1889.12.20
3,196 rows · 24,512 words · 161 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 46
Τῆς 20 Δεκεμβρίου 1889.
(Τετάρτη)
Ὥρα 4½ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀδελφὴ τοῦ γνωστοῦ ἡμῖν μακαρίτου Γ. Παράσχου εὑρίσκεται εἰς μεγίστην ἀνέχειαν. Εἶναι μόνη, ὀρφανὴ καὶ ἄπορος. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ τὴν αἴτησίν της εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§2ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ θερμῶς τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ τὴν δικαίαν ταύτην αἴτησιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, νὰ συστηθῇ.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορὰ τῆς Πηνελόπης Παράσχου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν μετὰ συστάσεως τῆς Βουλῆς. Ἡ Ἑλένη Σμυρνιάδου, κάτοικος Κυπαρισσίας, καταγγέλλει τὸν αὐτόθι Εἰσαγγελέα, ὡς μὴ σπεύδοντα νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις ἐπὶ καταγγελίας δοθείσης ὑπ’ αὐτῆς κατὰ τοῦ Δημητρίου Μηλίου, κατηγορουμένου ἐπὶ διπλῷ γάμῳ. Ὁ κ. Τσαρλαμπᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§5ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Σφακιωτῶν τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος παρητήθη τῆς θέσεώς του, τὸ δὲ Συμβούλιον ἐξελέξατο ἀντ’ αὐτοῦ τὸν Ἰωάννην Κοντογιάννην, ὅστις ἀνέλαβε τὰ καθήκοντά του καὶ ἐξετέλει αὐτά· δυστυχῶς, τῇ διαταγῇ τοῦ Νομάρχου, μετὰ παρέλευσιν χρόνου, ἐπαύθη καὶ ἀπεκατεστάθη αὖθις εἰς τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου ὁ πρώην παραιτηθείς. Ὁ Κοντογιάννης ὑπέβαλε τὰ παράπονά του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ οὐδεμία μέχρι τοῦδε ἐξεδόθη ἀπόφασις. Ὁ Μηνᾶς Γλένης, μέλος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Καρυᾶς, ἐξελέγη μέλος τοῦ ἀδελφάτου μιᾶς τοῦ χωρίου του Ἐκκλησίας. Ἡ πρᾶξις ὑπεβλήθη εἰς τὸν Νομάρχην, ὅστις διέταξε νὰ ἐρωτηθῇ ὁ ἐκλεχθεὶς, ποίαν ἐκ τῶν δύο θέσεων προτιμᾷ νὰ ἐκλέξῃ. Συμμορφούμενος μὲ τὴν διαταγὴν ταύτην ὁ εἰρημένος, ἐδήλωσεν ὅτι ἐννοεῖ νὰ ἔχῃ τὴν τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου, οὐχ ἧττον ὁ Νομάρχης ἀπήλλαξε καὶ αὐτὸν τῆς θέσεως τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου. Κατὰ τῆς παρανόμου ταύτης πράξεως ὁ Γλένης δι’ ἀναφορᾶς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ᾐτήσατο τὴν ἀκύρωσιν τῆς πράξεως τοῦ Νομάρχου. Ἀλλ’ ἐπίσης ἀγνοεῖται ὁποίαν τὸ Ὑπουργεῖον ἐξέδωκεν ἀπόφασιν. Κύριε Ὑπουργὲ, οἱ Ἑπτανήσιοι ἐσυνειθίσαμεν νὰ ζῶμεν ὑπὸ νόμους, οὓς σεβόμεθα καὶ τῶν ὁποίων τὴν ἐφαρμογὴν ἀπαιτοῦμεν. Οἱ παυθέντες δὲν συμμερίζονται τὰς ἰδέας τῆς Συμπολιτεύσεως, ἐπιθυμοῦσιν ἑπομένως νὰ μάθωσιν, ἐὰν ὁ φατριασμὸς, λόγῳ τοῦ ὁποίου ἐπαύθησαν, περιορίζεται εἰς τὰ κάτω τῆς κοινωνίας στρώματα, ἢ μὴ τυχὸν φθάνῃ καὶ μέχρις ὑμῶν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ ἐξετάσητε τὰς δύο προμνημονευθείσας ἀναφορὰς τῶν Κοντογιάννη καὶ Γλένη καὶ ἐκφέρητε τὴν ἐπ’ αὐτῶν ἀπόφασίν σας. Ἔχω καὶ νέον παράπονον, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ σᾶς ὑποβάλω. Ἡ Λευκὰς δύο ἔχει ἐμπορικὰ κέντρα, τὸν λιμένα τῆς πόλεως καὶ τὸν τῆς Βασιλικῆς. Ὁ λιμὴν οὗτος εἶναι εἰς τὸ κέντρον τῶν τριῶν δήμων Ἀπολλωνίων, Εὐγείρου, Ἐλλομένου, οἵτινες ἔχουσι πληθυσμὸν ὀκτὼ καὶ ἐπέκεινα χιλιάδων ψυχῶν. Ἐκ τοῦ λιμένος αὐτοῦ ἐξάγονται κυρίως τὰ τέσσαρα ἑκατομμύρια σταφιδοκάρπου, οἱ οἶνοι καὶ τὰ ἄλλα ἐμπορεύματα, ἅτινα ἀναφέρονται εἰς τοὺς εἰς τὴν Βουλὴν προσαχθέντας πίνακας, ἐκ δὲ τῶν ἐκεῖ ἐμπορικῶν καταστημάτων καὶ πλοίων οἱ κάτοικοι προμηθεύονται τὰ εἰς ἑαυτοὺς ἀναγκαιοῦντα ἐμπορεύματα. Εἰς τὸν λιμένα αὐτὸν δὲν προσεγγίζουσιν ἀτμόπλοια, οὔτε ὑπάρχει ὁδὸς ἁμαξιτὴ, διὰ τῆς ὁποίας νὰ συγκοινωνῇ εὐκόλως μετὰ τῆς πόλεως καὶ δι’ αὐτῆς μὲ τὸ ἐξωτερικόν. Ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος, θέλων νὰ ἐμψυχώσῃ τὸ ἐμπόριον τοῦ μέρους αὐτοῦ, ἐσύστησε τηλεγραφικὸν σταθμὸν, ἐξυπηρετοῦντα τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐμπορίου καθὼς καὶ τῶν δημοτῶν· φαίνεται ὅμως, ὅτι κακὴ μοῖρα καταδιώκει τὸ μέρος αὐτό. Τὸ παρελθὸν ἔτος, διαταγῇ τῆς Κυβερνήσεως, ἐκλείσθη τὸ Τηλεγραφεῖον διὰ τῆς μεταθέσεως τοῦ ὑπαλλήλου, καὶ ἐπὶ πολλοὺς μῆνας ἔμενε κεκλεισμένον, ἐπὶ ζημίᾳ καὶ τῶν κατοίκων καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Συνεπείᾳ τῶν ἐπανειλημμένων παραστάσεών μου ἀπεστάλη τηλεγραφητὴς, ἀλλὰ, καθὰ φαίνεται, ἔχων τὴν προστασίαν συναδέλφου τινὸς τῆς Συμπολιτεύσεως, ἔλαβεν ἄδειαν ἀπουσίας, καὶ τὸ Τηλεγραφεῖον πάλιν ἐκλείσθη. Διελθὼν ὁ Νομάρχης, καὶ ἰδὼν ὅτι τέσσαρα μεγάλης χωρητικότητος πλοῖα εὑρίσκοντο ὑπὸ φόρτωσιν, ἐπεκαλέσθη τὴν πρόνοιαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ νέος τηλεγραφητὴς ἀπεστάλη, καίτοι μετὰ λύπης πληροφοροῦμαι, ὅτι καὶ αὐτὸς μετετέθη, χωρὶς νὰ λάβῃ τὴν θέσιν του. Προτείνω, κύριε Ὑπουργὲ, τὸ παράπονον τοῦτο τῶν ἐμπόρων καὶ δημοτῶν τοῦ μέρους αὐτοῦ, ἀλλὰ γινώσκω, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ φέρω τὴν δέουσαν θεραπείαν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι διὰ τοῦ τοιούτου τρόπου δικαιοῦται νὰ διοικῇ ἐκεῖ τὸν τόπον, εἰς αὐτὴν ἀνήκει ἡ εὐθύνη.
§6ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐπανειλημμένως παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποχρεώσῃ τὸν Νομάρχην Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας νὰ ὑπογράψῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τῶν ἐχόντων δικαίωμα ἀποζημιώσεως διὰ τὰς γαίας, τὰς καταληφθείσας ὑπὸ τῆς διώρυγος τοῦ Ἰσθμοῦ καὶ τοῦ σιδηροδρόμου· ἀλλ’ ἕως τώρα δὲν ἔφθασαν τὰ ἔγγραφα. Ποῖοι λόγοι ἐμποδίζουν αὐτὸν, εἶναι ἄγνωστοι εἰς ἡμᾶς. Παρακαλοῦμεν κατ’ ἐπανάληψιν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ζητήσῃ λόγον παρὰ τοῦ Νομάρχου, καὶ νὰ προτρέψῃ αὐτὸν νὰ ὑπογράψῃ αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, διότι τὰ παράπονα τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν ὑπερέβησαν πᾶν ὅριον. Ἡ ἀδιαφορία τῆς Νομαρχίας Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, συγκειμένης ἀπὸ 3 ἢ 4 Γραμματεῖς μισθοδοτουμένους, εἶναι ἀνεξήγητος.
§7ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐκτάκτου Συνόδου εἶχε παρακληθῆ παρ’ ἐμοῦ, ὅπως σπεύσῃ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του, ἵνα ταχέως πληρωθῇ ἡ ἀποζημίωσις πρὸς τοὺς κατοίκους Ἁγίων Θεοδώρων, χωρίου τῆς Κορινθίας, διὰ τοῦ ὁποίου διέρχεται ὁ σιδηρόδρομος· ὑπεσχέθη δὲ ὁ Ὑπουργὸς τότε, ὅτι ἀμέσως ἤθελε διατάξει, κατὰ μῆνα Φεβρουάριον, νὰ ὑποβληθῶσι τὰ ἔγγραφα, ἐπὶ τὸ τέλει ν’ ἀποζημιωθῶσιν αὐτοί τε καὶ οἱ λοιποὶ κάτοικοι τοῦ δήμου Περαχώρας, τῶν ὁποίων αἱ γαῖαι κατελήφθησαν ὑπὸ τῆς διώρυγος ἢ ὑπὸ τοῦ σιδηροδρόμου πρὸ τεσσάρων ἐτῶν. Ἐν τούτοις πλησιάζει νὰ παραγραφῇ ἡ αἴτησίς των, καὶ ὅμως οὐδὲ λεπτὸν ἔλαβον ἐξ αὐτῶν, τῶν ὀφειλομένων αὐτοῖς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ αὖθις νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ οἶκτον πρὸς τοὺς πολίτας ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἀπηλλοτρίωσε τὰ κτήματα, ἀφοῦ μάλιστα δὲν ἠδύνατο νὰ κάμῃ τοῦτο προτοῦ κατὰ τὸ Σύνταγμα τοὺς ἀποζημιώσῃ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀδικία μεγίστη, γινομένη πρὸς πολίτας πτωχοὺς, καὶ καλὸν εἶναι ἐπὶ τέλους νὰ φροντίσῃ καὶ περὶ τούτων, διότι κατοικοῦσι καὶ οὗτοι πλησίον τῆς Μεγαρίδος· διότι δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι, ἂν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ἦσαν Μεγαρεῖς, θὰ εἶχον ἀποζημιωθῆ ἀπὸ τῆς πρώτης ἑβδομάδος, καθ’ ἣν κατελήφθησαν τὰ κτήματα αὐτῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου.
§8ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐπέμενε νὰ μὴ καταθέσῃ ἐκθέσεις τινὰς, διότι ἤθελε μετ’ αὐτῶν νὰ συνυποβάλῃ καὶ ἕτερα συμπληρωματικὰ ἔγγραφα. Εἰς τοῦτο ὑπεστήριξεν αὐτὸν καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτε καὶ ἐγὼ ἐξέφρασα τὴν ἐπιθυμίαν ν’ ἀκολουθήσῃ καὶ αὐτὸς τὸ παράδειγμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ὡς πρὸς ἐπερώτησιν ἰδικήν μου. Τότε μοὶ εἶπε μειδιῶν, νὰ καταθέσω τὴν ἐπερώτησίν μου ἐγγράφως, ἀλλὰ πρὸ τοῦ ἀναγνώσω ταύτην, θὰ εἴπω ὅτι, ἐνῷ ἐμειδία χθὲς, ἐλησμόνησε τὸ γαλλικὸν λόγιον, ὅτι ὁ γελῶν τελευταῖος θὰ γελάσῃ καλά. (Ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν: Αʹ) Τὰ ἀπὸ τοῦ Μαΐου τοῦ 1886 μέχρι σήμερον ἐκδοθέντα χρηματικὰ ἐντάλματα εἰς βάρος τοῦ κεφαλ. 14 ἄρθρου 3 ὑπὲρ τῆς Γενικῆς Ἀποθήκης ὑλικοῦ Πειραιῶς, παρ’ ὁποιαςδήποτε ἀρχῆς, ἤτοι παρὰ τοῦ Ὑπουργείου ἢ παρὰ τοῦ Ἐπιμελητηρίου Ἀθηνῶν, τὰ εὑρισκόμενα βεβαίως εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον ἢ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Ἂν δὲ τοῦτο ἦναι δύσκολον, νὰ προσαγάγῃ ἀντ’ αὐτῶν ἀκριβῆ ἀντίγραφα τῶν χρηματικῶν αὐτῶν ἐνταλμάτων καὶ τῶν δικαιολογητικῶν αὐτῶν, τῶν ἐκδοθέντων ἀπὸ τὸν Μάϊον τοῦ 1886 μέχρι σήμερον εἰς βάρος τοῦ κεφαλ. 14 ἄρθρου 3 ὑπὲρ τῆς Γενικῆς Ἀποθήκης ὑλικοῦ Πειραιῶς παρ’ ὁποιαςδήποτε ἀρχῆς, ἐπαναλαμβάνω. Καὶ ἐν τέλει, ἂν καὶ τούτων ἡ ἀντιγραφὴ καὶ προσαγωγὴ ἦναι δύσκολος, νὰ προσαχθῶσιν ἀντ’ αὐτῶν τὰ σχετικὰ βιβλία τῆς διαχειρίσεως τῆς γενικῆς ἀποθήκης Πειραιῶς, ἤτοι ἡμερολόγιον καὶ ἀπολογιστικὸν ἀπὸ τοῦ 1886 μέχρι σήμερον...
§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Τὰ ἐντάλματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὸ Ὑπουργεῖον.
§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ στελέχη.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ δικαιολογητικὰ βεβαίως ὄχι, διότι ταῦτα δὲν ὑπάρχουσι μετὰ τῶν στελεχῶν.
§12ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπάρχουν τὰ δικαιολογητικὰ εἰς διπλοῦν.
§13ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι εἰς τριπλοῦν, μένουν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ εἰς τὴν Ἀποθήκην Πειραιῶς. Περὶ αὐτῶν ἀφορᾷ ἡ αἴτησίς μου.
§14ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα, εἰς τριπλοῦν.
§15ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ἐπειδὴ εἶναι ὀλίγον σκανδαλῶδες τὸ πρᾶγμα, νὰ θελήσητε νὰ σώσητε τὴν τιμήν σας.
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην· θὰ καταθέσω ὅμως πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ προσαχθῇ.
§17ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ζητῶ, δύνανται νὰ προσαχθῶσι.
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν δύνανται....
§19ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (ἀναγινώσκει). «Βʹ) Ἀντίγραφα ὅλων τῶν ἐκδοθεισῶν ὑπουργικῶν διαταγῶν πρὸς τὴν Γενικὴν Ἀποθήκην Πειραιῶς περὶ πληρωμῆς χρηματικῶν ποσοτήτων εἰς βάρος τοῦ κεφ. 14, ἄρθρου 3, ἀπὸ τὸν Μάϊον τοῦ 1886 μέχρι σήμερον. Γʹ) Τὴν ἀμειφθεῖσαν ἀλληλογραφίαν μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου περὶ τῆς μὴ ἐξαργυρώσεως παρὰ τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου τῶν ἐκδοθέντων χρηματικῶν ἐνταλμάτων παρὰ τοῦ Ἐπιμελητηρίου Ἀθηνῶν ἢ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπὲρ τῆς Γενικῆς Ἀποθήκης ὑλικοῦ Πειραιῶς ἀπὸ τὸν μῆνα Ἰούλιον ἐ. ἔ. μέχρι σήμερον ἐπὶ τοῦ κεφαλ. 14 ἄρθρου 3 τοῦ ἱματισμοῦ. Δʹ) Ἀντίγραφα τῶν συνταχθέντων παρὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου πρακτικῶν δύο συνεδριάσεων περὶ τῆς ἀνωτέρω 3ης παραγράφου σημειουμένων χρηματικῶν ἐνταλμάτων, ἐκ τῶν ὁποίων πρακτικῶν διὰ μὲν τοῦ πρώτου χαρακτηρίζονται τὰ ἐντάλματα ταῦτα ὡς παρὰ τὸν νόμον γενόμενα, διὰ δὲ τοῦ ἑτέρου, τῆς 13 τρ. μηνὸς, ἐνεκρίθη ἡ ἐξαργύρωσις αὐτῶν παρὰ τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου ἐπὶ τῇ βάσει ἐγγράφου πιστοποιήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι τὸ ὑλικὸν τῶν ἀρβυλῶν ἀνῆκεν εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν τὴν κατάθεσιν. Ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ λείψῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, διὰ νὰ μὴ εὑρεθῶ εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ χαρακτηρίσω τὴν πρᾶξιν ταύτην τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐγὼ δὲν βιάζομαι, διότι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐδίκασεν ἤδη καὶ οἱ φίλοι ἔλαβον τὰ χρήματα. Πρόκειται νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ πρᾶξις καὶ νὰ ἴδῃ ὁ κόσμος ποῦ πηγαίνουν τὰ χρήματα.
§20ΤΟΜΑΝ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ εἴπῃ, ὁποίαν ἑρμηνείαν δίδει εἰς τὴν διάταξιν τοῦ τελευταίου ψηφισθέντος νόμου περὶ φάρων καὶ φανῶν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ παντὸς φορολογικοῦ τέλους τῶν πλοίων καὶ τῶν ἀτμοπλοίων, ἅτινα προσεγγίζουσιν εἰς τὰς ἀκτὰς τοῦ Κράτους ἕνεκα ἀνωτέρας βίας. Ἐπιθυμῶ νὰ ἀκούσω τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τούτου, καθ’ ὅσον μέχρι μέν τινος ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου τούτου αἱ τελωνειακαὶ ἀρχαὶ τοῦ Κράτους ἐθεώρουν τὰ ἀτμόπλοια, ἅτινα ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς προσεγγίζουσιν εἰς ὡρισμένους λιμένας τοῦ Κράτους πρὸς ἀνθράκευσιν, ὡς προσεγγίζοντα ἕνεκα ἀνωτέρας βίας, καὶ ἀπήλλαττον αὐτὰ παντὸς τέλους· ἀλλ’ ἀπό τινος χρόνου ἤλλαξαν τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου, καὶ ὑποχρεοῦσι ταῦτα εἰς καταβολὴν τέλους, προσεγγίζοντα πρὸς ἀνθράκευσιν, χωρὶς τὸ παράπαν ν’ ἀποβιβάσωσιν ἐμπορεύματα, ἢ νὰ παραλάβωσι τοιαῦτα ἐκ τοῦ μέρους τῆς προσεγγίσεως, θεωροῦσαι τὰ οὕτω πως προσεγγίζοντα πλοῖα ὡς μὴ εὑρισκόμενα εἰς τὴν περίστασιν τῆς ἀνωτέρας βίας. Καὶ εἰς ἄλλους μὲν λιμένας γίνεται τοῦτο, ἐνῷ εἰς ἄλλους ἐξακολουθεῖ ἡ πρώτη, κατ’ ἐμὲ ὀρθὴ, ἑρμηνεία τοῦ νόμου. Τὸ τοιοῦτον, νομίζω ὅτι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς δὲν ἐξυπηρετεῖ τὰ συμφέροντα τοῦ ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν, ἀποβαίνει ἐπιβλαβὲς ἀφ’ ἑτέρου εἰς τοὺς λιμένας ἐκείνους, οἵτινες, ὡς ἐκ τῆς θέσεως αὐτῶν τῆς γεωγραφικῆς, παρέχουσιν εὐχερέστερον εἰς τὰ πλοῖα ταῦτα τὴν ἀνθράκευσιν καὶ πληροῦσι καὶ ἄλλας ἀνάγκας τῶν πλοίων. Ἡ προσέγγισις εἰς τοὺς λιμένας τοῦ Κράτους ἀτμοπλοίων ξένων πρὸς ἀγορὰν γαιανθράκων, βεβαίως καὶ ἀναμφισβητήτως εἶναι ὠφελιμωτάτη εἰς τὸ Κράτος. Ἡ τοιαύτη λοιπὸν τοῦ νόμου παρερμηνεία παραβλάπτει καιρίως δύο πόλεις τοῦ Κράτους, τὸν Πειραιᾶ καὶ τὴν Σῦρον, διότι πλῆθος ξένων ἀτμοπλοίων, ἀντὶ νὰ προσεγγίσωσιν εἰς τοὺς λιμένας τούτους, ὅπως κάμωσι προμήθειαν γαιανθράκων, καταφεύγουσιν εἰς Μελίτην καὶ ἀλλαχοῦ, καὶ τοιουτοτρόπως τὸ Ἑλληνικὸν ἐμπόριον στερεῖται τοῦ κέρδους, τοῦ ἐκ τῆς πωλήσεως γαιανθράκων καὶ πάσης ἄλλης προμηθείας. Ἀλλ’ ἐνῷ γίνεται τοιαύτη βλάβη εἰς τὰ μέρη ταῦτα, οὐδεμία γίνεται ὠφέλεια εἰς τὸ ταμεῖον τῶν φάρων καὶ φανῶν, διότι τὰ πλοῖα, μὴ προσεγγίζοντα, οὐδὲν φαρικὸν δικαίωμα ἀφίνουσιν. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ μάθω, ὁποίαν γνώμην ἔχει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ τοῦ προκειμένου; πῶς ἑρμηνεύει τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ νόμου; Πάντως ὅμως πρέπει νὰ λάβῃ ἓν μέτρον, διότι θὰ εὐεργετήσῃ τοὺς λιμένας ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους συνήθως προσεγγίζουσι τὰ ξένα πλοῖα πρὸς ἀνθράκευσιν.
§21ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἐνόσῳ ἡ νομοθεσία ἡμῶν, ἡ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἀφορῶσα, μένει ἡ ἰδία, τὰ πλοῖα ταῦτα πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται εἰς φαρικὰ τέλη. Ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι ὀρθαὶ κατ’ οὐσίαν, καὶ ὅτι συμφέρον ἔχομεν ἵνα προσελκύσωμεν τὰ πλοῖα εἰς τοὺς λιμένας τοὺς ἰδικούς μας πρὸς ἀνθράκευσιν, καὶ ἑπομένως συμφέρον ἔχομεν, ὅπως μὴ παρεμβάλλωμεν δυσκολίας εἰς τὴν ἐργασίαν ταύτην. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο δέον νὰ μεταῤῥυθμισθῇ ἡ διάταξις τοῦ νόμου· καὶ εἶχον σκοπὸν νὰ φέρω νομοσχέδιον, τροποποιοῦν τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ νόμου, ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ ν’ ἀπαλλαγῶσι τὰ περὶ ὧν πρόκειται πλοῖα τῶν φαρικῶν τελῶν. Κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς θέλω ὑποβάλει τὸ προσῆκον νομοσχέδιον.
§22ΤΟΜΑΝ. Ἤμην βέβαιος, ὅτι ἡ νοημοσύνη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἤθελε προΐδει τοῦτο· ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, ἡ δοθεῖσα μέχρις ἐσχάτων, εἶναι ἡ ὀρθή, διότι ἡ διάταξις τοῦ νόμου ἔχει ὡς ἑξῆς: «Πλοῖα ἢ ἀτμόπλοια, προσεγγίζοντα εἰς λιμένας τοῦ Κράτους ἕνεκα περιστάσεως ἀνωτέρας βίας, χωρὶς ν’ ἀποβιβάσωσιν ἐμπορεύματα, ἢ νὰ παραλάβωσι τοιαῦτα, εἶναι ἐλεύθερα φαρικῶν τελῶν». Περίστασις ἀνωτέρας βίας εἶναι, ὅταν προσέρχηται τὸ πλοῖον νὰ παραλάβῃ ἱστοὺς ἢ ἱστία καὶ τὰ παρόμοια, καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἑρμηνείας βασιζόμενον τὸ Ὑπουργεῖον, λίαν ὀρθῶς ἀπὸ τῆς ἐπικυρώσεως τοῦ νόμου μέχρις ἐσχάτων ἐπέτρεπε τὴν ἐλευθέραν προσέγγισιν, νομίζω δὲ, ὅτι τοῦτο πράττει καὶ τὸ Λιμεναρχεῖον Πειραιῶς, ἐνῷ ὁ λιμενάρχης Σύρου φρονεῖ τοὐναντίον. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι μία τοιαύτη ἐξήγησις δύναται νὰ δοθῇ καὶ νῦν.
§23ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν γινώσκω, ἂν τοιαύτη ἐδόθη ἑρμηνεία, μοὶ φαίνεται ὅμως περίεργον, πῶς παρουσιάσθησαν περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἐδόθη τοιαύτη ἑρμηνεία. Ἂν πλοῖόν τι ἀνεχώρησεν ἄνευ πολλῶν γαιανθράκων, καὶ κατ’ ἀνάγκην, ὡς ἐκ τῆς περιστάσεως ταύτης, ὑπεχρεώθη νὰ εἰσέλθῃ εἰς λιμένα τινὰ διὰ νὰ ἀνθρακευθῇ, ἤθελον ἐννοήσει νὰ περιληφθῇ εἰς τὰς περιστάσεις τῆς ἀνωτέρας βίας· ἀλλ’ ὅταν εἰσέρχηται εἰς λιμένα, ἀκριβῶς πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀνθρακεύσεως, ἀνθρακεύσεως, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ προΐδῃ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἀναχωρήσεώς του, τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν περίστασιν τῆς ἀνωτέρας βίας, καὶ ἂν λιμενάρχης τις ἔδωκεν ἐναντίαν ἑρμηνείαν, αὕτη εἶναι ἐσφαλμένη. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι νομοθετικῶς πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ τοῦτο, διότι συμφέρον ἔχομεν νὰ προσελκύωμεν εἰς τοὺς λιμένας μας πλοῖα πρὸς ἀνθράκευσιν.
§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιθυμῶ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶς Ναυτικῶν νὰ μοὶ δώσῃ τὴν πληροφορίαν, ἂν πρώτην φορὰν νῦν παρέστη εἰς αὐτὸν ἡ ἀνάγκη τῆς μεταβολῆς ταύτης τοῦ νόμου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν διοικεῖ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο ἐπὶ τρία ἔτη. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων ἰσχυρίσθη, ὅτι ὁ νόμος ἐφηρμόζετο καθ’ ὅλον τοῦτο τὸ χρονικὸν διάστημα κατ’ ἄλλον τρόπον, καὶ ὄχι κατ’ ἐκεῖνον, καθ’ ὃν κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἀπῄτει ὁ νόμος ἵνα ἐφαρμόζηται. Ἂν ἦναι ἀληθὴς ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ Βουλευτοῦ Κυκλάδων, ὅπερ ἁρμόδιος εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορηθῇ, ἐξετάζων τὸ ἀρχεῖόν του, διότι ἐνδέχεται νὰ μὴ ἐνθυμῆται, τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶχε περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου ἐναντίαν γνώμην ἐκείνης, ἣν ἔχουσιν οἱ ὑπάλληλοι αὐτοῦ, κατ’ ἄλλον τρόπον ἐφαρμόζοντες τὸν νόμον. Ἀλλὰ τότε ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἀνεκοίνωσεν, ὅτι κρίνει ἀναγκαῖον νὰ φέρῃ νομοσχέδιον, ὅταν ἐπαναληφθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι ὀρθή. Ὄντως, ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν μετέβαλε γνώμην περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου, ἂν, ἐνῷ ἡρμήνευεν αὐτὸν ὡς τὸν ἡρμήνευε καὶ τὸν ἐφήρμοζε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἤτοι κατ’ ἄλλον τρόπον καὶ οὐχὶ κατ’ ἐκεῖνον, καθ’ ὃν ἐφήρμοζον αὐτὸν οἱ λιμενάρχαι, ἐπείσθη τελευταῖον, ὅτι κακῶς ἡρμήνευεν αὐτὸν, καὶ ἀπεδέχθη ὡς ὀρθὴν τὴν ὑπὸ τῶν Λιμεναρχείων γενομένην ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, τότε ἐννοοῦμεν διὰ ποῖον λόγον ἔκρινεν ἀναγκαῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ σκεφθῇ ἵνα συντάξῃ καὶ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, ὅπως μεταβάλῃ τὸν ἰσχύοντα νόμον. Ἀλλὰ πάντα ταῦτά εἰσιν εἰκασίαι, συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα συνάγομεν ἐκ τῶν χορηγουμένων ἡμῖν δεδομένων. Ἀλλ’ ἐφηρμόζετο ἀληθῶς ὁ νόμος κατ’ ἄλλον τρόπον ὑπὸ τῶν Λιμεναρχείων καὶ κατ’ ἄλλον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων; Τοῦτο πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, καὶ τὴν πληροφορίαν ταύτην δέον νὰ μᾶς χορηγήσητε.
§25ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω πληροφορίας περὶ μὴ συμφώνου παρὰ τῶν διαφόρων λιμενικῶν ἀρχῶν ἑρμηνείας τοῦ νόμου, ἔχω μόνον τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔλαβον παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν, ὅτε ἤκουσα αὐτοῦ ἰσχυριζομένου ὅτι λιμενικαί τινες ἀρχαὶ ἡρμήνευσαν κατὰ ἕνα τρόπον τὸν νόμον, ἄλλαι δὲ κατ’ ἄλλον, εἶπον δὲ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι μοὶ φαίνεται ἀδύνατον νὰ ἐδόθη τοιαύτη ἑρμηνεία, δηλαδὴ νὰ ἀπηλλάγησαν τῶν φαρικῶν τελῶν πλοῖα εἰσελθόντα εἰς λιμένα πρὸς ἀνθράκευσιν, χωρὶς οὐδεμία ἀνωτέρα βία νὰ ὑποχρεώσῃ ταῦτα πρὸς τοῦτο, καθόσον μοὶ φαίνεται ῥητὴ ἡ διάταξις τοῦ νόμου, ἀπαλλάττουσα αὐτὰ μόνον ἐν περιπτώσει ἀνωτέρας βίας, καὶ δὲν βλέπω τὴν ἀνωτέραν βίαν ὑφισταμένην ἢ μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερα, καὶ ἑπομένως νομίζω, ὅτι τοιαύτη ἑρμηνεία δὲν ἐδόθη, θέλω ὅμως ἐξετάσει, μὴ τυχὸν ἐδόθη τοιαύτη ἑρμηνεία. Εἶχον ὅμως ἀφορμὴν, ἵνα ἀσχοληθῶ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς μεταῤῥυθμίσεως τῆς διατάξεως τοῦ νόμου, καθόσον ἐπ’ ἐσχάτων παρατηρήσεις μοὶ ἐγένοντο ὅτι, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ διάταξις αὕτη, πλοῖα, τὰ ὁποῖα ἐκτελοῦσι τὴν γραμμὴν Κωνσταντινουπόλεως καὶ τὰ ὁποῖα σήμερον εἶναι ὑποχρεωμένα νὰ ἀνθρακεύωσιν ἐν Κων)πόλει, ὅπου ἀπαντῶσι μεγάλας δυσκολίας εἰς τὴν ἀνθράκευσιν, ἤθελον ἀνθρακεύει εἰς λιμένας ἑλληνικοὺς μετὰ μεγάλης εὐκολίας. Τότε ἐμελέτησα τὸ ζήτημα καὶ εὗρον, ὅτι ζημία προσγίγνεται εἰς τὸ Κράτος διὰ τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ νόμου, διότι, ἐνῷ δὲν ὠφελούμεθα ποσῶς ἐκ ταύτης, ζημιούμεθα τὴν ὠφέλειαν, τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν ἔχει ἐκ τῆς ἀνθρακεύσεως, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ γίνηται παρά τινων ἀτμοπλοίων ἔν τισιν ἡμετέροις λιμέσιν. Ἀνάγκη λοιπὸν μεταῤῥυθμίσεως τῆς διατάξεως τοῦ νόμου· ἐπιφυλάσσομαι δὲ, ὅταν συνέλθῃ ἡ Βουλὴ μετὰ τὰς διακοπὰς, νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον, μεταῤῥυθμίζον τὴν διάταξιν ταύτην.
§26ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δι’ ὧν εἶπον δὲν ἐσκόπουν νὰ ἐκφέρω γνώμην περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου, μήτε νὰ ἐπικρίνω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι ἔχει περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου, οὔτε ἐσκόπουν νὰ ἐκδηλώσω γνώμην ἐπικρίνουσαν τὸν ἰσχυρισμὸν περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐξέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων, διότι σήμερον δὲν συζητοῦμεν περὶ ἐννοίας τοῦ νόμου· ἀλλὰ μοὶ ἐνεποίησαν ἐντύπωσίν τινα τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων εἶπεν, ὅτι οἱ μέχρι τοῦδε ἐφαρμόζοντες τὸν νόμον ἀπέδιδον εἰς αὐτὸν ἄλλην ἔννοιαν, καὶ ὄχι ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἰσχυρίζεται, ὅτι ἔχει ὁ νόμος. Τίνες δ’ ἐφήρμοζον μέχρι τοῦδε τὸν νόμον; Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τὸν ἐφήρμοζε διὰ τῶν ὀργάνων του, διὰ τῆς ὑπηρεσίας. Τοῦτο λοιπὸν, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι οἱ λιμενάρχαι ἐφήρμοζον τὸν νόμον, καὶ ὁ εἷς ἔδιδε τὴν μίαν ἔννοιαν, ὁ ἄλλος τὴν ἄλλην, δὲν εἶναι δικαιολογία, διότι αἱ ἀρχαὶ αὗται διατελοῦσιν ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ προϊσταμένου αὐτῶν Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, καὶ δὲν δύναται ὁ εἷς νὰ ἀποδίδῃ τὴν μίαν ἔννοιαν καὶ ὁ ἄλλος τὴν ἄλλην εἰς τὸν νόμον. Ἂν δὲ τοῦτο ἤθελε συμβῆ, σημαίνει ἔλλειψιν ἐπιτηρήσεως τοῦ προϊσταμένου τῆς διοικήσεως, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ὁδηγῇ αὐτούς, πῶς νὰ ἐφαρμόζωσι τοὺς νόμους. Ἑπομένως ὑποθέτω, ὅτι δὲν θὰ εἶχε πρόχειρον τὴν δικαιολογίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ προχείρως εἶπεν, ὅτι οἱ λιμενάρχαι ἐφαρμόζουσιν ἄλλος κατ’ ἄλλον τρόπον τὸν νόμον. Διὰ τοῦτο εἶπον νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν ὁ κ. Ὑπουργός.
§27ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Φαίνεται ὅτι εἶχον τὸ ἀτύχημα νὰ μὴ ἐξηγήσω καθαρῶς τὴν ἰδέαν μου. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι τινὲς τῶν λιμεναρχῶν ἑρμηνεύουσιν οὕτως τινὲς δὲ ἄλλως τὸν νόμον, ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν γινώσκω, ἐὰν διάφορος ἑρμηνεία ἐδόθη ποτὲ, ὅτι ἤκουσα πρώτην φορὰν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυκλάδων, λέγοντος ὅτι ἄλλοι λιμενάρχαι ἐφαρμόζουσιν οὕτω καὶ ἄλλοι ἄλλως τὸν νόμον, ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ ἐξετάσω, ὅπως ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν τυχὸν τοιαύτη ἑρμηνεία ἐδόθη, μοὶ φαίνεται δὲ πολὺ δύσκολον τοῦτο νὰ ἔγεινε, διότι γίνεται πάντοτε ἡ ἐξέτασις τῶν βεβαιώσεων τῶν φαρικῶν τελῶν, εἰς τὴν ἐξέτασιν δὲ ταύτην βεβαίως δὲν ἠδύνατο ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία, παρὰ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν, ἐὰν ἔβλεπεν ἐφαρμοζόμενον τὸν νόμον ἄλλως παρ’ ἑνὸς λιμενάρχου, ἄλλως παρ’ ἑτέρου. Μ’ ὅλα ταῦτα, ἐπιφυλάσσομαι, ἀφοῦ ἐξετάσω, νὰ ἀναφέρω περισσότερα. Ἐγὼ ὅμως δὲν ἀνεγνώρισα, ὅτι ἐγένετο ἄλλη ἐφαρμογὴ παρά τινων λιμεναρχῶν, καὶ ἄλλη παρ’ ἄλλων.
§28ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἡ ἀνθράκευσις ἑνὸς ἀτμοπλοίου δὲν εἶναι πρᾶξις, δι’ ἣν νὰ ὑπαχθῇ τοῦτο εἰς τὸν νόμον περὶ φαρικῶν τελῶν, εἶναι πρᾶξις προμηθείας τροφίμων, δυνάμει δὲ τοῦ νόμου ἡμῶν, τὰ πλοῖα δύνανται νὰ προσεγγίσωσιν εἰς τοὺς λιμένας μας, χωρὶς νὰ ὑπόκηνται εἰς φαρικοὺς φόρους ἢ εἰς ἄλλα λιμενικὰ τέλη· ἑπομένως ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται νὰ ἑρμηνεύσῃ οὕτω πως τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, διότι οὕτως ἡρμηνεύετο καὶ πρίν, ὅτι ἡ ἀνθράκευσις τῶν ἀτμοπλοίων εἶναι πρᾶξις προμηθείας τροφίμων.
§29ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πλεῖστοι κάτοικοι τοῦ χωρίου Μαζείκων ἀναφέρουσιν, ὅτι ὑπάρχει ἓν δάσος, παρακείμενον εἰς τὸ χωρίον των, ἐνῷ δὲ ἡ Ἐφορία Καλαβρύτων, συμπραττούσης καὶ τῆς Ὑπομοιραρχίας, διέταξε τὴν φύλαξιν αὐτοῦ κατὰ τῶν ἐπιδρομῶν τῶν ποιμνίων, ποιμένων καὶ ἄλλων ὑλοτόμων, ὁ Νομάρχης Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος διὰ διαταγῆς του ἦρε τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς βοσκῆς καὶ ξυλεύσεως. Παραπονοῦνται λοιπὸν καὶ σᾶς παρακαλοῦσι, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ δώσητε προσοχὴν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διότι εἶναι πολὺ σπουδαία. Πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνακοινῶ, ὅτι ἐκ Μόσχας μοὶ ἐστάλη ἐπιστολὴ, δι’ ἧς ὁ ἐπιστέλλων ἐκφράζει πολλὰ παράπονα κατὰ τῆς πολιτείας τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων, καὶ ἐπικαλεῖται τὴν ἐπὶ τούτου προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ἐπὶ τίνων σημείων δύναται νὰ ἐνεργήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, τῷ δίδω ὅμως τὴν ἐπιστολὴν, καὶ ἂν ἦναι δυνατὸν, τὸν παρακαλῶ, αὔριον νὰ δώσῃ πᾶσαν σχετικὴν πληροφορίαν,
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων κ. Κόρπας ἐζήτησε πίνακάς τινας, ἀφορῶντας εἰς τὴν ἐφεδρείαν τοῦ στρατοῦ. Αἱ πλεῖσται τῶν πληροφοριῶν εἶναι δεδημοσιευμέναι, ἀλλ’ ἐν πίναξιν ἀναγομένοις αὐτοτελῶς εἰς διάφορα ἔτη. Ὅθεν συνετάχθη πίναξ, συγκεφαλαιῶν τὰ ἀποτελέσματα, τουτέστι κατάστασις, ἐμφαίνουσα τοὺς ἐξαιρεθέντας, τοὺς ἀπαλλαγέντας καὶ τοὺς κριθέντας ἱκανοὺς διὰ βοηθητικὰς ὑπηρεσίας τῶν ἀπογραφῶν τῶν ἐτῶν 1880–1889. Ἐπίσης καὶ πίναξ τοῦ ὁλικοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐφέδρων, τῶν γεννηθέντων ἀπὸ τοῦ 1857 μέχρι τοῦ 1866. Ταῦτα ἀνταποκρίνονται εἰς τὰς τρεῖς αἰτήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ὑπάρχει ὅμως καὶ τελευταία αἴτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀφορῶσα εἰς τοὺς ὑπηρετήσαντας ἐν τῷ στρατῷ διαθεσίμους τῶν ἀπογραφῶν 1887, 1888 καὶ 1889. Περὶ τούτων ἐζητήθησαν πληροφορίαι παρὰ τῶν στρατολογικῶν γραφείων, καὶ ἅμα τῇ λήψει αὐτῶν θὰ ὑποβληθῶσιν. Ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας κ. Ι. Ἀντωνόπουλος εἶχεν ἀνακοινώσει παράπονά τινος, ὅστις εἶχεν ἀνακηρυχθῆ μισθωτὴς ἀδηλώτων οἴνων, καὶ ἐπληροφορεῖτο, ὅτι θὰ διωρίζετο ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἐφόρου ὁ ἀνταγωνιστής του. Ἐτηλεγραφήσαμεν πρὸς τὸν Ἔφορον, ζητοῦντες πληροφορίας καὶ δίδοντες ὁδηγίας, ἀλλ’ ὁ Ἔφορος ἀπαντᾷ, ὅτι διώρισεν ἀντιπρόσωπον τὸν γραφέα τῆς Ἐφορίας. Ἑπομένως δὲν εἶναι βάσιμος ἡ αἰτίασις τοῦ παραπονουμένου. Καταθέτω τὴν ἀπάντησιν τοῦ Ἐφόρου. Ἐζητήθη χθὲς ἐν σχέσει πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως διὰ τὰ χορηγήματα εἰς τὰς ἑταιρίας τῶν σιδηροδρόμων Πατρῶν καὶ Πύργου καὶ Μεσολογγίου καὶ Ἀγρινίου σημείωσις ἀκριβὴς τῶν ὀφειλομένων, εἰς ὧν τὴν ἀπότισιν ἀφορῶσιν αἱ πιστώσεις. Ὑποβάλλω τὴν περὶ τούτων κατάστασιν.
§31Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ τυπωθῇ, κύριε Πρόεδρε, ἡ κατάστασις.
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δύναται νὰ ἀναγνωσθῇ ἐν σχέσει πρὸς τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἀκολούθως νὰ τυπωθῇ.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κατατεθέντες πίνακες καὶ αἱ πληροφορίαι θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 183–185).
§34ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας κ. Κουμουνδούρου, τῆς στηριζομένης εἰς τὸ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπευθυνθὲν τηλεγράφημα Παναγιώτου Οἰκονομοπούλου, ὁ Εἰσαγγελεὺς Καλαμῶν δίδει τὰς ἑξῆς πληροφορίας (ἀναγινώσκει): «Ἀπαντῶν ἐπὶ 23870 τηλεγραφικῆς διαταγῆς, ἀναφέρω ὅτι τὴν κατὰ Οἰκονομάκη ἀπόπειραν ἀνέφερέ μοι τηλεγραφικῶς Ἀστυνόμος καὶ Εἰρηνοδίκης Παμίσου, ἐπιληφθέντος τούτου αὐθωρεὶ ἀνακρίσεων. Παρηγγέλθη ἀντεισαγγελεὺς Χαλκιόπουλος μεταβῆναι ἐπὶ τόπου πρὸς περαίωσιν ἀνακρίσεων. Ἄν καὶ κοινῶς πιστεύεται τὸ ἀπίθανον τῆς ἀποπείρας ταύτης, ἐλήφθησαν κατάλληλα μέτρα πρὸς πρόληψιν συγκρούσεων. Ὁ αὐτὸς Ἀντεισαγγελεὺς παρηγγέλθη περαιῶσαι καὶ τὴν ἀνάκρισιν ἐπὶ καταγγελίας Διευθυντοῦ Τραπέζης Μεσσήνης Καρβούνη. Εἰσαγγελεύς: ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ». Ἐπὶ τῆς ἑτέρας τοῦ αὐτοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐπερωτήσεως περὶ τῆς γενομένης κατὰ Ὄθωνος Παπατσώνη ἐπιθέσεως, ὁ Εἰσαγγελεὺς τηλεγραφεῖ τάδε (ἀναγινώσκει): «Ἀπαντῶν ἐπὶ 23871 τηλεγραφικῆς διαταγῆς, πληροφορῶ Ὑπουργεῖον, ὅτι δι’ ἀπόπειραν κατὰ Ὄθωνος Παπατσώνη ἐνεχειρίσθη παρ’ αὐτοῦ ἀναφορὰ αὐθημερὸν εἰς περιοδεύοντα ἀνακριτὴν Ἀλεξάνδρου, ὅστις παρηγγέλθη ἐπιληφθῆναι δραστηρίως ἀνακρίσεως πρὸς ἀνακάλυψιν ἐνόχων. Παθὼν, κληθεὶς, ἐξητάσθη ἀμέσως. Ἀνάκρισις ἐξακολουθεῖ δραστηρίως πρὸς ἀνακάλυψιν ἐνόχων, ἀποσταλέντος ἐπὶ τούτῳ ἀντεισαγγελέως Χαλκιοπούλου. Εἰσαγγελεύς: ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ». Ἕτερος ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τοῦ ἂν ἐπεδόθησαν καταγγελίαι κατὰ τοῦ Δημάρχου καὶ τοῦ πρώην Ἀστυνόμου Κροκεῶν. Ὁ ἁρμόδιος Εἰσαγγελεὺς ἐρωτηθεὶς ἀπαντᾷ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Δήμαρχος καὶ πρώην Ἀστυνόμος Κροκεῶν κατηγγέλθησαν ἐπὶ ἐκβιάσει· ἐξεδόθησαν δὲ κατ’ αὐτῶν ἐντάλματα συλλήψεως, μήπω ἐκτελεσθέντα, καίτοι ἀπεστάλησαν ἁρμοδίοις πρὸ εἴκοσι περίπου ἡμερῶν. Εἰσαγγελεύς: Α. ΣΚΑΚΑΣ». Ἐπὶ τῇ συστάσει, ἣν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἀπηύθυνέ μοι, ἵνα ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Εἰσαγγελίας Τριπόλεως πρὸς ταχεῖαν ἐνέργειαν τῆς ἀνακρίσεως ἐπὶ τῶν κατὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ, τοῦ κατὰ γυναικός τινος παρεκτραπέντος, γενομένων καταγγελιῶν, ὁ Εἰσαγγελεὺς μοὶ ἀπαντᾷ τάδε (ἀναγινώσκει): «Ἀνθυπολοχαγὸς Παναγιώτης Τσέρτος κατηγγέλθη παρὰ Κωνστ. Παπαπάνου ἐπὶ ἀδίκῳ ἐπιθέσει, ἡ δὲ περὶ τούτου μήνυσις ἀπεστάλη δι’ ἀνάκρισιν ἐνταῦθα Πταισματοδίκην, ὅστις παρηγγέλθη ἐπισπεῦσαι πέρας ἀνακρίσεων, παρὰ Ἀναστασίας Β. Παρασκευοπούλου καὶ Γ. Π. Μαρκοπούλου ἐπὶ τραύματι καὶ κλοπῇ, εἰσαχθεισῶν τῶν δύο τελευταίων τούτων μηνύσεων ἀπ’ εὐθείας καὶ προσδιορισθεισῶν πρὸς ἐκδίκασιν διὰ τὴν 16 Φεβρουαρίου 1890. Ἐπὶ 24008 τηλεγραφικῆς διαταγῆς του. Εἰσαγγελεύς: ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ». Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας βουλευτὴς κ. Μίλησης ὑπέβαλεν, ἵνα μάθῃ τὴν ἡμέραν τῆς συλλήψεως τῶν ἐν τῷ δήμῳ Εὐρωστίνης συλληφθέντων ἀνθρακέων, πληροφορῶ αὐτὸν, ὅτι ἐκ τηλεγραφήματος τοῦ Εἰσαγγελέως βεβαιοῦται, ὅτι τὴν μὲν ἀντίστασιν αὐτοὶ διέπραξαν τῇ 25 Νοεμβρίου, ἡ δὲ σύλληψις αὐτῶν ἐγένετο τὴν 27 ἰδίου μηνὸς, καταδιωκομένων καὶ κρυπτομένων κατ’ αὐτὸ τὸ διάστημα.
§35ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κάτοικοι Ἀκτίου, μεταφέροντες διὰ ξηρᾶς εἰς Λευκάδα καυσόξυλα πρὸς πώλησιν, ὑποβάλλονται ὑπὸ τοῦ ἐν Λευκάδι Ὑπομοιράρχου εἰς 20 λεπτῶν φόρον κατὰ ζύγιον. Ταῦτα μοὶ γράφουσι πολλοὶ τῶν κατοίκων, τῶν ὑποστάντων τὴν φορολογίαν ταύτην. Ἐπειδὴ μοὶ φαίνεται, ὅτι τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον περὶ ἀτελείας τῶν καυσοξύλων τοῦ 1887, πρὸς δὲ καὶ εἰς ῥητὴν ἐγκύκλιον τοῦ Ὑπουργείου, θὰ παρακαλέσω τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ὅπως λάβῃ πληροφορίας, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει συμβαίνει τοῦτο, νὰ διατάξῃ τὰ δέοντα εἰς τὸν Ὑπομοίραρχον.
§36Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Φέρω εἰς γνῶσιν τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ πράξεις τοῦ δημαστυνόμου Δομοκοῦ Κωνστ. Οἰκονομίδου, οὐχὶ μόνον ἐγκληματικὰς, ἀλλὰ καὶ ἀκατονομάστους, δύναμαι νὰ εἴπω. Ὁ ἀστυνόμος οὗτος, φρονῶν ὅτι ἡ ἰδιότης του συντρέχει εἰς πᾶσαν πρᾶξιν ἐγκληματικὴν, συνωμολόγησεν ἀμοιβαίαν συνδρομὴν μετά τινων κατοίκων ἐκ τοῦ χωρίου Τζουφλὰρ, ὀνομαζομένων Παπαδημητραίων, ὅπως ἁρπάσωσι τὴν κατοχὴν καὶ τὴν βοσκὴν ἐκτάσεώς τινος τοῦ χωρίου Τζόμπα, τοῦ ἀνήκοντος εἰς τὸν κ. Ἰωάννην Ζωγράφον. Πρὸς ἐπιτυχίαν δὲ τοῦ σκοποῦ τούτου ὁ ἀστυνόμος οὗτος ἔδει νὰ ἔχῃ μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ στρατιωτικὴν δύναμιν, καὶ διὰ νὰ παρασύρῃ ταύτην, παρέστησεν εἰς τὸν ἐνωμοτάρχην Βενέτην, ἔχοντα ὑπὸ τὰς διαταγάς του 7 χωροφύλακας, ὅτι ἀνάγκη καὶ ὑπηρεσία ἐπείγουσα ἀπαιτεῖ, ὅπως μεταβῶσιν εἰς τὸ χωρίον Τζουφλὰρ καὶ ἐνεργήσωσιν ἀνακρίσεις περί τινος συμπλοκῆς· καὶ ἐπὶ τῷ προσχήματι τούτῳ, παρέσυρε τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν καὶ μετέβησαν ἅπαντες, ὡς καὶ ἀστυνομικοὶ κλητῆρες ἔνοπλοι, εἰς τὸ χωρίον Τζουφλὰρ, πρὸς ἐνέργειαν δῆθεν ἀνακρίσεων. Ἀλλὰ μεταβάντες ἐκεῖ, ἐγένοντο δεκτοὶ ἐνθουσιωδῶς ὑπὸ τῶν Παπαδημητραίων, μεθ’ ὧν ὑπῆρχεν ἡ πρὸς κατάληψιν τοῦ κτήματος συνεννόησις, καὶ ἀφοῦ συνέφαγον καὶ συνέπιον, ἐνόμισαν τὸν χρόνον εὔθετον, καὶ ἐξέδραμον πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ σκοποῦ των πρὸς τὸ χωρίον Τζόμπα, πρὸς κατάληψιν τοῦ λειβαδίου, περὶ οὗ πρόκειται. Ἀλλὰ, διὰ νὰ λάβῃ χώραν ὑλικὴ κατάληψις λειβαδίου, ἔδει νὰ ῥιφθῶσιν ἐν αὐτῷ αἰγοπρόβατα καὶ ἀγέλη βοῶν, ὅπερ καὶ ἔπραξαν, ὅπως ἐν γνώσει προκαλέσωσι συμπλοκὴν μεταξὺ τῶν ἐπιδρομέων καὶ τῶν φυλάκων τοῦ ἰδιοκτήτου, καὶ χρησιμοποιήσωσιν ἐντεῦθεν δῆθεν τὴν ἐξουσίαν των διὰ τῆς μεσολαβήσεως. Ἐπειδὴ δὲ οἱ φύλακες τοῦ κτήματος ἐπυροβόλησαν ἁπλῶς κατὰ τῶν ζώων, εἰ καὶ εἶχον δικαίωμα, ἀμυνόμενοι ὑπὲρ τῆς ἰδιοκτησίας των, νὰ πυροβολήσωσι κατὰ τῶν κατακτητῶν, εὗρε δῆθεν τὴν εὔλογον ἀφορμὴν ὁ ἀστυνόμος, νὰ συλλάβῃ τοὺς φύλακας, νὰ μεταφέρῃ αὐτοὺς δεσμίους εἰς τὸ παρακείμενον χωρίον, νὰ ἐγκαταστήσῃ δὲ οὕτω πλέον τοὺς ἐπιδρομεῖς Παπαδημητραίους ἐν τῇ νομῇ τῶν λειβαδίων, εἰς ἃ εἶχον τοποθετηθῆ πλέον τὰ κτήνη αὐτῶν. Ἀλλὰ δὲν περιωρίσθη εἰς τὸ ἔγκλημα τοῦτο ὁ κ. ἀστυνόμος, εἰς τὴν παράνομον δηλαδὴ σύλληψιν καὶ κράτησιν τῶν φυλάκων, ἀλλὰ προέβη καὶ εἰς τὰ ἐνδότερα τοῦ κτήματος τοῦ κ. Ζωγράφου καὶ ἔφθασε καὶ μέχρι τῆς οἰκίας αὐτοῦ. Θραύσας δὲ τὰς θύρας αὐτῆς, εἰσῆλθε βίᾳ καὶ ἐγένετο κύριος ἀσεβῶς πάσης τῆς οἰκίας καὶ τοῦ ἀποῤῥήτου τῶν ἐπιστολῶν. Ἐννοεῖτε, κύριε Ὑπουργὲ, τὸ μέγεθος τῆς πράξεως τοῦ ἀστυνόμου Δομοκοῦ; Αὐτὸς πλέον ἔχει ἴδιον κράτος, καὶ διαθέτει τὰ τῶν περιουσιῶν ὡς κύριος καὶ κατακτητὴς, ἀνεξάρτητος καὶ ἀνεξέλεγκτος. Νομίζω ὅτι ἡ κατ’ αὐτοῦ τιμωρία πρέπει νὰ ὑπάρξῃ παραδειγματική. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἐγένετο διὰ τὰς πράξεις ταύτας καταγγελία ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ πρὸ ταύτης ἡ Διοίκησις ὀφείλει καὶ συμφέρον ἔχει, χάριν τῶν νόμων καὶ τῆς τάξεως, χάριν τοῦ σεβασμοῦ τῶν περιουσιῶν, νὰ τιμωρήσῃ διὰ παύσεως, ἔστω καὶ προσωρινῆς, τὸν δημαστυνόμον αὐτὸν, κατὰ τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον πληροφοροῦμαι, ὅτι, πρὸς δικαιολόγησιν δῆθεν τῶν πράξεών του, παρέστησε ψευδῶς εἰς τὰς ἀρχὰς Δομοκοῦ, καὶ αὗται πρὸς ὑμᾶς, ὅτι οἱ φύλακες τοῦ κτήματος ἦσαν λῃσταὶ, ἢ συνέπραττον δῆθεν μετὰ λῃστῶν. Ἐν γένει φρονῶ, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι εἰς τὰ τῆς ἰδιοκτησίας δὲν πρέπει νὰ ἐπεμβαίνωσιν αἱ ἀρχαὶ καὶ ἡ στρατιωτικὴ ἰδίως δύναμις, ἂν δὲν ζητῶνται νομίμως. Ἐπὶ δὲ τοῦ προκειμένου ἔδει νὰ χορηγηθῇ πᾶσα προστασία ὑπὲρ τοῦ ἰδιοκτήτου κ. Ἰωάννου Ζωγράφου, καθόσον ἡ ἔκτασις τοῦ ἐν λόγῳ κτήματος ἀνήκει ἀναμφισβητήτως αὐτῷ, διότι ἀνεγνωρίσθη δι’ ἀποφάσεως δικαστικῆς καὶ διαιτητικῆς, ἐκτελεσθείσης ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου μηνὸς, ἑπομένως ὀφείλετε, κ. Ὑπουργὲ, νὰ λάβητε πρόνοιαν περὶ τούτου, διότι ἄλλως θέλετε ἔχει κράτος ἐν κράτει, ἐδῶ μὲν τοῦ ἀστυνόμου Δομοκοῦ, ἀλλαχοῦ δὲ ἑτέρου ἀστυνόμου, ἐνωμοτάρχου ἢ χωροφύλακος, καὶ διὰ τοῦτο ἔχομεν ἀνάγκην νὰ καταστήσωμεν τὴν ἰδιοκτησίαν σεβαστήν. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ, μετὰ τὰς πληροφορίας, ἃς θὰ φέρητε εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ ἐπαναλάβω τὸν λόγον.
§37ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐκ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ναυπλίῳ Πρωτοδικῶν, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, βεβαιοῦται, ὅτι οἱ δῆθεν ἐπιτεθέντες πολῖται κατὰ τοῦ χωροφύλακος, ἐνεργοῦντος τὰ καθήκοντα τῆς ὑπηρεσίας του, συνελήφθησαν ὄχι ἐπὶ τῇ πράξει αὐτῇ τῆς ἐπιθέσεως, οὐδὲ κἂν τὴν αὐτὴν ἡμέραν, ἀλλὰ τὴν ἐπαύριον, — καὶ τί λέγω; — μετὰ δύο ἡμέρας, διότι ὁ Εἰσαγγελεὺς βεβαιοῖ, ὅτι ἡ ἐπίθεσις κατὰ τοῦ χωροφύλακος ἐγένετο τῇ 25 Νοεμβρίου, ἡ δὲ σύλληψις τῶν πολιτῶν, τῶν ἐπιτεθέντων δῆθεν κατὰ τοῦ χωροφύλακος, ἐγένετο τῇ 27, μετὰ δύο ὅλας ἡμέρας. Βεβαιοῦται δὲ ἐκ τῆς αὐτῆς ἀπαντήσεως, ὅτι ὁ ἐνεργήσας τὴν σύλληψιν ἐνωμοτάρχης ἢ ὑπομοίραρχος Κορινθίας δὲν ἔφερε κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως τὸ ἀπαιτούμενον δικαστικὸν ἔνταλμα. Οἱ πολῖται ἄρα, κύριε Πρόεδρε, συνελήφθησαν παρανόμως, ἐναντίον ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ὁριζούσης, ὅτι ἐκτὸς τοῦ αὐτοφώρου ἐγκλήματος, οὐδεὶς πολίτης συλλαμβάνεται, εἰμὴ δυνάμει ἐντάλματος συλλήψεως, ὅπερ ἐπιδείκνυται κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως εἰς τὸν συλλαμβανόμενον. Ἐν τούτοις ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ἀγωνίζεται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν σύλληψιν, χαρακτηρίζων αὐτὴν παραδόξως ὡς νόμιμον, λέγω δὲ παραδόξως, διότι γινώσκω τὸν κ. Δημητριάδην καὶ ἔχω πρὸς αὐτὸν ὑπόληψιν, ὡς ἄνθρωπον νοήμονα καὶ ἱκανόν. Τί δὲ νομίζετε, ὅτι φέρει εἰς δικαιολογίαν τῆς προφανῶς παρανόμου ταύτης πράξεως τοῦ Ὑπομοιράρχου; Λέγει ὅτι ἡ πρᾶξις τῆς ἐπιθέσεως ἐγένετο ἐν μέσῳ τῷ χωρίῳ. Ἐὰν λοιπὸν πρᾶξίς τις ἐγκληματικὴ διαπραχθῇ οὐχὶ ἐκτὸς τοῦ χωρίου, ἀλλ’ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ χωρίου, φρονεῖ ὁ ἀξιότιμος Εἰσαγγελεύς, ὁ νομομαθὴς κ. Δημητριάδης, ὅτι οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν σύλληψιν δύνανται μετὰ δύο ἡμέρας νὰ συλλάβουν τὸν ἀδικήσαντα ἄνευ ἐντάλματος συλλήψεως, ὡς ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐγκληματοῦντα! Ἀλλ’ ὁ νόμος ὁρίζει ῥητῶς τὰς περιπτώσεις τοῦ αὐτοφώρου ἐγκλήματος, μεταξὺ δὲ τῶν περιπτώσεων, τὰς ὁποίας ἀναγράφει, δὲν συγκαταλέγεται καὶ ἡ περίπτωσις, τὴν ὁποίαν ἀναφέρει ὁ κ. Εἰσαγγελεύς, τουτέστιν ἡ διάπραξις τοῦ ἐγκλήματος ἐν μέσῳ τῷ χωρίῳ. Ἡ σύλληψις ἄρα τῶν δύο πολιτῶν εἶναι καταφανῶς παράνομος, καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, λαβὼν γνῶσιν τοιαύτης παρανόμου πράξεως ἐκ μέρους τοῦ Ὑπομοιράρχου Κορινθίας, τί ἐνήργησε; παρέπεμψε τὸν Ὑπομοίραρχον εἰς τὴν Δικαιοσύνην, διὰ νὰ τιμωρηθῇ, ναὶ ἢ ὄχι;
§38ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἐνθυμοῦμαι τὴν διατύπωσιν τοῦ τηλεγραφήματος, ἀλλὰ δὲν φρονῶ, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς πρὸς δικαιολογίαν τῆς συλλήψεως ἀνέφερεν, ὅτι τὸ ἔγκλημα ἐγένετο ἐν μέσῳ τοῦ χωρίου. Ὁ Εἰσαγγελεὺς ἠρωτήθη παρ’ ἐμοῦ, πότε ἐγένετο ἡ ἀντίστασις καὶ πότε ἡ σύλληψις, καὶ αὐτὴν τὴν πληροφορίαν δίδει. Ἐὰν ἡ σύλληψις ἐγένετο νομίμως ἢ παρανόμως, αὐτὸ εἶναι ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν ἐνταῦθα, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὰς λεπτομερείας τῆς πράξεως, διότι εἶναι πολλαὶ αἱ περιστάσεις, καθ’ ἃς ἐπιτρέπεται ἄνευ ἐντάλματος ἡ σύλληψις. Ὡς πρὸς τὴν δευτέραν δ’ ἐρώτησιν, πληροφορῶ τὸν κ. Βουλευτήν, ὅτι οὐδεμίαν ἔδωσα διαταγήν, διότι ἡ παράνομος κατακράτησις τιμωρεῖται κατ’ ἔγκλησιν, καταγγελία δὲ ἐκ μέρους τῶν ἀνθρακέων δὲν ἐγένετο.
§39ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς εἰς τὸ τηλεγράφημά του (ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα). Βλέπετε, ὅτι ῥητῶς καὶ σαφῶς ὁ κ. Δημητριάδης ἀναφέρει τὴν ἐν μέσῳ τοῦ χωρίου διάπραξιν τῆς ἐπιθέσεως, ὑποθέτων, ὅτι καθιστᾷ οὕτω τὸ ἔγκλημα αὐτόφωρον, καὶ ὅτι ἠδύναντο νομίμως νὰ συλληφθῶσιν οἱ διαπράξαντες αὐτὸ μετὰ δύο ἡμέρας ἄνευ ἐντάλματος. Τὸ πρᾶγμα εἶναι καθαρὸν, ὅσον καὶ λυπηρόν. Πληροφορῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ὁ Δήμαρχος Εὐρωστίνης ἐνήργησεν ἐπὶ τόπου προανακρίσεις, καὶ ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν προανακρίσεων αὐτοῦ ὑπεβλήθη καὶ εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἑπομένως ὁ κ. Ὑπουργὸς γινώσκει κάλλιστα, ὅτι οἱ παρανόμως συλληφθέντες κατεμήνυσαν τὸν Ὑπομοίραρχον, καὶ κακῶς πράττει ὑποκρινόμενος ἄγνοιαν. Τὸν παρακαλῶ νὰ προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα τῆς ἀνακρίσεως τοῦ Δημάρχου Εὐρωστίνης, τὰ ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου ὑπάρχοντα.
§40ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ ἔχει ὡς ἑξῆς. Εἷς Ἠλιόπουλος σιδηρουργὸς συνελήφθη ὑπό τινος χωροφύλακος, ὁ ὁποῖος τοῦ ἐζήτησε τὴν ἄδειαν, διότι ἠγόρασε σάκκον ἀνθράκων. Ὁ Ἠλιόπουλος ἀπήντησε: «δὲν εἶμαι ὑλοτόμος καὶ δὲν ἔχω ἄδειαν», ὁ δὲ χωροφύλαξ διεπληκτίσθη πρὸς πρὸς αὐτόν. Ὁ Δήμαρχος, τοῦ ὁποίου τὰς ἀνακρίσεις ἐπικαλεῖται ὁ κ. συνάδελφος, ἐπετέθη κατὰ τοῦ χωροφύλακος, καὶ ἐδάρη ὁ χωροφύλαξ. Οἱ δράσται ἐτράπησαν εἰς φυγὴν, καταδιωκόμενοι. Ὁ εἷς ἀπελύθη, ὁ δὲ δυστυχὴς ὁ σιδηρουργὸς εἶναι εἰς τὰς φυλακάς.
§41ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁ κ. Δημητριάδης, ἀναλαβὼν ν’ ἀπαντήσῃ ἀντὶ τοῦ Ὑπουργοῦ, μᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι, καθ’ ἃς ἔχει αὐτὸς πληροφορίας, ἡ κατὰ τοῦ χωροφύλακος ἐπίθεσις ἐγένετο οὐχὶ παρὰ τῶν συλληφθέντων πολιτῶν, ἀλλὰ παρ’ αὐτοῦ τοῦ Δημάρχου Εὐρωστίνης. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν ἔντιμον συνάδελφον, ὅτι, δι’ ὧν εἶπεν, ἀτυχῆ προσέφερεν ὑπηρεσίαν καὶ εἰς ἑαυτὸν καὶ εἰς τὸν ἐπερωτώμενον Ὑπουργόν. Εἰς ἑαυτὸν μὲν, διότι εἶναι πασίγνωστος ὁ χαρακτὴρ καὶ ἡ νοημοσύνη τοῦ Δημάρχου Εὐρωστίνης, καὶ ὁστιςδήποτε ἀκούσῃ ἢ ἀναγνώσῃ ὅσα πρὸ μικροῦ εἶπεν ὁ κ. Δημητριάδης, οὐδεμίαν βεβαίως θὰ δώσῃ πίστιν εἰς αὐτὰ, ἀλλὰ θὰ τ’ ἀποδώσῃ εἰς μὴ γενναίαν, εἰς ἄτοπον κομματικὴν ἐμπάθειαν, κακῶς κρυπτομένην· εἰς τὸν Ὑπουργὸν δὲ, διότι, ἀντὶ νὰ ἐλαφρώσῃ, ἐπιβαρύνει μάλιστα τὴν θέσιν του. Ἂν τῷ ὄντι ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ Δήμαρχος Εὐρωστίνης, καὶ οὐχὶ οἱ συλληφθέντες πολῖται, ἐνήργησε τὴν κατὰ τοῦ χωροφύλακος ἐπίθεσιν, ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει νὰ μᾶς εἴπῃ τότε, διατὶ συνελήφθησαν ἀντὶ τοῦ Δημάρχου οἱ πολῖται, οἵτινες καὶ κρατοῦνται ἐν ταῖς φυλακαῖς; Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀληθὲς εὐτυχῶς ὅ,τι μᾶς εἶπεν ὁ κ. Δημητριάδης. Ὁ Δήμαρχος Εὐρωστίνης δὲν ἐπετέθη κατὰ τοῦ χωροφύλακος, ἀλλ’ ἐνήργησεν ἀνακρίσεις διὰ τὴν παράνομον σύλληψιν, ἐπὶ τῇ μηνύσει τῶν συλληφθέντων πολιτῶν. Ἄλλως τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Δημητριάδου δὲν ἔχουσι κἂν σχέσιν μὲ τὸ θέμα τῆς συζητήσεως, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ ἄνευ ἐντάλματος σύλληψις πολιτῶν δι’ ἀξιόποινον πρᾶξιν, διαπραχθεῖσαν δύο ἡμέρας πρὸ τῆς συλλήψεως, καὶ ἡ ἀκατανόητος δικαιολόγησις τῆς παρανόμου ταύτης πράξεως ὑπὸ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὤφειλε νομίζω νὰ φέρῃ τὴν γνώμην του ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος.
§42ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Παρεκάλεσα τὸν κ. συνάδελφον νὰ θελήσῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἀναγινώσκων ὁλόκληρον τὸ τηλεγράφημα. Ὁ κ. συνάδελφος δὲν εὐαρεστήθη νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν παράκλησίν μου αὐτὴν, διότι, ἐὰν τὸ ἔπραττεν, ἤθελε λείψει ἀπ’ αὐτοῦ ἡ εὐκαιρία νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπε. Θεωρῶ ὅτι εἶναι πρέπον νὰ ὑπομνήσω πρὸς τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι ἐνίοτε δὲν εἶναι πρὸς σύλληψιν ἀναγκαῖον ἔνταλμα συλλήψεως, καθὼς π. χ. ὅταν ὁ κατηγορούμενος συνελήφθη ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἢ συνελήφθη καταδιωκόμενος. Τὸ τηλεγράφημα τοῦ Εἰσαγγελέως ἔχει ὧδε (ἀναγινώσκει): «Ὁ χωροφύλαξ Καράλης τὴν 25 Νοεμβρίου ἐντὸς τοῦ χωρίου Δερβενίου κατέσχεν εἰς χεῖρας τοῦ ὑπηρέτου τοῦ Ἠλιοπούλου κάρβουνα ἄνευ ἀδείας, ὅτε ὁ κύριος τοῦ Ἠλιοπούλου ἤκισε τὸν χωροφύλακα, τῷ ἀφεῖλε τὸ ξῖφος καὶ τὰ κατασχεθέντα κάρβουνα, καὶ οὕτω δὲν ἠδυνήθη νὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν του. Εἰς τὴν πρᾶξιν ταύτην ἔλαβεν ἐνεργὸν μέρος καὶ ὁ Δαμηλᾶς. «Τὴν 27 μετέβη ἐκεῖ ὁ Ὑπομοίραρχος Κορινθίας πρὸς ἐνέργειαν ἀνακρίσεων, καὶ συνέλαβε τούτους, κρυπτομένους καὶ καταδιωκομένους. Ἠδύνατο, φρονοῦμεν, νομίμως νὰ τοὺς συλλάβῃ καὶ τοὺς ἀποστείλῃ εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, διότι ἡ πρᾶξις αὕτη ἐγένετο ἐν μέσῳ τοῦ χωρίου καὶ οἱ κατηγορούμενοι κατεδιώκοντο· ὥστε τὸ ἀδίκημα ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ κατὰ τὸν νόμον ἐπ’ αὐτοφώρῳ. Τοσαύτη δὲ εἶναι ἡ θρασύτης τῶν χωρικῶν κατὰ τῶν ὑπηρετῶν τῆς ἀρχῆς, ὥστε οὐδεμία ἐκτέλεσις δύναται ἐκ τῶν ἀντιστάσεων νὰ τελεσφορήσῃ. Ἐπὶ 22993 τηλεγρ. διαταγῆς. «Εἰσαγγελεὺς Ναυπλίου: Δημητριάδης». Αὗται εἶναι αἱ πληροφορίαι τοῦ Εἰσαγγελέως, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι τὸ ζήτημα περὶ τοῦ νομίμου ἢ μὴ νομίμου δὲν εἶναι πρέπον νὰ συζητηθῇ ἐδῶ. Ἐὰν οἱ συλληφθέντες θεωρῶσιν ὅτι ἠδικήθησαν, ὁ νόμος δίδει εἰς αὐτοὺς τὸ μέσον τῆς ἱκανοποιήσεως. Περὶ τοιαύτης δὲ πράξεως δὲν δύναμαι νὰ δώσω διαταγὴν πρὸς καταδίωξιν, διότι δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἐξ ἐπαγγέλματος τιμωρουμένων πράξεων.
§43ΜΙΛΗΣΗΣ. Λυποῦμαι βλέπων τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἀγωνιζόμενον ἀσκόπως ἀγῶνα ἄπελπιν, ὅπως δικαιολογήσῃ τὰ ἀδικαιολόγητα. Θέλων νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν παράδοξον, ὡς προεῖπον, γνώμην τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ναυπλίῳ Πρωτοδικῶν, μᾶς ἀνέγνωσε τὸ ἄρθρον 209 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἰσχυριζόμενος καὶ αὐτὸς μετὰ τοῦ Εἰσαγγελέως, ὅτι ἡ ἄνευ ἐντάλματος σύλληψις ἐγένετο νομίμως δυνάμει τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου τούτου, καθ’ ὃ συλλαμβάνεται ὁ ἐγκληματήσας ἄνευ ἐντάλματος φεύγων, ἢ πρὸς τὸ φεύγειν ὁρμώμενος. Ἐν τούτοις ἁπλῆ ἀνάγνωσις τοῦ κειμένου τοῦ νόμου πείθει πάντα, θέλοντα νὰ πεισθῇ, ὅτι ὁ νόμος ἐννοεῖ νὰ ἐξομοιώσῃ μὲ τὸ αὐτόφωρον ἔγκλημα τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἀμέσως μετὰ τὴν πρᾶξιν φεύγει ὁ ἐγκληματήσας, ἢ ὁρμᾷ νὰ φύγῃ· ἐὰν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, τουτέστιν ἐν τῷ φεύγειν ἅμα τῇ ἐκτελέσει τῆς πράξεως, συλληφθῇ, θεωρεῖται ὡς συλληφθεὶς ἐπ’ αὐτοφώρῳ, καθόσον δὲν ἐπρόφθασε ν’ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τοῦ θεάτρου τοῦ ἐγκλήματος· ἡ φυγή του τότε θεωρεῖται ὡς συνέπεια, οὕτως εἰπεῖν, ἢ συμπλήρωμα τῆς ἐκτελέσεως τῆς πράξεως. Ἀλλ’ ἐνταῦθα οἱ ἐπιτεθέντες οὔτε ἔφυγαν εὐθὺς μετὰ τὴν ἐπίθεσιν, οὔτε ἐπειράθησαν νὰ φύγωσιν, ἀλλ’ ἔμειναν ἐν τῷ χωρίῳ, καὶ ἐν τῷ χωρίῳ μένοντας τοὺς συνέλαβεν ὁ Ὑπομοίραρχος μετὰ δύο ὅλας ἡμέρας. Ἂν ἔφευγον μετὰ τὴν πρᾶξιν, ὅτε κατόπιν μετέβη ὁ Ὑπομοίραρχος εἰς τὸ χωρίον, αὐτοὶ θὰ εὑρίσκοντο εἰς τὰ σύνορα καὶ οὐχὶ εἰς τὸ χωρίον, ἐκτὸς ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι ἔφευγον μένοντες ἐν τῇ αὐτῇ θέσει, κάμνοντες δηλαδὴ βῆμα σημειωτόν. Αὐτὰ, Κύριοι, δὲν εἶναι σπουδαῖα. Ἀντὶ νὰ καταφεύγῃ εἰς τοιαύτην ἀλλόκοτον ἑρμηνείαν, ἵνα μὴ εἴπω διαστροφὴν τοῦ νόμου, πρὸς δικαιολόγησιν προφανοῦς παρανομίας, ὁ κ. Ὑπουργὸς ὤφειλε νὰ συστήσῃ εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα τὴν σύντονον καταδίωξιν καὶ αὐστηρὰν τιμωρίαν τοῦ παρανομήσαντος Ὑπομοιράρχου. Ἂς τὸ πράξῃ τοὐλάχιστον τώρα, παραιτῶν τὰς διαστροφὰς τοῦ νόμου καὶ τὰς ὑπεκφυγὰς, αἵτινες ἐκθέτουσι τὴν ἰδίαν του εὐθύνην. Ἀνάγκη, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ κατανοήσωσι τέλος πάντων οἱ ἄνδρες τῆς χωροφυλακῆς καὶ πάντες ἐν γένει οἱ ὑπηρέται τῆς δικαστικῆς ἀστυνομίας, ὅτι εἰσὶν ἐντεταλμένοι ἐκτελεσταὶ, καὶ οὐχὶ ἐκβιασταὶ τῶν νόμων, καὶ ὅτι ἀτιμωρητεὶ δὲν δύνανται, λησμονοῦντες τὴν ἀποστολήν των, νὰ καταπατῶσιν αὐτοὶ καὶ νόμους καὶ Σύνταγμα, πρὸς κοινὸν σκάνδαλον, συλλαμβάνοντες καὶ ὁδηγοῦντες εἰς τὰς φυλακὰς ὅντινα θέλουν καὶ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον θέλουν. Ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ μοὶ δοθῇ ἀφορμὴ νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τὸ θέμα τοῦτο.
§44Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Διὰ νὰ βεβαιώσω ὅσα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας συνάδελφος εἶπεν, ἔχω νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἰς τὴν ἐπαρχίαν Λακεδαίμονος, καὶ ἰδίως εἰς τοὺς ὀρεινοὺς δήμους, ὑπάρχουν πολλοὶ ὑλοτόμοι, καὶ ὅσοι μὲν ἔχουν ἀδείας τῆς Ἐφορίας δὲν ἠμποροῦν νὰ κόψουν κἀνὲν δένδρον, ὅσοι δὲ δὲν ἔχουν, αὐτοὶ ἀκριβῶς ἐργάζονται· διότι οἱ ἔχοντες ἀδείας δὲν δίδουν τὸ τάλληρον εἰς τοὺς χωροφύλακας, ὅσοι δὲ δὲν ἔχουν δίδουν τὸ τάλληρον καὶ κάμνουν ὅ,τι θέλουν. Τοῦτο τὸ βεβαιῶ, διότι πολλοὶ ὑλοτόμοι μοὶ παρεπονέθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν παράνομον κατακράτησιν τοῦ ἀτυχοῦς ἐκείνου σιδηρουργοῦ, δὲν ἐκπλήσσομαι διόλου, καὶ θαυμάζω, πῶς οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ταράσσονται, ἀφοῦ ἔχομεν παραδείγματα ἐξ αὐτῶν τῶν Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξετέλεσαν ἀποφάσεις δικαστικάς. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι πρέπει πρωτίστως οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ διορθώσουν ἑαυτοὺς καὶ κατόπιν νὰ διορθώσουν τοὺς ὑπ’ αὐτοὺς ὑπαλλήλους.
§45ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἔχω καθῆκον νὰ μετάσχω τῆς προκειμένης συζητήσεως, καίτοι μὴ ἐντριβὴς περὶ νομικὰ ζητήματα, διότι ἡ ὑπόθεσις ἀφορᾷ τὴν ἰδιαιτέραν ἐπαρχίαν μου, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, καὶ διότι ἀνεμίχθη τὸ ὄνομα τοῦ ἀξιοτίμου Δημάρχου Εὐρωστίνης. Δύναμαι δὲ νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ Δήμαρχος Εὐρωστίνης εἶναι πολίτης ἔγκριτος, δραστηριώτατος καὶ φιλονομώτατος καὶ εἷς τῶν μᾶλλον εὐπόρων πολιτῶν τοῦ δήμου ἐκείνου. Οὐδὲ εἶναι κἄν πιθανὸν, ὅτι ὁ κ. Ἀδαμόπουλος ἔπραξε πρᾶξιν τοιαύτην, ἣν ἀποδίδει αὐτῷ ὁ συνάδελφός μου κ. Δημητριάδης· καὶ τοῦτο ἀποδεικνύεται πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ ἐκ τούτου, ὅτι ὁ κ. Δήμαρχος ὑπεστήριξε τὸν πολίτην, ἀδικούμενον ὑπὸ χωροφύλακος, καὶ προέβη εἰς ἐνέργειαν ἀνακρίσεως, εὐθὺς ὡς ἐπείσθη, ὅτι ἐκβιάζεται ὁ πολίτης καὶ ἀδικεῖται. Ὅ,τι συνέβη εἶναι τὸ ἑξῆς, κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς ἔλαβον ἐγώ. Ὁ χωροφύλαξ οὗτος ἐν Δερβενίῳ ἔπραξεν ὅ,τι ποιοῦσι συνήθως οἱ λεγόμενοι οὗτοι δασοχωροφύλακες· συνέλαβε τὸν ἄνθρωπον, ὡς δῆθεν ἄνευ ἀδείας ἐξαγαγόντα ἄνθρακας, διὰ νὰ φορολογήσῃ αὐτόν. Τοῦθ’ ὅπερ πολλάκις συνέβη καὶ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν μας. Οἱ κατ’ εὐφημισμὸν λεγόμενοι οὗτοι φύλακες τῶν δασῶν, καιροφυλακτοῦντες, συλλαμβάνουσι τοὺς ἀνθρακεῖς, καίπερ ἔχοντας ἄδειαν καὶ δυνάμει κατὰ τὸν νόμον ἐκδεδομένης ἀδείας ἐξαγαγόντας ἄνθρακας, ἐπὶ προφάσει, ὅτι ἔχουσιν ἀνθρακεύσει περισσοτέρους τῶν τῆς ἀδείας αὐτῶν ἄνθρακας. Καὶ τοῦτο, ὅπως λάβωσι παρ’ αὐτῶν, ἄλλοτε 5 καὶ ἄλλοτε 10 δραχμὰς, ὡς λύτρα, ὡς ἀθέμιτον ὄφελος, καὶ τότε ἀφίνουσιν αὐτοὺς ἐλευθέρους. Οὕτω δὲ καθίστανται ἡ μάστιξ καὶ τῶν δασῶν καὶ τοῦ νόμου καὶ τῶν πολιτῶν. Διότι οὐδεμίαν ἀσκοῦσι λυσιτελῆ ἐπιτήρησιν, οὐδ’ εἰλικρινῶς ἀγρυπνοῦσι πρὸς σωτηρίαν τῶν δασῶν, ἀλλὰ πρὸς σύλληψιν καὶ ἐκβίασιν καὶ κατάθλιψιν τῶν ἀνθρακευομένων ἐν τῷ δάσει, ἢ τῶν ποιμένων, ἢ τῶν ξυλευομένων. Ἐπιτρέπουσι δ’ ἀντὶ εὐτελεστάτου δώρου νὰ καταστραφῇ πολλάκις ὁλόκληρος δασικὴ περιφέρεια. Βεβαίως τοιοῦτόν τι συνέβη καὶ ἐν Δερβενίῳ. Ὁ φιλόνομος Δήμαρχος Εὐρωστίνης, νοημονέστατος καὶ φιλότιμος τοῦ καθήκοντος ἐργάτης, ἠγανάκτησε βλέπων πιεζόμενον τὸν πολίτην, ἔδωκε συνδρομὴν, ὅπως ἀπαλλάξῃ τοῦτον τῆς ἀδίκου φορολογίας, καὶ οὕτως ἀνεχώρησεν ὁ χωροφύλαξ ἄπρακτος, καταγγείλας, ὅτι ὑπὸ τοῦ πολίτου ἐκακοποιήθη. Παρῆλθον δύο ἡμέραι ἢ τρεῖς. Ὁ Ὑπομοίραρχος, πνέων μένεα, διότι τὸ ὄργανον αὐτοῦ, ὁ χωροφύλαξ, ἔπαθε ταύτην τὴν προσβολὴν, καὶ ἐν τῷ θάῤῥει τῆς ἀτιμωρησίας, ὅπερ ἔλαβον οἱ στρατιωτικοὶ, μετέβη ἐν Δερβενίῳ καὶ γενιτσαρικῶς ἔδεσε τοὺς πολίτας τούτους, ὡς κακούργους, καὶ ἄνευ ἐντάλματος τοὺς ἀπήγαγεν εἰς τὸ Ναύπλιον. Ὁ δὲ κ. Εἰσαγγελεὺς, ἄγρυπνος φύλαξ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ἀντὶ νὰ ἐπιτιμήσῃ ἢ καὶ νὰ καταδιώξῃ τὸν ἄνευ ἐντάλματος συλλαβόντα τὸν πολίτην Ὑπομοίραρχον, ἀντὶ νὰ τιμωρήσῃ τὸν ἄνευ λόγου ἀφελόντα τὴν ἐλευθερίαν αὐτοῦ, τὸν μὲν ἀδικηθέντα καὶ κακοποιηθέντα καὶ ἀδίκως συλληφθέντα καθεῖρξεν εἰς τὰς φυλακὰς, τὸν δὲ Ὑπομοίραρχον ἀφῆκεν ἐλεύθερον, ἵνα ἐνθαῤῥυνθεὶς πράξῃ αὔριον μείζονας βιαιοπραγίας. Δικαιολογούμενος δ’ ἐπὶ τούτῳ ὁ Εἰσαγγελεὺς, τηλεγραφεῖ, ὅτι, μεταβὰς ἐν Δερβενίῳ μετὰ δύο ἡμέρας ὁ Ὑπομοίραρχος, εὗρε τὸν κατηγορούμενον ἐν διαδρομῇ καὶ οὕτω συνέλαβεν αὐτὸν ἐπ’ αὐτοφώρῳ. Ἀκούετε δικαιολογίαν; Δὲν ἠξεύρω ποίαν γνώμην ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης περὶ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου· ἐγὼ ὅμως εἶμαι λίαν εὐαίσθητος περὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο, ὅπερ τόσῳ περιφροντίστως ἐπεζήτησε νὰ ἐξασφαλίσῃ καὶ τὸ Σύνταγμα, καὶ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ ἀκριβῶς καὶ νὰ φροντίσῃ ἐπιμελῶς, ὅπως ἱκανοποιηθῇ ὁ πολίτης, οὗ ἀφῃρέθη ἄνευ ἐντάλματος ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία, νὰ τιμωρηθῇ δὲ ἡ ἀρχὴ, ἡ παρανομήσασα. Δὲν εἶναι δὲ σήμερον ἡ πρώτη ἡμέρα, καθ’ ἣν ἐκτραγῳδοῦνται ἐκβιασμοὶ τῶν στρατιωτικῶν ἀρχῶν, ἀλλ’ ἀπὸ μηνὸς ἤδη ἀκούετε ἐπιθέσεις ἀγρίας κατὰ πολιτῶν τῶν ἀποσπασμάτων. Ἐν Λακωνίᾳ, ἐν Τριφυλίᾳ, ἐν Μαντινείᾳ καὶ πανταχοῦ τὰ στρατιωτικὰ ὄργανα ἐξετράπησαν καὶ ἐκ συνθήματος ἐτέθησαν ὑπεράνω τῶν νόμων. Εἶναι ἀληθῶς οἰκτρὸν, ὅτι ἐν συνταγματικῷ Κράτει, ἐν τῷ ὁποίῳ λειτουργεῖ σύστημα πλῆρες δικαιοσύνης καὶ τελειότατον, καταδιωκτικὸν τοῦ ἐγκλήματος παντὸς βαθμοῦ, ὅτι τοῦτο τὸ σύστημα, ὅπερ ἀλλαχοῦ ἐξασφαλίζει τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν, παρ’ ἡμῖν δὲν ἐπαρκεῖ διὰ τὴν τήρησιν τῆς τάξεως, ἀλλ’ ὅτι εἴμεθα ἠναγκασμένοι, ὅπως τὸ ὅμορον Ὀθωμανικὸν Κράτος, εἰς ὡρισμένας ἐπαρχίας ἢ βιλαέτια νὰ ἀποστέλλωμεν στρατιωτικοὺς Προβεδούρους μετὰ πολλῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων πρὸς συντήρησιν τῆς τάξεως. Τοῦτο δὲ μαρτυρεῖ τὴν ἐλεεινότητα τῆς διοικήσεως. Δὲν ἀρκοῦσιν οἱ Εἰσαγγελεῖς, οἱ Νομάρχαι, οἱ Μοίραρχοι, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποστέλλωμεν καὶ τὸν ταγματάρχην Μπαϊρακτάρην μετὰ παλληκαρίων, ὅπως περιστείλωσι τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα καὶ διὰ μέσων ἀσυμβιβάστων πρὸς τὸν νόμον σώσωσι τὴν τάξιν, ὡς ἂν ἐπρόκειτο περὶ διοικήσεως ἀγρίων. Καὶ τί περιμένετε ἀπὸ ἀνθυπολοχαγοὺς καὶ λοχίας καὶ ἐπιλοχίας, ἐπὶ κεφαλῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως πρὸς τοῦτο ἐκπεμπομένους; Ἀναμένετε νὰ ἐφαρμόσωσιν οὗτοι τοὺς νόμους; Ἀναμένετε σεβασμὸν καὶ εὐλάβειαν εἰς τὸ ἄσυλον τῆς οἰκίας καὶ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν παρὰ τοιούτων, ἄνευ χαλινοῦ τινος ἐκστρατευόντων πρὸς ἀποκατάστασιν σαλευομένης τάξεως; Καὶ δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀφορμὴν νὰ θεωρῶ, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἀπεσταλμένοι δὲν εἶναι ἄξιοι πάσης τιμῆς, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ κατάστασις μαρτυρεῖ τὴν κοινωνικὴν ἔκλυσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐκ τῆς φατριαστικῆς διοικήσεως περιήλθομεν. Καὶ ἐν τούτοις παρουσιάζεται ὁ κ. Ὑπουργὸς μὲ τόσην τόλμην νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας ἄνευ ἐντάλματος συλλήψεως ἑνὸς πολίτου· καὶ πειρᾶται, μὲ ὅλην τὴν σοφιστικὴν δεινότητα δικηγόρου, ἵνα ἀνεύρῃ ἔδαφος ἐν τῷ νόμῳ, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ στηριχθεὶς δυνηθῇ νὰ σώσῃ τὸν Ὑπομοίραρχον ἀπὸ τῆς εὐθύνης τῆς παρανομίας, τὴν ὁποίαν ἔπραξεν. Ἀξιῶ ἀφεύκτως νὰ προσαχθῶσιν αἱ ἀνακρίσεις, αἱ ἐνεργηθεῖσαι ὑπὸ τοῦ Δημάρχου Εὐρωστίνης, καὶ νὰ ἐνεργήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς πᾶν ὅ,τι ἐπιτρέπει ὁ νόμος, ἵνα τιμωρηθῇ, ἂν ἀποδειχθῇ ἔνοχος παρανόμου κατακρατήσεως πολίτου, ὁ κ. Ὑπομοίραρχος, ἵνα περισταλῇ ἡ στρατιωτικὴ αὕτη αὐθαιρεσία ἅπαξ διὰ παντὸς, μάθωσι δὲ οἱ σπαθοφόροι, ὅτι ἡ σπάθη ἐδόθη αὐτοῖς ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἵνα μεταχειρίζωνται ταύτην κατὰ τῶν ἐχθρῶν τῆς κοινωνίας, καὶ οὐχὶ κατὰ τῶν φιλησύχων πολιτῶν, οἷοι μάλιστα τυγχάνουσιν οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Εὐρωστίνης, ὄντες ἀληθῶς παράδειγμα φιλονομίας καὶ τάξεως, ἣν διετάραξεν ἡ ἐμφάνισις τοῦ Ὑπομοιράρχου καὶ τῶν δύο ἢ τριῶν χωροφυλάκων.
§46ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ συγκεκριμένον θέμα, κύριε Πρόεδρε, τὸ ὁποῖον τὴν στιγμὴν ταύτην ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι ἱκανὸν νὰ συνταράξῃ τὴν Βουλὴν· καὶ ἂς ἔχωσιν ὀλίγην ὑπομονὴν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, διὰ νὰ ἐξηγήσω τὴν γνώμην μου, ὄχι διότι τὸ ζήτημα αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ ἀπολύτως δὲν εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἐξεγείρῃ τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ διότι καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία συνείθισαν ἀπό τινος εἰς τὸ θέαμα τῆς ποδοπατήσεως τῶν νόμων, ὥστε τοῦτο δὲν συγκινεῖ πλέον τὴν καρδίαν μας, στεῖραν ἐκ συγκινήσεως καὶ εὐαισθησίας. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν λέγω, ὅτι τὸ θέμα δὲν εἶναι ἱκανὸν, τουτέστι δὲν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ συνταράξῃ τὴν Βουλὴν, ἢ νὰ κινήσῃ τὸ ἐνδιαφέρον αὐτῆς. Ἐὰν, ἐννοεῖται, ἐπρόκειτο νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ συγκεκριμμένου θέματος, δὲν θὰ ἦτο δυσχερὲς νὰ διατυπώσω αὐτὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι μοὶ φαίνεται, ὅτι πρόκειται περὶ ἀναμφισβητήτου παραβάσεως στοιχειώδους διατάξεως τῆς Ποινικῆς Δικονομίας καὶ στοιχειώδους διατάξεως τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἃς ὁ πολίτης δὲν δύναται νὰ συλλαμβάνηται πλὴν τῶν περιπτώσεων, τῶν ὡρισμένων ἐν τῷ νόμῳ, ἄνευ δικαστικοῦ ἐντάλματος. Αἱ ἐξαιρέσεις εἶναι ὡρισμέναι ἐν τῷ νόμῳ, ἡ κυριωτέρα δὲ αὐτῶν ἐστὶν ἡ περίπτωσις τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδικήματος, αὐτὸς δὲ ὁ νόμος ἔλαβε πρόνοιαν νὰ ὁρίσῃ, πότε εἶναι ἐπ’ αὐτοφώρῳ τὸ ἀδίκημα: «ὅταν ἦναι ἐν τῷ πράττεσθαι, ἢ ἐπράχθη ἀρτίως, ἢ συνελήφθησαν οἱ πράξαντες φεύγοντες», φεύγοντα δ’ ἐννοεῖ ὁ νόμος τὸν ἀμέσως μετὰ τὴν πρᾶξιν φεύγοντα. Ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ναυπλίου καὶ τὴν ὁποίαν ἐφάνη πως συμμεριζόμενος ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην, διότι δὲν θέλω νὰ τὸν ἀδικήσω, μοὶ φαίνεται, ὅτι αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία δὲν ἔχει οὐδὲ μόριον νομικῆς ὑποστάσεως ἢ λογικῆς ὀρθότητος. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν ἔννοιαν τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδικήματος εἰς τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν φεύγων ὁ δράστης συνελήφθη, ἀνεξαρτήτως ἐὰν συνδέηται αὐτὴ ἡ στιγμὴ μὲ τὸν χρόνον τῆς πράξεως, τότε θὰ ἤμεθα πάντοτε εἰς τὴν περίστασιν τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδικήματος, διότι καὶ μετὰ δύο ἔτη ἐὰν μεταβαίνῃ ὁ Μοίραρχος νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις, τότε πάντες ἐκεῖνοι, οἱ ἕνεκα φόβου μὴ θέλοντες νὰ ἐξετασθῶσιν, οἱ ὁποῖοι θὰ φύγωσιν, ἵνα μὴ προσαχθῶσιν εἰς τὸν Μοίραρχον, πάντες οὗτοι θέλουσι θεωρηθῆ ὡς ἐπ’ αὐτοφώρῳ συλληφθέντες. Ἐννοεῖτε λοιπὸν, διὰ νὰ συμπεράνω καὶ τελειώσω τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις, ὅτι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ συγκεκριμένον θέμα, οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι ὁ κ. Ὑπομοίραρχος, μετὰ δύο ὅλας ἡμέρας προβὰς εἰς τὴν σύλληψιν ἀνθρώπων κατηγορουμένων ἐπὶ πλημμελήματι, προέβη εἰς τὴν σύλληψιν τούτων παρανόμως καὶ εἶναι ὑπαίτιος παρανόμου κατακρατήσεως. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμεν αἴσθησιν, εἶναι τὸ ἑξῆς· πῶς συνταράσσεται ὁ ἔντιμος συνάδελφος κ. Μίλησης καὶ οἱ συμμερισθέντες τὰ αἰσθήματα αὐτοῦ ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου, ἀφοῦ πλέον εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ τοιαύτη τακτικὴ τοῦ Ὑπομοιράρχου καὶ τῶν ἄλλων ὀργάνων τῆς δημοσίας δυνάμεως εἶναι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, αὐτὴ εἶναι ἡ νομιμοποιηθεῖσα πλέον ἐνέργεια πάντων τῶν ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ἀδίκημα μάλιστα τοῦ Ὑπομοιράρχου, καίπερ κατὰ τύπους ἀποδεδειγμένον, εἶναι λίαν ἀσθενὲς, λίαν ἰσχνὸν ἀπέναντι τῶν φοβερῶν ἀδικημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπὸ τῶν συναδέλφων τοῦ κ. Ὑπομοιράρχου διαπράττονται καθ’ ἑκάστην. Δὲν ἀγνοεῖτε, Κύριοι, ὅτι τὰ ὄργανα ταῦτα, λελυμένα πλέον παντὸς χαλινοῦ, μὴ ἔχοντα οὐδένα φόβον εὐθύνης ἢ τιμωρίας, ἐκτρέπονται καθ’ ἑκάστην εἰς φοβερὰς, ὄχι βιαιότητας, ἀλλὰ φρικαλεότητας, δέρουσι, συλλαμβάνουσι, βασανίζουσι, καταστρέφουσι τὴν περιουσίαν τῶν χωρικῶν, καὶ πράττουσιν ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι περιττὸν νὰ ἀπαριθμήσω, ἀφοῦ ὁμιλῶ ἐνώπιον Βουλευτῶν τῆς Ἑλληνικῆς πολιτείας. Περὶ αὐτῶν τῶν θεμάτων ἐὰν ἐπεθυμῶμεν ν’ ἀπασχολήσωμεν τὴν Βουλὴν, δὲν θὰ ἐξήρκει ἡ Σύνοδος ὁλόκληρος, καὶ ἂν παρετείνετο ἐφ’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος καὶ ἐὰν συνεζητοῦμεν ἐνταῦθα ἐπὶ δώδεκα ὥρας καθ’ ἑκάστην συνεδρίασιν. Μήπως, Κύριοι, ὑπάρχῃ τι ἀπαραβίαστον εἴτε ἐκ τῶν νόμων, εἴτε ἐκ τοῦ Συντάγματος; Ἐάν τις θέλῃ διὰ περιέργειαν νὰ κάμῃ μελέτην τινὰ στατιστικὴν καὶ συγκριτικὴν τοῦ Συντάγματος μὲ τὴν νῦν κατάστασίν μας, δὲν θὰ εὕρῃ οὐδεμίαν ἐκ τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἀπαραβίαστον. Ἂς λάβωμεν τὴν πρώτην διάταξιν τοῦ Συντάγματος, τὴν περὶ δημοσίου δικαίου: «Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου». Ὑπάρχει τις σήμερον, ὅστις νὰ φρονῇ ἢ νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου; Οἱ μὲν συλλαμβάνονται ἐναντίον τοῦ Συντάγματος καὶ προφυλακίζονται, ἄλλοι κακουργοῦσι καὶ οὔτε εἰσάγονται κἂν εἰς δίκην, ἄλλοι εἰσάγονται εἰς δίκην καὶ σκανδαλωδῶς ἀθωοῦνται, ἄλλοι, ὅσοι δὲν δύνανται ν’ ἀθωωθῶσι σκανδαλωδῶς, αὐτοὶ ἀμνηστεύονται ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου. Τί ζητεῖτε ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἑρμηνείαν; Εἰρωνεύονται ἡμᾶς, Κύριοι, καὶ τὴν κατάστασίν μας!
§47ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Τὸ ζήτημα, Κύριε Πρόεδρε, ἔχει μεγίστην σπουδαιότητα ὑπὸ ἔποψιν νομικὴν, οὐχὶ βεβαίως ὑπὸ ἔποψιν οὐσιαστικὴν, διότι, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἡ Βουλὴ συνείθισε πλέον εἰς τὸ νὰ ἀκούῃ παρανόμους πράξεις. Πλεῖσται ἑρμηνεῖαι ἐδόθησαν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ, οὐδεμία ὅμως ἑρμηνεία ἐδόθη ὁμοία πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ναυπλίῳ Πλημμελειοδικῶν, καὶ ἣν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐνέκρινεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὑπῆρξεν ἀμφιβολία περὶ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ἐξακολουθεῖ μετὰ τὴν πρᾶξιν ἡ ἔννοια τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδικήματος, καὶ μάλιστα ὑπῆρξε γνώμη, ὅτι εἶναι τὸ χρονικὸν διάστημα τῶν 24 ὡρῶν, οὐδέποτε ὅμως πέραν τούτου ἐστηρίχθη ἑρμηνεία. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐστηρίχθη ἐπὶ τῆς διαδρομῆς τῆς δημοσίας δυνάμεως, ἀλλ’ αὕτη δύναται νὰ παραταθῇ ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα καὶ ἕνα μῆνα, ὥστε κατὰ τὴν ἑρμηνείαν ταύτην πάντοτε θὰ ἐξακολουθῇ τὸ ἐπ’ αὐτοφώρῳ. Ἀλλοίμονον, Κύριοι, ἐὰν ἐπεκυροῦντο τοιαῦται γνῶμαι, αἱ ὁποῖαι ἄρδην ἀναιροῦσι τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, θέλοντος νὰ προστατεύσῃ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν. Νομίζω, ὅτι ἡ ἑρμηνεία αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἀπαρατήρητος, καὶ πᾶς ἄκρῳ δακτύλῳ ἁψάμενος τῆς νομικῆς ἐπιστήμης πρέπει νὰ ῥήξῃ φωνὴν κατ’ αὐτῆς.
§48ΛΕΒΙΔΗΣ. Λυπηρὸν εἶναι τῷ ὄντι, κύριε Πρόεδρε, ὅτι κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς παριστάμεθα ἀκροαταὶ φοβερᾶς διαστρεβλώσεως τῶν νόμων. Ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὡς ἀπεδείχθη ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος, ὅτι ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος πολίτης συνελήφθη δύο ἡμέρας μετὰ τὴν πρᾶξιν, εἶναι νομίζω πρωτότυπος ἡ ἰδέα, ὅτι συνελήφθη φεύγων. Τὸ ἄρθρον 209 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας λέγει ῥητῶς: «τότε μόνον δὲν εἶναι πρὸς σύλληψιν ἀναγκαῖον τὸ ἔνταλμα εἰς συλλήψεις, ὅταν ὁ κατηγορούμενος 1) συνελήφθη ἐπ’ αὐτοφώρῳ, ἢ 2) συνελήφθη φεύγων ἢ πρὸς τὸ φεύγειν ὁρμώμενος». Εἶναι δυνατὸν ν’ ἀκουσθῇ ἄνευ ἀγανακτήσεως, ὅτι φεύγων ἢ πρὸς τὸ φεύγειν ὁρμώμενος σημαίνει, ὅτι ἡ ἀρχὴ δύναται μετὰ δύο ἡμέρας ἀπὸ τοῦ ἀδικήματος νὰ συλλάβῃ ἄνευ ἐντάλματος συλλήψεως ἐκεῖνον, ὅστις δὲν φεύγει, οὔτε ὡρμήθη πρὸς τὸ φεύγειν; Ταῦτα, Κύριοι, εἶναι πρωτότυπα, λυποῦμαι δὲ ὅτι ἐφθάσαμεν δυστυχῶς εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε νὰ ἤμεθα ἀνελευθερώτεροι ἢ ὅτε ἤμεθα ἐπὶ τῆς ἀπολύτου ἀκόμη Μοναρχίας. Τὸ ἄρθρον 168 τῆς αὐτῆς Δικονομίας, ἀναφέρον τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ὑπάρχει τὸ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδίκημα, λέγει: «ἐπ’ αὐτοφώρῳ πρᾶξις ὑπάρχει, ὅταν 1) τὸ κακούργημα ἢ πλημμέλημα ἦναι ἐν τῷ πράττεσθαι, ἢ ἐπράχθη ἀρτίως· 2) ὁ κατηγορούμενος εὑρέθη ἐν καιρῷ τῆς κολασίμου πράξεως ἐγγὺς τοῦ τόπου, ὅπου αὕτη ἐτελέσθη, μὲ πράγματα, ἐργαλεῖα, ὅπλα, καὶ ἄλλα πειστήρια· 3) ὁ κατηγορούμενος κατεδιώχθη διὰ δημοσίου κραυγῆς.» Τὸ «κατεδιώχθη διὰ δημοσίου κραυγῆς» ἐδύνατο ἴσως νὰ ἐξηγηθῇ, ὅτι δύναταί τις κατηγορούμενος νὰ καταδιωχθῇ διὰ δημοσίου κραυγῆς, νὰ μὴ συλληφθῇ κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμήν, νὰ συλληφθῇ δὲ κατόπιν, ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ, ὅτι ἀρκεῖ ὅτι κατεδιώχθη ἅπαξ διὰ δημοσίας κραυγῆς, ὥστε νὰ συλληφθῇ καὶ μετὰ πολὺν χρόνον. Ἦλθεν ὅμως ὁ Κανονισμὸς τῆς Χωροφυλακῆς, ὁ συνταχθεὶς ἐπὶ τῆς ἀπολύτου Μοναρχίας, ὅστις, θέλων νὰ διατηρήσῃ ἀλώβητα καὶ ἀκέραια τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου, εἶπεν ἐν τῷ ἄρθρῳ 98: «ὅταν ὁ κατηγορηθεὶς εὑρεθῇ καταδιωκόμενος διὰ δημοσίας κραυγῆς», δηλ. ἐννοεῖ ὁ νομοθέτης, ὅτι δὲν ἀρκεῖ ὅτι κατεδιώχθη ἅπαξ διὰ δημοσίας κραυγῆς, ὥστε νὰ δύνασθε νὰ συλλάβητε αὐτὸν μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας, ἀλλ’ ὅταν εὑρεθῇ καταδιωκόμενος διὰ δημοσίας κραυγῆς, τότε ὑπάρχει τὸ ἐπ’ αὐτοφώρῳ, καὶ τότε δύναται νὰ συλληφθῇ ἄνευ ἐντάλματος. Ἐνταῦθα βεβαιοῦται κἂν ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως, ὅτι κατεδιώχθη διὰ δημοσίας κραυγῆς, ὥστε νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐδύνατο ὁ Ὑπομοίραρχος νὰ συλλάβῃ αὐτὸν ἐναντίον τοῦ ἄρθρου 98 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Χωροφυλακῆς; Ὑπάρχει ἡ περίπτωσις τοῦ ἄρθρου 209 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας; Θὰ ἦτο τερατῶδες, Κύριοι, νὰ εἴπωμεν, ὅτι μετὰ δύο ἡμέρας συνελήφθη φεύγων ἢ πρὸς τὸ φεύγειν ὁρμώμενος, διότι τότε δὲν ὑπάρχει πλέον ὅριον προθεσμίας, μένει δὲ ἡ προθεσμία εἰς τὴν αἵρεσιν ἐκείνου, ὅστις θέλει ἐνεργήσει τὴν σύλληψιν. Εἶναι λοιπὸν, νομίζω, ἐπικινδυνωδέστατος ὁ ὁρισμὸς, ὃν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ «συνελήφθη φεύγων, ἢ πρὸς τὸ φεύγειν ὁρμώμενος», εἶναι τὸ μετὰ τὴν πρᾶξιν ἀμέσως. Λυποῦμαι δὲ, ἐπαναλέγω, διότι τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου, ἅτινα ὁ Κανονισμὸς τῆς Χωροφυλακῆς, ὁ ἐπὶ ἀπολύτου Μοναρχίας καταρτισθεὶς, ἐσεβάσθη τοσοῦτον διὰ τοῦ ἄρθρου 98, εὑρέθησαν σήμερον Ὑπουργοὶ νὰ περιφρονῶσι καὶ καταπατῶσι.
§49ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως καὶ ἐγὼ, ἴσως δὲ καὶ ἄλλοι φωτισθῶσιν, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι δύναται νὰ συλληφθῇ πολίτης Ἕλλην ἄνευ ἐντάλματος συλλήψεως, δυνάμει τῆς 3ης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 209, δι’ ἐκδρομῆς τῆς ἀρχῆς. Νομίζω ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι νεώτερον τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, δὲν δύναται πλέον νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι τὸ Σύνταγμα ῥητῶς ἐν ἄρθρῳ 5 ἐπιτρέπει τὴν σύλληψιν πολίτου Ἕλληνος ἄνευ ἐντάλματος μόνον εἰς τὰ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐγκλήματα καὶ ἑπομένως δὲν ἐπιτρέπει αὐτὴν δι’ ἐκδρομῆς.
§50ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀσχέτως πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐζήτησεν ὁ κ. συνάδελφος, θεωρῶ ὅτι, μετὰ τὰ λεχθέντα καὶ παρ’ ἄλλων συναδέλφων, εἶναι πρέπον νὰ ὑπενθυμίσω αὐτοῖς, ὅτι γνώμην περὶ τοῦ συγκεκριμένου θέματος ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δι’ ὅσων εἶπεν, οὐδόλως ἀξιοῖ ὅτι ἐξέφρασεν. Ἀνεκοίνωσα πληροφορίας, δοθείσας κατ’ αἴτησιν ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως, καὶ ἐξήγησα τί κατὰ τὴν γνώμην μου ἐννοεῖ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ἐν τῷ τηλεγραφήματί του, καθ’ ἣν στιγμὴν Βουλευτής τις παρεξήγει καὶ διέστρεφε τὰς πληροφορίας τοῦ Εἰσαγγελέως. Γνώμην ἰδίαν δὲν ἐξήνεγκον, οὔτε εἶναι πρέπον νὰ ἐκφέρω γνώμην περὶ ὑποθέσεως, ἥτις εἶναι ἀκόμη ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης. Ὥστε ὅσα ἐλέχθησαν περὶ γνώμης ἐξενεχθείσης παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι ἐντελῶς ἀσύμφωνα πρὸς τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων. Ἐγὼ ἐχορήγησα πληροφορίαν, ζητηθεῖσαν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἐρωτήσαντός με κατ’ ἐπανάληψιν, ποία διεπράχθη ἀντίστασις καὶ πότε συνελήφθησαν οἱ κατηγορούμενοι. Ἐὰν ἡ σύλληψις τῶν συμπολιτῶν τοῦ ἐπερωτήσαντος κ. Βουλευτοῦ, περὶ ὧν πρόκειται, καὶ οἵτινες ἢ ὧν ὁ εἷς προεφυλακίσθη, ἐγένετο νομίμως ἢ δὲν ἐγένετο νομίμως, δὲν εἶναι ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύναται εὐκόλως νὰ κρίνῃ καὶ σχηματίσῃ γνώμην ἡ Βουλή, διότι, διὰ νὰ κρίνῃ περὶ τούτου, εἶναι πρέπον νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της τὴν ἱστορίαν τῆς ὑποθέσεως ἐν πάσαις ταῖς λεπτομερείαις· εἶπον δὲ πρὸς τὸν συνάδελφον, ὅτι, ἐὰν οἱ συμπολῖται αὐτοῦ ἐφρόνουν, ὅτι παρανόμως συνελήφθησαν καὶ κατεκρατήθησαν, ἠδύναντο νὰ καταγγείλωσι τοὺς συλλαβόντας, μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἤθελον καταδιωχθῆ πάντες. Ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξαιρέσεως κατεδιώχθησαν πάντες οἱ καταγγελθέντες στρατιωτικοί, ὁσάκις ἀπεδείχθη, ὅτι παρεβίασαν τοὺς κειμένους νόμους. Δὲν παρῆλθε πολλὴ ὥρα, ἀφ’ ἧς ἀνήγγειλα, ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, ὅτι ἐπὶ τῇ καταγγελίᾳ, τὴν ὁποίαν προχθὲς ἠκούσαμεν κατά τινος ἀξιωματικοῦ, ὁ Εἰσαγγελεὺς δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως εἰσήγαγε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον. Ἠδύναντο λοιπὸν καὶ οἱ συμπολῖται οὗτοι τοῦ κ. Βουλευτοῦ νὰ καταγγείλωσι τὴν πρᾶξιν. Αὐτὰ εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν δὲ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐγκλήματος, δὲν εἶναι ἐπίσης εὔκολον νὰ ἐκφέρῃ τις γενικὴν γνώμην. Ὁ παρακαθήμενος τῷ ἐπερωτήσαντι Βουλευτῇ ἐξ Ἄρτης, ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας κ. Κωνσταντόπουλος γινώσκει τὴν μεγίστην ποικιλίαν τῶν περιστάσεων, αἵτινες κατὰ τὸν νόμον καὶ κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιστήμης περιλαμβάνονται εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ, ὅπως ἐπίσης γνωρίζει, ὅτι τὸ ἐπ’ αὐτοφώρῳ δὲν περιορίζεται ἐν ὡρισμένῃ στιγμῇ, οὐδ’ ἐν ὡρισμένῃ ὥρᾳ. Ἐξ ὧν ὅμως λέγω δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν καλῆς πίστεως συζητητὴν νὰ ἐξαγάγῃ, ὅτι ἐννοῶ ἡμέρας καὶ μῆνας. Οὐχὶ βεβαίως· ἀλλ’ εἰς τὸ ἐρώτημα ἀπαντῶν, λέγω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσδιορισθῇ ἀκριβῶς πότε παύει χρονικῶς τὸ ἐπ’ αὐτοφώρῳ. Οἱ ἀκούοντές μου συνάδελφοι ἐν τοῖς νομικοῖς ἐννοοῦσι πληρέστατα τί λέγω. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἐκ τῶν δυναμένων νὰ συζητῆται καὶ νὰ λύηται ἐν τῇ Βουλῇ μὴ οὔσῃ μάλιστα ἐν γνώσει τῶν λεπτομερειῶν, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἡ πρᾶξις ἐγένετο, ἢ ὁ δράστης συνελήφθη.
§51ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ὑποστηρίξω οὐδεμίαν γνώμην ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου, εἰς τὴν ὁποίαν ἐφάνη ὅτι ἀπήντησεν, ἀλλὰ δὲν ἀπήντησεν. Ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν γενομένην σύλληψιν, ἀνέγνωσε ῥητὸν ἄρθρον τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἐν τῷ ὁποίῳ μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν ἡ ὕπαρξις μιᾶς περιπτώσεως, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὴν ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐκτέλεσιν τοῦ ἐγκλήματος. Ἠρώτησα δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι ἡ δημοσία δύναμις δικαιοῦται νὰ συλλάβῃ δι’ ἐκδρομῆς ὡς ἐπ’ αὐτοφώρῳ.
§52ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δι’ ὅσων εἶπον ἔδωσα ἁπλῶς ἀπάντησιν εἰς τὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐκάμετε, δὲν εἶμαι δὲ βεβαίως ὑπόχρεως νὰ δίδω λύσεις ζητημάτων τοιούτων. Τὸ ἐρώτημά σας ἔσχε πλήρη ἀπάντησιν δι’ ὅσων εἶπον.
§53ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν ἀναφέρει ἐκδρομὴν, οὔτε ἠδύνατο ν’ ἀναφέρῃ ἐκδρομήν· ἡ ἐκδρομὴ εἶναι ἡ κοινῶς λεγομένη παγάνα.
§54ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐστηρίχθη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 209 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει): «... Τότε μόνον δὲν εἶναι πρὸς φυλάκισιν 2) ἀναγκαῖον τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως, ὅταν ὁ κατηγορούμενος ά) ἐλήφθη ἐπ’ αὐτοφώρῳ, ἢ βʹ) συνελήφθη φεύγων, ἢ πρὸς τὸ φεύγειν ὁρμώμενος, γʹ) συνελήφθη ἐπὶ διεκδρομῆς, διαταχθείσης παρὰ τῆς ἀρχῆς, ἢ δʹ) ἐμφανίζεται ὁ ἴδιος...» Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν συνέβη τι τοιοῦτον. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ὑπάρχει μεγάλη ἀμφισβήτησις ἐπὶ τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ, οὐδεμία ὅμως ἀμφισβήτησις ὑπῆρξε ποτὲ, ὅτι τὸ «ἀρτίως» τοῦ ἄρθρου 168 τῆς Ποιν. Δικονομίας δὲν ἀναφέρεται πέραν τῶν 24 ὡρῶν. Ὥστε ὁ κ. Ὑπουργὸς εὑρίσκεται ἐν τῷ ἀδίκῳ.
§55ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἐὰν ἤθελέ τις ἀναγνώσῃ ξένος τὰς συζητήσεις ταύτας, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν ἐκ μέρους τῶν νομικῶν συναδέλφων καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἤθελε πιστεύσει, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς Κράτος ἐκ τῶν μᾶλλον πεπολιτισμένων τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀμερικῆς, καὶ ὅτι τὰ μόνα ζητήματα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται περὶ τῆς ἀσφαλείας καὶ τῆς τιμῆς καὶ τῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν, εἶναι τὰ νομικά. Κατὰ δυστυχίαν, ὅλαι αἱ σπουδαῖαι νομικαὶ θεωρίαι αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν, ἔχουσι βεβαίως μεγάλην ἀκαδημιακὴν καὶ ἐπιστημονικὴν ἀξίαν, ἀλλὰ κἀμμίαν πρακτικὴν ἐν τῷ Κράτει. Διότι γνωρίζομεν κάλλιστα τὴν ἱστορίαν τῆς διοικήσεως παρ’ ἡμῖν, γνωρίζομεν ὅτι εἰς οὐδεμίαν ἐποχὴν ἐπετάθη πλειότερον ἡ αὐθαιρεσία τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως ἢ ἀπό τινων ἐτῶν. Ἑπομένως τὸ ζήτημα, τὸ ἀπασχολῆσαν τοσοῦτον τὴν Βουλήν, δὲν εἶναι νομικόν. Διότι βεβαίως ὁ χωροφύλαξ καὶ αἱ ἀρχαί, αἵτινες προέβησαν εἰς πράξεις ἀπαγορευομένας παρὰ τοῦ νόμου, δὲν προέβησαν εἰς ταύτας ἐκ θεωριῶν διοικητικῶν ἢ νομικῶν, πρὸς τὰς ὁποίας ν’ ἀντιτάξωμεν ἡμεῖς ἄλλας θεωρίας, ἀλλὰ προέβησαν ἐκ τοῦ συστήματος τῆς αὐθαιρεσίας, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τῆς διοικήσεως, αὐθαιρεσίας, ἥτις κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐπετάθη ἔτι μᾶλλον.
§56ΕΠ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν ὑποβάλλω τὰς ἑπομένας ἐπερωτήσεις: Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν: 1) Τὴν γνωμοδότησιν τῆς ὑπὸ τὸν ὑποναύαρχον κ. Τομπάζην ἐξ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ἡμῶν ναυτικοῦ ἐπιτροπῆς, τῆς συστηθείσης κυβερνῶντος τοῦ ἀοιδίμου Κουμουνδούρου, ἣν ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μετὰ τὴν ἐξ Εὐρώπης ἐπιστροφήν της, καὶ τὴν μελέτην τῶν διαφόρων συστημάτων τῶν θωρηκτῶν σκαφῶν καὶ πυροβόλων περὶ κατασκευῆς τεσσάρων μεγάλων θωρηκτῶν. 2) Τὴν γνωμοδότησιν τῆς ἐκ τῶν αὐτῶν ἢ ἑτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ ἐπιτροπῆς, τῆς συστηθείσης κυβερνῶντος τοῦ κ. Τρικούπη καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ὄντος τοῦ κ. Τομπάζη, περὶ κατασκευῆς τῶν τεσσάρων πλοίων «Ἀχελώου» «Ἀλφειοῦ» «Πηνειοῦ» καὶ «Εὐρώτα» κατὰ γαλλικόν τι ὑπόδειγμα. 3) Τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Ἰταλοῦ ναυπηγοῦ Βίνια περὶ τῶν πλοίων τούτων, προκληθεῖσαν συνεπείᾳ διαφωνίας τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὴν ἐπιτροπήν. 4) Τὴν γνωμοδότησιν τοῦ ἐκ τῆς Γαλλικῆς ναυτικῆς ἀποστολῆς ναυπηγοῦ Δυπὸν περὶ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ ἐξετασθέντων ἐπιστημονικῶς πλοίων τούτων. 5) Τὴν γνωμοδότησιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἀποστολῆς ταύτην Λεζὲν (ἢ τῆς ὅλης ἀποστολῆς) περὶ τῆς χρησιμότητος τῶν πλοίων τούτων εἰς σύστασιν μοίρας γυμνασίων. 6) Πίνακα, ἐμφαίνοντα τὰ ὀνόματα τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, οἱ ὁποῖοι ἐπετήρουν τὴν ναυπήγησιν τῶν πλοίων τούτων. 7) Τὰς ἐκθέσεις τῶν γενομένων κατὰ τὴν παραλαβὴν τῶν πλοίων τούτων δοκιμῶν. 8) Πίνακα, ἐμφαίνοντα τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα, μὴ διατελοῦντα ἐν καταστάσει χρεωκοπίας, συνῆψαν δάνεια καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον ναυπηγήσεως πολεμικῶν σκαφῶν, τῇ δαπάνῃ ὡρισμένου μέρους τοῦ δανείου, ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ναυπηγοῦνται νῦν ἐν Γαλλίᾳ τὰ τρία ἑλληνικὰ θωρηκτὰ, ἤτοι α) κατασκευῆς ἐν ναυπηγείοις, ὁριζομένοι ὑπὸ τῶν δανειστῶν, β) ἄνευ διαγωνισμοῦ σχεδίων, γ) ἄνευ προκηρύξεως μειοδοσίας, δ) ἄνευ ἐποπτείας τῆς κατασκευῆς των ὑπὸ ἐπιτροπῆς ἐξ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ τοῦ ναυπηγοῦντος Κράτους. 9) Πίνακα, ἐμφαίνοντα ἔστω καὶ ἓν μόνον Κράτος ναυπηγῆσαν καὶ ἓν μόνον πλοῖον κατὰ τὸν τύπον τῶν ναυπηγουμένων νῦν τριῶν θωρηκτῶν, χωρὶς τὰ σχέδια τῆς κατασκευῆς τῶν πλοίων καὶ οἱ ὅροι τοῦ συμβολαίου νὰ προϋποβληθῶσιν εἰς τὴν μελέτην καὶ τὴν κρίσιν ἀνωτέρων εἰδημόνων ἀξιωματικῶν τοῦ Κράτους τούτου, ἀφοῦ μάλιστα τὰ πλοῖα ταῦτα εἶναι ὅλως πρωτοφανῆ διὰ τὸ εἶδος τοῦ κατὰ τὰς πλευρὰς θώρακός των, συνισταμένου ἐξ ὕλης φελλοειδοῦς τινος ξύλου, καλουμένης celluloge. 10) Πληροφορίας, ἐὰν τὰ καταστρώματα τῶν πλοίων τούτων ἐπεστρώθησαν ἀληθῶς διὰ σιδηρελασμάτων, ἢ ἐπὶ τῶν ὁποίων βάδισις πρὸς τοῖς ἄλλοις τῶν γυμνοπόδων ναυτῶν μας ἐν καιρῷ θέρους καθίσταται ἀδύνατος, καὶ ἂν ἐπεζητήθη τελευταῖον ἐκ παντὸς τρόπου ἡ ἐπίστρωσις, ἔστω καὶ διὰ κοινοῦ ξύλου, ἐπὶ παραλείψει ἑτέρων ἐν τῷ πλοίῳ χρησίμων ἐργασιῶν. 11) Πληροφορίας, ἐὰν ἐγένετο δοκιμή τις ἐπὶ τῶν τοποθετηθεισῶν ἐν τῇ «Ὕδρᾳ» μηχανῶν, καὶ τίνα τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς, νὰ κατατεθῇ δὲ ἡ ἔκθεσις τοῦ Αʹ μηχανικοῦ τοῦ σκάφους κ. Γὲτς περὶ τῶν δοκιμῶν τούτων, ἢ τοῦ κυβερνήτου κ. Βότσαρη, ἂν οὗτος ἦναι ὁ ὑποβαλὼν τὴν ἔκθεσιν ταύτην, καὶ πληροφορίας, ἂν ἕνεκα ἐλλείψεων, καὶ τίνων, δὲν παρεδόθη τὸ πλοῖον κατὰ τὸν ὡρισμένον χρόνον. Ὡς πρὸς τὴν κατωτέραν ἐκπαίδευσιν ἐν τῷ πολεμικῷ ναυτικῷ: 1) Κατὰ τὸν νόμον ΑΨΛΗʹ τῆς 28 Μαΐου 1887 καὶ τὸ σχετικὸν Βασιλικὸν Διάταγμα συνιστῶνται πρὸς ἐκπαίδευσιν τῶν ναυτῶν ἐπὶ τοῦ προσκεκολλημένου εἰς τὸ προγυμναστήριον Πόρου πλοίου, ἢ ἐπὶ τῆς ξηρᾶς, συνεργεῖα, ἀναγκαῖα πρὸς ἐκπαίδευσιν τῶν ναυτῶν εἰς τὴν ξυλουργικὴν, διάναξιν, σιδηρουργικὴν, λεβητοποιΐαν, ἱστιοποιΐαν, μηχανικὴν κλπ. Ἐν τούτοις συνεργεῖα τοιαῦτα οὐδέποτε συνεστήθησαν, οὔτε ἐπὶ τῆς Ὄλγας, οὔτε ἐπὶ τῆς ξηρᾶς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς παρακαλεῖται νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, πῶς τὸ κεντρικὸν προγυμναστήριον Πόρου κατορθοῖ νὰ χορηγῇ διπλώματα τῶν τεχνῶν τούτων, ἀφοῦ στερεῖται τῶν ἀναγκαίων πρὸς διδασκαλίαν καὶ ἐκτίμησιν τῆς ἱκανότητος τῶν ναυτῶν μέσων, διατὶ δὲν συνεστήθησαν τὰ συνεργεῖα ταῦτα μέχρι τοῦδε, διατὶ δὲν ἐφρόντισε νὰ τοποθετήσῃ μέχρι σήμερον ἐπὶ τῆς ξηρᾶς τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 99 τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος ἀναγκαῖον πρὸς ἐκπαίδευσιν ὑλικὸν, οὔτε ν’ ἀναπληρωθῇ ἡ μόνη ὑπάρχουσα ἐκ τοῦ ὑλικοῦ ἐξαρτία, περὶ τῆς ἀχρηστίας τῆς ὁποίας ὑπεβλήθη ἔκθεσις ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων; Ἀφοῦ δὲ ὁ Πόρος εἶναι ἀκατάλληλος, ἕνεκα ἐλλείψεως συνεργείων καὶ ὑλικοῦ ἐκπαιδευτικοῦ, διατὶ νὰ μὴ σταθμεύῃ ἡ ἐκπαιδευτικὴ μοῖρα ἐν τῷ ναυστάθμῳ Σαλαμῖνος, ὅπου σταθμεύουσι τόσα πλοῖα, παρωπλισμένα καὶ ἔφεδρα, δυνάμενα καὶ χάριν τῆς συντηρήσεως αὐτῶν νὰ δεχθῶσι τοὺς νεοσυλλέκτους ναύτας, μισθοτροφοδοτουμένους ὁπωσδήποτε, καὶ χάριν ἐκγυμνάσεως τούτων; 2) Νὰ καταθέσῃ πίνακα, ἐμφαίνοντα πόσοι ἐκ τῶν ναυτικῶν τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1887 ἐξεγυμνάσθησαν ἐν ταῖς ἐκπαιδευτικαῖς μοίραις, τίς ὁ λόγος δὲ τῆς μὴ ἐγυμνάσεως τῶν ὑπολοίπων τῆς ἀπογραφῆς ταύτης. 3) Πόσα διπλώματα ἐχορηγήθησαν διδασκάλων μέχρι τοῦδε (ἄρθρ. 4) ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ προγυμναστηρίου, πόσα διπλώματα τεχνιτῶν μηχανικῶν, θερμαστῶν, δυτῶν, ξυλουργῶν, ἱστιοποιῶν, διανακτῶν κλπ. καὶ ἐὰν οὗτοι ἐδιδάχθησαν ἐν ταῖς εἰδικαῖς αὐτοῦ σχολαῖς ἢ ἐπὶ τῇ προσαγωγῇ πιστοποιητικῶν καὶ ἁπλῇ ἐκτιμήσει αὐτῶν. 4) Νὰ καταθέσῃ γνωμοδότησιν τοῦ Διευθυντηρίου τοῦ ναυστάθμου καὶ τῶν κυβερνητῶν τῶν πλοίων σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα, ἂν δύναται κληροῦχος, οὐδέποτε οἰακίσας ἢ εἰς ὑπηρεσίαν θωρακίτου ἀσχοληθείς, νὰ καταρτισθῇ τέλειος οἰακιστὴς ἢ θωρακίτης διὰ τριμήνου ἐν τοῖς εἰδικοῖς σχολείοις ἐκπαιδεύσεως (ἄρθρ. 10). 5) Νὰ πληροφορήσῃ, ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι τῇ προτάσει τῆς γαλλικῆς ἀποστολῆς ἀπελύθησαν πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἔτους ἅπαντες οἱ ὑπηρετοῦντες ἐν τῷ πολεμικῷ ναυτικῷ θερμασταὶ, ἕνεκα τίνος δὲ λόγου προσεκλήθησαν κατόπιν ν’ ἀνακαταταχθῶσιν. Ὡς πρὸς τὸν ναύσταθμον: 1) Ἂν ἐλήφθη πρόνοια περὶ τοποθετήσεως τοῦ ἀναγκαιοτάτου διὰ τὸν ναύσταθμον ἀτμοκινήτου γερανοῦ, ἑβδομήκοντα δὲ τόνων δυνάμεως, ὃν ἐπρομηθεύθη ἡ συστήσασα τὸν ναύσταθμον ἐν Σαλαμῖνι Κυβέρνησις, ὅστις καὶ νῦν ἴσως εὑρίσκεται παραδεδομένος εἰς τὴν ὀξείδωσιν καὶ τὴν καταστροφὴν κατὰ τεμάχια ἐν τῷ περιβόλῳ τοῦ ναυστάθμου. 2) Ἂν ἐλήφθη ἐπίσης πρόνοια περὶ προφυλάξεως τῶν μηχανημάτων τοῦ νεωλκείου, ἐκ Γαλλίας μὲν κομισθέντων, ἀξίας δὲ 700 περίπου χιλιάδων δραχμῶν, συνεπείᾳ παραγγελίας τῆς ἰδίας Κυβερνήσεως Κουμουνδούρου, μὴ προλαβούσης ν’ ἀποπερατώσῃ τὸ ἔργον. Ὡς πρὸς τὴν σχολὴν τῶν δοκίμων: Νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν περὶ τούτων ἔκθεσιν τοῦ κυβερνήτου τῆς «Ἑλλάδος» τοῦ παρελθόντος θέρους, καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν, ὅπως αὕτη λειτουργεῖ, ἀνταποκρίνηται εἰς τὰς δαπάνας καὶ τὸν σκοπὸν τῆς συστάσεώς της. Ὡς πρὸς τὸν νόμον τῆς ναυτικῆς στρατολογίας: 1) Πόσοι ἐκ τῶν ἐργατῶν ναυτικῶν ἐπαγγελμάτων εἰργάσθησαν εἰς τὰ συνεργεῖα τοῦ ναυστάθμου μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς ἐκγυμνάσεώς των. 2) Νὰ πληροφορήσῃ, ἂν εἰς τοὺς ἐκ ναυτικῶν δήμων καταγομένους καὶ ἀπογεγραμμένους ὡς ἐργάτας θαλάσσης ὑπάγωνται καὶ ὑποδηματοποιοί, κουρεῖς, γεωργοὶ κλπ., διότι πλεῖστοι τοιοῦτοι ἐπαγγελματίαι προσέρχονται ὡς κληροῦχοι, μετὰ τρίμηνον δὲ διαμονὴν ἐν τῷ προγυμναστηρίῳ ἀναδεικνύονται πτυχιοῦχοι πυροβοληταί, οἰακισταί, θωρακῖται κλπ. 3) Ἂν νομίζῃ, ὅτι οἱ ἐκ τῶν στρατευσίμων τῆς ξηρᾶς λαμβανόμενοι πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐργατῶν θαλάσσης, οὔτε ἐργάται θαλάσσης ὄντες, οὔτε ναυτικοὶ ἐπαγγελματίαι, δύνανται νὰ κατασταθῶσι ναῦται ἱκανοὶ ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ διαστήματος, τοῦ ἀπαιτουμένου καὶ διὰ τοὺς λοιποὺς ἐργάτας θαλάσσης, ἐὰν ἐξεγυμνάσθησαν τοιοῦτοι ναῦται καὶ πόσοι, καὶ τίς ἡ γνώμη περὶ τούτου τῆς γαλλικῆς ἀποστολῆς. 4) Πόσοι ναυτόπαιδες μέχρι τοῦδε κατετάχθησαν, ἂν προήχθησαν εἰς ναύτας καὶ πόσοι, πόσοι δὲ ναῦται προήχθησαν εἰς ὑπαξιωματικοὺς ἀπὸ τῆς λειτουργίας τοῦ ἐν Πόρῳ γυμναστηρίου, καὶ τίς ὁ λόγος τῆς μὴ προαγωγῆς, ἂν δὲν προήχθησαν. 5) Νὰ κατατεθῇ ἡ ἀναφορὰ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ ναυστάθμου Σταματέλου, δι’ ἧς ἀπεφαίνετο κατὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ μισθοῦ τῶν ναυτῶν. 6) Νὰ κατατεθῶσιν αἱ ἐκθέσεις τῶν κυβερνητῶν τῆς μοίρας τῶν γυμνασίων περὶ τῆς ποιότητος τῶν πτυχιούχων ναυτῶν πρὸς τὸν μοίραρχον Κριεζῆν. Γαλλικὴ ναυτικὴ ἀποστολή: Τίνα τὰ ἀποτελέσματα τῆς ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς ναυτικῆς ἀποστολῆς ἀναμορφώσεως τοῦ πολεμικοῦ ἡμῶν ναυτικοῦ ὡς πρὸς τὸν στόλον καὶ τὸν ναύσταθμον, καὶ τίς ἡ ὅλη δαπάνη μέχρι σήμερον ὑπὲρ αὐτῆς».
§57ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Πολλάκις ἐπηρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν περί τινος δανείου, τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ὁ δῆμος Πυλίων, ἵνα κατασκευάσῃ ἔργα λίαν ὠφέλιμα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπεσχέθη ὅτι θέλει φέρει πληροφορίας καὶ θέλει τακτοποιήσει τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Μέχρι τοῦδε ὅμως οὐδὲν ἐνήργησεν, ἡ δὲ πόλις Πύλου μένει εἰσέτι εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔκτοτε ἦτο. Βεβαίως καὶ εἰς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην ἡ αὐτὴ ἀπάντησις θέλει δοθῆ, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ὀφείλω ὅμως νὰ ἀναφέρω τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ἀποδείξω ἔτι μᾶλλον, ποῖαι εἶναι αἱ ἀποκεντρωτικαὶ ἰδέαι τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδίᾳ τοῦ Προέδρου αὐτῆς, τοσαῦτα ἐπαγγειλαμένου διὰ τῆς προτάσεως τῆς ἐκλογῆς, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔφερε. Μᾶς ἔλεγε τότε ὁ κύριος Πρωθυπουργός, ὅτι πρόκειται νὰ ἐγκαινίσωμεν νέας ἰδέας ἀποκεντρωτικὰς καὶ ἑπομένως νὰ ῥυθμίσωμεν ὠφελιμώτερον τὰ τοῦ τόπου, ἀλλ’ αἱ πράξεις του εἶναι ἀντίθετοι πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπηγγέλθησαν. Εἶναι ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος, ἀφ’ ὅτου ἐγένετο ἡ πρᾶξις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ ἀφ’ ὅτου τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα ἐστάλησαν εἰς τὴν Νομαρχίαν, δὲν γνωρίζω δὲ δυνάμει τίνος νόμου ὁ κ. Ὑπουργὸς διέταξε τὸν Νομάρχην νὰ μὴ κάμῃ οὐδεμίαν ἔγκρισιν τοῦ δανείου τούτου, ἐπιφυλασσόμενος εἰς ἑαυτὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἐγκρίσεως. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν ὄχι ἄλλο, θέλει δώσει ἀπάντησίν τινα, διατὶ δὲν λαμβάνει μίαν ἀπόφασιν, νὰ ἀποῤῥίψῃ τὰ τῆς αἰτήσεως τοῦ δανείου, ἵνα γνωρίζῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, τί πρέπει νὰ πράξῃ, διότι εἶναι φοβερόν νὰ ἔχῃ τις χρήματα καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ τὰ διαθέσῃ εἰς κοινωφελῆ σκοπὸν, καὶ τοῦτο διότι ὁ Δήμαρχος Πυλίων εἶναι ἀντιπολιτευόμενος, εἶναι συγγενής μου. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διότι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὑπεβλήθησαν τὰ ἔγγραφα τοῦ δήμου πλεῖστα ἄλλα δάνεια ἄλλων δήμων ἐνεκρίθησαν. Τοῦτο εἶναι ἀπόδειξις, ὅτι πρόκειται περὶ φατριαστικῆς ἐνεργείας. Καὶ ἔπειτα ὁμιλοῦσι περὶ ἐννόμου διοικήσεως καὶ περὶ αὐτοδιοικήσεως οἱ κύριοι Ὑπουργοί!
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς πρώτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 10,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;
§59ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἄνευ προσδιορισμοῦ, ἀπεριορίστως θὰ δίδῃ ὁ Ὑπουργὸς εἰς ἄλλον 9 δραχμὰς, εἰς ἄλλον 9 χιλιάδας; ποῖον κανόνα θὰ ἀκολουθήσῃ;
§60ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ ἀκολουθήσωμεν τὸν αὐτὸν κανόνα, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ἐπὶ τῶν μικρῶν βοηθημάτων, τὰ ὁποῖα ψηφίζει κατ’ ἔτος ἡ Βουλή. Αὐτὸ τὸ ποσὸν τῶν 10,000 θὰ τὸ διανείμωμεν εἰς μικρὰ βοηθήματα, δηλ. θὰ δίδῃ τὸ Ὑπουργεῖον ὀλίγα κερμάτια, ὅπως ἀπέλθωσιν οἱ ἄνδρες εἰς τὴν πατρίδα των· ἔχουσιν ἀνάγκην διαβατηρίων, εἰσιτηρίων καὶ τροφῆς δι’ ὀλίγας ἡμέρας.
§61ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν καταλαμβάνω διατὶ τὴν πίστωσιν αὐτὴν δὲν τὴν λαμβάνει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Τίνα σχέσιν ἔχουν οἱ ἀφυπηρετήσαντες πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν;
§62ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι πλέον στρατιῶται οἱ ἀφυπηρετοῦντες.
§63ΡΑΛΛΗΣ. Τώρα λέγετε ὅτι ἀφυπηρέτησαν.
§64ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶπον ὅτι 541 εἶναι ἐν ὅλῳ· ἀπελύθησαν μέχρι τοῦδε 225, καὶ μένουσιν εἰσέτι 316, οἱ ὁποῖοι καθ’ ἑκάστην ἀφυπηρετοῦσι. Καθ’ ἡμέραν ἔχομεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ προσερχομένους πρὸς βοήθειαν, ὅπως ἀπέλθωσι· δι’ αὐτοὺς ζητεῖται ἡ πίστωσις, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλομεν.
§65ΡΑΛΛΗΣ. Ὁπωσδήποτε ὅμως εἶναι καλὸν νὰ πληροφορηθῶμεν, ἂν θὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὸ τὸ μέτρον, διότι νομίζω, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἦτο πολὺ ὀρθότερον νὰ μεταβάλωμεν ἐντελῶς τὸν ὀργανισμὸν τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων καὶ νὰ δυνάμεθα δι’ αὐτῶν τῶν βοηθημάτων νὰ προσθέσωμεν κἄτι τι εἰς τὴν ἤδη καταβαλλομένην δαπάνην, διὰ νὰ ἔχωμεν μισθωτοὺς, ὅπως εἴχομεν ἄλλοτε τοὺς εὐζώνους, καὶ νὰ λείψῃ τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον τώρα συμβαίνει.
§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ἡ Κυβέρνησις οὐδαμῶς ἐπεζήτησε τὴν κατάταξιν ἐν τοῖς εὐζωνικοῖς τάγμασι τῶν ἐξ Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας καὶ Βουλγαρίας προσερχομένων, ἀλλ’ ἀφοῦ οὗτοι καταφεύγουσι παρ’ ἡμῖν ἐναντίον τῶν ἐπιμόνων συστάσεων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἔχομεν ἄλλην οἰκονομίαν ἢ τὴν κατάταξιν αὐτῶν ἐν τῷ στρατῷ. Ὁ ἀριθμὸς τῶν προσερχομένων πρὸς κατάταξιν περιορίζεται ὁλονὲν, ἀλλ’ ἐφόσον καταφεύγουσιν οὗτοι ἐνταῦθα, ἐξ ἀνάγκης τοὺς κατατάσσομεν ἐν τῷ στρατῷ, διότι δὲν ἔχουσιν ἄλλως πόρον ζωῆς. Φεύγουσιν οὗτοι τὰς ἑστίας των, ἵνα μὴ καταταχθῶσιν ἐν τῷ βουλγαρικῷ στρατῷ, καὶ ἔρχονται ζητοῦντες ἵνα στρατευθῶσιν ἐνταῦθα· ἐν ἀρχῇ ἦτο μέγας ὁ ἀριθμὸς τῶν προσφύγων, καὶ ὁ ἐπισκεπτόμενος τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀπήντα πολὺ πλῆθος αὐτῶν, ἐπικαλουμένων τὴν πρόνοιαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐλήφθη τότε τὸ μέτρον τῆς κατατάξεως αὐτῶν ἐν τοῖς εὐζωνικοῖς τάγμασιν, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως ἐνηργήσαμεν δραστηρίως ἐν Φιλιππουπόλει, Ἀδριανουπόλει καὶ ὅπου ἀλλοῦ ὑπῆρχον προξενικαὶ ἀρχαί, πρὸς ἀποτροπὴν τῶν νέων ἀπὸ τῆς ἐνταῦθα προσελεύσεως. Τῷ ὄντι δὲ περιωρίσθη πολὺ ὁ ἀριθμὸς τῶν μεταναστῶν τούτων, ὡς μαρτυροῦσι καὶ αἱ ἀνακοινωθεῖσαι στατιστικαὶ πληροφορίαι, εἶναι δὲ ἐλπιζόμενον, ὅτι θέλουσι παύσει προσερχόμενοι· ἀλλ’ ἐνόσῳ μεταναστεύουσι, δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ πράξωμεν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ὅ,τι καὶ μέχρι τοῦδε ἐπράξαμεν,
§67ΡΑΛΛΗΣ. Λοιπὸν κατὰ τί ἐβελτιώθη ἡ θέσις των;
§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅτι δύνανται νὰ ζήσωσιν.
§69ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλ’ αὔριον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀφυπηρετοῦσι, δὲν θὰ δύνανται νὰ ζήσουν, καὶ θὰ ἀπέλθουν εἰς τὰς ἑστίας των ὑπὸ τοὺς χειροτέρους ὅρους, διότι ἀκριβῶς διότι ἀπέφυγον τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν ἐν τῷ τόπῳ τῆς καταγωγῆς των καὶ ἦλθον ἐδῶ, ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ θὰ ὑποπίπτουν εἰς καταδιώξεις. Πιστεύω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ ὁποία τόσην ἔχθραν τρέφει κατὰ τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας, βεβαίως δὲν θὰ πτοηθῇ, ὅτι τοὺς ἐχορηγήσατε ἰθαγένειαν ἑλληνικὴν διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων. Τί θὰ γίνουν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι; θὰ γυμνητεύσουν καὶ θὰ στερηθοῦν τῶν πάντων ἐκ νέου. Εἰς αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα φθάνουν τὰ μέτρα σας. Θὰ ἐνόουν ἂν τοῖς ἐχορηγεῖτο τὸ μέτρον τῆς ἀνακατατάξεως.
§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἔχουσιν.
§71ΡΑΛΛΗΣ. Ἂν τὸ ἔχουν καὶ δὲν θέλουν νὰ ἀνακαταταχθῶσι, βεβαίως εἶναι ἀνάξιοι βοηθήματος, διότι τότε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγετε περὶ τοῦ πατριωτισμοῦ, ὑπὸ τοῦ ὁποίου φλέγονται, εἶναι μῦθος. Τότε δὲν ἠξεύρω διατὶ δὲν χορηγεῖτε ἀπ’ αὐτὸ τὸ βοήθημα εἰς ὅλους ἐκείνους τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται καὶ ὑπηρετοῦσιν εἰς τὸν στρατόν. Καὶ αὐτοὶ εὑρίσκονται εἰς παρομοίαν θέσιν. Τίς εἶναι ὁ λόγος τῆς ἰδιαιτέρας εὐνοίας, τὴν ὁποίαν χαίρουν οἱ κύριοι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐννοοῦν νὰ συνταυτίσουν τὴν τύχην των μὲ τὴν τύχην τοῦ τόπου μας, ἐνῷ ὁ δυστυχὴς ὁ χωρικός μας, ἐγκαταλείπων τὴν ἑστίαν του καὶ ἀφυπηρετῶν, δὲν ἀπολαμβάνει τίποτε; Διατὶ αὐτὴ ἡ εὔνοια ἡ ἐξαιρετική; Ἐγὼ ἐνόμιζον ὅτι ὑπεβλήθη τοιαύτη πίστωσις διότι δὲν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ τοὺς ἀνακατατάξῃ, ἂν ὅμως δύναται καὶ αὐτοὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακατατάξεως καὶ δὲν θέλουν νὰ τὸ ἐνασκήσωσι, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ χορηγῆται εἰς αὐτοὺς ἰδιαιτέρα εὔνοια.
§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δύνανται οὗτοι νὰ ζητήσωσιν ὅπως ἀνακαταταχθῶσι, καὶ ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐξαρτᾶται νὰ τοὺς ἀνακατατάξῃ ἢ μή, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἀνενδοιάστως πάντοτε τοὺς ἀνακατατάσσει, ἀφοῦ ἀβέβαιον εἶναι, τί τοὺς ἀναμένει, ἐπανερχομένους εἰς τὰς ἑστίας των. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκφράζει θαυμασμὸν, ὅτι ζητοῦμεν ἄδειαν παροχῆς βοηθείας εἰς τοὺς ἀναχωροῦντας, ἀφοῦ δυνάμεθα καὶ ὀφείλομεν νὰ τοὺς ἀνακατατάξωμεν, ταῦτα δὲ λέγει, ἐπικρίνων συνάμα τὰ πεπραγμένα παρ’ ἡμῶν, ὡς καταρτιζόντων τὰ σώματα τῶν εὐζώνων ἐκ μὴ ἀρχικῶς ὑπηκόων Ἑλλήνων. Οὐδένα λόγον ἔχομεν, ἵνα θέλωμεν τὰ εὐζωνικὰ σώματα νὰ καταρτίζωνται ἐξ ἐθελοντῶν προερχομένων ἔξωθεν. Τοὐναντίον ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν ἐθελοντὰς οὔτε ἐντὸς οὔτε ἐκτὸς τοῦ Κράτους, διότι θέλομεν σήμερον τὸν στρατὸν καταρτιζόμενον ἐξ ἀπογραφῆς. Τοιοῦτο τὸ γενικὸν σύστημα τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, τὸ διὰ πολλοὺς λόγους οὕτως ἐν τῷ παρόντι κανονισθέν. Δὲν εἶναι δὲ καὶ ἀκριβὲς τὸ ἀδιακρίτως περὶ πάντων λεχθὲν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι οὗτοι, ἐπανερχόμενοι εἰς τὰς ἑστίας των, δὲν εὑρίσκουσι τὴν θέσιν αὑτῶν βελτιωμένην. Πολλοί, ἐπανελθόντες, ἀνεγνωρίσθησαν ὡς ἀποκτήσαντες τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ὑπηρετήσωσιν ἐν τῷ βουλγαρικῷ στρατῷ. Δὲν διεκανονίσθη εἰσέτι τὸ ζήτημα, τούτου δ’ ἕνεκα τινὲς ἐκ τῶν μὴ ζητησάντων ἀνακατάταξιν καὶ ἐπιστρεψάντων ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι δὲν ἤθελον καταταχθῆ ἐν τῷ βουλγαρικῷ στρατῷ, εὑρέθησαν ἠπατημένοι, καὶ τὸ αὐτὸ θέλει ἴσως συμβῆ εἰς πολλοὺς τῶν ἐπὶ ὁμοίαις ἐλπίσιν ἀποχωρούντων ἐκ τῶν τάξεων. Καὶ χθὲς εἴπομεν, ὅτι, ὡς τὸ πρίν, οὕτω καὶ νῦν διεξάγονται διαπραγματεύσεις γενικώτεραι καὶ εἰδικώτερον εἰς τὰ τῆς στρατεύσεως ἀφορῶσαι, δὲν ἔχω δὲ τὴν γνώμην, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις αὗται θέλουσι πάντως ἀποτύχει. Τοὐναντίον φρονῶ, ὅτι ὑπάρχουσι λόγοι, ἵνα ἀπεκδεχώμεθα τὴν ἐκ τῶν διαπραγματεύσεων ἐπίτευξιν συμφωνιῶν κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ὠφελίμων εἰς τοὺς οὕτω καταταχθέντας ἐν τῷ στρατῷ.
§73ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Πῶς συμβαίνει, ὥστε τινὲς ἐκ τῶν ἐλθόντων καὶ ἀπερχομένων νὰ διαῤῥυθμίσωσι τὴν θέσιν αὐτῶν, καὶ ἄλλοι νὰ μὴ τὴν διαῤῥυθμίσωσι;
§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐνήμερος εἰς τὰ ἐξωτερικὰ, καὶ βεβαίως εἰς τὰ τῆς Βουλγαρίας, περὶ ὧν ἐνήργησεν ὡς διπλωμάτης, δὲν ἀγνοεῖ, ὅτι ἐκεῖ γίνονται διακρίσεις, ὅτι ἄλλως προσφέρεται ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις πρὸς τοὺς ἐπανερχομένους τοὺς ἐκ τῆς Βουλγαρίας, καὶ ἄλλως πρὸς τοὺς ἐπανερχομένους τοὺς ἐκ τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας, διότι ἔχομεν συμφωνίαν πρὸς τὴν Βουλγαρικὴν Κυβέρνησιν, πρὸ τοῦ πραξικοπήματος ὑπογραφεῖσαν, καὶ πολλοὶ τῶν ἐπανακαμπτόντων δύνανται νὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τῆς συμφωνίας ἐκείνης, ὡς ἀνήκοντες εἰς τὴν Βουλγαρίαν τὴν πρὸ τοῦ πραξικοπήματος. Ὑπάρχουσι δὲ καὶ ἄλλοι λόγοι διακρίσεων ἐκ τῆς ἡλικίας καὶ μάλιστα ἐκ τῆς καταγωγῆς, διότι ὑπάρχουσι καὶ Ἕλληνες ἐκ τῶν τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας, μὴ ὑπαγόμενοι ἀποδεδειγμένως εἰς τὴν ἰθαγένειαν τῆς χώρας ἐκείνης, ἀλλ’ ἀξιοῦντες ἰθαγένειαν ἑλληνικήν. Γινώσκετε, ὅτι οἱ ἐκ Στενημάχου τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας ἀξιοῦσιν, ὅτι ἦσαν ἀρχῆθεν ὑπήκοοι Ἕλληνες. Ταῦτα πάντα ἐπιδρῶσιν ἐπὶ τὴν τύχην τῶν ἐπανερχομένων εἰς τὰς ἑστίας αὐτῶν καὶ διὰ τοῦτο ἐλπίζομεν, ὅτι ἐν ταῖς διεξαγομέναις ἤδη διαπραγματεύσεσι θέλομεν ἐπιτύχει διαῤῥύθμισιν ὠφέλιμον πρός τινας, καίτοι οὐδεμίαν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν βεβαιότητα, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν διαπραγματεύσεων θὰ ἦναι καθ’ ὅλα σύμφωνον πρὸς τὰς ἀξιώσεις ἡμῶν.
§75ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀποτείνεται πρὸς ἐμὲ, ὡς γινώσκοντα ἐκ τῶν διπλωματικῶν μελετῶν μου τὰ περὶ Βουλγαρίας. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ γινώσκω, ὡς διατελέσας Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ εἰσβολὴ ἐγένετο εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Ῥωμυλίαν, εἶναι, ὅτι οὐδεμία διάκρισις ἐγένετο ποτὲ ἢ γίνεται μετὰ τὸ πραξικόπημα μεταξὺ τῶν ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Ῥωμυλίᾳ καὶ τῶν ἐν Βουλγαρίᾳ Ἑλλήνων. Ἡ Ἀνατολικὴ Ῥωμυλία, προσαρτηθεῖσα εἰς τὴν Βουλγαρίαν, θεωρεῖται ὡς ἀποτελοῦσα μέρος τοῦ Κράτους τοῦ Βουλγαρικοῦ. Καὶ τοῦτο ἐπληροφορήθην ἐγὼ ἐκ τῆς διπλωματικῆς μου θέσεως, ὅτι μετὰ πολλῆς ἰταμότητος καὶ μετὰ πολῆς αὐστηρότητος ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις ἐνόησε πάντοτε νὰ ἀφομοιώσῃ καθ’ ὁλοκληρίαν τοὺς ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Ῥωμυλίᾳ Ἕλληνας, οὐδέποτε ἀναγνωρίσασα εἰς αὐτοὺς οὐδὲν δικαίωμα. Καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου εἶχον οἱ ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Ῥωμυλίᾳ Ἕλληνες, σχετικῶς πρὸς κοινοτικὰς αὐτῶν ἐλευθερίας, καὶ αὐτὰ ἐντελῶς κατήργησεν ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις. Ταῦτα γνωρίζω ἐγὼ ἐκ τῶν διπλωματικῶν μου ἀσχολιῶν καὶ ἐκ τῆς διπλωματικῆς μου θέσεως, ἐννοεῖται ὅλως ἀντίθετα πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οὐδεμίαν διαφορὰν ποιεῖ ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις μεταξὺ τῶν ἰδίων αὑτῆς ὑπηκόων καὶ τῶν Ἑλλήνων τῶν ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Ῥωμυλίᾳ. Ὡς εἶπον δὲ, κατήργησε καὶ τὰ προνόμια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου καθιέρωσε καὶ ἀνεγνώρισε. Τοιαύτη δὲ ὑπῆρξεν ἡ βιαιότης τῶν κατὰ τῶν Ἑλλήνων τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας μέτρων, ἅμα τῇ προσαρτήσει τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας εἰς τὴν Βουλγαρίαν, ὥστε τότε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἔκαμε τὰς δεούσας ἐνεργείας, καὶ τοὐλάχιστον ἀπεκάλυψε τὴν κατάστασιν ἐκείνην καταλλήλως πρὸς τὰς Εὐρωπαϊκὰς Δυνάμεις. Ἡ ἀλήθεια λοιπὸν εἶναι, ὅτι οἱ ἐν Ἀνατολικῇ Ῥωμυλίᾳ Ἕλληνες εἶναι εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως καθ’ ὁλοκληρίαν Βούλγαροι, κατ’ οὐδὲν διαφέροντες τῶν ἄλλων Βουλγάρων. Ἑπομένως οἱ ἀπολυθέντες ἀπὸ τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ καὶ ἐπανερχόμενοι εἰς τὴν Βουλγαρίαν ἢ τὴν Ἀνατολικὴν Ῥωμυλίαν ὁμογενεῖς ὑποβάλλονται εἰς τὰς συνεπείας τῆς φυγοστρατείας. Ἄν τινες ἐξ αὐτῶν, διὰ λόγους ἡλικίας ἢ δι’ ἄλλους λόγους, ἀπέφυγον τὴν καταδίωξιν, βεβαίως ὅμως οἱ πλεῖστοι δὲν θέλουν τὴν ἀποφύγει, καὶ βεβαίως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν θὰ κατορθώσῃ νὰ προστατεύσῃ αὐτούς.
§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἴμεθα πλέον σύμφωνοι μετὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἢ ὅσον ὑποθέτει, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπέθεσεν, ὅτι ἐγὼ, ποιησάμενος λόγον περὶ διακρίσεως μεταξὺ τῶν ἐξ Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας καὶ τῶν ἐκ Βουλγαρίας, ἠθέλησα νὰ εἴπω, ὅτι ἡ διάκρισις εἶναι ὑπὲρ τῶν ἐξ Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας, τουτέστιν, ὅτι εἶναι οὗτοι ὀλιγώτερον τῶν ἄλλων ἐξηρτημένοι ἐκ τῆς Βουλγαρικῆς κυριαρχίας· τὸ ἐναντίον ἠθέλησα νὰ εἴπω, ἠθέλησα νὰ εἴπω, ὅτι ὑπάρχει διάκρισις κατὰ τῶν ἐκ τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας, διότι οἱ μὲν ἀνήκοντες εἰς τὴν κυρίως Βουλγαρίαν, ἐπικαλούμενοι τὴν συμφωνίαν, τὴν ὑφισταμένην πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἠδυνήθησαν νὰ ἀπαλλαγῶσιν ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως, ἐνῷ οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Ῥωμυλίαν δὲν δύνανται νὰ ἐπικαλεσθῶσι τὴν συμφωνίαν μετὰ βεβαιότητος ἐπιτυχίας παρὰ τῇ Βουλγαρικῇ Κυβερνήσει, ἥτις ἀντιτάσσει, ὅτι ἡ συμφωνία δὲν περιλαμβάνει τοὺς ἐξ Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας· περὶ τούτου δὲ διεξάγονται ἤδη διαπραγματεύσεις.
§77ΡΑΛΛΗΣ. Ἀκριβῶς διὰ τοῦτο τὸ μέτρον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι ὀρθὸν, ἀλλ’ εἶναι καὶ σκληρὸν, διότι ὁ κατάλογος τῶν 540, τῶν καταταχθέντων ἐν τῷ ἑλληνικῷ στρατῷ, ἀποτελεῖται ἐκ Ῥωμυλιωτῶν· δὲν εὑρίσκω δὲ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογήσητε τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον λαμβάνετε ἀπέναντι αὐτῶν σήμερον, διότι, ἀφοῦ τοὺς ἐξεθέσατε εἰς ὅλας τὰς καταδιώξεις ἐκ μέρους τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως, σήμερον τοὺς ἀποπέμπετε, χωρὶς νὰ λαμβάνητε οὐδεμίαν πρόνοιαν.
§78ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν τοὺς ἀποπέμπομεν. Ἡμεῖς ἀνακατατάσσομεν πάντα τὸν αἰτοῦντα τὴν ἀνακατάταξιν, καὶ οἱ ἀπερχόμενοι τοῦ στρατοῦ ἀπέρχονται ἰδίᾳ αὐτῶν θελήσει. Ἡμεῖς εἰς οὐδένα ἐξ αὐτῶν ἀρνούμεθα τὴν ἀνακατάταξιν, ὅπως εἰς οὐδένα ἀρνούμεθα καὶ τὴν κατάταξιν. Οὔτε τὴν κατάταξιν οὔτε τὴν ἀνακατάταξιν ἐπιδιώκομεν. Θὰ ἐπεθυμοῦμεν νὰ ἔπαυεν ἡ τοιαύτη προσέλευσις τῶν Ῥωμυλιωτῶν, καὶ ἡ παρεπομένη κατάταξις αὐτῶν ἐν τῷ στρατῷ, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον οὗτοι ἐπιμένουσι προσερχόμενοι, παρὰ τὰς συστάσεις ἡμῶν τὰς ἐπιμόνους, δὲν βλέπομεν ἄλλην διέξοδον, εἰμὴ τὴν κατάταξιν ἐν τῷ στρατῷ καὶ τὴν τήρησιν αὐτῶν ἐν τῷ στρατῷ, ἐφ’ ὅσον ἐπιθυμοῦσι νὰ μένωσιν ἐν αὐτῷ.
§79ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μᾶς φέρητε κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τὴν πληροφορίαν, πόσοι ἐκ τῶν καταταχθέντων ἀνακατετάχθησαν.
§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ τὴν φέρω, ἀλλὰ δὲν εἶναι αὕτη ἡ ἀπ’ εὐθείας ἀπάντησις· τοιαύτην ἀπάντησιν δίδω, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ αἰτησάμενος ὅπως ἀνακαταταχθῇ καὶ μὴ ἐπιτυχὼν τῆς ἀνακατατάξεως· εἰς οὐδένα ἀρνούμεθα τὴν κατάταξιν, ὅστις ἀποδείξῃ ὅτι προέρχεται ἐξ Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας, ἢ ἐκ Βουλγαρίας.
§81ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ μᾶς φέρητε τὴν σύμβασιν.
§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὴν παλαιάν.
§83ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ σύμβασις εἶναι τῆς ἀρχῆς τοῦ 1885, πρὸ τοῦ πραξικοπήματος τῆς Ῥωμυλίας, σήμερον δὲ, ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον, ὁ ὁποῖος πρὸ ὀλίγου ἐλέχθη, διεξάγονται διαπραγματεύσεις, ὅπως ἐπεκταθῶσι τὰ κυριώτερα τῶν πλεονεκτημάτων αὐτῆς καὶ ἐπὶ ἐκείνων τῶν ἐξ Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας καταγομένων, οἵτινες μέχρις ὡρισμένης προθεσμίας κατῆλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἡ πρότασις μάλιστα ἐγένετο ἐξ αὐτῆς τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὑπάρχει ἐλπὶς, ὅτι θέλομεν ἐπὶ τέλους συμφωνήσει. Τὰ μὲν ἀναγόμενα εἰς τὴν νέαν διαπραγμάτευσιν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προσαχθῶσι, τὰ ἀναγόμενα ὅμως εἰς τὴν σύμβασιν τοῦ 1885 δύναμαι νὰ προσαγάγω.
§84ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις θὰ παραχωρήσῃ τοῦτο, διότι εἶναι μία ἀναγνώρισις τοῦ καθεστῶτος ἐκεῖ, τὸ ὁποῖον καθόλου δὲν ἱκανοποιεῖ ἡμᾶς.
§85ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι καταδίκη τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις· πρόκειται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀκριβῶς ν’ ἀποδοκιμάσῃ ἑαυτὴν, διότι ἀναγνωρίζει, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατατάσσῃ Ῥωμυλιώτας εἰς τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν, ἀντὶ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀναλάβει αὐτοβούλως, νὰ κατατάσσῃ πάντας τοὺς Ῥωμυλιώτας εἰς τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν, ἐκ τοῦ ὅτι ὁ περὶ στρατολογίας νόμος ἀπαιτεῖ μόνον τὴν ποιότητα τοῦ ἔθνους. Σήμερον ἀποβάλλει τὸ δικαίωμα αὐτὸ διὰ μόνον τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ κατορθώσῃ νὰ τύχῃ ἀμνηστείας ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μέχρι τοῦδε ὑπηρέτησαν εἰς τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν, δηλ. τῶν 540. Αὐτὸ εἶναι τὸ συμπέρασμα τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας μᾶς ἔδωκεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.
§86ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μεταξὺ πολλῶν καὶ τοῦτο.
§87ΡΑΛΛΗΣ. Τί διαπραγματεύεται περιπλέον, δὲν τὸ ἐμάθομεν· ὅ,τι γνωρίζομεν, εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι διαπραγματεύεται ν’ ἀναγνωρίσῃ τὰ αὐτὰ δικαιώματα εἰς τοὺς καταταχθέντας μέχρις ὡρισμένης ἐποχῆς, δηλ. μέχρι τοῦ 1887, πρὸς τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀναγνωρίσει ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον καταταχθῆ πρὸ τῆς συμβάσεως ἢ μετὰ τὴν σύμβασιν τοῦ 1885. Αὐτὴ εἶναι ἡ δήλωσις, τὴν ὁποίαν ἐκάμετε, ἐκ ταύτης δ’ ἐξάγεται τὸ ἑξῆς, ὅτι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἴχετε ἀναλάβει, τοῦ κατατάσσειν εἰς τὸν στρατὸν τοὺς Ῥωμυλιώτας, τὸ παραιτεῖτε σήμερον, καὶ λέγετε: χάριν τοῦ παραιτουμένου τούτου δικαιώματος, ἀποδώσατε ἀμνηστείαν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατετάχθησαν.
§88ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς οὐδεμίαν ἐν τῷ πορίσματι τῶν διαπραγματεύσεων πρόκειται ν’ ἀναλάβωμεν ὑποχρέωσιν περὶ τῶν ἐνταῦθα κατατασσομένων· πρόκειται ἐν αὐτοῖς περὶ τῆς τύχης τῶν ἐπανερχομένων εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Ῥωμυλίαν, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἀνεκοίνωσεν ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἕνα τῶν ὑπὸ τὴν διαπραγμάτευσιν ὅρων· ὑπάρχουσι καὶ πολλοὶ ἄλλοι ὅροι ὑπὸ διαπραγμάτευσιν· ταῦτα θέλουσι γνωσθῆ ὅταν φθάσωμεν εἰς ἀποτελέσματα καὶ ἀνακοινωθῇ ἡ σύμβασις. Οὐδεὶς ὅμως ἐγένετο λόγος ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσι περὶ τῶν ἀναμφηρίστων δικαιωμάτων τῆς Ἑλλάδος, ὅπως κατατάσσῃ ἢ ἀνακατατάσσῃ τοὺς προσερχομένους. Τὰ περὶ τούτων ἀφορῶσιν εἰς ἡμᾶς.
§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην γενομένη συζήτησις κατέστησε καταφανεῖς δύο δυσαρέστους πλοκάς, τὰς ὁποίας ἔχομεν ὡς συνέπειαν τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβε, κατατάξασα εἰς τὸν στρατὸν τοὺς ἄρτι πολιτογραφουμένους πολίτας Ἕλληνας, τοὺς καταγομένους ἐκ τῆς Βουλγαρίας. Αἱ δύο δυσάρεστοι πλοκαί εἰσιν αἱ ἑξῆς. Πρῶτον, ὅτι οἱ εἰρημένοι κατετάχθησαν ἀφοῦ ἐνεγράφησαν πολῖται Ἕλληνες, διὰ νὰ ἐγκατασταθῶσιν ἐν Ἑλλάδι, ὅτι καταταχθέντες καὶ ὑπηρετήσαντες ὡρισμένην διάρκειαν χρόνου, ἀπέρχονται τῆς Ἑλλάδος οἱ πλεῖστοι, ἂν ὄχι ὅλοι, εἰς τὰς ἑστίας των, ὅτι ἐπανερχόμενοι ἐκεῖ δὲν εἶναι ἀσφαλεῖς, ἐὰν θέλῃ ἀναγνωρισθῆ ἡ ἑλληνικὴ ἰθαγένεια, ἣν ἀπέκτησαν ἐνταῦθα· ἐπειδὴ δὲ εἶναι γνωστὴ ἡ στάσις, τὴν ὁποίαν ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος τηρεῖ πρὸ χρόνων ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις, πιθανὸν εἶναι, ὅτι θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς καταδιώξεις καὶ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἀναιρέσει ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ τὴν ἰδιότητα τοῦ πολίτου Ἕλληνος, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ ἀπέκτησαν· τοῦτο θὰ ἦναι μεγίστη ζημία, διότι ἡ τοιαύτη περιφρόνησις τῆς ἰδιότητος τοῦ πολίτου Ἕλληνος, ἡ τοιαύτη τύχη, εἰς τὴν ὁποίαν περιέρχονται οἱ τολμήσαντες νὰ ἐγγραφῶσι πολῖται Ἕλληνες, ἐμποιεῖ ὀδυνηρὸν αἴσθημα εἰς τοὺς Ἕλληνας ἢ τοὺς ἑλληνίζοντας ἢ τοὺς ἔχοντας ἑλληνικὴν καταγωγὴν, καὶ μειώνει τὸ γόητρον τοῦ Ἕλληνος πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τῶν ξένων. Ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μᾶς ἔδωκαν παραμυθίαν, ὅτι ἐργάζονται διὰ νὰ συνομολογήσωσι σύμβασιν, καὶ ἐλπίζουσι νὰ κατορθώσωσι τοῦτο, καὶ ἐξασφαλίσωσι τὰ δικαιώματα τῶν καταταχθέντων εἰς τὸν στρατὸν μέχρι τοῦδε καὶ ἐπανελευσομένων εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Ῥωμυλίαν. Ἐσυνείθισα νὰ δυσπιστῶ πρὸς πάσας τὰς διαβεβαιώσεις καὶ πάσας τὰς ἐλπίδας, τὰς ὁποίας δίδουσιν εἰς τὸ Κοινοβούλιον οἱ Ὑπουργοί. Ἤθελον δὲ συμβουλεύσει τοὺς κυρίους Βουλευτάς, νὰ δυσπιστῶσι πρὸς πάσας τὰς τοιαύτας διαβεβαιώσεις καὶ ἐλπίδας, ἔστω καὶ ἂν ἤθελον δείξει τὴν τοιαύτην δυσπιστίαν καὶ πρὸς ἡμᾶς. Ἀλλ’ ἰδίως θαῤῥύνομαι νὰ συστήσω εἰς αὐτοὺς ν’ ἀποδεχθῶσι μετ’ ἐπιφυλάξεως τὰς διαβεβαιώσεις καὶ ἐλπίδας τῶν νῦν κυβερνώντων, ἀφοῦ πολλάκις ἠκούσαμεν τοιαύτας, τὰς ὁποίας ὅμως ὁ χρόνος ἀπέδειξε πανηγυρικῶς ψευδεῖς. Ἀμφιβάλλω λοιπὸν, ἂν ἡ Βουλγαρία ἐπρόβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρώτη, ὡς ὁ Πρωθυπουργὸς εἶπε, καὶ ἐζήτησεν ἐκείνη πρώτη τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως, διὰ νὰ διαῤῥυθμίσῃ τὰς σχέσεις τῶν ἐν Βουλγαρίᾳ καὶ Ἀνατολικῇ Ῥωμυλίᾳ ἐπανελευσομένων, οἵτινες πρότερον εἶχον καταταχθῆ εἰς τὸν ἑλληνικὸν στρατόν· ἀλλὰ καὶ ἂν τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ἀληθὲς, ἀμφιβάλλω, ἂν αἱ διαπραγματεύσεις ἤθελον καταλήξει εἰς ἀποτελέσματα τοιαῦτα, ὁποῖα τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα ἀπαιτοῦσιν. Ὅ,τι δὲ πρὸ μικροῦ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὸ θέμα τῶν διαπραγματεύσεων τούτων εἶναι ἓν ἐκ τῶν πολλῶν,—διότι πλὴν αὐτοῦ εἶναι καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠξεύρομεν,—τοῦτο παντάπασι δὲν μὲ ἐνθαῤῥύνει νὰ πιστεύσω, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις δύνανται νὰ καταλήξωσιν εἰς μέτρα, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἐξασφαλίσει τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα. Καὶ διατὶ τοῦτο; Διατὶ νὰ διερχώμεθα πάντας τοὺς κινδύνους τούτους; Διατὶ νὰ ἐξαρτῶμεν τὰ συμφέροντα ἡμῶν ἀπὸ τὰς τοιαύτας πιθανότητας; Διότι ἐκ φιλανθρωπίας ἡ Κυβέρνησις, ὑπολαβοῦσα τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν ἀγαθοεργὸν κατάστημα, εἰσήγαγεν εἰς τὸν στρατὸν τοὺς ἐρχομένους ἐνταῦθα ἐξ Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας. Ἀλλ’ αὐτοί, οἱ προσερχόμενοι ἐνταῦθα, προσήρχοντο εἴτε διότι ἤθελον νὰ ἀποφύγωσι στρατιωτικὴν ὑποχρέωσιν ἐκεῖ, εἴτε διότι ἐπεθύμουν νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὸν στρατὸν τὸν ἑλληνικὸν ἐξ ἐνθουσιασμοῦ· αὐτοὶ ὅμως, πρὶν ἢ καταταχθῶσιν εἰς τὸν στρατὸν, ἐνεγράφοντο πολῖται Ἕλληνες. Ποίαν βεβαίωσιν εἶχεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅταν διὰ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον προεκάλει, ἐπολιτογράφει αὐτοὺς πολίτας Ἕλληνας, ὅτι αὐτοὶ ἤθελον ἐγκατασταθῆ ἐν Ἑλλάδι, καὶ δὲν ἤθελον ἀπέλθει εἴτε εἰς τὴν Ἀνατολὴν εἴτε εἰς ἄλλην χώραν, ἐν τῇ ὁποίᾳ δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ προστατεύσῃ αὐτοὺς, ἂν ἠμφισβητεῖτο ἡ ἐθνικότης αὐτῶν, ἢ νὰ διασώσῃ αὐτοὺς ἀπὸ καταπιέσεις καὶ ἀδικίας, ἂν ἡ ἑλληνικὴ ἐθνικότης ἐθεωρεῖτο ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ ἔγκλημα ἀπὸ τοὺς κρατοῦντας ἐν τῇ χώρᾳ; Τὰ πράγματα ἐτελέσθησαν δυστυχῶς καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσωμεν νὰ ἐκλείψωσιν αἱ συνέπειαι, τὰς ὁποίας τὰ τελεσθέντα ταῦτα παρήγαγον. Τέλος πάντων εὐτυχῶς ἠκούσαμεν ἀπὸ τὸν Πρωθυπουργὸν τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτι καὶ αὐτὸς ἀναγνωρίζει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κατατάσσωνται εἰς τὸν στρατὸν οἱ εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην ὑπαγόμενοι, οἱ προσερχόμενοι εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἀποκτῶντες διὰ Διατάγματος τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν· λέγω, ὅτι ἠκούσαμεν εὐτυχῶς, διότι ὅταν πρὸ ἑνὸς ἔτους ἐπέκρινα ἐγὼ τοῦτο, ἡ Κυβέρνησις ὑπεστήριζεν αὐτὸ, ὡς μέτρον συντελοῦν εἰς τὴν διαμόρφωσιν τοῦ στρατοῦ. Τῇ ἀληθείᾳ ἠπόρησα, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ στηριχθῇ ἐλπὶς, ὅτι ἡ κατάταξις ἀνδρῶν τοιούτων συνετέλει εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ στρατοῦ, ἐξησφάλιζε τὸ Κράτος εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας οἱ θεσμοὶ τῆς χώρας καὶ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας ἐπιβάλλουσιν εἰς τὸν στρατὸν, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ στηριχθῶσιν ἐλπίδες τοιαῦται ἐπὶ τοῦ μέτρου τούτου. Τοῦτο δὲ ἦτο ἡ δευτέρα δυσάρεστος πλοκὴ, περὶ ἧς ἀρχόμενος τοῦ λόγου εἶπον. Ἀλλ’ εὐτυχῶς τοῦτο ἀνεγνώρισεν ὁ Πρωθυπουργὸς, καὶ ἀνωμολόγησε κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτι δὲν θεωρεῖ τὸ μέτρον ἀναγκαῖον, ἀλλ’ ὅτι ἠναγκάσθη νὰ καταφύγῃ εἰς αὐτὸ, διὰ νὰ περιθάλψῃ τοὺς προσελθόντας· ἐλπίζω ὅτι δὲν θέλει ἐπαναληφθῆ τοῦτο πρὸς περίθαλψιν ἄλλων προσελευσομένων. Ὡς πρὸς δὲ τὴν πίστωσιν τῶν 10,000 δραχμῶν, ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης καὶ εἰς τὴν ὁποίαν μετὰ μεγάλης εὐκολίας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔδωκεν ἀπάντησιν, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι βάσιμος, πρέπει δὲ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νὰ διαταχθῶσι τὰ τοῦ τρόπου τῆς διανομῆς τῶν βοηθημάτων.
§90ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅ,τι ἐφρόνουν πρότερον περὶ τῶν κατατασσομένων ἀνδρῶν, τῶν ἐκ τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας καὶ Βουλγαρίας προσερχομένων, τοῦτο φρονῶ καὶ ἤδη, ὅ,τι ἄρα ἐπράξαμεν μέχρι τοῦδε, τοῦτο θὰ πράξωμεν καὶ εἰς τὸ ἑξῆς. Ταῦτα εἶπον ἀπόψε, καὶ δὲν βλέπω, ποῦ στηριχθεὶς ὁ κ. Βουλευτὴς, διέγνω ἐπιχαίρων μεταβολὴν γνώμης. Οὐδέποτε εἶπον περὶ τῶν κατατασομένων ἐν τῷ στρατῷ ἐκ τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας ἢ Βουλγαρίας, ὅτι μετέβαλον ἣν περὶ αὐτῶν εἶχον γνώμην, ὅτι ἦσαν ἐκ τῶν ἀρίστων στοιχείων τοῦ στρατοῦ, θεωρῶν αὐτοὺς πάντοτε ὡς ἄνδρας ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ὠφελίμους εἰς τὸν στρατὸν ἡμῶν καὶ περιποιοῦντας τιμὴν εἰς αὐτὸν, ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμῶ καὶ δὲν ἐπεθύμουν τὴν κατάταξιν αὐτῶν διὰ λόγους ἄλλους, διὰ λόγους σχετικοὺς πρὸς τὸ ὅλον λειτουργοῦν σύστημα στρατολογίας μὴ συμβιβαζόμενον πρὸς τὴν κατάταξιν ἐθελοντῶν. Ἡ κατάταξις ἐθελοντῶν ἔχει πολλὰ πλεονεκτήματα, ἰδίως μάλιστα ἐθελοντῶν, ὁποῖοι οἱ ἐκ Βουλγαρίας καὶ Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας, οὐδὲ ἀσπάζομαι τὴν γνώμην τῶν φρονούντων, ἢ ἀκριβέστερον τῶν ἐπιτηδευομένων τὸ φρόνημα, ὅτι οἱ ἄνδρες οὗτοι, ὡς προερχόμενοι ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, παρέχουσιν ὀλιγωτέρας ἐγγυήσεις ὑπὲρ τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ ἐθνικοῦ αὑτῶν καθήκοντος τῶν ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ καταγομένων, διότι θεωρῶ αὐτοὺς Ἕληνας, ὡς καὶ πάντας τοὺς ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ Ἕλληνας, καὶ τιμὴν τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ τὴν τοιαύτην τῆς νεοσυλλεξίας ἐπὶ τοῦ ἐκτὸς τῶν ὁρίων Ἑλληνισμοῦ ἐπέκτασιν. Ἐπεθύμουν νὰ μὴ περιηρχόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς κατατάξεως τῶν προσφύγων τούτων, διότι, ὡς εἶπον, τὸ σύστημα ἐν γένει τῆς νεοσυλλεξίας, ὅπερ ἀπεδέχθημεν ἐν τῷ ἡμετέρῳ στρατῷ, δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὴν κατάταξιν ἐθελοντῶν. Καίτοι οἱ πρόσφυγες οὗτοι εἶναι ἐκτάκτως καλοὶ νεοσύλλεκτοι, ἐπειδὴ ὅμως εἶναι ἐθελονταὶ, θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ μὴ κατετάσσοντο, ἐξ ἀνάγκης ὅμως ἐγένοντο δεκτοὶ πρὸς κατάταξιν μέχρι τοῦδε καὶ θὰ ἐξακολουθῶσι κατατασσόμενοι εἰς τὸ ἑξῆς, ἐφ’ ὅσον ἐπιμένουσιν ἐρχόμενοι· ἡμεῖς συνεβουλεύσαμεν καὶ συμβουλεύομεν αὐτοῖς τὴν μὴ προσέλευσιν, τοῖς λέγομεν, ὅτι ἐρχόμενοι δὲν εἶναι βέβαιοι ὅτι ἐπιτυγχάνουσιν τοῦ σκοποῦ αὐτῶν, ἐκτὸς ἐὰν σκοπὸς τῆς προσελεύσεως αὐτῶν εἶναι ἡ ἀποκατάστασις ἐν Ἑλλάδι. Προσερχόμενοι μετὰ προθέσεως παλινοστίας, οὐδεμίαν ἔχουσι βεβαιότητα, ὅτι ἐπανερχόμενοι εἰς τὰς ἑστίας αὐτῶν δὲν θέλουσι καταδιωχθῆ ὑπὸ τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως. Ταῦτα τοῖς εἴπομεν δι’ ὅλων τῶν μέσων, ἅτινα διαθέτομεν, ὅπως ἀνακοινώσωμεν τὰς πεποιθήσεις ἡμῶν πρὸς αὐτοὺς ἀλλὰ καίτοι ἀνεκόπη ἡ ὁρμὴ τῆς προσελεύσεως αὐτῶν ἐνταῦθα, σπουδαίως ἐλαττωθέντος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατατασσομένων, δὲν ἔπαυσεν ὅμως ὁλοσχερῶς ἡ προσέλευσις. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ἀνεκάλυψεν ἐκ τῆς συζητήσεως πλοκὰς, ἐπελθούσας ὡς ἐκ τῆς κατατάξεως τῶν ἀνδρῶν, ἀλλ’ οὐδεμιᾶς πλοκῆς ἀνατρέχει ἡ ἀρχὴ εἰς τὴν κατάταξιν τῶν ἀνδρῶν· αἱ πλοκαὶ ἐπῆλθον ἐκ τῆς φυγῆς τῶν ἀνδρῶν ἐξ Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας καὶ Βουλγαρίας. Καταφυγόντων αὐτῶν ἐνταῦθα, ἡ κατάταξις αὐτῶν ἐν τῷ στρατῷ ἠλάττωσε τὰς ἐκ τῆς φυγῆς δυσχερείας, διότι τοὐλάχιστον ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς ἀποκατάστασιν ἐφ’ ὅσον μένουσιν ἐνταῦθα, ἢ καὶ διαρκῶς, ὁπότε τὰ ἐκ τῆς ἀναγνωρίσεως αὐτῶν ὡς Ἑλλήνων ὑπηκόων κατ’ οὐδὲν διαφέρουσι τῶν ἐκ τῆς ἀναγνωρίσεως παντὸς ἄλλου ὁμογενοῦς μεταναστεύοντος ἐκ Κράτους, πρὸς ὃ δὲν συνδεόμεθα διὰ συνθήκης περὶ ὑπηκοότητος. Αὐτὴ ἡ Ἀμερικὴ, τὸ μέγιστον ἴσως τῶν Κρατῶν σήμερον, ἐνόσῳ ἐπολιτογράφει Ἄγγλους ὑπηκόους, μὴ ἔχουσα κεκανονισμένα τὰ τῆς ὑπηκοότητος διὰ συνθήκης μετὰ τῆς Ἀγγλίας, ἢ Γερμανοὺς ὑπηκόους, μὴ ἔχουσα αὐτὰ κεκανονισμένα διὰ συνθήκης μετὰ τῆς Γερμανίας, δὲν ἠδύνατο ἀπροσκόπτως νὰ ἐπεκτείνῃ ἐπὶ τοὺς οὕτω πολιτογραφουμένους τὴν προστασίαν της, ὅταν οὗτοι ἐπανέκαμπτον εἰς Γερμανίαν ἢ Ἀγγλίαν· ἤδη, ὅτε ἐπετεύχθη ὁ κανονισμὸς τῶν τῆς ὑπηκοότητος διὰ συνθηκῶν Γερμανίας καὶ Ἀμερικῆς, Ἀγγλίας καὶ Ἀμερικῆς, ἐξέλιπεν ἡ δυσχέρεια. Πρὸ τῆς τοιαύτης ἄρσεως τῆς δυσχερείας ἀνεφύοντο μεταξὺ Γερμανίας καὶ Ἀμερικῆς, μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ἀμερικῆς διαφοραὶ ἐκ τοῦ ζητήματος τούτου, δὲν διεξεδίκει ὅμως ἡ Ἀμερικὴ ἀπόλυτον δικαίωμα προστασίας καὶ ἐν τῷ τόπῳ τῆς καταγωγῆς αὐτῶν τῶν διὰ πολιτογραφήσεως ἀποκτησάντων τὴν Ἀμερικανικὴν ὑπηκοότητα. Ἄρα ἐννοεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι τοὺς ἐκ Βουλγαρίας καὶ ἐξ Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας προσφεύγοντας εἰς τὴν Ἑλλάδα Ἕλληνας ὀφείλομεν νὰ μὴ δεχώμεθα ἐνταῦθα, καὶ νὰ μὴ πολιτογραφῶμεν, ἀσχέτως πρὸς τὴν ἐν τῷ στρατῷ κατάταξιν; Ὅταν τις ἐξ Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας καὶ Βουλγαρίας προσφεύγῃ ἐνταῦθα, λέγων ὅτι μετὰ τὴν νέαν τῶν πραγμάτων κατάστασιν ἐν τῇ χώρᾳ του σκοπεῖ νὰ ἐγκαταλίπῃ αὐτὴν καὶ δὲν σκοπεῖ νὰ ὑπηρετήσῃ ἐν τῷ στρατῷ τῷ βουλγαρικῷ, ἔρχεται δὲ ἐνταῦθα ἵνα ἐγκαταστῇ, καὶ ζητῇ ἵνα ἀναγνωρισθῇ ὡς ὑπήκοος Ἕλλην, εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀρνηθῇ τὴν ὑπηκοότητα εἰς τὸν οὕτω προσφεύγοντα εἰς χώραν ἑλληνικὴν Ἕλληνα; Βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ τῷ ἀρνηθῶμεν αὐτήν, καὶ ἂν ἔτι, ἀναγνωρίζοντες αὐτὸν ὡς ὑπήκοον Ἕλληνα, δὲν θὰ ὦμεν βραδύτερον εἰς θέσιν νὰ τὸν προστατεύσωμεν, ἐπανερχόμενον εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Ῥωμυλίαν ἢ τὴν Βουλγαρίαν. Κακὸν τοῦτο, ἀλλ’ οὐδένα ἠπατήσαμεν, διότι οἱ οὕτως ἀποκτῶντες τὴν πολιτογράφησιν καλῶς γινώσκουσιν, ὅτι, μὴ ὑπαρχούσης συνθήκης μετὰ τῆς χώρας, εἰς ἣν ἐπανακάμπτουσιν, ἀπολυόμενοι ἐκ τῶν τάξεων, δὲν δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν προστασίαν αὐτῆς ἐπ’ αὐτοὺς μετὰ τὴν ἐπάνοδον ἐν τῇ χώρᾳ τῆς καταγωγῆς. Ἐφ’ ὅσον μένουσιν ἐν Ἑλλάδι, θ’ ἀπολαύωσιν, ὡς πολῖται Ἕλληνες, πασῶν τῶν προνομιῶν, τῶν ἀνηκουσῶν εἰς τὸν ὑπήκοον Ἕλληνα, ἐπίσης ὡς ὑπήκοοι Ἕλληνες θ’ ἀναγνωρίζωνται καὶ ἐν παντὶ ξένῳ Κράτει, πλὴν τοῦ Κράτους τῆς καταγωγῆς, ἐφ’ ὅσον τοῦτο δὲν ἐκανόνισε τὰ τῶν συνεπειῶν τῆς πολιτογραφήσεως διὰ συνθήκης πρὸς τὴν Ἑλλάδα, διότι τὸ Κράτος τῆς καταγωγῆς, ἂν μὴ ἀνέλαβεν ἐκ συνθήκης ἐναντίαν ὑποχρέωσιν, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ αὐτοὺς ὡς ἀπολέσαντας τὴν ἀρχικὴν ἐθνικότητα καὶ ἀποκτήσαντας νέαν.
§91ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδεμίαν εὐκρινῆ ἰδέαν ἔχει περὶ τοῦ ζητήματος ὁ κ. Πρωθυπουργός. Σᾶς εἶπε πρὸ ὀλίγου: «ἡμεῖς δὲν ἠπατήσαμέν τινα»· ἀλλ’ ἡμεῖς τὸν κατηγοροῦμεν, ὅτι ἠπατήθη, ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι τὴν ἰδιότητα τοῦ πολίτου Ἕλληνος δὲν ἠδύνατο νὰ τὴν ἀπονείμῃ τόσον εὐκόλως, ἐπιμένων δὲ εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἤδη ἀπεδείχθη ἐκ τῆς πείρας ὡς ὅλως σφαλερόν, οὐδὲν ἕτερον πράττει ἢ νὰ ῥίπτῃ τὴν ἑλληνικὴν ὑπηκοότητα εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐννοοῦν ἢ νὰ τὴν ἐκμεταλλευθοῦν. Ὑπὸ τοὺς ὅρους, οὓς διέγραψεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἡ ὑπηκοότης ἑκάστου Κράτους θὰ ἦτο ἕρμαιον παντός, ὅστις θὰ ἐνόει νὰ ἐκμεταλλευθῇ ταύτην· ἐὰν τις, ὅπως ἐπωφεληθῇ περιστάσεώς τινος, πολιτογραφηθῇ ἐν Γαλλίᾳ, κατόπιν δέ, ἐπανερχόμενος ἐν Ἑλλάδι, καταδιωχθῇ, ὅτε ἡ ὑπηκοότης τοῦ Γάλλου δὲν θὰ δύναται νὰ τὸν ὠφελήσῃ, βεβαίως ἡ Γαλλία δὲν τὸν ἠπάτησεν, ἀλλ’ αὐτὸς τὴν ἠπάτησε, διότι πρὸς κερδοσκοπίαν ἐζήτησε καὶ ἔλαβε τὴν γαλλικὴν ὑπηκοότητα. Αἱ ἰδέαι, ἃς ἠκούσατε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογηθῶσιν, ἐξερχόμεναι ἐκ τοῦ στόματος Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψῃ τις τὴν πρόσκτησιν τῆς ἑλληνικῆς ὑπηκοότητος προσκαίρως καὶ χάριν οἱασδήποτε ἀφορμῆς, ἣν ἔχει αὐτὸς, ὁ ζητῶν τὴν ὑπηκοότητα; Βεβαίως δὲν ὑπῆρξε τοιοῦτος ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου ἐκείνου, τοῦ ἐκτάκτου. Ἐὰν ὁ νόμος ἐκεῖνος ὁ ἔκτακτος καὶ ὁ ὁποῖος μόνον εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀπονείμῃ τὴν ἑλληνικὴν ὑπηκοότητα εἴς τινα πρὶν ἢ διανύσῃ τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον διαγράφει ὁ ἀστικὸς νόμος, τὸ ἔπραξε διότι ἐνόμισεν ὅτι ἡ ὑπηκοότης ἡ ἑλληνικὴ ἔπρεπε νὰ δοθῇ ὡς βραβεῖον ὑπὲρ μεγάλων ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἤθελον συντελέσει ὑπὲρ ἀναπτύξεως τῶν ἑλληνικῶν ἰδεῶν, καὶ ὄχι ὑπὲρ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦν νὰ τὰς ἐκμεταλλευθοῦν. Ἐὰν τοιαύτην ἑρμηνείαν δίδητε εἰς τὸν νόμον, βεβαίως κακῶς δίδετε αὐτήν, καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ πράξῃ ἡ Βουλή, εἶναι, νὰ ἀφαιρέσῃ τὸ ὅπλον αὐτὸ ἀπὸ τὰς χεῖράς σας, διότι διαφθείρει τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ τὴν ὑπηκοότητα τοῦ πολίτου Ἕλληνος καὶ καταῤῥίπτει τὸ γόητρον αὐτῆς.
§92ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶπον καὶ χθὲς τὸ ἑσπέρας, ὅτι ὁ ἔχων αἷμα ἑλληνικὸν καὶ εὑρισκόμενος κατὰ κακὴν τύχην ἐν χώρᾳ, ἐν ᾗ τὸ αἴσθημα τὸ ἑλληνικὸν καὶ ἡ ἰδιότης τοῦ Ἕλληνος δὲν ἔχουσι πλέον τὴν προστασίαν, ἧς μέχρι πρὸ ὀλίγου ἐτύγχανον, ὁ τοιοῦτον αἷμα ἔχων καὶ μὴ ἐπιθυμῶν νὰ μεταβάλῃ τὴν ἐθνικότητα αὑτοῦ, τὴν ἐκ γενετῆς, προσπαθῶν δὲ νὰ διασώσῃ αὐτὴν διὰ τῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα καθόδου καὶ εἰς τὸν στρατὸν αὐτῆς ἐγγραφῆς, βεβαίως δὲν εἶναι ἄνθρωπος ἀνάξιος τῆς πολιτογραφήσεως, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν ἐν ἔτει 1881, νομίζω. Ὁ Ἕλλην ὁ τοιοῦτος εἶναι ἄξιος πάσης προνοίας ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους· καὶ ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἠρνεῖτο εἰς τοιοῦτον Ἕλληνα τὴν πολιτογράφησιν, τὴν εἴσοδον αὐτοῦ εἰς τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν, ἤθελε βεβαίως πράξει τι ἄκρως ἀντικείμενον εἰς τὰ καθήκοντα τὰ πρὸς ἑαυτὴν καὶ τὰ πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸν, ἤθελε πράξει τι, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἰσοδυναμεῖ πρὸς τοῦτο: «φῦγε ἐντεῦθεν σύ, ὁ Ἕλλην, σὺ ὁ ἐπιθυμῶν νὰ ζήσῃς ὡς Ἕλλην· ὕπαγε πάλιν καὶ κατατάχθητι ἐκεῖ, ὅπου δὲν σοὶ ἐπιτρέπει τὸ αἴσθημά σου τὸ ἐθνικὸν νὰ καταταχθῇς».
§93ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ὑπήκοος Ἕλλην καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος φλέγεται ἐκ τοῦ πόθου τοῦ πατριωτισμοῦ, δὲν ἔρχεται νὰ καταταχθῇ ἐπὶ δύο ἔτη καὶ νὰ ἀναχωρήσῃ τὴν ἐπιοῦσαν, ἔρχεται μὲ τὸν σκοπὸν νὰ ἐγκατασταθῇ. Βεβαίως δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν εἶναι σοφώτερος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐθέσπισαν τὰς διατάξεις τῶν ἀστικῶν νόμων καὶ τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἀγγλίας καὶ ὅλων τῶν ἄλλων, ἐθνῶν ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζει, ὅτι ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ἀστικοὶ νόμοι δὲν ἔχουσι τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ψῆφος, ἣν δίδουσιν εἰς αὐτὸν οἱ πολιτογραφούμενοι ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ κατατασσόμενοι εἰς τὸν στρατὸν, διότι βεβαίως κατεχράσθητε τοῦ νόμου ἐκείνου καὶ βεβαίως κατεχράσθητε τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχετε, νὰ ἀπονέμητε τὴν ἑλληνικὴν ὑπηκοότητα εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι τὴν μίαν ἡμέραν ἤρχοντο ἐνταῦθα καὶ τὴν ἄλλην ἐβαπτίζοντο πολῖται Ἕλληνες· καὶ σᾶς ἀνέγνωσα ἄλλοτε τὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐξεδώσατε κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, διὰ νὰ λάβητε μίαν ψῆφον, καὶ ὅσοι ὑπῆρχον Βουλευταὶ κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, βεβαίως ἐνθυμοῦνται, δὲν ἔχω δὲ κἀμμίαν δυσκολίαν νὰ σᾶς τ’ ἀναγνώσω πάλιν, ἀλλὰ βεβαίως θεωρεῖτε σεῖς, ὅτι ἡ ψῆφος αὕτη εἶναι ὑπερτέρα τῆς ὑψηλῆς ἰδέας, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἀπονέμηται εἰς τὴν ὑπηκοότητα τὴν ἑλληνικὴν καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ πολίτου Ἕλληνος.
§94ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἀδύνατον ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ὁμιλήσῃ καὶ ἐν τῇ ὁμιλίᾳ αὑτοῦ νὰ μὴ παρεμβάλῃ τὰ ταπεινά· ἀλλ’ εἰς ταῦτα δὲν ἔχω σκοπὸν ἐγὼ νὰ ἀσχοληθῶ οὐδ’ ἐπὶ στιγμήν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτής, ὁ ὁποῖος μετὰ τόσης θέρμης ἀνέφερε τὰ γινόμενα ἀλλαχοῦ, προκειμένου περὶ πολιτογραφήσεως, ἀγνοεῖ, φαίνεται, ἐντελῶς ποῖοι εἶναι οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς ὑφίσταται ὁ Ἑλληνισμός. Ἐὰν ὁ Γαλλικὸς νόμος, ὁ Ἰταλικὸς νόμος δὲν ἐπιτρέπῃ εὐκόλως, ὑποθέτω, τὴν πολιτογράφησιν, τοῦτο ἔχει λόγον φυσικώτατον, διότι τὸ ἔθνος τῶν Γάλλων εὑρίσκεται συγκεντρωμένον ἐν Γαλλίᾳ καὶ δὲν ἔχει ἢ ξένους μόνον νὰ πολιτογραφήσῃ ἔξωθεν ἡ Γαλλία· σπανίως εὑρίσκονται Γάλλοι, ζῶντες ὑπὸ ἄλλην ἐθνικότητα εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἀλλ’ οἱ Ἕλληνες κυρίως ἐν διασπορᾷ ζῶσι, καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς Ἕλληνας, τοὺς διατηροῦντας ἀκμαῖον τὸ ἑλληνικὸν αἴσθημα, δὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἀρνηθῆτε τὴν πολιτογράφησιν. Διὰ τοῦτο ὁ νοῦς τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε πάντοτε εὐρὺς, ἀνεγνώρισε τὴν ἀλήθειαν ταύτην, προέβαλεν εἰς ψήφισιν νόμον, ἀφορῶντα οὐχὶ εἰς τοὺς μεγάλους πολίτας, διότι περὶ αὐτῶν ὑπῆρχεν ἤδη νόμος, ἀλλ’ εἰς τούτους τοὺς κοινοὺς Ἕλληνας, καὶ ἐπέτρεψεν εἰς αὐτοὺς νὰ πολιτογραφηθῶσι.
§95Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὀφείλω νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς μνήμης τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὕβρισεν αὐτὴν, παραστήσας ὅτι ὁ Κουμουνδοῦρος ἤθελεν ἐφαρμόσει τὸν νόμον περὶ πολιτογραφήσεως ὡς ἐφήρμοσαν τὸν νόμον αὐτοί. Ὁ Κουμουνδοῦρος, ἐν χρόνῳ ἐπιστρατεύσεως, ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν δὲν ἦτο μὲν βέβαιον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἤθελε πολεμήσει, ἀλλὰ δὲν ἦτο καὶ ἀπίθανον, προεκάλεσε νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετράπη νὰ πολιτογραφῶνται ὡς πολῖται Ἕλληνες ὅσοι ἤθελον ἐλθεῖ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ δηλώσει τοιαύτην προαίρεσιν. Ἀλλ’ ὅσοι τότε ἤθελον ἐλθεῖ καὶ δηλώσει τοιαύτην προαίρεσιν, θὰ ἤρχοντο νὰ συντελέσωσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν τῆς Ἑλλάδος. Ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος δὲν ἐνόει, ὅτι ἐν εἰρήνῃ ἠθέλομεν ἀνοίξει τὰς θύρας καὶ δεχθῆ χιλιάδας ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ζητήσει νὰ πολιτογραφηθῶσιν. Ἡ τοιαύτη ἐφαρμογὴ τοῦ περὶ πολιτογραφήσεως νόμου εἶναι μία λύσις τοῦ ἀνατολικοῦ ζητήματος, ἀλλ’ οὕτω τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα λύεται κατ’ ἄλλον τρόπον, κατ’ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἔλεγεν ὁ μακαρίτης Ζωχιός. Ἔλεγε κατὰ τὸ 1876 καὶ 1877 ὁ μακαρίτης Ζωχιὸς, ὅτι δὲν ἐνόει Ἀνατολικὸν ζήτημα, διότι μίαν ἐγίνωσκεν Ἑλλάδα, ταύτην τὴν ὑπάρχουσαν, τὸ ἐλεύθερον Βασίλειον. Ὅσοι ἐκ τῶν κατοικούντων ἐν ταῖς ὑπὸ τὴν Τουρκίαν Ἑλληνικαῖς ἐπαρχίαις νομίζουσιν ὅτι εἶναι Ἕλληνες, ἂς ἔλθωσι νὰ κατοικήσωσιν ἐνταῦθα, καὶ ν’ ἀποκατασταθῶσι μεθ’ ἡμῶν ἐν τῷ Βασιλείῳ. Νὰ ζητῶσι νὰ ὑπάγωμεν ἡμεῖς εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, ἵνα ἐλευθερώσωμεν τὴν χώραν αὐτῶν, εἶναι μωρία. Τί ἄλλο ἔλεγε πρὸ μικροῦ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν; Τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶπε πλαγίως καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅταν ἔλεγεν: «ἐρωτῶ τὸν κύριον Βουλευτὴν Ἀρκαδίας, ἐὰν ἔλθωσιν ἄνθρωποι, ζητοῦντες νὰ πολιτογραφηθῶσιν Ἕλληνες, δὲν ἤθελε δεχθῆ νὰ πολιτογραφήσῃ αὐτοὺς, καίπερ ἔχοντας ἑλληνικὸν αἷμα εἰς τὰς φλέβας των;» Βεβαίως δὲν θέλομεν στέρξει νὰ πολιτογραφήσωμεν χιλιάδας ἀνθρώπων, εἰς τὰς φλέβας τῶν ὁποίων ῥέει ἑλληνικὸν αἷμα, διότι δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἔλθωσι νὰ κατοικήσωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα πάντες οἱ ὑπὸ τὴν Τουρκίαν Ἕλληνες τὸ γένος, ἀλλὰ θέλομεν τοὺς προτρέψει νὰ ἐξακολουθήσωσι κατοικοῦντες ἐν ταῖς Ἑλληνικαῖς χώραις, τὰς ὁποίας κατοικοῦσιν. Αἱ ὑπὸ τὴν Τουρκίαν Ἑλληνικαὶ χῶραι εἰσιν Ἑλληνικαὶ καὶ διότι κατοικοῦνται ὑπὸ Ἑλλήνων, ἢ ὑπὸ πληθυσμοῦ, ἐν ᾧ πλειοψηφεῖ τὸ Ἑλληνικὸν στοιχεῖον. Ἄλλως διὰ ποίαν αἰτίαν ἐδυσφορήσαμεν διὰ τὸ ὑπὸ τοῦ Σουλτάνου ἐκδοθὲν φιρμάνιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνετράπησαν οἱ θεσμοὶ τῆς Κρήτης, τοὺς ὁποίους εἶχεν ἐξασφαλίσει μάλιστα διεθνὴς πρᾶξις; Ἀντὶ νὰ δυσφορῶμεν, ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς Κρῆτας, νὰ καταλίπωσι τὸ ἔδαφος τῆς πατρίδος των, νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, νὰ ἀφήσωσι δὲ τὴν Κρήτην, ἵνα κατοικήσωσιν αὐτὴν μόνοι οἱ Τοῦρκοι. Διατί ἀνησυχοῦμεν περὶ τοῦ ζητήματος τῆς Μακεδονίας; Οἱ Μακεδόνες, ὅσοι νομίζουσιν ὅτι ἔχουσιν ἑλληνικὸν αἷμα, ἂς ἔλθωσι νὰ κατοικήσωσι τὴν Ἑλλάδα. Αἱ ἰδέαι αὗται δὲν εἶναι αἱ ἰδέαι, τὰς ὁποίας οἱ πατέρες ἡμῶν ἐκληροδότησαν εἰς ἡμᾶς, καὶ τὰς ὁποίας τὸ ἔθνος ἀπεδέξατο ὡς πρόγραμμα τοῦ μέλλοντος τοῦ κρατιδίου ἡμῶν. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἔλεγε πρὸ μικροῦ, ὅτι αὐτὸς θέλει πράξει καὶ εἰς τὸ μέλλον ὅ,τι μέχρι τοῦδε ἔπραξε. Καὶ τὸ ἔλεγε διὰ νὰ ἀναιρέσῃ ἐμὲ, ὅστις εἶπον, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς μετέβαλε γνώμην, διότι, ἐνῷ πέρυσι, κατακρινόμενος ὑπ’ ἐμοῦ διὰ τὴν ἐν τῷ στρατῷ κατάταξιν τῶν ἐλθόντων ἐκ τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας, ἔλεγεν ὅτι καλῶς κατέταξεν αὐτοὺς, ἐφέτος ἔλεγεν, ὅτι ἡ κατάταξις ἦτο μέτρον, τὸ ὁποῖον κατ’ ἀνάγκην ἔλαβε πρὸς περίθαλψιν αὐτῶν. Ἕνεκα τούτου εἶχον ἀληθῶς ὑπολάβει, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν ἦτο διατεθειμένος νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξε κατὰ τὸ παρελθὸν, ἀλλ’ οὗτος μὲ ἐβεβαίωσε περὶ τοῦ ἐναντίου. Τὴν βεβαίωσιν αὐτοῦ ταύτην εὑρίσκω σύμφωνον μὲ τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἀνδρὸς καὶ μὲ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν λειτουργεῖ ἡ διάνοια αὐτοῦ. Ἐγὼ ἑπομένως πείθομαι, ὅτι καὶ εἰς τὸ μέλλον θέλει πράξει ὅσα ἔπραξε μέχρι τοῦδε, οὐχὶ μόνον ἐπὶ τῶν ἐκ Ῥωμυλίας ἐλθόντων, οὓς κατέταξεν εἰς τὸν στρατὸν, ἀλλ’ ἐπὶ παντὸς, ὅπερ ἀνάγεται εἰς τὴν κυβερνητικὴν ἐξουσίαν, ἣν διαχειρίζεται. Καὶ ἐπὶ τῆς ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς παρασκευῆς τοῦ ναυτικοῦ, καὶ ἐπὶ τῆς προστασίας τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ ἐπὶ τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους, καὶ ἐπὶ τῆς διαῤῥυθμίσεως τῶν οἰκονομικῶν αὐτοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν δυστυχῶς νὰ προσδοκᾷ τις παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἄλλο τι ἢ ὅσα μέχρι τοῦδε ἔπραξε. Διὰ τοῦτο ἀμέσως ἐλησμόνησεν ὅσα πρὸ πέντε λεπτῶν τῆς ὥρας ἔλεγεν, ὅταν ἐπληροφόρει τὴν Βουλὴν, ὅτι κατέταξε τοὺς ἐξ Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας ἐλθόντας, ὅπως περιθάλψῃ αὐτούς. Ἐδράξατο μάλιστα τῆς εὐκαιρίας νὰ ἐκθειάσῃ αὐτοὺς καὶ διὰ τὰ ἑλληνικὰ αἰσθήματά των καὶ διὰ τὸ παράστημα αὐτῶν, καὶ διὰ τὸν ἐνθουσιασμὸν, τὸν ὁποῖον αἰσθάνονται, καὶ διὰ τὰ ἤθη αὐτῶν. Εὐτυχῶς οἱ λόγοι αὐτοῦ πλέον δὲν πιστεύονται ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν, ἑπομένως, καὶ ἂν ἐπανέλαβεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ἀπεπλάνησαν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ταῦτα δὲν ἔχουσι πλέον πέρασιν, οὐδὲ δύνανται πλέον ν’ ἀποπλανήσωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Μήπως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν γνωρίζει, ὅτι ὁ στρατὸς συντάσσεται κατὰ τοὺς νόμους διὰ κληρώσεων, ἐὰν δὲ συνέφερεν εἰς τὸ Κράτος νὰ συγκροτῆται οὐχὶ διὰ κληρώσεων, ἀλλ’ ἐξ ἐθελοντῶν, ἤθελον διατάξει τοῦτο οἱ νόμοι; Μήπως δὲν γνωρίζει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅτι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἀνοίξωμεν τὰς θύρας τοῦ στρατοῦ εἰς ἐθελοντάς, ἠθέλομεν καλέσει εἰς αὐτὸν κατὰ προτίμησιν τοὺς κατοικοῦντας ἐν τῷ Κράτει; Οἱ ἐξ Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας Ἕλληνες ἔχουσιν ἑλληνικὸν αἷμα εἰς τὰς φλέβας των, ἀλλὰ δὲν ἔχουσιν ἔννοιαν πλήρη τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων τοῦ πολίτου, οὐδ’ ἐξῳκειώθησαν ἐν τῇ ἐνασκήσει αὐτῶν μὲ τοὺς περὶ τούτων θεσμούς. Εἶναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι μόνον Θεὸν καὶ Κυβέρνησιν, διὰ τοῦτο εὐλόγως δὲν ἐμπιστευόμεθα αὐτοὺς ὡς φύλακας τῶν θεσμῶν ἡμῶν. Ἐὰν πρόκηται νὰ πολεμήσωμεν πρὸς ἐχθροὺς τῆς Ἑλλάδος, ἐμπιστευόμεθα αὐτοὺς, καὶ ἐσμὲν βέβαιοι, ὅτι θέλουσι χύσει τὸ αἷμά των ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλὰ δὲν θέλομεν αὐτοὺς φρουροὺς τῶν καλπῶν ἐν ταῖς ἐκλογαῖς, οὔτε φρουροὺς τῆς τάξεως ἐν ταῖς πόλεσιν. Ἀφοῦ καὶ δὲν ἀνετράφησαν ἀκόμη ἐν τῷ σεβασμῷ τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν αὐτοὶ οἱ χωροφύλακες, καίπερ ἐκ τῶν κατοίκων τῆς χώρας λαμβανόμενοι, καὶ ἀκούετε καθ’ ἡμέραν παράπονα κατὰ χωροφυλάκων, θέλετε οἱ συμπολῖται ἡμῶν οὗτοι, οἱ ἐκ τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας ἐλθόντες, οἵτινες οἱ δυστυχεῖς μόλις χθὲς ἀνέπνευσαν ἐλεύθερον ἀέρα, νὰ ἔχωσι τὸν πόνον, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ἡμεῖς, ὅταν πρόκηται περὶ τῶν θεσμῶν μας; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ στρατοῦ οὔτε τῆς Ἑλλάδος τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ὁ Πρωθυπουργὸς ἐφήρμοσε μέχρι τοῦδε, καὶ ἀποκρούω αὐτὸ, καὶ βεβαιῶ ὅτι ἡμεῖς οὐδέποτε θέλομεν ἐφαρμόσει αὐτὸ, ἐὰν ὡς ἀντιπολίτευσις ἠθέλομεν περιέλθει εἰς τὴν κυβέρνησιν τῆς χώρας, διότι κρίνομεν αὐτὸ, διὰ τοὺς ἐκτεθέντας λόγους, ἐπιζήμιον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἐπιζήμιον δὲ καὶ εἰς τὰ συμφέροντα αὐτῶν τούτων.
§96ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι, ἐὰν σκέπτωνται περὶ αὐτοῦ ταπεινὰ, εἶναι διότι πράττει ταπεινὰ, διότι οἱονδήποτε μέτρον ἔλαβεν ὡς Ὑπουργὸς, εἴτε τῶν Ἐσωτερικῶν εἴτε τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰς οὐδὲν ἕτερον ἀπέβλεψεν, εἰμὴ εἰς τὴν ταπεινὴν ὑποστήριξιν τῆς θέσεώς του. Πέρυσι τῷ ἐχορηγήθη μία πίστωσις, ἀφορῶσα εἰς τὴν ἀπογραφήν· ἡ πρώτη του ἐργασία ἦτο νὰ διορίσῃ κομματάρχας. Κακῇ μοίρᾳ, ἐδόθη εἰς χεῖράς του, ἢ εἰς χείρας συναδέλφου του, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχεν ἄλλην θέλησιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, παρὰ τὴν ἰδικήν του, ὁ νόμος ἐκεῖνος, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπονέμεται ἡ ὑψηλὴ τιμὴ τοῦ Ἕλληνος πολίτου, καὶ τὴν παραμονὴν τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας πρὸς ἐγγραφὴν προκαλεῖ Β. Διάταγμα, καὶ δημοσιεύεται ἐν ἐκτάκτῳ παραρτήματι τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τὸ Διάταγμα τοῦτο, ἀπονέμον τὴν ἑλληνικὴν ὑπηκοότητα εἰς 200 ἢ 300 τὴν αὐτὴν ἡμέραν παραπέμπονται αὐτοὶ, χάριν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰς τὸν Δήμαρχον Πειραιῶς, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶχον κλείσει τὰ γραφεῖα καὶ ὁ Εἰρηνοδίκης εἶχε φύγει, φέρονται ἐδῶ καὶ κατατάσσονται εἰς τὸν δῆμον Ἀθηναίων. Ἐὰν ῥίψω βλέμμα πρὸς τὸν Ναύσταθμον, θὰ ἴδω, ὅτι τὰ ὄργανα τοῦ Ναυστάθμου χρησιμεύουσιν εἰς τὸ νὰ κινῶσι τὸ οἰνοπνευματοποιεῖον τοῦ ἐν Σαλαμῖνι φίλου τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Καὶ τολμᾷ νὰ ὑβρίζῃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, ὁσάκις εἶναι ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, δὲν ἐσκέφθη ποτὲ περὶ τοῦ συμφέροντος τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ διαρκῶς εὐτελεῖς πράξεις τὸν κινοῦσι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεων διὰ τὰ ἔξοδα τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου τοῦ 1890. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Ἄρθρον 2ον. (Ἀναγινώσκεται).
§98ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ψήφισις δωδεκατημορίων δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1890 εἶναι συντεταγμένος ἐν πολλοῖς χωρὶς νὰ βασίζηται ἐπὶ νόμων.
§99ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐψηφίσθησαν ἤδη οἱ νόμοι.
§100ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχετε καὶ ἔξοδα μὴ στηριζόμενα ἐπὶ νόμων. Δὲν θέλω νὰ φέρω δυσκολίαν τινὰ εἰς τὴν ψήφισιν τῶν δωδεκατημορίων, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν, ψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἔχει, νὰ δηλώσωμεν τοὐλάχιστον, ὅτι ἡ ψήφισις αὐτοῦ δὲν ἐννοεῖ νὰ συμπεριλάβῃ δαπάνας μὴ βασιζομένας ἐπὶ νόμων. Δὲν ἔχει δίκαιον δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀρνούμενος τοῦτο· διότι εἰς τίνα νόμον ἐβασίσθη, ὅπως φορολογήσῃ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας καὶ λάβῃ παρ’ αὐτοῦ δύο περίπου ἑκατομμύρια;
§101ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο σχετίζεται πρὸς τὸν κανονισμὸν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ βεβαίως περὶ αὐτοῦ θέλομεν συζητήσει ὅταν ἐπιληφθῶμεν τοῦ Προϋπολογισμοῦ· πρὸς τὸ προκείμενον οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν, διότι ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 1ου, καθ’ ὃ καταλογισμὸς μόνον γίνεται προσόδων τινῶν τῆς ὁδοποιίας ὑπὲρ τῶν δαπανῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὐδὲν ὑπὲρ οὐδενὸς ἀποῤῥέει δικαίωμα. Ἐκεῖ πρόκειται περὶ τῶν ἐσόδων, ἐν ᾧ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ δαπανῶν, οὐδεμία δ’ ἐκ τῶν δαπανῶν, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος, σχετίζεται πρὸς τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 1ῳ καὶ οὐδὲν τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 1ῳ δεσμεύει τὴν ἐνέργειαν ἐν τῷ μέλλοντι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1ον ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2ον. (Ἀναγινώσκεται).
§103ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου τούτου πρέπει νὰ προστεθῇ: «δι’ ἰδιαιτέρων συμβάσεων, στηριζομένων εἰς νόμους».
§104ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐννοεῖται τοῦτο οἴκοθεν. Ἀφοῦ λέγομεν «συμβάσεων», ἐννοοῦμεν νομίμων συμβάσεων. Δὲν προτιθέμεθα ἐνταῦθα νὰ δώσωμεν νομιμότητα εἰς τὰ ταύτης ἐστερημένα.
§105ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχουν συμβάσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δύναται νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς νομίμους, διότι δύναται νὰ στηρίξῃ αὐτὰς ἐπὶ νομοσχεδίων ὑποβληθέντων. Τοιαύτη εἶναι ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν ἀνέφερε χθὲς καὶ προχθές, μετ’ ἀξιωματικῶν προσκληθέντων ἐξ Αὐστρίας διὰ γεωδαιτικὰς ἐργασίας.
§106ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ συζήτησις μένει πάντοτε ἀκεραία, διότι ἡμεῖς διατεινόμεθα, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει νόμου ἐκαλέσαμεν τὴν Αὐστριακὴν ἀποστολήν. Ὑμεῖς ἴσως ἀξιοῦτε τὸ ἐναντίον, περὶ τῆς ἀξιώσεως δ’ ὑμῶν ταύτης διατηρεῖτε πλῆρες τὸ δικαίωμα τῆς συζητήσεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: Περὶ χορηγίας ἐκτάκτων πιστώσεων ἐκ δραχ. 2,956,700 ἐπὶ τῆς χρήσεως 1890. Περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τῆς χρήσεως 1890 ἐκ δραχμῶν 150,000. Περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1890. Περὶ τῆς κατὰ θάλασσαν στρατιωτικῆς δυνάμεως κατὰ τὸ ἔτος 1890).
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου.
§108ΤΟΜΑΝ. Ἀνομολογῶ χάριτας πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ὅτι ἔσχε τὴν καλωσύνην νὰ συμπεριλάβῃ ἐν τῷ γενικῷ τούτῳ νομοσχεδίῳ διατάξεις τινὰς νομοσχεδίου ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν πρό τινων ἡμερῶν παρ’ ἐμοῦ καὶ ἀφορώσας τὰς διατυπώσεις τῆς διαμετακομίσεως. Ἡ ἐν μέρει ἐπιτυχία τοῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου σκοπουμένου μοὶ παρέχει τὸ θάῤῥος νὰ ὑποστηρίξω τροπολογίαν, ὑποβληθεῖσαν χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ σκοποῦσαν τὴν καθ’ ὅλου παραδοχὴν τῆς προτάσεώς μου ἐκείνης, οὕτως ὥστε νὰ μὴ παραβλάπτηται ἡ οἰκονομία τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἡ δικαιολογία εἶναι ἀρκούντως ἐμφαντική. Καὶ παρατηρῶν ὅτι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἀναμολογεῖ, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις ἀρωγὸς πρὸς τὰ τῆς διαμετακομίσεως, εὐελπίζομαι ὅτι μετὰ μικρὰν ἀνάπτυξιν τῶν τροπολογιῶν μου θέλει ἀποδεχθῆ καθ’ ὁλοκληρίαν ταύτας, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἡ ἐν μέρει ἀποδοχὴ τῶν ἐμῶν ἰδεῶν δὲν ἐκπληροῖ καὶ τὸν σκοπόν, ὃν τὸ νομοσχέδιον, τὸ παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθὲν, προέθετο, καὶ τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ θέλει νὰ ἐπιδιώξῃ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, ἐζήτουν ὅπως ψηφισθῇ νόμος, δι’ οὗ νὰ ἀπαλλάσσωνται τέλους χαρτοσήμου πᾶσαι αἱ διατυπώσεις, αἵτινες εἶναι ἀναγκαῖαι πρὸς εἰσαγωγὴν ἐμπορευμάτων ἐν τῇ διαμετακομίσει. Εἶχον δὲ βάσιν, ὅτι τὰ τῆς διαμετακομίσεως χρήζουσι προστασίας, διότι αἱ ἀπειράριθμοι διατυπώσεις, αἵτινες ἀπό τινος διεκανονίσθησαν, αἵτινες τείνουσι πρὸς ἐξασφάλισιν κυρίως τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, παρενέβαλλον τοιαῦτα προσκόμματα, ὥστε κατέστησαν, κατὰ τὴν κρίσιν τῶν εἰδημόνων, τὴν διαμετακόμισιν δυσπρόσιτον εἰς πολλοὺς, πρὸς μεγάλην βλάβην τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου λοιπὸν, ἐκείνου ἐζήτουν ν’ ἀπαλλαγῶσι τέλους χαρτοσήμου ἅπασαι αἱ πράξεις αὗται. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἀπαλλάσσονται δύο μόνον ἐκ τούτων. Ἡ πρώτη γινομένη μεταῤῥύθμισις τοῦ ἐδαφ. 5 τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου ἐννοεῖ ν’ ἀπαλλάξῃ τέλους χαρτοσήμου τὰς αἰτήσεις ἀναγνωρίσεως, τὰς αἰτήσεις ἀποστολῆς ἐμπορευμάτων, καὶ τὰς αἰτήσεις ἐναποταμιεύσεως. Ἐγὼ δὲν εὑρίσκω λογικὸν, οἱ εἰσάγοντες ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ Κράτος ἐμπορεύματα νὰ ὑπόκηνται εἰς τέλος ἁπλοῦν, οἱ δὲ εἰσάγοντες ἐκ τῆς διαμετακομίσεως νὰ ὑπόκηνται εἰς τέλος διπλοῦν. Ὁ ἐν τῇ διαμετακομίσει εἰσάγων ἐμπόρευμα πάντοτε ὑποχρεοῦται νὰ καταθέσῃ διασάφησιν διαμετακομίσεως, ἀλλὰ διατὶ νὰ ὑποβάλληται εἰς ἕτερον φόρον, ὅταν ζητήσῃ ἐκ τῆς διαμετακομίσεως ν’ ἀναλώσῃ; Ὑποθέτω ὅτι ἡ ὑπηρεσία βεβαίως δὲν ἐπρόσεξεν εἰς τοῦτο, διότι, ἂν ἐπρόσεχεν, ἤθελε δεχθῆ βεβαίως, ὅτι ἡ ἐκ τῆς διαμετακομίσεως ἀνάλωσις πρέπει νὰ ἀπαλλαγῇ τοῦ χαρτοσήμου, διότι ἄλλως ἡ σχετικὴ ἔκθεσις δὲν ἔχει λόγον. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ ἐμῷ δὲν ἔκαμον διάκρισιν, ὡς ἔδει, τῶν διασαφήσεων ἐναποταμιεύσεως, διότι ἐφοβούμην μὴ τυχὸν περιπλακῇ ἡ ὑπηρεσία. Τὸ ὀρθὸν εἶναι, ἡ διασάφησις πρὸς ἀνάλωσιν νὰ φορολογῆται, ἡ διασάφησις δὲ πρὸς ἐναποταμίευσιν νὰ μὴ φορολογῆται, διότι δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ φορολογήσητε ἐμπόρευμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἰσάγεται ἐν τῷ Κράτει. Ὁ νόμος ὁ τελωνειακὸς, θέλων νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ τοῦ δημοσίου συμφέροντος, ὡς πρὸς τὰ ἐμπορεύματα τὰ ἐν τῇ διαμετακομίσει εὑρισκόμενα, ἀρχικῶς ἐθέσπισε τὸν θεσμὸν τὸν ἀποδεικτικὸν, δι’ οὗ ἡ τελωνειακὴ ἀρχὴ συνοδεύει τὸ ἐμπόρευμα, τὸ ἐκ τῆς διαμετακομίσεως εἰς ἄλλα μέρη τοῦ Κράτους διευθυνόμενον, εἰς ἀπόδειξιν, ὅτι τὸ ἐμπόρευμα τοῦτο ὑπόκειται εἰς τέλος. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὑπαγορεύσας τὴν διάταξιν ἐκείνην. Ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἐτέθη δι’ ἄλλο τι ἢ πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου. Καὶ δὲν ἐννοῶ μὲν νὰ μὴ ὑφίσταται ἡ διάταξις, διότι ἔδει νὰ ὑπάρχῃ ὁ ἔλεγχος, ὅτι τὸ ἐμπόρευμα ὑποχρεοῦται εἰς πληρωμὴν τέλους, ἀλλ’ ὅπως ἔχουσι νῦν τὰ τῆς διαμετακομίσεως καὶ ὅπως λειτουργοῦσιν, ὅπου τὸ ἐμπόριον δι’ ἑκάστην ἀποστολὴν, δι’ ἕκαστον δηλωτικὸν ὀφείλει νὰ κάμῃ ἴδιον διαβατήριον, εἶναι φοβερὰ καταπίεσις· ἐὰν δὲ γίνῃ τροποποίησις ἁπλῆ δι’ ἀπαλείψεως μιᾶς μόνον λέξεως, τὸ πρᾶγμα ἁπλοποιεῖται. Κρατήσατε τὴν ἀσφάλειαν, θέσατε καὶ ἄλλας ἀσφαλείας, ἐὰν νομίζητε, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον, μολονότι κατακραυγάζει ὁ κόσμος, ἀλλ’ ἀπαλλάξατε τοὺς ἐμπόρους τοὐλάχιστον τοῦ τέλους. Ἡ τρίτη παρατήρησίς μου ἀφορᾷ εἰς ἑτέραν διάταξιν, εἰς τὴν διάταξιν τῶν ἐγγυητικῶν, ἥτις εἶναι θεσμὸς, ὅστις ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς τελωνειακῆς ὑπηρεσίας ἀπὸ ὀλίγων μόνον ἐτῶν, ὄχι ἀρχικῶς, ἐν τῷ τελωνειακῷ ὀργανισμῷ περιλαμβάνεται. Ἡ τελωνειακὴ ὑπηρεσία εἶδεν, ὅτι καὶ μετὰ τὰ διαβατήρια εὑρίσκοντό τινες, οἵτινες κατεδολιεύοντο τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐμπορεύματά τινα, περιαγόμενα ἀπὸ τόπου εἰς τόπον, ὑπεξέφευγον τοῦ τέλους. Κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν, ὁ ἐξάγων ἐμπόρευμα ἐκ τῆς διαμετακομίσεως ὀφείλει νὰ δώσῃ ἐγγύησιν εἰς τὸν τελώνην ἐντὸς δύο μηνῶν, ὅτι τὸ ἐμπόρευμα τοῦτο εἰσῆλθεν εἰς τὸ Κράτος, πληρῶσαν τὸ τέλος. Τὰ ἐγγυητικὰ ταῦτα ὑπόκεινται κατὰ τὸν νόμον, ἐὰν πρόκηται περὶ ἐμπορεύματος ἀξίας μέχρι δραχμῶν 50, εἰς χαρτόσημον δραχμῆς, ἐὰν δὲ ἀξίας ἀνωτέρας, δραχμῶν δύο. Καταχρηστικῶς δὲ συμπεριελήφθη τοῦτο ἐν τῷ νόμῳ περὶ χαρτοσήμου, διότι ὁ νόμος οὗτος ἐκωδικοποίησε τοὺς προηγουμένους νόμους, καὶ ἐνῷ ἐν τῷ τελευταίῳ ἄρθρῳ μνημονεύονται οἱ μὴ καταργηθέντες νόμοι, αὐτὸς δὲν μνημονεύεται, ἑπομένως θεωρεῖται κατ’ ἐμὲ ὡς καταργηθείς. Τοῦτο ἔρχεται εἰς ἐπικουρίαν τῆς ἰδέας μου. Ζητῶ λοιπὸν, ὅπως ἐν τέλει τῶν γενικῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὴν κατάργησιν διαφόρων νόμων, προστεθῇ καὶ ἡ φράσις: «καταργουμένης τῆς διατάξεως τοῦ νόμου, τῆς ἀφορώσης τὴν πληρωμὴν τέλους ἐπὶ τῶν ἐγγυητικῶν». Καταλήγων τὸν λόγον, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμῇ νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τὸ ἐμπόριον, πρέπει ν’ ἀπαλλάξῃ αὐτὸ ὡρισμένων διατυπώσεων, καὶ πρὸς τοῦτο ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἀποδεχθῇ τὰς προτάσεις μου ταύτας, ἔχουσα πεποίθησιν, ὅτι, ὅταν χαρίζῃ εἰς τὸ ἐμπόριον, δὲν πρέπει νὰ νομίζῃ ὅτι χαρίζει εἰς τὸ ἐμπόριον, ἀλλὰ χαρίζει εἰς τὸ Δημόσιον, διότι κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον αὐξάνει τὴν εὐπορίαν, αὐξάνει τὸν ἐθνικὸν πλοῦτον, καὶ οὕτως αὐξάνει τὸν πλοῦτον τοῦ Δημοσίου.
§109ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀσπάζομαι τὰς ἰδέας τοῦ κ. Βουλευτοῦ περὶ τῆς ὠφελείας τῆς Πολιτείας, χαριζομένης εἰς τὸ ἐμπόριον, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ἰδίᾳ πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀρχῆς εἰς μόνον τὸ διαμετακομιστικὸν ἐμπόριον, διότι τὸ ἐμπόριον ἐν γένει πρέπει νὰ φορολογηθῇ ὡς καὶ πᾶσα ἄλλη ἐργασία ἐν τῇ χώρᾳ, ἀφοῦ διὰ τῆς εἰσφορᾶς τῆς ἐργασίας τῆς χώρας θέλομεν ἐπαρκέσει εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῆς. Συμφέρει ὅπως ἡ Πολιτεία χαρίζηται εἰς τὸ ἐμπόριον, εἰς τὴν βιομηχανίαν, εἰς τὴν γεωργίαν, καὶ ἐν τοιαύτῃ ὅσον ἔνεστιν ἐννοίᾳ διασκευάζομεν τὰ τῆς νομοθεσίας· ἐν δὲ τῇ γενικῇ περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας προνοίᾳ, κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο προετάθησαν καὶ μέτρα χαριστικὰ ὑπὲρ τοῦ ἐμπορίου, τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς γεωργίας. Ἤδη ὅμως δὲν πρόκειται περὶ παραχωρήσεων πρὸς τὸ ἐμπόριον τῆς χώρας. Ἀνταποκρινόμενοι πρὸς τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ χαριζόμεθα πρὸς τὸ διαμετακομιστικὸν ἐμπόριον, καὶ τοῦτο διὰ τὸν λόγον, ὅτι τὸ ἐμπόριον τῆς χώρας δέον νὰ φορολογῆται ἀναλόγως πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας, καὶ ἐπειδὴ δυστυχῶς αἱ ἀνάγκαι τοῦ Δημοσίου εἶναι μεγάλαι σήμερον, ὀφείλομεν νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸ ἐμπόριον τῆς χώρας πολὺ, ὅπως πολὺ ἐπιβαρύνωμεν καὶ τὴν γεωργίαν καὶ τὴν βιομηχανίαν· ἀλλὰ τὰ τοῦ διαμετακομιστικοῦ ἐμπορίου δὲν ὑπάγονται εἰς τὸν αὐτὸν κανόνα· δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρύνωμεν καὶ τὸ διαμετακομιστικὸν ἐμπόριον ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας, τὸ διαμετακομιστικὸν ἐμπόριον πρέπει ν’ ἀφίηται ἐλεύθερον πάσης φορολογίας, διότι μόνον οὕτω δυνάμεθα νὰ προσελκύσωμεν αὐτὸ εἰς τὴν χώραν, ἐκ ταύτης δ’ ἀποῤῥέουσι τῆς ἀρχῆς αἱ τοῦ νομοσχεδίου διατάξεις. Ὁ κ. Βουλευτὴς παρέστησεν, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ ἄρθρον 20 τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, ἐδάφιον 5, τὰ τελωνειακὰ ἔγγραφα, τὰ ὑποβαλλόμενα εἰς τέλος χαρτοσήμου, εἶναι αἱ διασαφήσεις καὶ αἱ αἰτήσεις ἀποταμιεύσεως, ἀναγνωρίσεως, ἀναλώσεως καὶ ἀποστολῆς ἐμπορευμάτων, ἐκ τούτων ἀπηλλάξαμεν τοῦ τέλους τὰς αἰτήσεις ἀποταμιεύσεως, ἀναγνωρίσεως καὶ ἀποστολῆς, δὲν ἀπηλλάξαμεν δὲ τὰς διασαφήσεις καὶ τὰς αἰτήσεις ἀναλώσεως. Ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν ἀπηλλάξαμεν ταύτας, εἶναι, ὅτι ἀμφότεραι δὲν ἀνάγονται ἀμέσως εἰς τὸ διαμετακομιστικὸν ἐμπόριον· αἱ μὲν διασαφήσεις ἐφαρμόζονται μόνον εἰς τὰ εἰσαγόμενα ἐν τῇ χώρᾳ, εἴτε ἀμέσως εἴτε διὰ τῆς ἀποταμιεύσεως, μόνον δὲ τὰ ἀναλωθησόμενα ἐν τῇ χώρᾳ θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς τὴν διασάφησιν, ἐπίσης καὶ αἱ αἰτήσεις ἀναλώσεως μόνον εἰς τὰ προωρισμένα εἰς ἀνάλωσιν ἐπιβάλλονται. Ὁ κ. Βουλευτὴς παρετήρησε, καὶ ὀρθῶς παρετήρησεν, ὅτι τὰ διὰ τῆς διαμετακομίσεως εἰσαγόμενα εἰς ἀνάλωσιν ὑπόκεινται εἰς βαρυτέραν φορολογίαν τῶν ἀμέσως εἰσαγομένων· ἀναγνωρίζω, ὅτι ταῦτα ὑποβάλλονται εἰς μόνον τὸ τέλος τῆς διασαφήσεως, ἐνῷ ἐκεῖνα ὑποβάλλονται προσέτι καὶ εἰς τὸ τέλος τῆς αἰτήσεως ἀναλώσεως, ἀλλὰ τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῆς διπλῆς φορολογίας, ἀντιστρόφως πρὸς τὴν πρότασιν αὐτοῦ, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν, διατηροῦντες τὸ τέλος ἐπὶ τῶν αἰτήσεων ἀναλώσεως καὶ καταργοῦντες αὐτὸ ἐπὶ τῆς διασαφήσεως τῶν ὑπὸ διαμετακόμισιν ἀποταμιευομένων, καὶ τοῦτο, δι’ ὃν λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἐξέφρασε μὲν ἀμέσως καὶ διαῤῥήδην, ἀλλ’ ὑπέδειξε διά τινος παρατηρήσεως αὐτοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε τὴν κατάργησιν τῆς αἰτήσεως ἀναλώσεως ἐπὶ τῶν ἀποταμιευομένων ὑπὸ διαμετακόμισιν ἐμπορευμάτων, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ταῦτα δύνανται καὶ νὰ μὴ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν χώραν, δύνανται καὶ νὰ ἐξαχθῶσιν· ἡ παρατήρησις ὅμως αὕτη ἐνδεικνύει ὡς δικαίαν τὴν κατάργησιν τῆς διασαφήσεως, διατηρουμένης τῆς αἰτήσεως ἀναλώσεως, ἥτις, παραδιδομένη μόνον ἐπὶ τῇ εἰσαγωγῇ, ἀφίνει ἀτελῆ τὰ ἐξαγόμενα εἴδη. Ὁμολογῶ ὅτι ἡ κατάργησις τῆς διασαφήσεως ἀντὶ τῆς αἰτήσεως ἀναλώσεως, ἐνῷ εἶναι συμφωνοτέρα πρὸς τὴν τεθεῖσαν ἀρχὴν τῆς ἐπιβολῆς τέλους μόνον εἰς τὰ εἰσαγόμενα πρὸς ἀνάλωσιν, εἶναι ἐπιβαρυντικωτέρα εἰς τὸ ἐμπόριον τῆς καταναλώσεως, διότι ἐν μιᾷ διασαφήσει περιλαμβάνει ὁ ἔμπορος πάντα τὰ παρ’ αὐτοῦ εἰσαγόμενα, ὑποβάλλων οὕτω αὐτὰ συλλήβδην εἰς ἑνιαῖον τέλος, ἐνῷ αἱ αἰτήσεις ἀναλώσεως ὑποβάλλονται διακεκριμένως ἐπὶ πάσης εἰσαγωγῆς ἐμπορεύματος, καταβαλλομένου ἰδίου ἑκάστοτε τέλους· ἀποφέρει δὲ ἡ τοιαύτη καταβολὴ ἔσοδον, οὗτινος δὲν εἶναι δίκαιον νὰ στερηθῇ τὸ Δημόσιον ἐν ταῖς παρούσαις περιστάσεσι· διατρέχομεν δὲ καὶ τὸν κίνδυνον, ἀφιεμένης ἐλευθέρας παντὸς τέλους τῆς παραδόσεως εἰς ἀνάλωσιν, νὰ εἰσάγωνται διὰ τῆς ἀποταμιεύσεως ἐν τῇ χώρᾳ καὶ ὅσα σήμερον εἰσάγονται διὰ τοῦ τελωνείου, ὑποβαλλόμενα εἰς τὸ τέλος τῆς ὑπερημέρου εἰσαγωγῆς. Ὥστε κατὰ πάντα λόγον, ἐὰν θὰ καταργήσωμεν τὸ ἕτερον τῶν τελῶν, καταργητέον εἶναι τὸ τέλος ἐπὶ τῶν διασαφήσεων τῶν εἰς ἀποταμίευσιν προωρισμένων, διατηρουμένου τοῦ τέλους ἐπὶ τῶν αἰτήσεων ἀναλώσεως. Οὕτω δ’ ἐκλείπει ἡ ἀντίῤῥησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι ἐπὶ τῶν διὰ τῆς διαμετακομίσεως εἰσαγομένων εἰς ἀνάλωσιν ἐπιβάλλεται διπλοῦν τέλος. Προτείνω ἄρα, ὅπως ἐν ἄρθρῳ 1 ἐδαφ. 5 τοῦ νομοσχεδίου προστεθῇ μετὰ τὰς λέξεις «Αἱ τελωνειακαὶ διασαφήσεις» ἡ φράσις «πλὴν τῶν πρὸς ἀποταμίευσιν ἐμπορευμάτων διδομένων», μεθ’ ἣν τὰ ἐν τῷ ἐδαφίῳ «καὶ αἱ αἰτήσεις ἀναλώσεως ἐμπορευμάτων ἐπὶ τοῦ ἑτέρου τῶν ἀντιτύπων μόνον». Ὁ κ. Βουλευτὴς προτείνει προσέτι, ὅπως ἐν ἄρθρῳ 21 § 14 τοῦ νόμου διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «καὶ διαβατήρια», ὅπως τὰ διαβατήρια δίδωνται μὲν, ὦσιν ὅμως ἀτελῆ. Καὶ ταύτην τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἀποδέχομαι, διότι εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἡ διαμετακομιστικὴ κίνησις εἶναι ἀπαλλακτέα τέλους.
§110ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε οὐδὲν πλέον τέλος μένει ἐπὶ τῆς διαμετακομίσεως.
§111ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω ὅτι οὐδὲν μένει· ἡμεῖς δὲ ἐνομίζομεν καὶ πρότερον, ὅτι οὐδὲν ἔμενεν, ἀλλὰ μᾶς εἶχε διαφύγει τὸ τῶν διαβατηρίων, τὸ νῦν καταργούμενον. Ὡς πρὸς τὰς ἐγγυήσεις, δὲν παραδέχομαι τὰς προτάσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, οὐχὶ ὡς μὴ ἀσπαζόμενος τὴν ἰδέαν, ἀλλὰ θεωρῶν τὴν πρότασιν ἄσκοπον. Κατὰ τὸν νόμον, ἡ διάταξις αὕτη οὐδεμίαν ἔχει ἐφαρμογὴν, διότι περιορίζεται εἰς μόνα τὰ εἴδη, τὰ ὑποβαλλόμενα εἰς τέλος ἐξαγωγῆς, ἤδη δὲ οὐδὲν ἄλλο ὑποβάλλεται εἰς τέλος ἐξαγωγῆς, πλὴν τῶν ἐλαιοπυρήνων, τῶν θραυσμάτων ὑάλων, τῶν ἀργυρῶν κερμάτων καὶ τῶν ῥακῶν. Ἀλλὰ περὶ τούτου θὰ συμβαίνῃ τι δυσεξήγητον ἐν τῷ τελωνείῳ Σύρου, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν κατήρτισεν αὐτοβούλως τὴν πρότασιν, προέβαλεν αὐτὴν κατ’ ἀπαίτησιν τῶν ἐν Σύρῳ ἐμπορευομένων, τοῦτο δὲ λέγω ἐν γνώσει, λαβὼν καὶ ἐγὼ ἀναφορὰν τοιαύτην ἐκ Σύρου· ἐπειδὴ δὲ, κατὰ τὸν νόμον καὶ κατὰ τὰς ἐγκυκλίους τοῦ Ὑπουργείου, τὸ 4ον ἄρθρον, ὅπερ πραγματεύεται περὶ τῶν ἐγγυήσεων, ἐφαρμόζεται μόνον ἐπὶ τῶν εἰς ἐξαγωγικὸν τέλος ὑποκειμένων, ὑποθέτω ὅτι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ συμβαίνει τι, διαφεῦγον τὴν γνῶσιν τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας. Θέλομεν διευκρινίσει τὰ περὶ τούτου, καὶ ἂν ὑπάρχῃ τις παρανόησις, θέλομεν διοικητικῶς ἐπενέγκει τὴν διόρθωσιν· δὲν ὑπάρχει ὅμως ἀνάγκη καταργήσεως τῆς διατάξεως, τοιαύτης ἐχούσης τὴν ἔννοιαν.
§112ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κύριοι Βουλευταὶ, ὑπέβαλον τροπολογίαν, ἀναγομένην μόνον εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πραγματεύεται περὶ τῶν ἀνακοπῶν καὶ τῶν ἐφέσεων. Ἵνα δυνηθῇ τις, Κύριοι, νὰ σχηματίσῃ γνώμην ἀσφαλῆ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσῃ αὐτὸ ὑπὸ δύο διακεκριμένας ἐπόψεις, πρῶτον ὑπὸ ἔποψιν δικονομικὴν, καὶ δεύτερον ὑπὸ ἔποψιν φορολογικήν. Ὑπὸ τὴν πρώτην ἔποψιν, ἐρωτῶ, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐγγράφωνται αἱ ἀνακοπαὶ καὶ ἐφέσεις εἰς βιβλίον, κρατούμενον παρὰ τοῖς οἰκείοις Δικαστηρίοις; Ἔχει τοῦτο σκοπόν τινα, συντελοῦντα εἰς τὴν ὀρθὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης; Εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην ὀφείλει τις κατὰ κανόνα ν’ ἀπαντήσῃ ἀρνητικῶς, ὅτι δηλαδὴ οὐδόλως συντελεῖ εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης ἡ ἐγγραφὴ τῆς ἀνακοπῆς καὶ τῆς ἐφέσεως εἰς ἰδιαίτερον βιβλίον, κρατούμενον εἰς τὰ Δικαστήρια. Μόνον ἐξαιρετικῶς ὑπάρχουσι περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἡ ἐγγραφὴ αὕτη δύναται νὰ ἦναι πραγματικῶς χρήσιμος. Περιπτώσεις τοιαῦται εἶναι μόνον ἐκεῖναι, καθ’ ἃς ἀπόφασις κατ’ ἐρήμην ἢ ὑποκειμένη εἰς ἔφεσιν ὑποχρεοῖ τρίτα πρόσωπα νὰ ἐκτελέσωσιν αὐτήν. Αἱ τοιαῦται ἀποφάσεις δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσι κατὰ τῶν τρίτων προσώπων, μόνον ἀφοῦ κατασταθῶσι τελεσίδικοι. Ἀλλὰ πῶς θὰ γνωρίζωσιν οἱ τρίτοι, ὅτι κατέστησαν αἱ ἀποφάσεις τελεσίδικοι; Ὅταν ὑπάρχῃ ἀπόδειξις, ὅτι ἐκοινοποιήθησαν, ὁ δὲ Γραμματεὺς βεβαιώσῃ, ὅτι δὲν ἐνεγράφη εἰς τὸ βιβλίον ἀνακοπὴ ἢ ἔφεσις. Πρὸς τοῦτο διετάχθη νὰ κρατῇ βιβλίον ὁ Γραμματεὺς, εἰς τὸ ὁποῖον δύνανται νὰ ἐγγράψωσι τὰς ἀνακοπὰς ἢ ἐφέσεις οἱ διάφοροι, οἵτινες ἐνδιαφέρονται νὰ ἐμποδίσωσι τὴν παρὰ τῶν τρίτων ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως. Ἐντεῦθεν ἐξάγεται, ὅτι δικαίωμα μόνον ἔχουσιν οἱ ἀνακόπτοντες ἢ ἐκκαλοῦντες νὰ ἐγγράψωσι τὰς ἀνακοπὰς ἢ ἐφέσεις, ὁσάκις ἔχουσιν ἐνδιαφέρον, ἀλλ’ οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ ὑποχρεώσωμεν αὐτοὺς νὰ πράττωσι τοῦτο πάντοτε, καὶ μάλιστα ἐπὶ ποινῇ, ἢ καὶ ἀπωλείᾳ τοῦ διπλώματος. Τοιοῦτος εἶναι ὁ δικονομικὸς λόγος, δι’ ὃν πραγματεύεται ἡ νομοθεσία περὶ ἐγγραφῆς τῶν ἀνακοπῶν καὶ ἐφέσεων. Ἀλλ’ ἡ κειμένη νομοθεσία δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην ταύτην. Ἡ ἡμετέρα Πολιτικὴ Δικονομία ἐπιβάλλει ἐπὶ ποινῇ εἰς τοὺς διαδίκους τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ ἐγγράψωσι τὴν ἀνακοπὴν καὶ ἔφεσιν, ὁ δὲ νόμος περὶ χαρτοσήμου ἐπέβαλλεν ἀπώλειαν διπλώματος, ἣν καταργεῖ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἐπιβάλλον πάλιν χρηματικὴν ποινήν. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἡ διάταξις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος καὶ προῆλθεν ἐκ πλάνης, εἰς ἣν προδήλως ὑπέπεσε καὶ ὁ σοφὸς ἄλλως συντάκτης τῆς ἡμετέρας Δικονομίας, καὶ τοῦτο προκύπτει καὶ ἐκ τοῦ ὅτι οὐδεμία ἄλλη νομοθεσία περιέχει τοιαύτην διάταξιν. Ἀνατρέξατε εἰς τὴν Γαλλικὴν δικονομίαν· βλέπετέ που ὑποχρέωσιν τοῦ ἀνακόπτοντος ἢ τοῦ ἐκκαλοῦντος, νὰ ἐγγράψῃ τὴν ἀνακοπὴν ἢ ἔφεσιν; Οὐχὶ βεβαίως. Κρατεῖται καὶ ἐκεῖ βιβλίον ἀνακοπῶν καὶ ἐφέσεων, καὶ ὁ βουλόμενος νὰ προφυλάξῃ τὰ δικαιώματά του δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτοῦ. Τοῦτο ἐξάγεται ἐκ τῆς Γαλλικῆς διατιμήσεως, ἥτις ῥητῶς ἐν ἄρθρῳ 90 κάμνει λόγον περὶ ἐγγραφῆς ἐκείνων μόνον τῶν ἐφέσεων καὶ ἐκείνων τῶν ἀνακοπῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπευθύνονται κατ’ ἀποφάσεων ὑποχρεουσῶν τρίτους. Τὸ λάθος τῆς ἡμετέρας Πολιτικῆς Δικονομίας εἶναι λοιπὸν προφανέστατον, καὶ τόσον προφανὲς, ὥστε ἡ περὶ ἧς πρόκειται διάταξις αὐτῆς ἀπὸ τῆς ἰσχύος τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας μέχρι τοῦδε οὐδέποτε ἐφηρμόσθη, καὶ περὶ τούτου θὰ μαρτυρήσωσιν ἅπαντες οἱ ἐνταῦθα δικηγόροι. Καὶ ὅταν μάλιστα ὑποχρεοῦνται διὰ τῆς ἀποφάσεως τρίτοι, πάλιν ἐνδέχεται νὰ μὴ ἔχωσιν οἱ ἀνακόπτοντες ἢ ἐκκαλοῦντες συμφέρον νὰ ἐγγράψωσιν, ὡς ὅταν οὐδὲν ἔχωσι λαμβάνειν ἀπὸ τὸν τρίτον. Τὴν εἰς ἀχρηστίαν περιπεσοῦσαν διάταξιν τῆς Πολ. Δικονομίας ἐπέπρωτο νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ζωὴν ὁ νέος περὶ χαρτοσήμου νόμος, ἐν ᾧ περιελήφθη διάταξις, ἐπιβάλλουσα στέρησιν καὶ αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος εἰς τοὺς διαδίκους, τῶν ὁποίων οἱ δικηγόροι δὲν ἔλαβον πρόνοιαν νὰ ἐγγράψωσι τὴν ἀνακοπὴν ἢ τὴν ἔφεσιν. Τὴν διάταξιν ταύτην καλούμεθα ἤδη νὰ τροποποιήσωμε, ἂν ἐρωτᾶτε δὲ, ποίαν τροποποίησιν ὀφείλομεν κατὰ τὴν γνώμην μου νὰ παραδεχθῶμεν, τοιαύτην θεωρῶ τὴν κατάργησιν τοῦ ἄρθρου 52 τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου. Καὶ ὅμως, Κύριοι, δὲν ὑπέβαλον τοιαύτην τροπολογίαν, διότι ὑπώπτευον, ὅτι ἡ πρότασίς μου θὰ ἀποῤῥιφθῇ, πολεμουμένη παρ’ ἐκείνων, οἵτινες δὲν γνωρίζω διὰ τίνα λόγον, ἐπιμένουσι θεωροῦντες ὡς ὀρθὴν τὴν διάταξιν ταύτην. Διὰ τοῦτο εἶπον: ἐπιθυμεῖτε νὰ ἐγγράφωνται ὅλαι αἱ ἀνακοπαὶ καὶ αἱ ἐφέσεις; ἔστω· ἐπιθυμεῖτε νὰ πληρόνηται καὶ ἓν τέλος χαρτοσήμου; ἔστω· ἀλλὰ μέχρι τίνος ἐποχῆς; μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς συζητήσεως. Δὲν ἐνεγράφη μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς συζητήσεως; ἂς ἐπιβάλληται καὶ χρηματικὴ ποινὴ, ἀλλ’ εἰς τὸν δικηγόρον.
§113ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν παρίσταται δικηγόρος;
§114ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν παρίσταται δικηγόρος, εἰς οὐδένα. Τὸ νομοσχέδιον δὲν καταργεῖ τὸ ἄρθρον καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι ἄνευ τῆς ἐγγραφῆς θεωρεῖ ἀπαράδεκτον τὴν συζήτησιν τῆς ἀνακοπῆς ἢ τῆς ἐφέσεως. Τί κάμνει κατόπιν τὸ νομοσχέδιον; δίδει ζωὴν εἰς τὴν διάταξιν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας περὶ ἐπιβολῆς προστίμου εἰς τὸν ἀμελοῦντα νὰ ἐγγράψῃ, διάταξιν παράλογον, ἥτις εἰς κἀνὲν μέρος τοῦ κόσμου δὲν ὑπάρχει. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, ἂν θέλητε νὰ φορολογήσητε τὰς ἐφέσεις, εἶναι εὔκολον νὰ αὐξήσητε τὸ παράβολον ἀπὸ 9 δραχμῶν, ὡς εἶναι σήμερον, εἰς 10 ἢ καὶ πλείονας, ἀλλ’ αὐταὶ αἱ διατάξεις, αἱ περιληφθεῖσαι καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον, φέρουν περιπλοκὰς καὶ γίνονται παραίτιοι ἀπωλείας δικαιωμάτων· ἐὰν θέλητε ὀρθῶς νὰ νομοθετήσητε, πρέπει νὰ καταργήσητε τὸ ἄρθρον 52.
§115ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου συναδέλφου μου, ὡς ὑπεβλήθη, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἐν τῇ προκειμένῃ συζητήσει, διότι συνεπάγεται τὴν κατάργησιν διατάξεως τῆς Πολ. Δικονομίας, διατάξεως οὐσιαστικῆς, τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ καταργήσῃ νομοσχέδιον περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου. Ὀρθῶς ὁ κ. συνάδελφος εἶπεν, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου, ἀναγράψαντος τὰς ποινὰς τοῦ ἄρθρου 599 τῆς Πολιτ. Δικονομίας, εἶναι, νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἔγκυρον εἰδοποίησιν τῶν τρίτων, τῶν ὑποχρέων νὰ καταβάλωσί τι ἢ νὰ ἐνεργήσωσί τι σύμφωνα πρὸς ἐκδοθεῖσαν ἀπόφασιν μεταξὺ δύο ἄλλων, καὶ διὰ τῆς ἐν τῇ Πολιτικῇ Δικονομίᾳ ἀπαγγελλομένης ποινῆς πρόκειται ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου νὰ λάβῃ σάρκα πραγματικὴν, ἀνεξαρτήτως τοῦ ζητήματος, ἂν τὰ Δικαστήρια ἀφῆκαν νὰ ὑπνώσῃ ἡ ποινή. Νομίζω ὅτι ἐνταῦθα ὀρθότατα ἐσκέφθη τὸ Ὑπουργεῖον νὰ τάξῃ προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας, καταβαλλομένου ἁπλοῦ τέλους, νὰ γίνηται ἡ δήλωσις τῶν ἀνακοπῶν καὶ τῶν ἐφέσεων, ἵνα δύνηται νὰ ληφθῇ ἔγκυρος πιστοποίησις περὶ τῆς ἐπελθούσης τυχὸν τελεσιδικίας. Παρελθούσης τῆς προθεσμίας, ἐκτὸς τῶν ποινῶν, τῶν ἀπαγγελλομένων ὑπὸ τῆς Πολ. Δικονομίας, εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιβληθῇ ποινὴ καὶ διὰ παράβασιν τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου, ὅπως οἱ ἀνακόπτοντες καὶ οἱ ἐκκαλοῦντες ἔχωσι συμφέρον νὰ δηλῶσιν ἐμπροθέσμως.
§116ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀνακόπτων καὶ ὁ ἐκκαλῶν ἔχουσι τὸ μέγιστον συμφέρον, ἐνεργοῦντες τὴν δήλωσιν, νὰ ἐμποδίσωσι τὴν ἐκτέλεσιν· ἐὰν δὲν θέλωσιν, ἑαυτοὺς ἂς αἰτιῶνται.
§117ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναται νὰ ὑπάρχῃ καὶ περίστασις, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ συμφέρον νὰ μὴ ἦναι ἁπλῶς ἰδιωτικὸν, ἀλλὰ νὰ ἐνδιαφέρῃ καὶ τὴν δημοσίαν τάξιν, τότε δὲ εἶναι καταφανεστέρα ἡ ἀνάγκη τῆς προθεσμίας, ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ ὑποχρεῶνται ἐπὶ ποινῇ εἰς δήλωσιν οἱ ἀνακόπτοντες καὶ οἱ ἐκκαλοῦντες.
§118ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, ἐφαρμόζεται ὅταν ὑπάρχῃ τρίτος.
§119ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς φέρω παράδειγμα, κυροῦν τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεγόμενα. Ἐκδίδεται ἀπόφασις ἐρήμην, ἀπαγγέλλουσα διαζύγιον· ἡ ἀπόφασις αὕτη κοινοποιεῖται, καὶ τὸ ἐπιδοτήριον προσάγεται εἰς τὸν Μητροπολίτην, ὁ ὁποῖος λύει πνευματικῶς τὸν γάμον, καίπερ γενομένης τυχὸν ἀνακοπῆς ἢ ἐφέσεως. Δὲν προσβάλλεται ἆρά γε ἐνταῦθα καὶ τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας;
§120ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐγὼ δὲν δηλώσω τὴν ἀνακοπὴν, θὰ εἰπῇ ὅτι παραιτοῦμαι ταύτης. Πῶς θέλετε σεῖς νὰ μοὶ τὴν ἐπιβάλητε;
§121ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι μόνον τὸ ἰδιωτικὸν συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἐπιτάσσει τὴν ἐντὸς τῆς προθεσμίας δήλωσιν, εἶναι καὶ τὸ συμφέρον τῆς δημοσίας τάξεως, τουτέστι τὸ συμφέρον αὐτῆς τῆς Πολιτείας.
§122ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Δικαστήριον ἐσκέφθη, ὅτι ὑπάρχει διαζύγιον, ἐγὼ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ προσβάλω τὴν ἀπόφασιν· ἂν δὲν τὴν προσβάλω ἢ δὲν ἐγγράψω τὴν ἀνακοπὴν, εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό.
§123ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐπέλθῃ μία τιμωρία διὰ τὴν βραδεῖάν σας ἐνέργειαν, ἐὰν προσεβάλετε τὴν ἀπόφασιν. Ἄλλως τε, Κύριοι, ἐγὼ ἔφερον πρόχειρον παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει τὴν ἰδέαν μου. Ἐν τῷ περὶ χαρτοσήμου γενικῷ νομοσχεδίῳ, ὡς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου εἰσήχθη, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 52 εἶχεν ὀρθῶς, ἀλλὰ ὑπὸ τὸν τύπον διευκρινήσεως τῆς ἀρχικῆς διατάξεως προὐτάθη κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ὑπὸ τοῦ ἐκ Κεφαλληνίας ἐντίμου συναδέλφου κ. Μουσούρη μία τροπολογία, ἥτις, μὴ δεόντως ἐκτιμηθεῖσα, ἐπεψηφίσθη. Ἐν περιπτώσει μὴ ἐμπροθέσμου δηλώσεως, τὸ προκείμενον νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου δίδει πᾶσαν ἱκανοποίησιν, καὶ ἀντὶ τῆς οὐσιαστικῆς καταργήσεως τῶν δικαιωμάτων, ἀπαγγέλλει ποινὴν, ἡ ὁποία εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰς ποινὰς περὶ παραβάσεως τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου. Ἐὰν δὲν ἐδήλωσεν ἐντὸς τῆς προθεσμίας ὁ ἀνακόπτων ἢ ὁ ἐκκαλῶν, ἐπιβάλλεται κατ’ αὐτοῦ ποινὴ χρηματικὴ, καὶ ἀρκοῦσα εἶναι ἡ τοιαύτη ποινὴ διὰ παράβασιν νόμου περὶ χαρτοσήμου. Ἐπὶ ἑτέρου τινὸς σημείου παρακαλῶ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ δεχθῇ μίαν διευκρίνησιν. Τὸ ἄρθρον, τὸ τροποποιοῦν τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου, ὡς ἔχει σήμερον, ἡρμηνεύθη ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων, ὅτι ἀφορᾷ ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν ἐκκαλοῦντα ἢ τὸν ἀνακόπτοντα, ἂν καὶ ἐν ἀρχῇ ἐγεννήθη εἰς τὰ Δικαστήρια ἐνδοιασμὸς, ἂν δύναται ὁ καθ’ οὗ ἡ ἀνακοπὴ ἢ ὁ ἐφεσίβλητος νὰ εἰσαγάγῃ πρὸς συζήτησιν τὸ κοινοποιηθὲν αὐτῷ δικόγραφον χωρὶς νὰ κάμῃ τὴν δήλωσιν. Τὰ Δικαστήρια ἔλυσαν βεβαίως τὸ ζήτημα ὡς ἔδει νὰ λυθῇ, διότι ἐπρόκειτο περὶ οὐσιαστικῆς καταργήσεως δικαιωμάτων, καὶ εἶπον, ὅτι ὁ καθ’ οὗ ἡ ἀνακοπὴ ἢ ὁ ἐφεσίβλητος εἶχε δικαίωμα ν’ ἀντιτάξῃ ἔνστασιν ἀπαραδέκτου, θὰ ἦτο δὲ ἄτοπον νὰ τὸν ὑποχρεώσῃ τις, ὅπως ἐνεργήσῃ πρᾶξιν ματαιοῦσαν τὴν ἔνστασίν του. Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ χρηματικῆς ποινῆς, καὶ περὶ πληρωμῆς τοῦ τέλους, ἐὰν δὲ παρουσιασθῇ ὁ ἐφεσίβλητος ἢ ὁ καθ’ οὗ ἡ ἀνακοπὴ εἰς τὸ Δικαστήριον, ἵνα δικασθῇ ἀπόντος τοῦ ἀντιδίκου του, εἶναι δυνατὸν νὰ τῷ εἴπωσιν οἱ δικασταὶ, ὅτι τοιοῦτον ἔγγραφον εἶναι ἀπαράδεκτον, καὶ ὅτι δέον νὰ προκαταβάλῃ αὐτὸς τὴν ποινὴν καὶ τὸ τέλος καὶ ἔπειτα νὰ συζητήσῃ τὴν ὑπόθεσίν του, ζητῶν τὰ καταβληθέντα παρὰ τοῦ ἀντιδίκου του. Διὰ τοῦτο προτείνω, εἰς τὴν παράγραφον τὴν σχετικὴν τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου, μετὰ τὰς λέξεις «Αἱ κατὰ τὰ ἄρθρα 21 ἐδ. θʹ καὶ 22 ἐδ. βʹ ὑποβαλλόμεναι εἰς τέλος χαρτοσήμου ἐγγραφῆς ἀνακοπαὶ ἐρήμην ἀποφάσεων καὶ ἐφέσεις εἶναι ἀπαράδεκτοι πρὸς συζήτησιν», νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «ὑπὸ τοῦ ἀνακόπτοντος ἢ ἐκκαλοῦντος». Αἱ λέξεις αὗται εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῶσιν, ὅπως μηδεμία ὑπολειφθῇ ἀμφιβολία κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ὅτι μόνον οἱ ἀνακόπτοντες καὶ οἱ ἐκκαλοῦντες πρὶν ἀκουσθῶσιν ὑπόκεινται εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ τέλους καὶ τῆς χρηματικῆς ποινῆς.
§124ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἀποδέχομαι, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, περὶ ἧς πρόκειται, ἔχει τὴν ἔννοιαν, ἣν ἀπέδωκεν αὐτῇ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Δὲν ἀποδέχομαι, ὅτι καὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀπαράδεκτον τῆς ἀνακοπῆς ἀναγράφεται, καθ’ ἣν ἔννοιαν περιέχει τοῦτο ὁ σήμερον ἰσχύων νόμος. Ἰδοὺ πῶς ἐννοῶ ἐγὼ τὴν διάταξιν τοῦ ψηφιζομένου νομοσχεδίου. Ἂν ὁ ἀνακόπτων ἢ ἐκκαλῶν δὲν προσαγάγῃ τὸ πιστοποιητικὸν δηλώσεως καὶ τὸ γραμμάτιον τῆς καταβολῆς τοῦ προστίμου, δικάζεται ἐρήμην, δὲν εἶναι δηλαδὴ δεκτὸς πρὸς κατ’ ἀντιμωλίαν συζήτησιν. Κατὰ τὴν ἔννοιαν ταύτην, τὸ οὐσιαστικὸν δικαίωμα οὐδαμῶς ἐπηρεάζεται ἢ ὅταν ἐπέλθῃ δι’ ἐπανειλημμένων ἐρημοδικιῶν τελεσιδικία, ὅπερ ἠδύνατο νὰ συμβῇ καὶ πρὸ τοῦ ἰσχύοντος νόμου καὶ ὅπερ καταδεικνύει ἀσύγγνωστον ἀμέλειαν καὶ ἀδιαφορίαν τοῦ διαδίκου. Τελεσιδικία δὲ δὲν ἐπέρχεται εἰς τὰς ἐφεσίμους ὑποθέσεις, εἰμὴ μετὰ τέσσαρας ἐρημοδικίας· δύο ἐνώπιον τῶν Πρωτοδικῶν καὶ δύο ἐνώπιον τῶν Ἐφετῶν. Ἀλλὰ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὁ τοιαύτην δεικνύων ἀμέλειαν εἶναι ἄξιος τῆς τύχης του. Τοιαύτην λοιπὸν ἔννοιαν ἀποδίδω ἐγὼ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου.
§125ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ὡμίλησε πρότερον περὶ ἀνακοπῆς· φυσικῶς εἶπον, ὅτι ἀποῤῥίπτεται ἡ ἀνακοπὴ, ἡ δὲ ἀνακοπὴ, ἀποῤῥιπτομένη ἐρήμην, φέρει ἀποτέλεσμα τελεσιδικίας.
§126ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν φέρει ἀποτέλεσμα τοιοῦτον ἡ ἀπόῤῥιψις οἱασδήποτε ἀνακοπῆς· μόνον ἡ ἀπόῤῥιψις ἀνακοπῆς κατ’ ἀποφάσεως ἀποῤῥιψάσης ἐρήμην τὴν ἔφεσιν φέρει ἀποτέλεσμα τελεσιδικίας, καὶ τοῦτο, ἐὰν ἡ ἐκκληθεῖσα ἀπόφασις εἶναι ὁριστική. Ὁ προσδιορισμὸς εἶναι ὀρθότερος καθ’ ὃν τρόπον ἐγὼ ἐποιησάμην αὐτόν. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἐκ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας στάδιον ἀκόμη διαδικασίας, ἡ ἀπόῤῥιψις τῆς ἀνακοπῆς ἢ ἐφέσεως ὡς ἀπαραδέκτου διὰ τὴν μὴ δήλωσιν ἢ μὴ καταβολὴν τοῦ προστίμου δὲν ἐπηρεάζει τὸ οὐσιαστικὸν δικαίωμα, ἂν μὴ ἐπέλθῃ κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας τελεσιδικία.
§127Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤκουσα τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἀλλ’ αἱ γνῶμαι αὐτῶν, ὡς καὶ ἡ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, δὲν συνάδουσι πρὸς τὸ γράμμα τοῦ νομοσχεδίου, δίδουσιν ἐξήγησιν ἐναντίαν τοῦ γράμματος· τὸ γράμμα λέγει, ὅτι αἱ ἀνακοπαὶ, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἐγγεγραμμέναι εἰς τὸ βιβλίον, εἶναι ἀπαράδεκτοι πρὸς συζήτησιν· τί θὰ εἴπῃ τὸ Δικαστήριον, ὅταν δὲν ἐδέχθη τὴν συζήτησιν; θὰ εἴπῃ ὅτι «μὴ ὑπαρχούσης δηλώσεως, ἀναβάλλω, καὶ δὲν δύναμαι ν’ ἀποφανθῶ». Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ προσδιορισθῇ, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν δηλωθῇ ὑπὸ τοῦ ἀνακόπτοντος ἢ ἐφεσίοντος, τὸ Δικαστήριον νὰ προβαίνῃ καὶ νὰ δικάζῃ ἐρήμην.
§128ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ φράσις «ἀπαράδεκτος πρὸς συζήτησιν ἐν τοῖς Δικαστηρίοις» αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἔχει. Ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀποκλείει τὴν συζήτησιν εἴς τε τὸν ἐκκαλοῦντα καὶ εἰς τὸν ἀνακόπτοντα, ἀλλὰ μετὰ τὴν τροπολογίαν, ἣν ὑπέβαλεν ὁ ἔντιμος ἐξ Εὐβοίας Βουλευτὴς, τὸ πρᾶγμα διορθοῦται· διότι ῥητῶς λέγει, ὅτι θέλει ἐπιτραπῆ ἡ συζήτησις πρὸς τὸν ἐφεσίβλητον ἢ τὸν ἀνακόπτοντα.
§129ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠτησάμην τὴν κατάργησιν τοῦ ἄρθρου 52 τοῦ ἰσχύοντος νόμου, λέγων ὅτι πᾶσα ὑποχρέωσις πρὸς ἐγγραφὴν ἀνακοπῆς καὶ ἐφέσεως εἶναι παράλογος καὶ ἄσκοπος. Εἰς τὴν ἰδέαν ταύτην οὐδὲν μοὶ ἀντετάχθη. Ὁ κ. Καλογερόπουλος ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ πρότασίς μου δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ, διότι περιέχει τροποποίησιν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Πῶς τοῦτο δύναται νὰ λεχθῇ; Ἐν τῷ ἄρθρῳ 52 περιελήφθησαν δικονομικαὶ διατάξεις, καὶ ἡ Κυβέρνησις προτείνει τὴν τροπολογίαν αὐτῶν δι’ ἄλλων, ἐνῷ ἐγὼ προτείνω τὴν κατάργησιν αὐτῶν. Πῶς ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐν τάξει καὶ ἐγὼ ἐν ἀταξίᾳ; Φρονῶ ὅτι τὸ ἀντίθετον εἶναι ἀκριβές.
§130ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων τῶν θεάτρων. Νομίζω ὅτι οὐ μόνον τὸ συμφέρον τῆς ὑπάρξεως θεάτρων, ἀλλὰ καὶ τὸ ταμειακὸν συμφέρον τοῦ Δημοσίου ἀπαιτεῖ τροποποίησίν τινα τῆς προτεινομένης τροπολογίας. Παγία φορολογία ἐπὶ τῶν δύο τρίτων τῆς χωρητικότητος ἑκάστου θεάτρου ἀποτελεῖ διπλασίασιν περίπου τοῦ φόρου, τοῦ σήμερον εἰσπραττομένου. Ὅσοι συχνάζουσιν εἰς τὰ θέατρα, καὶ ἐννοῶ τὰ σοβαρότερα αὐτῶν, παρετήρησαν βεβαίως, ὅτι κατὰ μέσον ὅρον οὐδὲ τὸ ἓν τρίτον τῆς χωρητικότητος αὐτῶν πληροῦται. Πανταχοῦ τὸ Δημόσιον ποιεῖται θυσίας πρὸς στήριξιν θεάτρου. Ἡμεῖς δὲ οὐ μόνον δὲν ποιοῦμεν τοιαύτας, ἀλλὰ θέλομεν διὰ τῆς προτεινομένης τροποποιήσεως νὰ ἐπιβάλωμεν βάρη δυσανάλογα εἰς τοὺς διευθυντὰς τῶν θεάτρων, ὑποβάλλοντες αὐτοὺς εἰς ἄμεσον καὶ πάγιον φόρον. Ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου, ὡς ἔχει σήμερον ὁ περὶ αὐτοῦ νόμος, παρουσιάζει τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας ἀναγράφει ἡ ἔκθεσις. Νομίζω ὅμως, ὅτι δύναται καὶ ἄλλως νὰ διαῤῥυθμισθῶσι τὰ τῆς εἰσπράξεως αὐτοῦ, χωρὶς ν’ ἀλλοιώσωμεν τὸν χαρακτῆρα αὐτοῦ. Δύναται νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς διευθυντὰς τῶν θεάτρων νὰ χαρτοσημαίνωσιν ὅσα θέλουσιν εἰσιτήρια, νὰ ἐπιστρέφωσι δὲ τὰ μὴ πωληθέντα. Εἷς δὲ καλὸς δημόσιος ὑπάλληλος, ἱστάμενος ἐν τῇ εἰσόδῳ τοῦ θεάτρου καὶ ἐξελέγχων τὰ εἰσιτήρια, παρέχει ἀρκοῦσαν ἐγγύησιν διὰ τὴν μὴ ἀπόκρυψιν χρησιμοποιηθέντων εἰσιτηρίων. Οὕτω δύνανται νὰ ἐκλείψωσι τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει ἡ ἔκθεσις, χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ ἀλλοίωσις τοῦ φόρου ἀπὸ ἐμμέσου εἰς ἄμεσον καὶ πιεσθῶσιν ἰδίως τὰ σοβαρὸν ἔχοντα χαρακτῆρα θέατρα.
§131ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ λόγος, δι’ ὃν προτείνομεν τοῦτο, εἶναι ἡ μεγάλη δυσχέρεια περὶ τὸν ἔλεγχον. Σήμερον χάριν τοῦ ἐλέγχου ἀναγκαζόμεθα ν’ ἀπασχολῶμεν πλείστους ὑπαλλήλους, καὶ χωροφύλακας καὶ ἀστυνομικὰ ὄργανα. Ἐὰν παραδεχθῶμεν τὰ ἐνδεικνυόμενα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, οὐδὲν ἐπιτυγχάνομεν· δὲν πρόκειται δὲ μόνον περὶ τοῦ μεγάλου θεάτρου, ὅπερ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Βουλευτής, ἀλλὰ καὶ περὶ συναυλιῶν, περὶ ᾠδικῶν καφενείων, περὶ χορῶν καὶ παντοίων καταστημάτων, ἔνθα διεξάγονται ᾠδικαὶ διασκεδάσεις· οὐδ’ ἀρκεῖ, ὡς ὑποθέτει ὁ κ. Βουλευτὴς, εἷς μόνον ὑπάλληλος εἰς ἔλεγχον ἑκάστου καταστήματος. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἰσηγεῖται, ὅπως ὁ θεατρώνης παρουσιάζῃ τὰ εἰσιτήρια πρὸς ἐπισήμανσιν, ἐπιστρέφῃ δὲ τὰ μὴ πωλούμενα· τοῦτο ἔχει καλῶς, ἀλλ’ ὑποθέτει πάντως τὴν παρουσίαν ἐλεγκτοῦ παρ’ ἑκάστῃ εἰσόδῳ, δημοσίᾳ ἢ ἰδιαιτέρᾳ τοῦ καταστήματος, ὡς καὶ σήμερον γίνεται. Ἡμεῖς γινώσκομεν, ὅτι ἡ τοῦ ἐλέγχου δαπάνη καὶ ἡ ζημία τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας ἐκ τῆς ἀπασχολήσεως ὑπαλλήλων καὶ χωροφυλάκων εἶναι τοιαύτη, ὥστε πρὸς ἀπαλλαγὴν ἐγένετο σκέψις καὶ περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου. Τῆς καταργήσεως ἐθεωρήθη προτιμοτέρα ἡ μεταβολὴ τοῦ συστήματος τῆς εἰσπράξεως, καὶ ἐμελετήθησαν τὰ τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου κατ’ ἀποκοπήν· ἠρωτήθησαν δὲ καὶ οἱ ἁρμόδιοι περὶ τοῦ ὅρου τῆς ἐκπτώσεως ἐν τοιαύτῃ βεβαιώσει, ὁρισθέντος εἰς τὸ τρίτον. Ὁ ὁρισμὸς οὗτος μετέχει ἀναποφεύκτως αὐθαιρεσίας, ἀλλ’ ἡ ἔκπτωσις τοῦ τρίτου ἐπὶ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν θέσεων ἢ τῆς ὅλης χωρητικότητος κρίνεται, καὶ μάλιστα περὶ τῶν ᾠδικῶν καφενείων, ἅτινα εἶναι συνήθως πλήρη, συμφέρουσα εἰς τοὺς καταστηματάρχας.
§132ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀνεξαρτήτως τοῦ ζητήματος πόσον εἶναι δίκαιον, ἐνταῦθα ὑπάρχει ἐλάττωμα ῥιζικὸν, ὁ φόρος ἐπὶ τῶν θεάτρων εἶναι ἔμμεσος, ἐνταῦθα δὲ τὸν ἔμμεσον φόρον μεταβάλλετε εἰς ἄμεσον.
§133ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γενῇ ἄλλως.
§134ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως ἄμεσος φόρος ἐπὶ θεάτρων ἔχει ῥιζικὸν ἐλάττωμα, καὶ θὰ ἔχῃ τοῦτο τὸ ἀποτέλεσμα ἐν Ἑλλάδι: θὰ κατατρέχωμεν τὰ θέατρα, ἀντὶ νὰ ὑποστηρίζωμεν αὐτὰ, ἐννοῶ τὰ ἄξια ὑποστηρίξεως. Θὰ ἔχωμεν ἕνα σολοικισμὸν φορολογικὸν, ἐν μικρῷ μὲν, ἀλλ’ ἐπιβλαβῆ ἀποτελέσματα ἐπιφέροντα εἰς τὰ θέατρα, τὰ ἄξια ὑποστηρίξεως. Δὲν εἶναι δὲ δικαιολογία τὸ ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, ἢ μᾶλλον οἱ ἐφαρμόζοντες τὸν νόμον ἀπαντῶσι δυσκολίας εἰς τὴν ἐφαρμογὴν, καὶ πρέπει ἕνεκα τῶν δυσκολιῶν τούτων νὰ μεταβάλωμεν τὴν φύσιν τοῦ φόρου καὶ νὰ τὸν κάμωμεν φόρον ἐπιβλαβῆ καὶ ἄδικον.
§135ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ διάκρισις μεταξὺ τῶν θεάτρων δύναται νὰ ὑπαγορεύσῃ μέτρα τινὰ ὑπέρ τινων ἐξ αὐτῶν καὶ ἰδίᾳ ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ δράματος. Τὴν γνώμην δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει ὡς εἰδικὴν πρότασιν, ὅταν συστηθῇ ἐνταῦθα κανονικὸν θέατρον Ἑλληνικοῦ δράματος καὶ πρὸ τούτου ἐπὶ παραστάσεων Ἑλληνικοῦ δράματος συστηματικῶς διεξαγομένων ἐν θεάτροις ὑφισταμένοις. Ἀλλὰ σήμερον παράστασις Ἑλληνικοῦ δράματος εἶναί τι ὅλως ἐξαιρετικόν, κανονικὰ δὲ εἶναι τὰ θεάματα, τὰ μὴ χρῄζοντα ὑποστηρίξεως. Καὶ περὶ μὲν τοῦ μεγάλου θεάτρου, ἡ γενομένη ἐκτίμησις ἀπέδειξεν, ὅτι εἰς τὸ τρίτον ἔπρεπε νὰ κανονισθῇ ἡ ἔκπτωσις ἐπὶ τῇ κατ’ ἀποκοπὴν βεβαιώσει τοῦ φόρου, περὶ δὲ τοῦ Ἑλληνικοῦ δράματος, οὐδὲν ἐμποδίζει ἵνα γένηται πρότασις, ὅταν τὸ Ἑλληνικὸν δρᾶμα ἐγκατασταθῇ παρ’ ἡμῖν συστηματικώτερον.
§136ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προτείνω τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 52.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου, περὶ ἀπαλείψεως τοῦ ἄρθρου 52 τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§138ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἔχω τροπολογίαν. Ἡ τρίτη παράγραφος τοῦ πρώτου ἄρθρου νὰ τροπολογηθῇ κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἄρθρον 52 τοῦ αὐτοῦ νόμου ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ ἑπομένου: «Αἱ κατὰ τὰ ἄρθρα 21 ἐδάφιον θʹ, καὶ 22 ἐδάφιον βʹ ὑποβαλλόμεναι εἰς τέλος ἐγγραφῆς ἀνακοπαὶ ἐρήμην ἀποφάσεων καὶ ἐφέσεις δὲν δύνανται νὰ εἰσαχθῶσι πρὸς συζήτησιν ὑπὸ τοῦ ἀνακόπτοντος ἢ τοῦ ἐκκαλοῦντος, ἐὰν μὴ ἐπισυνάπτηται κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως τὸ βραδύτερον πιστοποίησις ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου τοῦ Γραμματέως τοῦ Δικαστηρίου, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐγγεγραμμέναι ἐν τῷ ἁρμοδίῳ βιβλίῳ μετὰ καταβολῆς τοῦ νομίμου τέλους, ἔτι δὲ καὶ τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 53 ἐλαχίστου ὅρου τοῦ προστίμου, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐνεγράφησαν μετὰ παρέλευσιν δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐπιδόσεως, ἐπιφυλασσομένων καὶ τῶν ἐν τοῖς ἄρθροις 599, 601 καὶ 774 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας διατεταγμένων κατὰ τῶν ἀνακοπτόντων καὶ ἐκκαλούντων. «Αἱ τοιαῦται δὲ ἀνακοπαὶ καὶ ἐφέσεις, εἰσαγόμεναι ὑπὸ τῶν καθ’ ὧν αὗται, δικάζονται ἐρήμην καὶ ἀποῤῥίπτονται ὡς ἀνυποστήρικτοι. «Ἐπὶ ἀνακοπῶν καὶ ἐφέσεων, ἀπηλλαγμένων τέλους ἐγγραφῆς ὑπὸ τῶν ἄνω μνησθέντων ἄρθρων 21 καὶ 22, ἀπαιτεῖται μὲν ἐπὶ ταῖς ἐν τῇ ἀμέσως ἀνωτέρω παραγράφῳ συνεπείαις ἡ ἐν τῷ βιβλίῳ ἐγγραφὴ, ἀλλ’ ἡ κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἄρθρα τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ποινὴ ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς ἀμελήσοντας τὴν ἐγγραφὴν πληρεξουσίους τοῦ ἀνακόπτοντος ἢ τοῦ ἐκκαλοῦντος». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, κατὰ τὰς ὑπὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας βουλευτοῦ κ. Μπουφίδου γενομένας τροποποιήσεις).
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται).
§140ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, τὸ ἀναγνωσθὲν ἄρθρον 2 εἶναι δημευτικόν. Ἐκεῖνον τὸν πολίτην, ὁ ὁποῖος ἀπέκτησε τὸ δικαίωμα νὰ ἀποκρούσῃ τὴν ἀνακοπὴν ἢ τὴν ἔφεσιν τοῦ ἀντιδίκου του, τὸν στερεῖτε τοῦ δικαιώματος τούτου. Διατὶ αὐτὴ ἡ στέρησις; Ἐξεδόθη νόμος, ὁ ὁποῖος ἐθεώρησε τὴν ἐγγραφὴν τῆς ἀνακοπῆς ὡς μίαν διατύπωσιν, συνεπάγουσαν τὸ ἀπαράδεκτον τοῦ ἐνδίκου μέσου, ὁ πολίτης ἀπέκτησε τὸ δικαίωμα νὰ ἀντιτάξῃ αὐτὸ τὸ ἀπαράδεκτον. Εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὸν πολίτην τὸ δικαίωμα τοῦτο; Τοιοῦτος νόμος εἶναι δημευτικός. Ὑποθέσατε ὅτι ψηφίζεται νόμος, διατάσσων ὅτι ἡ πρὸς ἔφεσιν προθεσμία εἶναι οὐχὶ 30 ἡμερῶν, ἀλλὰ 60· ἐγὼ ἐκοινοποίησα τὴν πρωτόδικον ἀπόφασιν ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ πρώτου νόμου, ὁ δὲ ἀντίδικός μου παρέλειψε νὰ κάμῃ ἔφεσιν ἐντὸς τῶν 30 ἡμερῶν· δύναται τώρα νὰ κάμῃ ἔφεσιν μὲ τὸν νέον νόμον; Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν συνάδει μὲ τὰς ἀρχὰς τῆς δικαιοσύνης, καθ’ ἃς ἀπαγορεύεται νὰ ἔχωσιν ὀπισθενεργὸν δύναμιν οἱ νόμοι.
§141ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν πρόκειται περὶ ἁπλῆς ὀπισθενεργοῦ δυνάμεως, ἀλλὰ περὶ ἐκτιμήσεως τοῦ ἀπαραδέκτου, τοῦ περιλαμβανομένου εἰς τὸ τροποποιούμενον ἄρθρον 52, ὡς διατάξεως περιεχούσης ποινικὴν κύρωσιν. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 52 τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου ἐπιβάλλει ποινὴν εἰς τὸν παραλείποντα τὴν ἐγγραφὴν καὶ ἡ ποινὴ αὕτη ἦτο δυσανάλογος πρὸς τὴν παράλειψιν, ἦτο ποινὴ ἀπαραδέκτου οὐσιαστικοῦ, ἐγγίζουσα τὸν διάδικον ἐν τῇ περιουσίᾳ αὐτοῦ. Σήμερον, μεταβαλλομένης τῆς ποινικῆς διατάξεως, ἐξεταστέον, πρέπει νὰ διατηρήσωμεν τὴν ποινὴν εἰς τὰς δίκας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἐδικάσθησαν μὲν πρὸ τοῦ νέου νόμου, τὸν ὁποῖον εἰσάγομεν, ἀλλὰ δὲν ἐδικάσθησαν τελεσιδίκως; ἢ πρέπει, ἐφαρμόζοντες καὶ ἐνταῦθα τὸν κανόνα, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ νόμοι, οἱ περιέχοντες ἐλαφροτέρας ποινάς, ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τῶν πρότερον τελεσθεισῶν πράξεων, νὰ ἀφαιρέσωμεν τὴν ποινὴν καὶ ἀπὸ τῶν δικῶν ἐκείνων; Νομίζω ὅτι πρέπει, ὡς διάταξις ἐπιβάλλουσα ἐλαφροτέραν ποινὴν, νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τοὺς πρότερον πταίσαντας.
§142ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀπορίας ἄξιον, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς χαρακτηρίζει ὡς ποινὴν τὸ ἀπαράδεκτον. Ποινὴ ἆρά γε εἶναι ἡ ἀπόῤῥιψις τῆς ἐφέσεως ὡς ἐκπροθέσμου; Δὲν πρόκειται περὶ ποινῆς, ἀλλὰ περὶ ἀπαραδέκτου τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, τὸ ὁποῖον συνεπάγεται τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, καὶ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἀπαράδεκτα. Ὥστε δὲν ἔχουν κἀμμίαν σχέσιν ὅσα εἶπε περὶ ποινῆς. Τί σημαίνει, ἂν ἀπεφάσισε τὸ Ἐφετεῖον ἢ ὄχι περὶ τοῦ δικαιώματος; ἀφήσατε αὐτὸ ἐλεύθερον νὰ κρίνῃ καὶ νὰ ἀποφασίσῃ, ἂν τὸ ἀπαράδεκτον ἦναι βάσιμον. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ κάμητε σεῖς, λέγεται δήμευσις, διότι ἐγὼ ἔχω ἀπέναντι τοῦ παραλείψαντος τὴν δήλωσιν τῆς ἐφέσεως κεκτημένον δικαίωμα, ἔχω τελεσιδικίαν κεκτημένην, ἣν θὰ ἀναγνωρίσῃ αὔριον τὸ Ἐφετεῖον, ἂν μείνῃ ἐλεύθερον. Ἀλλ’ ὑμεῖς ἔρχεσθε καὶ ἀναιρεῖτε διὰ νόμου τὸ δικαίωμά μου.
§143ΡΑΛΛΗΣ. Ἔπειτα δὲν ἔχει ἔννοιαν τὸ ἄρθρον 2, διότι, ἂν οἱαδήποτε ὑπόθεσις εἰσήχθη εἰς τὸ Δικαστήριον, βεβαίως ἡ ἔφεσις ἐκείνου, ὁ ὁποῖος δὲν συνεμορφώθη μὲ τὸν νόμον, εἶναι ἀπαράδεκτος. Σήμερον πρόκειται νὰ σώσωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν συνεμορφώθησαν μὲ τὸν νόμον μέχρι σήμερον, καὶ τῶν ὁποίων ἡ ὑπόθεσις δὲν εἰσήχθη εἰς τὸ Δικαστήριον, ἀλλὰ ὑπὸ τοιούτους ὅρους καθίσταται τὸ ἄρθρον 2 ἐντελῶς προσωπικόν. Ἴσως ὑπάρχουσί τινες ὑποθέσεις, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ἐνδιαφέρεται, καὶ θέλει αὐταὶ αἱ ὑποθέσεις νὰ σωθῶσιν. Ὄχι, πρέπει νὰ ὑποστῆτε τὴν ζημίαν, ἡ ὁποία προῆλθεν ἐκ κακοκεφαλιᾶς τῆς Κυβερνήσεως, διότι πρὸ δύο ἐτῶν ἐσχίζομεν τὰ ἐνδύματά μας ἐδῶ κατ’ αὐτῆς τῆς διατάξεως, καὶ πολλοὶ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐψήφιζαν ὑπὲρ τῆς διατάξεως, ἦσαν καὶ δικηγόροι· σήμερον δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ἀλλάξωμεν μέτρον, ἐννοοῦμεν νὰ ὑποστῶσι τὰς συνεπείας τῆς κακοκεφαλιᾶς των. Ἐν περιπτώσει δὲ, καθ’ ἣν ζητήσει ἡ Κυβέρνησις νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ζητήσωμεν τὴν ἀναβολήν.
§144Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοοῦμεν, πότε ἐννοεῖτε τελεσιδικίαν. Αἱ ἀποφάσεις αἱ συζητηθεῖσαι καὶ ὑπὸ διάσκεψιν εὑρισκόμεναι, αὐταὶ ὑπὸ ποῖον νόμον ὑπάγονται;
§145ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ τελεσιδικία ὁρίζεται ὑπὸ τοῦ νόμου.
§146ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ δημοσίευσις τῆς ἀποφάσεως.
§147ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§148ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἀπαράδεκτον ἐκεῖνο ὑφίσταται ἐκ τοῦ νόμου, ὅτε ἡ ἔκδοσις τῆς ἀποφάσεως οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν. Ἐπῆλθε τὸ ἀπαράδεκτον, λοιπὸν ἡ ἔκδοσις τῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως δὲν ἔχει σημασίαν. Θὰ ἐνόουν νὰ ἐλέγομεν, ὅτι ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἀπαράδεκτα, τὰ ὁποῖα ἀντετάχθησαν ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης, νὰ θεωρηθῶσιν ὡς μὴ ὑπάρχοντα· ἵνα μὴ προσκρούσωμεν εἰς τὸ δεδικασμένον, πρέπει νὰ ἀποφύγωμεν τὴν ὀπισθενεργὸν δύναμιν, τὴν ὁποίαν χορηγεῖ τὸ ἄρθρον 2.
§149ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κατὰ τὴν ὑπόθεσιν, ἣν ὁ συνάδελφος ἐποιήσατο, ἀληθῶς προσβάλλεται τὸ δεδικασμένον. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ τελεσιδίκου ἤδη καταστάσεως ἀποφάσεως, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτρέψωμεν διὰ νόμου τὴν ἀπ’ ἀρχῆς ἐξέτασιν τῶν ἀνακοπῶν καὶ τῶν ἐφέσεων. Ἡ διάταξις ὅμως δευτέρα τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἐπιζητεῖ τοῦτο· ῥητῶς μάλιστα ἐν αὐτῇ προβλέπεται ἡ περίστασις, ὅτι ἡ ἐξέτασις τοῦ δεδικασμένου ἀπαγορεύεται. Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ὁ περὶ χαρτοσήμου νόμος εἶναι νόμος φορολογικὸς, καὶ ὅτι πρὸς κύρωσιν τῶν διατάξεων αὐτοῦ περιλαμβάνει ποινὰς, αἱ δὲ περὶ τούτου διατάξεις, καὶ ἂν ποινικαὶ θεωρηθῶσι, θέλουσιν ἐφαρμοσθῆ ὡς οἱ κανόνες τῆς ἐπιστήμης διδάσκουσιν. Ἐγὼ μάλιστα νομίζω, ὅτι ἤρκει μόνον ἡ ψήφισις τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα ἐπέλθωσιν αἱ συνέπειαι, περὶ ὧν προβλέπει ἡ διάταξις τοῦ δευτέρου ἄρθρου, οὐδ’ ἀπητεῖτο εἰδικὴ περὶ τούτου διάταξις, ἀφοῦ ἅμα τῇ ἰσχύϊ τοῦ πρώτου ἄρθρου ὁ δικαστὴς, καλούμενος νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου ἀνακοπῆς ἢ ἐφέσεως, τὸ ἀπαράδεκτον τοῦτο ἤθελεν ἀποδεχθῆ καθ’ ἣν ἔννοιαν ὁ νόμος ἤθελε κανονίσει αὐτό. Ἀλλὰ, πρὸς ἀποφυγὴν περιπλοκῶν, ὀρθῶς ἐγένετο καὶ περιελήφθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2. Τί ζητοῦσι λοιπὸν ἤδη οἱ ἐναντιοφρονοῦντες συνάδελφοι; Ἂν, ἀποῤῥιφθείσης ἤδη ἀνακοπῆς τινος, δύναται νὰ ἔλθῃ ἡ ὑπόθεσις δι’ ἐφέσεως ἐνώπιον τῶν Ἐφετῶν, νὰ μὴ δύνηται νὰ γίνῃ τοῦτο, διότι ὁπωσδήποτε διὰ τῆς μὴ δηλώσεως τῆς ἀνακοπῆς ἀπωλέσθη τὸ οὐσιαστικὸν δικαίωμα, ὀρθῶς δὲ ἀπεῤῥίφθη ἡ ἀνακοπή. Ἀλλὰ καὶ πρὸ τοῦ νόμου ἡ ἀνακοπὴ, ὅταν εἰσήγετο νομίμως πρὸς συζήτησιν, ὀρθῶς ἀπεῤῥίπτετο, ἔφεσις ὅμως ἐπετρέπετο. Ἀλλὰ, λέγουσιν, ἐπιζητεῖται διὰ τῆς διατάξεως ταύτης νὰ σωθῶσι συμφέροντα τοῦ Δημοσίου εἴς τινα, δὲν γνωρίζω ποίαν, δίκην, καθ’ ἣν δὲν ἐδηλώθη ἡ ἀνακοπὴ ἢ ἡ ἔφεσις τοῦ Δημοσίου. Εἷς λόγος σπουδαιότερος, διὰ νὰ ψηφισθῇ τάχιστα τὸ νομοσχέδιον. Τὸ πεῖσμα τοῦτο καὶ ἡ ὑποδεικνυομένη ἐχθρότης κατὰ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου εἶναι ἀληθῶς ἀκατανόητος. Μήπως δὲν εἶναι πολῖται Ἕλληνες καὶ δὲν πονοῦσι διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου; Μήπως τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον εἶναι ἰδιοκτησία τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἢ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἐπιζητοῦσι νὰ ἴδωσι καταστρεφομένην ταύτην, ἵνα προξενηθῇ κακόν τι εἰς αὐτοὺς καὶ κορεσθῇ οὕτως ἡ χαιρεκακία των. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν αἰσθάνομαι μοχθηρίαν τινὰ πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, ἑπομένως τὸ ἐπιχείρημα τοῦ συναδέλφου δὲν θὰ ἦτο ἱκανὸν νὰ μὲ ἀποτρέψῃ ἀπὸ τοῦ νὰ ὑποστηρίξω διάταξιν, ἣν εὑρίσκω σύμφωνον πρὸς τὸν ὀρθὸν λόγον καὶ πρὸς τὸ δίκαιον. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, πρόκειται νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰ συμφέροντα ἀπείρων ἀνθρώπων, οἵτινες κινδυνεύουσι νὰ καταστραφῶσιν ἕνεκα ἀμελείας τῶν δικηγόρων των, ἢ αὐτῶν τῶν ἰδίων, καὶ διὰ παράβασιν διατάξεως, μηδένα ἐχούσης δικαιολογητικὸν λόγον, τερατώδους ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν καὶ ἧς κύριος σκοπὸς δὲν ἦτο νὰ κανονίσῃ τὸ κατ’ οὐσίαν δίκαιον τῶν πολιτῶν, οὐδὲ νὰ περιφρουρήσῃ τοῦτο, ὡς συμβαίνει εἰς τὰς δικονομικὰς διατάξεις, ἀλλ’ ἧς σκοπὸς ἦτο νὰ φορολογήσῃ. Καταργοῦντες δὲ τὴν διάταξιν ταύτην, θὰ ἦτο οὐχὶ ἄδικον μόνον, ἀλλ’ ἀπάνθρωπον καὶ ἀνάξιον πεφωτισμένων νομοθετῶν, ἐὰν μὴ ἀπεδεχόμεθα, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀκόμη καιρὸς, μὴ ἐπελθούσης τελεσιδικίας, τουτέστιν ἐὰν ὑπάρχῃ ἀκόμη ἀνοικτὴ ἡ ὁδὸς τῶν τακτικῶν ἐνδίκων μέσων, πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ ἀπονομὴ τοῦ οὐσιαστικοῦ δικαίου, καταβάλλοντος τοῦ διαδίκου πρόστιμον, βαρὺ μάλιστα, ἵνα ἐκλείψῃ τὸ ἐκ τῆς μὴ δηλώσεως τῆς ἀνακοπῆς ἢ τῆς ἐφέσεώς του δημιουργηθὲν ἀπαράδεκτον.
§150ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, διότι ἡμεῖς ἐννοοῦμεν, ὅτι τὸ καθῆκον τοῦ νομοθετεῖν δὲν εἶναι καθῆκον ἐξαρτώμενον ἐκ τοῦ συμφέροντος τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἑτέρου. Μᾶς κατηγοροῦν, ὅτι ἡμεῖς θέλομεν ἐξ οἱουδήποτε συμφέροντος κατὰ τοῦ Δημοσίου νὰ μὴ ψηφισθῇ ἡ διάταξις. Ἀπατῶνται ὅσοι τοῦτο νομίζουν· ἡμεῖς θέλομεν γενικὸν κανόνα. Ἂν δὲ ἡ διάταξις ἐκείνη κατέστρεψε συμφέροντα ἰδιωτῶν, δὲν γνωρίζω διατὶ νὰ μὴ καταστρέψῃ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Εἰς τὸ Δημόσιον ἀπόκειται τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως κατὰ τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου, τοῦ ἀμελήσαντος, ὡς καὶ εἰς τὸν ἰδιώτην τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως κατὰ τοῦ δικηγόρου. Δὲν πρόκειται δὲ περὶ ποινῆς, ἀλλὰ περὶ ἀπαραδέκτου, ἀποτελεῖ δὲ κεκτημένον δικαίωμα ὡς πρὸς ἐκεῖνον, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐκτήθη ἤδη. Πῶς θὰ τὸν ἐμποδίσητε νὰ ἀντιτάξῃ τὸ ἀπαράδεκτον; Σᾶς εἶπεν ὅτι ἡ συζητηθεῖσα ὑπόθεσις θὰ ἐκδοθῇ καὶ θὰ γίνῃ τελεσίδικος πρὶν δημοσιευθῇ ὁ νόμος· ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῶν ὑποθέσεων ἐκείνων, τὰς ὁποίας θέλει εὕρει ἐκκρεμεῖς ὁ νόμος· τί θὰ γίνῃ ὡς πρὸς τὰς ὑποθέσεις ἐκείνας; εἰς τὸν νόμον τὸν ἤδη ὑπάρχοντα ἢ εἰς τὸν νῦν ψηφιζόμενον θὰ ὑποβληθῶσιν; Ἂν ὑπέστην ἐγὼ ἓν ἀπαράδεκτον, θὰ τὸ ὑποστῇ καὶ ὁ ἄλλος διάδικος, ὁ ὁποῖος εὑρέθη εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν. Τὸν κείμενον νόμον ἔπρεπε νὰ μὴ τὸν ψηφίσῃ ὁ προλαλήσας, ἢ τοὐλάχιστον, ὅτε πέρυσιν ἐκραυγάζομεν κατὰ τῆς διατάξεως ἐκείνης, ἔπρεπε νὰ ψηφίσῃ μεθ’ ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐνῷ εὕρισκεν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη θέτει εἰς κίνδυνον χιλιάδων διαδίκων τὰ συμφέροντα, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐσκέφθη τὴν θέσιν του ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἐψήφισεν ὑπὲρ τῆς διατάξεως ἐκείνης.
§151ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε! Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν συζητεῖ ὁ συνάδελφος περὶ διατάξεως ἀφορώσης ὕψιστα κοινωνικὰ συμφέροντα, δικαιολογεῖ πληρέστατα τὴν περὶ αὐτοῦ πρὸ μικροῦ ἐξενεχθεῖσαν γνώμην μου. Ἐννοεῖ νὰ ἀποδείξῃ καὶ μίαν ἀκόμη φορὰν, ὅτι ὅλων τῶν σκέψεών του, ὅλων τῶν γνωμῶν του προεδρεύει τὸ πεῖσμα καὶ τὸ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἢ μᾶλλον τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως προσωπικὸν αὐτοῦ πάθος. Ἀλλ’ οἱ διατελοῦντες εἰς σύγχυσιν, προκαλουμένην ὑπὸ τοιούτων παθῶν, νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀπέχωσι σοβαρῶν καὶ σπουδαίων συζητήσεων’ συζητοῦντες δὲ, πρέπει νὰ κρίνωνται ὡς ἡ κατάστασις αὐτῶν ἐπιβάλλει. Δὲν γνωρίζω, κύριε Πρόεδρε, ἐκ τίνος ἀφορμῆς, οὐδὲ ἐνδιαφέρει με νὰ ἐξετάσω τοῦτο, ἐπιμένει ὁ συνάδελφος, μετὰ τόσου μάλιστα ἐνδιαφέροντος, νὰ μὴ ψηφισθῇ ἡ διάταξις αὕτη. Τὸν εἴδομεν πρὸ ὀλίγου ἐξανιστάμενον κατὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐν γένει· καὶ ὅμως πρὸ μηνὸς ἀκόμη, ὅτε ὁμοία πρότασις εἰσήχθη παρά τινος τῶν κυρίων συναδέλφων, ἔνθερμος συνήγορος αὐτῆς ὑπῆρξεν ὁ ἤδη ἀντιτασσόμενος συνάδελφος καὶ κατήγορος τότε σφοδρῶς τῆς τε Κυβερνήσεως καὶ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ὡς ψηφισάσης τὴν τροποποιουμένην διὰ τοῦ νομοσχεδίου διάταξιν τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου. Τοιαύτη ὅμως παλιμβουλία τοῦ συναδέλφου δὲν εἶναι πρωτοφανής. Ἤδη σᾶς λέγει, ὅτι τὴν διάταξιν, ἧς τὴν ψήφισιν ἐπεζήτησεν ὁλόκληρος ἡ Βουλή, ὅλος ὁ δικαστικὸς κόσμος καὶ σύμπασα ἡ κοινωνία, τὴν διάταξιν ταύτην θεωρεῖ αὐτὸς ὀλεθρίαν· διατὶ νομίζετε; μόνον διότι διαβλέπει, ὅτι ταύτην ἔθετο ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ προστατεύσῃ κινδυνεύοντα συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Καὶ ἔχει δίκαιον ὁ συνάδελφος· τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου εἶναι ξένα πρὸς αὐτόν. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ συμφερόντων ἄλλου Δημοσίου, τὸ πρᾶγμα θὰ εἶχε καλῶς. Αὐτὸς δὲν εἶναι πολίτης Ἕλλην. Καὶ ὅμως κύριε Πρόεδρε, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε περιλάβει ἀρχικῶς τὸ ἄρθρον 2ον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἐπείσθη δὲ ν’ ἀναγράψῃ καὶ τὴν διάταξιν ταύτην ὅταν πανταχόθεν, παρ’ ὅλου τοῦ κόσμου, ὑπὲρ τῆς ψηφίσεως τοιαύτης διατάξεως ὑπεβάλλοντο πρὸς τὴν Κυβέρνησιν παρακλήσεις. Τὴν ὀρθότητα τῆς γενικῆς ταύτης ἀπαιτήσεως ἀναγνωρίζουσα ἡ Κυβέρνησις, περιέλαβεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὴν συζητουμένην διάταξιν. Ταῦτα λέγω, ἵνα καταδείξω, ὅτι ποταπὰ καὶ ἀνάξια τοῦ Κοινοβουλίου πάθη ἐξεγείρουσι τὸν συνάδελφον, ὅταν πρόκηται καὶ περὶ ἀρίστης καὶ ὀρθοτάτης διατάξεως, ἀρκεῖ ὅτι τὸ ἄριστον τοῦτο καὶ τὸ ὀρθὸν προβάλλεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπαντῶν δὲ εἰς ὅσα προσωπικῶς περὶ ἐμοῦ εἶπεν, ἐδικαιούμην ἴσως νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου διὰ τὴν τόλμην, μεθ’ ἧς λέγει πράγματα, περὶ ὧν οὐδεμίαν ἔχει γνῶσιν. Ἀλλὰ τοιαύτη ἀπορία θὰ ἦτο δικαιολογημένη διὰ πάντα ἄλλον ἢ διὰ τὸν προλαλήσαντα, ὅστις συνεχῶς παρέχει ἡμῖν δείγματα παρομοίας τόλμης. Ἐὰν ἀνεγίνωσκε τὰ πρακτικὰ τῆς συζητήσεως τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου, θὰ ἔβλεπεν ὅτι, ὅταν αὐτὸς ἐφυγομάχει, ἀγωνιζόμενος νὰ παραλύσῃ τὰς συνεδριάσεις τοῦ Κοινοβουλίου καὶ νὰ ἐξευτελίσῃ αὐτὸ, ἐγὼ, ἐκπληρῶν καὶ τότε τὸ καθῆκόν μου, ἀπὸ τῆς θέσεως ἀκριβῶς ταύτης, εἰς ἣν καὶ ἤδη ἵσταμαι, ἐῤῥωμένως ἀντετάχθην κατὰ τῆς διατάξεως τοῦ σήμερον τροποποιουμένου ἄρθρου, θὰ ἔβλεπε δὲ προσέτι, ὅτι ἐγὼ ὑπῆρξα ὁ σωτὴρ ὑψίστων συμφερόντων τῶν πολιτῶν, προτείνας τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 62 τοῦ νόμου. Εἶναι ἆρά γε ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβω τοὺς λόγους, δι’ οὓς φρονῶ, ὅτι ἄνευ ἀντιλογίας ἔδει νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου; Ἡ ὀρθότης τούτου εἶναι καταληπτή. Οἱ φορολογικοὶ νόμοι δὲν δύνανται νὰ κανονίζωσιν οὐσιαστικὰ δικαιώματα. Τοσοῦτον αὐστηραὶ συνέπειαι ἐνδεχομένης ἀμελείας τοῦ διαδίκου ἢ τοῦ δικηγόρου εἶναι οὐ μόνον ἀδικαιολόγητοι, ἀλλὰ καὶ παράλογοι. Δὲν πρόκειται περὶ παραβάσεως τύπου, τεθέντος πρὸς περιφρούρησιν τοῦ οὐσιαστικοῦ δικαίου, ὅτε δύναται νὰ δικαιολογηθῇ αὐστηρὰ συνέπεια τῆς παραβάσεως τοῦ τύπου· πρόκειται περὶ ταμιευτικῆς διατάξεως, ἥτις ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δύναται νὰ παραβλάπτῃ οὐσιαστικὸν δικαίωμα. Τούτου τεθέντος, ἠθέλομεν πράξει ἀσύνετον ἔργον, ἐὰν, τροποποιοῦντες τὴν αὐστηρὰν ἐκείνην διάταξιν, παρελείπομεν, νὰ προνοήσωμεν περὶ τῶν δημιουργηθεισῶν βλαβῶν, καὶ δὲν προελαμβάνομεν τὰ ἄτοπα, ὅσα ὑπάρχει ἀκόμη καιρὸς κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας νὰ προληφθῶσι, περιορίζοντες ταῦτα εἰς τὰ ἐκ τῆς ἐπελθούσης τελεσιδικίας, ἣν δυστυχῶς δὲν εἶναι ἡμῖν ἐπιτετραμμένον νὰ θίξωμεν. Μεθ’ ὅλα ταῦτα, πῶς θέλετε νὰ ἐξηγήσω τὴν ἐπιμονὴν τοῦ προλαλήσαντος, ἵνα μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον; Ἐὰν πεῖσμα ἀδικαιολόγητον, καὶ λόγοι βάσιν ἔχοντες πάθη ποταπὰ, τὰ ὁποῖα....
§152ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν πρέπει νὰ λέγητε τοιαῦτα.
§153ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. ... τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάξια σοβαροῦ ἀντιπροσώπου, δίδουσι δὲ τὴν εἰκόνα τῆς προσωπικῆς.... (Θόρυβος).
§154ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ λέγητε τοιαῦτα. Κύριε Πρόεδρε, φέρω ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας (Θόρυβος).
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε.... Καθήσατε, κύριε Μπουφίδη· θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§156ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἐμπορεύεται τὴν δικαιοσύνην.... (Θόρυβος).
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο ἔνστασις μὴ ἀπαρτίας, καὶ συζήτησις δὲν ἐπιτρέπεται πλέον.
§158ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠνέχθημεν ἅπαξ ὕβριν κατὰ συναδέλφου καὶ δευτέραν φορὰν, ἀλλὰ πλέον δὲν ἀντέχομεν.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§160ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 10 καὶ 20′ μ. μ.