1889.12.01
1.924 στίχοι · 14.714 λέξεις · 149 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31
Τῆς 1 Δεκεμβρίου 1889
(Παρασκευή).
Ὥρᾳ 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπέστειλε τὰ πρακτικὰ τῆς ἄρτι ἐνεργηθείσης συμπληρωματικῆς ἐκλογῆς τοῦ νομοῦ Κερκύρας. Παραπέμπονται εἰς τὸ Δʹ τμῆμα τῆς Βουλῆς, τὸ ἁρμόδιον πρὸς προεξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς, παρακαλούμενον νὰ συνέλθῃ ἐπὶ τούτῳ. Οἱ κάτοικοι Ζαβέρδας παρακαλοῦσι νὰ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ διαθέσεως 15,000 δραχμῶν ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου πρὸς κατασκευὴν κρήνης αὐτόθι. Καὶ ἄλλοτε εἶχε σταλῆ πρὸς τὴν Βουλὴν τοιαύτη ἀναφορά. Κάτοικοι Χαλκίδος δι’ ἀναφορᾶς των, φερούσης 530 ὑπογραφὰς, ὑπὸ ἡμερομηνίαν 22 Ὀκτωβρίου 1889, ζητοῦσι νὰ διορισθῇ ὁ Δημήτριος Παπαναστασίου Ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων ἐν τῷ νομῷ Εὐβοίας. Οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Τρικκάλων κρατούμενοι διὰ πολιτικὰ χρέη παρακαλοῦσι νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Ὁ ἐν Ῥουχτσουκίῳ δικηγόρος Σκαλιστήρης παραπονεῖται κατὰ τοῦ αὐτόθι Ὑποπροξένου τῆς Ἑλλάδος.
§2ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἔμποροι καὶ βιομήχανοι Τριπόλεως συνιστῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν.
§4Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ δύναμις τοῦ Κράτους, ἡ προωρισμένη εἰς τὴν τήρησιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς τάξεως καὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων, ἐτέθη δυστυχῶς ἐκτὸς τοῦ νόμου. Μὴ ἀπορῆτε. Ὑπὸ τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν τὰ πάντα, καὶ αὐτὰ τὰ μᾶλλον ἀπίθανα, εἶναι δυνατά. Τὰ ὄργανα αὐτῆς ἐνεργοῦσι τὴν ὑπηρεσίαν ὄχι κατὰ τὰ κεκανονισμένα καὶ νενομισμένα, ἀλλὰ κατὰ τὴν θέλησιν αὐτῶν, ἢ τὴν θέλησιν τῶν διοικούντων, ὑποστηρίζοντα ἐκείνους, οὓς αἱ ἀρχαί των ἐν τῷ τόπῳ ἐπιθυμοῦσι καὶ προσπαθοῦσι νὰ ὑποστηρίξωσι. Τὴν 26 λήξαντος μηνὸς ὁ χωροφύλαξ Παναγιώτης Καραλῆς, σταθμεύων ἐν τῷ σιδηροδρομικῷ σταθμῷ τοῦ χωρίου Δερβενίου, ἐπετέθη ἀναιτίως, εὑρισκόμενος ἐν ἐσχάτῃ μέθῃ, κατὰ τοῦ ἐργοστασιάρχου σιδηρουργοῦ Ἠλιοπούλου. Ἀνασπάσας ἐκ τοῦ κολεοῦ τὴν ξιφολόγχην αὑτοῦ, ὥρμησε κατ’ αὐτοῦ, ἵνα τὸν φονεύσῃ· εὐτυχῶς κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην εὑρέθησαν δύο συμπολῖται τοῦ Ἠλιοπούλου, ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ Δαμάλας, καὶ ἕτερος, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἀγνοῶ, τυχαίως διερχόμενοι ἐκεῖθεν, οἵτινες παρενέβησαν καὶ ἔσωσαν ἀπὸ τὸν βέβαιον θάνατον τὸν ἐργοστασιάρχην Ἠλιόπουλον. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ κακὸν περιωρίζετο εἰς τοῦτο μόνον, ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ τὸ πρᾶγμα ὅπως δήποτε ἀσήμαντον, διότι ἡ παρεκτροπὴ ἔγεινεν ἐκ μέρους ἁπλοῦ χωροφύλακος· ἀλλὰ τὸ κακὸν προώριστο νὰ γίνῃ σημαντικὸν διὰ τῆς παρανόμου καὶ ἀναξίας διαγωγῆς ἀξιωματικοῦ τινος τῆς χωροφυλακῆς. Μετὰ τὴν ἀνωτέρω σκηνὴν παρῆλθον τριάκοντα καὶ πλέον ὧραι, ὅτε ὁ ὑπομοίραρχος Κορινθίας μετέβη εἰς τὸ χωρίον Δερβενίου, χειμερινὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου Εὐρωστίνης, καὶ ἄνευ ἐντάλματος, ἄνευ οὐδεμιᾶς δικαστικῆς παραγγελίας, συνέλαβε τόν τε Ἠλιόπουλον καὶ τὸν Δαμάλαν, ἔδεσεν αὐτοὺς, καὶ τοὺς ἔπεμψεν εἰς τὰς φυλακὰς Ναυπλίου. Καθ’ ἣν δὲ στιγμὴν παρέδιδε τούτους εἰς τοὺς χωροφύλακας, διέταξε νὰ μεταχειρισθῶσιν αὐτοὺς σκληρῶς, ἐννοεῖται δὲ, ὅτι ἡ διαταγὴ ἐξεπληρώθη κατὰ γράμμα. Ἐὰν δὲ αἱ ἤπιοι ὄντως καὶ φιλόνομοι σκέψεις τῶν κατοίκων τοῦ Δερβενίου δὲν ἐξενίκων, χαλιναγωγοῦσαι τὴν καταλαβοῦσαν πάντας τοὺς πολίτας ὀργὴν, βεβαίως αἱ σκηναὶ ἤθελον εἶσθαι μεγαλείτεραι καὶ αἱματηραί. Τινὲς τῶν πολιτῶν παρετήρησαν εἰς τὸν Ὑπομοίραρχον, πῶς ἄνευ ἐντάλματος ἢ ἄλλης δικαστικῆς παραγγελίας, μετὰ τόσον χρόνον ἀπὸ τῆς σκηνῆς, ἥτις ἔλαβε χώραν μεταξὺ χωροφύλακος καὶ πολιτῶν, συλλαμβάνει τοὺς πολίτας καὶ τοὺς ἀπάγει εἰς τὰς φυλακάς. Ἀπαντῶν ὁ Ὑπομοίραρχος εἶπεν, ὅτι ὄχι μόνον τοῦτο θὰ πράξῃ, ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἄλλα ὁμοίας φύσεως, καθόσον οἱ κάτοικοι ὁλοκλήρου τοῦ δήμου τούτου εἶναι ἀντιπολιτευόμενοι. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἐκτὸς τοῦ νόμου οἱ ταῦτα λέγοντες καὶ πράττοντες; Πάντες, Κύριοι, ἐννοοῦμεν, ὅτι ἡ τοιαύτη πρᾶξις τοῦ Ὑπομοιράρχου βεβαίως εἶναι παράνομος. Ἐπειδὴ δὲ γνωρίζω ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι κατὰ τὸ τέλος ἑκάστης ἑβδομάδος ὁ ἁρμόδιος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς λαμβάνει γενικὴν ἀναφορὰν τῶν τοιούτου εἴδους ὑποθέσεων ἐν τῷ Κράτει, πιστεύω, ὅτι θὰ ἦναι εἰς θέσιν σήμερον νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί ἔλαβε χώραν μεταξὺ τοῦ χωροφύλακος, τοῦ Ὑπομοιράρχου καὶ τῶν συλληφθέντων δύο πολιτῶν τῆς κωμοπόλεως Δερβενίου τοῦ δήμου Εὐρωστίνης. Εἶναι τῷ ὄντι λυπηρότατον, Κύριοι, νὰ βλέπῃ τις τὴν χωροφυλακήν, ἡ σπουδαιότης τῶν καθηκόντων τῆς ὁποίας τίθησιν αὐτὴν εἰς ἐξαιρετικὴν θέσιν ἀπὸ πάσας τὰς ἄλλας τάξεις τοῦ στρατοῦ τῆς ὑπηρεσίας, διαπράττουσαν τοιαύτας παρανομίας δημοσίᾳ, ἐνώπιον τοῦ κόσμου, καὶ ἀπορῶ μάλιστα, πῶς ὁ χωροφύλαξ ἐκεῖνος, ὅστις ἔχει τὸ ἐλάττωμα τῆς μέθης, διατηρεῖται εἰσέτι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς χωροφυλακῆς, ἐνῷ, κατὰ τὸν νόμον καὶ τὸν κανονισμὸν τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς, ὤφειλεν ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ πρὸ πολλοῦ ἀποβάλει αὐτὸν τῶν τάξεων τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὁ χωροφύλαξ οὗτος ἀνήκῃ εἰς τὴν νέαν χωροφυλακήν, τὴν ἀναμορφωτικὴν τουτέστι χωροφυλακήν. Καὶ τὴν λέγω ἀναμορφωτικὴν, διότι ἡ χωροφυλακὴ εἶχε συστηθῆ κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1833, τὸ δὲ ὀργανικὸν τῆς συστάσεως αὐτῆς Βασιλικὸν Διάταγμα ἐμπεριεῖχε τὰς σοφωτέρας τῶν διατάξεων. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ὅμως, καθ’ ἣν ἠθέλησε τὸ νῦν κρατοῦν παρ’ ἡμῖν στρατιωτικὸν σύστημα τοῦ τε ἐνεργοῦ στρατοῦ καὶ τῆς ὑπηρεσίας, νὰ τὴν ἀναμορφώσῃ, τὴν παρεμόρφωσεν οὕτως, ὥστε τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας, ἀντὶ νὰ διατηρῶσι τὴν δημοσίαν τάξιν, καὶ νὰ ἐνισχύωσι τοὺς νόμους, αὐτὰ πρῶτον παρανομοῦσιν. Ἴσως, λέγω, ὁ χωροφύλαξ οὗτος ἀνῆκεν εἰς τοὺς χωροφύλακας ἐκείνους, οἵτινες ἔχουσιν ὑποχρεωτικὴν τὴν θητείαν, καὶ ὅσον καὶ ἂν θέλῃ ὁ χωροφύλαξ κατὰ τὸ νέον σύστημα νὰ σπένδῃ εἰς τὸν Βάκχον, θὰ τιμωρῆται μὲν, ἀλλὰ καὶ θὰ ὑπηρετῇ, διότι ἔχει θητείαν. Ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ παραμόρφωσις τῆς ὑψηλῆς καὶ σπουδαίας ὑπηρεσίας τῆς χωροφυλακῆς. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν ταῦτα πάντα, ἅτινα μοὶ ἐγράφησαν, ἦναι ἀληθῆ ἢ οὔ· καὶ ἂν μὲν ἦναι ἀληθῆ, ὀφείλει καὶ τὸν Ὑπομοίραρχον νὰ μεταθέσῃ ἐκ τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, καὶ τὸν χωροφύλακα παραδειγματικῶς νὰ τιμωρήσῃ.
§5ΜΙΛΗΣΗΣ. Πότε ἔλαβε χώραν τὸ γεγονός;
§6Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Τὴν 26 λήξαντος μηνός.
§7ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔχῃ γνῶσιν τοῦ πράγματος τὸ Ὑπουργεῖον;
§8Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Καθ’ ἑβδομάδα δίδεται ἀναφορά. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει ν’ ἀπαντήσῃ τι:
§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τοιαῦτα θ’ ἀπαντῶμεν πάντοτε τὴν ἐπαύριον. Πρέπει ἐκ τοῦ γραφείου τοῦ Ὑπουργείου νὰ φέρω πληροφορίας, δὲν εἶναι ἄρα δυνατὸν ν’ ἀπαντήσω ἀμέσως.
§10Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Πολὺ καλά.
§11ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ περὶ χωροφυλακῆς. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν ὁ νόμος περὶ ἐντοπίων ἐπιτρέπῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἔχῃ ὡς ὑποδιοικητὴν Ὑπομοιραρχίας ἐνωμοτάρχην ἐντόπιον, καὶ ἂν ἀκόμη οἱ νόμοι ἐπιτρέπωσιν, ἡ Διοίκησις τῆς Ὑπομοιραρχίας νὰ διευθύνηται ἀπὸ ἐνωμοτάρχην. Κύριοι, ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου ἀπεμακρύνθη ὁ Μοίραρχος, — διὰ ποίους λόγους, δὲν ἠξεύρω, —ἀντ’ αὐτοῦ δ’ ἐτοποθετήθη εἷς ἐνωμοτάρχης, ὀνόματι Σπανίδης, συγγενὴς τοῦ συναδέλφου ἡμῶν κ. Π. Μπούτου, ἀδελφὸς δὲ τοῦ δικηγόρου, τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ κ. Μπούτου, ὡς διοικητὴς τῆς Ὑπομοιραρχίας τῆς ἐπαρχίας, ἐκ τῆς ὁποίας κατάγεται ὁ κ. Μποῦτος. Εἶναι ἐκ Θουρίας, γνωστὸς ὡς ἀδελφὸς τοῦ εἰσαγγελέως Σπανίδου· πρὸς δὲ ὡς ἐνωμοτάρχης εἰς τὴν ἰδίαν Ὑπομοιραρχίαν ἐτοποθετήθη καὶ εἷς Δημόπουλος ἐκ Τριφυλίας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δηλώσῃ, ποῖοι λόγοι τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐπέβαλον ἐντόπιος ἐνωμοτάρχης νὰ διευθύνῃ τὴν Ὑπομοιραρχίαν, ἂν μάλιστα ἦναι τοιοῦτοι οἱ λόγοι, ὥστε νὰ μὴ δίδῃ οὐδεμίαν ἀξίαν καὶ σημασίαν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι εἰς καιρὸν ν’ ἀπαντήσῃ, διότι ἔχω σκοπὸν νὰ ἐπανέλθω.
§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὔριον.
§13ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν τῶν καπνοπωλῶν Ἰθάκης. Οἱ καπνοπῶλαι Ἰθάκης ἐκθέτουσιν αὐτὰ ἐκεῖνα τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος καὶ οἱ καπνοπῶλαι Ἀθηνῶν καὶ πολλῶν ἄλλων πόλεων, ἀφορῶντα εἰς τὸ σιγαρόχαρτον. Οἱ ἀναφερόμενοι παραπονοῦνται, ὅτι μέρος τοῦ κεφαλαίου των ὀλίγον κατ’ ὀλίγον μετεβλήθη εἰς σιγαρόχαρτον, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν εἰς τὰς ἀποθήκας αὐτῶν καὶ δὲν δύνανται νὰ χρησιμοποιήσωσι. Ζητοῦσι λοιπὸν τὴν θεραπείαν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησαν πάντες οἱ καπνοπῶλαι μέχρι τοῦδε, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, φαίνεται, δὲν θέλει νὰ μεταβάλῃ γνώμην καὶ ἐννοεῖ ἀναγκαστικῶς νὰ φορολογῇ τοὺς ἐμπόρους τούτους, ὑποχρεῶν αὐτοὺς νὰ δίδωσι μέρος τοῦ κεφαλαίου των εἰς ἐμπόρευμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστον, διότι ὑπερβαίνει πολὺ τὴν ἀναλογίαν τοῦ καπνοῦ.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§15Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρέπει τέλος πάντων νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ ὀρθὸν τῶν παραπόνων τῶν καπνοπωλῶν, πρέπει νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι δίδει εἰς αὐτοὺς σιγαρόχαρτον πλέον τοῦ ἀναγκαιοῦντος εἰς τὴν ἀναλογίαν τοῦ καπνοῦ, διότι τέσσαρα φυλλάδια περισσεύουσιν. Ἐνθυμοῦμαι δὲ πέρυσιν, ὅτι δικαιολογούμενος ἔλεγεν, ὅτι δι’ αὐτῆς τῆς μεθόδου ἀκριβῶς ἐσκόπει νὰ παρεμποδίσῃ τὸ λαθρεμπόριον, ἐγὼ δὲ ἔλεγον πρὸς αὐτὸν, ὅτι τὸ ἐναντίον πράττει, τὸ ἐνθαῤῥύνει. Ἀλλὰ τέλος πάντων σήμερον ηὔξησε τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ κατὰ μίαν δραχμὴν καὶ πλέον κατ’ ὀκᾶν, καὶ ἀφοῦ ηὔξησε τὸν φόρον κατὰ μίαν δραχμὴν, νομίζω ὅτι δὲν δικαιολογεῖται, μὴ ἀποφασίζων νὰ ἐλαττώσῃ τὸ ποσὸν τῶν φυλλαδίων τοῦ σιγαροχάρτου. Ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ τὰ ἐλαττώσῃ εἰς 8, ἂς τὰ ἐλαττώσῃ εἰς 9, διότι ἄλλως ὑποθάλπεται καὶ ἐνθαῤῥύνεται ἡ λαθρεμπορία τοῦ καπνοῦ, ἀφοῦ τὸ σιγαρόχαρτον τὸ περισσεῦον, κατ’ ἀνάγκην, πωλεῖται εἰς τιμὴν ἐντελῶς ἐξηυτελισμένην.
§16ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐζήτησα πληροφορίας τινὰς, αἵτινες δὲν κατετέθησαν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ἐτελείωσε τὸ ἔργον της καὶ πρόκειται ἴσως νὰ κάμῃ μίαν μόνον τελευταίαν συνεδρίασιν, φρονῶ ὅτι δὲν θὰ ἔλθωσιν ἐκεῖ αἱ πληροφορίαι, ἃς ἐζήτησα, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ αὐτὰς εἰς τὴν Βουλήν.
§17Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Δημόσιον ἔχει μισθώσει πολυετῶς ἐν Πειραιεῖ ἀποθήκας τινὰς, χρησίμους εἰς τὰ μονοπώλια. Προκειμένου ἤδη νὰ γίνῃ ἀναμίσθωσις, ἕτερός τις ἰδιοκτήτης, ἔχων ἐν Πειραιεῖ ἀποθήκας κεντρικὰς, εὐρυτέρας τῶν ὑπαρχουσῶν καὶ λιθοκτίστους, προσέφερε ταύτας μὲ τὸ ἥμισυ τοῦ μισθώματος. Τὴν ἀναφορὰν του ταύτην ἐπέδωκεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον τὴν διεβίβασεν εἰς τὸν Οἰκονομ. Ἔφορον Πειραιῶς, ἵνα τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψει. Ἀλλ’ ἔχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὁ κ. Ἔφορος διεβίβασεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν γνωρίζω ἐπὶ τίσιν ὅροις καὶ λόγοις, πληροφορίας μὴ εἰλικρινεῖς, τουτέστιν, ὅτι αἱ προσφερόμεναι πρὸς μίσθωσιν ἀποθῆκαί εἰσιν ἐκτὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, ἐνῷ τοῦτο εἶναι ἀνακριβὲς, διότι ὄχι μόνον ἐν τῷ κέντρῳ εἰσὶν ἐκτισμέναι, ἀλλὰ καὶ ἄδειαν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἔλαβεν ὁ ἰδιοκτήτης, ὅπως καὶ νέαν παραπλεύρως ἀνεγείρῃ οἰκοδομήν. Πρό τινος χρόνου ἐνεχειρίσθη εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργὸν καταγγελία τις κατὰ τοῦ πρώην δημοδιδασκάλου τοῦ χωρίου Μπέλεσι καὶ ἤδη Στεμνίτσης, ἐπὶ πράξει ἀνηθίκῳ. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς διεβίβασεν εἰς τὸν κ. Δήμαρχον Τρικολλώνων, ἔνθα ἐνηργήθη ἡ πρᾶξις, ὁ δὲ Δήμαρχος δι’ ἐκτενοῦς καὶ λεπτομεροῦς ἐκθέσεώς του ἐπιστοποίησε τὴν καταγγελθεῖσαν ταύτην πρᾶξιν. Ἀλλὰ, ἐνεργηθεισῶν τῶν γενικῶν μεταβολῶν τῶν δημοδιδασκάλων κατὰ τὰ μέσα Σεπτεμβρίου, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐλησμόνησεν ἐν τοῖς ἀρχείοις αὐτοῦ τὴν καταγγελίαν, ὡς καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Δημάρχου, καὶ μετέθεσε τὸν δημοδιδάσκαλον αὐτὸν, Ἰωάννην Θεοφίλην, εἰς Στεμνίτσαν, ἤτοι εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, ἔνθα ἐτελέσθη τὸ ἔγκλημα. Παρακαλῶ ὅθεν τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ ἀνεύρῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα καὶ μεταθέσῃ ἐκεῖθεν τὸν ῥηθέντα δημοδιδάσκαλον, ἄρῃ δὲ οὕτω τὸ σκάνδαλον, ὅπερ δύναται νὰ ἔχῃ συνεπείας κατ’ αὐτοῦ τούτου. Ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν τὴν περὶ τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος τοῦ δήμου Τρικολλώνων ἐπερώτησίν μου. Προσθέτω δὲ, ὅτι τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ὑπάρχουσιν ἐπανειλημμέναι προτάσεις περὶ διορισμοῦ ἑνὸς ἐκ τῶν ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου προταθέντων τριῶν, δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς διορισμὸν, διότι πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ παῦσις τοῦ ὑπάρχοντος, περὶ τοῦ ὁποίου ἔγγραφά εἰσιν ἐκκρεμῆ ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Παρακαλῶ ἐπὶ τέλους τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ προκαλέσῃ ταχέως τὸ περὶ ἀπολύσεως τοῦ ὑπάρχοντος Βασιλικὸν Διάταγμα, ἵνα οὕτω διευκολύνῃ τὸν διορισμὸν ἑτέρου ὑπὸ τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου, διότι τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου εἰσὶν ἐκτεθειμένα, μὴ ἐκτελοῦντος τοῦ ὑπάρχοντος εἰσπράκτορος οὐδεμίαν ἐργασίαν καὶ ἀρνουμένου τὸ καθῆκον του. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἰσιν ἐκκρεμῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1887.
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τῶν εἰς τὸ σιγαρόχαρτον ἀφορώντων παρατηρῶ, ὅτι ταῦτα ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὸν νομοθετικὸν κανονισμὸν καὶ οὐδόλως πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐνέργειαν· τὸ δὲ βάρος ὁλόκληρον ἐπιπίπτει ἐπὶ τοὺς καταναλωτὰς, ὑποχρεουμένους νὰ ἀγοράζωσι συνάμα μετὰ τοῦ καπνοῦ καὶ τὸ ἀνάλογον ποσὸν τοῦ σιγαροχάρτου κατὰ τὴν νενομισμένην ἀναλογίαν.
§19ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλητε εἰς τὸν καταναλωτὴν πέραν τῆς ἀνάγκης του.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ νόμος περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ σιγαροχάρτου ἐπιβάλλει τὸν φόρον εἰς τὴν κατανάλωσιν, κανονίζων τὴν ἀναλογίαν τῆς διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου ἐπιβαρύνσεως τοῦ καταναλίσκοντος καπνόν. Κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τοῦ νόμου εἰργάσθημεν καὶ κατὰ τὸ πλεῖστον ἐθεραπεύσαμεν τὰ ὑφιστάμενα παράπονα· τὸ δ’ ὑπολειπόμενον ἔτι παράπονον ἀνάγεται εἰς τὸ βαρὺ τοῦ φόρου, τοῦτο ὅμως, ὡς εἶπον, ἀφορᾷ εἰς ἀντικείμενον νομοθετικὸν, καὶ δὲν δύναται νὰ στηριχθῇ ἐπ’ αὐτοῦ ἐπερώτησις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐπὶ ἐπερωτήσεων εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὀφείλω ἀπάντησιν εἴς τινα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυκλάδων, παρακαλέσαντος τὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, νὰ διατάξῃ τὰ σώματα νὰ μὴ πιέσωσι τοὺς ἐπὶ τριμήνῳ ὑποχρεώσει κληρωτοὺς, ὅπως καταβάλωσι τὴν 1ην Δεκεμβρίου τὸ ἀντισήκωμα τῶν 100 δραχμῶν, ἵνα ἀπολυθῶσιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐκθέτων τὰ περὶ τούτων, ἐστήριξε τὰς παρατηρήσεις του ἐπὶ ἐγκυκλίου τινὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ ἐγκύκλιος πράγματι ἦτο ἀσαφὴς καὶ ἔδωσε χώραν, ὡς παρετήρησα καὶ ἀπὸ τῆς θέσεώς μου εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ὁμιλοῦντα, εἰς ἐφαρμογὴν πλημμελῆ, διότι, ὅπως ἐφαίνοντο διατεθειμένα τὰ σώματα νὰ ἐκτελέσωσιν αὐτὴν, τῆς ἐγκυκλίου πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐκδοθείσης, ἤθελον ὑποχρεωθῆ οἱ διαθέσιμοι νὰ καταβάλωσι τὸ ἀντισήκωμα πρὸ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν νομίμως ὑποχρεοῦνται εἰς τὴν καταβολήν. Ἡ ἔννοια τῆς ἐγκυκλίου δὲν ἦτο αὐτὴ· ἡ ἔννοια τῆς ἐγκυκλίου ἦτο, ὅτι οἱ διαθέσιμοι, οἱ προτιθέμενοι κατὰ τὴν λῆξιν τῆς ὑποχρεώσεως αὐτῶν νὰ καταβάλωσι τὸ ἀντισήκωμα, ὀφείλουσι πρὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου νὰ δηλώσωσιν, ὅτι ἔχουσι τοιοῦτον σκοπὸν, ἵνα κανονισθῶσιν ἐγκαίρως τὰ βιβλία· τοῦτο ἐσαφηνίσθη διὰ μεταγενεστέρας ἐγκυκλίου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας παρεκάλεσεν, ὅπως κατατεθῶσι τὸ Β. Διάταγμα, δι’ οὗ συνέστη τὸ εἰδικὸν ἀρβυλοποιεῖον παρὰ τῇ γενικῇ ἀποθήκῃ Πειραιῶς, ἡ διαμειφθεῖσα ἀλληλογραφία μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου περὶ τοῦ ἀρβυλοποιείου τούτου, πρὸς δὲ πληροφορίαι, ἐκ τίνων ἀποτελεῖται τὸ προσωπικὸν αὐτοῦ, καὶ τίς ὁ διευθυντὴς αὐτοῦ. Καταθέτω τὸ Διάταγμα, πληροφορῶν, ὅτι ἀλληλογραφία μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου περὶ τοῦ συστηθέντος τούτου διὰ Διατάγματος ἀρβυλοποιείου δὲν διημείφθη. Καταθέτω προσέτι καὶ διαταγὴν, σημειοῦσαν τοὺς στρατιωτικοὺς ἀρβυλοποιούς, τοὺς προσκολληθέντας εἰς τὸ εἰρημένον ἀρβυλοποιεῖον, δίδω δὲ καὶ τὴν πληροφορίαν, ὅτι τὰ τοῦ ἀρβυλοποιείου τούτου διατελοῦσιν ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ οἰκονομικοῦ συμβουλίου τῆς γενικῆς ἀποθήκης, ὡς καὶ τὰ λοιπὰ ἐν αὐτῇ ἐργοστάσια ἱματισμοῦ καὶ ἀποσκευῆς. Ἐγένετο καὶ ἐπερώτησις περὶ συλλήψεως ἀνυποτάκτου τινὸς, καὶ εἶπον ὅτι θέλω ὑποβάλει τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα. Ἄμεσον ἔχον σχέσιν πρὸς τὴν ὑπόθεσιν, ἐπαρκὲς δὲ πρὸς τὴν ἐπερώτησιν, διότι πολλάκις ἐγένοντο παράπονα περὶ τῆς ὑποθέσεως, καὶ ὡς ἐκ τούτου τὸ Ὑπουργεῖον ἐπανειλημμένως ἐξήτασε περὶ αὐτῆς, εἶναι ἰδίως ἔγγραφόν τι τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργεῖον τοῦτο, ὡς τὸ μᾶλλον πρόσφατον, περιλαμβάνει καὶ τὰς πληροφορίας, τὰς δοθείσας καὶ πρότερον. Κατὰ τὸ ἔγγραφον τοῦτο, τὴν 9 Αὐγούστου 1880 ἐξεδόθη διαταγὴ πορείας πρὸς τὸν εἰρημένον ἐπίστρατον, ἥτις μετ’ ἄλλων 32 διαταγῶν πορείας ἐπιστράτων τοῦ αὐτοῦ δήμου ἀπεστάλη αὐθημερὸν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 840 ἐγγράφου εἰς τὸν Δήμαρχον Κορινθίων πρὸς ἐπίδοσιν. Ἐν αὐταῖς ὁρίζεται προθεσμία πρὸς προσέλευσιν καὶ κατάταξιν τῶν κληθέντων. Ὁ Δήμαρχος Κορινθίων διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1148 ἀπὸ 24 τοῦ αὐτοῦ μηνὸς Αὐγούστου ἐγγράφου του ἐπέδωσεν αὐτὰς καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸ γραφεῖον τὰ ἐπιδοτήρια τὴν 27 ἰδίου μηνὸς, ἐκτὸς δύο ἐπιστράτων, μὴ τυγχανόντων συνδημοτῶν του, κατὰ τὸν σχετικὸν ἀριθμὸν τοῦ πρωτοκόλλου εἰσερχομένων καὶ ἐξερχομένων, ἑπομένως τὸ φύλλον πορείας τοῦ εἰς ὃν ἀφορᾷ ἡ ἐπερώτησις ἐπιστράτου ἐπεδόθη, καὶ ὑπάρχει περὶ τούτου ἔγγραφον τοῦ Δημάρχου.
§21ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὑπάρχει τὸ ἐπιδοτήριον εἰς τὴν δικογραφίαν;
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ἀναφέρω τὸν ἀριθμὸν τοῦ ἐπιδοτηρίου, ὅπερ θὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ οἰκείῳ γραφείῳ.
§23ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τίνος ἔτους εἶναι τὸ ἔγγραφον τοῦ Δημάρχου;
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦ 1880. Ἐδῶ δὲ εἶναι καὶ τὸ πρωτόκολλον, πρωτόκολλον ἐκθέσεως τοῦ ἀποσπασματάρχου Κορινθίας Γ. Δ. Κυμπρίτου (ἀναγινώσκει): «Ὁ ὑποφαινόμενος ὑπενωμοτάρχης, συνεπείᾳ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 2400 τῆς 9ης Ἰουνίου ἐ. ἔ. διαταγῆς σας, δι’ ἧς μὲ διατάττετε νὰ συλλάβω τοὺς κάτωθι σημειουμένους φυγοστράτους, μεταβὰς εἰς τὰ χωρία των καὶ εἰς τὰς οἰκίας ἑνὸς ἑκάστου αὐτῶν, εἰδοποίησα τὰς οἰκογενείας των δὶς καὶ τρὶς, ὅπως προσέλθωσιν ἐνώπιόν μου. Ἀλλ’ οὗτοι ὄχι μόνον φυγοστρατοῦν καὶ δὲν προσέρχονται, ἀλλ’ ἐσφράγισαν τὰς οἰκίας των καὶ διεσκόρπισαν τὰ μέλη τῶν οἰκογενειῶν των ἀλλαχόσε. «Διὰ ταῦτα καταγγέλλω τοὺς κάτωθι σημειουμένους φυγοστράτους εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ναυπλίῳ Πλημμελειοδικῶν, ἵνα διατάξῃ τὴν σύντομον κατηγορίαν των καὶ τιμωρήσῃ αὐτούς, συμφώνως πρὸς τὸν περὶ στρατολογίας νόμον κλπ». (Ἕπονται τὰ ὀνόματα, ἐν οἷς καὶ τὸ τοῦ Ν. Ι. Δηλιγιάννη). Ταῦτα εἶναι τὰ ἔγγραφα.
§25ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐὰν ἦναι εὔκολον, παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ φέρῃ καὶ τὸ ἐπιδοτήριον τὸ ἀναφερόμενον.
§26Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριοι, τὰ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἀναγνωσθέντα ἔγγραφα ἀποδεικνύουσιν ἐναργῶς πᾶν ἄλλο, ἤ, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἐνήργησε τὸ καθῆκον αὐτῆς συμφώνως μὲ τὰ κεκανονισμένα· διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ὁ Δήμαρχος Κορινθίας ὑπέβαλεν ἐπιδοτήριον, ἐνῷ τοιοῦτόν τι δὲν ὑπέβαλε· μόνον ἔγγραφον τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου παρουσίασε καὶ μηδὲν πλέον· ἀλλὰ τοῦτο οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει μὲ τὴν κατὰ νόμον ἐπίδοσιν τῆς διαταγῆς πορείας καὶ τὴν παράνομον σύλληψιν τοῦ Ν. Ι. Δηληγιάννη, υἱοῦ τοῦ ἐγκρίτου καὶ ἀξιοτίμου Δημάρχου Κορινθίας, τοῦ ἀρχαίου ἐκείνου σθεναροῦ πολιτευτοῦ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι παράδοξον καὶ βεβαίως θὰ κάμῃ εἰς πάντας ὑμᾶς ἔκπληξιν, εἶναι, πῶς κατώρθωσεν ἡ ὑπηρεσία μεταξὺ 16,000 ἀνυποτάκτων νὰ ἀνεύρῃ μόνον τὸν Ν. Ι. Δηληγιάννην. Ὤφειλε μάλιστα ἡ ἀρχὴ, ἥτις συνέλαβε τὸν ῥηθέντα ἀνυπότακτον δύο μῆνας μετὰ τὴν ἄφιξίν του εἰς Κόρινθον, νὰ τιμωρηθῇ. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐὰν ἐτιμώρησε τὸν Ὑπομοίραρχον, ἢ τὸν ἀποσπασματάρχην, ἐπὶ παραλείψει καθήκοντος, ἢ μήπως ἐπερίμενε, κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν, καταγγελίαν, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος δὲν ἀναγράφει. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι ἡ ἐνέργεια τῆς ὑπηρεσίας ἐκτελεῖται μεροληπτικῶς· λέγω δὲ τοῦτο, διότι, καθ’ ὃν χρόνον συνελαμβάνετο ὁ υἱὸς τοῦ ἀξιοτίμου δημάρχου Δηληγιάννη ὡς ἀνυπότακτος, κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας διώριζεν ἕτερον ἀνυπότακτον καθηγητὴν ἔν τινι Γυμνασίῳ τοῦ Κράτους. Ἐναργής, Κύριοι, ἀπόδειξις, ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἐνεφορεῖτο ὑπὸ αἰσθηματικῆς ἐκδικήσεως κατὰ τῶν μὴ φίλα φρονούντων τῇ Κυβερνήσει καὶ οὐχὶ ἐξ ἐπιτελέσεως τοῦ καθήκοντός της. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἐνώπιόν της ὀνομαστικὸν πίνακα τῶν ἀνυποτάκτων, ὡς εἶπεν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός· διὰ ποῖον λόγον δὲν συμβουλεύετε αὐτὴν νὰ μὴ ἐνεργῇ μονομερῶς, ἤτοι ἄλλοι μὲν παρανόμως νὰ συλλαμβάνωνται, ἄλλοι δὲ νὰ διορίζωνται εἰς ὑπηρεσίαν δημοσίαν, ἐναντίον ῥητοῦ νόμου;
§27ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ ἀνυπότακτος καθηγητής;
§28ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Παραβάλετε τὰς καταστάσεις μὲ τοὺς διορισμούς σας καὶ θὰ εὕρητε, ποῖοι εἶναι οἱ διορισθέντες. Ἐγὼ δὲν θὰ καταγγείλω αὐτούς. Ἐὰν, ὡς εἶπον, δικαίως καὶ νομίμως συνελήφθη ὁ Νικ. Δηληγιάννης, ἐρωτῶ, διατὶ δὲν συλλαμβάνετε ἀνυποτάκτους ἀδελφοὺς Δημάρχων;
§29ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖοι εἶναι;
§30ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Τοῦ Δημάρχου Λυρκίας ὁ ἀδελφὸς, ἀνυπότακτος, συγκατοικεῖ μετ’ αὐτοῦ καὶ δὲν συλλαμβάνεται, ἡ δὲ ἐξουσία τὸ γνωρίζει, διότι ὁ ἐνωμοτάρχης τρώγει καὶ πίνει μετὰ τοῦ Δημάρχου εἰς τὴν οἰκίαν του. Τί σημαίνει τοῦτο; ὅτι δὲν εἴμεθα πάντες ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου, δὲν ὑπάρχει ἰσότης· ἡ μὲν μία μερὶς ἔχει προνόμια, ἡ δὲ ἑτέρα καταδιώκεται ἀπηνῶς. Κατὰ τὸν νόμον, ὁ συλληφθεὶς ἀνυπότακτος θὰ ὑπηρετήσῃ 6 μῆνας διὰ τὴν ὑποχρέωσιν καὶ 3 διὰ ποινήν· ἀλλ’ ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀνυπότακτος κατετάχθη δι’ ἓν ἔτος. Δικαιοσύνη ὀνομάζεται αὐτὸ, καὶ δικαιοσύνη μάλιστα ἐφαρμοζομένη ποῦ, Κύριοι; εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ! Πρὸς ὑποστήριξιν δὲ τούτου ἀναφέρω ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου περὶ ποινῆς, ἐπιβαλλομένης εἰς ἀνυποτάκτους, ἄρθρον 152 τοῦ τελευταίου στρατολογικοῦ νόμου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει περὶ ἐφέδρων ἐν ὥρᾳ ἐκστρατείας, οὐχὶ δὲ καὶ ἐν ὥρᾳ εἰρήνης· κατὰ τὸν προγενέστερον νόμον, οἱ τοιοῦτοι ἀνυπότακτοι ἔπρεπε νὰ τιμωρηθῶσι τὸ ὀλιγώτερον μὲ ἑνὸς μηνὸς φυλάκισιν καὶ μὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑπηρετήσωσιν· ἀλλ’ αὐτὸς εἶναι ἀνυπότακτος ἔφεδρος κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐπιστρατεύσεως· ἤδη κατὰ τὸν νόμον ὁ ῥηθεὶς ὀφείλει νὰ ὑπηρετήσῃ τὸν χρόνον τῆς ὑποχρεώσεως αὐτοῦ 6 μῆνας καὶ 3 πρόσθετον, καὶ ὅμως τὸν κατέταξαν ἐπὶ ἓν ἔτος. Ἐπὶ τῆς προκειμένης βεβαίως ὑποθέσεως ἐφηρμόσθη κυρίως τὸ αἴσθημα τῆς ἐκδικήσεως, καθόσον ἐν τῇ πόλει, ἐν ᾗ συνελήφθη ὁ Δηλιγιάννης, ὑπάρχουν πλεῖστοι ὅσοι, ἀληθῶς ἀνυπότακτοι, διορισθέντες ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἐν γνώσει τούτου· δὲν ἐνθυμοῦμαι τώρα καὶ τὸ ὄνομα τηλεγραφητοῦ καὶ τελωνοφύλακός τινος ἀνυποτάκτων. Μετ’ ὀλίγον βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι δὲν ἐφαρμόζεται ἡ διάταξις ἐκείνη, ἀλλ’ ἡ δεῖνα ἢ ἡ ἄλλη. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπὶ 8 ἔτη διευθύνει τὰ τοῦ στρατοῦ, χωρὶς νὰ κατορθώσῃ νὰ εἰσαγάγῃ ἕνα τέλειον νόμον στρατολογικόν. Εἰς τοιαύτην δὲ σύγχυσιν καὶ ἀταξίαν εὑρίσκονται οἱ 6 ἢ 7 παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ συνταχθέντες περὶ στρατολογίας νόμοι, ὥστε ὄχι μόνον ἡμεῖς, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία ἀδυνατεῖ σήμερον, εἰς πολλὰ ζητήματα, νὰ ἐξηγήσῃ αὐτοὺς, καὶ διὰ τοῦτο τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εὑρίσκεται καθ’ ἑκάστην εἰς τὴν ἀνάγκην, νὰ ἐπεξηγῇ τοὺς γρίφους τούτους δι’ ἐγκυκλίων. Κατερχόμενος, Κύριοι, τοῦ βήματος, ἐπαναλέγω, ὅτι ἡ σύλληψις τοῦ ῥηθέντος ἔγεινεν οὐχὶ ἐκ λόγων ὑπηρεσίας ἀλλ’ ἐκ ταπεινῶν λόγων ἐκδικήσεως καὶ πολιτικοῦ πάθους κατὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ἀξιοτίμου Δημάρχου Κορινθίας, ἀποκρούσαντος πάντοτε τὰς προτάσεις τοῦ Ὑπουργείου.
§31ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς κατὰ τὴν προχθεσινὴν ἑσπέραν, ὅτε ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν τὸ προσγενόμενον ἀδίκημα πρὸς τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου κ. Ν. Ι. Δηλιγιάννην, ἀπὸ τῆς θέσεώς του ὑπεψιθύριζεν, ὅτι σωρείαν ἔχει νὰ προσαγάγῃ ἐγγράφων, ἐξ ὧν ἔμελλε νὰ ἀποδείξῃ τὸ μὴ ἀκριβὲς τῶν παρ’ ἐμοῦ κοινοποιηθέντων εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ ἤδη, ὅτι δὲν ἐχρειάζετο πρὸς τοῦτο ὁλόκληρος φάκελλος· ἓν καὶ μόνον ἔγγραφον ἐχρειάζετο, ὅπερ ἐγὼ ἐζήτησα, ἀγορεύων, τὸ ἐπιδοτήριον τῆς πρὸς τὸν ἐπίστρατον κοινοποιήσεως τῆς διαταγῆς πορείας. Καὶ εὐθὺς, ὡς παρουσιάσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ ἔγγραφον τοῦτο, εἰμὶ πρόθυμος νὰ βεβαιώσω, ὅτι ὄντως καθίστατο ἐνεργὸς ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 100 τοῦ νόμου ΨΙϚʹ τοῦ 1867 ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ συμπολίτου μου. Ἀλλ’ οὐ μόνον δὲν προσήγαγε φάκελλον ὀγκώδη, ἀλλ’ οὐδ’ αὐτὸ τὸ μικρὸν ἔγγραφον, περὶ οὗ πρόκειται. Καὶ αὐτὴ ἡ ἀρχὴ, πρὸς τὴν ὁποίαν ἀπηυθύνθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἵνα τὸ ἀνεύρῃ, ῥητῶς ἀναφέρει, ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον.
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, δὲν τὸ λέγει.
§33ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἰδοὺ τί γράφει τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν (ἀναγινώσκει). «Εἰς ἐκτέλεσιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 67,482 ἀπὸ 20 τρέχοντος διαταγῆς του ἀναφέρομεν εὐπειθῶς, ὅτι ἐρευνήσαντες ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Γραφείου πρὸς ἀνεύρεσιν ἐπιδοτηρίου τοῦ ἐπιστράτου τοῦ 1880 Δηλιγιάννη Νικολάου τοῦ Ἰωάννου, ἐκ τοῦ δήμου Κορινθίων, δὲν ἠδυνήθημεν μὲν νὰ ἀνεύρωμεν αὐτό», κτλ.
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλὰ κατωτέρω παραθέτει τὸν ἀριθμὸν τοῦ ἐγγράφου.
§35ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μὴ ὑπάρχοντος ἐπιδοτηρίου, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀποδείξῃ τοὺς ἰσχυρισμούς του· ὅσα δὲ ἀναφέρονται εἰς τὸ ἔγγραφον, ταῦτα οὐδεμίαν δύνανται νὰ ἔχωσι σχέσιν πρὸς τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ συμπολίτου μου. Αὐτὰ εἶναι πληροφορίαι ὑπηρεσίας καὶ οὐδὲν πλέον. Ἐὰν ὁ ὑπάλληλος τοῦ Γραφείου τοῦ Στρατολογικοῦ ἔγραφεν εἰς τὸ πρωτόκολλον παρατηρήσεις, ἐὰν ἀνέφερεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, ἢ ἂν ἐπιστοποίει ἕτερος ἀποσπασματάρχης, ὅτι ὁ κ. Δηλιγιάννης, κλείσας τὴν οἰκίαν του, ἐτράπη μετὰ τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ εἰς τὰ ὄρη, ὅλα ταῦτα διὰ τὸν πολίτην, ὁ ὁποῖος εἶναι ὠχυρωμένος ὄπισθεν τῆς ῥητῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 100 τοῦ νόμου ΨΙϚʹ, οὐδεμίαν ἐπιβάλλουσιν ὑποχρέωσιν· ἐγώ, ὁ πολίτης, εἶμαι ὑπόχρεως πρὸς τὸ Κράτος, ἐὰν τὸ Κράτος μοὶ κοινοποιήσῃ διαταγήν, καθ’ ὃν τρόπον ὁ νόμος κελεύει, καθὼς ἐγὼ ὁ πολίτης, ὁ ἀναχωρήσας ἵνα διαμείνω μακρὰν, συνεμορφώθην πρὸς τὸν νόμον, ἐξεδήλωσα πρὸς τὸ Κράτος, ὅτι ἐκεῖ κατοικῶ, καὶ ἂν μὲ χρειασθῇ, ἐκεῖθεν θὰ μὲ καλέσῃ. Φέρετε λοιπὸν τὴν ἀπόδειξιν τοῦ Προξενείου, ὅτι ἐκοινοποιήθη διαταγὴ πορείας ὑπὸ τοῦ Προξενείου πρὸς αὐτὸν τὸν συμπολίτην μου, ἢ ἀπόδειξιν, ὅτι ἐκοινοποιήθη τοιαύτη πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ. Σᾶς διαβεβαιῶ, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὅτι δὲν ἐκοινοποιήθη εἰς τὴν οἰκίαν του, καὶ τὸ βεβαιῶ, διότι τὸ ἤκουσα παρὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ἀνδρὸς, περὶ τῆς τιμῆς τοῦ ὁποίου δὲν ἐπιτρέπεται εἰς κἀνένα νὰ ἀμφιβάλλῃ. Διαταγὴ λοιπὸν πορείας δὲν ἐκοινοποιήθη, δὲν συνεμορφώθη τὸ Κράτος πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ εἰρημένου νόμου, ἑπομένως δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὁ κ. Δηλιγιάννης ἀνυπότακτος. Τὸ δὲ γελοιωδέστερον πάντων, τοῦ ὁποίου τὴν ἐκτίμησιν ἀφίνω εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι τὸ ἑξῆς· ὅτι ὁ ἀποσπασματάρχης γράφει ἐν πρωτοκόλλῳ, ὅτι μεταβὰς ἐν Κορίνθῳ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου κ. Δηλιγιάννη, τὴν ὁποίαν, ὑποθέτω, οἱ πλείονες τῶν συναδέλφων μου θὰ γνωρίζουν, οὐ μόνον δὲν εὗρε τὸν φυγόστρατον αὐτὸν, ἀλλὰ λέγει, ὅτι ἡ οἰκογένεια αὐτοῦ καὶ οἱ οἰκεῖοί του ὅλοι ἔλειπον, καὶ ἐπῆραν τὰ βουνὰ, ἀφοῦ ἐσφράγισαν τὴν οἰκίαν των! Ἰδοὺ, ῥητῶς λέγει ταῦτα ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως πείσῃ ἡμᾶς περὶ τῆς ἀληθείας τῶν ἰσχυρισμῶν του Φαντασθῆτε λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, τὸν κ. Δηλιγιάννην περίφοβον ἐκ τῆς καταδιώξεως τοῦ ὑπενωμοτάρχου τούτου, κλείοντα τὸν οἶκόν του καὶ διασκορπίζοντα τὰ τέκνα του καὶ τοὺς οἰκείους του εἰς τὰ ὄρη! Σημειώσατε δὲ, ὅτι δὲν ἦτο δήμαρχος ὁ κ. Δηλιγιάννης καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ὁ υἱός του, ἀλλ’ οὐδὲ φίλος του πολιτικὸς ὁ τότε Δήμαρχος. Ἐξ ἐναντίας εἶχεν ἀπολέσει τὴν ἀρχὴν κατὰ τὰς ἐκλογὰς διὰ πεισματωδεστάτης πάλης, καὶ εἶχεν ἐκλεχθῆ ὁ ἔντιμος συμπολίτης μου κ. Γιουροῦκος δήμαρχος, ὡς πολιτικὸς δὲ ἀντίπαλος ὁ κ. Γιουροῦκος εἶχε καὶ συμφέρον ἀκόμη νὰ κοινοποιήσῃ τὴν διαταγὴν πορείας. Λοιπὸν ἐγὼ βλέπω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔχει ἐπιδοτήριον, καὶ τοιούτου μὴ προσαχθέντος, συμπεραίνω λογικῶς καὶ νομικῶς, ὅτι τὸ ἄρθρον 100 τοῦ ΨΙϚʹ νόμου δὲν ἐξετελέσθη· ἑπομένως ἡ ὑποχρέωσις τοῦ συμπολίτου μου δὲν κατέστη ἐνεργὸς, καὶ ἑπομένως οὗτος δὲν εἶναι ἀνυπότακτος καὶ κατ’ ἀκολουθίαν συνελήφθη παρανόμως, ἐξ ἐνέδρας, εἰς τὸν σιδηρόδρομον. Ἠρώτησα δὲ καὶ προχθὲς καὶ ἐπαναλαμβάνω ἐρωτῶν, διατὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνειθίζει, ὅταν δὲν δύναται ν’ ἀποδείξῃ τοὺς ἰσχυρισμούς του, νὰ σιωπᾷ; Ἐγὼ ἠρώτησα, διατὶ ἀπὸ τοῦ 1882, ὅτε ὁ κ. Δηλιγιάννης, προσκληθεὶς ὡς ἀνυπότακτος, προσῆλθεν ἐν Ἀθήναις, δὲν συνελήφθη; διότι ὄντως προσῆλθε δι’ ἀναφορᾶς του καὶ ἴσως ἐνεφανίσθη καὶ πρὸ αὐτοῦ καὶ πρὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Διατὶ δὲν συνελήφθη τὸ 1883, ἐνῷ διέτριψε τότε δύο μῆνας ἐνταῦθα; Διατὶ δὲν συνελήφθη τὸ 1884, τὸ 1886, τὸ 1887, τὸ 1888;—διότι ἤρχετο ἐκ Λονδίνου κατ’ ἔτος.— Ἐὰν ὁ Δηλιγιάννης εἶχε συνείδησιν, ὅτι ἦτο ὑπόχρεως καὶ ὅτι ἐφυγοστράτει, ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ Πρωθυπουργὸς, ἵνα ἐπιῤῥίψῃ μομφὴν κατὰ τῆς οἰκογενείας του, καὶ ὅπως πιστοποιοῦσιν οἱ ἀποσπασματάρχαι, πῶς ἐτόλμα νὰ διατρίβῃ ἐδῶ καὶ ἐν Πάτραις καὶ ἀλλαχοῦ, τὰς ἐμπορικάς του ὑποθέσεις διεξάγων ἐν ὅλῃ τῇ ἀνέσει; Ἢ ὁ κύριος Δηλιγιάννης δὲν ἐφυγοστράτει, ἢ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν εἶχε τότε τὴν πεποίθησιν, ἣν νῦν ὑποστηρίζει, καὶ ὤφειλε νὰ ἔχῃ τοιαύτην, παρέβη τὸ καθῆκόν της. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος μάτην ἀναμένω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ν’ ἀπαντήσῃ. Συνοψίζων λέγω, ὅτι ἐπιδοτήριον δὲν ὑπάρχει, ὅτι ὁ συμπολίτης μου δὲν εἶναι οὔτε δύναται νὰ ᾖναι ἀνυπότακτος, ἅτε μὴ νομίμως προσκληθεὶς, ὅτι κρατεῖται παρανόμως καὶ ἀπαιτεῖ τὴν ἀποζημίωσιν αὐτοῦ διὰ τὰς βαρυτάτας ζημίας, τὰς ὁποίας ὑφίσταται ὁ οἶκος αὐτοῦ ἐν Λονδίνῳ, αἵτινες βαρύνουσι βεβαίως τὸ Δημόσιον, καὶ οὐχὶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐρωτᾷ, διατὶ μόνον ἐσχάτως ἐκινήθη ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ καὶ δὲν ἐκινεῖτο ἑκάστοτε, ὁσάκις ὁ εἰρημένος ἀνυπότακτος ἐπανήρχετο ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰς τὴν χώραν. Ὁ εἰρημένος ἀνυπότακτος δὲν εἶναι ὁ μόνος, πλεῖστοι ὅσοι ὑπάρχουσιν ἀνυπότακτοι, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον ὀλίγον ἀσχολεῖται περὶ ἑνὸς ἑκάστου ἀνυποτάκτου, κινεῖται δὲ μόνον προκαλούμενον ἐξ εἰδικῆς καταγγελίας. Εἰδικὴ καταγγελία περὶ τῆς ὑποθέσεως ἐγένετο κατὰ μῆνα Αὔγουστον· ἐπὶ τῇ καταγγελίᾳ ἐνήργησε τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἐπέστειλε κατὰ τὰ εἰθισμένα πρὸς τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον, ἐρωτῶν, ἐὰν τῷ ὄντι ἦτο φυγόστρατος ὁ καταγγελλόμενος· διότι ἔλεγεν ἡ καταγγελία, ὅτι οὗτος «ἐπανελθὼν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, περιφέρεται ἀνενόχλητος ἐν τῇ πόλει, πρὸς κοινὸν σκάνδαλον». Ἔστειλαμεν λοιπὸν τὴν καταγγελίαν εἰς τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον, ἐρωτῶντες, ἐὰν τῷ ὄντι εἶχεν ἐπανέλθει ὁ καταγγελλόμενος καὶ περιεφέρετο ἀνενόχλητος, καὶ ἐὰν ἦτο ἀληθὲς, ὅτι ἦτο ἀνυπότακτος. Ἐπὶ τῇ ἀπαντήσει, ὅτι ἦτο ἀληθὴς ἡ καταγγελία, διετάχθη ἡ σύλληψις τοῦ ἀνυποτάκτου. Ὁ ἕτερος τῶν ὁμιλησάντων περὶ τοῦ θέματος εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἰσότης. Θὰ ὑπῆρχεν ἀνισότης, ἂν ἐγένετο καταγγελία περὶ ἄλλου καὶ δὲν ἐξετελέσθη. Ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς περὶ καθηγητοῦ ἀνυποτάκτου. Ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχῃ καθηγητὴς ἀνυπότακτος, ἀλλὰ τοῦτο ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ προκείμενον, μόνον ἐὰν ἐγένετο καταγγελία περὶ τῆς ἀνυποταξίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ δὲν ἐνηργήθη περὶ τοῦ καθ’ ὑπόθεσιν καθηγητοῦ ὅ,τι περὶ τοῦ ἀνυποτάκτου, περὶ οὗ ἡ προκειμένη συζήτησις, ἐὰν εἰδοποιήθη τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, ὅτι ἐκεῖνος εἶναι ἀνυπότακτος καὶ ὅμως διωρίσθη ἢ διατηρεῖται καθηγητής. Ἀναντιῤῥήτως ὑπάρχουσιν ἀνυπότακτοι ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ. Συνέβη εἰς ἡμᾶς νὰ βεβαιώσωμεν τοῦτο, καὶ εὐθὺς ἀπελύσαμεν τοὺς ἀνυποτάκτους τούτους, καὶ ἐπεμελήθημεν τὴν καταδίωξιν αὐτῶν. Ἐνόσῳ δὲν δύνασθε νὰ μνημονεύσητε περιστάσεων, καθ’ ἃς ἐγένετο καταγγελία εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἔστω καὶ οὐχὶ ἐπισήμως, ἔστω καὶ ἀνωνύμως, καὶ δὲν ἐπῆλθε καταδίωξις, εἶναι ἀστήρικτος ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι δὲν τηρεῖται ἰσότης.
§37ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ποίαν ἡμερομηνίαν φέρει ἡ καταγγελία;
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦ μηνὸς Αὐγούστου. Ἡ ἔκθεσις δὲν ἀναφέρει τὴν ἡμέραν, λέγει ὅτι κατὰ τὸν μῆνα Αὔγουστον ὑπεβλήθη καταγγελία εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τοῦ εἰρημένου Δηλιγιάννη κλπ. Ὡς εἴπομεν, ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑπῆρξε καταγγελία, καὶ ὁσάκις ἐγένετο καταγγελία, πάντοτε ἐνεργήθη ὅ,τι καὶ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ. Μόνον ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἠδύνατο νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἀφήσαμεν καταγγελίαν ἄλλην ἀνενέργητον, μόνον τότε θὰ ἠδύνατο νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ὑπῆρξεν ἀνισότης, ἢ σκοπὸς ὁπωσδήποτε προσωπικὸς ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ. Ἐῤῥήθη, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνὰ χεῖρας τὸ ἐπιδοτήριον. Δὲν ἔχομεν τὸ ἐπιδοτήριον, ἀλλ’ ἔχομεν τὴν βεβαίωσιν, ὅτι ὑπῆρξεν ἐπιδοτήριον, ἔχομεν τὴν βεβαίωσιν τοῦ Δημάρχου Κορινθίων, ὅστις εἶναι ὁ ἐκτελῶν τὰ τῆς ἐπιδόσεως. Ἐκ τῶν ἐγγράφων τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου Ἀργολιδοκορινθίας ἀποδεικνύεται, ὅτι τὰ ἐπιδοτήρια ἐπεστράφησαν εἰς τὸ Γραφεῖον τῇ 27 ἰδίου μηνός. Ὑπάρχει δὲ καὶ ἄλλο, ὅτι ἐγένετο καταγγελία εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, ἔχω δὲ ἐνταῦθα καὶ τὴν καταγγελίαν καὶ τὰ ὀνόματα τῶν καταγγελλομένων, ἐν οἷς δεύτερον εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ περὶ οὗ πρόκειται. Ὥστε ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐθεωρεῖτο οὗτος ὡς ἀνυπότακτος καὶ ὡς καταδιωκτέος.
§39ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Διατὶ δὲν ἐδικάσθη ἔκτοτε;
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν γινώσκω, ἐὰν ἐδικάσθη ἢ ἐὰν δὲν ἐδικάσθη, ἢ διατὶ δὲν ἐδικάσθη. Ὅ,τι ἔπρεπε νὰ βεβαιώσωμεν, κατόπιν τῆς καταγγελίας, ἦτο, ἐὰν οὗτος ἦτο ἀνυπότακτος ἢ δὲν ἦτο ἀνυπότακτος. Περὶ δὲ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ὑποχρεώσεως ἐγένετο παρατήρησις, ὅτι κακῶς ἐφηρμόσαμεν τὸν νόμον, ἀπαιτήσαντες, ὅπως ὑπηρετήσῃ ἓν ἔτος καὶ οὐχὶ ἐννέα μῆνας, ἢ ὀρθότερον ἓξ μῆνας, διότι, ἐὰν δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπηρετήσῃ ἓν ἔτος, θὰ ὑπεχρεοῦτο εἰς ὑπηρεσίαν ἓξ μηνῶν, ὑπηρεσίας ἐννέα μηνῶν μὴ ὑπαρχούσης. Ὁ περὶ τῶν ἀνυποτάκτων ἐπιστράτων εἰδικὸς νόμος ἐπέβαλλεν εἰς αὐτοὺς, παρουσιαζομένους ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ, οὐχὶ ἑνὸς ἔτους ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ ἑξάμηνον. Ὁ περὶ οὗ ἡ συζήτησις ἀνυπότακτος δὲν ἐπαρουσιάσθη ἐντὸς τῶν τριῶν μηνῶν, ὑπεβλήθη ἄρα εἰς ὑπηρεσίαν ἑνὸς ἔτους. Αὕτη εἶναι ἡ διάταξις τοῦ νόμου, ἄλλως τε τώρα ἄρχεται ἡ ὑπηρεσία αὐτοῦ, καὶ ἐὰν φέρῃ ἀντιῤῥήσεις κατὰ τῆς ἐνιαυσίου διαρκείας, θέλει ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα, ἀλλ’ ἡ διάταξις τοῦ νόμου εἶναι σαφής. Τὸ ἀναγνωσθὲν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ δὲν ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἐπιστράτους τοῦ 1880, εἶναι ἡ γενικὴ ἀρχὴ, ἡ κρατοῦσα εἰς τοὺς ἀπὸ τοῦδε ἐπιστράτους· ἀλλὰ δὲν ἔσχεν ἐφαρμογὴν ἐπὶ τῆς περιστάσεως ταύτης καὶ διότι κανονίζει τὰ τῶν ἐν εἰρήνῃ ἀνυποτάκτων στρατευσίμων, ἐφέδρων, ἢ εἰς τὴν ἐθνοφρουρὰν ἀνηκόντων. Τὸ ἀναγνωσθὲν κείμενον κανονίζει τὰ ἐνδιαλαμβανόμενα διὰ τοὺς μὴ παρουσιαζομένους εἰς τὰς ἀσκήσεις, ἐννοεῖται δὲ, ὅτι αἱ ποιναὶ εἶναι βαρύτεραι διὰ τοὺς μὴ προσερχομένους ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας, ἀλλ’ οἱαιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν αἱ ποιναὶ, κανονίζονται αὗται δι’ εἰδικοῦ νόμου, παρασχόντος πλεονεκτήματα εἰς τοὺς παρουσιαζομένους ἐντὸς τῶν τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως.
§41ΑΓΓ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριοι, ἀπορῶ, ποῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν στηρίζει τὴν ἰδέαν τῆς καταγγελίας πρὸς σύλληψιν τοῦ ἀνυποτάκτου. Ἐὰν τῆς ἀπογραφῆς οἱ κληρωτοὶ καταστῶσι πάντες ἀνυπότακτοι, ποῖος θὰ τοὺς καταγγείλῃ; Κύριε Ὑπουργὲ, ὑπάρχει ῥητὴ διάταξις, ὅτι πρέπει νὰ καταγγελθῶσιν; Ὄχι· ὑπάρχει μόνη διάταξις δι’ ἐκείνους, οἵτινες ἀναπληροῦσι τοὺς ἀνυποτάκτους, νὰ ἐπιδεικνύωσιν αὐτοὺς εἰς τὴν ἀρχὴν, διὰ νὰ τοὺς συλλαμβάνῃ, διότι καὶ μόνη τοὺς γνωρίζει. Ἄλλως τε, Κύριοι, κατὰ τὰ κεκανονισμένα, τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα κατ’ ἔτος συντάσσουσι καταστάσεις, ἐν αἷς ἐγγράφουσιν ὀνομαστικῶς τοὺς ἀνυποτάκτους, καὶ ἀποστέλλουσιν αὐτὰς εἰς τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς, ὅπως αὗται ἐνεργήσωσι τὰ τῆς συλλήψεως αὐτῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ καταγγελία, ἤτοι αἱ ἀποστελλόμεναι καταστάσεις κατ’ ἔτος, ἅστινας συντάσσουσι τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα ἑκάστου νομοῦ καὶ αἵτινες ἀποστέλλονται εἰς τὴν Μοιραρχίαν ἢ τὴν Ὑπομοιραρχίαν, πρὸς σύλληψιν τῶν ἀνυποτάκτων. Ποίαν λοιπὸν καταγγελίαν ὑποστηρίζετε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν;
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν ὑποστηρίζω καταγγελίαν.
§43ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐδόθη καταγγελία εἴπετε· ἑπομένως περὶ ὅλων τῶν ἀνυποτάκτων θέλετε τοιαύτην. Φαίνεται, ὅτι συγχέει ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰ φύλλα λιποταξίας τῶν ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ ὑπηρετούντων, διὰ τοὺς ὁποίους ἀπαιτεῖται πρὸς σύλληψιν καταγγελία, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἀπαιτεῖται καταγγελία. Ὁ Ὑπομοίραρχος, ὁ ὁποῖος καθ’ ἡμέραν εὑρίσκετο μετ’ αὐτοῦ, ἠδύνατο νὰ τῷ εἴπῃ: «Κύριε, εἶσαι ἀνυπότακτος, πήγαινε νὰ καταταχθῇς». Καὶ βεβαίως ὁ μνησθεὶς ἀνυπότακτος ἤθελε μεταβῆ μόνος εἰς τὸν στρατὸν, χωρὶς νὰ παρουσιασθῇ ἀνάγκη νὰ ἀποσταλῇ διὰ δέκα χωροφυλάκων, ὁμοῦ μετά τινος κακούργου. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι πάντα ἐγένοντο λόγῳ ἐκδικήσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπεστήριξεν, ὅτι ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἀνυποτάκτου εἶναι ἑνὸς ἔτους, ἀλλὰ κατὰ τὸν τελευταῖον νόμον τοιαύτη διάταξις περὶ ἐφέδρων καὶ ἰδίᾳ περὶ ἐθνοφρουρῶν, διότι ὁ ῥηθεὶς, λόγῳ τῆς ἡλικίας του, εἶχε μεταβῆ εἰς τὴν ἐθνοφρουρὰν, δὲν ὑπάρχει, πᾶς δὲ ἄλλος προγενέστερος νόμος δὲν ἰσχύει πλέον, διότι ὁ τελευταῖος ὁρίζει, ὅτι πᾶς ἕτερος νόμος καὶ πᾶσα ἄλλη διάταξις, ἀντιβαίνουσα εἰς αὐτὸν, καταργεῖται. Ὁ νόμος ὁρίζει, ὅτι οἱ προσερχόμενοι ἀνυπότακτοι, ἐὰν δὲν ἤθελον προσέλθει ἐντὸς τριῶν μηνῶν, τιμωροῦνται μὲ τρίμηνον πρόσθετον ὑπηρεσίαν, δὲν λέγει δὲ «οἱ ἔφεδροι ἐξ ἀπογραφῆς», ἑπομένως ἐννοεῖ πάντα ἔφεδρον.
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ὁ νόμος «ἔφεδροι ἐξ ἀπογραφῆς», διότι ἔφεδροι ἀπογραφῆς δὲν ὑπάρχουσι.
§45ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Περὶ ἁπάντων τῶν ἀνυποτάκτων τῆς τρεχούσης καὶ παρελθούσης ἀπογραφῆς κάμνει λόγον ὁ νόμος, ἀλλ’ ὑμεῖς ὅπως θέλετε ἐξηγεῖτε τοὺς νόμους, ὅπως τοῦτο καθεκάστην πράττετε διὰ ἐγκυκλίων διαταγῶν σας πρὸς τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα. Ὥστε ὅσα πρὸς δικαιολόγησιν τῆς παρούσης συλλήψεως τοῦ κ. Ν. Ι. Δηλιγιάννη μᾶς εἴπετε, εἶναι ἀνυπόστατα, ἐκφράζουσι δὲ μόνον τὴν ἰδίαν ὑμῶν θέλησιν καὶ οὐχὶ ὅ,τι ὁ νόμος ὁρίζει.
§46ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, νὰ καταγγέλλωμεν ἀνυποτάκτους, καταστρέφεται ὁ νόμος περὶ προσόντων. Ὁ νόμος περὶ προσόντων ἀπαιτεῖ, διὰ νὰ διορισθῇ τις, νὰ παρουσιάζῃ ἄφεσιν.
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο δὲν ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἐπιστράτους τοῦ 1880, δὲν ἀνατρέχει εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχήν.
§48ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐπιθυμῶν νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι νομίμως συνέλαβε τὸν κ. Δηλιγιάννην, δὲν παρουσίασε πλήρη τὰ ἔγγραφα, ἀλλὰ περίληψιν τούτων, ἐν εἴδει ἐκθέσεως, ἣν συνέταξαν οἱ ὑπάλληλοί του.
§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅσα ἔγγραφα μοὶ ἐζητήσατε καὶ ὅσα θὰ μοὶ ζητήσητε θὰ τὰ παρουσιάσω. Τὸ ἐπιδοτήριον, ἐδήλωσα, ὅτι, καθ’ ἃ προκύπτει ἐκ τῶν ἐγγράφων, δὲν εὑρίσκεται ἐν τῷ γραφείῳ.
§50ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχεν ἀνάγκην νὰ ὀχυρωθῇ ὄπισθεν τῶν ἐγγράφων, καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶχε τοιαῦτα, διέταξε νὰ συνταχθῇ ἡ ὑποβληθεῖσα ἔκθεσις, ὡς περίληψις δῆθεν ἐγγράφων. Ἔχω δὲ τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύω, ὅτι ἔγγραφα δικαιολογητικὰ δὲν ὑπάρχουσι, περὶ τῶν ὁποίων ἔκαμε λόγον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι οὐδὲν ἐκώλυεν αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ ταῦτα, ἂν ὄντως ὑπῆρχον, ἀντὶ τῆς περιληπτικῆς τούτων ἐκθέσεως. Εἶναι δὲ ἀκριβὲς, ὅτι καὶ κατ’ αὐτὰς τὰς προσαχθείσας παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐκθέσεις δὲν ὑπάρχει ἐπιδοτήριον. Ἀλλὰ ἡ ἀλήθεια, ἥτις προεκάλεσε τὴν ἀγροῖκον καταδίωξιν καὶ σύλληψιν τοῦ ἐν λόγῳ ἐπιστράτου, εἶναι ἡ ἑξῆς: Ὁ κ. Δηλιγιάννης, δήμαρχος Κορινθίων, ἐζητήθη νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸν προσεχῆ κυβερνητικὸν συνδυασμόν....
§51ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τοῦτο εἶνε ψευδές.
§52ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διατὶ στενοχωρεῖσθε; Μήπως τάχα σεῖς διεπραγματεύθητε τὰ περὶ τούτου;
§53ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Οὐδεὶς ἐπραγματεύθη τοιοῦτόν τι· κατ’ ἔτος ὁ συνδυασμὸς γίνεται ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Κορινθίας μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Β. Διατάγματος περὶ τῶν ἐκλογῶν. Οὔτε ἡμεῖς οὔτε ὁ κ. Δηλιγιάννης διεπραγματεύθη.
§54ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πῶς δύνασθε νὰ ὁμιλῆτε ἐν ὀνόματι τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ἀφοῦ οὐδεμίαν σχέσιν πολιτικὴν ἔχετε μετ’ αὐτοῦ;
§55ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἔχω σχέσεις μετὰ τοῦ κ. Δηλιγιάννη καὶ εἶχον πάντοτε. Γνωρίζω, ὅτι οὐδεὶς διεπραγματεύθη περὶ συνδυασμοῦ.
§56ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. «Ὅποιος ἔχει τὴν μυῖγα μυγιάζεται», λέγει ἡ παροιμία· ἐστενοχωρήθη ὁ κ. Δημητριάδης. Ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου.
§57ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καὶ σὺ στενοχωρῆσαι, ὅταν λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν.
§58ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅθεν λέγω τὴν ἀλήθειαν. Ὁ κ. Δηλιγιάννης προσεκλήθη νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸν ὑπουργικὸν συνδυασμόν.....
§59ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Παρὰ τίνος;
§60ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὴ στενοχωρῆσαι· θὰ τὸ μάθῃς· θὰ τὰ εἴπω ὅλα φανερά. Ὁ κ. Δηλιγιάννης προσεκλήθη νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸν ὑπουργικὸν συνδυασμὸν καὶ ἠρνήθη.
§61ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρὰ τίνος προσεκλήθη; Ὅταν δὲν λέγητε παρὰ τίνος προσεκλήθη, δὲν εἶναι συμπεπληρωμένη ἡ ἔννοιά σας.
§62ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιτρέπω εἰς τὸν κ. Δημητριάδην νὰ μὲ διακόψῃ, ἐπειδὴ συνδέομαι ἰδιαιτέρως μετ’ αὐτοῦ.
§63ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς διέκοψα, διότι ἐπετρέψατε τὰς διακοπὰς, καὶ σᾶς εἶπον, ὅτι, ἐὰν δὲν εἴπητε παρὰ τίνος προσεκλήθη, δὲν εἶναι πλήρης ἡ ἔννοιά σας.
§64ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ εἴπω ὅλα, ὅσα γνωρίζω, ἀλλὰ θὰ τὰ εἴπω ὅταν θέλω καὶ ὅπως ἐγὼ ἐννοῶ νὰ ἐκθέσω τὰ πράγματα· δὲν θὰ κανονίσητε σεῖς τοῦτο. Σᾶς εἶπον, ὅτι θὰ τὸ μάθητε καὶ αὐτό. Ὁ κ. Δηλιγιάννης προσεκλήθη νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸν κυβερνητικὸν συνδυασμὸν καὶ δὲν ἐδέχθη· προσεκλήθη νὰ ὑποστηρίξῃ τὸν ὑπουργικὸν συνδυασμὸν, καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ προσφέρῃ εἰς αὐτὸν, ὅ,τι αὐτὸς ἤθελε ζητήσει. Ὁ κ. Δηλιγιάννης εὐγενῶς, ὡς ἥρμοζεν αὐτῷ, ἀπέῤῥιψε τὰς περὶ τοῦ συνδυασμοῦ προτάσεις· ἀλλ’ ἐστενοχωρήθη πολὺ, καὶ διὰ ν’ ἀπαντήσῃ ἐκφραστικώτερον καὶ ἀπαλλαγῇ τῶν συνεχῶν ἐνοχλήσεων, ἐδράξατο τῆς εὐκαιρίας, ὅτε διήρχετο τῆς Κορίνθου ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ προϋπαντήσῃ καὶ προσαγορεύσῃ αὐτὸν ἐν ὀνόματι τῆς πόλεως, ἧς ἄρχει, ἀπαντῶν οὕτω καὶ εἰς τὸν Πρωθυπουργόν. Ἰδοὺ, Κύριοι, ποῖος προσεκάλεσε τὸν κ. Δηλιγιάννην νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸν συνδυασμόν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸν προσεκάλεσε, διότι αὐτὸς καταρτίζει τοὺς συνδυασμούς. Σεῖς δὲν εἶσθε οἱ ἁρμόδιοι, οὔτε ἔχετε αὐτοβουλίαν εἰς τοῦτο. Διὰ ν’ ἀπαλλαγῇ λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω, ἀπὸ τὰς συνεχεῖς καὶ καθημερινὰς ἐνοχλήσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὁ κ. Δηλιγιάννης, ἐξῆλθε μετὰ τῶν συνδημοτῶν του εἰς προϋπάντησιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτε οὗτος, κατὰ καλὴν τύχην, συνέπεσε νὰ διέρχηται τῆς Κορίνθου, ὑπεδέχθη καὶ προσηγόρευσε τὸν ἀρχηγὸν, καὶ ἔκτοτε ἔπαυσεν ἡ πρὸς αὐτὸν πίεσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἤρχισεν ἡ καταπίεσις. Διὰ τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν φέρει τὸ ἔγγραφον τῆς καταγγελίας, διότι, ἂν φέρῃ τὸ ἔγγραφον, θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι κατὰ τὴν 25 Αὐγούστου, μετὰ τὴν ἔλευσιν τουτέστι τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τὴν γενομένην πρὸς αὐτὸν ἔνθερμον δεξίωσιν τοῦ δημάρχου Κορινθίων κ. Δηλιγιάννη, ἐγένετο ἡ καταγγελία. Τοῦτο, παρακαλῶ, νὰ λάβητε ὑπὸ σημείωσιν. Ὁ Ν. Δηλιγιάννης δὲν εἶναι ἀνυπότακτος καὶ διὰ τοῦτο δὲν κατεζητεῖτο, συνελήφθη δὲ μετὰ τὴν πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑποδοχὴν τοῦ πατρὸς αὐτοῦ. Ὁ Δηλιγιάννης, ὁ ἤδη στρατιώτης, δὲν εἶναι ἀνυπότακτος, διότι, εἰδοποιηθεὶς κατὰ τὸ 1882, ὅτι ἐκηρύχθη τοιοῦτος, ἀνεχώρησεν εὐθὺς ἐκ Λονδίνου, ἔνθα διέτριβεν, ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὑπέβαλεν ἀναφορὰν κατὰ τὰ νόμιμα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, δηλῶν, διατὶ δὲν ἐθεώρει ἑαυτὸν ἀνυπότακτον, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν κατεδίωξεν ἔκτοτε αὐτόν. Ἰδοὺ ἀπόδειξις τρανωτάτη, ὅτι δὲν εἶναι ἀνυπότακτος.
§65ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ποῖος ἦτο τότε Ὑπουργός;
§66ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (δεικνύων τὸν κ. Πρωθυπουργόν). Ἡ αὐτοῦ ἐκλαμπρότης. Ὁ υἱὸς Δηλιγιάννης κατὰ συνέπειαν δὲν ἦτο ἀνυπότακτος, κατὰ τὴν ἐπίσημον φράσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ὁ δήμαρχος Δηλιγιάννης, ὁ πατὴρ, ἐγένετο ἀνυπότακτος, διότι δὲν ὑπετάχθη εἰς τὰς ὀρέξεις τοῦ Πρωθυπουργοῦ, νὰ ὑποστηρίξῃ τὸν ὑπουργικὸν συνδυασμὸν, καὶ ἔπρεπε νὰ τιμωρηθῇ διὰ τῆς συλλήψεως τοῦ υἱοῦ του. Ποῦ εἶναι τὸ ἐπιδοτήριον, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἐκοινοποιήθη πρὸς αὐτὸν φύλλον πορείας; Πῶς λοιπὸν, ἐνῷ δὲν ἔχετε τοιοῦτον, τὸν συνελάβετε καὶ τὸν κατετάξατε; Δὲν ἐννοεῖτε εἰς ποίας δαπάνας θὰ ἐκθέσητε διὰ τῆς τοιαύτης διαγωγῆς σας τὸ Δημόσιον; Ἡ ἀγωγὴ περὶ τούτου ἐπεδόθη ἢ ἐπιδοθήσεται· πῶς παρανομεῖτε καὶ πῶς, ἐπαναλαμβάνω, ὑποβάλλετε τὸ Κράτος εἰς ἀποζημιώσεις καὶ δαπάνας διὰ τὰ προσωπικά σας πάθη; Ἰδοὺ ποία ἡ κατάστασίς μας, Κύριοι· ἰδοὺ πῶς διοικεῖται ἡ Ἑλλάς. Ἰδοὺ ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν. Σᾶς ἀρέσει αὐτὴ ἡ κατάστασις, Κύριοι;
§67ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ναί.
§68ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ναὶ, λέγει ὁ κ. Δημητριάδης, ἀλλ’ ἂς μὴ λησμονῇ, ὅτι τοὺς σήμερον ἐν τῇ ἀρχῇ θὰ διαδεχθῶσιν ἄλλοι· καὶ ἂν ἐκεῖνοι ἐξακολουθήσωσι τὴν αὐτὴν προσωπικὴν πολιτικὴν, ποῖα θὰ ἦναι τ’ ἀποτελέσματα; Δημιουργεῖτε κατάστασιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἦναι δύσκολον καὶ εἰς τοὺς διαδόχους ὑμῶν νὰ τὴν ἀποφύγωσιν. Ἀλλὰ τί λέγω; Ὁμιλῶ ὡς νὰ δύναμαι νὰ σᾶς πείσω, ἐνῷ δὲν ἀνῆλθον ν’ ἀσχοληθῶ εἰς τοῦτο, διότι εἶναι μάταιον. Ἀφοῦ δὲν ἠδυνήθημεν νὰ σᾶς κλονίσωμεν εἰς ἄλλα σοβαρώτερα καὶ ὕψιστα τῆς Πολιτείας ζητήματα, θίγοντα καιρίως τὴν ὕπαρξιν τοῦ τόπου, διασαλεύοντα αὐτὴν, εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς πείσωμεν, λέγοντες τ’ ἀληθῆ διὰ τοιαύτην ὑπόθεσιν; Ἐξελέγχομεν καὶ καταγγέλλομεν τὰς παρανομίας τοῦ Πρωθυπουργοῦ, τὰς προσωπικὰς αὐτοῦ πράξεις ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν κοινῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποῤῥέουν τόσαι ζημίαι διὰ τὸ Κράτος, καὶ ὑμᾶς, διὰ τὴν τοιαύτην ὑποστήριξιν, διὰ νὰ σᾶς μάθῃ ἐν πᾶσιν ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἔχομεν ἀνάγκην ν’ ἀποδείξωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ποῖοι εἶσθε σεῖς, καὶ διατὶ εἴμεθα ἀντιμέτωποι πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἵνα κρίνῃ περὶ ἡμῶν τε καὶ ὑμῶν καὶ ἀποφασίσῃ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς πρὸς αὐτὸν ἐκκλήσεως.
§69ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ προσωπική μου ὑπερηφάνεια δὲν μοὶ ἐπέτρεψε ποτὲ τὸ αἴσθημα τῆς ἐκδικήσεως, διότι ἁρμόζει εἰς δεσποτικοὺς χαρακτῆρας, καὶ ἄδικός ἐστιν ὁ ὑπαινιγμὸς ἐκ μέρους τῶν προαγορευσάντων διὰ τὴν σύλληψιν τοῦ Δηλιγιαννόπαιδος. Ναὶ, ὁ νέος Δηλιγιάννης, ἀνήκων εἰς τοὺς φυγοστράτους τοῦ 1881, ἐζήτησε δι’ ὅλων τῶν μέσων ν’ ἀποφύγῃ τὴν κατάταξιν αὐτοῦ. Διὰ τὴν ἀπόφασίν του αὐτὴν καὶ τὴν ἐνέργειάν του οὐδεὶς ἐκ τῶν φίλων ἢ τῶν ἐχθρῶν αὐτοῦ κατεδέχθη ποτὲ νὰ τὸν καταγγείλῃ. Ὁ νέος οὗτος πολὺ βραδέως ἀνεχώρησε δι’ Ἀγγλίαν· ἔμεινεν ἓν ἔτος ἐκεῖ, καὶ βέβαιος ὤν, ὅτι εἶναι ὑπόχρεως νὰ ὑπηρετήσῃ, ἦλθε μέχρι Βρενδησίου, ὅπου ὁ πατήρ του καὶ ἡ μήτηρ του μετέβησαν, ἵνα τὸν ἴδωσι, διότι δὲν ἤθελον νὰ τὸν φέρωσι νὰ καταταχθῇ. Ἔληξεν ἡ ἐπιστρατεία κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1881, ψηφισθέντος βραδύτερον νόμου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκεῖνοι, πρὸς οὓς ἐκοινοποιήθη διαταγὴ πορείας, ὑπεχρεοῦντο νὰ ὑπηρετήσωσιν ἓξ μῆνας, διότι δὲν ἤθελε τότε οὔτε ἡ Βουλὴ οὔτε ἡ Κυβέρνησις νὰ εὐεργετήσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔστρεψαν τὰ νῶτα εἰς κρισίμους περιστάσεις. Ὅλη ἡ κοινωνία τῆς ἐπαρχίας κατεξανέστη διὰ τὸ μέτρον τοῦ κ. Δηλιγιάννη πρὸς ὑπεκφυγὴν τῆς στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως, ὅλοι παρεπονοῦντο, καὶ εἰς ἐμὲ ἀκόμη, ἀλλὰ κἀνεὶς δὲν κατεδέχθη νὰ κάμῃ παραστάσεις, διατὶ ἄλλοι κατατάσσονται καὶ ἄλλοι ἀπαλλάσσονται. Εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν εὑρίσκοντο τὰ πράγματα μέχρι τοῦ Αὐγούστου ἐ. ἔ. Τώρα διηγοῦνται πολλὰ περὶ τῆς καταγγελίας Δηλιγιάννη τοῦ νέου. Συνελήφθησαν δύο ἄλλοι καὶ τοῦτο ἐξήγειρεν ἀγανάκτησιν εἰς τὸ δημοσιώτερον μέρος τῆς πόλεως, διατὶ ὁ Δηλιγιάννης περιφέρεται ἐλεύθερος καὶ οἱ ἄλλοι συλλαμβάνονται, Εἷς ὑπενωμοτάρχης, ὁ ὁποῖος εἶχεν ὑπηρετήσει ὡς ἐπίστρατος ἐπὶ 28 μῆνας, ἐγένετο ἀφορμὴ νὰ καταγγελθῇ ὁ Δηλιγιάννης. Τώρα, ἂν νομίμως ἐκλήθη ἢ οὔ, αὐτὸ δὲν μὲ ἐνδιαφέρει. Ἐγὼ ἐπεθύμουν νὰ μὴ καταταχθῇ διόλου ὁ Δηλιγιάννης, διότι τυπικὴ εἶναι ἡ ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν ἐκτελεῖ τώρα, διότι κάθε Σάββατον καὶ Κυριακὴν εἶναι εἰς τὴν Κόρινθον. Ῥίπτεται μία ἰδέα, ὅτι ἐγένετο ἡ σύλληψις αὐτοῦ πρὸς ἐκδίκησιν, διότι προσεκλήθη δῆθεν ὁ πατήρ του ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, νὰ λάβῃ μέρος εἰς ὑπουργικὸν συνδυασμὸν, ἢ νὰ καταρτίσῃ ὑπουργικὸν συνδυασμὸν, καὶ ἀπεποιήθη. Ἐγὼ δὲν τὸ πιστεύω. Καὶ ἐγὼ, Κύριοι, πολιτεύομαι, τόσα ἔτη, ἀλλὰ τοῦ κ. Δηλιγιάννη τὴν ἐπιῤῥοὴν δὲν τὴν ἐζήλευσά ποτε. Ἐκέρδησε τὸ Δημαρχεῖον ἐσχάτως, συμπραττόντων πάντων τῶν ἀντιπάλων μου, μὲ 20 ψήφους καὶ ἄλλοτε κατὰ τὸ 1883 μόνον μὲ 4 ψήφους. Δὲν εἶναι ἐπικίνδυνος εἰς τοὺς ἀντιπάλους του, οὔτε συγκεντρόνει τόσας ψήφους, ὥστε νὰ ἦναι ἐπιζήτητος ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα κάμῃ συνδυασμούς. Τοῦτο ἐῤῥήθη, ἀλλὰ δὲν ἐβεβαιώθη. Λοιπὸν δὲν ἔχουσι δίκαιον οἱ συνάδελφοι νὰ φρονῶσιν ὅ,τι φρονοῦσι περὶ ἡμῶν καὶ περὶ τῶν συνδυασμῶν, καὶ εἴτε μᾶς στείλουν ἄλλην μίαν φορὰν οἱ συμπολῖταί μας εἰς τὴν Βουλὴν, εἴτε δὲν μᾶς στείλουν, ἥκιστα ἐνδιαφέρει εἰς τοὺς ἀντιπάλους μας. Ἐγὼ εὔχομαι, ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος νὰ θριαμβεύσωσιν εἰς τὰς νέας ἐκλογὰς, ἀλλὰ δὲν εἶναι εὐπρεπὲς καὶ κόσμιον νὰ μέμφωνται συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι τοὺς τιμῶσι, δὲν εἶναι εὐπρεπὲς νὰ τοὺς προσβάλλωσι καὶ νὰ τοὺς ἐξυβρίζωσιν, ὡς πράττουσι, πάντοτε. Ἐνδέχεται ὅλος ὁ πατριωτισμὸς νὰ συγκεντρόνηται εἰς τοὺς ἀντιπάλους ἡμῶν, ἐνδέχεται νὰ κρίνωσιν ἡμᾶς ὑποδεεστέρους κατὰ τὰ φῶτα καὶ τὸν πατριωτισμόν, ἀλλὰ μὴ μᾶς ἀρνῶνται τὴν καλὴν πίστιν, καὶ ἂς παύσωσι νὰ μᾶς συμβουλεύωσιν· ἔχουσι νὰ συμβουλεύσωσι τοὺς συμπολίτας των καὶ τοὺς ὀπαδούς των, ἂς περιορισθῶσιν εἰς τοῦτο, ἡμεῖς δὲν θ’ ἀναγνωρίσωμέν ποτε τὰς ἀρετάς, τὰς ὁποίας ἐπαγγέλλονται καὶ ἀντιποιοῦνται διὰ κραυγῶν καὶ ὕβρεων.
§70ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀνεξαρτήτως τῶν περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι σχετίζονται μὲ τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν, δὲν δύναμαι νὰ ἀφήσω ἀπαρατήρητον ἓν περιστατικόν, τὸ ὁποῖον εἶναι ζήτημα δημοσίας τάξεως. Τὸ ζήτημα τῆς ἐπιδόσεως φύλλου πορείας, ἐκ τῆς ὁποίας ἀποῤῥέουσιν ὑποχρεώσεις, εἶναι ζήτημα σπουδαῖον καὶ ἄξιον μελέτης. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι τὴν ἔλλειψιν ἐπιδοτηρίου τὴν ἀντικαθιστᾷ ἔγγραφον οἱασδήποτε ἀρχῆς, ἐκ τοῦ ὁποίου δύναται ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὑπῆρξεν ἐπιδοτήριον. Ὁ νόμος ὁ παλαιὸς ῥητῶς ὁρίζει, ὅτι πρέπει νὰ προσκαλῆται ὁ ἐπίστρατος, ἡ δὲ πρόσκλησις ἐπιδίδεται εἰς τὴν κατοικίαν του· ἑπομένως ἐξήρτησε τὴν ὑποχρέωσιν ἀπὸ μιᾶς διατάξεως, ἡ ὁποία πρέπει νὰ προηγηθῇ, ὅπως γεννηθῇ ὑποχρέωσις. Εἶναι λίαν σπουδαία ἡ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος, ἐὰν ἡ διατύπωσις ἐκείνη ἐξεπληρώθη, διὰ νὰ ὑπάρξῃ ὑποχρέωσις, ἡ ὁποία εἶναι συνέπεια τῆς διατάξεως ἐκείνης. Πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἐκπληρώσεως τῆς τοιαύτης διατάξεως, ὁ νόμος ἀπῄτησε μόνον ἐπιδοτήριον. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐγένετο λόγος καὶ προκύπτει ἀπὸ ἐγγράφου ἀλληλογραφίας, ὅτι ὑπῆρξεν ἐπιδοτήριον, ἀλλὰ δὲν ἀποτελεῖ τοῦτο ἀπόδειξιν, ἣν ἤθελεν ἀποτελέσει τὸ ἐπιδοτήριον. Ἡ ἔλλειψις ἐπιδοτηρίου δύναται νὰ στερήσῃ τὸν ἐνδιαφερόμενον καὶ ἀπὸ διάφορα ἄλλα μέσα, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ μεταχειρισθῇ κατὰ τῆς ἐπιδόσεως αὐτῆς. Ὑποθέσατε, ὅτι ἓν ἐπιδοτήριον δὲν εἶναι συντεταγμένον κατὰ τοὺς νομίμους τύπους, ἢ ὅτι δὲν ἐπεδόθη νομίμως· ὁ ἐνδιαφερόμενος δύναται νὰ τὸ προσβάλῃ, ἀλλὰ τὸ ἔγγραφον τῆς ἀλληλογραφίας, τὸ ὁποῖον προσάγεται, καθαρίζει αὐτὰ τὰ ζητήματα; Ὄχι. Τὸ ζήτημα λοιπὸν εἶναι πολὺ λεπτὸν καὶ οὐσιῶδες. Θὰ παρακαλέσω ἑπομένως νὰ δοθῇ προσοχὴ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ὅρου τούτου, χωρὶς νὰ ἀρκεσθῶσιν οἱ ἁρμόδιοι εἰς τὴν ἀλληλογραφίαν, ἡ ὁποία προσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸ ὀλίγου ἀνεγνώσθη, καὶ ἀφοῦ ἕνεκεν τῆς ἐλλείψεως τοῦ ἐπιδοτηρίου δὲν ὑπάρχει νόμιμος ἀπόδειξις, κατ’ οὐδένα λόγον δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ ὅρος τῆς ποινῆς, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς τὸν φυγόστρατον, ὀφείλοντα νὰ ὑπηρετήσῃ καὶ τὸν πρόσθετον χρόνον, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος ὁρίζει. Ὁ νόμος ὁ γενικὸς, εἰς τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ προστρέξωμεν, τί ὁρίζει εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν ὑπῆρξεν ἐπιδοτήριον καὶ ἀπωλέσθη; Κανονίζει διαδικασίαν, πῶς θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὑπῆρξε τὸ ἐπιδοτήριον. Ἐὰν λοιπὸν νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν νὰ θεωρήσωμεν τὸν στρατεύσιμον ὑπόχρεων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ νὰ παραγάγωμεν δικαιώματα ἐκ τοῦ ἐπιδοτηρίου, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει σήμερον, τότε πρέπει ν’ ἀποδειχθῇ ἡ ὕπαρξις καὶ ἡ ἀπώλειά του κατὰ νόμιμον τρόπον.
§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ὡμίλησεν ὡσανεὶ προέκειτο ἤδη νὰ χαρακτηρίσωμέν τινα ὡς ἀνυπότακτον. Οὐδένα πρόκειται ἤδη νὰ χαρακτηρίσωμεν ὡς ἀνυπότακτον, οὐδὲ ἀπέβλεπεν εἰς τοῦτο ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργείου. Ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργείου ἀπέβλεπεν εἰς πληροφορίαν, ἂν ὁ καταγγελθεὶς εἶχε χαρακτηρισθῆ ὡς ἀνυπότακτος, καὶ πότε, καὶ ὑπὸ τίνας ὅρους. Αἱ ἀπαντήσεις πείθουσιν, ὅτι εἶχε χαρακτηρισθῆ ὡς ἀνυπότακτος, ὅτι εἶχε χαρακτηρισθῆ ὡς τοιοῦτος ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων, καὶ ὅτι οἱ ἁρμόδιοι εἶχον ὑπ’ ὄψει πάντα τὰ ἀναγκαῖα ἔγγραφα πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν αὐτοῦ ὡς ἀνυποτάκτου. Ἵνα σήμερον ἀποφανθῶμεν, ἄν τις ἦναι ἢ οὐ ἀνυπότακτος, πρέπει πρῶτον νὰ προσφύγωμεν εἰς τοὺς ἔχοντας ἁρμοδιότητα, διότι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν εἶναι τὸ ἁρμόδιον, ἀλλὰ τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον. Τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον εἶχεν ἐνεργήσει ἐν καιρῷ, τὰ δὲ ὑποβληθέντα παρ’ αὐτοῦ ἔγγραφα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι εἶχεν ὁ καταγγελθεὶς τὸν χαρακτῆρα ἀνυποτάκτου· οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὅτι παρεπέμφθη εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, ὅπως καταδιωχθῇ ὡς φυγόστρατος. Ἔχομεν ταῦτα βεβαιωμένα ἐνταῦθα (ἀναγινώσκει): «... Ὅτι ἐν ἑτέρῳ ὀνομαστικῷ καταλόγῳ τῶν ἀνυποτάκτων τῆς ἐπιστρατείας ἐκείνης, δι’ οὗ καὶ ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μηνύσεις, (οἵα καὶ περὶ αὐτοῦ θὰ ἔχῃ ὑποβληθῆ) σημειοῦται ὁ εἰρημένος ὑπὸ τὸν αὔξοντα ἀριθμὸν 608 μὲ ἀριθμὸν διαταγῆς πορείας 350 κτλ.» Βεβαιοῦται, ὅτι παρεπέμφθη εἰς τὴν δικαιοσύνην ὡς φυγόστρατος· πάντα τὰ τοῦ νόμου ἐξετελέσθησαν, ἀποδεικνύεται δέ, ὅτι εἶχον ὑπ’ ὄψει οἱ ἐκτελέσαντες τὰ φύλλα πορείας, διότι, ὡς λέγει ὁ ἀναφερόμενος ἐνταῦθα, ὑπῆρχεν «ἔγγραφον τοῦ Δημάρχου Κορινθίας ὑπ’ ἀριθ. 1148 ἀπὸ 24 Αὐγούστου, βεβαιοῦν τὴν ἐπίδοσιν καὶ τὴν ἐπιστροφὴν εἰς τὸ γραφεῖον τῶν ἐπιδοτηρίων τῶν φύλλων πορείας.» Εἶναι ἄρα ἐπισήμως βεβαιωμένον, ὅτι τὰ ἐπιδοτήρια τῶν φύλλων πορείας εἶχον σταλῆ εἰς τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον, τὸ Στρατολογικὸν δὲ Γραφεῖον ἔπραξε πᾶν ὅ,τι ἔπραξεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπιδοτηρίων τούτων, ἵνα βεβαιώσῃ τὸ ἀνυπότακτον. Ἐβεβαιώθη τὸ ἀνυπότακτον καὶ ἔκτοτε καταλέγεται ὁ περὶ οὗ ἡ ἐπερώτησις ὡς ἀνυπότακτος ἐν πᾶσι τοῖς καταλόγοις τῶν ἀνυποτάκτων. Σήμερον οὐδὲν πρόκειται ἄλλο νὰ πράξωμεν ἢ νὰ βεβαιωθῶμεν, ἂν ἐν καιρῷ ἀπεδείχθη ἀνυπότακτος, ἐβεβαιώθημεν δέ, ὅτι ἐκηρύχθη τότε ἀνυπότακτος, καθ’ ἃ ὁ νόμος κελεύει. Τοῦτο ἀρκεῖ, καὶ οὐδὲν ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ πράξωμεν κατὰ τῶν νομίμως γενομένων.
§72ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ στρατιωτικὸς νόμος κανονίζει ὅλην αὐτὴν τὴν διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἐνηργήθη συμφώνως μὲ τὸν νόμον. Ἀλλὰ δὲν ἀποκλείει ὁ νόμος τὸ δικαίωμα εἰς τὸν θεωρηθέντα φυγόστρατον καὶ ὑπόχρεων, καθ’ ἣν στιγμὴν συλλαμβάνεται ἵνα ἐκπληρώσῃ τὴν ὑποχρέωσιν αὐτοῦ, νὰ ἀμφισβητήσῃ καὶ προσβάλῃ τὰ γενόμενα, στηριζόμενος εἰς τὸν λόγον, ὅτι δὲν ἐξεπληρώθησαν τὰ τοῦ νόμου. Δὲν θεωρεῖται ἐστερημένος τοῦ δικαιώματος τούτου, καθότι, μέχρις οὗ συλληφθῇ ὁ ζητούμενος στρατεύσιμος, ἰσχύουσιν ὅλα τὰ γενόμενα ὑπὸ τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου καὶ πᾶσα ἡ διαδικασία, καθ’ ἣν στιγμὴν ὅμως συλλαμβάνεται, ἔχει ὅλα τὰ νόμιμα μέσα νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτὸν καὶ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν ἀνήκει εἰς τὴν κατηγορίαν, εἰς τὴν ὁποίαν τὸν ἔθεσαν. Ἡ ἐνέργεια τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου εἶναι μονομερής, ὁρίζει τὴν κατάστασιν τοῦ ὑποχρέου εἰς στράτευσιν, ἀλλὰ δὲν τὸν στερεῖ καὶ τοῦ δικαιώματος νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτὸν καὶ νὰ προσβάλῃ πάντα τὰ γενόμενα.
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνώπιον τίνος;
§74ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐνώπιον τῆς στρατολογικῆς ἀρχῆς. Ὑποθέσατε ἓν Στρατολογικὸν Συμβούλιον, ὅτι συλλαμβάνει ἕνα πολίτην χωρὶς νὰ ἐκτελεσθῶσι τὰ τοῦ νόμου. Αὐτὸς ὁ πολίτης δὲν δύναται νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτόν; Ἀφοῦ δύναται νὰ προσβάλῃ δικαστικὴν ἀπόφασιν ἐρήμην αὐτοῦ ἐκδοθεῖσαν, θέλετε νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ προσβάλῃ τὰς πράξεις τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου διὰ τὴν ὑποχρέωσιν τὴν στρατιωτικήν; Δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ ὁ νόμος νὰ ἔχῃ αὐτὸ τὸ πνεῦμα. Αὐτὰ εἶναι ζητήματα πολὺ σπουδαῖα, εἶναι ζητήματα δημοσίας τάξεως. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ συγκεκριμένου σήμερον ζητήματος, ἀλλὰ περὶ τῆς ἐν γένει ἐφαρμογῆς τοῦ στρατολογικοῦ νόμου. Πρέπει πᾶς ὁ προσκαλούμενος νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ὑποχρέωσιν αὐτοῦ, νὰ δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν ὅλων τῶν μέσων πρὸς ὑπεράσπισίν του. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν καὶ πάλιν, νὰ μὴ ἐπιμείνητε εἰς τὴν γνώμην αὐτὴν, χωρὶς νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν.
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς εἰς οὐδὲν ἐπιμένομεν. Ἀρκεῖ νὰ ὑποδείξῃ τις ἡμῖν, ὅτι ὑπάρχει διάταξις νόμου, ἐπιτρέπουσα προσφυγὴν εἰς τὸν περὶ οὗ πρόκειται, καὶ βεβαίως δὲν θέλομεν τῷ ἀρνηθῆ τὴν προσφυγὴν ταύτην. Ἐγὼ γινώσκω, ὅτι δὲν ὑπάρχει διάταξις τοιαύτη, γινώσκω μάλιστα, ὅτι ἐπειράθημεν ἄλλοτε νὰ καταρτίσωμεν τοιαύτην διάταξιν, καὶ μετὰ μακρὰν συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διατυπωθῇ τοιαύτη διάταξις, καὶ διὰ τοῦτο ἀπεσύρομεν κοινῇ συναινέσει τὴν πρότασιν.
§76ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Παρεδέχθημεν ὅμως....
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀνεγνωρίσαμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀναφορᾶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, οὐδὲν ὅμως ἐθεσπίσαμεν περὶ ἀνατροπῆς τῆς ἀποφάσεως, διότι δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ὁρίσωμεν τὴν ἀρχὴν, εἰς ἣν θ’ ἀνετίθετο ἡ ἐνέργεια. Ἐνθυμεῖται ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν γενομένην μακρὰν συζήτησιν, καταλήξασαν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι προτιμότερον νὰ μείνωσι τὰ περὶ τούτου ὡς σήμερον ἔχουσι. Σήμερον, ἂν ἔχῃ δικαίωμα προσφυγῆς ὁ παραπονούμενος, βεβαίως θέλει ἐνασκήσει αὐτὸ, ἂν ὅμως δὲν ἔχῃ προσφυγὴν, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναπληρώσωμεν τὰ κενὰ τοῦ νόμου, οὐδὲ νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν αὐτόν.
§78ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι κενόν.
§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλὰ καὶ ἂν παρείχετο προσφυγὴ εἰς τὸν παραπονούμενον, ἐκ τῶν ἐγγράφων οὐδὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀρυσθῇ εἰς ὑποστήριξιν αὐτῆς. Τὸ ἔγγραφον τοῦ Δημάρχου λέγει, ὅτι στέλλει ἐσωκλείστως τὰ φύλλα πορείας, τὸ πιθανώτερον δὲ εἶναι, ὅτι τὰ φύλλα ταῦτα διεβιβάσθησαν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν καὶ διὰ τοῦτο δὲν εὑρίσκονται ἤδη εἰς τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον, ἀφοῦ ἔχομεν βεβαιωμένον, ὅτι ἐγένετο καταγγελία εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν. Ἀφοῦ ὑπάρχει ἐπίσημον ἔγγραφον, καθ’ ὃ συνημμένα αὐτῷ ἀπεστάλησαν τὰ φύλλα πορείας, ἐκτελεσθέντων τῶν τῆς ἐπιδόσεως, δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι ἐνηργήθησαν τὰ νόμιμα περὶ τοῦ φύλλου πορείας; Ἀφοῦ δὲ ταῦτα νομίμως ἐγένοντο, ἄσκοπος ἡ προσφυγή. Ἐλέχθη πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐγὼ παρέστησα, ὅτι πρὸς νόμιμον ἐνέργειαν ἀπαιτεῖται καταγγελία· ἐγὼ οὐδαμῶς εἶπον τοῦτο· εἶπον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀξιῶτε παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, ὅπως αὐτὸ ἐνεργῇ καὶ ἂν μὴ τῷ δοθῇ καταγγελία, διότι δὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ διηνεκῶς ὑπ’ ὄψει τοὺς καταλόγους τῶν ἀνυποτάκτων καὶ ἐνεργῇ διακεκριμένως περὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἐν αὐτοῖς ἀπρόκλητος τὰ πρὸς καταδίωξιν· ὁσάκις ὅμως γίνεται καταγγελία, εἴτε ἐπίσημος εἴτε ἰδιωτικὴ, περὶ ἀνυποτάκτου, ὁ Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ προκαλῇ ἔρευναν περὶ τοῦ καταγγελλομένου, καὶ ἂν οὗτος ἦναι ἀνυπότακτος, νὰ ἐντέλληται τὴν σύλληψιν. Εἶπον, ὅτι οὐδέποτε παρελείψαμεν τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος τούτου, ὡς καὶ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ. Ἂν δὲ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ δὲν παρελείψαμεν αὐτὸ, τὸ παρελείψαμεν δὲ ἐν ἄλλῃ, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ παρασταθῶμεν ὡς ἀνίσως προσφερόμενοι· ἐνόσῳ ὅμως δὲν ἀποδεικνύεται τοῦτο, τὰ γενόμενα παρίστανται κανονικὰ, παρίστανται οἷα ἐπὶ πάσης ὁμοίας ὑποθέσεως θὰ ἐνηργοῦντο. Τὰ δὲ περὶ Δημάρχου, μὴ συνεννοηθέντος μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, οὐδεμίαν ἔχουσι πρὸς τὸ προκείμενον σχέσιν. Ἄλλοτε ὁ ἐν λόγῳ Δήμαρχος ἦτο πολιτικὸς φίλος τῶν νῦν κυβερνώντων, ἀλλ’ ἐπὶ βραχὺ, μετὰ τοῦτο δὲ ἔπαυσε πᾶσα πρὸς αὐτὸν σχέσις. Ἔκτοτε—πρὸ ὀκταετίας νομίζω— εἰς οὐδεμίαν εἶχον τὴν τιμὴν καὶ τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἔλθω μετὰ τοῦ κ. Ἰωάννου Δηλιγιάννη σχέσιν, οὔτε ἐπίσημο οὔτε ἰδιωτικὴν, οὔτε ἄμεσον οὔτε ἔμμεσον.
§80ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἦτο ἑπόμενον νὰ δώσῃ οἵαν ἔδωσεν ἀπάντησιν εἰς τὸν ἔντιμον ἐξ Ἀχαΐας Βουλευτὴν, ὅστις ἐνόμισεν, ὅτι ἐνταῦθα προσήλθομεν νὰ ἱκετεύσωμεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως ἀνοίξῃ στάδιον διαδικασίας καὶ εὕρωμεν οὕτω τὸ δίκαιόν μας, ὡς χήρα ἀδικηθεῖσα, ἢ ὡς ἀδικηθὲν ὀρφανόν. Ὄχι, δὲν ἐκλιπαροῦμεν· εἴμεθα ἀσυνείθιστοι εἰς τοῦτο. Ἡμεῖς ἤλθομεν νὰ ἐλέγξωμεν, καθ’ ὃ ἔχομεν δικαίωμα, τὴν Κυβέρνησιν, ὡς παραβᾶσαν νόμον, τὸ ἄρθρον 100 τοῦ νόμου 1887. Κρίνομεν ἀνάξιον ἡμῶν, νὰ ἐκτείνωμεν χεῖρα ἱκέτιδα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Οὐδὲ θέλομεν νὰ χαρακτηρίσωμεν τὸ ζήτημα ὡς ζήτημα δημοσίας τάξεως. Ἐνταῦθα πρόκειται νὰ μάθωμεν, ἂν ἐξετελέσθη τὸ ἄρθρον 100 τοῦ νόμου ἐκείνου, ἢ κατὰ παράβασιν αὐτοῦ ἐκηρύχθη ὁ Δηλιγιάννης ἀνυπότακτος. Ἰδοὺ τὸ ζήτημα. Τίνα σχέσιν ἔχει πρὸς τοῦτο ἡ δημοσία τάξις καὶ ἡ διαδικασία; Ἂν ἐκοινοποιήθη διαταγὴ πορείας κατὰ τὸ ἄρθρον 100, ὤφειλε πᾶς ὑπόχρεως νὰ ὑπηρετήσῃ, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της. Τί διαδικασία; Ὀφείλει πᾶς τις νὰ προσέλθῃ, καὶ ἂν δὲν προσέλθῃ νὰ ἐπιτελέσῃ τὴν στρατιωτικὴν ὑποχρέωσιν, ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸν καταδιώξῃ ἀδυσωπήτως, οἱονδήποτε καὶ ἂν φέρῃ ὄνομα, ὅπως καὶ ἂν λέγηται ὁ ὑπόχρεως. Ἀλλ’ ἐδῶ πρόκειται περὶ τοῦ ὅτι ὁ κύριος Δηλιγιάννης δὲν ἔλαβε διαταγὴν πορείας ἐκεῖ, ὅπου εἶχε δηλώσει ὅτι μένει, ὥστε, ἂν τὸν χρειασθοῦν, νὰ τὸν ζητήσουν. Κομίσατε ἡμῖν ἐπιδοτήριον, ὅτι ὁ Πρόξενος τὸν εἰδοποίησεν, ἢ ὅτι ὁ Δήμαρχος ἐκοινοποίησεν εἰς τὴν οἰκίαν του ἢ εἰς τὸν πατέρα του. Ἀλλ’ ὁ Πρόξενος ὤφειλε νὰ τὸν εἰδοποιήσῃ· ποῦ εἶναι τὸ ἐπιδοτήριον; τοιοῦτο δὲν προσάγετε· ἀλλὰ τί προσάγετε; προσάγετε ἓν πρακτικὸν ἑνὸς ἐνομωτάρχου, ὅτι μετέβη εἰς τὰς οἰκίας τῶν καταδιωκομένων ἐν τοῖς χωρίοις, καὶ οὐ μόνον δὲν εὗρε τοὺς φυγοστράτους, ἀλλὰ καὶ οἱ οἰκεῖοι αὐτῶν εἶχον διασπαρῆ εἰς τὰ ὄρη!... Εἶναι ταῦτα σπουδαῖα; Καὶ τίνα σημασίαν ἢ δύναμιν ἔχουσι τοιαῦτα πρακτικὰ ὑπενωμοταρχῶν, τὰ ὁποῖα προσάγετε; τί λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός; μᾶς βεβαιοῖ, ὅτι ἐκοινοποιήθη ἡ διαταγὴ πορείας· ἀλλ’ οὐδὲν ἄρθρον τοῦ νόμου ΨΙϚʹ λέγει, ὅτι τότε θεωρεῖται κοινοποιηθεῖσα ἡ πρὸς τὸν ἐπίστρατον διαταγὴ πορείας, ὅταν ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς βεβαιοῖ, ὅτι ἐκοινοποιήθη, ὡς ἐπίσης οὐδὲν ἄρθρον τοῦ εἰρημένου νόμου περιλαμβάνει, ὅτι, ὅταν ὁ Δήμαρχος βεβαιοῖ, ὅτι ἐκοινοποίησε διαταγὴν πορείας, ἡ βεβαίωσις αὕτη σημαίνει, ὅτι ἐκοινοποιήθη. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἕπεται, ὅτι δὲν ἔχετε ν’ ἀποδείξητε, ὅτι ἐξεπληρώσατε τὰ τοῦ νόμου, καὶ μὴ ἐκπληρώσαντες τὰ τοῦ νόμου, δὲν δικαιοῦσθε νὰ κηρύξητε αὐτὸν ἀνυπότακτον, οὔτε σεῖς, οὔτε ὁ Βασιλεὺς, οὔτε ἄλλος τις. Διότι ἀνυπότακτος λέγεται ὁ προσκληθεὶς καὶ μὴ ἐμφανισθείς· αὐτὸς δὲ δὲν προσεκλήθη. Ἀλλ’ ἔστω· ἀφοῦ ἐκηρύξατε αὐτὸν ἀνυπότακτον, διατὶ δὲν τὸν συνελάβατε ἀπὸ τοῦ 1883; Οὐδὲν περὶ τούτου ἀπολογεῖσθε. Σᾶς ἀνέφερον, ὅτι κατ’ ἔτος προσήρχετο εἰς τὰς ἐμπορικὰς αὐτοῦ ὑποθέσεις καὶ διέτριβεν ἐν Ἑλλάδι. Σεῖς ἀπαντᾶτε, ὅτι ἐκρύπτετο, χωρὶς νὰ ἐνθυμῆσθε, ὅτι ὁμιλεῖτε πρὸς Ἕλληνας. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ πιστευθῆτε, ἰσχυριζόμενοι, ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ Δηλιγιάννη ἐκρύπτετο, ἄνθρωπος διαχειριζόμενος πολλὰ ἑκατομμύρια σταφιδοκάρπου, ἔχων ἀντιπροσώπους εἰς πᾶσαν τὴν Κορινθίαν; ἄνθρωπος, διευθύνων μέγαν ἐμπορικὸν οἶκον, ἠδύνατο νὰ κρυβῇ; Καὶ ἔχετε τὴν ἀξίωσιν νὰ θεωρῆσθε σπουδαῖοι, τοιαῦτα προβάλλοντες, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς θὰ ἔλεγεν! ὡς δὲν εἶναι οὐδὲ τοῦτο σοβαρὸν, τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸ μικροῦ ῥηθὲν, ὅτι ἐπεριμένατε νὰ καταγγελθῇ, ὅπως καταδιώξητε ἀνυπότακτον ἐπίστρατον. Νομίζετε, ὅτι, πᾶν ὅ,τι λέγετε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι τὸ λέγετε σεῖς, διὰ τοῦτο εἶναι σπουδαῖον; Κατὰ τὰ 1883, 1884, 1885, 1886, 1887, 1888 ἤρχετο ἐνταῦθα ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους καὶ ἐπὶ τόσους περιτελλομένους ἐνιαυτοὺς ἐπεσκέπτετο τὴν Ἑλλάδα, καὶ δὲν τὸν συνελαμβάνετε, καὶ ἤδη δικαιολογεῖσθε, ὅτι περιεμένετε, ὅπως τὸν συλλάβητε, νὰ καταγγελθῇ ἀπὸ ἕνα σταθμάρχην! Ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τοῦτο, τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν νομίμως ἐκλήθη· ἀλλὰ δὲν προσεκλήθη. Ἐγὼ φρονῶ καὶ πιστεύω τοῦτο, καὶ ὁ ἀξιότιμος πατήρ του μὲ διεβεβαίωσεν, ὅτι δὲν προσεκλήθη· διότι, ἂν ἐκαλεῖτο, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἤθελε προσέλθει, διότι πάντες γνωρίζετε τὸν ἔντιμον χαρακτῆρα τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ὅστις εἶναι ὁ πρῶτος πολίτης τῆς Κορινθίας, καὶ ἔπρεπε νὰ συλλογίζησθε, ὁμιλοῦντες οὕτω πως περὶ αὐτοῦ, ἀφίνοντες ὑπαινιγμοὺς ἀναξίους.
§81ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀκόμη ἔναυλον εἰς τὰς ἀκοάς σας ὅ,τι εἶπον. Ἡ ἀγόρευσίς μου ἦτο σαφὴς, καὶ μάλιστα κατὰ τὴν ἐκτύλιξιν τῶν πραγμάτων κατήγγειλα τὸν Πρωθυπουργὸν ὡς δράστην τῶν παρανόμων καὶ προσωπικῶν πράξεων κατὰ τοῦ ἐπιστράτου Δηλιγιάννη. Μήπως ὁ κ. Δημητριάδης ἐνόμισεν, ὅτι αὐτὸν ὑπηνιττόμην, ὡς καταγγείλαντα τὸν Δηλιγιάννην ὡς ἀνυπότακτον, καὶ διὰ τοῦτο ἀσχάλλει;
§82ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον τίποτε διὰ σᾶς.
§83ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ περιμένω νὰ ἔλθῃ τὸ ἔγγραφον, ἵνα ἴδωμεν, τίς ὁ καταγγείλας· ἐπεκαλέσθην δὲ τὸ ἔγγραφον διὰ τὴν ἡμερομηνίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπήντησε πρὸς τὸν ἐξ Ἀχαΐας κ. συνάδελφον, ὅτι τὰ ἐπιδοτήρια ἐστάλησαν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν. Ἀλλὰ διατὶ ἐντὸς τούτων δὲν εὑρίσκεται τὸ τοῦ Δηλιγιάννη; Ἂν, ὡς ἰσχυρίζεσθε, εὑρίσκεται εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, διατὶ δὲν ἐστείλατε νὰ τὸ ζητήσητε; Κατηγορεῖσθε, ὅτι τὸν ἀνεψιὸν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως συνελάβετε παρανόμως, καὶ νομίζετε, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προσαγάγητε ὅλας τὰς ἀποδείξεις, ἵνα πείσητε πάντας, ὅτι δὲν προσηνέχθητε κομματικῶς, ἀλλ’ ἔρχεσθε μὲ περιλήψεις, αἵτινες δὲν ἠξεύρω ἂν ἦναι καὶ ἀκριβεῖς, καὶ νομίζετε, ὅτι θὰ πείσητε, ὅτι ἐννόμως ἐνεργήσατε καὶ οὐχὶ ἐλαυνόμενοι ἀπὸ πάθη ποταπά; Αὐτὰ εἶναι ἀνάξια τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχετε. Δὲν σᾶς ἐδόθη ἡ ἐξουσία, διὰ νὰ τὴν μεταχειρίζησθε πρὸς ἐκδίκησιν προσωπικῶν παθῶν κατὰ τῶν ἀντιπάλων σας... Ἀλλ’ εἶναι αὐτὴ καὶ μόνη, Κύριοι, ἡ κατὰ Δηλιγιάννη πρᾶξις τῶν κυβερνώντων; Ἐὰν δὲν ἐσεβόμην τὸ ὕψος τῆς θέσεως τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐὰν δὲν ἐσεβόμην ἐμαυτὸν, ἐὰν δὲν ἐλυπούμην τὸν Πρωθυπουργὸν, ἤθελον ἀναφέρει καὶ ἄλλην παρανομίαν κατὰ τοῦ ἰδίου προσώπου τοῦ κ. Δηλιγιάννη, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι διαχειρίζεται τὴν ἀρχὴν φατριαστικώτατα κατὰ πάντων τῶν ἀντιφρονούντων αὐτῷ, μετὰ τόσου δὲ πάθους, ὥστε οὐδὲ πρὸ αὐτοῦ τοῦ Δηλιγιάννη δὲν σταματᾷ.... Δὲν θὰ τὴν ἀναφέρω. Ἡσυχάσατε. Δὲν καταδέχομαι νὰ φανῶ κατὰ τοσοῦτον ἀπηνὴς πρὸς αὐτόν. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀρκετά. Ἐκτὸς τούτου ὅμως, Κύριοι, κατὰ τὴν ἀπάντησίν του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῶν διαπραγματεύσεων, τὰς ὁποίας κατήγγειλα ὑμῖν, καὶ ἐπίστευσεν, ὅτι, κατηγορηματικῶς διαψεύδων τὰ περὶ τούτων, ἤθελε γίνει πιστευτός. Νομίζεις, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὅτι ἔχουσι κῦρος πλέον οἱ λόγοι σας; Καὶ πιστεύετε, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν σᾶς γνωρίζει ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ μὴ δίδῃ κἀμμίαν σημασίαν εἰς ὅ,τι ἐκ τῶν χειλέων σου ἐξέρχεται; Καὶ νομίζεις, ὅτι δὲν ἐνθυμεῖται, ὅτι ἀπὸ τῆς ἀναῤῥήσεώς σου εἰς τὴν ἀρχὴν μέχρι σήμερον δὲν κατεφωράθης πάντοτε ψευδόμενος; Καὶ μήπως ἐγὼ καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν συναδέλφων, διὰ νὰ μὴ εἴπω πάντες, δὲν ἀπεδείξαμεν τοσάκις, ὅτι, ἀναγινώσκων ἔγγραφα ἐπίσημα, ἔλεγες ἄλλα, παρ’ ὅ,τι εἰς αὐτὰ ἀνεγράφοντο; Ἐὰν ἐλησμόνησες σὺ ἑαυτὸν, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς σὲ γνωρίζει καὶ δὲν ἀμφιβάλλει, ὅτι ἡ ἀλήθεια εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν κατήγγειλα. Ἠθελήσατε νὰ τιμωρήσητε τὸν Δηλιγιάννην διὰ τὴν ἀνυποταξίαν του. Θὰ ὑποβάλλητε τὸ Δημόσιον εἰς ἀποζημιώσεις, διότι, θέλοντες νὰ ὑπηρετήσητε τὰ πάθη σας, παρηνομήσατε.
§84ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐξ ὅσων ἐλέχθησαν, ἡ Βουλὴ ἐπείσθη βεβαίως, ὅτι κατὰ τὸν τότε ἰσχύοντα νόμον ἡ ὑποχρέωσις τοῦ πολίτου εἰς τὸ ἐπιστρατεύεσθαι συνεδέετο μὲ τὴν πρὸς τοῦτο ἀτομικὴν αὐτοῦ πρόσκλησιν, τουτέστι μὲ τὴν κοινοποίησιν διαταγῆς πορείας εἰς τὴν κατοικίαν του· τουτέστιν, ὅτι ἡ κοινοποίησις τῆς διαταγῆς ταύτης ἦτο ὅρος sine qua non τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ πολίτου, νὰ προσέλθῃ καὶ ὑπηρετήσῃ ἐν τῷ στρατῷ ὡς ἐπίστρατος. Ἐρωτᾶται νῦν, ὁ ὅρος οὗτος ἐξετελέσθη; ἰδοὺ ποῦ κεῖται τὸ ὅλον ζήτημα. Διὰ νὰ πεισθῶμεν, ὅτι ὁ ὅρος ἐξετελέσθη καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν συνελήφθη παρανόμως ὁ πολίτης, ἔπρεπε νὰ προσαχθῇ τὸ ἐπιδοτήριον. Ἀλλὰ τί ἀπαντᾷ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; Τὸ ἐπιδοτήριον, λέγει, ὑπῆρχεν ὑπ’ ὄψει τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου, τὸ ὁποῖον ἐκήρυξε τότε τὸν νέον Δηλιγιάννην ἀνυπότακτον. Ποία ὅμως ἡ περὶ τούτου ἀπόδειξις; Ἡμεῖς ἐδῶ, οἱ ἐλέγχοντες τὰς πράξεις τῶν ὀργάνων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, δὲν ἔχομεν ἆρά γε τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν δεόντως καὶ κατὰ νόμον ἐκηρύχθη λιποτάκτης ὁ Δηλιγιάννης, καὶ νὰ ἐρωτήσωμεν, ποῦ εἶναι τὸ ἐπιδοτήριον; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὠχυρώθη ὄπισθεν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου· ἐλησμόνησεν ὅμως, ὅτι ὁ νέος Δηλιγιάννης, μαθὼν ὅτι ἐκηρύχθη ἀδίκως ἀνυπότακτος, κατέφυγε παραπονούμενος πρὸς αὐτὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τὸν κατέστησεν οὕτω ὑπόχρεων, ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς προσφυγῆς του. Τί ἔπραξε τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν; Σιωπηρῶς ἐδέχθη τὴν αἴτησιν τοῦ παραπονουμένου. Λέγω δὲ, ὅτι ἐδέχθη σιωπηρῶς, διότι οὐδὲν ἀπεφάσισεν ἐπὶ τῆς αἰτήσεως, ἀλλ’ ἄφησεν αὐτὸν, τὸν ἀνυπότακτον πολίτην, ὁ ὁποῖος ἐν τούτοις παρουσιάζετο αὐτόκλητος ἐνώπιον τῆς ἁρμοδίας πρὸς σύλληψίν του ἀρχῆς, ἐλεύθερον νὰ ἔρχηται κατ’ ἔτος εἰς τὴν Ἑλλάδα, νὰ μεταβαίνῃ ὅπου θέλει, μετὰ παρέλευσιν δὲ ὀκτὼ ὅλων ἐτῶν συλλαμβάνει αὐτὸν, ὡς ἐξ ἐνέδρας, ὡς κακοῦργον, φεύγοντα τὰς ἀρχὰς καὶ κρυπτόμενον. Ἰδοὺ ποῦ κεῖται ἡ πλημμελὴς ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ὅτε, ἐπαναλαμβάνω, ὁ πολίτης ἀνεφέρθη εἰς αὐτὸν καὶ παρεπονέθη, ὅτι ἀδίκως ἐκηρύχθη ἀνυπότακτος, χωρὶς νὰ προσκληθῇ νομίμως, εἰς ἐπιστράτευσιν, ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ, ἂν τὸ παράπονον τοῦ πολίτου εἶχεν ἢ ὄχι ὑπόστασιν, καὶ μάλιστα αὐτὸς, ὁ ὁποῖος φρονεῖ, ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ ἑρμηνεύῃ καὶ τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις. Αὕτη εἶναι ἡ πρώτη παρατήρησις. Ἡ δευτέρα στρέφεται εἰς τὸν τρόπον τῆς ἐκτελέσεως. Δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ φερθῇ ὡς ἐφέρθη πρὸς υἱὸν εὐπατρίδου, περιφανεῖς προσενεγκόντος ἐκδουλεύσεις εἰς τὸν τόπον· δὲν ἔπρεπε νὰ συλλάβῃ ἐξ ἐνέδρας, καὶ ὡς φυγοδικοῦντα κακοῦργον, πολίτην, ὅστις δὲν ἐκρύπτετο, οὐδ’ ἐφυγοστράτει, ἀλλ’ ἐπαρουσιάζετο εἰς τὰς ἀρχὰς, διαμαρτυρόμενος, ὅτι δὲν εἶναι ἀνυπότακτος. Ἰδοὺ οἱ δύο λόγοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζω τὴν ἐπίκρισιν, τὴν μομφήν μου κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπεθύμουν δὲ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς παρατηρήσεις μου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν· ἂν δὲ δὲν ἀπαντήσῃ, ἐπιφυλάσσομαι μετὰ τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα, νὰ προκαλέσω νέαν περὶ τῆς σκανδαλώδους ταύτης ὑποθέσεως συζήτησιν.
§85ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πᾶν ἔγγραφον ζητηθὲν ἢ ζητηθησόμενον θέλει προσαχθῆ, τὰ δὲ ἔγγραφα, περὶ ὧν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐποιήσατο μνείαν, θὰ ὑπάρχωσιν ἴσως ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου. Ἕν τούτων ὑποθέτω ὅτι θὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου, ἀφοῦ καὶ ἐν ἐκθέσει τοῦ Ὑπουργείου περὶ τῆς ὑποθέσεως μνημονεύεται. Ὁ κ. Βουλευτὴς παρέστησεν, ὅτι, ἀφοῦ κατόπιν τῆς ἀποφάσεως ὁ ἀνυπότακτος οὗτος ἐποιήσατο αἴτησιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἔπρεπεν ἡμεῖς νὰ δηλώσωμεν, τί ἐγένετο ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ταύτης· διότι, ἐὰν ἡ αἴτησίς του δὲν προεκάλεσεν ἐνέργειαν, τοῦτο ἤρκει, ἵν’ ἀπαλλάξῃ αὐτὸν τῆς ἀνυποταξίας. Εἰδικῶς περὶ τοῦ ζητήματος τούτου δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἀπαντήσω, καὶ θέλω ζητήσει πληροφορίας· δύναμαι ὅμως ἀπὸ τοῦδε νὰ εἴπω, ὅτι εἰδικῶς τι δὲν ἐγένετο, διότι ἠξεύρω, ὅτι ἐγένετό τι γενικῶς· ἠξεύρω ὅτι ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῶν ἐκ τῶν προσφυγῶν, ἐπειδὴ ὁ νόμος οὐδὲν διέτασσεν, ἐδέησε νὰ ληφθῇ μέτρον τι, ἔστω καὶ αὐθαίρετον, ἐδέησεν ὅπως ὁ Ὑπουργὸς συστήσῃ ἐπιτροπήν, περὶ ἧς ὁ νόμος οὐδὲν προνοεῖ. Συνεστήθη ἡ ἐπιτροπὴ ἐκ τοῦ γενικοῦ ἀρχιάτρου, ὡς τμηματάρχου τοῦ ὑγειονομικοῦ τμήματος παρὰ τῷ ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐκ τῶν τμηματαρχῶν ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ καὶ ἐπὶ τῆς στρατολογίας, ἔλαβε δὲ ὅλας τὰς μέχρι τῆς συστάσεως αὐτῆς προσφυγὰς ὑπ’ ὄψει καὶ ἀπέῤῥιψε πάσας· ἑπομένως, ἐὰν ὑπῆρχε καὶ προσφυγὴ τοῦ εἰρημένου ἀνυποτάκτου, καὶ αὐτὴ βεβαίως ἀπεῤῥίφθη· περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία. Ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἠρκέσθη εἰς ταῦτα, ἀλλ’ ἐπέκρινε καὶ τὸν τρόπον τῆς συλλήψεως τοῦ ἀνυποτάκτου. Πρόκειται περὶ εὐπατρίδου, εἶπε, καὶ ἔπρεπε νὰ λάβωμεν εἰδικὰς προφυλάξεις ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ νόμου. Ἐλάβομεν καταγγελίαν, ἐπὶ ταύτης δὲ εἰργάσθημεν πρὸς ἐξακρίβωσιν τοῦ ἀληθοῦς αὐτῆς, ἀφοῦ δὲ ἐπληροφορήθημεν, ὅτι πράγματι ἦτο ἀνυπότακτος ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος, ἐξεδώσαμεν διαταγὴν κατὰ τὸν συνήθη τύπον πρὸς τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς, ἵνα προβῶσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν τοῦ νόμου. Οὐδὲν ἐλάβομεν μέτρον ἐξαιρετικόν. Ἐὰν ἐπὶ τῇ καταγγελίᾳ ἐλαμβάνετο μέτρον ἐξαιρετικὸν, τότε θὰ ἠδύνατο νὰ προσαφθῇ μῶμος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν μετεχειρίζεται πρὸς πάντας ταὐτὰ μέτρα καὶ ταὐτὰ σταθμά.
§86ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ κατατεθῇ ἡ ἀπόφασις, ὡς καὶ τὰ ἐπιδοτήρια πάντα, καὶ ὅσα εἶναι εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦ Δημάρχου, καὶ αἱ ἀποφάσεις, αἱ ἐκδοθεῖσαι συνεπείᾳ τῶν καταγγελιῶν, διότι ἐκεῖ θὰ ἴδωμεν, ἐὰν ὑπάρχῃ ἐπιδοτήριον καὶ ἂν ἐξεδόθη ἀπόφασις.
§87ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ ἡ ἐπιτροπή, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, συνεστήθη βραδύτερον, κατὰ τὸ 1886, ἐνῷ ἡ προσφυγὴ τοῦ ἀναφερομένου ἐγένετο κατὰ τὸ 1882. Μήπως ὑπάρχῃ σύγχυσις; Παρακαλῶ νὰ ἐξετασθῇ τὸ πρᾶγμα.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 45,000 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1889. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 99).
§89ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης ὑπὸ τῶν καπνοπωλῶν Ἰθάκης ἀναφορᾶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔφερε παρατηρήσεις καὶ συνάμα ὑπέδειξε τὸ μέτρον, ὅπερ θὰ λάβῃ πρὸς θεραπείαν τῶν γενομένων παραπόνων. Αἱ παρατηρήσεις αὐτοῦ κατὰ πρῶτον περιεστράφησαν ὡς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἀναφορᾶς καὶ ὡς πρὸς τὰ παράπονα, τὰ ὑποβαλλόμενα ὑπὸ τῶν πολιτῶν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἰσχυρίσθη δὲ, ὅτι τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ἀφορᾷ εἰς νομοθετικὴν ἐργασίαν, δὲν εἶναι ἀντικείμενον ἐπερωτήσεως. Ἀλλὰ τοῦτο πάντες γνωρίζομεν, ἀφοῦ παραπονοῦνται κατὰ νόμου ὑπάρχοντος καὶ λειτουργοῦντος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ διορθωθῇ μόνον δι’ ἑτέρου νόμου. Ἀλλ’ οἱ παραπονούμενοι φρονοῦσιν, ὅτι οἱ Βουλευταὶ καὶ ἡ Κυβέρνησις πρὸς τοῦτο κυρίως παρίστανται ἐνταῦθα, ἵνα θεραπεύωσι τὰς ἀποδεικνυομένας ἀνάγκας καὶ ἐξετάζωσι τὰ δίκαια παράπονα τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐὰν ἀναγνωρίζῃ τὸ δίκαιον,—τὸ δὲ ζήτημα ἀποτελεῖ ἀντικείμενον νομοθετικῆς ἐργασίας — ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, ὅπως φέρῃ θεραπείαν, μὴ δυναμένων τῶν Βουλευτῶν νὰ ὑποβάλωσι τοιοῦτον, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὰ νομοσχέδια τῶν Βουλευτῶν, μὴ ὑποστηριζόμενα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν φέρουσιν εἰς πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Ὅτι δὲ τὰ παράπονα τῶν καπνοπωλῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὰ ἀνεγνώρισεν ὡς βάσιμα, τὸ ὁμολογεῖ ὁ ἴδιος, ἀφοῦ ἀπεφάσισε νὰ τὰ διορθώσῃ, οὐχὶ νομοθετικῶς, ἀλλ’ ἐκτελεστικῶς, διότι φρονεῖ, ὅτι δικαιοῦται δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος νόμου νὰ τὸ πράξῃ. Ἀλλ’ ἡ βάσις, ἐφ’ ἧς τὰ παράπονα στηρίζονται, δὲν εἶναι ἡ ὑποχρέωσις τῶν καπνοπωλῶν ν’ ἀγοράζωσι τὸ σιγαρόχαρτον, ἀλλ’ ἡ ὑποχρέωσις αὐτῶν ν’ ἀγοράζωσι πλειότερον τοῦ ἀναγκαιοῦντος. Τὸ παράπονον στηρίζεται εἰς ἀρχὴν, ἥτις μέχρι τοῦδε οὐδέποτε ἠμφισβητήθη, ἀλλ’ ἐπέπρωτο νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον καὶ ἡ τοιαύτη ὑπόθεσις. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διϊσχυρίσθη, ὅτι, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ φόρου καταναλώσεως, δύναται νὰ τὸν ἐπιβάλῃ εἰς τὸν καταναλωτὴν, ἐνῷ μέχρι τοῦδε κατέβαλλον αὐτὸν οἱ καπνοπῶλαι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι οἱ καταναλωταὶ, καὶ ἑπομένως, ὅτι δικαιοῦται ἐκτελεστικῶς νὰ ὑποχρεώσῃ τοὺς πολίτας, ὅταν ἀγοράζωσι καπνὸν, ν’ ἀγοράζωσι καὶ τὸ σιγαρόχαρτον. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον, Κύριοι, δὲν εἶναι ὀρθόν· καὶ ἂν μέχρι τοῦδε τὸ ἔπραττε νομίμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νῦν θὰ τὸ πράξῃ παρανόμως. Κατὰ τὸν νόμον, ὑποχρεοῦνται οἱ καπνοπῶλαι ν’ ἀγοράζωσι τὸ σιγαρόχαρτον, οὐχὶ ὅμως καὶ οἱ πολῖται· ἂν ὅθεν τὸ πράξῃ, θὰ ἐπιβάλῃ φόρον παράνομον, οὐ μόνον, ἀλλὰ θὰ πράξῃ καί τι παράλογον καὶ ἀντιβαῖνον εἰς πᾶσαν οἰκονομολογικὴν ἀρχήν· διότι τί ἐστὶ φόρος καταναλώσεως; ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον πληρόνει ὁ ἀγοράζων τὸ φορολογούμενον ἀντικείμενον καὶ καταναλίσκων αὐτό. Δύνασθε ὅθεν νὰ ὑποχρεώσητε εἰς καταβολὴν φόρου πολίτας, μὴ ποιοῦντας χρῆσιν τοῦ φορολογητέου ἀντικειμένου; Ἐὰν τοῦτο ἰσχυρίζηται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἰσχυρίζεται τὸν μεγαλείτερον παραλογισμὸν, ὑποστηρίζει ὅ,τι οὐδεὶς μέχρι τοῦδε ὑπεστήριξεν, ὅ,τι εἰς πεπολιτισμένον Κράτος δὲν ἠκούσθη. Οἱ ἰσχυρισμοὶ τῶν καπνοπωλῶν, γνωρίζετε πάντες, ὅτι εἶναι ἀληθεῖς, διότι πάντες γνωρίζετε, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δίδεται εἰς ἑκάστην ὀκᾶν καπνοῦ, εἶναι δυσανάλογον μὲ τὸν καπνὸν, ὁ ὁποῖος θὰ ἐξοδεύσῃ τὸ σιγαρόχαρτον· ἐὰν λοιπὸν, ἀντὶ τῶν καπνοπωλῶν, ὑποχρεώσητε τὸν φορολογούμενον ν’ ἀγοράσῃ σιγαρόχαρτον, τοῦ ὁποίου δὲν θὰ κάμῃ χρῆσιν, δὲν τὸν ὑποχρεοῦτε νὰ πληρώσῃ φόρον, τὸν ὁποῖον δὲν ὀφείλει; Τοῦτο δὲ συμβαίνει, εἴτε διότι τὸ ποσὸν τοῦ σιγαροχάρτου εἶναι ἀνώτερον τοῦ ἀναλογοῦντος εἰς τὸν καπνὸν ποσοῦ, εἴτε διότι ὑπάρχουσι πολῖται, οἵτινες δὲν καπνίζουσι μὲ σιγαρόχαρτον, ἀλλὰ δι’ ἄλλων μέσων, διὰ τσιμπουκίου κτλ. Πῶς θέλετε νὰ ὑποχρεώσητε τοὺς πολίτας τούτους νὰ ἀγοράζωσι σιγαρόχαρτον, ἐνῷ δὲν θὰ ποιήσωσι χρῆσιν αὐτοῦ, καὶ ἑπομένως νὰ τοῖς ἐπιβάλητε φόρον καταναλώσεως δι’ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ καταναλώσωσι; Διὰ νὰ ἐννοήσητε τὸ παράλογον τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ λάβητε, ἐκτείνατε τὸ μέτρον σας εἰς ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον σχεδὸν ἔχει γενικὴν κατανάλωσιν, καὶ τότε θὰ ἴδητε τὰς συνεπείας τῆς τοιαύτης ἀρχῆς, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζετε τὴν φορολογίαν σας. Ὑποθέσατε π. χ. ὅτι κατὰ μέσον ὅρον ἕκαστος πολίτης καταναλίσκει διὰ μίαν ὀκᾶν καφὲ ζάχαριν ὀκάδας τέσσαρας, καὶ ὑποχρεώσατε ἅπαντας τοὺς πολίτας Ἕλληνας, ἀγοράζοντες τὸν καφὲν, ν’ ἀγοράζωσι καὶ τετραπλασίαν ζάχαριν, τὴν ὁποίαν δὲν καταναλίσκουσι· δὲν εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό; ἢ τοὺς ἀγοράζοντας ζάχαριν, νὰ ἀγοράζωσι καὶ τὸν ἀναλογοῦντα καφὲ, ἀδιάφορον ἐὰν πίνωσι καφὲ ἢ οὔ. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ ζαχάρεως καὶ καφὲ, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ πωλήσωσιν ὁπόταν θέλωσιν· ἀλλὰ τί θὰ κάμωσι τὸ σιγαρόχαρτον, τοῦ ὁποίου δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην καὶ τὸ ὁποῖον θὰ περισσεύῃ εἰς ἕκαστον καπνίζοντα. Θὰ χρησιμεύσῃ, ὡς ἐχρησίμευσε μέχρι τοῦδε, εἰς τοὺς καπνοπώλας, οἵτινες ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα διαθέτουσι πρὸς ἐνάσκησιν τοῦ ἐμπορίου των, τὰ μεταβάλλουσιν ὅλα εἰς σιγαρόχαρτον, ὑποχρεοῦνται δὲ νὰ πωλῶσι τοῦτο, ἐνῷ τὸ ἠγόρασαν ἀντὶ 20 λεπτῶν, ἀντὶ 15 καὶ 10. Εἰς τοιαῦτα ἀποτελέσματα φέρει τὸ μέτρον σας. Σήμερον δὲ τί λέγετε; Ἀναγνωρίζετε τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς τοὺς καπνοπώλας, ἀναγνωρίζετε ὅτι ὁ νόμος καθιεροῖ ἀδικίαν, καὶ ἀποφασίζετε ἐπὶ τέλους νὰ φέρητε μίαν διόρθωσιν· ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ διόρθωσις; φέρετε τὴν διόρθωσιν, τὴν ὁποίαν ὑποδεικνύουσι τὰ παράπονα, ἢ τὴν ἐξαλείφουσαν τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα ἐγέννησαν τὰ παράπονα καὶ τὰ ὁποῖα προὐκάλεσαν τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Ὄχι. Τὰ παράπονα τῶν καπνοπωλῶν ἐπικτείνετε νῦν εἰς ὅλην τὴν κοινωνίαν, καὶ ἐπειδὴ οἱ καπνοπῶλαι εἶναι ὀλίγοι τὸν ἀριθμὸν, ἡ δὲ ζημία καθίσταται ἐπαισθητὴ, ἐπεκτείνετε τὴν ζημίαν εἰς ὅλους τοὺς καπνίζοντας, διὰ νὰ τὴν καταστήσητε ἀνεπαίσθητον, καὶ ἰσχυρίζεσθε τὴν θεραπείαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Ὡς ἐκ τούτου ἠναγκάσθην, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ παρατηρήσεως τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ νὰ προτρέψω καὶ τοὺς κκ. Βουλευτὰς τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος, οἱ ὁποῖοι βεβαίως εἶναι ἐνήμεροι τοῦ ζητήματος, διότι τὰ αὐτὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἠκούσαμεν, ἤκουσαν καὶ αὐτοὶ, ἵνα ἐπιμείνωσι παρὰ τῷ κ. Πρωθυπουργῷ πρὸς θετικὴν διόρθωσιν διὰ τῆς ὑποβολῆς νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ὁρίζωνται 8 φυλλάδια σιγαροχάρτου ἀνὰ ἑκάστην ὀκᾶν καπνοῦ, διότι τοῦτο εἶναι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐν γένει ἅπαντες οἱ καπνοπῶλαι καὶ οἱ καπνίζοντες θεωροῦσιν ὡς ἀρκετὸν πρὸς κατανάλωσιν τῆς ὅλης ὀκᾶς τοῦ καπνοῦ. Δὲν πρέπει λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν γνώμην του, ἀφοῦ μάλιστα ἀνεγνώρισεν, ὅτι ὀφείλει νὰ φέρῃ διόρθωσιν, διότι ἀκριβῶς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον πράττει, δὲν εἶναι ὀρθὸν, ἀλλ’ οὔτε λογικὸν, διότι σὺν τοῖς ἄλλοις, ὅπως διορθώσῃ τὸ ἄτοπον δι’ ἑτέρου ἀτόπου, ὑποχρεοῦται νὰ ἐγγράψῃ καὶ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν σπουδαῖον κονδύλιον, διότι ὑποχρεοῦται νὰ πολλαπλασιάσῃ τὰ φυλλάδια, διαιρῶν ἕκαστον εἰς τρία ἢ τέσσαρα φυλλάδια, ἡ δὲ διαίρεσις καὶ ὁ πολλαπλασιασμὸς ἐπιβάλλουσι σπουδαίαν δαπάνην εἰς τὸ Κράτος, ἐνῷ, ἂν διορθώσῃ θετικῶς τὸ κακὸν, καὶ ἡ δαπάνη αὕτη θὰ ἐκλείψῃ καὶ τὰ παράπονα, καὶ προφανῆ παρανομίαν θ’ ἀποφύγῃ.
§90Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν τὰς παρατηρήσεις ἐκρίνετε ἀναγκαῖον νὰ προβάλητε διὰ νὰ διαφωτίσητε τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῶν συμβαινόντων ἀδικημάτων κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ τοῦ ἐπιβεβλημένου δικαιώματος τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ σιγαροχάρτου, νομίζω, ὅτι ἦτο περιττὸν νὰ προβάλητε τοιαύτας παρατηρήσεις, διότι ὑπάρχει ῥιζικὴ διαφωνία μεταξὺ ὑμῶν καὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ὑμεῖς νομίζετε, ὅτι φόρος καταναλώσεως εἶναι εἰσφορὰ τῶν πολιτῶν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον δι’ ὅσα καταναλώσουσιν ἀντικείμενα, ὑποκείμενα εἰς τὴν πληρωμὴν τῆς εἰσφορᾶς ταύτης· ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν ἔχει τὴν ἰδέαν ταύτην, ὁ Πρωθυπουργὸς νομίζει, ὅτι ὁ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλεται δικαίωμα ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, εἶναι νόμος ἐκβιασμοῦ τῶν πολιτῶν, νὰ καταναλίσκωσι καὶ ὅταν δὲν θέλωσι νὰ καταναλώσωσι. Τοιοῦτον ἐκβιασμὸν μετῆλθε διὰ τοῦ νόμου περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ σιγαροχάρτου. Ὑπάρχουσιν, ὡς παρετηρήσατε, καπνίζοντες, ὄχι διὰ σιγαροχάρτου, ἤτοι διὰ σιγαρέτων, ἀλλὰ διὰ καπνοσύριγγος, τσιμπουκίου, ἀλλὰ κατὰ τὸν νόμον ὑποχρεοῦνται νὰ ἀγοράζωσι σιγαρόχαρτον. Δὲν θέλουσι, διότι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην σιγαροχάρτου, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐκβιασθῶσι νὰ πληρώσωσι φόρον ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου καὶ ἂν δὲν θέλωσιν. Ὑπάρχουσιν οἱ καπνίζοντες σιγαρέτα, ἀλλ’ ὑποχρεοῦνται νὰ ἀγοράζωσι περισσότερον σιγαρόχαρτον, ἀφ’ ὅσον ἔχουσιν ἀνάγκην. Ἀγοράζουσι μίαν ὀκᾶν καπνοῦ, ἀλλ’ ἀγοράζουσι σιγαρόχαρτον διὰ μίαν καὶ ἡμίσειαν ὀκᾶν καπνοῦ. Τοιουτοτρόπως ὁ Πρωθυπουργὸς ἐφαρμόζει τὸ δικαίωμα τοῦ φορολογεῖν, ὅταν πρόκηται νὰ ἐπιβάλῃ πληρωμὴν φόρου καταναλώσεως. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι δύνασθε νὰ παραιτηθῆτε τῶν ὑμετέρων παρατηρήσεων, διότι ἡ διαφωνία σας εἶναι ῥιζική.
§91ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προχθές, κύριε Πρόεδρε, ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν παράπονα κατοίκου τινὸς τοῦ χωρίου Κάψια, τοῦ δήμου Μαντινείας, παραπονουμένου, ὅτι ἀξιωματικός τις...
§92ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρὸ ὀλίγου μόνον μοὶ ἐδόθη ἡ ἀναφορά.
§93ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ ἄλλης περιπτώσεως. Ὁ ἀναφερόμενος παρεπονεῖτο κατὰ ἀξιωματικοῦ τινος, ἀποσπασματάρχου κατὰ τὸν δῆμον ἐκεῖνον, ἐπὶ λόγῳ, ὅτι τὸν συνέλαβε καὶ τὸν ἔδειρεν ἀνηλεῶς, ἄνευ οὐδεμιᾶς αἰτίας. Φαίνεται, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη δὲν εἶναι μεμονωμένη, ἀποτελεῖ ὁλόκληρον σχέδιον, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς ἔθεσεν εἰς ἐνέργειαν, διὰ νὰ συλλάβῃ τοὺς φυγοδίκους τῶν μερῶν ἐκείνων· διότι ἐξ ἄλλης πηγῆς πληροφοροῦμαι, ὅτι εἰς παρακείμενόν τι χωρίον ὁ αὐτὸς ἀξιωματικὸς παρεξετράπη εἰς πρᾶξιν πολὺ βαρυτέραν. Συνέλαβε μίαν γυναῖκα, τὴν χήραν Ἀναστασίαν Παρασκευοπούλου, καὶ δέσας αὐτὴν καὶ τὴν θυγατέρα της, ἔκαυσεν αὐτὰς μὲ ζέον ἔλαιον, ὅπερ ὁ ἴδιος παρεσκεύαζεν ἐν τῇ πυρᾷ, ὑπὸ τὰς ὄψεις αὐτῶν. Καὶ εἰς τὴν πρᾶξιν αὐτὴν, δι’ ἣν ἐδόθη ἐπίσης καταγγελία, προέβη ὁ κ. ἀξιωματικός, διότι ἡ παθοῦσα δὲν παρέδιδεν ἢ δὲν κατέδιδεν εἰς αὐτὸν τὸν φυγοδικοῦντα υἱόν της.
§94ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς ὀνομάζεται τὸ θηρίον αὐτό;
§95ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παναγιώτης Τσέρτος, ἀνθυπολοχαγὸς τοῦ πεζικοῦ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὁμοῦ μετὰ τῆς χθεσινῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει καὶ τὴν σημερινὴν, καὶ νὰ ζητήσῃ πληροφορίας.
§96ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὡς πρὸς ταύτην ἐζητήθησαν αἱ πληροφορίαι, διότι τὰ καταγγελλόμενα ἀνεγνώσθησαν ἐν ἐφημερίδι καὶ ἀνεκοινώθησαν πρὸς τὴν ἁρμοδίαν ἀρχήν, ἵνα μᾶς δώσῃ πληροφορίας· ἐλπίζω δὲ, ὅτι αὔριον θέλομεν ἔχει τηλεγραφικὴν ἀπάντησιν.
§97ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βλέπετε, ὅτι ἡ δευτέρα πρᾶξις εἶναι πολὺ βαρυτέρα.
§98ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τῆς δευτέρας λέγω· περὶ τῆς πρώτης οὐδεμίαν ἐποιησάμην ἐνέργειαν, διότι μόλις πρὸ ὀλίγου ἔλαβον τὴν ἀναφοράν.
§99ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ νὰ ἐννοηθῶ, ποῖα ἔγγραφα ἐζήτησα, παρακαλῶ νὰ ὑποβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὰς δύο ἀποφάσεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τὰς ἀφορώσας εἰς τὰ ἐντάλματα πρὸς πληρωμὴν τοῦ καταστήματος τοῦ Ἀρβυλοποιείου, ὡς καὶ τὰ διαμειφθέντα μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἔγγραφα διὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς δευτέρας περὶ τούτων ἀποφάσεως.
§100ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν, τίνας πληροφορίας ἔχει περὶ τῆς τελευταῖον γενομένης συμπλοκῆς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Δωρίδος μεταξὺ φυγοδίκων καὶ στρατιωτικοῦ τινος ἀποσπάσματος, τίνες εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατήρτισαν αὐτὴν τὴν συμμορίαν, καὶ ἂν μεταξὺ αὐτῶν περιλαμβάνηται καί τις ἀποδρὰς ἐκ τῶν φυλακῶν Συγγροῦ, διότι ὅλαι αἱ ἐφημερίδες ἀνέγραψαν τὰ κατὰ τὴν συμπλοκὴν ταύτην, καὶ ὅτι ὁ εἷς ἐκ τῶν φυγοδίκων ἐφονεύθη, ἡ σύζυγος αὐτοῦ ἐτραυματίσθη, καὶ ὁ ἕτερος, ὁ μᾶλλον ἐπικίνδυνος, κατώρθωσε ν’ ἀποδράσῃ.
§101ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ Εἰσαγγελεὺς Παρνασσίδος τηλεγραφικῶς ἀναφέρει, ὅτι κατὰ τὸ χωρίον Μαλανδρῖνον τῆς Δωρίδος στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα ἀντήλλαξε πυροβολισμοὺς μετὰ τοῦ φυγοδίκου Ἡρακλέους Παναγιωτοπούλου καὶ τοῦ φυγοποίνου Ἠλία Σεγδίτσα, καθ’ οὓς ἐφονεύθη μὲν ὁ Παναγιωτόπουλος, ἐξέφυγε δὲ ὁ Σεγδίτσας, ὅστις εἶναι ὁ ἐκ τῶν φυλακῶν Συγγροῦ ἀποδρὰς πρὸ μικροῦ. Ὥστε δὲν πρόκειται περὶ συμμορίας, ἀλλὰ περὶ ἀποσπάσματος στρατιωτικοῦ, συμπλακέντος μετὰ τῶν δύο αὐτῶν, τῶν ὁποίων ὁ μὲν φονευθεὶς χαρακτηρίζεται ὡς διαβόητος φυγόδικος, ὁ δὲ ἄλλος εἶναι φυγόποινος.
§102ΡΑΛΛΗΣ. Τί ἔπραξε; πόθεν ἀπέδρα;
§103ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀπὸ τὰς φυλακὰς Συγγροῦ ἀπέδρα;
§104ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Μάλιστα. Αὐτὸς εἶχε, δεκαεπταετὴς τὴν ἡλικίαν, καταδικασθῆ ἐπὶ ἀναιρέσει εἰς δέκα ἐτῶν δεσμὰ ἢ εἱρκτὴν, διήνυσεν ἔτη τινὰ τῆς ποινῆς του ἐν τῇ φυλακῇ Αἰγίνης, καὶ κατὰ πρότασιν τῆς Ἐφορίας τῶν φυλακῶν, καὶ λόγῳ τῆς ἡλικίας του, μετήχθη εἰς τὰς φυλακὰς Συγγροῦ, ὅτε ἐσχάτως ἐλήφθη τὸ μέτρον τῆς ἐν αὐταῖς συγκεντρώσεως τῶν ἀνηλίκων. Περὶ αὐτοῦ δὲ, ὡς προεῖπον, καὶ τῆς ἐνταῦθα μεταφορᾶς του εἶναι καὶ πρότασις τῆς Ἐφορίας τῶν φυλακῶν, βεβαιοῦσα τὴν ἐν τῇ φυλακῇ καλήν του συμπεριφορὰν καὶ διαγωγήν.
§105Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἦτο μικρὰ ἡ διάρκεια τῆς διαμονῆς αὐτοῦ ἐν τῇ φυλακῇ;
§106ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Νομίζω ὅτι εἶχε διανύσει 3 ἢ 4, ἂν ἐνθυμῶμαι καλῶς, ἔτη τῆς ποινῆς του. Ἔλαβον δὲ ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω τὰ περὶ αὐτοῦ, διότι ἔμαθον, ὅτι ἐγράφη ἐν ἐφημερίσιν, ὅτε ἀπέδρα, ὅτι ἦτο διαβόητος λῃστὴς, ὅστις εἶχε καταδικασθῆ εἰς θάνατον, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ποινὴ μετεβλήθη κατὰ τὴν ἐνηλικίωσιν τοῦ Διαδόχου εἰς ἰσόβια δεσμὰ, ἔμενε δὲ ἐλεύθερος καὶ ἀπέδρα. Ἐζήτησα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς αὐτὸν, διὰ νὰ ἴδω ἐπὶ τίνι πράξει κατεδικάσθη καὶ διατὶ μετήχθη εἰς τὰς φυλακὰς Συγγροῦ, καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἡ ἀπόφασις κατεδίκαζεν αὐτὸν εἰς δεκαετῆ δεσμὰ, νομίζω, δεκαεπταετῆ ὄντα, μαθητὴν δέ. Εἶδον, ὅτι διήνυσε χρόνον τινὰ τῆς ποινῆς του, ὅτι μετήχθη ἐδῶ τῇ διαταγῇ μου κατ’ αἴτησιν τῆς Ἐφορίας τῶν φυλακῶν, ἐδῶ δὲ μετενεχθεὶς, ἐχρησιμοποιεῖτο ἀπὸ τὸν διευθύνοντα τὰς φυλακὰς Συγγροῦ, καὶ δύναμαι νὰ προσθέσω, τὸν λίαν καλῶς μέχρι τοῦδε διευθύνοντα αὐτάς, εἰς κηπουρικὰς ἐργασίας, αἱ ὁποῖαι ἔδιδον αὐτῷ μείζονα τῶν ἄλλων καταδίκων ἐλευθερίαν. Ἐπειδὴ εἰς τὸ Σωφρονιστήριον Συγγροῦ καλλιεργεῖται διὰ καταδίκων ἔκτασίς τις, τὴν ὁποίαν παρεκαλέσαμεν καὶ ἐπέτρεψε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει, νὰ καλλιεργῶσιν οἱ κατάδικοι, ὁ Σεγδίστας αὐτὸς εἶχεν ἐπιφορτισθῆ παρὰ τοῦ διευθύνοντος τὴν φυλακὴν τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ἄλλων κηπουρῶν καταδίκων, καθ’ ἃ ὁ διευθυντὴς τῆς φυλακῆς, προκληθεὶς εἰς ἐξηγήσεις παρ’ ἐμοῦ ἐπὶ τῇ ἀποδράσει αὐτοῦ, μὲ ἐβεβαίωσε· ταῦτα δὲ, διότι, καθ’ ἃς εἶχε πληροφορίας ὁ Διευθυντὴς, καὶ ἐν Αἰγίνῃ ὁ κατάδικος αὐτὸς ἐχρησίμευεν ἢ ὡς γραμματεὺς ἢ ὡς κλητὴρ ἐν τῇ φυλακῇ Αἰγίνης. Καταχρασθεὶς δὲ αὐτὸς τῆς ἐκ τοῦ λόγου τούτου χορηγηθείσης αὐτῷ ἐλευθερίας, ἀπέδρα τῶν φυλακῶν. Πρὸς καταδίωξιν αὐτοῦ, ἀποδράντος, ἐλήφθησαν δραστηριώτατα μέτρα, καὶ ἀποτελέσματα τῶν μέτρων αὐτῶν ἤδη ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος φέρονται εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς. Ἐλπίζω, ὅτι ταχέως θέλει κατορθωθῆ ἡ σύλληψίς του.
§107Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλοῦμεν, νὰ μᾶς φέρητε τὴν γνωμοδότησιν τῶν Ἐφοριῶν τῶν σωφρονιστικῶν φυλακῶν τῆς τε Αἰγίνης καὶ τῆς ἐδῶ.
§108ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ ἐδῶ Ἐφορία τῶν φυλακῶν, ἡ ἀποτελουμένη ἀπὸ τὸν Νομάρχην, τὸν Πρόεδρον καὶ τὸν Εἰσαγγελέα, προέτεινεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν μεταφορὰν αὐτοῦ, ἐν τῷ ἐγγράφῳ δὲ τούτῳ χαρακτηρίζει καλῶς τὸν κατάδικον αὐτόν.
§109ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ καὶ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Συνέδρων, οἱ ὁποῖοι τὸν κατεδίκασαν· τί γνωμοδοτοῦσιν αὐτοί;
§110ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ΑΨ περὶ συνομολογήσεως καὶ τροπῆς δανείων. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις τῶν ὑπ’ ἀριθ. 2 καὶ 3 τῆς ἡμερησίας διατάξεως νομοσχεδίων μέχρι τῆς προσαγωγῆς τοῦ πίνακος τοῦ Τριανταφυλλιδείου κληροδοτήματος καὶ τῶν λοιπῶν σχετικῶν ἐγγράφων).
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσθέτου φόρου ὑπὲρ τοῦ δήμου Βώλακος.
§113ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ πρόκειται περὶ προσθέτου φόρου. Ἐπεβλήθη ὁ κανονικὸς φόρος, ὁ ἐπιτρεπόμενος ὑπὸ τοῦ γενικοῦ δημοτικοῦ νόμου, καὶ ἔρχεται βοηθητικὸς ὁ πρόσθετος οὗτος;
§114ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ ἐρώτησις αὕτη ἐγένετο, προκειμένου περὶ τῶν δήμων Ὀλυμπίων καὶ Ὠλένης, οὐχὶ περὶ τοῦ δήμου Βώλακος· ὅταν ἄρα συζητηθῶσι τὰ νομοσχέδια περὶ τῶν δήμων ἐκείνων, θέλει εἶναι ὁ κατάλληλος χρόνος, ἵν’ ἀπαντήσωμεν, ἐὰν ἐπεβλήθη ἢ ὄχι δημοτικὸς φόρος· ἀπὸ τοῦδε δὲ λέγω, ὅτι δὲν ἐπεβλήθη, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἀπηγορεύθη, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ εἰδικῆς φορολογίας διὰ τὸν λιμένα Κατακώλου, ἀλλ’ ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, τότε ἀπαντῶμεν ἐκτενέστερον.
§115ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο δὲν ἀποκλείει τὴν περιέργειάν μας, νὰ μάθωμεν, ἂν λειτουργῇ φόρος 2%, συμφώνως μὲ τὸν δημοτικὸν νόμον, ἐπὶ τοῦ δήμου Βώλακος. Διότι, ἐὰν ὑπάρχῃ τοιοῦτος φόρος, τότε δικαιολογεῖται ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ προσθέτου φόρου, ἄλλως δὲν βλέπομεν, διατὶ νὰ χαρακτηρίζηται ὁ φόρος οὗτος ὡς πρόσθετος, ἐνῷ εἶναι ἡ ἐκτέλεσις τοῦ γενικοῦ φόρου, τοῦ ἐπιτρεπομένου ὑπὸ τοῦ δημοτικοῦ νόμου.
§116ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οἱ δῆμοι Βώλακος καὶ Σκιλλοῦντος δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάγονται οἱ δῆμοι Ὀλυμπίων καὶ Ὠλένης.
§117ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐρωτῶμεν περὶ Βώλακος· σήμερον εἰσπράττεται φόρος σύμφωνα μὲ τὰς διατάξεις τοῦ γενικῶς ἰσχύοντος δημοτικοῦ νόμου;
§118ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
§119Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πόσον ποσόν;
§120ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω μετὰ πάσης ἀκριβείας.
§121ΠΑΠΑΛΕΞΗΣ. ... (διάλογοι).
§122ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει εἰς χεῖράς του τὸν νόμον ΡΟΕʹ· ἂς τὸν ἀναγνώσῃ.
§123ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ νόμος οὗτος ἐν ἄρθρῳ 1 λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὅλα τὰ ἐν τῷ ὅρμῳ Κατακώλου προσορμιζόμενα πλοῖα θέλουν πληρόνει δικαίωμα προκυμαίας κλπ. Ἐπιβάλλονται ὡσαύτως οἱ ἀκόλουθοι φόροι ἐπὶ τῶν ἐπιβιβαζομένων προϊόντων καθὼς καὶ τῶν εἰσκομιζομένων ἐμπορευμάτων εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ὑποτελωνείου Κατακώλου, κατὰ τὴν ἐφεξῆ ἀναλογίαν· αʹ) ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου κατὰ χιλιάδα ἑνετικῶν λιτρῶν ἀνὰ δραχμὰς 4 κλπ. — Τὰ εἰς τὴν ἀνωτέρω φορολογίαν ὑποβαλλόμενα προϊόντα καὶ ἐμπορεύματα εἶναι ἐλεύθερα πάσης ἄλλης δημοτικῆς φορολογίας». Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλος νόμος, ὁ τῆς 25 Δβρίου 1865, ὅστις ὁρίζει ἐν ἄρθρῳ 1 τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὸ τεταρτημόριον τῆς προσόδου τῶν διὰ τῶν ἀπὸ 8 Αὐγούστου 1850 καὶ 22 Ἰουλίου 1855 νόμων περὶ συστάσεως λιμένος ἐν Κατακώλῳ ἐπιβληθέντων φόρων ἐπιτρέπεται νὰ δαπανᾶται κατ’ ἔτος κλπ. Τὸ τεταρτημόριον τοῦτο ὁρίζεται ἀφοῦ ἐκ τῆς ὅλης ἐνιαυσίας προσόδου τῶν φόρων ἐκπεσθῇ ἡ ἐν αὐτῇ περιλαμβανομένη τοιαύτη ἐκ φορολογίας τῶν προϊόντων, τῶν ἐξαγομένων ἐκ τῆς περιφερείας τοῦ εἰς ἄλλην ἐπαρχίαν ἀνήκοντος δήμου Βώλακος, ἐπιτρεπομένου καὶ αὐτῷ νὰ λαμβάνῃ πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν τὸ τέταρτον τῆς φορολογίας ταύτης». Αὕτη εἶναι ἡ διάταξις, ἡ ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ ἀφορῶσα εἰς τὸν δῆμον Βώλακος. Τώρα δὲ ἀντίῤῥησις φέρεται, ὅτι κακῶς ἐπιβάλλεται εἰς τὸν δῆμον τοῦτον διὰ τοῦ νομοσχεδίου πρόσθετος φορολογία, ἐνῷ τὸ προϊὸν τοῦ δήμου τούτου, ἐξαγόμενον διὰ τοῦ Κατακώλου, ὑποβάλλεται εἰς φορολογίαν τεσσάρων δραχμῶν κατὰ χιλιάδα, ἐξαιρουμένου μάλιστα τοῦ τεταρτημορίου ὑπὲρ τῶν δημοτικῶν ἀναγκῶν τοῦ δήμου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦτο ἔχω νὰ εἴπω, ὅτι κατ’ ἐκεῖνον τὸν χρόνον, ἐν ἔτει 1850, ὅτε ἐψηφίζετο ὁ ΡΟΕʹ νόμος, ἐθεωρήθη ὑπερβάλλουσα ἐπιβάρυνσις τῆς σταφίδος, ἐὰν ἐπεβάλλετο πρὸς τῷ εἰδικῷ καὶ ἄλλος φόρος δημοτικὸς, ἔπειτα ὅμως τὴν διάταξιν ταύτην, τὴν ἀπαγορευτικὴν, τοῦ νόμου ὑπῆρξαν περιπτώσεις νὰ μὴ κρίνῃ ὡς ἀξίαν διατηρήσεως ὁ νομοθέτης, εἰς μίαν δὲ τῶν περιπτώσεων τούτων ἀφορᾷ ἰδίως ὁ νόμος, ὁ ἀναγόμενος εἰς τὸν δῆμον, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ὅστις μὲ διέκοψε πρὸ μικροῦ· διότι γινώσκει ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἐν τῷ δήμῳ Λετρίνων ὑπάρχει ἤδη ἀπὸ τοῦ 1887 ἐπιβεβλημμένος αὐτὸς οὗτος ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον ζητεῖ σήμερον ν’ ἀποτρέψῃ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ ἐπὶ τοῦ δήμου Βώλακος, δύο δραχμῶν τὴν χιλιάδα.
§124ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐκτὸς τῶν τεσσάρων;
§125ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκτὸς τῶν τεσσάρων.
§126ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τίς τὸν εἰσήγαγεν;
§127ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡμεῖς εἰσηγάγομεν τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ τὸ ἐψήφισε, πᾶν δ’ ὅ,τι ψηφίζει ἡ Βουλή, εἶναι βεβαίως ἄξιον σεβασμοῦ, μάλιστα ὅταν οὐδεμία ἐγείρηται κραυγὴ ἐκ μέρους τῶν φορολογουμένων, καὶ ἄξιον ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψει σπουδαίως, ὅπως ἐξακολουθῇ ἡ Βουλὴ νομοθετοῦσα κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον. Ἡ δὲ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἔφερε σήμερον ἡ Κυβέρνησις, νὰ φορολογηθῇ ὁ καρπὸς τοῦ δήμου Βώλακος, συμφώνως πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν οἱ δημόται διὰ τῶν νομίμων αὑτῶν ἀντιπροσώπων ἐδήλωσαν, εἶναι πρότασις, μὴ ἀντικειμένη παντάπασιν εἰς τὰ μέχρι τοῦδε νενομοθετημένα, πρότασις, τῆς ὁποίας εἶπον, ὅτι ὁμοία ἐψηφίσθη ἤδη διὰ τὸν δῆμον Λετρίνων, πρότασις, ἥτις διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἀφόβως δύναται νὰ ψηφισθῇ, διότι δι’ αὐτῆς πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ διάταξις, ἤδη οὐ μόνον ἀζημίως, ἀλλὰ καὶ ἐπωφελῶς ἐν ἄλλῳ δήμῳ ἐφαρμοζομένη.
§128ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Γνωρίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι νευρικὸς καὶ διὰ τοῦτο δὲν τὸν παρεξηγῶ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐναντίος τοῦ φόρου διὰ τὸν δῆμον Βώλακος, καὶ δὲν ἀντέστην, ἔδωκα μόνον πληροφορίας πρὸς τὸν κ. Δηλιγιάννην, ζητήσαντα τοιαύτας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νομίζει, ὅτι ἔπρεπε νὰ σιγήσωμεν, ὅπως ἐσιγήσαμεν, ὅτε ἔφερε τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ δήμου Λετρίνων, τὸ ὁποῖον ἦτο καταστρεπτικώτατον, διότι ἐπεβλήθη φόρος 2 δραχμῶν τὴν χιλιάδα, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ λάβῃ ἀφορμὴν καὶ θὰ μάθῃ, τί γίνεται ὁ φόρος ἐκεῖνος καὶ πῶς διαχειρίζεται, διότι πιστεύω, ὅτι θὰ ἔλθῃ καὶ ἄλλοτε Ὑπουργὸς, καθὼς μέχρι τοῦδε ἔρχεται ἐκ περιτροπῆς. Λοιπὸν ἀπορῶ διατὶ ἐταράχθη, διότι ἔδωκα πληροφορίας περὶ πράγματος, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπίσης ἠγνόει.
§129Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἀληθῶς ἐζήτησα πληροφορίας περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι, ἐνῷ εἶναι ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν φαίνεται, ὅτι εἶναι κάτοχος τῆς ὑποθέσεως. Παρεκάλεσα μάλιστα τὸν κ. Παπαλέξην, νὰ βοηθήσῃ τὸν Ὑπουργὸν, διδοὺς πληροφορίας, τὰς ὁποίας δὲν δύναται νὰ δώσῃ ὁ Ὑπουργός. Ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ ἐμποδίσωμεν καλὸν, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ γίνῃ διὰ τὸν δῆμον Βώλακος, διότι οὐδεμίαν ἐχθρότητα ἔχομεν κατὰ τοῦ δήμου τούτου, ἐξ ἐναντίας εἶναι δῆμος, ἐν τῷ ὁποίῳ παραχειμάζουσι καὶ κατοικοῦσι συμπολῖταί μου, ἐπιθυμῶ δὲ νὰ εὐημερῶσιν. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, νὰ βασανίζωμεν τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους φέρει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν ἄνευ τῶν ἀναγκαίων πληροφοριῶν, εἴχομεν ἀνάγκην νὰ μάθωμεν, πόσον τὸ εἰσόδημα ἐκ τῶν τακτικῶν φόρων τοῦ δήμου Βώλακος, καὶ ἐζητοῦμεν νὰ μάθωμεν τοῦτο ἀπὸ τὸν βουλευτὴν κ. Παπαλέξην. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἠξίωσεν οὔτε ἔκθεσιν αἰτιολογικὴν τοῦ νομοσχεδίου νὰ ὑποβάλῃ. Εἴχομεν ἀνάγκην νὰ μάθωμεν, πόσον θὰ δαπανηθῇ διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ὑδραγωγείου, καὶ μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς δὲν τὸ ἐμάθομεν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἴσως τὸ μάθωμεν παρὰ τοῦ κ. Παπαλέξη. Εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἀνθιστάμεθα, ἀλλ’ ἐζητήσαμεν πληροφορίας, διότι δὲν νομίζομεν, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ ψηφίζωμεν τυφλοῖς ὄμμασι τὰ νομοσχέδια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅταν μάλιστα πρόκηται περὶ ἐπιβολῆς φόρου.
§130ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει καὶ ἐγὼ νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις. Ὑπεθέσαμεν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὑποστηρίζων κατ’ οὐσίαν τὸν φόρον τοῦτον, ἀπήντα εἰς τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ εἰς τὸν κύριον βουλευτὴν ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος. Ἀλλ’ οὔτε εἰς τὸν ἕνα ἀπήντα οὔτε εἰς τὸν ἄλλον. Διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ δὲ, ὅτι ἀπήντα εἰς ἐμὲ, καὶ ὑποθέσωσιν οἱ δημόται Βώλακος, ὅτι ἐγὼ εἶχον ἀφορμὰς νὰ πολεμήσω τὸ νομοσχέδιον κατ’ οὐσίαν, θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ δηλώσω, ὅτι οὐδεμίαν τοιαύτην ἀφορμὴν ἔχω, μήτε ἐννοῶ νὰ πολεμήσω κατ’ οὐσίαν τὸ νομοσχέδιον. Μοὶ ἐφάνη ὅμως παράδοξος ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ φόρου ὡς προσθέτου, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα πληροφορίας· αἱ πληροφορίαι δὲ, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου, δὲν μὲ ἱκανοποιοῦσι, διότι περιωρίσθη ἁπλῶς νὰ ἀναφέρῃ τὸν δῆμον Λετρίνων, ὁ ὁποῖος ἐκ τῶν εἰσπραττομένων εἰς τὸν λιμένα Κατακώλου 4 δραχμῶν κατὰ χιλιάδα λαμβάνει τὸ ἓν τέταρτον. Δὲν χαρακτηρίζεται ὁ φόρος οὗτος ὡς φόρος δημοτικὸς, διότι ἡ ἐπιβολὴ δημοτικοῦ φόρου ἀπαγορεύεται. Δὲν ἐκοινοποιήθη δέ τι εἰς τὴν Βουλὴν, δεικνῦον ὅτι ὁ δῆμος Βώλακος εἰσπράττει 2%, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ εἰσπράξῃ δυνάμει τοῦ γενικοῦ δημοτικοῦ νόμου, καὶ ὅτι μετὰ τὴν εἴσπραξιν 2% παρουσιάζεται ἑτέρα εἰδικὴ ἀνάγκη, ὅπως τοῦτο αὐξηθῇ εἰς 2½. Περὶ τούτου δὲν μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τίποτε, καὶ τοῦτο ζητοῦμεν νὰ μάθωμεν, οὐχὶ δὲ κατ’ οὐσίαν νὰ πολεμήσωμεν τὸ νομοσχέδιον.
§131ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ μάλιστα χαίρω, ὅτι συζητεῖται τὸ νομοσχέδιον μετὰ τοσαύτης προσοχῆς. Ἐνταῦθα εὑρισκόμεθα ἀπέναντι φόρου ἐπιβεβλημένου ἤδη ἐν τῷ δήμῳ Λετρίνων κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν, φόρου, οὗτινος ἀπηλλάγησαν οἱ δῆμοι διὰ τοῦ νόμου τοῦ ἔτους 1850, ἵνα μὴ ἐπιβαρυνθῇ ὑπερμέτρως ἡ σταφίς. Τὴν ἀνάγκην τῆς ἀνακουφίσεως ταύτης ἦλθον περιπτώσεις νὰ μὴ θεωρῇ πλέον ὑφισταμένην ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, καὶ διὰ τοῦτο τελευταῖον ἐψήφισε νόμον διὰ τὸν δῆμον Λετρίνων, δι’ οὗ ἀναγνωρίζει, ὅτι ὁ σταφιδόκαρπος τοῦ δήμου ἐκείνου, ὁ πληρόνων ἤδη 4 δραχμὰς κατὰ χιλιάδα, δύναται νὰ ὑποστῇ ἔτι φορολογίαν 2 ἑτέρων δραχμῶν. Δὲν νομίζω δὲ, καὶ τοῦτο λέγω διὰ τὰ ἑπόμενα νομοσχέδια, τὰ ἀναγόμενα εἰς τοὺς δήμους Ὀλυμπίων καὶ Ὠλένης, ὅτι εἶναι ἐσφαλμένος ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ φόρου ὡς προσθέτου, δὲν νομίζω, λέγω, ὅτι εἶναι ἐσφαλμένος ὁ χαρακτηρισμὸς οὗτος, προκειμένου περὶ τῶν ἑτέρων δύο νομοσχεδίων, Ὠλένης καὶ Ὀλυμπίων, διότι καὶ ὅτε δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐπιβολὴ φόρου δημοτικοῦ ἀμέσου, λόγῳ τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν νόμων τοῦ 1850, ἐκ τούτου δὲν μεταβάλλεται ὁ χαρακτὴρ τοῦ φόρου, ὃν σήμερον ζητοῦμεν νὰ ἐπιβάλωμεν, διότι οὗτος δὲν εἶναι ὁ ἄμεσος δημοτικὸς φόρος, ἀλλ’ ἕτερος φόρος, ὁ ὁποῖος ἐν ἀντιπαραθέσει πρὸς τὸν ἀργοῦντα μὲν ἔν τισι δήμοις, ἀλλὰ νόμῳ ὑπάρχοντα φόρον, εἶναι πρόσθετος φόρος. Ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν λοιπὸν ἐξεταζομένου τοῦ πράγματος, νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐπιμείνῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης καθὼς καὶ ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ὁ κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν ὁμιλήσας περὶ διαγραφῆς τῆς λέξεως «πρόσθετος», ἀφοῦ ὁ φόρος, ὁ κατὰ τὸ νομοσχέδιον, εἰσάγεται ὡς πρόσθετος εἰς ἐκεῖνον, ὅστις ὁρίζεται ἐν τῷ νόμῳ περὶ δήμων, ἀλλ’ ἀργεῖ ἐν τοῖς δήμοις, δυνάμει νόμου εἰδικοῦ περὶ λιμένων.
§132ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε συνεννοηθῆτε μὲ τὸν ἀντιπρόσωπον ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ἂν πράγματι ἀργῇ ὁ φόρος ἐκεῖνος.
§133ΑΣ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἔργου, τελεσθησομένου ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ὅπως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν παρετήρησεν, ὁ φόρος, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, βεβαίως ἔχει ἐντελῶς ἀλλοῖον χαρακτῆρα ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἔχει ὁ φόρος, ὁ ἐπιβεβλημένος δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1885, διότι ὁ φόρος αὐτὸς πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἀνάγκην ἐν τῷ δήμῳ Βώλακος ὡρισμένην, τὴν κατασκευὴν καὶ διατήρησιν τοῦ ὑδραγωγείου, καὶ εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο, ἐὰν οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὸν δῆμον, μετὰ τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας τοῦ τόπου καὶ μετὰ τὰς περιπετείας τοῦ προϊόντος, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον, ἀνέβαλλον ἐπί τινα χρόνον τὴν εὐχὴν καὶ τὴν εἰσήγησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοιούτου φόρου. Ἀφοῦ ὅμως ἅπαξ οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὸν δῆμον, ὁ Δήμαρχος καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἐνόμισαν, ὅτι εἶναι ἐπείγουσα ἀνάγκη, ὅπως ὁ φόρος οὗτος ἐπιβληθῇ, καὶ ἀφοῦ, ὅπως καὶ ἐγὼ παρατηρῶ, ὁ φόρος αὐτὸς δὲν εἶναι μέγας, διότι πρόκειται περὶ 50 λεπτῶν, νομίζω, ἐφ’ ἑκάστης χιλιάδος σταφιδοκάρπου, διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλήν, ὅπως εὐαρεστηθῇ καὶ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον. Διὰ νὰ μὴ λάβω καὶ πάλιν τὸν λόγον, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ ὅτι ὁμιλῶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου; νομίζω, ὅτι εἰς μίαν διάταξιν αὐτοῦ περιέχεται ἀοριστία, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὁρισθῇ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, πρόκειται περὶ ἀνανεώσεως τοῦ ὑδραγωγείου καὶ διατηρήσεως αὐτοῦ· ἀλλ’ ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ διαρκέσῃ ὁ ἐπιβαλλόμενος διὰ τοῦ νομοσχεδίου φόρος, εἶναι ἀόριστος.
§134ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχω τροπολογίαν.
§135ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἀνέγνωσε τὸν νόμον τῆς 22 Ἰουλίου 1855, ὁ ὁποῖος ἐν ἄρθρῳ 4 λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἕκαστος τῶν κατὰ τὸν παρόντα καὶ τὸν ΡΟΕʹ νόμον φορολογουμένων δήμων τῆς ἐπαρχίας Ὀλυμπίας δύναται νὰ ἐπιβάλῃ ἐπὶ τοῦ ἐν τῇ περιφερείᾳ αὐτοῦ παραγομένου σταφιδοκάρπου κατὰ τὴν ἐξαγωγήν του καὶ δημοτικὸν φόρον μέχρις ἑνὸς τοῖς ἑκατόν, ἐὰν ἡ ὑπὸ τῶν λοιπῶν νόμων καὶ Β. Διαταγμάτων ἐπιτετραμμένη δημοτικὴ φορολογία δὲν ἐπαρκῇ εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα αὐτοῦ.» Δυνάμει τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπῆρχεν ἐπιβεβλημένος δημοτικὸς φόρος ἐπὶ τῶν δύο δήμων, καὶ σήμερον ἐπιπροστίθεται νέος φόρος. Ποιοῦμαι τὴν παρατήρησιν ταύτην, ὅπως ἐννοήσητε, ὅτι δὲν ἐμελετήσατε ἐπαρκῶς.
§136ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ταῦτα ἔχουσιν οὕτω διὰ τὸν δῆμον Βώλακος, ὅστις ἀνήκει εἰς τὴν Ὀλυμπίαν. Δηλαδὴ προστίθενται 50 λεπτὰ τὴν χιλιάδα ἐν τῷ δήμῳ Βώλακος. Μία δραχμή, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, καὶ 4 ἐν Κατακώλῳ, τὸ ὅλον 5½.
§137ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὄχι, εἶναι 2 τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῆς ἀξίας ἐν Βώλακι.
§138ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μέχρις ἑνὸς λέγει αὐτὸς ὁ νόμος, ὃν ἀνεγνώσατε.
§139ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι εἶναι δύο. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–4).
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5ον (ἀναγινώσκεται).
§141ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5ου παρακαλῶ νὰ γίνῃ ἡ ἑξῆς τροπολογία (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀρχικὴ διάρκεια τοῦ προσθέτου τούτου φόρου ὁρίζεται πενταετής, ἐπιτρέπεται δὲ ἡ ἐπὶ ἑτέραν πενταετίαν παράτασις αὐτῆς διὰ ψηφίσματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Βώλακος, ἐγκρινομένου διὰ Β. Διατάγματος, τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου».
§142ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἡ τροπολογία εἶναι περιττή, νομίζω, διότι ὅλοι οἱ δημοτικοὶ φόροι, ἐπιβαλλόμενοι, οὐδέποτε καταργοῦνται. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσθέτου φόρου ὑπὲρ τοῦ δήμου Σκιλλοῦντος. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου...
§145ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον.
§146ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συνεδρίασις.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς προχωρήσωμεν ὀλίγον.
§148ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τότε θὰ ὑποβάλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9ῃ μ. μ.