Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΑ · Σύνοδος Δ› Συνεδρίαση 29

1889.11.28

2.363 στίχοι · 17.914 λέξεις · 1 πίνακας · 78 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1889.11.28
Προεδρεία
ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ
Περίοδος
ΙΑ
Σύνοδος
Δ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1890)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 29

τῆς 28 Νοεμβρίου 1889

(Τρίτη)

Ὥρᾳ 5 μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Δήμαρχος Ἰθάκης τηλεγραφεῖ, ὅτι τὸ πρὸς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα τινῶν δημοτικῶν συμβούλων, εὐχομένων τὴν κατάργησιν τῆς εὐρείας ἐκλογικῆς περιφερείας, ἐκφράζει μόνον ἀτομικὴν γνώμην τῶν τηλεγραφησάντων.

§2ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Χθὲς ἀνεγνώσθη τηλεγράφημα, ὡς προερχόμενον ἐκ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἰθάκης. Τοῦτο φέρει τὰς ὑπογραφὰς τοῦ προέδρου καὶ δύο συμβούλων· ἑπομένως δὲν ἦτο ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, οὔτε τὰ τρία ταῦτα μέλη ἀποτελοῦσι τὴν πλειονοψηφίαν αὐτοῦ, ἥτις, μὴ ὑπογράψασα, ἀποδεικνύει ὅτι ἔχει ἀντίθετον γνώμην. Ἡ γνώμη τῶν ὑπογραψάντων τὸ τηλεγράφημα εἶναι ὅλως ἀτομική.

§3ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἦτο ὅλως ἐκτὸς τοῦ δέοντος ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Μουσούρη, καθόσον τὸ τηλεγράφημα, εἴτε εἶχε χαρακτῆρα ἐπίσημον, εἴτε δὲν εἶχεν, ἦτο ἔκφρασις τῆς γνώμης ἐγκρίτων πολιτῶν, κατεχόντων θέσιν ἐπίσημον, καὶ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἡ παμψηφία τῆς νήσου Ἰθάκης εἶναι ὑπὲρ τῆς γνώμης, ἣν ἐξέφρασεν ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου κ. Ἱπποκράτης Καραβίας, διότι ἀδύνατον εἶναι νὰ ὑπάρχῃ ἐν Ἰθάκῃ ἑτέρα γνώμη, ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρχωσιν ἐν Ἰθάκῃ οἱ θέλοντες ν’ αὐτοκτονήσωσι πολιτικῶς. Ἐπεσκέφθην τὴν Ἰθάκην καὶ ἐν τῇ πόλει καὶ ἐν ταῖς ἐξοχαῖς, ὡμίλησα μετὰ πλείστων ἀνθρώπων πάσης τάξεως περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ δὲν φοβοῦμαι νὰ μὲ διαψεύσωσι, λέγοντα, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι δημοτικοὶ ἄρχοντες, οἱ ὁποῖοι τηλεγραφοῦσιν, ἐξέφρασαν οὐ μόνον τὴν γνώμην τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ καὶ τὴν γνώμην τῆς νήσου ὁλοκλήρου. Πρὸς τοῦτο δὲ δὲν ἐκωλύοντο ὑπ’ οὐδενὸς νόμου καὶ κανονισμοῦ. Προσεχῶς θέλομεν εἰσέλθει εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος, καὶ τότε θέλει καταδειχθῆ, ὅτι ἀδύνατον εἶναι νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῇ νήσῳ Ἰθάκῃ οἱ θέλοντες ν’ αὐτοκτονήσωσι πολιτικῶς, διότι τοῦτο σημαίνει ἡ κατάργησις τῆς ἐπαρχίας ὡς πολιτικῆς μονάδος.

§4ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ἐὰν ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἰθάκης καὶ δύο σύμβουλοι ἔγραφον, ὅ,τι ἔγραψαν, ὡς πρόσωπα, βεβαίως θὰ ἦτο περιττὴ πᾶσα παρατήρησις, ἀλλ’ ἐν τῷ τηλεγραφήματι ἐκείνῳ ὁ Πρόεδρος τηλεγραφεῖ ἐξ ὀνόματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ παριστᾷ, ὅτι ἀντιπροσωπεύει αὐτό· ἦτο λοιπὸν ἀνάγκη νὰ διευκρινισθῇ, ὅτι αὐτὸς δὲν ἀντιπροσωπεύει αὐτό, τὰ πράγματα δὲ διαψεύδουσι τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου, διότι, ἂν μὲ ὅλην τὴν ἐνέργειαν, τὴν γενομένην ἐντεῦθεν, δὲν κατωρθώθη, παρὰ μόνον ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ δύο σύμβουλοι νὰ ὑπογράψωσι καὶ ἐκφράσωσιν εὐχὴν, ὅπως ἐπανέλθῃ τὸ πρῶτον ἐκλογικὸν σύστημα, τοῦτο εἶναι ἀπόδειξις, ὅτι οὐχὶ ἡ μειονοψηφία, ἀλλ’ ἡ παμψηφία τῆς Ἰθάκης ἀποδοκιμάζει τοῦτο καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ὑπάρχον σύστημα.

§5ΜΠΑΣΙΑΣ. Εἶναι παραλογισμὸς νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι οἱ Ἰθακήσιοι ἐπιθυμοῦσι τὸ ὑπάρχον σύστημα. Οἱ Ἰθακήσιοι εἶχον πρότερον καὶ Πρωτοδικεῖον καὶ Λιμεναρχεῖον καὶ Ἐπαρχεῖον· σήμερον τὰ πάντα κατηργήθησαν, σήμερον διοικοῦνται παρ’ ἑνὸς Δημάρχου. Εἶναι λοιπὸν παραλογισμὸς νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐπιθυμοῦσι τὸ σημερινὸν καθεστώς.

§6ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Εἶναι τῳόντι παραλογισμὸς, ν’ ἀποδίδῃ τις εἰς τοὺς Ἰθακησίους τοιαύτας σκέψεις, ὅτι δηλ. ἐπιθυμοῦσι τὸ σημερινὸν καθεστώς.

§7Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οἰκογενειακὴν ἔριδα μεταξὺ τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν Κεφαλληνίας, λέγω ὅτι τὸ τηλεγράφημα, τὸ ἀποσταλὲν καὶ ἀναγνωσθὲν παρ’ ὑμῶν χθὲς, εἶναι βεβαίως γνησιώτατον· ἂν δὲ τυχὸν δὲν ἔχωσιν ὑπογράψει ὅλα τὰ μέλη τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, τοῦτο μαρτυρεῖ, ὅτι τὰ μέλη τὰ λοιπὰ, τὰ μὴ ὑπογράψαντα, φρονοῦσι φίλα τῇ Κυβερνήσει· τοῦτο ὅμως δὲν ἀποδεικνύει τίποτε, ὅτι δηλ. ἐκεῖ ὑπάρχουν διπλαῖ γνῶμαι περὶ τῆς μικρᾶς ἢ μεγάλης περιφερείας· ἐκεῖ ὑπάρχει μία καὶ μόνη γνώμη, καὶ ἂν τυχὸν εἰς τὴν πτέρυγα τῆς Συμπολιτεύσεως ὑπάρχωσι Βουλευταὶ, οἵτινες, ἀφορῶντες εἰς τὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως, δὲν θὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπανόδου εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν, τοῦτο βεβαίως δὲν μαρτυρεῖ, ὅτι καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν εἶναι ὑπὲρ τῆς στενῆς περιφερείας, πολὺ δὲ περισσότερον ὁ Ἰθακήσιος λαὸς, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ νέου ἐκλογικοῦ συστήματος ἐστερήθη ἀντιπροσώπου.

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Δήμαρχος Γαρδικίου καὶ δέκα ἔμποροι Γαρδικίου εὔχονται δι’ ἐγγράφου των πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν.

§9ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπίστευον βεβαίως, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὕστερον ἀπὸ τὴν πολυχρόνιον παρουσίαν σας ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ καὶ ἀπὸ τὴν ἡλικίαν, τὴν ὁποίαν φέρετε, καὶ ἀπὸ τὸ ἀξίωμα, μὲ τὸ ὁποῖον περιβάλλεσθε, ὅτι ἠθέλατε τηρήσει τὸν λόγον ἡμῶν, καὶ διὰ τοῦτο ψυχροὶ καὶ ἀπαθεῖς ἤμεθα χθὲς, ὅτε οἱ διάδρομοι ἦσαν πλήρης ἐγκληματιῶν καὶ ἀποβλήτων τῆς κοινωνίας. Σήμερον, θελήσας νὰ διέλθω τὴν θύραν τοῦ διαδρόμου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διὰ νὰ ἀνέλθω εἰς τὰ θεωρεῖα, ὅθεν ἤκουον θόρυβον καὶ φωνὰς, εὗρον αὐτὴν κεκλεισμένην· παρεξενεύθην ἐπὶ τούτῳ καὶ ἐζήτησα παρὰ τῶν ἐκεῖ εὑρισκομένων ἐξηγήσεις, ἔμαθον δὲ, ὅτι εἶναι ὑμετέρα διαταγή. Ἐνόμισα ταύτην ὡς μὴ συντελοῦσαν εἰς τὸν σκοπὸν, καὶ διηυθύνθην πρὸς τὸ καπνιστήριον τῆς Συμπολιτεύσεως, διὰ νὰ σᾶς εὕρω. Φθάσας εἰς τὸν διάδρομον τῆς πτέρυγος ταύτης, μετ’ ἀφάτου λύπης εἶδον, ὅτι ἡ διαταγὴ ὑμῶν δὲν ἦτο πλήρης, διότι ἡ θύρα, ἡ ἑνοῦσα τὸν διάδρομον μὲ τὰ θεωρεῖα, ἦτο εἰς κοινὴν χρῆσιν. Ἐπειδὴ δὲν σᾶς εὗρον, ἐζήτησα καὶ παρέλαβον μαζῇ μου τὸν Γραμματέα τῆς Βουλῆς καὶ κατέδειξα πρὸς αὐτὸν τὸ γενόμενον ἄτοπον. Ὁ Γραμματεὺς ἐπίστευεν, ὅτι θὰ ἠπατώμην. Ἐζήτησα ἐμπράκτως νὰ τοῦ ἀποδείξω τὸ ἀκριβές. Διήλθομεν τὸν διάδρομον καὶ τὴν θύραν καὶ ἔστημεν πρὸ τοῦ θεάματος τοῦ συρφετοῦ τῶν ἀνθρώπων τῶν κατέργων. Ὁ Γραμματεὺς ἔμεινεν ἄναυδος. Ἀλλὰ, διὰ νὰ μειώσῃ τὴν ἐντύπωσιν, μοὶ ὑπέδειξεν, ὅτι τοῦτ’ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὸν διάδρομον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Τὸν ἔφερα μέχρις ἐκεῖ καὶ εὕρομεν τὴν θύραν κεκλεισμένην καὶ πρὸ αὐτῆς εὔζωνον ἔνοπλον, τὸν σκοπόν. Τὸν ἐπλησιάσαμεν καὶ ἀντὶ νὰ εὕρωμεν τὴν εὐκολίαν νὰ διαβῶμεν τὴν θύραν, ἠκούσαμεν τὴν ἔντονον καὶ ἀπότομον φωνὴν τοῦ σκοποῦ: «ἐμποδίζεται!» Ἤμεθα ἐν τῷ βαδίζειν, δὲν ἔστημεν ὡς ὁ στρατιώτης πρὸ τοῦ προστάγματος. Τότε ὁ σκοπὸς, ἀποτόμως ἀπευθυνόμενος πρὸς ἡμᾶς, προτείνει τὴν λόγχην. Τὰ ἐκτεθέντα ἀποδεικνύουσι, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν τηρεῖτε τὸν λόγον σας, δὲν ἐκπληροῦτε τὸ καθῆκόν σας, δὲν ἔχετε συνείδησιν τοῦ ἀξιώματος, ὅπερ φέρετε, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιτρέπετε ἐν τῷ ἱερῷ τούτῳ τεμένει νὰ εὑρίσκωνται οἱ αἴσχιστοι τῶν ἐγκληματιῶν καὶ οἱ ἀπόβλητοι τῆς κοινωνίας. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἄλλοτε οἱ συμπολῖταί μας ἀνήρχοντο τὰ θεωρεῖα διὰ νὰ ἐκφράσωσι δι’ ἀποδοκιμασιῶν καὶ ἐπιδοκιμασιῶν τὴν γνώμην των περὶ ἑκάστου τῶν κομμάτων καὶ τῶν ῥητόρων· ἀλλ’ ἦσαν οἱ πολῖται, δὲν ἦσαν δραπέται τῶν φυλακῶν· ἦτο ἐλευθέρα ἡ εἴσοδος πρὸς πάντας. Δὲν ἤρχοντο ὡπλισμένοι μέχρις ὀδόντων, διὰ νὰ ἐπιβάλλωσι τὸν τρόμον καὶ διὰ νὰ μαραίνωσι διὰ τῆς θέας των τοὺς ἐντίμως καὶ ἀξιοπρεπῶς ἐκπληροῦντας τὸ καθῆκόν των ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, καὶ νὰ παρουσιάζωσι τὴν ὄψιν τοῦ Βουλευτηρίου αἰσχίστην, ὡς οἱ Φιλῶται, οἱ Γερμανοὶ καὶ οἱ λοιποί. Λυποῦμαι διότι εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην, πρὸς ἄνδρα, ὡς ὑμᾶς, τοιαύτην ἔχοντα ἡλικίαν καὶ τοιοῦτον προηγούμενον, νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, ἐπὶ τῇ ἀθετήσει καὶ τῶν λόγων του καὶ τοῦ καθήκοντός του.

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χωρὶς νὰ ἀπαντήσω εἰς τοὺς προσωπικοὺς περὶ ἐμοῦ λόγους τοῦ κ. Βουλευτοῦ, διαβεβαιῶ τὴν Βουλήν, ὅτι πράγματι διέταξα νὰ κλεισθῶσι καὶ αἱ δύο θύραι, ἀλλὰ διὰ τῆς μιᾶς γίνεται ἡ συγκοινωνία πρὸς τὸ καφενεῖον, καὶ γνωρίζετε, ὅτι ὅλοι λαμβάνουσι ἀνάγκην τοῦ καφενείου, ὅτε δὲ ἔμαθον, ὅτι συνέῤῥευσαν εἰς τὴν ἄλλην θύραν Βουλευταὶ καὶ ἠμποδίζοντο, διέταξα αὐτοστιγμεὶ τὸν ἀξιωματικὸν καὶ ἤνοιξε τὴν θύραν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τοὺς εἰσερχομένους μὴ Βουλευτὰς, ἡ διαταγή μου ἦτο καὶ εἶναι αὐστηροτάτη, νὰ μὴ εἰσέλθῃ οὐδεὶς τῶν πολιτῶν. Καθήμενος δὲ ἐν τῇ ἕδρᾳ ταύτῃ, δὲν γνωρίζω τί γίνεται ἔξω ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν· ἡ ἀστυνομία ἀνήκει εἰς τὸν ἀξιωματικὸν καὶ τοὺς κλητῆρας, ὁ δὲ ἀξιωματικὸς καὶ οἱ κλητῆρες λαμβάνουσιν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν διαταγὰς, νὰ μὴ ἐπιτρέπωσι τὴν εἰς τοὺς διαδρόμους εἴσοδον εἰς πάντα μὴ Βουλευτήν.

§11ΛΕΒΙΔΗΣ. Μεθ’ ὅλας τὰς διαταγὰς, ἃς ἐδώκατε κατ’ ἄλλην συνεδρίασιν, ὅτε ὑπεδείχθη ὑμῖν, ὅτι ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου περιφέρεταί τις τυγχάνων ἀξιωματικὸς τοῦ πεζικοῦ, μὴ ἔχων ὑπηρεσίαν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλ’ ἐν ὡρισμένῳ στρατιωτικῷ γραφείῳ, οὗτος ἐξακολουθεῖ περιφερόμενος ἐν τοῖς διαδρόμοις τῆς Βουλῆς, χρησιμεύων δὲ, ἵνα παρεισάγῃ ἐνταῦθα ἀνθρώπους τῶν κατέργων, καταδικασθέντας εἰς ἐγκληματικὰς ποινὰς, ἐξελθόντας διὰ χαρίτων ἐκ τῶν φυλακῶν, ἢ καταδίκους ὀφείλοντας νὰ διάγωσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς, περιφερομένους ὅμως ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου. Ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος εἶναι αὐθάδης τις, οὗτινος ἀπαξιῶ ν’ ἀναφέρω τὸ ὄνομα. Τὸν ἐπλησίασα καὶ τῷ εἶπον, ἔν τινι δικαιώματι περιφρονεῖ τὰς διαταγὰς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, καὶ χρησιμεύει ἐκπληρῶν τὸ ἔργον τοῦ ταπεινοτέρου τῶν κλητήρων τῆς Βουλῆς· αὐτὸς ἐτράπη εἰς φυγὴν, ψιθυρίζων λέξεις τινὰς καὶ λέγων, νομίζω, ὅτι θὰ τὰ εὕρῃ μαζῇ μου ἔξω τοῦ Βουλευτηρίου, ὡσανεὶ ἐγὼ τοιούτους ἔλαβόν ποτε ὑπ’ ὄψει μου. Ἐγὼ κατήγγειλα ἐνώπιον ὑμῶν τὸν ἀξιωματικὸν τοῦτον, ὑμεῖς δὲ οὐδεμίαν πρόνοιαν ἐλάβετε, ἢ ἂν ἐλάβετε, οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν, διότι ὁ ἀξιωματικὸς ἐξακολουθεῖ νὰ χρησιμεύῃ εἰς τὸ ἐπονείδιστον αὐτὸ ἔργον, ὅπερ προξενεῖ αἶσχος εἰς τὸν στρατόν. Καὶ οὐ μόνον ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος, ἀλλὰ καὶ ἕτερος ἀξιωματικὸς τῆς χωροφυλακῆς, φέρων παράδοξον ὄνομα, μουσικοῦ ὀργάνου, καὶ οὗτος χρησιμεύει διὰ τοιαύτας πράξεις ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Ἐὰν δὲν ἐπιθυμῆτε ν’ ἀκούσητε τοιαύτας ἐπιτιμήσεις πικρὰς, ἀναξίας πρὸς τὸ παρελθὸν ὑμῶν καὶ πρὸς τὸ ὄνομα καὶ τὸν τίτλον, ὃν κατέχετε, εἶναι καιρὸς ν’ ἀναλάβητε τὰ καθήκοντα ὑμῶν, ἵνα ἀποφύγητε σκηνὰς ἐνδεχομένας. Καθῆκον ἔχετε νὰ καταστήσητε ὑπεύθυνον τὸν κ. ταγματάρχην τοῦ πυροβολικοῦ, εἰς ὃν ἀνετέθη ἡ φρούρησις τῆς Βουλῆς, διὰ τούτους τοὺς ἀξιωματικούς, οἵτινες ἐκπληροῦσι τὰ χρέη τῶν κλητήρων ἐνταῦθα. Διότι, ἂν αὐτοὶ δὲν σέβωνται τὸν βαθμὸν αὑτῶν καὶ τὸ ἀξίωμα, ἄλλοι ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ παντάπασι δὲν εἶναι διατεθειμένοι ν’ ἀκούωσι τοιαύτας πράξεις. Διατὶ δὲν ἔρχονται καὶ ἄλλοι, οἵτινες φρονοῦσι φίλα τῇ Κυβερνήσει, νὰ ἐκτελέσωσι τοιαῦτα ἔργα, ἀλλὰ μόνον οἱ δύο οὗτοι ἀξιωματικοί; Εἶναι μοναδικὴ ἐξαίρεσις, καὶ ταύτην καθῆκον καὶ συμφέρον ἔχετε νὰ πατάξητε, ἵνα μὴ προκαλέσητε σκηνάς.

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χθὲς μοὶ εἴπετε, ὅτι ἀξιωματικός τις περιφέρεται εἰς τοὺς διαδρόμους καὶ ὠνομάσατε τοῦτον· αὐτοστιγμεὶ διέταξα καὶ ἀπεμακρύνθη, καὶ δὲν ἐφάνη ἔκτοτε. Αἱ διαταγαί μου εἶναι, νὰ μὴ ἐπιτρέπηται οὔτε εἰς ἀξιωματικοὺς οὔτε εἰς πολίτας ἡ εἴσοδος.

§13ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Οὐδεὶς ἔχει τὴν ἀξίωσιν, κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀναλάβητε τὸ καθῆκον τοῦ κλητῆρος τῆς Βουλῆς· ἡμεῖς πάντες ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἵστασθε εἰς τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον σᾶς ἔχει θέσει ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἐννοοῦμεν νὰ θελήσητε ν’ ἀπαλλάξητε τὴν Βουλὴν ἀπὸ πᾶν στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον ἀπειλεῖ τὴν τάξιν καὶ τὴν εὐκοσμίαν. Καὶ ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ παρατηρήσω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ αἴθουσα αὕτη, ἐν ᾗ συνεδριάζουσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, εἶναι ὁ τόπος, ἐν ᾧ ἵσταται ἡ ἑτέρα τῶν μεγάλων ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ προσέρχηται ἀνευλαβῶς καὶ ἀσεβῶς. Εἰσηρχόμην πρὸ μικροῦ εἰς τὴν θύραν τοῦ Βουλευτηρίου, καθ’ ἣν στιγμὴν ἓν ἀστυνομικὸν ὄργανον ἐπέπληξεν αὐθαδέστατα, ἀγροικότατα κλητῆρα τῆς Βουλῆς, διότι ἐπέτρεψε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀντισυνταγματάρχης τις, φέρων πολιτικὴν στολὴν, ἐνῷ τὸ ὄργανον τοῦτο οὐδὲν δικαίωμα εἶχεν. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, τοῦ ὁποίου τὴν προσωπικότητα γινώσκετε πόσον τιμῶ, ἂν ἦναι ἐκ τῶν καθηκόντων σας νὰ ἐπιτρέπητε εἰς τὴν θύραν τῆς Βουλῆς νὰ ἐνασκῇ ἀστυνομικὰ καθήκοντα ὁ Γραμματεὺς τῆς Ἀστυνομίας, καὶ νὰ παρίσταται ἡ ἀστυνομία πάνοπλος, ἀπειλητικῶς ὁρῶσα πάντα εἰσερχόμενον, καὶ νὰ παρίστανται ῥοπαλοφόροι ἄγνωστοι, ἵνα ἐπιδεικνύωσι τὴν δύναμιν τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν τοῖς ἀρκεῖ ὁ στρατὸς τοῦ Βασιλέως, ἀλλ’ ἔχουσιν ἀνάγκην καὶ ἑτέρων φαλάγγων; Εἶναι ἀρκετὸν τὸ καθῆκόν σας, τοῦ νὰ λέγητε, ὅτι διετάξατε, καὶ νὰ μὴ ἐκτελῶνται αἱ διαταγαί σας; Πρέπει νὰ διατάξητε, οὐχὶ εἰς τὸν περίβολον τοῦ Βουλευτηρίου, ἀλλ’ οὐδὲ εἰς τὴν αὐλὴν ἔξω νὰ εἰσέρχηταί τις ἄνευ τῆς ἀδείας σας· ἂν δὲν ἀρκῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν στρατιωτῶν, οἵτινες ἀποστέλλονται εἰς τὴν Βουλὴν καθ’ ἑκάστην, ἂς διπλασιασθῇ ἡ φρουρά, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἔρχωνται νὰ καταλαμβάνουν τὸν περίβολον τῆς Βουλῆς ἄγνωστοι, ἀγνώστου προελεύσεως ἄνθρωποι, διαταράττοντες τὴν τάξιν καὶ ἐξυβρίζοντες τοὺς πολίτας. Πολὺν κόπον κατεβάλομεν διὰ νὰ κρατήσωμεν τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν νομίζουν ὅτι μένουν ἀπρόσβλητοι δι’ αὐτῶν τῶν ἐπιδείξεων, καὶ ἂς μάθωσι πάντες, ὅτι, ἐὰν τηρῆται ἡ τάξις, τηρεῖται ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ μάλιστα ἐκ τῆς συνέσεως τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτῆς· ἐὰν ἐπέλθῃ ῥῆξις, συλλογιζόμεθα τὰς συνεπείας. Πολὺν χρόνον εἶσθε ἀντιπρόσωπος· πότε ἠκούσατε ἡ Κυβέρνησις νὰ δίδῃ ἀφορμὴν εἰς ἐρεθισμοὺς, νὰ ἐπιδεικνύηται δι’ ὀργάνων τοιούτων, ὅπως πτοήσῃ τοὺς πολλούς; Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ τόσα ὄργανα πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως, δὲν ἀρκοῦσι ταῦτα πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως, ἀλλὰ καταφεύγει καὶ εἰς ἔκτακτα μέσα, ὡσὰν νὰ ἔχῃ νὰ καταστείλῃ ἐπανάστασιν! Εἶναι ἐντροπὴ, ν’ ἀπασχολώμεθα ἐνταῦθα μὲ τοιαῦτα ζητήματα! Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ληφθῶσιν ἐντονώτερα μέτρα. Δὲν ἀμφισβητῶ τὴν θέλησίν σας καὶ τὴν εὐθυδικίαν σας, ὀφείλω ὅμως νὰ παρατηρήσω, ὅτι εἶναι ἀτελῆ καὶ ἀνεπαρκῆ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλάβετε. Ἀφίνω εἰς ὑμᾶς νὰ μελετήσητε διὰ τίνος τρόπου θὰ κατορθώσητε νὰ κρατήσητε ὑψηλὰ τὴν Βουλὴν, ὥστε νὰ μὴ ἦναι ἐπιτετραμμένον εἰς κἀνὲν ὄργανον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας νὰ εἰσέρχηται οὐχὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ οὐδὲ εἰς τὸν περίβολον τοῦ Βουλευτηρίου.

§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχω τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος, ὅτι κατεβάλετε πάντοτε κόπους, κύριε Πρόεδρε, πρὸς περιστολὴν τῶν κακῶν τούτων· ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι τὰ ἀνέσχεσθε καὶ τὰ ὑποθάλπετε· διότι ἓν νεῦμα ὑμῶν ἀρκεῖ, οὐχὶ στρατιώτης, ἀλλ’ οὐδὲ κλητὴρ νὰ σᾶς ἦναι ἀναγκαῖος, οὐδὲ ὁ Φρούραρχος τῆς Βουλῆς, οὐδὲ ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως, οὐδὲ ὅλη αὐτὴ ἡ συμμορία τῶν λῃστῶν καὶ τῶν κακούργων ἠδύνατο ν’ ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς θελήσεως ὑμῶν. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἦναί τις ἐκ τῶν τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας ἐδῶ, διὰ νὰ ὑπάρξῃ τάξις. Δὲν ζητοῦμεν τὴν τάξιν διότι πτοούμεθα τὰ ποδοκροτήματα,—διότι γνωρίζουσι πάντες, πῶς καταρτίζονται τὰ ἀκροατήρια,—τὴν ζητοῦμεν χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ σώματος, τῆς ὁποίας ἐμνήσθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, καὶ χάριν τῆς τάξεως, ἥτις θὰ διασαλευθῇ, διότι φρονοῦσιν οἱ φίλοι ἡμῶν, ὅτι κινδυνεύομεν. Ἐὰν συμβῇ ἐν ζωηρᾷ τινι συζητήσει νὰ γίνωσιν ἀταξίαι ἐκτὸς τοῦ Βουλευτηρίου, κύριε Πρόεδρε, ἐννοεῖτε ποῖαι θὰ ὦσιν αἱ συνέπειαι; Ἐὰν δὲ οἱ ἄνθρωποι, τοὺς ὁποίους ἔχετε ἐκεῖ, φρονεῖτε ὅτι εἶναι φίλοι σας, ἀπατᾶσθε· οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι φίλοι τῆς ἀρχῆς, διότι ἔχουσιν ἀποφάσεις ἐρήμην, ἔχουσι καταγγελίας διαφόρους ἐκκρεμεῖς ἐναντίον των, ὧν ἀντίγραφα φέρω μετ’ ἐμοῦ, καὶ αὔριον, ἂν εὕρω τινὰ ἐξ αὐτῶν, θέλω ζητήσει τὴν σύλληψίν του, παρουσιάζων τὰ δικαστικὰ ταῦτα ἔγγραφα, διὰ νὰ ἴδητε ἀπὸ ποίους περιβάλλεσθε. Μὲ τοιούτους περιβάλλεσθε, αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι σᾶς περιφρουροῦν, καὶ νομίζετε, ὅτι σᾶς ἐξασφαλίζουν. Λυποῦμαι διὰ τὴν κατάπτωσιν, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σου, κύριε Πρόεδρε, ὑφίσταται ἡ Βουλή· ἐνθυμήσου τίνος ἦσο ὀπαδὸς, καὶ ἐνθυμήσου, ὅτε ἐγένετο Πρόεδρος ὁ ἀρχηγός σου ἐκεῖνος, τί εἶπεν, εὐχαριστῶν τὴν Βουλὴν, καὶ πόσον ὑψηλὰ ἐνόει, ὅτι εὑρίσκεται τὸ ἀξίωμα, μὲ τὸ ὁποῖον περιβάλλεσαι. Διαρκῶς εἶσαι περιβεβλημένος τὸ ἀξίωμα τοῦτο, τοῦ ὁποίου τὸ ὕψος οὔτε τότε ἀντελήφθης, οὔτε καὶ μέχρι σήμερον ἐδιδάχθης. Ἐπιμένω νὰ πιστεύω, ὅτι, ἂν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι, θελήσῃ, τὰ πάντα τίθενται ἐν τάξει, καὶ δὲν θὰ ἔχωμεν τὸ ἀπεχθὲς θέαμα νὰ διατρέχωσι τοὺς διαδρόμους οἱ ἥρωες τῶν κατέργων, οἱ περικυκλοῦντες τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ ζητωκραυγάζοντες; αὐτὸν, ἐξερχόμενον τῆς Βουλῆς. Ἐγνώρισε τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος, ποῖοι εἶναι οἱ ζητωκραυγοῦντες, οἱ χειροκροτοῦντες, οἱ ἀποδοκιμάζοντες. Ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ, ὅτι ἐγίνοντο σεμναὶ ἐπιδοκιμασίαι καὶ ἀποδοκιμασίαι ἄλλοτε· ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν ἀπεδεικνύετο, ὅτι ἐν τοῖς θεωρείοις ἐκάθηντο πολῖται φορολογούμενοι καὶ οὐχὶ τρόφιμοι τοῦ δημοσίου ταμείου, ὡς σήμερον, οἵτινες ζητοῦσι διὰ τῶν ἀταξιῶν των ν’ ἀποτίωσι τὸν φόρον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου πληρόνονται. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κάμω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἐξακολούθησις τῆς καταστάσεως ταύτης θὰ ἔχῃ ὀδυνηρὰς συνεπείας.

§15Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μεταξὺ πάντων τῶν λεχθέντων κατέχει καταφανῆ θέσιν καταγγελίας, τὴν ὁποίαν εἷς τῶν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ἀξιοτίμων συναδέλφων μου προέβαλε πρὸ μικροῦ εἰς τὴν Βουλὴν, καταγγελία κατὰ τινος ἀνθυπολοχαγοῦ τοῦ πεζικοῦ καὶ κατά τινος ἀξιωματικοῦ τῆς χωροφυλακῆς· μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι ἡ καταγγελία αὕτη εἶναι ἀξία τῆς μερίμνης οὐχὶ μόνον ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε, ἀλλὰ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ, προτοῦ νὰ περιβληθῶσι τὰ σήματα, τὰ ὁποῖα φέρουσιν, ἦσαν πολῖται Ἕλληνες, ἔχοντες μὲν δικαίωμα νὰ ἔχωσι φρόνημα, ἀλλ’ ἀφωσιωμένοι ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν λειτουργίαν, τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι προσδιώρισαν εἰς αὐτοὺς ἐν τῷ μέσῳ πάσης τῆς ἱεραρχίας τῶν δημοσίων λειτουργῶν. Διατελοῦμεν μάλιστα πεπεισμένοι, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ μορφόνουσι τὸ ἑαυτῶν φρόνημα πάντοτε μετ’ εὐγενοῦς προαιρέσεως καὶ ἐξ εὐγενῶν λόγων· ἑπομένως οὐδαμῶς ἀμφιβάλλω, ὅτι, οἱονδήποτε ἂν ἔχωσιν οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ φρόνημα, οὐδέποτε ἤθελον μεταχειρισθῆ τὴν λειτουργίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέθηκεν αὐτοῖς τὸ Κράτος, πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ φρονήματος τούτου, πολλῷ δ’ ἧσσον πρὸς ἐκτέλεσιν ὑπηρεσίας τοσούτῳ ταπεινῆς, ὅσῳ ἐκείνη, διὰ τὴν ὁποίαν κατηγγέλθησαν οἱ μνημονευθέντες ἀξιωματικοί. Ἐὰν λοιπὸν ἀποδειχθῇ ἀληθὴς ἡ γενομένη καταγγελία, νομίζω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ πρῶτον καθῆκον νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς ἀνατροφῆς καὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ στρατοῦ, πρέπει νὰ καταστείλῃ τὰς πράξεις αὐτῶν ταύτας, διότι τοιουτοτρόπως θέλομεν δυνηθῆ νὰ διασώσωμεν τὴν τιμὴν καὶ τὸ γόητρον τοῦ στρατοῦ, καὶ θέλομεν ἀποφύγει τὴν δυσάρεστον περίπτωσιν, νὰ βλέπωμεν μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ ἕνα ἢ δύο, οἵτινες τοσούτῳ παραγνωρίζουσι τὴν θέσιν αὑτῶν ἐν τῇ Πολιτείᾳ.

§16Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν μᾶς εἴπετε, κύριε Πρόεδρε, τί ἐνηργήσατε διὰ τοὺς δύο πολίτας, τοὺς κρατηθέντας ἐν τῇ Ἀστυνομίᾳ, περὶ τῶν ὁποίων εἶχον ἀναφέρει πρὸ ἡμερῶν.

§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀξιωματικὸς κατέθεσεν, ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔλαβον χώραν τὰ ἀτακτήματα ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις, οὗτος εὑρίσκετο ἐντὸς τῆς αἰθούσης, ὅτε δ’ ἀνῆλθεν εἰς τὰ θεωρεῖα, εἶχον καταπαύσει τὰ χειροκροτήματα καὶ τὰ ποδοκροτήματα. Ἔμαθε δὲ ὁ ἀξιωματικὸς κατόπιν, ὅτι ὑπαξιωματικὸς ἐκ τῶν τῆς φρουρᾶς εἶδεν ἀτακτοῦντας τρεῖς, καὶ τοὺς ἀπέβαλε τοῦ θεωρείου. Τίποτε περισσότερον δὲν γνωρίζει ὁ ἀξιωματικός.

§18Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὥστε ἐπῆγαν μόνοι των καὶ ἐτέθησαν ὑπὸ κράτησιν;

§19ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ Ἀστυνομία δὲν γνωρίζει ἀπὸ ποῖον ἐνωμοτάρχην παρέλαβε τοὺς συλληφθέντας;

§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ὑπαξιωματικὸς βεβαιοῖ, ὅτι ὁ κλητὴρ τοὺς ἀπέβαλε τοῦ Βουλευτηρίου.

§21ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποῖος κλητήρ;

§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῆς Βουλῆς.

§23ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποῖος εἶναι αὐτός;

§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸν γνωρίζει ὁ ὑπαξιωματικός.

§25ΛΕΒΙΔΗΣ. Σεῖς τὸν γνωρίζετε;

§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν τοὺς γνωρίζω ὅλους βεβαίως.

§27ΛΕΒΙΔΗΣ. Μᾶς συγχωρεῖτε νὰ σᾶς εἴπωμεν, ὅτι δὲν τὰ πιστεύομεν αὐτά.

§28ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τί λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὰ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς;

§29ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ ἐξετάσω.

§30ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἀκόμη δὲν ἐξητάσατε;

§31ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὐδεὶς ἀπετάθη πρὸς ἐμέ.

§32ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Καὶ εἰς σᾶς ἀπετάθησαν διὰ τὰ γενόμενα ἐκτὸς τῆς Βουλῆς.

§33ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς ἐμὲ οὐδείς.

§34ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαιοῦμεν, ὅτι δύο ἐμπορομεσῖται τῶν Ἀθηνῶν, ἀπολαμβάνοντες ὑπολήψεως ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ, περὶ ὧν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει ἀρίστην ἰδέαν, κατὰ τὰ ἔγγραφα, ἅτινα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἐκόμισεν εἰς τὴν Βουλήν, ἀποδεικνύεται, ὅτι οἱ δύο οὗτοι ἐντιμότατοι συμπολῖται ἡμῶν συνελήφθησαν ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις, μὴ πράττοντες πρᾶξιν ἄσεμνον ἢ καταδικαστέαν, ἀλλ’ ἐννοοῦντες τὴν ἄσεμνον πρᾶξιν τῶν ποδοκροτημάτων ν’ ἀποδοκιμάσωσι· συλλαμβάνονται λοιπὸν ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, δηλαδὴ ἐντὸς καταστήματος δημοσίου, ὁδηγοῦνται εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, εἰς κατάστημα τουτέστι δημόσιον, ἐν ᾧ οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ κρατηθῇ ἄνευ γνώσεως τοῦ τί ἔπραξε καὶ τοῦ τίς συνέλαβεν αὐτὸν πράττοντα ἄδικον πρᾶξιν, καὶ ἐνῷ ἔχομεν δύο δημόσια καταστήματα καὶ ἐν αὐτοῖς δύο δημοσίους ὑπηρέτας, ἐκπληροῦντας δῆθεν τὸ καθῆκον, ὁ μὲν κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν δύναται νὰ βεβαιώσῃ, τίς εἶναι ὁ κλητὴρ τῆς Βουλῆς, ὁ συλλαβὼν τοὺς πολίτας τούτους, ἡ δὲ Ἀστυνομία δὲν δύναται νὰ βεβαιώσῃ, τίς εἶναι ὁ κλητὴρ ἢ ὁ ἐνωμοτάρχης, ὁ ὁδηγήσας αὐτοὺς ἐκεῖ. Ἡ κατάστασις αὕτη εἶναι ἐντελῶς ἀξιοθρήνητος.

§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅπως γνωρίζετε, τὴν ἡμέραν ἐκείνην δὲν ἤμην εἰς τὴν ἕδραν, ἦτο Ἀντιπρόεδρος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔλαβε γνῶσιν τοῦ γεγονότος, εἰμὴ μόνον πρὸς τὸ ἑσπέρας, καὶ ὁ Ἀντιπρόεδρος ἐξήτασε τὸ πρᾶγμα, σήμερον δὲ ἦλθεν ὁ ἀξιωματικὸς καὶ μᾶς εἶπεν, ὅσα σᾶς εἶπον.

§36ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Σᾶς ὑπενθυμίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι προσελθὼν ὁ Ἀντιπρόεδρος εἶπεν, ὅτι οὐδὲν γινώσκει, οὔτε ἔδωσε διαταγὴν, ὅπως συλληφθῶσι πολῖται, εὑρισκόμενοι ἐντὸς τῶν ἀκροατηρίων, καὶ σταλῶσιν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Γνωρίζετε δὲ, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ὅτι οὔτε ὁ ἀξιωματικὸς, εἰς ὃν ἀνετέθη ἡ φρουρὰ τῆς Βουλῆς, οὔτε ἄλλος τις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συλλάβῃ καὶ ἐξώσῃ ἐκτὸς τῆς Βουλευτηρίου οἱονδήποτε ἄνευ διαταγῆς τοῦ Προέδρου, ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπάρχῃ τοιαύτη, πάλιν ὑποχρεοῦται νὰ τὸν φέρῃ ἐνώπιόν σας καὶ σεῖς ν’ ἀποφασίσητε, τί θὰ πράξητε περὶ αὐτοῦ. Ἐπ’ αὐτοῦ ἠρωτήθη τὸ Προεδρεῖον καὶ ἐπ’ αὐτοῦ παρακαλῶ ν’ ἀπαντήσητε, διότι ἐννοεῖτε πόσον σπουδαῖον εἶναι τὸ ζήτημα, ὄχι μόνον διὰ τὰ πρόσωπα, ἀλλ’ ἐν γένει ὡς πρὸς τὴν παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ, τὸν ὁποῖον σεῖς πρὸ πάντων ὀφείλετε νὰ σέβησθε καὶ νὰ ἐπιδιώκητε τὴν ἐφαρμογὴν καὶ ἰσχὺν αὐτοῦ.

§37ΜΙΛΗΣΗΣ. Μετὰ τὴν γενομένην ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐπερώτησιν, ἀνελάβετε, κύριε Πρόεδρε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσητε τὸ πρᾶγμα, καὶ ὑπεσχέθητε νὰ ἱκανοποιήσητε τὴν προσβληθεῖσαν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Προεδρείου, διότι βεβαίως προσεβλήθη ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Προεδρείου, προσεβλήθησαν τὰ δικαιώματα αὐτοῦ, ὅταν ξένη ἀρχὴ ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ Προέδρου, συλλαμβάνει ἀκροατὰς, ὡς δῆθεν ἀτακτοῦντας, καὶ τοὺς ἀπάγῃ εἰς τὴν Ἀστυνομίαν. Ἀνεδέχθητε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσητε τὸ πρᾶγμα, καὶ λάβητε τὴν δέουσαν ἱκανοποίησιν. Τί ἐπράξατε λοιπόν; Σᾶς ἐρωτῶμεν, τί ἐπράξατε, καὶ μᾶς λέγετε, ὅτι ἄνευ διαταγῆς τοῦ Προεδρείου εἷς κλητὴρ ἔξωσε τοῦ Βουλευτηρίου δύο ἀτακτοῦντας, καὶ ὅτι ἀγνοεῖτε πῶς εὑρέθησαν ἔπειτα εἰς τὸ κρατητήριον τῆς Ἀστυνομίας καὶ ἐκακοποιήθησαν οἱ ἀτακτήσαντες. Εἶναι ἀπάντησις αὐτή; Νομίζετε, ὅτι δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάσητε ἀκριβέστερον τὸ πρᾶγμα; ἢ φρονεῖτε, ὅτι πᾶς οἱοσδήποτε ἄνθρωπος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συλλαμβάνῃ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ τοὺς ἀκροατὰς ἐν ἀγνοίᾳ ὑμῶν; Καὶ λοιπὸν οἱ κλητῆρες τῆς Ἀστυνομίας δύνανται, εἰσερχόμενοι εἰς τὸ Βουλευτήριον, νὰ συλλαμβάνωσι τὸν τυχόντα πολίτην, νὰ τὸν ἀπάγωσιν εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, νὰ τὸν κακοποιῶσι, νὰ τὸν μεταχειρίζωνται ὡς Φελλάχον, τὸ δὲ Προεδρεῖον δὲν αἰσθάνεται, ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ τὸ πρᾶγμα καὶ νὰ προκαλέσῃ τὴν δέουσαν ἱκανοποίησιν! Ἀπευθύνομαι εἰς τὴν φιλοτιμίαν σας, κύριε Πρόεδρε· εἶσθε γέρων ἤδη, ἔχετε παρελθὸν ἀνεπίμεμπτον, ἔχετε ὄνομα, θέσιν ἐπίζηλον, εἶσθε ἀντιπρόσωπος τῆς Βουλῆς· σεβάσθητε τὴν θέσιν σας, τὸ παρελθόν σας, τὸ ὄνομα, τὸ ὁποῖον φέρετε· μὴ ἀφίνετε τὴν ἐξουσίαν σας νὰ τὴν καταχρᾶται καὶ τὴν καταφρονῇ ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος. Παρακαλῶ, νὰ ἐξετάσητε καὶ πάλιν τὴν ὑπόθεσιν καὶ νὰ ἐπιδιώξητε σπουδαίως τὴν δέουσαν ἱκανοποίησιν καὶ ὑμῶν καὶ τῆς Βουλῆς, ἥτις προσεβλήθη καὶ αὕτη ἐν τῷ προσώπῳ ὑμῶν.

§38Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ παρελθόντος Σαββάτου ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ἵνα ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅσας ἂν εἶχε πληροφορίας παρὰ τοῦ ἐν Κρήτῃ Γεν. Προξένου τῆς Ἑλλάδος περὶ τῶν διατάξεων τοῦ φιρμανίου, τὸ ὁποῖον ἡ Α. Μ. ὁ Σουλτάνος ἐξέδωκεν ἀρτίως, ἵνα κανονίσῃ τὰ πράγματα τῆς Κρήτης. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μοὶ ἀπεκρίθη κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας εἶχεν, ἦσαν ἀτελεῖς, ὅτι δὲ ἐνόμιζεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβῃ καιρὸν, ἵνα συμπληρώσῃ ταύτας, καὶ κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν νὰ ἀνακοινώσῃ πληρεστέρας πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ἀληθῶς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς χθὲς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀντὶ πάσης ἄλλης πληροφορίας, μὲ παρέπεμψε νὰ προσφύγω εἰς τὰς ἐν Ἀθήναις ἐκδιδομένας ἐφημερίδας, ἵνα ἀνεύρω ἐν αὐταῖς τὸ κείμενον τοῦ φιρμανίου, τὸ ὁποῖον ὁ Σουλτάνος ἐξέδωκε, καὶ νὰ μάθω ἐκ τῆς ἀναγνώσεως αὐτοῦ, ποῖαι ἦσαν αἱ διατάξεις τῆς Ὑψ. Πύλης ἐπὶ τῶν πραγμάτων τῆς Κρήτης. Ἀνεζήτησα τὸ κείμενον τοῦ φιρμανίου ἐν ταῖς ἐφημερίσι τῶν Ἀθηνῶν, καὶ μοὶ ἐδόθη μάλιστα ἡ εὐχάριστος εὐκαιρία νὰ πορισθῶ κείμενον ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐξετυπώθησαν ἐν Κρήτῃ καὶ διανεμήθησαν ἐκεῖ. Ἀνέγνων λοιπὸν τὸ κείμενον τοῦ φιρμανίου, καὶ ἐξ αὐτοῦ ἔμαθον, ὅτι ὡς πρὸς τὰς καταδιώξεις μὲν τῶν ἀτόμων, ἐδόθη ὑπὸ τοῦ Σουλτάνου ἀμνηστεία, ἡ ὁποία ὅμως ἐξαιρεῖ πάντας «τοὺς ἐπὶ πολιτικοῖς ἀδικήμασι κατηγορουμένους», ἤτοι τοὺς πολιτικοὺς καὶ στρατιωτικοὺς ἀρχηγοὺς τῆς νήσου, πάντας «τοὺς μέχρι τῆς προκηρύξεως τοῦ φιρμανίου καταδικασθέντας ὑπὸ τοῦ Στρατοδικείου», ὡς καὶ πάντας «τοὺς τὰς ταραχὰς ποιήσαντας ἀρχηγοὺς καὶ τοὺς κοινοὺς ἐγκληματίας». Οὕτως ἡ χορηγηθεῖσα ἀμνηστεία ἐπεκτείνεται ἀναντιῤῥήτως ἐπὶ πασῶν τῶν γυναικῶν καὶ ἐπὶ πάντων τῶν παίδων, ἐξαιροῦνται δ’ αὐτῆς μόνοι οἱ ἄνδρες. Ἔμαθον προσέτι ἐκ τοῦ κειμένου τοῦ φιρμανίου, ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Σουλτάνος ἔκρινεν, ὡς συντελοῦν εἰς τὴν εὐημερίαν τῆς νήσου, εἰς τὴν εὐτυχίαν τῶν κατοικούντων αὐτὴν, νὰ μεταβάλῃ τοὺς θεσμοὺς, οἵτινες εἶχον ἐγκριθῆ διὰ τὴν νῆσον ἐκείνην, καὶ ν’ ἀποκαταστήσῃ ἐν ἄλλο εἶδος πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον ὁ ἀναγνώσας τὸ φιρμάνιον δύναται νὰ ἐννοήσῃ. Ἐκ τούτου ἐπείσθην, ὅτι πάντα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐγείρει τὰ τελευταῖα προκύψαντα ἐν Κρήτῃ δυστυχῆ συμβεβηκότα, ὅτι πάντα τὰ ζητήματα ταῦτα ἐτελείωσαν, καὶ οὐδὲν πλέον μένει ἐκκρεμές. Ὅθεν νομίζω, ὅτι ἔχω δικαίωμα νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀντηλλάγησαν, ἀφ’ ἧς τὰ συμβεβηκότα τῆς Κρήτης προέκυψαν, μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἔλαβον τὴν ἔκβασιν ταύτην, τὴν ὁποίαν πληροφορούμεθα ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ φιρμανίου. Ἡ ἐκκρεμότης τῶν ὑποθέσεων δὲν δύναται πλέον νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἄρνησιν τῆς Κυβερνήσεως· μοὶ εἶναι ἀναγκαῖον καὶ ἀναπόφευκτον μάλιστα νὰ μελετήσω τὰ ἔγγραφα τὰ ἀνταλλαγέντα, ἵνα κατίδω, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις τῆς πατρίδος ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχε, ὄχι μόνον ὅτε τὸ πρῶτον ἐπεφάνησαν τὰ συμβεβηκότα τῆς Κρήτης, ἀλλὰ καθ’ ὅλην τὴν σειρὰν τοῦ χρόνου, κατὰ τὴν ὁποίαν διεδραματίσθησαν, ὅσα ἔλαβον ἐκεῖ χώραν, καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν τελευταίαν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἐπῆλθεν ἡ ἀπαισία αὕτη λύσις τῶν πραγμάτων τῆς Κρήτης. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν στέρξῃ νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, θέλομεν προθύμως ζητήσει νὰ ἀντλήσωμεν ἐκεῖθεν ὅλα τὰ φῶτα, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην, ἵνα κρίνωμεν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐξεπλήρωσε τὰ μεγάλα καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τῆς προκειμένης περιπτώσεως εἶχεν· ἀλλὰ, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελε στέρξει νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, θέλομεν μὲν ἀναγκασθῆ σήμερον νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ πράγματος, βεβαίως ὅμως καὶ ἀναποφεύκτως θέλομεν ἐπιληφθῆ τῆς συζητήσεως ταύτης ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς αὔριον ἢ τῆς μεθαύριον.

§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἴτε ἐκκρεμῆ, εἴτε μὴ ἐκκρεμῆ θεωροῦνται παρὰ τούτων ἢ παρ’ ἐκείνων τὰ τῆς Κρήτης, ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ, ὅτι δὲν συντελεῖ πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἡ ἀνακοίνωσις τῶν ἐγγράφων, ἀλλὰ προσέτι θεωρεῖ, ὅτι εἶναι ἐκκρεμῆ τὰ τῆς Κρήτης, καὶ δὲν δύναται ἢ νὰ θεωρῇ, ὅτι εἶναι ἐκκρεμῆ, ἐφ’ ὅσον ὑφίστανται ἐκεῖ τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια, ἐφ’ ὅσον διὰ τοῦ φιρμανίου, οὗτινος προσφάτως ἐλάβομεν γνῶσιν, καθορίζεται ἡ ἀνάκλησις προνομίων τῆς Κρήτης. Ἐφ’ ὅσον τοιαύτη ὑφίσταται κατάστασις ἐν Κρήτῃ, δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρῶμεν τὴν ἐκεῖ κατάστασιν παγίαν, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ θεωρήσῃ τὴν κατάστασιν παγίαν. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶναι ὑπόχρεως νὰ θεωρῇ, ὅτι ἡ κατάστασις ἡ ἐν Κρήτῃ, ὡς ἔχει ἰδίως ἐκ τοῦ φιρμανίου, εἶναι κατάστασις πρόσκαιρος, εἶναι κατάστασις ἐπιβάλλουσα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἐνέργειαν. Καὶ ἄλλοτε εἶπον, ὅτι περὶ τὴν διεξαγωγὴν τῶν τῆς ἐνεργείας ταύτης ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, καὶ ἤδη ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, ἔχομεν δ’ αὐτὴν ἐκδεδηλωμένην, ἵνα προβῶμεν εἰς τὴν ἐνέργειαν, καθ’ ὃν τρόπον καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἡμεῖς κανονίσωμεν, ὑποκείμενοι κατὰ πάντα εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς κατόπιν τῶν ἐνεργηθησομένων.

§40ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μετ’ ἐκπλήξεως ἔμαθον παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅτι θεωρεῖ ἐκκρεμῆ μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ὑψηλῆς Πύλης ἢ ἄλλης τινὸς Κυβερνήσεως τὰ ζητήματα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς Κρήτης, ἀφοῦ ταῦτα τελευταῖον ἐλύθησαν διὰ τοῦ τελευταῖον ἐκδοθέντος φιρμανίου τοῦ Σουλτάνου Ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς ἔσπευσε νὰ μοὶ ἄρῃ τὴν ἔκπληξιν ταύτην, διότι μοὶ ἐξήγησε, τὶ ἐννοεῖ, χαρακτηρίζων τὰ ζητήματα ταῦτα ἐκκρεμῆ. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἐννοεῖ, ὅτι, ἐπειδὴ οἱ κανονισμοὶ, οἱ τελευταῖον ἐκδοθέντες ὑπὸ τοῦ Σουλτάνου, ἐδημιούργησαν κατάστασιν ἐν Κρήτῃ, ἥτις δὲν δύναται νὰ ἦναι μόνιμος καὶ παγία, διὰ τοῦτο φρονεῖ, ὅτι ἡ ἐκκρεμότης τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ζητημάτων τῆς Κρήτης θέλει παραταθῆ μέχρις οὗ παύσῃ ἡ κατάστασις αὕτη, ἡ δημιουργηθεῖσα σήμερον ἐν Κρήτῃ, ἡ κατάστασις ἡ μὴ μόνιμος, ἡ μὴ παγία. Ἐνθυμοῦμαι δὲ συγχρόνως, τί εἶπεν ὁ Πρωθυπουργὸς, καθ’ ὃν χρόνον συνεζητοῦμεν περὶ τῶν πραγμάτων τῆς Κρήτης πρό τινων ἑβδομάδων. Ἔλεγε τότε ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ ὑπόθεσις τῆς Κρήτης δὲν θέλει κανονισθῆ, εἰμὴ ὅταν ὁ Πρωθυπουργὸς νομίσῃ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις συνεπλήρωσεν εἰς ἐκεῖνο τὸ σημεῖον τῆς τελειότητος τὰ κατ’ αὐτὴν, ὥστε δύναται νὰ ἐκβιάσῃ τὴν βελτίωσιν τῶν πραγμάτων οὐ μόνον τῆς Κρήτης, ἀλλὰ καὶ πασῶν τῶν ἄλλων χωρῶν, καὶ ἐπιτύχῃ τῆς λύσεως πάντων τῶν ζητημάτων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὰ ὁποῖα ἡ ἱστορία ἐδημιούργησε, τάξασα ταῦτα πρὸ ἡμῶν ἀπὸ ἑκατοντάδων χρόνων. Ὁ Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπε ῥητῶς τότε, ὅτι ἔχει ἀνάγκην νὰ παρασκευάσῃ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἔχει ἀνάγκην νὰ παρασκευάσῃ τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς δυνάμεις τοῦ Κράτους, ἵνα προβῇ εἰς τὰς ἀνωτέρω μερίμνας. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Πρωθυπουργὸς, ὡς ἔλεγε τότε, ἐπείσθη ὅτι δὲν δύναται πλέον νὰ ἔχῃ φιλίας σχέσεις μὲ τὴν Τουρκίαν, ἐπείσθη, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ μεριμνήσῃ σήμερον περὶ οὐδενὸς, ἀλλ’ ὤφειλε νὰ ἀναβάλῃ πάντα τὰ ζητήματα ταῦτα, μέχρις οὗ περιέλθῃ εἰς τὴν θέσιν νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησιν αὐτοῦ. Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν τοιούτων ζητημάτων, ἵνα εὐλόγως ὁ Πρωθυπουργὸς μὲ παραπέμψῃ εἰς τοὺς χρόνους ἐκείνους, καθ’ οὓς θέλει δυνηθῆ νὰ ἐπιλάβηται καὶ διαπράξῃ ταῦτα. Ἐγὼ ἐζήτησα νὰ μάθω ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, τί ἔπραξε, πῶς ἐνήργησεν, εἴτε μετὰ τῆς Τουρκίας διαπραγματευομένη, εἴτε μετὰ τῶν Δυνάμεων συνεννοουμένη, ἵνα παραστήσῃ τὴν ἀληθῆ τῶν πραγμάτων κατάστασιν, ἵνα συντελέσῃ, φωτίζουσα τὴν Τουρκίαν καὶ τὴν Εὐρώπην, ὅπως ἀποκατασταθῇ ἐν Κρήτῃ κατάστασις ἀνεκτή. Δὲν εἶχε λοιπὸν δικαίωμα ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ μᾶς παραπέμψῃ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Καλλένδας, κατὰ τὰς ὁποίας νομίζει, ὅτι θέλει δυνηθῆ αὐτὸς νὰ διεκδικήσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ Πρωθυπουργὸς ἦρε τὴν ἔκπληξίν μου διὰ τῆς τοιαύτης ἑρμηνείας τοῦ λόγου του, ἐποιήσατο εἶτα μνείαν τῆς ἐμπιστοσύνης. Γνωρίζω καλῶς, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ἐὰν ἤθελον προβάλει ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ πλειοψηφία ἤθελεν εἶσθαι ἑτοίμη νὰ ἀποφήνηται καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην τὴν ἐμπιστοσύνην της ὑπὲρ αὐτῆς, καὶ ἑπομένως νὰ μοῦ ἀρνηθῇ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχω, νὰ ζητήσω νὰ λάβω γνῶσιν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀντηλλάγησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ πεισθῶ, ἂν ἡ πολιτεία αὐτῆς ἦτο Ἑλληνικὴ καὶ προσήκουσα. Γνωρίζω δὲ προσέτι, ὅτι, καὶ ἂν ἤθελον ἐπιμείνει ζητῶν ἔγγραφα καὶ πειρώμενος νὰ ἐξαναγκάσω τὸν Πρωθυπουργὸν νὰ καταθέσῃ ταῦτα, ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς δὲν ἤθελε μὲ ὑποστηρίξει, ἀλλ’ ἤθελεν ἐπιδοκιμάσει τὴν ἄρνησιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ὅταν τὰ ζητήματα λύωνται διὰ τῶν ἀριθμῶν, ἡ λογικὴ συζήτησις μεταβάλλεται εἰς συζήτησιν δυναμικὴν καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προκύπτει ὡς πόρισμα, εἶναι ὅτι δίδοται τὸ δίκαιον εἰς τὸν ἔχοντα μεγαλειτέραν δύναμιν. Ἡ ἀρίθμησις τῶν ψήφων ὁμοιάζει μὲ τὰς πολεμικὰς πράξεις. Ἀλλ’ αἱ πολεμικαὶ πράξεις δὲν κρατύνουσι τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ δίκαιον, ἀλλὰ τὴν θέλησιν τῶν νικώντων. Διὰ τοῦτο ἡ παραπομπὴ τοῦ Πρωθυπουργοῦ εἰς τὴν ψηφοφορίαν δὲν ἀναιρεῖ, οὐδὲ μειόνει τὴν ἰσχὺν τοῦ δικαιώματος. Διὰ τοῦτο δηλοποιῶ, ὅτι, καὶ ἂν ὁ Πρωθυπουργὸς ἠρνήθη νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, ἡμεῖς καὶ ἄνευ αὐτῶν θέλομεν ἐκπληρώσει τὸ καθῆκόν μας. Ἐδημοσιεύθη ἄλλως τε ἡ Κυανῆ Βίβλος τῆς Ἀγγλίας, ἐξ ἧς δυνάμεθα νὰ ἀρυσθῶμεν πολλὰ διὰ νὰ κρίνωμεν ὀρθῶς περὶ τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως ἐν τοῖς πράγμασι τῆς Κρήτης.

§41ΡΙΚΑΚΗΣ. Οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ γνώμη περὶ τῆς ἐκκρεμότητος ἢ μὴ τοῦ ζητήματος τῆς Κρήτης, περὶ τοῦ τετελεσμένου ἢ μὴ τῶν ἐν Κρήτῃ γενομένων, ἔχω πληροφορίας καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Κρήτη ἀποκρούει τὸ καθεστὼς, τὸ ὁποῖον τὸ φιρμάνιον ἐδημιούργησεν. Ἡ Κρήτη δὲν θέλει τὸ δεχθῇ, θέλει τὸ ἀποκρούσει διὰ τῶν ἰδίων δυνάμεων, θέλει ἀναλάβει τὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον πολλάκις διεξήγαγεν ἀπέναντι τοῦ κατακτητοῦ. Ἂς ἀναλογισθῇ λοιπὸν ἡ Ἑλλὰς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει πρὸς τὴν νῆσον ἐκείνην, ἃς κανονίσῃ τὴν πολιτείαν της ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις συμφώνως μὲ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς παραδόσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν ἀπέναντι τῆς πολυπαθοῦς ἐκείνης Ἑλληνικῆς χώρας. Ἀλλ’ ἂς μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἀναβολὴ δὲν ἐπιτρέπεται, ὅτι σήμερον εἶναι ἀνάγκη ἐνεργείας συντόνου καὶ ἀποτελεσματικῆς.

§42Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Χαίρω, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς, καίτοι μετὰ παρέλευσιν ἓξ μηνῶν, ἐνόησε τὴν πλάνην καὶ τὴν παγίδα, εἰς τὴν ὁποίαν ἐνέπεσεν ὑπὸ τῆς τουρκικῆς διπλωματίας, ὡς πρὸ μικροῦ ὡμολόγησε. Λυποῦμαι μόνον, διότι, ἐννοήσας τὴν πλάνην του ἤδη, ἐγκαταλείπει τὸν λοιπὸν Ἑλληνισμὸν καὶ ζητεῖ μονομερῶς νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Κρήτην (ὡραῖα! ὡραῖα! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ποῦ ἡ Καισάρια καὶ ἡ Καπαδοκία, κύριε Πρωθυπουργέ; Ἐκεῖνο μόνον, τὸ ὁποῖον συνιστῶ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ γνωρίζῃ, ἐστὶν, ὅτι ἡ Κρήτη καταστρέφεται ὅσον οὔπω, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ληφθῶσι σύντονα μέτρα. Πρέπει δὲ νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι ἡ διαίρεσις τῶν Κρητῶν εἰς κόμματα, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ γνωστοὺς λόγους, ἤδη ἐξέλιπε καὶ εἶναι ὡς ἓν σῶμα πάντες· δὲν ὑπάρχει πλέον διαίρεσις, διότι οἱ Κρῆτες ἐνόησαν καὶ ἐννοῦν, ὅτι, ἂν δὲν ἦναι συνηνωμένοι καὶ δὲν πολεμήσωσιν ὑπὲρ τῆς διασώσεως τῆς Κρήτης, οὐδεὶς βεβαίως ἐλπίζει νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν πατρίδα του καὶ οὕτω πάντες οἱ ἐνταῦθα πρόσφυγες θέλουσι περιστῆ εἰς τὴν ἐσχάτην πενίαν. Ὀφείλει λοιπὸν ὁ Πρωθυπουργὸς, ὁ περιβαλλόμενος ὑφ’ ὅλων τῶν μέσων, νὰ μεριμνήσῃ ἐγκαίρως, διότι δὲν τὸν ἀναμένει ὁ χρόνος, εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι ἀργότερον, ἐὰν δὲν ἐνεργήσῃ ἐγκαίρως, θέλει μᾶς εἴπει πάλιν, ὅτι ἐγκατελείφθη ἀπὸ τὰς Δυνάμεις ἢ ὅτι ἠπατήθη ὑπὸ τῆς τουρκικῆς διπλωματίας. (Εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§43ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, διὰ τῶν ὁποίων συνεστήθη ἐν Πειραιεῖ τὸ στρατιωτικὸν ἀρβυλοποιεῖον, κατάλογον τῶν ἀποτελούντων αὐτὸ προσώπων καὶ λοιπῶν, ὅσα ἀναφέρω ἐν τῇ ἐπερωτήσει μου, ἣν καταθέτω. Εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν, κύριε Πρόεδρε, θὰ ἀναπτύξω τὴν ἐπερώτησίν μου περὶ τῆς μεταφορᾶς τῶν ἀρχῶν ἐκ Κυπαρισσίας εἰς τὴν παραλίαν. Ἐπειδὴ ὅμως ἔχω ἀνάγκην νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ μερικὰ τῶν καθ’ ἕκαστα, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος διατάξῃ τὴν τύπωσιν τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Δημάρχου Κυπαρισσίας, διὰ νὰ μελετηθῇ ἐκ μέρους τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου.

§44ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι ἀνάγκη, ἀφοῦ τυπωθῇ ἓν, νὰ τυπωθῶσιν ὅλα τὰ ἔγγραφα, ἰδίως οἱ πίνακες, ἡ ἀναφορὰ τοῦ Δημάρχου καὶ ἡ τοῦ Εἰσαγγελέως.

§45ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν.

§46ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Νὰ ζητήσητε παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τὸν λόγον, διατὶ δὲν ἐγένετο ἐπὶ τρία ἔτη Κακουργιοδικεῖον ἐν Κυπαρισσίᾳ.

§47ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τῷ ἐζητήθη ἀπὸ τὸν κ. Σωτηρόπουλον.

§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Λεβίδης ὑπέμνησεν ἐπερώτησίν του περὶ τῶν συμβάντων ἐν τῷ δήμῳ Αὐλίδος, ὑπεσχέθη δὲ, ὅτι ἤθελον καταθέσει τὰ ἔγγραφα· ταῦτα καταθέτω ἤδη, ἀποδεικνύοντα, ὅτι οὐδὲν συνέβη τὸ ἔκνομον. Ἐξ αὐτῶν προκύπτει, ὅτι οὔτε φυγόδικοι ἦσαν φύλακες, οὔτε ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ ἐπενέβη ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ ὑπὲρ τούτου ἢ ὑπὲρ ἐκείνου ἐκ τῶν ἀξιούντων δικαιώματα ἐν τῇ κτηματικῇ περιφερείᾳ, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ, μόνον ὅτε ἐπῆλθε ῥῆξις, ἐπενέβη, εἰς ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι παρηκολούθει τοὺς φύλακας τοῦ ἰδιοκτήτου, καίτοι τὸ ἐναντίον διισχυρίζετο ὁ Δήμαρχος, ὅστις ἦτο ὁ προκαλέσας διὰ τοῦ τηλεγραφήματός του τὰ τῆς ἐξετάσεως ταύτης, καὶ ὅτι μετὰ τοῦ Δημάρχου εὑρίσκετο ἡ στρατιωτικὴ δύναμις. Ὁ Δήμαρχος, καίτοι δὲν ὁμολογεῖ, ὅτι ἦτο ἡ στρατιωτικὴ δύναμις μετ’ αὐτοῦ, ὅπερ ἄλλως ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἐγγράφων, ὁμολογεῖ ὅμως, ὅτι αὕτη δὲν ἐμερολήπτει. Λέγει ὁ Δήμαρχος, ὅτι παρηκολούθει ἡ στρατιωτικὴ δύναμις τοὺς φύλακας, οὓς παριστᾷ ὡς 20, ἐνῷ προκύπτει ὅτι ἦσαν 10, περιλαμβάνοντας φυγοδίκους, ἐνῷ ἀποδεικνύεται ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς ἀπαντήσεώς του, ὅτι δὲν περιελαμβάνοντο καὶ φυγόδικοι καὶ προσέτι ὅτι δὲν παρηκολούθει τοὺς φύλακας, ὡς παρέστησεν ὁ Δήμαρχος, ἀλλὰ παρηκολούθει αὐτὸν τοῦτον τὸν Δήμαρχον· ὁμολογεῖ ὅμως ὁ Δήμαρχος, ὅτι δὲν ἐμερολήπτει ἡ δύναμις, καίτοι παρηκολούθει τοὺς φύλακας, λέγει μάλιστα, ὅτι παρηκολούθει, μηδὲν λαμβάνουσα μέρος εἰς τὰ γενόμενα. Ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας κ. Κατσικόπουλος ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν περὶ δημοπρασίας τινὸς, ἣν τῷ παρέστησαν ὡς ὁριστικῶς κατακυρωθεῖσαν. Ἡ δημοπρασία αὕτη δὲν κατεκυρώθη ὁριστικῶς, ἐνεργεῖται ἤδη ἐπαναληπτικῶς· δὲν ἔχουσι δὲ καὶ τὰ παραστηθέντα, ὡς ὁ κύριος Βουλευτὴς ἀντελήφθη αὐτῶν ἐξ ὧν ἔλαβε πληροφοριῶν. Ὁ ἀποκλεισμὸς τοῦ προσενεγκόντος ἀνωτέραν προσφορὰν ἐστηρίζετο εἰς μὴ πληρωθεῖσαν παρ’ αὐτοῦ ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου, καθ’ ἣν πρέπει τὰ κτήματα, τὰ παρεχόμενα εἰς ἐγγύησιν, νὰ ἦναι ἐλεύθερα ὑποθήκης. Ὡς ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης ὁ Ἔφορος δὲν ἠδύνατο νὰ δεχθῇ τὴν προσφορὰν τοῦ προσενεγκόντος τὴν ἀνωτέραν. Ἕτερος προσήνεγκε μετὰ τὴν ἀποτυχοῦσαν δημοπρασίαν ἴσην σχεδὸν προσφορὰν, καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἐνεργεῖται ἤδη ἐπαναληπτικὴ δημοπρασία. Καταθέτω τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα.

§49ΚΟΡΠΑΣ. Ἐκ τῶν κατ’ ἔτος καλουμένων κληρωτῶν οἱ εἰς τρίμηνον ὑποχρέωσιν ὑπαγόμενοι μετὰ τρίμηνον πραγματικὴν ὑπηρεσίαν ἀπολύονται. Ἐὰν ἐπανέρχωνται εἰς τὰς ἑστίας αὑτῶν ὡς στρατιῶται ἢ ὡς πολῖται, τοῦτο εἶναι ἕτερον ζήτημα, ἀλλ’ ἀπολύονται, καταβάλλοντες ἑκατὸν δραχμὰς ὡς ἀντισήκωμα. Ὁ περὶ στρατολογίας νόμος δὲν ὁρίζει τὴν ἐποχὴν τῆς καταβολῆς τοῦ ποσοῦ τούτου, ὁρίζει ὅμως, ὅτι δὲν ἀπολύονται τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, καίπερ διανύσαντες τὴν τρίμηνον ὑπηρεσίαν, ἐὰν δὲν καταβάλωσι τὸ ἀντισήκωμα τῶν ἑκατὸν δραχμῶν. Πληροφοροῦμαι ἤδη, ὅτι, καίτοι δύο μῆνες μόνον παρῆλθον ἀπὸ τῆς κατατάξεως τῶν ὑποχρέων εἰς τρίμηνον ὑπηρεσίαν, προσεκλήθησαν οὗτοι νὰ καταβάλωσι τὸ ποσὸν τοῦτο μέχρι τῆς 1 Δεκεμβρίου. Τὸ μέτρον τοῦτο ὑποθέτω, ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις διότι χρησιμεύει ἡ καταβολὴ τῶν χρημάτων τούτων διὰ τὸν κανονισμὸν τῆς ὑπηρεσίας· εἶναι ἴσως ἀνάγκη τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα νὰ γινώσκωσιν ἀκριβῶς, τίνες θὰ ὦσιν οἱ διαθέσιμοι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ἵνα συμπληρῶσι τὰ βιβλιάρια αὑτῶν καὶ τὰ ἀποστέλλωσιν εἰς τὰ σχετικὰ σώματα. Ἀλλ’ ὅσον ὀρθὸν δύναται νὰ ἦναι τοῦτο διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, τόσον ἀφ’ ἑτέρου εἶναι ἐναντίον τοῦ νόμου, διότι οἱ διαθέσιμοι ἔχουν ἐκ τοῦ νόμου τὸ δικαίωμα νὰ καταβάλλωσι τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὸ τέλος τῆς τριμήνου ὑπηρεσίας αὑτῶν. Εἶναι δὲ ἀδύνατον νὰ εὕρωσι τὸ ποσὸν τοῦτο ἐντὸς τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν στρατιῶται, ἔχοντες τοὺς γονεῖς αὑτῶν εἰς μέρη λίαν ἀπομεμακρυσμένα, εἰς Ἀμοργὸν π. χ. ἢ εἰς Φολέγανδρον. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ διατάξῃ τὰ σώματα, νὰ μὴ βιάσουν τοὺς στρατιώτας τούτους, ἀλλὰ νὰ δώσουν εἰς αὐτοὺς προθεσμίαν 10 ἢ 15 ἡμερῶν, διὰ νὰ γράψωσιν εἰς τοὺς συγγενεῖς αὑτῶν διὰ τὸ ποσὸν τοῦτο, δὲν ἔχουσι δὲ καὶ ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρέωσιν νὰ τὸ καταβάλωσι, διότι δύνανται νὰ μείνουν ἐν τῷ στρατῷ καὶ 4 ἢ 5 μῆνας, μέχρις ἀποτίσεως τοῦ ἀντισηκώματος τούτου.

§50ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τί διέταξεν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου, ἐὰν δηλ. ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὸ τηλεγράφημα τοῦ κρατουμένου ἀδίκως Γεωργίου Ζάγκλαρη χωρὶς νὰ χρεωστῇ τίποτε, καὶ τί ἐνήργησε.

§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τούτου γίνεται ἐνέργεια καὶ νομίζω, ὅτι τῷ ὄντι ἔχει δίκαιον ὁ εἰρημένος πολίτης. Ἐνεργεῖται πᾶν, ὅ,τι δύναται νὰ ἐνεργηθῇ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ θέλω ἀνακοινώσει ἐν καιρῷ τὰ περὶ τούτου.

§52ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν μίαν ἐπερώτησίν μου. Δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει δυσκολία μεγάλη.

§53ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐκτὸς τῶν ἐγγράφων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐζητήθησαν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι ἐστάθη ἀδύνατον μέχρι τοῦδε νὰ προσαχθῶσι, καθόσον ἀνάγονται εἰς ἐποχὴν πολὺ παλαιὰν, εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς παραδόσεως τῆς γῆς, περὶ ἧς πρόκειται, εἰς τὴν πρώην Βασίλισσαν, εἰς τὴν βασίλισσαν Ἀμαλίαν, διότι ἡ χρῆσις τοῦ κήπου τούτου ἀνήκει εἰς τὰ Ἀνάκτορα ἀπὸ ἐποχῆς προγενεστέρας τοῦ 1862. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα δὲν ἠδυνήθην μέχρι τοῦδε νὰ ἔχω, ἄνευ δ’ αὐτῶν αἱ πληροφορίαι εἶναι ἀτελεῖς.

§54ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς παραδέχεται γνώμην, ὅτι ἡ νῦν δυναστεία ἐκληρονόμησε τὴν προηγουμένην. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τοῦτο σήμερον. Τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης παρακαλῶ νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι εἰς τὴν τελευταίαν συζήτησιν περὶ τοῦ γυμνασιάρχου Παπαλουκᾶ ἐγένετο λόγος περὶ βουλεύματος, ἐκδοθέντος ἐναντίον αὐτοῦ, ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, ἀλλὰ δὲν ἐξηκριβώθη, ἐὰν διὰ τοῦ βουλεύματος ἐκείνου παύῃ πρὸς καιρὸν ἡ ποινικὴ καταδίωξις, ἢ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ καταθέσῃ ἀντίγραφον τοῦ βουλεύματος καὶ τὴν σχετικὴν δικογραφίαν. Μετὰ τὴν προσαγωγὴν ἴσως παραστῇ ἀνάγκη νὰ συζητήσωμεν περὶ ἐκείνων, οἵτινες ἠξίουν ὑπὲρ ἑαυτῶν δίπλωμα ἐντιμότητος.

§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει παρετήρησα, ὅτι κατετάχθη ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν 32 ἡ πρότασις νόμου, τὴν ὁποίαν κατέθηκα κατὰ τὰ μέσα τῆς παρελθούσης ἑβδομάδος, περὶ ἀκυρώσεως δύο νόμων, ἐκδοθέντων κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1886, περὶ ἐκλογικῆς περιφερείας καὶ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν. Ἡ τάξις, ἥν ἔλαβεν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἐνδεικνύει τὴν χρονολογικὴν σειρὰν, καθ’ ἣν ὑπεβλήθη ἡ πρότασις αὕτη, καὶ διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ μετ’ αὐτὴν δύο ἄλλοι συνάδελφοι Βουλευταὶ προέβαλον δύο ἄλλας προτάσεις, ἐκεῖναι ἐτάχθησαν μετὰ τὴν ἐμὴν πρότασιν περὶ ἀκυρώσεως τῶν εἰρημένων δύο νόμων. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προταθῇ εἰς συζήτησιν κατὰ τὴν τάξιν ταύτην, τὴν προσδιορισθεῖσαν αὐτῷ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν θὰ ἀξιωθῇ τῆς τιμῆς νὰ συζητηθῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Βουλῆς. Ἐὰν δὲ κατὰ τὰς παρελθούσας Συνόδους οὐδὲν ἐπεῖγεν, ἵνα προβάλωμεν νομοσχέδιον περὶ ἀκυρώσεως τῶν ῥηθέντων δύο νόμων, κατὰ τὴν Σύνοδον ὅμως ταύτην πεπείσμεθα, ὅτι ὑπάρχει τὸ ἐπεῖγον, διότι πρέπει νὰ γένηται γνωστὸν ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἐὰν κατὰ τὰς ἐπικειμένας βουλευτικὰς ἐκλογὰς θέλωσιν ἰσχύει οἱ περὶ ὧν εἴρηται δύο νόμοι, ἢ οἱ οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἴσχυον πρὸ τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1886. Ἡ ἀνάγκη δὲ αὕτη εἶναι κατάδηλος εἰς πάντας ὑμᾶς, οἵτινες ἐκτίθεσθε ὡς ὑποψήφιοι κατὰ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς, ὅπως γνωρίζητε, ἂν αἱ πρὸς προπαρασκευὴν τῶν ἐκλογῶν συνεννοήσεις ὑμῶν θέλωσι περιορισθῆ ἐντὸς ἐπαρχίας, ἢ πρέπει νὰ ἦναι εὐρύτεραι καὶ νὰ ἐκταθῶσιν ἐντὸς τοῦ νομοῦ. Διὰ τοῦτο ζητῶ, κύριε Πρόεδρε, ἡ πλειοψηφία νὰ συναινέσῃ ἵνα ταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μεταξὺ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὅπως ἐπέλθῃ ταχέως ὁ χρόνος τῆς συζητήσεως αὐτοῦ.

§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ αἴτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅπως κανονισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ θέσις, ἣν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει θέλει λάβει ἡ πρότασις αὐτοῦ, εἶναι κανονικὴ, διότι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐπινεύσει τῆς Βουλῆς, ἑπομένως αὐτὴ ἡ Βουλὴ κανονίζει ἑκάστοτε τὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ ἂν ἐπιθυμῇ ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅπως ἡ παρ’ αὐτοῦ ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου προταχθῇ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων, εἶναι πρέπον νὰ προκαλέσῃ περὶ τούτου τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς ὅμως φρονοῦμεν, ὅτι ὑπάρχουσι νομοσχέδια, ἅτινα πάντως πρέπει νὰ προταχθῶσιν αὐτῆς καὶ πάντως πρέπει νὰ προταχθῇ καὶ ὁ Προϋπολογισμός· διότι, ἐὰν τὸ θέμα τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἦτο ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὀλίγον θέλουσιν ἀπασχολήσει τὴν Βουλὴν, θὰ ἠδυνάμεθα τὴν συζήτησιν αὐτοῦ νὰ προτάξωμεν ἔστω καὶ τῶν οἰκονομικῶν νομοσχεδίων καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἀναντιῤῥήτως τὸ θέμα, τὸ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, εἶναι τοιοῦτον, ὥστε ἐπὶ πολλὰς συνεδριάσεις θὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν. Τοῦτο δὲ θὰ ἐκινδύνευε νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς πρὸ τῶν ἑορτῶν ψήφισιν τῶν οἰκονομικῶν νόμων καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ψήφισιν, ἧς τὸ ἔγκαιρον εἶναι ἀναγκαιότατον. Δὲν φρονῶ, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ καιρὸς, ὅπως συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ μετὰ τὰς ἑορτὰς, διότι ὁπωσδήποτε ἡ Βουλὴ καὶ μετὰ τὰς ἑορτὰς θὰ ἐπανέλθῃ, ἀφοῦ ἔχομεν πρὸ ἡμῶν τοσαύτην νομοθετικὴν ἐργασίαν, ὥστε ἀδύνατον εἶναι νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι πρὸ τῶν ἑορτῶν τῶν Χριστουγέννων ἢ μᾶλλον κατεπείγουσα ἐκ τῆς ἐργασίας ταύτης θέλει διεκπεραιωθῇ. Ὁπωσδήποτε ἄρα καὶ ἄν κανονισθῶσι τὰ τῶν βουλευτικῶν ἐργασιῶν, θέλουσι πάντως κανονισθῆ διὰ τρόπου, εἴτε τοῦ κανονικοῦ εἴτε καὶ ἐκτάκτου, ἐπιτρέποντος, ἵνα τὰ νομοσχέδια, τὰ θεωρούμενα καὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρὰ τῆς Βουλῆς ὡς σπουδαῖα, συζητηθῶσι. Μεταξὺ τῶν θεωρουμένων ὡς συζητητέων παρὰ πολλῶν ἐν τῇ Βουλῇ ἀναντιῤῥήτως εἶναι καὶ τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ ἐγένετο λόγος, δὲν εἶναι ὅμως πρέπον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ παρακωλύσῃ τὴν ἔγκαιρον ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ Προϋπολογισμὸς πρέπει νὰ ψηφίζηται πρὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους, εἰς ὅ ἀφορᾷ, ἐὰν δὲ ἤδη ἐπιληφθῶμεν τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ πρόκειται, θὰ ἦναι ἀδύνατον νὰ ψηφισθῇ πρὸς τῆς ἀρχῆς τοῦ ἐπιόντος ἔτους ὁ Προϋπολογισμὸς, θὰ ἦναι ἀδύνατον νὰ ψηφισθῶσι καὶ οἱ οἰκονομικοὶ νόμοι, οἵτινες εἶναι ἀπαραίτητοι πρὸς τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ οἵτινες ἐκφράζουσι τὰς κυριωτέρας τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐννοίας. Διὰ τοῦτο ἡμεῖς ἀντιπροτείνομεν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται, μὴ ταχθῇ μὲν ὁριστικῶς ἐν τῷ τέλει τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὡς ἔχει νῦν ἐν αὐτῇ, ἀλλὰ κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς λάβῃ θέσιν μετὰ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τοὺς οἰκονομικοὺς προσέτι νόμους βεβαίως, ἀφοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ προταχθῶσιν οἱ οἰκονομικοὶ νόμοι, ἡ δὲ τάξις κανονισθῇ ὅταν διεκπεραιωθῶσι τὰ τῶν οἰκονομικῶν νόμων καὶ τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.

§57ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Παρατηρῶ πρῶτον, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ θέλει τοὐλάχιστον ἐργασθῆ ἀκόμη ἐπὶ ὀκτὼ ἢ δέκα ἡμέρας, ἑπομένως θὰ ἔχωμεν καιρὸν νὰ συζητήσωμεν πρὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὸ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχέδιον. Λέγει τις τῶν συναδέλφων, ὅτι τὸ Σάββατον θὰ ὑποβληθῇ, ἀλλὰ καὶ μέχρι τοῦ Σαββάτου, ἐὰν δεχθῇ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔχομεν καιρὸν νὰ συζητήσωμεν. Ἄλλως, ἐὰν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀναβληθῇ ἀπὸ τοῦ Σαββάτου εἰς τὴν Δευτέραν ἢ τὴν Τρίτην ἢ τὴν Τετάρτην τῆς ἑπομένης ἑβδομάδος, δὲν βλέπω τί κακὸν θὰ ἀκολουθήσῃ. Ἀλλ’ ἐν τούτοις ἡμεῖς βλέπομεν, ἐξ ὅσων μᾶς εἶπεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν θέλει ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο τὴν ἔκτακτον σπουδαιότητα, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἀποδίδομεν εἰς αὐτό. Ἡμεῖς θεωροῦμεν, ὅτι, ὅπως ἔχει σήμερον ὁ ἐκλογικὸς νόμος, πράγματι οὐ μόνον καταργεῖται ἡ ἔννοια τῶν συνταγματικῶν ἡμῶν θεσμῶν, ἀλλὰ καὶ προσβάλλεται εἰς τὰς βάσεις αὐτοῦ ὁ πολιτικὸς βίος τοῦ ἔθνους. Ὅτε πρὸ τριῶν ἐτῶν, ἐν στιγμῇ ψυχολογικῇ οὐχὶ ἠρέμῳ, ἐπέβαλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ πολυθρύλλητον αὐτὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατέστη νόμος τοῦ Κράτους, προσέκρουσεν οὐ μόνον εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου, προσέκρουσεν εἰς τὰς βάσεις τὰς πολιτικὰς τοῦ ἔθνους. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ἐκ κληρονομίας πολιτικὸς, διότι ἀνήκει εἰς πολιτικὴν οἰκογένειαν, γνωρίζει κάλλιστα, ὅτι ἀκριβῆ λέγω, ἀξιῶν, ὅτι ἡ ἐπαρχία εἶναι ἡ πραγματικὴ πολιτικὴ μονὰς τοῦ τόπου. Ὅτε, ἐπωφελούμενος ψυχολογικῆς στιγμῆς τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν πάντες ἐνθυμούμεθα καὶ πάντες ἐκτιμῶμεν, παρουσίασεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν νομαρχιακὴν περιφέρειαν, προσέκρουσεν εὐθὺς εἰς αὐτὴν τὴν βάσιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, διότι ὁ νομὸς δὲν ὑπῆρξε ποτὲ διαίρεσις, ἀφορῶσα εἰς τὰς ἐκλογὰς, ἀλλὰ διαίρεσις, ἀφορῶσα εἰς τὴν διοίκησιν. Ἑπομένως, καὶ ἂν παραδεχθῶμεν ὀρθὴν τὴν ἔννοιαν τῆς μεγάλης περιφερείας, ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ προνοήσητε, ὅπως φέρητε εἰδικὴν διαίρεσιν ἐκλογικὴν ἐν εὐρυτέρᾳ περιφερείᾳ. Σεῖς ὅμως ἐλάβετε ἁπλῶς τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν καὶ τὴν ἐθέσατε ἐπὶ τῆς διοικητικῆς περιφερείας, μὴ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν οὔτε τὴν γεωγραφίαν, οὔτε τὴν ἱστορίαν. Καὶ ἐὰν ἀναλύσωμεν σήμερον τὰς περιφερείας τὰς ἐκλογικάς, ὅπως ἔχουσι κατὰ τὰς νομαρχιακὰς περιφερείας, πραγματικῶς παρατηροῦμεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ νόμος, ἐπιτραπήτω μοι νὰ τὸ εἴπω, πλέον ἀφιλόσοφος, πλέον ἀνιστόρητος καὶ πλέον ἀγεωγράφητος. Ἀληθῶς ὅλος ὁ πολιτικὸς βίος τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἐπαρχίας. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη εἰς Βουλευτὰς Ἕλληνας, εἰς Βουλήν, ἀποτελουμένην ἀπὸ πρόσωπα ἀνήκοντα εἰς τὰς ἐγκρίτους, εἰς τὰς ἐπιφανεῖς οἰκογενείας τῆς Ἑλλάδος, ν’ ἀναπτύξω τὸ θέμα τοῦτο, διότι οὐδεὶς ὑπάρχει, ὅστις νὰ μὴ ὁμολογῇ, ὅτι ἡ βάσις τοῦ πολιτικοῦ βίου τῶν νεωτέρων Ἑλλήνων, καὶ πρὸ τοῦ ἀγῶνος καὶ ἐπὶ τοῦ ἀγῶνος καὶ μετ’ αὐτὸν, ὑπῆρξεν ἡ ἐπαρχία μετὰ τῶν ἱστορικῶν αὐτῆς οἰκογενειῶν, μετὰ τοῦ ἰδίου αὐτῆς χαρακτῆρος, μετὰ τῶν ἰδίων ἑαυτῆς συμφερόντων. Ἐφέρατε λοιπὸν πλήρη σύγχυσιν εἰς τὸν πολιτικὸν βίον τοῦ ἔθνους, ὅτε κατηργήσατε τὴν ἐπαρχίαν. Βεβαίως οἱ ψηφίσαντες τὴν μεγάλην περιφέρειαν δὲν ἐστερήθησαν οὔτε πατριωτισμοῦ, οὔτε τῶν τοπικῶν γνώσεων, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλῶ, διότι καὶ αὐτοὶ ἀνήκουσιν εἰς ἐπαρχίας καὶ εἰς οἰκογενείας ἱστορικὰς, ἐκπροσωπούσας τὰς παραδόσεις τοῦ τόπου. Ἀλλ’ εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἡ πλειοψηφία ἐκείνη εὑρέθη εἰς στιγμήν, τὴν ὁποίαν ὠνόμασα ψυχολογικὴν, καθ’ ἣν οὐχὶ ἀσυνειδήτως βέβαια, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε παρὰ τὴν πολιτικὴν αὐτῆς συνείδησιν ἐψήφισε, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους ἐθεώρησε μᾶλλον κατεπείγοντας, νόμον, ὁ ὁποῖος ἔφερε πλήρη σύγχυσιν εἰς τὸν πολιτικὸν βίον τοῦ τόπου. Καὶ ἀληθῶς ποῖος εἶναι ὁ πολιτικὸς ἡμῶν βίος ἐν τῇ Ἑλλάδι; Εἶναι ὁ ἐπαρχιακός. Ἀφαιρέσατε τὴν ἔννοιαν τῆς ἐπαρχίας ἐν τῇ Ἑλλάδι, ὁποίαν ἐδημιούργησαν αὐτὴν ἡ γεωγραφία καὶ ἡ ἱστορία, καὶ εἴπετέ μοι, ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσητε τὸν πολιτικὸν βίον τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, νὰ ἐννοήσητε τὴν ἐπὶ πολλὰς γενεὰς γόνιμον ἐκείνην, καίτοι ἀφανῆ, περίοδον, τὴν πρὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἀγῶνος, καθ’ ἣν παρεσκευάσθη τὸ μέγα ἐκεῖνο γεγονός. Εἴπετέ μοι, ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσητε τὴν ἑλληνικὴν ἐπανάστασιν ἄνευ τῆς Ὕδρας, ἄνευ τῶν Σπετσῶν, ἄνευ τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν τῆς Πελοποννήσου, ἄνευ τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδος, ἄνευ τῶν διαφόρων τμημάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, ἄνευ τῶν οἰκογενειῶν ἐκείνων, αἵτινες ἐκπροσωποῦσι τὴν ἐπαρχιακὴν ταύτην ὕπαρξιν. Τόσον παράλογον ἤθελε θεωρηθῆ νὰ καταργηθῶσιν ἡ Ὕδρα καὶ αἱ Σπέτσαι ὡς πολιτικαὶ προσωπικότητες, ὥστε ἡ πλειοψηφία, ἥτις ἔφερε τὴν σύγχυσιν εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἐτόλμησε νὰ θίξῃ τὰς πολιτικὰς προνομίας τῶν δύο ἡρωίδων νήσων. Ἀλλὰ διατὶ δὲν ἐσταματήσατε καὶ πρὸ τῶν δικαίων τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος; Ἐὰν ἠθέλετε ἀκολουθήσει λογικῶς τὴν ἔννοιαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐψηφίζετε τὴν μεγάλην περιφέρειαν, ἔπρεπε νὰ καταργήσητε καὶ τὴν Ὕδραν καὶ τὰς Σπέτσας· λέγω νὰ καταργήσητε, διότι, ἐὰν ἠθέλετε περιλάβει τὴν Ὕδραν ἢ τὰς Σπέτσας εἴς τινα νομαρχιακὴν περιφέρειαν, ἡ Ὕδρα, ἡ μεγάλη Ὕδρα, ἥτις εἶναι ἐκ τῶν καθιδρυτῶν τῆς Ἑλληνικῆς παλιγγενεσίας, δὲν ἤθελεν ἴσως ἔχει ἀντιπρόσωπον ἐν τῇ Βουλῇ, αἱ ἡρωϊκαὶ Σπέτσαι δὲν ἤθελον πιθανῶς ἔχει ἀντιπρόσωπον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἀλλ’ ἤθελον συγχωνευθῆ αἱ δύο μεγάλαι αὗται πολιτικαὶ προσωπικότητες ἐντὸς τῶν νομῶν, οἵτινες καθιδρύθησαν δι’ ὅλως ἄλλον σκοπὸν, παρὰ διὰ νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ἐκλογικαὶ περιφέρειαι. Διότι, τὸ ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῆς ἰδέας τῆς μεγάλης περιφερείας δὲν ἐδείχθη κἄν ἡ στοιχειώδης πρόνοια νὰ εὑρυνθῇ ἡ περιφέρεια κατὰ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ν’ ἀνταποκρίνηται ὁπωσοῦν εἰς τὰς ἐκλογικὰς ἀνάγκας. Ἐλάβετε, οὕτως εἰπεῖν,—συγχωρήσατέ μοι τὴν ἔκφρασιν,— κομπογιαννιτικῶς τὴν νομαρχιακὴν περιφέρειαν, καὶ τὴν μετεβάλετε διὰ μιᾶς μονοκονδυλιᾶς εἰς περιφέρειαν, ἐκλογικὴν, συγχωνεύοντες τὰ πάντα, καὶ εἴδετε ἐπαρχίαν τῆς Ἑπτανήσου, ἥτις ἐπὶ αἰῶνας ἔζησεν ὑπὸ ἄλλους πολιτικοὺς ὅρους, τὰ Κύθηρα, ἡνωμένην μετ’ ἐπαρχιῶν τῆς Πελοποννήσου, μεθ’ ὧν οὐδεμίαν εἶχεν οὐδὲ πολιτικὴν, οὐδὲ κοινωνικὴν σχέσιν. Ἀνέφερα τὴν Ὕδραν καὶ τὰς Σπέτσας. Φέρω ἤδη τὸν λόγον περὶ τῆς Πελοποννήσου. Ἴσως καὶ αὐτοὶ οἱ ἐξ ἱστορικῶν οἴκων ἀντιπρόσωποι ἐνταῦθα τῆς Πελοποννήσου, τῆς χώρας ἐκείνης, ἥτις δὲν ἐξηντλήθη, καίτοι ἐπὶ τρεῖς χιλιάδας καὶ ἐπέκεινα ἔτη τοσαύτας ἔδωσεν εἰς τὸ ἔθνος σθεναρὰς γενεὰς, ἴσως καὶ αὐτοὶ οἱ ἱστορικὰ ὀνόματα φέροντες ἀντιπρόσωποι τῆς Πελοποννήσου δὲν γνωρίζουσι πάντες, ὅτι ἀνήκουσιν ἐκ παραδόσεως καὶ ἐν μέρει ἐξ αἵματος εἰς πολιτικὴν τάξιν, ἥτις ἔχει χιλίων καὶ ἐπέκεινα ἐτῶν ἱστορίαν. Μελετήσατε τὴν μεσαιωνικὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος, ἀναγνώσατε τὸ χρονικὸν τῆς φραγκικῆς κατακτήσεως, τὸ καλούμενον Χρονικὸν τῆς Κουγκέσας, διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι αἱ ἐπαρχίαι τῆς Πελοποννήσου, καὶ αἱ ἀρχοντικαὶ οἰκογένειαι τῆς Πελοποννήσου, αἵτινες ἀντιπροσωπεύουσιν αὐτὰς τὰς ἐπαρχίας, αἵτινες διετήρησαν τὸν ἐθνισμὸν εἰς αὐτὰς, αἵτινες ὡδήγησαν τὸ ἔθνος εἰς τὸν ἀγῶνα, αἵτινες καὶ μετὰ τὸν ἀγῶνα ἔδωσαν τόσον μεγάλην συμβολὴν εἰς τὴν πολιτικὴν ἀποκατάστασιν τοῦ τόπου, ὅτι αἱ ἐπαρχίαι καὶ αἱ οἰκογένειαι αὗται ἔχουσι πολλῶν αἰώνων ὕπαρξιν. Ἐκ τοῦ προχείρου ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ ν’ ἀναγνώσω ὀλίγας γραμμὰς ἐκ συγγράμματος ἀξιολόγου, ὅπως δείξω ὅτι τὰς ἀληθείας ταύτας, τὰς ὁποίας πάντες ἡμεῖς, ὅσοι ἐνεκύψαμεν εἰς τὴν ἐθνικὴν ἱστορίαν, καλῶς γνωρίζομεν, τὰς γνωρίζουσι καὶ ἀναγνωρίζουσι καὶ οἱ ξένοι συγγραφεῖς, οἱ ἐγκύψαντες εἰς τὴν ἱστορίαν ἡμῶν. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου σύγγραμμα γαλλικὸν, ἐπιγραφόμενον: La Principauté d’ Achaie et de Morée 1204–1430 (τὸ Πριγκιπᾶτον τῆς Ἀχαΐας καὶ τοῦ Μωρέως), ὑπὸ Beving. Ὁ συγγραφεὺς συνοψίζει τὰ πορίσματα τῶν περὶ τῆς μεσαιωνικῆς ἱστορίας τῆς Ἑλλάδος γνωσθέντων μέχρι τῶν τελευταίων χρόνων, καὶ ἰδοὺ πῶς ἐκφράζεται οὗτος περὶ τῶν ἀρχόντων τῆς Πελοποννήσου κατὰ τὸν μεσαίωνα: «Οἱ ἄρχοντες τῆς Πελοποννήσου, λέγει ὁ Beving, ἦσαν οἱ ἀρχηγοὶ οἰκογενειῶν προνομιούχων, ἀποτελουσῶν ἀριστοκρατίαν ὑπερέχουσαν, ἀστικὴν καὶ κατὰ χώραν (terrienne, ἔχουσαν μεγάλα ἀγροτικὰ κτήματα), ἰδίῳ δικαίῳ ὑπάρχουσαν καὶ διαδοχικὴν, ἄνευ οὐδενὸς τῶν οὐσιωδῶν χαρακτήρων τοῦ φεουδαλισμοῦ τῆς Δύσεως. Οἱ ἄρχοντες ἀναφαίνονται ἐν Πελοποννήσῳ ἀπὸ τοῦ ἐννάτου αἰῶνος ὡς ἀντιπρόσωποι ἐπίσημοι τῶν δημοσίων συμφερόντων, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν (δηλ. πρὸς τὰς πιέσεις τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας).» Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ τάξις ἐκείνη, ἥτις ἐν Πελοποννήσῳ ἐν μέρει ἀντιπροσωπεύει τὸν μεγάλον ἀγῶνα, εἶναι ἐκ παραδόσεως καὶ ἔν τινι μέτρῳ καὶ ἐξ αἵματος ἡ διάδοχος τῆς τάξεως ἐκείνης, ἥτις ἀπὸ χιλίων ἤδη ἐτῶν ἐκπροσωπεῖ τὸ ἔθνος, καὶ τὸ ἐκπροσωπεῖ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ. Ὅσα δὲ λέγομεν περὶ τῆς τάξεως τῶν ἀρχόντων τῆς Πελοποννήσου δυνάμεθα νὰ τὰ ἐπεκτείνωμεν καὶ ἐπὶ τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος. Τὸ σύγγραμμα, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέφερα, πραγματεύεται ἰδίως περὶ τῆς Πελοποννήσου. Ἀλλὰ τὰ αὐτὰ μᾶς διδάσκει ἡ ἱστορία καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος καὶ περὶ τῶν νήσων. Ὅσα δὲ λέγει ἐνταῦθα ὁ συγγραφεὺς περὶ τῶν ἀρχοντικῶν, τῶν πολιτικῶν οἰκογενειῶν τῆς Πελοποννήσου, ταῦτα ἀφορῶσι καὶ εἰς τὰς οἰκογενείας τῆς Μάνης, ἐπίσης καὶ εἰς τὰς στρατιωτικὰς τοῦ ἔθνους οἰκογενείας. Πᾶσαι αἱ οἰκογένειαι αὗται συνοψίζουσιν, ὡς μᾶς διδάσκει ἡ ἱστορία, ἔνδοξον ὕπαρξιν ὑπερχιλιετῆ. Καὶ ἡ ἱστορία τῶν οἰκογενειῶν τούτων εἶναι ἡ ἱστορία τῶν ἐπαρχιῶν. Αἱ οἰκογένειαι αὗται ἔσωσαν τὴν ἐθνικότητα εἰς ἐποχὰς κρισιμωτάτας, ἔσωσαν αὐτὴν ἀπὸ τῆς φραγκοκρατίας, ἥτις διήρκεσεν ἐπὶ δύο καὶ ἥμισυν αἰῶνας. Ὁ αὐτὸς συγγραφεὺς δίδει περὶ τούτου πληροφορίας τινὰς, τὰς ὁποίας σᾶς ἀναγινώσκω, οὐχὶ βεβαίως διότι ἔχετε ἀνάγκην παρ’ αὐτοῦ νὰ διδαχθῆτε τὰ περὶ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ἱστορίας, ἀλλὰ διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπον, διὰ νὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς γνωρίζομεν καὶ ὀφείλομεν νὰ γνωρίζωμεν, ὑπάρχουσιν ἤδη ἀλήθειαι κεκτημέναι παρὰ τῆς εὐρωπαϊκῆς ἐπιστήμης. «Ἀπέναντι τῆς φραγκικῆς κοινωνίας, λέγει ὁ αὐτὸς συγγραφεὺς, ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία, καίπερ λίαν ταπεινωθεῖσα καὶ ἐξευτελισθεῖσα ὑπὸ τὸν ξένον ζυγὸν, διετήρησεν ὅμως τὸν χαρακτῆρά της, τὴν φυσιογνωμίαν της, καὶ ἀκόμη ἓν εἶδος νομίμου ὑπάρξεως ἐν τῇ τάξει σπουδαίου ἀριθμοῦ ἀρχοντικῶν οἰκογενειῶν (ἑλληνικῶν), εἰς τὰς ὁποίας εἶχεν ἐξασφαλισθῆ ἡ περιουσία αὐτῶν». Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι πρὸ ἓξ αἰώνων αἱ ἀρχοντικαὶ αὗται οἰκογένειαι σώζουσιν ἐν Πελοποννήσῳ τὴν ἐθνικότητα ἀπέναντι τῆς φραγκοκρατίας. Ἀλλ’ ἐὰν ὡμίλησα περὶ τῶν οἰκογενειῶν τούτων, τὸ ἔκαμα μόνον, διὰ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ ἐπαρχία ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ πολιτικοῦ βίου τοῦ ἔθνους, διότι εἰς ἄλλας ἐποχὰς καὶ μέχρι τοῦ ἀγῶνος καὶ ἐπί τινα χρόνον μετὰ τὸν ἀγῶνα, αἱ οἰκογένειαι αὗται ἐξεπροσώπευσαν τὰς ἐπαρχίας, διότι ἡ ἱστορία τῶν οἰκογενειῶν τούτων εἶναι ἡ ἱστορία τῆς ἐπαρχίας. Ἡ Ἑλληνικὴ ἐπαρχία λοιπὸν εἶναι ἀπὸ χιλίων ἤδη ἐτῶν τοὐλάχιστον, ἐὰν μὴ καὶ πρότερον, ἡ βάσις τοῦ πολιτικοῦ καὶ κοινωνικοῦ βίου τῆς Ἑλλάδος, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ὁμολογῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι οὐδόλως ἀνησυχῶ περὶ τῆς τύχης τῆς ἐπαρχίας τῆς Ἑλληνικῆς καὶ περὶ τῆς τύχης τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ φέρητε ταχέως εἰς συζήτησιν. Δὲν ἀνησυχῶ, διότι γνωρίζω, ὅτι δὲν εἴμεθα ἡμεῖς εἰς θέσιν νὰ ἀνατρέψωμεν τοὺς ἱστορικοὺς ὅρους, τοὺς προαιωνίους, τοῦ ἔθνους ἡμῶν. Ἐὰν σεῖς ἀναβάλλητε σήμερον τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν τυχὸν κατορθωθῇ νὰ παρέλθῃ ἡ Σύνοδος αὕτη, ἢ καὶ ἄλλη Σύνοδος, τὴν ὁποίαν νομίζω, ὅτι μᾶς ἀνήγγειλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς τυχὸν νὰ συζητηθῇ ὁ νόμος οὗτος, ἢ ἐὰν, ἀφοῦ συζητηθῇ, λίαν πιθανὸν καταψηφισθῇ καὶ ἑπομένως μείνωμεν εἰς τὸ στρεβλὸν καθεστὸς, τὸ ὁποῖον ἤδη μᾶς διέπει, λέγω ὅτι δὲν ἀνησυχῶ, διότι εἰμὶ πεπεισμένος, ὅτι, ὅπως εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀνατρέψῃ τις τὸν ῥοῦν μεγάλου ποταμοῦ, οὕτω εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀνατρέψῃ τὴν ἱστορικὴν βάσιν τοῦ πολιτικοῦ βίου τοῦ ἔθνους. Ὁ νόμος, ὁ καταργῶν τὰς ἑλληνικὰς ἐπαρχίας, δὲν ὑφίσταται εἰς τὰς συνειδήσεις σας, εἶναι κατηργημένος ἐν τῇ συνειδήσει σας, ἀνέχεσθε αὐτὸν δι’ ἄλλους λόγους, οὓς νομίζετε ἀνωτέρους, τὸν ἀνέχεσθε, διότι θεωρεῖτε τὸν νόμον τοῦτον, ὡς συνδεόμενον πρὸς τὴν ὕπαρξιν τῆς Κυβερνήσεως; πρὸς τὴν ὁποίαν ἔχετε πεποίθησιν, καὶ δὲν σᾶς καταδικάζω διὰ τοῦτο. Καὶ πῶς ἐδημιουργήθη ἡ ἐπαρχία αὕτη, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν βάσιν, οὕτως εἰπεῖν, τῆς ἱστορίας τοῦ ἔθνους καθ’ ὅλον τὸν μεσαίωνα, τὴν βάσιν τῆς ἱστορίας τῆς Ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως καὶ τῶν νεωτέρων χρόνων; Βεβαίως ἡ ἐπαρχία, ἥτις τόσον καρτερικῶς καὶ ἐνίοτε τόσον ἐνδόξως ἀντεπροσωπεύθη παρὰ τῶν οἰκογενειῶν, τὰς ὁποίας παρήγαγεν, ἡ ἐπαρχία ἡ Ἑλληνικὴ ὀφείλει πρωτίστως τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς εἰς λόγους τοπογραφικούς, εἰς λόγους ἱστορικούς, ἴσως ἐνιαχοῦ καὶ εἰς λόγους φυλετικούς. Ὁ αὐτὸς συγγραφεύς, ὃν ἤδη δὶς σᾶς ἀνέφερα, ἐξηγεῖ τὴν ἔννοιαν ταύτην τῆς τοπικῆς, ὡς λέγει, ἀποκλειστικότητος τῶν Ἑλλήνων ἐκ τῆς περιστάσεως τοῦ τοπογραφικοῦ σχηματισμοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἥτις διαιρεῖται εἰς τμήματα, χωριζόμενα ἀπ’ ἀλλήλων διὰ φυσικῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ ὄρη. Ἠθέλησα νὰ προτάξω τὴν σύντομον ταύτην ἱστορικὴν θεωρίαν τῆς συζητήσεως, ἥτις θέλει ἔλθει προσεχῶς εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως σᾶς εἴπω, ὅτι τὸ θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου θέλομεν ἀσχοληθῆ, δὲν εἶναι ἐκ τῶν συνήθων. Δὲν πρόκειται περὶ περιπτώσεως ἀφορώσης εἰς νομοθέτημα ἐφήμερον, μὴ θίγον αὐτὰς τὰς βάσεις τοῦ πολιτικοῦ βίου, ἀλλὰ πρόκειται περὶ νομοθετήματος, διὰ τοῦ ὁποίου κατηργήθη, ὡς εἴπομεν, ἡ βάσις τοῦ πολιτικοῦ βίου τοῦ τόπου, ἀνετράπη ἡ ἱστορικὴ αὐτοῦ παράδοσις, καὶ περὶ τούτου ἔχω τὴν στερεὰν πεποίθησιν, ὅτι εἴμεθα πάντες σύμφωνοι, καὶ διὰ τοῦτο, ἐὰν μὴ εἰς τὴν παροῦσαν Σύνοδον, ἀλλὰ βεβαίως προσεχῶς, σεῖς αὐτοὶ θέλετε συντελέσει εἰς τὴν ἀνατροπὴν καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον πράγματι ἀνέτρεψε τὸ ἱστορικὸν καὶ γεωγραφικὸν καθεστὸς τῆς Ἑλλάδος, τὸ καθιερωθὲν διὰ τόσων ἐνδόξων παραδόσεων. Καὶ σεῖς, κύριε συνάδελφε, ὁ ὁποῖος μοὶ κάμνετε νεῦμα ἀρνητικὸν, καὶ σεῖς ἔχετε οἰκογενειακὴν ἱστορίαν εὐγενεστάτην, ἥτις στηρίζει πάντα, ὅσα εἶπον. Καὶ σεῖς βεβαίως δὲν ἐννοεῖτε ν’ ἀφήσητε τὴν κατάστασιν τῆς ἐπαρχίας σας καὶ τοῦ οἴκου σας ἐν συγχύσει, ἡ ὁποία εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ. Δὲν λέγω, ὅτι τὰ ἐκλογικὰ ἀποτελέσματα τῆς εὐρείας περιφερείας ὑπῆρξαν κακὰ, ἀλλὰ κατὰ τί ὑπῆρξαν διάφορα τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς στενῆς περιφερείας; Μήπως οἱ περισσότεροι ἐξ ὑμῶν δὲν ἦσθε καὶ πρότερον Βουλευταί; Μήπως ἡμεῖς, ὅσοι τὸ πρῶτον ἐξελέγημεν Βουλευταὶ, δυνάμεθα νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι εἴμεθα καλλίτεροι ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξελέγοντο ἐκ τῆς στενῆς περιφερείας; Οὐδεὶς λοιπὸν δύναται νὰ ὑπάρξῃ λόγος, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ στηριχθῇ ἡ κατάργησις τῆς στενῆς περιφερείας.

§58ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Τὸ κατεπεῖγον ἐπιβάλλεται. Λόγοι σεβασμοῦ πρὸς τὸ Σύνταγμα, πρὸς τὸ Στέμμα, πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς, πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς μας, μᾶς δεσμεύουσι καὶ μᾶς ἐμποδίζουσιν ἀπὸ τοῦ νὰ προβῶμεν εἰς πᾶσαν ἄλλην ἐργασίαν, εὐθὺς ὡς ὑπεβλήθη πρότασις ἀντισυνταγματικότητος, καὶ ἀντισυνταγματικότητος οὐχὶ κοινῆς, ὡς φερ’ εἰπεῖν ἡ ἀντισυνταγματικότης τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ νόμου περὶ οἰνοπνευμάτων, ὃν προχθὲς ἐψηφίσαμεν, ἀλλ’ ἀντισυνταγματικότητος ἀφορώσης εἰς τὴν συγκρότησιν αὐτὴν τοῦ Κοινοβουλίου, τοῦ μόνου μεγάλου πολιτικοῦ σώματος, τοῦ ἀντιπροσωπεύοντος τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν, οὗτινος τὸ κῦρος διασαλεύεται, ἐπὶ βλάβῃ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς, διὰ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως. Ἐκτὸς τοῦ γραπτοῦ δικαίου ὑπάρχουσι τὰ κοινοβουλευτικὰ ἄγραφα νόμιμα, τὸ ἄγραφον κοινοβουλευτικὸν δίκαιον, τὸ ὁποῖον ῥυθμίζει καὶ καθορίζει τὰ δικαιώματα καὶ καθήκοντα τοῦ Κοινοβουλίου ἐκεῖ, ὅπου ῥητὸς νόμος δὲν ὑπάρχει. Νόμος, ὅστις νὰ διατάσσῃ, ὅτι πᾶσα πρότασις, ἀφορῶσα εἰς ἀντισυνταγματικότητα, συζητεῖται κατὰ προτίμησιν πάσης ἄλλης, δὲν ὑπάρχει. Καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ ποτὲ ὁ νομοθέτης παραβίασιν τοῦ Συντάγματος παρὰ τῆς Βουλῆς αὐτῆς; Παρὰ τῶν Ὑπουργῶν ἠδύνατο νὰ τὸ ὑποθέσῃ, ἀλλ’ ἐκεῖνοι εἶναι ὑπεύθυνοι καὶ τιμωρητέοι. Δι’ αὐτοὺς ὑπάρχει ὁ νόμος. Ἀλλὰ διὰ τὴν Βουλὴν δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποθέσῃ ποτὲ ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις, ὅτι ἤθελον εὑρεθῆ Βουλή, νὰ παραβιάσῃ ἀσυστόλως τὸ Σύνταγμα. Διὰ τοῦτο ἠρκέσθη μόνον εἰς τὴν τελευταίαν διάταξιν, καθ’ ἣν «Τὸ παρὸν Σύνταγμα ἀφιεροῦται εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων.» Ἀλλὰ καὶ τὸ Στέμμα ἐνδιαφέρεται, νὰ ἔχῃ κῦρος καὶ αὐθεντίαν ἡ ἀντιμέτωπος αὐτῷ ἐξουσία. Τὸ Στέμμα συμπράττει μετὰ τῆς Βουλῆς εἰς τὴν κυβέρνησιν τῆς χώρας. Ἡ σύμπραξις δ’ αὕτη προϋποθέτει τὴν συμφώνως πρὸς τὰ μεταξὺ τοῦ Στέμματος καὶ τοῦ Ἔθνους συμβληθέντα λειτουργίαν τῆς πολιτειακῆς μηχανῆς. Ἄρα πᾶσα σύμπραξις μετὰ τῆς Βουλῆς, μὴ ἀποῤῥεούσης ἐκ τοῦ Συντάγματος, θεωρεῖται καὶ εἶναι παραβίασις τῶν ὅρων τοῦ Συμβολαίου. Καὶ οὐ μόνον ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τὸ Στέμμα εἴμεθα δεσμευμένοι νὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ χάριν ἡμῶν αὐτῶν καὶ τοῦ κύρους τῆς Κυβερνήσεως ὀφείλομεν νὰ τὸ πράξωμεν. Ἡδύνατό τις ν’ ἀντείπῃ, ὅτι: ἐπὶ τρία ἔτη ἡ Βουλὴ συνεδριάζει, καὶ τώρα ἀνεκαλύφθησαν τὰ ἐλαττώματα τῆς συγκροτήσεως αὐτῆς; Εἰς τὴν παρατήρησιν ταύτην ἀπαντῶ, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἐκλογικῶν νομοσχεδίων ἐγένετο λόγος παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περὶ τῆς ἀντισυνταγματικότητος αὐτῶν, ἀλλ’ ἡ Βουλή, τῇ εἰσηγήσει τῆς Κυβερνήσεως, παρεδέχθη τὰ νομοσχέδια. Νῦν δὲ τὸ πρῶτον προβάλλεται ἐπισήμως καταγγελλία καὶ πρότασις περὶ ἀντισυνταγματικότητος· καὶ ὅταν ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅταν σύσσωμος ἡ μειονοψηφία ἀπευθύνηται πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοσοῦτον σοβαροῦ ἀντικειμένου, φρονῶ, ὅτι ἔχει ἡ Βουλὴ καθῆκον νὰ σταματήσῃ πᾶσαν ἄλλην ἐργασίαν, καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔρευναν τῆς προτάσεως, εἴτε ἀποδεχομένη, εἴτε ἀποῤῥίπτουσα αὐτήν. Ἀλλ’ ἡ πρότασις εἶναι καὶ μομφή τις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἀντισυνταγματικοὺς νόμους εἰσηγήσατο καὶ ἥτις δὲν ἀπαλλάσσεται τῆς εὐθύνης διότι οὗτοι ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Τὸ κῦρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς κοινῆς γνώμης ἐπιβάλλει τὴν ἄμεσον συζήτησιν. Εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ τὴν Κυβέρνησιν ἡ αὐθαιρεσία καὶ ἡ παραβίασις τοῦ Συντάγματος. Καὶ αὐτὴ ἔχει συμφέρον νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ ταχύτερον. Ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ λόγοι οὐσιαστικοὶ, ὅπως προτιμηθῇ ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως τοῦ ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Τίνα τ’ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως; Ἐκτὸς τῶν ὑπ’ ἀριθ. 1, 15, 18 καὶ 31, πάντα τὰ λοιπὰ δὲν εἶναι ποσῶς κατεπείγοντα, ἄλλα μὲν τούτων εἶναι ῥουσφετολογικὰ, ἄλλα ὀργανιστικὰ τῆς ὑπηρεσίας, καί τινα περὶ βελτιώσεως δικονομικῶν τινων διατάξεων· ταῦτα δὲ πάντα, ἄνευ βλάβης τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, δύνανται ν’ ἀναβληθῶσιν ἐπί τινας ἡμέρας. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν ἀνεγράφη εἰσέτι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Θὰ παρέλθῃ δὲ καὶ ἑβδομὰς ἑωσοῦ ἐγγραφῇ. Καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὅμως, ὡς κατήντησεν οὗτος ἐπ’ ἐσχάτων, ἄνευ ἀξίας, εἰκονικὸς δὲ καὶ ἀνακριβής, παραγεμιζόμενος διὰ τῶν πολυπληθῶν ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων, καὶ αὐτοῦ λέγω τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὀφείλομεν νὰ προτάξωμεν τὴν συζήτησιν ταύτην. Ἐρωτῶ λοιπὸν ἤδη, δύναται νὰ ὑπάρξῃ δισταγμὸς, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα εἶναι πάντων τῶν ἄλλων προτιμητέον; Ἡ κοινὴ γνώμη, οἱ ἐκλογεῖς μας, ὁ τόπος ἀξιοῖ νὰ λυθῇ τέλος πάντων τὸ ζήτημα τοῦτο, εἴτε οὕτως εἴτε ἄλλως. Τίς ἡ ἀνάγκη λοιπὸν τῆς ἀναβολῆς; Δὲν ἀξίζει τὸ ζήτημα τὸν κόπον νὰ καταναλώσωμεν εἰς αὐτὸ μίαν ἢ δύο συνεδριάσεις; Πῶς θὰ δικαιολογηθῶμεν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μας, ψηφίζοντες τὴν ἀναβολήν: Δὲν ἐννοοῦσι, νομίζετε, ἐκεῖνοι, ὅτι ἀναβολὴ θὰ εἴπῃ ἀπόῤῥιψις; Ἀναλογίζεσθε ὅμως καλῶς, τί πρόκειται ν’ ἀποῤῥίψητε; Πρόκειται ν’ ἀποῤῥίψητε τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν ἐπαρχιῶν. Αἱ ἐπαρχίαι, σκληρὰν λαβοῦσαι πεῖραν τοῦ καθιερωθέντος συστήματος, ὑποδουλωθεῖσαι, ζητοῦν παρ’ ἡμῶν, οἵτινες εἴμεθα οἱ φυσικοὶ αὐτῶν προστάται, ν’ ἀποδώσωμεν αὐταῖς τὰ δολίως ἀφαιρεθέντα πολιτικὰ αὐτῶν δίκαια. Θὰ διστάσωμεν νὰ τὸ πράξωμεν; Θὰ τολμήσωμεν, διδομένης ἤδη τῆς εὐκαιρίας, ν’ ἀφήσωμεν πάλιν τοὺς συμπολίτας μας ὑπὸ τὸν ἀφόρητον ζυγὸν τῆς εὐρείας περιφερείας; Οὐδὲν δύναται νὰ μᾶς δικαιολογήσῃ, οὐδὲν ἀπολύτως, ἄλλως σκεπτομένους. Δὲν θέλω, οὔτε δύναμαι νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας καὶ εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν συζήτησιν τοῦ ζητήματος τῆς εὐρείας ἢ στενῆς περιφερείας, διότι δὲν πρόκειται σήμερον περὶ τούτου. Σήμερον ζητοῦμεν ἁπλῶς τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ ὠφείλαμεν νὰ ἐκθέσωμεν ἐν συνόψει τοὺς λόγους τῆς τοιαύτης προτιμήσεως. Γνωρίζω τὰ ἐπιχειρήματα τῶν θαυμαστῶν τῆς εὐρείας. Κυρίως προέβαλον τὴν μονιμότητα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν ἐμπέδωσιν ἀρχῶν, ὡς τὰ ἄριστα τῆς εὐρείας ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι τὰ ὑποβληθέντα ἐπιχειρήματα περὶ μονιμότητος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ περὶ συστηματοποιήσεως ἀρχῶν, εἰσὶν ἕωλα. Δὲν ἐνδιαφέρεται ὁ τόπος περὶ τῆς μονιμότητος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ περὶ ἀγαθῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως ἡ μονιμότης εἶναι ἓν ἀγαθόν. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο καὶ μόνον. Διὰ τοῦτο τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καθιερώθη ἐν ταῖς νεωτέραις πολιτείαις ὡς μέσον ἀπαλλαγῆς ἀπὸ Κυβερνήσεως μὴ ἀγαθῆς, ἄνευ κοινωνικῶν κλονισμῶν. Ὁ τόπος ἐννοεῖ νὰ διοικῆται διὰ τοῦ τόπου, ἀλλ’ ὅπως κατήντησε παρ’ ἡμῖν τὸ πολίτευμα, ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τῆς εὐρείας, ἐφθάσαμεν εἰς τὴν ὀλιγαρχίαν, ἥτις ὀλίγον διαφέρει τῆς τυραννίδος, ἐφθάσαμεν κατ’ οὐσίαν εἰς τὸν δεσποτισμόν. Ἀρχαὶ πολιτειακαὶ δὲν μᾶς χωρίζουσι. Πάντες ἐσμὲν συνταγματικοὶ πολῖται. Διαφέρει μόνον τὸ πρόγραμμα ὑμῶν καὶ ἡμῶν περὶ τοῦ τρόπου τοῦ κατὰ Σύνταγμα κυβερνᾷν. Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν νὰ κατισχύῃ ἡ γνώμη τῶν πολλῶν. Σεῖς ἡ γνώμη τῶν ὀλίγων. Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν νὰ ὦμεν εὐλαβεῖς πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους. Σεῖς ἀδιαφορεῖτε περὶ ὅλων τούτων, καὶ νόμος ὑμῶν εἶναι ἡ αὐθαίρετος θέλησίς σας. Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν χρηστότητα ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν κοινῶν, φειδὼ περὶ τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, εἰλικρίνειαν πρὸς τοὺς πιστωτὰς ἡμῶν, καὶ φορολογίαν ἀνάλογον πρὸς τὰς δυνάμεις τοῦ τόπου. Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν ὑπερηφάνως νὰ διεξάγωμεν τὰς ἐξωτερικὰς ἡμῶν ὑποθέσεις, ἀλλὰ καὶ μετὰ συναισθήσεως τῆς θέσεως ἡμῶν, μετὰ τῆς αὐτῆς προσφερόμενοι εὐλαβείας πρὸς πάσας τὰς Μ. Δυνάμεις τῆς Εὐρώπης. Σεῖς τοὐναντίον ζῆτε διὰ τῆς σπατάλης τοῦ δημοσίου πλούτου, διὰ φορολογίας ἀδικωτάτης καὶ καταθλιπτικωτάτης, ἀνειλικρινῶς ἑκάστοτε προσφερόμενοι πρὸς τοὺς πιστωτὰς ὑμῶν. Ἐξωτερικῶς ἐξηυτελίσατε τὴν Ἑλλάδα, προσδεθέντες εἰς τὸ ἅρμα, δὲν ἠξεύρω τίνος ἰσχυροῦ. Ἀφοῦ λοιπὸν ἀρχαὶ δὲν μᾶς χωρίζουσι, τί ζητοῦμεν; Ζητοῦμεν, ὅπως ὁ τόπος δυνηθῇ τοὐλάχιστον ν’ ἀντιπροσωπευθῇ πρεπόντως, καθὰ τὸ Σύνταγμα διακελεύει, καὶ τότε ἂς ἀναλάβῃ τὴν κυβέρνησιν τῆς χώρας ἐκεῖνος, ὃν ἡ ψῆφος τῆς οὕτω νομίμως καταρτισθησομένης πλειονοψηφίας ἀναδείξῃ. Ζητοῦμεν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ σύστημα τῆς ἐκλογῆς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐθέσπισαν αἱ ἐθνικαὶ συνελεύσεις καὶ οἱ νόμοι τοῦ Κράτους.

§59ΛΕΒΙΔΗΣ. Δύο, Κύριοι, εἰσὶ τὰ αἴτια, ὧν ἕνεκα καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τυγχάνει ἐκ φύσεως κατεπεῖγον· πρῶτον μὲν αἱ ἐπικείμεναι ὁπωσδήποτε ἐκλογαί, ἔπειτα δὲ ἡ ἀντισυνταγματικότης τῶν ψηφισθέντων καὶ λειτουργούντων νόμων, ἣν ἡ πτέρυξ αὕτη (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς προέβαλεν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου. Πλησιαζουσῶν δὲ τῶν γενικῶν ἐκλογῶν, καθῆκον ἔχει ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἀμυνθῇ πάσῃ δυνάμει κατὰ τῶν νόμων τούτων, διότι παρέστη θεατὴς ἔκπληκτος τῶν συμβάντων κατὰ τὰς γενικὰς ἐκλογὰς τῆς 4 Ἰανουαρίου 1887 ἔτους. Ὑπὸ τὴν λειτουργίαν τοῦ καθεστῶτος νόμου αἱ τοπικαὶ ἐπιῤῥοαὶ ἐκινδύνευσαν νὰ ἐξαλειφθῶσιν ἀπέναντι τῆς αὐθαιρέτου καὶ αὐταρχικῆς θελήσεως τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἂν αἱ τοπικαὶ ἐπιῤῥοαὶ ἐξηλείφοντο, ἴσως τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ἡ ὀλιγωτέρα ζημία! Ἀλλ’ ἐκινδύνευσαν νὰ ἐκμηδενισθῶσιν αὐτοὶ οἱ χαρακτῆρες τῶν ἀνδρῶν τοῦ τόπου, καὶ ἔσπευσαν οἱ πολιτευταί, οὐχὶ ἐκ πολιτικῶν πεποιθήσεων, ἀλλ’ ἔντρομοι ἐκ τῆς εὐρείας περιφερείας ὄντες, πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ τὰ γραφεῖα αὐτοῦ, ἵνα λάβωσι τὸ χρῖσμα τῆς ὑπουργικῆς ὑποψηφιότητος, ὀῤῥωδοῦντες πρὸ τῶν τότε μελλουσῶν ἐκλογῶν. Ἔπρεπε νὰ ἀγωνισθῆτε, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὑπὸ τὰς σημαίας, ὑφ’ ἃς ἡμεῖς ἔσχομεν τὸ θάῤῥος καὶ τὴν φιλοτιμίαν νὰ ἀγωνισθῶμεν, οὐχὶ συνοδευόμενοι ὑπὸ τῶν παροχῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀνήκοντες ἁπλῶς εἰς τὰς ἰδέας ἡμῶν, ἵνα ἴδητε ὁποῖον σθένος ἀληθῶς καὶ ὁποία δύναμις ψυχικὴ ἀπῃτεῖτο, ἵνα κατέλθῃ τις εἰς τοσοῦτον ἄνισον ἀγῶνα. Καθῆκον ἔχομεν νὰ προστατεύσωμεν τὰς ἰδέας, εἰς ἃς ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκωμεν, καθῆκον ἔχομεν νὰ προστατεύσωμεν τὸ φρόνημα ἐκείνων, οἵτινες ποιοῦσιν ἡμῖν τὴν τιμὴν ν’ ἀκολουθῶσι τὰς ἰδέας ἡμῶν ταύτας. Καὶ ἰδοὺ ὁ ἕτερος τῶν λόγων, ὧν ἕνεκα ἐσμὲν ὑπόχρεοι νὰ θεωρήσωμεν, ὡς καὶ πραγματικῶς ἔχει, τὴν πρότασιν ταύτην κατεπείγουσαν. Εἶπον, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ πλησιάζουσι, διότι οὐδαμῶς δύναται νὰ συζητηθῇ, ὅτι ἡ παροῦσα Σύνοδος εἶναι ἡ τελευταία τακτικὴ τῆς παρούσης Περιόδου. Εἶπον, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ πλησιάζουσι, διότι ἐγὼ δὲν ἀνήκω εἰς τὴν τάξιν ἐκείνων, οἵτινες πρεσβεύουσιν, ὅτι ἐν συνταγματικῇ καὶ ἐλευθέρᾳ πολιτείᾳ αἱ πλειονοψηφίαι εἰσὶ δοῦλαι, ὑπόχρεοι πάντοτε νὰ ὦσιν ἀκλόνητοι. Εἶδον, ὅτι εὑρέθησαν ἄνδρες, πάσης τιμῆς ἄξιοι, οἵτινες ἐπὶ τέλους ἐνόησαν, ὅτι ὤφειλον νὰ καταλείψωσι τὰς τάξεις ὑμῶν, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἐγγυηθῇ, ὅτι τὸ συμβαῖνον σήμερον θέλει συμβῇ καὶ μετ’ ὀλίγον, ὅτι τὸ συμβαῖνον σήμερον, ἡ πλειονοψηφία, θέλει εἶσθαι πάντοτε ὅμοιον καὶ τὸ αὐτό. Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι τὸ κατεπεῖγον ἐπιβάλλεται καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς ἀντισυνταγματικότητος τῶν ὑφισταμένων νόμων, ἣν ἡμεῖς οὐχὶ ταύτην πρώτην φορὰν προβάλλομεν, ἀλλ’ εὐθὺς ὡς τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἤχθησαν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ἡμεῖς ἐναντίον αὐτῶν ἐξανέστημεν, καὶ ἐζητήσαμεν τὴν παραπομπὴν εἰς Ἐπιτροπήν, ἵνα προεξελεγχθῶσι, τούτῳ ἰδίως τῷ λόγῳ, διότι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐνοήσαμεν μὲν τὸν σκοπὸν αὐτῶν, ἐδηλώσαμεν δὲ τὴν ἀντισυνταγματικότητα αὐτῶν. Ὑμεῖς τότε τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἤτοι τοὺς καθεστῶτας τούτους νόμους, ἐθεωρεῖτε ὡς ἐκ φύσεως ἐπείγοντας, καὶ ἡμεῖς λοιπὸν τὴν ἄρνησιν τῶν νόμων τούτων ἐκ φύσεως ἐννοοῦμεν κατεπείγουσαν. Πρόφασις εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιψηφίσεως δῆθεν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγε πρὸ ὀλίγου· ἀλλὰ καὶ πρόφασις ἂν δὲν ἦναι, ἡμεῖς οὐδαμῶς ἐσμὲν ὑπόχρεοι νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν ἔνστασιν ὑμῶν ταύτην, ἤτοι τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ λέγων ἡμεῖς, δὲν ἐννοῶ μόνον τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), ἀλλὰ καὶ τὸ μέγα μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅπερ πρὸ πολλοῦ πλέον ἀδιαφορεῖ περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑμῶν· ἐννοῶ τὸ μέγα μέρος τῆς χώρας, ἥτις ἀδιαφορεῖ πλέον περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑμῶν, καὶ ἐνδιαφέρεται μόνον νὰ μάθῃ, ἂν λειτουργῇ καὶ θέλῃ λειτουργεῖ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἐν τῇ χώρᾳ. Τί πρὸς αὐτοὺς, ἂν καταβάλλωσιν 90 ἢ 100 ἑκατομμύρια; Μικρὰ εἶναι ἡ διαφορά. Τί πλέον πρὸς αὐτοὺς, τί γίνονται τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα, ὅταν δὲν ἀπέχῃ πολὺ ἡ στιγμή, ἀφ’ ἧς αὐθαίρετος καὶ τυραννικὴ Κυβέρνησις θέλει φορολογεῖ αὐτοὺς δι’ ὅσων θέλει ἑκατομμυρίων ἀνεξελέγκτως; Καὶ ἐγένετο ἔναρξις τοῦ πραξικοπήματος διὰ τοῦ νόμου, ὃν χθὲς τὴν ἑσπέραν ἠνάγκασαν ὑμᾶς νὰ ψηφίσητε. Ἤδη πρὸ πολλοῦ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐνόησε τὰς κρυφίας ὑμῶν τάσεις, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι αἱ τάσεις ὑμῶν αὗται ἐπέτυχον, διότι δὲν ἤλθετε ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου εὐθαρσῶς νὰ ζητήσητε διὰ πραξικοπήματος τὴν κατάλυσιν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον, λαθραίως καὶ κρυφίως, ἐν νυξὶν ἐσείσατε τοσούτους ἀκρογωνιαίους λίθους τοῦ συνταγματικοῦ οἰκοδομήματος, ὥστε ἀσφαλῶς δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι συνταγματικὸν πολίτευμα ἐν τῇ ὁλομερείᾳ αὐτοῦ βεβαίως δὲν ὑφίσταται. Περὶ τούτων λοιπὸν καὶ μόνον ἐνδιαφέρεται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, εἰς οὗ τὰς τάξεις ἀνήκομεν καὶ ὃν ἐνταῦθα ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ἀντιπροσωπεύομεν. Περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑμῶν πολὺ ὀλίγον ἐνδιαφέρεται, ἢ μᾶλλον ἀδιαφορεῖ, διότι ἀνέκαθεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπίστευεν, ὅτι δεύτερον εἶναι καὶ τὸ ζήτημα τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τὰ παρόμοια αὐτῷ θέματα· καὶ τὸ ζήτημα τὸ πρῶτον, τὸ προέχον, εἶναι ἡ διατήρησις τοῦ καθεστῶτος πολιτεύματος, ὑπὲρ ἧς καὶ αἵματα ἔχυσε καὶ ἀγῶνας πολλοὺς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κατέβαλεν. Ἔχομεν ἀνάγκην κατεπειγόντως νὰ συζητήσωμεν τὴν πρότασιν τοῦ ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περὶ μεταβολῆς τῶν καθεστώτων ἀντισυνταγματικῶν νόμων, διότι οἱ ἐκλογικοὶ οὗτοι νόμοι δὲν ἐγένοντο νόμοι τοῦ Κράτους ἐν ἐλευθέρᾳ θελήσει τοῦ Κοινοβουλίου, ἐν ἐλευθέρᾳ θελήσει τοῦ Ἔθνους· ἀφηρπάγησαν ἀπὸ τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ ὁ ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας καὶ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου τότε εἶχε παρασκευάσει οὕτω τὰ πράγματα τῆς πατρίδος, ὥστε νὰ δύνανται καὶ τοιοῦτοι νόμοι νὰ ἀφαρπάζωνται. Οἱ ἀντισυνταγματικοὶ οὗτοι νόμοι οὐ μόνον δὲν εἶχον ὡριμάσει διὰ συζητήσεων ἐν τῇ ἑλληνικῇ κοινωνίᾳ, ἀλλὰ καὶ ἐθεωρήθησαν πρωτοφανεῖς καὶ πρωτάκουστοι, καὶ εὐθὺς ἀμέσως ἐξηγέρθη κατ’ αὐτῶν ἡ νοήμων κοινὴ γνώμη. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι διάσημος συγγραφεὺς ἔγραφεν (ἀναγινώσκει): «Ἀγαθοὶ θεσμοὶ, ἤτοι ἀντέχοντες εἰς τὴν ἐφαρμογὴν καὶ κοινῶς εἰπεῖν εὔχρηστοι, δὲν εἶναι οἱ ἐξερχόμενοι ἄρτιοι ἐκ τῆς κεφαλῆς τοῦ φιλοσόφου, τοῦ πολιτευτοῦ καὶ τῶν Συνελεύσεων. Εἰσὶν οἱ διὰ τοῦ χρόνου ὡριμάσαντες, βραδέως τελειοποιηθέντες, ἔργα μᾶλλον τοῦ φυσικοῦ ῥοῦ τῶν πραγμάτων, τῆς φορᾶς τῶν γεγονότων καὶ τῆς συνδρομῆς τῶν περιστάσεων, ἢ τῆς διανοίας καὶ τοῦ λόγου.» Ἀλλ’ ὅτε ἔγραφε ταῦτα ὁ περικλῆς Beaulieu ἐν τῷ συγγράμματι αὐτοῦ «περὶ τοπικῆς διοικήσεως ἐν Γαλλίᾳ καὶ Ἀγγλίᾳ», δὲν εἶχε βεβαίως, ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐδύνατο νὰ εὑρεθῇ Κυβέρνησις Κράτους, ἐκμεταλλευομένη τὴν ψυχικὴν κατάστασιν τοῦ ἔθνους, ὅπερ ἐκυβέρνα, ἄνευ προμελέτης τινὸς, ἄνευ κἂν προεισηγητικῆς ἐκθέσεως, ὅτι ἤθελεν εὑρεθῇ Κυβέρνησις ἐν ἐκείνῃ τῇ ὀδυνηρᾷ διὰ τὸ ἔθνος στιγμῇ, νὰ ἁρπάσῃ τοὺς καθεστῶτας ἀντισυνταγματικὸς νόμους. Πολλὰ ἄρα εἰσὶ τὰ αἴτια τοῦ κατεπείγοντος. Εἰσὶν αἱ γενικαὶ ἐκλογαὶ τῆς 4 Ἰανουαρίου 1887 ἔτους, ἃς ἀρκούντως νομίζω, ὅτι καὶ ἄλλοι συνάδελφοι καὶ ἐγὼ ἐχαρακτηρίσαμεν, εἰσὶν αἱ τοσαῦται μερικαὶ ἐκλογαὶ, αἱ λαβοῦσαι ἔκτοτε χώραν μέχρι σήμερον, καθ’ ἃς, ὡς ἐκ τῆς εὐρείας ταύτης περιφερείας, καὶ τὸ Κράτος κατὰ μέγα μέρος ἐγένετο ἀνάστατον, καὶ οἱ συνταγματικοὶ θεσμοὶ ἠκυροῦντο καὶ ἐνοθεύοντο. Τυγχάνει λόγος τοῦ κατεπείγοντος ἡ ἀντισυνταγματικότης τῶν καθεστώτων νόμων, εἶναι λόγος τοῦ κατεπείγοντος ὁ τρόπος τῆς ψηφίσεως τῶν νόμων τούτων, ψηφισθέντων οὐχὶ ἐν ἐλευθέρᾳ συνειδήσει, οὐχὶ ὡς δέον νὰ ψηφίζωνται οἱ σοβαροὶ καὶ μεγάλοι νόμοι τῶν ἐθνῶν, ἀλλὰ καθ’ ἣν ἐποχὴν οἱ ἐχθρικοὶ στόλοι ἀπέκλειον τὴν Ἑλλάδα. Εἶπον, ὅτι οἱ ἐκλογικοὶ οὗτοι νόμοι τυγχάνουσιν ἀντισυνταγματικοί· καίτοι δὲ ἱκανὰ περὶ τούτου ἄλλοτε ἐλέχθησαν, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀνάγκη εἶναι ἀκόμη ἅπαξ νὰ ἀκούσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὁποῖοι νόμοι λειτουργοῦσιν ἐν τῷ μέσῳ αὐτοῦ, πρὸς ἔκφρασιν τῆς ἐλευθέρας αὐτοῦ κατὰ τὰς ἐκλογὰς βουλήσεως. Καὶ κατὰ πρῶτον μὲν, Κύριοι, διὰ συντομωτάτου ἄρθρου μετέβαλον τὸν πληθυσμὸν τῶν κατοίκων εἰς πληθυσμὸν ἐκλογέων! Προσεπαθήσαμεν τότε, ὑπεραμυνόμενοι τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος, νὰ ἐμποδίσωμεν τὸν ἡγέτην τῆς πλειονοψηφίας ἀπὸ τοιούτου ἀληθοῦς πραξικοπήματος κατὰ τῶν θεσμῶν τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἡ κατάστασις καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς κοινωνίας ἦτο τοιαύτη, ὥστε ἀληθῶς ἀγὼν ὑπεράνθρωπος ἐτύγχανε, τὸ νὰ δύνηταί τις καὶ ἁπλῶς νὰ ἵσταται ἐπὶ τοῦ βήματος. Ἐλέγομεν πρὸς τὸν ἡγέτην τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι ἡ μεταβολὴ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν κατοίκων εἰς πληθυσμὸν ἐκλογέων εἶναι ἀντισυνταγματικὴ, ἀντιβαίνει εἰς αὐτὸ τὸ καθαρὸν πνεῦμα τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ὁ ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας καὶ οἱ ἀξιότιμοι ὀπαδοὶ αὐτοῦ εἰς οὐδὲν ταῦτα ἐλογίζοντο. Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, ὅταν τὸ Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 68 λέγῃ, ὅτι: «ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν ἑκάστης ἐπαρχίας προσδιορίζεται ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῆς»; τί ἆρά γε ἐνόει; Ἐνόει ἆρά γε τοῦτο, ὅπερ σήμερον ὑφίσταται, τὸν πληθυσμὸν τῶν ἐκλογέων, ἢ ἐνόει αὐτὸν τὸν πληθυσμὸν τῶν κατοίκων; Καὶ ἂν τὸ Σύνταγμα ἐνόει καὶ ἐννοῇ τὸν πληθυσμὸν τῶν κατοίκων, δὲν εἶναι ἆρά γε ἀντισυνταγματικὴ ἡ διάταξις τῶν καθεστώτων ἐκλογικῶν νόμων, καθ’ οὓς σήμερον πλέον ἡ ἀναλογία τῶν Βουλευτῶν δὲν γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κατοίκων, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων; Τί ἔλεγε, παρακαλῶ, ὁ πρῶτον ψηφισθεὶς ἐκλογικὸς νόμος ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1864 ἔτους; Ὁ νόμος ἐκεῖνος ἔλεγεν, ὅτι πρὸς ὁρισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὁ πληθυσμὸς τῶν δημοτῶν. Ἵνα εὕρωμεν λοιπὸν, τί ἐνόει τὸ Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 68 διὰ τῆς λέξεως τοῦ πληθυσμοῦ, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ψηφίσασαν τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν ἐκλογικὸν νόμον Συνέλευσιν. Ἠγέρθη τότε συζήτησις περὶ αὐτοῦ καὶ ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις ἀπεφάνθη (ἀναγινώσκει): «ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πληθυσμὸν ἐννοοῦμεν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἀποτελοῦν οἱ δημόται, ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδιὰ ἐν γένει τοῦ δήμου.— ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἐπιψηφισθέντος πρώτου ἄρθρου τοῦ περὶ ἐκλογῆς τῶν Βουλευτῶν νόμου θεωροῦνται ὡς ἀποτελοῦντες τὸν πλυθυσμὸν οἱ δημόται καὶ αἱ οἰκογένειαι αὐτῶν, γυναῖκες καὶ παιδία, ἐκεῖνοι νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται σχεδὸν πάντες). Παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ 2 ἄρθρον, (Ἐπίσημος Ἐφημερὶς τῆς Συνελεύσεως. Τόμ. Ϛʹ σ. 849). Ὅτε ἄρα ἡ Συνέλευσις τοῦ 1864 ἔτους ἐψήφιζε τὸν περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν νόμον, λέγουσα πληθυσμὸν, δὲν ἐνόει τοὺς ἐκλογεῖς παντάπασιν, ἀλλὰ τοὺς δημότας, καὶ τοὺς δημότας οὐχὶ μόνον τοὺς ἐγγεγραμμένους ἐν τοῖς ἐκλογικοῖς καταλόγοις, ἀλλὰ αὐτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας αὐτῶν, γυναῖκας καὶ παῖδας, ὅλον τὸν πληθυσμὸν τῶν δήμων, καὶ ἑπομένως τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας. Ψηφίζουσα δὲ ἡ Συνέλευσις τοῦ 1864 ἔτους τὸν ἐκλογικὸν νόμον, βεβαίως εἶχεν ὑπ’ ὄψιν αὑτῆς τὸν πρότερον ἰσχύσαντα ἐκλογικὸν νόμον, ἀπὸ τοῦ 1843 μέχρι τοῦ 1864 ἔτους. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον πάλιν βάσις τῆς ἀναλογίας δὲν ἦτο ὁ πληθυσμὸς τῶν ἐκλογέων, ἀλλ’ ὁ τῶν δημοτῶν, τουτέστι τῶν κατοίκων. Καὶ ἡ Συνέλευσις πάλιν τοῦ 1843 ἔτους, ψηφίζουσα τὸν ἐκλογικὸν νόμον, εἶχεν ὑπ’ ὄψιν αὑτῆς πάντας τοὺς προτέρους ἐκλογικοὺς νόμους, οὓς εἶχον ψηφίσει αἱ μεγάλαι ἐθνικαὶ συνελεύσεις τοῦ ἀγῶνος. Ἀλλὰ καὶ ὅταν κατὰ τὸν Ἱερὸν ἡμῶν ἀγῶνα ἐψηφίσθησαν ἐκλογικοὶ νόμοι, αἱ Συνελεύσεις ἐκεῖναι πάντοτε εἶχον ὑπ’ ὄψει τὸν πληθυσμὸν τῶν κατοίκων, καὶ διὰ τοῦτο εὑρίσκομεν ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν 17 τοῦ «Κώδικος τῶν νόμων» διακήρυξιν τῆς Προσωρινῆς Διοικήσεως τῆς Ἑλλάδος τῆς 9 Νοεμβρίου 1822, ἐξ Ἑρμιόνης, καθ’ ἣν (ἄρθρον 3): «Ἑκάστη ἐπαρχία, ἔχουσα ἀριθμὸν κατοίκων ἥττονα τῶν εἴκοσι πέντε χιλιάδων, ἀνὰ ἕνα παραστάτην· καὶ μείζονα τῶν εἰκοσιπέντε, ἀνὰ δύο νὰ ἐκλέγωσι.» Τὸν νόμον τοῦτον δύνασθε νὰ εὕρητε ἐν τῇ Συλλογῇ τοῦ Μάμουκα, «τὰ κατὰ τὴν ἀναγέννησιν τῆς Ἑλλάδος», ἐν τόμῳ 3, σελ. 69. Οὐδεμία ἄρα ἀμφιβολία δύναται ν’ ἀπομείνῃ, ὅτι, ὅτε ἡ Συνέλευσις τοῦ 1864 ἔτους ἐψήφιζε τὸν ἐκλογικὸν νόμον, ἡ θέλησις αὐτῆς ἦν, νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν ὁ πληθυσμὸς τῶν κατοίκων, οὐχὶ δὲ τῶν ἐκλογέων. Πρῶτον μὲν διότι τοιαύτη εἶναι ἡ ῥητὴ ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου τούτου ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς τοῖς Συνελεύσεως, ἔπειτα δὲ διότι ἡ Συνέλευσις ἐκείνη τοῦτο εἶχεν ὑπ’ ὄψιν, οὕτω ψηφίζουσα, διότι ἀφεώρα εἰς τὰ πρότερον ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν παραδεδεγμένα, ἀφεώρα εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον, τὸν ἀπὸ τοῦ 1843 μέχρι τοῦ 1864 ἔτους ἰσχύοντα, ἀφεώρα εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς νόμους, τοὺς κατὰ τὴν μεγάλην ἡμῶν Ἐπανάστασιν ψηφισθέντας. Αὐτὴ ἄρα ἦτο ἡ καθολικὴ συνείδησις τοῦ Ἔθνους. Οὐδέποτε ἐφαντάσθησαν οἱ Ἕλληνες πολῖται ὅτι ἦν δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ποτὲ εἰσηγητὴς πλειονοψηφίας Ἑλληνικῆς Βουλῆς, ὅστις νὰ προσποιηθῇ, ὅτι πιστεύει, ὅτι μεταβάλλων τῶν πληθυσμὸν τῶν κατοίκων εἰς πληθυσμὸν ἐκλογέων, δὲν μεταβάλλει τὸ Σύνταγμα. Πάντες ἐπίστευον, ὅτι ἤθελε σταματήσει πρὸ τῆς ἀντισυνταγματικότητος τῆς διατάξεως ταύτης. Εἶναι ἄρα ἡ μεταβολὴ τῶν ἐκλογικῶν νόμων κατὰ τοῦτο ἀντίθετος πρὸς τὸ γράμμα καὶ πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος. Τυγχάνει δὲ παρήγορον τῳόντι, ὅτι εὑρέθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ προηγηθῇ τῆς Κυβερνήσεως τῆς γείτονος Ἐπικρατείας ἐν τῇ ἰδέᾳ, ὅτι διὰ τῆς οὕτω πως μεταβολῆς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν ἐδύνατο νὰ βελτιώσῃ τὰ κοινὰ πράγματα. Καὶ ἴσως τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἠθέλησε νὰ μιμηθῇ ἡ Τουρκικὴ Αὐτοκρατορία, ὅτε ἐν τῷ ἐσχάτως δημοσιευθέντι φιρμανίῳ ἠλάττωσε τὸν ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν τῆς Κρήτης, νομίζουσα, ὅτι οὕτως ἤθελε δυνηθῆ εὐχερέστερον νὰ πτοήσῃ τὸ ἐλεύθερον φρόνημα τῶν Κρητῶν. Ἀλλ’ ἀκόμη, Κύριοι, ὅταν τὸ Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 68 ὥρισε τὸν κατώτατον ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν, βεβαίως ἐμφανῶς ἐδήλωσεν, ὅτι ὁ ἀνώτατος δέον νὰ ᾖ ἀπεριόριστος. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἐγγύησις ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Ἔθνους, διότι ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις ἐφοβήθη, ὅτι ἐδύνατό ποτε νὰ εὑρεθῇ Κυβέρνησις, ἥτις καὶ κατωτέρω τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 150 νὰ φθάσῃ. Καὶ ἂν εἰς χεῖρας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὰ πράγματα εὑρίσκοντο ἄνευ τοιαύτης ῥητῆς διατάξεως, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἤθελεν ἐκλέξει ἄλλους τέσσαρας ἐξ ὑμῶν, ὡς ἐξέλεξε τοὺς τέσσαρας Ὑπουργοὺς, ἵνα, τὸ ὅλον ὀκτὼ, ἀποτελέσῃ τὸ Κοινοβούλιον τῆς Ἑλλάδος. Ὅταν τὸ ἄρθρον 68 ὁρίζῃ, τίς ἐστὶν ὁ κατώτατος ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν, καὶ ὡς τοιοῦτον τάσσῃ τοὺς 150, βεβαίως ἐξ ἀντιδιαστολῆς ἕπεται, ὅτι ὁ ἀνώτατος δέον νὰ ᾖ ἀόριστος, ποικίλλων ἐκ τῆς αὐξήσεως ἢ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ πληθυσμοῦ τῶν κατοίκων τοῦ Βασιλείου. Ὁ φραγμὸς οὗτος τοῦ ἐλαχίστου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν ἐτέθη ὡς περιφρούρησις τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Ἔθνους ἀπέναντι Κυβερνήσεως αὐθαιρέτου καὶ Μοναρχίας ἐπιόρκου. Διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐν τοῖς ἔθνεσι νὰ εὑρεθῶσι καὶ μονάρχαι ἐπίορκοι. Τὴν μεγίστην λοιπὸν καὶ τιμιωτάτην τῶν ἐγγυήσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος περὶ τοῦ ἀορίστου τοῦ ἀνωτάτου ἀριθμοῦ ἦλθεν ἐν στιγμῇ ψυχολογικῆς παραφορᾶς τοῦ Ἔθνους, καθ’ ἣν δὲν εἶχε τὸ Ἔθνος ἐλευθέραν οὔτε τὴν διάνοιαν οὔτε τὴν ψυχὴν, ἦλθε λέγω νὰ ἁρπάσῃ ἀπὸ τῆς Βουλῆς διὰ τοῦ τρόπου ἐκείνου, ὃν ἐνθυμεῖσθε. Ἐπέμεινα, Κύριοι, εἰς τοῦτο, διότι ἀνήκω εἰς τὴν τάξιν τῶν φρονούντων, ὅτι, ὅσον εἶναι ἐγγύησις ἡ στενὴ ἐκλογικὴ περιφέρεια ἐν τῷ Κράτει ἡμῶν, τοσοῦτον εἶναι ἐγγύησις ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν ἡμῶν καὶ ὁ ἀόριστος ἀριθμὸς τῶν ἀποτελούντων τὴν ἀνωτάτην δύναμιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου Βουλευτῶν. Ἐπέμεινα εἰς τοῦτο, διότι διεῖδον πρὸ πολλοῦ καὶ διαβλέπω τὰς κρυφίας καὶ ἐνόχους τάσεις τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θέλει ὑπάρχει εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν χρόνος, ἵνα καταγίνηται εἰς σοφίσματα, ὅπως ἐξυπνήσωμεν πρωΐαν τινὰ, ἴσως μετ’ ὀλίγον, καὶ ἴδωμεν, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτακτικὴ συνταγματικὴ διάταξις ὁ ἀριθμὸς τῶν 150, ἀλλ’ ὅτι δύναται νὰ περιορισθῇ καὶ μέχρι τεσσάρων, ἵνα ἀποτελέσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς Κοινοβούλιον καὶ Κυβέρνησιν δι’ ὀκτὼ ἢ δέκα προσώπων τῆς ἰδίας αὑτοῦ ἐκλογῆς. Ἀλλ’ εἶναι, Κύριοι, ὁ νόμος ἀντισυνταγματικὸς, διότι κατηργήθη καὶ ἡ στενὴ περιφέρεια, ἡ ἐν ῥηταῖς διατάξεσι τοῦ Συντάγματος ἀναγραφομένη, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ πνεύματι αὐτοῦ καὶ ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ τόπου ὑπάρχουσα καὶ ὀφείλουσα νὰ ὑπάρχῃ. Εἶχεν ἐπικαλεσθῆ τότε ὁ ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας τὸ ἄρθρον 66 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ ὁ ἐκλογικὸς νόμος εἶναι μεταβλητὸς κατὰ τὰς λοιπὰς αὐτοῦ διατάξεις. Τὸ ἄρθρον τοῦτο λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ σύγκειται ἐκ Βουλευτῶν, ἐκλεγομένων ὑπὸ τῶν ἐχόντων δικαίωμα πρὸς τοῦτο πολιτῶν δι’ ἀμέσου, καθολικῆς καὶ μυστικῆς διὰ σφαιριδίων ψηφοφορίας, κατὰ τὸν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ταύτης ψηφισθησόμενον περὶ ἐκλογῆς νόμον, μεταβλητὸν ὄντα κατὰ τὰς λοιπὰς διατάξεις αὐτοῦ.» Καὶ βασιζόμενος ὁ ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας εἰς τὴν τελευταίαν ταύτην διάταξιν τοῦ ἄρθρου, λέγει: «ἀφοῦ λοιπὸν ὁ ἐκλογικὸς νόμος εἶναι μεταβλητὸς κατὰ τὰς λοιπὰς διατάξεις αὐτοῦ, καὶ ἀφοῦ ἐν τῷ ἄρθρῳ ἡ ἐπαρχία δὲν καθιεροῦται ὡς ἐκλογικὴ περιφέρεια, οὐδὲν ἀντισυνταγματικὸν πράττομεν, εὐρύνοντες ταύτην, καὶ ἀντικαθιστῶντες αὐτὴν διὰ τῆς νομαρχιακῆς». Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι εὐθὺς μετὰ τὸ 66 ἄρθρον ἔρχεται τὸ 67, καθ’ ὃ «οἱ Βουλευταὶ ἀντιπροσωπεύουσι τὸ Ἔθνος καὶ οὐχὶ μόνον τὴν ἐπαρχίαν, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἐκλέγονται». Οὐδὲ ἦτο ὁ νομοθέτης τοσοῦτον ἐπιλήσμων καὶ ἐπιπόλαιος, ὥστε, ἐνῷ πρὸ δύο στιγμῶν ἠδιαφόρει δῆθεν ἐν τῷ ἄρθρῳ 66 περὶ τῆς ἐπαρχίας, εὐθὺς ἀμέσως νὰ μνημονεύσῃ ταύτης. Καὶ ἐλησμόνησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ 68 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ὅπερ λέγει: «ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν ἑκάστης ἐπαρχίας προσδιορίζεται ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῆς». Ὑπῆρξε τάχα ἀμφιβολία εἰς τὸν νοῦν τῶν πατέρων τοῦ Ἔθνους, οἵτινες ἀπετέλουν τὴν μεγάλην ἐκείνην ἐθνικὴν συνέλευσιν, ἐν ᾗ τριακοσιοστὸς ἐτύγχανεν ὁ Πρωθυπουργὸς, κατὰ τὴν ἔκφρασιν μεγάλου ῥήτορος τῆς Συνελεύσεως; Ὑπῆρξεν ἆρά γε εἰς τὴν διάνοιαν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους τότε, ὅτι ἐδύνατο νὰ εὑρεθῇ Κυβέρνησις συνταγματικὴ, ἥτις νὰ κλονίσῃ τὴν καθεστῶσαν πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων τάξιν, ὥστε νὰ ἐτίθετο διάταξις ἄλλη, λέγουσα ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ μεταβολὴ τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας, ὅτι εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα ἐκλογικὴ περιφέρεια θέλει εἶσθαι ἡ ἐπαρχιακή; Ἀλλ’ ὅταν οἱ πατέρες ἡμῶν ἐκεῖνοι, ἐξ ὧν πολλοὶ ὑπάρχουσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀκόμη, ὅταν ἡ συντακτικὴ ἐκείνη Συνέλευσις διὰ τοσούτων ἐπανειλημμένων διατάξεων ὥριζε τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν, καὶ ὥριζε ταύτην ὡς περιφέρειαν ἐπαρχιακὴν, τίς λόγος καὶ τί ἐπιχείρημα δύναται νὰ λεχθῇ πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ, ὅτι δὲν εἶναι δῆθεν ἀντισυνταγματικοὶ οἱ νόμοι ἐκεῖνοι, οἵτινες τὴν ἐπαρχιακὴν περιφέρειαν μετέβαλον εἰς νομαρχιακήν; Ἀλλὰ μήπως, Κύριοι, δὲν ὑπάρχῃ καὶ ἄλλο ἄρθρον, (ὡς συστοιχία βλέπετε πυροβόλων, ἀμυνομένων ὑπὲρ τῶν θεσμῶν καὶ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου,) τὸ 70 τοῦ Συντάγματος, μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν οὗτινος οὐδεμία δύναται ν’ ἀπομείνῃ ἀμφιβολία, ὅτι οἱ ψηφισθέντες νόμοι εἰσὶν ἀντισυνταγματικοὶ, ὅτι εἰσὶ χάρτης ἄγραφος, μηδαμῶς ὑποχρεῶν ἡμᾶς εἰς τήρησιν αὐτοῦ, χάρτης κατακτηθεὶς διὰ τῆς συμπράξεως τῆς παρούσης Κυβερνήσεως μετὰ τῶν κρυφίων καὶ ἐμφανῶν ἐχθρῶν τοῦ τόπου; (ἀναγινώσκει): «Διὰ νὰ ἐκλεχθῇ τις Βουλευτὴς, ἀπαιτεῖται νὰ ἦναι πολίτης Ἕλλην, ἐκ τῆς ἐπαρχίας, παρ’ ἧς ἐκλέγεται, ἢ πρὸ δύο ἐτῶν τοὐλάχιστον ἐγκατεστημένος ἐν αὐτῇ κλπ.» Καὶ τί ἀπέναντι τῆς ῥητῆς ταύτης διατάξεως, τῆς ὁριζούσης καταφανῶς καὶ ἀριδήλως τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν, λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ συμφωνοῦντες; Τίποτε. Πειρώμενοι νὰ εὕρωσιν ἐπιχειρήματα, ἵνα ὑποστηρίξωσι τὰ νομοσχέδια αὑτῶν, κατέφυγον εἰς ἰδέας περὶ τῆς ἐξευγενίσεως δῆθεν καὶ ἐξυψώσεως τοῦ Κοινοβουλίου· καὶ ὅτε προέβαλλον εἰς αὐτὸν τὸν κείμενον νόμον, τὸ Σύνταγμα, ἔστρεφε τὴν κεφαλὴν, ὡς ὅταν προβάλληται πρὸ τοῦ ἡλίου κάτοπτρον, ἀντικρύζον εἰς τὰ ὄμματα οἱουδήποτε. Ἡ λάμψις τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος ἦτο τοσαύτη, ὥστε τὸ ἀέτειον ὄμμα τοῦ Πρωθυπουργοῦ δὲν ἐδύνατο ν’ ἀντικρύσῃ ταύτην. Καὶ ταῦτα, ἅτινα λέγω, εἶναι τοσοῦτον βέβαιον, ὅτι οὕτως ἔχουσιν, ὥστε φόβῳ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὴ φανῇ καταφανέστατα ἀντισυνταγματικὸς, ἐκόλλησεν, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νόμου περὶ μεταβολῆς τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας ἓν εἰδικὴ ἐκλογικὴ περιφέρεια, διότι ἐνόμισεν, ὅτι διὰ τῆς λέξεως εἰδικὴ καὶ διὰ τῆς λέξεως ἐκλογικὴ δύναται νὰ καλύψῃ τὴν ἀντισυνταγματικότητα τοῦ προταθέντος τότε νόμου. Καὶ μὴ δυνάμενος νὰ σωθῇ ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων, ἅτινα ἐν ταῖς τραγικαῖς καὶ λυπηραῖς ἐκείναις στιγμαῖς τοῦ Ἔθνους οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ ἐξεσφενδόνιζον κατ’ αὐτοῦ, κατέφυγεν εἰς τὰ παραδείγματα τῶν ξένων ἐθνῶν, καὶ ἐπεκαλεῖτο τότε τὰς προτάσεις τοῦ Γλάδστωνος περὶ τροποποιήσεως τῶν ἀγγλικῶν ἐκλογικῶν νόμων, καὶ ἔλεγεν, ὅτι καὶ ἐν αὐτῷ τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ δὲν ὀκνοῦσι νὰ μεταβάλλωσι συνταγματικὰς διατάξεις, τὸν νόμον περὶ ἐκλογῆς τῶν Βουλευτῶν! Ἐλησμόνησεν ὅμως, ταῦτα λέγων, πρῶτον μὲν, ὅτι ὁ Γλάδστων δεινῶς τότε ἡττᾶτο, ἔπειτα δὲ, ὅτι τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον ἀποτελεῖται ἐκ τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων, ἐκ τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων καὶ ἐκ τοῦ Βασιλέως, αἵτινες ἐξουσίαι ὁμοῦ ἀποτελοῦσι συντακτικὴν ἐξουσίαν ἐν τῷ Ἀγγλικῷ ἔθνει. Εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι, ἡ Βουλὴ νὰ ἀποκαταστήσῃ, οὕτως εἰπεῖν, ἑαυτήν· εἶναι ἀνάγκη χάριν τῆς ἱστορίας τοῦ τόπου καὶ τῆς μνήμης τῶν ἀπὸ πολλοῦ χρόνου πολιτευτῶν τῆς Ἑλλάδος ν’ ἀποκαταστήσῃ ἑαυτὴν ἡ Βουλὴ καὶ νὰ μεταβάλῃ τοὺς καθεστῶτας ἐκλογικοὺς νόμους, ἵνα μὴ πιστευθῇ ἐν τῇ ἱστορίᾳ, ὅτι εὑρέθη Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, λέγων ὅτι οἱ ἐπὶ τοσαύτας δεκάδας ἐτῶν ἀντιπροσωπεύσαντες τὴν Ἑλλάδα ἦσαν ἀποτέλεσμα ζωοκλόπων καὶ λῃστῶν, ὡς τότε οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἔλεγον, καὶ ὅτι δῆθεν ἡ ψήφισις τοιούτου νόμου ἀποτέλεσμα ἤθελεν ἔχει νὰ ἐξευγενίσῃ καὶ ἐξυψώσῃ τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ λαοῦ. Ἔχω ἐν πάσῃ τιμῇ τοὺς καθημένους εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν δεξιὰν), καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἕκαστος ἐξ αὐτῶν δύναται νὰ ἔχῃ ἐν τῷ τόπῳ καὶ μίαν εὐγενῆ ἱστορίαν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἄδικον εἶναι, ὑμεῖς ν’ ἀφήσητε ἀνεξάλειπτον τὸ στίγμα, ὅπερ εἰς τοὺς ἀδελφοὺς ὑμῶν καὶ εἰς τοὺς πατέρας καὶ εἰς τοὺς πάππους ὑμῶν ἐνεκόλαψαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἕτερος Ὑπουργὸς, μὴ ὑπάρχων σήμερον ἐν τοῖς ζῶσιν, ὅτε οὗτοι ἔλεγον, ὅτι ἡ ἱστορικὴ αἰτία τῆς μεταβολῆς τῶν καθεστώτων τότε ἐκλογικῶν νόμων κύριον λόγον εἶχε τὴν ἐξευγένισιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου καὶ τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ οὐχὶ ὑπὲρ προσώπων, ἀλλ’ ὑπὲρ ἰδεῶν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ καταργηθῶσιν οἱ ἀντισυνταγματικοὶ νόμοι, νὰ ἐπανίδωσι δὲ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας οἱ καταργηθέντες, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἄριστα κοινοβουλευτικῶς ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ἀντεπροσωπεύθη ὁ τόπος. Ὑπὸ τοὺς νόμους ἐκείνους εἴδομεν ἐκλάμψαντας ὡς εὐγενῆ μετέωρα τοὺς μεγαλειτέρους ἄνδρας τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, ὑπὸ τοὺς νόμους ἐκείνους εἴδομεν ἀληθῆ κοινοβουλευτικὸν ἀνταγωνισμὸν, ὑπὸ τοὺς νόμους ἐκείνους εἴδομεν τὴν ἀληθῆ ἐξύψωσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου. Καὶ ἂν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ σώζωνταί τινες ἀκόμη, διαπρέποντες καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ ἐν τῇ διαπράξει τῶν πολιτικῶν πραγμάτων, οἱ ἄνδρες οὗτοι, κύριοι συνάδελφοι, βεβαίως ἐμορφώθησαν ὑπὸ τὰς συνταγματικὰς ἐκείνας διατάξεις, ἃς διὰ μιᾶς ἠθέλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ καταῤῥίψῃ, παρεισάγων ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν διατάξεις βλαβερὰς, οὐδένα ἱστορικὸν, οὐδένα νόμιμον λόγον ἐχούσας. Εἶπον, οὐδένα λόγον ἱστορικὸν ἐχούσας, διότι αὐτὴ ἡ ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ἀπὸ τῶν παλαιοτάτων ἀκόμη χρόνων, ἀπὸ τῶν μυθολογικῶν, μέχρι προχθὲς εἶναι ἡ ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς ἐπαρχίας! Ἡ ἱστορία τῆς Ἑλλάδος εἶναι αὐτὸ τοῦτο, ἡ ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς ἐπαρχίας· καὶ δὲν ὑπάρχει ἱστορικὸς, ὅστις νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι, ἂν τὸ Ἔθνος τοῦτο ἐμεγαλούργησε καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν τὴν παλαιὰν καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν τὴν κατόπιν καὶ κατὰ τὴν τῆς Ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως, δὲν ἐμεγαλούργησε σύσσωμον, ὡς δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο ἡ Ῥωσσία, ἀλλ’ ἐμεγαλούργησαν αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἡ ἐπαρχία, οἱ ἐπαρχιῶται τῶν στενῶν περιφερειῶν· καὶ τὰ κατορθώματα τῶν ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν, συνενούμενα εἰς ἕνα ὄγκον, ἀποτελοῦσι τὴν τρισχιλιετῆ ἔνδοξον ἱστορίαν τῆς μικρᾶς ταύτης χώρας. Δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι ἐπανέλαβον ἄλλοι, δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι αὐτὴ ἡ φυσικὴ διαίρεσις τῆς χώρας μάχεται ὑπὲρ τῶν νόμων, οὓς κατηργήσατε. Ἀλλὰ καὶ εἰς τοῦτο δύναμαι νὰ ἐπιμείνω καὶ ν’ ἀποδείξω, ὅτι, ἐπειδὴ ἐκ φύσεως ἐπλάσθη οὕτως ἡ Ἑλλάς, ἐν στεναῖς φυσικαῖς καὶ διακεκριμέναις ἀλλήλων περιφερείαις, ἡ ἅμιλλα τῶν ἐν ταῖς περιφερείαις ταύταις πολιτευομένων καὶ δρώντων ἀνδρῶν ὁπωσδήποτε, ἡ πολλαπλῆ οὕτως εἰπεῖν ἅμιλλα αὕτη ἐγέννησε τὸ μεγαλεῖον τοῦ Ἔθνους, ἀποτελούμενον ἐκ τῆς κατὰ μέρος ἐργασίας ἑκάστης ἐπαρχίας, ἢ τῶν ἀνδρῶν αὐτῆς. Καὶ ταῦτα μὲν, Κύριοι, εἰσί τινα τῶν ἐπιχειρημάτων, ἅτινα δύνανται νὰ ῥηθῶσιν ἐν τῇ συζητήσει τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ὅτι ἀντισυνταγματικοὶ ὑπάρχουσιν οἱ ψηφισθέντες ἐκλογικοὶ νόμοι, ὅ τε περὶ ἐλατώσεως τοῦ ἀριθμοῦ, ὡς καὶ ὁ περὶ μεταβολῆς τῆς στενῆς περιφερείας. Ἠδύναντο βεβαίως νὰ λεχθῶσι καὶ ἄλλα, ἠδύνατο ἐξαίφνης νὰ λεχθῇ, ὅτι οὐδὲν ἀγαθὸν ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς εὐρείας περιφερείας ἀπεκτήσαμεν· διότι ἐγὼ τουλάχιστον ὁμολογῶ, ὅτι, ἐρευνῶν διὰ τοῦ βλέμματος τὰ θρανία ταῦτα, παρατηρῶ περίπου τοὺς αὐτοὺς ἀξιοτίμους ἄνδρας, κατέχοντας τὰ ἑδώλια τῆς αἰθούσης. Δὲν εἶδον ἔν τινι γωνίᾳ τοῦ Βουλευτηρίου τούτου ἀναπηδῶσαν τὴν ἰδέαν, ὡς ἀνεπήδησε πάνοπλος ἡ Ἀθηνᾶ ἐκ τῆς κεφαλῆς τοῦ Διός. Συζητοῦμεν περὶ ἐκείνων τῶν πραγμάτων, περὶ ὧν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν καὶ πολλοὶ ἐξ ἡμῶν καὶ οἱ πατέρες ἡμῶν καὶ οἱ πάπποι συνεζήτουν. Ποῦ εἰσιν αἱ μεταβολαὶ τῶν πραγμάτων; Ὁ Πρωθυπουργὸς περίπου περιστοιχίζεται παρὰ τῶν αὐτῶν φίλων καὶ παρὰ τῶν αὐτῶν Ὑπουργῶν ἀκόμη· καὶ ὁ κ. ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως παρὰ τῶν αὐτῶν φίλων. Δὲν ὑπῆρχον λοιπὸν ἰδέαι καθ’ ὅλον τὸ μακρὸν διάστημα τοῦ συνταγματικοῦ βίου τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐγεννήθησαν καὶ ἀνεπήδησαν μάλιστα ἐκ τῆς εὐρείας περιφερείας; Καὶ τίνες εἰσὶν αἱ ἰδέαι αὗται; Μήπως ἡ συναλλαγὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς Τάκη; Μήπως ἡ συναλλαγὴ ἄλλου Ὑπουργοῦ πρὸς τὸν Παπαχριστοφιλόπουλον; Τὰ αὐτὰ πρόσωπα καὶ τὰ αὐτὰ πράγματα, καὶ χείρονες αἱ ἰδέαι, διότι καὶ στερεώτερον καὶ ἐπὶ τὸ χεῖρον ἐκτελεῖται ὁ πρωθυπουργικὸς δεσποτισμός. Διότι ὀφείλω, Κύριοι, διὰ μυριοστὴν φορὰν νὰ τὸ εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Κατηγοροῦσι τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὡς ἀπολυτόφρονα καὶ μοναρχικὸν ἐκεῖνοι οἵτινες ἀγνοοῦσι ποῦ τοῦ πονεῖ, κατὰ τὸ κοινὸν λόγιον. Δὲν εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀπολύτου μοναρχίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι εὐθὺς, ὡς κηρυχθῇ ὑπὲρ αὐτῆς, ἀμφιβάλλω, ἂν θὰ ἔχῃ τὴν εὐτυχίαν ἢ τὴν τόλμην νὰ παρακάθηται τῷ Μονάρχῃ ὡς Πρωθυπουργὸς αὐτοῦ. Ἀλλ’ εἶναι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπὲρ τῆς πρωθυπουργικῆς παντοκρατορίας. Ἐὰν ἦτο ὑπὲρ τῆς Μοναρχίας, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος, νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον ἡμῶν, ἢ νὰ ἐξέλθῃ εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ τὰς πλατείας, καὶ νὰ προκαλέσῃ καὶ ἐπιβάλῃ τὸ πραξικόπημα, καὶ νὰ ῥίψῃ τοὺς ἐλευθέρους θεσμοὺς τοῦ Ἔθνους ἐκ τοῦ ἐμφανοῦς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὑπὲρ τῆς Μοναρχίας· τοὐναντίον ζητεῖ, ὡς ἐξευτελίζει πάντας, νὰ ἐξευτελίσῃ ἀσεβῶν καὶ τὴν Βασιλείαν· καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν αὐτὸν ἐνόχως παρασύροντα τὴν ἀνεύθυνον Βασιλείαν δυστυχῶς, ὁτὲ μὲν εἰς χάριτας ἀκατονομάστους πρὸς τὸν Τάκην, (δεικνύει τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν) ὁτὲ δὲ εἰς ἀπολαύσεις δυσαναλόγων δωρεῶν, ἐξ ὧν ἠλαττωμένη μέχρι τοῦδε (καὶ λυποῦμαι πολὺ δι’ αὐτὸ) βεβαίως ἐφάνη ἡ Βασιλεία, καὶ τελευταῖον καὶ ἀνήσυχος, διότι πρὸ ὀλίγων μόλις ἡμερῶν τὸ Βασιλικὸν Αὐλαρχεῖον τεταραγμένον ἔγραφεν εἰς τὰς ἐφημερίδας, καὶ δικαίως: «μὴ πιστεύετε, πρὸς Θεοῦ! ὅτι πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ παραχωρήσεως ἐθνικοῦ κτήματος καὶ 100,000 δραχμῶν ἐτησίως εἰς τὸν ἕτερον τῶν βασιλοπαίδων». Διότι ἐνόησεν εὐτυχῶς ἡ Βασιλεία, ὅτι ταῦτα δὲν γίνονται ὑπὲρ αὐτῆς παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ γίνονται πρὸς βλάβην αὐτῆς, ἵνα ὑψοῦται ἡ πρωθυπουργικὴ παντοκρατορία. Δὲν εἶναι λοιπὸν μοναρχικὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ εἶναι πρωθυπουργικός. Καὶ ἐπέτυχεν ὁμολογῶ εἰς τὸ σύστημα· διότι δὲν ἦλθεν, ὡς ἄλλοι θαῤῥαλέοι πολιτικοὶ ἢ στρατιωτικοὶ ἄνδρες, νὰ φέρῃ τὸ πραξικόπημα εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ τὰς πλατείας, ἵνα ἀντιμετρηθῇ πρὸς ἄλλους, ἀλλ’ ἦλθε μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον, εἰσάγων νόμους εἰς τὸ Κοινοβούλιον, δι’ ὧν ἐκλόνισε καὶ κατέῤῥιψε τοὺς ἀκρογωνιαίους λίθους τοῦ Συντάγματος ἕνα πρὸς ἕνα. Καὶ σήμερον ἀρκεῖ ἴσως ἡ Βασιλεία ἐπιορκοῦσα (ὅπερ ποτὲ δὲν πιστεύω) νὰ θελήσῃ νὰ θέσῃ τὴν χεῖρα ἐπὶ τοῦ Συντάγματος καὶ ἐλαφρῶς νὰ κλονήσῃ αὐτὸ, ἵνα τὸ πολίτευμα ἡμῶν καταπέσῃ. Ἡ Βασιλεία βεβαίως δὲν θέλει πράξει αὐτὸ, διότι σὺν τῇ καταπτώσει τοῦ Συντάγματος βεβαίως θέλει καὶ Αὐτὴ καταπέσῃ. Διὰ τοῦτο εὔχομαι καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἡ σύνεσις τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως θέλει σώσει τὸν τόπον ἐκ τῶν δεινῶν, ἅτινα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρασκευάζει. Τὸ σύστημα αὐτοῦ εἶναι παλαιόν· δὲν ἤρξατο πρῶτον διὰ τῶν ἐκλογικῶν νόμων, ἤρξατο πρὸ καιροῦ, ἀλλὰ μετὰ τὴν ψήφισιν τῶν περὶ εὐρείας περιφερείας νόμων τὸ σύστημα αὐτοῦ ἐξεδηλώθη καθ’ ὅλας τὰς ἀπεχθεῖς αὐτοῦ διαστάσεις. Ἐνόησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ δημοτικὴ διοίκησις εἶναι μία τῶν ἀσφαλεστέρων ἐγγυήσεων τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, εἰς ὃ γέννησιν καὶ ὕπαρξιν ἔδωκεν αὐτὴ ἡ δημοτικὴ ἐλευθερία, αὐτὴ ἡ καθεστῶσα δημοτικὴ τάξις. Ἐγνώριζεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν δύναμιν τῶν δήμων, διότι οἱ δῆμοι ὑπῆρξαν οἱ διάδοχοι τῶν ἑλληνικῶν κοινοτήτων, τουτέστι τῶν πολιτικῶν καὶ κοινωνικῶν ἐκείνων ὁμάδων, αἵτινες διετήρησαν ἀλώβητον καὶ τὸν θαυμάσιον χαρακτῆρα τοῦ Ἔθνους, καὶ τὴν γλῶσσαν, καὶ τὰς ἐλευθερίας αὐτοῦ καὶ τὴν θρησκείαν κατὰ τὴν μακραίωνα ἡμῶν δουλείαν. Ἦλθε καὶ ἔβαλε τὴν χεῖρα ἀγρίως (διότι αὐτὴ εἶναι ἡ λέξις) καὶ ἀσέμνως (διότι αὐτὴ εἶναι ἡ λέξις) ἐπὶ τῶν δημοτικῶν θεσμῶν, οὓς ἐσεβάσθη ἡ Βασιλεία ἐκείνη, ἣν ἐξεδιώξαμεν διότι ἐθεωροῦμεν ἐναντίαν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Ἔθνους. Ἦλθε καὶ ἔβαλε χεῖρα ἐπὶ τῶν δημοτικῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Κράτους ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπὸ σκοποῦ, διότι ἐγίνωσκεν, ὅτι ἡ δύναμις τῶν ἐλευθέρων συνταγμάτων βασίζεται εἰς τὴν δύναμιν τῶν ἐλευθέρων δήμων, καὶ διὰ τοῦτο, Κύριοι, ὅτε εἰσῆγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸν νόμον ἐκεῖνον περὶ «ὑποταμείων», ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων οὗτινος εἴδετε μέχρι τοῦδε καὶ ἐπείσθητε, πιστεύω, καὶ ὑμεῖς, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ ἐλευθέρα διαχείρισις καὶ ἡ ἐλευθέρα διοίκησις τῶν δήμων ἀπώλετο διὰ παντὸς, ὅτε, λέγω, Κύριοι, εἰσῆγεν ὁ Πρωθυπουργὸς τὸν νόμον ἐκεῖνον, εἶχον τὴν τιμὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ εἴπω μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις, ἃς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω. Εἶπον ἐν τῇ πρώτῃ μου ἀγορεύσει κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ὅτι (ἀναγινώσκει): «Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, περὶ συστάσεως ἐπαρχιακῶν ὑποταμείων καὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν περὶ ταμείων νόμων κατὰ πρῶτον μὲν γεννᾷ εἰς ἕκαστον τὴν ἰδέαν, ὅτι εἶναι νομοσχέδιον καθαρᾶς ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ παρατηροῦμεν, ὅτι ἀπὸ χρόνου τινὸς ὑπὸ τὸ πρόσχημα βελτιώσεων καὶ μεταῤῥυθμίσεων τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους, μεταβάλλονται οἱ θεσμοὶ, καὶ μεταβάλλονται οὐχὶ ἁπλῶς καὶ τυχαίως, ἄνευ ὡρισμένου καὶ μεμελετημένου συστήματος, ἀλλὰ κατὰ τρόπον, ὥστε εἰς χεῖρας τῆς κεντρικῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς Κυβερνήσεως νὰ συγκεντρωθῶσι πᾶσαι αἱ ὑπηρεσίαι καὶ αἱ δυνάμεις τοῦ Κράτους.» («Ἐφημερὶς τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς» Περιόδου ΙΑʹ Συνόδου Αʹ, σελ. 249.) Ἐν ἑπομένῃ δὲ ἀγορεύσει μου περὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος προσέθετον (ἀναγινώσκει): «Εἶπον ἐν τῇ πρώτῃ μου ἀγορεύσει, ὅτι ἔχω πεποίθησιν, ὅτι διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου καταστρέφεται αὐτὸς ὁ ὀργανισμὸς τῶν δήμων, αὐτὴ ἡ ὕπαρξις τοῦ νομικοῦ προσώπου τῶν δήμων, ἥτις ἀποτελεῖ ἓν σύστημα ἐν τῷ συνταγματικῷ ἡμῶν χάρτῃ, μὴ δυνάμενον νὰ καταργηθῇ, ἐκτὸς ἐὰν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον πιστεύῃ, ὅτι ὁ δημοτικὸς θεσμὸς τῆς χώρας δύναται ἐπίσης διὰ νομοσχεδίου τινὸς νὰ καταργηθῇ. Καὶ ἐγὼ δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν τινὰ, ὅτι θέλομέν ποτε παραστῆ θεαταὶ τοιούτου συστήματος, μὲ μίαν μόνην διαφοράν, ὅτι βεβαίως δὲν θέλουσιν εἰσαγάγει νόμον γενικὸν, δι’ οὗ νὰ καταργῆται ἡ δημοτικὴ διοίκησις, θέλουσιν ὅμως μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον σείσει τοσούτους γωνιαίους λίθους τοῦ δημοτικοῦ οἰκοδομήματος, ὥστε, ὅταν ἐξυπνήσωμεν, θέλομεν ἴδει, ὅτι βεβαίως δὲν ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν πλέον τὸ περικαλλὲς δημοτικὸν οἰκοδόμημα καὶ τοὺς σπουδαίους δημοτικοὺς θεσμοὺς τῆς πολιτείας.» (αὐτόθι σελ. 258). Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, ταῦτα πάντα ἆρά γε δὲν συνέβησαν μετὰ τὸν νόμον περὶ συστάσεως ὑποταμείων; Δὲν ὑπέβαλεν ὁ Πρωθυπουργὸς δὶς ἐνώπιον ἡμῶν τὸν νόμον περὶ διοικητικῶν ἀστυνομιῶν, ὃν πολλοὶ κακῶς πιστεύουσιν, ὅτι ἀπέσυρε; Καὶ κατόπιν δὲν ὑπέβαλε σήμερον τὸ νομοσχέδιον περὶ διαπυλίων, δι’ οὗ ἡ δημοτικὴ ἐλευθερία καὶ ἡ ἀνεξαρτησία ἀπώλοντο διὰ παντός; Καὶ νομίζετε, ὅτι, ἀφοῦ καὶ ἐὰν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀποκτήσῃ, δὲν θέλει ἀμέσως ἀγρίως καὶ ἐπιβλητικῶς ἐπιζητήσει τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀστυνομιῶν, δι’ οὗ πᾶσα πλέον δημοτικὴ καὶ πολιτικὴ ἐλευθερία ἀνῃρέθη, εἰσαγομένης οὐχὶ τῆς διοικητικῆς, ὡς ἐπίστευσαν ἄλλοι, ἀλλ’ αὐτῆς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας; Καὶ δὲν εἶναι τὰ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ ὄργανα, ἅτινα τῇ εἰσηγήσει αὐτοῦ παρακελεύουσι τὸν Πρωθυπουργὸν ἔκτοτε νὰ ἐπιληφθῇ τάχιστα τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν περὶ ἀστυνομιῶν διοικητικῶν ἢ στρατιωτικῶν διατάξεων, διότι κινδυνεύει ἡ ἀσφάλεια τοῦ Κράτους; Καὶ δὲν ἔχομεν, Κύριοι, ἐφημερίδα, φίλα φρονοῦσαν τῷ Πρωθυπουργῷ, ἡμιεπίσημον, μεθ’ ὅλας τὰς περὶ τοῦ ἐναντίου διαβεβαιώσεις αὐτοῦ, ἥτις τῇ 28 Ἰουλίου 1888 ἔτους ἔγραφεν (ἀναγινώσκει): «Ἡ στιβαρὰ χεὶρ τοῦ διοικοῦντος τὸ Κράτος ἂς λάβῃ ἀπὸ τῆς κόμης καὶ τὸ ἀχρεῖον αὐτὸ μαμμόθρεπτον, τὸ λεγόμενον δημοτικὴ διοίκησις ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἂς τὸ θέσῃ εἰς τὴν θέσιν του.» Εἶναι ἡ «Παλιγγενεσία» τῆς 28 Ἰουλίου 1888 ἔτους. Ταῦτα ἔγραφεν αὕτη, ὠνόμαζε δηλ. τὸν ὕψιστον τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν τοῦ Κράτους, τὴν δημοτικὴν διεύθυνσιν τῆς χώρας, μαμμόθρεπτον ἀχρεῖον, καὶ ἐζήτει νὰ κινήσῃ τὴν στιβαρὰν χεῖρα τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἵνα ἁρπάσῃ ἐκ τῆς κόμης αὐτὸ τὸ ἀχρεῖον μαμμόθρεπτον καὶ τὸ θέσῃ εἰς τὴν θέσιν του. Καὶ θέλει πράξει καὶ τοῦτο ὁ Πρωθυπουργὸς εὐθὺς, ὡς ἐπιψηφίσητε τὸν περὶ διαπυλίων νόμον. Καὶ δὲν παρεκίνει αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργὸς τὰς αὐτὰς ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ ἐφημερίδας, τὰς φίλας αὐτῷ φρονούσας, νὰ γράφωσιν, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας εἶναι ξένος ἐν Ἑλλάδι καὶ παρείσακτος, κατ’ ἀνοχὴν τοῦ Κράτους δῆθεν ὑφιστάμενος; Καὶ ὅτι ὀψέ ποτε θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις, δύναται δῆθεν νὰ καταστρέψῃ τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν; Καὶ ἐλησμόνει ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία δὲν εἶναι ἀχρεῖος θεσμὸς, οὐδὲ παρείσακτος ἐν τῇ παλαιοτάτῃ ἡμῶν χώρᾳ· ὁ ὀργανισμὸς τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας δυνατὸν νὰ ᾖναι παρείσακτος, ἀλλ’ ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν, ὑφίστατο ἀπὸ παλαιοτάτων χρόνων, ἐπὶ αὐτῆς τῆς ἐποχῆς τῆς μακραίωνος κατακτήσεως τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τῶν Τούρκων· τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν ἐνήσκουν οἱ ἐντολοδόχοι τῶν κοινοτήτων χριστιανοὶ, καὶ οὐδέποτε ἡ Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία ἠξίωσε ν’ ἀποκτήσῃ ὑπὲρ αὐτῆς ἐκεῖνο, ὅπερ ἴσως ἐδύνατο, τὴν δημοτικὴν τουτέστιν ἀστυνομίαν, ἣν μετὰ τοσούτους αἰῶνας εὑρέθησαν ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ τὰ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ ὄργανα αὐτοῦ καὶ ἐχαρακτήρισαν ὡς παρείσακτον θεσμὸν ἐν τῇ χώρᾳ. Μετὰ πάροδον τοσούτων ἐτῶν, ἀπὸ τοῦ 1849 ἔτους, ἀφ’ ἧς ἐψηφίσθη μόνον ὁ περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς νόμος, ἔρχεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ διὰ τῶν ὀργάνων αὐτοῦ καὶ διὰ τοῦ εἰσηγητηρίου λόγου εἰς τὴν Βουλὴν ἄλλης προηγουμένης Συνόδου τεκταίνεται σχέδια, δι’ ὧν θέλει νὰ καταῤῥίψῃ τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν, ἀστυνομίαν τοῦ Κράτους ὅλου, ὑπὲρ ἧς ὕψωσαν γενναίαν καὶ εὐγενῆ φωνὴν οἱ Ἕλληνες πολιτευταὶ καὶ οἱ Ἕλληνες δημοσιογράφοι ἤδη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ 1849 ἔτους. Ἔχω εἰς χεῖράς μου τεμάχιόν τι ἐγκρίτου ἐφημερίδος, ἐκδιδομένης ἐν Ἀθήναις κατὰ τὸ 1849 ἔτος, ἥτις, ὅτε ἡ τότε Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ εἰσαγάγῃ τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν μόνον ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Κράτους, οὐχὶ δὲ καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ἥτις λέγω ἐπολέμησε τὴν εἰσαγωγὴν τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας ἀκόμη καὶ εἰς αὐτὴν καὶ μόνην τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Κράτους. Καὶ ὅ,τι τότε, τῷ 1849 ἔτει, ἐπολεμεῖτο ὑπὸ τῆς φιλελευθέρου κοινῆς γνώμης, ὑπὸ τῶν φιλελευθέρων ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, ὑπὸ τῆς ἐξόχου ἀληθῶς καὶ σεμνῆς καὶ φιλοπάτριδος καὶ εὐγενοῦς δημοσιογραφίας διὰ τὰς Ἀθήνας καὶ μόνον τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Κράτους, εὑρέθη Πρωθυπουργὸς, Κύριοι, μετὰ πάροδον τεσσαράκοντα ὅλων ἐτῶν προόδου καὶ πολιτισμοῦ, νὰ ζητήσῃ νὰ εἰσαγάγῃ ἐπὶ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους (ἀναγινώσκει): «Βεβαίως, ἔγραφεν ὁ δημοσιογράφος ἐκεῖνος, δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι, οἵτινες θέλομεν πλέξει τὸν στέφανον τῆς ἄχρι τοῦδε ἀστυνομίας Ἀθηνῶν· βεβαίως ὅμως δὲν θέλομεν ἀποδώσει κακὴν θέλησιν ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχει, δὲν θέλομεν σιωπήσει, βλέποντες ἐφημερίδα, φωνάζουσαν δὶς τῆς ἑβδομάδος ὑπὲρ ἀκριβοῦς ἐφαρμογῆς τοῦ Συντάγματος, κατακρίνουσαν τοὺς ἄρχοντας, ὡς ἐπιβουλευομένους τὰς ἐθνικὰς ἐλευθερίας, νὰ ζητῇ ἤδη τὴν καταστροφὴν δικαιώματος ἐθνικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐν μέρει ἐξασφαλίζει τὸν λαὸν κατὰ τῶν ὀνύχων τῆς ἐξουσίας, δικαιώματος, τὸ ὁποῖον, εἰς χεῖρας τῆς ἐξουσίας εὑρισκόμενον, θέτει εἰς τὴν διάκρισιν αὐτῆς καὶ τὴν ζωὴν καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ πολίτου, Διοικητικὴν ἀστυνομίαν ἔχων καὶ ὁ ἐπάρατος Μεταρνὶχ, καὶ οἱ ἐθνολετῆρες ἡγεμόνες τῆς Γερμανίας, κατήντησαν ἐν τῇ ὡραίᾳ ἐκείνῃ χώρᾳ νὰ δεσμεύσωσι τὸν λαὸν, καὶ νὰ καταστήσωσιν ἐν τῷ μέσῳ πεπολιτισμένου ἔθνους ἀληθῆ λῃσταρχεῖα, ἀληθῆ δικαστήρια τῆς ἱερᾶς ἐξετάσεως, τὰς ἀστυνομίας· ὅθεν καὶ ἅμα οἱ λαοὶ ὕψωσαν τὴν σημαίαν τῆς ἐλευθερίας, τῆς ὁποίας ἡ αὔρα ἔπνευσεν ἐκ τῆς Γαλλίας, πρώτη των φροντὶς ἦτο, νὰ ζητήσωσι τὴν καταστροφὴν τῶν διοικητικῶν ἀστυνομιῶν.» Ταῦτα ἔγραφεν ἡ «Ἐλπὶς» τῆς 13 Μαρτίου 1849 ἔτους, καὶ ἔγραφε ταῦτα, διότι προέκειτο νὰ εἰσαχθῇ ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία, οὐχὶ καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἰς αὐτὰς καὶ μόνας τὰς Ἀθήνας, εἰς ἃς ἴσως ἦτο ἀνάγκη, διότι εἶναι ἡ πρωτεύουσα τῆς ἐπικρατείας· καὶ σήμερον, Κύριοι, ἀμυνόμεθα ὑπὲρ ἐκείνου, ὑπὲρ οὗ δὲν ἐφαντάσθησαν, ὅτι ἤθελον κινδυνεύσει νὰ ἀμυνθῶσιν οἱ τότε, οὓς ἡμεῖς ἐνομίζομεν ζήσαντας ὑπὸ ἀπόλυτον καὶ τυραννόφρονα Μοναρχίαν, ἐνῷ ἔζων ὑπὸ συνταγματικωτέραν καὶ ἐλευθερωτέραν συνταγματικὴν πολιτείαν. Διὰ τοῦτο ἐνομίσαμεν, ὅτι καθῆκον ἔχομεν νὰ ἀμυνθῶμεν ὑπὲρ τῶν θεσμῶν τῆς χώρας, διὰ τοῦτο ἐπιστεύσαμεν, ὅτι ἐκπληροῦμεν καθῆκον ὑπέρτατον, ἀμυνόμενοι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὑπὲρ τῶν θεσμῶν τῆς πατρίδος, καὶ ζητοῦντες τὴν κατάργησιν τῶν ἀντισυνταγματικῶν καὶ ἀντεθνικῶν καὶ ὀλεθρίων καθεστώτων ἐκλογικῶν νόμων. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον;

§61ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρῆλθεν ἡ ὥρα, κύριε Πρόεδρε.

§62ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.

§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλεται πρότασις ἀναβολῆς;

§64ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῇ πρότασις ἀναβολῆς.

§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί σημαίνει, ὅτι παρῆλθεν ἡ ὥρα;

§66ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἰδοὺ τί σημαίνει· τὸ θέμα εἶναι ἄξιον συζητήσεως εὐρυτάτης, δὲν θὰ καταλήξῃ ἐδῶ ἡ συζήτησις, ἐκτὸς ἐὰν θελήσητε νὰ μᾶς περιορίσητε νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν μονολογοῦντες· ἂς καταδεχθῶσι τοὐλάχιστον οἱ συνάδελφοι τῆς ἄλλης πτέρυγος, νὰ εἴπωσιν ὀλίγας λέξεις. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν, διότι ἡ ὥρα παρῆλθε, καὶ παρακαλοῦμεν τὴν Βουλὴν, νὰ ἀναβάλῃ δι’ αὔριον τὴν συζήτησιν, διότι πολλοὶ σκοποῦμεν νὰ λάβωμεν τὸν λόγον.

§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.

§68ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐὰν θελήσητε νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ, μᾶς πιέζετε.

§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠρώτησα, ἐὰν ζητῇ ἄλλος τις τὸν λόγον, καὶ οὐδεὶς ἐζήτησε.

§70ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγὼ ζητῶ τὸν λόγον καὶ δηλῶ, ὅτι θὰ ὁμιλήσω, καθὼς καὶ πολλοὶ ἄλλοι, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη, ζητοῦμεν τὴν ἀναβολήν.

§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τούτου, ἂν συναινῇ.

§72ΜΙΛΗΣΗΣ. Αἱ συζητήσεις διέπονται ὑπὸ τῆς καλῆς πίστεως. Ὅταν ἡ ὥρα ἦναι προκεχωρημένη καὶ οἱ συνάδελφοι βλέπουσιν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν, ἡ καλὴ πίστις ὑπαγορεύει ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν. Τώρα, ἐὰν θελήσητε νὰ θεωρήσητε τὴν παρατήρησίν μου τυπικὴν καὶ νὰ ἀποταθῆτε εἰς τὴν Βουλήν, ἡ πλειονοψηφία βεβαίως θὰ τὴν ἀποῤῥίψῃ.

§73ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, συζητοῦντες περὶ ἀναβολῆς. Περὶ ἀναβολῆς ἤδη συζητοῦντες, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἀναβάλωμεν, διότι ἡμεῖς ἐπιμένομεν νὰ ἀναβληθῇ ἡ οὐσιαστικὴ συζήτησις τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ἀντικειμένου, οἱ κύριοι ἐπιμένουσι νὰ προχωρήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν προτίμησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Πρόκειται λοιπὸν περὶ ἀναβολῆς, καὶ δὲν εἶναι πρέπον, προκειμένου περὶ ἀναβολῆς, νὰ ἀναβάλωμεν ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν δέχηται ἔστω τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς, καὶ κατόπιν, ἐὰν δέχηται τὴν προτίμησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.

§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε εἰς τὴν ἀναβολὴν, κύριε Βουλευτά;

§75ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀφοῦ ὑπέβαλον πρότασιν, ἐρωτήσατε τὴν Βουλήν, διὰ νὰ ἀποφανθῇ.

§76Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἐξ Ἑρμιονίδος ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅστις ἐζήτησεν, ἵνα μὴ περατωθῇ ἡ συζήτησις κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην, ἀλλὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ ἐπὶ τὴν αὔριον, ὑπέθετεν, ὅτι ἡ γνώμη αὐτοῦ αὕτη ἤθελεν ἐκτιμηθῆ ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας, καὶ ὅτι ἡ πλειοψηφία ἤθελε στέρξει ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, ἀφοῦ ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ προταθεῖσα γνώμη δὲν ἦτο γνώμη ὑπαγορευθεῖσα ὑπὸ σκοποῦ ματαιώσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἦτο γνώμη, τὴν ὁποίαν προέβαλεν ἐξ ἐπιθυμίας νὰ μετάσχῃ τῆς συζητήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἐνόμιζεν, ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ λάβῃ μέρος· ἐπειδὴ δὲ ἡ ὥρα ἦτο παρεληλυθυῖα, ὑπέθεσεν, ὅτι εἶχε δικαίωμα ν’ ἀξιώσῃ ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν νὰ μὴ ἀρνηθῇ ν’ ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ πλειοψηφία ἀρνεῖται τοῦτο, ἡ ψηφοφορία δὲν εἶναι ἀναγκαία, διότι ἐσμὲν βέβαιοι, ὅτι ἡ ἀναβολὴ δὲν ἤθελε γενῆ ἀποδεκτή. Ἑπομένως κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ στέρξωμεν, ἵνα ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις καὶ περατωθῇ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ἀλλ’ ἐὰν οὕτως ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, ἔχω καθῆκον νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἔχω καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κατεπείγοντος, τὴν ὁποίαν προέβαλον πρὸ μικροῦ. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἠρνήθη νὰ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κατεπείγοντος, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπεδίδετο εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον προέβαλον, δὲν ἤθελε γενῆ δυνατὸν νὰ ψηφίσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1890 πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ νέου ἔτους. Ὁ λόγος τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἐὰν ἤθελε κριθῆ ἀπολύτως, ἤθελεν ὑποληφθῆ σπουδαῖος, καὶ ἤθελε δικαιολογήσει τὴν ἄρνησιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ νὰ προσδιορισθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον προέβαλον, μεταξὺ τῶν πρώτων ἔργων τῆς Βουλῆς. Μοὶ φαίνεται ὅμως, ὅτι στερεῖται ἐντελῶς σπουδαιότητος. Προβαίνω δὲ περισσότερον, ὅτι εἶναι λόγος διεσκευασμένος, ἵνα παρακωλύσῃ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου τὴν ἔρευναν κατ’ οὐσίαν ὁ Πρωθυπουργὸς θεωρεῖ ἐπικίνδυνον εἰς τὰ πολιτικὰ αὐτοῦ συμφέροντα. Καὶ πῶς ἠδύνατο νὰ ὑποληφθῇ σπουδαία ἡ ἀντίῤῥησις τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅτι δῆθεν πρέπει νὰ μὴ συζητήσωμεν τὸ προταθὲν παρ’ ἐμοῦ νομοσχέδιον, πρὶν ἢ ἐπιψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμός; Μήπως τρέχωμεν τὸν κίνδυνον νὰ μὴ συζητηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους, ἐνῷ γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν πλέον τῶν 10 ἢ 20 ἡμερῶν, ἀπὸ τοῦδε δὲ μέχρι τῆς λήξεως τοῦ ἔτους ἀριθμοῦμεν 25 καὶ πλέον ἡμέρας; ἀφοῦ μάλιστα ἀπὸ τοῦδε μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν θέλομεν ἀρχίσει τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀναγκαίως θέλουσι μεσολαβήσει τρεῖς καὶ πλέον ἑβδομάδες, καθ’ ἃς καὶ τὰ νομοσχέδια τῶν πιστώσεων, τὰ ὁποῖα ὁ Πρωθυπουργὸς εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐπρότεινα, ἠδύναντο νὰ συζητηθῶσι καὶ ψηφισθῶσιν; Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν τὰ πράγματα ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν. Ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν ψηφίζεται πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους, ἢ ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι δὲν καθίσταται δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ πρὸ τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ προέβαλον, καὶ ἂς ἐξετάσωμεν τὰς ζημίας τὰς ἐπελευσομένας. Ποία θὰ ἦναι ἡ ζημία, ἐὰν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1890 δὲν ψηφισθῇ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους; Ὁ Προϋπολογισμὸς πάντοτε θέλει ψηφισθῆ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ νέου ἔτους, διότι ὑπάρχει ἀποχρῶν χρόνος. Ἀλλ’ ἐὰν συνέβαινε νὰ μὴ ψηφισθῇ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ νέου ἔτους, ποία ἡ ζημία; Τί εἶναι Προϋπολογισμὸς κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους; Ποίαν ἔχει σπουδαιότητα ἢ σημαντικότητα ὁ διὰ τῶν Προϋπολογισμῶν γινόμενος προσδιορισμὸς τῶν ἐτησίων ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους, ἀφοῦ κατόπιν ἐπέρχεται βροχὴ πιστώσεων συμπληρωματικῶν καὶ ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων, αἵτινες μεταβάλλουσι τὰς βάσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων καὶ τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων; Μᾶς προβάλλουσι τὴν ἀνάγκην τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐν ᾧ χρόνῳ τὸν Προϋπολογισμὸν κατέστησαν τοιοῦτον, ὥστε κατέστρεψε τὴν ἔννοιαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐπρότεινα, πρὸ τῆς ἐνεργείας τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, ἡ ζημία εἶναι μεγίστη, καὶ διὰ νὰ κατανοήσητε, ὅτι εἶναι μεγίστη, πρέπει νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς περὶ τῶν νόμων, ὧν ἐζήτησα τὴν ἀκύρωσιν, πολιτικὰς θεωρίας τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτε ἐψηφίζοντο οἱ νόμοι τῆς 16ης Ἰουνίου 1886, ἐξήγησε τοὺς λόγους, οἵτινες ὑπηγόρευσαν εἰς αὐτὸν νὰ προτείνῃ νομοθετήματα τοιαῦτα, καὶ νὰ ἐπιμείνῃ, ἵνα ταῦτα ψηφισθῶσι καὶ ἐκδοθῶσιν ὡς νόμοι τοῦ Κράτους. Τί ἔλεγε τότε ὁ Πρωθυπουργός; Ὡμολόγει ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος, ἐνῷ δὲ ἀνωμολόγει τὴν ἀνάγκην ταύτην, ἔλεγεν, ὅτι τὰ τῆς ἀναθεωρήσεως πρέπει νὰ συζητηθῶσι, διὰ νὰ γνωσθῇ, τίνες αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, αἵτινες πρέπει νὰ ἀναθεωρηθῶσιν. Ὁ Πρωθυπουργὸς λοιπὸν, ὁ ὁποῖος ἀνωμολόγει τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, δὲν ἐγνώριζε, ποῖαι διατάξεις αὐτοῦ πρέπει νὰ ἀναθεωρηθῶσι, καὶ παρέπεμπεν εἰς τὸν μέλλοντα χρόνον, διὰ νὰ γένηται συζήτησις περὶ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, καὶ διὰ τῶν συζητήσεων νὰ γένηται γνωστὸν, ποίων διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ ἡ ἀναθεώρησις. Ἀλλ’ ἔλεγε ταῦτα διότι ἐφρόνει αὐτά; Παντάπασιν. Ἔλεγε ταῦτα, διότι ἤθελε νὰ καλύψῃ τὴν ἀληθῆ προαίρεσιν, ἥτις ὑπηγόρευσε τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν τὴν εἰσήγησιν, καὶ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ καταστῶσι νόμοι. Τὰ νομοσχέδια, ἔλεγεν εἰς τὴν Βουλὴν τότε, δὲν ἐγγίζουσι τὸ πολίτευμα ἀλλὰ μεταβάλλουσι τοὺς θεμελιώδεις νόμους τῆς πολιτείας. Δὲν σκοποῦσι τὴν διαστροφὴν τῆς λειτουργίας τῶν θεσμῶν, ἀλλὰ τὴν βελτίωσιν τῆς λειτουργίας αὐτῶν. Οἱ ἀφορισμοὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἀποδεικνύουσι τὴν πενιχρότητα τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα εἶχε νὰ προτείνῃ, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὰ νομοσχέδια αὐτοῦ. Ποίαν ἔννοιαν ἔχει ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι τὰ νομοσχέδια δὲν ἐγγίζουσι τὸ πολίτευμα, ἀφοῦ μεταβάλλουσι τοὺς θεμελιώδεις νόμους τῆς πολιτείας; Καὶ τίνες ἄλλοι νόμοι θεμελιωδέστεροι τῆς πολιτείας εἶναι, εἰμὴ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος; Ποίαν ἔννοιαν ἔχει ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅτι τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα δὲν ἐσκόπουν τὴν διαστροφὴν τῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ τὴν βελτίωσιν τῆς λειτουργίας αὐτοῦ; Καὶ εἶναι ἀνάγκη νόμων, διὰ νὰ βελτιωθῇ ἡ λειτουργία τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, αἵτινες εἶναι σαφεῖς καὶ εὐκρινεῖς, καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐκτέλεσις θὰ ἦναι πάντοτε ἀρκοῦσα, ἐν ὅσῳ δὲν παρεμβάλλονται προσκόμματα εἰς αὐτήν; Οὕτω δὲ δὲν ἀπέφευγε τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, ὡς ἔλεγε, προτείνων, ὅτι ἐπεθύμει νὰ συζητηθῶσι πρότερον τὰ τῆς ἀναθεωρήσεως, ὅπως γνωσθῇ τίνες διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἐδέοντο ἀναθεωρήσεως, ἀλλὰ προέβαινεν εἰς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, μεταβάλλων τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἵτινες ἦσαν συναφεῖς μὲ τοὺς θεμελιώδεις νόμους τῆς πολιτείας, ἢ ἔτεινον εἰς τὴν λειτουργίαν αὐτῶν. Ἡ πλειοψηφία ἀπεδέχθη τὰς σκέψεις αὐτοῦ. Τὰ νομοσχέδια ἐψηφίσθησαν καὶ ἐγένοντο νόμοι, καὶ οἱ νόμοι αὐτοὶ ἐξετελέσθησαν. Παρήγαγον τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προσεδόκα ὁ εἰσηγητὴς τῶν νόμων; Ποῖά εἰσι τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα παρήχθησαν ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων τῆς 16ης Ἰουνίου 1886; Ἐβελτιώθη ἡ διοίκησις τῆς χώρας, ὅπερ τότε προεβάλλετο ὡς λόγος πρὸς ὑποστήριξιν τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων; ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν πάντων ὑμῶν. Δὲν ζητῶ νὰ μαρτυρήσητε ὑμεῖς μόνον, κύριοι συνάδελφοι, (δείκνυσι τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα) ἐὰν ἡ διοίκησις τῆς χώρας ἐβελτιώθη, ἐὰν ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχῃ ἴχνος διοικήσεως ἐν τῷ συστήματι, διὰ τοῦ ὁποίου διοικεῖται ἡ χώρα, ἰδίως κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην τετραετίαν. Ἐβελτιώθη ἡ δημοσία ἐκπαίδευσις; Ἐπικαλοῦμαι τὴν εὐσυνείδητον μαρτυρίαν ὑμῶν. Μὴ νομίζετε, ὅτι ἡ βελτίωσις τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως συνίσταται εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν δημοτικῶν σχολείων ἢ τῶν ἑλληνικῶν σχολείων ἢ τῶν γυμνασίων, τὰ ὁποῖα συνεστήθησαν κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως; Νομίζετε, ὅτι βελτιόνετε καὶ οὐχὶ ὅτι ἀκρωτηριάζετε καὶ στρεβλόνετε τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅταν πολλαπλασιάζητε τὰ σχολεῖα, χωρὶς νὰ ἔχητε διδασκάλους, ἀναγκαζόμενοι νὰ προσφεύγητε εἰς βοηθοὺς ἑλληνικῶν σχολείων, διὰ νὰ ἀναπληρώσητε τοὺς διδασκάλους τῶν ἑλληνικῶν σχολείων, εἴτε εἰς καθηγητὰς καὶ εἰς γυμνασιάρχας ἀδεξίους; Ἢ τέλος πάντων εἰς γραμματοδιδασκάλους, διὰ νὰ ἀντικαταστήσητε τοὺς δημοδιδασκάλους; Μήπως ἐβελτιώθη τάχα ἡ δικαιοσύνη; Καὶ σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀναστρέφεσθε περὶ τὴν μελέτην τῶν νόμων καὶ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν, ἐσχηματίσατε τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ διαχείρισις τῆς δικαιοσύνης ἐγένετο βελτίων κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ ὁμολογήσω, εἶναι, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν διακρίνω πανταχοῦ τόλμην, ἵνα ἐπηρεάζηται ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης, καὶ εὗρον οὐχὶ τόλμην, ἀλλὰ θράσος, διὰ νὰ ἐπηρεάζηται ἡ ἀπονομὴ τῆς πολιτικῆς δικαιοσύνης. Μήπως θὰ μᾶς προβάλῃ τὴν σύνταξιν καὶ τὸν καταρτισμὸν τοῦ στρατοῦ, τὸν καταρτισμὸν τοῦ στόλου, τὴν παρασκευὴν τὴν στρατιωτικὴν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν τῆς χώρας, ἐπιτευχθεῖσαν κατὰ τὴν τετραετίαν ταύτην, ὡς ἀποτέλεσμα τοῦ νέου συστήματος τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν; Ἢ μήπως θὰ μᾶς προβάλωσι τὴν ὑπεράσπισιν τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὴν καταβληθεῖσαν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν χρονικὴν ταύτην περίοδον; Ἂς ἐνθυμηθῶσι τὴν Μακεδονίαν, ἂς βλέψωσι πρὸς τὴν Ἤπειρον, ἂς στρέψωσι τὰ βλέμματά των πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολιν, διὰ νὰ ἴδωσιν εἰς ποίαν ἐγκατάλειψιν περιήχθησαν τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καὶ ἂν δὲν πείθωνται ἐκ τῆς καταστάσεως αὐτῶν, ἂς ἀναγνώσωσι τὸ φιρμάνιον τοῦ Σουλτάνου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκανονίσθη τελευταῖον ἡ τύχη τῆς πολυπαθοῦς Κρήτης, διὰ νὰ ἀγανακτήσωσι διὰ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπήνεγκον οἱ νόμοι, οἱ ἐκδοθέντες κατὰ τὴν τετραετίαν ταύτην. Ἔλεγε τότε ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ ἀνάμιξις τῶν ἰδεῶν, αἵτινες ἐκυκλοφόρησαν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, καὶ ἡ σύνταξις αὐτῶν ἐπὶ τὸ αὐτὸ θὰ ἔφερεν ἀποτέλεσμα, νὰ ἀναπηδήσωσιν ἰδέαι ἐκ τῶν καλπῶν. Καὶ ποῖαι ἄλλαι ἰδέαι ἠδύναντο νὰ ἀναπηδήσωσιν ἐκ τῶν καλπῶν, εἰμὴ αἱ ἰδέαι ἐκεῖναι, αἵτινες ὑπῆρχον ἐν τῇ χώρᾳ, ἐκεῖναι, αἵτινες ἀνεκηρύχθησαν καθ’ ὅλας τὰς βουλευτικὰς ἐκλογάς; Μήπως ἡ ἐκλογὴ ἤθελε δημιουργήσει, ἤθελεν ἐξυφάνει νεωτέρας ἰδέας, νεωτέρας ἐννοίας, ἀγνώστους εἰς τὸν τόπον καὶ εἰς τοὺς κατοίκους αὐτοῦ; Ἡμεῖς διατελοῦμεν πεπεισμένοι, ὅτι, ἐὰν ἤθελε συμβῆ νὰ παρακωλυθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον προέβαλον, καὶ νὰ μὴ ἐπιψηφισθῇ νόμος, ὅπως ἐπανέλθῃ ἐν ἰσχύει τὸ πρώην καθεστὼς, ἐσμὲν ἀδιστάκτως πεπεισμένοι, ὅτι μεγίστη ζημία θέλει ἐπέλθει εἰς τὸ Κράτος, καὶ τὴν ζημίαν ταύτην θέλομεν νὰ προλάβωμεν, συνιστῶντες εἰς ὑμᾶς νὰ σπεύσητε εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου τούτου, ὥστε, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν συμβῇ, νὰ ἦναι ἐκδεδομένος ὁ νόμος. Ἀλλ’ ἐὰν πράττωμεν τοῦτο, δὲν θέλετε βεβαίως ὑπολάβει ἡμᾶς τοσοῦτον ἁπλοῦς, ὥστε νὰ ἀποδεχθῶμεν ὅ,τι προβάλλει ὁ Πρωθυπουργός. Σᾶς γνωρίζομεν ἐκ τοῦ μέχρι τοῦδε βίου, τὸν ὁποῖον διήλθομεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὡς γνωρίζομεν καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν σκέπτεται, καὶ τὰς τέχνας, δι’ ὧν ἐπενεργεῖ ἐν τῇ πολιτείᾳ ὑμῶν. Ἐπιθυμοῦμεν ὅμως διὰ τελευταίαν φορὰν νὰ μάθωμεν, ἐὰν διαφωνῶμεν πρὸς ὑμᾶς καὶ ἐπὶ τῶν θεμελιωδῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους. Ἐὰν διεφωνήσαμεν μέχρι τοῦδε ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, οὐδεὶς εἶχε δικαίωμα νὰ ἐπικρίνῃ, νὰ ψέξῃ τινὰ, διότι ταύτην ἢ ἐκείνην εἶχε τὴν γνώμην. Ἐνδεχόμενον ἦτο, καὶ ὑμεῖς, οἵτινες ἐψηφοφορεῖτε ὑπὲρ τῶν νομοσχεδίων τοῦ Πρωθυπουργοῦ, νὰ ἐκρίνετε αὐτὰ ὠφέλιμα εἰς τὸ Κράτος, ἐνῷ ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἦσαν βλαβερά. Ἀλλ’ ἐὰν διαφωνῆτε ἐπὶ τοῦ θεμελιώδους τούτου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐνασκεῖ τοιαύτην ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν ζωτικωτάτων ζητημάτων τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον δρᾷ οὕτω καιρίως ἐπὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, ἡ διαφωνία ὑμῶν πρὸς τὴν γνώμην ἡμῶν εἶναι διαφωνία ῥιζικὴ καὶ ἀνορύσσει χάσμα μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν, ἕνεκα τοῦ ὁποίου πλέον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θέλομεν δυνηθῆ νὰ συναντηθῶμεν μεθ’ ὑμῶν. Διότι, ὅταν ἐπιμένητε μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου, ὅταν ἀρνῆσθε νὰ στέρξητε διὰ νὰ συζητηθῇ ἐν εὐρύτητι νομοσχέδιον τοιοῦτον, οἷον τὸ προκείμενον, βεβαίως ἔχω δικαίωμα νὰ σᾶς θεωρήσω, ὅτι ἔχετε πλέον ἀποφασίσει ἐπὶ πάντων, ὅτι ἔχετε ἀποφασίσει καὶ περὶ τούτων, καὶ ὅτι ἡ ἀπόφασις ὑμῶν διαφέρει ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐλάβομεν. Τοιαύτην δὲ διαφωνίαν θεωροῦμεν διαφωνίαν ῥιζικήν. Ἐὰν λοιπὸν παρακαλοῦμεν ὑμᾶς νὰ σπεύσητε νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, παρακαλοῦμεν ὑμᾶς ν’ ἀποφανθῆτε, διὰ νὰ γνωρίσωμεν, ἐὰν καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν ζητημάτων διαφωνῶμεν. Καὶ ἔχομεν ἀνάγκην νὰ τὸ γνωρίσωμεν, διότι αἱ διαφωνίαι ἐπὶ τῶν βάσεων ἐν τῇ πολιτικῇ, αἱ διαφωνίαι ἐπὶ τῶν θεμελιωδῶν ζητημάτων, ἀποτελοῦσι χωρισμὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀδύνατον πλέον νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν πολιτικὴν προσέγγισιν τῶν διαφωνούντων πρὸς ἀλλήλους. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι πειθόμεθα, ὅτι αἱ γνῶμαι τῆς Συμπολιτεύσεως ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸ Σύνταγμα, ἔχομεν δικαίωμα νὰ θεωρήσωμεν τοὺς ἀποκρούοντας τὸ νομοσχέδιον ὡς ἀνεχομένους καὶ ὑποστηρίζοντας τὴν παράβασιν τοῦ Συντάγματος’ ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι δὲν θεωροῦσι τοὺς νόμους ἐκείνους ὡς ἀντιβαίνοντας πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ θεωροῦσιν αὐτοὺς ὡς ὀλεθρίους εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, καὶ ἐκεῖνοι θέλουσι θεωρήσει τὴν διαφωνίαν ταύτην ὡς διαφωνίαν ῥιζικήν. Θέλομεν νὰ ἔχωμεν δικαίωμα νὰ θεωρῶμεν τοὺς συναδέλφους ἡμῶν τῆς πλειοψηφίας ὡς μὴ διερμηνεύοντας τὸ φρόνημα τοῦ Ἔθνους, νὰ θεωρῶμεν πλέον αὐτοὺς ὡς διαχειριζομένους τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον παρὰ τοῦ λαοῦ, οὐχὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, ἀλλὰ πρὸς τὰ ἴδια αὐτῶν συμφέροντα. Διὰ τοῦτο ζητοῦμεν νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιθυμοῦμεν νὰ προβῶμεν εἰς ψηφοφορίαν, διὰ νὰ ἀποφανθῇ ἕκαστος τὴν γνώμην του καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ κατεπείγοντος.

§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ζητεῖ τὸν λόγον. Προβαίνομεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἡ πρότασις τοῦ κ. ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ, περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως, λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δ’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κκ. Κανάρη καὶ Καλογεροπούλου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας):

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Χαρ. Τρικούπης ΟἈρ. Κοντογούρης Ν
Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΟΝικόλ. Καλογερόπουλος Ο
Γ. Σισμάνης ΟἈλέξ. Κοντόσταυλος Ο
Δ. Βουλπιώτης ΟΝ. Παπανικολάου Ο
Ἀθ. Ἴσκος ΝΝικόλ. Καφετζόγλους Ο
Ν. Καλαντζόπουλος ΟἸωάννης Πεζᾶς Ν
Ἐπ. Σακελλαρόπουλος ΝΚωνσταντ. Σινέλης Ο
Μ. Γουλιμῆς ΟΒασίλειος Βουδούρης Ο
Μ. Ἰατρίδης ΟΚ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ο
Δ. Χατζόπουλος ΝΔιον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ο
Γεώργιος Μίλησης ΝἈναστ. Ε. Λούντζης Ο
Σπυρίδων Νοταρᾶς ΝΔιον. Λομβάρδος Ο
Γεώργ. Κούστας ΝΓεώργιος Θεοτόκης Ο
Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΟΚωνστ. Βασιλάκης
Σωτήριος Δανόπουλος ΟἈντ. Καποδίστριας Ν
Ἀναστ. Δημητριάδης ΟΝικόλαος Βασιλάκης Ν
Μιχαὴλ Νικηφοράκης ΟΕὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ν
Δημήτριος Πετρίδης ΝΠολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς Ν
Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΝΣπυρ. Ἀλαμάνος Ν
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝΘεόφιλος Προβατᾶς Ν
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης ΝΕὐάγγ. Μπασιᾶς Ν
Χρῆστος Χριστόπουλος ΝἈγαμέμνων Μεταξᾶς Ο
Φίλιππος Βάρβογλης ΝἈνδρ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΟ
Ἠλίας Φλέσσας ΝΝικόλ. Βαλσαμάκης Ν
Κ. Κωνσταντόπουλος ΝΓεράσιμος Μουσούρης Ο
Ἀρ. Σακελλαρόπουλος ΝΠαναγ. Βενιεράτος Ν
Παναγιώτης Μανέτας Γ. Τυπάλδος Κοζάκης Ν
Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος ΝΓεώργιος Κόρπας Ν
Ἠλίας Παλαμήδης ΟΣτέφανος Σκουλούδης Ο
Κωνστ. Κατσικόπουλος ΝἈλοΐσιος Τόμαν Ο
Δ. Ζέγγελης ΟΧαρίλ. Προβελέγγιος Ο
Δημ. Ν. Βότσαρης ΟΝικόλαος Νομικὸς Ο
Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΝΜίνως Μπογιατζόγλους Ο
Γεώργ. Χ. Παχὺς ΟΓεώργιος Μπούμπουρας Ο
Στέφανος Δραγούμης ΟΛωρέντζος Δελαρόκας Ο
Δημήτρ. Γ. Ῥάλλης ΝΔημοσθένης Καΐρης
Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας Νικόλαος Κρίσπης
Φωκίων Νέγρης ΟΕὐστάθιος Κεχαγιᾶς Ν
Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς ΝΙ. Γκιὼν Ο
Νικόλ. Μπουφίδης ΟΚωνστ. Κοσσονάκος Ο
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟΓεώργιος Μαυρομιχάλης Ν
Δημ. Καλλιφρονᾶς ΝἈριστ. Πετροπουλάκης Ν
Νικόλ. Δ. Λεβίδης ΝΓιανν. Μαυρομιχάλης Ο
Σπυρ. Κουκούλεζας ΟΝικήτας Βαρβιτσιώτης Ο
Ὄθων Μακρυγιάννης ΟΛεων. Καπετανάκος Ο
Τρύφων Μουτσόπουλος ΟΞανθὸς Πικουλάκης Ο
Θάνος Κανακάρης ΟΓεώρ. Πετροπουλάκης Ν
Νεοκλ. Πετιμεζᾶς ΝΚων. Παπαμιχαλόπουλος Ν
Α. ΠαπαγιαννακόπουλοςΝἸωάν. Καρτάλης
Α. Φωτήλας ΟἈργ. Κανταρτζῆς Ο
Ἀνδρ. Αὐγερινός ΟΕὐάγγ. Σταμούλης Ο
Ἀντ. Ῥικάκης ΝΝ. Κοκωσλῆς
Ἀχ. Γεροκωστόπουλος ΝἸω. Παπαδόπουλος Ο
Ι. Κρεστενίτης ΝΚωνστ. Μαρκίδης Ο
Ν. Κουμανιώτης ΝἈριστ. Ἀργυρόπουλος Ο
Χρ. Στεφανόπουλος ΟΔημ. Κουτσουμπλῆς Ο
Ἀλέξ. Ζαΐμης ΝΕὐθ. Μπατζιᾶς Ο
Ἀναστ. Ζαρμάνης ΟΓ. Φραγκίδης Ο
Ἀχιλ. Λογιωτάτου Α. Τακιατζῆς Ο
Σωτήριος ΣωτηρόπουλοςΝΓ. Τάκης
Κωνστ. Κουμουνδοῦρος ΝΝ. Ταρμπάζης Ν
Περικλῆς Πεῤῥωτὴς ΝΖ. Φαλιάγκας Ν
Δημήτριος Τζάνες ΟΣταμάτιος Μπουντούρης Ο
Περικλῆς Μποῦτος ΟΘεόδωρος Γκίκας Ο
Παναγιώτης Σάκκης ΝἈνάργ. Σιμόπουλος Ο
Νικόλαος Παπαλέξης ΟΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
Νικόλαος Μισυρλῆς ΝὈδυσσεὺς Πετρόπουλος Ο
Ν. Καράπαυλος ΟΝικόλ. Κοντογιάννης Ν
Ἀσημάκης ΧριστόπουλοςΝἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ο
Εὐστάθιος Κοκκέβης ΟΓεώργ. Λιδωρίκης Ο
Δημήτριος Κάρτωνας ΝΚωνστ. Χατζῖσκος Ο
Δημήτριος Π. Γουδῆς ΟΔημ. Ζουλούμης Ο
Σ. Χατζηγάκης ΝΚωνστ. Ἀναγνωστόπουλος Ν
Κ. Ζωγλοπίτης ΟΘεμιστοκλῆς Κανάρης Ν
Ἀθ. Καζαμπάκας Ο

§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 140. Ἐκ τούτων 60 εἶπον Ναὶ καὶ 80 εἶπον Ὄχι. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 29
2τῆς 28 Νοεμβρίου 1889
3(Τρίτη)
4Ὥρᾳ 5 μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ
6πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Δήμαρχος Ἰθάκης τηλεγραφεῖ, ὅτι τὸ
8πρὸς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα τινῶν δημοτικῶν συμβού-
9λων, εὐχομένων τὴν κατάργησιν τῆς εὐρείας ἐκλογικῆς
10περιφερείας, ἐκφράζει μόνον ἀτομικὴν γνώμην τῶν τηλεγρα-
11φησάντων.
12§2ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Χθὲς ἀνεγνώσθη τηλεγράφημα, ὡς προ-
13ερχόμενον ἐκ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἰθάκης. Τοῦτο
14φέρει τὰς ὑπογραφὰς τοῦ προέδρου καὶ δύο συμβούλων· ἑ-
15πομένως δὲν ἦτο ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, οὔτε
16τὰ τρία ταῦτα μέλη ἀποτελοῦσι τὴν πλειονοψηφίαν αὐτοῦ,
17ἥτις, μὴ ὑπογράψασα, ἀποδεικνύει ὅτι ἔχει ἀντίθετον γνώ-
18μην. Ἡ γνώμη τῶν ὑπογραψάντων τὸ τηλεγράφημα εἶναι
19ὅλως ἀτομική.
20§3ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἦτο ὅλως ἐκτὸς τοῦ δέον-
21τος ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Μουσούρη,
22καθόσον τὸ τηλεγράφημα, εἴτε εἶχε χαρακτῆρα ἐπίσημον,
23εἴτε δὲν εἶχεν, ἦτο ἔκφρασις τῆς γνώμης ἐγκρίτων πολι-
24τῶν, κατεχόντων θέσιν ἐπίσημον, καὶ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βε-
25βαιώσω, ὅτι ἡ παμψηφία τῆς νήσου Ἰθάκης εἶναι ὑπὲρ τῆς
26γνώμης, ἣν ἐξέφρασεν ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ
27Συμβουλίου κ. Ἱπποκράτης Καραβίας, διότι ἀδύνατον εἶναι
28νὰ ὑπάρχῃ ἐν Ἰθάκῃ ἑτέρα γνώμη, ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρχωσιν
29ἐν Ἰθάκῃ οἱ θέλοντες ν’ αὐτοκτονήσωσι πολιτικῶς. Ἐπε-
30σκέφθην τὴν Ἰθάκην καὶ ἐν τῇ πόλει καὶ ἐν ταῖς ἐξοχαῖς,
31ὡμίλησα μετὰ πλείστων ἀνθρώπων πάσης τάξεως περὶ τοῦ
32ζητήματος τούτου, καὶ δὲν φοβοῦμαι νὰ μὲ διαψεύσωσι, λέ-
33γοντα, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι δημοτικοὶ ἄρχοντες, οἱ ὁποῖοι τη-
34λεγραφοῦσιν, ἐξέφρασαν οὐ μόνον τὴν γνώμην τοῦ Δημοτι-
35κοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ καὶ τὴν γνώμην τῆς νήσου ὁλοκλή-
36ρου. Πρὸς τοῦτο δὲ δὲν ἐκωλύοντο ὑπ’ οὐδενὸς νόμου καὶ κα-
37νονισμοῦ. Προσεχῶς θέλομεν εἰσέλθει εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζη-
38τήματος, καὶ τότε θέλει καταδειχθῆ, ὅτι ἀδύνατον εἶναι νὰ
39ὑποθέσῃ τις, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῇ νήσῳ Ἰθάκῃ οἱ θέλον-
40τες ν’ αὐτοκτονήσωσι πολιτικῶς, διότι τοῦτο σημαίνει ἡ κα-
41τάργησις τῆς ἐπαρχίας ὡς πολιτικῆς μονάδος.
42§4ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ἐὰν ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμ-
43βουλίου Ἰθάκης καὶ δύο σύμβουλοι ἔγραφον, ὅ,τι ἔγραψαν,
44ὡς πρόσωπα, βεβαίως θὰ ἦτο περιττὴ πᾶσα παρατήρησις,
45ἀλλ’ ἐν τῷ τηλεγραφήματι ἐκείνῳ ὁ Πρόεδρος τηλεγραφεῖ
46ἐξ ὀνόματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ παριστᾷ, ὅτι
47ἀντιπροσωπεύει αὐτό· ἦτο λοιπὸν ἀνάγκη νὰ διευκρινισθῇ,
48ὅτι αὐτὸς δὲν ἀντιπροσωπεύει αὐτό, τὰ πράγματα δὲ δια-
49ψεύδουσι τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου, διότι, ἂν μὲ ὅλην
50τὴν ἐνέργειαν, τὴν γενομένην ἐντεῦθεν, δὲν κατωρθώθη, παρὰ
51μόνον ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ δύο σύμ-
52βουλοι νὰ ὑπογράψωσι καὶ ἐκφράσωσιν εὐχὴν, ὅπως ἐπα-
53νέλθῃ τὸ πρῶτον ἐκλογικὸν σύστημα, τοῦτο εἶναι ἀπόδει-
54ξις, ὅτι οὐχὶ ἡ μειονοψηφία, ἀλλ’ ἡ παμψηφία τῆς Ἰθάκης
55ἀποδοκιμάζει τοῦτο καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ
56ὑπάρχον σύστημα.
57§5ΜΠΑΣΙΑΣ. Εἶναι παραλογισμὸς νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι οἱ
58Ἰθακήσιοι ἐπιθυμοῦσι τὸ ὑπάρχον σύστημα. Οἱ Ἰθακήσιοι
59εἶχον πρότερον καὶ Πρωτοδικεῖον καὶ Λιμεναρχεῖον καὶ
60Ἐπαρχεῖον· σήμερον τὰ πάντα κατηργήθησαν, σήμερον διοι-
61κοῦνται παρ’ ἑνὸς Δημάρχου. Εἶναι λοιπὸν παραλογισμὸς
62νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐπιθυμοῦσι τὸ σημερινὸν καθεστώς.
63§6ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Εἶναι τῳόντι παραλογισμὸς,
64ν’ ἀποδίδῃ τις εἰς τοὺς Ἰθακησίους τοιαύτας σκέψεις, ὅτι
65δηλ. ἐπιθυμοῦσι τὸ σημερινὸν καθεστώς.
66§7Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οἰκο-
67γενειακὴν ἔριδα μεταξὺ τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν Κεφαλ-
68ληνίας, λέγω ὅτι τὸ τηλεγράφημα, τὸ ἀποσταλὲν καὶ ἀνα-
69γνωσθὲν παρ’ ὑμῶν χθὲς, εἶναι βεβαίως γνησιώτατον· ἂν δὲ
70τυχὸν δὲν ἔχωσιν ὑπογράψει ὅλα τὰ μέλη τοῦ Δημοτικοῦ
71Συμβουλίου, τοῦτο μαρτυρεῖ, ὅτι τὰ μέλη τὰ λοιπὰ, τὰ μὴ
72ὑπογράψαντα, φρονοῦσι φίλα τῇ Κυβερνήσει· τοῦτο ὅμως
73δὲν ἀποδεικνύει τίποτε, ὅτι δηλ. ἐκεῖ ὑπάρχουν διπλαῖ γνῶ-
74μαι περὶ τῆς μικρᾶς ἢ μεγάλης περιφερείας· ἐκεῖ ὑπάρχει
75μία καὶ μόνη γνώμη, καὶ ἂν τυχὸν εἰς τὴν πτέρυγα τῆς
76Συμπολιτεύσεως ὑπάρχωσι Βουλευταὶ, οἵτινες, ἀφορῶντες
77εἰς τὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως, δὲν θὰ ψηφίσω-
78σιν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπανόδου εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν
79ἐκλογικὴν περιφέρειαν, τοῦτο βεβαίως δὲν μαρτυρεῖ, ὅτι
80καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν εἶναι ὑπὲρ τῆς στενῆς περιφε-
81ρείας, πολὺ δὲ περισσότερον ὁ Ἰθακήσιος λαὸς, ὁ ὁποῖος
82διὰ τοῦ νέου ἐκλογικοῦ συστήματος ἐστερήθη ἀντιπροσώπου.
83§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Δήμαρχος Γαρδικίου καὶ δέκα ἔμποροι
84Γαρδικίου εὔχονται δι’ ἐγγράφου των πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν
85ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν διαπυ-
86λίων τελῶν.
87§9ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπίστευον βεβαίως, κύριε Πρόε-
88δρε, ὅτι ὕστερον ἀπὸ τὴν πολυχρόνιον παρουσίαν σας ἐν τῷ
89περιβόλῳ τούτῳ καὶ ἀπὸ τὴν ἡλικίαν, τὴν ὁποίαν φέρετε,
90καὶ ἀπὸ τὸ ἀξίωμα, μὲ τὸ ὁποῖον περιβάλλεσθε, ὅτι ἠθέλατε
91τηρήσει τὸν λόγον ἡμῶν, καὶ διὰ τοῦτο ψυχροὶ καὶ ἀπα-
92θεῖς ἤμεθα χθὲς, ὅτε οἱ διάδρομοι ἦσαν πλήρης ἐγκλημα-
93τιῶν καὶ ἀποβλήτων τῆς κοινωνίας. Σήμερον, θελήσας νὰ
94διέλθω τὴν θύραν τοῦ διαδρόμου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διὰ
95νὰ ἀνέλθω εἰς τὰ θεωρεῖα, ὅθεν ἤκουον θόρυβον καὶ φωνὰς,
96εὗρον αὐτὴν κεκλεισμένην· παρεξενεύθην ἐπὶ τούτῳ καὶ
97ἐζήτησα παρὰ τῶν ἐκεῖ εὑρισκομένων ἐξηγήσεις, ἔμαθον δὲ,
98ὅτι εἶναι ὑμετέρα διαταγή. Ἐνόμισα ταύτην ὡς μὴ συντε-
99λοῦσαν εἰς τὸν σκοπὸν, καὶ διηυθύνθην πρὸς τὸ καπνιστήριον
100τῆς Συμπολιτεύσεως, διὰ νὰ σᾶς εὕρω. Φθάσας εἰς τὸν διά-
101δρομον τῆς πτέρυγος ταύτης, μετ’ ἀφάτου λύπης εἶδον, ὅτι
102ἡ διαταγὴ ὑμῶν δὲν ἦτο πλήρης, διότι ἡ θύρα, ἡ ἑνοῦσα
103τὸν διάδρομον μὲ τὰ θεωρεῖα, ἦτο εἰς κοινὴν χρῆσιν. Ἐπειδὴ
104δὲν σᾶς εὗρον, ἐζήτησα καὶ παρέλαβον μαζῇ μου τὸν Γραμ-
105ματέα τῆς Βουλῆς καὶ κατέδειξα πρὸς αὐτὸν τὸ γενόμενον
106ἄτοπον. Ὁ Γραμματεὺς ἐπίστευεν, ὅτι θὰ ἠπατώμην. Ἐζή-
107τησα ἐμπράκτως νὰ τοῦ ἀποδείξω τὸ ἀκριβές. Διήλθομεν
108τὸν διάδρομον καὶ τὴν θύραν καὶ ἔστημεν πρὸ τοῦ θεάματος
109τοῦ συρφετοῦ τῶν ἀνθρώπων τῶν κατέργων. Ὁ Γραμματεὺς
110ἔμεινεν ἄναυδος. Ἀλλὰ, διὰ νὰ μειώσῃ τὴν ἐντύπωσιν, μοὶ
111ὑπέδειξεν, ὅτι τοῦτ’ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὸν διάδρομον
112τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Τὸν ἔφερα μέχρις ἐκεῖ καὶ εὕρομεν
113τὴν θύραν κεκλεισμένην καὶ πρὸ αὐτῆς εὔζωνον ἔνοπλον,
114τὸν σκοπόν. Τὸν ἐπλησιάσαμεν καὶ ἀντὶ νὰ εὕρωμεν τὴν
115εὐκολίαν νὰ διαβῶμεν τὴν θύραν, ἠκούσαμεν τὴν ἔντονον
116καὶ ἀπότομον φωνὴν τοῦ σκοποῦ: «ἐμποδίζεται!» Ἤμεθα ἐν
117τῷ βαδίζειν, δὲν ἔστημεν ὡς ὁ στρατιώτης πρὸ τοῦ προσ-
118τάγματος. Τότε ὁ σκοπὸς, ἀποτόμως ἀπευθυνόμενος πρὸς
119ἡμᾶς, προτείνει τὴν λόγχην.
120Τὰ ἐκτεθέντα ἀποδεικνύουσι, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν τη-
121ρεῖτε τὸν λόγον σας, δὲν ἐκπληροῦτε τὸ καθῆκόν σας, δὲν
122ἔχετε συνείδησιν τοῦ ἀξιώματος, ὅπερ φέρετε, καὶ διὰ τοῦτο
123ἐπιτρέπετε ἐν τῷ ἱερῷ τούτῳ τεμένει νὰ εὑρίσκωνται οἱ
124αἴσχιστοι τῶν ἐγκληματιῶν καὶ οἱ ἀπόβλητοι τῆς κοινω-
125νίας. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἄλλοτε οἱ συμπολῖταί μας ἀνήρχοντο
126τὰ θεωρεῖα διὰ νὰ ἐκφράσωσι δι’ ἀποδοκιμασιῶν καὶ ἐπι-
127δοκιμασιῶν τὴν γνώμην των περὶ ἑκάστου τῶν κομμάτων
128καὶ τῶν ῥητόρων· ἀλλ’ ἦσαν οἱ πολῖται, δὲν ἦσαν δραπέ-
129ται τῶν φυλακῶν· ἦτο ἐλευθέρα ἡ εἴσοδος πρὸς πάντας.
130Δὲν ἤρχοντο ὡπλισμένοι μέχρις ὀδόντων, διὰ νὰ ἐπιβάλλωσι
131τὸν τρόμον καὶ διὰ νὰ μαραίνωσι διὰ τῆς θέας των τοὺς
132ἐντίμως καὶ ἀξιοπρεπῶς ἐκπληροῦντας τὸ καθῆκόν των
133ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, καὶ νὰ παρουσιάζωσι τὴν ὄψιν
134τοῦ Βουλευτηρίου αἰσχίστην, ὡς οἱ Φιλῶται, οἱ Γερμανοὶ
135καὶ οἱ λοιποί.
136Λυποῦμαι διότι εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην, πρὸς ἄνδρα,
137ὡς ὑμᾶς, τοιαύτην ἔχοντα ἡλικίαν καὶ τοιοῦτον προηγού-
138μενον, νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, ἐπὶ τῇ ἀθετήσει καὶ τῶν
139λόγων του καὶ τοῦ καθήκοντός του.
140§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χωρὶς νὰ ἀπαντήσω εἰς τοὺς προσωπικοὺς
141περὶ ἐμοῦ λόγους τοῦ κ. Βουλευτοῦ, διαβεβαιῶ τὴν Βουλήν,
142ὅτι πράγματι διέταξα νὰ κλεισθῶσι καὶ αἱ δύο θύραι,
143ἀλλὰ διὰ τῆς μιᾶς γίνεται ἡ συγκοινωνία πρὸς τὸ καφε-
144νεῖον, καὶ γνωρίζετε, ὅτι ὅλοι λαμβάνουσι ἀνάγκην τοῦ κα-
145φενείου, ὅτε δὲ ἔμαθον, ὅτι συνέῤῥευσαν εἰς τὴν ἄλλην θύ-
146ραν Βουλευταὶ καὶ ἠμποδίζοντο, διέταξα αὐτοστιγμεὶ τὸν
147ἀξιωματικὸν καὶ ἤνοιξε τὴν θύραν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τοὺς
148εἰσερχομένους μὴ Βουλευτὰς, ἡ διαταγή μου ἦτο καὶ εἶναι
149αὐστηροτάτη, νὰ μὴ εἰσέλθῃ οὐδεὶς τῶν πολιτῶν. Καθήμε-
150νος δὲ ἐν τῇ ἕδρᾳ ταύτῃ, δὲν γνωρίζω τί γίνεται ἔξω ἀνὰ πᾶ-
151σαν στιγμήν· ἡ ἀστυνομία ἀνήκει εἰς τὸν ἀξιωματικὸν καὶ
152τοὺς κλητῆρας, ὁ δὲ ἀξιωματικὸς καὶ οἱ κλητῆρες λαμβά-
153νουσιν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν διαταγὰς, νὰ μὴ ἐπιτρέπωσι τὴν
154εἰς τοὺς διαδρόμους εἴσοδον εἰς πάντα μὴ Βουλευτήν.
155§11ΛΕΒΙΔΗΣ. Μεθ’ ὅλας τὰς διαταγὰς, ἃς ἐδώκατε κατ’
156ἄλλην συνεδρίασιν, ὅτε ὑπεδείχθη ὑμῖν, ὅτι ἐντὸς τοῦ Βου-
157λευτηρίου περιφέρεταί τις τυγχάνων ἀξιωματικὸς τοῦ πε-
158ζικοῦ, μὴ ἔχων ὑπηρεσίαν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλ’ ἐν ὡρισμένῳ
159στρατιωτικῷ γραφείῳ, οὗτος ἐξακολουθεῖ περιφερόμενος ἐν
160τοῖς διαδρόμοις τῆς Βουλῆς, χρησιμεύων δὲ, ἵνα παρεισάγῃ
161ἐνταῦθα ἀνθρώπους τῶν κατέργων, καταδικασθέντας εἰς ἐγ-
162κληματικὰς ποινὰς, ἐξελθόντας διὰ χαρίτων ἐκ τῶν φυλα-
163κῶν, ἢ καταδίκους ὀφείλοντας νὰ διάγωσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς,
164περιφερομένους ὅμως ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου. Ὁ ἀξιω-
165ματικὸς οὗτος εἶναι αὐθάδης τις, οὗτινος ἀπαξιῶ ν’ ἀνα-
166φέρω τὸ ὄνομα. Τὸν ἐπλησίασα καὶ τῷ εἶπον, ἔν τινι δικαιώ-
167ματι περιφρονεῖ τὰς διαταγὰς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς,
168καὶ χρησιμεύει ἐκπληρῶν τὸ ἔργον τοῦ ταπεινοτέρου τῶν
169κλητήρων τῆς Βουλῆς· αὐτὸς ἐτράπη εἰς φυγὴν, ψιθυρίζων
170λέξεις τινὰς καὶ λέγων, νομίζω, ὅτι θὰ τὰ εὕρῃ μαζῇ μου
171ἔξω τοῦ Βουλευτηρίου, ὡσανεὶ ἐγὼ τοιούτους ἔλαβόν ποτε
172ὑπ’ ὄψει μου. Ἐγὼ κατήγγειλα ἐνώπιον ὑμῶν τὸν ἀξιωμα-
173τικὸν τοῦτον, ὑμεῖς δὲ οὐδεμίαν πρόνοιαν ἐλάβετε, ἢ ἂν
174ἐλάβετε, οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν, διότι ὁ ἀξιωματικὸς ἐξα-
175κολουθεῖ νὰ χρησιμεύῃ εἰς τὸ ἐπονείδιστον αὐτὸ ἔργον, ὅπερ
176προξενεῖ αἶσχος εἰς τὸν στρατόν. Καὶ οὐ μόνον ὁ ἀξιωμα-
177τικὸς οὗτος, ἀλλὰ καὶ ἕτερος ἀξιωματικὸς τῆς χωροφυλα-
178κῆς, φέρων παράδοξον ὄνομα, μουσικοῦ ὀργάνου, καὶ οὗτος
179χρησιμεύει διὰ τοιαύτας πράξεις ἐντὸς τῆς Βουλῆς.
180Ἐὰν δὲν ἐπιθυμῆτε ν’ ἀκούσητε τοιαύτας ἐπιτιμήσεις
181πικρὰς, ἀναξίας πρὸς τὸ παρελθὸν ὑμῶν καὶ πρὸς τὸ ὄνομα
182καὶ τὸν τίτλον, ὃν κατέχετε, εἶναι καιρὸς ν’ ἀναλάβητε τὰ
183καθήκοντα ὑμῶν, ἵνα ἀποφύγητε σκηνὰς ἐνδεχομένας. Κα-
184θῆκον ἔχετε νὰ καταστήσητε ὑπεύθυνον τὸν κ. ταγματάρ-
185χην τοῦ πυροβολικοῦ, εἰς ὃν ἀνετέθη ἡ φρούρησις τῆς Βου-
186λῆς, διὰ τούτους τοὺς ἀξιωματικούς, οἵτινες ἐκπληροῦσι
187τὰ χρέη τῶν κλητήρων ἐνταῦθα. Διότι, ἂν αὐτοὶ δὲν σέβων-
188ται τὸν βαθμὸν αὑτῶν καὶ τὸ ἀξίωμα, ἄλλοι ἀξιωματικοὶ
189τοῦ στρατοῦ παντάπασι δὲν εἶναι διατεθειμένοι ν’ ἀκούωσι
190τοιαύτας πράξεις. Διατὶ δὲν ἔρχονται καὶ ἄλλοι, οἵτινες
191φρονοῦσι φίλα τῇ Κυβερνήσει, νὰ ἐκτελέσωσι τοιαῦτα ἔργα,
192ἀλλὰ μόνον οἱ δύο οὗτοι ἀξιωματικοί; Εἶναι μοναδικὴ
193ἐξαίρεσις, καὶ ταύτην καθῆκον καὶ συμφέρον ἔχετε νὰ πα-
194τάξητε, ἵνα μὴ προκαλέσητε σκηνάς.
195§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χθὲς μοὶ εἴπετε, ὅτι ἀξιωματικός τις
196περιφέρεται εἰς τοὺς διαδρόμους καὶ ὠνομάσατε τοῦτον·
197αὐτοστιγμεὶ διέταξα καὶ ἀπεμακρύνθη, καὶ δὲν ἐφάνη
198ἔκτοτε. Αἱ διαταγαί μου εἶναι, νὰ μὴ ἐπιτρέπηται οὔτε
199εἰς ἀξιωματικοὺς οὔτε εἰς πολίτας ἡ εἴσοδος.
200§13ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Οὐδεὶς ἔχει τὴν ἀξίωσιν, κύριε Πρόεδρε,
201ν’ ἀναλάβητε τὸ καθῆκον τοῦ κλητῆρος τῆς Βουλῆς· ἡμεῖς
202πάντες ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἵστασθε εἰς τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον
203σᾶς ἔχει θέσει ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἐννοοῦμεν
204νὰ θελήσητε ν’ ἀπαλλάξητε τὴν Βουλὴν ἀπὸ πᾶν στοιχεῖον,
205τὸ ὁποῖον ἀπειλεῖ τὴν τάξιν καὶ τὴν εὐκοσμίαν. Καὶ
206ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ παρατηρήσω, κύριε Πρόεδρε,
207ὅτι ἡ αἴθουσα αὕτη, ἐν ᾗ συνεδριάζουσιν οἱ ἀντιπρόσωποι
208τοῦ Ἔθνους, εἶναι ὁ τόπος, ἐν ᾧ ἵσταται ἡ ἑτέρα τῶν μεγά-
209λων ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ προσέρ-
210χηται ἀνευλαβῶς καὶ ἀσεβῶς. Εἰσηρχόμην πρὸ μικροῦ εἰς
211τὴν θύραν τοῦ Βουλευτηρίου, καθ’ ἣν στιγμὴν ἓν ἀστυνο-
212μικὸν ὄργανον ἐπέπληξεν αὐθαδέστατα, ἀγροικότατα κλη-
213τῆρα τῆς Βουλῆς, διότι ἐπέτρεψε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν
214Βουλὴν ἀντισυνταγματάρχης τις, φέρων πολιτικὴν στολὴν,
215ἐνῷ τὸ ὄργανον τοῦτο οὐδὲν δικαίωμα εἶχεν. Ἐρωτῶ ὑμᾶς,
216κύριε Πρόεδρε, τοῦ ὁποίου τὴν προσωπικότητα γινώσκετε
217πόσον τιμῶ, ἂν ἦναι ἐκ τῶν καθηκόντων σας νὰ ἐπιτρέ-
218πητε εἰς τὴν θύραν τῆς Βουλῆς νὰ ἐνασκῇ ἀστυνομικὰ
219καθήκοντα ὁ Γραμματεὺς τῆς Ἀστυνομίας, καὶ νὰ παρί-
220σταται ἡ ἀστυνομία πάνοπλος, ἀπειλητικῶς ὁρῶσα πάντα
221εἰσερχόμενον, καὶ νὰ παρίστανται ῥοπαλοφόροι ἄγνωστοι,
222ἵνα ἐπιδεικνύωσι τὴν δύναμιν τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν τοῖς
223ἀρκεῖ ὁ στρατὸς τοῦ Βασιλέως, ἀλλ’ ἔχουσιν ἀνάγκην καὶ
224ἑτέρων φαλάγγων; Εἶναι ἀρκετὸν τὸ καθῆκόν σας, τοῦ νὰ
225λέγητε, ὅτι διετάξατε, καὶ νὰ μὴ ἐκτελῶνται αἱ δια-
226ταγαί σας; Πρέπει νὰ διατάξητε, οὐχὶ εἰς τὸν περίβολον
227τοῦ Βουλευτηρίου, ἀλλ’ οὐδὲ εἰς τὴν αὐλὴν ἔξω νὰ εἰσέρ-
228χηταί τις ἄνευ τῆς ἀδείας σας· ἂν δὲν ἀρκῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν
229στρατιωτῶν, οἵτινες ἀποστέλλονται εἰς τὴν Βουλὴν καθ’
230ἑκάστην, ἂς διπλασιασθῇ ἡ φρουρά, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται
231νὰ ἔρχωνται νὰ καταλαμβάνουν τὸν περίβολον τῆς Βουλῆς
232ἄγνωστοι, ἀγνώστου προελεύσεως ἄνθρωποι, διαταράττοντες
233τὴν τάξιν καὶ ἐξυβρίζοντες τοὺς πολίτας. Πολὺν κόπον
234κατεβάλομεν διὰ νὰ κρατήσωμεν τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι
235δὲν νομίζουν ὅτι μένουν ἀπρόσβλητοι δι’ αὐτῶν τῶν ἐπι-
236δείξεων, καὶ ἂς μάθωσι πάντες, ὅτι, ἐὰν τηρῆται ἡ τάξις,
237τηρεῖται ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως,
238καὶ μάλιστα ἐκ τῆς συνέσεως τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτῆς· ἐὰν
239ἐπέλθῃ ῥῆξις, συλλογιζόμεθα τὰς συνεπείας. Πολὺν χρόνον
240εἶσθε ἀντιπρόσωπος· πότε ἠκούσατε ἡ Κυβέρνησις νὰ δίδῃ
241ἀφορμὴν εἰς ἐρεθισμοὺς, νὰ ἐπιδεικνύηται δι’ ὀργάνων τοιού-
242των, ὅπως πτοήσῃ τοὺς πολλούς; Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις
243ἔχῃ τόσα ὄργανα πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως, δὲν ἀρκοῦσι
244ταῦτα πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως, ἀλλὰ καταφεύγει καὶ
245εἰς ἔκτακτα μέσα, ὡσὰν νὰ ἔχῃ νὰ καταστείλῃ ἐπανάστα-
246σιν! Εἶναι ἐντροπὴ, ν’ ἀπασχολώμεθα ἐνταῦθα μὲ τοιαῦτα
247ζητήματα!
248Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ληφθῶσιν ἐντονώτερα μέτρα. Δὲν
249ἀμφισβητῶ τὴν θέλησίν σας καὶ τὴν εὐθυδικίαν σας, ὀφείλω
250ὅμως νὰ παρατηρήσω, ὅτι εἶναι ἀτελῆ καὶ ἀνεπαρκῆ τὰ
251μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλάβετε. Ἀφίνω εἰς ὑμᾶς νὰ μελετήσητε
252διὰ τίνος τρόπου θὰ κατορθώσητε νὰ κρατήσητε ὑψηλὰ
253τὴν Βουλὴν, ὥστε νὰ μὴ ἦναι ἐπιτετραμμένον εἰς κἀνὲν
254ὄργανον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας νὰ εἰσέρχηται οὐχὶ ἐντὸς
255τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ οὐδὲ εἰς τὸν περίβολον τοῦ Βουλευτηρίου.
256§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχω τὴν γνώμην τοῦ ἀξιο-
257τίμου προαγορεύσαντος, ὅτι κατεβάλετε πάντοτε κόπους,
258κύριε Πρόεδρε, πρὸς περιστολὴν τῶν κακῶν τούτων· ἔχω τὴν
259ἰδέαν, ὅτι τὰ ἀνέσχεσθε καὶ τὰ ὑποθάλπετε· διότι ἓν νεῦμα
260ὑμῶν ἀρκεῖ, οὐχὶ στρατιώτης, ἀλλ’ οὐδὲ κλητὴρ νὰ σᾶς
261ἦναι ἀναγκαῖος, οὐδὲ ὁ Φρούραρχος τῆς Βουλῆς, οὐδὲ ὁ Δι-
262ευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως, οὐδὲ ὅλη
263αὐτὴ ἡ συμμορία τῶν λῃστῶν καὶ τῶν κακούργων ἠδύνατο
264ν’ ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς θελήσεως ὑμῶν. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ
265ἦναί τις ἐκ τῶν τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας ἐδῶ, διὰ νὰ ὑπάρξῃ
266τάξις. Δὲν ζητοῦμεν τὴν τάξιν διότι πτοούμεθα τὰ ποδο-
267κροτήματα,—διότι γνωρίζουσι πάντες, πῶς καταρτίζονται
268τὰ ἀκροατήρια,—τὴν ζητοῦμεν χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ
269σώματος, τῆς ὁποίας ἐμνήσθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, καὶ
270χάριν τῆς τάξεως, ἥτις θὰ διασαλευθῇ, διότι φρονοῦσιν οἱ
271φίλοι ἡμῶν, ὅτι κινδυνεύομεν. Ἐὰν συμβῇ ἐν ζωηρᾷ τινι συ-
272ζητήσει νὰ γίνωσιν ἀταξίαι ἐκτὸς τοῦ Βουλευτηρίου, κύριε
273Πρόεδρε, ἐννοεῖτε ποῖαι θὰ ὦσιν αἱ συνέπειαι; Ἐὰν δὲ οἱ
274ἄνθρωποι, τοὺς ὁποίους ἔχετε ἐκεῖ, φρονεῖτε ὅτι εἶναι φίλοι
275σας, ἀπατᾶσθε· οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι φίλοι τῆς ἀρχῆς,
276διότι ἔχουσιν ἀποφάσεις ἐρήμην, ἔχουσι καταγγελίας διαφό-
277ρους ἐκκρεμεῖς ἐναντίον των, ὧν ἀντίγραφα φέρω μετ’ ἐμοῦ,
278καὶ αὔριον, ἂν εὕρω τινὰ ἐξ αὐτῶν, θέλω ζητήσει τὴν σύλ-
279ληψίν του, παρουσιάζων τὰ δικαστικὰ ταῦτα ἔγγραφα, διὰ
280νὰ ἴδητε ἀπὸ ποίους περιβάλλεσθε. Μὲ τοιούτους περιβάλ-
281λεσθε, αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι σᾶς περιφρουροῦν, καὶ
282νομίζετε, ὅτι σᾶς ἐξασφαλίζουν. Λυποῦμαι διὰ τὴν κατά-
283πτωσιν, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σου, κύριε Πρόεδρε,
284ὑφίσταται ἡ Βουλή· ἐνθυμήσου τίνος ἦσο ὀπαδὸς, καὶ ἐν-
285θυμήσου, ὅτε ἐγένετο Πρόεδρος ὁ ἀρχηγός σου ἐκεῖνος, τί εἶ-
286πεν, εὐχαριστῶν τὴν Βουλὴν, καὶ πόσον ὑψηλὰ ἐνόει, ὅτι εὑ-
287ρίσκεται τὸ ἀξίωμα, μὲ τὸ ὁποῖον περιβάλλεσαι. Διαρκῶς
288εἶσαι περιβεβλημένος τὸ ἀξίωμα τοῦτο, τοῦ ὁποίου τὸ ὕψος
289οὔτε τότε ἀντελήφθης, οὔτε καὶ μέχρι σήμερον ἐδιδάχθης.
290Ἐπιμένω νὰ πιστεύω, ὅτι, ἂν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, οἱοσ-
291δήποτε καὶ ἂν ἦναι, θελήσῃ, τὰ πάντα τίθενται ἐν τάξει, καὶ
292δὲν θὰ ἔχωμεν τὸ ἀπεχθὲς θέαμα νὰ διατρέχωσι τοὺς δια-
293δρόμους οἱ ἥρωες τῶν κατέργων, οἱ περικυκλοῦντες τὸν Πρω-
294θυπουργὸν καὶ ζητωκραυγάζοντες; αὐτὸν, ἐξερχόμενον τῆς
295Βουλῆς. Ἐγνώρισε τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος, ποῖοι εἶναι οἱ
296ζητωκραυγοῦντες, οἱ χειροκροτοῦντες, οἱ ἀποδοκιμάζοντες.
297Ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ, ὅτι ἐγίνοντο σεμναὶ ἐπιδοκιμασίαι
298καὶ ἀποδοκιμασίαι ἄλλοτε· ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν ἀπεδεικνύετο,
299ὅτι ἐν τοῖς θεωρείοις ἐκάθηντο πολῖται φορολογούμενοι καὶ
300οὐχὶ τρόφιμοι τοῦ δημοσίου ταμείου, ὡς σήμερον, οἵτινες ζη-
301τοῦσι διὰ τῶν ἀταξιῶν των ν’ ἀποτίωσι τὸν φόρον, ἕνεκα
302τοῦ ὁποίου πληρόνονται.
303Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κάμω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν,
304ὅτι ἡ ἐξακολούθησις τῆς καταστάσεως ταύτης θὰ ἔχῃ ὀδυ-
305νηρὰς συνεπείας.
306§15Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μεταξὺ πάντων τῶν λεχθέν-
307των κατέχει καταφανῆ θέσιν καταγγελίας, τὴν ὁποίαν εἷς
308τῶν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ἀξιοτίμων συναδέλφων μου προέ-
309βαλε πρὸ μικροῦ εἰς τὴν Βουλὴν, καταγγελία κατὰ τινος
310ἀνθυπολοχαγοῦ τοῦ πεζικοῦ καὶ κατά τινος ἀξιωματικοῦ
311τῆς χωροφυλακῆς· μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι ἡ καταγγελία αὕτη
312εἶναι ἀξία τῆς μερίμνης οὐχὶ μόνον ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε,
313ἀλλὰ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡμεῖς φρο-
314νοῦμεν, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ, προτοῦ νὰ περιβληθῶσι τὰ
315σήματα, τὰ ὁποῖα φέρουσιν, ἦσαν πολῖται Ἕλληνες, ἔχον-
316τες μὲν δικαίωμα νὰ ἔχωσι φρόνημα, ἀλλ’ ἀφωσιωμένοι
317ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν λειτουργίαν, τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι
318προσδιώρισαν εἰς αὐτοὺς ἐν τῷ μέσῳ πάσης τῆς ἱεραρχίας
319τῶν δημοσίων λειτουργῶν. Διατελοῦμεν μάλιστα πεπει-
320σμένοι, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ μορφόνουσι τὸ ἑαυτῶν φρόνημα
321πάντοτε μετ’ εὐγενοῦς προαιρέσεως καὶ ἐξ εὐγενῶν λόγων·
322ἑπομένως οὐδαμῶς ἀμφιβάλλω, ὅτι, οἱονδήποτε ἂν ἔχωσιν οἱ
323ἀξιωματικοὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ φρόνημα, οὐδέποτε
324ἤθελον μεταχειρισθῆ τὴν λειτουργίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέθηκεν
325αὐτοῖς τὸ Κράτος, πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ φρονήματος τού-
326του, πολλῷ δ’ ἧσσον πρὸς ἐκτέλεσιν ὑπηρεσίας τοσούτῳ
327ταπεινῆς, ὅσῳ ἐκείνη, διὰ τὴν ὁποίαν κατηγγέλθησαν οἱ
328μνημονευθέντες ἀξιωματικοί. Ἐὰν λοιπὸν ἀποδειχθῇ ἀλη-
329θὴς ἡ γενομένη καταγγελία, νομίζω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν
330Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ πρῶτον καθῆκον νὰ μερι-
331μνᾷ περὶ τῆς ἀνατροφῆς καὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ στρα-
332τοῦ, πρέπει νὰ καταστείλῃ τὰς πράξεις αὐτῶν ταύτας,
333διότι τοιουτοτρόπως θέλομεν δυνηθῆ νὰ διασώσωμεν τὴν τι-
334μὴν καὶ τὸ γόητρον τοῦ στρατοῦ, καὶ θέλομεν ἀποφύγει
335τὴν δυσάρεστον περίπτωσιν, νὰ βλέπωμεν μεταξὺ τῶν ἀξιω-
336ματικῶν τοῦ στρατοῦ ἕνα ἢ δύο, οἵτινες τοσούτῳ παρα-
337γνωρίζουσι τὴν θέσιν αὑτῶν ἐν τῇ Πολιτείᾳ.
338§16Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν μᾶς εἴπετε, κύριε Πρόεδρε, τί
339ἐνηργήσατε διὰ τοὺς δύο πολίτας, τοὺς κρατηθέντας ἐν τῇ
340Ἀστυνομίᾳ, περὶ τῶν ὁποίων εἶχον ἀναφέρει πρὸ ἡμερῶν.
341§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀξιωματικὸς κατέθεσεν, ὅτι, καθ’ ἣν
342στιγμὴν ἔλαβον χώραν τὰ ἀτακτήματα ἐν τοῖς ἀκροατη-
343ρίοις, οὗτος εὑρίσκετο ἐντὸς τῆς αἰθούσης, ὅτε δ’ ἀνῆλθεν εἰς
344τὰ θεωρεῖα, εἶχον καταπαύσει τὰ χειροκροτήματα καὶ τὰ
345ποδοκροτήματα. Ἔμαθε δὲ ὁ ἀξιωματικὸς κατόπιν, ὅτι
346ὑπαξιωματικὸς ἐκ τῶν τῆς φρουρᾶς εἶδεν ἀτακτοῦντας τρεῖς,
347καὶ τοὺς ἀπέβαλε τοῦ θεωρείου. Τίποτε περισσότερον δὲν
348γνωρίζει ὁ ἀξιωματικός.
349§18Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὥστε ἐπῆγαν μόνοι των καὶ ἐτέ-
350θησαν ὑπὸ κράτησιν;
351§19ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ Ἀστυνομία δὲν γνωρίζει ἀπὸ ποῖον ἐνω-
352μοτάρχην παρέλαβε τοὺς συλληφθέντας;
353§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ὑπαξιωματικὸς βεβαιοῖ, ὅτι ὁ κλητὴρ
354τοὺς ἀπέβαλε τοῦ Βουλευτηρίου.
355§21ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποῖος κλητήρ;
356§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῆς Βουλῆς.
357§23ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
358§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸν γνωρίζει ὁ ὑπαξιωματικός.
359§25ΛΕΒΙΔΗΣ. Σεῖς τὸν γνωρίζετε;
360§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν τοὺς γνωρίζω ὅλους βεβαίως.
361§27ΛΕΒΙΔΗΣ. Μᾶς συγχωρεῖτε νὰ σᾶς εἴπωμεν, ὅτι δὲν τὰ
362πιστεύομεν αὐτά.
363§28ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τί λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτε-
364ρικῶν διὰ τὰ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς;
365§29ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ ἐξε-
366τάσω.
367§30ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἀκόμη δὲν ἐξητάσατε;
368§31ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὐδεὶς ἀπετάθη πρὸς ἐμέ.
369§32ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Καὶ εἰς σᾶς ἀπετάθησαν διὰ τὰ γενό-
370μενα ἐκτὸς τῆς Βουλῆς.
371§33ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς ἐμὲ οὐδείς.
372§34ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαιοῦμεν, ὅτι δύο ἐμπορομεσῖται τῶν Ἀθη-
373νῶν, ἀπολαμβάνοντες ὑπολήψεως ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ,
374περὶ ὧν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει ἀρίστην
375ἰδέαν, κατὰ τὰ ἔγγραφα, ἅτινα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ
376Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἐκόμισεν εἰς τὴν Βουλήν, ἀποδει-
377κνύεται, ὅτι οἱ δύο οὗτοι ἐντιμότατοι συμπολῖται ἡμῶν
378συνελήφθησαν ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις, μὴ
379πράττοντες πρᾶξιν ἄσεμνον ἢ καταδικαστέαν, ἀλλ’ ἐννοοῦν-
380τες τὴν ἄσεμνον πρᾶξιν τῶν ποδοκροτημάτων ν’ ἀποδοκι-
381μάσωσι· συλλαμβάνονται λοιπὸν ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου,
382δηλαδὴ ἐντὸς καταστήματος δημοσίου, ὁδηγοῦνται εἰς
383τὴν Ἀστυνομίαν, εἰς κατάστημα τουτέστι δημόσιον, ἐν ᾧ
384οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ κρατηθῇ ἄνευ γνώσεως τοῦ τί ἔπρα-
385ξε καὶ τοῦ τίς συνέλαβεν αὐτὸν πράττοντα ἄδικον πρᾶξιν,
386καὶ ἐνῷ ἔχομεν δύο δημόσια καταστήματα καὶ ἐν αὐτοῖς
387δύο δημοσίους ὑπηρέτας, ἐκπληροῦντας δῆθεν τὸ καθῆκον, ὁ
388μὲν κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν δύναται νὰ βεβαιώσῃ, τίς
389εἶναι ὁ κλητὴρ τῆς Βουλῆς, ὁ συλλαβὼν τοὺς πολίτας τού-
390τους, ἡ δὲ Ἀστυνομία δὲν δύναται νὰ βεβαιώσῃ, τίς εἶναι ὁ
391κλητὴρ ἢ ὁ ἐνωμοτάρχης, ὁ ὁδηγήσας αὐτοὺς ἐκεῖ. Ἡ κατά-
392στασις αὕτη εἶναι ἐντελῶς ἀξιοθρήνητος.
393§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅπως γνωρίζετε, τὴν ἡμέραν ἐκείνην δὲν
394ἤμην εἰς τὴν ἕδραν, ἦτο Ἀντιπρόεδρος, ὁ ὁποῖος δὲν
395ἔλαβε γνῶσιν τοῦ γεγονότος, εἰμὴ μόνον πρὸς τὸ ἑσπέρας,
396καὶ ὁ Ἀντιπρόεδρος ἐξήτασε τὸ πρᾶγμα, σήμερον δὲ ἦλ-
397θεν ὁ ἀξιωματικὸς καὶ μᾶς εἶπεν, ὅσα σᾶς εἶπον.
398§36ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Σᾶς ὑπενθυμίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι
399προσελθὼν ὁ Ἀντιπρόεδρος εἶπεν, ὅτι οὐδὲν γινώσκει, οὔτε
400ἔδωσε διαταγὴν, ὅπως συλληφθῶσι πολῖται, εὑρισκόμενοι
401ἐντὸς τῶν ἀκροατηρίων, καὶ σταλῶσιν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς.
402Γνωρίζετε δὲ, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ὅτι οὔτε ὁ ἀξιωματι-
403κὸς, εἰς ὃν ἀνετέθη ἡ φρουρὰ τῆς Βουλῆς, οὔτε ἄλλος τις
404ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συλλάβῃ καὶ ἐξώσῃ ἐκτὸς τῆς Βου-
405λευτηρίου οἱονδήποτε ἄνευ διαταγῆς τοῦ Προέδρου, ἀλλὰ
406καὶ ἂν ὑπάρχῃ τοιαύτη, πάλιν ὑποχρεοῦται νὰ τὸν φέρῃ
407ἐνώπιόν σας καὶ σεῖς ν’ ἀποφασίσητε, τί θὰ πράξητε περὶ
408αὐτοῦ. Ἐπ’ αὐτοῦ ἠρωτήθη τὸ Προεδρεῖον καὶ ἐπ’ αὐτοῦ
409παρακαλῶ ν’ ἀπαντήσητε, διότι ἐννοεῖτε πόσον σπου-
410δαῖον εἶναι τὸ ζήτημα, ὄχι μόνον διὰ τὰ πρόσωπα, ἀλλ’ ἐν
411γένει ὡς πρὸς τὴν παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ, τὸν ὁποῖον
412σεῖς πρὸ πάντων ὀφείλετε νὰ σέβησθε καὶ νὰ ἐπιδιώκητε
413τὴν ἐφαρμογὴν καὶ ἰσχὺν αὐτοῦ.
414§37ΜΙΛΗΣΗΣ. Μετὰ τὴν γενομένην ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου
415τούτου ἐπερώτησιν, ἀνελάβετε, κύριε Πρόεδρε τὴν ὑποχρέω-
416σιν νὰ ἐξετάσητε τὸ πρᾶγμα, καὶ ὑπεσχέθητε νὰ ἱκανο-
417ποιήσητε τὴν προσβληθεῖσαν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Προεδρείου,
418διότι βεβαίως προσεβλήθη ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Προεδρείου,
419προσεβλήθησαν τὰ δικαιώματα αὐτοῦ, ὅταν ξένη ἀρχὴ
420ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ Προέδρου, συλ-
421λαμβάνει ἀκροατὰς, ὡς δῆθεν ἀτακτοῦντας, καὶ τοὺς ἀπά-
422γῃ εἰς τὴν Ἀστυνομίαν. Ἀνεδέχθητε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ
423ἐξετάσητε τὸ πρᾶγμα, καὶ λάβητε τὴν δέουσαν ἱκανοποί-
424ησιν. Τί ἐπράξατε λοιπόν; Σᾶς ἐρωτῶμεν, τί ἐπράξατε, καὶ
425μᾶς λέγετε, ὅτι ἄνευ διαταγῆς τοῦ Προεδρείου εἷς κλητὴρ
426ἔξωσε τοῦ Βουλευτηρίου δύο ἀτακτοῦντας, καὶ ὅτι ἀγνοεῖτε
427πῶς εὑρέθησαν ἔπειτα εἰς τὸ κρατητήριον τῆς Ἀστυνο-
428μίας καὶ ἐκακοποιήθησαν οἱ ἀτακτήσαντες. Εἶναι ἀπάντη-
429σις αὐτή; Νομίζετε, ὅτι δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα καὶ τὸ κα-
430θῆκον νὰ ἐξετάσητε ἀκριβέστερον τὸ πρᾶγμα; ἢ φρονεῖτε,
431ὅτι πᾶς οἱοσδήποτε ἄνθρωπος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συλλαμ-
432βάνῃ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ τοὺς ἀκροατὰς ἐν ἀγνοίᾳ ὑμῶν;
433Καὶ λοιπὸν οἱ κλητῆρες τῆς Ἀστυνομίας δύνανται, εἰσερ-
434χόμενοι εἰς τὸ Βουλευτήριον, νὰ συλλαμβάνωσι τὸν τυχόντα
435πολίτην, νὰ τὸν ἀπάγωσιν εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, νὰ τὸν
436κακοποιῶσι, νὰ τὸν μεταχειρίζωνται ὡς Φελλάχον, τὸ δὲ
437Προεδρεῖον δὲν αἰσθάνεται, ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ τὸ
438πρᾶγμα καὶ νὰ προκαλέσῃ τὴν δέουσαν ἱκανοποίησιν! Ἀπευ-
439θύνομαι εἰς τὴν φιλοτιμίαν σας, κύριε Πρόεδρε· εἶσθε γέρων
440ἤδη, ἔχετε παρελθὸν ἀνεπίμεμπτον, ἔχετε ὄνομα, θέσιν ἐπί-
441ζηλον, εἶσθε ἀντιπρόσωπος τῆς Βουλῆς· σεβάσθητε τὴν θέ-
442σιν σας, τὸ παρελθόν σας, τὸ ὄνομα, τὸ ὁποῖον φέρετε· μὴ
443ἀφίνετε τὴν ἐξουσίαν σας νὰ τὴν καταχρᾶται καὶ τὴν κα-
444ταφρονῇ ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος. Παρακαλῶ, νὰ ἐξετάσητε καὶ
445πάλιν τὴν ὑπόθεσιν καὶ νὰ ἐπιδιώξητε σπουδαίως τὴν δέου-
446σαν ἱκανοποίησιν καὶ ὑμῶν καὶ τῆς Βουλῆς, ἥτις προσε-
447βλήθη καὶ αὕτη ἐν τῷ προσώπῳ ὑμῶν.
448§38Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ πα-
449ρελθόντος Σαββάτου ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξω-
450τερικῶν Ὑπουργοῦ, ἵνα ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅσας
451ἂν εἶχε πληροφορίας παρὰ τοῦ ἐν Κρήτῃ Γεν. Προξένου τῆς
452Ἑλλάδος περὶ τῶν διατάξεων τοῦ φιρμανίου, τὸ ὁποῖον ἡ
453Α. Μ. ὁ Σουλτάνος ἐξέδωκεν ἀρτίως, ἵνα κανονίσῃ τὰ
454πράγματα τῆς Κρήτης. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν
455μοὶ ἀπεκρίθη κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ὅτι αἱ πληροφο-
456ρίαι, τὰς ὁποίας εἶχεν, ἦσαν ἀτελεῖς, ὅτι δὲ ἐνόμιζεν, ὅτι
457ἔπρεπε νὰ λάβῃ καιρὸν, ἵνα συμπληρώσῃ ταύτας, καὶ κατὰ
458τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν νὰ ἀνακοινώσῃ πληρεστέρας
459πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ἀληθῶς κατὰ τὴν
460συνεδρίασιν τῆς χθὲς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀντὶ
461πάσης ἄλλης πληροφορίας, μὲ παρέπεμψε νὰ προσφύγω
462εἰς τὰς ἐν Ἀθήναις ἐκδιδομένας ἐφημερίδας, ἵνα ἀνεύρω
463ἐν αὐταῖς τὸ κείμενον τοῦ φιρμανίου, τὸ ὁποῖον ὁ Σουλτά-
464νος ἐξέδωκε, καὶ νὰ μάθω ἐκ τῆς ἀναγνώσεως αὐτοῦ, ποῖαι
465ἦσαν αἱ διατάξεις τῆς Ὑψ. Πύλης ἐπὶ τῶν πραγμάτων
466τῆς Κρήτης. Ἀνεζήτησα τὸ κείμενον τοῦ φιρμανίου ἐν ταῖς
467ἐφημερίσι τῶν Ἀθηνῶν, καὶ μοὶ ἐδόθη μάλιστα ἡ εὐχά-
468ριστος εὐκαιρία νὰ πορισθῶ κείμενον ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα
469ἐξετυπώθησαν ἐν Κρήτῃ καὶ διανεμήθησαν ἐκεῖ. Ἀνέγνων
470λοιπὸν τὸ κείμενον τοῦ φιρμανίου, καὶ ἐξ αὐτοῦ ἔμαθον,
471ὅτι ὡς πρὸς τὰς καταδιώξεις μὲν τῶν ἀτόμων, ἐδόθη ὑπὸ
472τοῦ Σουλτάνου ἀμνηστεία, ἡ ὁποία ὅμως ἐξαιρεῖ πάντας
473«τοὺς ἐπὶ πολιτικοῖς ἀδικήμασι κατηγορουμένους», ἤτοι
474τοὺς πολιτικοὺς καὶ στρατιωτικοὺς ἀρχηγοὺς τῆς νήσου,
475πάντας «τοὺς μέχρι τῆς προκηρύξεως τοῦ φιρμανίου κατα-
476δικασθέντας ὑπὸ τοῦ Στρατοδικείου», ὡς καὶ πάντας «τοὺς
477»τὰς ταραχὰς ποιήσαντας ἀρχηγοὺς καὶ τοὺς κοινοὺς ἐγκλη-
478»ματίας». Οὕτως ἡ χορηγηθεῖσα ἀμνηστεία ἐπεκτείνεται
479ἀναντιῤῥήτως ἐπὶ πασῶν τῶν γυναικῶν καὶ ἐπὶ πάντων
480τῶν παίδων, ἐξαιροῦνται δ’ αὐτῆς μόνοι οἱ ἄνδρες. Ἔμα-
481θον προσέτι ἐκ τοῦ κειμένου τοῦ φιρμανίου, ὅτι ἡ Α. Μ.
482ὁ Σουλτάνος ἔκρινεν, ὡς συντελοῦν εἰς τὴν εὐημερίαν τῆς
483νήσου, εἰς τὴν εὐτυχίαν τῶν κατοικούντων αὐτὴν, νὰ μετα-
484βάλῃ τοὺς θεσμοὺς, οἵτινες εἶχον ἐγκριθῆ διὰ τὴν νῆσον
485ἐκείνην, καὶ ν’ ἀποκαταστήσῃ ἐν ἄλλο εἶδος πολιτεύ-
486ματος, τὸ ὁποῖον ὁ ἀναγνώσας τὸ φιρμάνιον δύναται
487νὰ ἐννοήσῃ. Ἐκ τούτου ἐπείσθην, ὅτι πάντα τὰ ζη-
488τήματα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐγείρει τὰ τελευταῖα προκύψαντα
489ἐν Κρήτῃ δυστυχῆ συμβεβηκότα, ὅτι πάντα τὰ ζητήματα
490ταῦτα ἐτελείωσαν, καὶ οὐδὲν πλέον μένει ἐκκρεμές.
491Ὅθεν νομίζω, ὅτι ἔχω δικαίωμα νὰ παρακαλέσω τὴν
492Κυβέρνησιν, νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πάντα τὰ ἔγ-
493γραφα, τὰ ὁποῖα ἀντηλλάγησαν, ἀφ’ ἧς τὰ συμβεβηκότα
494τῆς Κρήτης προέκυψαν, μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἔλα-
495βον τὴν ἔκβασιν ταύτην, τὴν ὁποίαν πληροφορούμεθα ἐκ
496τῆς ἀναγνώσεως τοῦ φιρμανίου. Ἡ ἐκκρεμότης τῶν ὑπο-
497θέσεων δὲν δύναται πλέον νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἄρνησιν
498τῆς Κυβερνήσεως· μοὶ εἶναι ἀναγκαῖον καὶ ἀναπόφευκτον
499μάλιστα νὰ μελετήσω τὰ ἔγγραφα τὰ ἀνταλλαγέντα, ἵνα
500κατίδω, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις τῆς πατρίδος ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆ-
501κον, τὸ ὁποῖον εἶχε, ὄχι μόνον ὅτε τὸ πρῶτον ἐπεφάνησαν
502τὰ συμβεβηκότα τῆς Κρήτης, ἀλλὰ καθ’ ὅλην τὴν σειρὰν
503τοῦ χρόνου, κατὰ τὴν ὁποίαν διεδραματίσθησαν, ὅσα ἔλαβον
504ἐκεῖ χώραν, καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν τελευταίαν περίπτωσιν,
505καθ’ ἣν ἐπῆλθεν ἡ ἀπαισία αὕτη λύσις τῶν πραγμάτων
506τῆς Κρήτης.
507Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν στέρξῃ νὰ κατα-
508θέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, θέλομεν προθύμως ζητήσει νὰ
509ἀντλήσωμεν ἐκεῖθεν ὅλα τὰ φῶτα, τῶν ὁποίων ἔχομεν
510ἀνάγκην, ἵνα κρίνωμεν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐξεπλήρωσε τὰ
511μεγάλα καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τῆς προκειμένης περι-
512πτώσεως εἶχεν· ἀλλὰ, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελε στέρξει
513νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, θέλομεν μὲν ἀναγκασθῆ
514σήμερον νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ πράγμα-
515τος, βεβαίως ὅμως καὶ ἀναποφεύκτως θέλομεν ἐπιληφθῆ τῆς
516συζητήσεως ταύτης ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς αὔριον ἢ τῆς
517μεθαύριον.
518§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἴτε ἐκκρεμῆ, εἴτε μὴ
519ἐκκρεμῆ θεωροῦνται παρὰ τούτων ἢ παρ’ ἐκείνων τὰ τῆς
520Κρήτης, ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ, ὅτι δὲν συντελεῖ πρὸς τὰ συμ-
521φέροντα τοῦ Κράτους ἡ ἀνακοίνωσις τῶν ἐγγράφων, ἀλλὰ
522προσέτι θεωρεῖ, ὅτι εἶναι ἐκκρεμῆ τὰ τῆς Κρήτης, καὶ δὲν
523δύναται ἢ νὰ θεωρῇ, ὅτι εἶναι ἐκκρεμῆ, ἐφ’ ὅσον ὑφίσταν-
524ται ἐκεῖ τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια, ἐφ’ ὅσον διὰ τοῦ
525φιρμανίου, οὗτινος προσφάτως ἐλάβομεν γνῶσιν, καθορί-
526ζεται ἡ ἀνάκλησις προνομίων τῆς Κρήτης. Ἐφ’ ὅσον τοι-
527αύτη ὑφίσταται κατάστασις ἐν Κρήτῃ, δὲν δυνάμεθα νὰ
528θεωρῶμεν τὴν ἐκεῖ κατάστασιν παγίαν, ἡ Ἑλληνικὴ Κυ-
529βέρνησις δὲν δύναται νὰ θεωρήσῃ τὴν κατάστασιν παγίαν.
530Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶναι ὑπόχρεως νὰ θεωρῇ, ὅτι ἡ
531κατάστασις ἡ ἐν Κρήτῃ, ὡς ἔχει ἰδίως ἐκ τοῦ φιρμανίου, εἶναι
532κατάστασις πρόσκαιρος, εἶναι κατάστασις ἐπιβάλλουσα εἰς
533τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἐνέργειαν. Καὶ ἄλλοτε εἶπον,
534ὅτι περὶ τὴν διεξαγωγὴν τῶν τῆς ἐνεργείας ταύτης ἔχομεν
535ἀνάγκην τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, καὶ ἤδη ἔχομεν
536ἀνάγκην τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, ἔχομεν δ’ αὐτὴν
537ἐκδεδηλωμένην, ἵνα προβῶμεν εἰς τὴν ἐνέργειαν, καθ’ ὃν
538τρόπον καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἡμεῖς κανονίσωμεν, ὑποκείμενοι
539κατὰ πάντα εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς κατόπιν τῶν
540ἐνεργηθησομένων.
541§40ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μετ’ ἐκπλήξεως ἔμαθον παρὰ τοῦ
542Πρωθυπουργοῦ, ὅτι θεωρεῖ ἐκκρεμῆ μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς
543Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ὑψηλῆς Πύλης ἢ ἄλλης τινὸς Κυ-
544βερνήσεως τὰ ζητήματα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ὑπόθεσιν
545τῆς Κρήτης, ἀφοῦ ταῦτα τελευταῖον ἐλύθησαν διὰ τοῦ τε-
546λευταῖον ἐκδοθέντος φιρμανίου τοῦ Σουλτάνου Ἀλλ’ ὁ
547Πρωθυπουργὸς ἔσπευσε νὰ μοὶ ἄρῃ τὴν ἔκπληξιν ταύτην,
548διότι μοὶ ἐξήγησε, τὶ ἐννοεῖ, χαρακτηρίζων τὰ ζητήματα
549ταῦτα ἐκκρεμῆ. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἐννοεῖ, ὅτι, ἐπειδὴ οἱ
550κανονισμοὶ, οἱ τελευταῖον ἐκδοθέντες ὑπὸ τοῦ Σουλτάνου,
551ἐδημιούργησαν κατάστασιν ἐν Κρήτῃ, ἥτις δὲν δύναται νὰ
552ἦναι μόνιμος καὶ παγία, διὰ τοῦτο φρονεῖ, ὅτι ἡ ἐκκρεμό-
553της τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ζητημάτων τῆς Κρήτης θέλει
554παραταθῆ μέχρις οὗ παύσῃ ἡ κατάστασις αὕτη, ἡ δημι-
555ουργηθεῖσα σήμερον ἐν Κρήτῃ, ἡ κατάστασις ἡ μὴ μόνιμος,
556ἡ μὴ παγία. Ἐνθυμοῦμαι δὲ συγχρόνως, τί εἶπεν ὁ Πρω-
557θυπουργὸς, καθ’ ὃν χρόνον συνεζητοῦμεν περὶ τῶν πραγμά-
558των τῆς Κρήτης πρό τινων ἑβδομάδων. Ἔλεγε τότε ὁ
559Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ ὑπόθεσις τῆς Κρήτης δὲν θέλει κανο-
560νισθῆ, εἰμὴ ὅταν ὁ Πρωθυπουργὸς νομίσῃ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ
561Κυβέρνησις συνεπλήρωσεν εἰς ἐκεῖνο τὸ σημεῖον τῆς τελειό-
562τητος τὰ κατ’ αὐτὴν, ὥστε δύναται νὰ ἐκβιάσῃ τὴν βελ-
563τίωσιν τῶν πραγμάτων οὐ μόνον τῆς Κρήτης, ἀλλὰ καὶ
564πασῶν τῶν ἄλλων χωρῶν, καὶ ἐπιτύχῃ τῆς λύσεως πάν-
565των τῶν ζητημάτων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὰ ὁποῖα ἡ ἱστο-
566ρία ἐδημιούργησε, τάξασα ταῦτα πρὸ ἡμῶν ἀπὸ ἑκατον-
567τάδων χρόνων. Ὁ Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπε ῥητῶς τότε, ὅτι
568ἔχει ἀνάγκην νὰ παρασκευάσῃ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπο-
569λογισμοῦ, ἔχει ἀνάγκην νὰ παρασκευάσῃ τὰς στρατιωτικὰς
570καὶ ναυτικὰς δυνάμεις τοῦ Κράτους, ἵνα προβῇ εἰς τὰς ἀνω-
571τέρω μερίμνας. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Πρωθυπουργὸς, ὡς ἔλεγε
572τότε, ἐπείσθη ὅτι δὲν δύναται πλέον νὰ ἔχῃ φιλίας σχέσεις
573μὲ τὴν Τουρκίαν, ἐπείσθη, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ μεριμνήσῃ σή-
574μερον περὶ οὐδενὸς, ἀλλ’ ὤφειλε νὰ ἀναβάλῃ πάντα τὰ ζη-
575τήματα ταῦτα, μέχρις οὗ περιέλθῃ εἰς τὴν θέσιν νὰ ἐπι-
576βάλῃ τὴν θέλησιν αὐτοῦ.
577Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ
578περὶ τῶν τοιούτων ζητημάτων, ἵνα εὐλόγως ὁ Πρωθυπουρ-
579γὸς μὲ παραπέμψῃ εἰς τοὺς χρόνους ἐκείνους, καθ’ οὓς θέ-
580λει δυνηθῆ νὰ ἐπιλάβηται καὶ διαπράξῃ ταῦτα. Ἐγὼ ἐζή-
581τησα νὰ μάθω ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, τί ἔπραξε, πῶς ἐνήρ-
582γησεν, εἴτε μετὰ τῆς Τουρκίας διαπραγματευομένη, εἴτε
583μετὰ τῶν Δυνάμεων συνεννοουμένη, ἵνα παραστήσῃ τὴν ἀλη-
584θῆ τῶν πραγμάτων κατάστασιν, ἵνα συντελέσῃ, φωτίζουσα
585τὴν Τουρκίαν καὶ τὴν Εὐρώπην, ὅπως ἀποκατασταθῇ ἐν
586Κρήτῃ κατάστασις ἀνεκτή. Δὲν εἶχε λοιπὸν δικαίωμα ὁ
587Πρωθυπουργὸς νὰ μᾶς παραπέμψῃ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Καλ-
588λένδας, κατὰ τὰς ὁποίας νομίζει, ὅτι θέλει δυνηθῆ αὐτὸς νὰ
589διεκδικήσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
590Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ Πρωθυπουργὸς ἦρε τὴν ἔκπληξίν μου διὰ
591τῆς τοιαύτης ἑρμηνείας τοῦ λόγου του, ἐποιήσατο εἶτα
592μνείαν τῆς ἐμπιστοσύνης. Γνωρίζω καλῶς, κύριε Πρόεδρε, ὅτι,
593ἐὰν ἤθελον προβάλει ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυ-
594βέρνησιν, ἡ πλειοψηφία ἤθελεν εἶσθαι ἑτοίμη νὰ ἀποφήνη-
595ται καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην τὴν ἐμπιστοσύνην της ὑπὲρ
596αὐτῆς, καὶ ἑπομένως νὰ μοῦ ἀρνηθῇ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον
597ἔχω, νὰ ζητήσω νὰ λάβω γνῶσιν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα
598ἀντηλλάγησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ πεισθῶ, ἂν ἡ
599πολιτεία αὐτῆς ἦτο Ἑλληνικὴ καὶ προσήκουσα. Γνωρίζω
600δὲ προσέτι, ὅτι, καὶ ἂν ἤθελον ἐπιμείνει ζητῶν ἔγγραφα καὶ
601πειρώμενος νὰ ἐξαναγκάσω τὸν Πρωθυπουργὸν νὰ καταθέσῃ
602ταῦτα, ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς δὲν ἤθελε μὲ ὑποστηρίξει,
603ἀλλ’ ἤθελεν ἐπιδοκιμάσει τὴν ἄρνησιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ.
604Ὅταν τὰ ζητήματα λύωνται διὰ τῶν ἀριθμῶν, ἡ λογικὴ
605συζήτησις μεταβάλλεται εἰς συζήτησιν δυναμικὴν καὶ ἐκεῖνο
606τὸ ὁποῖον προκύπτει ὡς πόρισμα, εἶναι ὅτι δίδοται τὸ δί-
607καιον εἰς τὸν ἔχοντα μεγαλειτέραν δύναμιν.
608Ἡ ἀρίθμησις τῶν ψήφων ὁμοιάζει μὲ τὰς πολεμικὰς πρά-
609ξεις. Ἀλλ’ αἱ πολεμικαὶ πράξεις δὲν κρατύνουσι τὸ ὀρθὸν
610καὶ τὸ δίκαιον, ἀλλὰ τὴν θέλησιν τῶν νικώντων. Διὰ τοῦτο
611ἡ παραπομπὴ τοῦ Πρωθυπουργοῦ εἰς τὴν ψηφοφορίαν δὲν
612ἀναιρεῖ, οὐδὲ μειόνει τὴν ἰσχὺν τοῦ δικαιώματος. Διὰ τοῦτο
613δηλοποιῶ, ὅτι, καὶ ἂν ὁ Πρωθυπουργὸς ἠρνήθη νὰ κατα-
614θέσῃ τὰ ἔγγραφα, ἡμεῖς καὶ ἄνευ αὐτῶν θέλομεν ἐκπληρώ-
615σει τὸ καθῆκόν μας. Ἐδημοσιεύθη ἄλλως τε ἡ Κυανῆ Βί-
616βλος τῆς Ἀγγλίας, ἐξ ἧς δυνάμεθα νὰ ἀρυσθῶμεν πολλὰ
617διὰ νὰ κρίνωμεν ὀρθῶς περὶ τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνή-
618σεως ἐν τοῖς πράγμασι τῆς Κρήτης.
619§41ΡΙΚΑΚΗΣ. Οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ γνώμη περὶ τῆς
620ἐκκρεμότητος ἢ μὴ τοῦ ζητήματος τῆς Κρήτης, περὶ τοῦ
621τετελεσμένου ἢ μὴ τῶν ἐν Κρήτῃ γενομένων, ἔχω πληρο-
622φορίας καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Κρήτη
623ἀποκρούει τὸ καθεστὼς, τὸ ὁποῖον τὸ φιρμάνιον ἐδημιούρ-
624γησεν. Ἡ Κρήτη δὲν θέλει τὸ δεχθῇ, θέλει τὸ ἀποκρούσει
625διὰ τῶν ἰδίων δυνάμεων, θέλει ἀναλάβει τὸν ἀγῶνα, τὸν
626ὁποῖον πολλάκις διεξήγαγεν ἀπέναντι τοῦ κατακτητοῦ.
627Ἂς ἀναλογισθῇ λοιπὸν ἡ Ἑλλὰς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς
628ὁποίας ἔχει πρὸς τὴν νῆσον ἐκείνην, ἃς κανονίσῃ τὴν πο-
629λιτείαν της ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις συμφώνως μὲ τὰς
630ὑποχρεώσεις, τὰς παραδόσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν ἀπέναντι
631τῆς πολυπαθοῦς ἐκείνης Ἑλληνικῆς χώρας. Ἀλλ’ ἂς μὴ
632λησμονῶμεν, ὅτι ἀναβολὴ δὲν ἐπιτρέπεται, ὅτι σήμερον εἶ-
633ναι ἀνάγκη ἐνεργείας συντόνου καὶ ἀποτελεσματικῆς.
634§42Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Χαίρω, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς,
635καίτοι μετὰ παρέλευσιν ἓξ μηνῶν, ἐνόησε τὴν πλάνην καὶ
636τὴν παγίδα, εἰς τὴν ὁποίαν ἐνέπεσεν ὑπὸ τῆς τουρκικῆς
637διπλωματίας, ὡς πρὸ μικροῦ ὡμολόγησε. Λυποῦμαι μόνον,
638διότι, ἐννοήσας τὴν πλάνην του ἤδη, ἐγκαταλείπει τὸν
639λοιπὸν Ἑλληνισμὸν καὶ ζητεῖ μονομερῶς νὰ ὑποστηρίξῃ
640τὴν Κρήτην (ὡραῖα! ὡραῖα! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ποῦ ἡ
641Καισάρια καὶ ἡ Καπαδοκία, κύριε Πρωθυπουργέ; Ἐκεῖνο
642μόνον, τὸ ὁποῖον συνιστῶ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ γνω-
643ρίζῃ, ἐστὶν, ὅτι ἡ Κρήτη καταστρέφεται ὅσον οὔπω, ἐν ᾗ
644περιπτώσει δὲν ληφθῶσι σύντονα μέτρα. Πρέπει δὲ νὰ βε-
645βαιωθῇ, ὅτι ἡ διαίρεσις τῶν Κρητῶν εἰς κόμματα, τὰ ὁποῖα
646ἐδημιούργησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ γνωστοὺς λόγους,
647ἤδη ἐξέλιπε καὶ εἶναι ὡς ἓν σῶμα πάντες· δὲν ὑπάρχει
648πλέον διαίρεσις, διότι οἱ Κρῆτες ἐνόησαν καὶ ἐννοῦν, ὅτι, ἂν
649δὲν ἦναι συνηνωμένοι καὶ δὲν πολεμήσωσιν ὑπὲρ τῆς δια-
650σώσεως τῆς Κρήτης, οὐδεὶς βεβαίως ἐλπίζει νὰ ἐπανέλθῃ εἰς
651τὴν πατρίδα του καὶ οὕτω πάντες οἱ ἐνταῦθα πρόσφυγες
652θέλουσι περιστῆ εἰς τὴν ἐσχάτην πενίαν. Ὀφείλει λοιπὸν ὁ
653Πρωθυπουργὸς, ὁ περιβαλλόμενος ὑφ’ ὅλων τῶν μέσων, νὰ
654μεριμνήσῃ ἐγκαίρως, διότι δὲν τὸν ἀναμένει ὁ χρόνος, εἶ-
655μαι δὲ βέβαιος, ὅτι ἀργότερον, ἐὰν δὲν ἐνεργήσῃ ἐγκαίρως,
656θέλει μᾶς εἴπει πάλιν, ὅτι ἐγκατελείφθη ἀπὸ τὰς Δυνάμεις
657ἢ ὅτι ἠπατήθη ὑπὸ τῆς τουρκικῆς διπλωματίας. (Εὖγε! ἐκ
658τῆς ἀριστερᾶς).
659§43ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
660Στρατιωτικῶν, νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα,
661διὰ τῶν ὁποίων συνεστήθη ἐν Πειραιεῖ τὸ στρατιωτικὸν ἀρ-
662βυλοποιεῖον, κατάλογον τῶν ἀποτελούντων αὐτὸ προσώπων
663καὶ λοιπῶν, ὅσα ἀναφέρω ἐν τῇ ἐπερωτήσει μου, ἣν καταθέτω.
664Εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν, κύριε Πρόεδρε, θὰ ἀναπτύξω
665τὴν ἐπερώτησίν μου περὶ τῆς μεταφορᾶς τῶν ἀρχῶν ἐκ Κυ-
666παρισσίας εἰς τὴν παραλίαν. Ἐπειδὴ ὅμως ἔχω ἀνάγκην νὰ
667γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ μερικὰ τῶν καθ’ ἕκαστα, παρακαλῶ τὴν
668Βουλὴν νὰ συστήσῃ, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος διατάξῃ τὴν τύ-
669πωσιν τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Δημάρχου Κυπαρισσίας, διὰ νὰ
670μελετηθῇ ἐκ μέρους τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου.
671§44ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι
672ἀνάγκη, ἀφοῦ τυπωθῇ ἓν, νὰ τυπωθῶσιν ὅλα τὰ ἔγγραφα,
673ἰδίως οἱ πίνακες, ἡ ἀναφορὰ τοῦ Δημάρχου καὶ ἡ τοῦ Εἰ-
674σαγγελέως.
675§45ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς
676Δικαιοσύνης, νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως
677τῶν Ἐφετῶν.
678§46ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Νὰ ζητήσητε παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
679τῆς Δικαιοσύνης τὸν λόγον, διατὶ δὲν ἐγένετο ἐπὶ τρία ἔτη
680Κακουργιοδικεῖον ἐν Κυπαρισσίᾳ.
681§47ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τῷ ἐζητήθη ἀπὸ τὸν κ. Σω-
682τηρόπουλον.
683§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀττι-
684κῆς καὶ Βοιωτίας κ. Λεβίδης ὑπέμνησεν ἐπερώτησίν του
685περὶ τῶν συμβάντων ἐν τῷ δήμῳ Αὐλίδος, ὑπεσχέθη δὲ,
686ὅτι ἤθελον καταθέσει τὰ ἔγγραφα· ταῦτα καταθέτω ἤδη,
687ἀποδεικνύοντα, ὅτι οὐδὲν συνέβη τὸ ἔκνομον. Ἐξ αὐτῶν
688προκύπτει, ὅτι οὔτε φυγόδικοι ἦσαν φύλακες, οὔτε ἡ στρα-
689τιωτικὴ ἀρχὴ ἐπενέβη ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ ὑπὲρ τούτου ἢ
690ὑπὲρ ἐκείνου ἐκ τῶν ἀξιούντων δικαιώματα ἐν τῇ κτηματικῇ
691περιφερείᾳ, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ, μόνον ὅτε ἐπῆλθε ῥῆξις,
692ἐπενέβη, εἰς ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως, ὅτι δὲν εἶναι
693ἀληθὲς, ὅτι παρηκολούθει τοὺς φύλακας τοῦ ἰδιοκτήτου,
694καίτοι τὸ ἐναντίον διισχυρίζετο ὁ Δήμαρχος, ὅστις
695ἦτο ὁ προκαλέσας διὰ τοῦ τηλεγραφήματός του τὰ
696τῆς ἐξετάσεως ταύτης, καὶ ὅτι μετὰ τοῦ Δημάρχου
697εὑρίσκετο ἡ στρατιωτικὴ δύναμις. Ὁ Δήμαρχος, καίτοι
698δὲν ὁμολογεῖ, ὅτι ἦτο ἡ στρατιωτικὴ δύναμις μετ’ αὐτοῦ,
699ὅπερ ἄλλως ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἐγγράφων, ὁμολογεῖ
700ὅμως, ὅτι αὕτη δὲν ἐμερολήπτει. Λέγει ὁ Δήμαρχος, ὅτι
701παρηκολούθει ἡ στρατιωτικὴ δύναμις τοὺς φύλακας, οὓς
702παριστᾷ ὡς 20, ἐνῷ προκύπτει ὅτι ἦσαν 10, περιλαμβά-
703νοντας φυγοδίκους, ἐνῷ ἀποδεικνύεται ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς
704ἀπαντήσεώς του, ὅτι δὲν περιελαμβάνοντο καὶ φυγόδικοι καὶ
705προσέτι ὅτι δὲν παρηκολούθει τοὺς φύλακας, ὡς παρέστησεν
706ὁ Δήμαρχος, ἀλλὰ παρηκολούθει αὐτὸν τοῦτον τὸν Δήμαρ-
707χον· ὁμολογεῖ ὅμως ὁ Δήμαρχος, ὅτι δὲν ἐμερολήπτει ἡ
708δύναμις, καίτοι παρηκολούθει τοὺς φύλακας, λέγει μάλιστα,
709ὅτι παρηκολούθει, μηδὲν λαμβάνουσα μέρος εἰς τὰ γενόμενα.
710Ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας κ. Κατσικόπουλος ἀπηύ-
711θυνεν ἐπερώτησιν περὶ δημοπρασίας τινὸς, ἣν τῷ παρέστησαν
712ὡς ὁριστικῶς κατακυρωθεῖσαν. Ἡ δημοπρασία αὕτη δὲν
713κατεκυρώθη ὁριστικῶς, ἐνεργεῖται ἤδη ἐπαναληπτικῶς· δὲν
714ἔχουσι δὲ καὶ τὰ παραστηθέντα, ὡς ὁ κύριος Βουλευτὴς
715ἀντελήφθη αὐτῶν ἐξ ὧν ἔλαβε πληροφοριῶν. Ὁ ἀποκλει-
716σμὸς τοῦ προσενεγκόντος ἀνωτέραν προσφορὰν ἐστηρίζετο
717εἰς μὴ πληρωθεῖσαν παρ’ αὐτοῦ ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου,
718καθ’ ἣν πρέπει τὰ κτήματα, τὰ παρεχόμενα εἰς ἐγγύησιν,
719νὰ ἦναι ἐλεύθερα ὑποθήκης. Ὡς ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης
720ὁ Ἔφορος δὲν ἠδύνατο νὰ δεχθῇ τὴν προσφορὰν τοῦ προσε-
721νεγκόντος τὴν ἀνωτέραν. Ἕτερος προσήνεγκε μετὰ τὴν
722ἀποτυχοῦσαν δημοπρασίαν ἴσην σχεδὸν προσφορὰν, καὶ ἐπ’
723αὐτῆς ἐνεργεῖται ἤδη ἐπαναληπτικὴ δημοπρασία. Κατα-
724θέτω τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα.
725§49ΚΟΡΠΑΣ. Ἐκ τῶν κατ’ ἔτος καλουμένων κληρωτῶν οἱ
726εἰς τρίμηνον ὑποχρέωσιν ὑπαγόμενοι μετὰ τρίμηνον πραγ-
727ματικὴν ὑπηρεσίαν ἀπολύονται. Ἐὰν ἐπανέρχωνται εἰς τὰς
728ἑστίας αὑτῶν ὡς στρατιῶται ἢ ὡς πολῖται, τοῦτο εἶναι
729ἕτερον ζήτημα, ἀλλ’ ἀπολύονται, καταβάλλοντες ἑκατὸν
730δραχμὰς ὡς ἀντισήκωμα. Ὁ περὶ στρατολογίας νόμος δὲν
731ὁρίζει τὴν ἐποχὴν τῆς καταβολῆς τοῦ ποσοῦ τούτου, ὁρίζει
732ὅμως, ὅτι δὲν ἀπολύονται τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, καίπερ
733διανύσαντες τὴν τρίμηνον ὑπηρεσίαν, ἐὰν δὲν καταβάλωσι
734τὸ ἀντισήκωμα τῶν ἑκατὸν δραχμῶν. Πληροφοροῦμαι ἤδη,
735ὅτι, καίτοι δύο μῆνες μόνον παρῆλθον ἀπὸ τῆς κατατάξεως
736τῶν ὑποχρέων εἰς τρίμηνον ὑπηρεσίαν, προσεκλήθησαν οὗτοι
737νὰ καταβάλωσι τὸ ποσὸν τοῦτο μέχρι τῆς 1 Δεκεμβρίου.
738Τὸ μέτρον τοῦτο ὑποθέτω, ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις διότι χρη-
739σιμεύει ἡ καταβολὴ τῶν χρημάτων τούτων διὰ τὸν κανο-
740νισμὸν τῆς ὑπηρεσίας· εἶναι ἴσως ἀνάγκη τὰ Στρατολογικὰ
741Γραφεῖα νὰ γινώσκωσιν ἀκριβῶς, τίνες θὰ ὦσιν οἱ διαθέσιμοι
742κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ἵνα συμπληρῶσι τὰ βιβλιάρια αὑτῶν
743καὶ τὰ ἀποστέλλωσιν εἰς τὰ σχετικὰ σώματα. Ἀλλ’ ὅσον
744ὀρθὸν δύναται νὰ ἦναι τοῦτο διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, τόσον
745ἀφ’ ἑτέρου εἶναι ἐναντίον τοῦ νόμου, διότι οἱ διαθέσιμοι
746ἔχουν ἐκ τοῦ νόμου τὸ δικαίωμα νὰ καταβάλλωσι τὸ ποσὸν
747τοῦτο εἰς τὸ τέλος τῆς τριμήνου ὑπηρεσίας αὑτῶν. Εἶναι
748δὲ ἀδύνατον νὰ εὕρωσι τὸ ποσὸν τοῦτο ἐντὸς τριῶν ἢ τεσ-
749σάρων ἡμερῶν στρατιῶται, ἔχοντες τοὺς γονεῖς αὑτῶν εἰς
750μέρη λίαν ἀπομεμακρυσμένα, εἰς Ἀμοργὸν π. χ. ἢ εἰς Φο-
751λέγανδρον. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν
752Στρατιωτικῶν νὰ διατάξῃ τὰ σώματα, νὰ μὴ βιάσουν τοὺς
753στρατιώτας τούτους, ἀλλὰ νὰ δώσουν εἰς αὐτοὺς προθεσμίαν
75410 ἢ 15 ἡμερῶν, διὰ νὰ γράψωσιν εἰς τοὺς συγγενεῖς αὑτῶν
755διὰ τὸ ποσὸν τοῦτο, δὲν ἔχουσι δὲ καὶ ἐκ τοῦ νόμου ὑπο-
756χρέωσιν νὰ τὸ καταβάλωσι, διότι δύνανται νὰ μείνουν ἐν
757τῷ στρατῷ καὶ 4 ἢ 5 μῆνας, μέχρις ἀποτίσεως τοῦ ἀντι-
758σηκώματος τούτου.
759§50ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω παρὰ τοῦ κυ-
760ρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τί διέταξεν ἐπὶ τῆς ἐπε-
761ρωτήσεώς μου, ἐὰν δηλ. ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὸ τηλεγράφημα
762τοῦ κρατουμένου ἀδίκως Γεωργίου Ζάγκλαρη χωρὶς νὰ χρεω-
763στῇ τίποτε, καὶ τί ἐνήργησε.
764§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τούτου γίνεται
765ἐνέργεια καὶ νομίζω, ὅτι τῷ ὄντι ἔχει δίκαιον ὁ εἰρημένος
766πολίτης. Ἐνεργεῖται πᾶν, ὅ,τι δύναται νὰ ἐνεργηθῇ ὑπὸ
767τοῦ Ὑπουργείου ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ θέλω ἀνακοινώσει ἐν καιρῷ
768τὰ περὶ τούτου.
769§52ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εὑρίσκο-
770μαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν
771τῶν Ἐσωτερικῶν μίαν ἐπερώτησίν μου. Δὲν νομίζω, ὅτι
772ὑπάρχει δυσκολία μεγάλη.
773§53ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐκτὸς
774τῶν ἐγγράφων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐζητή-
775θησαν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πληροφορίαι,
776αἱ ὁποῖαι ἐστάθη ἀδύνατον μέχρι τοῦδε νὰ προσαχθῶσι,
777καθόσον ἀνάγονται εἰς ἐποχὴν πολὺ παλαιὰν, εἰς τὴν ἐπο-
778χὴν τῆς παραδόσεως τῆς γῆς, περὶ ἧς πρόκειται, εἰς τὴν
779πρώην Βασίλισσαν, εἰς τὴν βασίλισσαν Ἀμαλίαν, διότι ἡ
780χρῆσις τοῦ κήπου τούτου ἀνήκει εἰς τὰ Ἀνάκτορα ἀπὸ
781ἐποχῆς προγενεστέρας τοῦ 1862. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα δὲν
782ἠδυνήθην μέχρι τοῦδε νὰ ἔχω, ἄνευ δ’ αὐτῶν αἱ πληροφο-
783ρίαι εἶναι ἀτελεῖς.
784§54ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουρ-
785γὸς παραδέχεται γνώμην, ὅτι ἡ νῦν δυναστεία ἐκληρονό-
786μησε τὴν προηγουμένην. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ συζητή-
787σωμεν τοῦτο σήμερον.
788Τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης παρακαλῶ νὰ ἐνθυμηθῇ,
789ὅτι εἰς τὴν τελευταίαν συζήτησιν περὶ τοῦ γυμνασιάρχου Πα-
790παλουκᾶ ἐγένετο λόγος περὶ βουλεύματος, ἐκδοθέντος ἐναν-
791τίον αὐτοῦ, ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, ἀλλὰ δὲν ἐξηκριβώθη, ἐὰν
792διὰ τοῦ βουλεύματος ἐκείνου παύῃ πρὸς καιρὸν ἡ ποινικὴ κα-
793ταδίωξις, ἢ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν. Παρα-
794καλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ καταθέσῃ ἀντίγραφον
795τοῦ βουλεύματος καὶ τὴν σχετικὴν δικογραφίαν. Μετὰ τὴν
796προσαγωγὴν ἴσως παραστῇ ἀνάγκη νὰ συζητήσωμεν περὶ
797ἐκείνων, οἵτινες ἠξίουν ὑπὲρ ἑαυτῶν δίπλωμα ἐντιμότητος.
798§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει πα-
799ρετήρησα, ὅτι κατετάχθη ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν 32 ἡ πρότασις
800νόμου, τὴν ὁποίαν κατέθηκα κατὰ τὰ μέσα τῆς παρελ-
801θούσης ἑβδομάδος, περὶ ἀκυρώσεως δύο νόμων, ἐκδοθέντων
802κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1886, περὶ ἐκλογικῆς περιφερείας καὶ
803περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν. Ἡ τάξις, ἥν
804ἔλαβεν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἐνδεικνύει τὴν χρονολο-
805γικὴν σειρὰν, καθ’ ἣν ὑπεβλήθη ἡ πρότασις αὕτη, καὶ διὰ
806τοῦτο, ἐπειδὴ μετ’ αὐτὴν δύο ἄλλοι συνάδελφοι Βουλευταὶ
807προέβαλον δύο ἄλλας προτάσεις, ἐκεῖναι ἐτάχθησαν μετὰ
808τὴν ἐμὴν πρότασιν περὶ ἀκυρώσεως τῶν εἰρημένων δύο νόμων.
809Ἀλλ’ ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προταθῇ εἰς συζήτησιν
810κατὰ τὴν τάξιν ταύτην, τὴν προσδιορισθεῖσαν αὐτῷ ἐν τῇ
811ἡμερησίᾳ διατάξει, εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν θὰ ἀξιωθῇ τῆς
812τιμῆς νὰ συζητηθῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Βουλῆς. Ἐὰν δὲ
813κατὰ τὰς παρελθούσας Συνόδους οὐδὲν ἐπεῖγεν, ἵνα προβά-
814λωμεν νομοσχέδιον περὶ ἀκυρώσεως τῶν ῥηθέντων δύο νόμων,
815κατὰ τὴν Σύνοδον ὅμως ταύτην πεπείσμεθα, ὅτι ὑπάρχει
816τὸ ἐπεῖγον, διότι πρέπει νὰ γένηται γνωστὸν ἐν τῇ κοινωνίᾳ,
817ἐὰν κατὰ τὰς ἐπικειμένας βουλευτικὰς ἐκλογὰς θέλωσιν ἰσχύει
818οἱ περὶ ὧν εἴρηται δύο νόμοι, ἢ οἱ οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι
819ἴσχυον πρὸ τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1886. Ἡ ἀνάγκη δὲ αὕτη
820εἶναι κατάδηλος εἰς πάντας ὑμᾶς, οἵτινες ἐκτίθεσθε ὡς ὑπο-
821ψήφιοι κατὰ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς, ὅπως γνωρίζητε, ἂν
822αἱ πρὸς προπαρασκευὴν τῶν ἐκλογῶν συνεννοήσεις ὑμῶν
823θέλωσι περιορισθῆ ἐντὸς ἐπαρχίας, ἢ πρέπει νὰ ἦναι εὐρύ-
824τεραι καὶ νὰ ἐκταθῶσιν ἐντὸς τοῦ νομοῦ. Διὰ τοῦτο ζητῶ,
825κύριε Πρόεδρε, ἡ πλειοψηφία νὰ συναινέσῃ ἵνα ταχθῇ τὸ νομο-
826σχέδιον τοῦτο μεταξὺ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει,
827ὅπως ἐπέλθῃ ταχέως ὁ χρόνος τῆς συζητήσεως αὐτοῦ.
828§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ αἴτησις τοῦ κ. Βου-
829λευτοῦ, ὅπως κανονισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ θέσις, ἣν ἐν τῇ
830ἡμερησίᾳ διατάξει θέλει λάβει ἡ πρότασις αὐτοῦ, εἶναι
831κανονικὴ, διότι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐπινεύσει τῆς Βου-
832λῆς, ἑπομένως αὐτὴ ἡ Βουλὴ κανονίζει ἑκάστοτε τὰ τῆς
833ἡμερησίας διατάξεως, καὶ ἂν ἐπιθυμῇ ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅπως
834ἡ παρ’ αὐτοῦ ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου προταχθῇ τῶν
835ἄλλων νομοσχεδίων, εἶναι πρέπον νὰ προκαλέσῃ περὶ τού-
836του τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς ὅμως φρονοῦμεν, ὅτι
837ὑπάρχουσι νομοσχέδια, ἅτινα πάντως πρέπει νὰ προταχθῶ-
838σιν αὐτῆς καὶ πάντως πρέπει νὰ προταχθῇ καὶ ὁ Προϋ-
839πολογισμός· διότι, ἐὰν τὸ θέμα τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου
840ἦτο ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὀλίγον θέλουσιν ἀπασχολήσει
841τὴν Βουλὴν, θὰ ἠδυνάμεθα τὴν συζήτησιν αὐτοῦ νὰ προτά-
842ξωμεν ἔστω καὶ τῶν οἰκονομικῶν νομοσχεδίων καὶ τοῦ
843Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἀναντιῤῥήτως τὸ θέμα, τὸ ἐν τῷ
844νομοσχεδίῳ τούτῳ, εἶναι τοιοῦτον, ὥστε ἐπὶ πολλὰς συνε-
845δριάσεις θὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν. Τοῦτο δὲ θὰ ἐκινδύ-
846νευε νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς πρὸ τῶν ἑορτῶν
847ψήφισιν τῶν οἰκονομικῶν νόμων καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
848ψήφισιν, ἧς τὸ ἔγκαιρον εἶναι ἀναγκαιότατον. Δὲν φρονῶ,
849ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ καιρὸς, ὅπως συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον
850τοῦτο καὶ μετὰ τὰς ἑορτὰς, διότι ὁπωσδήποτε ἡ Βουλὴ καὶ
851μετὰ τὰς ἑορτὰς θὰ ἐπανέλθῃ, ἀφοῦ ἔχομεν πρὸ ἡμῶν
852τοσαύτην νομοθετικὴν ἐργασίαν, ὥστε ἀδύνατον εἶναι νὰ
853πιστεύσωμεν, ὅτι πρὸ τῶν ἑορτῶν τῶν Χριστουγέννων ἢ μᾶλ-
854λον κατεπείγουσα ἐκ τῆς ἐργασίας ταύτης θέλει διεκπε-
855ραιωθῇ. Ὁπωσδήποτε ἄρα καὶ ἄν κανονισθῶσι τὰ τῶν
856βουλευτικῶν ἐργασιῶν, θέλουσι πάντως κανονισθῆ διὰ τρό-
857που, εἴτε τοῦ κανονικοῦ εἴτε καὶ ἐκτάκτου, ἐπιτρέποντος,
858ἵνα τὰ νομοσχέδια, τὰ θεωρούμενα καὶ παρὰ τῆς Κυβερ-
859νήσεως καὶ παρὰ τῆς Βουλῆς ὡς σπουδαῖα, συζητηθῶσι.
860Μεταξὺ τῶν θεωρουμένων ὡς συζητητέων παρὰ πολλῶν ἐν
861τῇ Βουλῇ ἀναντιῤῥήτως εἶναι καὶ τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ
862ἐγένετο λόγος, δὲν εἶναι ὅμως πρέπον τὸ νομοσχέδιον
863τοῦτο νὰ παρακωλύσῃ τὴν ἔγκαιρον ψήφισιν τοῦ Προϋπο-
864λογισμοῦ. Ὁ Προϋπολογισμὸς πρέπει νὰ ψηφίζηται πρὸ τῆς
865ἀρχῆς τοῦ ἔτους, εἰς ὅ ἀφορᾷ, ἐὰν δὲ ἤδη ἐπιληφθῶμεν τοῦ
866νομοσχεδίου, περὶ οὗ πρόκειται, θὰ ἦναι ἀδύνατον νὰ ψη-
867φισθῇ πρὸς τῆς ἀρχῆς τοῦ ἐπιόντος ἔτους ὁ Προϋπολογι-
868σμὸς, θὰ ἦναι ἀδύνατον νὰ ψηφισθῶσι καὶ οἱ οἰκονομικοὶ
869νόμοι, οἵτινες εἶναι ἀπαραίτητοι πρὸς τὴν ψήφισιν τοῦ
870Προϋπολογισμοῦ καὶ οἵτινες ἐκφράζουσι τὰς κυριωτέρας τοῦ
871Προϋπολογισμοῦ ἐννοίας.
872Διὰ τοῦτο ἡμεῖς ἀντιπροτείνομεν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον,
873περὶ οὗ πρόκειται, μὴ ταχθῇ μὲν ὁριστικῶς ἐν τῷ τέλει τῆς
874ἡμερησίας διατάξεως, ὡς ἔχει νῦν ἐν αὐτῇ, ἀλλὰ κατ’ ἀπό-
875φασιν τῆς Βουλῆς λάβῃ θέσιν μετὰ τὸν Προϋπολογισμὸν
876καὶ τοὺς οἰκονομικοὺς προσέτι νόμους βεβαίως, ἀφοῦ τοῦ
877Προϋπολογισμοῦ θὰ προταχθῶσιν οἱ οἰκονομικοὶ νόμοι, ἡ
878δὲ τάξις κανονισθῇ ὅταν διεκπεραιωθῶσι τὰ τῶν οἰκονομικῶν
879νόμων καὶ τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
880§57ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Παρατηρῶ πρῶτον, ὅτι ἡ
881ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ θέλει τοὐλάχιστον ἐργα-
882σθῆ ἀκόμη ἐπὶ ὀκτὼ ἢ δέκα ἡμέρας, ἑπομένως θὰ ἔχωμεν
883καιρὸν νὰ συζητήσωμεν πρὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ Προϋπολο-
884γισμοῦ τὸ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχέδιον. Λέγει τις τῶν
885συναδέλφων, ὅτι τὸ Σάββατον θὰ ὑποβληθῇ, ἀλλὰ καὶ
886μέχρι τοῦ Σαββάτου, ἐὰν δεχθῇ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς
887Κυβερνήσεως, ἔχομεν καιρὸν νὰ συζητήσωμεν. Ἄλλως, ἐὰν
888ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀναβληθῇ ἀπὸ τοῦ
889Σαββάτου εἰς τὴν Δευτέραν ἢ τὴν Τρίτην ἢ τὴν Τετάρτην
890τῆς ἑπομένης ἑβδομάδος, δὲν βλέπω τί κακὸν θὰ ἀκολου-
891θήσῃ. Ἀλλ’ ἐν τούτοις ἡμεῖς βλέπομεν, ἐξ ὅσων μᾶς εἶπεν
892ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν θέλει ν’ ἀπο-
893δώσῃ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο τὴν ἔκτακτον σπουδαιότητα,
894τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἀποδίδομεν εἰς αὐτό. Ἡμεῖς θεωροῦμεν,
895ὅτι, ὅπως ἔχει σήμερον ὁ ἐκλογικὸς νόμος, πράγματι οὐ μόνον
896καταργεῖται ἡ ἔννοια τῶν συνταγματικῶν ἡμῶν θεσμῶν,
897ἀλλὰ καὶ προσβάλλεται εἰς τὰς βάσεις αὐτοῦ ὁ πολιτικὸς
898βίος τοῦ ἔθνους.
899Ὅτε πρὸ τριῶν ἐτῶν, ἐν στιγμῇ ψυχολογικῇ οὐχὶ ἠρέμῳ,
900ἐπέβαλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ πολυθρύλλητον
901αὐτὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατέστη νόμος τοῦ Κράτους,
902προσέκρουσεν οὐ μόνον εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν
903ἱστορίαν τοῦ τόπου, προσέκρουσεν εἰς τὰς βάσεις τὰς πολι-
904τικὰς τοῦ ἔθνους. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις
905εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ἐκ κληρονομίας πολιτικὸς, διότι ἀνήκει
906εἰς πολιτικὴν οἰκογένειαν, γνωρίζει κάλλιστα, ὅτι ἀκριβῆ
907λέγω, ἀξιῶν, ὅτι ἡ ἐπαρχία εἶναι ἡ πραγματικὴ πολιτικὴ
908μονὰς τοῦ τόπου. Ὅτε, ἐπωφελούμενος ψυχολογικῆς στιγμῆς
909τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν πάντες ἐνθυμούμεθα καὶ πάντες
910ἐκτιμῶμεν, παρουσίασεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
911τὴν νομαρχιακὴν περιφέρειαν, προσέκρουσεν εὐθὺς εἰς αὐτὴν
912τὴν βάσιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, διότι ὁ νομὸς δὲν ὑπῆρξε
913ποτὲ διαίρεσις, ἀφορῶσα εἰς τὰς ἐκλογὰς, ἀλλὰ διαίρεσις,
914ἀφορῶσα εἰς τὴν διοίκησιν.
915Ἑπομένως, καὶ ἂν παραδεχθῶμεν ὀρθὴν τὴν ἔννοιαν τῆς
916μεγάλης περιφερείας, ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ προνοήσητε,
917ὅπως φέρητε εἰδικὴν διαίρεσιν ἐκλογικὴν ἐν εὐρυτέρᾳ περι-
918φερείᾳ. Σεῖς ὅμως ἐλάβετε ἁπλῶς τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν
919καὶ τὴν ἐθέσατε ἐπὶ τῆς διοικητικῆς περιφερείας, μὴ λαμβά-
920νοντες ὑπ’ ὄψιν οὔτε τὴν γεωγραφίαν, οὔτε τὴν ἱστορίαν.
921Καὶ ἐὰν ἀναλύσωμεν σήμερον τὰς περιφερείας τὰς ἐκλο-
922γικάς, ὅπως ἔχουσι κατὰ τὰς νομαρχιακὰς περιφερείας,
923πραγματικῶς παρατηροῦμεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ψη-
924φισθῇ νόμος, ἐπιτραπήτω μοι νὰ τὸ εἴπω, πλέον ἀφιλόσο-
925φος, πλέον ἀνιστόρητος καὶ πλέον ἀγεωγράφητος. Ἀληθῶς
926ὅλος ὁ πολιτικὸς βίος τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος στηρίζεται
927ἐπὶ τῆς ἐπαρχίας. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη εἰς Βου-
928λευτὰς Ἕλληνας, εἰς Βουλήν, ἀποτελουμένην ἀπὸ πρόσωπα
929ἀνήκοντα εἰς τὰς ἐγκρίτους, εἰς τὰς ἐπιφανεῖς οἰκογενείας
930τῆς Ἑλλάδος, ν’ ἀναπτύξω τὸ θέμα τοῦτο, διότι οὐδεὶς
931ὑπάρχει, ὅστις νὰ μὴ ὁμολογῇ, ὅτι ἡ βάσις τοῦ πολιτικοῦ
932βίου τῶν νεωτέρων Ἑλλήνων, καὶ πρὸ τοῦ ἀγῶνος καὶ ἐπὶ
933τοῦ ἀγῶνος καὶ μετ’ αὐτὸν, ὑπῆρξεν ἡ ἐπαρχία μετὰ τῶν
934ἱστορικῶν αὐτῆς οἰκογενειῶν, μετὰ τοῦ ἰδίου αὐτῆς χαρα-
935κτῆρος, μετὰ τῶν ἰδίων ἑαυτῆς συμφερόντων. Ἐφέρατε
936λοιπὸν πλήρη σύγχυσιν εἰς τὸν πολιτικὸν βίον τοῦ ἔθνους,
937ὅτε κατηργήσατε τὴν ἐπαρχίαν. Βεβαίως οἱ ψηφίσαντες
938τὴν μεγάλην περιφέρειαν δὲν ἐστερήθησαν οὔτε πατριωτι-
939σμοῦ, οὔτε τῶν τοπικῶν γνώσεων, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλῶ,
940διότι καὶ αὐτοὶ ἀνήκουσιν εἰς ἐπαρχίας καὶ εἰς οἰκογενείας
941ἱστορικὰς, ἐκπροσωπούσας τὰς παραδόσεις τοῦ τόπου. Ἀλλ’
942εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἡ πλειοψηφία ἐκείνη εὑρέθη εἰς
943στιγμήν, τὴν ὁποίαν ὠνόμασα ψυχολογικὴν, καθ’ ἣν οὐχὶ
944ἀσυνειδήτως βέβαια, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε παρὰ τὴν πολιτικὴν
945αὐτῆς συνείδησιν ἐψήφισε, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους ἐθεώρησε
946μᾶλλον κατεπείγοντας, νόμον, ὁ ὁποῖος ἔφερε πλήρη σύγχυ-
947σιν εἰς τὸν πολιτικὸν βίον τοῦ τόπου. Καὶ ἀληθῶς ποῖος
948εἶναι ὁ πολιτικὸς ἡμῶν βίος ἐν τῇ Ἑλλάδι; Εἶναι ὁ ἐπαρ-
949χιακός. Ἀφαιρέσατε τὴν ἔννοιαν τῆς ἐπαρχίας ἐν τῇ
950Ἑλλάδι, ὁποίαν ἐδημιούργησαν αὐτὴν ἡ γεωγραφία καὶ ἡ
951ἱστορία, καὶ εἴπετέ μοι, ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσητε τὸν
952πολιτικὸν βίον τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, νὰ ἐννοήσητε τὴν ἐπὶ
953πολλὰς γενεὰς γόνιμον ἐκείνην, καίτοι ἀφανῆ, περίοδον, τὴν πρὸ
954τοῦ Ἑλληνικοῦ ἀγῶνος, καθ’ ἣν παρεσκευάσθη τὸ μέγα ἐκεῖνο
955γεγονός. Εἴπετέ μοι, ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσητε τὴν ἑλληνι-
956κὴν ἐπανάστασιν ἄνευ τῆς Ὕδρας, ἄνευ τῶν Σπετσῶν, ἄνευ
957τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν τῆς Πελοποννήσου, ἄνευ τῆς Δυ-
958τικῆς Ἑλλάδος, ἄνευ τῶν διαφόρων τμημάτων τοῦ Ἑλλη-
959νικοῦ ἔθνους, ἄνευ τῶν οἰκογενειῶν ἐκείνων, αἵτινες ἐκπρο-
960σωποῦσι τὴν ἐπαρχιακὴν ταύτην ὕπαρξιν.
961Τόσον παράλογον ἤθελε θεωρηθῆ νὰ καταργηθῶσιν ἡ
962Ὕδρα καὶ αἱ Σπέτσαι ὡς πολιτικαὶ προσωπικότητες, ὥστε
963ἡ πλειοψηφία, ἥτις ἔφερε τὴν σύγχυσιν εἰς ὅλας τὰς
964ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἐτόλμησε νὰ θίξῃ τὰς πολιτι-
965κὰς προνομίας τῶν δύο ἡρωίδων νήσων. Ἀλλὰ διατὶ δὲν
966ἐσταματήσατε καὶ πρὸ τῶν δικαίων τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν
967τῆς Ἑλλάδος; Ἐὰν ἠθέλετε ἀκολουθήσει λογικῶς τὴν ἔν-
968νοιαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐψηφίζετε τὴν μεγάλην περιφέρειαν,
969ἔπρεπε νὰ καταργήσητε καὶ τὴν Ὕδραν καὶ τὰς Σπέτσας·
970λέγω νὰ καταργήσητε, διότι, ἐὰν ἠθέλετε περιλάβει τὴν
971Ὕδραν ἢ τὰς Σπέτσας εἴς τινα νομαρχιακὴν περιφέρειαν,
972ἡ Ὕδρα, ἡ μεγάλη Ὕδρα, ἥτις εἶναι ἐκ τῶν καθιδρυτῶν
973τῆς Ἑλληνικῆς παλιγγενεσίας, δὲν ἤθελεν ἴσως ἔχει ἀντι-
974πρόσωπον ἐν τῇ Βουλῇ, αἱ ἡρωϊκαὶ Σπέτσαι δὲν ἤθελον πι-
975θανῶς ἔχει ἀντιπρόσωπον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἀλλ’ ἤθελον
976συγχωνευθῆ αἱ δύο μεγάλαι αὗται πολιτικαὶ προσωπικό-
977τητες ἐντὸς τῶν νομῶν, οἵτινες καθιδρύθησαν δι’ ὅλως ἄλ-
978λον σκοπὸν, παρὰ διὰ νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ἐκλογικαὶ πε-
979ριφέρειαι. Διότι, τὸ ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῆς
980ἰδέας τῆς μεγάλης περιφερείας δὲν ἐδείχθη κἄν ἡ στοιχειώ-
981δης πρόνοια νὰ εὑρυνθῇ ἡ περιφέρεια κατὰ σχέδιον, τὸ ὁποῖον
982ν’ ἀνταποκρίνηται ὁπωσοῦν εἰς τὰς ἐκλογικὰς ἀνάγκας.
983Ἐλάβετε, οὕτως εἰπεῖν,—συγχωρήσατέ μοι τὴν ἔκφρασιν,—
984κομπογιαννιτικῶς τὴν νομαρχιακὴν περιφέρειαν, καὶ τὴν
985μετεβάλετε διὰ μιᾶς μονοκονδυλιᾶς εἰς περιφέρειαν, ἐκλογι-
986κὴν, συγχωνεύοντες τὰ πάντα, καὶ εἴδετε ἐπαρχίαν τῆς
987Ἑπτανήσου, ἥτις ἐπὶ αἰῶνας ἔζησεν ὑπὸ ἄλλους πολιτικοὺς
988ὅρους, τὰ Κύθηρα, ἡνωμένην μετ’ ἐπαρχιῶν τῆς Πελοπον-
989νήσου, μεθ’ ὧν οὐδεμίαν εἶχεν οὐδὲ πολιτικὴν, οὐδὲ κοινω-
990νικὴν σχέσιν.
991Ἀνέφερα τὴν Ὕδραν καὶ τὰς Σπέτσας. Φέρω ἤδη τὸν
992λόγον περὶ τῆς Πελοποννήσου. Ἴσως καὶ αὐτοὶ οἱ ἐξ ἱστο-
993ρικῶν οἴκων ἀντιπρόσωποι ἐνταῦθα τῆς Πελοποννήσου, τῆς
994χώρας ἐκείνης, ἥτις δὲν ἐξηντλήθη, καίτοι ἐπὶ τρεῖς χιλιά-
995δας καὶ ἐπέκεινα ἔτη τοσαύτας ἔδωσεν εἰς τὸ ἔθνος σθεναρὰς
996γενεὰς, ἴσως καὶ αὐτοὶ οἱ ἱστορικὰ ὀνόματα φέροντες ἀντι-
997πρόσωποι τῆς Πελοποννήσου δὲν γνωρίζουσι πάντες, ὅτι
998ἀνήκουσιν ἐκ παραδόσεως καὶ ἐν μέρει ἐξ αἵματος εἰς πο-
999λιτικὴν τάξιν, ἥτις ἔχει χιλίων καὶ ἐπέκεινα ἐτῶν ἱστορίαν.
1000Μελετήσατε τὴν μεσαιωνικὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος, ἀνα-
1001γνώσατε τὸ χρονικὸν τῆς φραγκικῆς κατακτήσεως, τὸ κα-
1002λούμενον Χρονικὸν τῆς Κουγκέσας, διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι αἱ
1003ἐπαρχίαι τῆς Πελοποννήσου, καὶ αἱ ἀρχοντικαὶ οἰκογένειαι
1004τῆς Πελοποννήσου, αἵτινες ἀντιπροσωπεύουσιν αὐτὰς τὰς
1005ἐπαρχίας, αἵτινες διετήρησαν τὸν ἐθνισμὸν εἰς αὐτὰς, αἵτι-
1006νες ὡδήγησαν τὸ ἔθνος εἰς τὸν ἀγῶνα, αἵτινες καὶ μετὰ τὸν
1007ἀγῶνα ἔδωσαν τόσον μεγάλην συμβολὴν εἰς τὴν πολιτικὴν
1008ἀποκατάστασιν τοῦ τόπου, ὅτι αἱ ἐπαρχίαι καὶ αἱ οἰκογέ-
1009νειαι αὗται ἔχουσι πολλῶν αἰώνων ὕπαρξιν. Ἐκ τοῦ
1010προχείρου ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ ν’ ἀναγνώσω ὀλίγας
1011γραμμὰς ἐκ συγγράμματος ἀξιολόγου, ὅπως δείξω ὅτι τὰς
1012ἀληθείας ταύτας, τὰς ὁποίας πάντες ἡμεῖς, ὅσοι ἐνεκύψαμεν
1013εἰς τὴν ἐθνικὴν ἱστορίαν, καλῶς γνωρίζομεν, τὰς γνωρίζου-
1014σι καὶ ἀναγνωρίζουσι καὶ οἱ ξένοι συγγραφεῖς, οἱ ἐγκύ-
1015ψαντες εἰς τὴν ἱστορίαν ἡμῶν.
1016Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου σύγγραμμα γαλλικὸν, ἐπιγραφόμενον:
1017La Principauté d’ Achaie et de Morée 1204–1430
1018(τὸ Πριγκιπᾶτον τῆς Ἀχαΐας καὶ τοῦ Μωρέως), ὑπὸ Beving.
1019Ὁ συγγραφεὺς συνοψίζει τὰ πορίσματα τῶν περὶ τῆς με-
1020σαιωνικῆς ἱστορίας τῆς Ἑλλάδος γνωσθέντων μέχρι τῶν
1021τελευταίων χρόνων, καὶ ἰδοὺ πῶς ἐκφράζεται οὗτος περὶ
1022τῶν ἀρχόντων τῆς Πελοποννήσου κατὰ τὸν μεσαίωνα: «Οἱ
1023ἄρχοντες τῆς Πελοποννήσου, λέγει ὁ Beving, ἦσαν οἱ ἀρ-
1024χηγοὶ οἰκογενειῶν προνομιούχων, ἀποτελουσῶν ἀριστοκρα-
1025τίαν ὑπερέχουσαν, ἀστικὴν καὶ κατὰ χώραν (terrienne,
1026ἔχουσαν μεγάλα ἀγροτικὰ κτήματα), ἰδίῳ δικαίῳ ὑπάρ-
1027χουσαν καὶ διαδοχικὴν, ἄνευ οὐδενὸς τῶν οὐσιωδῶν χαρα-
1028κτήρων τοῦ φεουδαλισμοῦ τῆς Δύσεως. Οἱ ἄρχοντες ἀνα-
1029φαίνονται ἐν Πελοποννήσῳ ἀπὸ τοῦ ἐννάτου αἰῶνος ὡς ἀν-
1030τιπρόσωποι ἐπίσημοι τῶν δημοσίων συμφερόντων, ἐν ἀντιθέ-
1031σει πρὸς τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν (δηλ. πρὸς τὰς πιέσεις τῆς
1032κεντρικῆς ἐξουσίας).»
1033Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ τάξις ἐκείνη, ἥτις ἐν Πελοπον-
1034νήσῳ ἐν μέρει ἀντιπροσωπεύει τὸν μεγάλον ἀγῶνα, εἶ-
1035ναι ἐκ παραδόσεως καὶ ἔν τινι μέτρῳ καὶ ἐξ αἵματος ἡ
1036διάδοχος τῆς τάξεως ἐκείνης, ἥτις ἀπὸ χιλίων ἤδη ἐτῶν
1037ἐκπροσωπεῖ τὸ ἔθνος, καὶ τὸ ἐκπροσωπεῖ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ.
1038Ὅσα δὲ λέγομεν περὶ τῆς τάξεως τῶν ἀρχόντων τῆς
1039Πελοποννήσου δυνάμεθα νὰ τὰ ἐπεκτείνωμεν καὶ ἐπὶ τῆς
1040Στερεᾶς Ἑλλάδος. Τὸ σύγγραμμα, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέφερα,
1041πραγματεύεται ἰδίως περὶ τῆς Πελοποννήσου. Ἀλλὰ τὰ
1042αὐτὰ μᾶς διδάσκει ἡ ἱστορία καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἐπαρ-
1043χιῶν τῆς Ἑλλάδος καὶ περὶ τῶν νήσων. Ὅσα δὲ λέγει ἐν-
1044ταῦθα ὁ συγγραφεὺς περὶ τῶν ἀρχοντικῶν, τῶν πολιτι-
1045κῶν οἰκογενειῶν τῆς Πελοποννήσου, ταῦτα ἀφορῶσι καὶ
1046εἰς τὰς οἰκογενείας τῆς Μάνης, ἐπίσης καὶ εἰς τὰς στρατιω-
1047τικὰς τοῦ ἔθνους οἰκογενείας. Πᾶσαι αἱ οἰκογένειαι αὗται
1048συνοψίζουσιν, ὡς μᾶς διδάσκει ἡ ἱστορία, ἔνδοξον ὕπαρξιν
1049ὑπερχιλιετῆ. Καὶ ἡ ἱστορία τῶν οἰκογενειῶν τούτων εἶναι
1050ἡ ἱστορία τῶν ἐπαρχιῶν. Αἱ οἰκογένειαι αὗται ἔσωσαν τὴν
1051ἐθνικότητα εἰς ἐποχὰς κρισιμωτάτας, ἔσωσαν αὐτὴν ἀπὸ
1052τῆς φραγκοκρατίας, ἥτις διήρκεσεν ἐπὶ δύο καὶ ἥμισυν αἰῶ-
1053νας. Ὁ αὐτὸς συγγραφεὺς δίδει περὶ τούτου πληροφορίας τι-
1054νὰς, τὰς ὁποίας σᾶς ἀναγινώσκω, οὐχὶ βεβαίως διότι ἔχετε
1055ἀνάγκην παρ’ αὐτοῦ νὰ διδαχθῆτε τὰ περὶ τῆς ἐθνικῆς
1056ἡμῶν ἱστορίας, ἀλλὰ διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπον,
1057διὰ νὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς γνωρίζομεν
1058καὶ ὀφείλομεν νὰ γνωρίζωμεν, ὑπάρχουσιν ἤδη ἀλήθειαι κε-
1059κτημέναι παρὰ τῆς εὐρωπαϊκῆς ἐπιστήμης. «Ἀπέναντι τῆς
1060φραγκικῆς κοινωνίας, λέγει ὁ αὐτὸς συγγραφεὺς, ἡ ἑλληνικὴ
1061κοινωνία, καίπερ λίαν ταπεινωθεῖσα καὶ ἐξευτελισθεῖσα ὑπὸ
1062τὸν ξένον ζυγὸν, διετήρησεν ὅμως τὸν χαρακτῆρά της, τὴν
1063φυσιογνωμίαν της, καὶ ἀκόμη ἓν εἶδος νομίμου ὑπάρξεως ἐν
1064τῇ τάξει σπουδαίου ἀριθμοῦ ἀρχοντικῶν οἰκογενειῶν (ἑλλη-
1065νικῶν), εἰς τὰς ὁποίας εἶχεν ἐξασφαλισθῆ ἡ περιουσία αὐτῶν».
1066Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι πρὸ ἓξ αἰώνων αἱ ἀρχοντικαὶ αὗται
1067οἰκογένειαι σώζουσιν ἐν Πελοποννήσῳ τὴν ἐθνικότητα ἀπέ-
1068ναντι τῆς φραγκοκρατίας. Ἀλλ’ ἐὰν ὡμίλησα περὶ τῶν οἰ-
1069κογενειῶν τούτων, τὸ ἔκαμα μόνον, διὰ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ
1070ἐπαρχία ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ πολιτικοῦ βίου τοῦ ἔθνους,
1071διότι εἰς ἄλλας ἐποχὰς καὶ μέχρι τοῦ ἀγῶνος καὶ ἐπί τινα
1072χρόνον μετὰ τὸν ἀγῶνα, αἱ οἰκογένειαι αὗται ἐξεπροσώπευ-
1073σαν τὰς ἐπαρχίας, διότι ἡ ἱστορία τῶν οἰκογενειῶν τού-
1074των εἶναι ἡ ἱστορία τῆς ἐπαρχίας. Ἡ Ἑλληνικὴ ἐπαρχία
1075λοιπὸν εἶναι ἀπὸ χιλίων ἤδη ἐτῶν τοὐλάχιστον, ἐὰν μὴ
1076καὶ πρότερον, ἡ βάσις τοῦ πολιτικοῦ καὶ κοινωνικοῦ βίου
1077τῆς Ἑλλάδος, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ὁμολογῶ, κύριοι συνάδελ-
1078φοι, ὅτι οὐδόλως ἀνησυχῶ περὶ τῆς τύχης τῆς ἐπαρχίας τῆς
1079Ἑλληνικῆς καὶ περὶ τῆς τύχης τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον
1080σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ φέρητε ταχέως εἰς συζήτησιν. Δὲν
1081ἀνησυχῶ, διότι γνωρίζω, ὅτι δὲν εἴμεθα ἡμεῖς εἰς θέσιν νὰ
1082ἀνατρέψωμεν τοὺς ἱστορικοὺς ὅρους, τοὺς προαιωνίους, τοῦ
1083ἔθνους ἡμῶν. Ἐὰν σεῖς ἀναβάλλητε σήμερον τὴν συζήτησιν
1084τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν τυχὸν κατορθωθῇ νὰ παρέλθῃ ἡ Σύ-
1085νοδος αὕτη, ἢ καὶ ἄλλη Σύνοδος, τὴν ὁποίαν νομίζω, ὅτι
1086μᾶς ἀνήγγειλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς τυ-
1087χὸν νὰ συζητηθῇ ὁ νόμος οὗτος, ἢ ἐὰν, ἀφοῦ συζητηθῇ,
1088λίαν πιθανὸν καταψηφισθῇ καὶ ἑπομένως μείνωμεν εἰς τὸ
1089στρεβλὸν καθεστὸς, τὸ ὁποῖον ἤδη μᾶς διέπει, λέγω ὅτι δὲν
1090ἀνησυχῶ, διότι εἰμὶ πεπεισμένος, ὅτι, ὅπως εἶναι ἀδύνατον ν’
1091ἀνατρέψῃ τις τὸν ῥοῦν μεγάλου ποταμοῦ, οὕτω εἶναι ἀδύ-
1092νατον ν’ ἀνατρέψῃ τὴν ἱστορικὴν βάσιν τοῦ πολιτικοῦ βίου
1093τοῦ ἔθνους. Ὁ νόμος, ὁ καταργῶν τὰς ἑλληνικὰς ἐπαρχίας,
1094δὲν ὑφίσταται εἰς τὰς συνειδήσεις σας, εἶναι κατηργημένος
1095ἐν τῇ συνειδήσει σας, ἀνέχεσθε αὐτὸν δι’ ἄλλους λόγους, οὓς
1096νομίζετε ἀνωτέρους, τὸν ἀνέχεσθε, διότι θεωρεῖτε τὸν νόμον
1097τοῦτον, ὡς συνδεόμενον πρὸς τὴν ὕπαρξιν τῆς Κυβερνήσεως;
1098πρὸς τὴν ὁποίαν ἔχετε πεποίθησιν, καὶ δὲν σᾶς καταδικάζω
1099διὰ τοῦτο.
1100Καὶ πῶς ἐδημιουργήθη ἡ ἐπαρχία αὕτη, ἥτις ἀποτελεῖ
1101τὴν βάσιν, οὕτως εἰπεῖν, τῆς ἱστορίας τοῦ ἔθνους καθ’ ὅλον
1102τὸν μεσαίωνα, τὴν βάσιν τῆς ἱστορίας τῆς Ἑλληνικῆς ἐπα-
1103ναστάσεως καὶ τῶν νεωτέρων χρόνων; Βεβαίως ἡ ἐπαρχία,
1104ἥτις τόσον καρτερικῶς καὶ ἐνίοτε τόσον ἐνδόξως ἀντεπροσω-
1105πεύθη παρὰ τῶν οἰκογενειῶν, τὰς ὁποίας παρήγαγεν, ἡ
1106ἐπαρχία ἡ Ἑλληνικὴ ὀφείλει πρωτίστως τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς
1107εἰς λόγους τοπογραφικούς, εἰς λόγους ἱστορικούς, ἴσως ἐνια-
1108χοῦ καὶ εἰς λόγους φυλετικούς. Ὁ αὐτὸς συγγραφεύς, ὃν ἤδη
1109δὶς σᾶς ἀνέφερα, ἐξηγεῖ τὴν ἔννοιαν ταύτην τῆς τοπικῆς, ὡς
1110λέγει, ἀποκλειστικότητος τῶν Ἑλλήνων ἐκ τῆς περιστά-
1111σεως τοῦ τοπογραφικοῦ σχηματισμοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἥτις
1112διαιρεῖται εἰς τμήματα, χωριζόμενα ἀπ’ ἀλλήλων διὰ φυσι-
1113κῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ ὄρη. Ἠθέλησα νὰ προτάξω
1114τὴν σύντομον ταύτην ἱστορικὴν θεωρίαν τῆς συζητήσεως,
1115ἥτις θέλει ἔλθει προσεχῶς εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως σᾶς εἴπω,
1116ὅτι τὸ θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου θέλομεν ἀσχοληθῆ, δὲν εἶναι
1117ἐκ τῶν συνήθων. Δὲν πρόκειται περὶ περιπτώσεως ἀφορώ-
1118σης εἰς νομοθέτημα ἐφήμερον, μὴ θίγον αὐτὰς τὰς βάσεις
1119τοῦ πολιτικοῦ βίου, ἀλλὰ πρόκειται περὶ νομοθετήματος, διὰ
1120τοῦ ὁποίου κατηργήθη, ὡς εἴπομεν, ἡ βάσις τοῦ πολιτικοῦ
1121βίου τοῦ τόπου, ἀνετράπη ἡ ἱστορικὴ αὐτοῦ παράδοσις, καὶ
1122περὶ τούτου ἔχω τὴν στερεὰν πεποίθησιν, ὅτι εἴμεθα πάντες
1123σύμφωνοι, καὶ διὰ τοῦτο, ἐὰν μὴ εἰς τὴν παροῦσαν Σύνοδον,
1124ἀλλὰ βεβαίως προσεχῶς, σεῖς αὐτοὶ θέλετε συντελέσει εἰς
1125τὴν ἀνατροπὴν καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον πράγματι ἀνέτρεψε
1126τὸ ἱστορικὸν καὶ γεωγραφικὸν καθεστὸς τῆς Ἑλλάδος, τὸ
1127καθιερωθὲν διὰ τόσων ἐνδόξων παραδόσεων. Καὶ σεῖς, κύ-
1128ριε συνάδελφε, ὁ ὁποῖος μοὶ κάμνετε νεῦμα ἀρνητικὸν, καὶ
1129σεῖς ἔχετε οἰκογενειακὴν ἱστορίαν εὐγενεστάτην, ἥτις στηρί-
1130ζει πάντα, ὅσα εἶπον. Καὶ σεῖς βεβαίως δὲν ἐννοεῖτε ν’ ἀφή-
1131σητε τὴν κατάστασιν τῆς ἐπαρχίας σας καὶ τοῦ οἴκου σας
1132ἐν συγχύσει, ἡ ὁποία εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ. Δὲν λέγω, ὅτι τὰ ἐκ-
1133λογικὰ ἀποτελέσματα τῆς εὐρείας περιφερείας ὑπῆρξαν κακὰ,
1134ἀλλὰ κατὰ τί ὑπῆρξαν διάφορα τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς
1135στενῆς περιφερείας; Μήπως οἱ περισσότεροι ἐξ ὑμῶν δὲν
1136ἦσθε καὶ πρότερον Βουλευταί; Μήπως ἡμεῖς, ὅσοι τὸ πρῶτον
1137ἐξελέγημεν Βουλευταὶ, δυνάμεθα νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι εἴ-
1138μεθα καλλίτεροι ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξελέγοντο ἐκ τῆς
1139στενῆς περιφερείας; Οὐδεὶς λοιπὸν δύναται νὰ ὑπάρξῃ λό-
1140γος, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ στηριχθῇ ἡ κατάργησις τῆς στενῆς
1141περιφερείας.
1142§58ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Τὸ κατεπεῖγον ἐπιβάλλεται. Λόγοι
1143σεβασμοῦ πρὸς τὸ Σύνταγμα, πρὸς τὸ Στέμμα, πρὸς ἡμᾶς
1144αὐτοὺς, πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς μας, μᾶς δεσμεύουσι καὶ μᾶς ἐμ-
1145ποδίζουσιν ἀπὸ τοῦ νὰ προβῶμεν εἰς πᾶσαν ἄλλην ἐργα-
1146σίαν, εὐθὺς ὡς ὑπεβλήθη πρότασις ἀντισυνταγματικότητος,
1147καὶ ἀντισυνταγματικότητος οὐχὶ κοινῆς, ὡς φερ’ εἰπεῖν ἡ
1148ἀντισυνταγματικότης τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ νόμου περὶ οἰνο-
1149πνευμάτων, ὃν προχθὲς ἐψηφίσαμεν, ἀλλ’ ἀντισυνταγματι-
1150κότητος ἀφορώσης εἰς τὴν συγκρότησιν αὐτὴν τοῦ Κοινο-
1151βουλίου, τοῦ μόνου μεγάλου πολιτικοῦ σώματος, τοῦ ἀντι-
1152προσωπεύοντος τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν, οὗτινος τὸ κῦρος δια-
1153σαλεύεται, ἐπὶ βλάβῃ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἐσωτερι-
1154κῶς καὶ ἐξωτερικῶς, διὰ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως. Ἐκ-
1155τὸς τοῦ γραπτοῦ δικαίου ὑπάρχουσι τὰ κοινοβουλευτικὰ
1156ἄγραφα νόμιμα, τὸ ἄγραφον κοινοβουλευτικὸν δίκαιον, τὸ
1157ὁποῖον ῥυθμίζει καὶ καθορίζει τὰ δικαιώματα καὶ καθή-
1158κοντα τοῦ Κοινοβουλίου ἐκεῖ, ὅπου ῥητὸς νόμος δὲν ὑπάρχει.
1159Νόμος, ὅστις νὰ διατάσσῃ, ὅτι πᾶσα πρότασις, ἀφορῶσα
1160εἰς ἀντισυνταγματικότητα, συζητεῖται κατὰ προτίμησιν
1161πάσης ἄλλης, δὲν ὑπάρχει. Καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπο-
1162θέσῃ ποτὲ ὁ νομοθέτης παραβίασιν τοῦ Συντάγματος παρὰ
1163τῆς Βουλῆς αὐτῆς; Παρὰ τῶν Ὑπουργῶν ἠδύνατο νὰ τὸ
1164ὑποθέσῃ, ἀλλ’ ἐκεῖνοι εἶναι ὑπεύθυνοι καὶ τιμωρητέοι. Δι’
1165αὐτοὺς ὑπάρχει ὁ νόμος. Ἀλλὰ διὰ τὴν Βουλὴν δὲν ἠδύ-
1166νατο νὰ ὑποθέσῃ ποτὲ ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις, ὅτι ἤθελον
1167εὑρεθῆ Βουλή, νὰ παραβιάσῃ ἀσυστόλως τὸ Σύνταγμα. Διὰ
1168τοῦτο ἠρκέσθη μόνον εἰς τὴν τελευταίαν διάταξιν, καθ’ ἣν
1169«Τὸ παρὸν Σύνταγμα ἀφιεροῦται εἰς τὸν πατριωτισμὸν
1170τῶν Ἑλλήνων.»
1171Ἀλλὰ καὶ τὸ Στέμμα ἐνδιαφέρεται, νὰ ἔχῃ κῦρος καὶ
1172αὐθεντίαν ἡ ἀντιμέτωπος αὐτῷ ἐξουσία. Τὸ Στέμμα συμ-
1173πράττει μετὰ τῆς Βουλῆς εἰς τὴν κυβέρνησιν τῆς χώρας.
1174Ἡ σύμπραξις δ’ αὕτη προϋποθέτει τὴν συμφώνως πρὸς τὰ
1175μεταξὺ τοῦ Στέμματος καὶ τοῦ Ἔθνους συμβληθέντα λει-
1176τουργίαν τῆς πολιτειακῆς μηχανῆς. Ἄρα πᾶσα σύμπρα-
1177ξις μετὰ τῆς Βουλῆς, μὴ ἀποῤῥεούσης ἐκ τοῦ Συντάγμα-
1178τος, θεωρεῖται καὶ εἶναι παραβίασις τῶν ὅρων τοῦ Συμβο-
1179λαίου.
1180Καὶ οὐ μόνον ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τὸ
1181Στέμμα εἴμεθα δεσμευμένοι νὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν
1182συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ χάριν ἡμῶν αὐτῶν
1183καὶ τοῦ κύρους τῆς Κυβερνήσεως ὀφείλομεν νὰ τὸ πράξω-
1184μεν. Ἡδύνατό τις ν’ ἀντείπῃ, ὅτι: ἐπὶ τρία ἔτη ἡ Βουλὴ
1185συνεδριάζει, καὶ τώρα ἀνεκαλύφθησαν τὰ ἐλαττώματα
1186τῆς συγκροτήσεως αὐτῆς;
1187Εἰς τὴν παρατήρησιν ταύτην ἀπαντῶ, ὅτι κατὰ τὴν συ-
1188ζήτησιν τῶν ἐκλογικῶν νομοσχεδίων ἐγένετο λόγος παρὰ
1189τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περὶ τῆς ἀντισυνταγματικότητος αὐ-
1190τῶν, ἀλλ’ ἡ Βουλή, τῇ εἰσηγήσει τῆς Κυβερνήσεως, παρε-
1191δέχθη τὰ νομοσχέδια. Νῦν δὲ τὸ πρῶτον προβάλλεται ἐπι-
1192σήμως καταγγελλία καὶ πρότασις περὶ ἀντισυνταγματικό-
1193τητος· καὶ ὅταν ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅταν σύσ-
1194σωμος ἡ μειονοψηφία ἀπευθύνηται πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπὶ
1195τοσοῦτον σοβαροῦ ἀντικειμένου, φρονῶ, ὅτι ἔχει ἡ Βουλὴ
1196καθῆκον νὰ σταματήσῃ πᾶσαν ἄλλην ἐργασίαν, καὶ νὰ
1197προβῇ εἰς τὴν ἔρευναν τῆς προτάσεως, εἴτε ἀποδεχομένη,
1198εἴτε ἀποῤῥίπτουσα αὐτήν.
1199Ἀλλ’ ἡ πρότασις εἶναι καὶ μομφή τις κατὰ τῆς Κυβερ-
1200νήσεως, ἥτις ἀντισυνταγματικοὺς νόμους εἰσηγήσατο καὶ
1201ἥτις δὲν ἀπαλλάσσεται τῆς εὐθύνης διότι οὗτοι ἐψηφίσθησαν
1202ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Τὸ κῦρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς
1203κοινῆς γνώμης ἐπιβάλλει τὴν ἄμεσον συζήτησιν.
1204Εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ τὴν Κυβέρνησιν ἡ αὐθαιρεσία καὶ ἡ
1205παραβίασις τοῦ Συντάγματος. Καὶ αὐτὴ ἔχει συμφέρον νὰ
1206λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ ταχύτερον.
1207Ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ λόγοι οὐσιαστικοὶ, ὅπως προτι-
1208μηθῇ ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως τοῦ ἡγέτου τῆς Ἀντιπο-
1209λιτεύσεως. Τίνα τ’ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
1210Ἐκτὸς τῶν ὑπ’ ἀριθ. 1, 15, 18 καὶ 31, πάντα τὰ λοιπὰ
1211δὲν εἶναι ποσῶς κατεπείγοντα, ἄλλα μὲν τούτων εἶναι ῥου-
1212σφετολογικὰ, ἄλλα ὀργανιστικὰ τῆς ὑπηρεσίας, καί τινα
1213περὶ βελτιώσεως δικονομικῶν τινων διατάξεων· ταῦτα δὲ
1214πάντα, ἄνευ βλάβης τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, δύνανται
1215ν’ ἀναβληθῶσιν ἐπί τινας ἡμέρας.
1216Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ συ-
1217ζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν
1218ἀνεγράφη εἰσέτι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Θὰ παρέλθῃ δὲ
1219καὶ ἑβδομὰς ἑωσοῦ ἐγγραφῇ. Καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ
1220ὅμως, ὡς κατήντησεν οὗτος ἐπ’ ἐσχάτων, ἄνευ ἀξίας, εἰ-
1221κονικὸς δὲ καὶ ἀνακριβής, παραγεμιζόμενος διὰ τῶν πολυ-
1222πληθῶν ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων, καὶ
1223αὐτοῦ λέγω τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὀφείλομεν νὰ προτάξω-
1224μεν τὴν συζήτησιν ταύτην.
1225Ἐρωτῶ λοιπὸν ἤδη, δύναται νὰ ὑπάρξῃ δισταγμὸς, ὅτι
1226τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα εἶναι πάντων τῶν ἄλλων προτιμη-
1227τέον; Ἡ κοινὴ γνώμη, οἱ ἐκλογεῖς μας, ὁ τόπος ἀξιοῖ νὰ
1228λυθῇ τέλος πάντων τὸ ζήτημα τοῦτο, εἴτε οὕτως εἴτε ἄλ-
1229λως. Τίς ἡ ἀνάγκη λοιπὸν τῆς ἀναβολῆς; Δὲν ἀξίζει τὸ
1230ζήτημα τὸν κόπον νὰ καταναλώσωμεν εἰς αὐτὸ μίαν ἢ δύο
1231συνεδριάσεις; Πῶς θὰ δικαιολογηθῶμεν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς
1232μας, ψηφίζοντες τὴν ἀναβολήν: Δὲν ἐννοοῦσι, νομίζετε, ἐκεῖ-
1233νοι, ὅτι ἀναβολὴ θὰ εἴπῃ ἀπόῤῥιψις; Ἀναλογίζεσθε ὅμως κα-
1234λῶς, τί πρόκειται ν’ ἀποῤῥίψητε; Πρόκειται ν’ ἀποῤῥίψητε
1235τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν ἐπαρχιῶν. Αἱ ἐπαρχίαι, σκληρὰν
1236λαβοῦσαι πεῖραν τοῦ καθιερωθέντος συστήματος, ὑποδου-
1237λωθεῖσαι, ζητοῦν παρ’ ἡμῶν, οἵτινες εἴμεθα οἱ φυσικοὶ αὐ-
1238τῶν προστάται, ν’ ἀποδώσωμεν αὐταῖς τὰ δολίως ἀφαιρε-
1239θέντα πολιτικὰ αὐτῶν δίκαια. Θὰ διστάσωμεν νὰ τὸ πρά-
1240ξωμεν; Θὰ τολμήσωμεν, διδομένης ἤδη τῆς εὐκαιρίας, ν’
1241ἀφήσωμεν πάλιν τοὺς συμπολίτας μας ὑπὸ τὸν ἀφόρητον ζυ-
1242γὸν τῆς εὐρείας περιφερείας; Οὐδὲν δύναται νὰ μᾶς δικαιο-
1243λογήσῃ, οὐδὲν ἀπολύτως, ἄλλως σκεπτομένους.
1244Δὲν θέλω, οὔτε δύναμαι νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας
1245καὶ εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν συζήτησιν τοῦ ζητήματος τῆς εὐ-
1246ρείας ἢ στενῆς περιφερείας, διότι δὲν πρόκειται σήμερον περὶ
1247τούτου. Σήμερον ζητοῦμεν ἁπλῶς τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμε-
1248ρησίας διατάξεως, καὶ ὠφείλαμεν νὰ ἐκθέσωμεν ἐν συνόψει
1249τοὺς λόγους τῆς τοιαύτης προτιμήσεως. Γνωρίζω τὰ ἐπιχει-
1250ρήματα τῶν θαυμαστῶν τῆς εὐρείας. Κυρίως προέβαλον τὴν
1251μονιμότητα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν
1252ἐμπέδωσιν ἀρχῶν, ὡς τὰ ἄριστα τῆς εὐρείας ἀποτελέσματα.
1253Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι τὰ ὑποβληθέντα ἐπιχειρήματα περὶ μο-
1254νιμότητος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ περὶ συστηματοποιήσεως
1255ἀρχῶν, εἰσὶν ἕωλα. Δὲν ἐνδιαφέρεται ὁ τόπος περὶ τῆς μο-
1256νιμότητος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ περὶ ἀγαθῆς Κυβερνή-
1257σεως.
1258Βεβαίως ἡ μονιμότης εἶναι ἓν ἀγαθόν. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ
1259τοῦτο καὶ μόνον. Διὰ τοῦτο τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα
1260καθιερώθη ἐν ταῖς νεωτέραις πολιτείαις ὡς μέσον ἀπαλλα-
1261γῆς ἀπὸ Κυβερνήσεως μὴ ἀγαθῆς, ἄνευ κοινωνικῶν κλονι-
1262σμῶν. Ὁ τόπος ἐννοεῖ νὰ διοικῆται διὰ τοῦ τόπου, ἀλλ’
1263ὅπως κατήντησε παρ’ ἡμῖν τὸ πολίτευμα, ἀπὸ τῆς ἱδρύ-
1264σεως τῆς εὐρείας, ἐφθάσαμεν εἰς τὴν ὀλιγαρχίαν, ἥτις ὀλί-
1265γον διαφέρει τῆς τυραννίδος, ἐφθάσαμεν κατ’ οὐσίαν εἰς τὸν
1266δεσποτισμόν.
1267Ἀρχαὶ πολιτειακαὶ δὲν μᾶς χωρίζουσι. Πάντες ἐσμὲν
1268συνταγματικοὶ πολῖται. Διαφέρει μόνον τὸ πρόγραμμα ὑμῶν
1269καὶ ἡμῶν περὶ τοῦ τρόπου τοῦ κατὰ Σύνταγμα κυβερνᾷν.
1270Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν νὰ κατισχύῃ ἡ γνώμη τῶν πολλῶν. Σεῖς
1271ἡ γνώμη τῶν ὀλίγων. Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν νὰ ὦμεν εὐλαβεῖς
1272πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους. Σεῖς ἀδιαφορεῖτε περὶ
1273ὅλων τούτων, καὶ νόμος ὑμῶν εἶναι ἡ αὐθαίρετος θέλησίς
1274σας. Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν χρηστότητα ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν
1275κοινῶν, φειδὼ περὶ τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, εἰλικρίνειαν
1276πρὸς τοὺς πιστωτὰς ἡμῶν, καὶ φορολογίαν ἀνάλογον πρὸς
1277τὰς δυνάμεις τοῦ τόπου. Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν ὑπερηφάνως νὰ
1278διεξάγωμεν τὰς ἐξωτερικὰς ἡμῶν ὑποθέσεις, ἀλλὰ καὶ μετὰ
1279συναισθήσεως τῆς θέσεως ἡμῶν, μετὰ τῆς αὐτῆς προσφερό-
1280μενοι εὐλαβείας πρὸς πάσας τὰς Μ. Δυνάμεις τῆς Εὐρώπης.
1281Σεῖς τοὐναντίον ζῆτε διὰ τῆς σπατάλης τοῦ δημοσίου πλού-
1282του, διὰ φορολογίας ἀδικωτάτης καὶ καταθλιπτικωτάτης,
1283ἀνειλικρινῶς ἑκάστοτε προσφερόμενοι πρὸς τοὺς πιστωτὰς
1284ὑμῶν. Ἐξωτερικῶς ἐξηυτελίσατε τὴν Ἑλλάδα, προσδεθέντες
1285εἰς τὸ ἅρμα, δὲν ἠξεύρω τίνος ἰσχυροῦ.
1286Ἀφοῦ λοιπὸν ἀρχαὶ δὲν μᾶς χωρίζουσι, τί ζητοῦμεν; Ζη-
1287τοῦμεν, ὅπως ὁ τόπος δυνηθῇ τοὐλάχιστον ν’ ἀντιπροσω-
1288πευθῇ πρεπόντως, καθὰ τὸ Σύνταγμα διακελεύει, καὶ τότε
1289ἂς ἀναλάβῃ τὴν κυβέρνησιν τῆς χώρας ἐκεῖνος, ὃν ἡ ψῆφος
1290τῆς οὕτω νομίμως καταρτισθησομένης πλειονοψηφίας ἀνα-
1291δείξῃ. Ζητοῦμεν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ σύστημα τῆς ἐκλο-
1292γῆς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐθέσπισαν αἱ ἐθνικαὶ συνελεύσεις καὶ
1293οἱ νόμοι τοῦ Κράτους.
1294§59ΛΕΒΙΔΗΣ. Δύο, Κύριοι, εἰσὶ τὰ αἴτια, ὧν ἕνεκα καὶ
1295ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τυγχάνει ἐκ φύσεως κατεπεῖγον·
1296πρῶτον μὲν αἱ ἐπικείμεναι ὁπωσδήποτε ἐκλογαί, ἔπειτα δὲ
1297ἡ ἀντισυνταγματικότης τῶν ψηφισθέντων καὶ λειτουργούν-
1298των νόμων, ἣν ἡ πτέρυξ αὕτη (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) εὐθὺς
1299ἐξ ἀρχῆς προέβαλεν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου. Πλησια-
1300ζουσῶν δὲ τῶν γενικῶν ἐκλογῶν, καθῆκον ἔχει ἡ Ἀντιπο-
1301λίτευσις νὰ ἀμυνθῇ πάσῃ δυνάμει κατὰ τῶν νόμων τούτων,
1302διότι παρέστη θεατὴς ἔκπληκτος τῶν συμβάντων κατὰ τὰς
1303γενικὰς ἐκλογὰς τῆς 4 Ἰανουαρίου 1887 ἔτους. Ὑπὸ τὴν
1304λειτουργίαν τοῦ καθεστῶτος νόμου αἱ τοπικαὶ ἐπιῤῥοαὶ ἐκιν-
1305δύνευσαν νὰ ἐξαλειφθῶσιν ἀπέναντι τῆς αὐθαιρέτου καὶ αὐ-
1306ταρχικῆς θελήσεως τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἂν αἱ τοπικαὶ
1307ἐπιῤῥοαὶ ἐξηλείφοντο, ἴσως τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ἡ ὀλιγωτέρα
1308ζημία! Ἀλλ’ ἐκινδύνευσαν νὰ ἐκμηδενισθῶσιν αὐτοὶ οἱ
1309χαρακτῆρες τῶν ἀνδρῶν τοῦ τόπου, καὶ ἔσπευσαν οἱ πολι-
1310τευταί, οὐχὶ ἐκ πολιτικῶν πεποιθήσεων, ἀλλ’ ἔντρομοι ἐκ
1311τῆς εὐρείας περιφερείας ὄντες, πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ
1312τὰ γραφεῖα αὐτοῦ, ἵνα λάβωσι τὸ χρῖσμα τῆς ὑπουργικῆς
1313ὑποψηφιότητος, ὀῤῥωδοῦντες πρὸ τῶν τότε μελλουσῶν ἐκλο-
1314γῶν. Ἔπρεπε νὰ ἀγωνισθῆτε, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὑπὸ
1315τὰς σημαίας, ὑφ’ ἃς ἡμεῖς ἔσχομεν τὸ θάῤῥος καὶ τὴν φιλο-
1316τιμίαν νὰ ἀγωνισθῶμεν, οὐχὶ συνοδευόμενοι ὑπὸ τῶν παρο-
1317χῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀνήκοντες ἁπλῶς εἰς τὰς ἰδέας
1318ἡμῶν, ἵνα ἴδητε ὁποῖον σθένος ἀληθῶς καὶ ὁποία δύναμις
1319ψυχικὴ ἀπῃτεῖτο, ἵνα κατέλθῃ τις εἰς τοσοῦτον ἄνισον
1320ἀγῶνα. Καθῆκον ἔχομεν νὰ προστατεύσωμεν τὰς ἰδέας, εἰς
1321ἃς ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκωμεν, καθῆκον ἔχομεν νὰ
1322προστατεύσωμεν τὸ φρόνημα ἐκείνων, οἵτινες ποιοῦσιν ἡμῖν
1323τὴν τιμὴν ν’ ἀκολουθῶσι τὰς ἰδέας ἡμῶν ταύτας. Καὶ ἰδοὺ
1324ὁ ἕτερος τῶν λόγων, ὧν ἕνεκα ἐσμὲν ὑπόχρεοι νὰ θεωρή-
1325σωμεν, ὡς καὶ πραγματικῶς ἔχει, τὴν πρότασιν ταύτην
1326κατεπείγουσαν. Εἶπον, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ πλησιάζουσι, διότι
1327οὐδαμῶς δύναται νὰ συζητηθῇ, ὅτι ἡ παροῦσα Σύνοδος
1328εἶναι ἡ τελευταία τακτικὴ τῆς παρούσης Περιόδου. Εἶπον,
1329ὅτι αἱ ἐκλογαὶ πλησιάζουσι, διότι ἐγὼ δὲν ἀνήκω εἰς τὴν
1330τάξιν ἐκείνων, οἵτινες πρεσβεύουσιν, ὅτι ἐν συνταγματικῇ
1331καὶ ἐλευθέρᾳ πολιτείᾳ αἱ πλειονοψηφίαι εἰσὶ δοῦλαι, ὑπό-
1332χρεοι πάντοτε νὰ ὦσιν ἀκλόνητοι. Εἶδον, ὅτι εὑρέθησαν ἄν-
1333δρες, πάσης τιμῆς ἄξιοι, οἵτινες ἐπὶ τέλους ἐνόησαν, ὅτι
1334ὤφειλον νὰ καταλείψωσι τὰς τάξεις ὑμῶν, καὶ οὐδεὶς δύναται
1335νὰ ἐγγυηθῇ, ὅτι τὸ συμβαῖνον σήμερον θέλει συμβῇ καὶ
1336μετ’ ὀλίγον, ὅτι τὸ συμβαῖνον σήμερον, ἡ πλειονοψηφία,
1337θέλει εἶσθαι πάντοτε ὅμοιον καὶ τὸ αὐτό.
1338Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι τὸ κατεπεῖγον ἐπιβάλλεται καὶ ἐξ αὐτῆς
1339τῆς ἀντισυνταγματικότητος τῶν ὑφισταμένων νόμων, ἣν
1340ἡμεῖς οὐχὶ ταύτην πρώτην φορὰν προβάλλομεν, ἀλλ’ εὐθὺς
1341ὡς τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἤχθησαν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύ-
1342της, ἡμεῖς ἐναντίον αὐτῶν ἐξανέστημεν, καὶ ἐζητήσαμεν τὴν
1343παραπομπὴν εἰς Ἐπιτροπήν, ἵνα προεξελεγχθῶσι, τούτῳ
1344ἰδίως τῷ λόγῳ, διότι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐνοήσαμεν μὲν τὸν
1345σκοπὸν αὐτῶν, ἐδηλώσαμεν δὲ τὴν ἀντισυνταγματικότητα
1346αὐτῶν. Ὑμεῖς τότε τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἤτοι τοὺς καθε-
1347στῶτας τούτους νόμους, ἐθεωρεῖτε ὡς ἐκ φύσεως ἐπείγοντας,
1348καὶ ἡμεῖς λοιπὸν τὴν ἄρνησιν τῶν νόμων τούτων ἐκ φύσεως
1349ἐννοοῦμεν κατεπείγουσαν. Πρόφασις εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπι-
1350ψηφίσεως δῆθεν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
1351ἔλεγε πρὸ ὀλίγου· ἀλλὰ καὶ πρόφασις ἂν δὲν ἦναι, ἡμεῖς
1352οὐδαμῶς ἐσμὲν ὑπόχρεοι νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν ἔνστασιν
1353ὑμῶν ταύτην, ἤτοι τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
1354Καὶ λέγων ἡμεῖς, δὲν ἐννοῶ μόνον τὴν πτέρυγα ταύτην
1355(δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), ἀλλὰ καὶ τὸ μέγα μέρος τοῦ Ἑλ-
1356ληνικοῦ λαοῦ, ὅπερ πρὸ πολλοῦ πλέον ἀδιαφορεῖ περὶ τοῦ
1357Προϋπολογισμοῦ ὑμῶν· ἐννοῶ τὸ μέγα μέρος τῆς χώρας, ἥτις
1358ἀδιαφορεῖ πλέον περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑμῶν, καὶ ἐνδια-
1359φέρεται μόνον νὰ μάθῃ, ἂν λειτουργῇ καὶ θέλῃ λειτουργεῖ
1360τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἐν τῇ χώρᾳ.
1361Τί πρὸς αὐτοὺς, ἂν καταβάλλωσιν 90 ἢ 100 ἑκατομμύ-
1362ρια; Μικρὰ εἶναι ἡ διαφορά. Τί πλέον πρὸς αὐτοὺς, τί γί-
1363νονται τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα, ὅταν δὲν ἀπέχῃ πολὺ ἡ
1364στιγμή, ἀφ’ ἧς αὐθαίρετος καὶ τυραννικὴ Κυβέρνησις θέλει
1365φορολογεῖ αὐτοὺς δι’ ὅσων θέλει ἑκατομμυρίων ἀνεξελέγ-
1366κτως; Καὶ ἐγένετο ἔναρξις τοῦ πραξικοπήματος διὰ τοῦ
1367νόμου, ὃν χθὲς τὴν ἑσπέραν ἠνάγκασαν ὑμᾶς νὰ ψηφίσητε.
1368Ἤδη πρὸ πολλοῦ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐνόησε τὰς κρυφίας
1369ὑμῶν τάσεις, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι αἱ τάσεις ὑμῶν αὗται ἐπέ-
1370τυχον, διότι δὲν ἤλθετε ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου εὐθαρσῶς
1371νὰ ζητήσητε διὰ πραξικοπήματος τὴν κατάλυσιν τοῦ συν-
1372ταγματικοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον,
1373λαθραίως καὶ κρυφίως, ἐν νυξὶν ἐσείσατε τοσούτους ἀκρογω-
1374νιαίους λίθους τοῦ συνταγματικοῦ οἰκοδομήματος, ὥστε ἀσφα-
1375λῶς δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι συνταγματικὸν πολίτευμα ἐν
1376τῇ ὁλομερείᾳ αὐτοῦ βεβαίως δὲν ὑφίσταται. Περὶ τούτων
1377λοιπὸν καὶ μόνον ἐνδιαφέρεται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, εἰς οὗ
1378τὰς τάξεις ἀνήκομεν καὶ ὃν ἐνταῦθα ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν
1379ἀντιπροσωπεύομεν.
1380Περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑμῶν πολὺ ὀλίγον ἐνδιαφέρε-
1381ται, ἢ μᾶλλον ἀδιαφορεῖ, διότι ἀνέκαθεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς
1382ἐπίστευεν, ὅτι δεύτερον εἶναι καὶ τὸ ζήτημα τοῦ Προϋπολο-
1383γισμοῦ καὶ τὰ παρόμοια αὐτῷ θέματα· καὶ τὸ ζήτημα τὸ
1384πρῶτον, τὸ προέχον, εἶναι ἡ διατήρησις τοῦ καθεστῶτος πο-
1385λιτεύματος, ὑπὲρ ἧς καὶ αἵματα ἔχυσε καὶ ἀγῶνας πολλοὺς
1386ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κατέβαλεν. Ἔχομεν ἀνάγκην κατεπει-
1387γόντως νὰ συζητήσωμεν τὴν πρότασιν τοῦ ἡγέτου τῆς Ἀν-
1388τιπολιτεύσεως περὶ μεταβολῆς τῶν καθεστώτων ἀντισυνταγ-
1389ματικῶν νόμων, διότι οἱ ἐκλογικοὶ οὗτοι νόμοι δὲν ἐγένοντο
1390νόμοι τοῦ Κράτους ἐν ἐλευθέρᾳ θελήσει τοῦ Κοινοβουλίου,
1391ἐν ἐλευθέρᾳ θελήσει τοῦ Ἔθνους· ἀφηρπάγησαν ἀπὸ τῆς
1392Βουλῆς, ἀφοῦ ὁ ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας καὶ βουλευτὴς ἐκ
1393Μεσολογγίου τότε εἶχε παρασκευάσει οὕτω τὰ πράγματα τῆς
1394πατρίδος, ὥστε νὰ δύνανται καὶ τοιοῦτοι νόμοι νὰ ἀφαρπά-
1395ζωνται. Οἱ ἀντισυνταγματικοὶ οὗτοι νόμοι οὐ μόνον δὲν εἶ-
1396χον ὡριμάσει διὰ συζητήσεων ἐν τῇ ἑλληνικῇ κοινωνίᾳ,
1397ἀλλὰ καὶ ἐθεωρήθησαν πρωτοφανεῖς καὶ πρωτάκουστοι, καὶ
1398εὐθὺς ἀμέσως ἐξηγέρθη κατ’ αὐτῶν ἡ νοήμων κοινὴ γνώμη.
1399Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι διάσημος συγγραφεὺς ἔγραφεν (ἀναγινώσκει):
1400«Ἀγαθοὶ θεσμοὶ, ἤτοι ἀντέχοντες εἰς τὴν ἐφαρμογὴν καὶ
1401κοινῶς εἰπεῖν εὔχρηστοι, δὲν εἶναι οἱ ἐξερχόμενοι ἄρτιοι ἐκ
1402τῆς κεφαλῆς τοῦ φιλοσόφου, τοῦ πολιτευτοῦ καὶ τῶν Συ-
1403νελεύσεων. Εἰσὶν οἱ διὰ τοῦ χρόνου ὡριμάσαντες, βραδέως
1404τελειοποιηθέντες, ἔργα μᾶλλον τοῦ φυσικοῦ ῥοῦ τῶν πραγ-
1405μάτων, τῆς φορᾶς τῶν γεγονότων καὶ τῆς συνδρομῆς τῶν
1406περιστάσεων, ἢ τῆς διανοίας καὶ τοῦ λόγου.»
1407Ἀλλ’ ὅτε ἔγραφε ταῦτα ὁ περικλῆς Beaulieu ἐν τῷ
1408συγγράμματι αὐτοῦ «περὶ τοπικῆς διοικήσεως ἐν Γαλλίᾳ
1409καὶ Ἀγγλίᾳ», δὲν εἶχε βεβαίως, ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐδύνατο νὰ
1410εὑρεθῇ Κυβέρνησις Κράτους, ἐκμεταλλευομένη τὴν ψυχικὴν
1411κατάστασιν τοῦ ἔθνους, ὅπερ ἐκυβέρνα, ἄνευ προμελέτης
1412τινὸς, ἄνευ κἂν προεισηγητικῆς ἐκθέσεως, ὅτι ἤθελεν εὑρε-
1413θῇ Κυβέρνησις ἐν ἐκείνῃ τῇ ὀδυνηρᾷ διὰ τὸ ἔθνος στιγμῇ, νὰ
1414ἁρπάσῃ τοὺς καθεστῶτας ἀντισυνταγματικὸς νόμους.
1415Πολλὰ ἄρα εἰσὶ τὰ αἴτια τοῦ κατεπείγοντος. Εἰσὶν αἱ
1416γενικαὶ ἐκλογαὶ τῆς 4 Ἰανουαρίου 1887 ἔτους, ἃς ἀρκούντως
1417νομίζω, ὅτι καὶ ἄλλοι συνάδελφοι καὶ ἐγὼ ἐχαρακτηρίσαμεν,
1418εἰσὶν αἱ τοσαῦται μερικαὶ ἐκλογαὶ, αἱ λαβοῦσαι ἔκτοτε
1419χώραν μέχρι σήμερον, καθ’ ἃς, ὡς ἐκ τῆς εὐρείας ταύτης
1420περιφερείας, καὶ τὸ Κράτος κατὰ μέγα μέρος ἐγένετο ἀνά-
1421στατον, καὶ οἱ συνταγματικοὶ θεσμοὶ ἠκυροῦντο καὶ ἐνοθεύον-
1422το. Τυγχάνει λόγος τοῦ κατεπείγοντος ἡ ἀντισυνταγματι-
1423κότης τῶν καθεστώτων νόμων, εἶναι λόγος τοῦ κατεπεί-
1424γοντος ὁ τρόπος τῆς ψηφίσεως τῶν νόμων τούτων, ψηφισθέν-
1425των οὐχὶ ἐν ἐλευθέρᾳ συνειδήσει, οὐχὶ ὡς δέον νὰ ψηφίζων-
1426ται οἱ σοβαροὶ καὶ μεγάλοι νόμοι τῶν ἐθνῶν, ἀλλὰ καθ’ ἣν
1427ἐποχὴν οἱ ἐχθρικοὶ στόλοι ἀπέκλειον τὴν Ἑλλάδα.
1428Εἶπον, ὅτι οἱ ἐκλογικοὶ οὗτοι νόμοι τυγχάνουσιν ἀντι-
1429συνταγματικοί· καίτοι δὲ ἱκανὰ περὶ τούτου ἄλλοτε ἐλέχθη-
1430σαν, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀνάγκη εἶναι ἀκόμη ἅπαξ νὰ ἀκούσῃ ὁ
1431Ἑλληνικὸς λαὸς, ὁποῖοι νόμοι λειτουργοῦσιν ἐν τῷ μέσῳ αὐ-
1432τοῦ, πρὸς ἔκφρασιν τῆς ἐλευθέρας αὐτοῦ κατὰ τὰς ἐκλογὰς
1433βουλήσεως.
1434Καὶ κατὰ πρῶτον μὲν, Κύριοι, διὰ συντομωτάτου ἄρθρου
1435μετέβαλον τὸν πληθυσμὸν τῶν κατοίκων εἰς πληθυσμὸν
1436ἐκλογέων! Προσεπαθήσαμεν τότε, ὑπεραμυνόμενοι τῶν νό-
1437μων καὶ τοῦ Συντάγματος, νὰ ἐμποδίσωμεν τὸν ἡγέτην
1438τῆς πλειονοψηφίας ἀπὸ τοιούτου ἀληθοῦς πραξικοπήματος
1439κατὰ τῶν θεσμῶν τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἡ κατάστασις καὶ τῆς
1440Βουλῆς καὶ τῆς κοινωνίας ἦτο τοιαύτη, ὥστε ἀληθῶς ἀγὼν
1441ὑπεράνθρωπος ἐτύγχανε, τὸ νὰ δύνηταί τις καὶ ἁπλῶς νὰ
1442ἵσταται ἐπὶ τοῦ βήματος. Ἐλέγομεν πρὸς τὸν ἡγέτην
1443τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι ἡ μεταβολὴ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν
1444κατοίκων εἰς πληθυσμὸν ἐκλογέων εἶναι ἀντισυνταγματικὴ,
1445ἀντιβαίνει εἰς αὐτὸ τὸ καθαρὸν πνεῦμα τοῦ Συντάγματος.
1446Ἀλλ’ ὁ ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας καὶ οἱ ἀξιότιμοι ὀπαδοὶ
1447αὐτοῦ εἰς οὐδὲν ταῦτα ἐλογίζοντο. Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, ὅταν
1448τὸ Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 68 λέγῃ, ὅτι: «ὁ ἀριθμὸς τῶν
1449» Βουλευτῶν ἑκάστης ἐπαρχίας προσδιορίζεται ἀναλόγως
1450» τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῆς»; τί ἆρά γε ἐνόει; Ἐνόει ἆρά γε
1451τοῦτο, ὅπερ σήμερον ὑφίσταται, τὸν πληθυσμὸν τῶν ἐκλο-
1452γέων, ἢ ἐνόει αὐτὸν τὸν πληθυσμὸν τῶν κατοίκων; Καὶ ἂν
1453τὸ Σύνταγμα ἐνόει καὶ ἐννοῇ τὸν πληθυσμὸν τῶν κατοίκων,
1454δὲν εἶναι ἆρά γε ἀντισυνταγματικὴ ἡ διάταξις τῶν καθε-
1455στώτων ἐκλογικῶν νόμων, καθ’ οὓς σήμερον πλέον ἡ ἀνα-
1456λογία τῶν Βουλευτῶν δὲν γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κατοί-
1457κων, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων; Τί ἔλε-
1458γε, παρακαλῶ, ὁ πρῶτον ψηφισθεὶς ἐκλογικὸς νόμος ὑπὸ
1459τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1864 ἔτους; Ὁ νόμος ἐκεῖνος ἔλεγεν,
1460ὅτι πρὸς ὁρισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν λαμβάνεται
1461ὑπ’ ὄψιν ὁ πληθυσμὸς τῶν δημοτῶν.
1462Ἵνα εὕρωμεν λοιπὸν, τί ἐνόει τὸ Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 68
1463διὰ τῆς λέξεως τοῦ πληθυσμοῦ, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνατρέξω-
1464μεν εἰς τὴν ψηφίσασαν τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν ἐκλογικὸν νό-
1465μον Συνέλευσιν. Ἠγέρθη τότε συζήτησις περὶ αὐτοῦ καὶ ἡ
1466Συντακτικὴ Συνέλευσις ἀπεφάνθη (ἀναγινώσκει):
1467«ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πληθυσμὸν ἐννοοῦμεν ἐκεῖ-
1468»νον, τὸν ὁποῖον ἀποτελοῦν οἱ δημόται, ἄνδρες, γυναῖκες
1469»καὶ παιδιὰ ἐν γένει τοῦ δήμου.— ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παρα-
1470»δεχόμενοι, ὅτι κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἐπιψηφισθέντος πρώ-
1471»του ἄρθρου τοῦ περὶ ἐκλογῆς τῶν Βουλευτῶν νόμου θεω-
1472»ροῦνται ὡς ἀποτελοῦντες τὸν πλυθυσμὸν οἱ δημόται καὶ αἱ
1473»οἰκογένειαι αὐτῶν, γυναῖκες καὶ παιδία, ἐκεῖνοι νὰ ἐγερθῶ-
1474»σιν. (Ἐγείρονται σχεδὸν πάντες). Παρεδέχθη. Μεταβαίνο-
1475»μεν εἰς τὸ 2 ἄρθρον, (Ἐπίσημος Ἐφημερὶς τῆς Συνελεύ-
1476»σεως. Τόμ. Ϛʹ σ. 849).
1477Ὅτε ἄρα ἡ Συνέλευσις τοῦ 1864 ἔτους ἐψήφιζε τὸν περὶ
1478ἐκλογῆς Βουλευτῶν νόμον, λέγουσα πληθυσμὸν, δὲν ἐνόει
1479τοὺς ἐκλογεῖς παντάπασιν, ἀλλὰ τοὺς δημότας, καὶ τοὺς δη-
1480μότας οὐχὶ μόνον τοὺς ἐγγεγραμμένους ἐν τοῖς ἐκλογικοῖς
1481καταλόγοις, ἀλλὰ αὐτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας αὐτῶν, γυ-
1482ναῖκας καὶ παῖδας, ὅλον τὸν πληθυσμὸν τῶν δήμων, καὶ
1483ἑπομένως τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας.
1484Ψηφίζουσα δὲ ἡ Συνέλευσις τοῦ 1864 ἔτους τὸν ἐκλογι-
1485κὸν νόμον, βεβαίως εἶχεν ὑπ’ ὄψιν αὑτῆς τὸν πρότερον ἰσχύ-
1486σαντα ἐκλογικὸν νόμον, ἀπὸ τοῦ 1843 μέχρι τοῦ 1864
1487ἔτους. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον πάλιν βάσις τῆς
1488ἀναλογίας δὲν ἦτο ὁ πληθυσμὸς τῶν ἐκλογέων, ἀλλ’ ὁ τῶν
1489δημοτῶν, τουτέστι τῶν κατοίκων. Καὶ ἡ Συνέλευσις πάλιν
1490τοῦ 1843 ἔτους, ψηφίζουσα τὸν ἐκλογικὸν νόμον, εἶχεν ὑπ’
1491ὄψιν αὑτῆς πάντας τοὺς προτέρους ἐκλογικοὺς νόμους, οὓς
1492εἶχον ψηφίσει αἱ μεγάλαι ἐθνικαὶ συνελεύσεις τοῦ ἀγῶνος.
1493Ἀλλὰ καὶ ὅταν κατὰ τὸν Ἱερὸν ἡμῶν ἀγῶνα ἐψηφίσθη-
1494σαν ἐκλογικοὶ νόμοι, αἱ Συνελεύσεις ἐκεῖναι πάντοτε εἶχον
1495ὑπ’ ὄψει τὸν πληθυσμὸν τῶν κατοίκων, καὶ διὰ τοῦτο εὑρί-
1496σκομεν ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν 17 τοῦ «Κώδικος τῶν νόμων» δια-
1497κήρυξιν τῆς Προσωρινῆς Διοικήσεως τῆς Ἑλλάδος τῆς 9
1498Νοεμβρίου 1822, ἐξ Ἑρμιόνης, καθ’ ἣν (ἄρθρον 3): «Ἑκά-
1499» στη ἐπαρχία, ἔχουσα ἀριθμὸν κατοίκων ἥττονα τῶν εἴκοσι
1500» πέντε χιλιάδων, ἀνὰ ἕνα παραστάτην· καὶ μείζονα τῶν
1501» εἰκοσιπέντε, ἀνὰ δύο νὰ ἐκλέγωσι.» Τὸν νόμον τοῦτον
1502δύνασθε νὰ εὕρητε ἐν τῇ Συλλογῇ τοῦ Μάμουκα, «τὰ κατὰ
1503τὴν ἀναγέννησιν τῆς Ἑλλάδος», ἐν τόμῳ 3, σελ. 69.
1504Οὐδεμία ἄρα ἀμφιβολία δύναται ν’ ἀπομείνῃ, ὅτι, ὅτε
1505ἡ Συνέλευσις τοῦ 1864 ἔτους ἐψήφιζε τὸν ἐκλογικὸν νόμον,
1506ἡ θέλησις αὐτῆς ἦν, νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν ὁ πληθυσμὸς
1507τῶν κατοίκων, οὐχὶ δὲ τῶν ἐκλογέων. Πρῶτον μὲν διότι
1508τοιαύτη εἶναι ἡ ῥητὴ ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου τούτου ἐν τοῖς
1509ἐπισήμοις πρακτικοῖς τοῖς Συνελεύσεως, ἔπειτα δὲ διότι ἡ
1510Συνέλευσις ἐκείνη τοῦτο εἶχεν ὑπ’ ὄψιν, οὕτω ψηφίζουσα,
1511διότι ἀφεώρα εἰς τὰ πρότερον ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν παρα-
1512δεδεγμένα, ἀφεώρα εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον, τὸν ἀπὸ τοῦ
15131843 μέχρι τοῦ 1864 ἔτους ἰσχύοντα, ἀφεώρα εἰς τοὺς
1514ἐκλογικοὺς νόμους, τοὺς κατὰ τὴν μεγάλην ἡμῶν Ἐπανά-
1515στασιν ψηφισθέντας. Αὐτὴ ἄρα ἦτο ἡ καθολικὴ συνείδησις
1516τοῦ Ἔθνους. Οὐδέποτε ἐφαντάσθησαν οἱ Ἕλληνες πολῖται
1517ὅτι ἦν δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ποτὲ εἰσηγητὴς πλειονοψηφίας Ἑλ-
1518ληνικῆς Βουλῆς, ὅστις νὰ προσποιηθῇ, ὅτι πιστεύει, ὅτι μετα-
1519βάλλων τῶν πληθυσμὸν τῶν κατοίκων εἰς πληθυσμὸν ἐκλο-
1520γέων, δὲν μεταβάλλει τὸ Σύνταγμα. Πάντες ἐπίστευον, ὅτι
1521ἤθελε σταματήσει πρὸ τῆς ἀντισυνταγματικότητος τῆς δια-
1522τάξεως ταύτης. Εἶναι ἄρα ἡ μεταβολὴ τῶν ἐκλογικῶν νό-
1523μων κατὰ τοῦτο ἀντίθετος πρὸς τὸ γράμμα καὶ πρὸς
1524τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος. Τυγχάνει δὲ παρήγορον
1525τῳόντι, ὅτι εὑρέθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ προηγηθῇ
1526τῆς Κυβερνήσεως τῆς γείτονος Ἐπικρατείας ἐν τῇ ἰδέᾳ, ὅτι
1527διὰ τῆς οὕτω πως μεταβολῆς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν
1528ἐδύνατο νὰ βελτιώσῃ τὰ κοινὰ πράγματα. Καὶ ἴσως τὴν
1529Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἠθέλησε νὰ μιμηθῇ ἡ Τουρκικὴ Αὐ-
1530τοκρατορία, ὅτε ἐν τῷ ἐσχάτως δημοσιευθέντι φιρμανίῳ
1531ἠλάττωσε τὸν ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν τῆς Κρήτης, νομί-
1532ζουσα, ὅτι οὕτως ἤθελε δυνηθῆ εὐχερέστερον νὰ πτοήσῃ τὸ
1533ἐλεύθερον φρόνημα τῶν Κρητῶν.
1534Ἀλλ’ ἀκόμη, Κύριοι, ὅταν τὸ Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 68 ὥρι-
1535σε τὸν κατώτατον ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν, βεβαίως ἐμφανῶς
1536ἐδήλωσεν, ὅτι ὁ ἀνώτατος δέον νὰ ᾖ ἀπεριόριστος. Ἡ διά-
1537ταξις αὕτη εἶναι ἐγγύησις ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Ἔθνους,
1538διότι ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις ἐφοβήθη, ὅτι ἐδύνατό ποτε νὰ
1539εὑρεθῇ Κυβέρνησις, ἥτις καὶ κατωτέρω τοῦ ἀριθμοῦ τῶν
1540150 νὰ φθάσῃ. Καὶ ἂν εἰς χεῖρας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὰ
1541πράγματα εὑρίσκοντο ἄνευ τοιαύτης ῥητῆς διατάξεως, δὲν
1542ἀμφιβάλλω, ὅτι ἤθελεν ἐκλέξει ἄλλους τέσσαρας ἐξ ὑμῶν,
1543ὡς ἐξέλεξε τοὺς τέσσαρας Ὑπουργοὺς, ἵνα, τὸ ὅλον ὀκτὼ, ἀπο-
1544τελέσῃ τὸ Κοινοβούλιον τῆς Ἑλλάδος. Ὅταν τὸ ἄρθρον 68
1545ὁρίζῃ, τίς ἐστὶν ὁ κατώτατος ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν, καὶ
1546ὡς τοιοῦτον τάσσῃ τοὺς 150, βεβαίως ἐξ ἀντιδιαστολῆς
1547ἕπεται, ὅτι ὁ ἀνώτατος δέον νὰ ᾖ ἀόριστος, ποικίλλων ἐκ
1548τῆς αὐξήσεως ἢ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ πληθυσμοῦ τῶν κατοί-
1549κων τοῦ Βασιλείου. Ὁ φραγμὸς οὗτος τοῦ ἐλαχίστου ἀριθμοῦ
1550τῶν Βουλευτῶν ἐτέθη ὡς περιφρούρησις τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ
1551Ἔθνους ἀπέναντι Κυβερνήσεως αὐθαιρέτου καὶ Μοναρ-
1552χίας ἐπιόρκου. Διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι εἶναι δυ-
1553νατὸν ἐν τοῖς ἔθνεσι νὰ εὑρεθῶσι καὶ μονάρχαι ἐπίορκοι. Τὴν
1554μεγίστην λοιπὸν καὶ τιμιωτάτην τῶν ἐγγυήσεων τοῦ Ἑλ-
1555ληνικοῦ Συντάγματος περὶ τοῦ ἀορίστου τοῦ ἀνωτάτου
1556ἀριθμοῦ ἦλθεν ἐν στιγμῇ ψυχολογικῆς παραφορᾶς τοῦ
1557Ἔθνους, καθ’ ἣν δὲν εἶχε τὸ Ἔθνος ἐλευθέραν οὔτε τὴν διά-
1558νοιαν οὔτε τὴν ψυχὴν, ἦλθε λέγω νὰ ἁρπάσῃ ἀπὸ τῆς Βου-
1559λῆς διὰ τοῦ τρόπου ἐκείνου, ὃν ἐνθυμεῖσθε.
1560Ἐπέμεινα, Κύριοι, εἰς τοῦτο, διότι ἀνήκω εἰς τὴν τάξιν
1561τῶν φρονούντων, ὅτι, ὅσον εἶναι ἐγγύησις ἡ στενὴ ἐκλογικὴ
1562περιφέρεια ἐν τῷ Κράτει ἡμῶν, τοσοῦτον εἶναι ἐγγύησις
1563ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν ἡμῶν καὶ ὁ ἀόριστος ἀριθμὸς τῶν ἀπο-
1564τελούντων τὴν ἀνωτάτην δύναμιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινο-
1565βουλίου Βουλευτῶν. Ἐπέμεινα εἰς τοῦτο, διότι διεῖδον πρὸ
1566πολλοῦ καὶ διαβλέπω τὰς κρυφίας καὶ ἐνόχους τάσεις τῆς
1567παρούσης Κυβερνήσεως. Καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θέλει ὑπάρ-
1568χει εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν χρόνος, ἵνα καταγίνηται εἰς σο-
1569φίσματα, ὅπως ἐξυπνήσωμεν πρωΐαν τινὰ, ἴσως μετ’ ὀλίγον,
1570καὶ ἴδωμεν, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτακτικὴ συνταγματικὴ διάτα-
1571ξις ὁ ἀριθμὸς τῶν 150, ἀλλ’ ὅτι δύναται νὰ περιορισθῇ καὶ
1572μέχρι τεσσάρων, ἵνα ἀποτελέσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς Κοινο-
1573βούλιον καὶ Κυβέρνησιν δι’ ὀκτὼ ἢ δέκα προσώπων τῆς ἰδίας
1574αὑτοῦ ἐκλογῆς.
1575Ἀλλ’ εἶναι, Κύριοι, ὁ νόμος ἀντισυνταγματικὸς, διότι
1576κατηργήθη καὶ ἡ στενὴ περιφέρεια, ἡ ἐν ῥηταῖς διατάξεσι
1577τοῦ Συντάγματος ἀναγραφομένη, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ
1578πνεύματι αὐτοῦ καὶ ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ τόπου ὑπάρχουσα καὶ
1579ὀφείλουσα νὰ ὑπάρχῃ. Εἶχεν ἐπικαλεσθῆ τότε ὁ ἡγέτης τῆς
1580πλειονοψηφίας τὸ ἄρθρον 66 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ ὁ ἐκ-
1581λογικὸς νόμος εἶναι μεταβλητὸς κατὰ τὰς λοιπὰς αὐτοῦ δια-
1582τάξεις. Τὸ ἄρθρον τοῦτο λέγει (ἀναγινώσκει):
1583«Ἡ Βουλὴ σύγκειται ἐκ Βουλευτῶν, ἐκλεγομένων ὑπὸ
1584τῶν ἐχόντων δικαίωμα πρὸς τοῦτο πολιτῶν δι’ ἀμέσου, καθο-
1585λικῆς καὶ μυστικῆς διὰ σφαιριδίων ψηφοφορίας, κατὰ τὸν
1586ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ταύτης ψηφισθησόμενον περὶ ἐκλογῆς
1587νόμον, μεταβλητὸν ὄντα κατὰ τὰς λοιπὰς διατάξεις αὐ-
1588τοῦ.»
1589Καὶ βασιζόμενος ὁ ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας εἰς τὴν τε-
1590λευταίαν ταύτην διάταξιν τοῦ ἄρθρου, λέγει: «ἀφοῦ λοι-
1591πὸν ὁ ἐκλογικὸς νόμος εἶναι μεταβλητὸς κατὰ τὰς λοιπὰς
1592διατάξεις αὐτοῦ, καὶ ἀφοῦ ἐν τῷ ἄρθρῳ ἡ ἐπαρχία δὲν κα-
1593θιεροῦται ὡς ἐκλογικὴ περιφέρεια, οὐδὲν ἀντισυνταγματικὸν
1594πράττομεν, εὐρύνοντες ταύτην, καὶ ἀντικαθιστῶντες αὐτὴν
1595διὰ τῆς νομαρχιακῆς». Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1596γὸς, ὅτι εὐθὺς μετὰ τὸ 66 ἄρθρον ἔρχεται τὸ 67, καθ’ ὃ
1597«οἱ Βουλευταὶ ἀντιπροσωπεύουσι τὸ Ἔθνος καὶ οὐχὶ μόνον
1598τὴν ἐπαρχίαν, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἐκλέγονται». Οὐδὲ ἦτο ὁ νο-
1599μοθέτης τοσοῦτον ἐπιλήσμων καὶ ἐπιπόλαιος, ὥστε, ἐνῷ
1600πρὸ δύο στιγμῶν ἠδιαφόρει δῆθεν ἐν τῷ ἄρθρῳ 66 περὶ τῆς
1601ἐπαρχίας, εὐθὺς ἀμέσως νὰ μνημονεύσῃ ταύτης.
1602Καὶ ἐλησμόνησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ 68 ἄρθρον τοῦ
1603Συντάγματος, ὅπερ λέγει: «ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν ἑκάστης
1604»ἐπαρχίας προσδιορίζεται ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῆς».
1605Ὑπῆρξε τάχα ἀμφιβολία εἰς τὸν νοῦν τῶν πατέρων τοῦ
1606Ἔθνους, οἵτινες ἀπετέλουν τὴν μεγάλην ἐκείνην ἐθνικὴν
1607συνέλευσιν, ἐν ᾗ τριακοσιοστὸς ἐτύγχανεν ὁ Πρωθυπουργὸς,
1608κατὰ τὴν ἔκφρασιν μεγάλου ῥήτορος τῆς Συνελεύσεως;
1609Ὑπῆρξεν ἆρά γε εἰς τὴν διάνοιαν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ
1610Ἔθνους τότε, ὅτι ἐδύνατο νὰ εὑρεθῇ Κυβέρνησις συνταγμα-
1611τικὴ, ἥτις νὰ κλονίσῃ τὴν καθεστῶσαν πρὸ ἀμνημονεύτων
1612χρόνων τάξιν, ὥστε νὰ ἐτίθετο διάταξις ἄλλη, λέγουσα
1613ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ μεταβολὴ τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας,
1614ὅτι εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα ἐκλογικὴ περιφέρεια θέλει εἶσθαι
1615ἡ ἐπαρχιακή; Ἀλλ’ ὅταν οἱ πατέρες ἡμῶν ἐκεῖνοι, ἐξ ὧν
1616πολλοὶ ὑπάρχουσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀκόμη, ὅταν ἡ
1617συντακτικὴ ἐκείνη Συνέλευσις διὰ τοσούτων ἐπανειλημμένων
1618διατάξεων ὥριζε τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν, καὶ ὥριζε ταύ-
1619την ὡς περιφέρειαν ἐπαρχιακὴν, τίς λόγος καὶ τί ἐπιχείρη-
1620μα δύναται νὰ λεχθῇ πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ, ὅτι δὲν εἶναι
1621δῆθεν ἀντισυνταγματικοὶ οἱ νόμοι ἐκεῖνοι, οἵτινες τὴν ἐπαρ-
1622χιακὴν περιφέρειαν μετέβαλον εἰς νομαρχιακήν;
1623Ἀλλὰ μήπως, Κύριοι, δὲν ὑπάρχῃ καὶ ἄλλο ἄρθρον, (ὡς
1624συστοιχία βλέπετε πυροβόλων, ἀμυνομένων ὑπὲρ τῶν θεσμῶν
1625καὶ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου,) τὸ 70 τοῦ Συντάγματος,
1626μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν οὗτινος οὐδεμία δύναται ν’ ἀπομείνῃ
1627ἀμφιβολία, ὅτι οἱ ψηφισθέντες νόμοι εἰσὶν ἀντισυνταγματικοὶ,
1628ὅτι εἰσὶ χάρτης ἄγραφος, μηδαμῶς ὑποχρεῶν ἡμᾶς εἰς τή-
1629ρησιν αὐτοῦ, χάρτης κατακτηθεὶς διὰ τῆς συμπράξεως τῆς
1630παρούσης Κυβερνήσεως μετὰ τῶν κρυφίων καὶ ἐμφανῶν ἐχ-
1631θρῶν τοῦ τόπου; (ἀναγινώσκει):
1632«Διὰ νὰ ἐκλεχθῇ τις Βουλευτὴς, ἀπαιτεῖται νὰ ἦναι πο-
1633λίτης Ἕλλην, ἐκ τῆς ἐπαρχίας, παρ’ ἧς ἐκλέγεται, ἢ πρὸ
1634δύο ἐτῶν τοὐλάχιστον ἐγκατεστημένος ἐν αὐτῇ κλπ.»
1635Καὶ τί ἀπέναντι τῆς ῥητῆς ταύτης διατάξεως, τῆς ὁρι-
1636ζούσης καταφανῶς καὶ ἀριδήλως τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν,
1637λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ συμφωνοῦντες;
1638Τίποτε. Πειρώμενοι νὰ εὕρωσιν ἐπιχειρήματα, ἵνα ὑποστη-
1639ρίξωσι τὰ νομοσχέδια αὑτῶν, κατέφυγον εἰς ἰδέας περὶ τῆς
1640ἐξευγενίσεως δῆθεν καὶ ἐξυψώσεως τοῦ Κοινοβουλίου· καὶ
1641ὅτε προέβαλλον εἰς αὐτὸν τὸν κείμενον νόμον, τὸ Σύνταγμα,
1642ἔστρεφε τὴν κεφαλὴν, ὡς ὅταν προβάλληται πρὸ τοῦ ἡλίου
1643κάτοπτρον, ἀντικρύζον εἰς τὰ ὄμματα οἱουδήποτε. Ἡ λάμ-
1644ψις τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος ἦτο τοσαύτη, ὥστε τὸ ἀέ-
1645τειον ὄμμα τοῦ Πρωθυπουργοῦ δὲν ἐδύνατο ν’ ἀντικρύσῃ
1646ταύτην.
1647Καὶ ταῦτα, ἅτινα λέγω, εἶναι τοσοῦτον βέβαιον, ὅτι οὕ-
1648τως ἔχουσιν, ὥστε φόβῳ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὴ φανῇ κατα-
1649φανέστατα ἀντισυνταγματικὸς, ἐκόλλησεν, οὕτως εἰπεῖν, εἰς
1650τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νόμου περὶ μεταβολῆς τῆς ἐκλογικῆς
1651περιφερείας ἓν εἰδικὴ ἐκλογικὴ περιφέρεια, διότι ἐνόμισεν, ὅτι
1652διὰ τῆς λέξεως εἰδικὴ καὶ διὰ τῆς λέξεως ἐκλογικὴ δύναται
1653νὰ καλύψῃ τὴν ἀντισυνταγματικότητα τοῦ προταθέντος
1654τότε νόμου.
1655Καὶ μὴ δυνάμενος νὰ σωθῇ ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων, ἅτινα
1656ἐν ταῖς τραγικαῖς καὶ λυπηραῖς ἐκείναις στιγμαῖς τοῦ Ἔθνους
1657οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ ἐξεσφενδόνιζον κατ’ αὐτοῦ,
1658κατέφυγεν εἰς τὰ παραδείγματα τῶν ξένων ἐθνῶν, καὶ ἐπε-
1659καλεῖτο τότε τὰς προτάσεις τοῦ Γλάδστωνος περὶ τροπο-
1660ποιήσεως τῶν ἀγγλικῶν ἐκλογικῶν νόμων, καὶ ἔλεγεν, ὅτι
1661καὶ ἐν αὐτῷ τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ δὲν ὀκνοῦσι νὰ μετα-
1662βάλλωσι συνταγματικὰς διατάξεις, τὸν νόμον περὶ ἐκλογῆς
1663τῶν Βουλευτῶν! Ἐλησμόνησεν ὅμως, ταῦτα λέγων, πρῶ-
1664τον μὲν, ὅτι ὁ Γλάδστων δεινῶς τότε ἡττᾶτο, ἔπειτα δὲ,
1665ὅτι τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον ἀποτελεῖται ἐκ τῆς Βουλῆς
1666τῶν Λόρδων, ἐκ τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων καὶ ἐκ τοῦ Βα-
1667σιλέως, αἵτινες ἐξουσίαι ὁμοῦ ἀποτελοῦσι συντακτικὴν ἐξου-
1668σίαν ἐν τῷ Ἀγγλικῷ ἔθνει.
1669Εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι, ἡ Βουλὴ νὰ ἀποκαταστήσῃ, οὕτως
1670εἰπεῖν, ἑαυτήν· εἶναι ἀνάγκη χάριν τῆς ἱστορίας τοῦ τόπου
1671καὶ τῆς μνήμης τῶν ἀπὸ πολλοῦ χρόνου πολιτευτῶν τῆς
1672Ἑλλάδος ν’ ἀποκαταστήσῃ ἑαυτὴν ἡ Βουλὴ καὶ νὰ μετα-
1673βάλῃ τοὺς καθεστῶτας ἐκλογικοὺς νόμους, ἵνα μὴ πιστευθῇ
1674ἐν τῇ ἱστορίᾳ, ὅτι εὑρέθη Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, λέγων
1675ὅτι οἱ ἐπὶ τοσαύτας δεκάδας ἐτῶν ἀντιπροσωπεύσαντες τὴν
1676Ἑλλάδα ἦσαν ἀποτέλεσμα ζωοκλόπων καὶ λῃστῶν, ὡς τότε
1677οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἔλεγον, καὶ ὅτι δῆθεν ἡ ψήφισις τοιού-
1678του νόμου ἀποτέλεσμα ἤθελεν ἔχει νὰ ἐξευγενίσῃ καὶ ἐξυψώ-
1679σῃ τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ λαοῦ. Ἔχω ἐν πάσῃ τιμῇ τοὺς
1680καθημένους εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν δεξιὰν),
1681καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἕκαστος ἐξ αὐτῶν δύναται νὰ ἔχῃ ἐν τῷ
1682τόπῳ καὶ μίαν εὐγενῆ ἱστορίαν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἄδικον
1683εἶναι, ὑμεῖς ν’ ἀφήσητε ἀνεξάλειπτον τὸ στίγμα, ὅπερ εἰς
1684τοὺς ἀδελφοὺς ὑμῶν καὶ εἰς τοὺς πατέρας καὶ εἰς τοὺς πάπ-
1685πους ὑμῶν ἐνεκόλαψαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἕτερος Ὑπουρ-
1686γὸς, μὴ ὑπάρχων σήμερον ἐν τοῖς ζῶσιν, ὅτε οὗτοι ἔλε-
1687γον, ὅτι ἡ ἱστορικὴ αἰτία τῆς μεταβολῆς τῶν καθεστώτων
1688τότε ἐκλογικῶν νόμων κύριον λόγον εἶχε τὴν ἐξευγένισιν
1689τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου καὶ τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ οὐχὶ
1690ὑπὲρ προσώπων, ἀλλ’ ὑπὲρ ἰδεῶν.
1691Εἶναι ἀνάγκη νὰ καταργηθῶσιν οἱ ἀντισυνταγματικοὶ
1692νόμοι, νὰ ἐπανίδωσι δὲ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας οἱ καταργηθέντες,
1693ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἄριστα κοινοβουλευτικῶς ἐπὶ
1694μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ἀντεπροσωπεύθη ὁ τόπος. Ὑπὸ τοὺς νό-
1695μους ἐκείνους εἴδομεν ἐκλάμψαντας ὡς εὐγενῆ μετέωρα τοὺς
1696μεγαλειτέρους ἄνδρας τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, ὑπὸ τοὺς νό-
1697μους ἐκείνους εἴδομεν ἀληθῆ κοινοβουλευτικὸν ἀνταγωνισμὸν,
1698ὑπὸ τοὺς νόμους ἐκείνους εἴδομεν τὴν ἀληθῆ ἐξύψωσιν τοῦ
1699κοινοβουλευτικοῦ βίου. Καὶ ἂν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ σώζων-
1700ταί τινες ἀκόμη, διαπρέποντες καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ ἐν
1701τῇ διαπράξει τῶν πολιτικῶν πραγμάτων, οἱ ἄνδρες οὗτοι,
1702κύριοι συνάδελφοι, βεβαίως ἐμορφώθησαν ὑπὸ τὰς συνταγμα-
1703τικὰς ἐκείνας διατάξεις, ἃς διὰ μιᾶς ἠθέλησεν ὁ κ. Πρωθυ-
1704πουργὸς νὰ καταῤῥίψῃ, παρεισάγων ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν δια-
1705τάξεις βλαβερὰς, οὐδένα ἱστορικὸν, οὐδένα νόμιμον λόγον
1706ἐχούσας. Εἶπον, οὐδένα λόγον ἱστορικὸν ἐχούσας, διότι αὐτὴ
1707ἡ ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ἀπὸ τῶν παλαιοτάτων
1708ἀκόμη χρόνων, ἀπὸ τῶν μυθολογικῶν, μέχρι προχθὲς εἶναι ἡ
1709ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς ἐπαρχίας! Ἡ ἱστορία τῆς Ἑλλά-
1710δος εἶναι αὐτὸ τοῦτο, ἡ ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς ἐπαρχίας·
1711καὶ δὲν ὑπάρχει ἱστορικὸς, ὅστις νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι, ἂν τὸ
1712Ἔθνος τοῦτο ἐμεγαλούργησε καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν τὴν πα-
1713λαιὰν καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν τὴν κατόπιν καὶ κατὰ τὴν
1714τῆς Ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως, δὲν ἐμεγαλούργησε σύσσω-
1715μον, ὡς δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο ἡ Ῥωσσία, ἀλλ’ ἐμεγα-
1716λούργησαν αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἡ ἐπαρχία, οἱ ἐπαρχιῶται τῶν
1717στενῶν περιφερειῶν· καὶ τὰ κατορθώματα τῶν ἑλληνικῶν
1718ἐπαρχιῶν, συνενούμενα εἰς ἕνα ὄγκον, ἀποτελοῦσι τὴν τρισ-
1719χιλιετῆ ἔνδοξον ἱστορίαν τῆς μικρᾶς ταύτης χώρας.
1720Δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι ἐπανέλαβον ἄλλοι, δὲν
1721θέλω νὰ εἴπω, ὅτι αὐτὴ ἡ φυσικὴ διαίρεσις τῆς χώρας μά-
1722χεται ὑπὲρ τῶν νόμων, οὓς κατηργήσατε. Ἀλλὰ καὶ εἰς
1723τοῦτο δύναμαι νὰ ἐπιμείνω καὶ ν’ ἀποδείξω, ὅτι, ἐπειδὴ ἐκ
1724φύσεως ἐπλάσθη οὕτως ἡ Ἑλλάς, ἐν στεναῖς φυσικαῖς καὶ
1725διακεκριμέναις ἀλλήλων περιφερείαις, ἡ ἅμιλλα τῶν ἐν ταῖς
1726περιφερείαις ταύταις πολιτευομένων καὶ δρώντων ἀνδρῶν
1727ὁπωσδήποτε, ἡ πολλαπλῆ οὕτως εἰπεῖν ἅμιλλα αὕτη ἐγέν-
1728νησε τὸ μεγαλεῖον τοῦ Ἔθνους, ἀποτελούμενον ἐκ τῆς κατὰ
1729μέρος ἐργασίας ἑκάστης ἐπαρχίας, ἢ τῶν ἀνδρῶν αὐτῆς.
1730Καὶ ταῦτα μὲν, Κύριοι, εἰσί τινα τῶν ἐπιχειρημάτων,
1731ἅτινα δύνανται νὰ ῥηθῶσιν ἐν τῇ συζητήσει τῶν νομοσχε-
1732δίων αὐτῶν, πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ὅτι ἀντισυνταγματικοὶ
1733ὑπάρχουσιν οἱ ψηφισθέντες ἐκλογικοὶ νόμοι, ὅ τε περὶ ἐλα-
1734τώσεως τοῦ ἀριθμοῦ, ὡς καὶ ὁ περὶ μεταβολῆς τῆς στενῆς
1735περιφερείας. Ἠδύναντο βεβαίως νὰ λεχθῶσι καὶ ἄλλα, ἠδύ-
1736νατο ἐξαίφνης νὰ λεχθῇ, ὅτι οὐδὲν ἀγαθὸν ἐκ τῶν ἀποτελε-
1737σμάτων τῆς εὐρείας περιφερείας ἀπεκτήσαμεν· διότι ἐγὼ
1738τουλάχιστον ὁμολογῶ, ὅτι, ἐρευνῶν διὰ τοῦ βλέμματος τὰ
1739θρανία ταῦτα, παρατηρῶ περίπου τοὺς αὐτοὺς ἀξιοτίμους
1740ἄνδρας, κατέχοντας τὰ ἑδώλια τῆς αἰθούσης. Δὲν εἶδον ἔν
1741τινι γωνίᾳ τοῦ Βουλευτηρίου τούτου ἀναπηδῶσαν τὴν ἰδέαν,
1742ὡς ἀνεπήδησε πάνοπλος ἡ Ἀθηνᾶ ἐκ τῆς κεφαλῆς τοῦ Διός.
1743Συζητοῦμεν περὶ ἐκείνων τῶν πραγμάτων, περὶ ὧν ἐπὶ μα-
1744κρὰν σειρὰν ἐτῶν καὶ πολλοὶ ἐξ ἡμῶν καὶ οἱ πατέρες ἡμῶν
1745καὶ οἱ πάπποι συνεζήτουν. Ποῦ εἰσιν αἱ μεταβολαὶ τῶν
1746πραγμάτων; Ὁ Πρωθυπουργὸς περίπου περιστοιχίζεται
1747παρὰ τῶν αὐτῶν φίλων καὶ παρὰ τῶν αὐτῶν Ὑπουργῶν
1748ἀκόμη· καὶ ὁ κ. ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως παρὰ τῶν
1749αὐτῶν φίλων. Δὲν ὑπῆρχον λοιπὸν ἰδέαι καθ’ ὅλον τὸ μα-
1750κρὸν διάστημα τοῦ συνταγματικοῦ βίου τῆς Ἑλλάδος, καὶ
1751ἐγεννήθησαν καὶ ἀνεπήδησαν μάλιστα ἐκ τῆς εὐρείας περι-
1752φερείας; Καὶ τίνες εἰσὶν αἱ ἰδέαι αὗται; Μήπως ἡ συναλ-
1753λαγὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης πρὸς τοὺς ἀδελ-
1754φοὺς Τάκη; Μήπως ἡ συναλλαγὴ ἄλλου Ὑπουργοῦ πρὸς
1755τὸν Παπαχριστοφιλόπουλον; Τὰ αὐτὰ πρόσωπα καὶ τὰ
1756αὐτὰ πράγματα, καὶ χείρονες αἱ ἰδέαι, διότι καὶ στερεώ-
1757τερον καὶ ἐπὶ τὸ χεῖρον ἐκτελεῖται ὁ πρωθυπουργικὸς δε-
1758σποτισμός.
1759Διότι ὀφείλω, Κύριοι, διὰ μυριοστὴν φορὰν νὰ τὸ εἴπω
1760ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Κατηγοροῦσι τὸν κ. Πρωθυπουργὸν
1761ὡς ἀπολυτόφρονα καὶ μοναρχικὸν ἐκεῖνοι οἵτινες ἀγνοοῦσι
1762ποῦ τοῦ πονεῖ, κατὰ τὸ κοινὸν λόγιον. Δὲν εἶναι ὑπὲρ τῆς
1763ἀπολύτου μοναρχίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι εὐθὺς, ὡς κη-
1764ρυχθῇ ὑπὲρ αὐτῆς, ἀμφιβάλλω, ἂν θὰ ἔχῃ τὴν εὐτυχίαν ἢ
1765τὴν τόλμην νὰ παρακάθηται τῷ Μονάρχῃ ὡς Πρωθυπουργὸς
1766αὐτοῦ. Ἀλλ’ εἶναι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπὲρ τῆς πρωθυπουρ-
1767γικῆς παντοκρατορίας. Ἐὰν ἦτο ὑπὲρ τῆς Μοναρχίας,
1768ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος, νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον ἡμῶν, ἢ νὰ ἐξέλθῃ
1769εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ τὰς πλατείας, καὶ νὰ προκαλέσῃ καὶ ἐπι-
1770βάλῃ τὸ πραξικόπημα, καὶ νὰ ῥίψῃ τοὺς ἐλευθέρους θεσμοὺς
1771τοῦ Ἔθνους ἐκ τοῦ ἐμφανοῦς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὑπὲρ τῆς
1772Μοναρχίας· τοὐναντίον ζητεῖ, ὡς ἐξευτελίζει πάντας, νὰ
1773ἐξευτελίσῃ ἀσεβῶν καὶ τὴν Βασιλείαν· καὶ διὰ τοῦτο βλέ-
1774πομεν αὐτὸν ἐνόχως παρασύροντα τὴν ἀνεύθυνον Βασιλείαν
1775δυστυχῶς, ὁτὲ μὲν εἰς χάριτας ἀκατονομάστους πρὸς τὸν
1776Τάκην, (δεικνύει τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν) ὁτὲ δὲ
1777εἰς ἀπολαύσεις δυσαναλόγων δωρεῶν, ἐξ ὧν ἠλαττωμένη
1778μέχρι τοῦδε (καὶ λυποῦμαι πολὺ δι’ αὐτὸ) βεβαίως ἐφάνη ἡ
1779Βασιλεία, καὶ τελευταῖον καὶ ἀνήσυχος, διότι πρὸ ὀλίγων
1780μόλις ἡμερῶν τὸ Βασιλικὸν Αὐλαρχεῖον τεταραγμένον ἔγρα-
1781φεν εἰς τὰς ἐφημερίδας, καὶ δικαίως: «μὴ πιστεύετε, πρὸς
1782» Θεοῦ! ὅτι πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ νομοσχέδιον εἰς τὴν
1783» Βουλὴν περὶ παραχωρήσεως ἐθνικοῦ κτήματος καὶ 100,000
1784» δραχμῶν ἐτησίως εἰς τὸν ἕτερον τῶν βασιλοπαίδων».
1785Διότι ἐνόησεν εὐτυχῶς ἡ Βασιλεία, ὅτι ταῦτα δὲν γίνονται
1786ὑπὲρ αὐτῆς παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ γίνονται πρὸς
1787βλάβην αὐτῆς, ἵνα ὑψοῦται ἡ πρωθυπουργικὴ παντοκρα-
1788τορία.
1789Δὲν εἶναι λοιπὸν μοναρχικὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’
1790εἶναι πρωθυπουργικός. Καὶ ἐπέτυχεν ὁμολογῶ εἰς τὸ σύστημα·
1791διότι δὲν ἦλθεν, ὡς ἄλλοι θαῤῥαλέοι πολιτικοὶ ἢ στρατιω-
1792τικοὶ ἄνδρες, νὰ φέρῃ τὸ πραξικόπημα εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ
1793τὰς πλατείας, ἵνα ἀντιμετρηθῇ πρὸς ἄλλους, ἀλλ’ ἦλθε μι-
1794κρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον, εἰσάγων νόμους εἰς τὸ Κοινοβούλιον,
1795δι’ ὧν ἐκλόνισε καὶ κατέῤῥιψε τοὺς ἀκρογωνιαίους λίθους τοῦ
1796Συντάγματος ἕνα πρὸς ἕνα. Καὶ σήμερον ἀρκεῖ ἴσως ἡ Βα-
1797σιλεία ἐπιορκοῦσα (ὅπερ ποτὲ δὲν πιστεύω) νὰ θελήσῃ νὰ
1798θέσῃ τὴν χεῖρα ἐπὶ τοῦ Συντάγματος καὶ ἐλαφρῶς νὰ κλο-
1799νήσῃ αὐτὸ, ἵνα τὸ πολίτευμα ἡμῶν καταπέσῃ. Ἡ Βασιλεία
1800βεβαίως δὲν θέλει πράξει αὐτὸ, διότι σὺν τῇ καταπτώσει τοῦ
1801Συντάγματος βεβαίως θέλει καὶ Αὐτὴ καταπέσῃ. Διὰ τοῦτο
1802εὔχομαι καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἡ σύνεσις τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως
1803θέλει σώσει τὸν τόπον ἐκ τῶν δεινῶν, ἅτινα ὁ κ. Πρωθυ-
1804πουργὸς παρασκευάζει.
1805Τὸ σύστημα αὐτοῦ εἶναι παλαιόν· δὲν ἤρξατο πρῶτον
1806διὰ τῶν ἐκλογικῶν νόμων, ἤρξατο πρὸ καιροῦ, ἀλλὰ μετὰ
1807τὴν ψήφισιν τῶν περὶ εὐρείας περιφερείας νόμων τὸ σύστημα
1808αὐτοῦ ἐξεδηλώθη καθ’ ὅλας τὰς ἀπεχθεῖς αὐτοῦ διαστάσεις.
1809Ἐνόησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ δημοτικὴ διοίκησις εἶναι
1810μία τῶν ἀσφαλεστέρων ἐγγυήσεων τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν,
1811εἰς ὃ γέννησιν καὶ ὕπαρξιν ἔδωκεν αὐτὴ ἡ δημοτικὴ ἐλευθε-
1812ρία, αὐτὴ ἡ καθεστῶσα δημοτικὴ τάξις.
1813Ἐγνώριζεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν δύναμιν τῶν δήμων,
1814διότι οἱ δῆμοι ὑπῆρξαν οἱ διάδοχοι τῶν ἑλληνικῶν κοινο-
1815τήτων, τουτέστι τῶν πολιτικῶν καὶ κοινωνικῶν ἐκείνων ὁμά-
1816δων, αἵτινες διετήρησαν ἀλώβητον καὶ τὸν θαυμάσιον χαρα-
1817κτῆρα τοῦ Ἔθνους, καὶ τὴν γλῶσσαν, καὶ τὰς ἐλευθερίας
1818αὐτοῦ καὶ τὴν θρησκείαν κατὰ τὴν μακραίωνα ἡμῶν δου-
1819λείαν. Ἦλθε καὶ ἔβαλε τὴν χεῖρα ἀγρίως (διότι αὐτὴ εἶναι
1820ἡ λέξις) καὶ ἀσέμνως (διότι αὐτὴ εἶναι ἡ λέξις) ἐπὶ τῶν
1821δημοτικῶν θεσμῶν, οὓς ἐσεβάσθη ἡ Βασιλεία ἐκείνη, ἣν
1822ἐξεδιώξαμεν διότι ἐθεωροῦμεν ἐναντίαν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ
1823Ἔθνους. Ἦλθε καὶ ἔβαλε χεῖρα ἐπὶ τῶν δημοτικῶν ἐλευ-
1824θεριῶν τοῦ Κράτους ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπὸ σκοποῦ, διότι ἐγί-
1825νωσκεν, ὅτι ἡ δύναμις τῶν ἐλευθέρων συνταγμάτων βασί-
1826ζεται εἰς τὴν δύναμιν τῶν ἐλευθέρων δήμων, καὶ διὰ τοῦτο,
1827Κύριοι, ὅτε εἰσῆγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸν νόμον ἐκεῖνον
1828περὶ «ὑποταμείων», ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων οὗτινος εἴδετε
1829μέχρι τοῦδε καὶ ἐπείσθητε, πιστεύω, καὶ ὑμεῖς, ἀξιότιμοι
1830συνάδελφοι, ὅτι ἡ ἐλευθέρα διαχείρισις καὶ ἡ ἐλευθέρα διοί-
1831κησις τῶν δήμων ἀπώλετο διὰ παντὸς, ὅτε, λέγω, Κύριοι,
1832εἰσῆγεν ὁ Πρωθυπουργὸς τὸν νόμον ἐκεῖνον, εἶχον τὴν τιμὴν
1833ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ εἴπω μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰς
1834ὀλίγας ταύτας λέξεις, ἃς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ
1835ἀναγνώσω. Εἶπον ἐν τῇ πρώτῃ μου ἀγορεύσει κατὰ τοῦ νο-
1836μοσχεδίου ἐκείνου, ὅτι (ἀναγινώσκει):
1837«Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, περὶ συστάσεως ἐπαρχιακῶν
1838ὑποταμείων καὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν περὶ
1839ταμείων νόμων κατὰ πρῶτον μὲν γεννᾷ εἰς ἕκαστον τὴν
1840ἰδέαν, ὅτι εἶναι νομοσχέδιον καθαρᾶς ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ
1841παρατηροῦμεν, ὅτι ἀπὸ χρόνου τινὸς ὑπὸ τὸ πρόσχημα βελ-
1842τιώσεων καὶ μεταῤῥυθμίσεων τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν τοῦ
1843Κράτους, μεταβάλλονται οἱ θεσμοὶ, καὶ μεταβάλλονται
1844οὐχὶ ἁπλῶς καὶ τυχαίως, ἄνευ ὡρισμένου καὶ μεμελετημέ-
1845νου συστήματος, ἀλλὰ κατὰ τρόπον, ὥστε εἰς χεῖρας τῆς
1846κεντρικῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς Κυβερνήσεως νὰ
1847συγκεντρωθῶσι πᾶσαι αἱ ὑπηρεσίαι καὶ αἱ δυνάμεις τοῦ
1848Κράτους.» («Ἐφημερὶς τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς» Πε-
1849ριόδου ΙΑʹ Συνόδου Αʹ, σελ. 249.)
1850Ἐν ἑπομένῃ δὲ ἀγορεύσει μου περὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος
1851προσέθετον (ἀναγινώσκει):
1852«Εἶπον ἐν τῇ πρώτῃ μου ἀγορεύσει, ὅτι ἔχω πεποίθησιν,
1853ὅτι διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου καταστρέφεται αὐτὸς
1854ὁ ὀργανισμὸς τῶν δήμων, αὐτὴ ἡ ὕπαρξις τοῦ νομικοῦ προ-
1855σώπου τῶν δήμων, ἥτις ἀποτελεῖ ἓν σύστημα ἐν τῷ συν-
1856ταγματικῷ ἡμῶν χάρτῃ, μὴ δυνάμενον νὰ καταργηθῇ, ἐκ-
1857τὸς ἐὰν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον πιστεύῃ, ὅτι ὁ δημο-
1858τικὸς θεσμὸς τῆς χώρας δύναται ἐπίσης διὰ νομοσχεδίου
1859τινὸς νὰ καταργηθῇ. Καὶ ἐγὼ δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν τινὰ,
1860ὅτι θέλομέν ποτε παραστῆ θεαταὶ τοιούτου συστήματος, μὲ
1861μίαν μόνην διαφοράν, ὅτι βεβαίως δὲν θέλουσιν εἰσαγάγει
1862νόμον γενικὸν, δι’ οὗ νὰ καταργῆται ἡ δημοτικὴ διοίκησις,
1863θέλουσιν ὅμως μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον σείσει τοσούτους γω-
1864νιαίους λίθους τοῦ δημοτικοῦ οἰκοδομήματος, ὥστε, ὅταν
1865ἐξυπνήσωμεν, θέλομεν ἴδει, ὅτι βεβαίως δὲν ἔχομεν ἐνώπιον
1866ἡμῶν πλέον τὸ περικαλλὲς δημοτικὸν οἰκοδόμημα καὶ τοὺς
1867σπουδαίους δημοτικοὺς θεσμοὺς τῆς πολιτείας.» (αὐτόθι
1868σελ. 258).
1869Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, ταῦτα πάντα ἆρά γε δὲν συνέ-
1870βησαν μετὰ τὸν νόμον περὶ συστάσεως ὑποταμείων; Δὲν
1871ὑπέβαλεν ὁ Πρωθυπουργὸς δὶς ἐνώπιον ἡμῶν τὸν νόμον περὶ
1872διοικητικῶν ἀστυνομιῶν, ὃν πολλοὶ κακῶς πιστεύουσιν, ὅτι
1873ἀπέσυρε; Καὶ κατόπιν δὲν ὑπέβαλε σήμερον τὸ νομοσχέ-
1874διον περὶ διαπυλίων, δι’ οὗ ἡ δημοτικὴ ἐλευθερία καὶ ἡ ἀνε-
1875ξαρτησία ἀπώλοντο διὰ παντός; Καὶ νομίζετε, ὅτι, ἀφοῦ
1876καὶ ἐὰν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀποκτήσῃ, δὲν θέλει ἀμέ-
1877σως ἀγρίως καὶ ἐπιβλητικῶς ἐπιζητήσει τὴν ἐπιψήφισιν
1878τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀστυνομιῶν, δι’ οὗ πᾶσα πλέον δημο-
1879τικὴ καὶ πολιτικὴ ἐλευθερία ἀνῃρέθη, εἰσαγομένης οὐχὶ τῆς
1880διοικητικῆς, ὡς ἐπίστευσαν ἄλλοι, ἀλλ’ αὐτῆς τῆς στρατιω-
1881τικῆς ἀστυνομίας;
1882Καὶ δὲν εἶναι τὰ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ ὄργανα, ἅτινα τῇ
1883εἰσηγήσει αὐτοῦ παρακελεύουσι τὸν Πρωθυπουργὸν ἔκτοτε
1884νὰ ἐπιληφθῇ τάχιστα τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν περὶ ἀστυνομιῶν
1885διοικητικῶν ἢ στρατιωτικῶν διατάξεων, διότι κινδυνεύει ἡ
1886ἀσφάλεια τοῦ Κράτους; Καὶ δὲν ἔχομεν, Κύριοι, ἐφημερίδα,
1887φίλα φρονοῦσαν τῷ Πρωθυπουργῷ, ἡμιεπίσημον, μεθ’ ὅλας
1888τὰς περὶ τοῦ ἐναντίου διαβεβαιώσεις αὐτοῦ, ἥτις τῇ 28 Ἰου-
1889λίου 1888 ἔτους ἔγραφεν (ἀναγινώσκει): «Ἡ στιβαρὰ χεὶρ
1890»τοῦ διοικοῦντος τὸ Κράτος ἂς λάβῃ ἀπὸ τῆς κόμης καὶ
1891»τὸ ἀχρεῖον αὐτὸ μαμμόθρεπτον, τὸ λεγόμενον δημοτικὴ διοί-
1892»κησις ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἂς τὸ θέσῃ εἰς τὴν θέσιν του.»
1893Εἶναι ἡ «Παλιγγενεσία» τῆς 28 Ἰουλίου 1888 ἔτους.
1894Ταῦτα ἔγραφεν αὕτη, ὠνόμαζε δηλ. τὸν ὕψιστον τῶν ἐλευ-
1895θέρων θεσμῶν τοῦ Κράτους, τὴν δημοτικὴν διεύθυνσιν τῆς
1896χώρας, μαμμόθρεπτον ἀχρεῖον, καὶ ἐζήτει νὰ κινήσῃ τὴν
1897στιβαρὰν χεῖρα τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἵνα ἁρπάσῃ ἐκ τῆς κό-
1898μης αὐτὸ τὸ ἀχρεῖον μαμμόθρεπτον καὶ τὸ θέσῃ εἰς τὴν θέ-
1899σιν του. Καὶ θέλει πράξει καὶ τοῦτο ὁ Πρωθυπουργὸς εὐθὺς,
1900ὡς ἐπιψηφίσητε τὸν περὶ διαπυλίων νόμον.
1901Καὶ δὲν παρεκίνει αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργὸς τὰς αὐτὰς ἐν
1902τῇ δημοσιογραφίᾳ ἐφημερίδας, τὰς φίλας αὐτῷ φρονούσας,
1903νὰ γράφωσιν, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας εἶναι
1904ξένος ἐν Ἑλλάδι καὶ παρείσακτος, κατ’ ἀνοχὴν τοῦ Κρά-
1905τους δῆθεν ὑφιστάμενος; Καὶ ὅτι ὀψέ ποτε θελήσῃ ἡ Κυ-
1906βέρνησις, δύναται δῆθεν νὰ καταστρέψῃ τὴν δημοτικὴν
1907ἀστυνομίαν; Καὶ ἐλησμόνει ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ δημοτικὴ
1908ἀστυνομία δὲν εἶναι ἀχρεῖος θεσμὸς, οὐδὲ παρείσακτος ἐν τῇ
1909παλαιοτάτῃ ἡμῶν χώρᾳ· ὁ ὀργανισμὸς τῆς δημοτικῆς ἀστυ-
1910νομίας δυνατὸν νὰ ᾖναι παρείσακτος, ἀλλ’ ἡ δημοτικὴ ἀστυ-
1911νομία, αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν, ὑφίστατο ἀπὸ παλαιοτάτων χρό-
1912νων, ἐπὶ αὐτῆς τῆς ἐποχῆς τῆς μακραίωνος κατακτήσεως
1913τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τῶν Τούρκων· τὴν δημοτικὴν ἀστυνο-
1914μίαν ἐνήσκουν οἱ ἐντολοδόχοι τῶν κοινοτήτων χριστιανοὶ,
1915καὶ οὐδέποτε ἡ Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία ἠξίωσε ν’ ἀπο-
1916κτήσῃ ὑπὲρ αὐτῆς ἐκεῖνο, ὅπερ ἴσως ἐδύνατο, τὴν δημοτι-
1917κὴν τουτέστιν ἀστυνομίαν, ἣν μετὰ τοσούτους αἰῶνας εὑ-
1918ρέθησαν ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ τὰ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ ὄρ-
1919γανα αὐτοῦ καὶ ἐχαρακτήρισαν ὡς παρείσακτον θεσμὸν ἐν
1920τῇ χώρᾳ.
1921Μετὰ πάροδον τοσούτων ἐτῶν, ἀπὸ τοῦ 1849 ἔτους, ἀφ’
1922ἧς ἐψηφίσθη μόνον ὁ περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν
1923καὶ Πειραιῶς νόμος, ἔρχεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ διὰ τῶν
1924ὀργάνων αὐτοῦ καὶ διὰ τοῦ εἰσηγητηρίου λόγου εἰς τὴν
1925Βουλὴν ἄλλης προηγουμένης Συνόδου τεκταίνεται σχέδια,
1926δι’ ὧν θέλει νὰ καταῤῥίψῃ τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν,
1927ἀστυνομίαν τοῦ Κράτους ὅλου, ὑπὲρ ἧς ὕψωσαν γενναίαν
1928καὶ εὐγενῆ φωνὴν οἱ Ἕλληνες πολιτευταὶ καὶ οἱ Ἕλληνες
1929δημοσιογράφοι ἤδη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ 1849 ἔτους. Ἔχω
1930εἰς χεῖράς μου τεμάχιόν τι ἐγκρίτου ἐφημερίδος, ἐκδιδο-
1931μένης ἐν Ἀθήναις κατὰ τὸ 1849 ἔτος, ἥτις, ὅτε ἡ τότε
1932Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ εἰσαγάγῃ τὴν διοικητικὴν ἀστυνο-
1933μίαν μόνον ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Κράτους, οὐχὶ δὲ καὶ ἐν
1934ταῖς ἐπαρχίαις, ἥτις λέγω ἐπολέμησε τὴν εἰσαγωγὴν τῆς
1935διοικητικῆς ἀστυνομίας ἀκόμη καὶ εἰς αὐτὴν καὶ μόνην
1936τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Κράτους. Καὶ ὅ,τι τότε, τῷ 1849 ἔτει,
1937ἐπολεμεῖτο ὑπὸ τῆς φιλελευθέρου κοινῆς γνώμης, ὑπὸ τῶν
1938φιλελευθέρων ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, ὑπὸ τῆς ἐξόχου
1939ἀληθῶς καὶ σεμνῆς καὶ φιλοπάτριδος καὶ εὐγενοῦς δημοσιο-
1940γραφίας διὰ τὰς Ἀθήνας καὶ μόνον τὴν πρωτεύουσαν τοῦ
1941Κράτους, εὑρέθη Πρωθυπουργὸς, Κύριοι, μετὰ πάροδον τεσ-
1942σαράκοντα ὅλων ἐτῶν προόδου καὶ πολιτισμοῦ, νὰ ζητήσῃ
1943νὰ εἰσαγάγῃ ἐπὶ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους (ἀνα-
1944γινώσκει):
1945«Βεβαίως, ἔγραφεν ὁ δημοσιογράφος ἐκεῖνος, δὲν εἴμεθα
1946»ἡμεῖς ἐκεῖνοι, οἵτινες θέλομεν πλέξει τὸν στέφανον τῆς ἄχρι
1947»τοῦδε ἀστυνομίας Ἀθηνῶν· βεβαίως ὅμως δὲν θέλομεν ἀπο-
1948»δώσει κακὴν θέλησιν ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχει, δὲν θέλομεν
1949»σιωπήσει, βλέποντες ἐφημερίδα, φωνάζουσαν δὶς τῆς ἑβδο-
1950»μάδος ὑπὲρ ἀκριβοῦς ἐφαρμογῆς τοῦ Συντάγματος, κατα-
1951»κρίνουσαν τοὺς ἄρχοντας, ὡς ἐπιβουλευομένους τὰς ἐθνικὰς
1952»ἐλευθερίας, νὰ ζητῇ ἤδη τὴν καταστροφὴν δικαιώματος
1953»ἐθνικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐν μέρει ἐξασφαλίζει τὸν λαὸν κατὰ τῶν
1954»ὀνύχων τῆς ἐξουσίας, δικαιώματος, τὸ ὁποῖον, εἰς χεῖρας τῆς
1955»ἐξουσίας εὑρισκόμενον, θέτει εἰς τὴν διάκρισιν αὐτῆς καὶ τὴν
1956»ζωὴν καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ πολίτου,
1957»Διοικητικὴν ἀστυνομίαν ἔχων καὶ ὁ ἐπάρατος Μεταρνὶχ,
1958»καὶ οἱ ἐθνολετῆρες ἡγεμόνες τῆς Γερμανίας, κατήντησαν ἐν
1959»τῇ ὡραίᾳ ἐκείνῃ χώρᾳ νὰ δεσμεύσωσι τὸν λαὸν, καὶ νὰ
1960»καταστήσωσιν ἐν τῷ μέσῳ πεπολιτισμένου ἔθνους ἀληθῆ
1961»λῃσταρχεῖα, ἀληθῆ δικαστήρια τῆς ἱερᾶς ἐξετάσεως, τὰς
1962»ἀστυνομίας· ὅθεν καὶ ἅμα οἱ λαοὶ ὕψωσαν τὴν σημαίαν
1963»τῆς ἐλευθερίας, τῆς ὁποίας ἡ αὔρα ἔπνευσεν ἐκ τῆς Γαλ-
1964»λίας, πρώτη των φροντὶς ἦτο, νὰ ζητήσωσι τὴν καταστρο-
1965»φὴν τῶν διοικητικῶν ἀστυνομιῶν.»
1966Ταῦτα ἔγραφεν ἡ «Ἐλπὶς» τῆς 13 Μαρτίου 1849 ἔτους,
1967καὶ ἔγραφε ταῦτα, διότι προέκειτο νὰ εἰσαχθῇ ἡ διοικη-
1968τικὴ ἀστυνομία, οὐχὶ καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τοῦ Κράτους,
1969ἀλλ’ εἰς αὐτὰς καὶ μόνας τὰς Ἀθήνας, εἰς ἃς ἴσως ἦτο
1970ἀνάγκη, διότι εἶναι ἡ πρωτεύουσα τῆς ἐπικρατείας· καὶ σή-
1971μερον, Κύριοι, ἀμυνόμεθα ὑπὲρ ἐκείνου, ὑπὲρ οὗ δὲν ἐφαντά-
1972σθησαν, ὅτι ἤθελον κινδυνεύσει νὰ ἀμυνθῶσιν οἱ τότε, οὓς
1973ἡμεῖς ἐνομίζομεν ζήσαντας ὑπὸ ἀπόλυτον καὶ τυραννόφρονα
1974Μοναρχίαν, ἐνῷ ἔζων ὑπὸ συνταγματικωτέραν καὶ ἐλευθερω-
1975τέραν συνταγματικὴν πολιτείαν.
1976Διὰ τοῦτο ἐνομίσαμεν, ὅτι καθῆκον ἔχομεν νὰ ἀμυνθῶ-
1977μεν ὑπὲρ τῶν θεσμῶν τῆς χώρας, διὰ τοῦτο ἐπιστεύσαμεν,
1978ὅτι ἐκπληροῦμεν καθῆκον ὑπέρτατον, ἀμυνόμενοι κατ’ αὐτὸν
1979τὸν τρόπον ὑπὲρ τῶν θεσμῶν τῆς πατρίδος, καὶ ζητοῦντες
1980τὴν κατάργησιν τῶν ἀντισυνταγματικῶν καὶ ἀντεθνικῶν
1981καὶ ὀλεθρίων καθεστώτων ἐκλογικῶν νόμων. (Εὖγε! εὖγε!
1982ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
1983§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον;
1984§61ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρῆλθεν ἡ ὥρα, κύριε Πρόεδρε.
1985§62ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
1986§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλεται πρότασις ἀναβολῆς;
1987§64ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη, δὲν εἶναι
1988ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῇ πρότασις ἀναβολῆς.
1989§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί σημαίνει, ὅτι παρῆλθεν ἡ ὥρα;
1990§66ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἰδοὺ τί σημαίνει· τὸ θέμα εἶναι ἄξιον συζη-
1991τήσεως εὐρυτάτης, δὲν θὰ καταλήξῃ ἐδῶ ἡ συζήτησις, ἐκτὸς
1992ἐὰν θελήσητε νὰ μᾶς περιορίσητε νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν
1993συζήτησιν μονολογοῦντες· ἂς καταδεχθῶσι τοὐλάχιστον οἱ
1994συνάδελφοι τῆς ἄλλης πτέρυγος, νὰ εἴπωσιν ὀλίγας λέξεις.
1995Ἀλλὰ βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν, διότι ἡ ὥρα
1996παρῆλθε, καὶ παρακαλοῦμεν τὴν Βουλὴν, νὰ ἀναβάλῃ δι’ αὔ-
1997ριον τὴν συζήτησιν, διότι πολλοὶ σκοποῦμεν νὰ λάβωμεν
1998τὸν λόγον.
1999§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
2000§68ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐὰν θελήσητε νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συ-
2001ζήτησιν ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ, μᾶς πιέζετε.
2002§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠρώτησα, ἐὰν ζητῇ ἄλλος τις τὸν λόγον,
2003καὶ οὐδεὶς ἐζήτησε.
2004§70ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγὼ ζητῶ τὸν λόγον καὶ δηλῶ, ὅτι θὰ ὁμι-
2005λήσω, καθὼς καὶ πολλοὶ ἄλλοι, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ὥρα εἶναι
2006προκεχωρημένη, ζητοῦμεν τὴν ἀναβολήν.
2007§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τούτου, ἂν
2008συναινῇ.
2009§72ΜΙΛΗΣΗΣ. Αἱ συζητήσεις διέπονται ὑπὸ τῆς καλῆς πί-
2010στεως. Ὅταν ἡ ὥρα ἦναι προκεχωρημένη καὶ οἱ συνάδελφοι
2011βλέπουσιν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν, ἡ καλὴ
2012πίστις ὑπαγορεύει ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν. Τώρα,
2013ἐὰν θελήσητε νὰ θεωρήσητε τὴν παρατήρησίν μου τυπικὴν
2014καὶ νὰ ἀποταθῆτε εἰς τὴν Βουλήν, ἡ πλειονοψηφία βεβαίως
2015θὰ τὴν ἀποῤῥίψῃ.
2016§73ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνα-
2017βάλωμεν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, συζητοῦντες περὶ ἀνα-
2018βολῆς. Περὶ ἀναβολῆς ἤδη συζητοῦντες, νομίζω ὅτι δὲν
2019εἶναι πρέπον νὰ ἀναβάλωμεν, διότι ἡμεῖς ἐπιμένομεν νὰ
2020ἀναβληθῇ ἡ οὐσιαστικὴ συζήτησις τοῦ περὶ οὗ πρόκειται
2021ἀντικειμένου, οἱ κύριοι ἐπιμένουσι νὰ προχωρήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς
2022τὴν προτίμησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ δια-
2023τάξει. Πρόκειται λοιπὸν περὶ ἀναβολῆς, καὶ δὲν εἶναι πρέπον,
2024προκειμένου περὶ ἀναβολῆς, νὰ ἀναβάλωμεν ν’ ἀποφανθῇ ἡ
2025Βουλή, ἐὰν δέχηται ἔστω τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς, καὶ
2026κατόπιν, ἐὰν δέχηται τὴν προτίμησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῇ
2027ἡμερησίᾳ διατάξει.
2028§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε εἰς τὴν ἀναβολὴν, κύριε Βου-
2029λευτά;
2030§75ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀφοῦ ὑπέβαλον πρότασιν, ἐρωτήσατε τὴν
2031Βουλήν, διὰ νὰ ἀποφανθῇ.
2032§76Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἐξ Ἑρμιονίδος ἀξιότιμος
2033συνάδελφος, ὅστις ἐζήτησεν, ἵνα μὴ περατωθῇ ἡ συζήτησις
2034κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην, ἀλλὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ
2035ἐπὶ τὴν αὔριον, ὑπέθετεν, ὅτι ἡ γνώμη αὐτοῦ αὕτη ἤθελεν
2036ἐκτιμηθῆ ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας, καὶ ὅτι ἡ πλειοψηφία ἤθελε
2037στέρξει ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, ἀφοῦ ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευ-
2038τοῦ προταθεῖσα γνώμη δὲν ἦτο γνώμη ὑπαγορευθεῖσα ὑπὸ
2039σκοποῦ ματαιώσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἦτο
2040γνώμη, τὴν ὁποίαν προέβαλεν ἐξ ἐπιθυμίας νὰ μετάσχῃ
2041τῆς συζητήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἐνόμιζεν, ὅτι ἔχει καθῆκον
2042νὰ λάβῃ μέρος· ἐπειδὴ δὲ ἡ ὥρα ἦτο παρεληλυθυῖα, ὑπέθε-
2043σεν, ὅτι εἶχε δικαίωμα ν’ ἀξιώσῃ ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν νὰ
2044μὴ ἀρνηθῇ ν’ ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ
2045πλειοψηφία ἀρνεῖται τοῦτο, ἡ ψηφοφορία δὲν εἶναι ἀναγκαία,
2046διότι ἐσμὲν βέβαιοι, ὅτι ἡ ἀναβολὴ δὲν ἤθελε γενῆ ἀποδε-
2047κτή. Ἑπομένως κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ στέρξωμεν, ἵνα
2048ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις καὶ περατωθῇ τὴν ἑσπέραν ταύ-
2049την. Ἀλλ’ ἐὰν οὕτως ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, ἔχω καθῆκον νὰ
2050ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἔχω
2051καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ἐπὶ τῆς προ-
2052τάσεως τοῦ κατεπείγοντος, τὴν ὁποίαν προέβαλον πρὸ μι-
2053κροῦ.
2054Ὁ Πρωθυπουργὸς ἠρνήθη νὰ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ
2055κατεπείγοντος, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπεδίδετο
2056εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον προέβαλον,
2057δὲν ἤθελε γενῆ δυνατὸν νὰ ψηφίσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
20581890 πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ νέου ἔτους. Ὁ λόγος τοῦ Πρω-
2059θυπουργοῦ, ἐὰν ἤθελε κριθῆ ἀπολύτως, ἤθελεν ὑποληφθῆ
2060σπουδαῖος, καὶ ἤθελε δικαιολογήσει τὴν ἄρνησιν τοῦ Πρω-
2061θυπουργοῦ νὰ προσδιορισθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου,
2062τὸ ὁποῖον προέβαλον, μεταξὺ τῶν πρώτων ἔργων τῆς Βου-
2063λῆς. Μοὶ φαίνεται ὅμως, ὅτι στερεῖται ἐντελῶς σπουδαιότη-
2064τος. Προβαίνω δὲ περισσότερον, ὅτι εἶναι λόγος διεσκευα-
2065σμένος, ἵνα παρακωλύσῃ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου,
2066τοῦ ὁποίου τὴν ἔρευναν κατ’ οὐσίαν ὁ Πρωθυπουργὸς θεωρεῖ
2067ἐπικίνδυνον εἰς τὰ πολιτικὰ αὐτοῦ συμφέροντα. Καὶ πῶς
2068ἠδύνατο νὰ ὑποληφθῇ σπουδαία ἡ ἀντίῤῥησις τοῦ Πρωθυ-
2069πουργοῦ, ὅτι δῆθεν πρέπει νὰ μὴ συζητήσωμεν τὸ προταθὲν
2070παρ’ ἐμοῦ νομοσχέδιον, πρὶν ἢ ἐπιψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμός;
2071Μήπως τρέχωμεν τὸν κίνδυνον νὰ μὴ συζητηθῇ ὁ Προϋπολο-
2072γισμὸς πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους, ἐνῷ γνωστὸν εἶναι, ὅτι
2073ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἀπασχολεῖ τὴν Βου-
2074λὴν πλέον τῶν 10 ἢ 20 ἡμερῶν, ἀπὸ τοῦδε δὲ μέχρι τῆς
2075λήξεως τοῦ ἔτους ἀριθμοῦμεν 25 καὶ πλέον ἡμέρας; ἀφοῦ
2076μάλιστα ἀπὸ τοῦδε μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν θέλομεν ἀρ-
2077χίσει τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀναγκαίως θέ-
2078λουσι μεσολαβήσει τρεῖς καὶ πλέον ἑβδομάδες, καθ’ ἃς καὶ
2079τὰ νομοσχέδια τῶν πιστώσεων, τὰ ὁποῖα ὁ Πρωθυπουργὸς
2080εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον
2081ἐγὼ ἐπρότεινα, ἠδύναντο νὰ συζητηθῶσι καὶ ψηφισθῶσιν;
2082Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν τὰ πράγματα ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν. Ἂς
2083ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν ψηφίζεται πρὸ τῆς
2084ἐνάρξεως τοῦ ἔτους, ἢ ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι δὲν καθίσταται δυ-
2085νατὸν νὰ ψηφισθῇ πρὸ τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν τὸ νομο-
2086σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ προέβαλον, καὶ ἂς ἐξετάσωμεν τὰς
2087ζημίας τὰς ἐπελευσομένας. Ποία θὰ ἦναι ἡ ζημία, ἐὰν ὁ
2088Προϋπολογισμὸς τοῦ 1890 δὲν ψηφισθῇ πρὸ τῆς ἐνάρξεως
2089τοῦ ἔτους; Ὁ Προϋπολογισμὸς πάντοτε θέλει ψηφισθῆ πρὸ
2090τῆς ἐνάρξεως τοῦ νέου ἔτους, διότι ὑπάρχει ἀποχρῶν χρόνος.
2091Ἀλλ’ ἐὰν συνέβαινε νὰ μὴ ψηφισθῇ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ
2092νέου ἔτους, ποία ἡ ζημία; Τί εἶναι Προϋπολογισμὸς κατὰ
2093τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους; Ποίαν ἔχει σπουδαιότη-
2094τα ἢ σημαντικότητα ὁ διὰ τῶν Προϋπολογισμῶν γινόμενος
2095προσδιορισμὸς τῶν ἐτησίων ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους,
2096ἀφοῦ κατόπιν ἐπέρχεται βροχὴ πιστώσεων συμπληρωματικῶν
2097καὶ ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων, αἵτινες μεταβάλλουσι
2098τὰς βάσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων καὶ
2099τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων; Μᾶς προβάλλουσι τὴν ἀνάγκην τῆς
2100ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐν ᾧ χρόνῳ τὸν Προϋπολο-
2101γισμὸν κατέστησαν τοιοῦτον, ὥστε κατέστρεψε τὴν ἔννοιαν
2102τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
2103Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ
2104ἐπρότεινα, πρὸ τῆς ἐνεργείας τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, ἡ
2105ζημία εἶναι μεγίστη, καὶ διὰ νὰ κατανοήσητε, ὅτι εἶναι
2106μεγίστη, πρέπει νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς περὶ τῶν νόμων,
2107ὧν ἐζήτησα τὴν ἀκύρωσιν, πολιτικὰς θεωρίας τοῦ Πρωθυ-
2108πουργοῦ. Ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτε ἐψηφίζοντο οἱ νόμοι τῆς
210916ης Ἰουνίου 1886, ἐξήγησε τοὺς λόγους, οἵτινες ὑπηγό-
2110ρευσαν εἰς αὐτὸν νὰ προτείνῃ νομοθετήματα τοιαῦτα, καὶ
2111νὰ ἐπιμείνῃ, ἵνα ταῦτα ψηφισθῶσι καὶ ἐκδοθῶσιν ὡς νόμοι
2112τοῦ Κράτους. Τί ἔλεγε τότε ὁ Πρωθυπουργός; Ὡμολόγει ὁ
2113Πρωθυπουργὸς, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συν-
2114τάγματος, ἐνῷ δὲ ἀνωμολόγει τὴν ἀνάγκην ταύτην, ἔλε-
2115γεν, ὅτι τὰ τῆς ἀναθεωρήσεως πρέπει νὰ συζητηθῶσι, διὰ
2116νὰ γνωσθῇ, τίνες αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, αἵτινες
2117πρέπει νὰ ἀναθεωρηθῶσιν. Ὁ Πρωθυπουργὸς λοιπὸν, ὁ ὁποῖος
2118ἀνωμολόγει τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγ-
2119ματος, δὲν ἐγνώριζε, ποῖαι διατάξεις αὐτοῦ πρέπει νὰ ἀνα-
2120θεωρηθῶσι, καὶ παρέπεμπεν εἰς τὸν μέλλοντα χρόνον, διὰ
2121νὰ γένηται συζήτησις περὶ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος,
2122καὶ διὰ τῶν συζητήσεων νὰ γένηται γνωστὸν, ποίων διατά-
2123ξεων τοῦ Συντάγματος ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ ἡ ἀναθεώρησις.
2124Ἀλλ’ ἔλεγε ταῦτα διότι ἐφρόνει αὐτά; Παντάπασιν. Ἔλεγε
2125ταῦτα, διότι ἤθελε νὰ καλύψῃ τὴν ἀληθῆ προαίρεσιν,
2126ἥτις ὑπηγόρευσε τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν τὴν εἰσήγησιν,
2127καὶ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ καταστῶσι νόμοι. Τὰ νομοσχέδια,
2128ἔλεγεν εἰς τὴν Βουλὴν τότε, δὲν ἐγγίζουσι τὸ πολίτευμα
2129ἀλλὰ μεταβάλλουσι τοὺς θεμελιώδεις νόμους τῆς πολιτείας.
2130Δὲν σκοποῦσι τὴν διαστροφὴν τῆς λειτουργίας τῶν θεσμῶν,
2131ἀλλὰ τὴν βελτίωσιν τῆς λειτουργίας αὐτῶν. Οἱ ἀφορι-
2132σμοὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἀποδεικνύουσι τὴν πενιχρότητα
2133τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα εἶχε νὰ προτείνῃ, ἵνα ὑπο-
2134στηρίξῃ τὰ νομοσχέδια αὐτοῦ. Ποίαν ἔννοιαν ἔχει ὁ ἰσχυ-
2135ρισμὸς, ὅτι τὰ νομοσχέδια δὲν ἐγγίζουσι τὸ πολίτευμα, ἀφοῦ
2136μεταβάλλουσι τοὺς θεμελιώδεις νόμους τῆς πολιτείας; Καὶ
2137τίνες ἄλλοι νόμοι θεμελιωδέστεροι τῆς πολιτείας εἶναι, εἰμὴ
2138ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγμα-
2139τος; Ποίαν ἔννοιαν ἔχει ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅτι
2140τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα δὲν ἐσκόπουν τὴν διαστροφὴν τῆς
2141λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ τὴν βελτίωσιν τῆς
2142λειτουργίας αὐτοῦ; Καὶ εἶναι ἀνάγκη νόμων, διὰ νὰ βελτιω-
2143θῇ ἡ λειτουργία τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, αἵτινες
2144εἶναι σαφεῖς καὶ εὐκρινεῖς, καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐκτέλεσις θὰ
2145ἦναι πάντοτε ἀρκοῦσα, ἐν ὅσῳ δὲν παρεμβάλλονται προσ-
2146κόμματα εἰς αὐτήν; Οὕτω δὲ δὲν ἀπέφευγε τὴν ἀναθεώρησιν
2147τοῦ Συντάγματος, ὡς ἔλεγε, προτείνων, ὅτι ἐπεθύμει νὰ
2148συζητηθῶσι πρότερον τὰ τῆς ἀναθεωρήσεως, ὅπως γνωσθῇ
2149τίνες διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἐδέοντο ἀναθεωρήσεως,
2150ἀλλὰ προέβαινεν εἰς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, μετα-
2151βάλλων τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἵτινες ἦσαν συναφεῖς
2152μὲ τοὺς θεμελιώδεις νόμους τῆς πολιτείας, ἢ ἔτεινον εἰς τὴν
2153λειτουργίαν αὐτῶν. Ἡ πλειοψηφία ἀπεδέχθη τὰς σκέψεις
2154αὐτοῦ. Τὰ νομοσχέδια ἐψηφίσθησαν καὶ ἐγένοντο νόμοι, καὶ
2155οἱ νόμοι αὐτοὶ ἐξετελέσθησαν. Παρήγαγον τὰ ἀποτελέ-
2156σματα, τὰ ὁποῖα προσεδόκα ὁ εἰσηγητὴς τῶν νόμων; Ποῖά
2157εἰσι τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα παρήχθησαν ἀπὸ τὴν ἐφαρ-
2158μογὴν τῶν νόμων τῆς 16ης Ἰουνίου 1886; Ἐβελτιώθη ἡ
2159διοίκησις τῆς χώρας, ὅπερ τότε προεβάλλετο ὡς λόγος πρὸς
2160ὑποστήριξιν τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων; ἐπικαλοῦμαι τὴν
2161μαρτυρίαν πάντων ὑμῶν.
2162Δὲν ζητῶ νὰ μαρτυρήσητε ὑμεῖς μόνον, κύριοι συνάδελ-
2163φοι, (δείκνυσι τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα) ἐὰν ἡ διοίκησις τῆς
2164χώρας ἐβελτιώθη, ἐὰν ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχῃ ἴχνος διοική-
2165σεως ἐν τῷ συστήματι, διὰ τοῦ ὁποίου διοικεῖται ἡ χώρα,
2166ἰδίως κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην τετραετίαν. Ἐβελτιώθη
2167ἡ δημοσία ἐκπαίδευσις; Ἐπικαλοῦμαι τὴν εὐσυνείδητον
2168μαρτυρίαν ὑμῶν. Μὴ νομίζετε, ὅτι ἡ βελτίωσις τῆς δημο-
2169σίας ἐκπαιδεύσεως συνίσταται εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν δημοτι-
2170κῶν σχολείων ἢ τῶν ἑλληνικῶν σχολείων ἢ τῶν γυμνα-
2171σίων, τὰ ὁποῖα συνεστήθησαν κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο
2172ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως; Νομίζετε, ὅτι βελτιόνετε καὶ οὐχὶ
2173ὅτι ἀκρωτηριάζετε καὶ στρεβλόνετε τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ
2174ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅταν πολλαπλασιάζητε τὰ σχολεῖα, χωρὶς
2175νὰ ἔχητε διδασκάλους, ἀναγκαζόμενοι νὰ προσφεύγητε εἰς
2176βοηθοὺς ἑλληνικῶν σχολείων, διὰ νὰ ἀναπληρώσητε τοὺς
2177διδασκάλους τῶν ἑλληνικῶν σχολείων, εἴτε εἰς καθηγητὰς
2178καὶ εἰς γυμνασιάρχας ἀδεξίους; Ἢ τέλος πάντων εἰς γραμ-
2179ματοδιδασκάλους, διὰ νὰ ἀντικαταστήσητε τοὺς δημοδιδα-
2180σκάλους; Μήπως ἐβελτιώθη τάχα ἡ δικαιοσύνη; Καὶ σεῖς,
2181οἱ ὁποῖοι ἀναστρέφεσθε περὶ τὴν μελέτην τῶν νόμων καὶ
2182τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν, ἐσχηματίσατε τὴν πεποίθησιν, ὅτι
2183ἡ διαχείρισις τῆς δικαιοσύνης ἐγένετο βελτίων κατὰ τὴν
2184τελευταίαν τετραετίαν; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ ὁμο-
2185λογήσω, εἶναι, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν δια-
2186κρίνω πανταχοῦ τόλμην, ἵνα ἐπηρεάζηται ἡ ἀπονομὴ τῆς
2187δικαιοσύνης, καὶ εὗρον οὐχὶ τόλμην, ἀλλὰ θράσος, διὰ νὰ
2188ἐπηρεάζηται ἡ ἀπονομὴ τῆς πολιτικῆς δικαιοσύνης. Μήπως
2189θὰ μᾶς προβάλῃ τὴν σύνταξιν καὶ τὸν καταρτισμὸν τοῦ
2190στρατοῦ, τὸν καταρτισμὸν τοῦ στόλου, τὴν παρασκευὴν τὴν
2191στρατιωτικὴν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν τῆς χώρας, ἐπι-
2192τευχθεῖσαν κατὰ τὴν τετραετίαν ταύτην, ὡς ἀποτέλεσμα
2193τοῦ νέου συστήματος τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν; Ἢ μή-
2194πως θὰ μᾶς προβάλωσι τὴν ὑπεράσπισιν τῶν συμφερόντων
2195τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὴν καταβληθεῖσαν παρὰ τῆς Κυβερνή-
2196σεως κατὰ τὴν χρονικὴν ταύτην περίοδον; Ἂς ἐνθυμηθῶσι
2197τὴν Μακεδονίαν, ἂς βλέψωσι πρὸς τὴν Ἤπειρον, ἂς στρέ-
2198ψωσι τὰ βλέμματά των πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολιν, διὰ
2199νὰ ἴδωσιν εἰς ποίαν ἐγκατάλειψιν περιήχθησαν τὰ συμφέ-
2200ροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καὶ ἂν δὲν πείθωνται ἐκ τῆς
2201καταστάσεως αὐτῶν, ἂς ἀναγνώσωσι τὸ φιρμάνιον τοῦ Σουλ-
2202τάνου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκανονίσθη τελευταῖον ἡ τύχη τῆς
2203πολυπαθοῦς Κρήτης, διὰ νὰ ἀγανακτήσωσι διὰ τὰ ἀποτε-
2204λέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπήνεγκον οἱ νόμοι, οἱ ἐκδοθέντες κατὰ
2205τὴν τετραετίαν ταύτην. Ἔλεγε τότε ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι
2206ἡ ἀνάμιξις τῶν ἰδεῶν, αἵτινες ἐκυκλοφόρησαν ἐν ταῖς ἐπαρ-
2207χίαις, καὶ ἡ σύνταξις αὐτῶν ἐπὶ τὸ αὐτὸ θὰ ἔφερεν ἀπο-
2208τέλεσμα, νὰ ἀναπηδήσωσιν ἰδέαι ἐκ τῶν καλπῶν. Καὶ ποῖαι
2209ἄλλαι ἰδέαι ἠδύναντο νὰ ἀναπηδήσωσιν ἐκ τῶν καλπῶν,
2210εἰμὴ αἱ ἰδέαι ἐκεῖναι, αἵτινες ὑπῆρχον ἐν τῇ χώρᾳ, ἐκεῖναι,
2211αἵτινες ἀνεκηρύχθησαν καθ’ ὅλας τὰς βουλευτικὰς ἐκλογάς;
2212Μήπως ἡ ἐκλογὴ ἤθελε δημιουργήσει, ἤθελεν ἐξυφάνει νεω-
2213τέρας ἰδέας, νεωτέρας ἐννοίας, ἀγνώστους εἰς τὸν τόπον καὶ
2214εἰς τοὺς κατοίκους αὐτοῦ;
2215Ἡμεῖς διατελοῦμεν πεπεισμένοι, ὅτι, ἐὰν ἤθελε συμβῆ νὰ
2216παρακωλυθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον προέ-
2217βαλον, καὶ νὰ μὴ ἐπιψηφισθῇ νόμος, ὅπως ἐπανέλθῃ ἐν
2218ἰσχύει τὸ πρώην καθεστὼς, ἐσμὲν ἀδιστάκτως πεπεισμένοι,
2219ὅτι μεγίστη ζημία θέλει ἐπέλθει εἰς τὸ Κράτος, καὶ τὴν ζη-
2220μίαν ταύτην θέλομεν νὰ προλάβωμεν, συνιστῶντες εἰς ὑμᾶς
2221νὰ σπεύσητε εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου τούτου, ὥστε,
2222ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν συμβῇ, νὰ ἦναι ἐκδεδομένος ὁ νόμος.
2223Ἀλλ’ ἐὰν πράττωμεν τοῦτο, δὲν θέλετε βεβαίως ὑπολάβει
2224ἡμᾶς τοσοῦτον ἁπλοῦς, ὥστε νὰ ἀποδεχθῶμεν ὅ,τι προβάλλει
2225ὁ Πρωθυπουργός. Σᾶς γνωρίζομεν ἐκ τοῦ μέχρι τοῦδε βίου,
2226τὸν ὁποῖον διήλθομεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὡς γνωρίζομεν
2227καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν σκέπτεται, καὶ τὰς τέχνας, δι’ ὧν
2228ἐπενεργεῖ ἐν τῇ πολιτείᾳ ὑμῶν. Ἐπιθυμοῦμεν ὅμως διὰ τε-
2229λευταίαν φορὰν νὰ μάθωμεν, ἐὰν διαφωνῶμεν πρὸς ὑμᾶς καὶ
2230ἐπὶ τῶν θεμελιωδῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους. Ἐὰν διεφω-
2231νήσαμεν μέχρι τοῦδε ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, οὐδεὶς εἶχε δι-
2232καίωμα νὰ ἐπικρίνῃ, νὰ ψέξῃ τινὰ, διότι ταύτην ἢ ἐκείνην
2233εἶχε τὴν γνώμην. Ἐνδεχόμενον ἦτο, καὶ ὑμεῖς, οἵτινες ἐψη-
2234φοφορεῖτε ὑπὲρ τῶν νομοσχεδίων τοῦ Πρωθυπουργοῦ, νὰ ἐκρί-
2235νετε αὐτὰ ὠφέλιμα εἰς τὸ Κράτος, ἐνῷ ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι
2236ἦσαν βλαβερά. Ἀλλ’ ἐὰν διαφωνῆτε ἐπὶ τοῦ θεμελιώδους
2237τούτου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐνασκεῖ τοιαύτην ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ
2238τῶν ζωτικωτάτων ζητημάτων τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον δρᾷ
2239οὕτω καιρίως ἐπὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, ἡ διαφωνία
2240ὑμῶν πρὸς τὴν γνώμην ἡμῶν εἶναι διαφωνία ῥιζικὴ καὶ ἀνο-
2241ρύσσει χάσμα μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν, ἕνεκα τοῦ ὁποίου πλέον
2242δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θέλομεν δυνηθῆ νὰ
2243συναντηθῶμεν μεθ’ ὑμῶν. Διότι, ὅταν ἐπιμένητε μέχρις αὐτοῦ
2244τοῦ σημείου, ὅταν ἀρνῆσθε νὰ στέρξητε διὰ νὰ συζητηθῇ ἐν
2245εὐρύτητι νομοσχέδιον τοιοῦτον, οἷον τὸ προκείμενον, βεβαίως
2246ἔχω δικαίωμα νὰ σᾶς θεωρήσω, ὅτι ἔχετε πλέον ἀποφασίσει ἐπὶ
2247πάντων, ὅτι ἔχετε ἀποφασίσει καὶ περὶ τούτων, καὶ ὅτι ἡ ἀπό-
2248φασις ὑμῶν διαφέρει ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς
2249ἐλάβομεν. Τοιαύτην δὲ διαφωνίαν θεωροῦμεν διαφωνίαν ῥιζικήν.
2250Ἐὰν λοιπὸν παρακαλοῦμεν ὑμᾶς νὰ σπεύσητε νὰ συζητή-
2251σωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, παρακαλοῦμεν ὑμᾶς ν’ ἀπο-
2252φανθῆτε, διὰ νὰ γνωρίσωμεν, ἐὰν καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν ζητη-
2253μάτων διαφωνῶμεν. Καὶ ἔχομεν ἀνάγκην νὰ τὸ γνωρίσωμεν,
2254διότι αἱ διαφωνίαι ἐπὶ τῶν βάσεων ἐν τῇ πολιτικῇ, αἱ δια-
2255φωνίαι ἐπὶ τῶν θεμελιωδῶν ζητημάτων, ἀποτελοῦσι χω-
2256ρισμὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀδύνατον πλέον νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν πο-
2257λιτικὴν προσέγγισιν τῶν διαφωνούντων πρὸς ἀλλήλους.
2258Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι πειθόμεθα, ὅτι αἱ γνῶμαι τῆς Συμπολιτεύ-
2259σεως ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸ Σύνταγμα, ἔχομεν δικαίωμα νὰ
2260θεωρήσωμεν τοὺς ἀποκρούοντας τὸ νομοσχέδιον ὡς ἀνεχομέ-
2261νους καὶ ὑποστηρίζοντας τὴν παράβασιν τοῦ Συντάγματος’
2262ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι δὲν θεωροῦσι
2263τοὺς νόμους ἐκείνους ὡς ἀντιβαίνοντας πρὸς τὸ Σύνταγμα,
2264ἀλλὰ θεωροῦσιν αὐτοὺς ὡς ὀλεθρίους εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ
2265Κράτους, καὶ ἐκεῖνοι θέλουσι θεωρήσει τὴν διαφωνίαν ταύ-
2266την ὡς διαφωνίαν ῥιζικήν. Θέλομεν νὰ ἔχωμεν δικαίωμα νὰ
2267θεωρῶμεν τοὺς συναδέλφους ἡμῶν τῆς πλειοψηφίας ὡς μὴ
2268διερμηνεύοντας τὸ φρόνημα τοῦ Ἔθνους, νὰ θεωρῶμεν πλέον
2269αὐτοὺς ὡς διαχειριζομένους τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἔλα-
2270βον παρὰ τοῦ λαοῦ, οὐχὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους,
2271ἀλλὰ πρὸς τὰ ἴδια αὐτῶν συμφέροντα. Διὰ τοῦτο ζητοῦμεν
2272νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιθυμοῦμεν νὰ
2273προβῶμεν εἰς ψηφοφορίαν, διὰ νὰ ἀποφανθῇ ἕκαστος τὴν
2274γνώμην του καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ κατεπείγοντος.
2275§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ζητεῖ τὸν λόγον. Προβαί-
2276νομεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
2277Οἱ παραδεχόμενοι νὰ προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει
2278ἡ πρότασις τοῦ κ. ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ, περὶ μεταβολῆς
2279τῆς ἡμερησίας διατάξεως, λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι
2280λέγουσιν Ὄχι.
2281(Γίνεται ψηφοφορία δ’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
2282ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κκ. Κανάρη καὶ Καλογερο-
2283πούλου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας):
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2284Χαρ. Τρικούπης ΟἈρ. Κοντογούρης Ν
2285Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΟΝικόλ. Καλογερόπουλος Ο
2286Γ. Σισμάνης ΟἈλέξ. Κοντόσταυλος Ο
2287Δ. Βουλπιώτης ΟΝ. Παπανικολάου Ο
2288Ἀθ. Ἴσκος ΝΝικόλ. Καφετζόγλους Ο
2289Ν. Καλαντζόπουλος ΟἸωάννης Πεζᾶς Ν
2290Ἐπ. Σακελλαρόπουλος ΝΚωνσταντ. Σινέλης Ο
2291Μ. Γουλιμῆς ΟΒασίλειος Βουδούρης Ο
2292Μ. Ἰατρίδης ΟΚ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ο
2293Δ. Χατζόπουλος ΝΔιον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ο
2294Γεώργιος Μίλησης ΝἈναστ. Ε. Λούντζης Ο
2295Σπυρίδων Νοταρᾶς ΝΔιον. Λομβάρδος Ο
2296Γεώργ. Κούστας ΝΓεώργιος Θεοτόκης Ο
2297Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΟΚωνστ. Βασιλάκης
2298Σωτήριος Δανόπουλος ΟἈντ. Καποδίστριας Ν
2299Ἀναστ. Δημητριάδης ΟΝικόλαος Βασιλάκης Ν
2300Μιχαὴλ Νικηφοράκης ΟΕὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ν
2301Δημήτριος Πετρίδης ΝΠολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς Ν
2302Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΝΣπυρ. Ἀλαμάνος Ν
2303Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝΘεόφιλος Προβατᾶς Ν
2304Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης ΝΕὐάγγ. Μπασιᾶς Ν
2305Χρῆστος Χριστόπουλος ΝἈγαμέμνων Μεταξᾶς Ο
2306Φίλιππος Βάρβογλης ΝἈνδρ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΟ
2307Ἠλίας Φλέσσας ΝΝικόλ. Βαλσαμάκης Ν
2308Κ. Κωνσταντόπουλος ΝΓεράσιμος Μουσούρης Ο
2309Ἀρ. Σακελλαρόπουλος ΝΠαναγ. Βενιεράτος Ν
2310Παναγιώτης Μανέτας Γ. Τυπάλδος Κοζάκης Ν
2311Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος ΝΓεώργιος Κόρπας Ν
2312Ἠλίας Παλαμήδης ΟΣτέφανος Σκουλούδης Ο
2313Κωνστ. Κατσικόπουλος ΝἈλοΐσιος Τόμαν Ο
2314Δ. Ζέγγελης ΟΧαρίλ. Προβελέγγιος Ο
2315Δημ. Ν. Βότσαρης ΟΝικόλαος Νομικὸς Ο
2316Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΝΜίνως Μπογιατζόγλους Ο
2317Γεώργ. Χ. Παχὺς ΟΓεώργιος Μπούμπουρας Ο
2318Στέφανος Δραγούμης ΟΛωρέντζος Δελαρόκας Ο
2319Δημήτρ. Γ. Ῥάλλης ΝΔημοσθένης Καΐρης
2320Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας Νικόλαος Κρίσπης
2321Φωκίων Νέγρης ΟΕὐστάθιος Κεχαγιᾶς Ν
2322Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς ΝΙ. Γκιὼν Ο
2323Νικόλ. Μπουφίδης ΟΚωνστ. Κοσσονάκος Ο
2324Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟΓεώργιος Μαυρομιχάλης Ν
2325Δημ. Καλλιφρονᾶς ΝἈριστ. Πετροπουλάκης Ν
2326Νικόλ. Δ. Λεβίδης ΝΓιανν. Μαυρομιχάλης Ο
2327Σπυρ. Κουκούλεζας ΟΝικήτας Βαρβιτσιώτης Ο
2328Ὄθων Μακρυγιάννης ΟΛεων. Καπετανάκος Ο
2329Τρύφων Μουτσόπουλος ΟΞανθὸς Πικουλάκης Ο
2330Θάνος Κανακάρης ΟΓεώρ. Πετροπουλάκης Ν
2331Νεοκλ. Πετιμεζᾶς ΝΚων. Παπαμιχαλόπουλος Ν
2332Α. ΠαπαγιαννακόπουλοςΝἸωάν. Καρτάλης
2333Α. Φωτήλας ΟἈργ. Κανταρτζῆς Ο
2334Ἀνδρ. Αὐγερινός ΟΕὐάγγ. Σταμούλης Ο
2335Ἀντ. Ῥικάκης ΝΝ. Κοκωσλῆς
2336Ἀχ. Γεροκωστόπουλος ΝἸω. Παπαδόπουλος Ο
2337Ι. Κρεστενίτης ΝΚωνστ. Μαρκίδης Ο
2338Ν. Κουμανιώτης ΝἈριστ. Ἀργυρόπουλος Ο
2339Χρ. Στεφανόπουλος ΟΔημ. Κουτσουμπλῆς Ο
2340Ἀλέξ. Ζαΐμης ΝΕὐθ. Μπατζιᾶς Ο
2341Ἀναστ. Ζαρμάνης ΟΓ. Φραγκίδης Ο
2342Ἀχιλ. Λογιωτάτου Α. Τακιατζῆς Ο
2343Σωτήριος ΣωτηρόπουλοςΝΓ. Τάκης
2344Κωνστ. Κουμουνδοῦρος ΝΝ. Ταρμπάζης Ν
2345Περικλῆς Πεῤῥωτὴς ΝΖ. Φαλιάγκας Ν
2346Δημήτριος Τζάνες ΟΣταμάτιος Μπουντούρης Ο
2347Περικλῆς Μποῦτος ΟΘεόδωρος Γκίκας Ο
2348Παναγιώτης Σάκκης ΝἈνάργ. Σιμόπουλος Ο
2349Νικόλαος Παπαλέξης ΟΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
2350Νικόλαος Μισυρλῆς ΝὈδυσσεὺς Πετρόπουλος Ο
2351Ν. Καράπαυλος ΟΝικόλ. Κοντογιάννης Ν
2352Ἀσημάκης ΧριστόπουλοςΝἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ο
2353Εὐστάθιος Κοκκέβης ΟΓεώργ. Λιδωρίκης Ο
2354Δημήτριος Κάρτωνας ΝΚωνστ. Χατζῖσκος Ο
2355Δημήτριος Π. Γουδῆς ΟΔημ. Ζουλούμης Ο
2356Σ. Χατζηγάκης ΝΚωνστ. Ἀναγνωστόπουλος Ν
2357Κ. Ζωγλοπίτης ΟΘεμιστοκλῆς Κανάρης Ν
2358Ἀθ. Καζαμπάκας Ο
2359§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 140. Ἐκ τούτων
236060 εἶπον Ναὶ καὶ 80 εἶπον Ὄχι. Ἑπομένως ἡ πρότα-
2361σις ἀπεῤῥίφθη.
2362Λύεται ἡ συνεδρίασις.
2363Ὥρᾳ 9 μ. μ.