1889.12.02
1.835 στίχοι · 14.341 λέξεις · 93 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 32
Τῆς 2 Δεκεμβρίου 1889
(Σάββατον).
Ὥρᾳ 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἐλήφθη ὡς ἀρχή, νὰ σημειῶνται ὅσα ἐλέχθησαν ἐν τῇ συνεδριάσει· καλὸν ὅθεν νὰ τηρῆται μεγαλειτέρα ἀκρίβεια. Παρατηρῶ ἐν τοῖς πρακτικοῖς νὰ ἀναφέρηται, ὅτι «κατέθεσεν εἷς τῶν Βουλευτῶν Κεφαλληνίας ἀναφορὰν καπνοπωλῶν ἐν Ἰθάκῃ, αἰτουμένων νὰ μειωθῇ ἡ ἀναλογία τοῦ σιγαροχάρτου πρὸς τὸν καπνὸν, ἥτις ἐστάλη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.» Μετὰ τοῦτο δέ: «Τὸ περιεχόμενον τῆς ἀναφορᾶς ὑπεστήριξεν εἷς τῶν Βουλευτῶν Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας.» Τὸ περιεχόμενον τῆς ἀναφορᾶς ὑπεστηρίχθη ὑπ’ ἐμοῦ, κατόπιν δὲ ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ὡμίλησεν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, κύριε Βαλσαμάκη, ἔχετε δίκαιον.
§4ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Μετὰ τοῦτο δὲ ἀναφέρεται: «Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου, ἀποκρινόμενος ἐπὶ τῶν λεχθέντων περὶ τῆς ἀναλογίας τοῦ σιγαροχάρτου, εἶπεν, ὅτι ἐπὶ τούτου μόνον νομοθετικὴ ἐνέργεια χωρεῖ. Τὸ Ὑπουργεῖον πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ κειμένου νόμου προεκάλεσε Διάταγμα, κανονίζον νὰ τίθηται τὸ ἀναλογοῦν σιγαρόχαρτον εἰς τὰ πακέτα τοῦ καπνοῦ.» Κατόπιν σημειοῦνται τὰ ἑξῆς: «Εἷς τῶν Βουλευτῶν Κεφαλληνίας ὑπεστήριξε τὴν ἀναφορὰν τῶν ἐξ Ἰθάκης καπνοπωλῶν καὶ συνέστησεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν προτεινομένην ἐλάττωσιν τῆς ἀναλογίας τοῦ σιγαροχάρτου.» Ἐγὼ ἔλαβον ἐκ δευτέρου τὸν λόγον, ἀλλὰ ἔλαβον αὐτὸν καὶ ἀπήντησα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὑπεστήριξα δὲ τὴν ἀναφορὰν, ὅτε ὑπέβαλον αὐτήν. Ἐὰν ἀγαπᾶτε, κύριε Πρόεδρε, διορθώσατε τὰ πρακτικὰ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, διὰ τὴν ἀκρίβειαν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι διορθωθῆ συμφώνως ταῖς ὑμετέραις παρατηρήσεσι. (Τὰ πρακτικὰ διορθωθέντα ἐπικυροῦνται).
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐν Πάτραις οἰνοπνευματοποιοὶ βʹ κατηγορίας ἐξαιτοῦνται τὴν σαφῆ ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 1ου τοῦ περὶ οἰνοπνευματοποιείων τελευταίου νόμου. Ὁ Δήμαρχος Ἐρυθρῶν ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, εὐχομένου τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ δημοτικῶν προσόδων, δανείων καὶ βαρῶν.
§7ΣΑΚΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πληροφοροῦμαι, ὅτι διωρίσθη ἐπιτροπὴ ἐκ μηχανικῶν πρὸς παραλαβὴν τῆς ὁδοῦ Πύλου–Μεθώνης. Μετ’ ἀπορίας μου εἶδον τοῦτο, διότι γνωρίζω, ὅτι ὁδὸς Πύλου–Μεθώνης δὲν ὑφίσταται· πέντε ἢ ἓξ ἐπιτροπαὶ διετάχθησαν νὰ παραλάβωσιν αὐτὴν, ἀλλ’ οὐδεμία ἐπιτροπὴ ἐτόλμησε νὰ προβῇ εἰς τοῦτο, διότι ἡ ὁδὸς εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν δύναται νὰ παραληφθῇ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ καταθέσῃ ἁπάσας τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐπιτροπῶν, αἵτινες κατὰ καιροὺς μετέβησαν πρὸς παραλαβὴν τῆς ὁδοῦ ἐκείνης, καὶ κατάλογον τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι μέχρι σήμερον ἐγένοντο δι’ αὐτὰς τὰς ἀποστολάς· διότι νομίζω, ὅτι, ὅσα χρήματα ἐδαπανήθησαν πρὸς παραλαβὴν τῆς ὁδοῦ ἐκείνης, θὰ ἔφθανον ὄχι μόνον δι’ ἐπισκευὴν, ἀλλὰ καὶ διὰ κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ταύτης. Ὡσαύτως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ εὐαρεστηθῇ ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, πότε θὰ ὁρισθῇ ἡ ἡμέρα πρὸς ἔναρξιν τοῦ διαγωνισμοῦ πρὸς πλήρωσιν τῶν κενῶν θέσεων τοῦ γεωμετρικοῦ κλάδου, διότι πολλοί, ἀποφοιτήσαντες ἐκ τοῦ Πολυτεχνείου, ἀναμένουσιν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν τὸν διαγωνισμὸν τοῦτον καὶ ἀναγκάζονται, μένοντες ἐν Ἀθήναις, νὰ καταδαπανῶνται, πολλοὶ δὲ καὶ νὰ δανείζωνται πρὸς συντήρησίν των.
§8ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ὑπενθυμίζω μίαν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, περὶ αὐθαιρέτου τινὸς οἰκοδομῆς ἐν Ἀμαλιάδι, ἐντὸς τῆς πλατείας ἀνεγειρομένης. Εἰς τοῦτο δὲ ἄγομαι διότι πρὸ ὀλίγου ἔλαβον τηλεγράφημα, ἐν τῷ ὁποίῳ μοὶ ἀνακοινοῦται, ὅτι ἡ ἐν λόγῳ οἰκοδομὴ εὑρίσκεται ἐν τῷ τελειοῦσθαι, οὐδὲν δὲ μέτρον ἐλήφθη.
§9ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Διετάχθησαν τὰ δέοντα, καὶ αὔριον θὰ σᾶς εἴπω.
§10ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω πρὸς τούτοις καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τοῦ ἑξῆς: Ὅτε ἡ Κυβέρνησις εἰσήγαγε τὸν νόμον ΑΦΝΔʹ τῆς 30 Ἰουνίου 1887 περὶ ὁρισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν καὶ μεταθέσεως αὐτῶν, οἱ πάντες ὑπέθεσαν, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο ὑπηγορεύθη ἐκ λόγων ἀνωτέρων καὶ πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς. Καὶ τωόντι τὸ μέτρον ἐκεῖνο ἐθεωρήθη ὡς ἀναγκαῖον παρακολούθημα τῆς δικαστικῆς ἰσοβιότητος. Κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον, δὲν ἐπιτρέπεται μετάθεσις δικαστοῦ, εἰμὴ μετὰ διετίαν, καὶ τοῦτο ἐν μηνὶ μόνον Αὐγούστῳ. Κατ’ ἐξαίρεσιν μόνον ἐπιτρέπεται ἡ μετάθεσις καὶ πρὸ τῆς παρελεύσεως τῆς διετίας, ὅταν βεβαιωθῇ ἡ ἀνάγκη δι’ ἐκθέσεως ἠτιολογημένης τῶν ἁρμοδίων παρὰ Πρωτοδίκαις καὶ παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελέων. Σήμερον ἀνέγνων, ὅτι μετετέθησαν πολλοὶ Πρωτοδίκαι. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐβεβαιώθη ἡ ἀνάγκη τῆς μεταθέσεως τῶν δικαστῶν ἐκείνων, καὶ μεταθέσεως ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ τοῦ ἔτους, καὶ εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν λειτουργοῦσιν ἅπαντα τὰ Δικαστήρια, πολιτικὰ καὶ ποινικά; Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ τι τὸ κωλῦον, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὰς ἐκθέσεις τῶν Εἰσαγγελέων, διότι πολλὰ διεδόθησαν, τὰ ὁποῖα θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι ἦσαν ἀνακριβῆ.
§11ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει σημείωσις καὶ σχέδια ἐν τῇ ἁρμοδίᾳ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ ὁδοῦ τινος, χαραχθησομένης μεταξὺ τῆς κωμοπόλεως Βαλικάτα καὶ τοῦ χωρίου Φραγκάτα. Ἐὰν ὑπάρχῃ τοιαύτη σημείωσις εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψει, διότι πρόκειται περὶ ὁδοῦ, ἡ ὁποία θά χρησιμεύσῃ πολὺ εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ διαμερίσματος τούτου.
§12ΚΟΡΠΑΣ. Πολλοὶ τῶν κατοίκων Σεριφίων μοὶ ἀπηύθυναν πρό τινος χρόνου παράπονα κατὰ τῆς φατριαστικῆς διαγωγῆς τοῦ ἐκεῖ Εἰρηνοδίκου. Ἐπειδὴ γνωρίζω, ὅτι τὰ παράπονα τῶν πολιτῶν ἐγείρονται ἕνεκα ἀποφάσεως, ἥτις δὲν συμφέρει αὐτοῖς, δὲν ὑπέβαλα τὰ παράπονα ταῦτα, ἀλλ’ ἔγραψα πρὸς αὐτοὺς νὰ κατονομάσωσι τὰς πράξεις, ἐφ’ αἷς κατηγοροῦσι ἐπὶ φατριαστικῇ διαγωγῇ τὸν Εἰρηνοδίκην. Τῷ ὄντι ἔλαβον σήμερον ὑπόμνημα μακροσκελὲς, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐκτίθενται ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ πᾶσαι αἱ πράξεις αὗται τοῦ Εἰρηνοδίκου Σερίφου, συνάμα δὲ μὲ πληροφοροῦσιν, ὅτι περὶ ὅλων αὐτῶν ὑπέβαλον καταγγελίαν πρὸς τὸν ἐν Σύρῳ Εἰσαγγελέα τῶν Πλειμμελειοδικῶν, ὁ ὁποῖος τὴν μήνυσιν ταύτην ἀπέστειλεν εἰς τὸν Γραμματέα τοῦ ἰδίου Εἰρηνοδικείου, πρὸς ἐνέργειαν ἀνακρίσεων. Πᾶς δύναται νὰ ἐννοήσῃ, ὁποῖον ἔσεται τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης ἀνακρίσεως, διότι ὁ Γραμματεὺς, ὁ ὁποῖος συνεργάζεται, συνοικεῖ καὶ συντρώγει μετὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου, βεβαίως θὰ ἐπιστρέψῃ τὴν μήνυσιν ταύτην ὅπως ἔλαβεν αὐτήν. Ὠφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω, ὅτι αἱ μηνύσεις ἀπεστάλησαν παρὰ τῆς Εἰσαγγελίας Σύρου εἰς τὸν Γραμματέα τοῦ Εἰρηνοδικείου ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ ἐντίμου καὶ ἱκανοῦ εἰσαγγελέως κ. Σαπουντζάκη. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ διατάξῃ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Σύρῳ Πλημμελειοδικῶν, ἵνα ἀποστείλῃ ἢ τὸν τακτικὸν ἀνακριτὴν ἢ ἄλλον πρωτοδίκην, ὅπως ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις ἐπὶ πασῶν τούτων τῶν καταγγελιῶν.
§13ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων, τῶν σχετικῶν πρὸς τὴν ἐπερώτησίν μου, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ ἐξαγομένου σταφιδοκάρπου ἐκ τῶν Ἰονίων νήσων, μὲ ἀναγκάζει νὰ λάβω καὶ πάλιν τὸν λόγον, διότι ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι, πᾶν ὅ,τι ὑπεστήριξα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ἀκριβὲς εἶναι, καὶ δίκαιον ἔχω νὰ ἐπιμείνω εἰς τὰ λεχθέντα· ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θέλει πεισθῆ, ὅτι πᾶν τὸ μέχρι τοῦδε ὑπ’ αὐτοῦ πραχθὲν καὶ παράνομον εἶναι καὶ ἄδικον, καὶ βλάβην δύναται νὰ φέρῃ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, καὶ ὅτι, ἂν ἤθελε λάβει ὑπ’ ὄψει τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατέθεσεν εἰς τὴν Βουλήν, καίτοι ἀτελῆ, ὡς θέλω ἀποδείξει, βεβαίως δὲν ἤθελε πράξει ὅ,τι ἔπραξεν, ἀλλ’ ἤθελεν ἀπονείμει τὸ δίκαιον εἰς τοὺς παραπονουμένους πολίτας. Τὸ ἔγγραφον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἤτοι τὸ ἀπόσπασμα ὑπομνήματος τοῦ ἄλλοτε ἐλεγκτοῦ καὶ νῦν τελώνου Κερκύρας κ. Ἀνδρικοπούλου, οὐδόλως συντελεῖ εἰς λύσιν τοῦ προκειμένου ζητήματος. Ὁ κ. Ἀνδρικόπουλος δὲν ἠρωτήθη, πῶς φορολογεῖται ὁ σταφιδόκαρπος, ἐν ᾗ περιπτώσει εἶναι βεβλαμμένος, ἀλλ’ ἠρωτήθη ἁπλῶς καὶ μόνον, τί συμβαίνει καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν φορολογίαν τῶν ἐξαγομένων προϊόντων ἐκ τῶν Ἰονίων νήσων, καὶ ἐὰν ἐφρόνει, ὅτι τὰ γινόμενα ἐξασφαλίζουσι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου· προσεκλήθη δὲ, ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, νὰ ὑποδείξῃ τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων δύνανται τὰ συμφέροντα ταῦτα νὰ ἐξασφαλισθῶσιν. Εἰς ταῦτα ὁ κ. Ἀνδρικόπουλος ἀπαντῶν, μετ’ εἰλικρινείας καὶ παῤῥησίας ἀναφέρει, τί ἐγίνετο πρὸ τῆς ἑνώσεως, ἀναφέρει τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους θεωρεῖ, ὅτι τότε ἦσαν ἐξησφαλισμένα τὰ συμφέροντα καὶ τῶν πολιτῶν καὶ τοῦ Δημοσίου, διότι τότε ἀνετίθετο ὁ ὁρισμὸς τῶν τιμῶν εἰς τρεῖς δημοσίους μεσίτας, οἵτινες ὑπεχρεοῦντο ἕκαστον Σάββατον νὰ ὑποβάλλωσι τὰς πληροφορίας περὶ τῶν γενομένων ἀγοραπωλησιῶν, ὑποκείμενοι ἐν ἐλλείψει εἰς πρόστιμον λίαν βαρὺ, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲ αἱ πληροφορίαι, αἱ διδόμεναι εἰς τὴν ἀρχὴν, ἦσαν δολίως ἀνακριβεῖς, ὑπέκειντο καὶ εἰς ποινικὴν καταδίωξιν. Τὸ τοιοῦτον ἐξηκολούθησε νὰ γίνηται καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν, ἀλλὰ κατόπιν σύστημα ἄλλο ἐφηρμόσθη, σύστημα, τὸ ὁποῖον κατακρίνει, διότι θεωρεῖ, ὅτι παρέχει εἰς τὸν τελώνην ἀπεριόριστον ἐξουσίαν, ἐξ ἧς ἐξαρτᾶται τὸ συμφέρον καὶ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν πολιτῶν. Ἰδοὺ τί ἐκθέτει (ἀναγινώσκει): «... διότι τὰ ἑβδομαδιαῖα πρωτόκολλα, συνυπογραφόμενα καὶ παρὰ τοῦ Νομάρχου, παρέχουσι πᾶσαν πίστιν, ὅτι δι’ αὐτῶν ἐξασφαλίζονται πληρέστατα τὰ δημόσια συμφέροντα. Δὲν συμφωνοῦμεν ποσῶς μὲ τὴν γνώμην ταύτην, διότι, καίτοι φέρουσι τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Νομάρχου, οὐδέποτε ὅμως δυνάμεθα νὰ βεβαιώσωμεν, ὅτι ὁ ἀνώτερος οὗτος τοῦ Κράτους ὑπάλληλος ἐν συνειδήσει ἔθηκεν αὐτὴν, ἀλλὰ μηχανικῶς, ὡσανεὶ νὰ ἐπρόκειτο δηλαδὴ περὶ συμπληρώσεως κενῆς τινος τυπικῆς θέσεως.» Προτείνει δὲ, ἵνα «κατὰ Δευτέραν, περὶ ὥραν προσδιωρισμένην, συνέρχηται ἐν τῷ Νομαρχιακῷ καταστήματι ἐπιτροπὴ, ἀποτελουμένη ἐκ τοῦ Νομάρχου, τοῦ Δημάρχου τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου καὶ τοῦ προϊσταμένου τῆς τελωνειακῆς ἀρχῆς, ὅπως προσδιορίζωσι κτλ.» Ὡς πρὸς τὸν τελώνην, κατόπιν λέγει (ἀναγινώσκει): «Τὰ πραγματικὰ καὶ ἀληθῆ συμφέροντα αὐτοῦ ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς εὐσυνειδησίας καὶ μόνης τῆς τελωνειακῆς ἀρχῆς, διότι εἰς χεῖρας αὐτῆς καὶ μόνης κρέμαται σήμερον ἡ βεβαίωσις τῶν τοιούτων φόρων. Διὰ νὰ ἐκλείψῃ ὅθεν ἐν τῷ μέλλοντι ἡ παντοκρατορία αὕτη τῆς τελωνειακῆς ἀρχῆς, δέον κτλ.». Καὶ ἐκθέτει τὴν γνώμην του, καὶ τί δέον γενέσθαι ὡς πρὸς τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς ἀξίας ἐν γένει, χωρὶς νὰ κάμῃ οὐδεμίαν διάκρισιν περὶ ἐφθαρμένου καὶ μὴ ἐφθαρμένου προϊόντος, καθότι περὶ τούτου δὲν ἐζητήθη ἡ γνώμη του· λογικῶς δὲ σκεπτόμενος καὶ τοὺς ἰσχύοντας νόμους ἑρμηνεύων, δὲν ἠδύνατο, προκειμένου περὶ ἀξίας, νὰ εἴπῃ τὸ ἐναντίον. Προτείνει δὲ, ὡς ἠκούσατε, ἡ ἐπιτροπὴ νὰ καταρτίζηται ἀπὸ τρία μέλη, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ Δημάρχου, καὶ τοῦτο διότι ἐκ τῆς παρουσίας τοῦ Δημάρχου καὶ τὰ συμφέροντα τῶν φορολογουμένων ἐξασφαλίζονται πλειότερον καὶ τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, καθόσον ἔχει καὶ ὁ Δήμαρχος ἄμεσον συμφέρον ἐκ τῆς φορολογίας, διότι καὶ ὁ δῆμος ἀπολαμβάνει ἐκ τῆς φορολογίας τοῦ ἐξαγομένου καρποῦ. Εἰς ταῦτα καὶ μόνα περιορίζεται ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Ἀνδρικοπούλου, οὐδόλως δὲ ἐπιλαμβάνεται, οὔτε ἀναφέρει γνώμην, οὔτε λύει τὸ ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου προεκάλεσα τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως. Ἂς ἐξετάσωμεν τὰ λοιπὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κυρίως ἀποβλέπουσιν εἰς τὸ ζήτημα. Πρῶτον ἔγγραφον εἶναι τὸ ἀποβλέπον εἰς τὴν περίπτωσιν, ἣν ὡς προηγούμενον εἶχον ἐπικαλεσθῆ, τὸ ἔγγραφον δὲ τοῦτο, χρονολογίας 22 Δεκεμβρίου 1887, φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ καὶ νῦν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀκούσατε (ἀναγινώσκει): «Διαβιβάζεται πρὸς τὸν τελώνην Κεφαλληνίας, πρὸς ὃν παρατηρεῖται, ὅτι, ἐὰν ἡ ἀναφερομένη παρέστησε δι’ ἄλλης ἀναφορᾶς της, ὅτι ὁ περὶ οὗ πρόκειται σταφιδόκαρπος ὑπέστη βλάβην ἕνεκεν τῆς παρελεύσεως τοσούτου χρόνου ἀπὸ τῆς παραγωγῆς, καθῆκον ἔχει νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὴν κατὰ τὸν νόμον ὁρίζουσαν καθ’ ἑβδομάδα τὴν τιμὴν τῶν εἰς ἐξαγωγικὸν τέλος ὑποκειμένων ἐπιτροπὴν, ὅπως ἐξετάσῃ αὕτη τὸν σταφιδόκαρπον ἐπὶ τόπου καὶ κρίνῃ, ἂν ὑπέστη πράγματι βλάβην, καὶ ἐὰν ἐκ ταύτης ὑπετιμήθη καὶ κατὰ πόσον ἡ ἀξία αὐτοῦ, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν ἄλλον σταφιδόκαρπον, καὶ οὕτως ὁρίσῃ εἰδικὴν δι’ αὐτὸν ἀξίαν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας εἰσπραχθήσεται τὸ ἐξαγωγικὸν τέλος.» Τὸ ἔγγραφον τοῦτο φέρει ἀριθμὸν πρωτοκόλλου 130475 Κατὰ τὸ ἔγγραφον τοῦτο, ἤτοι κατὰ τὴν ἐγκύκλιον ταύτην, λύεται τὸ ζήτημα ὡς ὤφειλε νὰ λυθῇ, ἤτοι συμφώνως πρὸς τὰ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης κρατοῦντα ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις καὶ τὴν μετὰ ταῦτα νομοθεσίαν. Εἰς ταῦτα καὶ τὴν ἐγκύκλιον στηριζόμενοι διάφοροι φορολογούμενοι, κατὰ τὴν 28 Ἰανουαρίου 1889 ὑπέβαλον αἴτησιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ἧς ἐξητοῦντο νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ὡς πρὸς αὐτοὺς ὅ,τι ἐγένετο καὶ προηγουμένως, ἤτοι, ἐπειδὴ ἐπρόκειτο περὶ ἐξαγωγῆς σταφιδοκάρπου παρελθούσης παραγωγῆς, βεβλαμμένου, νὰ διαταχθῇ ὁ τελώνης μετὰ τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς, νὰ μεταβῇ ἐπιτοπίως καὶ ἐπιβάλῃ ἐξ ἀναλογίας τὸν δασμόν. Ἡ ἀναφορὰ ἐστηρίζετο ἐπὶ τῶν ἀγοραπωλητηρίων καὶ ἐστάλη πρὸς τὸν τελώνην, ὅπως ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα, ὁ δὲ τελώνης ὑπεχρέωσε τοὺς ἀναφερομένους, νὰ πληρώσωσι τὸν δασμὸν ἐπὶ τῆς δοθείσης ἀξίας εἰς τὸν ἐξαχθέντα κατὰ τὴν ἑβδομάδα ἐκείνην τῆς νέας ἐσοδείας σταφιδόκαρπον. Ἐπέβαλε δὲ τὸν φόρον οὐχὶ κατὰ τὰς ὁδηγίας τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλὰ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει μόνον τὴν ἀξίαν, τὴν δοθεῖσαν ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου τῆς ἐσοδείας τοῦ ἔτους ἐκείνου, καὶ ἐπὶ ἐκείνης τῆς ἀξίας ἐφορολόγησεν. Ἐὰν τοὐλάχιστον ἤθελε συμμορφωθῇ πρὸς τὰς ὁδηγίας τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἤθελεν ὑπολογίσει τὸν σταφιδόκαρπον τῆς ἐσοδείας πρὸς 125 δραχμὰς τὸ χιλιόλιτρον, καὶ τὴν ἀξίαν τοῦ καρποῦ τῶν ἀναφερθέντων πρὸς 75 δραχμὰς, ὤφειλε νὰ φορολογήσῃ ἐπὶ ἀξίας δραχμῶν 100 καὶ οὐχὶ ἐπὶ 125. Οἱ ἀδικηθέντες παρεπονέθησαν, ὑποβαλόντες ἀναφορὰν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πρὶν ὑποβάλωσιν ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ Ὑπουργεῖον δὲ διεβίβασε τὴν ἀναφορὰν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, ἡ δὲ Ἐπιτροπὴ, ἀπαντῶσα δι’ ἐγγράφου της ἀπὸ 11 Μαρτίου 1889, λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν συνήλθομεν διὰ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ κατὰ νόμον πρωτοκόλλου τῶν τιμῶν, καθ’ ἣν ἐπαρουσιάσθη ἡμῖν καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ... 27 λήξαντος μηνὸς ἀγοροπωλητήριον τοῦ περὶ οὗ πρόκειται Λιβιεράτου, πρὸς ὃν φαίνεται, ὅτι πωλοῦσι μεταξὺ ἄλλων καὶ ὁ Σπυρίδων Ζακυνθινὸς κτλ. ἀλλὰ δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψει τὸ ἀγοροπωλητήριον τοῦτο, καθόσον οὐδαμοῦ ὁ ὁ νόμος ἀναφέρεται εἰς εἰδικὰς περὶ τούτου διατιμήσεις. Ἑπομένως προέβημεν εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῆς τιμῆς τοῦ σταφιδοκάρπου εἰς τὰς δραχμὰς 125, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πιστοποιήσεων, ὅτι ἐγένοντο ἀγοροπωλησίαι πρὸς τὰς δραχμὰς 125 τὸ ἰονικὸν χιλιόλιτρον». Προκύπτει ὅθεν καθαρῶς ἐκ τοῦ ἐγγράφου, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ἀνωτέρα τιμὴ, ἡ δοθεῖσα, ἦτο ἡ τῶν 125 δραχμῶν, τὸ πρωτόκολλον ἐσχηματίσθη ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς τιμῆς, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς ἐφορολογήθη καὶ ὁ σταφιδόκαρπος ὁ βεβλαμμένος, ἐνῷ, ἐὰν ἐφορολογεῖτο ὅπως ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἐνοήσει, ὤφειλον νὰ ὑπολογίσωσι καὶ τὴν τιμὴν τοῦ βεβλαμμένου καρποῦ, καὶ ἐπὶ τοῦ μέσου ὅρου νὰ ἐπιβάλωσι τὴν φορολογίαν. Συνεπείᾳ τῆς ὑποβληθείσης εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορᾶς τῶν ἀδικηθέντων, καὶ τῆς παρακλήσεως τῆς ἀπευθυνθείσης παρ’ ἐμοῦ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ Ὑπουργὸς ἐφρόντισε πράγματι καὶ συμφώνως πρὸς τὴν αἴτησίν μου ἐζήτησε τὰς σχετικὰς πληροφορίας ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἀπηύθυνε δὲ πρὸς τοῦτο ἐγκύκλιον ὑπ’ ἀριθ. 25,379 τῆς 16 Μαρτίου 1889, ἔχουσαν οὕτω (ἀναγινώσκει): «Οὐχ ἧττον ὅμως ἀνάγκη νὰ μὲ πληροφορήσητε, ἐὰν τοιοῦτόν τι ἐλάμβανε χώραν εἰς προγενεστέραν ἐποχὴν, τίνα ὡρισμένως, καθὼς καὶ διατὶ καὶ πότε ἔπαυσεν ἐφαρμοζόμενον τὸ τοιοῦτο μέτρον. Ὡσαύτως εἶναι ἀνάγκη, νὰ μὲ πληροφορήσητε, ἐὰν συνετάσσετο τυχὸν εἰδικὸν πρωτόκολλον διὰ τὸν ἀβλαβῆ σταφιδόκαρπον καὶ εἰδικὸν διὰ τὸν βεβλαμμένον, καὶ ἐν καταφατικῇ περιπτώσει, ἐὰν τοῦτο γίνηται καὶ ἤδη, ἢ ἔπαυσε, καὶ ἀπὸ πότε». Ὡρισμένως λοιπὸν τὸ Ὑπουργεῖον ἐζήτησε τὰς πληροφορίας, τῶν ὁποίων εἶχεν ἀνάγκην, διὰ νὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα καὶ λύσῃ τὴν ὑφισταμένην διαφοράν. Τὴν ἐγκύκλιον δὲ ταύτην διηύθυνε καὶ πρὸς τὰς τελωνειακὰς ἀρχὰς Ζακύνθου. Εἰς τὴν ἐγκύκλιον ἔχομεν τὴν ὑπ’ ἀριθ. 473 τῆς 29 Μαρτίου 1889 ἀπάντησιν τῆς ἐν Κεφαλληνίᾳ ἐπιτροπῆς ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Λαβόντες ὑπ’ ὄψει τὰ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 25,379 ἐ. ἔ. διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου κτλ. Οὐδέποτε ἀπὸ τριετίας, ἀφ’ ὅτου λαμβάνομεν μέρος ὡς μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, συνετάχθη πρωτόκολλον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ προσδιορισθῶσι διπλαῖ τιμαί, ἐφ’ ὧν νὰ εἰσπραχθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου, ὡς ἀνακριβῶς παρεστάθη. Ἐξαιρετικὴ δὲ περίστασις ὑπῆρξε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅτε ἡ Α. Δελλαπόρτα, ἔχουσα σταφιδόκαρπον τῆς ἐσοδείας 1886 καὶ μέλλουσα νὰ ἐξαγάγῃ τοῦτον, ἐζητήσατο παρὰ τοῦ Ὑπουργείου νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ κατάστασις τοῦ σταφιδοκάρπου αὐτῆς κτλ». Ἔλαβε δηλαδὴ χώραν ὅ,τι σᾶς προεξέθεσα, καὶ ἀπετέλεσεν ἐγκύλιον ἡ διεξαγωγὴ τῆς ὑποθέσεως. Ἀλλὰ, διὰ νὰ ὑπάρξῃ ζήτημα, πρέπει νὰ ὑπάρξῃ βλάβη, δηλαδὴ βροχὴ, κτλ. Ἀλλ’ ἐπὶ τρία κατὰ συνέχειαν ἔτη δὲν ἔβρεξε, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐφαρμόσῃ ὅ,τι καὶ προηγουμένως ἐφηρμόζετο· τοῦτο τὸ ἐκθέτει λίαν εὐκρινῶς. Ἅπαξ ἐπαρουσιάσθη ἡ περίπτωσις ἐφθαρμένου ἢ μᾶλλον ὑποτετιμημένου σταφιδοκάρπου, καὶ εἰς ταύτην τῇ συναινέσει τοῦ Ὑπουργείου ἐπέβαλε τὸν φόρον ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ σταφιδοκάρπου τούτου. Τὸ πρῶτον ὅθεν μέρος τῆς ἀπαντήσεως εἶναι, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῆς τριετίας ἐπαρουσιάσθη μία μόνη περίστασις, καὶ κατ’ αὐτὴν διετάχθησαν νὰ ἐκτιμήσωσι τὸν σταφιδόκαρπον καὶ συμφώνως πρὸς τὴν ἐκτίμησιν νὰ ἐπιβάλωσι τὸν φόρον· ἐνῷ δὲ ὡρισμένην διαταγὴν εἶχον, νὰ ἀναφέρωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τί προηγουμένως ἐγίνετο καὶ διατὶ ἔπαυσε νὰ γίνεται, τί πράττουσι; μεταβαίνουσι μόνον εἰς τὸ ἔτος 1885 καὶ ἐκεῖ σταματῶσιν. Ἀλλὰ τοῦτο ἤρκει, κύριε Πρωθυπουργέ, νὰ σᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος· διότι ἰδοὺ τί λέγουσιν (ἀναγινώσκει): «Παρατηρήσαντες δὲ τὰ βιβλία τοῦ ἔτους 1885, εὕρομεν ἐν αὐτοῖς, ὅτι κατὰ τὸ χρονικὸν ἐκεῖνο διάστημα συνέταξεν ἡ ἁρμοδία Ἐπιτροπὴ πρωτόκολλα εἰς τὸ ἐπὶ τούτοις κρατούμενον βιβλίον, διὰ τῶν ὁποίων προσδιώριζε διαφόρους τιμὰς, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προσενεχθεισῶν δι’ ἑκάστην μερίδα ἀβρόχου καὶ βεβρεγμένου σταφιδοκάρπου τιμῶν, διότι ὑπῆρξε τότε καὶ βεβρεγμένος σταφιδόκαρπος.... ἀλλὰ φρονοῦμεν, ὅτι ἔδει νὰ ζητηθῇ ἡ ἄδεια τοῦ Ὑπουργείου, καὶ δι’ ἑκάστην μερίδα σταφιδοκάρπου νὰ συνταχθῇ ἰδιαίτερον πρωτόκολλον, καὶ οὐχὶ ἐν τῷ ἀνὰ πᾶσαν Δευτέραν συντασσομένῳ νὰ συμπεριληφθῶσιν αἱ τιμαὶ τῶν μερίδων ἑκάστου.» Μολονότι λοιπὸν δὲν συνεμορφώθησαν πρὸς τὴν διαταγήν σας, διότι ἔπρεπε νὰ ἀνατρέξωσι μέχρι τοῦ 1864, καὶ πρὸ τῆς ἑνώσεως ἔτι, καὶ ἐσταμάτησαν εἰς τὸ 1885, οὐχ ἧττον ἐσταμάτησαν εἰς σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἐνόμιζον, ὅτι ἠδύνατο νὰ σᾶς ὁδηγήσῃ, διότι σᾶς βεβαιοῦν, ὅτι τότε συνετάχθησαν πρωτόκολλα διὰ τὸν ἄβροχον καὶ ἄλλα διὰ τὸν βεβρεγμένον σταφιδόκαρπον. Ὥστε αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ἡ ὑπηρεσία, εἶναι σύμφωνοι μὲ τοὺς ἰσχυρισμούς μου. Ταῦτα παραδεχόμενοι καὶ αὐτοὶ, δίδουσι γνώμην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὸ τοιοῦτο, δηλαδὴ ὁ καταρτισμὸς ἑβδομαδιαίου πρωτοκόλλου, δὲν εἶναι ὀρθὸν, ἀλλ’ ὁσάκις παρουσιάζεται τοιαύτη περίστασις, φρονοῦσιν, ὅτι πρέπει νὰ γίνηται ἀναφορὰ ἐκ μέρους τοῦ θέλοντος νὰ ἐξαγάγῃ τὸν βεβρεγμένον σταφιδόκαρπον, ἡ ἀναφορὰ νὰ παραπέμπηται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ μετὰ τὴν ἀποστολὴν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου νὰ γίνεται ἡ ἐκτίμησις. Μὲ ὅλην τὴν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχω εἰς τὸν διοικήσαντα τὸν νομόν ἐπὶ ἔτος ἐπαξίως τῆς Κυβερνήσεως, τὸν κ. Ἠλίαν Βουλπιώτην, τὴν γνώμην ταύτην δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ, διότι καὶ μὲν πρὸς συναλλαγὴν ἄφθονον ἤθελον ἀνοίξει μεταλλεῖον, καθόσον ἑκάστοτε ὁ ἔχων τοιοῦτον συμφέρον ὤφειλε προηγουμένως νὰ διέρχηται διὰ τῆς Νομαρχίας, νὰ ζητῇ τὴν σύστασιν ταύτης, εἶτα δὲ τοῦ Βουλευτοῦ διὰ τὴν ἀπαιτουμένην φροντίδα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀναφορά του καὶ σταλῇ ταχέως εἰς τὸν Νομάρχην ἢ τὸν Τελώνην, ἀλλ’ ἐν τούτοις τὸ ἀτμόπλοιον ὤφειλε νὰ περιμένῃ διὰ τὴν φόρτωσιν καὶ ὁ ἔμπορος ἐζημιοῦτο, μέχρις οὗ τελειώσῃ ἡ τοιαύτη διαδικασία. Ἀλλ’ ἡ γνώμη αὕτη δὲν εἰσηκούσθη ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν. Καὶ ἠδύνατο μὲν νὰ δοθῇ παρ’ ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον οὐδεμίαν γνῶσιν τῶν ἀναγκῶν καὶ τῆς ἀπαιτουμένης ταχύτητος τοῦ ἐμπορίου, ἀπορῶ ὅμως, πῶς ὁ νοημονέστατος τελώνης ἔδωκε τοιαύτην γνώμην, ὁ γνωρίζων, πόσον ὁ καιρὸς εἶναι πολύτιμος εἰς τὴν κίνησιν τοῦ ἐμπορίου. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὴν ἀπάντησιν τῶν ἀρχῶν τῆς Κεφαλληνίας. Ἀλλ’ ἡ ἀπάντησις τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν τῆς Ζακύνθου δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ φακέλλῳ· ἂν δὲ αἱ πληροφορίαι μου δὲν ἦναι λελανθασμέναι, ἡ ἀπάντησις αὐτῶν εἶναι ἐκτενεστέρα καὶ ἐν αὐτῇ λεπτομερῶς ἐκτίθεται, ὡς ἐπληροφορήθην, τί συνέβαινε ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις, ὁσάκις ἐπρόκειτο περὶ ἐξαγωγῆς βεβρεγμένου ἢ μὴ σταφιδοκάρπου. Ἀλλὰ, μεθ’ ὅλα ταῦτα, κύριε Πρωθυπουργὲ, καὶ μεθ’ ὅλας τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἐπανειλημμένως ἐδώσατε, καὶ μὲ ὅλην τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἐξεφράσατε, ὡς ἀρυσθεῖσαν ἐκ τῶν πληροφοριῶν τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα εἴχετε ἀνὰ χεῖρας, φαίνεται, ὅτι, ἅμα ἐπαρουσιάσθη ἑτέρα περίστασις, ἐκλονίσθητε. Ἡ δευτέρα ὅμως περίστασις ἀφεώρα εἰς τὴν νῆσον Ζάκυνθον, καὶ ἀκριβῶς τὸ σχετικὸν ἔγγραφον ἀφορᾷ εἰς ἐποχὴν σύγχρονον μὲ τὸ γενόμενον τελευταῖον παράπονον τοῦ ἐκ Κεφαλληνίας μέλλοντος νὰ ἐξαγάγῃ σταφιδόκαρπον. Τὸ ἐκ Ζακύνθου ἔγγραφον ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 64,861 τηλεγραφικῆς τοῦ Ὑπουργείου διαταγῆς ἀναφέρω, ὅτι ἐκάλεσα τοὺς πρὸς αὐτὸ τηλεγραφικῶς ἀναφερθέντας Στουπάθην, Στρατῆν καὶ Παξινὸν, οἵτινες, ἐπειδὴ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ πωλήσωσι τὸν περυσινὸν ἐγχώριον σταφιδόκαρπον, ἀνερχόμενον εἰς λίτρας 120,000, καθόσον ὑπέστη βλάβην, ζητοῦσι νὰ φορολογηθῇ οὐχὶ ἐπὶ τῆς κανονιζομένης τιμῆς διὰ τοῦ ἑβδομαδιαίου πρωτοκόλλου, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ ἐξαχθησομένου σταφιδοκάρπου. Καλὸν ἤθελον εἶσθαι νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ αἴτησίς των, συνταχθῇ δὲ εἰδικὸν πρωτόκολλον κτλ.» Καὶ ταῦτα ἐκθέτει ὁ τελώνης Ζακύνθου.
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπεῤῥίφθη ἡ γνώμη του.
§15ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὄχι. Βεβαίως, μετὰ τὰς ἐγκυκλίους, μετὰ τὰς ἐγγράφους γνώμας σας, ὤφειλεν ἀμέσως ν’ ἀποῤῥιφθῇ, ἀλλ’ ἡ αἴτησις δὲν ἀποῤῥίπτεται, ὡς ἐγένετο διὰ τοὺς ἐκ Κεφαλληνίας. Ὁ τελώνης ἐγνωμάτευσε ἐναντίον τῆς ἐγκυκλίου καὶ δὲν ἀπεῤῥίφθη ἡ γνώμη του, ἀλλὰ φρονεῖ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι πρέπει νὰ ἀκούσῃ καὶ τὴν γνώμην τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου, πρὶν ἀποφανθῇ. Δι’ ὃ (ἀναγινώσκει): «Διαβιβάζεται πρὸς τὸν κ. Δικαστικὸν Σύμβουλον, παρακαλούμενον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν παροῦσαν καὶ τὴν συνημμένην αὐτῷ ἐγκύκλιον καὶ μᾶς δώσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὴν γνώμην του.» Ποία ἡ ἀνάγκη νὰ ζητήσητε τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβούλου, ἀφοῦ ἐπανειλημμένως σεῖς, στηριζόμενοι ἐπὶ τῶν ἐκθέσεων τῆς ὑπηρεσίας, τοιουτοτρόπως ἐκανονίσατε τὸ ζήτημα, ἀφοῦ συγχρόνως ἀποῤῥίπτετε ὁμοίαν αἴτησιν, ἐπίσης ὑπὸ ἄλλου ἐνδιαφερομένου ὑποβληθεῖσαν ἐκ Κεφαλληνίας; Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ γνώμη τοῦ Νομικοῦ Συμβούλου; Ἐὰν ἐπληροφορήθην ἀκριβῶς, ὁ σταφιδόκαρπος ἐκεῖνος ἐξήχθη, φορολογηθεὶς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀξίας.
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀνακριβῶς ἐπληροφορήθητε.
§17ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ ἀναγκάζει νὰ ζητήσω καὶ νέας πληροφορίας καὶ νὰ φέρω ἐκ νέου τὸ ζήτημα. Λυποῦμαι, ὅτι ἀπασχολῶ τόσῳ τὴν Βουλήν, ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ σπουδαῖον, διότι δὲν πρόκειται περὶ προσώπων, ἀλλὰ περὶ γενικοῦ ζητήματος, περὶ γενικοῦ συμφέροντος, πρόκειται περὶ φορολογίας τοῦ προϊόντος, περὶ τοῦ ὁποίου τοσοῦτος λόγος γίνεται καὶ τοσαύτη φροντὶς λαμβάνεται, περὶ προϊόντος, τὸ ὁποῖον φορολογεῖται μὲ 25% ἐπὶ τῆς ἀξίας, προϊόντος, τὸ ὁποῖον, ὅταν ᾖναι βεβρεγμένον, δύναται νὰ ἔχῃ ἀξίαν περὶ τὰς 50 δραχμὰς, καὶ φορολογεῖται κατὰ τὸν Ὑπουργὸν μὲ ἄλλας 50 δραχμάς. Εἶναί τι τερατῶδες, τὸ ὁποῖον, ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δύναται νὰ θεωρῇ, ὅτι δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ὑπὸ τύπον λογικὸν, ὑπὸ τύπον δικαίου, ἀπορῶ, πῶς εἶναι τοῦτο δυνατὸν νὰ γίνεται, ἀφοῦ καὶ ὁ τελωνειακὸς νόμος ὁρίζει, ὅτι, ὅταν πρόκηται νὰ φορολογηθῇ ἡ ἀξία, πρέπει νὰ ἀνευρεθῇ προηγουμένως ἡ ποιότης. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω καὶ αὖθις τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ: αʹ) Τὴν ὑπ’ ἀριθ. 64,681 ἐ. ἔ. πρὸς τὸν τελώνην Ζακύνθου τηλεγραφικὴν διαταγήν του. βʹ) Τὴν ὑπὸ τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου συνταχθεῖσαν ἔκθεσιν συνεπείᾳ τῆς παρὰ πόδας τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 985 καὶ ἀπὸ 20 Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. ἐγγράφου τοῦ τελώνου Ζακύνθου δοθείσης ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου διαταγῆς πρὸς λύσιν τοῦ ὑπὸ τοῦ ἰδίου ἐγγράφου ὑποβαλλομένου ζητήματος. γʹ) Τὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ ποίας ἀξίας ἐφορολογήθη ὁ ἐξ 120,000 λιτρῶν σταφιδόκαρπος, ὁ ὑπὸ τῶν ἐν τῷ ἐγγράφῳ τοῦ τελώνου ἀναφερομένων κατεχόμενος. δʹ) Τὴν ἀπάντησιν τῶν ἀποτελούντων τὴν ἐν Ζακύνθῳ Ἐπιτροπὴν εἰς τὴν ἀπὸ 16 Μαρτίου ἐ’ ἔ’ καὶ ὑπ’ ἀριθμὸν 25,379 ἐγκύκλιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. εʹ) Ἐκθέσεις τῶν ἐν Ζακύνθῳ καὶ Κεφαλληνίᾳ ἁρμοδίων ἀρχῶν, ὑποβληθησομένας συνεπείᾳ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφορώσας τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ περὶ σταφιδοκάρπου νόμου ὡς πρὸς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς ἀξίας, ὁσάκις ὡς ἐκ τῆς βροχῆς ἢ ἄλλων αἰτίων ἐπήρχετο βλάβη εἰς τὸν καρπὸν καὶ σπουδαία διαφορὰ ποιοτήτων καὶ τιμῶν, ἰδίως δὲ, ἐὰν συνετάσσετο ἓν καὶ μόνον πρωτόκολλον δι’ ὅλον τὸν σταφιδόκαρπον, ἢ κεχωρισμένα πρωτόκολλα διὰ τὸν ὑγιᾶ καρπὸν καὶ τὸν βεβλαμμένον, καὶ κεχωρισμένως ἐκανονίζετο ἡ ἀξία τοῦ ὑγιοῦς καὶ ἡ ἀξία τοῦ βεβλαμμένου, καὶ τοῦτο ἀφ’ ἧς ἐδημοσιεύθη ὁ Ἰόνιος νόμος, ὁ κανονίζων τὴν φορολογίαν μέχρι σήμερον. Ἐκ τῶν ἐκτεθέντων, κύριε Πρωθυπουργὲ, παρατηρεῖτε, ὅτι εἴχετε ἐντελῶς ἄδικον καὶ ἦσαν ἐντελῶς ἀβάσιμοι οἱ ἰσχυρισμοί σας, οἱ στηριζόμενοι ἐπὶ τῶν ὑποβληθέντων ἐγγράφων, διότι ἐκ τῶν ἐγγράφων ἓν καὶ μόνον προκύπτει, ἐκ τῆς ἐκθέσεως δηλ. τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Κεφαλληνίας, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ αὕτη διεχειρίζετο, δὲν ἐπαρουσιάσθη περίστασις, ἵνα γίνῃ τοιαύτη διάκρισις· ἅπαξ ἐπαρουσιάσθη περίστασις, καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν περίστασιν σεῖς ἐδώσατε διαταγὴν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος ὡς ἐγὼ ὑποστηρίζω, πρὸ αὐτῆς δὲ, ἐπειδὴ ἔβρεξε, κεχωρισμένως ἐκανονίσθη ἡ ἀξία μιᾶς ἑκάστης τῶν ποιοτήτων, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ κανονισμοῦ ἐφορολογήθη ὁ σταφιδόκαρπος. Ἂν λοιπὸν, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἀποφαίνησθε οὕτω πῶς διὰ τοὺς ἐν Κεφαλληνίᾳ καὶ ἄλλως διὰ τοὺς ἐν Ζακύνθῳ, εἶχον ἄδικον, λέγων πρὸς ὑμᾶς, ὅτι, ἂν ἐξακολουθήσητε ἐφαρμόζοντες οὕτω τὸν νόμον, δὲν φορολογεῖτε τὸ πρᾶγμα, ἀλλὰ τὸ πρόσωπον; Δὲν ἐκτείνομαι περαιτέρω, ἐπιφυλάσσομαι ὅμως μετὰ τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων καὶ πληροφοριῶν νὰ ἐπανέλθω. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦδε παρατηρῶ, ὅτι, ἐὰν ἐπιμείνητε εἰς τὴν γνώμην σας, κατὰ πρῶτον καταστρέφετε δημόσια συμφέροντα, διότι προσβάλλετε ἀμέσως τὴν παραγωγὴν, καὶ δεύτερον καταστρέφετε τοὺς φορολογουμένους, διότι ἐπιπροσθέτετε εἰς τὴν δυστυχίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέστησαν ἐκ θεομηνίας, καὶ τὴν θεομηνίαν τὴν ἰδικήν σας. Ὀφείλετε λοιπὸν ν’ ἀποδώσητε δικαιοσύνην πρὸς τοὺς παραπονουμένους· διότι, ἂν δὲν τὸ πράξητε σεῖς, θὰ τὴν ἀπονείμωσι τὰ Δικαστήρια καὶ θὰ ἐκθέσητε τὸ Δημόσιον εἰς δαπάνας. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι τὸ ἐλάχιστον, διότι ἡ δαπάνη εἶναι μικρὰ ἀπέναντι τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου, εἶναι ὅμως μεγάλη ἡ ἠθικὴ ζημία τοῦ Δημοσίου, ὅταν οἱ πολῖται προσφεύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια, διὰ νὰ λάβωσιν ὅ,τι ἀδίκως τοῖς ἀφηρέθη. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου τοσοῦτον ἀναφανδὸν καταπατεῖται ὁ νόμος, ὥστε καθίσταται ἁρπαγὴ τῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν. Ἂν δὲ πεισθῆτε, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ πεισθῆτε, ὅτι καθ’ ὁλοκληρίαν παρεβιάσθη καὶ κατεπατήθη τὸ δίκαιον καὶ ὁ νόμος, πρέπει ν’ ἀποδώσητε καθ’ ὁλοκληρίαν τὸν περιπλέον ληφθέντα δασμὸν, διότι ἄλλως, βεβαίως οὐχὶ ἐγὼ, τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη δύναται ν’ ἀποδοθῇ εἰς ἀντίθετον πολιτικὸν φρόνημα, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ φίλοι σας δὲν δύνανται νὰ ἐξηγήσουν τὸ πρᾶγμα ἄλλως ἢ ὅπως ἐγὼ τὸ ἐχαρακτήρισα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας, ὑπέβαλον τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ παρ’ αὐτοῦ ἀνακινηθέν. Τὰ ἔγγραφα ἀνατρέχουσιν εἰς τὴν νομοθεσίαν ἐπὶ προστασίας, ἡ δὲ νομοθεσία ἐπὶ προστασίας εἶναι ἡ σήμερον ἰσχύουσα, εἴτε λογικὴ εἶναι, εἴτε μὴ λογική, εἴτε δικαία εἶναι, εἴτε ἄδικος. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξέφραζε πρὸ ὀλίγου θαυμασμὸν, ὅτι ἐφαρμόζομεν νόμον μὴ λογικὸν καὶ μὴ δίκαιον, ἐνῷ ἓν μόνον ἔχει νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἐφαρμόζωμεν τὰ νόμιμα. Τὰ νόμιμα δύνανται νὰ ἦναι μὴ λογικὰ, δύνανται νὰ ἦναι ἄδικα· τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τοὺς φρονοῦντας, ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθῇ διατηρούμενον τὸ παλαιὸν σύστημα περὶ τὰ τῆς φορολογίας ἐν Ἑπτανήσῳ. Τὰ ἐπὶ προστασίας ἰσχύοντα ἐν Ἑπτανήσῳ φαίνεται, ὅτι μετὰ τὴν ἕνωσιν δὲν ἦσαν γνωστὰ πάντοτε ἐν ἀκριβείᾳ εἰς τοὺς κατὰ τόπους ὑπαλλήλους, καὶ διὰ τοῦτο ἐν τοῖς ἐγγράφοις τοῖς ὑποβληθεῖσι βλέπετε τελωνειακὰς ἀρχὰς, ἀπαντώσας εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅτι γινώσκουσι μόνον τὰ συμβαίνοντα κατὰ τὰ τελευταῖα τρία ἔτη, καὶ ὅτι τὰ ἐπὶ προστασίας γινόμενα δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ διευκρινήσωσι. Ταῦτα δὲ ἀπήντησεν ἡ ἀρχὴ εἰς ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κ. Βουλευτής, καὶ δι’ οὗ ῥητῶς καὶ διακεκριμένως ἐζητοῦμεν νὰ ἐξηγηθῇ, τί ἐγίνετο ἐπὶ προστασίας. Αἱ τελωνειακαὶ ἀρχαί, ἐφαρμόζουσαι τὸν νόμον σήμερον, κατὰ τὸ ἔτος 1889, ἀπέχοντι ἀπὸ τοῦ 1864, ὅτε ἐγένετο ἡ ἕνωσις, κατὰ 25 ἔτη, δὲν γινώσκουσι τὰ τῆς τότε ἐφαρμογῆς ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, πληροφοροῦνται ἐξ ὅσων ἀκούουσι καὶ ἐκ τῶν παραδόσεων τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἑπομένως, ὅπως αὐτὰ τὰ ἔγγραφα ἀποδεικνύουσι, πολλάκις εὑρέθησαν ἐν ἀμφιβολίᾳ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας μνησθεὶς κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν τῆς ἀποφάσεως ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τῆς κυρίας Δελλαπόρτα, ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἡ ἀπόφασις ἐκείνη ἐξεδόθη χαριστικῶς· σήμερον εἶπε τὰ ἀντίθετα, σήμερον εἶπεν, ὅτι εἰς τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην τὸ Ὑπουργεῖον προῆλθε διότι τοιαύτην ὤφειλε νὰ ἐκδώσῃ. Τότε ἔλεγεν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἀπεφάσισε κατὰ χάριν...
§19ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὄχι, δὲν εἶπον τοῦτο.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μετενοήσατε, ὅτι τὸ εἴπετε, ἀναγνωρίζετε δὲ ἤδη, ὅτι οὐδεμίαν εἴχετε ἀφορμὴν νὰ τὸ εἴπητε, καὶ ἐκ τῶν ἐγγράφων ἐξάγεται, ὅτι ἡ ἀπόφασις, ἡ τότε ἐκδοθεῖσα, ἐστηρίχθη ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν τῆς ὑπηρεσίας. Τὰ ἔγγραφα παριστῶσιν, ὅτι, ὅτε τὸ πρῶτον προετάθη τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἐπιβλητέου φόρου εἰς τὴν σταφίδα τῆς κυρίας Δελλαπόρτα, ἤτοι εἰς σταφίδα παραγωγῆς τοῦ 1886, ἐξεδίδοντο ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος ἄλλοτε μὲν τοιαῦται ἀποφάσεις καὶ ἄλλοτε ἀντίθετοι.
§21ΜΠΑΣΙΑΣ. Πρωτόκολλα, οὐχὶ ἀποφάσεις.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἄλλοτε ἐθεωρεῖτο τὸ πρωτόκολλον ἑνιαῖον, καὶ ἄλλοτε ἐξεδίδοντο περὶ βεβλαμμένης σταφίδος εἰδικὰ πρωτόκολλα. Ἔχομεν ἀποφάσεις, ἐπὶ ἑκατέρας τῶν ἀρχῶν τούτων στηριζομένας, διότι αἱ τελωνειακαὶ ἀρχαί δὲν εἶχον θετικὰς πληροφορίας περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐφηρμόζετο ὁ νόμος πρὸ τῆς ἑνώσεως. Ἀλλ’ ἐν τῷ φακέλλῳ ὑπάρχει ἔκθεσις, παριστῶσα λεπτομερέστερον τὰ περὶ τούτων, τοῦ νῦν τελώνου Κερκύρας καὶ τότε ἐλεγκτοῦ τοῦ αὐτοῦ τελωνείου κ. Ἀνδρικοπούλου. Ἡ ἔκθεσις ἀφορᾷ ἐν γένει εἰς τὰ τελωνειακὰ, ἐν δὲ τῷ φακέλλῳ περιελήφθη, ἀποσπασθὲν ἐξ αὐτῆς, τὸ κεφάλαιον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα. Ἐν τῇ ἐκθέσει ἀποφαίνεται ὁ τελώνης, ὅτι πρὸ τῆς ἑνώσεως τὸ πρωτόκολλον ἦτο ἑνιαῖον, καθ’ ἑβδομάδα συντασσόμενον. Ἂν ἡ κειμένη ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις φορολογικὴ νομοθεσία ἐπάγηται ἄτοπα, τὴν θεραπείαν ὀφείλομεν νὰ ἐπιδιώξωμεν νομοθετικῶς. Ἡ μετὰ τοῦ λοιποῦ Κράτους φορολογικὴ ἀφομοίωσις θὰ ἦτο κατ’ ἐμὲ ἡ αἱρετωτέρα θεραπεία, ἀλλ’ ἡ ἀφομοίωσις θὰ γένῃ μόνον, ὅταν θελήσωσιν αὐτὴν οἱ κάτοικοι τῶν Ἰονίων νήσων, οὗτοι δὲ σήμερον δὲν ἀποφαίνονται ὑπὲρ αὐτῆς. Δύνανται νὰ κανονισθῶσι καὶ εἰδικῶς τὰ τοῦ θέματος τούτου, εἴτε δι’ ἐκτιμήσεως τῶν ἐξαγομένων μερίδων ἐπὶ ταῖς τρεχούσαις κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐξαγωγῆς τιμαῖς, εἴτε διὰ βεβαιώσεως τῆς τιμῆς, εἰς ἣν ἐπωλήθη ἡ ἐξαγομένη μερὶς, εἴτε ἐπὶ τῇ βάσει νενομισμένης τιμῆς ἑνιαίας καὶ διηνεκοῦς, ὅπως καὶ ἐν τῷ λοιπῷ βασιλείῳ. Πάντα ταῦτα εἶναι ἐξεταστέα, ἀλλ’ ἄσχετα πρὸς τὸ σημερινὸν ζήτημα. Σήμερον ὀφείλομεν νὰ διευκρινίσωμεν, τί ἐγίνετο πρὸ τῆς ἑνώσεως. Ὡς εἶπον, ἐν τῷ ζητήματι περὶ τῆς φορολογίας τῆς σταφίδος τῆς κ. Δελλαπόρτα καὶ ἐν ἄλλοις παρομοίοις ζητήμασιν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν τῶν ἀρχῶν, ἀπεφάνθη τὸ ὑπουργεῖον ὅτε μὲν οὕτως, ὅτε δὲ ἄλλως. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἠθέλησε ν’ ἀναγνώσῃ τὰ τῆς δοθείσης εἰς Ζάκυνθον διαταγῆς, ἀλλὰ παρέλειψε τὴν παραπεμπτικὴν τοῦ Ὑπουργείου ἐπισημείωσιν, διότι ἐξ αὐτῆς καταφαίνεται, ὅτι, ὅσα ἠθέλησε νὰ στηρίξῃ ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου, ἦσαν ἀνυπόστατα. Ἰδοὺ πῶς ἔχει ἡ παραπομπὴ πρὸς τὸν Δικαστικὸν Σύμβουλον: «Διαβιβάζεται πρὸς τὸν Δικαστικὸν Σύμβουλον, παρακαλούμενον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν παροῦσαν καὶ τὴν συνημμένην ἐγκύκλιον», ὅπως ἐφαρμόσῃ αὐτὴν ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τοῦ ἀναφερομένου.
§23Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν λέγει «ἐφαρμόσῃ».
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀνέγνωσα τὸ ἔγγραφον καὶ ἤδη τὸ ἑρμηνεύω· ἡ ἔννοια εἶναι αὕτη, ὅτι διαβιβάζεται ἡ αἴτησις τοῦ ἀναφερομένου εἰς τὸν Δικαστικὸν Σύμβουλον, εἰς τὸν ὁποῖον ἀπεστάλη συνάμα καὶ ἡ ἐγκύκλιος, ἵνα γινώσκῃ, κατὰ τίνας ἀρχὰς πρέπει νὰ λύσῃ τὰ ζητήματα, τὰ ὑπὸ τῶν ἀναφερομένων ἀνακινούμενα. Αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια τῆς παραπεμπτικῆς πρὸς τὸν Δικαστικὸν Σύμβουλον ἐπισημειώσεως. Εἰς τὸν Δικαστικὸν Σύμβουλον ἀπεστάλη ἡ αἴτησις, ὅπως ἐφαρμόσῃ εἰς τὰ ἐν αὐτῇ τὰ τῆς ἐγκυκλίου. Τὸ ὅλον ζήτημα περιστρέφεται εἰς τοῦτο, τί ἐγίνετο πρὸ τῆς ἑνώσεως· διότι, διατηρήσαντες ἐν Ἑπτανήσῳ τὴν ἐπὶ προστασίας φορολογίαν, ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὁδηγὸν καὶ τὸ γράμμα τοῦ νόμου καὶ τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, διατρανούμενον ἐκ τῆς πρὸ τῆς ἑνώσεως ἐφαρμογῆς.
§25ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ γίνηται καὶ σήμερον ὅ,τι ἐγίνετο ἐπὶ προστασίας.
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν λάβωμεν τὰ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ σημειωθέντα ἔγγραφα, διότι τινὰ ἐξ αὐτῶν πρέπει νὰ ζητηθῶσιν ἐν Ζακύνθῳ καὶ ἀλλαχοῦ, θέλομεν, τὰ παρουσιάσει. Ἤδη ὑπολείπεταί μοι ν’ ἀπαντήσω εἰς ἐπερωτήσεις, χθὲς γενομένας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας παρεκάλεσε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ γνωρίσῃ τῇ Βουλῇ, τί ἐγένετο μεταξὺ τοῦ χωροφύλακος Καραλῆ ἐν τῷ σιδηροδρομικῷ σταθμῷ Δερβενίου καὶ τῶν πολιτῶν Ἠλιοπούλου καὶ Δαμάλα κτλ. Φέρω τὴν ἔκθεσιν τοῦ Μοιράρχου Ἀργολιδοκορινθίας πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἔχουσαν οὕτω (ἀναγινώσκει): «Κατόπιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 9590 τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς ἡμῶν λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρωμεν, ὅτι ἐκ τῶν ἐνεργηθεισῶν παρὰ τοῦ κ. Διοικητοῦ τῆς Ὑπομοιραρχίας Κορινθίας ἀνακρίσεων ἐξήχθη, ὅτι ὁ χωροφύλαξ Καραλῆς Γεώργιος συνήντησε καθ’ ὁδὸν τὸν ὑπηρέτην τοῦ Ἰωάννου Ἠλιοπούλου, ἄγοντα φορτίον ἀνθράκων ἄνευ ἀδείας ὑλοτομηθέντων· ἀμέσως προέβη εἰς τὴν κατάσχεσιν αὐτῶν, παρέλαβε τὸ φορτηγὸν ἐκ τοῦ σχοινίου καὶ διηυθύνετο πρὸς τὸν σταθμὸν, ἵνα συντάξῃ τὸ προσῆκον πρωτόκολλον κατασχέσεως· ἀλλὰ πρὶν ἢ φθάσῃ εἰς τοῦτον, ὤφθη ἔμπροσθέν του ὁ Ἰωάννης Ἠλιόπουλος, κύριος τῶν ἀνθράκων, ὅστις βίᾳ ἠθέλησε νὰ ἀποσπάσῃ ἐκ τῶν χειρῶν τοῦ χωροφύλακος τὸ κατασχεθὲν φορτίον· ὁ χωροφύλαξ ἀντέτεινεν εἰς τὴν ἔκνομον ἀπαίτησιν τούτου, καὶ θυμωθεὶς ὁ Ἠλιόπουλος ἐπετέθη κατὰ τοῦ χωροφύλακος μετὰ πολλῶν συγγενῶν του, ὑπηρετῶν καὶ φίλων του, τὸν ἔῤῥιψαν χαμαὶ καὶ τῷ ἀφῄρεσαν τὸ ξίφος. Ἐκ τῆς πτώσεως ἐτραυματίσθη ὁ χωροφύλαξ εἰς τοὺς δακτύλους. Εἰς τὴν ἐπίθεσιν δὲ τοῦ Ἠλιοπούλου συνεβοήθησε καὶ ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ Ἀριστ. Δαμάλας, ῥαπίσας μόνον τὸν χωροφύλακα. Ἐκ δὲ τῆς ἰατρικῆς ἐνδείξεως καταφαίνεται, ὅτι ὁ χωροφύλαξ ἐτραυματίσθη κατὰ τοὺς δακτύλους μόνον, ἐπὶ δὲ τοῦ λοιποῦ σώματος οὐδεμίαν κάκωσιν εὗρεν ὁ ἐπισκεφθεὶς τοῦτον ἰατρός. «Πρὸς τὸν ἐνταῦθα κ. Εἰσαγγελέα τῶν Πλημμελειοδικῶν ἀπεστείλαμεν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἀνακρίσεων, διὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν δεόντων.» Ἐλήφθησαν καὶ τηλεγραφήματα περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἀγγέλλοντα, ὅτι ὁ Ὑπομοίραρχος Κορινθίας συνέλαβε τοὺς Ἰωάννην Ἠλιόπουλον καὶ Ἀρ. Δαμάλαν, οὓς παρέπεμψεν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Ναυπλίας.
§27ΜΙΛΗΣΗΣ. Πῶς τοὺς συνέλαβεν ἄνευ ἐντάλματος;
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τούτου ἄλλοτε. Ἐπερώτησις ἐγένετο ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας, παρακαλέσαντος τὸν Ὑπουργὸν τὸν Στρατιωτικῶν νὰ δηλώσῃ, ποῖος λόγος δημοσίας τάξεως τῷ ἐπέβαλε ν’ ἀπομακρύνῃ ἐκ τῆς Ὑπομοιραρχίας Μεσσήνης τὸν Ὑπομοίραρχον καὶ διορίσῃ ὡς διοικητὰς αὐτῆς δύω ἐνωμοτάρχας ἐντοπίους, Σπανίδην καὶ Δημόπουλον. Οὐδεὶς τοιοῦτος διορισμὸς ἐγένετο. Ὁ ἐκεῖ ἀνθυπομοίραρχος, Ἀλέξανδρος Μιχαλόπουλος ἐτοποθετήθη ἀλλαχοῦ, ἐβράδυνε δὲ νὰ ἀφιχθῇ ὁ ἀντικαταστάτης αὐτοῦ ἀξιωματικὸς, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ πιθανὸν οἱ ἐκεῖ ἐνωμοτάρχαι νὰ διηύθυνον τὴν Ὑπομοιραρχίαν· τοῦτο ὅμως δὲν ἐγένετο κατὰ διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἴσως ἐγένετο κατὰ διαταγὴν τοῦ Μοιράρχου, οὐδὲν δὲ θὰ ἐνεῖχε τοῦτο τὸ παράνομον ἢ τὸ ἔκρυθμον. Οἱ ἐνωμοτάρχαι, ὡς καὶ πάντες οἱ ὁπλῖται, δύνανται κατὰ τὴν παραδεδεγμένην ἔννοιαν τοῦ νόμου νὰ ὦσι τοποθετημένοι ἐν περιφερείᾳ Ὑπομοιραρχίας, ἐξ ἧς δὲν κατάγονται, ἔστω καὶ ἂν αὕτη περιλαμβάνηται ἐν τῇ δικαιοδοσίᾳ τῆς Μοιραρχίας τῆς καταγωγῆς των, οἱ δὲ εἰρημένοι ἐνωμοτάρχαι δὲν κατάγονται ἐξ ἐπαρχίας, περιλαμβανομένης ἐν τῇ δικαιοδοσίᾳ τῆς Ὑπομοιραρχίας, διότι ὁ μὲν Σπανίδης κατάγεται ἐκ Καλαμῶν, ὁ δὲ Δημόπουλος ἐκ Τριφυλίας, εἰς αὐτοὺς δὲ δὲν ἀνετέθη ἡ διοίκησις τῆς Ὑπομοιραρχίας ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, οὐδὲ πρόκειται νὰ διορισθῶσιν ἀναπληρωταὶ τοῦ Ἀνθυπομοιράρχου· ὁ Ἀνθυπομοίραρχος ἀντικατέστη, ὁ δὲ ἀντικαταστάτης ἀξιωματικὸς θέλει ἀφιχθῆ εἰς τὴν θέσιν του προσεχῶς, ἂν μὴ ἀφίκετο ἤδη. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΑΡΛΘʹ περὶ ἀτελείας τῶν εἰσαγομένων διὰ τῆς μεθορίου γραμμῆς κτηνῶν. Ὡς γινώσκετε, ὑφίσταται νόμος τῆς 14 Μαρτίου 1884, καταργήσας τὴν τελωνειακὴν κατὰ ξηρὰν ζώνην. Ὁ νόμος οὗτος ἐλειτούργει ἔκτοτε ἐπ’ ἀγαθῷ ἐν πολλοῖς, ἀλλ’ ἐπ’ ἐσχάτων παρουσιάσθη ἡ ἀνάγκη τροποποιήσεως τοῦ νόμου ἐκείνου, ἰδίως περὶ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰ μεγάλα κτήνη καὶ κατὰ δεύτερον λόγον εἰς τοὺς οἴνους. Ὡς πρὸς τὰ μεγάλα κτήνη, ὁ νόμος ἐλειτούργει ἐπωφελῶς κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς ἐφαρμογῆς του, διότι ὑπῆρχεν ἀνάγκη τότε εἰσαγωγῆς κτηνῶν εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ὅπως χρησιμοποιῶνται τὰ λειβάδια αὐτῆς, ἀλλ’ ἐνῷ κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος ὁ νόμος ἐφηρμόσθη ἐν εἰλικρινείᾳ, τουτέστι τὰ εἰσαγόμενα ἀτελῶς κτήνη ἀνῆκον εἰς τὰς περιφερείας τὰς γειτνιαζούσας πρὸς τὰ σύνορα, ἔκτοτε ὠργανώθη εἰσαγωγὴ ἐξ ἀπωτέρων χωρῶν, ἐκ Ῥουμανίας, Σερβίας καὶ Βουλγαρίας· τοῦτο δ’ ἐπήνεγκε συναγωνισμὸν πρὸς τὴν κτηνοτροφίαν ἐν Θεσσαλίᾳ, προκαλοῦντα παράπονα, ὧν ἡ ἐπιτόπιος ἐξέτασις ἐνέδειξε τὴν ἀνάγκην τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὰς αἶγας καὶ τὰ πρόβατα, δέον νὰ ἐξακολουθῇ ἰσχύουσα ἡ ἀτέλεια, ἐπίσης καὶ ὡς πρὸς τὰ μεγάλα κτήνη, τὰ εἰσαγόμενα, ἵνα τεθῶσιν εἰς τὸ ἄροτρον· τ’ ἄλλα ὅμως μεγάλα κτήνη ὑποβλητέα εἰς τὸν δασμὸν, τὸν κρατοῦντα καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Συμφώνως πρὸς ταῦτα προτείνομεν μεταῤῥύθμισιν τοῦ νόμου. Ὡς πρὸς τοὺς οἴνους, τὸ ἐναντίον συνέβη, διότι ὁ νόμος, ὁ καταργῶν τὴν τελωνειακὴν ζώνην, ἐξῄρεσε τοὺς οἴνους καὶ ὑπέβαλεν αὐτοὺς εἰς τοὺς δασμοὺς, τοὺς ἰσχύοντας ἐν τῷ λοιπῷ Κράτει. Οἱ δασμοὶ δὲ οὗτοι ὡς πρὸς τὴν παραγωγὴν τῶν γειτνιακῶν τοῦ Κράτους ἐπαρχιῶν εἶναι ἀπαγορευτικοὶ, ὡς ἐπιβεβλημένοι ἐπὶ ἀναλογίᾳ σχετικῇ πρὸς τὰς τιμὰς τῶν εὐρωπαϊκῶν οἴνων, τῶν οἴνων τῆς πολυτελείας. Βαρεῖα ἡ ἀναλογία καὶ ὡς πρὸς τοὺς οἴνους πολυτελείας, καθιστᾷ τοὺς δασμοὺς ὡς πρὸς τοὺς οἴνους τῆς Μακεδονίας αὐτόχρημα ἀπαγορευτικούς. Ἀρκεῖ, ὅτι ὁ ἐλαφρότερος τῶν δασμῶν ἐπὶ τοῦ οἴνου, ὁ ἐπὶ τοῦ ἐν βαρελίοις καὶ ἑτέροις δοχείοις, κατὰ διάκρισιν πρὸς τοὺς οἴνους τοὺς ἐν φιάλαις, εἶναι δύο δραχμαὶ τὴν ὀκᾶν. Ἄλλοτε ἡ Λάρισσα ἦτο κέντρον ἐμπορικὸν τῶν πέριξ χωρῶν, ἀλλ’ ἀποκλειομένων τῶν προϊόντων τῶν χωρῶν ἐκείνων, ἐννοεῖται ὅτι θὰ παύσῃ ἡ Λάρισσα παρουσιάζουσα τὰ πλεονεκτήματα, ὧν ἕνεκα προετιμᾶτο ἄλλων μερῶν, ὡς κέντρον συναλλαγῆς. Οἱ ἐμπορευόμενοι τὸν οἶνον τῶν γειτνιακῶν χωρῶν, καταλείποντες τὴν Λάρισσαν, τρέπονται πρὸς τὴν Θεσσαλονίκην, ἔνθα προσελκύουσι καὶ τὴν παρεπομένην ἄλλην ἐμπορίαν. Ἐνῷ λοιπὸν ὡς πρὸς τὰ κτήνη ἐπιβάλλομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸν ἰσχύοντα δασμὸν καὶ εἰς τὰ διὰ ξηρᾶς εἰσαγόμενα, καταργοῦμεν αὐτὸν ὡς πρὸς τοὺς οἴνους. Ὡς εἶπον, ὁ δασμὸς ἐπὶ τοῦ οἴνου ἦτο δύο δραχμαὶ, ἀλλὰ πλὴν τούτου ὑπεβάλλετο ὁ ἔξωθεν εἰσαγόμενος οἶνος, κατὰ νόμον περὶ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, καὶ εἰς τέλος εἴκοσι λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν. Κατὰ τὰς ληφθείσας δὲ ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας πληροφορίας, ὁ φόρος οὗτος τῶν 20 λεπτῶν ἐπὶ τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου οἴνου, διατηρούμενος, θὰ ἦναι ἐπαρκὴς εἰς περιφρούρησιν τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς, δὲν βαρύνει δὲ ὑπερμέτρως τὴν κατανάλωσιν. Διὰ τοῦτο προτείνομεν, ὅπως ὁ δασμὸς ἐπὶ τοῦ οἴνου τοῦ διὰ ξηρᾶς εἰσαγομένου καταργηθῇ, διατηρηθῇ δὲ ἀκέραιος ὁ ἔγγειος φόρος τῶν 20 λεπτῶν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 100)
§30ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀπαντήσας εἰς τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα εἰς τὰ ἐκ τῶν ἐγγράφων ἐξαγόμενα, πολλὰ εἶπε, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι σπουδαιότατον ἐπιχείρημα ἀντέταξε, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ μὲ θέσῃ εἰς δισταγὸν, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐξακολουθήσω συζητῶν ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ ν’ ἀπαντῶ εἰς τοὺς λόγους του. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων δὲν ἔχει σχέσιν ἡ λογικὴ, ὅτι τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων δὲν διέπει ἡ λογική. Καὶ βεβαίως, Κύριοι, ὅταν ἡ λογικὴ δὲν διέπῃ τὰ τῆς ἑρμηνείας καὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, τότε εἶναι περιττὴ πᾶσα συζήτησις, διότι ἐπὶ παραλογισμῶν παραλογισμοὺς μόνον δύναταί τις ν’ ἀντιτάξῃ. Καὶ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς φρονεῖ ταῦτα, ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ὅτι εὐθὺς ἀμέσως ἔλαβεν ἀνὰ χεῖρας ἔγγραφα, διὰ νὰ ἐξηγήσῃ, τίνι τρόπῳ ἐννοεῖ αὐτὸς τὰ τῆς ἑρμηνείας. Ἔλαβεν ἀνὰ χεῖρας τὸ ἔγγραφον τοῦ τελώνου, ἐν τῷ ὁποίῳ, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὡρισμένως λέγεται πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν, ὅτι, μολονότι εὑρίσκει τὰ παράπονα τῶν ἀναφερομένων ἀντίθετα εἰς τὰς ἐπανειλημμένας ὁδηγίας αὐτοῦ καὶ ἐγκυκλίους, οὐχ ἧττον ὅμως τὰ ὑποβάλλει, διότι φρονεῖ ὅτι ὀφείλει νὰ ληφθῇ μέτρον σύμφωνον μέ τὴν ἀναφορὰν τῶν ἀναφερομένων. Τί ἔπραξεν ὁ κ. Πρωθυπουργός; τί δὲ ὤφειλε ν’ ἀπαντήσῃ πρὸς τὸν τελώνην, ὅστις ἐναντίον τῶν ὁδηγιῶν καὶ τῶν ἐγκυκλίων ἐνεργεῖ; Ὤφειλε νὰ σκεφθῇ, ἐὰν τὰ παράπονα τῶν ἀναφερομένων ἦναι δίκαια, ἢ ὤφειλε νὰ ἐπιστρέψῃ τὸ ἔγγραφον εἰς τὸν τελώνην, καὶ νὰ τὸν ἐπιπλήξῃ; Ἀντὶ τούτου τὸ ἔπεμψεν εἰς τὸν Νομικὸν Σύμβουλον. Τί νὰ πράξῃ ὁ Νομικὸς Σύμβουλος; ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον; ἐπρόκειτο ν’ ἀνεύρῃ τὴν ἀξίαν τοῦ σταφιδοκάρπου; αὐτὸς εἶναι ὁ τελώνης, ὁ ἐφαρμόζων τὰς ἐγκυκλίους; Ὄχι· ἀλλὰ τὸ ἔπεμψε διὰ νὰ ἑρμηνευθῇ ἡ ἐγκύκλιος! Εἶναι πράγματα αὐτὰ, διὰ νὰ λέγωνται πρὸς τὴν Βουλήν; Καὶ νομίζετε, ὅτι διὰ τοιούτων παραλογισμῶν ἀναιρεῖτε ὅ,τι φέρει τις πρὸς ὑποστήριξιν τῶν αἰτημάτων τῶν πολιτῶν παραπονουμένων; Τὸ ἐπέμψατε εἰς τὸν Νομικὸν Σύμβουλον, διὰ νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι ἔχετε ἐγκύκλιον, διὰ τῆς ὁποίας ὄχι ἅπαξ, ὄχι δὶς, ἀλλὰ τρὶς ἐκανονίσατε τὸ τοιοῦτον ζήτημα, καὶ ὅτι πρέπει νὰ συμμορφωθῆτε μὲ τὴν ἐγκύκλιόν σας; ἢ σᾶς ὁδηγεῖ ὁ Νομικὸς Σύμβουλος εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός σας καὶ λαμβάνετε ἑκάστοτε τὴν συμβουλήν του, ἐὰν πρέπῃ νὰ πράξητέ τι; Βεβαίως ἡ λογικὴ δὲν διέπει τὰ τῆς τοιαύτης ἑρμηνείας, καὶ ἀφοῦ ἡ λογικὴ δὲν διέπει, καὶ ἡ συζήτησις καὶ τὸ συμπέρασμα δὲν δύναται, εἰμὴ νὰ ἦναι ἀντίθετα εἰς τὴν λογικήν. Εἶπον πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν: διατὶ δὲν ἔπραξε τὸ αὐτὸ, προκειμένου περὶ ὁμοίας ἀκριβῶς ὑποθέσεως ἄλλου παραπονουμένου δι’ ἀναφορᾶς, μετὰ τῆς ἐκ Ζακύνθου συγχρόνως ὑποβληθείσης; διατὶ δὲν ἀπήντησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν ὀρθοτάτην παρατήρησίν μου; διατὶ, προκειμένου περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, δὲν ἐζήτησεν οὐδεμίαν γνώμην, ἀλλὰ παρέπεμψε τὰς ἀρχὰς εἰς τὰς ἐγκυκλίους, τὰς ὁποίας ἐπὶ τούτῳ ἐξέδοτο; Ἡ ὁμιλία του περιεστράφη καὶ αὖθις εἰς τὸ ὑπόμνημα τοῦ κ. Ἀνδρικοπούλου, ὅπερ ἀνάγεται εἰς ἄλλην ἐποχὴν καὶ δὲν προεκλήθη κατόπιν τοῦ ἀναφυέντος ζητήματος. Λυποῦμαι, Κύριοι, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος, ἀφορῶντος ἐν γένει εἰς ὅλον τὸ Κράτος, διὰ ν’ ἀναγνώσω ὅλον τὸ ὑπόμνημα, ὅπως ἴδητε, ἐὰν ἀναφέρηται ποσῶς εἰς τὸ συζητούμενον θέμα· σᾶς ἀνέγνωσα ὅμως περικοπὰς, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι τὸ οὐσιῶδες μέρος τοῦ ὑπομνήματος, καὶ ἐκ τῶν περικοπῶν τούτων οὐδεμία ἀμφιβολία μένει, ὅτι μόνον περὶ τοῦ συμφέροντος τοῦ Δημοσίου ἐκφράζει γνώμας. Ὡμίλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ ἰσχυόντων νόμων· ἀλλὰ ποῖοι οἱ ἰσχύοντες νόμοι, δὲν γνωρίζει, διότι φρονεῖ, ὅτι ἐξακολουθοῦσιν οἱ νόμοι, οἱ ἰσχύοντες πρὸ τῆς ἑνώσεως, ἐνῷ ἐκεῖνοι κατηργήθησαν καὶ ἐγένετο ἀνάγκη τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1864 διὰ Β. Διατάγματος νὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα, καὶ ἐκανονίσθη, ὡς ὁρίζει ὁ περὶ τοῦ τελωνειακοῦ ὀργανισμοῦ νόμος, καθ’ ὃν ἡ φορολογία ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς ἀξίας, μόνη δὲ ἡ βεβαίωσις τῆς ἀξίας πρέπει νὰ γίνηται κατὰ τὰ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἰθισμένα. Ἀλλὰ, προκειμένου περὶ ἐφαρμογῆς νόμου καὶ περὶ τῶν εἰθισμένων, πῶς θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος; πῶς ἄλλως θὰ ἑρμηνευθῇ ἢ διὰ τῆς λογικῆς; πόθεν θὰ ἀρυσθῆτε ὁδηγίας ἢ ἐκ τῆς γενομένης ἐφαρμογῆς ἐπὶ ὁμοίας περιπτώσεως; Τοῦτο ἐζητήσαμεν νὰ μάθητε, καὶ τὰς περὶ αὐτοῦ πληροφορίας νὰ κομίσητε εἰς τὴν Βουλήν. Ἐκομίσατε τοιαύτας πληροφορίας; Δικαιολογεῖσθε, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ σᾶς δώσωσι πληροφορίας καὶ ὅτι αἱ τελωνειακαὶ ἀρχαὶ Ζακύνθου δὲν ὑπήκουσαν εἰς τὴν διαταγήν. Καὶ δὲν γνωρίζετε, ὅτι ὑπάρχουσι βιβλία, καὶ τὰ βιβλία ταῦτα ὑπάρχουσιν ἢ εἰς τὰ τελωνεῖα, ἢ εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ ἐκ τῶν βιβλίων ἐκείνων δύνασθε νὰ πληροφορηθῆτε, τί ἐγένετο καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα; Τὰς ζητηθείσας πληροφορίας ἠδύνασθε νὰ ἔχητε συντόμως· ἐὰν προσεκαλεῖτε τηλεγραφικῶς τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς, θὰ εἴχετε εἰς βραχὺ διάστημα τὴν ἀπάντησιν· ἀλλὰ δὲν τὸ ἐπράξατε, διότι εἶσθε βέβαιοι, ὡς ἐγώ,—δὲν ἀμφιβάλλω,—ὅτι ἤθελον ἀπαντήσει σύμφωνα μὲ ὅσα ἐξέθηκα· διότι τοῦτο ἐγίνετο πάντοτε. Καὶ δὲν εὑρίσκετε, ὅτι ὁ πολίτης, ὁ ὑποκύψας εἰς ζημίαν, ὡς ἐκ τῆς διαφόρου ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ὁ μὴ ὑποβληθεὶς εἰς ἣν φορολογίαν καὶ οἱ προηγούμενοι αὐτοῦ, οἱ εὑρεθέντες εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐξηγήσῃ ἄλλως τὴν τοιαύτην ἐφαρμογὴν ἢ ὡς ἐκ τῶν προσώπων γενομένην; διότι καὶ κατὰ τὰ ἔγγραφα τῆς Ζακύνθου τοῦτο ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἄλλως ἐσκέφθητε καὶ ἐνηργήσατε ἐκεῖ ἢ ὡς ἐν Κεφαλληνίᾳ ἐπράξατε. Καὶ ἡ παραπομπὴ εἰς τὸν Νομικὸν Σύμβουλον τί ἄλλο ἀποδεικνύει ἢ ὅτι εἴχετε ἀνάγκην φετφᾶ τοῦ Νομικοῦ Συμβούλου, διὰ νὰ καλυφθῆτε ὄπισθεν αὐτοῦ; διότι δυστυχῶς οἱ Νομικοὶ Σύμβουλοι κατήντησαν τὰ διαβατήρια πάσης κυβερνητικῆς παρανομίας. Ἐπιμένω λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ἐπιφυλαττόμενος νὰ λάβω καὶ πάλιν τὸν λόγον μετὰ τὴν προσαγωγὴν τῶν ζητηθέντων ἐγγράφων, λυποῦμαι δὲ, ἀκούων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λέγοντος, ὅτι εἶναι δύσκολος ἡ τοιαύτη προσαγωγὴ καὶ ἀπαιτεῖ χρόνον· δὲν εἶναι δύσκολος, εἶναι εὐκολωτάτη· ἐὰν τηλεγραφήσῃ, ἐντὸς τεσσάρων ἢ πέντε ἡμερῶν θὰ ἔχῃ τὴν ἀπάντησιν, διότι αἱ ἀρχαὶ ἔχουσι τὰ πρωτόκολλα ἐν τοῖς βιβλίοις, καὶ ἀρκεῖ νὰ διατάξωσιν ὑπάλληλόν τινα νὰ ἐρευνήσῃ τὰ βιβλία, καὶ θὰ στείλωσι τὴν ἔκθεσιν. Δύναται τηλεγραφικῶς νὰ παραγγείλῃ εἰς τὸν κ. Ἀνδρικόπουλον νὰ τῷ δώσῃ ὡρισμένως γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὄχι τί πρέπει νὰ γίνηται, ἀλλὰ τί ἐγένετο μέχρι τοῦδε. Δὲν παρακολουθῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν εἰς ὅσα ἔλεξε περὶ φορολογικῆς ἀφιμοιώσεως, διότι ἐγὼ περὶ τούτου οὐδόλως ὡμίλησα, ὁ ἴδιος ἐπρόσθεσεν, ὅτι αὐτὰ εἶναι ξένα τοῦ ζητήματος· ἀλλ’ ἐὰν ἦναι ξένα καὶ ἄσχετα, κακῶς ἔπραξε· δι’ ὃ οὐδόλως μιμοῦμαι τοιοῦτον παράδειγμα.
§31ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ βεβαιώσω ἐγὼ, ἐὰν ἐπὶ προστασίας ἴσχυε τὸ ἑνιαῖον τοῦ πρωτοκόλλου, ἢ ἐὰν συνετάσσετο εἰδικὸν πρωτόκολλον, ὁσάκις ἐπρόκειτο νὰ τελωνισθῇ βεβλαμμένος σταφιδόκαρπος. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ ἀξίωσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένος, ἐὰν ἐπὶ τῆς Προστασίας ἡ Διοίκησις ἔπραξέ τι ἀντιβαῖνον εἰς τὴν λογικὴν καὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, νὰ πράξῃ καὶ αὐτὸς τὸ ἴδιον, νομίζω ὅτι ἡ ἀξίωσις αὕτη εἶναι—ἐπιτρέψατέ μοι τὴν λέξιν—παράλογος. Παρελάβομεν τὴν φορολογικὴν νομοθεσίαν τῆς Ἑπτανήσου καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τηρήσωμεν αὐτὴν, δὲν εἴμεθα ὅμως ὑποχρεωμένοι καὶ νὰ τὴν ἐφαρμόζωμεν ὅπως τὴν ἐφήρμοζεν ἡ Προστασία τυχὸν, καὶ ἂν πειθώμεθα, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ αὕτη ἄγῃ ἡμᾶς εἰς παράλογα συμπεράσματα, εἰς συμπεράσματα, ἀντικείμενα πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου. Τί μᾶς ὑποχρεοῖ εἰς τοῦτο; οὐδὲν, ἀφοῦ ἡ διοίκησις τῆς Ἑλλάδος εἶναι διακεκριμένη τῆς διοικήσεως τῆς Προστασίας. Ἂν ὁ Πρωθυπουργὸς ἔλεγεν, ὅτι ὑπάρχει ῥητὴ τῶν φορολογικῶν τῆς Ἑπτανήσου νόμων διάταξις, ἥτις τὸν ὑποχρεοῖ εἰς τὸ ἑνιαῖον τοῦ πρωτοκόλλου, οὐδεὶς θὰ εἶχε τὴν ἀξίωσιν νὰ παραβιάσῃ τὴν διάταξιν αὐτὴν, τὴν ῥητὴν, θὰ εἴχομεν δὲ μόνον τὴν ἀξίωσιν νὰ τὴν τροποποιήσῃ διὰ τῆς εἰσηγήσεως νέου νόμου, λογικωτέρου καὶ δικαιοτέρου· τοιαύτην ὅμως διάταξιν δὲν ἀναφέρει, ἐπικαλεῖται δὲ μόνον τὸ τί ἔπραττεν ἡ Διοίκησις ἐπὶ τῆς Προστασίας. Δὲν δύναμαι λοιπὸν νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς, καίτοι ἀναγνωρίζει, ὅτι τὸ ἑνιαῖον τοῦ πρωτοκόλλου ἄγει εἰς φοβερὰν ἀδικίαν, διότι φορολογεῖ τὸν βεβλαμμένον σταφιδόκαρπον μὲ τὴν ὅλην αὐτοῦ ἀξίαν, εἶναι οὐχ ἧττον ὑποχρεωμένος νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν αὐτὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν εἶχε τυχὸν ἡ Διοίκησις ἐπὶ τῆς Προστασίας. Ὁ Πρωθυπουργὸς, διοικῶν, ἐφαρμόζει τοὺς νόμους ὡς τοὺς ἑρμηνεύει αὐτὸς, ὀφείλει δὲ νὰ τοὺς ἑρμηνεύσῃ ἐπιεικῶς καὶ δικαίως, πρὸς τὸ συμφέρον τῶν τε φορολογουμένων καὶ τοῦ Κράτους. Δὲν ἦτο ἄρα ἀνάγκη νὰ χάσῃ τὸν καιρόν του ὁ Πρωθυπουργὸς, ἐξετάζων, πῶς ἐφήρμοζε τὴν φορολογίαν ἡ Διοίκησις τῆς Προστασίας, ἀλλ’ ἤρκει νὰ λάβῃ ἁπλῶς ὑπ’ ὄψει τοὺς κειμένους φορολογικοὺς νόμους τῆς Ἑπτανήσου, καὶ νὰ ἑρμηνεύσῃ αὐτοὺς ἐπιεικῶς καὶ δικαίως, ἐπ’ εὐνοίᾳ τῶν φορολογουμένων, διότι οἱ φορολογικοὶ νόμοι ἑρμηνεύονται πάντοτε καὶ ἐφαρμόζονται ἐπιεικῶς καὶ ἐπ’ εὐνοίᾳ τῶν φορολογουμένων· εἶναι δὲ ἀδικαιολόγητος ἡ Διοίκησις, ἥτις στηρίζεται εἰς νομολογίαν ἄλλης Διοικήσεως, διὰ νὰ ἐπιβάλῃ φόρον, τὸν ὁποῖον ἀναγνωρίζει, ὅτι ἀποκρούει τὸ δίκαιον καὶ ἡ λογική. Ἐὰν ἠξίου, ὅτι ἡ φορολογία, εἰς ἣν ἐπιμένει, ἦτο σύμφωνος μὲ τὸν νόμον, σύμφωνος μὲ τὸ δίκαιον, ἠθέλομεν συζητήσει περὶ τούτου, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν τῷ ὄντι ὁ Πρωθυπουργὸς θὰ εἶχε δίκαιον, ἀξιῶν ὅ,τι ἀξιοῖ νὰ μᾶς λέγῃ ὅμως «ἀναγνωρίζω, ὅτι ἡ φορολογία αὕτη εἶναι ἄδικος, ὅτι εἶναι παράλογος, ὅτι εἶναι τερατώδης, ἀλλ’ οὐχ ἧττον εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὴν ἐπιβάλωμεν, διότι καὶ ἡ Διοίκησις ἐπὶ τῆς Προστασίας ἐπέβαλλεν αὐτὴν», αὐτὸ, Κύριοι, εἶναι ἐκ τῶν γνωστῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ἀκούομεν ἐκ τοῦ στόματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁσάκις στενοχωρῆται καὶ δὲν ἠξεύρει τί ν’ ἀπαντήσῃ. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, νὰ προσαγάγῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, μετὰ τὴν προσαγωγὴν δὲ τούτων ἐπιφυλάττομαι νὰ λάβω καὶ πάλιν τὸν λόγον, ἂν τὸ θεωρήσω ἀναγκαῖον.
§32Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀπαντῶν εἰς τὴν χθὲς παρ’ ἐμοῦ γενομένην ἐρώτησιν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν χωροφύλακα Καραλῆ καὶ τὸν Ὑπομοίραρχον Κορινθίας, καὶ ὀχυρωθεὶς ὄπισθεν τῶν ἐγγράφων, ἅτινα συνέταξαν αὐτοὶ οἱ καταγγελθέντες, εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, δικαιολογούμενος, ὅτι ἡ ἐγκληματικὴ πρᾶξις ἦτο ἐπ’ αὐτοφώρῳ καὶ οἱ δρᾶσται τῆς πράξεως ταύτης ἔπρεπε νὰ συλληφθῶσι καὶ πεμφθῶσιν εἰς τὰς φυλακάς· ὅπερ καὶ ἐγένετο. Κύριοι, δὲν γνωρίζω, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξηγεῖ τὰ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐγκλήματα, πῶς, λέγω, ἐξηγεῖ τὴν λέξιν «ἐπ’ αὐτοφώρῳ»· ἡ πρᾶξις ἔλαβε χώραν τὴν 26ην παρελθόντος μηνὸς, τὴν 27ην ἔμαθεν ὁ Ὑπομοίραρχος τοῦτο, προέβη εἰς τὴν σύλληψιν τοῦ Ἠλιοπούλου καὶ Δαμάλα, ἄνευ ἐντάλματος ἢ δικαστικῆς τινος παραγγελίας, οὐχὶ ἐν Κορίνθῳ, ἀλλὰ εἰς Δερβένιον, χωρὶς κἂν νὰ προβῇ εἰς ἐξέτασίν τινα. Ἐρωτῶ λοιπὸν, ἀπέναντι τοιαύτης πράξεως τοῦ Ὑπομοιράρχου, ἡ πρᾶξις, διὰ τὴν ὁποίαν κατηγοροῦνται ὁ Ἠλιόπουλος καὶ ὁ Δαμάλας, θεωρεῖται ἐπ’ αὐτοφώρῳ; Βεβαίως ὄχι. Ἡ σύλληψις τῶν δύο τούτων πολιτῶν ἐγένετο μετὰ 30 καὶ πλέον ὥρας. Ἐὰν ἐθεώρει ὁ Ὑπομοίραρχος κατὰ νόμον ἀναγκαίαν τὴν σύλληψιν τοῦ Ἠλιοπούλου καὶ τοῦ Δαμάλα, ἠδύνατο ἀπὸ Δερβενίου νὰ τηλεγραφήσῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, νὰ λάβῃ τὴν κατὰ νόμον παραγγελίαν καὶ οὕτω συλλάβῃ καὶ ἀποστείλῃ εἰς Ναύπλιον τοὺς πολίτας. Τοῦτο μὴ πράξας, ἀλλὰ συλλαβὼν αὐτοὺς καὶ ἀποστείλας εἰς τὰς φυλακὰς χωρὶς νὰ ἔχῃ δικαίωμα, βεβαίως παρέβη τὰ καθήκοντά του καὶ παρηνόμησε, διότι οὐδεμία σύλληψις δύναται κατὰ τὸν νόμον νὰ γίνῃ ἄνευ ἐντάλματος ἢ ἄνευ δικαστικῆς παραγγελίας ἐγγράφου. Ὥστε καὶ τὰ ἔγγραφα, ἅτινα ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέβαλεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ οὐδόλως ἀπαλλάσσουσι τὸν Ὑπομοίραρχον τῆς κατ’ αὐτοῦ ἀποδιδομένης κατηγορίας, οὔτε καὶ τὸν χωροφύλακα, καὶ ἐὰν, ὡς λέγει ὁ Ὑπομοίραρχος, ὅπερ δὲν πιστεύω, οἱ πολῖται ἐπετέθησαν κατ’ ὀργάνου τῆς ἐξουσίας ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντός του. Ἀλλὰ, καὶ ἂν τοῦτο ἔλαβε χώραν, ὅτι δηλαδὴ οἱ πολῖται ἀντέστησαν διὰ τὴν δῆθεν κατάσχεσιν τῶν γαιανθράκων, ὁ χωροφύλαξ ἠδύνατο νὰ συντάξῃ πρωτόκολλον ἀντιστάσεως, νὰ εἰσαχθῇ ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου καὶ νὰ τιμωρηθῶσιν οἱ πολῖται αὐστηρῶς. Ἀλλ’ ἀφ’ οῦ τοῦτο δὲν ἐγένετο, βεβαίως ὅλα τὰ ὑπὸ τοῦ χωροφύλακος κατατεθέντα καὶ ὅσα γράφει ὁ Ὑπομοίραρχος στεροῦνται ἀληθείας. Ταῦτα δὲ λέγουσιν, ὅπως δικαιολογήσωσι τὴν παράνομον αὐτῶν πρᾶξιν.
§33ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν ἐξάγεται ποσῶς, πότε ἐγένετο ἡ κατὰ τοῦ χωροφύλακος ἐπίθεσις. Ἄξιον περιεργείας εἶναι, ὅτι κατὰ τὴν ὑποβληθεῖσαν ἰατρικὴν ἔκθεσιν ὁ εἰρημένος χωροφύλαξ, ὅστις ἐδάρη, ὡς λέγουν, ἀνηλεῶς, ἐκυλίσθη χαμαὶ καὶ ἀφῃρέθη τὸ ξῖφος, δὲν ἔφερε τὸν ἐλάχιστον μώλωπα. Φαίνεται, ὅτι εἶχε τὸ τίμιον ξύλον ἐπάνω του. Ἀλλὰ δὲν ἐπεμβαίνω τώρα εἰς τὰ καθέκαστα· ἐπιθυμῶ μόνον νὰ μάθω, πότε ἐγένετο ἡ ἐπίθεσις κατὰ τοῦ χωροφύλακος, καὶ πότε συνελήφθησαν οἱ ἐπιτεθέντες πολῖται, διότι μόνον κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς πράξεως εἶχε κατὰ νόμον δικαίωμα ὁ Ὑπομοίραρχος νὰ προβῇ εἰς τὴν σύλληψιν αὐτοῦ ἄνευ ἐντάλματος· ἂν ἡ σύλληψις ἐγένετο τῇ ἐπαύριον, τότε εἶναι παράνομος, ἀντισυνταγματική, διότι ῥητὴ ὑπάρχει ἐν τῷ Συντάγματι διάταξις, καθ’ ἣν οὐδεὶς συλλαμβάνεται, οὐδὲ φυλακίζεται, εἰμὴ δυνάμει ἐντάλματος δικαστικοῦ. Ἄνευ ἐντάλματος, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶχε δικαίωμα ὁ κ. Ὑπομοίραρχος νὰ προβῇ εἰς τὴν σύλληψιν πολίτου, καὶ πρέπει νὰ τὸ μάθουν ἅπαξ διὰ παντὸς οἱ κύριοι τῆς χωροφυλακῆς, ὅτι δὲν δύνανται πλέον οὕτω σκανδαλωδῶς νὰ παραβιάζουν τὸ Σύνταγμα. Ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει καθῆκον νὰ λάβῃ αὐστηρὰ μέτρα πρὸς περιστολὴν τοῦ κακοῦ. Τὸν παρακαλῶ λοιπὸν νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ζητουμένην πληροφορίαν, τουτέστι πότε ἐγένετο ἡ ἐπίθεσις καὶ πότε ἡ σύλληψις· διότι, ἐὰν ἡ σύλληψις ἐγένετο τὴν ἐπαύριον ἄνευ ἐντάλματος, ἔχω σκοπὸν νὰ καταστήσω τὸ θέμα ἀντικείμενον σπουδαίας συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐμάθομεν νὰ καταπατῶμεν τὰς θεμελιωδεστέρας διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ ἀπολογούμενοι νὰ λέγωμεν μύθους πρὸς ὑπεκφυγήν.
§34ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θεωρῶ ὅτι ὀφείλω νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν σχετικάς τινας πληροφορίας, αἵτινες καὶ τὴν Βουλὴν θὰ συντρέξωσιν, ἵνα σχηματίσῃ πεποίθησιν, καὶ τὸν κ. Βουλευτήν, ἐλπίζω, θὰ καθησυχάσωσι. Περὶ τοῦ θέματος τούτου ἀπηύθυνε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης τηλεγράφημα ὁ Δήμαρχος Εὐρωστίνης, διαλαμβάνον ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Ὑπομοίραρχος Κορινθίας Ταμπούρης, ἐναντίον ἄρθρου 5 Συντάγματος καὶ κειμένων νόμων, συνέλαβε σήμερον παρανόμως δημότας μου Ἰωάννην Ἠλιόπουλον καὶ Ἀριστείδην Δαμάλαν καὶ ἀπάγει αὐτοὺς σήμερον Ναύπλιον, στερήσας αὐθαιρέτως προσωπικῆς των ἐλευθερίας». Λαβὼν τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ, ἐτηλεγράφησα πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα Ναυπλίου ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Δήμαρχος Εὐρωστίνης ἀνέφερεν, ὅτι ὑπὸ Ὑπομοιράρχου Κορινθίας συνελήφθησαν προχθὲς ἄνευ νομίμου λόγου καὶ στέλλονται αὐτόθι οἱ Ἰωάννης Ἠλιόπουλος καὶ Ἀριστείδης Δαμάλας Ἐξετάσατε καὶ ἐνεργήσατε τάχιστα εἰκότα. Ἀπαντήσατε». Ὁ Εἰσαγγελεὺς πρὸ ὀλίγου ἀπήντησεν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἠλιόπουλος καὶ Δαμάλας ἀντέστησαν κατὰ τοῦ χωροφύλακος τῆς δασικῆς καὶ ἤκισαν αὐτὸν. Κάλλιστα συνελήφθησαν. Καὶ ὁ μὲν εἷς προεφυλακίσθη, ὁ δὲ ἕτερος ἀπελύθη.» Βεβαίως δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ἐὰν συνελήφθησαν ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἢ συνελήφθησαν ἕνεκα ἄλλου λόγου, ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὁ νόμος ἐξομοιοῖ πρὸς τὸ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἔγκλημα. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ ἀπάντησις τοῦ Εἰσαγγελέως εἰς τὴν ἐρώτησιν, ἐὰν δυνάμει νομίμου λόγου συνελήφθησαν, ἡ ἀπάντησις, λέγω, ὅτι κάλλιστα συνελήφθησαν, καὶ ἡ βεβαίωσις τῆς ὑπὸ τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως προφυλακίσεως ἑνὸς ἐξ αὐτῶν, καὶ τὴν Βουλὴν ἐπαρκῶς φωτίζει καὶ τοὺς συναδέλφους ἡμῶν ὁπωσδήποτε καθησυχάζει.
§35ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐὰν οἱ πολῖται συνελήφθησαν κάλλιστα ἢ κάκιστα, εἶναι κρίσις, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐπιφυλάττει εἰς ἑαυτήν. Ἡμεῖς ζητοῦμεν μᾶλλον νὰ μάθωμεν, πότε ἐγένετο ἡ ἐπίθεσις, ἡ χρησιμεύσασα ὡς δικαιολογία τῆς συλλήψεως, καὶ πότε συνελήφθησαν, καὶ ἐὰν καθ’ ἣν στιγμὴν συνελήφθησαν, ὑπῆρχεν ἐκδεδομένον δικαστικὸν ἔνταλμα.
§36ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου, εἶπεν, ὅτι ὁ νόμος δὲν τὸν ἐμποδίζει νὰ ἔχῃ ὑπαξιωματικὸν ἐντόπιον ἐν Μεσσήνῃ, διότι ὁ ὑπαξιωματικὸς δὲν εἶναι ἀξιωματικὸς, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ἔχει διοίκησιν. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ὑπαξιωματικοῦ τοῦ πεζικοῦ, διατελοῦντος ἐν τῷ τάγματι, ἢ περὶ ἀξιωματικοῦ διατελοῦντος ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ τάγματος, βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ εἶχε δίκαιον. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ ὑπαξιωματικοῦ τῆς χωροφυλακῆς, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται πάντοτε εἰς μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἐν τῇ ἕδρᾳ του ὅταν ἦναι, ἐνεργεῖ πάντοτε ὡς ἀποσπασματάρχης, δηλ. αὐτοβούλως, διότι ἅπαξ τῷ ἔχει δοθῆ διαταγή. Ἡ χωροφυλακὴ εἶναι ἀστυνομία, τῆς ὁποίας πάντα τὰ μέλη, εἰς πᾶσαν στιγμὴν, ἐνεργοῦσιν ὡς τὰ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα. Ὅθεν κατὰ τὴν γνώμην μου ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔχει δίκαιον. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ μόνον· ὁ νόμος, νομίζω, ὅτι ἀπομακρύνει ἀκόμη ἐκ μιᾶς ἐπαρχίας τοὺς στρατιωτικοὺς ἢ πολιτικοὺς ὑπαλλήλους, ἐκ τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, καὶ ἂν ἀκόμη ὁ τοιοῦτος ὑπάλληλος τυγχάνῃ ἐξ ἄλλης ἐπαρχίας, ἀλλ’ ἦναι συγγενὴς πολιτευομένου εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἐν ᾗ ἐτοποθετήθη. Ἀλλ’ ὁ περὶ οὗ πρόκειται ἐνωμοτάρχης εἶναι ἀδελφὸς τοῦ ἀνεψιοῦ ἐκ γυναικὸς τοῦ κ. Περικλέους Μπούτου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζει, ὅτι εἶναι νόμιμος ἡ τοιαύτη αὐτοῦ ἐνέργεια καὶ ἐμπρέπουσα, φρονεῖ δὲ, ὅτι διὰ τοῦ ἐνωμοτάρχου καὶ τῶν ἄλλων ἐκνόμων πράξεων καὶ μέτρων, τὰ ὁποῖα ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν λαμβάνει ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, θὰ μὲ ἀποκλείσῃ; Ἀπατᾶται· διότι ἡ πίεσις ἐξεγείρει κατὰ τῆς πιέσεως. Κάμνω τὴν παρατήρησιν, διότι νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ τυραννῶνται οἱ πολῖται ἄνευ οὐδενὸς εὐαρέστου ἀποτελέσματος δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προκαλοῦν τὴν τοιαύτην κατάστασιν. Διὰ νὰ ἀποδειχθῇ δὲ, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς, παρακαλῶ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωσιν, ἐκ τῆς ὁποίας θὰ φανῇ πόσαι μεταθέσεις Ὑπομοιράρχων ἐγένοντο ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ, διὰ νὰ κατορθωθῇ νὰ εὑρεθῇ κατάλληλος Ὑπομοίραρχος, ὁ ὁποῖος, μεταβαίνων μετὰ τῶν ἐνταλμάτων εἰς τὸν οἶκον τοῦ δημάρχου Καρατζᾶ, νὰ λαμβάνῃ διαταγὰς, ποῖα πρέπει νὰ ἐκτελέσῃ καὶ ποῖα ὄχι, καὶ νὰ ὑποχρεώνῃ τὸν ταμίαν, ἵνα ἐκδίδῃ ἐντάλματα κατὰ πολιτῶν, ὡς δῆθεν χρεωστούντων εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ οὕτω συλλαμβάνων αὐτοὺς νὰ τοὺς κρατῇ εἰς τὴν ἑαυτοῦ φυλακὴν, ἔπειτα δὲ νὰ τοὺς ἀποστέλλῃ εἰς Καλάμας, πρὸς ποινὴν, ἵνα τοὺς ἀναγκάσῃ νὰ δώσουν λόγον φιλίας εἰς τὸν Καρατζᾶν. Ἐὰν δὲν κατορθωθῇ τοῦτο, ἀφίνονται ἐλεύθεροι, διότι δὲν ὀφείλουσι τίποτε, ἢ ὀφείλουσι τόσῳ μικρὰ ποσὰ, οἷα δύνανται νὰ πληρωθῶσι καὶ μὲ τὴν ἁπλῆν ἀναγγελίαν. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ μοὶ φέρητε αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Παρακαλῶ καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διὰ ν’ ἀποδείξω, ὅτι ἡ τοποθέτησις τοῦ ἐνωμοτάρχου ἐκεῖ καὶ ἄλλαι ἐνέργειαι τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐντελῶς ἄνομοι καὶ κομματικαὶ, πρὸς προφύλαξιν κατηγορουμένων φίλων τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸς ἀποκλεισμόν μου γινόμεναι, ὅπερ ἐπαναλέγω, ὅτι δὲν θὰ κατορθώσῃ, ἀλλὰ θὰ μὲ ἔχῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κάρφος τῶν ὀφθαλμῶν του, παρακαλῶ, λέγω, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διὰ ν’ ἀποδείξω τοῦτο, νὰ ὑποβάλῃ τέλος πάντων αὐτὴν τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησα ἀπὸ τόσου καιροῦ καὶ δὲν κατώρθωσε νὰ ὑποβάλῃ· διότι, ἐὰν τὴν εἶχον τώρα, θὰ σᾶς ἀπεδείκνυον διὰ τίνα λόγον γίνονται ὅλα αὐτά· ἐὰν δὲ ἡ κατάστασις δὲν ἦναι πλήρης, θὰ τὴν συμπληρώσῃ τὸ φυλλάδιον αὐτό. Λοιπὸν ὀφείλετε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφοῦ ἤδη ἐπισήμως ἐλάβετε γνῶσιν, ὅτι ὁ ἐνωμοτάρχης Σπανίδης τυγχάνει συγγενὴς τοῦ πολιτευομένου καὶ βουλευτοῦ κ. Μπούτου, δηλ. ἀνεψιὸς αὐτοῦ, ὀφείλετε νὰ τὸν ἀπομακρύνητε ἐκεῖθεν· καὶ ἂν ἀκόμη δὲν ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ συγγένεια, ἦτο ἀναγκαία ἡ μετάθεσις, καθόσον ἡ ἐπαρχία Καλαμῶν μὲ τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης εἶναι τόσον πλησίον καὶ τοιαῦται οἰκογενειακαὶ σχέσεις ὑπάρχουν μεταξύ των, ὥστε δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς μία ἐπαρχία· ὅθεν δὲν εἶναι δυνατὸν ἐνωμοτάρχης ἐκ τῆς μιᾶς ἐπαρχίας νὰ ὑπηρετῇ εἰς τὴν ἄλλην. Ἄλλοτε ὁ κ. Δαμηλάτης, νῦν ἀνθυπομοίραρχος, μικροῦ δεῖν νὰ χάσῃ τὸν ἕτερον τῶν ὀφθαλμῶν του, πυροβοληθεὶς ἐν τῇ πλατείᾳ τῆς πόλεως, ἕνεκεν τῶν καταπιέσεων, διότι καὶ τότε τὸ αὐτὸ ἐφήρμοσαν σύστημα, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει τὴν εὐχαρίστησιν νὰ μὲ βλέπῃ ἐδῶ, νὰ βλέπῃ τὴν ἀποτυχίαν τῶν ἐνεργειῶν του, ἀλλὰ νὰ ἐξακολουθῇ συνεχίζων αὐτάς. Τῷ εἶπον ἔκτοτε, ὅτι μάτην ἀγωνίζεται καὶ ὅτι ἀδίκως τυραννεῖ τὸν κόσμον. Δὲν θὰ μὲ ἀποκλείσῃ ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ὁ πατήρ μου ἠγωνίσθη 25 ἔτη διὰ νὰ κατέχῃ αὐτὴν τὴν θέσιν, ἐγὼ ἀγωνίζομαι 10 καὶ πλέον ἔτη, καταλαμβάνετε δὲ, διὰ νὰ ἀγωνίζηταί τις δεκάδας ἐτῶν διὰ μίαν θέσιν, εἰς ποίας θυσίας ἔχει ὑποβληθῆ. Σκεφθῆτέ το, πρὶν ἢ μὲ ἀναγκάσητε νὰ σκεφθῶ ἐγώ, τί πρέπει νὰ κάμω ἀμυνόμενος.
§37ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ κ. Βουλευτής, ὁ ἄρτι καταβὰς τοῦ βήματος, εἶχε ζητήσει πίνακα τῶν κατὰ τοὺς μῆνας Ἰούλιον, Αὔγουστον, Σεπτέμβριον καὶ Ὀκτώβριον ἐ. ἔ. καταγγελθεισῶν πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα Καλαμῶν ἀξιοποίνων πράξεων. Ἐβράδυνεν ὀλίγον ἡ κατάθεσις τοῦ πίνακος τούτου, διότι ἐθεώρησα, ὅτι θὰ ἦτο πολὺ χρήσιμον εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ ἔχῃ καὶ ὅρον τινὰ συγκρίσεως, καὶ διὰ τοῦτο παρεσκευάσθη πίναξ δι’ ὅλην δεκαετίαν, τὸν ὁποῖον καταθέτω. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Σακελλαρόπουλος εἶχε ζητήσει ὁμοίως πίνακα, τῶν κατὰ τοὺς ἰδίους μῆνας καταγγελθεισῶν ἐκ τῆς ἐπαρχίας Βονίτσης ἀξιοποίνων πράξεων. Καταθέτω τὸν πίνακα τῶν κατὰ τοὺς μῆνας αὐτοὺς ἐφ’ ὅλην δεκαετίαν καταγγελθεισῶν ἀξιοποίνων πράξεων ἐκ τῶν δήμων τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Ἐκ Λευκάδος δὲν ἔλαβον ἀκόμη τὸν πίνακα τῶν ἀξιοποίνων πράξεων, τῶν καταγγελθεισῶν ἐκ τῶν δήμων τῶν ὑπαγομένων εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Λευκάδος. Ἅμα ὡς λάβω αὐτὸν, θέλω τὸν καταθέσει. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, εἰς συμπλήρωσιν ἐπερωτήσεώς του περὶ μεταθέσεως Ἐφέτου τινὸς ἐκ Λαρίσσης, μὲ εἶχεν ἐρωτήσει ἐσχάτως, ἐὰν, ὅτε ὁ Ἀντεισαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν προέτεινε τὴν μετάθεσιν τοῦ Ἐφέτου ἐκείνου, ἐνήργει ὁ Ἐφέτης ἀνακρίσεις κατὰ τοῦ Ἀντεισαγγελέως, τοῦ προτείναντος τὴν μετάθεσιν αὐτοῦ. Ἐξ ὧν ἔλαβον πληροφοριῶν, φέρω εἰς γνῶσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι δὲν ἐνήργει ἀνάκρισιν ὁ Ἐφέτης, ὅτε προὐτάθη ἡ ἐκεῖθεν μετάθεσίς του. Ὁ Ἐφέτης εἶχεν ἐνεργήσει ἀνάκρισιν, ἥτις εἶχεν ἐπιστραφῆ εἰς τὸν Πρόεδρον τὴν 29 Μαΐου, τῇ δὲ 10ῃ Ἰουνίου ἐγένετο ἡ πρότασις περὶ μεταθέσεως τοῦ Ἐφέτου ἐκ μέρους τοῦ Ἀντεισαγγελέως. Τὴν 29ην Μαΐου ἡ δικογραφία εἶχεν ἐπιστραφῆ, τῇ δὲ 30 συνεπληρώθη, ἀπαγγελθείσης τῆς κατηγορίας πρὸς τὸν Ἀντεισαγγελέα, καὶ διηυθύνθη εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, τὴν δὲ 10ην Ἰουνίου, ἤτοι ἕνδεκα ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἐπιστροφῆς τῆς δικογραφίας, δέκα δὲ ἡμέρας ἀπὸ τῆς περατώσεως τῆς ἀνακρίσεως καὶ τῆς ὑποβολῆς αὐτῆς εἰς τὸν Εἰσαγγελέα ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῶν Ἐφετῶν, τὸν ἐκ τοῦ νόμου ἀνακριτὴν ἐπὶ τῆς ἰδιαζούσης ταύτης δικαιοδοσίας, ἐγένετο ἡ πρότασις τῆς μεταθέσεως, ἥτις ἐπραγματοποιήθη τὴν 16ην. Καταθέτω τὰ χθὲς ζητηθέντα ἔγγραφα περὶ τοῦ φυγοποίνου Σεγδίτσα, δηλονότι, τὴν ἀπόφασιν τῶν ἐν Ἀθήναις Συνέδρων, διὰ τῆς ὁποίας ὁ φυγόποινος οὗτος, χαρακτηριζόμενος ἐν αὐτῇ ὡς μαθητὴς ἡλικίας ἐτῶν 17, ἐκηρύχθη ἔνοχος ἀναιρέσεως ὑπὸ τὰς δύο γνωστὰς ἐλαφρυντικὰς περιστάσεις, καὶ κατεδικάσθη εἰς δέκα ἐτῶν εἱρκτήν. Ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας κ. Κωνσταντόπουλος εἶχε ζητήσει νὰ καταθέσω καὶ τὴν περὶ τοῦ Σεγδίτσα αὐτοῦ γνωμοδότησιν τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ δικάσαντος αὐτὸν Δικαστηρίου. Καταθέτω καὶ ταύτην. Ὁ Πρόεδρος, ὅστις ἦτο ὁ τότε ἐφέτης κ. Σακελλαρόπουλος, καὶ ὁ ὑποστηρίξας τὴν κατηγορίαν εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν κ. Καρατζᾶς γνωμοδοτοῦσιν, «ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεμία περίπτωσις μεταβολῆς τῆς ποινῆς αὐτοῦ διὰ Βασιλικῆς χάριτος.» Ἡ πρᾶξις, διὰ τὴν ὁποίαν ἐδικάσθη, ἐξετελέσθη τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1886, τὸν Νοέμβριον δὲ τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἐδικάσθη καὶ ἐκρατεῖτο ἐν ταῖς φυλακαῖς Αἰγίνης. Τῇ 2 Μαρτίου 1889 ἡ Ἐφορία τῶν φυλακῶν Αἰγίνης προέτεινε μεταξὺ ἄλλων τὴν μεταφορὰν καὶ τοῦ Σεγδίτσα εἰς τὰς φυλακὰς Συγγροῦ. Ἡ γνωμοδότησις εἶναι τῆς 2ας Μαρτίου, ἐστάλη δὲ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν 14ην Μαρτίου. Τὸ Ὑπουργεῖον τὴν 11ην Ἰουλίου δι’ ἐγγράφου πρὸς τὸν Νομάρχην Ἀττικῆς ἐπέτρεψε τὴν μεταγωγὴν τοῦ Σεγδίτσα αὐτοῦ ἐξ Αἰγίνης εἰς τὰς φυλακὰς Συγγροῦ, ἥτις καὶ ἐγένετο. Τῇ 28 Αὐγούστου ὁ Διευθυντὴς τοῦ Σωφρονιστηρίου Συγγροῦ ἀπηύθυνε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἑξῆς ἀναφορὰν (ἀναγινώσκει): «Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τοῦ Σ. Ὑπουργείου, ὅτι ὁ νεαρὸς κατάδικος Ἠλίας Σεγδίτσας, ἐξελθὼν εἰς τὸν κῆπον πρὸς καλιέργειαν καὶ διαλαθὼν τὴν προσοχὴν τοῦ φύλακος, ἀνεχώρησε, χωρὶς νὰ ἐπανέλθῃ. «Ὁ κατάδικος οὗτος, καὶ εἰς τὰς ἐν Αἰγίνῃ φυλακὰς εὑρισκόμενος, ἦτο τοποθετημένος ἐν τῇ ἐξωτερικῇ ὑπηρεσίᾳ, οὐδέποτε δὲ ἐπειράθη νὰ ἀπομακρυνθῇ τοῦ καταστήματος. Ἐνηργήθησαν ἐν τούτοις τὰ δέοντα καὶ ἐλήφθη πᾶν μέτρον, ὅπως ἐπιστρέψῃ ταχέως οἴκοθεν εἰς τὸ κατάστημα». Ἄρα ἀπέδρα τῶν φυλακῶν τὴν 27ην τοῦ μηνός. Ἁπανταχοῦ, Κύριοι, ὅπου εἶναι Σωφρονιστήρια, ἐν τοῖς ὁποίοις γίνεται καὶ ἐξωτερικὴ ἐργασία, δὲν εἶναι ἀσύνηθες πρᾶγμα νὰ διαλάθῃ τις καὶ νὰ ἀποδράσῃ· τοῦτο ὅμως οὐδαμοῦ ἐχρησίμευσεν ὡς λόγος τῆς καταργήσεως τοῦ μέτρου τῆς τοιαύτης ἀσχολήσεως τῶν καταδίκων.
§38ΡΑΛΛΗΣ. Ἀνεγνώσατε τὴν ἀπόφασιν τὴν καταδικαστικὴν καὶ ἐπεμείνατε εἰς τὴν ἰδιότητα τοῦ μαθητοῦ. Πῶς αὐτὸς κατώρθωσεν ἐντὸς τριετίας νὰ μεταβληθῇ εἰς γεωργόν;
§39ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἐὰν λάβητε τὸν κόπον νὰ ἐπισκεφθῆτε τὰς φυλακὰς, θέλετε ἰδεῖ γεωργοὺς, ἢ ἀμπελουργοὺς, ἢ λωποδύτας, ἢ καὶ ἀέργους, ἐργαζομένους ὡς σανδαλοποιοὺς, ὡς λεπτουργοὺς καὶ εἰς ἄλλα ἔργα καταγινομένους, καὶ θέλετε αἰσθανθῆ ἀληθῆ εὐχαρίστησιν, ὅτι ἐπετεύχθη τέλος νὰ ἔχωμεν ἓν σωφρονιστικὸν ἵδρυμα, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ γίνηται διδασκαλία τέχνης εἰς τὰ ἐλεεινὰ ἐκεῖνα μέλη τῆς κοινωνίας. Ὄτε ἡ ἔκθεσις αὕτη τοῦ ἐπιστάτου τοῦ Σωφρονιστηρίου μοὶ ὑπεβλήθη, πρὸς μὲν αὐτὸν ἐγένοντο αἱ ἀπαιτούμεναι παρατηρήσεις, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως μετεπεμψάμην τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, τὸν ὁποῖον παρεκάλεσα νὰ παραγγείλῃ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πλημμελειοδικῶν, νὰ διατάξῃ ἀνάκρισιν, πρὸς ἐξακρίβωσιν τοῦ τρόπου καὶ τῶν αἰτίων τῆς φυγῆς τοῦ καταδίκου ἐκείνου. Πρὸς δὲ τὸν Εἰσαγγελέα Ἀμφίσσης, ὅτε μετὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέρας παρ’ αὐτοῦ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Σωφρονιστηρίου ἔμαθον ἐξ ἐπιστολῆς, ἣν ἐκεῖθεν ἔλαβεν, ὅτι εἶχεν ἤδη ὁ φυγόποινος αὐτὸς φθάσει εἰς τὴν ἐπαρχίαν Παρνασσίδος, ἔγραψα ἐπανειλημμένως αὐστηροτάτας διαταγὰς, ἀπαιτῶν ἀπὸ αὐτὸν προσωπικῶς, κατὰ προτίμησιν ἀπὸ πάσης ἄλλης ἐργασίας, νὰ φροντίσῃ περὶ ταχίστης συλλήψεως τοῦ φυγοποίνου αὐτοῦ. Τῇ 27 Σεπτεμβρίου μοὶ ἀπηύθυνεν ἡμιεπίσημον ἔκθεσιν ὁ Εἰσαγγελεὺς, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ καταθέσω, ἀλλὰ ἐκ τοῦ περιεχομένου τῆς ὁποίας ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὶς ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐκεῖνος μετέβη εἰς τὸ χωρίον τοῦ φυγοποίνου καὶ ἔλαβε πάντα τὰ πρὸς σύλληψιν αὐτοῦ μέτρα, ἐνηργήθη δὲ καὶ καταδίωξις τῶν ἐν γνώσει καὶ ἴσως ἐξ ἰδιοτελείας ὑποκρυπτόντων καὶ ὑποθαλπόντων αὐτὸν, ὧν τινες, καὶ συγγενεῖς αὐτοῦ, προεφυλακίσθησαν.
§40ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Τοῦτο εἶναι φοβερώτατον!
§41ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δυνατὸν νὰ ἦναι φοβερώτατον, ἀλλ’ ἐνόμισαν οἱ ἁρμόδιοι, ὅτι διὰ τοιούτου τρόπου ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσωσι κατὰ τῶν ὑποθαλπόντων ἐκεῖσε φυγοδίκους καὶ φυγοποίνους.
§42ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι φοβερόν!
§43ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἀναπόφευκτον. Τὸ μέτρον τοῦτο μετῆλθε πάντοτε ἡ εἰσαγγελικὴ καὶ δικαστικὴ ἀρχὴ ἐπιτυχῶς. Χθὲς τηλεγραφικῶς ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως Ἀμφίσσης περὶ τῆς στάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις τῶν κρατουμένων συγγενῶν τοῦ ἀποδράντος.
§44ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὸ Σωφρονιστήριον Αἰγίνης ὑπάρχει γεωργικὴ σχολή;
§45ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Οὐχὶ σχολὴ, ἀλλὰ καλλιέργεια γίνεται.
§46ΡΑΛΛΗΣ. Ὑποθέτω, ὅτι αὐτὸς ὁ μαθητὴς δὲν κατωρθώθη νὰ μετασχηματισθῇ ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς, ἀφ’ ἧς ἦλθεν εἰς Ἀθήνας, εἰς γεωργόν.
§47ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τίς εἶπεν, ὅτι κατώρθωσε νὰ μετασχηματισθῇ εἰς γεωργόν; τί θέλετε νὰ εἴπητε μὲ τοῦτο;
§48ΡΑΛΛΗΣ. Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι εἰς αὐτὸν τὸν μαθητὴν ἔπρεπε νὰ δοθῇ ἑτέρα ἐργασία καὶ ὄχι ἡ γεωργικὴ, ἥτις τῷ ἐδόθη διὰ νὰ τῷ παρασχεθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ φυγαδευθῇ.
§49ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὁ κατάδικος αὐτὸς κατάγεται ἐκ χωρίου τινός τῆς Δωρίδος ἢ τῆς Παρνασσίδος, ἦτο μαθητὴς, ἀλλ’ ὁ πατήρ του βεβαίως εἶναι γεωργὸς, καὶ αὐτὸς δὲ θὰ ἠσχολήθη εἰς τὰς γεωργικὰς ἐργασίας, καὶ θὰ ἐδήλωσεν ἴσως, ὅτι προτιμᾷ αὐτὰς, καὶ θὰ ἐκρίθη κατάλληλος παρὰ τῆς Διευθύνσεως τῶν φυλακῶν πρὸς τὰς ἐργασίας ταύτας, διότι εἰς τὸν διευθυντὴν τῆς φυλακῆς καὶ μόνον ἀνήκει τὸ δικαίωμα τοῦ ὁρίζειν τὰ ἔργα, εἰς ἃ ἕκαστον τῶν καταδίκων κρίνει κατάλληλον.
§50ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, ἐπειδὴ δὲν γνωρίζω, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ διδάξητε ὑμεῖς, ποία διάταξις τοῦ νόμου ὑπαγορεύει εἰς τὴν Διοίκησιν νὰ συλλαμβάνῃ καὶ φυλακίζει τοὺς συγγενεῖς ἀποδράντος ἐγκληματίου;
§51ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὅταν περατωθῇ ἡ ἀνάκρισις, θὰ ζητήσω τὰ ἔγγραφα καὶ θὰ τὰ καταθέσω, ἵνα ἴδητε, ἐπὶ τίνος λόγου στηριχθεῖσα ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ, συνέλαβε καὶ προεφυλάκισε τοὺς συγγενεῖς τοῦ ἀποδράντος Σεγδίτσα.
§52ΜΙΛΗΣΗΣ. Νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ εἰς τὸν ἀποδράντα κατάδικον παρεσχέθη λόγῳ φιλανθρωπίας πᾶσα ἐλευθερία καὶ πᾶσα εὐκολία, ὅπως δραπετεύσῃ, εἶναι καὶ ἄδικον καὶ σκληρὸν μετὰ τὴν φυγὴν νὰ θέλωμεν νὰ βασανίζωμεν τοὺς δυστυχεῖς συγγενεῖς του. Τοῦτο εἶναι βάρβαρον, εἶναι τυραννικὸν σύστημα. Δὲν ἦτο προτιμότερον νὰ δείξητε τοιοῦτον ζῆλον εἰς τὴν φύλαξιν τοῦ καταδίκου;
§53ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἀπὸ τὸν κ. συνάδελφον, τὸν πρὸ ὀλίγου λαλήσαντα, δὲν ἀνέμενον βεβαίως τοιαύτην γλῶσσαν, οὔτε τοιαύτας ἰδέας, φαίνεται ὅμως, ὅτι ἡ μετάπτωσις καὶ ἡ ἀλλαγὴ τοῦ τόπου ἀλλάσσει καὶ τὸν ἄνθρωπον. Ἀπαντῶ πρὸς τὸν κ. συνάδελφον. Ἐξ ὅσων ἐνταῦθα ἐλέχθησαν, θεωρῶ ὅτι ἀπεδείχθη, ὅτι ὡς πρὸς τὸν κατάδικον αὐτὸν δὲν παρεσχέθη ἐξαιρετικωτέρα τις ἐλευθερία ἐν τῇ φυλακῇ, τῆς ἐλευθερίας ἐκείνης, ἥτις ἀναγκαίως χορηγεῖται εἰς ὃ αὐτὸς ἐξελέξατο ἢ ἐθεωρήθη κατάλληλος ἔργον. Ὡς πρὸς δὲ τὴν καταδίωξιν τῶν συγγενῶν αὐτοῦ, ἐνόμισα ὅτι δὲν ἤθελεν ἐπαναλάβει ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, μεθ’ ὅσα εἶπον περὶ τῆς καταθέσεως τῶν σχετικῶν ἐγγράφων, ἐκ τῶν ὁποίων καὶ ὁ κ. συνάδελφος καὶ ἐγὼ θέλομεν δυνηθῆ νὰ σχηματίσωμεν γνώμην.
§54Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι οὐχὶ οἱ συγγενεῖς τοῦ ἀποδράντος καταδίκου, ἀλλ’ ὁ ἐκ τοῦ νόμου ὑπόχρεως, ὅπως φυλάττῃ αὐτὸν, ἔπρεπε νὰ καταδιωχθῇ καὶ ἐν τούτοις, ὄχι μόνον δὲν κατεδιώχθη, ἀλλ’ οὔτε ἐπαύθη.
§55ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶχον λόγον, ἵνα προβῶ εἰς μέτρον τοσοῦτον δριμὺ κατὰ τοῦ διευθύνοντος, τὸν ὁποῖον ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε διευθύνσεως αὐτοῦ θεωρῶ ὡς πολὺ καλῶς διευθύνοντα τὰς φυλακάς. Ἀλλ’ ἐὰν εἴχετε προσέξει, ἠθέλετε μάθει, ὅτι, καίτοι εὐλογοφανής μοὶ ἐφάνη ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ὁ Διευθυντής μοὶ ἔδωκε περὶ τῆς φυγῆς, δὲν περιωρίσθην εἰς ταύτην, ἀλλ’ ἀνέθηκα εἰς τὴν εἰσαγγελικὴν ἀρχὴν νὰ προβῇ εἰς καταδίωξιν παντὸς, ὅστις τυχὸν συνήργησεν εἰς τὴν ἀπόδρασιν ταύτην. Ἐὰν ἐκ τῶν ἀνακρίσεων ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐνέχεται εἰς ταύτην καὶ ὁ Διευθυντής, μὴ ἀμφιβάλλῃ οὐδεὶς, ὅτι, καίτοι θεωρῶ αὐτὸν δυσαναπλήρωτον, δὲν θέλω διστάσει νὰ προβῶ εἰς ὅ,τι ἐπιβάλλει μοι τὸ καθῆκον.
§56ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα μᾶς ὑποβάλῃ πίνακα τοῦ τμήματος τῆς γεωργίας, τοῦ προσηρτημένου εἰς τὸ Σωφρονιστήριον Συγγροῦ, τὰ ὀνόματα τῶν εἰς αὐτὸ ἀσχολουμένων καταδίκων, τὴν ποινὴν, εἰς ἣν ἕκαστος αὐτῶν εἶναι καταδεδικασμένος καὶ ἣν ἔχει ν’ ἀποτίσῃ ἀπὸ τοῦδε, καὶ εἰς πόσους στρατιώτας εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ φύλαξις τῶν εἰς τὸ τμῆμα τοῦτο ἀσχολουμένων; διότι βλέπω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέλει νὰ συμφύρῃ τὴν γεωργικὴν ἐνασχόλησιν πρὸς τὰ μέσα, τὰ χρησιμεύσοντα πρὸς ἀπόδρασιν τοῦ καταδίκου τούτου.
§57ΡΙΚΑΚΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη, τοῦ Εἰσαγγελέως, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀποστέλλει εἰς τὴν προϊσταμένην ἀρχὴν τοιαύτην ἀναφορὰν, ἐξ ἧς φαίνεται, ὅτι θεωρεῖ, ὅτι προσήνεγκε μεγάλην ὑπηρεσίαν, συλλαβὼν καὶ φυλακίσας διὰ τὴν ἀπόδρασιν τοῦ φυγοποίνου τοὺς συγγενεῖς αὐτοῦ. Ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ καταδιώξῃ τοὺς γονεῖς καὶ ἀδελφοὺς αὐτοῦ, καὶ ἂν ἡ πρᾶξις ἦτο ἀληθὴς καὶ ἐβεβαιοῦτο ἡ ἀπόκρυψις, διότι ὁ νόμος ῥητῶς ἀπαλλάττει αὐτοὺς, ἑπομένως δὲν ὑπῆρχε περίστασις νὰ τοὺς προφυλακίσῃ διὰ τοιαύτην πρᾶξιν. Εἰδικὸς νόμος, ὡς γνωρίζετε, ἐγένετο μόνον διὰ τὴν λῃστείαν περὶ ἐκτοπίσεως τῶν συγγενῶν, ἐδέησε δὲ νὰ γίνῃ εἰδικὸς νόμος, καὶ ὄχι περὶ καταδιώξεως, ἀλλὰ περὶ ἐκτοπίσεως μόνον.
§58ΤΖΑΝΕΣ. Τετράκις ἢ πεντάκις ἔχω ἐπισκεφθῆ τὸ σωφρονιστικὸν κατάστημα Συγγροῦ, μίαν μάλιστα φορὰν μετὰ τοῦ κ. Πετρίδου, καὶ ἐθαύμασα τὴν τάξιν αὐτοῦ. Ἐπειδὴ δὲ γνωρίζω, ὅτι εἰς ἅπαντα τὰ ἔχοντα τὸ αὐτὸ σύστημα τοιαῦτα καταστήματα τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἰταλίας πολλαὶ τοιαῦται ἀποδράσεις συμβαίνουσι κατ’ ἔτος, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὁμοῦ μὲ τὰς πληροφορίας, τὰς ζητηθείσας παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Κορινθίας, νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κανονισμὸν τοῦ καταστήματος, συνάμα στατιστικὸν πίνακα τῶν ξένων Σωφρονιστηρίων, τῶν λειτουργούντων κατὰ τὸ αὐτὸ σύστημα, τὸν ὁποῖον βεβαίως θὰ ἔχῃ ὁ Διευθυντὴς τοῦ καταστήματος.
§59ΡΑΛΛΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος, Κύριοι, νὰ ἀναγνώσω πάλιν τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Διότι ἐκ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν προκύπτουσί τινες ἀμφιβολίαι εἰς τὸ πνεῦμά μου, τὰς ὁποίας ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ. Ἀληθῶς ὑπάρχει τις ἐφορευτικὴ ἐπιτροπὴ τῶν φυλακῶν, ἡ ὁποία παραδόξως σύγκειται ἀπὸ τὸν Πρόεδρον κ. Ῥάγκον, ἀπὸ τὸν ἀντεισαγγελέα κ. Τρικούπην καὶ ἀπὸ τὸν Διευθυντὴν τῆς Νομαρχίας κ. Φανδρίδην. Ἡ ἔκθεσις ὅμως αὕτη, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἤθελε κριθῆ ἡ συγκρότησις αὐτῆς, δὲν ἀναφέρει μόνον περὶ τῆς μεταγωγῆς τοῦ Σεγδίτσα. Ἀναγινώσκω τὸ σχετικὸν μέρος τῆς ἐκθέσεως: «Γνωμοδοτοῦμεν, ὅπως μεταχθῶσιν ἐκ τοῦ Σωφρονιστηρίου Αἰγίνης....εἰς τὰς σωφρονιστικὰς φυλακὰς Συγγροῦ οἱ Ἀθαν. Γ. Δέδες, Ἠλίας Σεγδίτσας. Σπ. Σπύρου, Γ. Παπανικολάου, Ι. Κ. Ζηλιαναῖος, Κωνστ. Στεργίου.» Σημειώσατε, ὅτι εἰς τὴν παράγραφον ταύτην βλέπω μίαν σημείωσιν μὲ μολυβδοκόνδυλον ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ Ἠλία Σεγδίτσα, τὰ ἄλλα δὲ ὀνόματα οὐδὲν ἔχουσι σημεῖον. Στρέφων τὸ φύλλον τῆς ἐκθέσεως ταύτης, εὑρίσκω ἀναφορὰν τοῦ Νομάρχου ὅστις, ὑποβάλλων τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, συνιστᾷ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ἐνόμισεν ὡς δέοντα γενέσθαι. Πάλιν ἐνταῦθα βλέπω ὁλόκληρον τὴν παράγραφον, τὴν σχετικὴν πρὸς τὸ ὄνομα τοῦ Σεγδίτσα, διὰ μολυβδοκονδύλου σημειωμένην.
§60ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Φυσικά.
§61ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι περίπτωσις νὰ γελᾶτε, ἐὰν σέβησθε ἑαυτόν. Ἐνῷ ὁ Ὑπουργὸς σᾶς ἔλεγε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐξετέλεσε τὴν πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, βλέπω εἰς τὸ ἔγγραφόν του, ὅτι, ἐνῷ ἀρχικῶς εἶχε συνταχθῆ περὶ τὴν μεταφορὰν δύο ἐκ τῶν καταδίκων, κατόπιν ὁ δεύτερος, ὁ Ἀποσπόρης, διεγράφη, ἔμεινε δὲ εἰς τὴν διαταγὴν μόνον τὸ ὄνομα τοῦ Σεγδίτσα. Ταῦτα ἀποδεικνύουσιν ἐξαιρετικὴν πρόνοιαν ὑπὲρ τοῦ μαθητοῦ αὐτοῦ, εἰς ὃν ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου τῶν Συνέδρων ἐπεβλήθη δέκα ἐτῶν εἱρκτὴ, καὶ ὁ ὁποῖος ὑπὸ τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως ἐθεωρήθη ἀνάξιος χάριτος. Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, πρὸς δικαιολογίαν του καὶ δικαιολογίαν τοῦ ἐπιστάτου τῶν φυλακῶν ἢ Διευθυντοῦ τοῦ Σωφρονιστηρίου Συγγροῦ, ὅτι δὲν ἦτο νέα ἡ δίαιτα, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὑπεβάλλετο ὁ δυστυχὴς αὐτὸς μαθητής. Διατί; Διότι ὁ Διευθυντὴς τῶν σωφρονιστικῶν φυλακῶν λέγει, ὅτι «ὁ κατάδικος οὗτος, καὶ εἰς τὰς ἐν Αἰγίνῃ φυλακὰς εὑρισκόμενος, ἦτο τοποθετημένος ἐν τῇ ἐξωτερικῇ ὑπηρεσίᾳ, οὐδέποτε δὲ ἐπειράθη ν’ ἀπομακρυνθῇ τοῦ καταστήματος.» Αὕτη εἶναι ἡ δίαιτα, εἰς ἣν ὁποίαν ὑπεβλήθη ἀπ’ ἀρχῆς τῆς καταδίκης του μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν εὐηρεστήθη ν’ ἀναχωρήσῃ ὁ εἰρημένος κατάδικος. Αὐτὸς δὲ ὁ Διευθυντὴς τῶν φυλακῶν δὲν βλέπει ἀπόδρασιν, ἀλλὰ βλέπει ἀναχώρησιν (ἀναγινώσκει): «Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ φέρω εἰς γνῶσιν ὑμῶν, ὅτι ὁ νεαρὸς κατάδικος Ἠλίας Σεγδίτσας, ἐξελθὼν εἰς τὸν κῆπον πρὸς καλλιέργειαν καὶ διαλαθὼν τὴν προσοχὴν τοῦ φύλακος, ἀνεχώρησε, χωρὶς νὰ ἐπανέλθῃ.» Νομίζετε, ὅτι ὑπάρχει ἐνταῦθα ἀπόδρασις; Εἶναι δυνατὸν, στηριζόμενός τις εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦτο, νὰ ἰσχυρισθῇ ἀπόδρασιν; Ὅταν ἐτελείονεν ὁ νεαρὸς οὗτος κατάδικος τὴν ἐργασίαν του, προσήρχετο εἰς τὴν φυλακήν· μίαν ἡμέραν ἐθεώρησε καλὸν νὰ μὴ προσέλθῃ, καὶ ἀνεχώρησε, χωρὶς νὰ ἐπανέλθῃ. Βεβαίως ὅλα ταῦτα δὲν εἶναι σφάλματα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, οὔτε ἐγκαλῶ αὐτὸν δι’ αὐτά· γνωρίζει τίνα γνώμην ἔχω περὶ αὐτοῦ, ἔχω γνώμην, ὅτι ἐξέφυγε τῶν χειρῶν αὐτοῦ ἡ δικαιοσύνη, ἀλλὰ βεβαίως φρονῶ καὶ ὅτι ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν ὑφιστάμεθα, δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ. Ἐκεῖνα τὰ σημεῖα, τὰ ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ Ἠλία Σεγδίτσα, οὐδὲν ἄλλο ἀποδεικνύουσιν ἢ ὅτι εἶχεν ὑποθέσεις ὁ ἄνθρωπος ἐν Ἀθήναις, διὰ τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν ὁποίων εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἔλθῃ εἰς τὰς Ἀθήνας, ἦλθεν εἰς τὰς Ἀθήνας, ἐπεραίωσε τὰς ὑποθέσεις του καὶ μετὰ τοῦτο ἀνεχώρησε καὶ μετέβη ἀλλαχοῦ. Δὲν κατηγορῶ, ἀλλὰ βεβαιῶ τὴν κατάστασιν, ἥτις σήμερον προκύπτει καὶ ἐκ τῶν ἐγγράφων.
§62ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Λυποῦμαι, ὅτι πολὺ ἐκοπίασεν ὁ κ. συνάδελφος διὰ νὰ παραστήσῃ κακὴν τὴν κατάστασιν. Ἴσως ἐκ ψυχολογικῶν λόγων εὐχαριστεῖται νὰ θεωρῇ ταύτην κακὴν, καὶ ἴσως τοῦτο τὸν ἐπηρεάζει τοσοῦτον, ὥστε νὰ νομίζῃ, ὅτι καὶ βλέπει καὶ ἀποδεικνύει αὐτὴν τοιαύτην, χωρὶς νὰ ἦναι. Ἠκούσατε τὸν ἀξιότιμον κ. Ῥάλλην, διαπρεπὲς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου καὶ διευθύναντα ἐπὶ χρόνον ἄλλοτε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἀγωνίζηται, ὅπως ἐξαγάγῃ ἐξ ἀναφορᾶς τοῦ Διευθυντοῦ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ὑπῆρχε μυστηριώδης τις ἐνέργεια, ἥτις ὑπηγόρευσεν εἰς τὸν Διευθυντὴν τοῦ Σωφρονιστηρίου γλῶσσαν καὶ λέξεις τοιαύτας. Διότι ὁ Διευθυντὴς τοῦ Σωφρονιστηρίου ἀνήγγειλεν ἁπλῶς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ὁ κατάδικος ἔφυγε, καὶ δὲν ἐχαρακτήρισεν αὐτὸν ὡς ἀπόδρασιν καὶ τροπὴν εἰς τὸν λῃστρικὸν βίον, ἐθεωρήθη παρὰ τοῦ κ. Ῥάλλη σχεδὸν ὡς αὐτουργὸς τῆς ἀποδράσεως. Ὁ Διευθυντὴς, τὸν ὁποῖον πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν γνωρίζετε, ὁποίου χαρακτῆρος καὶ ὁποίας ἀγαθοπιστίας ἄνθρωπος εἶναι, ἀληθῶς ἴσως ἐφρόνει τὴν ἡμέραν τῆς ἀποδράσεως, ὅτι ὁ Σεγδίτσας δὲν ἔφυγεν ἀνεπιστρεπτεὶ καὶ ὅτι ἤθελεν ἑκουσίως ἐπανέλθει. Εἶχε τὴν ἐλπίδα, ὅτι διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἔθηκεν εἰς ἐνέργειαν, ἤθελεν ἐπιτευχθῆ ἡ ἐπάνοδος τοῦ καταδίκου τούτου. Πλὴν ὅμως τοῦ τοιούτου ἀγῶνος, εἰς ὃν ὑπέβαλεν ἑαυτὸν ὁ κ. Ῥάλλης, ἵνα ἐξαγάγῃ σοβαρὰ καὶ δεινὰ συμπεράσματα ἐκ τοῦ ὕφους, ὑφ’ ὃ διετύπωσε τὴν ἀναφοράν του ὁ Διευθυντὴς τοῦ Σωφρονιστηρίου, ἠγωνίσθη ἐπίσης πρότερον εἰς ἀνίχνευσιν καὶ ἄλλων ὁμοίας σπουδαιότητος σημείων ἐν τῷ φακέλλῳ, τὸν ὁποῖον κατέθεσα. Εὗρεν ἐν τῇ γνωμοδοτήσει τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐν τῇ ἀναφορᾷ τοῦ Νομάρχου, δι’ ἧς ἐστάλη πρὸς ἐμὲ ἡ γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς, σημειωμένον τὸ ὄνομα τοῦ Σεγδίτσα διὰ κυανοῦ χρωστῆρος, καὶ λέγει: «ἐδῶ εἶναι πολλὰ ὀνόματα καταδίκων, μόνον, δὲ τὸ ὄνομα τοῦ Σεγδίτσα εἶναι σημειωμένον οὕτω· ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις τῆς ἐξαιρετικῆς μερίμνης ὑπὲρ τοῦ Σεγδίτσα». Βεβαίως ψύχωσις τυφλῆς ἀντιπολιτεύσεως ὠθεῖ αὐτὸν εἰς τοιαύτας παραλόγους καὶ πρωτακούστους γνώμας.
§63ΡΑΛΛΗΣ. Σὰν δὲν ἐντρέπεσαι!
§64ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Διὰ λογαριασμόν σας μόνον, κύριε συνάδελφε! Τὸ ὄνομα τοῦ Σεγδίτσα εἶναι διὰ κυανοῦ χρωστῆρος σημειωμένον, διότι σήμερον τὸ πρωΐ, ὅτε ἐζήτησα τὰ ἔγγραφα, τὸ ἐσημείωσα ἐγὼ, ἵνα εὐκολώτερον ἀνεύρῃ αὐτὸ ὁ κ. Ράλλης. Εἰς ἀπόδειξιν δὲ τῆς ἐξηγήσεως, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ δώσῃ εἰς τὸ σημείωμα αὐτὸ, ἀνέφερε καὶ τὸ ἔγγραφον τὸ πρὸς τὸν Νομάρχην, διὰ τοῦ ὁποίου διατάσσεται ἡ μεταφορὰ τοῦ Σεγδίτσα καὶ ὄχι τῶν ἄλλων. Ὁ κ. Ράλλης, ἂν ἀπαθέστερον ἤθελε νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, εἶχε καθῆκον, πρὶν ἢ χαρακτηρίσῃ ὡς ἐχαρακτήρισε τὴν πρᾶξιν, νὰ ἐρωτήσῃ, ἂν αὐτοὶ οἱ ἄλλοι κατάδικοι, ὧν διετάχθη ἡ μεταγωγὴ, τῶν μὲν εἰς τὰς φυλακὰς Συγγροῦ, τῶν δὲ εἰς τὰς ἐπανορθωτικὰς, μετήχθησαν ὡσαύτως καὶ πότε. Συνέπεσε, Κύριοι, ἐν τῷ φακέλλῳ νὰ ἦναι ἔγγραφα προγενέστερα, ἀφορῶντα εἰς τὴν μεταγωγὴν τῶν ἄλλων· ἰδοὺ, τὰ εὗρον αὐτὴν τὴν στιγμὴν, καὶ τὰ καταθέτω.
§65ΡΑΛΛΗΣ. Διατὶ δὲν κατεθέσατε αὐτὰ τὰ ἔγγραφα;
§66ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Οὐδένα λόγον εἶχον νὰ τὰ καταθέσω, διότι οὐδεὶς μὲ ἠρώτησε περὶ ἄλλων καταδίκων. Εἰς τὰς φυλακὰς αὐτὰς δὲν μετάγονται ἀγεληδὸν καὶ βοτρυδὸν οἱ κατάδικοι· καθ’ ἣν ἐποχὴν μάλιστα ἐγένετο αὐτὴ ἡ μεταγωγὴ, ἐν ἀρχῇ, εἶχον ἱδρυθῆ 150 κλωβοὶ δαπάναις τοῦ κ. Συγγροῦ, καὶ βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον μετήχθησαν κατάδικοι, ἀναλόγως πρὸς τὰς cellules αὐτάς. Κατόπιν κατωρθώσαμεν διὰ τῶν ἰδίων καταδίκων νὰ κατασκευάσωμεν καὶ ἄλλους κλωβοὺς τοιούτους καὶ οὕτω μετήχθησαν ἐκεῖ 260 κατάδικοι. Ἐκ τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἐκ συμπτώσεως εὗρον, ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐκ τῶν ὑπὸ τῆς Ἐφορίας προταθέντων πρὸς μεταγωγὴν συγχρόνως μετὰ τοῦ Σεγδίτσα καταδίκων δὲν μετήχθη πρῶτος αὐτὸς, ἀλλ’ ἄλλοι. Ἡ διαταγὴ περὶ τῆς μεταγωγῆς τοῦ Σεγδίτσα φέρει ἡμερομηνίαν 11 Ἰουλίου, ἐνῷ ἄλλη διαταγὴ φέρει ἡμερομηνίαν 24 Ἀπριλίου περὶ μεταγωγῆς τοῦ Βόγκλη. Κατὰ τὸ σύστημα λοιπὸν τῶν σκέψεων τοῦ κ. Ράλλη ἀποδεικνύεται ἤδη, ὅτι καὶ ἠδικήθη ὁ Σεγδίτσας, μὴ μεταχθεὶς πρῶτος, διότι συνέπεσε νὰ ἦναι πρὸ τοῦ Σεγδίτσα γεγραμμένον τὸ ὄνομα τοῦ Βόγκλη.
§67ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἄλλη πρόνοια ὑπὲρ τοῦ Βόγκλη.
§68ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Πρὶν ἢ λοιπὸν ζητήσητε τοιαύτας πληροφορίας, θεωρῶ ὅτι ἦσαν λίαν ἐσπευσμέναι καὶ ἄδικοι αἱ κρίσεις, τὰς ὁποίας ἐξηνέγκατε. Ἀλλ’ ἐξ ὅσων ἐξέθηκα περὶ τῆς ἱστορίας τοῦ καταδίκου αὐτοῦ, δὲν ἐννοῶ ποῦ τῆς ἱστορίας αὐτῆς εὗρεν ἴχνος ἐπιεικείας οἱονδήποτε πρὸς αὐτόν. Ἐν τῇ ἀνελίξει τῶν τῆς ὑποθέσεως αὐτοῦ δεικνύεται καὶ δραστηριότης καὶ αὐστηρότης τῶν ἀρχῶν, ἡ πασῶν μεγίστη. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἐγκλήματός του μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν αἱ ἀρχαὶ κατακρίνονται διότι στενοχωροῦσι τοὺς συγγενεῖς του, ἵνα παραδώσωσι τὸν ἀποδράντα, αἱ ἀρχαὶ φαίνονται αὐστηρόταται. Καταδικασθεὶς, φυλακίζεται εἰς Αἴγιναν, μετὰ τριετῆ δὲ καλὴν διαγωγὴν αὐτοῦ καὶ κατὰ πρότασιν τῶν ἐκεῖ διευθυνόντων ἀποφασίζεται ἡ μεταφορὰ αὐτοῦ εἰς τὰς φυλακὰς Συγγροῦ. Ἔφυγεν ἐκ τῶν φυλακῶν, καταδιώκεται δὲ διὰ τοῦτο καὶ αὐτὸς καὶ οἱ συγγενεῖς καὶ οἱ ὑποθάλποντες αὐτὸν μετ’ αὐστηρότητος, τὴν ὁποίαν σεῖς ὁ ἴδιος κατεκρίνατε. Εἴδετε ὅτι μόλις διέφυγε προχθὲς τῶν σφαιρῶν τοῦ ἀποσπάσματος. Καὶ ὕστερον ἀπὸ τοιαύτην καταδίωξιν, τὴν ὁποίαν σεῖς ὠνομάσατε ἀγρίαν, θρηνολογεῖτε ἤδη, ἐπὶ ὥρας κοπτόμενοι, διατὶ ἀπησχόλησαν αὐτὸν ἐν τῇ φυλακῇ εἰς γεωργικὰς καὶ οὐχὶ εἰς καλλιτεχνικὰς ἐργασίας, καὶ ἀγωνίζεσθε νὰ ἀποδείξητε διὰ τούτου ἐξαιρετικὴν τάχα μέριμναν καὶ ἰδιαιτέραν εὔνοιαν ὑπὲρ τοῦ Σεγδίτσα.
§69ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ παντὸς πρέπει νὰ πείσω τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δὲν φρονῶ ὅτι μόνον ὑπὲρ τοῦ Σεγδίτσα ὑπάρχει τοιαύτη πρόνοια. Ἐξ ἐναντίας, ἂν ἦναι καὶ ὁ Βόγκλης, οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι καὶ ὡς πρὸς αὐτὸν θὰ ἔχῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης λόγον, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἂν ἀπέδωκα εἰς αὐτὸν, ὅτι προὐνόησε μόνον ὑπὲρ τοῦ Σεγδίτσα καὶ ὄχι καὶ ὑπὲρ τοῦ Βόγκλη, τὸ λάθος εἶναι ἰδικόν του, διότι δὲν κατέθηκε τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, ἐκ τῶν ὁποίων ἤθελε προκύψει ἡ πρόνοια αὐτοῦ καὶ ὑπὲρ τοῦ Βόγκλη. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀκούσῃ, διότι θέλω νὰ μάθω, ἂν καλῶς ἀντελήφθην τὰ γεγονότα. Σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐξετελέσθη ἡ ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς, κατόπιν ὅμως εἶπεν, ὅτι εἰς τὸ Σωφρονιστήριον ἡ μεταφορὰ ἐγένετο ἀναλόγως τοῦ χώρου, προηγουμένως ὅμως εἶπεν, ὅτι ἐξετέλεσεν ὁλόκληρον τὴν πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς.
§70ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ εἴπω ἐγώ, ὁ ὁποῖος καταθέτω τὰ ἔγγραφα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσι τὸ ἐναντίον;
§71ΡΑΛΛΗΣ. Δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι, ὅταν ἐκ τοῦ προχείρου βεβαιόνητέ τι, δύναται νὰ μὴ ἦναι ἐντελῶς ἀκριβές, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι ἐγὼ δὲν λέγω ἀκριβῆ, διότι ἔχετε τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ θυλάκιόν σας. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἔπρεπε νὰ καταθέσητε τὰ ἔγγραφα, καὶ πρὸ παντὸς τὴν ἡμιεπίσημον ἐπιστολήν· αὐτὸ ὠφείλατε νὰ πράξητε. Ἂν σᾶς κατηγορῶ, σᾶς κατηγορῶ διότι, ἐνῷ μοὶ προβάλλετε ἰσχυρισμοὺς, δὲν φέρετε, ἢ τοὐλάχιστον δὲν συμπληροῦτε τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὠφείλατε νὰ προσάξητε πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ ν’ ἀποδείξητε τοὺς ἰσχυρισμούς σας.
§72ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ζητήσατε ὅσα θέλετε.
§73ΡΑΛΛΗΣ. Ἠξεύρετε τί θὰ εἰπῇ πρότασις ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς; Θὰ εἰπῇ πρότασις τῶν ἁρμοδίων. Σεῖς ἐκ τῆς καταστάσεως τῆς ὑπηρεσίας σας δὲν δύνασθε νὰ ἐκλέξητε, ἀλλὰ νὰ ἐκτελέσητε τὴν πρότασιν ἐκείνην ἀκεραίαν. Τὴν ἐξετελέσατε; Βεβαίως ὄχι.
§74ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Πιθανὸν νὰ ἐξετελέσθη ὁλόκληρος.
§75ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐξετελέσθη. Μόνον μία πρότασις ὑπὲρ τοῦ Σεγδίτσα καὶ μία ὑπὲρ τοῦ Βόγκλη. Τί ἀποδεικνύει τοῦτο; Ἀποδεικνύει ὅτι ἡ πρότασις τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς εἶναι πρὸς δικαιολόγησίν σας· ὅτι δὲν εἶναι ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία κινεῖ τὴν μηχανὴν τῶν φυλακῶν, ἀλλ’ ὅτι αὕτη λειτουργεῖ μόνον, ὅπως καλύψῃ τὴν ἰδικήν σας εὐθύνην. Σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν σᾶς θεωρῶ ὑπεύθυνον διὰ τὰς προτάσεις τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ φέρετε τὴν εὐθύνην δικαίως, διότι κάμετε τὴν ἐπιλογὴν ἐκεῖ, ὅπου οὔτε τὸ μέσον ἔχετε οὔτε τὸ δικαίωμα νὰ κάμητε τοιαύτην. Θὰ ἐνόουν νὰ εἴπητε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐξετελέσατε τὴν γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον γίνεται, καὶ γίνεται εἰς ἐκείνην τὴν φυλακήν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ χρησιμεύῃ ὡς πρότυπον τῶν φυλακῶν. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἄλλου καταστήματος φυλακῶν, δὲν θὰ παραξενευόμην ποσῶς, ἀλλὰ μόλις κατωρθώθη νὰ γίνῃ φυλακή τις ὑποφερτή, τί βλέπομεν; Βλέπομεν ὅτι ἡ λειτουργία ἐν τῇ φυλακῇ ἐκείνῃ εἶναι ὅπως καὶ εἰς τὰς ἄλλας φυλακάς· βλέπομεν τοὺς καταδίκους πρὸς χάριν μεταφερομένους ἐκεῖ. Δὲν ἠξεύρω πῶς ἐκάματε τὴν ἐπιλογήν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ φυλακὴ αὕτη ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πρότυπον, τοὐλάχιστον ὅπως κινήσῃ τὴν φιλοτιμίαν ὑμῶν ὑπὲρ κοσμιωτέρας καταστάσεως τῶν φυλακῶν. Ἐννοῶ νὰ κατατάσσητε εἰς κατηγορίας τοὺς καταδίκους. Ἀλλ’ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελον σᾶς ζητήσει νὰ φέρητε κατάλογον τῶν φυλακισμένων μὲ τὰς ποινὰς αὐτῶν, βεβαίως ἡ πρότασις τῆς μεταφορᾶς τοῦ Σεγδίτσα δὲν θὰ ἦτο δικαιολογημένη, διότι πολὺ σπανία εἶναι ἡ περίπτωσις καταδίκου εἰς βαρυτάτην ποινὴν νὰ μεταφερθῇ εἰς τὰς φυλακὰς ἐκείνας. Εἴπατέ μοι, ἐλάβετε μέτρον τι γενικόν; κατετάξατε εἰς τάξεις τοὺς καταδίκους; ὡρίσατε τίνες θὰ διαιτῶνται ἐν αὐταῖς; Τουλάχιστον ἂς προέλθῃ αὐτὸ εἰς φῶς ἐκ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἀφοῦ ὁ Σεγδίτσας τρέχει τὸν δρόμον του, χωρὶς μάλιστα νὰ φονεύσῃ καὶ κἀνένα στρατιώτην· ἂν ὅμως ἐφόνευέ τινα κατὰ τὴν συμπλοκὴν ἐκείνην, ἐννοεῖτε τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν θὰ ἐφέρατε.
§76ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Οὐδεμίαν.
§77ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ ἐφέρατε μεγίστην, διότι ὁ κατάδικος αὐτὸς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς καταδίκης του ἐτέθη εἰς ἰδιαιτέραν καὶ ἐξαιρετικὴν δίαιταν. Ἦτο ἐκτὸς τῶν φυλακῶν Αἰγίνης καὶ ἐκτὸς τῶν φυλακῶν Συγγροῦ. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται.
§78ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Κατὰ τὴν πρώτην λειτουργίαν τῶν φυλακῶν Συγγροῦ ἡ ἐκλογὴ τῶν καταδίκων, οἵτινες εἰς αὐτὰς συνεκεντρώθησαν, δὲν ἐγένετο βεβαίως ἐπὶ τῇ βάσει κανόνων. Τουναντίον, ἐθεωρήσαμεν πρέπον νὰ μεταφέρωμεν εἰς τὸ κατάστημα αὐτὸ ἐξ ὅλων τῶν κατηγοριῶν τῶν καταδίκων καὶ ἐξ ὅλων τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους. Ὡς πρὸς τὴν παρατήρησιν δὲ, τὴν ὁποίαν ἐν ἀρχῇ τῆς τελευταίας του ὁμιλίας ὁ συνάδελφος ἐποιήσατο, διὰ τὴν μὴ ἐξ ὁλοκλήρου ἐκτέλεσιν τῆς γνωμοδοτήσεως τῆς ἐφορίας τῶν φυλακῶν, ἐκφράζω καὶ πάλιν τὴν λύπην μου, ὅτι παρατήρησις τοιαύτη ἐξηνέχθη ἀπὸ συνάδελφον, οἷος ὁ κ. Ράλλης, ὅστις ἐχρημάτισε καὶ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Εἶπεν ὅτι, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἐνεργείας εὐθείας, ὁ Ὑπουργὸς ὤφειλεν ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, τὰς προτάσεις τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν, τὰς πρὸς αὐτὸν ἀπευθυνομένας, νὰ τὰς ἐκτελῇ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξαιρέσεως. Οἱοσδήποτε ἄλλος ἂν τὸ ἔλεγεν, ἤθελον εἶσθαι συγγνωστέος, ὄχι ὅμως ὁ κ. Ῥάλλης, διότι αὐτὸς ὤφειλε νὰ γινώσκῃ, καὶ τὸ γινώσκει, ὅτι ἐκ τῶν διαφόρων ἐφοριῶν τῶν φυλακῶν λαμβάνει ὁ Ὑπουργὸς ἑκάστοτε προτάσεις, ὑπαγορευομένας εἴτε ἐκ τῆς νοσηρᾶς καταστάσεως τῶν φυλακῶν καὶ τῆς ὑγείας τῶν καταδίκων, εἴτε ἐξ ἀντιπειθαρχικῶν παραπτωμάτων καὶ διαπληκτισμῶν, συμβαινόντων εἰς τὰς φυλακὰς, ἕνεκα τῶν ὁποίων προτείνεται ἡ μετακίνησις καταδίκων εἰς ἄλλας φυλακάς. Γνωρίζει δὲ, καὶ ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πλειστάκις ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ πεισθῇ, ὅτι, καίτοι ὑπὸ σπουδαιοτάτων λόγων ὑποστηρίζονται αἱ ἐκθέσεις περὶ μεταγωγῆς καταδίκων εἰς ὡρισμένας φυλακὰς, εἶναι ἀδύνατος ἐνίοτε ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν, διότι δὲν ὑπάρχει χῶρος εἰς τὰς φυλακὰς ἐκείνας. Γνωρίζει ὁ κ. Ῥάλλης, ὅτι μεταξὺ ἐκείνων, τῶν ὁποίων προτείνεται ἡ μεταγωγὴ ἀπὸ φυλακῆς εἰς φυλακὴν, συμπίπτει νὰ ἦναί τινες μάρτυρες, περὶ τῶν ὁποίων νὰ ἔχῃ εἰδοποίησιν τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι καλοῦνται νὰ μεταφερθῶσιν εἰς ἄλλην περιφέρειαν. Γνωρίζει ἐπίσης, ὅτι πλειστάκις συμβαίνει, ἐκεῖνοι, ὧν ἡ μεταγωγὴ προτείνεται εἰς ὡρισμένον μέρος, νὰ διεπληκτίσθησαν μὲ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, καὶ ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ὑποχρεωμένος, ἢ νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὴν πρότασιν, ἢ νὰ διώξῃ ἐξ ἐκείνης τῆς φυλακῆς τοὺς ἄλλους, μεθ’ ὧν διεπληκτίσθησαν. Ἂν ταῦτα ἀνεμιμνήσκετο ὁ κ. Ῥάλλης, δὲν ἤθελεν ὑποστηρίξει γνώμας καὶ ἰδέας, εἰς πάντα ἄλλον ἐπιτρεπομένας, οὐχὶ ὅμως εἰς αὐτόν. Ἐπίσης πολὺ κακῶς ἔπραξε, προεξοφλήσας τὴν γνώμην αὐτοῦ, ὅτι οὐδεὶς ἄλλος μετεφέρθη εἰς τὰς φυλακὰς Συγγροῦ, πλὴν τῶν δύο, οὓς ἀνέφερε.
§79ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ θὰ σᾶς πληροφορήσω ἀμέσως, διότι ἀληθῶς εὑρίσκω καὶ τρίτον εἰς τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατεθέσατε, τὸν Ἀριστείδην Ἀντωνίου. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ μοῦ ἐξηγήσῃ μίαν φράσιν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατέθηκε, καὶ ἴσως αὐτὴ ἡ φράσις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία τὸν ἠμπόδισε νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα αὐτά. (Ἀναγινώσκει). Τί σημαίνουν αὐταὶ αἱ δύο φράσεις; Σημαίνουν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχε λάβει τὸ μέτρον, περὶ οὗ ἔλεγον πρὸ ὀλίγου, δηλ. εἶχε καθορίσει τὰς τάξεις ἐκείνων τῶν φυλακισμένων, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ μετενεχθῶσιν εἰς τὰς φυλακὰς Συγγροῦ. Ἀλλ’ ἦλθε κατόπιν ὁ Σεγδίτσας. Περὶ τοῦ Σεγδίτσα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λεχθῇ τοιοῦτόν τι, ὅτι μετεφέρθη ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε, τώρα δὲ ἐξηγῶ, διατὶ ἔμεινε τόσον χρόνον ἡ πρότασις περὶ τοῦ Σεγδίτσα ἀνεκτέλεστος· εἶχε νὰ προσκόψῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπέναντι τοῦ γενικοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη διὰ τὰς φυλακὰς Συγγροῦ· ἔπρεπε νὰ ἦναι κατάδικος κάτω τῶν 5 ἐτῶν. Ἀλλὰ δυστυχῶς τοιοῦτος εἶναι ὁ κόσμος, συνηθίζει εἰς ὅλα· ὅτε ἐπῆλθεν ἡ πρόνοια, ἡ ὁποία ἐμερίμνα διὰ τὸν Σεγδίτσαν, ἠναγκάσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ τὸ μέτρον τὸ γενικὸν, τὸ ὁποῖον ἔλαβε, νὰ τὸ καταργήσῃ χάριν ἐκείνου. Οὕτως ἐξηγεῖται, διατὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐξετέλεσεν ἐξ ἀρχῆς τὴν πρότασιν περὶ τοῦ Σεγδίτσα, διότι ὁ Σεγδίτσας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταταχθῇ εἰς τὸν κανόνα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ μετενεχθῶσιν εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ Συγγροῦ. Ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ τῆς καταστάσεως τῶν φυλακῶν. Ἡ κατάστασις τῶν φυλακῶν ὑπῆρξεν ἐλεεινὴ πάντοτε, καὶ διὰ τοῦτο ἐλήφθη τὸ μέτρον τῆς ὑπαγωγῆς τῶν φυλακῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, — καὶ ὡς πρὸς τοῦτο φέρει πᾶσαν τὴν εὐθύνην ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης — καὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης οὐχ ἧττον ἐξακολουθεῖ ἡ αὐτὴ κατάστασις Τί εἶδον ἐγὼ καὶ τί εἴδετε σεῖς; Σεῖς βλέπετε σήμερον τὸν Σεγδίτσαν, εἴδετε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τὸν Φιλώταν, ὁ ὁποῖος τρέχει νὰ συζητήσῃ μὲ τὸν Εἰσαγγελέα περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς ἐγγυήσεως, ἐγὼ δὲ εἶδον, ἐπανερχόμενος ἐξ Αἰγίνης, ὁλόκληρον φορτίον καταδίκων, οἱ ὁποῖοι μετεφέροντο ἐνταῦθα χάριν ἐκλογικῶν σκοπῶν. Αὐτὰ δὲ, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον πρὸ ὀλίγου, ἀποδεικνύονται ἐκ τῶν ἐγγράφων· ἂν δὲ εἴχετε τὴν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως, ἠθέλετε ἀκούσει καὶ ἄλλα.
§80ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἤδη πείθομαι, ὅτι χάριν ὑμῶν ἔχω καθῆκον νὰ μὴ φέρω τὴν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως, διὰ νὰ μὴ ἀκούσω καὶ ἄλλα ἀπὸ στόματός σας τοιαῦτα. Ἤλπιζον, ὅτι ἡ ἀπάντησίς μου ἐπὶ τῆς πρώτης παρατηρήσεώς σας περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας, ἤθελε σᾶς πείσει νὰ σταματήσητε πλέον. Δυστυχῶς δὲν ἐπείσθητε. Λυποῦμαι δὲ καὶ ἐκπλήττομαι, ἐφ’ οἷς κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην ὁμιλίαν ἐξεθέσατε, καὶ τὰ ὁποῖα δεικνύουσιν, ὅτι ἀπεκλείσατε ἐντελῶς πᾶσαν καὶ τῆς μνήμης σας καὶ τῆς ὀξείας σας ἀντιλήψεως καὶ τῆς διαυγείας τοῦ νοῦ σας ἐφ’ ὑμᾶς ἐπίδρασιν. Ἐθεωρήσατε, ὅτι εὑρίσκετε δικαιολογούμενα ὅλα τὰ πρότερα ἐπιχειρήματά σας ἐκ δύο ἐγγράφων, διὰ τῶν ὁποίων διατάσσω τὴν μεταγωγὴν ἄλλων καταδίκων εἰς τὴν ἐπανορθωτικὴν φυλακὴν καὶ ποιοῦμαι ῥητὴν μνείαν τοῦ ὑπολοίπου τῆς ποινῆς, ἐνῷ τοιαύτην δὲν ποιοῦμαι περὶ Σεγδίτσα, καὶ ἐνομίσατε, ὅτι συνελάβετε ἐπ’ αὐτοφώρῳ τὸν Ὑπουργὸν, παραβαίνοντα μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησεν ὁ ἴδιος. Σκιαμαχεῖτε καὶ ἀμβλυωπεῖτε. Ἐλησμονήσατε παντελῶς καὶ ἀσυγγνώστως, ὅτι αὐτῶν τῶν δύο ἡ μεταφορὰ διατάσσεται οὐχὶ εἰς τὰς φυλακὰς Συγγροῦ, αἱ ὁποῖαι εἶναι σωφρονιστήριον, ἀλλ’ εἰς τὰς φυλακὰς τὰς ἐπανορθωτικάς, εἰς τὰς ὁποίας ὁ νόμος ῥητῶς ἀπαγορεύει εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ τοποθετῇ καταδίκους, ὀφείλοντας ὑπόλοιπον ποινῆς ἀνώτερον τῶν 5 ἐτῶν. Τὴν θεμελιώδη ταύτην διάκρισιν μεταξὺ σωφρονιστικῶν καὶ ποινικῶν φυλακῶν, τὴν ὁποίαν ὁ ἔσχατος ἐπιστάτης τῶν φυλακῶν δὲν ἀγνοεῖ, εἴμεθα καταδικασμένοι νὰ ἴδωμεν παρανοουμένην ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Δὲν ἦτο δυνατὸν Ὑπουργός, σεβόμενος ἑαυτὸν, νὰ διατάξῃ μεταγωγὴν καταδίκων εἰς ἐπανορθωτικὰς φυλακὰς, χωρὶς ῥητῶς νὰ μνημονεύσῃ, ὅτι τοῦτο τὸ πράττει νόμῳ καὶ δικαίῳ, βεβαιῶν, ὅτι οὗτοι ὤφειλον ὑπόλοιπον ποινῆς κατώτερον τῶν 5 ἐτῶν· καὶ ἐν τῇ εὐλαβείᾳ ταύτῃ, τῇ πρὸς τὸν νόμον, ὑμεῖς ἐνόμισατε, ὅτι εὕρατε τὴν ἀπόδειξιν κακῆς καταστάσεως, διότι, ὡς προεῖπον, ὑφίστασθε ἀκουσίαν ψυχολογικὴν ἀνάγκην, νὰ βλέπητε ἁπανταχοῦ μαύρην τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, καὶ ἐπειδὴ εὐτυχῶς αὕτη εἶναι ἐν γένει λευκή, κλείετε τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν, διὰ νὰ μὴ βλέπητε, καὶ δημιουργεῖτε οὕτω τεχνικὸν πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν σας σκότος, τὸ ὁποῖον ματαίως ἀγωνίζεσθε νὰ μεταφέρητε ἐπὶ τῶν πραγμάτων, κατορθοῦντες μόνον νὰ λυπῆτε τοιουτοτρόπως τοὺς συμπαθῶς πρὸς ὑμᾶς ἔχοντας.
§81ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ πείθωμαι, ἀλλ’ ἐκεῖνος δὲν θέλει νὰ πείθωμαι. Τὸν ἠρώτησα, ἂν μόνον περὶ τοῦ Σεγδίτσα ὑπῆρχε πρότασις, καὶ μοῦ εἶπε «καὶ περὶ τοῦ Βόγκλη». Ἀλλὰ βλέπω, ὅτι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε, τὸ ἐφήρμοσεν ἀναλόγως τῆς προστασίας, τὴν ὁποίαν εἶχον οἱ κατάδικοι. Παραπονεῖται δὲ, ὅτι δὲν ἀνέγνωσα ἀπ’ ἀρχῆς τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἀφοῦ βλέπετε, ὅτι τὰ ἐκράτει εἰς χεῖράς του καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὰ ἴδω. Εἰς τὰς σωφρονιστικὰς φυλακὰς τοῦ Συγγροῦ οἱ κατάδικοι ἔχουσι τὴν ἄνεσιν νὰ ἐργάζωνται, νὰ καλλιεργῶσι τὴν γῆν. Ἀλλὰ τὴν πρότασιν τῆς ἐφορευτικῆς τῶν φυλακῶν ἐπιτροπῆς δὲν τὴν βλέπω, καὶ ἔχετε ἄδικον νὰ θέλητε νὰ μὲ διαψεύσητε, ὅταν λέγω, ὅτι μόνον ὡς πρὸς αὐτοὺς ἐλήφθη ἐξαιρετικὴ πρόνοια. Ἐγὼ δὲν ἀνέγνωσα τὴν πρώτην, ἀλλὰ τὴν δευτέραν παράγραφον τῆς ἐκθέσεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἔπρεπε νὰ εὕρητε τὸν ἕτερον κατάδικον, τοῦ ὁποίου τὴν μεταφορὰν διετάξατε. Ὁμιλεῖτε περὶ ἐπανορθωτικῶν φυλακῶν, ἀλλὰ, καίτοι ἀπὸ τεσσάρων ἐτῶν εἶσθε Ὑπουργὸς, ποτὲ δὲν τὰς ἐπεσκέφθητε· διότι, ἐὰν ἠθέλετε τὰς ἐπισκεφθῆ, ἠθέλετε ἰδεῖ, ὅτι εἶναι κόλασις, καὶ αἱ μόναι φυλακαὶ, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκουσιν ἄνεσίν τινα οἱ κατάδικοι, εἶναι αἱ τοῦ Συγγροῦ· διότι εἰς τὰς ἐπανορθωτικὰς φυλακὰς, εἰς ἕκαστον δωμάτιον εὑρίσκονται 15 κατάδικοι, εἶναι δὲ πλήρεις ζωϋφίων, τὰ ὁποῖα καταλαμβάνουσι τὸν ἄνθρωπον μόλις εἰσέλθῃ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρόνοια, τὴν ὁποίαν ἐλάβετε, καὶ μὲ κατηγορεῖτε, ὅτι δὲν ἐννοῶ ὅτι δὲν δύνασθε νὰ μεταφέρητε κατάδικον, ἔχοντα νὰ ἐκτίσῃ ποινὴν ὑπὲρ τὰ 5 ἔτη εἰς τὰς ἐπανορθωτικὰς φυλακὰς. Ποίας ἐπανορθωτικὰς φυλακὰς; Ἐκείνας τὰς τρώγλας, εἰς τὰς ὁποίας γεννᾶται τὸ δηλητήριον τῶν φυλακῶν, ὅπου πᾶν αἴσθημα ἀνθρώπινον πνίγεται καὶ καταστρέφεται! Ἀλλὰ πάλιν σᾶς λέγω, ὅτι ἐγὼ ἀνέγνωσα τὴν δευτέραν παράγραφον καὶ σᾶς ἠρώτησα ποῖον ἕτερον κατάδικον μετεφέρατε, καὶ μοὶ λέγετε τὸν Νικόλαον Βόγκλην. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑφίστασθε τὰς συνεπείας τοιούτων ἀνακριβειῶν, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἦσθε προσεκτικώτερος. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν τὴν ἀρχικὴν ἐρώτησίν μου: μεταφέρατε ἕτερόν τινα εἰς τὰς σωφρονιστικὰς φυλακὰς Συγγροῦ; Ἀπαντήσατέ μοι.
§82ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Θὰ ζητήσω πληροφορίας ἤδη, ὅτε μὲ ἐρωτᾶτε.
§83ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Δύνασθε νὰ διαβεβαιώσητε τὴν Βουλὴν, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι εἰς τὰς ἐπανορθωτικὰς φυλακὰς δὲν ὑπάρχουν κατάδικοι ἄνω τῶν 5 ἐτῶν καὶ ἄνω τῶν 10 ἐτῶν;
§84ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Βεβαιῶ τὸ ἐναντίον. Ἀλλ’ ἡ βεβαίωσις τοῦ ἐναντίου, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν ταῖς ἐπανορθωτικαῖς φυλακαῖς κατάδικοι, ὀφείλοντες ποινὴν ἀνωτέραν, δὲν ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ ζήτημα. Ἐὰν ἐν ἐπανορθωτικαῖς φυλακαῖς ἦναι κατάδικοι, ὀφείλοντες ποινὴν ἀνωτέραν τῶν 5 ἐτῶν, τοῦτο προέρχεται ἐξ ἀνυπερβλήτου καὶ ἐπιτακτικῆς ἀνάγκης, διὰ πλείστους ἐκ τῆς ὑπηρεσίας λόγους. Εἰς τὰς Καλάμας π.χ. δὲν ὑπάρχουν ποινικαὶ φυλακαί· καταδικάζεταί τις ἀπὸ τὸ ἐκεῖ Κακουργιοδικεῖον εἰς ἰσόβια δεσμὰ, κάμνει ἀναίρεσιν, κρατεῖται δ’ ἐκεῖ μέχρι τῆς ἐκβάσεως τῆς ἀναιρέσεώς του καὶ μετ’ αὐτὴν ἔτι, μέχρις ὅτου ὁριστικῶς κανονισθῶσι τὰ περὶ αὐτοῦ. Ἡ τοιαύτη σύγχυσις ὑφίστατο πάντοτε, ἐπετάθη δ’ ἔτι μᾶλλον, ὅτε ἐπῆλθεν ἡ κατάργησις τῶν φυλακῶν τῆς Ἰθάκης καὶ τοῦ Ῥίου. Ἤδη, ὅτε πρόκειται νὰ ἀνασυστηθῶσιν αὗται, ἐλπίζω, ὅτι οὐδαμοῦ τοῦ Κράτους θὰ εὑρίσκωνται κατάδικοι εἰς ἐπανορθωτικὰς φυλακὰς, πλὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μεταφέρονται προσωρινῶς ὡς μάρτυρες, ἢ ἵνα δικασθῶσι δι’ ἄλλας πράξεις. Καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος μοὶ ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τούτου σχετικῶς πρὸς τὰς φυλακὰς Κυπαρισσίας, ἃς θέλω καταθέσει.
§85ΡΑΛΛΗΣ. Βλέπετε, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει ἐν τῇ φαντασίᾳ του ἄλλου εἴδους φυλακὰς. Σᾶς ὁμιλεῖ περὶ ἐπανορθωτικῶν φυλακῶν καὶ μὲ ψέγει. Λέγει, ὅτι δὲν ὑπέγραψε μεταφορὰν καταδίκου, ἀλλὰ κατόπιν ἀναφέρει, ὅτι αἱ ἐπανορθωτικαὶ φυλακαὶ εἶναι παραμύθια καὶ ὅτι μετὰ ἕνα μῆνα θὰ ἔχῃ τὰς φυλακὰς τοῦ Ῥίου καὶ τῆς Ἰθάκης καὶ ἐκεῖ θὰ ἰδῆτε, ποία τάξις θὰ ἐπικρατήσῃ. Οὐδεὶς κατάδικος, ἐκτίνων ποινὴν ὑπὲρ τὰ 5 ἔτη, θὰ ὑπάρχῃ!
§86ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ φέρῃ κατάλογον τῶν καταδίκων, τῶν εὑρισκομένων εἰς τὰς ἐπανορθωτικὰς φυλακὰς, κυρίως δὲ εἰς τὰς φυλακὰς Μεσολογγίου, καὶ τότε θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ὅσα λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εἶναι ἀληθῆ.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν (θόρυβος).
§88ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἐὰν τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον Σπάρτης καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου διαγραφόμενον, συνῆλθε, καὶ ἐὰν ἐπελήφθη τῶν ἐργασιῶν του, καὶ τίνα μέτρα ἔλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐὰν δὲν συνῆλθε τὸ Συμβούλιον, ἢ τίνα δύναται νὰ λάβῃ.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§90ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Εἶναι ἐννάτη ἡ ὥρα.
§91ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐὰν ἐπιμένητε νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις τοιαύτην ὥραν, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ προβῶμεν εἰς ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε θ’ ἀναγνώσωμεν τὸν κατάλογον. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος).
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 μ.μ.