| 1183 | Ἐπὶ τοῦ σίτου τὸ 50% τὸ | 1887 | δραχ. | 92,222 | |
| 1184 | » » » » τὸ | 1888 | » | 70,917 | |
| 1185 | Ἐπὶ τῆς ζακχάρεως τὸ 20% τὸ | 1887 | » | 21,618 | |
| 1186 | » » » τὸ | 1888 | » | 38,832 |
| 1188 | τὸ 30% τὸ | 1887 | » | 446,175 | |
| 1189 | » » τὸ | 1888 | » | 393,006 | |
| 1190 | Τὸ ὅλον | δραχ. | 1,062,778 |
1.899 στίχοι · 14.677 λέξεις · 2 πίνακες · 126 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 7
Τῆς 3 Μαρτίου 1890.
(Σάββατον)
Ὥρᾳ 5½ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐξ ἐπιστολῶν, ἃς ἔλαβον σήμερον, ν’ ἀπευθύνω μίαν ἐρώτησιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Πολλοὶ τῶν Κυθηρίων ἐν Ἀλεξανδρείᾳ μοὶ γράφουσιν, ὅτι ἐκ τῶν κυβερνητικῶν ἐφημερίδων μανθάνουσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προτίθεται νὰ προσαρτήσῃ τὴν ἐπαρχίαν Κυθήρων διοικητικῶς καὶ δικαστικῶς εἰς τὸν νομὸν Λακωνίας. Ἐρωτῶ λοιπὸν, ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθές. Γνωρίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι τὸ Γύθειον εἶναι πλησιέστερον κατὰ τέσσαρας ὥρας τοῦ Ναυπλίου καὶ πιθανὸν νὰ θέλῃ νὰ ἐνεργήσῃ διὰ νόμου τὴν προσάρτησιν τῆς ἐπαρχίας Κυθήρων εἰς τὸν νομὸν Λακωνίας· ἀλλ’ ὑπάρχει μεγάλη δυσκολία ἀπὸ Γυθείου εἰς Σπάρτην, ἥτις ἠνάγκασεν ἄλλοτε τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην νὰ ζητήσῃ νὰ προσαρτηθῇ διοικητικῶς καὶ δικαστικῶς εἰς τὸν νομὸν Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας. Εἰς τὸ Ναύπλιον ἔχουσι πολλὰς εὐκολίας, διότι ἅμα τῇ ἀφίξει των εὐθὺς εὑρίσκουσι τὰ δικαστήρια καὶ τὸ ἐμπόριον, καὶ ταὐτοχρόνως τὸν σιδηρόδρομον δι’ Ἀθήνας, ὥστε εὐκολύνονται δι’ ὅλας ἐν γένει τὰς ὑποθέσεις των, ἐνῷ ἐν Λακωνίᾳ τοὐναντίον εὑρίσκουσιν ἀνυπέρβλητα ἐμπόδια καὶ ἐν ὥρᾳ χειμῶνος καὶ ἐν ὥρᾳ θέρους. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ν’ ἀπαντήσῃ.
§2ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁμοία ἐπερώτησις ἐγένετο ἄλλοτε καὶ παρὰ τοῦ κ. Μίληση. Παρατηρῶ, ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ τοιαύτη μετάθεσις ἄνευ τῆς συναινέσεως τῶν κατοίκων καὶ ἄνευ εἰδικοῦ νόμου, μετάθεσις τῶν Κυθήρων ἀπὸ τοῦ νομοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας εἰς τὸν νομὸν Λακωνίας. Ἡ διαίρεσις τῆς Ἑπτανήσου ἐγένετο διὰ νόμου· κατ’ ἀρχὰς τὰ Κύθηρα προσεκολλήθησαν εἰς τὴν Σπάρτην δικαστικῶς, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1867 ἐξεδόθη ἕτερος νόμος, ὅστις ὑπήγαγε τὰ Κύθηρα εἰς τὸ Ναύπλιον. Ἵνα μεταβληθῇ τὸ καθεστὸς, ἀπαιτεῖται νέος νόμος, ὁ ὁποῖος ὅμως, ἐὰν προταθῇ, θέλει ἀντικρουσθῆ.
§3Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κύριος συνάδελφος, ὅτι τοιοῦτος νόμος θέλει ἀντικρουσθῆ, εἶναι εὐχάριστον.
§4ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀπὸ τὴν προχθεσινὴν συζήτησιν περὶ στρατοῦ λαμβάνων ἀφορμὴν, ὑποβάλλω γνώμην ὡς πρὸς τὸ μέρος τῆς στρατιωτικῆς τοποθετήσεως, ἥτις νομίζω ὅτι εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν νόμον. Πιθανὸν νὰ μὴ ἦναι τὸ ζήτημα σαφὲς, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι ζήτημα, ἀποβλέπον τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ τὸ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα δώσω ἀφορμὴν εἰς σκέψιν καὶ ἐξέτασιν, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισα, εἶναι ἡ ὀρθοτέρα. Κατὰ τὴν ποινικὴν στρατιωτικὴν νομοθεσίαν, ἡ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη ἀπονέμεται διὰ δύο Στρατοδικείων, συγκροτουμένων ἀπὸ ἀξιωματικοὺς τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ. Ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος διορίζονται διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, τὰ δὲ μέλη τοῦ Στρατοδικείου ἐπὶ τῇ βάσει καταλόγου ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς φρουρᾶς, ὅπου τὸ Στρατοδικεῖον ἑδρεύει. Ἡ στρατιωτικὴ νομοθεσία ἐν ἄρθρῳ 3 ὁρίζει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἕκαστον Στρατοδικεῖον σύγκειται ἐξ ἑνὸς Προέδρου, ἔχοντος βαθμὸν συνταγματάρχου ἢ ἀντισυνταγματάρχου, καὶ τεσσάρων στρατοδικῶν, ἤτοι δύο ταγματαρχῶν καὶ δύο λοχαγῶν.» Τὸ ἄρθρον 4ον λέγει, ὅτι «παρ’ ἑκάστῳ διαρκεῖ Στρατοδικείῳ διορίζονται εἷς Βασιλικὸς ἐπίτροπος, εἷς Βασιλικὸς ἀντεπίτροπος, εἷς εἰσηγητὴς καὶ εἷς ἀντεισηγητής· κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 7, οἱ Βασιλικοὶ ἐπίτροποι καὶ εἰσηγηταὶ λαμβάνονται ἐκ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, οἱ δὲ ἀντεπίτροποι καὶ ἀντεισηγηταὶ ἐκ τῶν λοχαγῶν καὶ κατωτέρων ἀξιωματικῶν. Κατὰ τὰ κείμενα ταῦτα, μία εἶναι ἡ τάξις, ἐκ τῆς ὁποίας λαμβάνονται καὶ οἱ στρατοδίκαι καὶ οἱ ἐπίτροποι καὶ οἱ εἰσηγηταί. Ὁ νόμος δὲν κάμνει διάκρισιν, ἀλλὰ ὁρίζει νὰ λαμβάνωνται ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ· ἑπομένως ἐθεωρήθη, ὅτι πάντες, ἐκπληροῦντες τὰ αὐτὰ δικαστικὰ καθήκοντα, ἔχουσι τὴν αὐτὴν ἰδιότητα, ὥστε ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἦναι στρατοδίκαι, δύνανται νὰ ἦναι καὶ ἐπίτροποι καὶ εἰσηγηταὶ καὶ τἀνάπαλιν. Παρετηρήθη ὅμως, ὅτι εἰς τὴν συγκρότησιν τῶν Στρατοδικείων, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς εἰσηγητὰς, ἐπεκράτησεν ἀπό τινος καιροῦ νὰ διορίζωνται καὶ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς. Οὗτοι δὲ, γνωρίζετε, ὅτι δὲν θεωροῦνται κυρίως ὡς ἀποτελοῦντες μέλος τοῦ κυρίου στρατοῦ, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ κανονισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς, τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς εἶναι συμπληρωτικὸν μέρος τοῦ στρατοῦ, ἔχον ἰδίαν δικαιοδοσίαν, ἴδια καθήκοντα καὶ δὲν ὑπάγεται εἰς τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια, εἰμὴ διὰ στρατιωτικὰ παραπτώματα· ἡ κανονικὴ δικαιοδοσία του εἶναι τὸ τακτικὸν δικαστήριον, ὑπάρχει δὲ διαφορὰ μεταξὺ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης δικαιοδοσίας. Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 40 τοῦ αὐτοῦ κανονισμοῦ, ἡ χωροφυλακὴ, οὖσα ἐπιτετραμμένη ἴδια καθήκοντα, δὲν ἀποτελεῖ μέρος τῆς φρουρᾶς φρουρίου· ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου ἐπεκράτησε νὰ μὴ διορίζωνται οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς μέλη τοῦ Στρατοδικείου καὶ νὰ μὴ συμπεριλαμβάνωνται ἐν τῷ καταλόγῳ οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς· ἄλλως, ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν ἀντίθετον γνώμην, ἤτοι ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς ἐξομοιοῦνται μὲ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ, ὅλαι αἱ ἀποφάσεις τῶν στρατοδικῶν θὰ ἦσαν ἄκυροι. Γεννᾶται λοιπὸν τὸ ζήτημα, ἀφοῦ δὲν δύνανται νὰ ἦναι στρατοδίκαι, δύνανται νὰ ἦναι εἰσηγηταί; Ὁ εἰσηγητὴς εἶναι τὸ κυριώτερον ὄργανον τοῦ Στρατοδικείου· αὐτὸς διεξάγει τὰς ἀνακρίσεις, αὐτὸς διατάττει τὴν προφυλάκισιν καὶ γνωμοδοτεῖ μετὰ τοῦ Βασιλικοῦ ἐπιτρόπου περὶ τῆς παραπομπῆς, ἡ δὲ ὁμόφωνος γνώμη των εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργόν. Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν θεωρεῖτε τὸν ἀξιωματικὸν τῆς χωροφυλακῆς ἀποτελοῦντα μέρος τοῦ στρατοῦ, ἀφοῦ ὁ νόμος δὲν κάμνει διάκρισιν μεταξὺ στρατοδίκου καὶ εἰσηγητοῦ, πῶς κάμνετε τὴν διάκρισιν ταύτην καὶ καλεῖτε εἰς τὴν θέσιν τοῦ εἰσηγητοῦ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἁρμόδιον διὰ τὴν θέσιν τοῦ στρατοδίκου; Ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ στρατοῦ, ἐνόμισα καλὸν νὰ ἐκφράσω τὴν ἰδέαν ταύτην, διότι ἐνόμισα, ὅτι οὐχὶ καλῶς λειτουργεῖ ἡ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη ἢ πρέπει νὰ παραδεχθῆτε τὴν μίαν ἀρχὴν, ὅτι ἀποτελοῦσι μέρος τοῦ στρατοῦ καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς καὶ δύνανται νὰ ἐκτελῶσι καθήκοντα στρατοδίκου, ἢ πρέπει νὰ παραδεχθῆτε τὴν ἐναντίαν γνώμην καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν δύνανται νὰ ἦναι οὔτε Εἰσηγηταὶ, διότι ἡ διάκρισις, τὴν ὁποίαν ποιεῖτε, εἶναι αὐθαίρετος. Εἰς τὴν γνώμην ταύτην ἤκουσα ἄλλοτε ἀντιτασσόμενον, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς τῆς χωροφυλακῆς εἶναι ἀνακριτικὸς ὑπάλληλος, λοιπὸν καὶ ὡς τοιοῦτος διορίζεται ἀνακριτής· ἐλησμόνησαν ὅμως οἱ ἀξιοῦντες τοῦτο, ὅτι κατὰ τὸν κανονισμὸν τῆς χωροφυλακῆς καὶ κατὰ τὴν ποινικὴν δικονομίαν ὁ ἀξιωματικὸς τῆς χωροφυλακῆς εἶναι ἀνακριτικὸς ὑπάλληλος τῆς κοινῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ὅτι ἐνεργεῖ κατὰ παραγγελίαν τοῦ Εἰσαγγελέως, καὶ ὅτι ἐκτελεῖ καθήκοντα ἀνακριτικοῦ ὑπαλλήλου καὶ οὐχὶ ἀνακριτοῦ, ὑπάρχει δὲ μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο τούτων· ὥστε διὰ τὸν λόγον τοῦτον δὲν δικαιολογεῖται ὁ διορισμὸς αὐτῶν ὡς εἰσηγητῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τὴν μελετήσῃ, διότι ἀποβλέπει τὴν στρατιωτικὴν δικαιοσύνην.
§5ΚΟΡΠΑΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν ἔντιμον προαγορεύσαντα, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ νομοθεσία, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι ὁ πρόεδρος καὶ τὰ μέλη τῶν διαρκῶν Στρατοδικείων λαμβάνονται ἐκ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, δὲν ἔχει διάταξιν, δι’ ἧς ἀπαγορεύεται ἡ πρόσληψις ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, διότι κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι νόμος μεταγενέστερος τοῦ κανονισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς, τοῦ ὑπέχοντος θέσιν νόμου, διότι ἐθεσπίσθη πρὸ τοῦ Συντάγματος, τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς θεωρεῖται ὡς ἀποτελοῦν μέρος τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, ἠδύνατο ἑπομένως, ἐὰν ἤθελε, τὸ Ὑπουργεῖον νὰ περιλάβῃ ὡς στρατοδίκας καὶ ἀξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς, διότι ἡ στρατιωτικὴ ποινικὴ νομοθεσία λέγει, ὅτι λαμβάνονται ὡς στρατοδίκαι ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ καὶ λοχαγοὶ πάντων τῶν ὅπλων, ἑπομένως, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ, δύναται νὰ περιλάβῃ καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς ὡς στρατοδίκας, ἀλλὰ δὲν τοὺς περιέλαβε, καθὼς δὲν περιέλαβεν οὔτε τοὺς οἰκονομικοὺς ἀξιωματικούς, οὔτε τοὺς ἰατρούς. Κατ’ ἔτος καλοῦνται τὰ σώματα νὰ ὑποβάλωσι κατάλογον τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν ὡς λοχαγῶν, τῶν δυναμένων νὰ ἐκτελέσωσι καθήκοντα στρατοδίκου, τὸν κατάλογον ἐξελέγχει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον ἔχει δικαίωμα ν’ ἀφαιρέσῃ ὅσους νομίζει, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ καθήκοντά των, ὡς τοιοῦτοι δὲ θεωροῦνται οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, οἱ οἰκονομικοὶ καὶ οἱ ἰατροὶ, διότι τὰ εἰδικὰ αὐτῶν καθήκοντα δὲν ἐπιτρέπουσι καὶ τὴν ἐκτέλεσιν καθηκόντων δικαστικῶν, ἀλλὰ δὲν ἕπεται, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὦσι καὶ ἀνακριταὶ, διότι τὰ καθήκοντα τῶν ἀνακριτῶν εἶναι καθήκοντα ἀποκλειστικῶς τῆς χωροφυλακῆς· καὶ μήπως ἀνακριτικὰ καθήκοντα κατὰ παραγγελίαν τῶν ἀξιωματικῶν δὲν ἐκτελοῦσιν οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς; Φρονῶ ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, ὡς ἀνακριταί, ἔχοντες μείζονα πεῖραν τῶν λοιπῶν, διότι ἀπὸ τοῦ χωροφύλακος μέχρι τοῦ συνταγματάρχου ἀσχολοῦνται εἰς ἀνακριτικὰ καθήκοντα, εἶναι καταλληλότεροι· σήμερον μάλιστα διὰ τοῦ νόμου, δι’ οὗ ἐπιτρέπεται ἡ εἴσοδος εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς νέων τελειοδιδάκτων καὶ διδακτόρων τῆς Νομικῆς, δύναται ἡ θέσις των νὰ βελτιωθῇ ἔτι μᾶλλον. Νομίζω, ὅτι ἐκ τοῦ νόμου οὐδὲν κώλυμα παρουσιάζεται, διότι οὐδαμοῦ ὁ νόμος λέγει, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς δὲν λαμβάνουσι μέρος ὡς δικασταί. Ἐὰν τοῦτο γίνεται, εἶναι ὅτι τὰ εἰδικὰ αὐτῶν καθήκοντα δὲν τὸ ἐπιτρέπουσιν. Ὑπάρχει καὶ ἕτερος λόγος, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς διὰ τὰ στρατιωτικὰ μόνον παραπτώματα ὑπάγονται εἰς τὰ Στρατοδικεῖα, διὰ πάντα δὲ τὰ λοιπὰ εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια, ἑπομένως δὲν εἶναι πρέπον, ἀφοῦ δὲν ὑπάγονται εἰς τὰ Στρατοδικεῖα διὰ πάντα τὰ παραπτώματα, νὰ δικάζωσι καὶ τοὺς λοιποὺς ἀξιωματικούς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὸς ὁ λόγος· ὑπάρχει καὶ ἕτερος· εἰς αὐτοὺς εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ δημοσία ἀσφάλεια, καὶ δὲν δύνανται νὰ μένωσιν ὥρας ὁλοκλήρους δικάζοντες. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διορίζωνται ὡς ἀνακριταὶ, διότι ἡ ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν ἐκτελοῦσι, δυσκόλως δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ παρ’ ἄλλων. Τελευταῖον μάλιστα καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἠγέρθη παρόμοιον ζήτημα, διότι ὁ στρατιωτικὸς κώδηξ περιεῖχε διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν, προκειμένου περὶ δίκης οἰκονομικοῦ ἀξιωματικοῦ, ἐζητήθη νὰ διορίζωνται δύο μέλη τοῦ Στρατοδικείου ἐκ τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν.
§6ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀναγκάζομαι ν’ ἀπαντήσω, διότι δὲν δύναμαι ν’ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως θεωρίας τινὰς, αἱ ὁποῖαι, ἐὰν γίνωσι παραδεκταὶ, διακινδυνεύουσι τὴν στρατιωτικὴν δικαιοσύνην. Ἀλλοίμονον, ἐὰν ὁ φυσικὸς δικαστὴς παραμερισθῇ ἕνεκα τῆς θελήσεως τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἐνῷ ὁ νόμος ὥρισε τὸν φυσικὸν ἑκάστου δικαστήν! Δύνασθε νὰ παραδεχθῆτε ποτὲ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δικαιοῦται νὰ παραλείψῃ ἀπὸ τὸν κατάλογον τῶν στρατιωτικῶν κατὰ θέλησιν ἐκείνους τοὺς ἀξιωματικοὺς, οἵτινες κατὰ τὴν κρίσιν του ἔχουσιν ἄλλας ἀσχολίας; Ἡ τάξις τῶν δικαστῶν εἶναι ὡρισμένη ὑπὸ τοῦ νόμου, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ στερηθῇ τῆς ἱκανότητος ταύτης κατὰ τὴν θέλησιν τοῦ Ὑπουργοῦ. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ χωροφύλακες ἀποτελοῦσι μέρος τοῦ στρατοῦ, νομίζει δὲ, ὅτι αὐτὸς ὁ λόγος ἀρκεῖ, ἵνα παραβλέψωμεν καὶ τὴν διάταξιν τοῦ κανονισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς καὶ τὰς ἰσχυούσας γενικὰς ἀρχάς· ἀλλ’ ἀφοῦ ἐθεωρήθη ὀρθὸν, ὅτι αἱ τάξεις τῆς χωροφυλακῆς, τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου καὶ τοῦ ὑγειονομικοῦ δὲν δύνανται νὰ λαμβάνωσι μέρος εἰς τὴν συγκρότησιν τῶν δικαστηρίων, δὲν δύνανται, κατ’ ἐμὴν γνώμην, οὔτε εἰσηγηταὶ νὰ διορισθῶσιν. Ἐγὼ ἔκαμα τὴν παρατήρησιν καὶ ἠθέλησα νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ἀκριβοῦς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ὅπως ἐπανορθωθῇ, ἐὰν ὑπάρχῃ τι τὸ μὴ ὀρθόν· δὲν εἶπον, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς δὲν εἶναι ἱκανοί· ἴσως εἶναι οἱ καταλληλότεροι, καὶ οὐχὶ μόνοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξέρχονται ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιον, ἀλλὰ καὶ οἱ μὴ τοιοῦτοι, διότι ἐξησκήθησαν εἰς τὰ ἀνακριτικὰ καθήκοντα. Ἐὰν ὅμως θεωρηθῇ τοῦτο ὀρθὸν, ἂς κανονισθῇ διὰ νόμου, διότι στενῶς συνδέεται μὲ τὴν λειτουργίαν τῆς δικαιοσύνης.
§7ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Κατὰ τὰς ἀρχὰς Σεπτεμβρίου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω δύο ἐπερωτήσεις εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἡ μία ἀφώρα τὴν παῦσιν τοῦ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Σφακιωτῶν Ι. Κοντογιάννη, καὶ ἡ ἑτέρα τὴν τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου Μηνᾶ Γλένη. Ἐπὶ τῆς πρώτης ὑποθέσεως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπαρουσίασε μερικὰ ἔγγραφα, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔχω ἀνάγκην νὰ κάμω παρατηρήσεις, παρακαλῶ νὰ ὑποβάλῃ πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὸν Ἰω. Κοντογιάννην.
§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω τὸν πρὸ ἡμερῶν ζητηθέντα πίνακα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας, ἐμφαίνοντα τὰ νοσήματα, ὑφ’ ὧν ἔπασχον οἱ ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου 1889 μέχρι 31 Ἰανουαρίου 1890 νοσηλευθέντες ἐν τοῖς νοσοκομείοις Ναυπλίου, Ἄρτης, Κερκύρας καὶ τοῖς θεραπευτηρίοις Πατρῶν καὶ Πύργου, καὶ οἱ ἀπὸ 12 Δεκεμβρίου 1889 μέχρι 31 Ἰανουαρίου 1890 νοσηλευθέντες ἐν τοῖς νοσοκομείοις Ἀθηνῶν καὶ Λαρίσσης.
§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 14).
§11ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐνθυμεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἄλλοτε εἶχον παραπονεθῆ κατὰ τοῦ Δημάρχου Παμίσου, ὁ ὁποῖος ἔκαμε κακὴν χρῆσιν τῶν χρημάτων τοῦ σεισμοῦ, καὶ δὲν ἐπελήφθη κατὰ τὰ νόμιμα τῆς ἐπισκευῆς τοῦ ναοῦ τοῦ ἁγίου Προδρόμου. Μανθάνω σήμερον, ὅτι ὁ Δήμαρχος αὐτὸς ἐνόμισεν ὅτι εἶναι εὔκαιρος ἡ περίστασις διὰ νὰ ἐπισκευάσῃ τὸν εἰρημένον ναὸν, ἀφοῦ διῆλθε — δὲν ἠξεύρω ἂν ἦναι βέβαιον — ἐκ τόσων καταγγελιῶν. Ὁ τρόπος, δι’ οὗ ζητεῖ νὰ κατασκευάσῃ τὴν ἐκκλησίαν, εἶναι ἔκνομος, διότι ζητεῖ νὰ κατασκευάσῃ ταύτην δι’ ἡμερομισθίων καὶ οὐχὶ διὰ δημοπρασίας. Ἐπειδὴ δὲν γνωρίζω, ἂν αἱ πληροφορίαι μου ἦναι ἀκριβεῖς, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐρωτήσῃ τὸν Νομάρχην καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν.
§12Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Χθὲς ἠρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ πλοίου πολεμικοῦ Ἰταλικοῦ καταπλεύσαντος εἰς Κύθηρα. Ἔχει εἴδησίν τινα περὶ τούτου;
§13ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ χθὲς εἶπον, ὅτι ἔλαβον γνῶσιν τούτου ἐξ ἰδιωτικοῦ τηλεγραφήματος· ἠρώτησα δ’ ἀμέσως τηλεγραφικῶς τὸν Δήμαρχον Κυθηρίων περὶ τῆς ἀκριβείας τοῦ ἰδιωτικοῦ τηλεγραφήματος· ἡ ἀπάντησις τοῦ δημάρχου Κυθηρίων κ. Στάη ἦτο, ὅτι πολεμικὸν Ἰταλικὸν ἀτμόπλοιον κατέπλευσεν εἰς Κύθηρα, ὅπου παρέμεινεν ἐπὶ ἓν τέταρτον τῆς ὥρας καὶ ἔπειτα ἀνεχώρησεν· οὐδὲν ἕτερον ἔχεται ἀληθείας. Ὁ ἐξ Ἀκαρνανίας καὶ Αἰτωλίας βουλευτὴς κ. Χατζόπουλος ἐπηρώτησε, διατὶ μένει κεκλεισμένον τὸ τηλεγραφεῖον Πλατάνου. Ἡ ὑπηρεσία ἀπαντᾷ, ὅτι ἠναγκάσθη νὰ κλείσῃ αὐτὸ ἕνεκα τῆς ἀσθενείας τῶν τηλεγραφητῶν, ἀλλ’ ἤδη ἐστάλη ἕτερος ὑπάλληλος.
§14ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ φροντίζετε, κύριε Χατζόπουλε.
§15ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μεριμνᾷ, φαίνεται, περὶ τῆς διοικήσεως ὁ κ. Καλαντζόπουλος (ἱλαρότης).
§16ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐμεριμνήσαμεν.
§17ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Συγχαίρω τὴν Κυβέρνησιν.
§18ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὸ περιεχόμενον τῆς ἀναγνωσθείσης χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν ἐκθέσεως δικαστικοῦ τινος κλητῆρος, ἣν κατέθηκεν ὁ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος βουλευτὴς κ. Παπαγιαννακόπουλος, ζητήσας ἔλαβον παρά τε τοῦ κ. Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας καὶ τοῦ ἀντεισαγγελέως τῶν ἐνταῦθα Πρωτοδικῶν κ. Ι. Τρικούπη ἐπισήμους ἐκθέσεις περὶ τῶν λαβόντων χώραν. Τὰς ἐκθέσεις αὐτὰς, καθὼς καὶ τὸ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ κατατεθὲν ἀντίγραφον ἐπιδοτηρίου, καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Ἐκ τῶν ἐκθέσεων τούτων ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ κλητὴρ μετὰ τὴν 7 καὶ ἡμίσειαν ὥραν μ. μ. τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου ἐδοκίμαζε νὰ ἐνεργήσῃ προσωπικὴν κράτησιν, ἀλλ’ ἀποδεικνύεται ἀκόμη καὶ ὅτι ἀπὸ τῆς πρωΐας τῆς ἡμέρας ἐκείνης τὸ πρόσωπον, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτει ὁ κλητὴρ νὰ ἐκτελέσῃ, εἶχεν ἀναχωρήσει εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§19ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Φοβερὰ εἶναι αὐτὴ ἡ ἀπάντησις, ἀνοικονόμητος! Ἑπόμενον ὅμως ἦτο νὰ ἦναι τόσον μέγα τὸ ψεῦδος, διότι ἡ ἔκθεσις φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀντεισαγγελέως Τρικούπη.
§20ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἐκφράσω λύπην ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ἀμφισβητήσει πληροφοριῶν διδομένων ἐπισήμως καὶ ὑπευθύνως παρὰ δημοσίων ἀρχῶν.
§21ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ......
§22ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Κύριοι, ἐκφράζω καὶ πάλιν τὴν λύπην μου ἐπὶ τῇ εὐκολίᾳ, μεθ’ ἧς τοιαῦται ἐκφέρονται φράσεις περὶ δημοσίων λειτουργῶν καὶ τοιαῦται τολμῶνται ἀμφισβητήσεις τῆς ἀληθείας τοῦ περιεχομένου ἐπισήμων ἐγγράφων. Ὁ κ. συνάδελφος, ὁ μετὰ τοσαύτης εὐκολίας ὑβρίσας τὰς ἀρχὰς, τὰς ἐπισήμως βεβαιούσας, ἔπραξε τοῦτο, ὡς παρετήρησα αὐτῷ, χωρὶς ν’ ἀναγνώσῃ τὰ ἔγγραφα· ὁ κ. Βουλευτὴς δίδει πίστιν εἰς τὸν κλητῆρα τὸν δικαστικὸν, ὅστις ἐβεβαίωσεν αὐτὸν, ὅτι τὴν 4 ἢ 4½ ὥραν μ. μ. μετέβη εἰς τὸ ξενοδοχεῖον τῆς Μεγάλης Βρετανίας, διὰ νὰ ἐπιχειρήσῃ ἐκτέλεσιν· δὲν πρόκειται ὅμως περὶ τούτου. Ὁ κλητὴρ ἰσχυρίσθη, ὅτι ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐνταῦθα Πρωτοδικῶν, μεταβάντες εἰς τὸ ξενοδοχεῖον τῆς Μεγάλης Βρετανίας, ἠμπόδισαν αὐτὸν ἀπὸ τῆς ἐκτελέσεως τῶν καθηκόντων αὐτοῦ, ὁ ἴδιος δὲ κλητὴρ βεβαιοῖ ἐν τῷ ἐπιδοτηρίῳ αὐτοῦ, ὅτι ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐνταῦθα Πρωτοδικῶν τὴν 6 καὶ ἡμίσειαν μ. μ. μετέβησαν εἰς τὸ ξενοδοχεῖον. Πρότερον εἶχε προσέλθει ἐκεῖ ὁ κ. Διευθυντὴς, διότι ὁ κλητὴρ, μεταβὰς τὴν 4 ἢ 4 καὶ ½, παρέμεινεν ἵνα συλλάβῃ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἐζήτει· ἐκ τῆς παραμονῆς δὲ τῆς ἐπιμόνου τοῦ κλητῆρος συνεκεντρώθησαν ἄνθρωποι πολλοὶ εἰς τὸ ξενοδοχεῖον καὶ ἐκ τῶν ἐντὸς καὶ ἐκ τῶν ἔξω, καὶ διεταράχθη ἡ τάξις, καὶ διὰ τοῦτο μετέβη ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας. Τὸ γεγονὸς, ὅτι μετέβη ὁ κλητὴρ τὴν 4 μ. μ., οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν οὔτε μὲ τὸν Διευθυντὴν, οὔτε μὲ τὸν Εἰσαγγελέα. Ὁ κλητὴρ βεβαιοῖ, ὅτι τὴν 6 καὶ 30′ ἐπανῆλθεν ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, οὗτος δὲ βεβαιοῖ, ὅτι νύκτα εἰδοποιήθη ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ καὶ μετέβη εἰς τὸ ξενοδοχεῖον. (Ἀναγινώσκει τὴν ἔκθεσιν τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας καὶ τὴν τοῦ Ἀντεισαγγελέως) Ἐκ τῶν βεβαιώσεων αὐτῶν τῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας καὶ καταθέτω, ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ κλητὴρ ἐν ὥρᾳ καὶ ἐν τόπῳ ἀπηγορευμένῳ ἐκ τοῦ νόμου ἡμῶν ἐπεδίωκε τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως. Δὲν ἐξετάζω τὸ ζήτημα, ἐὰν ὁ κλητὴρ εἶχε τὴν παραγγελίαν νομίμως δεδομένην, οὔτε ἐὰν εἶχον γείνει αἱ προσήκουσαι κοινοποιήσεις· παραδέχομαι ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ κλητῆρος ἦτο νομιμοποιημένη, ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς ἐκτέλεσιν κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην τῆς νυκτὸς καὶ ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ. Ἐξήγησαν αἱ ἀρχαὶ πρὸς τὸν κλητῆρα τὸ ἔκνομον τῆς τοιαύτης ἐνεργείας, γινομένης ἐν ὥρᾳ νυκτὸς, σκοπούσης δὲ τὴν εἴσοδον ἐν ἰδιωτικῷ οἴκῳ, οἷός ἐστι τὸ δωμάτιον ξενοδοχείου, ἐν ᾧ κατοικεῖ τις. Ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κλητῆρος βεβαιοῦται, ὅτι αὐτὸς μετέβη τὴν 4ην μ. μ. ἐκεῖ, δὲν βεβαιοῦται ὅμως πότε προσῆλθεν ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας ἐκεῖ, καὶ χωρὶς κἂν νὰ ὑπάρχῃ ἐναντία βεβαίωσίς τις πρὸς τὴν βεβαίωσιν τοῦ Διευθυντοῦ, ἀμφισβητεῖται ἐν τούτοις ἡ εἰλικρίνεια τῆς βεβαιώσεως τοῦ Διευθυντοῦ καὶ τοῦ Ἀντεισαγγελέως!
§23ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λυποῦμαι διὰ τὸ θάῤῥος, τὸ ὁποῖον ἐπέδειξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι αὐτὸ τὸ ἔγγραφον εἶναι ψευδές.
§24ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν τὸ ἀνεγνώσατε.
§25ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ἀνεφέρατε ὑμεῖς, κύριε Ὑπουργὲ, ἐκτὸς ἐὰν εἴπατε ἄλλο τι, ἀφ’ ὅ,τι λέγει τὸ ἔγγραφον. Βεβαιῶ ἐπισήμως, διότι ὁ κλητὴρ αὐτὸς ὁ δικαστικὸς εἶναι συμπολίτης μου καὶ τὸν γνωρίζω πολὺ καλῶς, καθὼς καὶ ὅλα τὰ συμβάντα ἐκεῖ, διότι πολλοὶ κατοικοῦσιν, ἐν τῷ Ξενοδοχείῳ φίλοι μου καὶ συμπολῖται, ὅτι τὴν 4ην ὥραν μ.μ. ὁ δικαστικὸς κλητὴρ ἦτο ἐκεῖ, καὶ τὴν 4ην ὥραν ἐζήτησε νὰ ἐνεργήσῃ, καὶ μετέβη ὁ κ. Ἀντεισαγγελεὺς καὶ τοῦ ἀφῄρεσε δολίως τὰ ἔγγραφα ἀπὸ τὰς χεῖράς του. Τοῦτο εἶναι ἀναντίῤῥητον, καὶ δύναμαι προκαλούμενος νὰ τὸ ἀποδείξω.
§26ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§27ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως ἐγὼ δὲν διετέλουν ἐν συγχύσει, εἰπὼν, ὅτι τὴν 4ην ὥραν μ. μ. μετέβη εἰς τὸ ξενοδοχεῖον ὁ δικαστικὸς κλητὴρ διὰ νὰ συλλάβῃ τὸν ὀφειλέτην, ἀλλὰ διετέλει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅστις καὶ καταλήγων τὸν λόγον ἐβεβαίου, ὅτι τὴν 8ην μετέβη ὁ κλητήρ.
§28ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Εἶπον ὅτι εἰς τὰς 7½ μετέβη ὁ Ἀντεισαγγελεύς.
§29ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, σᾶς ἐρωτῶ, ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας ἢ ὁ Ἀντεισαγγελεὺς εἶχε δικαιοδοσίαν νὰ παρέμβῃ εἰς τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν τοῦ κλητῆρος, ἢ ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν; Ἐρωτῶ ὑμᾶς, διότι ἐγὼ δὲν εἶμαι νομικός.
§30ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἦτο καλὸν νὰ ἐρωτήσητε πρὶν ὁμιλήσητε περὶ αὐτοῦ. Σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας καὶ ὁ Ἀντεισαγγελεὺς εἶχον δικαιοδοσίαν, καὶ σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ἡ ἐπὶ τῶν ἐκτελέσεων δικαιοδοσία τοῦ Προέδρου ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἐκτελέσεως.
§31ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ἠρώτησα τὸν Πρόεδρόν σας, —δηλαδὴ δὲν ἠρώτησα ἐγὼ, τὸν ἠρώτησαν ἄλλοι,—καὶ αὐτὸς ἐξέφερεν ἀντίθετον τῆς ἐδικῆς σας γνώμην. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος καὶ ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας βεβαιοῖ, ὅτι μετέβη πρὸ τῶν 6 μ.μ. καὶ ἠμπόδισε τὸν κλητῆρα νὰ ἐνεργήσῃ τὰ καθήκοντά του. Ἐὰν ὁ κλητὴρ ἐνήργει παρανόμως, ἠδύνατο νὰ καταγγελθῇ, καὶ τὰ Δικαστήρια ν’ ἀποφανθῶσι περὶ αὐτοῦ. Τί μᾶς ἐνδιαφέρει, ἐὰν ὁ κ. Πετροκόκκινος ἦναι ἄξιος τιμῆς; Δύναται καὶ ὁ πλουσιώτατος καὶ ὁ πτωχὸς καὶ ὁ ἐντιμότατος καὶ ὁ ἐνδοξότατος καὶ ὁ μὴ ἔνδοξος νὰ ὀφείλῃ, δὲν εἶναι ἀσέβεια ἐκ μέρους ἡμῶν τὸ νὰ ζητῶμεν νὰ ἴδωμεν, ἐὰν ὁ ἀντεισαγγελεὺς ἢ ὁ ἀστυνόμος ἐνήργησαν κατὰ τὸν νόμον τὸ καθῆκόν των, καὶ ἀντὶ νὰ βοηθήσωσι κατὰ τὸν νόμον τὸν κλητῆρα, προσκληθέντες ὑπ’ αὐτοῦ, ἐνήργησαν ἀντιθέτως, ἐξεδίωξαν τοὺς μάρτυρας ἐκεῖθεν, ἀφῄρεσαν, ὡς εἶπον, δολίως τὰ ἔγγραφα ἀπὸ τὸν κλητῆρα καὶ τὸν ἀπέπεμψαν, ἐνῷ οὗτος ἔφερε τὴν ταινίαν, ἥτις δεικνύει τὸ ἐπίσημον τῆς ὑπηρεσίας του. Ἀλλὰ βεβαίως, ὅταν σεῖς λέγετε, ὅτι εἰς τὰς 8½ μετέβη ὁ κλητὴρ, ἐγὼ δὲν ἔχω τί νὰ εἴπω ἢ νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου διὰ τὰ λαβόντα χώραν, ἐνώπιον μάλιστα δύο ἢ τριῶν ἀνθρώπων, ἀλλ’ ἐντὸς ξενοδοχείου, καὶ τοῦ μεγαλειτέρου τῶν Ἀθηνῶν, εἰς τὸ ὁποῖον φοιτῶσι ξένοι καὶ πλεῖστοι ὅσοι τῶν ἡμετέρων.
§32ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ὅπως τὰ ἐκθέτουσιν αἱ ἀρχαί, οὕτω τὰ πράγματα ἔλαβον χώραν· μετέβη ὁ κλητὴρ καὶ ἐτάραξε τὴν οἰκιακὴν εἰρήνην ἑνὸς τῶν μεγαλειτέρων ξενοδοχείων τῆς πόλεως, ἐταράχθη ὁλόκληρος ἡ πόλις, καὶ πάντες, λαβόντες γνῶσιν, μετέβημεν ἐκεῖ καὶ εἴδομεν ἕνα κλητῆρα ἔξω φρενῶν, ἀνθιστάμενον καθ’ ὅλου τοῦ κόσμου. Ἀνέμενον νὰ ἀκούσω ἀντίθετον ἐπερώτησιν, κατὰ τοῦ κλητῆρος, καὶ βλέπω ὅτι ἔρχεσθε ἐνταῦθα καὶ ποιεῖτε ἐπερώτησιν διὰ τὸ γεγονὸς, ὅτι ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐν τῇ ἁρμοδιότητί των καὶ καθ’ ὃ εἶχον καθῆκον, καλούμενοι ὑπὸ ὅλου ἐκείνου τοῦ κόσμου, μετέβησαν ἵνα ἐπαναφέρωσι τὴν διαταραχθεῖσαν εἰρήνην καὶ ἡσυχίαν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει λόγον ἡ ἐπερώτησίς σας, προκειμένου μάλιστα περὶ γνωστοῦ ὁμογενοῦς, ὁ ὁποῖος ἐὰν εὑρίσκετο εἰς τὸ ξενοδοχεῖον, βεβαίως δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ κρυφθῇ.
§33ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Κοσσονάκον, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ Κυρίου αὐτοῦ, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελεσθῇ μία ἀπόφασις· ἐγὼ δὲν τὸν γνωρίζω, γνωρίζω μόνον, ἐὰν ὁ δικαστικὸς κλητὴρ ἐνήργει παρανόμως, διατὶ ὁ κ. Πετροκόκκινος δὲν ἐξήρχετο νὰ τὸν ἀποπέμψῃ;
§34ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀπὸ τὸν Πετροκόκκινον ζητεῖτε νὰ καταβῇ, ἵνα ἀποπέμψῃ τὸν κλητῆρα;
§35ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Βουδούρη, κατὰ τὴν πληροφορίαν τῶν κυρίων, οἱ ὁποῖοι τὸν γνωρίζουν, ὁ κ. Πετροκόκκινος εἶναι πλούσιος. Ἐὰν λοιπὸν ἦναι ντιστεγκὲ, καὶ συνελαμβάνετο παρανόμως, ἠδύνατο νὰ καταθέσῃ τὰ χρήματα καὶ τὴν πρωΐαν νὰ τοῦ ἐπιστραφῶσι· ἠδύνατο νὰ μεταβῇ εἰς τὸν Πρόεδρον καὶ ν’ ἀποδείξῃ τὸ παράνομον τῆς ἐνεργείας τοῦ κλητῆρος· ἀλλ’ ὁ κλητὴρ ἐνήργει ἐννόμως, ἡ ἐμφάνισις ὅμως τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως παρημπόδισε τὴν ἐνέργειάν του καὶ παρέτεινε τὸ χρονικὸν διάστημα, ὄπισθεν τοῦ ὁποίου ὀχυροῦσθε σήμερον. Ἐὰν ἐνήργει παρανόμως ὁ κλητὴρ, ἔπρεπε νὰ ἦναι τιμωρημένος σήμερον· ἀλλὰ τοῦτο δὲν συνέβη· τὸν σκοπόν σας ὅμως τὸν κατωρθώσατε, διότι δι’ αὐτῆς τῆς παρουσίας τοῦ Διευθυντοῦ καὶ τοῦ Ἀντεισαγγελέως ἐματαιώθη, ὡς εἶπον, ἡ ἐνέργεια τοῦ κλητῆρος, καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν εἴχετε τὸν καιρὸν καὶ ἐφυγαδεύσατε τὸν ὀφειλέτην.
§36ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν διὰ τῶν ἀπολογιῶν τῶν κατηγορουμένων ζητοῦν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ μᾶς πείσουν, ὅτι αἱ πράξεις αἱ ἀξιόποινοι, τὰς ὁποίας οἱ ἐν λόγῳ κατηγορούμενοι ὑπάλληλοι διαπράτουσιν, εἶναι ἀνυπόστατοι. Καταγγέλλεται ἀστυνομικόν τι ὄργανον διὰ πρᾶξιν ἀξιόποινον, κοινῶς γνωστήν, τὴν ἐπιοῦσαν δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς παρουσιάζει ἀπολογίαν τοῦ κατηγορουμένου καὶ μᾶς λέγει ἁπλούστατα: «Ἰδού, ὅσα εἴπατε εἶναι ἀνυπόστατα». Ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ ὁ Ἀντεισαγγελεὺς καὶ ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας εἶναι αὐτόχρημα κατηγορούμενοι, ὅτι ἐματαίωσαν κατὰ τρόπον σκανδαλωδέστατον τὴν ἐκτέλεσιν ἀποφάσεως χάριν εὐνοίας πρὸς τὸν ὀφειλέτην Πετροκόκκινον. Τοῦτο εἶναι ἀναντίῤῥητον. Καὶ ὅμως ἀμφότεροι οἱ δημόσιοι οὗτοι ὑπάλληλοι ὤφειλον νὰ δώσουν συνδρομὴν εἰς τὸν κλητῆρα πρὸς ἐκτέλεσιν, οὐχὶ δὲ νὰ τὸν ἀποκωλύσουν ἀπὸ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός του.
§37ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§38ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἀποφάσεις αἱ ὁριστικαὶ καὶ τελεσίδικοι φέρουσι τὸν λεγόμενον τύπον τῆς ἐκτελέσεως, κατὰ τὸν ὁποῖον ὀφείλουσι τόσον οἱ Εἰσαγγελεῖς, καθὼς καὶ πάντες οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς δημοσίας δυνάμεως, καὶ ἐν γένει πᾶς διαχειριστὴς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, νὰ δίδωσι χεῖρα βοηθείας πρὸς ἐκτέλεσιν, ὅταν νομίμως πρὸς τοῦτο ζητῶνται. Καὶ ἐν τούτοις τὶ βλέπομεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Βλέπομεν, ὅτι ἀντὶ νὰ δώσουν συνδρομὴν ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ Διευθυντὴς εἰς τὸν κλητῆρα, ὁ ὁποῖος εἰσῆλθεν ὄχι εἰς ἰδιωτικὴν οἰκίαν, ὅπως θέλουν νὰ παραστήσουν, ἀλλ’ εἰς τὸ Ξενοδοχεῖον καὶ μάλιστα εἰς τὸν διάδρομον αὐτοῦ, πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως, ἀνθίστανται κατὰ τῆς ἐκτελέσεως καὶ ἁρπάζουσιν ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ κλητῆρος τὸν ἐκτελεστὸν τίτλον, ἀπερχόμενοι εἰς τὰ ἴδια. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐν τίνι δικαιώματι ὁ ἀντεισαγγελεὺς Τρικούπης ἀφῄρεσε τὰ ἔγγραφα; Καὶ πόθεν ἠρύσθη αὐτὸς τὸ δικαίωμα νὰ ἐκτιμήσῃ τὰς περιστάσεις καὶ ἐκφέρῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ τυπικοῦ μέρους τῆς ἐκτελέσεως; Πρὸ ὀλίγου μᾶς εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἡ δικαιοδοσία τοῦ Προέδρου κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἄρχεται ἀφ’ ἧς στιγμῆς συλληφθῇ ὁ ὀφειλέτης. Βεβαιῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἐλησμόνησε τὰ νομικὰ ἀφ’ ὅτου ἀνῆλθεν εἰς τὸ ὑπουργικὸν ἀξίωμα. Καὶ διὰ νὰ ἀποδείξω τοῦτο, ἐπικαλοῦμαι τὴν γνώμην τοῦ σεβαστοῦ νομοδιδασκάλου καὶ συγγραφέως τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, τοῦ κ. Οἰκονομίδου, ὅστις λέγει τὰ ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει). Τί θέλει λοιπὸν ἐδῶ ὁ Ἀντεισαγγελεύς; τί θέλει ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας; Καὶ πῶς διατείνεσθε, ὅτι εἰσῆλθεν ὁ κλητὴρ τὴν 7ην ὥραν, ἐνῷ ἐξεναντίας ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει, ὅτι εἰσῆλθε τὴν 4ην; Καὶ λέγουν ἔπειτα, ὅτι ὁ κλητὴρ δὲν ἐνήργει νομίμως, καὶ διὰ τοῦτο ἔσπευσε νὰ προλάβῃ ὁ κ. Τρικούπης τὴν παρανομίαν, ἁρπάζων τὰ ἔγγραφα καὶ ἀπευθύνων ἀπειλὰς καὶ ὕβρεις κατὰ τοῦ κλητῆρος! Ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔσχεν οὐδ’ ἐδῶ τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀληθῶς ἔλαβον χώραν δυσάρεστα σκάνδαλα, τῶν ὁποίων θὰ ἐπιδιώξῃ τὴν δικαστικὴν βεβαίωσιν πρὸς τιμωρίαν τῶν ἐνόχων, δὲν ἠμπορῶ νὰ εἴπω τίποτε ἄλλο, παρὰ ὅτι ἐντρέπομαι διὰ λογαριασμόν του.
§39ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν δικαιούμεθα, ἴσως κύριε Πρόεδρε, ἡμεῖς νὰ ἐκφράσωμεν τὴν λύπην μας διὰ τὰ γενόμενα, διότι ἐσυνειθίσαμεν ἐπὶ μακρὸν χρόνον νὰ βλέπωμεν ὅμοια, τελούμενα ἐνταῦθα πρὸς σκοπὸν ὡρισμένον, τὸν ὁποῖον εἶναι περιττὸν νὰ ὀνομάσω. Ἐκφράζω ὅμως τὴν ἀπορίαν μου, πῶς ἄνθρωποι δικαστικοὶ, ἄνδρες καταγινόμενοι περὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων ἀνεκίνησαν τοιοῦτον ζήτημα καὶ ἔδωκαν εἰς αὐτὸ χαρακτῆρα παραβιάσεως τῶν νόμων τοῦ Κράτους ὑπὸ τῶν ἀρχῶν, τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐποπτείαν πρὸς τὴν ἀκριβῆ ἐφαρμογὴν αὐτῶν, ἐνῷ ὤφειλον νὰ ἀποπέμψωσιν ἐκείνους, οἵτινες ἔδωκαν εἰς αὐτοὺς τὸ ἔγγραφον τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος, ἵνα ἐπ’ αὐτοῦ στηρίξωσιν ἐπερώτησιν. Δὲν ὑπῆρχεν οὐδεμία ἀνάγκη τῆς ἀπολογίας τῶν δημοσίων ἀρχῶν, διὰ νὰ πεισθῶσιν οἱ Κύριοι, οἱ τὴν ἐπερώτησιν ὑποβαλόντες, ὅτι ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει αὐτὸς ὁ κλητὴρ ἐνήργει παρανόμως· ὅτι, παρανόμως ἐνεργῶν, δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν συνδρομὴν τῶν δημοσίων ἀρχῶν πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως, διότι ἡ ἐντολὴ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας πρὸς τὰ ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὅπως συντρέξωσι πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων, δίδεται ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς νομίμου ἐνεργείας τοῦ ἐπιχειροῦντος τὴν ἐκτέλεσιν, Εἶναι δὲ ἄπορον, πῶς ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ κ. Διευθυντὴς, ἀλλὰ προπάντων ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς περιωρίσθη ἁπλῶς νὰ παραστήσῃ εἰς τὸν κλητῆρα, ὅτι ἐνήργει παρανόμως καὶ δὲν διέταξεν αὐτοστιγμεὶ τὴν φυλάκισιν τοῦ οὕτως ἀναισχύντως καὶ καταφανῶς τοὺς νόμους παραβιάζοντος καὶ τολμῶντος νὰ διαταράξῃ, ἐν ὥρᾳ μάλιστα νυκτὸς, τὸ ἄσυλον ἰδιωτικῆς οἰκίας, διαπράττοντος δ’ οὕτω κακοηθεστάτην ἐκβίασιν κατὰ τοῦ ὑποτιθεμένου ὀφειλέτου. Ἐν τῇ ἐκθέσει, τὴν ὁποίαν κατέθεσεν ὁ κ. συνάδελφος, ὁ κλητὴρ βεβαιοῖ, ὅτι μετέβη εἰς τὸ ξενοδοχεῖον, ἵνα ἀνεύρῃ τὸν ὀφειλέτην εἰς τὸ δωμάτιόν του.
§40ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι ἀληθὲς.
§41ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐζήτησε μάλιστα, ὡς λέγει ἐν τῇ ἐκθέσει, νὰ εἰδοποιηθῇ ὁ ὀφειλέτης νὰ κατέλθῃ, διὰ νὰ τὸν συλλάβῃ. Ἀλλὰ ταῦτα βεβαιῶν ὁ κλητὴρ, προδήλως ἐξελέγχεται, ὅτι δὲν μετέβη ἐκεῖ, ἵνα σπουδαίως ἐπιχειρήσῃ ἐκτέλεσιν. Ἂν δὲ τοὐναντίον ἐνόει νὰ ἐκτελέσῃ ἀπόφασιν, εἰσερχόμενος βίᾳ ἐν τῷ δωματίῳ, δέον νὰ ἐξετασθῇ, ἂν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐνήργει ἐντὸς τῶν διατάξεων τοῦ νόμου. Δέχομαι, ὅτι μετέβη τὸ πρῶτον τὴν 4ην ὥραν μ. μ. ἀλλ’ ἡ ἐκτέλεσις τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἐν ἰδιωτικῇ οἰκίᾳ, καὶ ἐν ἡμέρᾳ ἀκόμη, δὲν δύναται νὰ ἐνεργηθῇ, κατὰ τὸ ἄρθρον 1006 τῆς Πολ. Δικονομίας, ἢ μόνον, ὅταν ὁ κλητὴρ συνοδεύηται παρὰ Εἰρηνοδίκου, Δημάρχου ἢ τοῦ Δημαρχικοῦ παρέδρου. Ὅταν οὕτω προσέρχηται ὁ κλητὴρ, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν συνδρομὴν πάσης ἀρχῆς· ἀλλ’ ὅταν ὁ κλητὴρ μόνος ἐπιζητῇ νὰ εἰσέλθῃ εἰς ἰδιωτικὴν οἰκίαν, ὄχι μόνον δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν συνδρομὴν τῶν ἀρχῶν καὶ τῆς δημοσίας δυνάμεως, ἀλλὰ τοὐναντίον εἰς τὰς ἀρχὰς ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον, ὡς καὶ εἰς πάντα πολίτην, νὰ καταδείξωσι τῷ κλητῆρι, ὅτι ὁ τρόπος τῆς ἐνεργείας του εἶναι ἔκνομος. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐξ αὐτῆς τῆς ἐκθέσεως τοῦ κλητῆρος, ἣν ἐπικαλοῦνται οἱ Κύριοι, οἱ τόσον θόρυβον ποιοῦντες, προκύπτει ἀνενδοιάστως, ὅτι ὁ κλητὴρ, ἐπεχειρήσας ἐκτέλεσιν ἀποφάσεως, δὲν συνεμορφώθη πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ὅτι ἐπιχειρήσας νὰ εἰσέλθῃ εἰς ἰδιωτικὴν οἰκίαν, ἔστω καὶ καὶ καθ’ ὥραν, καθ’ ἣν ἐπιτρέπεται ἡ εἴσοδος, δὲν ἐζήτησε νὰ συνοδεύσῃ αὐτὸν ὁ Εἰρηνοδίκης ἢ ὁ Δήμαρχος ἢ ὁ Δημαρχικὸς πάρεδρος, τίνα ἀξίωσιν ἔχουσιν οἱ Κύριοι, οἱ θορυβοῦντες ἐφ’ ἃ μὴ δεῖ καὶ ἐξυμνοῦντες τὸν ἐκβιαστὴν δικαστικὸν κλητῆρα; Εἶχον τὴν ἀξίωσιν νὰ ὑπακούσῃ ὁ κ. Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας εἰς τὴν παράνομον πρόσκλησιν, νὰ βοηθήσῃ τὸν κλητῆρα, ὅπως παραβιάσῃ τὸ ἄσυλον τῆς ἰδιωτικῆς οἰκίας, νὰ διαῤῥήξῃ τὰς θύρας τοῦ δωματίου καὶ νὰ συλλάβῃ τὸν ἔστω καὶ ἐκεῖ εὑρισκόμενον καὶ κεκλεισμένον ἐν τῷ δωματίῳ του ὀφειλέτην; Καὶ μόνον τοῦτο νομίζετε, ὅτι προκύπτει ἐκ τῆς ἐκθέσεως; Ἐκ τῆς ἐκθέσεως ταύτης προκύπτει, ὅτι καὶ κατ’ οὐσίαν παράνομος ἦτο ἡ ἐνέργεια τοῦ κλητῆρος, διότι ἡ ἀπόφασις, ἧς ἡ ἐκτέλεσις ἐπεδιώκετο, δὲν ἀπηυθύνετο κατὰ τοῦ προσώπου, οὗτινος ἡ σύλληψις ἐπεζητεῖτο. Ἡ ἀπόφασις ἀπηυθύνετο κατὰ ὁμοῤῥύθμου ἑταιρίας, παριστωμένης δι’ ἑταιρικῆς ἐπωνυμίας. Γνωρίζουσι δὲ οἱ Κύριοι, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀπαγγέλλεται ἡ προσωπικὴ κράτησις κατὰ τῶν μελῶν τῆς ἑταιρίας, ἀλλὰ τὰ μέλη ταῦτα δέον ῥητῶς νὰ κατονομάζωνται ἐν τῇ ἀποφάσει, διότι ἄλλως θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ ὑπάρχῃ βεβαίωσις περὶ τοῦ ἄν τις ἦναι μέλος ἢ οὒ τῆς καταδιωκομένης ἑταιρίας. Τὸ ἄτοπον τοιαύτης ἀξιώσεως εἶναι καταφανές· ὑποθέσατε, ὅτι ἔχετε ἀπόφασιν εἰς χεῖράς σας κατά τινος ἑταιρίας, ἑδρευούσης π. χ. ἐν Ἀλεξανδρείᾳ· κατὰ τὴν ἄτοπον ἀξίωσίν σας, θὰ ἠδύνασθε νὰ στείλητε δικαστικὸν κλητῆρα, ἵνα συλλάβῃ ἐμὲ, ὡς δῆθεν μέλος τῆς ὀφειλέτιδός σας ἑταιρίας, καὶ νὰ μὲ φυλακίσητε. Ἀλλ’ ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία δὲν εἶναι ἄθυρμα, ὅπερ δύναται νὰ δοθῇ εἰς χεῖρας τοῦ πρώτου κακοήθους δανειστοῦ ἢ κακοηθεστάτου κλητῆρος. Ἵνα στερηθῇ τις τῆς προσωπικῆς του ἐλευθερίας, δέον νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ παραμικρὰ ἀμφιβολία, ὅτι ἐπεβλήθη αὐτῷ ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἡ τοιαύτη στέρησις. Διὰ τοῦτο οὐδέποτε δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ κατὰ μέλους ἑταιρίας τινὸς ἀπόφασις, ἀπαγγέλλουσα προσωπικὴν κράτησιν, ἂν τὸ μέλος τοῦτο προσωπικῶς δὲν κατονομάζηται ἐν τῇ ἀποφάσει. Ἐπὶ δὲ τοῦ προκειμένου ἐν τῇ ἀποφάσει οὐδαμῶς ἀνεφέρετο ὁ καταζητούμενος ὀφειλέτης. Ποία λοιπὸν ἡ βεβαιότης, ὅτι ὁ καταζητούμενος ἦν μέλος τῆς καταδικασθείσης ἑταιρίας; Καὶ νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ ἐπιτρέψητε εἰς δικαστικὸν κλητῆρα τὸ δικαίωμα νὰ συλλαμβάνῃ τὸν προστυχόντα, ἐπὶ τῷ ἁπλῷ ἰσχυρισμῷ, ὅτι ἀφορᾷ καὶ εἰς τοῦτον ἡ εἰς χεῖρας του ἀπόφασις; Ἀλλοίμονον εἰς ὑμᾶς, Κύριοι, ἐὰν τοιαύτην καθιερώσητε ἀρχήν; Ἀπέναντι λοιπὸν ἐκτελέσεως παρανόμου κατὰ τύπους καὶ παρανομωτέρας κατ’ οὐσίαν εὑρεθεὶς ὁ κ. Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, δικαίως ἠρνήθη πᾶσαν συνδρομὴν εἰς παρανομοῦντα κλητῆρα. Θαυμάζω μάλιστα τὴν μετριοπάθειαν τοῦ κ. Διευθυντοῦ, μὴ ἀποδιώξαντος ἐκεῖθεν τὸν θορυβοῦντα. Ἀλλὰ τί δύναταί τις νὰ εἴπῃ διὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ἀντεισαγγελέως, ὅστις, κατὰ τὴν βεβαίωσιν αὐτοῦ τοῦ κλητῆρος, μετέβη ἐκεῖ τὴν 7ην ὥραν τῆς νυκτὸς καὶ εὗρε τὸν κλητῆρα κατὰ τὴν ὥραν ταύτην ζητοῦντα νὰ εἰσέλθῃ ἐν τῷ δωματίῳ; Τί ὤφειλε νὰ πράξῃ ὁ κ. Ἀντεισαγγελεὺς ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Ἀπόφασις δὲν εἶχεν ἐκτελεσθῇ, σύλληψις δὲν εἶχε γίνει· εἷς δικαστικὸς κλητὴρ εὑρίσκετο ἐκεῖ, ἐν ὥρᾳ νυκτὸς, καὶ ἐζήτει νὰ εἰσέλθῃ εἰς ἰδιωτικὴν οἰκίαν, διὰ νὰ συλλάβῃ πολίτην. Οἱ Κύριοι εἶχον τὴν ἀξίωσιν νὰ ἐνισχύσῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς τὸν κλητῆρα, τοιαῦτα πρωτάκουστα ὄργια τελοῦντα; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπαλαμβανώμεθα ἀκρίτως πάντων τῶν θεμάτων ἵνα δημιουργῶμεν λόγους ἐπιθέσεως κατὰ τῶν πολιτικῶν μας ἀντιπάλων, οὐδὲ νὰ ἐπιλαμβανώμεθα πάντων τῶν θεμάτων πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν σκοπῶν, οὓς ἐπιδιώκομεν. Διότι πρέπει νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι, ἂν σφάλλωμεν κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν θεμάτων, ἀντιστρέφονται οἱ ὅροι, καὶ ἐκεῖνο, ὅπερ ἐπιζητοῦμεν νὰ ῥίψωμεν κατὰ τῶν ἄλλων, ἐπιῤῥίπτεται καθ’ ἡμῶν αὐτῶν.
§42ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγκάζομαι, κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀποκρούσω τὴν ψευδῆ βάσιν, τὴν ὁποίαν ὁ προαγορεύσας συνάδελφος ἔθεσε. Σᾶς ὡμίλησε περὶ ἰδιωτικῆς οἰκίας, ἀλλ’ ἡμεῖς εἴπομεν ἀνέκαθεν, ὅτι πρόκειται περὶ διαδρόμου ξενοδοχείου. Εὑρίσκομαι δὲ πάλιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸν ἴδιον Οἰκονομίδην, τοῦ ὁποίου τὸ κῦρος δὲν δύναται βεβαίως νὰ διαμφισβητήσῃ ὁ προλαλήσας. Ὁμιλεῖ ὁ συγγραφεὺς περὶ τῶν διατυπώσεων, αἵτινες ἀπαιτοῦνται, ὅταν πρόκηται περὶ ἐκτελέσεως ἐν ἰδιωτικῇ οἰκίᾳ, ἐπάγεται δὲ τὰ ἑπόμενα περὶ τῆς περιπτώσεως, καθ’ ἣν ἡ ἐκτέλεσις γίνεται ἐν ξενοδοχείοις καὶ ἄλλοις δημοσίοις οἰκήμασιν. (Ἀναγινώσκει). Ὄταν λοιπὸν ἐκ τῆς ἐκθέσεως προκύπτῃ, ὅτι ὁ κλητὴρ εἰσῆλθεν οὐχὶ εἰς τὸ δωμάτιον, ἀλλ’ εἰς τὸν διάδρομον, πῶς τολμῶσι νὰ ἰσχυρίζωνται, ὅτι ἐνήργησε παρανόμως; Δὲν ἠξεύρω, πῶς νὰ χαρακτηρίσω τὴν ἐπιμονὴν τῶν Κυρίων αὐτῶν. Πρέπει ἑκάστοτε νὰ ἔχωμεν τὰ συγγράμματα ἀνὰ χεῖρας. Μᾶς λέγουν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιλαμβανώμεθα πάσης ὑποθέσεως, ὅπως εὑρίσκωμεν λόγους ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ ποίαν ὑπόθεσιν χαρακτηρίζουν ὡς ἀναξίαν προσοχῆς; Τὴν ἐκ μέρους τῶν ἀρχῶν ματαίωσιν ἐκτελέσεως ὑπὸ τοὺς ἐκτεθέντας ὅρους. Καὶ ὅταν βλέπητε, ὅτι ἀποφάσεις Δικαστηρίων δὲν δύνανται νὰ ἐκτελῶνται ἐντὸς τῆς πρωτευούσης, φαντασθῆτε τί γίνεται εἰς τὰς ἐπαρχίας, καὶ μάλιστα εἰς ἀπόκεντρα μέρη. Εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν εὑρισκόμεθα· ὅταν δὲ σᾶς λέγωμεν «σταματήσατε πρὸ τοῦ ἐκτροχιασμοῦ», σεῖς ἀπαντᾶτε, ὅτι πᾶσαν ὑπόθεσιν τὴν ἐκμεταλλευόμεθα πρὸς ἀντιπολίτευσιν! Ποῖον ἄλλο σπουδαιότερον θέμα δέον νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ; Προχθὲς συνεζητοῦμεν περὶ τῆς μὴ ἐκτελέσεως ἀποφάσεως τῶν Ποινικῶν Δικαστηρίων. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἄξιον συζητήσεως. Ἐὰν ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐκμηδενίζηται, τοῦτο διαφεύγει τὴν ἁρμοδιότητά μας. Ἔργον ἡμῶν εἶναι νὰ ψηφίζωμεν δάνεια, ὅπως δίδωμεν ἄφθονα χρήματα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀξίωσις τῶν κ.κ. Βουλευτῶν τῆς Συμπολιτεύσεως, τινὰς τῶν ὁποίων εἴδομεν ἄλλοτε ἀναφανδὸν συνηγοροῦντας ὑπὲρ ἐγκληματιῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς....
§43ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Καὶ ὑπὲρ τοῦ δικαίου· διότι οὗτοι νομίζουν, καὶ ἐν πεποιθήσει, ὅτι τὸ δίκαιον ἦτο ὑπὲρ αὐτῶν. Ἐὰν ὁ διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑπεστήριζον τὸν κλητῆρα, διὰ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν, ἡλίκος θόρυβος ἐκ μέρους τῶν Κυρίων, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται τώρα ἀντιστρόφως ν’ ἀπασχολήσουν τὴν Βουλὴν ἀδικαιολογήτως! Καὶ ἐὰν ὁ κλητὴρ αὐτός, ὁ ὁποῖος σᾶς ἔθεσεν εἰς κίνησιν, εἶχε τὸ δίκαιον, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζετε, νομίζετε, ὅτι δὲν ἤθελε καταγγείλει τὸν Ἀντεισαγγελέα ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ἐὰν ἐγίνετο ἀντίστασις ἐκ μέρους τῶν κατοίκων τοῦ ξενοδοχείου, ἢ ἐκ μέρους τῶν ἀρχῶν; Ἀλλ’ ἀπηυθύνθη πρὸς ὑμᾶς, τοὺς ἐπερωτῶντας καθ’ ἑκάστην ἀπὸ ἀσύλου, διὰ ψύλλου πήδημα. Λοιπὸν, σεῖς πρέπει νὰ ἐντρέπησθε, οἱ ὁποῖοι φέρετε τοιαῦτα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν τὸ ἄδικον ἐν ἑαυτοῖς, διότι τὸ δίκαιον εἶναι εἰς τὴν ἀντίθετον μερίδα.
§44ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἐλέχθη ὅτι ὁμιλοῦμεν ὀχυρούμενοι ὄπισθεν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἀσύλου, ὑπενθυμίζω ὅτι ἐγὼ ἔχω δηλώσει, ὅτι πανθ’ ὅσα ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης λέγω εἶμαι ἕτοιμος νὰ τὰ ὑποστηρίξω ὁπωσδήποτε καὶ ἀπὸ οἱονδήποτε μοὶ ζητηθῇ λόγος, αἱ ἐπερωτήσεις μου δὲ πᾶσαι ἦσαν τόσον σοβαραὶ, ὥστε προεκάλουν τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως· καὶ ἰδοὺ ὅτι, ὅτε κατήγγειλα τὴν ἔκνομον κατάστασιν τῆς Μεσσηνίας, ἀνεγνωρίσθη ὡς ἀληθὴς καὶ σοβαρὰ ἡ καταγγελία μου, καὶ ἀπεστάλη αὐτόθι ἀνώτερος ἀξιωματικὸς μετ’ ἀναλόγου δυνάμεως. Ἐπηρώτησα περὶ τοῦ Δικαστηρίου, τοῦ ἐκδίδοντος ἀποφάσεις, διὰ νὰ μὴ καταδικάζῃ φίλους τῆς Κυβερνήσεως, ἀναγκάζεται δὲ οὕτω τὸ Δικαστήριον τῶν Καλαμῶν νὰ ἔρχηται εἰς προσωπικὴν συναλλαγὴν μετὰ τῶν κατηγορουμένων πρὸς διευκόλυνσιν τῆς θέσεως αὐτῶν. Αἱ ἐπερωτήσεις μας κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς λ.χ. ὅτι δὲν ἐξετέλεσε δικαστικὴν ἀπόφασιν, δὲν ἦσαν ἄξιαι τῆς σοβαρότητος τοῦ Κοινοβουλίου; Νομίζει ἁπλοῦν ὁ κ. Κοσσονάκος, ὅταν ἐκ τῆς συζητήσεως ἀποδεικνύεται, ὅτι ἀνεπτύχθη καὶ πάλιν λῃστεία εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὕστερον ἀπὸ τόσα ἔτη, καθ’ ἃ εἴχομεν ἀπαλλαγῆ ἀπ’ αὐτήν; Νομίζει ἁπλούστατα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον τοσάκις τὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, περὶ καταχρήσεων, λαβουσῶν χώραν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Στρατιωτικῶν κλπ. περὶ δημοπρασιῶν, μὴ κατὰ νόμον γενομένων, περὶ τῶν δωρεῶν Σπάρταλη καὶ τόσων ἄλλων, περὶ ὧν ἡ μνήμη δὲν μὲ βοηθεῖ αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅπως τ’ ἀναφέρω; Καὶ μετὰ τοῦτο ἔρχεσθε διὰ τῆς αὐτῆς τακτικῆς καὶ μᾶς κατηγορεῖτε, ὅτι ἐγείρομεν τὰς συζητήσεις διὰ νὰ κωλυσιεργήσωμεν! Τίνα λόγον ἔχει ἡ κωλυσιεργία, ὅταν δὲν κατορθοῦμεν νὰ σταματήσωμεν εἰς τὴν κατωφέρειαν, εἰς ἣν σύρει τὸ Ἔθνος ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν νομοθετημάτων αὐτῆς καὶ τῶν τόσων παρανομιῶν της; Ἐκπληροῦμεν ὅμως καθῆκον, ἐξελέγχοντες καὶ ἀποκαλύπτοντες τὰς παρανομίας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δίδομεν προσοχὴν εἰς τὴν τακτικὴν ὑμῶν καὶ τὴν αἰτίασιν, ὅτι παρεμποδίζομεν τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς. Ὅταν συλλαμβάνωμεν ἐπ’ αὐτοφώρῳ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατηρῇ δύο ἀρχιτέκτονας, ἐκ τῶν ὁποίων εἰς τὸν μὲν ἕνα νὰ μὴ πληρόνῃ ἀκόμη τὰ ὑποσχεθέντα διὰ τὴν ἐργασίαν, εἰς τὴν ὁποίαν τὸν ἀπησχόλησαν, εἰς δὲ τὸν ἄλλον νὰ δίδῃ 1200 δραχμὰς κατὰ μῆνα, δηλ. μισθοδοσίαν ἀνωτέραν τῆς τοῦ Πρωθυπουργοῦ, τοῦτο δὲ νὰ μᾶς ἀναγκάζῃ νὰ συζητῶμεν ὅλην τὴν νύκτα μέχρι τῆς πρωΐας, διὰ νὰ ἐξαναγκάσωμεν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς δώσῃ μίαν ἀπάντησιν, ἥτις νὰ μᾶς πείθῃ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς πιστώσεως, ἥτις ὅμως ἀναγκασθέντος τοῦ Ὑπουργοῦ ν’ ἀπαντήσῃ, μᾶς ἔπεισε περὶ τῆς μὴ ἀνάγκης τῆς ἀναγραφῆς τοιαύτης πιστώσεως, ἐκ τῆς γυμνότητος τῶν ἐπιχειρημάτων του, ὅταν οὕτω συλλαμβάνωμεν τὸν Ὑπουργὸν καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, πράττοντας τοιαῦτα, μᾶς κατηγορεῖτε, ὅτι συζητοῦμεν οὕτω διὰ νὰ παρακωλύσωμεν τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς, ἐνῷ ἡμεῖς ἔπρεπε νὰ σᾶς κατηγορῶμεν, ὅτι ἐπιδιώκετε ἁπλῶς καὶ μόνον τὴν ἐπιψήφισιν Προϋπολογισμοῦ, ἐν τῷ ὁποίῳ καταφωρᾶται τοιαύτη σπατάλη! Τί ἐπιζητεῖτε κατηγοροῦντες ἡμᾶς, ἐκπληροῦντας ὕψιστα καθήκοντα; Νὰ καταστήσητε τὸ Κοινοβούλιον λόγῳ τοιοῦτον καὶ οὐχὶ ἔργῳ; Μᾶς θέλετε βωβοὺς καὶ ἐπινεύοντας μόνον κατὰ τὴν ψήφισιν οὕτω διεσκευασμένου Προϋπολογισμοῦ; Παύσατε πλέον νὰ μᾶς καταγγέλλητε ἐπὶ κωλυσιεργίᾳ· ἔχει καταντήσῃ τόσον κοινὸν τοῦτο, ὥστε δὲν κάμνει κἀμμίαν ἐντύπωσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, οὔτε μᾶς τρομάζει καὶ οὔτε μᾶς σταματᾷ ἀπὸ τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντός μας. Ἡμεῖς, καὶ μεθ’ ὅλας τὰς ψευδεῖς καταγγελίας σας καὶ μεθ’ ὅλας τὰς ὕβρεις τῶν ἐφημερίδων σας, ὅτι παρακωλύομεν τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, ἡμεῖς θὰ ἐκτελῶμεν τὸ καθῆκόν μας καὶ θὰ συζητῶμεν, ἐλέγχοντες ὑμᾶς καὶ ἐπιδεικνύοντες τὰς πληγὰς, τὰς ἀνοιχθείσας εἰς τὸ Ἔθνος παρ’ ὑμῶν, ὅπως βλέπῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, διότι αὐτὸ τὸ καθῆκον ἔχομεν εὑρισκόμενοι ἐδῶ. Διὰ τοῦτο καὶ σήμερον προβαίνομεν, καταγγέλλοντες ἀρχὴν, ἡ ὁποία παρημπόδισε δικαστικὸν κλητῆρα νὰ ἐκτελέσῃ ἀπόφασιν δικαστικὴν, ὁ ὁποῖος εἶχε κατὰ τὸν νόμον νὰ δώσῃ λόγον ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ἐὰν ἐνήργει παρανόμως. Ἁπλοῦν τὸ ζήτημα κατὰ σᾶς. Ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, οὕτω παρεμβαίνητε κατὰ τοιαύτης ἐνεργείας ἐκτελεστοῦ τῶν νόμων, οὐδεὶς δικαστικὸς κλητὴρ θὰ τολμήσῃ ποτὲ νὰ ἐκτελέσῃ ἀπόφασιν κατὰ πολίτου φίλου ὑμῶν, καὶ οὐδεὶς ἐκ τῶν ἐχόντων νὰ λάβωσι θὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐκτέλεσιν ἀποφάσεως διὰ τοῦτο.
§45ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤκουσα προηγουμένως παρὰ συναδέλφου νὰ λεχθῇ, ὅτι ἀπασχολούμεθα ταύτην τὴν στιγμὴν διὰ ψύλλου πήδημα. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὄχι μόνον δι’ ἓν Κράτος, τὸ ὁποῖον ἀξιοῖ, ὅτι εἶναι εὐνομούμενον, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν θὰ ἦτο ἡ μεγαλειτέρα προσβολὴ νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ψύλλου πήδημα εἶναι ἡ πάλη δημοσίων ἀρχῶν ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Βασιλείου, ἡ περιστρεφομένη εἰς ἐκτέλεσιν δικαστικῆς ἀποφάσεως. Ἐὰν τὸ τοιοῦτον ἦναι ψύλλου πήδημα, ἐὰν ἴσως δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἀναζητοῦμεν ψύλλον ’ς τἄχυρα, ὅταν πρόκηται περὶ τοιαύτης πάλης δημοσίων ἀρχῶν, τὸ Κράτος ἐκεῖνο πᾶν ἄλλο δικαιοῦται νὰ ἀξιοῖ ἢ ὅτι εἶναι Κράτος εὐνομούμενον. Δὲν λέγω ταῦτα εἰσερχόμενος εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, ἀλλ’ ἀπευθύνθη παρατήρησις εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι μηδαμινὸν εἶναι νὰ ἐμποδίζηται ἐκτέλεσις δικαστικῆς ἀποφάσεως ὑπὸ τῆς Ἀστυνομίας. Ἐὰν, Κύριοι, παρανόμως καὶ τοσοῦτον θρασέως ἐνήργει ὁ δικαστικὸς κλητὴρ, εἷς δικαστικὸς ὑπηρέτης, τὸ τοιοῦτον ἆρά γε δὲν εἶναι σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προκαλέσῃ λόγον τινὰ ἐν τῇ Βουλῇ; Δὲν δυνάμεθα ἆρά γε νὰ ἐρωτήσωμεν, ἐὰν ὑπάρχῃ δικαστικὸς κλητὴρ, τοιουτοτρόπως παρανομῶν, τί ἐγένετο αὐτὸς ὁ κλητὴρ, καὶ ἂν ἐξακολουθῇ διατηρῶν τὴν δημοσίαν θέσιν; Ἀλλ’ ἤκουσα καὶ ἄλλο τι, λεγόμενον ἐνταῦθα, ἤκουσα ὅτι, ὅταν ἐγείρωνται ζητήματα δικαστικὰ, δύναται ὁ Ἀστυνόμος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ μεταβαίνωσι καὶ νὰ δικάζωσι, νὰ γίνεται δηλ. δικαστικὴ ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχή. Αὐτὸ εἶναι μία σύγχυσις τῶν ἐξουσιῶν. Καὶ ὑπομονὴ, ἐὰν δὲν ἐπρονόει ὁ νόμος περὶ τῶν τοιούτων· ἀλλ’ ὅταν ἔχητε τὸν νόμον προνοοῦντα, προκειμένου περὶ ἐκτελέσεως δικαστικῶν ἀποφάσεων, ἰδίως ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ ἔπρεπε νὰ ἵσταται εὐλαβὴς ἀπέναντι τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων. Παρατηρῶ μετὰ λύπης, ὅτι ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐφωδιάσθη μὲ μίαν τοιαύτην ἐνθάῤῥυνσιν σκανδαλώδη καὶ ἐπικίνδυνον διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐμεσολάβησε πολὺ διάστημα καὶ ἐδόθησαν ὁδηγίαι ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὰ τοιαῦτα ἀποτελοῦσι παρακώλυσιν ἐκ μέρους τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν τῆς ἐκτελέσεως δικαστικῶν ἀποφάσεων.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑποβάλλω τὸ ζητηθὲν ἀντίγραφον τῆς συμβάσεως περὶ τοῦ προσωρινοῦ δανείου τῶν 6,000,000.
§47ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 15).
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς αʹ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ δημοτικῶν προσόδων, δανείων καὶ βαρῶν. Ὁ κ. Βαλσαμάκης ἔχει τὸν λόγον.
§49ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐν τῷ περιβόλῳ τοῦτο ὑπάρχει τις, ὅστις δὲν ἐπιθυμεῖ τὴν κατάργησιν τῶν διαπυλίων τελῶν; Φρονῶ, οὐδείς. Ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς τοῦ περιβόλου μία ἐπιθυμία ὑπάρχει καὶ μία γνώμη, τὴν ἐπιθυμίαν δὲ ταύτην καὶ γνώμην ἐξέφρασαν πολὺ πρὸ ἡμῶν τὰ πεπολιτισμένα τῆς Εὐρώπης ἔθνη. Τὰ διαπύλια ἐθεώρησαν πάντοτε ὡς τοὺς πλέον μισητοὺς καὶ ἐπαχθεῖς φόρους οἱ λαοὶ, καὶ πρώτη πρᾶξις τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως μετὰ τὴν Γαλλικὴν ἐπανάστασιν ὑπῆρξεν ἡ κατάργησις αὐτῶν· ἀλλ’ ὀλίγος χρόνος παρῆλθε, καὶ ἡ αὐτὴ Κυβέρνησις ὑπεχρεώθη νὰ τὰ ἐπαναφέρῃ. Κατὰ τὸ 1812 διὰ διατάγματος ἡ τότε Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἀνέθεσε τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοτικῶν φόρων εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἀλλὰ καὶ ἡ πρᾶξις αὕτη ἐθεωρήθη ὡς ἄμεσος προσβολὴ κατὰ τῶν δημοτικῶν θεσμῶν, ὡς ἄμεσος ἐπίδρασις ἐπὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν δήμων καὶ ἡ Παλινόρθωσις ὑπεχώρησεν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, καὶ τὴν 14 Δεκεμβρίου 1884 τὴν ἀνέθεσεν αὖθις εἰς τοὺς δημοτικοὺς ὑπαλλήλους· μόνον τὸ Βέλγιον ἀποτελεῖ ἐξαίρεσιν. Καὶ διατὶ, Κύριοι, ἐνῷ τοιαύτη ἡ ἐπιθυμία καὶ ἡ ὁμόφωνος γνώμη ὑπὲρ τῆς καταργήσεως, ἐξακολουθοῦν οἱ δημοτικοὶ φόροι ὑπάρχοντες καὶ λειτουργοῦντες καὶ μεταξὺ ἐκείνων τῶν λαῶν, οἵτινες πρὸ αἰῶνος τοιαύτην γνώμην εἶχον περὶ τῶν τοιούτων φόρων; διότι ἀπέναντι τῆς ἐπιθυμίας σταματᾷ πᾶσα Κυβέρνησις, σεβομένη τοὺς θεσμοὺς τοῦ Κράτους, καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν δήμων, σταματᾷ ἀπένατι τῆς δυσκολίας τῆς ἀντικαταστάσεως καὶ τῆς δικαίας διανομῆς. Ἀλλ’ ἡμεῖς οὐδόλως ἐσκέφθημεν, προτιθέμενοι νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὴν τοιαύτην ἐπιθυμίαν καὶ γνώμην, οὔτε ἐὰν θὰ προσβάλωμεν τοὺς θεσμοὺς, οὔτε ἐὰν θὰ καταπατήσωμεν τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν δήμων, ἀλλ’ εἰσηγάγομεν τὸ νομοσχέδιον, καὶ οἱ ἐνιστάμενοι κατ’ αὐτοῦ, οἱ φρονοῦντες ὅτι τοῦτο δὲν ὀφείλει νὰ ψηφισθῇ ὡς ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, κατηγοροῦνται ὡς ἀνθιστάμενοι κατὰ τῆς καταργήσεως τῶν διαπυλίων. Οὐδόλως, Κύριοι διότι κατὰ τοῦτο εἴμεθα πληρέστατα σύμφωνοι, ἀλλ’ ὑποστηρίζομεν, ὅτι τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον δὲν ὀφείλει νὰ διέλθῃ ἐκ τῆς Βουλῆς πρὶν ἢ παραπεμφθῇ εἰς ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν ἢ πρὶν τοὐλάχιστον τεθῇ ὑπὸ βάσανον αὐστηροτέραν καὶ εὐρυτέραν καὶ ὑπ’ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ πράγματι, Κύριοι, δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ μιμηθῶμεν τὸ Βέλγιον; καὶ ἐὰν δυνάμεθα, δὲν ὑποχρεούμεθα τοὐλάχιστον νὰ ἐξετάσωμεν τὰς περιστάσεις, ὑφ’ ἃς εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἀποφασίσασα νὰ καταργήσῃ τοὺς δημοτικοὺς φόρους; Ἐκεῖ ἡ προκαλέσασα τὴν κατάργησιν ἀφορμὴ, καὶ χειραγωγήσασα τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν, ἦτο ἡ ἐξέγερσις τοῦ λαοῦ, κατὰ τῶν φόρων τῆς καταναλώσεως, κυρίως δὲ κατὰ τῆς ἀκριβείας τοῦ ἄρτου, ἡ δὲ Κυβέρνησις, εὑρισκομένη εἰς θέσιν, νὰ βαρύνῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον, χάριν τοῦ λαοῦ, κατήργησε τοὺς δημοτικοὺς φόρους, διότι, ἔχουσα περίσσευμα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δὲν τοὺς ἀντικατέστησεν, ἀλλ’ ἐκ τούτων ἐχορήγησεν ὑπὲρ τοῦ δημοτικοῦ ταμείου 40% ἐκ τοῦ ἐσόδου τοῦ ταχυδρομείου, 75% ἐκ τοῦ ἐσόδου τοῦ καφὲ, ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ οἴνου καὶ οἰνοπνεύματος, καὶ ἐκ τοῦ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως ἐσόδου τοῦ οἰνοπνεύματος καὶ τῆς ζαχάρεως 34%, καὶ ἐπρόσθεσε μόνον εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τῶν δύο τούτων τὸν καταργούμενον δημοτικὸν φόρον αὐτῶν. Ἡ Βελγικὴ Κυβέρνησις κατήργησε μὲν, ἀλλὰ καὶ δὲν ἀντικατέστησεν αὐτούς. Ἡμεῖς δὲ, ἀπ’ ἐναντίας, τί πράττομεν; παρακολουθοῦμεν τὴν Βελγικὴν Κυβέρνησιν; Ἀπ’ ἐναντίας, τὸ ἀντίθετον πράττομεν· ἡμεῖς ἐπιβαρύνομεν πάντα τὰ εἴδη τῆς καταναλώσεως, καὶ ἰδίως τὸ εἶδος τῆς πρωτίστης ἀνάγκης, ἐπιβαρύνομεν τὸν σῖτον, δὲν παραχωροῦμεν οὐδὲ λεπτὸν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ προτιθέμεθα νὰ ἐξασφαλίσωμεν δαπάνας, τὰς ὁποίας προκαταβάλλει νῦν τὸ Δημόσιον, καὶ αὐξάνομεν τὴν φορολογίαν κατὰ 4 καὶ πλέον ἑκατομμύρια. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890 ἀνήγγειλεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι ἀνακουφίζει αὐτόν, ἀρχόμενος ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ τοῦ οἴνου, καὶ τοῦτο διότι θεωρεῖ τὸν φόρον τοῦτον ὡς ἄδικον καὶ καταστρεπτικὸν εἰς τὴν γεωργίαν· καὶ ἐν τούτοις διὰ τοῦ νομοσχεδίου χορηγεῖται εἰς τοὺς δήμους τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλωσι φόρον μέχρι τοῦ ποσοῦ, ὅπερ νῦν εἰσπράττει τὸ Δημόσιον.
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι περιοριστική, δὲν ἐπεκτείνει τὰ κείμενα (διάλογοι).
§51ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ (ἀναγινώσκει). «Ἄρθ. 15. Ὁ ὅρος τοῦ δημοτικοῦ φόρου (ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν) δύναται νὰ ἐπεκταθῇ καὶ μέχρι τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀντιστοίχου δημοσίου φόρου». Ἤτοι νὰ διπλασιασθῇ· ταῦτα λέγει τὸ νομοσχέδιον. Ἐπιβαρύνει, Κύριοι, τοὺς φόρους τῆς καταναλώσεως, εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν ἡ στατιστικὴ μᾶς καταδεικνύει, ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ τῶν εἰδῶν τούτων ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ἐλαττοῦται· τοῦτο δὲ πράττων, οὐ μόνον ἐπιβαρύνει τὴν ὑπάρχουσαν ἤδη δυσχερῆ θέσιν τῶν φορολογουμένων, ἀλλὰ συνάμα ἐπαυξάνει τὴν ἐλάττωσιν τῶν προσόδων τοῦ Δημοσίου, καὶ συνεπῶς καὶ τὴν ἐλάττωσιν τῶν δημοτικῶν προσόδων. Ἀλλὰ πρὸ πάντων, Κύριοι, ἡ ἐπιβαλλομένη φορολογία εἰς τὸν σῖτον καὶ δι’ ἄλλους λόγους εἶναι ἄδικος καὶ ἄνισος. Ὁσάκις, Κύριοι, πρόκηται περὶ φορολογίας προϊόντων παραγομένων ἐν τῷ Κράτει, ἡ τοιαύτη φορολογία δὲν ἐπιβάλλεται κατ’ ἀρχὴν πρὸς ταμιευτικὸν σκοπόν. Ὁ φόρος π. χ. ἐπὶ τοιούτων δὲν ἐπιβαρύνει ἐν γένει τοὺς κατοίκους τοῦ Κράτους, ἀλλὰ ἐκείνους, οἵτινες δὲν παράγουσι σῖτον καὶ καταναλίσκουσι μόνον· προκειμένου δὲ περὶ φόρου δημοτικοῦ, περὶ φόρου δηλ. ἐπιβαλλομένου διὰ τὰς ἀνάγκας καὶ διὰ τὰς ὑποχρεώσεις ἑκάστου δήμου, διὰ τοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου φόρου ἀφ’ ἑνὸς θὰ ἔχωμεν φορολογουμένους, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἀφορολογήτους, καὶ δὲν ἀρκεῖ, ὅτι οἱ μὲν θὰ φορολογῶνται οἱ δὲ θὰ μένωσιν ἀφορολόγητοι, ἀλλὰ θὰ φορολογῶνται οἱ μὲν διὰ νὰ πληρόνωσι φόρον εἰς τοὺς μὴ φορολογουμένους. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ὁ φόρος ὁ καταβαλλόμενος, ἐπαναλαμβάνω, εἰς προϊόντα παραγόμενα ἐν τῷ Κράτει, δὲν πληρόνεται μόνον πρὸς τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς παραγωγούς, διότι τὸ προϊόν, τὸ ἐν τῷ Κράτει παραγόμενον, αὐξάνει κατ’ ἀξίαν ἐπὶ τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον ἐπιβαρύνεται διὰ φόρων τὸ ἔξωθεν εἰσαγόμενον. Ὑποθέσωμεν ὅτι ὁ σῖτος ἔχει 6 δραχμὰς κατὰ κοιλόν· ἐὰν ἐπιβαρυνθῇ μὲ μίαν δραχμὴν ἔτι, εἰσαγόμενος ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὁ σῖτος, ὅστις προηγουμένως, πρὶν δηλαδὴ τοῦ φόρου, ἠγοράζετο παρὰ τοῦ καταναλωτοῦ ἀντὶ 5 δραχμῶν, θὰ ἀγορασθῇ ἀντὶ 6, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ὑπερτιμᾶται μόνον ὁ σῖτος ὁ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἀλλὰ συνάμα καὶ ὁ παραγόμενος ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, καὶ κατὰ συνέπειαν θὰ πληρώσῃ 6 δραχμὰς ὁ ἀγοράζων τὸν σῖτον, εἴτε ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ προέρχεται, εἴτε παρήχθη ἐν τῷ ἐσωτερικῷ. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, εἰς τίνα πληρόνεται ὁ φόρος, ὁ καταβαλλόμενος ὑπὸ τοῦ καταναλωτοῦ, οὐχὶ ὡς φόρος, ἀλλ’ ὡς ἀξία τοῦ σίτου, τοῦ παραγομένου ἐν τῷ ἐσωτερικῷ; καταβάλλεται ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἢ ὑπὲρ τοῦ δημοτικοῦ ταμείου; ὄχι· καταβάλλεται ὑπὲρ τοῦ παραγωγοῦ τοῦ σίτου, διότι οὗτος ἄνευ τοῦ φόρου θὰ ἐπώλει πρὸς 5 δραχμάς, διότι πρὸς 5 θὰ ἐπωλεῖτο καὶ ὁ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, ἂν ἐξηγήθην ἀρκετὰ σαφῶς, ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον θεωρεῖται ὡς ἀνεπίδεκτον συζητήσεως ἐν τῇ δημοσιονομικῇ ἐπιστήμῃ, καθότι εἰς φόρους ἐπιβαλλομένους (καὶ τοιοῦτοι εἶναι οἱ προστατευτικοὶ φόροι) εἰς προϊόντα παραγόμενα ἐν τῷ τόπῳ, ὁ καταβαλλόμενος ὑπὸ τῶν καταναλωτῶν φόρος ἐν μέρει καταβάλλεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐν μέρει δὲ ὑπὲρ τῶν παραγωγῶν. Καὶ διὰ νὰ ἐννοήσητε τὰς συνεπείας, Κύριοι, ὑποθέσατε ὅτι τὸ Κράτος παράγει 50 χιλιάδας κοιλὰ, ἔχει δὲ ἀνάγκην 100 χιλιάδων κοιλῶν· ἕπεται ὅτι διὰ μὲν τὰς 50 χιλιάδας κοιλῶν, τὰς εἰσαγομένας, θὰ καταβάλληται δασμὸς ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, διὰ δὲ τὰς 50 χιλιάδας κοιλῶν, ἃς θὰ παράγῃ ὁ τόπος καὶ τῶν ὁποίων ὁ φόρος ὑπερτιμᾷ καὶ τὸν εἰσαγόμενον, θὰ καταβάλληται ὑπὲρ τοῦ παραγωγοῦ, ὅστις θὰ πωλῇ τὸν σῖτον εἰς ἀνωτέραν τιμὴν καὶ καθ’ ὅσον αὐξάνεται ὁ φόρος τοῦ Δημοσίου. Ἐννοεῖτε, Κύριοι, ποία ἡ δημοσιονομικὴ διάνοια τοῦ συντάξαντος τὸ νομοσχέδιον; ἐπιβάλλει διὰ τοῦ νομοσχεδίου φόρους εἰς τοὺς μὲν, ἀφίνει δὲ ἀφορολογήτους τοὺς δέ· ὑποχρεοῖ τοὺς φορολογουμένους νὰ καταβάλλωσι φόρους οὐχὶ διὰ τὰς ἀνάγκας τὰς ἰδίας, ἀλλὰ διὰ τὰς ἀνάγκας ἄλλων δήμων, ἰδίως δὲ ὑποχρεοῖ τοὺς φορολογουμένους νὰ καταβάλλωσι χρήματα διὰ τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τῶν δήμων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ φορολογῶνται (διάλογοι καὶ συζητήσεις μεταξὺ τῶν κ. Βουλευτῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ). Τὸν φόρον δὲ, τὸν ὁποῖον θὰ πληρόνωσιν οἱ μὴ παράγοντες σῖτον εἰς τοὺς παράγοντας, ὑπὲρ τίνων θὰ καταβάλλωσιν; ἐν γένει ὑπὲρ τῶν παραγωγῶν, ἐν γένει δηλ. ὑπὲρ τῶν γεωργῶν; Ὄχι, Κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ ὠφελείας, ἥτις ἀφορᾷ ἐν γένει τοὺς πληθυσμοὺς τοὺς γεωργικοὺς, τοὺς παράγοντας σῖτον, πρόκειται περὶ ὠφελείας ὡρισμένης τάξεως, δηλαδὴ τῆς τῶν μεγαλοϊδιοκτητῶν καὶ τῶν μεγάλων παραγωγῶν. Ὁ γεωργὸς ἢ ὁ μικροϊδιοκτήτης παράγει ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὸ ποσὸν, τὸ ἀναγκαιοῦν διὰ τὴν κατανάλωσίν του, καὶ ἐκτάκτως δύναται νὰ παραγάγῃ καὶ ποσόν τι, ὅπερ δύναται νὰ διαθέσῃ· κατὰ πόσον δὲ εὐεργετεῖται ὁ τοιοῦτος γεωργός; θὰ ἔχῃ μόνον τὴν εὐχαρίστησιν νὰ τρώγῃ σῖτον ἀνωτέρας ἀξίας· ἐκεῖνος ὅμως, ὅστις ὠφελεῖται, εἶναι ὁ μεγαλοκτηματίας, ἐνῷ ὁ γεωργὸς, ἐν περιπτώσει ἀφορίας, θ’ ἀγοράσῃ καὶ αὐτὸς τὸν σῖτον ἀκριβώτερον. Ὡς ἐκ τούτου, Κύριοι, εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὅπου ἰδίως κατίσχυεν ἄλλοτε τὸ σύστημα τὸ προστατευτικὸν ὑπὲρ τοῦ σίτου, χάριν τῶν κομήτων καὶ λόρδων, ἐξηγέρθησαν ἐν γένει οἱ ἐργατικοὶ πληθυσμοὶ καὶ ὑπεχρέωσαν αὐτοὺς, καίπερ ἔχοντας τὴν κυβέρνησιν εἰς τὰς χεῖράς των, νὰ εἰσαγάγωσι κατὰ πρῶτον τὴν κλίμακα ἐν τῇ φορολογίᾳ, δι’ ἧς, ἀναλόγως τῆς ἀναβιβάσεως τῆς τιμῆς τοῦ σίτου, ἀνεβίβαζον ἢ κατεβίβαζον τὸν δασμὸν, εἶτα δὲ καὶ νὰ καταργήσωσιν αὐτόν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἄδικος ἡ ἐπιβαλλομένη ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου φορολογία, καὶ τοιαύτη, ὥστε ὑποχρεοῖ ἐν γένει τοὺς Βουλευτὰς, τοὺς ἀνήκοντας εἰς δήμους ἢ ἐπαρχίας, αἵτινες δὲν παράγουσι σῖτον, νὰ καταψηφίσωσι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμείνῃ εἰς τὴν διὰ τοῦ νομοσχεδίου καθιερουμένην φορολογίαν καὶ διανομὴν, καὶ ἐννοοῦν νὰ προστατεύσωσιν, ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ εὑρισκόμενοι, τὰ συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν των, ἀλλὰ εἶναι ἄνισος καὶ ἀδικωτάτη καὶ ἡ διανομὴ, καὶ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε καθίσταται ἐν μέρει τερατώδης. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὡς βάσιν λαμβάνει τὴν τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος ἐν Βελγίῳ, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὑποβαλὼν τὸ νομοσχέδιον, δὲν φαίνεται νὰ εἶχεν εὐθὺς ἐξυπαρχῆς αὐτὴν τὴν γνώμην καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀναλογίαν, διότι ἄλλην ἀναλογίαν εἶχεν ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν καὶ τὴν διανομὴν διὰ τοῦ τὸ πρῶτον ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, ἄλλην δὲ διὰ τοῦ δευτέρου καὶ τρίτου. Πόθεν ὑπεχρεώθη νὰ μεταβάλῃ γνώμην καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ διάφορον κλίμακα καὶ διάφορον ἀναλογίαν καὶ ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν καὶ ὡς πρὸς τὴν διανομὴν, τοῦτο δὲν μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἔπραξε τοῦτο κατόπιν μελετῶν, στηριχθεὶς εἰς πίνακας, τοὺς ὁποίους παρεῖξεν εἰς αὐτὸν ἡ ὑπηρεσία καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἐπείσθη, ὅτι πρέπει νὰ μεταβάλῃ τὸ νομοσχέδιόν του; Ἀλλ’ οἱ κκ. Βουλευταί, διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ συμμορφωθῶσι μὲ τὴν γνώμην ταύτην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διὰ νὰ δώσωσι ψῆφον ἐν πεποιθήσει, ὀφείλουσι βεβαίως νὰ ζητήσουν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταθέσῃ πρὶν τοὺς πίνακας καὶ νὰ ἐξηγήσῃ συνάμα καὶ τοὺς λόγους, ἐξ ὧν ἐπείσθη νὰ μεταβάλῃ γνώμην. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ ζητημάτων ἀπαιτούντων ἰδιαιτέραν μελέτην, παρίσταται ἡ ἀνάγκη ἀπόλυτος, ἵνα τὸ νομοσχέδιον παραπεμφθῇ εἰς ἰδιαιτέραν ἐπιτροπήν, ἢ βασανισθῇ ἐπισταμένως. Καὶ ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ κατὰ τὸ 1891, ὁ δὲ Πρωθυπουργὸς ἐννοεῖ νὰ ἐργασθῇ ἡ ἔκτακτος Σύνοδος καὶ μετὰ τὸ Πάσχα, βεβαίως δὲ θὰ ἔχωμεν νέαν Βουλὴν κατὰ τὸν Νοέμβριον, ὀφείλει νὰ μελετεθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐμβριθέστερον, καὶ κατόπιν ἀκριβεστέρων πληροφοριῶν νὰ τὸ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, διότι ἐβεβαιώθη, ὅτι οὐδεὶς τῶν Βουλευτῶν θὰ εὑρεθῇ νὰ καταψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, ὅταν πεισθῇ, ὅτι δι’ αὐτοῦ δὲν καθιεροῦνται ἀδικίαι καὶ ἐξασφαλίζεται ἡ τῶν δήμων διαχείρισις. Καὶ ἡ διαφορὰ δὲν εἶναι μικρά· διότι, ἐνῷ προηγουμένως διὰ τοῦ πρώτου νομοσχεδίου ἐπεβάρυνε τὰ εἰσαγόμενα εἰς τὸ Κράτος μὲ 20%, σήμερον τὰ ἐπιβαρύνει μὲ 30%, τὸν σῖτον μὲ 30, νῦν μὲ 50%, τὴν δὲ ζάχαριν μὲ 10, καὶ νῦν μὲ 20. Ὡς πρὸς τὴν διανομὴν δέ, ἐνῷ προηγουμένως διένεμε τὸ ⅓ τῆς προσόδου ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ τῶν κατοίκων ἑκάστου δήμου, σήμερον δίδει τὸ ⅕, καὶ ἑπομένως ὁπόσον διάφορα ἔσονται τὰ ἀποτελέσματα.
§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ ἴδια εἶναι. Μεταβάλλονται τὰ ποσοστὰ τοῦ δασμοῦ ἐπὶ πλέον, τὰ δὲ τῆς διανομῆς ἐπὶ ἔλαττον.
§53ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Μεταβάλλονται βεβαίως καὶ σπουδαίως· καὶ ὅμως δὲν εἶναι εἰς θέσιν ἕκαστος Βουλευτὴς νὰ ἐννοήσῃ, ποῦ ἐστηρίχθη ὁ Πρωθυπουργὸς, ἵνα προβῇ εἰς τοιαύτην μεταβολὴν, διότι οὔτε ἔκθεσις ὑπάρχει, οὔτε τοὺς πίνακας, τοὺς χρησιμεύσαντας εἰς τὴν μελέτην, ὑπέβαλε. Πῶς θέλετε λοιπὸν, τοιοῦτο νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβαρύνετε τοὺς δήμους καὶ τὸν λαόν, νὰ τὸ ψηφίσητε, χωρὶς νὰ γινώσκητε κατὰ πόσον ἐπιβαρύνετε τοὺς δήμους σας, καὶ κατὰ πόσον ὠφελεῖτε αὐτούς; Ἄν σᾶς ἐρωτήσουν οἱ ἐκλογεῖς ὑμῶν, διατί, ἀφοῦ μᾶς ἐπεβαρύνατε μὲ 500,000, μᾶς δίδετε μόνον 250,000, τί θὰ τοὺς εἴπητε; Λοιπὸν ὀφείλετε νὰ ἀπαιτήσητε σεῖς πρὸ πάντων ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μὴ σᾶς βιάσῃ νὰ ψηφίσητε τοιοῦτον νομοσχέδιον, νὰ τὸ θεωρήσῃ ὡς ἔργον νομοθετικὸν, καὶ νὰ μὴ τὸ καταστήσῃ κυβερνητικὸν ζήτημα, διὰ νὰ σᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ ψηφίσητε κατὰ τὰς πεποιθήσεις σας. Διὰ νὰ ἐννοήσητε δὲ, Κύριοι, τὸ τερατῶδες τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὴν ἔλλειψιν πάσης μελέτης καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διανομὴν, καὶ τὰς συνεπείας, καὶ τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας θὰ ὑποστῶσιν οἱ δῆμοι, σᾶς ἀναφέρω ὡς παράδειγμα τὸν νομὸν, ἐξ οὗ ἐκλέγομαι, καὶ λυποῦμαι, διότι δὲν εἶμαι εἰς θέσιν τὴν ἐργασίαν αὐτὴν νὰ καταβάλω ἐν γένει διὰ τοὺς δήμους ὅλου τοῦ Κράτους, διότι ἐννοεῖτε καλῶς, ὅτι τοιαύτη ἐργασία μόνον ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας δύναται νὰ γίνῃ. Κατὰ τοὺς πρῶτον ὑποβληθέντας πίνακας, ἡ Κεφαλληνία λαμβάνει ὡς μερίδα ἐκ τῶν γενικῶν δημοτικῶν προσόδων 121,134 δραχμὰς, κατὰ δὲ τοὺς τελευταῖον ὑποβληθέντας 122,052. Ἡ δὲ Ἰθάκη 20,296 ἢ 20,398. Ἄν τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίζετο ὡς εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν, τοιαύτη θὰ ἦτο ἡ ἀναλογία τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας. Ὁ Πρωθυπουργὸς εἶδε τὸ τερατῶδες τοῦ νομοσχεδίου του, καὶ ὑπεχώρησεν εἰς τὴν μεγάλην ἀδικίαν, τὴν διὰ τοῦ νομοθετήματός του καθιερωμένην, καὶ διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου παραδέχεται διατάξεις, δι’ ὧν φρονεῖ, ὅτι διορθοῖ τὸ κακόν.
§54ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ὑπέδειξεν ἡ Ἐπιτροπή.
§55ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τόσῳ τὸ καλλίτερον, διότι τοῦτο καταδεικνύει, ὅτι, ἂν ὁ Πρωθυπουργὸς ἔχῃ τὴν ὑπομονὴν νὰ τεθῇ εἰς νέαν βάσανον τὸ νομοσχέδιόν του, ἐλπὶς εἶναι νὰ διορθωθῶσι καὶ τὰ χρῄζοντα εὐρυτέρας διορθώσεως. Κατὰ τὸ νέον νομοσχέδιον, εἰσάγονται διατάξεις, δι’ ὧν δίδεται μὲν εἰς τοὺς δήμους πᾶν ὅ,τι οἱ δῆμοι εἰσέπραττον προηγουμένως ἐκ τῶν δημοτικῶν φόρων καὶ πλέον 10%....
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι.
§57ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τί νὰ σᾶς εἴπω; τὰ νομοσχέδιά σας, ὡς συντάσσονται, χρῄζουσι δηλίου κολυμβητοῦ· σεῖς δὲ μᾶς ἐδώσατε τὴν ἀπόδειξιν τούτου πρό τινων ἡμερῶν, ὅτε ἐπρόκειτο περὶ ἁπλῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ ἐφεδρείας. Δυστυχῶς οὕτω συντάσσονται τὰ νομοσχέδιά σας, καὶ τοιοῦτοι οἱ νόμοι σας.
§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ κείμενον τοῦτο ἔχει κακῶς.
§59ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπον ἐγώ;
§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καίτοι θὰ ὑποβάλωμεν τὴν Δευτέραν τοὺς πίνακας τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου τούτου, ἐπιτραπήτω μοι νὰ ἐξηγήσω τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ, ἵνα γένηται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἑρμηνείας ταύτης. Ἔννοια τοῦ ἄρθρου εἶναι, ὅτι, ἀφοῦ βεβαιωθῶσι τὰ διανεμητέα κατὰ τὸ ἄρθρον 6, τὰ ἀποτελοῦντα τὸ δικαίωμα ἑκάστου δήμου, τὸ δικαίωμα τοῦτο οἱ δῆμοι οἱ ζημιούμενοι θέλουσι πραγματοποιήσει ὁλόκληρον. Θέλουσι πραγματοποιήσει αὐτὸ καὶ οἱ ὠφελούμενοι δῆμοι μέχρι ποσοῦ ὠφελείας 10%, τὸ δὲ πλεόνασμα θέλει ἀποτελέσει ἰδιαίτερον ταμεῖον, ἐξ οὗ θέλει ἀναπληρωθῆ ἡ ζημία τῶν μὴ ὠφελουμένων δήμων.
§61ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂν δὲ ἐκ τοῦ πλεονάσματος τούτου δὲν μείνῃ περίσσευμα διανεμητέον μεταξὺ τῶν πρώτων δήμων;
§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τοὺς πίνακας τῆς ἐφαρμογῆς, τοὺς προσηρτημένους εἰς τὸ νομοσχέδιον, οἵτινες ὅμως δὲν εἶναι οἱ ὁριστικοὶ, θὰ ἔχωμεν ὡς ἀποτέλεσμα, ὅτι οἱ μὲν ζημιούμενοι δῆμοι θὰ λάβωσι τὸ ἐλλεῖπον, ἀνερχόμενον εἰς 460,000 δραχμὰς, τὸ δὲ ὑπόλοιπον τοῦ πλεονάσματος θέλει καταλογισθῆ ὑπὲρ τῶν δήμων, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνήκει· ταῦτα δὲ ἀντιστοιχοῦσι πρὸς ἀφαίρεσιν ἐκ τοῦ ὅλου πλεονάσματος 24%· τουτέστιν ἕκαστος δῆμος ὠφελούμενος λαμβάνει τὰ μέχρις ὠφελείας 10%, ἐκ δὲ τοῦ ὑπολοίπου ἀφαιροῦνται 24% χάριν τῶν ζημιουμένων δήμων, καὶ τὸ ὑπόλοιπον ἀποδίδεται εἰς τὸν ὠφελούμενον. Ταῦτα εἶναι τὰ εἰς ἀριθμοὺς ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου. Ὁ ζημιούμενος δῆμος θὰ λάβῃ πᾶσαν τὴν ἀνήκουσαν αὐτῷ ἀναλογίαν, θὰ λάβῃ δὲ ἐκ τοῦ ταμείου τῶν πλεονασμάτων τὰ πρὸς ἀναπλήρωσιν προσόδου, ὅσης ἀπελάμβανε κατὰ τὸ 1889, ὁ δὲ ὠφελούμενος θέλει λάβει τὸ ποσὸν τῆς κατὰ τὸ 1889 προσόδου καὶ 10% ἐπὶ πλέον, ἐκ δὲ τοῦ ἐπέκεινα τῶν 10 τούτων ἑκατοστῶν πλεονάσματος θέλει λάβει τὸ ὑπόλοιπον τῶν ὑπὲρ αὐτοῦ ἀναλογισθέντων μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν 24%, ἤτοι τὰ 76 ἑκατοστὰ τοῦ ὑπολοίπου.
§63ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ τεθῇ ἄρθρον, ἐπιβάλλον εἰς τοὺς Δημάρχους νὰ γνωρίζωσιν ἄλγεβραν καὶ λογαρίθμους, διὰ νὰ ἐκτελῶσιν αὐτοὺς τοὺς ὑπολογισμούς.
§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι εὐκολωτάτη ἡ ἐξεύρεσις τῶν ἀποτελεσμάτων.
§65ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἂς ὑποθέσωμεν λοιπὸν, κατόπιν τῆς δοθείσης ἐξηγήσεως καὶ τῶν ὑποβληθησομένων πινάκων, ὅτι ἡ νῆσος Κεφαλληνία καὶ ἡ νῆσος Ἰθάκη λαμβάνουσιν οὕτω τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον φέρει ὅλον τὸ ἔσοδον, τὸ σημειούμενον ἐν τῷ δευτέρῳ πίνακι, ἤτοι τὸ τοῦ 1888, τὸ ὁποῖον εἶναι διὰ μὲν τὴν νῆσον Κεφαλληνίαν δραχ. 220,490, διὰ δὲ τὴν νῆσον Ἰθάκην 24,159, ἐνῷ κατὰ τοὺς νέους πίνακας ἡ μὲν Κεφαλληνία σημειοῦται ὅτι λαμβάνει 122,052, καὶ ἑπομένως ἔλαττον 98,438, ἡ δὲ Ἰθάκη 20,368, ἤτοι ἔλαττον 3,791. Ἀλλ’ οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ γίνονται πάντοτε δυνάμει τῶν ὑφισταμένων φόρων, ἐνῷ πρέπει νὰ γίνωσι δυνάμει τῶν ἐπιβληθησομένων φόρων, καὶ διὰ νὰ ἀνεύρῃ τις κατὰ πόσον ζημιοῦται ὁ δῆμος, πρέπει νὰ γνωρίζῃ πόσον θὰ πληρώσῃ δυνάμει τῶν ἐπιβληθησομένων φόρων καὶ πόσον θὰ ἀναλογῇ εἰς ἕνα ἕκαστον ἐκ τοῦ φόρου τούτου. Ἐζήτησα πίνακα, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐμφαίνεται πόσον θὰ καταβάλλῃ διὰ τῶν νέων φόρων ὁ νομὸς Κεφαλληνίας καὶ τί θὰ λαμβάνῃ.
§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ δημοσίου φόρου, δὲν πρόκειται περὶ δημοτικοῦ, τὸν δὲ δημόσιον φόρον ἀποτείνει ὅλον τὸ Κράτος.
§67ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τὸν δημόσιον φόρον συζητοῦμεν;
§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως, δημόσιον φόρον· ἡ πρόσοδος διανέμεται εἰς τοὺς δήμους κατὰ τὸν νόμον, ὅπως καὶ τοῦ δημοσίου φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν τὸ δεκατημόριον διανέμεται εἰς τοὺς δήμους.
§69ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Σεῖς ἀνηγγείλατε, ὅτι καταργεῖτε φόρους δημοτικούς, ὡς ἐπαχθεῖς, καὶ ἀντικαθιστᾶτε τοὺς φόρους τούτους δι’ ἄλλων φόρων, ἧττον ἐπαχθῶν· ἐὰν δὲ δὲν προτίθησθε νὰ μεταβάλητε καθ’ ὁλοκληρίαν τοὺς δημοτικοὺς θεσμοὺς τοῦ Κράτους, καὶ δὲν ἐλησμονήσατε τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι διέπουσι τὴν δημοτικὴν φορολογίαν, καθ’ ἣν ἕκαστος δῆμος καταβάλλει τὸ χρῆμά του διὰ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἰδίων αὑτοῦ ἀναγκῶν καὶ ὑποχρεώσεων, οἱ φόροι, ἀντικαθιστάμενοι, μένουσι φόροι δημοτικοὶ, εἴτε οὗτοι εἰσπράττονται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ὡς καὶ νῦν ὁ περὶ οἰκοδομῶν κτλ., εἴτε μή.
§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὀνομάζονται δημοτικοὶ φόροι.
§71ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ὀνόματος. Κατὰ τὸν πίνακα λοιπὸν τὸν ζητηθέντα καὶ παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δοθέντα καὶ δεικνύοντα τὴν εἰσαγωγὴν δημητριακῶν καρπῶν, ζακχάρεως καὶ λοιπῶν ἐμπορευμάτων καὶ τὰ τέλη, τὰ ἐπ’ αὐτῶν πληρωθέντα, προκύπτει, ὅτι τὰ τελωνεῖα Κεφαλληνίας κατὰ τὸ ἔτος 1887 ἐκ σίτου εἰσέπραξαν δραχμὰς 169,748, κατὰ δὲ τὸ 1888 δραχμὰς 133,347, ἐξ ἄλλων δημητριακῶν καρπῶν τὸ 1887 δραχ. 14,697, τὸ 1888 δραχ. 8,478. Ἐκ ζακχάρεως, τὸ 1887 δραχ. 108,092, τὸ 1888 δραχ. 194,161. Ἐκ τῶν λοιπῶν ἐμπορευμάτων, τὸ 1887 δραχ. 1,779,815, τὸ 1888 δραχ. 1,743,733. Τὰ δὲ τελωνεῖα Ἰθάκης εἰσέπραξαν, τὸ 1887 ἐκ δημητριακῶν καρπῶν δραχμὰς 8,802, τὸ 1888 δραχμὰς 6,187, ἐκ ζακχάρεως τὰ δύο ἔτη δραχ. 27,902, ἐκ τῆς λοιπῆς εἰσαγωγῆς δραχ. 124,000. Ἡ ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω εἰσπράξεων ἀναλογία τῶν νέων ἐπιβαλλομένων δασμῶν ἔχει ὡς ἑξῆς:
| Ἐπὶ τοῦ σίτου τὸ 50% τὸ | 1887 | δραχ. | 92,222 |
| » » » » τὸ | 1888 | » | 70,917 |
| Ἐπὶ τῆς ζακχάρεως τὸ 20% τὸ | 1887 | » | 21,618 |
| » » » τὸ | 1888 | » | 38,832 |
Ἐπὶ τῶν λοιπῶν εἰσαγομένων:
| τὸ 30% τὸ | 1887 | » | 446,175 |
| » » τὸ | 1888 | » | 393,006 |
| Τὸ ὅλον | δραχ. | 1,062,778 |
Ἤτοι τὸ ὅλον ἡ Κεφαλληνία θὰ καταβάλλῃ ἀνὰ διετίαν δρ. 1,062,778, τούτου δὲ ὁ μέσος ὅρος εἶναι 531,385· ἤτοι 531,385 κατ’ ἔτος θὰ καταβάλλῃ ἡ Κεφαλληνία διὰ τῶν ἐπιβαλλομένων δασμῶν εἰς τὸ δημοτικὸν ταμεῖον ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τῶν δήμων, ἐκ τούτων δὲ, κατὰ τοὺς πίνακας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, θὰ λάβῃ, ἐκ μὲν τῆς ἀναλο-
γίας τοῦ κατὰ πληθυσμὸν διανεμομένου φόρου····· 44,330
Ἐκ τῆς τοῦ κατὰ τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν········ 14,403
Ἐκ τῆς τοῦ κατὰ τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων···· 62,134
Τὸ ὅλον········································ 121,401
Κατὰ τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν, τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, καὶ κατὰ τοὺς πίνακας αὐτοῦ, καὶ τὸ ὁποῖον ἤθελε ψηφισθῆ παρὰ τῆς Βουλῆς, ἐὰν δὲν ἠθέλομεν ἐπιμείνει εἰς τὴν παραπομπὴν αὐτοῦ εἰς ἐπιτροπὴν, οἱ δῆμοι τῆς Κεφαλληνίας καταδικάζονται νὰ καταβάλλωσι κατ’ ἔτος 531,385 δραχμὰς, νὰ λαμβάνωσι δὲ διὰ τὰς ἀνάγκας των 121,124. Ἂς ὑποθέσωμεν νῦν, ὅτι διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου καὶ τῆς νέας ἀναλογίας λαμβάνουσιν οἱ δῆμοι τὸ ὅλον εἰσπραχθὲν κατὰ τὸ 1888 ποσὸν, ἤτοι 220,490. Αὗται, ἀφαιρούμεναι ἀπὸ τὰς 531,385, ἀφίνουσιν ὑπόλοιπον 310,895, τὰς ὁποίας θὰ καταβάλλωσιν οἱ φορολογούμενοι δῆμοι τῆς Κεφαλληνίας ὑπὲρ ἄλλων δήμων.
§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ νομὸς Κεφαλληνίας δὲν ἀποτελεῖται ἐξ ἑνὸς δήμου, ἀποτελεῖται ἐκ πολλῶν δήμων· καὶ οἱ μὲν δῆμοι, οἵτινες δὲν λαμβάνουσι κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὅσα ἐλάμβανον κατὰ τὸν κείμενον νόμον ἐν ἔτει 1889, θ’ ἀναπληρώσωσι τὴν διαφορὰν ἐκ τοῦ ταμείου τῶν πλεονασμάτων οὐχὶ τῆς νήσου Κεφαλληνίας, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ταμείου τῶν πλεονασμάτων τοῦ ὅλου Κράτους, οἱ δὲ δῆμοι, οἱ λαμβάνοντες πλειότερα, θὰ κρατήσωσιν ἀκέραια ὅσα ἐλάμβανον κατὰ τὸ 1889 καὶ ἐκ τοῦ ἐπὶ πλέον ποσοῦ 10% ἐφ’ ὧν ἐλάμβανον κατὰ τὸ 1889, ἀφοῦ δὲ ἀποδώσωσιν 24 τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ ὑπολοίπου εἰς τοὺς ζημιουμένους, θ’ ἀποταμιεύσωσι τὰ 74 ἑκατοστὰ τοῦ ὑπολοίπου τούτου.
§73ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὅλοι οἱ ὑπολογισμοί σας ἀποδεικνύουσι μόνον δικαίαν τὴν ἀπαίτησίν μας, ὅπως τὸ νομοσχέδιον παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν, ἢ μελετηθῇ ἐμβριθέστερον· διότι, καὶ ἂν δὲν ὑποθέσωμεν, ὅτι κατὰ τὸν ὑπολογισμόν σας οἱ δῆμοι θὰ λάβωσι πᾶν, ὅ,τι ἀπετέλει τὸ ἔσοδον τοῦ 1888, ἤτοι, ἀντὶ 121,124, θὰ λάβωσι 220,490, ἐρχόμεθα εἰς τὰ ἀποτελέσματα, ἅπερ ἠκούσατε· ἤτοι, ἐνῷ οἱ δῆμοι Κεφαλληνίας θὰ καταβάλλωσι 531,385, θ’ ἀπολαμβάνωσι 220,490 μόνον.
§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας, λέγω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι 220,000 μόνον, διότι κατὰ τὸ 1888 ἀπελάμβανε 240,000.
§75ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὡμίλησα περὶ μόνης τῆς Κεφαλληνίας, ἀφίνων τὴν Ἰθάκην, μεθ’ ἧς ὑπολογίζεται τὸ ποσὸν τοῦτο.
§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχω ἐν τῷ πίνακι τὸν ὑπολογισμὸν οὕτω διῃρημένον, ὥστε δὲν δύναμαι νὰ σᾶς παρακολουθήσω.
§77ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐγὼ σᾶς ἀνέφερα τὸν λογαριασμὸν συμφώνως πρὸς τὸ περιεχόμενον τῶν δοθέντων παρ’ ὑμῶν πινάκων, οἵτινες χωρίζουσι τὸ ἔσοδον τῆς Κεφαλληνίας ἐκ τοῦ τῆς Ἰθάκης.
§78ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι καὶ κατὰ τοὺς πίνακας τοὺς δημοσιευμένους ἡ Κεφαλληνία δὲν θὰ δικαιοῦται νὰ λαμβάνῃ ἢ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον περίπου ἐλάμβανε καὶ μέχρι τοῦδε· τὸ ὅλον δὲ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ λαμβάνῃ αὕτη, ἀνέρχεται εἰς 250,000 κατ’ ἀνώτατον ὅρον.
§79ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα· αὐτὸ εἶναι ἀκριβές.
§80ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δέχομαι τὴν ὁμολογίαν σας. Ἡ διαφορά μας συνίσταται εἰς 5,000; ἔστω· λοιπὸν θὰ λάβῃ, ἀντὶ 531,385 δραχμῶν, 225,000. Ἤτοι θὰ καταβάλλῃ ὁ γεωργὸς, ὁ ζῶν συνήθως ἐκ ξηροῦ ἄρτου, 306,000 περίπου ἐπὶ πλέον διὰ τὰς δημοτικάς του ἀνάγκας, καὶ θὰ θεραπεύῃ δι’ αὐτῶν τὰς ἀνάγκας τῶν μεγάλων καὶ πλουσίων δήμων.
§81ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπολογίζει ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι πᾶν τὸ καταβαλλόμενον ἐν τῷ τελωνείῳ Κεφαλληνίας, τὸ ὁποῖον μάλιστα δὲν φρονῶ, ὅτι ἀκριβῶς ὑπολογίζει, καταβάλλεται ἕνεκα τοπικῆς καταναλώσεως. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι ἐκ Κεφαλληνίας γίνεται καὶ μεταρορὰ τῶν ἐκεῖ εἰσαγομένων εἰς ἄλλα μέρη τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Βουλευτὴς θέλει νὰ παραστήσῃ, ὅτι ὁ λαὸς τῆς Κεφαλληνίας θὰ πληρώσῃ πᾶν ὅ,τι καταβάλλεται ἐν τοῖς τελωνείοις αὐτοῦ ἐκ δασμῶν, ἀλλὰ τοῦτο, ὡς εἶπον, δὲν εἶναι ἀκριβές.
§82ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἄλλου οἱουδήποτε τελωνείου, ἤθελον διστάσει νὰ σᾶς ἀπαντήσω, ὅτι εἶναι δυστυχῶς ἀκριβέστατον. Ὑπῆρχεν ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἡ Κεφαλληνία ἦτο ἀποθήκη ἐμπορικὴ, ἐξ ἧς ἐπρομηθεύοντο καὶ ἄλλα μέρη, ἀλλ’ ἡ ἐποχὴ ἐκείνη δυστυχῶς παρῆλθε, καὶ ἤδη οὐ μόνον δὲν προμηθεύομεν ἡμεῖς ἢ ἐλάχιστα, ἀλλὰ καὶ προμηθευόμεθα πλεῖστα ἐμπορεύματα ἐξ ἄλλων λιμένων καὶ ἰδίᾳ ἐκ Ζακύνθου καὶ ἐκ Πατρῶν. Σφάλλετε ἑπομένως, κύριε Πρωθυπουργὲ, εἰς τὰς πληροφορίας σας.
§83ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὅταν αἱ Πάτραι ἔχωσιν ἀνάγκην σίτου, προμηθεύονται αὐτὸν ἐκ Κεφαλληνίας.
§84ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Συμβαίνει ἐνίοτε τὰ φορτία νὰ μὴ ἐκφορτόνωνται ἐν Κεφαλληνίᾳ, ἀλλὰ μέρος αὐτῶν, τὸ δὲ ὑπόλοιπον μεταφέρει τὸ ἴδιον πλοῖον εἰς Πάτρας ἢ ἀλλαχοῦ, χωρὶς νὰ τὸ εἰσάγῃ εἰς Κεφαλληνίαν. Ἀλλὰ τέλος πάντων δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι φορολογεῖ διὰ τοῦ σίτου τὸν γεωργὸν καὶ ἐργάτην, καὶ τοῦ ἀφαιρεῖ τὸν ἄρτον, διὰ νὰ τὸν δώσῃ εἰς τοὺς μᾶλλον πλουσίους, ὡς ἐξέθεσα, ἀναπτύξας τὰ τοῦ φόρου τοῦ σίτου, καὶ ἡ Κεφαλληνία δὲ καὶ σχεδὸν ὅλαι αἱ νῆσοι, καὶ αἱ σταφιδοφόροι ἐπαρχίαι καὶ τὰ ὀρεινὰ μέρη εἰς τὴν αὐτὴν τάξιν εἰσίν· ὅλοι αὐτοὶ θὰ φορολογῶνται διὰ τὸν σῖτον, τὸν ὁποῖον θὰ καταναλίσκωσιν, ὑπὲρ ἄλλων. Προκαλῶ δὲ τὸν Πρωθυπουργὸν, νὰ ὑποβάλῃ πίνακα, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ προκύπτῃ τί ποσὸν, τελωνιζόμενον ἐν Κεφαλληνίᾳ, εἰσάγεται κατόπιν εἰς ἄλλους λιμένας, διὰ νὰ ἐκλείψῃ πᾶσα ἀμφιβολία.
§85ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ πίνακας, οἱ ὁποῖοι νὰ ἀποδεικνύωσι, τί ποσὸν ὁριστικῶς θὰ διανεμηθῇ.
§86ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐργασθῶμεν οὕτω ἐπὶ τόσον σπουδαίου νομοσχεδίου, δὲν εἶναι δυνατὸν ὅλας αὐτὰς τὰς ἐρεύνας νὰ τὰς κάμῃ ἡ Βουλή.
§87ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ἂν συζητηθῶσι, πάλιν θὰ θελήσῃ ἡ Βουλὴ νὰ τὰ συζητήσῃ, διότι τῆς Ἐπιτροπῆς θὰ μετάσχωσι μόνον 12 Βουλευταί, ἀλλὰ μένουσιν ἄλλοι 138, καὶ αὐτοὶ θέλοντες νὰ φωτισθῶσι. Τὰ τῶν ἀριθμῶν πάντως ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ θέλουσι παρασκευασθῆ, ἡ δὲ ἀκρίβεια τῶν ἀριθμῶν δὲν ἐλέγχεται δι’ ἀγορεύσεων ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀλλὰ διὰ τῆς παραβολῆς τῶν πορισμάτων πρὸς τὰ στοιχεῖα. Ἄν ὅμως θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ περὶ τοῦ θέματος, ἡ συζήτησις ἀναγκαίως θὰ στραφῇ περὶ τὰ γενικώτερα, τὰ δὲ ἀποτελέσματα, οἷα τῇ παρουσιάζονται ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, ἀποτελοῦσι προϋπόθεσιν τῶν σκέψεων ἀσφαλῆ ἐφ’ ὅσον οἱ πίνακες ἐπαγγέλλονται ἀκρίβειαν, εἴπομεν δὲ, ὅτι τὰ ποσὰ, τ’ ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ στήλῃ τοῦ ἔτους 1889, τοῦ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἀποτελοῦντος τὸν ὅρον τῆς συγκρίσεως, δὲν εἶναι ἀκριβῆ ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἔτος, εἰς ὃ ἀπεδόθησαν, παραληφθέντα ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ 1888. Τ’ ἀποτελέσματα τοῦ 1889 θέλουσιν ἐξακριβωθῆ κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ νομοσχεδίου· κατὰ τ’ ἄλλα οἱ πίνακες εἶναι ἀκριβεῖς λογιστικῶς, ἀλλ’ ἐὰν θέλητε τὸν ἔλεγχον, πρέπει νὰ ἐργασθῆτε ὡς ἐν ἐπιτροπῇ.
§88ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ σᾶς ὑπέβαλεν ἕνα εἰδικὸν λογαριασμὸν ὁ κ. Βαλσαμάκης περὶ Κεφαλληνίας, καὶ σεῖς τὸν ἀμφισβητεῖτε, καὶ ἐν τῷ δικαίῳ σας, διότι δὲν δύναται νὰ καταρτίσῃ πίνακα τοιοῦτον λογιστικὸν μετὰ πλήρους ἀσφαλείας. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν, εἶναι, νὰ ἔχωμεν τὰ ἀποτελέσματα, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ καταλήξῃ τὸ νέον νομοσχέδιον, διότι οἱ πίνακες, τοὺς ὁποίους ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν, εἶναι τοῦ προηγουμένου νομοσχεδίου. Ἐπὶ τοῦ νέου νομοσχεδίου καταρτίζετε νέους πίνακας, ἐν τούτοις θέλετε ἡ Βουλὴ νὰ κατατρίβῃ τὸν καιρόν της ἐπὶ ὑπολογισμῶν, τῶν ὁποίων τὴν ἀκρίβειαν ἀμφισβητεῖτε σεῖς.
§89ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ ὑποβληθησόμενος πίναξ δὲν ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ ζήτημα, περὶ οὗ ὁμιλεῖ ὁ κ. Βαλσαμάκης. Εἶπον δὲ, ὅτι καταλήγει εἰς 24% ἐκ τοῦ κατὰ τὸ νομοσχέδιον πλεονάσματος, ἤτοι τοῦ ὑπολειπομένου μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 10 ἑκατοστῶν. Αὕτη εἶναι ἡ μόνη ἐκτελεστέα πρᾶξις, καὶ ταύτην θὰ περιλαμβάνῃ ὁ πίναξ. Ἄλλο τι δὲν ἐζητήθη. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὑποθέτει, ὅτι αἱ εἰσπράξεις ἑκάστου δήμου ἀνήκουσιν εἰς τὸν δῆμον, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τοῦ δήμου Ἑρμουπόλεως ἀνήκουσιν εἰς τὸν δῆμον Ἑρμουπόλεως καὶ ἐπὶ τῇ προϋποθέσει ταύτῃ ἐποιήσατο ὑπολογισμοὺς ἀναλογιῶν περὶ τῶν ἀποδοθησομένων εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον, ἀποδεικνύων ὅτι ὁ δῆμος Ἑρμουπόλεως ζημιοῦται, ὡς μὴ ἀπολαμβάνων ἀκέραιον τὸ εἰσπραττόμενον ἐν τῷ τελωνείῳ Σύρου ποσοστὸν τῶν 30%. Ἀφοῦ ἡ βάσις τῆς σκέψεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ περὶ τοῦ δικαιώματος τῶν δήμων ἐπὶ τὰ ποσοστὰ εἶναι ὅλως ἐσφαλμένη, τὰ συμπεράσματα τῶν σκέψεων τούτων οὐδεμίαν δύνανται νὰ ἔχωσι σημασίαν περὶ τὴν ἐκτίμησιν τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου.
§90ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ζητεῖταί τι, διότι δὲν εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν σήμερον. Ἀναγκαίως πρέπει νὰ ἔχωμεν πίνακας, ἐκ τῶν ὁποίων νὰ προκύπτῃ, τί ὁριστικῶς ἕκαστος δῆμος πρόκειται νὰ λαμβάνῃ δυνάμει τοῦ νέου νομοσχεδίου. Ἀκριβῶς ἐπ’ αὐτοῦ συζητεῖ ὁ κ. Βαλσαμάκης. Σᾶς εἶπεν, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νομοσχεδίου θὰ φέρωσιν εἰς τὸ ἄτοπον, ὅτι, ἐνῷ ὁ νομὸς Κεφαλληνίας θὰ καταβάλλῃ 500,000 δραχμὰς, δὲν θὰ λαμβάνῃ παρὰ μόνον 150,000. Μετὰ ταῦτα ὅμως λέγετε, ὅτι δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ ἀφαιρέσωμεν τὸ 24%. Πόθεν τὸ ἐξάγετε αὐτὸ τὸ 24%; Δι’ ἡμᾶς ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς εἶναι ἐντελῶς αὐθαίρετος, ἀφοῦ ὅλαι αἱ πράξεις, τὰς ὁποίας κάμνετε, διὰ νὰ φθάσητε εἰς τὸ 24%, εἶναι ἄγνωστοι εἰς ἡμᾶς. Λοιπὸν, ὅταν ἐννοῆτε ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ νὰ ἐργασθῇ ὡς ἐπιτροπὴ, δώσατε εἰς αὐτὴν τὰ στοιχεῖα, διὰ νὰ σκεφθῇ.
§91ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐκτὸς τῆς πληροφορίας ταύτης ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη θεμελιώδης, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἕκαστος νομὸς καὶ κατὰ προσέγγισιν ἕκαστος δῆμος θέλει πληρόνει διὰ τῆς νέας φορολογίας. Ἡ νέα φορολογία, ὅσον καὶ ἂν χαρακτηρίζεται φορολογία δημοσία, ἔχει δικαιολογικὴν βάσιν τὰς δημοτικὰς ἀνάγκας, εἶναι ἑπομένως κατ’ οὐσίαν δημοτικὴ φορολογία, ἐκτὸς ἐὰν ὁμολογήσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὸ Κράτος ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλῃ νέαν φορολογίαν. Τοιοῦτόν τι ὅμως δὲν εἶπεν, ἀλλὰ ὡς δικαιολογίαν τοῦ φόρου παριστᾷ τὰς δημοτικὰς ἀνάγκας. Ἀφοῦ λοιπὸν πρόκειται περὶ δημοτικῆς φορολογίας, ὀφείλομεν νὰ γνωρίζωμεν, τί θὰ πληρόνῃ, ἂν ὄχι ἕκαστος δῆμος, τοὐλάχιστον ἕκαστος νομός. Δὲν εἶναι βεβαίως δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ, τί ἕκαστος δῆμος θὰ πληρώσῃ, ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν, τί περίπου θὰ βαρύνῃ ἕκαστον νομόν.
§92ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀδύνατον· δὲν ἠμπορεῖτε νὰ γνωρίζητε, ἂν τὸ καταβαλλόμενον ἐν τῷ νομῷ καταβάλληται χάριν τοῦ νομοῦ.
§93ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ δύναται νὰ κάμῃ ὑπολογισμούς τινας, πλησιάζοντας τὴν ἀλήθειαν. Θὰ ἴδωμεν οὕτως, ἂν ὁ ἐπιβαλλόμενος φόρος περιέχῃ τοιαύτας ἀδικίας διά τινας νομούς, ὥστε ν’ ἀποβαίνῃ παράλογος καὶ ἄδικος. Θὰ ἦναι παράλογος καὶ ἄδικος, ἂν π. χ. ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ νομὸς Κεφαλληνίας πρόκειται νὰ φορολογηθῇ μὲ 500 χιλιάδας καὶ νὰ λάβῃ μόνον 250 χιλιάδας. Δὲν ἔχει δικαίωμα τὸ Κράτος νὰ εἴπῃ: «σὲ φορολογῶ χάριν δημοτικῶν ἀναγκῶν μὲ 500,000, σοὶ ἀποδίδω δὲ μόνον 250 χιλιάδας». Τοιαῦται ἀδικίαι ἂν ὑφίστανται, ὁ νόμος ἀποβαίνει ἐντελῶς ἄδικος.
§94ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πρώτην φορὰν ἠκούσθη, ὅτι νομοσχέδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου παρουσιάζονται τοιαῦται ἀνωμαλίαι καὶ περὶ τὴν σύνταξιν καὶ περὶ τὴν κατάληψιν αὐτοῦ, ὡς ἀποδεικνύει τὸ παράδειγμα τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βαλσαμάκη, προδήλως ὑποπεσόντος εἰς πλάνην, μᾶς κρατεῖ ὅλους στασίμους καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν περὶ τίνος πρόκειται. Πρώτην, λέγω, φορὰν ἀκούω, ὅτι τοιοῦτον νομοσχέδιον δὲν πρέπει νὰ ἐρευνηθῇ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, διότι εἶναι δύσκολον. Ἀλλ’ ὁ θεσμὸς τῶν ἐπιτροπῶν ἐξευρέθη διὰ τοιαύτας ἀνάγκας. Ὅταν τὰ νομοσχέδια ἔχωσι τοιαύτας εἰδικὰς ἐννοίας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι κοινῶς καταληπταὶ εἰς πάντας τοὺς Βουλευτὰς, τότε πρὸ πάντων ἐνδείκνυται ἡ ἀνάγκη νὰ παραπέμπωνται εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, καὶ νὰ εἰσάγωνται εἰς τὴν Βουλὴν καθαριζόμενα, σαφηνιζόμενα καὶ ἐπεξηγούμενα δι’ ἐκθέσεως, ἥτις νὰ φωτίζῃ καὶ τοὺς μὴ ἔχοντας εἰδικὰς γνώσεις. Ἐνθυμοῦμαι ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ἀρτίως εἰς τὴν Βουλὴν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἡ ἐπιτροπὴ ἐποιήσατο τοιαύτην μελέτην, ἥτις ἐφώτισε καὶ τὸν ἴδιον Ὑπουργόν. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ποῦ στηρίζεται ὁ Πρωθυπουργὸς, προτείνων νὰ μεταβληθῇ ἡ Βουλὴ εἰς ἐπιτροπὴν, διὰ νὰ μὴ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπὴν, δηλ. πῶς κατορθόνει νὰ πιστεύσῃ, ὅτι εἶναι εὐκολώτερον νὰ συζητήσουν ὡς ἐν ἐπιτροπῇ 150 Βουλευταὶ, μὴ ὄντες ἕτοιμοι εἰς μελέτην, παρὰ οἱ 15 μόνον συνάδελφοι, οἱ τὴν ἐπιτροπὴν ἀπαρτίσαντες, οἱ ὁποῖοι θὰ μελετήσωσι τὸ νομοσχέδιον καὶ θὰ φωτίσωσι τὴν Βουλήν. Αὐτὸ δὲν τὸ ἐννοῶ, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ἐπιτροπὴν ἐξ 150 προσώπων συγκειμένην. Ἐὰν ὑπάρχῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εὐλόγως εἶναι ἄξιον ἐπισταμένης ἐρεύνης δι’ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, εἶναι τὸ παρὸν, ἐὰν πρόκηται περὶ ταχύτητος ἐν τῇ διεξαγωγῇ αὐτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ. Νομίζω ὅτι αὐτὸς ὁ λαβύρινθος ὁ ἀδιέξοδος, εἰς τὸν ὁποῖον εἰσήλθομεν, μαρτυρεῖ, ὅτι οὔτε χρόνον θὰ κερδήσωμεν, οὐδὲ θὰ ἐργασθῶμεν ἐν ἐπιγνώσει, ἐκτὸς ἐὰν ἐννοῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ ψηφίσωμεν χωρὶς νὰ τὸ ἐννοήσωμεν· διότι ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι δὲν τὸ ἐνόησα, μεθ’ ὅλας τὰς ἀναπτύξεις καὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Βαλσαμάκη. Ἄν πρόκηται οὕτω πως νὰ ψηφίσωμεν, διὰ νὰ ἐπιβάλωμεν ἐμμέσους φόρους 8 ἑκατομμυρίων, καὶ νὰ βαρύνωμεν τὸν λαὸν τὸν ἀστικὸν καὶ τὴν μεσαίαν τάξιν, δηλ. τὸν πληθυσμὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ ἔκφρασις καὶ ἡ δύναμις τῆς κοινωνίας, ἂν λοιπὸν πρόκηται νὰ ἐπιβαρύνωμεν αὐτὴν τὴν τάξιν οὕτω εἰς τὰ τυφλὰ, νομίζω ὅτι πράττομεν ἀλόγιστον πρᾶξιν. Ἑπομένως παρακαλῶ νὰ στέρξῃ ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ βασανισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν προηγουμένως, ὥστε νὰ ἔχωμεν ὁδηγὸν μίαν ἔκθεσιν ἡμεῖς, οἱ μὴ ἔχοντες εἰδικότητα, διότι ἄλλως θὰ ψηφίσωμεν τυφλῶς.
§95ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς ἀπ’ ἀρχῆς εἴπομεν, ὅτι προθύμως θὰ ἐδεχόμεθα τὴν παραπομπὴν εἰς ἐπιτροπὴν, καὶ ἐγένετο ἡ παραπομπὴ, ἥτις οὐδὲν παρήγαγεν ἀποτέλεσμα, ἀποδειχθέντος, ὅτι δὲν ὑπῆρχε παρὰ τῇ ἐπιτροπῇ ἡ διάθεσις πρὸς τὴν ἐργασίαν. Ἀπῃτεῖτο πολλὴ ἐργασία ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἵνα ἐπέλθῃ ἀποτέλεσμα, ἡ δ’ ἐπιτροπὴ δὲν ἐπεδόθη εἰς τὸ ἔργον, ὅπως καταλήξῃ εἰς ἀποτέλεσμα. Οἱ δύο ἀντιπολιτευόμενοι, οἱ μετασχόντες τῆς ἐπιτροπῆς, ἐπέῤῥιπτον εἰς τοὺς τῆς Συμπολιτεύσεως τὸ πρὸς ἐργασίαν ἀπρόθυμον, οἱ δὲ τῆς Συμπολιτεύσεως ἰσχυρίζοντο, ὅτι παραίτιοι τῆς ἀργίας τῆς ἐπιτροπῆς ἦσαν οἱ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ταῦτα δὲν φαίνονται ὑποσχόμενα χρήσιμόν τι. Ἂν ἡ ἐπιτροπὴ εἶχε διάθεσιν νὰ ἐργασθῇ, θὰ εἴχομεν ὑπ’ ὄψει προϊόντα τῆς ἐργασίας αὐτῆς· ἀλλὰ καὶ ἂν ἡ ἐπιτροπὴ εἰργάζετο, πάλιν τὸ νομοσχέδιον θὰ συνεζητεῖτο ἐν τῇ Βουλῇ, ὡς τὸ βλέπομεν συζητούμενον, διότι ἐπὶ τῶν κατὰ μέρος διατάξεων, πλὴν τῆς γενικωτέρας αὐτῶν ἐννοίας, διαφέρει ἑκάστῳ τῶν συζητούντων ἡ εἰδικωτέρα αὐτῶν ἐφαρμογὴ εἰς τοῦ ἰδίου νομοῦ τοὺς δήμους. Ἰδοὺ, ὁ κ. Βαλσαμάκης ὁμιλεῖ περὶ Κεφαλληνίας, καὶ φρονεῖ, ὅτι δύναται νὰ θεωρήσῃ ὡς τοπικὰ εἰσοδήματα τὰ εἰσοδήματα τοῦ τελωνείου Κεφαλληνίας· εἰς τοῦτο γίνεται ἀντίῤῥησις, ὅτι δὲν εἶναι τοπικά. Ἂν τοιαύτην ἀρχὴν ἐφηρμόζομεν εἰς τὰ τελωνεῖα πρώτης τάξεως καὶ εἰς ἄλλα, δι’ ὧν γίνεται εἰσαγωγὴ, μὴ ἀφορῶσα μόνον εἰς τὴν κατανάλωσιν τῆς περιφερείας τοῦ τελωνείου, εἰς τοὺς δήμους τῆς περιφερείας θὰ ἐγίνετο ἀπόδοσις ὅλως δυσανάλογος πρὸς τ’ ἀποδοθησόμενα εἰς ἄλλους δήμους, ὁ δὲ νόμος θ’ ἀπεδεικνύετο ἀτελεσφόρητος. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ἔλειπον πίνακες ἀναγκαῖοι πρὸς τὴν συζήτησιν· ἀλλ’ οἱ πίνακες, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας, δὲν εἶναι ἀναγκαῖοι, ἀναγόμενοι εἰς ἄσχετα πρὸς τὸ προκείμενον, ἐνῷ πίνακες ἄλλοι, περὶ ὧν δὲν ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, σχετίζονται μὲν πρὸς τὸ προκείμενον, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖοι πρὸς τὴν συζήτησιν, ὡς ἀναπληρούμενοι σχεδὸν ὑπὸ τῶν προσκομισθέντων. Οἱ πίνακες οὗτοι θὰ συνετέλουν εἰς τὴν συζήτησιν, συμπληροῦντες τοὺς τέως δημοσιευθέντας, ἀλλὰ καὶ ἄνευ τῶν πινάκων, ἀφοῦ γινώσκομεν τὸ γενικὸν αὐτῶν πόρισμα, ἤτοι τ’ ἀφαιρετέα ἀπὸ τῶν πλεονασμάτων ποσοστὰ, δυνάμεθα, ἐκτελοῦντες ἕκαστος δι’ ἑαυτὸν τὴν ἀριθμητικὴν πρᾶξιν ἐπὶ τῶν προσόδων οἱουδήποτε δήμου κατὰ τοὺς ἀνὰ χεῖρας ἡμῶν πίνακας, νὰ ἐξεύρωμεν τὸν ὁριστικὸν τῆς διανομῆς ἀναλογισμόν· ἡ πρᾶξις, ὡς προεῖπον, συνίσταται εἰς τὴν ἀφαίρεσιν 24% ἀπὸ τοῦ μετὰ τὴν προαφαίρεσιν 10% ὑπολοίπου τοῦ πλεονάσματος τοῦ δήμου. Ὁ ὑποβληθησόμενος πίναξ ἀναγράφει τ’ ἀποτελέσματα, ὧν πόρισμα εἶναι τὰ ὡς εἴρηται ἀφαιρετέα ποσοστὰ, ἅτινα ἴσως μεταβληθῶσι κατά τι ἐκ τοῦ ἐλέγχου τῶν ἀποτελεσμάτων. Τὴν Δευτέραν θὰ ἔχωμεν ἀνὰ χεῖρας τὸν πίνακα· ἀλλὰ καὶ ἄνευ τοῦ πίνακος κατέχει ἕκαστος τὰ στοιχεῖα πρὸς ἐξεύρεσιν παντὸς τοῦ ἐν αὐτῷ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὁμιλεῖ περὶ τοῦ τροποποιηθέντος νομοσχεδίου ὡς νομοσχεδίου νέου, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον εἶναι αὐτὸ τὸ προηγούμενον μετὰ μιᾶς τροποποιήσεως, ἣν παρεδέχθημεν ἐξ ὑποχωρήσεως πρὸς τὸ καθεστὸς, χάριν τῆς συνεννοήσεως· τὸ καθεστὸς βαρύνει πάντοτε ἐν τῇ πλάστιγγι, καὶ προκειμένου περὶ ῥιζικῶν τῆς νομοθεσίας μεταῤῥυθμίσεων, ἐπιβάλλονται προσωριναὶ ὑποχωρήσεις πρὸς τὰ τέως κείμενα χάριν τῆς ὁμαλωτέρας μεταβάσεως εἰς τὴν πλήρη τοῦ νέου συστήματος ἑρμηνείαν. Τίς ἡ ἔννοια τῆς ὑποχωρήσεως; Ἐὰν ἐφηρμόζετο τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου ἐν ἀπολύτῳ δικαιοσύνῃ, δῆμοί τινες θὰ ἐστεροῦντο τῶν εἰσοδημάτων, ὧν ἀπελάμβανον ἐπὶ μακρὸν, καὶ θὰ περιέπιπτον εἰς πλήρη οἰκονομικὴν σύγχυσιν· οἱ δῆμοι οὗτοι ἀπελάμβανον τέως τὰ ἐν δικαίῳ μὴ ἀνήκοντα εἰς αὐτοὺς ὡς ὑποβάλλοντες εἰς δασμὸν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὰ εἰσαγόμενα μὲν εἰς τὴν περιφέρειαν αὐτῶν, ἀλλὰ καταναλισκόμενα ἐν ἄλλοις δήμοις· ἐπὶ τοσοῦτον ὅμως διήρκεσεν ἡ καθ’ ὑπέρβασιν αὕτη ἀπόλαυσις, ὥστε διεκδικοῦσι σήμερον οἱ δῆμοι ἐν σχέσει πρὸς ταῦτα, ἂν μή τι ἄλλο, τίτλον ἐκ παραγραφῆς. Ὑπάρχουσι δῆμοι, οἷον ὁ τῶν Καλαμῶν, εἰσπράττοντες πολλαπλάσια τῶν ἀντιστοιχούντων πρὸς τὴν ἰδίαν κατανάλωσιν, διότι εἰς τὸν δασμὸν τοῦ δήμου Καλαμῶν εἰσφέρουσι καὶ οἱ δημόται ὁλοκλήρου τῆς περιφερείας οὐ μόνον τῆς τέως ἐπαρχίας Καλαμῶν, ἀλλὰ καὶ τοῦ νομοῦ, καὶ ἐπὶ τῶν οὕτως εἰσπραττομένων ὁ δῆμος Καλαμῶν στηρίζει ἀνέκαθεν ὁλόκληρον αὑτοῦ τὴν διοίκησιν. Εἰς ταῦτα ἀφορῶντες, ἐνομίσαμεν ὑποχώρησίν τινα ἐπιτρεπομένην· αὕτη δὲ εἶναι ἡ μόνη ἀξία λόγου τροποποίησις τοῦ νομοσχεδίου. Κατ’ αὐτὴν, οἱ δῆμοι, οἱ ἐν παραβολῇ πρὸς τὸ καταργούμενον καθεστὼς ὠφελούμενοι ἐκ τῆς δικαίας διανομῆς τοῦ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐπιβαλλομένου δασμοῦ ὑπὲρ τῶν δήμων, θ’ ἀποδίδωσιν εἰς τοὺς ζημιουμένους τὰ πρὸς συμπλήρωσιν τῆς προσόδου, ἥν οἱ δῆμοι οὗτοι ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ἀπελάμβανον, διότι ἄνευ τῆς συμπληρώσεως ταύτης κινδυνεύουσιν οἱ δῆμοι οὗτοι νὰ περιέλθωσιν εἰς πλήρη παράλυσιν.
§96ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἴσως οἱ φίλοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ οἱ ὑποστηρίζοντες αὐτὸν ὡς μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ὤφειλον ν’ ἀπαντήσουν, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεγνώρισεν, ὅτι τὰ δύο μέλη τῆς μειοψηφίας εἰργάσθησαν μετὰ τοῦ μεγαλειτέρου ζήλου, καὶ τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας ὤφειλον ν’ ἀναγνωρίσουν, ὅτι τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας προσεπάθησαν ἐκ παντὸς τρόπου νὰ παρεμποδίσωσι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι εὑρέθησαν πρὸ ἀτόπου, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώρισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ τὸ ἐχαρακτήρισεν ὡς ὑποχώρησιν. Πρόκειται νὰ χορηγήσῃ περισσότερα μέσα εἰς τοὺς δήμους. Αὐτὸς εἶναι ὁ κατάδηλος σκοπὸς τῶν νομοσχεδίων, ὄχι ὁ κεκρυμμένος, διότι περὶ τοῦ κεκρυμμένου θὰ ὁμιλήσω ἄλλοτε. Ὁ κατάδηλος σκοπὸς εἶναι ἡ χορήγησις μέσων εὐρυτέρων, καὶ ἐντούτοις εὑρίσκει, ὅτι ἔκαμε μεγάλην ὑποχώρησιν, διότι δὲν ἀφῄρεσε τὰ ⅔ τῶν ἐσόδων ἀπὸ τὸν δῆμον Καλαμῶν καὶ τὸ ⅓ ἀπὸ τὸν δῆμον Τριπόλεως, διότι δὲν ἠδίκησεν ἴσως 50 δήμους. Αὐτὸ δὲν εἶναι ὑποχώρησις, εἶναι τέλος πάντων ἀναγνώρισις τῶν λογικῶν παρατηρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, καὶ αἱ παρατηρήσεις ὑπῆρξαν τοιαῦται, ὥστε, οἱονδήποτε καὶ ἂν ἦτο τὸ πεῖσμα, τὸ ὁποῖον κυριεύει πᾶσαν σκέψιν μας, δὲν ἦτο δυνατὸν, παρὰ νὰ ὑποχωρήσῃ, ἀλλὰ δὲν ἦτο βεβαίως παραχώρησις γενομένη χάριν τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς. Τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν προσέκοψε ποσῶς, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν τακτικὴν Σύνοδον οὐδ’ ἐσκέπτετο περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Γνωρίζετε πάντες, πῶς κατηρτίζετο ἡ ἡμερησία διάταξις.
§97ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰσήλθομεν ποτὲ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§98ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ὡς πάντα τὰ ἄλλα, εἶχε τεθῆ κατὰ μέρος, παρενέπεσεν ἡ ἀσθένεια τοῦ Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς, ἕνεκα τῆς ὁποίας δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ συνταχθῇ ἡ ἔκθεσις, ἀλλὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν συνεκλήθη ἡ ἔκτακτος Σύνοδος, ἔρχεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ λέγει: ἀπέτυχεν ἡ Ἐπιτροπή. Πῶς ἀπέτυχεν, ἀφοῦ πᾶσαν τροποποίησιν εἰς τὸ παλαιὸν νομοσχέδιον τὴν ὀφείλετε εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν τῆς Ἐπιτροπῆς; Καὶ κατὰ τοῦτο ψέγω τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας, διότι ἔπρεπε νὰ τηρήσωσι τὸ μυστικὸν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐὰν λυποῦμαι, ὅτι εἰργάσθημεν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, λυποῦμαι, διότι ἔπρεπε νὰ ἀφήσωμεν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἀρχικῶς εἶχε καταρτισθῆ. Σήμερον ἀναγνωρίζετε τὸ σφάλμα, ἀλλὰ λέγετε, ὅτι τόσον ἐφωτίσθητε ἐκ τῶν παρατηρήσεων τῆς Ἐπιτροπῆς, ὥστε δὲν ἔχετε ἀνάγκην ἄλλης ἐργασίας, ὅτι δύναται ὁ κ. Βουλευτὴς Κεφαλληνίας νὰ κάμῃ ἕνα πίνακα δι’ ἰδίαν διασκέδασιν, ἀλλ’ οἱ ἄλλοι Βουλευταὶ δὲν ἔχουν ἀνάγκην. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἕκαστος Βουλευτὴς ὀφείλει νὰ κάμῃ καὶ ἰδίαν ἐργασίαν, ἀλλ’ ἡ ἐργασία δὲν εἶναι τοῦ προχείρου. Σεῖς κατωρθώσατε, ὡς εἴπετε, τὸ 24%, ἀλλὰ τὸ 24% αὐτὸ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα αὐθαιρέτων ὑπολογισμῶν. Ἐννοεῖτε νὰ λάβητε τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, χωρὶς νὰ τὴν φωτίσητε; Αὐτὸ βεβαίως εἶναι προσβολή. Ἡμεῖς ζητοῦμεν τοὺς πίνακας τῶν εἰσοδημάτων ἑνὸς ἑκάστου δήμου, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ ἀπαίτησίς μας δὲν θὰ ἐκληφθῇ ὡς κωλυσιεργία, ἀφοῦ ἐσταματήσαμεν ἐδῶ καὶ ἠναγκάσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ λάβῃ εἰς χεῖρας τὸν πίνακα τοῦ Βουλευτοῦ Κεφαλληνίας διὰ νὰ πεισθῇ ἐξ αὐτοῦ.
§99ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Διὰ νὰ τὸν ἐξελέγξῃ· ἐκ δὲ τῆς ἐξελέγξεως ἐξηκρίβωσεν, ὅτι ὑπῆρχεν ἓν λάθος ἀριθμητικὸν ἐν αὐτῷ.
§100ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Λογαριασμὸν, οἷον ζητεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαληνίας, δὲν δυνάμεθα νὰ παρουσιάσωμεν, ὡς ἐστερημένον ὑποστάσεως. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ζητοῦσιν ἀπολογισμὸν τῶν ὑπὸ τῶν δήμων ἐκ τῶν τελωνείων ἀπολαμβανομένων. Τοῦτο εἶναι ἀνεπίτευκτον· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γινώσκωμεν ἐκ τῶν ποσοστῶν τοῦ τελωνείου Πατρῶν, πόσα προέρχονται ἐκ καταναλώσεως τοῦ δήμου Πατρέων, πόσα ἐκ καταναλώσεως ἄλλων δήμων τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος καὶ πόσα ἐκ καταναλώσεως τῆς ὅλης Πελοποννήσου, διότι τὸ τελωνεῖον Πατρῶν εἰσάγει ἐμπορεύματα, κατασπειρόμενα ἀνὰ τὴν Πελοπόννησον, ἄνευ διατυπώσεων παρεχουσῶν τὰ στοιχεῖα πρὸς τὴν ἐξακρίβωσιν τοῦ τελικοῦ αὐτῶν προορισμοῦ. Τὸ παράπονον ἄρα, ὅτι ἐζητήθη τοιοῦτος πίναξ καὶ δὲν προσεκομίσθη, εἶναι ἀνώδυνον. Τοιοῦτος πίναξ οὐδέποτε θέλει προσκομισθῆ, διότι στοιχεῖα πρὸς τὴν σύνταξιν τοιούτου πίνακος δὲν ὑφίστανται, οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑφίστανται. Ἐὰν ἁπλῶς ἀφορᾷ ἡ αἴτησις εἰς πίνακα τῶν εἰσπράξεων ἑκάστου τελωνείου, τοιοῦτοι πίνακες εὕρηνται ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ μῆνα καταχωριζόμενοι ἐν αὐτῇ, ἀλλ’ εἰς οὐδὲν χρησιμεύουσι σχετικὸν πρὸς τὴν προκειμένην συζήτησιν.
§101ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι παρῆλθε καὶ ἡ ὥρα, καὶ πρέπει ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ δώσω ἐξήγησίν τινα εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζήτησα προηγουμένως. Ὅταν πρόκηται περὶ μέτρων τοσούτῳ ῥιζικῶν, οἷον τὸ παρὸν νομοσχέδιον, αἱ Κυβερνήσεις φροντίζουν νὰ λαμβάνωσι στατιστικὰς πληροφορίας πληρεστέρας τῶν ὑπαρχουσῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Τοιαύτας στατιστικὰς πληροφορίας ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ, ἂν ὄχι ὅπως γνωρίζῃ ἀκριβῶς, τί ἕκαστος δῆμος καταναλίσκει ἐκ τοῦ ποσοῦ, τοῦ εἰσαγομένου εἰς τὰ τελωνεῖα, ὅπερ δὲν ἠμπορεῖ νὰ γνωρίζῃ, καὶ ὅπερ δὲν ἐζήτησα, ἀλλὰ τί περίπου καταναλίσκει ἕκαστος νομὸς ἐκ τῶν εἰσαγομένων διὰ τῶν τελωνείων.
§102ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὑπάρχει. Ἡ ὑπηρεσία ἡ τελειοτέρα δὲν ἠμπορεῖ νὰ δώσῃ τοιοῦτον πίνακα. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ σᾶς δώσῃ, εἶναι ὅ,τι δίδομεν καὶ ἡμεῖς, ἀτελέστερον τοῦ ὅ,τι δίδουν οἱ ἄλλοι, ἀλλὰ κατὰ τρόπον ἐντελῶς εὐρωπαϊκόν.
§103ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιμένει, ὅτι οὐδεμία ὑπηρεσία δύναται νὰ μᾶς φωτίσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἀπατᾶται ὁ κ. Πρωθυπουργός· διότι, ἐὰν ἐνθυμηθῇ τὰς ἐργασίας, αἵτινες γίνονται ἐν διαφόροις Κοινοβουλίοις δι’ ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι ἐνεργοῦσιν ἀνακρίσεις (enquêtes) τακτικάς, ὅταν πρόκηται περὶ τοιούτων ζητημάτων, θὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι οὐχὶ μόνον περὶ τῆς καταναλώσεως νομῶν ἢ δήμων εὑρίσκονται πληροφορίαι, ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ ποσοῦ, τοῦ καταναλισκομένου ἐν ἑκάστῳ χωρίῳ καὶ ἐν ἑκάστῃ πόλει. Ὑπάρχουσιν ἀνακρίσεις, γινόμεναι παρὰ κοινοβουλευτικῶν ἐπιτροπῶν, αἵτινες εὑρίσκουσιν, ὄχι βεβαίως μετὰ μαθηματικῆς ἀκριβείας, ἀλλὰ κατὰ προσέγγισιν, τί ποσὸν ζακχάρεως π.χ. καταναλίσκει ἡ πόλις δεῖνα, ἢ τὸ χωρίον δεῖνα. Ἐγώ, ὅτε ἐζήτησα, τί περίπου καταναλίσκει ἕκαστος νομὸς, δὲν ἐζήτησα νὰ γνωρίσω τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον καταναλίσκει πόλις τις, τὸ εἰσαγόμενον ἐξ ὡρισμένου τελωνείου, ἀλλὰ τὸ ποσὸν, ὅπερ καταναλίσκει ἕκαστος δῆμος περίπου, ἀδιάφορον πόθεν εἰσάγεται. Τὸ περίπου δὲ τοῦτο δύναται ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν θέλῃ, νὰ τὸ εὕρῃ, ἀλλ’ ἀφοῦ ὁμολογεῖ τὴν ἀδυναμίαν της, ἡ ὁποία δὲν προέρχεται ἐκ τῆς στατιστικῆς ἀδυναμίας, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐλλείψεως μελέτης ἀκριβοῦς, τότε δύναται νὰ μᾶς δώσῃ τὴν ἑξῆς πληροφορίαν, νὰ συμπληρώσῃ τὸν ἑκάστοτε δημοσιευόμενον πίνακα τῆς εἰσαγωγῆς, τὸν δεικνύοντα τὰ διάφορα ἤδη, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται ἐν ἑκάστῳ τελωνείῳ. Διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν ἀμφισβητήσεις εἰς τοῦτο, ἐξηγοῦμαι. Τὸ τελωνεῖον Κορίνθου π. χ. εἰσπράττει ὡρισμένον ποσὸν, ὑποθέτω, 10,000 δραχμῶν ἐκ τίνων εἰδῶν; ἐὰν ἡ ὑπηρεσία δὲν δύναται νὰ μᾶς δώσῃ καὶ τὰς πληροφορίας ταύτας, τότε δὲν ἠξεύρω, τί δύναται νὰ δώσῃ αὕτη.
§104ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ὑπηρεσία δημοσιεύει πληροφορίας, οἵας οὐδέποτε ἄλλοτε, εἶναι δὲ πανθομολογούμενον, ὅτι ἡ στατιστικὴ τοῦ ἐμπορίου βαίνει ὁλονὲν συμπληρουμένη, ὅτι τὸ τεῦχος τοῦ 1888 καὶ κατὰ τὴν ἀκρίβειαν καὶ κατὰ τὴν ἔκτασιν εἶναι ὑπέρτερον τῶν προηγουμένων, τὸ δὲ τοῦ 1889 θὰ ἦναι ὑπέρτερον ἐκείνου, καὶ τὸ τοῦ 1890 θὰ ἦναι σχεδὸν ἰσοφαρὲς τῶν τοιούτων δημοσιευμάτων τῶν μᾶλλον προηγμένων ὑπηρεσιῶν. Τοῦτο ὅμως, τὸ παρ’ ὑμῶν ζητούμενον, ὅπως μιᾶς ἑκάστης τελωνειακῆς ἀρχῆς ἀνεξαιρέτως καθορίζωνται αἱ εἰσπράξεις ἐκ μιᾶς ἑκάστης δασμολογικῆς κλάσεως, τοῦτο οὐδαμοῦ ἐπετεύχθη, ἕνεκα τοῦ ὄγκου τοῦ δημοσιεύματος, ὃν ἐπάγεται τοιαύτη κατανομὴ τῆς ὕλης, μὴ γενομένης δὲ οὕτω τῆς κατανομῆς χάριν τοῦ δημοσιεύματος, θ’ ἀπῃτεῖτο ἤδη χρόνος πολὺς καὶ ἀπασχόλησις τῆς ὑπηρεσίας ἔκτακτος πρὸς παροχὴν σημειωμάτων περὶ τῶν αἰτηθέντων. Ἄλλως ἡ σχέσις τῶν τελωνειακῶν ἀρχῶν πρὸς τὰς περιφερείας τῆς καταναλώσεως εἶναι ἀβεβαία. Οὕτω βλέπομεν τὸ τελωνεῖον Ἀθηνῶν ἔχον ἐνίοτε μεγάλας εἰσπράξεις, μειούσας κατὰ τοσοῦτον τὰς εἰσπράξεις τοῦ τελωνείου Πειραιῶς· δὲν σημαίνει τοῦτο, ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ διὰ Πειραιῶς ἠλαττώθη, ἀλλὰ μαρτυρεῖ μετατόπισιν τοῦ τελωνισμοῦ τῶν τῆς συνήθους πρὸς τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς σχετιζομένης περιφερείας καταναλώσεως. Πίνακα τῶν κατὰ τὰ κείμενα εἰσπράξεων ἑκάστης τελωνειακῆς ἀρχῆς καὶ τῶν κατὰ τὸ νομοσχέδιον εἰσπράξεων περιλαμβάνει τὸ διανεμηθὲν τεῦχος.
§105ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂς μᾶς δοθῶσι τὰ ἔσοδα ἑκάστου τελωνείου διῃρημένα εἰς 3 κατηγορίας, ὅπως διαιρεῖται καὶ ὁ φόρος, δηλ. ζακχάρεως, σιτηρῶν καὶ λοιπῶν ἐμπορευμάτων. Ἐκ τοιούτων πληροφοριῶν θὰ δυνηθῶμεν νὰ μορφώσωμεν γνώμην τινά.
§106ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ δὲν θὰ ζητήσω πίνακα ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀφοῦ λέγει ὅτι εἶναι ἀδύνατον. Θὰ ἐρωτήσω τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀκριβῶς περὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ δήμου Καλαμῶν.
§107ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὸ πρῶτον νομοσχέδιον κατενέμετο ἡ πρόσοδος εἰς τριτημόρια, κατὰ τὸ δεύτερον ὅμως κατανέμεται εἰς πεμπτημόρια, ὧν τρία μὲν ἀποδίδονται εἰς τοὺς δήμους κατὰ λόγον τοῦ ἐσόδου τοῦ Δημοσίου ἐκ φόρου ἐπιτηδεύματος, ἀνὰ ἓν δὲ κατὰ λόγον τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τοῦ ἐσόδου τοῦ Δημοσίου ἐκ φόρου οἰκοδομῶν, ἀντὶ τῆς κατὰ τὸ πρῶτον νομοσχέδιον ἀποδόσεως δύο τριτημορίων κατὰ λόγον τῶν εἰρημένων ἐσόδων καὶ ἑνὸς κατὰ λόγον τοῦ πληθυσμοῦ. Ἐκ τῶν τριῶν τούτων βάσεων τοῦ ἀναλογισμοῦ ὁ πληθυσμὸς ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν ἀπορωτέρων δήμων, τὸ ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν ἔσοδον πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν εὐπορωτέρων δήμων, ἐν οἷς αἱ πολυτελεῖς οἰκοδομαὶ, καὶ τὸ ἐκ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος ἔσοδον πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν δήμων τῶν τασσομένων μεταξὺ τῶν εὐπορωτέρων καὶ τῶν ἀπορωτέρων, ὡς ἐχόντων ἀνεπτυγμένην βιομηχανίαν, ἀλλ’ εὐαρίθμους τὰς πολυτελεῖς οἰκοδομάς. Ὁ ἐπὶ τῶν βάσεων τούτων ἀναλογισμὸς τῆς προσόδου εἰς τοὺς δήμους δίδει σάρκα εἰς τὴν ἰδέαν, ἧς τὴν σύστασιν φαίνεται σκοποῦσα ἡ ἐρώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§108ΡΑΛΛΗΣ. Λέγει δηλαδὴ, ὅτι εἶναι ἰδέα τῆς Ἐπιτροπῆς.
§109ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αἱ αὐταὶ βάσεις τοῦ ἀναλογισμοῦ, αἱ ἐκδηλοῦσαι τὴν ἰδέαν, ὑπῆρχον καὶ ἐν τῷ πρώτῳ νομοσχεδίῳ, τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ἐν τῇ ἀρχικῇ διατυπώσει τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου περιελαμβάνετο καὶ ἡ ἄλλη τροποποίησις, ἣν ἤκουσα ἀποδιδομένην εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸ προσωρινὸν μέτρον τῆς ἀποδόσεως εἰς τοὺς δήμους τῶν πρὸς συμπλήρωσιν τῆς προσόδου, ἧς ἤδη ἀπολαμβάνουσιν. Ἡ περὶ τούτου διάταξις δὲν περιελήφθη ἐν τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίῳ, ἵνα μὴ παρεκκλίνωμεν, ἔστω καὶ προσωρινῶς, ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς ἀπολύτου δικαιοσύνης. Ὁ κ. Βουλευτὴς νομίζει, ὅτι ἐπενόησεν αὐτὸς τὴν προσωρινὴν διάταξιν, ἀλλὰ τίς, ἀντιλαμβανόμενος ὅτι δῆμος, ἀπολαμβάνων τέως προσόδου 100,000 δραχμῶν, θ’ ἀπολαμβάνῃ, ἐφαρμοζομένου τοῦ νέου συστήματος, μόνον 50,000, τίς δὲν θὰ συνελάμβανε τὴν ἰδέαν τῆς ἀναπληρώσεως τῆς ἐπὶ ἔλαττον διαφορᾶς ἐξ εἰσφορᾶς τῶν κατὰ τὸ νέον σύστημα πλείονα ἢ κατὰ τὸ καταργούμενον εἰσπραττόντων; ταύτην ὅμως τὴν ἰδέαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐναβρύνεται, ὅτι πρῶτος αὐτὸς ἀπεκάλυψεν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ.
§110ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν διεκδικῶ τὴν ἐφεύρεσιν αὐτήν.
§111ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελε πράξει εἰλικρινέστερον πρὸς τὴν Βουλὴν, μάλιστα μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκε, νὰ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι πρόκειται περὶ νέων φόρων δημοσίων, ἐπιβαλλομένων ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦτο.
§112ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ ἐπιβαλλόμενα πρόσθετα εἰς τὸν δημόσιον φόρον ποσοστὰ ἔχουσι τὸν χαρακτῆρα δημοσίου φόρου, ἀλλ’ ἐκ τοῦ προορισμοῦ εἶναι φόρος δημοτικὸς ὡς ἀποδοτέα εἰς τοὺς δήμους.
§113ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ......
§114ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ μεταβληθὲν σύστημα ἦτο ὅμοιον πρὸς τὸ μνησθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον ἐκανόνιζε τὸν ἀναλογισμὸν κατὰ τριτημόρια, ἀποδιδόμενα εἰς τοὺς δήμους κατὰ λόγον μὲν τοῦ πληθυσμοῦ ἑκάστου ἓν, δύο δὲ κατὰ λόγον τοῦ ἐσόδου ἑκάστου ἐκ φόρων οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδεύματος· ἀλλὰ καταρτισθέντων τῶν πινάκων τῆς ἐφαρμογῆς, ἀντελήφθημεν, ὅτι ἀπελήγομεν εἰς ἀποτελέσματα ἄνισα· ὅτε δὲ ἐδέησε ν’ αὐξήσωμεν τὸ ποσοστόν, ἡ ἐκ τούτου ὠφέλεια τῶν ἀγροτικῶν δήμων ἀπέβαινεν ὑπερβολικὴ, ἐπὶ ἀδίκῳ τῶν ἄλλων δήμων ζημία· διότι ἐπαρκὴς ὑπὲρ τῶν ἀγροτικῶν δήμων ἦτο ἡ ὠφέλεια ἁπάντων ἐκ τῆς κατὰ τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον ἀποδόσεως, ἧς ἡ ἀναλογία διατηρεῖται περίπου διὰ συνδυασμοῦ τῆς αὐξήσεως τῶν ποσοστῶν πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν πεμπτημορίων εἰς τὰ τριτημόρια καὶ τὴν ἀλλοίαν ἐκείνων διανομήν. Ὅλοι οἱ ἀγροτικοὶ δῆμοι ἐκ τῶν κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἀποδιδομένων εἰς αὐτοὺς προσόδων ὠφελοῦνται σπουδαιότατα, ἐκρίναμεν ὅμως, ὅτι ἐν δικαιοσύνῃ ἡ ὠφέλεια αὕτη ἦτο ἐπαρκὴς, καὶ ὅτε ἐδέησε ν’ αὐξήσωμεν τὸ ποσοστὸν ἀπὸ δύο δεκατημορίων εἰς τρία δεκατημόρια, ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὰ κατὰ τὸ πρῶτον νομοσχέδιον ἀποτελέσματα τῆς διανομῆς κατὰ πληθυσμὸν, ἐπιτυγχανόμενα διὰ τῆς ἀποδόσεως εἰς τοὺς δήμους κατὰ λόγον τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ πεμπτημορίου τῆς ἐκ τῶν ποσοστῶν προσόδου ἀντὶ τοῦ τριτημορίου. Ἐν δὲ τῷ ἀναλογισμῷ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐσόδων ἐκ φόρου οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδεύματος, κατὰ τὴν ἀρχικὴν διάταξιν δὲν ἐγίνετο διάκρισις τοῦ ἐσόδου ἐξ ἑκατέρου τῶν φόρων ἐν τῇ διανομῇ τῶν εἰς αὐτὸ ἀνηκόντων δύο τριτημορίων, ἀλλ’ ὑπερβολικὴν κατέδειξαν οἱ πίνακες τὴν ἐκ τούτου ὠφέλειαν τῶν εὐπορωτέρων δήμων, ὡς ἀποδιδομένων εἰς αὐτοὺς προσόδων δυσαναλόγως ὑπερτέρων τῶν καταργουμένων. Ἡ συνέπεια αὕτη τοῦ ὑπολογισμοῦ ἐν συνόλῳ τοῦ ἐσόδου ἐκ φόρου οἰκοδομῶν καὶ ἐκ φόρου ἐπιτηδεύματος αἰτίαν ἔχει, ὅτι ὁ φόρος ἐπιτηδεύματος εἶναι πολὺ γενικώτερος ἐν τῷ Κράτει τοῦ φόρου οἰκοδομῶν, διότι ὁ φόρος οἰκοδομῶν, ὡς πρόσοδος τοῦ Κράτους, ἔχει σπουδαιότητα μόνον ἐν δήμοις τὸν ἀριθμὸν ἐλαχίστοις, ἔνθα ὁ βίος εἶναι πολυτελής, ἐνῷ τὸν φόρον ἐπιτευδεύματος ἀποτίνει μέγας ἀριθμὸς τῶν κατοίκων παντὸς δήμου καὶ αὐτῶν τῶν ἀπορωτέρων καὶ αὐτῶν τῶν ἀγροτικῶν· ὅθεν εἰς τὸ ἔσοδον ἐκ φόρου ἐπιτηδεύματος ὡς τεκμήριον καταναλώσεως τῶν ἐμπορευμάτων, ὧν τὰ δασμολογικὰ ποσοστὰ ἀποτελοῦσι τὴν διανεμητέαν πρόσοδον, ἀνήκει ἀναλογία τῆς προσόδου ταύτης ἀποδοτέα, πολὺ ἀνωτέρα τῆς ἀντιστοιχούσης εἰς τὸ ἐκ φόρου οἰκοδομῶν ἔσοδον, τὸ μαρτυροῦν κατανάλωσιν μόνων τῶν εὐπορωτέρων κατοίκων, ἡ δ’ ἐπαύξησις τῆς εἰς τὸ ἔσοδον ἐκ φόρου ἐπιτηδεύματος ἀναλογιζομένης προσόδου ἐπάγεται μείζονα ἀπόδοσιν τῶν ἐκ τῶν δασμολογικῶν ποσοστῶν εἰσπραττομένων εἰς τοὺς μὴ διακρινομένους ἐπὶ τῷ ἐν αὐτοῖς πολυτελεῖ βίῳ δήμους, καὶ ἰδίως εἰς τοὺς ἀγροτικούς.
§115ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μοὶ ἐξηγήσητε, τὸ ἄνισον ποῦ τὸ ἐστηρίξατε; τὸ ἐστηρίξατε εἰς τὸν καταβαλλόμενον ὑπὸ ἑκάστου δήμου φόρον, καὶ κατὰ συνέπειαν ἐνοήσατε, ὅτι ἐδίδετε ὀλιγώτερον ἀπὸ ὅ,τι ὠφείλετε νὰ δώσητε εἰς ἕκαστον δῆμον, ἢ ἐδίδετε περισσότερα, καὶ ἕνεκα τούτου ἀφῃρέσατε;
§116ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ σχετίσω τὴν ἀπάντησίν μου πρὸς τοὺς δήμους τῆς Κεφαλληνίας. Διὰ τῶν χάριν τῆς ἰσότητος ἐπενεχθεισῶν εἰς τὸ νομοσχέδιον μεταβολῶν ὠφελοῦνται ὅλοι οἱ δῆμοι τῆς Κεφαλληνίας, διατηροῦντες ἐν τῷ ἀναλογισμῷ κατὰ πεμπτημόρια ὅ,τι λόγῳ τοῦ πληθυσμοῦ ἀπελάμβανον ἐκ τοῦ τριτημορίου, ἀλλὰ προσκτώμενοι, ὡς ἀγροτικοὶ τὸ πλεῖστον καὶ πάντως μὴ διακρινόμενοι ἐπὶ τῷ ἐν αὐτοῖς πολυτελεῖ βίῳ, τὰ ἐν τῷ ἀναλογισμῷ κατὰ πεμπτημόρια ἐπὶ πλέον ἀποδιδόμενα λόγῳ ἐσόδου ἐκ φόρου ἐπιτηδεύματος.
§117ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Θέλω νὰ μάθω, διατὶ τὸ ἐπράξατε.
§118ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ εἴπω πρῶτον τί ἐγένετο, καὶ κατόπιν τὸ διατί. Ἔλεγον ὅτι διὰ τοῦ κατὰ πεμπτημόρια ἀναλογισμοῦ ηὔξησεν ἡ ἀποδοτέα πρόσοδος εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς δήμους κατὰ λόγον τῆς αὐξήσεως τῶν ἀποδοτέων ἐπὶ τῷ μέτρῳ τοῦ ἐσόδου ἐκ φόρου ἐπιτηδεύματος, ὁ δὲ μετριασμὸς τῶν λόγῳ ἐσόδου ἐκ φόρου οἰκοδομῶν ἀποδοτέων δασμολογικῶν ποσοστῶν εἰς τοὺς πολυτελεῖς ἔχοντας οἰκοδομὰς δήμους προσδίδει πρόσοδον λόγῳ τοῦ ἐσόδου ἐκ φόρου ἐπιτηδεύματος εἰς πόλεις δευτερευούσας, οἷον τὸ Ἀργοστόλιον καὶ τὸ Ληξούριον. Ἦτο τοῦτο δίκαιον; λέγω ὅτι ἦτο δίκαιον· διατί; Κατὰ τὸ ἀρχικὸν σύστημα τῆς ἀποδόσεως τῶν εἰσπραττομένων ἐκ τῶν δασμολογικῶν ποσοστῶν ἀπεῤῥόφων κολοσσιαῖα ποσὰ οἱ δῆμοι, οἱ πολλὰς ἔχοντες οἰκοδομὰς πολυτελείας, οἱ δῆμοι Ἀθηνῶν, Ἑρμουπόλεως, Πατρῶν· δὲν ἦτο δὲ δίκαιον ν’ ἀπολαμβάνωσιν ἐκ τῶν ὑπὸ τῆς καταναλώσεως ὁλοκλήρου τοῦ Κράτους ὑπὲρ τῶν δήμων εἰσφερομένων τοιαῦτα ποσὰ τρεῖς ἢ τέσσαρες δῆμοι, παρ’ οἷς τὸ ἔσοδον τοῦ Δημοσίου ἐκ φόρου οἰκοδομῶν εἶναι δυσανάλογον πρὸς τὸ ἐκ τοῦ αὐτοῦ φόρου ἔσοδον ἄλλων δήμων.
§119ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Διατὶ δὲν ἦτο δίκαιον;
§120ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἰδοὺ διατί. Ἐκ τίνων ἐνδείξεων εἶναι ὀρθὸν νὰ κανονισθῇ ἡ διανομή; ἐκ τῶν περὶ τῆς καταναλώσεως ἐνδείξεων τῆς ἐκ τῆς ἐργασίας παραγωγῆς καὶ τῆς προσόδου ἐκ περιουσίας.
§121ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πολὺ καλά.
§122ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τί ἐννοεῖτε παραγωγῆς;
§123ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐννοῶ αὐτὴν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν πρὸς κατανάλωσιν δυνάμεων, ἃς ἀρύονται ἐκ τοῦ προϊόντος τῆς ἐργασίας αὑτῶν οἱ δημόται. Κατὰ τοῦτο ὁ πληθυσμὸς εἶναι τεκμήριον τῆς παραγωγῆς, ἑπομένως καὶ τῆς καταναλώσεως· εἰς τὸν πληθυσμὸν ἄρα ἀνήκει μερίδιον ἐν τῇ διανομῇ ἀνάλογον πρὸς τὴν ὑπ’ αὐτοῦ μαρτυρουμένην κατανάλωσιν· ἀλλ’ ὁ ἐργαζόμενος ὑποβάλλεται εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος, βάσιν ἔχοντα τὸ ἐκ τῆς ἐργασίας κέρδος· τεκμήριον ἄρα καὶ τὸ ἔσοδον ἐκ φόρου ἐπιτηδεύματος, τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς ἐχομένης ταύτῃ καταναλώσεως, ἀνάλογον δὲ καὶ τὸ ἐν τῇ διανομῇ μερίδιον. Οὕτω συνδυάζονται τὰ τεκμήρια τῆς παραγωγῆς, ἐκεῖνο μὲν ἀποῤῥέον ἐξ αὐτῆς καὶ μόνης τῆς ὑπάρξεως τοῦ κατοίκου τοῦ δήμου, ἐνδεικνυούσης ἀνάλογον πρὸς τὸν ἀριθμὸν παραγωγὴν πρὸς κατανάλωσιν, τοῦτο δὲ στηριζόμενον εἰς τὴν φορολογηθεῖσαν ἐργασίαν, ὡς ἐνδεικνύουσαν τὴν ἀξίαν τοῦ προϊόντος αὐτῆς. Ἀλλὰ τὴν κατανάλωσιν δὲν προκαλεῖ μόνον ἡ ἐκ τῆς ἐργασίας παραγωγή, ἐπίσης προκαλεῖ αὐτὴν ἡ πρόσοδος ἐκ περιουσίας· ἐκδήλωσις τῆς προσόδου ταύτης εἶναι ἡ εὐμάρεια καὶ μάλιστα περὶ τὴν κατοικίαν, βεβαιουμένη διὰ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν· καὶ πρὸς τὸ ἔσοδον ἄρα ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἀναλογεῖ μερίδιον ἐν τῇ προκειμένῃ διανομῇ. Τὸ μερίδιον τοῦτο παρὰ λαοῖς ἀπὸ αἰώνων ἀποκατεστημένοις καὶ ὧν ἡ ἐκ περιουσίας πρόσοδος διατελεῖ ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς τὴν ἐξ ἐργασίας πολὺ διάφορον ἢ παρ’ ἡμῖν, δύναται δεδικαιολογημένως νὰ ὁρισθῇ ἴσον πρὸς τὸ κατανεμόμενον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐσόδου ἐκ φόρου ἐπιτηδεύματος. Οὕτως ἐν Βελγίῳ κατανέμεται τὸ ἀντικαταστῆσαν τὰ καταργηθέντα διαπύλια ἔσοδον εἰς τοὺς δήμους ἐν ἰσομοιρίᾳ κατὰ λόγον τῆς προσόδου ἐκ φόρου οἰκοδομῶν, ἐκ προσωπικῆς εἰσφορᾶς καὶ ἐκ φόρου ἐπιτηδεύματος. Ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι ἡ ἐκ περιουσίας πρόσοδος ἡ ἐκδηλουμένη διὰ τῆς περὶ τὴν κατοικίαν εὐμαρείας εἶναι ὅλως ἐξαιρετική· δὲν ἀναλογεῖ ἄρα παρ’ ἡμῖν εἰς τὴν διὰ τοῦ ἐσόδου τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν ἐκδηλουμένην κατανάλωσιν τὸ ἀναγνωριζόμενον ὑπὲρ αὐτῆς μερίδιον ἐν Βελγίῳ. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἡ ἐν Βελγίῳ δικαία ἀπόδοσις τῆς προσόδου ἐν ἰσομοιρίᾳ κατὰ λόγον τοῦ ἐσόδου ἐκ φόρου οἰκοδομῶν καὶ ἐκ φόρου ἐπιτηδεύματος, ἐν Ἑλλάδι θὰ ἦτο ἐκ βάθρων ἄδικος· παρ’ ἡμῖν τὸ ἔσοδον ἐκ φόρου οἰκοδομῶν ἐκδηλοῖ τὴν ἐν πολυτελείᾳ διαβίωσιν ὀλίγων, ἐνῷ τὸ ἔσοδον ἐκ φόρου ἐπιτηδεύματος ἔχει ὡς ἀντίστοιχον τὴν κατανάλωσιν ὁλοκλήρου τῆς μεσαίας τῶν δημοτῶν τάξεως. Πρόκειται περὶ ἀποδόσεως εἰς τοὺς δήμους ἐξ ἐσόδων δασμοῦ τῶν τεκμαιρομένων ὡς εἰσενεχθέντων ὑπὸ τῆς καταναλώσεως ἑκάστου δήμου· τῶν ἐν πολυτελείᾳ βιούντων ἡ κατανάλωσις εἶναι μεγάλη, ἀλλ’ οἱ ἐν πολυτελείᾳ βιοῦντες εἶναι παρ’ ἡμῖν ὀλίγοι, ἐνῷ τῶν ἐκ τῆς ἐργασίας αὐτῶν ποριζομένων τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἡ κατανάλωσις ἑκάστου εἶναι μικρὰ, ἀλλ’ οἱ οὕτω καταναλίσκοντες εἶναι ὁ πολὺς Ἑλληνικὸς λαὸς, εἰς τούτων ἄρα τὴν κατανάλωσιν ὀφείλεται τὸ πλεῖστον τοῦ ἐσόδου ἐκ τῶν δασμολογικῶν ποσοστῶν, καὶ δικαίως κατὰ τὰ τεκμήρια τῆς καταναλώσεως αὐτῶν ἀποδίδεται εἰς τοὺς δήμους τὸ πλεῖστον τοῦ ἐσόδου.
§124ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ.........
§125ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 9 καὶ 45′ μ. μ.
| 1183 | Ἐπὶ τοῦ σίτου τὸ 50% τὸ | 1887 | δραχ. | 92,222 | |
| 1184 | » » » » τὸ | 1888 | » | 70,917 | |
| 1185 | Ἐπὶ τῆς ζακχάρεως τὸ 20% τὸ | 1887 | » | 21,618 | |
| 1186 | » » » τὸ | 1888 | » | 38,832 |
| 1188 | τὸ 30% τὸ | 1887 | » | 446,175 | |
| 1189 | » » τὸ | 1888 | » | 393,006 | |
| 1190 | Τὸ ὅλον | δραχ. | 1,062,778 |