| 2233 | Χαρ. Τρικούπης | Ο | Χρῆστος Χριστόπουλος | Ν | |
| 2234 | Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Φίλιππος Βάρβογλης | ||
| 2235 | Γ. Σισμάνης | Ο | Ἠλίας Φλέσσας | ||
| 2236 | Δ. Βουλπιώτης | Ο | Κ. Κωνσταντόπουλος | ||
| 2237 | Ἀθ. Ἴσκος | Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | |||
| 2238 | Ν. Καλαντζόπουλος | Ο | Παναγ. Μανέτας | ||
| 2239 | Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος | Ν | ||
| 2240 | Μ. Γουλιμῆς | Ο | Ἠλίας Παλαμήδης | Ο | |
| 2241 | Μ. Ἰατρίδης | Ο | Κωνστ. Κατσικόπουλος | ||
| 2242 | Δ. Χατζόπουλος | Δ. Ζέγγελης | Ο | ||
| 2243 | Γεώργ. Μίλησης | Ν | Δημ. Ν. Βότσαρης | Ο | |
| 2244 | Σπυρ. Νοταρᾶς | Κωνστ. Γ. Καραπάνος | |||
| 2245 | Γ. Κούστας | Γεώρ. Χ. Παχὺς | Ο | ||
| 2246 | Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος | Ο | Στέφανος Δραγούμης | Ο | |
| 2247 | Σωτήριος Δανόπουλος | Ο | Δ. Γ. Ῥάλλης | ||
| 2248 | Ἀναστ. Δημητριάδης | Ο | Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας | Ο | |
| 2249 | Μιχαὴλ Νικηφοράκης | Ο | Φωκίων Νέγρης | Ο | |
| 2250 | Δημήτριος Πετρίδης | Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς | |||
| 2251 | Ἄγγελος Γεωργαντᾶς | Νικόλ. Μπουφίδης | Ο | ||
| 2252 | Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Ν | Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | ||
| 2253 | Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Δημ. Καλλιφρονᾶς | |||
| 2254 | Νικόλ. Δ. Λεβίδης | Ν | Ἰωάννης Γκιὼν | Ο | |
| 2255 | Σπυ. Κουκούλεζας | Ο | Κ. Κοσσονάκος | Ο | |
| 2256 | Ὄθων Μακρυγιάννης | Ο | Γ. Μαυρομιχάλης | ||
| 2257 | Τρύφων Μουτσόπουλος | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | |||
| 2258 | Θάνος Κανακάρης | Ο | Γιαν. Μαυρομιχάλης | Ο | |
| 2259 | Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Νικήτας Βαρβιτσιώτης | Ο | ||
| 2260 | Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ν | Λεων. Καπετανάκος | Ο | |
| 2261 | Α. Φωτήλας | Ο | Ξανθὸς Πικουλάκης | Ο | |
| 2262 | Ἀνδρ. Αὐγερινὸς | Ο | Γεώρ. Πετροπουλάκης | ||
| 2263 | Ἀντ. Ῥικάκης | Κ. Παπαμιχαλόπουλος | |||
| 2264 | Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ἰωάν. Καρτάλης | |||
| 2265 | Ἰω. Κρεστενίτης | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ο | ||
| 2266 | Ν. Κουμανιώτης | Εὐάγ. Σταμούλης | Ο | ||
| 2267 | Χρ. Στεφανόπουλος | Ο | Ν. Κοκωσλῆς | ||
| 2268 | Ἀλέξ. Ζαΐμης | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ο | ||
| 2269 | Ἀρ. Κοντογούρης | Κωνστ. Μαρκίδης | Ο | ||
| 2270 | Ν. Καλογερόπουλος | Ο | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ο | |
| 2271 | Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Ο | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ο | |
| 2272 | Ν. Παπανικολάου | Ο | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ο | |
| 2273 | Ν. Καφετζόγλους | Ο | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ο | |
| 2274 | Ἰω. Πεζᾶς | Ἀχιλ. Λογιωτάτου | Ο | ||
| 2275 | Κ. Σινέλης | Ο | Σωτ. Σωτηρόπουλος | ||
| 2276 | Β. Βουδούρης | Ο | Κων. Κουμουνδοῦρος | ||
| 2277 | Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Ο | Περ. Πεῤῥωτὴς | ||
| 2278 | Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο | Δημ. Τζάνες | Ν | |
| 2279 | Ἀναστ. Λούντζης | Περ. Μποῦτος | Ο | ||
| 2280 | Διον. Λομβάρδος | Ο | Παν. Σάκκης | ||
| 2281 | Γ. Θεοτόκης | Ο | Νικ. Παπαλέξης | Ο | |
| 2282 | Κ. Βασιλάκης | Νικ. Μισυρλῆς | |||
| 2283 | Ἀντ. Καποδίστριας | Ν. Καράπαυλος | Ο | ||
| 2284 | Ν. Βασιλάκης | Ἀσημ. Χριστόπουλος | Ο | ||
| 2285 | Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | Εὐστάθ. Κοκκέβης | Ο | ||
| 2286 | Πολυχρ. Κωνσταντᾶς | Δημήτρ. Κάρτσωνας | |||
| 2287 | Σπ. Ἀλαμάνος | Δημήτρ. Γουδῆς | Ο | ||
| 2288 | Θεόφ. Προβατᾶς | Σ. Χατζηγάκης | |||
| 2289 | Γ. Σκάρπας | Κ. Ζωγλοπίτης | Ο | ||
| 2290 | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ο | ||
| 2291 | Ἀγαμ. Μεταξᾶς | Ο | Γ. Φραγκίδης | Ο | |
| 2292 | Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Ο | Α. Τακιατζῆς | Ο | |
| 2293 | Νικόλ. Βαλσαμάκης | Ν | Γ. Τάκης | ||
| 2294 | Γεράσιμος Μουσούρης | Ο | Ν. Ταρμπάζης | ||
| 2295 | Παναγ. Βενιεράτος | Ζ. Φαλιάγκας | |||
| 2296 | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Σταμάτιος Μπουντούρης | Ο | ||
| 2297 | Γεώργιος Κόρπας | Θεόδωρος Γκίκας | Ο | ||
| 2298 | Στέφανος Σκουλούδης | Ο | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | ||
| 2299 | Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ο | Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ο | |
| 2300 | Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ο | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ο | |
| 2301 | Νικόλαος Νομικὸς | Νικόλ. Κοντογιάννης | |||
| 2302 | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ο | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο | |
| 2303 | Γ. Μπούμπουρας | Ο | Γεώργιος Λιδωρίκης | Ο | |
| 2304 | Λωρέντζος Δελαρόκας | Κωνστ. Χατζῖσκος | Ο | ||
| 2305 | Δημοσθένης Καΐρης | Ο | Δημήτρ. Ζουλούμης | Ο | |
| 2306 | Ν. Κρίσπης | Ο | Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος | Ν | |
| 2307 | Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς | Θεμιστοκλῆς Κανάρης |
1890.02.07
2.314 στίχοι · 17.556 λέξεις · 1 πίνακας · 67 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 56
τῆς 7 Φεβρουαρίου 1890
(Τετάρτη)
Ὥρᾳ 4½ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, κύριε Πρόεδρε, παρελείφθη νὰ σημειωθῇ ἡ χθεσινὴ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ὅπως συνερχώμεθα κατὰ τὴν 3ην ὥραν μ. μ.
§2ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Συμφώνως μὲ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος θέλω ἐπιστήσει τὴν προσοχήν σας. Χθὲς ἐλάβομεν ὅλοι ἰδιαιτέραν πρόσκλησιν, ὅπως προσέλθωμεν εἰς τὸ Βουλευτήριον τὴν 3 ὥραν μ. μ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπείᾳ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς.
§4ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐκ τῶν πρώτων προσῆλθον ἀκριβῶς τὴν 3ην ὥραν, εὗρον δὲ καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καθήμενον ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, καὶ περιέμενον μετ’ αὐτοῦ ἐπὶ πολλὴν ὥραν, ἀλλ’ εἰς μάτην, διότι δὲν εἶδον προσερχομένους μήτε τοὺς ἔχοντας πρώτιστον καθῆκον νὰ συντελῶσιν, ὅπως ἡ Βουλὴ ἄρχεται τῶν ἐργασιῶν της ἐγκαίρως, μήτε τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας· βεβαίως δὲν ἠδυνάμην νὰ περιμείνω ἐπὶ πλέον ἐξέφρασα δὲ καὶ τότε τὴν γνώμην μου ταύτην εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ἐκφράζω δὲ καὶ τώρα τὴν ἀπορίαν μου, διατὶ ὁ κ. Πρόεδρος, ὅστις διὰ τῆς ὑπογραφῆς του ἀνεκοίνωσε τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, δὲν ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἕδραν αὐτοῦ καὶ δὲν κατέλιπεν αὐτήν, μετὰ τὴν παράβασιν ταύτην ἀπὸ μέρους τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ἀναβάλλων τὴν συνεδρίασιν. Ἐὰν οὕτως ἐννοῶμεν νὰ ἐφαρμόζωμεν τὰς περὶ τῆς ὥρας τῆς ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς ἀποφάσεις αὐτῆς, σᾶς παρακαλοῦμεν, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ ἑξῆς νὰ μὴ μᾶς κοινοποιῆτε αὐτάς.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητῶ συγγνώμην παρὰ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, τῶν μὴ ἐκτελούντων τὸ καθῆκον αὐτῶν. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Μικρᾶς Ἀναστάσοβας τοῦ δήμου Ἀλαγωνίας αἰτοῦσι τὴν σύστασιν δημοτικῆς σχολῆς ἐν τῷ χωρίῳ των. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ὑπόδικοι καὶ κατάδικοι τῶν φυλακῶν Πύργου παραπονοῦνται, ὅτι τοῖς καθυστεροῦνται τὰ πλυστικὰ τῶν μηνῶν Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
§6Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ προσέξῃ πολὺ εἰς τὴν ὑπόθεσιν, διότι ἐνέχει κάτι τι σπουδαῖον. Οἱ ἐνοικιασταὶ ἀδηλώτων οἴνων τοῦ δήμου Ἡραίας, οἱ ὁποῖοι, ὅτε ἀνέλαβον τὴν ἐνοικίασιν, ἦσαν ἐν γνώσει, ὅτι ὑπῆρχον καὶ ἀδήλωτοι οἶνοι, ἀναδειχθέντες ἐνοικιασταί, μετέβησαν ἀνὰ τὰ χωρία τοῦ δήμου των καὶ συνέταξαν πρωτόκολλα, μὴ ἔχοντα οὔτε τοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους τοῦ νόμου, δηλαδὴ μὴ φέροντα οὔτε τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἱερέως, οὔτε τὴν τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, διὰ τὴν καταμέτρησιν τῶν ἀδηλώτων οἴνων. Κατὰ τῶν πρωτοκόλλων τούτων οἱ κάτοικοι ἐκοινοποίησαν ἀνακοπὰς, καὶ τὰ Δικαστήρια, δεχθέντα τὰς ἀνακοπὰς αὐτῶν, ἐξηφάνισαν τὰς ἀποφάσεις, καὶ ἠκύρωσαν τὰ πρωτόκολλα, περὶ ὧν γίνεται λόγος. Οἱ κάτοικοι ἐγνωστοποίησαν καὶ εἰς τὸν ταμίαν, ὅτι τὰ ἐντάλματα, τὰ ἐκδοθέντα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πρωτοκόλλων αὐτῶν, εἶναι ἄκυρα, καὶ πρέπει νὰ παύσῃ πᾶσα περαιτέρω καταδίωξις, κοινοποιήσαντες μάλιστα πρὸς αὐτὸν καὶ ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου, ἀλλ’ ὁ ταμίας οὐ μόνον δὲν ἀνέστειλε τὰ ἐντάλματα ταῦτα, ἀλλὰ συνέτρεξεν ἐμμέσως, ὅπως ἐπισπευσθῇ ἡ καταδίωξις κατ’ αὐτῶν, καὶ ἀποσπάσματα, ἔχοντα ἐπὶ κεφαλῆς τοὺς ἐνοικιαστὰς, μετέβησαν εἰς τὰ χωρία, ἐβίασαν τοὺς κατοίκους, συνέλαβόν τινας ἐξ αὐτῶν, ἐν οἷς καὶ τὸν Π. Πετρόπουλον, τὸν ὁποῖον ἐκράτησαν ἐπὶ 10 ἡμέρας εἰς τὰς φυλακὰς τῆς Τριπόλεως καὶ τὸν ἠνάγκασαν νὰ ἀποτίσῃ ὀφειλὴν μὴ ὑπάρχουσαν. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ, ζῶμεν ἐν συνταγματικῷ πολιτεύματι; λειτουργοῦσι καὶ παρ’ ἡμῖν νόμοι; Δύναται νὰ μοὶ εἴπῃ, εἰς ποίαν ἐπικράτειαν δύνανται νὰ συμβαίνουν τοιαῦτα ἐγκλήματα, ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν ἀρχῶν; Ποῦ ἠκούσθη, κύριε Πρόεδρε, φορολογούμενοι, μὴ ἔχοντες οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσωσιν, ἔχοντες μάλιστα ἀποφάσεις τοῦ Δικαστηρίου, δυνάμει τῶν ὁποίων κηρύσσονται μὴ ὑπάρχοντα τὰ πρωτόκολλα, νὰ καταδιώκωνται ἀνηλεῶς, συντρεχουσῶν μάλιστα εἰς τοῦτο καὶ τῶν ἀρχῶν; Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ διατυπῶ καὶ ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν μου, νὰ μοὶ φέρῃ τὴν ἑξῆς πληροφορίαν: Διατὶ δὲν ἀνεκλήθησαν τὰ πρωτόκολλα κατὰ τῶν δημοτῶν τοῦ δήμου Ἡραίας τῶν ἀδηλώτων οἴνων, ἐνῷ ἐπ’ αὐτῶν ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις τοῦ Δικαστηρίου ὁριστικαί, γνωστοποιηθεῖσαι εἰς τὸν ἁρμόδιον ταμίαν; Τὸν παρακαλῶ δὲ νὰ μελετήσῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην.
§7ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀξιότιμοι συνάδελφοι δικηγόροι μοὶ κατέστησαν γνωστόν, ὅτι κατὰ τὴν ἐπικειμένην εἴσπραξιν τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος τῶν δικηγόρων ὁ ὑπάλληλος, ὁ ἐπιφορτισμένος τὴν εἴσπραξιν ταύτην, ζητεῖ παρὰ τῶν δικηγόρων οὐ μόνον τὸν ὁρισθέντα φόρον, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ προσθήκην 10%, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι οἱ δικηγόροι δὲν συνεμορφώθησαν μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ΧΚΗʹ τῆς 27 Ἰουνίου 1877, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀληθῶς οἱ ἐπιτηδευματίαι ὑποχρεοῦνται νὰ ἐπιδώσωσι δήλωσιν εἰς τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν περὶ τοῦ ἐπιτηδεύματός των καὶ περὶ τῆς τοποθεσίας τοῦ καταστήματος ἢ τοῦ οἴκου αὐτῶν. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἐκφράζω τὴν ὁμόφωνον γνώμην ὅλων τῶν δικηγορικῶν συλλόγων τῆς Ἑλλάδος, λέγων ὅτι κατὰ τὸν νόμον εἰς οὐδεμίαν δήλωσιν εἶναι ὑπόχρεοι οἱ δικηγόροι, καὶ κατὰ συνέπειαν πολὺ κακῶς οἱ εἰσπράττοντες τὸν φόρον τῶν δικηγόρων ζητοῦσι νὰ ἐπιῤῥίψωσιν εἰς αὐτοὺς καὶ προσθήκην 10%, ἕνεκα παραλείψεως τῆς δηλώσεως ταύτης. Ἠκούσατε, Κύριοι, ἀπὸ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἄρθρου, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ ἐποιησάμην, ὅτι οἱ ἐπιτηδευματίαι εἶναι ὑπόχρεοι νὰ δηλώσωσιν εἰς τὸν Δήμαρχον, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δηλώσεων καταρτίζει τὸν κατάλογον τῶν ἐπιτηδευματιῶν. Ἀλλὰ περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ καταλόγου τῶν ἐπιτηδευματιῶν δικηγόρων, καὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον οὗτοι ὀφείλουσι νὰ πληρώσωσιν, ὑπάρχει ὅλως εἰδικὴ διάταξις, δι’ ἑπομένου νόμου, μετά τινας μῆνας ἐκδοθέντος, ψηφισθεῖσα, τοῦ νόμου ΧΠϚʹ τῆς 24 Νοεμβρίου 1887, ὅστις ἐκύρωσε Διάταγμα, ἐκδοθὲν πρὸς κανονισμὸν τῶν ζητημάτων τούτων. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, οἱ δικηγόροι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπευθύνωσι δήλωσιν εἰς τὴν δημοτικὴν ἀρχήν, διότι τὴν σύνταξιν τοῦ καταλόγου τῶν ἐπιτηδευματιῶν δικηγόρων, κατὰ τὸ ἄρθρον 13 τοῦ νόμου τούτου, δὲν κανονίζει πλέον ὁ Δήμαρχος, καὶ αἱ ἐπιτροπαί, αἱ κεκανονισμέναι διὰ τοὺς λοιποὺς ἐπιτηδευματίας, ἀλλὰ κανονίζει ἰδιαιτέρα ἐπιτροπή, συνισταμένη ἀπὸ δικαστικοὺς ὑπαλλήλους. Τίς λοιπὸν ἡ ἀνάγκη νὰ δηλώσωσιν οἱ δικηγόροι εἰς τὸν Δήμαρχον, ἀφοῦ ὁ Δήμαρχος οὐδὲν λαμβάνει μέρος εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ καταλόγου τῶν ἐπιτηδευματιῶν δικηγόρων; Ἐκτὸς ὅμως τούτου, Κύριοι, τὸ ἄρθρον 14 τοῦ νεωτέρου αὐτοῦ νόμου λέγει ῥητῶς ὅτι (ἀναγινώσκει): «Οἱ δικηγόροι κατατάσσονται ἀναλόγως τοῦ ἐκ τῆς πελατείας εἰσοδήματος.... Κατατάσσονται δὲ πάντες, ἄνευ ἐξαιρέσεως· οἱ δὲ ἰσχυριζόμενοι, ὅτι δὲν μετέρχονται τὸ ἐπάγγελμα, δὲν ἀπαλλάσσονται τοῦ φόρου, ἀφοῦ δὲν παρῃτήθησαν, ἀλλὰ καταγράφονται εἰς τὴν ἐσχάτην φορολογικὴν τάξιν, ἐὰν δὲν φοιτῶσιν εἰς τὰ Δικαστήρια.» Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀνάγκη δηλώσεως ἐκ μέρους τῶν δικηγόρων, διότι, ἀνεξαρτήτως πάσης δηλώσεως, ὁ Πρόεδρος καὶ ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία θὰ συντάξῃ τὸν κατάλογον, εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ καταγράψωσιν πάντας τοὺς δικηγόρους, ἄνευ ἐξαιρέσεως. Νομίζω ὅτι μόνον ταῦτα τὰ ἐπιχειρήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἠδυνάμην νὰ προσθέσω καὶ ἕτερα, πρέπει νὰ πείσωσι τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ὅτι ἡ περὶ δηλώσεως διάταξις τοῦ προηγουμένου νόμου δὲν δύναται πλέον νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τοὺς δικηγόρους, ἀλλὰ καὶ πλεῖστα ἄλλα ἐπιχειρήματα δύνανται νὰ προταθῶσιν. Ἡ δήλωσις ἐπιβάλλεται, ἵνα γνωρίσωσιν αἱ ἀρχαί, τίνες οἱ ἐπιτηδευματίαι· ἀλλὰ τίνες οἱ δικηγόροι, εἶναι πασίγνωστον εἰς τὰς ἀρχάς, διότι διορίζονται διὰ Β. Διατάγματος, καὶ οὐδεμία ὑπάρχει ἀνάγκη δηλώσεως. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι ἀριδήλως προκύπτει ἐκ τῶν ἐκτεθέντων, ὅτι ἡ φορολογία, τὴν ὁποίαν ζητοῦσι νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τοὺς δικηγόρους οἱ ἁρμόδιοι ἐπὶ τῆς εἰσπράξεως ὑπάλληλοι, εἶναι ἐντελῶς παράνομος, καὶ παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ μελετήσῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ δώσῃ τὰς δεούσας διαταγὰς, πρὸς ἐξάλειψιν τῆς ἀπαιτήσεως ταύτης τοῦ Δημοσίου κατὰ τῶν δικηγόρων.
§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ δικηγόροι οὐδεμίαν ἀπηύθυναν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον αἴτησιν ἐπανορθώσεως τοιούτου ἀδικήματος· ἐὰν ἐγένετο ἀδίκημά τι, περὶ οὗ ἤθελον ὑποβάλει τοιαύτην αἴτησιν, βεβαίως ἤθελεν ἐξετασθῆ τὸ ζήτημα καὶ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἤθελε λυθῆ καθ’ ὃν τρόπον ἐνδεικνύει ὁ κ. Βουλευτής. Ἤδη, καίτοι δὲν ἔχω προσφυγὴν παρὰ δικηγόρου, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς τὰς παρατηρήσεις αὑτοῦ ὑπέβαλεν ὡς ἀντιπρόσωπος καὶ οὐχὶ ὡς δικηγόρος, νομίζω ὅτι δύναμαι, ἐπὶ τῶν παραστάσεων τούτων στηριζόμενος, νὰ ἐπιληφθῶ τοῦ θέματος καὶ νὰ δώσω εἰς αὐτὸ τὴν πρέπουσαν λύσιν.
§9ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνομίσαμεν, Κύριοι, ὅτι τὸ ἀσφαλέστερον καὶ τὸ ταχύτερον μέσον, διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν θεραπείαν, δὲν ἦτο ἡ μεμονωμένη ἑκάστου τῶν δικηγόρων προσφυγή, ἀλλ’ ἡ τῆς Κυβερνήσεως ἐπίσημος πρόσκλησις νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι καὶ ἄνευ αὐτῆς ὤφειλε νὰ ἐνεργήσῃ, διότι οὐδόλως ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ζητῇ νὰ εἰσπράξῃ πλείονα τῶν ὅσων δικαιοῦται νὰ λάβῃ.
§10ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσε κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Δευτέρας, ὅτι δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ χορηγήσῃ ἡμῖν τὰς ζητηθείσας πληροφορίας μέχρι τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως, δι’ ἣν ἀνέβαλον τὴν ἀνάπτυξιν τῆς περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ ἐπερωτήσεώς μου. Καὶ οὐδεμίαν θὰ εἶχον, Κύριοι, δυσκολίαν νὰ ἀναβάλω καὶ πάλιν τὴν ἀνάπτυξιν ταύτης, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πᾶσα ἀναβολὴ ἤθελεν εἶναι ματαία. Οὐδεμία ἐκ τῶν ζητηθεισῶν πληροφοριῶν θέλει προσκομισθῆ παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἂν ἐπὶ ὁλόκληρον ἐνιαυτὸν ἤθελον ἀναβάλει τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου. Τὴν πορείαν ταύτην ἐχάραξεν ἤδη ἀπέναντι τῆς Βουλῆς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ πεισθῶ, ὅτι ἐν τῷ προκειμένῳ ζητήματι καὶ χάριν ἐμοῦ ἤθελε μεταβάλει τακτικήν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει συμφέρον νὰ ἀποκρύπτῃ πάντα ἐκεῖνα τὰ ἔγγραφα, διὰ τῶν ὁποίων ἤθελε στηριχθῆ ἐν τῇ Βουλῇ ἡ κατάκρισις τῆς παρ’ αὐτοῦ διαχειρίσεως τῆς ἐξουσίας. Πῶς εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ τηρήσῃ διάφορον τακτικὴν ἀπέναντι ἡμῶν; Ἐντεῦθεν, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι πᾶσα περαιτέρω ἀναβολὴ τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐπερωτήσεώς μου οὐ μόνον εἰς οὐδὲν θέλει χρησιμεύσει, ἀλλ’ ἀπεναντίας θέλει συντελέσει, ὅπως ἐπ’ ἄπειρον μείνῃ κεκαλυμμένη ἡ ἀληθὴς κατάστασις τοῦ στρατοῦ. Καὶ ἐν τούτοις ἔχομεν συμφέρον νὰ γνωρίσωμεν ἐπακριβῶς αὐτὴν, ὅπως προληφθῇ ἡ ἀπειλουμένη συμφορά. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσεποιεῖτο καὶ προσποιεῖται εἰσέτι, ὅτι δὲν γνωρίζει τὰς παρὰ τοῦ Ἀρχηγείου Λαρίσσης ἐκδοθείσας διαταγὰς τῆς ἡμέρας, ὧν ἡ μία μάλιστα ἐξεδόθη συνεπείᾳ ἰδίας του διαταγῆς, μᾶς ἐπληροφόρησε δὲ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Δευτέρας, ὅτι οὐδεμίαν ἐπίσημον γνῶσιν τῶν διαταγῶν τούτων ἔχει, καὶ ὅτι μετὰ τὴν ἐπερώτησίν μου ἔγραψε ταχυδρομικῶς εἰς Λάρισσαν, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ πληροφορηθῇ περὶ αὐτῶν. Τοῦτο καὶ μόνον ἀποδεικνύει, ὑπὸ τίνας ὅρους διεξάγεται ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ. Αἱ διαταγαὶ, τῶν ὁποίων τὴν κατάθεσιν ἐζήτησα, ἀνάγονται εἰς τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ μεταξὺ τῆς 18 μέχρις 25 παρελθόντος Ἰανουαρίου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει ἐν Λαρίσσῃ, ἐκτὸς τῶν διοικητικῶν, τῶν δικαστικῶν, τῶν εἰσαγγελικῶν ἀρχῶν, τῶν ὁποίων ἡ ἀνάμιξις εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ εἶναι ἐντελῶς γνωστή, καὶ αἵτινες μετὰ τόσης νοημοσύνης τὸν ὑπηρέτησαν, ἔχει, λέγω, αὐτὸ τὸ Ἀρχηγεῖον, ἔχει περιπλέον καὶ εἰδικὸν ἀπεσταλμένον, ἀποσταλέντα ἐντεῦθεν. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἐβεβαίωσε τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν γνωρίζει ἐπισήμως τὰς παρὰ τοῦ Ἀρχηγείου Λαρίσσης ἐκδοθείσας διαταγὰς τῆς ἡμέρας κατὰ τὸ χρονικὸν ἐκεῖνο διάστημα, καθ’ ὃ ἀναμφισβητήτως τὰ τοῦ ἐκεῖ στρατεύματος δὲν ὑπῆρξαν ἐντελῶς ὁμαλὰ καὶ εὔρυθμα. Ἐπιθυμεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ὑπολάβω τὴν ἀπάντησίν του ταύτην, τὴν δοθεῖσάν μοι κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Δευτέρας, ὡς σπουδαίαν, ἢ ὡς μὴ σπουδαίαν; Ἐὰν ὑποληφθῇ ἡ ἀπάντησις ἐκείνη ὡς σπουδαία, ἀληθῶς ἡ παρ’ αὐτοῦ διαχείρισις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἀξία οἰκτιρμοῦ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἐτελέσθη τι ἔκρυθμον ἐν Λαρίσσῃ, ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ αὐτόθι στρατοῦ. Αὐτὸς ὁ ἴδιος κ. Πρωθυπουργός, ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, τὸ ὡμολόγησεν, αὐτὸ τοῦτο βεβαιοῖ ἡ ἀποστολὴ ἐκτάκτου ἀπεσταλμένου εἰς Λάρισσαν. Καὶ ἐν τούτοις, μετὰ πάροδον 13 ὅλων ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἀποστολῆς αὐτοῦ, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ, ἐὰν ἐξεδόθησαν καὶ τίνες διαταγαὶ παρὰ τοῦ Ἀρχηγείου Λαρίσσης, δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ διαψεύσῃ, ὅτι ἐξεδόθησαν διαταγαὶ, οἵας ἐγὼ εἶπον. Ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο, Κύριοι, νὰ διαψεύσῃ τὰς διαταγὰς ἐκείνας, διότι ἀνεκοινώθησαν καὶ ἀνεγνώσθησαν παρὰ τῶν 84 ἀξιωματικῶν, τῶν ἀποτελούντων τὴν φρουρὰν Λαρίσσης καὶ Τυρνάβου, ἤθελε δὲ φρικιάσει τὸ στράτευμα ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέχρι τοῦ ἄλλου ἄκρου, ἐὰν ἤκουε τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διαψεύδοντος ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς τὰς διαταγὰς ἐκείνας, ὧν ἡ ἑτέρα ἐξεδόθη τῇ παραγγελίᾳ αὐτοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠδέσθη τέλος, ἐσκέφθη 24 ὅλας ὥρας, καὶ μετὰ εἰκοσιτετράωρον σκέψιν μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐζήτησε ταχυδρομικῶς τὰς διαταγὰς ἐκείνας, θὰ τὰς προσκομίσῃ δ’ εἰς τὴν Βουλὴν ὅταν φθάσουν. Τί φυσικώτερον; Ἐὰν ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὑρίσκῃ φυσικὸν τοῦτο, ἐγὼ τὸ εὑρίσκω ὡς ἄξιον, ἐπαναλαμβάνω, οἰκτιρμοῦ. Δὲν λειτουργεῖ τάχα ὁ τηλέγραφος ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρι Λαρίσσης; ἢ θεωρεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὰ λαβόντα χώραν, ἢ ἔστω καὶ τὰ ψευδῶς διαδοθέντα ὡς λαβόντα χώραν ἐν Λαρίσσῃ, εἶναι τόσον ἀσήμαντα καὶ τόσον ἐπουσιώδη, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ εἴπῃ δύο λέξεις πρὸς τὴν Ἀντιπροσωπείαν τοῦ Ἔθνους, διὰ νὰ τὴν πληροφορήσῃ περὶ τῆς ἀληθοῦς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, περὶ τῶν ἀληθῶς τελεσθέντων ἐκεῖ; Ἀλλ’ ἐὰν τὴν ἀπάντησιν, ἣν μοὶ ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν, ὑπολάβῃ τις ὡς μὴ σπουδαίαν, εἶναι καὶ πάλιν ἄξιος οἰκτιρμοῦ. Πρόκειται κατ’ ἐμὲ περὶ τοῦ ζωτικωτάτου ζητήματος διὰ τὴν Ἑλλάδα, πρόκειται περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, πρὸς ὃν δικαίως μετ’ ἐλπίδος ἀποβλέπει τὸ Ἔθνος’ ὀχυρούμενος δ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὄπισθεν μὴ σπουδαίας προφάσεως καὶ προσπαθῶν ν’ ἀποκρύψῃ καὶ ἀφ’ ἡμῶν καὶ ἀπὸ τοῦ τόπου ὁλοκλήρου τὴν κατάστασιν ταύτην, ἣν ἐδημιούργησε διὰ τῆς αὐθαιρέτου, διὰ τῆς παρανόμου διοικήσεώς του, ἀποδεικνύεται ἀσεβῶν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸ πολίτευμα, καὶ πρὸς τὸ Ἔθνος. Ἀλλ’ ὅπως, Κύριοι, ἴδωμεν καὶ κρίνωμεν περὶ ὅλου τοῦ βάθους τῶν πληγῶν, ἃς ἐπήνεγκε διὰ τῆς τοιαύτης διοικήσεώς του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ σῶμα τοῦ στρατοῦ, τὰς ὁποίας ἀνέξεσε καὶ ἀναξέει καθ’ ἡμέραν διὰ τῶν ὀνύχων τοῦ φατριασμοῦ, καὶ τὰς ὁποίας προσπαθεῖ νὰ ἀποκρύψῃ σήμερον ἀπὸ τὰ ὄμματα τοῦ τόπου καὶ ἡμῶν, χωρὶς νὰ δύναται νὰ θεραπεύσῃ, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας τὸ κείμενον τῶν παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου ὁμολογηθεισῶν διαταγῶν τῆς ἡμέρας τοῦ Ἀρχηγείου Λαρίσσης,—διότι ὡμολόγησεν αὐτὰς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καθ’ ἣν στιγμὴν εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχει ἐπίσημον εἴδησιν περὶ αὐτῶν, —ἀρκοῦσιν, ὅπως κρίνωμεν περὶ τῶν πληγῶν ἐκείνων τοῦ στρατοῦ, αἱ δηλώσεις, αἱ γενόμεναι ἐκ μέρους αὐτοῦ. Ἠρνήθη ἀληθῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ τὴν ἰδίαν του διαταγὴν, διὰ τῆς ὁποίας παρηγγέλλετο τὸ Ἀρχηγεῖον τοῦ ἐν Λαρίσσῃ στρατοῦ, ὅπως ὑποβάλῃ τὰ παράπονά του, ἠρνήθη καὶ τὰς διαταγὰς, τὰς ἐκδοθείσας ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγείου, περὶ τῶν μετατεθέντων ἀξιωματικῶν, τῶν μὴ μεταβάντων ἀμέσως εἰς τὰς θέσεις των, ἠρνήθη καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ἀρχηγείου περὶ τῶν λαβόντων χώραν· ἀλλ’ ἠρνήθη περιπλέον καὶ αὐτὰς τὰς μεταθέσεις, τὰς τελεσθείσας ὑπὸ τὰ ὄμματα ὑμῶν. Σᾶς εἶπεν ἀκριβῶς τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν καὶ αὐτολεξεὶ (ἀναγινώσκει): «Ζητεῖ τέλος ὁ κ. Βουλευτὴς «πίνακα τῶν ἐκ Λαρίσσης μετατεθέντων ἀξιωματικῶν». Περὶ τούτου ἐῤῥήθη παρ’ ἀγορευσάντων, ὅτι μετετέθησαν 31. Μετάθεσις οὐδενὸς ἐγένετο ἀξιωματικοῦ. Ἐγένοντο μετακλήσεις ἐνταῦθα καὶ ἀποσπάσεις, ἀλλ’ οὐχὶ τριάκοντα καὶ ἑνός, οὐδὲ τοῦ ἡμίσεως τοῦ ἀριθμοῦ τούτου, οὐδὲ πλέον τοῦ τετάρτου. Εἶπον ὅμως προηγουμένως, ὅτι, ὅσον μικρὸς καὶ ἂν ᾖναι ὁ ἀριθμὸς τῶν μετακληθέντων ἐνταῦθα καὶ ἀποσπασθέντων ἀλλαχοῦ, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι πρέπον, ἐνόσῳ διεξάγεται ἡ ἐξέτασις ἡ στρατιωτικὴ ἐν Λαρίσσῃ, νὰ ὑποβάλω κατάλογον ὀνομάτων, ἅτινα ὑποθέτω ὅτι δὲν σχετίζονται πρὸς τὴν ἐξέτασιν, δὲν γνωρίζομεν ὅμως τοῦτο θετικῶς, ἀφοῦ ἄδηλον ἔτι ποία θέλει εἶσθαι ἡ ἔκτασις τοῦ πεδίου τῆς ἐξετάσεως. Πρὸ τῆς λήξεως τῆς ἐξετάσεως νομίζω ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ ὑποβάλω κατάλογον ὀνομάτων». Ἐγὼ ὅμως, Κύριοι, δὲν ἐζήτησα κατάλογον ὀνομάτων, ἐζήτησα πίνακα τῶν γενομένων μεταθέσεων, ἐν τῷ πίνακι δὲ τῷ ζητηθέντι τὰ ὀνόματα τῶν μετατεθέντων ἀξιωματικῶν ἦσαν ἐντελῶς ἐπουσιώδη, οὐδεμίαν ἠδύναντο νὰ ἔχωσι δι’ ἐμὲ σημασίαν. Ἐγὼ διὰ τοῦ πίνακος ἐκείνου, προετιθέμην ν’ ἀποδείξω, ὅτι ἀνηλεῶς καὶ ὅλως ἀστόργως διοικεῖται ὁ στρατός. Εἰς τὸν σκοπόν μου αὐτὸν εἰς τί ἐχρησίμευον τὰ ὀνόματα τῶν ἀξιωματικῶν; Ἐζήτησα τὸν πίνακα ἐκεῖνον, διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἤθελε περιλαμβάνει τὸν βαθμὸν καὶ τὴν θέσιν, ἣν ὤφειλε νὰ κατέχῃ ἕκαστος τῶν μετακληθέντων, τῶν προσκολληθέντων, τῶν μετατεθέντων ἀξιωματικῶν, ἤθελε περιλαμβάνει τὴν θέσιν, ἐν ᾗ προσεκολλήθη, μετεκλήθη, ἢ μετετέθη, καὶ ἤθελε τέλος περιλαμβάνει ἐπίσης καὶ τὴν θέσιν, εἰς ἣν ὁριστικῶς κατέληξε. Θὰ εἴχετε ἐνώπιον ὑμῶν διὰ τοῦ τοιούτου πίνακος ἀκριβῆ ἀπεικόνισιν τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἠρνήθη νὰ φέρῃ τὸν πίνακα τοῦτον, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ὑπάρχει ἐκκρεμὴς ἐξέτασις ἐν Λαρίσσῃ, εἶπε δ’ ὅτι δὲν ἦτο πρέπον νὰ γνωσθῶσι τὰ ὀνόματα τῶν ἀξιωματικῶν πρὶν ἢ ἡ ἐξέτασις αὕτη λήξῃ. Νὰ γνωσθῶσι τὰ ὀνόματα τῶν μετατεθέντων ἀξιωματικῶν; ἀλλὰ τὰ ὀνόματα τῶν μετατεθέντων ἀξιωματικῶν εἶναι γνωστὰ εἰς πάντας, αἱ μεταθέσεις ἐτελέσθησαν ὑπὸ τὰ ὄμματα ἡμῶν, τοὺς εἴδομεν τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους διερχομένους πρὸ ἡμῶν· διατὶ δὲν εἶναι πρέπον νὰ γνωσθῶσιν ἐπισήμως αἱ μεταθέσεις αὗται πρὸς τὴν Βουλήν; Διότι διεξάγεται ἐξέτασις. Ἀλλ’ ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ τῷ εἴπω, ὅτι δὲν ἐννοῶ, τίς ἐξέτασις διεξάγεται. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας, ἀφ’ ἧς πρῶτον ἐπηρωτήθη περὶ τῶν ἐν Λαρίσσῃ συμβάντων, ἀπήντησεν ὡς ἑξῆς: «Ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι πράγματι παρὰ πολιτῶν» (παρὰ πολιτευομένων εἶπε τότε, μετέτρεψε δ’ αὐτοὺς κατόπιν εἰς πολίτας,) «ἐγένοντο ἐνέργειαι πρὸς διατάραξιν τῶν τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ὅτι αἱ ἐνέργειαι αὗται ἀπέτυχον οἰκτρῶς ἁπανταχοῦ, ἀποδειχθέντος τοῦ πνεύματος τῆς πειθαρχίας, τοῦ ἐμφοροῦντος τὸν στρατὸν, ἀνεξαιρέτως ἁπανταχοῦ». Ἀλλὰ τότε περὶ τίνος ἡ ἐξέτασις, ὄπισθεν τῆς ὁποίας ὠχυρώθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅπως ἀρνηθῇ τὴν προσαγωγὴν τοῦ πίνακος τῶν μετατεθέντων ἀξιωματικῶν; Ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν εἴχομεν τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἣν ἀνέγνωσα ἡμῖν αὐτολεξεὶ, ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν μας γεγονότα ἀναμφισβήτητα, ἱκανὰ νὰ πείσωσιν ἡμᾶς περὶ τοῦ ἀνυπάρκτου τῆς ἐξετάσεως. Γνωρίζομεν πάντες, ὅτι τὴν ἐπιοῦσαν τῆς αἰφνιδίας καθόδου ἐνταῦθα τοῦ ἀρχηγοῦ Λαρίσσης διετάχθη καὶ μετέβη αὐτόθι ἔκτακτος ἀπεσταλμένος, ὁ συνταγματάρχης Ζυμβρακάκης. Καὶ ἡ μὲν ἀποστολή του βεβαιοῖ, ὅτι ἐκρυθμόν τι ἐτελέσθη ἐν Λαρίσσῃ. Ἀλλὰ γνωρίζομεν περιπλέον καὶ τί ἔπραξε καὶ τί πράττει μέχρι σήμερον αὐτόθι. Ἅμα ὡς οὗτος ἀφίχθη εἰς Λάρισσαν, προσεκάλεσε τοὺς ἀξιωματικοὺς, τοὺς μετατεθέντας καὶ μὴ μεταβάντας εἰς τὰς θέσεις των, συνεπείᾳ τῆς διαταγῆς τοῦ Ἀρχηγείου, ν’ ἀναχωρήσωσι, βεβαιώσας αὐτοὺς, ὅτι οὐδεμία θέλει γίνει κατ’ αὐτῶν καταδίωξις, ἅμα ὡς μετέβαινον εἰς τὰς νέας θέσεις των. Ταῦτα ἔπραξεν ἀφιχθεὶς εἰς Λάρισσαν· τί δὲ πράττει σήμερον; ἅμα ὡς ἐπετέλεσε τὴν ἐντολὴν, ἥτις τῷ ἀνετέθη παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἢ παρ’ ἄλλου τινὸς — εἶναι ἀδιάφορον — ἐξ ὀνόματος τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ἐκεῖ, ἅμα ὡς ἐπετέλεσε, λέγω, τὴν ἐντολὴν ἐκείνην, ἐκλείσθη ἐν τῷ ξενοδοχείῳ καὶ θεραπεύει ἔκτοτε τὸν πόδα του, παθόντα κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην εἰς Λάρισσαν ἐκδρομήν. Ἡ θεραπεία τοῦ ποδός του θὰ ἐξακολουθήσῃ βεβαίως μέχρις οὗ λήξῃ καὶ ἡ παροῦσα καὶ ἡ ἔκτακτος Σύνοδος, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συγκαλέσῃ τοιαύτην, θὰ ἐπανέλθῃ δὲ ὁ κ. Ζυμβρακάκης ὅταν δὲν θὰ ἔχωμεν πλέον τὸ δικαίωμα νὰ ἀνέλθωμεν τὸ βῆμα. Τί λοιπὸν ἐμποδίζει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ προσαγάγῃ τὸν ζητηθέντα πίνακα; Καὶ ἐν τούτοις ὁ πίναξ οὗτος ἦτο ἀναποφεύκτως ἀναγκαῖον νὰ τεθῇ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ὑμῶν, διότι δι’ αὐτοῦ, διὰ τῶν τελευταίων μεταθέσεων, ὡς καὶ τῶν προηγουμένων πασῶν, τῶν τελεσθεισῶν κατὰ τὸ ἔτος 1889 καὶ μέχρι σήμερον, ἠθέλετε ἐννοήσει, διατί ὁ στρατὸς ἡμῶν, ἄξιος ἀληθῶς καλλιτέρας τύχης, διατελεῖ ἐν παραλυτικῇ καταστάσει. Αἱ μετακλήσεις ἐκεῖναι, αἱ προσκολλήσεις, ἃς ὡμολόγησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι τὸ κύριον αἴτιον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου εὑρίσκεται ὁ στρατὸς ἐν παραλυτικῇ καταστάσει. Διὰ τῶν μεταθέσεων καὶ προσκολλήσεων ἀμείβει τοὺς εὐνοουμένους ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ τιμωρεῖ τοὺς σκληροτραχήλους. Ἐὰν εἴχετε τὸν ζητηθέντα πίνακα ἐνώπιον ὑμῶν, ἠθέλετε θέσει τὸν δάκτυλον ἐπὶ τὴν πληγὴν, ἠθέλετε διακρίνει τὴν νόσον. Εἶχε συμφέρον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ καλύψῃ τὴν νόσον, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἐδημιούργησεν ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ, τὴν καλύπτει δὲ μὴ προσάγων τὸν πίνακα τῶν μεταθέσεων. Πῶς θέλετε νὰ δυνηθῇ ὁ στρατὸς νὰ συντελέσῃ τὴν ἐκπαίδευσίν του, πῶς θέλετε νὰ συμπηχθῇ εἰς ἓν σῶμα, νὰ δυνηθῇ ν’ ἀποβῇ ἄξιος τοῦ προορισμοῦ του, ὅταν οὐδεὶς ἀξιωματικὸς εὑρίσκεται εἰς τὴν θέσιν του, ὅταν οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν τεχνικῶν ὅπλων καὶ οἱ ἄλλοι πάντες ἀποσπῶνται εἰς ὑπηρεσίας, ὅλως ἀλλοτρίας πρὸς τὸ καθῆκον αὐτῶν, ὅταν στρατιῶται ὀνομαστὶ καὶ κατὰ δεκάδας ἀποσπῶνται διὰ διαταγῆς αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ ἀπὸ τῆς διοικήσεως, ὑφ’ ἣν εὑρίσκονται; Τὰ παραδείγματα εἶναι πολλὰ, Κύριοι, ἠδυνάμην νὰ ἀριθμήσω ἴσως τόσα παραδείγματα, ὅσοι καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ. Μεταξὺ αὐτῶν θὰ λάβω τὰ προχειρότερα, τὰ μᾶλλον ἀναμφισβήτητα, τὰ ὁποῖα ὑπέπεσαν ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἀντίληψιν ὑμῶν, τὰ τετριμμένα ἐκεῖνα, ἅτινα ὅμως δὲν ἐξετιμήθησαν μέχρι τοῦδε δεόντως. Ἓν τοιοῦτο εἶναι τὸ τοῦ πρώην φρουράρχου τῆς Βουλῆς, τοῦ ταγματάρχου τοῦ πυροβολικοῦ κ. Ἀργυροπούλου. Ἐπὶ τρία ὁλόκληρα ἔτη ὁ νέος ἐκεῖνος ἀξιωματικός, ὁ σφριγῶν ἐκεῖνος ἀξιωματικὸς κατεδικάσθη νὰ ἐπιτελῇ καθήκοντα ἀρχιφύλακος παρ’ ἡμῖν, κατεδικάσθη νὰ ἀκολουθῇ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, ἐπὶ 3 ὅλα ἔτη ἑπομένως δὲν ἔθηκε τὸν πόδα εἰς τὸ σῶμα, εἰς ὃ ἀνήκει, ὅτε δ’ ἐξεῤῥάγησαν τὰ ἐν Λαρίσσῃ συμβάντα, ὧν ἡ ἀπήχησις συνετάραξε καὶ τὸ ἐνταῦθα στράτευμα, τότε ἐπέμφθη εἰς τὸ σύνταγμα τοῦ πυροβολικοῦ, ὅπως ἐκτελέσῃ τὰ ἔργα μοιράρχου, τὰ ὁποῖα ὤφειλε πρὸ τριετίας νὰ ἐκτελῇ. Ἐρωτήσατε τὸν κ. Πρωθυπουργόν, διατὶ ἀπέσπασε τὸν ἀξιωματικὸν ἐκεῖνον ἀπὸ τὰς τάξεις του; δὲν ἦτο ἱκανὸς νὰ διδάξῃ καὶ νὰ διδαχθῇ; δὲν ἤθελε, μένων εἰς τὸ σῶμά του, καταστῆ καλλίτερος, χρησιμεύσει δ’ εἰς μόρφωσιν καὶ ἑτέρων; Ἀλλά, τὸ γνωρίζετε, τρία ἔτη τῆς νεότητός του διήνυσε μεταξὺ ἡμῶν. Ἄλλος ἀξιωματικός, ἐπίσης ἔντιμος, ἐπίσης νοήμων καὶ ἐπίσης ἱκανὸς μὲ τὸν πρώην φρούραρχον τῆς Βουλῆς, ὁ λοχαγὸς τοῦ μηχανικοῦ Κόρακας, ἀπεσπάσθη αἰφνιδίως ἀπὸ τὸ σύνταγμα τοῦ μηχανικοῦ, ἐν ᾧ διεκρίνετο μεταξὺ τῶν συναδέλφων του, ἀπεστάλη εἰς Λάρισσαν, ἐκεῖθεν διετάχθη νὰ μεταβῇ εἰς Σκόπελον καὶ ἐκεῖθεν εἰς Ναύπλιον. Καὶ διατὶ πάντα ταῦτα; διατὶ ἀφῃρέθη ἀπὸ τὸ σύνταγμά του; μὴ δὲν ἦτο ἀξιωματικὸς τοῦ καθήκοντος; οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν τὸν γνωρίζετε, εἶναι ἀληθῶς τοιοῦτος, μὲ ἦθος κόρης σεμνῆς, μὲ καρδίαν ἀνταξίαν τῆς τοῦ πατρός του, τοῦ λέοντος τῆς Κρήτης. Ἀλλ’ ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος δυσηρέστησε τὸν κ. Πρωθυπουργόν, κατηγγέλθη παρὰ τῶν κατασκόπων του ὡς μὴ ἐγκρίνων τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς Κρήτης. Διότι εἶναι Κρὴς ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος, καὶ φέρει βαρεῖαν κληρονομίαν ἐκ τοῦ ὀνόματος τοῦ πατρός του. Τὴν ἐπιοῦσαν ἐξεσφενδονίσθη καὶ ἐξακολουθεῖ ἐκσφενδονιζόμενος, ἡ δὲ μνεία τοῦ ὀνόματός του ἐντεῦθεν θὰ συντελέσῃ βεβαίως εἰς τὸν ἐπ’ ἄπειρον ἐκσφενδονισμόν. Ἕτερος ἀξιωματικός, ἐπίσης ἱκανός, ἔντιμος, πλήρης νεότητος, ὁ κ. Βλαχόπουλος, ἀπεσπάσθη ὑπὸ τὸν ταγματάρχην κ. Κρεστενίτην τὴν 7 Μαρτίου π. ἔτους, ὅπως ἀποτελέσῃ μέρος τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀνατεθῆ ἡ πώλησις τῶν ἀχρήστων πυροβόλων. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἐπετέλεσε τὴν ἐντολήν της ἐντὸς δύο μηνῶν, ἀλλ’ ἀντὶ νὰ ἐπανέλθῃ ὁ ἀνθυπολοχαγὸς ἐκεῖνος εἰς τὸ σῶμά του, ἀπεσπάσθη εἰς τὸ Βʹ. Ἀρχηγεῖον, ἐκεῖθεν δὲ ποῦ νομίζετε; εἰς τὴν Μοιραρχίαν Πατρῶν, παρὰ τῇ ὁποίᾳ παραμένει εἰσέτι καὶ ἣν διοικεῖ ὁ πατήρ του. Λέγουσιν, ὅτι λόγῳ εὐνοίας ἐτοποθετήθη αὐτόθι ὁ ἀνθυπολοχαγὸς ἐκεῖνος· ἐγὼ φρονῶ ὅτι ἐτοποθετήθη ὅπως ἀπογοητευθῇ, ὅπως ἀποθαῤῥυνθῇ, ὅπως καταστραφῇ, διότι ἀληθὴς καταστροφὴ εἶναι δι’ ἕνα ἀξιωματικὸν νὰ παραμένῃ ἄεργος, μακρὰν τοῦ σώματός του, ἐπὶ ὁλόκληρον ἐνιαυτόν, Θέλετε ἄλλα παραδείγματα; Ἀκούσατε: ὁ ἀνθυπομοίραρχος Σοφιανὸς ἐκ Τζουμέρκων μετετέθη εἰς τὸ 1ον σύνταγμα ἐνταῦθα, ἐντεῦθεν μετετέθη εἰς Γύθειον, ἐκ Γυθείου εἰς Ἄμφισσαν, ἐξ Ἀμφίσσης εἰς Λάρισσαν, καὶ ταῦτα πάντα ἐντὸς δεκαπέντε ἡμερῶν. Ὁ λοχαγὸς Ἀλεξάνδρου ἀπὸ Σύρου μετετέθη εἰς Λάρισσαν, ἀπὸ Λαρίσσης εἰς Ἄρταν, ἀπὸ Ἄρτης εἰς Λάρισσαν, ἀπὸ Λαρίσσης εἰς Σῦρον, διατελεῖ δ’ ἤδη ἐν Σύρῳ ἄνευ ὑπηρεσίας, διότι ἄλλος λοχαγὸς διευθύνει τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον. Ὁ διοικητὴς τοῦ ἐν Λευκάδι τάγματος Κ. Μάνεσης μετετέθη ἐκ τῆς διοικήσεως τοῦ τάγματός του, διότι κατήγγειλεν ἕνα λοχαγόν,—δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ σᾶς εἴπω τὸ ὄνομά του—τὸν λοχαγὸν Κοκκοτάκην. Ὑπασπιστὴς ἑτέρου τάγματος μετετέθη αὐθωρεὶ, μετὰ πειθαρχικὴν τιμωρίαν, ἣν ἐπέβαλεν εἰς ὁπλίτην, υἱὸν Δημάρχου Ἐνταῦθα, Κύριοι, προσκεκολλημένοι παρὰ τῷ Ἀρχηγείῳ διατελοῦσιν ἄνευ οὐδεμιᾶς ὑπηρεσίας οἱ ἑξῆς ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ κκ. Κακλαμάνος, Ντουρντούμας, Κουμουντουράκης, Βότσαρης, Μήτσας, πάντες ἱκανώτατοι ἀξιωματικοί. Οὐδεμίαν οὗτοι ἐκτελοῦσιν ὑπηρεσίαν, διότι οὐδεμία τοιαύτη τοῖς ἀνετέθη, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ τοῖς ἀνατεθῇ. Ὁ λοχαγὸς Μπούφης διατελεῖ ἀπὸ τριετίας ἐπόπτης τῆς σχολῆς τῆς ξιφασκίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ, τῆς καταρτισθείσης ἐν τῇ λέσχῃ αὐτῶν. Ἠδυνάμην, Κύριοι, νὰ πολλαπλασιάσω ἐπ’ ἄπειρον τὰ παραδείγματα ταῦτα, φοβοῦμαι ὅμως, ὅτι θὰ ἐξαντλήσω τὴν ὑπομονὴν ὑμῶν. Ἓν μόνον θὰ προσθέσω εἰς ὅσα ἐξέθηκα ἤδη ὑμῖν. Ὅτε πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἔτους περιώδευον μετ’ ἄλλων συναδέλφων τὴν Θεσσαλίαν, μεταβὰς καὶ εἰς Λάρισσαν, εὗρον 10–15 ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς, προσκεκολλημένους παρὰ τῷ Ἀρχηγείῳ ἐκείνῳ, διότι ἡ Λάρισσα εἶχε πάντοτε θεωρηθῆ ὡς τόπος ἐξορίας παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι οὐδὲν ἕτερον εἶχον νὰ πράττωσιν ἢ νὰ παρουσιάζωνται ἑκάστην πρωΐαν εἰς τὸν φρούραρχον καὶ ζητῶσι τὰς διαταγάς του. Μεταξὺ τῶν ἀνωτέρων ἐκείνων ἀξιωματικῶν ὑπῆρχεν εἷς, ἀνήκων εἰς τὸν ὑγειονομικὸν κλάδον. Μοὶ παρεπονέθη ὅτι ἐπλησίαζε νὰ λησμονήσῃ καὶ τὴν τέχνην του, τὴν ἐπιστήμην του, καὶ μοὶ ἐζήτησε συμβουλήν. Ὁμολογῶ, Κύριοι, τὴν ἁμαρτίαν μου, τῷ ἔδωκα τὴν συμβουλὴν νὰ γίνῃ κομματάρχης. Ὑποθέτω δ’ ὅτι ἠκολούθησεν αὐτὴν, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς Λακωνίας, διότι ἔκτοτε ἐτοποθετήθη ἐν Ἀθήναις. Εἶναι οἰκογενειάρχης, εἶχεν υἱοὺς νὰ ἐκπαιδεύσῃ, ὤφειλε χάριν αὐτῶν νὰ ὑποστῇ τὴν καταδίκην ταύτην, νὰ ἐγκαταλείψῃ τοὺς παλαιοὺς του φίλους καὶ προσέλθῃ ἀρωγὸς εἰς τὴν φατρίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ταῦτα, Κύριοι, ἐν σμικρῷ περὶ τῶν στελεχῶν. Δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἐν γένει περὶ αὐτῶν, ὅτι διατελοῦσιν ἐν πλήρει ἀταξίᾳ· ἀλλαχοῦ μὲν ἀπουσιάζει ὁ διοικητής, ἀλλαχοῦ δὲν ὑπάρχει ὑποδιοικητής, ἀλλαχοῦ ἐλλείπουσι λοχαγοί, ἀλλαχοῦ ὑπολοχαγοί, ἀλλαχοῦ ἀνθυπολοχαγοί, ἀλλαχοῦ ἐλλείπουσιν ἐντελῶς ὑπαξιωματικοί. Τὸ ἐνταῦθα ἑδρεῦον σύνταγμα τοῦ Μηχανικοῦ ἔχει ἀντὶ τῶν 16 δεκανέων, τοὺς ὁποίους ὤφειλε νὰ ἔχῃ, μόνον δύο δεκανεῖς κατὰ λόχον. Ἀλλ’ ἐὰν θελήσητε νὰ μάθητε λεπτομερέστερον, τίς ἡ διοίκησις τῶν ὁπλιτῶν, δὲν ἔχετε παρὰ νὰ ἐρωτήσητε τὸν ἔντιμον ἐκεῖνον ἀξιωματικὸν, ἢ πάντα συνάδελφόν του, ἀνήκοντα εἰς τὸ ἐνταῦθα ἑδρεῦον 2ον εὐζωνικὸν σύνταγμα, τὸ χορηγοῦν καθ’ ἑκάστην τὴν φρουρὰν τῆς Βουλῆς· θέλετε μάθει, ὅτι μέχρις ἑνὸς πάντες οἱ κληρωτοὶ τοῦ παρελθόντος καὶ ἐνεστῶτος ἔτους, ἀνήκοντες εἰς τὸν νομόν Αἰτωλοακαρνανίας, μέχρις ἑνὸς ἀπεσπάσθησαν ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ τάγματος καὶ ἐστάλησαν εἰς Ἀγρίνιον. Ἡ ἐνταῦθα δύναμις τοῦ 2ου εὐζωνικοῦ τάγματος ἀποτελεῖται ἅπασα ἐξ 100 ἕως 120 ἀνδρῶν, Ῥωμυλιωτῶν πάντων, οἵτινες μετ’ ὀλίγον πρόκειται νὰ ἀφυπηρετήσωσιν. Ἐκ τοῦ τρίτου πυροβολικοῦ συντάγματος διὰ διαταγῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἀπεσπάσθησαν ὀνομαστὶ 44 κληρωτοὶ τῆς ἐνεστώσης ἀπογραφῆς καὶ προσεκολλήθησαν εἰς τὴν ἐφορίαν τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πολέμου· πάντες οὗτοι ἀνήκουσιν εἰς τὸν νομὸν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος. Αἱ ὀνομαστὶ ἀποσπάσεις αὗται εἶναι καθημεριναί, ἐὰν δὲ θελήσητε νὰ θέσητε εἰς δύσκολον θέσιν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐρωτήσατε αὐτὸν, διατὶ δεκαπεντάκις ἐτιμωρήθη πειθαρχικῶς ὁ διοικητὴς τοῦ Αʹ πεζικοῦ συντάγματος κ. Μαυρομιχάλης; Ὁ διοικητὴς ἐκεῖνος ἔχει φήμην ἀξιωματικοῦ αὐστηροτάτου, ἐὰν δὲ ἠκούσθησαν παράπονα κατ’ αὐτοῦ, τὰ παράπονα ταῦτα ὀφείλονται εἰς τὸν ἄκρον ζῆλον αὐτοῦ εἰς ἐπιτέλεσιν τοῦ καθήκοντός του. Ἐν τούτοις, ὡς εἶπον, δεκαπεντάκις ἐτιμωρήθη πειθαρχικῶς, διότι εἰς τὰς διαταγὰς τῶν ὀνομαστὶ προσκολλήσεων ἔφερεν ἀντιῤῥήσεις. Πᾶσα ἀντίῤῥησις ἐκόστισεν αὐτῷ καὶ μίαν πειθαρχικὴν τιμωρίαν. Μεταξὺ τῶν ἄλλων προσκολλήσεων ἐνθυμοῦμαι καὶ μίαν, ἡ ὁποία ἀνάγεται εἰς παρελθόντα χρόνον· δὲν εἶχεν εἰσέτι συστηθῆ τὸ ἐνταῦθα Ἀρβυλοποιεῖον τοῦ στρατοῦ καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐξέδωκε διαταγὴν, διὰ τῆς ὁποίας ἀπεσπᾶτο εἰς τὸ μήπω συστὰν Ἀρβυλοποιεῖον τῆς Μοιραρχίας στρατιώτης τις ὀνομαστί. Ἐνεὸς ὁ συνταγματάρχης διετύπωσε τὴν ἀντίῤῥησιν, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν Ἀρβυλοποιεῖον, καὶ ἐτιμωρήθη διὰ τὴν ἀντίῤῥησίν του ἐκείνην πειθαρχικῶς. Ἠδυνάμην, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ τοὺς ἀριθμοὺς ὡρισμένων διαταγῶν, οὓς ἔχω ἐνταῦθα. Δὲν τὸ πράττω, ἐννοεῖτε διὰ τίνα λόγον. Ἀλλὰ τὰ ἐλάχιστα ταῦτα παραδείγματα, ἐν ᾧ εἶναι ἱκανὰ ὅπως πείσωσιν ὑμᾶς περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ μονίμου στρατοῦ, σᾶς θέτουσιν εἰς θέσιν, ὅπως κρίνητε, τίς ἔσεται καὶ ἡ ἐφεδρεία ἡμῶν, ἐπὶ τὴν ὁποίαν ἐστήριξε πάσας τὰς ἐλπίδας ὁ κ. Πρωθυπουργός. Οἱ 44 κληρωτοὶ τῆς ἐνεστώσης ἀπογραφῆς, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὸν νομὸν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, οἵτινες ἀπεσπάσθησαν ἀπὸ τὸ 3ον σύνταγμα τοῦ πυροβολικοῦ εἰς τὴν ἐφορίαν τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πολέμου, διήνυσαν εἰς τὰς τάξεις των τρεῖς μόνον μῆνας, καθ’ οὓς ἐξέμαθον τοὺς βηματισμοὺς καὶ τὰ γυμνάσια τοῦ πεζικοῦ. Μόνον μετὰ τοὺς τρεῖς μῆνας τούτους ἤθελον ἀρχίσει τὰ γυμνάσια τοῦ πυροβολικοῦ· ἀλλ’ ἀκριβῶς τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὤφειλον ν’ ἀρχίσωσι τὰ γυμνάσια ταῦτα, ἤτοι τὴν 1 Ἰανουαρίου, ἀπεσπάσθησαν εἰς τὴν ἐφορίαν τοῦ ὑλικοῦ, καὶ ἐκεῖ θὰ διανύσωσιν ἅπαντα τὸν χρόνον τῆς θητείας των, ἐὰν δέ ποτε κληθῶσιν αἱ ἐφεδρεῖαι, οἱ οὐδὲν ἐκ τῶν γυμνασίων πυροβολικοῦ ἐκτελέσαντες θὰ κληθῶσι νὰ συμβαδίσωσι μετὰ τῶν λοιπῶν πυροβολητῶν. Ἀλλὰ πῶς ἦν δυνατὸν, Κύριοι, νὰ ὑπάρχῃ διάφορος ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ, ὅταν αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκήρυξεν, ὅτι εἰσέρχεται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν πάνοπλος ἡ πολιτικὴ, ὅπως ἐκδιώξῃ τὴν πολιτικὴν, ἀλλ’ ἀντὶ τούτου εἰσήγαγε τὸν ἄκρατον φατριασμὸν καὶ τὴν ἐσχάτην διαφθοράν; Θέλετε ἀποδείξεις καὶ περὶ τούτου; Τείνατε τὸ οὖς εἰς τὰ παράπονα ἁπάντων τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ θέλετε ἀκούσει ἱκανὰ περί τινων ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους προσεκόλλησεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζετε, ὅτι οἱ ὑπασπισταὶ αὐτοῦ συνήθως ἢ φροντίζουσι περὶ τῶν ἰδίων ἐκλογῶν, ἢ ἀναλαμβάνουσιν ἔργα κομματάρχου; ὅσοι ὑπήρξατε ἐν Ἀθήναις κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς τελευταίας δημοτικῆς ἐκλογῆς θὰ εἴδατε ἕνα ἐξ αὐτῶν, ὁδηγοῦντα μεταγωγικὰ τοῦ πυροβολικοῦ, πλήρη ἐλαιῶν, τὰς ὁποίας διένειμεν εἰς τὰ διάφορα ἐκλογικὰ τμήματα. Ὅπως κατὰ τὸ 1885, οὕτω καὶ κατὰ τὸ 1890 οἱ ὑπασπισταὶ θὰ ἐκδράμωσι πρῶτοι εἰς ψηφοθηρίαν. Ταῦτα εἶναι, Κύριοι, τὰ αἴτια τῆς δυσφορίας, ἐν ᾗ διατελεῖ ὁ στρατὸς ἡμῶν. Ἀλλὰ προσθέσατε εἰς ταῦτα πάντα τὰ ποικίλα ἐκεῖνα ἀδικήματα κατὰ τῆς ἐν τῷ στρατῷ τάξεως, τὰ ὁποῖα ἐξετραγῳδήθησαν ἐντεῦθεν, τὴν πλημμελῆ καὶ φατριαστικὴν λειτουργίαν τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας, τὰς μεροληπτικὰς ἐκθέσεις, αἵτινες συντάσσονται εἴτε πρὸς προαγωγὴν τῶν εὐνοουμένων, εἴτε πρὸς τὴν μὴ προαγωγὴν τῶν μὴ εὐνοουμένων, ἀναπολήσατε εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ προσφυγῆς κατὰ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀναπολήσατε εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν τὸν νόμον ἐκεῖνον, δι’ οὗ ἐστερήθησαν οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ συνταγματικοῦ αὐτῶν δικαιώματος, καὶ θέλετε ἐννοήσει, πόθεν ἡ δυσφορία καὶ ἡ ἀνωμαλία ἐν τῷ στρατῷ. Ὁ νόμος περὶ παραπόνων κατὰ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὸν προβιβασμὸν ἢ καὶ τὴν κατάστασιν τῶν ἀξιωματικῶν, ἀφῄρεσεν αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ φυσικοῦ αὐτῶν δικαστοῦ καὶ παρέδωκεν ἄνευ ἀμύνης εἰς τὰς χεῖρας τοῦ φατριασμοῦ. Ὑπάρχει ἀληθῶς ἓν Δικαστήριον ἀναθεωρητικὸν καὶ δυνάμει τοῦ αὐτοῦ νόμου ἕτερον Δικαστήριον κληρωτόν· ἀλλὰ τὰ Δικαστήρια ταῦτα, δυνάμει τῶν ἄρθρων 7 καὶ 19 τοῦ νόμου ἐκείνου, δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐκτιμῶσι κατ’ οὐσίαν τὰ παράπονα τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλ’ ὀφείλουσι νὰ σταματῶσι πρὸ τῶν τύπων. Καὶ ἐὰν δὲν εἴχομεν ὅλα ἐκεῖνα τὰ ποικίλα ἀδικήματα κατὰ τοῦ στρατοῦ, τὴν παράνομον καὶ αὐθαίρετον διοίκησιν αὐτοῦ, τὰ δύο ταῦτα νομοθετήματα, ὧν τὸ ἓν ἀφηρπάγη ἐν ὥρᾳ παραζάλης ἐθνικῆς, τὸ δὲ ἕτερον ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, ἦσαν ἱκανὰ ὄχι μόνον τὴν δυσφορίαν τοῦ στρατοῦ νὰ ἐξηγήσωσιν, ἀλλὰ καὶ ἀληθῆ ἐπανάστασιν νὰ ἐγείρωσιν ἐν αὐτῷ. Εἶπον ἤδη, ὅτι αἱ ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν συντάσσονται μεροληπτικῶς, γίνονται πρὸς τὸν σκοπὸν, εἴτε νὰ τεθῶσι κατὰ μέρος ἀξιωματικοὶ μὴ εὐνοούμενοι, εἴτε νὰ προαχθῶσιν οἱ εὐνοούμενοι. Ἐὰν συνταχθῇ ἐναντία τις ἔκθεσις, μένει ἀνεκτέλεστος. Θέλετε παράδειγμα; εἶναι πρόχειρον. Κατὰ τὰς συμπλοκὰς τῶν μεθορίων διεκρίθησαν ὑπαξιωματικοὶ καὶ ἀξιωματικοί. Ἐκ τῶν ὑπαξιωματικῶν μετὰ μακρὸν χρόνον προεβιβάσθησάν τινες, ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν οὐδείς. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀντὶ τοῦ Γκριτζόβαλη καὶ τῆς Μελούνας, ἤμειψε τὴν Κούτραν. Ταῦτα πάντα ἐξέθηκα ὑμῖν, Κύριοι, ὄχι διότι προσδοκῶ ἐξ ὑμῶν θεραπείαν, σεῖς ὀφείλετε νὰ φροντίσητε πρῶτον περὶ τῆς σωτηρίας ὑμῶν αὐτῶν. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι τὸ βῆμα τοῦτο εἶναι ἀρκετὰ ὑψηλὸν, ὥστε ἡ φωνή μου νὰ κατορθώσῃ νὰ ἀκουσθῇ εἰς τὰ τέσσαρα πέρατα τοῦ Κράτους, φρονῶ ὅτι, ἐκφερομένη ἐντεῦθεν, δύναται νὰ ἀκουσθῇ καὶ παρ’ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον τὸ πολίτευμα ἀνέγραψεν ὡς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν στρατοῦ. Ἐλπίζω ὅτι ἡ φωνή μου θέλει τὸν ἀφυπνίσει, θέλει τὸν κάμει νὰ ἐννοήσῃ τὴν εὐθύνην, ἣν φέρει ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους, ἀπέναντι τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, ἀπέναντι αὐτῆς τῆς ἱστορίας. Ὅταν δὲ πρόκηται περὶ τῶν τοῦ στρατοῦ, τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ ἡ εὐθύνη δὲν εἶναι ἠθική, εἶναι πραγματική. Τὴν ἀλήθειαν ταύτην ἀνεγνώρισεν, ὀλίγον ἴσως ἀργά, ὁ Βασιλεὺς Μιλάνος, μετὰ τὴν μάχην τῆς Σλιβνίτσας, ἀνακηρύξας ἀμέσως τότε τὴν εὐθύνην του ὡς πραγματικὴν καὶ ἀπελθὼν μετ’ ὀλίγον εἰς τοὺς Ἁγίους τόπους καὶ ἄλλους, ὅπως διασκεδάσῃ τὴν μελαγχολίαν του. Εἶναι καιρὸς, Κύριοι, νὰ ἐκδιωχθῇ ἡ πολιτικὴ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐκ τοῦ στρατοῦ· νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τοῦ ἀρχιφατριάρχου ἡ διοίκησις αὐτοῦ, εἶναι καιρὸς νὰ δοθῇ εἰς ἄνθρωπον, ὅστις δύναται ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός του καὶ τῆς ἀνατροφῆς του, ἐκ τοῦ χαρακτῆρός του, ἐκ τῆς παρελθούσης καὶ τῆς μελλούσης διαμονῆς του ἐν τῷ στρατῷ, νὰ σέβηται τὸ στράτευμα, νὰ ἐννοῇ τὰς δικαίας ἀξιώσεις του, τὰς προσδοκίας, ὧν εἶναι ἄξιος ὁ στρατὸς ἡμῶν, νὰ προσπαθῇ ν’ ἀνυψώσῃ αὐτὸν εἰς τὴν περιωπήν, ἥτις τῷ ἀνήκει, ἀντὶ νὰ τὸν ἐξευτελίζῃ, νὰ προσπαθῇ νὰ καταστήσῃ ἐν αὐτῷ τὴν τάξιν καὶ πειθαρχίαν, γνωρίζων τὸ λεπτὸν καὶ εὔθραυστον τῶν νεύρων αὐτῆς. Αἱ ἰδέαι αὗται δὲν εἶναι νέαι δι’ ἐμέ. Ἀπὸ τοῦ 1883 διετύπωσα ταύτας καὶ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ πρὸς τὸν Βασιλέα, καὶ οὐδέτερος αὐτῶν θὰ ἐλησμόνησε τοὺς λόγους μου. Ἔκτοτε ὁ στρατὸς εἶχε λάβει τὸν κατήφορον, ἔκτοτε,—ἐπιτρέψατέ μοι τὴν ἀγροῖκον ἔκφρασιν,—ἤρχισε τὸ κλώτσα καὶ τὸ κτύπα, ἡ καταστροφὴ τοῦ στρατοῦ, δι’ ἣν ἐδαπανήθησαν 100,000 000. Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀναπολήσω εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, εἰς τὸν Βασιλέα, τοὺς λόγους μου ἐκείνους· ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τῷ εἴπω, ὅτι δὲν δικαιοῦται νὰ κρύπτηται ὄπισθεν τῆς ψευδοδεδηλωμένης σας. Διὰ τοῦ τύπου τῆς ψευδοδεδηλωμένης δὲν διοικοῦνται τὰ Κράτη οὐδ’ ἐν περιστάσεσιν ὁμαλαῖς, κατὰ μείζονα λόγον κατὰ τὰς παραμονὰς συμφορῶν, τὰς ὁποίας μόνον διάνοια ἐγρηγοροῦσα δύναται ν’ ἀποτρέψῃ ἀφ’ ἡμῶν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων καὶ τῆς ἀριστερᾶς).
§11ΚΟΡΠΑΣ. Ἡ ἄρνησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοῦ νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς αἰτηθείσας ὑπὸ τοῦ ἄρτι καταβάντος ἀπὸ τοῦ βήματος ἀξιοτίμου συναδέλφου πληροφορίας, ἀναντιῤῥήτως ὑπεμφαίνει τὴν πρόθεσιν αὐτοῦ, ὅπως ἀποφύγῃ τὴν προκειμένην συζήτησιν, εἴτε λόγῳ δημοσίου συμφέροντος, εἴτε λόγῳ συμφέροντος τοῦ στρατοῦ, εἴτε διότι, ὡς εἶπε προχθές, ἐνεργεῖται ἐξέτασις περὶ προσώπων. Καὶ τοὺς μὲν δύο πρώτους λόγους δὲν εὑρίσκω βασίμους, διότι ἀκριβῶς ἐν τῷ δημοσίῳ συμφέροντι καὶ ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ στρατοῦ δύνανται νὰ συζητηθῶσι τὰ τοῦ στρατοῦ, ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν τελευταίαν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν προέβαλε προχθές, κἀγὼ συμφωνῶ πληρέστατα πρὸς αὐτόν· ὅτι δὲν δύναται ἀβασανίστως ν’ ἀποδίδωνται εἰς πρόσωπα τόσον βαρεῖαι κατηγορίαι, ὅσον ἐχαρακτηρίσθησαν κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας, καὶ νὰ γένηται περὶ αὐτῶν λόγος ἐνταῦθα. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, Κύριοι, δὲν δύναμαι ν’ ἀποκρύψω τὴν ἔκπληξιν, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθην ἅμα τῷ ἀκούσματι τῶν ἐν Λαρίσσῃ συμβάντων, ὡς πιστεύω, ὅτι καὶ ὑμεῖς ᾐσθάνθητε τοιαύτην καὶ ὅσοι εἰλικρινῶς ἀγαπῶσι τὸν στρατὸν καὶ πρὸς αὐτὸν μετὰ χαρᾶς προσβλέπουσιν. Ὅτε τὸ πρῶτον ἠρωτήθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τῶν ἐν Λαρίσσῃ συμβάντων, ἀπήντησε κατηγορηματικώτατα, ὅτι οὐδὲν συνέβη, δυνάμενον νὰ ἔχῃ σοβαρὸν χαρακτῆρα. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα ἐλέγοντο ἐν τῇ Βουλῇ, ὁ τύπος ἐδημοσίευεν ἀνταποκρίσεις ἐκ Λαρίσσης, ἥκιστα ἐπιβεβαιούσας τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὁ ἴδιος ἐξέδιδε διαταγὰς περὶ μεταθέσεως ἢ ἀποσπάσεως ἢ μετακλήσεως κτλ. ἀξιωματικῶν, καὶ ἀπέστελλεν ἀνώτερον ἀξιωματικὸν, ὅπως ἐνεργήσῃ, ὡς εἶπεν, ἐξετάσεις, τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ὁποίων δυστυχῶς θὰ βραδύνῃ νὰ περιέλθῃ εἰς γνῶσιν ἡμῶν, καὶ δὲν δυνάμεθα ἐπὶ ἐκείνου ἑπομένως νὰ στηρίξωμεν τὴν παροῦσαν συζήτησιν. Τί ἆρά γε νὰ ἦναι τὸ ἀληθές; Στερούμενοι ἐπισήμων πληροφοριῶν, δὲν δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ἀσφαλῶς περὶ τοῦ εἴδους καὶ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ κινήματος ἐκείνου, ἂν ὑπῆρξε τῳόντι κίνημά τι, ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ συμπεράνωμεν ἐκ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι συνέβη τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἐκ τῶν συνήθων στρατιωτικῶν παραπτωμάτων· διότι δὲν ἐξηγοῦνται ἄλλως οὔτε ἡ μετάβασις τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ ἐν Λαρίσσῃ στρατοῦ ἐνταῦθα, οὔτε αἱ μεταθέσεις ἢ ἀποσπάσεις τόσων ἀξιωματικῶν, οὔτε ἡ ἀποστολὴ ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ εἰς Λάρισσαν πρὸς ἐνέργειαν ἐξετάσεων, ἀφοῦ γνωστὸν εἶναι, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐκεῖ τόσοι ἀνώτεροι ἀξιωματικοί, δυνάμενοι νὰ ἐνεργήσωσιν ἐξετάσεις. Δὲν γινώσκομεν λοιπὸν ἀκριβῶς, τί συνέβη’ εὔχομαι νὰ μὴ ἦναι τὰ πράγματα ὅπως ἐν ἀρχῇ παρεστάθησαν, καὶ τὸ εὔχομαι ἀπὸ καρδίας, καὶ ὡς Ἕλλην καὶ ὡς ἀξιωματικὸς, διότι ὁ στρατὸς εἶναι ἡ ἄγκυρα τῶν ἐγγυήσεων τῶν πολιτικῶν ἡμῶν ἐλευθεριῶν, ὅταν δὲ λυθῶσιν οἱ δεσμοὶ, οἵτινες συνδέουσιν αὐτὸν πρὸς τὸ καθῆκον καὶ τὸν ὅρκον του, οὔτε πολιτικαὶ ἐλευθερίαι ἀπομένουσιν ἡμῖν, οὔτε στρατὸν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν. Καὶ εἶναι περιττοὶ καὶ οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἑκάστοτε ἀπαγγέλλομεν ἐντεῦθεν, καὶ αἱ προτάσεις, τὰς ὁποίας ὑποβάλλομεν πρὸς βελτίωσιν τοῦ στρατοῦ, περιτταὶ εἶναι ἐπίσης αἱ θυσίαι τοῦ Ἔθνους καὶ αἱ δαπάναι τοῦ Δημοσίου πρὸς διατήρησιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν συνέβη κίνημά τι, ἴσως ἠγέρθησαν παράπονα τῶν ἀξιωματικῶν καθ’ ὡρισμένων ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἢ καὶ κατὰ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ψηφισθέντων καὶ ἐφαρμοσθέντων στρατιωτικῶν νόμων. Καὶ ἐφ’ ὅσον τὰ παράπονα ταῦτα περιορίζονται ἐν τῷ κύκλῳ, τῷ διαγραφομένῳ ὑπὸ τῶν κανονισμῶν, δὲν εὑρίσκω ὅτι ἔχουσί τι τὸ ἄτοπον, ἀλλ’ ἐὰν δὲν ὑπεβλήθησαν οὔτε παράπονα τῶν ἀξιωματικῶν, εἴτε ἐξ ὁλοκλήρου τῆς ὁμάδος, εἴτε μέρους αὐτῶν,—διότι καὶ περὶ τούτου ἠρνήθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ εἴπῃ τι,—τότε ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἡ διοίκησις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν νόμων, περὶ ὧν ἐλάλησα, ἠδύναντο νὰ παράσχωσιν εὐλόγους ἀφορμὰς καὶ δίκαια παράπονα τῶν ἀξιωματικῶν. Ἐψηφίσθησαν πρὸ ὀλίγων ἐτῶν νόμοι, διὰ τῶν ὁποίων ἐπεδιώκετο ἡ ἀπομάκρυνσις τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τῆς πολιτικῆς. Ἔλεγον τότε καὶ ἐπανελάμβανον κατὰ κόρον, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ παρίστανται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατώτεροι ἀξιωματικοὶ, συζητοῦντες πρὸς ἀνωτέρους στρατιωτικοὺς ἄλλους Βουλευτὰς, ἢ καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν Ὑπουργὸν ἀπὸ ἴσου. Ἀλλὰ τὸ κυριώτερον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς εἰσηγητὴς τῶν νομοσχεδίων τούτων, προέβαλε τότε, ἦτο ὅτι οἱ ἐν τῷ στρατῷ διατελοῦντες ἀξιωματικοὶ εἰργάζοντο πρὸς ἀπόκτησιν ἐκλογικῶν κεφαλαίων, καὶ συμφωνῶ πληρέστατα εἰς ταῦτα μὲ τὸν κ. Πρωθυπουργόν· ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν συμφωνεῖ πρὸς ἑαυτὸν καὶ πρὸς τὰς τότε ἐπαγγελίας αὑτοῦ. Τοῦτο τοὐλάχιστον μαρτυροῦσιν αὐτὰ τὰ πράγματα, διότι εἴδομεν καὶ βλέπομεν ἀξιωματικοὺς, ἀποστελλομένους λόγῳ ὑπηρεσίας εἰς τὰς ἐπαρχίας αὐτῶν, ἢ καὶ εἰς ἄλλας, εἴτε δι’ ἐκλογικοὺς σκοποὺς, εἴτε καὶ διὰ πολιτικούς, εἴδομεν ἀξιωματικούς, ἐν ὑπηρεσίᾳ διατελοῦντας, νὰ μετάσχωσιν εἰς πολιτικὰ γεύματα καὶ νὰ ἐκδηλώσωσι πανηγυρικῶς τὰ ἑαυτῶν πολιτικὰ φρονήματα, εἴδομεν ἀξιωματικούς, ἀποσταλέντας ἢ καὶ μεταβάντας ἑκουσίως εἰς τὰς ἐκλογὰς, οἱ ὁποῖοι φατριαστικώτατα ἐνήργησαν ὑπὲρ ὑπουργικοῦ ὑποψηφίου, καὶ ἐν τούτοις οὔτε ἐτιμωρήθησαν, οὔτε κἂν ἐπετιμήθησαν. Δὲν μέμφομαι τῶν ἀξιωματικῶν τούτων, ἀλλὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ἀνέχεται τοιαῦτα νὰ διαπράττωνται. Ἐὰν μάλιστα περιορίσητε τὴν ἀκτῖνα τῆς ἐπισκοπήσεως ταύτης καὶ ῥίψητε ἓν βλέμμα καθ’ ἣν στιγμὴν εἰσέρχεσθε ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, θὰ ἴδητε συνηγμένους εἰς τὰ προπύλαια καὶ τοὺς διαδρόμους πληθὺν νέων ἀξιωματικῶν, οἵτινες ἠδύναντο κατὰ τὰς ὥρας ταύτας ν’ ἀσχολῶνται εἰς τὰ ἔργα αὐτῶν, ἀναμὶξ ἱσταμένους μετὰ θεσιθηρῶν καὶ ῥοπαλαφόρων, καὶ ἂν μάλιστα τείνητε τὸ οὖς, ἠθέλετε ἀκούσει αὐτῶν ἐπικρινόντων τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἀκολουθοῦσι τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ταῦτα δὲ πάντα, ὅπως γίνωσιν ἀρεστοὶ τῷ κ. Πρωθυπουργῷ, καὶ οὕτω, οὐ μόνον ἐξασφαλίζουσι τὴν ἐν Ἀθήναις διαμονήν των, καὶ ἀπολαμβάνουσιν ὅ,τι ἂν ζητήσωσιν, ἀλλὰ καὶ ἄν ποτε καταδικασθῶσιν ὑπὸ Δικαστηρίου τινὸς, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ κατ’ αὐτῶν ἀπόφασις δὲν θὰ ἐκτελεσθῇ· μάρτυς ἀψευδὴς τῶν λόγων μου ἔστω καὶ ἡ ὑπόθεσις τοῦ ἐνωμοτάρχου Παπαρεώδη καὶ τόσων ἄλλων, περὶ ὧν μακρὸς ἐγένετο λόγος ἐνταῦθα. Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος περὶ τῶν δικαστικῶν τούτων ἀποφάσεων, ἐπιτραπήτω μοι νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέχει μὲν νομικὴν εὐθύνην διὰ τὴν μὴ ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων ἐκείνων, ἀλλὰ συγχρόνως ὑπέχει καὶ ἠθικὴν εὐθύνην ἀπέναντι τοῦ στρατοῦ, διότι κατὰ Νοέμβριον νομίζω τοῦ 1887 ἐξέδωκεν ἐγκύκλιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, δι’ ἧς ἐκοινοποίει Β. Διάταγμα, τροποποιοῦν τὰς διατάξεις τῶν κανονισμῶν τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τῶν σωμάτων, τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν ἐπιβολὴν τῆς ποινῆς τῆς ἐκπτώσεως τοῦ βαθμοῦ τοῦ ὑπαξιωματικοῦ, καὶ προσεκάλει δι’ αὐτῶν τοὺς διοικητὰς τῶν σωμάτων, νὰ παραπέμπωσιν ἀμελητὶ ἐνώπιον πειθαρχικοῦ συμβουλίου πάντα ὑπαξιωματικὸν, ὅστις ἤθελε τυχὸν καταδικασθῆ δι’ ἐπανορθωτικὴν ποινὴν ὑπὸ οἱουδήποτε Δικαστηρίου· καὶ ἐνῷ ταῦτα ἔλεγε πρὸς τοὺς σωματάρχας, οὗτος δὲν ἐξετέλει τὰ ὑπ’ αὐτοῦ διατασσόμενα. Τοῦτο μοι ὑπενθυμίζει ἀστεῖον ἐπεισόδιον, λαβὸν χώραν ἔν τινι νήσῳ τῶν Κυκλάδων· ἐν αὐτῇ ὑπῆρχεν ὑγειονομοφύλαξ, ἔχων πλήρη τὰ προσόντα τῆς ἀγραμματοσύνης· ἡμέραν τινὰ ἔλαβε διαταγὴν, διὰ τῆς ὁποίας παρηγγέλλετο, νὰ ἀπαγορεύῃ τὴν ἄγραν τῶν ἰχθύων διὰ δυναμίτιδος. Μὴ γνωρίζων γράμματα, ἀπηυθύνθη εἰς ἕνα τῶν παντοπωλῶν, διὰ νὰ τοῦ ἀναγνώσῃ τὴν διαταγήν· οὗτος τῷ εἶπεν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον διατάσσει αὐτὸν νὰ δημοσιεύσῃ τὴν ἐγκύκλιον ταύτην· περιελθὼν ὅθεν τὴν κωμόπολιν ὁλόκληρον, ἐδημοσίευσε ταύτην διὰ ζώσης. Μετά τινας ἡμέρας ὁ ἐκεῖ σταθμάρχης τῆς χωροφυλακῆς ἀκούει κρότον, προερχόμενον ἐξ ἀναφλέξεως φυσιγγίου δυναμίτιδος, σπεύδει εἰς τὸ μέρος τοῦ λιμένος, ἀφ’ ὅπου ἠκούσθη ὁ κρότος, καὶ τί νομίζετε βλέπει; αὐτὸν τὸν ἴδιον ὑγειονομοφύλακα, ἀγρεύοντα ἰχθεῖς διὰ δυναμίτιδος! «Τί κάμνεις! λέγει, ἐλησμόνησες τὴν ἐγκύκλιον τοῦ Ὑπουργείου; — Ὄχι, ἀπαντᾷ οὗτος, ἀλλ’ ἡ ἐγκύκλιος ἐκείνη δὲν ἀφορᾷ ἐμὲ, ἀλλὰ τοὺς κατοίκους, διότι λέγει, νὰ προσκαλέσω αὐτοὺς, νὰ μὴ ἀγρεύωσι διὰ δυναμίτιδος.» Παραπλήσιόν τι συμβαίνει καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἀπεστερήθησαν οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν φυσικῶν αὐτῶν δικαστῶν διὰ νόμου ἀντισυνταγματικοῦ, βάσιν ἔχοντος τὴν ἐξέτασιν τῶν τύπων μόνον, ἑπομένως οὔτε ἐδεκαιώθη ἄχρι τοῦδε ἀξιωματικὸς ἀδικηθεὶς, οὔτε δικαιωθήσεται ὑπὸ κληρωτοῦ δικαστηρίου, τοιαῦτα ἔχοντος ἐκ τοῦ νόμου τούτου δικαιώματα. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῶν νόμων ἐκείνων. Ἀλλὰ πλὴν τούτου διὰ τὴν καλὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ ἀπαιτοῦνται ὅροι τινὲς, καὶ μεταξὺ τῶν πρώτων εἶναι ἡ ἐξ ἴσου ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης, ἡ ἱκανοποίησις τῶν εὐλόγων ἀξιώσεων τῶν φιλοτιμιῶν τοῦ στρατοῦ ἐν πᾶσι τοῖς βαθμοῖς, καὶ ἡ ἐν αὐτῷ τήρησις τῆς πειθαρχίας καὶ τάξεως. Ἐξετάσωμεν, ἐὰν οἱ ὅροι οὗτοι πληροῦνται ἐν τῇ παρούσῃ διοικήσει τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ. Παραπέμπονται ἀξιωματικοὶ ἐνώπιον ἀνακριτικοῦ συμβουλίου, ὅπως ἀποφανθῶσι ταῦτα, ἐὰν ὑπάρχῃ λόγος νὰ τεθῶσιν εἰς ἀργίαν δι’ ἀπολύσεως ἀπὸ τῆς θέσεως, γνωμοδοτοῦσι ταῦτα, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος, καὶ ἐν τούτοις τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἄλλους μὲν τούτων τίθησιν εἰς ἀργίαν διὰ προσκαίρου παύσεως, ἄλλους τιμωρεῖ πειθαρχικῶς, καὶ ἄλλους ἀφίησιν ἐντελῶς ἀτιμωρήτους. Τὸ τελευταῖον μάλιστα τοῦτο θεωρῶ ὡς προσβάλλον τὴν δικαιοσύνην ἐν τῷ στρατῷ, καὶ ὡς παραλύον τὴν ἐν αὐτῷ πειθαρχίαν. Δὲν ἱκανοποιοῦνται αἱ εὔλογοι ἀξιώσεις τῶν φιλοτιμιῶν τῶν ἀξιωματικῶν ἐν τῷ στρατῷ, διότι δὲν πληροῦνται αἱ ἐν αὐτῷ χηρεύουσαι θέσεις ἐν ἰσότητι καὶ δικαιοσύνῃ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πληροῖ μόνον τὰς χηρευούσας θέσεις εἰς τὰ σώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπολαύουσι τῆς ἰδιαιτέρας αὐτοῦ εὐνοίας, οὐχὶ δὲ καὶ εἰς ὅλα ἐν γένει, εἴτε διότι οἱ ἔχοντες ἐν ἐκείνοις σειρὰν προβιβασμοῦ δὲν ἔχουσι ταυτότητα πολιτικῶν φρονημάτων, εἴτε διότι δὲν ἀπολαύουσι τῆς εὐνοίας αὐτοῦ· διὰ τοῦτο θεωρῶ ἀναγκαιοτάτην τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ὑπέβαλα εἰς τὴν Βουλὴν ἄλλοτε, περὶ ἀμέσου πληρώσεως τῶν χηρευουσῶν θέσεων ἐν τῷ στρατῷ. Βλέπομεν ἐν ταῖς ἐφημερίσι διορισμοὺς Νομαρχῶν καὶ Ἐλεγκτῶν τοῦ Συνεδρίου, προβιβασμοὺς Ἐφετῶν καὶ Ἀρεοπαγιτῶν· δὲν ἐννοῶ, διατὶ τὸ μέτρον τοῦτο δὲν ἐφαρμόζεται καὶ ἐν τῷ στρατῷ; Μήπως ὁ Διευθυντὴς Νομαρχίας τινὸς δὲν δύναται νὰ διευθύνῃ ἐπὶ πολὺν χρόνον τὴν Νομαρχίαν, ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ Νομάρχου, ἀφοῦ μάλιστα οὗτος κέκτηται ἱκανὰ πρὸς τοῦτο προσόντα, ἐνῷ κατὰ τὸν περὶ προσόντων νόμον ὁ Νομάρχης δὲν ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ τοιαῦτα; Προκειμένου ὅμως περὶ τοῦ στρατοῦ, ἀξιοῦτε ἵνα ὁ ὑπολοχαγὸς π. χ. διοικῇ ἐπὶ μῆνας πολλοὺς καὶ ἔτη ἴσως λόχον, καὶ νὰ μὴ συμπληροῦτε τὴν θέσιν τοῦ λοχαγοῦ. Τὸ πρᾶγμα, Κύριοι, εἶναι εὐνόητον, διότι οἱ μεγάλοι οὗτοι διορισμοὶ Νομαρχῶν κτλ. διαφεύγουσι τὴν ῥουσφετικὴν δικαιοδοσίαν τῶν Βουλευτῶν, ἀνάγονται εἰς τὴν ὑψηλοτέραν ῥουσφετολογικὴν σφαῖραν τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν, ἢ, ὀρθότερον εἰπεῖν, τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐξετάσωμεν, ἐὰν ὑπάρχῃ ὁ τρίτος ὅρος τοὐλάχιστον, ἡ πειθαρχία ἐν τῷ στρατῷ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη, ὅταν ἀξιωματικὸς μετατίθεται διότι ἐτιμώρησε στρατιώτην; Ἠδυνάμην νὰ ὑποδείξω ἄπειρα γεγονότα ἐν τῷ στρατῷ, μαρτυροῦντα τὴν ἔλλειψιν πειθαρχίας, ἀλλὰ περιορίζομαι εἰς τὰ μᾶλλον πρόσφατα. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ πειθαρχία, ὅταν κατὰ τὰς ἐκλογὰς ὑπαξιωματικὸς λαμβάνῃ διαταγὴν παρὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ του νὰ φατριάσῃ ὑπὲρ τοῦ ὑπουργικοῦ ὑποψηφίου: Τίνα σεβασμὸν ἢ εὐπείθειαν θὰ ἔχῃ πλέον οὗτος πρὸς τὸν ἀνώτερόν του; Καὶ ἐγενόμην δυστυχῶς αὐτόπτης τοιούτου οἰκτροῦ θεάματος εἰς ἐκλογήν. Ἀλλὰ πλὴν τούτου παρετηρήθησαν ἐσχάτως καὶ συμπτώματα διαιρέσεως τῶν ἀξιωματικῶν εἰς εὐνοουμένους καὶ μή, εἰς ἀφοσιωμένους καὶ μή, καὶ εἴδατε ἐσχάτως, ὅτι συνελέγησαν ἐκ διαφόρων γενικῶν ὑπηρεσιῶν πάντες οἱ ἀξιωματικοί, οἵτινες φίλα φρονοῦσι πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, καὶ ἀπεστάλησαν εἰς τὰ σώματα, καὶ ἀνετέθη αὐτοῖς ἡ διοίκησις τμημάτων στρατοῦ, ἐνῷ τὰ τμήματα ταῦτα διῳκοῦντο ὑπὸ ἑτέρων ἀξιωματικῶν. Δὲν λέγω ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι δὲν θὰ ἐκπληρώσωσιν ἐπίσης πιστῶς τὸ καθῆκόν των καὶ ὑπὸ ἑτέραν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἐπικρίνω τὴν τάσιν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ νὰ δείξῃ δυσπιστίαν πρὸς ἀξιωματικοὺς ἄνευ ἀφορμῶν, νὰ ἐκλέξῃ ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ πάντας αὐτούς, οἵτινες φίλα φρονοῦσι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τοποθετήσῃ εἰς τὰς θέσεις ἐκείνας. Ἡ διαίρεσις τοῦ στρατοῦ εἰς εὐνοουμένους καὶ μὴ εὐνοουμένους δύναται νὰ ἔχῃ ὀλεθρίας συνεπείας· καὶ ἄλλοτε ὡμίλησα περὶ τούτου ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἔφερα παραδείγματα δυσαρέστων συνεπειῶν, λαβουσῶν χώραν ἐν τῷ Γαλλικῷ στρατῷ. Ἀπεστάλη πρὸ ἡμερῶν ἀξιωματικὸς ἐκ τῶν διακεκριμένων εἰς Λάρισσαν ἄνευ οὐδεμιᾶς ὑπηρεσίας, μόλις δὲ ἀφίκετο εἰς Βόλον, ἔλαβε διαταγὴν νὰ παραμείνῃ ἐν Βόλῳ ἄνευ ὑπηρεσίας, καὶ ἴσως εὑρίσκεται ἤδη ἔν τινι καφφενείῳ τοῦ Βόλου. Ὑπάρχουσι δὲ καὶ ἄλλα πολλά, τὰ ὁποῖα κρίνω περιττὸν ν’ ἀπαριθμήσω, διότι εὐγλώττως περὶ τούτων ὡμίλησεν ὁ προαγορεύσας, καὶ εὐγλώττως ἐχαρακτήρισε τὴν πραγματικὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ ἡμῶν. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα, Κύριοι, καὶ ὡς εἶπεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, καὶ ὡς ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου ὑπηνίχθην, βεβαιοῦσιν, ὅτι βαρεῖαι ὑπόνοιαι ἠγέρθησαν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως κατὰ ἐκρύθμων ἐνεργειῶν ἀξιωματικῶν τινων· ἀλλ’ ἐὰν τοιαύτας ἔλαβεν ὑπονοίας, ὤφειλε τάχιστα μετὰ πάσης αὐστηρότητος νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις καὶ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον· ἐὰν ὅμως ἁπλῶς ἐξεφράσθησαν ἀξιωματικοί τινες καὶ εὑρέθησαν πολιτικαὶ ἀρχαί, αἵτινες κατήγγειλον αὐτοὺς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐγείρῃ σκάνδαλον ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχει. Οἱ ἀξιωματικοί, ὡς πολῖται Ἕλληνες, ἔχουσι βεβαίως τὴν γνώμην των περὶ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τῆς χώρας καὶ τὰς ἑαυτῶν πεποιθήσεις περὶ τῶν πολιτικῶν προσώπων, καὶ δὲν εἶναι κατακριτέοι, ἐφ’ ὅσον εἰς τὴν γνώμην αὐτῶν δὲν ὑποτάσσουν τὸ καθῆκόν των. Οὐδενὶ δ’ ἐπιτρέπεται νὰ καταδιώκῃ αὐτούς, ἐφ’ ὅσον δὲν παραβαίνουσι τὸ καθῆκόν των. Ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς εἶναι ὁ ἑλληνικὸς λαός, ἑπομένως καὶ εἰς τὸν πατριωτισμὸν αὐτοῦ ἀφιεροῦται ἡ τήρησις τοῦ Συντάγματος, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἔχει ἀρκοῦντα πατριωτισμόν, καὶ τὸ Σύνταγμα νὰ τηρήσῃ καὶ τοὺς νόμους τῆς πατρίδος του νὰ σεβασθῇ. Ὁ στρατὸς ἀνήκει εἰς τὸν στρατόν, εἰς τὸν Βασιλέα καὶ εἰς τὴν πατρίδα, δὲν ἀνήκει εἰς κανένα τῶν πολιτευομένων, καὶ δὲν συμφέρει εἰς τὸ Κράτος νὰ ἀνήκῃ εἰς αὐτούς, οὐδ’ αὐτοῖς συμφέρει τοῦτο, διότι ἐρχόμενοι οὗτοι ἐκ περιτροπῆς εἰς τὴν ἐξουσίαν, στηρίζουσι τὴν τήρησιν τῆς τάξεως, τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων καὶ τὰς ἐθνικὰς ἡμῶν ἐλπίδας ἐπ’ αὐτόν.
§12ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀμφότεροι οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες ἔψεξαν τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἐπὶ τὸ ὅτι ἀρνεῖται νὰ προσαγάγῃ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἔχω ὅλως ἐναντίαν περὶ τούτου γνώμην. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ζητεῖται ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ δώσῃ ἁπλῶς πληροφορίας, ἀλλὰ κυρίως κατηγορεῖται, ὅτι, περιαγαγὼν τὸν στρατὸν εἰς οἵαν περιήγαγεν αὐτὸν ἀξιοθρήνητον κατάστασιν, ἀπεδείχθη ἐπὶ τέλους ἀνίκανος καὶ ἀνίσχυρος νὰ συγκρατήσῃ τὴν ἐκ βάθρων σαλευθεῖσαν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν, κατὰ θεμελιώδη δὲ τοῦ δικαίου ἀρχήν, ὁ κατηγορούμενος δὲν εἶναι ὑπόχρεως νὰ ὁμολογῇ τὴν ἀξιόποινον πρᾶξιν, δι’ ἣν κατηγορεῖται. Ἀλλ’ ἐὰν οἱ κατηγορούμενοι δὲν ἦναι οὐδὲ νομικῶς οὐδὲ ἠθικῶς ὑπόχρεοι νὰ ὁμολογῶσι τὰς ἀξιοποίνους πράξεις των, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι μένουσιν αὗται ἀναπόδεικτοι, καὶ ἀτιμώρητοι. Πλὴν τῆς ὁμολογίας ὑπάρχουν πλεῖστα ἄλλα μέσα ἀποδείξεως. Ὅσον θέλει ἂς σιωπᾷ ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ ὅσην θέλῃ ἂς καταβάλλῃ προσπάθειαν, ὅπως περικαλύψῃ τὴν ἀλήθειαν. Τὰ ἐν Λαρίσσῃ οὐδένα πλέον λανθάνουσιν. Ἐγένοντο γνωστὰ ἐν ταῖς ἐσχάταις αὐτῶν λεπτομερείαις. Οὐδὲ ὠφελοῦσι πλέον αἱ ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἐπιφυλάξεις. Εἶναι καιρὸς νὰ ἀκουσθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τοῦ ἐθνικοῦ συνεδρίου ἡ ἀλήθεια. Οὐ μόνον ἐν Λαρίσσῃ καὶ Τυρνάβῳ, ἀλλ’ ἐν πάσαις ταῖς φρουραῖς τοῦ Κράτους ἐξεδηλώθησαν ἐπικίνδυνα συμπτώματα διαῤῥήξεως τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας. Εὑρίσκονται ἐν πάσαις ταῖς φρουραῖς πλεῖστοι ἀνώτεροι καὶ κατώτεροι ἀξιωματικοί, ὡς καὶ ὑπαξιωματικοί, οἵτινες, βαρέως φέροντες τὴν ὑπὸ τὴν φατριαστικὴν καὶ ἀδεξίαν ὅλως διεύθυνσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ παράλυσιν τοῦ στρατοῦ, ἐφάνησαν καὶ φαίνονται διατεθειμένοι νὰ μὴ ἀνεχθῶσιν ἐπὶ πλέον τοιαύτην κατάστασιν. Αἱ περὶ τούτου συνεννοήσεις ἔλαβον εὐρυτάτας διαστάσεις, ἂν δὲ μόνον ἐν Λαρίσσῃ καὶ Τυρνάβῳ ἐξεδηλώθησαν μέχρι τοῦδε, οὐχὶ δὲ καὶ ἀλλαχοῦ, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τυχαῖα περιστατικά. Ὥστε δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν συνέβησαν ἢ ὄχι ἐν Λαρίσσῃ ὅσα ἐδημοσιεύθησαν, διότι ταῦτα, ὡς εἶπον, ἐγένοντο γνωστὰ κατὰ τρόπον ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως. Τὰ γνωρίζει ἤδη ἡ κοινωνία, τὰ γνωρίζει ἡ Βουλή, τὰ γνωρίζει ὁ στρατὸς, τὰ γνωρίζει κάλλιον παντὸς ἄλλου ἡ Κυβέρνησις, τὰ γνωρίζει ὁ Βασιλεὺς, τὰ γνωρίζουν δὲ, ἵνα κατὰ μακαρίτην Λομβάρδον εἴπω, καὶ αὐτοὶ οἱ ξένοι. Σήμερον εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ, ἂν τὰ γενόμενα ἔχωσιν, ἢ οὔ, εὐλόγους ἀφορμὰς, καὶ τίνας. Αὐτὸ κυρίως εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει σπουδαίως ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν. Εἶναι γνωστὴ ἡ συγκεντρωτικὴ μονομανία, ἥτις κατέχει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ ἥτις ὀλεθρίως ἐπέδρασεν, ὡς ἦν ἑπόμενον, καὶ ἐπὶ τοῦ στρατοῦ. Ἠθέλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ καταστήσῃ καὶ τὸν στρατὸν φατριαστικὸν ἐν πᾶσιν ὄργανον πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ πολιτικοῦ του συστήματος, τοιούτου δ’ ἀποκλειστικοῦ πνεύματος ἐμφορούμενος, ἐνέπνευσεν εἰς πλείστους ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικοὺς ἀπελπισμὸν καὶ ἀπογοήτευσιν. Ὅτε ἐν ἔτει 1885, ἐναντίον τοῦ ἐξεγερθέντος δημοσίου φρονήματος, ὁ Βασιλεὺς ἔδωκε τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, εἷς ταγματάρχης ἐν Πάτραις ἐκάλεσε τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐπισήμως καὶ ἀπήτησε παρ’ αὐτῶν, ἢ μᾶλλον τοὺς διέταξε, ν’ ἀπευθύνωσι πρὸς τὸν ἡγεμόνα ἀπὸ κοινοῦ τηλεγράφημα, δι’ οὗ νὰ ἐκφράζωσι πρὸς αὐτὸν τὴν εὐγνωμοσύνην των ἐπὶ τῷ ὅτι ηὐδόκησε νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν καὶ τηρήσῃ Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὸν κ. Τρικούπην! Καὶ ἐγένετο τὸ τοιοῦτο τηλεγράφημα ἀπὸ τὸν διαληφθέντα ταγματάρχην ἐξ ὀνόματος ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ τὸ γεγονὸς εἶναι ἐπισήμως βεβαιωμένον, ὥστε δὲν φοβοῦμαι διάψευσιν. Ἰδοὺ ποίας ἰδέας περὶ τοῦ προορισμοῦ καὶ τῆς χρησιμότητος τοῦ στρατοῦ ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§13ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ποῖος ἦτον αὐτὸς ὁ ταγματάρχης;
§14ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀνομάζεται Ὄθων Παπαδόπουλος Κάρπος.
§15ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ὅμως αὐτὸς, καίτοι εἶναι ταγματάρχης, διοικεῖ σύνταγμα.
§16ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε τὸ πρῶτον ἀνεκινήθη ἐντὸς τῆς Βουλῆς τὸ περὶ τῶν ἐν Λαρίσσῃ συμβάντων ζήτημα, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπειράθη νὰ παραστήσῃ, ὅτι τὰ αἴτια τοῦ κακοῦ δὲν ἔχουν τὴν πηγὴν των ἐντὸς, ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ στρατοῦ, διὰ τοῦτο δὲ, ὡς ἐνθυμεῖσθε, εἶπεν, ὅτι πολιτευόμενοί τινες, οὓς κατόπιν μετέβαλεν εἰς ἁπλοῦς πολίτας, ἠθέλησαν νὰ παρασύρουν τὸν στρατὸν εἰς στάσιν, ἀλλ’ ἀπέτυχον. Πλανᾶται ἆρά γε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἢ θέλει νὰ ἀπατᾷ τοὺς ἄλλους, τοιαῦτα λέγων; Καὶ πῶς! Δὲν κατώρθωσεν ἀκόμη νὰ μάθῃ, ὅτι, ὅταν τις σπείρῃ ἀκάνθας, θὰ ἔλθῃ κατ’ ἀνάγκην καιρὸς νὰ θερίσῃ τριβόλους; Ἀλλ’ ἂς προχωρήσωμεν περαιτέρω. Ἠναγκάσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ τραπῇ εἰς ἄτακτον φυγὴν μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 7ης Ἀπριλίου, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ διάδοχος Κυβέρνησις, διελθοῦσα διὰ τῶν γνωστῶν ἀνωμαλιῶν καὶ ἐθνικῶν δοκιμασιῶν, παρήτησε τὴν ἀρχὴν μετὰ ἓν περίπου ἔτος, ὅτε καὶ πάλιν ὁ κ. Τρικούπης ἐγένετο Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Πῶς προσηνέχθη ἀπέναντι τοῦ στρατοῦ κατὰ τὸ τετραετὲς σχεδὸν διάστημα, καθ’ ὃ ὑπῆρξε καὶ ἐξακολουθεῖ διατελῶν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν; Ἦτο ἀκόμη ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτε δι’ ἑνὸς τῶν φίλων του Βουλευτῶν καὶ κατόπιν Ὑπουργοῦ του ἀπετόλμησε νὰ ῥίψῃ εἰς τὴν δημοσιότητα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς τὴν γνωστὴν ἐκείνην φράσιν, ὅτι ὁ στρατὸς τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἀγέλη. Ἡ ὕβρις ἦτο βαρεῖα, ἦτο θανάσιμος διὰ τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠδύνατο νὰ τὴν ἀνεχθῇ. Ἐπεζήτησεν εὐκαιρίαν, ὅπως φιμώσῃ τότε τοὺς ὑβριστάς του, καὶ εὐτυχῶς εὗρε τοιαύτην. Δοθείσης ἀφορμῆς τινος ὑπὸ τῶν Τούρκων, ἀπέδειξεν ὅτι εἶναι ἄξιος τοῦ ὀνόματος καὶ τῆς ἀποστολῆς του. Πᾶς Ἕλλην Πρωθυπουργὸς θὰ ᾐσθάνετο αἴσθημα ἐθνικῆς ὑπερηφανείας ἐπὶ τοῖς τότε κατὰ τὸ πλεῖστον γενομένοις, καὶ θὰ ἔσπευδε νὰ βραβεύσῃ μὲν ὅσον οἷόν τε ἐμφαντικώτερον, τοὺς ἐκπληρώσαντας τὸ καθῆκόν των, νὰ τιμωρήσῃ δὲ ἀδυσωπήτως τοὺς ἐλαχίστους ἐκείνους, οἵτινες ἐδείχθησαν ἄνανδροι καὶ οὐτιδανοί. Ὁ κ. Τρικούπης ὅμως, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν ἐσκέφθη οὕτως. Ἀντὶ αἰσθήματος ἐθνικῆς ὑπερηφανείας ἐγεννήθη ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ δίψα μίσους καὶ ἐκδικήσεως κατ’ ἐκείνων, οἵτινες ἐτίμησαν τὰ ἑλληνικὰ ὅπλα, καὶ αἴσθημα εὐνοίας ἢ ἐπιεικείας κατ’ ἐκείνων, οἵτινες εἴτε δὲν ἠδυνήθησαν εἴτε δὲν ἠθέλησαν νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των. Εἰς μάτην ἐζητήσαμεν τότε νὰ κατατεθῶσιν αἱ ἐκθέσεις τῶν σωματαρχῶν, ἵνα μάθῃ τὸ Ἔθνος ἐπισήμως τὴν ἀλήθειαν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὀχυρούμενος ὄπισθεν τῆς προφάσεως τοῦ κινδύνου τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἠρνήθη ἐπιμόνως καὶ μετά τινος μνησικακίας νὰ καταθέσῃ τὰς ζητηθείσας ἐκθέσεις. Καὶ διατὶ πάντα ταῦτα; Διότι ἔλαβεν ἀλόγους ὑπονοίας, ὅτι ὁ ἐν τοῖς συνόροις πολεμήσας στρατὸς εἶχε γίνει ὄργανον τῶν πολιτικῶν του ἀντιπάλων, ἐπιζητησάντων δῆθεν διὰ τοῦ μέσου τούτου νὰ δυσχεράνωσι τὴν θέσιν του! Καὶ εἴδομεν οὕτως, ὅτι πάντες σχεδὸν οἱ ἐπιτελέσαντες τὸ καθῆκόν των κατεδιώχθησαν, περιεφρονήθησαν καὶ παρηγκωνίσθησαν, ἐξ ἐναντίας δ’ ἔτυχον ἀμερίστου εὐνοίας καὶ ἐκτιμήσεως οἱ παραίτιοι τοῦ αἴσχους τῆς Κούτρας! Τοῦτο ἦτο τραῦμα οὐχὶ κατὰ ἀτόμων, ἀλλὰ ἐν γένει κατὰ τοῦ στρατοῦ, ὡς ἠθικοῦ προσώπου, ὡς ἐθνικῆς ἰδέας. Καὶ ἔπειτα ζητεῖτε τὰ αἴτια τῶν ἐν Λαρίσσῃ συμβάντων εἰς πολιτευομένους καὶ πολίτας! Διελύθη ἡ Βουλὴ τῆς 7ης Ἀπριλίου καὶ ὁ κ. Τρικούπης ἐνήργησε τὰς ἐκλογὰς τῆς 4ης Ἰανουαρίου. Τίς δὲν ἐνθυμεῖται τοὺς ἐκλογικοὺς ἐκείνους λόχους, οὓς ὠργάνωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ τοὺς ἐξέπεμψεν εἰς τὰς ἐπαρχίας των, ὅπως ἐργασθῶσι καὶ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῶν ὑπουργικῶν ὑποψηφίων; Καὶ δύναται νὰ ὑπάρξῃ πλέον στρατὸς μετὰ τοιαύτην ἐναντίον του φατριαστικὴν ἐπιδρομήν; Ἐντεῦθεν πηγάζει κατ’ ἀνάγκην ἡ διαίρεσις τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν εἰς ὑπουργικοὺς καὶ ἀνθυπουργικοὺς, τίνες δ’ αἱ συνέπειαι τῆς τοιαύτης διαιρέσεως, ἕκαστος εὐκόλως δύναται νὰ ἐννοήσῃ. Οἱ ἀσθενεῖς χαρακτῆρες διαφθείρονται, οἱ μὴ στέργοντες νὰ ὑποκύψωσι καταφρονοῦνται, ἢ ἀδικοῦνται, οἱ οὕτως ἀδικούμενοι ἀποβάλλουσι πᾶν αἴσθημα σεβασμοῦ πρὸς τοὺς ἀδικοῦντας καὶ ὀμνύουσιν ἐκδίκησιν κατ’ αὐτῶν, ἐν γένει δὲ τὸ στρατιωτικὸν φρόνημα καταπίπτει καὶ πλήρης παράλυσις ἐπέρχεται. Εἶναι πολὺς καιρὸς, ἀφ’ ὅτου τὴν ζοφερὰν ταύτην εἰκόνα παρουσιάζει ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὁ ἡμέτερος στρατός. Ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Ῥάλλης ἐμνημόνευσε πλείστων ὡρισμένων παραδειγμάτων, μαρτυρούντων τὴν πικρὰν ταύτην ἀλήθειαν. Οὐδὲ πρέπει ν’ ἀφήσωμεν ἀπαρατήρητον τὴν ἐκ πολλῶν ἀστόχων νομοθετημάτων προσγενομένην ζημίαν. Οἱ ἐκ πλάνης ἢ ἐκ προθέσεως ἀδικούμενοι ἀξιωματικοὶ εἶχον τὴν παρηγορίαν, ὅτι ἠδύναντο νὰ προσφύγωσιν εἰς τὴν δικαιοσύνην τῆς Πατρίδος των πρὸς ἐπανόρθωσιν τῶν ἀδικημάτων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅμως ἔκλεισεν ἀποτόμως εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τὴν θύραν ταύτην τῆς δικαιοσύνης διὰ νόμου, οὐδεμίαν ἔχοντος δικαιολογικὴν βάσιν, καὶ ἐξήρτησε τὴν τύχην των ἐκ τῆς αὐθαιρεσίας καὶ τοῦ φατριασμοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλὰ μήπως τοὐλάχιστον ἐφηρμόσθη ποτὲ εἰλικρινῶς καὶ ἐν πνεύματι δικαιοσύνης ὁ ἄλλος ἐκεῖνος νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας; Εἶναι τοιαύτη ἡ ἐλαστικότης αὐτοῦ, ὥστε διὰ μὲν τοὺς εὐνοουμένους ἢ συγγενεῖς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ οὐδεὶς ὑπάρχει φόβος, ἀλλοίμονον ὅμως εἰς τοὺς μὴ εὐνοουμένους! Πόσοι τοιοῦτοι δὲν ὑπῆρξαν θύματα τῆς δυσμενείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν! Τὰ λοιπὰ ἀνέπτυξε λίαν εὐστόχως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυκλάδων βουλευτὴς κ. Κόρπας. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἀφορμαὶ, εἰς τὰς ὁποίας ὀφείλεται ἡ γενικὴ σχεδὸν δυσαρέσκεια τοῦ στρατοῦ, ἥτις ἐξεδηλώθη μὲν πρὸ μικροῦ ἐν Λαρίσσῃ καὶ Τυρνάβῳ, εἶναι δὲ φόβος, μὴ ἐκδηλωθῇ βραδύτερον εἰς εὐρυτέρας καὶ μᾶλλον ἐπικινδύνους διαστάσεις. Οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι τοιαῦται ἀφορμαὶ δὲν εἶναι εὔλογοι καὶ δίκαιαι. Δὲν κατηγορῶ βεβαίως τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠσπάσθησαν καὶ δὲν ἀσπάζονται τυχὸν τὰ ἐν Λαρίσσῃ διαβήματα, ἀλλὰ δὲν βλέπω ποῦ δύναται νὰ στηριχθῇ τις, ὅπως δικαίως καὶ ἀσφαλῶς καταδικάσῃ ἐν τῇ συνειδήσει του τοὺς ἄλλους ἐκείνους ἀξιωματικοὺς, οἵτινες ἐπὶ ἰδίῳ κινδύνῳ ἔσχον τὸ θάῤῥος νὰ ἀμυνθῶσιν οὐχὶ ὑπὲρ ἑαυτῶν ἀτομικῶς, ἀλλ’ ὑπὲρ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Καὶ ἤδη νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἐξευρέσεως τρόπου, δυναμένου νὰ ὁδηγήσῃ εἰς συγκράτησιν τῆς πειθαρχίας, ἥτις δὲν ὑπάρχει πλέον. Ἐκ τῆς Βουλῆς, ὅπως σήμερον ἔχει, δὲν πρέπει νὰ ἐλπίζωμεν τίποτε. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἄλλη τις ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν ὁ καταστατικὸς θεσμὸς τῆς Πολιτείας χαρακτηρίζει ὡς ἀνωτάτην. Πάντοτε μὲν, ἀλλ’ ἰδίως ὅταν πρόκηται περὶ τοῦ στρατοῦ, ἔχει τὸ καθῆκον ὁ ἡγεμὼν, ὅστις κατὰ τὸ Σύνταγμα ἄρχει τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεων, νὰ μὴ ἀδιαφορῇ. Ἀναντίῤῥητον εἶναι, ὅτι γνωρίζει ὁ Βασιλεὺς καὶ ἐξ ἰδιαιτέρων πληροφοριῶν καὶ ἐξ ἐπισήμων ἀνακοινώσεων τὰ συμβάντα καὶ συμβαίνοντα. Δύο ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶχεν ἐνώπιόν του ὁδοὺς, ὧν ὤφειλε ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν μίαν. Εἰ μὲν ἐπείσθη, ὅτι τὰ γενόμενα δὲν ὀφείλονται εἰς τὴν ἀκατάσχετον δύναμιν τῶν πραγμάτων, ἀλλ’ εἰς ἁπλοῦν ἀντιπειθαρχικὸν ἕνεκα προσωπικῶν λόγων πνεῦμα, ὤφειλε νὰ προκαλέσῃ ἄμεσον καὶ αὐστηρὰν καταδίωξιν καὶ τιμωρίαν, ὅπως μὴ παραλύσῃ ἡ στρατιωτικὴ πειθαρχία, ἧς ἄνευ οὔτε στρατὸς δύναται νὰ ὑπάρξῃ, οὔτε ἡ δημοσία ἀσφάλεια καὶ τάξις εἶναι ἠσφαλισμένη. Ἂν ἐξ ἐναντίας ἐπείσθη, ὅτι ἡ φατριαστικὴ διοίκησις τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὤθησε τὰ πράγματα μέχρις ἀνοικονομήτου σημείου, ὥστε πᾶσα καταδίωξις ἀπέβαινεν ἐπικίνδυνος, ὤφειλε νὰ ἀποπέμψῃ τὸν Πρωθυπουργὸν, ἀποδεικνύων οὕτως, ὅτι δὲν εἶναι εἰς κἀνένα ἐπιτετραμμένον νὰ παίζῃ μὲ τὴν τύχην τοῦ στρατοῦ. Οὐδετέραν τῶν δύο τούτων ὁδῶν ἀκολουθήσας μέχρι σήμερον, δὲν ἐπιβάλλει ἡμῖν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του. Δυνατὸν νὰ πλανῶμαι ἐγὼ, νὰ εὑρίσκηται δ’ ἐκεῖνος ἐν τῇ ἀκριβῆ ἐκτιμήσει τῶν πραγμάτων; πολὺ ὅμως φοβοῦμαι, μὴ εὑρεθῇ τὸ Ἔθνος εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπῃ διὰ φοβερᾶς ἐτυμηγορίας, ὅτι δὲν ἔχει συνείδησιν οὔτε τῶν δικαιωμάτων, οὔτε τῶν καθηκόντων του.
§17ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως, Κύριοι Βουλευταὶ, τῆς παρούσης Συνόδου ἡ Ἀντιπολίτευσις ᾐτήσατο, ὡς ὤφειλε, πληροφορίας παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τῶν ἐν Λαρίσσῃ γενομένων. Δυστυχῶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις καὶ οἴκοθεν ὤφειλε νὰ διαφωτίσῃ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κοινωνίαν περὶ τῶν συμβάντων ἐκείνων, ἀλλοίαν ἐτήρησε διαγωγὴν, περιωρίσθη νὰ ἀρνηθῇ τὰ συμβάντα τοσοῦτον ἀσαφῶς καὶ ἀορίστως, ὥστε ἠδύνατο ἕκαστος νὰ ὑπολαμβάνῃ ταῦτα καὶ ὡς μείζονα ἀκόμη ἢ ὅ,τι πραγματικῶς ἦσαν. Καὶ μετὰ τὴν παρέλευσιν τοσούτου χρόνου, καὶ μετὰ τὰ ἐν ταῖς ἐφημερίσι γραφέντα καὶ διαδοθέντα, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν διατελῶ ἐν πληρεστάτῃ γνώσει τῶν συμβάντων ἐκεῖ. Δὲν δύναμαι νὰ κρίνω ἀσφαλῶς, ἂν περιείχετο ἐν αὐτοῖς παράβασίς τις τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας, καὶ ὁποῖον χαρακτῆρα ἠδύνατο αὕτη νὰ λάβῃ. Ἐν τούτοις, ἐν καταφατικῇ λύσει τοῦ ζητήματος τούτου, νομίζω ὅτι ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὴν ἀτομικὴν ἐμοῦ γνώμην, ὅτι οὐδόλως δύναμαι νὰ ἐγκρίνω στρατιωτικὴν ἐκδήλωσιν, μὴ συνάδουσαν μὲ τὴν αὐστηρὰν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν. Ἔχω, Κύριοι, περὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως τὴν οἰκτροτέραν ἰδέαν, φρονῶ ἐν πεποιθήσει, ὅτι οὐδεμία ἄλλη Κυβέρνησις ἐζημίωσε μᾶλλον αὐτῆς τὰ μεγάλα ἐθνικὰ συμφέροντα, ὅτι οὐδεμία ἄλλη Κυβέρνησις περιήγαγεν εἰς μείζονα παραλυσίαν ἅπαντας τοὺς ὀργανισμοὺς τοῦ Κράτους καὶ ἰδίως τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδεμία ἄλλη Κυβέρνησις παρεγνώρισεν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν καὶ τὰς διατάξεις τῶν νόμων καὶ τὰ παραγγέλματα τῆς ἠθικῆς. Ἀλλὰ δὲν φρονῶ, Κύριοι, ὅτι εἰς θεραπείαν τῶν κατατρυχόντων τὴν Πολιτείαν δεινῶν, ὅτι εἰς εὐόδωσίν τινα τῶν κοινῶν, ὅτι εἰς βελτίωσιν τῆς συντάξεως καὶ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ δύνανται νὰ συντελέσωσι στρατιωτικαὶ παραστάσεις, μὴ συνάδουσαι μὲ τὴν αὐστηρὰν ἐν τῷ στρατῷ στρατιωτικὴν πειθαρχίαν. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, κύριοι Βουλευταὶ, αἱ Κυβερνήσεις πίπτουσιν ὑπὸ τὸ βάρος τῶν ἰδίων αὐτῶν παραπτωμάτων. Καὶ ἂν ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἐγκρίνῃ ἔκνομον καὶ ἐθνοβλαβῆ κυβερνητικὴν πορείαν, καὶ ἂν ἀκόμη ἡ Βασιλεία ἀνέχεται ἢ ὑποστηρίζῃ αὐτὴν, ὑπεράνω καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Βασιλείας ἵσταται ἀνώτερος ἐπόπτης καὶ ἀμερόληπτος δικαστὴς ἡ ἐθνικὴ συνείδησις, εἰς τὴν ἐτυμηγορίαν τῆς ὁποίας ὀφείλουσι πάντες νὰ ὑποταχθῶσι. Γνωρίζω, ὅτι καὶ τὴν συνείδησιν ταύτην ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ προσεπάθησε καὶ προσπαθεῖ νὰ διαφθείρῃ δι’ ὅλων τῶν εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῆς εὑρισκομένων θεμιτῶν καὶ ἀθεμίτων μέσων, διὰ προσωπικῶν παροχῶν, διὰ δημοσίων ἔργων, διὰ χαρίτων καὶ παρασήμων, διὰ στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων καὶ διὰ κακοήθους συνθηκολογίας μετὰ τῶν ἐν ταῖς εἱρκταῖς κρατουμένων, διὰ πλείστων ἄλλων μέσων. Ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι πάντα τὰ μέσα ταῦτα θέλουσι ναυαγήσει ἀπέναντι τῆς ὀρθοφροσύνης καὶ τοῦ πατριωτισμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τὸ πλῆθος τῶν ἀνομημάτων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸ μέγεθος τῆς ἠθικῆς καταπτώσεως αὐτῆς, μοὶ παρέχουσιν ἀσφαλεῖς ἐγγυήσεις, ὅτι τάχιστα θέλει ἐκδοθῆ κατ’ αὐτῆς καταδικαστικὴ ἐθνικὴ ἐτυμηγορία. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἀναμένωμεν μετ’ ἐμπιστοσύνης τὴν ἐτυμηγορίαν ταύτην, ὀφείλομεν νὰ ἀποκρούσωμεν πᾶν μέσον θεραπείας μὴ συνᾷδον πρὸς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, καὶ μὴ δυνάμενον νὰ ἔχῃ χαρακτῆρα γενικῆς ἐθνικῆς ἐξεγέρσεως, ὀφείλομεν ἰδίως νὰ ἀποτρέψωμεν πᾶσαν ἀνάμιξιν τοῦ στρατοῦ, ὡς δυναμένην νὰ διασαλεύσῃ τὴν ἀναγκαίαν βάσιν τῆς ὑπάρξεως παντὸς στρατοῦ, τὴν αὐστηρὰν πειθαρχίαν. Οὐδὲν βεβαίως κωλύει νὰ ἐλέγξωμεν τὴν διαγωγὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς φατριαστικῶς διαχειριζομένου τὰ τῆς ἐθνικῆς δυνάμεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται τὸ ἐνεστὸς καὶ τὸ μέλλον τῆς πατρίδος, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ μὴ ἐπιδοκιμάζωμεν διαδηλώσεις καὶ παραστάσεις, μὴ συναδούσας πρὸς τὸ πολίτευμα καὶ μὴ ἐχούσας χαρακτῆρα ἐθνικῆς θελήσεως. Ἐλεύσεται ὁ προσήκων χρόνος, καὶ τότε πάντες οἱ ἀναγνωρίζοντες τὴν ὀλεθρίαν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ δύνανται, συμπράττοντες μεθ’ ἡμῶν ἐν νομίμῳ ἐνεργείᾳ, νὰ ἐπιτύχωσι νομίμως καὶ ἀβλαβῶς ἐκεῖνο, οὗ ἡ δι’ ἄλλων μέσων ἐπιδίωξις δύναται νὰ προξενήσῃ μεγάλην ζημίαν καὶ καταστροφήν.
§18ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Βεβαίως αὔριον θὰ ἀναγνώσωμεν εἰς τὰ φύλλα τῆς Κυβερνήσεως μομφὰς αὐστηρὰς διὰ τὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν προὐκάλεσεν ἡ Ἀντιπολίτευσις. Ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν οἱ προσποιούμενοι, ὅτι διὰ τῆς σιγῆς ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, διὰ τῆς σιγῆς ἐν τῷ τύπῳ, ἤθελον ἐξυπηρετηθῆ τὰ πραγματικὰ συμφέροντα τοῦ τόπου ἐπὶ ζητήματος τόσον ζωτικοῦ, ὅσον εἶναι τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα. Διότι, κύριοι Βουλευταὶ, ὑπάρχει ἤδη στρατιωτικὸν ζήτημα, καὶ βεβαίως δὲν ἔλειψεν ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς νὰ ἀποδείξῃ, οὐ μόνον διὰ μακρᾶς σιωπῆς, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλων μέσων, πόσον ἐνόει τὸ λεπτὸν τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ πόσον ἐπόθει ν’ ἀποφύγῃ πᾶν σκάνδαλον· ὑπάρχουσι περιπτώσεις, τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἀναφέρωμεν, ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι πάντες γνωρίζουσιν, ὅτι εἰς οὐδὲν ἄλλο ζήτημα διετρανώθη περισσοτέρα ἡ καλὴ πίστις, ὁ πατριωτισμὸς, ἡ ἔλλειψις παντὸς πολιτικοῦ ἐγωϊσμοῦ ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅσον εἰς τὸ ζήτημα τὸ στρατιωτικὸν, διότι ἀπὸ ἐτῶν ἠδύνατο ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὴν ἐν τῷ στρατῷ κατάστασιν, ἀλλὰ δι’ ὅλων αὐτῆς τῶν μέσων, διὰ τῶν ἐπιφανεστέρων αὐτῆς μελῶν, καὶ ἂς τὸ εἴπω, καὶ πρὸ πάντων διὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διὰ παντὸς τρόπου προσεπάθησε ν’ ἀποσοβήσῃ τὸ κακόν. Ἂν ἤδη ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν σιωπᾷ, ἂν τὸ ζήτημα τοῦτο φέρῃ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου κατ’ ἐπανάληψιν, πράττει τοῦτο διότι ἐσχημάτισε τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ σιγὴ δὲν ὠφελεῖ πλέον, ὅταν τὰ πράγματα φθάσουν εἰς σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνάγκη νὰ προκληθῇ σπουδαίως ἡ μέριμνα τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῆς κοινῆς γνώμης, καὶ ἡ μέριμνα τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος. Ἐφθάσαμεν ἤδη εἰς ἀκμὴν κακοῦ, τὴν ὁποίαν παρεσκεύασε σειρὰ σφαλμάτων, ἐξ ὧν τινα ἐξετέθησαν καὶ ἐν τῷ τύπῳ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἰδίως τὴν ἑσπέραν ταύτην. Δὲν θέλω ἐρευνήσει ἤδη τὴν πολιτικὴν τὴν γενικὴν, τήν τε ἐξωτερικὴν καὶ ἐσωτερικὴν, τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι περὶ τούτου δὲν πρόκειται, ἀλλ’ ὁμολογουμένως, ἂν ἔχῃ εἰδικότητας ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δύναται νὰ ἀξιοῖ, ὅτι ἔχει εἰδικότητα καὶ περὶ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Ὁ στρατὸς εἶναι σῶμα, ἔχον, οὕτως εἰπεῖν, ἰδίαν ὕπαρξιν, ἰδίας παραδόσεις. Καὶ ὁ δεινότερος τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἐὰν δὲν ἦναι συνάμα καὶ στρατιωτικὸς, εἶναι ἀναρμόδιος νὰ διοικήσῃ τὸ στοιχεῖον τοῦτο, εἶναι ἀναρμόδιος νὰ γνωρίσῃ, οὕτως εἰπεῖν, τὴν φυσιολογίαν τοῦ στρατοῦ, τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ. Καὶ ἀναντιῤῥήτως, ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περιέπεσεν εἰς σειρὰν σφαλμάτων, θελήσας νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ εἰς τὸν στρατὸν τὰς μεθόδους, τὰς ὁποίας ἐφαρμόζει εἰς τὴν ἐν γένει πολιτικήν του. Σᾶς ἔδωκέ τινας μόνον ἐκ τῶν λεπτομερειῶν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς περὶ τῆς ἐν τῷ στρατῷ πολιτικῆς ἐνεργείας ἀπό τινων ἐτῶν. Ἐὰν ἤθελον συλλέξει ἐν σημειώσει τὰς πλείστας πληροφορίας, αἵτινες μοὶ ἐδόθησαν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἠδυνάμην νὰ σᾶς ἀναφέρω ἄλλας τόσας. Τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἐργασία ἡ πολιτικὴ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἀπὸ ἐτῶν, ὥστε ἐπέφερε τελείαν τὴν ἠθικὴν ἀποσύνθεσιν τοῦ στρατοῦ. Βεβαίως ἀπεδείξαμεν οἱ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου, ὅτι καθ’ ὁλοκληρίαν ἀσπαζόμεθα τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας τοσοῦτον εὐγλώττως ἐξέφρασε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Κωνσταντόπουλος. Δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι, οἵτινες εἰς τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμὸν ἀπεδείξαμεν, ὅτι πρὸ οὐδενὸς ὑποχωροῦμεν. Τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἐξέφρασεν ὁ κ. Κωνσταντόπουλος, τὰς ἐξέφρασεν ἐν ὀνόματι ὅλης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἐν αὐτῇ κρατοῦσαι ἰδέαι, καὶ αὐτὰς πάντες ὑποστηρίζομεν, καὶ διὰ τοῦτο ἀποκρούομεν πᾶσαν εὐθύνην περὶ τῆς ἠθικῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ. Καὶ ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐδίστασε νὰ εἴπῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι πολιτικὴ ἐνέργεια ἐγένετο παρὰ στρατῷ, εἶπε πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πιστεύῃ, ὅτι ἦτο ἀκριβὲς, διότι, ἐὰν ἐπίστευε πράγματι, ὅτι ἦτο ἀκριβὲς, ἠμέλει σπουδαιότατον καθῆκον αὐτοῦ κατὰ τῶν πολιτῶν ἢ τῶν πολιτικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνόησαν νὰ διεγείρωσι τὸν στρατὸν εἰς στάσιν. Ἀλλ’ ἡ ἱστορία τῶν στρατῶν εἰς ὅλα τὰ Κράτη, καὶ χωρὶς νὰ προστρέξωμεν εἰς ἄλλα Κράτη, ἡ ἱστορία τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ ἀποδεικνύει, ὅτι ἄφρων πολιτεία, ὅτι ἐπίδρασις τοῦ κυβερνητικοῦ κομματισμοῦ εἰς τὸν στρατὸν κατ’ ἀνάγκην ἔφερεν ἀποτελέσματα, τῶν ὁποίων τὴν εὐθύνην εἶναι δίκαιον νὰ φέρωσιν ἐκεῖνοι μόνοι, οἵτινες προκαλοῦσι τὴν ἠθικὴν ταύτην ἀποσύνθεσιν τοῦ στρατοῦ. Δὲν εἶναι ὑπεύθυνος ἡ φρουρὰ τῶν Ἀθηνῶν, ἐὰν τὴν 3 Σεπτεμβρίου ἐκινήθη κατὰ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, ὑπεύθυνοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες διὰ τῆς πολιτικῆς αὑτῶν ἀποσυνέθεσαν τὸν στρατὸν, εἰσήγαγον ἐν αὐτῷ τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμὸν καὶ ὥπλισαν αὐτὸν κατὰ τοῦ καθεστῶτος. Δὲν εἶναι ὑπεύθυνος ὁ στρατὸς διὰ τὴν ἀνάμιξιν αὐτοῦ εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἀνταγωνισμοὺς τῶν τελευταίων ἐτῶν τῆς Βασιλείας τοῦ ἀειμνήστου Ὄθωνος, καὶ εἰς τὴν τελευταίαν στάσιν, ἥτις ἐπέφερε τὴν ἔξωσιν αὐτοῦ. Δὲν εἶναι ὑπεύθυνοι οὔτε οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ἀνώτεροι, οὔτε οἱ κατώτεροι, οὔτε οἱ ὑπαξιωματικοὶ, οἵτινες κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην διεδραμάτισαν κατὰ τὸ φαινόμενον τὸ κύριον πρόσωπον. Ἀλλ’ ὑπεύθυνος εἶναι ἡ ἐξουσία, ἥτις μετεχειρίσθη τὸν στρατὸν ἐκεῖνον δι’ ἴδια πολιτικὰ τέλη, πρὸς κατάλυσιν τοῦ συνταγματικοῦ καθεστῶτος, ἥτις ἐξήγαγε τοῦ προορισμοῦ αὐτοῦ τὸν στρατὸν ἐκεῖνον καὶ ἀνέμιξεν αὐτὸν εἰς τὴν πολιτικήν. Διὰ τοῦτο, συνεχίζων τοὺς λόγους τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου, λέγω, ὅτι βεβαίως ἀποκρούομεν ἐξ ὅλης ψυχῆς τὴν ἀνάμιξιν τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν πολιτικὸν ἡμῶν ἀνταγωνισμόν. Ἠθέλομεν θεωρήσει θανάσιμον τραῦμα εἰς τὸ Ἔθνος ἡμῶν, ἐὰν ἤθελε τυχὸν ἐπέλθει ἡ πτῶσις τοῦ Ὑπουργείου διὰ στρατιωτικῆς στάσεως· καὶ δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ὅτι οὐδεμία σπουδαία Κυβέρνησις θὰ ἠδύνατο νὰ διαδεχθῇ τὴν παροῦσαν, μετὰ τοιαύτην ἀτυχῆ περίπτωσιν, ἥτις ἤθελεν ἀναστείλει ἐπὶ γενεὰς τὴν ἐθνικὴν πρόοδον. Ἀλλὰ δίκαιον εἶναι αἱ εὐθύναι νὰ μένωσιν ἐκεῖ, ὅπου πρέπει. Ἐὰν ὑπάρχῃ τοιαύτη ἠθικὴ κατάστασις, τὴν ὁποίαν δὲν ἀποκαλύπτομεν ὁλόκληρον ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, διότι οἱ λόγοι ἡμῶν θ’ ἀντηχήσωσι πολὺ πέραν αὐτοῦ, ἐὰν ὑπάρχῃ κατάστασις ἀληθῶς ἐπικίνδυνος, διὰ ταύτην δὲν πταίει οὔτε ἡ Ἀντιπολίτευσις οὔτε ὁ στρατός. Ὥστε αἱ ἐπιτιμήσεις, αἵτινες δικαίως ἠκούσθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ πάσης τυχὸν στρατιωτικῆς ἐπεμβάσεως ἐν τῇ πολιτικῇ, αὗται κυρίως ἀπευθύνονται πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι, τὸ ἐπαναλαμβάνω, αὕτη μόνη εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν τοιαύτην κατάστασιν τῶν πραγμάτων. Δὲν θὰ ἐπαναλάβω ὅσα τοσάκις ἐῤῥήθησαν καὶ ἐπανελήφθησαν κατὰ τὴν παροῦσαν Περίοδον τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ στρατοῦ ἡμῶν. Ἀλλὰ θὰ ἀναφέρω ἓν μόνον σημεῖον, διότι τοῦτο ἀρκεῖ βεβαίως, ὅπως ἐξηγήσῃ τὴν νευροπάθειαν,—ἂς μοὶ συγχωρηθῇ οὕτω νὰ ἐκφράσω τὴν παροῦσαν ἠθικὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ,—θὰ ἀναφέρω τὴν κακὴν διοίκησιν αὐτοῦ. Εἰς τοῦτο, Κύριοι, ἐνησχολήθην, ἤδη, καὶ τοῦτο τὸ μέρος προσεπάθησα νὰ ἀναπτύξω πολλάκις, ἰδίως κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην. Ὁ στρατὸς κακῶς διοικεῖται, ὁ στρατὸς αἰσθάνεται, ὅτι δὲν ὀφείλει στοργὴν πρὸς τὴν ἐξουσίαν, ἥτις δὲν κήδεται αὐτοῦ. Ἡ ἐξουσία ὑπολαμβάνει ἴσως, ὅτι ταῦτα εἶναι δευτερεύοντα ζητήματα, ὅτι δὲν εἶναι ἄξια τῆς μερίμνης αὐτῆς τὰ ζητήματα τῆς διαίτης τοῦ στρατοῦ. Καὶ ὅμως τὰ ζητήματα ταῦτα πολλάκις ἔφερον σπουδαιότατα ἀποτελέσματα οὐ μόνον ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῶν στρατῶν, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῶν ἐπικρατειῶν. Πρὸ μιᾶς καὶ ἐπέκεινα ἑβδομάδος ἀπηύθυνα ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ ἀντικειμένου οὐσιωδεστάτου, ζητῶν πληροφορίας, καὶ ὅμως τὰς πληροφορίας ταύτας μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ἐλάβομεν, καὶ δὲν ἐλάβομεν αὐτὰς, διότι, καίτοι δὲν θέλω νὰ ἀρνηθῶ τὴν καλὴν πίστιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἐκφράσω τὴν ἰδέαν μου, ὅτι δὲν ἀνέπτυξεν ὅλην τὴν δραστηριότητα, τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ ἀναπτύξῃ, ὅπως ἤδη ἀπὸ πολλῶν ἡμερῶν ἔχωμεν τὰς πληροφορίας ταύτας ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ. Ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν ὁ στρατὸς ἡμῶν δὲν ἤκουσεν ἄλλο στοιχεῖον, ἐνδιαφερόμενον ὑπὲρ αὐτοῦ, παρὰ τὴν Βουλήν. Ἀπὸ ἐτῶν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικοβοιωτίας Βουλευτὴς κ. Ῥάλλης κατέδειξε τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν τῆς φρουρᾶς τῶν Ἀθηνῶν, τοῦ Στρατιωτικοῦ Νοσοκομείου καὶ τῶν στρατιωτικῶν φυλακῶν, καὶ προεκάλεσε τότε τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς, διὰ τῆς ὁποίας ἠδύναντο πολλοὶ νὰ διαφωτισθῶσιν, ἐὰν δὲν κατεβάλλετο πᾶσα φροντὶς, ὅπως ἡ ἀλήθεια ἀποκρυβῇ. Καὶ ἔκτοτε εἰς πᾶσαν περίστασιν τὸ Κοινοβούλιον, καὶ μόνον αὐτὸ δυστυχῶς, μεριμνᾷ περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, καὶ ἤδη πλέον παρὰ ποτὲ καθῆκον ἔχει νὰ ἐπιμείνῃ καὶ ἐπιζητήσῃ τὴν διόρθωσιν τῆς τοιαύτης καταστάσεως, ἡ ὁποία, συνδυαζομένη μετὰ τῶν ἄλλων πολιτικῶν σφαλμάτων τῆς Κυβερνήσεως, ἔφερεν ἤδη τὸν στρατὸν εἰς ἠθικὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν διατελῶν δὲν δύναται προδήλως νὰ ἐκπληρῇ τὸν προορισμὸν αὐτοῦ. Ποίου εἴδους καθῆκον ἠθέλομεν ἡμεῖς ἐπιτελέσει, ἐὰν ἐσιωπῶμεν, ὅπως ἀξιοῦτε νὰ σιωπῶμεν; Οὐδὲν βεβαίως, διότι μήπως βλέπωμεν, ὅτι λαμβάνονται μέτρα τοιαῦτα, ὥστε νὰ διορθωθῶσι τὰ κακῶς ἔχοντα καὶ ἐπανέλθῃ ὁ στρατὸς εἰς τὴν κανονικὴν αὐτοῦ τροχιάν; Βλέπομεν ἀπεναντίας χειροτερεύουσαν τὴν κατάστασιν ταύτην, καὶ δι’ αὐτὸ ἠναγκάσθημεν νὰ ἐξέλθωμεν τῆς ἐπιφυλακτικότητος, εἰς τὴν ὁποίαν διετελοῦμεν ἀπό τινων ἐτῶν, καὶ νὰ φέρωμεν τὰ ζητήματα ταῦτα ἐνώπιον τῆς κοινῆς γνώμης διὰ τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλὰ σεῖς ὑπολαμβάνετε, ὅτι καθῆκον ἄλλο δὲν ἔχετε ἀπέναντι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, παρὰ νὰ σιωπᾶτε! Ἀλλ’ ἡμεῖς εὐχόμεθα, ὅπως μὴ μετανοήσητε διὰ τὴν σιωπήν σας, ὅπως τὰ πράγματα μὴ δικαιώσωσι τοὺς φόβους ἡμῶν. Ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι, ἐὰν ἐξακολουθῆτε τοιαύτην πολιτείαν, αἱ ἐλπίδες ἡμῶν αἱ πατριωτικαὶ θὰ διαψευσθῶσι, φοβούμεθα, ὅτι θέλομεν ἐπὶ τέλους ἴδει ἐντελῶς ἀποσυντιθέμενον τὸ στράτευμα, διὰ τὸ ὁποῖον τὸ Ἔθνος ἐχρεώθη ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων δραχμῶν, διὰ τὸ ὁποῖον δαπανᾷ πᾶσαν ἰκμάδα τῆς ἐργασίας αὐτοῦ. Τοιαύτη παρουσιάζεται ἡ κατάστασις. Οὐδὲν βλέπομεν φαινόμενον, δυνάμενον νὰ στηρίξῃ τὰς ἐλπίδας ἡμῶν. Δύνασθε βεβαίως νὰ σιωπᾶτε, τοῦτο εἶναι δικαίωμα ὑμῶν, ἀλλ’ ἡμεῖς βεβαίως δὲν θὰ φέρωμεν τὴν εὐθύνην τῆς ὁσημέραι προχωρούσης ἀποσυνθέσεως τοῦ στρατοῦ, διότι ἐγκαίρως καὶ δι’ ὅλων τῶν νομίμων μέσων ἐπεστήσαμεν τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τῆς τοιαύτης καταστάσεως.
§19ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ σιωπὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ συγκεκριμένου ζητήματος, ἀποβλέποντος τὰς ζητηθείσας πληροφορίας περὶ τῶν ἐν Λαρίσσῃ λαβόντων χώραν, μοὶ ἐπιβάλλει ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, καθόσον θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ἐπανορθώσω ἐσφαλμένας γνώμας καὶ πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἰδίως ὁ ἔντιμος συμπολίτης μου ἐξέφερεν. Ὁ ἔντιμος συμπολίτης μου ἐθεώρησεν, ὅτι ἐν Λαρίσσῃ ἐγένετο συνεννόησις τῶν ἀνωτέρων πρὸς τοὺς ὑποδεεστέρους, καὶ ὅτι ἐξεδηλώθη ἐκεῖ στάσις στρατιωτική. Ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω, ὅτι αἱ πληροφορίαι του εἰσὶν ἐσφαλμέναι. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἠδυνήθην νὰ ἔχω, καὶ αἱ ὁποῖαι βεβαίως δὲν ἔχουσιν ἐπίσημον χαρακτῆρα, ἀλλ’ ἔχουσι τὴν αὐτὴν πηγήν, τὴν ἰδιωτικὴν, τὴν ὁποίαν ἔχουσι καὶ αἱ πληροφορίαι τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, οὔτε στάσις ἔλαβε χώραν, οὔτε ἐκδήλωσις στασιαστικὴ ἐγένετο, ἀλλ’ οὔτε ἡ πειθαρχία μεταξὺ ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων διεσαλεύθη. Ὅ,τι ἔλαβε χώραν, ἀνήκει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς, σιωπῶν, ἀφίνει τὰ γενόμενα ἐν τῷ σκότει, οὕτω δὲ ὑποθάλπονται αἱ διάφοροι ψευδεῖς διαδόσεις, πρὸς παραμόρφωσιν τῶν γενομένων καὶ ζημίαν τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς Πολιτείας.
§20Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἀληθῶς τὰ διαδοθέντα ὡς γενόμενα ἐν Λαρίσσῃ δὲν ἦσαν τῳόντι ἀναρχικὰ, ἢ μᾶλλον δὲν ὑπῆρξε μεταξὺ τῶν ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων ἀξιωματικῶν διάστασίς τις, τοὐναντίον ὁλόκληρος ὁ ἐν Λαρίσσῃ καὶ ἐν Τυρνάβῳ στρατὸς ἦτο σύμφωνος, συμφωνότατος, μὴ ἀνεχόμενος τὴν κατάστασιν τῆς διοικήσεώς του. Πρῶτον μὲν διότι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, θελήσας νὰ ἀναλάβῃ αὐτὸς τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀναθέσας δ’ ἐπίσης εἰς μὴ ἀξιωματικὸν τοῦ ναυτικοῦ τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, δυσηρέστησε τὸν στρατὸν, ὁ ὁποῖος τοῦτο ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἐθεώρει ὡς ὕβριν, καὶ ὕβριν ἄμεσον, διότι εἶναι ὡς νὰ λέγῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός. «Τί νὰ κάμω ὁ δυστυχής; δὲν ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι οὐδὲ εἷς ἀνώτερος ἀξιωματικός, δυνάμενος νὰ διοικήσῃ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς ἢ τῆς θαλάσσης, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ κρατῶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ πολίτην Ὑπουργὸν ἔχω ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, καὶ τὸν γέροντα Λεζὲν ἔφερα ἐκ Γαλλίας, ἵνα διοργανώσῃ τὸ ναυτικὸν τῆς Ἑλλάδος!» Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν περιωρίσθη εἰς μόνα ταῦτα, ἠθέλησε διὰ τῆς διοικήσεώς του νὰ καταστήσῃ ἐν γένει τὸν στρατὸν ὄργανόν του, νὰ περιποιῆται ὀλίγους τινὰς καὶ νὰ περιφρονῇ τὰ ⅘ τοῦ στρατοῦ, ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὴν θέλησίν του· ὁ ἐν Λαρίσσῃ λοιπὸν στρατὸς ἔλαβε τὴν στάσιν αὐτὴν, ἡ ὁποία διαφοροτρόπως ἐθρυλλήθη, οὐχ ἧττον ὅμως δὲν εἶναι μακρὰν ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἀλήθεια θέλει ἀποκαλυφθῆ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θέλει ἀναγκασθῆ, ὄχι μόνον αὐτὸ νὰ ὁμολογήσῃ, ἀλλ’ οὔτε κὰν νὰ σκεφθῇ πλέον περὶ διοικήσεως ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργείου τούτου.
§21ΜΙΛΗΣΗΣ. Παρατηρεῖτε, ὁποῖα ἀποτελέσματα φέρει ἡ ἀδικαιολόγητος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἄρνησις νὰ κομίσῃ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας περὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος. Ὁ μὲν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἰσχυρίζεται, κατὰ πληροφορίας ἰδιωτικὰς, τὰς ὁποίας ἔλαβεν, ὅτι οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ συνεννοήθησαν μετὰ τῶν κατωτέρων καὶ ὅτι ἐπρόκειτο περὶ σοβαροῦ στρατιωτικοῦ κινήματος, ὁ δὲ ἄλλος ἰσχυρίζεται τὸ ἐναντίον, ἐπὶ τῇ βάσει καὶ οὗτος πληροφοριῶν, ἃς ἔλαβεν, ὁ τρίτος, ἐπανέρχεται εἰς τὴν πρώτην γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐπιτείνει ἔτι μᾶλλον, ὥστε, ὡς βλέπετε, Κύριοι, ἀφειμένη εἰς ἰδιωτικὰς πληροφορίας, δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ σχηματίσῃ ἀκριβῆ ἰδέαν περὶ τοῦ πράγματος, δὲν δύναται νὰ μάθῃ, τί συμβαίνει. Εἶναι αὐτὴ κατάστασις, Κύριοι; ποῦ ἠκούσθη νὰ ἐπερωτᾶται παρ’ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς ὁ Ὑπουργὸς περὶ σπουδαιοτάτου ζητήματος, ἐνδιαφέροντος τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τοῦ Ἔθνους, καὶ νὰ τηρῇ τοιαύτην καταφρονητικὴν σιγήν; Ὁ ἔντιμος ἐκ Κεφαλληνίας συνάδελφος εἶπεν, ὅτι εἶναι δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως νὰ σιωπήσῃ. Ὄχι, κύριε συνάδελφε, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ σιωπᾷ, ὀφείλει νὰ δίδῃ τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας, εἴτε ζητοῦνται τοιαῦται παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἴτε ζητοῦνται καὶ παρ’ ἑνὸς μόνου Βουλευτοῦ. Ἐὰν δὲ ἡ Κυβέρνησις σιγᾷ, ἐὰν δὲν κομίζῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, παραβιάζει τὰ στοιχειώδη καθήκοντα αὑτῆς πρὸς τὴν Βουλήν, τίθεται ἐκτὸς τοῦ νόμου, καὶ μᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ παραβιάσωμεν καὶ ἡμεῖς ἀπέναντι αὐτῆς τὰ στοιχειώδη ἡμῶν πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν καθήκοντα, νὰ μὴ συμπράττωμεν μετ’ αὐτῆς, ἀλλὰ νὰ ματαιῶμεν τὰς ἐργασίας της. Τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, Κύριοι, στηρίζεται ἐπὶ τῆς καλῆς πίστεως, ἐπὶ τῶν ἀμοιβαίων ὑποχωρήσεων τῶν διαφόρων πολιτικῶν ἐξουσιῶν, αἵτινες συμπράττουσιν ἐν αὐτῷ· ὅταν ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἔχει συμφέρον νὰ δίδῃ πρώτη αὐτὴ τὸ παράδειγμα τῆς ἀκριβοῦς ἐκτελέσεως τῶν ἰδίων καθηκόντων, τηρῇ τοιαύτην σιγὴν, καὶ ἀφίνῃ εἰς τὸ σκότος τὴν Βουλὴν, εἰς τὸ σκότος τὴν κοινὴν γνώμην, εἰς τὸ σκότος τὸ Ἔθνος ἐπὶ τόσον σοβαροῦ ζητήματος, πῶς ἀξιοῖ νὰ ἐπιτελέσῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις τὰ ἴδια καθήκοντα πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν; Πρέπει νὰ μάθωμεν τέλος πάντων, ὁποῖόν τι εἶναι αὐτὸ τὸ διαδοθὲν καὶ θρυλληθὲν κίνημα τῆς ἐν Λαρίσσῃ φρουρᾶς; Εἶχε σοβαρότητά τινα, ἢ ἦτο στιγμιαία καὶ παροδικὴ ἀταξία; Διατὶ σιγᾷ ἡ Κυβέρνησις; διατὶ δὲν φέρει τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα; Ἀφοῦ ἀγνοοῦμεν τὰ πράγματα, ἀδύνατον νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῶν σπουδαίως, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι συζητοῦμεν ἐπὶ ὑποθέσεων, ἐπὶ εἰκασιῶν, στηριζόμενοι ἄλλοι ἐπὶ ἄλλης βάσεως, τοῦθ’ ὅπερ προκαλεῖ σύγχυσιν καὶ οὐδὲν πλέον. Καὶ παραδείγματος χάριν, ἐνθυμεῖσθε πόσον εὐγλώττως ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος, εἰπὼν, ὅτι αὐτὸς δὲν ἐπιδοκιμάζει τὸ ἀντιπειθαρχικὸν κίνημα τῆς ἐν Λαρίσσῃ φρουρᾶς. Φανερὸν, ὅτι ὁ κ. Κωνσταντόπουλος ἐστηρίχθη ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, ὅτι ὑπῆρξε κίνημα, ἀλλ’ ἡ ὁμιλία του ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς ἀτυχῆ παρανόησιν. Ἐὰν τῷ ὄντι ὑπῆρξεν ἀντιπειθαρχικὸν κίνημα, τίς ὕψωσε φωνὴν ὑπὲρ αὐτοῦ, διὰ νὰ λάβῃ ἀφορμὴν ὁ ἔντιμος συνάδελφος νὰ δηλώσῃ ἡμῖν, ὅτι αὐτὸς δὲν ἐπιδοκιμάζει τὴν τοιαύτην γνώμην; Πάντες οἱ πρὸ αὐτοῦ ἀγορεύσαντες, πάντες ἀνεξαιρέτως, ἐδήλωσαν ἀνεπιφυλάκτως, ὅτι τὸ ἀποδοκιμάζουν, δὲν ὑπάρχει δὲ οὐδεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οὐδεὶς ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), ὅστις νὰ ἐπιδοκιμάσῃ κίνημα ἀντιπειθαρχικὸν τοῦ στρατοῦ, ὅστις νὰ στηρίξῃ οἱανδήποτε κυβερνητικὴν μεταβολὴν εἰς τὴν ἀνάμιξιν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ περὶ τούτου ἆρά γε ἐπρόκειτο; Ἡ Ἀντιπολίτευσις, χωρὶς νὰ ἐπιδοκιμάσῃ τὸ ἀντιπειθαρχικὸν κίνημα, τὸ ὁποῖον ὑποθέτει ὑπάρχον ἐκ τῆς σιωπῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἐξετάζει μόνον τὰ παραγαγόντα αὐτὸ αἴτια, διὰ νὰ ἀνεύρῃ τὸν ἀληθῆ ὑπεύθυνον τοῦ λυπηροῦ αὐτοῦ γεγονότος, ἐὰν τῷ ὄντι ὑπῆρξε τοιοῦτον γεγονός. Τί εἶπον οἱ πρὸ τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου ἀγορεύσαντες; ἅπαντες κατέληξαν εἰς τοῦτο, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μεροληπτικώτατα διαχειρίζεται τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον τῷ ἔχει ἐμπιστευθῇ ὁ Βασιλεὺς, ὅτι κατέστησε τὸν στρατὸν τῆς πατρίδος ὄργανον φατριαστικὸν, ὅτι ἐνέσπειρε μεταξὺ αὐτοῦ ζιζάνια διαιρέσεως, πειρώμενος νὰ μεταβάλῃ αὐτὸν εἰς τυφλὸν ὄργανον, εἰς ὑπηρέτην εὐτελῶν κομματικῶν συμφερόντων καὶ παθῶν. Ὄχι. Ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἠθέλησε, δὲν θὰ θελήσῃ ποτὲ νὰ μεταχειρισθῇ τὸν ἐθνικὸν στρατὸν πρὸς ἐπίτευξιν οἱουδήποτε πολιτικοῦ σκοποῦ. Λαὸς, ὅστις δὲν ἔχει συνείδησιν τῶν ἑαυτοῦ δικαιωμάτων, ὅστις ἀνέχεται Κυβέρνησιν λυμαινομένην τὰ κοινὰ, καὶ περιορίζεται εἰς γραώδεις μεμψιμοιρίας, εἶναι ἄξιος τῆς τύχης του· ὁ στρατὸς πρέπει νὰ μείνῃ ἀμέτοχος, ξένος τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ πάντοτε πρὸς φρούρησιν μὲν τῆς τάξεως ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, πρὸς ἀσφάλισιν δὲ τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Κράτους καὶ ἐπίτευξιν τῶν ἐθνικῶν πόθων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Συζητοῦντες λοιπὸν περὶ τοῦ κινήματος τῆς ἐν Λαρίσσῃ φρουρᾶς, δὲν ζητοῦμεν νὰ ἀναμίξωμεν τὸν στρατὸν εἰς τὴν πολιτικήν· τοὐναντίον ζητοῦμεν εὐθύνας κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ πράττοντος τοῦτο· καταδεικνύομεν τὰ ἐνδεχόμενα ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης ἀναμίξεως, καὶ ἀγωνιζόμεθα νὰ προλάβωμεν τὸ κακόν· διότι, Κύριοι, οἱ ἄνδρες τοῦ στρατοῦ ἔχουσι καὶ αὐτοὶ σάρκα καὶ αἷμα, ἐὰν δὲ ἐξακολουθήσῃ ἡ πρὸς αὐτὸν ἀκατανόμαστος πολιτεία τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, φοβοῦμαι μὴ ἴδωμεν ἐθνικὰς συμφορὰς, καὶ αὐτὰς τὰς συμφορὰς ζητοῦμεν νὰ ἀποσοβήσωμεν, λέγοντες εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι κάκιστα πράττει, θέλων νὰ μεταχειρισθῇ τὸν στρατὸν ὄργανον πολιτικῆς κερδοσκοπίας. Σιωπῶν δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐφ’ ὅσον ἡ Ἀντιπολίτευσις κατηγορεῖ αὐτοῦ, ἀναγνωρίζει τὴν ἐνοχήν του διὰ τῆς σιωπῆς. Ναὶ, οὕτω θὰ ἐξηγήσῃ τὸ Ἔθνος αὐτὴν τὴν ἀκατονόμαστον σιγήν· δὲν ἔχει τι ν’ ἀντιτάξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ διὰ τοῦτο σιγᾷ σιγὴν ἐνόχου, διότι μόνον ὁ ἔνοχος, ὁ συνειδὼς καὶ αὐτὸς τὴν ἰδίαν ἐνοχὴν, δὲν ἀπαντᾷ ἐφ’ ὧν τὸν κατηγοροῦσιν. Εἶναι ἐντροπὴ, μὰ τὴν ἀλήθειαν, νὰ λέγωνται τόσον σοβαρὰ πράγματα, νὰ καταγγέλλωνται αἰτιάσεις τόσον ψηλαφηταὶ, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τηρῇ τοιαύτην ἐξευτελιστικὴν σιγήν! Ἀλλὰ σιγᾶτε. Ἡμεῖς ἐπετελέσαμεν τὸ καθῆκόν μας, τοὺς λόγους ἡμῶν θὰ τοὺς ἀκούσῃ τὸ Ἔθνος. Ἐὰν δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὀχυρούμενος ὄπισθεν τῆς δυνάμεως τοῦ ἀριθμοῦ, δὲν μᾶς ἀπαντᾷ, θὰ ἀναγκασθῇ αὔριον νὰ ἀπαντήσῃ ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους. Εὔχομαι μόνον καὶ ἐγὼ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Κεφαλληνίας, νὰ μὴ ἐπαληθεύσωσιν οἱ φόβοι περὶ μελλούσης ἐθνικῆς συμφορᾶς ἀδιορθώτου.
§22ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς, κύριοι Βουλευταὶ, κατήγγειλα εἰς τὴν Βουλὴν παρανομίαν προφανῆ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπιτρέψαντος ἀτέλειαν ἐμπορευμάτων τινῶν, ἐναντίον τοῦ νόμου ᾼΨΑʹ τοῦ 1889, ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ προκαλέσω νέαν συζήτησιν ἐπὶ τούτου ἅμα προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα τὰ ζητηθέντα. Ἤδη ἔρχομαι νὰ καταγγείλω εἰς τὴν Βουλὴν ἑτέραν παραβίασιν τοῦ αὐτοῦ νόμου, παραβίασιν, δύναμαι νὰ εἴπω, ἔτι μᾶλλον καταφανῆ καὶ σκανδαλώδη. Ὁ νόμος ΑΨΑʹ ηὔξησε διὰ μιᾶς διατάξεώς του τὸ τέλος τῶν χειροκτίων ἀπὸ 30 λεπτῶν εἰς μίαν δραχμήν. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ λόγος τῆς αὐξήσεως ταύτης δὲν θὰ ἦτο λόγος φορολογικός, διότι δασμὸς ἴσος σχεδὸν πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ ἐμπορεύματος δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀδικαιολόγητος, καὶ διότι ἐπὶ τῶν χειροκτίων αὐτῶν ἐπεβάλλετο πρό τινος χρόνου δασμὸς 75 λεπτῶν, ἀλλὰ τοσοῦτον εἶχεν ἐλαττωθῆ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ εἴδους τούτου, ὥστε ἐδέησεν ὁ δασμὸς νὰ κατέλθῃ εἰς 30 λεπτά, ταῦτα δὲ ηὔξησεν ὁ τελευταῖος νόμος εἰς μίαν δραχμήν· ἐντεῦθεν ὑποθέτω, ὅτι ὁ μόνος λόγος τῆς διατάξεως ταύτης ἦτο λόγος προστατευτικὸς τῆς ἐν Κερκύρᾳ βιομηχανίας τοῦ εἴδους τούτου. Ὁ νόμος αὐτὸς ἔλαβε πρόνοιαν καὶ περὶ ἐξασφαλίσεως τῆς ἐφαρμογῆς κατὰ τοῦ ἐνδεχομένου λαθρεμπορίου, καὶ πρὸς τοῦτο διὰ τοῦ ἄρθρου 3ου διέταξε νὰ βεβαιοῦται ὁ τελωνισμὸς τῶν χειροκτίων διὰ προσθέτου γνωρίσματος, τιθεμένου ὑπὸ τῆς τελωνειακῆς ἀρχῆς ἐπὶ τῶν χειροκτίων. Συνεπῶς πᾶσα πώλησις χειροκτίων, μὴ φερόντων τὸ γνώρισμα τὸ πρόσθετον, ἐχαρακτηρίζετο ὡς λαθρεμπόριον. Ἐν τέλει ὁ νόμος οὗτος ἔλαβε πρόνοιαν καὶ περὶ τοῦ χρόνου τῆς ἰσχύος αὐτοῦ, διαλαμβάνων, ὅτι ἡ ἔναρξις τῆς φορολογίας κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου θὰ γίνῃ διὰ Β. Διατάγματος, ἡ δὲ διορία τῆς ἐνάρξεως δὲν δύναται νὰ ᾖναι βραχυτέρα τοῦ μηνὸς ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Διατάγματος. Ἕκαστος ἤλπιζε, μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελε φροντίσει νὰ κανονισθῶσι τὰ περὶ τοῦ προσθέτου τούτου τέλους, καὶ διὰ Διατάγματος νὰ διατάξῃ τὴν ἐπίθεσιν τοῦ σήματος καὶ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐφαρμογῆς κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου· καὶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἐνέκρινε νὰ ἐνεργήσῃ ὅλως ἀντιθέτως. Διὰ Διατάγματος τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1889 ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διατάσσει νὰ ἀρχίσῃ ἡ φορολογία πρὶν ἢ κανονισθῶσι τὰ περὶ προσθέτου γνωρίσματος, ἐπιφυλαχθεὶς ἐν τῷ Διατάγματι βραδύτερον νὰ ὁρίσῃ καὶ ταύτην. Δύναταί τις νὰ θεωρήσῃ μὴ νόμιμον τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν. Ἀληθῶς ὁ νόμος ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν μερικὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεών του, ἀλλ’ αἱ περὶ φορολογίας τῶν χειροκτίων διὰ προσθέτου σήματος ἀποτελοῦσιν ἓν σύνολον, ὅπερ δὲν ἠδύνατο, κατ’ ἐμὲ, νὰ διασπασθῇ, ἐπιβαλλομένου τοῦ δασμοῦ ἄνευ σήματος. Ἀλλὰ περὶ τούτου θεωρῶ ἐπουσιῶδες νὰ κάμω μνείαν, διότι θὰ μοὶ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι συμφώνως πρὸς τὸ γράμμα τοῦ νόμου ἠδύνατο νὰ κάμῃ πᾶσαν μερικὴν ἐφαρμογήν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἐπερίμενεν ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου, ἵνα διατάξῃ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐφαρμογῆς, ὤφειλε τοὐλάχιστον νὰ τηρήσῃ τὸν νόμον, τὸν ὁρίζοντα τὸν χρόνον τῆς ἐνάρξεως αὐτῆς, ὤφειλε δηλαδὴ νὰ ὁρίσῃ ὡς ἡμέραν ἐνάρξεως τῆς φορολογίας μετὰ παρέλευσιν μηνὸς ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Διατάγματος, διότι ἡ περὶ τούτου διάταξις εἶναι ῥητή. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ νόμος (ἀναγινώσκει): «Ἡ κατὰ τὰ ἀνωτέρω πρὸς ἔναρξιν ἐφαρμογῆς διορία δὲν δύναται νὰ ᾖναι βραχυτέρα τοῦ μηνὸς ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τῶν σχετικῶν Διαταγμάτων». Καὶ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρεβίασε τὴν διάταξιν ταύτην. Διὰ τοῦ Διατάγματός του ὡς ἡμέρα ἐνάρξεως τῆς φορολογίας ὡρίσθη ἡ 10 Ὀκτωβρίου 1889, τὸ δὲ Διάταγμα ἐδημοσιεύθη εἰς τὸ ἀπὸ 2 Ὀκτωβρίου 1889 φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, φέρει δὲ τὸ Διάταγμα χρονολογίαν 30 Σεπτεμβρίου. Ὅθεν εἶναι πρόδηλον, ὅτι δὲν ἐτηρήθη ἡ διάταξις τοῦ νόμου ὡς πρὸς τὴν παρέλευσιν μηνός. Τίνες εἶναι αἱ συνέπειαι; Οἱ πολῖται, οἵτινες ἠδύναντο ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Διατάγματος μέχρι παρελεύσεως μηνὸς νὰ προμηθευθῶσιν ἀφορολόγητα τὰ εἴδη, ὑποβάλλονται εἰς φορολογίαν οἱ ἔμποροι, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ εἰσαγάγωσι τὰ ἐμπορεύματά των, εὑρίσκονται αἰφνιδίως ἐστερημένοι τῆς εὐκολίας ταύτης· τίς δὲ ὁ ὠφελούμενος ἐκ τοῦ Διατάγματος τούτου; τὸ ἐν Κερκύρᾳ κατάστημα τῆς κατασκευῆς χειροκτίων. Τίς ὁ λόγος τῆς τοιαύτης παραβιάσεως τοῦ νόμου; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω ἐγώ, εἶναι ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ἐδημοσιεύθη τὸ Διάταγμα, ἐπέκειτο ἡ ἐνέργεια τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς ἐν Κερκύρᾳ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ διεβεβαίωσαν, εἶναι ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῆς βιομηχανίας αὐτῆς τῶν χειροκτίων τυγχάνει ἰδιαίτερος φίλος τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ, καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ προσέθεσαν, εἶναι, ὅτι αὐτὸς ἀπῄτησε τὴν ἄμεσον πρὸ τῆς ἐκλογῆς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ἵνα παράσχῃ τὴν ἐκλογικὴν συνδρομήν του εἰς τὸν ὑποψήφιον τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ δὲν ἔχω κἀμμίαν δυσκολίαν νὰ πιστεύσω τὰς παραστάσεις ταύτας, διότι γνωρίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐδίστασε νὰ διαπράξῃ πολλὰ ἄλλα ἐκνομώτερα, πρὸς ἐκλογικὰς ἐπιτυχίας. Περιορίζομαι δὲ νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου, πῶς ἐτόλμησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ παραβιάσῃ ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου, ἧς ἡ παραβίασις ἀποτελεῖ πρᾶξιν ἀξιόποινον, περὶ τῆς ὁποίας δύναταί ποτε νὰ ζητηθῇ λόγος. Ἀπόκειται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς δώσῃ τὰς δεούσας πληροφορίας.
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν τὰ περὶ τούτου ἔχωσιν ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, ἐγένετο προδήλως λάθος· δὲν θὰ παρετηρήθη ἡ διάταξις τοῦ νόμου καὶ θὰ διετάχθη ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ ταχύτερον τοῦ δέοντος. Εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἐν Διατάγματι, ἐκδοθέντι πρὸς ὁρισμὸν τῆς ἡμέρας τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ἐὰν δὲν ἐτηρήθη ἡ παρὰ τοῦ νόμου τασσομένη προθεσμία τοῦ μηνὸς, τὸ Διάταγμα παρεβίασε τὸν νόμον. Ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης βέβαιον, ὅτι οὐδόλως σχετίζονται ταῦτα πρὸς τὴν ἐκλογήν. Τὸ μέτρον δὲν ἐλήφθη εἰδικῶς χάριν προσώπου· ἐὰν προσωπικὸς λόγος ὑπηγόρευε τὴν ἐπίσπευσιν τῆς ἐφαρμογῆς, ἠδύνατο αὕτη κατὰ νόμον νὰ διαταχθῇ ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου, ὅτε ἐξεδόθη ὁ νόμος. Οὐ μόνον δὲν ἐπεσπεύσθη ἡ ἐφαρμογή, ἀλλ’ ἐπεβράδυνε, μελετωμένων τῶν τοῦ σήματος. Ἐνομίζομεν ὅτι ὁ κανονισμὸς τῶν τῆς ἐπιθέσεως τοῦ σήματος θὰ ἦτο εὐχερέστερος ἢ ὅσον ἀπεδείχθη ἐκ τῆς μελέτης. Τοιαῦτα σήματα ἐπιτίθενται ἐν Ῥωσσίᾳ ἐφ’ ὅλων σχεδὸν τῶν ἐμπορευμάτων, καὶ ἐζητήσαμεν ἐκεῖθεν τοὺς κανονισμοὺς καὶ δείγματα. Ἐστάλησαν δείγματα προνομιούχων σημάτων καὶ ἐκ Βαρκελώνης, ἅτινα τὸ πρῶτον προετιμήθησαν, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ προσέκοψεν ἡ λειτουργία τοῦ μηχανήματος· πεισθέντες δ’ ἐκ τούτου, ὅτι θὰ ἐβράδυνον τὰ τοῦ κανονισμοῦ τῆς σημάνσεως, προέβημεν εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ δασμοῦ, ἐπιφυλασσομένων τῶν τῆς διαῤῥυθμίσεως τοῦ σήματος, μήπω καὶ σήμερον ἔτι ἐπιτευχθείσης, ὡς μὴ λειτουργούντων ἀπροσκόπτως τῶν δοκιμασθέντων μηχανημάτων. Περὶ τοῦ ἑτέρου δὲ ζητήματος, ὅπερ ἐπραγματεύθη ὁ κ. Βουλευτὴς, τοῦ τῆς ἰσχύος τῶν ἐκδεδομένων περὶ προνομιακῆς ἀτελείας Διαταγμάτων, παρατηρῶ ὅτι ἡ Βουλὴ ἦτο ἐν γνώσει τῆς παρ’ ἡμῶν διδομένης ἑρμηνείας, ὅτε ἐψήφιζε τὸν νόμον, καὶ ἰδοὺ τρανὴ παρ’ ἐμοῦ δήλωσις ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς συζητήσεως ἐκείνης (ἀναγινώσκει τὰ στενογραφημένα πρακτικά). Βλέπετε ὅτι κατηγορηματικὴ πότε ἐδόθη ἐξήγησις, ὅτι τὰ δύο νομοθετικὰ Διατάγματα τηροῦνται ἐν ἰσχύϊ. Οὐχ ἧττον θέλω ὑποβάλει τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ὑπόθεσιν.
§24ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρὸ ἡμερῶν ἐζήτησα πληροφορίας καὶ ἔγγραφα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν· ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν ὅτι ἤθελεν ἀπαντήσει σήμερον.
§25ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Αὔριον θὰ τὰ ἔχω ἕτοιμα πρὸς ὑποβολὴν, διότι λιθογραφοῦνται.
§26Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐσκόπουν καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω δύο λέξεις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς προέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν χειροκτίων. Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θέλει νομίσει, ὅτι ἔκλεισεν ἡ συζήτησις διὰ τῆς ὁμολογίας, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο, εἰπὼν ὅτι, ἐὰν αἱ μνημονευθεῖσαι ὑπὸ τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου ἡμερομηνίαι ἔχωσιν ἀκριβῶς, τότε ἐγένετο λάθος. Ἐλπίζω ὅτι εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν θέλει δώσει σαφεστέρας πληροφορίας, καὶ ἡμεῖς θέλομεν ἐξετάσει εὐρύτερον τὴν ὑπόθεσιν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους διὰ τὸ 1890. Οὐδεὶς εἶναι ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμιλήσῃ.
§28ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσουν οἱ κύριοι Ὑπουργοί;
§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τελευταῖοι.
§30Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι σύνηθες νὰ στέργωσι τὰ μέλη τῶν Κοινοβουλίων εἰς τὴν διακωμώδησιν τῆς ἐργασίας, ἡ ὁποία γίνεται ἐν τῇ Βουλῇ· διὰ τοῦτο δὲν νομίζω, ὅτι δύναμαι ν’ ἀποδώσω τοιαύτην προαίρεσιν εἰς οὐδένα τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχωσιν ἄνθρωποι, στέργοντες τὰ γιγνόμενα, αὐτοὶ βεβαίως συντελοῦσιν εἰς τὴν διακωμώδησιν τῆς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου. Ὁ Προϋπολογισμὸς εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν, ἐβασανίσθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, προεκηρύχθη ἡ συζήτησις αὐτοῦ, ἠγόρευσαν τρεῖς ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ κ. Ἰωάννης Γεωργαντᾶς ἐκ Λεβαδείας, ὁ κ. Κόρπας ἐκ Κυκλάδων, καὶ ὁ κ. Καραπάνος ἐξ Ἄρτης, προέβαλον διαφόρους γνώμας, κατέληξαν εἰς συμπεράσματα καὶ πορίσματα, οὐδὲν ὅμως ἐκ τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας, οὐδ’ αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔδειξε τὸ ἐλάχιστον ἐνδιαφέρον ν’ ἀπαντήσῃ εἰς ταῦτα. Εἰς τὴν κοινὴν γλῶσαν συνειθίζουσιν, ὅταν θέλωσι νὰ χλευάσωσί τινα, νὰ σιωπῶσι, λέγοντες: «ἡ σιωπή μου εἰς ἀπάντησιν.» Μήπως ἡ σιωπὴ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἦναι εἰς ἀπάντησιν τῶν τριῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εὐπρεπὲς καὶ κόσμιον εἶναι, νὰ λάβωσι τὸν λόγον καὶ ὁμιλήσωσι πρὸς ἀναίρεσιν τῶν ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως λεχθέντων. Ἐὰν δὲ νομίζωσιν, ὅτι δύνανται διὰ τῆς σιωπῆς των νὰ συντομεύσωσι τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ὅπως πράττουσιν ἐν ταῖς σχέσεσιν αὑτῶν πρὸς τοὺς ὑπηρέτας των, νομίζω ὅτι σφάλλουσιν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην ἤρξατο τοιαύτη τις τακτική. Προεκλήθησαν οἱ Ὑπουργοὶ νὰ δώσωσι πληροφορίας ἐπὶ πράξεως, ἡ ὁποία ἐθεωρήθη σκανδαλώδης, διότι ἡ Εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ ἐκοινοποίησε 500 ἢ 600 κλητήρια θεσπίσματα κατὰ τῶν πολιτῶν, τοὺς ὁποίους ἐκάλει δι’ αὐτῶν ἐνώπιον τοῦ ποινικοῦ δικαστηρίου, ἵνα δικασθῶσι ἐπὶ παραβάσει νόμου, ἐνῷ οὐδεὶς νόμος ὑπῆρχε τιμωρῶν αὐτοὺς, καὶ ὅτι προσκληθεὶς ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ν’ ἀπαντήσῃ, ἠρνήθη, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν εἶχε προειδοποιηθῆ διὰ τὴν ἐπερώτησιν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐπροτάθη ἐπερώτησις, ἀφορῶσα τὰ μέγιστα συμφέροντα τοῦ Ἔθνους, προκαλοῦσα εἰς ἔρευναν τῶν αἰτιῶν, αἵτινες περιήγαγον τὴν δυστυχῆ Κρήτην εἰς τοιαύτην κατάστασιν, καὶ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν χρεωστεῖ νὰ δώσῃ ἀπάντησιν, διότι φρονεῖ, ὅτι τοῦτο ἤθελε παραβλάψει τὰ συμφέροντα τῆς Κρήτης. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὴν σιωπὴν ἐτάνυσαν μέχρι τοιούτου ὁρίου, ὥστε ἠρνήθησαν νὰ καταθέσωσιν ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα αἱ Βίβλοι ξένων Κυβερνήσεων περιέλαβον καὶ ἐδημοσίευσαν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐζητήσαμεν πληροφορίας περὶ τῶν λαβόντων χώραν ἐν Λαρίσσῃ, ἤτοι περὶ διαδόσεων, αἱ ὁποῖαι ἔθιγον ἀμέσως ἐθνικὰ συμφέροντα, καὶ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ δώσῃ πληροφορίας, διότι περιμένει νὰ περατωθῶσιν αἱ ἀνακρίσεις, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ἔλεγεν, ὅτι οὐδεμία πρᾶξις ἔλαβε χώραν, ἥτις ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ ἀνακρίσεις στρατιωτικάς. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἀγορεύομεν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅτι εἰς ἀπάντησιν λέγουσιν, ὅτι οὐδεμίαν ἀπάντησιν ἔχουσι νὰ μᾶς δώσωσι, ὡς εἰ ἔλεγον: «ψηφίσατε ὅπως θέλετε, ἔχετε ὁποιανδήποτε θέλετε γνώμην· μᾶς εἶναι ἀδιάφορον, ποίας ἔχετε γνώμας περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡμεῖς δὲν καταδεχόμεθα οὐδὲ κἂν νὰ ἀναιρέσωμεν τὰς αἰτιάσεις σας, ἡμεῖς δὲν καταδεχόμεθα οὐδὲ κἂν νὰ σᾶς ἀποδείξωμεν, ὅτι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε, δὲν στηρίζονται ἐπὶ βάσεων». Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ τακτικὴ αὕτη ἀποτελεῖ ἀληθῆ διακωμῴδησιν τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλὰ δὲν νομίζουσιν οἱ Ὑπουργοί, οἵτινες ἐν ὀνόματι τοῦ πολιτεύματος τούτου λειτουργοῦσι καὶ διαχειρίζονται τὴν ἐξουσίαν, δὲν νομίζουσιν, ὅτι ἡ σεμνότης ἐπιβάλλει εἰς αὐτοὺς τὸ καθῆκον νὰ λύσωσι τὴν σιωπὴν καὶ νὰ ὁμιλήσωσιν; ἢ νομίζουσιν ὅτι διὰ τοιαύτης τακτικῆς, ἁρμοζούσης εἰς Κράτη, τὰ ὁποῖα ἄλλως κυβερνῶνται, δύνανται νὰ φθάσωσι τάχιστα εἰς τὸ πέρας τῶν συζητήσεων, εἰς τὸ πέρας τοῦ ἔργου; Καὶ ποῖον πέρας ἔργου, κύριε Πρόεδρε, ὅταν ἡ Σύνοδος αὕτη λήγῃ τὴν 9 Ἀπριλίου, ὅταν μᾶς ὑπολείπωνται δύο μῆνες ἀκόμη; Ζητοῦσι νὰ ψηφίσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν ἀφωνητεί; Νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα καταντᾷ σκανδαλῶδες, καὶ κατὰ τοῦ σκανδάλου τούτου ὀφείλομεν νὰ διαμαρτυρηθῶμεν.
§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχουσι θέματα, ἐφ’ ὧν ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ συζητήσῃ, ὑπάρχουσι καὶ θέματα, ἐφ’ ὧν ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει ν’ ἀπέχῃ τῆς συζητήσεως· ὀφείλει δὲ ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀπέχῃ τῆς συζητήσεως τῶν θεμάτων, ἅτινα, εἴτε δι’ οὐσιαστικοὺς λόγους, εἴτε διὰ λόγους τυπικούς, ἐπάγονται τοιαύτην ὑποχρέωσιν. Συνέπεσε κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην καὶ δι’ οὐσιαστικοὺς λόγους νὰ ἀρνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ μετάσχῃ συζητήσεως, συνέπεσε νὰ ἀρνηθῇ νὰ μετάσχῃ συζητήσεως καὶ διὰ τυπικοὺς λόγους, τουτέστι διότι τὰ ζητήματα δὲν προσήγοντο εἰς τὴν Βουλὴν κανονικῶς, ὅπως σήμερον τὸ ζήτημα τὸ στρατιωτικόν. Τὸ θέμα ὅμως, περὶ οὗ ἤδη πρόκειται, ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, ἐφ’ ὧν ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν σιωπή· τοὐναντίον τὴν συζήτησιν προὐκάλεσεν αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις διὰ μακρᾶς ἀγορεύσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῇ ἐπιβολῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπήντησαν μέχρι τοῦδε τρεῖς, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας λέγει, ὅτι ἡ σιωπὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν ἑκάστου τῶν κυρίων Βουλευτῶν τούτων, καταδεικνύει ἔλλειψιν σεβασμοῦ πρὸς τὴν Βουλήν. Ἔλλειψιν σεβασμοῦ τοῦ κ. Βουλευτοῦ πρὸς ἐκείνους, εἰς οὓς ἀπευθύνεται, καταδεικνύει ἡ τοιαύτη αὐτοῦ ἀπάντησις, διότι δὲν ἠδύνατο σπουδάζων νὰ ἐκφράζῃ τὴν ἀπαίτησιν, ὅπως εἰς πάντα ἀγορεύοντα ἀπαντᾷ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δι’ ἰδίας ἀγορεύσεως. Περὶ δὲ τῶν ἄλλων Βουλευτῶν τῆς Συμπολιτεύσεως οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκφράσῃ οἱανδήποτε ἀπαίτησιν. Ἐὰν θέλῃ Βουλευτὴς τῆς Συμπολιτεύσεως, ὁμιλεῖ, ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ ὁμιλήσῃ, μετέχει τῆς συζητήσεως ὡς ἀκροατής· ἡ περὶ τούτου κρίσις εἰς οὐδένα ἄλλον ἀφορᾷ ἢ εἰς αὐτὸν μόνον. Ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἐσιώπα, ὅταν ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσῃ, θὰ ἔδιδεν ἀφορμὴν εὔλογον εἰς ἐπίκρισιν τῆς σιωπῆς αὐτῆς, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐσιώπησεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου; Ἡ Κυβέρνησις διὰ μακρᾶς ἀγορεύσεως τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ προεκάλεσε τὴν συζήτησιν, ὁ δ’ Ὑπουργὸς ἐπιφυλάσσεται νὰ δευτερολογήσῃ μετὰ τὸ πέρας τῆς συζητήσεως, διότι τοῦτο ὑπαγορεύει τὸ πρέπον· δύναται ἴσως καὶ κατὰ τὴν πρόοδον τῆς συζητήσεως νὰ ἀγορεύσῃ, ἐὰν τοῦτο ἤθελε παραστῆ ὡς ἀναγκαῖον, ἀλλὰ τὸ κανονικὸν εἶναι, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις προεκάλεσε τὴν συζήτησιν, αὐτὴ καὶ νὰ κλείσῃ τὴν συζήτησιν. Ἐὰν ἠρνούμεθα νὰ ἀπαντήσωμεν, ἐὰν ἐλέγομεν, ὅτι δὲν θέλομεν ἀπαντήσει κατὰ τὸ τέλος τῆς συζητήσεως, θὰ ἦσαν εὔλογα τὰ παράπονα· ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν τὸν σκοπὸν νὰ ἀπαντήσωμεν, οὐ μόνον διότι τοῦτο ὑπαγορεύεται ὑπὸ τοῦ πρέποντος, ἀλλὰ διότι θέλομεν καὶ ἡμεῖς νὰ ἀπαντήσωμεν, διότι προτιθέμεθα νὰ ἀνασκευάσωμεν ἓν πρὸς ἓν τὰ ῥηθέντα, ἐπιλαμβανόμενοι ὅμως αὐτῶν συστηματικῶς ἐν ἑνιαίᾳ ἀγορεύσει· δὲν θέλομεν τὴν συζήτησιν ταύτην νὰ διαστρέψωμεν, τρέποντες αὐτὴν εἰς τὸ διαλογικὸν μεταξὺ Βουλευτοῦ ἐπικρίνοντος καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἑκάστοτε ἀπαντώσης. Ἡ συζήτησις πρέπει νὰ καταστῇ γενική, εὐρεῖα, ἐν τέλει δ’ ὀφείλει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀπαντήσῃ εἰς πάντας, καὶ πάντως εἰς ὅσα ἐκ τῶν ῥηθέντων θεωρήσῃ χρήζοντα ἀπαντήσεως.
§32Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρέστησεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι αὐτὸς ἔπραξέ τι, τὸ ὁποῖον δὲν προσεδοκᾶτο ὅτι ἤθελε πραχθῆ ὑπὸ Ὑπουργοῦ Οἰκονομικῶν ἐν συνταγματικῇ χώρᾳ. Αὐτὸς προεκάλεσε τὴν συζήτησιν. Καὶ πότε ἄλλοτε προεκλήθη συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπὸ τοῦ εἰσαγαγόντος αὐτὸν Ὑπουργοῦ; Καὶ ἠδύνατο, φαίνεται, νὰ μὴ προκαλέσῃ τὴν συζήτησιν, ἀλλ’ ὅμως αὐτὸς ἐκ περισσοῦ, ἂν καὶ ἠδύνατο νὰ μὴ προκαλέσῃ συζήτησιν, προεκάλεσε συζήτησιν. Ἀληθῶς ἡ παῤῥησία τοῦ ἀνδρὸς εἶναι ἀξία σημειώσεως, καὶ ἡ προθυμία νὰ διαφωτίσῃ τὴν συνείδησίν του καὶ νὰ ἀποκαλύψῃ τοὺς συλλογισμούς του, καὶ ἡ προθυμία αὐτοῦ αὕτη εἶναι ἀξία σημειώσεως. Ἀλλὰ κατὰ τίνα τρόπον προεκάλεσεν ὁ Πρωθυπουργὸς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Διότι, ὡς εἶπεν εἰσάγων αὐτόν, ἐξέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστήριξε τὸν Προϋπολογισμόν. Ὑποθέσατε Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν εἰσάγοντα τὸν Προϋπολογισμὸν ἐν σιωπῇ, ἔχοντα ἐν χερσὶν ἓν τεῦχος, ἀναβαίνοντα ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ἀναγγέλλοντα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι αὐτὸ τὸ τεῦχος εἶναι ὁ Προϋπολογισμός, ζητοῦντα δὲ νὰ ψηφίσῃ αὐτὸν ἡ Βουλή. Τοιοῦτόν τι δὲν ἔπραξεν ὁ Πρωθυπουργός, ἀλλὰ μετὰ γενναιοφροσύνης ἦλθε καὶ ἐξέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ ποίων βάσεων ἐστήριξε τὸν Προϋπολογισμόν. Ἀλλὰ δὲν αἰδοῦνται, κύριε Πρόεδρε, τοιαῦτα ἰσχυριζόμενοι, καὶ ἐπιδεικνύοντες ὅτι συμμορφοῦνται μὲ τὰς συνταγματικὰς ὑποχρεώσεις των; Καὶ ποῖον νομοσχέδιον δύναται νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, χωρὶς νὰ ἐκτεθῶσι κἂν οἱ λόγοι, δι’ οὓς προτείνεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο; Τοῦτο ἐπιβάλλει ἡ εὐλάβεια, τὴν ὁποίαν ὀφείλουσι πρὸς τὸ Κοινοβούλιον. Καὶ ἂν οὐδεμία ἤθελεν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἐξηγηθῇ λόγος τις, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οἱ Ὑπουργοί, οἱ εἰσάγοντες νομοσχέδιον, ὀφείλουσι νὰ ἐξηγήσωσι τοὐλάχιστον τὴν ἔννοιαν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Καὶ ἂν τοὺς ἁπλοῦς νόμους εἰσάγοντες συνοδεύωσι δι’ εἰσηγητικῶν ἐκθέσεων καὶ δικαιολογῶσιν αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ βήματος, ὑπάρχει παράδειγμα εἰσαγωγῆς Προϋπολογισμοῦ ἄνευ εἰσηγήσεως; Λοιπὸν, ἐπειδὴ ὁ Πρωθυπουργὸς εἰσηγήσατο τὸν Προϋπολογισμὸν, διὰ τοῦτο ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του. Ὅ,τι εἶχε νὰ εἴπῃ, τοῦτο εἶπεν ὅτε εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν, ἂν καὶ ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον τρεῖς ῥήτορες καὶ ἀνέλυσαν τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ἀνέτρεψαν τὰς βάσεις αὐτοῦ. Καὶ ἀφοῦ τοιαῦτά τινα εἶπεν ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου του, ὕστερον, ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, ὠλίσθησε καὶ εἶπεν, ὅτι βεβαίως δὲν σκοπεῖ νὰ μὴ μετάσχῃ τῆς συζητήσεως, ἐφ’ ὅσον ἤθελε νομίσει, ὅτι πρέπει νὰ ἀνασκευάσῃ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ κατὰ τὸ τέλος τῆς συζητήσεως. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, ὑμεῖς δὲν ἐλέγετε πρὸ ὀλίγου, ὅτι μεταβαίνετε εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀναγγελία τοῦ τέλους τῆς συζητήσεως; Ποιούμεθα ἔκκλησιν εἰς τὴν μνήμην σας. Δὲν ἐλέγετε ὅτι δὲν ὑπάρχει τις ὁ ἀγορεύσων καὶ μεταβαίνομεν εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ Προϋπολογισμοῦ;
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ εἶπον.
§34Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει ὁ ἀγορεύσων· θὰ μεταβῆτε εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ Προϋπολογισμοῦ;
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω κατ’ ἐπανάληψιν, ἐὰν ἔχῃ τις τὸν λόγον καὶ κατόπιν....
§36Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ μεταβῶμεν εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§37ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξέφρασεν ἀπόψε, εἶναι καθαρὰ παρῳδία τοῦ πολιτεύματος. Ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διϊσχυρίζηται, ὅτι μόνον αὐτὸς εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰ κατὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ λεχθέντα, καὶ ὅτι δὲν ἐννοεῖ ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς μομφὰς αἵτινες ἀπευθύνονται κατ’ αὐτοῦ, εἰμὴ συλλήβδην, ὅταν ἅπασαι ἐκφρασθῶσιν. Εἶναι πικρὰ διὰ τὸ κόμμα....(θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ, διαμαρτυρίαι ἐξ αὐτῆς· φωναί: «μὴ σᾶς μέλει») εἶναι παρῳδία τοῦ πολιτεύματος, ὅταν εἷς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὴν τόλμην νὰ λέγῃ: «οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν εἶναι εἰς κατάστασιν, ἢ μᾶλλον εἰς οὐδένα ἐξ ὑμῶν ἐπιτρέπω νὰ λάβῃ τὸν λόγον» (θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§38ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἴμεθα ὑπόχρεοι εἰς τοῦτο.
§39ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν σᾶς λέγει οὐδεὶς, ὅτι εἶσθε ὑπόχρεοι, οὔτε ὅτι εἶσθε ἀνίκανοι· ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι πολλοὶ ἐξ ὑμῶν δύνασθε ν’ ἀπαντήσητε, ὅτι πολλοὶ θέλετε τοῦτο, ἀλλ’ εἰς οὐδένα ἐξ ὑμῶν ἐπιτρέπει τοῦτο ἐκεῖνος...... (θόρυβος καὶ παρατεταμέναι διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς) Εἶναι πικρὰ ἡ παρῳδία τοῦ πολιτεύματος, καὶ εἶναι βαρεῖα ἡ ἰδέα καὶ ἡ φράσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Δύναται νὰ συγκεντρώσῃ εἰς ἑαυτὸν ὁλόκληρον τὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ ὢν Πρωθυπουργὸς κοινοβουλευτικοῦ Κράτους, ὀφείλει κἄπως νὰ καλύπτῃ τὴν τοιαύτην αὐτοῦ τάσιν καὶ ἐνέργειαν, ὀφείλει νὰ μὴ δεικνύῃ δημοσίως τὴν μεγάλην μερίδα, τῆς ὁποίας ἡγεῖται, ὅτι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ συζητήσῃ τὸν Προϋπολογισμόν.
§40ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Δὲν τὸ εἶπεν αὐτό.
§41ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παραπονεῖται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἀδημονεῖ, διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις θέλει νὰ παρακωλύσῃ τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλὰ τίνες εἰσὶν αἱ ἐργασίαι τοῦ Κοινοβουλίου; Ἡ κυριωτέρα βεβαίως εἶναι ὁ Προϋπολογισμός. Πῶς δὲ ἐννοεῖ νὰ συζητήσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ψηφίσῃ αὐτὸν τὸ Κοινοβούλιον; καθ’ ὃν τρόπον ἀνέπτυξεν ἤδη, δηλ. ἄνευ συζητήσεως, ἄνευ ἐξετάσεως, διὰ μονολόγων, εἰς τοὺς ὁποίους συλλήβδην μόνος ὁ Πρωθυπουργὸς ἐννοεῖ νὰ δώσῃ ἀπάντησιν, ὅταν ὁ ἴδιος κρίνῃ, ὅτι ἔληξαν οἱ μονόλογοι καὶ ὅτι πρέπει νὰ εἴπῃ καὶ οὗτος κἄτι τι, ὅπως μὴ προτείνωμεν νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν μετὰ τὰ λεχθέντα; Ἐὰν τοιαύτην ἐννοῇ τὴν ἐργασίαν τοῦ Κοινοβουλίου, ὄχι μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον ἔχομεν νὰ τὴν παρακωλύσωμεν. Καθῆκον ἔχομεν νὰ παρακωλύσωμεν τοιαύτην ἐργασίαν, παριστῶσαν παρῳδίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος.
§42ΜΙΑ ΦΩΝΗ. Παρακωλύσατέ την.
§43ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακωλύσατέ την λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§44ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐγὼ τὸ εἶπον.
§45ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὴν παρακωλύετε σεῖς διὰ τῆς αὐταρχικῆς πορείας, τὴν ὁποίαν ἐννοεῖτε νὰ ἀκολουθήσητε καὶ ἀκολουθεῖτε ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τῆς Συνόδου ταύτης. Ἐνῷ ἡ Σύνοδος ἔπρεπε νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς ἐργασίας αὐτῆς κατὰ τὴν 18 Ἰανουαρίου, ἐνῷ ἀρκετοὶ ὑπῆρχον ἐν Ἀθήναις Βουλευταί, ὅπως ἀποτελέσωσι τὴν ἀπαρτίαν καὶ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐργασίαν του τὸ Κοινοβούλιον, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐνόει ν’ ἀρχίσῃ τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ κατὰ τὴν 18 Ἰανουαρίου, ὡς ὡρίσθη ἐξ ἀρχῆς. Ἤθελε νὰ φέρῃ ἐνταῦθα πάντας τοὺς φίλους αὐτοῦ. Πρὸς τίνα σκοπόν; Πρὸς τὸν σκοπὸν ἀκριβῶς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἀπόψε ἀνέπτυξεν, ὅπως δηλ. ἐπιβάλῃ τὴν θέλησιν αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ Κοινοβουλίου διὰ τῆς σιγῆς τῶν φίλων του καὶ διὰ τῆς ἀδιαφορίας πρὸς τὰς ἀγορεύσεις τῶν ἀντιπολιτευομένων. Ἀνέμενε ν’ ἀποτελέσῃ ὁ ἴδιος ἀπαρτίαν καὶ νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν: «Παρακωλύσατε λοιπὸν τώρα τὰς ἐργασίας· ἔχω 80 ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι θὰ κλείσωσι τὸ στόμα των· δὲν ἐννοοῦσι νὰ συζητήσωσι» (κίνησις ἐν τῇ δεξιᾷ).
§46ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μᾶς προσβάλλετε καθ’ ἑκάστην.
§47ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν σᾶς προσβάλλω (θόρυβος, διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἐνόησε νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησιν αὐτοῦ λέγων: «ὅσον θέλετε, συζητήσατε σεῖς. Ἐγὼ χαρακτηρίζω τινὰς μὲν τῶν συζητήσεων ὡς τυπικῶς, ἄλλας δὲ ὡς οὐσιαστικῶς πλημμελεῖς, καὶ δὲν ἀπαντῶ· ἐργάσθητε σεῖς, ὁμιλήσατε ὅσον θέλετε, ἀποδείξατε ἀναμφισβήτητα σφάλματα καὶ παραβιάσεις νόμων, ἀποδείξατε τὸ σαθρὸν τοῦ οἰκοδομήματος τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀδιαφορῶ περὶ τούτων, ἔχω τὴν πλειονοψηφίαν, ἔχω τὴν ἀπαρτίαν, ἐπιβάλλω τὴν θέλησίν μου». Τοιαύτην ἐργασίαν ἐννοεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Τοιαύτην δὲ ἐργασίαν ὀφείλει πᾶς σεβόμενος τὸ πολίτευμα νὰ τὴν παρακωλύσῃ. Τὴν ἀληθῆ ἐργασίαν τοῦ Κοινοβουλίου δὲν ἐννοοῦμεν νὰ τὴν παρακωλύσωμεν. Εἴμεθα πρόθυμοι νὰ ἐργασθῶμεν, ἀλλ’ ὅπως ἐργάζονται πάντα τὰ Κοινοβούλια, οὐχὶ ὅπως ἐργάζονται τὰ Συμβούλια τῶν ἀπολύτων ἐκείνων Κρατῶν, ὅπου ἡ θέλησις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι θέλησις καὶ τῶν μελῶν τῶν Συμβουλίων τούτων. Ἂς μὴ παραπονῆται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἂν ἡ Ἀντιπολίτευσις τοιαύτην ἐργασίαν ζητῇ νὰ παρακωλύσῃ, καὶ ἂν δὲν εὑρίσκῃ αὐτὴν πρόθυμον νὰ συνεργασθῇ μετ’ αὐτοῦ εἰς τὴν διακωμῴδησιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον;
§49ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐδήλωσεν, ὅτι ἡμεῖς δὲν θὰ λάβωμεν τὸν λόγον· περιμένομεν ν’ ἀκούσωμεν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δηλώσαντος ὅτι θὰ λάβῃ τελευταῖος τὸν λόγον· δίδομεν τὴν θέσιν τὴν τελευταίαν.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐξαναγκάσω τινὰ νὰ λάβῃ τὸν λόγον· θὰ ἐξαντλήσω ὅλα τὰ μέσα καὶ κατ’ ἐπανάληψιν θὰ ἐρωτήσω, ἐὰν ἔχῃ τις τὸν λόγον.
§51ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον ἐννοήσει πολὺ καλὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐὰν ἔλεγεν, ὅτι δὲν σκοπεῖ νὰ ἀπαντήσῃ, οὐδὲ νὰ λάβῃ κἀνὲν μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν ὡρισμένως, ὅτι σκοπεῖ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἐπιφυλάσσεται νὰ πράξῃ τοῦτο εἰς τὸ τέλος. Τέλος καθ’ ἡμᾶς εἶναι, ὅταν δὲν προσφέρηται κἀνεὶς τῶν ἀντιπολιτευομένων διὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν· ἐὰν ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐννοῇ ὡς τέλος τὸ νὰ ὑποσχεθῶμεν ὅλοι ἡμεῖς, ὅτι μετὰ τὴν ἀγόρευσίν του οὐδεὶς θέλει λάβει τὸν λόγον, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ παρατηρήσω, ἡ ἀξίωσίς του αὕτη ἀντιβαίνει καὶ εἰς τὸν Κανονισμὸν καὶ εἰς τὸν ὀρθὸν λόγον· τοιαύτη ἀπαίτησις δὲν ἐγένετο ποτὲ, οὔτε περιέμενα νὰ τὴν ἀκούσω ἀπὸ τοῦ στόματος ἑνὸς Πρωθυπουργοῦ. Ὅταν μία μερὶς ἀρκῆται εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οἱ λαλήσαντες ἐν ὀνόματι αὐτῆς εἶπον, καὶ δὲν προσφέρηται ἄλλος τις νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ὀφείλουν, ὅσοι ἐκ τῆς ἄλλης πτέρυγος νομίζουν, ὅτι πρέπει νὰ λαλήσουν, νὰ πράξωσι τοῦτο· ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι παραιτοῦνται καὶ ἐκεῖνοι νὰ μὴ ἐπαναλάβωσι τὴν ἀγόρευσίν των, ἢ ὅτι καὶ ἄλλοι ἐκ τῆς πτέρυγος, εἰς ἣν ἀνήκουν αὐτοὶ, δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἐξακολουθήσωσι τὴν συζήτησιν. Αὐτὰ εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα πρώτην φορὰν ἀκούονται ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ· φαίνεται ὅτι, ἀφοῦ ὅλα παρεμορφώθησαν καὶ διεκωμῳδήθησαν, μᾶς ἦτο πεπρωμένον νὰ ἀκούσωμεν καὶ τὴν θεωρίαν, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπιφυλάσσεται νὰ ὁμιλήσῃ εἰς τὸ τέλος. Ποῖον εἶναι τὸ τέλος; Ἰδοὺ ἦλθεν, οὐδεὶς Βουλευτὴς θέλει νὰ ἀγορεύσῃ· ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποσχεθῶμεν ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι, ὅ,τι καὶ ἂν εἴπητε σεῖς, θὰ τὸ ἀφήσωμεν ἀπαρατήρητον καὶ ἀνεξέταστον; Ὑπόσχεσθε σεῖς, ἐὰν θελήσῃ νὰ λάβῃ τις τὸν λόγον ἐξ ἡμῶν, ὅτι δὲν θέλετε ὁμιλήσει; Δὲν δύνασθε νὰ τὸ εἴπητε, οὔτε νὰ τὸ ὑποσχεθῆτε. Μὴ ζητεῖτε λοιπὸν πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐναντία τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τοῦ ὀρθοῦ λόγου, διότι δι’ αὐτῶν διακωμῳδεῖται τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα.
§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ὁμιλεῖ περὶ ἡμῶν ὡς αἰτησαμένων τι· ἡμεῖς οὐδὲν ᾐτησάμεθα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, ἐξ ὀνόματος ὑποθέτω τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ᾐτήσατο, ὅπως ἡμεῖς ἐξηγηθῶμεν, ἐὰν θὰ ὁμιλήσωμεν, ἢ δὲν θὰ ὁμιλήσωμεν, ἡμεῖς δὲ ἀπηντήσαμεν, τί σκοποῦμεν νὰ πράξωμεν, οὐχὶ τί σκοποῦμεν νὰ πράξωμεν ἐξ ἐπιβολῆς τοῦ Κανονισμοῦ, οὗ τινος ἐμνημόνευσεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐνταῦθα ἐν οὐ δέοντι, διότι περὶ Κανονισμοῦ δὲν πρόκειται· ἐρωτηθέντες, τί ἐν τῷ δικαιώματι ἡμῶν θὰ πράξωμεν, ἂν θὰ σιωπήσωμεν ἢ θὰ ὁμιλήσωμεν, διότι δυνάμεθα κατὰ τὸν Κανονισμὸν καὶ νὰ σιωπήσωμεν καὶ νὰ ὁμιλήσωμεν, εἴπομεν ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ἁρμόδιος ἐν τῷ θέματι τούτῳ, θὰ ἀπαντήσῃ συλλήβδην εἰς πάντας τοὺς ἀγορεύσοντας. Οἱ ἀγορεύοντες, παρατηρεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς, δὲν ὁρίζονται ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ, ὁρίζει ὅμως αὐτοὺς ὁ κοινὸς λόγος, ὁρίζει αὐτοὺς ἡ πεῖρα, ἣν ἔχομεν, τῶν κοινοβουλευτικῶν πραγμάτων. Ἀρτία εἶναι ἡ συζήτησις ἐφ’ ὅσον μετέσχον αὐτῆς ἐκεῖνοι, ὧν ἡ μὴ μετοχὴ κρίνεται ὡς ἀφίνουσα τὴν συζήτησιν ἀτελῆ. Ἐν συζητήσει περὶ Προϋπολογισμοῦ τίνες πρέπει νὰ ὁμιλήσωσιν ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἵνα θεωρηθῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐκφρασθεῖσα; Ἡ κοινὴ συνείδησις ἀπαντᾷ: πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Σωτηρόπουλος. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος εἶναι πολὺ μετριόφρων, καὶ ἑπομένως δὲν ἐρωτῶ αὐτὸν περὶ τοῦ λόγου, δι’ ὃν ἡ κοινὴ γνώμη ἀπαιτεῖ, ὅπως αὐτὸς ὁμιλήσῃ, ἵνα θεωρηθῇ ἡ συζήτησις ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀρτία, ἐγὼ ὅμως, ὁ μὴ ἔχων τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μετριοφρονῶ εἰς λογαριασμὸν τοῦ κ. Σωτηροπούλου, λέγω ὅτι συζήτησις ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι ἀρτία ἄνευ ἀγορεύσεως τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ἐκτὸς ἐὰν ὁ κ. Σωτηρόπουλος δηλώσῃ, ὅτι δὲν προτίθεται νὰ ὁμιλήσῃ, διότι βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ τὸν ὑποχρεώσωμεν εἰς τοῦτο· ἐφ’ ὅσον ὅμως ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἐπιφυλάττει τὰ δικαιώματα αὑτοῦ, ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ἡ συζήτησις ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἔκλεισεν.
§53ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εἴπητε μὴ ἀκριβῆ πράγματα.
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ ἀπαντήσεων τοῦ κ. Σωτηροπούλου εἰς ὅσα ἐγὼ θὰ εἴπω, ὁμιλῶ περὶ ἀγορεύσεως τοῦ κ. Σωτηροπούλου ἐξ ἐπαγγέλματος· ἅμα ἀναγγελθείσης συζητήσεως Προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ Βουλῇ, ἡ παρουσία τοῦ κ. Σωτηροπούλου ἐπὶ τοῦ βήματος εἶναι ἐνδεδειγμένη καὶ ἡ ἀποχὴ τοῦ κ. Σωτηροπούλου ἀπὸ τοῦ βήματος καθιστᾷ ἀτελῆ τὴν συζήτησιν. Ἐπίσης δύναμαι νὰ εἴπω τοῦτο καὶ περὶ τοῦ ἰθύνοντος τὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐν ὅσῳ ἐν συζητήσει περὶ Προϋπολογισμοῦ ὁ ἰθύνων τὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν μετέσχεν αὐτῆς, ἐπιτρέπεταί μοι νὰ θεωρῶ τὴν συζήτησιν μήπω ἐξαντληθεῖσαν, ἐκτὸς ἐὰν ὁ ἰθύνων τὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἤθελε δηλώσει, ὅτι δὲν θὰ μετάσχῃ τῆς συζητήσεως. Ἐὰν αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἦσαν ἀναγεγραμμέναι ἐν τῷ Κανονισμῷ, θὰ διετύπου ὁ Κανονισμὸς τὰ παρ’ ἐμοῦ ἐκτεθέντα· ἀλλ’ αἱ διατάξεις, περὶ ὧν πρόκειται, δὲν ἀποῤῥέουσιν ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλ’ εἶναι διατάξεις περὶ τοῦ πρέποντος, ἀναγεγραμμέναι ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει, εἶναι διατάξεις ὑπὸ τῆς συνειδήσεως ἁπάντων ἡμῶν ὑπαγορευόμεναι. Οὐδεὶς ὑπάρχει ἐν τῇ Βουλῇ, εἴτε ἐκ τῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἴτε ἐκ τῶν τῆς Συμπολιτεύσεως, ὁ δυνάμενος νὰ θεωρήσῃ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐξηντλημένην, ἂν μὴ ὡμίλησεν ἐπ’ αὐτοῦ ὁ ἰθύνων τὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, ἐκεῖνος μὲν ὡς ἐκ τοῦ ἀξιώματος, οὗτος δὲ ὡς ἐκ τῆς εἰδικότητος, ἣν ἐπὶ τοιούτου θέματος τῷ ἀναγνωρίζουσι πάντες.
§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπέ τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀληθῶς ὀρθόν· ὁ Κανονισμὸς δὲν ὁρίζει ποῖοι ἀγορεύουσιν ἐπὶ ἑκάστου τῶν ζητημάτων, οὐδὲ ποσάκις ἀγορεύουσιν. Ἐπιτρέπει αὐτοῖς νὰ ἀγορεύσωσι δὶς, ἀλλὰ πλέον τῶν δύο φορῶν, μόνον ἐὰν ἡ Βουλὴ συναινέσῃ εἰς τοῦτο· ἑπομένως ὁ Κανονισμὸς δὲν ἐπιβάλλει οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, οὐδὲ εἰς τὸν Πρωθυπουργόν. Ἐγὼ προβάλλω τι περισσότερον. Οὐδὲ οἱ ποινικοὶ νόμοι τοῦ Κράτους ἐπιβάλλουσι ποινήν τινα εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, ἐὰν αὐτὸς δὲν ἀγορεύσῃ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐπιβάλλουσι ποινὴν οἱ νόμοι οἱ ποινικοὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀσχημονοῦσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ, εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑβρίζουσι διὰ θετικῶν πράξεων καὶ διὰ λόγων καταληπτῶν τὴν καθεστηκυῖαν τάξιν. Ἀλλ’ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πολιτεύονται οὕτως, ὥστε ἐκ τῆς πολιτείας αὐτῶν νὰ συνάγηται ἀριδήλως ἡ περιφρόνησις εἰς τὸ πολίτευμα, εἰς αὐτοὺς δὲν ἐπιβάλλεται κἀμμία ποινὴ ἀπὸ τὸν ποινικὸν νόμον. Φρονῶ δὲ, ὅτι ἡ τακτική, τὴν ὁποίαν μετέρχεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι τοιαύτη. Εἶναι τακτική, ἐκ τῆς ὁποίας δύναταί τις νὰ συναγάγῃ ἀληθῆ περιφρόνησιν πρὸς τὸ πολίτευμα. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν εἶναι ἀρτία, διότι δὲν ἠγόρευσεν ἔτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, δὲν εἶναι ἀρτία, διότι δὲν ἠγόρευσε καὶ ἄλλος τις, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ἠξεύρω ποίαν ἀπέδωκεν ἰδιότητα. Αὐτὸ εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ κ. Σωτηρόπουλος δὲν ἠγόρευσεν, οὐδὲ ἐγὼ ἠγόρευσα, οὐδὲ πολλοὶ ἄλλοι συνάδελφοί μου ἠγόρευσαν. Ἐὰν δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περιμένη, ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον πάντες οἱ ἐν Ἀθήναις παρόντες ἀντιπολιτευόμενοι νὰ λάβωσι τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ μετὰ τοῦτο νὰ ἔλθῃ συλλήβδην νὰ ἀναιρέσῃ αὐτοὺς, εἶναι ἐν τῷ ὀρθῷ, ἐννοοῦμεν τὸν ἰσχυρισμόν του. Ἀλλ’ ἐνδέχεται νὰ μὴ θέλωσι πάντες οἱ ἐν Ἀθήναις παρόντες ἀντιπολιτευόμενοι νὰ λάβωσι τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὤφειλε νὰ λάβῃ τὸν λόγον, εἶναι ὁ ἡγέτης τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ εἰς τὸν λόγον αὐτοῦ ἔπρεπε νὰ ἀπαντήσῃ ὁ ἡγέτης τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν ὁ ἡγέτης τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι παρὼν, ἔπρεπε νὰ ἀπαντήσῃ εἷς ἐκ τῆς πλειοψηφίας, διότι ὁ ἡγέτης τῆς μειοψηφίας ἰσχυρίσθη καὶ διὰ τῆς γραπτῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐν ὀνόματι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ διὰ τοῦ προφορικοῦ λόγου, τὸν ὁποῖον ἠκούσαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι εἰκονικὸς, ὅτι αἱ βάσεις αὐτοῦ εἶναι ψευδεῖς, ὅτι αἱ ἐν αὐτῇ ἀναγραφαὶ εἶναι ψευδεῖς καὶ ἐλλιπεῖς, ὅτι τὰ πορίσματα αὐτοῦ εἶναι εἰκονικὰ, ὅτι τὸ οἰκονομικὸν οἰκοδόμημα, τοῦ ὁποίου οἰκοδόμος ἐγένετο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἄγει τὸν τόπον εἰς βεβαίαν καταστροφήν. Καὶ ἀφοῦ ταῦτα ἰσχυρίσθη ὁ ἡγέτης τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐν ὀνόματι τῆς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ταχθείσης μειοψηφίας ἵνα συμπράττῃ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν ὑπάρχει κἀνεὶς ἐν τῇ πλειοψηφίᾳ, διὰ νὰ ἀναιρέσῃ αὐτόν; Καὶ ἂν ἐν τῇ πλειοψηφίᾳ δὲν ὑπάρχῃ κἀνεὶς, δὲν ὑπάρχει κἂν ὁ ἡγέτης τῆς πλειοψηφίας, ὁ δημιουργὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Καὶ λέγετε, ὅτι ἡ συζήτησις δὲν εἶναι ἀρτία, διότι δὲν ὡμίλησεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἢ ἐγώ! Καὶ ἔχετε ἀνάγκην τοιαύτης συζητήσεως, μετὰ τὰ λεχθέντα ἐνταῦθα ὑπὸ τοῦ εἰσηγησαμένου καὶ τὰς γνώμας τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τὰς γνώμας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς παρέπεμψεν εἰς τὴν εἰσήγησιν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο, τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτε εἰσήγαγεν αὐτόν. Τώρα λέγει: «ὁμιλήσατε, διότι ἄλλως δὲν ὁμιλῶ». Εἶναι κύριος νὰ πράξῃ ὅ,τι θέλει.
§56ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν μὲ ἐκπλήττουσιν. Εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ ἀντικρούσῃ οὐσιαστικῶς τὰς παρατηρήσεις ἡμῶν, αἵτινες ἀνατρέπουσι τὸν παρ’ αὐτοῦ συνταχθέντα Προϋπολογισμόν. Ἡ πρὸς τὰς γνώμας ἡμῶν προσποιητὴ αὐτοῦ ἀδιαφορία εἶναι εὐνόητος ὑπεκφυγή. Ἐγὼ δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀπαίτησιν, ὅπως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀκούσῃ μετ’ εὐχαριστήσεως τὰς γνώμας ἡμῶν. Ἀνήκων εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, αἰσθάνομαι εὐχαρίστησιν, βλέπων αὐτὸν θυμόνοντα μέχρι τοσούτου βαθμοῦ, διότι ὁ θυμὸς αὐτοῦ δεικνύει, ὅτι ὅσα ἐγὼ εἶπον ἦσαν ἀκριβῆ, καὶ ἐστηρίζοντο ἐπὶ τῶν πραγμάτων καὶ ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν ἐβασίζοντο. Τὸν προκαλῶ δὲ, ἂν δύναται, νὰ ἀντικρούσῃ ταῦτα, βασιζόμενος ὡσαύτως ἐπὶ τῶν πραγμάτων καὶ ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν. Ἐφ’ ὅσον δὲ διὰ μόνου τοῦ θυμοῦ θέλει νὰ ἐπιτύχῃ τοῦτο, οὐ μόνον ἐμὲ ἐνισχύει εἰς τὴν πεποίθησίν μου, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἄλλους, τούς τε φίλους αὐτοῦ καὶ τοὺς ἀντιθέτους του, μεταδίδει τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα εἰσὶν ἀκριβῆ καὶ βάσιμα. Τὸν παρακαλῶ δὲ νὰ ἐξακολουθῇ θυμόνων, διότι τοιουτοτρόπως θὰ κυρώσῃ ἔτι μᾶλλον ταῦτα.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον; Ἀφοῦ, Κύριοι, οὐδεὶς θέλει νὰ ὁμιλήσῃ, θὰ κηρύξω τὴν συζήτησιν περατωμένην.
§58ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσε σπουδαίως, καὶ οὐχὶ χαριεντιζόμενος, ὅτι θέλει λάβει τὸν λόγον τελευταῖος. Ἡμεῖς ἐδηλώσαμεν, ὅτι ὅσα ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει νὰ εἴπῃ ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς εἰσηγητικῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἐπὶ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ Πρωθυπουργοῦ τὰ εἶπε διὰ τῶν τριῶν ῥητόρων, οἵτινες ἠγόρευσαν· περιμένομεν νὰ ἀκούσωμεν λοιπὸν τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Μετὰ τὴν τοιαύτην δήλωσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἕκαστος ἐπερίμενε νὰ ἴδῃ ἐκτελουμένην τὴν σπουδαίαν ὑπόσχεσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς χαριεντιζόμενος μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν θεωρεῖ ἀρτίαν καὶ πλήρη τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ γενικὴν συζήτησιν διὰ τῶν τριῶν μόνον ἀγορεύσεων· ἂν δὲν ἀγορεύσῃ καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, θεωρεῖ τὴν συζήτησιν μὴ ἀρτίαν, ἑτερόπουν. Ὑπέθετον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐδῶ συνερχόμενοι καὶ καταναλίσκοντες τὸν καιρὸν, ἐσπουδάζομεν. Ἄν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλῃ νὰ μᾶς ἀποδείξῃ, ὅτι σπουδάζομεν, ὀφείλει ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς τρεῖς ἀγορεύσεις τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, χωρὶς νὰ προβάλλῃ προφάσεις ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας δὲν θέλω νὰ χαρακτηρίσω, σεβόμενος τὴν θέσιν του. Ἄν δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἀπαντᾷ, μὴ νομίσῃ ὅτι θὰ κερδήσῃ χρόνον· δυνάμεθα, ἀπαντῶντες εἰς τὴν τακτικὴν αὐτὴν, νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου καὶ ἑκάστου ἐδαφίου, καταδαπανῶντες χρόνον, τὸν ὁποῖον δὲν φαντάζεται.
§59Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, θὰ γίνῃ αὐτό.
§60ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἰς τοιαύτην ἀνάγκην θὰ περιαγάγῃ ἡμᾶς, ἀμυνομένους, ἡ τακτικὴ τῆς πλειοψηφίας. Ἄρχεται χειρῶν ἀδίκων. Ὀφείλει νὰ ἦναι καλῆς πίστεως, καὶ νὰ μὴ παίζῃ ἐν οὐ παικτοῖς. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει πρωτίστως τὸ καθῆκον, νὰ τηρῇ σεμνὰς καὶ τακτικὰς τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου, δὲν πρέπει νὰ δίδῃ ἀφορμήν. Ἄν λοιπὸν θέλωμεν νὰ σπουδάζωμεν, τότε πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν, διὰ νὰ ἑτοιμασθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μᾶς ἀπαντήσῃ.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται ἡ ἀναβολὴ ἀπὸ ἄλλους;
§62ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Μάλιστα, μάλιστα.
§63ΜΙΛΗΣΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τῶν βουλευτῶν κκ. Παπαγιαννακοπούλου καὶ Καλογεροπούλου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας):
| Χαρ. Τρικούπης | Ο | Χρῆστος Χριστόπουλος | Ν |
| Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Φίλιππος Βάρβογλης | |
| Γ. Σισμάνης | Ο | Ἠλίας Φλέσσας | |
| Δ. Βουλπιώτης | Ο | Κ. Κωνσταντόπουλος | |
| Ἀθ. Ἴσκος | Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | ||
| Ν. Καλαντζόπουλος | Ο | Παναγ. Μανέτας | |
| Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος | Ν | |
| Μ. Γουλιμῆς | Ο | Ἠλίας Παλαμήδης | Ο |
| Μ. Ἰατρίδης | Ο | Κωνστ. Κατσικόπουλος | |
| Δ. Χατζόπουλος | Δ. Ζέγγελης | Ο | |
| Γεώργ. Μίλησης | Ν | Δημ. Ν. Βότσαρης | Ο |
| Σπυρ. Νοταρᾶς | Κωνστ. Γ. Καραπάνος | ||
| Γ. Κούστας | Γεώρ. Χ. Παχὺς | Ο | |
| Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος | Ο | Στέφανος Δραγούμης | Ο |
| Σωτήριος Δανόπουλος | Ο | Δ. Γ. Ῥάλλης | |
| Ἀναστ. Δημητριάδης | Ο | Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας | Ο |
| Μιχαὴλ Νικηφοράκης | Ο | Φωκίων Νέγρης | Ο |
| Δημήτριος Πετρίδης | Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς | ||
| Ἄγγελος Γεωργαντᾶς | Νικόλ. Μπουφίδης | Ο | |
| Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Ν | Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | |
| Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Δημ. Καλλιφρονᾶς | ||
| Νικόλ. Δ. Λεβίδης | Ν | Ἰωάννης Γκιὼν | Ο |
| Σπυ. Κουκούλεζας | Ο | Κ. Κοσσονάκος | Ο |
| Ὄθων Μακρυγιάννης | Ο | Γ. Μαυρομιχάλης | |
| Τρύφων Μουτσόπουλος | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | ||
| Θάνος Κανακάρης | Ο | Γιαν. Μαυρομιχάλης | Ο |
| Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Νικήτας Βαρβιτσιώτης | Ο | |
| Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ν | Λεων. Καπετανάκος | Ο |
| Α. Φωτήλας | Ο | Ξανθὸς Πικουλάκης | Ο |
| Ἀνδρ. Αὐγερινὸς | Ο | Γεώρ. Πετροπουλάκης | |
| Ἀντ. Ῥικάκης | Κ. Παπαμιχαλόπουλος | ||
| Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ἰωάν. Καρτάλης | ||
| Ἰω. Κρεστενίτης | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ο | |
| Ν. Κουμανιώτης | Εὐάγ. Σταμούλης | Ο | |
| Χρ. Στεφανόπουλος | Ο | Ν. Κοκωσλῆς | |
| Ἀλέξ. Ζαΐμης | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ο | |
| Ἀρ. Κοντογούρης | Κωνστ. Μαρκίδης | Ο | |
| Ν. Καλογερόπουλος | Ο | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ο |
| Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Ο | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ο |
| Ν. Παπανικολάου | Ο | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ο |
| Ν. Καφετζόγλους | Ο | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ο |
| Ἰω. Πεζᾶς | Ἀχιλ. Λογιωτάτου | Ο | |
| Κ. Σινέλης | Ο | Σωτ. Σωτηρόπουλος | |
| Β. Βουδούρης | Ο | Κων. Κουμουνδοῦρος | |
| Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Ο | Περ. Πεῤῥωτὴς | |
| Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο | Δημ. Τζάνες | Ν |
| Ἀναστ. Λούντζης | Περ. Μποῦτος | Ο | |
| Διον. Λομβάρδος | Ο | Παν. Σάκκης | |
| Γ. Θεοτόκης | Ο | Νικ. Παπαλέξης | Ο |
| Κ. Βασιλάκης | Νικ. Μισυρλῆς | ||
| Ἀντ. Καποδίστριας | Ν. Καράπαυλος | Ο | |
| Ν. Βασιλάκης | Ἀσημ. Χριστόπουλος | Ο | |
| Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | Εὐστάθ. Κοκκέβης | Ο | |
| Πολυχρ. Κωνσταντᾶς | Δημήτρ. Κάρτσωνας | ||
| Σπ. Ἀλαμάνος | Δημήτρ. Γουδῆς | Ο | |
| Θεόφ. Προβατᾶς | Σ. Χατζηγάκης | ||
| Γ. Σκάρπας | Κ. Ζωγλοπίτης | Ο | |
| Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ο | |
| Ἀγαμ. Μεταξᾶς | Ο | Γ. Φραγκίδης | Ο |
| Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Ο | Α. Τακιατζῆς | Ο |
| Νικόλ. Βαλσαμάκης | Ν | Γ. Τάκης | |
| Γεράσιμος Μουσούρης | Ο | Ν. Ταρμπάζης | |
| Παναγ. Βενιεράτος | Ζ. Φαλιάγκας | ||
| Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Σταμάτιος Μπουντούρης | Ο | |
| Γεώργιος Κόρπας | Θεόδωρος Γκίκας | Ο | |
| Στέφανος Σκουλούδης | Ο | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | |
| Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ο | Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ο |
| Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ο | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ο |
| Νικόλαος Νομικὸς | Νικόλ. Κοντογιάννης | ||
| Μίνως Μπογιατζόγλους | Ο | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο |
| Γ. Μπούμπουρας | Ο | Γεώργιος Λιδωρίκης | Ο |
| Λωρέντζος Δελαρόκας | Κωνστ. Χατζῖσκος | Ο | |
| Δημοσθένης Καΐρης | Ο | Δημήτρ. Ζουλούμης | Ο |
| Ν. Κρίσπης | Ο | Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος | Ν |
| Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς | Θεμιστοκλῆς Κανάρης |
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς ἀπεῤῥίφθη διὰ ψήφων 76 κατὰ 9, ψηφοφορησάντων ἐν ὅλῳ 85.
§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω καλὸν, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴ κηρυχθῇ ἡ λῆξις τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ νὰ περιμείνωμεν καὶ αὔριον.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 καὶ 40′ μ. μ.