| 1168 | Χαρίλ. Τρικούπης | Ο | Σωτ. Δανόπουλος | Ο | |
| 1169 | Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Ἀναστ. Δημητριάδης | Ν | |
| 1170 | Γ. Σισμάνης | Ο | Μιχ. Νικηφοράκης | Ο | |
| 1171 | Δ. Βουλπιώτης | Ο | Δ. Πετρίδης | Ν | |
| 1172 | Ἀθ. Ἴσκος | Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | Ν | ||
| 1173 | Ν. Καλαντζόπουλος | Ο | Θ. Π. Δηλιγιάννης | Ν | |
| 1174 | Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Θ. Β. Δηλιγιάννης | |||
| 1175 | Μ. Γουλιμῆς | Ο | Χρ. Χριστόπουλος | ||
| 1176 | Μ. Ἰατρίδης | Ο | Φίλιπ. Βάρβογλης | ||
| 1177 | Δ. Χατζόπουλος | Ἠλ. Φλέσσας | |||
| 1178 | Γ. Μίλησης | Ν | Κ. Κωνσταντόπουλος | Ν | |
| 1179 | Σπ. Νοταρᾶς | Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | |||
| 1180 | Γ. Κούστας | Π. Μανέτας | Ν | ||
| 1181 | Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος | Ο | Ι. Ἀντωνόπουλος | ||
| 1182 | Ἠλίας Παλαμήδης | Ο | Ν. Νομικός | Ο | |
| 1183 | Κ. Κατσικόπουλος | Ν | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ο | |
| 1184 | Δ. Ζέγγελης | Γ. Μπούμπουρας | Ο | ||
| 1185 | Δ. Ν. Βότσαρης | Ο | Λωρέντζος Δελαρόκας | Ο | |
| 1186 | Κ. Καραπάνος | Ν | Δημοσθ. Καΐρης | Ο | |
| 1187 | Γ. Παχύς | Ο | Νικ. Κρίσπης | Ο | |
| 1188 | Στέφ. Δραγούμης | Ο | Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς | ||
| 1189 | Δημήτρ. Γ. Ῥάλλης | Ἰωάν. Γκιὼν | Ο | ||
| 1190 | Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας | Ο | Κων. Κοσσονάκος | ||
| 1191 | Φωκίων Νέγρης | Ο | Γεώρ. Μαυρομιχάλης | ||
| 1192 | Ἰωάννης Γεωργαντᾶς | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | |||
| 1193 | Νικόλαος Μπουφίδης | Ο | Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ο | |
| 1194 | Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Νικήτ. Βαρβιτσιώτης | Ο | ||
| 1195 | Δημ. Καλλιφρονᾶς | Λ. Καπετανάκος | Ο | ||
| 1196 | Νικ. Λεβίδης | Ξανθὸς Πικουλάκης | Ο | ||
| 1197 | Σπυρ. Κουκούλεζας | Ο | Γεώρ. Πετροπουλάκης | ||
| 1198 | Ὄθων Μακρυγιάννης | Ο | Κ. Παπαμιχαλόπουλος | ||
| 1199 | Τρ. Μουτσόπουλος | Ι. Καρτάλης | |||
| 1200 | Θάνος Κανακάρης | Ο | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ο | |
| 1201 | Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Εὐάγγ. Σταμούλης | Ο | ||
| 1202 | Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ν | Ν. Κοκωσλῆς | ||
| 1203 | Α. Φωτήλας | Ο | Ι. Παπαδόπουλος | Ο | |
| 1204 | Ἀνδρ. Αὐγερινὸς | Ο | Κ. Μαρκίδης | Ο | |
| 1205 | Ἀντ. Ῥικάκης | Ν | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ο | |
| 1206 | Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Δ. Κουτσουμπλῆς | Ο | ||
| 1207 | Ἰω. Κρεστενίτης | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ο | ||
| 1208 | Ν. Κουμανιώτης | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ο | ||
| 1209 | Χρ. Στεφανόπουλος | Ο | Ἀχιλ. Λογιωτάτου | Ο | |
| 1210 | Ἀλέξ. Ζαΐμης | Σωτ. Σωτηρόπουλος | Ν | ||
| 1211 | Ἀρ. Κοντογούρης | Κ. Κουμουνδοῦρος | |||
| 1212 | Ν. Καλογερόπουλος | Ο | Π. Πεῤῥωτὴς | ||
| 1213 | Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Δ. Τζάνες | Ο | ||
| 1214 | Ν. Παπανικολάου | Ο | Περ. Μποῦτος | Ο | |
| 1215 | Ν. Καφετζόγλους | Ο | Παν. Σάκκης | ||
| 1216 | Ἰω. Πεζᾶς | Ν. Παπαλέξης | Ο | ||
| 1217 | Κων. Σινέλης | Ο | Νικ. Μισυρλῆς | ||
| 1218 | Βασ. Βουδούρης | Ο | Ν. Καράπαυλος | Ο | |
| 1219 | Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Ο | Ἀσημ. Χριστόπουλος | ||
| 1220 | Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο | Εὐστάθ. Κοκκέβης | Ο | |
| 1221 | Ἀναστ. Ἐ. Λούντζης | Δ. Κάρτσωνας | |||
| 1222 | Διον. Λομβάρδος | Ο | Δ. Π. Γουδῆς | Ο | |
| 1223 | Γεώρ. Θεοτόκης | Ο | Σ. Χατζηγάκης | ||
| 1224 | Κωνστ. Βασιλάκης | Κ. Ζωγλοπίτης | Ο | ||
| 1225 | Ἀντ. Καποδίστριας | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ο | ||
| 1226 | Νικόλ. Βασιλάκης | Γ. Φραγκίδης | Ο | ||
| 1227 | Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | Α. Τακιατζῆς | Ο | ||
| 1228 | Πολυχρ. Β. Κωσταντᾶς | Γ. Τάκης | |||
| 1229 | Σπυρ. Ἀλαμάνος | Ν. Ταρμπάζης | |||
| 1230 | Θεόφ. Προβατᾶς | Ζ. Φαλιάγκας | |||
| 1231 | Γουλιέλμος Σκάρπας | Σταμ. Μπουντούρης | Ο | ||
| 1232 | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Θεόδ. Γκίκας | Ο | ||
| 1233 | Ἀγαμ. Μεταξᾶς | Ο | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | ||
| 1234 | Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Ο | Κ. Χαλκιόπουλος | Ο | |
| 1235 | Ν. Βαλσαμάκης | Ν | Ὀδ. Πετρόπουλος | Ο | |
| 1236 | Γερ. Μουσούρης | Ο | Ν. Κοντογιάννης | ||
| 1237 | Παναγ. Βενιεράτος | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο | ||
| 1238 | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Γεώργ. Λιδωρίκης | |||
| 1239 | Γεώργιος Κόρπας | Κ. Χατζῖσκος | |||
| 1240 | Στέφ. Σκουλούδης | Ο | Δ. Ζουλούμης | Ο | |
| 1241 | Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ο | Κ. Ἀναγνωστόπουλος | ||
| 1242 | Χαρίλ. Προβελέγγιος | Θεμιστοκλῆς Κανάρης |
1890.02.08
1.312 στίχοι · 9.351 λέξεις · 1 πίνακας · 62 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 57
τῆς 8 Φεβρουαρίου 1890.
(Πέμπτη)
Ὥρᾳ 4½ μ. μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Μπούτου).
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τοῖς πρακτικοῖς, εἰς τὴν παράγραφον, ἔνθα ὑπάρχει περίληψις τῆς ἀγορεύσεώς μου, ἐν τέλει περιέχεται ὡς λεχθὲν παρ’ ἐμοῦ, ὅτι «ἀδικοῦσι δὲ μεγάλως τὸν στρατὸν οἱ θέλοντες νὰ τὸν ἀναμίξωσιν ἐν τῷ πολιτικῷ ἀνταγωνισμῷ, ἀποδίδοντες αὐτῷ ἀντιπειθαρχικὰς ἐκδηλώσεις». Τοιαύτας ἰδέας ἐγὼ δὲν ἐξέφερα. Δὲν πιστεύω, ὅτι ὑπάρχει τις, θέλων νὰ ἀναμίξῃ τὸν στρατὸν εἰς τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμόν. Ἑπομένως παρακαλῶ νὰ διαγραφῇ ἡ παράγραφος.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι διορθωθῆ τὰ πρακτικὰ συμφώνως μὲ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ. (Τὰ πρακτικὰ διορθωθέντα ἐπικυροῦνται).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Δήμαρχος Παμίσου ἐξ ὀνόματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου εὔχεται τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως δημοσυντηρήτου Γυμνασίου ἐν Μεσσήνῃ.
§4ΜΠΑΣΙΑΣ. Εἰς τὰς γαλλικὰς ἐφημερίδας καὶ εἰς τὰ τηλεγραφήματα τῶν τηλεγραφικῶν πρακτορείων ἀναγινώσκομεν, ὅτι ἡ ἑταιρία τοῦ Ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου ἐκηρύχθη εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως, καὶ ὅτι διωρίσθησαν ἐκκαθαρισταί. Ἐπειδὴ ἐν τῇ ἑταιρίᾳ ταύτῃ ἐνέχονται καὶ πολλὰ ἑλληνικὰ κεφάλαια, παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ταῦτα ἦναι ἀληθῆ, καὶ ἂν πράγματι ἐκηρύχθη ἡ ἑταιρία ἔκπτωτος, διότι φοβοῦμαι, ὅτι καὶ ἐν τῇ ἑταιρίᾳ ταύτῃ συμβαίνει ὅ,τι καὶ ἐν τῇ ἑταιρίᾳ τῆς Κωπαΐδος.
§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ ἐν ταῖς ἐφημερίσι περὶ διορισμοῦ ἐκκαθαριστοῦ τῆς ἑταιρίας εἶναι ἀληθῆ, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐμπνέεται πρὸς τὴν ἑταιρίαν ἐξ αἰσθημάτων, οἷα ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐνδεικνύει· τοὐναντίον ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι καθῆκον ἔχει ἵνα συντελέσῃ, ὅπως ἀνορθωθῶσι τὰ τῆς ἑταιρίας, ἢ τουλάχιστον ὅπως ὑποκατασταθῇ εἰς τὴν ἑταιρίαν ἑτέρα, ἥτις νὰ δυνηθῇ νὰ διεξαγάγῃ τὸ ἔργον, καὶ πρὸς τοῦτο σκοπὸν ἔχει ἵνα εἰσηγήσηται πρὸς τὴν Βουλὴν πᾶν τὸ συντελεστικόν. Ἐλπίζομεν δὲ, ἐξ ὧν ἔχομεν πληροφοριῶν, ὅτι θὰ ἐπιτευχθῇ συμφωνία, ἥτις θὰ καταστήσῃ ἐφικτὴν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου κατὰ τὰ ἀρχικῶς συμπεφωνημένα, πλὴν τῶν διοριῶν, ὧν θέλει ζητηθῆ παρὰ τῆς Βουλῆς παράτασις, μὴ κηρυττομένης ἐκπτώτου τῆς ἑταιρίας, ἀλλ’ ἐπιτρεπομένου εἰς αὐτὴν νὰ μεταβιβάσῃ τὰ δικαιώματα αὑτῆς εἰς ἑταιρίαν ἄλλην, ἥτις διὰ νέων κεφαλαίων νὰ συμπληρώσῃ τὸ ἔργον.
§6ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἐνόησα, οὔτε νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος ἡ ἑταιρία, οὔτε νὰ μὴ δοθῇ παράτασις τοῦ χρονικοῦ διαστήματος· μόνον παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὑτοῦ, ὅπως μὴ πάθωσι τὰ ἑλληνικὰ κεφάλαια.
§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀνέβην ἐπὶ τὸ βῆμα διὰ νὰ ζητήσω πληροφορίας τινὰς ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν τοῦ πρώτου χρονικοῦ τμήματος τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Συνόδου ἐψηφίσθη νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐκυρώθη ἤδη καὶ ἐξεδόθη τὴν 30 Δεκεμβρίου 1889 ὡς νόμος τοῦ Κράτους ὑπὸ στοιχ. ΑΨΙΓʹ, περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 503,000, ἂν δὲν μὲ λανθάνῃ ἡ μνήμη, ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐκ τῶν 503,000 τούτων δραχμῶν 404,794:42 ζητοῦνται διὰ τὴν ἀνέγερσιν καταστήματος τῶν στρατιωτικῶν δικαστηρίων καὶ διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ 36,913 διὰ τόκους μεσολαβήσαντας τοῦ καταβληθέντος κεφαλαίου. Περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης εἶχον ζητήσει κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον πληροφορίας, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μοὶ ἔδωκε τὰς πληροφορίας ταύτας, τὰς ὁποίας εὑρίσκετε ἐν τῷ παραρτήματι τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς τῆς Γʹ Συνόδου τῆς ΙΑʹ Περιόδου, σελ. 67. Κατὰ τὰς πληροφορίας ταύτας, ἡ διὰ τὴν οἰκοδομὴν τοῦ Στρατοδικείου ἀναγκαία δαπάνη προϋπελογίσθη εἰς δραχ. 316,903:02, ἡ δὲ διὰ τὴν οἰκοδομὴν τοῦ παραρτήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἰς δραχ. 115,824:60. Γενομένης ὅμως μειοδοτικῆς δημοπρασίας, ἐπροτάθη μείωσις τῆς δαπάνης, τοῦ Στρατοδικείου μὲν κατὰ 24%, τοῦ δὲ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου κατὰ 25 τοῖς 100. Οὕτως ἐνεκρίθησαν τῶν δημοπρασιῶν τούτων τὰ πρακτικά, καὶ ὁ μειοδότης ἀνέλαβε τὴν μὲν πρώτην οἰκοδομὴν ἀντὶ δραχ. 240,846, τὴν δὲ δευτέραν ἀντὶ δραχ. 86,868. Ἀλλὰ κατόπιν ἐζητήθησαν πληροφορίαι παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν ἓν φυλλάδιον τοῦ ἁρμοδίου τμήματος, ὅπερ περιλαμβάνει πᾶσαν τὴν ἱστορίαν τῆς ὑποθέσεως τῆς οἰκοδομῆς τοῦ Στρατοδικείου καὶ τῆς τοῦ παραρτήματος τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου. Κατὰ τὸ φυλλάδιον τοῦτο ὁ προϋπολογισμὸς διὰ τὴν οἰκοδομὴν τοῦ Στρατοδικείου δὲν ἀνῆλθεν εἰς 316,903 δραχμὰς, ἀλλ’ εἰς 319,373:98, ὁ δὲ διὰ τὴν οἰκοδομὴν τῶν προσαυξήσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἀνήρχετο εἰς 115,824:60, ἀλλ’ εἰς 125,521:89. Διὰ δὲ τῆς γενομένης δημοπρασίας, δι’ ἧς παρεχωρήθησαν ἀμφότερα τὰ ἔργα ταῦτα, διὰ μὲν τὴν οἰκοδομὴν τοῦ Στρατοδικείου ἡ δαπάνη περιωρίζετο εἰς δραχ. 242,274:03, ἡ δὲ διὰ τὴν προσαύξησιν τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου, δι’ ἧς ἐπροτάθη ἔκπτωσις 25% ὀλιγώτερον τοῦ συνταχθέντος προϋπολογισμοῦ, περιωρίσθη εἰς δραχ. 94,141:42. Οὕτως αἱ ἀρχικῶς δοθεῖσαι εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν πληροφορίαι διέφερον τῶν ἐν τῷ μνημονευθέντι φυλλαδίῳ ἐκτεθειμένων, διότι ἡ δαπάνη διὰ τὴν οἰκοδομὴν τοῦ Στρατοδικείου, μετὰ τὴν ἐλάττωσιν τὴν ἐπενεχθεῖσαν διὰ τῆς δημοπρασίας, περιωρίσθη οὐχὶ εἰς 240, 846 δραχμὰς, ἀλλ’ εἰς 242,724:03, ἡ δὲ διὰ τὴν οἰκοδομὴν τῶν προσαυξήσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν οὐχὶ εἰς 86,868, ἀλλ’ εἰς 94,141:42. Ἀλλ’ ἀφοῦ οἱ ἀριθμοί, οὓς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔδωκε, δὲν ἀπεδείχθησαν ἀληθεῖς διὰ τῶν μεταγενεστέρων πληροφοριῶν, ἃς ἔδωκε, ἐξελέγχονται μὴ ἀκριβεῖς καὶ οἱ δεύτεροι ἀριθμοί. Οὕτως ἀντὶ 240,846, ἡ δαπάνη διὰ τὴν οἰκοδομὴν τοῦ Στρατοδικείου διὰ τῆς δημοπρασίας προσδιωρίσθη εἰς δρ. 242,724:03. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἀριθμὸς οὗτος δὲν εἶναι ἀκριβὴς, διότι, ἀφοῦ ἤρχισεν ἡ οἰκοδομή, τὰ πράγματα μετεβλήθησαν, κατὰ τὸ φυλλάδιον, τὸ ὁποῖον κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ὡσαύτως καὶ διὰ τὰς προσαυξήσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, δι’ ἃς εἶχε προϋπολογισθῆ ποσὸν κατὰ τὴν πρώτην πληροφορίαν δραχ. 115,824:60, καὶ κατὰ τὴν δευτέραν δραχ. 125,521:89, καὶ διὰ τὴν οἰκοδομὴν τῶν ὁποίων ἡ δαπάνη περιωρίσθη διὰ τῆς δημοπρασίας ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πρώτης πληροφορίας εἰς 86,840, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῆς δευτέρας εἰς 94,141:42, καὶ διὰ τὸ ἔργον τοῦτο, λέγομεν, μετεβλήθησαν τὰ πράγματα, διότι προσετέθησαν νέαι ἐργασίαι διὰ συμπληρωτικῶν προϋπολογισμῶν. Αἱ δὲ νέαι αὗται ἐργασίαι ἀνέρχονται εἰς δραχ. 16,944, ἐκ τῶν ὁποίων αἱ μὲν 8,937:97 ἐνεκρίθησαν ἄνευ τῆς ἐκπτώσεως τῆς ὑπὸ τῆς δημοπρασίας προσδιορισθείσης, αἱ δὲ 8,007:34 μετὰ τῆς ἐκπτώσεως. Οὕτως ἀνεβιβάσθη ἡ δαπάνη εἰς δρ. 111,092:18. Ἐπίσης διὰ τὴν οἰκοδομὴν τοῦ Στρατοδικείου, ἐνῷ, ὡς εἶπον, κατὰ τὴν πρώτην πληροφορίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ ὁποία ἐξηλέγχθη διὰ μεταγενεστέρων πληροφοριῶν, ὅτι δὲν ἦτο ἀκριβὴς, ἡ δαπάνη εἶχε προσδιορισθῆ διὰ τῆς δημοπρασίας εἰς δρ. 240,846. κατὰ δὲ τὴν δευτέραν εἰς 242,724:03, κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἀνεβιβάσθη εἰς 268,369:36, διότι ἐνεκρίθησαν ὡσαύτως συμπληρωτικοὶ προϋπολογισμοὶ διὰ τῶν διαταγῶν τοῦ Ὑπουργείου, ἀνερχόμενοι ἐν ὅλῳ εἰς ποσὸν δραχ. 25,647:16 περίπου, ὧν τὰ ἔργα ἀξίας δραχ. 15,997:63 μετὰ τῆς ἐκπτώσεως τῆς προσδιορισθείσης διὰ τῆς δημοπρασίας, τὰ ἔργα δὲ ἀξίας δραχ. 9,649:53 ἄνευ τῆς ἐκπτώσεως. Οὕτω λοιπὸν, ἐνῷ κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς τὸ πρῶτον ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ δαπάνη διὰ τὴν οἰκοδομὴν τοῦ Στρατοδικείου καὶ τὰς προσαυξήσεις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἤθελεν ἀνέλθει εἰς 327,714, τώρα ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 379,461:57, ἤτοι εἰς δραχ. 51,747:57 περισσοτέρας τῶν ἀρχικῶς προσδιορισθεισῶν. Ἐν τούτοις, κατὰ ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη τὸ 1887, ἡ ἐργασία αὕτη ἔμελλε νὰ γίνῃ κατ’ ἄλλον τρόπον. Ἀναγινώσκω τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου, διὰ νὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι ἡ παρατήρησίς μου αὕτη στηρίζεται ἐπὶ τῶν πραγμάτων: Ἄρθρον 1 τοῦ ΑΦΠΓʹ νόμου τῆς 11 Δεκεμβρίου 1887. «Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ ἀναδεχθῇ ὡς δημόσιον κτῆμα τὸ ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν οἰκοπέδων οἰκοδομούμενον ὑπὸ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ νέον κτίριον διὰ κατάστημα Στρατοδικείου, καθὼς καὶ τὴν γενομένην εἰς τὸ κατάστημα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν προσαύξησιν, ἐπὶ τῇ συμφωνηθείσῃ διὰ τὴν τελείαν ἀποπεράτωσιν αὐτοῦ τιμῇ, μὴ ὑπερβαινούσῃ τὸ ποσὸν τῶν 400,000 δραχμῶν.» Ἡ οἰκοδομὴ λοιπὸν ἔμελλε κατὰ τὸν νόμον τοῦτον νὰ γένηται ὑπὸ τοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἔμελλε νὰ ἀποδεχθῇ τὴν οἰκοδομὴν περατωθεῖσαν, καὶ ἀναγράψῃ αὐτὴν μεταξὺ τῶν δημοσίων κτιρίων, ἀναγνωρίσῃ δὲ τὸ Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον ὡς δανειστὴν διὰ τὸ καταβληθὲν ποσόν. Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου διατάσσει ῥητῶς (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν αὐτὸν Ὑπουργὸν νὰ ἀναγνωρίσῃ ὡς δημόσιον χρέος πρὸς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ τὸ τίμημα τῶν ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ κτημάτων, οὐχὶ ἀνώτερον τῶν 400,000, πληρωτέων κατὰ τὸ σύστημα τῆς συνθέτου χρεωλυσίας ἐντὸς 75 ἐτῶν, μετὰ τόκου 6% κατ’ ἔτος εἰς ἑξαμηνιαίας δόσεις.» Ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, κατὰ τὴν ἀπὸ 27 Νοεμβρίου αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, διὰ τῆς ὁποίας εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀνέφερε ῥητῶς εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐπληρόνοντο ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου δι’ ἐνοίκια, διὰ τὸ Στρατοδικεῖον δραχ. 12,000 κατ’ ἔτος, καὶ διὰ τὸ ἰδιωτικὸν οἴκημα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐνοικιασθῆ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ νὰ χρησιμεύῃ ὡς παράρτημα τῶν γραφείων αὐτοῦ, 5,280, ἑπομένως τὸ Δημόσιον ἐπλήρονεν ἐνοίκιον δραχ. 17,280. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εὑρίσκει, ὅτι ἔπραττε πρᾶξιν οἰκονομίας, συντελοῦσαν εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων, ἐὰν ἐπρότεινε τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ μνησθέντος νόμου ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τοῦ κατὰ Δεκέμβριον ψηφισθέντος νόμου ἀναγνωρίζει ὡς χρέος τοῦ Δημοσίου δρ. 404,794:42, πλὴν τῶν τόκων τῶν μεσολαβούντων ἐκ δραχ. 36,913 εἰς χρυσὸν, αἱ ὁποῖαι, πρὸς 124 λεπτὰ τὸ φράγκον, ἀναβιβάζουσι τὰ ποσὰ ταῦτα εἰς δραχ. 547,716:68 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Αἱ 547,716:68 φέρουσι τόκον, πρὸς 5%, δραχ. 27,385:83. Ἀλλὰ, καὶ ἂν ὑπολογισθῶσιν οἱ τόκοι ἐπὶ μόνου τοῦ ποσοῦ, τοῦ εἰς χρυσὸν ἀναγνωριζομένου, ἀνέρχονται εἰς 22,085, ἀντὶ τῶν 17,280, αἱ ὁποῖαι ἐπληρόνοντο πρότερον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Μοὶ ἐγεννήθη ὅμως ἡ ἀπορία, πῶς, ἐνῷ κατὰ τὸν εἰρημένον λογαριασμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν αἱ δαπάναι τῆς οἰκοδομῆς τῶν δύο τούτων κτιρίων ἀνέρχονται εἰς 441,707, πῶς ἀναγνωρίζεται ὡς χρέος δημόσιον καὶ ἐπιτρέπεται νὰ πληρωθῇ δι’ ἔξοδα οἰκοδομῆς εἰς χρυσὸν ποσὸν 404,794 δραχμῶν, καὶ προσέτι τόκοι μεσολαβοῦντες 36,913. Ἡ διαφορὰ ἀνέρχεται εἰς 168,000 δραχμὰς εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἐπεθύμουν ἐπὶ τούτων πάντων, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Οἰκονομικῶν καταθέσῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, πρὸς διασάφησιν τῶν ἀποριῶν, αἵτινες γεννῶνται ἐκ τῆς ἐρεύνης τῶν λογαριασμῶν αὐτῶν. Προσθέτω πλὴν τούτου, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, δὲν συμβιβάζονται πρὸς ἄλλας πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς κατέθηκε, κατὰ τὰς ὁποίας, γεγραμμένας ἰδίᾳ χειρὶ τοῦ κ. Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, τὰ μὲν δαπανηθέντα διὰ τὸ Στρατοδικεῖον ἀνέρχονται εἰς δραχ. 269,247:79, καὶ τῇ προσθήκῃ τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ ἀρχιτέκτονος, ἐκ δραχ. 13,522:65, εἰς δρ. 282,770:44, τὰ δὲ δαπανηθέντα διὰ τὴν οἰκοδομὴν τῶν προσαυξήσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἰς δραχ. 116,429:18, καὶ τῇ προσθήκῃ τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ ἀρχιτέκτονος, ἐκ δραχ. 5,595, εἰς δραχ. 122,024:18. Οἱ ἀριθμοὶ δὲ οὗτοι διαφέρουσιν ἐντελῶς καὶ ἀπὸ τὰς πληροφορίας τὰς πρώτας καὶ ἀπὸ τὰς δευτέρας.
§8ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ πληροφορηθῶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, πότε σκοπεῖ νὰ καταθέσῃ τὴν καταγγελίαν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε κατὰ τοῦ κ. Κανελλοπούλου ὁ πρώην Διευθυντὴς τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων κ. Καζάζης.
§9ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Πιθανὸν καὶ σήμερον. Ἐπρόκειτο νὰ γείνωσιν ἀντίγραφα ἐγγράφων τινῶν, ἅτινα θὰ συναφθῶσιν ἐν τῷ φακέλλῳ.
§10ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ περιμένω ἀπάντησιν εἰς τὰς ἐπερωτήσεις μου.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας εἶχε ζητήσει πληροφορίας τινὰς, σχετικὰς πρὸς τὴν παραχώρησιν χώρου ἐπὶ τοῦ ἀνοικτοῦ ἐδάφους τοῦ φρουρίου Πύλου, ὅστις κατά τινας εἶναι πλατεῖα, κατ’ ἄλλους δὲν εἶναι πλατεῖα. Καὶ ταύτην μὲν τὴν πληροφορίαν, ἐὰν ᾖναι ἢ δὲν ᾖναι πλατεῖα ὁ χῶρος, ἀναμένει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων, πάσας ὅμως τὰς ἄλλας πληροφορίας ἔχω ἐνταῦθα. Ἐκόμισα καὶ καταθέτω ὁλόκληρον τὸν φάκελλον καὶ μετ’ αὐτοῦ σημείωμα, ἐξηγοῦν τὰ τῆς παραχωρήσεως. Ἐκ τοῦ σημειώματος συνάγεται, ὅτι ἡ παραχώρησις ἐγένετο ἐπὶ διορίᾳ ἱκανῇ, ἀλλ’ ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐν πάσῃ στιγμῇ νὰ διαλύσῃ τὴν συμφωνίαν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποζημιώσεως. Ὥστε, ἂν ἤθελε θεωρηθῆ, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ μίσθωσις, δυνάμεθα πάντοτε ν’ ἀποκαταστήσωμεν τὰ πράγματα ὡς εἶχον πρότερον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος εἶχε ζητήσει πληροφορίας τινὰς περὶ τῶν ἐλατῶν, τῶν ἀπεσπασμένων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐπιβητόρων. Ὑπάρχουσι τῷ ὄντι ἀπεσπασμένοι ἐλάται παρὰ τῇ ὑπηρεσίᾳ ταύτῃ, ὅπως καὶ παρὰ τῇ ὑπηρεσίᾳ ἁμαξῶν τινων τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλ’ ἡ ἀπόσπασις δὲν γίνεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, γίνεται ὑπὸ τῶν οἰκείων σωμάτων, διὰ τοῦτο ἀπετάθημεν πρὸς τὰ σώματα, ζητοῦντες νὰ πληροφορήσωσιν ἡμᾶς περὶ τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας ἑκάστου τῶν ἀνδρῶν. Ἡμεῖς γινώσκομεν περὶ αὐτῶν μόνον ὅτι εἶναι πέντε τὸν ἀριθμόν· ἀλλὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὑπηρεσίας ἑκάστου θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀνακοινώσωμεν, ὅταν λάβωμεν τὰς ζητηθείσας πληροφορίας παρὰ τῶν σωμάτων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας παρεπονήθη, ὅτι δὲν ἀπήντησα εἰς ἐπερώτησίν του· ἀλλὰ δὲν εἶχον λάβει γνῶσιν αὐτῆς ἐγγράφως· λαβὼν βραδύτερον ἔγγραφον αὐτῆς ἀνακοίνωσιν, ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τῆς Μοιραρχίας Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ἃς λαβὼν καταθέτω. Ἐξ αὐτῶν καταφαίνεται, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἐνταλμάτων εἶχεν ἀνατεθῆ εἰς μεταβατικὸν ἀπόσπασμα, εἰς ὃ ἐδόθη βραδύτερον ἑτέρα διαταγὴ περὶ ἐνεργείας ἀλλαχοῦ· ἐκ τούτου ἐπῆλθε βραδύτης περὶ τὴν καταδίωξιν τῶν φυγοδίκων, διετάχθη δὲ ἤδη εἰδικὸν ἀπόσπασμα εἰς καταδίωξιν καὶ σύλληψιν αὐτῶν. Καταθέτω καὶ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας περὶ τῶν στρατιωτῶν, τῶν εἰσελθόντων εἰς τὰ θεραπευτήρια Ναυπλίου, Πατρῶν, Ἄρτης καὶ Κερκύρας, ὡς καὶ τῶν νοσηλευθέντων ἐν τῷ Στρατιωτικῷ Νοσοκομείῳ Ἀθηνῶν.
§12ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς εἶχον ὑποβάλει κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 20 Δεκεμβρίου ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Μαζεΐκων, διὰ τῆς ὁποίας παραπονοῦνται, ὅτι ἓν δάσος μεγίστης ἐκτάσεως ἀφέθη εἰς τὴν διάκρισιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι δύνανται νὰ ὠφελῶνται ἐκ τῆς καταστροφῆς αὐτοῦ. Τοιοῦτοι δὲ εἶναι οἱ ποιμένες καὶ οἱ ὑλοτόμοι. Ἡ ἀναφορὰ παρεπέμφθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ οὐδεμία ἐνέργεια ἐγένετο. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ ὑπενθυμίσῃ εἰς τοὺς ἁρμοδίους ὑπαλλήλους τὴν ὑπόθεσιν, καὶ νὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας διαταγάς. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ἔχω νὰ εἴπω, ὅτι παράδοξα πράγματα ἐδημοσιεύθησαν κατὰ τοῦ γυμνασιάρχου Καλαβρύτων, τοῦ κ. Φερτάκου, ὅτι δηλ. αὐτὸς εἰσάγει καινὰ δαιμόνια διὰ τῆς διδασκαλίας του καὶ ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἐπελήφθη ἀνακρίσεων. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἔχωνται ταῦτα ὑποστάσεως.
§13ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Θέλω ἐξετάσει.
§14ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν). Κατὰ τὸν παρελθόντα μῆνα ἡ Κυβέρνησις προσεχώρησεν εἰς τὴν ἐπὶ τετραετίαν παράτασιν τῆς Μικτῆς Δικαιοσύνης ἐν Αἰγύπτῳ. Πέρυσιν ἐδέχθη τὴν ἐπὶ ἓν μόνον ἔτος παράτασιν, καίτοι ἐζητήθη νὰ προσχωρήσῃ εἰς τὴν πενταετίαν ὁλόκληρον, ἀλλ’ ἔχουσα ἐκκρεμεῖς διαπραγματεύσεις, παρέτεινε τότε ἐπὶ ἓν ἔτος, ἐπιφυλαχθεῖσα νὰ παράσχῃ τὰ 4 ἔτη τότε μόνον, ὅτε ἤθελεν ἐπέλθει ἡ ἐκκαθάρισις τῶν ἐκκρεμῶν ζητημάτων· ἐπειδὴ δὲ ταῦτα ἐπερατώθησαν, ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ παράσχῃ καὶ τὴν πρόσθετον ταύτην παράτασιν. Τὸ θέμα τῆς ἐν Αἰγύπτῳ Μικτῆς Δικαιοσύνης προβλέπουσι τρεῖς νόμοι, ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον ἐκδοθέντες κατὰ τὰ ἔτη 1876, 1881 καὶ 1886. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1876 ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἄδεια νὰ περιορίσῃ τὴν δικαστικὴν δικαιοδοσίαν τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων ἐν Αἰγύπτῳ ἐπὶ πενταετίαν, καὶ ἐπὶ τῇ ἀδείᾳ ταύτῃ ἐγένετο ἡ συναίνεσις τῆς Κυβερνήσεως τότε εἰς τὴν δικαστικὴν μεταῤῥύθμισιν, ἣν ἀπεδέχθησαν πᾶσαι αἱ Εὐρωπαϊκαὶ Δυνάμεις καὶ ἡ Ἀμερική. Κατὰ τὸ 1881 ὑπῆρξεν ἀνάγκη παρατάσεως τῆς πενταετίας, ὡσαύτως δὲ καὶ κατὰ τὸ 1886, καὶ ἐξεδόθησαν οἱ νόμοι. Ἀλλὰ κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ χρόνου τῆς πενταετίας εὑρισκόμεθα μὴ ἀνταποκρινόμενοι εἰς τὰ ἐν Αἰγύπτῳ πράγματα· διότι, ὡς ἐμφαίνεται καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει τῇ αἰτιολογικῇ τοῦ τελευταίου νόμου, τοῦ εἰσαχθέντος τῷ 1886, ἡ πενταετία τῆς συνεχείας τοῦ νόμου ἤρχετο ἀπὸ τοῦ Μαρτίου τοῦ 1886, καὶ ἑπομένως θέλομεν ἔχει κατὰ τὸ ἔτος 1891 λῆξιν τῆς πενταετίας, ἐνῷ θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ νῦν τελεσθεῖσα συμφωνία μετὰ τῆς Αἰγύπτου μέχρι τοῦ 1894. Τοῦτο λόγον ἔχει, ὅτι ἐν Αἰγύπτῳ ἤρξατο μὲν ἡ λειτουργία τῶν Μικτῶν Δικαστηρίων κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1876, μετὰ δὲ τὴν λῆξιν τῆς δευτέρας πενταετίας ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἐγίνοντο προσωριναὶ αἰτήσεις παρατάσεως, ἐξακολουθήσασαι μέχρι τοῦ 1889, ὅτε ἐγένετο νέα περὶ πενταετίας συμφωνία· οὕτω διαῤῥευσάντων δύο ἐτῶν ἐκ τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1886 ψηφισθέντων πέντε, ἀναγκάζομαι νὰ ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον τὸ προκείμενον. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 189). Ἀπαντῶν ἤδη εἰς τὸν κ. Καραπάνον, λέγω, ὅτι αὔριον θέλω προσαγάγει τὰς ζητηθείσας πληροφορίας. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς κ. Κωνσταντόπουλος ἔψεξε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τῇ βραδύτητι, ἣν κατέδειξεν ἐν τῇ ὑποθέσει τῶν λιμνῶν τοῦ Μαντινειακοῦ πεδίου καὶ τοῦ τῆς Βερτσοβᾶς. Φέρω σημείωμα ἀρκετὰ λεπτομερὲς περὶ πασῶν τῶν γενομένων ἐργασιῶν μέχρι τοῦδε ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ κ. Κελλενὲκ, μετὰ τοπογραφικοῦ πίνακος, δεικνύοντος εἰς ποίαν στάσιν εὑρίσκονται αἱ ἐργασίαι, αἵτινες, ὡς μοὶ φαίνεται, εἶναι ἀνάλογοι πρὸς τὸν χρόνον, ὅστις παρῆλθεν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.
§16ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἤλπιζον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελε συνεχίσει τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζήτησιν, περὶ ἧς ἡ Ἀντιπολίτευσις ἠσχολήθη ἀποκλειστικῶς μέχρι τοῦδε, ἀλλὰ δυστυχῶς διαψεύδεται ἡ ἐλπὶς ἡμῶν αὕτη. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιμένει ν’ ἀπαντήσῃ μετὰ τὸ πέρας τῆς συζητήσεως. Ἐπειδὴ ὁ Προϋπολογισμὸς ἐφάπτεται ὅλων τῶν κλάδων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας καὶ ὅλων τῶν ἐκδηλώσεων τῆς ἐθνικῆς ἐνεργείας, θέλω διαλάβει ἐν συνόψει καὶ θέλω ἐκθέσει τὰς σκέψεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ δρᾶσις ἡ ἐξωτερικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἀποτελεῖ ἓν τῶν σπουδαιοτάτων ἀντικειμένων τῆς ἐνεργείας αὐτῆς, καὶ τὸ Ἔθνος ὑποβάλλεται δι’ αὐτὴν εἰς θυσίας μεγίστας· διότι πρέπει νὰ θεωρήσωμεν ὡς δαπάνας ἀναγομένας εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν καὶ τὰς γινομένας διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ. Ἐὰν δὲν εἴχομεν ἐξωτερικὴν πολιτικήν, ἐὰν δὲν εἴχομεν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, βεβαίως ἠθέλομεν εἶσθαι ἀπηλλαγμένοι τῶν κολοσσιαίων δαπανῶν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ. Οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ ἰκμὰς τῆς ἐργασίας τοῦ Ἔθνους καταναλίσκεται εἰς συντήρησιν τοῦ στρατοῦ, εἰς ἀνάπτυξιν τῆς ναυτικῆς αὐτοῦ δυνάμεως, καὶ ταῦτα γίνονται διότι ἐπιδιώκομεν σκοπὸν, ὃν περικλείει ὁ τίτλος τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Εἶναι λοιπὸν δίκαιον νὰ ἐπισκοπήσωμεν, ποία εἰς τὰς γενικὰς αὐτῆς γραμμὰς ὑπῆρξεν ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ ἡμῶν, ἐὰν αἱ θυσίαι, τὰς ὁποίας ἀπὸ τοσούτων ἐτῶν κάμνει τὸ Ἔθνος, ὑπηρετοῦσι σκοπόν τινα. Καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, ὅταν τις ἐρευνᾷ τὰ διάφορα σημεῖα τῆς πολιτικῆς ταύτης, δὲν δύναται νὰ συλλάβῃ τὸ σχέδιον, ἐφ’ οὗ βαδίζει ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις. Σκοπὸς τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ἡμῶν εἶναι ἡ ἑνότης τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς εἰς ἓν Κράτος. Τοῦτο εἶναι τὸ ἰδεῶδες, ὁ σκοπὸς, πρὸς ὃν τείνομεν, ὁ ἔνστικτος πόθος τοῦ Ἔθνους. Ἀπὸ ἑβδομήκοντα περίπου ἐτῶν μεγάλα, μέγιστα δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἐπετελέσθησαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου τούτου. Ἐγκαθιδρύθη μετὰ ἔνδοξον ἀγῶνα Κράτος ἀνεξάρτητον Ἑλληνικὸν, μετὰ ταῦτα ἐπετεύχθη ἡ ἕνωσις τῆς Ἑπτανήσου, καὶ κατόπιν ἡ προσάρτησις τῆς Θεσσαλίας καὶ τεμαχίου τῆς Ἠπείρου. Ἀλλ’ ἤδη ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὰ φαινόμενα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει τὸ Κράτος καὶ ἐν τῇ ἐσωτερικῇ καὶ ἐν τῇ ἐξωτερικῇ αὐτοῦ δράσει, γεννῶσιν ἀμφιβολίας, ἂν τὸ μέγα ἔργον τῆς προκηρύξεως τοῦ 1821, τὸ ὁποῖον, καὶ μεθ’ ὅλην τὴν σχετικὴν, τὴν ἀριθμητικὴν μικρότητα τοῦ Ἔθνους, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἓν τῶν μεγίστων γεγονότων τοῦ αἰῶνος τούτου, ἐὰν, λέγω, τὸ ἔργον τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου εὑρίσκεται εἰς ἀνέλιξιν, δυναμένην νὰ ὑποσχεθῇ τὴν πλήρωσιν τοῦ σκοποῦ. Ὁμολογουμένως οἱ ὅροι τῆς ἐπιτεύξεως τοῦ σκοποῦ, πρὸς ὃν βαδίζει τὸ Ἔθνος, εἶναι ἡ ἔῤῥυθμος λειτουργία φιλελευθέρου πολιτεύματος, ἡ καλὴ ἐσωτερικὴ διοίκησις, ἡ καλὴ οἰκονομικὴ διοίκησις, ἡ καλὴ σύνταξις τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ. Ταῦτα ἀποτελοῦσι τὴν πραγματικὴν βάσιν τῆς ἐξωτερικῆς ἡμῶν πολιτικῆς. Διότι, ἐὰν ἔχωμεν Κράτος μὴ λειτουργοῦν κατὰ τὸ πρόγραμμα τοῦτο, ἐὰν ἀντὶ φιλελευθέρου πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπισύρῃ ἐφ’ ἡμῶν τὴν προσοχὴν καὶ τὰς συμπαθείας οὐ μόνον τῶν ὁμογενῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων ἀνατολικῶν λαῶν, ἐὰν ἀντὶ τοιούτου πολιτεύματος ἔχωμεν πολίτευμα νοθευμένον εἰς τὴν βάσιν αὐτοῦ, ἐὰν δὲν παριστάμεθα ἐνώπιον τῶν ὁμοφύλων καὶ τῶν ὁμοδόξων καὶ τῶν πρὸς ἡμᾶς ἀνταγωνιζομένων λαῶν τῆς Ἀνατολῆς ὡς ὁ πρὸς ὃν ὅρος, πρὸς ὃν νὰ τείνωσιν αἱ συμπάθειαι καὶ αἱ πεποιθήσεις αὐτῶν, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξασκήσωμεν σπουδαίαν ἠθικὴν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν λαῶν τούτων. Ἀλλὰ δὲν θέλω διστάσει νὰ εἴπω, ὅτι δὲν διατελοῦμεν ἐν ἐῤῥύθμῳ λειτουργίᾳ τοῦ πολιτεύματος, οὔτε ἡ διοίκησις ἡμῶν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ παρουσιάζηται ἡ Ἑλλὰς ἐνώπιον τῶν φίλων καὶ ἐνώπιον τῶν ἀνταγωνιζομένων λαῶν τῆς Ἀνατολῆς ὡς ὑπόδειγμα Κράτους καλῶς διοικουμένου, ἀσφαλίζοντος τὴν τιμὴν, τὴν ζωὴν καὶ τὴν περιουσίαν τοῦ πολίτου. Δυστυχῶς τὰ ἐν τῷ τύπῳ ἀναγραφόμενα, οὐχὶ τὰ κοινὰ ἐγκλήματα, ἀλλὰ τὰ παραπτώματα τῆς ἐπισήμου διοικήσεως, τὰ ἀναγραφόμενα ἐν ταῖς ἐφημερίσι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐν ταῖς φίλα φρονούσαις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι τοιαῦτα, ὥστε βεβαίως δὲν προκαλοῦσιν ὑπὲρ ἡμῶν τὰς πεποιθήσεις τῶν Ἀνατολικῶν λαῶν. Ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις εἶναι τοιαύτη, ὁποία ἀνεπτύχθη τοσοῦτον ἐμβριθῶς παρὰ τῶν ἀγορευσάντων ταῖς προάλλαις ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ κατάστασις αὕτη βεβαίως δὲν στερεῖ ἡμᾶς τῆς ἐλπίδος βελτιώσεως εἰς τὸ μέλλον. Οὐχ ἧττον εἶναι κρίσιμος. Ἀπεδείχθη, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, συνδυαζόμενα πρὸς τὴν κακὴν διοίκησιν καὶ πρὸς τὴν βραδύτητα, μεθ’ ἧς βαδίζομεν εἰς τὸ στάδιον τοῦ πολιτισμοῦ, γίνονται πρόξενα ζημίας σπουδαιοτάτης εἰς τὸ Ἔθνος, καὶ δύνανται νὰ φέρωσι προσκόμματα οὐσιωδέστατα εἰς τὴν ἐπίτευξιν τοῦ προορισμοῦ του. Κατεδείχθη ὅτι εἰς εἴκοσιν ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος ἀνέρχεται ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ χρυσοῦ ἐκ τῆς Ἑλλάδος, κατεδείχθη ὅτι βιομηχανία ἡμῶν πράγματι διατελεῖ εἰς τὰ σπάργανα, κατεδείχθη ὅτι οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ δὲν εἶναι συμφέροντες, καθ’ ὅσον μάλιστα δὲν ἐπικρατεῖ σύστημα οἰκονομίας εἰς τὰς δαπάνας. Ἔχομεν λοιπὸν καὶ οἰκονομικὴν κατάστασιν ἀμφίβολον. Ἀλλὰ ποία ὑπάρχει ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ, ἡ σύνταξις τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν δυνάμεων; Ὁμολογουμένως τὸ μέρος τοῦτο τῆς πολιτικῆς ἡμῶν συντάξεως εἶναι τὸ μᾶλλον ἀπελπιστικόν. Ὁ τακτικὸς στρατὸς τῆς Ἑλλάδος ἀφετηρίαν τῆς ὑπάρξεως αὐτοῦ ἔχει τὸν πυρῆνα τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, τὸν ὀργανωθέντα ὑπὸ τοῦ ἐνδόξου Γάλλου φιλέλληνος Φαβιέρου. Ἄνευ τοῦ κύρους Κυβερνήσεως σταθερᾶς καὶ μονίμου, ἄνευ ἀποδοχῶν, ἄνευ οὐδενὸς τῶν πλεονεκτημάτων, τὰ ὁποῖα τακτικαὶ Κυβερνήσεις ἀσφαλίζουσιν εἰς τὸν στρατὸν, ὁ πυρὴν ἐκεῖνος διέπραξεν ἡρωϊκῶς τὸ καθῆκον αὐτοῦ, προσέφερεν ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν τοῦ Γάλλου ἀρχηγοῦ του μεγίστας εἰς τὸν ἀγῶνα ὑπηρεσίας, καὶ ἔδωκεν ἀξιωματικοὺς ἐμπειροτάτους, ὅτε κατόπιν ὁ Κυβερνήτης Καποδίστριας καὶ ἡ Βασιλεία ἐπεχείρησαν τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1833 δυστυχῶς ἡ ἱστορία τοῦ στρατοῦ δὲν παρουσιάζει πλέον στάδιον ἀνάλογον πρὸς ἐκεῖνο τῶν πρώτων ἐτῶν. Οἱ πολιτικοὶ ἀνταγωνισμοὶ περιέπλεξαν τὸν στρατὸν εἰς τὰ δίκτυα αὑτῶν. Ὁ στρατὸς ἡμῶν ἀναγράφει ὡς ἔργα αὐτοῦ τὴν 3ην Σεπτεμβρίου, τὴν στάσιν τοῦ Ναυπλίου, τὴν 10ην Ὀκτωβρίου, καὶ ταῦτα πάντα ὑπ’ εὐθύνην τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν καὶ τῶν Κυβερνήσεων, αἵτινες τὸν ἁγνὸν ἡμῶν στρατὸν, τὸν ἀνδρεῖον ἡμῶν στρατὸν ἀνέμιξαν εἰς τὴν πολιτικήν. Ἀλλὰ δὲν ἔλαβεν ἀφορμὴν ὁ στρατὸς οὗτος νὰ ἀναγράψῃ πλέον οὐδεμίαν σελίδα δόξης, ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ ἀγωνιζόμενος. Αἱ συζητήσεις, αἵτινες κατ’ ἔτος γίνονται ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ ἠθικὴ κατάστασις τοῦ στρατοῦ δὲν ἀκμάζει. Καὶ κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην ἀνεπτύχθησαν περιστατικὰ, ἀποδεικνύοντα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις εἰσήγαγε τὸν φθοροποιὸν ἄνεμον τῆς πολιτικῆς ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ, ὀλίγον ἠσχολήθη περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν δίαιταν αὐτοῦ, εἰς τὴν εὐεξίαν αὐτοῦ, εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν αὐτοῦ. Δὲν θέλω βεβαίως νὰ εἴπω, ὅτι οὐδὲν ἐγένετο κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη, ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ γενόμενα ὑπῆρξαν ἀτελῆ ἐν τῷ συνόλῳ. Ἔχομεν σήμερον στρατὸν, τοῦ ὁποίου αἱ στρατολογικαὶ βάσεις, ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπεται ἡ ἔκφρασις αὕτη, εἶναι ἐν γένει ἀτελεῖς. Μόλις πρὸ ὀλίγου εἰσήχθη σύστημά τι συντάξεως ἀξιωματικῶν τῆς ἐφεδρείας. Οὐδεὶς βεβαίως δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι, ὅπως ἔχουσι σήμερον τὰ τοῦ στρατοῦ, ἤγουν τὰ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν ὑπαξιωματικῶν, τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν ἀξιωματικῶν, εἶναι τοιαῦτα, ὁποῖα ἐδικαιοῦτο τὸ Ἔθνος, μετὰ τόσας κολοσσιαίας θυσίας, νὰ προσδοκᾷ. Ἠκούσατε πρὸ δύο ἡμερῶν τὸν ἀξιότιμον καὶ εἰδικώτατον συνάδελφον ἡμῶν κ. Κόρπαν, ἀποδεικνύοντα, καὶ χωρὶς νὰ εἰσέλθῃ εἰς περιττὰς λεπτομερείας καταδεικνύοντα τὸ πλημμελὲς τῶν στρατιωτικῶν θεσμῶν ἡμῶν ἐν τῷ συνόλῳ. Καὶ ὅμως ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων ἐχρεώθη τὸ Ἔθνος, ὅπως ἀποκτήσῃ στρατὸν, ἀμφίβολον δὲ εἶναι, ὅπως ἔχουσι παρ’ ἡμῖν τὰ πράγματα ἐν τῷ στρατῷ ἡμῶν, ἂν ἤθελεν εἶσθαι σήμερον εἰς κατάστασιν ὁ στρατὸς ἡμῶν νὰ κατορθώσῃ ὅ,τι στρατὸς, ἐξ ἐτῶν μόλις ἔχων ὕπαρξιν, ὁ Βουλγαρικὸς, κατώρθωσε πρό τινων ἐτῶν. Καὶ λέγων ταῦτα, δὲν ἐννοῶ βεβαίως, ὅτι δὲν ἤθελεν ἀναπτύξει τὴν αὐτὴν ἀφοσίωσιν, τὴν αὐτὴν ἀνδρείαν ὁ Ἑλληνικὸς στρατός. Τοῦτο τὸ ἀπέδειξε καὶ κατὰ τὰς εἰς τὰ σύνορα συμπλοκὰς ἀρκούντως. Ἀλλὰ διστάζω νὰ πιστεύσω, ὅτι ἐκπαιδευόμενος ὅπως ἐκπαιδεύεται, ὅτι συντεταγμένος ὅπως ἔχει, ὅτι διοικούμενος ὅπως διοικεῖται, δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν προορισμὸν, τὸν ὁποῖον μετὰ τόσας θυσίας ἠδύνατο παρ’ αὐτοῦ νὰ προσδοκᾷ τὸ Ἔθνος. Κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχει ἓν μικρὸν Ἔθνος εἰς τὴν Εὐρώπην, τὸ ὁποῖον ὁμολογῶ, ὅτι ὑπῆρξε δι’ ἐμὲ ἀπὸ εἰκοσιπέντε ἤδη ἐτῶν τὸ ἀντικείμενον ἰδιαιτέρας συμπαθείας καὶ θαυμασμοῦ. Τὸ Ἔθνος τοῦτο εἶναι τὸ τῶν Δανῶν. Ἡ Δανία εἶναι Κράτος ἀριθμητικῶς μικρότερον τῆς Ἑλλάδος σήμερον, διότι τὸ Βασίλειον τῆς Δανίας δὲν ἀριθμεῖ δύο ἑκατομμύρια κατοίκων, ἀλλὰ μόλις ἓν ἑκατομμύριον καὶ ἑπτακοσίας χιλιάδας ψυχὰς, ὀλιγοπληθέστερον τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, μὴ συμπεριλαμβανομένων τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ συμπολιτῶν ἡμῶν. Εἶναι λοιπὸν σημαντικῶς πολυπληθέστερον τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον τοῦ Δανικοῦ, καὶ ὅμως τὸ μικρὸν τοῦτο Βασίλειον τῆς Δανίας, τὸ σχεδὸν κατὰ ἓν τρίτον μικρότερον τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος, εἶναι πολλαπλασίως ἰσχυρότερον τῆς Ἑλλάδος διὰ τοῦ πολιτισμοῦ αὐτοῦ, διὰ τῆς ἐῤῥύθμου λειτουργίας τῶν θεσμῶν αὐτοῦ, διὰ τῆς ἐργασίας αὐτοῦ. Ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἦτο συντεταγμένη ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, καὶ μάλιστα ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν, ὅπως ἡ Δανία, ἡ Ἑλλὰς ἤθελεν εἶσθαι μέγας παράγων οὐ μόνον ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ Εὐρώπῃ.
§17ΛΕΒΙΔΗΣ. Καλπονοθεύονται οἱ θεσμοὶ καὶ ἐκεῖ πρὸ πολλῶν ἐτῶν· τὸ ἀπέδειξαν αἱ τελευταῖαι ἐκλογαί.
§18ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ὅ,τι δήποτ’ ἐὰν συμβαίνῃ ἐν τῇ γενικῇ πολιτικῇ τοῦ Δανικοῦ Βασιλείου, περὶ ἑνὸς πράγματος δύνασθε νὰ ἦσθε βέβαιος, κύριε συνάδελφε, ὅτι αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι, ἡ οἰκονομικὴ λειτουργία, ἡ στρατιωτικὴ σύνταξις, ἡ ναυτικὴ σύνταξις λειτουργοῦσιν αὐτόθι ἄριστα, λειτουργοῦσιν ὅπως πρέπει νὰ λειτουργῶσιν εἰς Ἔθνος ἀληθῶς πεπολιτισμένον. Ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἦτο Δανία κατὰ τὸν πολιτισμὸν εἰς τὰ ἔργα αὐτῆς, ἡ Ἑλλὰς, τὸ ἐπαναλαμβάνω, θὰ ἦτο μέγιστος παράγων οὐ μόνον ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ Εὐρώπῃ. Δυνάμεις εὐρωπαϊκαὶ μεγάλαι ἤθελον ἐπιζητήσει τότε τὴν Ἑλληνικὴν συμμαχίαν. Ἄνευ συμμαχίας δὲ οὐδεμίαν δρᾶσιν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ Ἑλλὰς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ἀλλ’ ἀντὶ ἡ Ἑλλὰς νὰ ᾖναι Δανία, ἀντὶ νὰ ᾖναι Κράτος πεπολιτισμένον, ἀντὶ νὰ πολλαπλασιάζῃ τὰς δυνάμεις αὐτῆς διὰ τῆς ἐπιστήμης, διὰ τῆς ἀῤῥενωπῆς ἀγωγῆς τῶν τέκνων αὐτῆς, διὰ τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας, διὰ τῆς ἀρίστης συντάξεως τῶν σχετικῶς ὀλίγων στρατιωτικῶν δυνάμεων, διὰ τῆς ἀρίστης συντάξεως τοῦ ναυτικοῦ αὐτῆς, εἶναι Κρατίδιον ἀνατολικὸν, εἰς τὸ ὁποῖον τὰ πάντα διατελοῦσιν ἐν σχετικῇ παραλυσίᾳ, καὶ οὐδὲν ἕτερον στοιχεῖον ἴσως εἶναι μᾶλλον παραλελυμένον, ὅσον τὸ στοιχεῖον τὸ στρατιωτικόν. Τὰ ὀλίγα ταῦτα εἶπον, ὅπως φέρω τὴν ἑξῆς ὀδυνηρὰν σκέψιν, ὅτι ἡ ἐξωτερικὴ ἡμῶν πολιτικὴ στερεῖται βάσεως. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, ὅταν τὸ πολίτευμα ἡμῶν δὲν λειτουργῇ καλῶς, ὅταν ἡ διοίκησις ἡμῶν ᾖναι κακὴ, ὅταν ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις ᾖναι πλέον ἢ ἀμφίβολος, ὅταν ὁ στρατὸς ἡμῶν ᾖναι ἀσύντακτος, ὅταν τὸ ναυτικὸν ἡμῶν ᾖναι ἀκατάρτιστον. Τοιούτου Κράτους τὴν συμμαχίαν οὐδεὶς ἐπιδιώκει. Καὶ διὰ τοῦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζει ἰδίως τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ἡ τελεία αὐτῆς ἀπομόνωσις. Καὶ ἄλλοτε περὶ τῆς ἀπομονώσεως ταύτης ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ. Δὲν εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, οἵτινες ἔχομεν τὴν ἐντολὴν οὔτε τὰ μέσα νὰ δώσωμεν λεπτομερείας περὶ τῆς ἀπομονώσεως ταύτης. Ἀλλ’ αὕτη εἶναι πραγματικὴ, ταύτην ὡνωμολόγησε καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐν τῇ περὶ τῶν Κρητικῶν συζητήσει. Ἐπιστεύσαμεν, ὄχι πάντες ἐλπίζω, ἀλλὰ πολλοὶ, ὡσεὶ δὲν εἴχομεν πραγματικὴν ἰκμάδα ἐν τῇ ψυχῇ ἡμῶν, ὅτι τὴν πολιτικὴν ἡμῶν ἀδυναμίαν, τὴν στρατιωτικὴν ἡμῶν ἀσυνταξίαν, τὴν ναυτικὴν ἡμῶν ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον ἀνυπαρξίαν, ὅτι ταῦτα πάντα ἤθελον τὰ ἀντισταθμίσει οἱ Βασιλικοὶ γάμοι, αἱ σχέσεις τῆς Βασιλείας. Καὶ βεβαίως δὲν ὑποτιμῶ τὰ γεγονότα ταῦτα. Ἐὰν ὡς Κράτος ἤμεθα συντεταγμένοι ὅπως ἠδυνάμεθα νὰ ἤμεθα συντεταγμένοι μετὰ ἑξήκοντα καὶ ἐπέκεινα ἐτῶν ἐργασίαν, — διότι χρονολογῶ τὴν ἐργασίαν ταύτην, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Κυβερνήτου, ὅτε καὶ σπουδαιότατοι θεσμοὶ, βραδύτερον παραλύσαντες, ἐθεμελιώθησαν ἐν Ἑλλάδι, — ἐὰν τὸ Κράτος ἐν τῷ διαστήματι τῶν ἑξήκοντα τούτων ἐτῶν εἶχε φθάσει εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο τῆς ἀναπτύξεως καὶ τοῦ πολιτισμοῦ, εἰς ὃ ἠδύνατο νὰ φθάσῃ, βεβαίως τότε αἱ βασιλικαὶ σχέσεις, ἡ ὑψηλὴ θέσις τῆς δυναστείας ἡμῶν ἐν τῇ Εὐρώπῃ ἤθελε χρησιμεύσει. Ἀλλὰ σήμερον, ὅπως ἔχομεν, εἰς οὐδὲν χρησιμεύει, καὶ πραγματικῶς ἀπεδείχθημεν λαὸς παιδαριώδης, λαὸς, περὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ ὁποίου δύναταί τις πραγματικῶς νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅταν μετὰ τοσαύτης παιδαριωδίας, καὶ ἐν τῷ τύπῳ καὶ δι’ ὅλων τῶν μέσων, ἐξεφράσαμεν, στηριζόμενοι ἐπὶ εὐτυχῶν συμβάντων τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας, πεποιθήσεις, αἵτινες ταχέως συνετρίβησαν ἐπὶ τῶν βράχων τῆς Κρήτης. Δὲν ἔλειψαν εἰς τὰς περιστάσεις, περὶ ὧν ποιοῦμαι λόγον, καὶ σφάλματα κυβερνητικὰ σπουδαιότατα, ἅτινα βεβαίως ἐζημίωσαν τὴν τόσον ἀκροσφαλῆ ἐξωτερικὴν ἡμῶν θέσιν. Διότι ἐνθυμεῖσθε τὸν Βασιλικὸν λόγον τοῦ 1888, ἐνθυμεῖσθε τὴν πολυθρύλλητον ἐκείνην φράσιν τῆς πολιτικῆς φρονήσεως, ἥτις προεκάλεσε δυσαρέστους ἐκπλήξεις τὴν ἰδίαν ἐκείνην στιγμὴν ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ τοῦ διπλωματικοῦ σώματος, ἐνθυμεῖσθε ἐπίσης, ὅτι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, προκληθεὶς ὑπ’ ἐμοῦ, διέψευσε πᾶσαν ἔννοιαν εἰς τὴν πολυθρύλλητον ἐκείνην φράσιν. Ἡ φράσις αὐτοῦ βεβαίως ὑπετίθετο, ὅτι εἶχεν ἔννοιάν τινα, τοιαύτην ἐντύπωσιν ἔκαμε καὶ εἰς τοὺς ἡμεδαποὺς καὶ εἰς τοὺς ἀλλοδαπούς· καὶ τί μὲν μετὰ τὰς ἐντυπώσεις ταύτας ἐξέφρασαν πρὸς τοὺς ἐνδιαφερομένους ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀγνοῶ, ἀλλ’ ὅ,τι γνωρίζομεν πάντες, εἶναι, ὅτι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἦλθεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀπὸ τοῦ βήματος ἀποκηρύξῃ πᾶσαν ἔννοιαν ἀπὸ τῆς φράσεως αὐτοῦ. Καὶ βεβαίως, ἀφοῦ ἡ φράσις αὐτοῦ οὐδεμίαν εἶχεν ἔννοιαν, ἦτο λάθος, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν, οὕτως εἰπεῖν, δωρεὰν, λάθος, τοῦ ὁποίου καλῶς γνωρίζει, ὅτι αἱ συνέπειαι ἤθελον εἶσθαι πολὺ σοβαρώτεραι, ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις εἰς τὴν περίστασιν ταύτην δὲν ἀνελάμβανε νὰ κολάσῃ τὸ σφάλμα, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις, νὰ ἀποδείξῃ διὰ τῶν λόγων αὐτῆς καὶ διὰ τῆς δράσεως αὐτῆς καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, ὅτι τὸ Ἔθνος δὲν ἐννοεῖ νὰ ἀκολουθήσῃ πολιτικὴν φαντασιοπληξιῶν, εἰς οὐδὲν στηριζομένην. Δὲν παρῆλθε δὲ ἔκτοτε ἐνιαυτὸς, ὅτε τὰ πράγματα τῆς Κρήτης, τὰ ὁποῖα ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς τοιαύτην σειρὰν σφαλμάτων ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, δὲν παρῆλθε, λέγω, ἐνιαυτὸς καὶ τὰ γεγονότα ἐκεῖνα ἀπέδειξαν, πόσον ἀνυπόστατος καὶ πόσον ἀπερίσκεπτος ὑπῆρξεν ἡ ἐκδήλωσις ἐκείνη τοῦ Βασιλικοῦ λόγου τοῦ 1888. Ἔχομεν λοιπὸν Κράτος ἀσύντακτον, ἔχομεν στρατὸν εἰς κακὴν διατελοῦντα κατάστασιν, ἔχομεν ναυτικὸν, τὸ ὁποῖον νομίζω εἰσέτι δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι σπουδαίως ὑφίσταται. Καὶ δὲν ἀρκοῦσιν οἱ κάκιστοι οὗτοι ὅροι, οἱ ὅροι, δι’ ὧν ἀδύνατον ἀποβαίνει εἰς τὸ Κράτος, νὰ διαδραματίσῃ πρόσωπον σπουδαῖον ἐν τοῖς Ἀνατολικοῖς πράγμασι, δὲν ἀρκοῦσιν αἱ ἐλλείψεις αὗται, αἵτινες εἶναι βεβαίως ὅλαι ὑπ’ εὐθύνην τοῦ Ὑπουργείου. Ἀλλὰ προστίθενται εἰς τὰς ἐλλείψεις ταύτας καὶ ἄλλα σφάλματα, εἰδικῶς διπλωματικὰ, εἰδικῶς ἀναγόμενα εἰς τὰς ἐξωτερικὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τοιαῦτα πρωτίστως εἶναι τὰ σφάλματα τὰ γενόμενα εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς Κρήτης. Καὶ ποῖα εἶναι τὰ σφάλματα, τὰ ὁποῖα δὲν διέπραξεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν περίστασιν ἐκείνην; Μήπως δὲν κατεδείχθη λεπτομερέστατα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρὰ τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι τὸ ἐν Κρήτῃ κίνημα ὑπῆρξεν ἔργον τῆς Κυβερνήσεως; ὄχι βεβαίως διότι ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ κινήσῃ εἰς στάσιν τοὺς Κρῆτας καὶ νὰ προκαλέσῃ ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο οὐδόλως παρεσκευασμένη, ἀλλὰ διότι ἡ ἀδεξία κομματικὴ αὐτῆς πολιτικὴ ἐν τῇ Κρήτῃ προὐκάλεσε τὴν κατάστασιν ταύτην, διότι αἱ ἀδέξιαι χεῖρες τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠδυνήθησαν νὰ διευθύνωσι τὸ κίνημα ἐκεῖνο, τὸ καθαρῶς ἀφορῶν εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τῆς Κρήτης, εἰς τὰ ὁποῖα, ὡς μὴ ὤφειλεν, ἠθέλησε νὰ ἐπέμβῃ. Ἡ ἀσθενὴς, λέγω, χεὶρ τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠδυνήθη νὰ προλάβῃ τὰς συνεπείας τῶν ἀπερισκέπτων αὐτῆς ἐνεργειῶν, καὶ εὑρέθημεν διὰ μιᾶς ἀπέναντι κινήματος σοβαροῦ, τὸ ὁποῖον κατ’ ἀνάγκην ἔμελλε νὰ ἀπολήξῃ εἰς τὴν μεγίστην ἀποτυχίαν, εἰς τὸ μέγιστον ῥάπισμα, τὸ ὁποῖον ἐδέχθη ἡ ἐθνικότης ἡμῶν ἀπὸ τοῦ 1821. Περὶ τῶν ἐν Κρήτῃ σφαλερῶν ἐνεργειῶν τοῦ Ὑπουργείου, αἵτινες προὐκάλεσαν τὴν ἐν Κρήτῃ στάσιν, σᾶς εἶπεν ἀρκετὰ τότε ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς κ. Καραπάνος, καὶ ἤθελε σᾶς εἴπει πολὺ πλειότερα, ἐὰν δὲν ἐσιώπα ἐκ πατριωτισμοῦ, ἐὰν δὲν ἐνόμιζεν, ὅτι ὑπῆρχον πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ ἐκτεθῶσιν ἐνταῦθα. Ἀφοῦ δὲ τὸ κακὸν ἐγένετο, ποία ὑπῆρξεν ἡ πολιτεία τῆς Κυβερνήσεως; Δὲν θέλω βεβαίως ἐπαναλάβει τὰ ἐκτεθέντα ἐνταῦθα, ἀρκεῖ νὰ ὑπενθυμίσω τὴν διακοίνωσιν, τὴν διακοίνωσιν ἐκείνην, ἥτις ἤνοιξεν, οὕτως εἰπεῖν, τὰς θύρας τῆς Κρήτης δι’ Ἑλληνικῆς χειρὸς, τὴν διακοίνωσιν ἐκείνην, ἥτις προὐκάλεσε τὴν ἐπίσημον ἐπέμβασιν καὶ ἀποδοκιμασίαν τῆς Εὐρώπης, τὴν διακοίνωσιν ἐκείνην, ἥτις ἐγένετο ἡ ἀφετηρία τῆς καταστροφῆς. Ὅτε δὲ συνεπείᾳ τῶν σφαλμάτων τούτων εἰσέδραμον εἰς Κρήτην 40,000 Τοῦρκοι ὑπὸ τὸν Σακὴρ πασσᾶν, μὴ τολμῶντες νὰ προβῶσι καὶ καταλάβωσι τὰς ἐπικαίρους θέσεις τῆς νήσου, εὑρέθησαν τότε οἱ ἐν Κρήτῃ Ἕλληνες ἀντιπρόσωποι, οἵτινες διηκόλυναν τὰς στρατιωτικὰς κινήσεις τοῦ Τούρκου στρατάρχου. Τὸ τελευταῖον, ἀλλ’ ὄχι τὸ ὀλιγώτερον σοβαρὸν τῶν σφαλμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις διέπραξεν ἐπὶ τοῦ οἰκτροῦ τούτου Κρητικοῦ ζητήματος, ὑπῆρξεν ἡ δήλωσις, ἣν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔκαμεν ἐνταῦθα κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τότε, ἀφοῦ ἀνωμολόγησεν, ὅτι ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ἐπεδίωξε διὰ πάσης θυσίας τὴν συμμαχίαν τῆς Τουρκίας, «διὰ πάσης θυσίας», — εἶναι ἡ ἔκφρασις αὐτοῦ — ἀφοῦ ἀνωμολόγησεν, ὅτι κατὰ τὴν μακρὰν ταύτην σειρὰν τῶν ἐτῶν ἐγενόμεθα τὰ θύματα τῆς εὐπιστίας ἡμῶν, ἐκήρυξε πόλεμον ἀκήρυκτον, οὕτως εἰπεῖν, πρὸς τὴν Τουρκίαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Καὶ κάλλιστα γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς γνωρίζομεν, ὁποίας ὀδυνηρὰς συνεπείας ἔσχεν ἡ διακήρυξις ἐκείνη. Σπουδαῖα συμφέροντα κοινωτικὰ καὶ ἰδιωτικὰ καὶ τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων καὶ τῶν ὑπηκόων τῆς Πύλης ὁμογενῶν ἡμῶν ἔκτοτε προσεβλήθησαν, ἐδεινώθησαν ἐκ τοῦ ἀκηρύκτου ἐκείνου πολέμου, τὸν ὁποῖον ἐδήλωσε, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ οὐδεμία πρὸς τοῦτο ἀνάγκη, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς νὰ ἦτο μοῖρα τῷ ὄντι ὀλεθρία, νὰ μὴ μείνῃ οὐδὲν λᾶθος, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ διαπράξῃ εἰς τὴν οἰκτρὰν ταύτην ὑπόθεσιν τῆς Κρήτης, ἥτις, ὡς εἶπον, ἀποτελεῖ τὸ δεινότερον ῥάπισμα, τὸ ὁποῖον ἔπαθεν ἡ Ἑλληνικὴ ἐθνικότης ἀπὸ 70 ἐτῶν. Ἡ δείνωσις τῶν ἐν τῇ Τουρκίᾳ πραγμάτων ἡμῶν εἶναι τόσῳ μᾶλλον ὀδυνηρὰ, ὅσῳ βεβαίως πρέπει νὰ ἐδεινώθησαν πάρα πολὺ τὰ πράγματα, διὰ νὰ γίνῃ καταφανὴς ἡ δυσμένεια τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως. Διότι καὶ πρὸ τῶν Κρητικῶν καὶ καθ’ ἣν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁμολογίαν αὐτοῦ, ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπεζήτει διὰ παντὸς μέσου τὴν συμμαχίαν τῆς Τουρκίας, ἐλεεινοτάτη ὑπῆρχεν ἡ κατάστασις τῶν ἡμετέρων ὑπηκόων καὶ τῶν ὑπηκόων τῆς Πύλης Ἑλλήνων. Οὐδεμία ἐθνικότης ἐκεῖ εὑρίσκεται εἰς ἣν θέσιν εὑρίσκεται ἡ ἡμετέρα ἀπέναντι τῆς Πύλης, ἐναντίον οὐδεμιᾶς ἐθνικότητος ἐνεργεῖ μετὰ τοσαύτης δυσμενείας ἡ Πύλη, ὅπως ἀπέναντι τῶν Ἑλλήνων, τῶν τε ὑπηκόων αὐτῆς καὶ τῶν ἡμετέρων ὑπηκόων, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ ἀποκλεισμοῦ καὶ ἐντεῦθεν. Εἶναι τῷ ὄντι ἀνιαρὰ ἡ κατάστασις αὕτη. Καὶ ὅμως δὲν πρέπει νὰ παραλείψωμεν νὰ ὑψώσωμεν φωνὴν συμπαθείας ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ ὑπὲρ λίαν συμπαθοῦς τμήματος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὸ ὁποῖον εὗρε τύραννον δεινότερον τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸ τμῆμα τοῦτο τὸ συμπαθέστατον εἶναι ἡ ὡραία νῆσος Κύπρος. Καθῆκον ἔχομεν νὰ μνημονεύσωμεν τοῦ ὀνόματος τῆς Κύπρου ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ. Ἠθέλομεν παραλείψει καθῆκον ἱερὸν, ἠθέλομεν ἀποδείξει, ὅτι εἴμεθα ἀνάξιοι νὰ διεκδικῶμεν τὴν ἑνότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ἐὰν παρελείπομεν τὸ καθῆκον τοῦτο, ἐὰν παραλείπομεν τὸ καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶμεν, νὰ ὑψώσωμεν φωνὴν συμπαθείας καὶ ἀδελφότητος ὑπὲρ τῶν ἐν Κύπρῳ συμπολιτῶν ἡμῶν, οἵτινες ὡς εἶπον, εὗρον τύραννον δεινότερον, ἀσυγκρίτως ἁρπακτικώτερον τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως. (Ὡραῖα! εὖγε!). Ἡ Κύπρος ὑπὸ τὴν Τουρκικὴν δυναστείαν ἀνέπνεεν, ἀνέπνεεν ἀτελῶς, ἀλλ’ ἀνέπνεεν. Ἡ Κύπρος ἀσφυκτιᾷ ἤδη ὑπὸ τὴν βάναυσον πίεσιν τῆς Ἀγγλικῆς προστασίας. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ πολιτικὴ εἶναι πολιτικὴ μεγίστου ἐμπορικοῦ οἴκου. Ἐπίστευσαν ὅτι ἠγόρασαν τὴν Κύπρον. Πληρόνουσιν ἐννενήκοντα δύο χιλιάδας λιρῶν κατ’ ἔτος εἰς τὴν Τουρκίαν, τὰς ὁποίας εἰσπράττουσιν ἀπὸ τὴν Κύπρον, εἰσπράττουσι δὲ καὶ ἄλλα τόσα διὰ τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν, τὸ ὁποῖον θὰ εἴπῃ διὰ τὴν λαμπρὰν μισθοδοσίαν τῶν Ἄγγλων ὑπαλλήλων· διότι τοῦτο σημαίνει Ἀγγλικὴ διοίκησις ἐν Κύπρῳ: μισθοδοσία ἀργῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες, ἐὰν ἐνεργήσωσί τι, τοῦτο εἶναι ἡ καταπίεσις, εἶναι ὁ ἐξανδραποδισμὸς, εἶναι ἡ ἀφαίρεσις καὶ τοῦ μαύρου ἄρτου, ὅστις ἀπέμεινεν εἰς τὴν χώραν τῶν ἀτυχῶν ἐκείνων συμπατριωτῶν ἡμῶν. Ἔχομεν πεῖραν εἰς τὴν Ἑπτάνησον περὶ τῆς διοικήσεως ταύτης, γνωρίζομεν, τί διέπραξεν ἐπὶ πεντήκοντα ἔτη. Ἀφῆκε τὸν λαὸν εἰς τὴν ἀμάθειαν, παρεσκεύασε μίαν γενεὰν ἀνθρώπων, οἵτινες δυσκόλως δύνανται νὰ ἀποτινάξωσι τὰ μαθήματα τῆς βιαιότητος καὶ τῆς αὐθαιρεσίας, τὰ ὁποῖα ἐκεῖ ἔδωκεν ἡ Ἀγγλικὴ προστασία. Χάρις εἰς τὴν ἰκμάδα τοῦ Ἑπτανησιακοῦ λαοῦ, χάρις εἰς τοὺς ἐν Ἑλλάδι Ἰονίους, οἵτινες ἔτεινον χεῖρα ἀδελφικὴν πρὸς τοὺς ἐκεῖ ἀγωνιζομένους, χάρις εἰς συνδυασμοὺς περιστάσεων, ἀπὸ τῶν ὁποίων δὲν πρέπει νὰ ἀφήσω ἀμνημόνευτον τὸ ὄνομα τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως Ὄθωνος, ἐπῆλθεν ἡ ἕνωσις τῆς Ἑπτανήσου, καὶ μόνον ἔκτοτε χρονολογεῖται ἐργασία τις ἐκπολιτιστικὴ εἰς τὸς τόπον ἐκεῖνον, μεθ’ ὅλας τὰς ἀτελείας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.
§19ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Εἶσθε εἰς θέσιν νὰ γνωρίζητε τὴν σημερινὴν καὶ τὴν τότε κατάστασιν, διὰ νὰ κάμητε αὐτὴν τὴν σύγκρισιν;
§20ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου μία μόνη παρατήρησις ἀρκεῖ, κύριε συνάδελφε. Ἡ ἐκπαίδευσις τοῦ λαοῦ παρεκωλύετο συστηματικῶς. Τὸν Ἰόνιον λαὸν ἡ Ἀγγλικὴ προστασία ἤθελε νὰ ἔχῃ εἰς κατάστασιν κτηνώδη. Ἀλλὰ σήμερον, μεθ’ ὅλας τὰς ἀτελείας, ἡ δημοσία ἐκπαίδευσις τῶν Ἑπτανησίων ἔκαμε προόδους σπουδαίας. Σήμερον ὁ Ἑπτανήσιος αἰσθάνεται, ὅτι εἶναι λαὸς ἐλεύθερος, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ πολίτου, ὅτι δύναται κατὰ τὸ μέτρον τῆς ἀξίας αὑτοῦ νὰ ζητήσῃ καὶ νὰ ἀνέλθῃ εἰς πᾶν ἀξίωμα. Βεβαίως συνυποφέρει μετὰ πάντων τῶν Ἑλλήνων τὰς ἀτελείας τῆς διοικήσεως, ἀλλὰ ἡ δημοσία ἐκπαίδευσις, αὐτὴ καὶ μόνη, ἀποδεικνύει τὴν σπουδαιοτάτην διαφοράν, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ Κυβερνήσεως ξένης δυναστικῆς καὶ ἐγωϊστικῆς, καὶ Κυβερνήσεως ἀτελοῦς μὲν, ἀλλ’ ἐθνικῆς. Ἠξεύρετε σήμερον, ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Κύπρου; Δὲν ὑπάρχει βεβαίως εἰς τὴν Εὐρώπην λαός, εὑρισκόμενος εἰς κατάστασιν οἰκτροτέραν τοῦ Κυπριακοῦ. Πεινᾷ καὶ δὲν εὑρίσκει νὰ δανεισθῇ, ὅπως πληρώσῃ τοὺς ὑπερόγκους φόρους, διὰ τῶν ὁποίων ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις πληρόνει τὸ ἀντίτιμον τῆς παραχωρήσεως ταύτης εἰς τὴν Πύλην. Πεινᾷ, διότι φορολογεῖται ὅπως τρέφῃ τοὺς κηφῆνας, οὓς ἡ Ἀγγλικὴ προστασία στέλλει εἰς τὴν νῆσον ἐκείνην, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦ νὰ διοικῇ αὐτήν. Ἀναγινώσκετε εἰς ἐφημερίδας λεπτομερείας τῷ ὄντι φρικαλέας περὶ τῆς αὐτόθι διοικήσεως τῶν Ἄγγλων. Εἰς τὸ Λονδῖνον ἀπῆλθεν ἐπιτροπὴ, ὅπως ἐκθέσῃ τὴν κατάστασιν ταύτην, καὶ ἐκεῖ εὗρεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εὑρίσκουσι πάντες οἱ λαοὶ οἱ καταδυναστευόμενοι, ὅταν ἀποτείνωνται πρὸς τὸ ἐν Ἀγγλίᾳ κόμμα τῶν φιλελευθέρων. Εὗρε δηλαδὴ ὑποκρισίαν, ὑποσχομένην πολλὰ καὶ μηδὲν διαπράττουσαν. Καὶ οὐδὲν βεβαίως οἱ δῆθεν φιλελεύθεροι Ἄγγλοι ἔχουσι σκοπὸν νὰ πράξωσιν ὑπὲρ τῶν Κυπρίων. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη, ἧς προΐστατο ὁ Μητροπολίτης Κύπρου, ἐπανῆλθεν ἄπρακτος. Ἀνέγνωτε εἰς τὰς ἐφημερίδας κατ’ αὐτὰς, ὅτι εἰς τοιαύτην ἀπελπισίαν κατήντησαν οἱ ἀτυχεῖς αὐτοὶ, ὥστε φυλακιζόμενοι, διότι δὲν ἔχουσι πλέον νὰ ἀποτίσωσι τοὺς ὑπερόγκους φόρους, αὐτοκτονοῦσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν τὸ οἰκτρὸν θέαμα νήσου χριστιανικῆς, οὕτω καταστρεφομένης καὶ οὕτω καταδυναστευομένης παρὰ ἔθνους χριστιανικοῦ καὶ πολιτισμένου, καὶ ἂς ἐπανέλθωμεν ἐπὶ τὸ προκείμενον. Δὲν ἔχομεν πολιτικὴν, κύριοι συνάδελφοι. Τοῦτο εἶναι τὸ πόρισμα τῶν ὀλίγων, ἀλλὰ λίαν σαφῶν ἐξηγήσεων, τὰς ὁποίας μᾶς ἔδωκε περὶ τῆς ἐξωτερικῆς αὑτοῦ πολιτικῆς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν ἐπὶ τῶν Κρητικῶν συζήτησιν. Εἶχε πολιτικήν τινα μέχρι τῶν Κρητικῶν πραγμάτων. Ἡ πολιτικὴ αὕτη ἦτο ἡ διὰ πάσης θυσίας, ὡς εἶπεν, ἐπιζήτησις τῆς τουρκικῆς συμμαχίας. Ἀλλὰ ταύτης τῆς πολιτικῆς παρῃτήθη, ἀφοῦ αὕτη συνετρίβη ἐπὶ τῶν βράχων τῆς Κρήτης, καὶ ἤδη δὲν ἔχομεν τίποτε. Ἔχομεν ὑπαλλήλους προξενικοὺς, οἱ ὁποῖοι χρησιμεύουσι τοὐλάχιστον εἰς τὸ νὰ διαφωτίζωσιν ἡμᾶς περὶ τῆς σπουδαίας ἐκπτώσεως τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν συμφερόντων ἐν τῇ Τουρκίᾳ. Ἀναγνώσατε τὰς ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἐδημοσίευσε, τῶν διαφόρων ἐν Τουρκίᾳ προξενικῶν ἡμῶν ὑπαλλήλων, καὶ θὰ ἴδητε πόσον σπουδαία ὑπάρχει ἡ ἔκπτωσις τῆς ἰκμάδος τοῦ ἔθνους ἡμῶν ἐφ’ ὅλων τῶν σημείων τῆς Τουρκικῆς Αὐτοκρατορίας. Δὲν θέλω σᾶς δώσει λεπτομερείας ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι τοῦτο ἤθελεν ἰσοδυναμεῖ μὲ ἀνάγνωσιν τῶν ἐκθέσεων ἐκείνων, ὅσαι ἐδημοσιεύθησαν. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἐκ τῶν ἐν λόγῳ ἐκθέσεων καταφανὲς γίνεται, ὅτι ὑπὸ πολιτικὴν, ὑπὸ οἰκονομικὴν, ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, αἱ κοινότητες ἡμῶν ἁπανταχοῦ εὑρίσκονται εἰς ἔκπτωσιν, εὑρίσκονται εἰς μείωσιν τῆς δυνάμεως καὶ ἀναπτύξεως αὐτῶν, μείωσιν προκαλουμένην οὐ μόνον ἐκ τῆς συστηματικῆς καταδυναστείας τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας τὴν συμμαχίαν ἐπιζητοῦμεν ἐπὶ τόσα ἔτη, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ἀνταγωνισμοῦ τῶν ἀντιζήλων ἐθνῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ τοῦ ἀνταγωνισμοῦ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ ἐμπορίου, τῆς εὐρωπαϊκῆς βιομηχανίας, τῆς εὐρωπαϊκῆς ναυτιλίας, πρὸς τὰ ὁποῖα δὲν δυνάμεθα νὰ διαγωνισθῶμεν. Καὶ αὐτὴ ἡ ναυτιλία ἡμῶν, ἥτις ἐπὶ τόσα ἔτη ἤκμαζεν ἐν Ἀνατολῇ, εὑρίσκεται εἰς πλήρη φθίσιν, μὴ δυναμένη ν’ ἀνταγωνισθῇ πρὸς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ναυτιλίαν τῶν Εὐρωπαίων. Καὶ δὲν λέγω, ὅτι ταῦτα εἶναι ὑπ’ εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως. Λέγω, ὅτι τὰ ἐν γένει φαινόμενα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ ἐξωτερικὴ ἡμῶν πολιτικὴ, καὶ καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἐξ Ἑλλάδος δρᾶσιν, καὶ καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἐν τῷ συνόλῳ κατάστασιν τῶν πραγμάτων ἐν Τουρκίᾳ, εἶναι ἀποθαῤῥυντικά. Τὸ συμπέρασμα δὲν ἤθελεν εἶναι βεβαίως νὰ παραιτηθῶμεν πάσης ἐνεργείας καὶ ἐργασίας. Τὸ συμπέρασμα ἀπ’ ἐναντίας εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ ἀνανήψωμεν, νὰ ἐγερθῶμεν ἐκ τοῦ ληθάργου, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρισκόμεθα, νὰ παραιτηθῶμεν τῆς αὐταρεσκείας ἡμῶν, νὰ ἐπιδιώξωμεν δι’ ὅλων τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα παρέχει εἰς ἡμᾶς τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ νόμοι τοῦ Κράτους τὴν παλινόρθωσιν τῶν πραγμάτων ἡμῶν, νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἔῤῥυθμον λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, τὴν βελτίωσιν τῆς διοικήσεως, τῆς δικαιοσύνης, τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως, τὴν σπουδαίαν σύνταξιν τοῦ στρατοῦ, ἀπαλλάσσοντες αὐτὸν τῆς φθοροποιοῦ ἐπιδράσεως τῆς πολιτικῆς, νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν σύνταξιν τοῦ ναυτικοῦ, καὶ ταῦτα πάντα ἐν πνεύματι οἰκονομίας, ὅπως κατορθοῖ ταῦτα τὸ μικρὸν κατὰ τὸν ἀριθμὸν, ἀλλὰ μέγα κατὰ τὸν πολιτισμὸν καὶ τὴν ἀνδρείαν αὐτοῦ, τὴν πολιτικὴν καὶ τὴν στρατιωτικὴν, ἔθνος τῶν Δανῶν. Καὶ σᾶς ἔφερα τὸ παράδειγμα τῶν Δανῶν, διότι δὲν εὑρίσκω ἄλλο ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς ἀριθμητικῆς μικρότητος αὐτοῦ νὰ ἦναι μᾶλλον πρόσφορον ὑπόδειγμα δι’ ἡμᾶς. Ἂν οἱ Δανοὶ κατέστησαν ἑαυτοὺς σεβαστοὺς ἐν τῷ μέσῳ τῶν μεγαλειτέρων ἐθνῶν τῆς Εὐρώπης, ἀδιστάκτως λέγω, ὅτι, ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ προβιβασθῶμεν εἰς τὸ σημεῖον τοῦ πολιτισμοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ὁ λαὸς ἐκεῖνος, ἠθέλομεν ἴδει μεταβαλλομένην ἐντελῶς τὴν θέσιν ἡμῶν καὶ ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ ἐν τοῖς συνδυασμοῖς τῆς εὐρωπαϊκῆς πολιτικῆς, καὶ δὲν ἠθέλομεν πιστεύσει παιδαριωδῶς, ὅτι συνοικέσια, ὅτι ἁψῖδες γελοῖαι, ὅτι παράσημα καὶ τίτλοι, ὅτι πυροτεχνήματα, ὅτι ταῦτα πάντα ἀποδεικνύουσί τι, χρησιμεῦον ὡς παράγων ἐν τῇ πολιτικῇ. Ἠθέλομεν ἔχει τὴν ἀξιοπρέπειαν ἔθνους ἀληθῶς ἀνεξαρτήτου καὶ ἀληθῶς ἐλευθέρου, ἐνῷ σήμερον δὲν εἴμεθα οὔτε ἀληθῶς ἀνεξάρτητοι, οὔτε ἀληθῶς ἐλεύθεροι, Καὶ δὲν εἴμεθα ἄξιοι νὰ ἤμεθα ἀληθῶς ἀνεξάρτητοι καὶ ἀληθῶς ἐλεύθεροι, διότι δὲν ἔχομεν πεποίθησιν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν πολιτικῶν ἡμῶν καθηκόντων. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον; Ἂν δὲν ζητῇ τις τὸν λόγον, θὰ κηρύξω περατωμένην τὴν συζήτησιν. Κηρύττω περατωμένην τὴν γενικὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζήτησιν. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ψήφισιν τῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Διενεμήθη πρὸ ὀλίγου φύλλον, περιέχον τὰς τροποποιήσεις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων, αἵτινες εἶναι ἡ συνέπεια τῶν ψηφισθέντων μέτρων, ὧν εἶχον προαγγελθῆ τὰ πλεῖστα κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐν αὐτῇ τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει αὐτοῦ. Ἑπομένως παρακαλῶ, ὅπως, ἀναγινωσκομένων τῶν ἄρθρων κατὰ τὰ ἐν τοῖς φύλλοις τῆς λεπτομερείας, ἀναγινώσκωνται συνάμα καὶ αἱ τροπολογίαι, αἱ προτεινόμεναι διὰ τῆς δηλώσεως. (Γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ κεφάλαιον Αʹ: «Ἄμεσοι φόροι», τὸ ὅλον δραχμαὶ 20,167,230, τὸ κεφάλαιον Βʹ: «Φόροι καταναλώσεως» δραχμαὶ 28,765,916, τὸ κεφάλαιον Γʹ: «Τέλη καὶ δικαιώματα» δραχμαὶ 15,986,000, τὸ κεφάλαιον Δʹ: «Μονοπώλια», δραχμαὶ 8,993,000, τὸ κεφάλαιον Εʹ: «Πρόσοδοι δημοσίων κτημάτων, καταστημάτων καὶ νομημάτων» δραχμαὶ 3,078,555, τὸ κεφάλαιον Ϛʹ: «Ἐκποίησις δημοσίων κτημάτων ἀκινήτων καὶ κινητῶν δραχ. 3,987,105).
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον ἕβδομον. Ἀπολήψεις ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. — Ἄρθρον 1. Ἀπόληψις προκαταβληθέντων ἐξόδων 1,135,000.
§24ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον πρῶτον τοῦ κεφαλαίου Ζʹ δυνάμει τίνος νόμου ἀναγράφετε εἰσφορὰς τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ἐξ ἑνὸς ἑκατομμυρίου;
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀνεγράψαμεν ταῦτα, στηριζόμενοι εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὅπως συνήθως γίνεται.
§26ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅταν ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τότε δύνασθε νὰ τὰ ἀναγράψητε· καὶ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν ὅμως τούτου δὲν ἐπιτρέπεται τοιαύτη ἀναγραφὴ, διότι δὲν πληρόνετε κατὰ τὸ 1890 οὐδένα τόκον διὰ δάνεια τοῦ σιδηροδρόμου. Ἡ φορολογία δὲ αὕτη τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας εἶναι καὶ παράλογος καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς νομικῆς βάσεως. Γνωρίζομεν, ὅτι μεταβάλλει τὰς γνώμας του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ ἀναγραφὴ τῆς εἰσφορᾶς ταύτης τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας εἶναι ὅλως αὐθαίρετος.
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τῶν σιδηροδρόμων αἱ δαπάναι περιλαμβάνονται ἐν τῷ κονδυλίῳ τοῦ δανείου τῶν 5 ἑκατομμυρίων, διότι ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ δανείου τούτου ἀπεσβέσθη τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων καὶ Καλαμῶν, Μεσολογγίου καὶ Ἀγρινίου καὶ διαφόρων ἄλλων. Ἀναγράφει ὁ Προϋπολογισμὸς ἄλλας δαπάνας λόγῳ τῶν ἐπιχορηγήσεων εἰς τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς καὶ Πελοποννήσου, κατασκευασθέντα ἐν μέρει μὲν ἐξ ἰδιωτικῶν κεφαλαίων, ἀλλ’ ἐν μέρει καὶ ἐκ κεφαλαίων τοῦ Δημοσίου, ἀποφερόντων τόκον.
§28ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λησμονεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸν ἴδιον Προϋπολογισμόν του. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1890 δὲν ἀναγράφει τόκον διὰ τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων– Καλαμῶν.
§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πειραιῶς καὶ Πελοποννήσου.
§30ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αἱ δι’ αὐτὸν ἐπιχορηγήσεις ἀνέρχονται εἰς ἓξ ἑκατομμύρια περίπου, καὶ ἀπαιτοῦσι 300,000 δραχμῶν τόκους. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ καὶ τῶν ἰδίων αὐτοῦ ἰδεῶν καὶ ἀρχῶν δὲν δικαιοῦται νὰ λάβῃ ἓν ἑκατομμύριον ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Ἐπίστευσεν, ὅτι πληρόνει τόκους διὰ τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, λησμονήσας, ὅτι τοιούτους δὲν πληρόνει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1890.
§31ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ποσὸν τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου θὰ τὸ λάβητε ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, καὶ θὰ τὸ λάβητε, διὰ νὰ πληρώσητε τὸν τόκον τοῦ δανείου τῶν 18 ἑκατομμυρίων τῆς ὁδοποιΐας. Ἀλλὰ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων δὲν ἐπιβαρύνετε μὲ ἴσον ποσόν. Τὸ προσθέτετε εἰς τὰ ἔσοδα, δὲν τὸ ἀφαιρεῖτε ὅμως ἐκ τῶν ἐξόδων.
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ποσὸν, τὸ ἀντιστοιχοῦν πρὸς τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας, διεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, περιλαμβανόμενον ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας· ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ποσοῦ τούτου ὑπολείπεται ἓν ἔτι ἑκατομμύριον ἐκ τῶν ἐσόδων τῆς ὁδοποιΐας, διατιθέμενον εἰς τὰ ἔξοδα σιδηροδρόμων καὶ ὁδῶν, διότι, κατὰ τὸν νόμον περὶ ὁδοποιΐας, πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν ἐπιτρέπεται ἡ συνομολόγησις δανείων, ὑπηρετουμένων ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας· εἰς τῶν δανείων τούτων τὴν ὑπηρεσίαν θέλει συντελεῖ τὸ χρῆμα, τὸ ἐκ τῶν ἐσόδων τῆς ὁδοποιΐας μεταφερόμενον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους.
§33ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ ἦσθε συνεπὴς, ἔπρεπε νὰ κάμητε καὶ διὰ τὰ δάνεια αὐτὰ, τὰ ὁποῖα μέλλουν νὰ συνομολογηθῶσιν, ὅ,τι κάμνετε διὰ τὸ συνωμολογημένον δάνειον. Ἐπειδὴ ὑπάρχει ἓν δάνειον συνωμολογημένον, ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν τοὺς τόκους τοῦ δανείου τούτου, καὶ τοὺς ῥίπτετε εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Ὅταν συνομολογήσητε ἄλλο δάνειον, καὶ τὸ δάνειον ἀποφέρῃ τόκους, τότε δύνασθε νὰ κάμητε τὸ ἴδιον, ἀλλὰ τώρα, νὰ λαμβάνητε ἀπὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἓν ἑκατομμύριον, μὴ ἔχοντες συνωμολογημένον δάνειον, εἶναι ὅλως παράχορδον.
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς συζήτησιν, προσήκουσαν εἰς τὸν νόμον, διότι ἡ ἀναγραφὴ τοῦ ποσοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δὲν ἐπάγεται οὐσιαστικήν τινα συνέπειαν· μόνον ἂν ψηφισθῇ ὁ νόμος, θέλει ἔχει ἐφαρμογὴν ἡ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφή. Ἡ ἰδέα δὲ τοῦ νόμου, ὅπως θέλομεν παραστήσει ἐν τῇ συζητήσει περὶ αὐτοῦ, εἶναι, ὅπως ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καταβάλλωνται πάντα τὰ ἔξοδα τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν καὶ τὰ σχετικὰ πρὸς ταύτην, τὸ δὲ περίσσευμα, ὅπερ εἶναι ἀνεπαρκὲς πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν, ὁποίαν ἡ σημερινὴ ἀνάγκη ὑπαγορεύει, παραδίδεται εἰς τὸ Δημόσιον, ἵνα συντελῇ εἰς πληρωμὴν τῶν τόκων τῶν δανείων, τῶν χάριν τῶν σιδηροδρόμων καὶ τῆς ὁδοποιΐας ὑπ’ αὐτοῦ συνομολογουμένων· διότι καὶ μετὰ τὸν περιορισμὸν τῶν ἔργων τῆς ὁδοποιΐας εἰς τὰ πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ὑφισταμένων καὶ πρὸς ἐπέκτασιν αὐτῶν, ὅπως ἀποκτήσωσι τὴν πλήρη αὐτῶν χρησιμότητα, δὲν ἐπαρκεῖ τὸ εἰρημένον περίσσευμα τῶν ἐτησίων εἰσπράξεων τῆς ὁδοποιΐας εἰς τὰς δαπάνας τῶν ἔργων τούτων· τὴν συμπλήρωσιν ἄρα τῶν ἀρξαμένων ἔργων καὶ τὴν ἐπέκτασιν αὐτῶν θέλει πραγματοποιήσει τὸ Δημόσιον διὰ δανείων, ὡς διὰ δανείων ἐκτελεῖ καὶ τὰ τῶν σιδηροδρόμων· εἰς τῶν δανείων δὲ τούτων τὴν ὑπηρεσίαν θέλει διατεθῆ τὸ περίσσευμα. Τὸ περίσσευμα, διατιθέμενον ἀμέσως πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν, εἶναι ἀνεπαρκὲς, ἐνῷ τελεσφόρον ἀποδεικνύεται, διατιθέμενον πρὸς ὑπηρεσίαν δανείων, συνομολογουμένων πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν καὶ σιδηροδρόμων. Ἄν διὰ τοῦ ἐτησίου περισσεύματος 2 ἑκατομμυρίων, διατιθεμένων ἀμέσως εἰς ὁδοποιητικὰ ἔργα, ἐπιδιώξωμεν τὴν συμπλήρωσιν τῶν ὁδῶν τῶν τέως κατασκευασθεισῶν, μόλις μετὰ παρέλευσιν δεκαετίας ἢ εἰκοσαετίας θὰ ἔχωμεν ἔργα ἄρτια· ἀντὶ τούτου, φρονοῦμεν ὅτι εἶναι ὀρθότερον διὰ δανείων νὰ συμπληρώσωμεν τὰς ὑπαρχούσας ὁδοὺς, καὶ νὰ κατασκευάσωμεν ἐνιαχοῦ ἀντὶ ὁδῶν σιδηροδρόμους, τὰ δάνεια δὲ ταῦτα νὰ ὑπηρετῶνται ὑπὸ τοῦ περισσεύματος, εἰσαγομένου πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἀρχῆς γινομένης ἀπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890.
§35ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅταν θὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἴδωμεν, ὅτι αἱ βάσεις αὐτοῦ εἶναι ὅλως διάφοροι ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἀναφέρει ὁ κ. Πρωθυπουργός. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ῥιζικὴ ἀνατροπὴ τοῦ οἰκονομικοῦ ἡμῶν συστήματος. Ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ σήμερον εἶναι ἀναντίῤῥητον, εἶναι, ὅτι τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας παρ’ οὐδενὸς νόμου ὑποχρεοῦται νὰ συνεισφέρῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον 1,000,000 δραχμῶν. Ἐὰν ἀκολούθως ψηφισθῇ νόμος, δίδων τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Δημόσιον νὰ λάβῃ τι παρ’ αὐτοῦ, τότε δύναται νὰ λάβῃ τοῦτο. Ἡ ἀναγραφὴ ὅμως 1,000,000 ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν νὰ καταστήσῃ αὐτὸν εἰκονικῶς ἰσοσκελῆ, δὲν εἶναι μόνον παράνομος, ἀλλὰ καὶ γελοία.
§36ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὸ ζήτημα, κύριοι Βουλευταί, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ δώσητε ψῆφον, εἶναι συναφὲς πρὸς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑποβεβλημένον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀναγεγραμμένον πέμπτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Εἶναι δὲ σοβαρώτατον, διότι πρόκειται περὶ μεταβολῆς ῥιζικῆς τῆς λειτουργίας τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, λίαν εὐγλώττως, ὡς πάντοτε, διαστρέφων τὰ πράγματα, ἠθέλησε νὰ σᾶς ἀποδείξῃ πρὸ μικροῦ διὰ τῶν βραχειῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου καὶ ἡ ἐν τοῖς ἐσόδοις τοῦ Κράτους ἀναγραφὴ τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, εἶναι ἀθωότατος καὶ ἁπλούστατος, ὅτι τάχα πρόκειται περὶ εὐστοχωτέρας συνεχίσεως τοῦ λειτουργοῦντος περὶ ὁδοποιΐας συστήματος, περὶ συνεχίσεως τοῦ ἔργου καὶ κατασκευῆς ἐθνικῶν ὁδῶν, ὅπερ ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ἐπιδιώκεται.
§37ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ σιδηροδρόμων.
§38ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου. Αὐτὸ δὲν ἤθελα νὰ εἴπητε. Διότι ἐν τῇ προσθήκῃ τοῦ ὅρου τούτου ὑποκρύπτεται καὶ λανθάνει ὁ σκοπός σας, τοῦ νὰ μεταβάλλητε ἐντελῶς τὸν προορισμὸν τοῦ ταμείου τούτου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει νὰ μεταβάλῃ τὸν προορισμὸν τοῦ ταμείου τούτου ἀπὸ ταμείου τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας εἰς ταμεῖον σιδηροδρόμων. Καὶ ἀφοῦ ἐφ’ ἅπαξ δανεισθῇ τόσον χρῆμα, δι’ ὅσον εἰσὶν ἐπαρκεῖς οἱ ὑπολειπόμενοι νῦν πόροι τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, ὥστε ἐξ αὐτῶν νὰ πληρόνηται ὁ τόκος καὶ τὸ χρεωλύσιον τοῦ νέου τούτου δανείου, νὰ ἀποκλείσῃ πᾶσαν πλέον σκέψιν καὶ πᾶσαν ἐλπίδα περὶ κατασκευῆς εἰς τὸ μέλλον ἄλλων ὁδῶν. Διότι θὰ συμβῇ τὸ ἑξῆς· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μόλις ψηφίσωμεν τὸ ὑποβεβλημένον νομοσχέδιον καὶ κυρωθῇ τοῦτο ὡς νόμος τοῦ Κράτους, εὐθὺς θέλει συνομολογήσει ἓν δάνειον 5,000,000, ἢ 10,000,000, τὰ ὁποῖα θὰ δαπανήσῃ εἰς διάστημα ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν, καθ’ ἣν ἐλάβομεν πικρὰν πεῖραν, εἰς ἐπαύξησιν τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας ὡρισμένων εὐνοουμένων δι’ ἐκλογικὰς ὑποχρεώσεις ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους. Θέλει δηλαδὴ δαπανήσει ταῦτα ὡς αὐτὸς θέλει καὶ βούλεται. Οὕτως ὁλόκληρον τὸ ἔσοδον τῶν πόρων τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας θὰ δαπανᾶται εἰς τὸ μέλλον, πρῶτον εἰς πληρωμὴν τῶν διὰ τὸ πρῶτον δάνειον τῶν 18 ἑκατομμυρίων τόκων καὶ χρεωλυσίου, δεύτερον, ἐκ τῶν αὐτῶν πόρων θὰ πληρόνωνται κατ’ ἔτος αἱ ἀναγκαῖαι δαπάναι εἰς ἀνακαίνισιν καὶ συντήρησιν ἐθνικῶν ὁδῶν, καὶ τρίτον εἰς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τοῦ χρεωλυσίου τοῦ νέου δανείου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συνομολογήσῃ νῦν πρὸς κατασκευὴν σιδηροδρόμων, ὥστε οὐδὲ λεπττὸν θὰ ἀπομείνῃ εἰς τὸ μέλλον ἐν τῷ ταμείῳ τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας πρὸς κατασκευὴν ὁδοῦ τινος ἐν ταῖς ἀδικηθείσαις ὡς πρὸς τοῦτο, καθ’ ἃ ἀπέδειξα πέρυσιν, ἐπαρχίαις. Οὐδὲ θὰ ὑφίσταται εἰς τὸ ἑξῆς τοιοῦτον ταμεῖον. Κατάδηλον ἑπομένως γίνεται ἐκ τούτων, ὅτι μετὰ τὴν κύρωσιν τοῦ μέτρου τούτου τὸ ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας ἀποσβέννυται, ἀφοῦ οἱ πόροι του θὰ διατίθηνται εἰς τὰς ὑπηρεσίας τῶν δανείων. Καὶ μένουσιν ἐκτὸς τοῦ νυμφῶνος ἐπαρχίαι καὶ διαμερίσματα τοῦ Βασιλείου, διὰ τὰ ὁποῖα ἀδιαφορεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς νὰ μὴ κατοικοῦνται ὑπὸ πολιτῶν Ἑλλήνων.
§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν θίγομεν τὰ χρήματα τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας.
§40ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀλλὰ τὰ ἔσοδα ταύτης εἶναι τόσον ἐλάχιστα, ὅταν χωρισθῶσι τοῦ μεγάλου ποσοῦ τῶν ἐσόδων τῆς ἐθνικῆς, ὥστε καταντῶσιν οὐδενὸς λόγου ἄξια. Ἐκεῖνο τὸ ταμεῖον, ὅπερ εἶχεν ἔσοδα, δυνάμενα νὰ ἐπαρκέσωσι καὶ εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ λοιποῦ Βασιλείου, τῶν μὴ εὐνοηθεισῶν μέχρι τοῦδε ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ παρέχῃ καὶ εἰς ἡμᾶς τὴν ἐλπίδα, ὅτι μίαν ἡμέραν, ἀφοῦ ἔμελλε νὰ περατωθῶσιν αἱ ὁδοὶ τῶν εὐτυχῶν τούτων ἐπαρχιῶν τοῦ Βασιλείου, ἐν αἷς τοσαῦτα ἐδαπανήθησαν καὶ δαπανῶνται ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ ταμείου τούτου, θὰ ἤρχετο ἡ σειρὰ νὰ ἐνθυμηθῶσιν οἱ Ὑπουργοὶ καὶ ἡμᾶς τοὺς κατοίκους Κορινθίας, Καλαβρύτων, Γόρτυνος, Τροιζηνίας, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα ἐστερημένοι, καίτοι ἐν τῷ κέντρῳ τῆς Πελοποννήσου, πάσης ὁδοῦ. Ἀλλὰ τὸ ταμεῖον τοῦτο ἀποσβέννυται ἤδη, κύριοι Βουλευταί. Εἶχον καθῆκον νὰ σᾶς παραστήσω τὰς ὀλεθρίας συνεπείας τοιούτου μέτρου, ὅπερ τίθεται νῦν καὶ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπὸ τὴν ὑμετέραν ψῆφον. Εἴμεθα τάχα ἡμεῖς ἀπόκληροι τῶν ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ἀγαθῶν, ἀφοῦ καὶ ἡμεῖς ἐπὶ εἴκοσι τρία ἤδη ἔτη συνεισφέρομεν εἰς αὐτό; Καὶ συνεισφέρομεν ἄρα τοὺς ἐκ τῶν προϊόντων ἡμῶν πόρους διὰ νὰ κατασκευάσωσιν ὁδοὺς πολυτελείας καὶ ἐκλογικῆς κερδοσκοπίας εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ τοὺς ἄλλους νομοὺς, ἐν οἷς ἐκλέγονται οἱ Ὑπουργοὶ καὶ οἱ φίλοι αὐτῶν; Ἡμεῖς ἰδίως, οἱ οἰκοῦντες ἐντὸς ὁλοκλήρου τετραγώνου, ἀχανοῦς, οὕτως εἰπεῖν, τῆς βορειοανατολικῆς Πελοποννήσου, ἀπομένομεν ἄνευ τοῦ ἐλαχίστου μέσου συγκοινωνίας, ἄνευ ὁδοῦ οὐδ’ ἑνὸς χιλιομέτρου. Τὸ εὐρύτατον τοῦτο τετράγωνον δύναταί τις νὰ ὑποδηλώσῃ διὰ τῶν ἑξῆς γραμμῶν. Ἄν φαντασθῇ ἀπὸ τοῦ Αἰγίου μέχρι τῶν Καλαβρύτων τὴν μίαν πλευρὰν τοῦ τετραγώνου τούτου, καὶ ἀπὸ τῶν Καλαβρύτων μέχρι Τριπόλεως τὴν ἑτέραν, καὶ ἀπὸ Τριπόλεως μέχρι Κορίνθου τὴν τρίτην, καὶ ἀπὸ Κορίνθου μέχρις Αἰγίου τὴν κλείουσαν τὸ τετράγωνον γραμμὴν, ἐντὸς τοῦ διαμερίσματος τούτου κεῖνται πλείονες τῶν δεκαπέντε δήμων τῆς ὀρεινοτέρας Κορινθίας, τῆς Ἀργολίδος, τῆς Μαντινείας καὶ τῶν Καλαβρύτων, ἐν οἷς οἰκοῦσι περὶ τὰς ἑβδομήκοντα χιλιάδες ψυχῶν. Καὶ ὅμως ἐντὸς αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει οὐδεμία διακλάδωσις σιδηροδρομικὴ, ἀλλ’ οἱ κατοικοῦντες εἴμεθα ἠναγκασμένοι, νὰ συγκοινωνῶμεν διὰ τῶν ὀναρίων, ὡς ἐπὶ τῆς Ἑνετοκρατίας. Οὐδὲ θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ἀντιλέγων εἰς ταῦτα, ὅτι ὑπάρχει σιδηροδρομικὴ γραμμὴ μεταξὺ Κορίνθου καὶ Πατρῶν μεταξὺ Κορίνθου καὶ Τριπόλεως καὶ Αἰγίου καὶ Καλαβρύτων· ἀλλ’ ἐκ τῶν γραμμῶν τούτων τί ὠφελοῦνται οἱ ἐντὸς τοῦ εἰρημένου τετραγώνου καὶ τοσοῦτον ἀπ’ αὐτῶν ἀπέχοντες δῆμοι; Πῶς θὰ συγκοινωνῶσι πρὸς ἀλλήλους καὶ πρὸς τὴν παραλίαν σιδηροδρομικὴν γραμμὴν οἱ ὀρεινοὶ δῆμοι Νωνάκριδος, Τρικκάλων, Φενεοῦ, Κλειτορίας, Στυμφαλίας, Ἀλέας, Ὑσιῶν, Λυρκείας, Πελλήνης, καὶ τόσοι ἄλλοι, ἀπέχοντες δεκάδας ὡρῶν ἀπὸ τῶν σιδηροδρομικῶν τούτων ὁρίων; Πῶς ἰδίως θὰ συγκοινωνήσωσιν οἱ κάτοικοι τῶν σιτοφόρων πεδίων Φενεοῦ, Στυμφαλίας, Πελλήνης; Παρετηρήσατε, τί ἐγένετο τελευταῖον ἐν τῷ νομῷ Ἀχαΐας; Κατεσκευάσθη μία μὲν ὁδὸς ἀπὸ Πατρῶν εἰς Καλάβρυτα, ἑτέρα ἀπὸ Αἰγίου εἰς Καλάβρυτα, καὶ ἑτέρα σιδηροδρομικὴ γραμμὴ ἀπὸ Διακοφτοῦ εἰς Καλάβρυτα, ἅπασαι παράλληλοι, ἑνοῦσαι ἓν σημεῖον, τὰ Καλάβρυτα πρὸς τὴν σιδηροδρομικὴν γραμμὴν τῆς παραλίας. Ἀλλ’ ἡμεῖς, οὐχὶ ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἀλλὰ διὰ παντὸς πλέον, μετὰ τὴν ἀπόσβεσιν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, παρορώμεθα. Ἄν εἴχομεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι μίαν ἡμέραν, μετὰ πάροδον ἔστω δύο ἢ τριῶν ἐτῶν, ἤθελον ἀπομείνει κεφάλαιόν τι, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ σύρωμεν παραλλήλους γραμμὰς ὁδῶν καθέτως ἀπὸ τῶν ὀρεινῶν πρὸς τὸν παραλιακὸν σιδηρόδρομον, τουτέστι παραλλήλους πρὸς τὴν γραμμὴν Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων, καὶ νὰ κατασκευάσωμεν καὶ ἡμεῖς ὁδούς τινας ἁμαξιτοὺς, δι’ ὧν νὰ συγκοινωνῶμεν πρὸς τὰ παράλια, καὶ ἡ ἐλπὶς αὕτη ἤδη ἐξαλείφεται, διότι τὰ χρήματα τοῦ ταμείου τούτου θὰ δαπανῶνται ἅπαντα εἰς πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυσίων μέχρι λεπτοῦ. Πᾶσα ἐλπὶς πλέον περὶ συγκοινωνίας ἀπώλετο καὶ δὲν ἔχομεν, ἢ νὰ σταυρώσωμεν τὰς χεῖρας. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὴν Βουλὴν, νὰ μὴ θεωρήσῃ τὸ σοβαρὸν τοῦτο ζήτημα τῆς προσγινομένης εἰς τόσας ἐπαρχίας ἀδικίας ὡς πολιτικὸν, διότι οὔτε ἡμεῖς θεωροῦμεν αὐτὸ τοιοῦτον, ἀλλὰ ζήτημα δικαιοσύνης καὶ πολιτικῆς συνέσεως, καὶ νὰ σκεφθῶσιν ἅπαντες οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ἄνευ κομματικῆς διακρίσεως, ὡς πατέρες ἀληθῶς τοῦ Ἔθνους, νὰ μὴ προβῶμεν δὲ τυφλῶς καὶ ἄνευ τῆς δεούσης προσοχῆς καὶ μελέτης εἰς τὴν ψήφισιν οὔτε τοῦ νόμου οὔτε τοῦ προκειμένου ἄρθρου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐξ ὧν ἀπειλεῖται τοιαύτη ζημία εἰς τὰ κοινωνικὰ συμφέροντα μεγάλων τοῦ Βασιλείου διαμερισμάτων, ἀπομενόντων ἄνευ ὁδῶν.
§41ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ προτείνω τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, παρακαλῶ δὲ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν διαγραφὴν τοῦ ἐσόδου τούτου ἀπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὂχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κκ. Καλογεροπούλου καὶ Παπαγιαννακοπούλου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
| Χαρίλ. Τρικούπης | Ο | Σωτ. Δανόπουλος | Ο |
| Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Ἀναστ. Δημητριάδης | Ν |
| Γ. Σισμάνης | Ο | Μιχ. Νικηφοράκης | Ο |
| Δ. Βουλπιώτης | Ο | Δ. Πετρίδης | Ν |
| Ἀθ. Ἴσκος | Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | Ν | |
| Ν. Καλαντζόπουλος | Ο | Θ. Π. Δηλιγιάννης | Ν |
| Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Θ. Β. Δηλιγιάννης | ||
| Μ. Γουλιμῆς | Ο | Χρ. Χριστόπουλος | |
| Μ. Ἰατρίδης | Ο | Φίλιπ. Βάρβογλης | |
| Δ. Χατζόπουλος | Ἠλ. Φλέσσας | ||
| Γ. Μίλησης | Ν | Κ. Κωνσταντόπουλος | Ν |
| Σπ. Νοταρᾶς | Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | ||
| Γ. Κούστας | Π. Μανέτας | Ν | |
| Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος | Ο | Ι. Ἀντωνόπουλος | |
| Ἠλίας Παλαμήδης | Ο | Ν. Νομικός | Ο |
| Κ. Κατσικόπουλος | Ν | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ο |
| Δ. Ζέγγελης | Γ. Μπούμπουρας | Ο | |
| Δ. Ν. Βότσαρης | Ο | Λωρέντζος Δελαρόκας | Ο |
| Κ. Καραπάνος | Ν | Δημοσθ. Καΐρης | Ο |
| Γ. Παχύς | Ο | Νικ. Κρίσπης | Ο |
| Στέφ. Δραγούμης | Ο | Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς | |
| Δημήτρ. Γ. Ῥάλλης | Ἰωάν. Γκιὼν | Ο | |
| Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας | Ο | Κων. Κοσσονάκος | |
| Φωκίων Νέγρης | Ο | Γεώρ. Μαυρομιχάλης | |
| Ἰωάννης Γεωργαντᾶς | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | ||
| Νικόλαος Μπουφίδης | Ο | Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ο |
| Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Νικήτ. Βαρβιτσιώτης | Ο | |
| Δημ. Καλλιφρονᾶς | Λ. Καπετανάκος | Ο | |
| Νικ. Λεβίδης | Ξανθὸς Πικουλάκης | Ο | |
| Σπυρ. Κουκούλεζας | Ο | Γεώρ. Πετροπουλάκης | |
| Ὄθων Μακρυγιάννης | Ο | Κ. Παπαμιχαλόπουλος | |
| Τρ. Μουτσόπουλος | Ι. Καρτάλης | ||
| Θάνος Κανακάρης | Ο | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ο |
| Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Εὐάγγ. Σταμούλης | Ο | |
| Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ν | Ν. Κοκωσλῆς | |
| Α. Φωτήλας | Ο | Ι. Παπαδόπουλος | Ο |
| Ἀνδρ. Αὐγερινὸς | Ο | Κ. Μαρκίδης | Ο |
| Ἀντ. Ῥικάκης | Ν | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ο |
| Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Δ. Κουτσουμπλῆς | Ο | |
| Ἰω. Κρεστενίτης | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ο | |
| Ν. Κουμανιώτης | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ο | |
| Χρ. Στεφανόπουλος | Ο | Ἀχιλ. Λογιωτάτου | Ο |
| Ἀλέξ. Ζαΐμης | Σωτ. Σωτηρόπουλος | Ν | |
| Ἀρ. Κοντογούρης | Κ. Κουμουνδοῦρος | ||
| Ν. Καλογερόπουλος | Ο | Π. Πεῤῥωτὴς | |
| Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Δ. Τζάνες | Ο | |
| Ν. Παπανικολάου | Ο | Περ. Μποῦτος | Ο |
| Ν. Καφετζόγλους | Ο | Παν. Σάκκης | |
| Ἰω. Πεζᾶς | Ν. Παπαλέξης | Ο | |
| Κων. Σινέλης | Ο | Νικ. Μισυρλῆς | |
| Βασ. Βουδούρης | Ο | Ν. Καράπαυλος | Ο |
| Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Ο | Ἀσημ. Χριστόπουλος | |
| Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο | Εὐστάθ. Κοκκέβης | Ο |
| Ἀναστ. Ἐ. Λούντζης | Δ. Κάρτσωνας | ||
| Διον. Λομβάρδος | Ο | Δ. Π. Γουδῆς | Ο |
| Γεώρ. Θεοτόκης | Ο | Σ. Χατζηγάκης | |
| Κωνστ. Βασιλάκης | Κ. Ζωγλοπίτης | Ο | |
| Ἀντ. Καποδίστριας | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ο | |
| Νικόλ. Βασιλάκης | Γ. Φραγκίδης | Ο | |
| Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | Α. Τακιατζῆς | Ο | |
| Πολυχρ. Β. Κωσταντᾶς | Γ. Τάκης | ||
| Σπυρ. Ἀλαμάνος | Ν. Ταρμπάζης | ||
| Θεόφ. Προβατᾶς | Ζ. Φαλιάγκας | ||
| Γουλιέλμος Σκάρπας | Σταμ. Μπουντούρης | Ο | |
| Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Θεόδ. Γκίκας | Ο | |
| Ἀγαμ. Μεταξᾶς | Ο | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | |
| Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Ο | Κ. Χαλκιόπουλος | Ο |
| Ν. Βαλσαμάκης | Ν | Ὀδ. Πετρόπουλος | Ο |
| Γερ. Μουσούρης | Ο | Ν. Κοντογιάννης | |
| Παναγ. Βενιεράτος | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο | |
| Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Γεώργ. Λιδωρίκης | ||
| Γεώργιος Κόρπας | Κ. Χατζῖσκος | ||
| Στέφ. Σκουλούδης | Ο | Δ. Ζουλούμης | Ο |
| Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ο | Κ. Ἀναγνωστόπουλος | |
| Χαρίλ. Προβελέγγιος | Θεμιστοκλῆς Κανάρης |
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις περὶ ἀπαλείψεως τοῦ ποσοῦ τῶν 1,000,000 δραχ. ἀπεῤῥίφθη διὰ ψήφων 73 κατὰ 13 ψηφοφορησάντων ἐν ὅλῳ 86. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 ὡς ἔχει, εἶτα δὲ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ κεφαλ. Ζʹ ἐκ δραχ. 2,720,000. Ἀκολούθως γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον καὶ τὰ λοιπὰ κεφάλαια τῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὡς ἑξῆς: Κεφ. Ηʹ τὸ ὅλον δραχμὰς 3,345,000. Κεφάλ. Θʹ τὸ ὅλον δραχ. 5,308,819. Κεφάλ. Ιʹ δρ. 450,000. Κεφάλ. ΙΑʹ δραχ. 756,000 Κεφάλ. ΙΒʹ τὸ ὅλον δραχ. 340,000).
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ σύνολον τῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκ δραχ. 93,543,365. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους.
§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§47ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§48ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Οὐδεὶς ἡμῶν ἐγνώριζεν, ὅτι ἤθελεν ἀρχίσει σήμερον ἡ συζήτησις. Περιεμένομεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ὅπως ἀντικρούσῃ τοὺς ῥήτορας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν ἐφέραμεν δὲ μεθ’ ἡμῶν οὐδὲ τὰ τεύχη τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Πῶς δύναται λοιπὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις;
§49ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂς ἀφήσωμεν δι’ αὔριον.
§50ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἐγὼ προτείνω τὴν ἀναβολήν. (Ὁ κ. Θ. Π. Δηλιγιάννης ἀνέρχεται τὸ βῆμα).
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τοῦ θέλοντος ν’ ἀγορεύσῃ, ἐὰν στέργῃ εἰς τὴν ἀναβολήν.
§52ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἴμεθα καὶ κουρασμένοι.
§53Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὰ ἀναγγελθέντα πρὸ μικροῦ, ἐπεψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς πάντα τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ κεφάλαια τῶν ἐσόδων, ἐγένετο ἡ ἄθροισις, καὶ ἀνευρέθη, ὅτι ἐφέτος τὰ ἔσοδα ἀνέρχονται εἰς 93,543,265 δραχμάς. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1890 εἶναι ὁ τελευταῖος, τὸν ὁποῖον ἡ Περίοδος αὕτη τῆς Βουλῆς ἐπιψηφίζει. Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία πιθανότης, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει αὖθις συνέλθει διὰ νὰ ψηφίσῃ καὶ πέμπτον Προϋπολογισμόν· διὰ τοῦτο ὡς ἀποχαιρετισμὸν ὀφείλω ν’ ἀνακοινώσω τὰ πορίσματα τῆς μελέτης, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην, οὐχὶ διὰ γίνωσι ταῦτα γνωστὰ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρὸ μικροῦ ἐπεψήφισαν τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων τοῦ 1880, ἀλλὰ διὰ ν’ ἀκουσθῶσιν αἱ παρατηρήσεις μου ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι μετ’ ὀλίγον θέλει κληθῆ νὰ δώσῃ τὴν ψῆφόν του, διὰ νὰ ἀκουσθῶσιν οἱ λόγοι μου ὑπὸ παντὸς ἐνδιαφερομένου διὰ τὴν τύχην τοῦ τόπου τούτου, διότι μοὶ φαίνεται ὅτι ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν καὶ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος βαίνομεν εἰς ἀληθῆ ὄλεθρον.
§54ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι πλήρης· φέρω ἔνστασιν ἀπαρτίας.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κκ. Βουλευτῶν).
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ· παρόντες 80 Βουλευταί.
§57Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ....
§58ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀγορεύοντα, καὶ ἂν συναινέσῃ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ν’ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ εἶπον ἐξ ὑπαρχῆς, ὅτι τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ τοῦ ἀγορεύοντος· ἐὰν θέλῃ, ἀναβάλλομεν εἰς αὔριον.
§60Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀντιλέγω. Εἶμαι ἕτοιμος ν’ ἀγορεύσω καὶ ἤδη. Δὲν ζητῶ τι.
§61ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 7 καὶ 30′ μ. μ.