαν ἀμφισβητήσιμον τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπιδείκνυσθαι στοργὴν καὶ πόνον πρὸς τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς ἐκείνους, οἵτινες ἀπεδείχθησαν λίαν ἀνευλαβεῖς πρὸς αὐτήν. Πρέπει νὰ ὁμολογήσω, πρὸς τιμὴν ἁπασῶν τῶν ἀλλήλας διαδεξαμένων Κυβερνήσεων, ὅτι μετὰ πολλῆς φειδοῦς ἔθετον χεῖρα ἐπὶ τὴν Εἰσαγγελικὴν ἀρχήν. Ἀπὸ τοῦ 1877 μέχρι τοῦ 1885, ἐπὶ ὀκταετίαν ὁλόκληρον, Εἰσαγγελεῖς Πρωτοδικῶν τέσσαρες μόνον ἐπαύθησαν, δύναμαι δὲ νὰ εἴπω, ὅτι εἷς μόνον ἐπαύθη, διότι οἱ τρεῖς ἄλλοι πληροφοροῦμαι, ὅτι ἤθελον νὰ ἀποσυρθῶσι καὶ λάβωσι τὴν σύνταξιν αὐτῶν. Οἱ ἐφ’ ὅλην ταύτην τὴν ὀκταετίαν ἀπαλλαγέντες Εἰσαγγελεῖς ἦσαν οἱ κ.κ. Παπαηλιοῦ, Καρκαβέλας, Καφόπουλος καὶ Μακροτάσσος. Ὅτε δὲ ἀνέλαβον τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου κατὰ τὸ 1885 οἱ τοιοῦτον ἔχοντες προηγούμενον, τί ἔπραξαν; Δέκα Εἰσαγγελεῖς Πρωτοδικῶν ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἔπαυσαν, χωρὶς νὰ μνησθῶ τῆς ἀπολύσεως τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν κ. Διογενείδου. Μεταξὺ τῶν ἀπολυθέντων δέκα τούτων Εἰσαγγελέων Πρωτοδικῶν περιλαμβάνονται ὁ Καρύδας, ὁ Σπανίδης, ὁ Καψάλης καὶ ἄλλοι. Ἡ τοιαύτη κατὰ τῆς Εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς ἐπιδρομὴ ἐπέβαλεν ἡμῖν τὴν ἀνάγκην νὰ προβῶμεν εἰς νομοθετικὰ μέτρα, πρὸς ἐξασφάλισιν αὐτῆς, καὶ ταῦτα τὰ μέτρα ἔρχεται νὰ κατακρίνῃ ὡς ἀνεπαρκῆ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἐδημιούργησε τὴν ἀνάγκην τῆς λήψεως τῶν μέτρων αὐτῶν, πρὸς πρόληψιν ἄλλης κατ’ αὐτῆς ἐπιδρομῆς του. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§57Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδέποτε ἐφρόντισα νὰ μάθω ποίαν ἔχει γνώμην ὁ νῦν διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης περὶ τῆς εἰλικρινείας τῶν δηλώσεων, τὰς ὁποίας ποιοῦμαι σχετικῶς πρὸς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Ἐὰν ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νομίζῃ, ὅτι εἶναι λίαν ἀμφισβητήσιμον τὸ ὑπὲρ τῆς πλήρους ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης ἐνδιαφέρον μου, αὐτὸ ἥκιστα μ’ ἐνδιαφέρει· διότι, ἀφοῦ τοσοῦτον ὀλιγωρῶ τῶν γνωμῶν αὐτοῦ καὶ τῶν φρονημάτων αὐτοῦ, ἑπόμενον εἶναι, ὅτι δὲν μ’ ἐνδιαφέρει ὁποιανδήποτε’ ἂν ἔχῃ περὶ ἐμοῦ γνώμην· ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον θαυμάζω, εἶναι, πῶς τολμᾷ, οὐχὶ νὰ περιορίζηται μόνον εἰς δικαιολογίαν τῶν πράξεων αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποφαίνηται γνώμην περὶ τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅταν ταῦτα ἐπικρίνωσι τὰς πράξεις αὐτοῦ. Ἐὰν τὴν τόλμην αὐτὴν κρατύνῃ ἡ πεποίθησις, ὅτι διατελεῖ ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς πλειοψηφίας, ἡ πεποίθησις αὕτη δὲν δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πρᾶξιν αὐτοῦ, ἥτις εἶναι ἀξία κατακρίσεως, ἐγὼ δὲ οὐδ’ ἀξιῶ νὰ μεριμνήσω περὶ τούτου, ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀκροῶνται ἡμῶν, βεβαίως ἔχουσι τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὸ δικαίωμα νὰ κατακρίνωσι τὴν πρᾶξίν του ταύτην. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν γνωρίζω ποίαν νομικὴν θεωρίαν ἀνέπτυξεν, ὅταν ἐζήτει νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἐκδίκασις δημοτικῆς τινος ἐκλογῆς ἐγένετο προσηκόντως ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον ἐδίκασεν ἐπ’ αὐτῆς. Ἔλαβε κατάλογον τῶν δήμων τοῦ νομοῦ Κυκλάδων, εὗρεν ὅτι οἱ δῆμοι ἀνέρχονται εἰς 39, ὅτι ὁ νόμος ἔταξεν εἰς τὰ Δικαστήρια προθεσμίαν 20 ἡμερῶν πρὸς ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογῶν, ὑπελόγισε τοὺς δήμους καὶ τὰς ἡμέρας, καὶ εὗρεν, ὅτι κατὰ πᾶσαν ἡμέραν πρέπει νὰ ἐκδικάζονται 2 ἐκλογαί. Καὶ τίς ἠμφισβήτησεν, ὅτι κατὰ πᾶσαν ἡμέραν δύνανται νὰ ἐκδοθῶσιν ἀποφάσεις καὶ ἐπὶ δύο καὶ ἐπὶ πέντε ἐκλογῶν; Ἐκεῖνο, ὅπερ ἐπεκρίναμεν, ἦτο ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐξεδικάσθη ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος ἐκλογή· διότι, ἐὰν τὴν πρωΐαν τῆς 3 Φεβρουαρίου ἔφθασαν διὰ τοῦ ταχυδρομείου τὰ πρακτικὰ τῆς ἐκλογῆς εἰς Ἑρμούπολιν, ἐὰν τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἐστάλησαν αὐτὰ εἰς τὸν Νομάρχην, ἐὰν τὴν αὐτὴν ἡμέραν ὁ Νομάρχης ἔστειλεν αὐτὰ εἰς τὸ Δικαστήριον, ἕπεται ὅτι εἰς τὸ Δικαστήριον περιῆλθον οὐχὶ κατὰ πρωϊνὰς ὥρας τῆς 3 Φεβρουαρίου, ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ ἡμέρα εἶχε προβῆ. Ἐξέτασις τῆς ἐκλογῆς κατὰ τὸ ὑπόλοιπον τῆς ἡμέρας μέχρι τῆς 4ης ὥρας, καθ’ ἣν ἐδημοσιεύθη ἡ ἀπόφασις, ἡ ἔρευνα τῶν ἐνστάσεων, ἡ μελέτη αὐτῶν, ἡ πρὸς ἐκδίκασιν τῆς ἐκλογῆς διαδικασία, ἡ σύνταξις καὶ ἡ ἔκδοσις τῆς ἀποφάσεως, δὲν ἀποδεικνύουσι σπουδὴν οὐχὶ συνήθη; Οὐδεμία ἐπίκρισις ἐπὶ σπουδῇ, ἐὰν τὸ Δικαστήριον ἐβράδυνε τὴν ἐξέτασιν τῆς ἐκλογῆς ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέρας, ἐὰν δ’ ἀπεφαίνετο μετὰ τοῦτο γνώμην καὶ ἐὰν συνεξετάζοντο συγχρόνως καὶ ἄλλαι ἐκλογαὶ, ἐντὸς δὲ τῶν τριῶν ἡμερῶν ἐδημοσιεύοντο αἱ ἀποφάσεις ἐπὶ πασῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι εὐπρεπὲς ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας νὰ τελῶνται πᾶσαι αὗται αἱ πράξεις, ὡς εἰ ἐπεθύμουν νὰ ἐκδηλώσωσιν ὀλιγωρίαν ἢ περιφρόνησιν πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προέβαλον τὰς ἐνστάσεις; Ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας νὰ μελετήσωσι τὰ πρακτικὰ τῶν ἐκλογῶν, νὰ ἐξετάσωσι τὰς ἐνστάσεις, νὰ ἐκτιμήσωσι τὰ δι’ αὐτῶν καταγγελλόμενα γεγονότα, νὰ κρίνωσιν αὐτὰ ἀνύπαρκτα, ν’ ἀποῤῥίψωσιν αὐτὰς, δὲν ἐδήλωσαν οὕτω, ὅτι ὀλίγον φροντίζουσι περὶ τῆς γνώμης τοῦ κοινοῦ; Τὸ πρᾶγμα ἦτο ἄκοσμον, καὶ ἐν τῷ ἀκόσμῳ δὲν δύναταί τις νὰ εὕρῃ ἀπόδειξιν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ἢ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπέλαβεν, ὅτι ὡμίλησα περὶ τοῦ πολιτικοῦ βίου συναδέλφου τού τινος, καὶ ἀντὶ νὰ ζητήσῃ νὰ ἐξιλεωθῇ ἀπέναντι τῆς μνήμης ἀνδρὸς, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ἀσεβῶς, ἐζήτησε νὰ ὑβρίσῃ ἐμὲ, καὶ νὰ παραστήσῃ ἐμὲ ἐπιβουλευσάμενον τὸν ἄνδρα ἐκεῖνον. Ὑπέλαβεν ἴσως, ὅτι πρόκειται περὶ συναδέλφου του, ὅστις ἐτύγχανε μέλος πολιτικοῦ κόμματος καὶ ἀνωμολόγει ὅτι ἦτο μέλος αὐτοῦ, καθ’ ὃν χρόνον ἐπεβουλεύετο τὸν ἀρχηγὸν αὐτοῦ, ἵνα τὸν ἀνατρέψῃ, ὅπως διαδεχθῇ αὐτὸν, ὅπερ ἐπὶ τέλους κατώρθωσεν. Ἐγὼ συνέπραττον μετὰ τοῦ ἀειμνήστου Ζαΐμη, ἀνεγνώριζον αὐτὸν ἡγέτην τοῦ κόμματος, μεθ’ οὗ συνειργαζόμην, ἐθεώρουν αὐτὸν προσωπικὸν φίλον μου καὶ πολιτικὸν προϊστάμενόν μου· ὅταν ὅμως διεφώνησα ἐπὶ πραγμάτων, ἐπὶ ἀρχῆς, ὅταν ἐγὼ ἐπέμενον νὰ ἐξετασθῇ πρότασις περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἣν εἶχον προτείνει κατὰ τὸ 1874 ἐπὶ πράξεων τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον εἶχε τότε παραιτηθῆ, ἐκεῖνος δ’ ἐπέμενεν, ἵνα ἐγκαταλειφθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ πρότασίς μου ἐκείνη, δὲν ἀπέκρυψα, ἀλλὰ δημοσίᾳ, ἐν τῇ Βουλῇ ἀγορεύων, ἐδήλωσα, ὅτι χωρίζομαι ἀπ’ αὐτοῦ. Μᾶς ἐχώρισε διαφορὰ γνώμης περὶ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος. Ἐγὼ ἐφρόνουν, ὅτι μόνον ἡ ζήτησις τῆς ποινικῆς εὐθύνης ἤθελε καταστήσει σεβαστοὺς τοὺς νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα, ἐκεῖνος δ’ ἐπίστευεν, ὅτι ἡ πτῶσις τοῦ Ὑπουργείου εἶναι ἐπαρκὲς μάθημα, καὶ μόνη αὕτη ἤρκει νὰ διδάξῃ τὰ μέλλοντα Ὑπουργεῖα νὰ σέβωνται τοὺς νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα. Τὴν γνώμην, ἣν εἶχον τότε, ἔχω καὶ σήμερον, καὶ θέλω καὶ σήμερον χωρισθῆ ἀπὸ παντὸς φίλου μου, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἰσχυρισθῆ, ὅτι καὶ τοῦ ὑπάρχοντος Ὑπουργείου ἡ πτῶσις ἀρκεῖ μόνη νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ κράτος τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος. Ἐπίβουλοι καὶ ἄνανδροι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, καίπερ διαφωνοῦντες πρὸς τοὺς συντρόφους των, προτιμῶσι νὰ φαίνωνται συμπράττοντες μετ’ αὐτῶν, ἵνα τυγχάνωσιν ἐν γνώσει τῶν σκέψεων καὶ τῶν μελετῶν των, οὐχὶ δ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ θάῤῥος νὰ διαφωνῶσι πρὸς τοὺς ἡγέτας των. Ἐπίβουλοι καὶ ἄνανδροί εἰσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὡς κνώδαλα ὑποτάσσονται πρὸς τὸν ἡγέτην τοῦ κόμματος, εἰς ὃ ἀνήκουσιν, ἀποδεχόμενοι καὶ ἐγκρίνοντες πᾶν, ὅτι στρεβλὸν καὶ ἐπιβλαβὲς ἐκεῖνος φρονεῖ καὶ διατάσσει. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων.)
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κύριος Κωνσταντᾶς, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐδῶ. Ὁ κ. Σάκκης ἐζήτησε τὸν λόγον.
§59ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὔριον.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Γεροκωστόπουλος.
§61ΣΑΚΚΗΣ. Ὁ κ. Γεροκωστόπουλος θὰ ὁμιλήσῃ πλέον τῶν δύο ὡρῶν, καὶ ἑπομένως θὰ ζητήσω τὴν ἀναβολήν.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἀναβολῆς.
§63Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον νὰ ἀπαντήσῃ, διότι αὕτη φρονεῖ, ὅτι πολλὰ ἐλέχθησαν τὰ μὴ ἀκριβῆ, πολλὰ δὲ ἐλέχθησαν τὰ ὑπὸ ἀριθμῶν ἐπισήμων διαψευδόμενα, ἑπομένως θέλουσιν ὁμιλήσει τὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ διὰ νὰ εὐκολύνωμεν τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, δὲν πρόκειται νὰ ὁμιλήσωμεν κατ’ αὐτὴν πάντες, εἷς ὅμως θέλει ὁμιλήσει, οὐδὲ εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς νὰ ἀφήσωμεν νὰ διέλθωσι τὰ λεχθέντα ἄνευ ἀνασκευῆς. Ἑπομένως μετὰ σκοποῦ νὰ εὐκολύνωμεν τὴν συζήτησιν θέλομεν ὁμιλήσει εἷς μόνον ἐξ ἡμῶν κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, οἱ δὲ ἄλλοι θέλουσιν ἐπιφυλαχθῆ νὰ ὁμιλήσωσι κατὰ τὴν δευτέραν καὶ τὴν τρίτην, ἐκεῖνος δὲ, ὁ ὁποῖος σκοπεῖ νὰ ὁμιλήσῃ κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, οἷος δήποτε καὶ ἂν ἦναι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλήσῃ κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν, ἑπομένως προσῆκον εἶναι νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 καὶ 40′ μ. μ.