1889.12.21
481 στίχοι · 3.588 λέξεις · 38 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 47
Τῆς 21 Δεκεμβρίου 1889.
(Πέμπτη)
Ὥρᾳ 4½ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§2ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἀνακοινώσω πληροφορίας τινὰς, αἱ ὁποῖαι μοὶ ἐδόθησαν, καὶ περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ὁποίων, ἐννοεῖται, δὲν ἐγγυῶμαι. Κατὰ ταύτας, ὁ ὀφειλόμενος φόρος ἢ τὸ ὀφειλόμενον μέρισμα ἐκ μέρους τῆς Ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου πρὸς τὸ Δημόσιον δὲν πληρόνεται ἀνελλιπῶς. Ὁ γράφων, ὁ ὁποῖος ἔχει μίαν μακροσκελῆ ἔκθεσιν, διατείνεται, ὅτι ἡ ἑταιρία, προκειμένου νὰ ἐξακριβωθῇ τὸ 10%, ὅπερ κατὰ τὸν νόμον ὀφείλει εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ τῶν καθαρῶν κερδῶν, δὲν λογαριάζει τὴν λίραν εἰς τὴν τιμὴν, εἰς τὴν ὁποίαν πωλεῖ αὐτὴν, ἀλλὰ τὴν λογαριάζει πρὸς 25 δραχμάς. Ἐὰν ἑπομένως τοῦτο ἦναι ἀκριβὲς, ἐννοεῖται οἴκοθεν, ὅτι ἡ ζημία τοῦ Δημοσίου εἶναι πολὺ μεγάλη, διότι, προκειμένου νὰ ἐξακριβωθῇ τὸ ἀληθὲς εἰσόδημα μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων, δὲν πρέπει νὰ λογαριάζηται ἡ λίρα ὅσον ἔχει ἐν Ἀγγλίᾳ ἢ ἀλλαχοῦ, ὅπου πωλεῖται ὁ μόλυβδος, ἀλλ’ ὅσον τιμᾶται εἰς τὴν ἡμετέραν ἀγοράν. Τώρα ἐγείρεται καὶ ἡ ὑπόνοια, μήπως διὰ τοιούτου ὑπολογισμοῦ ἡ ἑταιρία σφετερίζεται καὶ δικαιώματα τῶν μετόχων, πλὴν τοῦτο προλαμβάνεται διὰ τῆς ἑξῆς μεθόδου. Ἡ ἑταιρία ἔχει ἰδιαιτέραν μερίδα, τὴν ὁποίαν πιστόνει μὲ τὴν διαφορὰν τῆς λίρας, ὑπὸ τὸν τίτλον «διαφορὰ συναλλαγῆς», οὕτω δὲ οἱ μέτοχοι δὲν ζημιοῦνται, ἀλλὰ τὸ Δημόσιον πάντως ζημιοῦται. Αὐτὸ τεκμηριοῦται ἐκ πρώτης ὄψεως κατὰ πιθανότητα καὶ οὐχὶ κατὰ βεβαιότητα ἐκ τῶν ἑξῆς κατ’ ἔτος σημειουμένων ἀποτελεσμάτων. Εἰς τὰ 1881 π. χ. ἡ ἑταιρία ἔδωκε μέρισμα εἰς τοὺς μετόχους δραχμὰς 12 ἐπὶ ἑκάστης μετοχῆς, εἰς δὲ τὸ Δημόσιον ἐπλήρωσε δραχμὰς 118,173. Εἰς τὰ 1882, ἐνῷ δίδει μέρισμα δραχμὰς 14 ἐπὶ ἑκάστης μετοχῆς, εἰς τὸ Δημόσιον πληρόνει φόρον 81,599. Ὑπάρχουσι δὲ ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ ἀνωμαλία εἶναι μᾶλλον αἰσθητή. Κατὰ τὸ ἔτος 1876 ἐπλήρωσεν 149,000, εἰς τὰ 1874 καὶ 1875 δραχμὰς 145,000, ἐνῷ εἰς τὰ 1883 κατὰ μὲν τὴν ά ἑξαμηνίαν 20,000, κατὰ δὲ τὴν βʹ ἑξαμηνίαν ἑτέρας 20,000, τὸ ὅλον 40,000, ἤτοι πολλοστημόριον τῶν ἄλλων ἐτῶν. Ἡ διαφορὰ εἶναι κολοσσιαία. Εἰς τὰ 1887 βλέπω, ὅτι ἐπλήρωσεν εἰς τὸ Δημόσιον 18,950, εἰς τὰ 1888 20,000, εἰς τὰ 1889, ἤγουν κατὰ τὸ ἐνεστὸς ἔτος, ἀπέδωκε ποσὸν ἐλάχιστον. Ἡ ἀνωμαλία αὕτη, τὸ ἀκατανόητον τῆς πληρωμῆς, ἡ διαφορὰ ἡ μεγάλη ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος βεβαίως δίδει τὸ ἐνδόσιμον νὰ ὑποπτεύσῃ τις, ὅτι κἄτι τι συμβαίνει ἐπὶ βλάβῃ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν δύναται, νὰ δώσῃ ἤδη ἐξηγήσεις, ἄλλως νὰ δώσῃ τοιαύτας ὅτε ἤθελε κρίνει εὔλογον.
§3ΚΟΡΠΑΣ. Πρὸ πολλοῦ εἶχον ζητήσει ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν μίαν ἔκθεσιν ἐπιθεωρητοῦ τινος, ἐπιθεωρήσαντος τὰ δημοτικὰ σχολεῖα Κυκλάδων· παρῆλθον ἔκτοτε πολλαὶ ἡμέραι, ὁ κ. Ὑπουργὸς διϊσχυρίσθη πρὸ ἡμερῶν, ὅτι ἠσθένει καὶ ὅτι ἕνεκα τούτου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν· εἰς τοῦτο ἀπήντησα κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ὅτι εὔχομαι νὰ ἀναῤῥώσῃ ταχέως καὶ δυνηθῇ νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν. Ἀνέῤῥωσε τῷ ὄντι εὐτυχῶς, ἦλθεν εἰς τὴν Βουλήν, ὑπέβαλε νομοθετήματα, ἀπήντησεν εἰς διαφόρους ἐπερωτήσεις, συνεζήτησε, καὶ τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν πρὸ τόσων ἡμερῶν ἐζήτησα, δὲν ἠθέλησε νὰ τὴν καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν. Ἡ ἐξαίρεσις αὕτη μοὶ γεννᾷ ὑπονοίας, ἢ ὅτι ἀπωλέσθη ἡ ἔκθεσις, ἢ ὅτι συμβαίνει ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω. Ἐὰν τῷ ὄντι ἀπωλέσθη ἡ ἔκθεσις αὕτη, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, κατὰ τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν τῆς Βουλῆς νὰ ζητήσῃ ἀντίγραφον, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἡ πρωτότυπος ἔκθεσις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀπὸ τὸν ἐπιθεωρητὴν, καὶ νὰ ὑποβάλῃ αὐτὸ μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
§4ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβάλλω ἐπερώτησιν, ἀνακοινῶν πρὸς αὐτὸν, ὅτι ἡ ἀσφάλεια καὶ ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία τῶν πολιτῶν κατέστη τῷ ὄντι προβληματικὴ, κατέστη δὲ τοιαύτη παρ’ ἐκείνων ἀκριβῶς, οἵτινες ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προστατεύωσι τὴν ἀσφάλειαν τῶν πολιτῶν, δηλ. παρὰ τῆς διοικητικῆς δυνάμεως. Ἔχω πληροφορίας, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἀπόσπασμα εὐζώνων μετέβη εἰς Καρύταιναν, πρωτεύουσαν τοῦ δήμου Γόρτυνος, καὶ ἐν πλήρει ἀγορᾷ καὶ μεσημβρίᾳ ἄνευ ἐντάλματος φυλακίσεως, ἄνευ ἐγκλήματός τινος συλλαμβάνει χωρικούς τινας, οἵτινες μετέβησαν ἐκεῖ διὰ νὰ ἐκτελέσωσιν ὑπηρεσίαν· οἱ χωρικοὶ ἀνθίστανται, διαμαρτύρονται, ὅτι κατ’ αὐτῶν δὲν ὑπάρχει ἔνταλμά τι φυλακίσεως, ὅτι δὲν εἶναι ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ διὰ τὰς διαμαρτυρίας ταύτας λαμβάνουσι καὶ ἓν ῥάπισμα· τέλος οἱ χωρικοὶ, δεδεμένοι διὰ σχοινίου, μετηνέχθησαν εἰς τὸν στρατῶνα τῆς χωροφυλακῆς. Δὲν γνωρίζω πῶς νὰ κατονομάσω τὴν διαγωγὴν ταύτην τῶν ἀποσπασμάτων. Ἕν μόνον εἶναι ἀληθές, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἀσφάλειαν πλέον δὲν ἔχομεν τῶν πολιτῶν, αὕτη κατέστη τῷ ὄντι προβληματική, τὴν πειθαρχίαν δὲ καὶ τοὺς νόμους ἀντικατέστησαν ἡ αὐθαιρεσία καὶ ἡ παρανομία. Εἶναι λυπηρὰ ἡ κατάστασις αὕτη, ἀλλὰ πρέπει νὰ μάθῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι αὕτη συνεπάγεται αὐτοδικαίως ἀντίδρασιν, ἡ δὲ ἀντίδρασις εἶναι ἡ ἔνοπλος δύναμις, ἡ ἔνοπλος ἄμυνα ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, καὶ τότε δὲν θὰ ἔχωμεν ἄλλο, παρὰ πλήρη τὴν ἀναρχίαν ἐν τῇ Πολιτείᾳ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ φροντίσῃ πολύ, διότι ἐδῶ μὲν ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία κινδυνεύει ὑπὸ φυγοδίκων, ἐκεῖ δὲ ὑπὸ τῶν ἀποσπασμάτων, δηλ. τῶν φρουρῶν τῆς ἐξουσίας, νὰ φροντίσῃ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν, διότι ἡ εὐθύνη δι’ αὐτὴν εἶναι τῷ ὄντι βαρεῖα· ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ, ἐπειδὴ αἱ πληροφορίαι μου εἰσὶν ἀκριβεῖς, ἐνδεχόμενον δὲ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ τοιαύτας, διότι πανταχοῦ γινώσκουσι τοῦτο τὸ γεγονός, παρακαλῶ ἰδιαζόντως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα, συνεννοούμενος μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἀποσταλῇ τακτικὸς ἀνακριτής, ὅπως βεβαιωθῇ τὸ γεγονός, διότι νὰ συλλαμβάνωνται πολῖται φορολογούμενοι ἄνευ ἐντάλματος, χωρὶς νὰ ᾖναι ὀφειλέται, εἶναι τῷ ὄντι τὸ πρᾶγμα ἀπίστευτον, καὶ ἕκαστος δύναται νὰ ἀπορῇ, ἐὰν ᾖναι τάχα τοῦτο ἀληθές, καὶ ὅμως εἶναι ἀληθέστατον. Ὅταν δὲ ληφθῶσι τὰ σύντονα μέτρα ἐκ μέρους τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, ἐπιφυλάσσομαι μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς νὰ ἐξετάσω κατὰ πόσον τὸ ἀπόσπασμα ἐνήργησεν ἐντὸς τῶν νόμων ἢ ὄχι.
§5ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Ἰωάννης Κωστόπουλος, κάτοικος τοῦ δήμου Πηνειΐων τῆς Ἠλείας, ἤδη κατάδικος ἐν ταῖς φυλακαῖς Ζακύνθου, μοὶ ἀπέστειλε ἀναφορὰν τήνδε, ὅπως ἐκθέσω τὰ ἐν αὐτῇ περιεχόμενα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Ὁ κατάδικος οὗτος, ὡς ἀναφέρει, εἶχε καταδικασθῆ πρό τινος εἰς φυλάκισιν, τὴν ποινὴν αὐτοῦ ἐξέτισεν ἤδη ἀπὸ τῆς 19 Ἰανουαρίου καὶ ἔκτοτε συμπληροῦται ἔτος σχεδὸν ὁλόκληρον, ἀφ’ ἧς κρατεῖται πρὸς πληρωμὴν τῶν δικαστικῶν ἐξόδων. Ὁ Ἰωάννης Κωστόπουλος, καθὼς ὁ ἴδιος ἀναφέρει καὶ ἄλλοι, εἰδότες τὰ κατ’ αὐτόν, βεβαιοῦσιν, εἶναι κυριολεκτικῶς καὶ κατὰ γράμμα, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ νόμου, ἐντελῶς πένης καὶ ἀκτήμων, μὴ ἔχων οὐδαμοῦ τοῦ Κράτους κινητήν τινα ἢ ἀκίνητον περιουσίαν· ἐννοεῖται δ’ ὅτι, ἐν τοιαύτῃ καταστάσει διατελῶν, εἶναι ἀδύνατον νὰ πληρώσῃ τὰ δικαστικὰ ἔξοδα ὁ δὲ Δήμαρχος ὁ οἰκεῖος, παρ’ οὗ διὰ τῶν συγγενῶν του ἐζήτησε πιστοποιητικὸν ἀκτημοσύνης, ἀρνεῖται, ἕνεκεν οἱωνδήποτε λόγων καὶ ἴσως ἀντιθέσεως τοπικῆς, νὰ χορηγήσῃ αὐτῷ τὸ αἰτούμενον πιστοποιητικὸν ἀκτημοσύνης. Ἐὰν τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον προκύπτει ἐκ τῆς ἀναφορᾶς, ἦτο μεμονωμένον, ἐὰν ἡ περίπτωσις ἦτο μοναδική, ἴσως θὰ εὑρίσκετο τρόπος τις θεραπείας ἐκ τῆς φιλανθρωπίας πολίτου τινὸς ἢ ἐξ ἐράνων φιλανθρωπικῶν, δι’ ὧν θὰ συνελέγετο τὸ ποσὸν τῶν δικαστικῶν ἐξόδων καὶ θ’ ἀπηλευθεροῦτο ὁ δυστυχὴς οὗτος, ὅστις πρὸ ἔτους κρατεῖται εἰς τὰς φυλακὰς διὰ μόνον τὴν αἰτίαν ταύτην. Ἀλλά, κύριε Πρόεδρε, βεβαιωθῆτε, ὅτι εἰς τὴν ἀτυχῆ περίστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ Κωστόπουλος, εὑρίσκονται, δὲν λέγω χιλιάδες, ἀλλὰ πολλαὶ δεκάδες, πολλαὶ ἴσως ἑκατοντάδες συμπολιτῶν μας, δι’ ἔλλειψιν ὀλίγων δραχμῶν, ποικιλλουσῶν ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τῶν 50 μέχρις 100 δραχμῶν, δι’ ἔλλειψιν αὐτοῦ τοῦ εὐτελοῦς ποσοῦ κρατοῦνται εἰς τὰς φυλακὰς καὶ σήπονται ἐν αὐταῖς ἐπὶ δύο ἔτη ἢ καὶ πλέον, διότι δυνάμει τοῦ νέου νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων ὁ ὀφειλέτης δικαστικῶν ἐξόδων δὲν ἀπολύεται ἐκ τῶν φυλακῶν πρὶν ἢ συμπληρώσῃ διετὲς διάστημα ἐν αὐταῖς καὶ μετὰ τὴν διετίαν ἀπολύεται, ἀλλὰ καὶ τότε εἶναι ἀνάγκη διαδικασίας τινὸς περὶ τῆς ὁποίας πραγματεύεται ἡ Πολιτικὴ Δικονομία. Ἀλλ’ ἀφίνοντες τὸ πέραν τῆς διετίας καὶ περιοριζόμενοι εἰς τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι ὁ κατάδικος δέον κατὰ τὸν νόμον νὰ μείνῃ δύο ἔτη ἐν τῇ φυλακῇ, ἕνεκεν ἐλλείψεως 50 ἢ 100 δραχμῶν, νομίζω ὅτι καὶ τοῦτο μόνον ἐὰν ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, εἶναι ἱκανὸν νὰ ἐξεγείρῃ τὴν φιλανθρωπίαν καὶ τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Δὲν ὁμιλῶ περὶ γεγονότος σπανίου ἢ μοναδικοῦ ἢ ἀγνώστου εἰς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, ὁμιλῶ περὶ περιπτώσεως καθ’ ἑκάστην παρουσιαζομένης καὶ τῆς ὁποίας γίνονται θύματα οἱ ἀπορώτεροι τῶν συμπολιτῶν μας. Ἐὰν ἐπρόκειτο νομοθετικῶς νὰ προνοήσωμεν περὶ τοῦ θέματος, πολλὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι σήμερον δὲν εἶναι ὁ εὔθετος χρόνος πρὸς νομοθετικὴν θεραπείαν, νομίζω ὅμως, ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξεύρῃ τὰ μέσα καὶ δύναται νὰ εὕρῃ τρόπον, φιλανθρώπως σκεπτομένη, ὅπως κατάδικοι τοιοῦτοι, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα ἐλλείψεως τόσον εὐτελοῦς ποσοῦ σήπονται εἰς τὰς φυλακὰς ἐπὶ ἔτος, ἐπὶ 15 μῆνας, ἐπὶ δύο ἔτη, δύναται νὰ εὕρῃ τὸν τρόπον, ὅπως ἄρῃ τὸ ἀφιλάνθρωπον τοῦτο φαινόμενον, τὸ ὁποῖον εἶμαι βέβαιος, ὅτι συγκινεῖ πᾶσαν τὴν Βουλήν. Πόσοι εἶναι αὐτοὶ οἱ κατάδικοι νῦν, τὴν ἡμέραν ταύτην, καθ’ ἣν ὁμιλοῦμεν; Εἶναι τάχα 100 ἢ 200, καὶ πρόκειται περὶ 5 ἢ 10 χιλιάδων δραχμῶν; δὲν εἶναι ἄξιον τὸ θέμα, ἵνα προνοήσωμεν; εἶναι δίκαιον, πολίτης, ὁ ὁποῖος ἕνεκα πλημμελήματός τινος συνήθους, ἕνεκα μιᾶς ἐξυβρίσεως ἢ μιᾶς αἰκίας, κατεδικάσθη διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην εἰς 15 ἡμερῶν φυλάκισιν, εἶναι δίκαιον νὰ κάθηται δύο ἔτη εἰς τὰς φυλακὰς ἀπὸ ἐκδίκησιν ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου; διότι δὲν δύναμαι νὰ εὕρω ἄλλην δικαιολογίαν τοῦ φαινομένου τούτου, τοῦ ὄντως ἀφιλανθρώπου, τοῦ στιγματίζοντος ἐλευθέραν καὶ πεπολιτισμένην πολιτείαν. Εὐθὺς ὡς τὸ Δημόσιον διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα διαθέτει, ἀρυσθῇ πληροφορίας ἀσφαλεῖς, ὅτι ὄντως εἷς κατάδικος, ὡς ὁ ἀναφερόμενος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ὑποχρέωσίν του ταύτην τὴν πεντηκοντάδραχμον, εἶναι δίκαιον, ἡ Πολιτεία, εἶναι σωστόν, εἶναι πολιτικόν, νὰ τὸν κρατῇ ἐπὶ δύο ἔτη εἰς τὰς φυλακὰς, διατρέφουσα αὐτόν; Ἐὰν δὲν τὸ πράττῃ λόγῳ ἐκδικήσεως, ἀλλ’ ὅπως τὸν ἐκβιάσῃ νὰ πληρώσῃ τὰς 50 δραχμάς, εὐθὺς ὡς διὰ παρελεύσεως μηνὸς καὶ ἔτους πεισθῇ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπράξῃ παρ’ αὐτοῦ τὸ εὐτελὲς τοῦτο ποσὸν, ποῖος δικαιολογητικὸς λόγος, εἴπατέ μοι σᾶς παρακαλῶ, ἐπιτρέπει τὴν περαιτέρω παράτασιν τῆς ἐπὶ τῷ λόγῳ τούτῳ φυλακίσεως τοιούτου ἀνθρώπου; Εἶναι δὲ καὶ ἀντικοινωνικὸν τὸ γινόμενον ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις· ἐν πρώτοις ἡ Πολιτεία, διὰ νὰ λάβῃ τὰς 50 δραχμὰς, τὰς ὁποίας ὑποθέτει ὅτι δύναται νὰ λάβῃ, ἐξοδεύει καθ’ ἑκάστην, καὶ ἐξοδεύει δεκαπλάσια ἢ ἑκατονταπλάσια, δεύτερον στερεῖ ἀπὸ μίαν οἰκογένειαν τὸν οἰκογενειάρχην, ὁ ὁποῖος, ὡς τροφεὺς αὐτῆς, ἠδύνατο ἐργαζόμενος νὰ τὴν συντηρῇ, καὶ τὴν ἀφίνει νὰ ἐρημοῦται, ὡς ἐκ τῆς φυλακίσεώς του, καὶ νὰ καταστρέφηται χωρὶς λόγον. Συνιστῶ λοιπὸν τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ νομίζω, ὅτι, ἐὰν θελήσῃ νὰ συμμερισθῇ τὸ ὀρθὸν τῶν παρατηρήσεών μου, λαμβάνουσα ἀφετηρίαν ἀπὸ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, θὰ προνοήσῃ γενικώτερον περὶ θεραπείας αὐτοῦ τοῦ ἀτόπου, ζητοῦσα καὶ λαμβάνουσα πληροφορίας περὶ τοιούτων καταδίκων, καταδικασθέντων εἰς ἐλαφρόν τι πλημμέλημα καὶ οἵτινες ἤδη ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους μετὰ τὴν ἀπότισιν τῆς ποινῆς μένουσιν εἰς τὰς φυλακὰς πρὸς πληρωμὴν τῶν δικαστικῶν ἐξόδων. Περὶ τῶν δυστυχῶν λοιπὸν τούτων, ἀφοῦ λάβῃ πληροφορίας ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν εἶναι τῷ ὄντι εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσουν, οἱ δὲ κύριοι Δήμαρχοι εἴτε ἐξ ἀφιλανθρωπίας, εἴτε ἐκ πολιτικῆς ἀντιθέσεως ἀρνοῦνται νὰ χορηγήσωσιν αὐτοῖς πιστοποιητικὰ ἀκτημοσύνης, καὶ δίκαιον καὶ φιλάνθρωπον εἶναι νὰ προνοήσῃ.
§6Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ εἰς τὴν πρὸ ἡμερῶν ὑποβληθεῖσαν ἐπερώτησίν μου εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῶν ἐν Πειραιεῖ ἀποθηκῶν τοῦ Δημοσίου δὲν ἔλαβον ἀπάντησιν, ἀναγκάζομαι νὰ φέρω πάλιν τὸν λόγον. Τὸ Δημόσιον ἔχει ἐνοικιάσει πολυετῶς ἀποθήκας ἐν Πειραιεῖ, χρησιμευούσας εἰς τὰ μονοπώλια, προκειμένου δὲ νὰ γίνῃ ἀναμίσθωσις τῶν ἀποθηκῶν αὐτῶν, ἕτερος ἰδιοκτήτης προσφέρει τοιαύτας δι’ ἀναφορᾶς του ἀντὶ τοῦ ἡμίσεως τοῦ ἤδη καταβαλλομένου μισθώματος, δηλ. ἐνῷ τὸ Δημόσιον πληρόνει 370 δρ. μηνιαίως, προσέφερεν αὐτὸς τὰς ἰδικάς του ἀντὶ 150 ἢ 160, ὀλιγώτερον τοῦ ἡμίσεως. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διεβίβασε τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, διὰ νὰ δώσῃ τὰς δεούσας πληροφορίας, ἀλλ’ ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος, ὡς πληροφοροῦμαι, ἐχορήγησε τοιαύτας πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι ἀποκρύπτουσι τὴν ἀλήθειαν, διότι λέγει, ὅτι αἱ ἀποθῆκαι αὗται δὲν εἶναι κεντρικαὶ, δὲν εἶναι λιθόκτιστοι, ὅτι δὲν ἐπαρκοῦσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Δημοσίου, ἐνῷ ὁ ἰδιοκτήτης ἔκτισεν αὐτὰς δυνάμει ἀδείας ἀστυνομικῆς καὶ εἰς τὸ κεντρικώτερον μέρος. Ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ἀναφορᾶς του ἐποιήσατο γνωστὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ προσθέσῃ πᾶσαν ἄλλην οἰκοδομὴν, χρησιμεύσουσαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Δημοσίου. Ἐφιστῶ λοιπὸν τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἀπὸ τὸν Ἔφορον, διὰ νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, διότι, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνας λόγους, ὁ Ἔφορος θέλει νὰ διατηρήσῃ τὰς νῦν ἀποθήκας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὀλιγώτερον κεντρικαὶ καὶ πλινθόκτιστοι, καὶ διὰ τὰς ὁποίας τὸ Δημόσιον πληρόνει διπλάσιον μίσθωμα.
§7ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι θὰ λάβω ἀπάντησιν σήμερον, ὑποβάλλω ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν· διότι, ἂν ἐγνώριζον ὅτι ἡ ἀπάντησις θὰ μοὶ δοθῇ μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, δὲν θὰ τὴν ὑπέβαλλον. Πληροφοροῦμαι ὅτι τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον Τρικκάλων συνέταξεν, ὑπέγραψε καὶ ὑπέβαλε πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ τῆς Δικαιοσύνης πρᾶξιν κατὰ τοῦ Προέδρου τῶν αὐτόθι Πρωτοδικῶν κ. Γορτυνίου. Ἂν τὸ πρᾶγμα ἦναι ἀληθὲς, φρονῶ ὅτι τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ἐνήργησεν ἐντὸς τῶν καθηκόντων του.
§8ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Οὐδεμίαν μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς ἔλαβον εἴδησιν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§9ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης;
§10ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ Νομαρχιακὴ τῶν Τρικκάλων μοὶ ἀπηύθυνε τηλεγράφημα.
§11ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνήργησεν ἐντὸς τῶν καθηκόντων της ἡ Νομαρχιακὴ Ἐπιτροπή;
§12ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τὸ τηλεγράφημα τὸ ἔστειλα εἰς τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα, διὰ νὰ ἐξετάσῃ.
§13ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, ἐὰν ἦναι δυνατόν, νὰ κατατεθῇ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, ἔστω καὶ μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον, περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 10,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου. Ὡσαύτως γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς γʹ συζήτησιν, τὰ νομοσχέδια: Περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως δραχμῶν 503,000 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1889. Περὶ χορηγίας πιστώσεων διὰ τὰ ἔξοδα τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου τοῦ 1890. Περὶ χορηγίας ἐκτάκτων πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 2,956,700 ἐπὶ τῆς χρήσεως 1890).
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τῆς χρήσεως 1890 ἐκ δραχμῶν 150,000.
§16ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς διαχειρίσεως τῆς πιστώσεως ταύτης δίδεται λογαριασμός;
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις διαθέτει τὰ χρήματα δι’ ἐπιτροπῆς, ἥτις ἦλθεν ἀρωγὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δίδουσα εἰς αὐτὴν λογαριασμόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: Περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1890. Περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1890).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου.
§19ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καλὸν εἶναι νὰ ἀναβληθῇ, διότι θὰ γίνῃ συζήτησις.
§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ καὶ ἔπειτα συζητοῦμεν. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως καὶ ἐπικυροῦνται ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.)
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον δεύτερον τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου. Ὑπάρχει τροπολογία τις;
§22ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§24ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω τὸν λόγον.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου, διότι τὸ ἄρθρον ἐγένετο δεκτόν.
§26ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ἐγένετο δεκτόν;
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠρώτησα ἂν ἔχῃ τις τροπολογίαν, καὶ οὐδεὶς ἀπήντησε. Κατόπιν ἠρώτησα περὶ τοῦ ἄρθρου καὶ ἡ Βουλὴ τὸ ἐψήφισε.
§28ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀκριβὲς εἶναι, ὅτι ἐζητήθη ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν μέχρι τῆς τελευταίας πιστώσεως. Ἔπειτα ἠρωτήσατε περὶ τῶν πρακτικῶν. Πρέπει ν’ ἀφήσητε τοὺς Βουλευτὰς νὰ ἐκθέσωσι τὰς ἰδέας των.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὰ πρακτικὰ ἠρώτησα περὶ τοῦ ἄρθρου, καὶ ἡ Βουλὴ τὸ ἐψήφισε.
§30Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς εἶπον ὅτι ἡ τελεσιδικία πρέπει νὰ ἔχῃ ἕνα προσδιορισμόν. Πότε ἐπέρχεται τελεσιδικία; κατὰ τὸν χρόνον τῆς συζητήσεως; κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν δημοσιεύεται ἡ ἀπόφασις; τί γίνεται ἐν τῷ μεταξὺ; Ἂν ἡ ὑπόθεσις λυθῇ ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ παλαιοῦ νόμου, δημοσιευθῇ δὲ ἡ ἀπόφασις ἡ ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νέου νόμου, ποῖος νόμος θὰ ἐφαρμοσθῇ; Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον. Τὸ ζήτημα ἀφορᾷ τὴν ὀπισθενεργὸν δύναμιν τοῦ νόμου, καὶ ὑπάρχουσιν οἱ διαφωνοῦντες. Ἐπικρατεῖ ἡ γνώμη, ὅτι ὁ ἰσχύων νόμος εἶναι ἐκεῖνος, καθ’ ὃν δημοσιεύεται ἡ ἀπόφασις, καὶ παρ’ ἡμῖν ὑπάρχει διάταξις δικονομική, καθ’ ἥν, προκειμένου περὶ ἀποφάσεως πρωτοδίκου, τὸ Ἐφετεῖον ἐξετάζει, ἂν ὀρθῶς ἢ ὄχι τὸ πρωτόδικον δικαστήριον ἐφήρμοσε τὸν νόμον, ἐξετάζει αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν καὶ τὴν ἰσχὺν τοῦ νεωτέρου νόμου. Ἀλλὰ πρόκειται ἐνταῦθα περὶ ἐφέσεως κατὰ πρωτοδίκου ἀποφάσεως, καὶ τὰ ἔνδικα μέσα ἐπιτρέπονται κατὰ τὸν νεώτερον νόμον· ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἐφέσεως, δὲν ἔχετε τὸ ἔνδικον μέσον τοῦτο, ἔχετε τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἀναιρέσεως· ἀλλὰ ποῖος νόμος θὰ ἐφαρμοσθῇ; ὁ πρῶτος νόμος ἢ ὁ δεύτερος, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ἐδημοσιεύθη ἡ ἀπόφασις; Πρέπει λοιπὸν νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, προκειμένου καὶ περὶ ἐφέσεως, διότι, ἂν ἦτο πρωτόδικος ἀπόφασις, ἔχομεν διάταξιν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας· ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἐφέσεως, δὲν ἔχομεν διάταξιν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ θὰ ἐπέλθωσι περιπλοκαί, καὶ καλὸν εἶναι νὰ ὁρίσωμεν ἐν τῷ νόμῳ τί ἐννοοῦμεν τελεσιδικίαν, τὸν χρόνον τῆς συζητήσεως, ἢ τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἀποφάσεως;
§31ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος περὶ χαρτοσήμου, ὃν ψηφίζομεν σήμερον, ἐν τῷ δευτέρῳ ἄρθρῳ δὲν ἔχει βεβαίως σκοπὸν νὰ ὁρίσῃ τὴν τελεσιδικίαν, διότι αὕτη καθορίζεται κατὰ τοὺς γενικοὺς κανόνας, οἵτινες διέπουσι τὴν γενικὴν ἡμῶν νομοθεσίαν. Εἰς τὸν κ. συνάδελφον προέκυψεν ἐνδοιασμὸς περὶ τοῦ ἐφαρμοστέου νόμου διὰ τὰς ἐκκρεμεῖς ἐφέσεις, τὰς εἰσαχθείσας πρὸς συζήτησιν, ἐφ’ ὧν δὲν ἐξεδόθη ἀπόφασις. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἂν ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρόκειται νῦν περὶ ποινῆς ἐπιεικεστέρας ἢ τῆς ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ μεταῤῥυθμιζομένῳ νόμῳ, θὰ ἔφθανεν ἀσφαλῶς εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ ἐπιεικεστέρα ποινὴ θὰ κατισχύῃ μέχρι τῆς ἀπαγγελίας τῆς ἀποφάσεως. Ἑπομένως θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νεώτερος νόμος, ὁ ἀπαγγέλλων ποινὴν ἐπιεικεστέραν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὅπερ προὐκάλεσε τὴν ἀπορίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας συναδέλφου.
§32Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἑρμηνεία αὕτη δύναται νὰ δοθῇ, ἀλλ’ ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἀγνοεῖ, ὅτι καταργοῦνται δικαιώματα κεκτημένα. Ὁ διάδικος ὁ συζητῶν συνεπείᾳ ἐφέσεως ἀπέκτησε δικαίωμα καὶ ὡς πρὸς τὸν νόμον καὶ ὡς πρὸς τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα.
§33ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 52 τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου, τὸ τροποποιούμενον διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀνακοπαὶ κατ’ ἐρήμην ἀποφάσεων καὶ ἐφέσεων ἐνώπιον τῶν Πρωτοδικείων καὶ τῶν Ἐφετείων εἶναι ἀπαράδεκτοι, ἐὰν μὴ ἐγγραφῶσιν ἐν τῷ βιβλίῳ τῶν ἀνακοπῶν ἢ τῶν ἐφέσεων τοῦ ἁρμοδίου Δικαστηρίου ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως.» Ἔχομεν ἀποφάσεις ἐκδεδομένας ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νόμου τούτου καὶ ἀνακοπὰς καὶ ἐφέσεις. Ἤδη ἐγείρεται τὸ ζήτημα, προκειμένου περὶ τοῦ ἐνδίκου μέσου τῆς ἀνακοπῆς καὶ ἐφέσεως, περὶ τῆς προθεσμίας τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἐνδίκου τούτου μέσου, ποῖος νόμος θὰ ἰσχύσῃ; Ἐὰν ἔλειπε τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, δὲν θὰ ὑπῆρχε δυσκολία, τουτέστι τὸ νομοσχέδιον, γενόμενον νόμος, θὰ ἐφηρμόζετο ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἔδει νὰ ἐφαρμόζηται κατὰ τὰς γενικὰς διατάξεις τοῦ δικαίου περὶ ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος αὐτοῦ. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ καινοτομήσωμεν. Ἰδοὺ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε καὶ τὴν ἐπιστήμην καὶ τὴν νομολογίαν. Ὁ κύριος Οἰκονομίδης, οὗ τὴν ἐμβρίθειαν πάντες ἀναγνωρίζομεν, λύει τὸ ζήτημα, ἀφοῦ παραθέτει τὰς γνώμας, ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει). Ἑπομένως εἰς πᾶσαν ὑπόθεσιν ἐπιτρέπεται ἢ οὔ τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἀνακοπῆς ἢ τῆς ἐφέσεως, καὶ ἡ προθεσμία τῶν ἐνδίκων μέσων καὶ αἱ διατυπώσεις πᾶσαι κανονίζονται ἐκ τοῦ ἰσχύοντος νόμου κατὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν ἀποφάσεων. Ἔρχεται τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου καὶ τί λέγει; (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἐν τῷ ἄρθρῳ 52 τοῦ αὐτοῦ νόμου ΑΧΚΕʹ ὁριζόμενον ἀπαράδεκτον τῶν ἀνακοπῶν καὶ ἐφέσεων δὲν ἐφαρμόζεται ἐπὶ τῶν μήπω τελεσιδίκως ἐκδικασθεισῶν, ἀντικαθισταμένης τῆς ποινῆς ταύτης διὰ προστίμου δραχμῶν εἰκοσιπέντε πρὸς τῷ νομίμῳ τέλει, ἐπιφυλασσομένων δὲ καὶ τῶν ἐν τοῖς ἄρθροις 599, 601 καὶ 774 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας διατεταγμένων ποινῶν, κατὰ τὰ ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ὡρισμένα.» Δηλαδὴ αὐτὴ ἡ διάταξις ἀντεπεξέρχεται εἰς τὰς θεμελιώδεις ἀρχὰς τῆς Δικονομίας, καθ’ ἃς ὁ νόμος ὁ ἰσχύων ἐπὶ τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως, κανονίζει τὰ ἔνδικα μέσα καὶ τὰς προθεσμίας. Μία ἀντίῤῥησις μόνον δύναται νὰ μοὶ γίνῃ, ὅτι θέλομεν νὰ καινοτομήσωμεν, ὡς ἤκουσά τινα λέγοντα. Ἀλλὰ, Κύριοι, νομίζετε ὅτι εἶναι σώφρονος νομοθετικῆς ἐργασίας ἔργον, ἐπὶ νόμου περὶ χαρτοσήμου νὰ θέλητε νὰ τροποποιήσητε διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας; Φέρω παράδειγμα ἐκ τῆς προχθεσινῆς συζητήσεως, τὸ ὁποῖον πιστεύω οὐδεὶς ἐλησμόνησεν. Ὅτε ὡμίλουν περὶ πρωτοκόλλων καὶ ἐζήτησα ὅπως ἐπιτρέπωνται κατ’ αὐτῶν ἔνδικα μέσα, ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι προσῆκον, εἰς νομοσχέδιον πραγματευόμενον ἄλλα θέματα νὰ θελήσωμεν νὰ καινοτομήσωμεν περὶ τῆς ἰσχύος τῶν δημοσίων ἐγγράφων. Ἡ παρατήρησις ἦτο ὀρθὴ, καὶ ἀπεκρούσθη ἡ τροπολογία, ἣν ὑπέβαλον ἐγὼ μετ’ ἄλλων συναδέλφων. Παρόμοιον ὅμως θέμα ταύτην τὴν στιγμὴν μᾶς ἀπασχολεῖ. Εἶναι πρέπον ἐν νομοσχεδίῳ περὶ χαρτοσήμου νὰ ἐμπλέκωνται διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας κρύβδην καὶ λάθρα; Ἐκ τοῦ ὑφισταμένου νῦν νόμου πολλοὶ ἐζημιώθησαν καὶ πολλοὶ ὠφελήθησαν. Ἔχομεν ἑπομένως δικαιώματα κεκτημένα καὶ τελεσίδικα. Ὁ νομοθέτης δὲν πρέπει νὰ αἴρῃ τὰς ζημίας τῶν μέν, ἢ νὰ ὑποστηρίζῃ τὰς ζημίας τῶν δὲ, ὀφείλει νὰ κανονίζῃ τὰς διατάξεις αὐτοῦ συμφώνως πρὸς τὰς θεμελιώδεις ἰδέας τοῦ δικαίου καὶ τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τῶν ἰσχυόντων νόμων. Ἡ κρατοῦσα ἀρχὴ ἐν τοῖς δικονομικοῖς ἡμῶν νόμοις εἶναι, ὅτι ὁ νόμος, ὁ κατὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν ἀποφάσεων ἰσχύων, αὐτὸς κανονίζει καὶ τὰ ἔνδικα μέσα καὶ τὰς προθεσμίας. Τοιαύτην γνώμην ἔχω, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν πρέπει παντάπασι νὰ καινοτομήσωμεν.
§34ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι εἶχον σκοπὸν νὰ ἐπιφέρω τροπολογίαν, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον δὲν περιεῖχε τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ὁ προαγορεύσας ἀποκρούει. Ὅλαι αἱ ἀρχαί, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος, συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ διάταξις, ἡ ὁποία καταργεῖται, εἶναι δικονομική; Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἶναι ταμιευτικόν· τοιοῦτος εἶναι ὁ σκοπὸς αὐτοῦ, καὶ δὲν ἐδύνατο νὰ μεταβάλῃ αὐθαιρέτως διατάξεις δικονομικάς, ὥστε, ἐὰν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον δὲν περιεῖχε τὴν εἰδικὴν ταύτην διάταξιν, ἧς ἡ ἀπάλειψις ζητεῖται, ὠφείλαμεν πάντες νὰ κηρυχθῶμεν κατ’ αὑτοῦ. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει· ἄλλως, ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία, θὰ καταψηφίσω ὁλοκλήρου τοῦ νομοσχεδίου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω καλὸν νὰ προστεθῇ καὶ 3ον ἄρθρον, ὅτι ὁ παρὼν νόμος ἰσχύει ἀπὸ τῆς καταχωρίσεως αὐτοῦ ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως».
§36ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἐναντίος· θὰ συζητήσωμεν. Πρὸς τί τὴν ζητεῖτε αὐτὴν τὴν διάταξιν;
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐπιμένω.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως καὶ τὸ ὑπόλοιπον μέρος τῶν πρακτικῶν τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως). Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 6ῃ μ. μ.