1890.01.29
2,078 rows · 16,266 words · 68 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 48
τῆς 29 Ἰανουαρίου 1890.
(Δευτέρα)
Ὥρᾳ 4 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ὁ κ. Πρόεδρος διατάσσει νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα).
§1ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, βλέπω ὅτι διετάξατε καὶ ἠνοίχθησαν τὰ θεωρεῖα, διότι ὑποθέτετε ὅτι ἐγένετο ἀπαρτία. Ἐγὼ ἔχω ἀντίῤῥησιν, ὅτι δὲν εἶναι ἀπαρτία. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος ἐκ νέου.
§2ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Τώρα ἀνεγνώσθη. (Ἀναγινώσκεται ἐκ νέου ὁ κατάλογος τῶν Βουλευτῶν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 78. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Ὁ νομαρχιακὸς σύμβουλος Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Θεμ. Οἰκονομόπουλος καταγγέλλει διαφόρους καταχρήσεις τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Πόρου. Παραπέμπεται ἡ ἔκθεσίς του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἡ Πρυτανεία τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου δι’ ἐγγράφου της πρὸς τὴν Βουλὴν καλεῖ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς εἰς τὸ κατὰ τὴν προσεχῆ ἑορτὴν τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν τελεσθησόμενον μνημόσυνον ὑπὲρ τῶν ἱδρυτῶν καὶ εὐεργετῶν τοῦ Πανεπιστημίου. Αἴτησις διαφόρων κατοίκων, ἐξαιτουμένων τὴν ἐπιδιόρθωσιν τῆς ἀπὸ Πλατάνου εἰς Λάλα ὁδοῦ. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Τηλεγράφημα τοῦ Δημάρχου Ἡραίας, καταγγέλλοντος διαφόρους βιαιοπραγίας τοῦ ἐκεῖ στρατιωτικοῦ ἀποσπάσματος. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Αἴτησις τῶν καταδίκων, οἵτινες μετηνέχθησαν ἐκ τῶν φυλακῶν Πατρῶν εἰς τὰς σωφρονιστικὰς φυλακὰς Ζακύνθου, ἐξαιτουμένων τὴν ἐπαναγωγὴν αὐτῶν εἰς τὰς φυλακὰς Πατρῶν. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Αἴτησις τῶν κατοίκων τῆς κωμοπόλεως Στρέζοβας, ἐξαιτουμένων τὸν διορισμὸν καὶ δευτέρου διδασκάλου ἐν τῷ αὐτόθι σχολείῳ. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Αἴτησις Πολυζώη Παπακωνσταντίνου, ἐξαιτουμένου μηνιαῖον χρηματικὸν βοήθημα. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§4ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἀγνοεῖτε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ἐπέστρεψα πρό τινων ἡμερῶν ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου, καὶ δὲν λησμονεῖτε, ὅτι χάριν τῆς τάξεως ἐκεῖ ἐστάλη ἀνώτερος ἀξιωματικὸς, ὁ κ. Μπαϊρακτάρης, μετὰ στρατοῦ, καὶ ἐνῷ διετέλει αὐτόθι ἡ οὕτω κατηρτισμένη στρατιωτικὴ αὕτη δύναμις πρὸς παγίωσιν τῆς τάξεως, ἐξηκολούθησαν καὶ ἐξακολουθοῦν οἱ φόνοι, αἱ λῃστεῖαι, αἱ ἀπαγωγαὶ, αἱ βιοπραγίαι καταμαστίζουσαι τὸν τόπον, αἱ ἐμπορικαὶ συναλλαγαὶ ἔπαυσαν, διότι εἶναι δύσκολον εἰς τοὺς ἐμπορευομένους νὰ ἐξέλθωσιν ἐκτὸς τῶν πρωτευουσῶν. Ἐνῷ δὲ τοιαύτῃ ἐν Μεσσηνίᾳ ὑπάρχει ἀγρία κατάστασις, ἐνῷ ἀσφάλεια δὲν ὑπάρχει ἐντελῶς, ἐνῷ ἐν μέσαις Καλάμαις καὶ ἐν μέσῃ Μεσσηνίᾳ, εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν ἐπαρχιῶν, οἱ ἐγκληματίαι κατὰ τῶν ἐμπόρων καὶ τῶν χρηστῶν πολιτῶν ὕψωσαν θρασεῖαν κεφαλὴν, ἐνώπιον καὶ τῶν ἀρχῶν αὐτῶν ἐπιτιθέμενοι καὶ πυροβολοῦντες κατὰ τῶν ἀντιπάλων αὐτῶν, ἐνῷ τοιαύτη, λέγω, εἶναι ἡ κατάστασις ἐν Μεσσηνίᾳ, ὁ ἀνώτερος αὐτὸς ἐπόπτης, εἰς τὸν ὁποῖον καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ πάντες ἡμεῖς εἴχομεν ἐμπιστοσύνην, ἀνεκλήθη ἐκεῖθεν, καὶ ἐνῷ ἀνεκλήθη ὁ κ. Μπαϊρακτάρης, τὴν διοίκησιν τοῦ μεταβατικοῦ ἐκείνου τὴν ἀνέθεσεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὴν χωροφυλακήν. Δὲν ἔχω λόγον νὰ ἀμφιβάλλω κατὰ τοῦ Μοιράρχου, ἀλλὰ γνωρίζω, ὅτι ἡ χωροφυλακὴ ἐκλέγεται διὰ νὰ τοποθετῆται εἰς ἕκαστον νομὸν πρὸς ἐξυπηρέτησιν μᾶλλον πολιτικῶν συμφερόντων, καὶ πιστεύω ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκοπὸν εἶχε καὶ ἔχει νὰ ἀφήσῃ τὴν Μεσσηνίαν εἰς τὴν λεηλασίαν καὶ τὴν ἀπόγνωσιν. Ὡς γνωρίζετε πάντες, ἐν Μεσσηνίᾳ διοικεῖ τὸ σύνταγμα ἀνώτερος τοῦ πεζικοῦ ἀξιωματικὸς, ὁ ὁποῖος ἀπολαύει παρ’ ὅλων, καὶ αὐτοῦ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, τοῦ ὁποίου τυγχάνει ἀντίπαλος, ἀπείρου ἐμπιστοσύνης· εἶναι ἀξιωματικὸς, ὁ ὁποῖος χαίρει ἐν τῷ στρατῷ καὶ τῇ κοινωνίᾳ ὑπόληψιν ἐπὶ εὐθύτητι, τιμιότητι, ἀξιοπρεπείᾳ καὶ φιλονομίᾳ, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐνόμισε πρέπον, τὸν στρατὸν τὸν ὑπὸ τὸν κύριον Μπαϊρακτάρην, ἀντὶ νὰ ἀφήσῃ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου, τοῦ κυρίου Μακρῆ, νὰ τὸν θέσῃ ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῆς χωροφυλακῆς. Καὶ ὑπὸ τὴν μίαν ἔποψιν, τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ κυρίου Μπαϊρακτάρη, καὶ ὑπὸ τὴν ἑτέραν, τῆς ὑπὸ τὴν διοίκησιν τῆς Μοιραρχίας ἀναθέσεως τοῦ στρατεύματος, κακοβουλία καὶ δόλος ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὸν δυστυχῆ ἐκεῖνον, ἀλλὰ καὶ εὐφορώτατον τόπον τῆς Μεσσηνίας. Ἀρέσκεται ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ φορολογῇ ἀμειλίκτως τὸν λαὸν ἐκεῖνον, ἀλλ’ ἐνῷ τὸν φορολογεῖ ἀμειλίκτως, ἐξ ἄλλου τὸν ἀφίνει νὰ τὸν μαστίζῃ ἡ ἀταξία. Δὲν ἔχω μόνον νὰ παραπονεθῶ δι’ αὐτὸ, —καὶ ἔχω ἐντολὴν τοιαύτην ἐκ μέρους τῶν ἀνθρώπων τῆς τάξεως, —ἀλλ’ ἔχω νὰ παραπονεθῶ καὶ διότι τὰ μέλη τοῦ δικαστικοῦ συλλόγου ἐκεῖ δὲν εἶναι ἀρκετὰ πρὸς ἐντελῆ λειτουργίαν τῆς καθόλου δικαιοσύνης, ἐνῷ τοιαύτη ἀταξία ὑπάρχει, ἐνῷ εἰς ἔκνομον κατάστασιν εὑρίσκεται ὁ τόπος. Ἀφοῦ τὸ Ὑπουργεῖον ἐσκέφθη, χάριν τῆς ἀσφαλείας, νὰ διορίσῃ ἀξιωματικὸν ἀνώτερον μὲ ἀρκετὰ μεγάλην δύναμιν διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως, ὤφειλεν, ἂν εἰλικρινῶς ἐσκέπτετο περὶ τούτου, νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ τῆς δικαιοσύνης, συμφώνως πρὸς τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας τὰ πράγματα τὰ ἐκεῖ ὑποδεικνύουσι. Παρεπονέθην καὶ ἄλλοτε κατὰ τῆς ἀνεπαρκείας τῆς δικαιοσύνης διὰ τὸν τόπον ἐκεῖνον, καὶ ἐστήριξα τὴν ἀταξίαν, τὰ ἐγκλήματα, τὰ γενόμενα ἐκεῖ, εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν αὐτῆς· ἔῤῥηξα κραυγὴν ἐντεῦθεν, παρεκάλεσα, ἠπείλησα, δύναμαι νὰ εἴπω, ἀλλ’ ἡ φωνή μου ἦτο φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, καὶ ἀπόδειξις ἡ μεταβολὴ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Διὰ νὰ καθησυχάσῃ ἐμὲ καὶ τοὺς συναδέλφους μου, τοὺς ἐκ τοῦ νομοῦ ἐκείνου, καθὼς καὶ τοὺς δεινῶς πάσχοντας συμπολίτας μου ἐκ τῆς ἀναρχίας, τῆς βασιλευούσης ἐκεῖ, ἀπέστειλε μὲν τὸν κ. Μπαϊρακτάρην, ἀλλ’ ὅτε ἐπείσθη, ὅτι οὗτος ἤρχισε νὰ βαδίζῃ πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποστολῆς του, τὸν ἀνακαλεῖ καὶ τὸν ἀποστέλλει εἰς τὸ ἀπώτερον σημεῖον τῆς Ἑλλάδος. Ἐπιθυμῶ, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸ ἀπαιτῶ μᾶλλον ἐν τῷ δικαιώματι τῆς ἀντιπροσωπείας, ἣν ἔχω, νὰ ἀνέλθῃ τὸ βῆμα καὶ δηλώσῃ τὴν ἀπόφασίν του. Εἶναι Ὑπουργὸς τῆς πατρίδος μου, καὶ πολλοὶ ἀντιπρόσωποι τοῦ νομοῦ ἐκείνου ὑποστηρίζουσι τοῦτον ἐν τῇ ἀρχῇ, καὶ διὰ τοῦτο ἔχει καθῆκον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Πρωθυπουργὸς νὰ δηλώσῃ, τί ἐννοεῖ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ εἰς αὐτὸν τὸν τόπον. Ὀφείλει νὰ δηλώσῃ τοῦτο, διότι, ἂν ὁ τόπος, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύω, πιστεύσῃ, ὅτι ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ταύτης δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀπολαύσῃ τὰ ἀγαθὰ τῆς τάξεως, τῆς ἀσφαλείας δηλαδὴ τῆς ζωῆς, τῆς τιμῆς καὶ τῆς περιουσίας, δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχουν, ὄχι διότι εἶναι πολῖται τοῦ Κράτους, ἀλλὰ διότι ἀποτίουσι φόρους βαρεῖς καὶ διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἄν, λέγω, ἴδωσιν οἱ συμπολῖταί μου, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιμένωσι τίποτε ἐκ τῆς Κυβερνήσεως ταύτης, θ’ ἀποφασίσωσι διὰ τῶν ἰδίων δυνάμεων νὰ ἀμυνθῶσι, καὶ μόνοι αὐτοὶ νὰ ζητήσωσι νὰ ἐξασφαλίσωσι καὶ ἐπαναφέρωσι τὴν τάξιν εἰς τὸν νομὸν ἐκεῖνον. Θὰ εἶχον δίκαιον καὶ θὰ ἐξεπλήρουν καθῆκον, ἐὰν συνεβούλευον τοιαύτην ἐνέργειαν εἰς τοὺς συμπολίτας μου, ἀλλ’ ἐπειδὴ αὕτη θὰ ἐπέφερε σύγκρουσιν, ἐθεώρησα καλὸν νὰ προκαλέσω τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐξηγηθῇ. Δὲν ἐλπίζω νὰ παρηγορήσω διὰ τῆς ἐξηγήσεως ταύτης τὴν πατρίδα μου, διότι αὕτη δὲν θὰ ᾖναι οἵα ὀφείλει νὰ ᾖναι. Οὐδεμίαν βεβαίωσιν θὰ δυνηθῇ νὰ δώσῃ περὶ ἀποκαταστάσεως τῆς τάξεως. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀνερχόμενος τὸ βῆμα, ἐὰν εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν, θὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἀδυνατεῖ ν’ ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν, διότι παρέλυσε τὸ πᾶν, καὶ θέλω ἡ Μεσσηνία ν’ ἀκούσῃ τοῦτο ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ ἰδίου Πρωθυπουργοῦ καὶ νὰ κρίνῃ ἐν δέοντι περὶ τῶν αἰτίων τῆς καταστάσεώς της ταύτης. Ἀλλά, καὶ ἂν ὁ Πρωθυπουργὸς θελήσῃ κατὰ τὸ σύνηθες νὰ ψευσθῇ, τὸν διαψεύδουσι τὰ πράγματα, διότι πανταχοῦ τοῦ Κράτους ἡ αὐτὴ καὶ ἀγριωτέρα εἶναι ἡ κατάστασις· δὲν ἐγείρεταί τις τῆς κλίνης αὐτοῦ τὴν πρωΐαν, χωρὶς νὰ ἀναγνώσῃ εἰς ἁπάσας τὰς ἐφημερίδας, καὶ τὰς φίλα ἔτι πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν διακειμένας, χωρὶς λέγω νὰ ἀναγνώσῃ ἐγκλήματα ἐπὶ ἐγκλημάτων. Γέμουσιν αἱ στῆλαι τῶν ἐφημερίδων ἁπασῶν ἀπὸ ἀναρίθμητα καὶ πολλαπλᾶ καὶ πολυειδῆ ἐγκλήματα, ὅλη ἡ ποιν. δικονομία ἔχει ἐξαπλωθῆ εἰς ὅλον τὸ Κράτος, παραλυσία πλήρης βασιλεύει, ἀναρχία ἐντελής. Ἂν ἔρχωμαι ἀγανακτῶν διὰ τὸν τόπον μου τὸν ἰδιαίτερον, ἔχω καθῆκον νὰ ὑψώσω φωνὴν καὶ δι’ ὅλον τὸ Κράτος, δὲν λέγω δὲ κενὰς λέξεις. Ἤλθατε ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν σας καὶ εἶσθε αὐτήκοοι καὶ εἴδατε ἰδίοις ὄμμασι τὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους ὁλοκλήρου. Ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ ἀκούσω τοῦ Πρωθυπουργοῦ, καὶ νὰ ἀκούσω αὐτοῦ σήμερον. Δὲν ζητῶ παρ’ αὐτοῦ νὰ μοὶ προσαγάγῃ ἔγγραφα διπλωματικὰ ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων, διὰ νὰ μοὶ ἀντιτάξῃ ἀμέσως, ὅτι τὸ συμφέρον τῆς χώρας δὲν ἐπιτρέπει τὴν κατάθεσιν αὐτῶν, δὲν ζητῶ νὰ μοὶ καταθέσῃ ἔγγραφα, δι’ ὧν νὰ ἴδω, ἂν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ἐγκληματίαι ἐκ τῶν φοβερωτέρων εὑρίσκωσιν ἐλευθερίαν, καὶ νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι εἶναι τόσον πολλαὶ αἱ ὑποθέσεις αὗται, ὥστε τῷ εἶναι δύσκολον νὰ μεταφέρῃ ἐνταῦθα ὅλας τὰς δικογραφίας, δὲν ζητῶ νὰ καταθέσῃ ἔγγραφα, ἀφορῶντα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσαγάγῃ ἁπάσας τὰς διαταγὰς, ἃς ζητῶ, ἵνα ἐξελέγξω τὰς πράξεις του καὶ τὰς πράξεις τῶν ὑπ’ αὐτόν· ζητῶ νὰ μοὶ εἴπῃ, ἂν ἦναι εἰς κατάστασιν πλέον ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ διατηρήσῃ τὴν τάξιν, νὰ διοικήσῃ τὴν χώραν. Ἐπιθυμῶ ἐπίσης νὰ μοὶ εἴπῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τίνα λόγον μετέθεσε τὸν Νομάρχην ἐκ Μεσσηνίας, ἐπιθυμῶ νὰ μοὶ εἴπῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τίνα λόγον μετέθεσε τὸν Μοίραρχον ἐκ Μεσσηνίας, ἐπίσης διατὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέβαλε Διάταγμα παύσεως τοῦ ἀστυνόμου Καλαμῶν, διὰ τίνα λόγον ὁ ἐπόπτης τῶν ἀποσπασμάτων τῶν ἐν Μεσσηνίᾳ ἀντήλλαξεν ὕβρεις μὲ τὸν ἀστυνόμον, καὶ ἀπῄτησε τὴν παῦσιν αὐτοῦ, καὶ ἐλπίζω ν’ ἀποδείξω, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ δὲν δύνανται πλέον νὰ διοικήσωσι τὴν χώραν, καὶ τοῖς εἶναι ἄχρηστος ἡ πλειοψηφία, ἡ ὁποία τοὺς ὑποστηρίζει· θέλω ἀποδείξει κατόπιν, ἂν ἀρνηθοῦν ν’ ἀπαντήσωσι, διὰ τίνα λόγον ἔγειναν πάντα ταῦτα, καὶ θέλω ἀποδείξει ἀκόμη διὰ τίνα λόγον μετετέθη ὁ Μπαϊρακτάρης ἐκ Μεσσηνίας. Δὲν ἦλθον ἐδῶ διὰ νὰ ἐπιτρέψω εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξακολουθήσῃ,—καὶ θὰ τὸ ἰδῆτε,—φερομένη κατὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν φέρεται εἰς τὸν νομὸν, τὸν ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω. Ἡ πλειοψηφία, ἥτις μὲ ἔστειλεν ἐκεῖθεν, ἀπαιτεῖ νὰ ἀντιστῶ πάσῃ δυνάμει, ὥστε νὰ ἀναγκάσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν νόμον καὶ τὸ καθῆκον. Ἔλαβον τὴν ἐντολὴν παρ’ ἐκείνων νὰ πράξω ὅ,τι μοὶ εἶναι δυνατὸν ἀνθρωπίνως, ὥστε νὰ καθηλώσω τὸν Πρωθυπουργὸν εἰς τὸ καθῆκον αὐτοῦ, καὶ εἶμαι ἀποφασισμένος διὰ πάσης μου θυσίας νὰ ἐκτελέσω τὴν ἐντολὴν τὴν νέαν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκαν. Δὲν θὰ δώσω οὐδεμίαν προσοχὴν, διότι γνωρίζω τὴν τακτικὴν τῆς ἀμύνης τοῦ Πρωθυπουργοῦ, δὲν θὰ δώσω οὐδεμίαν προσοχὴν, ἐπαναλέγω, εἰς ὅ,τι καὶ ἂν εἴπωσι τὰ φύλλα, τὰ φιλικῶς πρὸς αὐτὸν διακείμενα· εἶμαι συνειθισμένος ἀπὸ τοιαύτας συκοφαντίας, γνωρίζω ὅτι αὐτὸς καὶ τὰ ὄργανα αὐτοῦ θὰ ὑψώσωσι φωνὴν δῆθεν πατριωτισμοῦ, καὶ θὰ μὲ κατηγορήσωσιν, ὡς παρακωλύοντα τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλ’ οὐδεμίαν προσοχὴν θὰ δώσω εἰς ταῦτα, διότι ἐν αὐτῇ τῇ συνειδήσει μου φρονῶ, ὅτι ἐκπληρῶ ὑπηρεσίαν τὴν πρωτίστην πρὸς τὴν πατρίδα, ἀμυνόμενος ὑπὲρ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐχρέωσε κατὰ βαθμὸν ἀνυπολόγιστον καὶ τοὺς ὁποίους ἐπτώχυνε κατὰ τρόπον πρωτοφανῆ. Δὲν ἔχω πεῖραν μεγάλην τῶν συμβαινόντων εἰς τὰ ἄλλα Κράτη· ἀλλ’ ἐξ ὅσων ἠδυνήθην νὰ ἀναγνώσω, καὶ ἐξ ὅσων ἠδυνήθην νὰ ἀκούσω, ἡ ἱστορία ἡ ζῶσα καὶ ἡ γραπτὴ οὐδαμοῦ ἀναφέρουσι κατάστασιν, ὁμοιάζουσαν τῆς ἐδικῆς μας. Ἀφοῦ τέλος πάντων εἰς τοιαύτην κατήντησε τὸ Ἔθνος κατάστασιν αὐτὸς, περὶ τίνος πρόκειται νὰ ἀμυνθῶμεν πλέον ἢ περὶ τῆς τιμῆς καὶ τῆς ζωῆς; — διότι περιουσίαι εἰκονικαὶ ὑπάρχουσι — καὶ λέγω περὶ τῆς ζωῆς, διότι ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας θάπτουσιν ἕνεκα τῶν ἐγκληματιῶν οἱ πατέρες τὰ παιδιὰ των καὶ τὰ παιδιὰ τοὺς πατέρας των· λέγω περὶ τῆς τιμῆς, διότι δὲν ὑπάρχει γωνία τοῦ Κράτους, ἐκ τῆς ὁποίας νὰ μὴ ἀγγέλληται καθ’ ἑκάστην, ὅτι ἀπήχθη ἡ δεῖνα, ὅτι ἐβιάσθη ἡ ἄλλη, καὶ τὰ παρόμοια. Ἀλλὰ πλὴν τῶν ἐρωτήσεων τούτων, ἔχω καὶ μίαν ἔτι σοβαρὰν ἐπερώτησιν νὰ κάμω πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ εἰς ταύτην ἡ τάξις ἀπαιτεῖ νὰ ἀπαντήσῃ ἀμέσως· τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας ἐπιβάλλει τοῦτο, καὶ ἐλπίζω ὅτι θέλει σπεύσει, ἅμα κατέλθω τοῦ βήματος, νὰ δώσῃ τὰς δεούσας πληροφορίας. Ἀπὸ ἡμερῶν τινων ἐφημερίδες, ἐπιστολαὶ, τηλεγραφήματα, ἐπιβάται μᾶς ἀναγγέλλουσιν, ὅτι ἓν μέγα μέρος τοῦ στρατοῦ ἀντέστη νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὰς διαταγὰς, τὰς ὁποίας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀπηύθυνεν αὐτῷ· καὶ εἴδομεν τὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ τούτου ἐλθόντα εἰς Ἀθήνας· εἴδομεν λοχαγὸν τοῦ πυροβολικοῦ διατασσόμενον νὰ μεταβῇ ἐκεῖσε καὶ μεταβάντα· εἴδομεν συνταγματάρχην ἀναχωροῦντα κατεσπευσμένως ἐκεῖσε· πολλὰ εἴδομεν, πολλὰ ἠκούσαμεν, τὸ Κράτος ὁλόκληρον διατελεῖ ἐν συγκινήσει. Δὲν εἶναι μικρὸν, εἶναι μέγα· στρατὸς τῆς πατρίδος ἀρνεῖται νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
§5Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν Μπούφην, Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν.
§6ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρωτοφανὴς τῷ ὄντι ἡ πρᾶξις αὕτη, καὶ εἰς οὐδεμίαν ἱστορίαν θέλετε τὴν ἀνεύρει ἀναγεγραμμένην ὑπὸ τὸν τύπον, καθ’ ὃν ἀνεγράφη εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ πιστεύεται παρὰ τοῦ κόσμου. Περιμένω νὰ ἀκούσω, ἐὰν ᾖναι ἀληθῆ ταῦτα, ἐὰν ἀληθῶς ἀντέστη τὸ στράτευμα κατὰ τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ ἐκεῖ Εἰσαγγελέως εἰς τὴν στρατιωτικὴν διοίκησιν, καὶ ἂν ἀληθῶς ἀντέστη τὸ στράτευμα, ἐξεπλήρωσεν εὐόρκως τὸ καθῆκόν του. Λέγεται, γράφεται, τηλεγραφεῖται, ὅτι ἀνώτερος ἀξιωματικὸς διετάχθη νὰ παραδώσῃ τὴν διοίκησιν τοῦ τάγματος καὶ τὸ ξίφος, καὶ ἀπήντησε «δὲν ὑπακούω». Λέγεται ὅτι ὁ διαταχθεὶς ἀξιωματικὸς νὰ παραλάβῃ τὴν διοίκησιν ἀπεπέμφθη ἐκεῖθεν εἰς Βόλον. Λέγεται ὅτι ὑπόμνημα ἐστάλη πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα. Λέγεται ὅτι εἰς τὸν συνταγματάρχην Ζυμβρακάκην τὸ ἴδιον ὑπόμνημα, ὑπογεγραμμένον παρ’ ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν τῆς φρουρᾶς, ἐδόθη. Λέγεται ὅτι ὄχι μόνον ἐν Λαρίσσῃ συνέβη τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἐν μέσαις Ἀθήναις. Ἀξιωματικὸς μετετέθη ἐξ ἑνὸς συντάγματος εἰς ἄλλο ἐκτὸς τῶν Ἀθηνῶν, καὶ τὸ σύνταγμα τοῦ μετατεθέντος ἀξιωματικοῦ ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὴν ἀνάκλησιν τῆς διαταγῆς, καὶ ἀνεκλήθη αὕτη. Λέγεται ὅτι καὶ εἰς τὴν Ἄρταν τὸ αὐτὸ συνέβη, καὶ ὅτι μετετέθη ὁ διοικῶν τὸ σύνταγμα ἐκεῖ, καὶ λέγεται τέλος πάντων, ὅτι ὅλος ὁ στρατὸς τῆς Ἑλλάδος ἀρνεῖται νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. 32 ἢ 31 ἀξιωματικῶν τοῦ ἐν Λαρίσσῃ στρατοῦ μεταθέσεις ἀνεκλήθησαν τῇ ἀντιστάσει τῶν ἀξιωματικῶν τούτων. Ταῦτα δὲν εἶναι ἁπλᾶ πράγματα, ἔχουσι μεγίστην σημασίαν, καὶ διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω τοῦτο, σᾶς ἐνθυμίζω ὅ,τι κατὰ τὸ παρελθὸν διεδόθη, ὅτι τάγμα τι ἐν Λαμίᾳ ἐπανεστάτησεν· ἐστάλη ἐκεῖ ὁ συνταγματάρχης Μυκώνιος καὶ μετὰ μίαν ἔκθεσιν οἱ ὑπαξιωματικοὶ τοῦ τάγματος ἐκείνου ἀπεπέμφθησαν, ἐνῷ ὅλοι ἐθεωρήσατε γελοίαν τὴν ὑπόθεσιν ἐκείνην καὶ ἄνευ σημασίας. Ἐν τούτοις ἐκ τοῦ ἀσημάντου ἐκείνου παρήχθη ἀπειλητικωτέρα κατάστασις, οἵα ἀναφέρεται σήμερον. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, συνέβησαν ταῦτα ἐν τῷ στρατεύματι; ποία μέτρα ἔλαβεν; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἀνεκάλεσε τὰς διαταγὰς; καὶ ἂν τὰς ἀνεκάλεσε, δύναται νὰ κάθηται ἐκεῖ, ὅπου κάθηται, διευθύνων δῆθεν τὸ στράτευμα; Περὶ πάντων τούτων κατερχόμενος ἀναμένω τὴν ἀπάντησιν, ὁπότε θέλω ἐπανέλθει, καὶ ἂν ἀκόμη κατὰ τὴν συνήθειάν του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν θέλῃ ἀπαντήσει.
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἦτο περιττὸν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ αἰτήσηται εἰδικῶς ἀπάντησιν εἰς τὰ παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα, ἀφοῦ γινώσκει, ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἡ Κυβέρνησις ἀπαντᾷ εἰς πᾶσαν ἐπερώτησιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἤρχισεν ὁμιλῶν περὶ τῆς ἀποστολῆς εἰς Μεσσηνίαν, ὡς ἀνωτέρω ἐπόπτου, τοῦ ταγματάρχου Μπαϊρακτάρη, καὶ τὴν ἀποστολὴν ταύτην ἐπῄνεσε καὶ αὐτὸς, ὅπως ἐπαινοῦσιν αὐτὴν πάντες, καὶ οἱ ἐν τῷ τμήματι ἐκείνῳ τῆς Ἑλλάδος καὶ οἱ ἄλλοθι γινώσκοντες τὴν εἰδικότητα τοῦ ἀνδρὸς περὶ τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ὁ ταγματάρχης Μπαϊρακτάρης, ἀποσταλεὶς εἰς τὴν ἐπαρχίαν καὶ τὸν νομὸν Μεσσηνίας ἐπὶ εἰδικῇ ἐντολῇ, εἰργάσθη, ὅπως πάντοτε, τελεσφόρως· παρουσιασθείσης δὲ ἀνάγκης, ἵνα ἀποσταλῇ ἀλλαχοῦ προσωρινῶς, ἐπὶ τῇ προθέσει ἵνα πάλιν ἐπανέλθῃ εἰς Μεσσηνίαν, ἔλαβε τὴν ἐντολὴν ταύτην· ἀλλὰ, πρὶν ἢ τῷ δοθῇ ἐντολὴ περὶ μεταβάσεως εἰς ἕτερον τμῆμα τῆς Ἑλλάδος, ἠρωτήθη πῶς ἔχουσι τὰ τοῦ τμήματος, εἰς ὃ εἶχεν ἀποσταλῆ, καὶ ἂν ἡ ἀπουσία του ἐκεῖθεν ἤθελε βλάψει, ὁ δὲ κ. Μπαϊρακτάρης ἀπήντησεν, ὅτι τὰ τῆς δημοσίας τάξεως ἔχουσιν ἄριστα ἐν τῷ τμήματι, τῷ ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἀνάγκη ἐν τῷ παρόντι τῆς παρουσίας αὐτοῦ ἐκεῖ, ὅτι οὐδὲν ὑπάρχει τὸ ἔκρυθμον ἐν τῷ διαμερίσματι ἐκείνῳ, καὶ ὅτι, ἂν κατὰ τὴν ἀπουσίαν αὐτοῦ ἀνετίθεντο τὰ τῆς ἀνωτέρας ἐποπτείας τῆς δημοσίας ἀσφαλείας εἰς τὸν Μοίραρχον, τὰ πάντα θὰ εἶχον καλῶς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπέκρινε καὶ τὴν ἀνάθεσιν εἰς τὸν Μοίραρχον τῶν τῆς ἀνωτέρας ἐποπτείας, θεωρήσας ὅτι αὕτη ἔπρεπε κανονικῶς νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸν διοικητὴν τοῦ συντάγματος. Ἠδύνατο νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸν διοικητὴν τοῦ συντάγματος, ἀλλ’ ἐξαιρετικῶς κανονικῶς ἔπρεπε ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὸν διοικητὴν τῆς Μοιραρχίας, ἰδίως μάλιστα ὅτε καὶ ὁ κ. Μπαϊρακτάρης, ὁ εἰδικῶς πρὸς τὴν ἐνέργειαν ταύτην ἀποσταλεὶς ἐκεῖ, καὶ ὅστις μέλλει νὰ ἐπανέλθῃ, ἐνόμισεν ὅτι κατὰ τὴν ἀπουσίαν αὐτοῦ ἔπρεπε νὰ ἀνατεθῶσι τὰ τῆς ἐποπτείας εἰς ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον κανονικῶς ἀνῆκον· ἑπομένως τὰ τῆς Μεσσηνίας κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Μπαϊρακτάρη ἔχουσιν ἄριστα. Ἡ δημοσία ἀσφάλεια ὑπάρχει ἐν τῷ διαμερίσματι ἐκείνῳ τοῦ Κράτους πλήρης, κατὰ τὰς ἐκθέσεις τοῦ κ. Μπαϊρακτάρη, ὅστις ἤδη διεξεπεραίωσε σχεδὸν τὰ τῆς ἐντολῆς αὐτοῦ ἐν Ἄρτῃ. Καὶ σήμερον ἔτι εἶχον ἔκθεσιν αὐτοῦ, ἐν ᾗ λέγει, ὅτι προσεχῶς δυνάμεθα νὰ τὸν διατάξωμεν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς Μεσσηνίαν, ἀφοῦ δὲ, κατὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ, ἐπανακάμπτοντος εἰς Μεσσηνίαν, πάντα ἔχουσι καλῶς περὶ τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἡμεῖς οὐδεμίαν ἔχομεν ἀφορμὴν, ἵνα φρονῶμεν, ὅτι κατὰ τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ τὰ τῆς καταστάσεως τῆς ἐκεῖ ἀπαιτοῦσιν ἄλλην τινὰ ἔκτακτον πρόνοιαν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἠρώτησε, διατὶ μετεθέσαμεν ἄλλοτε τὸν Μοίραρχον ἐκ Καλαμῶν, διατὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προεκάλεσε τὴν μετάθεσιν τοῦ Νομάρχου, τί δὲ πρόκειται νὰ πράξῃ περὶ ἀστυνόμου. Πάντα ταῦτα ἀφορῶσιν εἰς τὴν διοίκησιν. Μοιράρχους δυστυχῶς ἀναγκαζόμεθα νὰ μετακινῶμεν συχνότερον. Ἤδη ἀπεβίωσεν εἷς Μοίραρχος, καὶ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προβῶμεν εἰς μεταθέσεις πλείστας· ἀπεβίωσαν ὁ Μοίραρχος Μεσολογγίου, καὶ ὅπως ἀντικαταστήσωμεν αὐτὸν, ἠναγκάσθημεν ἐπιμελῶς νὰ ἐξετάσωμεν τὰ τῶν μετακινήσεων, διότι ἐννέα εἶναι οἱ Μοίραρχοι, οἱ ἀποκλειόμενοι τῆς ἀναπληρώσεως τοῦ κενοῦ λόγῳ τοῦ νόμου περὶ ἐντοπίων. Θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ προβῶμεν, ἀγνοῶ εἰς πόσας μετακινήσεις, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ πληρώσωμεν τὴν μίαν ταύτην θέσιν, τὴν ἐκ θανάτου κενωθεῖσαν. Ἑπομένως ἡ ἐρώτησις, διατὶ ἐγένετο ὡρισμένη τις μετακίνησις, ὅταν βλέπωμεν τίνας μετακινήσεις ἐπάγεται ἡ πλήρωσις τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ παρουσιαζομένων κενῶν, καὶ ὅταν ἀναλογιζώμεθα τὰς παντοίας τῆς ὑπηρεσίας ἀνάγκας, τὰς ὑπαγορευούσας τοιαύτας μετακινήσεις, ἡ ἐρώτησις αὕτη δὲν ἀπαιτεῖ ἀπάντησιν μακροτέραν. Περὶ Νομαρχῶν ἐπίσης νομίζω, ὅτι δὲν χωρεῖ βουλευτικὴ ἐπερώτησις, ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρχῃ εἰδικός τις λόγος, ἵνα ἐπικριθῇ ἡ γενομένη μετάθεσις. Περὶ Ἀστυνόμων δὲ, ἐπὶ τῇ παύσει τινὸς αὐτῶν, δύναται νὰ γένηται λόγος, διότι ὁ Ἀστυνόμος διορίζεται μὲν παρὰ τῆς διοικήσεως, ἀλλὰ μετέχει δημοτικοῦ χαρακτῆρος, καὶ, ἂν νομίζῃ τις, ὅτι εἶναι ἐπικριτέα παῦσίς τις, εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ αἴτησις παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐξηγήσεων, καὶ ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ δώσῃ ταύτας, εἴτε γενικοὺς λόγους δημοσίας ἀσφαλείας καὶ καταλληλότητος ἐπικαλουμένη, εἴτε ἄλλους εἰδικωτέρους λόγους, οὓς ἡ ὡρισμένη περίστασις ἤθελεν ἐνδεικνύει. Ὅταν λοιπὸν οὕτως εἰδικῶς γένηται ἐπερώτησις, βεβαίως θέλει δοθῆ ἀπάντησις εἰς αὐτήν. Ὡς πρὸς τἆλλα ζητήματα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ, περὶ ὧν πολὺς ἐγένετο ἐσχάτως λόγος ἐν ταῖς ἐφημερίσι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι πράγματι παρὰ πολιτῶν ἐγένετο ἐνέργεια πρὸς διατάραξιν τῶν τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ὅτι αἱ ἐνέργειαι αὗται ἀπέτυχον οἰκτρῶς ἁπανταχοῦ, ἀποδειχθέντος τοῦ πνεύματος τῆς πειθαρχίας, τοῦ ἐμφοροῦντος τὸν στρατὸν, ἀνεξαιρέτως ἁπανταχοῦ, ὅτι τὰς ἐνεργείας ταύτας τῶν πολιτῶν παρὰ τοῖς στρατιωτικοῖς, τὰς ἀποκρουσθείσας ἁπανταχοῦ, παρηκολούθησαν οἱ ἁρμόδιοι, ὅτι καὶ οἱ Εἰσαγγελεῖς ἐνεργοῦσι τὸ καθῆκον περὶ αὐτῶν, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὃν ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐξετάζει τὰ περὶ αὐτῶν, τὰ περὶ πολιτῶν, διότι τὰ περὶ στρατιωτικῶν δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα· θὰ ἀνῆκον εἰς τὴν κοινὴν δικαιοσύνην, μόνον ἐὰν προέκειτο περὶ συμπράξεως πολιτῶν μετὰ στρατιωτικῶν, ὅπερ μέχρι τοῦδε δὲν φαίνεται προκύπτον. Μέχρι τοῦδε περὶ πολιτικῶν προέκειτο, αἱ δ’ ἐνέργειαι αὐτῶν ἀνάγονται βεβαίως εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ἐπιτετραμμένων ἐκ τῶν νόμων περὶ τῆς κοινῆς δικαιοσύνης τὰ τῆς καταδιώξεως. Ἀλλὰ τὰ τῶν γενομένων τούτων ἐνεργειῶν δὲν ἔπρεπε νὰ μείνωσιν ἀπαρατήρητα καὶ παρὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀρχῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἀνακρίσεις στρατιωτικαὶ διετάχθησαν καὶ ἀλλαχοῦ, διετάχθη καὶ ἡ στρατιωτικὴ ἀνάκρισις ἐν Λαρίσσῃ, ἧς ἐμνήσθη ὁ κ. Βουλευτὴς, εἰπὼν ὅτι ἐστάλη ἐκεῖ λοχαγός. Τοῦτο εἶναι ἀνακριβές· ἐστάλη ἐκεῖ συνταγματάρχης, συνοδευόμενος ὑπὸ λοχαγοῦ, οὐδεμίαν ἔχοντος ἰδίαν ἐντολὴν ἐν τῇ ὑποθέσει. Ὁ συνταγματάρχης ἀπεστάλη εἰσηγητὴς, ἵνα ἀνακρίνῃ καὶ ἐξετάσῃ περὶ τῶν ἐκεῖ συμβάντων, ἐχόντων τὸν χαρακτῆρα, ὃν πρότερον παρέστησα, τουτέστι περὶ ἐνεργειῶν πολιτῶν, ἀποκρουσθεισῶν ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὡμίλησε καὶ εἰδικώτερον, εἶπεν ὅτι ἀνέγνωσεν, ἐν ταῖς ἐφημερίσι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως βεβαίως, ὅτι ἀξιωματικός τις διετάχθη νὰ παραδώσῃ τὸ τάγμα καὶ δὲν τὸ παρέδωκεν· ἀναληθὲς, ἀνυπόστατον, ἀνύπαρκτον, εἰμὴ μόνον ἐν σελίσιν ἐφημερίδων. Ὅτι διετάχθη νὰ παραδώσῃ τὸ ξίφος καὶ δὲν τὸ παρέδωκε· μόνον ἐν ἐφημερίσιν ὑπάρχει τοῦτο. Ὅτι ἕτερος ἀξιωματικὸς διετάχθη νὰ παραλάβῃ τὴν διοίκησιν καὶ δὲν ἐδέχθη αὐτὸν τὸ σῶμα· μόνον ἐν τῇ φαντασίᾳ τῶν ἐπιθυμούντων τὰ τοιαῦτα ὑπάρχει τοῦτο. Ὅτι ἀξιωματικοὶ διετάχθησαν νὰ ἀπέλθωσι καὶ δὲν ὑπήκουσαν· οὐδεμίαν ἔχει πληροφορίαν ἡ ὑπηρεσία περὶ ἀξιωματικῶν ἐκτεθέντων εἰς παραβάσεις πειθαρχίας.
§8ΜΙΛΗΣΗΣ. Μετεθέσατε ἀξιωματικούς, κύριε Πρόεδρε, ἢ ὄχι;
§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν μετεθέσαμεν ἀξιωματικούς, βεβαιώθητε, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι θέλουσι μεταβῆ ἐκεῖ, ὅπου μετετέθησαν.
§10ΜΙΛΗΣΗΣ. Σᾶς ἐρωτῶ, ἐὰν μετεθέσατε· ἀπαντήσατε ὁριστικῶς.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν μετεθέσαμεν ἀξιωματικούς, βεβαιώθητε, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ θέλουσι μεταβῆ ἐκεῖ, ὅπου μετετέθησαν. Ὅτι μετεθέσαμεν ἀξιωματικούς, εἶναι γνωστόν· ἀπεσπάσαμεν δηλαδὴ αὐτούς. Ἔχομεν ἐδῶ, ἐν Ἀθήναις, ἐκ τῶν ἀποσπασθέντων, ἐκ τῶν κληθέντων ἐνταῦθα, καὶ ἔχομεν ἄλλους, νῦν κινουμένους, καὶ ἂν τυχὸν ἀξιωματικός τις ἀσθενῶν ἤθελε βραδύνει περὶ τὴν ἀναχώρησιν, ἕως ὅτου ἀνακτήσῃ τὴν ὑγείαν του, καὶ ἂν ἀξιωματικὸς διὰ λόγον ἄλλον δὲν δύναται νὰ μεταβῇ ἤδη εἰς τὴν νέαν θέσιν του, θέλει μεταβῆ εὐθὺς ὡς παρέλθῃ ὁ λόγος· ἐὰν δὲ ἀξιωματικός τις δὲν μετέβη εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν ἀπεσπάσθη, διὰ λόγους μὴ δεδικαιολογημένους, ὁ ἀνακριτὴς θέλει βεβαιώσει τοῦτο, καὶ θέλουσιν ἐκτελεσθῆ τὰ τοῦ νόμου· ἀλλὰ μέχρι τοῦδε οὐδεμίαν ἔχομεν πληροφορίαν περὶ ἀξιωματικοῦ παραβάντος τὰ τῆς πειθαρχίας· τοὐναντίον παρὰ τοῦ ἀνακριτοῦ, μόλις ἀφιχθέντος ἐν Λαρίσσῃ, ἔχομεν πληροφορίας, ὅτι πάντα ἐνεργοῦνται ἐκεῖ κανονικῶς ὡς πρὸς τοὺς ἀξιωματικούς, ὅτι οὐδεμίαν ἔχει περὶ ἀξιωματικοῦ πληροφορίαν μέχρι τοῦδε, ὡς παραβάντος τὸ καθῆκον αὐτοῦ. Τί θέλει ἡ ἀνάκρισις ἀποκαλύψει βραδύτερον, δὲν δύναμαι νὰ προείπω· ὅ,τι ὅμως δύναμαι νὰ εἴπω, εἶναι, ὅτι πάντα, τὰ περὶ ὧν ἐποιήσατο λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς, εἶναι ἐντελῶς ἀνυπόστατα. Νομίζω ὅτι, ὅταν τοῦτο λέγω, δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ, ἵνα προβῶ εἰς περαιτέρω ἀνάπτυξιν· ἀρκεῖ, ὅτι αἱ ἐνέργειαι, αἱ γενόμεναι ὑπὸ πολιτῶν παρὰ τῷ στρατῷ, ἀπεκρούσθησαν πᾶσαι, καὶ ἀπεδείχθη τὸ πνεῦμα τῆς πειθαρχίας, τὸ ἐπικρατοῦν παρὰ τῷ στρατῷ. Τοῦτο περιποιεῖ εἰς τὸν στρατὸν τὴν τιμὴν, ἣν πάντες τῷ ἀπέδιδον καὶ τῷ ἀποδίδουσι, διότι οὐδεὶς ἀμφέβαλλεν ἢ ἀμφιβάλλει περὶ τῶν κατ’ αὐτὸν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε δὲν ὑπῆρξε δυσάρεστον, ὅτι ἐδόθη καὶ ἡ πρόσθετος αὕτη διατράνωσις.
§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸν ἠκούσατε. Ἡσυχία καὶ τάξις βασιλεύει ἐν Λαρίσσῃ! Πολῖται προσεπάθησαν νὰ διεγείρωσι τὸν στρατὸν εἰς ἐπανάστασιν, ἀλλ’ οἱ ἀξιωματικοὶ τοὺς ἀπέκρουσαν. Πάντες ἐν σιδηρᾷ πειθαρχίᾳ ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκόν των. Ἀλλὰ τότε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, τί ζητεῖ ὁ ἀνακριτὴς ἐν τῷ μέσῳ αὐτῶν; Μὰ δὲν ἐντρέπεσθε! Φρονεῖτε ὅτι ὁμιλεῖτε πρὸς ἀνθρώπους, μὴ ἐννοοῦντας καὶ οἵτινες δὲν ἔχουσιν οὔτε ἀντίληψιν οὔτε κρίσιν; Ἀλλ’ ἐὰν σεῖς δὲν ἐννοῆτε, αὐτὸ ἀφορᾷ σᾶς. Ἡμεῖς τοιαύτην ὕβριν δὲν δεχόμεθα· τὴν ῥίπτομεν εἰς τὸ πρόσωπόν σας. Ἐρωτᾶσθε ἀπὸ τὸν κ. Μίλησην, ἂν μετεθέσατέ τινα ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ἀπαντᾶτε: «ἂν μετέθεσα, θὰ μεταβῇ οὗτος εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον· ἂν ἦναι ἀσθενής, θὰ βραδύνῃ». Σοβαρώτερος, παρακαλῶ κύριε Πρωθυπουργέ. Εἶσθε Πρωθυπουργὸς τῆς πατρίδος μου, καὶ ἐν ὀνόματι αὐτῆς σὲ παρακαλῶ νὰ συναισθανθῇς τὸ ὕψος τῆς θέσεως, εἰς ἣν εὑρίσκεσαι. Περιήγαγες τὸν στρατὸν εἰς τοιαύτην κατάστασιν διὰ τῆς ἀτασθάλου, κομματικῆς καὶ ἐμπαθοῦς διοικήσεώς σου, ὥστε νὰ σκεφθῇ αὐτὸς, ὅτι ὀφείλει νὰ βηματίσῃ οὕτω, ὅπως ἀμυνθῇ κατὰ σοῦ, ὡς ἐχθροῦ τῆς πατρίδος· εἶσαι δὲ ἐχθρὸς τῆς πατρίδος, διότι ἐζήτησας καὶ κατώρθωσας νὰ ἐξασθενίσῃς τὴν Ἑλλάδα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ὁ Σουλτάνος νὰ σὲ ῥαπίζῃ εἰς τὸ πρόσωπον δι’ ἑνὸς φιρμανίου. Κατώρθωσας νὰ παραστήσῃς τὸν ὑπερήφανον στρατόν μας ὅπως ἐπεθύμεις, καὶ ἐνθυμεῖσαι, ὅταν ἦτο ἐπὶ τῶν συνόρων, τί ἔλεγες ἐκ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτι εἶναι ἀγέλη, ὁδηγουμένη εἰς τὴν σφαγήν. Κατήντησας τὸν στρατὸν τῆς πατρίδος μας ἀγέλην καὶ ἀθύρματα, διότι δὲν εἶσαι Ἕλλην καὶ δὲν εἶσαι Ἕλλην, διότι εἰς στιγμὰς κρισίμους ἔδιδες τὴν χεῖρα πρὸς τὸν ἐχθρὸν τῆς πατρίδος καὶ συνετάσσεσο μετ’ αὐτοῦ, ὑποσκάπτων τὰ θεμέλια τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως καταλάβῃς σὺ αὐτήν. Περιήγαγες τὴν πατρίδα καὶ τὸν στρατὸν αὐτῆς εἰς σημεῖον τοιοῦτον, ὥστε, διὰ νὰ κρύψῃς τὴν γυμνότητά σου, κατέφευγες εἰς τὴν Εὐρώπην, ζητῶν τὴν καταστολὴν τῶν ἐν Κρήτῃ στασιαστικῶν κινημάτων, καὶ ἠπείλεις ἐν τοῖς ἐγγράφοις σου, ὡς νὰ μὴ εἶχον ἐκεῖνοι πλήρη εἰκόνα τῆς καταστάσεώς μας. Οἰκονομικῶς κατέστρεψας τὴν πατρίδα, στρατιωτικῶς καὶ διοικητικῶς τὴν ἀποσυνέθεσας, διὰ νὰ μὴ δύναται νὰ διεκδικήσῃ τὰ δίκαια αὐτῆς κατὰ τῆς γείτονος χώρας. Τοιαῦτα βλέπων ὁ ὑπερήφανος στρατὸς τῆς Ἑλλάδος, σὲ ἐῤῥάπισεν εἰς τὸ πρόσωπον. Πειθαρχίαν ἔχει ἀληθῶς ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς, καὶ ἡ πρὸς σὲ στάσις του καταδηλοῖ τὴν πίστιν πρὸς τὸν ὅρκον του. Κύριοι, συγχωρήσατε τὴν ἀγανάκτησίν μου. Ἀποτελῶ μέρος τοῦ στρατοῦ, καὶ αἰσθάνομαι τὴν καταστροφὴν, τὴν ὁποίαν ἐπέφερεν εἰς αὐτὸν ὁ κύριος οὗτος, καὶ λυποῦμαι, διότι βλέπω, ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπίστευον ὅτι ἠδύνατο νὰ παραστῇ ἡ Ἑλλὰς ὑπάρχουσα μεταξὺ τῶν ἀνταγωνιζομένων Κρατῶν, περιῆλθεν εἰς ἀνικανότητα, ἕνεκεν αὐτοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον τότε μόνον ἐπέτρεψαν ν’ ἀνέλθῃ εἰς τὴν ἀρχὴν, ὅταν ὑπεσχέθη εἰς Ἀμπελοκήπους νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον τοῦ ἐπέβαλον. Δὲν κρύπτεσαι πλέον, Πομπήϊε! σὲ ἐγνώρισεν ἡ Ἑλλὰς, καὶ διὰ τοῦτο ὁ στρατὸς προέβη ἀπειλητικὸς καὶ ζητεῖ ἀπὸ τὸν Βασιλέα νὰ σὲ σταματήσῃ προτοῦ βιαίως σὲ σταματήσει αὐτὸς, κλονίζων τὴν ὕπαρξιν τοῦ τόπου. Ἐάν τις ἀνατρέξῃ εἰς τὴν ἱστορίαν σου, ἀφ’ ὅτου παρουσιάσθης εἰς τὴν πολιτικὴν κονίστραν, καὶ σπουδάσῃ αὐτὴν, ἐξετάζων τὰ πράγματα καὶ μὴ προσέχων εἰς τοὺς ἀγυρτικοὺς λόγους σου, θὰ μάθῃ τίς εἶσαι, θὰ γνωρίσῃ τὸ ἐφαρμοσθὲν σύστημα, θὰ εὕρῃ πραγματοποιούμενον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπες, ὅταν ἦτο ἐπὶ τοῦ τάπητος τὸ ζήτημα τῶν νέων ἐπαρχιῶν καὶ δὲν ἠδύνασο, εἰμὴ νὰ τὸ εἴπῃς, διότι ἄλλως δὲν εἶχον ἐμπιστοσύνην εἰς σὲ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι σοῦ ἐπέβαλον τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐφήρμοσες εἰς τὴν πατρίδα. Εἶπες ὅτι θὰ προσκολληθῇς εἰς μίαν ἐκ τῶν Δυνάμεων, καὶ ἐπραγματοποίησας ἀληθῶς τὴν ὑπόσχεσίν σου, πρὸς δυστυχίαν μας. Εὗρες τὴν Ἑλλάδα ηὐξημένην καὶ πλουσίαν, μὲ πίστιν μεγάλην, καὶ διοικεῖς ἐπὶ ὀκτὼ ὅλα ἔτη αὐτὴν ἄνευ πολέμου, ἄνευ ἐξωτερικῶν ἐπαναστάσεων καὶ ταραχῶν, ἄνευ ἐσωτερικῶν ἀνωμαλιῶν, μὲ βασιλεύουσαν εἰρήνην, καὶ χωρὶς νὰ δώσῃς ζωὴν εἰς τὴν βιομηχανίαν, τὸ ἐμπόριον, τὴν κτηνοτροφίαν, τὴν γεωργίαν, τὴν ἐχρέωσες μὲ 700 ἑκατομμύρια, καὶ καυχᾶσαι, διότι δὲν ἐγονάτισεν ὕστερον ἀπὸ τὴν ὑπέρμετρον φορολογίαν. Ναὶ, ἦτο ἱκανὴ νὰ ἀποτίσῃ τοὺς φόρους μέχρι τῆς χθὲς, διότι οἱ πρὸ σοῦ διοικοῦντες τὸν τόπον εἶχον κατορθώσει διὰ τῆς πατρικῆς διοικήσεώς των καὶ ἐν τῷ ταμείῳ νὰ ἀφθονῇ τὸ χρῆμα καὶ οἱ πολῖται νὰ εὐπορῶσιν· ἀλλὰ σὺ κατώρθωσες τὰ ἀγαθὰ τῆς πατρικῆς ἐκείνης διοικήσεως, εἰς διάστημα ὀλίγων ἐτῶν, νὰ τὰ κατασπαταλήσῃς πρὸς καταρτισμὸν κόμματος, καὶ οὕτω θὰ παραδώσῃς αὔριον πρὸς τοὺς διαδόχους σου, —διότι αὔριον δὲν θὰ ἦσαι πλέον, —τὴν Ἑλλάδα ἄνευ πόρων, τὴν Ἑλλάδα κατάχρεων καὶ ἄνευ πίστεως, τὴν Ἑλλάδα ἀδυνατοῦσαν νὰ προχωρήσῃ. Καὶ σὺ ἤδη εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον ἵστασαι, καὶ ἐὰν θὰ ἔμενες ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, θὰ εὑρίσκετο πρὸ τοῦ χάους, διότι συντηρεῖται πλέον οὐχὶ ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐκ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν καὶ τῶν σιδηροδρόμων. Ταῦτα εἶδεν ὁ στρατὸς, καὶ ἀπεφάσισεν, εὐόρκως ἐκπληρῶν τὸ καθῆκόν του, νὰ σὲ ἀνατρέψῃ, ὑποδεικνύων εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα τὴν ἀπόφασιν, ἣν ἔλαβε, πρὸς σωτηρίαν τῆς πατρίδος. Ἀρνεῖται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, χωρὶς νὰ ἐρυθριᾷ,—ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τοιοῦτο χρῶμα νὰ φανῇ ἐρύθημα—ἀρνεῖται ὅτι διέταξε τὴν προφυλάκισιν τοῦ ταγματάρχου Λούρου καὶ τὴν παράδοσιν τῆς διοικήσεως τοῦ τάγματος ἐκείνου εἰς τὸν Ἀντώνιον Ζέρβαν· ἀρνεῖται, ὅτι μετέθεσε 31 ἀξιωματικούς, καὶ ὅτι προσεκάλεσεν αὐτὸν ὁ ἀρχηγὸς εἰς τὸ τηλεγραφεῖον, ὑποδεικνύων, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὰς διαταγάς του, καὶ τὸν παρακαλεῖ, χάριν τῆς τάξεως, νὰ ἀνακαλέσῃ αὐτὰς καὶ τῷ ἐπιτρέψῃ νὰ ἔλθῃ εἰς Ἀθήνας καὶ ἀφηγηθῇ ἐν λεπτομερείᾳ πρὸς αὐτὸν καὶ τὸν Βασιλέα τὰ ἐκεῖ λαβόντα χώραν. Τὸν ἀναχωρήσαντα ἀρχηγὸν διεδέχθη ὁ συνταγματάρχης κ. Σοῦτσος, ὅστις, ὡς στρατιώτης ἔντιμος, πονῶν τὴν πατρίδα του, τὴν αὐτὴν παῤῥησίαν ἐτήρησε πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ στάσις αὕτη τοῦ συνταγματάρχου ἀπήλπισε τὸν Πρωθυπουργὸν, ὁ ὁποῖος ἐπίστευεν, ὅτι διὰ τῆς ἀποστολῆς εἰς Λάρισσαν τοῦ Δημητρίου Σούτσου, πρώην Δημάρχου, θὰ μετέπειθε τὸν συνταγματάρχην. Καὶ ἐνῷ ταῦτα γίνονται, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διατείνεται, ὅτι ὑπάρχει τάξις καὶ ἀσφάλεια, καὶ αὐστηρὰ πειθαρχία! Ὑπάρχει ἀληθῶς πειθαρχία, καὶ δὲν ἠδύνασο ἢ νὰ τὴν ἀναγνωρίσῃς, διότι ἡ κατὰ σοῦ παῤῥησία τοῦ στρατεύματος εἶναι ἔννομος στάσις κατ’ ἐχθροῦ τῆς πατρίδος. Καὶ διὰ νὰ κατανικήσῃ τὴν διαμαρτυρίαν ταύτην ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπίστευσεν ὅτι ἠδύνατο νὰ περιποιηθῇ τοὺς ἀξιωματικούς, ἀνακαλῶν τὴν πρώτην του διαταγὴν, καὶ τοποθετῶν αὐτοὺς εἰς εἰδικὰς θέσεις, ὡσεὶ οἱ εὐγενεῖς καὶ ὑπερήφανοι ἐκεῖνοι ἀξιωματικοὶ ἐμάχοντο διὰ προσωπικὰ ζητήματα. Ὀφείλεις νὰ μάθῃς παρ’ ἐμοῦ, ἀφοῦ δὲν τὸ κατενόησες, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἐπιδιώκει νὰ ἐκδιώξῃ ἐκ τῶν σπλάγχνων του τὸν καταστροφέα. Καὶ τὴν διαταγὴν ταύτην ἀπέκρουσαν οἱ ἀξιωματικοί· ὅπως ὅμως κατορθώσῃ τὴν διαίρεσιν, ἀπέστειλεν ἐκεῖ καὶ τὸν Ζυμβρακάκην. Καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα, σᾶς λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτε, καὶ ὅτι πολῖταί τινες ἠθέλησαν νὰ ἐξεγείρωσι τὸν στρατόν! Καὶ ποῖος πολίτης ἐκ Θεσσαλίας ἠμπορεῖ νὰ σκεφθῇ, ὅτι δύναται νὰ ἐπιτύχῃ τοῦτο; Ἀλλ’ ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι ὑπῆρξεν ἐκεῖ εἷς Τζαβέλας, εἷς Χατζηχρῆστος, εἷς Μαυρομιχάλης, εἷς Κολοκοτρώνης, εἷς Καραϊσκάκης, εἷς Χατζηπέτρος, ὁ ὁποῖος ἐτόλμησε νὰ προτείνῃ τοῦτο εἰς τὸν στρατὸν, καὶ ὁ στρατὸς, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπέῤῥιψε μετὰ περιφρονήσεως τὰς προτάσεις του, τίνα λόγον ἔχει ἡ ἀποστολὴ τοῦ κ. Ζυμβρακάκη; Τί πρέπει νὰ ἀξιώσω παρὰ σοῦ; νὰ ἔχῃς ἐντροπήν; Μὴ εἶχες τοιαύτην, ὅτε εἰσήρχεσο εἰς τὸ Δικαστήριον, κατὰ τὴν περιλάλητον ἐκείνην δίκην τοῦ Βελέντζα, καὶ ἐνόρκως ἐβεβαίους, Πρωθυπουργὸς ὤν, ὅτι ἦτο πολίτης ἔντιμος καὶ πατριώτης ἐνθουσιώδης, ἐνῷ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης τὸν κατηγόρεις ὡς λῃστὴν περιβόητον; Σὺ, ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς πατρίδος μου, δὲν παρέστης ἐκεῖ, ἀναιρῶν αὐτὸς ἑαυτὸν πομπωδῶς; Ἀλλὰ μήπως εἶπες ποτὲ τὴν ἀλήθειαν; Δὲν παρῆλθες εἰς τὸ βῆμα ζητῶν δάνεια διὰ ναυτικὰς παρασκευάς; δὲν ἔλεγες ὅτι ἡ πατρὶς κινδυνεύει, ἐὰν καὶ μία στιγμὴ παρέλθῃ χωρὶς νὰ ψηφισθῶσι τὰ δάνεια, εἶτα δὲ ὅλαι ἐκεῖναι αἱ ἐπαγγελίαι σου κατέληξαν εἰς τὸν «Κίσσαν» καὶ τὴν «Τσίχλαν»; Δὲν μᾶς ἀνέγνωσας ἐντεῦθεν, ὅταν τὸ ζήτημα τῶν νέων ἐπαρχιῶν ἦτο ἐπὶ τοῦ τάπητος, τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον εἶχε κυκλοφορήσει διὰ τῶν ἐφημερίδων πρὸ δεκαπενθημερίας, ὅτι τέλος πάντων ἀπεφασίσθη, τῇ ἐνεργείᾳ σοῦ, νὰ προσλάβωμεν τὰς νέας ἐπαρχίας, ἐγὼ δὲ, καθήμενος ἐκεῖ, δὲν δὲν σὲ διέκοψα καὶ σοὶ εἶπον, ὅτι ψεύδεσαι, διότι τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἐκυκλοφόρησεν εἰς τὴν Ἑλλάδα πρὸ δέκα πέντε ἡμερῶν διὰ τῆς «Νέας Ἐφημερίδος», ζητεῖς νὰ τὸ παρουσιάσῃς ὡς προερχόμενον ἐκ τῆς ἐργασίας σου, καὶ δὲν σκέπτεσαι, σοὶ προσέθηκα, ποίαν ἰδέαν θὰ λάβωσιν οἱ ξένοι περὶ τῆς πατρίδος μας, ὅταν ἀκούωσι σοῦ, τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἐκ τῆς ἐπισήμου ταύτης θέσεως νὰ ψεύδησαι μετὰ τόσης τόλμης; Προεῖδες ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐνετάλης νὰ ἐφαρμόσῃς, θὰ εἶχεν αἰσχίστας συνεπείας, καὶ διὰ τοῦτο ἐψήφισες νόμον, μεταβάλλοντα τὴν δικαστικὴν διαδικασίαν τῶν ἀξιωματικῶν, ὅπως κατορθώσῃς τὴν ταπείνωσιν καὶ ὑποδούλωσιν τούτων, ἀφαιρέσας ἀπ’ αὐτῶν τοὺς φυσικούς των δικαστάς. Σοὶ τὸ εἶπον ἐντεῦθεν καὶ τότε, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ νόμος ἐκεῖνος, καὶ σοὶ ὑπέμνησα καὶ τὸ στρατόπεδον τοῦ Ἡρακλείου, ὅτι πρὸ τῆς πατρίδος φίλους ἐν τῷ στρατῷ καὶ ὄργανα εὐτελῆ τῶν ἀντεθνικῶν σου σχεδίων δὲν θὰ κατορθώσῃς νὰ συμπήξῃς. Ἀλλὰ τί ὠφελεῖ, ἂν προκαλῇ τὴν ἀνατροπήν σου ὁ στρατός; τί ὠφελεῖ, ἂν ὁ Βασιλεὺς ἀνακύψῃ καὶ ἴδῃ ποῦ κατήντησας τὴν πατρίδα καὶ ποῦ ὠθεῖς ἔτι αὐτήν; Εἴμεθα πρὸ τῆς πλήρους καταστροφῆς. Ἡ δυστυχία ἐπῆλθεν, ἀποσύνθεσις πλήρης κυριαρχεῖ. Τί ὠφελεῖ, ἂν αὔριον ὑποστῇς τὰ ἀντίποινα, στιγματισθῇς καὶ καταδικασθῇς εἰς θάνατον; Ἕν ἄτομον ὀλιγώτερον. Ὁ θάνατος εἶναι πρᾶξις τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας τοῦ κόσμου. Εἶναι ἀνάγκη ὅμως, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ συντηρήσωμεν τὰ συντρίμματα. Χθὲς ἤλθατε ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας σας, κύριοι Βουλευταὶ, καὶ γνωρίζετε εἰς ποῖον σημεῖον ἔφθασεν ἡ δημοσία ἀσφάλεια καὶ πῶς τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκόν των. Γέμουσιν αἱ ἐφημερίδες, καὶ ἀκόμη καὶ αἱ φίλα πρὸς τὸ καθεστὼς φρονοῦσαι, ἐκ τῶν ἐγκλημάτων, τῶν λαμβανόντων χώραν ἐν αὐταῖς, καὶ τῶν ἐκνόμων πράξεων τῶν ὑπαλλήλων τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ὅμως, τὸν ἠκούσατε, εἶχε τὸ θάῤῥος, χωρὶς νὰ ἐρυθριᾷ, νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι βασιλεύει ἐν Μεσσηνίᾳ καὶ πανταχοῦ τοῦ Κράτους τάξις καὶ ἀσφάλεια, καὶ ὅτι οὐδεὶς κίνδυνος ἐπίκειται ἐκ τῆς ἀπομακρύνσεως ἐκεῖθεν τοῦ κ. Μπαϊρακτάρη! Καὶ ἀληθῶς πρὸ τοῦ κινδύνου, ὁ ὁποῖος ἐφαίνετο ὅτι ἔμελλε νὰ ἐκραγῇ εἰς Ἄρταν, ἡ Μεσσηνία ἂς καταστρέφεται. Δὲν πρέπει νὰ δοθῇ ἡ διοίκησις τῶν μεταβατικῶν εἰς τὸν φυσικὸν αὐτῶν ἀρχηγὸν, συνταγματάρχην κ. Μακρῆν, διότι δὲν εἶναι συμφέρον νὰ καταδηλωθῇ, ὅτι δύναται καὶ ἄλλος ὁμοίως εἰς τὴν ἀποστολὴν ταύτην νὰ ἐπιτύχῃ, ἥτις ὅμως δὲν ἔχει αὐτὸν τὸν σκοπὸν, ἀλλὰ τὴν τῶν μελλουσῶν ἐκλογῶν. Δὲν θὰ ἐπιστρέψῃ μετ’ ὀλίγον, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ κ. Μπαϊρακτάρης, καὶ διὰ τοῦτο ἐλήφθη τὸ μέτρον νὰ λάβῃ τὴν διοίκησιν ἡ Μοιραρχία. Ἦτο δεκάτη τῆς νυκτὸς, ὅτε προσεκλήθη ἐν τῷ τηλεγραφείῳ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ὁ Μπαϊρακτάρης τῷ ἀνεκοίνωσεν, ὅτι τὴν αὐτὴν στάσιν λαμβάνει καὶ τὸ σύνταγμα τῆς Ἄρτης, καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς, κανονίσας ὅπως εἴπομεν τὰ τῆς Μεσσηνίας, διέταξε τὸν Μπαϊρακτάρην ν’ ἀναχωρήσῃ εἰς τὴν Ἄρταν, ἵνα δυνηθῇ μετὰ τῶν ἀδελφῶν του νὰ καταστείλῃ καὶ τὰ ἐκεῖ γιγνόμενα καὶ ἀνακόψῃ τὸν ἐπὶ θύραις κίνδυνον. Ἀλλὰ, σᾶς ἐρωτῶ, τί σημαίνουσι ταῦτα; Ἐν Λαρίσσῃ ὁ στρατὸς ἀρνεῖται νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὰς διαταγάς σου. Ὁ τῆς Ἄρτης ἑτοιμάζεται νὰ προβάλῃ ἀπειλητικώτερος. Ἐν Ἀθήναις σὲ ἀναγκάζουσι ν’ ἀνακαλέσῃς τὰς διαταγάς σου, καὶ σεῖς θέλετε νὰ παρουσιασθῆτε ἀτάραχος, ἐνῷ πελιδνὸς προσπαθεῖτε νὰ παραστήσητε ἀσυναρτήτως τὰ πράγματα ἐν τάξει. Ἐλπίζετε εἰς τὴν μετάβασιν τοῦ κ. Ζυμβρακάκη· ἐλπίζετε εἰς τὸν κ. Δημ. Σοῦτσον. Τρέμετε μὴ ἡ συγκίνησις τοῦ Κράτους, ἡ ἐξέγερσις ἡμῶν τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ, συνταράξῃ ἔτι μᾶλλον τὰ ἐκεῖ, καὶ δὲν δυνηθῇς νὰ εἰσέλθῃς ὑπούλως, ὅπως κατορθώσῃς τὴν διαίρεσιν καὶ νικῶν οὕτω συντάξῃς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δῆθεν ἀνακρίσεων τὸν πίνακα τῆς προγραφῆς ἐκείνων, οὓς δὲν θεωρεῖς φίλους σου, ἐκείνων δηλαδή, οὓς δὲν δύνασαι νὰ καταστήσῃς εὐτελῆ ὄργανα τῶν ἐπιβούλων πρὸς τὸ ἔθνος σχεδίων σου. Ἐὰν τοῦτο κατορθώσῃς, ἐνθυμήθητι ὅτι αὕτη εἶναι ἡ δευτέρα ἐξέγερσις τοῦ στρατοῦ. Ὁποία θὰ ἦναι ἡ τρίτη, τὴν ὁποίαν ἀπεύχομαι, δὲν δύνασαι νὰ προΐδῃς. Δὲν σοὶ ἔμεινεν ἴχνος πατριωτισμοῦ, αὐτοσυντηρησίας ὅμως αἴσθημα ἔχεις· δι’ αὐτὸ σὲ συμβουλεύω ν’ ἀπόσχῃς τῆς ἀρχῆς, ὅπως ἐπανέλθῃ ἡ ὁμαλὴ τῶν πραγμάτων κατάστασις εἰς τὸν τόπον· αἱ συνέπειαι ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐπέλθωσι κατὰ σοῦ καὶ μόνου, θὰ μοὶ ἦτο ἀδιάφορον, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἐπέλθωσι καὶ κατὰ τῆς πατρίδος.
§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τῷ ὄντι ἠξιοῦμεν παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ νὰ παρασταθῇ μὲ σοβαρότερον ὕφος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον κατεδήλωσε διὰ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔδωκε πρὸ μικροῦ, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης. Καὶ εἴχομεν δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσωμεν παρ’ αὐτοῦ σοβαρότητα, διότι αἱ ἐπερωτήσεις αὗται ἀνάγονται εἰς ζήτημα, τοῦ ὁποίου τὴν μεγίστην σοβαρότητα οὐδεὶς ἐν Ἑλλάδι δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ. Ὅταν τὸ πρῶτον ἐφημερίς τις ἀνήγγειλε τὰς εἰδήσεις περὶ τῶν συμβαινόντων ἐν Λαρίσσῃ, αἱ εἰδήσεις αὗται, πανταχοῦ, ὅπου καὶ ἂν μετεδόθησαν, ἐπήνεγκον μεγίστην συγκίνησιν ἐν τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ. Καὶ εὐλόγως συνεκινήθη ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅταν ἤκουεν, ὅτι ἐν τμήματί τινι τοῦ Κράτους ἐδίδοντο διαταγαὶ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὸν στρατὸν, αἱ δὲ διαταγαὶ αὗται συνεκίνουν τὸν στρατόν. Ἦτο ἀναπόφευκτον νὰ συγκινηθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἐὰν δὲ ὁ Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἐτήρησεν, ὅταν αἱ εἰδήσεις αὗται διεδόθησαν διὰ τῶν ἐφημερίδων, ὅτι τὴν αὐτὴν τακτικὴν ἠδύνατο νὰ τηρήσῃ καὶ ἐπερωτώμενος ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὁ Πρωθυπουργὸς ἐδείχθη ἥκιστα σοβαρός. Καὶ εἶναι σύνηθες συμβεβηκὸς νὰ ἀναγγέλληται, ὅτι τμῆμα στρατοῦ συγκινεῖται ἐκ τῶν διαταγῶν, τὰς ὁποίας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔδωκεν εἰς αὐτὸν, καὶ ὅτι δυσφορεῖ νὰ ἐκτελέσῃ τὰς διαταγὰς ταύτας; Πότε ἐν Ἑλλάδι συνέβη τοιοῦτόν τι; Διήλθομεν ἀνωμάλους χρόνους. Διήλθομεν τοὺς χρόνους ἐκείνους, οἵτινες ἐπῆλθον μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1862. Ἐχαλαρώθησαν τότε αἱ τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ οἱ χρόνοι ἐκεῖνοι παρῆλθον, ἔκτοτε διήλθομεν εἴκοσιν ἓξ ἔτη, οὐδέποτε δὲ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο συνέβη νὰ ἀκούσωμεν παρόμοια ἀγγέλματα, ἂν καὶ γνωστὸν ἦναι εἰς ποίας δοκιμασίας ὑπεβλήθη κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους ὁ στρατός. Τῷ ὄντι πρέπει νὰ θαυμάσωμεν τοὺς συμπολίτας ἡμῶν τούτους, διελθόντας κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο μετὰ μεγάλης γενναιοφροσύνης καὶ ἀνοχῆς τὰς δοκιμασίας, εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβάλλοντο· ἐξεδίδοντο νόμοι, οἵτινες μετέβαλον τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα οἱ θεσμοὶ τοῦ Κράτους εἶχον ἀπονείμει εἰς τὸν στρατὸν τῆς Ἑλλάδος, ὁ δὲ στρατὸς μετὰ μεγάλης ἀνοχῆς ὑπεβλήθη εἰς τὴν δοκιμασίαν ταύτην. Ἐξεδίδοντο νόμοι ἐντελῶς ἀντισυνταγματικοὶ, ἀναιροῦντες ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν ἀπαγορεύεται ἡ σύστασις εἰδικῶν δικαστηρίων, καὶ διὰ τῶν νόμων τούτων ἐτίθετο ὑπὸ περιορισμὸν ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἡ αὐτοτέλεια τοῦ στρατοῦ· μολονότι δὲ ἡ ἐκτέλεσις τῶν νόμων τούτων κατέδειξεν οἰκτρότατα ἀποτελέσματα, ὁ στρατὸς μετὰ γενναιοφροσύνης, ἁρμοζούσης εἰς αὐτὸν, καὶ μετὰ μεγίστης ἀνοχῆς διῆλθε καὶ τὴν δοκιμασίαν ταύτην. Καὶ τί δὲν ἐπράχθη ἐν τῇ διοικήσει τοῦ στρατοῦ; Πότε ἠκούσαμεν, ὅτι ὁ στρατὸς δὲν ἠνέχθη πᾶσαν ἀκόλαστον πρᾶξιν φατριασμοῦ, διαπραχθεῖσαν κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, δὲν ὑπέμενε καὶ ἐπὶ ζημίᾳ αὐτοῦ καὶ ἐπὶ μειώσει τῆς αὐτοτελείας αὐτοῦ; Καὶ ὅταν ἤκουσεν ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς συμβεβηκότα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἀνεκοινώθησαν τελευταῖον, δὲν εἶχε δίκαιον νὰ συγκινηθῇ; Ἡ δὲ Κυβέρνησις ποῖον ἔδειξεν ἐνδιαφέρον, διὰ νὰ καθησυχάσῃ τὴν συγκίνησιν ταύτην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Ἠρκεῖτο διὰ τῶν ὀργάνων της νὰ διαψεύδῃ τὰς εἰδήσεις. Ὅταν δὲ προεκλήθη ὑπὸ τῆς «Ἐφημερίδος», ἥτις πρώτη ἐδημοσίευσε τὰς εἰδήσεις ταύτας, νὰ καταγγείλῃ αὐτὴν ἐνώπιον τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ὅταν ἰσχυρίζοντο τῆς ἐφημερίδος ἐκείνης οἱ συντάκται ν’ ἀποδείξωσιν ἐνώπιον τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ὅτι αἱ ἐφημερίδες τοῦ Ὑπουργείου, ἀναιροῦσαι τὰ ἀγγέλματα, τὰ ὁποῖα ἐκείνη ἔδωκεν, ἐψεύδοντο, ἡ Κυβέρνησις ὑπέλαβεν, ὅτι δὲν εἶχε καθῆκον ν’ ἀποδείξῃ εἰς πάντα πολίτην Ἕλληνα, ὅτι τὰ ὑπὸ τῆς «Ἐφημερίδος» δημοσιευθέντα ἀγγέλματα δὲν εἶναι ἀληθῆ. Καὶ ἀφῆκε τὸ Κράτος ἐπὶ δέκα ἤδη ἡμέρας ἐν τῇ συγκινήσει ταύτῃ. Καὶ σήμερον, ὅτε συνῆλθεν ἡ Βουλὴ καὶ ἀπευθύνεται ἐπερώτησις πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν, οὗτος δὲν ἀπαντᾷ εἰς τὴν ἐπερώτησιν, ἀλλὰ διὰ γρίφων καὶ διὰ ὑποθετικῶν ἀπαντήσεων ζητεῖ νὰ ὑπεκφύγῃ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχε, ν’ ἀπαντήσῃ. Ἀπαντήσατε, ναὶ ἢ ὄχι. «Ἐὰν ἀξιωματικοὶ μετετέθησαν, αὐτοὶ θέλουσι συμμορφωθῆ μὲ τὰς περὶ τούτου διαταγὰς, ἐὰν ἀξιωματικοῦ ἐζητήθη τὸ ξίφος, αὐτὸς θέλει δώσει τὸ ξίφος αὐτοῦ.» Ἀλλὰ μετετέθησαν ἀξιωματικοί; Ἀφῃρέθη τὸ ξίφος ἀπὸ τὸν ταγματάρχην Λοῦρον; ναὶ ἢ ὄχι; Καὶ ἀναφέρω τὸ ὄνομα τοῦ Λούρου μετὰ τοῦ θαυμασμοῦ, τὸν ὁποῖον μοὶ ἐνέπνευσε κατὰ Μάϊον τοῦ 1886 ἡ ἀνδρεία του, ὅτε ἠγωνίζετο διὰ νὰ ἀποκρούσῃ τὴν ἀτίμωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους, τὴν ὁποίαν ἄλλοι παρεσκεύαζον. Μετετέθησαν διάφοροι ἀξιωματικοὶ, ναὶ ἢ ὄχι; Καὶ ἂν μετετέθησαν, διὰ ποῖον λόγον μετετέθησαν; Νομίζουσιν οἱ Ὑπουργοὶ, ὅτι δύνανται νὰ πράττωσιν ὅ,τι θέλουσι; Νομίζουσιν, ὅτι, ὅταν ἀρέσκῃ αὐτοῖς νὰ μεταθέτωσιν ἀξιωματικοὺς, δύνανται νὰ τὸ πράττωσι, χωρὶς νὰ ἔχωσι λόγον, πείθοντα αὐτοὺς, ὅτι συμφέρον τοῦ στρατοῦ ἀπαιτεῖ τὴν μετάθεσιν; Ποῖαι λοιπόν εἰσιν αἱ πληροφορίαι, αἵτινες σᾶς ἔπεισαν, ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ ἀπῄτει νὰ μεταθέσητε 31 ἀξιωματικούς; Τὰς πληροφορίας ταύτας δὲν ἠδύνατο νὰ σᾶς δώσῃ ἀνακριτὴς, ἠδύνατο μόνον νὰ δώσῃ ἐκεῖνος, ὅστις ὑπὸ τοῦ νόμου ἦτο ἐντεταλμένος νὰ ἐνασκῇ τὴν ἀστυνομίαν ἐπὶ τοῦ στρατοῦ ἐν Λαρίσσῃ. Ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν τῶν πληροφοριῶν τοῦ λειτουργοῦ τούτου τοῦ Κράτους ἐπείσθητε, ὅτι εἴχετε καθῆκον νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἀναστάτωσιν τοῦ στρατοῦ; Ἢ σᾶς ἐνεθάῤῥυναν τὰ παραδείγματα τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ ἀποστράτου ἀξιωματικοῦ Ντάη; Ἢ σᾶς ἐνεθάῤῥυναν τὰ παραδείγματα τῆς μὴ ἐκτελέσεως τῶν καταδικαστικῶν ἀποφάσεων κατὰ τῶν ὑπαξιωματικῶν; Ἢ σᾶς ἐνεθάῤῥυναν — τί λέγω; πρέπει νὰ τὸ παραλείψω, διότι αὐτοὶ ἡμεῖς ἰδίοις ὀφθαλμοῖς ἀντελήφθημεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὸν καταβιβασμὸν τοῦ στρατοῦ, — σᾶς ἐνεθάῤῥυναν νὰ ὑπολάβητε, ὅτι ὁ στρατὸς τῆς Ἑλλάδος ὁμοιάζει πρὸς τοὺς ἐργάτας τοῦ Καπνοκοπτηρίου, καὶ ζητεῖτε νὰ διοικήσητε αὐτὸν οὕτως, ὥστε νὰ τὸν ὑποτάξητε εἰς τὴν φατρίαν; Κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἐγενόμεθα μάρτυρες πράξεων, αἵτινες ἑπόμενον ἦτο νὰ κλονίσωσι τὴν ἐν τῷ στρατῷ πειθαρχίαν. Ἠκούσθη ποτὲ ἐν Πετρουπόλει, τῇ πρωτευούσῃ τῆς Ῥωσσίας, Κράτους, τὸ ὁποῖον εἶναι τὰ μάλιστα μοναρχικὸν καὶ αὐτοκρατορικὸν, ἠκούσθη ποτὲ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ νὰ συνέρχωνται εἰς συμπόσια, ἵνα ἑορτάσωσι τὴν ἐπέτειον ἡμέραν τῆς ἀναῤῥήσεως τοῦ κ. Γκὶρς, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ νὰ προτείνωσι προπόσεις, ἐχούσας πολιτικὴν ἔννοιαν; Ἠκούσθη ποτὲ ἐν Ῥώμῃ ἢ ἐν Βρυξέλλαις, πρωτευούσαις Κρατῶν συνταγματικῶν, ἀξιωματικοὶ τοῦ ἰταλικοῦ στρατοῦ ἢ τοῦ βελγικοῦ νὰ συμποσιάζωσι τὴν ἐπέτειον τῆς ἀναῤῥήσεως τοῦ κ. Κρίσπη εἰς τὴν ἀρχὴν, καὶ νὰ ἐγείρωσι προπόσεις, περιεχούσας πολιτικὴν ἔννοιαν; Τοιαύτας ἀκολασίας εἴδομεν τελουμένας ἐν Ἀθήναις, καὶ ὠκτείραμεν ἐκείνους, ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν ὁποίων ἐτελοῦντο αἱ ἀκολασίαι αὗται. Ἀλλ’ ὅλα ταῦτα τὰ πολυάριθμα παραδείγματα ἦσαν ἄξια τῆς περιφρονήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, καὶ διὰ τοῦτο μετὰ μεγάλης γενναιοφροσύνης καὶ ἀνοχῆς διήρχετο πάσας τὰς δοκιμασίας ταύτας· ἑπόμενον ἦτο νὰ συγκινηθῶμεν, ἑπόμενον ἦτο ἕκαστος τῶν πολιτῶν νὰ ἐρωτήσῃ τὸν γείτονα αὑτοῦ, τί τρέχει ἐν Λαρίσσῃ. Καὶ ἐνόμιζεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἤρκει διὰ μιᾶς ἢ δύο ἐφημερίδων αὑτοῦ νὰ ἀρνῆται ἁπλῶς τὰ πράγματα, διὰ νὰ καθησυχάσῃ τὴν συγκίνησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Ὡς ἐνόμιζε σήμερον, ὅτι ἠδύνατο, ἀπαντῶν γριφωδῶς, μὴ δίδων οὐδεμίαν θετικὴν ἀπάντησιν, οὔτε καταφατικὴν, οὔτε ἀρνητικὴν, ὅτι ἠδύνατο νὰ διαλάθῃ καὶ νὰ ἀφήσῃ ἐν τῷ σκότει τὴν Βουλὴν τῆς Ἑλλάδος, ἥτις εὐλόγως συνεκινήθη ἀπὸ τὰ ἀγγέλματα. Ἀλλ’ ἔπραξεν ὁ Πρωθυπουργὸς ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὰς Κυβερνήσεις νὰ τὸ πράττωσιν. Ἐὰν ἦναι ἐπιτετραμμένον εἰς τοὺς δημοσιογραφοῦντας νὰ συκοφαντῶσιν ἢ νὰ ὑβρίζωσιν, οὐδέποτε ἐπιτρέπεται εἰς τὰς Κυβερνήσεις οὔτε νὰ συκοφαντῶσιν οὔτε νὰ ὑβρίζωσιν. Ἀλλ’ ὑμεῖς ἐλέγετε, ὅτι ἐν Λαρίσσῃ πολιτευόμενοί τινες ἀπετάνθησαν πρὸς τὸν στρατὸν, ἵνα διαφθείρωσιν αὐτόν. Καὶ μετ’ ὀλίγον ἐπανελάβατε τὴν αὐτὴν ἔννοιαν, εἰπόντες: Πολῖταί τινες ἀπετάνθησαν πρὸς τὸν στρατὸν, ἀποπειραθέντες νὰ διαφθείρωσιν αὐτόν! Πολιτευόμενοι λέγονται ἄνδρες πολιτικοὶ, ἀλλ’ ἀνήκουσιν οὗτοι εἰς τὰς τάξεις τῶν φίλων τοῦ Ὑπουργείου, ἢ εἰς τὰς τάξεις τῶν φίλων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Ποῖος ῥίπτει τοιούτους ὑπαινιγμούς; Οἱ πολῖται οὗτοι εἶναι πολῖται ἐν Θεσσαλίᾳ ἢ πολῖται ἐν Ἀθήναις; Ἐὰν ὑπῆρξεν ἔνδειξις ἢ κατὰ πολιτευομένου ἢ κατὰ πολιτῶν, πῶς εἰς αὐτὸν τὸν τόπον δὲν ὑπάρχει δικαιοσύνη, δὲν ὑπάρχει δικαστικὴ ἐξουσία; Ἢ νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ ῥίπτητε ὑπαινιγμούς, ὅπως διαφθείρητε τὸ δημόσιον φρόνημα καὶ ἐπιῤῥίψητε μομφὴν εἰς ἄτομα, καὶ νὰ μὴ ζητῆτε λόγον διὰ τὴν πολιτείαν ταύτην; Ἐὰν πολῖται παρεξετράπησαν, ἀποταθέντες πρὸς τὸν στρατὸν, ὁ στρατὸς ἤθελε δώσει εἰς αὐτοὺς ὡς ἀπάντησιν ἓν ῥάπισμα. Ἤθελε συλλάβει αὐτοὺς ἀπὸ τὸ οὖς, καὶ τοὺς παραδώσει εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῶσι κατ’ αὐτῶν αἱ ποιναὶ τοῦ νόμου. Ἐὰν δὲ πολιτευόμενοι ἀπετάθησαν πρὸς τὸν στρατὸν, καὶ οἱ πολιτευόμενοι δὲν ἦναι Βουλευταὶ, ἔπρεπεν ἀμέσως ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ νὰ καταδιώξῃ αὐτοὺς, διὰ νὰ ἐφαρμόσῃ κατ’ αὐτῶν τὸν νόμον. Ἐὰν δ’ ἦναι Βουλευταὶ, ἔπρεπεν ἀμέσως νὰ ἀποτανθῆτε πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ζητήσητε τὴν ἄδειαν, ἵνα καταδιώξητε αὐτοὺς ποινικῶς, οὐχὶ δὲ νὰ ῥίπτητε ὑπαινιγμούς, ὁτὲ μὲν, ὅτι οἱ πολιτευόμενοι ἀπεπειράθησαν νὰ διαφθείρωσι τὸν στρατὸν, ἄλλοτε δὲ, ὅτι οἱ πολῖται διενοήθησαν νὰ πράξωσι τοιαύτην ἔκνομον πρᾶξιν. Ἐσυνειθίσατε νὰ κυβερνᾶτε μὲ τὸ ψεῦδος, ἐσυνειθίσατε νὰ μὴ φείδησθε τῆς ὑπολήψεως καὶ τιμῆς τῶν ἀντιπάλων σας. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν σήμερον συζητουμένων δὲν δυνάμεθα νὰ ἀνεχθῶμεν πλέον τοῦτο. Ποιούμεθα ἔκκλησιν, οὐχὶ εἰς τὴν συνείδησίν σας, οὐχὶ εἰς τὰ ἤθη σας, ἀλλὰ ποιούμεθα ἔκκλησιν εἰς τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, τὴν ὁποίαν φέρετε, ἐὰν ἦσθε ἄξιοι αὐτῆς. Εἶναι ἀληθές, ὅτι αὐτὸ τὸ δυστυχὲς διάστημα τῆς τετραετίας μὲ ἐνέβαλε πολλάκις εἰς ἀμφιβολίας, ἐὰν ἦσθε ἄξιοι τῆς ἰθαγενείας ταύτης, τὴν ὁποίαν φέρετε. Κατελήφθημεν περὶ τούτου ὑπὸ ἀμφιβολίας, ὅταν ἴδωμεν κινδυνεύουσαν τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος κατὰ Μάϊον τοῦ 1886 ἐπὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος, τὴν ὁποίαν ἔσωσεν αὐτὸς ὁ στρατός, τὸν ὁποῖον διοικεῖτε κατὰ τοιοῦτον τρόπον, καθ’ ὃν χρόνον διέπρεψεν ἐπὶ ἡρωϊσμῷ αὐτὸς ὁ ἀξιωματικός, περὶ τοῦ ὁποίου κατηγγέλθη διὰ τῶν ἐφημερίδων, ὅτι πότε μὲν διετάξατε τὴν φυλάκισιν, πότε δὲ ὅτι ἐκρίνετε αὐτὸν ἀνάξιον τῆς ἐμπιστοσύνης σας! Ἡμεῖς, Κύριοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπολάβωμεν, ὅτι ἐπληρώθησαν πάντες οἱ πόθοι μας, ὅτι ἐξεπληρώθησαν πᾶσαι αἱ ἀξιώσεις ἡμῶν, ὅτι δὲν ὑπελείφθη πλέον ἐν ἡμῖν οὐδεμία ἀνησυχία περὶ τῶν ἐν Λαρίσσῃ πραγμάτων διὰ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐλάβομεν. Διὰ τοῦτο ἐπιμένομεν ἀπαιτοῦντες νὰ ἀναφέρητε πρὸς τὴν Βουλήν, μετεθέσατε ἢ δὲν μετεθέσατε ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ; Καὶ πόσους μετεθέσατε; Μετεθέσατε αὐτοὺς καθ’ ὑπαγόρευσιν τοῦ συμφέροντος τοῦ στρατοῦ, ἢ καθ’ ὑπαγόρευσιν φατριαστικήν; Ἐὰν μετεθέσατε αὐτοὺς καθ’ ὑπαγόρευσιν τοῦ συμφέροντος τοῦ στρατοῦ, ἀπαιτοῦμεν νὰ καταθέσητε τὰ ἔγγραφα τῶν προϊσταμένων τοῦ στρατοῦ, οἵτινες ἐπρότειναν τὴν μετάθεσιν ταύτην. Ἀξιοῦμεν νὰ ἀναφέρητε, ἐὰν μετεθέσατε τὸν ταγματάρχην Λοῦρον ἐκ τοῦ εὐζωνικοῦ τάγματος, ἐὰν διετάξατε τὴν προφυλάκισιν αὐτοῦ, διατὶ διετάξατε τὴν προφυλάκισιν; Νὰ μᾶς ἀναφέρητε, ἡ προφυλάκισις αὕτη ἐξετελέσθη; Ἐὰν δὲν ἐξετελέσθη, νὰ μᾶς ἀναφέρητε, διὰ ποίαν αἰτίαν δὲν ἐξετελέσθη; Ἰδίως νὰ μᾶς ὑποβάλητε τὰ ἔγγραφα τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ ἢ τῶν προϊσταμένων αὐτοῦ, διὰ τῶν ὁποίων ἐπροτάθη τὸ μέτρον τοῦτο, καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐξετέθησαν ὑμῖν οἱ λόγοι, οἵτινες ὑπηγόρευον τὸ μέτρον τοῦτο πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ.
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εὐθὺς ὡς λήξῃ ἡ ἀνάκρισις, ἡ νῦν ἐνεργουμένη, θέλουσιν ὑποβληθῆ πάντα τὰ ὑποβλητέα ἔγγραφα.
§15ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχουν ἐγκλήματα πῶς ὑπάρχει ἀνάκρισις; Ἐπιθυμῶ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργός. Καὶ τότε τίνα ἀνακριτικὸν ὑπάλληλον ἔστειλε; καὶ τί δύναμαι ν’ ὑποθέσω δι’ αὐτὸν τὸν λεγόμενον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν; Ἐπιθυμῶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ν’ ἀπαντήσῃ, καὶ ἐπαναλαμβάνω τὴν ἐρώτησίν μου, διὰ νὰ ἦμαι σαφὴς καὶ καταληπτός: Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἔγκλημα, δὲν ὑπάρχει πρᾶξις ἀντιπειθαρχικὴ καὶ βασιλεύει σιδηρὰ πειθαρχία, τίνα λόγον ἔχει ἡ ἀνάκρισις; Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς εἶπε ψεύδη ἀνάξια δι’ ἄνθρωπον αἰσθανόμενον, καὶ ὅτι ἔχει ἀποσταλῆ εἰς τὸν κόσμον τοῦτο νὰ συκοφαντῇ; Εἶχεν ἀνάγκην νὰ συκοφαντήσῃ τοὺς ἀντιπάλους του, οἱ ὁποῖοι τηροῦσι τὴν τάξιν, διότι ἀγαπῶσι τὴν πατρίδα.
§16ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Εἶναι λυπηρὸν λίαν, ὅτι εἰς τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμὸν περιπλάκη ἤδη ὁ στρατός. Ἐκ τῶν εἰδήσεων, αἵτινες ἐπὶ δέκα ἤδη ἡμέρας ἐδημοσιεύοντο καὶ διεδίδοντο οὐ μόνον καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ τοῦ τύπου, πᾶς τις, ἀμερολήπτως κρίνων, πείθεται, ὅτι ἐκ βάθρων ἐκλονίσθη ἤδη ἡ πειθαρχία ἐν τῷ στρατῷ, καὶ τοῦτο κατάδηλον ἐγένετο καὶ ἐκ τῶν ἀορίστων λόγων, οὓς ἐξέφρασεν ἐνταῦθα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐκ τῆς ἀναγγελίας, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἔκαμεν, ὅτι μετὰ τὸ πέρας τῆς ἀνακρίσεως θέλει ὑποβάλει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς. Πλὴν δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῶν ἀνακοινώσεων τούτων, ὅπως ὦμεν πεπεισμένοι περὶ τῆς ὀδυνηρᾶς ταύτης ἀληθείας, ὅτι διατελεῖ εἰς κακίστην κατάστασιν τὸ ἠθικὸν τοῦ στρατοῦ, ὅτι ἐκ βάθρων ἐκλονίσθη ἡ πειθαρχία αὐτοῦ, ὅτι ὁ στρατὸς ἐξῆλθε τοῦ προορισμοῦ αὐτοῦ, ὅπως ῥιφθῇ εἰς τὸ στάδιον τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μὴ δυνάμενος ν’ ἀρνηθῇ τὴν ὀδυνηροτάτην ταύτην ἀλήθειαν, ἐπέῤῥιψε τὴν εὐθύνην ἐπὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ κάλλιστα γνωρίζει, ὅτι ἡ δεινὴ αὕτη κατηγορία, ἣν ἔφερε κατὰ μεγάλου πολιτικοῦ σώματος, εἶναι ἐντελῶς ἀνυπόστατος. Ἠκούσατε τὸν κ. ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, προκαλοῦντα τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον αὐτῆς. Προεκλήθη ἤδη ἡ Κυβέρνησις καὶ παρ’ αὐτοῦ τοῦ δημοσιογράφου, ὅστις πρῶτος ἔδωκε τὰς εἰδήσεις ταύτας, καὶ δὲν ἔπραξε καὶ δὲν δύναται βεβαίως νὰ πράξῃ οὐδὲν, διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις βεβαιότατα εἶναι ἐντελῶς ξένη πρὸς τὰ περιστατικὰ ταῦτα. Ἡ Ἀντιπολίτευσις οὐδεμίαν φέρει εὐθύνην τῆς ὀδυνηροτάτης ταύτης καταστάσεως, ἣν δὲν διστάζω νὰ ὀνομάσω ἀπαρχὴν καταλύσεως τοῦ καθεστῶτος. Διότι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ καθεστὸς ὑπὸ ὅρους διαπραγματεύσεων τοιούτων μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ μιᾶς φρουρᾶς. Τοῦτο ἀποτελεῖ ἤδη ἐπανάστασιν, δεινοτέραν ἴσως τῆς βιαίας καὶ καταφανοῦς, δι’ αὐτὸ τοῦτο, διότι εἶναι ἐπανάστασις ὑπόκωφος, κρύπτουσα ἄδηλον, ἀλλ’ ἐπικινδυνωδέστατον καὶ προσεχέστατον μέλλον. Τίς ὅμως ὁ εὐθυνόμενος εἰς ταῦτα; Βεβαίως ἡ διοίκησις τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, βεβαίως ἡ πολιτικὴ ἡ ἐσωτερικὴ τῆς Κυβερνήσεως ταύτης, ἣν ἐφήρμοσε διὰ τρόπου τοσοῦτον καταστρεπτικοῦ καὶ εἰς τὸν στρατόν. Καὶ τίς ἀγνοεῖ, ὅτι ὑπάρχουν ἤδη ἐν τῷ στρατῷ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀπέσπασεν ἀπὸ τῆς καθαρᾶς στρατιωτικῆς ἰδιότητος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ μετέβαλεν αὐτὰ εἰς ἀφωσιωμένους αὐτῷ, εἰς ἐργάτας τοῦ κόμματος, εἰς πρόσωπα πολιτικά; Τοῦτο εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας τοὺς ἐνασχολουμένους εἰς τὰ πολιτικά. Εἶναι ἀκριβῶς γνωστὰ τὰ ὀνόματα τῶν προσώπων ἐν τῷ στρατῷ, τὰ ὁποῖα ἀπεσπάσθησαν, οὕτως εἰπεῖν, ἀπὸ τῆς στρατιωτικῆς αὐτῶν ἰδιότητος καὶ ἀποτελοῦσιν ἤδη μέρος τῆς φατρίας, ἐγένοντο ὄργανα τῆς φατρίας, ἐνεργοῦντα ἐπὶ τοῦ στρατοῦ, καὶ τοιαύτη κατάστασις ἦτο ἑπόμενον νὰ προκαλέσῃ καὶ τὴν ἀντίδρασιν. Ὅτε ἐκάματε ἀφωσιωμένους ὑμῖν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, συνάμα ἐδημιουργήσατε καὶ ἀντιπάλους καθ’ ὑμῶν. Δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχητε εἰς τὸ εὐγενὲς σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν οὔτε ἀφωσιωμένους οὔτε ἀντιπάλους, ἔπρεπε νὰ ἔχητε μόνον λειτουργοὺς τῆς ἀποστολῆς τοῦ στρατοῦ, ἔπρεπε νὰ ἔχητε μόνον ἀξιωματικούς, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ ἀσκῆτε ἐπιῤῥοὴν, τὴν ὁποίαν πάντοτε θὰ ἀσκῆτε ἐπὶ τοῦ εὐγενοῦς τούτου σώματος, ὅταν σᾶς βλέπῃ ἐργαζόμενον ἀποτελεσματικῶς ὑπὲρ τῆς μορφώσεως καὶ τῆς ἀναπτύξεως αὐτοῦ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν τὸ ἐκάματε. Ἀκόμη εἴμεθα ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν τῶν ὀδυνηρῶν λεπτομερειῶν, αἵτινες ἀπεκαλύφθησαν εἰς τὸ κοινὸν καὶ ἐν τῷ τύπῳ καὶ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ περὶ τῆς κακῆς ὑμῶν διοικήσεως ἐν τῷ στρατῷ πρὸ ὀλίγων ἑβδομάδων. Δὲν ἔχετε στρατῶνας, δὲν ἔχετε κλίνας, δὲν ἔχετε διοίκησιν. Καὶ ἀντὶ νὰ συγκεντρόνητε ὁλόκληρον τὴν δραστηριότητα ὑμῶν καὶ τὴν ὁμολογουμένην ὑπεροχὴν καὶ ἱκανότητα ὑμῶν εἰς τὸ νὰ φέρητε βελτίωσιν μετὰ τόσων ἐτῶν ὑπουργείαν εἰς τοὺς οὐσιωδεστάτους κλάδους τοῦ στρατοῦ, ἀντὶ νὰ δείξητε μέριμναν καὶ ἀμεροληψίαν, ἀντὶ νὰ δείξητε, ὅτι πονεῖτε τὸν στρατιώτην, τὸν ὑπαξιωματικόν, τὸν ἀξιωματικόν, ἀπεναντίας ἀφήσατε τὴν διοίκησιν εἰς τὸ ἔσχατον σημεῖον τῆς παραλυσίας καὶ ἀποσυνθέσεως, ἀφήσατε τοὺς στρατιώτας ἄνευ κλινῶν καὶ κλινοσκεπασμάτων, καὶ φοβουμένους νὰ προσέλθωσιν εἰς τὸ Νοσοκομεῖον. Συνεκεντρώσατε δὲ τὴν δραστηριότητα ὑμῶν εἰς τὸ πολιτικὸν μέρος· ἠθελήσατε νὰ ἐφαρμόσητε καὶ εἰς τὸν στρατὸν τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν τόσον ἀτυχῶς ἐφηρμόσατε εἰς τὴν Κρήτην· ἠθελήσατε καὶ εἰς τὸν στρατὸν νὰ δημιουργήσητε πολιτικὴν μερίδα, καὶ κατελήξατε εἰς κατάστασιν ἠθικὴν, ἥτις, ὅπως εἶναι ἤδη κατάδηλον εἰς πάντας, κατ’ οὐδὲν διαφέρει τῆς πραγματικῆς ἐπαναστάσεως. Σεῖς δ’ ἐπὶ τούτῳ καὶ ἡ διοίκησις ὑμῶν φέρετε τὴν εὐθύνην. Μεγαλείτερον δὲ δυστύχημα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συμβῇ εἰς τὸν ἀτυχῆ αὐτὸν τόπον, παρὰ ἡ ἠθικὴ αὕτη κατάστασις τοῦ στρατοῦ. Ταῦτα οὐ μόνον τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ Συντάγματος κλονίζουσιν ἐκ βάθρων, ἀλλ’ ἐξέθεσαν ἤδη διὰ τρόπου δεινοτάτου τὸν τόπον ἀπέναντι τῆς Ἀνατολῆς, ἀπέναντι τοῦ ὁμόρου Κράτους, ἀπέναντι τῶν γειτόνων ἔτι Κρατῶν, τῶν πρὸς ἡμᾶς ἀνταγωνιζομένων τὸν ἀγῶνα τὸν πολιτικὸν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἀπέναντι τῆς Εὐρώπης. Καὶ δὲν ἀρκοῦσιν αἱ ἀοριστολογίαι ὑμῶν καὶ αἱ ὑπεκφυγαὶ, ὅπως διαλύσωσι τὰ δεινὰ ταῦτα ἀποτελέσματα, καὶ τὰς ἐντυπώσεις, αἵτινες παρήχθησαν κατ’ ἀνάγκην ἐκ τῶν εἰδήσεων τῆς Λαρίσσης. Πλανᾶσθε νὰ πιστεύητε, ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑμεῖς γνωρίζετε περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, δὲν εἶναι γνωστὰ εἰς τὸ κοινόν. Καὶ ἐκ φιλοπατρίας ἠθέλομεν ἀποφύγει νὰ φέρωμεν τὴν συζήτησιν ταύτην ἐν τῇ Βουλῇ, ἂν δὲν ἐγνωρίζομεν, ὅτι διατρέχομεν μέγιστον κίνδυνον πολιτικῆς ἐκπτώσεως, τὸν ὁποῖον ἔχοντες ὑπ’ ὄψει, φέρομεν τὸ ζήτημα ἐν τῇ Βουλῇ, λέγοντες, ὅτι τῆς καταστάσεως ταύτης εἶσθε σεῖς ὑπεύθυνοι. Ἡ κατάστασις αὕτη τοῦ στρατοῦ ἐν τῷ στρατῷ ἐπήγασε, καὶ οὐδεμίαν ἔχει συνάφειαν πρὸς τὴν ἐκτὸς τοῦ στρατοῦ κοινωνίαν. Ἐδημιουργήθη ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διοικεῖτε, ἐκ τῆς ἀναμίξεως τῆς πολιτικῆς ἐν τῷ στρατῷ, τῆς παρ’ ὑμῶν γενομένης. Δὲν ἀναφέρομεν τὰς ποικίλας προσβολὰς, ἃς διεπράξατε κατὰ τῶν δικαιωμάτων τοῦ στρατοῦ· διότι ἔχομεν πεποίθησιν, ὅτι ὁ στρατὸς, καὶ καταπατούμενος εἰς τὰ δικαιώματα αὐτοῦ, καὶ περιϋβριζόμενος, ἤθελε μείνει πιστὸς εἰς τὸ καθῆκόν του, ἤθελεν ὑποφέρει τὰ πάντα, ἐν ὑπομονῇ ἀναμένων τὴν πτῶσιν τοῦ παρόντος συστήματος διὰ τῆς συνταγματικῆς ὁδοῦ· ἀλλ’ ὁ στρατὸς σήμερον περιῆλθεν εἰς τὴν ἠθικὴν ταύτην κατάστασιν διότι παρενέβητε εἰς τὰς τάξεις αὐτοῦ, εἰσάγοντες τὸν φθοροποιὸν ἄνεμον τῆς πολιτικῆς σας, καὶ παρελύσατε οὕτω τοὺς ἠθικοὺς δεσμοὺς τοῦ στρατοῦ διὰ τῆς δημιουργίας ἰδίου κόμματος, καὶ προεκαλέσατε οὕτω τὴν ἀντίδρασιν κατὰ φυσικὸν λόγον. Διὰ ταῦτα καὶ ἀπέναντι τοιούτου ὑψίστου κινδύνου, ὅστις θὰ φέρῃ τόσον ὀδυνηρὰ ἀποτελέσματα, ἐπιῤῥίπτετε ἠθικὴν εὐθύνην ἐπὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐνῷ τὴν κατάστασιν ταύτην ἐδημιουργήσατε σεῖς. Λέγω ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη εἶναι τόσον ἐπικίνδυνος καὶ ἐπιζήμιος εἰς τὰ ὕψιστα πολιτικὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, ὥστε καθῆκον εἶχεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, οὐχὶ ἀμυνομένη, διότι δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἀμυνθῇ, σεῖς εἶσθε οἱ κατηγορούμενοι, ἡ Ἀντιπολίτευσις οὐδὲν ἔχει τὸ κοινὸν μετὰ τῆς συντριβείσης πειθαρχίας ἐν τῷ στρατῷ, καθῆκον εἶχεν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ φέρῃ τὴν ὑπόθεσιν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, διότι αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην ν’ ἀποδώσῃ τὴν εὐθύνην ἐκεῖ, ὅπου πράγματι πρέπει νὰ μένῃ. Διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις ὀφείλει νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ὕψιστον αὐτῆς καθῆκον, τοῦ νὰ ἐλέγξῃ διοίκησιν τόσον καταστρεπτικήν, ἥτις φέρει ἤδη τὸν πέλεκυν τῆς καταστροφῆς ἐπὶ τοῦ στρατοῦ. Ἀναμένομεν λοιπὸν προσεχῶς πληροφορίας ἀκριβεστέρας, τοιαύτας, ὁποίας μᾶς ὑπεσχέθητε πρὸ ὀλίγου. Ἀλλὰ θεωροῦμεν ὑμᾶς ὡς παραβάντας σπουδαιότατον καθῆκον, ἂν δὲν καταγγείλητε ἄνευ ἀναβολῆς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ὑπαινίττεσθε ἐκ τῶν πολιτῶν, ὡς προκαλέσαντας τοιαύτην κατάστασιν, ἀλλὰ γνωρίζομεν, ὅτι τὸ καθῆκον τοῦτο δὲν δύνασθε νὰ τὸ πράξητε, διότι οὐδεὶς τῶν πολιτῶν ἐνέχεται εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην. Γνωρίζετε, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη εἶναι ἀποτέλεσμα μακρᾶς ἐργασίας ὑμῶν ἐν τῷ στρατῷ ἀποσυνθετικῆς, καὶ ταῦτα ἠθελήσαμεν νὰ καταγγείλωμεν, ὅπως μένωσιν αἱ εὐθύναι ἐκεῖ, ὅπου πρέπει νὰ μένωσιν. Ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ ἐπήγασεν ἐν τῷ στρατῷ καὶ ἐπήγασεν ἐκ τῶν ἰδίων ὑμῶν ἐνεργειῶν.
§17ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸ ζήτημα, ὅπερ ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν, εἶναι σοβαρώτερον ἢ ὥστε ν’ ἀρκεσθῇ αὕτη εἰς ἣν ἔλαβε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἀπάντησιν. Εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἡ πειθαρχία τοῦ στρατοῦ συνδέεται στενῶς μὲ τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὴν εὐνομίαν τοῦ τόπου καὶ μὲ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν πόθων τοῦ μέλλοντος. Ἡ Ἀντιπροσωπεία λοιπὸν τοῦ Ἔθνους ἤθελε παραβῆ οὐσιωδέστατον καθῆκον καὶ ἱερώτατον, μὴ ἀπαιτοῦσα ἀπάντησιν ἀκριβῆ καὶ ὡρισμένην. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος νὰ κάμῃ χρῆσιν ὑπεκφυγῶν, ἀμφιβόλων φράσεων, λησμονήσας καὶ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχει, καὶ πρὸς οὓς ὁμιλεῖ ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐν ἀρχῇ, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσσηνίας συναδέλφου, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀντέταξε ῥητὴν καὶ κατηγορηματικὴν διάψευσιν, καὶ συμπληρῶν τὴν ἀπάντησίν του, προσέθηκεν, ὅτι τὰ ὄργανά του εἶχον ἐπιτελέσει τὸ καθῆκόν των. Ἀλλὰ δὲν εἶναι εὔκολον νὰ διαψευσθῶσι τὰ πράγματα, καὶ πράγματα εἰς τόσον κόσμον γνωστά. Ὅτε τὸν διέκοψα, ζητῶν νὰ προκαλέσω ἀπάντησιν συμφωνοτέραν πρὸς τὴν ἀλήθειαν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, παραιτήσας τὴν ἀπόλυτον ἄρνησιν, κατέφυγεν εἰς ὑποθετικὴν διάψευσιν. «Ἐὰν μετετέθησαν ἀξιωματικοὶ, αὐτοὶ βεβαίως θὰ μετέβησαν εἰς ὃ μέρος μετετέθησαν, ἐκτὸς ἐὰν ἐβράδυνον ἕνεκεν ἀσθενείας». Αὐτὴ ἦτο ἡ ἀπάντησις. Ἀπευθύνομαι τώρα εἰς τὴν συνείδησιν ὑμῶν ἁπάντων, Κύριοι, καὶ ἐρωτῶ, εἶναι ἀπάντησις αὕτη, ἀξία τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἀξία τῆς Βουλῆς, ἀξία τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ; Δὲν εἶναι δὲ σπουδαία ἡ δικαιολογία, ὅτι μετὰ τὸ πέρας τῆς διαταχθείσης ἀνακρίσεως θὰ δοθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἀπάντησις καθαρὰ καὶ πλήρης, διότι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει ἡ ἀνάκρισις, ἥτις σκοπεῖ νὰ βεβαιώσῃ τὰς γενομένας ἐνεργείας πρὸς διαφθορὰν τοῦ στρατοῦ, μὲ τὰς διαταχθείσας μεταθέσεις τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τὴν ἀνάκλησιν τῶν μεταθέσεων τούτων. Ἡ τεθειμένη ἐρώτησις εἶναι σαφὴς, καθαρά: Μετετέθησαν ἀξιωματικοὶ τῆς ἐν Λαρίσσῃ φρουρᾶς, ναὶ ἢ ὄχι; Ἄν μετετέθησαν, τίνες λόγοι προὐκάλεσαν τοιαύτας καθ’ ὁμάδα μεταθέσεις; προετάθησαν αὗται ὑπὸ τῶν ἀνωτέρων ἀρχῶν, ἢ οἴκοθεν προέβη εἰς αὐτὰς ὁ Πρωθυπουργός; Ἐξετελέσθησαν δὲ ἢ ἀνεκλήθησαν αἱ διαταγαὶ περὶ μεταθέσεως; καὶ ἂν ἀνεκλήθησαν, τίς ὁ λόγος τῆς ἀνακλήσεως; Ἀξιοῦμεν ἐπὶ τούτων ἀπάντησιν κατηγορηματικὴν, σαφῆ, οὐχὶ δι’ ὑπεκφυγῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι ἤθελεν εὐχαριστήσει τὴν Βουλὴν καὶ τὸν στρατὸν, λέγων ἐν τέλει τῆς ὁμιλίας του, ὅτι ὁ στρατὸς καὶ τώρα ἀπέδειξε τὴν πρὸς τὴν πειθαρχίαν καὶ τὸ καθῆκον ἀφοσίωσίν του. Ναὶ, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὁ στρατὸς καὶ τώρα, ὡς πρότερον, ὑπέστη τὴν δοκιμασίαν μετὰ φιλοπατρίας καὶ αὐταπαρνήσεως ἀλλὰ καὶ σεῖς πρέπει νὰ ἐννοήσητε τέλος πάντων, ὅτι δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὸν θέτητε διηνεκῶς ὑπὸ τοιαύτας δοκιμασίας, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ καταστήσετε αὐτὸν ὄργανον κόμματος. Ὁ στρατὸς δὲν ἀνήκει εἰς τὴν φατρίαν σας, δὲν ἀνήκει ἐν γένει εἰς τὸν κομματισμὸν, ἀνήκει εἰς τὸ Ἔθνος, εἰς τοὺς νόμους του, εἰς τὸ μέλλον καὶ τὴν δόξαν του· μὴ ζητῆτε νὰ τὸν καταβιβάσητε εἰς τὴν κονίστραν τῶν κομματικῶν παθῶν καὶ συμφερόντων. Ὅτι δὲ εἰς τοῦτο ἐργάζεσθε μέχρι τοῦδε, ὅτι ἐπειράθητε νὰ καταστήσητε καὶ τὸν στρατὸν ὄργανον φατρίας, τοῦτο γνωρίζει ὅλος ὁ κόσμος, ὅπως γνωρίζει, ὅτι ἐπειράθητε καὶ νὰ τὸν ἐξευτελίσητε ἔτι, ὑποβαλόντες αὐτὸν εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν τοῦ Μπούφη καὶ τοῦ Καρύδα. Φαντασθῆτε, Κύριοι, τὴν θέσιν ταύτην στρατοῦ ἐθνικοῦ, τιθεμένου ὑπὸ τὴν κατασκοπείαν τῶν πολιτικῶν ἀρχῶν! Καὶ ὅμως ὁ Πρωθυπουργὸς ἔχει τὴν τόλμην ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ ἐπαινῇ τὴν πειθαρχίαν τοῦ οὕτω σκληρῶς δοκιμαζομένου στρατοῦ, λησμονῶν, ὅτι τοιοῦτος ἔπαινος εἶναι χλεύη ἀναξία, εἶναι εἰρωνεία πικρά. Τελειώνω, Κύριοι, λέγων, ὅτι πρέπει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ δώσῃ ῥητὴν, σαφῆ καὶ κατηγορηματικὴν ἀπάντησιν εἰς τὰς ἐρωτήσεις, ἃς ἀπηυθύναμεν.
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς θεωρεῖ ἀξίαν τῆς Βουλῆς ἀπάντησιν, τὴν ἐπικυροῦσαν τὰ ἀνυπόστατα, τὰ κυκλοφορήσαντα ἐσχάτως τοιαύτην ἀπάντησιν δὲν θέλει λάβει. Ὁ κύριος Βουλευτὴς θέλει ἀκούσει καὶ πάλιν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον οὐδεμίαν ἔχει πληροφορίαν περὶ ἀντιπειθαρχικῶν πράξεων, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἀπέστειλεν εἰς Λάρισσαν πρὸς ἐξέτασιν καὶ ἀνάκρισιν τὸν συνταγματάρχην Ζυμβρακάκην, ὅτι εὐρυτάτη εἶναι ἡ δοθεῖσα ἐντολὴ εἰς αὐτὸν, ὅτι δὲ εὐθὺς ὡς ὑποβάλῃ οὗτος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ὁριστικὴν αὐτοῦ ἔκθεσιν, τὸ πόρισμα τῶν ἐνεργειῶν αὐτοῦ, θέλει ἡ Κυβέρνησις ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλήν. Πρὸ τούτου δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἐκθέσωμεν λεπτομερείας· ἀρκεῖ ὅτι μέχρι τοῦδε τὸ Ὑπουργεῖον οὐδεμίαν ἔχει πληροφορίαν περὶ πράξεων ἀντιπειθαρχικῶν.
§19Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς δὲν ἐξετάζομεν οὐδὲ ἂν ἀπεστάλη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὁ συνταγματάρχης, τοῦ ὀνόματος τοῦ ὁποίου ἐμνήσθη ὁ Πρωθυπουργὸς, οὔτε ποίας διαταγὰς ἢ ὁδηγίας ἔδωκεν εἰς αὐτὸν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, οὐδὲ ποίας περιμένει ἢ προσδοκᾷ νὰ λάβῃ παρ’ αὐτοῦ πληροφορίας. Ταῦτα εἶναι ξένα ἡμῶν· ἡμεῖς δὲν ἀναμιγνυόμεθα εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ὑπεύθυνον ἔχομεν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπευθυνόμεθα. Μετεθέσατε 31 ἀξιωματικοὺς, ναὶ ἢ ὄχι; Πῶς μετεθέσατε αὐτούς; Ἐπὶ τῇ βάσει προτάσεως τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, ἤτοι ἐπὶ τῇ βάσει πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ νόμον ἔχουσι τὴν ἀστυνομίαν ἐν τῷ στρατῷ, σᾶς ἔδωκαν καὶ δι’ ὧν σᾶς ἔπεισαν, ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ ἀπήτει τὴν μετάθεσιν αὐτῶν; Ἐξετελέσατε τὴν διαταγὴν ὑμῶν, ἢ ἀνεκαλέσατε ταύτην κατόπιν, ναὶ ἢ ὄχι; Ἀλλ’ ὑμεῖς ἀντὶ τούτων μᾶς λέγετε, ὅτι δὲν ἔχετε πληροφορίας περὶ ἀντιπειθαρχικῶν πράξεων, λαβουσῶν χώραν. Καὶ ἐν τούτοις εἶναι 10 ἡμέραι, ἀφ’ ἧς ἐλέχθη, ὅτι τοιαῦται ἐγένοντο, καὶ λέγετε εἰς ἡμᾶς σήμερον, ὅτι περιμένετε νὰ μάθητε περὶ τούτου ἀπὸ τὸν συνταγματάρχην, τὸν ὁποῖον ἀπεστείλατε, καὶ ὅταν λάβητε παρ’ αὐτοῦ τὰς πληροφορίας, τότε θέλετε δώσει αὐτὰς εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ τὸ καθῆκον τοῦτο ὠφείλετε νὰ ἐκπληρώσητε ἐντὸς 24 ὡρῶν, ἀφ’ ἧς ἐδημοσιεύθησαν τὰ περὶ τούτου, ἵνα διαφωτίσητε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι εἶναι ψευδῆ τὰ διαδοθέντα.
§20ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐλέχθη ὅτι ἦσαν ψευδῆ.
§21ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς προεκάλεσαν οἱ ἀναγγείλαντες τὸ γεγονὸς νὰ τοὺς καταμηνύσητε ἐνώπιον τῶν ποινικῶν δικαστηρίων, διὰ νὰ ἀποδείξωσι ψευδῆ τὴν διάψευσιν.
§22ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα ὑμεῖς νὰ κανονίσητε, τί ἠθέλομεν κάμει.
§23ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχομεν δικαίωμα νὰ σᾶς ἐλέγξωμεν, ὅταν δὲν ἐκπληρόνητε τὸ καθῆκόν σας. Μήπως ὑπολαμβάνετε, ὅτι εἶσθε Ὑπουργοὶ ἐν Κράτει, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ὀφείλετε λόγον; Ὀφείλετε ν’ ἀπαντήσητε κατηγορηματικῶς, ναὶ ἢ ὄχι, ἐπὶ τῶν προβληθεισῶν ἐρωτήσεων. Δύνασθε νὰ πράξητε, ὅ,τι πολλάκις ἐπράξατε. Δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι «δὲν σᾶς δίδομεν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ζητεῖτε, διότι ἡ τιμὴ τοῦ στρατοῦ δὲν τὸ ἐπιτρέπει.» Μήπως δὲν τὸ εἴπετε, ὅταν σᾶς ἐζητοῦμεν πληροφορίας περὶ τῶν συμβάντων εἰς τὰ μεθόρια κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1886, καὶ ἐνῷ, διὰ νὰ ἀποφύγητε νὰ φωτίσητε τὴν Βουλὴν περὶ τῶν διατρεχόντων, ἐπεκαλεῖσθε τὴν τιμὴν τοῦ στρατοῦ, ἠνοίξατε μίαν δίκην περὶ τῶν συμβάντων ἐν Κούτρᾳ, ἵνα δυσφημίσητε τὸν στρατόν; Πολλάκις ἠρνήθητε νὰ μᾶς δώσητε πληροφορίας, ἃς ἐζητήσαμεν. Ἠρνήθητε νὰ μᾶς ὑποβάλητε τὴν ἔκθεσιν, ἣν ὁ Νομάρχης Πατρῶν ἔπεμψε περὶ τοῦ γυμνασιάρχου Παπαλουκᾶ. Ἠρνήθητε νὰ μᾶς δώσητε πληροφορίαν, ὅτε σᾶς ἠρωτήσαμεν, διατὶ ἐπαύσατε ἕνα γυμνασιάρχην. Πολλάκις ἠρνήθητε. Ἀλλὰ τώρα δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος συνήθους διοικήσεως, πρόκειται περὶ τοῦ στρατοῦ τῆς Ἑλλάδος, πρόκειται περὶ τῆς ἐλπίδος ἐκείνης, ἐξ ἧς περιμένομεν τὰ πάντα, εἰς ἣν ἡ πατρὶς προσβλέπει, καὶ θέλομεν ἐπιμείνει νὰ σᾶς ζητῶμεν ὅσας σᾶς ἐζητήσαμεν πληροφορίας, ἐκπληροῦντες τὸ καθῆκον ἡμῶν, ὅταν πρόκηται νὰ διακινδυνεύῃ ἡ ἐλπὶς αὕτη. Ἂν καὶ τώρα ἀρνῆσθε νὰ μᾶς δώσητε τὰς ζητουμένας πληροφορίας, ἔχομεν μέσον νὰ σᾶς ἐκβιάσωμεν. Μὴ νομίζετε ὅτι εἶναι ἡ ψῆφος τῶν πλειόνων, ἡ ὁποία ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δώσητε τὰς πληροφορίας, ἃς ζητοῦμεν, ἵνα μᾶς ὑποχρεώσῃ νὰ σᾶς ἀφήσωμεν ἡσύχους. Ὅταν σεῖς δὲν μᾶς παρέχητε τὰ μέσα ἵνα ἐργαζώμεθα, καὶ ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ μὴ σᾶς παράσχωμεν τὰ μέσα, ἵνα ἐργασθῆτε. Ὅταν σεῖς ἐπαναστατῆτε κατὰ τῶν καθηκόντων σας, δὲν προβλέπετε ὅτι θέλομεν θεωρήσει ὡς ἀπαραίτητον καθῆκον νὰ μὴ σᾶς δώσωμεν τὰ μέσα νὰ κυβερνᾶτε;
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ ἐργασθῇ, ὅπως ἐμποδίσῃ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, τοῦτο γινώσκομεν ἐκ μακρᾶς πείρας, καὶ ἦτο περιττὸν νὰ τὸ ὑπομνήσῃ ὁ κ. Βουλευτής. Ἠξεύρω ὅτι, καὶ ἂν δώσωμεν ἀπάντησιν ἢ μὴ δώσωμεν ἀπάντησιν, ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν αὐτὴν πορείαν, τὴν ἀποτελοῦσαν τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας αὐτῆς. Καὶ ἂν δίδωμεν ἀπαντήσεις, δὲν τὰς δίδωμεν ὅπως ἐπιτύχωμεν παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἑτέραν πορείαν. Θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν, χάριν τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, νὰ ἠκολούθει ἡ Ἀντιπολίτευσις πορείαν ἄλλην, καὶ χάριν τοῦ Συντάγματος, ὅπερ συνεχῶς ἔχει ἀνὰ στόμα· θὰ ἦτο τοῦτο ἐπιθυμητὸν καὶ χάριν τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν, οὓς κατώρθωσε νὰ ἐξουδενώσῃ. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα δὲν ἐξαρτῶνται ἀφ’ ἡμῶν· ἡμεῖς θὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐπιτελέσωμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν, καὶ θὰ ἴδωμεν, ἂν θὰ ἐπικρατήσῃ τὸ Σύνταγμα καὶ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἢ ἂν θὰ ἐπικρατήσωσιν αἱ ἀθέμιτοι ὑμῶν ἐνέργειαι. Ὡς πρὸς δὲ τὰ αἰτούμενα, πᾶν ὅ,τι ὀφείλομεν νὰ ἀνακοινώσωμεν, θέλομεν τὸ ἀνακοινώσει· τὰ ἀναγόμενα εἰς τὰ ἐν Λαρίσσῃ δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἀνακοινωθῶσιν, ἐφ’ ὅσον ἐκεῖ διεξάγεται ἐξέτασις καὶ ἀνάκρισις. Τὰ θέματα, ἅτινα ὁ κ. Βουλευτὴς παριστᾷ ὡς μὴ συνδεόμενα μετὰ τῆς ἐξετάσεως καὶ ἀνακρίσεως, δὲν εἶναι θέματα ἀφορῶντα εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὑποθέτει, ὅτι ὑπάρχει κατὰ νόμον ὑποχρέωσις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μὴ ποιῆται μεταθέσεις, εἰμὴ ἐπὶ γνωμοδοτήσει στρατιωτικῶν ἀρχῶν· ἀλλὰ περὶ τοιούτων μεταθέσεων δὲν πρόκειται· ὑπάρχουσι νόμοι καὶ κανονισμοὶ, ὁρίζοντες ἐν ποίᾳ περιστάσει ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς μεταθέσεως ἡ τοπικὴ στρατιωτικὴ ἀρχὴ, ἐν ποίᾳ περιστάσει ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ ἀνωτέρα στρατιωτικὴ ἀρχὴ, τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ὑπὸ ποίους ὅρους ἔχουσι τὸ δικαίωμα αἱ ἀρχαὶ αὗται. Ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἀξιοῖ, ὅτι ἐγένετό τις μετάθεσις παρὰ τὰ νενομισμένα καὶ τὰ κεκανονισμένα, βεβαίως ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν λόγον, ἀλλὰ περὶ τοιούτου τινὸς δὲν πρόκειται. Ὁ κ. Βουλευτὴς θέλει νὰ ἐπικρίνῃ τὸ γεγονὸς τῶν μεταθέσεων, ὡσανεὶ αἱ μεταθέσεις δὲν εἶναι ἀναγκαῖον παρακολούθημα τῆς διοικήσεως τῶν τοῦ στρατοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διοικηθῇ στρατὸς ἄνευ μεταθέσεων τῶν ἀξιωματικῶν.
§25ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔγειναν μεταθέσεις ἢ ὄχι;
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως ἐγένοντο καὶ γίνονται μεταθέσεις καθ’ ἑκάστην· ὁ στρατὸς ἄνευ μεταθέσεων δὲν διοικεῖται. Κενὰ δημιουργοῦνται ἐκ λόγων διαφόρων, ἡ ὑπηρεσία πολλάκις παρουσιάζει περιστάσεις, ἐν αἷς ἀξιωματικοί, εὑρισκόμενοι ἔν τινι τόπῳ, δέον νὰ μεταβῶσιν εἰς ἄλλον τόπον, καὶ ἡ μετάθεσις αὕτη ἐπάγεται ἑτέραν πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ κενοῦ· ὑπάρχουσι δὲ καὶ ἐκ τοῦ νόμου λόγοι, οἵτινες ἐπιβάλλουσι μεταθέσεις. Ἀλλ’ εἴτε ἐκ λόγου ἐκ τοῦ νόμου προερχομένου, εἴτε ἐκ λόγου διοικητικοῦ, ἡ μετάθεσις εἶναι ἐν τῷ δικαιώματι τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ μόνον ὁ Ὑπουργὸς ὀφείλει λόγον περὶ τῆς μεταθέσεως, ὅταν εἰδικῶς αὕτη κατακρίνηται ὡς παραβιάζουσα εἴτε νόμον, εἴτε κανονισμὸν, εἴτε ἔστω καὶ τὸ γενικὸν συμφέρον τῆς Πολιτείας, ἀσχέτως πρὸς τὸν νόμον καὶ τὸν κανονισμόν. Ὅταν τοιαύτη τις κατηγορία ἀπευθυνθῇ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ Ὑπουργεῖον ὀφείλει νὰ δώσῃ λόγον. Ὅτε ὅμως ἐρωτῶσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ἂν ἐγένοντο μεταθέσεις, νομίζοντες ὅτι δύναται νὰ τοῖς δοθῇ ἄλλη ἀπάντησις, πλὴν τῆς καταφατικῆς, δεικνύουσιν ὅτι οὐδὲν γινώσκουσι περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ.
§27ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐρωτῶμεν, ἐὰν ἐξετελέσθησαν αἱ μεταθέσεις.
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἤδη ἐρωτᾷ ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐὰν ἐξετελέσθησαν αἱ μεταθέσεις. Ἐξετελέσθησαν καὶ ἐκτελοῦνται ἀναντιῤῥήτως. Λέγω ὅτι δὲν ὑπάρχει διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου, ἥτις δὲν ἐξετελέσθη, ἥτις δὲν ἐκτελεῖται καὶ ἥτις δὲν θὰ ἐκτελεσθῇ. Ἂν ἐπαρουσιάσθη περὶ τὴν ἐκτέλεσιν ὡρισμένης διαταγῆς βραδυτής τις, τοῦτο ἀφ’ ἑαυτοῦ καὶ μόνου οὐδὲν ἀποδεικνύει. Ἀλλ’ ὅτι διαταγαὶ ἐξεδόθησαν, ἐξ αὐτῶν δὲ πολλαὶ ἐξετελέσθησαν καὶ ἄλλαι ἐκτελοῦνται, καὶ ὅτι πᾶσαι θέλουσιν ἐκτελεσθῆ ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος τοῦ πρέποντος, περὶ τούτου οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία.
§29ΑΓΓ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἰς δεινὴν ὑπέπεσε πλάνην, δογματίσας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἐπιτρέπονται ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε μεταθέσεις ἀξιωματικῶν, καὶ μάλιστα καθ’ ὁμάδας, ὡς συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἐὰν μὴ ἦτο ἀστράτευτος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἑπομένως ἀδαὴς περὶ τοὺς στρατιωτικοὺς ὀργανισμοὺς καὶ τὰ στρατιωτικὰ νόμιμα, δὲν ἤθελεν ὑποπέσει εἰς τοιαύτην πλάνην, φρονῶν ὅτι ὁ στρατὸς ἀφομοιοῦται πρὸς τοὺς τελωνοφύλακας καὶ ὅτι μετὰ τῆς αὐτῆς εὐκολίας, μεθ’ ἧς μετατίθενται διὰ λόγους μικροπολιτικῆς οἱ γραμματεῖς τῶν Ἐφοριῶν, δύνανται νὰ μετατίθηνται καθ’ ὁμάδας οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατεύματος. Αἱ μεταθέσεις τῶν ἀξιωματικῶν διὰ δύο μόνον λόγους ἐπιτρέπονται, ἢ διὰ λόγους ὑπηρεσιακῆς ἀνάγκης, ἢ διὰ λόγους πειθαρχίας· εἰς ἀμφοτέρας δὲ τὰς περιστάσεις ταύτας προαπαιτεῖται πρότασις τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς, μόνον δ’ εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις δύναται νὰ διατάσσῃ μεταθέσεις ἀξιωματικῶν αὐτεπαγγέλτως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ποία λοιπὸν ἔκτακτος περίστασις ἢ ποία ὑπηρεσιακὴ ἀνάγκη ἢ καὶ λόγος πειθαρχικῶν παραπτωμάτων ἐξηνάγκασε τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προβῇ εἰς ἀθρόαν μετάθεσιν 31 ἀξιωματικῶν τῆς φρουρᾶς Λαρίσσης; Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ λόγους ὑπηρεσίας ἢ διὰ λόγους πειθαρχίας μετέθεσε τόσους ἀξιωματικούς; Ἐὰν λόγοι ὑπηρεσίας παρεκίνησαν ὑμᾶς πρὸς τοῦτο, διατὶ δὲν καταθέτεις τὰ ἔγγραφα; Δὲν τὰ καταθέτεις, διότι δὲν ἔχεις τοιαῦτα· ἀλλὰ καὶ ἂν εἶχες τοιαύτας προτάσεις, ὤφειλες νὰ κατανοήσῃς, ὅτι οὐδεὶς κανονισμὸς ἐπιτρέπει τὴν ἀναστάτωσιν ὁλοκλήρου τοῦ στρατεύματος διὰ σωρείας μεταθέσεων, ἐπικινδύνων πάντοτε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ. Ἐὰν λόγοι πειθαρχικῶν παραπτωμάτων ἐνέπνευσαν εἰς ὑμᾶς τὴν ἀτυχῆ ταύτην ἰδέαν, διατὶ ἀποφεύγεις νὰ ἐκθέσῃς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ πειθαρχικὰ ταῦτα παραπτώματα; Οὔτε τὸ ἓν ὅμως οὔτε τὸ ἕτερον ἀποδέχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφεὶς τὴν Βουλὴν νὰ πιστεύῃ μᾶλλον, ὅτι λόγοι φατριασμοῦ, λόγοι μικροπολιτικῆς παρεκίνησαν τὸν κ. Ὑπουργὸν πρὸς τοῦτο. Ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, ἀποδεικνύεται ἐξ αὐτοῦ τοῦ πεπλανημένου ἰσχυρισμοῦ, ὅτι καὶ ἄνευ ὑπηρεσιακῆς ἢ πειθαρχικῆς ἀνάγκης ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἡ μετάθεσις ἀξιωματικῶν κατὰ σωρείας, ὡς ἐπιτρέπεται ἡ μετάθεσις τῶν κατωτέρων ὑπαλλήλων τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων. Ἤθελεν εἶναι προτιμότερον, καὶ χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ στρατοῦ καὶ χάριν τῆς ὑπολήψεως τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μὴ συνέβαινον ὅσα συνέβησαν ἐκ τῆς ἀδαημοσύνης τοῦ ἀστρατεύτου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν· ἀλλ’ οἱαιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν αἱ συνέπειαι τῶν σφαλμάτων τούτων, ἐπιβαρύνουσιν ἀκέραιαι αὐτὸν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ὅ,τι καὶ ἂν συνέβη ἐν Λαρίσσῃ ἢ ἀλλαχοῦ, εἶναι φυσικὴ συνέπεια τῆς κακῆς διοικήσεως τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Ὑπεύθυνος τῶν συμβάντων καὶ συμβησομένων εἶναι ὁ ἀστράτευτος Ὑπουργὸς τοῦ πολέμου, ὅστις δὲν γνωρίζει τίποτε περὶ στρατιωτικῶν, ἀλλὰ βασίζεται εἰς ἓν χαρτὶ, τὸ ὁποῖον τοῦ ἄφησεν ἀξιωματικὸς ξένος. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἠθικὸς αὐτουργὸς τῶν γενομένων ἐν Λαρίσσῃ. Τὸν λέγω ἠθικὸν αὐτουργὸν, διότι αἱ καθ’ ἑκάστην παραβιάσεις τῶν στρατιωτικῶν κανονισμῶν καὶ νόμων δὲν θὰ ἔχωσιν ἄλλο ἀποτέλεσμα ἢ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἀνακρίσεων. Πᾶν ὅ,τι δὲ ἡ ἀνάκρισις ἐξαγάγῃ θὰ ἦναι κατὰ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ἡμῶν, δὲν θὰ ἦναι πρὸς μόρφωσιν στρατιωτικοῦ πνεύματος. Πᾶν ὅ,τι εἶχεν ὡραῖον καὶ ἑλληνικὸν ὁ στρατὸς, καὶ πᾶν, δι’ ὃ ἐκαυχᾶτο καὶ ἐσεμνύνετο, τὸ παρέλυσες, τὸ κατέστρεψες, κύριε Ὑπουργὲ τῶν ἁρμάτων, καὶ ἂν στραφῇς πρὸς τὸ ἀριστερόν σου καὶ ἐρωτήσῃς τὸν παρακαθήμενον σεβαστὸν στρατηγὸν, θέλει σοὶ εἴπει, ὅτι πρὶν ὑπῆρχε στρατὸς πειθαρχικώτατος, στρατὸς ἄξιος τῆς πατρίδος, στρατὸς ἄξιος τοῦ προορισμοῦ αὐτοῦ, ἐνῷ σήμερον δὲν εἶναι τίποτε, οὐδὲ κἂν στρατὸς ὑπηρεσίας. Ὅταν οἱ ἀξιωματικοί σου, κύριε Ὑπουργὲ, μένωσι μὲ 13 ἄνδρας καθ’ ἑκάστην μονάδα, τί περιμένεις; νὰ σὲ ἐπαινῶσιν, ἢ νὰ λέγωσι παῤῥησίᾳ τὴν ἀλήθειαν; Οἱ ἀξιωματικοὶ ἔχουσι πάντοτε τὸ θάῤῥος νὰ λέγωσι τὴν ἀλήθειαν, διότι αὐτὸ ἀπαιτεῖ ἡ τιμή των. Ὅταν οἱ ἀξιωματικοὶ βλέπωσιν, ὅτι εἰς τὰς γενικὰς θέσεις δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ γενικὴ ἀρχαιότης, ἀλλὰ τὰ πρόσωπα, ὅταν προβιβάζητε ὅσους θέλετε καὶ παραγκωνίζητε τοὺς ἀρχαιοτέρους, ὅταν ὁ στρατὸς βλέπῃ, ὅτι ὑφαρπάζεις βαθμοὺς ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ὅπλου καὶ προσθέτεις τοιούτους εἰς τὸ ἄλλο ὅπλον, χάριν τῶν φίλων σου βεβαίως, ὁ στρατὸς θὰ παραλύσῃ. Καὶ τῆς παραλυσίας ταύτης σὺ εἶσαι ὁ μόνος παραίτιος. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ παρωνυχίδος, ἀλλὰ περὶ ὑπάρξεως τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν δυνάμεως, διὰ τῆς ὁποίας ὑφίσταται τὸ Κράτος, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ βιομηχανία καὶ ἡ ἰδιοκτησία καὶ ἡ τιμὴ, καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἐλπίζομεν νὰ πληρωθῶσιν οἱ ἐθνικοὶ πόθοι. Δὲν γνωρίζετε, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι, ὅταν κάμητε ὑπερβασίας εἰς τὸν στρατιωτικὸν νόμον, παραλύετε τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατοῦ; Διὰ πάντα ταῦτα εἶσθε σεῖς ὑπεύθυνος· ἔπρεπεν ἡ ἀνάκρισις ν’ ἀρχίσῃ τὸ ἔργον της πρῶτον ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ κατόπιν νὰ ὑπάγῃ εἰς Λάρισσαν. Ὑπεσχέθης ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς τὰς στρατιωτικὰς περιφερείας, καὶ ὅμως τὸν κάτοικον τοῦ Φενεοῦ καὶ τὸν κάτοικον τῶν Κυθήρων τὸν στέλλεις νὰ ἀποθάνῃ μακρὰν τῆς περιφερείας του, εἰς τὴν Λάρισσαν, εἰς τὸ Τύρναβον. Ὅταν, κύριε Ὑπουργὲ, ὑπέταξες τὴν ὕπαρξιν τοῦ στρατοῦ εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς συνδυασμούς σου, ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῇς, ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, καθ’ ἣν θὰ ἀφυπνισθῇ ὁ τῆς πατρίδος σου λέων. Φρόντισε λοιπὸν νὰ τεθῇς ὑπὸ ἀνάκρισιν πρῶτος σὺ, καὶ ἂν ἀθωωθῇς, κατόπιν νὰ διατάξῃς ἀνακρίσεις δι’ ἄλλους, διότι ἡ ἐσχάτη πλάνη χείρων τῆς πρώτης. Ὅταν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναφέρηται εἷς ἐπιθεωρητὴς τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πολέμου, κατὰ παράβασιν τοῦ ὀργανικοῦ νόμου, σὺ, κύριε Ὑπουργὲ, προσθέτεις καὶ δεύτερον, διὰ νὰ οἰκονομήσῃς τὸν μέχρι χθὲς φρούραρχον τῆς Βουλῆς, καὶ προβιβάζεις αὐτὸν ἐπὶ βλάβῃ τῶν δικαιωμάτων τοῦ λοχαγοῦ τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ· προκειμένου δὲ νὰ ἐπιθεωρηθῶσιν αἱ ἀποθῆκαι ὑλικοῦ πολέμου, ἔστειλες ἄλλον, τὸν δὲ προβιβασθέντα τὸν ἔστειλες νὰ φέρῃ τοὺς Βουλευτάς. Ἔργον τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι νὰ ἐκτελῶσι τὰ ἑαυτῶν καθήκοντα, οὐχὶ δὲ νὰ γίνωνται συλλογεῖς ἢ ἰχνηλάται Βουλευτῶν. Ὅταν λοιπὸν ταῦτα πράττῃς σὺ, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ ἦσαι ὁ τύπος τῆς πειθαρχίας καὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν στρατιωτικῶν κανονισμῶν, πῶς τολμᾷς νὰ ἔρχεσαι ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, κατηγορῶν ἄλλους; Λησμονεῖτε ὅτι πάντες ἔχομεν συγγενεῖς εἰς τὸν στρατόν; Πλανᾶσθε πιστεύοντες, ὅτι ἐκάματε ἓν βῆμα, ἂν δὲν δώσητε λόγον τῶν πράξεών σας· ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παραβιάζῃ δικαστικὰς ἀποφάσεις κατὰ στρατιωτικῶν, ἀνηκόντων εἰς τὴν φατρίαν αὐτοῦ, ὅταν αὐτοὶ οἱ καταδικασθέντες εἶδον τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον εἶχον, καὶ ἐζήτησαν ν’ ἀναιρεθῇ ἡ ἔκπτωσις, τὴν ὁποίαν εἶχον ἐπιβάλει τὰ Δικαστήρια, ἀλλ’ ἐπεκύρωσεν ὁ Ἄρειος Πάγος, ἀποῤῥίψας τὴν ἀναίρεσιν, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα σεῖς ἐγίνατε ὑπέρτεροι τοῦ νόμου καὶ κατεπατήσατε δικαστικὰς ἀποφάσεις· ὅταν λοιπὸν σὺ δίδῃς τὸ παράδειγμα τῆς ἀντιπειθαρχίας, πῶς ζητεῖς ἀπὸ ἄλλους πειθαρχίαν καὶ στέλλεις ἀνακριτὰς, καὶ διενεργεῖς σωρηδὸν μεταθέσεις; Ὅταν τὰ δημοσιογραφικὰ ὄργανά σας εἶχον τὸ θράσος καὶ τὴν τόλμην νὰ ὑβρίσωσι τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς φρουρᾶς ἐκεῖ, εἴχατε τὸ καθῆκον, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκ τοῦ γραφείου σας νὰ διαψεύσητε ὅλα αὐτὰ, ἀλλ’ ἐσιωπήσατε. Πότε ὅμως φαίνεσθε ὡς Ὑπουργός; Ὅταν πρόκηται νὰ ὑπερασπισθῆτε ἀξιωματικοὺς φίλους σας. Τότε χύνετε τὰ ῥεῖθρα τῆς στοργῆς σας· ἀλλ’ ὅταν τὰ δημοσιογραφικὰ ὄργανά σας ὑβρίζωσι τὸν στρατὸν, σιωπᾶτε. Καὶ τί νὰ εἴπω πρῶτον, τί δ’ ὕστατον, πρὸς ἀπόδειξιν ὅτι ὑμεῖς εἶσθε ὁ παραίτιος τῆς παραλυσίας τοῦ στρατοῦ; Μὴ χθὲς ἀκόμη δὲν ἐπράξατε ἄλλο σκάνδαλον, καταβιβάσαντες τὸν ὑψηλὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου μέχρι τῆς ἐποπτείας στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων, ἐντολὴν ἐχόντων τὴν καταδίωξιν φυγοδίκων; Ποῦ εὕρετε τοιαύτην διάταξιν; Ποῦ ἠκούσατε, συνταγματάρχης νὰ ἐκτελῇ χρέη ἀποσπασματάρχου; Τοῦτο πιθανὸν νὰ ἐξυπηρετῇ τὰ ἐν τῷ νομῷ Αἰτωλοακαρνανίας φατριαστικὰ ὑμῶν συμφέροντα, οὐχὶ ὅμως καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ στρατοῦ. Καὶ πῶς θέλετε, μὲ τοιαῦτα προηγούμενα, μὲ τοιαύτας παραβάσεις, μὲ τοιαῦτα σκάνδαλα, μὲ τοιαύτην σκόπιμον ἐπιβουλὴν κατὰ τῆς τιμῆς καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ στρατοῦ, νὰ μὴ θερίσητε ἀκάνθας καὶ τριβόλους; Ὑμεῖς εἶσθε πάντων ὑπεύθυνοι, ὑμᾶς καταγγέλλω ὡς ἠθικὸν αὐτουργὸν τῆς παραλύσεως τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ τί συνέβη εἰς Λάρισσαν; Σιωπᾶτε, ἀλλ’ ἡ σιωπήσας εἶναι ἔγκλημα. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι καταδιώκονται ἀξιωματικοί; Καὶ διὰ ποῖον λόγον καταδιώκονται; Ἐπιθυμῶ, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ γνωρίζω τοῦτο καὶ ὡς Βουλευτὴς καὶ ὡς ἀνήκων εἰς τὸ στράτευμα. Σιωπᾶτε πάλιν. Ἔχει καλῶς. Θὰ ἔλθῃ ὅμως ἡμέρα, καθ’ ἣν θὰ λύσητε τὴν σιωπὴν, ἵνα ἀπολογηθῆτε. Παραπέμπετε καὶ ἐμὲ καὶ τοὺς προλαλήσαντας εἰς τὰς ἑλληνικὰς καλλένδας, εἰς τὸ πέρας τῶν ἀνακρίσεων, ὅτε θέλετε λαλήσει. Ἀλλ’ εἶσθε βέβαιος, ὅτι γίνονται ἢ θὰ γίνωσιν ἀνακρίσεις; Ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα νὰ μάθῃ, ἂν διετάχθησαν ἀθρόαι μεταθέσεις ἀξιωματικῶν, διότι ὑπὸ τοιαύτην διαταγὴν ὑπολανθάνει κἄτι τι σοβαρὸν, ἂν αἱ διαταγαὶ ἐξετελέσθησαν, ἢ ἂν ἀνεκλήθησαν, καὶ διὰ τίνα λόγον ἀνεκλήθησαν. Πρέπει νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ, ἂν ὑπάρχῃ Διεύθυνσις μηχανικοῦ ἢ τμῆμα πυροβολικοῦ εἰς Σκῦρον, εἰς Κύθνον, ἢ εἰς Σῦρον. Ἐνθυμήθητε, κύριε Ὑπουργὲ, τὴν Κύθνον καὶ ἔπειτα τὴν Σῦρον. Τῶν μετατοπισμῶν τούτων καὶ τῶν ἄλλων, τῶν μήπω ἐκτελεσθέντων, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ σπουδαῖος λόγος. Τὸν λόγον τοῦτον ζητεῖ νὰ μάθῃ ἡ Βουλή. Ὁ στρατιώτης δὲν εἶναι ταμίας ἢ ἔφορος, ὅπως ἔχητε τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ἐκσφενδονίζητε ἄνευ ὑπηρεσιακῆς ἀνάγκης εἰς τὴν Σκῦρον ἢ τὴν Μῆλον· ὁ στρατιώτης ἀπέκτησε τὰς ἐπωμίδας του, ἀφοσιωθεὶς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος του, ἕτοιμος ἀείποτε νὰ προτάξῃ τὸ στῆθός του, ὡς προμαχῶνα τῆς πατρίδος. Ὁ στρατιώτης εἶναι ὁ φρουρὸς τῆς ἐθνικῆς τιμῆς, ἡ ἐθνικὴ δύναμις, ἀφ’ ἧς ἐξήρτηνται αἱ ἐλπίδες τοῦ ἐθνικοῦ μεγαλείου. Ἡμεῖς ὅμως, ὑποτάσσοντες τὴν ἐθνικὴν ταύτην δύναμιν εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς καὶ θέλοντες νὰ ὑποδουλώσητε αὐτὴν εἰς τὴν φατρίαν, τολμᾶτε νὰ λέγητε, ὅτι πολλαχοῦ ἐνεργεῖτε ἀνακρίσεις, ἐνῷ ὁ πάντων ἔνοχος εὑρίσκεται ἐπὶ κεφαλῆς τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων, ἀστράτευτος ὤν. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἦσθε ὑμεῖς ὁ αἴτιος καὶ ὁ ἠθικὸς αὐτουργὸς τῶν ἐν τῷ στρατῷ ἀξίων τῆς προσοχῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ὡς κατήγγελεν ὑπουργικὴ ἐφημερὶς, δὲν εἴχετε ἀνάγκην νὰ στείλητε ἀνακριτὴν ἐπὶ τόπου, ἤρκει μόνον ἡ διαταγή σας νὰ τοὺς φέρῃ ὅλους ἐδῶ. Δύο τινὰ λοιπὸν ἀναγκάζομαι νὰ ὑποπτεύωμαι: ἢ ὅτι ἀναξίως κατέχετε τὴν θέσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὀφείλετε νὰ τὴν ἐγκαταλίπητε καὶ ἀφήσητε ἐλεύθερον τὸν στρατὸν νὰ διοικηθῇ ὁ στρατὸς διὰ τοῦ στρατοῦ καὶ νὰ μὴ ὑποταχθῇ εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς, ἢ ὅτι ὑπάρχει ὠργανωμένη ἐπιβουλὴ κατὰ τοῦ στρατοῦ. Εὔχομαι, πᾶν ὅ,τι ἐπράξατε καὶ πᾶν ὅ,τι θέλετε πράξει νὰ ᾖ σύμφωνον πρὸς τὸ πρέπον καὶ τὸ δίκαιον. Εὔχομαι νὰ μὴ προπορευθῇ τὸ πάθος, ἀλλ’ ἡ δικαιοσύνη, διότι ἡ δικαιοσύνη εἰς τὸν στρατὸν εἶναι ὑψίστη ἀνάγκη. Ἄλλως τε δὲ, κ. Ὑπουργὲ, σᾶς βαρύνουσι δύο χαρτοφυλάκια· ἀπαλλάχθητε τοῦ ἑνός, ἐκείνου μάλιστα, οὗ ἡ ὑπηρεσία εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστος εἰς ὑμᾶς. Δὲν αἰσθάνεσθε, ὅτι πέριξ ὑμῶν ὀγκοῦνται τὰ κύματα τῆς ἐθνικῆς ἀγανακτήσεως; Ἐνθυμήθητε ὅτι καὶ ἄλλοι ἐπιφανεῖς ἄνδρες διώκησαν τὴν πολιτείαν καὶ τὸν στρατὸν, ἀλλ’ ὅμως, συναισθανόμενοι ἐγγίζουσαν τὴν ἐθνικὴν ἀγανάκτησιν, οἰκειοθελῶς ἀπεχώρησαν. Ἐρωτήσατε τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, τί τῷ εἶπεν ὁ ἐπιφανέστερος αὐτῶν ἐν δυσχερεῖ περιστάσει: «Κὺρ Ἀνδρέα, ἑτοιμάσου· δὲν μὲ θέλουν». Ὁ δὲ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶπε: «Κύριε Πρόεδρε, ὕστερον ἀπὸ τοιαύτην πλειονοψηφίαν, ἣν ἔχεις ἐν τῇ Βουλῇ, πῶς εἶναι δυνατόν; Καὶ ὅμως ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τὸ εἶδε κατόπιν. Ἀλλὰ γνωρίζω, ὅτι τὰς τοιαύτας κοινοβουλευτικὰς λεπτότητας τοῦ ἀειμνήστου πολιτευτοῦ δὲν εἶχε ποτὲ ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Πρὸ τῆς φιλαρχίας του τὰ πάντα θυσιάζει, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ τῷ εἴπω, ὅτι τὰ πάντα δύναται νὰ θυσιάσῃ, ἀλλ’ ὄχι καὶ τὸν στρατόν. Συμπεραίνων καὶ ἐγὼ τελευταῖος τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μου κυρίων Βουλευτῶν, θέλω νὰ μάθω, ἐὰν οἱ συνάδελφοί μου ἀξιωματικοὶ μετετέθησαν, καὶ ἂν μετετέθησαν καθ’ ὁμάδα, ὄχι κατ’ ἄτομον, καὶ ποῖος ὁ λόγος τῆς μεταθέσεως αὐτῆς. Θέλω δὲ νὰ μάθω πρὸς τοῖς ἄλλοις, ἐὰν αἱ διαταγαὶ ἐξετελέσθησαν ἢ ἀνεκλήθησαν, διότι, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ἅμα ἀρχίζετε νὰ παίζητε μὲ τὸν στρατὸν, μοὶ φαίνεται ὅτι παίζετε μὲ τὴν ὕπαρξιν τῆς Κυβερνήσεώς σας καὶ τῶν ὑψίστων τοῦ ἔθνους συμφερόντων.
§30ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγίνωσκον μέχρι τοῦδε, ὅτι ὁ ἔλεγχος τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν πράξεων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας δὲν περιορίζεται μόνον εἰς τὰς παραβάσεις τῶν κειμένων νόμων, ἀλλ’ ἐπεκτείνεται εἰς πάσας ἐν γένει τὰς πράξεις τῆς διοικήσεως, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξαιρέσεως. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέλαβε νὰ ἀνοικοδομήσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἄλλα αὐτὸς καινοτομῶν καὶ διατεινόμενος ἢ ὅ,τι καὶ ἡ λογικὴ καὶ ἡ ἐπιστήμη τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου διδάσκει καὶ ἐδίδαξε πάντοτε. «Ὁ κ. Βουλευτὴς, εἶπεν, ὑποθέτει ὅτι κατὰ τὸν νόμον ἀπαιτοῦνται προτάσεις τοῦ ἀρχηγοῦ καὶ τῶν ἀμέσων διοικητῶν τῶν σωμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν οἱ ἀποπεμπόμενοι ἢ μετατιθέμενοι ἀξιωματικοί, διὰ νὰ ἐνεργηθῇ ἡ μετάθεσις ἢ ἡ ἀποπομπή. Τοιαύτην πρότασιν ὁ νόμος δὲν ἀπαιτεῖ· ὁ Ὑπουργὸς ἄρα εἶναι ἐλεύθερος νὰ μεταθέτῃ κατὰ τὸ δοκοῦν». Ὅταν ἐγώ, διακόψας αὐτὸν, ταῦτα λέγοντα, τὸν ἠρώτησα, εἰς ὑμᾶς δὲ διατὶ ἔδοξε νὰ μεταθέσητε τόσους ἀξιωματικούς; ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, στενοχωρηθείς, ἀπέφυγε τὴν ἀπάντησιν, εἰπών μοι ἀφελέστατα: «δὲν ὁμιλῶ εἰς ὑμᾶς, ὁμιλῶ εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως». Δὲν ἐξετάζω, κύριε Πρόεδρε, ἂν ὁ νόμος ἢ ἡ ὑπηρεσία ἐπέβαλλε τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προκαλέσῃ καὶ λάβῃ ὑπ’ ὄψει προτάσεις τοῦ ἀρχηγοῦ καὶ τῶν ἀμέσων διοικητῶν τῶν σωμάτων περὶ τῆς ἀνάγκης τῶν μεταθέσεων. Ἀνεξαρτήτως τῆς τυπικῆς ταύτης ὄψεως τοῦ ζητήματος, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν αἱ γενόμεναι μεταθέσεις ὑπηγορεύθησαν ὑπὸ τοῦ συμφέροντος τῆς ὑπηρεσίας, ἢ ὑπηγορεύθησαν ὑπὸ τοῦ συμφέροντος τοῦ κόμματος, καὶ διὰ τοῦτο μένει πάντοτε ἄνευ ἀπαντήσεως ἡ ἐρώτησις, τὴν ὁποίαν ἀπηυθύναμεν! «Μετετέθησαν ἀξιωματικοὶ ἀπὸ τῆς ἐν Λαρίσσῃ φρουρᾶς, καὶ πόσοι; εἶναι ἀληθές, ὅτι μετετέθησαν ἀθρόοι 31 ἀξιωματικοί, ναὶ ἢ ὄχι; Ἐὰν δὲ τοῦτο ἐγένετο, ἐὰν ἀθρόως μετετοπίσατε τόσους ἀξιωματικούς, ἀποσπασθέντας ἀπὸ τῶν οἰκείων σωμάτων εἰς ἄλλα σώματα, ποῖον δημόσιον συμφέρον, ποῖος λόγος ὑπηγόρευσε τὸ μέτρον τοῦτο;» Τί τούτου καθαρώτερον καὶ ἁπλούστερον; Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἀπαντᾷ, δὲν θέλει ν’ ἀπαντήσῃ, προσποιούμενος, ὅτι δὲν ἐννοεῖ, τί τὸν ἐρωτῶμεν. Ὁ νόμος, λέγει, δὲν τὸν ὑπεχρέου νὰ ζητήσῃ τὰς ἐκθέσεις τοῦ ἀρχηγοῦ καὶ τῶν διοικητῶν τῶν σωμάτων, καὶ ἠδύνατο νὰ ἐνεργήσῃ τὰς μεταθέσεις κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῷ. Αἴ! καὶ τί ἕπεται ἐντεῦθεν; Ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τάχα τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ εὐθύνας διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην; Πῶς! ὅταν 31 ἀξιωματικοὶ μετατίθενται δὲν δυνάμεθα, νὰ ἐρωτήσωμεν ποῖος λόγος ὑπηγόρευσε τὸ ἔκτακτον τοῦτο μέτρον; Ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι εἰρωνεία. Καὶ διατὶ εἴμεθα ἐδῶ, κύριε Πρωθυπουργέ; Μᾶς λέγεις, ὅτι ἐμποδίζομεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ὑποθέτετε λοιπὸν, ὅτι ἔργον τῆς Βουλῆς μοναδικὸν εἶναι, νὰ ψηφίζῃ ἀμέσως τὰ νομοσχέδιά σας, τὰ ὁποῖα βροχηδὸν εἰσάγετε, κατὰ τὸ πλεῖστον ἀμελέτητα καὶ ἀχώνευτα, ἔστιν ὅτε δὲ καὶ προσωπικὰ, ὡς τὰ νομοσχέδια περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου φόρου ἐπὶ τῶν ὠνίων εἰς τοὺς δήμους Ὠλένης, Σκιλλοῦντος, κτλ; Διότι, Κύριοι, ἡ συναλλαγὴ ἐτελειοποιήθη σήμερον· δὲν ἐνεργεῖται μόνον διοικητικῶς, ἀλλὰ καὶ νομοθετικῶς διὰ τῆς Βουλῆς, ὥστε εἴμεθα καὶ ἡμεῖς συνυπεύθυνοι. Αὐτὸ λοιπὸν εἶναι τὸ ἔργον μας; Τὴν δὲ ἀθρόαν μετατόπισιν 31 ἀξιωματικῶν, ἥτις συνεκίνησε καὶ ἐσκανδάλισε τὴν κοινωνίαν, δὲν εἶναι ἔργον ἡμῶν ν’ ἀπαιτήσωμεν νὰ δικαιολογήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀναφέρων τὸ δημόσιον συμφέρον, τὸ ὁποῖον τὴν ὑπηγόρευσε;
§31ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήντησε.
§32ΜΙΛΗΣΗΣ. Ναί, ἀλλὰ τί εἶπεν; ὅτι δὲν ἦτο ὑπόχρεως ἐκ τοῦ νόμου νὰ ζητήσῃ ἐκθέσεις ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν καὶ τοὺς οἰκείους διοικητάς, καὶ διὰ τοῦτο ἠδύνατο νὰ πράξῃ ὅ,τι ἤθελεν ἄνευ εὐθύνης. Εἶναι αὕτη ἀπάντησις; Κατὰ τὴν σοφὴν ταύτην θεωρίαν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δύναται νὰ μεταθέτῃ ὅταν θέλῃ καὶ ὅπως θέλει ἀξιωματικούς, δύναται νὰ προβιβάζῃ οἵους ἂν θέλῃ ἀξιωματικούς, δύναται νὰ πράττῃ ὅ,τι θέλει· ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας τῶν πράξεών του τούτων, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ὁ νόμος τῷ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ τὰς ἐνεργήσῃ, καὶ ἑπομένως εἶναι ἐντὸς τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ὄχι, κύριε Πρωθυπουργέ· καὶ ὅταν ὁ νόμος σοὶ δίδῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργήσῃς πρᾶξίν τινα, ὀφείλεις τὴν πρᾶξιν ταύτην νὰ ἐνεργήσῃς σύμφωνα μὲ τὸ δίκαιον καὶ τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας, ἄλλως ὑπέχεις εὐθύνας δι’ αὐτήν, διότι δὲν δύνασαι νὰ διαχειρίζησαι αὐθαιρέτως καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τῆς Πολιτείας καὶ τοῦ Ἔθνους τὴν νόμιμον ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Δὲν ἀπαντᾷς λοιπόν, λέγων ὅτι εἶχες ἐκ τοῦ νόμου τὸ δικαίωμα νὰ μεταθέσῃς τοὺς ἀξιωματικούς, ὑπεκφεύγεις. Καὶ αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ τακτικὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ διεκφεύγῃ ὡς ἔγχελυς καὶ νὰ συγχύζῃ τὰ πράγματα, ὁσάκις δὲν ἔχῃ τι ν’ ἀπαντήσῃ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν ἐρώτησιν, κύριε Πρόεδρε, ἂν τουτέστιν ἐξετελέσθησαν αἱ περὶ μεταθέσεως τῶν ἀξιωματικῶν διαταγαί, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ῥητὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἐπὶ ταύτης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν· δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποθέσωμεν, ἂν δὲν ἔχωμεν ψηλαφητὰς περὶ τοῦ ἐναντίου ἀποδείξεις, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐλησμόνησεν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ἑαυτόν, ὥστε νὰ βεβαιώσῃ ψευδῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι πᾶσαι αἱ ἐκδοθεῖσαι διαταγαὶ παρ’ αὐτοῦ περὶ πάσης οἱασδήποτε προσωπικῆς μεταβολῆς εἰς τὰ διάφορα στρατιωτικὰ σώματα τοῦ Κράτους, ἐξετελέσθησαν ἀκριβῶς. Εἴμεθα, ἐπαναλαμβάνω, ὑποχρεωμένοι νὰ δεχθῶμεν ἐπὶ τοῦ παρόντος τὴν δήλωσιν ταύτην, μολονότι φοβοῦμαι, ὅτι πολὺ ταχέως τὰ πράγματα θέλουσι μᾶς φέρει εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ὑπενθυμίσωμεν εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξήνεγκε σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος. Παραμερίζομεν λοιπὸν τὴν δευτέραν ἐρώτησιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐδόθη κατηγορηματικὴ καὶ σαφὴς ἀπάντησις, καὶ περιοριζόμεθα εἰς τὴν πρώτην. Ἀξιοῦμεν νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, πόσους ἀξιωματικοὺς μετέθεσεν ἐκ τῆς ἐν Λαρίσσῃ φρουρᾶς, καὶ τοὺς λόγους τῆς ὑπηρεσίας, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὰς μεταθέσεις ταύτας, διότι ἡ Βουλὴ καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον ἔχει νὰ μάθῃ καὶ ἐκτιμήσῃ τοὺς λόγους τούτους· ἄλλως οὔτε σωφρονεῖ, οὔτε ἐκτελεῖ τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἔχει λάβει παρὰ τοῦ Ἔθνους.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸν λόγον.
§34ΜΙΛΗΣΗΣ. Πῶς! δὲν θ’ ἀπαντήσῃ ὁ Ὑπουργός;
§35ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δηλώσῃ, ἐὰν θέλῃ, ἐὰν καὶ εἰς ἄλλην φρουρὰν καὶ ἰδίως εἰς τὴν φρουρὰν Ἄρτης διέταξε διοικητικὰς ἀνακρίσεις ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἀδίκημα, διὰ τὸ ὁποῖον διέταξε τοιαύτας καὶ ἐν Λαρίσσῃ.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἠξεύρω πρὸς τί νὰ σχετίσω τὴν ἐπερώτησίν σας. Ὡς εἶπον, ἐν Λαρίσσῃ διετάξαμεν ἐξετάσεις καὶ ἀνακρίσεις λίαν εὐρείας, ὥστε ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει τι εἰδικὸν, πρὸς ὃ νὰ σχετίσω τὴν ἐπερώτησιν ἐν Ἄρτῃ ἐπίσης. Ἐντὸς τῆς περιφερείας τῆς ἀνωτέρας ἐποπτείας Ἄρτης δὲν διετάχθη ἀνάκρισις· διετάχθησαν ἀνακρίσεις ἐν Βονίτσῃ, ἀλλ’ ἐν Ἄρτῃ δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ διετάχθη ἀνάκρισις.
§37ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Αὐταὶ αἱ ἀνακρίσεις, τὰς ὁποίας ζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, νομίζω ὅτι ἀποδεικνύουσιν, ὅτι συμβαίνει τι.
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω ὅτι, προκειμένου περὶ ἀνακρίσεως, εἶναι καλὸν νὰ μὴ γίνηται περὶ αὐτῶν λόγος, πρὶν ἢ γνωσθῶσι τὰ ἀποτελέσματα, διότι, ἐὰν ἤδη ὡμίλουν περὶ τῶν τῆς ἀνακρίσεως ἐν Βονίτσῃ, θὰ ἐξεγείρεσθε βεβαίως, διαμαρτυρόμενοι, ὅτι ἐν οὐ δέοντι ὁμιλῶ περὶ τῶν κατ’ αὐτῶν πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ ἀποτελέσματος.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§40ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ ζητῶ ἀπάντησιν.
§41ΜΙΑ ΦΩΝΗ. Δὲν ἀπαντᾷ.
§42ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὀφείλει νὰ ἀπαντήσῃ, πρέπει νὰ μᾶς εἴπῃ, πόσους ἀξιωματικοὺς μετέθεσε καὶ διατί.
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν μετατίθενται μυστικὰ, μετατίθενται δημοσίᾳ, ἐκδίδονται μάλιστα καὶ ἐγκύκλιοι, αἵτινες ἀνακοινοῦσι τὰ τῶν μεταθέσεων ἢ τὰ τῶν ἀποσπάσεων, διότι ἐδῶ πρόκειται περὶ ἀποσπάσεων καὶ ὄχι περὶ ὁριστικῶν τοποθετήσεων. Ταύτας οὐδεμίαν θὰ ἔχω δυσκολίαν νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλήν, εὐθὺς ὡς δημοσιευθῶσι διὰ τῶν ἀνακοινώσεων πρὸς τὰς οἰκείας ἀρχάς. Ἐρωτᾶτε, πόσοι μετετέθησαν; τοῦτο εἶναι ἀριθμητικὴ πρᾶξις· ὅταν ἀνακοινώσω τὰ ὀνόματα τῶν ἀποσπασθέντων, δύνασθε νὰ ἐκτελέσητε ὑμεῖς τὴν ἄθροισιν. Ζητεῖτε τοὺς λόγους τῶν μεταθέσεων· ὁ λόγος εἶναι, ὅτι ἐθεωρήσαμεν αὐτὰς συμφερούσας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ· εἰς ἡμᾶς εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ, ἔχομεν τὸ καθῆκον νὰ ἐπιτηρῶμεν τὰ εἰς αὐτὴν συμφέροντα, δὲν συντελεῖ δὲ εἰς ταῦτα ἐν τῇ Βουλῇ νὰ συζητῶμεν τὰ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ. Τὴν σχέσιν τῶν μεταθέσεων πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ στρατοῦ δὲν θ’ ἀναπτύξωμεν ἐνταῦθα, οὐδὲ εἶναι καὶ πρέπον νὰ εἰσέλθωμεν εἰς λεπτομερείας περὶ τοῦ θέματος, διότι πολλάκις γίνονται μεταθέσεις καὶ ἀποσπάσεις ὡς ἐκ τῆς ἐκτιμήσεως τῶν προσώπων, τοιαῦται δ’ ἐκτιμήσεις δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνωνται ἀντικείμενον βουλευτικῶν συζητήσεων· δὲν προσήκει εἰς βουλευτικὴν συζήτησιν ἡ ἐξέτασις, ἂν ὁ δεῖνα ἀξιωματικὸς ἠδύνατο κάλλιον νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του ἐν τῇ δεῖνα μᾶλλον θέσει ἢ ἐν τῇ δεῖνα, καὶ ἡ παρεπομένη δημοσία ἀμφισβήτησις τῆς εἰδικότητος, τῆς ἱκανότητος, τῶν προσόντων τοῦ ἀξιωματικοῦ.
§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ζητεῖ πάντοτε νὰ παρατρέψῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ ἐδάφη, ἐπὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει τεθῆ ζήτημα. Δὲν ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὸν Πρωθυπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ διὰ ποῖον λόγον, διὰ ποίαν προσωπικὴν ἐκτίμησιν μετέθεσε τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν ἀξιωματικόν· ἐζητήσαμεν παρ’ αὐτοῦ νὰ μάθωμεν ἄλλο τι, ἐὰν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος τῷ ἀνέθηκε, τὸ ἐξήσκησε μετὰ λόγου κατὰ τοὺς κανονισμοὺς αὐτοῦ τοῦ στρατοῦ. Ὁ Πρωθυπουργὸς πρὸ μικροῦ ἰσχυρίζετο, ὅτι, προκειμένου περὶ μεταθέσεως ἀξιωματικοῦ, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μεταθέτει τοὺς ἀξιωματικούς· ἀλλ’ ἡμεῖς ἰσχυρίσθημέν ποτε, ὅτι τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς μεταθέτει ὁ Μητροπολίτης; ἰσχυρίσθημέν ποτε, ὅτι τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς μεταθέτει ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου; Τὸ δικαίωμα βεβαίως τῆς μεταθέσεως τῶν ἀξιωματικῶν τὸ ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ κατὰ τοὺς κανονισμούς, οἱ ὁποῖοι διέπουσι τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν· ἐνίοτε μάλιστα τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν ἀνήκει οὐδὲ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ εἰς τὸν Βασιλέα, καὶ ἐνασκεῖται ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλὰ διότι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μεταθέτῃ τοὺς ἀξιωματικούς, δύναται νὰ μεταθέτῃ πάντοτε, ὅταν θέλῃ καὶ ὅπως ἂν θέλῃ πάντας τοὺς ἀξιωματικούς; Δύναται νὰ τὸ πράττῃ, ἀλλὰ πράττει παράβασιν τῶν καθηκόντων του, ἀθέτησιν τῶν κανονισμῶν, διότι πρέπει νὰ διακρίνωμεν καλῶς τὴν ἐξουσίαν τῶν Ὑπουργῶν. Ἐάν τις ᾖναι Ὑπουργὸς ἑνὸς κλάδου, δὲν ἔχει τὴν ἐξουσίαν νὰ πράττῃ ὅ,τι θέλει ἐν τῷ κλάδῳ, ἐν τῷ ὁποίῳ εἶναι Ὑπουργός. Ἔχει τὴν ἐξουσίαν νὰ πράττῃ ἐν τῷ κλάδῳ ἐκείνῳ ὅσα οἱ νόμοι ἐπιτρέπουσι νὰ πράττῃ. Λοιπὸν ἔχει δικαίωμα νὰ προβάλλῃ εἰς τὸν Βασιλέα μετάθεσιν ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ πρέπει εἰς τὸν Βασιλέα νὰ δώσῃ λόγον τῆς μεταθέσεως ταύτης, καὶ ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ὀφείλει νὰ δώσῃ, δὲν εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον λέγει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἐσκέφθη αὐτός, διότι δὲν δύναται νὰ σκεφθῇ μόνος τίποτε, ὀφείλει νὰ σκέπτηται ὅπως σκέπτονται οἱ προϊστάμενοι τοῦ ἀξιωματικοῦ, τοῦ ὁποίου πρόκειται ἡ μετάθεσις, διότι ἀπ’ αὐτῶν πορίζεται πάσας τὰς πληροφορίας, αἵτινες τείνουσιν εἰς τὴν προσωπικὴν ἐκτίμησιν τοῦ ἀξιωματικοῦ. Καὶ ὅταν πρόκηται περὶ τριάκοντα καὶ ἑνὸς ἀξιωματικῶν, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἐνθυμεῖται πόσοι μετετέθησαν; Δύναται νὰ εἴπῃ: ἔχετε ὑπομονὴν, θὰ δημοσιευθῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τότε ἀριθμοῦμεν καὶ εὑρίσκομεν ἐὰν ἦναι 31 ἢ 29; Αὐτὰ εἶναι λόγοι καὶ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπονται μόνον εἰς τοὺς δικολάβους ἐνώπιον τοῦ Πταισματοδικείου, δὲν ἐπιτρέπονται εἰς κυβερνήτας, εἰς ὑπευθύνους Ὑπουργοὺς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ μάλιστα ὅταν πρόκηται περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Δὲν ἁρμόζει εἰς ἐμὲ νὰ καταδεχθῶ νὰ ἀπαντήσω εἰς τοὺς ὑπαινιγμούς, τοὺς ὁποίους ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπηύθυνε πρὸ μικροῦ περὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· δύναμαι ὅμως νὰ ἐξυμνήσω τὴν ἀρετὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις ἐξακολουθεῖ νὰ ἀνέχηται Κυβέρνησιν τοιαύτην, τοσαῦτα τολμήσασαν. Καὶ τί μένει εἰς τὸ Κράτος τοῦτο, Κύριοι; Εἰς Κράτος, εἰς τὸ ὁποῖον παρελύθησαν τὰ πάντα, ἐπλαστογραφήθησαν οἱ ἀριθμοὶ, παρεποιήθη τὸ πολίτευμα καὶ κατεστάθη τυπικὴ ἡ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος, καὶ συνέρχονται 150 ἄνθρωποι, λεγόμενοι Βουλευταὶ, οἵτινες πρέπει νὰ ψηφίζωσι τα νομοσχέδια τοῦ Πρωθυπουργοῦ, διὰ τῶν ὁποίων ἀπογυμνόνει τὴν Βουλὴν ἀπὸ ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα ἔδωκεν εἰς αὐτήν; Διότι μετὰ τὴν δοθεῖσαν εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν ἄδειαν, νὰ συνομολογῇ ὅσα δάνεια θέλει καὶ ὑπὸ οἱουσδήποτε ὅρους θέλει, μετὰ τὴν δοθεῖσαν αὐτῷ ἄδειαν νὰ συνομολογῇ ὅσα προσωρινὰ δάνεια θέλει καὶ ὑπὸ οἱουσδήποτε ὅρους θέλει καὶ δι’ οἱονδήποτε σκοπὸν θέλει, εἶναι συνταγματικὸν πολίτευμα πλέον; Καὶ τολμᾶτε νὰ ὁμιλῆτε ἐν ὀνόματι τοῦ Συντάγματος σεῖς, οἵτινες καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τοῦ Κοινοβουλίου παρελύσατε καὶ κατεστήσατε ἀναξίαν λόγου, καὶ τὸ συνταγματικὸν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, νὰ ἐπερωτῶμεν καὶ νὰ ἐξετάζωμεν τὰς πράξεις σας, καὶ τοῦτο ζητεῖτε νὰ τὸ ἐξευτελίσητε, ἀπαντῶντες ὡς δικολάβοι ἐνώπιον Πταισματοδικείου;
§45ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρόκειται περὶ ἀξιωματικοῦ μετατεθέντος δι’ αἰτίαν, ἀναξίαν λόγου· πρόκειται περὶ μεγάλου ἀριθμοῦ ἀξιωματικῶν, μετατεθέντων λόγῳ τῆς ἐκτιμήσεως τῆς ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντός των, καὶ τῷ εἶναι ἀδύνατον, εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νὰ ἐκθέσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν περὶ τῆς ὑπηρεσίας των ἐκτίμησίν του, δηλ. ἂν ἐξεπλήρωσαν τὸ ἑαυτῶν καθῆκον οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ κανονισμοὶ διαγράφουσιν. Οἱ ὑπηρετοῦντες ἐν συντάγματι ἐκτελοῦσιν ὑπηρεσίαν τυπικὴν, προβλεπομένην ἀπὸ τὸν κανονισμὸν τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας, δὲν ἔχουσι δὲ κἀμμίαν σχέσιν πρὸς τὴν ἄλλην ὑπηρεσίαν, ἥτις συναντᾶται μὲ τὴν ὅλην λειτουργίαν τῶν τοῦ Κράτους. Κατὰ συνέπειαν, ἐπειδὴ μετατιθέμενοι εἰς ἄλλο σύνταγμα δὲν ἔχουσιν ἢ νὰ ἐκπληρώσωσι τὴν ἰδίαν ὑπηρεσίαν, δὲν βλέπω τὴν ἀφορμὴν, ἥτις ἐγέννησε τὴν ἐκτίμησιν ἐκείνην, τὴν προκαλέσασαν τὴν μετάθεσίν των. Τὰ λεγόμενα, Κύριοι, καὶ ὑποστηριζόμενα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ παριστῶσιν ἄνθρωπον, τοῦ ὁποίου ἡ κεφαλὴ δὲν ἔχει τίποτε ἐντὸς αὐτῆς, ἢ μᾶλλον ἔχει κἄτι τι, κινούμενον κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ὀρθὸς συλλογισμός. Ἀξιωματικὸς τοῦ πεζικοῦ, ὑπηρετῶν ἐν συντάγματι, μετατιθέμενος ἀπὸ τούτου εἰς ἄλλο σύνταγμα, ποίαν ἄλλην παρὰ τὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν ἔχει νὰ κάμῃ; σὲ ἐρωτῶ. Κατώρθωσες ν’ ἀντιληφθῇς τί θὰ εἰπῇ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία, ὑπηρετῶν ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν; Πῶς τολμᾷς νὰ λέγῃς ταῦτα ἐνώπιον ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι, στρατιωτικοὶ ὄντες, λυποῦνται, βλέποντες ὅτι ἄνθρωπος τόσον ἄμοιρος διευθύνει τὰ τοῦ στρατοῦ; Ἐὰν ἐπρόκειτο, Κύριοι, περὶ ἑνὸς ἀξιωματικοῦ, ὅτε ἦναι δυνατὸν νὰ προέλθωσι λόγοι μεταθέσεως ἕνεκα θανάτου καὶ διαφόρων ἄλλων λόγων, ὑπαγορευομένων ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, ἢ ἕνεκα προβιβασμῶν καὶ μεταθέσεων, θὰ ἐνοεῖτο· ἀλλ’ ἤδη πρόκειται περὶ πολλῶν ὁμοῦ ἀξιωματικῶν, καὶ διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἐκτίμησις περὶ τοσοῦτον μεγάλου ἀριθμοῦ, πρέπει νὰ συνέβη τι σπουδαῖον εἰς τὸ σῶμα ἐκεῖνο, ὅπου τόσοι ἀξιωματικοὶ προεκάλεσαν τοιαύτην ἐκτίμησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὥστε νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀθρόαν μετάθεσίν των. Περὶ αὐτοῦ ζητοῦμεν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ. Καὶ ἂν ἐπρόκειτο περὶ τῆς διαγραφείσης παρ’ ἐμοῦ ὑπηρεσίας των, τίνα λόγον ἔχει ἡ ἀνάκρισις; Μήπως ἠρνήθησαν νὰ ἐκπληρώσωσι διαταγὰς, ἢ νὰ ὑπακούσωσιν εἰς μεταθέσεις ἄνευ λόγου γενομένας; ὡς λ. χ. τοῦ Κόρακα, ὅστις μετετέθη ἀπὸ τοῦ Αʹ συντάγματος τοῦ μηχανικοῦ εἰς τὴν νῆσον Σκόπελον, πρὸς ἀλλαγὴν βεβαίως τοῦ κλίματος, διότι δὲν ἔχει νὰ ἐκπληρώσῃ κἀμμίαν ὑπηρεσίαν. Τοιοῦτόν τι συμβαίνει, καὶ προβαίνετε εἰς ἀνακρίσεις, ἢ ἄλλο τι σοβαρώτερον τούτου; Εἰπέτε μας τὴν ἀλήθειαν. Φοβεῖσθε νὰ ὁμολογήσητε αὐτήν; Διατί; Μήπως ἡ ὁμολογία ἀποδείξῃ τὰ παρ’ ἡμῶν λεχθέντα ὡς ἀκριβῆ καὶ καταδηλωθῇ εἰς ὅλον τὸ Κράτος τὸ ἐπίβουλον τῶν ἐνεργειῶν σας κατὰ τοῦ στρατοῦ;—διότι ἄλλως δὲν δύναται νὰ ἐξηγηθῇ ἡ ἀποστολὴ ἀνακριτοῦ.—Δὲν εἶναι σοβαρὸν νὰ μᾶς λέγητε, ὅτι, ἐπειδὴ ἀπουσίαζεν ὁ Α ἀξιωματικὸς ἀπὸ τὴν ἀναφορὰν, ἢ διότι δὲν ἐπεθεωρήθη ἡ φυλακὴ τοῦ στρατῶνος, ἢ διότι δὲν ἐπεθεωρήθη ἡ τροφὴ, ἢ διότι οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν ἐπεσκέφθησαν ἐγκαίρως τοὺς θαλάμους, ἢ διότι βραδύτερον μετέβησαν εἰς τὰ γυμνάσια, θεωρεῖτε τὸ πρᾶγμα ἄξιον ἀνακρίσεως. Ἀπαντήσατέ μας κατηγορηματικῶς. Αὐτὸ σᾶς ἐπιβάλλει ἡ θέσις σας. Εἰπέτε μας, τί προεκάλεσε τὰς ἀθρόας μεταθέσεις καὶ τί τὴν ἀνάκρισιν. Παρακαλῶ περισσοτέραν συναίσθησιν νὰ ἔχητε τῆς θέσεώς σας καὶ τοῦ ὕψους τοῦ ζητήματος. Προκαλεῖτε τὴν ἀγανάκτησίν μας· καὶ δικαίως, διότι ὁμιλεῖτε ὡς νὰ ἐπρόκειτο περὶ τῆς μεταθέσεως ἑνὸς τελωνοφύλακος. Ἀλλὰ διατὶ νὰ ἀξιώσω συναίσθησιν καὶ σεβασμὸν ὡς πρὸς τὰ τοῦ στρατοῦ ἀπὸ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τὸν περιύβρισε διὰ νὰ λάβῃ τὴν ἐξουσίαν εἰς στιγμὴν, καθ’ ἣν ἐπρόκειτο νὰ δράσῃ, καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι τὸν ὠνόμασεν ἀγέλην, φερομένην ἐπὶ σφαγήν; Πρέπει νὰ μᾶς σέβεσαι καὶ ὡς ἄτομα καὶ ὡς ἀντιπροσώπους, διότι, ἐὰν ἐξακολουθῇς οὕτω ἀπαντῶν εἰς τόσον σοβαρὰ ζητήματα, θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ σοὶ ἐνθυμίσωμεν διὰ τρόπου οὐχὶ κοινοβουλευτικοῦ, ποῖα καθήκοντα ἔχει κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
§47Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προκειμένου νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις, ἀνακεφαλαιῶ δι’ ὀλίγων λέξεων αὐτήν. Ἐζητήσαμεν νὰ μάθωμεν, ἐὰν ἐγένετο μετάθεσις 31 ἀξιωματικῶν ἐκ τῶν φρουρῶν τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ ἂν αἱ μεταθέσεις αὗται ἐγένοντο ἐπὶ τῇ βάσει προτάσεως τῶν προϊσταμένων τῶν μετατεθέντων, ἢ τοῦ διευθύνοντος τὸν ἐν Θεσσαλίᾳ στρατὸν, εἰς ἀπάντησιν δὲ τούτων ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπεν, ὅτι ἐγένοντο μεταθέσεις, ἀλλὰ δὲν γνωρίζει πόσαι ἐγένοντο, καὶ ὅτι ἐγένοντο καθ’ ὃ εἶχε δικαίωμα.
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον ὅτι ἐγένοντο παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐν τῷ δικαιώματί του.
§49ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν μᾶς ἀνέφερεν, ἐὰν οἱ μετατεθέντες ἀξιωματικοὶ ἦσαν 31, οὔτε ἐὰν ἐγένοντο αἱ μεταθέσεις ἐπὶ τῇ βάσει ἐκθέσεων.
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον ὄχι.
§51ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δεύτερον, ἐζητήσαμεν νὰ μάθωμεν, ἐὰν ἐξετελέσθησαν αἱ μεταθέσεις, ἐὰν δὲ δὲν ἐξετελέσθησαν, ἐζητήσαμεν νὰ μάθωμεν, ἐὰν ἀνεκλήθησαν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, οὗτος δὲ μᾶς εἶπεν, ὅτι οὐδεμία ἐγένετο ἀνάκλησις. Ταύτας τὰς πληροφορίας σημειῶ ὡς ἀπάντησιν, δοθεῖσαν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νὰ σημειωθῶσιν ὡς ἀπάντησις γενομένη παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ πρὸς ἑαυτόν. Ὅσα εἶπον ἐσημειώθησαν, καὶ ταῦτα εἶναι ἡ ἐμὴ ἀπάντησις. Ἐγὼ ἀπήντησα εὐκρινῶς, καὶ ἕκαστος ἐνόησεν, ὅτι τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα εἶναι ἀντίθετα πρὸς ὅσα παρέστησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ὡς λεχθέντα παρ’ ἐμοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι δὲν ἔδωκα ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐρώτησιν, πῶς ἐγένοντο αἱ μεταθέσεις, καὶ ἐὰν ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ἀρχηγείου ἐγένοντο· ῥητῶς ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἐγένοντο τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἠρώτησε πόσαι εἶναι αἱ μεταθέσεις· βεβαίως δὲν εἶναι 31, ἀλλὰ τὸν ἀκριβῆ ἀριθμὸν, πόῤῥω ἐκείνου ἀπέχοντα ἐπὶ ἔλαττον, δὲν δύναμαι νὰ ὁρίσω ἐκ τοῦ προχείρου. Ἠρώτησεν ἂν ἐξετελέσθησαν αἱ διαταγαὶ τοῦ Ὑπουργοῦ· ἀπήντησα ὅτι αἱ διαταγαὶ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐξετελέσθησαν, ἐκτελοῦνται ἢ θὰ ἐκτελεσθῶσιν ἐντὸς τοῦ χρόνου τοῦ πρέποντος. Τοῦτο βεβαίως δὲν εἶναι τὸ παραστηθὲν παρὰ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ πρὸ ὀλίγου ὡς παρ’ ἐμοῦ δῆθεν ῥηθέν. Εἶπον ὅτι ἐστάλη ἐκεῖ ἀνακριτὴς, ὅτι ὁ ἀνακριτὴς θὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν του καὶ ὅτι εἶναι ἄτοπον, πρὶν ἢ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν του, νὰ προβῶμεν εἰς περαιτέρω ἀνάπτυξιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
§53ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περὶ ἀνακριτοῦ δὲν ἀπηυθύνθη ἐρώτησις πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, περὶ ἀνακριτοῦ δὲν ἐγένετο λόγος παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν τὰ ἄλλα μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψει, τότε βεβαίως δὲν ἀπηυθύνθη τοιαύτη ἐρώτησις, ἀλλ’ ἄλλα μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπανειλημμένως ἠρώτησαν περὶ ἀνακριτοῦ, προκαλέσαντά με ἵνα ἀποκριθῶ. Ὁ κ. Βουλευτὴς θεωρεῖ ὡς παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἰρημένον μόνον ὅ,τι αὐτὸς λέγει· εἰς τοῦτο δὲν συμφωνῶ.
§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἀντιπολιτευόμενοι Βουλευταὶ ἀπηύθυναν ἐρωτήσεις περὶ τῆς ἀποστολῆς τοῦ ἀνακριτοῦ, ἀπηύθυναν αὐτὰς εὐλόγως, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργός, χωρὶς οὐδεὶς νὰ τὸν ἐρωτήσῃ, εἶπεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐστάλη ἀνακριτής. Ἑπόμενον ἦτο νὰ ἐρωτήσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, πῶς λέγει ὅτι ἐστάλη ἀνακριτὴς στρατιωτικός, ἀφοῦ λέγει ὅτι ἡ ἀπόπειρα ἐγένετο παρὰ πολιτῶν, πᾶσαι δὲ αἱ προτάσεις, αἱ γενόμεναι ὑπὸ τούτων εἰς τὸν στρατὸν, ἀπεῤῥίφθησαν; Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἠρώτησε τὸν Πρωθυπουργὸν ἀρχῆθεν, ἐὰν ἐστάλη ἢ δὲν ἐστάλη ἀνακριτὴς, διότι δὲν ἔχει καθῆκον ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἐρευνᾷ, ἐὰν στέλλῃ ἢ δὲν στέλλῃ ὁ Πρωθυπουργὸς ἀνακριτὰς, διὰ νὰ μάθῃ τὴν ἀλήθειαν, ἔχει καθῆκον νὰ μεριμνᾷ καὶ ἐξετάζῃ, πῶς μετετέθησαν συλλήβδην 31 ἀξιωματικοὶ ἐκ φρουρᾶς, ἡ ὁποία δὲν ἀριθμεῖ χιλιάδας ἀξιωματικῶν. Εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην ὁ Πρωθυπουργὸς ἀποφεύγων ν’ ἀπαντήσῃ, ἔλεγεν ὅτι μετετέθησαν ἀξιωματικοί, ἀλλὰ δὲν γνωρίζει πόσοι, καὶ μόλις μετὰ πολλὰς διαστροφὰς εἶπεν ὅτι μετετέθησαν ἐκ πρωτοβουλίας τοῦ Ὑπουργοῦ. Προσέτι παρακαλῶ νὰ διατυπωθῇ ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τοιαύτη, ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἔδωκεν ἐπὶ τοῦ ἄλλου θέματος. Ἠρωτήσαμεν ἐὰν ἐξετελέσθησαν αἱ διαταγαί, καὶ ἀπήντησεν ἐξετελέσθησαν, ἐκτελοῦνται καὶ θὰ ἐκτελεσθῶσι. Ταύτην τὴν ἀπάντησιν λαμβάνω ὑπὸ σημείωσιν, διότι θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, καθ’ ἣν θέλει διατιμηθῆ ἡ εὐθύνη ἐκείνων, οἵτινες δὲν διαφωτίζουσιν, ἀλλ’ ἐμπαίζουσι τὴν Βουλήν, τοιαύτας δίδοντες εἰς τὰ ἐρωτήματα αὐτῆς ἀπαντήσεις.
§56ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἔχομεν διαταγάς, αἵτινες ἐξετελέσθησαν, διαταγὰς, αἵτινες εἶναι ἐν τῷ ἐκτελεῖσθαι, καὶ διαταγὰς, αἵτινες μέλλουσι νὰ ἐκτελεσθῶσι, κατὰ ποίαν ἐποχὴν, μὴ τὸ ἐξετάζητε· θὰ ἐκτελεσθῶσιν. Ἔχομεν οὕτω διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἐνεστὸς, παρελθὸν καὶ μέλλον· τρέχα γύρευε! Ἐὰν ἐκ τῆς ἀπαντήσεως ταύτης σεῖς εἶσθε εὐχαριστημένοι, ἐγὼ σᾶς συγχαίρω· σᾶς ὑπενθυμίζω δὲ μόνον, ὅτι ὑπεράνω καὶ τῆς πλειονοψηφίας καὶ τῆς μειονοψηφίας, ὑπεράνω τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὑπάρχει ἀνωτέρα τις δύναμις, ὁ κυρίαρχος λαὸς, ὅστις βλέπει καὶ ἀκούει, τί λέγομεν καὶ πῶς ψηφίζομεν ἐνταῦθα, καὶ ὅστις ταχέως θ’ ἀποφανθῇ μεταξὺ ὑμῶν καὶ ἡμῶν.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 10,000. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὸ 1890.
§59Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν σήμερον.
§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς προβῶμεν κατωτέρω.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1889 ἐκ δραχ. 966,535:17.
§62Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μεταξὺ τοῦ ποσοῦ, τοῦ ζητουμένου διὰ τῆς πιστώσεως ταύτης, ἐκ δραχμῶν 966,535:17, περιλαμβάνεται πίστωσις 50,000 δραχ. διὰ δαπάνας ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν. Εἶχον ζητήσει νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀνταλλαγέντα μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου κατὰ τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν ἐνταλμάτων, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν ἐπὶ τῆς πιστώσεως ταύτης. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα κατετέθησαν καὶ ἐξ αὐτῶν συνάγεται, ὅτι εἶχεν ἐκδοθῆ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1889 ἔνταλμα χρηματικὸν ἐκ δραχμῶν 14,805 ἐπ’ ὀνόματι τοῦ δικαιούχου Κωνσταντίνου Δ. Καρούσου δι’ ἔξοδα μεταβάσεώς του εἰς διάφορα μέρη τῆς Αὐστρίας, ἐπιστροφῆς αὐτοῦ εἰς Ἀθήνας καὶ δι’ ἡμερησίαν ἀποζημίωσιν. Προσέτι, ὅτι εἶχεν ἐκδοθῆ ἔνταλμα τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1889 ἐκ δραχμῶν 2,389 ἐπ’ ὀνόματι τοῦ αὐτοῦ δικαιούχου δι’ ἔξοδα μεταβάσεώς του εἰς Αὐστρίαν καὶ Γερμανίαν πρὸς μελέτην τοῦ τρόπου τῆς καταμετρήσεως τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν. Τὰ δύο ταῦτα ποσὰ ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 17,194. Ἐπειδὴ δὲ, τὰ ἐντάλματα ἔπρεπε νὰ ἐκδοθῶσιν ἐπὶ ὡρισμένου κεφαλαίου καὶ ἄρθρου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἐρευνῆσαν, εὗρεν ὅτι κακῶς ἐξεδόθησαν ἐπὶ τῆς πιστώσεως τῆς προσδιωρισμένης εἰς τὰ ἐντάλματα, διότι ἡ πίστωσις αὕτη εἶχε προσδιορισθῆ δι’ ἄλλας ἀνάγκας. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον ἀπέστειλεν ἔγγραφον πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, διὰ τοῦ ὁποίου διὰ περιέργων ἰσχυρισμῶν ἐπέμεινε νὰ ἐπιθεωρηθῶσιν ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου τὰ εἰρημένα ἐντάλματα. Οὕτω ἰσχυρίζετο τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1888 ὑπὸ τὸ Κεφ. 14 ἄρθρον 4 ἀναγράφεται πίστωσις δραχ. 231,000, ἐκ τῆς ὁποίας ποσὸν 10,000 ὑπὸ τὸ βʹ ἐδάφιον προσδιωρίσθη ῥητῶς «δι’ ἔξοδα καταμετρήσεων, ἐκτιμήσεων καὶ ἐπιτηρήσεως κτημάτων», καὶ ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889 ὑπὸ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ Κεφ. 28 ἀνεγράφη πίστωσις δραχμῶν 131,000, ἐκ τῆς ὁποίας ποσὸν 17,000 ὑπὸ τὸ αʹ ἐδάφιον προσδιωρίσθη «δι’ ἀποζημίωσιν ἐπιτηρητῶν κτημάτων, βοηθῶν γεωμετρῶν, ἔξοδα καταμετρήσεων, ἐπιτηρήσεως κτημάτων», πρὸς δὲ «καὶ ἔξοδα ὁδοιπορικὰ ὑπαλλήλων πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ γαιῶν καὶ φυτειῶν». Ἐπ’ αὐτῆς δὲ τῆς πιστώσεως τὸ Ὑπουργεῖον ἐζήτει ἀπὸ τὸ Συνέδριον νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὰ ἐντάλματα περὶ πληρωμῆς 17 καὶ πλέον χιλιάδων δραχμῶν εἰς τὸν κ. Καροῦσον δι’ ἔξοδα μεταβάσεώς του εἰς Αὐστρίαν καὶ Γερμανίαν, ἔνθα εἶχεν ἀποσταλῆ διὰ μελέτας. Τὸ παράξενον δὲ εἶναι, ὅτι τὸ Συνέδριον ἐπείσθη ἀπὸ τοὺς ἐκτεθέντας λόγους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐπεθεώρησε τὰ δύο αὐτὰ ἐντάλματα, καὶ ἐγένετο ἡ πληρωμὴ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐνετέλλετο δι’ αὐτῶν νὰ πληρωθῶσι. Κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐξετελέσθησαν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τῆς 28 Ἀπριλίου τοῦ 1887, κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ὁποίου «τὰ πρὸς πληρωμὴν δημοσίων ἐξόδων ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν ἢ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ἐκδιδόμενα χρηματικὰ ἐντάλματα καθίστανται πληρωτέα, ἀφοῦ μετὰ προηγουμένην ἐξέλεγξιν θεωρηθῶσιν ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, πρὸς βεβαίωσιν, ὅτι ὑπάρχει νομίμως κεχορηγημένη ἀνάλογος πίστωσις, καὶ ὅτι κατὰ τὴν ἀναγνώρισιν τῆς δαπάνης ἐτηρήθησαν οἱ ὅροι τῶν ἄρθρων 26–42 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ». Ἀλλ’ ὅτι πίστωσις δὲν ὑπῆρχε νομίμως κεχορηγημένη πρὸς πραγματοποίησιν τῆς πληρωμῆς ταύτης, ἐξάγεται ἐκ τῆς ἐπιγραφῆς τῆς πιστώσεως ταύτης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889. Καὶ διὰ τοῦτο ζητῶ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους, ἐκ τῶν ὁποίων ἐπείσθη, ὅτι ἡ πίστωσις τῶν δραχμῶν 17,000, ἡ ἀναγεγραμμένη ἐν Προϋπολογισμῷ «δι’ ἀποζημίωσιν ἐπιτηρητῶν κτημάτων, βοηθῶν γεωμετρῶν, ἔξοδα καταμετρήσεων, ἐκτιμήσεων, ἐπιτηρήσεως κτημάτων, ἔξοδα ὁδοιπορικὰ ὑπαλλήλων πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ γαιῶν καὶ φυτειῶν», ἠδύνατο νὰ διατεθῇ πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐνταλμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα.
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ὅσα ἐξέθηκεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἠδύναντο νὰ διατεθῶσιν τὰ χρήματα ταῦτα ἐκ τῆς πιστώσεως, διότι ἡ πίστωσις ῥητῶς ἀναγράφει ἐν τοῖς δι’ αὐτῆς σκοπουμένοις τὴν καταμέτρησιν γαιῶν. Πρὸς ποῖον δὲ σκοπὸν ἀπεστάλη ὁ κ. Καροῦσος εἰς τὸ ἐξωτερικόν; Ἀπεστάλη ὅπως ἐξετάσῃ τὰ τῆς καταμετρήσεως τῶν γαιῶν καὶ συνεννοηθῇ μετὰ μηχανικῶν, εἴτε ἀπ’ εὐθείας, εἴτε διὰ τῆς οἰκείας ἀρχῆς, ὅπως ἀναλάβωσι τὴν ἐργασίαν τῆς καταμετρήσεως, τὴν ἐντολὴν δὲ ταύτην ἐξεπλήρωσεν ἐντελῶς ὁ κ. Καροῦσος, μελετήσας τὰ περὶ τῶν καταμετρήσεων καὶ συμφωνήσας μετὰ ξένης Κυβερνήσεως περὶ ἀποστολῆς μηχανικῶν ἐνταῦθα. Ὅτε ἀπεστέλλετο ὁ κ. Καροῦσος εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, προετιθέμεθα νὰ περιορισθῶμεν εἰς μόνα τὰ τοῦ κτηματολογίου τοῦ Δημοσίου, βραδύτερον ὅμως ἐδόθη εὐρυτέρα ἔκτασις εἰς τὸ μελετώμενον ἔργον καὶ πρόκειται ἤδη νὰ καταρτισθῇ γενικὸς κτηματικὸς χάρτης τῆς Ἑλλάδος. Ἡ ἀποστολὴ ἄρα τοῦ κ. Καρούσου εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἀποδεικνύεται περιλαμβανομένη καὶ κατὰ τὸ γράμμα καὶ κατὰ τὸ πνεῦμα ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς διατάξεως, ἣν ἀνέγνωσε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Βουλευτής, καὶ ὁ κ. Καροῦσος, ἐκτελέσας τὴν ἐντολήν του, ἐπληρώθη συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, μὴ γινῶσκον τὰ περὶ τῆς ἀποστολῆς τοῦ κ. Καρούσου, ἠρνήθη τὸ πρῶτον τὴν θεώρησιν, ὅτε ὅμως ἐδόθησαν εἰς αὐτὸ αἱ πληροφορίαι, αἱ ἐν τῷ φακέλλῳ, δὲν ἐδίστασεν, οὐδὲ ἠδύνατο νὰ διστάσῃ ν’ ἀναγνωρίσῃ τὴν ἀποστολὴν ὡς γενομένην ἐντὸς τῶν ὅρων τῆς πιστώσεως.
§64Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν αἱ δέκα χιλιάδες δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι περιελήφθησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1888 «δι’ ἔξοδα καταμετρήσεων, ἐκτιμήσεων καὶ ἐπιτηρήσεως κτημάτων», ἢ αἱ 17,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι περιελήφθησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889 «δι’ ἀποζημίωσιν ἐπιτηρητῶν κτημάτων, βοηθῶν γεωμετρῶν, ἔξοδα καταμετρήσεων, ἐκτιμήσεων, ἐπιτηρήσεως κτημάτων, ἔξοδα ὁδοιπορικὰ ὑπαλλήλων πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ γαιῶν καὶ φυτειῶν», εἶχον περιληφθῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ διὰ νὰ πληρωθῶσι τὰ ἔξοδα τῶν μελετῶν τοῦ κ. Καρούσου περὶ συντάξεως χωρογραφικοῦ χάρτου, πρέπει νὰ ἔχῃ τις ἄμετρον θρασύτητα, ἵνα τὸ ἰσχυρισθῇ. Ἐπειδὴ ὁ χωρογραφικὸς χάρτης ἀναπληροῖ τὴν καταμέτρησιν τῶν κτημάτων, ἵνα κατορθωθῇ δὲ ἡ σύνταξις αὐτοῦ, ἀπητεῖτο νὰ συλλεχθῶσι πληροφορίαι, πῶς ἔχουσι τὰ περὶ τούτου ἐν ἄλλοις Κράτεσι, διὰ τοῦτο τὰ ἔξοδα τῶν ἀποσταλέντων εἰς Εὐρώπην, ὅπως συλλέξωσι τὰς τοιαύτας πληροφορίας, πρέπει νὰ πληρωθῶσιν ἐκ τῆς πιστώσεως, τῆς προορισθείσης διὰ τὴν φύλαξιν τῶν ἐθνικῶν κτημάτων, διὰ τὴν μισθοδοσίαν τῶν βοηθῶν τῶν γεωμετρῶν, διὰ τὰ ὁδοιπορικὰ ἔξοδα τῶν ὑπαλλήλων πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ γαιῶν καὶ φυτειῶν, διότι ἡ πίστωσις αὕτη πρὸς τοῖς εἰρημένοις προωρίσθη προσέτι καὶ διὰ καταμέτρησιν τῶν ἐθνικῶν κτημάτων, τοῦτο θέλει κινήσει τὴν ἔκπληξιν παντὸς τοῦ ἀκούοντος. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἡ σύνταξις χωρογραφικοῦ χάρτου ἢ ἡ προπαρασκευαστικὴ μελέτη ἦτο ἀδύνατον νὰ κατορθωθῇ διὰ δαπάνης μόνον 10,000 ἢ 17,000 δραχμῶν· ὁ δὲ Πρωθυπουργὸς ἠναγκάσθη πᾶσαν τὴν πίστωσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889 νὰ διαθέσῃ μόνον, ἵνα πληρώσῃ τὸν Καροῦσον, θέλει δὲ βεβαίως ζητήσει νέαν πίστωσιν, ἵνα πληρώσῃ τὰς ἄλλας ὑπὸ τῆς εἰρημένης πιστώσεως προβλεπομένας δαπάνας. Ἡ πίστωσις λοιπὸν ἐκείνη δὲν ἀνεγράφη διὰ τὴν ἀνάγκην ταύτην, ἀλλὰ περιελήφθη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὅπως πληρόνωνται οἱ ἐπιστάται τῶν κτημάτων τοῦ Δημοσίου, οἱ καταμετρηταὶ τῶν τεμαχίων ἐθνικῆς γῆς, τὰ ὁποῖα ἀπεκαλύπτοντο ἢ κατηγγέλλοντο ὡς πλεονάζοντα. Ἀλλ’ ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνέλαβε τὴν ἰδέαν νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν συγγραφὴν χάρτου χωρογραφικοῦ, ἐπιθυμῶν ν’ ἀποφύγῃ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, δὲν ἐζήτησεν ἰδίαν πρὸς τοῦτο πίστωσιν, ἀλλ’ ἐξέδωκεν ἐντάλματα ἐπὶ πιστώσεως, ἥτις εἶχε προορισθῆ δι’ ἄλλας ἀνάγκας. Ἔστω δὲ καὶ τοῦτο ἀπόδειξις τοῦ σεβασμοῦ, μεθ’ οὗ ἐφαρμόζονται τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ὁποίου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τοσοῦτον μεριμνᾷ, ἀγωνιζόμενος νὰ κατορθώσῃ ἵνα ψηφισθῇ, εἰ δυνατόν, εἰς μίαν ὥραν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 3,638,649 ἐπὶ τῆς χρήσεως 1888.
§66Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχομεν τὰ ἔγγραφα, μεθ’ ἡμῶν, ὅπως συζητήσωμεν τὰς ἀναπληρωματικὰς ταύτας πιστώσεις.
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἄς ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 μ. μ.