| 2232 | Χαρ. Τρικούπης | Ο | Α. Φωτήλας | ||
| 2233 | Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Ἀνδρ. Αὐγερινὸς | Ο | |
| 2234 | Γ. Σισμάνης | Ο | Ἀντ. Ῥικάκης | ||
| 2235 | Δ. Βουλπιώτης | Ο | Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ν | |
| 2236 | Ἀθ. Ἴσκος | Ν | Ἰω. Κρεστενίτης | ||
| 2237 | Ν. Καλαντζόπουλος | Ο | Ν. Κουμανιώτης | Ν | |
| 2238 | Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Χρ. Στεφανόπουλος | |||
| 2239 | Μ. Γουλιμῆς | Ο | Ἀλέξ. Ζαΐμης | ||
| 2240 | Μ. Ἰατρίδης | Ἀρ. Κοντογούρης | Ν | ||
| 2241 | Δ. Χατζόπουλος | Ν. Καλογερόπουλος | Ο | ||
| 2242 | Γεώργ. Μίλησης | Ν | Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | ||
| 2243 | Σπυρ. Νοταρᾶς | Ν. Παπανικολάου | |||
| 2244 | Γ. Κούστας | Ν. Καφετζόγλους | |||
| 2245 | Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος | Ο | Ἰω. Πεζᾶς | Ν | |
| 2246 | Σωτήριος Δανόπουλος | Ο | Κ. Σινέλης | Ο | |
| 2247 | Ἀναστ. Δημητριάδης | Ο | Β. Βουδούρης | Ο | |
| 2248 | Μιχαὴλ Νικηφοράκης | Ο | Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Ο | |
| 2249 | Δημήτριος Πετρίδης | Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο | ||
| 2250 | Ἄγγελος Γεωργαντᾶς | Ἀναστ. Λούντζης | Ο | ||
| 2251 | Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Διον. Λομβάρδος | Ο | ||
| 2252 | Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Γ. Θεοτόκης | Ο | ||
| 2253 | Χρῆστος Χρηστόπουλος | Ν | Κ. Βασιλάκης | ||
| 2254 | Φίλιππος Βάρβογλης | Ἀντ. Καποδίστριας | |||
| 2255 | Ἠλίας Φλέσσας | Ν | Ν. Βασιλάκης | ||
| 2256 | Κ. Κωνσταντόπουλος | Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | |||
| 2257 | Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Ν | Πολυχρ. Κωνσταντᾶς | ||
| 2258 | Παναγ. Μανέτας | Σπ. Ἀλαμάνος | |||
| 2259 | Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος | Ν | Θεόφ. Προβατᾶς | ||
| 2260 | Ἠλίας Παλαμήδης | Γ. Σάκρηας | |||
| 2261 | Κωνστ. Κατσικόπουλος | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | |||
| 2262 | Δ. Ζέγγελης | Ἀγαμ. Μεταξᾶς | |||
| 2263 | Δημ. Ν. Βότσαρης | Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | |||
| 2264 | Κωνστ. Γ. Καραπάνος | Νικόλ. Βαλσαμάκης | Ν | ||
| 2265 | Γεώρ. Χ. Παχὺς | Γεράσιμος Μουσούρης | |||
| 2266 | Στέφανος Δραγούμης | Ο | Παναγ. Βενιεράτος | ||
| 2267 | Δ. Γ. Ῥάλλης | Ν | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Ν | |
| 2268 | Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας | Γεώργιος Κόρπας | |||
| 2269 | Φωκίων Νέγρης | Ο | Στέφανος Σκουλούδης | ||
| 2270 | Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς | Ν | Ἀλοΐσιος Τόμαν | ||
| 2271 | Νικόλ. Μπουφίδης | Ο | Χαρίλ. Προβελέγγιος | ||
| 2272 | Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ο | Νικόλαος Νομικὸς | Ο | |
| 2273 | Δημ. Καλλιφρονᾶς | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ο | ||
| 2274 | Νικόλ. Δ. Λεβίδης | Ν | Γ. Μπούμπουρας | Ο | |
| 2275 | Σπυ. Κουκούλεζας | Ο | Λωρέντζος Δελαρόκας | Ο | |
| 2276 | Ὄθων Μακρυγιάννης | Ο | Δημοσθένης Καΐρης | Ο | |
| 2277 | Τρύφων Μουτσόπουλος | Ν. Κρίσπης | Ο | ||
| 2278 | Θάνος Κανακάρης | Ο | Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς | ||
| 2279 | Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Ν | Ἰωάννης Γκιὼν | Ο | |
| 2280 | Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ν | Κ. Κοσσονάκος | Ο | |
| 2281 | Γ. Μαυρομιχάλης | Νικ. Μισυρλῆς | Ν | ||
| 2282 | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | Ν | Ν Ν. Καράπαυλος | Ο | |
| 2283 | Γιαν. Μαυρομιχάλης | Ο | Ἀσημ. Χριστόπουλος | ||
| 2284 | Νικήτας Βαρβιτσιώτης | Ο | Εὐστάθ. Κοκκέβης | Ο | |
| 2285 | Λέων Καπετανάκος | Ο | Δημήτρ. Κάρτσωνας | ||
| 2286 | Ξανθὸς Πικουλάκης | Ο | Δημήτρ. Γουδῆς | ||
| 2287 | Γεώρ. Πετροπουλάκης | Ν | Σ. Χατζηγάκης | ||
| 2288 | Κ. Παπαμιχαλόπουλος | Κ. Ζωγλοπίτης | Ο | ||
| 2289 | Ἰωάν. Καρτάλης | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ο | ||
| 2290 | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ο | Γ. Φραγκίδης | Ο | |
| 2291 | Εὐάγ. Σταμούλης | Α. Τακιατζῆς | Ο | ||
| 2292 | Ν. Κοκκολῆς | Γ. Τάκης | |||
| 2293 | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ν. Ταρμπάζης | Ν | ||
| 2294 | Κωνστ. Μαρκίδης | Ο | Ζ. Φαλιάγκας | ||
| 2295 | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ο | Σταμάτιος Μπουντούρης | ||
| 2296 | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Θεόδωρος Γκίκας | |||
| 2297 | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ο | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | ||
| 2298 | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ο | Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ο | |
| 2299 | Ἀχιλ. Λογιωτάτου | Ο | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ο | |
| 2300 | Σωτ. Σωτηρόπουλος | Νικόλ. Κοντογιάννης | Ν | ||
| 2301 | Κων. Κουμουνδοῦρος | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο | ||
| 2302 | Περ. Πεῤῥωτῆς | Γεώργιος Λιδωρίκης | Ο | ||
| 2303 | Δημ. Τζάνες | Ο | Κωνστ. Χατζῖσκος | Ο | |
| 2304 | Περ. Μποῦτος | Ο | Δημήτρ. Ζουλούμης | Ο | |
| 2305 | Παν. Σάκκης | Ν | Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος | Ν | |
| 2306 | Νικ. Παπαλέξης | Ο | Θεμιστοκλῆς Κανάρης |
1890.03.05
2.310 στίχοι · 17.105 λέξεις · 1 πίνακας · 161 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 8.
Τῆς 5 Μαρτίου 1890.
(Δευτέρα)
Ὥρα 5½ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι πολῖται Στεμνίτσης παραπονοῦνται, ὅτι καταδιώκονται ὑπὸ τῶν ἀποσπασμάτων πρὸς πληρωμὴν φόρου ἀδηλώτου οἴνου, μὴ ὀφειλομένου:
§2Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ νεώτερα αὐτὰ ἆθλα τῶν ἀρχῶν μὲ φέρουσιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὰ παράπονα τῶν ἀναφερομένων. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ παρατηρήσω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ φραγμὸς εἰς τὰ δεινὰ παθήματα τῶν πολιτῶν, οἵτινες ἀδιακόπως ἀναφέρονται πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ζητοῦντες θεραπείαν. Ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξετάσῃ εἰδικῶς τὰ παράπονα τῶν ἀναφερομένων, διότι ἐνέχεται, ὡς ἤκουσα, καὶ ὑπάλληλος ἀνώτερος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἐνδεχόμενον νὰ διατελῇ καὶ ἐν ἀγνοίᾳ, ἐν τούτοις λέγεται, ὅτι ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς διέταξε τὸν ταμίαν νὰ ἐκδώσῃ ἔνταλμα κατὰ φορολογουμένων, μὴ ὀφειλόντων φόρον· δὲν πιστεύω, ὅτι ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς ἔπραξε τοῦτο, ὅπωςδήποτε ὅμως, ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξετάσῃ καὶ νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἂν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι χρεωστοῦν ἢ ὄχι· διότι ὑπάρχουσι περὶ τούτων ἀποφάσεις δικαστικαὶ περὶ μὴ καταδιώξεως αὐτῶν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλῇ τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ ἀπόστρατος Μιχαὴλ Σπυρόπουλος παραπονεῖται, ὅτι ἐῤῥαπίσθη ἐν Κορίνθῳ ὑπὸ τοῦ ἐνωμοτάρχου Παλαβιτσίνη ἀναιτίως. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Τρικκάλων τῆς Κορινθίας ὑποβάλλει ψήφισμα, ἐν ᾧ ἐκτίθενται παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων.
§4ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Σχετικῶς μὲ τὸ ψήφισμα λαμβάνω τὴν τιμὴν, νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἀναγνώσῃ καὶ μίαν ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλήν. (Ἀναγινώσκεται ἡ ἀναφορά).
§5Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Οἱ φόβοι, τοὺς ὁποίους ἐκφράζουν, εἶναι μάταιοι, διότι τὰ νομοσχέδια εὑρίσκονται εἰσέτι ὑπὸ τὰς σκέψεις τῆς Ἐπιτροπῆς.
§6ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡ ἐνθάῤῥυνσις, τὴν ὁποίαν δίδει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος πρὸς τοὺς ἐπαρχιώτας ἡμῶν, δὲν εἶναι ἐπαρκὴς νὰ καθησυχάσῃ τὴν συνείδησιν τῆς ἐξεγειρομένης ἐκεῖ κοινωνίας· διότι ὁ εὐτελὴς αὐτὸς πνευματικὸς ἄρτος, ὁ ὁποῖος χορηγεῖται εἰς τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ, ὅσῳ καὶ ἂν ᾖναι ἀνεπαρκὴς καὶ μεταδίδεται ἄνευ μεθόδου, παρέχει κἄποιον φῶς εἰς αὐτὸν, ἀλλὰ διὰ τῶν ὑποβαλλομένων νομοσχεδίων καταργοῦνται ἐν τῷ νομῷ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας περὶ τὰ 70 σχολεῖα, ἀναπληροῦνται δέ τινα διὰ γραμματοδιδασκαλείων. Τότε μόνον δύναται νὰ καθησυχάσῃ ἡ κοινὴ συνείδησις, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλου ὅσα ὁ ἔντιμος συνάδελφος· ἀλλ’ ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἀντιπροσωπεύει τὴν γνώμην του, ἥτις εἶναι τὸ 1/150 τῆς Βουλῆς, ἢ τὸ 1/80 τῆς γνώμης τῆς πλειονοψηφίας, καὶ δὲν δύναται νὰ καθησυχάσῃ τὴν ἐξεγερθεῖσαν συνείδησιν· γνωρίζω δὲ, ὅτι καὶ τὰ ἄλλα Συμβούλια ἐργάζονται, ὅπως προβῶσιν εἰς παρόμοια ψηφίσματα. Μόνον ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς δηλώσῃ, ὅτι ἀποσύρει τὰ νομοσχέδια, θὰ παύσωσιν αἱ διαμαρτυρίαι τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, τὰς ὁποίας θεωρῶ εὐλόγους.
§7ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν θὰ δηλώσω ὅτι ἀποσύρω τὰ νομοσχέδια· ἐπιμένω μάλιστα εἰς τὴν ψήφισιν αὐτῶν. Νομίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Πετρίδης, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς ἐπεξεργαζομένης τὰ νομοσχέδια, δύναται νὰ φέρῃ οἱανδήποτε πρότασιν πρὸς βελτίωσιν αὐτῶν, καὶ δὲν θὰ ἔχωμεν δυσκολίαν ν’ ἀποδεχθῶμεν προτάσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἔχωσιν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν βελτίωσιν τῆς ἐκπαιδεύσεως. Τὸ ζήτημα τῆς καταργήσεως σχολείων ἢ μὴ σχετίζεται μὲ τὸ γενικὸν σύστημα· ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν μονάδα μικροτέραν τῆς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ἀνέφερε, δὲν θὰ συμβῇ, ἀλλὰ θὰ γεννηθῇ τὸ ζήτημα, πόθεν θὰ εὕρωμεν τὰ μέσα, ὅπως καταστήσωμεν τὴν μονάδα μικροτέραν. Ὅλα τὰ ζητήματα ταῦτα θ’ ἀναπτυχθῶσι κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἤκουσα παρὰ τοῦ κ. Πετρίδου μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἔλαβον μέρος εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν ἤκουσα συζητούμενον τὸ ζήτημα τῶν σχολείων. Ὁ κ. Πετρίδης θ’ ἀναπτύξῃ ἴσως τὸ θέμα τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§8ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ φόβοι καὶ αἱ διαμαρτυρήσεις προσῆλθον ἐξ Ἀθηνῶν ἀνακριβῶς καὶ ἀνειλικρινῶς· ἐν ὅσῳ εἶμαι Βουλευτὴς, οὐδέποτε θὰ ψηφίσω τὴν κατάργησιν σχολείων. Ἀλλ’ αἱ γνῶμαι αὗται μετεδόθησαν ἐξ Ἀθηνῶν. Δηλῶ ὅτι εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Κορινθίας ἄλλοτε ἦσαν 24 σχολεῖα, τώρα εἶναι 90.
§9ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὡς παρετηρήσατε, ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἔλαβε τὸν λόγον ἀντὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐπαιδεύσεως. Πολῖται καὶ Δημοτικὰ Συμβούλια τῆς ἐπαρχίας Κορινθίας, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω ἰδιαιτέρως καὶ ἐγὼ, ἤγειραν φωνὴν διαμαρτυρίας κατὰ τῆς ἐπικειμένης καταργήσεως δημοτικῶν σχολείων εὐλόγως καὶ ὀρθῶς, ἀφοῦ ἐπίκειται τοιοῦτος κίνδυνος, διότι, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, οὐ μόνον δὲν εἶναι διατεθειμένος ν’ ἀποσύρῃ τὰ νομοσχέδια, ἀλλ’ ἀπεναντίας θέλει τὰ ὑποστηρίξει καὶ πάσῃ δυνάμει, ὁ δὲ συνάδελφος, ὅστις ἤλπιζεν ὅτι ἠδύνατο ν’ ἀποσύρῃ ὁ Ὑπουργὸς τὰ νομοσχέδια, ἀνεκοίνωσεν ὅσα ἀνεκοίνωσεν ἤδη δὲ, ἐνῷ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ διαμαρτυρηθῇ κατὰ τῆς ἐπιμονῆς τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐσίγησεν· ἑπομένως μένει ἄρτιον τὸ κῦρος τῆς γνώμης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ... Τὰ νομοσχέδια ταῦτα ὑφ’ ὅλας αὐτῶν τὰς ἐπόψεις συνεζητήθησαν παρόντος τοῦ Ὑπουργοῦ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ. Ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀντισυνταγματικότητος αὐτῶν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς αὐτοτελείας καὶ αὐθυπαρξίας τῶν δήμων καὶ τῆς καταστροφῆς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως διὰ καταργήσεως σχολείων, συνεζητήθησαν μόνον τὴν πρώτην ἡμέραν, ὅτε ἐγὼ ἐξηγέρθην, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἦτο παρὼν, καὶ εἶπον, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ παρεμβῇ εἰς τὴν αὐτοδιοίκησιν τῶν δήμων, προκειμένου περὶ συστάσεως δημοτικῶν σχολείων. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τίθεται ὅρος γενικὸς, ὅτι δύνανται νὰ συστηθῶσι σχολεῖα ὅπου ὑπάρχουν πλείονες τῶν τριακοσίων κατοίκων, ἀλλὰ διὰ τοῦ ὅρου τούτου δεσμεύονται οἱ δῆμοι, διότι πιθανὸν νὰ θέλῃ καὶ νὰ δύναται ἓν Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ συστήσῃ καὶ εἰς μικρὰς τοῦ δήμου κώμας πλειότερα σχολεῖα, ἐξοικονομοῦν τὰ χρήματα. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, εἶναι ἐπιτετραμμένον τὸ τοιοῦτον;
§10ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅταν ἔλθωσι τὰ νομοσχέδια εἰς συζήτησιν, θὰ τ’ ἀναπτύξωμεν.
§11ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν ἤκουσε τὴν φωνήν μου.
§12ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶπον ὅτι δὲν ἤκουσα ἐφ’ ὅσον ἤμην παρὼν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ.
§13ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ διεμαρτυρήθην μάλιστα ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ κατὰ τῶν τοιούτων διατάξεων· διότι ἐπίκειται, Κύριοι, νὰ καταργηθῶσι πολλὰ σχολεῖα εἰς ἕκαστον νομὸν, καὶ ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζει, ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ ὑποστηρίξῃ τὸν νόμον, ἐπὶ τοσοῦτον αἱ κοινότητες ἔχουν δικαίωμα νὰ διαμαρτυρηθῶσι.
§14ΡΑΛΛΗΣ. Λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς συζητήσεως, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς σχηματισθησομένης διὰ τὴν βάσανον τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων· διότι δὲν θέλω νὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρέθημεν μὲ τὴν ἐπιτροπὴν τῶν διαπυλίων τελῶν. Ἡ Ἐπιτροπὴ εἰργάσθη ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερον ἠκροάσθη ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ τὴν φωτίσωσι, καὶ ἕκαστον τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ἔφθασεν εἰς ἓν πόρισμα. Δυστυχῶς, ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ διατυπωθῇ τὸ πόρισμα τῶν συζητήσεων, δὲν προσεκλήθη ἡ Ἐπιτροπὴ πλέον, καὶ ἑπομένως δὲν δύνανται τὰ μέλη νὰ προσέλθωσιν αὐτοβούλως. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν εὐθύνην τῆς προσκλήσεως τῆς Ἐπιτροπῆς, εἶναι οἱ ὁδηγοὶ τῆς πλειονοψηφίας, εἶναι ἡ Κυβέρνησις. Ἑπομένως ταῦτα λέγω, ὅπως ἐπιφυλάξω ἀκεραίαν τὴν θέσιν τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι αἰτία τῆς μὴ προσκλήσεως τῆς Ἐπιτροπῆς.
§15ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐπειδὴ ἐδημοσιεύθησαν εἰς πολλὰς ἐφημερίδας εἰδήσεις, ὅτι καταργοῦνται δημοτικὰ σχολεῖα ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ὀφείλω νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ, ὡς ἀντιπρόσωπος νομοῦ, ὅτι οὐδεὶς θ’ ἀνεχθῇ τὴν κατάργησιν σχολείων. Ἡμεῖς εἴμεθα ὑπὲρ τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων, διότι πρόκειται νὰ ἐπεκταθῇ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις καὶ συστηθῶσι μεγαλύτερα δημοτικὰ σχολεῖα. Βεβαίως δὲν θέλομεν ἀποκρούσει τὰ νομοσχέδια ὡς ἐκ τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἔθετο ὁ κ. Πετρίδης, διότι καὶ ἂν ἓν Δημοτικὸν Συμβούλιον ἢ εἷς Δήμαρχος εἴπῃ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συστηθῇ σχολεῖον, ἐὰν ὁ πληθυσμὸς ἀπαιτῇ τὴν σύστασιν, ἡ γνώμη του δὲν δύναται νὰ γίνῃ παραδεκτή.
§16ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ εἶπον τὸ ἀντίθετον.
§17ΦΩΤΗΛΑΣ. Προκειμένου περὶ καταργήσεως, εἴμεθα σύμφωνοι· προκειμένου ὅμως περὶ συστάσεως, ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ συστήσῃ ὅσα θέλει, ἀρκεῖ νὰ μὴ καταργήσῃ οὐδὲν τῶν ὑπαρχόντων.
§18ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Τετάρτης ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσσηνίας βουλευτὴς κ. Κουμουνδοῦρος ἐπηρώτησε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, διατὶ μετέθεσε τὸν δημοδιδάσκαλον Παναγόπουλον ἀπὸ τὴν Μεσσήνην εἰς τὴν Εὐρυτανίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπήντησεν, ὅτι ἐστηρίχθη εἰς τὸν νόμον καὶ εἰς πρᾶξιν τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, ἐκ τῆς ὁποίας ἐφαίνετο, ὅτι ὁ διδάσκαλος ἦτο ἀμαθὴς καὶ ὠλιγώρει τὸ καθῆκόν του, καὶ ὅτι παρέδιδε καὶ ἰδιαίτερα μαθήματα. Βεβαίως αἱ δύο τελευταῖαι κατηγορίαι εἶναι ἀσυμβίβαστοι πρὸς ἀλλήλας, διότι, ἂν ἦτο ἀμαθής, πῶς ἠδύνατο νὰ παραδίδῃ ἰδιαιτέρως, καὶ νὰ ἐμπιστεύωνται εἰς αὐτὸν οἱ γονεῖς τὰ τέκνα των; Ἀλλ’ ὅπως δήποτε ἐστηρίχθη εἰς μίαν πρᾶξιν τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς, φανεὶς ἐπιεικής, δὲν τὸν ἔπαυσεν, ἀλλὰ τὸν μετέθεσεν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, εἰς τίνα νόμον στηριζόμενος ἀφίνει τὸ δημοτικὸν σχολεῖον τοῦ χωρίου Πύργου τοῦ δήμου Λεύκτρων ἄνευ δημοδιδασκάλου; Μήπως τὸ χωρίον ἐκεῖνο κατοικεῖται ἀπὸ φελλάχους; μήπως εἶναι ξένης ἐπικρατείας; Παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν μετὰ τοῦ κ. Καπετανάκου νὰ συμπληρώσῃ τὸ σχολεῖον ἐκεῖνο διὰ τοῦ δημοδιδασκάλου Μιχαὴλ Λεβῆ, τὸν ὁποῖον μετέθεσεν ἀπὸ τὸ χωρίον Κουτήφαρι εἰς τὸ Μπερμπάτι τῆς Ἀργολίδος. Δὲν κάμπτεσθε, κύριε Ὑπουργὲ εἰς τὰς παρακλήσεις τὰς ἰδικάς μας, ἀλλὰ δὲν κάμπτεσθε τοὐλάχιστον εἰς τὰ παράπονα καὶ εἰς τοὺς γογγυσμοὺς τῶν κατοίκων, τὰ ὁποῖα κάμνουν καθ’ ἡμέραν καὶ διαμαρτύρονται ἐναντίον ὑμῶν; Ἐὰν ἐμποδίζησθε ἀπὸ κανένα ἄλλον, εἴπατέ το, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν τὴν εὐθύνην ἡμεῖς· διότι καθ’ ἑκάστην αἱ διαμαρτυρίαι τῶν κατοίκων μᾶς φέρουν εἰς θέσιν ἀπελπιστικήν. Τὸ χωρίον κατοικεῖται ἀπὸ 150 οἰκογενείας καὶ δὲν ὑπάρχει δημοδιδάσκαλος· σᾶς παρουσιάζωμεν δημοδιδάσκαλον καὶ σᾶς λέγομεν: ἰδοὺ, τί κακὸν ἔπραξεν αὐτὸς καὶ ἀδιαφορεῖτε; Καὶ ἐπειδὴ εἶναι σχετικὸν τὸ ζήτημα, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὴν πρᾶξιν τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ χωρίου Κουτήφαρι, ἡ ὁποία συνετάχθη πρὸ ἓξ μηνῶν κατὰ τοῦ δημοδιδασκάλου, καὶ τὴν ὁποίαν πρᾶξιν ἴσως δὲν εἴδατε· ἠπατήθητε ἀπὸ τὴν πρᾶξιν ἐκείνην, κύριε Ὑπουργέ, διότι πρὸ ἓξ μηνῶν ἡ ἐφορευτικὴ ἐπιτροπὴ ἦτο παυμένη, σεῖς δὲ μετεθέσατε τὸν δημοδιδάσκαλον συνεπείᾳ αὐτῆς τῆς πράξεως, ἐνῷ ὑπάρχει πρᾶξις ἐπιτροπῆς τοῦ σχολείου ἐκείνου λειτουργούσης πρὸ 8 μηνῶν πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς μεταθέσεως τοῦ δημοδιδασκάλου Λεβῆ καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἡ γνησία πρᾶξις, δι’ ἧς ἐζητεῖτο ἡ ἐπάνοδος τοῦ Λεβῆ καὶ ἡ παῦσις τοῦ Δελαζάνου ὡς ἀκαταλλήλου. Νὰ καταθέσητε ὡσαύτως τὴν πρᾶξιν τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου Λακωνίας καὶ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Νομάρχου, ὁ ὁποῖος ἐγκρίνει τὴν πρᾶξιν τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου καὶ τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, γνωμοδοτούσης τὴν ἐπάνοδον τοῦ Λεβῆ εἰς τὸ σχολεῖον Κουτήφαρι. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ διορίσητε διδάσκαλον εἰς τὸ χωρίον Πύργου, διότι τὸ πρᾶγμα καταντᾷ λυπηρὸν δι’ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν ὑπηρετοῦμεν. Εἶναι περιττὸν νὰ λεγώμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ τόπου ἐκείνου καὶ νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ ἱκανοποιῶμεν τὰς δικαίας ἀξιώσεις τῶν ἐκλογέων μας· ἂν ὑπῆρχεν ἔλλειψις δημοδιδασκάλου, θὰ τὸ ἐνόουν, ἀλλ’ ἡμεῖς σᾶς ἐπαρουσιάσαμεν τοιοῦτον. Τὰ ἔγγραφα τῆς ὑποθέσεως ταύτης εὑρίσκονται πάντα εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ ὑπουργικοῦ γραμματέως κ. Βενθύλου, καὶ ἂν ἐλαμβάνετε γνῶσιν, δὲν ἠθέλατε ἀνεχθῆ ποτὲ αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ καταθέσητε τὰ ἔγγραφα ταῦτα.
§19ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπῆρχεν ἡ ἐπιτροπὴ ὅτε ἐγένετο ἡ μετάθεσις;
§20ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Πρὸ ἓξ μηνῶν ἡ ἐπιτροπὴ εἶχε παυθῆ. Ὑποβάλλω τὴν ἐπερώτησίν μου καὶ ἐγγράφως (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν: αʹ) Πρᾶξιν μὴ λειτουργούσης ἐπιτροπῆς πρὸ 8 μηνῶν, διὰ τῆς ὁποίας μετέθεσε τὸν δημοδιδάσκαλον Λεβῆ ἀπὸ Κουτήφαρι εἰς τὸ σχολεῖον Μπερμπάτι τῆς Ἀργολίδος. βʹ) Πρᾶξιν τῆς ἐπιτροπῆς, λειτουργούσης πρὸ 6 μηνῶν ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τῆς μεταθέσεως τοῦ Λεβῆ. γʹ) Πρᾶξιν τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου Λακωνίας καὶ γνωμοδότησιν τοῦ Νομάρχου Λακωνίας περὶ τούτου.»
§21ΜΙΛΗΣΗΣ. Τί γνωμοδοτεῖ τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον;
§22ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Νὰ διατηρηθῇ ὁ διδάσκαλος Μιχαὴλ Λεβῆς καὶ νὰ παυθῇ ὁ Δελαζάνος.
§23ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ ὁ Νομάρχης συμφωνεῖ;
§24ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Συμφωνεῖ. Φαίνεται ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του, ἢ δὲν εἶδε τὴν πρᾶξιν ἐκείνην, ἢ δὲν ἐσημείωσε κατὰ ποίαν ἐποχὴν ὑφίστατο ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία εἶχε κάμει τὴν πρᾶξιν ἐκείνην.
§25ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Φαίνεται, Κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη κατὰ τὸ τέλος αὐτῆς θεωρεῖ καλὸν νὰ ἀσχοληθῇ περὶ δημοδιδασκάλων. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον, ἀναγνωρίζω καὶ ἐγὼ τὴν σπουδαιότητα τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ διὰ τοῦτο προθυμοποιοῦμαι νὰ δώσω ἀπάντησιν εἰς τὰς ἐρωτήσεις, αἱ ὁποῖαι εἰς ἐμὲ ἀποτείνονται. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας προχθὲς ἐπηρώτησε, διατὶ δὲν ὑπάρχει διδάσκαλος εἰς τὸ χωρίον Κουτήφαρι. Εἰς τὸ χωρίον Κουτήφαρι ὑπάρχει διδάσκαλος, διότι διὰ πράξεως ἀπὸ 29 Αὐγούστου 1889 μετετέθη τῇ αἰτήσει του εἰς τὸ χωρίον Κουτήφαρι ὁ δημοδιδάσκαλος Λεβῆς. Τὸ ζήτημα εἶναι, διατὶ μετεθέσαμεν τὸν δημοδιδάσκαλον Λεβῆν, καὶ διατὶ τὸν δημοδιδάσκαλον, τὸ ὁποῖον μετεθέσαμεν ἐκ τοῦ Κουτήφαρι, δὲν διωρίσαμεν κατὰ τὴν ἀπαίτησιν, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξέθηκεν ὁ κ. ἐκ Λακωνίας Βουλευτής. Τὸν διδάσκαλον τοῦτον μετεθέσαμεν συνεπείᾳ ἐγγράφου. Ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ἑξῆς ἔγγραφον τοῦ Δημάρχου (ἀναγινώσκει): «Συνημμένως ὑποβάλλω τὴν ἐν περιλήψει ἔκθεσιν καὶ παρακαλῶ τὸ Σεβ. Ὑπουργεῖον, ὅπως εὐαρεστούμενον λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰ ἐν αὐτῇ ἐκτιθέμενα καὶ προβῇ εἰς τὴν ἐκ τοῦ δημοτικοῦ σχολείου Κουτήφαρι τοῦ δήμου μου ἐκτόπισιν τοῦ δημοδιδασκάλου Μιχαὴλ Λεβῆ, ὅστις πρὸ μηνῶν ἀπέσχε τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων του, πρὸς σωτηρίαν τῶν ἐν τῷ εἰρημένῳ σχολείῳ φοιτώντων παίδων». Ἡ ἔκθεσις τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ὑποφαινομένη ἐφορευτικὴ ἐπιτροπὴ τοῦ δημοτικοῦ σχολείου Κουτήφαρι τοῦ δήμου Λεύκτρου, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν της τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν, εἰς ἣν περιῆλθε τὸ δημοτικὸν σχολεῖον, καὶ τὰ αἴτια τῆς καταστάσεως ταύτης, προερχόμενα ἐκ τοῦ δημοδιδασκάλου Μιχαὴλ Λεβῆ, ὅστις, ἀφ’ ὅτου κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος διωρίσθη ἐνταῦθα καὶ ἀνέλαβε τὰ χρέη του, τυγχάνων κάτοικος Κουτήφαρι, παρήγγελλεν εἰς τοὺς μαθητὰς νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὸ σχολεῖον μόνον κατὰ τὰς βροχερὰς ἡμέρας, διότι, ὅταν ὁ καιρὸς ἦτο καλὸς, κατ’ ἀρχὰς μὲν κατεγίνετο εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων του, εἶτα εἰς τὴν συλλογὴν τοῦ ἐλαιοκαρποῦ του, καὶ μετὰ τοῦτο εἰς τὰς προκαταρκτικὰς ἐργασίας δι’ οἰκοδομὴν οἰκίας, ἐννοεῖται ὅτι καὶ ὅταν αὐτὸς εἰργάζετο εἰς τὰ κτήματά του τὸ σχολεῖον ἔμενεν ἀνοικτὸν καὶ ἔπαιζον ἐν αὐτῷ μαθηταὶ καὶ μὴ τοιοῦτοι, οἵτινες κατέστρεψαν πᾶν ὅ,τι εἶχε κατασκευασθῆ, ἤδη δὲ καταγινόμενος εἰς τὴν οἰκοδομὴν οἰκίας ἐν Κουτήφαρι, πρὸ μηνῶν οὐδόλως πλησιάζει εἰς τὸ σχολεῖον καὶ οὕτω συνεπληρώθη ἡ καταστροφὴ τοῦ διδακτηρίου· ὅτι ὁ δημοδιδάσκαλος εἶναι παντελῶς ἀνίκανος νὰ διδάξῃ καὶ ἐστερημένος καὶ τῆς ἐλαχίστης κοινωνικῆς μορφώσεως, δι’ ἃ καὶ ἐτιμωρήθη δι’ ἀπολύσεως ὑπὸ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ὑπηρετῶν ἄλλοτε ἐνταῦθα. «Ἱκετεύομεν ὅθεν τὸ Σεβ. Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ τῆς θεραπείας τῆς προσγινομένης ταύτης βλάβης εἰς τὰ τέκνα τριακοσίων πεντήκοντα οἰκογενειῶν, ἐκτοπίζον ἐντεῦθεν τὸν εἰρημένον δημοδιδάσκαλον Μιχαὴλ Λεβῆν. «Ὁ κύριος Δήμαρχος Λεύκτρου παρακαλεῖται νὰ ὑποβάλῃ τὴν παροῦσαν πρὸς τὸ Σεβ. Ὑπουργεῖον ἀπ’ εὐθείας, διὰ τὸ κατεπεῖγον τῆς ὑποθέσεως.»
§26ΡΑΛΛΗΣ. Τί χρονολογίαν φέρει ἡ ἔκθεσις αὕτη;
§27ΘΕΟΤΟΚΗΣ. 19 Ὀκτωβρίου 1888.
§28ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ πότε μετετέθη ὁ δημοδιδάσκαλος;
§29ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μετετέθη, ὡς σᾶς εἶπον, τὸν Νοέμβριον τοῦ 1889. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ἔγγραφα. Ὑπάρχει ἔγγραφον τῆς 6ης Ἰουνίου 1889 τοῦ Εἰρηνοδίκου Καρδαμύλης, ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Πληροφορῶ ὑμᾶς, κύριε Νομάρχα, ὅτι ἀμφότεροι οἱ δημοδιδάσκαλοι τῶν χωρίων Κουτήφαρι καὶ Πλάτσης τοῦ δήμου Λεύκτρου οὐχὶ λίαν ἐπιμελῶς διδάσκουσι τοὺς παῖδας τῶν ἀνωτέρω χωρίων, ἀσχολούμενοι, ὡς ἐπληροφορήθην, ἐνίοτε εἰς οἰκογενειακάς των ἐργασίας, καθὸ ἐντόπιοι, καὶ ἕνεκεν τούτου ἐγείρονται ἔλλογα καὶ δίκαια παράπονα ἐνίων γονέων τῶν παίδων διὰ τὴν ἡμιτελῆ διδασκαλίαν τῶν μνημονευθέντων δημοδιδασκάλων. «Ἐάν ἐστὶν ἐφικτὴ ἡ μετάθεσις αὐτῶν εἰς ἕτερα σχολεῖα ἑτέρου δήμου, καὶ ἡ ἀντικατάστασις αὐτῶν δι’ ἄλλων δημοδιδασκάλων ἑτεροδημοτῶν, φρονῶ ὅτι τὰ παράπονα ταῦτα θέλουσιν ἀρθῆ, καὶ ἡ διδασκαλία τῶν παίδων ἔσεται καρποφόρως διὰ τῶν ἑτεροδημοτῶν διδασκάλων, ἅτε μὴ ἐχόντων οἰκιακὰς ἐργασίας εἰς τὰ χωρία, ἔνθα θὰ διδάσκωσι, κατ’ ἀκολουθίαν θὰ ἐκπληρῶσι τακτικῶς καὶ ἐπιμελῶς τὰ καθήκοντά των. «Ἐπιστρέφων ἅπαντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ὑποβάλλω καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 247 ἔγγραφον τοῦ κ. Δημάρχου Λεύκτρου, καθὸ σχετικὸν μὲ τὴν προκειμένην παραγγελίαν, εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1534 διαταγῆς σας». Τοῦτο εἶναι ἔγγραφον τοῦ Εἰρηνοδίκου Καρδαμύλης, πρὸς ὃν ἀπετάθη ὁ Νομάρχης διὰ τοῦ ἑξῆς ἐγγράφου (ἀναγινώσκει): «Προκειμένου συνεπείᾳ τῶν ἐγκλείστων ὑπ’ ἀριθ. 10831 καὶ 18298 διαταγῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ γνωμοδοτήσω περὶ τῶν δημοδιδασκάλων Πλάτσης καὶ Κουτήφαρι, σᾶς παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ ἐξετάσητε, ἂν ἔχωνται ἀληθείας τὰ ἐν ταῖς συνημμένοις ἐκθέσεσι κατ’ αὐτῶν ἀναφερόμενα, διότι ἐντεῦθεν οὐδὲν δύναμαι νὰ μάθω, καὶ μόνον δι’ ὑμῶν δύναμαι νὰ λάβω θετικὰς πληροφορίας, ἐφ’ ὧν νὰ στηρίξω γνώμην τινά. «Παρακαλῶ ταχέως νὰ μοὶ ἀπαντήσητε καὶ μοὶ ἐπιστρέψητε πάντα τὰ ἔγγραφα». Ὁ Εἰρηνοδίκης μετέβη ἐπιτοπίως καὶ ἔστειλεν εἰς τὸν Νομάρχην τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα. Συνεπείᾳ τοῦ ἐγγράφου τούτου ὁ Νομάρχης τὴν 15 Ἰουνίου 1889 ἀπέστειλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ἑξῆς ἔγγραφον (ἀναγινώσκει): «Ἐπιστρέφων τὰς ἔναντι διαταγὰς μετὰ τῶν συνημμένων, συνυποβάλλω τὴν ὑπ’ ἀριθ. 322 τῆς 6 τρέχοντος μηνὸς ἀναφορὰν τοῦ Εἰρηνοδίκου Καρδαμύλης, εἰς ὃν ἀνέθηκα τὴν ἐξέτασιν περὶ τοῦ βασίμου τῶν κατὰ τῶν δημοδιδασκάλων Κουτήφαρι καὶ Πλάτσης, καταγγελιῶν, ἐξ ἧς κρίνων, γνωμοδοτῶ νὰ μετατεθῶσιν ἀμφότεροι, διότι ἐντόπιοι ὄντες καὶ οἰκογενειακὰς ἀσχολίας ἔχοντες, ἀμελοῦσι τὰ καθήκοντά των καὶ ἴσως ἐπηρεαζόμενοι ἐκ τοπικῶν σχέσεων, δὲν φροντίζουσιν ἐξ ἴσου διὰ τὴν πρόοδον ὅλων τῶν μαθητῶν».
§30ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ καταγγελία εἶναι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεως τῆς ἀπολυθείσης ἐπιτροπῆς.
§31ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Περὶ ἀπολυθείσης ἐπιτροπῆς πρώτην φορὰν ἀκούω σήμερον. Ἐγὼ τοῦτο μόνον δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὁ Νομάρχης, ἐὰν ἐλάμβανεν ἔκθεσιν παυθείσης ἐπιτροπῆς, θὰ ἔλεγεν, ὅτι τὴν ἔκθεσιν τὴν εὑρίσκει ὑπογεγραμμένην ὑπὸ ἐπιτροπῆς μὴ λειτουργούσης, καὶ δὲν θὰ ἐλάμβανεν αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν. Ὁ δημοδιδάσκαλος Λεβῆς δὲν μετέβη εἰς τὸ σχολεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον διωρίσθη, καὶ δι’ ἀναφορᾶς του ἐζήτησεν, ὅπως μετατεθῇ εἰς ἕτερον σχολεῖον. Ὁμολογῶ ὅτι εἰς τὸ σχολεῖον τοῦ Πύργου ὑπάρχει γραμματοδιδάσκαλος, ὁμολογῶ ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας πολλάκις ἐζήτησεν, ὅπως ὁ δημοδιδάσκαλος Λεβῆς μετατεθῇ εἰς τὸ χωρίον Πύργου, ἀπήντησα δὲ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι εἶμαι πρόθυμος νὰ διορίσω τὸν δημοδιδάσκαλον αὐτὸν εἰς χωρίον ἄλλου δήμου καὶ νὰ διορίσω εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον τὸν διδάσκαλον, τὸν ὁποῖον θὰ μοὶ ὁρίσῃ. Ἐπειδὴ ὅμως ἐν ταῖς ἐκθέσεσι ταύταις ἀναφέρεται, ὅτι ἐντὸς τοῦ δήμου ἔχει τὰς ἐργασίας του ὁ δημοδιδάσκαλος, δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἡ μετάθεσις αὕτη. Νομίζω ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργείου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου εἶναι πολὺ ὀρθή. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων ἐζήτησε τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ δημοδιδάσκαλος Ἑλένη Πατούσα μετετέθη ἀπὸ τοῦ σχολείου Σερίφου. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ δημοδιδάσκαλος αὕτη μετετέθη, εἶναι αἱ ἐκθέσεις τοῦ Δημάρχου, τοῦ Νομάρχου καὶ τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν ἔκθεσιν ἐπανειλημμένως ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ τὴν ὁποίαν κατέθηκα εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Περὶ τῆς διδασκάλου ταύτης, ἐκτὸς τῶν ἀναφερομένων ἐν ταῖς ἐκθέσεσι τοῦ Δημάρχου καὶ τοῦ Νομάρχου, ἰδοὺ πῶς ἐκφράζεται ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν δημοτικῶν σχολείων: «Τὴν ἑπομένην μετέβην διὰ Σύρου εἰς Σέριφον· μετέβην εἰς τὸ σχολεῖον, τὸ διευθυνόμενον ὑπὸ τῆς Ἑλένης Πατούσα, εὗρον τοῦτο ἐφάμιλλον τοῦ ὑπὸ τοῦ συναδέλφου της κ. Ι. Σταυράκη διευθυνομένου· λίαν ῥάθυμος διδασκαλία καὶ παντελὴς ἔλλειψις συναισθήσεως τῶν καθηκόντων της ἔφερον ἀποτελέσματα ἀνάξια. Ἀλλὰ πῶς ἠδύνατο νὰ γίνῃ καὶ ἡ ἐλαχίστη πρόοδος, ἀφοῦ ἀμφότεροι οἱ διευθύνοντες τὰ ἀνωτέρω σχολεῖα τῶν ἀῤῥένων καὶ θηλέων ἠσχολοῦντο εἰς κάθε ἄλλο ἢ εἰς τὴν εὔορκον ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος αὐτῶν;» Ἰδοὺ τὰ ἔγγραφα, ἐπὶ τῶν ὁποίων βασιζόμενος, προέβην εἰς τὴν μετάθεσιν τῆς δημοδιδασκάλου ταύτης.
§32ΚΟΡΠΑΣ. Πότε ἐγένετο ἡ ἐπιθεώρησις αὕτη;
§33ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγένετο πρὸ καιροῦ, ἀλλ’ ἔχομεν ἐκθέσεις τοῦ 1889 τοῦ Δημάρχου καὶ τοῦ Νομάρχου, αἱ ὁποῖαι ἐκθέσεις ἔφερον τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τούτου. Καὶ ἐπειδὴ περὶ δημοδιδασκάλων ἀσχολοῦμαι, ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω εἰς ἐπερωτήσεις τινὰς, αἵτινες ἐγένοντο παρὰ τοῦ ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ ὁποῖος λυποῦμαι ὅτι εἶναι ἀπὼν, περὶ τῆς μεταθέσεως διδασκάλου τινὸς, Σπυρίδωνος Μπουρίκα, ἐκ Κερασόβου τοῦ δήμου Ἀγραίων εἰς τὸν δῆμον Οἰχαλίας, καὶ περὶ τῆς μεταθέσεως τῆς Ὄλγας Κωνσταντίνου ἐκ Στεμνίτσης εἰς τὸ ἐν Δεσφίνῃ σχολεῖον. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶχε φέρει αὐτὸ ὡς παράδειγμα, ὡς ἀπόδειξιν τῆς μεγίστης ἀστοργίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως πρὸς τοὺς δημοδιδασκάλους, παρέστησε δηλαδὴ, ὅτι λαμβάνομεν ἀπὸ τὸ οὖς καὶ πέμπομεν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου εἰς τὸ ἄλλο τῆς Ἑλλάδος τοὺς διδασκάλους καὶ ὅτι πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ἄλλοτε παρ’ ἐμοῦ ὑποστηριχθέντος ἰσχυρισμοῦ, ὅτι δὲν ὑπάρχει δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ ἀναφέρω ἢ τὴν πρὸς τοὺς διδασκάλους ἀστοργίαν τοῦ Ὑπουργείου. Ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐγγράφων ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ μετάθεσις ἐπῆλθε τῇ αἰτήσει τοῦ δημοδιδασκάλου αὐτοῦ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω τὴν αἴτησιν ταύτην, ἐκ τῆς ὁποίας θέλει ἀποδειχθῆ, ὄχι ἡ ἀστοργία τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τοὐναντίον ἡ μεγάλη πρὸς τοὺς δημοδιδασκάλους στοργὴ αὐτῆς. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ αἴτησις τοῦ Μπουρίκα (ἀναγινώσκει): «Εἰ καὶ σαφῶς γνωρίζω, ὅτι ἡ κατὰ τὰ μέσα τοῦ σχολικοῦ ἔτους μετάθεσις τῶν δημοδιδασκάλων τυγχάνει ἐπιβλαβὴς, οὐχ ἧττον ὅμως, σεβαστὲ Ὑπουργὲ, λόγοι ἀνώτεροι τῆς θελήσεώς μου μὲ ἠνάγκασαν, ὅπως ζητήσω τὴν μετάθεσίν μου. Ἀδυνατῶν δὲ νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς ἐν ἐκτάσει τοὺς λόγους, δι’ οὓς ζητῶ τὴν μετάθεσίν μου, ἀναφέρω ἐν ὀλίγοις τὰ ἑπόμενα. Ἕνεκα οἰκιακῆς διαταράξεως, ἐπελθούσης πρὸ πολλοῦ ἐν τῇ πατρικῇ μου οἰκίᾳ, ἐσχάτως ὁ πατήρ μου (καθὼς πληροφοροῦμαι) ὄχι μόνον οὐδεμίαν φροντίδα λαμβάνει πρὸς συντήρησιν τῆς οἰκογενείας του, ἀλλὰ, ἐκδιώξας καὶ τὴν μητέρα μου μετὰ τριῶν ἄλλων μικρῶν ἀδελφῶν μου, περιφέρεται, κατασπαταλῶν τὴν περιουσίαν του ἐν διασκεδάσεσιν. Οὕτω δὲ τέσσαρα δυστυχῆ πλάσματα, ἐγκαταλειφθέντα εἰς τοὺς πέντε δρόμους παρὰ τοῦ ἀστόργου πατρός μου καὶ μὴ ἔχοντα ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι, κατέφυγον πρὸς ἐμὲ καὶ διὰ γοερῶν κραυγῶν μοῦ ζητοῦσι χεῖρα βοηθείας. «Ἐπειδὴ ὅμως ἕνεκα τῆς μεγάλης ἀπὸ τῆς πατρίδος μου ἀποστάσεως δὲν δύναμαι νὰ σπεύσω εἰς βοήθειαν τῆς δεινοπαθούσης μητρός μου μετὰ τῶν τριῶν ἄλλων μικρῶν ἀδελφῶν μου, καὶ προσβάλλονται καὶ ἕτερα ἄλλα οἰκιακὰ συμφέροντά μου, διὰ τοῦτο παρακαλῶ ὑμᾶς, σεβαστὲ Ὑπουργὲ, ὅπως ἐνεργήσητε τὴν μετάθεσίν μου εἰς τὸ χωρίον Σκάλα τοῦ δήμου Οἰχαλίας, ἔνθα εὑρισκόμενος πλησίον τῆς πατρίδος μου θὰ δυνηθῶ ἵνα σπεύσω εἰς βοήθειαν τῶν δεινοπαθούντων οἰκείων μου καὶ διασώσω τὰ κινδυνεύοντα νὰ καταστραφῶσιν οἰκιακά μου συμφέροντα. Εὐπειθέστατος. Ὁ δημοδιδάσκαλος Κερασόβου Σπυρίδων Α. Μπουρίκας». Συνεπείᾳ τῆς αἰτήσεως ταύτης μετέθεσα τὸν δημοδιδάσκαλον. Πιστεύω ὅτι τοιαύτη μετάθεσις δὲν δεικνύει ἀκριβῶς ἀστοργίαν πρὸς τοὺς δημοδιδασκάλους καὶ θέλησιν, ὅπως ὑποχρεώσωμεν αὐτοὺς νὰ τραπῶσιν εἰς ἄλλο στάδιον, ἔστω καὶ εἰς τὸ τοῦ ἐργάτου, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀλλ’ ἀποδεικνύει ἀπ’ ἐναντίας, ὅτι κενωθείσης μιᾶς θέσεως, ἐδέχθημεν τὴν ἀνωτέρω ἀναφορὰν καὶ προέβημεν εἰς τὴν μετάθεσιν τοῦ ζητοῦντος νὰ καθέξῃ τὴν θέσιν ταύτην. Ὡς πρὸς τὴν δημοδιδάσκαλον, προέβημεν καὶ εἰς ταύτης τὴν μετάθεσιν συνεπείᾳ τῆς ἑξῆς αἰτήσεώς της (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸ Σεβαστὸν Ὑπουργεῖον, ὅπως εὐαρεστούμενον ἐνεργήσῃ τὴν μετάθεσίν μου εἰς τὸ ἄρτι συστηθὲν δημοτικὸν σχολεῖον τῶν θηλέων τῆς Δεσφίνης τοῦ δήμου Ἀντικίῤῥας. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι καὶ αἱ μεταθέσεις αὗται ἐγένοντο συνεπείᾳ αἰτήσεως τῶν μετατεθέντων. Ἐπωφελοῦμαι τῆς περιστάσεως, ὅπως ἀπαντήσω εἰς ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε εἶχε διατυπώσει ὁ κ. ἐκ Κεφαλληνίας Βουλευτὴς περὶ διορισμοῦ βοηθοῦ τινος εἰς τὸ ἐν Πισσάδαις σχολεῖον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, τὴν ὁποίαν εἶχε σχετίσει μὲ ἐπερώτησιν ἄλλην, ἀναγομένην εἰς ἕτερον Ὑπουργεῖον, καὶ ἐπανῆλθεν ὀλίγον δριμύτερον καὶ ὡμίλησε περὶ ἐπεμβάσεως τοῦ Ὑπουργείου εἰς καθήκοντα ἀλλότρια καὶ περὶ κληροδοτήματός τινος. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργείου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου εἶναι νόμιμος καὶ ὀρθή. Ἰδού πως ἔχουσι τὰ πράγματα. Κατὰ τὸν Αὔγουστον ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀναφορὰ τῶν κατοίκων τῆς κωμοπόλεως Πισσάδαις τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας, διὰ τῆς ὁποίας ἐζητεῖτο, ὅπως διορισθῇ διδάσκαλος εἰς τὸ ἐν Πισσάδαις σχολεῖον, τὸ συστηθὲν δυνάμει διαθήκης Ἀντωνίου τινὸς Ἰγγλέση, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κληροδοτήματος τούτου. Προέβην εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων καὶ εὗρον, ὅτι πράγματι ὁ Ἀντώνιος Ἰγγλέσης ἀφῆκε διὰ τῆς διαθήκης του κληροδότημα ὑπὲρ τῆς συστάσεως σχολείου. Ἡ ῥῆσις τῆς διαθήκης ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀφίνω κληροδότημα εἰς τὸν δῆμον Πισσάδων τῆς πατρίδος μου Κεφαλληνίας τὴν οἰκίαν, τὴν ὁποίαν ἐδιώρισα τὸν μακαρίτην ἀδελφόν μου Γεράσιμον καὶ ἠγόρασε διὰ λογαριασμόν μου εἰς τὴν ἰδίαν κωμόπολιν Πισσάδαις, ὀνομαζομένην τοῦ Ἀγουρέλλου, καὶ διορίζω νὰ χρησιμεύσῃ διὰ σχολεῖον τῶν ἀρσενικῶν παίδων διὰ τὰ στοιχειώδη μαθήματα τῆς πρώτης Ἑλληνικῆς παιδείας. Κληροδοτῶ τὸ σχολεῖον τοῦτο πρὸς διατήρησίν του μὲ πεντόφραγκα πεντήκοντα (50) κατὰ μῆνα, τὰ ὁποῖα καὶ ἐξασφαλίζω εἰς αὐτὸ ὁριστικῶς ἀπὸ τὰ ἐνοίκια τῆς οἰκίας μου, ἀποθήκης μου, εἰς Ζουμπαλῆ τῆς πόλεως ταύτης, διὰ νὰ μὴ ἔχωσι μήτε ὁ δῆμος Πισσάδων μήτε οἱ ἐγχώριοί μου ἢ ἄλλος τις κἀνὲν δικαίωμα νὰ ζητήσωσιν ἄλλας ἐγγυήσεις ἢ ἐξοφλήσεις ἀπὸ τὸν γενικὸν κληρονόμον μου· διορίζω τοῦτον, νὰ ἔχῃ χρέος νὰ ἐνοικιάζῃ τὰ ῥηθέντα κτήματα καὶ νὰ ἐμβάζῃ τὸ μηνιαῖον εἰς τὸ Δημαρχεῖον τῆς κωμοπόλεως καὶ ἂν δὲν τὰ ἐνοικιάσῃ, δι’ ὁποιανδήποτε αἰτίαν, ἢ δὲν ἀξίζουν, τὸν διορίζω καὶ θέλω νὰ ἦναι ὑπόχρεως νὰ πληρόνῃ τὸ μηνιαῖον ἐξ ἰδίων του τακτικῶς.» Συνεπείᾳ τῆς διαθήκης ταύτης εἶχεν ἐκδοθῆ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου συνεστήθη τὸ σχολεῖον ἐν Πισσάδαις, ἀργότερον ὅμως φαίνεται, ὅτι οἱ κληρονόμοι περιῆλθον εἰς δυσχερείας, δὲν ἠδύναντο νὰ προσφέρωσι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὑπεχρεοῦντο νὰ καταβάλλωσι, καὶ ἐπῆλθε συμβιβασμός τις μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ δήμου καὶ τῶν κληρονόμων, δυνάμει τοῦ ὁποίου ὑπεχρεώθησαν οἱ κληρονόμοι νὰ καταθέσωσιν ἀντὶ τῶν ἐν τῇ διαθήκῃ ἀναφερομένων δραχμὰς 28,000, αἵτινες καὶ κατετέθησαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἐν τῷ γενομένῳ δὲ συμφωνητικῷ ἐλέγετο, ὅτι τὰ χρήματα κατετίθεντο εἰς τὴν Τράπεζαν, ὅπου καὶ οἱ τόκοι ἤθελον κατατεθῆ, μέχρις οὗ τὸ ποσὸν γίνῃ τοιοῦτον, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ συντηρῆται σχολεῖον. Ὅτε ὑπεβλήθη ἡ ἀναφορὰ, ἐξήτασα εἰς τὴν Τράπεζαν, καὶ εὗρον, ὅτι ὑπῆρχον αἱ 28,000, καὶ ἐκ τῶν τόκων ἕτεραι 3,000, ἤτοι ὅτι ὑπῆρχε κεφάλαιον τριάκοντα δύο χιλιάδων δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι πρὸς 4% ἀποδίδουσι χιλίας διακοσίας δραχμὰς κατ’ ἔτος, ἑπομένως, ὅτι ὑπῆρχε κεφάλαιον, δυνάμενον νὰ δικαιολογήσῃ τὸν διορισμὸν βοηθοῦ ἐν τῷ σχολείῳ ἐκείνῳ, ἀπαιτοῦντα 960 δραχμὰς ἐτησίως. Ὁ κ. Βουλευτὴς παρετήρησεν, ὅτι κακῶς τοῦτο ἐγένετο, διότι δὲν ἤρκει πρὸς σύστασιν τοῦ σχολείου ἡ παρουσία ἑνὸς βοηθοῦ καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ γίνῃ τίποτε, ἀλλὰ ν’ ἀναμείνωμεν, ὅπως διὰ τῶν τόκων αὐξήσῃ ἀρκούντως τὸ κεφάλαιον, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ συστήσωμεν τέλειον σχολεῖον. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο ὑπάρχει μία ἀντίῤῥησις, ὅτι τὸ σχολεῖον ἐκεῖνο δὲν ἔλαβε μαθητὰς τοσούτους, ὥστε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν σύστασιν καὶ ἄλλης τάξεως, διότι κατὰ μὲν τὸ 1886 μόνον τέσσαρας μαθητὰς εἶχε, κατὰ δὲ τὸ 1887 μόνον πέντε, ὥστε διὰ τέσσαρας καὶ πέντε μαθητὰς ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συστήσωμεν τέλειον Ἑλληνικὸν Σχολεῖον. Ταῦτα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ σύστασις τοῦ Σχολείου τούτου δικαιολογεῖται.
§34ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐγὼ προεκάλεσα τὴν προσοχήν σας καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ διὰ τὸ σχολεῖον τοῦτο προωρισμένου οἰκήματος.
§35ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐκ τῆς διαθήκης προκύπτει, ὅτι ἡ οἰκία ἀφίεται ἐκτὸς τῶν ἄλλων πόρων πρὸς ἵδρυσιν Σχολείου. Βεβαίως, ἐὰν ὁ διορισθεὶς βοηθὸς, μεταβαίνων ἐκεῖ, δὲν εὕρῃ οἴκημα, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐγκατασταθῇ καὶ ἑπομένως ὁ διορισμὸς θὰ ἦναι, ὡς νὰ μὴ ἐγένετο. Ὡς πρὸς τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ, ὅτι ἡ οἰκία αὕτη χρησιμεύει πρὸς χρῆσιν δημοτικοῦ σχολείου, παρατηρῶ, ὅτι, ἐὰν χρησιμεύῃ πρὸς χρῆσιν δημοτικοῦ σχολείου, βεβαίως δικαιοῦνται οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὸ κληροδότημα νὰ ζητήσωσι τὴν πληρωμὴν μισθώματος, διότι τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἶναι ὑπόχρεων νὰ πληρόνῃ μισθώματα διὰ τὰς χρησιμοποιουμένας διὰ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα οἰκίας.
§36ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν σᾶς ἔδωκε τὸ γραφεῖον ἀκριβεῖς πληροφορίας. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι ἐν τῷ σχολείῳ Πύργου ὑπῆρχε γραμματοδιδάσκαλος, δεύτερον δὲ δὲν κατεθέσατε τὴν πρᾶξιν τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐλειτούργει ὅτε ὁ δημοδιδάσκαλος μετετέθη. Αἱ ἐκθέσεις δὲ τῆς ἐπιτροπῆς ἀναφέρουσι περὶ δύο δημοδιδασκάλων, καὶ ὅμως ὁ μὲν Λεβῆς ἀπεμακρύνθη τοῦ τόπου ἐκείνου, διότι εἶναι φίλος ἰδικός μου καὶ δὲν τὸν θέλει ὁ Δήμαρχος, ὁ δὲ ἕτερος διδάσκαλος τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου μένει εἰς τὴν θέσιν του.
§37ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ συνέταξε τὴν περὶ μεταθέσεως τοῦ δημοδιδασκάλου γνωμοδότησίν της, ὑφίστατο νομίμως ἢ ἦτο διαλελυμένη;
§38ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως ὑφίστατο.
§39ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Ὅταν συνέταξε τὴν ἔκθεσίν της, ὑφίστατο νομίμως, ἀλλ’ ὅταν ἦλθεν ἡ νέα ἐπιτροπή, ἐγνωμοδότησεν, ὅτι ὁ παυθεὶς ἦτο καταλληλότατος.
§40ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ συναδέλφου κ. Πικουλάκη γνωρίζομεν ἤδη, ὅτι ἔχομεν δύο ἐπιτροπὰς, μίαν, τὴν ὁποίαν θεωρεῖ ὡς μὴ ὑπάρχουσαν κατὰ τὸν νόμον, καὶ ἄλλην, ἡ ὁποία τελευταῖον διωρίσθη· καὶ κατὰ μὲν τὴν πρώτην ἐπιτροπὴν, ὁ δημοδιδάσκαλος ἐκεῖνος δὲν ἐξεπλήρου τὸ καθῆκον, κατὰ δὲ τὴν δευτέραν οὗτος ἐξετέλει ἄριστα τὸ καθῆκόν του. Ἀλλ’ ἡ πρώτη ἐπιτροπὴ δὲν κατήγγειλεν ἕνα δημοδιδάσκαλον, κατήγγειλε δύο. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεως τῆς πρώτης ἐπιτροπῆς, διέταξε τὸν Νομάρχην ν’ ἀποστείλῃ ἔκθεσιν, δὲν ἔλαβε δὲ παντάπασιν ὑπ’ ὄψει τὴν ἔκθεσιν τῆς δευτέρας ἐπιτροπῆς.
§41ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐπαιδεύσεως). Ἐγὼ δὲν ἔχω γνῶσιν τῆς ἐκθέσεως τῆς δευτέρας ἐπιτροπῆς· ἐγώ, ὅταν ἐζήτησα τὴν γνώμην τοῦ Νομάρχου, δὲν ἐγνώριζον ὅτι ὑπῆρχε δευτέρα ἔκθεσις· ἤδη, ὅτε μανθάνω, ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη, θὰ ζητήσω αὐτὴν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον καὶ θὰ τὴν προσαγάγω. Παρατηρῶ μόνον, ὅτι, ἂν ὑπῆρχε τοιαύτη ἔκθεσις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ καθ’ ἣν στιγμὴν ἐζητοῦντο πληροφορίαι, ἤθελον ἀποσταλῆ καὶ αἱ δύο ἐκθέσεις, αἱ ἀντιφατικαί, ὅπως ὁ Νομάρχης ζητήσῃ τὰς πληροφορίας ἐπὶ τῇ βάσει ἀμφοτέρων τῶν ἐκθέσεων.
§42ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πότε ἀπεστάλη ἡ δευτέρα ἔκθεσις;
§43ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Μετὰ τὴν μετάθεσιν ἐστάλη, καὶ συνίστα, ὅπως ὁ μετατεθεὶς δημοδιδάσκαλος ἐπανέλθῃ εἰς τὸ σχολεῖον, ὡς καταλληλότατος.
§44ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βλέπετε, ὅτι ἡ δευτέρα ἔκθεσις ἐστάλη μετὰ τὴν μετάθεσιν, καὶ ἑπομένως δὲν ἠδύνατο νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καθ’ ἣν στιγμὴν αὕτη ἀπεφασίζετο.
§45ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπάρχει γνωμοδότησις τοῦ Νομάρχου, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι εἶναι καλὸς ὁ διδάσκαλος.
§46ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Μετὰ τὴν μετάθεσιν ἐστάλη ἔκθεσις, ἥτις λέγει, ὅτι κακῶς μετετέθη ὁ διδάσκαλος.
§47ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅτε ἐγένετο ἡ μετάθεσις, εἶναι γεγονὸς ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἄλλη ἔκθεσις, ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς διατείνεται, ὅτι μετὰ τὴν μετάθεσιν ὑπεβλήθη ἄλλη ἔκθεσις.
§48ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ τὴν καταθέσητε.
§49ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα.
§50ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ περιμείνω τὴν δευτέραν ἔκθεσιν, διὰ νὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅταν πρόκηται νὰ κάμῃ μετάθεσιν διδασκάλου, νὰ δίδῃ περισσοτέραν προσοχὴν εἰς τὸν νόμον, διότι προχθὲς εἶπεν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὅτι δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς.
§51ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό. Εἶπον ὅτι, ὅταν ἔχω ἔκθεσιν τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ἔκθεσις αὕτη βεβαίως ἔχει ἀξίαν, καθόσον σωματεῖον, ἀποτελούμενον ἐκ πολλῶν προσώπων, διὰ τῆς πλειονοψηφίας αὐτοῦ ἐργάζεται.
§52ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ νόμος ὅμως λέγει, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία, διότι λέγει, ὅτι, διὰ νὰ ἔχῃ ἀπόφασίς τις κῦρος, ἀπαιτεῖται ἡ παρουσία τοὐλάχιστον τριῶν μελῶν, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ Προέδρου. Ὑπάρχει ὁ Πρόεδρος ὑπογεγραμμένος ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ;
§53ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μοὶ ἀπευθύνετε ἐρωτήσεις, εἰς τὰς ὁποίας εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀπαντήσω, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐνθυμοῦμαι σήμερον, ἐὰν ὁ Πρόεδρος ἦτο καὶ αὐτὸς ὑπογεγραμμένος εἰς ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα πρὸ δέκα ἡμερῶν εἶδον. Ὁμολογῶ, ὅτι, μὲ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν, ἣν ἔχω, ἵνα ἀσχολῶμαι εἰς τὰ καθέκαστα τῆς ὑπηρεσίας, δὲν ἔφθασεν ἡ προσοχή μου μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἐξετάσω τὰς ὑπογραφὰς τῆς ἐκθέσεως. Βεβαίως μετὰ τὰ ἐπεισόδια ταῦτα, τὰ ὁποῖα διὰ πρώτην φορὰν ἀναφαίνονται, θὰ ἐξετάζω εἰς τὸ μέλλον τὰς ὑπογραφὰς, ὅπως ἐξακριβώσω, ἐὰν ὁ Πρόεδρος ὑπέγραψεν ἢ ὄχι.
§54ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ δυστύχημα εἶναι, ὅτι δὲν συμφωνεῖ πρὸς ἑαυτὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὁ ὁποῖος, χρηματίσας ἄλλοτε Δήμαρχος, γνωρίζει, ὅτι εἰς πᾶσαν πρᾶξιν οἱασδήποτε ἐπιτροπῆς κεχωρισμένως ὑπογράφεται ὁ Πρόεδρος καὶ τὰ λοιπὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς. Κύριε Ὑπουργὲ, μὴ θέλετε νὰ ὑπεκφεύγητε δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου τὴν ἀπόδειξιν τῶν λαθῶν σας· ὁμολογήσατε, ὅτι ἡ ἐπιθυμία σας ἦτο νὰ ὑπηρετήσητε τὸ κόμμα, παραβλέποντες πᾶσαν διάταξιν νόμου. Ἐννοεῖτε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι τοιαύτη πρᾶξις ἡ ὁποία δὲν φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Προέδρου, εἶναι ἄκυρος, ἔγραψα δὲ ἐγὼ πρὸς τὸν διδάσκαλον αὐτὸν, νὰ μὴ ἀναχωρήσῃ, ἀλλὰ νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν καὶ νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν. Ἐὰν δὲ ἡ ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου καταδικάσῃ τὸ Δημόσιον, θὰ τὸν συμβουλεύσω νὰ στρέψῃ τὰς ἀπαιτήσεις του καθ’ ὑμῶν, κύριε Ὑπουργέ. Καὶ τοῦτο, διὰ νὰ μάθωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κυβερνοῦν τὴν χώραν, ὅτι δὲν θὰ μείνωσιν ἀτιμώρητοι. Ἐλπίζω νὰ διδαχθῶσιν, ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον πρᾶγμα τὸ κυβερνᾷν διὰ τῆς καταπατήσεως τῶν νόμων καὶ ὅτι εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ ἡ πλειοψηφία, ὅσῳ καὶ ἂν προσπαθήσωσι νὰ ὀχυρωθῶσιν ὄπισθεν αὐτῆς. Ὁ νόμος εἶναι ῥητὸς, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ πρᾶξις εἶναι ἄκυρος, ὀφείλετε δὲ νὰ τὴν ἀνακαλέσητε, διὰ νὰ μὴ προβῇ ὁ δημοδιδάσκαλος κατὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ οὕτω τὸ Δημόσιον ὑποστῇ ζημίας, τῶν ὁποίων σεῖς θὰ ἦσθε παραίτιος, παρανομοῦντες.
§55ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐὰν ἐνόησα καλῶς τὴν ἀπάντησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐδικαιολόγησε τὴν μετάθεσιν τοῦ δημοδιδασκάλου Μιχαὴλ Λεβῆ διὰ τῆς γνωμοδοτήσεως τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ οἰκείου σχολείου. Ἡ ἔκθεσις αὕτη, κύριε Πρόεδρε, χρονολογεῖται τὴν 19 Ὀκτωβρίου 1888, καὶ εἶναι ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τριῶν μόνον μελῶν τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, ἐλλείπει δὲ ἡ ὑπογραφὴ τοῦ προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Δημάρχου.
§56ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὑπάρχει τὸ ἔγγραφον τοῦ Δημάρχου.
§57ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸ ἔγγραφον δὲν ἀναπληροῖ τὴν ἐν αὐτῇ τῇ ἐκθέσει ὑπογραφήν. Ἀλλ’ ἔστω. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς ἑξῆς ἀπορίας μου. Εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1888 τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος ἔκθεσιν καὶ γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτροπῆς, εἶχεν ὑπ’ ὄψει τὸ ἔγγραφον τοῦ Νομάρχου, δι’ οὗ, διαβιβάζων τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, γνωμοδοτεῖ καὶ οὗτος, ὅτι ὁ δημοδιδάσκαλος, περὶ οὗ ὁ λόγος, εἶναι μεταθετέος· διατὶ ἀνέβαλεν ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον τὴν μετάθεσιν τοῦ δημοδιδασκάλου; Παρῆλθον ἔκτοτε 13 ὅλοι μῆνες, ἐπῆλθον αἱ σχολικαὶ διακοπαὶ, ὅτε γίνονται αἱ προσωπικαὶ μεταβολαὶ τῶν δημοδιδασκάλων· πῶς ὁ Ὑπουργὸς ἐλησμόνησε τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Νομάρχου, ὅτε ἐνήργει τὰς προσωπικὰς τῶν δημοδιδασκάλων μεταθέσεις, καὶ τὰς ἐνθυμήθη τὸν Νοέμβριον, ἐν τῷ μέσῳ τοῦ σχολικοῦ ἔτους, μεταθέσας τότε, ἐπὶ ζημίᾳ τῶν μαθητῶν, τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος δημοδιδάσκαλον; Ἐπὶ τῆς ἀπορίας ταύτης ἐπιθυμῶ νὰ λάβω ἀπάντησιν. Ἔχω καὶ δευτέραν ἀπορίαν. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ὁ δημοδιδάσκαλος δὲν εἶναι μεταθετέος, ἀλλ’ ἀπολυτέος. Ἰδοὺ ἐπὶ λέξεσι τί λέγει ἡ ἐπιτροπὴ (ἀναγινώσκει): «Ὁ δημοδιδάσκαλος εἶναι παντελῶς ἀνίκανος νὰ διδάσκῃ καὶ ἐστερημένος καὶ τῆς ἐλαχίστης κοινωνικῆς μορφώσεως, καὶ ἐτιμωρήθη ἄλλοτε διὰ προσωρινῆς ἀπολύσεως ὑπὸ τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ». Ἀφοῦ ἡ ἐφορευτικὴ ἐπιτροπὴ χαρακτηρίζει οὕτω τὸν δημοδιδάσκαλον, ἀφοῦ οὗτος εἶχε προσωρινῶς ἀπολυθῆ ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ἐπιθεωρητοῦ, διατὶ ὁ Ὑπουργὸς περιωρίσθη εἰς τὴν μετάθεσιν καὶ δὲν προέβη εἰς τὴν ἀπόλυσιν; Ἐπιθυμῶ καὶ περὶ τούτου νὰ ἔχω ἀπάντησιν, μεθ’ ἣν ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω καὶ πάλιν τὸν λόγον, ἐὰν τὸ θεωρήσω ἀναγκαῖον.
§58ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπιφυλάσσομαι, κύριε Βουλευτὰ, νὰ σᾶς δώσω ἀπήντησιν, ὡς σεῖς ἐπεφυλάχθητε νὰ συζητήσητε ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεώς μου.
§59ΜΙΛΗΣΗΣ. Πῶς εἴπετε;
§60ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπιφυλάσσομαι, λέγω νὰ σᾶς ἀπαντήσω, ἀφοῦ ἐξετάσω τὰ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ εὑρισκόμενα ἔγγραφα.
§61ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἔχετε ἀνάγκην νὰ ἐξετάσητε τὰ ἔγγραφα τῆς ὑπηρεσίας;
§62ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὑμεῖς, ὁ ὁποῖος διηυθύνατε ἄλλοτε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, βεβαίως δὲν θὰ ἦσθε ποτὲ εἰς θέσιν ἄνευ ἐξετάσεως νὰ δίδητε πληροφορίας περὶ τῆς μεταθέσεως ἢ παύσεως ἑνὸς δημοδιδασκάλου, ἐνῷ ὑπάρχουν δύο χιλιάδες τοιοῦτοι. Ἀφ’ οὗ ἐξετάσω, θέλω σᾶς πληροφορήσει καὶ τότε εἶσθε ἐλεύθερος ν’ ἀκολουθήσητε τὸ καθιερωθὲν σύστημα τοῦ νὰ συζητῶμεν ἐπὶ τῶν μεταθέσεων τῶν δημοδιδασκάλων, ἵνα ἀνέτως φθάνωμεν εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως.
§63ΜΙΛΗΣΗΣ. Βεβαίως σεῖς νομίζετε, ὅτι ἀσχολεῖται ἡ Βουλὴ εἰς τὰ ἔργα της, ὅταν ψηφίζῃ τὰ νομοσχέδιά σας, ἀλλ’ ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι τὸ κυριώτατον ἔργον τῆς Βουλῆς, ὡς πολιτικῆς ἀρχῆς, εἶναι τὸ ἐλέγχειν τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως. Λοιπὸν δὲν δαπανῶμεν ἐν οὐ δέοντι τὸν χρόνον αὐτῆς, κύριε Ὑπουργέ. Λησμονεῖτε δὲ, ὅτι ἡ ἐπερώτησις, περὶ ἧς ὁ λόγος, δὲν ἔρχεται ἐκ τῶν τάξεων τῆς πτέρυγος ταύτης, ἀλλ’ ἐκ τῶν ὑμετέρων φίλων. Φίλος ἰδικός σας ὑπέβαλε τὸ παράπονον ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὸ τὸ παράπονον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι θὰ ἐξετάσῃ τὸ πρᾶγμα καὶ ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄλλα σχετικὰ ἔγγραφα εἰς τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου, περιμένομεν νὰ μᾶς ὑποβάλῃ τὴν Δευτέραν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦ Νομάρχου περὶ τοῦ δημοδιδασκάλου τούτου, καὶ τότε θὰ κάμωμεν εὐρυτάτην συζήτησιν, χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, κύριε Ὑπουργέ, τὴν εἰρωνικὴν παρατήρησίν σας, ὅτι καταδαπανῶμεν τὸν πολύτιμον χρόνον τῆς Βουλῆς, τὸν προωρισμένον πρὸς συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων σας.
§64ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Ἂν ὑπάρχῃ ἔκθεσις τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τοιαύτη κατὰ τοῦ δημοδιδασκάλου ἐκείνου, δὲν εὐθύνει τὸν νῦν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, εὐθύνει πρώην Ὑπουργὸν, καθήμενον εἰς τὴν πτέρυγα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι ὤφειλεν αὐτὸς νὰ τὸν παύσῃ.
§65ΜΙΛΗΣΗΣ. Κατὰ τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν πρό τινων ἡμερῶν ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ὑφίσταται ἀτομικὴ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἡ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν εἶναι κοινή· πάντες οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι συνυπεύθυνοι διὰ πᾶσαν πρᾶξιν τῆς διοικήσεως, ἀποτελοῦντες ἓν νομικὸν πρόσωπον, τὴν Κυβέρνησιν. Ὅτε ὑπέβαλες, κύριε συνάδελφε, τὴν ἐπερώτησίν σου, ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῇς, τί εἶπεν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματός σου, ὅτι ἡ εὐθύνη διὰ πᾶσαν πρᾶξιν ἑκάστου Ὑπουργοῦ ἐπιβαρύνει ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργεῖον. Λοιπὸν πρόκειται περὶ εὐθύνης τοῦ Ὑπουργείου καὶ ὄχι περὶ εὐθύνης τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως.
§66ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Πικουλάκης εἶπεν, ὅτι ἡ πρᾶξις βαρύνει τὴν εὐθύνην ἑνὸς πρώην Ὑπουργοῦ, καθημένου ἐντεῦθεν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πικουλάκης εἶπεν, ὅτι ὁ κ. Θεοτόκης ἔκαμε τὴν μετάθεσιν, κατὰ συνέπειαν ἡ πρᾶξις τὸν σημερινὸν Ὑπουργὸν εὐθύνει, ὁ πρώην Ὑπουργὸς δὲν ἔκαμε τὴν μετάθεσιν, ὁ νῦν ἐνέκρινεν αὐτὴν, καὶ αὐτὸς εἶναι ὑπεύθυνος.
§67ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γυθείου, διότι πρόκειται νὰ ἴδωμεν εἰς τί προσκόπτει ἡ λειτουργία τῶν δημοτικῶν σχολείων. Τοῦτο ἔχει δι’ ἐμὲ σημασίαν· θέλω νὰ μάθω, εἰς τί προσκόπτει ἡ λειτουργία τῶν δημοτικῶν σχολείων. Νῦν θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ εἴπω δύο λέξεις, διότι ἤδη ἐκ τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων εὑρίσκω, ὅτι ὑπῆρξε πλημμελὴς ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς παιδείας, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἀπὸ τοῦ Μαρτίου—καὶ βεβαίως τοῦτο δὲν ἀφορᾷ τὴν εὐθύνην τοῦ προκατόχου του—ἀπὸ τοῦ Μαρτίου παρελθόντος ἔτους εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του ὅλας ἐκείνας τὰς ἐκθέσεις, ἐκ τῶν ὁποίων προκύπτει, ὅτι ὁ δημοδιδάσκαλος ὠλιγώρει περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὑτοῦ, ἐν τούτοις ὁ δημοδιδάσκαλος αὐτὸς μένει ἐκεῖ μέχρι τέλους Αὐγούστου. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν ἦτο ἐντελῶς σύμφωνος πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ πράξῃ ὡς Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, διότι, ἀφοῦ ὑπῆρχεν ὑπ’ ὄψιν του μία ἔκθεσις, ἥτις πρέπει νὰ ᾖναι ὑποχρεωτικὴ δι’ αὐτὸν, ἡ ἔκθεσις αὕτη ἔπρεπε νὰ ἐκτελεσθῇ ἀμέσως. Δὲν βλέπω πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογηθῇ ἡ ἐπ’ ἄπειρον ἀναβολὴ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἐκθέσεως· διατὶ νὰ μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἀμέσως; Οὕτω δὲ δὲν θὰ εὑρισκόμεθα πρὸ τῶν ἀτόπων, τὰ ὁποῖα παρέστησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας, διότι ἤδη ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον, νὰ ἔχωμεν ἐκθέσεις ἀντιφατικάς. Νομίζω ὅτι, ἂν αἱ πράξεις τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν πρέπῃ νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν, πρέπει νὰ ἐκτελῶνται ἀμέσως, διότι ἄλλως οὐδεμίαν ἀνάγκην ἔχομεν αὐτῶν. Ἀφοῦ ὅμως αἱ ἐκθέσεις αὗται εἶναι ἀναγκαῖαι, μοὶ γεννᾶται ἡ ἰδέα, ἀφοῦ δὲν ἐκτελοῦνται, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας δὲν ἀκούει τὰς ἐκθέσεις καὶ τὰς προτάσεις τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν, ἀλλ’ ἐνδίδει εἰς τὰς συστάσεις τὰς κομματικὰς, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἠφάνισαν.
§68ΚΟΡΠΑΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω δύο λέξεις εἰς ἀπάντησιν τῶν ὅσων εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, προκειμένου περὶ τῆς μεταθέσεως τῆς δημοδιδασκάλου ἐκ τοῦ σχολείου Σερίφου, διότι ἀναγνοὺς τὴν στιγμὴν ταύτην τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐπιθεωρήσαντος τὸ σχολεῖον ἐκεῖνο, παρατηρῶ, ὅτι ἡ ἐπιθεώρησις ἐγένετο τὸν Αὔγουστον τοῦ 1888, καὶ κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ, ἡ δημοδιδάσκαλος δὲν ἦτο ἱκανή. Ἀλλὰ κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1888 ἐγένοντο τοποθετήσεις, καὶ ἡ δημοδιδάσκαλος αὐτὴ ἔμεινεν εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, ὡς καὶ κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1889· πότε δὲ ἀπελύθη; κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1890, ἤτοι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν. Ὁ Δήμαρχος Σερίφου εἰλικρινέστερον φέρεται τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς· δὲν διστάζει νὰ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν, καὶ νὰ εἴπῃ κατ’ ἐμὴν γνώμην τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ δημοδιδάσκαλος αὕτη μετετέθη, τοὺς ὁποίους ἀνομολογῶ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δύναται νὰ μὴ γνωρίζῃ, καὶ ἑπομένως καλῇ τῇ πίστει ἐνήργησεν, ἀλλ’ οἱ ἐνεργήσαντες πλησίον τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν ἐνήργησαν καλῇ τῇ πίστει, διότι ὁ Δήμαρχος Σερίφου ἀναφέρει, ὅτι ἡ δημοδιδάσκαλος ἐγένετο συγγενὴς τῶν ἡγετῶν τῆς μιᾶς τῶν δύο μερίδων καὶ ἀποκτήσασα σχέσεις ἐκ τῆς μακρᾶς διαμονῆς της ἐκεῖ, δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ παραμένῃ ἐκεῖ. Λοιπὸν αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν μετετέθη. Ἐπειδὴ εὑρίσκομαι εἰς τὸ βῆμα, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ μεριμνήσῃ περὶ ἐπισκευῆς τοῦ δημοτικοῦ σχολείου τῆς Πάρου· ἐκθέσεις ἐπανειλημμένως ἦλθον περὶ τῆς κακῆς αὐτοῦ καταστάσεως, ἀλλ’ οὐδὲν λαμβάνεται μέτρον περὶ ἐπισκευῆς αὐτοῦ. Εἶναι δὲ κίνδυνος νὰ καταπέσῃ τὸ σχολεῖον καὶ νὰ συμβῶσι δυστυχήματα ἀπροσδόκητα.
§69ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Συμφώνως μὲ τὰ παρ’ ἐμοῦ ὑποστηριχθέντα, ὅτε ἀπηύθυνα τὴν ἐπερώτησίν μου, προὐτιθέμην νὰ μὴ ἐπανέλθω, διότι κατόπιν ταύτης, ἐρωτηθεὶς παρὰ τῶν ἐνδιαφερομένων καὶ πονούντων διὰ τὸ ἱερὸν χρῆμα, ἐσυμβούλευσα αὐτοὺς, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἔλθῃ ὁ διδάσκαλος, ὁ διορισθεὶς παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ τὸν στείλητε ὁπόθεν ἀνεχώρησε, καὶ τὴν εὐθύνην ἀναλαμβάνω ἐγώ. Ἀλλὰ καὶ τὸ σχολεῖον, τὸ ἀποτελοῦν μέρος τοῦ κληροδοτήματος, χρησιμεύει ὡς δημοτικὴ σχολὴ παρανόμως, διότι ἡ Κυβέρνησις τὸ κατέλαβεν αὐθαιρέτως; λαμβάνουσα αὐτὸ ἀπὸ τὰς χεῖρας τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, ἀρνεῖται δὲ νὰ πληρώσῃ ἐνοίκιον, καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διορθώσῃ τὸ ἄτοπον τοῦτο, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐπανειλημμένως ἀπευθυνθείσας αὐτῷ αἰτήσεις πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς, στηριζόμενος ἐπὶ τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων, προσεπάθησε ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν κωλύεται ἐκ τούτων ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν τοῦ βοηθοῦ· δὲν ἤθελον δὲ ἐπαναφέρει τὴν ἐπερώτησίν μου, ἀφοῦ συνέβη ὅ,τι εἶχον συμβουλεύσει εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους, ἤτοι νὰ ἀπέλθῃ ὁ διορισθεὶς καὶ νὰ παραιτηθῇ, καὶ δὲν ἤθελεν ἐκ δευτέρου διορισθῇ ἕτερος ἀντ’ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐγγράφων προκύπτει ὅ,τι ὑπεστήριξα, ζητῶν τὴν ἀνάκλησιν τοῦ διορισμοῦ, φρονῶ δὲ, ὅτι, ἂν ἐπισταμένως ὁ Ὑπουργὸς ἤθελεν ἀναγνώσει τὰ ἔγγραφα, βεβαίως δὲν ἤθελεν ἰσχυρισθῆ ὅ,τι ἰσχυρίσθη, ἀλλ’ ἤθελεν ἀνακαλέσει τὸν γενόμενον καὶ οὐδόλως προβῆ εἰς δεύτερον διορισμόν. Καὶ κατὰ πρῶτον ἐπεκαλέσθη τὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῆς κώμης Πισσάδων· τῷ ὄντι ἐν τῇ δικογραφίᾳ ὑπάρχει τοιαύτη ἀναφορὰ, ἥτις φέρει μόνον ἑπτὰ ὑπογραφάς. Ἂν αἱ ἑπτὰ ὑπογραφαὶ ἀποτελοῦσι τὴν πλειοψηφίαν τῆς κώμης Πισσάδων, ἠδύνατο νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι προέβη εἰς τὸν διορισμὸν κατόπιν τῆς αἰτήσεως τῶν κατοίκων αὐτῆς· καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἡ κώμη ἐκείνη δὲν εἶναι εἰς οἵαν θέσιν εὑρίσκετο ἄλλοτε, οὐχ ἧττον ὅμως ὁ πληθυσμός της εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖος, ὥστε νὰ μὴ ἀποτελῆται ἡ πλειοψηφία αὐτῆς ἐξ ἑπτὰ ἀνθρώπων. Ἡ κώμη Πισσάδων κατοικεῖται ὑπὸ 600 καὶ πλέον ψυχῶν, ἐξ δὲ ἡ ἑπτὰ ὑπογραφαὶ μόνον ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ ἀναφορὰ προέρχεται ἐκ λόγων ὅλως ἀτομικῶν καὶ ἰδιοτελῶν, διότι τίνα ἄλλον σκοπὸν ἠδύναντο νὰ ἔχωσι τὰ ἑπτὰ ταῦτα ἄτομα, ἀπευθυνόμενα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἢ τὴν οἰκονομίαν προσώπου τινός; Ἂς ἐξετάσωμεν τώρα, ἂν πράγματι ὁ Ὑπουργὸς δικαιοῦται, δυνάμει τῆς διαθήκης καὶ τοῦ συμβολαίου, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη, νὰ διορίσῃ αὐτὸς διδάσκαλον, καὶ μάλιστα εἰς Σχολὴν μὴ λειτουργοῦσαν, ὡς ἐμφαίνεται ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν ἐγγράφων (ἀναγινώσκει): «Ἀφίνω κληροδότημα, λέγει ἡ διαθήκη, εἰς τὸν δῆμον Πισσάδων τὴν οἰκίαν κτλ., καὶ διορίζω νὰ χρησιμεύῃ διὰ σχολεῖον τῶν ἀρσενικῶν παίδων διὰ τὰ στοιχειώδη μαθήματα τῆς πρώτης Ἑλληνικῆς παιδείας.» Ποῖα εἶναι τὰ στοιχειώδη μαθήματα τῆς πρώτης Ἑλληνικῆς παιδείας; Ἐπειδὴ ὁ διαθέτης ἦτο πρῶτον ναυτικὸς καὶ κατόπιν ἔμπορος, οὔτε τοὺς νόμους ἐγνώριζεν, οὔτε ἦτο εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ περὶ τίνος ἐπρόκειτο, ἀλλὰ βεβαίως δὲν προέθετο νὰ συστήσῃ σχολεῖον μονοτάξιον, ἤθελε τοὐλάχιστον νὰ καταρτισθῇ πλῆρες σχολεῖον, ὅπως γίνῃ χρήσιμος εἰς τὰ τέκνα τῶν κατοίκων τῆς κώμης ἐκείνης.» Καὶ παρακατιὼν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν κατὰ καιροὺς Δήμαρχον τοῦ δήμου Πισσάδων μὲ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ὅπως φροντίζωσι διὰ τὸν καλὸν διοργανισμὸν τοῦ σχολείου καὶ τὸν κατάλληλον διδάσκαλον, διὰ τὴν ἠθικὴν καὶ τὰς γνώσεις του, ἀκούοντες καὶ τὴν γνώμην τῶν κληρονόμων μου.» Λοιπὸν ὁ ὀργανισμὸς τοῦ σχολείου ἀνατίθεται εἰς τὸν Δήμαρχον καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, κύριε Ὑπουργέ. Εἰς αὐτοὺς ὁ διαθέτης ἀναθέτει, ἤτοι εἰς τὸν Δήμαρχον καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, τὴν ἀνεύρεσιν τοῦ καταλλήλου διδασκάλου, καὶ μάλιστα συνιστᾷ διδασκάλους οὐχὶ τόσον γραμμάτων, ὅσον ἠθικῆς, ἤτοι τὸν διορισμὸν ἢ μᾶλλον τὴν ἀνεύρεσιν τῶν διδασκάλων ἀναθέτει εἰς τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν καὶ ἀπαιτεῖ καὶ τὴν γνώμην τῶν κληρονόμων του. Ὅθεν τὸ σχολεῖον εἶναι ὅλως ἰδιωτικὸν καὶ δὲν ἔχει δικαιοδοσίαν ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν ἄλλο ἔχει νὰ πράξῃ, εἰμὴ μόνον νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ὁ προτεινόμενος διδάσκαλος ἔχῃ τὰ προσόντα ἢ ὄχι, ἀλλ’ οὐδὲν δικαίωμα ἔχει νὰ διορίζῃ αὐτὴ ἀπ’ εὐθείας διδάσκαλον. Ἐὰν σᾶς ὑποβάλῃ, κύριε Ὑπουργὲ, πρότασιν περὶ διορισμοῦ ὁ Δήμαρχος, καὶ οἱ κληρονόμοι τοῦ διαθέτου συναινοῦν, τότε μόνον ἔχετε δικαίωμα νὰ διορίζητε διδάσκαλον, ἤτοι νὰ δέχησθε ἢ μὴ τὸ προτεινόμενον πρόσωπον. Προσθέτων δὲ ὁ διαθέτης (ἀναγινώσκει): «καὶ νὰ ἐφορεύωσι, νὰ ἐπιβλέπωσιν εἰς αὐτὸ διὰ τὴν πρόοδόν του, καθὼς καὶ νὰ ἀναφέρωσιν εἰς τὸν κληρονόμον τὰ περὶ τῆς πορείας του. Ἰδιαιτέρως παραγγέλλω εἰς τοῦτον νὰ φροντίζῃ νὰ λαμβάνῃ τὰς ἀνηκούσας πληροφορίας διὰ τὸ σχολεῖον, καὶ νὰ ἐνεργῇ ὑπὲρ αὐτοῦ ὡς ἐγὼ ὁ ἴδιος, διὰ νὰ εὐδοκιμήσῃ κτλ.», ἀποδεικνύει, ὅτι ἐν γένει ὁ διαθέτης δὲν ἐννοεῖ νὰ ἀναμίξῃ ποσῶς τὸ Δημόσιον, ἐννοεῖ τὸ χρῆμά του νὰ διαχειρίζηται τῇ γνώμῃ τοῦ κληρονόμου καὶ τῇ γνώμῃ καὶ εὐθύνῃ τοῦ Δημάρχου καὶ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ἔχετε τοῦ Δημάρχου καὶ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου πρότασιν περὶ διδασκάλου; ἔχετε τουλάχιστον τὸν κληρονόμον, ζητοῦντα αὐτό; Ἔχετε, ἐπαναλαμβάνω, μίαν ἀναφορὰν μόνον, φέρουσαν 8 ὑπογραφὰς, ὁ ἀριθμὸς τῶν ὁποίων αὐτὸς καὶ μόνος ὤφειλε νὰ σᾶς πείσῃ, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ θέσητε χεῖρα εἰς χρῆμα, τὸ ὁποῖον διετέθη πρὸς ἱερὸν σκοπόν. Ἐν τῷ συμβολαίῳ, μεταξὺ τῶν κληρονόμων καὶ τῶν ἁρμοδίων προσώπων, ῥητῶς διακρατεῖται, ὅτι «οἱ τόκοι τοῦ κεφαλαίου τούτου θέλουσι κατατίθεσθαι ὑπὸ τοῦ Δημάρχου Ἄνω Λιβαθοῦς παρὰ τῇ αὐτῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ πρὸς ἐπαύξησιν τοῦ κεφαλαίου καὶ κατὰ τοὺς αὐτοὺς τῆς ἀρχικῆς καταθέσεως ὅρους.» Ἐγνωρίζετε ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων, ὅτι τὸ σχολεῖον ἔπαυσε νὰ λειτουργῇ, καὶ ὅτι, διὰ νὰ διορισθῇ διδάσκαλος, ἀπαιτεῖται νὰ προηγηθῇ ἡ ἵδρυσις καὶ ἡ λειτουργία τοῦ σχολείου· καὶ ὅμως διορίζετε διδασκάλους (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ ἔπαυσεν ἀπὸ τοῦ νὰ λειτουργῇ τὸ τοῦ κληροδοτήματος σχολεῖον Πισσάδων, ἐφ’ ὅσον χρόνον διαρκεῖ ἡ κατάστασις αὕτη καὶ μέχρις οὗ νὰ συστηθῇ τὸ σχολεῖον τοῦτο ὑπὸ ὅρους, ἀνταποκρινομένους εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ διαθέτου, οἱ τόκοι κτλ.» Τίς θὰ κρίνῃ, ὅτι ἔπαυσαν αἱ περιστάσεις, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων ἐνομίσθη καλὸν νὰ κλεισθῇ τὸ σχολεῖον, ὅτε εἶχεν εἰσόδημα 3,000 φράγκα χρυσᾶ; Σεῖς, κύριε Ὑπουργὲ, βεβαίως ὄχι, διότι οὐδεμίαν δικαιοδοσίαν ἔχετε, θὰ τὸ κρίνῃ ὁ Δήμαρχος καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, οἱ ὁποῖοι, πονοῦντες διὰ τὸ κληροδότημα, δὲν ἠδύναντο νὰ προτείνωσι τὸν διορισμὸν διδασκάλου εἰς σχολεῖον μὴ λειτουργοῦν, ἤτοι νὰ διαθέσωσι τὸ χρῆμα πρὸς σιτισμὸν προσώπων. Προηγουμένως τὰ μέσα ἦσαν ἀφθονώτερα καὶ ὅμως ἠναγκάσθησαν νὰ κλείσουν τὸ σχολεῖον, διότι ἐπείσθησαν, ὅτι διὰ τοιούτων πόρων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συντηρήσουν σχολεῖον χρήσιμον. Εἶχον δίκαιον λοιπὸν νὰ ἐπιμένω εἰς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θ’ ἀποδώσῃ, κατὰ τὸ σύνηθες, εἰς σκοπὸν καταναλώσεως χρόνου, καὶ ἂν τὸ πράξῃ, ἀπολύτως ἀδιαφορῶ, διότι ἔχων ἥσυχον τὴν συνείδησίν μου, ὅτι ἐκπληρῶ τὸ καθῆκόν μου, οὐδόλως ἔχω ἀνάγκην νὰ δώσω λόγον εἰς ἄλλον, πλὴν πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς μου. Ἀλλὰ κατόπιν τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἐγγράφων καὶ κατόπιν τοῦ ἐκ νέου διορισμοῦ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, δὲν ἠδυνάμην νὰ σιωπήσω. Ὁ ἀγαθός μου σκοπὸς ἐκ τούτου μάλιστα καταφαίνεται, καθόσον, μολονότι ἡ ἐπερώτησίς μου ἐγένετο κατὰ τὸν παρελθόντα Νοέμβριον, δὲν ἐπανῆλθον ἢ ἀφοῦ ἐπληροφορήθην, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιμένει εἰς τὴν ἀπόφασίν του, οὐδ’ ἐσκέφθη, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ μία δίκη καὶ ἐξ αὐτῆς νὰ ζημιωθῇ τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον ἔχει τοιοῦτον ἱερὸν σκοπόν. Καταλήγων λοιπὸν, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ν’ ἀνακαλέσῃ τὸν διορισμὸν, διότι παρανόμως ἐγένετο. Πιστεύω δὲ, ὅτι ἡ παρανομία αὕτη δὲν ἐγένετο ἐκ προθέσεως, ἀλλ’ ἴσως διότι δὲν εἶχε καιρὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μελετήσῃ, ἢ δὲν εἶχεν ἀνὰ χεῖρας τὰ ἔγγραφα. Εὐχαριστοῦμαι δὲ, ἀκούσας αὐτὸν εἰπόντα, ὅτι δίκαιον εἶναι τὸ παράπονόν μου ὡς πρὸς τὴν κατάληψιν τῆς οἰκίας τοῦ κληροδοτήματος καὶ τὴν χρῆσιν αὐτῆς διὰ σχολεῖον δημοτικὸν, καὶ θὰ τὸν παρακαλέσω ὡσαύτως νὰ μὴ ἐπιμείνῃ ὅπως ὑποχρεώσῃ τὸν δῆμον νὰ κινήσῃ ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου ἢ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ νὰ ὑποστῇ δαπάνας δικαστικὰς, ἀλλὰ νὰ παραγγείλῃ πρὸς τὸν κ. Νομάρχην νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὰς ἐπανειλημμένας αἰτήσεις τοῦ Δημάρχου, καὶ ἐὰν ᾖναι δικαία ἡ αἴτησις, νὰ ὁρίσῃ αὐτὸς, ἔστω καὶ μικρὸν ἐνοίκιον, διότι δὲν πρέπει νὰ μένῃ τοιοῦτον παράδειγμα τῆς καταπατήσεως ξένης περιουσίας ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ν. Παππαδόγκονας, κατάδικος, παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ν’ ἀναθεωρηθῇ ἡ ὑπόθεσίς του, διότι ἀδίκως κατεδικάσθη.
§71ΣΑΚΚΗΣ. Ἐκ λόγων φιλανθρωπίας ὁρμώμενος, συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καθόσον ὁ εἰρημένος κατάδικος, ὃν οὔτε γνωρίζω, οὔτε συμπολίτην ἔχω, ἔχει καταδικασθῆ ἐκ πλάνης, ὡς θετικῶς ἔμαθον κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, κατερχόμενος εἰς Καλάμας ἐκ Τριπόλεως, παρ’ ἀξιοπίστων μαρτύρων, οὐδόλως συνδεομένων πρὸς τὸν κατάδικον τοῦτον, καὶ ὡς γνωρίζω καὶ ἐξ ἄλλων ἀσφαλῶν πληροφοριῶν, ὁ ἀναφερόμενος κατάδικος ἦτο πάντη ἀθῶος τοῦ ἀποδιδομένου εἰς αὐτὸν φόνου, διότι ὁ φόνος ἔλαβε χώραν εἰς χωρίον, ἀπέχον 30 ὥρας ἀπὸ τὸ Πεταλίδι, ὅπου συνελήφθη παρὰ τοῦ ἀστυνόμου τὴν 3ην ὥραν τῆς πρωΐας ἐν τῇ οἰκίᾳ συγγενοῦς τού τινος, ἐνῷ ὁ φόνος ἐτελέσθη τὸ μεσονύκτιον, ὥστε ἦτο ὅλως ἀδύνατον ἐκ τοῦ τόπου τοῦ ἐγκλήματος νὰ μεταβῇ εἰς Πεταλίδιον, καὶ δι’ ἀτμοπλοίου ἀκόμη, εἰς διάστημα ἧττον τῶν τριῶν ὡρῶν. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν ἀναφορὰν τοῦ ἀδίκως καταδικασθέντος εἰς 15 ἐτῶν δεσμὰ καὶ ζητήσῃ τὴν ἀναψηλάφισιν τῆς ὑποθέσεως, ἢ συστήσῃ αὐτὸν πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, ἵνα τῷ χορηγηθῇ χάρις.
§72ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νομοσχέδιον περὶ τροπολογίας ῥητῶν ἄρθρων τοῦ ὑφισταμένου περὶ στρατολογίας νόμου. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι οὐ μόνον ἅπασαι αἱ διατάξεις αὐτοῦ εἶναι ἄξιαι νὰ τύχωσι τῆς συζητήσεως τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἰδίως ἡ πρώτη αὐτοῦ διάταξις εἶναι ἀνάγκη νὰ συζητηθῇ ἀμέσως, διότι πρόκειται νὰ διαῤῥυθμισθῶσιν ἐπιεικέστερον ὑπὲρ τῶν σπουδαστῶν τὰ τῆς ἀναβολῆς κατατάξεως, χορηγουμένης μείζονος διαρκείας. Ἐὰν ταῦτα συνδυασθῶσι πρὸς τὰ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐν ἀρχῇ ἀναγεγραμμένα, ὅτι ἀποκλείονται τοῦ δικαιώματος τῆς ἀναβολῆς κατατάξεως οἱ μὴ ὑποβαλόντες πρὸς τοῦτο αἴτησιν πρὸ τῆς κληρώσεως, ἥτις ἄρχεται μετὰ ἕνα μῆνα περίπου, νομίζω ὅτι ἡ ὑπόμνησίς μου αὕτη εἶναι δικαία καὶ εὔλογος, καὶ πέποιθα, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ θὰ συναινέσῃ εἰς τοῦτο.
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, ὅπως συζητηθῇ ταχέως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὡς καὶ ἄλλα νομοσχέδια, ὧν τὸ λίαν κατεπεῖγον ἀνομολογεῖται, καὶ νομίζω, ὅτι θὰ ἦναι ἡ Βουλὴ σύμφωνος, ὅπως παραδεχθῶμεν τρόπον προόδου τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, συντελοῦντα καὶ εἰς αὐτοῦ καὶ εἰς τῶν προτεταγμένων αὐτοῦ νομοσχεδίων τὴν κανονικωτέραν ψήφισιν. Νομίζω ὅτι θὰ ἦναι καλὸν, μεθ’ ἑκάστην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων νὰ ἀναβάλληται ἡ μετ’ αὐτὴν ἀνάγνωσις ἐπί τινας συνεδριάσεις, ὥστε νὰ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψει τὰς παρεχομένας πληροφορίας κατόπιν τῶν συζητήσεων καὶ τὰς ἐνδεχομένας τροπολογίας, συζητοῦσα καὶ ψηφίζουσα κατὰ τὸ διάλειμμα τὰ νομοσχέδια, ἅτινα ἤθελον θεωρηθῆ λίαν κατεπείγοντα. Τὰ διαλείμματα μεταξὺ τῆς πρώτης καὶ δευτέρας ἀναγνώσεως καὶ τῆς δευτέρας καὶ τρίτης ἐλπίζω ὅτι θέλουσιν ἐπαρκέσει εἰς τὸν διπλοῦν τοῦτον σκοπόν.
§74ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον ἐξέθεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς πρόοδον τῶν ἐργασιῶν, ἐγὼ βεβαίως εἶμαι πάντη ἀναρμόδιος νὰ ὁμιλήσω· ἐπανερχόμενος ὅμως εἰς τὸ θέμα, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν εἶναι καλὸν νὰ συνδεθῶσι τὰ περὶ ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου μὲ τὰ ἀφορῶντα τὴν ὅλην ἐπεξεργασίαν τῶν νομοσχεδίων. Πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, ἐκ τῆς φύσεως τοῦ ὁποίου ἀναγκαζόμεθα νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν ψήφισίν του. Σήμερον εἶναι 5 Μαρτίου καὶ ἐν τούτοις δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένον κἂν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἕως ὅτου ἐγγραφῇ καὶ γίνῃ νόμος, θὰ φθάσωμεν εἰς τὰς παραμονὰς τῶν κληρώσεων. Ἐπαναλαμβάνω δὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅλη ἡ Βουλή, ὅτι αἱ αἰτήσεις περὶ ἀναβολῆς κατατάξεως εἶναι ἀπαράδεκτοι μετὰ τὴν κλήρωσιν. Τίνα σχέσιν ἔχει ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου μὲ τὰ ἄλλα, οἷον τὸ τῶν διαπυλίων; Τὸ περὶ διαπυλίων πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ τὴν 1ην Ἰανουαρίου 1891, καὶ μόνον ἔχομεν ἴσως ἀνάγκην τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ νῦν διὰ νὰ εὐαρεστήσωμεν εἰς ἐκλογεῖς.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὑπ’ ἀριθ. 38.
§76ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴπετε, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένον.
§78ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω, εἶναι μία ἀνακρίβεια. Ἐγὼ, ἐπειδὴ δὲν δύναμαι πλειότερόν τι νὰ πράξω· προεκάλεσα τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου· ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλῃ, ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν εἰσακούσῃ τῆς ὑπομνήσεώς μου ταύτης, θέλομεν εὑρεθῆ πρὸ ἑνὸς ἀτόπου, πρὸ ἑνὸς ἀδίκου, τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ γίνῃ εἰς τοὺς Ἕλληνας σπουδαστάς.
§79ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐφ’ ὅσον, Κύριοι, πρόκειται περὶ παραβάσεως τῶν νόμων τῆς Πολιτείας εἴτε παρὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, εἴτε παρὰ τῶν ὀργάνων αὐτῆς, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ ὑπάρχῃ ὑπομονή. Ἀλλ’ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ καὶ τὰ ὑπ’ αὐτοὺς ὄργανα καὶ ἐν μιᾷ λέξει ἡ φατρία, ἡ φατρία ὅμως οὐχὶ ὑπὸ τὴν σημασίαν, ἣν ἀπέδιδον εἰς τὴν λέξιν οἱ ἀρχαῖοι, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν σημασίαν, ἣν ἀποδίδουσιν εἰς αὐτὴν αἱ νεώτεραι πολιτεῖαι, ἡ φατρία, λέγω, πρό τινος ἤρξατο παραβιάζουσα καὶ παραβαίνουσα καὶ αὐτοὺς τοὺς νόμους τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι πρό τινος χρόνου ἔφερα ἐπερώτησιν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ παρανομωτάτης καὶ ἀντισυνταγματικῆς πράξεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἑλλάδος, δι’ ἧς ἐπεβάλλετο ποινὴ ὑπερορίας εἴς τινα κληρικὸν ἐκ Μεσολογγίου. Ἠθέλησε κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην ὁ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸς νὰ ἀπολογηθῇ, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν κατώρθωσε τοῦτο. Διότι ναὶ μὲν ὑπῆρξεν ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, δι’ οὗ δὲν ἐνεκρίνετο ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἀποφάσεως ταύτης τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἀλλὰ τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἐγένετο, ἀφοῦ προηγουμένως ὁ Νομάρχης Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐδέχετο νὰ ἐκτελέσῃ τὴν παράνομον καὶ ἀντισυνταγματικὴν ταύτην πρᾶξιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἡ δὲ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως ἵστατο πάντοτε ἀκεραία, διότι ὁ ἀντιπρόσωπος αὐτῆς παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ, ὁ Βασιλικὸς τουτέστιν Ἐπίτροπος, εἶχε συνυπογράψει τὴν ἀντισυνταγματικὴν καὶ παράνομον ταύτην πρᾶξιν. Ὅσα καὶ ἂν εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τότε, οὐδεμίαν εἶχον σημασίαν, διότι τὸ ἔγγραφον αὐτοῦ ἦν ἔγγραφον ἐξηναγκασμένον. Βεβαίως δὲ ὡραῖον πρᾶγμα ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν ἐφθάνομεν εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἢ οἱοσδήποτε ἄλλος, νὰ ἐπέτρεπε τὴν ἀπέλασιν Ἕλληνος κληρικοῦ πολίτου ἐκ τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους, καὶ τὴν παράδοσιν αὐτοῦ εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας. Οὐδεμίαν ἑπομένως ἐγὼ αἰσθάνομαι χάριν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διότι, ἀφοῦ σθεναρῶς ἐπέμεινεν ὁ κληρικὸς ἐκεῖνος, μὴ παραδεχόμενος νὰ ἐξορισθῇ τῆς χώρας, καὶ ἀφοῦ ὁ Νομάρχης δὲν ἐξετέλει τὴν παράνομον ἀπόφασιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν μετὰ πολλοὺς μῆνας ὑπέκυψε καὶ αὐτὸς, μὴ δυνάμενος πλέον νὰ ἐπιμείνῃ, καὶ εἶπε καὶ αὐτὸς, ὅτι παράνομος βεβαίως εἶναι ἡ πρᾶξις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Εἶπον ὅτι τὰ ὄργανα τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἤρξαντο ἐπεμβαίνοντα καὶ καταπατοῦντα καὶ αὐτοὺς τοὺς νόμους τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἔχω, Κύριοι, νεωτέραν τινὰ πρᾶξιν, ἥτις ἐκτίθησι καὶ πρόσωπα δικαστικὰ τῶν ἐν Ἀθήναις Πλημμελειοδικῶν, ἐκτίθησι πάλιν αὐτὸ τὸ σῶμα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἐκτίθησιν αὐτοὺς τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν, αὐτὸν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Τίς ἐστὶν ἡ πρᾶξις αὕτη; ἣν ἀναμένω νὰ ἴδω, πῶς θέλει δυνηθῆ νὰ δικαιολογήσῃ πάλιν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Πρό τινος χρόνου προέκειτο νὰ γένηται ἐκλογὴ Ἡγουμένου ἐν τῇ Μονῇ Δομποῦς τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας. Γνωρίζετε, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν ἔχει μόνον ὑποψηφίους Βουλευτὰς, ἢ ὑποψηφίους Δημάρχους, ἀλλ’ ἔφθασε νὰ ἔχῃ καὶ ὑποψηφίους Ἡγουμένους. Εἶχε λοιπὸν καὶ ἐν τῇ Μονῇ Δομποῦς τὸν ὑποψήφιον αὑτῆς, ἀλλ’ ὁ ὑποψήφιος δὲν ἠδύνατο νὰ συγκεντρώσῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ πλείονας τῶν 9 ψήφων, ὁ δὲ ἀντίπαλος τοῦ ὑποψηφίου τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἡγουμενίαν εἶχε συγκεντρώσει ὑπὲρ ἑαυτοῦ 12, διότι οἱ ἔχοντες δικαίωμα ψήφου ἐν τῇ Μονῇ Δομποῦς εἰσιν 21. Ἡ ἐκλογὴ ἀνεβάλλετο, μέχρις ὅτου ἤθελε καταστῆ δυνατὸν ὁ ὑποψήφιος τῆς Κυβερνήσεως Ἡγούμενος νὰ λάβῃ τὴν πλειονοψηφίαν. Ἐκαραδόκουν λοιπὸν τὰ ὄργανα τῆς φατρίας τὴν στιγμὴν ταύτην τὴν εὐχάριστον, καὶ πραγματικῶς εὗρον αὐτήν. Ἀπὸ τῶν ἀρχῶν Ἰανουαρίου 1889 ἔτους εἶχε δοθῆ καταγγελία τις ἀνυπόστατος κατὰ δύο μοναχῶν τῆς Μονῆς Δομποῦς ἐπὶ ἀπιστίᾳ δῆθεν καὶ πλαστογραφίᾳ. Οὗτοί εἰσιν οἱ ἱερομόναχοι Κωνστάντιος Παπαδιᾶς καὶ Γαβριὴλ Κιάφας· ἀλλ’ ἐν τῇ καταγγελίᾳ εἶχε συμπεριληφθῆ καί τις Ἡγούμενος. Εἶπον, ὅτι ἡ καταγγελία ἦν ἀνυπόστατος καὶ ψευδὴς, ἐγένετο δὲ ἁπλῶς χάριν ἐκλογικῶν σκοπῶν. Ἦν ἀνυπόστατος καὶ ψευδεστάτη, διότι, ἐνῷ ἔκτοτε μετέβη ἀνακριτὴς ἐπιτοπίως ἐκεῖ ἔκτακτος, καὶ παρέλαβε τὰ βιβλία τῆς Μονῆς, καὶ παρέδωκε ταῦτα εἰς πραγματογνώμονας ἐν Ἀθήναις, ἤδη ἀπὸ τοῦ μηνὸς Μαρτίου ἢ Ἀπριλίου π. ἔ. οἱ πραγματογνώμονες δὲν ἐξετέλουν τὴν εἰς αὐτοὺς ἀνατεθεῖσαν ἐντολὴν, διότι δὲν εὕρισκον ἔγκλημα. Ἐν τούτῳ δὲ οἱ κατηγορούμενοι αὐτοὶ μοναχοὶ ἔμενον ἐν τῇ Μονῇ, διάγοντες βίον ἤρεμον. Συνεννόησις τῶν ὀργάνων τῆς φατρίας πρὸς τὰς ἐκεῖ ἀρχὰς, συνεννόησις τῶν ὀργάνων τῆς φατρίας πρὸς τὴν ἐνταῦθα Ἱερὰν Σύνοδον, τὸ σύνθημα ἐδόθη, ἔπρεπεν ἡ μάχη ἡ ἐκλογικὴ νὰ κερδηθῇ ὑπὲρ τοῦ ὑποψηφίου τῆς Κυβερνήσεως. Ἄνευ τῶν κατὰ τὸν νόμον ἐπιβαλλομένων εὐρυτάτων προειδοποιήσεων ὁρίζεται αἴφνης ἡμέρα ἐκλογῆς τοῦ Ἡγουμένου ἡ χθὲς Κυριακή. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη σὺν τῷ ὁρισμῷ τῆς ἡμέρας πρὸς ἐκλογὴν τοῦ Ἡγουμένου νὰ καταστραφῇ καὶ ἡ πλειονοψηφία τοῦ Ἡγουμένου, τοῦ μὴ φίλου τῆς Κυβερνήσεως. Τί λοιπὸν γίνεται; Ὁ ἀνακριτὴς τῶν Ἀθηνῶν, ὁ ἐκτάκτως τότε ἀποσταλεὶς εἰς τὴν Μονὴν διὰ τὴν ὡς εἶπον ὑπόθεσιν, ἥτις ἔκτοτε ἐκοιμᾶτο, διότι δὲν ὑπῆρξέ ποτε ἀδίκημα, ὁ κ. Πετρουτσόπουλος, γνωστὸς ὢν διὰ τὰς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν συμπαθείας, ἐκ συνεννοήσεως μεθ’ ὅλων αὐτῶν τῶν ὀργάνων, ἐκδίδωσιν ἔνταλμα συλλήψεως, καὶ διευθύνει αὐτὸ κατὰ τῶν ἐκεῖ μοναχῶν, τῶν κατηγορουμένων. Καθ’ ἣν στιγμὴν προέκειτο νὰ ἐνεργηθῇ χθὲς ἡ ἐκλογὴ τοῦ Ἡγουμένου, στρατιῶται καὶ χωροφύλακες εἰσορμῶσιν εἰς τὴν Μονὴν ἀπὸ προχθὲς Σάββατον περὶ τὴν μεσημβρίαν, καὶ συλλαμβάνουσι τοὺς δύο καλογήρους, καὶ δεσμίους φέρουσιν αὐτοὺς εἰς τὰς Ἀθήνας, καὶ ὑπάρχουσι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐδῶ, εἰς τὰ μπουντρούμια τῆς Μοιραρχίας, εἰς ἃ σήμερον τὴν πρωΐαν ἐπεσκέφθην αὐτούς. Εἶπον, ὅτι οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως μοναχοὶ ἦσαν 9, οἱ δὲ ἀντίθετοι τοῦ ὑποψηφίου τῆς Κυβερνήσεως Ἡγουμένου εἰσὶ 12. Διὰ τοῦτο συνέλαβον τοὺς δύο μοναχοὺς, καὶ τοιουτοτρόπως οὗτοι ἐγένοντο 10. Πάλιν ὅμως ἔχουσιν οἱ ἀντίθετοι τοῦ φίλου τῆς Κυβερνήσεως ἡγουμένου τὴν πλειονοψηφίαν. Τί γίνεται λοιπόν; Συλλαμβάνουσιν ἱερομόναχον, μὴ φίλον τοῦ ὑποψηφίου τῆς Κυβερνήσεως Ἡγουμένου καὶ διὰ στρατιωτικῆς συνοδείας κουβαλοῦσιν αὐτὸν—διότι αὐτὴ εἶναι ἡ λέξις—εἰς ἄλλην τινὰ Μονὴν, ἐκεῖ πλησίον, τὴν τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, καὶ ἐγκαθιστῶσιν αὐτὸν ἐκεῖ, παρὰ τὰς διαμαρτυρίας του, ὅτι δὲν ἀνήκει εἰς τὴν Μονὴν ταύτην τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ. Οὗτος εἶναι ὁ μοναχὸς Σκόπουλος. Τοιουτοτρόπως οἱ δώδεκα ἀντίθετοι τοῦ ὑποψηφίου τῆς Κυβερνήσεως Ἡγουμένου μοναχοὶ ἐγένοντο 9, ἀλλ’ 9 ἐξακολουθοῦσιν ὄντες καὶ οἱ φίλοι τοῦ ὑποψηφίου τῆς Κυβερνήσεως Ἡγουμένου. Ἰσοψηφία! Ὁ Ἡγούμενος δὲν κερδίζεται! Τί γίνεται πάλιν; Ἀνακαλύπτεται τώρα ἄλλος τις μοναχὸς ἐκ τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, ὁ ἱεροδιάκονος Γρηγόριος Θεοδώρου, καὶ μεταθέτουσιν αὐτὸν εἰς τὴν Μονὴν Δομποῦς, καὶ τοιουτοτρόπως καταρτίζεται ἡ πλειονοψηφία ὑπὲρ τοῦ ὑποψηφίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκ 10, οἱ δὲ ἀντίθετοι αὐτοῦ γίνονται μειονοψηφία ἐξ 9! Αὕτη εἶναι ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων καὶ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν νόμων ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ὥστε βλέπετε, ὅτι οἱ Κύριοι εἰσιν ἐμπειρότατοι περὶ τὰ ἐκλογικά. Ἀρχίζουσιν ἀπὸ τῶν Ἡγουμένων καὶ τῶν μοναχῶν καὶ φθάνουσιν εἰς τοὺς Δημάρχους καὶ τοὺς Δημαρχικοὺς παρέδρους, καὶ ἀπὸ αὐτῶν εἰς τοὺς Βουλευτάς. Τὸ πρᾶγμα, Κύριοι, ἐνῷ εἶναι τοσοῦτον σκανδαλῶδες καὶ τοσοῦτον αὔθαδες, καταντᾷ συγχρόνως καὶ κωμικὸν, εἶναι ὀξύμωρον, ἤθελεν εἴπει τις ἐν τῇ φιλολογίᾳ. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἐγένετο χθὲς ἡ ἐκλογὴ, ἀλλὰ βεβαίως θὰ ἐγένετο, διότι διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον διεπράχθησαν ὅλαι αὐταὶ αἱ ἁρπαγαὶ ἀνθρώπων, διότι πραγματικῶς ἐνταῦθα ἔχομεν τὴν λέξιν τοῦ ποινικοῦ νόμου. Αὐτὸ εἶναι ἁρπαγή. Ἄνευ δικαιώματος συλλαμβάνουσι δύο μοναχούς, ἀδίκως κατηγορουμένους· ἐπὶ δώδεκα μῆνας ἐκοιμᾶτο ἡ χεὶρ τοῦ ἐκτάκτου ἀνακριτοῦ, διατί; Διότι οἱ πραγματογνώμονες δὲν ἐτόλμων νὰ ὑποβάλωσιν ἔγγραφον πραγματογνωμοσύνην περὶ τῆς δῆθεν πλαστογραφίας τῶν βιβλίων τῆς Μονῆς κατὰ τῶν μοναχῶν Κωνσταντίνου Παππαδιᾶ καὶ Γαβριὴλ Κλάφα, τότε δὲ μόνον ἔπρεπε νὰ κινηθῇ ἡ χείρ, ὅταν ἔλαβε τὴν ἐντολὴν καὶ τὴν ὤθησιν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, συμπράκτορα ἔχοντος τὸν ἐκ Λεβαδείας κ. Βουλευτήν, ὅταν προέκειτο νὰ ἐνεργηθῇ ἡ ἐκλογὴ τοῦ Ἡγουμένου, τοῦ ὀργάνου καὶ φίλου τῆς Κυβερνήσεως. Παρεβιάσθησαν ἐνταῦθα οἱ νόμοι; Βεβαίως. Ἰδοὺ διατί. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐὰν ὑπάρχῃ, νὰ φέρῃ ἐνταῦθα τὴν πρᾶξιν τῆς Ἐπισκοπικῆς Ἐπιτροπῆς Λεβαδείας καὶ τὴν πρᾶξιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἵνα ἴδωμεν, ἐὰν ὑπῆρξεν ὁ ἀναγκαῖος χρόνος ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τῆς πράξεως πρὸς ἐκλογὴν τοῦ Ἡγουμένου μέχρι τῆς ὥρας τῆς ἐκλογῆς. Παντάπασιν ὅμως δὲν ὑπῆρξε. Ταῦτα πάντα ἐγένοντο βιαίως, ταχέως, αἰφνιδίως, ἵνα κατορθωθῇ ἡ ἐκλογὴ τοῦ ὑποψηφίου τῆς Κυβερνήσεως Ἡγουμένου. Καὶ ὅμως, Κύριοι, τί λέγει ὁ νόμος; Ἀναγινώσκω τὸ ἄρθρον 3ον τοῦ Διατάγματος «Κανονισμὸς περὶ τῶν Μοναστηρίων». Τὸ Διάταγμα τοῦτο εἶναι τῆς 28 Ἰουλίου 1858 ἔτους (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον Γʹ. Τὰ τῆς ἐκλογῆς ἐνεργοῦνται κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. Προσδιορίζεται ἡμέρα ψηφοφορίας ἡ πρώτη τῆς ἑβδομάδος Κυριακὴ, ἢ ἄλλη ἐπισήμου τινὸς ἑορτῆς, καὶ γνωστοποιεῖται εἰς ἅπαντας τοὺς μοναχοὺς, ὅσοι κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν,—ὧν τινες ἐνδέχεται νὰ ὦσιν ἀπόντες εἰς ὑπηρεσίαν τοῦ μοναστηρίου των—ἵνα συνέλθωσιν ἐπὶ τὸ αὐτό.» Καὶ ἀντὶ, Κύριοι, νὰ ἐκτελεσθῶσι τὰ τοῦ νόμου τῆς Ἐκκλησίας, ἀφηγήθην ὑμῖν προηγουμένως τί ἐγένετο. Καὶ τοιουτοτρόπως κερδίζουσι τὴν ἐκλογὴν τὰ ὄργανα τῆς φατρίας. Βεβαίως δὲν ἐκινδύνευσαν ἐκ τοῦ συμβάντος τούτου τὰ συμφέροντα τῆς ἐπικρατείας, βεβαίως ἡ ἐκκλησιαστικὴ τάξις ὁλόκληρος δὲν κατεστράφη· δὲν ἐχάθη ὁ κόσμος, ἐχάθη ὅμως τὸ ἠθικὸν κῦρος τοιούτων Ὑπουργῶν καὶ τοιούτων ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλοίμονον ἐὰν ἐπὶ τοιούτων σκανδαλωδεστάτων περιστάσεων δὲν προεκαλεῖτο ἡ προσοχὴ τοῦ Κοινοβουλίου! Διότι, ὅταν βλέπητε τοὺς Ὑπουργοὺς εἰς τοιαῦτα χαμαίζηλα καὶ μικρὰ καταγινομένους, εἰς τοιαῦτα χαμαίζηλα καὶ ταπεινὰ δεικνύοντας τὴν εὐφυΐαν αὑτῶν τὴν ἐκλογικὴν, φαντάσθητε, Κύριοι, τί πράττουσι, προκειμένου περὶ τῶν μεγάλων ζητημάτων τοῦ Κράτους! Καὶ σημειώσατε, Κύριοι, ὅτι ταῦτα πάντα ἐγένοντο ὑπὸ τῶν ἐν τῇ Μονῇ ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως, ἐπικαλουμένων καὶ τὴν θείαν ἀντίληψιν καὶ τὴν Θείαν Πρόνοιαν, διότι τὸ Β. Διάταγμα, τὸ περὶ κανονισμοῦ τῶν Μοναστηρίων, ἐν τέλει ἔχει καὶ Τυπικὸν, ὅπερ βεβαίως δὲν θέλω ἀναγνώσει ὁλόκληρον, ἵνα εἴπωσιν, ὅτι ἀπασχολῶ τὴν Βουλήν, ἀλλὰ τὸ Τυπικὸν αὐτὸ, Κύριοι, τὸ ἔχον ἰσχὺν νόμου, τὸ Τυπικὸν αὐτὸ, τὸ δεδημοσιευμένον ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως,» ἠξεύρετε, τί λέγει ἔν τινι παραγράφῳ; (ἀναγινώσκει): «Κύριε, ἐπίβλεψον ἐξ οὐρανοῦ καὶ ἴδε καὶ ἐπίσκεψαι τὴν ἄμπελον ταύτην καὶ κατάρτισαι αὐτὴν, ἣν ἐφύτευσεν ἡ δεξιά σου.» Αὐτὴ εἶναι ἡ ἄμπελος, ἡ πλήρης ἀκανθῶν, ἡ πλήρης σκανδάλων. Καὶ ἀφοῦ οἱ καλόγηροι ἀναγνώσωσιν ὅλας αὐτὰς τὰς εὐχὰς καὶ τελειώσωσι τὴν θείαν λειτουργίαν, ἐν στολῇ προσέρχονται καὶ ψηφίζουσι τὸν Ἡγούμενον τῆς Μονῆς, ἐπικαλούμενοι πρότερον πάλιν τὴν θείαν ἀντίληψιν καὶ τὴν ἀποκάλυψιν τοῦ τίς ἔστιν ὁ ἄξιος (ἀναγινώσκει): «Ἔτι δεόμεθα ὑπὲρ τοῦ ἀποκαλύψαι ἡμῖν Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν, τὸν ἄξιον τῆς προστασίας ἡμῶν». Καὶ ὑπὸ ὅλους αὐτοὺς τοὺς τύπους τοὺς ἱεροὺς, ἀφοῦ γίνῃ ὁλόκληρος αὕτη ἡ λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ Μονῇ, ἀφοῦ ἐπικαλεσθῶσι τὴν ἀντίληψιν τοῦ Κυρίου, προβαίνουσι κατόπιν οἱ μοναχοὶ εἰς τὴν ἐκλογὴν Ἡγουμένου, ἔχοντες καθαρὰν τὴν συνείδησιν, ὅτι ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκον αὐτῶν. Αὐτὴν λοιπὸν, Κύριοι, τὴν ἐκκλησιαστικὴν λειτουργίαν, αὐτὴν τὴν καθαρὰν συνείδησιν τῶν μοναχῶν ἦλθεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς διὰ τῶν ἐκεῖ πρακτόρων τῆς φατρίας καὶ τῶν ἐκεῖ στρατιωτῶν νὰ ταράξῃ καὶ νὰ βεβηλώσῃ. Καὶ ἐνῷ προέκειτο μετ’ ὀλίγην ὥραν νὰ ἐνεργηθῇ ἡ πρὸς καλπονόθευσιν ὁρισθεῖσα ἐκλογὴ τοῦ Ἡγουμένου, στρατιῶται μεθ’ ὅπλων καὶ ξιφῶν εἰσβάλλουσιν εἰς τὴν Μονὴν, ἀρχὴν συνεργὸν ἔχοντες τὸν ἐνταῦθα ἔκτακτον ἀνακριτὴν τῆς Κυβερνήσεως, συλλαμβάνουσι δύο μοναχοὺς καὶ μεταφέρουσιν ἐνταῦθα, καὶ φυλακίζουσιν αὐτούς· ἕτερον μοναχὸν, ἐναντίον τοῦ νόμου, μεταφέρουσιν ἐκ τῆς Μονῆς Δομποῦς εἰς τὴν Μονὴν Ὁσίου Λουκᾶ, διότι ἦτο ἀντίθετος τῷ ὑποψηφίῳ φίλῳ αὐτῶν, ἄλλον μοναχὸν, ὑπὲρ αὐτῶν ὄντα, ἐκ τῆς Μονῆς Ὁσίου Λουκᾶ μεταθέτουσιν εἰς τὴν Μονὴν Δομποῦς, πλαστογραφοῦσι τοιουτοτρόπως τὴν πλειονοψηφίαν καὶ λαμβάνουσιν ὑπὲρ αὐτῶν τὸν Ἡγούμενον τῆς Μονῆς. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐπετρέπετο ἆρά γε κατὰ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ἡμῶν νόμους ἡ μετάθεσις μοναχοῦ, βίᾳ μάλιστα στρατιωτικῇ καὶ ἁρπαγῇ; Ἂς ἐξετάσωμεν καὶ τοῦτο. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ Βασ. Διάταγμα τοῦ «Κανονισμοῦ περὶ τῶν Μοναστηρίων» ἐν ἄρθρῳ ΙΗʹ (ἀναγινώσκει): «Μοναχὸν, ἐπὶ εὐλαβείᾳ καὶ βίου σεμνότητι μαρτυρούμενον, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος δύναται ἐπὶ ἠτιολογημένῃ ἀναφορᾷ τοῦ ἁρμοδίου Ἐπισκόπου καὶ ἐγκρίσει τοῦ Ὑπουργείου νὰ μεταπέμψῃ εἰς ἕτερον Μοναστήριον, πρὸς βελτίονα κατάστασιν αὐτοῦ τούτου τοῦ Μοναστηρίου». Ὥστε, ἵνα μοναχός τις μετατεθῇ ἐκ τῆς Μονῆς, ἐν ᾗ ἐγκαταβιοῖ, εἰς ἑτέραν, ἀπαιτεῖται τὸ συμφέρον τῆς ἑτέρας Μονῆς, εἰς ἣν μετατίθεται, πρὸς βελτίονα κατάστασιν αὐτῆς τῆς νέας Μονῆς. Δὲν εἶναι ἄρα προσωπικὸν δικαίωμα ἢ προσωπικὴ ἀπόλαυσις τοῦ μοναχοῦ ἡ μετάθεσις αὐτοῦ ἐκ τῆς Μονῆς, ἐν ᾗ ἐγκαταβιοῖ. Αὐτὸς ἔχει ἀφωσιώσει τὴν ζωὴν αὐτοῦ ἐν τῇ Μονῇ, ἐν ᾗ τὸ πρῶτον εἰσῆλθεν, ἵνα δὲ μετατεθῇ εἰς ἑτέραν, ἐξετάζεται μόνον τὸ συμφέρον τῆς νέας ταύτης Μονῆς. Προκαλεῖται ἠτιολογημένη γνωμοδότησις τοῦ ἁρμοδίου Ἐπισκόπου, ἔγκρισις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγένοντο ταῦτα πάντα διὰ τὸν μοναχὸν Σκόπουλον, ὃν ἥρπασαν οἱ στρατιῶται καὶ μετέφεραν ἐκ τῆς Μονῆς Δομποῦς εἰς τὴν Μονὴν Ὁσίου Λουκᾶ; Ἐὰν ἐγένοντο, παρακαλῶ νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἤτοι τὸ ἔγγραφον τῆς Ἐπισκοπικῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις προέτεινε τὴν τοιαύτην μετάθεσιν, τὴν πρᾶξιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καὶ τὴν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργείου, τὴν ἐγκρίνασαν τὴν πρᾶξιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἐγένοντο ταῦτα πάντα διὰ τὸν ἕτερον μοναχὸν, τὸν ἱεροδιάκονον Γρηγόριον Θεοδώρου, ὃν μετέθεσαν ἐκ τῆς Μονῆς Ὁσίου Λουκᾶ εἰς τὴν τῆς Δομποῦς, διότι ἦν φίλος τοῦ ὑποψηφίου τῆς Κυβερνήσεως Ἡγουμένου; Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Σημειώσατε δὲ, Κύριοι, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ Κανονισμοῦ τῶν Μοναστηρίων, ὅπερ ἀνέγνων, ἔχει τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ εἰς αὐτοὺς τοὺς κανόνας τῶν Ἁγίων Συνόδων, διότι ὁ Δʹ κανὼν τῆς ΛΒʹ Συνόδου λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Εἰ μέν τοι γε ὁ ἐπίσκοπος τινὰς τῶν μοναχῶν, ἐπὶ εὐλαβείᾳ καὶ σεμνότητι βίου μαρτυρουμένους, εἰς ἕτερον μοναστήριον ἐπὶ καταστάσει τῆς μονῆς θελήσει μετακομῖσαι,.... ἢ ἀλλαχόσε εὐδοκήσει ἐπιστῆσαι, τοῦτο οὔτε τοὺς ὑποδεχομένους οὔτε τοὺς μοναχοὺς ὑποδίκους ποιεῖ». Τὰς ἑρμηνείας τοῦ κανόνος τούτου, ὡς καὶ τὰς τοῦ κανόνος Πʹ τῆς ἐν Καρθαγένῃ Συνόδου εὑρίσκετε παρὰ Ζωναρᾷ, Βαλσαμῶνι καὶ Ἀριστηνῷ. Τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκλησιαστικῶν δι’ ἐγκυκλίου αὑτοῦ ἀπὸ 4 Μαρτίου 1859 ἔτους, ἥτις φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀειμνήστου Χριστοπούλου, ὡς Ὑπουργοῦ, λέγει (ἀναγινώσκει): «Τοιαύτη ὅμως μετένεξις μοναχοῦ ἀπὸ τοῦ ἐν ᾧ οὗτος ἔχει τὴν μετάνοιάν του εἰς ἕτερον Μοναστήριον, διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τούτου καὶ διὰ τὴν ψυχικὴν ὠφέλειαν τῶν ἐν αὐτῷ μοναχῶν, δὲν γίνεται ἄλλως παρ’ ὅπως οἱ θεῖοι κανόνες διακελεύονται καὶ οἱ τούτων ἑρμηνευταὶ ῥητῶς ἐξηγοῦσι κλπ». Ὑπῆρξαν οἱ λόγοι οὗτοι; Θέλετε μοὶ εἴπει, ὅτι δὲν ἔχουσιν ἐν τῷ 19 αἰῶνι σημασίαν οἱ νόμοι αὐτοί. Ἰδού, ἡ περίστασις αὕτη ἀποδεικνύει τὴν σημασίαν αὐτῶν, ἀποδεικνύει ὅτι ἠδύνατο νὰ εὑρεθῇ κοσμικὴ ἐξουσία, Κυβέρνησις ἀντισυνταγματικὴ, ἥτις νὰ φθάσῃ μέχρι καὶ αὐτῶν τῶν Μοναστηρίων, καὶ νὰ σύρῃ ἀπὸ τῶν ὤτων τοὺς μοναχοὺς, καὶ νὰ διαχειρίζηται αὐτοὺς ὡς ἐκλογικὰ σκεύη. Καὶ αὐτὴν τὴν ἐπέμβασιν τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς οἱ ἐκκλησιαστικοὶ νόμοι τῆς Ἀνατολικῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἠθέλησαν ν’ ἀποκρούσωσι, φέροντες διατάξεις, προστατευούσας τὴν αὐτοβουλίαν καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως τῶν μοναχῶν. Ἀλλὰ ταύτας πάσας τὰς διατάξεις παρέβησαν, παρέβησαν δὲ αὐτὰς δι’ εὐτελεῖς ἐκλογικοὺς σκοποὺς, ἵνα ἔχωσι πλησίον εἰς τόσους ἄλλους, οἵτινες δὲν ἀρκοῦσιν ὑπὲρ τῆς φατρίας, καὶ ἕνα ἡγούμενον τῆς Μονῆς Δομποῦς. Δὲν φθάνουσιν οἱ καπνοφάνται, δὲν φθάνουσιν οἱ ἀστυνομικοὶ κλητῆρες, δὲν φθάνουσι τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως, ἀπὸ τῶν Μοιράρχων καὶ τῶν Ἀστυνόμων μέχρι τῆς τελευταίας βαθμίδος, ἀλλ’ ἀνάγκη νὰ ἔχωσιν ὑπὲρ αὐτῶν καὶ τοὺς μοναχοὺς καὶ τοὺς Ἡγουμένους τῶν Μονῶν· καὶ ἵνα ἔχωσιν αὐτοὺς, παραβαίνουσιν οὐχὶ πλέον τοὺς νόμους τῆς Πολιτείας, ἀλλὰ καὶ τοὺς νόμους αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ καταθέσῃ τὸν φάκελλον τῆς ῥυπαρᾶς ταύτης ὑποθέσεως, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τίς ὁ ἐκλεχθεὶς Ἡγούμενος, διότι περιῆλθεν εἰς γνῶσιν ἡμῶν ἐξωδίκως, ὅτι βεβαίως Ἡγούμενος ἐξελέγη ὁ ὑποψήφιος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν, εἰμὴ νὰ ἐπιτύχῃ διὰ τῆς γενομένης αὐτῆς ἁρπαγῆς τῶν μοναχῶν. Καὶ βεβαίως εἶναι δυνατὸν νὰ κερδήσωσι τοιουτοτρόπως πάντας τοὺς Ἡγουμένους τῶν ἑλληνικῶν Μοναστηρίων’ ἀρχὴν ἐποιήσαντο ἀπὸ τῆς Λεβαδείας· ἔχετε ὑπομονὴν καὶ θέλετε ἴδει, ἐὰν ὁ Θεὸς εὐδοκήσῃ νὰ τοὺς ἔχωμεν ἐν τῇ Κυβερνήσει ἀκόμη, ὅτι δὲν θέλει ὑπάρξει κἀνεὶς Ἡγούμενος, ὅστις νὰ μὴ κατασταθῇ ὄργανον τῆς φατρίας καὶ τῆς παρούσης διοικήσεως.
§80ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μολονότι ὁ τρόπος, καθ’ ὅν συνεζήτησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἠδύνατο νὰ ἐξαντλήσῃ τὴν ὑπομονὴν παντὸς ἀνθρώπου, ὅσον καὶ ἂν ἠδύνατο οὗτος νὰ κρατήσῃ ἑαυτὸν, μ’ ὅλα ταῦτα ἐγὼ θέλω ὑπομείνει εἰσέτι μέχρις οὗ προσκομισθῶσι τὰ ζητηθέντα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἔγγραφα, ὅτε θέλω ἀπαντήσει. Παρακαλῶ δὲ καὶ ἐγὼ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ καταθέσωσι τὰ ἔγγραφα, ὅταν δὲ ἔλθωσι ταῦτα, τότε εἶμαι βεβαιότατος, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος, ἀκούων ἐμὲ ὁμιλοῦντα ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὅπερ τόσον ἀτόπως προεκάλεσε, θέλει τραπῆ εἰς ἄτακτον φυγήν. Εἶναι δὲ ἀληθῶς λυπηρὸν, ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν εἰς πολιτικὰ συμφέροντα μικροῦ κύκλου, νὰ ἔρχωνται εἰς τὴν Βουλὴν ἐν ἐπιγνώσει τοῦ ὅτι ἡ ἀνέλιξις τῶν γεγονότων, ἅτινα καταγγέλλουσι, θέλει καταδείξει, ὅτι ἐκ τῶν ἐπελθόντων συμβάντων ἐβλάβησαν τὰ συμφέροντα ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ἀποδίδουσι τὴν γένεσιν αὑτῶν.
§81ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας καὶ ἰδιαιτέρως ἐκ Λεβαδείας δὲν ἔπραξεν ἄλλο ἢ νὰ βεβαιώσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατήγγειλεν ὁ κ. Λεβίδης. Εἶναι δὲ πρᾶξις αὕτη, ἡ ὁποία ἐπαναλαμβάνεται ἤδη τρίς, δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν νὰ παρεμβῶσιν εἰς τὰ Ἡγουμενοσυμβούλια· κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος συνέβη τὸ αὐτὸ μὲ τὴν Μονὴν τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, καὶ τότε ἀπήγαγον μοναχοὺς ἐκ τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ καὶ τοὺς μετέφερον εἰς τὴν Μονὴν Δομποῦς. Ἐφέτος, ἐπειδὴ εἶχον τὸ ἀντίθετον συμφέρον, ἔπραξαν τὸ ἀντίθετον· σημειώσατε δὲ, ὅτι τακτικῶς εἰς τοιαύτην ὑπόθεσιν ἀναμιγνύεται ἡ Δικαιοσύνη. Ὑπῆρχεν ἕτερον Ἡγουμενοσυμβούλιον, τοῦ ὁποίου ἡ συγκατάθεσις ἦτο ἀναγκαία εἰς ἑτέραν βρωμερὰν ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργός· τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο δὲν συγκατετίθετο, καὶ ἔπρεπε νὰ ὑποταχθῇ. Ἐπληροφορήθημεν μίαν ἡμέραν, ὅτι τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον ἐκεῖνο κατηγορεῖτο δι’ ὅλας τὰς πράξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, συνελήφθη δὲ καὶ προεφυλακίσθη, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον κατεπλάγημεν, ὅτε ἐμάθομεν, ὅτι τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον ἐκεῖνο ἔμεινεν ἐλεύθερον, καὶ ἀνέλαβε τὰ καθήκοντά του. Τί συνέβη; Συνέβη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπῃτεῖτο ἀπὸ τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου, ὅπερ εἶναι τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Μονῆς Πεντέλης. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐξεδόθησαν τακτικὰ ἐντάλματα φυλακίσεως, ἐγένετο ἡ προφυλάκισις ἐπὶ μῆνας 3, ἐξεδόθη καὶ βούλευμα τοῦ Πλημμελειοδικείου, παραπέμπον τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον εἰς τὸ Κακουργοδικεῖον, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον—καὶ ἐνταῦθα ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ συμπολίτου μου—τὰ μέλη τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου παρεπέμφθησαν διά τινας τῶν πράξεων, διὰ τὰς ὁποίας εἶχον καταγορηθῆ· παρουσιάζεται δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ ὡς ὑπερασπιστὴς τῶν μελῶν ἐκείνων καὶ ἀθωοῦνται. Πῶς συνέβησαν αὐτὰ τὰ πράγματα; Πῶς ἡ δικαιοσύνη ἐλειτούργησε τόσον πλημμελῶς, ὥστε τὸ μὲν Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν νὰ τοὺς χαρακτηρίζῃ ὡς ἀξίους ἀγχόνης, τὸ δὲ Ἐφετεῖον νὰ τοὺς ἀθωώνῃ; Αὐτὰ εἶναι περίεργα πράγματα, τὰ ὁποῖα μία ἡμέραν θὰ διαλευκανθῶσι, καὶ θὰ ἴδωμεν ποῖος εἶναι ὁ δάκτυλος, ὁ ὁποῖος ἀναμιγνύεται εἰς πᾶσαν ῥυπαρὰν ὑπόθεσιν.
§82ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας δὲν ἔχει ἀκριβῆ γνῶσιν τῶν πραγμάτων, ἢ ἔχων τοιαύτην, δὲν θέλει νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πῶς συνέβησαν. Ἐγὼ ὑπερησπίσθην τὸ Συμβούλιον τῆς Μονῆς Πεντέλης ἐνώπιον τῶν Πλημμελειοδικῶν οὐχὶ διὰ πρᾶξιν, διὰ τὴν ὁποίαν παρεπέμφθη καὶ προεφυλακίσθη, ἀλλὰ δι’ ἄλλας, διὰ τὰς ὁποίας πρὸ τριῶν ἐτῶν εἶχε παραπεμφθῆ ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν, νομίζω δὲ δι’ ἐκκοπὴν δένδρων, διότι παρανόμως ἐπέτρεψε νὰ γίνῃ ὑλοτομία. Ἐπὶ τῆς τοιαύτης ὑποθέσεως συνηγόρησα ὑπὲρ τοῦ Συμβουλίου, ὅτε καὶ ἠθωώθη, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξε τότε, τὸ ἔπραξε πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Μονῆς.
§83ΡΑΛΛΗΣ. Τότε ἀτελῶς ἐγνώριζον τὰ καθ’ ὑμᾶς.
§84ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πάντοτε τὰ περὶ ἐμοῦ ἀτελῶς γνωρίζετε. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπόθεσιν, περὶ ἧς πρόκειται, νομίζω ὅτι, ἀφοῦ παρετήρησα ὅτι πρέπει νὰ περιμείνωμεν τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐμμένωσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι εἰς τὴν συζήτησιν ἤδη. Ἐκ τῆς συζητήσεως, τῆς γενησομένης μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, θέλει προκύψει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθην προηγουμένως, ὅτι ὁ μοναχὸς, περὶ οὗ πρόκειται, τῇ αἰτήσει του καὶ τῇ παρακλήσει του μετετέθη εἰς τὴν Μονὴν τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, οὐχὶ ἀπὸ τῆς Μονῆς Δομποῦς, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς Μονῆς Σκριποῦς, εἰς ἣν ἀνήκει· θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ἡ κατηγορία, περὶ ἧς ἔκαμον λόγον, ὑφίστατο πρὸ πολλοῦ χρόνου, ὅτι οἱ πραγματογνώμονες ἐπὶ μακρὸν χρόνον εἰργάσθησαν, καὶ ὅτι δυστυχῶς διὰ τοὺς κατηγορουμένους, τοὺς ὁποίους ἔχω φίλους, ἀποδεικνύονται πράξεις ἐγκληματικαί, γνωρίζω δὲ τοῦτο, διότι μὲ ἐβεβαίωσαν περὶ τούτου οἱ πραγματογνώμονες, ὅτι ἀποδεικνύεται καὶ ἡ πλαστογραφία καὶ ἡ ἀπιστία· θέλει μάθει τότε ὁ συνάδελφος, ὅτι, ἐάν τις ἠδύνατο νὰ ζημιωθῇ πολιτικῶς ἐκ τῆς συμπτώσεως ταύτης τῶν περιστάσεων, οὗτος ἤμην ἐγὼ καὶ οὐχὶ ὁ συνάδελφος, ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶχον τὴν ἀξίωσιν νὰ κανονίσῃ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ τὰς ἐνεργείας αὐτῆς σύμφωνα πρὸς τὰ ἐκλογικὰ συμφέροντα τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου, ἐγὼ δὲ οὐδ’ ἐγνώριζον κἂν τὴν ὕπαρξιν τῆς κατηγορίας ταύτης.
§85ΛΕΒΙΔΗΣ. Λυποῦμαι διὰ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, διότι ἐγὼ, ὁσάκις ἔφερον ἐπερώτησιν ἐν τῇ Βουλῇ, οὐδέποτε ἠσθάνθην ὅτι ἔσφαλα. Ὁσάκις δ’ ἔφερον ἐπερώτησιν, ἂς ἐρωτήσῃ ὁ κ. συνάδελφος τοὺς κκ. Ὑπουργὸς, ἵνα μάθῃ, ἐὰν εὐκόλως ἐξεμπέρδευσαν ἀπὸ τὴν ἐπερώτησίν μου, καὶ ἂς ἐνθυμηθῇ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ πόσας ἡμέρας καὶ νύκτας μιᾶς τακτικῆς Συνόδου ἠρυθρία διὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Τάκη, δι’ ἣν καὶ πάλιν ἴσως θέλει ἔλθει ἡμέρα, καθ’ ἣν θὰ ἐρυθριάσῃ, ἴσως καὶ σήμερον, διότι εὐθὺς ἀμέσως θέλομεν φέρει τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἵνα ἴδητε, τί γράφουσι τὰ ὑπουργικὰ φύλλα περὶ ταύτης, καὶ ἂν δὲν ἀποδίδωσι τὴν ὕπαρξιν τῶν λῃστρικῶν συμμοριῶν, αἵτινες καταρτίζονται ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὴν χάριν, ἣν ἔδωκε τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὸν Τάκην. Ἐγὼ δὲν ἔφερον ἐπερώτησιν, δι’ ἣν νὰ ᾐσχύνθην. Αἱ ἐπερωτήσεις, ἃς ἔφερον, ἐγένοντο κτῆμα τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν Ἀντιπολίτευσιν). Ἐπειδὴ ὅμως ἐπιμένετε, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ φέρῃ ἑτέραν τρυφερὰν ὑπόθεσιν καὶ παχύτατον φάκελλον, ἣν ὑπόθεσιν ὅταν ἀκούσῃ ὁ ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς, θέλει ταραχθῆ. Παρακαλῶ νὰ ἔλθῃ ὁ φάκελλος τῆς ὑποθέσεως Γέρακα εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὅταν ἔλθῃ, θέλετε ἰδεῖ καὶ θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ἐξεβίασαν τὸν Ἡγούμενον τῆς Μονῆς Πεντέλης διὰ ψευδοῦς κατηγορίας ἐπὶ ἀπιστίᾳ, ἕνεκα τῆς ὑποθέσεως Γέρακα, εἰς ἣν μετέχει φίλος τοῦ ἐκ Λεβαδείας πολιτευτοῦ, φίλος καὶ ἄλλου μέλους τῆς πτέρυγος ταύτης, τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ. Δὲν θέλω νὰ προσυζητήσω τὸ πρᾶγμα· ὅταν ἔλθῃ ἡ ὑπόθεσις τοῦ Γέρακα εἰς τὴν Βουλὴν, θέλετε κατανοήσει τί τρέχει. Περὶ τῆς δῆθεν συναινέσεως τοῦ μοναχοῦ Σκοπούλου, ἵνα μετατεθῇ ἀπὸ τῆς μιᾶς Μονῆς εἰς τὴν ἄλλην, ἐγὼ ἀμφιβάλλω, ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ φάκελλος, θέλομεν ἴδει τοῦτο. Ἀλλὰ τί ἐζήτουν οἱ στρατιῶται εἰς τὴν Μονήν; Ἴσως ἵνα προφυλάττωσιν ἀπὸ τῶν λῃστρικῶν συμμοριῶν τὸν μοναχὸν τοῦτον κατὰ τὴν ὁδοιπορίαν. Πῶς δὲ συνέβη ἡ σύμπτωσις νὰ μένῃ ἡ ὑπόθεσις ἐπὶ δώδεκα ὅλους μῆνας εἰς χεῖρας τοῦ ἀνακριτοῦ κ. Πετρουτσοπούλου, καὶ μετὰ τοὺς δώδεκα τούτους μῆνας νὰ λάβῃ τὴν ἔκθεσιν τῶν πραγματογνωμόνων περὶ τῶν βιβλίων τῆς Μονῆς; Πῶς συνέπεσε, καθ’ ἣν ἡμέραν προέκειτο νὰ ἐνεργηθῇ ἡ ἐκλογὴ τοῦ Ἡγουμένου, κατ’ αὐτὴν ταύτην τὴν ἡμέραν νὰ γίνεται αὐτὸ τὸ εἶδος τοῦ χοροῦ, ὁ εἷς καλόγηρος νὰ διαδέχηται τὸν ἕτερον, αὐτὴ ἡ διασταύρωσις τῶν μοναχῶν; Καὶ δεδόσθω, ὅτι ὑπάρχει ἔγγραφον, δι’ οὗ ὁ μοναχὸς ἐζήτει τὴν μετάθεσιν αὐτοῦ. Νομίζετε, ὅτι ἐδύνατο νὰ ἐνεργηθῇ μετάθεσις, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε γνωμοδότησις ἠτιολογημένη, κατὰ τὸν νόμον, τῆς Ἐπισκοπικῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ ἀπόφασις τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργοῦ; Ἀρκεῖ λοιπὸν νὰ ζητῇ μετάθεσιν ὁ μοναχὸς, ἵνα ἔχωμεν αὐτὰ τὰ ταξείδια, ἅτινα βλέπομεν ἐπὶ τῶν δημοδιδασκάλων καὶ δημοδιδασκαλισσῶν; Αὐτὸ ἔλειπε, νὰ καταπατῆτε τοὺς νόμους, οὐχὶ μόνον τοὺς πολιτικούς, ἀλλὰ καὶ αὐτοὺς τοὺς Ἐκκλησιαστικούς, καὶ νὰ ἐπιῤῥίπτητε κατόπιν τὴν εὐθύνην εἰς ἡμᾶς, διότι ἐλέγχομεν τὰς παρανομίας!
§86Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν ἐπεθύμουν νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν, λυποῦμαι δὲ μόνον διότι ὁ κ. συνάδελφος, ἐκθέσας ἐν πλήρει λεπτομερείᾳ τὰ πράγματα, ἐπῆρε εἰς τὸν λαιμόν του τοὺς δύο καλογήρους. Ἐγὼ ἀνέμενον νὰ ἐξετασθῶσι καὶ ἀπολυθῶσιν οὗτοι, διότι οὐδὲν ἔπραξαν, καὶ εἶτα νὰ γίνῃ ἡ δέουσα ἐπερώτησις. Ἡ ἐκλογὴ ἐγένετο χθὲς, καὶ ἐπέτυχεν ἐκεῖνος, ὃν ἡ Κυβέρνησις ὑπεστήριζε, δὲν ὑπῆρχεν ἑπομένως λόγος οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ μοναχοὶ νὰ μένωσιν εἰς τὰς φυλακάς.
§87ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ποῖος Ἡγούμενος ἐκέρδισεν; Ὀνομάσατέ τον, διότι εἶναι φίλος σας.
§88Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἄς μὲ ἐρωτήσῃ ἄλλος, διὰ νὰ τὸν ὀνομάσω. Ὁ κ. Λεβίδης ἐπῆρε εἰς τὸν λαιμόν του τοὺς δύο καλογήρους, διότι αὐτοὶ αὔριον θὰ προφυλακισθῶσιν, ἵνα δικαιολογηθῇ ὁ κ. Ὑπουργός.
§89ΡΑΛΛΗΣ. Δύναμαι νὰ παρηγορήσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον. Εὐθὺς ὡς ἐπεκυρώθη ἡ μίσθωσις τοῦ κτήματος Γέρακος, ἀμέσως ἐξεδόθη τὸ βούλευμα τὸ ἀθωωτικὸν, καὶ ἔληξεν ἡ ὑπόθεσις. Ἐπίσης σήμερον δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἦναι προφυλακισμένοι οἱ καλόγηροι, διότι ἡ ἐκλογὴ ἐγένετο καὶ θ’ ἀπολυθῶσιν. Ὥστε ἂς μένῃ ἥσυχος ὁ κ. Βουλευτής.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§91ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, πρὸ ὀλίγου, ὡς ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ, ἐζήτησα τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως· εἶπον ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ τροπολογίας στρατιωτικῶν τινων διατάξεων εἶναι κατεπεῖγον καὶ ἀνεπίδεκτον ἀναβολῆς, διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον καὶ κατὰ τὸν κείμενον νόμον, τὸν ὁποῖον προτίθεται νὰ τροποποιήσῃ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, ἡ αἴτησις περὶ ἀναβολῆς κατατάξεως πρέπει νὰ προβάλληται πρὸ τῆς κληρώσεως. Ἑπομένως ζητῶ τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§92ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἐδημοσιεύθη σήμερον διατριβὴ ἐν τῇ «Ἀκροπόλει»....
§93ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Πρόκειται περὶ ἄλλου ζητήματος;
§94ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται περὶ κατηγορίας, ἡ ὁποία ἐπιῤῥίπτεται καθ’ ὅλης τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἐγένετο ἡ ἑστία λῃστρικῶν συμμοριῶν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν βλέπω ὅτι βιάζεται.
§95ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον, ἂν δὲν ἐθεώρουν τὸ ζήτημα σπουδαιότατον. Πρὸ δύο ὡρῶν ἤλπιζον, ὅτι θὰ εὕρω εὐκαιρίαν νὰ ὁμιλήσω, ἀλλὰ ἐπειδὴ παρενέβησαν ἄλλαι ἐπερωτήσεις, ἐσιώπησα. Λαμβάνω λοιπὸν τὸν λόγον ἤδη καὶ ἀπευθύνω ἐπερώτησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν ἦτο ἄγνωστον εἰς ἐμὲ, ὅπως βεβαίως εἰς οὐδένα τῶν ὁπωσοῦν ἀκολουθούντων τὰ πράγματα καὶ ἀναγινωσκόντων ἐφημερίδας, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς δημοσίου ἀσφαλείας ἐπὶ τῆς μεθορίου γραμμῆς ἀπὸ ἐτῶν πολλῶν δὲν εἶναι κανονική. Ὁμολογῶ ὅτι τὸ θέμα εἶναι δυσχερέστατον. Μετὰ πολλῆς περισκέψεως δυνάμεθα νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ αὐτοῦ. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπάρχουσιν ὀγκώδεις φάκελλοι, ἀφορῶντες εἰς τὰ περιστατικὰ, περὶ τῶν ὁποίων σήμερον ποιεῖται μνείαν τὸ ἄρθρον, τὸ δημοσιευθὲν ἐν τῇ «Ἀκροπόλει». Πρὸ δεκάδος ἐτῶν ὑφίστατο ἡ κατάστασις αὕτη, περὶ τῆς ὁποίας εἶναι τόσον δύσκολον ἀκριβῶς νὰ δώσωμεν λεπτομερείας, οὐ μόνον διότι δὲν εἶναι ἀκριβῶς αὗται γνωσταὶ εἰς ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ διότι μέχρι τινὸς θίγουν εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀξιοπρέπειαν, δυνάμεναι ἴσως νὰ περιπλέξωσι καὶ τὰς διεθνεῖς ἡμῶν σχέσεις. Βεβαίως γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι πρὸ ἐτῶν πολλῶν ἡ κατάστασις αὕτη ἔδωκεν ἀφορμὴν οὐ μόνον εἰς τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας Κυβερνήσεις, καὶ μάλιστα εἰς τὴν Ἀγγλικὴν, νὰ κάμῃ παραστάσεις σοβαρὰς πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ ζητήσῃ, ὅπως ἐκ τῆς μεθορίου γραμμῆς ἀποπεμφθῇ ὡρισμένος λήσταρχος. Δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀγνοεῖ λεπτομερείας πολλὰς, ἃς ἡμεῖς ἀτελῶς μόνον γινώσκομεν, ὅτι ἀπὸ δεκάδος καὶ πλέον ἐτῶν λῃστρικαὶ συμμορίαι ὠργανωμέναι διαιτῶνται μέγα μέρος τοῦ ἔτους ἐντὸς τῶν ἡμετέρων ὁρίων....
§96ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ἀληθῆ ταῦτα.
§97ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Εὐχαρίστως θὰ ἤκουον τὴν διάψευσιν.
§98ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὴν ἀκούετε.
§99ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Διαιτῶνται ἐντὸς τῶν ἡμετέρων ὁρίων, ὅπως ἐπιδράμωσιν εἰς ὡρισμένα μέρη.
§100ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβῆ καὶ ἐπιβλαβέστατα τὰ λεγόμενα παρ’ ὑμῶν. Εἶναι ἐντελῶς ψευδῆ.
§101ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἐγὼ ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι πρὸ ἐτῶν ἀλληλογραφία ἀντηλλάγη.
§102ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχει οὐδὲ εἷς λῃστής, καὶ δὲν ἔπρεπε ἐντεῦθεν νὰ ἐξέρχηται φωνὴ λέγουσα τοιαῦτα· ἐπὶ ἄλλου ἐδάφους δύνασθε νὰ στηρίξητε ἀντιπολίτευσιν, οὐχὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
§103ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ ὀργίζησθε, διότι ταῦτα λέγει ἐφημερὶς συμπολιτευομένη. Ἐὰν δὲ λέγῃ ταῦτα ἐφημερὶς συμπολιτευομένη, ἐρχόμενον τὸ ζήτημα εἰς τὸ Κοινοβούλιον, παρέχῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ διαψευσθῇ, ἡμεῖς δὲ, φέροντες τὸ ζήτημα τοῦτο, παρέχομεν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν τόπον.
§104ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπηρεσίαν κακίστην, ἐπιβλαβεστάτην εἰς τὸν τόπον.
§105ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν γνώμην διάφορον περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν φαίνεται ὅτι ἔχει, ὀργιζόμενος ἢ προσποιούμενος ὅτι ὀργίζεται, ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐγὼ ὑπέμνησα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἐζητήθη ἀφ’ ἡμῶν ἐπισήμως παρὰ τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας νὰ συλλάβωμεν καὶ διὰ τῆς βίας περιορίσωμεν ἐντὸς τῆς ἐπικρατείας λήσταρχον γνωστὸν, ὁ ὁποῖος διῃτᾶτο παρὰ τὴν μεθόριον γραμμὴν καὶ ὅστις εἶχε διαπράξει πλεῖστα ἐγκλήματα, μεταξὺ ἄλλων καὶ ἔγκλημα κατ’ Ἄγγλου ὑπηκόου. Ἄλλως τε ἐνθυμεῖσθε, ποῖα πέρυσιν ἐξετυλίχθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπὸ τοῦ κ. Λεβίδου. Ἀλλὰ δὲν προσβάλλομεν ἡμεῖς τὸν τόπον. Δὲν προσβάλλομεν τὸν τόπον, ἐὰν λέγωμεν, ὅτι ἡ διοίκησις εἶναι ἀνίκανος. Ἐὰν τὰ γραφέντα εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Συμπολιτεύσεως δὲν ἦναι ἀκριβῆ, μὴ διαψεύδετε αὐτὰ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὀργιζόμενοι, ἀλλὰ δώσατε πληροφορίας ὡρισμένας.
§106ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Περὶ τίνος; Ὁρίσατε τὸ πρᾶγμα.
§107ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι ἐφημερὶς συμπολιτευομένη λέγει ταῦτα, τὰ ὁποῖα δὲν σᾶς ἀναγινώσκω, ἵνα μὴ καταναλίσκωμεν ματαίως τὸν χρόνον.
§108ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀναγνώσατέ τα.
§109ΤΥΠΑΛΔΟΣ (ἀναγινώσκει). «Πρὸ δεκάδος ἤδη καὶ πλέον ἐτῶν ἡ Ἤπειρος καὶ ἡ Μακεδονία εἶναι τὸ θέατρον ἀκατονομάστων βιαιοπραγιῶν καὶ κακουργιῶν, ἃς διαπράττουσιν ἐκεῖ διάφοροι ληστοσυμμορίαι χριστιανικαί, ἐξερχόμεναι ἐκεῖ ἅμα τῇ ἐλεύσει τοῦ ἔαρος καὶ εἰσερχόμεναι τὸν χειμῶνα εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὴν Ἀκαρνανίαν, ὅπως ἡσυχάσωσι καὶ ξεκουρασθῶσι. Τὸ νὰ πιέζῃ ὁ Τοῦρκος τοὺς ὑποδούλους ἡμῶν ἀδελφοὺς Ἠπειρώτας καὶ Μακεδόνας, ὡς φυλὴ κυρίαρχος, ὡς στρατιώτης, ὡς χωροφύλαξ, ὡς δικαστής, ὡς εἰσπράκτωρ, ὡς ληστής, ὡς γενίτσαρος τέλος πάντων, εἶναι πρᾶγμα, μὲ τὸ ὁποῖον ἐγεννήθησαν καὶ ἠνδρώθησαν οἱ ὑπόδουλοι ἀδελφοί μας καὶ ἐξακολουθοῦσιν ὑποφέροντες μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι εἶναι ὑπόδουλοι καὶ ὅτι ὁ Τοῦρκος εἶναι δυνάστης βάρβαρος, τύραννος κτλ. κτλ. Ἀλλὰ νὰ τοὺς πιέζῃ ὁ ἐλεύθερος Ἕλλην, ἐκεῖνος ἀκριβῶς, παρ’ οὗ ἐλπίζουσι μίαν ἡμέραν βοήθειαν πρὸς θραῦσιν τῶν δεσμῶν αὑτῶν, εἶναι φρικῶδες! Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἥτις ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὅλα τὰ ἀπαιτούμενα μέτρα, ὅπως προλάβῃ τὸ νὰ τυραννῇ ὁ Χριστιανὸς τὸν Χριστιανὸν, ὁ ἐλεύθερος τὸν δοῦλον, ἡσυχίαν ἄγει, ὡς ἐὰν οἱ Ἠπειρῶται καὶ οἱ Μακεδόνες ἦσαν Ζουλοὺ, ὡς ἐὰν ἦσαν κάθε ἄλλο ἢ Ἕλληνες. Καθ’ ἑκάστην ἄνοιξιν, ἀπὸ τοῦ 1878 μέχρι σήμερον, πανηγυρικῶς αἱ ἑλληνικαὶ ληστοσυμμορίαι ἐξέρχονται τῶν ἑλληνικῶν συνόρων καὶ πανηγυρικῶς εἰσέρχονται τὸ φθινόπωρον ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι ὡς ἐν ἀσύλῳ! Τὸν χειμῶνα πλημμυροῦσι τὴν Ἄρταν, τὸν Καρβασαρᾶν, τὸ Ἀγρίνιον, τὰ Τρίκκαλα, τὴν Καρδίτσαν, τὰ Φάρσαλα, τὸν Ἁλμυρὸν, τὴν Λαμίαν, τὴν Λάρισσαν καὶ ἰδίως τὸν Τύρναβον καὶ τὰ πέριξ τοῦ Τυρνάβου χωρία, καὶ κομπαστικῶς ἐπιδεικνύουσι τὰ λάφυρα, ἅτινα ἁρπάζουσι παρὰ τῶν ἀόπλων ὑποδούλων ἀδελφῶν των! Οὐδεὶς τοὺς ἐνοχλεῖ, οὐδεὶς τοὺς λέγει μισὸν λόγον· τρώγουν, πίνουν, γλεντοῦν, καὶ τὴν ἄνοιξιν ἔξω πάλιν! Διότι δὲν ὑπάρχει δρακόντειον μέτρον διὰ τὴν τάξιν ταύτην τῶν ἀνθρώπων. Διὸ ἡ ἱστορία αὕτη θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπ’ ἄπειρον, πρὸς μεγίστην ζημίαν τοῦ τε ἑλληνικοῦ ὀνόματος καὶ τῶν ὑποδούλων ἡμῶν ἀδελφῶν. Ὅλαι αἱ μεθόριοι ἐπαρχίαι καὶ ἰδίως τῶν Τρικκάλων καὶ καὶ τοῦ Τυρνάβου εἶναι παντοτεινὸν ἐνδιαίτημα τῶν πρώην φοβερῶν ληστῶν, οἵτινες διέπραξαν τὰ αἴσχιστα ἐν Ἠπείρῳ καὶ Μακεδονίᾳ, καὶ τὸ χειμερινὸν τοιοῦτον τῶν καθ’ ἑκάστην ἄνοιξιν εἰσερχομένων εἰς τὰς ὁμόρους χριστιανικὰς ὑποδούλους ἐπαρχίας, ὅπως κακουργήσωσι. Καὶ δὲν εἶναι οἱ μὲν ξέναι πρὸς τοὺς δέ. Οἱ μὲν χρησιμεύουσιν ὡς hôtes καὶ ὡς κατάσκοποι τῶν δὲ, οὗτοι δὲ ὡς ὄργανα ἐκείνων, καὶ τὰ κέρδη, ἐννοεῖται, στὴ μέση! Ὅλαι αἱ συμβαίνουσι ληστεῖαι ἐν Μακεδονίᾳ προαποφασίζονται ἐν Τυρνάβῳ καὶ τοῖς πέριξ αὐτοῦ χωρίοις, ἔνθα ἐφησυχάζουσιν ὑπὸ μορφὴν προβάτου φοβεροὶ λύκοι.»
§110ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Ποῖος τὰ γράφει;
§111ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Τὰ γράφει τις, ὁ ὁποῖος, ἐὰν συκοφαντῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, καθῆκον ἔχει ἡ ἁρμοδία ἀρχὴ νὰ τὸν καταγγείλῃ. Ἡμεῖς καταγγέλλομεν αὐτὰ, διότι θεωροῦμεν ταῦτα ὄχι ὡς προσβάλλοντα τὸ Ἔθνος, ἀλλ’ ὡς προσβάλλοντα τὴν κακὴν διοίκησιν, τὴν Κυβέρνησιν.
§112ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Προσβάλλουσιν ἐκείνους, οἵτινες τὰ υἱοθετοῦσι.
§113ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι διὰ τῆς σιωπῆς, διὰ τοῦ μυστικισμοῦ ἐκπληροῦτε καθῆκον, πλανᾶσθε μεγάλως. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς ὑπομνήσω, ὅτι πρό τινων ἐτῶν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις διὰ διακοινώσεως αὑτῆς ἐζήτησε λόγον παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν ἐντεῦθεν ἐξερχομένων ληστρικῶν συμμοριῶν.
§114ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ συμμοριῶν. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐντεῦθεν ἐξῆλθον ληστρικαὶ συμμορίαι καὶ ἕνεκα τούτου ἐζητήθη λόγος παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ὅ,τι γινώσκω ἐγὼ καὶ ἐνθυμοῦμαι, εἶναι ὑπόθεσίς τις, ἀφορῶσα εἴς τινα Νῖκον, τὸν ὁποῖον δὲν ἠδυνάμεθα νὰ καταδιώξωμεν ἐνταῦθα, διότι δὲν ὑπῆρχε τότε νόμος, ἐπιτρέπων τὴν καταδίωξιν ἀλλοδαποῦ κατ’ ἀλλοδαποῦ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐγκληματήσαντος. Περὶ τούτου ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἠγέρθη ζήτημα· οὐδόλως δὲ προέκειτο περὶ ληστρικῆς συμμορίας, προερχομένης ἐξ Ἑλλάδος· προέκειτο περὶ ἐγκλήματος, τελεσθέντος ἐν Μακεδονίᾳ ὑπὸ συμμορίας ἐκεῖ ὠργανωμένης· ἑνὸς δὲ τῶν συμμοριτῶν καταφυγόντος εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ Κυβέρνησις, διὰ τὴν ἔλλειψιν νόμου, δὲν ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς καταδίωξιν. Καὶ τοῦτο ὑπῆρξεν εἷς τῶν λόγων, ὧν ἕνεκα ἡμεῖς ἐζητήσαμεν, ὅπως μεταῤῥυθμισθῇ ἐν τῷ θέματι ἡ ἡμετέρα νομοθεσία, ὅλως ἐξαιρετικῶς, διότι ἡ νομοθεσία ἡμῶν, ὅπως πρότερον εἶχεν, ἦτο ἡ κανονικὴ, ἀλλ’ ἐδέησε νὰ λάβωμεν αὐστηρότερον μέτρον, ἵνα μὴ καταφεύγωσιν ἐνταῦθα οἱ ἀλλαχοῦ ἐν συμμορίᾳ ἐνεργοῦντες, ὡς μηδόλως δυνάμενοι νὰ καταδιωχθῶσιν ἐπὶ τοῖς παρ’ αὐτῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διαπραχθεῖσι.
§115ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Δὲν ἀντελήφθην κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν ὑπόθεσιν, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὅπως δήποτε σᾶς ἔφερον τὸ παράδειγμα τοῦτο, διότι σχετίζεται πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μετὰ τόσης σαφηνείας καὶ λεπτομερείας καταγγέλλονται. Εὔχομαι βεβαίως τὰ πράγματα νὰ ἦναι ἐξωγκωμένα, ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐλπίζω, ὅτι θὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀναιρέσῃ καθ’ ὁλοκληρίαν τὰς καταγγελίας, τὰς ὁποίας σήμερον ἀνέγνωσα.
§116ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰς ἀναιρεῖ ἐντελῶς· οὐδὲν τῶν ἐν αὐταῖς εἶναι ἀληθές.
§117ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἐὰν οὐδὲν ἐξ αὐτῶν ἦναι ἀληθὲς, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγὼ διστάζω, καθῆκον ἔχει ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποκρούσῃ τὴν μομφὴν, ἡ ὁποία ἐπιῤῥίπτεται εἰς τὸν τόπον, καὶ καταδιώξῃ δικαστικῶς τοὺς οὕτω συκοφαντοῦντας αὐτόν.
§118ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἤγειρεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἔχει πολὺν τὴν λεπτότητα. Βεβαίως δὲν υἱοθέτησεν αὐτὸ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Δὲν θέλω δὲ νὰ ἐξετάσω, ἐὰν ἦτο ἡ ὥρα κατάλληλος, διὰ νὰ ἔλθῃ τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ ἦλθε, δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀφήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἄνευ ἀπαντήσεως, διότι μομφαὶ ἀδιάκοποι ἀπευθύνονται κατὰ τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας. Ἔπρεπε δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ εἴπῃ τι πλειότερον εἰς ἀπάντησιν, καὶ ἀναίρεσιν τῶν τοιούτων μομφῶν.
§119ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Θὰ εἴπω ἐγὼ τὸ πλειότερον τοῦτο· σᾶς λέγω, ὅτι ἡ ὅμορος ἐπικράτεια, ἥτις ἔχει ἀντιπροσώπους ἐνταῦθα, ὁμιλοῦντας ὁσάκις ἦναι ἀνάγκη νὰ ὁμιλήσωσιν, οὐδέποτε ἀπηύθυνε τοιοῦτο παράπονον κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐξ ἧς πολλοὺς ἔχει λόγους νὰ μὴ ἦναι εὐχαριστημένη. Ἐπέπρωτο ὑμεῖς νὰ ἔλθητε ἐνταῦθα, ἵν’ ἀντιπροσωπεύσητε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν παραπονοῦνται, διὰ νὰ παραστήσητε τὴν Ἑλλάδα ὡς τόπον ληστῶν, καὶ νὰ εἴπητε, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν τμῆμα ἐν Ἠπείρῳ καὶ ἡ Θεσσαλία ὑπάρχει τὸ ἐνδιαίτημα πάσης ληστρικῆς συμμορίας. Σᾶς λέγω, ὅτι ταύτην τὴν στιγμὴν οὐδεμία ληστρικὴ συμμορία οὐδὲ λῃστὴς ὑπάρχει ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ ἡμερῶν δὲ ἀσχολούμεθα ν’ ἀποκρούσωμεν κίνδυνον ἀπειλούμενον εἰσβολῆς ἐκ τῆς ὁμόρου χώρας ληστρικῆς συμμορίας εἰς τὸ τμῆμα τῆς Ἠπείρου. Αὕτη εἶναι ἡ κατάστασις τῆς ἀσφαλείας ἐν ταῖς ἡμετέραις ἐπαρχίαις, ἐντελὴς ἔλλειψις ληστῶν, καὶ ἀπέναντι τοιαύτης καταστάσεως δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῆτε.
§120ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπέναντι τῆς προσκλήσεως, τὴν ὁποίαν, ἐκ πατριωτικοῦ αἰσθήματος ὁρμώμενος, ἀπηύθυνα πρὸς αὐτόν, ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ μεμφθῇ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Τοῦτο δὲν ἤθελεν εἶσθαι ἐπιτετραμμένον καὶ εἰς ἁπλοῦν Βουλευτὴν, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις ὀφείλει νὰ ἔχῃ τοὐλάχιστον τὴν ψυχραιμίαν, τὴν ὁποίαν τῷ ἐπιβάλλει ἡ θέσις του. Ἐὰν ἐπροκάλεσα τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἢ οἱονδήποτε ἄλλο μέλος τῆς Κυβερνήσεως νὰ διαψεύσῃ τὰ λεχθέντα ἐνταῦθα, τὸν ἐπροκάλεσα διότι καὶ ἐγὼ δὲν παραδέχομαι αὐτά. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιαύτη μομφή. Τοιαῦται μομφαὶ ὑφίστανται. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἀπευθύνωνται ἐπισήμως ὑπὸ τῆς Ὀθωμανικῆς Πρεσβείας εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ὅτι ἀδίκως καὶ παραλόγως ἀπευθύνονται ὑπὸ τῆς δημοσιογραφίας τῆς Ὀθωμανικῆς καὶ τῆς ξένης, τοῦτο δὲν ἐπιδέχεται ἀντίῤῥησιν.
§121ΡΑΛΛΗΣ. Προεκαλέσαμεν τὴν συζήτησιν ταύτην ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ, καθ’ ἣν ἐπρόκειτο νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι τὸ δημοσίευμα, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κεφαλληνίας συνάδελφος, προέρχεται ἐξ ὑποδούλου, ὡς ὑπεγράφετο ὑπὸ τὴν ἀλληλογραφίαν τῆς ἐφημερίδος, καὶ ἀντὶ νὰ ὀργίζηται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔπρεπε νὰ εὐγνωμονῇ πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἥτις ἓν ἐσκόπει, νὰ τῷ δώσῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ προβῇ εἰς τὴν διάψευσιν· διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐφημερὶς, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀναγράφεται ἡ διατριβὴ αὐτὴ, εἶναι ἐξ ἐκείνων, αἵτινες ἔχουσι τὴν μεγαλειτέραν κυκλοφορίαν, καὶ ἀπέναντι τοιαύτης δημοσιεύσεως, ἡ ὁποία ἐλπίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὑπόστασίν τινα, ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ποιήσηται τὴν διάψευσιν, ἣν θέλων νὰ προκαλέσῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἔθηκε τὸ ζήτημα τοῦτο.
§122ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐφέρατε τὸ ζήτημα τοῦτο, διὰ νὰ γεννήσητε σκάνδαλον.
§123ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἐνόησεν, ὅτι ὤφειλε τὰ διαψεύσῃ τὴν εἴδησιν ταύτην, βλέπει δὲ πάντοτε σκάνδαλα, διότι ἔχει ἀκόμη ἐνώπιόν του τὴν ὑπόθεσιν τῆς Μονῆς Δομποῦς, ἀλλ’ ὤφειλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ τὸν πείσῃ ὅτι ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς κατηγορηματικὴν διάψευσιν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, δι’ αὐτὸ ἡμεῖς δὲν ἐδιστάσαμεν οὔτε κατ’ αὐτὴν τὴν τελευταίαν στιγμήν, καθ’ ἣν ἐπρόκειτο νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, νὰ φέρωμεν τὸ ζήτημα. Πρόκειται περὶ ῥητῶν κατηγοριῶν κατὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὅπως πεισθῆτε, ἀκούσατε τὴν τελευταίαν παράγραφον τῆς διατριβῆς (ἀναγινώσκει): «Ὅπως ἐκλείψῃ ἡ φοβερὰ αὕτη καὶ ἀξιοθρήνητος κατάστασις, ἡ καταμαστίζουσα τοὺς ὑποδούλους ἀδελφούς μας, οἷς ἀρκεῖ καὶ ὑπεραρκεῖ ὁ τουρκικὸς ζυγὸς, ἐὰν πρέπῃ καλὰ καὶ σώνει νὰ τιμωρῶνται, πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ τὸ ζήτημα ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν. Πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ νὰ ἐκλείψῃ ἐκ τοῦ τραχήλου τῶν Μακεδόνων καὶ τῶν Ἠπειρωτῶν ὁ ζυγὸς τοῦ Νταβέλη, τοῦ Ἀποστολάκη, τοῦ Τάκη, τοῦ Τσιανάκα, τοῦ Καραναστάση καὶ τόσων καὶ τόσων ἄλλων ἀνθρωπομόρφων τεράτων, καὶ διὰ νὰ γίνῃ τοῦτο, πρέπει καὶ οἱ ἐφησυχάζοντες πρώην λῃσταὶ καὶ οἱ μετερχόμενοι τὸν λῃστὴν τὸ θέρος ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ νὰ ἐξορισθῶσιν εἰς τὰ νοτιώτερα τῆς Ἑλλάδος μέρη, καὶ νὰ διατελῶσιν ὑπὸ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, ἐὰν ὁ νόμος δὲν δύναται νὰ βάλῃ χέρι ἐπάνω τους». Περὶ τίνος πρόκειται ἐνταῦθα; πρόκειται περὶ ἀορίστων κατηγοριῶν; Ὁ ἐπιστέλλων σᾶς ὁρίζει ἕνα πρὸς ἕνα τοὺς λῃστάρχους, οἵτινες δῆθεν διαιτῶνται κατὰ τὰ μεθόρια.
§124ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν εὑρίσκεται ἐν Ἑλλάδι.
§125ΡΑΛΛΗΣ. Τοῦτο ἔπρεπε νὰ βεβαιώσητε, καὶ ὄχι νὰ ὀργίζησθε.
§126ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ εἴπομεν ἐπανειλημμένως, ἀλλ’ ἐπεμένετε...
§127ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐπεμένομεν, ὅπως σᾶς διαψεύσωμεν, ἐπεμένομεν, ἵνα ἔλθητε εἰς βοήθειαν ἡμῶν, ὅπως ἀποκρούσωμεν ἀπὸ κοινοῦ τοιαύτην μομφὴν, κατὰ τῆς Ἑλλάδος ἐκφερομένην· ἠθελήσαμεν νὰ σᾶς δώσωμεν τὸ ἐνδόσιμον νὰ διαψεύσητε τὰς τοιαύτας διαδόσεις, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἐξ ὑμῶν αὐτῶν, ἀφοῦ κατεχωρίσθησαν εἰς φιλικὴν ἐφημερίδα, διότι οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι πρόκειται περὶ φύλλου, τὸ ὁποῖον φίλα φρονεῖ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Τί θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ἐκεῖνος, ὅστις δὲν γνωρίζει ἢ δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τοῦ τόπου, ἐὰν ἀνεγίνωσκε τὰς τοιαύτας ὡρισμένας καὶ ῥητὰς κατηγορίας ἐν φύλλῳ τοιαύτην ἔχοντι διάδοσιν, ἐὰν ἡ ἐπίσημος αὐτῶν διάψευσις δὲν ἐπήρχετο ἀμέσως καὶ συγχρόνως; Εἰς αὐτὸ ἀπέβλεπεν ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας, ἀλλὰ βεβαίως ἐν τῇ συγχύσει, ἣν παρήγαγεν ἡ ὀργὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐξ ἄλλης αἰτίας προελθοῦσα, δὲν ἠδύνατο ἢ εἰς τοιαύτην παρανόησιν νὰ φέρῃ.
§128ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ὑπάρχουσί τινες, οἵτινες καταγγέλλουσιν ἐμὲ, ὡς γενόμενον, οὕτως εἰπεῖν, τὸν καταγγελέα, τὸν συκοφάντην τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἄντικρυς ἀντίθετον τοῦ ἀληθοῦς. Ἐγὼ ἀνέγνωσα ὁλόκληρον σχεδὸν τὸ ἄρθρον, καὶ ὑπέμνησα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι καὶ ἄλλοτε ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ διὰ μακρῶν ἐγένετο λόγος περὶ τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα τότε ἀνῄρεσε, νομίζω, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν ἐγὼ ἐταράχθην ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν δημοσιευθέντων ἐν τῇ «Ἀκροπόλει», ἐὰν ἠθέλησα νὰ προκαλέσω τῆς Κυβερνήσεως τὴν προσοχὴν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, νομίζω, ὅτι κατ’ οὐδὲν ἠδίκησα τὸν τόπον. Ἀλλ’ εἰς τὰς τοιαύτας καταγγελίας δύναταί τις νὰ παραδεχθῇ, ὅτι, ἐὰν τὰ πάντα δὲν ἦναι ἀκριβῆ, δύναται ὅμως τι ἐξ αὐτῶν νὰ ἦναι ἀκριβὲς, καὶ δικαιούμεθα νὰ καταστήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἠθικῶς ὑπεύθυνον. Καὶ διὰ τοῦτο παρακαλοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως, καθ’ ἣν ἔχει ὑποχρέωσιν, ἀναπτύξῃ ὅλην αὐτῆς τὴν δραστηριότητα, καὶ ἐνεργήσῃ ὅ,τι πρέπει νὰ ἐνεργήσῃ, ἐὰν ὑπάρχῃ τι.
§129ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδὲν ὑπάρχει.
§130ΦΩΤΗΛΑΣ. Μετὰ τὴν ἀναίρεσιν, τὴν γενομένην ὑπὸ τοῦ κ. Τυπάλδου, θὰ ἦτο ἴσως περιττὸν νὰ λάβω τὸν λόγον, ὀφείλω ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι ἡ συζήτησις ἔλαβεν ἀρχὴν ἐξ ὅσων τὸ πρῶτον εἶπεν ὁ κ. Τυπάλδος καὶ ὅτι κατὰ πρῶτον ὁ κ. συνάδελφος ἄλλως ὡμίλησε περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ὁ κ. Τυπάλδος καὶ ὁ κ. Καραπάνος, ὁμιλοῦντες περὶ τῆς καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἔλεγον ὅτι εἶναι προβληματική.
§131ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι.
§132ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι.
§133ΦΩΤΗΛΑΣ. Σεῖς, κ. Ῥάλλη, διωρθώσατε τὸ πρᾶγμα, ἀλλ’ ὁ κ. Κοζάκης, πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ λόγου, ἔλεγεν ὅτι ὑπάρχει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ διακοίνωσις τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἐπέμενον δὲ ὁ κ. Κοζάκης καὶ ὁ κ. Καραπάνος καὶ ἀνέφερον, τί ὁ Ἑλληνικὸς καὶ ὁ ξενικὸς τύπος ἀναγράφει.
§134ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ συμφωνία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς ὅσα ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος εἶπε, μὲ ἀναγκάζει νὰ λάβω τὸν λόγον. Δὲν εἴμεθα ἡμεῖς, οἱ διαστρέφοντες τὰς ἰδέας τῶν ἄλλων. Ἄλλοι διαστρέφουσι τὰς ἰδικάς μας ἰδέας, ὅπως δικαιολογήσωσι τὸν θυμόν των. Ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι τὴν κατηγορίαν, ἣν ἄλλοι ἀπευθύνουσι κατὰ τῆς Ἑλλάδος, τὴν ἀποκρούομεν ὅλαις δυνάμεσι. Νομίζομεν ὅμως, ὅτι καθῆκον ἔχει ἡ Κυβέρνησις τὴν κατηγορίαν ταύτην νὰ διαψεύσῃ οὐχὶ διὰ ξηρᾶς διακοπῆς, ἀλλὰ δι’ ἐπισήμου δηλώσεώς της. Τὴν τοιαύτην ἰδέαν ἡμῶν ἠθέλησε νὰ διαστρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἦλθε δὲ νὰ διαψεύσῃ καὶ ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀχαΐας. Ἀντὶ δὲ διαψεύσεως ἠρέμου καὶ ἀξιοπρεποῦς, εἴδομεν ἔκρηξιν θυμοῦ καὶ ὀργῆς ἀσκόπου καὶ παραλόγου.
§135ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. βουλευτὴν ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ὅτι ἡ συζήτησις ἤρξατο ὡς ἑξῆς. Ὅτε ἐπρόκειτο νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ἔσπευδόν τινες, εἶπον, ὅτι ἐσκοποῦμεν ν’ ἀποκρούσωμεν ὕβριν, γενομένην καθ’ ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος, ἐνόουν δὲ τὴν ὕβριν, ἥτις περιελαμβάνετο εἰς τὸ δημοσίευμα ἐκεῖνο. Ἡ ἐπερώτησίς μας ἀπέβλεπε μόνον εἰς τὸ νὰ προκαλέσῃ τὴν διάψευσιν τῶν ἐν τῷ δημοσιεύματι ἀναφερομένων ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἠδυνάμεθα ἢ νὰ ἀναμένωμεν λοιδορίας καὶ συκοφαντίας, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναμένωμεν ἢ νὰ νομίζῃ, ὅτι εἴμεθα ἱκανοὶ νὰ πράξωμεν ὅ,τι αὐτὸς εἶναι ἄξιος νὰ πράττῃ καὶ ἔπραττεν, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἔχων συνείδησιν τῶν λόγων του, ὤφειλε διὰ τῆς ἐπισήμου φωνῆς τῆς Κυβερνήσεως νὰ προβῇ εἰς τὴν ἄμεσον διάψευσιν τοῦ δημοσιεύματος.
§136ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὡς ἤρξατο ὁ κ. Τυπάλδος ἀναγινώσκων τὴν ἐφημερίδα, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν εἰξεύρω ἂν ἐκ προηγουμένης ἀφορμῆς ἦτο διατεθειμένος νὰ αἰσθανθῇ ὅλην ἐκείνην τὴν ὀργήν, ἐξηγέρθη καὶ ἐπετέθη κατὰ τοῦ κ. Τυπάλδου, κατακρίνων αὐτόν, ὅτι ἡ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν κάμνει, εἶναι ἀντιπατριωτική. Ἐγὼ τότε, ἀποταθεὶς πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ πρὶν προχωρήσῃ ὁ κ. Τυπάλδος, εἶπον αὐτῷ, ὅτι ὀφείλει νὰ εὐγνωμονῇ πρὸς τὸν κ. Τυπάλδον, διότι ἡ πρᾶξίς του εἶναι πατριωτικωτάτη, διότι τὸν θέτει εἰς θέσιν νὰ διαψεύσῃ ὅ,τι πρέπει νὰ διαψευσθῇ· ἐπειδὴ δὲ εἶδον, ὅτι ἡ ὀργὴ τὸν παρέσυρεν εἰς διάβημα μὴ ἁρμόζον εἰς Ὑπουργὸν, ἐπὶ σκοπῷ νὰ διακόψω τὴν ὀργήν, τῷ εἶπον ὅτι ἡ ἀνάγνωσις τῆς ἐφημερίδος τὸν θέτει εἰς θέσιν νὰ διαψεύσῃ τὰ δημοσιευόμενα. Ἀλλ’ εἶχε φαίνεται ἀνάγκην ὁ Ὑπουργὸς νὰ μεμφθῇ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, καὶ δυστυχῶς εὑρίσκετο εἰς ψυχικὴν κατάστασιν τοιαύτην, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἠδυνήθη νὰ κρατηθῇ, καὶ ἐπετέθη ἀδίκως καὶ ὄχι ὅπως ἁρμόζει εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχει.
§137ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὡς ἡ Ἀντιπολίτευσις διὰ τοῦ κ. Τυπάλδου ἔθηκε τὸ ζήτημα, βεβαίως μεγίστην προσέφερεν ὑπηρεσίαν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸ Ἔθνος, διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπὶ τῇ βάσει πληροφοριῶν, δημοσιευθεισῶν παρὰ δημοσιογραφικῶν φύλλων, ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως, ἐζήτησε νὰ μάθῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἂν αἱ κατηγορίαι, αἱ κατ’ αὐτῆς ἐκ μέρους τῶν φύλλων αὐτῶν, ἦναι ἀληθεῖς καὶ πραγματικαί. Ἐνῷ δὲ ἦτο τοσοῦτον καλῶς τεθειμένον τὸ ζήτημα, καὶ ἐνῷ ἐδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπωφεληθῇ τῆς ἐπερωτήσεως καὶ νὰ καθησυχάσῃ ὁλόκληρον τὸν κόσμον, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι συμμορίαι ληστρικαὶ ἐν Ἑλλάδι, ἐνασκοῦσαι τὸ ἐπάγγελμα αὐτῶν εἰς τὴν ὅμορον χώραν καὶ μάλιστα κατὰ τῶν Χριστιανῶν, δυστυχῶς ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχων ἴσως ὀλίγον ἠρεθισμένα τὰ νεῦρα ἐκ τῆς ὑποθέσεως τῆς Μονῆς Δομποῦς, ἣν ἐγὼ πρὸ μικροῦ ἀνέπτυξα, ἐξετράπη εἰς ἀγανάκτησιν καὶ ἔκφρασιν μομφῆς κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τῷ ὅτι δῆθεν ἐκεῖνο, ὅπερ δὲν ἔπραξαν κατὰ τῆς Ἑλλάδος οἱ Τοῦρκοι, ἔπραξεν ἡ Ἀντιπολίτευσις. Τίς ἔπραξε κατὰ τῆς Ἑλλάδος ὅ,τι ἤθελον οἱ Τοῦρκοι, συνεζητήθη κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ ἀποκλεισμοῦ, θέλει δὲ ἔλθει πάλιν ἡ ἐποχή, καθ’ ἣν θέλει συζητηθῆ, τίς ἐπροστάτευσε τὰ συμφέροντα τῆς Τουρκίας. Δὲν εἶναι πολὺς χρόνος, ἀφ’ ὅτου ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐξήγησε τοῦτο, ὅταν ἔφερεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὴν ἐπερώτησιν περὶ τῶν Κρητικῶν πραγμάτων, ἐξ ἧς ἀπεδείχθη, ὅτι τὴν χεῖρα εἰς τὸν Σακὴρ πασσᾶν δὲν ἔδωκεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡγουμένου εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ ἐγὼ θέτω τὸ ζήτημα εἰς ἄλλην θέσιν, ἥτις εἶναι καὶ ἡ πραγματική. Εἶχον δίκαιον οἱ ἐν τῇ δούλῃ Ἑλλάδι νὰ ὑποθέσωσιν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶναι ἡ προστατεύουσα τὰς ληστρικὰς συμμορίας ἐν Ἑλλάδι, καὶ διδοῦσα εἰς αὐτὰς τὴν ἐλευθερίαν νὰ εἰσβάλλωσιν εἰς τὴν ὅμορον χώραν καὶ νὰ κακουργῶσιν; Εἶχον δίκαιον οἱ ἐν τῇ δούλῃ Ἑλλάδι, ὅσοι παρεπονοῦντο κατὰ τῆς ἀνοχῆς, ἂν μὴ καὶ κατὰ τῆς ὑποστηρίξεως, ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ληστρικῶν συμμοριῶν; Τοῦτο θέλω ἐξετάσει. Ὅτε κατηγορεῖτο πέρυσιν ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὡς ἀπονείμας τὴν βασιλικὴν χάριν εἰς τὸν Ῥοκόφυλλον καὶ τὸν Τάκην, τί ἔλεγεν; Ἔχω ἐνταῦθα τὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ. Ἔλεγεν, ὅτι ὑπῆρχον λόγοι ἀπονομῆς χάριτος εἰς τὸν Ῥοκόφυλλον καὶ εἰς τὸν Τάκην, διότι δὲν ἐκακούργησαν καθ’ ὑπηκόων Ἑλλήνων......
§138ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Οὐδέποτε ἐλέχθη αὐτό.
§139ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλὰ κατ’ ὀθωμανῶν, ὀθωμανῶν ὑπηκόων, ἀλλὰ Χριστιανῶν.
§140ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Οὐδέποτε ἐλέχθη.
§141ΛΕΒΙΔΗΣ. Τώρα θὰ τὸ ἀκούσητε.
§142ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Οὐδέποτε ἐλέχθη.
§143ΛΕΒΙΔΗΣ. Οὕτω διεμαρτύρεσθε καὶ περὶ Τάκη, καὶ ὅταν ἐγὼ ἔλεγον, ὅτι ἦτο διαβόητος κακοῦργος, ἐλέγετε, ὅτι εἶναι ἀπόφοιτος τοῦ σχολείου, ὅτι οὐδὲν σπουδαῖον ἔγκλημα ἔπραξε· καὶ ὅταν ἔφερα τὰς δικογραφίας, ἐκύψατε τὴν κεφαλὴν καὶ ἐζητήσατε προστασίαν παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅστις ἔσωσεν ὑμᾶς διὰ τῆς πλειονοψηφίας.
§144ΣΑΚΚΗΣ. Τῆς τυφλῆς.
§145ΛΕΒΙΔΗΣ. Τί περιμένομεν ἀπὸ ὑμῶν; Ὑμεῖς ἠπατήσατε τὸν Βασιλέα, ὑμεῖς ἐβάλατε τὸν Βασιλέα καὶ ὑπέγραψε χάριν πρὸς τὸν Ῥοκόφυλλον καὶ τὸν Τάκην, διότι ἐδείξατε αὐτῷ ἔκθεσιν τῆς ἐπὶ τῶν χαρίτων Ἐπιτροπῆς, ἥτις ἔλεγεν ὅτι: «ὁ Ῥοκόφυλλος καὶ ὁ Τάκης δὲν εἶναι ἐπικίνδυνοι οὔτε εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν, οὔτε εἰς τὴν ἀσφάλειαν». Δὲν εἶναι ἀληθῆ ταῦτα; Δὲν κατεθέσατε τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ τὰ ψεύδη ταῦτα; Δι’ αὐτοῦ τοῦ ψεύδους δὲν ὑφῃρέσατε τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως; Λοιπὸν βεβαίως δὲν εἶσθε πιστευτὸς, ὅταν ἀρνῆσθε τὰ πράγματα ἐκεῖνα, ἅπερ ὡμολογήσατε (ἀναγινώσκει): «Πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦδε ἀνεγνώρισαν, ὅτι τὰ ἐγκλήματα, τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ πραχθέντα κατὰ τὴν μεταβατικὴν ἐκείνην ἐποχὴν, ἀπὸ τοῦ 1881 μέχρι τοῦ 1882, καθ’ ἣν ἡ ἔννομος τάξις ἐκεῖ δὲν ὑπῆρχεν.... ἔπρεπε νὰ κριθῶσι καὶ ἐκρίθησαν πάντοτε ἐπιεικέστερον». Τί βεβαιοῖ λοιπὸν ἐν τῇ πέρυσιν ἀγορεύσει αὑτοῦ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐν σελ. 639 τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς τῆς περυσινῆς Συνόδου;
§146ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τί ἐβεβαίωσα;
§147ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὅτι ἐδώσατε χάριν εἰς τὸν Ῥοκόφυλλον καὶ εἰς τὸν Τάκην, διότι ἐκακούργησαν ἐν Θεσσαλίᾳ πρὸ τῆς ἑνώσεως.
§148ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ψεύδεσθε! καὶ διὰ νὰ ψευσθῆτε, διαστρέφετε τὴν ἀγόρευσίν μου καὶ ἀκρωτηριάζετε αὐτήν. Ἐξήγουν ἐγὼ τότε τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα τὰ δικαστήρια ἐγνωμοδότουν ἐπιεικῶς περὶ χαρίτων εἰς καταδίκους διαπράξαντας ἐν Θεσσαλίᾳ ἐγκλήματα καθ’ ἣν ἐποχὴν οὔτε ἡ Τουρκικὴ οὔτε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐκεῖ, κυρίως ἐκεῖ, ἐκυβέρνα, δηλαδὴ κατὰ τὸ 1881, ἐν τῇ ἐποχῇ ἐκείνῃ τῆς πλήρους ἀναρχίας, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ράλλης ἐνθυμεῖται, ὅτι ἐπισήμως συνηλλάσσοντο πρὸς τὰς ἀρχὰς οἱ λῃσταὶ, καὶ ἐλάμβανον ἐπίσημα διαμονητήρια παρὰ τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν, μέχρις ὅτου ἡ Κυβέρνησις τοῦ Τρικούπη, ὑπουργοῦντος καὶ τοῦ κ. Ράλλη, συνέλαβεν ὅλους ἐκείνους τοὺς λῃστὰς καὶ ἐγκληματίας.
§149ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1882 κατεδίωξε τοὺς ληστὰς τοὺς εἰσελθόντας τότε...
§150ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἐπαναλαμβάνετε ὅ,τι εἶπον, κύριε Ράλλη. Μάλιστα, πρόκειται περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ 1881, ὑμεῖς δὲ εἶσθε εἰς θέσιν κρείττονα παντὸς ἄλλου νὰ ἐννοήσητε τὰς ἐπισήμους γνωμοδοτήσεις τῶν δικαστηρίων περὶ χαρίτων εἰς τοὺς τότε ἐγκληματήσαντας. Ἀλλ’ ἐν ταῖς τοιαύταις γνωμοδοτήσεσι τῶν δικαστηρίων τῆς Ἑλλάδος περιέχεται τάχα ἡ βλάσφημος ἔννοια, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ ἀποδώσῃ, ὅτι τάχα, ἐπειδὴ τὰ ἐγκλήματα διεπράχθησαν εἰς τὴν ἀδελφὴν ἐπαρχίαν, διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ καταδιωχθῶσιν, ἢ πρέπει νὰ τοῖς δοθῇ χάρις; Οὐδαμῶς. Πρόκειται περὶ ἐγκλημάτων τελεσθέντων ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν τὸ δίκαιον τοῦ ἰσχυροτέρου ἐβασίλευε, περὶ ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα οὐ μόνον δὲν κατεδίωξεν ἡ τότε Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ τοὺς αὐτουργοὺς αὐτῶν περισυνήγαγε, καὶ διαμονητήρια ἐπισήμως ἐχορήγησεν εἰς αὐτοὺς, οὓς κατόπιν, ἐπὶ Κυβερνήσεως Τρικούπη συλληφθέντας, τὰ δικαστήρια κατεδίκασαν, ἐπιβαλόντα τοῖς πλείστοις κεφαλικὰς ποινὰς, εἴς τινας δὲ καὶ πλείονας τῆς μιᾶς, ἃς ὅμως θανατικὰς ποινὰς οἱ προκάτοχοί μου Ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης μετέβαλον διὰ τῆς βασιλικῆς χάριτος εἰς ἐπιεικεστέρας. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἦτο καλῆς πίστεως, ἤθελε μὲ ἀπαλλάξει τῆς ἀνάγκης νὰ ἐπαναλάβω ταῦτα, διότι ὤφειλε νὰ ἀναγνώσῃ ὁλόκληρον τὸ μέρος τοῦ λόγου μου ἐκείνου, εἰς τὸν ὁποῖον περιέχεται πλήρης ὁ χαρακτηρισμὸς τῶν πράξεων, τῶν κατὰ τὸ 1881 γενομένων ἐν Θεσσαλίᾳ. Μοὶ ἐδόθη δὲ καὶ τότε ἀφορμὴ νὰ ἀπορήσω, πῶς κατεγινώσκετο ἡμῶν τοιαύτη πρὸς τοὺς ἐν ταῖς ὁμόροις ἐπαρχίαις ἀστοργία, ἐνῷ εἶναι ἀποδεδειγμένον οὐ μόνον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἧς κατὰ τὸ 1880 προΐστατο ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, ἐπελάβετο ἐκείνη πρώτη μετὰ πάσης δραστηριότητος τῆς καταδιώξεως καὶ συλλήψεως πάντων τῶν λῃστῶν, καὶ τῶν ἐν Ἑλλάδι ἐγκληματιῶν, τῶν καταφυγόντων ἐκεῖ, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἐσχάτως ἀκόμη προήχθη εἰς τὴν ἀνάγκην καὶ νόμον νὰ προκαλέσῃ εἰδικὸν παρὰ τῆς Βουλῆς, ἐπεκτείνοντα τὴν δικαιοδοσίαν τῶν ἑλλην. δικαστηρίων καὶ ἀναγνωρίζοντα αὐτοῖς τὸ δικαίωμα νὰ καταδιώκωσι καὶ δικάζωσι δι’ ὡρισμένα ἐγκλήματα καὶ τοὺς ἀλλοδαποὺς ἀκόμη, τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ κατ’ ἀλλοδαπῶν ἐγκληματήσαντας. Ἐπειδὴ δὲ ἐξηνέχθη ἡ ἰδέα, ὅτι δῆθεν ὑπάρχουσι παράπονα παρὰ τοῖς χριστιανοῖς τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν, ὅτι ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἀνεκτὴ ἡ διαμονὴ, ἢ κἄν ἡ δι’ αὐτῆς διέλευσις λῃστῶν, καίτοι καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν, ὡς ἁρμόδιος, καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἁρμοδιώτερος, ἄρδην πάντα ταῦτα διέψευσαν, πληροφορῶ καὶ ἐγὼ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ ἐξαιρετικοῦ νόμου, τὸν δόντος εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ καταδιώκῃ καὶ τοὺς ἀλλοδαποὺς, τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ κατ’ ἀλλοδαπῶν ἐγκληματήσαντας, ὁσάκις ἐδόθησαν ἡμῖν ὁποθενδήποτε πληροφορίαι περὶ τοιούτων ἐν Ἑλλάδι παρεπιδημούντων ἢ δι’ αὐτῆς διερχομένων, πάντοτε ἀνεξαιρέτως ἐκάμομεν χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ὁ νέος αὐτὸς νόμος ἐχορήγησεν ἡμῖν. Ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἐπιτρέπει τὴν τοιαύτην ἐξαιρετικὴν καταδίωξιν τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ κατ’ ἀλλοδαπῶν ἐγκληματούντων ἀλλοδαπῶν, παρὰ μόνον ἀδείᾳ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης· ὁ λόγος δὲ τῆς τοιαύτης ἐπιφυλάξεως εἶναι εὐνόητος εἰς πάντας ὑμᾶς. Ἐπειδὴ δὲ μόνον τοιαύτῃ ἀδείᾳ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ δύναται νὰ κατάρξηται τοιαύτης ἐξαιρετικῆς καταδιώξεως, βεβαιῶ, ὅτι ἀφειδῶς καὶ ἀνεξαιρέτως ἡ ἄδεια αὕτη ἐχορηγήθη, ὁσάκις ἐζητήθη, καὶ ὅτι εἰς τὰς φυλακὰς ἡμῶν εἶναι προφυλακισμένοι καὶ ἱκανοὶ ἀλλοδαποὶ κατ’ ἀλλοδαπῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐγκληματήσαντες. Ἀντὶ δὲ νὰ ἐξενεχθῇ ἐκεῖθεν μέχρι σήμερον παράπονόν τι, βεβαιῶ, ὅτι αἱ δικαστικαὶ ἀρχαὶ τῶν μεθορίων πλειστάκις ἐδέχθησαν εὐαρεσκείας παρὰ Προξένων Τούρκων διὰ τὴν δραστηριότητα, μεθ’ ἧς ἐπὶ ζητημάτων τῆς δημοσίας ἀσφαλείας εἰργάσθησαν καὶ ἐργάζονται.
§151ΛΕΒΙΔΗΣ. Συγχαίρω τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, διότι πρὶν ἀπονείμῃ χάριν εἰς τὸν Ῥοκόφυλλον καὶ τὸν Τάκην, εἶχε καλῶς μελετήσει τὸ μάθημα αὑτοῦ, διότι αὐτὰ, ἅπερ σήμερον λέγει ἐνώπιον ὑμῶν, εἶναι αὐτὰ ἐκεῖνα, ἅτινα πέρυσι, κατηγορούμενος ἐπὶ τῇ ἀπονομῇ τῆς χάριτος ταύτης, εἶχεν εἰπεῖ κατὰ πρῶτον ἐν τῇ Βουλῇ. Κατηγορεῖτο τότε παρ’ ἐμοῦ, ὅτι παρεχώρησε χάριτα βασιλικὴν εἰς κεκηρυγμένους λῃστὰς, οἵτινες ἐκακούργησαν κατὰ Χριστιανῶν ὑπηκόων ὀθωμανῶν ἐν τῇ ὁμόρῳ ἐπικρατείᾳ. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἀπολογούμενος τότε, ἔλεγεν αὐτὰ ταῦτα, ἅτινα σήμερον ἠκούσατε· ὠχυροῦτο ὄπισθεν τῶν ἐκτάκτων δῆθεν περιστάσεων, καὶ ἰσχυρίζετο ὅτι, ἐπειδὴ αἱ περιστάσεις ἦσαν ἔκτακτοι, ὡς ἐκ τοῦ ἐπαναστατικοῦ κινήματος ἐν Θεσσαλίᾳ, ἔπρεπεν ἀφειδῶς νὰ δοθῇ ἡ βασιλικὴ χάρις εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐκακούργησαν καὶ κατὰ Χριστιανῶν ὀθωμανῶν ὑπηκόων. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἂς ἀνοίξωμεν ἐνταῦθα τὰ πρακτικὰ, ἵνα ἴδωμεν, ἂν ἦναι ἀληθὲς τὸ πρᾶγμα, ὡς θέτει αὐτὸ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἢ ἂν ἦναι ψευδές. Δυστυχῶς δι’ αὐτὸν καὶ διὰ τὸν λογαριασμὸν αὐτοῦ μὲ τὴν δικαιοσύνην τῆς Ἑλλάδος, δὲν εἶναι ἀληθές· καὶ ἰδοὺ διατί. Πότε ἐγένετο ἡ προσάρτησις τῶν Ἑλληνικῶν χωρῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα; Κατὰ τὸ 1881 ἔτος. Πότε ἐκακούργησαν ὁ Ῥοκόφυλλος καὶ ὁ Τάκης; Ἐκακούργησαν καὶ κατὰ τὸ 1880 ἔτος καὶ πρότερον, καὶ κατὰ τὰ 1881 καὶ 1882 καὶ 1883 καὶ 1885! Καὶ ἰδοὺ αἱ πράξεις. Ἡ μὲν πρώτη ἐν 1875 ἔτει, ἡ δευτέρα τῇ 22 Φεβρουαρίου 1876, ἡ τρίτη τῇ 20 Σεπτεμβρίου 1880, ἡ τετάρτη τῇ 1 Δεκεμβρίου 1880, ἡ πέμπτη τῇ 6 Μαρτίου 1881, ἡ ἕκτη ἐπίσης, ὁ ἐν Ζακύνθῳ ἐμπρησμὸς τῇ 8 Ὀκτωβρίου 1885, ἄλλη τῇ 10 Ἀπριλίου 1881, καὶ ἡ κατὰ Ἀβέρωφ λῃστεία πότε νομίζετε; Τῇ 27 Ἰουλίου 1885!! Ἦσαν ἀνώμαλοι τότε αἱ περιστάσεις;
§152ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Καὶ ὑποστηρίζετε, ὅτι ἔλαβε διὰ τοῦτο χάριν; Διαστροφεῖς τῶν πραγμάτων!
§153ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως ἐρεθίζεσθε, διότι καυτηριάζεσθε. Δὲν ἔδωσες χάριν διὰ τὴν πρᾶξιν τοῦ 1885 ἔτους, ἀλλὰ δι’ ἄλλην, προγενεστέραν ὅμως πολὺ τῶν ἐκτάκτων ἐκείνων περιστάσεων. Ἀλλὰ πότε ἐκακούργησαν αὐτοὶ κατὰ τῶν Χριστιανῶν τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας; Κατὰ τὰ 1885, 1884, 1883, 1882, ὅτε δὲν ἦσαν ἔκτακτοι περιστάσεις τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν. Καὶ πῶς εἴχετε λοιπὸν τὴν τόλμην νὰ λέγητε, ὅτι ἐδόθησαν αἱ χάριτες ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων; Ἰδοὺ λοιπὸν, οἱ δοῦλοι Ἕλληνες, ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀναφέρονται διὰ τῆς δημοσιογραφίας πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν καὶ τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, ἔχουσι δίκαιον νὰ πιστεύωσιν, ὅτι ἐπροστατεύσατε διὰ τῆς ἀπονομῆς τῆς βασιλικῆς προνομίας ἀνθρώπους, κακουργήσαντας ἐναντίον Χριστιανῶν ὁμοφύλων καὶ ὁμαιμόνων, ὑπηκόων τῆς γείτονος ἐπικρατείας, οὐχὶ δὲ ἐν ἐκτάκτοις περιστάσεσιν. Ἀλλὰ πῶς νὰ μὴ πιστεύσωσι ταῦτα οἱ δοῦλοι Ἕλληνες, ὅταν οἱ μάρτυρες ἐνώπιον τῶν Κακουργιοδικείων ἐβεβαίουν ἐνόρκως, ὅτι εἰς τὴν ἰδιαιτέραν ἐπαρχίαν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εἶχον τὰ κρησφύγετα αὐτῶν οἱ λησταί;
§154ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Οὐδέποτε!
§155ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ συμμορία δηλ. τοῦ Τάκη καὶ τοῦ Ῥοκοφύλλου. Ποῦ εἶναι τὰ χωρία Ἀργύρι καὶ Σουλπιανά; Καὶ τόσα ἄλλα τῆς Εὐρυτανίας;
§156ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Πηγαίνετε νὰ μάθητε γεωγραφίαν. Ἐρωτήσατε τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Θεσσαλίας νὰ σᾶς τὰ εἴπουν. Ὁδηγηθῆτε ἀπὸ τὴν διατριβὴν, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσεν ὁ κ. Τυπάλδος.
§157ΛΕΒΙΔΗΣ. Γεωγραφίαν! Ἐβεβαίωσαν οἱ μάρτυρες ἐνόρκως ἐνώπιον τριῶν Κακουργιοδικείων, τῆς Ζακύνθου, τοῦ Μεσολογγίου καὶ τῶν Πατρῶν, ὅτι ὁλόκληρος συμμορία διῃτᾶτο εἰς τὸν ἰδιαίτερον δῆμον τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης! Ὑπάγετε νὰ κατηγορήσητε τοὺς μάρτυρας ἐπὶ ψευδορκίᾳ· ἀλλὰ δὲν τὸ κάμνετε. Οἱ μάρτυρες λέγουσιν, ὅτι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ὑμῶν οἱ λησταὶ ἐκράτουν τοὺς αἰχμαλώτους, τοὺς ἐκ τοῦ τουρκικοῦ ἐδάφους ἀπαχθέντας. Οἱ μάρτυρες εἶπον αὐτά. Τί ἔρχεσθε τώρα καὶ λέγετε ἡμῖν, ὅτι σᾶς ἐπήραμεν εἰς τὸν λαιμόν μας; Ὅτι προσεφέραμεν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν Τουρκίαν; Ἂν ἀνοίξωμεν τοὺς λογαριασμοὺς τῶν ὑπηρεσιῶν πρὸς τὴν Τουρκίαν, θέλετε εὑρεθῆ χρεωμένοι, καὶ τὰς βίβλους πρὸς τὴν δικαιοσύνην, ἐπίσης χρεωμένοι. Ἐπικαλοῦμαι τὴν συνείδησιν ὁλοκλήρου τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, νὰ εἴπῃ, ἂν ὑμεῖς δὲν ἐπροστατεύσατε τὴν συμμορίαν τοῦ Τάκη καὶ τοῦ Ῥοκοφύλλου ἕνεκεν ἐκλογικῶν σκοπῶν· μάλιστα δὲν κατηγόρησαν ὑμᾶς ἁπλῶς, ὅτι ἕνεκεν ἐκλογικῶν σκοπῶν μόνον, ἀλλ’ ἕνεκα χρηματικῶν σκοπῶν τῶν συγγενῶν ὑμῶν, διότι περὶ ὑμῶν προσωπικῶς δὲν ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμέν τι. Ναὶ, ἐνώπιον τῶν Κακουργιοδικείων κατετέθησαν ταῦτα, καὶ μάρτυρες αὐτόπται ἐν τῇ Λέσχῃ ἔλεγον αὐτὰ, καὶ δὲν ἠδυνήθητε ἐντεῦθεν νὰ ἀπολογηθῆτε. Τί φωνάζετε λοιπὸν, ὅτι ἀδικεῖ ὑμᾶς ἡ Ἀντιπολίτευσις; Σᾶς ἐδόθη περίστασις νὰ βεβαιώσητε, ἂν τὰ ἐν τῇ «Ἀκροπόλει» δημοσιευθέντα ἦναι ψευδῆ ἢ ἀληθῆ, καὶ ἀντὶ νὰ πράξητε τοῦτο, ὅπερ ἦτο ὑμέτερον καθῆκον, ἐξεμάνητε, διότι εἴχετε τὰ νεῦρά σας, ἕνεκα τοῦ Ἡγουμένου Δομποῦς. Πρόκειται λοιπὸν νὰ πείσητε τοὺς δούλους Ἕλληνες. Ἡμεῖς σᾶς γνωρίζομεν. Νὰ πείσητε τὸν φοιτητὴν ἐκεῖνον ἐκ Μετσόβου, ὅστις ἔγραφεν, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Μακεδονία καὶ ἡ Ἤπειρος θεωρεῖ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἀπονείμας εἰς τὸν Ῥοκόφυλλον καὶ εἰς τὸν Τάκην βασιλικὴν χάριν, ἠδίκησε τοὺς δούλους Ἕλληνας, ὧν τὰ χρήματα, αἱ λίραι, αἱ 200,000 δραχμαὶ τῆς οἰκογενείας Ἀβέρωφ εἶχον εἰσρεύσει εἰς τὴν Εὐρυτανίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἐκεῖ διῃτῶντο ὁ Τάκης καὶ ὁ Ῥοκόφυλλος. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι εἴχομεν ἔκθεσιν ἀξιωματικοῦ, βεβαιοῦντος, ὅτι ὁ Τάκης εἶχεν ἐνδιαίτημα τὴν ἰδιαιτέραν πατρίδα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἐκεῖ ἔτρωγε τὰς λίρας τῆς οἰκογενείας Ἀβέρωφ. Τί ὑβρίζετε σήμερον τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι δῆθεν προσέφερεν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν Τουρκίαν, ὑπηρεσίαν, ἣν Τοῦρκοι δὲν ἠδύναντο νὰ προσφέρωσι πρὸς αὐτήν; Νομίζετε, ὅτι οὕτω θέλετε ἐμποδίσει ἡμᾶς νὰ ἐνασκῶμεν τὸν ἔλεγχον; Νομίζω, ὅτι ἔχετε ἀποδείξεις, ἵνα μὴ πιστεύητε αὐτό.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο πρότασις ὑπὸ τοῦ κ. Γεροκωστοπούλου περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὅπως προταχθῇ τὸ στρατολογικὸν νομοσχέδιον. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§159ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Σάκκη, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
| Χαρ. Τρικούπης | Ο | Α. Φωτήλας | |
| Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Ἀνδρ. Αὐγερινὸς | Ο |
| Γ. Σισμάνης | Ο | Ἀντ. Ῥικάκης | |
| Δ. Βουλπιώτης | Ο | Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ν |
| Ἀθ. Ἴσκος | Ν | Ἰω. Κρεστενίτης | |
| Ν. Καλαντζόπουλος | Ο | Ν. Κουμανιώτης | Ν |
| Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Χρ. Στεφανόπουλος | ||
| Μ. Γουλιμῆς | Ο | Ἀλέξ. Ζαΐμης | |
| Μ. Ἰατρίδης | Ἀρ. Κοντογούρης | Ν | |
| Δ. Χατζόπουλος | Ν. Καλογερόπουλος | Ο | |
| Γεώργ. Μίλησης | Ν | Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | |
| Σπυρ. Νοταρᾶς | Ν. Παπανικολάου | ||
| Γ. Κούστας | Ν. Καφετζόγλους | ||
| Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος | Ο | Ἰω. Πεζᾶς | Ν |
| Σωτήριος Δανόπουλος | Ο | Κ. Σινέλης | Ο |
| Ἀναστ. Δημητριάδης | Ο | Β. Βουδούρης | Ο |
| Μιχαὴλ Νικηφοράκης | Ο | Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Ο |
| Δημήτριος Πετρίδης | Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο | |
| Ἄγγελος Γεωργαντᾶς | Ἀναστ. Λούντζης | Ο | |
| Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Διον. Λομβάρδος | Ο | |
| Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Γ. Θεοτόκης | Ο | |
| Χρῆστος Χρηστόπουλος | Ν | Κ. Βασιλάκης | |
| Φίλιππος Βάρβογλης | Ἀντ. Καποδίστριας | ||
| Ἠλίας Φλέσσας | Ν | Ν. Βασιλάκης | |
| Κ. Κωνσταντόπουλος | Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | ||
| Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Ν | Πολυχρ. Κωνσταντᾶς | |
| Παναγ. Μανέτας | Σπ. Ἀλαμάνος | ||
| Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος | Ν | Θεόφ. Προβατᾶς | |
| Ἠλίας Παλαμήδης | Γ. Σάκρηας | ||
| Κωνστ. Κατσικόπουλος | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | ||
| Δ. Ζέγγελης | Ἀγαμ. Μεταξᾶς | ||
| Δημ. Ν. Βότσαρης | Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | ||
| Κωνστ. Γ. Καραπάνος | Νικόλ. Βαλσαμάκης | Ν | |
| Γεώρ. Χ. Παχὺς | Γεράσιμος Μουσούρης | ||
| Στέφανος Δραγούμης | Ο | Παναγ. Βενιεράτος | |
| Δ. Γ. Ῥάλλης | Ν | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Ν |
| Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας | Γεώργιος Κόρπας | ||
| Φωκίων Νέγρης | Ο | Στέφανος Σκουλούδης | |
| Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς | Ν | Ἀλοΐσιος Τόμαν | |
| Νικόλ. Μπουφίδης | Ο | Χαρίλ. Προβελέγγιος | |
| Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ο | Νικόλαος Νομικὸς | Ο |
| Δημ. Καλλιφρονᾶς | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ο | |
| Νικόλ. Δ. Λεβίδης | Ν | Γ. Μπούμπουρας | Ο |
| Σπυ. Κουκούλεζας | Ο | Λωρέντζος Δελαρόκας | Ο |
| Ὄθων Μακρυγιάννης | Ο | Δημοσθένης Καΐρης | Ο |
| Τρύφων Μουτσόπουλος | Ν. Κρίσπης | Ο | |
| Θάνος Κανακάρης | Ο | Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς | |
| Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Ν | Ἰωάννης Γκιὼν | Ο |
| Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ν | Κ. Κοσσονάκος | Ο |
| Γ. Μαυρομιχάλης | Νικ. Μισυρλῆς | Ν | |
| Ἀριστ. Πετροπουλάκης | Ν | Ν Ν. Καράπαυλος | Ο |
| Γιαν. Μαυρομιχάλης | Ο | Ἀσημ. Χριστόπουλος | |
| Νικήτας Βαρβιτσιώτης | Ο | Εὐστάθ. Κοκκέβης | Ο |
| Λέων Καπετανάκος | Ο | Δημήτρ. Κάρτσωνας | |
| Ξανθὸς Πικουλάκης | Ο | Δημήτρ. Γουδῆς | |
| Γεώρ. Πετροπουλάκης | Ν | Σ. Χατζηγάκης | |
| Κ. Παπαμιχαλόπουλος | Κ. Ζωγλοπίτης | Ο | |
| Ἰωάν. Καρτάλης | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ο | |
| Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ο | Γ. Φραγκίδης | Ο |
| Εὐάγ. Σταμούλης | Α. Τακιατζῆς | Ο | |
| Ν. Κοκκολῆς | Γ. Τάκης | ||
| Ἰω. Παπαδόπουλος | Ν. Ταρμπάζης | Ν | |
| Κωνστ. Μαρκίδης | Ο | Ζ. Φαλιάγκας | |
| Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ο | Σταμάτιος Μπουντούρης | |
| Δημ. Κουτσουμπλῆς | Θεόδωρος Γκίκας | ||
| Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ο | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | |
| Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ο | Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ο |
| Ἀχιλ. Λογιωτάτου | Ο | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ο |
| Σωτ. Σωτηρόπουλος | Νικόλ. Κοντογιάννης | Ν | |
| Κων. Κουμουνδοῦρος | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο | |
| Περ. Πεῤῥωτῆς | Γεώργιος Λιδωρίκης | Ο | |
| Δημ. Τζάνες | Ο | Κωνστ. Χατζῖσκος | Ο |
| Περ. Μποῦτος | Ο | Δημήτρ. Ζουλούμης | Ο |
| Παν. Σάκκης | Ν | Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος | Ν |
| Νικ. Παπαλέξης | Ο | Θεμιστοκλῆς Κανάρης |
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη διὰ ψήφων 59 κατὰ 24, ψηφοφορησάντων ἐν ὅλῳ 83. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 9 καὶ 40′.