1889.12.08
2,229 rows · 17,639 words · 132 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 36
τῆς 8 Δεκεμβρίου 1889
(Παρασκευή).
Ὥρα 4½ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔμποροι καὶ κάτοικοι Μεσολογγίου παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, νὰ ψηφίσῃ τὸ περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν νομοσχέδιον. Ὁ Ἀγγελῆς Καταλαντάκης Κρὴς ἀναφέρει, ὅτι κατὰ τὸν ἐν Κρήτῃ ἀγῶνα τοῦ 1877 συνελήφθη ὑπὸ βασιβουζούκων, οἱ ὁποῖοι τοῦ ἔκοψαν τὸν τράχηλον καὶ ὡς ἐκ τούτου κατέστη ἀνίκανος πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν. Παρακαλεῖ δὲ νὰ τῷ χορηγηθῇ βοήθημα μηνιαῖον ἢ ἄλλη τις περίθαλψις. Ἐν τῇ ἀναφορᾷ του ἐπισυνάπτει καὶ πιστοποιητικὰ τῶν ὁπλαρχηγῶν Σκαλίδου, Κριάρη καὶ Μυλογιαννάκη. Ἡ αἴτησίς του παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§2ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρό τινων ἡμερῶν παρέστησα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ σταφιδόκαρπος τῆς ἐπαρχίας Τριφυλίας δὲν πωλεῖται πλέον εἰς τὰς τιμὰς, εἰς ἃς ἐπωλεῖτο ἄλλοτε, καὶ ὅτι μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ σταφιδοκάρπου τῶν Καλαμῶν καὶ τῆς Ἠλείας οὐδεμία διάκρισις γίνεται· παρεκάλεσα δὲ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀφοῦ λάβῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, νὰ ἐξομοιώσῃ ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν τὸν σταφιδόκαρπον τῆς Τριφυλίας μὲ τὸν σταφιδόκαρπον τῶν ἐπαρχιῶν τούτων. Δυστυχῶς ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» ἐδημοσίευσεν, ἐπιβεβαιοῖ τὰς παραστάσεις μου· καὶ λέγω δυστυχῶς, διότι ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἦτο ἀληθὲς, ὅτι αἱ τιμαὶ τοῦ σταφιδοκάρπου τῆς Τριφυλίας ἐξέπεσαν· διὰ τοῦτο ἀπέστειλα χθὲς, μὴ δυνηθεὶς νὰ παρευρεθῶ εἰς τὴν συνεδρίασιν, τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς, δι’ ἧς ἐπρότεινα τὴν ἀνήκουσαν μεταβολήν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶδον σήμερον ἐκ τῶν πρακτικῶν, ὅτι ὁμοίαν τροπολογίαν ὑπέβαλε καὶ ὁ συνάδελφός μου κ. Κοκκέδης, ἀποσύρω τὴν ἰδικήν μου τροπολογίαν καὶ ἀφίνω τὴν περαιτέρω φροντίδα εἰς τὸν κ. Κοκκέβην, ὅστις, καθ’ ὃ φίλος τῆς Κυβερνήσεως, ἐλπίζω ὅτι θέλει ἐπιμείνει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς τροπολογίας του, ὑπὲρ τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ θέλω συνηγορήσει καὶ ὑπερψηφίσει· μεταβαίνω δὲ ἀμέσως εἰς ἄλλο ἀντικείμενον. Ἔχετε πάντες ἀνὰ χεῖρας τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὴν μετάθεσιν τῶν ἀρχῶν τῆς Κυπαρισσίας εἰς τὸ παράλιον, καὶ γνωρίζετε, τί συμβαίνει εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα. Εἰς τὴν ἱστορικὴν καὶ πολυπαθῆ πόλιν τῆς Κυπαρισσίας, ἡ ὁποία ἐπὶ Τουρκοκρατίας ἦτο ἕδρα μιᾶς τῶν ἑπτὰ μεγάλων ἐπαρχιῶν τῆς Πελοποννήσου, μετὰ δὲ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων ὡρίσθη καὶ διετέλεσεν ἕδρα τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας, καὶ ἡ ὁποία δεινῶς ἠδικήθη ὑπὸ τῆς Ἀντιβασιλείας, ἕνεκα τῶν φιλελευθέρων φρονημάτων τῶν κατοίκων τῆς ἐπαρχίας Τριφυλίας, ἐνέσκηψε συμφορὰ, ὁποία ἀμφιβάλλω, ἂν ἐπῆλθε ποτὲ εἰς πόλιν ἐν καιρῷ εἰρήνης καὶ ἐν ὁμαλῇ καταστάσει πραγμάτων. Ἡ Κυπαρισσία εἶχε Πρωτοδικεῖον, εἶχεν Εἰσαγγελίαν, εἶχεν Ἐφορίαν, εἶχε Ταμεῖον, εἶχεν Εἰρηνοδικεῖον, εἶχε Τηλεγραφεῖον καὶ Ταχυδρομεῖον, εἶχεν Ὑπομοιραρχίαν καὶ στρατῶνα χωροφυλακῆς, συνιστᾶτο δὲ ἐν αὐτῇ δὶς τοῦ ἔτους Κακουργιοδικεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον, ἐπειδὴ εὕρισκον οἱ διευθύνοντες τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην πολλὰς ἐγγυήσεις, παρέπεμπον πολλὰς καὶ σπουδαίας ὑποθέσεις, εἶχεν Ὑποκατάστημα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Πάντα ταῦτα ἀπώλεσε διὰ μιᾶς· καὶ διατὶ νομίζετε; Διότι κατὰ κακήν τῆς τύχην εὑρέθη πλησίον αὐτῆς ἄλλη θέσις, ἔρημος μὲν, ἀλλὰ τερπνοτέρα καὶ ὡραιοτέρα, ἡ ὁποία ἐμάγευσέ τινας καὶ ἰδίως ἕνα τῶν ἀντιπροσώπων τῆς ἐπαρχίας καὶ τὸν ἔκαμε νὰ πειθαναγκάσῃ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ σηκώσῃ ὅλα ταῦτα ἀπὸ τὴν Κυπαρισσίαν καὶ νὰ τὰ μεταφέρῃ εἰς τὴν ἔρημον ἐκείνην θέσιν, πλὴν ἐννοεῖται τοῦ Κακουργιοδικείου, διότι ἔλειψε καὶ τοῦτο ἀπὸ τὴν πόλιν· ἀλλὰ διὰ τὴν ἐπικρατοῦσαν εἰς τὸ παράλιον ἐρημίαν ἀνθρώπων καὶ οἰκημάτων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκροτῆται ἐκεῖ, ὅπως καὶ δὲν συνεστήθη κατὰ τέσσαρας ἤδη συνόδους. Ἕνεκα τῆς μεταθέσεως ταύτης ἐκενώθησαν ἐπέκεινα τῶν τριάκοντα οἰκιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐχρησίμευον διὰ τὰ δημόσια καταστήματα καὶ πρὸς κατοικίαν τῶν ὑπαλλήλων, ἔπαυσεν ἡ συῤῥοὴ τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εἰσήρχοντο καθ’ ἑκάστην εἰς τὴν πόλιν διὰ τὰς ὑποθέσεις των, ἕνεκα τοῦ Πρωτοδικείου καὶ τῶν ἄλλων ἀρχῶν καὶ τοῦ Ὑποκαταστήματος τῆς Τραπέζης, καὶ οἱ ὁποῖοι ἔδιδον ζωὴν εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ τὰς συναλλαγὰς τῆς πόλεως, ἠρημώθησαν τὰ μαγειρεῖα, τὰ ξενοδοχεῖα καὶ τὰ πανδοχεῖα, τὰ ὁποῖα ἐδέχοντο καὶ ἐτροφοδότουν τὸν εἰσερχόμενον πληθυσμόν· οἱ κάτοικοι, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσιν ἀνάγκην διὰ τὰς ὑποθέσεις των, νὰ προσέρχωνται εἰς τὰς ἀρχὰς, ἀναγκάζονται νὰ διανύουν ἀπόστασιν ὄχι μικρὰν, οἱ δὲ ὑπάλληλοι, καταδικασθέντες νὰ ζῶσιν εἰς τὴν ἐρημίαν, δυσφοροῦσι καὶ δυσανασχετοῦν· ὅλα δὲ ταῦτα ἐγένοντο δι’ οὐδένα ἄλλον λόγον, εἰμὴ διότι, ὡς εἶπον, ἡ θέσις αὕτη κεῖται πλησίον τῆς θαλάσσης, εἶναι μᾶλλον τερπνὴ, καὶ διότι εὕρισκον, ὅτι ὁ θαλάσσιος ἀὴρ, ἕως ὅτου φθάσῃ εἰς τὴν Κυπαρισσίαν, ἐθερμαίνετο ὀλίγον. Ἡ Κυπαρισσία, ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἐκθέσω καὶ ἄλλοτε, κεῖται ἐπὶ τῆς κατωφερείας ὄρους· κάτωθεν αὐτῆς ἐκτείνεται ὡραία πεδιὰς, ἡ ὁποία φθάνει μέχρι τῆς θαλάσσης, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀναβῇ τις ἀπὸ τῆς θαλάσσης μέχρι τοῦ κέντρου τῆς πόλεως, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἡ ἀγορὰ καὶ τὰ δημόσια καταστήματα, ἀπαιτεῖται ἡμισείας ὥρας ἐπίπονος ὁδοιπορία, ἡ ὁποία κουράζει καὶ τὸν μᾶλλον εὔρωστον ἄνθρωπον. Ἀλλ’ εἰς τὴν αὐτὴν μὲ τὴν Κυπαρισσίαν κατηγορίαν εὑρίσκονται καὶ πολλαὶ ἄλλαι πόλεις τῆς Ἑλλάδος, διότι ἕνεκα τοῦ φόβου τῶν πειρατῶν κατὰ τοὺς παρελθόντας χρόνους οἱ ἄνθρωποι ἀπεμακρύνοντο ἀπὸ τὴν θάλασσαν, καθ’ ὅσον ὅμως ἀναπτύσσεται τὸ διὰ θαλάσσης ἐμπόριον καὶ προβαίνῃ ἡ εὐπορία τῶν κατοίκων τῶν πόλεων, κτίζονται εἰς τὰ παράλια ἀποθῆκαι καὶ οἰκίαι, εἰς τὰς ὁποίας κατέρχονται οἱ κάτοικοι χάριν ἀναψυχῆς, ἔνιοι δὲ κατοικοῦσι διαρκῶς εἰς αὐτάς· ἀλλ’ εἰς οὐδεμιᾶς τῶν πόλεων τοὺς κατοίκους ἐπῆλθεν ἡ ἰδέα νὰ σηκώσουν τὰς ἀρχὰς ἀπὸ τὰς πόλεις καὶ νὰ τὰς μεταθέσουν εἰς τὸ παράλιον, διότι αἱ ἀρχαὶ ἀποστολὴν ἔχουσι νὰ διευκολύνωσι τοὺς κατοίκους εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν ὑποθέσεών των, καὶ διὰ τοῦτο ὄχι μόνον δὲν τοποθετοῦνται εἰς ἀκατοίκητα μέρη, ἀλλὰ λαμβάνεται φροντὶς, ὅπως ἡ τοποθέτησις αὐτῶν γίνηται εἰς τὰ κεντρικώτερα τῶν πόλεων σημεῖα, διὰ νὰ ἔχωσι πᾶσαν εὐκολίαν οἱ κάτοικοι. Ὅ,τι γίνεται εἰς τὰς ἄλλας πόλεις τῆς Ἑλλάδος εἴχομεν τὴν ἰδέαν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ καὶ ἐν Κυπαρισσίᾳ, ἐπιστεύομεν δηλαδὴ, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ κτισθῶσιν οἰκήματά τινα εἰς τὸ παράλιον, νὰ σχηματισθῇ ἐκεῖ ἓν μικρὸν προάστειον, ἓν μικρὸν Φάληρον, οὕτως εἰπεῖν, τὸ ὁποῖον μὲ τὴν πρόοδον τοῦ χρόνου ἠδύνατο νὰ ἀναπτυχθῇ. Καὶ πρῶτος ἐγὼ, Ὑπουργὸς τυγχάνων κατὰ τὸ 1871, ἐφρόντισα νὰ σχεδιαγραφηθῇ ἐν τῇ παραλίᾳ ἀνάλογος χῶρος, καὶ νὰ συστηθῇ ἐκεῖ συνοικισμὸς, ἔπραξα δὲ τοῦτο, διὰ νὰ διευκολύνω ὅσον ἦτο δυνατὸν τοὺς θέλοντας νὰ κτίσωσιν οἰκίας εἰς τὸ παράλιον, διότι κατὰ τὸν νόμον περὶ συνοικισμοῦ παρέχονται δωρεὰν ὅλα τὰ περιλαμβανόμενα ἐντὸς τοῦ συνοικισμοῦ οἰκόπεδα, εἴτε ἐπὶ ἐθνικῶν γαιῶν εὑρίσκονται, εἴτε καὶ ἐπὶ ἰδιοκτήτων, διότι καὶ αἱ ἰδιοκτησίαι, αἱ τυχὸν ὑπάρχουσαι, δημεύονται, ἀποζημιουμένων τῶν κυρίων κατὰ τὴν ἀξίαν, ἣν εἶχον πρὸ τοῦ συνοικισμοῦ. Ἀλλὰ, μεθ’ ὅλας τὰς δοθείσας εὐκολίας, οὐδεμία σχεδὸν οἰκοδομὴ ἐγένετο. Μετά τινα ἔτη διενοήθην νὰ δώσω μεγαλειτέρας εὐκολίας, ἀπαλλάττων πάσης διατυπώσεως τοὺς θέλοντας νὰ οἰκοδομήσωσιν. Ὑπουργὸς καὶ τότε πάλιν τυγχάνων, ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἠδύνατο, ὅστις ἤθελε, νὰ γίνῃ κύριος παντὸς οἰκοπέδου, ἤρκει μόνον νὰ ἤθελεν ἀναλάβει ἐπὶ χρηματικῇ ἐγγυήσει τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ οἰκοδομήσῃ ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας· ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν ἐπρόφθασε νὰ συζητηθῇ, τὸ ἐπανέφερε δὲ κατὰ τὴν ἑπομένην βουλευτικὴν περίοδον ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου κ. Κοκκέβης, καὶ κατώρθωσε νὰ ψηφισθῇ καὶ νὰ μεταβληθῇ εἰς νόμον. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἐψηφίσθη ὅπως εἶχε συνταχθῆ παρ’ ἐμοῦ, ὑπέστη δύο μεταβολὰς, καὶ αἱ μεταβολαὶ αὗται ἔβλαψαν τὸν συνοικισμὸν καὶ παρημπόδισαν σπουδαίως τοὺς ἔχοντας τὴν διάθεσιν νὰ οἰκοδομήσωσιν. Ἀφ’ ἑνὸς δὲν ἀπῄτησεν ἀπὸ τοὺς λαμβάνοντας τὰ οἰκόπεδα, νὰ ἀνεγείρωσι τελείας οἰκοδομὰς, ἀλλ’ ἠρκέσθη εἰς ἡμιτελῆ κτίρια, καὶ διὰ τοῦτο ὅσοι κατέλαβον οἰκόπεδα, κατεσκεύασαν μόνον τρεῖς ἢ τέσσαρας τοίχους, διὰ νὰ γίνωσι κύριοι τῶν οἰκοπέδων, ἀφῆκαν δὲ τὰς οἰκοδομὰς ἀσκεπεῖς καὶ ἀχρήστους πρὸς κατοικίαν. Ἀφ’ ἑτέρου ἡ παραχώρησις περιωρίσθη εἰς μόνα τὰ ἐπὶ ἐθνικῶν γαιῶν οἰκόπεδα, διὰ δὲ τὰ ἐπὶ ἰδιοκτησιῶν εὑρισκόμενα ἐδόθη ἡ ἐξήγησις ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ὅτι ἀφίενται εἰς τοὺς πρώην κυρίους, δυναμένους νὰ τὰ διαθέσωσιν ὅπως ἤθελον. Ἕνεκα τούτου οἱ πρώην ἰδιοκτῆται, γενόμενοι παρ’ ἐλπίδα κύριοι οἰκοπέδων ἀντὶ ἀγρῶν, ζητοῦσιν ὑπερόγκους τιμὰς, τὰς ὁποίας δὲν εἶναι εὔκολον εἰς πάντα νὰ καταβάλῃ. Ἑπομένως καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου ἐκείνου οὐδεμία πρόοδος εἰς τὸν συνοικισμὸν ἐγένετο. Εἰς τοιαύτην κατάστασιν εὑρίσκοντο τὰ πράγματα μέχρι τοῦ θέρους τοῦ 1887, ὅτε ὁ ἔντιμος συνάδελφός μας ἀπεφάσισε νὰ ἀφήσῃ τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ νὰ γίνῃ ὀπαδὸς τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Κοκκέβης ἦτο ἀνέκαθεν ἐνθουσιασμένος διὰ τὸ παράλιον, καὶ ἐδυσφόρει διότι δὲν ἔβλεπε προοδεύοντα τὸν συνοικισμὸν, ἐφρόνει δὲ ἐν πεποιθήσει, ὅτι, ἐὰν μετετίθεντο ἐκεῖ τὰ δημόσια γραφεῖα, ὄχι μόνον οἱ κάτοικοι τῆς Κυπαρισσίας ἤθελον κατέλθει ἀθρόοι, ἀλλ’ ὅτι ἤθελον συῤῥεύσει καὶ ἀλλαχόθεν πολλοὶ, καὶ ἐντὸς βραχυτάτου χρονικοῦ διαστήματος ἡ ἔρημος παραλία ἤθελε μεταβληθῆ εἰς ὡραίαν καὶ ἀνθηρὰν πόλιν. Ἀπεφάσισεν ἑπομένως νὰ ἐνεργήσῃ ἐκ παντὸς τρόπου τὴν μετάθεσιν τῶν ἀρχῶν εἰς τὸ παράλιον, καὶ δυστυχῶς εὗρε πρόθυμον τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὸν συνδράμῃ εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ πόθου τούτου. Ἀλλ’ ὁ συνοικισμὸς εἶναι κεχωρισμένος τῆς πόλεως καὶ ἀποτελεῖ ἰδιαιτέραν πόλιν, κώμην ἢ χωρίον, ὅπως θέλετε νὰ τὸν ὀνομάσητε. Μεταξὺ τοῦ συνοικισμοῦ καὶ τῆς πόλεως μεσολαβοῦσιν ἀγροὶ καὶ φυτεῖαι, ἑπομένως δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ἡ μετάθεσις ὅλων τῶν ἀρχῶν καὶ ἰδίως τοῦ Πρωτοδικείου, διότι αἱ ἕδραι τῶν Πρωτοδικείων εἶναι ὡρισμέναι διὰ νόμου· τὴν δυσκολίαν ταύτην ἐξωμάλυναν διὰ μεθόδου ἁπλουστάτης· ἐξέτειναν τὸ σχέδιον τοῦ συνοικισμοῦ, περιέλαβον ἐντὸς αὐτοῦ ὅλους τοὺς ἀγροὺς καὶ τὰς φυτείας, τοὺς μεταξὺ τοῦ συνοικισμοῦ καὶ τῆς πόλεως εὑρισκομένους, κατέστρωσαν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐργασίας ταύτης εἰς ἓν φύλλον χάρτου, ἔθεσαν ἐπ’ αὐτοῦ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως καὶ τοιουτοτρόπως ἐβάπτισαν τὸν συνοικισμὸν μέρος τῆς πόλεως τῆς Κυπαρισσίας. Θαυμάζω, Κύριοι, πῶς ἄνδρες, ἱστάμενοι εἰς τὰς κορυφὰς τῆς πολιτικῆς ἱεραρχίας, προβαίνουσιν εἰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι τοὺς ἐκθέτουσιν εἰς τὰς σκώμματα καὶ αὐτῶν τῶν φίλων των. Τὸ σχέδιον τοῦ συνοικισμοῦ περιέχει χῶρον, δυνάμενον νὰ περιλάβῃ περὶ τὰς δέκα χιλιάδας κατοίκων, καὶ ἐν τῷ χώρῳ ἐκείνῳ δὲν κατῴκουν ἕως τότε οὔτε πεντήκοντα ἄνθρωποι· καὶ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐφοβήθη, μήπως ἐκ τῆς συμπυκνώσεως τοῦ πληθυσμοῦ γεννηθῇ ἐπιδημία εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα (ἱλαρότης), καὶ ἔσπευσε νὰ ἐκτείνῃ τὸ σχέδιον καὶ νὰ περιλάβῃ ἐντὸς αὐτοῦ χῶρον, εἰς ὃν δύνανται νὰ κατοικήσωσιν ἴσως καὶ 100,000. Μετὰ τοῦτο συνεφώνησαν μέ τινας, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀνεγείρει εἰς τὸ παράλιον ἡμιτελῆ κτίρια, ἐνῳκίασαν αὐτὰ μὲ ἁδρὰ ἐνοίκια, ἐχορηγήθη εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας προθεσμία μηνῶν τινων, συνεπλήρωσαν οὗτοι ταῦτα ἐκ τῶν ἐνόντων καὶ ὅπως ἠδυνήθησαν, καὶ μετέφερον ὅλας τὰς ἀρχὰς, ὁμοῦ δὲ μὲ τὰς ἀρχὰς κατῆλθε καὶ τὸ Ὑποκατάστημα τῆς Τραπέζης, διότι καὶ ὁ Διευθύνων αὐτὸ εὑρέθη νὰ ἦναι καὶ αὐτὸς ἐνθουσιασμένος, μαγευμένος ἀπὸ τὰς καλλονὰς τῆς παραλίας, καὶ διὰ τοῦτο ὄχι μόνον ἠκολούθησε τὰς ἀρχὰς, ἀλλ’ ἔπεισε καὶ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ κτίσῃ ἐκεῖ ἐπὶ τούτῳ μίαν ὡραίαν οἰκοδομήν. Ἐπειδὴ δὲ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ σχεδίου ἐγένοντο παραστάσεις ἀπὸ τοὺς κατοίκους, ὅτι διὰ τῆς μεταθέσεως τῶν ἀρχῶν θέλει ἀδικηθῆ καὶ θέλει οὐσιωδῶς βλαφθῆ ἡ πόλις τῆς Κυπαρισσίας, ἦλθον εἰς ἐπικουρίαν τοῦ κ. Κοκκέβη εὐφάνταστοί τινες κάτοικοι τῆς Κυπαρισσίας καὶ φαντασιόπληκτοί τινες ὑπάλληλοι, τῶν ὁποίων τὰς ἀναφορὰς προσήγαγεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὴν Βουλήν, θέλων νὰ μᾶς πείσῃ διὰ τούτων, ὅτι ὀρθῶς ἔπραξε, καὶ μὴ ἐννοῶν, ὅτι αἱ ἀναφοραὶ αὗται οὐδὲν ἄλλο ἀποδεικνύουσιν, εἰμὴ τὴν μωρίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὰς ἔγραφον, καὶ τὴν ἀγαθοπιστίαν, ἵνα μή τι ἄλλο εἴπω, ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπίστευον εἰς τὰ γραφόμενα. Καὶ οἱ μὲν κάτοικοι, 417 τὸν ἀριθμὸν, ὡς σημειοῦται εἰς τὸ τυπωθὲν ἀντίγραφον τῆς ἀναφορᾶς των....
§3ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι παλαιὰ ἡ ἀναφορὰ αὕτη;
§4ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ 27 Δεκεμβρίου 1887.
§5ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐφρονεῖτε καὶ ὑμεῖς τὰ αὐτά.
§6ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ εἶχον καὶ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι δύναται νὰ εὐδοκιμήσῃ ὁ συνοικισμὸς, ἀλλὰ δὲν ἐζήτουν καὶ τὴν μετάθεσιν τῶν ἀρχῶν... Καὶ οἱ μὲν 417 ἔγραφον (ἀναγινώσκει): «Παρακαλοῦμεν τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως ἐπιτρέψῃ τὴν σύνταξιν τῶν ἐνοικιαστηρίων συμβολαίων, ἵνα πάντες οἱ ὑποφαινόμενοι ἐπισκευάσωμεν καὶ κατασκευάσωμεν τὰς οἰκίας μας ἐντὸς τοῦ ἐγκριθέντος διαγράμματος τῆς πόλεως Κυπαρισσίας κατὰ τὴν παραλίαν αὐτῆς, ἐν ᾗ ὑπάρχει ἡ ὑγεία, ἡ ζωή, τὸ ἐμπόριον, ἡ πρόοδος καὶ ἡ ἀνάπτυξις καὶ ἡ μετάγγισις τοῦ πολιτισμοῦ» (γέλωτες). Ὁ δὲ τότε Εἰσαγγελεὺς ἔγραφε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης (ἀναγινώσκει): «Ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι, ἅμα συνταχθῶσι τὰ συμβόλαια τῆς μισθώσεως ἐκ μέρους τῶν ἀρχῶν, καὶ πιστευθῇ, ὅτι πράγματι αἱ ἀρχαὶ θέλουσιν ἐγκαταστῆ εἰς τὴν παραλίαν, τότε ἀμέσως θέλουσι σπεύσει νὰ συνοικισθῶσι καὶ ἐκ Φιλιατρῶν καὶ ἐκ Γαργαλιάνων καὶ λοιπῶν μερῶν, ἕνεκα τῆς καλῆς τοποθεσίας καὶ τοῦ εὐλιμένου τῆς παραλίας.» Πρέπει τῷ ὄντι νὰ μὴ γνωρίζῃ τις καθόλου τὰ μέρη ἐκεῖνα, ἢ νὰ ἔχῃ πολὺ ζωηρὰν τὴν φαντασίαν, διὰ νὰ πιστεύῃ, ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν Γαργαλιάνων καὶ τῶν Φιλιατρῶν ἤθελον ἀφήσει τὰς ὡραίας αὐτῶν πόλεις, εἰς τὰς ὁποίας ἐδαπανήθησαν ἑκατοντάδες χιλιάδων δραχμῶν διὰ τὴν ῥυμοτομίαν, τὰς πλατείας, τὴν διοχέτευσιν ποσίμου ὕδατος, τὴν ἀνέγερσιν περικαλλῶν ναῶν, δημοτικῶν καταστημάτων, σφαγείων, νεκροταφείων κλπ. καὶ πέριξ τῶν ὁποίων ὑπάρχουσι τὰ προσοδοφόρα αὐτῶν κτήματα, καὶ ἤθελον ὑπάγει νὰ κατοικήσωσιν εἰς τὴν ἔρημον παραλίαν τῆς Κυπαρισσίας. Ἐν τούτοις ἡ μετάθεσις τῶν ἀρχῶν ἐπραγματοποιήθη, ἀλλὰ, μολονότι παρῆλθεν ἔκτοτε ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος, οὐδεὶς ἐκ Φιλιατρῶν ἢ Γαργαλιάνων ἢ ἐξ ἄλλου μέρους μετώκησεν ἐκεῖ, ἀμφιβάλλω δὲ, ἐὰν ἔπραξε τοῦτο καί τις ἐκ τῶν 417 Κυπαρισσίων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔβλεπον τὴν ὥραν ν’ ἀπολαύσωσι τῶν ἀγαθῶν τοῦ πολιτισμοῦ, κατερχόμενοι εἰς τὴν παραλίαν, διότι δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει τὰ ὀνόματα αὐτῶν· βλέπω ὅμως ἔκ τινος πίνακος, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ Δήμαρχος Κυπαρισσίας, ὅτι οἱ ζητήσαντες ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἐντεῦθεν ἀδείας πρὸς οἰκοδομὴν ἀριθμοῦνται εἰς 12 μόνον, τινὲς τῶν ὁποίων δὲν ἐπελήφθησαν εἰσέτι νὰ οἰκοδομήσωσιν. Ὥστε ἀντὶ τῶν 417, οἱ ὁποῖοι ὑπέσχοντο τὴν ἄμεσον ἀνέγερσιν, ἔχομεν 12 μόνον ἀδείας, ἀμφίβολον δὲ εἶναι, ἂν ἐζητήθησαν καὶ αὐταὶ παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν τὴν ἀναφοράν. Τὰ δὲ ἀποτελέσματα τῆς μεταθέσεως ταύτης περιγράφει συντόμως ὁ Δήμαρχος εἰς τὴν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀναφοράν του. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ὁ Δήμαρχος οὗτος δὲν εἶναι ἐκεῖνος, περὶ οὗ σᾶς ἔλεγεν ὁ κ. Κοκκέβης, ὅτι, ἀπολέσας τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν, ὑποκινεῖ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐκ δημοκοπίας καὶ ὅπως ἀνακτήσῃ τὴν ἀπολεσθεῖσαν ἐπιῤῥοήν του· εἶναι ὁ ἐπιτυχὼν Δήμαρχος, ὁ ἀντίπαλος τοῦ πρώτου, καὶ εἶναι μάλιστα ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, ὡς ὁμολογεῖ εἰλικρινῶς, ἐπλανῶντο, πιστεύοντες, ὅτι ἐκ τῆς τοποθετήσεως τῶν ἀρχῶν εἰς τὸ παράλιον ἤθελεν ὠφεληθῆ ὁ τόπος. «Ἡ διαμονὴ τῶν ὑπαλλήλων εἰς τὸ παράλιον (γράφει ὁ Δήμαρχος) εἶναι δυσάρεστος, στερουμένων μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀπολύτως ἀναγκαίων καὶ ἰατρῶν, φαρμακείου καὶ ἐκκλησίας (προσθέσατε καὶ Ἑλληνικοῦ σχολείου). Οἱ ἔξωθεν διὰ τὰς ὑποθέσεις των ἐρχόμενοι ἀπαντῶσι πολλὰς δυσχερείας, ἀναγκαζόμενοι πρὸς συνάντησιν δικηγόρου ἢ ἄλλου τινὸς, ὁτὲ μὲν νὰ ἀνέρχωνται εἰς τὴν ἄνω πόλιν, ὁτὲ δὲ νὰ κατέρχωνται εἰς τὴν παραλίαν, πρὸς περάτωσιν τῶν ὑποθέσεών των, καὶ πολλάκις τοῦτο τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἐπαναλαμβάνουσι. Τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν ἐβλάβησαν καὶ πολλαὶ δυσχέρειαι παρενεβλήθησαν εἰς τὰς ὑποθέσεις των, διότι οἰκίαι προσοδοφόροι κατέστησαν νεκρὸν κεφάλαιον, τὸ ἐμπόριον τῆς πόλεως ἐστερήθη ξένων πελατῶν καὶ ἐπὶ τέσσαρας συνόδους δὲν συνεκροτήθη Κακουργιοδικεῖον, μὴ οὔσης δυνατῆς τῆς συντηρήσεώς του ἐν τῇ παραλίᾳ. Αἱ δυσχέρειαι τῶν πολιτῶν διὰ τὴν περάτωσιν τῶν ὑποθέσεών των εἶναι μέγισται, διότι ἀναγκάζονται νὰ ἐγκαταλείπωσι τὰς ἐργασίας των ἐφ’ ὅλης τῆς ἡμέρας, καὶ διὰ τὴν ἐλαχίστην ὑπόθεσιν μεταβαίνοντες εἰς τὴν παραλίαν. Ἡ δὲ κατάστασις αὕτη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκλείψῃ εἰς τὸ μέλλον, διότι πᾶσαι αἱ ἀνωτέρω αἰτίαι θὰ ὑφίστανται». Ἀλλ’ εὐγλωττότερον τῶν ἐκθέσεων παριστάνουσι τὰ πράγματα οἱ ὑποβληθέντες πίνακες. Κατ’ αὐτοὺς, εἰς τὸ παράλιον τῆς Κυπαρισσίας ὑπάρχουσιν ἐν ὅλῳ οἰκοδομαὶ καὶ κτίρια 86, ἐκ τούτων τὰ 30 εἶναι ἄστεγα καὶ ἡμιτελῆ, ἑπομένως μένουσι μόνον 56. Ἐξ αὐτῶν ἐὰν ἀφαιρέσητε 3 παραπήγματα, τὸ τελωνειακὸν κατάστημα καὶ 3 ἀποθήκας, ὑπολείπονται ἄλλα 49· ἐκ τούτων 12 μόνον κατοικοῦνται ἀπὸ πολίτας, τὰ δὲ λοιπὰ κατέχονται ἀπὸ τὰ δημόσια καταστήματα, τοὺς ὑπαλλήλους, δύο τρεῖς δικηγόρους, οἱ ὁποῖοι κατῆλθον καὶ κατοικοῦσιν ἐκεῖ, καί τινας ἐργοστασιάρχας, οἱ ὁποῖοι χάριν τῶν προσερχομένων ἔκαμαν καὶ ἐκεῖ καταστήματα. Ὥστε αἱ ἀρχαὶ εἶναι τοποθετημέναι εἰς μέρος, ὅπου κατοικοῦν μόνον 12 οἰκογένειαι, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑπάρχει καὶ ἡ οἰκογένεια τοῦ κυρίου Κοκκέβη, ὅστις, ἐκ φιλοτιμίας μᾶλλον καὶ διὰ νὰ μὴ φανῇ ἀσυνεπὴς, κατεδίκασε τὴν οἰκογένειάν του νὰ ἀφήσῃ τὴν οἰκίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐν τῇ πόλει, καὶ νὰ κατοικῇ εἰς ἓν ἰσόγειον, εἰς εἶδός τι χαμοκέλας, διὰ τὸ ὁποῖον εὔχομαι νὰ μὴ μετανοήσῃ, διότι τὸ μέρος, ἔνθα ὑπάρχει τὸ ἰσόγειον αὐτὸ, ὅπως καὶ τὸ κατάστημα τοῦ Πρωτοδικείου, ἀναβλύζει ὕδατα, εἶναι πολὺ ὑγρὸν καὶ ἐνδεχόμενον εἶναι οἱ κατοικοῦντες νὰ πάθωσι.
§7ΜΙΑ ΦΩΝΗ. Ποία αὐταπάρνησις!
§8ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδημιουργήθη λοιπὸν κατάστασις κωμικὴ καὶ πρωτοφανής. Ἔχομεν ἀφ’ ἑνὸς μίαν πόλιν, ἡ ὁποία κατοικεῖται ἀπὸ 7 ἕως 8 χιλιάδας κατοίκων, καὶ ἡ πόλις αὕτη δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἀρχὴν, δὲν ἔχει οὔτε ἓν Εἰρηνοδικεῖον, ὅπως ἔχουσι καὶ αὐταὶ αἱ κῶμαι καὶ πολλὰ χωρία ἀκόμη, οὔτε πλῆρες Ταχυδρομεῖον καὶ Τηλεγραφεῖον, διότι ὑπῆρχον μέχρι τινὸς ἐκεῖ σταθμοὶ ταχυδρομικοὶ καὶ τηλεγραφικοί, ἀλλ’ ἀμφιβάλλω, ἂν ἀκόμη διατηροῦνται καὶ αὐτοί, οἵτινες ὁμοιάζουν πρὸς γραμματοκομιστὰς μᾶλλον καὶ οὐχὶ πρὸς πλήρη καταστήματα. Ἐξ ὅλων τούτων, χωρὶς νὰ θέλω νὰ κατακρίνω τινὰ, προκύπτει, ὅτι ἔλαβε χώραν πλάνη, καὶ πλάνη πολὺ μεγάλη· εἴτε δικαίως, εἴτε ἀδίκως, ἐπίστευσάν τινες, ὅτι ἤρκει νὰ μετατεθῶσιν αἱ ἀρχαὶ εἰς τὸ παράλιον καὶ ἀμέσως τοῦτο ἤθελε μεταβληθῆ εἰς πόλιν πολυάνθρωπον. Ἀλλ’ ἡ ἰδέα αὕτη διαψεύδεται ἐκ τῶν πραγμάτων, ἑπομένως δὲν μένει ἄλλο, παρὰ νὰ ἐπανορθωθῇ τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἐγένετο, νὰ ἐπανέλθωσι δηλαδὴ αἱ ἀρχαὶ εἰς τὴν πόλιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπῆρχον καὶ πρότερον. Ἐκ τῆς ἐπαναφορᾶς ταύτης ὁμολογῶ, ὅτι θέλουσι ζημιωθῆ τινες, οἱ ὁποῖοι ἐπεσκεύασαν τὰς οἰκίας, τὰς ὁποίας εἶχον, θέλει ζημιωθῆ τὸ Δημόσιον ὀλίγας χιλιάδας δραχμῶν, διαλύον τὰς πολυετεῖς μισθώσεις, τὰς ὁποίας συνωμολόγησεν, ἀλλ’ αἱ ζημίαι αὗται εἶναι μικραὶ καὶ ἀσήμαντοι, ἀπέναντι τῶν ζημιῶν, αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς ὁλόκληρον πόλιν. Δὲν εἶναι οὔτε λογικὸν οὔτε πρέπον, νὰ ζητῶμεν ἄνευ λόγου καὶ ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε τὴν καταστροφὴν μιᾶς πόλεως, ἡ ὁποία ἀριθμεῖ αἰώνων ὕπαρξιν, ἡ ὁποία ἔχει τὴν ἱστορίαν της καὶ τὰ δικαιώματά της, διὰ νὰ κτήσωμεν μίαν ἄλλην. Νέαι πόλεις δὲν σχηματίζονται εὐκόλως· ἐὰν ἦτο τοῦτο εὔκολον, βεβαιωθῆτε, ὅτι πολὺ ὀλίγαι πόλεις τῆς Ἑλλάδος ἤθελον μείνει εἰς ἃς θέσεις εὑρίσκονται, διότι αἱ περισσότεραι εἶναι κτισμέναι εἰς μέρη ἀποκεκρυμμένα τῆς θαλάσσης καὶ ἀκατάλληλα, πλησίον δὲ αὐτῶν ὑπάρχουσι πολὺ καταλληλότεραι τοποθεσίαι, ἀλλ’ αἱ πόλεις δὲν αὐτοσχεδιάζονται. Διὰ νὰ προοδεύσῃ ὁ ἐν τῇ παραλίᾳ συνοικισμὸς, πρέπει νὰ ἀνθῇ καὶ νὰ ἀκμάζῃ ἡ ἄνω πόλις, καὶ ἀπόδειξις εἶναι ἡ πόλις τῶν Καλαμῶν· ἐκεῖ, βλέπετε ὅτι, ἐπειδὴ ἡ πόλις προώδευσε καὶ οἱ κάτοικοι εὐποροῦσι, πολλαὶ οἰκίαι κατεσκευάσθησαν καὶ κατασκευάζονται ἐν τῇ παραλίᾳ, ἀλλ’ οὐδεὶς τῶν Καλαμίων ἐζήτησε νὰ κατέλθωσι καὶ αἱ ἀρχαὶ εἰς τὸ παράλιον, διότι ἡ μεταφορὰ τῶν ἀρχῶν ἤθελε βλάψει τὴν πόλιν, καὶ ἡ βλάβη τῆς πόλεως ἤθελεν ἀνακόψει καὶ πᾶσαν πρόοδον ἐν τῇ παραλίᾳ. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἐννοήσῃ τὸ λάθος, εἰς τὸ ὁποῖον παρεσύρθη, καὶ νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον ἔπραξε. Σᾶς ἔλεγεν ἡμέραν τινὰ ὁ κ. Κοκκέβης, ὅτι, πρὶν ἐκλεχθῇ αὐτὸς Βουλευτὴς, αἱ ἰδέαι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Τριφυλίας ἦσαν στάσιμοι, καὶ ὅτι ἀπὸ τῆς ἐκλογῆς του πολλὰ ἔργα καὶ ἰδίως ἔργα ὁδοποιΐας ἐξετελέσθησαν. Ἔχει δίκαιον ὁ κ. Τρικούπης ν’ ἀδιαφορῇ διὰ τὴν Τριφυλίαν καὶ διά τινας ἄλλας ἐπαρχίας, ἀφοῦ βλέπει, ὅτι οἱ ὑποστηρίζοντες αὐτὸν ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαρχιῶν τούτων εὐχαριστοῦνται βλέποντες, ὅτι ῥίπτει καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας των ψιχία τινὰ ἐκ τῆς πλουσίας τραπέζης, τὴν ὁποίαν καθ’ ἑκάστην τῷ παρασκευάζουσι, ψηφίζοντες φόρους καὶ δάνεια, καὶ ἀφοῦ μάλιστα τῷ ἐκφράζουσι τὴν εὐγνωμοσύνην των, διότι ἔχει τὴν καλωσύνην νὰ δαπανᾷ καὶ ἐκεῖ ὀλίγας χιλιάδας πρὸς κατασκευὴν ἀθλίας τινὸς ὁδοῦ, εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν πολλὰ ἑκατομμύρια δαπανῶνται εἰς τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ἐπαρχίαν καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας τῶν εὐνοουμένων του. Θεωρεῖ ὡς κατόρθωμα ὁ συνάδελφός μου, ὅτι, ἀναβοκαταβαίνων ἀπὸ τοῦ 1882 τὰς κλίμακας τῶν Ὑπουργείων, ἠδυνήθη νὰ κατασκευάσῃ 15 χιλιόμετρα τῆς ἡμιτελοῦς ὁδοῦ, ἡ ὁποία ἑνώνει τὴν ἰδιαιτέραν αὐτοῦ πατρίδα μὲ τὸν λιμένα Πύλου, καὶ ἡ ὁποία ἐν μέρει ἀνήκει εἰς τὴν ἐπαρχίαν Πυλίας καὶ ἐν μέρει εἰς τὴν ἐπαρχίαν Τριφυλίας, καὶ δὲν βλέπει ὅτι δὲν κατέστη ἀκόμη δυνατὸν νὰ συντελεσθῇ ἡ γέφυρα, ἡ ὁποία ἔχει ἀρχίσει ἀπὸ τοῦ 1881, ὅτε ἀκόμη ἐπεκράτουν αἱ στάσιμοι ἰδέαι, ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Κυπαρισσίας, εἰς τὸν ὁποῖον πνίγονται κατ’ ἔτος ἄνθρωποι, καὶ ὅτι δὲν εὑρίσκεται ἐργολάβος, διὰ νὰ ἀναλάβῃ τὴν κατασκευὴν τοῦ δευτέρου τμήματος τῆς μεταξὺ Κυπαρισσίας καὶ Μελιγαλᾶ ὁδοῦ, διότι ἡ ὑπηρεσία τῶν δημοσίων ἔργων ἔκαμεν ἐπανειλημμένας δημοπρασίας διὰ τὴν γέφυραν, ἐπιμένουσα νὰ εὑρεθῇ ἐργολάβος, ὅστις ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἀποπεράτωσιν αὐτῆς εἰς τὴν τιμὴν, εἰς ἣν τὴν εἶχεν ἀναλάβει ὁ πρῶτος, ὅστις, καταστραφεὶς, παρῃτήθη· διὰ δὲ τὸ τμῆμα τῆς ὁδοῦ Μελιγαλᾶ ἠλάττωσε τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν συνταχθέντα ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, κατὰ 30%. Εἶναι καὶ τοῦτο ἓν τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διαβουκολεῖ καὶ ἐμπαίζει τινὰς τῶν φίλων του. Εἰς ὅσας ἐπαρχίας δὲν θέλει νὰ κατασκευασθῶσιν ἔργα, διατάσσει νὰ γίνωνται μελέται, νὰ συντάσσωνται σχέδια καὶ προϋπολογισμοὶ, νὰ ἐνεργῶνται δημοπρασίαι, ἀλλ’ οἱ προϋπολογισμοὶ συντάσσονται μὲ τόσην γλισχρότητα, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν, νὰ παρουσιασθῇ ἐργολάβος. Ὅπου ὅμως σπουδαίως θέλει νὰ γίνωσιν ἔργα, ἐκεῖ καὶ προϋπολογισμοὶ συντάσσονται πλουσιοπάροχοι καὶ συμπληρωτικαὶ πιστώσεις χορηγοῦνται, ὥστε καὶ τὰ ἔργα ταχέως ἐκτελοῦνται καὶ οἱ φίλοι ἐργολάβοι μεγάλως ὠφελοῦνται. Ὅταν δέ τις ἐλέγχῃ τοὺς κκ. Βουλευτὰς τῶν ἀδικουμένων ἐπαρχιῶν διὰ τὴν ἀδιαφορίαν των ταύτην, ἀντιστρέφουσι τὴν αἰτίασιν, λέγοντες, ὅτι καὶ οἱ προκάτοχοι αὐτῶν δὲν ἐφρόντισαν περισσότερον· τὸ σύνθημα τοῦτο δίδεται ἀπὸ τοὺς κκ. Ὑπουργούς· διότι δὲν ἐλησμονήσατε, φρονῶ, ὅτι, ὅταν εἷς πρώην Ὑπουργὸς ἤλεγχε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὴν ὀλιγωρίαν περὶ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τῆς Μαντινείας, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπήντησε: διατὶ δὲν ἐφροντίσατε ὑμεῖς περὶ τούτων, ὅτε ἐκυβερνᾶτε τὸν τόπον, καὶ ἀφήκατε ἡμᾶς καταδικασμένους νὰ φροντίζωμεν πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν ἐλλείψεών σας; Ἀλλὰ δὲν συλλογίζονται οἱ λέγοντες ταῦτα, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ἐκυβέρνων ἄλλοι καὶ καθ’ ὅλην τὴν δεκαετίαν, ἥτις προηγήθη τῆς ἀναῤῥήσεως τοῦ κ. Τρικούπη, τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἐκυμαίνοντο μεταξὺ 30,000,000 καὶ 40,000,000 παλαιῶν δραχμῶν· ὅτι ἐκ τῶν ἑκατομμυρίων τούτων ἐγίνοντο καὶ πολλαὶ ἔκτακτοι δαπάναι, διότι τότε ἦτο εἰς πλήρη ἐνέργειαν ὁ λογιστικὸς νόμος καὶ δὲν ἐπεκράτει ἡ ἐσχάτως εἰσαχθεῖσα συνήθεια, καθ’ ἣν πᾶσα μὴ ἀναγομένη εἰς τὴν συνήθη ὑπηρεσίαν δαπάνη καλύπτεται διὰ δανείων; Κατὰ δὲ τὰς καταστάσεις, τὰς ὁποίας ἐπαρουσίασεν αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὴν περυσινὴν Σύνοδον, τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἀπὸ τοῦ ἔτους 1867, ὅτε συνεστήθη, μέχρι τοῦ 1881 δὲν εἰσέπραξεν ἐν ὅλῳ, εἰμὴ 22 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἐξ ὧν τὰ πέντε ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν ἀτμοπλοϊκὴν συγκοινωνίαν, ὥστε δι’ ὅλα τὰ ἔργα τῆς ἐθνικῆς, τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας, ὡς καὶ διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ὁδῶν, δὲν ἔμενεν, εἰμὴ ἓν μόνον ἑκατομμύριον κατ’ ἔτος. Ἀπὸ τοῦ ἔτους ὅμως 1882 καὶ ἐντεῦθεν τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας εἰσέπραξε τεσσαράκοντα δύο ἑκατομμύρια, ἔλαβε δὲ καὶ δάνειον 18,000,000, ὥστε ἐν διαστήματι ὀκτὼ μόνον ἐτῶν αἱ εἰσπράξεις αὐτοῦ ἀνῆλθον εἰς 60 ἑκατομμύρια, αἱ ὁποῖαι ἀναλογοῦσιν εἰς 7,500,000 κατ’ ἔτος. Ἀλλὰ τὰ πολλὰ ταῦτα ἑκατομμύρια δὲν διανέμονται εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας καὶ ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν ἑκάστης, ἀλλ’ ἐξοδεύονται εἰς ὀλίγας ἐπαρχίας, εἰς τὰς ἐπαρχίας δηλαδὴ τῶν Ὑπουργῶν καὶ ὀλίγων τινῶν εὐνοουμένων Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι, ἐὰν ἐπιβαρύνωσι τοὺς ἐντολεῖς των μὲ βαρεῖς φόρους, ἔχουσι τὴν φιλοτιμίαν νὰ τοῖς δίδωσι τοὐλάχιστον ὡς ἀντάλλαγμα ἔργα τινὰ καὶ μάλιστα μέσα τῆς συγκοινωνίας· οἱ δὲ ἄλλοι ἀρκοῦνται εἰς τὴν τιμὴν νὰ λέγωνται φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπαναπαύονται μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι συντρέχουσιν ἕνα κυβερνήτην, ὁ ὁποῖος ἀπεφάσισεν, ὡς ἠκούσατε, νὰ συγκεντρώσῃ ἁπάσας τὰς ἠθικὰς καὶ ὑλικὰς δυνάμεις τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ δι’ ἑνιαίας ἐνεργείας νὰ ὑποτάξῃ ὑπὸ τὸ σκῆπτρον τοῦ Βασιλέως Γεωργίου πάσας τὰς χώρας, εἰς τὰς ὁποίας περιήγαγεν ὁ μέγας Ἀλέξανδρος νικηφόρα τὰ Ἑλληνικὰ ὅπλα (ἱλαρότης). Μακαρίζω ἀληθῶς τὸν συνάδελφόν μου, διότι εὐχαριστεῖται μὲ τοσοῦτον ὀλίγα πράγματα καὶ προπάντων διότι ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι πρῶτος καὶ μόνος αὐτὸς ἐφρόντισε περὶ τῆς προόδου καὶ τοῦ πολιτισμοῦ τῆς ἐπαρχίας. Ἀλλ’ ἐὰν στενοχωρήσῃ ὀλίγον τὸ μνημονικόν του, θὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι, καὶ πρὶν ἢ οὗτος ἀνατείλῃ εἰς τὸν πολιτικὸν ὁρίζοντα, χάρις εἰς τὴν φιλοπονίαν καὶ τὴν φιλοκαλίαν τῶν κατοίκων, χάρις εἰς τὴν ἱκανότητα τῶν Δημάρχων καὶ χάρις εἰς τὴν πρόνοιαν, τὴν ὁποίαν ἐλάμβανον καὶ οἱ πρὸ αὐτοῦ Βουλευταὶ, καίτοι μὴ ὄντες ἄνθρωποι τῆς προόδου, εἰς τὴν ἐπαρχίαν Τριφυλίας καὶ πολλὰ χιλιόμετρα ἁμαξιτῶν ὁδῶν εἶχον στρωθῆ, καὶ λιμένες καὶ προκυμαῖαι εἶχον κατασκευασθῆ, καὶ σχέδια πόλεων εἶχον ἐφαρμοσθῆ, καὶ Σχολεῖα, καὶ Ταχυδρομεῖα, καὶ Τηλεγραφεῖα, καὶ Ὑποτελωνεῖα, καὶ Εἰρηνοδικεῖα εἶχον συσταθῆ, καὶ ἐπὶ πᾶσιν εἶχε προικισθῆ ἡ ἐπαρχία μὲ Πρωτοδικεῖον, τὸ ὁποῖον συνετέλεσεν εἰς ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως καὶ ἔδωκε μεγάλην ὤθησιν εἰς τὴν πρόοδον τοῦ τόπου. Δὲν ἀμφισβητῶ εἰς τὸν κ. Κοκκέβην, ὅτι, ὡς κάτοικος τῆς Κυπαρισσίας καὶ ἔχων τέκνα, ἐνδιαφέρεται τὰ μέγιστα ὑπὲρ αὐτῆς· ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν κατοικοῦμεν ἐκεῖ καὶ δὲν ἔχομεν τέκνα, πονοῦμεν καὶ ἐνδιαφερόμεθα διὰ τὴν πόλιν ταύτην, διότι διὰ τῆς συστάσεως τοῦ Πρωτοδικείου καὶ διὰ τῆς συνδρομῆς, τὴν ὁποίαν ἐχορηγήσαμεν εἰς τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν τοῦ τόπου, ἥτις ἐπὶ δεκαπενταετίαν κατείχετο ἀπὸ τοὺς πολιτικοὺς ἡμῶν φίλους, συνετελέσαμεν πολὺ περισσότερον εἰς τὴν πρόοδον αὐτῆς, παρ’ ὅσον σήμερον αὐτὸς συντελεῖ εἰς τὴν καταστροφήν της. Τελειώνων, Κύριοι, τὸν λόγον, σᾶς παρακαλῶ, νὰ λάβητε ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὸ ζήτημα, καὶ νὰ μὴ ἀνεχθῆτε νὰ καταστραφῇ μία πόλις· διότι, ἐὰν ἐπιμένητε νὰ διατηρῆτε τὰς ἀρχὰς εἰς τὴν παραλίαν, ἡ καταστροφὴ θὰ ἦναι ἄφευκτος. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν μοὶ ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Δημητριάδης, ὅτι εἷς τῶν ἐκεῖ πρωτοδικῶν ἀνεχώρησεν ἐκ Κυπαρισσίας, μὲ ἀπόφασιν νὰ μὴ ἐπανέλθῃ, καὶ ὅτι ἄλλος, μετατεθεὶς ἐκεῖ, δὲν θέλει νὰ ὑπάγῃ.
§9ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καὶ εἷς καθηγητὴς τοῦ Γυμνασίου ἀνεχώρησεν ὡσαύτως.
§10ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Φαντασθῆτε ποίας δυσκολίας θὰ δοκιμάζουν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι. Ὁμολογῶ, ὅτι ἔγεινεν ἓν λάθος· τὸ λάθος τοῦτο πρέπει νὰ διορθωθῇ, διότι, ἐὰν δὲν διορθωθῇ, θὰ ἔχῃ λίαν ἐπιζημίους συνεπείας.
§11ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν θὰ ἀκολουθήσω τὸν κ. συνάδελφόν μου εἰς τὴν μακρὰν ἱστορίαν, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκε, θὰ ὑπενθυμίσω μόνον εἰς αὐτὸν, ὅτι ἡ παραλία ἀπέχει ἀπὸ τὴν πόλιν 535 μέτρα, ἀφίνω δὲ εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ ἐκτιμήσωσι, ποίας δυσκολίας δύναται νὰ ἔχῃ ὁδὸς 535 μέτρων. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος κατοικεῖ εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς Ἐλευθερίας, τὸν βλέπω δὲ δὶς καὶ τρὶς τῆς ἡμέρας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἰς τὸ νοσοκομεῖον τὸ στρατιωτικόν’ τὸν ἐρωτῶ, ἐμποδίζεται νὰ μεταβῇ εἰς τὰς ἐργασίας του ἕνεκεν τῆς ἀποστάσεως ταύτης;
§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§13ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Οὐδεὶς συλλογίζεται τὴν ἀπόστασιν αὐτήν. Ἐπειδὴ τὸ σχέδιον τοῦ παλαιοῦ συνοικισμοῦ περιεῖχε μόνον 300 οἰκόπεδα, ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον ἀπὸ τὸ Συμβούλιον, νὰ ἐπεκταθῇ τὸ σχέδιον αὐτὸ, καὶ οὕτως ἐπεξετάθη, περιλαμβάνον 650 οἰκόπεδα, καὶ αὐτὰ τὰ οἰκόπεδα ἀποτελοῦσι τὴν ἐρημίαν, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ κ. συνάδελφός μου, ὅτι ἔχει ὁ τόπος ἐκεῖνος. Φαντασθῆτε, ὅτι τὰ οἰκόπεδα αὐτὰ εἶναι 500, 400 καὶ 300 μέτρων ἕκαστον, καὶ ὑπολογίσατε τὴν ἀπόστασιν. Ἰσχυρίζεται ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι θὰ καταστραφῇ ἡ πόλις. Ἀλλὰ ξένοι δὲν ἦλθον νὰ πάρουν τίποτε, οὔτε μετεφέρθη ἡ πόλις εἰς τὴν Τύνιδα ἢ εἰς τὴν Ἀλγερίαν. Κυπαρίσσιοι εἶναι εἰς τὸ ἓν μέρος, Κυπαρίσσιοι εἰς τὸ ἄλλο. Ὅταν ξενοικιάζωνται αἱ οἰκίαι τοῦ ἑνὸς, βεβαίως δύναται οὗτος νὰ ἔχῃ τὸ παράπονον, διατὶ νὰ ξενοικιασθῇ ἡ ἰδική του καὶ νὰ ἐνοικιασθῇ ἡ οἰκία τοῦ ἄλλου. Τοῦτο εἶναι φυσικὸν, ἕκαστος θέλει νὰ ἐνοικιάζῃ τὴν ἰδικήν του οἰκίαν· ἀλλὰ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ στήσωμεν πόλεμον, πρέπει νὰ κατηγορήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι θέλει τὴν καταστροφὴν τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου; Τώρα θὰ σᾶς ἀναγνώσω, Κύριοι, δύο περιγραφὰς τοῦ νέου Ἀναχάρσιδος τῆς «Ἐφημερίδος», τὸν ὁποῖον ἡ «Ἐφημερὶς» ἀπέστειλε νὰ περιηγηθῇ τὴν Ἑλλάδα. Ἔχει δύο ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας συνέπεσε μίαν ἡμέραν νὰ ἀναγνώσω καὶ ποιεῖται λόγον καὶ περὶ τῆς Κυπαρισσίας, περὶ τῆς ὁποίας λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ πόλις αὕτη σύγκειται ἐκ διπλοῦ συνοικισμοῦ, ἑνὸς ἀρχαιοτέρου, 20 περίπου λεπτὰ μακρὰν τῆς θαλάσσης καὶ ἐπὶ τῆς πρὸς τὴν θάλασσαν δυτικῆς κλιτύος τῆς βορειοτάτης ἄκρας τοῦ Αἰγάλεω, τὸ ὁποῖον ἔχει ὕψος 1145 μέτρων καὶ καλεῖται ψυχρὸς, καὶ ἄλλου νεωτέρου, εὑρισκομένου ἀκόμη ἐν τῷ καταρτίζεσθαι, παρὰ τὴν παραλίαν... Ὁ μετατοπισμὸς οὗτος τῆς πόλεως ἀπὸ τῶν ὑπωρειῶν εἰς τὴν παραλίαν, ἔνθα ἡ κατασκευὴ λιμένος δὲν εἶναι δύσκολος, ὑπῆρξεν ἀληθῶς ἐξαίρετον μέτρον διὰ τὴν ἐν τῷ μέλλοντι ἀνάπτυξιν τῆς πόλεως· δυστυχῶς ὅμως οἱ κάτοικοι, εἴτε ἐκ συνηθείας, εἴτε δι’ ἔλλειψιν χρημάτων, εἴτε καὶ δι’ ἄλλους λόγους, δὲν ἐπροθυμοποιήθησαν ἢ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ καταβῶσι παρὰ τὴν θάλασσαν, ἀλλ’ ὀλίγοι σχετικῶς αὐτῶν ἔσπευσαν τότε νὰ ἐπωφεληθῶσι τὴν εὐκαιρίαν καὶ καταλαβόντες κατὰ τὸ σχεδιάγραμμα οἰκόπεδα, ἔκτισαν τοὺς τοίχους μόνους τῶν οἰκοδομῶν, πολὺ ὀλίγοι δὲ καὶ πλήρεις τὰς νέας οἰκίας των. Τούτου ἕνεκεν ἐδέησεν, ἐνεργείᾳ τοῦ πολλαχῶς ἐνδιαφερομένου βουλευτοῦ Κοκκέβη, νὰ διαταχθῇ πρὸ διετίας ἡ εἰς τὴν παραλίαν μεταφορὰ τῶν δικαστηρίων καὶ ἄλλων ἀρχῶν καὶ δημοσίων καθιδρυμάτων, καὶ ἔκτοτε ὁ συνοικισμὸς κατ’ ἀνάγκην προβαίνει ὁλονὲν συμπυκνούμενος, μετά τινα δ’ ἔτη ἴσως θ’ ἀντικαταστήσῃ τὸν παρὰ τὸ φρούριον, ἐκτὸς ἐὰν ἡ σήμερον μαστίζουσα τὸν τόπον ἀχρηματία ἐξακολουθήσῃ....» Ἀτυχῶς ὅμως εἶναι ἐσβεσμένα τὰ γράμματα καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐξακολουθήσω (ἱλαρότης). Ἐξακολουθεῖ δὲ νὰ ἀναφέρῃ, τί εἶδεν εἰς τὰς διαφόρους πόλεις, ἐν Ναυπλίῳ λόγου χάριν κλπ. καὶ ὅτι ἐν τῇ παραλίᾳ Κυπαρισσίας εὗρε ξενοδοχεῖον ἀνεκτόν. Τοῦτο τὸ τελευταῖον σᾶς ἀνέγνωσα εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. συναδέλφου μου, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι εἶναι μία ἐρημία εἰς τὴν παραλίαν, καὶ ἐν τούτοις εἷς ξένος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται φιλικώτατα μετὰ τοῦ συναδέλφου μου κ. Σωτηροπούλου, λέγει, ὅτι ἐξ ὅλης τῆς Πελοποννήσου μόνον εἰς τὴν παραλίαν τῆς Κυπαρισσίας εὑρίσκεται ξενοδοχεῖον. Ἀνέφερα δὲ αὐτὰ καὶ διότι ὁ κ. Δημητριάδης εἶπε προχθὲς, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ πρωτοδίκης κ. Πιλαφιτζῆς ἐκάθησε τρία ἔτη εἰς τὴν Κυπαρισσίαν καὶ θέλει νὰ ἴδῃ ἄλλας πόλεις μεγαλειτέρας, ἄρα ἡ παραλία τῆς Κυπαρισσίας εἶναι ἀκατοίκητος. Εἶπε προσέτι ὁ κ. Δημητριάδης πρὸ ὀλίγου, ὅτι καὶ εἷς καθηγητὴς τοῦ Γυμνασίου δὲν ἠθέλησε νὰ μεταβῇ· ἀλλὰ εἰς τὴν Κυπαρισσίαν δὲν ὑπάρχει Γυμνάσιον. Ἀλλ’ ἴσως εἶπε τοῦτο ὁ κ. Δημητριάδης μόνον διὰ νὰ βοηθήσῃ τὸν κ. Σωτηρόπουλον. Ἀνέγνωσα δὲ αὐτά, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει ὁ νέος Ἀνάχαρσις τῆς «Ἐφημερίδος», διὰ νὰ πεισθῆτε, ὅτι ὅλη αὐτὴ ἱστορία, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, δὲν ἐνέχει ἄλλο τι, εἰμὴ περιποίησίν τινα πρὸς τοὺς κατοίκους τῆς ἄνω πόλεως, καὶ ἰδίως πρὸς ἐπαγγελματίας τινὰς, οἱ ὁποῖοι παρεπείσθησαν κατ’ ἀρχὰς, ὅτι ἠδύναντο νὰ ζημιωθῶσι, διότι ἕνεκα τῆς μεταθέσεως τῶν ἀρχῶν τῆς πόλεως δὲν θὰ συνέῤῥεον πλέον οἱ ἄνθρωποι, οἱ ἐρχόμενοι διὰ τὰς ὑποθέσεις των εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα εἶχον τὰ ἐργαστήριά των. Βεβαιωθῆτε, Κύριοι, ὅτι τὸ τρέχον ἔτος κατὰ τὸν Αὔγουστον ἐζητήσαμεν νὰ εὕρωμεν μίαν οἰκίαν διὰ στρατῶνα, καὶ ἐστάθη ἀδύνατον. Βεβαιωθῆτε δὲ,—τὸ λέγω ἐν ἀληθείᾳ καὶ ἐν τιμῇ,—ὅτι μὲ ὑπεχρέωσεν ὁ κ. Δήμαρχος Κυπαρισσίας νὰ κτίσω ἐγὼ οἰκίαν καὶ νὰ τὴν δώσω εἰς τὸν δῆμον νὰ τὴν ἐνοικιάσῃ. Κατ’ ἀρχὰς, ὅτε ἔκαμε τὴν ἐπερώτησιν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, πάντες κατελήφθησαν ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐγὼ εἶχον κέρδη ἀμύθητα, ἀλλὰ αἱ ἐκθέσεις τῶν ἀρχῶν ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἐγὼ δὲν ἔχω τίποτε, ἐπιέσθην καὶ παρεκλήθην, καὶ ἠναγκάσθην νὰ κτίσω οἴκημα, ἵνα δώσω συνδρομὴν εἰς τὸν τόπον. Ἐγὼ δὲ καὶ παρεκάλεσα ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔκτισαν τὰ δικαστήρια, νὰ κτίσωσι πολυτελεῖς οἰκίας 40,000 δραχμῶν, καὶ δὲν τὸ ἔκαμα διὰ νὰ ἀπολαμβάνω μεγάλα ἐνοίκια, διότι εἰς τὸ πρῶτον κατάστημα τῶν δικαστηρίων ἐπληρόνετο ἐνοίκιον 250 δραχμῶν καὶ εἶχε μόνον πέντε δωμάτια, ἐνῷ εἰς τὸ νῦν κατάστημα πληρόνονται μόνον διακόσιαι δραχμαὶ καὶ ἔχει δέκα δωμάτια. Ὥστε δὲν ὑπῆρχε τὸ ἐλατήριον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ συνάδελφός μου, ὅτι δηλ. ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ κάμῃ παροχήν τινα εἰς ἐμὲ ἢ εἰς τὸν Δήμαρχον· ἐγὼ μάλιστα παρεκάλεσα τὸν Δήμαρχον ν’ ἀφήσῃ τὸ σπῆτι, τὸ ὁποῖον ἐνοικίασα πρὸς αὐτὸν, διότι δὲν ἔχω ἀνάγκην, οὔτε ἦλθα ποτὲ εἰς τοιαύτην ἀνάγκην. Τὸν εὐχαριστῶ διὰ τὰ συλλυπητήρια, τὰ ὁποῖα μοὶ εἶπεν, ὅτι μετέφερα τὴν οἰκογένειάν μου καὶ κατοικεῖ εἰς ἰσόγειον μέρος. Τὸν εἰδοποιῶ, ὅτι ἐκεῖ κατοικῶ πρὸ 10 ἐτῶν, ὅτι τὸ οἴκημα ἐκεῖνο τὸ μικρὸν, εἰς τὸ ὁποῖον κατοικῶ τώρα, τὸ κατεσκεύασα διὰ νὰ μένω πάντοτε τὸ θέρος, ἐκεῖ ἀνέθρεψα πάντα τὰ παιδιά μου, καὶ οὐδέποτε οὐδὲν ἐξ αὐτῶν ἔπαθεν τίποτε, οὔτε κατὰ τὴν ὀδοντοφυΐαν (ἱλαρότης), οὔτε ἀπὸ θέρμην οὔτε ἀπὸ τίποτε ἄλλο. Εἶπεν ὁ κ. συνάδελφός μου, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐκεῖ ἰατρός· ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἰατροῦ. Τί δουλειὰ ἔχει ἐκεῖ ὁ ἰατρός, ἀφοῦ δὲν εὑρίσκει ἀσθενεῖς; Ἐλυπήθησαν κατόπιν τοὺς ἀνθρώπους, διότι δὲν δύνανται νὰ εὕρωσι τοὺς δικηγόρους καὶ τὰ ἄλλα μέσα διὰ τὰς ὑποθέσεις των. Πόση ἀπόστασις εἶναι, νομίζετε; 535 μέτρα· ἂν νομίζετε, ὅτι εἶναι μεγάλη ἡ ἀπόστασις καὶ δύναται νὰ παρέχῃ τοιαύτας δυσκολίας, τότε κρίνατε ὅπως θέλετε καὶ σκεφθῆτε ὅπως θέλετε, διότι εἶναι πολὺ γελοῖον νὰ ἐκλαμβάνετε ὡς μεγάλην ἀπόστασιν τὴν ἀπόστασιν ἀπ’ ἐδῶ μέχρι τῆς πλατείας τῆς Ὁμονοίας. Μεγαλειτέρα, Κύριοι, εἶναι ἡ ἀπόστασις, ἡ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου τῆς πόλεως Κυπαρισσίας ἕως τοῦ ἄλλου, καὶ τοῦτο ὡς ἐκ τῆς φυσικῆς ἀνωμαλίας τοῦ τόπου· διὰ νὰ ὑπάγῃ τις ἀπὸ τὸ ἓν κατάστημα εἰς τὸ ἄλλο, χρειάζεται περισσοτέραν ὥραν, διότι εἶναι πολὺ δύσβατον τὸ μέρος, ἐνῷ, ἀναχωρῶν ἀπὸ τὴν πόλιν διὰ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὰ καταστήματα, θὰ βαδίσῃ ἐπὶ ὁδοῦ καὶ θὰ φθάσῃ ταχύτερον.
§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπ’ ἐκεῖ, ὅπου τελειώνουν τὰ σπήτια, ἕως νὰ εὕρητε τὸ ἐπίπεδον κάτω, πόση ἀπόστασις εἶναι;
§15ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Μίαν φορὰν εἶχε τὴν τιμὴν νὰ σᾶς φιλοξενήσῃ ἡ πόλις μας κατὰ τὸ 1886, καὶ δὲν παρετηρήσατε τὴν ἀπόστασιν, μὴ εὑρόντες εὐκαιρίαν ἐκ τῶν πολιτικῶν.
§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τότε εἶσθε ἀντιπολιτευόμενος σεῖς.
§17ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Σὺ ἦσο συμπολιτευόμενος, καὶ δὲν σᾶς ἔμενε καιρὸς νὰ ἀφήσητε τὸ Τηλεγραφεῖον, νὰ ὑπάγητε εἰς τὴν παραλίαν, διὰ νὰ ἴδητε πόση εἶναι ἡ ἀπόστασις (γέλως). Λοιπὸν δὲν ὑπήγατε, κύριε Κουμουνδοῦρε.
§18ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θέλω νὰ πληροφορηθῶ ἀπὸ σᾶς.
§19ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Σᾶς βλέπω ἕτοιμον νὰ λάβετε τὸν λόγον καὶ νὰ ἐνδιαφέρεσθε· ἐπήγατε;
§20ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι.
§21ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Λοιπὸν, ἀφοῦ δὲν ἐπήγατε, ἀφοῦ δὲν ἠξεύρετε τίποτε, διατὶ ζητεῖτε νὰ διορθώσῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ κακὸν δῆθεν, τὸ ὁποῖον ἔκαμε;
§22ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τώρα θὰ τὸ μάθητε.
§23ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κύριοι, φρονῶ ὅτι πᾶσα συζήτησις εἶναι περιττὴ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διότι ὁ σκοπὸς καταφαίνεται, ὅτι δὲν ὑπάρχουν τοπικὰ συμφέροντα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἐξηνάγκασαν τὸν κ. Σωτηρόπουλον νὰ ἐκθέσῃ ὅσα εἶπεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι αὐταὶ εἶναι αἱ περιστάσεις, τοιοῦτον εἶναι τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα (ἱλαρότης). Ἕκαστος τῶν πολιτευομένων ἀναγκάζεται νὰ γίνεται εὐχάριστος πρὸς τοὺς συμπολίτας αὐτοῦ, καὶ δι’ αὐτὸ ἔλαβον τὸν λόγον νὰ ὁμιλήσουν τόσον ἐνδιαφερόντως καὶ νὰ παραστήσουν, ὅτι ἄλλος Ἰμπραὴμ εἰσῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, κατέστρεψε κτίρια, μαγαζεῖα κλπ. Ἕκαστος λοιπὸν, ἀκούων αὐτὴν τὴν φαντασιώδη παράστασιν, θὰ εἰπῇ: τί νὰ συμβαίνῃ εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο! τάχα δὲν εἶναι ἀληθῆ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διηγεῖται ὁ κ. Σωτηρόπουλος, πεπειραμένος καὶ γηραιὸς πολιτευτής; Βεβαίως αὐτὰ κλονίζουν τὴν πεποίθησιν ἑκάστου· ἀλλὰ πᾶς τις ἂς ἀναλογισθῇ, ὅτι μετ’ ὀλίγον ἔχομεν ἐκλογάς. Σεῖς δὲ, οἱ ὁποῖοι πολιτεύεσθε, γνωρίζετε, ὁποῖα εἶναι τὰ ἐλατήρια ἑκάστου πολιτευομένου, ὅταν μάλιστα τοσοῦτον ἐνδιαφερόντως ὁμιλῇ περὶ τοπικῆς ὑποθέσεως ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀνέγνωσα ταῦτα, Κύριοι, διὰ νὰ μάθητε, ὅτι ξένος ἄνθρωπος, διελθὼν ἐκεῖθεν, ἔγραψε πανηγυρικὸν ὑπὲρ τοῦ τόπου ἐκείνου. Καὶ πραγματικῶς συνομολογῶ μετὰ τοῦ συναδέλφου μου, ὅτι εἶναι τερπνὸν τὸ μέρος, ὅτι εἶναι καταλληλότατον διὰ συνοικισμόν, ὅτι εἶναι εὐλίμενον, ὅτι θὰ προοδεύσῃ, διότι εἶναι ἓν κέντρον τῆς Πελοποννήσου. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος ἐξέθηκε τὴν ἀπορίαν του, διατὶ νὰ γίνῃ τόσον βεβιασμένως ἡ μεταφορὰ τῶν ἀρχῶν, καὶ ὅτι δὲν κατωρθώθη μέχρι τοῦ 1889 νὰ γίνουν περισσότεραι οἰκίαι. Ἦτο περιττὸν νὰ γίνουν, διότι ἡ ἀπόστασις δὲν εἶναι μεγάλη, εἶναι 530 μέτρα. Καὶ δὲν εἶναι πρόοδος μεγάλη, ἐν διαστήματι ἑνὸς ἔτους νὰ γένουν 80 οἰκίαι; καὶ ποῦ νὰ εὑρεθῶσι περισσότερα χρήματα; καὶ αὐταὶ, αἱ ὁποῖαι ἔγειναν, ἔγειναν διότι ἦτο εὔπορος ὁ τόπος, καὶ ἂν δὲν μετεφέροντο ἐκεῖ αἱ ἀρχαὶ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνουν τόσαι οἰκοδομαί. Διὰ τοῦ Διατάγματος μόνον τοῦ 1871 δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταβῶσιν εἰς τὸ παράλιον οἱ ἄνθρωποι, διότι δὲν εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐκεῖ θὰ συγκεντρωθῶσι συμφέροντα. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ καταβοῦν αἱ ἀρχαί, καὶ ἰδοὺ ἀμέσως ἔγειναν 80 οἰκίαι, καὶ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος θὰ γίνουν 100, καὶ τὸ τρίτον ἔτον περισσότεραι καὶ οὕτω καθεξῆς, θὰ καταντήσῃ αἱ οἰκίαι νὰ καταλάβουν ὅλους τοὺς σταφιδῶνας καὶ ἀμπελῶνας, περὶ τῶν ὁποίων εἴπατε, ὅτι ὑπάρχουν μεταξὺ τῆς πόλεως καὶ τοῦ νέου συνοικισμοῦ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, διατὶ δυσφοροῦν οἱ Κύριοι· πῶς ἄλλως ἠδύνατο νὰ προκύψῃ καλόν τι δι’ ἐκεῖνον τὸν τόπον καὶ νὰ ἐξαναγκασθῇ ἡ πρόοδος αὐτοῦ, παρὰ δι’ αὐτοῦ τοῦ μέτρου; Καὶ τί λέγει ὁ Δήμαρχος; Ἐνόμιζον, λέγει, οἱ ἄνθρωποι, ὅτι θὰ εὕρισκον τὰ οἰκόπεδα ἐκεῖνα δωρεάν· διατὶ δὲν ὑπήγαιναν εἰς τὰ 1871 νὰ τὰ καταλάβουν; Λέγει, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος τοῦ 1865· ἀλλ’ εἶναι ζήτημα, ἂν δύναται ὁ νόμος οὗτος νὰ ἔχῃ ἐφαρμογήν. Ἐπὶ τέλους ἠδύνατο νὰ εὑρεθῇ ἄλλος τρόπος νὰ οἰκονομηθῇ τὸ ζήτημα τῆς Κυπαρισσίας; Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι μετὰ τὴν ἀφήγησιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔκαμεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ἤθελε καταθέσει νομοσχέδιόν τι, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἠδύνατο νὰ μεταβάλῃ τὴν κατάστασιν αὐτήν, καὶ νὰ ἀποβλέπῃ εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τῶν αἰτήσεων τῶν κατοίκων περὶ παραχωρήσεως τῶν οἰκοπέδων. Ἐγὼ κατὰ τὸ 1884 εἶχον ὑποβάλει νομοσχέδιον τοιοῦτον, ἀλλὰ διελύθη ἡ Βουλὴ ἐκείνη καὶ τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐπανῆλθεν· ἐπειδὴ ὅμως ἀναγνωρίζω τὴν μεγάλην ἱκανότητα καὶ τὰ φῶτα τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ἂς συντάξῃ αὐτὸς ἓν νομοσχέδιον καλλίτερον, διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ὠφελήσωμεν τοὺς συμπολίτας μας, οἱ ὁποῖοι θὰ τὸ θεωρήσουν μέγα εὐεργέτημα, καὶ οὐχὶ νὰ λέγωμεν λόγους ἄνευ ἀποτελέσματος.
§24ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁποία σύγχυσις, Κύριοι, ὑπάρχει εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Κοκκέβη, ὑπάρχει καὶ εἰς τὰ ἔγγραφα τὰ δημόσια, τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζουσι τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ μεταφερθῶσιν αἱ ἀρχαὶ εἰς τὴν παραλίαν. Καὶ ὡς πρώτην ἀπόδειξιν, ὅτι ὑπάρχει σύγχυσις εἰς τὰ ἔγγραφα αὐτὰ τῶν ἀρχῶν, θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως κ. Δημητριάδου, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ ἐννοήσητε, ὅτι, μὴ ἔχων ὁ ὑπάλληλος οὗτος εἰς τί νὰ στηριχθῇ, διὰ νὰ πείσῃ, ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ γνώμη τῆς μεταφορᾶς τῶν ἀρχῶν, ἰδοὺ τί λέγει. (ἀναγινώσκει): «Ὅτι ἡ τοποθεσία εἶναι κατάλληλος διὰ πόλιν, ὡς ἔχουσα ἅπαντα τὰ ἀπαιτούμενα ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, ὅτι οἰκίαι ἕτοιμοι εἶναι περὶ τὰς 15 καὶ ἡμίκτιστοι περὶ τὰς 30, ὅτι οἰκήματα ἕτοιμα διὰ τὴν Ἐφορίαν, τὸ Ταμεῖον καὶ τὴν Χωροφυλακὴν ὑπάρχουσι καὶ οἱ ἰδιοκτῆται προσφέρονται νὰ τὰ παραχωρήσωσιν, ὅτι ὁ Δημήτριος Φεφὲς ἀναλαμβάνει νὰ κατασκευάσῃ τὴν ἡμίκτιστον οἰκίαν του κατάλληλον ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις διὰ εἰρηνοδικιακὸν κατάστημα καὶ κατοικίαν Εἰρηνοδίκου μὲ μηνιαῖον μίσθωμα δραχμῶν 70 ἐπὶ 5 ἔτη, ἐνῷ διὰ τὸ ὑπάρχον πληρόνει ὁ δῆμος δραχμὰς 80 καὶ εἶναι ὅλως ἄχρηστον, ὅτι ὁ Ἠλίας Κουβελιώτης ἀναλαμβάνει νὰ κατασκευάσῃ τὴν ἡμίκτιστον οἰκίαν του διὰ εἰσαγγελικὸν κατάστημα καὶ κατοικίαν Εἰσαγγελέως, κατάλληλον μὲ μηνιαῖον μίσθωμα δραχ. 80 κατὰ μῆνα ἐπὶ 5 ἔτη κλπ.» Ἀφοῦ λέγει, ὅτι εἶναι ἕτοιμα διὰ νὰ περιλάβουν τὰς ἀρχὰς, σᾶς συνιστᾷ ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις κατάλληλον μίαν ἡμίκτιστον οἰκίαν. Λυποῦμαι, διότι διὰ τοιαύτης λογικῆς ὁ κ. Δημητριάδης, ὁ ὁποῖος ἐκτιμᾶται, ζητεῖ νὰ πείσῃ, ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι τῷ ὑπεβλήθη τοιούτου εἴδους σύνταξις ἐγγράφου. Ὁ κ. Δημητριάδης εἶναι λογικώτατος, ἀλλ’ εἰς τὸ ἔγγραφον φαίνεται ἄλλος παρ’ ὅ,τι εἶναι, καὶ πιστεύω ὅτι, διὰ νὰ γράφῃ τοιαῦτα, ἐβιάσθη ἐκ μέρους τοῦ προϊσταμένου του, διότι ὁ κ. Κοκκέβης ἐπέμενεν εἰς τοῦτο ἀπειλῶν. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι εἰς τὴν παραλίαν δὲν ὑπάρχουν ἄλλα οἰκήματα, παρὰ τὰ τῶν συγγενῶν του. Λοιπὸν ὁ κ. Δημητριάδης, πιεζόμενος καὶ μὴ βλέπων ποῦ ἠδύνατο νὰ στηρίξῃ τὴν γνώμην τῆς ἐν λόγῳ μεταθέσεως, ἔγραψεν ὅ,τι ἂν τοῦ ἔφερεν ἡ στιγμὴ ἐκείνη. Ἀφοῦ λέγει εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ἐγγράφου, ὅτι εὑρίσκονται οἰκήματα διὰ νὰ περιλάβωσι τὰς ἀρχάς, σᾶς λέγει κατόπιν, ὅτι ὁ δεῖνα ἀναλαμβάνει νὰ κατασκευάσῃ τὸ οἴκημά του, διὰ νὰ τὸ παραδώσῃ εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ Δημοσίου. Δὲν πιστεύω νὰ ἀμφιβάλῃ τις, ἐξ ὅσων ἀνέγνωσα, ὅτι ὑπάρχει σύγχυσις. Λέγει πολλὰ τοιαῦτα. Καὶ ἰδού: «... καὶ, ὅτι τὰ ἀνωτέρω ὑπόσχονται νὰ τὰ παραδώσωσιν ὑπὸ τοὺς ἄνω ὅρους κατὰ τὸν Μάρτιον.» Δηλαδὴ οἱ κύριοι οὗτοι, οἱ ὁποῖοι λέγουν, ὅτι εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ κατασκευάσουν οἰκήματα, θέλουν νὰ κάμουν τὰ συμβόλαια ἐκ τῶν προτέρων, διὰ νὰ δυνηθοῦν οὕτω νὰ δανεισθοῦν χρήματα ἀπέναντι τοῦ μισθώματος καὶ νὰ κτίσωσι πλέον οἰκήματα κατάλληλα. Κύριοι, εἶναι δυνατὸν ἀνὴρ, ὡς ὁ κ. Δημητριάδης, νὰ γράψῃ τοιαῦτα πράγματα, ἂν δὲν ἐβιάζετο; Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ὁ κ. Δημητριάδης, ὅστις ἔγραψεν ὅ,τι σᾶς ἀνέγνωσα, εἶναι καὶ ὁ κ. Καρύκης, τὸν ὁποῖον δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζω. Τί σᾶς λέγει ὁ κ. Καρύκης; Ὅτι ἡ πόλις, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς τὴν κλιτὺν τοῦ ὄρους καὶ ἐπὶ δυσμικῆς καὶ ἀνηλίου θέσεως, εἶναι νοσηρά! Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι ἡ παραλία ἐκείνη βλέπει πρὸς τὴν δύσιν, καὶ κατὰ συνέπειαν ὅλος ὁ ἥλιος εἶναι εἰς τὴν Κυπαρισσίαν ἀπὸ τῆς 10ης τῆς πρωΐας μέχρι τῆς ἑσπέρας.
§25ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μέχρι τῆς 10ης δὲν βλέπει ὁ ἥλιος τὴν Κυπαρισσίαν;
§26ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θέλετε, Κύριοι, νὰ μᾶς πείσητε ὅτι ἔχετε δίκαιον, προτείνοντες τὴν ὑγείαν τῆς πόλεως; Ἂν οὕτως εἶχε τὸ πρᾶγμα, ὠφείλετε ν’ ἀποστείλητε ἐπιτροπὴν ἰατρῶν, καὶ νὰ μᾶς ὑποβάλητε ἐπίσημον γνώμην, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν ὁ Εἰσαγγελεὺς γράφῃ τὴν ἀλήθειαν. Παίζομεν, Κύριοι; Πρόκειται περὶ τῆς ὑγείας μιᾶς πόλεως, καὶ δὲν νομίζετε, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι ὠφείλατε αὐτὴν ν’ ἀκολουθήσητε τὴν ὁδὸν, ἀντὶ νὰ ὠθῆτε τὸν ὑπάλληλόν σας νὰ γράφῃ τοιαῦτα;
§27ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Τὰ ἔγραψεν οἴκοθεν αὐτά, ἢ τὰ ἔγραψεν συνεπείᾳ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Σωτηροπούλου;
§28ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ πρώτη, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσα, εἶναι τοῦ 1887, ἡ δευτέρα δὲν φέρει ἡμερομηνίαν.
§29ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγένετο μετὰ τὴν ἐπερώτησίν σας.
§30ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἔχει κἀμμίαν σημασίαν.
§31ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Τί σημασίαν ἔχουν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγεις σὺ, καὶ οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἐκάμαμεν καὶ οἱ τρεῖς ἐδῶ, καὶ ἀπασχολοῦμεν τόσην ὥραν τὴν Βουλήν;
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς παύσουν αἱ διακοπαί.
§33ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ θεωρεῖτε ἁπλοῦν, κύριε Κοκκέβη! Μήπως πρόκηται περὶ παρωνυχίδος; Πρόκειται περὶ ὁλοκλήρου πόλεως, ἡ ὁποία καταστρέφεται.
§34ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Τί ἔπαθεν ἡ πόλις; ἔπαθε κἀμμίαν συμφοράν;
§35ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔπαθεν ἐρήμωσιν.
§36ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἔφυγαν οἱ κάτοικοι ἀπ’ ἐκεῖ;
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§38ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠγορεύσατε ἐπὶ μακρὸν, ἐδέχθην ἅπαξ, δὶς, τρὶς, νὰ μὲ διακόψητε, ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτετε πλέον, διότι αἱ διακοπαί σας δὲν εἶναι σοβαραί. Κύριοι, ὁ εἷς ἐκ τῶν Εἰσαγγελέων, ὁ πρώην ἢ ὁ διάδοχος, τοῦ ὁποίου δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ ὄνομα, μὲ ὅλην τὴν πίεσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη, ἀναγκάζεται νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι εἶναι ἀκατάλληλος ἡ μεταφορὰ τῶν ἀρχῶν εἰς τὴν παραλίαν. Ὁ Εἰσαγγελεὺς λέγει (ἀναγινώσκει): «.... Δυστυχῶς ὅμως ἡ ὅλη τῶν πάντων προθυμία, ἀψίκορος, ἢ ἕνεκα οἰκονομικῶν λόγων, τοῦθ’ ὅπερ καὶ πιθανώτερον, ἢ ἕνεκεν ἑτέρων ὅλως ἀσχέτων αἰτίων, ταχέως, ὡς μὴ ὤφειλε, καὶ παρὰ πᾶσαν ἀγαθὴν προσδοκίαν, ἐξηντλήθη ἅμα τῇ προσκτήσει οἰκοπέδων τινῶν καὶ τῇ ἐπ’ αὐτῶν ἀνεγέρσει τεσσάρων ἀνεπιχρίστων τοίχων, ἀθυριδώτων καὶ ἀνεπιστέγων, ἐνσωμάτου τινὸς οἱονεὶ ἐκδηλώσεως τῶν πρὶν συνοικιστικῶν αὐτῶν διαθέσεων, εὐαρίθμων μόνον ἐκ τῶν κατοίκων οἰκοδομησάντων καὶ ὄντως ἐγκαταστάντων ἐν τῷ συνοικισμῷ. Ἐντεῦθεν εὐνόητον, ὅτι ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας τῶν τε οἰκοδομῶν καὶ λοιπῶν ἀναγκαίων ἐπιγίγνονται τοῖς παρεπιδημοῦσι βιωτικαὶ δυσχέρειαι, ἀπουσίᾳ τῶν οὐσιωδεστέρων καὶ ἀναποδράστως χρησίμων, οἷον ἰατρῶν, φαρμακείων καὶ λοιπῶν βιομηχανικῶν καὶ ἐμπορικῶν καταστημάτων, προσαναγκαζομένων τῶν πάντων τοῦ ἀπολαύειν αὐτῶν ἐκ τῆς ἄνω πόλεως δαπάνῃ μείζονος κόπου καὶ χρήματος». Ἀναγκάζεται λοιπὸν νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ πρόοδος εἰς τὸν συνοικισμὸν αὐτὸν, μὲ ὅλην τὴν μετάθεσιν τῶν ἀρχῶν, ὡς θέλει νὰ ἰσχυρισθῇ ὁ κ. συνάδελφος. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, τί γράφει ὁ Δήμαρχος· διότι αὐτὸς γράφει, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθωσιν αἱ ἀρχαὶ εἰς τὴν πόλιν, καὶ δύνανται νὰ μοῦ ἀντιτάξωσιν, ὅτι τοῦτο γράφει ἕνεκα συμφέροντος πολιτικοῦ. Ἐὰν ἐξακολουθήσω τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ εἰσαγγελικοῦ αὐτοῦ ἐγγράφου, θέλετε ἴδει τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ πρόοδος εἰς τὸν συνοικισμόν. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀπασχολῶ διὰ μακρῶν,—διότι ἀνεγνώσατε τὰ ἔγγραφα, καί τινες ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης συμφωνοῦσι μεθ’ ἡμῶν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθουν αἱ ἀρχαὶ εἰς τὴν πόλιν, —θέλω ἀπαντήσει μόνον εἰς ἓν, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Κοκκέβης. Ὁ κ. Κοκκέβης σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ πόλις εὑρίσκεται ἐπὶ ἐδάφους μὴ ὁμαλοῦ, καὶ ὅτι, διὰ νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰ οἰκήματα, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ἐγκατεστημέναι αἱ ἀρχαί, χρειάζεται περισσότερος χρόνος, ἢ ὅσος χρειάζεται διὰ νὰ μεταβῶσιν ἀπὸ τῆς πόλεως εἰς τὴν παραλίαν. Σᾶς πληροφορῶ ἐγὼ, ὁ ὁποῖος ἐκαθήμην εἰς τὸ Τηλεγραφεῖον, ὡς λέγει ὁ κ. Κοκκέβης, καὶ δὲν εἶδα τὴν πόλιν, ὅτι μέχρι τῆς παραλίας εἶναι ἀνώμαλον τὸ ἔδαφος, ὅτι ἡ κλιτὺς φθάνει ἐπὶ τῆς θαλάσσης.
§39ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐν τῷ μεταξὺ, εἴπετε, εἶναι κτήματα;
§40ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα, καὶ ἀγροί. Ὁ Εἰσαγγελεὺς λέγει, ὅτι ἡ ἀπόστασις ἀπὸ τῆς παραλίας εἰς τὴν πόλιν εἶναι μικροτέρα τῆς ἀποστάσεως ἐν Ἀθήναις ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου εἰς τὸ ἕτερον. Ἀλλὰ, διὰ νὰ ἀναχωρήσητε ἀπὸ τὴν πλατεῖαν τῆς Ἐλευθερίας καὶ νὰ μεταβῆτε εἰς τὸ Στρατιωτικὸν Νοσοκομεῖον, εὑρίσκεσθε εἰς πόλιν, ἥτις ἔχει ὅλα τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας καὶ ὑπηρετεῖ ὅλας τὰς κοινωνικὰς ἀνάγκας. Ἐκεῖ ὁ Ὀλύμπιος, ὁ ὁποῖος ἔρχεται εἰς Κυπαρισσίαν καὶ κατέρχεται εἰς τὴν παραλίαν δι’ ὑποθέσεις του ἐν τῷ Δικαστηρίῳ, ποῦ θὰ συναντήσῃ τὸν δικηγόρον του; εἰς τὴν πόλιν ἢ εἰς τὴν παραλίαν; ποῦ θὰ μείνῃ ὁλόκληρον τὴν ἡμέραν, ἐὰν βρέχῃ; ποῦ θὰ εὕρῃ τροφὴν καὶ τὰ ἄλλα ἀναγκαῖα;
§41ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Εἶναι σπήτια ἐκεῖ.
§42ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ἀγροὶ περιτειχισμένοι. Ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι ἐξακολουθεῖτε νὰ μὲ διακόπτητε κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν σᾶς συνιστᾷ. Παρακαλῶ καὶ πάλιν, νὰ παύσητε τὰς διακοπάς. Εἰς οὐδενὸς τὸ οἴκημα ἐκεῖ δύναται νὰ εἰσέλθῃ ὁ παρεπιδημῶν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι οἰκήματα, ἀλλὰ μάνδραι, ἂν δέ που εὑρίσκεται καί τι, δυνάμενον νὰ χρησιμεύσῃ ὡς οἴκημα, δὲν σᾶς ἀνήκει, καὶ δὲν δύνασθε νὰ παράσχητε συνδρομήν. Ἐὰν ἦναι ἀληθὲς αὐτὸ, ὅτι ὑπάρχουν δηλ. οἰκήματα, ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διατὶ μέχρι σήμερον δὲν κατωρθώθη νὰ γίνῃ ἐκεῖ Κακουργοδικεῖον; Κύριοι, δὲν νομίζω, ὅτι χρειάζεται νὰ μακρηγορήσῃ τις, διὰ νὰ ἀνασκευάσῃ τοὺς ὑπαλλήλους, τοιαῦτα γράφοντας καὶ ἀναιρέσῃ ἐπιχειρήματα δικολαβικὰ, ὁποῖα δυστυχῶς ἠκούσαμεν ἀπὸ τοῦ πρὸ μικροῦ καταβάντος τοῦ βήματος, ἀνάξια αὑτοῦ, διὰ νὰ ἀποδείξῃ τὸ ἀκατάλληλον καὶ ἀσύμφορον τῆς μεταθέσεως τῶν ἀρχῶν. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προσαχθῇ τὸ ὑποδειχθὲν σχεδιάγραμμα παρὰ τοῦ προαγορεύσαντος, διὰ νὰ ἴδωμεν, ὅτι ἀπὸ τῆς παραλίας μέχρι τῆς πόλεως μεσολαβοῦν κτήματα καὶ ἀγροί. Τοῦτο εἶναι γνωστὸν, καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ τὸ ἀρνηθῇ κατὰ τὴν ῥύμην τοῦ λόγου του ὁ κ. Κοκκέβης.
§43ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος.
§44ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐπειδὴ πικρῶς ὡμίλησα κατ’ αὐτοῦ προχθὲς περὶ τῆς διοικήσεώς του ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ ὡς παρετήρησα μετ’ εὐχαριστήσεως, οἱ ἐγκληματίαι δὲν ἔχουσι πλέον στημένον τὸ στραταρχεῖόν των εἰς τὰ προπύλαια, ὁ κ. Πρόεδρος, λέγω, δυσηρεστημένος ἐπὶ τούτῳ, δὲν ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του, ἀλλ’ ἀφίνει νὰ μὲ διακόπτουν, ὅπως μὲ διακόπτει ὁ κ. Κοκκέβης.
§45ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἐγὼ δὲν διακόπτω.
§46ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂν δὲν γνωρίζετε τὸ καθῆκόν σας, σᾶς τὸ ὑπενθυμίζω.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σεῖς ἐπετρέψατε εἰς τὸν κ. Κοκκέβην τὰς διακοπὰς καὶ χαριεντίζεσθε μετ’ αὐτοῦ.
§48ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἔχετε δίκαιον.
§49ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχει δίκαιον, κύριε Ῥικάκη· διότι ἐγὼ παρετήρησα εἰς τὸν κ. Κοκκέβην κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι δὲν δέχομαι διακοπάς.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε θυμωμένος καὶ δὲν ἠκούσατε, ὅτι παρετήρησα εἰς τὸν κ. Κοκκέβην ἐπανειλημμένως, νὰ μὴ διακόπτῃ.
§51ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Ἀντιπρόεδρε. (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Λιδωρίκης).
§53ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχω δίκαιον νὰ παραπονεθῶ, διότι δὲν ἦλθον ἐδῶ, ὅπως δημοκοπήσω· ἐκπληρῶ ἐντολὴν τῶν συμπολιτῶν μου, διότι ἐκ τῆς ἐνεργείας ταύτης τῆς Κυβερνήσεως σπουδαίως ζημιοῦνται τὰ συμφέροντά των. Εἶχον καθῆκον νὰ παραπονεθῶ, διότι, ὅτε ἠγόρευεν ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου κ. Κοκκέβης, δὲν τῷ ἀπηύθυνα κἀμμίαν διακοπὴν, ἅπαξ μόνον τῷ ἐζήτησα τὴν ἄδειαν νὰ τῷ κάμω μίαν παρατήρησιν, καὶ τὸ ἐπέτρεψεν. Ἐπέτρεψα διακοπὴν εἰς τὸν κ. Κοκκέβην, ἀλλ’ ὅταν εἶδον, ὅτι αἱ διακοπαί του δὲν εἶναι σοβαραὶ, ἀλλὰ σκοπὸν εἶχον τὴν διακωμώδησιν τῆς συζητήσεως, τῷ ἔδωσα νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ὤφειλε νὰ παύσῃ διακόπτων, ἀλλ’ ἐξηκολούθησε τὰς διακοπὰς, καὶ ἀτυχῶς δὲν εἴμεθα ἐν Δικαστηρίῳ, διὰ νὰ τὸν τιμωρήσῃ τοῦτο διὰ ἀποφάσεώς του. Ὁ κ. Πρόεδρος σιωπᾷ, νομίζων, ὅτι ἐξυπηρετεῖ τὰ συμφέροντα τῆς πλειονοψηφίας, ἐπιτρέπων τὰς διακοπάς. Γνωρίζω, Κύριοι, ὅτι τὰ παράπονα τὰ δίκαια καὶ ἡ ἀπαίτησις ἡ ὁμόφωνος τῶν συμπολιτῶν μου περὶ τῆς ἐπανόδου τῶν ἀρχῶν εἰς τὴν πόλιν δὲν θὰ εἰσακουσθῶσι· τοῦτο βλέπω εἰς ἔγγραφα, τοῦτο μοὶ λέγει τὸ ὕφος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἐντίμου συναδέλφου μου, τοῦτο ἐπικυροῖ ἡ στάσις τῆς Κυβερνήσεως. Γνωρίζω λοιπὸν, ὅτι οὐδεμίαν σημασίαν ἔχουν τὰ δίκαια παράπονα τῶν συμπολιτῶν μου, τὰ ὁποῖα καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος μετὰ πολλῆς θερμότητος ἐξιστόρησεν ἐντεῦθεν. Ἐνόμιζον μάλιστα, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη μακρῶν ἀγορεύσεων, ὅτι εἶχε καθῆκον ἡ Κυβέρνησις, εὐθὺς ὡς ἔντιμον καὶ σεβαστὸν μέλος, ὡς ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ἀπηύθυνε παρατηρήσεις, νὰ ἐξετάσῃ, ἂν δὲν πλανᾶται ὁ συνάδελφος, ἀλλὰ χωρὶς νὰ θέλῃ νὰ ἐξυπηρετήσῃ κομματικὰ εὐτελῆ συμφέροντα, καὶ ἀμέσως νὰ διατάξῃ τὴν μετάθεσιν τῶν ἀρχῶν. Ὁ κ. Κοκκέβης ἠθέλησε νὰ παρουσιάσῃ τὸ ζήτημα ὡς ἀνάξιον προσοχῆς, καὶ κατώρθωσεν οὕτω, ἀστειευόμενος, νὰ διασκεδάσῃ τὴν Βουλήν· δὲν εἶχε κἀνὲν ἐπιχείρημα σοβαρὸν, ἐφ’ οὗ νὰ στηρίξῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ, οὐδὲ ἄξιον ἀντιπροσώπου τοῦ Ἔθνους. Ὁ κ. Κοκκέβης κατέῤῥιψε τὸ ζήτημα, ζητῶν νὰ παραστήσῃ ἡμᾶς ὡς δημοκοποῦντας. Φρονεῖ, ὅτι εἰδικὸν προνόμιον αὐτοῦ εἶναι ὁ πόνος πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν ἐντολέων του, ὅτι δὲ ἡμεῖς πολιτευόμεθα οὕτω δημοκοποῦντες. Κύριοι, ἐστὲ σοβαρότεροι· τιμᾶτε ἡμᾶς, ὡς σᾶς τιμῶμεν. Νομίζω ὅτι δὲν εἶχον τὸν καιρὸν νὰ προσφέρω θυμιάματα εἰς τὴν Κυπαρισσίαν, ὅταν ἡ ψῆφος αὐτῆς μετὰ τῶν ἄλλων μὲ ἀπέστειλεν εἰς τὸν περίβολον τοῦτον. Ὀφείλω ἀντὶ τῆς τιμῆς ταύτης νὰ ὑπερασπίσω ἐντεῦθεν ἐῤῥωμένως τὰ δίκαια τῆς πόλεως ἐκείνης. Πεισθῆτε, κύριοι Ὑπουργοὶ, ὅτι ἀδικεῖτε τὴν πόλιν, καὶ μὴ θέλετε, χάριν μιᾶς ψήφου, νὰ ἀδικῆτε τὸν τόπον, ὁ ὁποῖος δικαιοῦται καὶ ἀξιοῖ ἄλλα ἐκ μέρους τῶν κυβερνώντων. Πρέπει νὰ ἐπαναφέρητε τὰς ἀρχὰς εἰς τὴν πόλιν, διότι οὐδὲν κερδίζετε, καθόσον εἶμαι βέβαιος ὅτι, ὅταν σᾶς διαδεχθῇ ἄλλη Κυβέρνησις, θ’ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην εἰς τὴν πόλιν. Καταδεικνύετε ὅμως, ἐμμένοντες, τὴν προσωπικὴν πολιτικήν σας, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν, παρὰ νὰ ἦναι προσωπικὴ ἡ πολιτική σας, ἀφοῦ οἱ ὑπάλληλοί σας πιεζόμενοι γράφουσιν ἀναληθείας πρὸς ὑποστήριξιν προσωπικῶν συμφερόντων, δικαίωμα τῶν ὁποίων εἶναι ἡ ψῆφος, τὴν ὁποίαν σᾶς προσφέρουν. Καταστρέφων τὸν λόγον, λέγω πρὸς ὑμᾶς: Διαχειρίζεσθε ἀνωτάτην ἀρχὴν, κύριοι Ὑπουργοὶ, καὶ πρέπει νὰ ἐνθυμῆσθε πάντοτε, ὅτι πᾶσα πρᾶξις ὑμῶν παράνομος καὶ ἄδικος ἔχει φοβερὰς συνεπείας διὰ τὸν τόπον καὶ δι’ ὑμᾶς.
§54ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι ἀπομένει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐξετάσῃ ἓν ζήτημα οὐσιῶδες, τὸ ὁποῖον προκύπτει ἐκ τῆς συζητήσεως, ἐὰν νομίμως μετετέθησαν αἱ ἀρχαί· καθότι ὅλα τὰ ἄλλα, τὰ ἀποβλέποντα εἰς τὴν ἐκ τῆς μεταθέσεως ζημίαν ἢ ὠφέλειαν, νομίζω ὅτι ἀποφεύγουσι τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Σώματος. Διὰ νὰ ἀποφανθῶμεν, ἐὰν νομίμως ἐνηργήθη ἡ μετάθεσις, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ποῖον ἐκ τῶν δύο Διαταγμάτων εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸν νόμον. Τὸ Διάταγμα τοῦ συνοικισμοῦ στηρίζεται εἰς ῥητὸν νόμον, καὶ, ὅπως ἠκούσατε παρὰ πάντων, ἐπρόκειτο πράγματι νὰ μετατεθῇ ἡ ὑπάρχουσα πόλις εἰς ἄλλο σημεῖον, ὄχι ὅμως νὰ ἐπεκταθῇ. Τὸ ἕτερον Διάταγμα περὶ τροποποιήσεως τοῦ σχεδίου δὲν εἶναι σύμφωνον, κατ’ ἐμὲ, μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου. Ἐπεκτείνεται τὸ σχέδιον τῆς πόλεως, ὅταν ὁ πληθυσμὸς καὶ ἡ ἀνάπτυξις τῆς πόλεως ἐπιβάλλῃ τὴν ἀνάγκην ταύτην. Ἀλλ’ ἐὰν τοιαύτη ἀνάγκη δὲν παρουσιάζηται, ἐὰν ἀπεναντίας θέλῃ ἐρημωθῆ ἡ ὑπάρχουσα πόλις, χωριζομένη ἀπὸ τὴν παραλίαν διὰ κτημάτων καὶ ἀγρῶν, νομίζω, ὅτι τὸ δεύτερον τοῦτο Διάταγμα δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, αἱ δὲ δικαστικαὶ ἀρχαὶ μόνον διὰ νόμου ἠδύναντο νὰ μετατεθῶσιν, ὡς καὶ αἱ λοιπαὶ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος. Αἱ ἀρχαὶ ἐγκαθίστανται διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν κατοίκων, ἑπομένως ἐκεῖ πρέπει νὰ ἑδρεύωσιν, ὅπου τὸ κέντρον τῆς πόλεως. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου μετετέθησαν αἱ ἀρχαὶ εἰς τὴν παραλίαν, οἱ δὲ κάτοικοι ἔμειναν εἰς τὴν παλαιὰν πόλιν. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν ἠθέλησα νὰ ὑποβάλω καὶ νὰ παρατηρήσω, ὅτι κατ’ ἐμὲ τὰ γενόμενα δὲν εἶναι σύμφωνα μὲ τὸν νόμον.
§55ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Ρικάκη, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ. Ἀλλὰ φαίνεται δὲν ἐνόησε ὁ κ. Ρικάκης τὸ ζήτημα. Δύο Διατάγματα ἐξεδόθησαν συνεπείᾳ ψηφισμάτων τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Κυπαρισσίας.
§56ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἀπαιτεῖται νόμος, εἶπεν ὁ κ. Ρικάκης.
§57ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν ἀπαιτεῖται· διότι ἡ πόλις Κυπαρισσίας ἐκτείνεται ἀπὸ ἐκεῖ, ὅπου εἶναι μέχρι τῆς παραλίας (ἱλαρότης). Ὁμιλεῖτε πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζετε, καὶ ὁμιλεῖτε εἰς ἐμὲ, ὁ ὁποῖος τὰ γνωρίζω. Τὸ ὄνομα εἶναι τὸ αὐτό· ἂς τὸ ὁμολογήσῃ ὁ κ. Σωτηρόπουλος. Σεῖς ἐπιμένετε λοιπὸν, ὅτι χωράφια καὶ ἀμπέλια κλπ. εἶναι εἰς τὸ μέσον; ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ὄνομα ὑπῆρξε πάντοτε. Ἡ ἀρχαία πόλις ἔκειτο εἰς τὴν παραλίαν, ἔπειτα ἤρχισαν οἱ κάτοικοι νὰ ἀποσύρωνται, ἕνεκα τῶν ἐπιδρομῶν, εἰς τὰς ὑπωρείας τοῦ ὄρους, μέχρις ὅτου κατέλαβον οἱ Ἑνετοὶ ὅλας τὰς ἀκτὰς τῆς Πελοποννήσου· τότε ἠναγκάσθησαν οἱ κάτοικοι, νὰ κατοικήσουν πέριξ τῆς ἀρχαίας ἀκροπόλεως, ἡ ὁποία εἶναι προϊστορική, πρὸ 3,000 ἐτῶν, διὰ νὰ ἀσφαλισθοῦν· ἤρχισαν δ’ ἔπειτα νὰ κατέρχωνται πάλιν πρὸς τὴν θάλασσαν. Ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ εἶδε τὴν ῥοπὴν αὐτὴν τοῦ τόπου καὶ ἐξέτεινε τὸ σχέδιον τῆς πόλεως, καὶ εἶπεν ὅτι Κυπαρισσία ὀνομάζεται ὅλον τὸ μέρος, ἀπὸ τὴν θάλασσαν ἕως τὸ βουνὸ, καὶ ἐν τῷ μεταξὺ δὲν εἶναι ἀγροὶ, διότι καὶ ἐδῶ πέριξ ἦσαν ἀγροὶ, ἀλλὰ ἐχρησίμευσαν ὡς οἰκόπεδα. Ὅταν δὲν ἦναι ἀγροὶ, τί θὰ χρησιμεύσῃ ὡς οἰκόπεδα; ἰδέαι; (ἱλαρότης). Νομίζετε ὅτι τὰ δημόσια καταστήματα ἀνήκουν εἰς τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον, καὶ ὅτι ἠμπορεῖ ἕκαστος νὰ εἴπῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι ἐδῶ ἢ ἐκεῖ; Καὶ ἂν ἔπεσαν αἱ ἀξίαι ἀπὸ ἐκεῖ, ηὐξήθησαν ἀπ’ ἐδῶ. Καὶ ἔρχεται καὶ λέγει ὅ,τι θέλει, καὶ τοῦ πταίω ἐγώ! καὶ γίνεται θόρυβος χωρὶς λόγον, διὰ νὰ ἀκούεται, ὅτι ἐγὼ ἐξέσχισα τὰ ῥοῦχά μου διὰ τὰ συμφέροντά μου!
§58ΑΣ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις, κατόπιν τῶν ὅσων ἐλέχθησαν ἐκ μέρους τῶν συναδέλφων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, προκειμένου περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου. Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διεξήχθη ἡ προκειμένη συζήτησις, δὲν ἦτο ὁ πρέπων, μολονότι ἦτο ὁ συνήθης εἰς τὰς ἕξεις τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἦτο ὁ πρέπων, διότι ἡ Κυβέρνησις, κατόπιν μιᾶς ῥητῆς καὶ ὡρισμένης κατηγορίας, διατυπωθείσης κατὰ τῆς πράξεως αὐτῆς περὶ μεταθέσεως τῆς πρωτευούσης τῆς Τριφυλίας εἰς τὴν παραλίαν, ἦτο ὑποχρεωμένη διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἔλθῃ νὰ εἴπῃ τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων διέπραξε τὴν πρᾶξιν ταύτην, καὶ συνάμα νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἐμμονὴν αὐτῆς εἰς τὴν πρᾶξιν ταύτην. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, κατὰ τὸ εἰωθὸς, ἐσιώπησεν, ἄφησε τὸν ἀγῶνα τοῦτον νὰ τὸν διεξαγάγῃ ὁ ἀξιότιμος ἄλλως συνάδελφος κ. Κοκκέβης, ὁ ὁποῖος, διότι ἀκριβῶς εἰσηγήσατο εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν τὴν μετάθεσιν τῆς πρωτευούσης εἰς τὴν παραλίαν, ἦτο ἀναρμόδιος νὰ δώσῃ πληροφορίας περὶ τῆς πράξεως ταύτης καὶ πολὺ περισσότερον νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ. Τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἂν ἡ πόλις τῆς Κυπαρισσίας καταστρέφεται ἢ ὄχι, ἀρκούντως ἀνεπτύχθη, καὶ δὲν ἔχω τι νὰ προσθέσω. Τοῦτο γνωρίζω, ἐλθὼν ἐκ Κυπαρισσίας, ὅτι ὁλόκληρος ἡ πόλις ἔχει κηρυχθῆ κατὰ τὴ πράξεως ταύτης τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Κοκκέβης καὶ πολιτευτὴς φρονίμως ἤθελε πράξει καὶ πρακτικῶς, νὰ συμβουλεύσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἄρῃ ἐκ τοῦ μέσου τὸ σκάνδαλον τοῦτο, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἐν προσεχεῖ μέλλοντι ἐκλογικῷ θὰ καταλήξῃ κατὰ τοῦ κ. Κοκκέβη. Ὅτι ἡ Κυπαρισσία εἶναι ὁ ἀσπαστότερος τόπος τῆς δικαστικῆς περιφερείας ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς λειτουργίας τῶν ἀρχῶν, εἶναι ἀναντίῤῥητον, διότι δὲν ἔχει, παρὰ νὰ ἀποβλέψῃ εἰς τὸ ὅτι συγκεντρώνει ἐν ἑαυτῇ τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα πόλις ἀρχαιοτάτη καὶ κατοικουμένη ὑπὸ 8,000 ἢ 9,000 ψυχῶν περιέχει, ἀπέναντι συνοικισμοῦ εἰς τὴν ἔρημον ἐκείνην παραλίαν. Εἰς τὴν Κυπαρισσίαν δύναται νὰ εὕρῃ τις ξενοδοχεῖον, δύναται νὰ εὕρῃ μετ’ εὐκολίας τοὺς ὑπαλλήλους τῶν διαφόρων ἀρχῶν, πρὸ πάντων τοὺς δικηγόρους, τῶν ὁποίων κυρίως ἔχει ἀνάγκην ὁ τῆς Ὀλυμπίας ἢ ὁ τῆς ἐπαρχίας Τριφυλίας κάτοικος, τοὺς ἰατροὺς, καὶ, ὡς προηγουμένως ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἶπεν, ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ ἔχει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῆς ἀνθρώπους, οἵτινες ὀνομάζονται ὑπάλληλοι, πρέπει νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὑγείας αὐτῶν καὶ τῶν φιλτάτων αὐτῶν. Ἐγὼ, ἀνεξαρτήτως τῆς ζημίας, τῆς προσγινομένης ἢ μὴ εἰς τὴν πόλιν τῆς Κυπαρισσίας, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω ἐπαρχίαν κατοικουμένην ἀπὸ 35,000 κατοίκους κατὰ τὴν τελευταίαν ἀπογραφὴν, καὶ δηλῶ, ὅτι μία καὶ μόνη φωνὴ ἐν τῇ Ὀλυμπίᾳ ὑπάρχει, καὶ τὴν φωνὴν ταύτην ἤκουσα ἐσχάτως, περιοδεύων ἀνὰ τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην, ὅπως ὑψώσω ταύτην ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου καὶ παραστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα ὑφίστανται οἱ συμπολῖταί μου οἱ ἐξ Ὀλυμπίας, μεταβαίνοντες καθ’ ἑκάστην σχεδὸν εἰς Παραλίαν πρὸς ἐνέργειαν δικαστικῶν ὑποθέσεών των. Ἀλλ’ ἡ φωνή μου βεβαίως θὰ ἦναι φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, διότι ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἐνεργεῖ, ἀπέδειξε σήμερον, ὅτι δὲν καταδέχεται οὔτε μίαν πληροφορίαν νὰ δώσῃ περὶ τῶν ὅσων ἐλέχθησαν. Ἀλλ’ ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ καταλήξω εἰς ἓν συμπέρασμα, καὶ διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν, ὅπως, ἐπειδὴ ἡ μὲν Κυβέρνησις, τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, φρονεῖ, ὅτι ὁ τόπος ἐκεῖνος ὁ ἔρημος εἶναι κατάλληλος, ὅπως περικλείῃ ἐν ἑαυτῇ τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπαρχίας Τριφυλίας, ἡμεῖς δὲ φρονοῦμεν ὅλως τὸ ἐναντίον, ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν, ὅπως σχηματίσῃ ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς Ἐπιτροπὴν, ἥτις δαπάνῃ τοῦ Κράτους νὰ μεταβῇ ἐκεῖ καὶ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα.
§59ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ πρὸς τὸν συνοικισμὸν τῆς παραλίας δοθεῖσα προστασία ἀπέῤῥευσεν ἐκ τῆς ὁμοθύμου γνώμης πάντων τῶν κατοίκων τῆς Κυπαρισσίας. Καὶ αὐτὸς ὁ πρῶτον εἰσαγαγὼν τὴν ὑπόθεσιν ἔντιμος ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτὴς ὁμολογεῖ, ὅτι ἦτο ὁ ἐνθερμότερος προστάτης τοῦ συνοικισμοῦ τῆς παραλίας. Ὅτε τὸ 1887 ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως Κυπαρισσίας μέχρι τῆς παραλίας, πάντες ἀνεξαιρέτως οἱ κάτοικοι τῆς Κυπαρισσίας, ἄνευ διακρίσεως μερίδων πολιτικῶν, τοῦτο ηὔχοντο, ὡς ὁμολόγησεν ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτής· τὰ δὲ ἐπιχειρήματα, τὰ φερόμενα ἐν τῇ ἀναφορᾷ, τῇ τότε ὑποβληθείσῃ πρὸς ἐπίτευξιν τῆς συγχωνεύσεως τῆς Κυπαρισσίας μετὰ τῆς παραλίας, τὰ ἐπιχειρήματα, ἅτινα σήμερον ἐχαρακτήρισεν ὡς μικρὰ, ἀπεδέχετο καὶ αὐτὸς τότε, διότι ἦσαν κοινὰ εἰς πάντας τοὺς τότε ὑποστηρίζοντας τὸν συνοικισμόν. Καὶ εἶπε μὲν, ὅτι ἀπεδέχθη αὐτὰ τότε ἐν ἀγαθοπιστίᾳ· πλὴν ἀγαθοπιστία, ἐὰν ὑπῆρξε, φοβοῦμαι μήπως ὑπῆρξεν ἴση πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν δεικνύει σήμερον ὁ κ. Βουλευτὴς, ὑποστηρίζων τὰ ἐναντία. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας μετεμέλετο ἔκτοτε καὶ ἔπαθεν ὅ,τι πάσχουσι πάντες οἱ μεταβάλλοντες δοξασίας. Ἔῤῥιψεν εἰς τὸ πῦρ τὸ εἴδωλον, ὅπερ ἐλάτρευσε. Σήμερον ἐπείσθη, ὅτι κακῶς ἐσκέπτετο τότε, ζητῶν νὰ συνοικισθῇ ἡ πόλις εἰς τὴν παραλίαν, διότι ἐκεῖ ἐνόμιζεν, ὅτι ἦτο τὸ μέλλον τοῦ τόπου. Σήμερον ἐπείσθη, ὅτι τὰ πράγματα δὲν ἔχουσιν οὕτω, καὶ ἐγείρει φωνὴν κατὰ τοῦ συνοικισμοῦ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι σφάλλεται, οὕτω φρονῶν. Ἀλλ’ οὕτω φρονεῖ σήμερον καὶ ὁ Δήμαρχος Κυπαρισσίας, ὅστις τότε ἐφρόνει ἄλλως. Οὗτος ἔχει τὴν εἰλικρίνειαν νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι ὁ πρῶτος πλανηθεὶς, διότι νομίζει, ὅτι ἐπλανήθη· ἔλεγε δ’ ἐν ἀρχῇ τῆς ἐκθέσεώς του τῆς τότε, ὅτι, καίτοι εἶναι φίλος τοῦ ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτοῦ, ἤθελεν ἐπιμείνει εἰς τὴν μετάθεσιν τῶν ἀρχῶν, καὶ ἔστελλε δι’ ἐκθέσεώς του ψήφισμα τοῦ Συμβουλίου ὑπὲρ ἐπεκτάσεως τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως μέχρι τῆς παραλίας, μεθ’ ὃ ψήφισμα ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, καίτοι γνωρίζει ἄριστα τὸν τόπον καὶ ἀκριβολογεῖ περὶ πάντα, ἠθέλησε σήμερον ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ ἀπόστασις τῆς παραλίας ἀπὸ τῆς πόλεως εἶναι ἡμισείας ὥρας καὶ πλέον· ἡ πρᾶξις ὅμως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐνταῦθα, ἀναιρεῖ τὸν λόγον αὐτοῦ, διότι οἱ σύμβουλοι λέγουσιν, ὅτι ἡ ἀπόστασις εἶναι περὶ τὰ 20 λεπτὰ τῆς ὥρας. Ὁ δὲ Εἰσαγγελεὺς Κυπαρισσίας παραβάλλει αὐτὴν πρὸς τὴν ἀπὸ τοῦ ἐνταῦθα Πολυτεχνείου μέχρι τοῦ Ζαππείου, καὶ ἐκ τούτου ἀποδεικνύεται κυρούμενον τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Κοκκέβη, τὸ ἐκ τῆς ἀποστάσεως τῆς χιλιομετρικῆς, διότι ὁ κ. Κοκκέβης εἶπε 535 μέτρα· ἀλλ’ ἐγὼ παραδέχομαι, ἔστω, ἀπόστασιν ἡμισείας ὥρας· ἆρα ἦτο ἄτοπον νὰ ἐπεκταθῇ τὸ σχέδιον τῆς πόλεως μέχρι τῆς θύρας, δι’ ἧς εἰσέρχονται καὶ ἐξέρχονται πάντα τὰ ἐμπορεύματα, μέχρι τοῦ μέρους, ἐξ οὗ ἀναπνέει ἡ πόλις τῆς Κυπαρισσίας; Παντελῶς. Ἀλλὰ διότι τάχα, ὡς παρετήρησεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀχαΐας Βουλευτὴς, ὑπάρχουσι μεταξὺ τῆς παραλίας καὶ τῆς πόλεως ἀγροὶ, τοῦτο ἐμποδίζει τὴν ἐπέκτασιν τοῦ σχεδίου; Καὶ τί ἔχομεν ἐνταῦθα; τὸ σχέδιον τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν ἐξακολουθεῖ καὶ πέραν τῶν Πατησίων, μεταξὺ δὲ τῆς τελευταίας οἰκίας τῆς πόλεως καὶ τῆς πρώτης τῶν Πατησίων δὲν μεσολαβοῦσιν ἀγροὶ καὶ ἔπειτα κῆποι; ἆρά γε τοῦτο ἀποδεικνύει ἐσφαλμένην τὴν ἀπόφασιν τῶν κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων, νὰ ἐπεκτείνωσι μέχρι καὶ τῶν Πατησίων τὸ σχέδιον τῶν Ἀθηνῶν; Ἐκ δὲ τῆς ἑτέρας πλευρᾶς τὸ σχέδιον τῆς πόλεως φθάνει μέχρι τῶν Πετραλώνων, μεταξὺ δὲ τούτων καὶ τῆς πόλεως μεσολαβοῦσιν ἀγροί. Ἀλλ’ ἂν ταῦτα ἐνταῦθα δὲν ἦναι ἐσφαλμένα, πολὺ ὀλιγώτερον εἶναι ἐν Κυπαρισσίᾳ, ἧς ὁ λιμὴν εἶναι ἡ καρδία τῆς πόλεως, ἧς οἱ πολῖται ἀναγκάζονται συνεχῶς νὰ καταβαίνωσιν εἰς τὸν λιμένα. Ἐν τούτοις ἐκ τῆς γενομένης ἀποπείρας ἔχομεν πορίσματα ἱκανὰ, ὅπως παραδεχθῶμεν ὡς ὀρθὴν τὴν μετάθεσιν τῶν ἀρχῶν εἰς τὸν λιμένα· μόλις παρῆλθεν ἓν ἔτος καὶ ἔχομεν παραδείγματα, ἀποδεικνύοντα ὅτι ἐγένετο ἀνάλογος ἀνάπτυξις τοῦ συνοικισμοῦ, ἥτις ἤθελεν εἶναι μείζων, ἐὰν δὲν παρενέπιπτεν ἡ κακὴ ἐσοδεία, ἐφ’ ἧς ἐφιστᾷ τὴν προσοχὴν αὐτὸς ὁ Δήμαρχος, ὁμιλῶν κατὰ τῆς μεταθέσεως τῶν ἀρχῶν· διότι λέγει, ὅτι ἴσως, ἐὰν σταφὶς ἦτο εἰς καλλιτέραν κατάστασιν, θὰ ὑπῆρχεν ἀνάπτυξις μεγαλειτέρα· αὐτὸ δὲ τοῦτο παρατηρεῖ καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὅτι ἡ ἀνάπτυξις δὲν ὑπῆρξεν ὅση προσεδοκᾶτο, διότι ἡ σταφὶς δὲν παρήχθη ἄφθονος, ὥστε νὰ εὑρεθῶσι περισσότερα τὰ χρήματα ἐν τῷ τόπῳ. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἐγένοντο τόσα οἰκοδομήματα, ὅσα ἠλπίζοντο, τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι δὲν ἐγένετο καὶ ἡ πρέπουσα ἀνάπτυξις. Ἔχομεν ἀριθμὸν οἰκιῶν, ὅστις ἀναλογεῖ πρὸς 500 ψυχάς· καὶ ὅταν ἔχωμεν τοιοῦτον συνοικισμὸν παρὰ τὴν πόλιν, τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἡ κατάβασις ἤρχισε καὶ ὅτι μικρὸν κατὰ μικρὸν καὶ ἀνεπαισθήτως θέλει ἡ πόλις ἅπασα καταβῆ εἰς τὴν παραλίαν. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἱστορία πάντων τῶν τοιούτων συνοικισμῶν ἐν Ἑλλάδι· λάβετε τὸν χάρτην τῆς Ἑλλάδος καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι, ὅπου ὑπῆρχον καλύβια χωρίων ἀπωτέρω συνῳκισμένων, σήμερον ὑπάρχουσιν ἀνθηρὰ χωρία, ἀποῤῥοφήσαντα σχεδὸν ἅπαντα τὸν πληθυσμὸν τοῦ ἀρχαίου συνοικισμοῦ. Αὐτὸ τοῦτο θέλει συμβῆ καὶ εἰς τὴν Κυπαρισσίαν· ἐὰν δὲ, διότι τὰ ἀνθρώπινα πράγματα λαμβάνουσιν ἐνίοτε ἄλλην τροπὴν, ἐὰν τὰ πράγματα, παρερχομένου χρόνου τινὸς, ἀποδείξωσι τὸ ἐναντίον, τότε ὑπάρχει καιρὸς νὰ σκεφθῶμεν, ἐὰν δὲν πρέπῃ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ πρῶτον σημεῖον· μέχρι σήμερον ὅμως οὐδὲν ἐδείχθη τὸ ἐπιβάλλον ἡμῖν μεταβολὴν γνώμης καὶ ὑπαγορεῦον ν’ ἀνακαλέσωμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα φαίνεται, ὅτι ὀρθῶς ἐγένοντο.
§60ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀπαντήσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι εἶπέ τι μὴ ἀκριβὲς, καὶ συγχρόνως μετετόπισε τὸ ζήτημα. Εἶπεν ὅτι δὲν παρέστησα ἀκριβῶς τὴν ἀπόστασιν, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῆς παραλίας καὶ τῆς πόλεως, διότι, καθ’ ἃς ἔχει, πληροφορίας, ἡ ἀπόστασις εἶναι μόνον 20 λεπτῶν. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι εἶναι ἡμισείας ὥρας, διότι ἐνόουν τὴν ἀπόστασιν ἀπὸ τοῦ συνοικισμοῦ μέχρι τοῦ κέντρου τῆς πόλεως, καὶ οὐχὶ ἀπὸ τοῦ ἄκρου αὐτῆς, ἀπὸ τούτου δὲ μέχρι τοῦ κέντρου, ἔνθα εἶναι ἡ ἀγορὰ, ὑπάρχει ἀπόστασις 10 λεπτῶν· ἡ πόλις κεῖται ἐπὶ ἀνωφερείας· καὶ ἤρχισαν μὲν νὰ κτίζωνται οἰκίαι καὶ εἰς τὰ κάτω μέρη, ἀλλ’ ἡ πόλις κεῖται κυρίως ὑψηλά· διὰ ν’ ἀνέλθῃ τις μέχρι τοῦ κέντρου αὐτῆς, εἶναι ἀνάγκη νὰ βαδίσῃ ἡμίσειαν ὥραν, καὶ πρέπει νὰ ἦναι ἀρκετὰ εὔρωστος, διότι τὸ μέρος εἶναι ἀνηφορικὸν καὶ ἡ ὁδοιπορία λίαν ἐπίπονος. Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μετὰ τοῦτο, ὅτι τὴν ἰδέαν περὶ τοῦ ὅτι ἡ παραλία εἶναι μέρος καλὸν καὶ μίαν ἡμέραν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ μέλλον λαμπρὸν, εἶχον ὅλοι οἱ κάτοικοι, τὴν εἶχον δὲ καὶ ἐγώ. Καὶ τίς λέγει τὸ ἐναντίον; Τῷ ὄντι ἡ παραλία εἶναι ὡραιοτέρα καὶ τερπνοτέρα, εἶναι τόσον ὡραία καὶ τόσον τερπνὴ, ἔχει τόσας καλλονὰς, ὥστε ἔκαμέ τινας νὰ γράψωσιν ἐκθέσεις, περιεχούσας τὰ τερατώδη, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε, καὶ νὰ πιστεύωσιν, ὅτι, ἅμα καταβῶσιν αἱ ἀρχαὶ, θὰ ἀφήσουν ὅλοι οἱ κάτοικοι τῶν Φιλιατρῶν, τὰ ὁποῖα γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅλοι οἱ κάτοικοι τῶν Γαργαλιάνων, τῆς Λιγουδίστης, τῆς Ὀλυμπίας τὰς οἰκίας των, καὶ θὰ ὑπάγουν νὰ κατοικήσουν ἐκεῖ. Ὅλοι εἴχομεν τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ μέρος εἶναι ὡραῖον, καὶ διὰ τοῦτο πρῶτος ἐγὼ ἐφρόντισα, νὰ δοθῶσιν εὐκολίαι καὶ νὰ γίνῃ συνοικισμὸς, μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι τοῦ χρόνου προϊόντος ἤθελεν ἐπεκταθῆ, ὅτε ἠδύναντο νὰ μεταβῶσι καὶ αἱ ἀρχαί· Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς, μετατοπίζων τὸ ζήτημα, σᾶς λέγει, ὅτι ἀναλόγως τοῦ χρόνου ηὔξησεν ὁ συνοικισμός. Ἀφοῦ κατῆλθον αἱ ἀρχαὶ, ἑπόμενον ἦτο νὰ καταβῶσι καί τινες τῶν δικηγόρων, νὰ γίνωσι δὲ καὶ μερικὰ καταστήματα, ξενοδοχεῖα, καφφενεῖα καὶ ἄλλα τοιαῦτα, ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα διὰ τοὺς προσερχομένους, καθ’ ὅσον δὲ παρέρχεται ὁ χρόνος, θὰ γίνωσι καὶ ἄλλα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο τὸ ζήτημα. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ φέρῃ παράδειγμα, ποῦ ἠκούσθη ποτὲ, Κυβέρνησις νὰ τοποθετήσῃ ἀρχὰς εἰς μέρη, ὅπου δὲν ὑπάρχουν κάτοικοι; Μεγαλείτερος τούτου σολοικισμὸς δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Διατὶ ἀλλοῦ ὑπάρχουν Νομάρχαι, ἀλλοῦ Ἔπαρχοι; καὶ διατὶ ἀλλοῦ εἶναι Ταμεῖα καὶ ἀλλοῦ δὲν εἶναι; Ταῦτα πάντα κανονίζει ὁ πληθυσμός· μόλις ἀναπτυχθῶσιν αἱ συναλλαγαὶ εἰς ἕνα τόπον, καὶ σπεύδει ἡ Κυβέρνησις νὰ συστήσῃ Εἰρηνοδικεῖον. Ὅλοι ζητοῦν σήμερον Τηλεγραφεῖα, Ταχυδρομεῖα, ὅπως διευκολύνωνται οἱ ἄνθρωποι εἰς τὰς ἀνταποκρίσεις των. Καὶ ἐν τῇ Κυπαρισίᾳ, ἐχούσῃ 8,000 κατοίκους, ὑπῆρχον αἱ ἀνήκουσαι ἀρχαί, ἀλλὰ ταύτας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐτοποθέτησεν εἰς τόπον ἔρημον· καὶ ἔπειτα θαυμάζει, διότι ὑπῆγον καὶ δέκα ἄνθρωποι νὰ κατοικήσουν· μετὰ ἓν ἔτος θὰ ὑπάγουν ἄλλοι 10 καὶ μετὰ 30 ἔτη θὰ ἦναι ἴσως 100, καὶ μετὰ παρέλευσιν τεσσάρων γενεῶν θὰ ἦναι περισσότεροι. Ἀλλ’ οὕτω πρέπει νὰ γίνωνται τὰ πράγματα· πρῶτον ἀφίνουν νὰ παρέλθῃ καιρὸς, νὰ κατοικηθῇ ἓν μέρος, καὶ ἔπειτα μεταφέρουν τὰς ἀρχάς. Σᾶς ἔφερε τὸ παράδειγμα τῶν καλυβίων· ἀλλὰ ταῦτα ἀνεπτύχθησαν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, δὲν ἐξεβιάσθησαν οἱ ἄνθρωποι· ἐνταῦθα ὅμως ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ ἐκβιάσῃ τοὺς κατοίκους Κυπαρισσίας, ἵνα καταβῶσιν εἰς τὴν παραλίαν, ἐνῷ ἔπρεπε ν’ ἀφήσῃ τὰς ἀρχὰς εἰς τὴν θέσιν των καὶ ἀφοῦ μικρὸν κατὰ μικρὸν ἤθελε προχωρήσει ὁ συνοικισμός, ἠδύναντο νὰ καταβῶσι καὶ αἱ ἀρχαί. Ὑποθέσατε, ὅτι ἔρχεται ἰδιοτροπία εἰς μίαν Κυβέρνησιν καὶ σηκόνει τὰς ἀρχὰς ἀπὸ τὰς Ἀθήνας καὶ τὰς μεταφέρει εἰς Φάληρον· ἐντὸς ὀλίγου θὰ κτισθῶσιν ἐκεῖ οἰκίαι πολλαὶ, θὰ γίνωσι καταστήματα· ἀλλὰ θὰ θεωρήσητε λογικὸν τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἤθελε διατάξει νὰ ὑπάγουν αἱ ἀρχαὶ εἰς τὸ Φάληρον, ἐνῷ εἶναι ἔρημον; Ὥστε εἶναι περιττὸν νὰ μᾶς λέγητε, ὅτι ἀναλόγως προώδευσεν ὁ τόπος καὶ εἶναι ἐλπὶς, ὅτι, ἐὰν ὁ σταφιδόκαρπος πωληθῇ εἰς μεγάλας τιμὰς, θὰ κατέλθωσι καὶ ἄλλοι. Διατὶ οἱ Καλάμιοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς καλὴν κατάστασιν, δὲν καταβιβάζουσι τὰς ἀρχὰς εἰς τὴν παραλίαν; διότι ἐννοοῦν, ὅτι θὰ καταστρέψωσι τὴν ἄνω πόλιν καὶ τοὺς κατοίκους· τὸ αὐτὸ δὲ συμβαίνει καὶ εἰς τὴν Κυπαρισσίαν· ἂς μάθωσι δὲ οἱ ἐργαζόμενοι διὰ τὴν μετάθεσιν, ὅτι θὰ εὑρεθῶσι μίαν ἡμέραν πικρῶς μετανοημένοι.
§61Α. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, καταλήγων τὸν λόγον μου, ὑπέβαλα πρότασιν, ὡς συμπλήρωμα τῆς γενομένης συζητήσεως, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῆς. Ἐζήτησα νὰ συστηθῇ τριμελὴς ἐπιτροπὴ πρὸς ἐπιτόπιον μετάβασιν καὶ ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεώς σας. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Χρηστοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§63Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριοι, ὡς μέλος στρατιωτικῆς οἰκογενείας καὶ ὡς Βουλευτὴς, ἀναγκάζομαι νὰ ὑψώσω φωνὴν ὑπὲρ τοῦ πάσχοντος στρατοῦ ἡμῶν. Πρὸ ἡμερῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἀνεβίβασε τοὺς νοσηλευομένους στρατιώτας εἰς 2 ἢ 3%· σήμερον, Κύριοι, εἶναι λυπηρὸν, ὅτι εἰς 5% ἀναβαίνει ἡ θνησιμότης αὐτῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπειδὴ ἡ ἐνσκήψασα νόσος εἶναι τῷ ὄντι θανατηφόρος, δὲν θεραπεύεται δὲ, εἰμὴ διὰ τῆς ἀραιώσεως, νὰ φροντίσῃ ν’ ἀραιώσῃ τὸν στρατόν. Βεβαίως ἔχομεν καὶ μέσα ἄφθονα καὶ μέρη πολὺ ὑγιεινά· ἔχομεν στρατῶνας κενοὺς ἐν Κορίνθῳ, ἔχομεν στρατῶνας εἰς Ἄργος, οἵτινες οὐ μόνον ἀρκοῦσι πρὸς ἀραίωσιν τῶν πασχόντων ὁπλιτῶν, ἀλλ’ ἐκεῖ στέλλονται καὶ πρὸς ἀνάῤῥωσιν οἱ πάσχοντες, ἔχομεν δὲ καὶ τοὺς στρατῶνας τοῦ Ναυπλίου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, οὐχὶ μόνον ἐκ καθήκοντος, ἀλλὰ καὶ λόγῳ φιλανθρωπίας, νὰ διατάξῃ τὴν ἀραίωσιν τοῦ στρατοῦ, διὰ νὰ παύσῃ ἡ μεγάλη θνησιμότης ἐν ταῖς τάξεσιν αὐτοῦ.
§64ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας θετικὰς περὶ τοῦ ἀντικειμένου, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Γεωργαντᾶς, διότι αἱ πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι λαμβάνονται ἐκ τῶν ἐφημερίδων ἢ ἄλλως, δὲν θεωροῦνται θετικαὶ, ἀξιωματικαὶ, καὶ εἶναι ἀνάγκη, νὰ γνωρίζωμεν ἀκριβῶς, ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ποία ἡ κατάστασις τῆς ὑγείας τοῦ στρατοῦ καὶ ποία ἡ θνησιμότης.
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρό τινων ἡμερῶν ἔδωκα ἀκριβεῖς πληροφορίας, ζητηθείσας, ἐπὶ ἐπισήμων ἐκθέσεων στηριζομένας. Ἔκτοτε ἔλαβεν ἀνάπτυξιν τὸ κακὸν, καὶ θέλω ὑποβάλει νεωτέρας ἐπισήμους πληροφορίας.
§66ΚΟΖΑΚΗΣ. Καὶ περὶ θνησιμότητος.
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εὐαρεστήθητε νὰ σημειώσητε ἀκριβῶς, περὶ τίνων ζητεῖτε πληροφορίας.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀτελείας τοῦ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἐξαγομένου οἴνου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως)
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ ἐκ Κεφαλληνίας βουλευτοῦ κ. Μπασιᾶ, προτείνοντος νὰ προστεθῶσιν ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου τὰ ἑξῆς: «ὡς καὶ ὁ ἀπὸ μίαν εἰς ἄλλην νῆσον τῆς Ἑπτανήσου μεταφερόμενος». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 ὡς ἔχει). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ 2ου ἄρθρου ἐγένετο χθὲς παρατήρησις ἰδίᾳ ὡς πρὸς τὴν φράσιν «μεταῤῥυθμιζομένων ὡς πρὸς τοῦτο καὶ τῶν σχετικῶν διατάξεων τῶν ἀνωτέρω νόμων», καὶ ἐξήγησα τότε τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου τούτου, παραστήσας, ὅτι διὰ μὲν τοῦ αʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου διετηρεῖτο ἡ ἰσχὺς τῶν περὶ δηλώσεως καὶ καταμετρήσεως τῶν οἴνων διατάξεων, τῶν ἐν τῷ ἐδαφίῳ ἐκείνῳ μνημονευομένων νόμων, διὰ δὲ τοῦ βʹ ἐδαφίου ἐγίνετο ἐξαίρεσις, ἐπαγομένη ὡς πρὸς τὰ ἐν ταύτῃ περιλαμβανόμενα τὴν παῦσιν τῆς ἰσχύος τῶν ἐν τῷ αʹ ἐδαφίῳ μνημονευομένων διατάξεων. Ἐπειδὴ ὅμως τοῦτο δὲν ἐθεωρήθη προκύπτον καθαρῶς ἐκ τοῦ κειμένου, μεταῤῥυθμίζω τὸ κείμενον, θέτων τὴν τελευταίαν φράσιν τοῦ βʹ ἐδαφίου ἐν ἀρχῇ. Κατὰ ταῦτα τὸ ἄρθρον θὰ ἔχῃ ὡς ἑξῆς: «αἱ περὶ δηλώσεως καὶ καταμετρήσεως τῶν οἴνων διατάξεις τῶν νόμων ᾼΤΝʹ καὶ ᾼΥΙΖʹ τῆς 21 Ἰανουαρίου 1886 καὶ 11 Ἀπριλίου 1887 διατηροῦνται ἐν ἰσχύϊ». Ἐδῶ προσθέτω τὴν τελευταίαν φράσιν: «μεταῤῥυθμιζομένων τῶν σχετικῶν διατάξεων διὰ μόνα τὰ ἐργοστάσια, τὰ κατασκευάζοντα οἴνους, ἀποκλειστικῶς προωρισμένους εἰς τὴν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ κατανάλωσιν, περὶ ὧν δύνανται νὰ καθορισθῶσι διὰ Β. Διαταγμάτων ἐξαιρετικαὶ διατυπώσεις» καὶ μένομεν ἐκεῖ.
§71ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ οἰκονομία, τὴν ὁποίαν ἐπήνεγκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διασκευάσας τὸ λεκτικὸν τοῦ ἄρθρου, δὲν σώζει τὴν οὐσίαν· καὶ ὅπως διασκευάζεται τὸ ἄρθρον τοῦτο, πάντοτε δίδεται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ μεταῤῥυθμίζῃ διὰ Β. Διαταγμάτων κειμένους νόμους τοῦ Κράτους.
§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι.
§73ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂς ἀναγνωσθῇ καὶ πάλιν ἡ τροπολογία. (Ἀναγινώσκεται ἐκ δευτέρου ἡ τροπολογία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ).
§74ΤΙΝΕΣ. Εἶναι τὸ ἴδιον.
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι τὸ ἴδιον, σαφέστερον ἐκπεφρασμένον. Ἰδοὺ τί ἠθέλησα νὰ παραστήσω διὰ τῆς τροπολογίας. Ἐπειδὴ ἐῤῥήθη χθὲς, ὅτι διὰ τῶν Διαταγμάτων θὰ μεταῤῥυθμίζηται ὁ νόμος, ἔθεσα τὴν φράσιν περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου κατόπιν τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου, τῆς ἀφορώσης εἰς τὴν διατηρουμένην ἰσχὺν τῶν νόμων. Ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ἤδη ἐξαιροῦνται τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τὰ ἐν τῷ βʹ ἐδαφίῳ. Τὰ περὶ μεταῤῥυθμίσεως νόμων δὲν ἀποδίδονται εἰς τὸ Διάταγμα, ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τουτέστι διὰ νόμου, ἐξαιροῦνται ἀπὸ τῶν προηγουμένων νόμων, ὧν τηρεῖται ἡ ἰσχὺς, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὰ ἐν τῷ βʹ ἐδαφίῳ. Τὰ περὶ τούτων θέλουσι κανονίζεσθαι διὰ Β. Διαταγμάτων, ἀφοῦ διὰ νόμου περιωρίσθη ἡ ἰσχὺς τῶν διατάξεων, περὶ ὧν τὸ αʹ ἐδάφιον, εἰς ἐκεῖνα, περὶ ὧν δὲν πραγματεύεται τὸ βʹ ἐδάφιον. Ἡ παρατήρησις, ἡ χθὲς γενομένη, ἀφώρα εἰς τοῦτο, ὅτι διὰ Β. Διαταγμάτων θὰ ἐγίνετο ἡ μεταῤῥύθμισις τῶν νόμων. Ἐξήγησα χθὲς τὰ περὶ τούτου, παρατηρήσας ὅτι δὲν ἦτο αὕτη ἡ ἔννοια τοῦ νόμου· ἤδη ἀναγράφεται ἡ ἔννοια σαφέστερον διὰ συντάξεως τοῦ ἄρθρου, καθ’ ἣν ἡ μεταῤῥύθμισις δὲν θὰ γενῇ διὰ Β. Διαταγμάτων, ἀλλὰ γίνεται δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου. Αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον περιορίζει τὴν ἰσχὺν τῶν περὶ δηλώσεως καὶ καταμετρήσεως διατάξεων εἰς τὰ ἄλλα καὶ οὐχὶ εἰς τὰ τοῦ βʹ ἐδαφίου, τὰ δὲ τοῦ βʹ ἐδαφίου, οὕτως ἐξαιρεθέντα ἐκ τῆς ἰσχύος τῶν νόμων, θέλουσι κανονισθῇ διὰ Β. Διαταγμάτων.
§76Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ ζητήσω πληροφορίαν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Τὰ ἀντικείμενα τὰ κανονισθησόμενα διὰ Β. Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἐκδοθῆ, εἶναι ἀντικείμενα δεόμενα νομοθετικῶν διατάξεων, ἢ εἶναι ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ δύναται αὕτη διὰ Β. Διατάγματος νὰ τὰ διατάξῃ; Ἐὰν ἦναι ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δὲν δέονται τῆς συμπράξεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ δύνανται νὰ κανονισθῶσιν ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας διὰ Διατάγματος, τίς ὁ λόγος, δι’ ὃν περιλαμβάνεται ἐν τῷ νόμῳ ἡ ἐντολὴ πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, νὰ κανονίσῃ αὐτὰ διὰ Διατάγματος, ἐνῷ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἐν τῇ ἰδιότητι αὐτῆς, καὶ ἁρμοδία τυγχάνει νὰ ἐκδώσῃ τὰ Διατάγματα, διὰ νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου; Ἐὰν δὲ πάλιν ἦναι ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δέονται τῆς κανονιστικῆς ἐργασίας τῆς διοικήσεως, καὶ πάλιν τότε ἐν τῇ φύσει τῶν ἔργων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἶναι τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ Διατάγματα, ἵνα κανονίσῃ τὰς τοιαύτας σχέσεις, δὲν ἔχει δὲ ἀνάγκην νὰ ἐπιτρέψῃ τοῦτο ὁ νόμος. Ἐν τῷ νόμῳ περιλαμβάνονται διατάξεις, σκοποῦσαι νὰ ἀπονείμωσι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Εἶναι δὲ περιττὸν νὰ γίνηται μνεία ἐν τῷ νόμῳ, ὅταν ἐν τῇ ἰδιότητι αὐτῆς ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔχῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ δύναται νὰ τὸ ἐνασκήσῃ. Ἡ τοιαύτη μνεία ἐν τῷ νόμῳ δύναται νὰ παρεξηγηθῇ καὶ ὑποτεθῇ, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης μεταβιβάζεται ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ παραλειφθῇ ἡ περίοδος.
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν ἀνέπτυξα, ὅτι πρόκειται ἐν τῷ βʹ ἐδαφίῳ περὶ μέτρων, συνήθως ῥυθμιζομένων ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ εἶπον συγχρόνως, ὅτι τὰ κανονιστικὰ ταῦτα καὶ εἰς τὰς διατυπώσεις ἀφορῶντα μέτρα ῥυθμίζονται καὶ νομοθετικῶς, χάριν μεγαλειτέρας μονιμότητος, καὶ ὅταν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἕνεκα τῆς σπουδαιότητος αὐτῶν, θεωρῇ συμφέροντα περιορισμόν τινα τῆς ἐλευθέρας ἐνεργείας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν εἰδικαῖς τισι περιπτώσεσι. Τοῦτο συμβαίνει ἐνταῦθα. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ὡς πρὸς τὰ περὶ δηλώσεως καὶ καταμετρήσεως λαμβάνει γενικὰ μέτρα νομοθετοῦσα, καίτοι τὰ περὶ δηλώσεως καὶ καταμετρήσεως συνήθως ῥυθμίζονται ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Καὶ ἐν μὲν τῷ αʹ ἐδαφίῳ θέτει τὴν ἀρχὴν, ὅτι τὰ περὶ δηλώσεως καὶ καταμετρήσεως θέλουσιν ἐξακολουθεῖ κανονιζόμενα ὅπως νόμοι τινὲς ὥρισαν τὰ περὶ αὐτῶν, οἱ νόμοι δὲ ἐκεῖνοι ποιοῦνται διάκρισιν μεταξὺ τῶν εἰδικῶς ἐν αὐτοῖς καθοριζομένων καὶ τῶν διὰ Β. Διατάγματος ἑκάστοτε ῥυθμιζομένων, διὰ τοῦ βʹ ὅμως ἐδαφίου ποιεῖται ἐξαίρεσιν εἰς τὴν ἀρχὴν, τὴν τιθεμένην ἐν τῷ αʹ ἐδαφίῳ ἐνῷ ὁρίζει ἐν τῷ αʹ ἐδαφίῳ, ὅτι κατὰ γενικὴν ἀρχὴν τὰ τοῦ κανονισμοῦ τούτου, τὰ τῶν διατυπώσεων, πρέπει νὰ διεξαχθῶσιν ὅπως οἱ νόμοι ΑΤΝʹ καὶ ΑΥΙΖʹ διατάττουσι, διὰ τοῦ βʹ ἐδαφίου ὁρίζει, ὅτι ὑπάρχουσί τινα, μὴ ὑπαγόμενα εἰς τὸν τεθειμένον κανόνα, εἶναι δὲ ταῦτα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰ ἐργοστάσια, τὰ κατασκευάζοντα οἴνους, ἀποκλειστικῶς προωρισμένους εἰς τὴν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ κατανάλωσιν. Τὸ ἐδάφιον βʹ διατρανοῖ, ὅτι ὡς πρὸς ταῦτα δὲν ἐθεωρήθη ἀναγκαία ἡ παρέμβασις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, δὲν ἐθεωρήθη ἀναγκαία ἡ δέσμευσις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ὡς πρὸς ταῦτα, ἀφιεμένης εἰς αὐτὴν πλήρους ἐλευθερίας ἐνεργείας.
§78ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι αἱ διατυπώσεις δὲν εἶναι πάντοτε τόσον ἐπουσιώδους φύσεως, ὥστε νὰ θεωρῶνται ἀνήκουσαι εἰς τὴν σφαῖραν τῶν κανονιστικῶν λεγομένων διαταγμάτων, ἀπ’ ἐναντίας αἱ διατυπώσεις, προκειμένου περὶ φορολογίας, αἱ διατυπώσεις αἱ περὶ τὰς δηλώσεις καὶ τὰς καταμετρήσεις, ἔχουσι τόσην ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν οὐσιαστικῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, ὥστε δὲν δύνανται αἱ τοιαῦται διατυπώσεις νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἁπλαῖ λεπτομέρειαι τῆς περαιτέρω ἐκτελέσεως τοῦ νόμου, αἱ διατυπώσεις περὶ τὰ τοιαῦτα ἀποτελοῦσι σπουδαιότατον μέρος, πολλάκις δὲ τὸ οὐσιωδέστατον. Ὅταν δὲ πρόκηται περὶ τοιούτου ἀντικειμένου, ἐκ φύσεως ἀνήκοντος εἰς τὴν σφαῖραν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, βεβαίως ἡ ἐξουσιοδότησις εἶναι παραβίασις τῶν θεμελιωδῶν συνταγματικῶν κανόνων, διότι ἡ ἐξουσία τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐκχωρῇ, εἶναι ἀναπαλλοτρίωτος, ὅπως ἡ κυριαρχία, καὶ οὐδέποτε δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐξουσιοδοτῇ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, προκειμένου περὶ δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα οὐσιωδῶς ἀνήκουσιν εἰς τὴν σφαῖραν αὐτῆς. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον θὰ ἦτο συμφωνότερον πρὸς τὰ συνταγματικὰ νόμιμα, παραλεῖπον τὴν τοιαύτην ἐξουσιοδότησιν.
§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς, ἰσχυριζόμενος, ὅτι ὑπάρχουσι διατυπώσεις, δεόμεναι νομοθετικῆς κυρώσεως, ἀναγνωρίζει συνάμα, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ διατυπώσεις μὴ δεόμεναι νομοθετικῆς κυρώσεως, ὡς ἐπουσιώδεις. Τοιαύτη εἶναι ἀκριβῶς ἡ διατύπωσις, περὶ ἧς πραγματεύεται τὸ βʹ ἐδάφιον. Τὸ βʹ ἐδάφιον πραγματεύεται περὶ ὅλως εἰδικῆς περιπτώσεως, πραγματεύεται περὶ τῶν καταστημάτων, ἐν οἷς κατασκευάζεται οἶνος, ἀποκλειστικῶς προωρισμένος εἰς τὴν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ κατανάλωσιν. Ἐξήγησα καὶ κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, ὅτι ὑπάρχει λόγος εἰδικὸς, ὅπως ὡς πρὸς ταῦτα ἀφεθῇ περὶ τὰ τῶν διατυπώσεων ἐλευθερία ἐνεργείας εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, εἶναι δὲ οὗτος, ὅτι τὰ καταστήματα ταῦτα δὲν περιῆλθον ἔτι εἰς τὴν πλήρη ἀνάπτυξιν, εἶναι δὲ καὶ ὀλίγα, ὅτι ἔχομεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι θέλουσι πολλαπλασιασθῆ, ὅτι θέλει ἀναπτυχθῆ ἡ ἐργασία αὐτῶν, ἀναλόγως δὲ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐργασίας αὐτῶν πρέπει νὰ κανονισθῶσι καὶ τὰ τῶν διατυπώσεων ἐν σχέσει πρὸς ταῦτα. Ἡ ἐπιθυμία τῆς Βουλῆς εἶναι, νὰ δώσῃ πᾶσαν εὐκολίαν πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τούτου, τουτέστι τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν ἐξαγομένων τοῦ Κράτους οἴνων ἀπὸ τῆς φορολογίας· εἰς τὰς εὐκολίας ταύτας ἀναγκάζεται νὰ θέσῃ περιορισμοὺς, καὶ τούτους ἀνευρίσκει ἐν κειμένοις νόμοις, εἰς οὓς παραπέμπει κατὰ γενικὸν κανόνα· προκειμένου ὅμως περὶ τῶν εἰδικῶν τούτων καταστημάτων, τῶν κατασκευαζόντων οἶνον ἀποκλειστικῶς χάριν τῆς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καταναλώσεως, ἀνευρίσκει ἐν τῷ τρόπῳ, καθ’ ὃν τὰ τοιαῦτα καταστήματα διεξάγουσι τὸ ἔργον αὐτῶν, ἐγγυήσεις, ὅτι τῆς ἀφιεμένης εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐλευθερίας τ’ ἀποτελέσματα δὲν δύνανται, νὰ ὦσιν ἐπιζήμια. Τὰ καταστήματα ταῦτα παρουσιάζουσιν εὐκολίας περὶ τὸν κανονισμὸν τῶν διατυπώσεων καὶ περὶ τὴν ἐπιβολὴν τῶν βεβαιώσεων, τῶν ἀναγκαίων πρὸς τὴν ἀπόδοσιν τοῦ φόρου, ἢ πρὸς τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τοῦ φόρου, ἐὰν οὗτος δὲν ἐπληρώθη, αἵτινες δὲν παρουσιάζονται προκειμένου περὶ παντὸς ἄλλου οἰνοποιοῦ. Διὰ τοῦτο ἐθεωρήθη, ὅτι πρέπει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ παρακολουθήσῃ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν καταστημάτων τούτων καὶ ἀναλόγως πρὸς ταύτην νὰ κανονίσῃ τὰ περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ὡς πρὸς αὐτὰ, οὐχὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν, διότι πρόκειται πάντως περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου, ἀλλὰ περὶ τοῦ τρόπου τῆς βεβαιώσεως, ὅτι τὰ προϊόντα αὐτῶν ὑπόκεινται εἰς τὴν κατηγορίαν, ἥτις ἀπολαμβάνει τῶν πλεονεκτημάτων τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῆς φορολογίας. Τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἔχουσι τὰ προϊόντα αὐτῶν τὸ δικαίωμα ν’ ἀπολαύσωσι τοῦ πλεονεκτήματος τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου, δύνανται νὰ παράσχωσι τὰ καταστήματα, περὶ ὧν πρόκειται, ἐν τῷ βʹ ἐδαφίῳ, πολὺ εὐκολώτερον ἢ πᾶς ἄλλος. Εἶναι δὲ ἀνάγκη, τὰ τῆς ἀποδείξεως ταύτης νὰ μὴ κανονισθῶσιν ἀπὸ τοῦδε, ἐνόσῳ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου δὲν παρεσκεύασεν ἔτι, ὡς ἀπεκδεχόμεθα, εὐρὺ τὸ ἔδαφος πρὸς τὸν ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας κανονισμὸν τῶν περὶ τούτου.
§80ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν περιορίζηται ὡς πρὸς τὴν ἔκτασιν ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἐντολῆς ταύτης, νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν δύναται νὰ μεταβάλῃ καὶ τὴν ποιότητα, οὕτως εἰπεῖν, τὴν κατὰ ποιὸν διαφορὰν καὶ τὴν κατὰ ποιὸν ἀξίαν, ἡ ὁποία μένει πάντοτε ἡ αὐτή. Ἐὰν πρόκηται ἁπλῶς περὶ εἰδικῶν τινων ἐργοστασίων, δὲν θὰ εἴπῃ, ὅτι ἐλαττοῦται ἡ ἀξία τῶν ἀρχῶν ἐκείνων, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐξουσιοδοτῆται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία διὰ καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὴν νομοθετικήν· βεβαίως δύναται νὰ ἐλαττοῦται κατ’ ἀξίαν ὑλικὴν τὸ ἄτοπον, ἀλλὰ διότι πρόκειται περί τινων ἐργοστασίων, δὲν μεταβάλλονται αἱ ἀρχαὶ, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν.
§81ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι γίνεται σύγχυσις μεταξὺ τῶν διατυπώσεων, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ κανονίζωνται διὰ νόμου, καὶ τῶν διατυπώσεων, τῶν ὁποίων ὁ κανονισμὸς δύναται νὰ γίνῃ διὰ Β. Διατάγματος. Πρόκειται ἐνταῦθα περὶ τοῦ τρόπου τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου τοῦ οἴνου· ὁσάκις γίνεται λόγος περὶ βεβαιώσεως, πρέπει ὅλαι αἱ διατυπώσεις νὰ ἀναγράφωνται ἐν τῷ νόμῳ, διότι διὰ τὴν ἀκριβῆ βεβαίωσιν τῶν φόρων ἐπιβάλλονται ὑποχρεώσεις εἰς τοὺς φορολογουμένους, κανονίζονται τὰ δικαιώματα τῆς ἀρχῆς, καὶ ἐπὶ τέλους ὁρίζονται καὶ αἱ ποιναὶ, αἱ ἐπιβαλλόμεναι εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἤθελον συμμορφωθῆ μὲ τὸν νόμον· διὰ τοῦτο εἰς ὅλους τοὺς φορολογικοὺς νόμους τὰ περὶ βεβαιώσεως κανονίζονται λεπτομερῶς. Συμβαίνει πολλάκις, ὥστε ὁ γενικὸς κανὼν, τὸν ὁποῖον θέτομεν διὰ τὴν βεβαίωσιν ἑνὸς φόρου, νὰ μὴ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας, ἢ εἰς ὅλα τὰ ὁμοειδῆ ἀντικείμενα· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, γίνεται ἐξαίρεσις, ἀλλ’ αὕτη περιλαμβάνεται ἐν τῷ νόμῳ· τοῦτο ζητεῖται νὰ γενῇ καὶ ἐνταῦθα· ὁ κανὼν εἶναι, ὅτι πάντες οἱ ἀποταμιεύοντες οἴνους ὀφείλουσι νὰ δηλόνουν τοὺς οἴνους αὐτοὺς, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ γίνεται ἐξαίρεσις διὰ τὰ καταστήματα, εἰς ἃ κατασκευάζεται οἶνος, προωρισμένος διὰ τὸ ἐξωτερικόν· ἀλλὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ κανονισθῇ λεπτομερῶς ἐν τῷ νόμῳ, διότι δὲν ἐννοῶ, πῶς εἶναι δυνατὸν αὔριον νὰ ἐκδοθῇ ἓν Διάταγμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτοὺς τοὺς καταστηματάρχας τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πράττωσι τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νὰ δίδῃ τὴν ἄδειαν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὰ καταστήματα ταῦτα, διὰ νὰ ἐλέγξωσι τὴν ἀκρίβειαν τῆς ἐργασίας των, καὶ πῶς δύναται διὰ Διατάγματος νὰ ὁρισθῶσι καὶ αἱ ποιναὶ, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς αὐτούς· διότι, τίς ἠξεύρει, ἐὰν διὰ τοῦ Διατάγματος δὲν εὕρῃ πρέπον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ κανονίσῃ τὰς αὐτὰς διατυπώσεις μὲ ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι κεκανονισμέναι διὰ τοὺς ἄλλους παραγωγούς; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑποστηρίζει.
§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ὑποθέτει, ὅτι δύναται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ ἐπιβάλῃ τὰ τῶν κανονισμῶν εἰς τὰ εἰδικὰ καταστήματα, περὶ ὧν πρόκειται, ἐναντίον τῆς θελήσεως αὐτῶν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν προκύπτει ἐκ τῆς διατάξεως· ἐκ τῆς διατάξεως προκύπτει, ὅτι ταῦτα θέλουσιν ἐπιβληθῆ μόνον ὅταν τὰ καταστήματα τὸ ζητήσωσι. Ἂν κατάστημά τι παραστήσῃ, ὅτι κατασκευάζει οἶνον, ἀποκλειστικῶς προωρισμένον εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, μόνον τότε εἶναι δυνατὸν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ χαρακτηρίσῃ τὸ κατάστημα ὡς κατασκευάζον οἶνον ἀποκλειστικῶς πρὸς ἐξαγωγήν. Προδήλως ἡ λέξις «ἀποκλειστικῶς» δεικνύει, ὅτι πρόκειται περὶ διατάξεως ὑπὲρ τῶν καταστημάτων, καὶ ἥτις δὲν θὰ λειτουργήσῃ, εἰμὴ ἐπὶ καταστημάτων, ἅτινα θὰ ζητήσωσι νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς αὐτήν. Ὥστε οἱ κίνδυνοι, οὓς ὑπέδειξεν ὁ κ. Βουλευτὴς, δὲν ὑφίστανται. Ἐὰν ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐπιβάλῃ αὐτογνωμόνως ὑποχρεώσεις εἰς τὰ καταστήματα, θὰ ἐνεδεικνύετο εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἡ φροντὶς, ὅπως προστατεύσῃ ταῦτα κατὰ ἐνδεχομένης ὑπερβασίας ἐν τῇ ἐκτελέσει, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις τοιαύτην ἐξουσίαν δὲν ἀσκεῖ. Τὸν κατασκευάζοντα οἴνους, ἔστω καὶ ἀποκλειστικῶς διὰ τὸ ἐξωτερικὸν, ἂν οὗτος μὴ δηλώσῃ, ὅτι κατασκευάζει αὐτοὺς ἀποκλειστικῶς διὰ τὸ ἐξωτερικὸν, δὲν δύναται νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς κατασκευάζοντα οἴνους ἀποκλειστικῶς διὰ τὸ ἐξωτερικόν.
§83ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δηλώτῃ;
§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν δηλώσῃ, διὰ τῆς δηλώσεώς του ἀποδεικνύει, ὅτι θέλει νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ βʹ ἐδαφίου, καὶ ὅταν θέλῃ νὰ ὑπαχθῇ αὐτὸς εἰς τὴν διάταξιν ταύτην, δὲν χωρεῖ τὸ παράπονον, περὶ οὗ ὡμιλήσατε.
§85ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Σεῖς θὰ ὁρίσητε τὰς διατυπώσεις.
§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν αὐτὸς δὲν ἀρέσκηται εἰς τὸ λαμβανόμενον μέτρον, ἀρκεῖ νὰ δηλώσῃ, ὅτι θέλει πωλήσει ἔστω καὶ μίαν βαρέλαν οἴνου ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, καὶ ἐξαιρεῖται ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως, ἀφορώσης μόνον εἰς τοὺς κατασκευάζοντα οἶνον ἀποκλειστικῶς πρὸς κατανάλωσιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ.
§87ΜΙΑ ΦΩΝΗ. Δὲν ὑπάρχει κἀνείς.
§88ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπάρχουσι τοιαῦτα καταστήματα ἐν Πάτραις καὶ Κεφαλληνίᾳ. Ταῦτα, ἐὰν δηλώσωσιν, ὅτι θὰ περιορισθῶσιν εἰς κατασκευὴν οἴνου μόνον διὰ τὸ ἐξωτερικόν, θ’ ἀπολαύσωσι τῶν ὠφελημάτων τῆς διατάξεως τοῦ βʹ ἐδαφίου, τουτέστι θ’ ἀπαλλαγῶσι τῶν ὑποχρεώσεων πρὸς δήλωσιν τοῦ ἀποταμιευθέντος οἴνου καὶ πρὸς προκαταβολὴν τοῦ τέλους, διότι ἡ προκαταβολὴ τοῦ τέλους εἶναι ὅλως περιττή, ὅταν προώρισται ὁ οἶνος εἰς ἐξαγωγήν, ἐπαγομένην τὴν ἀπόδοσιν τοῦ προκαταβληθέντος τέλους. Οἱ κύριοι τῶν καταστημάτων θὰ ἔχωσι συμφέρον, ἵνα παραστήσωσιν αὐτὰ ὡς ὑπαγόμενα εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν τοῦ βʹ ἐδαφίου, ὅπως ἀπαλλαγῶσιν ὑποχρεώσεων ἐπαχθῶν. Δὲν ἀφορᾷ ἡ διάταξις τοῦ βʹ ἐδαφίου εἰς ἐπιβάρυνσιν τῶν καταστημάτων, ἀλλὰ τοὐναντίον εἰς εὐνοϊκὴν περὶ αὐτῶν πρόνοιαν, ἧς τὰ καθ’ ἕκαστον δὲν δύνανται νὰ κανονισθῶσιν ἀπὸ τοῦδε, διότι δὲν γινώσκομεν ἀπὸ τοῦδε τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς τοιαῦτα καταστήματα δύνανται νὰ λειτουργήσωσιν.
§89ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ θεωρία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δύναται κάλλιστα νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς πᾶν εἶδος ἐπαγγέλματος καὶ βιομηχανίας. Τί λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ἀφήσατέ με νὰ κανονίσω διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος τὰς διατυπώσεις, εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλονται τὰ καταστήματα, τὰ παράγοντα οἴνους, ἀποκλειστικῶς προωρισμένους διὰ τὸ ἐξωτερικόν· διότι τὰ καταστήματα ταῦτα εἶναι ἐλεύθερα, νὰ δεχθοῦν ἢ νὰ μὴ δεχθοῦν τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας. Ἀλλὰ μὲ αὐτὸ τὸ σύστημα δύναται κάλλιστα νὰ μᾶς ζητήσῃ νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, νὰ διαγράψῃ διὰ Β. Διαταγμάτων τὰς διατυπώσεις, εἰς τὰς ὁποίας θὰ ὑποβάλῃ τὸν οἰνοπώλην ἢ τὸν ἐδωδιμοπώλην, εἴτε οἱονδήποτε ἄλλον ἔμπορον ἢ βιομήχανον· ἐὰν θέλῃ νὰ ἦναι ἐδωδιμοπώλης, θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας θὰ διαγράψῃ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία διὰ Β. Διατάγματος, ἄλλως εἶναι ἐλεύθερος· αὐτὴ εἶναι ἡ θεωρία. Ἡ δὲ ἀντίθετος θεωρία εἶναι ἡ ἑξῆς· ὅτι, ὅταν πρόκηται περὶ νομοθετήματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλεται φόρος, αἱ διατυπώσεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι συντελοῦσιν εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου, ἀναγκαίως πρέπει νὰ διαγράφωνται ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη θεωρία, τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν μέχρι τοῦδε. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ εὐεργετήματος, ὡς πρὸς τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ὁ Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος ἐσκέφθη πρῶτος περὶ αὐτοῦ, δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἐὰν δὲν ὀφείλωμεν ν’ ἀπαλλάξωμεν παντὸς φόρου καὶ πάσης ὑποχρεώσεως, ἡ ὁποία δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐπαχθής, ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος κατασκευάζει οἶνον πρὸς ἐξαγωγήν. Τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ εἴπομεν καὶ ἀπὸ τῆς παρελθούσης Συνόδου, καὶ μόνον δὲν ἠθέλησε νὰ τὸ ἐννοήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι συντελεῖ εἰς τὴν παραγωγὴν τοῦ οἴνου. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ ἐὰν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχῃ δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ἐρευνήσῃ καὶ διαγράψῃ, τίνες εἶναι αἱ διατυπώσεις ἐκεῖναι, εἰς τὰς ὁποίας θέλουσιν ὑποβληθῆ τὰ καταστήματα, τὰ ὁποῖα παράγουσιν οἴνους ἀποκλειστικῶς πρὸς ἐξαγωγήν. Αἱ διατυπώσεις αὗται δὲν ἀναγράφονται ἐν τῷ νομοθετήματι, καὶ αὐτὸ ζητοῦμεν ἀκριβῶς. Ἡ ἐξαγωγή, ἡ ὁποία ἀφίνεται εἰς τὸν Πρωθυπουργόν, περὶ τῶν ἐργοστασίων, δὲν ἱκανοποιεῖ τὴν Βουλήν, διότι ἀκριβῶς ἡ Βουλὴ θέλει καὶ ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐνθαῤῥύνωμεν τὴν ἐξαγωγήν τοῦ οἴνου. Θέλοντες δὲ νὰ ἐνθαῤῥύνωμεν, ἐννοοῦμεν νὰ ἐλέγξωμεν καὶ σταθμίσωμεν τὰς διατυπώσεις ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας θέλουσιν ὑποβληθῆ τὰ καταστήματα, τὰ παράγοντα οἶνον ἀποκλειστικῶς διὰ τὸ ἐξωτερικόν. Δὲν ἐμπιστευόμεθα εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ διαγράψῃ τὰς διατυπώσεις ἐκείνας. Γνωρίζομεν ἐκ τίνος πνεύματος ἐμφορεῖται καὶ θέλομεν ἀκριβῶς, ὅπως αὗται μὴ καταστῶσιν ἐπαχθέστεραι καὶ μὴ καταστρέψωσι τὸν σκοπὸν, ὃν ἐπιδιώκει ἡ Βουλὴ, δηλ. τὴν ἐνθάῤῥυνσιν πρὸς παραγωγὴν οἴνου πρὸς ἐξαγωγήν.
§90ΜΙΛΗΣΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι διὰ τῆς γενομένης διασκευῆς τοῦ ἄρθρου 2, διασκευῆς, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τὴν μετατόπισιν τῆς τελευταίας περιόδου εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ πρώτου ἐδαφίου, κατ’ οὐσίαν δὲν μεταβάλλεται ἡ τοῦ ἄρθρου ἔννοια, διότι ἐν τῇ Ἑλληνικῇ γλώσσῃ ἁπλῆ μετατόπισις λέξεων δὲν μεταβάλλει ἐν γένει τὴν τοῦ κειμένου ἔννοιαν. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ἐλησμόνησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, ἀποδίδων εἰς τοιαύτας μετατοπίσεις λέξεων οὐσιαστικὴν σημασίαν. Καὶ ἂν ὅμως ὑποτεθῇ, ὅτι μεταβάλλεται ἡ τοῦ ἄρθρου ἔννοια διὰ τῆς μετατοπίσεως τῶν λέξεων, τὸ κακὸν οὐ μόνον δὲν ἐκλείπει, ἀλλὰ καὶ ἐπιτείνεται, διότι καταργοῦμεν τὴν ὑπάρχουσαν διάταξιν τοῦ νόμου περὶ βεβαιώσεως τοῦ φόρου τοῦ οἴνου, τοῦ ἐξαγομένου εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ ἔπειτα, αἴροντες τὸ ἐκ τοῦ νόμου πρόσκομμα, λέγομεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν: «ἀντὶ τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον καταργοῦμεν, τοῦ λοιποῦ τὰς διατυπώσεις τῆς βεβαιώσεως θὰ καθορίζῃς σὺ κατὰ τὸ δοκοῦν». Τουτέστιν, ἐνῷ μέχρι τοῦδε ὁ καθορισμὸς τῶν διατυπώσεων τούτων ἦτο δικαίωμα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, εἰς τὸ ἑξῆς τὸ δικαίωμα τὸ ἡμέτερον παραχωρεῖται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Εἶναι, κύριε Πρόεδρε, ἢ δὲν εἶναι τοῦτο θυσία, παραίτησις τῆς λειτουργίας ἡμῶν; Διατὶ δὲ τοῦτο; διατὶ αἱ διατυπώσεις, αἵτινες μέχρι τοῦδε διὰ τῶν κειμένων νόμων ἐθεωροῦντο ἔργα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, μεταβάλλονται νῦν εἰς ἀντικείμενα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας; Ἐὰν ὡς ἐκ τῆς φύσεώς του αὐτῆς τὸ ἔργον ᾖναι ἀντικείμενον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐπαναλαμβάνω τὴν εὐστοχωτάτην ἐρώτησιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως: τί τὴν θέλετε τὴν ἄδειαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας; Ἐὰν δὲ ὑπάγεται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τὴν ἡμετέραν, πῶς δυνάμεθα νὰ τὸ παραλείψωμεν; πῶς δυνάμεθα νὰ παραιτήσωμεν τὰ ἴδια ἡμῶν ἔργα, νὰ μειώσωμεν τὴν ἰδίαν ἡμῶν ἐξουσίαν, ἀναθέτοντες μέρος αὐτῆς εἰς ἄλλην ἀρχήν; Λησμονεῖτε, ὅτι ἡ ἐξουσία ἡμῶν δὲν εἶναι δικαίωμα, ἀλλ’ εἶναι καθῆκον, τὸ ὁποῖον δὲν δικαιούμεθα νὰ μεταβιβάζωμεν; Διὰ τοῦτο ἐπιμένω εἰς τὴν πρότασιν περὶ διαγραφῆς τοῦ δευτέρου ἐδαφίου, ἡ ὁποία καὶ μόνη αἴρει τὸ κακόν. Ἐὰν δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νομίζῃ, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη εἰδικῶν διατάξεων διὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου τοῦ οἴνου, τοῦ κατασκευαζομένου πρὸς τὴν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ κατανάλωσιν, ἂς ὁρίσῃ ἀπὸ τοῦδε, ἢ καὶ βραδύτερον, τὰς ἐξαιρετικὰς ταύτας διατυπώσεις, καὶ ἂς προκαλέσῃ ἐπὶ τούτων τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς.
§91ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§92ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τίποτε ἄλλο δὲν ἐπιδιώκει ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἢ νὰ ἐξασφαλίσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ κατασκευάζουν ἀποκλειστικῶς οἴνους διὰ τὴν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ κατανάλωσιν. Ἐὰν τοῦτο θέλετε, εἴπετε, ὅτι καταργοῦνται αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ᾼΤΝʹ δι’ αὐτούς.
§93ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Καὶ θὰ ἐπιτρέψωμεν τότε εἰς πάντα νὰ δηλοῖ, ὅτι αὐτὸς ἔχει ἐργοστάσιον πρὸς κατασκευὴν οἴνου ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ κατανάλωσιν καὶ μὴ φορολογητέον, Πρέπει, εἴτε ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς εἴτε ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, νὰ καθορισθῶσιν αἱ διατυπώσεις, δι’ ὧν θέλει διαπιστωθῆ, ὅτι ἡ δήλωσις τοῦ ἐργοστασιάρχου εἶναι πραγματική· πρέπει νὰ ἔχωμεν ἐγγυήσεις, ὅτι ἡ δήλωσις θὰ ἦναι εἰλικρινής, τῶν ἐγγυήσεων δὲ τούτων ὁ κανονισμὸς ζητοῦμεν, ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§94ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν ὑπάρχουσι τοιαῦτα ἐργοστάσια, κατασκευάζοντα οἶνον μόνον πρὸς ἐξωτερικὴν κατανάλωσιν. Ἂς ἀναβάλωμεν λοιπὸν τὴν συζήτησιν, μέχρις ὅτου συστηθῶσι τοιαῦτα ἐργοστάσια.
§95ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οἱ προτείνοντες τὴν ἀναβολὴν ἐννοεῖται ὅτι προτείνουσι τὴν διαγραφὴν τοῦ ἐδαφίου βʹ, ἐπιφυλασσομένου τοῦ κανονισμοῦ τοῦ ζητήματος νομοθετικῶς βραδύτερον.
§96Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἀντισυνταγματική, διότι διὰ ταύτης πρόκειται νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν δικαίωμα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας· ἑπομένως εἶναι ἀπαράδεκτος, καὶ ζητῶ περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου αὐτῆς νὰ γίνῃ ψηφοφορία.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τούτου θ’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν διαγραφὴν τοῦ ἐδαφίου βʹ τοῦ ἄρθρου 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν περὶ διαγραφῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι.). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3ον.
§98ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ὁ φόρος τοῦ ἐξαγομένου εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν οἴνου, ἂν μὲν κατεβλήθη ἀποδεδειγμένως, ἐπιστρέφεται ὑπὸ τῆς τελωνειακῆς ἀρχῆς τοῦ λιμένος τῆς ἐξαγωγῆς εἰς τὸν ἐξάγοντα, ἂν δὲ δὲν ἐβεβαιώθη ἔτι, ἀφαιρεῖται ἀπὸ τῶν σχετικῶν δηλώσεων· ἂν, τέλος, βεβαιωθεὶς δυνάμει δηλώσεων, καθυστερῆται ὑπὸ τοῦ ἀποταμιεύσαντος, ἐκπίπτεται ἀπὸ τῶν χρηματικῶν καταλόγων. «Ὁ φόρος τῶν διὰ καταμετρήσεως ἐξακριβωθέντων οἴνων δὲν ἐπιστρέφεται, οὐδ’ ἐκπίπτεται κατὰ τὴν ἐξαγωγήν. «Αἱ περὶ ἐπιστροφῆς, ἀφαιρέσεως καὶ ἐκπτώσεως διατυπώσεις καθορίζονται διὰ Β. Διαταγμάτων.»
§99Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ τελευταῖον ἐδάφιον ποίαν ἔχει, παρακαλῶ, ἔννοιαν; ποῖαι διατυπώσεις καθορίζονται διὰ Β. Διαταγμάτων;
§100ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν ἅπασι τοῖς νόμοις γίνεται ἡ μνεία αὕτη.
§101ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀνάγκη τῆς διατάξεως ταύτης, ἐπαναλαμβάνεται δ’ ἐνταῦθα μόνον διότι περιλαμβάνεται εἰς τοὺς ἄλλους νόμους, εἶναι περιττή.
§102ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἵνα παραλειφθῇ ἐνταῦθα ἡ διάταξις, πρέπει νὰ μεταβάλωμεν τὴν ἔκφρασιν ὅλων τῶν κειμένων νόμων, πρὸς οὓς συνδυάζεται τὸ νομοσχέδιον...
§103ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν πρόκηται ἁπλῶς περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν εἰσι συντεταγμένοι οἱ προηγούμενοι νόμοι· πιθανὸν νὰ ὑπάρχῃ πλημμέλεια ἐν αὐτοῖς, ἀλλὰ δὲν πρέπει ἡ πλημμέλεια αὕτη νὰ ἐπαναληφθῇ. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν καὶ ἀφορμὴν ἄλλην εἰς τὴν παρατήρησιν ταύτην, διότι βλέπομεν, ὅτι πολλάκις διὰ λέξεων ἐπετύχετε νὰ μεταβάλητε τὰς ἐννοίας, καὶ πολλάκις μεταχειρίζεσθε ὡρισμένας λέξεις ἀντὶ ἄλλων λέξεων, νομίζοντες, ὅτι οὕτω δύναται νὰ διαφύγῃ διάταξίς τις τὴν προσοχὴν, τῆς Βουλῆς. Τοῦτο ἐγένετο εἰς τὸ προηγούμενον ἄρθρον, ἐκ τούτου δὲ πᾶσα ἡ γεννηθεῖσα συζήτησις. Ὡσαύτως καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον μεταχειρίζεται τὴν λέξιν διατυπώσεις. «Αἱ περὶ ἐπιστροφῆς, ἀφαιρέσεως καὶ ἐκπτώσεως διατυπώσεις καθορίζονται διὰ Β. Διατάγματος». Ποῖαι διατυπώσεις; Πρόκειται περὶ διατυπώσεων, περὶ διατάξεων ἐκτελεστικῶν; Ὄχι. Πρόκειται περὶ διατάξεων νομοθετικῶν. Ἀφοῦ πρόκειται περὶ διατάξεων νομοθετικῶν, πρέπει νὰ τὰς γνωρίζωμεν.
§104ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 3 ὁρίζει οὐσιαστικῶς, ὅτι ἔν τισι περιπτώσεσιν ἐπιστρέφεται ὁ φόρος· ἀφοῦ δὲ τοῦτο ἐκανονίσθη διὰ τοῦ ἐδαφίου τούτου, ὑπολείπεται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ὁ καθορισμὸς τῶν διατυπώσεων πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου. Τοῦτο εἶναι δικαίωμα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ἀφοῦ ὁπωσδήποτε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος τῆς ἐπιστροφῆς, ἀφαιρέσεως καὶ ἐκπτώσεως τοῦ φόρου, ἔπρεπε νὰ καθορίσῃ καὶ τὸ σημεῖον, μέχρις οὗ ἐπιλαμβάνεται αὕτη τοῦ ζητήματος, καὶ οὐ τὰ ἐπέκεινα ἀφίενται εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τοῦτο δὲ ὁρίζεται ἐν τῷ τελευταίῳ ἐδαφίῳ.
§105ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει μία ἀσάφεια εἰς τὴν αʹ καὶ βʹ παράγραφον τοῦ ἄρθρου 3. «Ὁ φόρος τοῦ ἐξαγομένου εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν οἴνου, ἂν μὲν κατεβλήθη ἀποδεδειγμένως, ἐπιστρέφεται ὑπὸ τῆς τελωνειακῆς ἀρχῆς τοῦ λιμένος τῆς ἐξαγωγῆς εἰς τὸν ἐξάγοντα». Αὐτὸ ἔχει καλῶς· «ἂν δὲ δὲν ἐβεβαιώθη ἔτι, ἀφαιρεῖται ἀπὸ τῶν σχετικῶν δηλώσεων· ἂν τέλος βεβαιωθεὶς δυνάμει δηλώσεων καθυστερῆται ὑπὸ τοῦ ἀποταμιεύσαντος, ἐκπίπτεται ἀπὸ τῶν χρηματικῶν καταλόγων». Ἡ δήλωσις ἀποτελεῖ τὴν βεβαίωσιν, δύναται δὲ κατόπιν νὰ γίνῃ ἐξακρίβωσις τῆς ἀληθείας τῆς δηλώσεως· λοιπὸν δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ τελευταία φράσις, «ἂν δὲν ἐβεβαιώθη ἔτι κλπ.»
§106ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ λέξις βεβαίωσις εἰς τὴν λογιστικὴν ὑπηρεσίαν ἐννοεῖ τὴν ἀποστολὴν τῶν χρηματικῶν καταλόγων εἰς τὸ Ταμεῖον, ἀκριβῶς δὲ τοῦτο σημαίνει καὶ ἐνταῦθα. Βεβαίωσις δὲν εἶναι ἡ δήλωσις, ἀλλ’ ἡ ἀποστολὴ τῶν χρηματικῶν καταλόγων.
§107ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ βʹ παράγραφος εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία δίδει χώραν εἰς παρεξηγήσεις: «ὁ φόρος τῶν διὰ καταμετρήσεως ἐξακριβωθέντων οἴνων δὲν ἐπιστρέφεται, οὐδὲ ἐκπίπτεται κατὰ τὴν ἐξαγωγήν». Καταμετρεῖται καὶ ὁ οἶνος τοῦ εἰλικρινῶς δηλώσαντος καὶ ὁ οἶνος τοῦ μὴ εἰλικρινῶς δηλώσαντος, καὶ πρόκειται νὰ μὴ ἐπιστραφῇ ὁ φόρος τοῦ μὴ εἰλικρινῶς δηλώσαντος. Λοιπὸν τὴν ἔννοιαν ταύτην, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐν νῷ ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιθυμῶ νὰ ἴδω διατυπουμένην καὶ ἐν τῷ γράμματι αὐτοῦ.
§108ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ αʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 3 ἔχει καλῶς, διότι ὁρίζει, ὅτι, ἐὰν μὲν τὸ χρῆμα ἐπληρώθη, ἀποδίδεται, ἐὰν δὲ ὁ φόρος ἐβεβαιώθη, τουτέστιν ἐὰν ἐξεδόθη ὁ χρηματικὸς κατάλογος, ἐκπίπτεται ἐκ τοῦ χρηματικοῦ καταλόγου· ἀλλ’ ἐὰν εὑρισκώμεθα ἐν τῷ πρώτῳ σταδίῳ, ἐὰν τουτέστιν ἐγένετο ἡ δήλωσις, ἀλλὰ δὲν ἐγένετο ἡ βεβαίωσις, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, μὴ ὑπάρχοντος ἔτι τοῦ χρηματικοῦ καταλόγου, πρέπει νὰ γενῇ ἡ ἔκπτωσις ἀπὸ τῆς σχετικῆς δηλώσεως. Τὸ βʹ ἐδάφιον εἶναι σχετικὸν, ὁρίζον, ὅτι ὁ μὴ δηλώσας δὲν ἀπολαμβάνει τῶν ἀγαθῶν τοῦ νόμου.
§109ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν λέγετε αὐτό· τὸ ἄρθρον λέγει, ὅτι ὁ φόρος τῶν διὰ καταμετρήσεως ἐξακριβωθέντων οἴνων δὲν ἐπιστρέφεται οὔτε ἐκπίπτεται, ἀλλὰ διὰ καταμετρήσεως δύναται νὰ ἐξακριβωθῇ καὶ οἶνος δηλωθείς.
§110ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν λέγομεν ὁ καταμετρηθείς, ἀλλ’ ὁ διὰ καταμετρήσεως ἐξακριβωθείς. Ἡ καταμέτρησις δὲν μεταβάλλει τὰ τῆς βεβαιώσεως· ὁ δηλωθεὶς οἶνος ἐβεβαιώθη διὰ τῆς δηλώσεως· ἡ καταμέτρησις ἀπέδειξεν, ὅτι ὑπάρχει οἶνος ἐπὶ πλέον τῆς δηλώσεως· τὸ ἐπὶ πλέον τοῦτο βεβαιοῦται διὰ τῆς καταμετρήσεως.
§111ΡΑΛΛΗΣ. Λοιπὸν ἔχει τις χιλίας ὀκάδας καὶ δηλοῖ χιλίας, κατὰ δὲ τὴν καταμέτρησιν εὑρίσκεται, ὅτι ἔχει 1100 τί θὰ γίνῃ τότε;
§112ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὗτος ἔχει δικαίωμα ἀπαλλαγῆς δι’ ὅσον ἐδήλωσεν. Ἀφοῦ δὲν ἐδήλωσε τὸ ἐπὶ πλέον, εἶναι αὐτὸς παραίτιος τῆς μὴ ἀπολαύσεως τῶν ἀγαθῶν τοῦ νόμου, οὗτινος αἱ εὐεργετικαὶ διατάξεις τίθενται ὑπὲρ τῶν συμμορφουμένων πρὸς αὐτόν.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἀναγνωσθὲν ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΑΡΛΘʹ νόμου περὶ ἀτελείας τῶν εἰσαγομένων διὰ τῆς μεθορίου γραμμῆς κτηνῶν κτλ.
§115ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι περασμένη ἡ ὥρα, καὶ θὰ γίνῃ συζήτησις, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐνδιαφέρει πολὺ τὸν τόπον.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετρίδης ἔχει τὸν λόγον.
§117ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν παραγγελίαν σας, κύριε Πρόεδρε, εἴμεθα ἀπὸ τῆς 3ης ὥρας ἐδῶ· δὲν ἠμποροῦμεν νὰ καθήσωμεν περισσότερον.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὥρα τῆς λήξεως τῶν συνεδριάσεων δὲν εἶναι ὡρισμένη.
§119ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ δασμολογίου κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ποιήσωμαί τινας παρατηρήσεις ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν φορολογίαν, τὴν ἐπιβαλλομένην ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων κτηνῶν. Τότε ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως μετὰ πλείονος εὐλαβείας τεθῶσι τὰ δασμολογικὰ τέλη ἐπὶ τῶν κτηνῶν, καθόσον ἀπειλεῖται ὑπερτίμησις κρέατος, καὶ τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὴν ὑγείαν τῶν ἐν πόλεσι κυρίως οἰκούντων. Ὁ κεφαλικὸς φόρος τῶν 30 δραχμῶν εἶναι βαρὺς, καὶ ἤθελεν ἐπιφέρει τὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς τοῦ κρέατος, τῆς ζωτικωτάτης ταύτης τροφῆς τῶν κατοίκων τῶν πόλεων. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι εἶναι ἀνάγκη, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἐγχωρίου κτηνοτροφίας, νὰ ἐπιβληθῇ φόρος τις ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων κτηνῶν, ἀλλ’ ὁ φόρος πρέπει νὰ ἦναι ἐν ἰσοῤῥοπίᾳ τινὶ ὡς πρὸς τὰς ἀνάγκας τὰς κοινωνικὰς τοῦ ἐσωτερικοῦ. Ὅταν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ποιήσωμαι τὰς παρατηρήσεις ταύτας, εἶπον, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ μὴ γίνηται ἡ φορολογία κατὰ κεφαλὴν, ἀλλὰ κατὰ βάρος ὀκάδων. Ὁ Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι τοῦτο εἶναι νομοθετημένον, ἀλλ’ ὅτι ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τότε πλαστίγγων, αἱ ὁποῖαι εἶχον παραγγελθῆ, δὲν εἶχε τεθῆ εἰς ἐνέργειαν ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου. Ἔκτοτε ὅμως, ἂν καὶ παρῆλθεν ἓν ἔτος, ἐξακολουθεῖ, ἐπὶ ζημίᾳ τῆς κοινωνίας, νὰ φορολογῶνται τὰ κτήνη κατὰ κεφαλὴν, διότι φαίνεται δὲν ἦλθον ἀκόμη αἱ πλάστιγγες. Τοῦτο τί ἀποτέλεσμα φέρει εἰς τὸ ἐμπόριον; Ὅτι οἱ εἰσάγοντες κτήνη εἰσάγουσι πάντοτε μεγάλα, οὐδέποτε δὲ, ὡς ἐκ τοῦ βαρυτάτου φόρου, μικρά. Ἂν λοιπὸν τοῦτο ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τὴν κατὰ ξηρὰν γραμμὴν τῆς εἰσαγωγῆς, θὰ ἔχῃ τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα· θὰ λάβῃ χαρακτῆρα διατάξεως μᾶλλον ἀπαγορευτικῆς· διότι, ὡς γνωρίζετε, τὰ ζῶα τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν δὲν ἔχουν τὸ μέγεθος καὶ τὸ βάρος τῶν ἐκ Ῥωσσίας εἰσαγομένων, ἑπομένως οὐδὲν κτῆνος θὰ εἰσαχθῇ ἐκ τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν θὰ ζημιωθῇ ἡ κατανάλωσις δι’ ὑπερτιμήσεως σπουδαίας. Ὁ μεγαλείτερος βοῦς, ὁ ἐκ τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν, θὰ ζυγίζῃ ἑκατὸν ὀκάδας· ἂν φορολογηθῇ πρὸς 17 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, συμφώνως τῷ κειμένῳ νόμῳ, θὰ πληρώσῃ 17 δραχμὰς μόνον. Ἂν ὅμως ἐξακολουθήσῃ νὰ γίνεται κατὰ κεφαλὴν, θὰ πληρώσῃ 30 δραχμάς· ἑπομένως θὰ ἐπιβαρυνθῇ κατὰ 30 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν ἡ ἀξία τοῦ κρέατος. Ἀφίνω λοιπὸν νὰ συμπεράνητε, ὁπόσον ὀλεθρίαν ἐπιῤῥοὴν θὰ ἀσκήσῃ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως καὶ τῆς δημοσίας ὑγείας ἡ ὑπερτίμησις τοῦ κρέατος. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ διατάξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν διὰ ζυγίσεως φορολογίαν τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων κτηνῶν, ἢ νὰ ἐλαττώσῃ τὸν φόρον ἀπὸ 30 δραχμῶν εἰς 15, ὥστε καὶ τὴν ἐγχώριον κτηνοτροφίαν νὰ ἐνισχύσωμεν, ἀλλὰ νὰ μὴ ἀδικήσωμεν καὶ τὴν κοινωνίαν. Δεύτερον, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου πρώτου μεγάλως θὰ ζημιώσῃ τὴν συναλλαγὴν καὶ τὰς κοινωνικὰς σχέσεις τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν· διότι ἄπειρα ζῶα εἰσέρχονται, διὰ νὰ διαχειμάσωσι μόνον, καὶ κατόπιν ἐξέρχονται. Ταῦτα δὲν εἶναι δίκαιον νὰ φορολογῶνται.
§120ΚΑΝΤΑΡΤΖΗΣ. Ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν δὲν εἰσάγεται οὐδὲ εἷς βοῦς εἰς Θεσσαλίαν. Ὅσοι ἔρχονται ἐκεῖ, ἔρχονται διὰ νὰ πωληθῶσιν ὡς ἀροτριῶντα κτήνη, ἢ ὡς βόες πρὸς σφαγήν.
§121ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὴν πρώτην παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀργολιδοκορινθίας τὴν ὑποστηρίζω καὶ ὑπὸ ἑτέραν ἔποψιν. Ὁ Πρωθυπουργὸς, εἰσάγων τὸ νομοσχέδιον, ἀνέπτυξε τοὺς λόγους, δι’ οὓς νομίζει ἀναγκαίαν τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, οὗτοι δὲ ἦσαν, ὅτι ἐκ τῆς ὑφισταμένης νομοθεσίας δὲν ὠφελοῦνται μόνον αἱ ὅμοροι ἐπαρχίαι, ἀλλ’ ἔρχονται μεγάλα ζῶα μακρόθεν καὶ εἰσάγονται. Σήμερον ὁ νόμος, ψηφιζόμενος ὡς ἔχει, ἄνευ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ψηφισθέντος δασμολογίου τῆς κατ’ ὀκᾶν φορολογίας τῶν ζώων, ἔρχεται ἀκριβῶς νὰ εὐνοήσῃ τὰ ζῶα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν νὰ εὐνοήσωμεν, διότι τὰ ζῶα, τὰ ἐρχόμενα ἐκ Ῥωσσίας κατὰ ξηρὰν, εἶναι διπλασίου καὶ τριπλασίου μεγέθους καὶ βάρους τῶν ζώων τῶν ἐκ Μακεδονίας καὶ Ἀλβανίας εἰσαγομένων. Ἂν ἑπομένως θέλωμεν νὰ μὴ εὐνοήσωμεν τὰ ζῶα τὰ ξένα, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ ἀποκλείσωμεν τὰ ζῶα τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν, τότε ὀφείλομεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν κατ’ ὀκᾶν φορολογίαν, ἐφ’ ὅσον δὲ δὲν ἐφαρμόζομεν τὴν φορολογίαν αὐτὴν, ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου θὰ ἦναι προσέτι καὶ ἄδικος. Τὸ νὰ ἐλαττωθῇ ἡ φορολογία εἰς 15 δραχμὰς κατὰ ζῶον, εἶναι ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν θέλω νὰ θίξω.
§122ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ κατ’ ὀκᾶν φορολογία εἶναι ἤδη νενομοθετημένη, καὶ προσπαθοῦμεν, ὅπως τὸ ταχύτερον τὴν ἐφαρμόσωμεν. Παρουσιάζει δυσχερείας, διότι δὲν εἶναι μόνη δυσχέρεια ἡ ἀπόκτησις τῶν πλαστίγγων, πρέπει καὶ αἱ τελωνειακαὶ ἀρχαὶ ν’ ἀσκηθῶσιν εἰς τὴν χρῆσιν αὐτῶν, καθόσον δὲν εἶναι αἱ πλάστιγγες ἐκ τῶν συνήθων. Ταῦτα ἐπισπεύδονται, ἐπιδιωκομένης τῆς ὅσον ἔνεστι προσεχεστέρας καὶ ἀσφαλεστέρας ἐφαρμογῆς τοῦ μέτρου. Ἐγένοντο ἰδιαιτέρως παρατηρήσεις περὶ τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τινὰς τῶν ὁποίων παραδέχομαι. Οὕτως ἐν ἄρθρῳ 1 λέγομεν, ὅτι «τὰ διὰ τῆς μεθορίου κατὰ ξηρὰν γραμμῆς εἰσαγόμενα κτήνη, πλὴν τῶν αἰγιδοπροβάτων, ὑποβάλλονται εἰς τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ ἰσχύοντι δασμολογίῳ τέλη». Ἡ ἐξαίρεσις τῶν αἰγιδοπροβάτων ἀφίνει ὑποβαλλόμενα εἰς τέλος τὰ μεγάλα κτήνη, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν τινα δὲν φορολογοῦνται, ὡς οἱ ἵπποι καὶ οἱ ἡμίονοι. Οὗτοι κατὰ τὸ γενικὸν δασμολόγιον εἶναι ἀτελεῖς, ἑπομένως δὲν ἔχει ἡ διάταξις ἐπ’ αὐτοὺς ἐφαρμογήν· οἱ ὄνοι ὅμως καὶ οἱ πῶλοι αὐτῶν ὑπόκεινται εἰς δασμὸν, ἐγένετο δὲ ἡ παρατήρησις, ὅτι ὀρθὸν εἶναι νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπ’ αὐτοὺς ἡ ἐξαίρεσις, διότι πολλοὶ ἐκ τῶν εἰσερχομένων μετὰ τῶν ποιμνίων εἰσάγουσιν ὄνους ἄγοντας τὰ σκεύη ἢ καὶ τὰς οἰκογενείας τῶν ποιμένων· προτείνω ἄρα, ὅπως μετὰ τὰς λέξεις «πλὴν τῶν αἰγιδοπροβάτων» προστεθῇ «καὶ τῶν ὄνων καὶ τῶν πώλων αὐτῶν».
§123ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διατί ἡ διάκρισις τῶν ὄνων ἀπὸ τῶν ἵππων;
§124ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἠθελήσαμεν νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν εἰσαγωγὴν ἵππων εἰς τὸ Κράτος. Ὄνους ἔχομεν (ἱλαρότης). Ἐν ἄρθρῳ 2: «ἂν ὁ εἰσάγων κτήνη ἐπιτήδεια πρὸς ἀροτρίωσιν δηλώσῃ εἰς τὴν τελωνειακὴν ἀρχὴν, ὅτι προτίθεται νὰ χρησιμοποιήσῃ ταῦτα ὡς ἀροτριῶντα, ἡ πληρωμὴ τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἀναβάλλεται ἐπὶ ἕνα μῆνα», ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι ὁ εἷς μὴν δὲν εἶναι ἀποχρῶν πρὸς τὴν διάθεσιν τοῦ κτήνους, ὅτι πρέπει ν’ ἀναμένῃ ὁ εἰσάγων μίαν τῶν περιοδικῶς τελουμένων ἀγορῶν· προτείνομεν ἄρα δύο μῆνας, ὅπως δοθῇ ὁ καιρὸς πρὸς τὴν ἐκποίησιν τοῦ κτήνους. Ἐπίσης ἐγένετο παρατήρησις, ὅτι κτήνη τινὰ εἰσάγονται, ὅπως πωληθῶσι πρὸς ἀροτρίωσιν, ἀλλὰ δὲν ἐπιτυγχάνεται ἡ πώλησις αὐτῶν. Τούτων ζητεῖται ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τοῦ τέλους, ἐὰν ἐξαχθῶσιν ἐκ τοῦ Κράτους. Ἐννοεῖται, ὅτι τὰ κτήνη ταῦτα εἰσάγονται μόνον εἰς τὰς γειτνιακὰς τῆς μεθορίου γραμμῆς χώρας, διότι, ἐὰν προχωρήσωσιν εἰς τὰ ἐνδότερα, δὲν θέλουσι σκεφθῆ οἱ εἰσαγαγόντες νὰ τὰ ὁδηγήσωσι πάλιν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Θεωρῶν δεδικαιολογημένην τὴν ἀπαλλαγήν, προτείνω, ἵνα προστεθῇ εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον, μετὰ τὰς λέξεις «εἰς τὰ εἰσαχθέντα κτήνη κατὰ τὸ ἐν ἰσχύϊ δασμολόγιον», ἡ ἑξῆς περίοδος: «ἡ δοθεῖσα ἐγγύησις λύεται καὶ ἐὰν ἐντὸς 25 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διαβατηρίου τὰ ἐν αὐτῷ ἀναφερόμενα κτήνη ἐπαναχθῶσιν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν διὰ τῆς αὐτῆς κατὰ τὴν μεθόριον γραμμὴν τελωνειακῆς ἀρχῆς, εἰς ἣν ἐπιστρέφεται τὸ διαβατήριον, φέρον τὴν βεβαίωσιν μιᾶς τῶν κατὰ τοὺς νομοὺς Λαρίσσης καὶ Τρικκάλων δημοτικῶν ἀρχῶν περὶ τῆς ταυτότητος τῶν κτηνῶν».
§125ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἄλλοτε ἐδόθη ἀφορμὴ εἰς τὴν Βουλὴν συζητήσεως περὶ φορολογίας, ἐπιβλητέας ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων ζώων. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι τόσον ἁπλοῦν, ὥστε δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντιλογία, ὅτι τοὐλάχιστον ἰσότης ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ τῆς κτηνοτροφίας τῆς ἐντοπίας καὶ τῶν κτηνῶν, τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων. Ἡ τοιαύτη ἁπλῆ σκέψις ἔχει ἄμεσον συμπέρασμα, ὅτι, ὅπως ὑπάρχει φόρος ἐπὶ τῶν κτηνῶν τῶν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ, τοιουτοτρόπως πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ φορολογία ἐπὶ τῶν κτηνῶν τῶν εἰσαγομένων ἔξωθεν. Ἂν ἐκ τῆς ἀπόψεως ταύτης θεωρήσωμεν τὴν κατάστασιν τῆς χώρας ἡμῶν, ἔπρεπεν ἴσως νὰ προχωρήσωμεν πολὺ περισσότερον, ἀλλὰ ἡ κτηνοτροφία ἡ ἐγχώριος, ἁπλῶς μὴ καταδιωκομένη, θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπαρκῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου. Ἀγωνιζόμεθα πολλάκις νὰ ὑποστηρίξωμεν βιομηχανίαν τινὰ ἐν Ἑλλάδι, ἡ ὁποία δὲν δύναται ἀποτελεσματικῶς νὰ προστατευθῇ, ἡ ὁποία καὶ προστατευομένη δὲν δύναται νὰ ἐπαρκῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, καὶ ἐν τούτοις ἀφίνομεν τὴν παραγωγὴν τὴν φυσικὴν, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ τόπου. Ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε παραγωγὴν πρὸς διατροφὴν τῶν κατοίκων ἔχει μόνον τὴν ἐκ τῆς κτηνοτροφίας καὶ τῆς γεωργίας. Τοὺς δύο τούτους κλάδους πρέπει νὰ τοὺς ἐνισχύσωμεν, δὲν πρέπει νὰ τοὺς καταδιώκωμεν. Ὁ Ἕλλην γεωργὸς εἶναι καὶ κτηνοτρόφος. Θέλετε νὰ τὸν καταδιώξητε ὡς κτηνοτρόφον; καὶ ποίαν ἄλλην ἐργασίαν τοῦ δίδετε; μήπως ἔχετε τὰ ἐργοστάσια ἢ τὴν βιομηχανίαν, διὰ νὰ τοῦ εἰπῆτε: «ὀφείλεις, νὰ τραπῇς εἰς ἄλλο ἔργον»; Ἐῤῥέθη ἄλλοτε, ὡς μέτρον σωτήριον διὰ τὴν κοινωνίαν, τὸ νὰ ἀνοίξωμεν τὰς πύλας τοῦ Κράτους εἰς τὴν κτηνοτροφίαν τὴν ἐξωτερικὴν, ὅπως εὐθηνύνῃ τὸ κρέας, διότι τοσοῦτον γνωρίζομεν τὴν κατάστασιν τοῦ πληθυσμοῦ τῶν ἐπαρχιῶν, ὥστε νὰ νομίζωμεν, ὅτι τοῦτο μόνον λείπει, ἡ καθημερινὴ κατανάλωσις τοῦ κρέατος. Τῷ ὄντι τοιαύτη εἰρωνεία ἐχρειάζετο πρὸς τὸν στερούμενον τοῦ ἄρτου λαόν. Ἀλλὰ πότε εἶναι καλὸν διὰ τὸν τόπον ἡ εὐθηνία; εἶναι καλὸν ὅταν ᾖναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς, καὶ ἡ εὐθηνία αὐτὴ δύναται νὰ ἐπέλθῃ μόνον διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς. Ἀρκεῖ δὲ νὰ μὴ καταδιώξωμεν τὴν κτηνοτροφίαν, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς εὐθηνίας τοῦ κρέατος ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἐξηρέσαμεν τὰ αἰγιδοπρόβατα ἐν τῷ προκειμένῳ ἄρθρῳ.
§126ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τῶν αἰγῶν καὶ προβάτων δὲν ἐγένετο ἐξαίρεσις, μένουσι ταῦτα ὑπὸ τὸ κράτος τῆς κειμένης νομοθεσίας· ἐξαίρεσιν ποιοῦμεν τῶν βοῶν, οὓς ὑπάγομεν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβωμεν περὶ τῶν αἰγῶν καὶ προβάτων τὸ μέτρον, τὸ λαμβανόμενον περὶ τῶν βοῶν, διὰ δύο κυρίως λόγους, πρῶτον, ὅτι ἐξακολουθεῖ ὑφισταμένη ἐν Θεσσαλίᾳ ἡ ἀνάγκη τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν λειβαδίων. Τὰ λειβάδια τῆς Θεσσαλίας καὶ πρὸ τῆς ἑνώσεως ἐχρησιμοποιοῦντο ὑπὸ τῶν κτηνῶν τῶν εἰσαγομένων εἰς Θεσσαλίαν ἐκ Μακεδονίας· ἂν ἄρα μετὰ τὴν ἕνωσιν ἐφηρμόζοντο τὰ τῆς τελωνειακῆς ζώνης, θὰ ἔπαυον τὰ λειβάδια τῆς Θεσσαλίας διατιθέμενα ὅπως πρότερον, στειρευούσης τῆς προσόδου τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν λειβαδίων, καὶ θὰ ὑφίστατο τὸ Κράτος γενικωτέραν ζημίαν ἐκ τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ κτηνοτροφίας. Δεύτερος δὲ λόγος, δι’ ὃν δὲν ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἔπρεπε ὡς πρὸς τὰς αἶγας καὶ τὰ πρόβατα νὰ λάβωμεν εἰδικὸν μέτρον, εἶναι ὅτι δὲν ἐγένετο ὡς πρὸς ταῦτα ἡ κατάχρησις, ἡ γενομένη ὡς πρὸς τοὺς βόας. Οἱ βόες εἰσήγοντο οὐ μόνον ἐκ Μακεδονίας, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας, ἐκ Σερβίας καὶ Ῥωμουνίας, ἔτι δὲ καὶ ἐκ Ῥωσσίας· δὲν εἰσήγοντο δὲ χάριν τῆς Θεσσαλίας, ἀλλ’ ἰδίως διὰ τὴν κατανάλωσιν τῶν Ἀθηνῶν· ἡ ἀγορὰ τῶν Ἀθηνῶν εἶχε καταντήσει νὰ διατρέφηται παρανόμως ἐκ τῶν οὕτως εἰσαγομένων κτηνῶν. Εἶπον παρανόμως, διότι κατὰ τὸν νόμον εἰς μόνα τὰ κτήνη τῶν γειτνιακῶν ἐπαρχιῶν ἐπετρέπετο κατὰ νόμον ἡ ἀτελὴς εἰσαγωγή. Ἀπεδείχθη ἀνέφικτος ἡ διάκρισις. Καταρτιζομένου τοῦ νόμου, εἶχεν ὑποτεθῆ, ὅτι δὲν θὰ ἐθεώρουν συμφέρον οἱ κτηνοτρόφοι τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας καὶ τῆς Σερβίας καὶ τῆς Ῥωσσίας νὰ μεταφέρωσι διὰ ξηρᾶς τὰ κτήνη αὐτῶν, ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἀπεδείχθη μὴ ἀκριβής. Οὗτος ὑπῆρξεν ὁ κυριωδέστερος λόγος τῆς προτεινομένης καταργήσεως τῆς ἀτελείας τῶν διὰ ξηρᾶς εἰσαγομένων μεγάλων κτηνῶν, ἐξαιρουμένων τῶν ἀροτριώντων, ἅτινα, καὶ ἐξ Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας καὶ ἐκ Σερβίας καὶ ἐκ Ῥωσσίας εἰσαγόμενα, εἶναι εὐπρόσδεκτα καὶ συμφέρει νὰ προσελκύωνται διὰ τῆς ἀτελείας. Δὲν ὑπῆρχεν ἄρα λόγος μεταβολῆς τῆς νομοθεσίας, τῆς εὐθὺς μετὰ τὴν ἕνωσιν τεθείσης, περὶ ἀτελείας αἰγῶν καὶ προβάτων. Ἂν βραδύτερον ἀναπτυχθῇ ἐν Θεσσαλίᾳ ἰθαγενὴς κτηνοτροφία, ἐπαρκὴς πρὸς χρησιμοποίησιν τῶν λειβαδίων πάντων τῆς Θεσσαλίας, τότε δυνάμεθα νὰ ἐπεκτείνωμεν καὶ ἐπὶ τὰς αἶγας καὶ τὰ πρόβατα τὸ μέτρον, τὸ λαμβανόμενον ἤδη περὶ τῶν βοῶν. Ἡ ἐξαίρεσις τῶν αἰγῶν καὶ προβάτων εἶναι ἔτι μᾶλλον ἀναγκαία, διότι ἐν ἀρχῇ τῆς ἑνώσεως καὶ πρὶν ἔτι ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀτέλεια εἰς τὰ κτήνη, τὰ διὰ ξηρᾶς εἰσαγόμενα, εἶχε προνοήσει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ὅπως ἐν μέρει θεραπεύσῃ τὸ ἐκ τῆς δασμολογήσεως αὐτῶν κακὸν, ἀπαλλάττουσα ἀπὸ τῆς φορολογίας τὰ κτήνη, τὰ εἰσαγόμενα ἐπὶ ἐπιστροφῇ. Ταῦτα εἰσήγοντο ἀτελῶς ἐπὶ ἐγγυήσει, λυομένῃ διὰ τῆς ἀποδείξεως τῆς εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἐπιστροφῆς. Ἀλλὰ καὶ τὸ σύστημα τοῦτο ἀπεδείχθη παρέχον ἀφορμὴν εἰς ἀπείρους καταχρήσεις. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἀποκλειστικὴ διὰ τοῦ συστήματος τούτου εἰσαγωγὴ τῶν πρὸς μόνην παραχείμασιν εἰσαγομένων ἐν Θεσσαλίᾳ κτηνῶν. Ἂν διὰ τοῦ συστήματος τούτου τῆς ἐπὶ ἐγγυήσει ἀτελείας ἐπετυγχάνετο ἄνευ πιέσεως καὶ ἄνευ καταχρήσεως ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τῆς φορολογίας μόνων τῶν πρὸς παραχείμασιν εἰσαγομένων κτηνῶν, ἴσως θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ἐτίθετο κατ’ ἀρχὴν ὁ δασμὸς καὶ ἐπὶ τὰ πρόβατα καὶ ἐπὶ τὰς αἶγας, ἀπαλλασσομένων ὅμως τοῦ δασμοῦ ἐπὶ ἐγγυήσει τῶν προβάτων καὶ αἰγῶν, τῶν πρὸς μόνην διαχείμασιν εἰσαγομένων. Ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογὴ ἐπί τινα χρόνον τοῦ συστήματος ἀπέδειξεν, ὅτι καὶ πίεσις ἠσκεῖτο ἐπὶ τοὺς εἰσάγοντας, καὶ καταχρήσεις ἐγίνοντο, ἡ δὲ πίεσις ἦτο τοσαύτη, ὥστε παρημπόδιζε τὴν εἰσαγωγὴν τῶν κτηνῶν. Κατόπιν τῆς ἀποκτηθείσης τότε πείρας ἐθεωρήθη ὑπαγορευομένη ἡ κατὰ νόμον σήμερον ὑφισταμένη ἀτέλεια τῶν κτηνῶν, τῶν διὰ ξηρᾶς εἰσαγομένων. Εἰς τὸν νόμον τοῦτον θεωροῦμεν ἤδη ἐπενεκτέαν ἐξαίρεσιν ὡς πρὸς τὰ μεγάλα κτήνη, πλὴν τῶν ἀροτριώντων, δὲν νομίζομεν ὅμως, ὅτι ἐπέστη ἡ ὥρα τῆς ἐπεκτάσεως τῆς ἐξαιρέσεως καὶ εἰς τὰς αἶγας καὶ τὰ πρόβατα.
§127ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐνόμισε καλὸν ν’ ἀφήσῃ ἀφορολόγητα τὰ αἰγιδοπρόβατα, ἵνα χρησιμοποιήσῃ τὰ λειβάδια, δηλαδὴ ἵνα προστατεύσῃ εὐάριθμα ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι βοσκησίμους γαίας. Ἐγὼ δὲν σκανδαλίζομαι εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ὠφελείας τῶν ἐχόντων βοσκησίμους γαίας, ἀλλ’ οὐδέποτε θὰ ἐτόλμων νὰ ἀξιώσω, ὅπως κανονισθῇ ἡ φορολογία τοῦ Κράτους σύμφωνα πρὸς τὸ ἀτομικὸν συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἔχῃ οὗτος ἢ ἐκεῖνος. Τὰ λειβάδια δὲν ἀνήκουσιν εἰς πολλούς· εἰς τὴν Θεσσαλίαν εἶναι λειβάδια ἰδιόκτητα μεγάλης ἐκτάσεως, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι χάριν αὐτῶν πρέπει ν’ ἀφήσωμεν ἀφορολόγητα τὰ κτήνη ἐπὶ βλάβῃ τῆς κτηνοτροφίας τοῦ Κράτους.
§128ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Προβλέπων τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, εἶπον ὅτι δὲν ἀφορᾷ ἀποκλειστικῶς τὸ μέτρον εἰς τοὺς κυρίους τῶν λειβαδίων, οἵτινες δύνανται νὰ ὦσιν ὀλίγοι ἢ πολλοὶ, ἀλλὰ θεωρῶ ὡς πρώτιστον κύριον τῶν λειβαδίων τὴν Ἑλλάδα. Εἰδικὸς αὐτῶν κύριος εἶναι οὗτος ἢ ἐκεῖνος, ἀλλὰ πλοῦτος εἶναι τὸ λειβάδιον, οὐχὶ μόνον τοῦ ἀμέσου ἰδιοκτήτου, ἀλλὰ τοῦ ἀπωτέρου ἰδιοκτήτου, τῆς χώρας. Ἡ πρόσοδος τοῦ λειβαδίου εἰσέρχεται εἰς τὴν χώραν, ἔχομεν δὲ ἀνάγκην νὰ εἰσάγωμεν χρῆμα εἰς τὴν χώραν καὶ νὰ μὴ καταναλίσκωμεν μόνον τὸ ἤδη ἐναποτεταμιευμένον. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ χρησιμοποιήσωμεν ὑπὲρ τῆς χώρας τὸν πλοῦτον τοῦτον τῶν λειβαδίων, ὅστις εἶναι μέγας, δὲν εἶναι δὲ μόνη τῆς χώρας ὠφέλεια ἡ ἄμεσος ἐκ τῶν παραχειμαζόντων κτηνῶν, τουτέστιν ἐκ τοῦ μισθώματος τοῦ λειβαδίου· τὰ εἰσαγόμενα κτήνη συνοδεύονται καὶ ὑπὸ ποιμένων, παρέπονται δὲ εἰς τὴν εἰσαγωγὴν αὐτῶν ποικίλαι συναλλαγαὶ, συντελοῦσαι εἰς τὸν πλοῦτον τῆς χώρας.
§129ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ φαίνεται ὀλίγον πρωτότυπος ὁ λόγος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸ νὰ ἐπινοήσωμεν ἐξαιρετικὴν φορολογικὴν διάταξιν πρὸς χρησιμοποίησιν τῶν λειβαδίων, πρὸς χρησιμοποίησιν χέρσου τόπου, ὡς ἐὰν ἦτο εὐκταῖον νὰ ἔχωμεν χέρσους τόπους ἐν Ἑλλάδι· ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἂν ἦναί τι μὴ εὐκταῖον, εἶναι τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο μὲ ἐξέπληξεν ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§130ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Συμμερίζομαι τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. συναδέλφου ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας. Αἰτιολογία, οἵα προὐτάθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, πρέπει ν’ ἀποκρούηται· ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν, ὅτι χάριν τῶν λειβαδίων πρέπει ν’ ἀφίνωμεν ἐλεύθερα τὰ κτήνη ἐκ τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν τῆς Μακεδονίας, ἐκ τῆς Βουλγαρίας, νὰ εἰσέρχωνται, δὲν μοὶ φαίνεται ὀρθὴ, οὐδὲ συνᾴδουσα πρὸς τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα· δὲν πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τὴν πτωχὴν ἡμῶν κτηνοτροφίαν εἰς ἄμεσον ἀνταγωνισμὸν πρὸς τὴν κτηνοτροφίαν τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν, χάριν τῶν ἰδιοκτητῶν, οἱ ὁποῖοι κατέχουσι τὰ λειβάδια ταῦτα, ἐν ᾧ πρέπει νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν παραγωγὴν τῆς κτηνοτροφίας ἐν τῇ Στερεᾷ Ἑλλάδι, ἐν τῇ Στερεᾷ μάλιστα, ἔνθα εἶναι ὁ μόνος κοινωνικὸς μαστὸς, ἀπὸ τοῦ ὁποίου μέλλομεν ν’ ἀντλήσωμεν πόρους· βεβαίως δὲ περιστέλλομεν τὴν ἀνάπτυξιν τῆς κτηνοτροφίας, ὅταν, ἀφίνοντες ἐλεύθερα τὰ ξένα κτήνη, νὰ κατέρχωνται εἰς τὰ λειβάδια τῆς Ἑλλάδος, συντελοῦμεν εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τῆς βοσκῆς, πρὸς πλουτισμὸν ὀλίγων· ἐνῷ, ἐὰν θέσωμεν φόρον τινὰ καὶ παρεμποδίσωμεν τὴν εἰσαγωγὴν ξένων κτηνῶν, ἡ τιμὴ τῶν λειβαδίων θὰ καταπέσῃ καὶ οὕτω πως θὰ δοθῇ ἐμψύχωσις εἰς τὴν ἐγχώριον κτηνοτροφίαν τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος καὶ τῆς Θεσσαλίας· δὲν ἐννοῶ δὲ νὰ τεθῇ φόρος ἀπαγορευτικὸς, ἀλλὰ φόρος τις ἀνάλογος. Δὲν εἶναι δὲ λόγος ἀποχρῶν, ὅτι, ἐπειδὴ ἐγένετο κατάχρησις, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ δοθῇ ἀτέλεια, ὅπως δὲν εἶναι λόγος ἰσχυρὸς, ὅτι, ἐπειδὴ γίνονται καταχρήσεις εἰς τὰ τελωνεῖα, πρέπει νὰ καταργηθῶσιν οἱ δασμοί. Οὐδεὶς δὲ λόγος ὑπάρχει νὰ ἐνισχύσωμεν τοὺς γαιοκτήμονας, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὰ λειβάδια· διότι οὗτοι ἢ εἶναι Ὀθωμανοὶ καὶ ἐγένοντο κύριοι ἐξ ἁρπαγῆς, ἢ εἶναι Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι τὰ ἔχουσιν ἀγοράσει ἐξ Ὀθωμανῶν εἰς εὐτελεῖς τιμάς. Δὲν πρέπει δὲ νὰ δοθῇ οὐδεμία ἐνίσχυσις ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἀνθρώπους, οἵτινες ἠγόρασαν παρὰ τῶν Ὀθωμανῶν κτήματα εἰς εὐτελεῖς τιμὰς, ἐπὶ ζημίᾳ τῶν πολυπληθεστέρων γεωργικῶν τάξεων. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς γʹ συζήτησιν.)
§131ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἐν τῷ νόμῳ γίνεται λόγος καὶ περὶ οἴνου εἰς τὸ 3ον ἄρθρον, καλὸν εἶναι εἰς τὴν ἐπιγραφὴν τοῦ νόμου νὰ τεθῇ «κτηνῶν καὶ οἴνου» ἀντὶ «κτηνῶν κτλ.»
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9ῃ μ. μ.