| 1987 | Χαρ. Τρικούπης | Ο | Ἀρ. Κοντογούρης | ||
| 1988 | Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Ν. Καλογερόπουλος | Ο | |
| 1989 | Γ. Σισμάνης | Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | |||
| 1990 | Δ. Βουλπιώτης | Ο | Ν. Παπανικολάου | ||
| 1991 | Ἀθ. Ἴσκος | Ν. Καφετζόγλους | Ο | ||
| 1992 | Ν. Καλαντζόπουλος | Ο | Ἰω. Πεζᾶς | ||
| 1993 | Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Κ. Σινέλης | Ο | ||
| 1994 | Μ. Γουλιμῆς | Ο | Β. Βουδούρης | Ο | |
| 1995 | Μ. Ἰατρίδης | Ο | Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Ο | |
| 1996 | Δ. Χατζόπουλος | Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο | ||
| 1997 | Γεώργ. Μίλησης | Ἀναστ. Λούντζης | Ο | ||
| 1998 | Σπυρ. Νοταρᾶς | Διον. Λομβάρδος | Ο | ||
| 1999 | Γ. Κούστας | Γ. Θεοτόκης | Ο | ||
| 2000 | Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος | Ο | Κ. Βασιλάκης | ||
| 2001 | Σωτήριος Δανόπουλος | Ο | Ἀντ. Καποδίστριας | ||
| 2002 | Ἀναστ. Δημητριάδης | Ο | Ν. Βασιλάκης | ||
| 2003 | Μιχαὴλ Νικηφοράκης | Ο | Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | ||
| 2004 | Δημήτριος Πετρίδης | Ν | Πολυχρ. Κωνσταντᾶς | ||
| 2005 | Ἄγγελος Γεωργαντᾶς | Σπ. Ἀλαμάνος | |||
| 2006 | Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Ν | Θεόφ. Προβατᾶς | ||
| 2007 | Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | |||
| 2008 | Χρῖστος Χριστόπουλος | Ἀγαμ. Μεταξᾶς | Ο | ||
| 2009 | Φίλιππος Βάρβογλης | Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | |||
| 2010 | Ἠλίας Φλέσσας | Νικόλ. Βαλσαμάκης | Ν | ||
| 2011 | Κ. Κωνσταντόπουλος | Γεράσιμος Μουσούρης | Ο | ||
| 2012 | Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Παναγ. Βενιεράτος | |||
| 2013 | Παναγ. Μανέτας | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | |||
| 2014 | Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος | Γεώργιος Κόρπας | |||
| 2015 | Ἠλίας Παλαμήδης | Ο | Στέφανος Σκουλούδης | Ο | |
| 2016 | Κωνστ. Κατσικόπουλος | Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ο | ||
| 2017 | Δ. Ζέγγελης | Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ο | ||
| 2018 | Δημ. Ν. Βότσαρης | Νικόλαος Νομικὸς | Ο | ||
| 2019 | Κωνστ. Γ. Καραπάνος | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ο | ||
| 2020 | Γεώρ. Χ. Παχὺς | Ο | Γ. Μπούμπουρας | Ο | |
| 2021 | Στέφανος Δραγούμης | Ο | Λωρέντζος Δελαρόκας | Ο | |
| 2022 | Δ. Γ. Ῥάλλης | Δημοσθένης Καΐρης | Ο | ||
| 2023 | Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας | Ν. Κρίσπης | |||
| 2024 | Φωκίων Νέγρης | Ο | Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς | ||
| 2025 | Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς | Ἰωάννης Γκιὼν | Ο | ||
| 2026 | Νικόλ. Μπουφίδης | Ο | Κ. Κοσσονάκος | Ο | |
| 2027 | Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ο | Γ. Μαυρομιχάλης | ||
| 2028 | Δημ. Καλλιφρονᾶς | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | |||
| 2029 | Νικόλ. Δ. Λεβίδης | Ν | Γιαν. Μαυρομιχάλης | Ο | |
| 2030 | Σπυ. Κουκούλεζας | Ο | Νικήτας Βαρβιτσιώτης | Ο | |
| 2031 | Ὄθων Μακρυγιάννης | Λεων. Καπετανάκος | Ο | ||
| 2032 | Τρύφων Μουτσόπουλος | Ο | Ξανθὸς Πικουλάκης | Ο | |
| 2033 | Θάνος Κανακάρης | Ο | Γεώρ. Πετροπουλάκης | ||
| 2034 | Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Ν | Κ. Παπαμιχαλόπουλος | ||
| 2035 | Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ν | Ἰωάν. Καρτάλης | ||
| 2036 | Α. Φωτήλας | Ο | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ο | |
| 2037 | Ἀνδρ. Αὐγερινὸς | Ο | Εὐάγ. Σταμούλης | Ο | |
| 2038 | Ἀντ. Ῥικάκης | Ν. Κοκωσλῆς | |||
| 2039 | Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ο | ||
| 2040 | Ἰω. Κρεστενίτης | Κωνστ. Μαρκίδης | Ο | ||
| 2041 | Ν. Κουμανιώτης | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ο | ||
| 2042 | Χρ. Στεφανόπουλος | Ο | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ο | |
| 2043 | Ἀλέξ. Ζαΐμης | Ν | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ο | |
| 2044 | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ο | Γ. Φραγκίδης | Ο | |
| 2045 | Ἀχιλ. Λογιωτάτου | Α. Τακιατζῆς | Ο | ||
| 2046 | Σωτ. Σωτηρόπουλος | Γ. Τάκης | |||
| 2047 | Κων. Κουμουνδοῦρος | Ν. Ταρμπάζης | |||
| 2048 | Περ. Πεῤῥωτής | Ζ. Φαλιάγκας | |||
| 2049 | Δημ. Τζάνες | Ο | Σταμάτιος Μπουντούρης | ||
| 2050 | Περ. Μποῦτος | Ο | Θεόδωρος Γκίκας | Ο | |
| 2051 | Παν. Σάκκης | Ν | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | Ο | |
| 2052 | Νικ. Παπαλέξης | Ο | Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ο | |
| 2053 | Νικ. Μισυρλῆς | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ο | ||
| 2054 | Ν. Καράπαυλος | Ο | Νικόλ. Κοντογιάννης | ||
| 2055 | Ἀσημ. Χριστόπουλος | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο | ||
| 2056 | Εὐστάθ. Κοκκέβης | Γεώργιος Λιδωρίκης | Ο | ||
| 2057 | Δημήτρ. Κάρτσωνας | Κωνστ. Χατζῖσκος | Ο | ||
| 2058 | Δημήτρ. Γουδῆς | Ο | Δημήτρ. Ζουλούμης | Ο | |
| 2059 | Σ. Χατζηγάκης | Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος | |||
| 2060 | Κ. Ζωγλοπίτης | Ο | Θεμιστοκλῆς Κανάρης | ||
| 2061 | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ο |
1889.12.04
2,299 rows · 17,449 words · 1 table · 43 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 33
τῆς 4 Δεκεμβρίου 1889
(Δευτέρα)
Ὥρα 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ καπνοπῶλαι Ναυπλίας παρακαλοῦσι νὰ μὴ αὐξηθῇ ἐπὶ πλέον ἡ φορολογία τοῦ καπνοῦ. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§2Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὁμοίαν ἀναφορὰν ἔλαβον καὶ ἐγὼ παρὰ τῶν καπνοπωλῶν Ναυπλίου καὶ Ἄργους, καὶ μὲ παρακαλοῦσι νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μὴ ἐπαυξήσῃ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἰδίᾳ δὲ νὰ μὴ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς τροποποιήσεως, τὴν ὁποίαν ἐπιφέρει ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου ἡ Κυβέρνησις, καθόσον, ὡς ἡ πεῖρα ἀπέδειξε μέχρι τοῦδε, ζημιοῦνται οἱ καπνοπῶλαι, διότι δὲν ὑπάρχει ἀναλογία τῶν φύλλων τοῦ σιγαροχάρτου πρὸς τὸν πωλούμενον καπνὸν, ἑπομένως οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ πλεῖστοι εἶναι καὶ οἰκογενειάρχαι καὶ ἀπὸ τῆς μικρᾶς των ἡλικίας καταγίνονται εἰς τὸ ἐπάγγελμα τοῦ καπνοπώλου, εὑρίσκονται εἰς τὴν θέσιν, νὰ μὴ ἀπολαμβάνωσι τὰ πρὸς τὸ ζῇν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν καὶ ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως παραιτηθῇ τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλει περισσότερον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, καὶ ἰδίως τῆς τροποποιήσεως, τὴν ὁποίαν ἐπιφέρει ὡς πρὸς τὸ σιγαρόχαρτον.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Δήμαρχος Λεβαδείας ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου του, εὐχομένου τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν, καὶ παρακαλεῖ, ὅπως καταταχθῇ ὁ δῆμος Λεβαδέων εἰς τὸ ποσὸν τὸ βεβαιωθὲν κατὰ τὸ ἔτος 1888, ἤτοι μὲ δραχμὰς 35,000. Ἡ Λαρισσαϊκὴ Ἀδελφότης εὔχεται τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν, συνιστᾷ δὲ τὴν κατά τι ἐλάττωσιν τοῦ προσθέτου δασμοῦ. Ὁ Δήμαρχος Πέτρας ὑποβάλλει εὐχὴν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου του περὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου. Ὁ Δήμαρχος Διστομίων ὑποβάλλει εὐχὴν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Διστομίων καὶ πλείστων συνδημοτῶν του περὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ αὐτοῦ ὡσαύτως νομοσχεδίου. Ὁ κ. Μπασιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§4ΜΠΑΣΙΑΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν εἶναι ἀναγεγραμμένον ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ ἐξαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῶν οἴνων. Χαίρω πολὺ δι’ αὐτὸ, καθόσον, ὡς ἐδήλωσα καὶ προηγουμένως, θέλω τὸ ὑπερψηφίσει· ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον εἶναι συναφὲς, καθόσον ἀφορᾷ τὸν πληθυσμὸν καὶ τοὺς κατοίκους τῆς Ἑπτανήσου, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν εὐαρεστῆται, νὰ συναινέσῃ, ὅπως καὶ τὸ παρ’ ἐμοῦ προταθὲν ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει μετὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἴνων. Ζητῶ δὲ τοῦτο, ὅπως, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, ἐπέλθῃ ἰσότης μεταξὺ τῶν διαφόρων φορολογουμένων γεωργικῶν τάξεων τῆς Ἑπτανήσου.
§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Φέρετέ το ὡς τροπολογίαν.
§6ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ τὰ ὁποῖα ἀνεγράφησαν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, παρατηρῶ, ὅτι ἐλαττοῦται ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου τῶν νήσων Θήρας καὶ Θηρασίας, ὑποθέτω δὲ, ὅτι ἐγένετο τοῦτο, διότι κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἡ ὑπηρεσία ἔλαβεν, ὁ μέχρι τοῦδε ἐπιβαλλόμενος φόρος εἶναι δυσανάλογος πρὸς τὴν τιμὴν, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ οἶνοι οὗτοι πωλοῦνται. Ὁμοίαν παρατήρησιν ἔκαμα πρὸ ἡμερῶν διὰ τὸν σταφιδόκαρπον τῆς ἐπαρχίας Τριφυλίας, παρατηρήσας, ὅτι ὁ καρπὸς τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης δὲν πωλεῖται εἰς τιμὰς ἀνωτέρας τῶν τιμῶν, εἰς ἃς πωλεῖται ὁ καρπὸς τῆς Ἠλείας καὶ Μεσσηνίας, καὶ διὰ τοῦτο ἐπρότεινα, ὅτι ἦτο δίκαιον ν’ ἀφομοιωθῇ ὁ καρπὸς οὗτος εἰς τὴν φορολογίαν μὲ τὸν καρπὸν τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, παρεκάλεσα δὲ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας ἀπὸ τοὺς τελώνας Πατρῶν, Κεφαλληνίας καὶ Ζακύνθου, δηλ. τῶν μερῶν, εἰς τὰ ὁποῖα γίνεται ἡ ἀγοραπωλησία τοῦ σταφιδοκάρπου Τριφυλίας, διὰ νὰ πληροφορηθῇ, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγον, εἶναι κατὰ πάντα ἀληθές. Ἐπειδὴ βλέπω, ὅτι εἰς τὸν φορολογικὸν νόμον οὐδεμίαν περὶ τούτου ἐπήνεγκε μεταβολὴν, τὸν παρακαλῶ νὰ ζητήσῃ καὶ ὑποβάλῃ τὰς ἐκθέσεις ταύτας, διὰ νὰ βεβαιωθῇ τοὐλάχιστον, ὅτι ἀδικούμεθα.
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ προτεινομένη διὰ τοῦ φορολογικοῦ νομοσχεδίου ἐλάττωσις τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου Θηραϊκοῦ οἴνου δὲν ἐγένετο διὰ τὸν λόγον, ὅτι θεωροῦμεν τὴν φορολογίαν βαρεῖαν, καίτοι πράγματι θεωροῦμεν ταύτην βαρεῖαν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε οὕτως εἶχε κανονισθῆ, καὶ δὲν ἐνομίζομεν, ὅτι ὑπῆρχεν ἀφορμὴ ἤδη, ἵνα ἀσχοληθῶμεν εἰς διαῤῥύθμισιν δικαιοτέραν τοῦ φόρου ἐκείνου. Καίτοι τὸν φόρον θεωροῦμεν δυσανάλογον πρὸς τοὺς ἄλλους φόρους, ἀφοῦ ὅμως ὁπωσδήποτε τοιοῦτος ἐψηφίσθη, ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν ἐφθάσαμεν ἔτι εἰς περίοδον πρόσφορον πρὸς ἐπανόρθωσιν τοιούτων ἀδικημάτων. Ὁ λόγος ὅμως, δι’ ὃν περιελήφθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο λόγος, ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἴνων Θήρας καὶ Θηρασίας, εἶναι, ὅτι ἐν τῇ προηγουμένῃ διατάξει καταργοῦνται τὰ δεκατημόρια, τὰ προστεθειμένα εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἐπειδὴ δὲ δεκατημόρια δὲν εἶναι προστεθειμένα εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου Θήρας καὶ Θηρασίας, ἀλλὰ περιλαμβάνονται ταῦτα ἐν τῷ ποσῷ τῶν 3½ λεπτῶν, δι’ ὧν φορολογεῖται ὁ οἶνος ἐκεῖνος, ἔπρεπε δι’ εἰδικῆς διατάξεως νὰ ὁρισθῇ ἐλάττωσις ἀνάλογος πρὸς τὰ καταργούμενα δεκατημόρια· ἡ ἀκριβῶς ἀνάλογος ἐλάττωσις θὰ ἐμείου τὸν φόρον οὐχὶ εἰς 3 λεπτὰ, ὡς ὁρίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀλλὰ εἰς 2 καὶ 92|100 τοῦ λεπτοῦ. Ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προτιμήσωμεν τὸν στρογγύλον ἀριθμὸν, καὶ διὰ τοῦτο ἀπὸ 3 λεπτῶν καὶ 50|100 τοῦ λεπτοῦ, προτείνεται ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς 3 λεπτά. Περὶ δὲ τοῦ ἑτέρου ζητήματος, εἰς ὃ κυρίως ἀφορᾷ ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, λέγω, ὅτι ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσιεύεται πίναξ, περιέχων πάσας τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ζητεῖ ὁ κ. Βουλευτής. Ὁ πίναξ ἐκεῖνος περιέχει τὰς τιμὰς τῆς σταφίδος ἀπὸ τοῦ 1884 μέχρι τοῦ τελευταίου ἔτους ἐπὶ πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἡ ὑπηρεσία κυρίως παρὰ τῶν μεγαλειτέρων ἐμπορικῶν οἴκων, θέλει δὲ χρησιμεύσει ὁ πίναξ πλειότερον τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἔδιδον οἱ τελῶναι· οὐχ ἧττον ἐζητήσαμεν καὶ παρὰ τῶν τελωνῶν τοιαύτας πληροφορίας, νομίζω ὅμως, ὅτι οἱ δημοσιευόμενοι ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως θὰ θεωρηθῶσι παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ὡς ἐπαρκεῖς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας προχθὲς ἐπὶ μακρὸν ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν εἰς ζήτημα, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ προκαλέσῃ, τουτέστι περὶ ὑπονοιῶν, τὰς ὁποίας αὐτὸς συνέλαβεν, ὅτι, καίτοι ἐξέδοτο τὸ Ὑπουργεῖον ἐγκύκλιον περὶ τρόπου ἐκτιμήσεως τῆς ἀξίας τῆς σταφίδος χάριν τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου ἐν Ἑπτανήσῳ, ἐν Ζακύνθῳ ἐποιήσατο ἡ Κυβέρνησις ἐξαίρεσιν. Οὐδένα εἶχε λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς, ἵνα ὑποθέσῃ τοῦτο, οὐδ’ οἱ ἄλλοι Βουλευταὶ, οἵτινες ἐνόμισαν, ὅτι ἐπὶ τούτου ἠδύναντο νὰ μακρηγορήσωσι κατόπιν αὐτοῦ, διότι ἐν τοῖς ἐγγράφοις οὐδὲν ὑπῆρχε τὸ ἐνδεικνῦον τοιοῦτόν τι· ὑπῆρχεν ἁπλῶς ἔν τινι φακέλλῳ, τὸν ὁποῖον εἶχον ὑποβάλει, ἔγγραφον, δεικνῦον, ὅτι ἐπὶ παραπόνου τινὸς εἴχομεν παραπέμψει τὸ ζήτημα πρὸς ἐξέτασιν εἰς τοὺς νομικοὺς συμβούλους· μάλιστα δὲν τὸ εἶχον παραπέμψει ἐγὼ διὰ τῆς ὑπογραφῆς μου, ἀλλὰ τὸ εἶχε παραπέμψει ἡ ὑπηρεσία διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ τμηματάρχου, ὅπως γίνεται κατὰ τὰ κεκανονισμένα. Τοῦτο τὸ ἔγγραφον ἤρκεσεν, ἵνα παραστήσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἡμεῖς ποιούμεθα ἐξαιρέσεις, ὅτι χάριν τοῦ κόμματος ἐκδίδομεν ἐγκυκλίους γενικὰς καὶ κατόπιν δὲν ἐφαρμόζομεν αὐτὰς, ὅταν πρόκηται περὶ φίλων, ἀλλὰ τὰς ἐφαρμόζομεν, ὅταν πρόκηται περὶ μὴ φίλων, καὶ ὅσα ἄλλα δύναταί τις νὰ ἐπινοήσῃ, ὅταν ᾖναι διατεθειμένος δυσμενῶς. Ταῦτα πάντα οὐδεμίαν εἶχον ὑπόστασιν, ἐθεώρησα ὅμως, ὅτι ἔπρεπε νὰ πληροφορηθῶ, μήπως ἐγένετό τι ἐν ἀγνοίᾳ μου ὑπὸ τῶν ἀρχῶν ἐν Ζακύνθῳ. Τηλεγραφήσας λοιπὸν εἰς Ζάκυνθον, ἠρώτησα, ἂν ἡ σταφὶς, περὶ ἧς πρόκειται, ἐξήχθη καὶ τί ἐπλήρωσεν, ἔλαβον δὲ τὴν ἑπομένην ἀπάντησιν (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ 86986 τηλεγραφήματος πληροφορῶ Ὑπουργεῖον, ὅτι ἐν 985 ἀναφορᾷ μου ἀναφερόμενος σταφιδόκαρπος ἐξήχθη καὶ ἐφορολογήθη συμφώνως νόμῳ κατὰ ἑβδομαδιαῖον πρωτόκολλον». Ἑπομένως οὐδεμία ἐγένετο ἐξαίρεσις, οὐδὲ ἠδύνατο νὰ γένηται ἐξαίρεσίς τις.
§8ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐπὶ ποίας ἀξίας, ὁρίζει;
§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἑβδομαδιαίου ἐνιαίου πρωτοκόλλου. Ἴσως θέλετε καὶ πάλιν ἐπὶ ὥραν ὅλην ν’ ἀσχολήσητε τὴν Βουλὴν, ὡς προχθὲς, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀφορμῆς. Ἐπὶ τίνι προφάσει παρεστήθησαν ὅλα ταῦτα; ἐξ ἀφορμῆς ἐγγράφου, ὑποβληθέντος παρ’ ἐμοῦ, ἐν ᾧ ἐκτίθεται ἡ γνώμη τοῦ τελώνου Ζακύνθου περὶ τῶν κατὰ τὸ ἑβδομαδιαῖον πρωτόκολλον. Μὴ εὑρὼν ἄλλο σχετικώτερον, ὑπέβαλον ἔγγραφον, δι’ οὗ ἀπήντα ὁ τελώνης Ζακύνθου εἰς ἀναφορὰν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, παραπεμφθεῖσαν αὐτῷ. Ἡ ἀναφορὰ ἦτο ἐμπόρων τινῶν ἐκ Ζακύνθου, Στουπάθη, Στρανῆ καὶ Παξινοῦ, τηλεγραφησάντων πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Κάτοχοι ὄντες περυσινοῦ ἡμιεμπορευσίμου σταφιδοκάρπου, ἐφ’ οὗ ἐγένοντο τελευταῖον πράξεις πρὸς δραχ. 80 τὸ χιλιόλιτρον, προτιθέμεθα ἀποστεῖλαι αὐτὸν εἰς Γαλλίαν. Τελώνης ἐνταῦθα θέλει δασμολογῆσαι αὐτὸν εἰς προσδιωρισμένην τιμὴν ἐφετεινοῦ πράγματος, ἤτοι πρὸς δραχ. 135. Παρακαλεῖται Ὑπουργεῖον διατάξαι εἰκότα τηλεγραφικῶς χάριν ἐμπορίου καὶ πρὸς συμφέρον Δημοσίου· ἄλλως ἀναγκαζόμεθα διαπραγματευθῆναι αὐτὸν ἐνταῦθα πρὸς οἰνοπνευματοποιΐαν.» Ἡ τηλεγραφικὴ αὕτη ἀναφορὰ διεβιβάσθη, ὅπως ἡ ὑπηρεσία συνειθίζει,—ἐπὶ πάσης δὲ αἰτήσεως πρέπει νὰ γίνηταί τις ἐνέργεια,—οὐχὶ τῇ ὑπογραφῇ μου, ἀλλὰ τῇ ὑπογραφῇ τοῦ τμηματάρχου πρὸς τὸν τελώνην Ζακύνθου. Ἡ διαβιβαστικὴ ἐπισημείωσις ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Λάβετε γνῶσιν τηλεγραφήματος, διαβιβασθέντος Ὑπουργείῳ ὑπὸ Στουπάθη, Στρανῆ καὶ Παξινοῦ, καὶ σπεύσατε παρασχεῖν πληροφορίας ἐπὶ παραπόνων εἰρημένων.» Εἰς τὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ, οὕτω παραπεμφθείσῃ αὐτῷ, ἀπήντησεν ὁ τελώνης δι’ ἐγγράφου, περιληφθέντος ἐν τῷ φακέλλῳ, τῷ ὑποβληθέντι ἐν σχέσει πρὸς ἕτερον ζήτημα, τὴν δὲ ἀπάντησιν πάλιν ἡ ὑπηρεσία διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ τμηματάρχου διεβίβασεν εἰς τοὺς νομικοὺς συμβούλους συνάμα μετὰ τῆς ἐγκυκλίου, τῆς κανονιζούσης τὰ τοῦ τρόπου τῆς φορολογίας. Τοῦτο τὸ ἔγγραφον, ὡς εἶπον, ἤρκεσεν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ἵνα παραστήσῃ, ὅτι ἐγένετο σκάνδαλον, ἐξαιρέσεις ὑπὲρ φίλων, καταδιώξεις ἐχθρῶν, καὶ πάντα, ὅσα ἀκούομεν ἀπὸ τοῦ βήματος καθ’ ἑκάστην, ἐμποδίζοντα τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς· ἕτεροι δὲ Βουλευταὶ ἐνόμισαν, ὅτι τοῖς ὑπηγορεύετο, ἐκ τούτου λαμβάνοντες ἀφορμὴν, νὰ μακρηγορήσωσι, καὶ παρακωλύσωσι πᾶσαν ἄλλην ἐνέργειαν τῆς Βουλῆς. Ἀπέναντι τοιούτου σκανδάλου, κατὰ τοὺς ἐντίμους τούτους Βουλευτὰς, ἦτο πρέπον ἡ Βουλὴ νὰ σταματήσῃ καὶ πᾶσαν περὶ ἡμερησίας διατάξεως σκέψιν ν’ ἀναβάλῃ, ἕως οὗ πεισθῇ, ὅτι ἐφορολογήθη ἡ σταφὶς αὕτη ὅπως ἔδει νὰ φορολογηθῇ καὶ ὅπως ἡ ἐγκύκλιος ἐκανόνιζεν. Εἰς τὴν διαβίβασιν, τὴν ὑπὸ τοῦ τμηματάρχου γενομένην, ἀπήντησεν ὁ Δικαστικὸς Σύμβουλος δι’ ἐκθέσεως. Τὴν ἔκθεσιν ταύτην θέλω ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ πάντων τῶν ἐγγράφων, ὅσα ἐζητήθησαν. Δὲν ἐθεωρήθη ἄρα ἐκδοτέα διαταγή τις ἀντίθετος πρὸς τὴν ἐγκύκλιον, ἀφοῦ καὶ ὁ Δικαστικὸς Σύμβουλος ἦτο γνώμης, ὅτι, ὅπως ἔχουσι τὰ τοῦ νόμου, δὲν ἐπιτρέπεται ἄλλος κανονισμὸς τῆς πληρωμῆς ἢ ὁ ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ. Καὶ ὁ Δικαστικὸς Σύμβουλος φρονεῖ, ὅτι τὰ τοῦ νόμου δέονται ἀναθεωρήσεως, ἀλλ’ ὅτι, ὡς ἔχει ὁ νόμος, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἄλλως νὰ ἐκτελέσῃ αὐτὸν ἢ ὅπως ἡ ἐγκύκλιος ἐκανόνισεν· ἑπομένως οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀφορμὴ, ἵνα ἐκδώσωμεν διαταγὴν σύμφωνον πρὸ τὴν αἴτησιν τῶν ἀναφερομένων. Κατόπιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ ζητήσω πληροφορίας παρὰ τοῦ τελώνου Ζακύνθου, μήπως αὐτὸς ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας ἔπραξέ τι, τὸ δυνάμενον νὰ δικαιολογήσῃ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Εὐτυχῶς οὐδὲν τοιοῦτον ἔπραξε, τοὐναντίον ἐξήχθη ἡ σταφὶς, καὶ ὑπεβλήθη καὶ αὕτη εἰς τὸν γενικὸν κανόνα, τὸν ὑπὸ τῆς ἐγκυκλίου τεθέντα· ὥστε πάντα ταῦτα ἔχουσιν, ὅπως ἔπρεπε νὰ ἔχωσιν· ὑποβάλλω δὲ τὰ ἔγγραφα, τὰ ζητηθέντα παρὰ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, τουτέστι αʹ) τὴν παρ’ ἡμῶν ἀποσταλεῖσαν πρὸς τὸν τελώνην Ζακύνθου τηλεγραφικὴν διαταγήν· προσθέτω μάλιστα εἰς τὴν διαταγὴν τὸ τηλεγράφημα, εἰς ὃ αὕτη ἀφορᾷ· βʹ) τὴν ἔκθεσιν τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου· γʹ) σημείωμα περὶ τῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ περὶ τῆς ἀξίας, ἐφ’ ᾗ ἐφορολογήθη ἡ περὶ ἧς ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ σταφὶς ἐν Ζακύνθῳ. Περὶ τῆς ἀξίας δὲν ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς πληροφορίας, ἀλλὰ παρέχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἐφορολογήθη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἑβδομαδιαίου ἑνιαίου πρωτοκόλλου, τουτέστιν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐκπτώσεως, λόγῳ τοῦ ἡμιεμπορευσίμου αὐτῆς, ὅπως ἰσχυρίζοντο οἱ παραπονούμενοι· δʹ) τὰς ἀπαντήσεις τῶν τελωνειακῶν ἀρχῶν εἰς τὴν ἐγκύκλιον, δι’ ἧς ἐζητοῦντο πληροφορίαι περὶ τοῦ τρόπου τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς ἀξίας, ἐφ’ ᾗ ὁρίζεται ὁ φόρος. Ὡς φαίνεται, ἡ τελωνειακὴ ἀρχὴ Ζακύνθου δὲν ἀπήντησεν εἰς τὴν ἐγκύκλιον, πρὸς ἀναπλήρωσιν δ’ ἐν μέρει τῆς ἐλλείψεως εἴχομεν ὑποβάλει τὸ ἔγγραφον, περὶ οὗ τοσοῦτος ἐγένετο λόγος. Ἐπειδὴ ὅμως ἤδη ὁ κ. Βουλευτὴς ζητεῖ, ὅπως ἐπαναληφθῇ ὁμοία αἴτησις πληροφοριῶν παρὰ τῶν τελωνῶν Κεφαλληνίας καὶ Ζακύνθου, ἐπέστειλα περὶ τούτου χθὲς, καὶ εὐθὺς, ὡς ληφθῶσιν αἱ ἀπαντήσεις, θέλομεν ὑποβάλει τὰς πληροφορίας.
§10ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Λοιπὸν παρέπεσεν ἡ ἀπάντησις;
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἐλήφθη ἀπάντησις.
§12ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἀλλὰ φρονῶ....
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δυνατὸν νὰ ἔλειπεν ἐκ τῆς ἕδρας του ὁ τελώνης, ὅτε ἐστάλη ἡ ἐγκύκλιος, ἢ δι’ ἄλλον λόγον νὰ μὴ ἀπήντησεν. Ὁπωσδήποτε δὲν εὑρέθη ἀπάντησις ἐν τοῖς ἐγγράφοις τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ὑποθέτομεν, ὅτι δὲν ἐδόθη ἀπάντησις· ἄλλως θὰ ἔχωμεν προσεχῶς ἀπάντησιν, διότι αὐτὰ ταῦτα τὰ τῆς ἐγκυκλίου ἐζητήθησαν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καὶ ἀπεστάλη τηλεγραφικῶς διαταγὴ, ὅπως δοθῶσιν αἱ αἰτηθεῖσαι πληροφορίαι.
§14ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δύο καθήκοντα μὲ φέρουσιν ἐπὶ τὸ βῆμα· τὸ μὲν εἶναι, νὰ συγχαρῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν, δι’ ὅπερ ἐπεδείξατο ὁμολογουμένως θάῤῥος καὶ ἐπιμέλειαν, ὅπως ἐπιληφθῇ ζητήματος, ὄντως ζωτικωτάτου καὶ ἀφορῶντος εἰς τὸ παρὸν, ἀλλὰ καὶ πρὸ πάντων εἰς τὸ μέλλον τοῦ Ἔθνους. Ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης ἀπὸ πολλῶν ἤδη ἐτῶν ῥήγνυνται φωναὶ πικρᾶς διαμαρτυρίας διὰ τὴν κατάστασιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ διατελεῖ ἡ δημοσία ἐκπαίδευσις πᾶσα καὶ κατὰ τοὺς τρεῖς αὐτῆς διακεκριμένους βαθμούς. Ἡ δὲ ἀριστερὰ, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, οὐδέποτε ἔλλειψε κατὰ πᾶσαν Σύνοδον νὰ διαμαρτύρηται κατὰ τῆς νωχελείας τῆς ἀνατολικῆς, ἥτις φαίνεται κατέχουσα τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν περὶ τὴν λῆψιν μέτρων τελεσφόρως πρὸς μόρφωσιν τοῦ λαοῦ, λαοῦ, ὁ ὁποῖος μετέχει ἀμέσως πάντων τῶν πολιτειακῶν καὶ κοινωνικῶν ζητημάτων διὰ τοῦ δικαιώματος τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας, ἀφοῦ ἀρτίως ἐξῆλθεν ἀπὸ τεσσάρων αἰώνων ζοφερὰν καὶ πολυστένακτον δουλείαν, φέρων πάντα τὰ ἴχνη τῶν ζυγῶν, ὑπὸ τοὺς ὁποίους διετέλεσε δουλεύων. Δὲν ἠξεύρω, κατὰ πόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως κατώρθωσε νὰ εὕρῃ μετ’ εὐστοχίας τὰ σημεῖα ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὤφειλε νὰ σύρῃ τὰς γενικὰς τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς ἐκπαιδεύσεως γραμμὰς, περὶ τῶν ὁποίων πρὸ μικροῦ ὡμίλησεν, οὐχ ἧττον ὅμως καθῆκον εἶχον, νὰ συγχαρῶ αὐτῷ. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον συγχαίρω αὐτῷ. Διότι κατώρθωσε ν’ ἀνεύρῃ ἐκεῖνον, ὅστις ἀπὸ μακροῦ χρόνου, ὡς ὁ Ζεὺς ἐν τῇ κεφαλῇ, πλῆρες καὶ ἄρτιον ἐκυοφόρει τὸ σύστημα τῆς μορφώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ κατὰ πάντας αὐτοῦ τοὺς βαθμοὺς, ἀναμένων τὸν πέλεκυν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅπως ἐξαγάγῃ αὐτὸ εἰς φῶς. Κατὰ τὸν Μέγαν Ναπολέοντα, ἐκεῖνο χαρακτηρίζει ἰδίως τοὺς μεγάλους ἄνδρας, διότι εὐστοχοῦσι νὰ ἀνευρίσκωσι τοὺς ἱκανοὺς καὶ τὰ τῶν σημείων, ἐφ’ ὧν μέλλουσι νὰ δράσωσιν ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν κοινῶν, ἢ ἐν τῇ ἐκτελέσει παντὸς σχεδίου. Ὁ Ναπολέων, ἐρωτηθεὶς, πῶς ἐγένετο μέγας, εἶπε τὸ ῥητὸν τοῦτο: «διότι ἐγνώριζα νὰ θέτω ἕκαστον εἰς τὴν προσήκουσαν αὐτῷ θέσιν.» Δεύτερον, εὗρον καθῆκον νὰ συγχαρῶ τῷ κ. Ὑπουργῷ διὰ τὸ θάῤῥος, τὸ ὁποῖον ἔσχεν, ὅπως ἀπὸ τοῦ βήματος ἀνομολογήσῃ διὰ τῆς ἐπισήμου φωνῆς τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Ἔθνος ὅτι δημοτικὴ καὶ μέση ἐκπαίδευσις δὲν ὑπάρχει!....
§15ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Περὶ δημοτικῆς μόνον ὡμίλησα.
§16ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πολὺ καλά.... ὅτι οὐδεὶς μέχρι τοῦδε περὶ αὐτῆς ἀξιόλογόν τι ἔπραξεν, ἢ κἂν ἐμερίμνησε. Κατὰ πόσον τοῦτο βαρύνει τὴν εὐθύνην αὐτοῦ καὶ τῶν συναδέλφων του κκ. Ὑπουργῶν, μεθ’ ὧν συνεργάζεται, οἵτινες διέπουσι τὰ τῆς πολιτείας κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην δεκαετίαν, πλὴν ἑνὸς ἔτους, τοῦ 1885–1886, τοῦτο δὲν μὲ ἐνδιαφέρει. Ἀλλὰ δὲν φρονῶ, ὅτι τῷ ὄντι ἀπένειμεν εἰς τοὺς συναδέλφους του καὶ εἰς ἑαυτὸν ἀξιοζήλωτον τιμὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀνακηρύξας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι, ἐπὶ ὀκτὼ ὅλα ἔτη κυβερνῶντες τὴν χώραν, οὐδὲν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἔπραξαν, καίπερ τὸν Προϋπολογισμὸν ἀνυψώσαντες εἰς 95 ἑκατομμύρια, προσθέσαντες δηλαδὴ τὸ διπλάσιον τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα μέχρι τῆς ἐποχῆς αὐτῆς αἱ Κυβερνήσεις ἐπέθετον ἐπὶ τοῦ τραχήλου τοῦ λαοῦ. Κατὰ πόσον, λέγω, Κυβέρνησις, ἡ ὁποία τὸ κεφάλαιον τῶν ἐθνικῶν δανείων ἐξώγκωσε κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο τῆς ὀκταετοῦς αὐτῆς διαχειρίσεως τῶν κοινῶν κατὰ 250 περίπου ἑκατομμύρια πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχεν, ἥτις ἐπὶ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ διευθύνει τὰ κοινὰ, ἐδαπάνησε πλείονα τῶν ὅσα ἐδαπανῶντο πρὸ αὐτῆς 500 ὅλα ἑκατομύρια, χωρὶς νὰ διαθέσῃ ἐκ τῶν 500 τούτων ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα εἰσπράττει ἀπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οὔτε μίαν δεκάδα χιλιάδων δραχμῶν ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως, κατὰ πόσον λέγω τοῦτο ἐῤῥήθη πρὸς ἔπαινον αὐτῆς, μεθ’ ὅλας τὰς ἀπὸ τῆς ἀριστερᾶς ῥηγνυμένας κατ’ ἔτος φωνὰς, τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὸν Ὑπουργὸν καὶ εἰς τοὺς συναδέλφους αὐτοῦ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς ἐμὲ, εἶναι, ὅτι ἔχω ἐπιβλητικὸν καθῆκον, νὰ ἀναιρέσω ἀνακριβείας τινὰς τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ, ἐξενεχθείσας ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ βαρυνούσας τὴν εὐθύνην πολλῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς χώρας, καθημένων ἐν ἑκατέραις ταῖς πτέρυξι. Διότι ἡ βεβαίωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι οὐδὲν ἐλήφθη παρ’ οὐδενὸς μέτρον πρὸς βελτίωσιν καὶ προαγωγὴν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δὲν εἶναι παντάπασιν ἀκριβής. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, προκειμένου νὰ θίξῃ τὴν εὐθύνην ἄλλων, ὤφειλε νὰ ἦναι εὐλαβέστερος, ἵνα μὴ εἴπω προσεκτικώτερος. Καὶ πρῶτον, πάντες γινώσκουσιν, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1876 ἐγένετο οὐ μικρὰ ἐργασία ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, σκοπὸν ἔχουσα τὴν ἐξεύρεσιν τῶν μέσων καὶ τῶν τρόπων, δι’ ὧν θὰ προὐβιβάζετο ἡ ὁμολογουμένως ἐν ἀτελεῖ καταστάσει διατελοῦσα ἐκπαίδευσις τοῦ Ἔθνους. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐξεδόθη φυλλάδιον, ἐπιμελείᾳ τοῦ διευθύνοντος τότε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐντίμου φίλου μου κ. Μίληση, ἐν τῷ ὁποίῳ περιλαμβάνονται πάντα τὰ πορίσματα μακρᾶς ἐργασίας πολυμελοῦς ἐπιτροπῆς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ μῆνας τρεῖς, ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκείνου, τῆς ὁποίας ἐπιτροπῆς καὶ ἐγὼ ἤμην μέλος, καὶ εἰσηγητὴς μάλιστα τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν· ὁ δὲ ἀείμνηστος καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου Πορφυρόπουλος εἰσηγητὴς τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν. Ἐνθυμοῦμαι μετ’ εὐλαβείας τὰς πολυώρους ἐκείνας ἐμβριθεῖς συνεδριάσεις καὶ συζητήσεις. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη συνέκειτο ἐκ 14 λογίων ἀνδρῶν, καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, Γυμνασιαρχῶν καὶ ἄλλων περὶ τὰ παιδαγωγικὰ εἰδικῶν. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, μετὰ πόσης προσοχῆς διεκριβοῦντο, συζητούμενα καθ’ ἑσπέραν, ἐπὶ τρεῖς ὥρας, πάντα τὰ ζητήματα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν κατωτέραν ἰδίως καὶ μέσην ἐκπαίδευσιν. Τὸ πόρισμα δὲ τῶν μελετῶν εὕρηται ἐν ἰδιαιτέρῳ τεύχει εἰς τὴν Βιβλιοθήκην. Ἀλλὰ πλὴν τῆς ἐργασίας ταύτης, ἥτις δὲν ἔσχε τὴν εὐτυχίαν νὰ ἐπισημοποιηθῇ, καὶ νὰ κατασταθῶσι τὰ πορίσματα τῆς ἐπιτροπῆς νόμοι τοῦ Κράτους, διότι ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος ἀπεχώρησεν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, ἐνομοθετήθη ἀπὸ τοῦ 1878 καὶ λειτουργεῖ πλῆρες σύστημα δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, σύστημα ἐρειδόμενον ἐπὶ ἀσφαλεστάτων παιδαγωγικῶν βάσεων, καὶ τὸ ὁποῖον καὶ ὑπὸ θεωρητικὴν καὶ πρακτικὴν ἔποψιν, δυνάμεθα μετὰ θάῤῥους νὰ βεβαιώσωμεν τὴν Βουλήν, ὅτι, δοκιμασθὲν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, εὑρέθη ἄρτιον καὶ πλῆρες, ἀπενεγκὸν ἀξιολόγους καρπούς. Τοῦ συστήματος τούτου εἰσηγητὴς ἐν τῇ Βουλῇ ἐγένετο ὁ νῦν ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τότε Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἐγὼ δὲ εἰσηγητὴς παρ’ αὐτῷ, διότι εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸν κλάδον τοῦτον τότε ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἐψηφίσθη κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1878 ὁ νόμος ΧΘʹ περὶ συστάσεως Διδασκαλείων, καὶ ἔκτοτε ἐνεκαινίσθη ἐν τῇ ἡμετέρα πατρίδι τὸ σύστημα τῆς μορφώσεως διδασκάλων κατὰ τὰς νεωτέρας θεωρίας, τὰς ὁποίας ἡ πεῖρα εἰς τὰς ἐπικρατείας, παρ’ αἷς ἀκμάζει σήμερον ἡ ἐκπαίδευσις, ἀπέδειξεν, ὅτι εἶναι νῦν αἱ ἐπικρατήσασαι ὡς ὀρθαί. Ὀφείλω δὲ δύο λέξεις, ἢ μᾶλλον εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ δώσω πρὸς τὴν Βουλὴν πληροφορίας περὶ τῆς θεμελιώδους ἐννοίας, τὴν ὁποίαν ἔχει σήμερον τὸ Δημοτικὸν σχολεῖον, ἐφ’ ἧς ἐρείδεται ὁ παρ’ ἡμῶν εἰσαχθεὶς ὀργανισμὸς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ τοῦτο διὰ βραχέων, διότι τὸ θέμα εἶναι εὐρύτατον καὶ δὲν ἐννοῶ ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ πολύ, ἀλλ’ ἔχω καθῆκον νὰ δώσω μίαν ἀμυδρὰν εἰκόνα τοῦ τί ἡ σημερινὴ νεωτέρα κοινωνία ἐννοεῖ διὰ τῆς λέξεως Δημοτικὸν σχολεῖον. Διότι ἀπὸ τῆς ἐννοίας αὐτῆς λαμβάνοντες ἀφετηρίαν, δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν, κατὰ πόσον τὰ εἰσαχθέντα σήμερον νομοσχέδια εὐστόχως προνοοῦσι περὶ τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας ἡ καθ’ ἡμᾶς Δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ἔχει. Τὸ Δημοτικὸν σχολεῖον, τὸ ὁποῖον τὸ πρῶτον ὑπὸ τοῦ Λουθήρου ἐξευρέθη, ἀφορμὴν εἶχε τὴν πλήρωσιν θρησκευτικῆς ἀνάγκης, ἵνα πολεμηθῇ ἡ παντοδυναμία τοῦ Πάπα ἐν τῇ Διαμαρτυρομένῃ Γερμανίᾳ. Σκοπὸν εἶχε τὴν μετάδοσιν τῆς ἐμπειρίας τῆς ἀναγνώσεως, ὅπως διδάσκωνται οἱ πιστοὶ τὴν Ἁγίαν Γραφὴν εἰς τὴν Γερμανικὴν γλῶσσαν καὶ οὐχὶ εἰς τὴν Λατινικήν, καὶ οὕτως ἐπιτευχθῇ νὰ χειραφετηθῇ ὁ λαὸς ἀπὸ τὴν πνευματικὴν δεσποτείαν τῶν Παπῶν. Εἰς τὸ σχολεῖον τοῦτο ἐδιδάσκετο μόνον ἀνάγνωσις καὶ γραφή. Ἀλλὰ τὸ σχολεῖον τοῦτο, τυχαίως γεννηθὲν πρὸς καταπολέμησιν τοῦ Παπικοῦ κλήρου, παρηκολούθησε τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἐλευθεριῶν, καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν νεωτέρων ἀναγκῶν τῶν κοινωνιῶν, ὑφ’ οὓς ὅρους ζῶσιν αἱ νεώτεραι κοινωνίαι, καὶ κατέστη ὄντως τὸ βαρόμετρον τῆς κοινωνικῆς καὶ πολιτικῆς προόδου καὶ μάλιστα τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ. Ἐπὶ τοσοῦτον κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους ἡ νεωτέρα κοινωνία ἐστηρίχθη ἐπὶ ἀσφαλῶν βάσεων καὶ ἐπὶ τοσοῦτον προήχθη ὁ πολιτισμὸς ἐν τῇ βορειοδυτικῇ Εὐρώπῃ καὶ τῇ Ἀμερικῇ, ἐφ’ ὅσον ἐθεμελιώθη ἡ κοινωνικὴ ἀνάπτυξις καὶ τὸ πολιτικὸν καθεστὸς ἐπὶ τῆς Δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἤτοι ἐπὶ τῆς πνευματικῆς καὶ ἠθικῆς μορφώσεως τῶν πολυπληθεστέρων τάξεων τοῦ λαοῦ, διὰ τοῦ Δημοτικοῦ σχολείου ἐπιδιωκομένης τελεσφόρως. Διότι τὴν νεωτέραν κοινωνίαν τοῦτο πρὸ πάντων διακρίνει καὶ τοῦτο χαρακτηρίζει, ἡ ζωοποίησις ἡ κοινωνικὴ καὶ πολιτικὴ τῶν κατωτάτων τούτων τάξεων τοῦ λαοῦ, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔμενον νεκραί, ὑπὸ τὸ βάρος τῆς θρησκευτικῆς καὶ κοινωνικῆς δυσειδαιμονίας, καὶ ἐν τῷ πυκνῷ σκότει τῆς ἀγνοίας. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἐπεκράτησεν ἡ καθολικὴ ψηφοφορία καὶ δι’ αὐτῆς μετέχουσιν οἱ πολλοὶ τῆς διοικήσεως τῶν κοινῶν, καὶ διὰ τῆς ψήφου τούτων λύονται καὶ κανονίζονται τὰ τῆς κοινωνίας συμφέροντα, ἐπὶ τοσοῦτον ἡ Δημοτικὴ ἐκπαίδευσις κατέστη ἀναγκαία καὶ ἀπαραίτητος. Λοιπὸν τὸ σχολεῖον, σὺν τῇ νεωτέρα ἀναγεννωμένῃ κοινωνίᾳ ἀναπτυσσόμενον, δὲν ἠδύνατο νὰ μένῃ ἁπλῶς σχολεῖον μεταδοτικῶν γνώσεων, γνώσεων ἐγκυκλοπαιδικῶν ἐκ τῶν δύο μεγάλων πηγῶν τῆς φύσεως καὶ τῆς ἱστορίας. Ἀλλ’ ἀφοῦ παρῆλθεν ἱκανὸς χρόνος, εὑρέθη, ὅτι ἦτο ἀνεπαρκὲς καὶ δὲν ἀνταπεκρίνετο τὸ τοιοῦτον σχολεῖον εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς προβαινούσης κοινωνίας· ἑπομένως ὑπέστη τὴν τελευταίαν αὐτοῦ μεταμόρφωσιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν λειτουργεῖ πανταχοῦ σήμερον. Καὶ τίς ἄρα εἶναι αὕτη; Σήμερον ἐν τῷ σχολείῳ τοῦ λαοῦ δὲν πρόκειται πλέον νὰ μεταδίδωνται γνώσεις δι’ οἱωνδήποτε τρόπων πρὸς πλουτισμὸν τοῦ ταμείου τῆς συνειδήσεως τοῦ νέου ἀνθρώπου καὶ διὰ τὰς ὁποίας οἱοσδήποτε διδάσκαλος, ἔχων γνώσεις, δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὄργανον μεταδόσεως αὐτῶν εἰς τοὺς μαθητάς· σήμερον τὸ σχολεῖον τοῦ λαοῦ κύριον σκοπὸν ἔχει τὴν μόρφωσιν χαρακτῆρος, ὁ δὲ διδάσκαλος θεωρεῖται ὡς εἷς καλλιτέχνης, ὡς εἷς γλύπτης τῆς ψυχῆς τοῦ παιδὸς, καὶ αἱ μεταδιδόμεναι γνώσεις μέσον πρὸς τοῦτο, καὶ ἑπομένως τὸ σχολεῖον σκοπὸν ἔχει νὰ καταστήσῃ τὸν ἄνθρωπον καὶ πολίτην ἠθικὸν, νὰ διαπλάσῃ τὸ ἦθος αὐτοῦ. Αἱ γνώσεις μάλιστα μεταδίδονται μετὰ φειδοῦς καὶ διὰ μεθόδων καὶ τρόπων τοιούτων, ὥστε, μεταδιδόμεναι, νὰ ῥυθμίζωσι καθ’ ὡρισμένον σχέδιον τὴν ψυχὴν τοῦ νέου. Λοιπὸν ἡ μετάδοσις τῶν γνώσεων δὲν εἶναι σκοπὸς, ἀλλὰ μέσον τῆς μορφώσεως. Ὡς εἰς τὸν γλύπτην ἡ ξοάνη εἶναι τὸ ὄργανον ἐκεῖνο, δι’ οὗ ξέει τὸ μάρμαρον, ἵνα δώσῃ εἰς αὐτὸ τὴν μορφὴν, τὸ ἦθος, τὴν ἔκφρασιν, οὕτω πως τὰ μαθήματα, αἱ μεταδιδόμεναι γνώσεις χρησιμεύουσιν ὡς μέσον πρὸς μόρφωσιν τοῦ ἀνθρώπου. Τοῦτο εἶναι ἡ θεμελιώδης ἔννοια τοῦ Δημοτικοῦ σχολείου, καθ’ ἣν ἐγένετο παρ’ ἡμῖν ἡ ὀργάνωσις τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν ὁ διδάσκαλος ἐν τῇ νεωτέρᾳ κοινωνίᾳ, νὰ ἦναι τεχνίτης, νὰ ἦναι δημιουργὸς τοῦ ἤθους τῶν παίδων· τοῦτο δὲ ἐπαγγέλλεται ἡ παιδαγωγικὴ ἐπιστήμη καὶ αἱ πρὸς αὐτὴν συναφεῖς. Ἐφιστῶ τὴν ὑμετέραν προσοχὴν ἐπὶ τούτου· διότι τοῦτο εἶναι τὸ κύριον σημεῖον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου θ’ ἀφορμηθῶμεν, ὅπως δημιουργήσωμεν σύστημα ἐκπαιδευτικὸν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ, ἂν πρόκηται νὰ σκεφθῶμεν σπουδαίως περὶ τούτου· δηλαδὴ πρέπει νὰ ἐπιζητήσωμεν μόρφωσιν διδασκάλων, οὐχὶ μεταδιδόντων γνώσεις, ἀλλ’ εὐμεθόδων καὶ ἱκανῶν νὰ μορφώσωσιν ἦθος. Ἵνα δὲ κατασταθῶσιν ἱκανοὶ πρὸς τοῦτο, εἶναι ἀνάγκη νὰ μορφωθῶσιν εἰς écoles normales, εἰς Διδασκαλεῖα πλήρη καὶ τέλεια, ὡς λέγομεν ἡμεῖς. Εἶναι ἀναγκαία ἡ σύστασις Διδασκαλείων, χρησίμων πρὸς τοῦτο. Αὐτὸ λέγω ὑπαινισσόμενος, ὅτι τὰ μονότακτα, τὰ ὑποδιδασκαλεῖα καὶ τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ σήμερον εἰσαγόμενα διὰ τῶν νομοσχεδίων οὐδεμίαν δύνανται νὰ ἔχωσι σχέσιν πρὸς σύστημα, τὸ ὁποῖον σήμερον λειτουργεῖ παρ’ ἡμῖν, εἰσαχθὲν πλῆρες ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ πρὸ δεκαετίας, καὶ τὸ ὁποῖον ἐπιζητεῖ ὁ Ὑπουργὸς διὰ τῶν νομοθετημάτων τούτων νὰ ἀνατρέψῃ. Πάντες γινώσκετε, ὅτι κατὰ τὸ 1878 συνέστη καὶ ἐγκαινιάσθη πλῆρες σύστημα ἐκπαιδευτικὸν διὰ τῆς συστάσεως Διδασκαλείων ὑπὸ τὴν ἔννοιαν καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἀνεκοίνωσα ἀρτίως πρὸς τὴν Βουλήν. Τὰ Διδασκαλεῖα ταῦτα λειτουργοῦσι πρὸ ἐτῶν, καὶ συμφώνως πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ἐπιδιωκόμενον διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, ἐξεδόθησαν Διατάγματα δύο, ὀργανιστικὰ, διὰ τῶν ὁποίων ἐῤῥυθμίζετο ἡ διδασκαλία ἐν τοῖς καθέκαστα τῶν Διδασκαλείων καὶ ἡ διδασκαλία τῶν προτύπων σχολῶν, τῶν προσηρτημένων εἰς τὰ Διδασκαλεῖα, ἵνα ἀσκῶνται ἐν αὐταῖς οἱ μαθηταὶ τῶν Διδασκαλείων εἰς τὰς μεθόδους, διότι, ἵνα μορφωθῇ ὁ διδάσκαλος, εἶναι ἀνάγκη νὰ διδαχθῇ καὶ θεωρητικὰς γνώσεις, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἐφηρμοσμένως νὰ ἀσκηθῇ ἐν ταῖς μεθόδοις πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ, ὃν ἐπιζητεῖ τὸ σχολεῖον. Εἶναι δὲ δυσκολωτάτη καὶ λεπτοτάτη ἡ τοιαύτη μόρφωσις τῶν διδασκάλων, καὶ μέγισται δαπάναι καταβάλλονται πρὸς τοιαύτην μόρφωσιν τοῦ διδασκάλου, ὅστις εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ σχολείου· διότι ὁ ἱκανὸς καὶ εὐπαίδευτος διδάσκαλος δύναται καὶ ὑπὸ τὴν μωρέαν καὶ ὑπὸ τὴν ἐλαίαν καὶ ὑπὸ τὸν νάρθηκα τῆς ἐκκλησίας νὰ διδάξῃ καὶ γένηται πρόξενος μεγάλης ὠφελείας· τί ὠφελοῦσι τὰ πολυτελῆ διδακτήρια, ὅταν ἐλλείπῃ ἀπ’ αὐτῶν ἡ ψυχή, ὁ διδάσκαλος; Εἶναι μάταια. Πρῶτον πρέπει νὰ δαπανήσωμεν πρὸς μόρφωσιν τῶν διδασκάλων καὶ ὕστερον νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἀνιδρύσεως διδακτηρίων. Ὁ κ. Ὑπουργός, εἰσηγούμενος τὰ νομοσχέδια πρὸ μικροῦ, ἰσχυρίσθη, ὅτι νέον σύστημα εἰσάγει, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ δημοτικὸν σχολεῖον περιέχει 6 τάξεις. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι νέον; Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἤδη τὸ πρῶτον πρόκειται νὰ νομοθετηθῶσι δημοτικὰ σχολεῖα, περιλαμβάνοντα ἕξ τάξεις; Οὐχί. Διότι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1878 ἡ νομοθεσία τοῦ Κράτους ἐν τῇ ἡμετέρᾳ πατρίδι καθιέρωσε καὶ λειτουργοῦσιν ἔκτοτε σχολεῖα, περιέχοντα 6 τάξεις, τὰ ὁποῖα ὠνομάσθησαν ἀστικά. Οἱ ἀξιότιμοι δὲ προκάτοχοι τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ συνέστησαν ἱκανὰ κατὰ τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν, λειτουργοῦσι δὲ εὐδοκίμως τὰ πλεῖστα. Ἂν δὲ εἶχεν ὄργανα ἐπιθεωρήσεως εἰδικὰ τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως ἐποπτεύῃ, νομίζω, ὅτι ἤθελον φέρει πολὺ καλλιτέρους καρποὺς ἐκείνων, τοὺς ὁποίους φέρουσι Διότι, ὅτε συνέστησαν τὰ Διδασκαλεῖα, τὸ 1878, καὶ κατόπιν τὸ τῆς Τριπόλεως, καὶ κατόπιν τῆς Κερκύρας καὶ Λαρίσσης, ἐνομοθετήθη ἀπὸ τοῦ 1878 καὶ ὠργανώθη τὸ πρότυπον σχολεῖον, καθ’ ὃ ἔδει κατὰ μικρὸν νὰ συστηθῶσιν ἅπαντα τὰ σχολεῖα τοῦ Κράτους. Τὰ πλήρη σχολεῖα μετὰ ἕξ διδασκάλων, τὰ ὁποῖα σήμερον λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι καταρτίζει, εἶναι ἔκτοτε νενομοθετημένα καὶ λειτουργοῦσι καὶ δὲν ἐννοῶ, πῶς ἐπέτρεψεν εἰς ἑαυτὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς, νὰ ἰσχυρισθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι πρώτην φορὰν εἰσάγει τοιαῦτα σχολεῖα σήμερον διὰ τοῦ εἰσαγομένου νομοσχεδίου. Ἐπίσης ἀνακριβὲς εἶναι τὸ ῥηθὲν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ, ὅτι πρόγραμμα δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν ὑπάρχει. Ἂν εἶχον πρόχειρον ἐνταῦθα τὸ ὑπὸ τοῦ ὑπουργικοῦ γραμματέως κ. Βενθύλου ἐκδοθὲν τεῦχος τῶν νόμων καὶ διαταγμάτων, θὰ σᾶς ἐπεδείκνυον πολυσελίδους ὁδηγίας καὶ πρόγραμμα, κατὰ τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ διδάσκωνται τὰ μαθήματα εἰς τὸ Κράτος ὑπὸ τῶν δημοδιδασκάλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν μορφοῦνται ἐν τοῖς Διδασκαλείοις καὶ τὸ ὁποῖον ἐπεκυρώθη διὰ Β. Διατάγματος, ὅπερ, ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ μακαρίτου Παπαμιχαλοπούλου. Πλὴν δὲ τοῦ προγράμματος τούτου, ὑπάρχει καὶ πρόγραμμα περὶ ἐκείνων τῶν σχολείων, ἐν τοῖς ὁποίοις εἷς διδάσκαλος διδάσκει τέσσαρας τάξεις, καὶ δύο διδάσκαλοι πέντε τάξεις. Ὥστε πλῆρες σύστημα ἐκπαιδεύσεως, πλῆρες πρόγραμμα διδασκαλίας λειτουργεῖ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀπὸ τοῦ 1881, ἠδύνατο δὲ ὁ Ὑπουργὸς, ἐὰν εἶχεν ὄργανα ἐπιθεωρήσεως τὰ κατάλληλα, νὰ γνωρίζῃ ἀπὸ τοῦ γραφείου του, εἰς οἱανδήποτε ὥραν τῆς ἡμέρας, νὰ γνωρίζῃ, ποῖον μάθημα διδάσκεται καθ’ ὅλον τὸ Κράτος· ἐπὶ τοσοῦτον εἶχε ῥυθμισθῆ ἀκριβῶς ἡ διδασκαλία ἐν τοῖς σχολείοις. Δὲν σκοπῶ νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων τούτων, ἐξ ἐναντίας ἐπαναλαμβάνω ἐξ ὅλης καρδίας, ὅτι συγχαίρω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι εὗρε καιρὸν, καί περ διευθύνων δύο Ὑπουργεῖα, νὰ σκεφθῇ καὶ ὑποβάλῃ νομοσχέδια, τείνοντα πρὸς βελτίωσιν τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐκ τῆς συζητήσεως τῶν ὁποίων βεβαίως καλόν τι θὰ προέλθῃ. Ἦτο καιρὸς τέλος πάντων, ἡ Κυβέρνησις νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς μορφώσεως τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἥτις μόρφωσις ὄχι μόνον ὑπὸ τὴν ἠθικὴν ἔποψιν θέλει φέρει τὴν πρόοδον αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ οἰκονομικῶς θέλει προαγάγει αὐτὸν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν δηλαδὴ ἐκείνην, ὑπὸ τὴν ὁποίαν συνειθίζει νὰ ἐξετάζῃ τὰ πάντα ὁ κ. Πρωθυπουργός. Δὲν εἶναι ἀληθὲς τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐποπτεία. Ἐποπτεία ὑπάρχει, Κύριοι, ἀκεραία, ὁ νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς πλήρη ἐνέργειαν, εἶναι συντεταγμένος κατὰ τὸν νόμον τοῦ Γκιζώτου κατὰ τὸ 1864 καὶ κατὰ τὸν νόμον Βαβαρκὰν καὶ ἔχει βάσεις τινας ἐπιθεωρήσεως ἀρκούντως πλήρεις καὶ ἀρτίας, συνυπαρχούσης καὶ τῆς ἐπιθυμίας καὶ προθέσεως εἰς τὸν Ὑπουργὸν, νὰ κινῇ τὴν μηχανὴν ταύτην, τὴν ἐπιθεωρητικὴν, ὅπως ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν της. Ὅταν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου καθ’ ἡμέραν ἐξέρχωνται κάμινοι πλήρεις μεταῤῥυθμίσεων, μεταθέσεων καὶ ἀπολύσεων, ἕνεκα κομματικῶν λόγων, τί νὰ πράξῃ ὁ εἰς ὃν ἡ ἐπιθεώρησις ἔχει ἀνατεθῇ, ἀφοῦ εἶναι ὑποτεταγμένη ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ κόμματος; Ἐφ’ ὅσον τὸ Ὑπουργεῖον δὲν δεικνύῃ εὐλάβειαν ἐπὶ τῆς δημοτικῆς ἢ τῆς ἄλλης ἐκπαιδεύσεως, οὐδεμίαν ἂς περιμένωμεν ἐκ τῶν νόμων ὠφέλειαν. Ἐπιφυλασσόμενος, ὅταν θὰ συζητηθῶσι τὰ νομοσχέδια, νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ προσφέρω καὶ ἐγὼ κατὰ τὴν συζήτησιν τὸν ὀβολόν μου, τοῦτο μόνον παρατηρῶ ἤδη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι, τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε, δὲν εἶναι πλῆρες, ἐφ’ ὅσον δὲν εἰσάγει νομοσχέδιον περὶ ἱεραρχικῆς ἐποπτείας.
§17ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Τὸ νομοσχέδιον περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως λαμβάνει πρόνοιαν περὶ τούτου, καὶ καθίστησι σύστημα ἐποπτείας πλῆρες.
§18ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀνακαλῶ τότε τὰ περὶ τούτου· παρακαλῶ ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐὰν σπουδαίως ἐπιθυμῇ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ κλάδου τῆς ἐκπαιδεύσεως, νὰ προνοήσῃ, ὅπως ἀποκτήσωμεν παιδαγωγικὰς δυνάμεις· τὸ ζήτημα δὲ τοῦτο χρήζει δαπάνης, ἀλλὰ πρὸ πάντων χρήζει χρόνου· διὰ τοῦτο δὲ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διὰ μακρῶν συνέστησα τὴν ἀνάγκην, νὰ ἀναγραφῇ πίστωσις 30,000 δραχμῶν, ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ ἀποστέλλωνται καθ’ ἕκαστον ἔτος 10 ἢ 15 νέοι εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ὅπως μορφωθῶσιν εἰς τὰ παιδαγωγικὰ, διότι διὰ τὴν διδασκαλίαν ἔχομεν ἀνάγκην εἰδικῶν καθηγητῶν. Ἐὰν δὲ νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι τὸ Κράτος δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ν’ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον, καλὸν εἶναι ν’ ἀπόσχῃ πάσης μεταῤῥυθμίσεως, ἵνα μὴ καταστραφῇ καὶ τὸ ὑπάρχον. Ἐὰν τὸ μέτρον, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ἔχομεν λάβει ἀπὸ τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου διὰ τῆς συστάσεως Ἐπιτροπῆς, ἐλειτούργει ἀπὸ τοῦ 1872, θὰ εἴχομεν μέχρι τοῦδε 70 παιδαγωγικούς, καὶ ἐὰν ὅλοι δὲν ἐπέζων, θὰ εἴχομεν βεβαίως τοὺς 50.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ νομοσχέδια ταῦτα, νομίζω ὅτι εἶναι σύμφωνος ἡ Βουλὴ, νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, παρὰ τοῦ κ. Προέδρου καταρτισθησομένην.
§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§21ΡΑΛΛΗΣ. Καλὸν εἶναι νὰ κοινοποιηθῶσι καὶ πρὸς τὸν Διδασκαλικὸν Σύλλογον, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς θέσιν πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ ἀποφανθῇ περὶ αὐτῶν.
§22ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὰ νομοσχέδια θὰ τυπωθῶσι καὶ δύναται πᾶς τις νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 101–109).
§23ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρόεδρος καὶ εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος 1890. Ἡ ἔκθεσις αὕτη, ἡ ὁποία κατατίθεται, φέρει τὰς ὑπογραφὰς μόνον τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας αὐτῆς, διότι τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας, ὅσα προσῆλθον εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐδήλωσαν, ὅτι θὰ καταθέσωσιν ἰδίαν ἔκθεσιν Ὡς πρόεδρος δὲ τοῦ Δʹ τμήματος, τοῦ προεξελέγξαντος τὴν συμπληρωματικὴν ἐκλογὴν Κερκύρας, καταθέτω τὴν ἔκθεσιν τοῦ τμήματος, ἐπικυρωτικὴν τῆς ἐκλογῆς ταύτης.
§24ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, διότι δὲν μᾶς ἀνεγνώσθη ἡ ἔκθεσις, ὅπως ἴδωμεν, ἐὰν ἤθελε συνταχθῆ κατὰ τρόπον, ἐπιτρέποντα νὰ ὑπογράψωσι καὶ τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας, ἤ, ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, νὰ συντάξωσιν ἔκθεσιν ἰδιαιτέραν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἐνόμισε καλὸν, νὰ προσκαλέσῃ καὶ τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας, ἵνα ἐκφράσωσι τὴν γνώμην των ἐπ’ αὐτῆς. Οὐδὲν παράπονον ἐκφράζω· ἀλλ’ ἐπειδὴ μετὰ τὴν κατάθεσιν τῆς ἐκθέσεως, καὶ τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας ἀναγκάζονται νὰ ὑποβάλωσιν ἰδίαν ἔκθεσιν, παρακαλῶ, ὅπως δοθῇ εἰς ἡμᾶς ἡ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας, ἵνα, ἔχοντες αὐτὴν ὑπ’ ὄψει, ὑποβάλωμεν καὶ τὴν ἰδικήν μας μέχρι τῆς αὔριον ἑσπέρας.
§25ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξεδήλωσε τὴν λύπην του διότι ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἐκάλεσε καὶ αὐτὸν καὶ τὰ λοιπὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας, ἵνα ἀναγνώσῃ αὐτοῖς τὴν ἔκθεσίν της. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἐλησμόνησεν, ὅτι μόνον ἅπαξ παρευρέθη εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς, κατὰ τὴν συνεδρίασιν δ’ ἐκείνην οὐδεμίαν τοιαύτην ἐξεδήλωσεν ἐπιθυμίαν, τ’ ἄλλα δὲ μέλη τῆς μειονοψηφίας ἐδήλωσαν, ὅτι θὰ συντάξωσιν ἰδιαιτέραν ἔκθεσιν, καὶ ὅτι δὲν ἔχουσιν ἐπιθυμίαν νὰ μᾶς ἴδωσι πρὸ τῆς καταθέσεως τῆς ἐκθέσεως ἡμῶν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ τυπωθῇ, ἢ νὰ δοθῇ εἰς τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας;
§27ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 110). Ἐξ Ἰθάκης τηλεγραφεῖ ἡ ὁλομέλεια τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἰθακησίων, ὅτι ἐκφράζει οὐχὶ τὴν ἀτομικὴν τῶν μελῶν γνώμην, ἀλλὰ διερμηνεύει πιστῶς τὴν γενικὴν ἐπιθυμίαν τοῦ λαοῦ τῆς Ἰθάκης περὶ ἀνασυστάσεως τῆς ἐπαρχιακῆς περιφερείας.
§29ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑπό τινος τῶν Βουλευτῶν Ἀρκαδίας ἐγένετο ἐπερώτησις περὶ τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος Τρικολλώνων, καὶ ἐζητήθη ἡ κατάθεσις τῶν σχετιζομένων πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἐγγράφων. Ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, καταθέτω τὰ ἔγγραφα, πληροφορῶ δὲ, ὅτι, ὅτε τὸ πρῶτον ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐγένετο γνωστὴ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον περὶ τὰ μέσα τοῦ Νοεμβρίου, ἐπιληφθεὶς ἀμέσως αὐτῆς, ὑπέβαλον Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου προτείνεται ἡ ἀπόλυσις τοῦ εἰσπράκτορος, συμφώνως πρὸς τὴν πρότασιν τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Λαρίσσῃ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 112).
§30ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων Μαντινείας δὲν ἐγένετο ἐνέργειά τις;
§31ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ μελέτη τῆς ἀποξηράνσεως.
§32ΡΑΛΛΗΣ. Προχωρεῖ;
§33ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα, προχωρεῖ, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ἔχητε τὴν ἀξίωσιν νὰ τελειώνωσι τὰ δημόσια ἔργα καθ’ ὃν τρόπον ὑμεῖς ἐτελειόνετε τὰ ἰδικά σας ἔργα. Ἡ μελέτη ταχέως θέλει εἶναι πλήρης ὡς πρὸς τὴν λίμνην Τάκας καὶ ὡς πρὸς τὸ πεδίον τὸ Μαντινειακὸν καὶ Τεγεατικόν. Οἱ μηχανικοὶ ὅμως δὲν ἐπελήφθησαν μέχρι τοῦδε τοῦ ἔργου τῆς λίμνης Καντύλας, ἥτις κεῖται ἔξω τοῦ πεδίου ἐκείνου καὶ παρέχει μείζονας δυσκολίας.
§34Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτε κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς παρελθούσης ἑβδομάδος ἐζήτησα παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀνταλλαγέντα ἔγγραφα μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῶν παρὰ ταῖς Μεγάλαις Δυνάμεσιν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλλάδος, καὶ τὰς ὁδηγίας, τὰς ὁποίας εἶχεν ἐπιστείλει πρός τε τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλληνικὴν Πρεσβείαν καὶ πρὸς τὸν ἐν Κρήτῃ Γενικὸν Πρόξενον τῆς Ἑλλάδος, ὁ Πρωθυπουργὸς ἠρνήθη νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, προβαλὼν πρὸς δικαιολογίαν του δύο λόγους. Ὁ πρῶτος λόγος ἦτο, ὅτι «τῶν ἐγγράφων τούτων ἡ κατάθεσις δὲν συντελεῖ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους», κατὰ τὸν ὑπὸ τῆς «Ὥρας» δημοσιευθέντα λόγον αὐτοῦ. Ὁ δὲ δεύτερος λόγος αὐτοῦ εἶναι, ὅτι «τὰ ζητήματα τῆς Κρήτης εἶναι ἐκκρεμῆ». Ἡ ἄρνησις αὕτη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νὰ καταθέσῃ τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, ἄφινε τὴν Βουλὴν ἐν πλήρει σκότει, ἐὰν δὲν εἶχεν ἐκδοθῆ ἡ Κυανῆ Βίβλος τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Ἄνευ τῆς Κυανῆς Βίβλου ἦτο ἀδύνατον νὰ γνωρίζωμεν, ποίας συνεννοήσεις ἐποιήσατο ἡ Κυβέρνησις περὶ τῶν ὑποθέσεων τῆς Κρήτης, οὐδὲ ποίας ἀνακοινώσεις πρὸς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις, οὐδὲ τί οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῆς ἔν τε τῇ Κωνσταντινουπόλει καὶ ἐν τῇ Κρήτῃ ἔπραττον κατ’ ἐντολὴν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Θὰ εἴχομεν μόνον μίαν πληροφορίαν, ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐδυνάμεθα νὰ πορισθῶμεν ἐκ τῆς γνωστῆς μεταμεσημβρινῆς ἐφημερίδος τοῦ Ὑπουργείου, διὰ τῆς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἴτε αὐτὸς γράφων, εἴτε ὑπαγορεύων τὰ γραφόμενα, συνειθίζει νὰ διαφωτίζῃ ἢ νὰ ἀποπλανᾷ τὸ Ἑλληνικὸν κοινόν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐκ τῆς Κυανῆς Βίβλου δὲν δυνάμεθα, νὰ πορισθῶμεν πάσας τὰς πληροφορίας, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην, διότι ἐξ αὐτῆς δὲν θέλομεν λάβει πληροφορίας περὶ τῶν συνεννοήσεων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῶν ἄλλων Μεγάλων Δυνάμεων. Εὑρίσκομεν ὅμως πάσας τὰς συνεννοήσεις μετὰ μιᾶς τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, καὶ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας θέλομεν πορισθῆ ἐξ αὐτῆς, ἂν καὶ ἀτελεῖς, θέλουσι διαφωτίσει ἡμᾶς περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον διεχειρίσθη τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετὰ φιλαρεσκείας, τὴν ὁποίαν δὲν ἐδικαιολόγει ἡ πολιτεία αὐτοῦ, ἔγραφεν ἐν τῇ διακοινώσει, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε πρὸς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις, ὅτι αὐτὸς καὶ οἱ συνάδελφοι αὐτοῦ διαχειρίζονται τὴν ἐπιμέλειαν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἀλλ’ ἐνῷ ἠξίου νὰ χαρακτηρίζῃ ἑαυτὸν καὶ τοὺς συναδέλφους αὐτοῦ ὡς ἐπιμελητὰς τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἀρνεῖται τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Βουλή, νὰ ἐλέγξῃ καὶ νὰ ἐπικρίνῃ τὴν ἐπιμέλειαν ταύτην αὐτοῦ. Εἶναι εἶδος κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον ἐνεκαινίσθη ἰδίως κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην παρ’ ἡμῖν. Ἡμεῖς ὅμως, οἵτινες ἀνθιστάμεθα κατὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοιούτου πολιτεύματος, ὀφείλομεν νὰ ἐπικρίνωμεν τὴν ἄρνησιν ταύτην τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἀναγκαζόμενοι νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὰ ὀλίγα φῶτα, τὰ ὁποῖα ποριζόμεθα ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε δημοσιευθέντων περὶ τῆς Κρήτης. Λοιπὸν κατὰ τὸν Πρωθυπουργὸν ἡ ἀνακοίνωσις τῶν ἐγγράφων, τῶν ἀνταλλαγέντων περὶ Κρήτης, δὲν συντελεῖ εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα. Ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἀνακοίνωσις τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ἐγγράφων ζημιοῖ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἀλλ’ αἱ πράξεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἦσαν συντελεστικαὶ ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, καὶ μόνον ἡ ἀνακοίνωσις τῶν πράξεων αὐτῆς ἢ τῶν διανοημάτων αὐτῆς, μόνον αὐτὴ δὲν συντελεῖ εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα; Ἀπορῶ τῇ ἀληθείᾳ, ἔχων ἐν χερσὶ τὴν Κυανῆν Βίβλον, πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπρότεινε τοιαύτην δικαιολογίαν τῆς ἀρνήσεως αὑτοῦ, ἵνα καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, διότι ἀφ’ ἧς ἐπεφάνησαν ἐν τῇ Κρήτῃ αἱ περιπλοκαί, αἵτινες κατέληξαν εἰς τὴν ἀπαισίαν ἔκβασιν, τὴν ὁποίαν κατεδήλωσε τὸ ἐκδοθὲν σουλτανικὸν φιρμάνιον, ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης μέχρι τοῦδε οὐδεμία πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως συνετέλεσεν εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Καὶ ἐνῷ ἠξιοῦμεν νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, ἵνα ζητήσωμεν λόγον, διότι αἱ πράξεις τῆς Κυβερνήσεως δὲν συνετέλεσαν εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀρνεῖται νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν λογοδοσίαν, προτείνων, ὅτι, ἐὰν ἤθελε δώσει λόγον τῶν πράξεων αὑτοῦ, τοῦτο δὲν συνετέλει εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Συντελεῖ εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅταν παραπονῆται καὶ μεμψιμοιρῇ, διότι αἱ ἐν Κρήτῃ ἀρχαὶ δὲν ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των, ὅπως ἀποκαταστήσωσι τὴν ἐκεῖ κλονισθεῖσαν τάξιν; Κατὰ τὴν 25 Μαΐου π. ἔ., ἤτοι τὴν 6 Ἰουνίου ἔ. ν., ὁ κ. Μόνσων, πρέσβυς τῆς Α. Μ. τῆς Βασιλίσσης τῆς Ἀγγλίας ἐν Ἀθήναις, ἀνέφερεν εἰς τὸν Μαρκήσιον Σώλσβαρυ, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἔλεγεν αὐτῷ, ὅτι «φοβεῖται, μὴ ἡ ἀληθὴς κατάστασις τῶν πραγμάτων ἀγνοῆται ἢ παρανοῆται ἐν Κωνσταντινουπόλει, καὶ ὀφείλει νὰ εἴπῃ, ὅτι αἱ Τουρκικαὶ ἀρχαὶ δὲν πράττουσι τὰ ἐπ’ αὐταῖς πρὸς διατήρησιν τῆς τάξεως.» Τί τάχα ἠξίου ὁ Πρωθυπουργὸς, νὰ πράξωσιν αἱ ἐν Κρήτῃ Τουρκικαὶ ἀρχαί; Αἱ ἑπόμεναι ἐξηγήσεις αὐτοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τὸν κ. Πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας θέλουσιν ἐξηγήσει, τί ἐνόει, λέγων ταῦτα ὁ Πρωθυπουργός. Ὁ κ. Μόνσων ἀνέφερεν εἰς τὴν Κυβέρνησίν του κατὰ τὴν 30ὴν Μαΐου π. ἔ. ἢ τὴν 12 Ἰουνίου νέου ἔτους, ὅτι ἔλεγε πρὸς τὸν κ. Δραγούμην, Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, «ὅτι ὁ κύριος Βιλιώτης, ἐν Κρήτῃ Πρόξενος τῆς Ἀγγλίας, εἰς τὰς πρὸς τὴν ἐν Ἀθήναις Πρεσβείαν ἀνακοινώσεις μεγάλως ἐπῄνει τὸν Ἕλληνα Πρόξενον ἐπὶ συνέσει καὶ εὐμηχανίᾳ. Καὶ εἶτα ἠρώτησε τὸν κ. Δραγούμην, τί φρονεῖ περὶ τῆς ἀγγελλομένης ἀποστολῆς τουρκικῶν στρατευμάτων ἐκ Συρίας πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐν Κρήτῃ φρουρᾶς. Ἀπήντησεν, ὅτι θεωρεῖ τὸ διάβημα τοῦτο τῆς Πύλης ὡς δεδικαιολογημένον καὶ προσδοκώμενον. Πέποιθε δὲ, ὅτι θὰ συντελέσῃ εἰς διατήρησιν τῆς ἡσυχίας. Δύναμαι ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ βασισθῶ εἰς τοῦτο, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐμμένουσα εἰς τὴν ἐνεστῶσαν πολιτικήν της, τοῦ νὰ ἐξασκῇ διὰ παντὸς μέσου ὅλην τὴν ἐπιῤῥοήν της πρὸς πρόληψιν σοβαρᾶς ἐκρήξεως. Παράλογον θὰ ἦτο νὰ κλείσῃ τις τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὰ στοιχεῖα τοῦ κινδύνου, τὰ συσσωρευθέντα ἐν Κρήτῃ, καὶ μωρία θὰ ἦτο νὰ λέγῃ τις, ὅτι ὀλίγοι σπινθῆρες δὲν δύνανται νὰ ἀνάψωσι τὴν πυρκαϊάν. Ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς θὰ ἐπιχύνῃ ψυχρὸν ὕδωρ, καὶ ὁ κ. Δραγούμης εὐελπιστεῖ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄμεσος κίνδυνος ἀναφλέξεως». Ἀλλὰ τί ἐνόει ὁ κ. Δραγούμης, χαρακτηρίζων τὸ μέτρον τῆς ἀποστολῆς στρατοῦ ἐκ Συρίας εἰς Κρήτην ὡς δεδικαιολογημένον καὶ προσδοκώμενον: Ἐν ἄλλῃ ἐκθέσει τοῦ κ. Πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας, φερούσῃ ἡμερομηνίαν τῆς 8 Ἰουνίου π. ἔ., ἤτοι τῆς 20 Ἰουνίου ν. ἔ., εὑρίσκομεν τὰ διανοήματα τοῦ κ. Δραγούμη. «Ὁ κ. Δραγούμης (ἀναφέρει ὁ κ. Μόνσων) εἶπεν, ὅτι ἐπιθυμεῖ καὶ ἐλπίζει, ὅτι ὁ εἰδικὸς ἐπίτροπος, ὁ ἀποστελλόμενος ὑπὸ τῆς Πύλης, θὰ ἐπιτύχῃ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν ἐν Κρήτῃ, ἔστω καὶ ἂν, ὡς λίαν πιθανὸν, αὐστηρότης τις χρειασθῇ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου.» Διὰ τοῦτο ἐθεώρει δεδικαιολογημένον τὸ μέτρον τῆς ἀποστολῆς στρατοῦ εἰς Κρήτην; Διὰ τοῦτο προσεδόκα νὰ ἀποβιβασθῇ ὁ στρατὸς εἰς Κρήτην, ἐλπίζων, ὅτι ἤθελεν ἀποκατασταθῆ ἡ τάξις, «ἔστω καὶ ἄν, ὡς ἦτο λίαν πιθανόν, ἐγίνετο χρῆσις αὐστηρότητός τινος πρὸς τοῦτο;» Τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἡ γλῶσσα πρὸς τὸν Πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας ἦτο εὐκρινεστέρα ἐπὶ τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον ὁ Πρωθυπουργὸς ἐτύγχανεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐφήρμοζεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἰδοὺ ἐν συνεντεύξει μετὰ τοῦ ἐν Ἀθήναις Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας τί ἔλεγεν ὁ Πρωθυπουργὸς πρὸς αὐτόν. Εὑρίσκομεν τὰ λεχθέντα τότε ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐν τῇ ἀπὸ 10|22 Ἰουλίου ἐκθέσει τοῦ κυρίου Μόνσων πρὸς τὸν Μαρκήσιον Σώλσβαρυ. «Δὲν ἐννοεῖ, ἔλεγεν ὁ κ. Τρικούπης, τί συμβαίνει ἐν Κωνσταντινουπόλει. Φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι ἀμφίβολον, ὅτι ἡ Πύλη προτίθεται νὰ ἀποστείλῃ 4,500 πλείονας ἄνδρας εἰς Κρήτην. Ἀλλ’ ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις πρέπει νὰ γνωρίζῃ κάλλιστα, ὅτι δύναμις 10 ἢ 11 χιλιάδων ἀνεπαρκὴς θὰ ἦτο νὰ ἀντιμετωπίσῃ γενικὴν ἐξέγερσιν τῶν χριστιανῶν τῆς Κρήτης, καὶ ὅτι στρατιωτικὸν σῶμα ἐκ 40 ἢ 50 χιλιάδων θὰ ἐχρειάζετο δύο ἐτῶν κοπιώδη ἐκστρατείαν, ὅπως καταβάλῃ γενικὴν ἐν τῇ νήσῳ ἐπανάστασιν. Ἡ πρᾶξις τῆς Πύλης, πεμπούσης στρατιώτας κατὰ μικρὰς δόσεις, εἶναι ἀνεξήγητος, ἐκτὸς ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι σκοπεῖ νὰ αὐξήσῃ τὴν ἔξαψιν, καὶ κορυφώσῃ αὐτήν». Ὁ Πρωθυπουργὸς συνεβούλευσε τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν μετήρχοντο οἱ ἰατροί, οἱ καλούμενοι νὰ θεραπεύσωσι κακοήθεις πυρετούς. Πρέπει μεγάλη δόσις κινίνης νὰ δοθῇ εἰς τὸν ἀσθενῆ, διότι αἱ μικραὶ δόσεις δὲν δύνανται νὰ καταπαύσωσι τὸν πυρετόν. Ἀπεδοκίμαζε καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς τὰς εἰς μικρὰς δόσεις ἀποστολὰς τουρκικοῦ στρατοῦ ἐν Κρήτῃ, ὡς τεινούσας εἰς ἔξαψιν καὶ οὐχὶ εἰς καταστολὴν τῆς Κρητικῆς νόσου. Πῶς θέλει ἀποκατασταθῆ ἡ τάξις ἐν Κρήτῃ, ἔλεγεν ὁ Πρωθυπουργός, ἐὰν ἡ Τουρκία στέλλῃ 4,000 ἢ 4,500 ἄνδρας μόνον, ἀφοῦ εἰς τετρακισχιλίους ἀνέρχεται πᾶσα ἡ ἐν Κρήτῃ φρουρά; Εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ, ἂν στέλλῃ 5,000 σήμερον καὶ 6,000 αὔριον, διότι πρέπει πολυάριθμον καὶ ἐπιβλητικὴν νὰ ἀποστείλῃ δύναμιν, ἵνα καταβάλῃ τὴν Κρήτην. Κατὰ τὴν 15)27 Ἰουλίου, ὁ ἐν Ἀθήναις κύριος Πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας ἐπεφόρτισε τὸν Γραμματέα τῆς Πρεσβείας κ. Ῥώδ, νὰ λάβῃ συνέντευξιν μετὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ περὶ τῶν ὑποθέσεων τῆς Κρήτης. Ὁ κύριος Ῥὼδ μετέβη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, συνωμίλησε μετὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, καὶ ὑπέβαλεν ἔκθεσιν περὶ τούτου πρὸς τὸν προϊστάμενόν του κ. Μόνσων, ὅστις ἔσπευσε νὰ διαβιβάσῃ ταύτην πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁμιλῶν πρὸς τὸν κ. Ῥώδ, ἐξέθηκε τὰς ὑπερανθρώπους προσπαθείας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Γρυπάρης κατέβαλεν ἐν Κρήτῃ, ἵνα πείσῃ τοὺς Κρῆτας νὰ ἡσυχάσωσι, καθ’ ἣν φράσιν ἐξέθηκε ταῦτα ὁ κ. Ῥώδ. Ἀλλ’ ἔλεγεν ὁ κ. Τρικούπης πρὸς τὸν κ. Ῥώδ, ὡσεὶ παραπονούμενος, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ μετέλθῃ πρὸς τοὺς Κρῆτας ἰσχυρότερα μέσα, εἰμὴ μόνον τὴν πειθώ: «Ἀλλὰ μόνον τὴν πειθὼ δυνάμεθα νὰ μετέλθωμεν». «Καὶ ἡ Α. Ἐξοχότης (ἀναφέρει ὁ κ. Ῥώδ) ἐφαίνετο μικρὰ ἐλπίζουσα εἰς τὴν πειθὼ ταύτην πρὸς θεραπείαν τῆς κρισίμου καταστάσεως». Ἐλυπεῖτο ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, διότι δὲν τῷ ἐπετρέπετο νὰ μεταχειρισθῇ δύναμιν, ἵνα ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν, δὲν ἦσαν δὲ εἰς τὴν διάθεσιν αὐτοῦ, εἰμὴ μέσα ἀσθενῆ, οὐδὲ ἠδύνατο δι’ αὐτῶν νὰ προσδοκᾷ, ν’ ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν. «Τοῦτο ἤγαγεν αὐτὸν (ἐξακολουθεῖ ὁ κ. Ῥὼδ ἀφηγούμενος ἐν τῇ ἐκθέσει του) νὰ ὁμιλήσῃ μετά τινος θερμότητος περὶ τῆς φαινομένης ἀπαθείας τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ἔπρεπε νὰ ἦναι ἀρίδηλον εἰς πάντα, τὸν ἐννοοῦντα τὴν κατάστασιν ταύτην, ὅτι ἡ ἀποστολὴ μικρῶν σωμάτων στρατοῦ εἰς Κρήτην δὲν ἠδύνατο νὰ ἦναι χρήσιμος, καὶ μόνον θὰ ἠρέθιζε τὰ πράγματα, ἐνῷ ἡ ἀνάκλησις τοῦ αὐτοκρατορικοῦ ἐπιτρόπου ἐν στιγμῇ, καθ’ ἣν ἐφαίνετο ἕτοιμος νὰ παραχωρήσῃ τὰ αἰτήματα τῶν Κρητῶν, εἶναι ἀνεξήγητος δι’ αὐτόν». Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ Πρωθυπουργὸς θὰ τηρήσῃ σιωπὴν εἰς ἐρώτησιν, ἣν θέλω προτείνει αὐτῷ, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι δὲν συντελεῖ εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἐρωτῶ ὅμως αὐτὸν, πῶς κατὰ τὴν 10)22 Ἰουλίου, ὅτε συνωμίλει μετὰ τοῦ κ. Μόνσων, ἔλεγεν, ὅτι 40 ἢ 50 χιλιάδες στρατοῦ τουρκικοῦ ἐν Κρήτῃ δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποκαταστήσωσι τὴν τάξιν, καὶ ὅτι θὰ ἐχρειάζετο δύο ἐτῶν κοπιώδη ἐκστρατείαν, ὅπως καταβάλῃ γενικὴν ἐν τῇ νήσῳ ἐπανάστασιν, ἀφοῦ αὐτὸς εἶχεν ἐν χερσὶ τὴν δύναμιν νὰ καταπαύσῃ πᾶσαν ἀνησυχίαν καὶ πᾶσαν ἐν Κρήτῃ ταραχὴν διὰ τῆς πολιτείας, τὴν ὁποίαν μετῆλθε, καὶ δι’ ἧς ἐπειθανάγκασε τοὺς Κρῆτας, οὐχὶ νὰ καταθέσωσι τὰ ὅπλα, ἀλλὰ νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τῶν τουρκικῶν ὀρδῶν τὰς αὐθαιρεσίας καὶ τὰς βιαιοπραγίας; Ὅτε ἔλεγεν, ὅτι 50,000 στρατοῦ δὲν ἠδύναντο ν’ ἀποκαταστήσωσι τὴν τάξιν ἢ μετὰ διετῆ κοπιώδη ἐκστρατείαν, δὲν ἐγνώριζεν, ὅτι αὐτὸς ἠδύνατο νὰ πειθαναγκάσῃ τοὺς Κρῆτας νὰ παραλάβωσι φιλίως τὰς τουρκικὰς ταύτας ὀρδὰς, νὰ ὁδηγήσωσιν αὐτὰς εἰς τὰς ἐπαρχίας των καὶ εἰς τὰ χωρία των, νὰ ἐγκαταστήσωσιν αὐτὰς ἐκεῖ, καὶ ὅτι ἤρκουν μόνον πέντε ἡμέραι, διὰ νὰ κύψωσιν οἱ Κρῆτες ὑπὸ τὴν αὐθαιρεσίαν τοῦ στρατοῦ τούτου, τοῦ ἐκ Συρίας ἢ ἐξ Ἀλβανίας καταπλεύσοντος ἐπὶ τὴν νῆσον; Λέγων πρὸς τὸν Πρεσβευτὴν τῆς Ἀγγλίας, ὅτι ἀπῃτεῖτο δύο ἐτῶν κοπιώδης ἐκστρατεία, ἐσκόπει τάχα νὰ καταστήσῃ καταφανῆ, πόσον πολύτιμος ἦτο ἡ συνδρομὴ, ἣν αὐτὸς ἐχορήγησε, διότι ἀπήλλαξε τὸν τουρκικὸν στρατὸν καὶ τὴν Ὑψηλὴν Πύλην τῶν δοκιμασιῶν, τὰς ὁποίας ἐπὶ διάρκειαν δύο ἐτῶν ἔμελλε νὰ διέλθῃ, ὅπως ἀποκτήσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς συνδρομῆς τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἀπέκτησεν ἐν πέντε μόνον ἡμέρας; Ἀλλὰ πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους συνετέλεσεν ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος, ἥτις εἶχε τὴν τόλμην νὰ χαρακτηρίσῃ ἑαυτὴν ὡς ἐπιμελήτριαν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ὅταν ἔπεμπε πρὸς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις τὴν διακοίνωσιν τῆς 24ης Ἰουλίου (5 Αὐγούστου); Διὰ τῆς διακοινώσεως ἐκείνης ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν ἐζήτει νὰ ἑλκύσῃ ἐπὶ τὴν πολυπαθῆ μεγαλόνησον τὴν εὐμένειαν τῶν Μ. Δυνάμεων, ἀλλ’ ἐσκόπει νὰ εὐκολύνῃ τὴν Ὑψ. Πύλην, νὰ λύσῃ τὰς χεῖρας αὐτῆς, ἐσκόπει νὰ παράσχῃ εἰς τὰς Δυνάμεις εὔλογον καὶ δεδικαιολογημένην ἀφορμὴν, ἵνα προτρέψωσι καὶ παρακελεύσωσι τὴν Πύλην νὰ λύσῃ τὰς χεῖρας καὶ νὰ προβῇ θαῤῥαλέως, μετερχομένη πᾶσαν αὐστηρότητα, κατὰ τῆς Κρήτης. Τοῦτο βεβαιοῦται ἐκ τῆς Κυανῆς Βίβλου, ἐν ᾗ ὑπάρχει ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας πρὸς τὸν κ. Βωκλὲρ, ἀπὸ 1)13 Αὐγούστου, ἤτοι 8 ἡμέρας μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἐγκυκλίου τοῦ κ. Δραγούμη, πληροφοροῦντος αὐτὸν, ὅτι «ὁ κόμης Χάτσφελδ (πρεσβευτὴς τῆς Γερμανίας ἐν Λονδίνῳ), ἐπισκεφθεὶς κατὰ τὴν 10 Αὐγούστου τὸν Μαρκίωνα Σώλσβαρυ, ἀνέγνω αὐτῷ ἀποσπάσματα τηλεγραφήματος τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρέσβεως τῆς Γερμανίας, καθ’ ὃ αἱ τελευταῖαι ἐκ Κρήτης εἰδήσεις εἰσὶν εὐνοϊκώτεραι, καὶ ὅτι οἱ Πρεσβευταὶ τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, τῆς Αὐστρίας καὶ τῆς Γερμανίας συνεβούλευσαν τὴν Πύλην νὰ ἐνεργήσῃ σθεναρῶς». Οἱ ἰσχυροὶ, ὅσην καὶ ἂν διαχειρίζωνται μεγάλην ἰσχὺν, ὑπερτέραν ἐκείνης, ἣν διαχειρίζονται οἱ ἀσθενεῖς, δύνανται μὲν διὰ τῆς ἰσχύος αὐτῶν νὰ πράττωσιν ὅ,τι ἂν θέλωσιν ἐπὶ τῶν ἀσθενῶν, δὲν τὸ πράττουσιν ὅμως, διότι ἔχουσιν ἀνάγκην καὶ οἱ ἰσχυροὶ νὰ σέβωνται τὸ δίκαιον. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πράττουσι, πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται ὑπὸ τοῦ δικαίου, ἢ τοὐλάχιστον νὰ δικαιολογῆται ὑπὸ εὐγενοῦς τινος σκοποῦ, ὑπὸ σκοποῦ ἀγαθοεργοῦ, ἐκπολιτιστικοῦ, φιλανθρωπικοῦ. Ὅτε ἡ Ἑλλὰς εἶχε παρατάξει ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἐν Ἠπείρῳ 90,000 ἀνδρῶν ὑπὸ τὰ ὅπλα, ἡ δὲ Ὑψηλὴ Πύλη προσέφευγεν εἰς τὰς Δυνάμεις, ζητοῦσα ἀρωγὴν καὶ ἐπικουρίαν, ὅπως ἀπαλλαγῇ τῶν δεινῶν, τὰ ὁποῖα ἡ ἀπειλουμένη προσεχῶς σύγκρουσις ἠδύνατο νὰ παραγάγῃ, νομίζετε, ὅτι αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις, ὅσην καὶ ἂν εἶχον προθυμίαν νὰ παράσχωσι τὴν ζητουμένην ἐπικουρίαν εἰς τὴν Τουρκίαν, νομίζετε, ὅτι ἤθελον σπεύσει νὰ ἐκπέμψωσι τοὺς στόλους των εἰς τὰς Ἑλληνικὰς θαλάσσας, ἵνα ἀποκλείσωσι τὰ παράλια καὶ τοὺς λιμένας μας; Στόλοι πέντε Μεγάλων Δυνάμεων ἀποτελοῦσι δύναμιν καταπληκτικὴν, τοσαύτης δὲ δυνάμεως ἐπίθεσις κατὰ μικροῦ κρατιδίου, ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς, ἦτο ἀδύνατον νὰ μὴ ἐπισύρῃ τὴν ἐπίκρισιν τοῦ κοινοῦ τῆς Εὐρώπης. Ἀναγκαῖον λοιπὸν ἦτο, νὰ εὑρεθῇ αἰτιολογία, καὶ ἡ αἰτιολογία εὑρέθη. Ὁ στρατὸς τῆς Ἑλλάδος παρεστάθη ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ, ὅτι ἦτο ἀγέλη, οἱ ἄνδρες αὐτοῦ, ὅτι ἦσαν ἀνίκανοι νὰ ἀντιμετωπίσωσι τὰς τουρκικὰς στρατιάς. Ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ὡδηγεῖτο εἰς τὸ σφαγεῖον, κατὰ τὴν πρώτην δὲ συμπλοκὴν, ἥτις ἤθελε γίνει κατὰ τὰ Ἑλληνικὰ ὅρια, αἱ στρατιαὶ τοῦ Ἐγιοὺπ ἤθελον κατατροπώσει τὸν στρατὸν τῆς Ἑλλάδος, ἤθελον εἰσβάλει εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, ἤθελον καταλάβει τὴν Λάρισσαν. Ποία ζημία εἰς τὸν Ἑλληνισμόν; Ἡ Ἑλλὰς ἤθελεν ὑποκύψει εἰς μεγάλην συμφορὰν, διότι ἤθελεν ἀτιμασθῆ τὸ ἔδαφος αὐτῆς, ἀφοῦ τουρκικὸς στρατὸς ἤθελεν εἰσβάλει ἐντὸς τῶν ὁρίων της· ἤθελεν ὑποκύψει εἰς συμφορὰς, ἀφοῦ ὁ Ἐγιοὺπ ἤθελε καταλάβει τὴν Λάρισσαν καί μετὰ πόλεμον κατακτήσει αὐτὴν ὡς νικητὴς, διότι ἡ Τουρκία ἤθελε ζητήσει ν’ ἀποκόψῃ τοὺς δύο νομοὺς τῆς Θεσσαλίας, οἵτινες εἶχον παραχωρηθῆ εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀνακτήσει αὖθις αὐτοὺς καὶ μετασχηματίσει ἀπὸ νομῶν Ἑλληνικῶν εἰς βιλαέτια τουρκικά. Ἀλλὰ καὶ οἰκονομικαὶ συμφοραὶ ἤθελον ἀπειλήσει τὴν Ἑλλάδα, διότι ἡ Τουρκία ἤθελε ζητήσει πολεμικὰς ἀποζημιώσεις, τὰς ὁποίας δὲν ἤθελε δυνηθῆ νὰ ἀποτίσῃ ἡ Ἑλλάς. Δὲν καθορᾶτε, ὅτι ἡ φιλανθρωπία τῆς Εὐρώπης δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ συγκινηθῇ εἰς τοιαύτας παραστάσεις, τὰς ὁποίας Ἕλληνες, καὶ οὐχὶ ξένοι, ἐξ Ἑλλάδος ἀπηύθυναν πρὸς τὴν Εὐρώπην; Ἐὰν ἡ Εὐρώπη δὲν ἐτήρησε τὸ διεθνὲς δίκαιον, ἀποστείλασα στόλους καὶ στρατοὺς εἰς τὰς Ἑλληνικὰς θαλάσσας, ἐνῷ ἦτο ἐν εἰρήνῃ μετὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἀποκλείσασα δι’ αὐτῶν τοὺς λιμένας καὶ τὰ παράλιά μας, ἵνα μὴ ἀφήσῃ τὸ Ἑλληνικὸν κρατίδιον νὰ ἐπιδοθῇ εἰς πολεμικὰς πράξεις ἐπὶ ἰδίῳ κινδύνῳ, τὸ ἔπραξεν, ἵνα σώσῃ τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τοσούτων συμφορῶν, ἐξ εὐγνωμοσύνης πρὸς τὴν ἀρχαίαν Ἑλλάδα, ἥτις ἔδωκε τὸν πολιτισμὸν εἰς τὴν Εὐρώπην, τὸ ἔπραξεν ἐκ συμπαθείας πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, τὸ ὁποῖον ἡ Εὐρώπη διὰ τῶν ἰδίων χειρῶν εἶχε δημιουργήσει καὶ συντάξει. Οὕτω παρεσκευάσθη δικαιολογία, ἵνα οἱ ἰσχυροὶ ποιήσωνται χρῆσιν τῆς μεγάλης αὐτῶν δυνάμεως. Ὡσαύτως καὶ ἐπὶ τῆς Κρήτης· Ὅτε ἐπεφάνησαν αἱ περιπλοκαὶ τῆς Κρήτης, ἡ Τουρκία ἐσταύρωσε τὰς χεῖρας, ὅπως εἶχε σταυρώσει αὐτὰς καὶ ὅτε ὁ Ἀλέξανδρος Βάτεμβεργ διέπραξε τὸ πραξικόπημα τῆς Φιλιππουπόλεως. Ἡ Τουρκία ἐπερίμενε νὰ ἴδῃ, τί ἡ Εὐρώπη σκέπτεται περὶ τούτου. Εἶναι γνωστὴ ἡ μεγάλη σύνεσις τοῦ ἡγεμόνος τῆς γείτονος χώρας, οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ διακινδυνεύσῃ, ἐκτιθέμενος εἰς πολεμικὰς ἐπιχειρήσεις, πρὶν ἢ μάθῃ, ἐκτιθέμενος εἰς ταύτας, ὅτι δὲν ἤθελε περιπέσει εἰς περιπλοκὰς δυσαρέστους. Ἀλλὰ πῶς ἡ Εὐρώπη νὰ ἐνθαῤῥύνῃ αὐτὸν, ἵνα πράξῃ ὅ,τι ἔμελλε νὰ πραχθῇ; Ὁ Σουλτάνος νὰ στείλῃ στρατεύματα, ἵνα ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν ἐν Κρήτῃ; Ἡ πρᾶξις δὲν ἐδικαιολογεῖτο ὑπὸ τῆς φιλανθρωπίας, δὲν ὑπεστηρίζετο ὑπὸ τῶν ἰδεῶν τοῦ πολιτισμοῦ. Αὐτὴν τὴν Κρήτην πρὸ 22 ἐτῶν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἐπρότεινεν εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅπως συστήσῃ εἰς τὸν Σουλτάνον, νὰ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τὴν κυριαρχίαν του. Δὲν ἔχω τὸ κείμενον τῆς περὶ τούτου διακοινώσεως, τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ Αὐτοκράτορος Ναπολέοντος Γʹ ἐπέστειλε τότε πρὸς τὰς Μεγάλας τῆς Εὐρώπης Δυνάμεις, προκαλῶν συνεννόησιν μετ’ αὐτῶν, ἵνα πᾶσαι ὁμοῦ καὶ ἐκ συμφώνου προτείνωσιν εἰς τὴν Τουρκίαν, ν’ ἀποχωρισθῇ ἡ Κρήτη ἀπὸ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, νὰ προσκληθῇ δὲ ὁ Κρητικὸς λαὸς νὰ ἀποφανθῇ διὰ καθολικῆς ψηφοφορίας, ἐὰν στέργῃ νὰ ἑνωθῇ μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἔχω ὅμως τὴν Κυανῆν Βίβλον τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἐκδοθεῖσαν κατὰ τὸ 1867, ἐν σελ. 37 τῆς ὁποίας εὑρίσκω ἔγγραφον ἀπὸ 13 Μαρτίου 1867 τοῦ Λόρδου Στάλνεϋ πρὸς τὸν Λόρδον Cowley, ὁ ὁποῖος ἦτο τότε πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας ἐν Παρισίοις, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεκοίνωσεν αὐτῷ, ὅτι ὁ πρίγκιψ La Tour d’ Auvergne, πρέσβυς τῆς Γαλλίας ἐν Λονδίνῳ, ἀνέγνω αὐτῷ τοιαύτην διακοίνωσιν τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως. Ἔγραφεν ὁ λόρδος Στάλνεϋ πρὸς τὸν λόρδον Cowley: «The separation of Crete is, in the judgement of the French Government, inevitable» (ὁ ἀποχωρισμὸς τῆς Κρήτης, κατὰ τὴν γνώμην τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἀναπόφευκτος). «I assured him, that, if the Porte were willing to agree to the cession, Her Majesty's Government would not oppose it» (ἐβεβαίωσα τὸν Πρέσβυν τῆς Γαλλίας, ὅτι, ἐὰν ἡ Πύλη ἤθελεν ἐγκρίνει τὴν παραχώρησιν, ἡ Κυβέρνησις τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος οὐδόλως ἤθελεν ἀντιτείνει εἰς ταύτην). Δὲν συνῄνει ὅμως ἡ Ἀγγλία νὰ συνενοηθῇ μετὰ τῶν ἄλλων Δυνάμεων, ὅπως συμβουλεύσωσι τὸν Σουλτάνον νὰ τὸ πράξῃ. Περὶ αὐτῆς τῆς νήσου, περὶ τῆς ὁποίας αἱ δύο Μεγάλαι Δυνάμεις, ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Γαλλία, ἀντήλλαξαν τότε τοιαύτας ἰδέας περὶ ἀποχωρισμοῦ ἀπὸ τὴν Τουρκίαν, πῶς ἦτο δυνατὸν αὗται, νὰ συμβουλεύσωσι νῦν τὸν Σουλτάνον νὰ στείλῃ στρατεύματα 40 ἢ 50 χιλιάδων, ὡς συνεβούλευσεν ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, ὅπως καταστείλωσι τὰ ἐκεῖ συμβαίνοντα; Μήπως δὲν ἦναι γνωστὸν ἐν Εὐρώπῃ, κατὰ τίνα τρόπον ἡ Τουρκία ἀποκαθιστᾷ τὴν τάξιν διὰ τῶν στρατῶν της; Μήπως ἐν Ἀγγλίᾳ ἐλησμονήθη, ἢ δὲν ἐνθυμοῦντο ἐν τῇ ἄλλῃ Εὐρώπῃ, τὸ 1876, κατὰ τὸ ὁποῖον αἱ στρατιαὶ τῆς Τουρκίας ἀποκατέστησαν τὴν τάξιν ἐν Βουλγαρίᾳ; Ἡ Εὐρώπη εἶχεν ἀνάγκην δικαιολογίας, ἵνα προτρέψῃ τὸν Σουλτάνον νὰ μετέλθῃ αὐστηρότητα κατὰ τῆς Κρήτης, τὴν δικαιολογίαν δὲ ταύτην παρέσχεν ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, αὐτὸς, ὅστις ὠνόμασεν ἑαυτὸν ἐπιμελητὴν τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ὁ Πρωθυπουργὸς διὰ τῆς διακοινώσεώς του εἶπε πρὸς τὴν Εὐρώπην: σπεύσατε νὰ στείλητε τοὺς στόλους σας, ἵνα καταλάβητε τὴν Κρήτην, καὶ ἀποκαταστήσητε τὴν τάξιν, διότι, ἂν δὲν τὸ πράξητε ὑμεῖς, ἐσμὲν ἡμεῖς ἠναγκασμένοι ν’ ἀποστείλωμεν ἡμεῖς τὸν στόλον καὶ τὸν στρατὸν, ἵν’ ἀποκαταστήσωμεν τὴν τάξιν. Πρὸς ἀνταποκριτὴν μάλιστα τοῦ «Κήρυκος τῆς Νέας Ὑόρκης» ἔλεγε περισσότερα. Ἰδοὺ τί ἐτηλεγράφησεν οὗτος εἰς τὴν ἐφημερίδα τοῦ «Κήρυκος τῆς Νέας Ὑόρκης». Κατὰ τὸν εἰρημένον ἀνταποκριτήν, καὶ ὁ κ. Τρικούπης καὶ ὁ κ. Δραγούμης παρεκάλεσαν αὐτὸν νὰ μὴ δημοσιεύσῃ τὰ ὑπ’ αὐτῶν λεχθέντα κατὰ τὰς μετ’ αὐτοῦ συνεντεύξεις των, καὶ ἐχαρακτήριζον τὴν συνέντευξίν των essentiellement privée. Ἀλλ’ ὁ εἰρημένος ἀνταποκριτὴς ἐδημοσίευσε διὰ τῆς εἰρημένης ἐφημερίδος, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης εἶπεν αὐτῷ τὰ ἑξῆς: «Ἡ ἐν Κρήτῃ κατάστασις, εἶπεν αὐτῷ ὁ κ. Τρικούπης, εἶναι πολλῷ χείρων ἢ ὅσον τὸ κοινὸν νομίζει. Τὰ περὶ ταύτης δημοσιευθέντα εἰσὶν ἐλάχιστα, ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ μὴ δημοσιευθέντα καὶ ἐκτιθέμενα ἐν τοῖς ἐγγράφοις τῶν ἀρχείων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν Προξενείων τῶν ἄλλων Δυνάμεων. Οἱ φόνοι καὶ αἱ ὕβρεις κατὰ τῶν Κρησσῶν ἐπεβεβαιώθησαν ὑπὸ τοῦ ἐν Χανίοις Προξένου τῆς Ἑλλάδος, ἀνδρὸς, τοῦ ὁποίου τὰ λεγόμενα ἔχουσιν ὑπέρτατον κῦρος. Μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῶν προσφάτων παραστάσεων τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε, νὰ ἀναμείνῃ κατάλληλον χρόνον, διὰ νὰ ἀπευθύνῃ πρὸς αὐτὰς νέας παραστάσεις. Σήμερον τὰ τουρκικὰ στρατεύματα εἶναι πρὸ τῶν Σφακίων. Ἂν κατελάμβανον τὰς θέσεις τῶν Χριστιανῶν, καὶ ἐπηκολούθει μία σφαγή, ἤθελον ἐπισπευθῆ τὰ συμβεβηκότα, καὶ ὁ Ἑλληνικὸς στόλος, ὅστις εἶναι ἰσχυρότερος τοῦ Ὀθωμανικοῦ, ἤθελεν εὐκόλως καταλάβει τουρκικάς τινας νήσους κατὰ τὴν εἴσοδον τοῦ Ἑλλησπόντου. Ἠδυνάμεθα μάλιστα νὰ καταλάβωμεν καὶ τὴν Κρήτην, καὶ ἂν ὑπάρχωσιν ἐκεῖ αἱ 40 χιλιάδες τῶν τουρκικῶν στρατευμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι συγκεντρωθῆ ἐκεῖ, ἀλλὰ δὲν θέλομεν νὰ διαταράξωμεν τὴν εἰρήνην κτλ». Ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν προσδιώριζε τίνας νήσους κατὰ τὴν εἴσοδον τοῦ Ἑλλησπόντου ἐμελέτα νὰ καταλάβῃ, τὴν Ἴμβρον ἢ τὴν Σαμοθράκην. Φοβοῦμαι δὲ, μήπως περιπέσῃ εἰς τὸ λάθος καὶ καταλάβῃ καὶ τὴν Θάσον, διότι θέλουσιν ἐγερθῆ παράπονα, ἀφοῦ ἀμφισβητεῖται ἡ ἐπ’ αὐτῆς τουρκικὴ κυριαρχία. Καὶ ὁ κ. Μόνσων ἐν ἐκθέσει του ἀπὸ 24 Ἰουλίου (5 Αὐγούστου), ἣν ἐπέστειλε πρὸς τὸν Μαρκίωνα Σώλσβαρυ, ἤτοι κατ’ αὐτὴν ταύτην τὴν ἡμέραν τῆς ἐκδόσεως τῆς περιφήμου ἐγκυκλίου τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀναφέρει, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης ἔλεγεν αὐτῷ τὴν ἡμέραν ἐκείνην (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ληφθῶσιν ἀμέσως διαβήματα», (εἶναι ἡ μετάφρασις ἴσως πλημμελὴς) «ὑπάρχει ἀκόμη ἐλπίς, ὅτι μείζων καταστροφὴ δὲν θὰ ἐπέλθῃ. Ἀλλ’ ἐν ἐλλείψει τοιαύτης ἐνεργείας, ἀδύνατον διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ λάβῃ μέτρα αὐτὴ, καὶ ὅλος ὁ Ἑλληνικὸς στόλος ἑτοιμάζεται νῦν, ἵνα πλεύσῃ εἰς Κρήτην μεθ’ ἱκανοῦ στρατοῦ πρὸς ἀποβίβασιν, διὰ τοὺς προμνημονευθέντας σκοπούς. Ὁ τρόπος καὶ ἡ γλῶσσα τοῦ κ. Τρικούπη, ἐπέφερεν ὁ κ. Μόνσων, ἦτο ἥσυχος καὶ ἀποφασιστική. Τῷ εἶπον, ὅτι τόσῳ σπουδαῖα ἦσαν τὰ λεχθέντα, ὥστε δὲν θὰ χάσω καιρὸν νὰ τὰ τηλεγραφήσω εἰς τὴν ὑμετέραν αὐθεντίαν, καὶ ἀπήντησεν, ὅτι πολὺ ἐπιθυμεῖ νὰ τὸ κάμω.» Ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀναγινώσκω, δὲν ἀναγινώσκω ἐκ τῶν δημοσιευμάτων τῆς «Παλιγγενεσίας», διὰ νὰ ἐγερθῇ ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ διαμαρτυρηθῇ καὶ νῦν, ὅτι δὲν εὐθύνεται δι’ ὅσα γράφουσιν αἱ ἐφημερίδες. Ἀναγινώσκω αὐτὰ ἐξ ἐκθέσεως, περιεχομένης ἐν τῇ Κυανῇ Βίβλῳ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ἐκθέσεως, ἡ ὁποία φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀξιοτίμου Πρεσβευτοῦ τῆς Μεγάλης Βρεττανίας ἐν Ἀθήναις. Ἐνδέχεται ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ μὲ διακόψῃ, ὡς μὲ διέκοψεν, ὅτε πέρυσιν ἀνεγίνωσκον ἔκθεσιν τοῦ κ. Χάγγαρτ, γραμματέως ἄλλοτε τῆς ἐν Ἀθήναις Ἀγγλικῆς Πρεσβείας πρὸς τὸν Σὶρ Ὁράτιον Ῥόμπωλδ, διὰ τῆς ὁποίας ἐκθέσεως ὁ κ. Χάγγαρτ ἔλεγεν, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἐβεβαίου αὐτὸν, ὅτι περὶ τῆς ὑποθέσεως Σπάρταλη ἀπῃτεῖτο μυστικὴ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἠγέρθη τότε, καὶ ἐβεβαίου, ὅτι ἔλεγε ψεύματα ὁ κ. Χάγγαρτ. Ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζω τὸν κ. Μόνσων προσωπικῶς, ἀλλ’ ἔχω τοσαύτην πεποίθησιν περὶ τῆς ἐντιμότητος τοῦ χαρακτῆρος τοῦ διπλωματικοῦ λειτουργοῦ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ὥστε ἤθελον διαψεύσει πᾶσαν ἀντίῤῥησιν, τὴν ὁποίαν ὁ Πρωθυπουργὸς ἤθελε προβάλει περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν γραφομένων ὑπὸ τοῦ κ. Μόνσων. Ἦτο λοιπὸν δυνατὸν, ἡ εἴδησις, ὅτι οἱ ναύαρχοι τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ κεφαλῆς ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ στόλου παρεσκευάζοντο νὰ καταπλεύσωσιν εἰς Κρήτην μετὰ στρατοῦ ἀποβάσεως καὶ νὰ καταλάβωσι τὴν νῆσον, διὰ νὰ ἀποκαταστήσωσι τὴν τάξιν, ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ συνταράξῃ πᾶσαν τὴν Εὐρώπην, νὰ μὴ ἐξεγείρῃ πάσας τὰς Μεγάλας Δυνάμεις, ὅπως σπεύσωσι νὰ τηλεγραφήσωσι πρὸς τοὺς ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀντιπροσώπους των, νὰ μεταβῶσι πάραυτα εἰς τὸ ἀνάκτορον τοῦ Γιλδὶζ, καὶ νὰ συστήσωσι, νὰ συμβουλεύσωσι, νὰ προτρέψωσι τὴν Ὀθωμανικὴν Κυβέρνησιν, νὰ σπεύσῃ νὰ στείλῃ ὅσῳ εἶναι δυνατὸν πολυαριθμοτέρας στρατιᾶς, διὰ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν, καὶ οὕτω προληφθῇ σύγκρουσις διεθνὴς μεταξὺ δύο ὁμόρων Κρατῶν, τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας; Ὁ πόλεμος ἦτο ἐπικείμενος, πόλεμος δὲ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας ἦτο συμβεβηκὸς, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ ταράξῃ πᾶσαν τὴν Εὐρώπην, διότι ἐξέθετεν εἰς προφανῆ κίνδυνον τὴν εὐρωπαϊκὴν εἰρήνην. Καὶ αἱ Δυνάμεις ἐσύστησαν μετὰ σπουδῆς καὶ προέτρεψαν τὸν Σουλτάνον, ἡ δὲ Α. Μ. ὁ Αὐτοκράτωρ τῆς Τουρκίας ἔπεμψε στρατιὰς εἰς τὴν Κρήτην, διὰ ν’ ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν. Ὡς λοιπὸν αἱ πέντε Μεγάλαι Δυνάμεις, ἐκ φιλανθρωπίας πρὸς τὴν μικρότητα τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐξ εὐγενοῦς σκοποῦ πρὸς τοὺς ἀπογόνους τῆς ἐκπολιτισάσης τὸν κόσμον ἀρχαίας Ἑλλάδος, ἐξηνάγκασαν αὐτὴν νὰ ἀφοπλισθῇ καὶ νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὰ βουλεύματα τῆς Εὐρώπης, νὰ βλέπωμεν δὲ μακρόθεν καταπεπληγμένοι τὴν διὰ παραβάσεως τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου συντελεσθεῖσαν συγχώνευσιν τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας μετὰ τῆς Βουλγαρίας, οὕτω χάριν τῆς διατηρήσεως τῆς παγκοσμίου εἰρήνης, τὴν ὁποίαν ἠπείλει ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις συνεβούλευσαν τὸν Σουλτάνον νὰ λύσῃ τὰς χεῖρας, καὶ νὰ μετέλθῃ πᾶσαν τήν δύναμιν αὐτοῦ, διὰ νὰ καταποντίσῃ τὴν δυστυχῆ ἡρωΐδα, τῆς ὁποίας ἐπέπρωτο τὸ μέτωπον, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε εἶχε κηλιδωθῆ, νὰ κηλιδωθῇ νῦν, συμπρατούσης τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, συμπραττούσης τῆς μητρὸς αὐτῆς. (Ἐπευφημίαι ἐξ ἀριστερῶν). Ὅτε ἡ διακοίνωσις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος περιῆλθεν εἰς χεῖρας τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ἐξωτερικῶν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἐνεποίησεν ἀληθῆ συγκίνησιν. Ὁ ἀξιότιμος κ. Μόνσων ἀναφέρει πρὸς τὸν λόρδον Σώλσβαρυ κατὰ τὴν 7 Αὐγούστου ν. ἔ., ἤτοι δύο ἡμέρας μετὰ τὴν ἐπίδοσιν τῆς ἐγκυκλίου τοῦ κ. Δραγούμη, (ἀναγινώσκει) «ὅτι ἐπεσκέφθη τὴν ἡμέραν ἐκείνην τὸν κ. Δραγούμην, καὶ ἔμαθε παρ’ αὐτοῦ, ὅτι εἶχε λάβει τηλεγράφημα τὴν παρελθοῦσαν νύκτα ἐκ Βιέννης, ἀγγέλλον, ὅτι ὁ ἀδελφός του, Πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος ἐκεῖ, ἔλαβε συνέντευξιν μετὰ τοῦ κόμητος Καλνόκυ, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ ἀνακοινώσῃ τὴν προχθὲς σταλεῖσαν ἐξ Ἀθηνῶν τηλεγραφικὴν ἐγκύκλιον. Ὁ κόμης Καλνόκυ εἶπε, κατὰ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, «ὅτι ἐκτιμᾷ τὰ αἴτια, ἐξ ὧν ὡρμήθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἀπευθύνῃ τὴν ἔκκλησιν ταύτην πρὸς τὴν Εὐρώπην· ὅτι ἡ Αὐστροουγγαρία ἐν τούτοις κατὰ δεύτερον λόγον μόνον (en seconde ligne) ἐνδιαφέρεται εἰς τὰ ἐν Κρήτῃ· ὅτι ἡ Αὐστροουγγρικὴ Κυβέρνησις μετὰ χαρᾶς θὰ συνδράμῃ εἰς πᾶσαν προσπάθειαν, καταβληθησομένην πρὸς ἐπανόρθωσιν τῆς εἰρήνης ἐν τῇ νήσῳ, ἀλλ’ ὅτι αὐτὸς δὲν δύναται ἢ νὰ φρονῇ, ὅτι πᾶσα ἔνοπλος ἐπέμβασις, οἵα ἡ παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰσηγουμένη, θὰ ἐπέφερεν ἐναντίον τοῦ ποθουμένου ἀποτέλεσμα, καὶ ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ πόλεμον, ὃν ἡ Εὐρώπη γενικὸν συμφέρον ἔχει νὰ προλάβῃ.» Ἐν ᾧ δὲ καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς συνίστων μετ’ ἐπιμονῆς πρὸς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν, ἵνα διατάξῃ τὰς ἐν Κρήτῃ ἀρχὰς νὰ ἐνεργήσωσι σθεναρῶς καὶ ἐν ἀνάγκῃ μετά τινος αὐστηρότητος, ἐνῷ τοιαύτην σύστασιν περὶ αὐστηρότητος καὶ σθεναρᾶς ἐνεργείας ἀπηύθυναν ἐκεῖνοι, οἵτινες ὠνόμαζον ἐν τῇ διακοινώσει ἑαυτοὺς ἐπιμελητὰς τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ὁ κ. Γκὶρς, ὁ ὁποῖος δὲν ἀξιοῖ, ὅτι εἶναι ἐπιμελητὴς τῶν ἡμετέρων ἐθνικῶν συμφερόντων, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Ῥωσσίας, ἔλεγε πρὸς τὸν ἐν Πετρουπόλει ἀντιπρόσωπον τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν ἀπὸ 30 Ἰουλίου (11 Αὐγούστου) ἔκθεσιν τοῦ κ. Μόνσων πρὸς τὸν Μαρκίωνα Σώλσβαρυ, ὅτι (ἀναγινώσκει) «ἀπηύθυνεν αὐστηρὰς παραστάσεις ἐν Ἀθήναις κατὰ τῆς προσφάτου ἀνακεφαλιᾶς (Coup de tête) τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις, εἶπεν, εἶναι τοιαύτη, ὥστε οὐδεμία τῶν Δυνάμεων εἶναι ἐλπὶς νὰ τὴν παραδεχθῇ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν Πύλην, ἔπεμψε τηλεγραφικὰς ὁδηγίας πρὸς τὸν ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρέσβυν, κατὰ πολλὰ ταυτιζομένας τὴν ἔννοιαν μὲ τὰς τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Ἀνεγνώρισε πληρέστατα τὰ δικαιώματα τῆς Τουρκίας, ἀλλ’ ἐπέμεινεν, ὅπως αὕτη ἐκτελέσῃ καὶ τὰ καθήκοντα, τὰ ἀνταποκρινόμενα εἰς τὰ δικαιώματα ταῦτα, ἐπανορθοῦσα μὲν ἀμέσως τὴν τάξιν, ἀλλὰ πράττουσα τοῦτο μετὰ φιλανθρωπίας καὶ ἴσης πρὸς πάντας τοὺς κατοίκους δικαιοσύνης.» Πρὸς τὰ συμφέροντα λοιπὸν τοῦ Ἑλληνισμοῦ συνετέλεσαν αἱ ἐνέργειαι αὗται τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἢ διηυκόλυναν τὴν πλήρωσιν τῶν πόθων τῆς Τουρκίας, ἵνα δυνηθῇ νὰ μεταβάλῃ τὴν πολυπαθῆ νῆσον εἰς τουρκικὸν βιλαέτιον, ὅπερ διὰ τοῦ τελευταίου φιρμανίου ἐπειράθη νὰ κατορθώσῃ; Ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως δὲν συνετέλει πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ· δύναται μάλιστα νὰ παραβληθῇ πρὸς ὑπόνομον, τὴν ὁποίαν ἀνέσκαψαν αἱ χεῖρες τῶν Ὑπουργῶν, διὰ νὰ ἀναπετάσωσιν εἰς τὸ ἀχανὲς τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἡ πολυπαθὴς μεγαλόνησος διὰ τοσούτων θυσιῶν καὶ αἱμάτων εἶχε δυνηθῆ νὰ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τὴν ἐπικυρίαρχον Δύναμιν. Καὶ ἀφοῦ οὕτως ἐπολιτεύθητε ἀπόντος τοῦ Κοινοβουλίου, νῦν, ὅτε συνῆλθε, καθ’ ἣν στιγμὴν σᾶς ζητοῦμεν νὰ καταθέσητε τὰ ἔγγραφα, σᾶς ζητοῦμεν νὰ δώσητε λόγον τῆς τοιαύτης πολιτείας σας, μᾶς προβάλλετε, ὅτι, ἂν δώσητε λόγον, δὲν συντελεῖτε εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, καὶ μᾶς ἀφίνετε εἰς τὸ σκότος, διὰ νὰ καλύψητε τὴν τοιαύτην πολιτείαν σας! Αὐστηροτέρας ἐπικρίσεως ἄξιος τυγχάνει ὁ δεύτερος λόγος, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Πρωθυπουργὸς ἐζήτησε νὰ δικαιολογήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἄρνησίν του νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζητήσαμεν παρ’ αὐτοῦ. Ἂν ἀναγνώσω ὑμῖν τὴν περὶ τούτου περίοδον τοῦ ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς 28 Νοεμβρίου λόγου του, ὡς ἐξετέθησαν ταῦτα ἐν τῇ ἐφημερίδι «Ὥρᾳ», θέλω σᾶς ἀναμνήσει ὅσα ἠκούσατε αὐτοῖς ὠσὶ παρ’ αὐτοῦ λεγόμενα, καὶ ἴσως θέλετε ἐγείρει αὖθις ἐν ὑμῖν τὴν ἔκπληξιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ᾐσθάνεσθε, ὅτε ἠκούετε τοῦ Πρωθυπουργοῦ τοιαῦτα προβάλλοντος (ἀναγινώσκει): «Ἀλλὰ προσέτι ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ, ἔλεγε τότε ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι εἶναι ἐκκρεμῆ τὰ τῆς Κρήτης, καὶ δὲν δύναται ἢ νὰ θεωρηθῇ ὅτι εἶναι ἐκκρεμῆ, ἐφ’ ὅσον ὑφίστανται ἐκεῖ τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια, ἐφ’ ὅσον διὰ τοῦ φιρμανίου, οὗτινος προσφάτως ἐλάβομεν γνῶσιν, καθορίζεται ἡ ἀνάκλησις προνομίων τῆς Κρήτης. Ἐφ’ ὅσον τοιαύτη ὑφίσταται κατάστασις ἐν Κρήτῃ, δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρῶμεν τὴν ἐκεῖ κατάστασιν παγίαν, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶναι ὑπόχρεως νὰ θεωρῇ, ὅτι ἡ κατάστασις ἡ ἐν Κρήτῃ, ὡς ἔχει ἰδίως ἐκ τοῦ φιρμανίου, εἶναι κατάστασις πρόσκαιρος, εἶναι κατάστασις ἐπιβάλλουσα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἐνέργειαν.» Ἀλλὰ κατὰ τίνα τρόπον ὁ Πρωθυπουργὸς νομίζει, ὅτι θέλει κατορθωθῆ νὰ μὴ ὑφίστανται πλέον τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια ἐν Κρήτῃ καὶ νὰ μὴ διατηρηθῇ ἐν ἰσχύϊ τὸ ἄρτι ἐκδοθὲν σουλτανικὸν φιρμάνιον; Ὁ Πρωθυπουργὸς οὐδὲν εἶπεν, οὐδὲ ἀνέφερε. Μέχρι τίνος λοιπὸν χρόνου θέλει παραταθῆ ἡ ἐκκρεμότης αὕτη, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ μάθωμεν, πότε θέλομεν ἐξελέγξει τὴν πολιτείαν τῶν κυβερνώντων ἡμᾶς; Ἡμεῖς ὅμως δὲν ζητοῦμεν νὰ μᾶς ποιήσητε ἀνακοινώσεις περὶ τῶν συνεννοήσεων, εἰς τὰς ὁποίας προέβητε μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ φιρμανίου, ἢ περὶ τῶν ἐνεργειῶν, τὰς ὁποίας ἐποιήσατε, ὅπως πείσητε τὴν Εὐρώπην νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Ὑψ. Πύλης τὴν ἀνάκλησιν ἢ τὴν μεταβολὴν τοῦ φιρμανίου· ἡμεῖς σᾶς ζητοῦμεν, νὰ μᾶς δώσητε πληροφορίας περὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι πλέον ἐκκρεμῆ. Εἶναι ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τῶν αἰτημάτων, τὰ ὁποῖα ἡ μειοψηφία τῆς ἐν Κρήτῃ Γενικῆς Συνελεύσεως προέτεινεν; Εἶναι ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα περὶ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα μετήλθετε, διὰ νὰ ἐμποδίσητε τὴν μειονοψηφίαν ἀπὸ τοῦ νὰ προβῇ εἰς τὰ αἰτήματα ἐκεῖνα, ἰδίως δὲ νὰ ἐμποδίσητε αὐτὴν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸν νόμιμον ἐν τῇ Συνελεύσει ἀνταγωνισμὸν, καὶ νὰ ἐκτραπῇ εἰς πράξεις, ἐπαγούσας περιπλοκὰς ἐν τῇ λειτουργίᾳ τοῦ Κρητικοῦ πολιτεύματος; Εἶναι ἐκκρεμῆ τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τὴν συνδρομὴν καὶ χειραγώγησιν, τὴν ὁποίαν ἐδώκατε εἰς τὸν Σακὴρ πασσᾶν, διὰ νὰ ἐγκαταστήσῃ τὰς τουρκικὰς στρατιὰς εἰς τὰς ἐπαρχίας τῆς Κρήτης; Παντάπασιν. Οὐδὲν τούτων εἶναι ἐκκρεμές. Πάντα ταῦτα τὰ ζητήματα ἐλύθησαν διὰ τοῦ φιρμανίου. Τί συγχέετε τὰς ἐνεργείας, εἰς τὰς ὁποίας τυχὸν προέβητε, περὶ ἀνακλήσεως ἢ μεταβολῆς τοῦ φιρμανίου, μὲ τὰς ἐνεργείας σας πρὸς ἀποκατάστασιν δῆθεν τῆς τάξεως ἐν Κρήτῃ; Εἴχετε καιρὸν νὰ ἐνεργήσητε, διὰ νὰ μὴ ἐκδοθῇ τοιοῦτον φιρμάνιον. Εἴχετε καιρὸν νὰ ἐνεργήσητε, διὰ νὰ σωθῇ ἡ τιμὴ τῆς Κρήτης, διὰ νὰ μὴ ἀπολέσῃ τοὺς θεσμοὺς της, διὰ νὰ μένῃ ὑπερήφανος καὶ ὑψαύχην, ὡς διετηρήθη καθ’ ὅλην τὴν παρελθοῦσαν εἰκοσαετίαν, ὅτε μόνη δὲν ὤκνει νὰ σπεύδῃ καὶ ἐμφανίζηται πανταχοῦ, ὅπου ἔβλεπε τὸν Ἑλληνισμὸν κινδυνεύοντα, διὰ νὰ ἐκβιάζῃ τὴν αἰσίαν τῶν προκυπτόντων ἑκάστοτε ζητημάτων λύσιν. Διατὶ δὲν τὸ ἐπράξατε; Διατὶ, ὅτε ἐδίδετε ὁδηγίας εἰς τὸν κ. Γρυπάρην, τοῦ ὁποίου ἡ γλῶσσα ἔχει ὑπέρτατον κῦρος, ὡς ἐλέγετε εἰς τὸν κ. Πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας, νὰ χειραγωγήσῃ τὰ τουρκικὰ στρατεύματα εἰς τὰς ἐπαρχίας τῆς Κρήτης, καὶ ἐγκαταστήσῃ αὐτὰ, διατὶ, ὅτε συνεβουλεύετε τὸν Κρητικὸν λαὸν καὶ παρεκελεύετε αὐτὸν, πρὸς Θεοῦ, νὰ μὴ ποιήσῃ ἀντίστασιν εἰς τὰ εἰσερχόμενα ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τουρκικὰ στρατεύματα, διατὶ τὴν συνδρομήν σας ταύτην παρεχωρεῖτε χωρὶς νὰ ζητήσητε ἐγγυήσεις, ὅτι δὲν θέλει χειροτερεύσει ἡ κατάστασις τῆς Κρήτης, ἢ ὅτι αἰτήματά τινα αὐτῆς, ἰδίως τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν οἰκονομικὴν αὐτονομίαν της, ἤθελον ληφθῆ ὑπ’ ὄψει ὑπὸ τοῦ Σουλτάνου, καὶ λυθῆ ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς νήσου καὶ τῆς εἰρήνης; Ἐνθυμοῦμαι ὑπόθεσιν παραπλησίαν, καὶ πρέπει νὰ τὴν ἀναφέρω, διὰ νὰ προσφέρω ὀφειλόμενον φόρον εὐλαβείας πρὸς τὴν μνήμην ὑπερόχου πολιτικοῦ ἀνδρὸς, ὅστις ἐτύγχανε Πρωθυπουργὸς κατὰ τὸ 1878 καὶ 1879. Ἡ Θεσσαλία ἦτο ἐν ἐπαναστάσει, ἀλλ’ ἡ ἐπανάστασις παρετείνετο, ἕνεκα δὲ τούτου ὁ Θεσσαλικὸς λαὸς ἀπέκαμνε, καὶ οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ προΐδῃ ποίαν τὸ στρατιωτικὸν ἐκεῖνο κίνημα ἐν Θεσσαλίᾳ ἤθελε λάβει ἔκβασιν. Αἱ πληροφορίαι, αἵτινες ἐδόθησαν τότε ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸν λόρδον Σώλσβαρυ, ὁ ὁποῖος καὶ τότε ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Μ. Βρεττανίας, ἔπεισαν τὸν εὐγενῆ λόρδον, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ καταβάλῃ προσπάθειαν, ἵνα πείσῃ τὴν Ὑψηλὴν Πύλην νὰ συναινέσῃ, ὅπως ἡ Θεσσαλία εἰρηνοποιηθῇ. Τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως στερξάσης εἰς τοῦτο, ἡ Ἀγγικὴ Κυβέρνησις ἔδωκεν ἐντολὴν εἰς τὸν κ. Μπλὸντ, Γενικὸν Πρόξενον τῆς Ἀγγλίας ἐν Θεσσαλονίκῃ, καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Μέρλεν, ὁ ὁποῖος τοσοῦτον εὐχαρίστους κατέλιπεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀναμνήσεις, Πρόξενον τότε τῆς Ἀγγλίας ἐν Ἀθήναις, νὰ μεταβῶσι πρὸς τοὺς ἐπαναστάτας, νὰ συνεννοηθῶσι μετ’ αὐτῶν, καὶ νὰ ἐπιχειρήσωσι νὰ πείσωσιν αὐτοὺς νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰ ὄρη καὶ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς ἑστίας των. Οἱ εἰρημένοι Πρόξενοι τῆς Ἀγγλίας ὑπεσχέθησαν εἰς τοὺς ἐπαναστάτας ἀμνηστείαν, ἀλλ’ οἱ ἐπαναστάται ἠρώτων, ποίας θέλουσιν ἔχει ἐγγυήσεις, ἀφοῦ τὴν ἀμνηστείαν μέλλει νὰ ἐκτελέσῃ ἡ Τουρκία, μὴ ἐμπιστευόμενοι αὐτὴν, διότι ἔλεγον, ὅτι ἡ Τουρκία δύναται νὰ ἀπονείμῃ αὐτοῖς ἀμνηστείαν, καὶ νὰ ἀθετήσῃ εἶτα αὐτὴν, ὅταν καταθέσωσι τὰ ὅπλα, καὶ νὰ καταδιώξῃ αὐτούς. Ἀλλ’ ἐν ᾧ ταῦτα ἐγίγνοντο ἐν Θεσσαλίᾳ, τῆς Ἑλλάδος ἐξήρχοντο ἔνοπλοι ὁμάδες, σπεύδουσαι εἰς Θεσσαλίαν πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ἐπαναστατῶν ἀδελφῶν των. Ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἐζήτησε παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς, νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἀπὸ τοῦ Κράτους ἔξοδον τῶν ἐνόπλων ὁμάδων, διότι, ἐν ὅσῳ ἐξ Ἑλλάδος ἐξήρχοντο ἔνοπλοι ὁμάδες, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἰρηνοποιηθῇ ἡ Θεσσαλία. Ἀναγινώσκω ἐν τῇ Λευκῇ Βίβλῳ, τὴν ὁποίαν κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1878 ἐξέδωκε τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον τῆς Ἑλλάδος, ἐν σελ. 100, ἐν ἐγγράφῳ τοῦ τότε ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ πρὸς τὸν τότε ἐπιτετραμμένον τῆς Ἑλλάδος ἐν Ἀγγλίᾳ κ. Ἰω. Γεννάδιον, φέροντι χρονολογίαν τῆς 12)24 Ἀπριλίου 1878 καὶ κατατεταγμένῳ ὑπ’ ἀριθ. 120, ὅτι ὁ τότε ἐπιτετραμμένος τῆς Ἀγγλίας ἐν Ἀθήναις κ. Wyndham ἐπέστειλε πρὸς τὸν λόρδον Σώλσβαρυ, Ὑπουργὸν τότε τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας, τὸ ἑπόμενον τηλεγράφημα, ὅτι «ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνέγνων τὸ τηλεγράφημα τῶν Προξένων, ἐπιθυμεῖ, ὡς πρὸς τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ζητουμένας ὑπὸ τῶν ἐπαναστατῶν, ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ εὐκρινῶς, ὅτι, ἐὰν παύσῃ ἡ ἐπανάστασις, θέλει ἐπιμεληθῆ ἐν Συνεδρίῳ, συγκροτηθησομένῳ τυχὸν ἐν Κων)πόλει ἢ ἀλλαχοῦ, τῆς τύχης τῶν Θεσσαλικῶν ἐπαρχιῶν, ὡς ἂν ἐξηκολούθουν νὰ τυγχάνωσιν ἔτι ἐν ἐπαναστάσει, καὶ νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι δὲν θέλει χειροτερεύσει ἡ θέσις αὐτῶν, διότι ἤκουσαν τὰς συμβουλὰς τῆς Ἀγγλίας». Ὁ κ. Wyndham προσέθετεν, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς νομίζει, ὅτι «οἱ ἐπαναστάται, ὁμιλοῦντες περὶ τῆς τύχης τῶν Θεσσαλικῶν ἐπαρχιῶν, ἐννοοῦσι νὰ προτείνῃ ἡ Ἀγγλία καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν αἴτησίν των περὶ ἑνώσεως αὐτῶν μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος.» Ἐν ἐγράφῳ δὲ μεταγενεστέρῳ τοῦ τότε ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὸν κ. Γεννάδιον, ὡσαύτως φέροντι χρονολογίαν τῆς 20 Ἀπριλίου 1878 καὶ κατατεταγμένῳ ἐν τῇ Βίβλῳ ὑπ’ ἀριθ. 122, εἰσὶ δύο τηλεγραφήματα, τὸ ἓν τῶν ὁποίων ἀπεστέλλετο κατὰ τὴν 13)25 Ἀπριλίου παρὰ τοῦ λόρδου Σώλσβαρυ πρὸς τὸν τότε πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας ἐν Κωνσταντινουπόλει κ. Layard, καὶ ἐκοινοποιεῖτο καὶ εἰς τὸν κ. Wyndham, τὸ ἕτερον δὲ τῶν ὁποίων ὁ κ. Wyndham εἶχε πέμψει πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν τὴν 15)27 Ἀπριλίου. Διὰ τοῦ πρώτου τούτων ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας ἐτηλεγράφει πρὸς τὸν κ. Layard ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Δύνασθε νὰ ἐξουσιοδοτήσητε τὸν κ. Blunt, νὰ βεβαιώσῃ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν ἐπαναστατῶν, ὅτι, συμμορφούμενοι μὲ τὰς συμβουλὰς τῆς Ἀγγλίας, δὲν θέλουσι ζημιώσει τὴν ὑπόθεσιν τῆς Ἑλλάδος (La cause Héllènique), καὶ ὅτι ἡ Ἀγγλία θέλει προσπαθήσει νὰ ἐπιτύχῃ, ἵνα ἡ Ἑλλὰς ἀκουσθῇ πλήρως καὶ εὐνοϊκῶς ἐν τῷ Συνεδρίῳ». Διὰ τοῦ ἑτέρου δὲ τούτων ὁ κ. Wydham ἀνέφερε πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν τῆς Ἀγγλίας, ὅτι «ὁ κ. Θεόδωρος Δηλιγιάννης (ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν) μοὶ εἶπε σήμερον, ὅτι ἐκοινοποίησεν εἰς τοὺς συναδέλφους του τὸ περιεχόμενον τοῦ τηλεγραφήματος τῆς Α. Ἐξοχότητος τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ τῆς Ἀγγλίας πρὸς τὸν κ. Layard ἀπὸ 13|25 Ἀπριλίου, καὶ μοὶ ἀνέγνω προσέτι τηλεγράφημα πρὸς αὐτὸν τοῦ κ. Γενναδίου ἀπὸ 14|26 Ἀπριλίου, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ τελευταῖος οὗτος τῷ ἐκοινοποίησεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ Μαρκίων Σώλσβαρυ εἶχεν εὐαρεστηθῆ νὰ τῷ εἴπῃ. Ὁ κ. Θ. Δηλιγιάννης μοὶ προσέθηκεν, ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐξουσιοδότησεν αὐτὸν νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει ἀσκήσει πᾶσαν τὴν ἠθικὴν ἐπιῤῥοήν της, ἵνα κατορθώσῃ, ἔχει δὲ λόγους νὰ πιστεύῃ, ὅτι θέλει ἐπιτύχει, ἵνα μὴ ἐξέλθῃ πλέον τοῦ Κράτους οὐδεμία ὁμὰς ἐθελοντῶν». Προσενεγκὼν λοιπὸν τὴν συνδρομήν του ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος εἰς εἰρηνοποίησιν τῆς Θεσσαλίας, διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως πάσης ἐξόδου τοῦ λοιποῦ ἐνόπλων ὁμάδων εἰς Θεσσαλίαν ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἐζήτησε καὶ ἔλαβεν ἀντάλλαγμα τὴν ὑπόσχεσιν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ἵνα, ὅταν συγκροτηθῇ τὸ Συνέδριον, ὅπως κανονίσῃ τὰς συνεπείας τοῦ Ῥωσσοτουρκικοῦ πολέμου, ἡ Ἀγγλία παραστήσῃ εἰς τὸ Συνέδριον, ὅτι ἡ Θεσσαλία, καίπερ τυγχάνουσα ἐν εἰρήνῃ, ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐν ἐπαναστάσει, καὶ ὅτι ἤθελε καταβάλει πᾶσαν προσπάθειαν, ἵνα ἡ Ἑλλὰς ἀκουσθῇ ἐν τῷ Συνεδρίῳ πλήρως καὶ εὐμενῶς. Τὸ ἀπόκτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐπετεύχθη διὰ τῆς ἐπαναστάσεως τῆς Θεσσαλίας, εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς ἐπιτευχθείσης κατὰ τὸ 1881 ἀπελευθερώσεως τῶν Θεσσαλικῶν νομῶν καὶ τοῦ νομοῦ τῆς Ἄρτης. Ὁ Κουμουνδοῦρος δὲν ἔσπευσεν ἀμέσως νὰ πράξῃ, ὡς ἔπραξαν οἱ κυβερνῶντες νῦν τὴν Ἑλλάδα. Οἱ κυβερνῶντες νῦν τὴν Ἑλλάδα ἠδύναντο νὰ ἀτενίσωσι μετὰ πεποιθήσεως εἰς τὴν φιλανθρωπίαν καὶ εἰς τὴν εὐμένειαν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, καὶ αὐτῆς τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, εἶναι δὲ ἄπορον, πῶς κατώρθωσαν νὰ περιέλθωσιν ἐν τοιαύτῃ ἀπομονώσει, ὥστε οὐδεμία τῶν Δυνάμεων νὰ τείνῃ τὸ οὖς πρὸς αὐτούς. Ἐκατηγόρουν ἡμᾶς κατὰ τὸ 1886 οἱ νῦν κυβερνῶντες, ὅτι εἴχομεν ἀπομονωθῆ, καὶ ὅτι αἱ Δυνάμεις δὲν ἦσαν συμπαθεῖς τότε πρὸς ἡμᾶς. Ἀλλ’ ἡμεῖς, οἵτινες ἐκυβερνῶμεν κατὰ τὸ 1885 καὶ 1886, περιφέροντες τότε τὰ βλέμματα ἡμῶν πρὸς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις, ἐβλέπομεν αὐτὰς συνοφρυωμένας καὶ ἐκδηλούσας δυσαρέσκειαν πρὸς ἡμᾶς. Ἀλλ’ αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις εἶχον ἀφορμὴν νὰ δεικνύωσι τότε τοιαύτας διαθέσεις πρὸς ἡμᾶς, διότι ἡμεῖς δὲν συνεμορφώθημεν πρὸς τὰς ἐπιθυμίας αὐτῶν, δὲν ἐξετελέσαμεν τὰς συμβουλὰς αὐτῶν. Ἀλλ’ οἱ νῦν κυβερνῶντες πῶς ἀπεμονώθησαν, ἀφοῦ, ἵνα γένωνται ἀρεστοὶ εἰς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις, ἐλησμόνησαν οὐ μόνον, ὅτι ἦσαν κυβερνῆται τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἦσαν Ἕλληνες; Ἡμεῖς τότε, πεποιθότες ὅτι ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παραταθῇ τῇ συναινέσει τῶν Δυνάμεων, βλέποντες δ’ αὐτὴν παραβιαζομένην ὑπὸ τῆς Βουλγαρίας, τὴν δὲ κυρίαρχον Δύναμιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν εἶχε ταχθῆ ἡ Ἀνατολικὴ Ῥωμυλία, ἀδιαφοροῦσαν, ἐζητήσαμεν νὰ εἰσφέρωμεν, ἵνα ἀποκατασταθῇ τὸ κῦρος τῆς παραβιασθείσης συνθήκης, ὅπως διατηρηθῇ ἡ ἰσοῤῥοπία τῶν κατοικουσῶν ἐπὶ τοῦ Αἵμου φυλῶν, συμφώνως πρὸς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου. Ὅτε προεβαίνομεν εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην, ἐνεθυμούμεθα, ὅτι ὁ εὐγενὴς λόρδος, ὅστις πλέον δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν ζωὴν, ὁ κατὰ τὸ 1878 Πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας, ἐθεώρει, ὅτι μέγιστον ἀπόκτημα ἐγένετο ὑπὲρ τῆς εἰρήνης ἡ σύστασις τῆς ἐπαρχίας, ἥτις ὠνομάσθη τότε Ἀνατολικὴ Ῥωμυλία καὶ ὑπήχθη ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τοῦ Σουλτάνου, διότι ἐν αὐτῇ ἤθελον ἐξασφαλίσει ὑπὸ τὸ σκῆπτρον τοῦ Σουλτάνου τὴν διατήρησιν τοὐλάχιστον τῆς ἐθνικότητός των αἱ χιλιάδες τῶν Ἑλλήνων, αἵτινες κατῴκουν ἐν αὐτῇ. Προσεδοκῶμεν λοιπὸν, ὅτι οἱ σκοποὶ ἡμῶν, αἱ αἰτήσεις ἡμῶν ἤθελον θεωρηθῆ σύμφωνοι πρὸς τὸ κρατοῦν ἐν Εὐρώπῃ διεθνὲς δίκαιον. Ἀλλ’ ἐὰν τὰ πολιτικὰ συμφέροντα τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἐπέβαλλον εἰς αὐτὰς νὰ μετέλθωσιν ἐχθρικὴν πρὸς ἡμᾶς πολιτείαν, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀφορμὴν νὰ παραπονεθῶμεν, ἀφοῦ δὲν ἠκούσαμεν τὰς συμβουλὰς αὐτῶν, νὰ μείνωμεν ἀπαθεῖς θεαταὶ τῆς ἀποῤῥοφήσεως ὑπὸ τῶν Βουλγάρων 50 χιλιάδων Ἑλλήνων. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ οἱ ἐνεστῶτες Ὑπουργοί, ἀφ’ ἧς ἀνέβησαν εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἀπὸ τοῦ Μαΐου τοῦ 1886, ἀπηλλοτριώθησαν τῆς γνώμης των, ἐλησμόνησαν τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα καὶ ἔτρεχον ὄπισθεν τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως, καταπίνοντες ὅλας τὰς προσβολὰς καὶ ὅλας τὰς περιφρονήσεις, τῶν ὁποίων ἐν ταῖς μετ’ αὐτῆς σχέσεσιν αὐτῶν ἐτύγχανον. Οἱ ἐνεστῶτες Ὑπουργοὶ, οἵτινες ἐπέκρινον κατὰ τὸ 1881 τὸν Κουμουνδοῦρον, διότι δὲν εἶχεν ἀκόμη λύσει αἰσίως τὸ ταχυδρομικὸν ζήτημα, καὶ οἵτινες κυβερνῶσιν ἑπτὰ ἤδη ἔτη, ἔλυσαν ἤδη αὐτό; Εἰς ποίαν εὑρίσκεται κατάστασιν τὸ ζήτημα τοῦτο; Ὑπάρχει ἀκόμη ἢ ἀπωλέσθη τὸ ζήτημα; Ποίαν ὑπόθεσιν μετὰ τῆς Τουρκίας ἐπέραναν; Ἐπέραναν τὴν ὑπόθεσιν περὶ Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας; Ἐπέραναν τὴν ὑπόθεσιν περὶ πολιτῶν Ἑλλήνων, οἵτινες ὑπεβλήθησαν εἰς ἀπηνεῖς καταδιώξεις καὶ εἰς βάρβαρον καταδιωγμόν; Ἔσωσαν ἀπὸ τὸν Φεζὰν τὸν Φιλιππίδην; Ἐπέραναν τὴν ὑπόθεσιν τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων; Ἔλαβον τὴν ἱκανοποίησιν διὰ τὴν ὕβριν, τὴν ὁποίαν οἱ στρατάρχαι τῆς Τουρκίας ἐζήτησαν νὰ ἐγκολάψωσιν ἐπὶ τοῦ μετώπου τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ὅτε διεπόμπευον τοὺς ἀτυχεῖς τῆς Κούτρας στρατιώτας; Οἱ ἐνεστῶτες Ὑπουργοὶ δὲν ἐτόλμων νὰ μνημονεύσωσι κἂν τῶν κατὰ Μάϊον τοῦ 1886 συμπλοκῶν, ἵνα μὴ παρεξηγηθῶσιν, ἵνα μὴ δυσαρεστήσωσί τινα τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Αὐτοὶ δὲν ἐτόλμησαν τελευταῖον, ὅτε προσήνεγκον μετὰ τοσοῦτον τυφλῆς καὶ ἀσυνειδήτου προθυμίας τὰς ὑπηρεσίας των πρὸς εἰρήνευσιν τῆς Κρήτης, δὲν ἐτόλμησαν νὰ ζητήσωσιν ἀπὸ τὰς Μεγάλας Δυνάμεις τὴν βεβαίωσιν τοὐλάχιστον, ὅτι θέλουσι φροντίσει, ἵνα μὴ χειροτερεύσῃ ἡ πολιτικὴ κατάστασις τῆς Κρήτης, ὅτι θέλουσι φροντίσει νὰ σώσωσι καὶ τὰ πρόσωπα καὶ τὰ ἀγαθὰ τῶν Κρητῶν καὶ τῶν Κρησσῶν ἀπὸ τῶν ὕβρεων καὶ τῶν ὠμοτήτων καὶ τῶν διαρπαγῶν! Καὶ μᾶς λέγουσιν, ὅτι εἶναι ἐκκρεμῆ δι’ αὐτοὺς τὰ ζητήματα, καὶ ὅτι διὰ τοῦτο δὲν δύνανται νὰ καταθέσωσι τὰ ἔγγραφα! Πρέπει νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπήγγειλε κατὰ τὴν πρό τινων ἑβδομάδων γενομένην συζήτησιν περὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, διὰ νὰ πληροφορηθῆτε τί ἐννοεῖ ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅταν προτείνῃ τὴν ἐκκρεμότητα τῶν ζητημάτων, καὶ ποῖον χρόνον οὕτως ἐνδεικνύει εἰς τὴν Βουλὴν, κατὰ τὸν ὁποῖον θέλομεν ἐλπίσει νὰ ἴδωμεν τὴν λύσιν τῶν ἐκκρεμῶν τούτων ζητημάτων. Λοιπὸν τότε ἐπιφυλάττεσθε νὰ δώσητε λόγον τῆς πολιτείας σας; τότε μᾶς παραπέμπετε νὰ ἐξελέγξωμεν τὰς πράξεις σας καὶ τὴν διαγωγήν σας; «Ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι, ἔλεγε τότε ὁ Πρωθυπουργὸς πρὸς τὴν Βουλὴν, ὁλόκληρον τὸ ζήτημα τοῦ Ἑλληνισμοῦ παρίσταται ἐνώπιον ἡμῶν. Ὡμίλησεν ὁ προαγορεύσας περὶ τοῦ ζητήματος τῆς Κρήτης, ὡσανεὶ ἦτο μεμονωμένον ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ὡσανεὶ ἦτο μεμονωμένον τὸ ζήτημα ἐν τῷ Ἑλληνισμῷ, καὶ ὡσανεὶ ἐπρόκειτο, συζητοῦντες τὰ κατ’ αὐτὸ, νὰ μελετήσωμεν μόνα τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἐκεῖ γεννῶνται.» Καὶ κατωτέρω: «Διετρανώσαμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς οὐδένα ἔχει δεσμὸν, περιορίζοντα τὴν ἐλευθέραν αὐτῆς ἐνέργειαν, ὅτι θεωροῦμεν τὰ τελούμενα ἐν Κρήτῃ ὡς προκαλοῦντα τὴν ἀνάκτησιν τῆς ἐλευθέρας ἡμῶν ἐνεργείας, ὅτι ἡ ἐνέργεια ἡμῶν ἀπαρέσκει βεβαίως εἰς πάντας τοὺς ποθοῦντας τὴν εἰρήνην, καὶ πρὸ πάντων εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι ὑπὲρ πάντας ἡ Ἑλλὰς ποθεῖ τὴν εἰρήνην, Ἀλλ’ ἐν ᾧ ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπόσχωμεν ἀπὸ τῶν ἐνεργειῶν, τῶν ἐκ διεθνοῦς καθήκοντος καὶ τῶν ἐθνικῶ ἡμῶν ὑποχρεώσεων ἐπιβαλλομένων, θὰ ἐξακολουθῶμεν ἐργαζόμενοι πρὸς τὴν σύνταξιν τῆς χώρας, ὅπως, ὅταν νομίσωμεν τὴν ὥραν ἐπιστᾶσαν, διαθέσωμεν πᾶσαν τὴν ἰσχὺν, ἐφ’ ἣν δύναται νὰ ὑπολογίζῃ ὁ Ἑλληνισμὸς, πρὸς διεκδίκησιν δικαιωμάτων, ἀναμφηρίστως ἀποῤῥεόντων ὑπὲρ αὐτοῦ ἐκ τῶν συνθηκῶν καὶ ἐκ τῶν ἀγράφων νόμων τῆς ἀνθρωπότητος.» Καὶ μήπως ἡμεῖς ἐζητήσαμεν παρ’ ὑμῶν νὰ παρασκευάσητε τὰ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς Κρήτης κατὰ τοὺς πόθους τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, ἢ κατὰ τὰς εὐχὰς τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Ἡμεῖς ἐζητήσαμεν, νὰ μὴ συντελέσητε εἰς τὴν χειροτέρευσιν τῆς καταστάσεως τῆς Κρήτης. Ἡμεῖς ἐζητήσαμεν, νὰ συντελέσητε μὲν εἰς τὴν εἰρηνοποίησιν τῆς Κρήτης, ἀλλὰ νὰ λάβητε ὅλας τὰς ἐγγυήσεις, αἵτινες ἤθελον ἐξασφαλίσει τὸν Κρητικὸν λαὸν, ἀποδεχόμενον τὰ τουρκικὰ στρατεύματα ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τῆς Κρήτης καὶ ὑποτασσόμενον εἰς αὐτὰ, ἤθελον ἐξασφαλίσει αὐτὸν, κατατιθέντα τὸ ὅπλον καὶ τὸ ξίφος αὐτοῦ, δὲν ἤθελον δὲ ἀφήσει αὐτὸν νὰ γένηται θῦμα τῆς ὠμότητος τῶν Τούρκων, νὰ ὑβρισθῇ κατὰ τὰ δικαιώματά του καὶ ὡς Κρὴς καὶ ἄνθρωπος. Ἐνῷ ἐζητοῦμεν πρὸ παντὸς νὰ λάβητε ἐγγυήσεις, ὅτι ἡ πολιτικὴ κατάστασις τῆς Κρήτης δὲν ἤθελε χειροτερεύσει, σεῖς μᾶς εἴπετε, ὅτι παρασκευάζεσθε ἤδη εἰς ἐνέργειαν ὑπὲρ τῆς Κρήτης. Ποία εἶναι ἡ ἐνέργεια, εἰς ἣν παρασκευάζεσθε; Ἀσχολεῖσθε νὰ τακτοποιήσητε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους; Παρασκευάζετε τὸ οἰκονομικὸν ἔδαφος; Ἀσχολεῖσθε νὰ συντάξητε τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς; Ἐξοπλίζετε τοὺς στόλους, ἵνα προβῆτε εἰς ἐνέργειαν, νὰ λύσητε σεῖς τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα! Εἰς ἐκείνην λοιπὸν τὴν ἡμέραν μᾶς παραπέμπετε, ἵνα ζητήσωμεν λόγον τῶν πράξεών σας, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ Κοινοβουλίου, τοῦ ἐξελέγχειν τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ μένῃ ἀργὸν, πρέπει νὰ ἀνασταλῇ, ἕως ἂν λυθῇ τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα; Ἴσως δὲν πρέπει νὰ ἀξιώσω μνείας τῆς τακτικῆς, τὴν ὁποίαν ὁ Πρωθυπουργὸς μετῆλθε καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν περὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς Κρήτης, τὴν γενομένην πρό τινων ἑβδομάδων ἐν τῇ Βουλῇ. Καθ’ ἣν ἔχει ἕξιν, νὰ ἐπιτίθηται κατὰ τῶν ἀντιλεγόντων αὐτῷ καὶ ν’ ἀποδίδῃ εἰς αὐτοὺς πάντοτε πονηρὰς προθέσεις, ἐπιληψίμους σκοποὺς, ᾐτιάθη καὶ ἐμοῦ, ὅτι ἐπρόβαλον τὴν ἐπερώτησιν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἀνέπτυξα αὐτὴν ἐκ πείσματος κομματικοῦ καὶ ἐκ συμφέροντος φατριαστικοῦ. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἔκρινεν ἐκ τῶν ἰδίων. Κατὰ τὸν βίον μου οὐδέποτε μετεχειρίσθην τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ὡς ἐμπόρευμα, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐζήτησα νὰ κερδοσκοπήσω. Ἄλλοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐκερδοσκόπουν ἐπὶ τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων, οἵτινες, ὅτε συνεκαλοῦντο αἱ ἡλικίαι τῆς Ἑλληνικῆς νεότητος εἰς τὰ ὅπλα, ἀντέπραττον καὶ παρέπειθον τινὰς ὑποχρέους, ἵνα μὴ ἐκτελέσωσι τὰ πρὸς τὴν πατρίδα καθήκοντά των, ὅτε ἐζητεῖτο τὸ ἀργύριον τοῦ ἁπανταχοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς ἐπίκουρον πρὸς θεραπείαν τῶν στρατιωτικῶν ἀναγκῶν τῆς πατρίδος, ἔγραφον ἐγκυκλίους καὶ ἐῤῥαδιούργουν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ καὶ ἐν Καΐρῳ, ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ ἐν Βλαχίᾳ, ἵνα οἱ ἐκεῖ Ἕλληνες μὴ δώσωσι τὸ χρῆμά των εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπως ἀποτύχῃ τὸ πατριωτικὸν δάνειον. Ἄλλοι ἦσαν ἐκεῖνοι, οἵτινες παρέπειθον μέλη τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, νὰ λησμονήσωσιν, ὅτι εἶναι ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ τῆς Ἑλλάδος, καὶ προσεπάθουν νὰ παραπείσωσιν αὐτοὺς, νὰ μὴ ἐκπληρώσωσι τὰ καθήκοντά των, τὰ ὁποῖα εἶχον ὡς μέλη τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἕνεκα δὲ τούτου ἐπῆλθον τὰ δυστυχήματα τῆς Κούτρας. Ἄλλοι ἦσαν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐζήτησαν διὰ τῆς δίκης τῶν αἰχμαλώτων τῆς Κούτρας καὶ τῶν πρωταιτίων τῆς πτώσεως αὐτῆς νὰ δυσφημήσωσι τὸν στρατὸν κατὰ τὰς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων συζητήσεις, καὶ οἱ ὁποῖοι ὕστερον εἰργάσθησαν διὰ νὰ ἀθωώσωσι τοὺς καταδίκους τῆς Κούτρας. Λυπηραὶ, Κύριοι, ἀναμνήσεις, τῶν ὁποίων ηὐχόμην νὰ μὴ περιηρχόμην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ποιήσωμαι μνείαν, Ἀλλ’ ἡ ἕξις τοῦ Πρωθυπουργοῦ, τοῦ αἰτιᾶσθαι τῶν ἀντιλεγόντων, μὲ δικαιολογεῖ ἀμυνόμενον, διὰ νὰ ἀναμνήσω εἰς ὑμᾶς τὰ λυπηρὰ ἐκεῖνα συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα συνδέονται μετὰ πράξεων πολιτικῶν ἀνδρῶν, τὰς ὁποίας δὲν θέλω σήμερον νὰ χαρακτηρίσω. Ποῖα λοιπόν εἰσι τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἀπαιτεῖ νὰ μείνωσιν ἀκόμη μυστικὰ, καὶ ἕνεκα τούτου ὁ Πρωθυπουργὸς ἀρνεῖται νὰ καταθέσῃ τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα; Πάντα τὰ μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ φιρμανίου προκύψαντα ζητήματα, πάντα ἐλύθησαν ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως. Καὶ πρὶν ἢ λυθῶσιν ὑπὸ ταύτης ἐν Κωνσταντινουπόλει, εἶχον λυθῆ ὑπὸ τοῦ ἀντιπροσώπου αὐτῆς, τοῦ Σακὴρ πασσᾶ ἐν Κρήτῃ. «Ἡ γλῶσσα τοῦ κ. Τρικούπη» (ἀναφέρει ὁ ἀξιότιμος ἐν Ἀθήναις Πρεσβευτὴς τῆς Μεγάλης Βρεττανίας πρὸς τὸν λόρδον Σώλσβαρυ κατὰ τὴν 4)16 Αὐγούστου) «εἶναι ἡ αὐτὴ πάντοτε, ἤτοι, ὅτι τοιαύτη παραχώρησις πρέπει νὰ γίνῃ κατὰ τύπους, ὡς πρᾶξις κυριαρχικῆς εὐμενείας τοῦ Σουλτάνου οἴκοθεν, καὶ ὄχι ὡς ἀποτέλεσμα διαπραγματεύσεως μεταξὺ τοῦ Βαλῆ καὶ τῶν δυσηρεστημένων, καὶ ὅτι συγχρόνως ὁ Βαλῆς πρέπει νὰ μεταχειρισθῇ τὴν στρατιωτικὴν παρ’ αὐτῷ δύναμιν μετ’ εὐσταθείας καὶ αὐστηρότητος πρὸς παῦσιν τῶν κακουργιῶν καὶ ἐπανόρθωσιν τῆς τάξεως. Ἀλλὰ τρέφει πλήρη πεποίθησιν, ὅτι μόνιμος εἰρήνευσις δὲν θὰ ἐπιτευχθῇ διὰ κατασταλτικῶν μόνον μέτρων.» Ὁ κ. Πρωθυπουργός, συνηγορῶν ὑπέρ τινων αἰτημάτων τῆς μειοψηφίας τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως, διὰ νὰ μὴ ὑποληφθῇ, ὅτι ἡ παραχώρησις τῶν ζητημάτων τούτων ἠδύνατο νὰ παραβλάψῃ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σουλτάνου, συνεβούλευε νὰ προβῇ ὁ Σουλτάνος οἴκοθεν εἰς τὴν παραχώρησιν ταύτην, ἐκ βασιλικῆς μεγαλοδωρίας, καὶ συγχρόνως νὰ μετέλθῃ πᾶσαν αὐστηρότητα, ἵνα ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν ἐν Κρήτῃ. Ὅτε δὲ ἔλαβεν εἰδήσεις ἀπὸ τὴν Κρήτην, ὅτι οἱ λόγοι καὶ αἱ προκηρύξεις τοῦ Σακὴρ πασσᾶ ἐνεδείκνυον, ὅτι ἡ Πύλη δὲν σκοπεῖ νὰ ἀποδεχθῇ οὐδὲν τῶν ζητημάτων τῆς μειοψηφίας τῆς Συνελεύσεως, ὁ Πρωθυπουργὸς εὗρε μέσον διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ συμφέροντα τῆς Κρήτης καὶ τὴν ἰδίαν ἑαυτοῦ ἀξιοπρέπειαν. Τὸ μέσον μὴ σᾶς φανῇ παράδοξον, τὸ ἀναφέρει ὁ κ. Μόνσων εἰς ἔκθεσίν του ἀπὸ 13)25 Αὐγούστου πρὸς τὸν Μαρκήσιον Σώλσβαρυ (ἀναγινώσκει): «Ἐν συνδιαλέξει, ἣν σήμερον ἔλαβον μετὰ τοῦ κ. Τρικούπη, ἡ Α. Ἐξοχότης μοὶ ἔδωκε νὰ ἐννοήσω, ὅτι, ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον, δὲν ὑπάρχει κίνδυνος, μὴ ἡ φορὰ τῶν πραγμάτων ἐν Κρήτῃ, ἔστω καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι θὰ λάβῃ χαρακτῆρα συντεταγμένης ἐπαναστάσεως, ὡς προβλέπει, πειθαναγκάσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξέλθῃ τῆς ἐπιτηρητικῆς στάσεώς της. Ὁ Ἕλλην Πρέσβυς ἐν Κωνσταντινουπόλει διετάχθη νὰ ἀπόσχῃ πάσης μνείας τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος παρὰ τῇ Πύλῃ, καὶ νὰ μὴ εἰσέλθῃ εἰς συζήτησίν τινα περὶ αὐτοῦ. Ὁ κ. Τρικούπης εἶπε προσέτι, ὅτι, ἐὰν ἡ Πύλη ἐπιμείνῃ ἀρνουμένη πᾶσαν παραχώρησιν εἰς τοὺς Κρῆτας, αἱ μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων σχέσεις θὰ περιέλθωσιν εἰς βαθμὸν ἀπολύτου ψυχρότητος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἑλλάδα. Οὐδεμία ἀπόπειρα θὰ γίνῃ εἰς τὸ μέλλον πρὸς συμφιλίωσιν μετὰ τῆς Τουρκίας. Οὐδεμιᾶς ἁβρότητος ἢ ἐγκαρδιότητος θὰ ἀξιοῦται ὁ Τοῦρκος Πρέσβυς· τοὐναντίον πᾶσα ἐγκόσμιος ἐπικοινωνία μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Τουρκικῆς Πρεσβείας θὰ παύσῃ, καθόσον αὐτὸς ἔχει ἀπόφασιν, νὰ μὴ ἀντεπισκέπτηται τὸν ἀντιπρόσωπον Κυβερνήσεως, κατὰ τῆς πρὸς ὁμαίμονα Ἑλληνικὸν λαὸν συμπεριφορᾶς τῆς ὁποίας ἠναγκάσθη νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἐπίσημον ἀποδοκιμασίαν του». Ὅτε ὁ πρίγκηψ Γόρτσακωφ, μετὰ τὰ συμβάντα τοῦ 1856, ἀπεῖχε νὰ ἀναμιγνύηται εἰς τὰ ζητήματα τῆς Εὐρώπης, ἐλέγετο ὅτι ἡ Ῥωσσία boude· ὁ δὲ πρίγκηψ Γόρτσακωφ ἔλεγε: ne boude pas mais elle recueille. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελε νὰ βουδάρῃ πρὸς τὴν Τουρκίαν, ἀπαγορεύων εἰς τὸν ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρέσβυν αὐτοῦ νὰ μνημονεύσῃ τῆς Κρήτης, ἀλλὰ τὸ μέτρον αὐτοῦ τοῦτο βεβαίως ἔθηκεν εἰς μεγάλην ἀνησυχίαν τὸν Σουλτάνον, ὁ ὁποῖος, μὴ ἐνοχλούμενος οὐδὲ κἂν ὑπὸ τῶν παραστάσεων τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἑλλάδος ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἠδύνατο ἀκωλύτως καὶ ἀνενοχλήτως νὰ ἐφαρμόζῃ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν εἶχε προσχεδιαγραφήσει ἐν τῷ νῷ αὐτοῦ. Καὶ τοιουτοτρόπως, ἀπὸ τῆς ἀπειλῆς νὰ καταλάβῃ διὰ τοῦ στόλου τὴν Κρήτην, ἢ νὰ ἀποκλείσῃ τὸ στόμιον τοῦ Ἑλλησπόντου, καταλαμβάνων τὴν Ἴμβρον ἢ τὴν Σαμοθράκην, μετέστη εἰς ἄλλην ἀπειλὴν, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν θὰ ἐπεσκέπτετο πλέον τὸν Πρέσβυν τῆς Τουρκίας, καὶ θὰ παύσῃ πᾶσα ἐγκαρδιότης καὶ ἁβρότης πρὸς αὐτόν. Καὶ ὅτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρέλιπε νὰ ζητήσῃ παρὰ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἀντάλλαγμα τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν προσέφερε πρὸς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν πρὸς εἰρηνοποίησιν τῆς Κρήτης, νομίζετε ὅτι δὲν προέβλεπε, ποία ἤθελεν εἶσθαι ἡ ἔκβασις τῆς ὑποθέσεως τῶν παραχωρήσεων τῆς Τουρκίας πρὸς τὴν Κρήτην; Ἐν ἐγγράφῳ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Μόνσων πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν τῆς Ἀγγλίας βλέπω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προέβλεπε τὴν ἔκβασιν ταύτην. Τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας φέρει ἡμερομηνίαν τῆς 3)15 Αὐγούστου, ἀναφέρει δὲ δι’ αὐτοῦ, ὅτι «ὁ Ἕλλην Γεν. Πρόξενος ἐτηλεγράφει χθὲς ἑσπέρας, ὅτι τὸ κοινὸν καθόλου ἑρμηνεύει τὴν προκήρυξιν τοῦ Σακὴρ πασσᾶ ὡς ἀπόῤῥιψιν τῶν Κρητικῶν αἰτημάτων». Ἐν ἑτέρῳ δ’ ἐγγράφῳ αὐτοῦ ἀπὸ 9)21 Αὐγούστου ὁ ἐν Ἀθήναις κ. Πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας ἀναφέρει, ὅτι «ὁ κ. Τρικούπης δὲν νομίζει καθησυχαστικὰς τὰς εἰδήσεις. Φαίνεται αὐτῷ, ὅτι ἡ Πύλη ἀπεφάσισε τὰ κατασταλτικὰ μέτρα, καὶ οὐχὶ παραχωρήσεις». Ἐν γνώσει λοιπὸν, ὅτι τὰ πολυθρύλλητα αἰτήματα τῆς μειονοψηφίας δὲν θέλουσι γίνει ἀποδεκτὰ ὑπὸ τῆς Πύλης, ὅτι ἡ Πύλη δὲν σκοπεῖ νὰ προβῇ εἰς οὐδεμίαν παραχώρησιν, ἐν γνώσει τούτων, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι δὲν εἶχε καθῆκον νὰ ζητήσῃ οὐδεμίαν ἐγγύησιν περὶ τοῦ μέλλοντος, ἀλλ’ ὅτι καθῆκον εἶχε νὰ λάβῃ ἀπὸ τὴν χεῖρα τὸν Σακὴρ πασσᾶν καὶ ἐγκαταστήσῃ αὐτὸν εἰς τὰς ἐπαρχίας τῆς Κρήτης. Καὶ ἐνῷ διὰ τῆς διακοινώσεως, τὴν ὁποίαν ἐπέστειλε τὴν 5 Αὐγούστου ν. ἔ. πρὸς τὰς Δυνάμεις, ἠπείλησε τὴν Εὐρώπην, ἐνῷ ἐγνώριζεν, ὅτι ἡ Εὐρώπη εἶχε γνωρίσει αὐτὸν ἐφ’ ἱκανὸν, διὰ νὰ μὴ πιστεύῃ τὰς ἀπειλὰς αὐτοῦ, δὲν ἐνόμισε πρόσφορον νὰ ἐκτοξεύσῃ κατὰ τῆς Ὑψηλῆς Πύλης ἄλλην νεωτέραν ἀπειλὴν ἢ τὴν ἄρνησιν νὰ ἐπισκέπτηται τοῦ λοιποῦ τὸν ἐν Ἀθήναις ἀντιπρόσωπον αὐτῆς. Εἶχε δίκαιον ὁ κόμης Καλνόκυ, κατὰ τὴν ἀπὸ 14)26 Αὐγούστου π. ἔ. ἔκθεσιν τοῦ ἐν Βιέννῃ Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας πρὸς τὸν λόρδον Σώλσβαρυ, νὰ λέγῃ, ὅτι «ἐν παρόδῳ μόνον ἐμνήσθη τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, ὅπερ θεωρεῖ ὡς μὴ παρέχον πλέον πρὸς τὸ παρὸν κινδύνους, ἂν κρίνῃ ἐκ τῶν Ἀθήνηθεν πληροφοριῶν». Ὡς ἔγραφεν ὁ ἐν Βιέννῃ Πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐλάμβανεν ἐξ Ἀθηνῶν ἀπὸ τὸν βαρῶνον Κότζεκ, ὅστις ἐλάμβανε ταύτας βεβαίως παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἔπρεπε νὰ μένῃ ἐντελῶς ἥσυχος ἡ Εὐρώπη, διότι οὐδεὶς πλέον ὑφίστατο κίνδυνος. Καὶ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐλάμβανεν ὁ κόμης Καλνόκυ ἐξ Ἀθηνῶν, ἦσαν σύγχρονοι μὲ τὴν ἐγκύκλιον, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Δραγούμης ἐξέδιδε, διότι ἡ μὲν ἐγκύκλιος εἶχεν ἡμερομηνίαν 5 Αὐγούστου ν. ἔ., ἐνῷ εἶχεν ἡμερομηνίαν τῆς 30 Αὐγούστου ν. ἔ. δηλ. ἦτο 15 ἡμερῶν μεταγενεστέρα ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Φὶξ πρὸς τὸν κόμητα Καλνόκυ. Μετὰ τοιαύτην πολιτείαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἡ Ὑψηλὴ Πύλη ἐσκέφθη καὶ ἐξέδωκε τὸ φιρμάνιον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ περὶ φιρμανίου ὁ λόγος, πρέπει νὰ μὴ παραλίπω νὰ κάμω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, κατὰ τί διὰ τοῦ φιρμανίου μεταβάλλονται οἱ μέχρι τοῦ χρόνου τούτου λειτουργοῦντες ἐν Κρήτῃ πολιτικοὶ θεσμοί. Μετὰ τὸν ὀργανικὸν νόμον, τὸν κανονίσαντα τὰ τῆς Κρήτης κατὰ τὸ 1868, μετὰ δέκα ἔτη, κατὰ τὸ 1878, συνωμολογήθη ἡ σύμβασις τῆς Χαλέπας, ἥτις ἀποτελεῖ τοὺς θεσμοὺς, τοὺς ἐν Κρήτῃ λειτουργοῦντας. Κατὰ τὴν σύμβασιν ταύτην, ἡ Κρήτη ἔπαυσε πλέον νὰ ἦναι τουρκικὸν βιλαέτιον, ἡ Κρήτη ἔλαβε διοικητικὴν αὐτονομίαν, καὶ συνεκρατεῖτο μετὰ τῆς ἐπικυριάρχου Δυνάμεως διὰ δεσμῶν τὰ μάλιστα χαλαρῶν. Τὰ πλεονεκτήματα ταῦτα, τὰ παραχωρηθέντα εἰς τὴν Κρήτην, δὲν παρεχωρήθησαν εἰς αὐτὴν ὑπὸ τῆς αὐθορμήτου γενναιοδωρίας τῆς ἐπικυριάρχου Δυνάμεως, παρεχωρήθησαν μετ’ ἀγῶνας πολυχρονίους, κατὰ τοὺς ὁποίους οἱ Κρῆτες ὑπεβλήθησαν εἰς ἀνηκούστους θυσίας, ἔχυσαν ποταμοὺς αἱμάτων, κατέστρεψαν τὰς περιουσίας αὐτῶν, καὶ περιῆλθον εἰς τὸν ὕπατον βαθμὸν τῆς πολιτικῆς καὶ ἀτομικῆς δοκιμασίας. Οἱ θεσμοὶ, οἵτινες κατὰ τὸ 1878 παρεχωρήθησαν εἰς τὴν Κρήτην, ἦσαν θεσμοὶ, συνομολογηθέντες διὰ συνθήκης, τὴν ὁποίαν δύο σχεδὸν ἐμπόλεμα μέρη συνωμολόγησαν, ἡ Τουρκία καὶ ἡ Κρήτη. Τοὺς θεσμοὺς δὲ τούτους ἀφήρπασε δι’ ἀνατροπῆς τὸ φιρμάνιον. Διατί; Μήπως ἡ Κρήτη ἐπανεστάτησε καὶ ἡ Ὑψηλὴ Πύλη, νικήσασα καὶ κατατροπώσασα αὐτὴν, ὑπέταξεν αὐτὴν, ὡς κατακτηθεῖσαν; Παντάπασιν. Ἀταξίαι, μηδαμινὴν σημασίαν ἔχουσαι, αἵτινες ἠδύναντο νὰ μὴ λάβωσι χώραν, ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐξεπλήρου τὸ καθῆκόν της, ἐνταθεῖσαι ἐπὶ τῆς νήσου, ἐχρησίμευσαν ὡς ἀφορμὴ, ἵνα ληφθῶσι τὰ αὐστηρὰ μέτρα, τῶν ὁποίων ἐμνήσθην, πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως, καὶ ὅτε διὰ τῶν αὐστηρῶν ἐκείνων μέτρων, τῇ συμπράξει τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἡ Τουρκία ἐγένετο κάτοχος τῆς νήσου, ἀφήρεσε παρὰ τῶν νησιωτῶν τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα ἐκεῖνοι εἶχον ἁρπάσει παρὰ τῆς Τουρκίας διὰ τοῦ ὅπλου των καὶ τοῦ ξίφους των. Καὶ ποία εἶναι ἡ διὰ τοῦ φιρμανίου γενομένη μεταβολὴ τῶν θεσμῶν; Κατὰ τὴν σύμβασιν τῆς Χαλέπας, διωρίζετο ἐν Κρήτῃ γενικὸς διοικητὴς, ὅστις ἦτο ἀνώτατος πολιτικὸς ὑπάλληλος, πλὴν δὲ αὐτοῦ διωρίζετο καὶ στρατιωτικὸς διοικητὴς, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀρχηγὸς τῶν ἐν Κρήτῃ στρατιωτικῶν δυνάμεων. Ἐπειδὴ ὅμως εἶχε πάντοτε βαθμὸν κατώτερον τοῦ γενικοῦ διοικητοῦ, ὑπέκειτο εἰς τὰς διαταγὰς αὐτοῦ. Κατὰ τὸ φιρμάνιον, τὰ ἔργα τοῦ στρατιωτικοῦ διοικητοῦ καὶ τοῦ γενικοῦ διοικητοῦ δύνανται νὰ συγχωνευθῶσιν εἰς τὸ αὐτὸ πρόσωπον, καὶ ν’ ἀνατεθῇ ἡ γενικὴ διοίκησις τῆς νήσου εἰς τὸν στρατιωτικὸν διοικητὴν, ἐξαρτᾶται δὲ ἀπὸ μόνην τὴν θέλησιν τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐγκαθιστᾷ οὕτω στρατιωτικὸν διοικητὴν ἐν τῇ νήσῳ, ὅπερ πρότερον δὲν ἠδύνατο ἡ Τουρκία νὰ πράξῃ. Κατὰ τὴν σύμβασιν τῆς Χαλέπας, ὑπῆρχεν ἐν Κρήτῃ σύμβουλος τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ὅστις κατεῖχε θέσιν ἀναπληρωτοῦ τοῦ γενικοῦ διοικητοῦ, καὶ διεξεπεραίου συγχρόνως τὰς κατωτέρας ὑπηρεσίας, ὅσας τῷ ἀνέθετεν ὁ γενικὸς διοικητής· ἤδη ὁ σύμβουλος οὗτος καθίσταται ἰσότιμος πρὸς τὸν γενικὸν διοικητὴν, καὶ ἔχει ψῆφον ἐν τῇ διεξαγωγῇ καὶ διεκπεραιώσει τῶν πολιτικῶν ὑποθέσεων τῆς νήσου. Κατὰ τὴν σύμβασιν τῆς Χαλέπας, ὁ γενικὸς διοικητὴς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παυθῇ, ἀλλ’ εἶχεν ὡρισμένην διάρκειαν, πενταετῆ, τοῦτο δὲ ἐξησφάλιζε τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῆς αὐθαιρέτου ἀποφάσεως τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει κυβερνώντων· διὰ τοῦ φιρμανίου δὲ καταργεῖται ἡ πενταετὴς ὑπηρεσία τοῦ διοικητοῦ, ὅστις κατὰ πᾶσαν στιγμὴν δύναται νὰ ἀνακαλῆται ἢ παύηται ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὴν σύμβασιν τῆς Χαλέπας ἐξεφράσθη εὐχὴ, ἵνα ὁ διοριζόμενος διοικητὴς ᾖ Χριστιανός· εἶχε δὲ δώσει βεβαίωσιν ὁ τότε ἐν Χανίοις πρόξενος τῆς Ἀγγλίας Σαιντουὴθ, ὅτι ἡ εὐχὴ αὕτη ἔμελλε νὰ θεωρηθῇ ὡς ἄρθρον τῆς συμβάσεως. Κατὰ τὴν σύμβασιν τῆς Χαλέπας, οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἔπρεπε νὰ ἦναι κάτοχοι τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Διὰ τοῦ φιρμανίου, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη, ὁρίζεται, ὅτι εἰς τὸν διορισμὸν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων θὰ προτιμῶνται οἱ κάτοχοι τῆς Τουρκικῆς γλώσσης. Ἑπομένως ἕπεται, ὅτι θέλουσιν ἀντικατασταθῆ πάντες οἱ ἐν Κρήτῃ δημόσιοι ὑπάλληλοι. Κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ φιρμανίου, ἡ ὑπάρχουσα Βουλὴ διαλύεται, ἐνῷ, κατὰ τὴν σύμβασιν τῆς Χαλέπας δικαίωμα διαλύσεως τῆς Βουλῆς δὲν ἐδίδετο εἰς οὐδένα. Ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν ἐλαττοῦται κατὰ τὸ φιρμάνιον ἀπὸ 80 εἰς 57. Εἶναι δὲ περίεργος ἡ ἀναλογία, ἡ ὁποία προσδιωρίσθη, τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Μουσουλμάνων Βουλευτῶν καὶ τῶν Χριστιανῶν Βουλευτῶν. Κατὰ τὸ φιρμάνιον, πρέπει νὰ ἦναι 30 Χριστιανοὶ Βουλευταὶ καὶ 25 Μουσουλμάνοι. Καὶ ἐὰν ποιήσηταί τις ἀναλογίαν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 57 Βουλευτῶν πρὸς τὸν πληθυσμὸν τῆς Κρήτης, θέλει εὑρεῖ, ὅτι κατὰ πᾶσαν ἑξάδα χιλιάδων ψυχῶν ἐκλέγεται εἷς Βουλευτής. Ἀλλ’ ἐὰν κατὰ πᾶσαν ἑξάδα χιλιάδων ψυχῶν χριστιανικῶν ἐκλεχθῇ εἷς Βουλευτὴς Χριστιανὸς, θέλουσιν ἐκλέγεσθαι ἐπὶ 270,000 Χριστιανῶν 44 Χριστιανοὶ Βουλευταί, καὶ ἐπὶ 60,000 ψυχῶν Μουσουλμανικῶν 11 μόνον Μουσουλμάνοι Βουλευταὶ θέλουσιν ἐκλέγεσθαι. Δὲν ἐτήρησαν τὴν ἀναλογίαν ταύτην· ἀντὶ 44 Χριστιανῶν προσδιώρισαν 30 μόνον καὶ ἀντὶ 11 Μουσουλμάνων 25. Οὕτω τὸ μέτρον τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, τὸ μέτρον τῆς ἀποκαταστάσεως ἀναλογίας ἀναιτιολογήτου μεταξὺ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Χριστιανῶν καὶ Μουσουλμάνων, ἐξασφαλίζει τὴν Ὀθωμανικὴν ἐπικράτειαν ἀπὸ τῶν ἐνδεχομένων ἐκτροπῶν τῆς Βουλῆς τῆς Κρήτης. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὁ Μέγας Βεζύρης ἐν Κωνσταντινουπόλει ἔλαβε διδασκαλίαν τινὰ ἀπὸ τὰ μέτρα, τὸ ὁποῖα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔλαβε κατὰ τὸ 1886, περιορίσασα τὸν ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν ἀπὸ 230 εἰς 150. Ὁ περιορισμὸς τῶν Βουλευτῶν ἐφάνη ὅμως καὶ εἰς τὸν Μέγαν Βεζύρην, ὡς ἀποχρῶσα ἐγγύησις τῆς εὐπειθοῦς διαχειρίσεως τῆς βουλευτικῆς ἐντολῆς ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Βουλῆς τῆς Κρήτης, ὡς εἶχε φανῆ καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος ὁ περιορισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν ὡς ἐγγύησις ὅτι τοῦ λοιποῦ τὸ Κοινοβούλιον θέλει εἶσθαι πρόθυμον νὰ μὴ ὁμιλῇ, ἀλλὰ ν’ ἀποφαίνηται πάντοτε γνώμην, οἵαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις. Διὰ τοῦ φιρμανίου κατηργήθη ἡ καθολικὴ ψηφοφορία, ἥτις ὑπῆρχεν ἐν Κρήτῃ θεσμοθετημένη, καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἐξελέγοντο μέχρι τοῦδε οἱ Βουλευταί, ἐπενοήθη μάλιστα ἐν Κωνσταντινουπόλει τρόπος ἐκλογῆς, τὸν ὁποῖον συνιστῶ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Νομίζω μάλιστα, ὅτι δὲν θέλει κριθῆ ἀντισυνταγματικὸν, ἐὰν δι’ ἑνὸς νόμου ἑρμηνευθῇ, ὅτι καθολικὴ ψηφοφορία σημαίνει πέντε ἐκλογεῖς ἐξ ἑκάστου δήμου. Οὕτως ἡ Ὑψηλὴ Πύλη ἐκανόνισε τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς ἐν Κρήτῃ. Ἐνῷ δὲ μέχρι τοῦδε, κατὰ τὴν σύμβασιν τῆς Χαλέπας, ἤρκει πρὸς ἐπιψήφισιν τῶν νόμων ἡ συνήθης πλειονοψηφία, δὲν ἀπῃτεῖτο δὲ πλειονοψηφία τῶν δύο τρίτων τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, εἰμὴ ὅταν ἐπρόκειτο νὰ τροποποιηθῶσι νόμοι ὑπάρχοντες, διὰ τοῦ φιρμανίου διετάχθη, ὅτι διὰ πᾶσαν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως ἀπαιτοῦνται τὰ δύο τρίτα τοῦ ἀριθμοῦ τῶν παρόντων. Οὕτω δὲ οἱ 25 Βουλευταὶ Τοῦρκοι θέλουσιν ἀποτελεῖ τὴν δύναμιν ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ εἰς τὴν δύναμιν ταύτην θέλουσιν ὑποτάσσεσθαι οἱ Χριστιανοί. Ἀλλ’ ἐλήφθη καὶ ἄλλο τι μέτρον, τὸ ὁποῖον ἀφαιρεῖ πᾶσαν σημασίαν ἀπὸ τὴν Βουλήν. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν δύναμαι τὸ μέτρον τοῦτο νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων. Κατὰ τὸ φιρμάνιον, ὁ Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως τῆς Κρήτης λαμβάνει τὴν ἐξουσίαν νὰ μὴ εἰσάγῃ εἰς τὴν Βουλήν, εἰμὴ μόνον ἐκείνας τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ἐγκρίνει. Βεβαίως, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ ὁ θεσμὸς οὗτος ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ, δικαιοῦμαι νὰ ἐλπίζω, ὅτι τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς ἤθελον διεξάγεσθαι ὁμαλώτερα καὶ τελειόνει ἐντὸς ἑβδομάδος. Δὲν ἠθέλομεν τότε ἀκούει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐπιτιμῶντα ἡμᾶς, ὡς ἐπετίμα τὴν ἑσπέραν ταύτην τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Κεφαλληνίας, ὅτι ἐγένετο αἴτιος νὰ χάσῃ ἡ Βουλὴ μίαν ὥραν, ἐμποδισθεῖσα ἀπὸ τὰ ἔργα της, διότι ἐτόλμησε νὰ δυσπιστήσῃ, ἐὰν καὶ ἐν Ζακύνθῳ ἐφηρμόσθη τὸ περὶ τελωνισμοῦ τῆς σταφίδος διαταχθὲν διὰ τῆς ἐγκυκλίου τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν μέτρον, ἀφοῦ κατὰ ἐπισημείωσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέγνω τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν ἀπεῤῥίπτετο ἡ αἴτησις τῶν Ζακυνθίων, ἀλλ’ ἀπεστάλη αὕτη εἰς τὸν Νομικὸν Σύμβουλον, ἵνα δώσῃ τὴν γνώμην του, ἐὰν ἔπρεπε νὰ ἐκτελεσθῇ ἢ ὄχι. Καὶ ὅτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέγνω τὴν ἐπισημείωσιν ταύτην, μετ’ ὀλίγον ἀπέφυγε ν’ ἀναγνώσῃ αὖθις καὶ τὴν τελευταίαν περίοδον αὐτῆς. Μετὰ τοιαύτην δ’ ἔνδειξιν εὐλόγου δυσπιστίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας, ὠργίσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἐπετίμησε τὸν κ. Βουλευτήν. Τοιοῦτον ἄτοπον βεβαίως δὲν θέλει συμβῆ πλέον ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ, ἐὰν ὁ κύριος Πρόεδρος προεξετάζῃ τὰς ὑποθέσεις, καὶ εἰσάγῃ εἰς αὐτὴν μόνον ἐκείνας, τὰς ὁποίας αὐτὸς ἐγκρίνει. Καὶ τὸ φιρμάνιον τὸ σουλτανικὸν δὲν ἐρείσθη οὔτε τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἀφῆκε μὲν νὰ ἐκλέγωνται οἱ δικασταὶ ὡς καὶ μέχρι τοῦδε, ἀλλὰ προσέθηκεν ἁπλῆν τινα διάταξιν, καθ’ ἣν ἡ ἐκλογὴ αὐτῶν δὲν ἰσχύει, εἰμὴ ἐὰν κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ τῆς Τουρκίας. Ἐνῷ δὲ, κατὰ τὴν σύμβασιν τῆς Χαλέπας, εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς χωροφυλακῆς εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ προτιμῶνται οἱ ἐντόπιοι, διὰ τοῦ φιρμανίου διετάχθη, ὅτι μόνον ὡς χωροφύλακες δύνανται νὰ ἦναι τοῦ λοιποῦ δεκτοί. Ἑπομένως ἡ διοίκησις τῆς χωροφυλακῆς ἀφῃρέθη ἀπὸ τοὺς ἰθαγενεῖς, διὰ νὰ ἀνατεθῇ εἰς τοὺς ξένους, τοὺς Ἀλβανοὺς, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἀποστέλλεσθαι εἰς Κρήτην. Καὶ αὐτὰς μὲν τὰς μεταβολὰς διέταξε τὸ σουλτανικὸν φιρμάνιον ἐπὶ τῶν πολιτικῶν θεσμῶν τῆς Κρήτης. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς νήσου φέρει ἀληθῆ ἀνατροπὴν, ἡ ὁποία ἀφαιρεῖ πᾶσαν ἀνεξαρτησίαν, πᾶσαν γνώμην, πᾶσαν ἀντιλογίαν, καὶ τὰ οἰκονομικὰ τῆς νήσου ὑποτάσσει εἰς τὴν θέλησιν τῆς Ὑψηλῆς Πύλης, ὡς τυγχάνουσιν ὑποτεταγμένα πάντα τὰ βιλαέτια, τὰ ὑπὸ τὴν Τουρκίαν εὑρισκόμενα. Κατὰ τὴν σύμβασιν τῆς Χαλέπας, ὅτε τὸ πρῶτον ἐχωρίσθησαν τὰ οἰκονομικὰ τῆς Κρήτης ἀπὸ τὰ οἰκονομικὰ τῆς ἄλλης Αὐτοκρατορίας, παρεχωρήθησαν εἰς τὸ Κρητικὸν ταμεῖον ἐκ τῶν προσόδων τῆς νήσου πᾶσαι αἱ λοιπαὶ πρόσοδοι, πλὴν τῶν ἐμμέσων φόρων τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ ἅλατος καὶ τῶν τελωνειακῶν ἐσόδων. Ὡρίζετο δὲ, ὅτι, ὁσάκις ὁ Κρητικὸς προϋπολογισμὸς εἶχε περίσσευμα, τοῦ περισσεύματος τούτου τὸ μὲν ἥμισυ θὰ ἐλάμβανεν ἡ Πύλη, τὸ δὲ ἕτερον ἥμισυ θὰ διετίθετο ἐν τῷ τόπῳ ὑπὲρ τῶν δημοσίων ἔργων. Ἐν περιπτώσει δὲ ἐλλείμματος, ὅτι ἡ Πύλη θὰ παρεῖχεν εἰς τὸν τόπον, πρὸς κάλυψιν τούτου, τὸ ἥμισυ τῶν τελωνειακῶν προσόδων, τῶν ὡς εἴρηται ἀνηκουσῶν αὐτῇ. Ἀλλὰ ἡ οἰκονομικὴ αὕτη νομοθεσία τῆς Κρήτης ἀπεδείχθη ἀμέσως κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς συμβάσεως τῆς Χαλέπας ἀνεπαρκὴς, διότι τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα παρεχωροῦντο διὰ τῆς συμβάσεως εἰς τὴν Κρήτην, δὲν ἐπήρκουν εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῆς. Τὰ ἔξοδα ἀνήρχοντο τότε εἰς 18,000,000 γροσίων, τὰ δὲ ἔσοδα εἰς 5,000,000 γροσίων· ἑπομένως ὑπῆρχεν ἔλλειμμα 12 καὶ πλέον ἑκατομμυρίων γροσίων. Διὰ τοῦτο ἀπὸ τοῦ 1881 μέχρι τῶν τελευταίων χρόνων, αἱ Γενικαὶ Συνελεύσεις ἐπανελάμβανον ἑκάστοτε, παριστῶσαι τὴν κακὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου τῆς Κρήτης, καὶ ζητοῦσαι παρὰ τῆς Αὐτοκρατορίας, νὰ παραχωρήσῃ καὶ ἄλλας προσόδους. Ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις ὅμως ἀπὸ τῆς πρώτης ἐφαρμογῆς τῆς συμβάσεως τῆς Χαλέπας παρεβίασεν αὐτήν, πρῶτον διότι τὰς εἰσπράξεις τοῦ χαρτοσήμου, αἱ ὁποῖαι ἀνήρχοντο εἰς 700,000 γροσίων, καὶ ἀνῆκον κατὰ τὴν σύμβασιν εἰς τὸ Κρητικὸν ταμεῖον, τὰς κατεκράτει, δεύτερον δέ, διότι, διαστρέφουσα ἄλλας διατάξεις τῆς συμβάσεως, ἀφῄρει ἀπὸ τὸ ταμεῖον τὸ ποσὸν 1,000,000 γροσίων, ἤτοι τὸ ποσὸν τῆς δεκάτης, ἣν εἰσέπραττεν ἐκ τῶν βακουφικῶν χωρίων, καὶ παρεχώρει τοῦτο εἰς τὴν Μουσουλμανικὴν κοινότητα τῆς νήσου, ἥτις διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου διεξῆγε σπουδαῖον οἰκονομικὸν πόλεμον κατὰ τοῦ Χριστιανικοῦ στοιχείου. Ἐνῷ λοιπὸν αἱ Γενικαὶ Συνελεύσεις τῆς Κρήτης ἐζήτουν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ σύμβασις τῆς Χαλέπας, καὶ ν’ ἀποδίδωνται εἰς τὸ Κρητικὸν ταμεῖον αἱ εἰσπράξεις τοῦ χαρτοσήμου καὶ ἡ βακουφικὴ δεκάτη, ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐνέδιδεν. Ἠναγκάσθησαν λοιπὸν ἐν Κρήτῃ νὰ προβῶσιν εἰς ἐπιδείξεις, αἵτινες ἐπὶ τέλους ἔπεισαν τὴν Ὀθωμανικὴν Κυβέρνησιν νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὸ ταμεῖον τὴν βακουφικὴν δεκάτην, προσδιωρίσθη δὲ ποσόν τι ἐκ ταύτης, τὸ ὁποῖον νὰ διατίθηται πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν θρησκευτικῶν ἀναγκῶν τοῦ Μουσουλμανικοῦ πληθυσμοῦ, ὡς καὶ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν θρησκευτικῶν ἀναγκῶν τοῦ Χριστιανισμοῦ πληθυσμοῦ. Ἀλλ’ οὐδὲ διὰ τοῦ τρόπου τούτου εἶχε κατορθωθῇ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κρητικοῦ. Δυστυχῶς φαίνεται, ὅτι ἡ τοπικὴ διοίκησις ἐν Κρήτῃ δὲν ἠσπάζετο τὸ μέτρον τῆς διὰ δανείων ἐπιζητήσεως τοῦ ἰσοζυγίου. Ἐζήτει λοιπὸν παρὰ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ καὶ ἄλλα μέτρα, διὰ ν’ ἀποκατασταθῇ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἡ Κρητικὴ Συνέλευσις εἶχεν ἐξαντλήσει τὸν περιορισμὸν τῶν ἐξόδων, διότι εἶχεν ἐπιφέρει οἰκονομίας εἰς τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως, ἐλαττώσασα αὐτὰ ἀπὸ 18 ἑκατομμυρίων γροσίων, ὅσα ἦσαν κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν συνωμολογήθη ἡ σύμβασις τῆς Χαλέπας, εἰς 12 ἑκατομμύρια, ἤτοι ἠλάττωσεν αὐτὰ κατὰ τὸ ἓν τρίτον. Ἀλλὰ καὶ πάλιν τὰ ἔξοδα δὲν ἐπήρκουν, καὶ ὑπῆρχεν ἔλλειμμα ἐκ τεσσάρων ἑκατομμυρίων. Ἐνῷ δὲ τοιαύτη ἦτο ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Κρήτης, καὶ ἕνεκα τούτου μεταξὺ τῶν αἰτημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν, ὑπῆρχον καὶ αἰτήματα οἰκονομικῆς αὐτονομίας τῆς νήσου, ἐξεδόθη τὸ φιρμάνιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀφαιρεῖται αὖθις ἡ βακουφικὴ δεκάτη, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ διότι φαίνεται, ὅτι καὶ ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἐπεθύμησε καὶ αὐτὴ νὰ δημαγωγήσῃ, ὅπως καὶ ἄλλαι Κυβερνήσεις δημοκοποῦσι δι’ ἐπαγγελιῶν ἀφθόνων, τὰς ὁποίας δίδουσι, καὶ αὐτὴ διὰ τοῦ φιρμανίου ἐσύστησεν, ὅτι πρέπει νὰ αὐξηθῶσιν οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων, διὰ νὰ ἀποζημιῶνται οἱ πιστοὶ λειτουργοὶ τοῦ Κράτους. Οὕτω δὲ τὸ Κρητικὸν ταμεῖον περιπίπτει εἰς πλήρη πτώχευσιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἀνορθώσῃ, διότι ὄχι μόνον θέλουσιν αὐξήσει τὰ ἔξοδα διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τοῦ προσωπικοῦ ἐν τῇ διοικήσει, ἀλλ’ ἀφῃρέθη καὶ ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ ἓν ἑκατομμύριον, τὸ ὁποῖον εἰσέπραττεν ἐκ τῆς βακουφικῆς δεκάτης.
§35ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Κύριε Πρόεδρε, νὰ γίνῃ διακοπὴ ὀλίγων λεπτῶν.
§36ΕΤΕΡΟΙ (ὡσαύτως). Εἶναι ἐννάτη ἡ ὥρα, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἀπηυδήσαμεν πλέον.
§37ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλομεν πρότασιν ἀναβολῆς δι’ αὔριον.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§39ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Σάκκη, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας):
| Χαρ. Τρικούπης | Ο | Ἀρ. Κοντογούρης | |
| Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Ν. Καλογερόπουλος | Ο |
| Γ. Σισμάνης | Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | ||
| Δ. Βουλπιώτης | Ο | Ν. Παπανικολάου | |
| Ἀθ. Ἴσκος | Ν. Καφετζόγλους | Ο | |
| Ν. Καλαντζόπουλος | Ο | Ἰω. Πεζᾶς | |
| Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Κ. Σινέλης | Ο | |
| Μ. Γουλιμῆς | Ο | Β. Βουδούρης | Ο |
| Μ. Ἰατρίδης | Ο | Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Ο |
| Δ. Χατζόπουλος | Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο | |
| Γεώργ. Μίλησης | Ἀναστ. Λούντζης | Ο | |
| Σπυρ. Νοταρᾶς | Διον. Λομβάρδος | Ο | |
| Γ. Κούστας | Γ. Θεοτόκης | Ο | |
| Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος | Ο | Κ. Βασιλάκης | |
| Σωτήριος Δανόπουλος | Ο | Ἀντ. Καποδίστριας | |
| Ἀναστ. Δημητριάδης | Ο | Ν. Βασιλάκης | |
| Μιχαὴλ Νικηφοράκης | Ο | Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | |
| Δημήτριος Πετρίδης | Ν | Πολυχρ. Κωνσταντᾶς | |
| Ἄγγελος Γεωργαντᾶς | Σπ. Ἀλαμάνος | ||
| Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Ν | Θεόφ. Προβατᾶς | |
| Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | ||
| Χρῖστος Χριστόπουλος | Ἀγαμ. Μεταξᾶς | Ο | |
| Φίλιππος Βάρβογλης | Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | ||
| Ἠλίας Φλέσσας | Νικόλ. Βαλσαμάκης | Ν | |
| Κ. Κωνσταντόπουλος | Γεράσιμος Μουσούρης | Ο | |
| Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Παναγ. Βενιεράτος | ||
| Παναγ. Μανέτας | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | ||
| Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος | Γεώργιος Κόρπας | ||
| Ἠλίας Παλαμήδης | Ο | Στέφανος Σκουλούδης | Ο |
| Κωνστ. Κατσικόπουλος | Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ο | |
| Δ. Ζέγγελης | Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ο | |
| Δημ. Ν. Βότσαρης | Νικόλαος Νομικὸς | Ο | |
| Κωνστ. Γ. Καραπάνος | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ο | |
| Γεώρ. Χ. Παχὺς | Ο | Γ. Μπούμπουρας | Ο |
| Στέφανος Δραγούμης | Ο | Λωρέντζος Δελαρόκας | Ο |
| Δ. Γ. Ῥάλλης | Δημοσθένης Καΐρης | Ο | |
| Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας | Ν. Κρίσπης | ||
| Φωκίων Νέγρης | Ο | Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς | |
| Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς | Ἰωάννης Γκιὼν | Ο | |
| Νικόλ. Μπουφίδης | Ο | Κ. Κοσσονάκος | Ο |
| Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ο | Γ. Μαυρομιχάλης | |
| Δημ. Καλλιφρονᾶς | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | ||
| Νικόλ. Δ. Λεβίδης | Ν | Γιαν. Μαυρομιχάλης | Ο |
| Σπυ. Κουκούλεζας | Ο | Νικήτας Βαρβιτσιώτης | Ο |
| Ὄθων Μακρυγιάννης | Λεων. Καπετανάκος | Ο | |
| Τρύφων Μουτσόπουλος | Ο | Ξανθὸς Πικουλάκης | Ο |
| Θάνος Κανακάρης | Ο | Γεώρ. Πετροπουλάκης | |
| Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Ν | Κ. Παπαμιχαλόπουλος | |
| Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ν | Ἰωάν. Καρτάλης | |
| Α. Φωτήλας | Ο | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ο |
| Ἀνδρ. Αὐγερινὸς | Ο | Εὐάγ. Σταμούλης | Ο |
| Ἀντ. Ῥικάκης | Ν. Κοκωσλῆς | ||
| Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ο | |
| Ἰω. Κρεστενίτης | Κωνστ. Μαρκίδης | Ο | |
| Ν. Κουμανιώτης | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ο | |
| Χρ. Στεφανόπουλος | Ο | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ο |
| Ἀλέξ. Ζαΐμης | Ν | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ο |
| Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ο | Γ. Φραγκίδης | Ο |
| Ἀχιλ. Λογιωτάτου | Α. Τακιατζῆς | Ο | |
| Σωτ. Σωτηρόπουλος | Γ. Τάκης | ||
| Κων. Κουμουνδοῦρος | Ν. Ταρμπάζης | ||
| Περ. Πεῤῥωτής | Ζ. Φαλιάγκας | ||
| Δημ. Τζάνες | Ο | Σταμάτιος Μπουντούρης | |
| Περ. Μποῦτος | Ο | Θεόδωρος Γκίκας | Ο |
| Παν. Σάκκης | Ν | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | Ο |
| Νικ. Παπαλέξης | Ο | Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ο |
| Νικ. Μισυρλῆς | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ο | |
| Ν. Καράπαυλος | Ο | Νικόλ. Κοντογιάννης | |
| Ἀσημ. Χριστόπουλος | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο | |
| Εὐστάθ. Κοκκέβης | Γεώργιος Λιδωρίκης | Ο | |
| Δημήτρ. Κάρτσωνας | Κωνστ. Χατζῖσκος | Ο | |
| Δημήτρ. Γουδῆς | Ο | Δημήτρ. Ζουλούμης | Ο |
| Σ. Χατζηγάκης | Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος | ||
| Κ. Ζωγλοπίτης | Ο | Θεμιστοκλῆς Κανάρης | |
| Ἀθ. Καζαμπάκας | Ο |
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς ἀπεῤῥίφθη διὰ ψήφων 72 κατὰ 7, ψηφοφορησάντων ἐν ὅλῳ 79. Ὁ κ. Δηλιγιάννης παρακαλεῖται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§42Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄν τὸ φιρμάνιον, τὸ ἐκδοθὲν, ἀποτελῆ μέχρι τοῦδε τὸν ἐπίλογον τοῦ ἀπαισίου δράματος, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν ἐν Κρήτῃ, τὸ προοίμιον αὐτοῦ ὑπῆρξαν τὰ αἰτήματα, τὰ ὁποῖα πέντε Βουλευταὶ, ἀποτελοῦντες τὴν μειοψηφίαν ἐν τῇ Γενικῇ Συνελεύσει, εἶχον προβάλει. Τὰ αἰτήματα ταῦτα διαιροῦνται εἰς δύο κατηγορίας· εἰς αἰτήματα ἀναγόμενα εἰς τὴν οἰκονομικὴν διοίκησιν τῆς νήσου, καὶ εἰς αἰτήματα ἀναγόμενα εἰς τὴν πολιτικὴν διοίκησιν αὐτῆς. Μεταξὺ τῶν αἰτημάτων τῆς δευτέρας κατηγορίας ὑπῆρχον αἰτήματα, τὰ ὁποῖα ἀντέβαινον εἰς τοὺς θεσμοὺς τῆς Κρήτης, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπετρέπετο νὰ γένωνται ἀποδεκτὰ ὑπὸ τῆς συμβάσεως τῆς Χαλέπας. Τοιαῦτα αἰτήματα ἦσαν, ἡ παῦσις τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχε κατὰ τοὺς θεσμοὺς διάρκειαν πενταετῆ. Ἦσαν ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, ἐνῷ τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ὑπὸ τῆς συμβάσεως τῆς Χαλέπας δὲν ἀπενεμήθη εἰς οὐδεμίαν ἀρχήν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς ἀκυρώσεως ὅλων τῶν πράξεων τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως, τὸ ὁποῖον καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ ἓν τῶν αἰτημάτων τῆς μειοψηφίας. Ὅτε τὰ αἰτήματα ταῦτα ὑπεβλήθησαν, ποίαν ἐτήρησεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις στάσιν; Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἥτις ἠξίωσε νὰ λάβῃ τὸ ὄνομα τοῦ ἐπιμελητοῦ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, δὲν ἔβλεπεν, ὅτι τινὰ τῶν αἰτημάτων τούτων ἀντέβαινον εἰς τὸ Σύνταγμα τῆς Κρήτης, εἰς τὴν σύμβασιν τῆς Χαλέπας; Πῶς δὲν ἔσπευδεν ἀμέσως νὰ συμβουλεύσῃ, νὰ προτρέψῃ τὴν μειοψηφίαν, νὰ μὴ ἐμμείνῃ προβάλλουσα τοιαῦτα αἰτήματα, ὅταν μάλιστα τὰ αἰτήματα ταῦτα ἔμελλον νὰ ἀποταθῶσιν εἰς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν, ἥτις, ὠφελουμένη ἐκ τοιούτων αἰτημάτων, ἀντιβαινόντων εἰς τοὺς θεσμοὺς τῆς Κρήτης, ἠδύνατο καὶ αὐτὴ νὰ ἀθετήσῃ τὴν σύμβασιν τῆς Χαλέπας, ὡς τινὰ τῶν αἰτημάτων τούτων ἠθέτουν αὐτήν; Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐκοπίασε παντάπασι τοιαύτας νὰ δώσῃ συμβουλὰς εἰς τὴν μειοψηφίαν τῆς Συνελεύσεως· ἐξ ἐναντίας, ἂν κρίνωμεν ἐκ τῶν ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ ὑπουργικῶν ὀργάνων, εὑρίσκομεν, ὅτι ταῦτα ἐπῄνουν καὶ ἐθαύμαζον τὰ αἰτήματα, καὶ ἀπεφαίνοντο ὑπὲρ αὐτῶν μετὰ μεγάλης στοργῆς καὶ μεγάλου ἐπαίνου (ἀναγινώσκει): «Ἄν τὰ γεννηθέντα σήμερον ἐν Κρήτῃ ζητήματα» (ἐδημοσίευσε κατὰ τὴν 3 Ἰουλίου τὸ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ μεταμεσημβρινὸν ὄργανον τοῦ Πρωθυπουργοῦ) «πρόκηται νὰ λύσωμεν κατὰ τὰς θεμελιώδεις ἀρχὰς τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου, ἀναγκαίως θὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἡ νόμιμος, ἡ πλειονοψηφία ἡ ἔχουσα τὰ στοιχεῖα τοῦ κύρους, ἅτινα ἀπαιτεῖ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, εἶναι σήμερον ἐν Κρήτῃ ἡ μειοψηφοῦσα ἐν τῇ Συνελεύσει. Μετ’ αὐτῆς βλέπομεν τὸν λαὸν, εἰς τὴν ἀντίθετον βλέπομεν μονάδας, ἀντιπροσώπους νομίμως ἐκλεχθέντας, νομίμως ὑφισταμένους, ἀλλὰ τὰς ἰδέας τῶν ὁποίων δὲν ἀσπάζεται σήμερον ὁ Κρητικὸς λαὸς, ταχθεὶς μετὰ τῶν ἀντιθέτων. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐφανερώθη ἡ ἀντίθεσις αὕτη, οἱ ὅροι μετήλλαξαν. Ἡ μειοψηφία κατ’ ἀνάγκην ὀφείλει νὰ θεωρηθῇ πλειοψηφοῦσα....» Καὶ τὴν 14 Ἰουλίου ἐδημοσίευε: «Τὰ αἰτήματα ταῦτα εἰσὶν ἀναντιῤῥήτως νόμιμα καὶ δίκαια κατὰ τὸ πλεῖστον, ἀπαραίτητα δὲ διὰ τὴν πρόοδον καὶ τὴν εὐημερίαν τῶν Κρητῶν.» Καὶ ἐπειδὴ ἡ πλειοψηφοῦσα μερὶς ἔμενε κεχωρισμένη, μὴ στέργουσα νὰ οἰκειοποιηθῇ τὰ αἰτήματα, τὸ μνημονευθὲν ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ ὄργανον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἑλλάδος ἐδημοσίευσε τότε τάδε (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐν τῇ ἤδη φαντασιώδει πλέον ἐξουσίᾳ μερὶς, περιστοιχίζουσα τὴν Διοίκησιν, διστάζει ἀκόμη νὰ συνταυτίσῃ τὴν τύχην της μετὰ τῆς τύχης τῶν συνηθροισμένων καὶ ἀποτελέσῃ τὴν ἁρμονίαν ἐκείνην καὶ τὴν σύμπραξιν, ἥτις εὐθὺς θὰ βιάσῃ τὴν Πύλην νὰ συνθηκολογήσῃ καὶ ἀποδεχθῇ αἰτήματα νόμιμα καὶ δίκαια. Ἐννοοῦμεν τὴν διαίρεσιν καὶ τὸν ἀνταγωνισμόν.» Τὸ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ ὄργανον τοῦ Ὑπουργείου δὲν προέτρεπε τοὺς μειοψηφοῦντας νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰ αἰτήματα, τὰ ὁποῖα προέβαλον, ἀφοῦ τινὰ τούτων ἀντέβαινον εἰς τὴν σύμβασιν τῆς Χαλέπας, ἀλλὰ προέτρεπε τὴν πλειονοψηφίαν νὰ συνταχθῇ μετὰ τῆς μειονοψηφίας, καὶ παρεκίνει αὐτὴν καὶ ἐπετίμα αὐτὴν, διότι ἐπέμενε διῃρημένη. Καὶ ἐζήτει πάντα τὸν λαὸν τῆς Κρήτης νὰ συντάξῃ ὑπὸ τὴν σημαίαν τῶν αἰτημάτων τῆς μειονοψηφίας. Καὶ ἐνῷ ταῦτα ἔγραφε τὴν 14 Ἰουλίου, τὴν 24 Ἰουλίου τὸ αὐτὸ ὄργανον τοῦ Ὑπουργείου ἐλάλησεν ἄλλην γλῶσσαν. «Περὶ τίνος ἄλλως τε πρόκειται; (ἔγραφε τὸ εἰρημένον ὄργανον) περὶ προσωρινῶν καὶ ἐφημέρων, περὶ ἐλεεινῶν ἐμβαλωμάτων, περὶ γελοίων μεταῤῥυθμίσεων, οὐχὶ περὶ διαρκοῦς καὶ σταθερᾶς βελτιώσεως καὶ προόδου.» Καθ’ ὃν χρόνον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὤφειλε ν’ ἀποτρέπῃ τοὺς μειονοψηφοῦντας ἀπὸ προτάσεις τοιούτων ζητημάτων, νὰ καταδείξῃ τὴν ἀπαρέσκειαν αὐτῆς, ἵνα ὁ Κρητικὸς λαὸς ἐννοήσῃ, ὅτι ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἐν τῇ νομίμῳ τάξει, ἐν τῇ Γενικῇ Συνελεύσει τότε ἐνεθάῤῥυνε τὴν μειονοψηφίαν, καὶ ἐπῄνει τὰ αἰτήματα, καὶ ἔγραφε διὰ τοῦ δημοσιογραφικοῦ ὀργάνου της, προτρέπουσα τὴν Τουρκίαν νὰ δώσῃ ὅ,τι τῆς ζητήσωσι. Μετ’ ὀλίγον ἔγραφεν, ὅτι δὲν ἀξίζει τὸν κόπον δι’ αὐτὰ τὰ ἐμβαλώματα ἡμεῖς νὰ διακυβεύσωμεν τὴν τάξιν ἐν Κρήτῃ. Κατὰ σύμπτωσιν δὲ περίεργον, τὴν αὐτὴν γλῶσσαν μετῆλθε καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτε ὡμίλει κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος. Τότε ἠρώτα, ἂν ἡ προσωρινὴ αὕτη κατάστασις, αὐτὰ τὰ προσωρινὰ ἐμβαλώματα ἔπρεπε νὰ ἐκθέσωσιν εἰς κίνδυνον τὴν τάξιν καὶ τὴν εἰρήνην ἐν Κρήτῃ, ἂν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ λάβῃ μέρος ἐνεργὸν ὑπὲρ τῶν αἰτήσεων τούτων τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ. Προχθὲς δὲ, ὅτε ἔδιδεν ἀπάντησιν εἰς τὴν αἴτησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα αὐτῷ, νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, ἔλεγεν ὅτι, ἀφοῦ τὰ προνόμια πλέον τῆς Κρήτης διηρπάγησαν καὶ ἀνῃρέθησαν ὑπὸ τοῦ φιρμανίου, ἔκτοτε ἡ κατάστασις ἔπαυσε νὰ ἦναι παγία, εἶναι προσωρινή, καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἠρνεῖτο νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα. Εἶναι τῷ ὄντι ἀκατανόητος ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἐπαρχίας τινὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἤθελον ἀναζητήσει ἐν τῇ πολιτείᾳ αὐτῆς νὰ ἀνεύρω τὴν πολιτικὴν ἰδιοτέλειαν, ἥτις ὠθεῖ αὐτὴν νὰ προσφέρηται οὕτως ἀλλοπροσάλλως πρὸς τοὺς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἀνταγωνιζομένους πολιτικοὺς ἄνδρας. Ἀλλ’ ἐν Κρήτῃ ποῖον πολιτικὸν συμφέρον ἐζήτει ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου; Ἡ Κυβέρνησις ἓν πολιτικὸν συμφέρον ἔχει ἐκεῖ, τὴν προστασίαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὴν διατήρησιν τῶν ἐκεῖ κειμένων, ἐν ὅσῳ οὕτως ἔχουσι τὰ κατὰ τὴν Ἀνατολὴν, καὶ τὴν διατήρησιν τῆς διοικητικῆς αὐτονομίας αὐτῆς, ἥτις εἶχεν ἀποκτηθῆ διὰ τῶν Κρητικῶν ἀγώνων. Ἀλλὰ ταῦτα ἐξετίθει εἰς προφανῆ κίνδυνον, ὑποστηρίζων τὰ αἰτήματα τῆς μειονοψηφίας τῆς Κρητικῆς Συνελεύσεως, ὡς ἐὰν αὕτη ἦτο τὸ πολιτικὸν κόμμα, τὸ ὁποῖον ἐν Εὐρυτανίᾳ ἢ ἐν Ἀθήναις ἐχαρακτηρίζετο ὡς φιλικὸν εἰς τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργείου. Καὶ μήπως τοιαύτη δὲν ἦτο ἡ ὅλη πολιτεία τοῦ Ὑπουργείου; Μήπως τοιαύτην πολιτείαν δὲν μετῆλθεν ἐν Μακεδονίᾳ; Μήπως τοιαύτην δὲν μετῆλθεν ἐν Κωνσταντινουπόλει; Καὶ ποίαν ἄλλην ἐνόησεν ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις διοίκησιν, εἰμὴ τὴν παροχὴν προστασίας καὶ συνδρομῆς εἰς ὡρισμένα ἄτομα, καὶ τὴν ἄρνησιν τοιαύτης εἰς ἄλλα; Ὡς κατέστησε τὴν διοίκησιν ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι, μέσον κομματικῆς ἐπιῤῥώσεως, μέσον φατριασμοῦ, οὕτως ἐνήσκησε καὶ τὴν ἐπίδρασιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Ποία ἦτο ἡ πολιτεία τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅτε ἐτέθησαν εἰς ἀμφιβολίαν τὰ προνόμια τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἐν Κωνσταντινουπόλει, καὶ ἠναγκάσθη ἱεράρχης ἐπιφανὴς νὰ καταλίπῃ τὸν Πατριαρχικὸν θρόνον; Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει εἶχον συνταχθῆ μετ’ ἐκείνων, οἵτινες ἐζήτουν τὸν ἐξαναγκασμὸν τοῦ Ἰωακεὶμ Γʹ νὰ παραιτηθῇ τοῦ θρόνου. Ποία ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ πληρωθῇ τὸ κενὸν, τὸ ὁποῖον κατέλιπεν ἡ παραίτησις τοῦ ἱεράρχου ἐκείνου; Οἱ πράκτορες τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ οὐ μόνον οἱ ἐν Κωνσταντινουπόλει διαχειριζόμενοι λειτουργίαν τινὰ, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι, ἀλλαχοῦ διωρισμένοι, διατρίβοντες δὲ προσωρινῶς ἐν Κωνσταντινουπόλει, κατέβαλον ἐκθύμους προσπαθείας, ἵνα ἐπηρεάσωσι τὸν ἐκλογικὸν σύλλογον καὶ καταστήσωσιν εὐχερῆ τὴν ἀνάῤῥησιν ἐπὶ τοῦ Πατριαρχικοῦ θρόνου τοῦ νῦν ἐπ’ αὐτοῦ καθημένου. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὅ,τι ἀποστέργει εἶναι ἡ ἀντιλογία καὶ ἡ συζήτησις, ὅ,τι ἐπιθυμεῖ εἶναι ὄργανα πειθήνια ἔν τε τῇ Ἑλλάδι καὶ ἐν ταῖς Ἑλληνικαῖς ὑπὸ τὴν Τουρκίαν ἐπαρχίας. Καὶ ἐγκατέλειψε τὴν γενικὴν ἀποστολὴν, τὴν ὁποίαν τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον ἔχει, καὶ μετεβλήθη ἀπὸ Κυβερνήσεως τοῦ ἐλευθέρου Κράτους εἰς κομματάρχην ἐν ταύτῃ ἢ ἐκείνῃ τῇ ἐπαρχίᾳ, τῇ ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ Σουλτάνου εὑρισκομένῃ. Ἀληθῶς ἡ σύγχυσις, τὴν ὁποίαν κατεδήλωσεν ὁ Πρωθυπουργὸς, συζητῶν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἀποδεικνύει ἐναργῶς τὴν συνείδησιν τῶν σφαλμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα περιέπεσεν. Ἠκούσατε αὐτοῦ δικαιολογουμένου, διατὶ δὲν δίδει λόγον, διατὶ δὲν ἀπέτρεψε τὴν μειοψηφίαν τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως ἀπὸ τῶν αἰτημάτων, διατὶ δὲν συνεβούλευσε τὴν μὴ ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τοῦ νομίμου ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Συνελεύσεως συναγωνισμοῦ, διατὶ παρέσχε συνδρομὴν εἰς τὸν Σακὴρ πασᾶν; Ἠκούσατε αὐτοῦ νὰ ὁμιλῇ περὶ οἰκονομικοῦ ἐδάφους καὶ ἰσοζυγίου, καὶ νὰ καταρᾶται τὴν 7 Ἀπριλίου, διότι, ἐνῷ ἦτο τότε εἰς τὴν στιγμὴν νὰ ὑπογράψῃ παραγγελίαν πρὸς κατασκευὴν θωρηκτῶν, ἡ 7η Ἀπριλίου ἀνέτρεψεν αὐτὸν τῆς ἀρχῆς, καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἶχε προχθὲς στόλον, ἵνα ἀποστείλῃ εἰς Κρήτην, καὶ ἀναρτήσῃ ἐκεῖ τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν. Καὶ ὁμιλοῦσι περὶ στόλου ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, καταλιπόντες τὴν ἀρχὴν κατὰ τὸ 1885, ἀφῆκαν τὸν Ναύσταθμον ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἐκλύσει, ἀφῆκαν εἰς τὴν φθορὰν τὸ ὑλικὸν τοῦ πολέμου, τὰς δὲ ἀποθήκας, εἰς ἀπώλειαν. Ἀπορῶ πῶς δύνανται νὰ ὁμιλῶσι περὶ στρατιωτικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας, ἵνα παραμυθήσωσιν ἡμᾶς ἐν παραπλησίᾳ συμφορᾷ. Εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἡ σύγχυσις, τὴν ὁποίαν κατεδήλωσεν ὁ Πρωθυπουργός, ἀποδεικνύει, ὅτι ἔχει συνείδησίν τινα τῶν σφαλμάτων αὐτοῦ. Καὶ ἡ κρίσις αὕτη εἶναι κρίσις ἐπιεικοῦς ἐκτιμήσεως τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν δὲν ἤθελον ἀποδώσει τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦτον, εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀνατρέξω νὰ εὕρω ἕτερον χαρακτηρισμόν, τὸν ὁποῖον ἀπέχω τοσοῦτον ἐπισήμως νὰ διαδηλώσω. Ἀλλ’ εἴτε προσήκει εἰς τὴν πολιτείαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὁ χαρακτηρισμός, τὸν ὁποῖον ἔδωκα ἐξ ἐπιεικείας, εἴτε μὴ, τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἀγῶνες δεκαετηρίδων ὁλοκλήρων εὐγενοῦς καὶ ὑπερηφάνου λαοῦ, τοῦ κατοικοῦντος τὴν πολυπαθῆ νῆσον, ἀνῃρέθησαν διὰ τοῦ σουλτανικοῦ φιρμανίου. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι αἱ θυσίαι, εἰς τὰς ὁποίας τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον ἀπὸ 20 καὶ πλέον ἐτῶν δὲν ἔπαυσε νὰ προβαίνῃ, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, περιθάλπον τοὺς δυστυχεῖς πρόσφυγας τῆς νήσου ἐκείνης, οἱ ἀγῶνες αὐτοὶ ἐπίσης ἀπώλλοντο. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι τὸ πρῶτον δάνειον, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐξέδωκεν, ἐξ 25 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, τὸ ἐξέδωκεν ἵνα ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς πολλαπλᾶς ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν ἀγώνων τῆς Κρήτης κατὰ τὸ 1867. Τότε ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου ἐκείνου ἐνεποίησε μεγίστην ἐντύπωσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, διότι δὲν ἦτο συνειθισμένος νὰ δανείζηται. Δὲν εἶχε φανῆ ἔτι κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος ὁ νῦν Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐσυνείθισε νὰ ὁμιλῶμεν περὶ δανείων ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων. Καὶ ἐνῷ μετὰ τοσαύτης δυσκολίας ἡ Κυβέρνησις Κουμουνδούρου προέβη νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον τῶν 25 ἑκατομμυρίων, εἶχε τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἠδύνατο νὰ δικαιολογηθῇ προβάλλουσα τὸν σκοπὸν αὐτὸν, διότι προώριζε τὸ δάνειον τοῦτο εἰς θεραπείαν ἀναγκῶν, ὁποῖαι ἦσαν αἱ ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας ἐπέβαλλον εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἑλλάδος αἱ περιπέτειαι τῆς δυστυχοῦς νήσου Κρήτης. Ἡμεῖς, ὡς ἀντιπολίτευσις, καθῆκον ἔχομεν νὰ ῥήξωμεν φωνὴν, ἐπικρίνοντες ἀσύγγνωστον πολιτείαν, ἀκατανόητον ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν ὅμορον Δύναμιν, ἀσυνείδητον ὑποταγὴν εἰς τὰ κελεύσματα τῶν ἄλλων, λήθην τῶν πρὸς τὸ Κράτος ὑποσχέσεων ἐκείνων, οἵτινες κυβερνῶσιν αὐτό. Ἂν ὁ Πρωθυπουργὸς νομίζῃ, ἀπαντῶν εἰς τὰς ἐπιτιμήσεις ἡμῶν ταύτας καὶ εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων αὐτοῦ, ὅτι δύναται νὰ δημαγωγήσῃ, ὁμιλῶν, ὅτι σκοπεῖ νὰ προβῇ εἰς ἐνέργειαν, λυποῦμαι διότι ἐλησμόνησεν, ὅτι εἶναι κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὅτι, καὶ ἂν εἶχε κατὰ νοῦν νὰ προβῇ εἰς ἐνέργειαν, ἡ αἴθουσα τῆς Βουλῆς δὲν ἦτο ὁ τόπος, εἰς τὸν ὁποῖον ἠδύνατο ν’ ἀποκαλύψῃ τὰ διανοήματα αὐτοῦ. Τοιαῦτα ἀποκαλύπτων διανοήματα, χειροτερεύει τὴν τύχην τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων, καὶ ἀφοῦ κατέστρεψε ταῦτα διὰ τῆς πολιτείας, τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ἐν Κρήτῃ, δίδει εἰς αὐτὰ τὴν τελευταίαν πληγὴν διὰ τῆς ἀποκαλύψεως τοιούτων διανοημάτων. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν καθῆκον ν’ ἀποφαινώμεθα οὐδεμίαν γνώμην, δὲν εἴμεθα σύμβουλοι τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις μόνη ἔχει ἐν τοῖς ἀρχείοις αὐτῆς ὅλα τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς τὸ νὰ σχηματίσῃ ὁποιανδήποτε γνώμην. Ἡμεῖς ἓν καθῆκον ἔχομεν, νὰ ἐπιτηρῶμεν τὴν πολιτείαν τῶν κυβερνώντων, καὶ νὰ ἐπιτιμῶμεν αὐτήν, ἐὰν εὑρίσκωμεν ταύτην ἐλλιπῆ. Τὸ καθῆκον τοῦτο ἔσπευσα νὰ ἐκπληρώσω, ἐν ὀνόματι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὴν ἑσπέραν ταύτην.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 10 καὶ 25′ μ. μ.