1889.11.29
1,923 rows · 14,894 words · 63 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 30
Τῆς 29 Νοεμβρίου 1889
(Τετάρτη)
Ὥρᾳ 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντες, ὅσοι ἐψηφίσαμεν χθὲς ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν ἐκλογικῶν νόμων, θεωροῦμεν τὴν πρότασιν ταύτην κατεπείγουσαν, καὶ φρονοῦμεν, ὅτι οἱ ἐκλογικοὶ οὗτοι νόμοι πρέπει νὰ ἀκυρωθῶσι τὸ ταχύτερον, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι τοὺς θεωροῦμεν καὶ ἀντισυνταγματικοὺς. Τινὲς ἐξ ἡμῶν ἔχομεν τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ νόμοι ἐκεῖνοι δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικοί, ἀλλ’ ὅτι κατ’ οὐσίαν εἶναι νόμοι ἐπιβλαβεῖς εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ μὴ παρέχοντες τὰ ἀπαιτούμενα ἐχέγγυα πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν ἐκλογῶν. Τὴν διαστολὴν ταύτην ἐποιήσατο καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης· νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνῃ σημείωσις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἔμαθον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐφημερίς τις μᾶς καταγγέλλει ὡς ἀσυνεπεῖς, λέγουσα ὅτι κατὰ τὸ 1886, ὅτε ἐψηφίσθησαν οἱ ἐκλογικοὶ ἐκεῖνοι νόμοι, ἡμεῖς ἐδώκαμεν ψῆφον ὑπὲρ αὐτῶν, ἐνῷ δὲν ἐδώκαμεν ψῆφον ὑπὲρ αὐτῶν. Ἐτέθη τότε τὸ ζήτημα, ἐὰν οἱ νόμοι ἦναι ἀντισυνταγματικοί ἢ ὄχι, καὶ ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικοί· ὅτε ὅμως ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν ἡ ἀρχὴ τῶν νομοσχεδίων, ἡμεῖς τὰ κατεψηφίσαμεν. Νομίζω λοιπὸν ἀναγκαῖον, ἂν συναινῇ καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης, νὰ προστεθῇ μία φράσις εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅπως φαίνηται, ὅτι ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν εἶναι σύμφωνα ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀντισυνταγματικότητος τῶν εἰρημένων νόμων.
§3Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ στέρξω εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Σωτηρόπουλος προβάλλει, διότι ἐγὼ αὐτὸς χθὲς ἀγορεύων ἐποιησάμην τὴν διάκρισιν ταύτην, οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ποιήσωμαι τὴν διάκρισιν ταύτην, ἀφοῦ ἐγνώριζον καλῶς, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔκρινον τοὺς νόμους καὶ ὀλεθρίους εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα καὶ ἀντισυνταγματικοὺς, τινὲς δὲ δὲν ἔκριναν αὐτοὺς ἀντισυνταγματικοὺς, ἀλλὰ μόνον ὡς ὀλεθρίους καὶ ἐπιβλαβεῖς. Καὶ δὲν εἶναι εἰς τὴν τελευταίαν ταύτην κατηγορίαν μόνον ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, οἵτινες ἐψήφισαν τότε ὑπὲρ τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ὅμως ἡ πεῖρα ἔπεισεν, ὅτι οἱ νόμοι αὐτοὶ ἦσαν ὀλέθριοι καὶ καταστρεπτικοί. Διὰ τοῦτο χθὲς ἀγορεύων ἐποιησάμην τὴν διάκρισιν ταύτην, καὶ εἶπον, ὅτι οἱ πλεῖστοι μὲν θεωροῦσι τοὺς νόμους ὡς ἀντισυνταγματικοὺς, καὶ διὰ τοῦτο προτείνουσι τὸ κατεπεῖγον τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες θεωροῦσιν αὐτοὺς ὡς ὀλεθρίους εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον συναινοῦσιν εἰς τὴν προτίμησιν. Ὅθεν νομίζω, ὅτι τὰ πρακτικὰ δὲν συνετάχθησαν ἀκριβῶς· πρέπει δὲ νὰ μεταβληθῶσιν οὕτως (ἀναγινώσκει): «Τελευταῖος ἔλαβε τὸν λόγον ὁ εἰσαγαγὼν τὴν πρότασιν Βουλευτὴς Ἀρκαδίας, ὅστις ἰσχυρίσθη, ὅτι οἱ νόμοι, περὶ ὧν πρόκειται, εἰσὶν ἀντισυνταγματικοὶ κατὰ τὴν γνώμην τῶν πλείστων συναδέλφων αὐτοῦ· ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες δὲν θεωροῦσιν αὐτοὺς τοιούτους, εἰσὶν ὀλέθριοι εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ὅθεν πάντες κρίνουσιν ὡς κατεπείγουσαν τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως νόμου καὶ ὑποστηρίζουσι τὴν προταθεῖσαν προτίμησιν».
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ κυροῦνται μὲ τὴν ἐπενεχθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας διόρθωσιν. Ἡ Φλώρα χήρα Βαρειοπούλου ἐξαιτεῖται δι’ ἀναφορᾶς της νὰ χορηγηθῇ αὐτῇ τὸ βοήθημα, τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοτε ἐλάμβανεν. Ἔμποροι ἐν Βόλῳ διὰ τηλεγραφήματός των εὔχονται τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ δημοτικῶν προσόδων, δανείων καὶ βαρῶν. Ἐπίσης οἱ ἐνταῦθα ἐδωδιμοπῶλαι εὔχονται τὴν ἐπιψήφησιν τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου. Κάτοικοι Καλαβρύτων παρακαλοῦσι τηλεγραφικῶς, ὅπως ἀνακληθῇ ἡ μετάθεσις τοῦ ἐκεῖ δημοδιδασκάλου Χ. Ἀνανιάδου. Οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Πύργου κρατούμενοι δι’ ἀναφορᾶς των δηλοῦσιν, ὅτι οὐδέποτε ἀπηύθυναν παράπονα κατὰ τοῦ ἐπιστάτου τῶν φυλακῶν, ὡς ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν εἷς τῶν Βουλευτῶν ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος.
§5ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ φέρω βαρὺν τὸν ἔλεγχον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ πραξικοπήματος τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως. Διότι ἡ πρᾶξις αὕτη, καὶ ἂν κατὰ νόμον διετάσσετο, ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς ἐξετελέσθη, καὶ διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐξετελέσθη, παρουσιάζει τύπον εἰδεχθῆ, σκανδαλωδῶς ἀπηνῆ καὶ ἄξιον πάσης μομφῆς, ἐξήγειρε δὲ εὐλόγως τὴν κοινωνικὴν συνείδησιν τῆς ἐπαρχίας Κορινθίας, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, ὡς τελεσθεῖσα ἐν τῇ πρωτευούσῃ αὐτῆς. Ὁ Νικόλαος Ι. Δηλιγιάννης, υἱὸς ἀξιοτίμου συμπολίτου μου, τοῦ κ. Ἰωάννου Δηλιγιάννη, οὐχὶ ἀγνώστου ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ τῇ πολιτείᾳ, καὶ διὰ τὰς μεγάλας οἰκογενειακὰς αὐτοῦ ὑπηρεσίας, ἀλλὰ μάλιστα διὰ τὰς προσωπικὰς αὐτοῦ εἰς τὸν τόπον, ὁ υἱὸς τοῦ ἐγκρίτου τούτου πολίτου, ἀνὴρ ἐγκατεστημένος ἐν Λονδίνῳ ἀπὸ τοῦ 1880, διευθύνων ἐκεῖ ἐμπορικὸν οἶκον καὶ ὑπηρετῶν σπουδαῖα κοινωνικὰ συμφέροντα τῆς ἰδιαιτέρας αὐτοῦ πατρίδος, παρεπιδημῶν ἐκ Λονδίνου, διέτριβε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐν τῇ πρωτευούσῃ· κατὰ τὴν 25 Αὐγούστου μετέβαινε δι’ ὑποθέσεις του ἐξ Ἀθηνῶν παρὰ τῇ οἰκογενείᾳ του ἀνύποπτος, χωρὶς νὰ ἔχῃ οὐδεμίαν ὑπόνοιαν, ὅτι δύναται νὰ ἐπιτεθῇ τις κατ’ αὐτοῦ, ὡς ἦτο ἑπόμενον. Ἐνήδρευον—διότι ἡ πρᾶξις εἶναι ἀξία τῆς λέξεως— ἐνήδρευον λέγω χωροφύλακές τινες ὑπό τινα ἀξιωματικὸν τῆς χωροφυλακῆς, καὶ μόλις ὁ ἔντιμος οὗτος νέος, ὁ εἰς τοιαύτην ἀνήκων οἰκογένειαν, καθ’ οὗ οὐδὲν ἔνταλμα οὔτε ἐπὶ ληστείᾳ, οὔτε ἐπὶ φόνῳ, οὔτε ἐπὶ ἄλλῳ κακουργήματι ὑπῆρχε, κατῆλθεν ἐν τῷ σιδηροδρομικῷ σταθμῷ Κορίνθου, συλλαμβάνεται ἀποτομώτατα, ἀγριώτατα, δι’ ὕφους ἀδυσωπήτου. Μονονοὺ δὲν ἐξιφούλκησαν οἱ ἡρωϊκοὶ ἐκεῖνοι ἄνδρες τοῦ στρατοῦ, οἱ ἐκεῖ εἰς τὸν σιδηροδρομικὸν σταθμὸν ἐνεδρεύοντες ὑπὸ τὸν ἀρνήφιλον ὑπομοίραρχον. Συλαμβάνεται, λέγω, καὶ ἀπαχθεὶς καθείργεται ἔν τινι παραπήγματι τῆς χωροφυλακῆς, καὶ ἀπαγορεύεται αὐστηρῶς νὰ προσέλθῃ οὐδεὶς τῶν οἰκείων αὐτοῦ, οὐδὲ ὁ πατὴρ, οὐδὲ ἡ μήτηρ του, οὐδ’ ἄλλος τις, ὅπως μὴ ἀποκαλύψῃ τοὺς στοχασμούς του, διότι τίς οἶδε, τί ἐφοβοῦντο οἱ στρατιῶται. Αὐθημερὸν δὲ καὶ σιδηροδρομικῶς, ἐν πολυτελεῖ κουστωδίᾳ, ὡς ἄλλος Λύγκος ἢ Τάκης, μεταφέρεται εἰς Ναύπλιον, καὶ ἐκεῖ μανθάνει τὸ πρῶτον τὸ αἴτιον τῆς συλλήψεώς του, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ὑποχρεώσεώς του στρατιωτικῆς, πρὸ 9 ἐτῶν ὀφειλομένης. Ἡ δὲ Πολιτεία, φοβουμένη μήπως ὁ ἔντιμος οὗτος τοιαύτης οἰκογενείας υἱὸς δραπετεύσῃ, ἀφοῦ, σημειώσατε, ἀπὸ τοῦ 1882 σχεδὸν κατ’ ἔτος ἐπισκέπτεται τὴν Ἑλλάδα, ἐνήδρευσεν ἐκεῖ καὶ τὸν συνέλαβεν. Ἀλλ’ ἐπεδιώχθη τάχα ὡς σκοπὸς τῆς Πολιτείας ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου; Ἂν ἦτο τοῦτο, βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ἦτο ἀξιέπαινος, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἐφήρμοζε τὸν νόμον εἰς πρόσωπον ἀνωτέρας περιωπῆς καὶ θέσεως κοινωνικῆς· διότι ὄντως οὐδεὶς ἀπέναντι τοῦ νόμου δύναται νὰ ἔχῃ ἀξίωσιν διακρίσεως ἢ οἱασδήποτε χάριτος. Ἐὰν τῷ ὄντι πείθησθε, ὅτι ὁ ἀνὴρ, οὗ διὰ βραχέων περιέγραψα τὴν καταγωγήν, τὴν ἀνατροφὴν καὶ τὴν κοινωνικὴν θέσιν, ὁ ἐν Λονδίνῳ ἐμπορευόμενος καὶ ἑκατομμύρια διαχειριζόμενος καὶ ὁ κατ’ ἔτος τὴν Ἑλλάδα ἐπισκεπτόμενος, παρεῖχε φόβον μὴ δραπετεύσῃ καὶ ἐκ πείσματος ἢ ἐκ προθέσεως περιφρονήσεως πρὸς τὸν νόμον ἤθελε ν’ ἀποφύγῃ τὴν ὑποχρέωσίν του τὴν στρατιωτικὴν, βεβαίως ἡ Πολιτεία εἶχε δικαίωμα καὶ καθῆκον ἀναπόδραστον, οἱονδήποτε ὄνομα καὶ ἂν ἔφερε, νὰ τὸν συλλάβῃ καὶ τὸν θέσῃ ἐκεῖ, ὅπου ὁ νόμος διατάσσει. Ἀλλ’ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐτελέσθη ἡ πρᾶξις, καὶ νόμιμος ἐὰν ἦτο αὕτη, βεβαιωθῆτε, ὅτι ἦτο ἱκανὸς νὰ ἐξεγείρῃ καὶ τοῦ ἀπαθεστέρου πολίτου τὴν δικαίαν ἀγανάκτησιν. Ἤγειρε δὲ τὴν ἀγανάκτησιν συμπάσης τῆς κοινωνίας τῆς Κορινθίας, ἥτις ἤκουσεν, ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ Δηλιγιάννη, οἱονεὶ ἄτιμός τις καὶ στιγματίας, ἐσύρθη ἐν κουστωδίᾳ ὑπὸ χωροφυλάκων καὶ στρατιωτῶν, μονονοὺ σιδηροδέσμιος, ἵνα ἐπιτελέσῃ δῆθεν ὀφειλομένην στρατιωτικὴν ὑποχρέωσιν. Βεβαίως ἡ Πολιτεία ἠδύνατο καὶ ὤφειλε διὰ τρόπου ἀνθρωπινωτέρου νὰ ἐκτελέσῃ, ἂν εἶχε τὸ δικαίωμα, κατ’ αὐτοῦ τὸν νόμον. Ἀλλ’ ἦτο ὑπόχρεως ὁ Δηλιγιάννης ἀπὸ τοῦ 1880 εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος του καὶ ἠρνεῖτο; Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἀνεχώρησε κατὰ μῆνα Ἰούνιον τοῦ 1880 καὶ μεταβὰς εἰς Λονδῖνον ἐγκατέστη ἐκεῖ, ὡς διευθυντὴς ἐμπορικοῦ οἴκου. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1878, ὤφειλε νὰ δηλώσῃ ὁ ὑπόχρεως εἰς στρατείαν καὶ ἀποδημῶν τὸν τόπον, ἐν ᾧ ἔμελλε νὰ ἐγκατασταθῇ, ὅπως οὗτος ἦναι γνωστὸς εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, ἵνα ἐν ἀνάγκῃ τὸν εἰδοποιήσῃ καὶ προσέλθῃ. Ὁ συμπολίτης μου συνεμορφώθη θρησκευτικῶς πρὸς τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ νόμου, ἔχω δὲ ἀνὰ χεῖρας ἔγγραφον, δι’ οὗ μαρτυρεῖται ἡ εἰλικρινὴς καὶ πρόθυμος τοῦ συμπολίτου μου προαίρεσις. Ἡ ἀναφορὰ φέρει ἡμερομηνίαν 24 Αὐγούστου 1880 ἐν Λονδίνῳ (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸν κ. Δήμαρχον Κορινθίων. «Ἀποδημήσας ἐπὶ σκοπῷ πολυχρονίου διαμονῆς καὶ συνεπῶς μεταβαλὼν κατοικίαν, παρέλειψα νὰ δηλώσω τοῦτο ὑμῖν, κύριε Δήμαρχε, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 58 τοῦ ΨΙϚʹ νόμου περὶ στρατολογίας κτλ. Συνεπείᾳ τῆς παραλείψεώς μου ταύτης ὁ πατήρ μου ἐπέδωκεν ὑμῖν τὴν προσήκουσαν δήλωσιν, ἣν κἀγὼ σᾶς ὑποβάλλω ἤδη ἐντεῦθεν κατὰ τὰ νενομισμένα. Ἐν Λονδίνῳ, 24)5 Αὐγούστου 1880. Ὁ δημότης Κορίνθου Νικόλ. Ἰωάν. Δηλιγιάννης. Πιστοποιοῦμεν τὸ γνήσιον τῆς ἀνωτέρω ὑπογραφῆς κτλ. Ὁ ἐκτελῶν χρέη Γεν. Προξένου Γ. Λασκαρίδης.» Ἐκ τούτου δῆλον γίγνεται, ὅτι, μόλις ἀπεδήμησεν, ἐφρόντισε νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὸν νόμον, οὐδ’ ἦτο δυνατὸν ἄλλως νὰ πράξῃ ἀνὴρ, φέρων τὸ ὄνομα Δηλιγιάννης· διότι καὶ ἡ ἱστορία καὶ ἡ ἀνατροφή του ἐπέβαλλον αὐτῷ νὰ ἦναι λίαν εὐαίσθητος πρὸς τὰς στρατιωτικὰς ὑποχρεώσεις, τῶν ὁποίων τὴν ἔννοιαν δυνάμεθα πάντες νὰ ἐκτιμήσωμεν. Δύο μῆνας μετὰ τὴν ἐν Λονδίνῳ ἀποκατάστασίν του συνέπεσε, κατὰ τὴν 8ην Ἰουλίου, αἱ περιστάσεις τῆς πατρίδος νὰ καταστήσωσιν ἐπιτακτικὴν τὴν σύγκλησιν ἐφεδρείας, καὶ ἐξεδόθη Β. Διάταγμα, δι’ οὗ ἐκλήθησαν ἡλικίαι τινὲς πρὸς ἐπιστράτευσιν. Ὁ Δηλιγιάννης, ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διατρίβων καὶ περὶ τὰς ὑποθέσεις αὑτοῦ ἀσχολούμενος, τὸ πρῶτον μάλιστα ἔτος τῆς ἐν Λονδίνῳ ἀποκαταστάσεώς του, οὐδεμίαν ἔλαβεν εἴδησιν περὶ τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης, τὸ δὲ Κράτος, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ νόμου, ὅπως καὶ ὁ πολίτης συνεμορφώθη, δὲν συνεμορφώθη πρὸς αὐτάς. Τὸ ἄρθρον 100 τοῦ ΨΙϚʹ νόμου ῥητῶς διατάτει, ὅτι «καὶ εἰς τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ τυχὸν διατρίβοντας καὶ ὑποχρέους πρὸς ἐπιστράτευσιν ὀφείλει νὰ κοινοποιηθῇ διαταγὴ πορείας διὰ τοῦ οἰκείου Προξένου.» Εἶναι ῥητὸς ὅρος τοῦ νόμου. Καθὰ δὲ ἀπέδειξα ὑμῖν, ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ἐγίνωσκε τὸν τόπον τῆς διαμονῆς τοῦ Δηλιγιάννη, κατὰ τὴν ῥητὴν δὲ διάταξιν τοῦ ἄρθρου 100 τοῦ εἰρημένου νόμου, ὤφειλε νὰ τῷ ἀπευθύνῃ διαταγὴν πορείας. Ἀλλ’ ὁ συμπολίτης μου οὐδεμίαν τοιαύτην πρόσκλησιν ἔλαβεν, οὐδὲ ἐγίνωσκεν, ἐὰν ἡ ἡλικία, εἰς ἣν ἀνῆκε, προσεκαλεῖτο. Ἀλλ’ ὑποθέσατε πρὸς στιγμήν, ὅτι ἔλαβε γνῶσιν ἐξωδίκως, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ λάβῃ γνῶσιν ἐπισήμως· ἦτο ὑποχρεωμένος ἀπὸ τὸν νόμον νὰ σπεύσῃ εἰς τὰς τάξεις του, ἀφοῦ δὲν ἐκοινοποιήθη πρὸς αὐτὸν, καθ’ ὃν τρόπον διατάσσει ὁ νόμος, ἡ πρὸς ἐπιστράτευσιν νόμιμος πρόσκλησίς του; Ἐν τούτῳ κεῖται τὸ ζήτημα. Ἐφ’ ὅσον ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς καὶ ἡ ὑπηρεσία ἡ στρατιωτικὴ δὲν προσαγάγωσιν ἀπόδειξιν, ὅτι ἐκοινοποιήθη πρὸς τὸν ἐν Λονδίνῳ διατρίβοντα συμπολίτην μου διαταγὴ πορείας συμφώνως πρὸς τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 100, ἐπὶ τοσοῦτον οὐδὲν δικαίωμα ἔχει ἡ Πολιτεία καὶ τὸ Κράτος νὰ κηρύξῃ αὐτὸν ἀνυπότακτον. Πολλῷ δὲ μᾶλλον νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξε καὶ καθ’ ὃν τρόπον τὸ διέπραξε. Πλὴν ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἐκ πείσματος διέταξεν καθ’ ὑπόδειξιν ἄλλων, τὴν σύλληψιν αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις, ἕνεκα λόγων φατριαστικῶν, ἕνεκα ἀφορμῆς, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ πατήρ του πρὸς τοὺς κυβερνῶντας· διότι καὶ ταῦτα τότε ἐλέγοντο, καθόσον συνέπεσεν, ὅπως ἐλέγετο ἐν Κορίνθῳ τότε, νὰ γίνῃ ἡ ἐξ ἐνέδρας αὕτη σύλληψις ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν ἄφιξιν τοῦ ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τὴν ὑποδοχὴν, ἥτις τῷ ἐγένετο ἐν Κορίνθῳ, καὶ τὰς ὀλίγας λέξεις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνεν ὁ πατὴρ τοῦ συμπολίτου μου πρὸς αὐτόν. Δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω ταῦτα, ἀφίνω ἕκαστον νὰ συμπεράνῃ ὅ,τι θέλει· ἁπλῶς διηγοῦμαι ὅ,τι ἐλέγετο. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ βεβαιώσω, εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὅτι ὁ Δηλιγιάννης, ἐπανελθὼν ἐκ Λονδίνου κατὰ τὸ 1882, δὲν ἐλησμόνησεν, ὅτι δὲν ἦτο ἀπίθανον νὰ ὑποστῇ τοιαύτην τινὰ καταδίωξιν· μαθὼν δὲ, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ θεωρηθῇ ἀνυπότακτος, ἔσπευσε κατὰ τὸ 1883, δύο ἔτη δηλαδὴ μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς ἐπιστρατεύσεως.... Ἀλλ’ ἐλησμόνησα νὰ προσθέσω ἓν γεγονός. Μετὰ τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου ΠΑʹ τῆς 28 Μαρτίου 1882 περὶ ἀνυποτάκτων, ἐκοινοποιήθη πρὸς αὐτὸν πρόσκλησις ὑπὸ τοῦ Προξένου, τῆς 6 Δεκεμβρίου 1882, ὅπως καταταχθῇ εἰς τὸν στρατὸν ὡς ἀνυπότακτος. Ἤδη συνεχίζω τὸν λόγον. Ἀφικνεῖται εἰς Ἀθήνας μετὰ τὴν πρόσκλησιν ταύτην, ἀμέσως παρουσιάζεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ δι’ αἰτήσεώς του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἀναπτύσσει τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν θεωρεῖ τὸν ἑαυτόν του ὑπόχρεων εἰς στρατείαν, ὡς ἀνυπότακτος, διότι εἰς οὐδεμίαν διαταγὴν ἠπείθησεν, ἀφοῦ κατὰ τὸν νόμον οὐδεμία τῷ ἐγένετο πρόσκλησις, οὐδὲ κοινοποίησις διαταγῆς πορείας....
§6ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι περὶ αὐτῶν ἐλήφθη πρόνοια ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ μὴ καταδιωχθῶσι.
§7ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐπὶ τῆς παρατηρήσεως ταύτης ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῶν στρατιωτικῶν συναδέλφων... Ἀπετάθη λοιπὸν πρὸς τὰ δύο Ὑπουργεῖα, ἐξήγησε τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐφρόνει, ὅτι δὲν εἶναι ἀνυπότακτος, καὶ ἀφέθη ἔκτοτε πάντη ἀκαταζήτητος. Μεταγενεστέρου νόμου εἶναι ἡ διάταξις, καθ’ ἣν δὲν ἀπαιτεῖται διαταγὴ πορείας, ἵνα καταστήσῃ ἐξαναγκαστικὴν τὴν ἐπιστράτευσιν. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, τῷ 1883, ἐπειδὴ ἐθεωρήθη, ὅτι πρόσκλησις εἰς ἐπιστράτευσιν, γενομένη ὑπὸ τοὺς ὅρους, οὓς διατάσσει τὸ ἄρθρον 100, ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ δώσῃ ἀφορμὰς ἀρνήσεως πρὸς ἐπιστράτευσιν, ἐπῆλθεν ὁ νόμος τοῦ ἔτους τούτου, ὁ ὁποῖος κατήργησε τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 100 τοῦ ΨΙϚʹ νόμου περὶ κοινοποιήσεως διαταγῆς πορείας, καὶ ἐθεώρησεν ὡς ὑποχρεωτικὸν ὅρον τῆς ἐπιστρατεύσεως οὐχὶ τὴν κοινοποίησιν τῷ ὑποχρέῳ, ἀλλ’ ἁπλῶς τὴν διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» δημοσίευσιν τοῦ Διατάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως, καὶ ἔκτοτε ἀπὸ τοῦ 1883 ἔπαυσεν ἰσχύουσα ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 100, ἥτις ῥητῶς ἀπῄτει τὴν κοινοποίησιν διαταγῆς πορείας. Ἀλλ’ ὁ νόμος οὗτος δὲν ἔχει ὀπισθενεργὸν ἰσχὺν, οὐδ’ ἐφαρμογὴν κατὰ τοῦ συμπολίτου μου. Μὴ γενομένης δὲ πρὸς τὸν συμπολίτην μου τοιαύτης διαταγῆς, δὲν ἦτο ὑπόχρεως πρὸς στράτευσιν· μὴ ὢν δὲ ὑπόχρεως εἰς τοῦτο, δὲν ἠδύνατο νὰ κηρυχθῇ ἀνυπότακτος. Εἰς τοὺς λόγους τούτους πειθόμενοι τότε οἱ διευθύνοντες τὰ Ὑπουργεῖα, ἀφῆκαν τὸν συμπολίτην μου πάντη ἐλεύθερον· ἔκτοτε δὲ κατ’ ἔτος ἐπανήρχετο εἰς τὴν πατρίδα διὰ τὰς ὑποθέσεις του. Οὐδεὶς οὐδέποτε τῷ ἐγένετο λόγος περὶ ὑποχρεώσεως στρατιωτικῆς. Προδήλως δὲ δὲν εἶχεν οὐδ’ αὐτὸς συνείδησιν τοιαύτης ὑποχρεώσεως· διότι, ἂν τοιαύτην εἶχεν, ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἦτο δυνατὸν νὰ κατέρχηται εἰς τὴν πατρίδα του καὶ παρέχῃ οὕτως ἑαυτὸν θήραμα εὔκολον εἰς τὴν χωροφυλακήν; Ἢ ἔπρεπε, συναισθανόμενος τὴν θέσιν καὶ τὸ βάρος τοῦ ὀνόματος, τὸ ὁποῖον φέρει, ἂν ἐφρόνει ἑαυτὸν ὑπόχρεων νὰ καταταχθῇ εἰς τὸν στρατὸν, ἢ ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ μωρὸς, ἐὰν, ἔχων κατὰ νοῦν ν’ ἀποφύγῃ ὀφειλομένην στρατιωτικὴν ὑποχρέωσιν, ἐπεσκέπτετο κατ’ ἔτος τὴν Ἑλλάδα διὰ τὰς ὑποθέσεις του· διότι πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ φαντασθῇ, ὅτι ἤθελεν εὑρεθῆ ἀντιμέτωπος πρὸς ἓν ἔνταλμα συλλήψεως; Τὸ νὰ ἔρχηται λοιπὸν ἀνύποπτος εἰς τὰς Ἀθήνας εἶναι σαφὲς μαρτύριον, ὅτι ὁ συμπολίτης μου δὲν ἐθεώρει ἑαυτὸν ὑπόχρεων εἰς στρατείαν, ὡς πράγματι ἀπέδειξα, ὅτι δὲν ἦτο.
§8ΜΙΛΗΣΗΣ. Τί ἀπεφάσισε τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ τῆς αἰτήσεώς του;
§9ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὸν ἀφῆκεν ἐλεύθερον, καὶ ἐπὶ πενταετίαν, κατ’ ἔτος ἐρχόμενον ἐνταῦθα, οὐδεὶς ἠνώχλησεν, οὐδὲ αὐτὸς ἐθεώρησεν ἑαυτὸν ὑπόχρεων, οὐδὲ ἡ Κυβέρνησις. Πλὴν, καίπερ θεωροῦσα αὐτὸν ὑπόχρεων, δὲν ἠνώχλει αὐτὸν, διότι ὁ κ. Δηλιγιάννης ἦτο τότε φίλος της. Συνέλαβε δὲ τὸν υἱόν του ὅτε ἔπαυσε νὰ ἦναι φίλος της. Ἐγὼ δὲν ἔχω λόγον οὐδὲ τὸ δικαίωμα νὰ φέρω λογοκρισίαν ἐπὶ τῶν σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως· ὅ,τι φρονῶ—καὶ τὸ φρονῶ ἀδιστάκτως—εἶναι, ὅτι ὁ κ. Δηλιγιάννης δὲν ἦτο ὑπόχρεως εἰς στράτευσιν, καὶ διὰ τοῦτο ἀνύποπτος ἤρχετο ἐκ Λονδίνου ἐνταῦθα, ἐκτελῶν τὰ ἐμπορικά του καθήκοντα, διότι θὰ ἦτο μωρὸς νὰ θεωρῇ ἑαυτὸν ὑπόχρεων καὶ νὰ ἔρχηται ἐνταῦθα τόσον ἀπροφυλάκτως καὶ κατ’ ἔτος ἀνελλιπῶς. Συνοψίζων λέγω, ὅτι περὶ μὲν τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν συνελήφθη ὁ κ. Δηλιγιάννης, ἀφίνω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κοινωνίαν νὰ κρίνῃ, κατὰ πόσον ἦτο διὰ μίαν Κυβέρνησιν ἀξιοπρεπής· περὶ δὲ τοῦ νομίμου τῆς συλλήψεως καὶ κατατάξεως ἐπιμένω ἰσχυριζόμενος, ὅτι ὀφείλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διὰ προσαγωγῆς ἀποδείξεων τοῦ ἐν Λονδίνῳ Προξένου ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἐκοινοποιήθη πρὸς τὸν κ. Ἰωάννην Ν. Δηλιγιάννην, ἐν Λονδίνῳ διατρίβοντα, διαταγὴ πορείας. Ἄλλως ἀναντιῤῥήτως παρανόμως συνέλαβε καὶ κρατεῖ αὐτὸν ἐν τῷ στρατῷ. Διὰ πρᾶξιν δὲ κυβερνητικὴν ἐκτὸς τοῦ νόμου ὁ συμπολίτης μου ἔχει καὶ δικαστικὰ δικαιώματα νὰ ἐνασκήσῃ κατὰ τοῦ Δημοσίου διὰ τὰς προσγενομένας αὐτῷ μεγάλας καὶ βαρυτάτας ζημίας, τὰς ὁποίας ὑπέστη ὁ ἐμπορικὸς αὐτοῦ οἶκος, κατακρατηθέντος τοῦ διευθυντοῦ αὐτοῦ παρανόμως ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ κρατουμένου μακρὰν τοῦ κέντρου τῶν ὑποθέσεων αὐτοῦ. Τί λέγει εἰς ταῦτα ὁ κ. Πρωθυπουργός;
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐκτίμησις περὶ τοῦ ὀρθοῦ ἢ μὴ τῶν παρατηρήσεων τοῦ προαγορεύσαντος ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν ἐγγράφων τῆς ὑπηρεσίας, κανονικώτερον δὲ θὰ ἦτο ἐὰν ἐζήτει νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα καὶ κατόπιν ἐξέθετε τὰς σκέψεις του. Ἐὰν τοῦτο ἐγίνετο, βεβαίως δὲν ἤθελεν ὁμιλήσει οὕτω, διότι τὰ ἔγγραφα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι πάντα, ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, στεροῦνται ὑποστάσεως, καὶ ὅτι ἡ σύλληψις καλῶς ἐγένετο. Δύναμαι δὲ νὰ εἴπω τοῦτο πρὶν ἢ ὑποβάλω τὰ ἔγγραφα, διότι ἐπὶ εἰδικῶν παραπόνων ὁμοίων ἐξήτασα τὰ τῆς ὑποθέσεως καὶ ἐπείσθην, ὅτι νόμιμος ὑπῆρξε πᾶσα ἡ ἐνέργεια. Τὰ ἔγγραφα θέλω ὑποβάλει προσεχῶς, ὅτε θέλω ἐκθέσει καὶ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ὑπόθεσιν.
§11ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς μίαν τῶν ἐνταῦθα ἐκδιδομένων ἐφημερίδων, τὴν «Χώραν», ἐδημοσιεύθη ἐπιστολή, ἧς τὸ περιεχόμενον σχετίζεται πρὸς τὴν πρὸ ἡμερῶν διεξαχθεῖσαν συζήτησιν περὶ τῆς ἐκθέσεως, τῆς ἀφορώσης τὸν ἐν Πάτραις γυμνασιάρχην κ. Παπαλουκᾶν. Ὅτε ἀνέγνων τὴν ἐπιστολὴν αὐτήν, ὁμολογῶ ὅτι ἐδίστασα νὰ πιστεύσω εἰς τὴν γνησιότητά της, δι’ αὐτὸ δὲ χθὲς δὲν ἠθέλησα νὰ θίξω τὸ ζήτημα. Ἀνέμενον νὰ ἴδω ἐν ταῖς ἐφημερίσι δημοσίευμα, κηρύττον τὸ ἐν λόγῳ γράμμα ὡς προϊὸν πλαστογραφίας. Τοιοῦτον ὅμως δημοσίευμα δὲν ἐγένετο, οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, ὅτι ἡ γνησιότης συνωμολογήθη ὑπὸ τοῦ ἐπιστείλαντος.
§12ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ σώματος, νὰ καταβιβάσῃ ἐκεῖνον τὸν ἄνθρωπον ἐκ τῆς θέσεως ἐκείνης (δεικνύει τὸν κ. Παπαλουκᾶν), διότι εἶναι ἐντροπὴ νὰ ἵστανται παρὰ τὸ Προεδρεῖον ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ὑβρίζουν τὴν Βουλήν.
§13ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅλοι πρέπει νὰ φύγουν, οἱ μὴ ἔχοντες ἐργασίαν ἐνταῦθα.
§14ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἐν τούτοις, κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἐνδεχόμενον τινὲς ἐξ ὑμῶν νὰ μὴ ἀνέγνωσαν τὴν ἐπιστολήν, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ τὴν ἀναγνώσω. Γράφεται ἀπὸ τὸν Γραμματέα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κ. Παπαλουκᾶν καὶ ἀπευθύνεται πρὸς τὸν πατέρα του, τὸν ἐν Πάτραις γυμνασιάρχην Παπαλουκᾶν (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸν κ. Θεμιστ. Παπαλουκᾶν, γυμνασιάρχην κλπ. «Εἰς Πάτρας. «Σεβαστέ μοι Πάτερ, «Ὡς σᾶς ἐτηλεγράφησα, ἔλαβον σήμερον τήν τε ἀπὸ 21 τρέχοντος καὶ τὴν ἄλλην ἀχρονολόγητον ἐπιστολήν σας. «Δὲν ἔχετε δίκαιον, φρονοῦντες ὅτι, ἂν ὑπεβάλλετο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἡ ἀντέκθεσις, θὰ εἶχε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ καταθέσῃ καὶ τὰς δύο ἐκθέσεις, καὶ τὸ πρᾶγμα θ’ ἀπέβαινε διαφορετικὰ τότε. Διότι, ἂν τὸ Ὑπουργεῖον δὲν καταθέτῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Νομάρχου, κατὰ μείζονα λόγον δὲν θὰ κατέθετε δύο ἐκθέσεις. Οἱ δὲ μηδὲν ἱερὸν καὶ ὅσιον ἔχοντες φαῦλοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πάντοτε θὰ ἐξήμουν τὰς κακοήθεις αὐτῶν ὕβρεις, διότι δὲν βλέπω, τίς ἢ τί θὰ τοὺς ἠμπόδιζε, θὰ ἐλάμβανον δὲ τὴν ἔκθεσιν τοῦ τέρατος (δηλαδὴ τοῦ νομάρχου Τσαγκαράκη. Σημ. «Χώρας»), καὶ θὰ ἐλεπτολόγουν καὶ θὰ ἐσχολίαζον ἐπ’ αὐτῆς, καὶ οὐδὲν παραλείποντες τῶν ὅσων ἀορίστως προχθὲς εἶπον, θὰ προσέθετον καὶ ὅσα ἡ ἔκθεσις γράφει καὶ ὑπαινίσσεται. Ἡ δὲ ἀντέκθεσις πῶς θὰ κατετίθετο; Αὐτὴ ἀποδίδει εἰς προϊσταμένην ἀρχὴν αἰσχρότητας καὶ ἄλλας κατηγορίας, καὶ μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι, ἄν ποτε κατετίθετο,—ὅπερ ἀδύνατον, διότι θὰ ἐξετίθετο ἡ Κυβέρνησις,—θὰ ἐχρησίμευεν ὡς δεύτερον ὅπλον καθ’ ὑμῶν, διότι θὰ ἐφωνάσκουν οἱ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, πῶς ἐπετράπη εἰς ὑφισταμένην ἀρχὴν νὰ γράψῃ οὕτω κατὰ προϊσταμένης. Ἐκτὸς δὲ τούτου, ἤδη ἔχομεν τὴν ὑπεροχήν, ὅτι ἡ διαγωγὴ τοῦ τέρατος ἐνεποίησε βδελυγμίαν εἰς πάντας τοὺς φίλους, ὡς συνεννοουμένου πρὸς ἀντιπολιτευομένους. Ἓν ἀνεφέρθη ὡρισμένον γεγονὸς ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἀμέσως διεψεύσθη τοῦτο ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐὰν ἐπαναφέρωσιν (ὡς λέγουσι) τὸ ζήτημα, θὰ δώσω τὴν ἀντέκθεσιν εἰς τὸν Θεοτόκην, ὅπως ἀρυσθῇ ἐξ αὐτῆς πληροφορίας μόνον. Σκεφθῆτε, παρακαλῶ, ἐπισταμένως τ’ ἀνωτέρω, καὶ θὰ ἴδητε ὅτι τὰ συμπεράσματά μου εἶναι ἀκαταμάχητα, ὡς νομίζω. «Ὅπως ἐξωθήσωμεν τὸ τέρας, φρονῶ ὅτι ὁ ἐγχώριος αὐτόθι τύπος, ὁ ὑφ’ ὑμῶν ἐπηρεαζόμενος, ν’ ἀρχήσῃ νὰ τὸν κτυπᾷ, καὶ ἀφορμὴν λαμβάνων ἐκ τῆς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως περιφρονήσεως τῆς ἐκθέσεώς του καὶ τῆς ἀπαιτήσεως τοῦ Θεοτόκη, νὰ παριστᾷ αὐτὸν ὡς ἐξευτελισθέντα. Πάντοτε ὅμως εἶναι καλὸν νὰ μὴ φαίνεσθε ὑμεῖς ποσῶς. Νομίζετε ὅτι ὀλίγον θὰ τὸν φουρκίσωσιν αἱ μεθ’ ὑμῶν συνεννοήσεις τοῦ Κώστα καὶ Γιάννη Τρικούπη; «Καλὸν εἶναι νὰ στείλητε καὶ κατ’ εὐθεῖαν ἐπιστολὴν εὐχαριστήριον πρὸς τὸν Φωτήλαν. «Ἀσπάζομαι πάντας, ὑγιαίνων.
«Ὁ εὐπειθὴς υἱός σας
Κ. Θ. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ.»
Ἐὰν ἡ ἐπιστολὴ αὕτη ἐγράφετο παρ’ οἱουδήποτε ἰδιώτου, καίτοι ἀφορᾷ ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία ἀπησχόλησε τὴν Βουλήν, δὲν ἤξιζε τὸν κόπον καὶ δὲν ἔπρεπεν ἴσως νὰ γίνῃ λόγος. Δυστυχῶς ὅμως ἡ ἰδιότης τοῦ γράφοντος, ὡς γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὡς ἰδιαιτέρου γραμματέως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὄχι μόνον δίδει ἡμῖν τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ μᾶς ὑποχρεοῖ νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς ἐξετάσεως τοῦ περιεχομένου. Ἔλεγον, ὅτε πρό τινων ἡμερῶν ὡμίλουν περὶ τοῦ γυμνασιάρχου Παπαλουκᾶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν εἶχε δίκαιον, ἰσχυριζόμενος ὅτι ἡ ζητουμένη τότε ἔκθεσις ἀνεφέρετο εἰς προσωπικὰς ἀντεγκλήσεις, ὅτε δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠρνήθη ὡρισμένα γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθην, ἐζήτησα νὰ σημειωθῇ ἡ ἄρνησις εἰς τὰ πρακτικὰ, προσθεὶς, ὅτι θὰ ἤρχετο ἀναμφιβόλως στιγμὴ, καθ’ ἣν θ’ ἀπεδεικνύετο, ὅτι ἐγὼ μὲν ἔλεγον ἀλήθειαν, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἐξέθετεν ἐπισήμως ἀνακριβεῖς πληροφορίας. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, ὅτε ταῦτα ἔλεγον, δὲν ἐπίστευον, ὅτι τόσον ἐνωρὶς ἤθελον ἐπέλθει τὰ πράγματα, ἵνα δικαιώσωσι μὲν ἐμὲ, ἀποδείξωσι δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εἶπε τὴν ἀλήθειαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καὶ τί ἄλλο ἀποδεικνύει ἡ περὶ ἧς πρόκειται ἐπιστολὴ, ἢ ὅτι ἡ ἔκθεσις τοῦ Νομάρχου πρὸς τὴν κυβέρνησιν ἀπέβλεπε τὴν διεύθυνσιν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Γυμνασιάρχου Πατρῶν; Παρεκτὸς ὅμως τούτου, δὲν δικαιούμεθα ἤδη μετὰ λόγου νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι ἐν τῇ ἐπιστολῇ ταύτῃ εὕρηται πιστὴ καὶ εἰδεχθὴς ἡ εἰκὼν τῆς κυβερνητικῆς ἀθλιότητος; Ποῖοι διευθύνουν, Κύριοι, τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα; Οἱ Ὑπουργοὶ, ἢ ὁ Γραμματεὺς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Ἠκούσατε ὅτι γίνεται λόγος περί τινος ἀντεκθέσεως, πρόδηλον δὲ, ὅτι πρόκειται περὶ δημοσίου ἐγγράφου, ὅπερ ἀπευθύνεται ἀπὸ τὸν Γυμνασιάρχην Πατρῶν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας. Ποῦ λοιπὸν εὑρίσκεται τὸ δημόσιον αὐτὸ ἔγγραφον; Τὸ κατέχει ὁ Γραμματεὺς τοῦ Πρωθυπουργοῦ, καὶ λέγει ὅτι, ἂν ληφθῇ ἀνάγκη, θὰ τὸ δώσῃ εἰς τὸν κ. Θεοτόκην, ἵνα λάβῃ μόνον πληροφορίας. Ὥστε ὑπάρχουν δύο δημόσια ἀρχεῖα. Τὸ ἓν ἔχει ὁ κ. Παπαλουκᾶς, καὶ τὸ ἕτερον ἡ ὑπηρεσία τῶν Ὑπουργείων. Οὐδὲ δύναταί τις ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἡ λεγομένη ἀντέκθεσις εἶναι δημόσιον ἔγγραφον, διότι ἄλλως δὲν θὰ εἶχεν ὁ γυμνασιάρχης Παπαλουκᾶς τὴν μωρίαν, νὰ ζητῇ τὴν κατάθεσίν του εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ Νομάρχης ψεύδεται. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους εἴπατέ μοι, κύριοι Ὑπουργοὶ, ποῦ εἶναι ἡ ἀξιοπρέπεια, ἣν ἐκ καθήκοντος ὀφείλετε νὰ τηρῆτε, ὅταν ἐπιτρέπητε εἰς ἕνα...—δὲν θέλω νὰ εἴπω τὸ ὄνομά του,—νὰ ἐκφράζηται περὶ ὑμῶν ὡς περὶ τῶν τελευταίων ὑπαλλήλων ἢ μᾶλλον τῶν ὑπηρετῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Τί ἄλλο ἐξάγεται ἐκ τοῦ ῥυπαροῦ γράμματός του, ἢ ὅτι δύναται νὰ κάμνῃ ὅ,τι θέλει, χωρὶς νὰ δύνασθε σεῖς νὰ ἀντείπητε εἰς αὐτόν; Καὶ ποῦ στηρίζεται αὐτὴ ἡ δύναμίς του; Στηρίζεται ἀναμφιβόλως εἰς τὴν πρωθυπουργικὴν εὔνοιαν. Ἀλλὰ μήπως δὲν ἔχομεν ἐνώπιόν μας μίαν ἄλλην ἀπόδειξιν, τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἐσχάτης παραλύσεως ἐν τῇ διοικήσει; Διαπληκτίζονται χυδαίως δύο ἀνώτεροι ὑπάλληλοι ἐν Πάτραις, ἤτοι ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ Νομάρχης, καὶ ὁ Γυμνασιάρχης Παπαλουκᾶς. Καὶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις τοὺς διατηρεῖ ἀμφοτέρους ἐν τῇ δευτέρᾳ πόλει τοῦ Βασιλείου, πρὸς ὕβριν τῆς δημοσίας ἠθικῆς. Καὶ τοῦτο λέγεται διοίκησις κυβερνητικὴ, καὶ τοῦτο λέγεται λειτουργία πολιτεύματος, καὶ τοῦτο λέγεται ἀναμόρφωσις! Ἐὰν βεβαίως ἐπρόκειτο περὶ τῶν ὕβρεων, τὰς ὁποίας ἐτόλμησε νὰ ἐκσφενδονίσῃ κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἷς κηφὴν, μισθοδοτούμενος ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον, θ’ ἀντιπαρερχόμεθα πρὸ τῶν ὕβρεων, ὡς θ’ ἀντιπαρήρχετο ἔντιμος καὶ ἐνάρετος γυνὴ πρὸ τῶν ὕβρεων ἐκδεδιῃτημένου γυναίου· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Τὰ ἐν τῇ ἐπιστολῇ, ἀσχέτως πρὸς τὰς χυδαίας ὕβρεις, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι οὐδεὶς τὰ τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως ἠθικὸς κανὼν διέπει. Ὑπῆρχον ἄλλοτε Κυβερνήσεις, αἵτινες ἔτρεμον πρὸ τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ ἐλαχίστου σκανδάλου. Γραμματεὺς Ὑπουργοῦ ἔγραψεν ἄλλοτε ἐπιστολὰς, αἱ ὁποῖαι περιεστρέφοντο εἰς ἐκλογικὰς ἐνεργείας ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ του ἐπαρχίᾳ, αἱ ἐπιστολαὶ δ’ ἐκεῖναι, περιπεσοῦσαι εἰς χεῖρας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἰς ἣν ἀνῆκε καὶ ὁ κ. Τρικούπης, ἐδημοσιεύθησαν ἔν τινι ἐφημερίδι. Τί ἔκαμεν ὁ τότε Πρωθυπουργός; Καλεῖ τὸν Γραμματέα ἐκεῖνον καὶ τὸν διατάσσει νὰ ὑποβάλῃ αὐτοστιγμεὶ τὴν παραίτησίν του, τοῦθ’ ὅπερ καὶ ἐγένετο. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἐπειδὴ διεθρυλλήθη, ὅτι ὁ ἡγεμὼν τότε ἐξεφράσθη δυσμενῶς περὶ ἑνὸς τῶν Ὑπουργῶν, περὶ τοῦ ὁποίου ὑπῆρχεν ἰδέα, ὅτι διετέλει εἰς ἰδιαιτέρας σχέσεις πρὸς τὸν Γραμματέα ἐκεῖνον, ὁ Ὑπουργὸς οὗτος ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του. Ἀλλὰ τότε ἦσαν ἄλλοι οἱ καιροὶ, ἄλλα τὰ πρόσωπα καὶ ἄλλα τὰ πράγματα. Τότε Πρωθυπουργὸς ἦτο ὁ ἀοίδιμος Ζαΐμης, ὁ δὲ ὑποβαλὼν τὴν παραίτησίν του Ὑπουργὸς ἦτο ὁ νῦν ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κ. Δηλιγιάννης. Δὲν ἦσαν Ὑπουργοὶ, τῶν ὁποίων ἐπὶ κεφαλῆς εἶναι τεθειμένοι οἱ παράσιτοι καὶ οἱ ὑπηρέται τοῦ κ. Τρικούπη. Ἦσαν Ὑπουργοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐσέβοντο ἑαυτοὺς, ἐτίμων τὸ ὑψηλὸν ἀξίωμά των, ηὐλαβοῦντο τὴν Βουλὴν, ἦσαν ζηλότυποι τῆς ἑαυτῶν ὑπολήψεως, καὶ ἐν γένει προσεπάθουν νὰ ἦναι τὸ πρότυπον ἀνδρῶν χρηστῶν καὶ ἐνάρετων ἐν τῇ διαπράξει τῶν δημοσίων πραγμάτων. Σήμερον ὅμως τί βλέπομεν; Βλέπομεν ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ Ὑπουργοὶ μετ’ ἀδιαφορίας ἀκατονομάστου προσβλέπουν εἰς τ’ ἀναπτυσσόμενα οὐχὶ σκάνδαλα, ἀλλ’ ἐγκλήματα, οἷα τοῦ Τάκη, τοῦ Παπαχριστοφίλου καὶ τοῦ Παπαλουκᾶ. Ἀνευλάβεια πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, περιφρόνησις πρὸς τὴν δημοσίαν ἠθικὴν, ἀσέβεια πρὸς τοὺς νόμους, ἀφοβία πρὸ τοῦ ἐλέγχου, αὐτὰ εἶναι τὰ κύρια χαρακτηριστικὰ τῶν σημερινῶν κυβερνητῶν. Δύναμαι νὰ εἴπω μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι, ἐὰν τοιαύτη κατάστασις, παρατεινομένη ἐκ τῆς ἀνοχῆς ἐκείνων, οἵτινες ὀφείλουν νὰ μὴ τὴν ἀνέχωνται, δὲν ἐγκυμονῇ βιαίαν ἀνατροπὴν τοῦ καθεστῶτος, πρέπει ν’ ἀπελπισθῶμεν περὶ τῆς ζωτικότητος τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ἔχει τὸν λόγον.
§16ΜΙΛΗΣΗΣ. Κατόπιν τοιαύτης ἀποκαλύψεως, δὲν θὰ ἀπαντήσουν τίποτε οἱ κύριοι Ὑπουργοί;
§17ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τίποτε, ἀπολύτως τίποτε.
§18ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ πραγματικῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν ὀφείλει νὰ ἀπαντήσῃ τίποτε, διότι δὲν ἔχει τί νὰ ἀπαντήσῃ. Βεβαιώθητε, ὅτι, ἐὰν εἶχέ τι ν’ ἀπαντήσῃ, τοσοῦτον εἶναι ἐκτεθειμένη ἡ ὑπόληψις αὐτῆς, ὥστε βεβαίως ἤθελεν ἐπιληφθῆ ἀπαντήσεως. Ἐκ τῆς δημοσιευθείσης ἐπιστολῆς ἀποδεικνύονται καὶ ὅσα μὲν ὁ εὔγλωττος καὶ εὐθαρσὴς συνάδελφος ἀπέδειξεν, ἀλλὰ καί τι χεῖρον. Ἀποδεικνύεται κατὰ τίνα τρόπον διατηροῦσι μέρος τῆς ὑπουργικῆς δημοσιογραφίας οἱ κύριοι Ὑπουργοί. Ἀποδεικνύεται, ὅτι ὄργανα δημοσιογραφικὰ δὲν προβαίνουσιν εἰς ὅσα λιβελλογραφοῦσιν ἐνίοτε ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας, ἀλλ’ ὡς δοῦλοι, ὡς ὄργανα τῆς πρωτοβουλίας καὶ τῶν ἐπιθυμιῶν τῶν Ὑπουργῶν. Ἐὰν ἀναγνώσητε τὸν ἐπίλογον τῆς ἐπιστολῆς ταύτης, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι οὐχὶ ὁ νεαρὸς κ. Παπαλουκᾶς, ἀλλ’ ὁ παρὰ τῷ κ. Παπαλουκᾷ ἱστάμενος κ. Πρωθυπουργὸς δίδωσιν ἐκ τοῦ γραφείου αὑτοῦ τὸν κανόνα καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν πρέπει νὰ λυθῇ τὸ προκείμενον σκάνδαλον μεταξὺ τῶν δύο διαμαχομένων δημοσίων λειτουργῶν τοῦ Κράτους, καὶ ἀνωτέρων μάλιστα. Δὲν εἶναι ἡ γράφουσα χεὶρ ἡ χεὶρ τοῦ νέου κ. Παπαλουκᾶ, ἀλλ’ ἡ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοῦ λιβελλογραφοῦντος ἀνέκαθεν καὶ συκοφαντοῦντος τοὺς πολιτικοὺς αὑτοῦ ἀντιπάλους. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς αὐταῖς λέξεσι γράφει: «Ὅπως ἐξωθήσωμεν τὸ τέρας (δηλ. τὸν Νομάρχην), φρονῶ, ὅτι ὁ ἐγχώριος αὐτόθι τύπος, ὁ ὑφ’ ὑμῶν ἐπηρεαζόμενος, ν’ ἀρχήσῃ νὰ τὸν κτυπᾷ (δηλ. τὸν Νομάρχην!), καὶ ἀφορμὴν λαμβάνων ἐκ τῆς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως περιφρονήσεως τῆς ἐκθέσεώς του καὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Θεοτόκη, νὰ παριστᾷ αὐτὸν ὡς ἐξευτελισθέντα». Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τοιαύτην συμπεριφορὰν, τοιοῦτον χαρακτῆρα καὶ τοιαύτην στάσιν κρατεῖ ἀπέναντι ἀνωτάτου ὑπαλλήλου τοῦ Κράτους· βάζει δηλαδὴ τὸν ἔμπιστον αὐτῷ ὑπάλληλον, τὸν ὑπάλληλον τοῦ ἰδιαιτέρου αὐτοῦ γραφείου, ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς ὄργανον καὶ ἵνα δώσῃ τὸν τρόπον τῆς λύσεως τῆς διαφορᾶς ταύτης. Καὶ ὁ τρόπος οὗτος τίς ἐστί, καταφαίνεται προδήλως. Δόσατε παροχὰς εἰς τὸν τύπον, ἢ ὑποσχέσεις, καὶ προσπαθήσατε διὰ τοῦ μέσου τούτου νὰ ἐξοντώσητε ἀνώτατον ὑπάλληλον τοῦ Κράτους· ἀρχίσατε νὰ κτυπᾶτε αὐτὸν οὐχὶ μόνον ὡς πρὸς τὸν δημόσιον, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸν ἰδιωτικὸν αὐτοῦ βίον. Μόνον οὕτω δύναται νὰ λυθῇ τὸ ἐκκρεμὲς τοῦτο ζήτημα, τὸ μεταξὺ δύο ἀνωτάτων λειτουργῶν, τὸ συνταράξαν τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν. Ἐνταῦθα νομίζω ἔγκειται ἡ κυριωτάτη σημασία τοῦ ζητήματος, καὶ φρονῶ, ὅτι τὸ δεύτερον τοῦτο ζήτημα εἶναι ὑπέρτερον τοῦ πρώτου. Ἦτο ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν δημοσιότητα ὁ ὀργανισμὸς τοῦ κόμματος, ὅστις σήμερον εἶναι καταφανὴς τοσοῦτον, ὥστε καὶ οἱ μᾶλλον δύσπιστοι καὶ οἱ μᾶλλον ἐπιεικεῖς οὐδαμῶς νὰ δύνανται νὰ ἀμφιβάλλωσι. Τίς εἶναι ὁ ὀργανισμὸς οὗτος; Ἡ συκοφαντία καὶ ἡ ὕβρις ἐκ τοῦ ἰδιαιτέρου γραφείου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, οὐχὶ πλέον κατὰ τῶν ἀντιπάλων πολιτευτῶν, ἀλλὰ κατὰ τῶν συμπολιτῶν αὐτοῦ καὶ τῶν ἀνωτάτων λειτουργῶν, ὧν τὴν προστασίαν ὀφείλει νὰ ἔχῃ αὐτός. Φαντάσθητε τώρα, πῶς συκοφαντεῖ καὶ πῶς ὑβρίζει τοὺς πολιτικοὺς ἀντιπάλους του ὁ κ. Πρωθυπουργός! Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι ὁ Νομάρχης εἶναι ὁ ἄμεσος καὶ ὁ μέγιστος τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ τόπῳ. Ἐὰν λοιπὸν ἔχῃ σημασίαν ἡ ὁπωσδήποτε περιελθοῦσα εἰς γνῶσιν τοῦ τύπου ἐπιστολὴ, αὕτη εἶναι, ὅτι ἐφωράθησαν τίνι τρόπῳ διοικοῦσι τὰ πράγματα τοῦ Κράτους, καὶ τίνι τρόπῳ ἐννοοῦσι νὰ ἐπηρεάζωσι τὴν κοινὴν γνώμην διὰ τύπου, ἀπὸ μερίδος τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν νὰ ἀποστρέφωμεν μετὰ περιφρονήσεως καὶ βδελυγμίας τὸ πρόσωπον, ἀφ’ ἧς ἀπεδείχθη πασιδήλως τίνι τρόπῳ κινεῖ τὸν συκοφαντικὸν αὐτοῦ καὶ λιβελλογράφον κάλαμον.
§19ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Τῶν ζητημάτων, ἅτινα ἤγειρον οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες συνάδελφοι, προηγεῖται ἕτερον κατ’ ἐμὲ ζήτημα, πολὺ σπουδαιότερον. Υἱὸς γράφει πρὸς πατέρα, υἱὸς ἐξηγεῖται ἐμπιστευτικῶς τὰ ἐν τῇ διανοίᾳ αὐτοῦ πρὸς τὸν πατέρα του, ἡ ἐπιστολὴ αὕτη ὑποκλέπτεται, προκαλεῖται δὲ ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ ἐπ’ αὐτῆς καὶ νὰ ἐξαγάγῃ ἐκεῖθεν συμπεράσματα· καὶ ταῦτα, ἐνῷ ὁ νόμος ὁ συνταγματικὸς, ἐνῷ οἱ θεσμοὶ ἡμῶν κηρύττουσι τὸ ἀπόῤῥητον τῶν ἐπιστολῶν, ἔρχονται ἀξιότιμοι συνάδελφοι, λησμονοῦντες τὴν διάταξιν ἐκείνην, τὴν ἀπαγορευτικὴν, ἔρχονται ν’ ἀνασκαλεύσωσι τὰ μεταξὺ πατρὸς καὶ υἱοῦ λεχθέντα! Δὲν ἔπραξαν οὕτως ἄλλοι εἰς ἄλλην ἐποχὴν, καίπερ στερούμενοι τῶν φώτων καὶ τῆς ἀναπτύξεως τῶν νεωτέρων πολιτειῶν. Ἄλλοτε οἱ Ἀθηναῖοι, συλλαβόντες τὸ ταχυδρομεῖον τοῦ Φιλίππου, τοῦ σφοδροτέρου καὶ ἀπηνεστέρου τῶν ἀντιπάλων αὐτῶν, ἀπέφυγον ν’ ἀνοίξωσι τὴν πρὸς τὴν σύζυγόν του ἀπευθυνομένην ἐπιστολήν. Οὕτως ἔπραξαν ἐκεῖνοι, ὑμεῖς δὲ, καὶ μεθ’ ὅλην τὴν ἀπαγόρευσιν τὴν γραπτὴν τοῦ πολιτεύματος, προκαλεῖτε τὴν Βουλὴν νὰ ἀναδιφήσῃ, νὰ ἐξετάσῃ, τί εἶπεν ὁ πατὴρ πρὸς τὸν υἱὸν, ἢ ὁ υἱὸς πρὸς τὸν πατέρα· αὔριον ἴσως θὰ φέρητε καὶ ἐπιστολὰς συζύγου πρὸς τὸν σύζυγον. Πρὸ τοῦ ζητήματος λοιπὸν, τὸ ὁποῖον καθ’ ὑμᾶς ἐγείρει τὸ περιεχόμενον τῆς ἐπιστολῆς, ἔπρεπε νὰ λυθῇ αὐτὸ τὸ πρωτεῦον καὶ ἐξόχως ἐνδιαφέρον ζήτημα, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, καὶ τὴν πλευρὰν ταύτην καὶ τὴν πλευρὰν ἐκείνην, νὰ μὴ ἀνεχθῇ ἐπὶ πλέον νὰ συζητῆται τὸ ζήτημα τοῦτο, παρὰ τὴν διάταξιν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν.
§20ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἄλλοτε, ὡς ἐνθυμεῖσθε, προκειμένου περὶ τῶν περιλαλήτων ἐκείνων ἐπιστολῶν, ἐν τοῖς ὁποίοις ἐξειλίσσετο ἡ συνθηκολόγησις μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ ἑνὸς καταδίκου, ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπρόβαλε λίαν βεβιασμένως τὸ ἀπόῤῥητον αὐτῶν. Καὶ τότε μὲν τὸ πρᾶγμα ἐφαίνετο συζητήσιμον, διότι αἱ ἐπιστολαὶ ἐκεῖναι δὲν εἶχον δημοσιευθῆ, ἀλλὰ νῦν ἡ ἐφ’ ἧς συζητοῦμεν ἐπιστολὴ εἶναι δεδημοσιευμένη. Ὁ προλαλήσας συνάδελφος μᾶς ἐπρόβαλε τὸ ἀπόῤῥητον, ἀλλὰ γνωρίζει ἆρά γε κἀμμίαν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία θεσπίζει, ὅτι εἶναι ἀπαραβίαστον τὸ ἀπόῤῥητον τῆς δημοσιογραφίας; (γέλως ἐν τῇ ἀριστερᾷ· διακοπαί). Ἐγὼ ἐπικαλοῦμαι ἐφημερίδα, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι δεδημοσιευμένη ἡ ἐπιστολὴ, ἧς οὐδὲ εἷς στίχος φαίνεται ἀναφερόμενος εἰς ἰδιωτικὰ καὶ ξένα τοῦ περὶ οὗ ἡ συζήτησις ἀντικειμένου πράγματα.
§21ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Μὴ κάμνετε χρῆσιν τοῦ ἐγκλήματος.
§22ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σπουδάζων λέγετε ταῦτα, ἢ ὑποκρίνεσθε, ὅτι σπουδάζετε; (Θόρυβος καὶ διακοπαί). Ποτὲ δὲν ἔπρεπε νὰ προβάλητε τοιοῦτον ἥκιστα σοβαρὸν ἰσχυρισμόν.
§23ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Σᾶς τὸν προβάλλω.
§24ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πλεῖστα ὅσα παραδείγματα ἔχομεν, κατὰ τὰ ὁποῖα διεξήχθησαν συζητήσεις ἐκ δημοσιευθεισῶν ἐπιστολῶν, συζητήσεις μάλιστα, αἱ ὁποῖαι ἀπέληξαν εἰς ἀποτελέσματα ὑψίστης σημασίας, ὅπως εἶναι ἐκεῖνο τῆς πτώσεως τοῦ Προέδρου τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας. Νομίζω, ὅτι τοιαῦτα ἐπιχειρήματα δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχωσι θέσιν ἐνταῦθα· τὴν παρατήρησιν δὲ ταύτην κάμνω πρὸ πάντων εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀξιοῦσιν, ὅτι δύνανται νὰ συζητῶσι σοβαρῶς καὶ ἐμβριθῶς.
§25ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ἐνθυμοῦμαι εἰς πολὺ παλαιοτέραν ἐποχὴν, καθ’ ἣν προήδρευεν ὁ πατήρ μου, παρεπονέθη εἷς τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὅτι ὁ Καλαμίδας Νομάρχης ὕβρισεν αὐτὸν, καὶ ἀπῄτησεν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἱκανοποίησίν του.
§26ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ ἤμην, ἀλλὰ τότε ὁ Νομάρχης ἐκεῖνος μὲ ἐξύβρισε βαναύσως διὰ τοῦ τύπου καὶ διὰ τῆς ὑπογραφῆς του.
§27ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ τότε ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἀμέσως ἔπαυσε τὸν ὑπάλληλον ἐκεῖνον, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη καὶ πᾶσα Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἐνόει τὸ ὕψος τοῦ ἀξιώματος, μὲ τὸ ὁποῖον περιβάλλεσθε. Σήμερον εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἰδίαν σχεδὸν κατάστασιν. Ἐὰν ἡ ἐπιστολὴ δὲν ἐγίνετο γνωστή, ἐὰν δὲν ἐδημοσιεύετο, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν διάνοιαν οὐδενὸς, οὐδὲ νὰ ἀξιῶμεν ἱκανοποίησιν καὶ σεβασμὸν ἐκ μέρους τῶν κυβερνώντων· ἀλλ’ εὐθὺς, ὡς αἱ σκέψεις τινὸς ἔγειναν δημόσιαι, εὐθὺς, ὡς τὸ γνήσιον τῆς περὶ ἧς πρόκειται ἐπιστολῆς δὲν ἀμφισβητεῖται, εὐθὺς ὡς ὁ Α σᾶς ὕβρισε δι’ ὕβρεων τῆς τελευταίας ὑποστάθμης, αἱ δὲ ὕβρεις ἐγένοντο γνωσταὶ, τότε ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις, σεβομένη τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον φέρετε, νὰ ἐπέλθῃ αὐστηρὰ κατὰ τοῦ ὑβριστοῦ. Ἐνόμιζον, Κύριοι, ὅτι ὄχι ὁ κύριος Παπαγιαννακόπουλος, ὄχι Βουλευτής τις τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), ἀλλὰ σεῖς οἱ ἴδιοι τῆς πλειοψηφίας ἠθέλετε ἀπαιτήσει ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ὑπαλλήλου τούτου, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας, χάριν τῆς τιμῆς ὑμῶν αὐτῶν. Ἔπρεπε νὰ δείξητε εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι σέβεσθε ἑαυτούς· ὀφείλετε, χάριν ὑμῶν αὐτῶν, σεῖς πλέον νὰ ζητήσητε ἱκανοποίησιν. Ἄν μέχρις αὐτοῦ τοῦ βαθμοῦ ἐξηυτελίσθημεν καὶ κατέπεσεν ἡ φιλοτιμία ἡμῶν, δὲν ἔχουσιν ἄδικον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δημοσιογραφοῦντες μᾶς προσάπτουσι καθ’ ἑκάστην τὰ χειρότερα τῶν ἐπιθέτων. Ὅταν μέχρις αὐτοῦ τοῦ βαθμοῦ ἀναισθητῆτε ἀπέναντι τοιούτων ὕβρεων πρὸς συναδέλφους σας καὶ πρὸς ὁλόκληρον πτέρυγα, ἀπορῶ πῶς, ὅταν μᾶς συναντῶσιν εἰς τὰς ὁδοὺς, δὲν μᾶς ῥίπτουσι καὶ κατὰ πρόσωπον πᾶσαν ὕβριν, διὰ ν’ ἀποδείξωσι, ποῖα ὄντα εἴμεθα ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι φέρομεν τὸν τίτλον τοῦ Βουλευτοῦ! Ἀπορῶ δὲ μάλιστα, πῶς βλέπετε ἐνώπιόν σας τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, πῶς δὲν ἐξανέστητε κατ’ αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος, μόλις εἶδε ταῦτα, δὲν ἔσπευσεν ἀμέσως νὰ δώσῃ ἱκανοποίησιν πρὸς τοὺς Βουλευτὰς, χωρὶς νὰ περιμείνῃ παρ’ ἡμῶν οὐδεμίαν παρατήρησιν! Δὲν δύναμαι νὰ ὑποθέσω ἄλλο τι, διὰ ν’ ἀνέχηται ὁ Πρωθυπουργὸς τὰ γραφόμενα ἐκ μέρους ἑνὸς ὑπαλλήλου, τὰ οὕτω γραφόμενα, εἰμὴ ὅτι ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς τὰ ἀκούει ἀπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, καὶ μάλιστα ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς ἰδιαίτερος ὢν γραμματεὺς τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Κύριοι, μὴ θεωρεῖτε ἁπλοῦν τὸ πρᾶγμα. Πρόκειται περὶ τῆς μεγαλειτέρας ἀρχῆς τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία ἂν δὲν ἵσταται εἰς τὸ ὕψος της, μεγάλαι θὰ παραχθῶσι ζημίαι· δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης διὰ τὴν Α ἢ Β πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ παροῦσα ὑπόθεσις δὲν ἔχει σχέσιν οὐδεμίαν μὲ τὴν Α ἢ τὴν Β ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου, μὴ ἐκτελουμένην ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν· δὲν πρόκειται περὶ εὐρείας καὶ στενῆς περιφερείας· πρόκειται περὶ τῆς τιμῆς σας, περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας σας. Εἶναι καὶ τοῦτο ζήτημα ὕψιστον, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὅταν στέκησθε εἰς μόνον τὸ ὕψος σας, αἱ ἀποφάσεις σας θὰ ἦναι σεβασταί. Ἡ σεβαστὴ θέσις ἡμῶν παρὰ τῷ Κράτει εἶναι ἡ βάσις τοῦ ἐθνικοῦ οἰκοδομήματος. Δὲν ἔχετε ἀνθρωπισμόν; —συγχωρήσατέ με, ἂν ὁμιλῶ οὕτως, ἐπιτρέψατέ μοι ἐλευθερίαν περὶ τὸ λέγειν κατ’ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, διότι ἄλλο δὲν μένει εἰς τὸν ἄνθρωπον καὶ δι’ οὐδὲν ἄλλο ζῇ, παρὰ διὰ τὴν τιμήν του καὶ τὴν ὑπόληψίν του.— Ποίαν ἀξίαν ἔχουσιν οἱ τίτλοι, ὅταν εἰς τὴν ῥάχιν σας ἔχητε αἴσχη ἀναγεγραμμένα; δύνασθε νὰ ὀνομάζησθε Βασιλεῖς, Αὐτοκράτορες· εἶναι ἀδιάφορον· εἶσθε κατ’ οὐσίαν ἄξιοι τοῦ ἀξιώματος, μετὰ τὰ αἴσχη, τὰ ὁποῖα σᾶς προσάπτουν; Δὲν ἔχουσιν οὐδεμίαν σημασίαν οὔτε ὁ πλοῦτος, οὔτε ἄλλαι ἐξωτερικαὶ τιμαὶ, ὅταν δὲν συνοδεύῃ αὐτὰ ὁ σεβασμὸς καὶ ἡ ὑπόληψις τοῦ κοινοῦ. Τοιοῦτον εἶναι τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται, καὶ οὕτω πρέπει νὰ τὸ λάβῃ ἡ Βουλὴ καὶ ν’ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἱκανοποίησιν τοῦ Σώματος διὰ τὰς ὕβρεις, τὰς ὁποίας ἰδιαίτερος γραμματεὺς τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἀπηύθυνε κατὰ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Κράτους. Ἐγὼ μάλιστα φθάνω εἰς τὸ σημεῖον, ἂν ἠδυνάμην ὅλους ὑμᾶς ν’ ἀντιπροσωπεύσω διὰ μιᾶς ψήφου μου, νὰ θέσω ζήτημα ἐμπιστοσύνης κατὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, διότι φρονῶ, ὅτι, ἂν διατηρήσῃ ὁ Πρωθυπουργὸς τὸν ὑπάλληλον τοῦτον, αἱ ὕβρεις, αἱ ἐκτοξευθεῖσαι ἀπὸ τὸ παιδίον τοῦτο, εἶναι ἀπὸ τοῦ στόματος καὶ τῆς χειρὸς τοῦ Πρωθυπουργοῦ· διότι πῶς εἶναι δυνατὸν ἰδιαίτερος ἡμῶν ὑπάλληλος νὰ ὑβρίσῃ τινὰ, νὰ λαμβάνωμεν γνῶσιν τῶν ὕβρεων καὶ νὰ μὴ ἀποβάλωμεν τὸν ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος ἐξετόξευσε ταύτας, ἂν δὲν τὰς ἐπιδοκιμάζωμεν; Μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου, λέγω, ἤθελον φθάσει, ἐὰν ἀντεπροσώπευον ὅλους ὑμᾶς. Διὰ τοῦτο καὶ μόνον ἀπευθύνω τὴν παρατήρησιν ταύτην πρὸς τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν δεξιὰν), διότι παρετήρησα καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ μικρὸν χρονικὸν διάστημα, ὅτι σπουδαιόταται ὑποθέσεις τοῦ Κράτους οὐδεμίαν σημασίαν ἔχουσιν ἐπὶ τῆς συνειδήσεως ὑμῶν, ἀλλ’ ἐφρόνουν, ὅτι διὰ ζήτημα τοιοῦτον, θίγον ἀμέσως ὑμᾶς, καὶ εἰς τὸ λεπτότερον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ ἄνθρωπος, τὴν τιμὴν, θὰ εἴχετε τὸ θάῤῥος ν’ ἀπαιτήσητε ἀπὸ τὸν Πρωθυπουργὸν, νὰ ἱκανοποιήσῃ τὸ Σῶμα.
§28ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν λέξιν θὰ προσθέσω σχετικῶς πρὸς τὸ ἐπεισόδιον, τὸ ἀπασχολοῦν τὴν Βουλήν. Δὲν θέλω ποσῶς εἰσέλθει εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν πραγματικῶν γεγονότων, τῶν ἀναφερομένων ἐν τῇ ἐπιστολῇ· μίαν ἄκραν τοῦ ζητήματος θέλω ἀνασύρει, ἐκείνην, ἣν μᾶς ὑπέδειξεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων. Ὁ κ. Μπογιατζόγλους ὡμίλησε περὶ τοῦ ἀποῤῥήτου τῶν ἐπιστολῶν, καὶ ἐπεκαλέσθη τὴν εὐλάβειαν καὶ τὸν σεβασμὸν τῶν κκ. Βουλευτῶν πρὸς τὴν ἱερὰν τῳόντι καὶ ὑψηλὴν ταύτην ῥήτραν τοῦ συνταγματικοῦ ἡμῶν χάρτου. Τρέφω εὐλάβειαν καὶ σεβασμὸν ἀπεριόριστον πρὸς πάσας τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, καὶ ἑπομένως ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων δὲν θέλει μ’ εὕρει διαφωνοῦντα ἐν ῥήτρᾳ θεμελιωδεστάτῃ, ὑπερτάτῃ καὶ ἠθικωτάτῃ. Τὸ ἀπόῤῥητον τῶν ἐπιστολῶν, τῳόντι διατάσσει τὸ Σύνταγμα, καὶ παραδέχομαι ἀνενδοιάστως, ὅτι εἶναι οὐ μόνον ἀπαραβίαστον, ἀλλὰ καὶ ἀπολύτως ἀπαραβίαστον. Ἐκτείνω τὴν εὐλάβειάν μου καὶ πέραν ἴσως τῆς ἐννοίας καὶ πέραν τῶν ὁρίων, ἅτινα ὑποδεικνύει τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο τὴν εὐλάβειαν πρὸς τὸ ἀπόῤῥητον τῶν ἐπιστολῶν νὰ κανονίσῃ τις κατὰ τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, ἠδυνάμην νὰ εἴπω πρὸς τὸν ἔντιμον συνάδελφον ἐκ Κυκλάδων, ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα πλέον πρὸ τοῦ ἀποῤῥήτου, ἀλλ’ εὑρισκόμεθα πρὸ ἐπιστολῆς καταχωρισθείσης ἐν ἐφημερίδι καὶ παραδοθείσης εἰς τὴν δημοσιότητα. Ἀλλ’ ἔστω· πρὸς στιγμὴν παραδέχομαι, ὅτι ἡ εὐλάβεια πρὸς τὸ ἀπόῤῥητον τῶν ἐπιστολῶν δέον νὰ ᾖ τοσαύτη, ὥστε νὰ μὴ ζητῇ τις συνδρομὴν ἐκ παραβιασθέντος ἀποῤῥήτου ἐπιστολῆς, καὶ ὅτι δι’ οἱουδήποτε τρόπου καὶ ἂν παρεβιάσθη τὸ ἀπόῤῥητον τῶν ἐπιστολῶν, οὐδεὶς θὰ θελήσῃ ν’ ἀντλήσῃ ἐξ αὐτῆς ὕλην κατηγορίας ἐκ τοιαύτης καταχρήσεως καὶ παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ὅμως τὸ διὰ τῆς ἐπιστολῆς ἀποκαλυπτόμενον σκάνδαλον μένει ἀκέραιον. Ἐν τούτοις ἐγὼ δὲν θὰ ὁμιλήσω παντάπασι περὶ τοῦ σκανδάλου, τὸ ὁποῖον ἀποκαλύπτει ἡ ἐπιστολή, ἥτις πλέον δὲν εἶναι ἀπόῤῥητος· ἀλλὰ μίαν παρατήρησιν θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων ν’ ἀπευθύνω πρὸς αὐτὸν ἐν συναδελφικῇ οἰκειότητι. Μετὰ θλίψεως παρατηρῶ, ὅτι τότε μόνον ἐγείρεται φωνὴ ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν δεξιὰν), τότε μόνον παρατηρεῖται συγκίνησίς τις, ὅταν πρόκηται ν’ ἀποκαλυφθῇ σκάνδαλόν τι, ἔκτροπόν τι, ἵνα μὴ εἴπω στίγμα, ἐπὶ εὐθύνῃ καὶ εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως. Παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα καθ’ ἑκάστην, δὲν ὑπάρχει συνταγματικὴ διάταξις, ἥτις νὰ ἔμεινεν εἰς τὴν θέσιν της, ὑπεσκάφησαν αἱ βάσεις τοῦ θεμελιώδους χάρτου, καὶ ἐν τούτοις οὐ μόνον οὐδεμία φωνὴ διαμαρτυρίας ἐγείρεται ἐκεῖθεν (δεικνύει τὴν δεξιὰν), οὐ μόνον οὐδεμία συγκίνησις παρατηρεῖται, ἀλλὰ καὶ πάντες σπεύδουν νὰ ἑνώσουν τὴν φωνήν των ὑπὲρ τῆς παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ δώσουν τὴν ψῆφόν των ὑπὲρ τῆς συντελέσεως τῆς καταστροφῆς τοῦ πολιτεύματος. Προχθὲς συνεζητοῦμεν, κύριε Πρόεδρε, ζήτημα ὑψίστης σημασίας, ζήτημα συνδεόμενον μὲ διάταξιν συνταγματικὴν, ἀποτελοῦσαν ἕνα τῶν ἀκρογωνιαίων λίθων τοῦ συνταγματικοῦ ἡμῶν χάρτου. Ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, καὶ περὶ τῆς ἀπολύτου εὐλαβείας, ἣν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ὀφείλει νὰ δεικνύῃ πρὸς αὐτὴν, ἐκτελοῦσα ἀδιστάκτως καὶ ἀνεξελέγκτως τὰς ἀποφάσεις της. Ἐν τούτοις ὁ Πρωθυπουργὸς, ὁ σήμερον διοικῶν τὴν Ἑλλάδα, ὁ ἐπαγγειλάμενος μάλιστα ν’ ἀναμορφώσῃ αὐτὴν, μετὰ τόλμης, δὲν λέγω μετὰ θράσους, ἀκατανοήτου τόλμης, ἐπικαλούμενος διατάξεις ἄλλων νόμων, ἀνατρέχων εἰς στρατολογικοὺς νόμους ἢ καὶ ὑγειονομικοὺς, προσεπάθει ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἐντὸς τοῦ Συντάγματος ἦτο, μὴ ἐκτελῶν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου, καὶ προσεπάθει νὰ δικαιολογήσῃ, πρὸς κοινὴν κατάπληξιν, τὰ ἀδικαιολόγητα. Ἡ Βουλὴ, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἠσθάνθη αἴσθημα ὀδύνης, ἠσθάνθη κατάπληξιν, καὶ διὰ τοῦτο οὐδεὶς ἠγέρθη πρὸς δικαιολογίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Εἷς μόνος ἀνέλαβε τὸ ἔργον τοῦτο, καὶ οὗτος εἶναι ὁ ἔντιμος ἀντιπρόσωπος Κυκλάδων. Δὲν θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω οὔτε μίαν λέξιν πλειότερον, οὔτε ἐπὶ τοῦ ζητήματος οὔτε πρὸς ἀπάντησιν τοῦ ἐντίμου κ. Μπογιατζόγλου. (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).
§29ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Δὲν ἤμην ἀπ’ ἀρχῆς, ὅτε ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἔλαβε τὸν λόγον, περὶ τὸ τέλος παρευρέθην, καὶ ἂν καλῶς ἐνόησα, ὡμολόγησεν, ὅτι σκάνδαλον εἶναι νὰ ἐρευνᾷ ἡ Βουλὴ τὴν ἐπιστολὴν υἱοῦ πρὸς πατέρα· χαίρω πολὺ διὰ τοῦτο, δὲν ἀμφέβαλλον δὲ ποσῶς, καὶ διὰ τοῦτο ἐπεκαλέσθην πάντας ὑμᾶς πρὸς ἀπόκρουσιν τοῦ κατὰ τῆς ἠθικῆς καὶ τοῦ νόμου ἐγκλήματος. Δὲν ἦτο ἠθικόν, ἦτο ὅλως ἀνήθικον νὰ προβαίνῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἀκρόασιν ἐγκλήματος, τελεσθέντος παρ’ ἀνηθίκου προσώπου, μὴ σεβομένου τὸ ἀπόῤῥητον τῆς ἐξηγήσεως υἱοῦ πρὸς πατέρα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἐμέμφθη ἡμῶν, ὅτι ἐν ἄλλῃ περιπτώσει, παραβιαζομένου τοῦ Συντάγματος, οὐ μόνον δὲν ἠγέρθη φωνὴ πρὸς ὑπεράσπισιν αὐτοῦ, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐγὼ μόνον προσῆλθον τῷ Ὑπουργῷ ἀρωγὸς πρὸς καταπάτησιν τοῦ πολιτεύματος, διαβεβαιῶ αὐτὸν, ὅτι ἐν πεποιθήσει ἐλάλησα καὶ ἐν πεποιθήσει φρονῶ, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο ἐκεῖ περὶ παραβιάσεως νόμου συνταγματικοῦ, δὲν ἐπρόκειτο περὶ δόλου, περὶ καταπατήσεως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας· ἐπρόκειτο ἁπλῶς περὶ ἑρμηνείας νόμου, ἴσως ἐσφαλμένης (κίνησις ἐν τῇ ἀριστερᾷ καὶ διακοπαὶ), τολμῶ δὲ εἰπεῖν πρὸς ὑμᾶς, καὶ ἂν βούλησθε, εἶμαι ἕτοιμος νὰ συζητήσω αὖθις, ὅτι ὀρθῶς ἡρμήνευσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸν νόμον ἐκεῖνον. Τὸ φάσμα τῆς καταπατήσεως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ τῶν ἀποφάσεων αὐτῆς προβάλλεται πρὸ ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ ὑμεῖς αὐτὰ συνομολογεῖτε, καὶ δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι ἐν τῷ νόμῳ εἶναι ἀναγεγραμμένη ἡ περίπτωσις τῆς μὴ ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως. Καὶ ἐπειδὴ ἐθίξατε τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω δύο λέξεις. Ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ, καθ’ ὑμᾶς, (δὲν λέγω τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δίδομεν,) ὑπάρχει περίπτωσις, καθ’ ἣν ἡ δικαστικὴ ἀπόφασις δὲν εἶναι ἐκτελεστέα.
§30ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει περίπτωσις.
§31ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Νὰ σᾶς τὴν ὑπομνήσω, ἂν τὴν ἐλησμονήσατε. Ὑμεῖς αὐτοὶ ἀνωμολογήσατε, ὅτι, προκειμένου περὶ πολίτου στερηθέντος τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων καὶ εἰσαγομένου ἐν τῷ στρατῷ, ἐὰν ἡ ποινὴ δὲν ἦναι ἐνιαύσιος, ἡ ἀπόφασις δὲν ἐκτελεῖται ὡς πρὸς τὴν εἰσαγωγὴν αὐτοῦ ἐν τῷ στρατῷ (διακοπαὶ ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Κατὰ τὴν ἑρμηνείαν ὑμῶν, ἐνῷ τὸ Δικαστήριον ἐστέρησε τὸν πολίτην ἐκεῖνον πάντων τῶν δικαιωμάτων, πολιτικῶν τε καὶ ἀστικῶν, ἐν αὐτοῖς δὲ τοῖς δικαιώμασι πρωτεύει τὸ ὑπηρετεῖν τὴν πατρίδα ἐν τῷ στρατῷ, ἐὰν, λέγω, τοιαύτη ἀπόφασις ἐξεδόθη, δὲν ὀφείλει νὰ τὴν ἐκτελέσῃ ὁ Ὑπουργὸς, ὀφείλει νὰ τὸν δεχθῇ ἐν τῷ στρατῷ, καὶ ἴσως ἐντὸς ὀλίγου αὐτὸς, ὁ στερηθεὶς πάντων τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, δύναται καὶ στρατάρχης ἀκόμη τοῦ στρατοῦ ν’ ἀνακηρυχθῇ—ἐν ἑαυτῷ φέρει τὸ δίπλωμα τοῦ στρατάρχου ὁ εἰσαγόμενος ἐν τῷ στρατῷ—καὶ ταῦτα, ἐνῷ ἀπόφασις τὸν ἐστέρησε πάσης τιμῆς. Λοιπὸν κατὰ τί διαφωνοῦμεν πρὸς ὑμᾶς; ἐλέγομεν ἡμεῖς, ὅτι ἡ περίπτωσις αὕτη δὲν εἶναι ἡ μόνη, ἀλλ’ ἐκτείνεται καθ’ ἡμᾶς καὶ περαιτέρω, ἤτοι, καὶ ἐὰν περὶ στρατιώτου, ἤδη ἐν τῷ στρατῷ εὑρισκομένου, πρόκηται, τὸ αὐτὸ γενήσεται. Τοῦτο ἐλέγομεν ἡμεῖς πρὸς ὑμᾶς. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ καταπατήσεως τοῦ πολιτεύματος, περὶ δόλου. Κατόπιν ὑμεῖς προεκαλέσατε ἡμᾶς νὰ ψηφίσωμεν ὑπὲρ τῆς ἑτέρας προτάσεως, ὅτι δῆθεν ἀντισυνταγματικῶς ἡμεῖς καθήμεθα ἐνταῦθα καὶ ἀντιπροσωπεύομεν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Σεῖς προεκαλέσατε ἡμᾶς νὰ ψηφίσωμεν ὄχι τὴν τέλεσιν νέου νόμου, ἀλλὰ τὴν ἀκύρωσιν τοῦ ἤδη ὑπάρχοντος, ὡς ἀντισυνταγματικοῦ· δὲν σᾶς παρηκολουθήσαμεν δὲ, μὲ ὅλην τὴν ἀπειλὴν, ἣν ἐξήνεγκεν ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ συμπράττῃ μεθ’ ἡμῶν. Καὶ διατὶ δὲν θέλει συμπράττει; μήπως τάχα πάντες ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἀπόῤῥοια τῆς νοθείας ἐκείνης, ἐὰν τὴν παραδεχθῆτε ὡς νοθείαν; μήπως καὶ σεῖς καὶ ἡμεῖς παρανόμως δὲν ἐξελέγημεν, ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶναι ἀντισυνταγματικός; Καὶ θέλετε ν’ ἀκολουθήσωμεν ὑμᾶς εἰς τοῦτο, φέροντες ἀνατροπὴν εἰς τὸ Κράτος! Καὶ τί γίνεται ἡ διοίκησις, ἡ ἀπὸ τότε ἄχρι τοῦ νῦν; τί γίνεται ἡ νομοθετικὴ ἐργασία, ἡ ἀπὸ τότε μέχρι σήμερον συντελεσθεῖσα; Ἠθέλατε νὰ παρακολουθήσωμεν ὑμᾶς εἰς τὸ στάδιον τοῦτο, τὴν ἀνατροπὴν τοῦ πολιτεύματος; αὐτὸ νομίζετε συντήρησιν καὶ ὑποστήριξιν τοῦ Συντάγματος; ὑμεῖς οἱ προκαλοῦντες τὴν ἀνατροπὴν αὐτοῦ, τολμᾶτε νὰ ἀποκαλῆτε ἡμᾶς ἀντισυνταγματικούς! Ἔστε βέβαιοι, Κύριοι, ὅτι τῶν αὐτῶν αἰσθημάτων ὑπὲρ τηρήσεως τοῦ πολιτεύματος ἐμφορούμεθα καὶ ἡμεῖς· πάλλει καὶ ἡ καρδία ἡμῶν πρὸς τήρησιν τοῦ ἱεροῦ θεσμοῦ τῆς πατρίδος. Ἐὰν δὲν παρακολουθῶμεν ὑμᾶς εἰς τὰς ἑκάστοτε προβαλλομένας προτάσεις, τὸ πράττομεν διότι τὰς θεωροῦμεν ἀσυμόρφους πρὸς τὴν πατρίδα, ἀλλ’ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν τὸ πολίτευμα κινδυνεύσει, εἴτε παρὰ τῶν διαχειριζομένων τὴν ἐξουσίαν Ὑπουργῶν, εἴτε καὶ παρ’ ὑμῶν, θ’ ἀντιταχθῶμεν πάσῃ δυνάμει.
§32ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ μᾶς εἴπῃ τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν δύναται ἀμέσως νὰ ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας· νομίζω δὲ, ὅτι ἐδήλωσε συγχρόνως, ὅτι δὲν θ’ ἀργήσῃ νὰ ὑποβάλῃ αὐτόν. Ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος συνδέεται εἰδικώτερον σήμερον μὲ τὴν συζήτησιν τοῦ γενικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ὅσον δὲ καὶ ἂν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ καταστήσῃ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου ἁπλῆν τυπικὴν ἐργασίαν, οὐχ ἧττον εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα ἐργασία τῆς Βουλῆς, ἥτις δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἄνευ τῶν ἀναγκαίων στοιχείων, ὧν ἓν εἶναι καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, τοῦ ὁποίου ἡ ὑποβολὴ ἐπιβάλλεται παρὰ τοῦ νόμου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ, τίνες λόγοι ἠμπόδισαν αὐτὸν μέχρι τοῦδε νὰ ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμὸν αὐτόν;
§33ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Σᾶς τὸ εἶπον καὶ τὴν ἄλλην ἑσπέραν, ἐβράδυνεν ὁ καταρτισμὸς, κακῶς, ἀλλ’ ἐβράδυνεν· ἐλπίζω, ὅτι ταχέως θέλω ἔχει τὸν προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ ἔγκαιρος κατάθεσις δὲν ὑπῆρξε δυνατὴ ἐκ προσκομμάτων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεως ἡμῶν.
§34ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλαβον, κύριε Πρόεδρε, ἀναφορὰν, ἀπευθυνομένην καὶ πρὸς ὑμᾶς, τοῦ Κ. Παππαγιάννη ἐκ Μαντινείας, παραπονουμένου, ὅτι κατὰ τὴν 25 Νοεμβρίου ἀποσπασματάρχης τις, ἀνθυπολοχαγὸς τοῦ πεζικοῦ, Παναγιώτης Τσέρτσος λεγόμενος, συνέλαβεν αὐτὸν καὶ τὸν ᾔκισε δεινῶς, ἄνευ οὐδενὸς λόγου. Τὴν πρᾶξιν ταύτην κατήγγειλε καὶ ἑπομένως παρακαλεῖ νὰ ἐνεργηθῇ ἡ δέουσα καταδίωξις. Συνεπῶς ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν ἔλαβε γνῶσιν τῆς πράξεως ταύτης καὶ τί περὶ αὐτῆς ἐνήργησε.
§35Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν δημοσίευσιν τῆς προσωρινῆς καταστάσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους μέχρι τέλους τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. Εὑρισκόμεθα ἤδη εἰς τὸ τέλος τοῦ Νοεμβρίου καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν κατάστασιν αὐτὴν κατὰ τὴν προσεχῆ συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος.
§36Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὑποβάλω ἐπερώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τοῦ δήμου Τρικολλώνων ἀγωνίζεται πρὸ δύο ἐτῶν ν’ ἀποκτήσῃ δημοτικὸν εἰσπράκτορα καὶ δὲν δύναται νὰ τὸ κατορθώσῃ. Ὁ ὑπάρχων θέλει μὲν νὰ διατηρηθῇ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀλλὰ δὲν ἐκτελεῖ κἀνὲν καθῆκον. Καλεῖται εἰς λογοδοσίαν, ἀρνεῖται, μεταβαίνει ὁ Δήμαρχος διὰ νὰ ἐνεργήσῃ ἔλεγχόν τινα ἐν τοῖς βιβλίοις αὐτοῦ, ἵνα λάβῃ γνῶσιν τῆς καταστάσεως τοῦ ταμείου, ἀποκρούει αὐτὸν καὶ τρέπεται εἰς φυγήν. Τὸν καλεῖ εἰς πᾶσαν ἄλλην ἐργασίαν, εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον, πρὸς εἴσπραξιν τῶν προστίμων, δὲν προσέρχεται καὶ ἐν γένει διατελεῖ ἐν ἐπαναστάσει καὶ πρὸς τὸν Δήμαρχον καὶ πρὸς τὸ καθῆκόν του πρὸ πάντων. Ἐπανελήφθη, ὡς πληροφοροῦμαι, κύριε Πρόεδρε, ἡ περὶ ἀπαλλαγῆς τοῦ δημοτικοῦ τούτου εἰσπράκτορος πρότασις καὶ ἐκ νέου παρὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ παρὰ τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς τούτοις, ἥτις εἶχε προτείνει τὴν ἀπαλλαγήν του, ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὄχι μόνον δὲν προέβη εἰς τὴν ἀπόλυσιν τούτου, ἀλλὰ κατακρατεῖ καὶ τὰ ἔγγραφα ἅπαντα εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ δὲν προσάγει ταῦτα οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν καὶ ᾐτησάμην αὐτὰ, κατ’ ἐπανάληψιν, ἵνα ἴδωμεν, τίνες οἱ λόγοι, οἱ πείθοντες τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι πρέπει νὰ διατηρῇ τὸν εἰσπράκτορα αὐτὸν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐναντίον τῶν νόμων καὶ τῶν προτάσεων τῶν ἁρμοδίων. Παρακαλῶ ὅθεν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα ἅπαντα ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτε θέλω, ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν, προβῆ εἰς συζήτησιν, ἂν δὲν προτιμήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀπολύσῃ αὐτὸν τάχιστα.
§37ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ ἐξετάσω καὶ θὰ σᾶς ἀπαντήσω προσεχῶς.
§38ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ὀλίγου ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ Καλαβρύτων, ἀπευθυνόμενον ταυτοχρόνως καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, φέρον δὲ τὰς ὑπογραφὰς τῶν ἐγκριτωτέρων κατοίκων τῆς πόλεως Καλαβρύτων, δι’ οὗ ἐξανίστανται κατὰ τῆς μεταθέσεως τοῦ δημοδιδασκάλου Στρεζόβης Χ. Ἀνανιάδου. Δὲν θὰ ἔκαμνον παντάπασι λόγον περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, οὔτε ἄλλην μνείαν περὶ τοῦ τηλεγραφήματος, ἐὰν δὲν μὲ παρεκίνουν πρὸς τοῦτο δύο λόγοι. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν δὲν εἶναι προσῆκον ἐν τῷ μέσῳ τοῦ σχολικοῦ ἔτους νὰ ἀφαιρῆται ὁ διδάσκαλος, ἀφ’ ἑτέρου δὲν βλέπω διατὶ, ἐναντίον τῆς ἐπιθυμίας ὅλων τῶν κατοίκων, ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ θελήσῃ νὰ ἐκτοπίσῃ διδάσκαλον καὶ νὰ φέρῃ ἄλλον, τὸν ὁποῖον οἱ κάτοικοι δέχονται διὰ λιθοβολισμῶν. Νομίζω, ὅτι εἶναι προσῆκον καὶ ἄξιον τοῦ ἐνδιαφέροντος τῆς Πολιτείας νὰ εἰσακούσητε τῆς δικαίας ἀπαιτήσεως τῶν κατοίκων τούτων. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, ἐφ’ ὧν ἐστήριξε τὴν μετάθεσιν.
§39ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ μετάθεσις τοῦ διδασκάλου τούτου ἐγένετο συνεπείᾳ ἐκθέσεως τῆς ἐκπαιδευτικῆς ἐπιτροπῆς, τοῦ Δημάρχου καὶ τοῦ Νομάρχου. Καταθέτω τὰ ἔγγραφα ταῦτα.
§40ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀπὸ τοῦ 1855, ἀφ’ ἧς ἤρξατο ἐφαρμοζόμενος ὁ νόμος περὶ ἐπιβολῆς φόρων λιμενικῶν, οἱ φόροι αὐτοὶ ἐξεδίδοντο εἰς δημοπρασίαν· ἐφέτος, πληροφοροῦμαι, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν θὰ πράξῃ τοῦτο, ἐνῷ γνωρίζω, ὅτι τὸ ἐνοίκιον ἐφέτος ἔφθασε μέχρι 257,000 δραχμῶν εἰς τὸν λιμένα Κατακώλου, ἀπέναντι 300,000, εἰς ἃς ἔφθασε πέρυσιν, ὅτε, ὡς γνωρίζετε, εἴχομεν μεγάλην παραγωγήν. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τούτου, διότι βεβαίως πρόκειται περὶ ἀπωλείας σημαντικοῦ ποσοῦ.
§41ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Συμβαίνει ἐφέτος εἰς τὸν λιμένα Κατακώλου ὅ,τι καὶ εἰς ἄλλα σημεῖα, ὁπόθεν ἐξάγεται σταφιδόκαρπος· αἱ τιμαί, αἱ προσενεχθεῖσαι εἰς τὰς δημοπρασίας, εἶναι πολὺ κατώτεραι τῶν περυσινῶν. Ἐκ τούτου ἐλήφθη φροντὶς, ὁσάκις δὲν φθάνωμεν εἰς τὸ ποσὸν, τὸ πιθανῶς εἰσπρακτέον ὑπὲρ τοῦ λιμένος, νὰ ἀποφεύγωμεν τὴν ἔγκρισιν. Θὰ φέρω αὔριον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τοῦ Κατακώλου καὶ ἄλλων παραπλησίων ἐνοικιάσεων ἔγγραφα.
§42ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἡ φροντὶς, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, βεβαίως θὰ ἀποβῇ εἰς βλάβην τῶν λιμενικῶν ταμείων. Δὲν γνωρίζω διὰ τὰ λοιπὰ, ἀλλὰ τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Κατακώλου θέλει βεβαίως ἀπολέσει 30–35 χιλιάδας δραχμῶν· πέρυσι τὸ ποσὸν τῶν ἐνοικίων ἦτο 300,000 δραχμῶν, ἀλλὰ πέρυσιν ἐξήχθησαν ἐκεῖθεν 80,000,000 λιτρῶν σταφιδοκάρπου, ἐνῷ ἐφέτος εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξαχθῶσιν ἐκεῖθεν ἄνω τῶν 55–60 ἑκατομμυρίων. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ ζημία τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Κατακώλου θὰ ἦναι μεγάλη, ἀπορῶ δὲ, πῶς ἀπεφάσισε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ εἰσπράξῃ τὸν φόρον ἐκεῖνον δι’ ἐπιτηρητῶν, ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν συμφέρον ἔχουσι.
§43ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ σᾶς φέρω τὰ ἔγγραφα. Ὅ,τι εἴπετε πρὸ ὀλίγου εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι ἐφέτος ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ σταφιδοκάρπου ἐξ ἀνάγκης θὰ ἦναι μικροτέρα τῆς περυσινῆς, ἀλλ’ ἐξετιμήθη τὸ πρᾶγμα τοῦτο, καὶ μ’ ὅλην αὐτὴν τὴν πεποίθησιν, ἐθεωρήθη συμφερώτερον νὰ μὴ ἐκδοθῇ εἰς δημοπρασίαν.
§44ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὡς τελευταίαν λέξιν προμαντεύω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσπραχθῶσιν ἐφέτος ἄνω τῶν 200,000 δραχμῶν.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ΑΨ περὶ συνομολογήσεως καὶ μετατροπῆς δανείων. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως γεωργικοῦ σταθμοῦ.
§47ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς εἶχε δηλώσει, ὅτι, ἐὰν δὲν προσαχθῇ ὁ πίναξ, ὅστις ἐζητήθη πρὸ ἡμερῶν, περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Τριανταφυλλιδείου κληροδοτήματος, δὲν μέλλει νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον. Δυστυχῶς μέχρι σήμερον δὲν προσήχθη.
§48ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐὰν θέλητε, τὸ ἀναβάλλομεν.
§49ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν εὑρίσκω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἀναβάλλεται ἡ προσαγωγὴ τοῦ πίνακος· τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἔχει τόσους ὑπαλλήλους καὶ οἱ λογαριασμοὶ δὲν εἶναι μεγάλοι καὶ εὐκόλως συγκεντροῦνται· ὥστε ὑποθέτω, ὅτι μόνον ἀμέλεια τῶν ἁρμοδίων ἐπήνεγκε τὴν ἀναβολήν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ σπεύσῃ νὰ φέρῃ αὐτὸν τὸν πίνακα, καθότι ἐπ’ αὐτοῦ θὰ βασίσωμεν συμπεράσματά τινα. Ἐὰν ὅμως ἐπιμένῃ νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον, ἔχω τινὰς παρατηρήσεις ἐπ’ αὐτοῦ, δηλῶν, ὅτι δὲν ἀντιστρατεύομαι κατὰ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ.
§50ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, διότι οἱ πίνακες ἐκεῖνοι δὲν ἔχουσιν ἄμεσον σχέσιν. Δὲν ἦτο δὲ τόσον εὔκολος ἡ σύνταξις τῶν πινάκων κληροδοτήματος παλαιοῦ, εἰς ὃ ἐνδιεφέρετο μέγας ἀριθμὸς συγγενῶν τοῦ ἀοιδίμου Τριανταφυλλίδου, οἵτινες εἶχον δικαιώματα μέχρις ὡρισμένου βαθμοῦ συγγενείας. Ὁ διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου μοὶ ἐβεβαίωσεν, ὅτι θὰ ἔχωμεν τάχιστα τὸν πίνακα πλήρη. Ἐὰν ἐπιμένητε εἰς τὴν ἀναβολήν, βεβαίως θὰ ὑποχωρήσω, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν ἄνευ ζημίας οὐδεμιᾶς.
§51ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀφοῦ πρόκειται προσεχῶς νὰ προσαχθῇ ὁ πίναξ, δὲν θέλω νὰ γίνω αἴτιος νέας ἀναβολῆς. Δυσκόλως, κύριοι Βουλευταί, θὰ ἠδύνατό τις ν’ ἀνεύρῃ ζήτημα ἢ θέμα κοινοβουλευτικόν, εὐρύτερον ἁπτόμενον τῶν κοινωνικῶν συμφερόντων, ἢ βαθύτερον ἐπηρεάζον τὸν κοινωνικὸν ἡμῶν ὀργανισμὸν καὶ μᾶλλον ἄξιον τῆς ἡμετέρας μελέτης καὶ προσοχῆς, τοῦ σήμερον ἐγειρομένου περὶ βελτιώσεως τῆς γεωργίας ἐκ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως γεωργικοῦ σταθμοῦ ἐν Βιτύνῃ τῆς Γορτυνίας. Τύχῃ ἀγαθῇ! δύναται νὰ ἀναφωνήσῃ τις. Καταλείποντες τὴν νομοθετικὴν Σαχάραν τῆς αὐχμηρὰς καὶ πολυστενάκτου φορολογίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰσερχόμεθα εἰς νομοθετικήν, οὕτως εἰπεῖν, ὄασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν πρόκειται πλέον νὰ ἐπιβάλωμεν βάρη εἰς τὸν λαόν, ἀλλὰ νὰ μεριμνήσωμεν τέλος καὶ περὶ βελτιώσεως τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας. Ὁ ἀείμνηστος Τριανταφυλλίδης εὐλόγως ἐκτήσατο τὴν ἐθνικὴν εὐγνωμοσύνην, διότι τὸ ἀποθησαύρισμα τῶν πόνων αὐτοῦ προώρισεν, ὡς ἀκραιφνῶς φιλόπολις ἀνήρ, εἰς ὑποστήριξιν καὶ προαγωγὴν τοῦ εὐρυτάτου κλάδου τῆς ἐθνικῆς δραστηριότητος, τῆς γεωργίας. Καὶ διὰ τρόπου μάλιστα, ὁ ὁποῖος ὁμολογουμένως κινεῖ τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν εὐλάβειαν ἡμῶν, οὐχὶ δι’ ἐπιδεικτιώσης φιλανθρωπίας, ἐκδηλουμένης συνειθέστατα παρ’ ἡμῖν διὰ πλουσίων χορηγιῶν πρὸς ἀνέγερσιν καλλιμαρμάρων καὶ μεγαλοπρεπῶν μεγάρων, ὧν ἡ χρησιμότης ἦτο δυνατὸν ν’ ἀμφισβητηθῇ, κρινομένη σχετικῶς πρὸς τὰς μάλιστα ἐπειγούσας ἀνάγκας τῆς ἀρτισυστάτου ἡμῶν κοινωνίας, ἀλλὰ διὰ χριστιανικωτάτου τρόπου, μαρτυροῦντος τὴν ἀκραιφνῆ αὐτοῦ φιλογενεστάτην προαίρεσιν. Ἐπιμελῶς ἠρεύνησεν ὁ ἀείμνηστος Τριανταφυλλίδης, εἰς τί τάχα εὐσκοπώτερον καὶ ἐθνωφελέστερον ἔμελλε νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ ἀποθησαύρισμα τῶν πόνων αὐτοῦ, ὅπως ὑποβοηθήσῃ κοινωνίαν, βαδίζουσαν δι’ ὑποσκάζοντος ἔτι ποδὸς ἐν τῇ μεγάλῃ ὁδῷ τοῦ πολιτισμοῦ, εἰς ἣν διὰ τῆς ἀπελευθερώσεως ἀπὸ τοῦ τουρκικοῦ ζυγοῦ εἰσῆλθεν ἀρτίως, βαρυτάτας ἔτι φέρουσα τὰς ἐκ τούτου πληγάς. Ἡ δὲ γεωργία εὑρέθη παρ’ αὐτοῦ ὡς σπουδαιότατος παράγων, ἐφ’ οὗ ἔπρεπε νὰ δώσῃ τὴν ὤθησιν πρὸς πρόοδον διὰ τοῦ πλούτου αὐτοῦ, λυσιτελέστατα ὄντως σκεφθεὶς πρὸς τὴν προαγωγὴν τῶν κοινωνικῶν συμφερόντων. Καὶ πῶς ὄχι, κύριοι Βουλευταί; Ἐὰν ἀλλαχοῦ, ἔνθα ὁ προβεβηκὼς ἐπὶ τοσοῦτον πολιτισμὸς, ἡ ἀκμὴ τοῦ ἐμπορίου καὶ ἡ θάλλουσα βιομηχανία συγκομίζουσι πλοῦτον, συντελοῦντα εἰς τὴν εὐημερίαν λαῶν συγκεκροτημένων ἀπὸ αἰώνων εἰς μεγάλας καὶ πανισχύρους Ἐπικρατείας, αἵτινες ἐπιβάλλουσι τὸν βιομηχανικὸν αὑτῶν κλοιὸν καὶ κρατοῦσι βιομηχανικῶς ὑποτελῆ σχεδὸν ἅπαντα τὸν κόσμον, ἐὰν καὶ παρ’ ἐκείναις ταῖς ἐπικρατείαις ἡ γεωργία θεωρῆται εὐλόγως ὡς ὁ κυριώτατος μαστὸς τῆς κοινωνίας καὶ ἀσφαλεστάτη πηγὴ τοῦ κοινωνικοῦ πλούτου, τίς ἡ σημασία τῆς γεωργίας παρ’ ἡμῖν, λαῷ ἀρτίως ἐξελθόντι τῆς δουλείας, πτωχῷ καὶ στερουμένῳ πάντων τῶν ἐφοδίων καὶ μέσων, ὅσα ἐπιβάλλονται εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς νεωτέρας κοινωνίας καὶ τοὺς ἀναποδράστους πρὸς σταδιοδρομίαν ὅρους τοῦ σημερινοῦ πολιτισμοῦ; Βεβαίως ἡ γεωργία καὶ ἡ κτηνοτροφία, τὰ πρωτογενῆ ταῦτα ἐπαγγέλματα, εἶναι καὶ θὰ ἦναι ἐπὶ μακρὸν ἔτι τὸ κυριώτατον πλουτοπάροχον ἀσχόλημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὑφ’ ἃς διατελεῖ βιωτικὰς συνθήκας. Ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ συναγωνισθῶμεν οὔτε ἐν τῷ ἐμπορίῳ, οὔτε ἐν τῇ βιομηχανίᾳ, πρὸς τοὺς ἐκτὸς ἡμῶν, ὑπερέχοντας κατά τε τὰ κεφάλαια, τὰ τεχνικὰ μέσα καὶ τὴν ἄλλην ἀνάπτυξιν καὶ κοινωνικὴν πρόοδον, ἀφοῦ καὶ αὐτὴν τὴν ναυτιλίαν ἡμῶν, τὴν πρωτογενῆ, τὴν ἱστιοφόρον, συνέτριψεν ἡ ἐπικρατήσασα δεσποτεία τοῦ ἀτμοῦ, ποῦ ἀλλοῦ τάχα ἠδύνατο ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ στρέψῃ ἀναγκαίως καὶ μετ’ ἐλπίδων τὴν φυλετικὴν αὑτοῦ δραστηριότητα, εἰμὴ πρὸς τὴν γεωργίαν, τὴν κτηνοτροφίαν καὶ τὰ παρομαρτοῦντα ταύταις βιοτεχνικὰ ἐπαγγέλματα; Καὶ ὄντως, ἐὰν συμβουλευθῆτε τοὺς πίνακας τῆς τελευταίας στατιστικῆς, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι τὰ ¾, ἵνα μὴ εἴπω τὸ σύνολον, τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ ἀσχολεῖται περὶ τὴν γεωργίαν καὶ τὴν κτηνοτροφίαν καὶ τὰ συναφῆ ταύταις ἔργα. Μικρὰ, ἐλαχίστη μερὶς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οἱ ἐκ κατοίκων τῶν πόλεων ἀποχειροβίωτοι ἀσχολοῦνται εἰς ἄλλα τεχνικώτερα ἐπαγγέλματα. Ἐκ τῶν 5,000 κωμοπόλεων τοῦ βασιλείου τοῦ ἑλληνικοῦ, ἐὰν ἐξαιρέσητε 50 ἢ 80, αἱ λοιπαὶ κατοικοῦνται ὑπὸ γεωργικοῦ καὶ ποιμαντικοῦ πληθυσμοῦ. Ἐνῷ δὲ τηλικαύτη εἶναι ἡ σημασία τῆς γεωργίας καὶ τῆς κτηνοτροφίας ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ, ἐνῷ ἐνδεικνύεται ἐκ τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν καὶ κοινωνικῶν περιστάσεων ὡς ὁ μόνος ἀνεξάντλητος καὶ δαψιλὴς μαστὸς, ὁ ὁποῖος μέλλει νὰ διαθρέψῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ νὰ δώσῃ εἰς τὸ Κράτος τὰ μέσα, οὐ μόνον τῆς συντηρήσεως, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν πόθων αὐτοῦ, μετὰ λύπης ὁ τοῦ καθ’ ἡμᾶς κοινωνικοῦ βίου ἐρευνητὴς, ἀναδιφῶν τὸν τοῦ Κράτους Προϋπολογισμὸν, οὐδαμοῦ εὑρίσκει ἀναγεγραμμένην ὑπὲρ προαγωγῆς τῆς γεωργίας πίστωσιν οὐχὶ ἑκατομμυρίου, οὐχὶ ἑκατοντάδος χιλιάδων, ἀλλ’ οὐδὲ δεκάδος χιλιάδων δραχμῶν, οὐδὲ ἄλλην τινὰ πρόνοιαν, προωρισμένην ὑπὲρ τοῦ ζωτικωτάτου τούτου κλάδου. Καὶ ἐὰν αἱ Κυβερνήσεις αἱ ἀπώτεραι, αἵτινες διεχειρίζοντο 25 ἢ 35 ἑκατομμύρια ἐσόδων, εἶχόν τινα λόγον νὰ δικαιολογηθῶσιν, ὅτι τοὺς μικροὺς ἐκείνους πόρους ἐπὶ ἄλλας μᾶλλον κατεπειγούσας ἀνάγκας τῆς ἀρτιγεννήτου κοινωνίας διέθετον, τίνα λόγον ἔχετε σεῖς, οἱ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν ἀποτελοῦντες, οἵτινες ἀνυψώσατε τὸ μὲν δημόσιον χρέος κατὰ 300 ἴσως ἑκατομμύρια, οἵτινες ἐδιπλασιάσατε τοὺς φόρους, τοὺς ἀπὸ τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ κυρίως εἰσπραττομένους, ἐνῷ οὐδὲ μίαν δεκάδα χιλιάδων δραχμῶν ἠξιώσατε ν’ ἀφιερώσητε πρὸς προαγωγὴν τῆς κτηνοτροφίας καὶ τῆς γεωργίας ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ; Ἀληθῶς ἀπελπιστικὸν, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι, ὅτι ἐπὶ τῆς κυριωτάτης πηγῆς τοῦ κοινωνικοῦ καὶ τοῦ δημοσίου πλούτου ἡμῶν οὐδεμία ἐδόθη ποτὲ προσοχή. Βαρυτάτην δὲ φέρει εὐθύνην ἡ ἐνεστῶσα μάλιστα Κυβέρνησις, ἥτις, ἐνῷ ὑπὲρ τὰ 500 ἑκατομμύρια ηὔξησε τὸ δημόσιον χρέος καὶ τὰ βάρη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οὐδὲ μυριάδα, οὐδὲ χιλιάδα κἂν δραχμῶν ἔκρινεν εὔλογον νὰ ἀφιερώσῃ ὑπὲρ τῆς γεωργίας καὶ τῆς κτηνοτροφίας. Πολλὰ ὅμως ἑκατομμύρια ἐδαπάνησεν εἰς ἔργα ἐπιδείξεως ματαίας, ἢ εἰς ἐπίτευξιν πολιτικῶν κερδῶν καὶ κομματικῆς ἐπικρατήσεως. Ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, οὐδέποτε εἰσήχθη νομοσχέδιον, ἀφορῶν εἰς τὴν σύστασιν οἱουδήποτε καταστήματος πειραματικοῦ ἢ διδακτικοῦ καλλιεργείας γαιῶν καὶ εἰς λῆψιν οἱουδήποτε μέτρου πρὸς προαγωγὴν τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς, μετὰ τὴν πρώτην ἐκείνην ἀτυχῆ ἀπόπειραν, τὴν ἐπὶ τῆς πρώτης δυναστείας, τῆς ἱδρύσεως Γεωργικῆς σχολῆς. Μετὰ δὲ τὴν ἐθνοσωτήριον μεταπολίτευσιν τὸ μόνον μέτρον, ἐὰν δὲ μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, τὸ ὁποῖον ὁ ἐρευνητὴς τοῦ νεωτέρου ἡμῶν βίου ἤθελεν ἀνεύρει, σχετιζόμενον πρὸς τοιαύτας μελέτας, εἶναι, ὅτι ἐλήφθη πρόνοια περὶ συστάσεως γενικῆς τινος Γεωργικῆς ἑταιρίας κατὰ τὸ 1864, τῆς ὁποίας, ἐνῷ τὸ καταστατικὸν ὁμολογουμένως πολλὰ σοφὰ καὶ καλὰ περιέλαβεν, ὅμως οἱ πρακτικοὶ καρποὶ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς ὑπῆρξαν ἴσοι τῷ μηδενί. Ἡ Γεωργικὴ ἐκείνη ἑταιρία, ἡ οὕτω πολυτελῶς συσταθεῖσα, ἀπέθανεν, οὐδὲν σημεῖον ζωῆς δείξασα, οὐδεὶς δὲ λόγος ἔκτοτε περὶ γεωργίας καὶ κτηνοτροφίας, ὡς ἂν ἐχώρουν κατ’ εὐχὴν καὶ προήγοντο οἱ κλάδοι οὗτοι τῆς ἐθνικῆς δραστηριότητος. Ἐπέπρωτο δὲ νὰ ἔλθῃ εἷς ἰδιώτης, ὁμολογουμένως πολίτης χρηστός, ὁ ἀείμνηστος Τριανταφυλλίδης, ἵνα δώσῃ ἀφορμὴν διὰ τοῦ κληροδοτήματός του, ὅπως ἀσχοληθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ εἰς σύστασιν τοῦ παρόντος γεωργικοῦ σταθμοῦ καὶ νὰ γίνῃ λόγος μετὰ πάροδον δεκαετηρίδων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ περὶ γεωργίας καὶ βιομηχανίας. Διότι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, ἡ αὐτοκαλουμένη μάλιστα φιλαρέσκως ἀναμορφωτική, δὲν ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ προβῇ εἰς τὴν πρακτικὴν ἐφαρμογὴν τῆς τελευταίας αὐτοῦ θελήσεως, οὐδὲ σήμερον θὰ εἴχομεν τὴν εὐτυχίαν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ μέτρου τούτου. Ἀλλὰ προήχθη ἆρά γε εἰς τοσοῦτον ἀκμῆς ἡ γεωργία καὶ ἡ κτηνοτροφία παρ’ ἡμῖν, ὥστε νὰ ἐμπνέῃ τοιαύτην μακαρίαν ἀφροντισίαν καὶ ἀληθῶς ἀνατολικὴν νωχέλειαν εἰς τοὺς κυβερνῶντας ἡμᾶς, ὥστε περὶ οὐδενὸς ἄλλου νὰ μεριμνῶσιν ἢ πῶς νὰ φορολογῶσι τὸν εὐτυχοῦντα τοῦτον λαόν; Ἡ παραγωγὴ τάχα τῆς χώρας ἐπὶ τοσοῦτον ηὐδοκίμησεν, ὥστε νὰ μὴ χρήζῃ τινὸς βελτιώσεως, καὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἀμερίμνως ἔχουσι πρὸς αὐτὴν, σκεπτόμενοι μόνον, πῶς νὰ ἐξεύρωσι τὰ καταπιεστικώτερα μέσα, ὅπως εἰσπράξωσι φόρους ἐπὶ φόρων ἀπὸ τοὺς ἀτυχεῖς καὶ γυμνητεύοντας οὐχὶ σπανίως γεωργικοὺς καὶ κτηνοτροφικοὺς πληθυσμοὺς τῆς χώρας; Ἀνοίξατε, κ. Βουλευταί, τὸ τελευταῖον τεῦχος τοῦ 1888 τῆς κινήσεως τοῦ γενικοῦ ἐμπορίου τῆς Ἑλλάδος, ὅπου θὰ ἴδητε τὴν εἰκόνα, εἰς τὴν ὁποίαν διατελεῖ ἡ γεωργία καὶ ἡ κτηνοτροφία παρ’ ἡμῖν, ἥτις, καθ’ ἃ πρὸ μικροῦ διὰ βραχέων ἀπέδειξα, εἶναι ὁ κυριώτατος μαστὸς, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἀναμένεται νὰ τραφῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ νὰ συγκομίσῃ τὸ Κράτος τοὺς ἀναγκαίους πόρους, οὐ μόνον τῆς συντηρήσεως, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν πόθων αὐτοῦ. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι βλέμμα ἐπιπόλαιον, ῥιπτόμενον ἐπὶ τῆς ἡμετέρας χώρας, ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν κατάστασιν αὐτῆς, τὴν μετὰ τὴν μεγάλην ἡμῶν ἐπανάστασιν καὶ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν πραγμάτων, ἐμπνέει τινὰ παρηγορίαν. Διότι ἀληθῶς ἡ καλλιέργεια ἤθελεν εὑρεθῆ προαχθεῖσα ἱκανῶς καὶ ἡ παραγωγὴ οὐχ ἧττον, διότι οἱ ἀπελευθερωθέντες ἐκεῖνοι Ἕλληνες ἐτράπησαν ἐπὶ τὴν καλλιέργειαν τῆς γῆς καὶ τὴν ἐμφύτευσιν ἰδίως τῆς ἀμπέλου, τῆς σταφιδαμπέλου, τῆς ἐλαίας καὶ τῆς συκῆς ἐν τοῖς πεδινοῖς καὶ ἰδίως τῆς σταφιδαμπέλου, ἐκ τῆς ὁποίας εἰσκομίζεται ἱκανὸς πλοῦτος ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἀλλ’ ἡ κυρίως λεγομένη γεωργία καὶ ἡ κτηνοτροφία οὐ μόνον οὐδὲν βῆμα πρὸς τὰ πρόσω ἐποιήσαντο, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας ὠπισθοχώρησαν εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε εἶναι ἀνεπαρκῆ τὰ προϊόντα αὐτῶν καὶ πρὸς διατροφὴν τῶν ἀραιοπληθῶν κατοίκων εὐρυτάτης τὴν ἔκτασιν χώρας. Ἐκ τοῦ τεύχους τούτου τῆς κινήσεως τοῦ ἐμπορίου ἀποδεικνύεται, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1887 ἠναγκάσθημεν νὰ δαπανήσωμεν, ἐξάγοντες χρήματα εἰς τὸ ἐξωτερικόν, πρὸς ἀγορὰν ζώων ἐν γένει καὶ ἄλλων κτηνοτροφικῶν προϊόντων, τυροῦ, βουτύρου, ἀλειμμάτων κλπ. δραχμὰς 2,814,031, ἂν ἀφαιρέσωμεν τὰ ἐκ τῆς ἐξαγωγῆς τοιούτων ληφθέντα. Κατὰ δὲ τὸ 1888 ὑπὲρ τὰ δύο ἑκατομμύρια εἰς χρυσὸν ἐξήχθησαν δι’ ἀγορὰν ζωϊκῶν προϊόντων. Τί μαρτυρεῖ τοῦτο, Κύριοι; ὅτι ἡ κτηνοτροφία περιῆλθεν εἰς τοιαύτην ἐλεεινότητα, ὥστε νὰ ἦναι ἀνεπαρκὴς, ὅπως διαθρέψῃ αὐτὸν τὸν ἀραιοπληθῆ πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος, τὸν ἐπὶ τοσαύτην ἔκτασιν χώρας οἰκοῦντα, ὑπερβαίνουσαν κατὰ τὴν ἀναλογίαν πάσας τὰς πεπολιτισμένας χώρας, ἐνῷ ἴσως εἰς παλαιοτέραν ἐποχὴν ἠδύνατο οὐ μόνον νὰ διαθρέψῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ παρέχῃ μεγάλην ποσότητα εἰς ἐξαγωγήν. Ἀπόδειξις τούτου, ὅτι πρὸ τεσσάρων δεκαετηρίδων εἰσεπράττοντο ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων πολλῷ πλείονα ἢ σήμερον, ἐνῷ ὁ κατὰ κεφαλὴν φόρος ἐπὶ τῶν ζώων ἦτο κατὰ τὸ ἥμισυ ὀλιγώτερος. Γεωργικὰ δὲ προϊόντα ἐν γένει εἰσήχθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀξίας δραχμῶν 61,929,585 κατὰ τὸ 1887, καὶ 44,344,428 κατὰ τὸ 1888. Εἶναι ὄντως καταπληκτικὸν τὸ ποσὸν τοῦ χρήματος, τὸ ὁποῖον ἐξάγεται δι’ ἀγορὰν γεωργικῶν καὶ κτηνοτροφικῶν προϊόντων πρὸς συντήρησιν τῆς χώρας. Δὲν ἀρκεῖ, ὅτι ἀπογυμνούμεθα μεταλλικοῦ, πολλὰ ἀποστέλλοντες εἰς Εὐρώπην ἑκατομμύρια πρὸς ἀγορὰν βιομηχανικῶν προϊόντων, ἀλλὰ νὰ ἐξάγωμεν χρυσίον δι’ ἀγορὰν γεωργικῶν καὶ κτηνοτροφικῶν προϊόντων, τοῦτο εἶναι φοβερόν. Τοῦτο δὲ ἔπρεπε νὰ ἐφελκύσῃ πρὸ πολλοῦ τὴν προσοχὴν καὶ τὴν μέριμναν τῶν κυβερνώντων καὶ τῶν διεπόντων τὰ τῆς ἡμετέρας πολιτείας· διότι, ἐὰν τὸ κακὸν μείνῃ ἄνευ ἀνακοπῆς, δύναται νὰ ἐπιφέρῃ ἀνεπανορθώτους οἰκονομικὰς δυσχερείας. Καὶ ἤθελον ἐπέλθει, ἐὰν δὲν εἴχομεν ὡς μικρὸν ἀντίῤῥοπον τὸ ποσὸν ἐκεῖνο τοῦ χρυσοῦ, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται ἐκ τοῦ σταφιδοκάρπου. Ὄντως δὲ θὰ ἤμεθα ὁ πτωχότερος λαὸς τοῦ κόσμου, ἂν ἡ τύχη τοῦ προϊόντος τούτου δεινωθῇ, οὐδὲ πρὸς τοὺς Βουλγάρους δυνάμενοι νὰ παραβληθῶμεν. Διότι ἐν Βουλγαρίᾳ ἐκ τῆς ἐξαγωγῆς γεωργικῶν προϊόντων εἰσάγονται κατ’ ἔτος ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ 10,000,000 χρυσοῦ. Τί δὲ παρ’ ἡμῖν συμβαίνει; Ἀκούσατε, παρακαλῶ, μετὰ προσοχῆς τοὺς ἑξῆς ἀριθμούς· 52,000,000 εἰσήχθησαν δημητριακῶν καρπῶν κατὰ τὸ 1887, καὶ 35,000,000 κατὰ τὸ 1888, ἐὰν δὲ διακριβώσωμεν τὸν μεταξὺ ἐξαγωγῆς καὶ εἰσαγωγῆς ἰσολογισμόν, καὶ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὸν χρυσὸν, τὸν ὁποῖον ἐδαπανήσαμεν, ἐξάγοντες αὐτὸν εἰς ἀγορὰν γεωργικῶν καὶ κτηνοτροφικῶν προϊόντων, τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον εἰσεπράξαμεν, πωλήσαντες ἐκ τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς προϊόντα τοιαῦτα εἰς τὸ ἐξωτερικόν, θέλομεν εὕρει διαφορὰν ἐπὶ ἔλαττον 6,360,210 χρυσῶν δραχμῶν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀπελπιστικὴ διὰ τὴν ἡμετέραν παραγωγὴν ἡ τηλικαύτη ἀνισοῤῥοπία τῆς εἰσαγωγῆς γεωργικῶν προϊόντων πρὸς τὴν ἐξαγωγήν; Καὶ πῶς ὄχι, προκειμένου περὶ χώρας, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐπὶ μακρὸν ἔτι χρόνον βιομηχανίαν λόγου ἀξίαν, δι’ ἔλλειψιν κεφαλαίων, δι’ ἔλλειψιν τεχνητῶν μέσων καὶ δι’ ἔλλειψιν πασῶν τῶν ἄλλων κοινωνικῶν συνθηκῶν, τῶν ἀπαραιτήτως ἀναγκαίων πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς βιομηχανίας; Καὶ λοιπὸν εἰς χώραν, εἰς τὴν ὁποίαν κυριώτατα ἐκ τῆς γεωργίας καὶ τῆς κτηνοτροφίας ἀναμένει τὴν συντήρησιν αὑτοῦ ὁ λαός, τί γενήσεται, ἐὰν δὲν ληφθῇ τάχιστα πρόνοια πρὸς βελτίωσιν τῆς παραγωγῆς; Ἐὰν δὲ δὲν ἔχητε, ὡς προδήλως δὲν ἔχετε, παραγωγήν, εἰς τί χρησιμεύουσιν ὑμῖν αἱ σιδηροδρομικαὶ ὁδοί; τί δι’ αὐτῶν θὰ μεταφέρητε; Αἱ σιδηροδρομικαὶ ὁδοί εἰσιν ἀρτηρίαι καὶ ὀχετοὶ τοῦ παραγομένου πλούτου· πρὸς τί αἱ ἀρτηρίαι, ἂν δὲν ὑπάρχῃ αἷμα νὰ κυκλοφορηθῇ δι’ αὐτῶν; Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῶν στατιστικῶν τούτων πληροφοριῶν, αἵτινες εἶναι τὸ κάτοπτρον τῆς παραγωγικῆς δυνάμεως τῆς χώρας, τίς ἐξ ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι, ἀγνοεῖ τὴν ἀθλίαν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται οἱ γεωργικοὶ καὶ οἱ κτηνοτροφικοὶ πληθυσμοὶ τῆς Ἑλλάδος; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εὐδοκιμήσῃ εἰς παραγωγὴν λαὸς ἀπαίδευτος καὶ ἀμόρφωτος, προσδεδεμένος εἰς τὸ ἄροτρον τοῦ Ἡσιόδου καὶ κρατῶν ἀνὰ χεῖρας ἔτι τὰ γεωργικὰ ἐργαλεῖα, τὰ ὁποῖα πρὸ αἰώνων μετεχειρίζετο, ὅτε ἐδούλευεν ὑπὸ τοὺς Φράγγους ἢ τοὺς Ἑνετούς; Ἄνθρωποι, μὴ ἔχοντες οὐδεμίαν ἀνάπτυξιν, ἐστερημένοι καὶ πάσης πρακτικῆς γεωργικῆς γνώσεως, ἐξ ὅσων ἡ προαγωγὴ τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν ἀνεκάλυψε, μὴ ἔχοντες οὐδεμίαν ἰδέαν περὶ φυσικῶν καὶ χημικῶν λιπασμάτων, ἀγνοοῦντες τὴν δύναμιν καὶ τὴν σημασίαν τῆς ἐξ ὑπαλλαγῆς σπορᾶς, οὐδὲ δυνάμενοι νὰ διακρίνωσι τὰς ποιότητας τῶν καλλιεργουμένων ὑπ’ αὐτῶν γαιῶν, ἀλλὰ πιστεύοντες, ὅτι καὶ ἡ γῆ ἔχει ἀνάγκην ἀνέσεως, ὅτι ἔχει ἀνάγκην νὰ ἀνασάνῃ, ὅπως λέγουσι, διὰ νὰ παράγῃ, οἱ ἀγνοοῦντες πάντα τεχνικώτερον τρόπον καλλιεργείας, πῶς θέλετε οἱ ἄνθρωποι οὗτοι νὰ προχωρήσωσιν ἓν βῆμα πρὸς βελτίωσιν τῶν μόνων παραγωγικῶν κλάδων παρ’ ἡμῖν, τῆς κτηνοτροφίας καὶ τῆς γεωργίας; Θλιβερόν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι οὐδεὶς ἐφρόντισε νὰ διδάξῃ αὐτοὺς, ὅτι οὐδέποτε ἡ γῆ ἀποκάμνει, ἂν ἐπιμελῶς καλλιεργῆται, παράγουσα· ὁ πανάγαθος καὶ πάνσοφος δημιουργὸς οὕτω πως ἔχει τὴν ὕλην αὐτῆς διαθέσει, ὥστε, προκαλουμένη προσηκόντως, νὰ ἦναι πάντοτε ἑτοίμη πρὸς παραγωγήν. Ἰδοὺ διατὶ εὐλόγως ἐῤῥήθη, ὅτι ἡ φύσις ἀποκρύπτει τὸν πλούσιον αὐτῆς μαστὸν εἰς τὰ μὴ γινώσκοντα νὰ θηλάσωσι τέκνα αὐτῆς. Ἐὰν ἠδυνάμεθα, κύριοι Βουλευταί, διὰ μιᾶς μαγικῆς τέχνης νὰ μεταδώσωμεν εἰς τὸν γεωργικὸν ἡμῶν πληθυσμὸν τὰς στοιχειώδεις πρακτικὰς γνώσεις καὶ μάλιστα τὰς περὶ τῶν καταλληλοτέρων μεθόδων καλλιεργείας καὶ περὶ τοῦ ἐμπλουτισμοῦ τῆς γῆς αὐτῶν διὰ φυσικῶν καὶ χημικῶν ἰδίως λιπασμάτων, περὶ διαγνώσεως τῶν ποιοτήτων τῆς γῆς καὶ τῶν εἰς ἑκάστην ποιότητα ἁρμοζόντων νὰ σπείρωνται καὶ νὰ φυτοκομῶνται προϊόντων, θὰ εἴχομεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ τετραπλασιάσωμεν ἐντὸς μιᾶς διετίας τὴν παραγωγὴν καὶ δεκαπλασιάσωμεν αὐτὴν ἐντὸς πενταετίας. Ὁ δὲ ἄπληστος εἰς τὴν φορολογίαν Πρωθυπουργὸς θὰ εἶχεν ἀνεξάντλητον πηγὴν φορολογίας· καὶ ἐὰν σήμερον, τόσον ἀστόργως φορολογῶν τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς, μόλις 20,000,000 δύναται νὰ εἰσπράττῃ, ἤθελον βεβαιώσει αὐτὸν, ὅτι, ἐὰν ἐλάμβανεν ἀπὸ τοῦ 1882, ὅτε ἦλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, τὴν πρόνοιαν, νὰ μεταδώσῃ εἰς τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς γνώσεις τινὰς ἐπιμελεστέρας καλλιεργείας, σήμερον θὰ ἠδύνατο ἀναντιῤῥήτως νὰ λάβῃ παρ’ αὐτῶν πολλὰ ἔτι ἑκατομμύρια, χωρὶς νὰ ἐξαντλῇ καὶ ὠθῇ εἰς κακοδαιμονίαν τοὺς παραγωγούς. Ἀλλ’ οἱ κυβερνῶντες ἐξήντλησαν τὴν προσοχὴν αὐτῶν καὶ ἐπιστημοσύνην εἰς ἐξεύρεσιν τρόπων φορολογίας διαπυλίων καὶ τριπυλίων, οὐδεμίαν δὲ πρόνοιαν καὶ φροντίδα ἔλαβον, ὅπως αὐξήσωσι τὴν παραγωγὴν καὶ ἐκ τῆς αὐξομένης ταύτης παραγωγῆς δυνηθῇ καὶ ἡ Πολιτεία νὰ εἰσπράττῃ πλείονα ἀγογγύστως. Εἶχον ἀναγνώσει ποτὲ ἐν συγγραφῇ σοφῇ διασήμου τινὸς οἰκονομολόγου, ὅτι ἡ φορολογία ἔχει τι παρεμφερὲς πρὸς τὴν ἐξάτμισιν ὑπὸ τοῦ ἡλίου τῆς γῆς. Διότι, καθὼς, ἐὰν οἱ ἀνερχόμενοι ἀδιαλείπτως διὰ τῆς ἐξατμίσεως ἀτμοὶ δὲν μετετρέποντο εἰς δρόσον καὶ βροχὴν, ὑποτρέφουσαν καὶ αὐξάνουσαν τὴν γονιμότητα τῆς γῆς, ἡ γῆ ἤθελε καταστῆ στεῖρα, οὕτω καὶ ἡ φορολογία ἤθελε καταστήσει στεῖραν τὴν παραγωγὴν, ἂν δὲν ἐπήρχετο εὐεργετικὴ εἰς περίθαλψιν καὶ ἐνίσχυσιν αὐτῆς. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει εἰς τὸ Κράτος ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἐξαντλεῖ διηνεκῶς τὴν παραγωγὴν ἡ ἐξάτμισις τῆς φορολογίας, μέρος δὲ ἐκ τῶν φόρων δὲν ἐπανέρχονται ὡς ἡ βροχὴ εἰς τὴν γῆν, πρὸς γονιμοποίησιν καὶ ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς διὰ τοιούτων μέσων. Τοῦτ’ αὐτὸ θὰ συμβῇ εἰς τὴν ἡμετέραν πατρίδα, ἐὰν εἰσέτι δὲν συνέβη· φορολογοῦντες ἀπλήστως τὴν γεωργικὴν καὶ ποιμενικὴν τάξιν, θὰ καταστήσωμεν αὐτὰς στείρας καὶ ἥκιστα παραγωγικάς. Ἡ δὲ ποιμαντικὴ καὶ κτηνοτροφικὴ κατάστασις τῆς χώρας ὁποία εἶναι; Τίνες εἶναι οἱ κτηνοτρόφοι καὶ οἱ ποιμένες; Οἱ ποιμένες τῆς Ἑλλάδος διάγουσιν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὸν βίον, τὸν ὁποῖον διῆγεν ἐν καιρῷ τῶν Πατριαρχῶν ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαός. Οἱ ἐξ ἐπαγγέλματος ποιμένες δὲν ἔχουσιν οὔτε οἰκίαν, οὔτε σταθερὸν τόπον διαμονῆς, διάγουσι βίον νομαδικόν· τὴν καλαύροπα ἀνὰ χεῖρα κρατοῦντες καὶ τὴν κυκλώπειον δίαιταν καὶ πιναρὸν ἱματισμὸν περιβεβλημένοι, περιάγουσι τὰς κατεσκληκυίας αἶγάς των καὶ τὰ λιπόσαρκα πρόβατά των ἀπὸ τῶν ὀρέων τὸ θέρος εἰς τὰς πεδιάδας τὸν χειμῶνα, χωρὶς νὰ ἔχωσιν οὐδεμίαν ἰδέαν οὔτε κοινωνικὴν, οὔτε θρησκευτικὴν, οὔτε περὶ πολιτείας, ἥκιστα δὲ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν δέον νὰ διαιτῶνται τὰ κτήνη καὶ ποίμνια αὐτῶν, ἵνα καταστῶσι παραγωγότερα· ὡσαύτως οὐδὲν γινώσκουσι περὶ τυροκομίας καὶ περὶ μεθόδων, ἃς ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ πεῖρα ἐκύρωσαν ὡς συντεινούσας εἰς πολλαπλασιασμὸν καὶ εἰς βελτίωσιν τοῦ εἴδους τῶν ζώων. Ἐὰν ἐγκαίρως ἐλαμβάνετο πρόνοια διὰ μικρῶν πρακτικῶν καταστημάτων κατὰ νομοὺς ἢ κατὰ ἐπαρχίας, ἤθελεν ἐνισχυθῆ καὶ προαχθῆ βεβαίως ὁ κτηνοτροφικὸς ἡμῶν βίος καὶ ἤθελε τῳόντι καταστῆ εἷς μαστὸς κοινωνικοῦ πλούτου ἀνεξάντλητος ἡ κτηνοτροφία ἐν Ἑλλάδι καὶ ἡ ζωοτεχνία ἐν γένει παρ’ ἡμῖν. Τέλος πάντων τοιαῦτα εἶναι τὰ στοιχεῖα τὰ κοινωνικὰ, διὰ τὰ ὁποῖα πρόκειται σήμερον νὰ προνοήσωμεν, καὶ τοιαύτη ἡ τῆς γεωργίας καὶ κτηνοτροφίας παρ’ ἡμῖν ἐλεεινότης. Ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ 1887 διὰ τοῦ νόμου ΑΦΜΒʹ περὶ συστάσεως γεωργικῶν σχολείων ἐνόμισεν, ὅτι ἔρχεται εἰς ἐπικουρίαν τῶν κοινωνικῶν τούτων ἀναγκῶν. Κατὰ τὸν κείμενον νόμον, ἐπρόκειτο νὰ συστηθῶσιν ἀλληλοδιαδόχως τρία γεωργικὰ σχολεῖα, σκοπὸν ἔχοντα τὴν μόρφωσιν πρακτικῶν γεωργῶν κατὰ τὸ πρῶτον τοῦ νόμου τούτου ἄρθρον. Ἀλλ’ οὔτε ὁ εἰσαγαγὼν τότε τὸ νομοσχέδιον Ὑπουργὸς, οὔτε ὁ ὑποστηρίξας αὐτὸ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχον ὡρισμένην γνώμην περὶ τῆς χρησιμότητος καὶ σκοπιμότητος τῶν συστηθησομένων σχολείων, προέβαινον δὲ εἰς τὴν σύστασιν αὐτῶν χάριν ἁπλοῦ, ὡς ἔλεγον, πειραματισμοῦ καὶ δοκιμῆς, καὶ διότι ἦσαν ἠναγκασμένοι νὰ λάβωσι μέτρον τι πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς τελευταίας τοῦ διαθέτου βουλήσεως, τοῦ ἀοιδίμου Τριανταφυλλίδου. Εἰσάγων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἔλεγεν: ἂς πειραματισθῶμεν, καὶ ἂν ἡ πεῖρα εἰς τὸ μέλλον ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν εἶναι χρήσιμα πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς διδασκαλίας τῶν γεωργῶν τὰ συστηθησόμενα διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου σχολεῖα, θέλομεν ἐπιφέρει τὰς ἀναγκαίας τροποποιήσεις καὶ μεταβολάς. Ἀλλ’ ἡ σύνταξις αὐτὴ τοῦ νόμου, ὅπως ἐγένετο, μαρτυρεῖ, ὅτι καὶ τότε οὐχὶ εὐκρινῆ οὐδ’ ἐκκαθαρισμένην εἶχον τὴν γνώμην ὁ Ὑπουργὸς καὶ ὁ Πρωθυπουργός. Διὰ τοῦτο ἐζήτησα παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὅτε εἰσήχθησαν τὰ νομοσχέδια ταῦτα, πληροφορίας περὶ τῆς λειτουργίας τῶν σχολείων ἐκείνων, ἵνα δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ γνωρίσῃ, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον προέθετο ὁ νόμος ἐκεῖνος, ἐπετεύχθη, ἢ ἐλπίζεται νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῶν σχολείων ἐκείνων, ὥστε ἐν ἐπιγνώσει νὰ δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ καὶ τὸ προτεινόμενον νομοσχέδιον. Ὁ σκοπὸς δὲ, ὁ ὁποῖος ἐπεζητήθη κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διὰ τῆς συστάσεως ἐκείνων τῶν σχολείων, ἦτο διπλοῦς: πρῶτον, προέθετο τὴν διὰ τῶν σχολείων μετάδοσιν εἰς τοὺς γεωργοὺς τῶν πρακτικῶν γνώσεων, δεύτερον δὲ, τὴν μετάδοσιν τῶν στοιχειωδεστέρων ἐπιστημονικῶν γνώσεων ἐν τῇ σχολῇ Ἀθηνῶν, ἐν τῇ ὁποίᾳ κατὰ τὸ ἄρθρον 23 προσετέθησαν πρὸς τοῦτο κατ’ ἐξαίρεσιν καὶ δύο ἕδραι καθηγητῶν. Ἀλλὰ τῶν δύο τούτων καθηγητῶν ὁ ἕτερος τυγχάνει πρὸ ἑνὸς ἤδη ἔτους ἀπεσπασμένος δι’ ὑπηρεσίαν ἀλλοτρίαν τῆς σχολῆς ἐν Σύρῳ· τοσοῦτον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐφρόντισεν, ὅπως γένηται ἡ διδασκαλία ἐν τῇ σχολῇ ἀκριβὴς καὶ μετ’ ἐπιμελείας, συνεχώνευσε δὲ καὶ τὰς δύο τάξεις εἰς μίαν, καθ’ ἃ μαρτυροῦσιν αἱ ὑπ’ αὐτοῦ κομισθεῖσαι εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίαι. Ἐκ τούτων καὶ τῶν ἄλλων προσκομισθεισῶν εἰς τὴν Βουλὴν πληροφοριῶν συνάγω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι οὐδέτερος τῶν σκοπῶν τούτων ἐπετεύχθη. Καὶ μολονότι ἡ ἔκθεσις, ἡ ζητηθεῖσα καὶ ὑποβληθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι ἀτελεστάτη, δυνάμεθα νὰ ἐξαγάγωμεν ἐξ αὐτῆς συμπεράσματα ἥκιστα ἐνθαῤῥυντικὰ περὶ τῆς χρησιμότητος καὶ σκοπιμότητος τῶν συσταθέντων τούτων σχολείων. Ἐκ τῶν πινάκων ἐξάγεται, ὅτι εἰς τὰς δύο λειτουργούσας Σχολὰς σπουδάζουσι κατὰ τὰ δύο ταῦτα ἔτη 52 μαθηταί, ἐκ τῶν ὁποίων 25 ἀνήκουσιν εἰς τὴν σχολὴν τῶν Ἀθηνῶν, οἱ δὲ λοιποὶ 27 εἰς τὴν σχολὴν Ἀϊδινίου. Ἀφίνω νὰ κρίνῃ ἡ Βουλή, κατὰ πόσον ἐπέτυχον τὰ σχολεῖα ταῦτα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν ὑπὲρ τὰς 180,000 δραχμῶν εἰς τὸ διάστημα τῶν δύο ἐτῶν, ἀφοῦ ἔχουσι μόνον 52 μαθητὰς προσελθόντας. Ἀλλὰ καὶ ἂν τυχόντες μορφώσεώς τινος ἐξέλθωσι, καὶ οὗτοι, εἶναι ἀμφίβολον λίαν, ἐὰν ἐξερχόμενοι μέλλωσι νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν γεωργίαν, καθ’ ὃν τρόπον ἐν τῷ σχολείῳ παιδεύονται· διότι οἱ μαθηταὶ οὗτοι δὲν εἶναι ἐκ τῶν τάξεων τῶν γεωργικῶν, εἶναι μαθηταὶ ἀπολυθέντες ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον, οἵτινες, διδασκόμενοι ὀλίγα μαθήματα ἐπὶ δύο ἢ τρία ἔτη καὶ διαιτώμενοι ὅπως διαιτῶνται ἐν τοῖς σχολείοις, εἶναι ἀδύνατον νὰ καταδεχθῶσι νὰ γένωνται αὐτοὶ γεωργοὶ, ὑπὸ τὰς ἀτυχεῖς βιωτικὰς καὶ κοινωνικὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας ζῶσι σήμερον οἱ γεωργικοὶ ἡμῶν πληθυσμοί. Ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι πανθ’ ὅσα λέγω δὲν θ’ ἀποβῶσιν οὕτω, ὅτι οἱ 52 νέοι θέλουσι, παιδευόμενοι καὶ ἀσκούμενοι, καταστῆ ἱκανοὶ γεωργοὶ, μέλλοντες νὰ κατοικήσωσιν ἐν τοῖς χωρίοις αὐτῶν καὶ νὰ ἀσχοληθῶσιν εἰς τὴν γεωργίαν· νομίζετε, ὅτι ἡ τόσον μικρὰ πνευματικὴ παραγωγὴ, οἱ τόσον ὀλίγοι καρποὶ τῶν σχολείων τούτων, ὅπως ἔχουσι, δικαιολογοῦσι τὴν συντήρησιν αὐτῶν καὶ τὴν δαπάνην τοσούτων χιλιάδων δραχμῶν; Βεβαίως ὄχι· διότι ἀπέναντι τῶν ἑκατὸν πεντήκοντα καὶ πλειόνων ἴσως οἰκογενειῶν γεωργικῶν τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ οἱ 52 οὗτοι ἔμπειροι γεωργοὶ εἶναι ὡς σταγὼν ὕδατος ἐν τῷ ὠκεανῷ. Ἐὰν ἀνέμενεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ νὰ βελτιωθῇ ἡ γεωργία διὰ τῆς λειτουργίας τῶν σχολείων τούτων, ἤθελον παρέλθει πολλοὶ αἰῶνες καὶ ἡ γεωργία θὰ διετέλει εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν. Ὥστε ὡς μέτρον ἀσκήσεως πρακτικῶν γεωργῶν ἡ σύστασις τῶν Σχολῶν τούτων προδήλως εἶναι ματαία. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἔποψιν διδακτικὴν τῆς γεωργίας ἡ σύστασις τῶν σχολείων δὲν θὰ ἀποβῇ λυσιτελεστέρα. Διὰ τῶν Γεωργικῶν σχολείων καὶ τῶν ἐν αὐταῖς παίδων μαθητῶν ἡ γεωργία δὲν διδάσκεται. Τοῦτο δὲ δὲν εἶναι μόνον ἐμὴ γνώμη. Τὸ πρῶτον γεωργικὸν σύγγραμα, ὅπερ ἠθέλατε ἀνοίξει, ἤθελε σᾶς διδάξει τὸ γνωστὸν πλέον ἀξίωμα: «Agriculture ne se proffesse pas.» Ἀπόδειξις δὲ,—ἂν ἔχρηζεν ἀποδείξεως τοιαύτη ἀλήθεια—ὅτι ἡ γεωργία διὰ σχολείων δὲν διδάσκεται, εἶναι, ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ ἐπικρατείᾳ ὑφίστανται πρὸς ἄσκησιν τῶν γεωργῶν πρακτικὰ τοιαῦτα γεωργικὰ σχολεῖα. Ἡ Γαλλία ἔχει τρεῖς σχολὰς, τὴν σχολὴν τοῦ Montpellier, τὴν σχολὴν τοῦ Crignon καὶ τὴν σχολὴν τοῦ Grand Jouan, ἔχει καὶ τὸ Ἰνστιτοῦτον τὸ μέγα, καὶ μίαν ἑτέραν σχολὴν, οὐχ ἧττον περιώνυμον, τὸ école d’ horticulture, ἐν Βερσαλλίαις. Αἱ σχολαὶ αὗταί εἰσιν ἀνώτεραι ἐπιστημονικαὶ σχολαὶ τῆς γεωργίας. Ἀλλὰ σχολεῖα πρακτικὰ, ἐν οἷς νὰ καλῶνται παῖδες γεωργῶν, ὅπως διδαχθῶσι τὰς πρακτικὰς γνώσεις καὶ καταστῶσι γεωργοὶ ἐν αὐτοῖς, δὲν ἔχει ἡ Γαλλία. Ἐν Ἀγγλίᾳ, ἔνθα ἐπὶ πολλὰ ἔτη διέλειπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, οὐδεμία ὡσαύτως πρακτικὴ σχολὴ γεωργικὴ πρὸς παρασκευὴν γεωργῶν ὑπάρχει, οὔτε ἀνωτέρα οὔτε κατωτέρα. Οἱ Ἄγγλοι, πρακτικώτερον σκεφθέντες, ἀπεφάσισαν νὰ βελτιώσωσι τὴν γεωργίαν διὰ γεωργικῶν ἀποστόλων, περιοδευόντων πρὸς τοῦτο τὰ χωρία καὶ τὰς ἀγροικίας. Οἱ γέροντες, ἀποστρατευόμενοι, οὕτως εἰπεῖν, γεωργοί, ἔχοντες ἤδη μακρὰν πεῖραν τῶν μεθόδων τῆς καλλιεργείας, μεταβαίνουσιν εἰς τὰς ἀγροικίας καὶ μεταδίδουσιν, ὁδηγοῦντες πρακτικῶς τοὺς γεωργοὺς, τὰς γνώσεις των. Καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι οἱ χωροδεσπόται καὶ μεγαλοκτηματίαι Ἄγγλοι χρησιμεύουσι πολλάκις ὡς πρακτικοὶ ὁδηγοὶ τῶν γεωργῶν καλλιεργούντων, χρησιμεύοντες καὶ διὰ τῶν ὀργάνων των ὡς διδάσκαλοι αὐτῶν. Διὰ καθημερινῶν δὲ διαγωνισμῶν καὶ βραβείων αἱ πολυπληθεῖς γεωργικαὶ ἑταιρίαι ἐν Ἀγγλίᾳ ὑποθάλπουσι τὸν ζῆλον τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἡ γεωργία καὶ ἡ κτηνοτροφία ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Σκωτίᾳ ἀκμάζουσι, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ οὐδὲν πρακτικὸν σχολεῖον. Μόνον ἐν Γερμανίᾳ, καὶ ἰδίως ἐν Αὐστρίᾳ, καὶ Βαυαρίᾳ καὶ Ῥωσσίᾳ ἀπαντᾷ τις γεωργικὰ σχολεῖα, ἀλλ’ οὐχὶ ἐπὶ τῷ σκοπῷ, τὸν ὁποῖον ἔχουσιν αἱ ἡμέτεραι σχολαὶ, ἀλλὰ πρὸς μετάδοσιν μᾶλλον θεωρητικωτέρων γεωργικῶν γνώσεων. Ἐκ τούτων πάντων κατάδηλον νομίζω γίνεται, ὅτι ἡ διὰ τῶν συστηθέντων σχολείων βελτίωσις τῆς γεωργίας καὶ κτηνοτροφίας παρ’ ἡμῖν καθίσταται ἀδύνατος· διότι εἴτε οἱ παῖδες, οἱ ἐκπαιδευόμενοι καὶ ἀσκούμενοι ἐν αὐτοῖς, δὲν θὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς τὸ γεωργικὸν ἐπάγγελμα, εἴτε, καὶ ἂν ἐπιδοθῶσιν, εἶναι τόσον ὀλίγοι, ὥστε καὶ ἑκατὸν σχολὰς ἐὰν ἠθέλομεν συστήσει, πάλιν ἡ γεωργία ἡμῶν δὲν θὰ βελτιωθῇ, ἐὰν δὲν λάβωμεν μέτρα πρακτικώτερα. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο καλῶς καὶ φέρῃ νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ συνιστῶνται οὐχὶ σχολεῖα γεωργικά, ἀλλὰ πρακτικὰ ἀγροκήπια, ferme-école, ὡς ἀποκαλοῦσι ταῦτα ἐν Γαλλίᾳ. Δὲν θέλω νὰ ὀνομάσω ταῦτα μὲ τὸ ἕτερον ὄνομα, τὸ γαλλικὸν, «σταθμοὶ γεωργικοὶ», διότι ἐν Γαλλίᾳ οἱ γεωργικοὶ σταθμοὶ ἔχουσι σκοπὸν ἐπιστημονικὸν, ἐκεῖ χρησιμεύουσιν, ὅπως γίνωνται δοκιμαὶ ἐπιστημονικαὶ καὶ πειράματα καλλιεργείας ἢ πρὸς βελτίωσιν τῶν λιπασμάτων τῶν εἰδῶν τῶν ζώων καὶ πρὸς λύσιν διαφόρων ἄλλων ζητημάτων ἐπιστημονικῶν δοκιμαστικῶν, ἀπὸ τῶν ὁποίων ὁδηγοῦνται οἱ διέποντες τὰ τῆς γεωργίας ἐν Γαλλίᾳ περὶ τῶν τρόπων τῆς βελτιώσεως τῆς καλλιεργείας καὶ παραγωγῆς· διότι οἱ γεωργικοὶ σταθμοὶ ἐκεῖ διευθύνονται ὑπὸ ἐγκρίτων ἐπιστημόνων. Ἡμεῖς πρόκειται νὰ συστήσωμεν πρακτικὰ ἀγροκήπια, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ μεταδώσωμεν εἰς τοὺς γεωργούς μας τὰς πρακτικὰς μεθόδους τῆς καλλιεργείας καὶ τοὺς τρόπους τῆς πολλαπλασιάσεως τῆς ἀναπτύξεως τῶν φυτῶν καὶ ζώων, τῶν χρησίμων εἰς τὸν βίον καὶ δυναμένων νὰ ἐγκλιματισθῶσιν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ. Δέον δὲ νὰ ἐνθυμηθῆτε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι τὸ πρῶτον ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον προσέκρουσαν πανταχοῦ αἱ προσπάθειαι πᾶσαι τῶν πεπολιτισμένων Κυβερνήσεων, εἶναι ἡ πείσμων δεισιδαιμονία τῶν γεωργῶν, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ἐμμένωσιν ἀκλόνητοι εἰς τὰς παραδόσεις των. Ἐκεῖ μεταβαίνει ὁ ἐπιθεωρητὴς τῆς γεωργίας ἢ ἄλλος τις, μέλλων νὰ καθοδηγήσῃ τοὺς γεωργοὺς, κρατῶν ὄπισθεν κεκρυμμένον εὐμέγεθες μῆλον ἢ γεώμηλον, ἢ ἄλλον καρπὸν, περὶ τῆς καλλιεργείας τοῦ ὁποίου πρόκειται, ἐνῷ τὰ γεώμηλα ἢ ἄλλοι καρποὶ τῶν γεωργῶν εἶναι μικροὶ, διὰ τὴν ἀτελῆ καλλιέργειαν. Ὁμιλεῖ πρὸς αὐτοὺς χωρὶς νὰ βλέπωσι τὸν εὐμεγέθη καὶ διπλάσιον τοῦ ἰδικοῦ των καταστάντα διὰ τῆς καλλιεργείας καρπὸν, περὶ τοῦ τρόπου τῆς καλλιεργείας καὶ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα παρήγαγον τόσῳ εὐμεγέθη καὶ καλὸν καρπόν· ἐν ὅσῳ οἱ γεωργοὶ δὲν βλέπωσι τὸ γεώμηλον ἐκεῖνο, γελῶσι, βλέποντες πρὸς ἀλλήλους, καὶ ἐμπαίζουσι τὸν γεωπόνον καὶ τοὺς λόγους του· τόσον δεισιδαιμόνως ἔχουσιν ἀσάλευτον τὴν πεποίθησιν εἰς τὸν πατροπαράδοτον τρόπον τῆς καλλιεργείας τῶν γονέων των, τόσον δυσπιστοῦσιν εἰς τὰς ἀποδεικνυομένας αὐτοῖς νεωτέρας μεθόδους καλλιεργείας. Καὶ μόνον ὅταν ὁ ἐπιθεωρητὴς τῆς γεωργίας ἐξαγάγῃ ἐκ τοῦ θυλακίου αὐτοῦ τὸ γεώμηλον καὶ τὸ δείξῃ εἰς τὸν γεωργὸν, τότε οὗτος μένει ἔκπληκτος καὶ τρέχει καὶ εἰς τοὺς ἄλλους καὶ λέγει, ὅτι ἔχει δίκαιον ὁ ἐπιθεωρητής. Ὁ μόνος λοιπὸν τρόπος λυσιτελὴς ἀπομένει ἡ διὰ τοῦ παραδείγματος καὶ τῶν πρακτικῶν ἀγροκηπίων μετάδοσις τοῖς γεωργοῖς ἡμῶν τῶν γεωργικῶν γνώσεων. Καὶ ἂν ταύτας τὰς δυσκολίας ἀπαντῶσιν αἱ Κυβερνήσεις τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν πρὸς μετάδοσιν τῶν γεωργικῶν γνώσεων ἐν Εὐρώπῃ, ὅπου ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ἀπὸ πολλοῦ ἤδη λειτουργεῖ ἀπροσκόπτως, ἐν Γαλλίᾳ μάλιστα εἰσήχθη εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα καὶ μάθημα τῆς γεωργίας, ὥστε ὁ ἐξερχόμενος ἐξ αὐτῶν παῖς, γινόμενος κατόπιν γεωργὸς, φέρει τὰ σπέρματα τῆς γεωργικῆς ἀναπτύξεως, ἂν λέγω παρ’ ἐκείνοις τοῖς λαοῖς ἦναι δύσκολον τὸ ἔργον, φαντασθῆτε κατὰ πόσων προσκομμάτων ἔχει νὰ παλαίσῃ πᾶσα ἀπόπειρα πρὸς βελτίωσιν τῆς γεωργίας παρ’ ἡμῖν, ὅπου ἀπὸ αἰώνων μένει ἐν ζοφερᾷ σκοτίᾳ ἡ γεωργικὴ τάξις. Διότι ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ἢ οὐδόλως ὑπάρχει ἢ καὶ ἡ ὑπάρχουσα κάκιστα λειτουργεῖ. Τὸ πολὺ πολὺ εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν δήμων καὶ ἐπαρχιῶν ὑπάρχει σκιά τις δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὅθεν ὀφείλοντες νὰ προσέλθωμεν εἰς ἐπικουρίαν λαοῦ πάντῃ ἀπαιδεύτου καὶ δεισιδαίμονος, πρέπει νὰ ἐντείνωμεν πάσας ἡμῶν τὰς δυνάμεις, ὅπως πείσωμεν αὐτὸν νὰ παρακολουθήσῃ τὰ παραγγέλματα τῆς ἐπιστήμης. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ἡ ἐκ τῆς Κυβερνήσεως ἐπικουρία τῶν γεωργῶν ἐπιβάλλεται ἐπειγόντως παρ’ ἡμῖν καὶ δι’ ἕτερον ἔτι κοινωνικὸν ὅρον, διάφορον ἐκείνων τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς ζῶσιν οἱ γεωργικοὶ πληθυσμοὶ ἐν τῇ δυσμενεῖ καὶ βορείᾳ Εὐρώπῃ. Ἐκεῖ αἱ ἐκτάσεις τῶν γαιῶν κατὰ τὸ πλεῖστον ἀνήκουσιν εἰς μεγαλοκτηματίας, ἐκεῖ ἐπικρατεῖ ἡ λεγομένη μεγάλη ἰδιοκτησία, ἑπομένως ἕκαστος γεωκτήμων ἀχανῶν ἐκτάσεων, ὁλοκλήρου πολλάκις ἐπαρχίας, ἔχει τὸ συμφέρον καὶ τὸ καθῆκον, οὐ μόνον αὐτὸς καὶ τὰ τέκνα του νὰ ἀσχολῶνται περὶ τὴν βελτίωσιν τῶν μέσων τῆς καλλιεργείας, ἀλλὰ νὰ προσκαλῶσι καὶ εἰδικοὺς περὶ τὴν γεωπονίαν, ὅπως μεταδίδωσιν εἰς τοὺς γεωργούς των τοὺς τρόπους τῆς βελτιώσεως τῆς καλλιεργείας, καὶ ἐνισχύωσιν οὕτω τὴν παραγωγὴν, διότι πρόκειται περὶ τοῦ ἰδίου βαλαντίου. Ἀλλ’ ὅ,τι πράττουσιν ἐκεῖ ὑπὲρ τῆς γεωργίας οἱ μεγαλοκτηματίαι καὶ μεθ’ ὅσου ζήλου ἐπιδιώκουσι τοῦτο καὶ προθυμίας, μετὰ τοῦ αὐτοῦ ἀόκνου ζήλου ὀφείλει νὰ ἐπιδιώξῃ παρ’ ἡμῖν ἡ Κυβέρνησις. Διότι ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἴμεθα μικροκτηματίαι, πλὴν ὀλιγίστων ἐξαιρέσεων ἐν Θεσσαλίᾳ, ὅπου τέλους εἶδον εὐχαρίστως νὰ εἰσάγωσι διαφόρους γεωργικὰς βελτιώσεις εἰς τὰ ἐκτεταμένα κτήματα αὐτῶν, ἀλλὰ πάντες οἱ λοιποὶ εἶναι μικροκτηματίαι. Τούτων οὕτως ἐχόντων, τίς ἄλλος ὑπολείπεται νὰ μεριμνήσῃ παρ’ ἡμῖν περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς καλλιεργείας τῆς γῆς, παρὰ ἡ Κυβέρνησις; Ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον καὶ συμφέρον πρὸς τοῦτο, διότι ἡ αὔξησις τῶν πόρων τῶν γεωργῶν εἶναι αὔξησις τῶν μέσων τῆς συντηρήσεως τοῦ Κράτους, εἶναι ἡ χορηγία τῶν μέσων οὐ μόνον πρὸς συντήρησιν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ πρὸς πλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν πόθων. Ἄν κατορθωθῇ νὰ ἀνυψώσωμεν ὀλίγον οἰκονομικῶς καὶ ἠθικῶς τὰς γεωργικὰς καὶ ποιμαντικὰς τάξεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, θὰ ἔχωμεν τότε πολίτας τελειοτέρους καὶ χρηματικοὺς πόρους ἀφθονωτέρους. Καὶ ἀντὶ νὰ δαπανῶμεν τρία ἑκατομμύρια πρὸς συντήρησιν ποινικῶν δικαστηρίων, θὰ δαπανῶμεν τότε ἓν μόνον, πρὸς ἐξημέρωσιν καὶ βελτίωσιν τῶν γεωργῶν καὶ ποιμένων, καὶ οὕτω δὲν θὰ ἔχωμεν 30–40 χιλιάδας δικογραφιῶν ποινικῶν περαιωμένων, τὰς ὁποίας νὰ ἐπιδεικνύωμεν, μεθ’ ὑπερηφανείας μάλιστα, ἣν ἐπιδείκνυσι συνήθως ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, ὅτι ἐξετελέσαμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν ὡς λειτουργοὶ τῆς δικαιοσύνης. Βεβαίως σήμερον οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοὶ, μὴ ἔχοντες τὴν μόρφωσιν καὶ τὰ μέσα τοῦ ζῇν, ἐκτίθενται εἰς τὰς παραβάσεις τῶν νόμων καὶ παραμορφοῦσι τὴν κοινωνικὴν φυσιογνωμίαν, οὕτως ὥστε νὰ καταστῇ ἀγνώριστος, ἐνῷ διὰ τῆς βελτιώσεως τῆς γεωργίας θέλομεν κατορθώσει νὰ μεταβληθῇ ἐπὶ τὰ κρείττω ἡ φυσιογνωμία τῆς κοινωνίας. Τὸ κοινωνικὸν τῆς Ἑλλάδος ζήτημα εἶναι τοῦτο, ἡ βελτίωσις ἡ οἰκονομικὴ τῆς τύχης τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν καὶ ἡ πνευματικὴ καὶ ἠθικὴ μόρφωσις αὐτῶν. Ἐν τούτῳ ἐγκλείεται τὸ ἐνεστὸς καὶ τὸ μέλλον τοῦ Ἔθνους. Καὶ εὐλόγως ἰσχυριζόμην ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι τὸ θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, ἐπηρεάζει βαθύτατα ὁλόκληρον τὸν ὀργανισμὸν τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας καὶ πολιτείας, ἐὰν σπουδαίως σκεπτώμεθα περὶ τούτου. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς ἐξέτασιν τῆς οἰκονομικῆς τῶν σχολείων ὄψεως, ἀφίνων τοῦτο νὰ πράξω κατόπιν, μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ὁποίαν θ’ ἀκούσωμεν, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ πλὴν περατώσω τὸν λόγον μου, νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πόρισμα τῆς μελέτης μου, προκειμένου περὶ μέτρων βελτιωτικῶν τῆς γεωργίας καὶ τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ γεωργικοῦ τῆς Ἑλλάδος, ὄχι μόνον ὡς γεωργικοῦ πληθυσμοῦ, ἀλλὰ καὶ ὡς συνόλου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ βελτίωσις τῆς γεωργίας εἶναι αὐτὸ τοῦτο ἐξημέρωσις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἀνύψωσις τοῦ συμπλέγματος τῶν κοινωνικῶν ἡμῶν συμφερόντων. Κατὰ δύο τρόπους θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν βελτίωσιν τῆς γεωργίας: ἢ διὰ τῆς συστάσεως σχολῶν, τῶν ὁποίων νομίζω ἀπέδειξα διὰ βραχέων τὴν ἐλαχίστην σκοπιμότητα, ἢ διὰ τῆς συστάσεως πρακτικῶν ἀγροκηπίων. Ἄν κατωρθοῦτο, ἡ χώρα ἡ Ἑλληνικὴ νὰ διαιρεθῇ εἰς ζώνας γεωργικὰς, ὅπως εἶναι διῃρημένη ἡ Γαλλία εἰς ζώνας ἢ περιφερείας, τὰς δὲ γραμμὰς, αἵτινες ἔμελλον νὰ καθορίζωσι τὰς ζώνας ταύτας, τὰς ἐσύρομεν συμβουλευόμενοι τὸ κλίμα καὶ τὸ ἔδαφος τῆς χώρας, τὸ πεδινόν, τὸ ὀρεινὸν, τὸ τραχὺ ἢ μὴ αὐτοῦ, ἤθελον συμβουλεύσει νὰ συστηθῇ ἐν ἑκάστῃ γεωργικῇ ζώνῃ εἷς γεωργικὸς σταθμὸς, πρὸς πειραματισμὸν καὶ παραδειγματικὴν διδασκαλίαν τῶν γεωργῶν. Ἄν δὲ τοῦτο ἦναι δύσκολον, καὶ ὁμολογῶ ὅτι εἶναι δύσκολον, κατὰ νομοὺς τοὐλάχιστον θὰ συνεβούλευον νὰ συστηθῇ ἓν πρακτικὸν ἀγροκήπιον· οὕτω ἠθέλομεν ἔχει 15 τοιαῦτα ἀγροκήπια. Εἰς τὰ ἀγροκήπια ταῦτα ἔπρεπε νὰ ἀφιερωθῇ ἓν ποσὸν γαιῶν, ἀνάλογον πρὸς τὸν διπλοῦν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον μέλλει νὰ ἐπιδιώξῃ ἡ σύστασις τῶν ἀγροκηπίων· τὸ μὲν πειραματικὸν καὶ διδακτικὸν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν πρέπει καλλιεργῶνται τὰ ἐγκλιματισμένα προϊόντα ἡμῶν, καὶ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν δέον νὰ ἐγκλιματισθῶσι καὶ ἄλλα φυτὰ, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ζήσωσιν ὑπὸ τὰς συνθήκας τὰς κλιματολογικὰς τοῦ νομοῦ ἐκείνου· τὸ δὲ, ὅπως καλλιεργηθῶσι τὸ πλεῖστον τῶν γαιῶν ὑπὸ ἔποψιν κερδοσκοπικήν. Νὰ καλλιεργῆται δηλαδὴ ἓν τμῆμα μέγα, οὐχὶ πρὸς τὸν σκοπὸν πλέον τῆς διδασκαλίας τῶν γεωργῶν, ἀλλὰ πρὸς πειραματισμὸν, κατὰ πόσον δύναται ἡ γῆ ἐκείνη νὰ γίνῃ μᾶλλον προσοδοφόρος, κατὰ τοῦτον ἢ κατ’ ἐκεῖνον τὸν τρόπον τῆς καλλιεργείας. Καὶ τοῦτο, ὅπως οἱ κτηματίαι τοῦ νομοῦ, ὁδηγούμενοι ὑπὸ τῶν πειραμάτων ἐκείνων, κανονίσωσι τὴν καλλιέργειαν τῶν ἄλλων αὐτῶν κτημάτων. Τοιοῦτοι σταθμοὶ θὰ ἦναι λίαν εὐεργετικοί. Αἱ δαπάναι δὲ ἑνὸς τοιούτου σταθμοῦ, καθ’ ὃν ἔκαμα πρόχειρον ὑπολογισμὸν, μελετήσας παρεμφερεῖς σταθμοὺς ἄλλων ἐπικρατειῶν, δὲν εἶναι ἀπελπιστικαὶ δι’ ἡμᾶς, ἐὰν σκεπτώμεθα σπουδαίως νὰ ἔλθωμεν εἰς ἐπικουρίαν τοῦ μεγάλου γεωργικοῦ πληθυσμοῦ ἡμῶν. Εἷς τοιοῦτος γεωργικὸς σταθμὸς θὰ εἶχεν ἀνάγκην ἑνὸς ἐπιμελητοῦ ἢ διευθυντοῦ τοῦ σταθμοῦ, ἐπιστήμονος, εἴτε μεμορφωμένου ἔν τινι ἀγροτικῇ σχολῇ τῆς Εὐρώπης, εἴτε ἔν τινι σχολῇ, τὴν ὁποίαν μέλλομεν νὰ συστήσωμεν ἐν Ἑλλάδι, ἔχει ἀνάγκην δύο ἢ τριῶν ἐργοδηγῶν καὶ ἑνὸς βοηθοῦ· κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐποιησάμην, δὲν θὰ ὑπερβῇ ἡ δαπάνη καὶ τὰ ἔξοδα τῆς πρώτης ἐγκαθιδρύσεως καὶ συστάσεως τοιούτων σταθμῶν τὰς 40,000, καὶ μετὰ διαψιλείας πολλῆς ἂν ἐνεργήσωμεν, τὰς 50,000 δραχμῶν· εἰς ταύτας ὑπολογίζω τὸν ἐνιαύσιον μισθὸν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἀγροκηπίου, τὴν ἀγορὰν ὀλίγων ζώων εὐγενεστέρου εἴδους, πρὸς μετάδοσιν εἰς τὰ πέριξ, τὴν δαπάνην δι’ ἀγορὰν γεωργικῶν ἐργαλείων καὶ παντὸς ἄλλου χρησίμου εἰς τὴν πρώτην ἐγκατάστασιν τοῦ σχολείου. Ἄν λοιπὸν κατ’ ἔτος ἀναγράφωμεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τὴν δαπάνην τῶν 40 ἢ τῶν 50 χιλ. δραχμῶν, δυνάμεθα ἐντὸς μιᾶς δεκαετίας νὰ συστήσωμεν ὅλους τοὺς σταθμοὺς κατὰ νομόν. Ἀλλ’ ὑποθέσατε, ὅτι δὲν θέλομεν οὕτω διαδοχικῶς νὰ προβαίνωμεν, ἀλλ’ ἀμέσως νὰ συστήσωμεν· νομίζετε, ὅτι εἶναι μέγα πρᾶγμα, ἂν διὰ τὴν καλλιέργειαν καὶ πρὸς ἀνάπτυξιν τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ τῆς πατρίδος ἡμῶν ἀναγράψωμεν 300,000 δραχμῶν ἐτησίως, ἀφοῦ δαπανῶμεν πολλὰ ἑκατομμύρια, χιλιάδας σπαταλῶντες εἰς ἁπλᾶς ἐπιδείξεις καὶ ματαιότητας; Εἰς ἕνα Προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον κατωρθώσαμεν νὰ ἀναβιβάσωμεν εἰς 95 ἑκατομμύρια, ἂν ἀναγράψωμεν 300,000 πρὸς προαγωγὴν τῆς γεωργίας, θὰ θεωρηθῶμεν σπάταλοι; ἐξ ἐναντίας μάλιστα, ἂν ἐννοήσωμεν καλῶς τὴν ὠφέλειαν, ἧς θὰ γίνῃ πρόξενος εἰς τὴν κοινωνίαν ἡ ἀναγραφὴ τοῦ κονδυλίου τούτου, θὰ τὴν εὕρωμεν μικράν. Ἀλλ’ ἵνα ἐξασφαλίσωμεν τὴν μετάδοσιν τῶν γεωργικῶν γνώσεων ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ, ἔχομεν ἀνάγκην μιᾶς τοὐλάχιστον Γεωργικῆς σχολῆς θεωρητικωτέρας, πρὸς μόρφωσιν τῶν ἐργοδηγῶν ἢ τῶν ἐπιμελητῶν τῶν σταθμῶν. Διότι, ἂν ἔχωμεν 16 σταθμοὺς, ἔχομεν ἀνάγκην 100 τοὐλάχιστον ἐργοδηγῶν, καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ μία σχολὴ ἐν Ἀθήναις, ἀλλ’ ὄχι ὡς ἡ σήμερον λειτουργοῦσα. Διότι αὕτη οὔτε τοὺς πέριξ ὠφελεῖ, οὔτε ἐπιστημονικὸν ὄφελος ὑπόσχεται, καθὼς καὶ ἡ ἐν Τύρινθι Γεωργικὴ σχολὴ οὐδεμίαν ἢ ἐλαχίστην ἐπέφερε βελτίωσιν εἰς τὴν γεωργίαν τῆς ἀργολικῆς πεδιάδος. Ἀλλ’ ἡ Γεωργικὴ σχολὴ ἔχει ἀνάγκην ῥυθμοῦ καὶ προσωπικοῦ, καὶ κατὰ τὴν γνώμην μου δέον νὰ δαπανήσῃ τὸ Κράτος ὀλίγα χρήματα, ἵνα σὺν τῷ χρόνῳ μορφώσῃ μίαν Γεωργικὴν σχολὴν ἐν Ἀθήναις, λόγου ἀξίαν. Ἐν τῇ σχολῇ οὖν ἀνάγκη νὰ ὑπάρχωσιν οἱ ἑξῆς εἰδικοὶ καθηγηταί: Πρῶτον, εἷς καθηγητὴς τῆς φυσικῆς ἱστορίας, ὅστις μέλλει νὰ διδάσκῃ εἰδικώτερον τὴν ἐντομολογίαν καὶ παθολογίαν τῶν φυτῶν. Δεύτερον, εἷς καθηγητὴς χημείας καὶ φυσικῆς, καὶ εἰδικώτερον τῆς γεωργικῆς χημείας καὶ τῆς διαγνωστικῆς τῶν γαιῶν. Τρίτος καθηγητὴς δέον νὰ προσληφθῇ τῆς ἐν γένει γεωργίας καὶ δενδροκομίας, ὅστις θέλει διδάσκει καὶ τὴν γεωργικὴν οἰκονομίαν, ἥτις εἶναι ἡ φιλοσοφία, οὕτως εἰπεῖν, τῆς γεωργίας, καὶ τὴν γεωργικὴν μηχανικήν. Τέταρτος καθηγητὴς δέον νὰ προσληφθῇ ἐν τῇ σχολῇ ταύτῃ τῆς κτηνοτροφικῆς ἢ ζωοτεχνίας, μέλλων νὰ διδάσκῃ καὶ τὴν κτηνοτροφικὴν βιομηχανίαν, ἤτοι περὶ τυροποιΐας, ἐριοτεχνίας κτλ. Καὶ πέμπτος καθηγητὴς τῆς ἀμπελουργίας, μέλλων νὰ διδάσκῃ εἰδικώτερον τὰ περὶ οἰνοποιΐας καὶ οἰνοπνευματοποιΐας, χρησιμωτάτων καὶ ἀναγκαιοτάτων γνώσεων παρ’ ἡμῖν. Οἱ καθηγηταὶ οὗτοι, οἱ λιτῶς ἀναγκαιοῦντες διὰ τὴν θεωρητικὴν διδασκαλίαν, θέλουσιν ἐπιστατεῖ καὶ ἐποπτεύει καὶ τὰς ἐν τῷ προσηρτημένῳ ἐν τῇ σχολῇ πρακτικῷ ἀγροκηπίῳ γινομένας καλλιεργείας καὶ ἐφαρμογὰς καὶ τὰ ἄλλα ἐπιστημονικὰ πειράματα ἐν τῇ γεωργίᾳ. Ταῦτα συνοψίζω διὰ βραχέων, διότι κατεχράσθην τῆς ὑπομονῆς ὑμῶν....
§52ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ποσῶς· τοὐναντίον ἐπιθυμοῦμεν νὰ προχωρήσητε.
§53ΠΕΤΡΙΔΗΣ. ... καὶ ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν δευτέραν ἢ τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ συμπληρώσω τὴν περὶ βελτιώσεως τῆς γεωργίας γνώμην μου. Συνιστῶ δὲ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐμβριθεστέραν καὶ σοβαρωτέραν μελέτην τοῦ ζητήματος τῆς βελτιώσεως τῆς γεωργίας τῆς ἡμετέρας πατρίδος. Ἰδίως παρακαλῶ αὐτὸν, νὰ ἀποσύρῃ τὸ περὶ συστάσεως ἑνὸς σταθμοῦ γεωργικὸν νομοσχέδιόν του καὶ νὰ τὸ καταστήσῃ γενικώτερον, ὥστε νὰ νομοθετήσωμεν σύστασιν γεωργικῶν σταθμῶν, καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἤθελεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἐγκρίνει, κατὰ νομοὺς, καὶ νὰ δώσωμεν οὕτω εἰς τὴν νεότητα, ἥτις ἔχει ἐπιθυμίαν νὰ τραπῇ ἐπὶ τὴν μελέτην τῶν γεωργικῶν, νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι δύναται νὰ εὕρῃ στάδιον εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Θὰ δύναται δὲ νὰ εὕρῃ στάδιον, ὅταν νομοθετηθῇ ἡ σύστασις κατὰ νομὸν ἑνὸς γεωργικοῦ σταθμοῦ, ὑπὸ τὸν τύπον, τὸν ὁποῖον ὑπέδειξα, καὶ τὸν ὁποῖον δύναται ἡ ὑπηρεσία νὰ διατυπώσῃ τελειότερον, καθόσον καὶ τὰ φῶτα καὶ τὴν πεῖραν τελειότερα ἐμοῦ κέκτηται· νὰ συστήσῃ δὲ Γεωργικὴν σχολὴν ὑπὸ τύπον τελειότερον, καθ’ ἃ ἀνωτέρω ὑπέδειξα, διότι τὸ σχολεῖον τῶν Ἀθηνῶν, ὡς ἔχει, δὲν εἶναι οὔτε ἀγροκήπιον, ἥκιστα δὲ πρακτικὴ σχολή. Τοῦτο ἤθελον τὸ ἀναλύσει, ἀλλ’ ἀποφεύγω τὴν ἀνάλυσιν ταύτην, διότι ὁμολογῶ, ὅτι ἐγενόμην φορτικὸς εἰς πολλοὺς συναδέλφους. Λοιπὸν προτείνω τὴν σύστασιν γεωργικῶν σταθμῶν καὶ σύστασιν ἐπιστημονικῆς Γεωργικῆς σχολῆς· τοῦτο δὲ ἐσκόπουν αἱ ὀλίγαι παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τῇ Βουλῇ, εὐχόμενος αἱ γνῶμαί μου νὰ καρποφορήσωσιν, ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς χώρας.
§54Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω εἴπει ὀλίγας λέξεις, πρὸς ἀναίρεσιν τῆς ἐξενεχθείσης γνώμης περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς σχολῆς Τίρυνθος. Ὁ κ. συνάδελφος εἶπεν, ὅτι ἡ σχολὴ ἐκείνη δὲν ἔφερε τοὺς προσδοκωμένους καρπούς. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι εἰς τὴν σχολὴν ταύτην ἐξεπαιδεύθησαν πλεῖστοι νέοι ἀγρόται θεωρητικῶς καὶ πρακτικῶς, οἱ ὁποῖοι νῦν διευθύνουν μεγάλα κτήματα καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν Τουρκίᾳ. Συνετέλεσε δὲ ἀκόμη ἡ σχολὴ ἐκείνη εἰς τὴν προαγωγὴν τῆς καλλιεργίας ἐν τῷ ἀργολικῷ πεδίῳ διὰ τῆς χρήσεως ἀλεστικῶν θεριστικῶν μηχανῶν τελείων καὶ εὐρωπαϊκῶν ἀρότρων. Ἡ παρατηρουμένη δὲ ἀνάπτυξις τῆς γεωργίας ἐν τῷ ἀργολικῷ πεδίῳ ὀφείλεται εἰς τὴν σχολὴν ταύτην.
§55ΑΓΓ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἡ σχολὴ τῆς Ἀργολίδος ἦτο θεωρητικὴ καὶ πρακτικὴ, καὶ κατὰ τοῦτο συμφωνοῦσιν οἱ κκ. Πετρίδης καὶ Ἀντωνόπουλος.
§56ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πετρίδης ἀνέπτυξεν, ἐπήχθησαν κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ νομοσχεδίου· ἑπομένως εἶναι καλὸν νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἂν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἐν ἰσχύει ἐνταῦθα συστήματος τῆς Γεωργικῆς σχολῆς εἶδε τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα νὰ τὸν πείθωσιν, ὅτι ὁ θεσμὸς, ὁ σήμερον λειτουργῶν, θὰ δυνηθῇ νὰ φέρῃ τὰ ποθούμενα καλὰ διὰ τῆς συστάσεως τῶν Γεωργικῶν σχολῶν.
§57ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τοῦτο θέλω προσπαθήσει νὰ ἀναπτύξω κατὰ τὴν προσεχῆ συζήτησιν. Πάντες εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τοῦτο, ὅτι ἐν Ἑλλάδι πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν πρακτικὴν ἀνάπτυξιν τῆς γεωργίας, διότι δὲν εἴμεθα παρεσκευασμένοι νὰ πράξωμεν ὅ,τι εἰς ἄλλα ἔθνη, πολλῷ μᾶλλον προηγμένα ἡμῶν ἐν τῇ γεωργίᾳ. Διαφωνοῦμεν μόνον ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν πάντες ἔχομεν. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ γεωργικῶν σχολείων νόμου ἐλέχθησαν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτὰ ἐκεῖνα, ἅτινα σήμερον διὰ μακρῶν καὶ εὐγλώττως ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πετρίδης. Ἀντετάχθη δὲ τότε εἰς τὴν γνώμην τοῦ κ. Καραπάνου ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὰ ἐπιδιωκόμενα σήμερον ἐν Ἑλλάδι ἀναγκαίως εἶναι δοκιμαστικὰ, διότι δὲν ἔχομεν τὴν προσήκουσαν πεῖραν, ὅπως εἴπωμεν γνώμας ὁριστικάς. Ἀφοῦ δὲ ἱδρύθη ἡ πρώτη σχολὴ καὶ μετέπειτα, δὲν ἐγένετο δοκιμὴ, ἀξία νὰ δώσῃ σαφὲς τὸ μέτρον τῆς ἐπιτυχίας τῶν πρακτικῶν σχολῶν. Ἀφ’ ἧς ἱδρύθησαν μέχρι σήμερον, βεβαίως ἡ ἀποκτηθεῖσα πεῖρα δὲν εἶναι μεγάλη, διότι ἔτος παρῆλθε μόλις ἀπὸ τῆς συστάσεως τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Ἀϊδινίῳ γεωργικῶν σχολῶν. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἡ μικρὰ αὕτη ἐνιαύσιος πεῖρα ἤρκεσεν ἵνα πείσῃ τοὺς ἁρμοδίους, τοὺς ὑποβαλόντας τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἐγκριθὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν ἀπετύχομεν ἐν τῇ δοκιμῇ, ὅτι πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν ἐν τῇ ἀρχῇ, ἣν ἐθέσαμεν, καὶ ὅτι προβαίνοντες νῦν περαιτέρω, δυνάμεθα νὰ εἰσαγάγωμεν αὐτὰ ἐκεῖνα, ἅπερ μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὑπεστήριξε καὶ ὁ ἔντιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, τὸν θεσμὸν τῶν γεωργικῶν σταθμῶν. Λέγω τῶν γεωργικῶν σταθμῶν, διότι διακρίνω τοὺς σταθμοὺς τούτους ἀπὸ τῶν ἀγρονομικῶν, οὓς ἔχουσι τὰ Κράτη τὰ προηγμένα ἐν τῇ γεωργίᾳ. Ἀλλὰ περὶ τούτων ὅλων δυνάμεθα νὰ ὁμιλήσωμεν κατὰ τὴν ἑπομένην συζήτησιν. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἄλλης ἀντιῤῥήσεως).
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ΑΦΜΒʹ νόμου περὶ γεωργικῶν σχολῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν). Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§59ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἐγγύησις, ἡ ὁποία ζητεῖται παρὰ τῶν λογιστῶν, χρησιμεύει πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς διαχειρίσεώς των· δὲν ἐννοῶ ἑπομένως, διατὶ αὕτη, ὅταν κατατίθηται εἰς μετρητὰ, πρέπει ν’ ἀνέρχηται εἰς 3,000 δραχμῶν, ὅταν δὲ εἰς χρεώγραφα, περιορίζεται εἰς 2,000. Νομίζω, ὅτι τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ὡδήγησε τοὺς συντάξαντας τὸ νομοσχέδιον, ὑποδεικνύει κἄτι τι, οὐχὶ γεωργικὸν, μήτε ἀσφαλιστικὸν, ἀλλὰ χρηματιστικὸν, ὅπερ δὲν ἁρμόζει, νομίζω, εἰς γεωργικὸν καὶ ἐκπαιδευτικὸν νομοσχέδιον.
§60ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω νὰ ὑποβάλω μίαν παρατήρησιν. Κατὰ πρῶτον παρατηρῶ, ὅτι ὁ τροπολογούμενος νόμος, ἐκ λάθους τοῦ συντάξαντος, δὲν εἶναι ὁ νόμος τῆς 8 Μαΐου 1888, ἀλλ’ ὁ τῆς 28 Μαΐου 1887. Ἐκτὸς τούτου, ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, διατὶ, ἐνῷ κατὰ τὸ ἄρθρον 9 τοῦ νόμου ΑΦΜΒʹ ἀπῃτεῖτο ὡς ἐγγύησις 10,000 δραχμῶν, ἐὰν πρόκηται περὶ μετρητῶν, ἐπὶ ἀπολαυῇ τόκου 5%, ἢ 8,000, ἐὰν πρόκηται περὶ χρεωγράφων, διατὶ, λέγω, ἠλαττώθη ἡ ἐγγύησις εἰς τὸ ⅓ προκειμένου περὶ μετρητῶν, καὶ εἰς τὸ ¼ προκειμένου περὶ δημοσίων χρεωγράφων; Ἐπίσης ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ποῖον εἶναι τὸ αἴτιον, ὅπερ ὡδήγησε τὸν κ. Ὑπουργὸν εἰς τὴν ἐγκατάστρωσιν τοῦ ἄρθρου 2, ἐν ᾧ λέγεται, ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ δωρεὰν ἐκπαίδευσις τριῶν μέχρις ὀγδόου βαθμοῦ συγγενῶν τοῦ ἀειμνήστου Τριανταφυλλίδου. Διότι μέχρι τοῦ ὀγδόου βαθμοῦ συγγενεῖς, ὃν ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον, εἶναι τὸ αὐτὸ, ὡς νὰ ἐπιτρέπηται τῷ Ὑπουργῷ νὰ διορίσῃ οἱονδήποτε τῶν κατοίκων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Ἤθελεν εἶσθαι προτιμότερον, ἂν περιωρίζετο ὁ βαθμὸς τῆς συγγενείας εἰς στενότερον κύκλον. Μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν καὶ τὸ ἄρθρον 3ον, καὶ ἐρωτῶ, διατὶ ἐπιτρέπεται κατὰ τὸ ἐνεστὸς ἔτος νὰ καταταχθῶσι μαθητευόμενοι ἐν τῷ γεωργικῷ σχολείῳ Θεσσαλίας, ἔχοντες ἡλικίαν καὶ μέχρις εἴκοσιν ἐτῶν;
§61ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.). Τὸ ἄρθρον αὐτὸ θὰ διαγραφῇ.
§62ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐκτὸς τούτου, ἐπεθύμουν νὰ μάθω καὶ τὸ ἑξῆς. Ἐκ τῆς ὑποβληθείσης καταστάσεως παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρατηρῶ, ὅτι εἶχε δοθῆ πίστωσις κατὰ τὸ 1888 ἔτος δι’ ἀνέγερσιν νέου οἰκοδομήματος κλπ. 40,000· ἐκ τούτων ἐδαπανήθησαν περίπου 16,000, ἔμεινε δὲ ποσὸν 24,000 περίπου ἀδιάθετον. Κατόπιν, ἐν τῇ καταστάσει, τῇ ὑποβληθείσῃ, τοῦ 1889 ἔτους, ἔλαβον πίστωσιν 75,000 δραχμῶν, ἐδαπανήθησαν δὲ 15,000. Ἐπιθυμῶ περὶ ὅλων τούτων τῶν δαπανηθέντων χρημάτων νὰ λάβω πληροφορίας, καὶ εἰδικῶς, ἂν διὰ τὰς ἐκεῖ οἰκοδομὰς ἐδαπανήθησαν μέχρι τοῦδε περίπου 40,000 δραχμῶν.
§63ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰς πληροφορίας θέλω φέρει πλήρεις. Περὶ τοῦ 3ου ἄρθρου λέγω μόνον, ὅτι πέρυσι παρεστάθη ἀνάγκη εἰσαγωγῆς νέων, ἐχόντων μείζονα ἡλικίαν. Ἡ ἀνάγκη αὕτη παρῆλθεν· ἔμεινε δὲ ἐκ παραδρομῆς τὸ ἄρθρον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ὡς πρὸς δὲ τὰς οἰκοδομὰς, παρατηρῶ, ὅτι κατὰ τὰς δύο καταστάσεις ἐδαπανήθη ποσὸν 15,000 δραχμῶν καὶ ὑπολείπεται ἔτι ἄλλο ποσόν· ἀλλ’ ἐδαπανήθησαν τὰ ποσὰ ταῦτα πρὸς ἀποπεράτωσιν νέου οἰκοδομήματος, ὅπερ ἱδρύθη ἐν τῷ κήπῳ, ὅπως χρησιμεύσῃ εἰς τὴν σχολὴν ἐνταῦθα· τὸ παλαιὸν οἰκοδόμημα, τὸ ὑπὸ τοῦ Χασεκῆ ἐκτισμένον, ἦτο ἀδύνατον νὰ χρησιμεύσῃ ὡς σχολὴ, ὑπῆρξε δὲ ἀνάγκη νὰ ἱδρυθῇ νέον κατάστημα, ὅπως ἐγκατασταθῶσιν ἐν αὐτῷ οἱ μαθηταὶ, οἵτινες εἶναι πολυάριθμοι, καὶ ᾠκοδομήθη ἐπὶ σχεδίου ἰδίου, τὸ δὲ παλαιὸν οἴκημα ἔμεινεν ὡς παράρτημα. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου παρατηρῶ καὶ ἐγὼ νῦν, ὅτι τὰ τῆς ἐγγυήσεως δὲν φαίνονται δικαιολογούμενα, ἀλλὰ θέλω φέρει διόρθωσιν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Τοῦ 3ου ἄρθρου προτείνω τὴν διαγραφήν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον καὶ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον, διαγραφέντος τοῦ 3ου ἄρθρου). Λύεται ἡ συνεδρίασις Ὥρᾳ 8 καὶ 45′ μ. μ.