Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΑ · Σύνοδος Δ› Συνεδρίαση 26

1889.11.24

2.301 στίχοι · 16.722 λέξεις · 2 πίνακες · 92 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1889.11.24
Προεδρεία
ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ
Περίοδος
ΙΑ
Σύνοδος
Δ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1890)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 26

Τῆς 24 Νοεμβρίου 1889

(Παρασκευή).

Ὥρᾳ 5 μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ὑποβάλλει τὴν ἑπομένην ἔγγραφον ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης: «Μεταξὺ τῶν ἐγγράφων, ἅτινα ἐζήτησα νὰ προσαχθῶσι, σχετικῶς μὲ τὴν τοποθέτησιν τῶν ἐν Κυπαρισσίᾳ ἀρχῶν εἰς τὸ παράλιον, περιελαμβάνοντο καὶ ἐκθέσεις τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τοῦ Πρωτοδικείου περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς μεταθέσεως ταύτης ὡς πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους, τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τοὺς κατοίκους. Ἐπειδὴ δὲ ἤκουσα χθὲς ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι δὲν ἐζήτησε τοιαύτας ἐκθέσεις, διότι αἱ ἀνωτέρω ἀρχαὶ δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν του, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσκαλέσῃ τὸν Εἰσαγγελέα καὶ τὸ Πρωτοδικεῖον Κυπαρισσίας νὰ ἐκθέσωσιν ἐμπεριστατωμένως τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν σπουδαίαν ταύτην ὑπόθεσιν, καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὸ ταχύτερον τὰς ἐκθέσεις των».

§2ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀποσταλῇ ἡ ἐπερώτησις πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργόν.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Ὁ Δ. Χαρατζῆς ὑποβάλλει ὑπόμνημα κατὰ τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ.

§4ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἀντώνιος Οἰκονόμου ἐξ Ἀργυροκάστρου, κρατούμενος ἐν ταῖς αὐτόθι φυλακαῖς, παραπονεῖται κατὰ τῆς Προξενικῆς ἀρχῆς Ἀργυροκάστρου. Ἀναφορὰ ἐμπόρων Ἑρμουπολιτῶν, παρακαλούντων νὰ καταργηθῶσι τὰ τέλη χαρτοσήμου διὰ τὰ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἀποστελλόμενα ἐμπορεύματα.

§6ΚΟΡΠΑΣ. Ὑποστηρίζω τὴν ἀναφορὰν ταύτην καὶ παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὰς μελέτας, τὰς ὁποίας προτίθεται νὰ κάμῃ ἐπὶ τοῦ δασμολογίου χάριν τοῦ ἐμπορίου, καὶ ἰδίως ἐκείνου τῆς Σύρου, ὅπερ προδήλως δὲν εὑρίσκεται εἰς εὐάρεστον κατάστασιν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει καὶ τὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ ἐκτιθέμενα ὑπὸ τῶν ἐμπόρων τῆς Σύρου καὶ, εἰ δυνατόν, προκαλέσῃ νόμον, δι’ οὗ νὰ ἐπανέλθῃ ἐν ἰσχύϊ τὸ πρώην καθεστὼς, δηλ. αἱ πράξεις, αἵτινες συντάσσονται ἐν τοῖς τελωνείοις διὰ τὰ ἐκ τῆς διαμετακομίσεως ἀποστελλόμενα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐμπορεύματα, νὰ μὴ γίνωνται ἐπὶ χαρτοσήμου, ἀλλ’ ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου.

§7ΤΖΑΝΕΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβωσι πρόνοιαν περὶ τῶν καταστημάτων τῶν ἐκπαιδευτικῶν ἐν τῷ δήμῳ Ἀλαγωνίας, τῶν συντηρουμένων ἐκ τοῦ κληροδοτήματος Δημάκη, διότι ταῦτα ὅσον οὔπω καταπίπτουσι. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα δύνανται νὰ λύωνται ἐν τοῖς Ὑπουργείοις καὶ μάλιστα παρ’ ἡμῶν, οἵτινες δυνάμεθα εὐκολώτερον νὰ προσερχώμεθα εἰς αὐτά, ἀλλ’ εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα καὶ οἱ Βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως δὲν δύνανται νὰ τὰ λύσωσιν ἐν τοῖς Ὑπουργείοις, διότι τινὰ ὄργανα ἐν τοῖς Ὑπουργείοις ἔχουσι καὶ πολιτικὴν ἄλλην καὶ γνώμην ἄλλην. Πολλάκις ἀπηυθύνθην πρὸς τοὺς ἁρμοδίους ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας, καὶ πρὸς τοὺς ἁρμοδίους ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ σώσωμεν αὐτὴν τὴν περιουσίαν τὴν ἐθνικήν. Δυστυχῶς, μέχρι σήμερον, ἂν καὶ πολλάκις ἀπηυθύνθην, δὲν ἠδυνήθην νὰ κάμω τίποτε. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ λάβωσιν ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν παράκλησίν μου ταύτην, καὶ νὰ καλέσῃ ὁ μὲν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς τὸν ὑπάλληλον ἐκεῖνον, μεθ’ οὗ ὡμίλησα πολλάκις, καὶ νὰ ὑποδείξῃ αὐτῷ, ὅτι ἀνάγκη νὰ ἐκδοθῇ Β. Διάταγμα ἢ ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον νὰ κανονίσῃ τὸ κληροδότημα, ὁ δὲ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς νὰ καλέσῃ τὸν ἁρμοδιώτερον ὑπάλληλον καὶ νὰ παραγγείλῃ εἰς τὸν Νομάρχην Μεσσηνίας ν’ ἀποστείλῃ ἐπίτηδες ἄνθρωπον εἰς τὸν δῆμον, διότι θὰ καταπέσωσι τὰ εἰρημένα καταστήματα, καὶ ὄχι μόνον τὸ Κράτος θὰ ζημιωθῇ σπουδαίως, ἀλλὰ καὶ τὸ κληροδότημα θὰ παραληφθῇ ἀπὸ τοὺς κληρονόμους, καὶ τοιουτοτρόπως ὁ σκοπὸς τοῦ διαθέτου θὰ ματαιωθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν.

§8ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ λαλήσω πλέον περὶ τῆς βραδύτητος, ἡ ὁποία συμβαίνει εἰς τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως, διότι πολλάκις ἐγένετο λόγος, πολλάκις ἐλήφθησαν ἀποφάσεις, καὶ δὲν ἐξετελέσθησαν· ἀλλὰ παρατηρῶ ὅτι τὸ κακὸν προχωρεῖ καὶ ἡ σιωπὴ ἴσως ἤθελεν ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐντελῆ παραλυσίαν τῶν συνεδριάσεων. Δὲν πρόκειται πλέον, ὅτι ἡμεῖς, οἱ ἐρχόμενοι ἐγκαίρως, ἀποκάμνομεν ἀναμένοντες, ἀλλὰ συμβαίνει ὥστε ἡ κακὴ αὕτη συνήθεια ἀπειλεῖ νὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ ἐκπληρῶμεν τὸ καθῆκον, δι’ ὃ συνερχόμεθα. Ἐὰν θέλωμεν σπουδαίως νὰ ἐργασθῶμεν, ἡ τακτική, τὴν ὁποίαν καθιερώσαμεν, ἀντίκειται εἰς τὸν σκοπόν μας. Οὐδεὶς θ’ ἀρνηθῇ, ὅτι, ἐργαζόμενος ὅλην τὴν ἡμέραν εἰς ἄλλας ἐργασίας καὶ ἐρχόμενος ἐνταῦθα τὸ ἑσπέρας, δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ν’ ἀσχοληθῇ σπουδαίως εἰς καθήκοντα, ὁποῖα ἡ θέσις αὕτη τῷ ἐπιβάλλει. Ἔρχεται ἡ ἑβδόμη ὥρα καὶ οἱ περισσότεροι ἐξ ἡμῶν εἴμεθα ἐξηντλημένοι, καὶ τοιουτοτρόπως ἐργαζόμεθα μηχανικῶς. Θὰ σᾶς παρακαλέσω λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, νὰ συστήσητε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ συντελέσητε, ὥστε νὰ ἐκπληρῶται ἡ ἀπόφασις τοῦ σώματος, νὰ συνερχώμεθα ἐγκαίρως, διὰ νὰ ἐργαζώμεθα σπουδαίως, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐργαζώμεθα. Περισσότερα δὲν θέλω νὰ εἴπω, καὶ εἶναι καὶ ἡ τελευταία φορὰ, καθ’ ἣν ὁμιλῶ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τὸ τηρῇ.

§10ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν συμφωνῶ καθόλου μετὰ τοῦ προλαλήσαντος· διότι, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὰ χρονικὰ τῆς Βουλῆς, θέλομεν ἴδει ἀπεναντίας, ὅτι ἡ σπουδαία ἐργασία, εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλεται ἡ ἀναμόρφωσις τῆς Πολιτείας, ἐγένετο κατὰ τὸ μεσονύκτιον. Ὡς ἐκ τούτου ὀφείλει νὰ διδαχθῇ ὁ προλαλήσας ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι σφάλλει καθ’ ὁλοκληρίαν, καὶ νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὴν γνώμην τῶν πολλῶν, οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν κατὰ τοιαύτην ὥραν καὶ κατέληξαν εἰς τοιαῦτα σπουδαῖα ἀποτελέσματα.

§11ΡΙΚΑΚΗΣ. Τί θὰ γίνῃ, κύριε Πρόεδρε;

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον εἶναι πάντοτε ἐνταῦθα ἀπὸ τῆς 3ης ὥρας. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ ἔρχωνται τοὐλάχιστον εἰς τὰς 3½.

§13ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§14ΚΟΡΠΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διορθώσῃ ἓν ἄτοπον, τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἰς τὸν δῆμον Σερίφου· τὸ Τηλεγραφεῖον μένει ἀπὸ 15 ἤδη ἡμερῶν κεκλεισμένον, τοῦ τηλεγραφητοῦ ἀπουσιάζοντος, νομίζω ἕνεκεν ἀσθενείας, καὶ εὑρισκομένου εἰς ἄλλον τόπον. Ἐν Σερίφῳ, ὡς γνωρίζετε, κύριε Ὑπουργὲ, ὑπάρχουσι δύο Μεταλλευτικαὶ Ἑταιρίαι, τῶν ὁποίων τὰ συμφέροντα σπουδαίως παραβλάπτονται ἐκ τῆς ἐλλείψεως τοῦ τηλεγραφητοῦ· ἑπομένως νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη καὶ ἀνάγκη κατεπείγουσα νὰ διατάξητε, εἰ δυνατὸν, νὰ σταλῇ προσωρινῶς ἐκ Σύρου ἕτερος τηλεγραφητής, μέχρις οὗ ἀναῤῥώσῃ ὁ ἀσθενῶν ἢ μέχρις οὗ ληφθῇ ἄλλο μέτρον. Ἐπειδὴ δὲ εὑρίσκομαι εἰς τὸ βῆμα, θεωρῶ καθῆκόν μου ἀπαραίτητον,—καθόσον χθὲς, ὅτε ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ἀπολύσεως τοῦ γυμνασιάρχου Ληξουρίου κ. Παγκάλου, δὲν παρευρέθην εἰς τὴν συνεδρίασιν,—νὰ εἴπω τινὰ, πρὸς ἀναίρεσιν ὄχι τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ λεχθέντων, ἀλλὰ τῶν πληροφοριῶν, τῶν χορηγηθεισῶν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἐκ λόγων ἴσως ἄλλων, ἢ τῆς πολιτικῆς ἢ τῆς ὑπηρεσίας. Ἐὰν λόγοι ὑπηρεσίας προὐκάλουν τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ἐντιμοτάτου καὶ ἱκανωτάτου τούτου Γυμνασιάρχου, βεβαίως ἦτο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατό τις νὰ ἐξετάσῃ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν. Ἀλλὰ λόγοι ὑπηρεσίας δὲν ὑπάρχουσι καὶ οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι, πρὸ πάντων δὲ ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀπολυθῇ Γυμνασιάρχης, ὅστις προήχθη εἰς τὴν θέσιν τοῦ Γυμνασιάρχου ἐκ τῆς θέσεως τοῦ καθηγητοῦ, καίτοι νεώτατος καὶ τὴν ἡλικίαν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν, τὸ ὁποῖον σημαίνει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισεν ὅτι ὁ κ. Πάγκαλος κέκτηται προσόντα, τὰ ὁποῖα παρεῖχον εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ καθέξῃ τὴν θέσιν τοῦ Γυμνασιάρχου, καίτοι νεώτατος τὴν ἡλικίαν· ἄλλως τε, καὶ ἄλλοι τινὲς λόγοι ἐὰν ὑπῆρχον, ἔχω ἀνὰ χεῖρας ἀντίγραφον τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς καὶ τηλεγραφημάτων καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τοὺς ἐντίμους συναδέλφους ἐκ Κεφαλληνίας, εἰς τὰ ὁποῖα τηλεγραφήματα παριστῶσιν οὐ μόνον τὴν ἀνάγκην τῆς διατηρήσεως τοῦ κ. Παγκάλου ἐν τῷ Γυμνασίῳ ἐκείνῳ, ἀλλὰ ζητοῦσιν ἱκετευτικῶς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραμείνῃ ἐκεῖ, διότι ἄνευ αὐτοῦ τὸ Γυμνάσιον θὰ παραλύσῃ. Ἔρχομαι λοιπὸν ν’ ἀντικρούσω μόνον τὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, καὶ αἱ ὁποῖαι κατ’ ἐμὲ εἶναι ἐσφαλμέναι. Εἶπε χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ὁ κ. Πάγκαλος μετέβαλε τὴν οἰκίαν αὑτοῦ εἰς ἐκλογικὸν πρακτορεῖον καὶ σκανδαλωδῶς εἰργάζετο ὑπὲρ τοῦ ὑποψηφίου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὴν ἄρτι διεξαχθεῖσαν βουλευτικὴν ἐκλογὴν ἐν τῷ νομῷ Κυκλάδων. Τῷ ὄντι, Κύριοι, συνομολογῶ καὶ ἀνομολογῶ δημοσίᾳ, ὅτι ἡ οἰκία τοῦ κ. Παγκάλου μετεβλήθη εἰς ἐκλογικὸν πρακτορεῖον κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν ἐκλογῶν, ἀλλ’ ὁ πράκτωρ δὲν ἦτο ὁ Πάγκαλος ὁ Γυμνασιάρχης, ἀλλ’ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ Μόσχος Πάγκαλος, ἰατρὸς, ὅστις ὅμως δὲν ἀνήκει εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἀλλ’ εἰς τὴν Συμπολίτευσιν, ὅστις εἶναι εἷς τῶν φανατικωτέρων φίλων τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ ἰδίως τοῦ κόμματος τοῦ φίλα φρονοῦντος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ. Ἐὰν ἀμφιβάλλητε, κύριε Ὑπουργὲ, δύνασθε νὰ ἐρωτήσητε καὶ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους ἐκ τῶν Κυκλάδων καὶ τοὺς διευθύνοντας τὸ κόμμα, τὸ πρὸς ὑμᾶς φίλα φρονοῦν ἐν Κέᾳ, καὶ θέλετε πεισθῆ, ὅτι ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ εἶναι εἷς τῶν φανατικωτέρων φίλων τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἐκεῖ συνήρχοντο πᾶσαι αἱ ἀρχαί, οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ἐντεταλμένοι τὴν τήρησιν τῆς τάξεως, ἵνα λαμβάνωσι μέτρα πρὸς παραχάραξιν τοῦ φρονήματος τῶν ἐκλογέων. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὁ Σπυρίδων Πάγκαλος, ὁ Γυμνασιάρχης, ὁ σκανδαλωδῶς ἐργασθεὶς καὶ ἀναμιχθεὶς εἰς τὰς ἐκλογάς, ἀλλ’ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ, ὅστις ὡς πολίτης εἶναι ἐλεύθερος καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα νομίζω καὶ ν’ ἀναμιχθῇ καὶ νὰ πράξῃ ὅ,τι καὶ ἂν θέλῃ, χωρὶς νὰ παραβῇ τοὺς κειμένους νόμους. Ὁ Γυμνασιάρχης οὗτος ἔχει καὶ ἄλλον ἀδελφόν, τὸν Ποθητὸν Πάγκαλον, ὅστις εἶναι δικηγόρος ἐνταῦθα, ὁ ὁποῖος τῷ ὄντι εἶναι ἀντιπολιτευόμενος καὶ εἰργάσθη ἐκθύμως ὑπὲρ τοῦ ὑποψηφίου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τοιαύτη δὲ ὑπῆρξεν ἡ μεταξὺ τῶν δύο ἀδελφῶν διχόνοια, ὥστε δὲν ἐχαιρετῶντο ἐπὶ ἡμέρας ὁλοκλήρους, διότι δὲν ἤθελεν ὁ ἀντιπολιτευόμενος νὰ μεταβληθῇ ἡ οἰκία αὐτῶν εἰς κέντρον ἐκλογικὸν ὑπὲρ τοῦ ὑποψηφίου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν θέλητε, δύνασθε ν’ ἀποταθῆτε πρὸς τὸν ἐπόπτην, τὸν τότε ἐντεταλμένον τὴν τήρησιν τῆς τάξεως ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ τῆς Κέας, ἢ πρὸς τὸν Δήμαρχον, ὅστις εἶναι φίλος τῆς Κυβερνήσεως, δύνασθε νὰ ζητήσητε πληροφορίας παρὰ τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς· ὁ Σπυρίδων Πάγκαλος δὲν ἐτόλμησε μάλιστα νὰ ψηφίσῃ καθ’ ἣν ὥραν μετέβαινον οἱ ἄλλοι πολῖται, ἀλλὰ μετέβη ἀργά, εἶναι δὲ ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν εὑρέθη ἐν τῷ τόπῳ καὶ ἐψήφισε, καὶ Κύριος οἶδε πῶς ἐψήφισε· πιθανὸν νὰ ἐψήφισεν ὑπὲρ τοῦ ὑποψηφίου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ πιθανὸν καὶ νὰ ἐψήφισε ὑπὲρ τοῦ συμπολιτευομένου, χάριν τοῦ μεγαλειτέρου ἀδελφοῦ του, ὅστις εἶναι ὁ προστάτης τῆς οἰκογενείας. Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ σκανδαλώδης ἐπέμβασις τοῦ Γυμνασιάρχου Παγκάλου; Ἀποταθῆτε, ἐπαναλέγω, εἰς τὰς ἀρχὰς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἁρμόδιαι νὰ παράσχωσιν ὑμῖν πληροφορίας, καὶ ἂν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας θέλει σᾶς δώσῃ ὁ φίλος ὑμῶν Δήμαρχος καὶ αἱ ἐφορευτικαὶ ἐπιτροπαί, εἴτε ὁ ἐπόπτης τῆς δημοσίας δυνάμεως, εἴτε οἱ ἀντιπρόσωποι οἱ διοικητικοὶ ἢ δικαστικοί, εἶναι ἀντίθετοι τῶν παρ’ ἐμοῦ σήμερον χορηγουμένων, τότε καὶ ἐγὼ πείθομαι ὅτι καλῶς ἀπελύθη· ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ σᾶς πληροφορήσωσιν, ὅτι ὁ Πάγκαλος δὲν ἐξετέλεσεν, εἰμὴ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὡς πολίτης, νὰ ψηφίσῃ ἁπλῶς. Ἀλλ’ ἐὰν ταῦτα λέγωμεν διὰ τὸν Πάγκαλον, τὸν τυχαίως εὑρεθέντα ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ αὐτοῦ πατρίδι χάριν τῶν διακοπῶν καὶ χάριν τῆς οἰκογενείας του, τί θέλετε εἶπει διὰ τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι μετέβησαν ἐν τῷ τόπῳ ἄνευ ἀδείας καὶ οἱ ὁποῖοι ἐφατρίαζον καὶ εἰργάζοντο ὑπὲρ τοῦ ὑποψηφίου τῆς Κυβερνήσεως; ἀπελύθη τις ἐξ αὐτῶν; ἐγένετο κἄν παρατήρησις, διὰ τίνα λόγον μετέβησαν εἰς τὸν τόπον τῆς ἐκλογῆς, ἐγκαταλείψαντες τὰς θέσεις αὐτῶν; οὐδεὶς ἐγένετο λόγος. Παρακαλῶ λοιπόν, κύριε Ὑπουργέ, νὰ βασανίσητε τὸ πρᾶγμα σπουδαιότερον, καὶ θέλετε πεισθῆ, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας παρέσχον πρὸς ὑμᾶς, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς.

§15ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σχετικῶς μὲ τὴν συζήτησιν αὐτὴν ἐπληροφορήθην χθές, ὅτι πλὴν τῶν Γυμνασιαρχῶν, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἔπαυσε καὶ ἕτερον ἀρχαῖον Γυμνασιάρχην, ὀνομαζόμενον Τόμπραν, Γυμνασιάρχην Κορίνθου, βραδύτερον δὲ ἐπανέφερεν αὐτὸν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ δηλώσῃ, τίνες οἱ λόγοι τῆς ἀπολύσεως καὶ τῆς ἐπαναφορᾶς αὐτοῦ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.

§16ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας κατὰ τὴν χθὲς ἑσπέραν εἰσηγήσατο εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐφειλκύσατο τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπί τινος ἀδικήματος, γινομένου εἰς τὴν φορολογίαν τῆς σταφίδος. Ἤμην ἀπησχολημένος καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέπτυσσε τὴν πρότασίν του, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους δοὺς προσοχὴν παρετήρησα, ὅτι τῷ ὄντι ἡ γιγνομένη εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην ἀδικία εἶναι σημαντικὴ, καὶ εὗρον ὀρθοτάτους τοὺς λόγους τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅστις ἔχει ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν καὶ κῦρος μακρᾶς πείρας καὶ μακρᾶς διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν. Δὲν ἐπρόφθασα δὲ κατὰ τὴν χθὲς ἑσπέραν νὰ συνεχίσω τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, προκειμένου καὶ περὶ τῶν ἐπαρχιῶν Κορίνθου καὶ Ἄργους· διότι τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, τὸ προσγινόμενον εἰς τὴν Τριφυλίαν, ἐπίσης βαρὺ, ἵνα μὴ εἴπω βαρύτερον, ἐπιβαρύνει καὶ τὰς ἐπαρχίας Κορινθίας καὶ Ἄργους, καὶ καταστρέφει τοὺς ἀτυχεῖς σταφιδοκτήμονας, τῶν ὁποίων τὴν δυσμενῆ τύχην πάντες γνωρίζετε, ὡς ἐκ τῆς καταπτώσεως τῆς τιμῆς τοῦ σταφιδοκάρπου ἢ καὶ τῆς ἀζητησίας αὐτοῦ. Κατὰ τὴν κρατοῦσαν φορολογικὴν ἀναλογίαν, ὁ φόρος τῆς σταφίδος ὁρίζεται εἰς δύο ποσά· εἰς μὲν τὰς τέσσαρας ἐπαρχίας, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τῶν Πατρῶν, Αἰγίου, Κορινθίας καὶ Ἀργολίδος ἐπιβάλλεται ὁ ἀνώτατος ὅρος τοῦ φόρου, ἤτοι δραχμαὶ 15, ἀλλὰ, προστιθεμένων καὶ τῶν 15% καὶ τινων ἄλλων βαρῶν, ἀναβαίνει ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον πληρόνει ἡ σταφὶς ἡ ἐξαγομένη ἀπὸ τῆς ἐπαρχίας Κορίνθου, εἰς δραχμὰς 21 κατὰ χιλιάδα. Τοῦτ’ αὐτὸ ἀναλογεῖ καὶ τὴν αὐτὴν ποσότητα πληρόνει καὶ ἡ σταφὶς τῶν ἐπαρχιῶν Πατρῶν καὶ Αἰγίου. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν τιμῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἀγοράζονται αἱ σταφίδες τοῦ Αἰγίου πρῶτον καὶ τῶν Πατρῶν δεύτερον, πρὸς ἐκείνας τῆς Κορίνθου, ὑπάρχει μεγίστη διαφορά· διότι κατὰ τὴν συνηθεστέραν ἀναλογίαν πάντοτε ἡ σταφὶς τοῦ Αἰγίου τιμᾶται 8–10 τάλληρα περισσότερον τῆς σταφίδος τῆς Κορίνθου, πάντοτε δὲ ἡ τῶν Πατρῶν 6–7 τάλληρα, δηλονότι κατὰ 30 δραχμὰς ὑπερτιμᾶται ἡ σταφὶς τῶν Πατρῶν, κατὰ 60 δὲ ἢ 50 ἢ καὶ 80 πολλάκις ἡ τοῦ Αἰγίου, διότι ὑπάρχουσι τμήματά τινα τῆς σταφίδος τοῦ Αἰγίου ἐξαιρέτου ποιότητος, τὰ ὁποῖα πωλοῦνται 40, 42 καὶ 44 σελίνια τὸ καντάρι ἐν Ἀγγλίᾳ· ἐνῷ ἡ ἐκ τῆς Κορινθίας ἐξαγομένη τιμᾶται 28–29 ἢ 30–31 σελίνια κατ’ ἀνώτατον ὅρον. Κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ὁ σταφιδόκαρπος τῆς Κορίνθου καὶ τοῦ Ἄργους ὑπετιμήθη, ἡ ἀναλογία μεταξὺ τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος τοῦ Αἰγίου καὶ τῆς Κορίνθου καὶ Ἀργολίδος εἶναι μεγίστη, διότι ἐφέτος ἐπωλήθη πρὸς δραχμὰς 160 ἡ χιλιὰς, ἐνῷ τοῦ Αἰγίου 260 καὶ 300, ἡ τελευταία ποιότης τῆς σταφίδος τοῦ Αἰγίου δὲν ἐτιμήθη ὀλιγώτερον τῶν 240 δραχμῶν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ διαφορὰ τῆς τιμῆς εἶναι 80 δραχμῶν ἐφέτος, 50 ἢ 60 πέρυσι. Κατὰ τὴν γενικὴν δὲ θεωρίαν καὶ τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς ἐπιστήμης τῆς οἰκονομικῆς, πρέπει νὰ ἐπικρατῇ εἰς τὴν ἐπιβολὴν τῶν βαρῶν ἀναλογία τις καὶ ἰσότης καὶ δικαιοσύνην. Διότι νομίζω, ὅτι ἀπέδειξα σαφῶς, ὅτι ἀνίσως καὶ ἀδίκως ὁ φόρος ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς σταφίδος τῆς ἐξαγομένης ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν τούτων, μολονότι τοιαύτη διαφορὰ τιμῆς ὑπάρχει, ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, διαφορὰ ἴσως δραχμῶν 15. Εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ προσθέσω, ὅτι ἐκτὸς τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς βαρύνεται ἑκάστη χιλιὰς τῆς σταφίδος τῆς Κορινθίας καὶ Ἀργολίδος καὶ διὰ τῶν ἐξόδων τῆς μεταφορᾶς εἰς τὸν τόπον τῆς φορτώσεως· διότι τόπος τῆς φορτώσεως εἶναι αἱ Πάτραι. Ὅλος ὁ καρπὸς τῶν ἀνατολικῶν ἐπαρχιῶν τῆς Πελοποννήσου καὶ ἰδίως τοῦ Ἄργους μετακομίζεται, εἴτε διὰ τοῦ σιδηροδρόμου, εἴτε διὰ πλοίων ἀκτοπλοϊκῶν, μπρατσερῶν τοῦ Γαλαξειδίου, εἰς τὰς Πάτρας καὶ ἐκεῖ ἐπιβιβάζεται εἰς τὰ ἀτμόπλοια, τὰ μεταφέροντα αὐτὸν εἰς τὴν ἀγορὰν τῆς καταναλώσεως, τὴν Ἀγγλίαν· ἑπομένως, ἵνα μετακομισθῇ ἡ σταφὶς τῶν δύο αὐτῶν ἐπαρχιῶν εἰς τὰς Πάτρας, εἶναι ἀνάγκη νέας δαπάνης 4–5 καὶ πολλάκις 6 δραχμῶν κατὰ χιλιάδα. Ἐὰν προσθέσητε λοιπὸν καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὸν φόρον τῶν 21 δραχμῶν, εἰς τὰς ὁποίας συμποσοῦται ὁ φόρος ὁ ἐπιβαλλόμενος εἰς τὴν σταφίδα, ἀναβαίνει ἡ φορολογία τοῦ σταφιδοκάρπου τῆς Κορινθίας καὶ Ἀργολίδος εἰς δραχμὰς 25 κατὰ χιλιάδα. Ἐὰν δὲ ἐνθυμηθῆτε, ὅτι ἐφέτος ἐπωλήθη εἰς τὰς 150 ἢ 160 δραχμὰς κατὰ μέσον ὅρον, παρατηρεῖτε, ὅτι καταντᾷ τὸ πέμπτον ἢ τὸ ἕκτον τῆς ἀξίας τοῦ ἐμπορεύματος νὰ πληρώνηται εἰς φόρον. Καὶ ἂν ὁ φόρος οὗτος ἦτο ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος, τύχῃ ἀγαθῇ! μολονότι κατὰ τὴν οἰκονομολογικὴν ἐπιστήμην 8 ἢ 10% ἐπιτρέπεται τὸ πολὺ νὰ ἐπιβάλληται φόρος ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος τοῦ σταφιδοκάρπου. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν 160, τὰς ὁποίας λαμβάνει ὁ σταφιδοκτήμων ἀπέναντι μιᾶς χιλιάδος, πρέπει νὰ ἐκπέσητε 60 δραχμὰς κατὰ στρέμμα διὰ καλλιέργειαν, τὸν τόκον τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐδαπάνησεν ἕως ὅτου ἀναπτύξῃ τὴν σταφίδα εἰς ἡλικίαν νὰ παραγάγῃ καρπὸν. Ἐὰν ταῦτα ὅλα ἀφαιρέσητε, θὰ ἴδητε, ὅτι σχεδὸν δὲν ἔρχεται εἰς ἰσομοιρίαν ἡ πολιτικὴ πρὸς τὸν καλλιεργητὴν, διότι λαμβάνει περισσότερα ἡ πολιτεία. Ὡς ἐκ τούτου ἡ τάξις τῶν σταφιδοκτημόνων εἶναι εἰς διηνεκῆ ἀνισοῤῥοπίαν ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ὑπάρχει καὶ Γεωργικὴ Τράπεζα, παρέχουσα τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας, παραδίδονται εἰς τὴν τοκογλυφίαν, καὶ διὰ τοῦτο ἡ τάξις τῶν σταφιδοκτημόνων εἶναι εἰς τὴν ἐλεεινοτέραν κατάστασιν, εἰς ἣν δύναται νὰ ὑπάρξῃ τάξις κοινωνική. Τούτων οὕτως ἐχόντων, παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει, σὺν τῇ παρατηρήσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, καὶ τὴν δικαίαν ἀξίωσιν τῆς Κορίνθου καὶ τοῦ Ἄργους, ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ ἐλαττωθῇ ὁ ἐκ 15 δραχμῶν ἐπιβαλλόμενος φόρος κατὰ χιλιάδα, ὁ ὁποῖος μετὰ τῶν προσθέτων βαρῶν κορυφοῦται εἰς 21 δραχμὰς καὶ ὁ ὁποῖος ἀποκορυφοῦται εἰς δραχμὰς 25, ὅταν προσθέσητε καὶ τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς ἀπὸ τοῦ τόπου τῆς παραγωγῆς εἰς τὸν τόπον τῆς φορτώσεως ἐν Πάτραις, διότι ἄλλως ὁ φόρος αὐτὸς εἶναι ἄνισος καὶ ἄδικος, καὶ τοιοῦτος ὤν, καταπιέζει καὶ καταστρέφει τὴν κτηματικὴν τάξιν.

§17ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. συναδέλφου δύνανται νὰ ἔχωσι χώραν ὡς τροπολογία τῆς γενομένης προτάσεως, διότι, ὡς γνωρίζετε, ἡ ποιότης τοῦ σταφιδοκάρπου διαιρεῖται εἰς δύο εἴδη, εἰς σταφιδόκαρπον τῶν ἐπαρχιῶν καὶ εἰς σταφιδόκαρπον τοῦ Κόλπου· ὁ δεύτερος ἐθεωρήθη πολυτιμότερος καὶ ἐπεβλήθη εἰς αὐτὸν μεγαλείτερος φόρος. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ σταφιδόκαρπος τῶν ἐπαρχιῶν ἦναι ἐλάσσονος ἀξίας, οὐχ ἧττον ὅμως παράγει ἕκαστον στρέμμα ἀνώτερον ποσὸν, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι εἰς καλλιτέραν θέσιν ὡς πρὸς τὰ βάρη τῆς παραγωγῆς. Ἐπὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα ὑποστηρίξω τροπολογίαν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἐπὶ τῷ τέλει ἵνα νομοθετηθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἐτησίου φορολογικοῦ νόμου ἀφομοίωσις τοῦ φόρου ὅλων τῶν ποιοτήτων σταφιδοκάρπου, τόσον τῶν ἐπαρχιῶν, ὅσον καὶ τοῦ Κόλπου.

§18Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Μολονότι ἀργὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατέθηκε χθὲς τὰ ἔγγραφα, τὰ ζητηθέντα ὑπ’ ἐμοῦ, ἀφορῶντα δὲ εἰς τὴν καθυστέρησιν τῆς μισθοδοσίας, τῶν δημοτικῶν ἐν γένει ὑπαλλήλων τοῦ δήμου Χαιρωνείας, καὶ δὲν ἠδυνήθην νὰ τὰ διεξέλθω ἐπισταμένως, οὐχ ἧττον ὅμως παρετήρησα, ὅτι ὁ Δήμαρχος Χαιρωνείας δι’ ἀναφορῶν του παρεπονέθη, ὅτι πρὸ δέκα περίπου μηνῶν καθυστεροῦνται αἱ μισθοδοσίαι αὐτοῦ, τοῦ γραμματέως του, πάντων τῶν ὑπαλλήλων του, ἀκόμη δὲ καὶ τὸ ἐνοίκιον τοῦ εἰρηνοδικειακοῦ καταστήματος καὶ τοῦ δημοτικοῦ καταστήματος, παρεκάλει δὲ τὴν προϊσταμένην ἀρχὴν, ἵνα, ἀφοῦ ἀπελύθη ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ καὶ δὲν διωρίσθη ἕτερος, διαταχθῇ ὁ ταμίας, εἰς ὃν ἀνετέθη ἡ εἴσπραξις τῶν δημοτικῶν ἐσόδων, νὰ ἐνεργῇ καὶ τὰς πληρωμάς. Ἡ τελευταία ἀναφορὰ τοῦ Δημάρχου, δι’ ἧς ζητεῖ ταῦτα καὶ παραπέμπει εἰς τὰς προηγουμένας ἀναφοράς του, χρονολογεῖται ἀπὸ 22 Σεπτεμβρίου 1889. Συνεπείᾳ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης ὁ Νομάρχης ἀπηυθύνθη πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τριῶν ἐγγράφων, συνιστῶν τὴν ἀπὸ 22 Σεπτεμβρίου αἴτησιν τοῦ Δημάρχου. Δυστυχῶς εἶναι τόσον κακογραφημένα τὰ πρωτότυπα τῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀναφορῶν τοῦ Νομάρχου, ὥστε μετὰ δυσκολίας δύναταί τις ν’ ἀναγνώσῃ αὐτά· οὐχ ἧττον ἀνέγνων, ὅτι ἡ Νομαρχία ζητεῖ νὰ διαταχθῇ ἡ πληρωμή, διότι ἐσταμάτησεν ἡ ὑπηρεσία. Τὰ ἔγγραφα τοῦ Νομάρχου χρονολογοῦνται ἀπὸ 5 Σεπτεμβρίου, 6 Ὀκτωβρίου καὶ 3 Νοεμβρίου ἐ. ἔ. Οὐχ ἧττον οὐδὲν ἐνήργει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, καὶ περὶ τούτου πρόκειται. Ἐρωτῶ, τί ἐνήργησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν; Ἢ νομίζει ὅτι δύναται ὁ δῆμος οὗτος ἐπ’ ἄπειρον νὰ διατελῇ ἄνευ εἰσπράξεων καὶ ἄνευ πληρωμῶν; Δὲν γνωρίζω, ἐὰν αὐτοὶ ἦναι οἱ λόγοι, οἵτινες προκαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν συγκέντρωσιν, ὅπως οἱ Δήμαρχοι καθιστῶνται ὑπόδουλοι καὶ τότε μόνον χορηγῶνται τὰ μέσα πρὸς συντήρησιν τῶν δήμων. Ἴσως διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους εἰσήχθη καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ διαπυλίων τελῶν.

§19ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐὰν ὁ κύριος Βουλευτὴς εἶχε τὴν δύναμιν ν’ ἀναγνώσῃ τὰ πρωτότυπα, τὰ ὁποῖα κατέθηκα ἐνταῦθα καὶ τὰ ὁποῖα ἀληθῶς εἶναι κακογράφου ἔργα, καὶ ἐὰν εἶχε παρακολουθήσει καὶ τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι προγενεστέρα τῆς ἐπερωτήσεώς του· διότι ἀληθῶς τὰ τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοτικῶν ἐσόδων ἦσαν εἰς χεῖρας εἰσπράκτορος παραιτουμένου καὶ ἀρνουμένου νὰ ἐνεργήσῃ, ὁ δὲ πρὸς ἀντικατάστασιν αὐτοῦ διορισθεὶς ἐπίσης ἠρνεῖτο νὰ ἐνεργήσῃ, διὰ τοῦτο δὲ, μετὰ μικρὰν ἀλληλογραφίαν, ἥτις διημείφθη μεταξὺ τοῦ Νομάρχου, τοῦ Δημάρχου καὶ τοῦ Ταμίου, ἐκανονίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει προτάσεως τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου, τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη τὸ Ὑπουργεῖον, ἔχον ὑπ’ ὄψει καὶ τὴν γνώμην τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, δηλαδὴ τὴν δεκάτην τετάρτην Νοεμβρίου κατηργήθη ἡ θέσις τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος καὶ ἀνετέθησαν τὰ εἰσπρακτορικὰ καθήκοντα εἰς τὸν ὑποταμίαν Χαιρωνείας. Τοῦτο δὲ ἐγένετο κατόπιν τῆς ἑπομένης πράξεως τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἡ Νομαρχία. (Ἀναγινώσκει τὴν πρᾶξιν.)

§20ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τί δικαίωμα εἶχε τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον νὰ κάμῃ τοιαύτην σύστασιν;

§21ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ Νομαρχιακὴ Ἐπιτροπὴ, ἥτις εἶχε δικαίωμα νὰ ἐκλέξῃ μεταξὺ τῶν τριῶν προταθέντων, ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο, ἐπειδὴ οὐδένα τούτων ἔκρινε κατάλληλον, νὰ ποιήσηται τὴν σύστασιν ταύτην, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπεφάσισε καὶ ἀνέθεσεν εἰς τὸν ὑποταμίαν Χερωνείας τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοτικῶν χρημάτων, τοῦτο δὲ ἔπραξε τὸ Ὑπουργεῖον, ἔχον ὑπ’ ὄψει καὶ τὰ ἔγγραφα τοῦ Δημάρχου, τὰ ὁποῖα τοῦτο ἀκριβῶς ἐζήτουν.

§22ΙΩΑΝ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν ἤθελον νὰ θίξω τὸ ζήτημα τῆς προτάσεως τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς, διότι βεβαίως πάντες κατανοοῦμεν κατὰ πόσον εἶναι κατάλληλος ἡ Νομαρχιακὴ Ἐπιτροπὴ νὰ κρίνῃ τίς ὁ ἐκ τῶν προταθέντων καταλληλότερος. Δὲν ἠθέλησα νὰ κάμω λόγον περὶ τούτου, διότι ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα τοῦτο κέκτηται συνεπείᾳ τοῦ νόμου περὶ ὑποταμείων, ὥστε δὲν εἶχεν ἀνάγκην καὶ τῆς προτάσεως ταύτης τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐκεῖνο, ὅπερ μὲ ἠγάγκασε νὰ ἐπερωτήσω τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι, διατὶ ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον δὲν ἔκαμεν οὐδεμίαν ἐνέργειαν. Σήμερον ἔρχεται καὶ μᾶς λέγει, ὅτι ἐνήργησε πρὸ τῆς ἐπερωτήσεώς μου. Δὲν γνωρίζω ἐὰν καὶ σήμερον ἔτι ἐδημοσιεύθη τὸ Διάταγμα, ἡ ἐπερώτησίς μου ὅμως ἐγένετο τὴν δεκάτην πέμπτην Νοεμβρίου καὶ ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἦναι εἰλικρινέστερος καὶ νὰ ὁμολογήσῃ τοὐλάχιστον, ὅτι μετὰ τὴν ἐπερώτησίν μου ἠναγκάσθη νὰ ἐνεργήσῃ.

§23ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον ἔλαβε τὸ πρῶτον γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως τὸν Νοέμβριον, ἡ δὲ Νομαρχία, ἐπειδὴ ἐβράδυνεν ἀληθῶς τὸ ἔγγραφον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου, ὑπέμνησε τὰ περὶ τούτου κατὰ τὸν Ὀκτώβριον δίς· ὥστε μεταξὺ τῶν πρώτων ἡμερῶν τοῦ Ὀκτωβρίου καὶ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Διατάγματος ἐμεσολάβησε τὸ ἀπαιτούμενον χρονικὸν διάστημα, ὅπως τελεσθῇ ἡ ὑπηρεσιακὴ ἐνέργεια.

§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπέβαλον κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, πίνακα τῶν ἐκκαθαρισθέντων ἐσόδων τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ τῶν προσθέτων τελωνειακῶν εἰσπράξεων τοῦ 1885, ἀλλ’ ἐγένετο παρατήρησις, ὅτι κατὰ λάθος μοὶ ἐδόθη σημείωσις περὶ τοῦ 1885, ἐνῷ τὰ αἰτούμενα ἀνήγοντο εἰς τὸ ἔτος 1888, ἑπομένως ὑποβάλλω περὶ τῶν αὐτῶν πίνακα τοῦ ἔτους 1888. Ὑποβάλλω καὶ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 45,000. Ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1889, ὑπὸ τὸ κεφάλαιον Αʹ, ἄρθρον 4 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν «ταχυδρομικὰ καὶ τηλεγραφικὰ ἐκτὸς τοῦ Κράτους, 20,000» καὶ ὑπὸ τὸ ἄρθρον 3 γραφικὰ ἔξοδα τῶν πρεσβειῶν 25,000.»

§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 96–97).

§26ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ προβῶ εἰς ἀνάπτυξιν ἐπερωτήσεώς τινος, ἣν πρὸ ἡμερῶν ὑπέβαλον, ἀφορώσης εἴς τινα ἐνωμοτάρχην. Ἀνέβαλον νὰ πράξω τοῦτο μέχρι τοῦδε, διότι ὑπέθετον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐξ ἁπλῆς ἀμελείας ἢ ἐξ ἐσφαλμένων παραστάσεων ὑπέπεσεν εἰς τὴν βαρυτάτην παράβασιν, νὰ καταλίπῃ ἀνεκτέλεστον ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου. Ἐφρόνουν ὅτι ἠδύνατο, λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἐπερωτήσεώς μου, νὰ μελετήσῃ αὖθις τὴν ὑπόθεσιν, νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην συναδέλφων ἢ ὑπαλλήλων αὐτοῦ, ἁρμοδιωτέρων εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῶν σχετικῶν νόμων, καὶ ἀναγνωρίζων τὴν ἔλλειψιν, εἰς ἣν ὑπέπεσε, νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἔσπευσε νὰ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα πρὸς θεραπείαν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε σιωπῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπείσθην, ὅτι οὐχὶ ἐξ ἀμελείας, ἀλλ’ ἐν γνώσει καὶ ἐκ προθέσεως ὑπέπεσεν εἰς βαρυτάτην παράβασιν, ἣν θεωρῶ προφανῆ καὶ αὐταπόδεικτον. Τὸ Δικαστήριον, Κύριοι, τῶν ἐν Λαρίσσῃ Πλημμελειοδικῶν ἐδίκασεν ἐνωμοτάρχην τινὰ, κατηγορούμενον ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει, τελεσθείσῃ ὑπ’ αὐτοῦ κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του ὡς ἐνωμοτάρχου. Πεισθὲν τὸ Δικαστήριον περὶ τῆς ἐνοχῆς τοῦ κατηγορουμένου, ἐκήρυξεν αὐτὸν ἔνοχον τῆς πράξεως καὶ κατεδίκασεν αὐτὸν εἰς φυλάκισιν δύο μηνῶν· σκεφθὲν δι’ ἰδιαιτέρας σκέψεώς του, ὅτι ἡ πρᾶξις ἀνάγεται εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν του ὡς ἐνωμοτάρχου, ἐκήρυξεν αὐτὸν ἔκπτωτον τῆς ὑπηρεσίας του, καὶ ἀνίκανον εἰς ἀνάκτησιν αὐτῆς ἐπὶ ἓξ μῆνας. Ἰδοὺ ἡ περὶ τούτου σκέψις τῆς ἀποφάσεως τοῦ Πλημμελειοδικείου (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ ὁ ἀνωτέρω κατηγορούμενος, ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν ἔργων τῆς ὑπηρεσίας του ἐνεργήσας τὴν ἀνωτέρω παράβασιν, δέον νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος τῆς θέσεώς του καὶ ἀνίκανος πρὸς ἀνάκτησιν αὐτῆς. Διὰ ταῦτα. Διατάσσει τὴν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἔκπτωσίν του καὶ τὴν στέρησιν ὅλων τῶν μετὰ τῆς ἀρχῆς ἢ ὑπηρεσίας συνημμένων δικαιωμάτων καὶ πλεονεκτημάτων, καὶ καταδικάζει αὐτὸν εἰς ἀνικανότητα πρὸς ἀνάκτησιν ἀρχῆς ἢ ἄλλης δημοσίας ὑπηρεσίας ἐπὶ ἓξ μῆνας.» Ῥητῶς, ὡς βλέπετε, τὸ Δικαστήριον, σκεφθὲν ὅτι ἡ πρᾶξις ἀνάγεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του, ἐκήρυξεν αὐτὸν ἔκπτωτον τῆς ὑπηρεσίας του καὶ ἀνίκανον ν’ ἀνακτήσῃ πᾶσαν ὑπηρεσίαν ἐπὶ ἓξ μῆνας. Ἡ ἀπόφασις, Κύριοι, αὕτη, κατ’ ἀντιμωλίαν ἐκδοθεῖσα, καὶ μὴ προσβληθεῖσα διὰ τοῦ εἰδικοῦ μέσου τῆς ἀναιρέσεως, κατέστη ὁριστικὴ καὶ ἀμετάκλητος. Ὁ καταδικασθεὶς ἐξετέλεσε τὴν ποινὴν τῆς φυλακίσεως, ἥτις τῷ ἐπεβλήθη, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἔκτισιν τῆς ποινῆς ταύτης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὸν ἐπανέφερεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ μάλιστα ἐτοποθέτησεν αὐτὸν εἰς τὸν αὐτὸν τόπον, ἔνθα εἶχε διαπράξει τὴν παράβασιν, δι’ ἣν κατεδικάσθη. Πῶς, Κύριοι, ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου τελεσίδικος καὶ ἀμετάκλητος παραλείπεται ἀνεκτέλεστος ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν; Ὀφείλομεν, πρὶν ἢ ἐκδώσωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἀπόφασίν μας περὶ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ν’ ἀκούσωμεν τοὺς λόγους, οὓς ὑπέβαλε πρὸς τὴν Βουλὴν, δικαιολογῶν τὴν διαγωγήν του. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην τῆς Εἰσαγγελίας τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅταν καταδικάζηται ὑπάλληλος εἰς φυλάκισιν οὐχὶ ἐνιαύσιον, ἀλλὰ κατωτέρου χρόνου, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἔκπτωτος τῆς ὑπηρεσίας του. Φέρει δὲ πρὸς ἡμᾶς ἀληθῶς δύο ἔγγραφα τῆς Εἰσαγγελίας τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸ πρῶτον ἐκδοθὲν κατὰ τὸ 1871 καὶ φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἄλλοτε Εἰσαγγελέως Προβελεγγίου, τὸ ἕτερον φέρον χρονολογίαν 5 Ἀπριλίου τοῦ 1880 καὶ ὑπογραφὴν τοῦ πρώην Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Παπαδιαμαντοπούλου. Εἰς τὸ πρῶτον ἔγγραφον ὁ κ. Προβελέγγιος συντόμως ἀπήντησεν εἴς τινα Εἰσαγγελέα τοῦ Κράτους, ἐρωτῶντα ἐὰν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ στρατιωτικῶν τὸ ἄρθρον 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἤγουν τὸ ἄρθρον, (τὸ λέγω διὰ τοὺς μὴ νομικοὺς) ὅπερ διατάσσει, ὅτι πρέπει νὰ κηρύσσηται ἔκπτωτος ὁ ὑπάλληλος, ὅταν ὑποπίπτῃ εἰς πλημμέλημα ἀναγόμενον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του· ἀπήντησε δὲ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς, ὅτι τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο δὲν ἐφαρμόζεται ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν. Εἶναι τόσον σύντομος ἡ γνωμοδότησις αὕτη τοῦ κ. Προβελεγγίου, ὥστε ἀμέσως ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν εἶχεν ἐμβαθύνει εἰς τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος, ἐὰν μετὰ τὸν νόμον περὶ στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας ἰσχύῃ ἐπὶ στρατιωτικῶν τὸ ἄρθρον 24 τοῦ ποιν. νόμου. Ἰδοὺ ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Προβελεγγίου (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα Καλαμῶν. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς Ὑμῶν ἀπαντῶμεν, ὅτι ἐκ τοῦ «συνδυασμοῦ τῶν ἄρθρων 1 ἐδ. 3 τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμου ΡΟΗʹ καὶ 190 τοῦ περὶ στρατιωτικῆς νομοθεσίας νόμου ΦΚΒʹ ἐξάγεται, ὅτι τὸ ἄρθρον 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου δὲν ἐφαρμόζεται ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν, ἄλλως ὅλαι αἱ πράξεις, αἱ προνοούμεναι ὑπὸ τοῦ βʹ τμήματος τοῦ αὐτοῦ νόμου ΦΚΒʹ, ἤθελον συνεπιφέρει τὴν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἔκπτωσιν τοῦ ἀξιωματικοῦ συνάμα μετὰ τῆς ἐγκληματικῆς ἢ ἐπανορθωτικῆς ποινῆς, ὅπερ ἀντίκειται εἰς τὰς ῥητὰς διατάξεις τοῦ αὐτοῦ νόμου, καθ’ ἃς ἡ στέρησις τοῦ βαθμοῦ διατάσσεται ῥητῶς ὑπὸ τοῦ στρατιωτικοῦ ποινικοῦ νόμου εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις.» Ἡ ἑτέρα γνωμοδότησις τοῦ κ. Παπαδιαμαντοπούλου εἶναι λίαν ἐκτεταμένη, δὲν εἶναι δὲ κυρίως γνωμοδότησις, ἀλλ’ εἶναι αἴτησις ἀναιρέσεως ὑπὲρ τοῦ νόμου ἀποφάσεως ἐκδοθείσης ὑπὸ τοῦ ἐν Ζακύνθῳ Πλημμελειοδικείου, καὶ διὰ τῆς ὁποίας δεκανεὺς ἐθεωρήθη συνένοχος ἐξόδου φυλακισμένων μετὰ τοῦ ἐπιστάτου τῶν φυλακῶν καὶ ἐκηρύχθη καὶ αὐτὸς ἔκπτωτος τῆς ὑπηρεσίας του, ἤγουν τοῦ βαθμοῦ τοῦ δεκανέως. Τὴν ἀπόφασιν ταύτην ἐθεώρησεν ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ὡς μὴ νόμιμον, καὶ ᾔτησε διὰ τοῦ ἐγγράφου, περὶ οὗ πρόκειται, τὴν ἀναίρεσιν αὐτῆς ὑπὲρ τοῦ νόμου. Ἀμφότερα τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν ἀφορῶσιν εἰς τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται. Ἐκφράζουσι γνώμην περὶ τοῦ τί ὤφειλε νὰ πράξῃ τὸ Δικαστήριον καὶ πᾶσα ἀρχή, εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἀνατεθῆ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, δὲν λέγει ὅμως οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἕτερον ἔγγραφον, ὅτι, ἐὰν τὸ Δικαστήριον ἄλλως ἔλυσε τὸ ζήτημα καὶ ἡ ἀπόφασις ἐγένετο τελεσίδικος, ἠδύνατο οιοςδήποτε Ὑπουργὸς νὰ μὴ σεβασθῇ αὐτὴν καὶ νὰ τὴν ἀφήσῃ ἀνεκτέλεστον. Καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἔσφαλε τὸ Πλημμελειοδικεῖον Λαρίσσης, ἀπαγγεῖλαν ἔκπτωσιν τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἐνωμοτάρχου, τοῦ καταδικασθέντος εἰς δύο μηνῶν φυλάκισιν, ἕπεται ἐντεῦθεν, ὅτι δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν ἕνεκα τοῦ δῆθεν σφάλματος τοῦ Δικαστηρίου; Ὄχι βεβαίως. Ὅθεν μάτην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπεκαλέσθη ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα οὐδόλως πραγματεύονται περὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ εἶναι, Κύριοι, ἆράγε καὶ κατ’ οὐσίαν ὀρθὴ αὐτὴ ἡ γνώμη, ἣν καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἕτερος Εἰσαγγελεὺς ὑπεστήριξαν; Δὲν ἐπιχειρῶ νὰ ὑποβάλω πρὸς ὑμᾶς ἀνάπτυξιν περὶ ποινικοῦ ζητήματος, διότι ὑποθέτω, ὅτι πολλοὶ ἐξ ὑμῶν ἐνδέχεται νὰ μὴ ἀκροασθῶσιν εὐχαρίστως τοιαύτης ἀναπτύξεως, ἀλλ’ ἔχω ἑτέραν ἀπόδειξιν τοῦ ἐσφαλμένου τῆς γνώμης τῶν εἰρημένων Εἰσαγγελέων. Τίς εἶναι αὕτη; εἶναι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅστις ἀπεφάσισεν ἐπὶ τῆς ὑπὲρ τοῦ νόμου ἀναιρέσεως τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ περιεχόμενα εἰς τὴν γνωμοδότησιν, ἣν προσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα πείσῃ τὴν Βουλήν, αὐτὰ τὰ ἴδια ἐπιχειρήματα ὑπέβαλεν ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἵνα πείσῃ τὸν Ἄρειον Πάγον νὰ ἀναιρέσῃ τὴν ἀπόφασιν τῶν ἐν Ζακύνθῳ Πλημμελειοδικῶν. Τί ὅμως ἀπεφάνθη τὸ Δικαστήριον τοῦ Ἀρείου Πάγου; Ἀκούσατε (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ καὶ οἱ δεκανεῖς τοῦ πεζικοῦ στρατιωτικοὶ ὑπάλληλοί εἰσιν, ὅθεν αἱ προσβαλλόμεναι ἀποφάσεις ὀρθῶς ἐφήρμοσαν τὰ ἄρθρα 487 καὶ 493 τοῦ ποιν. νόμου ἐναντίον τῶν ἐν αὐταῖς μνημονευομένων δεκανέων, τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπαγρύπνησιν καὶ φύλαξιν τῶν φυλακισμένων καὶ παραβάντων τὰ καθήκοντά των, τὰ ἐνυπάρχοντα εἰς τὴν φυσικὴν ἰδιότητα τῆς ὑπηρεσίας των. «Ἐπειδὴ τὸ ἄρθρον 493 τοῦ ποιν. νόμου ἐν τέλει διατάσσει: «ἰδίως δὲ ἐφαρμόζεται καὶ εἰς αὐτοὺς», ἤτοι τοὺς στρατιωτικούς,..... ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 24. Ὅθεν αἱ προσβαλλόμεναι ἀποφάσεις, αἱ ἀπαγγείλασαι κατὰ τῶν εἰρημένων δεκανέων τὴν ἔκπτωσιν τοῦ βαθμοῦ των καὶ τὴν πρόσκαιρον ἀνικανότητα εἰς ἀνάκτησιν ἀρχῆς ἢ ἄλλης δημοσίας ὑπηρεσίας, συνεμορφώθησαν πληρέστατα τῷ νόμῳ. «Διὰ ταῦτα ἀποῤῥίπτει τὴν αἴτησιν ἀναιρέσεως.»

§27ΛΕΒΙΔΗΣ. Τίνος ἔτους εἶναι;

§28ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ 1880, ἀπόφασις 46. Ὅταν λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψει αἴτησιν ἀναιρέσεως ὑπὲρ τοῦ νόμου, τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, δὲν ὤφειλε νὰ ἐρωτήσῃ τί ἀπεφάσισεν ὁ Ἄρειος Πάγος ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης; Ἑπομένως, Κύριοι, οὐδὲν ἐναντίον τῶν ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου Λαρίσσης ἀποφασισθέντων ἀποδεικνύουν τὰ ἔγγραφα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐστηρίχθη. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπεκαλέσθη καὶ προηγουμένην περίπτωσιν παρεμφεροῦς τινος ὑποθέσεως, ὡς εἶπεν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐδόθη ἡ αὐτὴ λύσις, οἵα ἐδόθη καὶ εἰς ἐκείνην, περὶ ἧς συζητοῦμεν, καὶ μάλιστα προσήγαγεν ἐνώπιον ἡμῶν, τῇ αἰτήσει μου, καὶ τὴν τότε ληφθεῖσαν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης γνωμοδότησιν. Καὶ ὅμως, Κύριοι, ἡ γνωμοδότησις αὕτη οὐ μόνον δὲν ὑποστηρίζει τὴν λύσιν, ἣν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας τὴν ἀποκρούει ῥητῶς καὶ δι’ ἰσχυρῶν ἐπιχειρημάτων. Ἰδοὺ ἡ περὶ τούτου ἔκθεσις νομικοῦ τινος συμβούλου (ἀναγινώσκει): «Ἡ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου προβλεπομένη στέρησις καὶ ἔκπτωσις, διάφορος ὅλως οὖσα τῆς ὑπὸ τῶν ἀμέσως προηγουμένων δύο ἄρθρων προβλεπομένης ἀπωλείας τῶν πολιτικῶν καὶ ἀστικῶν δικαιωμάτων, ὡς συνέπεια τῆς ὁποίας ἐπέρχεται ἡ ἀνικανότης τοῦ ὑπηρετεῖν ἐν τῷ στρατῷ, οὐ μόνον οὐδαμῶς ἀντίκειται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ ᾼΦΚΗʹ νόμου, τὴν ἀναφερομένην εἰς τοιαύτην ἀνικανότητα, δι’ ἀπωλείας τῶν πολιτικῶν καὶ ἀστικῶν δικαιωμάτων ἐπελθοῦσαν, ἀλλὰ καὶ πληρέστατα συνάδει ἐκ τῆς γενικότητος αὐτῆς πρός τε τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος διάταξιν καὶ πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 182 τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας, καθ’ ἣν οὐδαμῶς ἀπαιτεῖται ὡς προϋπόθεσις τῆς ἐκεῖ ἀπαγγελλομένης ἐκπτώσεως ἡ καταδίκη τοῦ στρατιωτικοῦ εἰς ἐπανορθωτικὴν ποινὴν τοὐλάχιστον ἐνιαύσιον». Διότι ἀληθῶς κατὰ τὴν στρατιωτικὴν ποινικὴν νομοθεσίαν ἡ ἔκπτωσις δὲν ἐπιβάλλεται ὡς συνέπεια ποινῆς, ἀλλ’ ὡς κυρία ποινή: «Ὅθεν, καίτοι μὴ ἀπολέσας τὴν ἱκανότητα τοῦ ὑπηρετεῖν ἐν τῷ στρατῷ ὁ περὶ οὗ πρόκειται ἐνωμοτάρχης, ἅτε μὴ συντρεχούσης τῆς προϋποθέσεως τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ ᾼΦΚΗʹ νόμου, βεβαίως ὅμως πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς στερηθεὶς πάντων τῶν μετὰ τοῦ βαθμοῦ καὶ τῆς θέσεως τοῦ ἐνωμοτάρχου συνημμένων δικαιωμάτων καὶ πλεονεκτημάτων συνῳδὰ τῇ ὑπ’ ἀριθ. 14 ἐ. ἔ. ἀποφάσει τῶν ἐν Κερκύρᾳ Συνέδρων, ἧς αἱ διατάξεις, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀνῃρέθησαν δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, προκληθείσης δι’ ἐμπροθέσμου χρήσεως τοῦ ἐνδίκου τῆς ἀναιρέσεως μέσου, καὶ ἐσφαλμέναι ἂν ἦσαν, ἔπρεπεν ἀναγκαίως νὰ ἐκτελεσθῶσιν». Ἐκ τῆς γνωμοδοτήσεως ταύτης λαμβάνων ἀφορμὴν, ἐπερωτῶ κατὰ προσθήκην τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν δὲν ἐξετελέσθη ἡ ἀπόφασις ἐκείνη κατὰ τοῦ ἐνωμοτάρχου, περὶ οὗ πραγματεύεται ἡ γνωμοδότησις, καὶ ἕνεκα τούτου ἐθεωρήθη ἡ ὑπόθεσις παρεμφερὴς πρὸς αὐτήν, περὶ ἧς ἤδη ὁμιλοῦμεν.

§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναγνώσατε ὅλον τὸ ἔγγραφον.

§30ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Φαίνεται ὅτι εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἐξήτασε τὴν ὑπόθεσιν, ὑπῆρχε καὶ μειονοψηφία, καθ’ ἣν «ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου ἀφορᾷ εἰς μόνους τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους, οὐχὶ δὲ καὶ εἰς τοὺς στρατιωτικούς, οἵτινες διέπονται ὑπὸ μόνων τῶν εἰδικῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ ΑΦΚΑʹ νόμου τούτου δὲ οὕτως ἔχοντος, αἱ διατάξεις τῆς ὑπ’ ἀριθ. 14 ἀποφάσεως τῶν ἐν Κερκύρᾳ Συνέδρων πρέπει ἀναγκαίως νὰ ἑρμηνευθῶσιν ὡς ἀναγόμεναι εἰς τὰ δικαιώματα καὶ πλεονεκτήματα τοῦ περὶ οὗ ἡ ἐρώτησις ἐνωμοτάρχου, τὰ συνδεόμενα μετὰ τοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ ὡς πολιτικοῦ ὑπαλλήλου, ἤτοι ὡς κατωτέρου ἀνακριτικοῦ προσώπου, οὐχὶ δὲ καὶ εἰς τὰ παρομαρτοῦντα τῷ καθαρῶς αὐτοῦ στρατιωτικῷ χαρακτῆρι, καὶ ὅτι συνεπῶς ἡ ἐκτέλεσις τῆς μνησθείσης ἀποφάσεως δέον νὰ περιορισθῇ εἰς μόνην τὴν ἀπὸ τῶν πολιτικῶν καθηκόντων ἀπομάκρυνσιν τοῦ καταδικασθέντος, ἐπιτρεπομένης αὐτῷ κατὰ τὸ ὑπὸ τῆς ἀποφάσεως ὁρισθὲν χρονικὸν διάστημα τῆς ἐξασκήσεως μόνον τῶν καθαρῶς στρατιωτικῶν, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ἦναι δυνατὸν τοῦτο». Εὑρέθη, Κύριοι, καὶ ἐν τῷ Νομικῷ Συμβουλίῳ ἄνθρωπος, νὰ ὑποστηρίξῃ γνώμην, στηριζομένην εἰς ἀκατανόητον διάκρισιν, ἀντικειμένην εἰς τὸ ῥητὸν γράμμα τῆς ἀποφάσεως καὶ ἀποκρουομένην ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, ὑπὸ τῆς νομολογίας τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ἐκ τῆς ἁπλῆς ἀναγνώσεως τοῦ νόμου, διότι μόνον ἡ ἀνάγνωσις τοῦ νόμου θὰ πείσῃ τὸν ἀμερόληπτον, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποστηριχθῇ τοιαύτη γνώμη. Φρονῶ συνεπῶς, ὅτι πληρέστατον δίκαιον εἶχον, ἰσχυρισθεὶς ὅτι ἡ παράβασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῆς προκειμένης ὑποθέσεως εἶναι πρόδηλος, καὶ ἐλπίσας ὅτι ἤθελε θεραπεύσει αὐτὴν πρὶν ἢ ἀναπτυχθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ὀλίγον μεριμνῶσιν οἱ κυβερνῆται ἡμῶν νὰ συμμορφῶσι τὰς πράξεις αὐτῶν πρὸς τὰς διατάξεις τῶν νόμων. Ἔπρεπεν ὅμως νὰ ἀναλογισθῶσιν, ὅτι πρᾶξις, οἵα ἡ προκειμένη, φέρει βαρύτατον ποινικὸν χαρακτῆρα καὶ ἔχει ἔκτακτον σπουδαιότητα. Ἡ δικαιοσύνη εἶναι τὸ θεμέλιον παντὸς κοινωνικοῦ οἰκοδομήματος, καὶ διὰ τοῦτο πρὸς ὀρθὴν ἀπονομὴν αὐτῆς καὶ αὐτὸς ὁ θεμελιώδης νόμος ἐμερίμνησεν, ἵνα καταρτίσῃ δικαστικὴν ἐξουσίαν ὅλως ἀνεξάρτητον, καὶ παρέχουσαν ἀποχρώσας ἐγγυήσεις αὐστηρᾶς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων καὶ ἐξασφαλίσεως τῶν δικαιωμάτων. Ἀλλὰ τί χρησιμεύει ἡ ἀνεξαρτησία τῶν Δικαστηρίων καὶ ἡ ὑπ’ αὐτῶν ὀρθὴ καὶ δικαία ἐκτίμησις τῶν ὑποθέσεων ἄνευ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἀποφάσεων; Ὁποῖον δὲ παράδειγμα σεβασμοῦ πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν δίδει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅταν τοιαύτην ῥητὴν ἀπόφασιν περιφρονῇ, καὶ διατηρῇ εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐκήρυξεν ἀνάξιον νὰ διαμένῃ ἐν αὐτῇ; Πολλὰς ἀσχημίας καλύπτει δυστυχῶς ἡ ὑποστηρίζουσα τὴν Κυβέρνησιν πλειονοψηφία, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ παραβάσεις τινές, ὧν ἡ σημασία ἐναπομένει ἀκεραία καὶ μετὰ τὴν διάῤῥηξιν τῆς πλειονοψηφίας. Ἄς σκεφθῶσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑποπίπτουσιν εἰς τοιαύτας παραβάσεις, ὅτι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἡμέρα, καθ’ ἣν πικρῶς θὰ μεταμεληθῶσι.

§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς ἐπερώτησιν, γενομένην ἄλλοτε περὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως, ἀπήντησα, ὅτι ὑπάρχουσι γνωμοδοτήσεις δύο Εἰσαγγελέων τοῦ Ἀρείου Πάγου, τοῦ μακαρίτου Προβελεγγίου καὶ τοῦ κ. Παπαδιαμαντοπούλου, αἵτινες ἐχρησίμευσαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν ὡς κανὼν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γνωμοδοτήσεων ἐκείνων κανονίζονται τὰ περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ ποινικοῦ κώδικος. Τοῦτο εἶχον ἀπαντήσει τότε· ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἐζήτησεν ἀλληλοδιαδόχως, ἵνα ὑποβάλωμεν διάφορα ἔγγραφα. Ὑπεβλήθησαν ταῦτα· ἐγὼ δὲν τὰ ἐπεκαλέσθην, ὁ κ. Βουλευτὴς προέκειτο νὰ τὰ ἐπικαλεσθῇ· οὐδὲ τὰς γνωμοδοτήσεις τῶν Εἰσαγγελέων ἐπεκαλέσθην, διότι ὀφείλω νὰ ἔχω ἰδίαν γνώμην καὶ ὅ,τι ἐντέλλομαι ὡς Ὑπουργὸς, ὀφείλω νὰ στηρίξω ἐπὶ ἰδίας ἐμοῦ γνώμης, ἐπὶ δὲ τῶν εἰδικῶν θεμάτων, ἅτινα ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ ἀνακινοῦνται, ὀφείλω νὰ δώσω ἐξηγήσεις. Ἐν τῇ ὑποθέσει, περὶ ἧς πρόκειται, πᾶσα ἐξέτασις τῶν ἐν ταῖς γνωμοδοτήσεσι τῶν Εἰσαγγελέων ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος εἶναι ἄσκοπος, ἀφοῦ τὸ μόνον σπουδαῖον ζήτημα, ἐξ ὅσων ἀνεκίνησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, εἶναι τοῦτο, ἂν τὸ Ὑπουργεῖον παρεβίασε δικαστικὴν ἀπόφασιν, διότι, ὡς λέγει καὶ ὁ Νομικὸς Σύμβουλος ἐν τῇ γνωμοδοτήσει αὐτοῦ, ἡ ἀπόφασις, καλὴ ἢ κακὴ, εἶναι σεβαστὴ καὶ δὲν δικαιούμεθα νὰ ἐξετάζωμεν τὰ τῆς ἀποφάσεως ἡμεῖς, οἱ κεκλημένοι νὰ ἐκτελῶμεν αὐτήν. Τοῦτο εἶναι τὸ μόνον ἔχον σπουδαιότητα ἐν ταῖς παρατηρήσεσι τοῦ κ. Βουλευτοῦ, τ’ ἄλλα εἶναι ἄσχετα πρὸς τὸ ζήτημα. Πρέπει ἄρα νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν παρεβιάσθη ἡ ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ, ἀξιῶ δὲ, ὅτι δὲν παρεβιάσθη. Τὸ ἄρθρον 7ον τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, ἀφορῶν εἰς τοὺς στρατιωτικούς, εἰς ὧν τὴν κατηγορίαν ὑπάγεται ὁ ἐνωμοτάρχης, ὅστις δὲν εἶναι ἀξιωματικὸς, ἀλλὰ, καθὸ ὑπαξιωματικὸς, εἶναι ὁπλίτης, κανονίζει τὰ τῆς ἐφαρμογῆς εἰς αὐτοὺς τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, τῶν καταγινωσκουσῶν ἔκπτωσιν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας. Νομίζω ὅτι οὐδεὶς θέλει ἰσχυρισθῆ, ὅτι ὀφείλει τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ἀπόφασιν ἄλλως ἢ ὅπως ὁ νόμος κελεύει. Ὁ νόμος δὲν ὁρίζει τὰ τῆς παρεκτροπῆς, ἥτις ἐπάγεται τὴν ἔκδοσιν τῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως, ἀλλὰ κανονίζει τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως, ὁρίζων τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ἡ ἀπόφασις, ἡ καταγινώσκουσα στέρησιν καθόλου ἢ ἐν μέρει τῶν πολιτικῶν καὶ ἀστικῶν δικαιωμάτων, ἐφαρμόζεται εἰς τὸν στρατὸν, τουτέστιν εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς τῆς κατηγορίας, εἰς ἣν ὑπάγεται καὶ ὁ εἰρημένος ἐνωμοτάρχης. Ἰδοὺ πῶς ἐκφράζεται τὸ ἄρθρον 7ον ἐν ἐδαφίῳ βʹ: «Ἀποκλείονται τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας καὶ οὐδαμῶς δύνανται νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐν τῷ στρατῷ ὅσοι, καταδικασθέντες εἰς ἐπανορθωτικὴν ποινὴν φυλακίσεως τοὐλάχιστον ἐνιαυσίου, ἐστερήθησαν διὰ τῆς ποινικῆς ἀποφάσεως καθ’ ὅλου ἢ ἐν μέρει τῶν πολιτικῶν καὶ ἀστικῶν δικαιωμάτων, ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ κατάστασις αὕτη». Τουτέστιν ὁ στρατιωτικὸς ἀποκλείεται τῆς ὑπηρεσίας συνεπείᾳ καταδικαστικῆς ἀποφάσεως, καταγινωσκούσης στέρησιν τῶν πολιτικῶν καὶ ἀστικῶν δικαιωμάτων του, μόνον ὅταν ἡ καταγινώσκουσα τὴν στέρησιν ἀπόφασις καταδικάζῃ τὸν στρατιωτικὸν εἰς ἐπανορθωτικὴν ποινὴν φυλακίσεως τοὐλάχιστον ἐνιαυσίου· ὅταν κατεδικάσθη ὁ στρατιωτικὸς εἰς ἐπανορθωτικὴν ποινὴν φυλακίσεως κατωτέρας τῆς ἐνιαυσίου, ἡ καταγνωσθεῖσα διὰ τῆς ἀποφάσεως στέρησις τῶν πολιτικῶν καὶ ἀστικῶν δικαιωμάτων του δὲν ἐπάγεται ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τὸν ἀποκλεισμὸν ἀπὸ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Τοῦτο ὁρίζει τὸ ἄρθρον 7ον καὶ τοῦτο ἐφηρμόσαμεν ἡμεῖς ἐν τῇ περιπτώσει τοῦ ἐνωμοτάρχου Παπαῤῥώδη.

§32ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ ἄρθρον ἀφορᾷ τοὺς κληρωτούς.

§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ στρατολογικὸς νόμος δὲν ἀφορᾷ εἰς μόνους τοὺς κληρωτούς, ὁρίζει τὰ τοῦ δικαιώματος τοῦ Ἕλληνος τοῦ ὑπηρετεῖν ἐν τῷ στρατῷ, τὸ δικαίωμα δὲ τοῦτο κατὰ τὸ ἄρθρον 7ον στερεῖται ὁ Ἕλλην κατόπιν δικαστικῆς ἀποφάσεως, καταγινωσκούσης στέρησιν πολιτικῶν δικαιωμάτων, μόνον ὅταν ἡ δικαστικὴ ἀπόφασις, ἡ καταγινώσκουσα τὴν στέρησιν, καταδικάζει αὐτὸν εἰς φυλάκισιν τοὐλάχιστον ἐνιαύσιον. Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἡ φυλάκισις, εἰς ἣν κατεδικάσθη ὁ ἐνωμοτάρχης, δὲν ἦτο ἐνιαύσιος, ἦτο δίμηνος, ἑπομένως δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποκλεισθῇ τοῦ στρατοῦ ὁ εἰρημένος ἐνωμοτάρχης.

§34ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑποστηρίζει, ὅτι εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀνατεθείσης αὐτῷ ὑπηρεσίας πρέπει νὰ ἐνεργῇ πάντοτε κατὰ τὴν ἰδιαιτέραν αὐτοῦ κρίσιν. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀντικείμενα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ κρίσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὅλως ἀνεπαρκής· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἤθελον τολμήσει νὰ δώσω συμβουλὴν εἰς αὐτόν, νὰ ἀκολουθῇ μᾶλλον τὰς γνώμας τῶν ἁρμοδίων ἢ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ κρίσιν. Ἐὰν τοῦτο ἔπραττεν εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ὤφειλεν ἀμέσως νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τῆς ὑπηρεσίας τὸν περὶ οὗ πρόκειται ἐνωμοτάρχην, διότι ἠκούσατε, ὅτι τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, λαβὸν ὑπ’ ὄψει τὸ ἄρθρον 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου καὶ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ περὶ στρατολογίας, λέγει ῥητῶς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν ὑπόθεσιν.

§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν τῇ περιπτώσει ἐκείνῃ.

§36ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ περίπτωσις ἐκείνη ἦτο ἐντελῶς ὁμοία, διότι καὶ ἐκεῖ δὲν εἶχεν ἀπαγγελθῆ ἐνιαύσιος φυλάκισις, καὶ διὰ τοῦτο ὑπεβάλετε τὸ ζήτημα εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον. Καὶ ὄντως, Κύριοι, οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην σχέσιν ἔχει πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, τὸ ἄρθρον 7 τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου. Ἠξεύρετε περὶ τίνος πραγματεύεται τὸ ἄρθρον τοῦτο; Διὰ πράξεις οὐχὶ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ διαπραχθείσας, ἡ δὲ στέρησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, περὶ ἧς προβλέπει, ἐπέρχεται ὡς συνέπεια ποινῆς οὐχὶ κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔπραξαν πρᾶξιν ἀναγομένην εἰς τὴν ὑπηρεσίαν των, ἀλλὰ κατ’ ἐκείνων, ὅσοι διέπραξαν ὀνειδιστικά τινα πλημμελήματα, καὶ ἂν δὲν ἔχωσιν οὐδεμίαν ὑπηρεσίαν. Τὸ ἄρθρον 7 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου ἀναφέρεται εἰς τὰ ἄρθρα 22 καὶ 23 τοῦ ποινικοῦ νόμου, καθ’ ἃ ἡ καταδίκη διὰ κλοπήν, ἀπάτην καὶ ἄλλα τινὰ πλημμελήματα συνεπάγεται τὴν στέρησιν καὶ ὡρισμένων δικαιωμάτων, ὀνομαστὶ ἀναφερομένων, καὶ ἐφ’ ὅσον χρόνον προσδιορίσει ἡ δικαστικὴ ἀπόφασις. Τὰ ἄρθρα ταῦτα ἐτροποποίησε μεταγενέστερον Διάταγμα, καθ’ ὃ ἡ στέρησις τῶν δικαιωμάτων ἐκείνων διατάσσεται μόνον ὅταν ἡ ἐπιβληθεῖσα ποινὴ ἦναι τοὐλάχιστον ἐνιαύσιος. Ἀλλὰ τὰ ἄρθρα 22 καὶ 23 δὲν πραγματεύονται περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων, ὑποπιπτόντων εἰς παραβάσεις περὶ τὴν ὑπηρεσίαν. Περὶ τούτων πραγματεύεται τὸ ἄρθρον 24, καθ’ ὃ ἡ καταδίκη τῶν ἐν τέλει ἕνεκα πράξεως ἀναγομένης εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν των συνεπιφέρει τὴν ἔκπτωσιν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἡ ἐπιβληθεῖσα ποινὴ εἶναι ἐλάσσων τοῦ ἔτους. Τίνα σχέσιν ἔχει ἡ στέρησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, ἡ ὁποία ἀπαγγέλλεται ὡς συνέπεια ποινῆς, ἐπιβληθείσης κατὰ πολιτῶν ἁπλῶν, ὅταν καταδικασθῶσιν ἕνεκα ἀτιμωτικῶν πλημμελημάτων εἰς ποινὴν ἐνιαύσιον τοὐλάχιστον, μὲ τὴν ἔκπτωσιν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας, τὴν διατασσομένην ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 24, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ ἐπιβληθεῖσα φυλάκισις; Συγχέει προδήλως ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰ περὶ πολιτῶν διατεταγμένα μὲ τὰ περὶ ὑπαλλήλων διατασσόμενα. Ἀλλὰ, καὶ ἂν ἤθελεν ὑποτεθῇ ὡς ὀρθὴ τοιαύτη γνώμη, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην ταύτην, αὐτὸς, ὅστις, προκειμένου περὶ ἀπωλείας τῶν ἀστικῶν δικαιωμάτων, ἐπιβληθείσης εἰς τὸν στρατιωτικὸν Μήλαν, μὴ καταδικασθέντα καὶ εἰς ἐνιαύσιον φυλάκισιν, ἐκήρυξεν αὐτὸν ἔκπτωτον τοῦ βαθμοῦ του, ἐπὶ λόγῳ, ὅτι ἡ ἀπώλεια τῶν πολικῶν καὶ ἀστικῶν δικαιωμάτων, περὶ τῆς ὁποίας πραγματεύεται καὶ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, συνεπάγεται ἀμέσως καὶ τὴν στέρησιν τοῦ βαθμοῦ.

§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦ ἀξιωματικοῦ.

§38ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ποία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ βαθμοῦ ἀξιωματικοῦ καὶ βαθμοῦ ὑπαξιωματικοῦ; Ἀναγκάζομαι νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὰ ἄρθρα 212 καὶ 242 τοῦ Διατάγματος, τοῦ κανονίζοντος τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ πεζικοῦ, καθ’ ἃ ὁ ὑπαξιωματικὸς στερεῖται τοῦ βαθμοῦ του εἰς ἃς περιπτώσεις καὶ ὁ ἀξιωματικός. Ὅ,τι λοιπὸν ἐφαρμόζεται περὶ τῶν ἀξιωματικῶν, τοῦτ’ αὐτὸ ἄνευ διαφορᾶς τινος ἐφαρμόζεται καὶ περὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν. Ὅταν ὁ ἀξιωματικὸς, ὁ στερηθεὶς τῶν δικαιωμάτων του, ἦναι ἀνίκανος νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς τὸν στρατὸν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέπηται εἰς τὸν ἁπλοῦν ὑπαξιωματικὸν νὰ ἐκτελῇ βαθμοφόρου καθήκοντα; Μόνον περὶ τῶν ἁπλῶν στρατιωτῶν δύναται νὰ ἰσχύσῃ ἡ γνώμη, ὅτι, ἂν ἐστερήθησαν τῶν πολιτικῶν ἐν γένει δικαιωμάτων συνεπείᾳ καταδίκης ἐπὶ κλοπῇ, ἀπάτῃ κτλ., καθ’ ἣν ἐπεβλήθη φυλάκισις ἐλάσσων τοῦ ἑνὸς ἔτους, αὐτοὶ δύνανται νὰ ὑπηρετῶσιν ἐν τῷ στρατῷ. Συμπεραίνω, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι τὸ ἄρθρον 7 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου ἐμποδίζει τὴν στέρησιν τοῦ βαθμοῦ τοῦ στρατιωτικοῦ, οὐδεμιᾶς ἔχεται ὑποστάσεως. Ἀλλὰ, καὶ ἂν ἦτο ὀρθὴ ἡ γνώμη αὕτη, ἀφοῦ τὸ Δικαστήριον δὲν παρεδέχθη αὐτὴν καὶ ἀπεφάσισε ῥητῶς καὶ ἐκήρυξε τὸν ὑπαξιωματικὸν ἔκπτωτον τοῦ βαθμοῦ του, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μετεβληθῆτε ὑμεῖς, κύριε Ὑπουργὲ, εἰς ἀνώτερον Δικαστήριον, εἰς Ἄρειον Πάγον, καὶ ν’ ἀποφανθῆτε, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου δὲν ἔχει ἰσχὺν, διότι ἀντίκειται εἰς τὸ ἄρθρον 7 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κηρύξητε ὑμᾶς ἀνώτερον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὅλα τὰ λεχθέντα κατ’ οὐδὲν μεταβάλλουσι τὴν σπουδαιότητα τῆς παραβάσεως, ἣν διέπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.

§39ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέγνωσε τὸν νόμον, ἵνα δείξῃ, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 7 δὲν ἀφορᾷ εἰς τὸν στρατιωτικὸν τὸν ἐν ὑπηρεσίᾳ, ἀλλ’ ἀφορᾷ κατ’ αὐτὸν μόνον εἰς τὸν πολίτην Ἕλληνα, ὅστις πρόκειται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν· ἵνα ἀποδείξῃ δὲ τοῦτο, ἀνέγνωσε μόνον τὸ ἥμισυ τοῦ ἄρθρου, ἀνέγνωσε τὸ ἄρθρον ὡς ἑξῆς: «Μόνοι οἱ Ἕλληνες εἰσὶ δεκτοὶ ἐν τῷ στρατῷ. Ἀποκλείονται τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας: αʹ) οἱ καταδικασθέντες εἰς ἐγκληματικὴν ποινήν· βʹ) οἱ καταδικασθέντες εἰς ἐπανορθωτικὴν ποινήν. Ἑπομένως εἶπε....

§41ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ τὸ ἀναγνώσητε λοιπόν.

§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ τὸ ἀναγνώσω βεβαίως ὡς ἔχει, διότι, ὅπως ἀνέγνωσεν αὐτὸ ὁ κύριος Βουλευτής, ὑποστηρίζεται τῷ ὄντι ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτοῦ, ὅτι τὸ ἄρθρον ἀφορᾷ εἰς τὸν πολίτην τὸν μὴ στρατιωτικόν. Ὁ κύριος Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ὡς πρὸς ἐκεῖνον δύναται ἴσως νὰ θεωρηθῇ τὸ ἄρθρον ἐφαρμοζόμενον, δὲν δύναται ὅμως νὰ θεωρηθῇ ἐφαρμοζόμενον ὡς πρὸς στρατιωτικόν. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον διαῤῥήδην ἐκφράζεται περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων αὐτοῦ εἰς τὸν στρατιωτικόν, διότι δὲν περιλαμβάνει μόνον τὴν περίοδον περὶ τῶν ἀποκλειομένων ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ἣν ἀνέγνω ὁ κ. Βουλευτής, ἀλλ’ εὐθὺς κατωτέρω περιλαμβάνει περίοδον, ἣν παρέτρεξεν ὁ κύριος Βουλευτὴς καὶ καθ’ ἣν οἱ ἐν τῷ στρατῷ κατατεταγμένοι οὐδαμῶς δύνανται νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐν τῷ στρατῷ, ἐὰν συντρέχωσιν αἱ περιπτώσεις τοῦ ἄρθρου (Θόρυβος ἀριστερᾷ.) Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἀπέκρυψε τὴν φράσιν τὴν θορυβοῦσαν τοὺς κυρίους Βουλευτὰς καὶ καθ’ ἣν αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου ἐφορμόζονται, ὡς εἰκὸς, καὶ εἰς τοὺς μήπω ὑπηρετοῦντας ἐν τῷ στρατῷ, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ὑπηρετοῦντας. Πρόκειται ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ, ὡς εἶπεν ὁ κύριος Βουλευτής, περὶ κανόνος ἐφαρμοσθησομένου ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου ἐν τῇ ἐκδόσει τῆς ἀποφάσεώς του; Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ τῶν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν ἀποφάσεως ἐκδοθείσης. Ἐὰν ἐξεδόθη ἀπόφασις, καταδικάζουσα τὸν κατατακτέον ἐν τῷ στρατῷ ἢ τὸν κατατεταγμένον ἐν αὐτῷ εἰς ἐπανορθωτικὴν ποινὴν φυλακίσεως, καταγινώσκῃ δὲ ἡ ἀπόφασις καὶ στέρησιν πολιτικῶν δικαιωμάτων, ὁ ἀποκλεισμὸς ἐκ τοῦ στρατοῦ ἢ ἡ ἔκπτωσις ἐκ τῶν τάξεων αὐτοῦ θὰ ἐπέλθῃ μόνον ἐὰν ἦναι ἐνιαύσιος ἡ διὰ τῆς ἀποφάσεως ἐπιβληθεῖσα φυλάκισις. Περὶ καταδίκης ἀπαγγελθείσης πραγματεύεται τὸ ἄρθρον, περὶ ἀποφάσεως ἐκδοθείσης, οὐδαμῶς δὲ περὶ κανόνων διεπόντων τὰ τῆς ἐκδόσεως αὐτῆς, ὁρίζει δὲ τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀποφάσεως, τὰ τῶν συνεπειῶν τῆς καταδίκης ὡς πρὸς τὴν ἱκανότητα τοῦ ὑπηρετεῖν ἐν τῷ στρατῷ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 7, ἡ ἀπόφασις, ἡ καταγινώσκουσα στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, τότε μόνον ἔχει ἐφαρμογήν, ἐπαγομένη ἀποκλεισμὸν ἐκ τοῦ στρατοῦ καὶ ἔκπτωσιν ἐκ τῶν τάξεων, ὅταν ἡ στέρησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων ἀπηγγέλθη συνάμα μετὰ καταδίκης εἰς φυλάκισιν τοὐλάχιστον ἐνιαύσιον. Ταῦτα ὁρίζει τὸ ἄρθρον, ἐκφραζόμενον εὐκρινῶς καὶ ἀφορῶν εἴς τε τὸν πολίτην, τὸν μήπω καταταχθέντα ἐν τῷ στρατῷ, καὶ εἰς τὸν ἤδη κατατεταγμένον στρατιώτην ἢ ὑπαξιωματικόν. Δὲν ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον εἰς τὸν ἀξιωματικόν, διότι τὰ τῶν ἀξιωματικῶν κανονίζονται ὑπὸ εἰδικῶν νόμων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐρωτᾷ, πῶς ἡμεῖς ἄλλοτε δὲν ἐφηρμόσαμεν τὸ ἄρθρον 7ον, ἐν περιπτώσει, ἧς ἐμνήσθη. Ὅτε ἡμεῖς ἐξεδώσαμεν τὰ ἔγγραφα τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ἐκείνην, δὲν εἶχεν εἰσαχθῆ ἡ καθολικὴ ὑποχρεωτικὴ στράτευσις, οὐδ’ εἶχεν ἐκδοθῆ ὁ στρατολογικὸς νόμος, ὁ νῦν ὑφιστάμενος. Ὁ στρατολογικὸς νόμος ἐξεδόθη πολὺ μεταγενέστερον τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν συνετάσσοντο τὰ ἔγγραφα, εἰς ἃ ἀφεώρα ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Τότε ἡ ἔκπτωσις ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ὑπαξιωματικοῦ ἦτο καὶ ἀποκλεισμὸς ἀπὸ τοῦ στρατοῦ ὁλοσχερής. Σήμερον αὕτη ἐπάγεται τὴν ἐκ τῶν τάξεων ἔκπτωσιν, μόνον ἐὰν συντρέχωσιν αἱ περιστάσεις τοῦ ἄρθρου 7ου, τουτέστιν ἐὰν ἡ καταδίκη ἦναι εἰς φυλάκισιν ἀνωτέραν τοῦ ἔτους.

§43ΑΓΓΕΛΟΣ ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐκπλήσσομαι, Κύριοι, πῶς ὁ νόμος αὐτός, ὁ καθαρὸς στρατολογικός, συγχέεται μὲ τὸν ποινικὸν νόμον. Ὁ στρατολογικὸς νόμος, κύριε Ὑπουργέ, ὁμιλεῖ περὶ στρατιωτικῶν μὴ καταταχθέντων εἰσέτι καὶ ἑπομένως μὴ ὑπηρετούντων ἐν τῷ στρατῷ. Ἡ ἀρχή, ἣν ἐξέθηκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καταστρέφει παντελῶς τὸν κανονισμὸν τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Ἐν τῷ κανονισμῷ ὑπάρχει κεφάλαιον τῶν ἐπιβαλλομένων εἰς ὑπαξιωματικοὺς καὶ εἰς στρατιώτας ποινῶν, ἐπιβάλλεται δὲ ἡ ποινὴ τοῦ περιορισμοῦ, τῆς κρατήσεως, τῆς φυλακίσεως καὶ τῆς ἐκπτώσεως τοῦ βαθμοῦ τῶν ὑπαξιωματικῶν εἴτε προσωρινῶς, εἴτε καὶ διὰ παντός. Ἐὰν καθιερώσητε τὴν ἀρχὴν ταύτην, ἔρχεσθε ἀμέσως εἰς ἀντίφασιν τῆς ἀποφάσεώς σας, τὴν ὁποίαν ἐξεδώσατε πρὸ ὀλίγου καιροῦ, περὶ τῶν δύο ὑπαξιωματικῶν τοῦ μηχανικοῦ, οὓς ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ λοχίου ὑπεβιβάσατε εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ δεκανέως. Ὑποθέσατε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ἔχετε νέαν γνωμάτευσιν μιᾶς ἐπιτροπῆς περὶ πράξεώς τινος ἑνὸς ὑπαξιωματικοῦ, ὅτι ὁ κατηγορούμενος ὑπαξιωματικὸς τιμωρεῖται μὲ ἔκπτωσιν. Κατὰ τὴν ἀρχὴν, ἣν καθιεροῦτε, δὲν δύνασθε νὰ τὸν ὑποβιβάσητε τοῦ βαθμοῦ του, διότι δὲν ἐτιμωρήθη προηγουμένως μὲ ποινὴν ἑνὸς ἔτους καὶ μιᾶς ἡμέρας. Ἡ ποινὴ αὕτη τῆς ἐκπτώσεως εἶναι ποινὴ πειθαρχικὴ, χάριν τῆς στρατιωτικῆς εὐκοσμίας καὶ τῆς τάξεως. Ὁ ἐνωμοτάρχης μετὰ τὴν ἔκπτωσιν τῆς ποινῆς ὤφειλε νὰ γίνῃ ἔκπτωτος τοῦ βαθμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔφερεν, ἐπὶ ἓξ μῆνας, συνεπείᾳ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου, ἔπειτα δὲ ἠδύνατο αὐτοδικαίως ἄνευ διαταγῆς νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν βαθμὸν τὸν πρότερον. Δὲν ἐπράξατε τοῦτο, ἀλλὰ παρεβιάσατε ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου, συνάμα δὲ παρεβιάσατε καὶ ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου αὐθαιρέτως ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἐξετελέσατε αὐτὴν, καθὼς ὠφείλετε, πάντοτε ὑπ’ εὐθύνην σας. Ἐὰν τιμωρηθῇ ὑπαξιωματικὸς μὲ ἑνὸς ἔτους φυλάκισιν καὶ μιᾶς ἡμέρας, αὐτοδικαίως χάνει τὸν βαθμόν του καὶ ἀποκλείεται τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ. Ἐδῶ ὅμως εἶναι προσωρινὴ ἡ παῦσις. Ὅλα δὲ τὰ ἄλλα οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι μὲ τὸν στρατιωτικὸν νόμον καὶ τὸν κανονισμὸν τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας.

§44ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἔκπτωσις ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἀποκλεισμὸς ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ διατελοῦντος ἐν αὐτῇ εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό. Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἀποκλεισμοῦ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ διατελοῦντος ἐν αὐτῇ, ἐν δὲ τῇ ἀποφάσει πρόκειται περὶ ἐκπτώσεως.

§46ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε ἡ ἀπόφασις δὲν ἔχει καμμίαν ἔννοιαν.

§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἀπόφασις ἔχει ἔννοιαν ὡς πρὸς τὴν φυλάκισιν καὶ ἐξετελέσθη, ὡς πρὸς δὲ τὴν ἔκπτωσιν, τὸ ἐδάφ. βʹ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου κανονίζει τί θὰ γενῇ. Ἐὰν ἡ διατασσομένη ἔκπτωσις ἦναι συνέπεια καταδίκης εἰς φυλάκισιν ἐνιαύσιον, θὰ ἐκτελεσθῇ· ἐὰν ἦναι συνέπεια καταδίκης εἰς φυλάκισιν κατωτέραν τῆς ἐνιαυσίου, κατὰ τὸ ἐδάφιον βʹ δὲν θὰ ἐκτελεσθῇ.

§48ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον 7ον ταύτην ὑπέθεσε τὴν περίπτωσιν· ὑπέθεσεν ὅτι θὰ ὑπάρχῃ περίπτωσις, καθ’ ἣν θέλει ἐκδοθῆ ἀπόφασις καταδικαστικὴ εἰς φυλάκισιν οὐχὶ ἀνωτέραν τοῦ ἔτους, εἰς ἣν τὸ Δικαστήριον θὰ προσθέσῃ καὶ τὴν ῥήτραν περὶ τῆς ἐκπτώσεως ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ εἶπεν ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ῥήτρα αὕτη δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ. Τοῦτο λέγει τὸ ἄρθρον· δύνασθε νὰ ἐπικρίνητε τὸ ἄρθρον, δὲν δύνασθε ὅμως ν’ ἀξιώσητε, ὅπως μὴ ἐφαρμοσθῇ ῥητὴ διάταξις αὐτοῦ.

§50ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§51Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ στρατολογικὸς νόμος κανονίζει κατὰ τίνα τρόπον καταρτίζεται τὸ σῶμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καλεῖται εἰς τὴν στρατιωτικὴν λειτουργίαν τῆς χώρας. Αἱ πρῶται διατάξεις τοῦ νόμου τούτου κατ’ οὐδὲν διαφέρουσιν ἀπὸ τὰς διατάξεις πάντων τῶν νόμων, οἵτινες κανονίζουσι τὸν τρόπον, καθ’ ὃν συνιστᾶται λειτουργία τις δημοσίᾳ. Ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς τοὺς νόμους περὶ προσόντων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους ὁ Πρωθυπουργὸς εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἐψήφισεν ἡ Βουλή, καὶ οἵτινες ἐγένοντο νόμοι, θέλετε ἀπαντήσει παραπλησίαν διάταξιν πρὸς ἐκείνην τοῦ ἄρθρου 7ου τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας. Θέλετε ἀναγνώσει καὶ ἐκεῖ, ὅτι δὲν εἶναι δεκτοὶ ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι οἱ καταδικασθέντες εἰς ποινὴν κακουργήματος ἢ καταδικασθέντες εἰς ποινὴν πλημμελήματος ἀτιμωτικοῦ, ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διαλαμβάνουσιν ὡρισμέναι διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου. Ἐὰν προσφύγητε εἰς τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος κανονίζει τὴν λειτουργίαν τὴν δημοτικήν, θέλετε εὑρεῖ καὶ ἐκεῖ διάταξιν παρεμφερῆ, ὅτι ἀπαγορεύεται νὰ γίνωνται δεκτοὶ εἰς τὸ δημοτικὸν ἀξίωμα ἄνδρες, καταδικασθέντες εἰς ποινὴν ἐγκληματικὴν ἢ ποινὴν πλημμελήματος ἀτιμωτικοῦ. Ἐὰν προσφύγητε εἰς τὸν νόμον περὶ ἐκλογῆς τῶν Βουλευτῶν, θέλετε εὑρεῖ καὶ ἐκεῖ, ὅτι δὲν εἶναι δεκτοὶ ἵνα ἐκλεχθῶσιν ἄνδρες καταδικασθέντες εἰς ποινὴν ἐγκληματικὴν ἢ πλημμελήματος ἀτιμωτικοῦ. Δὲν ὑπάρχει νόμος ἐν τῷ Κράτει, συνιστῶν δημοσίαν τινὰ λειτουργίαν, ὁ ὁποῖος δὲν προενόησε ν’ ἀποκλείσῃ ἀπὸ τὴν δημοσίαν λειτουργίαν τοὺς πολίτας ἐκείνους, οἵτινες εἶναι ἀνάξιοι τῆς λειτουργίας ταύτης. Καὶ ἐγένοντο ἀνάξιοι διότι, πολῖται τυγχάνοντες, περιέπεσαν εἰς πρᾶξιν κακουργήματος ἢ εἰς πρᾶξιν πλημμελήματος, ἀποδεικνύοντος τὴν πλήρη ἀνηθικότητα τῶν ἀνδρῶν τούτων. Κατὰ πλείονα λόγον τοιαύτη διάταξις ἔπρεπε νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ στρατιωτικῷ νόμῳ. Εἰς τὸν στρατὸν καλοῦνται οἱ πολῖται, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἔχουσι πλήρη ἠθικότητα καὶ πλήρη τὴν συνείδησιν τῶν καθηκόντων τοῦ πολίτου Ἕλληνος. Δὲν ἔχουσι δὲ πλήρη συνείδησιν τῶν καθηκόντων τοῦ πολίτου Ἕλληνος ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι περιέπεσαν εἰς ἐγκληματικὴν πρᾶξιν, ἢ κατεδικάσθησαν εἰς πλημμέλημα, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος προσδιώρισεν ὡς ἐπάγον τὴν φυλάκισιν ἑνὸς ἔτους. Ἀλλὰ τί κοινὸν μεταξὺ τῶν διατάξεων τούτων καὶ τῶν διατάξεων ἐκείνων, αἵτινες κανονίζουσι πότε οἱ δημόσιοι λειτουργοὶ ἀποβάλλονται ἀπὸ τὴν λειτουργίαν, ἡ ὁποία ἀνετέθη εἰς αὐτούς; Οὐδεμία σχέσις ὑπάρχει. Τὸ ἄρθρον 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου περὶ τίνος διατάσσει; Διατάσσει περὶ πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται ν’ ἀναλάβωσι δημοσίαν τινὰ λειτουργίαν; Παντάπασι. Διατάσσει περὶ τῶν πολιτῶν ἐκείνων, οἵτινες ἀνέλαβον δημοσίαν λειτουργίαν καὶ κατὰ τὴν διαχείρισιν αὐτῆς περιέπεσαν εἰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι βεβαιωθεῖσαι ἀποδεικνύουσιν, ὅτι εἶναι ἀνάξιοι πλέον νὰ διαχειρίζωνται αὐτήν. Ἐκ τούτου κατανοεῖτε, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι τὸ αὐτὸ ἀποκλεισμὸς καὶ ἔκπτωσις, ὡς ἰσχυρίζετο ὁ Πρωθυπουργὸς πρὸ μικροῦ, καὶ ὅτι σφάλλει ὁ Πρωθυπουργός, ἔχων συγκεχυμένην γνῶσιν καὶ ἔννοιαν τῶν πραγμάτων. Ἄλλο ἀποκλεισμὸς καὶ ἄλλο ἔκπτωσις. Ἀποκλείεταί τις ἀπὸ δημοσίας λειτουργίας, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει καὶ πρόκειται ν’ ἀναλάβῃ. Ἐκπίπτει ὅμως ἀπὸ τῆς δημοσίας λειτουργίας, τὴν ὁποίαν ἔχει, καὶ κρίνεται ἀνάξιος νὰ τὴν διατηρήσῃ πλέον. Διὰ τοῦτο αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐπάγουσι τὴν ἔκπτωσιν, εἶναι αὐστηρότεραι τῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι διατάσσουσι τὸν ἀποκλεισμόν. Διὰ νὰ ἀποκλεισθῇ τις, πρέπει, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, νὰ ὑποπέσῃ εἰς κακούργημα ἢ εἰς πλημμέλημα, τιμωρούμενον μὲ ἑνὸς ἔτους φυλάκισιν, ἀλλ’ ἐκπίπτει τις διότι περιέπεσεν εἰς πᾶν πλημμέλημα κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του. Ὁ νόμος δὲν ἀπῄτησεν ὡρισμένην διάρκειαν ποινῆς, διὰ νὰ ἐκπέσῃ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, διότι ὁ ἔχων τὴν δημοσίαν λειτουργίαν πρέπει νὰ ἦναι ἀνώτερος πάσης ὑπονοίας, ὁποίαν περὶ τῆς ἀνικανότητος καὶ τῆς ἀνηθικότητος αὐτοῦ ἐγείρει ἡ καταδικαστικὴ ἀπόφασις, ἡ ὁποία κατεδίκασεν αὐτὸν εἰς βαθμὸν πλημμελήματος διὰ πρᾶξιν, ἀναγομένην εἰς τὴν δημοσίαν λειτουργίαν, τὴν ὁποίαν διεχειρίζετο. Εἰς τὴν σύγχυσιν ταύτην, εἰς ἣν εὑρίσκεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, συγχύζων τὸν ἀποκλεισμὸν ἀπὸ τῆς δημοσίας λειτουργίας μὲ τὴν ἔκπτωσιν ἀπ’ αὐτῆς, εἰς τὴν σύγχυσιν ταύτην πρέπει ν’ ἀποδώσητε ὅλην τὴν σύγχυσιν, τὴν ὁποίαν εὕρετε σήμερον ἐν τοῖς λόγοις αὐτοῦ· διότι οἱ λόγοι αὐτοῦ ἀποδεικνύουσι τοσαύτην ἀμάθειαν περὶ τὴν κατάληψιν τῆς ἐννοίας τῶν νόμων, ἡ ὁποία εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐνυπάρχῃ εἰς τὸν Πρωθυπουργόν. Ἴσως ὑποκρίνεται τὴν σύγχυσιν ταύτην, διὰ νὰ περικαλύψῃ παράβασιν, τὴν ὁποίαν ἐν γνώσει ἔπραξε. Γνωρίζετε δὲ, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἀνήκει εἰς τὴν τάξιν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἰς τὴν Γαλλίαν ὀνομάζονται autoritairs, καὶ διὰ τοῦτο ἠκούσατε αὐτὸν λέγοντα, ὅτι ἔφερε τὰς γνωμοδοτήσεις διότι τὰς ἐζήτησαν, καὶ ὅτι αὐτὸς δὲν ἔχει ἀνάγκην γνωμοδοτήσεων, ἔχει δὲ μόνον ἀνάγκην τῆς κρίσεώς του. Τῷ ὄντι ὁ ἐκτελῶν τοὺς νόμους πρέπει νὰ ἀκούῃ τὴν κρίσιν αὐτοῦ. Αἱ γνωμοδοτήσεις δὲν εἶναι ὑποχρεωτικαὶ εἰς αὐτὸν, διότι οἱ γνωμοδοτοῦντες δὲν ἔχουσιν εὐθύνην, ἐὰν ὁ νόμος δὲν ἐκτελεσθῇ καλῶς, ἀλλ’ οἱ ἐκτελοῦντες τοὺς νόμους ὑπέχουσι τὴν εὐθύνην ταύτην. Ἀλλ’ ἡ κρίσις αὐτῶν εἶναι ἐλευθέρα, ἵνα πράττωσιν ὅ,τι θέλουσιν; Εἶναι ὑποτεταγμένοι εἰς τὸν νόμον, καὶ δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι κρίσιν ἄλλην, εἰμὴ ἐκείνην, ἣν ἐνέδειξεν ὁ νόμος, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωσιν. Ὅταν δὲ δὲν πρόκηται περὶ ἐννοίας νόμου, ἀλλὰ περὶ ἀποφάσεως δικαστικῆς, ἡ κρίσις αὐτῶν εἶναι δεσμία τῆς ἀποφάσεως τῆς δικαστικῆς, διότι τοὺς νόμους τοὺς ποινικοὺς δὲν ἐφαρμόζουσιν οἱ ἐκτελοῦντες τοὺς νόμους, ἀλλ’ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, αἱ δὲ ἀποφάσεις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας εἶναι ἀνώτεραι τῶν ἐκτελούντων τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι εἶναι δοῦλοι, ὑποχρεωμένοι νὰ ἐφαρμόζωσιν αὐτούς. Καὶ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἵνα δικαιολογηθῇ, διατὶ δὲν ἐξετέλεσεν ἀκεραίαν τὴν ἀπόφασιν ταύτην, ἐπεκαλέσθη τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον, ποίαν σχέσιν ἢ ποίαν ἐπιῤῥοὴν δύνανται νὰ ἔχωσιν αἱ διατάξεις τοῦ στρατολογικοῦ νόμου περὶ ἀποκλεισμοῦ τῶν πολιτῶν ἀπὸ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας μὲ τὸ προκείμενον ζήτημα. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅμως, Κύριοι, ὅτι τῷ ὄντι τὸ ἄρθρον 7 τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου κανονίζει τὴν λειτουργίαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἐπὶ ταῖς παραβάσεσι, τὰς ὁποίας τὰ μέλη τοῦ στρατοῦ, οἱ στρατιῶται, οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὑπαξιωματικοὶ ἔπραξαν κατὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας αὐτῶν. Ὑποθέσατε λοιπὸν, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, τὸ ὁποῖον, κατὰ τοὺς λόγους τοῦ Πρωθυπουργοῦ, εἶναι ἡ μόνη διάταξις, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψει τὰ ποινικὰ δικαστήρια, δὲν ἔπρεπε νὰ τιμωρηθῇ ὁ ἐνωμοτάρχης, ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος, διὰ τῆς ἐκπτώσεως ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, δὲν ἔπρεπε νὰ καταδικασθῇ εἰς στέρησιν τῆς ἱκανότητος πρὸς ἀνάκτησιν τῆς ἀρχῆς ἐπὶ ἓξ μῆνας· τότε τί ἔπραξεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτε τοιαύτη ἀπόφασις ἐξεδόθη ἐναντίον τοῦ νόμου; Ἐζήτησε τὴν ἀναίρεσιν τῆς ἀποφάσεως ταύτης ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον; Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ἔλαβε γνῶσιν τῆς ἀποφάσεως ταύτης καὶ τὴν εἶδεν ἀντικειμένην εἰς τὸν νόμον, πῶς δὲν προσέφυγεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ, ὅπως οὗτος ζητήσῃ τὴν ἀναίρεσιν αὐτῆς ὑπὲρ τοῦ νόμου τοὐλάχιστον; Τοῦτο δὲν ἐγένετο, καὶ ἡ ἀπόφασις ἐγένετο ὁριστική. Καὶ μετὰ ταῦτα ἔρχεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος σᾶς ἔλεγεν, ὅτι ἐξετέλεσε τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἀποφάσεως, τὸ τιμωροῦν εἰς δίμηνον φυλάκισιν, δὲν ἔκρινε δὲ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἄλλο μέρος, τὸ διατάσσον τὴν ἔκπτωσιν ἀπὸ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, καὶ κηρύττον τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος ἐνωμοτάρχην ἀνίκανον νὰ τὴν ἀνακτήσῃ ἐπὶ ἓξ μῆνας, διότι τοῦτο δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὸν νόμον, ὅπως κατὰ τὴν κρίσιν του κατανοεῖ αὐτόν. Τῇ ἀληθείᾳ, Κύριοι, εἰσερχόμεθα εἰς ἓν στάδιον, τὸ ὁποῖον μοὶ φαίνεται ἐπικίνδυνον, καὶ ὀφείλω νὰ κάμω σπουδαίας παρατηρήσεις καὶ εἰς τὴν πλειοψηφίαν καὶ εἰς τὴν μειοψηφίαν. Ἐὰν ἐξακολουθῶμεν νομοθετοῦντες ὡς νομοθετοῦμεν, καὶ ἐλέγχοντες τοὺς ἐκτελοῦντας τοὺς νόμους ὡς τοὺς ἐλέγχομεν, τῇ ἀληθείᾳ θὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ἔντιμος συνάδελφός μου, ὅτι εἴμεθα ἀνίκανοι διὰ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, καὶ πρέπει νὰ παραιτηθῶμεν πλέον τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Δὲν ὑπάρχει ποσῶς πολίτευμα κοινοβουλευτικὸν πλέον, οὔτε συνταγματικὸν πολίτευμα, οὔτε ἐξουσία συνταγματική. Ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν χρημάτων, ἡ ὁποία εἶναι ἡ μόνη, διὰ τὴν ὁποίαν ἐδημιουργήθη τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ὁ Πρωθυπουργὸς ἔχει τὴν ἄδειαν νὰ συνομολογῇ δάνεια πάγια, δάνεια προσωρινά· καὶ ὅταν συλλαμβάνωμεν αὐτὸν ἐπ’ αὐτοφώρῳ νὰ διαχειρίζηται τὰ χρήματα ταῦτα εἰς ἄλλας ἀνάγκας καὶ οὐχὶ εἰς ἐκείνας, τὰς ὁποίας οἱ νόμοι προσδιώρισαν δι’ αὐτά, ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ πειρᾶται νὰ παίξῃ μὲ τὸ Κοινοβούλιον, συγχύζων τὰς λέξεις καὶ μεταχειριζόμενος διφορουμένας ἐννοίας. Δὲν πρόκειται, σᾶς ἔλεγε προχθές, περὶ διαχειρίσεως τῶν δανείων. Κατὰ τὴν διαχείρισιν ἐποιησάμην διάφορον χρῆσιν, ἔλεγεν ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ἀφήσατε νὰ ἴδητε τὴν διάθεσιν, ἣν θὰ κάμω αὐτῶν. Αὐτά, Κύριοι, δὲν λέγονται οὔτε εἰς μαθητὰς τῶν δημοτικῶν σχολείων, εἶναι δὲ προπέτεια νὰ λέγωνται ταῦτα ἐν τῇ Βουλῇ τῆς Ἑλλάδος, ἐν τῇ ὁποίᾳ οἱ συνταγματικοὶ θεσμοὶ ἐκηρύχθησαν ὡς τὸ μόνον πολίτευμα αὐτῆς ὑπὸ πασῶν τῶν Ἐθνικῶν Συνελεύσεων τοῦ ἀγῶνος, ἐν τῇ ὁποίᾳ οἱ πατέρες ἡμῶν ἐγκατέστησαν αὐτοὺς διὰ κινδύνων καὶ θυσιῶν, ἐν τῇ ὁποίᾳ τέλος πάντων λειτουργεῖ ἐπὶ τεσσαράκοντα ἔτη τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, καὶ ἡ ὁποία ἕνεκα παραπλησίων συμβεβηκότων ἀπεφάσισε καὶ ἔλαβε τοσούτῳ αὐστηρὰν καὶ κρίσιμον ἀπόφασιν, οἵα ἐκείνη, δι’ ἧς ἐκλόνισε τὰς βάσεις τῆς Πολιτείας, καὶ ἀνέτρεψεν ἀπὸ τοῦ θρόνου τὸν ἀείμνηστον ἡγεμόνα. Πρόκειται ἀπόφασις Δικαστηρίου, δι’ ἧς κατεδικάσθη ὑπαξιωματικὸς εἰς φυλάκισιν καὶ μετ’ αὐτῆς εἰς στέρησιν τοῦ δικαιώματος νὰ κατέχῃ δημοσίαν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν κατεῖχε, καὶ εἰς ἀνικανότητα πρὸς ἀνάκτησιν αὐτῆς. Ὁ δὲ Πρωθυπουργὸς δὲν ἐκτελεῖ τὴν ἀπόφασιν, προβάλλων, ὅτι ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὸν στρατολογικὸν νόμον, ὁ ὁποῖος διατάσσει, ὅτι ἀποκλείονται ἀπὸ τοῦ στρατοῦ οἱ πολῖται, οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν εἰς ἑνὸς ἔτους φυλάκισιν, ἐπειδὴ δὲ δὲν κατεδικάσθη εἰς ἑνὸς ἔτους φυλάκισιν ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ἐνωμοτάρχης, διὰ τοῦτο δὲν ἐξετέλεσεν αὐτήν. Ἑπομένως μᾶς ἐνδεικνύει, ὅτι, ἂν δὲν στέργωμεν τὴν δικαιολογίαν του, ἂς προτείνωμεν ψηφοφορίαν. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἂν ὑπάρχῃ πλέον δικαστικὴ ἐξουσία, ἂν ὑπάρχῃ ἔλεγχος, ἂν ὑπάρχῃ εὐθύνη. Καὶ διατὶ νὰ ἐμπαίζωμεν, Κύριοι, τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ νὰ ἀφίνωμεν αὐτὸν νὰ νομίζῃ, ὅτι ἡμεῖς ἐδῶ νομοθετοῦμεν καὶ ἐπιτηροῦμεν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων; Πρέπει ὁ λαὸς νὰ μάθῃ, ὅτι ἡμεῖς ἐνταῦθα δὲν χρησιμεύομεν εἰς αὐτὸν, διὰ νὰ λάβῃ τὰ μέτρα του. Μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ὑπάρχει μεγαλειτέρα παράβασις ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐξήλεγξεν ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας καὶ ὁ Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν. Ἡ παράβασις αὕτη κλονίζει τὰς βάσεις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Δὲν ἔχομεν πλέον δικαστικὴν ἐξουσίαν, καὶ ἐνδέχεται τὰ ποινικὰ δικαστήρια νὰ περιήχθησαν κατὰ τοὺς χρόνους τούτους ὑπὸ ἐπηρεασμούς, ἐνδέχεται καὶ αὐτὴ ἡ πολιτικὴ δικαιοσύνη νὰ ὑπήχθῃ κατὰ τοὺς χρόνους τούτους καὶ αὕτη εἰς πειρασμούς. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ βήματος ν’ ἀπαγγέλλωσι δημοσίᾳ, ὅτι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ἐκτελῶσι τὰς ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων, αὐτὸ εἶναι ἡ ἐσχάτη τόλμη. Σᾶς ἐνθυμίζω, Κύριοι, ὅτι τὰ Κοινοβούλια δὲν ἐπιτρέπουσι τοιαύτην τόλμην εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἀνέλαβον νὰ ἐκτελῶσι τοὺς νόμους. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§52ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελεν εἶσθαι ὅλως περιττὸν μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἐπιμείνω εἰς περαιτέρω ἐξέτασιν τοῦ αὐτοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλεν ὑπὲρ τῆς γνώμης του καὶ δευτερεύοντά τινα ζητήματα, ἀναγκάζομαι νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις, ὄχι διὰ νὰ πείσω αὐτὸν, ἀφοῦ φαίνεται ὅτι ἐν γνώσει διατελεῖ τοῦ ἀδίκου, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται, ἀλλὰ διὰ νὰ πείσω πάντας ὑμᾶς καὶ πάντα ἀμερόληπτον ἄνθρωπον, ὅτι οὐδεμιᾶς εἶναι προσοχῆς ἄξια ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπεκαλέσθη ὑπὲρ τῆς γνώμης αὐτοῦ. Ὁ ποινικὸς νόμος, κύριοι Βουλευταὶ, προέβλεψε περὶ τῶν συνεπειῶν τῶν ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων ἐπιβαλλομένων ποινῶν. Τοῦτο ἔπραξεν εἰς τὰ ἄρθρα 21, 22 καὶ 23. Εἰς τὸ ἄρθρον 21 προβλέπει τὰς συνεπείας τῶν ἐγκληματικῶν ποινῶν τῶν ἐπὶ κακουργημάτων ἐπιβαλλομένων. Εἰς τὰ ἄρθρα 22 καὶ 23 προέβλεψε περὶ τῶν συνεπειῶν τῶν ποινῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται ἐπὶ κακουργημάτων ὡς καὶ ἐπὶ ἀτιμωτικῶν τινων πλημμελημάτων. Τίνες εἶναι αἱ συνέπειαι αὗται; εἶναι στέρησις δικαιωμάτων, ῥητῶς ἐν τῷ ἄρθρῳ 23 τοῦ ποινικοῦ νόμῳ ἀναφερομένων. Μία ἐκ τῶν στερήσεων τούτων εἶναι καὶ ἡ ἱκανότης τοῦ ὑπηρετεῖν εἰς τὸ στράτευμα τῆς ξηρᾶς, εἰς τὸ ναυτικὸν καὶ εἰς τὴν ἐθνοφρουράν. Ἵνα ἀπαγγελθῇ αὕτη ἡ ἀνικανότης, προέβλεψεν ὁ νομοθέτης ἀνέκαθεν ν’ ἀπαιτήσῃ ἐπιβολὴν ποινῆς τοὐλάχιστον ἐνιαυσίου. Ἂν ἡ ἐπιβαλλομένη ποινὴ δὲν ᾖναι ἐνιαύσιος, οὐδεμία ἐπέρχεται τῶν συνεπειῶν αὐτῶν, αἵτινες ἀναφέρονται εἰς τὸ ἄρθρον 23 τοῦ ποινικοῦ νόμου, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἡ ἀνικανότης τοῦ ὑπηρετεῖν εἰς τὸ στράτευμα. Τί ἔπραξε τώρα, Κύριοι, ὁ στρατολογικὸς νόμος, τὸν ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς ἐπεκαλέσθη; Ἀντέγραψε τὰς διατάξεις 22 καὶ 23 τοῦ ποινικοῦ νόμου, καθ’ ἃς ἀπαιτεῖται νὰ ἐπιβληθῇ ἐνιαύσιος φυλάκισις, ἵνα ἐπέλθωσιν αἱ ἀνικανότητες. Σημειώσατε δὲ, ὅτι τὰ Δικαστήρια, ἀπαγγέλλοντα τὰς ἀνικανότητας ταύτας, ἐν ταῖς ἀποφάσεσιν αὐτῶν οὐδέποτε ὁρίζουσιν αὐτὰς, ἀλλ’ ἐν γένει διατάσσουν τὴν στέρησιν τῶν πολιτικῶν καὶ ἀστικῶν δικαιωμάτων. Τί λοιπὸν λέγει ὁ στρατολογικὸς νόμος; Ἐντελῶς σύμφωνος μὲ τὸν ποινικὸν νόμον, διατάσσει, ὅτι ὁ καταδικασθεὶς εἰς φυλάκισιν τοὐλάχιστον ἐνιαύσιον ἐπὶ πλημμελήματι ἐκ τῶν ἐν ἄρθρῳ 22 δὲν εἶναι δεκτὸς εἰς τὸν στρατὸν, καὶ ἂν εἰσέλθῃ, ἀποβάλλεται, εἴτε πρὸ τῆς εἰσόδου του εἰς τὸν στρατὸν, εἴτε καὶ κατὰ τὴν ἐν τῷ στρατῷ διαμονήν του ἐπέλθῃ ἡ καταδίκη. Ὅθεν καὶ ὁ ποινικὸς καὶ ὁ στρατολογικὸς νόμος ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα διατάττουσιν, ὅτι, ἂν ἐπιβληθῇ φυλάκισις κατωτέρα τῆς ἐνιαυσίου, ἡ στέρησις δὲν ἐπέρχεται. Τί ἐπῆλθεν ὅμως μετὰ τὸν ποινικὸν νόμον καὶ πρὸ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου; Ἐπῆλθον οἱ περὶ ζωοκλοπῆς νόμοι, ἐπιβάλλοντες τὴν στέρησιν τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 21 τοῦ ποινικοῦ νόμου ἀναφερομένων δικαιωμάτων, καὶ εἶτα οἱ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν νόμοι, οἵτινες ἐπιβάλλουσι τὴν στέρησιν ὅλων τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, καὶ ἂν ἡ ποινὴ δὲν ἦναι ἐνιαύσιος. Πρώτην φορὰν ἡ νομοθεσία ἡμῶν παρέβη τὴν διάταξιν, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι ἐνιαύσιος ἡ ποινή, ἵνα ἐπέρχωνται αἱ στερήσεις ἐκεῖναι. Μετὰ τὸν νόμον τὸν ἐκλογικὸν ἐξεδόθη ὁ στρατολογικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος περιέχει τὴν ἀρχικὴν διάταξιν τοῦ ποινικοῦ νόμου. Τούτων οὕτως ἐχόντων, τίς ἡ ἐπιῤῥοὴ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου ἐπὶ τῶν καταδικασθέντων, ὅσοι ἐστερήθησαν δι’ ἀποφάσεως τῶν πολιτικῶν αὐτῶν δικαιωμάτων δυνάμει τοῦ ποινικοῦ νόμου; Νομίζω ὅτι δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπεκαλέσθη, δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἀφοῦ νεώτερος νόμος, προκειμένου περὶ μιᾶς μόνης ἀνικανότητος, τῆς ἀνικανότητος τοῦ ὑπηρετεῖν εἰς τὸν στρατὸν, ἀπῄτησε μεγαλειτέραν ποινὴν, ἕπεται ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων, αἱ γενικῶς διατάττουσαι, ὅτι στεροῦσί τινα τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, δὲν δύνανται νὰ ἰσχύσωσιν ὡς πρὸς τὴν ἱκανότητα τοῦ ὑπηρετεῖν ἐν τῷ στρατῷ, ἂν ἡ φυλάκισις δὲν ἦναι τοὐλάχιστον ἐνιαύσιος. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα, Κύριοι, ἔχουσι τὴν ἐλαχίστην ἐφαρμογὴν, προκειμένου οὐχὶ περὶ στερήσεως δικαιωμάτων πολιτικῶν ἢ ἀστικῶν, ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἐκπτώσεως ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν ἐξασκεῖ ὑπάλληλός τις, στρατιωτικὸς ἢ πολιτικὸς, ἐν τῷ Κράτει; Ὄχι, οὐδεμίαν. Διατί; Διότι τὸ ἄρθρον 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου ἐπιβάλλει τὴν στέρησιν ἀνεξαρτήτως τοῦ μεγέθους τῶν ἐπιβαλλομένων ποινῶν, ἔχει δὲ πληρεστάτην ἰσχὺν, ὅπως εἴδετε ἐκ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ μετὰ τὴν ἔκδοσιν ὅλων τῶν νεωτέρων νόμων. Κατὰ τὸ ἄρθρον 24, ὅταν τις καταδικασθῇ διὰ πλημμέλημα ἀναγόμενον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του, δὲν ἐξετάζεται πλέον ποία εἶναι ἡ ἐπιβαλλομένη ποινὴ, ἀλλὰ δίδεται τὸ δικαίωμα καὶ ἐπιβάλλεται ἡ ὑποχρέωσις εἰς τὸ Δικαστήριον ν’ ἀπαγγείλῃ ὄχι στέρησιν πολιτικῶν δικαιωμάτων, ἀλλὰ τὴν ἔκπτωσιν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Ἄλλο λοιπὸν ἡ στέρησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, περὶ τῆς ὁποίας προβλέπουσι τὰ ἄρθρα 22 καὶ 23 τοῦ ποινικοῦ νόμου καὶ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, καὶ ἄλλο ἡ ἔκπτωσις ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, περὶ ἧς προβλέπει τὸ ἄρθρον 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου. Τί ἕπεται λοιπὸν προδήλως ἐντεῦθεν; ἕπεται ὅτι ὁ στρατιωτικὸς, ὁ καταδικαζόμενος ἕνεκα πράξεως ἀναγομένης εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του, γίνεται ἔκπτωτος τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, ἀνεξαρτήτως τῆς ποινῆς, ἥτις τῷ ἐπεβλήθη. Οὕτως ἔχουσι, Κύριοι, οἱ νόμοι. Ἀλλὰ, καὶ οὕτως ἐχόντων τῶν νόμων, ἐὰν ἀπόφασις Δικαστηρίου, προκειμένου ὄχι περὶ ὑπαλλήλου, ἀλλὰ περὶ ἁπλοῦ πολίτου, ἤθελεν ἐπιβάλλει εἰς τοῦτον ποινὴν δύο μηνῶν καὶ συγχρόνως ἤθελε στερήσει αὐτὸν ῥητῶς τῆς ἱκανότητος τοῦ ὑπηρετεῖν εἰς τὸν στρατὸν, καὶ οὐχὶ γενικῶς τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, ἐσφαλμένως ἑρμηνεύουσα τὸν νόμον, καὶ τότε ἀκόμη ὁ Ὑπουργὸς ὤφειλε νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν, ἀμετάκλητον καταστᾶσαν, διότι δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐλέγξῃ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, καὶ νὰ ἐξετάσῃ, ἂν αἱ ἀποφάσεις αὐτῆς συνάδωσι πρὸς τὸν νόμον. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου λοιπὸν τί ἔχομεν, Κύριοι; ἔχομεν ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι τὸ ἀδίκημα, ὅπερ διέπραξεν ὁ στρατιωτικὸς, εἶναι ἀδίκημα περὶ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ διὰ τοῦτο κηρύττει αὐτὸν ῥητῶς ἔκπτωτον τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἡ ἀπόφασις αὕτη εἶναι ὁριστικὴ καὶ ἀμετάκλητος. Οὐδεὶς λοιπὸν δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ εὐσχήμως ἐνώπιον ἡμῶν καὶ τοῦ δικαστικοῦ κόσμου τῆς Ἑλλάδος, ὅτι δικαιοῦται νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐκτέλεσιν τοιαύτης ἀποφάσεως. Τοῦτ’ αὐτὸ λέγουσι, Κύριοι, καὶ αἱ γνωμοδοτήσεις, τὰς ὁποίας προὐκάλεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Δύνασθε, λέγει, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου νὰ κρατήσητε ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τὸν κηρυχθέντα ἔκπτωτον ὡς χωροφύλακα, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ νὰ διατηρήσητε αὐτὸν ἐν τῷ βαθμῷ τοῦ ἐνωμοτάρχου, ἀφοῦ ἡ ἀπόφασις τὸν ἐκήρυξεν ἔκπτωτον. Μὴ νομίσητε, δὲ, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀρχὴ, ἣν τίθησι τὸ ἄρθρον 7 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, καὶ καθ’ ἣν ἀπαιτεῖται ἐνιαύσιος φυλάκισις, ἵνα ἀποκλεισθῇ τις τοῦ στρατοῦ, εἶναι ἄνευ ἐξαιρέσεως. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸν νόμον περὶ στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας, ἀλλὰ νομίζω ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 190 τοῦ νόμου τούτου ὁ ἀξιωματικὸς κηρύσσεται ἔκπτωτος τῆς ὑπηρεσίας του ὅταν καταδικασθῇ ἐπί τινι τῶν ἐν ἄρθρῳ 22 τοῦ ποινικοῦ νόμου πλημμελημάτων, καὶ ὅταν δὲν ἦναι ἐνιαύσιος ἡ ἐπιβληθεῖσα αὐτῷ φυλάκισις. Προδήλως λοιπὸν ἐξελέγχεται ἐντελῶς σύμφωνος πρὸς τὸν νόμον ἡ διάταξις τῆς ἀποφάσεως περὶ τῆς ἐκπτώσεως ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀπόφασις, διατάττουσα ῥητῶς τὴν ἔκπτωσιν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας, οὐδέποτε δύναται νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ εἶναι ὑποχρεωτικὴ δι’ αὐτὸν, καὶ ἀσεβεῖ πρὸς τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπιμένων νὰ μὴ ἐκτελέσῃ αὐτήν.

§53ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀμείλικτοι οἱ ῥήτορες οἱ δικανικοὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τοῦ δυστυχοῦς Πρωθυπουργοῦ ἐπετέθησαν, ἐκ δὲ τῶν ἀπαντήσεών του θὰ ἐνοήσατε, ὅτι εὑρίσκεται ἐν παραζάλῃ ὁ ἄνθρωπος· πάσχει οὐχὶ πρὸ μικροῦ, ἀλλὰ πρὸ μακροῦ χρόνου, διότι βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι εἰς καλὴν κατάστασιν διανοητικῶς καὶ νὰ λέγῃ ὅσα ἔλεγεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐκτὸς ἐὰν ἐνόμισεν ἡμᾶς ἀξίους τοσοῦτον μεγάλης περιφρονήσεως, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ ἐπιδείξῃ. Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, ἔπρεπεν ὄχι μόνον σεῖς, οἱ καθήμενοι ἐπὶ τῶν ἑδωλίων, ἀλλὰ καὶ τὰ ἑδώλια νὰ κινηθῶσιν, ἀκούοντα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λέγῃ ὅσα ἔλεγεν. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἐντρέπεται ἑαυτὸν, δὲν ἐντρέπεται τουλάχιστον τὸ ἀξίωμα αὐτοῦ, δὲν ἐντρέπεται ἡμᾶς αὐτοὺς τέλος πάντων; Ἀκουόμεθα καὶ οἱ ἀκούοντες ἡμᾶς λέγουσιν, ὅτι ἐνταῦθα βουλεύονται ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν οὔτε κρίσιν, οὔτε ἀντίληψιν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι θυμωμένος ἤδη κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,—μόνον τὸν λυποῦμαι,—εἶμαι θυμωμένος καθ’ ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνέχεσθε νὰ ἔχητε αὐτὸν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς σας. Ἐζήτησε καλὰ καὶ σώνει νὰ μεταβάλῃ τὴν λέξιν «στρατολογικὸς νόμος», καὶ ἠθέλησε νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι τὸ 7ον ἄρθρον τοῦ στρατολογικοῦ νόμου ἀφορᾷ τὴν διάταξιν, ἐφ’ ἧς ἐστηρίχθη ἡ ἀπόφασις, δι’ ἧς κατεδικάσθη ὁ ἐνωμοτάρχης ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ δικαστηρίου. Κύριοι, ἐὰν δὲν ἔχῃ ὑγιεῖς διανοητικὰς δυνάμεις ὁ ἄνθρωπος οὗτος, βεβαίως ὀφείλετε σεῖς νὰ φέρητε αὐτὸν εἰς τὴν τάξιν· εἶναι ἁμαρτία νὰ διοικῇ εἷς ἄνθρωπος τοιοῦτος τὴν πατρίδα ἡμῶν. Ὁμιλῶ μετὰ πικρίας, Κύριοι, καὶ εἶμαι ἴσως αὐστηρὸς ὑπὲρ τὸ μέτρον, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἀνέχομαι αὐτὸν τὸν τρόπον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· ὀφείλει νὰ αἰσθάνηται, ὅτι ὁμιλεῖ ἀπέναντι Βουλευτῶν, καὶ ὅτι εἶναι Πρωθυπουργὸς καὶ ὅτι ὁμιλεῖ ἀπέναντι τοῦ Κράτους· ὁμιλῶν ἐντεῦθεν, ὀφείλει νὰ σέβηται τὴν πατρίδα, νὰ ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντα αὐτοῦ, καὶ ὄχι νὰ ἀναθέτῃ ἅπαντα τὰ ζητήματα εἰς τὴν πλειονοψηφίαν. Καταστήσας ἑαυτὸν ἀνώτερον τοῦ Δικαστηρίου, αὐτὸς, ὁ ἐντεταλμένος τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων τοῦ Δικαστηρίου, δὲν δύναται ἢ νὰ ἦναι ἐν παραζάλῃ, ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἦναι ἐν παραζάλῃ, φαντασθῆτε, τί δύναται νὰ κάμῃ ὑποστηρίζων τοιαῦτα καὶ ἔχων τὴν ἰσχὺν, τὴν ὁποίαν τῷ δίδετε. Φαντασθῆτε, Κύριοι, νὰ ψηφίζητε νομοσχέδιόν τι φορολογικὸν καὶ τοῦτο νὰ λαμβάνῃ αὐτὸς καὶ νὰ τὸ ἑρμηνεύῃ κατὰ τὸ συμφέρον του· φαντασθῆτε τί θὰ πάσχωσιν οἱ δυστυχεῖς φορολογούμενοι, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τῆς παιδικῆς του ἡλικίας ἐν Ἀγγλίᾳ μέχρι σήμερον, ὅτε εἶναι Πρωθυπουργὸς, τὸν ἔθρεψαν καὶ τὸν ἐμεγάλωσαν· διότι οὐδένα φόρον ἐτέλεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ὑποβάλλει ἐνταῦθα κατὰ σωρείας νομοσχέδια φορολογικὰ, τὰ ὁποῖα οὐδὲν ἕτερον ὑπηρετοῦσιν ἢ μόνον τὴν παγίωσιν καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου. Ἐὰν δὲ ἐν παραζάλῃ ὢν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἑρμηνεύῃ καὶ ἐκτελῇ οὕτω τὰ διατεταγμένα, δὲν γνωρίζω ἐὰν ἦναι ἀξιοπρεπὲς διὰ σᾶς νὰ ὑποστηρίζητε τὸν Πρωθυπουργὸν, δὲν γνωρίζω δὲ καὶ ποῖα ἀποτελέσματα θὰ ἔχῃ διὰ τὸν τόπον τοιαύτη κατάστασις. Δὲν ἠξεύρω μὲ ποῖον πρόσωπον θὰ παρουσιασθῶμεν πάντες ἡμεῖς ἐνώπιον τῶν ἐντολέων ἡμῶν καὶ τί θὰ εἴπωμεν πρὸς αὐτοὺς, ὕστερον ἀπὸ τόσα κωμικὰ καὶ τραγικὰ, τὰ ὁποῖα συνετελέσθησαν ἐνταῦθα. Μὴ νομίσητε, ὅτι εἶναι μικρὰ πράγματα ταῦτα, εἶναι μαθήματα διὰ τοὺς διαδόχους ἡμῶν, καὶ πρέπει νὰ ἀναλογίζησθε, ὅτι, ἐὰν ἔλθητε εἰς τὴν τάξιν τῆς μειοψηφίας καὶ ἐπέλθῃ ἑρμηνεία καὶ τοιαύτη ἐκτέλεσις τῶν νόμων, θὰ ἐπέλθῃ αὕτη κατὰ τῶν φίλων ὑμῶν· ἀλλὰ καὶ ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι δὲν θὰ ἔλθῃ στιγμὴ, καθ’ ἣν νὰ ὑποστῆτε ταῦτα, θλιβερὰ ἀποτελέσματα θὰ ἔχῃ ἡ κατάστασις αὕτη διὰ τὸν τόπον. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους δὲν ἐννοῶ τί σᾶς ὠφελεῖ ὁ τίτλος τοῦ Βουλευτοῦ, ὅταν τὸν ἔχητε ὅπως τὸν ἔχετε. Δὲν ἐννοῶ τί σκέπτεσθε, καθήμενοι εἰς αὐτὰς τὰς θέσεις, ποίαν φιλοδοξίαν ἱκανοποιεῖτε καὶ πῶς ἐννοεῖτε τὴν τοιαύτην ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός σας. Κύριοι, τὸ νοητικὸν παντὸς ἀνθρώπου σταματᾷ πρὸ τῆς τοιαύτης οἰκτρᾶς καταστάσεως, καὶ ἴσως αὐτὴν τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ὁμιλῶ, ὑπάρχωσί τινες ἐκ τῶν ἀφωσιωμένων τῷ κ. Πρωθυπουργῷ, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι μαχόμεθα διὰ τὴν ἐξουσίαν, λέγοντες τὰ τοιαῦτα. Δὲν ὠφελεῖ ἡ ἐξουσία, οὕτως ἐξευτελισθεῖσα, εἰς ἄνθρωπον ἔντιμον καὶ θέλοντα νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν πατρίδα του, δὲν παρέχει οὐδὲν γόητρον. Κύριοι, δὲν ὁμιλῶ μεθ’ ὑστεροβουλίας, ἀλλ’ ὁμιλῶ ἕνεκα τοῦ πόνου, τὸν ὁποῖον αἰσθάνομαι διὰ τὴν πατρίδα μου. Δὲν ἠξεύρω τί θὰ κάμωσιν οἱ ἐκλογεῖς, ὅταν παρουσιασθῆτε ἐνώπιον αὐτῶν, δὲν ἠξεύρω ὅμως πῶς θὰ γράψῃ καὶ ἡ ἱστορία ἡ κοινοβουλευτικὴ τῆς περιόδου ταύτης, καὶ δὲν ἠξεύρω πῶς θὰ τὴν χαρακτηρίσῃ, ἀλλ’ ὅσον ἐπιεικὴς καὶ ἂν ἦναι ὁ ἱστορικὸς, ἀλλοίμονον εἰς ἐκείνας τὰς γραμμὰς, τὰς ὁποίας θὰ γράψῃ εἰς τὸν χάρτην ἐκεῖνον!

§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;

§55ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσῃ τις ἐκεῖθεν, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἑρμηνείας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Οἱ Κύριοι, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουσι τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς ψήφου των, πρέπει νὰ ὑποστηρίξωσιν αὐτὴν καὶ διὰ τοῦ λόγου.

§56ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην.

§57ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, πρὸ πάντων εἶναι ἡ σιγὴ, ἣν ἐτήρησεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐνῷ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἠρνήθη νὰ ἐκτελέσῃ ἀπόφασιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, καὶ εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐτάχθη πρὸς ὑποστήριξιν τῶν δικαιωμάτων τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, καὶ ὅμως τηρεῖ σιγὴν νεκρικήν. Ἐὰν ἔχῃ γνώμην, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐδικαιοῦτο νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξε, διατὶ δὲν ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν; Ἐὰν δὲ ἔχῃ ἀλλοίαν γνώμην, πῶς ἐξευτελίζεται παραμένων εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Πρέπει λοιπὸν νὰ θεωρῶμεν ἡμεῖς, ὅ,τι πᾶν ὅ,τι λέγει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι τεκμήριον διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης; Ἀλλὰ τοιαύτη Κυβέρνησις εἶναι ἀναξία παντὸς σεβασμοῦ!

§58ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι μετὰ τὴν γενομένην ἀνάπτυξιν καὶ ἀνάλυσιν τοῦ ζητήματος δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἦναί τις τεταγμένος εἰς τὴν ἀσχολίαν τῶν νόμων, διὰ νὰ ἐννοήσῃ τὸν νόμον, καὶ μὴ φαίνηται ἀκολουθῶν ὡς κύμβαλον ἀλλαλάζον εἰς ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν γνώμην. Πρόκειται δὲ περὶ ὑποθέσεως τοσοῦτον σοβαρᾶς, ὁποία εἶναι ἡ ἐκτέλεσις δικαστικῆς ἀποφάσεως, καὶ δὲν πρόκειται περὶ ἀντικειμένου ταπεινοῦ. Πρόκειται περὶ ἐκτελέσεως δικαστικῆς ἀποφάσεως ἐν ὀνόματι τοῦ νόμου καὶ τοῦ Βασιλέως, καὶ δὲν ἐγείρεται ἡ θρὶξ παντὸς, ὅταν ἀποφάσεις τοιαῦται μένωσιν ἀνεκτέλεστοι, καὶ τάσσωνται ὑπὸ τὴν θέλησιν ἑνός; «sic volo, sic jubeo, sic proratione voluntas», ἰδοὺ τὸ ἀξίωμα, καθ’ ὃ ἐννοεῖ νὰ διέπῃ τὰ τῆς πολιτείας ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἡ ἔρευνα τῆς νομιμότητος τῶν ἀποφάσεων ἀνετέθη εἰς ἱεραρχίαν ἀρχῶν, αἵτινες ἐτάχθησαν, ἵνα ἀναλύωσι τὰς ἀποφάσεις, ἐκκαλουμένας ἐνώπιον αὐτῶν κατὰ τὸν νόμον’ ἔχομεν δὲ ἐν τῇ ἱεραρχίᾳ ταύτῃ πρῶτον βαθμὸν τὸ Πρωτοδικεῖον, δεύτερον βαθμὸν τὸ Ἐφετεῖον καὶ τρίτον βαθμὸν τὸν Ἄρειον Πάγον, ἤδη δὲ πρόκειται νὰ δημιουργηθῇ καὶ τέταρτος βαθμὸς, ἡ θέλησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἂν ἐγκρίνῃ ὡς νομίμους τὰς ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων ἐκδιδομένας ἀποφάσεις. Δύο ζητήματα προέκυψαν ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης, καθαρῶς διεσταλμένα ἀπ’ ἀλλήλων καὶ κατὰ τὴν ἐπιστήμην τοῦ δικαίου καὶ κατὰ τὴν λογικὴν, ἡ ὁποία εἶναι δῶρον τοῦ Θεοῦ εἰς πάντας τοὺς ἀνθρώπους. Τὸ πρῶτον εἶναι, ἐὰν ἔχῃ ἐφαρμογὴν τὸ ἄρθρον ἕβδομον τοῦ στρατολογικοῦ νόμου ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως, καὶ ἐὰν τὸ ἄρθρον τοῦτο δύναται νὰ καλύψῃ τὴν εὐθύνην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα τὸ ἐπιστημονικὸν, τὸ νομικὸν, τοῦ ὁποίου τὴν λύσιν ἀνέλαβον οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες. Ἀλλὰ πλὴν τούτου εἶναι καὶ τὸ ἕτερον ζήτημα, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δύναται τὰς ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων, καὶ μὴ συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους ἐκδιδομένας, νὰ ἐκτελῇ ἢ μὴ ἐκτελῇ, ἢ ὀφείλῃ νὰ ὑποτάσσηται, σεβόμενος τὸ δεδικασμένον καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἐγὼ τοὐλάχιστον γινώσκω, ὅτι ἓν εἶναι τὸ Δικαστήριον τὸ ἀκυρωτικὸν ἐν Ἑλλάδι, καθεστηκὸς μὲ τὴν ἐξουσίαν νὰ ἀκυροῖ τὰς ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων, τὰς ἐκδιδομένας ἐναντίον τῶν διατάξεων τῶν νόμων, καὶ αὐτὸ εἶναι ὁ Ἄρειος Πάγος. Σήμερον μὲ ἔκπληξίν μου ἀκούω, ὅτι εἷς Ὑπουργὸς συνταγματικοῦ Κράτους εἰσέρχεται εἰς τὰ δικαιώματα τῆς ἀνεξαρτήτου δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ ἀφίνει ἀνεκτελέστους ἀποφάσεις, φρονῶν, ὅτι αἱ ἀποφάσεις αὗται ἀντίκεινται εἰς τὸ ἄρθρον 7ον τοῦ στρατολογικοῦ νόμου. Δὲν πρόκειται νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, δὲν πρόκειται νὰ ἐκδηλώσῃ ἡ πλειοψηφία, ὅτι ἔχει ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν, ἀλλὰ πρόκειται ν’ ἀποφανθῇ, ἐὰν ἔχῃ δικαίωμα ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ ἀκυροῖ ἀποφάσεις δικαστικάς. Ἐγὼ ἐπείσθην ἀδιστάκτως, Κύριοι, ὅτι τὸ ἄρθρον 7ον τοῦ στρατολογικοῦ νόμου οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει ἐπὶ τῆς εἰρημένης ἀποφάσεως τῶν ἐν Λαρίσσῃ Πλημμελειοδικῶν. Τὸ ἄρθρον 7ον ἀφορᾷ εἰς τὸν ἀποκλεισμόν ἀπὸ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας τῶν διαπραξάντων πρᾶξιν τιμωρηθεῖσαν διὰ φυλακίσεως οὐχὶ κατωτέρας τοῦ ἔτους. Ἑπομένως, καὶ ἂν δὲν ἀπατῶμαι, — ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ μεταχειρισθῶ τὸν νομικὸν ὅρον,—λέγω ὅτι ἡ ratio legis τοῦ ἄρθρου τούτου εἶναι ὡς ἑξῆς, ὅτι ὁ νομοθέτης ὀρθότατα ἐσκέφθη νὰ ἀναγράψῃ ἐξαιρετικῶς τὸν ὅρον ποινῆς ἑνὸς ἔτους. Διότι, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τὸ ὅριον ἑνὸς ἔτους, ὁ στρατιώτης ὁ ὑποπίπτων καὶ εἰς πλημμέλημα, τιμωρούμενον διὰ φυλακίσεως δύο μηνῶν ἢ καὶ ἑνὸς μηνὸς, θὰ ἀπηλλάσσετο τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, εἰς ἣν δὲ κατάστασιν εὑρίσκονται τὰ ἤθη παρ’ ἡμῖν, πλεῖστοι στρατιῶται ἤθελον προβαίνει εἰς τοιαῦτα πλημμελήματα, ἵνα ἀπαλλάσσωνται τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ ἀπεδείχθη ἡλίου φαεινότερον, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 7ου οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐνωμοτάρχου. Ὁ ἐνωμοτάρχης εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος, ἐν τῇ διαχειρίσει δὲ τῆς ὑπηρεσίας του παρέβη τοὺς νόμους, συνέλαβε πολίτας καὶ τοὺς κατεκράτησεν ἐπὶ τέσσαρας ἢ πέντε ἡμέρας, ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, ἤτοι προσέβαλε τὸ ὕψιστον τῶν ἀγαθῶν, τοῦ ἀνθρώπου τὸ τιμαλφέστατον αὐτοῦ δικαίωμα. Εὐλόγως λοιπὸν τὸ Δικαστήριον τῶν ἐν Λαρίσσῃ Πλημμελειοδικῶν ἐτιμώρησε τὸν ἐνωμοτάρχην διὰ τριμήνου νομίζω φυλακίσεως καὶ ἐκπτώσεως ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ του. Δὲν ἐπινεστεύθη εἰς τὸ μέλλον ἡ δικαστικὴ ἐξουσία πρὸς τοιοῦτον ἄθλιον τοῦ Κράτους ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν ἀναίδειαν, τεταγμένος αὐτὸς ὑπὸ τοῦ νόμου νὰ σώζῃ τὴν τιμὴν, τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, νὰ στερήσῃ τὴν ἐλευθερίαν αὐτοῦ· εἰς τοιοῦτον ἄνθρωπον ἐνόμισε δικαίως τὸ Δικαστήριον, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφήσῃ πλέον ν’ ἀσκῇ τοιαύτην ἐξουσίαν, ἣν τόσον ἀσυστόλως κατεχράσθη. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐπὶ τοῦ ἐπιστημονικοῦ ζητήματος ἱκανὰ ἐπιχειρήματα καὶ ἀκαταμάχητα παρέταξαν. Ἐπὶ τοῦ ἄλλου ζητήματος τί ἀπαντᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, καὶ ὁ ὁποῖος κάθηται ἐκεῖ σιωπῶν, ὡς νὰ μὴ ἀφορᾷ αὐτὸν ἡ ὑπόθεσις; Ἔχει τὴν αὐτὴν γνώμην πρὸς τὸν κ. Λούντζην, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ; Ἀλλ’ ὁ κ. Λούντζης δὲν εἶναι ὑπεύθυνος, ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι ὑπεύθυνος, καὶ ἐνόσῳ ἡ ἀπόφασις δὲν ἀνῃρέθη ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἢ ἄλλου Δικαστηρίου, ὑπὸ τοῦ νόμου ἔχοντος τοιοῦτον δικαίωμα, εἶναι ὑπεύθυνος καὶ ὀφείλει ἢ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως, ἢ νὰ παραιτηθῇ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, ἄλλως, ἐὰν δὲν τιμωρηθῇ σήμερον, θὰ τιμωρηθῇ αὔριον. Εἶναι ζήτημα θεμελιῶδες, Κύριοι, καὶ ἀναλογισθῆτε εἰς ποῖον σημεῖον δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν, ἐὰν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν τύχῃ μάλιστα νὰ φέρῃ καὶ σπάθην, ἐπιτρέψωμεν κατὰ τὸ δοκοῦν νὰ ἐφαρμόζωσι, νὰ ἐκτελῶσιν ἢ νὰ μὴ ἐκτελῶσι τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις, δι’ ὧν σώζονται καὶ φρουροῦνται τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὰ πράγματα δὲν ἔχωσιν ὅπως ἠδύνατό τις τόσον ἀφελῶς νὰ τὰ θεωρήσῃ, νομίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐμελέτησε τὸ βάθος τῆς πράξεώς του, δὲν ἐξεμέτρησε τὰς συνεπείας τοιούτου ὀλεθρίου προηγουμένου. Διότι, ἂν τὸ ἐξετίμα, εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι οὐδέποτε θὰ εἶχε τὴν τόλμην νὰ διαπράξῃ τοιαύτην ἀθέτησιν τοῦ θεμελιώδους νόμου, ἡ ὁποία ἀναιρεῖ τὴν ὕπαρξιν καὶ τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ πολιτεύματος. Εὐθὺς ὡς ἀπολέσῃ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία τὸ κῦρος αὐτῆς καὶ τεθῇ ὑπὸ τὸ κῦρος ἑτέρας ἐξουσίας, μὴ ἀναφερομένης εἰς τοὺς νόμους, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἀπολύτως ἀνεξάρτητος ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, δὲν ὑπάρχει κοινωνία. Περὶ τούτου δὲ καλεῖσθε ν’ ἀποφανθῆτε. Ὑποβάλλων οὕτως εὐλαβῶς τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας, ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν ἑκατέρων τῶν πτερύγων, διότι δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος κοινοῦ, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ καλύψῃ τὸν Πρωθυπουργὸν, τὸν ἐνεργήσαντα ὡς Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, οὔτε τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.

§59ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Μετὰ τὴν δικανικωτάτην ἀγόρευσιν τοῦ εἰσαγαγόντος τὴν ἐπερώτησιν, μετὰ τὰς πειστικωτάτας ἀγορεύσεις τῶν προλαλησάντων συναδέλφων, μετὰ τὴν πατριωτικὴν καὶ ἐμβριθῆ ἀγόρευσιν τοῦ ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὐδεὶς δισταγμὸς μένει πλέον, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος ἀναξίου προσοχῆς, ὅτι πρόκειται περὶ τολμηρᾶς αὐθαιρεσίας, περὶ πραξικοπήματος κυβερνητικοῦ. Τὸ Σύνταγμα, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀποῤῥέουσιν αἱ μεγάλαι τοῦ Κράτους ἐξουσίαι, καθιέρωσεν, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἵσταται ἀντιμέτωπος πρὸς τὰς δύο ἑτέρας καθεστηκυίας ἐξουσίας, ἀνεπηρέαστος καὶ ἀνεξάρτητος. Καλῶς ἑπομένως ἐτέθη τὸ ζήτημα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν: «παρεβιάσθη ἢ δὲν παρεβιάσθη ἡ ἀπόφασις;» Ἀλλὰ μάτην προσεπάθησε δι’ ἐπιχειρημάτων, ἀναξίων τῆς πεφημισμένης διανοίας του, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ πείσῃ, ὅτι ἡ ἀπόφασις δὲν παρεβιάσθη. Ἀπόφασις, ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως ἐκδοθεῖσα καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων, ὤφειλε νὰ ἦναι σεβαστὴ, καὶ πρέπει πάντοτε νὰ ἦναι τοιαύτη ἀπὸ τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας, ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ὁποίων ἵσταται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Τὰ χρονικὰ τῆς Ἀραβίας ἀναφέρουσιν, ὅτι Καλίφης τις, πάσχων νόσημα ἀνίατον, ἐπείσθη παρά τινος ὀπαδοῦ του, ὅτι τὰ θερμὰ ἐντόσθια παίδων φονευομένων ἠδύναντο νὰ πραΰνωσι τοὺς πόνους του. Τὸ πείραμα ἐτελέσθη, οἱ παῖδες ἐφονεύθησαν, ἀλλ’ οἱ πόνοι δὲν ἐπραΰνθησαν. Ὁ μῦθος δηλοῖ Στρέφων τοὺς λόγους πρὸς τοὺς κυβερνήτας, τοῖς λέγω: ἐστὲ νομιμόφρονες, κύριοι Ὑπουργοί· ἐὰν δὲ νομίζητε, ὅτι ἡ ἐξουσία σας εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν δικαιοσύνην, δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ παρατείνητε, οὔτε θὰ δυνηθῆτε νὰ παρατείνητε τὸν βίον σας ἀδικοῦντες. Ταῦτα ἀναφέρονται εἰς Κυβέρνησιν σωφρονοῦσαν, εἰς Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἑδράζεται ἐπὶ ἀρχῶν ὑγιῶν, λογικῶν, φιλελευθέρων, καὶ ἐπιδιώκει φαινομενικὴν τοὐλάχιστον μετριοπάθειαν. Ταῦτα δὲν ἀναφέρονται εἰς Κυβέρνησιν δεσποτικήν· ὁ δεσποτισμὸς στηρίζεται ἐπὶ τῆς αὐθαιρεσίας, ἡ ὕπαρξίς του εἶναι ἡ αὐθαιρεσία· ἄνευ αὐτῆς δὲν ἔχει λόγον ὑπάρξεως οὐδ’ ἐπὶ στιγμήν· ἀλλ’ ὁ πολιτισμὸς εἰς τὰ νεώτερα πολιτεύματα δὲν στηρίζεται πλέον ἐπὶ τῆς αὐθαιρεσίας. Πάντα τὰ μέσα δι’ ὅλους τοὺς σκοποὺς, ἀγαθοὺς εἴτε μὴ, δὲν εἶναι καλά. Ὁ νόμος τοῦ Βαλλερίου Πουβλικόλα, διὰ τοῦ ὁποίου διετάσσετο νὰ φονεύηται ἄνευ διατυπώσεων πᾶς ὁ ἀποβλέπων εἰς τὴν τυραννίαν, ἐχρησίμευσεν ἐναλλὰξ καὶ εἰς τοὺς ἀριστοκράτας καὶ εἰς τοὺς λαϊκούς· ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἡ δημοκρατία κατεστράφη. Εἶχον πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ πρὸ πάντων ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐκτιμῶν τὰς περιστάσεις, ἐκτιμῶν τὰ πράγματα καὶ τὰ σημεῖα τῶν καιρῶν, οὐχί, ὡς συνήθως, μετὰ πείσματος καὶ κατὰ φαντασίαν, ἀλλ’ ὀρθῶς καὶ σοβαρῶς, δὲν ἤθελεν ὠθήσει τὸν τόπον νὰ προβῇ εἰς σκέψεις καὶ ἀποφάσεις, ἀναποφεύκτους ἴσως, ἀλλὰ τὰς ὁποίας ὁ πατριωτισμὸς καὶ ἡ σύνεσις ἡμῶν ἀποκρούει, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἐλπὶς ἐπαναφορᾶς ἡμῶν εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος διατεταγμένα. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται μετὰ τοιαύτας συζητήσεις νὰ ἀντιπαρέλθῃ καὶ νὰ μὴ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκον της, νὰ μὴ ἐξενέγκῃ γνώμην ἐπὶ τοιαύτης τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἀνευλαβείας πρὸς τὴν ὑψίστην τοῦ Κράτους ἐξουσίαν, τὴν Δικαιοσύνην, ἀπὸ τὴν ὁποίαν πάντες ἀναμένομεν καὶ ἡ ὁποία θεωρεῖται πάντοτε, μεθ’ ὅλας τὰς κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους παρατηρουμένας ἀνωμαλίας, ἡ ἄγκυρα τῆς κοινωνίας, ἡ ἐλπὶς καὶ προστασία τῆς ζωῆς, τῆς τιμῆς καὶ τῆς περιουσίας τοῦ πολίτου. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ διαπραγματεύηται τὸ ζήτημα τοῦτο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅπως τὰ συνήθη ζητήματα, ὅπως π.χ. ὅταν πρόκηται περὶ ἐπιψηφίσεως κοινῶν ὑπηρεσιακῶν νομοσχεδίων. Τὸ ζήτημα εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ προκαλέσῃ τὴν Βουλὴν νὰ σταματήσῃ ἐπ’ ὀλίγον, καὶ νὰ σκεφθῇ πῶς πρέπει νὰ πολιτευθῇ, ὅταν ἐπ’ αὐτοφώρῳ συλλαμβάνῃ τοιαύτην ἀνευλάβειαν πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους. Καὶ ἐγὼ ἐξεπλάγην, ὅτε ἤκουσα, ὅτι, προκειμένου περὶ ἐκτελέσεως ὁριστικῆς ποινικῆς ἀποφάσεως, ἐκδοθείσης κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ἡ ὑπόθεσις εἶναι μηδαμινή, καθὼς ἐπίσης ἐθαύμασα τὴν εὐκολίαν, μὲ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ὑπέρβασίν του, καταφεύγων εἰς τὸ 7ον ἄρθρον τοῦ στρατολογικοῦ νόμου καὶ ἀτόπως ἐφαρμόζων αὐτό. Μὴ ἔχων τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, τὸ πρῶτον τὴν ἑσπέραν ταύτην ἤκουσα τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται, ἀλλ’ ἠπόρησα, ἐπαναλαμβάνω, μὲ τὴν εὐκολίαν, μεθ’ ἧς ἀποτεινόμενος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς Βουλευτάς, οἵτινες ἐννοοῦσιν ὁπωσδήποτε ἀπὸ τοὺς νόμους, μᾶς παρέπεμπεν εἰς τὸ ἄρθρον 7ον τοῦ στρατολογικοῦ νόμου. Ὁ στρατολογικὸς νόμος, ὡς πολὺ καλῶς ἀνέπτυξε πρὸ ὀλίγου ὁ ἔντιμος συνάδελφος καὶ συμπολίτης μου, κανονίζει τὸν φόρον τοῦ αἵματος, τὸν ὁποῖον θὰ λάβῃ τὸ Κράτος, ὁ νόμος ὁ ἐτήσιος περὶ δυνάμεως στρατοῦ ὁρίζει τὸ ποσὸν τῶν καταταχθησομένων ἀνδρῶν, οὓς χορηγεῖ ὁ στρατολογικὸς νόμος, ὁ δὲ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ διατάσσει πῶς θὰ ὀργανωθῶσιν οἱ δυνάμει τῶν δύο πρώτων καταταχθέντες κληρωτοί. Καὶ ἐν τούτοις μᾶς παραπέμπει εἰς τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἑρμηνεύων αὐτὸ κατ’ ἴδιον τρόπον καὶ μετ’ εὐφυΐας, ἡ ὁποία ταύτην τὴν φορὰν τὸν ἠδίκησε· μᾶς παραπέμπει εἰς τὸ ἄρθρον 7ον, τὸ ὁποῖον σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς καθιεροῖ τὰς ἐξαιρέσεις, οὕτως εἰπεῖν, ἐκ τῆς στρατολογικῆς ὑπηρεσίας τῶν ἀναξίων νὰ μετάσχωσι τῆς τιμῆς νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν πατρίδα. Ἀλλά, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν πρὸς στιγμήν, ὅτι πεπλανημένη ἐθεωρήθη ἡ ἀπόφασις ἐκείνη, δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα οὔτε Ὑπουργὸς, οὔτε καὶ αὐτὸς ὁ ἀνώτατος ἄρχων, νὰ θέσῃ χεῖρα βέβηλον ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως, καὶ νὰ ἰσχυρισθῇ ἀπροκαλύπτως, ὅτι τὴν διεχώρισεν εἰς δύο, ὅτι ἐξετέλεσε τὸ ἓν μέρος, οὐχὶ δὲ καὶ τὸ ἕτερον. Ἀλλὰ τότε τί γίνεται τὸ δεύτερον ἐκεῖνο μέρος τῆς ἀποφάσεως; πῶς δὲν ἐκτελεῖται καὶ αὐτό; Καὶ λέγετε, ὅτι εὐλαβῶς ἔχετε πρὸς τὴν Δικαιοσύνην! Ἀλλ’ εἴπετέ μοι, τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας, καὶ ἰδίως μάλιστα τὰ τῆς χωροφυλακῆς, τὰ συνεχῶς ὑποπίπτοντα εἰς ἁμαρτήματα, ποῖον παράδειγμα θὰ λάβωσι καὶ πῶς θὰ σεβασθῶσι τοὺς πολίτας, ὅταν μάθωσιν, ὅτι ἀπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐξαρτᾶται νὰ ἐφαρμόζωνται ἢ νὰ μὴ ἐφαρμόζωνται κατ’ αὐτῶν αἱ ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων. Ποῦ μᾶς παραδίδετε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν; Αὕτη εἶναι ἡ μέριμνα καὶ ἡ στοργή, τὴν ὁποίαν λέγετε ὅτι δεικνύεται πρὸς τὸν τόπον; Αὕτη εἶναι ἡ προσοχὴ καὶ φροντὶς ὑμῶν διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν; Δὲν δύναται, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Βουλὴ νὰ καταπαύσῃ τὴν συζήτησιν, καὶ νὰ ἐγκαταλίπῃ τὸ ζήτημα, χωρὶς νὰ ἐξενέγκῃ τὴν γνώμην, ἣν ἔχει, περὶ τῆς εὐλαβείας ἢ τῆς ἀνευλαβείας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς καὶ τοὺς καθεστῶτας νόμους. Ἀναμένω νὰ ἀκούσω, διότι δὲν ἤκουσα μέχρι τοῦδε ἀντιλέγοντα ἢ μόνον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ἀκούσω, λέγω, καί τινα τῶν συναδέλφων, τῶν ἐν τῇ πτέρυγι ἐκείνῃ, διότι ἀρκετοὺς νομομαθεῖς περιλαμβάνει καὶ ἡ πτέρυξ αὕτη, ἄνδρας, οὓς ἐκτιμῶ καὶ εἰς τὴν συνείδησιν τῶν ὁποίων ποιοῦμαι τὴν ἔκλησιν ταύτην. Ἂς ὁμιλήσῃ τις τῶν Κυρίων, διὰ νὰ ἴδω, ἐὰν πλανῶμαι καὶ ἐγώ, ἢ ἐὰν δὲν πλανῶμαι.

§60ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Δὲν εἶχον, φίλοι συνάδελφοι, τὴν διάθεσιν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, ἀλλὰ τὸ τραγικὸν ὕφος ἰδίᾳ τοῦ τελευταίου λαλήσαντος συναδέλφου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος μὲ ἀναγκάζει νὰ ἔλθω εἰς τὸ βῆμα, ἵνα προσθέσω ὀλίγας συντόμους παρατηρήσεις. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος παρέστησεν ὑμῖν, ὅτι ὁ Κατιλίνας εἶναι πρὸ τῶν θυρῶν τοῦ Βουλευτηρίου καὶ ὅτι προδότης θὰ ἦτο ἐκεῖνος, ὅστις δὲν ἐξεπλήρου τὸ καθ’ ἑαυτὸν εἰς ἀπόκρουσιν τοῦ ἔξωθεν εἰσβαλόντος ἐχθροῦ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν δύναται νὰ ὑψωθῇ εἰς τὴν περιωπὴν, εἰς ἣν ὁ ἔντιμος συνάδελφος καὶ οἱ πρὸ αὐτοῦ λαλήσαντες ἠθέλησαν νὰ τὸ ἀνυψώσωσι. Πρόκειται ἴσως περὶ ἐσφαλμένης ἑρμηνείας τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἐν παντὶ νόμῳ γεννῶνται ὅμοια ζητήματα, ἐφ’ ὧν ἄλλος μὲν τοῦτο φρονεῖ, ἄλλος δ’ ἐκεῖνο. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, οὕτω τιθέμενον, βεβαίως εἶναι κατώτερον τῆς περιωπῆς, εἰς ἣν τὸ ἀνύψωσαν οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι. Δὲν πρόκειται περὶ Ὑπουργοῦ λέγοντος «δὲν ἐννοῶ νὰ ἐκτελέσω τὴν ἀπόφασιν», ἀλλὰ περὶ Ὑπουργοῦ λέγοντος ὑμῖν: «ἔλαβον μετὰ σεβασμοῦ ὑπ’ ὄψει τὴν ἀπόφασιν, ἔλαβον ἀφ’ ἑτέρου τὸν νόμον καὶ ζητήσας παρὰ τοῦ νομοθέτου ὁδηγίαν πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως, ἡρμήνευσα οὕτω τὸν νόμον, ἔστω ἐσφαλμένως». Ἀλλὰ τίς ἐξ ὑμῶν δύναται νὰ καυχηθῇ, ὅτι ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τῶν νόμων εἶναι ἀλάνθαστος; οἱοσδήποτε ἀξιώσῃ τοῦτο, θὰ ἦναι κατ’ ἐμὲ — συγχωρήσατέ μοι τὴν λέξιν — ἀνόητος. Ἡ ἀνθρωπίνη ἀδυναμία δὲν παρέχει τὰ μέσα τῆς ἀσφαλοῦς τῶν πραγμάτων ἑρμηνείας, πολλάκις δὲ περιπίπτει τις εἰς τὸ ψεῦδος, καίπερ ἔχων τὴν καλὴν θέλησιν νὰ ἀνεύρῃ τὴν ἀλήθειαν· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι λόγος διὰ νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ Κατιλίνα, ἀπειλοῦντος εἰσβολὴν εἰς τὸ Βουλευτήριον, πρόκειται περὶ Ὑπουργοῦ ἑρμηνεύοντος τὸν νόμον· πιθανὸν νὰ σφάλλῃ, πιθανὸν νὰ σφάλλητε ὑμεῖς, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι Ἀκαδημία, εἶναι σῶμα πολιτικὸν, συνεργεῖ εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, παρέχει τὴν συνδρομὴν αὑτῆς εἰς ἐκδήλωσιν τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ, εἰς τὸν σχηματισμὸν καὶ τὴν μόρφωσιν τῶν νόμων. Ἐπειδὴ δὲ πολλάκις ἡ ἑρμηνεία αὕτη ἐνδέχεται νὰ παρεκτραπῇ τοῦ σκοποῦ καὶ τοῦ πνεύματος τοῦ νομοθέτου, παρέχεται τῇ Βουλῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἑρμηνείας τῶν νόμων, ὅταν ὑπάρχῃ περίπτωσις νὰ ἑρμηνευθῇ σαφέστερον. Δύνασθε νὰ προβάλητε περὶ τούτου πρότασιν ἑρμηνείας τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἡ ἀνύψωσις τοῦ ζητήματος, ἡ ἐπίθεσις ἐπὶ τυραννικοῖς σκοποῖς, ἐπὶ καταπατήσει τοῦ πολιτεύματος, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀληθείᾳ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὀφείλει νὰ παρέχῃ τὴν συνδρομὴν αὑτοῦ εἰς ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων τῶν Δικαστηρίων· τοῦτο εἶναι ἀναντίῤῥητον, κἀνεὶς δὲ δὲν τὸ ἠρνήθη καὶ πρῶτος ὁ Ὑπουργὸς ὡμολόγησε τοῦτο, εἰπὼν ὅτι τὸ καθ’ ἑαυτὸν ἐζήτησε νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν καὶ ἔθετο πρὸς τοῦτο πρὸ αὐτοῦ τὸν νόμον. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ αὐθαδείας κατὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, οὐδὲ περὶ καταπατήσεως τοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ ἁπλῶς καὶ μόνον περὶ ἑρμηνείας τοῦ νόμου. Ὁ Ὑπουργὸς οὕτως ἡρμήνευσε τὸν νόμον· ἔδωσε δὲ καὶ τὸν λόγον τῆς τοιαύτης ἑρμηνείας· ἀλλ’ ἡμεῖς ἄλλως ἑρμηνεύετε τὸν νόμον, καὶ δίδετε ἐπίσης τὸν λόγον τῆς ἑρμηνείας ταύτης. Ὑπάρχει προφανῶς ἀντίθεσις γνωμῶν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀλλ’ οὐδὲν πλειότερον τούτου. Ὁ Ὑπουργὸς ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἶχεν ἀπόφασιν πρὸ ἑαυτοῦ, λέγουσαν αὐτῷ: «ἀποδίωξον τοῦ στρατοῦ τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, εἶναι ἀνάξιος αὐτῆς τῆς τιμῆς», ἀφ’ ἑτέρου εἶχε τὸν νόμον λέγοντα αὐτῷ: «μὴ τὸν ἀποπέμψῃς, δὲν κατεδικάσθη εἰς ἐνιαύσιον φυλάκισιν». Ὁ Ὑπουργὸς λοιπὸν ὤφειλεν ἢ τὴν ἀπόφασιν νὰ παραβῇ, ἢ τὸν νόμον, τὸ δίλημμα εἶναι προφανές. Ἀλλ’ ὑμεῖς λέγετε, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἔχει ἐφαρμογὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, διατί; ἐὰν ἤκουσα καλῶς τὴν ὑμετέραν δικαιολογίαν, λέγετε ὅτι πρόκειται περὶ πολιτῶν προτιθεμένων νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸν στρατὸν, δὲν πρόκειται δὲ περὶ τῶν ἤδη ἐν τῷ στρατῷ διατελούντων. Ἀλλ’ ἤθελον ἀπαντήσει ὑμῖν, ποῦ στηρίζετε τοῦτο; ἆρά γε ὁ στρατολογικὸς νόμος ἐφρόντισε μόνον περὶ τῶν προσόντων τῶν ἐν τῷ στρατῷ προσερχομένων, ἢ καὶ περὶ τῶν ἐν τῷ στρατῷ διατελούντων; καθ’ ὑμᾶς λοιπὸν, ἂν πολίτης τις ὑποπέσῃ εἰς ἔγκλημα συνεπαγόμενον ἑξάμηνον φυλάκισιν (θέτω ἕν ὅριον χρονικὸν πρὸς διασάφησιν τῆς παρατηρήσεώς μου ταύτης) καὶ στερηθῇ τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων, αὐτὸς πρέπει νὰ εὕρῃ τὰς πύλας τοῦ στρατοῦ ἀναπεπταμένας, δύναται νὰ εἰσέλθῃ· καλῶς καὶ πρεπόντως θὰ καταταχθῇ καθ’ ὑμᾶς ἐν τῷ στρατῷ, πολὺ δὲ πιθανὸν, ἐὰν φανῇ ἐπιμελὴς περὶ τὴν ἐξάσκησιν τοῦ καθήκοντος καὶ περὶ τὴν ἄλλην ἠθικὴν καὶ στρατιωτικὴν μόρφωσιν, νὰ προαχθῇ, νὰ λάβῃ καὶ βαθμοὺς, ἀλλὰ, (καθ’ ὑμᾶς πάντοτε) ἂν στρατιώτης τις ἤδη κατατεταγμένος ἐν τῷ στρατῷ περιπέσῃ εἰς τὸ αὐτὸ ἔγκλημα, εἰς τὴν αὐτὴν ποινὴν τὴν ἑξάμηνον, αὐτὸς δέον ν’ ἀποπεμφθῇ. Διατί; Διότι ἡ ἀπόφασις τὸν ἐστέρησε τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ δικαιωμάτων. Μοὶ φαίνεται, ὅτι εὑρίσκεσθε ἐν πλάνῃ, διότι μεταχειρίζεσθε δύο σταθμὰ καὶ δύο μέτρα περὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως. Κατ’ ἐμὲ, δὲν ὑπάρχει ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι τὸ ἄρθρον ἀφορᾷ τούς τε ἐν τῷ στρατῷ διατελοῦντας καὶ τοὺς μέλλοντας νὰ εἰσέλθωσιν εἰς αὐτὸν, ἤθελε δὲ εἶσθαι ἄλογον ν’ ἀποδώσωμεν τοιαύτην ἀντίφασιν εἰς τὸν νομοθέτην, ὅτι δηλαδὴ, προκειμένου περὶ τῶν ἀξίων νὰ ὑπηρετῶσιν ἐν τῷ στρατῷ, ἐκανόνισε τὰ πράγματα ἄλλως μὲν διὰ τοὺς ἐν αὐτῷ ἤδη ὑπηρετοῦντας, ἄλλως δὲ διὰ τοὺς μέλλοντας νὰ ὑπηρετήσωσι. Πρόκειται ἄρα καὶ περὶ τῶν ἐν τῷ στρατῷ διατελούντων. Ἐὰν τοῦτο ἀληθεύῃ, ὁ Ὑπουργὸς εὑρίσκετο εἰς ἀδυναμίαν τοῦ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν, δὲν πρόκειται περὶ ἀρνήσεως, περὶ καλῆς ἢ κακῆς θελήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς ἐκτέλεσιν ἢ μὴ τῆς ἀποφάσεως· ἡ ἀπόφασις εἶναι σεβαστὴ, ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ ἡ θέλησις· πρέπει νὰ ὑπάρχῃ συνάμα καὶ δύναμις, τὴν ὁποίαν ἐστερήθη ὁ Ὑπουργὸς ἐκ τοῦ νόμου. Ἡ μὲν ἀπόφασις λέγει, δίωξον ἐκ τοῦ στρατοῦ τὸν ὑπαξιωματικὸν ἐκεῖνον, ὁ δὲ νόμος ἐπιτάσσει διατήρησον αὐτὸν ἐν τοῖς τάξεσιν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ ἀσεβείας πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, δὲν πρόκειται περὶ ὁρμῶν δεσποτικῶν, περὶ αὐθαιρεσίας, περὶ καταπατήσεως τοῦ πολιτεύματος. Ἂν ἤκουσα καλῶς, εἷς τῶν προαγορευσάντων ἐνόμισεν, ὅτι συνεβίβαζε τὰ πράγματα, λέγων τὰ ἑξῆς: «ἔδει ὁ Ὑπουργὸς νὰ καθαιρέσῃ τοῦ βαθμοῦ τὸν ὑπαξιωματικὸν, ἀλλὰ νὰ διατηρήσῃ αὐτὸν ἐν τῇ χωροφυλακῇ»· ἐλησμόνησεν ὅμως ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ὅτι καὶ ὁ ἁπλοῦς χωροφύλαξ ἔχει παρὰ τοῦ νόμου ἐξουσίαν ὡς ἀνακριτικὸς ὑπάλληλος· ἂν λοιπὸν ἐδικαιοῦτο ὁ Ὑπουργὸς νὰ διατηρήσῃ αὐτὸν ἐν τῷ στρατῷ ὡς ἁπλοῦν χωροφύλακα, καίτοι διὰ τῆς ἀποφάσεως ἐστερήθη τῶν πολιτικῶν αὑτοῦ δικαιωμάτων, ἐδικαιοῦτο νὰ τὸν διατηρήσῃ καὶ ἐν τῷ βαθμῷ, τὸν ὁποῖον εἶχε.

§61ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ τὰ ἰσχυρίσθησαν οἱ νομικοὶ σύμβουλοι.

§62ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ὁ Ὑπουργὸς δὲν εἶχε ἢ νὰ ἐκλέξῃ ἓν ἐκ τῶν δύο, ἢ νὰ τὸν ἀποβάλῃ ἐκ τοῦ στρατοῦ, ἢ νὰ τὸν διατηρήσῃ· ὤφειλεν ἢ τὸν νόμον νὰ παραβῇ, ἢ τὴν ἀπόφασιν νὰ ἐκτελέσῃ ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦτο· πολὺ δὲ ὑποπτεύομαι, ὅτι, τὸ καθ’ ὑμᾶς, εἴτε τὸν νόμον παρέβαινεν, εἴτε τὴν ἀπόφασιν δὲν ἐξετέλει, ἤθελεν εἶσθαι ἄξιος ἀγχόνης.

§63ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§64ΚΟΡΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀναγκάζομαι νὰ μετάσχω τῆς παρούσης συζητήσεως, καίτοι τὸ θέμα, ὡς παρατηρεῖτε, σχεδὸν εἶναι ἐξηντλημένον. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν, ἵνα ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλήν, πρόκειται ἁπλῶς νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν τὸ ἄρθρον 7 τοῦ ἰσχύοντος στρατολογικοῦ νόμου δὲν ἦναι αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐνεγράφη εἰς πάντας τοὺς προγενεστέρους στρατολογικοὺς νόμους. Ἐρωτῶ αὐτόν, ἐπεκαλέσθη τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὸ ἄρθρον τοῦτο, προκειμένου περὶ ὑπαξιωματικοῦ ὑπηρετοῦντος εἰς τὸν στρατὸν καὶ καταδικασθέντος εἴτε δι’ ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου, εἴτε δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν; Ἂς ζητήσῃ πληροφορίας ἐκ τῶν ἀρχείων τοῦ Ὑπουργείου καὶ δὲν θὰ ἴδῃ εἰς κἀμμίαν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργείου ἀναγεγραμμένον τὸ ἄρθρον 7, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Τὸ ἄρθρον τοῦτο λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν ὁ Νομάρχης καὶ τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον, ὁ μὲν Νομάρχης διὰ νὰ διαγράφῃ τοῦ στρατολογικοῦ ἐλέγχου ἐκεῖνον, ὅστις ὑπάγεται εἰς τὴν διάταξιν αὐτοῦ, τὸ δὲ Στρατολογικὸν Συμβούλιον ἐπίσης ἐξετάζει ἐάν τις, ὑπαγόμενος εἰς αὐτήν, ἦναι ἐγγεγραμμένος εἰς τὸν στρατολογικὸν ἔλεγχον, ἀλλ’ οὐδέποτε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν λαμβάνει ὑπ’ ὄψει αὐτήν· ἔχει ἄλλους νόμους, οἵτινες διέπουσι τὰ τῶν ὑπαξιωματικῶν, καὶ ἄλλους, οἵτινες διέπουσι τὰ τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν ὁποίων ὁ βαθμὸς, ὡς εἶναι γνωστὸν, εἶναι κτῆμα αὐτῶν. Ἠδύνατο τὸ Ὑπουργεῖον, μόνον διότι κατεδικάσθη διὰ πρᾶξιν ἀναξιοπρεπῆ ἢ παράβασιν καθήκοντος, νὰ διατάξῃ τὴν σύστασιν συμβουλίου πειθαρχικοῦ καὶ νὰ τιμωρήσῃ αὐτὸν μὲ ἔκπτωσιν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ. Τοῦτο βλέπομεν γινόμενον ἐν τῷ στρατῷ ὁσάκις ὑπαξιωματικὸς τιμωρηθῇ διὰ πρᾶξιν ἀναξιοπρεπῆ. Ἂς ἀνατρέξῃ λοιπὸν εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου καὶ θὰ βεβαιωθῇ, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο οὐδέποτε ἐπεκαλέσθη τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ἐπεκαλέσθησαν ἐκεῖνοι, εἰς οὓς εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἄρθρου, ἤτοι ὁ Νομάρχης καὶ τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον.

§65ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ πτέρυξ, τῆς ὁποίας ἀποτελῶ μέρος, φρονεῖ ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταλήξῃ ἡ συζήτησις αὕτη ὡς ἄλλαι συζητήσεις. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω πρότασιν, τὴν ὁποίαν παραδίδω εἰς ὑμᾶς.

§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ὑπέβαλε τὴν ἑπομένην πρότασιν (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλή, μετὰ τὰ λεχθέντα, συνιστᾷ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον εὐλάβειαν πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν......

§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς προτείνομεν ἐναντίαν, τὴν ἁπλῆν μετάβασιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν: «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».

§68Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ πρότασις τοῦ Ὑπουργείου εἶναι ἁπλῆ πρότασις, ἡ ἰδική μας εἶναι τροπολογημένη, ἑπομένως πρέπει νὰ ψηφισθῇ πρώτη ἡ ἰδική μας.

§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ζητοῦμεν τὴν προτίμησιν τῆς προτάσεως ἡμῶν.

§70ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κουμουνδούρου λέγουσι Ναὶ...... (θόρυβος δεξιᾷ).

§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ βλέπω, ὅτι θέλουσί τινες νὰ παίξωσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἡμεῖς προτείνομεν εἰς ψήφισιν, ὅτι «ἡ Βουλή, ἐγκρίνουσα τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν»· καὶ ζητοῦμεν ὅπως προταχθῇ ἡ ἡμετέρα πρότασις.

§73ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§74ΜΙΛΗΣΗΣ. Νομίζω ὅτι τὸ θέμα, ὅπως τὸ διατυπόνει ἡ Κυβέρνησις, δὲν δύναται νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, διότι δι’ αὐτῆς καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ἐγκρίνῃ κυβερνητικὴν ἐνέργειαν, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ ἐγκρίνῃ, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ προκειμένου λυπηροῦ ζητήματος εἶναι καθαρῶς ἀντισυνταγματική. Τί ἀπεφάσισε τῳόντι, Κύριοι, ἡ κυριαρχία τοῦ Ἔθνους, ὅτε συνῆλθεν ἐν συνελεύσει καὶ ὠργάνωσε τὰ τῆς πολιτείας; Διῄρεσεν, ὡς γινώσκετε, τὴν λειτουργίαν τῆς πολιτείας εἰς τρεῖς ὁμοταγεῖς ἐξουσίας, εἰς τὴν νομοθετικὴν, τὴν ἐκτελεστικὴν καὶ τὴν δικαστικήν. Αἱ ἐξουσίαι αὗται συλλειτουργοῦσι βέβαια καὶ αἱ τρεῖς πρὸς τὸν κοινὸν σκοπὸν τῆς εὐρύθμου κινήσεως τῆς πολιτείας, ἀλλ’ ἀσκεῖ ἑκάστη ἰδίαν λειτουργίαν καὶ ἐν τῇ ἀσκήσει τῆς ἰδίας ταύτης λειτουργίας εἶναι αὐτοτελὴς καὶ ἀνεξάρτητος ἡ μία τῆς ἄλλης. Οὐδεμία τούτων δύναται νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὰ καθήκοντα τῆς ἑτέρας, διότι πᾶσα τοιαύτη ἐπέμβασις ἀναιρεῖ τὴν καθεστηκυίαν μεταξὺ αὐτῶν ἁρμονίαν καὶ ἀντιστρατεύεται πρὸς τὴν ἐκπεφρασμένην κυριαρχίαν τοῦ Ἔθνους. Δὲν δύναται ἡ δικαστικὴ ἐξουσία νὰ κρίνῃ τοὺς νόμους, οὓς θέτει ἡ νομοθετική, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ τοὺς ἐφαρμόζῃ, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν οὗτοι, καὶ ἐὰν ἀκόμη ἀντιβαίνωσιν εἰς τὰς αἰωνίας τοῦ δικαίου ἀρχὰς, ἄλλως ὑπερπηδᾷ τὰ ὅρια τῆς διαγεγραμμένης αὐτῇ ἐνεργείας καὶ ἐπανίσταται κατὰ τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας. Δὲν δύναται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ὡσαύτως νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐκτέλεσιν δικαστικῶν ἀποφάσεων, οἱαιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν αὗται. Ἐὰν τὸ πράξῃ, ἐὰν ἀρνηθῇ τὴν ἐκτέλεσιν δικαστικῆς ἀποφάσεως ὑπὸ τὴν πρόφασιν, ὅτι ἡ ἐν αὐτῇ ἑρμηνεία καὶ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου δὲν εἶναι ὀρθὴ, τότε παραβιάζει καὶ αὕτη τὴν ἐντολήν της καὶ ἐκτρέπεται εἰς ἐπανάστασιν κατὰ τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας. Περὶ τίνος δὲ πρόκειται νῦν; τί σᾶς καλεῖ ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποφασίσητε διὰ τῆς προτάσεώς της; Σᾶς καλεῖ νὰ ἐγκρίνητε ὅ,τι ἔπραξεν ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, δηλ. ν’ ἀποφασίσητε, ὅτι δύναται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ κρίνῃ τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις, καὶ ὁσάκις τὰς θεωρεῖ ὡς μὴ συμφώνους μὲ τὸν νόμον, ὡς τὸν ἑρμηνεύει αὐτὴ, νὰ μὴ τὰς ἐκτελῇ. Αὐτὸ, Κύριοι, ἀντικείμενον φανερὰ εἰς θεμελιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἐξέρχεται τοῦ κύκλου τῆς νομίμου ἐνεργείας τῆς Βουλῆς· δὲν ὑπόκειται οὔτε εἰς τὴν συζήτησιν, οὔτε εἰς τὴν ψηφοφορίαν ἡμῶν. Ἐννοῶ τὴν δύναμιν τοῦ ἀριθμοῦ εἰς πάντα τὰ ζητήματα, τὰ συνιστῶντα τὴν ἔννομον λειτουργίαν τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὁ ἀριθμὸς δὲν δύναται νὰ φθάσῃ ἐνταῦθα καὶ μέχρι τῆς λύσεως συντακτικῶν ζητημάτων, ὁ ἀριθμὸς δὲν δύναται νὰ θέσῃ εἰς ἀμφιβολίαν τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ψηφίζοντες ὡς προκαλεῖσθε νὰ ψηφίσητε, θὰ ψηφίσητε τὸ Σύνταγμα, καὶ ἐδῶ δὲν ἤλθετε νὰ ψηφίσητε τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ ἤλθετε νὰ λειτουργήσητε ὅπως τὸ Σύνταγμα διακελεύει καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα σᾶς διαγράφει. Διὰ τοῦτο ἠμπορεῖ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ φέρῃ πᾶσαν ἄλλην πρότασιν, πᾶν ἄλλο θέμα, ἀλλὰ νὰ προκαλέσῃ τὴν πλειοψηφίαν νὰ ἐγκρίνῃ τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνέργειάν του, ἡ ὁποία εἶναι καθαρῶς, καθαρώτατα ἀντισυνταγματικὴ, αὐτὸ ἐξέρχεται τοῦ κύκλου τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς καὶ δὲν δύναται νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ προσθέσω ἄλλο τι, δὲν θέλω νὰ σᾶς ὑπομνήσω καὶ ἐγὼ, ὅτι πλειονοψηφίαι, οὕτως ἐκτὸς τοῦ νόμου τιθέμεναι, αὐτοκτονοῦσι καὶ ἐκλείπουσι τάχιστα· τὸ ἠκούσατε ἀπὸ τὸν προαγορεύσαντα, τὸ βλέπετε δὲ καὶ εἰς τὸν καθημερινὸν βίον τῶν ἐλευθέρων λαῶν.

§75Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖαι εἶναι αἱ ὑποβληθεῖσαι προτάσεις, κύριε Πρόεδρε;

§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις, ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τροποποιηθεῖσα, ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ, ἀναγνωρίζουσα τὴν πρὸς τὴν Δικαιοσύνην εὐλάβειαν τῆς Κυβερνήσεως, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» (Θόρυβος ἐν τῇ ἀριστερᾷ).

§77ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπουσιάζων κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος, δηλῶ ὅτι θέλω ἀρνηθῆ ψῆφον. (Εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δὲν ἔχουν, Κύριοι, τὰ εὖγέ σας οὐδεμίαν σημασίαν, διότι ἡ ἄρνησίς μου ἐν τῇ ψηφοφορίᾳ ταύτῃ ἔχει ἀκριβῶς τὴν στενὴν ταύτην ἔννοιαν· θὰ ἀρνηθῶ νὰ ψηφίσω διότι, ἀπουσιάσας κατὰ τὴν συζήτησιν, δὲν ἀντελήφθην περὶ τίνος συνεζητήσατε. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παράκλησιν τοῦ κ. Ῥάλλη, ἀπαντῶ, ὅτι πράγματι εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συνυπουργεύσω μετ’ αὐτοῦ ἐπὶ ἕνα μῆνα, ἴσως καὶ ὀλιγώτερον, καθ’ ὅσον δ’ ἐνθυμοῦμαι, κατὰ τὸ τελευταῖον ὑπουργικὸν συμβούλιον εἶδον τὸν κ. Ῥάλλην διαφωνήσαντα πρὸς τὸν κ. Τρικούπην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ὁδοποιΐας καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατασκευαστέων ὁδῶν.

§78Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν προέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, συνετάχθη κατὰ τοὺς κανόνας τῆς κοινοβουλευτικῆς τάξεως, εἶχε δὲ ἄδικον ὁ Πρωθυπουργὸς, παρατηρήσας ἐπὶ τοῦ κειμένου τῆς προτάσεως ταύτης, ὅτι αὐτὸς δὲν ἐννοεῖ τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ. Ἐὰν ἡ πλειοψηφία δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐννοήσῃ τὴν ἔννοιαν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Κουμουνδούρου, δὲν εἶναι δεδικαιολογημένος ὁ Πρωθυπουργὸς, ὑποκρινόμενος ὅτι δὲν ἐνόησε τὴν ἔννοιαν αὐτῆς. Ἡ ἔννοια τῆς προτάσεως τοῦ κ. Κουμουνδούρου εἶναι καταφανής. Ἡμεῖς, οἱ φρονοῦντες, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρέβη τὸν νόμον, μὴ ἐκτελέσας ἀκεραίαν τὴν ἀπόφασιν τῶν ἐν Λαρίσσῃ Πλημμελειοδικῶν, ἀφοῦ ἠκούσαμεν τὸν Πρωθυπουργὸν μὴ ὁμολογοῦντα τὸ ἁμάρτημα αὐτοῦ, ὡς ἔπραξεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προχθὲς, ὅτε ἐδικαιολόγει τὴν ἀνάκλησιν τῆς παύσεως τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος Πατρῶν, ἀλλ’ ἐπιμένοντα νὰ δικαιολογῇ τὴν πρᾶξιν ταύτην, καὶ ἐπικαλούμενον διάταξιν νόμου οὐδεμίαν ἔχουσαν ἐφαρμογὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διέγνωμεν, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἐν γνώσει παρέβη καὶ δὲν ἐξετέλεσε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Πλημμελειοδικείου Λαρίσσης. Καὶ διὰ τοῦτο εἴδομεν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ συστήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν εὐλάβειαν εἰς τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις. Ἐὰν ἡ πλειοψηφία δὲν εὑρίσκῃ ἀφορμὴν, ἵνα συστήσῃ εὐλάβειαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις, ἤθελε ψηφοφορήσει κατὰ τῆς προτάσεως. Ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς, φαίνεται, ἐπιθυμεῖ νὰ μετατρέψῃ τὸ ζήτημα. Ὁ Πρωθυπουργὸς θέλει νὰ ἔχῃ ἀσφαλέστερον ἔδαφος, ἵνα συγκεντρώσῃ ἐκεῖ τὰς ψήφους τῶν φίλων του, καὶ ἐπρότεινε πρότασιν ἄλλην, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Βουλὴ ἐγκρίνει τὴν πρᾶξιν αὐτοῦ. Αἱ προτάσεις, διὰ τῶν ὁποίων ἐκδηλοῦται ἡ ἐμπιστοσύνη τῶν Κοινοβουλίων εἰς τὰς Κυβερνήσεις ἢ διὰ τῶν ὁποίων τὰ Κοινοβούλια ἐγκρίνουσι τὰς πράξεις αὐτῶν, εἶναι προτάσεις θετικαί. Καὶ ὑπάρχει μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἔγκρισις τῆς πολιτικῆς ὑμῶν, καὶ ἑπομένως καὶ τῆς πράξεως ὑμῶν ταύτης, διότι, ἂν δὲν ὑπῆρχε, δὲν θὰ ἐκάθησθε εἰς τὰ ἑδώλια ταῦτα. Ἀλλ’ ἡμεῖς προτείνομεν πρότασιν ἀποθετικὴν, αἱ δὲ προτάσεις αἱ περιέχουσαι ἄρνησιν εἶναι αἱ προτάσεις αἱ ἀπώτεραι, αἱ ὁποῖαι πρῶται ψηφοφοροῦνται ὑπὸ τῶν Βουλῶν. Ἡ πρότασις λοιπὸν, διὰ τῆς ὁποίας συνιστᾷ ἡ Βουλὴ εὐλάβειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι ἡ ἀπωτέρα, ἥτις πρώτη πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ, ἡ πρότασις δὲ, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Βουλὴ πρόκειται νὰ ἐγκρίνῃ τὴν πρότασιν τοῦ Ὑπουργοῦ, εἶναι πρότασις θετική, εἶναι ἡ πρότασις ἡ ἐγγυτέρα πρὸς τὸ καθεστὸς, ψηφοφορεῖται δὲ δευτέρα. Ἐὰν ὁ Πρωθυπουργὸς ἀναγνωρίσῃ τὴν ὀρθότητα τῶν παρατηρήσεών μου, πρέπει νὰ συναινέσῃ ἵνα ψηφοφορηθῇ πρώτη ἡ πρότασις ἡμῶν αὕτη, τὴν ὁποίαν προέβαλεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος. Ἐὰν ὅμως ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπιμένῃ, θέλει μᾶς ἀναγκάσει νὰ προτείνωμεν πρότασιν ἄλλην, ἥτις θὰ ἦναι δριμυτέρα ἔκφρασις τῆς θελήσεως τοῦ Κοινοβουλίου, δριμυτέρα ἔκφρασις τῆς ἀξιώσεως, τὴν ὁποίαν πρὸς τὴν Βουλὴν ἀπευθύνομεν, καὶ τότε δὲν θέλει δυνηθῆ ν’ ἀρνηθῇ νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασις ἐκείνη. Ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν ν’ ἀποφύγωμεν τὴν ἀνάγκην ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιμένομεν νὰ ζητῶμεν νὰ ψηφοφορηθῇ πρώτη ἡ πρότασις τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Ἐὰν ἐπιμένῃ ἡ Κυβέρνησις, θέλει μᾶς ἀναγκάσει νὰ προτείνωμεν πρότασιν αὐστηροτέραν.

§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ κύριοι τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) δύνανται νὰ προτείνωσιν ὅ,τι θέλωσιν, ἡμεῖς βεβαίως δὲν θὰ συμπράξωμεν εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνοι θέλουσι συντάξει· ἐὰν συνεπράττομεν, νομίζομεν ὅτι αἱ προτάσεις αὐτῶν θὰ ἦσαν εὐπρεπέστεραι (διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Οἱ Βουλευταὶ ἑπομένως, ἀφοῦ ἤδη δὲν εὐχαριστοῦνται εἰς τὴν πρότασιν αὐτῶν, καὶ νομίζουσιν ὅτι πρέπει ἄλλως νὰ συντάξωσι τὴν πρότασιν, ἂς τὴν συντάξωσιν ὅπως θέλουσιν· ἡμεῖς πάντοτε θέλομεν ἐπιμείνει, ὅπως προταχθῇ ἡ ἡμετέρα πρότασις.

§80Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀληθῶς, Κύριοι, ἐὰν συνέπραττεν ἡ πτέρυξ αὕτη (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) μετὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἂν ὄχι αἱ προτάσεις αὐτοῦ, αἱ πράξεις ὅμως αὐτοῦ ἤθελον εἶσθαι εὐπρεπέστεραι (εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἐὰν συνέπραττεν ἡ πτέρυξ αὕτη μεθ’ ὑμῶν, οὐδέποτε ἤθελε σᾶς ἐπιτρέψει νὰ πολιτεύησθε οὕτως, ὡς πολιτεύονται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκτελοῦσι καὶ αὐτὰς τὰς ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων (ὡραῖα! ὡραῖα! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἐὰν συνέπραττεν ἡ πτέρυξ αὕτη μεθ’ ὑμῶν, ἤθελε σᾶς ὑποχρεώσει νὰ σέβησθε τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων χρημάτων, ἤθελε σᾶς ὑποχρεώσει νὰ ἦσθε εὐλαβεῖς πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ν’ ἀτενίζητε μετὰ σεβασμοῦ πρὸς τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον αἱ Ἐθνικαὶ Συνελεύσεις καθ’ ὅλον τὸν ἀγῶνα ἀνεκήρυξαν ὡς πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον οἱ πατέρες μας διὰ θυσιῶν μεγάλων κατέστησαν ὡς νόμον τοῦ Κράτους (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς καὶ ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Καὶ ὑπάρχει, Κύριοι, πρᾶξις μᾶλλον ἀπρεπὴς ἐκείνης, διὰ τῆς ὁποίας Κυβέρνησις συνταγματικὴ δὲν στέργει, δὲν ὑποτάσσεται εἰς ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου, ἀλλ’ ἀρνεῖται νὰ ἐκτελέσῃ ταύτην ἀκεραίως; Τοιαύτη ἀπρέπεια ἔπρεπε τῷ ὄντι νὰ χαρακτηρισθῇ διὰ τοῦ προσήκοντος εἰς αὐτὴν χαρακτηρισμοῦ, καὶ ἔπρεπε τῷ ὄντι νὰ μὴ προέβαλεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος τὴν εὔφημον ἐκείνην πρότασιν, τὴν ὁποίαν προέβαλεν, ἔπρεπε νὰ προβάλῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποδοκιμάζει τὴν διαγωγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως τῶν ἐν Λαρίσσῃ Πλημμελειοδικῶν, καὶ ταύτην προτείνομεν τὴν πρότασιν. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§81ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ζητοῦμεν ὅπως προταχθῇ ἡ ἡμετέρα πρότασις.

§82Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν ἦναι εὐπρεπὲς, προτάξατε, κύριε Πρόεδρε, τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.

§83ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς, ἐπικαλούμενοι τὸν Κανονισμὸν, ζητοῦμεν ὅπως ἐν διαφωνίᾳ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ὑπὲρ τῆς προτάξεως (θόρυβος).

§84ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς ἐκανόνισε ποῖαι εἶναι αἱ προτάσεις, τὰς ὁποίας ψηφίζουσιν αἱ Βουλαί· δὲν θὰ τὰς κανονίσῃ ἡ πλειοψηφία.

§85ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀναγνώσατε τὸν Κανονισμὸν, διὰ νὰ ἴδητε ποία εἶναι ἡ ἀπωτέρα (θόρυβος).

§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παραδεχόμεθα ἡμεῖς ὅπως προταχθῇ καὶ ἡ πρότασις τῶν κυρίων, ἐννοεῖται ἡ δευτέρα πρότασις· ἐὰν ὅμως ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπιμένῃ εἰς τὴν πρώτην πρότασιν, ἐννοεῖται ὅτι ἡμεῖς ἐπιμένομεν ὅπως προταχθῇ ἡ ἡμετέρα πρότασις.

§87ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ δευτέρα, μάλιστα.

§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ, ἀποδοκιμάζουσα τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ Πλημμελειοδικείου Λαρίσσης, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ κ. Δηλιγιάννη λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Σάκκη, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας):

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Χαρ. Τρικούπης Ἰωάνν. Ἀντωνόπουλος Ν
Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος Ο Ἠλίας Παλαμήδης Ο
Γ. Σισμάνης Ο Κωνστ. Κατσικόπουλος Ν
Δ. Βουλπιώτης Δ. Ζέγγελης Ο
Ἀθ. Ἴσκος Ν Δημ. Ν. Βότσαρης Ο
Ν. Καλαντζόπουλος Ο Κωνστ. Γ. Καραπάνος Ν
Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Ν Γεώρ. Χ. Παχὺς Ο
Μ. Γουλιμῆς Ο Στέφανος Δραγούμης
Μ. Ἰατρίδης Ο Δημ. Γ. Ῥάλλης Ν
Δ. Χατζόπουλος Ν Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας Ο
Γεώργιος Μίλησης Ν Φωκίων Νέγρης Ο
Σπυρίδων Νοταρᾶς Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς Ν
Γεώργιος Κούστας Ν Νικόλ. Μπουφίδης Ο
Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος Ο Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ο
Σωτήριος Δανόπουλος Ο Δημ. Καλλιφρονᾶς Ν
Ἀναστ. Δημητριάδης Ο Νικόλ. Δ.Λεβίδης Ν
Μιχαὴλ Νικηφοράκης Ο Ν. Σπυρ. Κουκούλεζας Ο
Δημήτριος Πετρίδης Ν Ὄθων Μακρυγιάννης Ο
Ἄγγ. Γεωργαντᾶς Ν Τρύφων Μουτσόπουλος Ο
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ν Θάνος Κανακάρης Ο
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Ν Νεοκλ. Πετιμεζᾶς
Χρῖστος Χριστόπουλος Ν Α. ΠαπαγιαννακόπουλοςΝ
Φίλιππος Βάρβογλης Ν Α. Φωτήλας Ο
Ἠλίας Φλέσσας Ν Ἀνδρ. Αὐγερινός Ο
Κων. Κωνσταντόπουλος Ν Ἀντ. Ῥικάκης Ν
Ἀρ. Σακελλαρόπουλος Ν Ἀχ. Γεροκωστόπουλος Ν
Παναγ. Μανέτας ἀρν.Ἰω. Κρεστενίτης Ν
Ν. Κουμανιώτης Ν Ξανθὸς Πικουλάκης Ο
Χρ. Στεφανόπουλος Ο Γ. Πετροπουλάκης Ν
Ἀλέξ. Ζαΐμης Ν Κ. Παπαμιχαλόπουλος Ν
Ἀρ. Κοντογούρης Ν Ἰωάν. Καρτάλης
Νικόλ. Καλογερόπουλος Ο Ἀργ. Κανταρτζῆς Ο
Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Εὐάγ. Σταμούλης Ο
Ν. Παπανικολάου Ο Ν. Κοκωσλῆς
Νικόλ. Καφετζόγλους Ο Ἰωάνν. Παπαδόπουλος Ο
Ἰωάννης Πεζᾶς Ν Κ. Μαρκίδης Ο
Κωνστ. Σινέλης Ο Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος Ο
Βασίλειος Βουδούρης Ο Δ. Κουτσουμπλῆς Ο
Κ. Ἀργασάρης ΛομβάρδοςΟ Εὐθ. Μπατζιᾶς Ο
Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ο Ἀναστ. Ζαρμάνης Ο
Ἀναστ. Ἐ. Λούντζης Ο Ἀχιλ. Λογιωτάτου
Διον. Λομβάρδος Ο Σωτ. Σωτηρόπουλος Ν
Γεώργιος Θεοτόκης Κ. Κουμουνδοῦρος Ν
Κωνστ. Βασιλάκης Περικλῆς Πεῤῥωτὴς Ν
Ἀντ. Καποδίστριας Ν Δ. Τζάνες Ο
Νικόλαος Βασιλάκης Περικλῆς Μποῦτος Ο
Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ν Παναγ. Σάκκης Ν
Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς Ν Ν. Παπαλέξης Ο
Σπυρ. Ἀλαμάνος Ν Νικ. Μισυρλῆς Ν
Θεόφιλος Προβατᾶς Ν Ν. Καράπαυλος Ο
Εὐάγγ. Μπασιᾶς Ν Ἀσημ. Χριστόπουλος Ν
Ἀγαμέμνων Μεταξᾶς Ο Εὐστάθ. Κοκκέβης Ο
Ἀνδ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΟ Δημ. Κάρτσωνας Ν
Νικόλ. Βαλσαμάκης Ν Δημ. Π. Γουδῆς Ο
Γεράσιμος Μουσούρης Ο Σ. Χατζηγάκης Ν
Παναγ. Βενιεράτος Ν Κ. Ζωγλοπίτης Ο
Γ. Τυπάλδος Κοζάκης Ν Ἀθ. Καζαμπάκας Ο
Γεώργιος Κόρπας Ν Γ. Φραγκίδης Ο
Στέφανος Σκουλούδης Ο Α. Τακιατζῆς Ο
Ἀλοΐσιος Τόμαν Ο Γ. Τάκης
Χαρίλ. Προβελέγγιος Ο Ν. Ταρμπάζης Ν
Νικόλαος Νομικὸς Ο Ζ. Φαλιάγκας Ν
Μίνως Μπογιατζόγλους Ο Σταμάτ. Μπουντούρης Ο
Γεώργιος Μπούμπουρας Ο Θεόδωρος Γκίκας Ο
Λωρέντζος Δελαρόκας Ο Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ο
Δημοσθένης Καΐρης Ο Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
Νικόλαος Κρίσπης Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος Ο
Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς Ν Νικόλ. Κοντογιάννης Ν
Ἰωάν. Γκιὼν Ο Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς Ο
Κωνστ. Κοσσονάκος Ο Γεώργιος Λιδωρίκης Ο
Γεώργ. Μαυρομιχάλης Ν Κωνστ. Χατζῖσκος Ο
Ἀριστ. Πετροπουλάκης Ν Δημ. Ζουλούμης Ο
Γιανν. Μαυρομιχάλης Ο Κων. Ἀναγνωστόπουλος Ν
Νικήτας Βαρβιτσιώτης Ο Θεμ. Κανάρης Ν
Λεων. Καπετανάκος Ο

§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη διὰ ψήφων 77 κατὰ 57, ἑνὸς ἀρνηθέντος.

§90ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἴπετε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἷς μόνον ἠρνήθη ψῆφον, ἐνῷ ἠρνήθησαν 5, διότι δὲν ἐψηφοφόρησαν καὶ οἱ Ὑπουργοί. Καὶ ἤδη πάλιν ἀρνούμεθα ψῆφον.

§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλή, ἀναγνωρίζουσα τὴν πρὸς τὴν Δικαιοσύνην εὐλάβειαν τῆς Κυβερνήσεως, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι οἱ Ναὶ, μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Καλογεροπούλου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας):

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Χαρ. Τρικούπης ἀρν.Ἀλέξ. Κοντόσταυλος
Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος Ν Ν. Παπανικολάου Ν
Γ. Σισμάνης Ν Ν. Καφετζόγλους Ν
Δ. Βουλπιώτης ἀρν.Ἰω. Πεζᾶς
Ἀθ. Ἴσκος Κ. Σινέλης Ν
Ν. Καλαντζόπουλος Ν Β. Βουδούρης Ν
Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ν
Μ. Γουλιμῆς Ν Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ν
Μ. Ἰατρίδης Ν Ἀναστ. Λούντζης Ν
Δ. Χατζόπουλος Διον. Λομβάρδος Ν
Γεώργ. Μίλησης Γ. Θεοτόκης ἀρν
Σπυρ. Νοταρᾶς Κ. Βασιλάκης
Γ. Κούστας Ἀντ. Καποδίστριας
Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος Ν Ν. Βασιλάκης
Σωτήριος Δανόπουλος Ν Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς
Ἀναστ. Δημητριάδης Ν Πολυχρ. Κωνσταντᾶς
Μιχαὴλ Νικηφοράκης Ν Σπ. Ἀλαμάνος
Δημήτριος Πετρίδης Θεόφ. Προβατᾶς
Ἄγγελος Γεωργαντᾶς Εὐάγγ. Μπασιᾶς
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ν
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Ἀνδρ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΝ
Χρῖστος Χριστόπουλος Νικόλ. Βαλσαμάκης
Φίλιππος Βάρβογλης Γεράσιμος Μουσούρης Ν
Ἠλίας Φλέσσας Παναγ. Βενιεράτος
Κ. Κωνσταντόπουλος Γ. Τυπάλδος Κοζάκης
Ἀρ. Σακελλαρόπουλος Γεώργιος Κόρπας
Παναγ. Μανέτας Στέφανος Σκουλούδης Ν
Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος Ἀλοΐσιος Τόμαν Ν
Ἠλίας Παλαμήδης Ν Χαρίλ. Προβελέγγιος Ν
Κωνστ. Κατσικόπουλος Νικόλαος Νομικὸς Ν
Δ. Ζέγγελης Ν Μίνως Μπογιατζόγλους Ν
Δημ. Ν. Βότσαρης Ν Γ. Μπούμπουρας Ν
Κωνστ. Γ. Καραπάνος Λωρέντζος Δελαρόκας Ν
Γεώρ. Χ. Παχὺς Ν Δημοσθένης Καΐρης Ν
Στέφανος Δραγούμης ἀρν.Ν. Κρίσπης
Δ. Γ. Ῥάλλης Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς Ν
Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας Ν Ἰωάννης Γκιὼν Ν
Φωκίων Νέγρης Ν Κ. Κοσσονάκος
Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς Γ. Μαυρομιχάλης
Νικόλ. Μπουφίδης Ν Ἀριστ. Πετροπουλάκης Ν
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ν Γιαν. Μαυρομιχάλης Ν
Δημ. Καλλιφρονᾶς Νικήτας Βαρβιτσιώτης Ν
Νικόλ. Δ. Λεβίδης Λεων. Καπετανάκος Ν
Σπυ. Κουκούλεζας Ν Ξανθὸς Πικουλάκης
Ὄθων Μακρυγιάννης Ν Γεώρ. Πετροπουλάκης
Τρύφων Μουτσόπουλος Ν Κ. Παπαμιχαλόπουλος
Θάνος Κανακάρης Ν Ἰωάν. Καρτάλης Ν
Νεοκλ. Πετιμεζᾶς Ἀργ. Κανταρτζῆς Ν
Α. Παπαγιαννακόπουλος Εὐάγ. Σταμούλης
Α. Φωτήλας Ν Ν. Κοκωσλῆς Ν
Ἀνδρ. Αὐγερινὸς Ν Ἰω. Παπαδόπουλος Ν
Ἀντ. Ῥικάκης Κωνστ. Μαρκίδης Ν
Ἀχ. Γεροκωστόπουλος Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος Ν
Ἰω. Κρεστενίτης Δημ. Κουτσουμπλῆς Ν
Ν. Κουμανιώτης Εὐθ. Μπατζιᾶς Ν
Χρ. Στεφανόπουλος Ν Ἀναστ. Ζαρμάνης
Ἀλέξ. Ζαΐμης Ἀχιλ. Λογιωτάτου
Ἀρ. Κοντογούρης Σωτ. Σωτηρόπουλος
Ν. Καλογερόπουλος Ν Κων. Κουμουνδοῦρος
Περ. Πεῤῥωτής Γ. Τάκης
Δημ. Τζάνες Ν Ν. Ταρμπάζης
Περ. Μποῦτος Ν Ζ. Φαλιάγκας
Παν. Σάκκης Σταμάτιος Μπουντούρης Ν
Νικ. Παπαλέξης Ν Θεόδωρος Γκίκας Ν
Νικ. Μισυρλῆς Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ν
Ν. Καράπαυλος Ν Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ν
Ἀσημ. Χριστόπουλος Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος Ν
Εὐστάθ. Κοκκέβης Ν Νικόλ. Κοντογιάννης
Δημήτρ. Κάρτσωνας Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς Ν
Δημήτρ. Γουδῆς Ν Γεώργιος Λιδωρίκης Ν
Σ. Χατζηγάκης Κωνστ. Χατζῖσκος Ν
Κ. Ζωγλοπίτης Ν Δημήτρ. Ζουλούμης Ν
Ἀθ. Καζαμπάκας Ν Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος
Γ. Φραγκίδης Ν Θεμιστοκλῆς Κανάρης
Α. Τακιατζῆς Ν

§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 81. Ἐκ τούτων 77 εἶπον Ναὶ καὶ 4 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἐγένετο δεκτή. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 καὶ 30′ μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 26
2Τῆς 24 Νοεμβρίου 1889
3(Παρασκευή).
4Ὥρᾳ 5 μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται
6τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ὑποβάλλει τὴν ἑπο-
8μένην ἔγγραφον ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς
9Δικαιοσύνης:
10«Μεταξὺ τῶν ἐγγράφων, ἅτινα ἐζήτησα νὰ προσαχθῶσι,
11σχετικῶς μὲ τὴν τοποθέτησιν τῶν ἐν Κυπαρισσίᾳ ἀρχῶν εἰς
12τὸ παράλιον, περιελαμβάνοντο καὶ ἐκθέσεις τοῦ Εἰσαγγελέως
13καὶ τοῦ Πρωτοδικείου περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς μετα-
14θέσεως ταύτης ὡς πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους, τὴν ὑπηρεσίαν
15καὶ τοὺς κατοίκους. Ἐπειδὴ δὲ ἤκουσα χθὲς ἀπὸ τὸν κ.
16Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι δὲν ἐζήτησε τοιαύτας ἐκ-
17θέσεις, διότι αἱ ἀνωτέρω ἀρχαὶ δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν δι-
18καιοδοσίαν του, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιο-
19σύνης νὰ προσκαλέσῃ τὸν Εἰσαγγελέα καὶ τὸ Πρωτοδικεῖον
20Κυπαρισσίας νὰ ἐκθέσωσιν ἐμπεριστατωμένως τὰ ἀφορῶντα
21εἰς τὴν σπουδαίαν ταύτην ὑπόθεσιν, καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὸ
22ταχύτερον τὰς ἐκθέσεις των».
23§2ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀποσταλῇ ἡ ἐπερώτησις πρὸς
24τὸν κύριον Ὑπουργόν.
25§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
26Ὁ Δ. Χαρατζῆς ὑποβάλλει ὑπόμνημα κατὰ τῆς αὐξή-
27σεως τῆς φορολογίας τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ.
28§4ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν
29Οἰκονομικῶν.
30§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἀντώνιος Οἰκονόμου ἐξ Ἀργυροκά-
31στρου, κρατούμενος ἐν ταῖς αὐτόθι φυλακαῖς, παραπονεῖται
32κατὰ τῆς Προξενικῆς ἀρχῆς Ἀργυροκάστρου.
33Ἀναφορὰ ἐμπόρων Ἑρμουπολιτῶν, παρακαλούντων νὰ
34καταργηθῶσι τὰ τέλη χαρτοσήμου διὰ τὰ εἰς τὸ ἐξωτε-
35ρικὸν ἀποστελλόμενα ἐμπορεύματα.
36§6ΚΟΡΠΑΣ. Ὑποστηρίζω τὴν ἀναφορὰν ταύτην καὶ πα-
37ρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομι-
38κῶν, παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς
39τὰς μελέτας, τὰς ὁποίας προτίθεται νὰ κάμῃ ἐπὶ τοῦ δα-
40σμολογίου χάριν τοῦ ἐμπορίου, καὶ ἰδίως ἐκείνου τῆς Σύρου,
41ὅπερ προδήλως δὲν εὑρίσκεται εἰς εὐάρεστον κατάστασιν,
42νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει καὶ τὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ ἐκτιθέμενα ὑπὸ
43τῶν ἐμπόρων τῆς Σύρου καὶ, εἰ δυνατόν, προκαλέσῃ νόμον,
44δι’ οὗ νὰ ἐπανέλθῃ ἐν ἰσχύϊ τὸ πρώην καθεστὼς, δηλ. αἱ
45πράξεις, αἵτινες συντάσσονται ἐν τοῖς τελωνείοις διὰ τὰ ἐκ
46τῆς διαμετακομίσεως ἀποστελλόμενα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν
47ἐμπορεύματα, νὰ μὴ γίνωνται ἐπὶ χαρτοσήμου, ἀλλ’ ἐφ’
48ἁπλοῦ χάρτου.
49§7ΤΖΑΝΕΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς
50ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ
51λάβωσι πρόνοιαν περὶ τῶν καταστημάτων τῶν ἐκπαιδευ-
52τικῶν ἐν τῷ δήμῳ Ἀλαγωνίας, τῶν συντηρουμένων ἐκ τοῦ
53κληροδοτήματος Δημάκη, διότι ταῦτα ὅσον οὔπω κατα-
54πίπτουσι. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα δύ-
55νανται νὰ λύωνται ἐν τοῖς Ὑπουργείοις καὶ μάλιστα παρ’
56ἡμῶν, οἵτινες δυνάμεθα εὐκολώτερον νὰ προσερχώμεθα εἰς
57αὐτά, ἀλλ’ εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα καὶ οἱ Βουλευταὶ
58τῆς Συμπολιτεύσεως δὲν δύνανται νὰ τὰ λύσωσιν ἐν τοῖς
59Ὑπουργείοις, διότι τινὰ ὄργανα ἐν τοῖς Ὑπουργείοις ἔχουσι
60καὶ πολιτικὴν ἄλλην καὶ γνώμην ἄλλην. Πολλάκις ἀπηυ-
61θύνθην πρὸς τοὺς ἁρμοδίους ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας,
62καὶ πρὸς τοὺς ἁρμοδίους ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομι-
63κῶν, νὰ σώσωμεν αὐτὴν τὴν περιουσίαν τὴν ἐθνικήν. Δυσ-
64τυχῶς, μέχρι σήμερον, ἂν καὶ πολλάκις ἀπηυθύνθην, δὲν
65ἠδυνήθην νὰ κάμω τίποτε. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς κυρίους
66Ὑπουργοὺς νὰ λάβωσιν ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν παρά-
67κλησίν μου ταύτην, καὶ νὰ καλέσῃ ὁ μὲν ἐπὶ τῶν Οἰκονο-
68μικῶν Ὑπουργὸς τὸν ὑπάλληλον ἐκεῖνον, μεθ’ οὗ ὡμίλησα
69πολλάκις, καὶ νὰ ὑποδείξῃ αὐτῷ, ὅτι ἀνάγκη νὰ ἐκδοθῇ
70Β. Διάταγμα ἢ ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον νὰ κανονίσῃ τὸ κληρο-
71δότημα, ὁ δὲ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς νὰ καλέσῃ
72τὸν ἁρμοδιώτερον ὑπάλληλον καὶ νὰ παραγγείλῃ εἰς τὸν
73Νομάρχην Μεσσηνίας ν’ ἀποστείλῃ ἐπίτηδες ἄνθρωπον εἰς
74τὸν δῆμον, διότι θὰ καταπέσωσι τὰ εἰρημένα καταστή-
75ματα, καὶ ὄχι μόνον τὸ Κράτος θὰ ζημιωθῇ σπουδαίως,
76ἀλλὰ καὶ τὸ κληροδότημα θὰ παραληφθῇ ἀπὸ τοὺς κληρο-
77νόμους, καὶ τοιουτοτρόπως ὁ σκοπὸς τοῦ διαθέτου θὰ μα-
78ταιωθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν.
79§8ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ λαλήσω πλέον περὶ
80τῆς βραδύτητος, ἡ ὁποία συμβαίνει εἰς τὴν ἔναρξιν τῆς συ-
81νεδριάσεως, διότι πολλάκις ἐγένετο λόγος, πολλάκις ἐλή-
82φθησαν ἀποφάσεις, καὶ δὲν ἐξετελέσθησαν· ἀλλὰ παρατηρῶ
83ὅτι τὸ κακὸν προχωρεῖ καὶ ἡ σιωπὴ ἴσως ἤθελεν ἔχει ὡς
84ἀποτέλεσμα τὴν ἐντελῆ παραλυσίαν τῶν συνεδριάσεων. Δὲν
85πρόκειται πλέον, ὅτι ἡμεῖς, οἱ ἐρχόμενοι ἐγκαίρως, ἀποκά-
86μνομεν ἀναμένοντες, ἀλλὰ συμβαίνει ὥστε ἡ κακὴ αὕτη συ-
87νήθεια ἀπειλεῖ νὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ μὴ δυνά-
88μεθα νὰ ἐκπληρῶμεν τὸ καθῆκον, δι’ ὃ συνερχόμεθα. Ἐὰν
89θέλωμεν σπουδαίως νὰ ἐργασθῶμεν, ἡ τακτική, τὴν ὁποίαν
90καθιερώσαμεν, ἀντίκειται εἰς τὸν σκοπόν μας. Οὐδεὶς θ’ ἀρ-
91νηθῇ, ὅτι, ἐργαζόμενος ὅλην τὴν ἡμέραν εἰς ἄλλας ἐργα-
92σίας καὶ ἐρχόμενος ἐνταῦθα τὸ ἑσπέρας, δὲν εἶναι εἰς κα-
93τάστασιν ν’ ἀσχοληθῇ σπουδαίως εἰς καθήκοντα, ὁποῖα
94ἡ θέσις αὕτη τῷ ἐπιβάλλει. Ἔρχεται ἡ ἑβδόμη ὥρα καὶ
95οἱ περισσότεροι ἐξ ἡμῶν εἴμεθα ἐξηντλημένοι, καὶ τοιουτο-
96τρόπως ἐργαζόμεθα μηχανικῶς.
97Θὰ σᾶς παρακαλέσω λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, νὰ συστή-
98σητε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ συντελέσητε, ὥστε νὰ ἐκπλη-
99ρῶται ἡ ἀπόφασις τοῦ σώματος, νὰ συνερχώμεθα ἐγκαίρως,
100διὰ νὰ ἐργαζώμεθα σπουδαίως, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐργαζώμεθα.
101Περισσότερα δὲν θέλω νὰ εἴπω, καὶ εἶναι καὶ ἡ τελευταία
102φορὰ, καθ’ ἣν ὁμιλῶ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.
103§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τὸ
104τηρῇ.
105§10ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν συμφωνῶ καθόλου μετὰ τοῦ προ-
106λαλήσαντος· διότι, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὰ χρονικὰ τῆς
107Βουλῆς, θέλομεν ἴδει ἀπεναντίας, ὅτι ἡ σπουδαία ἐργασία,
108εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλεται ἡ ἀναμόρφωσις τῆς Πολιτείας, ἐγέ-
109νετο κατὰ τὸ μεσονύκτιον. Ὡς ἐκ τούτου ὀφείλει νὰ δι-
110δαχθῇ ὁ προλαλήσας ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι σφάλλει
111καθ’ ὁλοκληρίαν, καὶ νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὴν γνώμην τῶν
112πολλῶν, οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν κατὰ τοιαύτην ὥραν καὶ
113κατέληξαν εἰς τοιαῦτα σπουδαῖα ἀποτελέσματα.
114§11ΡΙΚΑΚΗΣ. Τί θὰ γίνῃ, κύριε Πρόεδρε;
115§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον εἶναι πάντοτε ἐνταῦθα
116ἀπὸ τῆς 3ης ὥρας. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ
117ἔρχωνται τοὐλάχιστον εἰς τὰς 3½.
118§13ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
119§14ΚΟΡΠΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερι-
120κῶν νὰ διορθώσῃ ἓν ἄτοπον, τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἰς τὸν
121δῆμον Σερίφου· τὸ Τηλεγραφεῖον μένει ἀπὸ 15 ἤδη ἡμερῶν
122κεκλεισμένον, τοῦ τηλεγραφητοῦ ἀπουσιάζοντος, νομίζω
123ἕνεκεν ἀσθενείας, καὶ εὑρισκομένου εἰς ἄλλον τόπον. Ἐν
124Σερίφῳ, ὡς γνωρίζετε, κύριε Ὑπουργὲ, ὑπάρχουσι δύο Με-
125ταλλευτικαὶ Ἑταιρίαι, τῶν ὁποίων τὰ συμφέροντα σπου-
126δαίως παραβλάπτονται ἐκ τῆς ἐλλείψεως τοῦ τηλεγραφη-
127τοῦ· ἑπομένως νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη καὶ ἀνάγκη κατε-
128πείγουσα νὰ διατάξητε, εἰ δυνατὸν, νὰ σταλῇ προσωρινῶς
129ἐκ Σύρου ἕτερος τηλεγραφητής, μέχρις οὗ ἀναῤῥώσῃ ὁ
130ἀσθενῶν ἢ μέχρις οὗ ληφθῇ ἄλλο μέτρον.
131Ἐπειδὴ δὲ εὑρίσκομαι εἰς τὸ βῆμα, θεωρῶ καθῆκόν μου
132ἀπαραίτητον,—καθόσον χθὲς, ὅτε ἐγένετο λόγος περὶ τῆς
133ἀπολύσεως τοῦ γυμνασιάρχου Ληξουρίου κ. Παγκάλου, δὲν
134παρευρέθην εἰς τὴν συνεδρίασιν,—νὰ εἴπω τινὰ, πρὸς ἀναί-
135ρεσιν ὄχι τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ λεχθέντων, ἀλλὰ
136τῶν πληροφοριῶν, τῶν χορηγηθεισῶν πρὸς τὸν κ. Ὑπουρ-
137γὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἐκ λόγων ἴσως ἄλλων, ἢ τῆς πολι-
138τικῆς ἢ τῆς ὑπηρεσίας. Ἐὰν λόγοι ὑπηρεσίας προὐκάλουν
139τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ἐντιμοτάτου καὶ ἱκανωτάτου τούτου Γυ-
140μνασιάρχου, βεβαίως ἦτο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατό τις
141νὰ ἐξετάσῃ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν. Ἀλλὰ λόγοι ὑπηρεσίας δὲν
142ὑπάρχουσι καὶ οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι, πρὸ πάντων
143δὲ ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀπο-
144λυθῇ Γυμνασιάρχης, ὅστις προήχθη εἰς τὴν θέσιν τοῦ Γυ-
145μνασιάρχου ἐκ τῆς θέσεως τοῦ καθηγητοῦ, καίτοι νεώτα-
146τος καὶ τὴν ἡλικίαν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν, τὸ ὁποῖον σημαί-
147νει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισεν ὅτι ὁ κ. Πάγκαλος κέκτη-
148ται προσόντα, τὰ ὁποῖα παρεῖχον εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα
149νὰ καθέξῃ τὴν θέσιν τοῦ Γυμνασιάρχου, καίτοι νεώτατος
150τὴν ἡλικίαν· ἄλλως τε, καὶ ἄλλοι τινὲς λόγοι ἐὰν ὑπῆρ-
151χον, ἔχω ἀνὰ χεῖρας ἀντίγραφον τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς
152καὶ τηλεγραφημάτων καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς
153τοὺς ἐντίμους συναδέλφους ἐκ Κεφαλληνίας, εἰς τὰ ὁποῖα
154τηλεγραφήματα παριστῶσιν οὐ μόνον τὴν ἀνάγκην τῆς
155διατηρήσεως τοῦ κ. Παγκάλου ἐν τῷ Γυμνασίῳ ἐκείνῳ,
156ἀλλὰ ζητοῦσιν ἱκετευτικῶς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ παρα-
157μείνῃ ἐκεῖ, διότι ἄνευ αὐτοῦ τὸ Γυμνάσιον θὰ παραλύσῃ.
158Ἔρχομαι λοιπὸν ν’ ἀντικρούσω μόνον τὰς πληροφορίας,
159αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, καὶ αἱ ὁποῖαι
160κατ’ ἐμὲ εἶναι ἐσφαλμέναι. Εἶπε χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι
161ὁ κ. Πάγκαλος μετέβαλε τὴν οἰκίαν αὑτοῦ εἰς ἐκλογικὸν
162πρακτορεῖον καὶ σκανδαλωδῶς εἰργάζετο ὑπὲρ τοῦ ὑποψη-
163φίου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὴν ἄρτι διεξαχθεῖσαν βου-
164λευτικὴν ἐκλογὴν ἐν τῷ νομῷ Κυκλάδων. Τῷ ὄντι, Κύ-
165ριοι, συνομολογῶ καὶ ἀνομολογῶ δημοσίᾳ, ὅτι ἡ οἰκία
166τοῦ κ. Παγκάλου μετεβλήθη εἰς ἐκλογικὸν πρακτορεῖον
167κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν ἐκλογῶν, ἀλλ’ ὁ πράκτωρ δὲν ἦτο
168ὁ Πάγκαλος ὁ Γυμνασιάρχης, ἀλλ’ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ Μό-
169σχος Πάγκαλος, ἰατρὸς, ὅστις ὅμως δὲν ἀνήκει εἰς τὴν
170Ἀντιπολίτευσιν, ἀλλ’ εἰς τὴν Συμπολίτευσιν, ὅστις εἶναι εἷς
171τῶν φανατικωτέρων φίλων τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ ἰδίως
172τοῦ κόμματος τοῦ φίλα φρονοῦντος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐν
173τῷ τόπῳ ἐκείνῳ. Ἐὰν ἀμφιβάλλητε, κύριε Ὑπουργὲ, δύνα-
174σθε νὰ ἐρωτήσητε καὶ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους ἐκ τῶν
175Κυκλάδων καὶ τοὺς διευθύνοντας τὸ κόμμα, τὸ πρὸς ὑμᾶς
176φίλα φρονοῦν ἐν Κέᾳ, καὶ θέλετε πεισθῆ, ὅτι ὁ ἀδελφὸς αὐ-
177τοῦ εἶναι εἷς τῶν φανατικωτέρων φίλων τῆς παρούσης Κυ-
178βερνήσεως, ἐκεῖ συνήρχοντο πᾶσαι αἱ ἀρχαί, οἱ ὑπάλλη-
179λοι, οἱ ἐντεταλμένοι τὴν τήρησιν τῆς τάξεως, ἵνα λαμβά-
180νωσι μέτρα πρὸς παραχάραξιν τοῦ φρονήματος τῶν ἐκλο-
181γέων. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὁ Σπυρίδων Πάγκαλος, ὁ Γυμνα-
182σιάρχης, ὁ σκανδαλωδῶς ἐργασθεὶς καὶ ἀναμιχθεὶς εἰς τὰς
183ἐκλογάς, ἀλλ’ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ, ὅστις ὡς πολίτης εἶναι
184ἐλεύθερος καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα νομίζω καὶ ν’ ἀναμιχθῇ
185καὶ νὰ πράξῃ ὅ,τι καὶ ἂν θέλῃ, χωρὶς νὰ παραβῇ τοὺς
186κειμένους νόμους. Ὁ Γυμνασιάρχης οὗτος ἔχει καὶ ἄλλον
187ἀδελφόν, τὸν Ποθητὸν Πάγκαλον, ὅστις εἶναι δικηγόρος
188ἐνταῦθα, ὁ ὁποῖος τῷ ὄντι εἶναι ἀντιπολιτευόμενος καὶ εἰρ-
189γάσθη ἐκθύμως ὑπὲρ τοῦ ὑποψηφίου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως,
190τοιαύτη δὲ ὑπῆρξεν ἡ μεταξὺ τῶν δύο ἀδελφῶν διχόνοια,
191ὥστε δὲν ἐχαιρετῶντο ἐπὶ ἡμέρας ὁλοκλήρους, διότι δὲν
192ἤθελεν ὁ ἀντιπολιτευόμενος νὰ μεταβληθῇ ἡ οἰκία αὐτῶν
193εἰς κέντρον ἐκλογικὸν ὑπὲρ τοῦ ὑποψηφίου τῆς Κυβερνή-
194σεως. Ἐὰν θέλητε, δύνασθε ν’ ἀποταθῆτε πρὸς τὸν ἐπό-
195πτην, τὸν τότε ἐντεταλμένον τὴν τήρησιν τῆς τάξεως ἐν
196τῷ δήμῳ ἐκείνῳ τῆς Κέας, ἢ πρὸς τὸν Δήμαρχον, ὅστις
197εἶναι φίλος τῆς Κυβερνήσεως, δύνασθε νὰ ζητήσητε πληρο-
198φορίας παρὰ τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς· ὁ Σπυρίδων Πάγ-
199καλος δὲν ἐτόλμησε μάλιστα νὰ ψηφίσῃ καθ’ ἣν ὥραν με-
200τέβαινον οἱ ἄλλοι πολῖται, ἀλλὰ μετέβη ἀργά, εἶναι δὲ ἡ
201πρώτη φορά, καθ’ ἣν εὑρέθη ἐν τῷ τόπῳ καὶ ἐψήφισε, καὶ
202Κύριος οἶδε πῶς ἐψήφισε· πιθανὸν νὰ ἐψήφισεν ὑπὲρ τοῦ
203ὑποψηφίου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ πιθανὸν καὶ νὰ
204ἐψήφισε ὑπὲρ τοῦ συμπολιτευομένου, χάριν τοῦ μεγαλειτέ-
205ρου ἀδελφοῦ του, ὅστις εἶναι ὁ προστάτης τῆς οἰκογενείας.
206Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ σκανδαλώδης ἐπέμβασις τοῦ Γυμνα-
207σιάρχου Παγκάλου; Ἀποταθῆτε, ἐπαναλέγω, εἰς τὰς ἀρ-
208χὰς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἁρμόδιαι νὰ παράσχωσιν ὑμῖν
209πληροφορίας, καὶ ἂν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας θέλει σᾶς
210δώσῃ ὁ φίλος ὑμῶν Δήμαρχος καὶ αἱ ἐφορευτικαὶ ἐπιτρο-
211παί, εἴτε ὁ ἐπόπτης τῆς δημοσίας δυνάμεως, εἴτε οἱ ἀντι-
212πρόσωποι οἱ διοικητικοὶ ἢ δικαστικοί, εἶναι ἀντίθετοι τῶν
213παρ’ ἐμοῦ σήμερον χορηγουμένων, τότε καὶ ἐγὼ πείθομαι
214ὅτι καλῶς ἀπελύθη· ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ σᾶς πλη-
215ροφορήσωσιν, ὅτι ὁ Πάγκαλος δὲν ἐξετέλεσεν, εἰμὴ τὸ δι-
216καίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὡς πολίτης, νὰ ψηφίσῃ ἁπλῶς.
217Ἀλλ’ ἐὰν ταῦτα λέγωμεν διὰ τὸν Πάγκαλον, τὸν τυ-
218χαίως εὑρεθέντα ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ αὐτοῦ πατρίδι χάριν τῶν
219διακοπῶν καὶ χάριν τῆς οἰκογενείας του, τί θέλετε εἶπει διὰ
220τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι μετέβησαν ἐν τῷ τόπῳ
221ἄνευ ἀδείας καὶ οἱ ὁποῖοι ἐφατρίαζον καὶ εἰργάζοντο ὑπὲρ
222τοῦ ὑποψηφίου τῆς Κυβερνήσεως; ἀπελύθη τις ἐξ αὐτῶν;
223ἐγένετο κἄν παρατήρησις, διὰ τίνα λόγον μετέβησαν εἰς τὸν
224τόπον τῆς ἐκλογῆς, ἐγκαταλείψαντες τὰς θέσεις αὐτῶν; οὐ-
225δεὶς ἐγένετο λόγος. Παρακαλῶ λοιπόν, κύριε Ὑπουργέ, νὰ
226βασανίσητε τὸ πρᾶγμα σπουδαιότερον, καὶ θέλετε πεισθῆ,
227ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας παρέσχον πρὸς ὑμᾶς, δὲν
228εἶναι ἀκριβεῖς.
229§15ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σχετικῶς μὲ τὴν συζήτησιν
230αὐτὴν ἐπληροφορήθην χθές, ὅτι πλὴν τῶν Γυμνασιαρχῶν,
231περὶ ὧν ἐγένετο λόγος, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας
232ἔπαυσε καὶ ἕτερον ἀρχαῖον Γυμνασιάρχην, ὀνομαζόμενον
233Τόμπραν, Γυμνασιάρχην Κορίνθου, βραδύτερον δὲ ἐπανέ-
234φερεν αὐτὸν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ
235δηλώσῃ, τίνες οἱ λόγοι τῆς ἀπολύσεως καὶ τῆς ἐπαναφορᾶς
236αὐτοῦ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.
237§16ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας κατὰ τὴν
238χθὲς ἑσπέραν εἰσηγήσατο εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐφειλκύσατο
239τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπί τινος ἀδικήματος, γινο-
240μένου εἰς τὴν φορολογίαν τῆς σταφίδος. Ἤμην ἀπησχολη-
241μένος καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέπτυσσε τὴν πρό-
242τασίν του, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους δοὺς προσοχὴν παρετήρησα, ὅτι
243τῷ ὄντι ἡ γιγνομένη εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην ἀδικία εἶναι
244σημαντικὴ, καὶ εὗρον ὀρθοτάτους τοὺς λόγους τοῦ κ. Βου-
245λευτοῦ, ὅστις ἔχει ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν καὶ κῦρος μα-
246κρᾶς πείρας καὶ μακρᾶς διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν. Δὲν
247ἐπρόφθασα δὲ κατὰ τὴν χθὲς ἑσπέραν νὰ συνεχίσω τὴν
248ὁμιλίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, προκειμένου καὶ περὶ τῶν ἐπαρ-
249χιῶν Κορίνθου καὶ Ἄργους· διότι τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον
250ἀνέπτυξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, τὸ προσγινόμενον
251εἰς τὴν Τριφυλίαν, ἐπίσης βαρὺ, ἵνα μὴ εἴπω βαρύτερον,
252ἐπιβαρύνει καὶ τὰς ἐπαρχίας Κορινθίας καὶ Ἄργους, καὶ
253καταστρέφει τοὺς ἀτυχεῖς σταφιδοκτήμονας, τῶν ὁποίων
254τὴν δυσμενῆ τύχην πάντες γνωρίζετε, ὡς ἐκ τῆς κατα-
255πτώσεως τῆς τιμῆς τοῦ σταφιδοκάρπου ἢ καὶ τῆς ἀζητη-
256σίας αὐτοῦ.
257Κατὰ τὴν κρατοῦσαν φορολογικὴν ἀναλογίαν, ὁ φόρος
258τῆς σταφίδος ὁρίζεται εἰς δύο ποσά· εἰς μὲν τὰς τέσσαρας
259ἐπαρχίας, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τῶν Πατρῶν, Αἰγίου, Κοριν-
260θίας καὶ Ἀργολίδος ἐπιβάλλεται ὁ ἀνώτατος ὅρος τοῦ
261φόρου, ἤτοι δραχμαὶ 15, ἀλλὰ, προστιθεμένων καὶ τῶν
26215% καὶ τινων ἄλλων βαρῶν, ἀναβαίνει ὁ φόρος,
263τὸν ὁποῖον πληρόνει ἡ σταφὶς ἡ ἐξαγομένη ἀπὸ τῆς ἐπαρ-
264χίας Κορίνθου, εἰς δραχμὰς 21 κατὰ χιλιάδα. Τοῦτ’ αὐτὸ
265ἀναλογεῖ καὶ τὴν αὐτὴν ποσότητα πληρόνει καὶ ἡ στα-
266φὶς τῶν ἐπαρχιῶν Πατρῶν καὶ Αἰγίου. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν
267τιμῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἀγοράζονται αἱ σταφίδες τοῦ Αἰ-
268γίου πρῶτον καὶ τῶν Πατρῶν δεύτερον, πρὸς ἐκείνας τῆς
269Κορίνθου, ὑπάρχει μεγίστη διαφορά· διότι κατὰ τὴν συνη-
270θεστέραν ἀναλογίαν πάντοτε ἡ σταφὶς τοῦ Αἰγίου τιμᾶ-
271ται 8–10 τάλληρα περισσότερον τῆς σταφίδος τῆς Κο-
272ρίνθου, πάντοτε δὲ ἡ τῶν Πατρῶν 6–7 τάλληρα, δηλονότι
273κατὰ 30 δραχμὰς ὑπερτιμᾶται ἡ σταφὶς τῶν Πατρῶν,
274κατὰ 60 δὲ ἢ 50 ἢ καὶ 80 πολλάκις ἡ τοῦ Αἰγίου, διότι
275ὑπάρχουσι τμήματά τινα τῆς σταφίδος τοῦ Αἰγίου ἐξαιρέ-
276του ποιότητος, τὰ ὁποῖα πωλοῦνται 40, 42 καὶ 44 σελίνια
277τὸ καντάρι ἐν Ἀγγλίᾳ· ἐνῷ ἡ ἐκ τῆς Κορινθίας ἐξαγομένη
278τιμᾶται 28–29 ἢ 30–31 σελίνια κατ’ ἀνώτατον ὅρον.
279Κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ὁ σταφιδόκαρπος τῆς Κορίνθου
280καὶ τοῦ Ἄργους ὑπετιμήθη, ἡ ἀναλογία μεταξὺ τῶν τιμῶν
281τῆς σταφίδος τοῦ Αἰγίου καὶ τῆς Κορίνθου καὶ Ἀργο-
282λίδος εἶναι μεγίστη, διότι ἐφέτος ἐπωλήθη πρὸς δραχμὰς
283160 ἡ χιλιὰς, ἐνῷ τοῦ Αἰγίου 260 καὶ 300, ἡ τελευταία
284ποιότης τῆς σταφίδος τοῦ Αἰγίου δὲν ἐτιμήθη ὀλιγώτερον
285τῶν 240 δραχμῶν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ διαφορὰ τῆς
286τιμῆς εἶναι 80 δραχμῶν ἐφέτος, 50 ἢ 60 πέρυσι. Κατὰ
287τὴν γενικὴν δὲ θεωρίαν καὶ τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς
288ἐπιστήμης τῆς οἰκονομικῆς, πρέπει νὰ ἐπικρατῇ εἰς τὴν
289ἐπιβολὴν τῶν βαρῶν ἀναλογία τις καὶ ἰσότης καὶ
290δικαιοσύνην. Διότι νομίζω, ὅτι ἀπέδειξα σαφῶς, ὅτι ἀνίσως
291καὶ ἀδίκως ὁ φόρος ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς σταφίδος τῆς ἐξα-
292γομένης ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν τούτων, μολονότι τοιαύτη δια-
293φορὰ τιμῆς ὑπάρχει, ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, διαφορὰ ἴσως
294δραχμῶν 15. Εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ προσθέσω, ὅτι ἐκτὸς τῆς
295διαφορᾶς τῆς τιμῆς βαρύνεται ἑκάστη χιλιὰς τῆς σταφίδος
296τῆς Κορινθίας καὶ Ἀργολίδος καὶ διὰ τῶν ἐξόδων τῆς με-
297ταφορᾶς εἰς τὸν τόπον τῆς φορτώσεως· διότι τόπος τῆς
298φορτώσεως εἶναι αἱ Πάτραι. Ὅλος ὁ καρπὸς τῶν ἀνατολι-
299κῶν ἐπαρχιῶν τῆς Πελοποννήσου καὶ ἰδίως τοῦ Ἄργους
300μετακομίζεται, εἴτε διὰ τοῦ σιδηροδρόμου, εἴτε διὰ πλοίων
301ἀκτοπλοϊκῶν, μπρατσερῶν τοῦ Γαλαξειδίου, εἰς τὰς Πά-
302τρας καὶ ἐκεῖ ἐπιβιβάζεται εἰς τὰ ἀτμόπλοια, τὰ μεταφέ-
303ροντα αὐτὸν εἰς τὴν ἀγορὰν τῆς καταναλώσεως, τὴν Ἀγ-
304γλίαν· ἑπομένως, ἵνα μετακομισθῇ ἡ σταφὶς τῶν δύο αὐ-
305τῶν ἐπαρχιῶν εἰς τὰς Πάτρας, εἶναι ἀνάγκη νέας δαπάνης
3064–5 καὶ πολλάκις 6 δραχμῶν κατὰ χιλιάδα. Ἐὰν προσ-
307θέσητε λοιπὸν καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὸν φόρον τῶν 21
308δραχμῶν, εἰς τὰς ὁποίας συμποσοῦται ὁ φόρος ὁ ἐπιβαλ-
309λόμενος εἰς τὴν σταφίδα, ἀναβαίνει ἡ φορολογία τοῦ στα-
310φιδοκάρπου τῆς Κορινθίας καὶ Ἀργολίδος εἰς δραχμὰς 25
311κατὰ χιλιάδα. Ἐὰν δὲ ἐνθυμηθῆτε, ὅτι ἐφέτος ἐπωλήθη
312εἰς τὰς 150 ἢ 160 δραχμὰς κατὰ μέσον ὅρον, παρατη-
313ρεῖτε, ὅτι καταντᾷ τὸ πέμπτον ἢ τὸ ἕκτον τῆς ἀξίας τοῦ
314ἐμπορεύματος νὰ πληρώνηται εἰς φόρον. Καὶ ἂν ὁ φόρος
315οὗτος ἦτο ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος, τύχῃ ἀγαθῇ!
316μολονότι κατὰ τὴν οἰκονομολογικὴν ἐπιστήμην 8 ἢ 10%
317ἐπιτρέπεται τὸ πολὺ νὰ ἐπιβάλληται φόρος ἐπὶ
318τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος τοῦ σταφιδοκάρπου. Ἀλλ’ ἐπὶ
319τῶν 160, τὰς ὁποίας λαμβάνει ὁ σταφιδοκτήμων ἀπέναντι
320μιᾶς χιλιάδος, πρέπει νὰ ἐκπέσητε 60 δραχμὰς κατὰ
321στρέμμα διὰ καλλιέργειαν, τὸν τόκον τῶν χρημάτων, τὰ
322ὁποῖα ἐδαπάνησεν ἕως ὅτου ἀναπτύξῃ τὴν σταφίδα εἰς ἡλι-
323κίαν νὰ παραγάγῃ καρπὸν. Ἐὰν ταῦτα ὅλα ἀφαιρέσητε, θὰ
324ἴδητε, ὅτι σχεδὸν δὲν ἔρχεται εἰς ἰσομοιρίαν ἡ πολιτικὴ
325πρὸς τὸν καλλιεργητὴν, διότι λαμβάνει περισσότερα ἡ πο-
326λιτεία. Ὡς ἐκ τούτου ἡ τάξις τῶν σταφιδοκτημόνων εἶναι
327εἰς διηνεκῆ ἀνισοῤῥοπίαν ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Ἐπειδὴ δὲ δὲν
328ὑπάρχει καὶ Γεωργικὴ Τράπεζα, παρέχουσα τὰ ἔξοδα τῆς
329καλλιεργείας, παραδίδονται εἰς τὴν τοκογλυφίαν, καὶ διὰ
330τοῦτο ἡ τάξις τῶν σταφιδοκτημόνων εἶναι εἰς τὴν ἐλεεινο-
331τέραν κατάστασιν, εἰς ἣν δύναται νὰ ὑπάρξῃ τάξις κοινω-
332νική.
333Τούτων οὕτως ἐχόντων, παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν
334καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει,
335σὺν τῇ παρατηρήσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, καὶ
336τὴν δικαίαν ἀξίωσιν τῆς Κορίνθου καὶ τοῦ Ἄργους, ἐπὶ τῷ
337τέλει τοῦ νὰ ἐλαττωθῇ ὁ ἐκ 15 δραχμῶν ἐπιβαλλόμε-
338νος φόρος κατὰ χιλιάδα, ὁ ὁποῖος μετὰ τῶν προσθέτων
339βαρῶν κορυφοῦται εἰς 21 δραχμὰς καὶ ὁ ὁποῖος ἀποκορυ-
340φοῦται εἰς δραχμὰς 25, ὅταν προσθέσητε καὶ τὰ ἔξοδα τῆς
341μεταφορᾶς ἀπὸ τοῦ τόπου τῆς παραγωγῆς εἰς τὸν τόπον
342τῆς φορτώσεως ἐν Πάτραις, διότι ἄλλως ὁ φόρος αὐτὸς
343εἶναι ἄνισος καὶ ἄδικος, καὶ τοιοῦτος ὤν, καταπιέζει καὶ
344καταστρέφει τὴν κτηματικὴν τάξιν.
345§17ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. συναδέλφου
346δύνανται νὰ ἔχωσι χώραν ὡς τροπολογία τῆς γενομένης προ-
347τάσεως, διότι, ὡς γνωρίζετε, ἡ ποιότης τοῦ σταφιδοκάρπου
348διαιρεῖται εἰς δύο εἴδη, εἰς σταφιδόκαρπον τῶν ἐπαρχιῶν
349καὶ εἰς σταφιδόκαρπον τοῦ Κόλπου· ὁ δεύτερος ἐθεωρήθη
350πολυτιμότερος καὶ ἐπεβλήθη εἰς αὐτὸν μεγαλείτερος φόρος.
351Ἀλλ’ ἐὰν ὁ σταφιδόκαρπος τῶν ἐπαρχιῶν ἦναι ἐλάσσονος
352ἀξίας, οὐχ ἧττον ὅμως παράγει ἕκαστον στρέμμα ἀνώτερον
353ποσὸν, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι εἰς καλλιτέραν θέσιν ὡς πρὸς τὰ
354βάρη τῆς παραγωγῆς. Ἐπὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν
355ἔφερεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα ὑπο-
356στηρίξω τροπολογίαν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἐπὶ
357τῷ τέλει ἵνα νομοθετηθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἐτησίου
358φορολογικοῦ νόμου ἀφομοίωσις τοῦ φόρου ὅλων τῶν ποιοτήτων
359σταφιδοκάρπου, τόσον τῶν ἐπαρχιῶν, ὅσον καὶ τοῦ Κόλπου.
360§18Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Μολονότι ἀργὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
361Ἐσωτερικῶν κατέθηκε χθὲς τὰ ἔγγραφα, τὰ ζητηθέντα ὑπ’
362ἐμοῦ, ἀφορῶντα δὲ εἰς τὴν καθυστέρησιν τῆς μισθοδοσίας,
363τῶν δημοτικῶν ἐν γένει ὑπαλλήλων τοῦ δήμου Χαιρω-
364νείας, καὶ δὲν ἠδυνήθην νὰ τὰ διεξέλθω ἐπισταμένως, οὐχ
365ἧττον ὅμως παρετήρησα, ὅτι ὁ Δήμαρχος Χαιρωνείας δι’
366ἀναφορῶν του παρεπονέθη, ὅτι πρὸ δέκα περίπου μηνῶν
367καθυστεροῦνται αἱ μισθοδοσίαι αὐτοῦ, τοῦ γραμματέως του,
368πάντων τῶν ὑπαλλήλων του, ἀκόμη δὲ καὶ τὸ ἐνοίκιον τοῦ
369εἰρηνοδικειακοῦ καταστήματος καὶ τοῦ δημοτικοῦ κατα-
370στήματος, παρεκάλει δὲ τὴν προϊσταμένην ἀρχὴν, ἵνα, ἀφοῦ
371ἀπελύθη ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ καὶ δὲν διωρίσθη ἕτε-
372ρος, διαταχθῇ ὁ ταμίας, εἰς ὃν ἀνετέθη ἡ εἴσπραξις τῶν
373δημοτικῶν ἐσόδων, νὰ ἐνεργῇ καὶ τὰς πληρωμάς. Ἡ τε-
374λευταία ἀναφορὰ τοῦ Δημάρχου, δι’ ἧς ζητεῖ ταῦτα καὶ
375παραπέμπει εἰς τὰς προηγουμένας ἀναφοράς του, χρονολο-
376γεῖται ἀπὸ 22 Σεπτεμβρίου 1889. Συνεπείᾳ τῆς ἀναφορᾶς
377ταύτης ὁ Νομάρχης ἀπηυθύνθη πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
378Ἐσωτερικῶν διὰ τριῶν ἐγγράφων, συνιστῶν τὴν ἀπὸ 22
379Σεπτεμβρίου αἴτησιν τοῦ Δημάρχου. Δυστυχῶς εἶναι τόσον
380κακογραφημένα τὰ πρωτότυπα τῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον
381τῶν Ἐσωτερικῶν ἀναφορῶν τοῦ Νομάρχου, ὥστε μετὰ
382δυσκολίας δύναταί τις ν’ ἀναγνώσῃ αὐτά· οὐχ ἧττον ἀνέ-
383γνων, ὅτι ἡ Νομαρχία ζητεῖ νὰ διαταχθῇ ἡ πληρωμή, διότι
384ἐσταμάτησεν ἡ ὑπηρεσία. Τὰ ἔγγραφα τοῦ Νομάρχου χρο-
385νολογοῦνται ἀπὸ 5 Σεπτεμβρίου, 6 Ὀκτωβρίου καὶ 3 Νο-
386εμβρίου ἐ. ἔ. Οὐχ ἧττον οὐδὲν ἐνήργει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
387Ἐσωτερικῶν, καὶ ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν
388τῶν ἐγγράφων, καὶ περὶ τούτου πρόκειται. Ἐρωτῶ, τί ἐνήρ-
389γησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν; Ἢ νομίζει
390ὅτι δύναται ὁ δῆμος οὗτος ἐπ’ ἄπειρον νὰ διατελῇ ἄνευ
391εἰσπράξεων καὶ ἄνευ πληρωμῶν; Δὲν γνωρίζω, ἐὰν αὐτοὶ
392ἦναι οἱ λόγοι, οἵτινες προκαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν
393συγκέντρωσιν, ὅπως οἱ Δήμαρχοι καθιστῶνται ὑπόδουλοι
394καὶ τότε μόνον χορηγῶνται τὰ μέσα πρὸς συντήρησιν τῶν
395δήμων. Ἴσως διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους εἰσήχθη καὶ τὸ νομο-
396σχέδιον περὶ διαπυλίων τελῶν.
397§19ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐὰν ὁ
398κύριος Βουλευτὴς εἶχε τὴν δύναμιν ν’ ἀναγνώσῃ τὰ πρω-
399τότυπα, τὰ ὁποῖα κατέθηκα ἐνταῦθα καὶ τὰ ὁποῖα ἀλη-
400θῶς εἶναι κακογράφου ἔργα, καὶ ἐὰν εἶχε παρακολουθήσει
401καὶ τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι ἡ ἐνέρ-
402γεια τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι προγενεστέρα
403τῆς ἐπερωτήσεώς του· διότι ἀληθῶς τὰ τῆς εἰσπράξεως τῶν
404δημοτικῶν ἐσόδων ἦσαν εἰς χεῖρας εἰσπράκτορος παραιτου-
405μένου καὶ ἀρνουμένου νὰ ἐνεργήσῃ, ὁ δὲ πρὸς ἀντικατά-
406στασιν αὐτοῦ διορισθεὶς ἐπίσης ἠρνεῖτο νὰ ἐνεργήσῃ, διὰ
407τοῦτο δὲ, μετὰ μικρὰν ἀλληλογραφίαν, ἥτις διημείφθη
408μεταξὺ τοῦ Νομάρχου, τοῦ Δημάρχου καὶ τοῦ Ταμίου, ἐκα-
409νονίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει προτάσεως τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμ-
410βουλίου, τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη τὸ Ὑπουργεῖον, ἔχον ὑπ’
411ὄψει καὶ τὴν γνώμην τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, δηλαδὴ τὴν
412δεκάτην τετάρτην Νοεμβρίου κατηργήθη ἡ θέσις τοῦ δημο-
413τικοῦ εἰσπράκτορος καὶ ἀνετέθησαν τὰ εἰσπρακτορικὰ κα-
414θήκοντα εἰς τὸν ὑποταμίαν Χαιρωνείας. Τοῦτο δὲ ἐγένετο
415κατόπιν τῆς ἑπομένης πράξεως τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτρο-
416πῆς, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἡ Νομαρχία.
417(Ἀναγινώσκει τὴν πρᾶξιν.)
418§20ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τί δικαίωμα εἶχε τὸ Νομαρχιακὸν
419Συμβούλιον νὰ κάμῃ τοιαύτην σύστασιν;
420§21ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ Νομαρχιακὴ Ἐπιτροπὴ, ἥτις εἶχε
421δικαίωμα νὰ ἐκλέξῃ μεταξὺ τῶν τριῶν προταθέντων, ἐνόμι-
422σεν, ὅτι ἠδύνατο, ἐπειδὴ οὐδένα τούτων ἔκρινε κατάλληλον,
423νὰ ποιήσηται τὴν σύστασιν ταύτην, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν
424Ἐσωτερικῶν ἀπεφάσισε καὶ ἀνέθεσεν εἰς τὸν ὑποταμίαν Χε-
425ρωνείας τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοτικῶν χρημάτων, τοῦτο δὲ
426ἔπραξε τὸ Ὑπουργεῖον, ἔχον ὑπ’ ὄψει καὶ τὰ ἔγγραφα τοῦ
427Δημάρχου, τὰ ὁποῖα τοῦτο ἀκριβῶς ἐζήτουν.
428§22ΙΩΑΝ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν ἤθελον νὰ θίξω τὸ ζήτημα
429τῆς προτάσεως τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς, διότι βεβαίως
430πάντες κατανοοῦμεν κατὰ πόσον εἶναι κατάλληλος ἡ Νο-
431μαρχιακὴ Ἐπιτροπὴ νὰ κρίνῃ τίς ὁ ἐκ τῶν προταθέντων
432καταλληλότερος. Δὲν ἠθέλησα νὰ κάμω λόγον περὶ τούτου,
433διότι ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα τοῦτο κέκτηται συνεπείᾳ
434τοῦ νόμου περὶ ὑποταμείων, ὥστε δὲν εἶχεν ἀνάγκην καὶ τῆς
435προτάσεως ταύτης τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐκεῖνο,
436ὅπερ μὲ ἠγάγκασε νὰ ἐπερωτήσω τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσω-
437τερικῶν, εἶναι, διατὶ ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον δὲν ἔκαμεν οὐδε-
438μίαν ἐνέργειαν. Σήμερον ἔρχεται καὶ μᾶς λέγει, ὅτι ἐνήρ-
439γησε πρὸ τῆς ἐπερωτήσεώς μου. Δὲν γνωρίζω ἐὰν καὶ σήμε-
440ρον ἔτι ἐδημοσιεύθη τὸ Διάταγμα, ἡ ἐπερώτησίς μου ὅμως
441ἐγένετο τὴν δεκάτην πέμπτην Νοεμβρίου καὶ ἔπρεπεν ὁ κ.
442Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἦναι εἰλικρινέστερος καὶ νὰ
443ὁμολογήσῃ τοὐλάχιστον, ὅτι μετὰ τὴν ἐπερώτησίν μου
444ἠναγκάσθη νὰ ἐνεργήσῃ.
445§23ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον ἔλαβε τὸ πρῶτον γνῶ-
446σιν τῆς ὑποθέσεως τὸν Νοέμβριον, ἡ δὲ Νομαρχία, ἐπειδὴ
447ἐβράδυνεν ἀληθῶς τὸ ἔγγραφον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουρ-
448γείου, ὑπέμνησε τὰ περὶ τούτου κατὰ τὸν Ὀκτώβριον δίς·
449ὥστε μεταξὺ τῶν πρώτων ἡμερῶν τοῦ Ὀκτωβρίου καὶ τῆς
450ἐκδόσεως τοῦ Διατάγματος ἐμεσολάβησε τὸ ἀπαιτούμενον
451χρονικὸν διάστημα, ὅπως τελεσθῇ ἡ ὑπηρεσιακὴ ἐνέργεια.
452§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπέβαλον κατὰ τὴν
453προηγουμένην συνεδρίασιν, ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ
454ἐξ Ἄρτης, πίνακα τῶν ἐκκαθαρισθέντων ἐσόδων τοῦ
455ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ τῶν προσθέτων τελωνειακῶν
456εἰσπράξεων τοῦ 1885, ἀλλ’ ἐγένετο παρατήρησις, ὅτι κατὰ
457λάθος μοὶ ἐδόθη σημείωσις περὶ τοῦ 1885, ἐνῷ τὰ αἰτού-
458μενα ἀνήγοντο εἰς τὸ ἔτος 1888, ἑπομένως ὑποβάλλω περὶ
459τῶν αὐτῶν πίνακα τοῦ ἔτους 1888.
460Ὑποβάλλω καὶ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρω-
461ματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 45,000. Ἐπὶ τοῦ προϋ-
462πολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1889, ὑπὸ τὸ κεφάλαιον Αʹ,
463ἄρθρον 4 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν «ταχυδρο-
464μικὰ καὶ τηλεγραφικὰ ἐκτὸς τοῦ Κράτους, 20,000» καὶ
465ὑπὸ τὸ ἄρθρον 3 γραφικὰ ἔξοδα τῶν πρεσβειῶν 25,000.»
466§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
467Παράρτημα, ἀριθ. 96–97).
468§26ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω, κύριοι Βουλευταὶ,
469νὰ προβῶ εἰς ἀνάπτυξιν ἐπερωτήσεώς τινος, ἣν πρὸ ἡμε-
470ρῶν ὑπέβαλον, ἀφορώσης εἴς τινα ἐνωμοτάρχην. Ἀνέβαλον
471νὰ πράξω τοῦτο μέχρι τοῦδε, διότι ὑπέθετον, ὅτι ὁ κ.
472Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐξ ἁπλῆς ἀμελείας ἢ ἐξ
473ἐσφαλμένων παραστάσεων ὑπέπεσεν εἰς τὴν βαρυτάτην
474παράβασιν, νὰ καταλίπῃ ἀνεκτέλεστον ἀπόφασιν τοῦ
475Δικαστηρίου. Ἐφρόνουν ὅτι ἠδύνατο, λαμβάνων ἀφορμὴν
476ἐκ τῆς ἐπερωτήσεώς μου, νὰ μελετήσῃ αὖθις τὴν ὑπόθεσιν,
477νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην συναδέλφων ἢ ὑπαλλήλων αὐτοῦ,
478ἁρμοδιωτέρων εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῶν σχετικῶν νόμων, καὶ
479ἀναγνωρίζων τὴν ἔλλειψιν, εἰς ἣν ὑπέπεσε, νὰ δηλώσῃ εἰς
480τὴν Βουλήν, ὅτι ἔσπευσε νὰ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα πρὸς
481θεραπείαν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε σιωπῆς τοῦ κ.
482Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπείσθην, ὅτι οὐχὶ ἐξ ἀμε-
483λείας, ἀλλ’ ἐν γνώσει καὶ ἐκ προθέσεως ὑπέπεσεν εἰς βαρυ-
484τάτην παράβασιν, ἣν θεωρῶ προφανῆ καὶ αὐταπόδεικτον.
485Τὸ Δικαστήριον, Κύριοι, τῶν ἐν Λαρίσσῃ Πλημμελειοδι-
486κῶν ἐδίκασεν ἐνωμοτάρχην τινὰ, κατηγορούμενον ἐπὶ παρα-
487νόμῳ κατακρατήσει, τελεσθείσῃ ὑπ’ αὐτοῦ κατὰ τὴν
488ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του ὡς ἐνωμοτάρχου. Πεισθὲν
489τὸ Δικαστήριον περὶ τῆς ἐνοχῆς τοῦ κατηγορουμένου, ἐκή-
490ρυξεν αὐτὸν ἔνοχον τῆς πράξεως καὶ κατεδίκασεν αὐτὸν
491εἰς φυλάκισιν δύο μηνῶν· σκεφθὲν δι’ ἰδιαιτέρας σκέψεώς του,
492ὅτι ἡ πρᾶξις ἀνάγεται εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν του ὡς
493ἐνωμοτάρχου, ἐκήρυξεν αὐτὸν ἔκπτωτον τῆς ὑπηρεσίας του,
494καὶ ἀνίκανον εἰς ἀνάκτησιν αὐτῆς ἐπὶ ἓξ μῆνας. Ἰδοὺ ἡ
495περὶ τούτου σκέψις τῆς ἀποφάσεως τοῦ Πλημμελειοδικείου
496(ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ ὁ ἀνωτέρω κατηγορούμενος, ἐν τῇ
497»ἐνασκήσει τῶν ἔργων τῆς ὑπηρεσίας του ἐνεργήσας τὴν ἀνω-
498»τέρω παράβασιν, δέον νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος τῆς θέσεώς του
499»καὶ ἀνίκανος πρὸς ἀνάκτησιν αὐτῆς. Διὰ ταῦτα. Δια-
500»τάσσει τὴν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἔκπτωσίν του καὶ τὴν
501»στέρησιν ὅλων τῶν μετὰ τῆς ἀρχῆς ἢ ὑπηρεσίας συνημ-
502»μένων δικαιωμάτων καὶ πλεονεκτημάτων, καὶ καταδι-
503»κάζει αὐτὸν εἰς ἀνικανότητα πρὸς ἀνάκτησιν ἀρχῆς ἢ
504»ἄλλης δημοσίας ὑπηρεσίας ἐπὶ ἓξ μῆνας.»
505Ῥητῶς, ὡς βλέπετε, τὸ Δικαστήριον, σκεφθὲν ὅτι ἡ πρᾶ-
506ξις ἀνάγεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του, ἐκήρυξεν αὐτὸν ἔκπτω-
507τον τῆς ὑπηρεσίας του καὶ ἀνίκανον ν’ ἀνακτήσῃ πᾶσαν
508ὑπηρεσίαν ἐπὶ ἓξ μῆνας. Ἡ ἀπόφασις, Κύριοι, αὕτη, κατ’
509ἀντιμωλίαν ἐκδοθεῖσα, καὶ μὴ προσβληθεῖσα διὰ τοῦ εἰδικοῦ
510μέσου τῆς ἀναιρέσεως, κατέστη ὁριστικὴ καὶ ἀμετάκλητος.
511Ὁ καταδικασθεὶς ἐξετέλεσε τὴν ποινὴν τῆς φυλακίσεως,
512ἥτις τῷ ἐπεβλήθη, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἔκτισιν τῆς ποινῆς ταύ-
513της ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὸν ἐπανέφερεν εἰς
514τὴν ὑπηρεσίαν καὶ μάλιστα ἐτοποθέτησεν αὐτὸν εἰς τὸν
515αὐτὸν τόπον, ἔνθα εἶχε διαπράξει τὴν παράβασιν, δι’ ἣν
516κατεδικάσθη.
517Πῶς, Κύριοι, ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου τελεσίδικος καὶ
518ἀμετάκλητος παραλείπεται ἀνεκτέλεστος ἀπὸ τὸν Ὑπουρ-
519γὸν τῶν Στρατιωτικῶν;
520Ὀφείλομεν, πρὶν ἢ ἐκδώσωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἀπόφασίν
521μας περὶ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ν’ ἀκού-
522σωμεν τοὺς λόγους, οὓς ὑπέβαλε πρὸς τὴν Βουλὴν, δικαιο-
523λογῶν τὴν διαγωγήν του. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι κατὰ
524τὴν γνώμην τῆς Εἰσαγγελίας τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅταν
525καταδικάζηται ὑπάλληλος εἰς φυλάκισιν οὐχὶ ἐνιαύσιον,
526ἀλλὰ κατωτέρου χρόνου, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν δύναται
527νὰ γίνῃ ἔκπτωτος τῆς ὑπηρεσίας του. Φέρει δὲ πρὸς ἡμᾶς
528ἀληθῶς δύο ἔγγραφα τῆς Εἰσαγγελίας τοῦ Ἀρείου Πάγου,
529τὸ πρῶτον ἐκδοθὲν κατὰ τὸ 1871 καὶ φέρον τὴν ὑπογραφὴν
530τοῦ ἄλλοτε Εἰσαγγελέως Προβελεγγίου, τὸ ἕτερον φέρον χρο-
531νολογίαν 5 Ἀπριλίου τοῦ 1880 καὶ ὑπογραφὴν τοῦ πρώην
532Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Παπαδιαμαντοπούλου.
533Εἰς τὸ πρῶτον ἔγγραφον ὁ κ. Προβελέγγιος συντόμως ἀπήν-
534τησεν εἴς τινα Εἰσαγγελέα τοῦ Κράτους, ἐρωτῶντα ἐὰν δύ-
535ναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ στρατιωτικῶν τὸ ἄρθρον 24 τοῦ
536ποινικοῦ νόμου, ἤγουν τὸ ἄρθρον, (τὸ λέγω διὰ τοὺς μὴ νο-
537μικοὺς) ὅπερ διατάσσει, ὅτι πρέπει νὰ κηρύσσηται ἔκπτωτος
538ὁ ὑπάλληλος, ὅταν ὑποπίπτῃ εἰς πλημμέλημα ἀναγόμενον
539εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του· ἀπήντησε δὲ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς, ὅτι
540τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο δὲν ἐφαρμόζεται ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν.
541Εἶναι τόσον σύντομος ἡ γνωμοδότησις αὕτη τοῦ κ. Προβε-
542λεγγίου, ὥστε ἀμέσως ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν εἶχεν ἐμβαθύνει
543εἰς τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος, ἐὰν μετὰ τὸν νόμον περὶ
544στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας ἰσχύῃ ἐπὶ στρατιωτικῶν
545τὸ ἄρθρον 24 τοῦ ποιν. νόμου. Ἰδοὺ ἡ ἀπάντησις τοῦ κ.
546»Προβελεγγίου (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα Κα-
547»λαμῶν. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς Ὑμῶν ἀπαντῶμεν, ὅτι ἐκ τοῦ
548«συνδυασμοῦ τῶν ἄρθρων 1 ἐδ. 3 τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν
549»ἀξιωματικῶν νόμου ΡΟΗʹ καὶ 190 τοῦ περὶ στρατιωτικῆς
550»νομοθεσίας νόμου ΦΚΒʹ ἐξάγεται, ὅτι τὸ ἄρθρον 24 τοῦ
551»ποινικοῦ νόμου δὲν ἐφαρμόζεται ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν,
552»ἄλλως ὅλαι αἱ πράξεις, αἱ προνοούμεναι ὑπὸ τοῦ βʹ τμή-
553»ματος τοῦ αὐτοῦ νόμου ΦΚΒʹ, ἤθελον συνεπιφέρει τὴν
554»ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἔκπτωσιν τοῦ ἀξιωματικοῦ συνάμα μετὰ
555»τῆς ἐγκληματικῆς ἢ ἐπανορθωτικῆς ποινῆς, ὅπερ ἀντίκει-
556»ται εἰς τὰς ῥητὰς διατάξεις τοῦ αὐτοῦ νόμου, καθ’ ἃς ἡ
557»στέρησις τοῦ βαθμοῦ διατάσσεται ῥητῶς ὑπὸ τοῦ στρατιω-
558»τικοῦ ποινικοῦ νόμου εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις.»
559Ἡ ἑτέρα γνωμοδότησις τοῦ κ. Παπαδιαμαντοπούλου εἶναι
560λίαν ἐκτεταμένη, δὲν εἶναι δὲ κυρίως γνωμοδότησις, ἀλλ’
561εἶναι αἴτησις ἀναιρέσεως ὑπὲρ τοῦ νόμου ἀποφάσεως ἐκδο-
562θείσης ὑπὸ τοῦ ἐν Ζακύνθῳ Πλημμελειοδικείου, καὶ διὰ τῆς
563ὁποίας δεκανεὺς ἐθεωρήθη συνένοχος ἐξόδου φυλακισμένων
564μετὰ τοῦ ἐπιστάτου τῶν φυλακῶν καὶ ἐκηρύχθη καὶ αὐτὸς
565ἔκπτωτος τῆς ὑπηρεσίας του, ἤγουν τοῦ βαθμοῦ τοῦ δεκα-
566νέως. Τὴν ἀπόφασιν ταύτην ἐθεώρησεν ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ὡς
567μὴ νόμιμον, καὶ ᾔτησε διὰ τοῦ ἐγγράφου, περὶ οὗ πρόκειται,
568τὴν ἀναίρεσιν αὐτῆς ὑπὲρ τοῦ νόμου.
569Ἀμφότερα τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθη ὁ κ.
570Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν ἀφορῶσιν εἰς τὸ ζήτημα,
571περὶ οὗ πρόκειται. Ἐκφράζουσι γνώμην περὶ τοῦ τί ὤφειλε
572νὰ πράξῃ τὸ Δικαστήριον καὶ πᾶσα ἀρχή, εἰς τὴν ὁποίαν
573ἤθελεν ἀνατεθῆ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, δὲν
574λέγει ὅμως οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἕτερον ἔγγραφον, ὅτι, ἐὰν τὸ
575Δικαστήριον ἄλλως ἔλυσε τὸ ζήτημα καὶ ἡ ἀπόφασις ἐγέ-
576νετο τελεσίδικος, ἠδύνατο οιοςδήποτε Ὑπουργὸς νὰ μὴ σε-
577βασθῇ αὐτὴν καὶ νὰ τὴν ἀφήσῃ ἀνεκτέλεστον. Καὶ ἂν ὑπο-
578θέσωμεν, ὅτι ἔσφαλε τὸ Πλημμελειοδικεῖον Λαρίσσης, ἀπαγ-
579γεῖλαν ἔκπτωσιν τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἐνωμοτάρχου, τοῦ κατα-
580δικασθέντος εἰς δύο μηνῶν φυλάκισιν, ἕπεται ἐντεῦθεν, ὅτι
581δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μὴ ἐκτελέσῃ
582τὴν ἀπόφασιν ἕνεκα τοῦ δῆθεν σφάλματος τοῦ Δικαστηρίου;
583Ὄχι βεβαίως. Ὅθεν μάτην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιω-
584τικῶν ἐπεκαλέσθη ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα οὐδόλως πραγμα-
585τεύονται περὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν
586Βουλήν.
587Ἀλλ’ εἶναι, Κύριοι, ἆράγε καὶ κατ’ οὐσίαν ὀρθὴ αὐτὴ ἡ
588γνώμη, ἣν καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἕτερος Εἰσαγγελεὺς ὑπεστήριξαν;
589Δὲν ἐπιχειρῶ νὰ ὑποβάλω πρὸς ὑμᾶς ἀνάπτυξιν περὶ ποι-
590νικοῦ ζητήματος, διότι ὑποθέτω, ὅτι πολλοὶ ἐξ ὑμῶν ἐνδέ-
591χεται νὰ μὴ ἀκροασθῶσιν εὐχαρίστως τοιαύτης ἀναπτύξεως,
592ἀλλ’ ἔχω ἑτέραν ἀπόδειξιν τοῦ ἐσφαλμένου τῆς γνώμης τῶν
593εἰρημένων Εἰσαγγελέων. Τίς εἶναι αὕτη; εἶναι ἡ ἀπόφασις
594τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅστις ἀπεφάσισεν ἐπὶ τῆς ὑπὲρ τοῦ
595νόμου ἀναιρέσεως τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου,
596διότι ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ περιεχόμενα εἰς τὴν γνωμο-
597δότησιν, ἣν προσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν,
598ἵνα πείσῃ τὴν Βουλήν, αὐτὰ τὰ ἴδια ἐπιχειρήματα ὑπέ-
599βαλεν ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἵνα πείσῃ τὸν
600Ἄρειον Πάγον νὰ ἀναιρέσῃ τὴν ἀπόφασιν τῶν ἐν Ζακύνθῳ
601Πλημμελειοδικῶν. Τί ὅμως ἀπεφάνθη τὸ Δικαστήριον τοῦ
602Ἀρείου Πάγου; Ἀκούσατε (ἀναγινώσκει):
603«Ἐπειδὴ καὶ οἱ δεκανεῖς τοῦ πεζικοῦ στρατιωτικοὶ ὑπάλ-
604»ληλοί εἰσιν, ὅθεν αἱ προσβαλλόμεναι ἀποφάσεις ὀρθῶς ἐφήρ-
605»μοσαν τὰ ἄρθρα 487 καὶ 493 τοῦ ποιν. νόμου ἐναντίον
606»τῶν ἐν αὐταῖς μνημονευομένων δεκανέων, τῶν ἐπιτετραμ-
607»μένων τὴν ἐπαγρύπνησιν καὶ φύλαξιν τῶν φυλακισμένων
608»καὶ παραβάντων τὰ καθήκοντά των, τὰ ἐνυπάρχοντα εἰς
609»τὴν φυσικὴν ἰδιότητα τῆς ὑπηρεσίας των.
610«Ἐπειδὴ τὸ ἄρθρον 493 τοῦ ποιν. νόμου ἐν τέλει δια-
611»τάσσει: «ἰδίως δὲ ἐφαρμόζεται καὶ εἰς αὐτοὺς», ἤτοι τοὺς
612»στρατιωτικούς,..... ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 24. Ὅθεν αἱ
613»προσβαλλόμεναι ἀποφάσεις, αἱ ἀπαγγείλασαι κατὰ τῶν
614»εἰρημένων δεκανέων τὴν ἔκπτωσιν τοῦ βαθμοῦ των καὶ τὴν
615»πρόσκαιρον ἀνικανότητα εἰς ἀνάκτησιν ἀρχῆς ἢ ἄλλης δη-
616»μοσίας ὑπηρεσίας, συνεμορφώθησαν πληρέστατα τῷ νόμῳ.
617«Διὰ ταῦτα ἀποῤῥίπτει τὴν αἴτησιν ἀναιρέσεως.»
618§27ΛΕΒΙΔΗΣ. Τίνος ἔτους εἶναι;
619§28ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ 1880, ἀπόφασις 46.
620Ὅταν λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐλάμ-
621βανεν ὑπ’ ὄψει αἴτησιν ἀναιρέσεως ὑπὲρ τοῦ νόμου, τοῦ κ.
622Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, δὲν ὤφειλε νὰ ἐρωτήσῃ τί
623ἀπεφάσισεν ὁ Ἄρειος Πάγος ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης;
624Ἑπομένως, Κύριοι, οὐδὲν ἐναντίον τῶν ὑπὸ τοῦ Πλημ-
625μελειοδικείου Λαρίσσης ἀποφασισθέντων ἀποδεικνύουν τὰ
626ἔγγραφα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτι-
627κῶν ἐστηρίχθη.
628Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπεκαλέσθη καὶ
629προηγουμένην περίπτωσιν παρεμφεροῦς τινος ὑποθέσεως, ὡς
630εἶπεν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐδόθη ἡ αὐτὴ λύσις, οἵα ἐδόθη καὶ
631εἰς ἐκείνην, περὶ ἧς συζητοῦμεν, καὶ μάλιστα προσήγαγεν
632ἐνώπιον ἡμῶν, τῇ αἰτήσει μου, καὶ τὴν τότε ληφθεῖσαν
633περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης γνωμοδότησιν. Καὶ ὅμως, Κύ-
634ριοι, ἡ γνωμοδότησις αὕτη οὐ μόνον δὲν ὑποστηρίζει τὴν
635λύσιν, ἣν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’
636ἀπ’ ἐναντίας τὴν ἀποκρούει ῥητῶς καὶ δι’ ἰσχυρῶν ἐπιχει-
637ρημάτων. Ἰδοὺ ἡ περὶ τούτου ἔκθεσις νομικοῦ τινος συμ-
638βούλου (ἀναγινώσκει): «Ἡ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ ποι-
639»νικοῦ νόμου προβλεπομένη στέρησις καὶ ἔκπτωσις, διάφο-
640»ρος ὅλως οὖσα τῆς ὑπὸ τῶν ἀμέσως προηγουμένων δύο ἄρ-
641»θρων προβλεπομένης ἀπωλείας τῶν πολιτικῶν καὶ ἀστικῶν
642»δικαιωμάτων, ὡς συνέπεια τῆς ὁποίας ἐπέρχεται ἡ ἀνι-
643»κανότης τοῦ ὑπηρετεῖν ἐν τῷ στρατῷ, οὐ μόνον οὐδαμῶς
644»ἀντίκειται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ ᾼΦΚΗʹ νό-
645»μου, τὴν ἀναφερομένην εἰς τοιαύτην ἀνικανότητα, δι’ ἀπω-
646»λείας τῶν πολιτικῶν καὶ ἀστικῶν δικαιωμάτων ἐπελθοῦσαν,
647»ἀλλὰ καὶ πληρέστατα συνάδει ἐκ τῆς γενικότητος αὐτῆς
648»πρός τε τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος διάταξιν καὶ πρὸς τὴν διά-
649»ταξιν τοῦ ἄρθρου 182 τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομο-
650»θεσίας, καθ’ ἣν οὐδαμῶς ἀπαιτεῖται ὡς προϋπόθεσις τῆς
651»ἐκεῖ ἀπαγγελλομένης ἐκπτώσεως ἡ καταδίκη τοῦ στρα-
652»τιωτικοῦ εἰς ἐπανορθωτικὴν ποινὴν τοὐλάχιστον ἐνιαύσιον».
653Διότι ἀληθῶς κατὰ τὴν στρατιωτικὴν ποινικὴν νομοθεσίαν
654ἡ ἔκπτωσις δὲν ἐπιβάλλεται ὡς συνέπεια ποινῆς, ἀλλ’ ὡς
655κυρία ποινή:
656«Ὅθεν, καίτοι μὴ ἀπολέσας τὴν ἱκανότητα τοῦ ὑπηρε-
657»τεῖν ἐν τῷ στρατῷ ὁ περὶ οὗ πρόκειται ἐνωμοτάρχης, ἅτε
658»μὴ συντρεχούσης τῆς προϋποθέσεως τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ
659»ᾼΦΚΗʹ νόμου, βεβαίως ὅμως πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς στε-
660»ρηθεὶς πάντων τῶν μετὰ τοῦ βαθμοῦ καὶ τῆς θέσεως
661»τοῦ ἐνωμοτάρχου συνημμένων δικαιωμάτων καὶ πλεονε-
662»κτημάτων συνῳδὰ τῇ ὑπ’ ἀριθ. 14 ἐ. ἔ. ἀποφάσει τῶν ἐν
663»Κερκύρᾳ Συνέδρων, ἧς αἱ διατάξεις, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀνῃρέθη-
664»σαν δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, προκληθείσης δι’
665»ἐμπροθέσμου χρήσεως τοῦ ἐνδίκου τῆς ἀναιρέσεως μέσου,
666»καὶ ἐσφαλμέναι ἂν ἦσαν, ἔπρεπεν ἀναγκαίως νὰ ἐκτελε-
667»σθῶσιν».
668Ἐκ τῆς γνωμοδοτήσεως ταύτης λαμβάνων ἀφορμὴν, ἐπε-
669ρωτῶ κατὰ προσθήκην τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτι-
670κῶν, ἂν δὲν ἐξετελέσθη ἡ ἀπόφασις ἐκείνη κατὰ τοῦ ἐνω-
671μοτάρχου, περὶ οὗ πραγματεύεται ἡ γνωμοδότησις, καὶ
672ἕνεκα τούτου ἐθεωρήθη ἡ ὑπόθεσις παρεμφερὴς πρὸς αὐτήν,
673περὶ ἧς ἤδη ὁμιλοῦμεν.
674§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναγνώσατε ὅλον τὸ
675ἔγγραφον.
676§30ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Φαίνεται ὅτι εἰς τὴν ἐπιτρο-
677πήν, ἡ ὁποία ἐξήτασε τὴν ὑπόθεσιν, ὑπῆρχε καὶ μειονο-
678ψηφία, καθ’ ἣν «ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ ποινικοῦ
679»νόμου ἀφορᾷ εἰς μόνους τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους, οὐχὶ
680»δὲ καὶ εἰς τοὺς στρατιωτικούς, οἵτινες διέπονται ὑπὸ μόνων
681»τῶν εἰδικῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ ΑΦΚΑʹ νόμου
682»τούτου δὲ οὕτως ἔχοντος, αἱ διατάξεις τῆς ὑπ’ ἀριθ. 14
683»ἀποφάσεως τῶν ἐν Κερκύρᾳ Συνέδρων πρέπει ἀναγκαίως
684»νὰ ἑρμηνευθῶσιν ὡς ἀναγόμεναι εἰς τὰ δικαιώματα καὶ
685»πλεονεκτήματα τοῦ περὶ οὗ ἡ ἐρώτησις ἐνωμοτάρχου, τὰ
686»συνδεόμενα μετὰ τοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ ὡς πολιτικοῦ
687»ὑπαλλήλου, ἤτοι ὡς κατωτέρου ἀνακριτικοῦ προσώπου,
688»οὐχὶ δὲ καὶ εἰς τὰ παρομαρτοῦντα τῷ καθαρῶς αὐτοῦ
689»στρατιωτικῷ χαρακτῆρι, καὶ ὅτι συνεπῶς ἡ ἐκτέλεσις τῆς
690»μνησθείσης ἀποφάσεως δέον νὰ περιορισθῇ εἰς μόνην τὴν
691»ἀπὸ τῶν πολιτικῶν καθηκόντων ἀπομάκρυνσιν τοῦ κατα-
692»δικασθέντος, ἐπιτρεπομένης αὐτῷ κατὰ τὸ ὑπὸ τῆς ἀπο-
693»φάσεως ὁρισθὲν χρονικὸν διάστημα τῆς ἐξασκήσεως μόνον
694»τῶν καθαρῶς στρατιωτικῶν, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ἦναι δυνατὸν
695»τοῦτο».
696Εὑρέθη, Κύριοι, καὶ ἐν τῷ Νομικῷ Συμβουλίῳ ἄνθρω-
697πος, νὰ ὑποστηρίξῃ γνώμην, στηριζομένην εἰς ἀκατανόητον
698διάκρισιν, ἀντικειμένην εἰς τὸ ῥητὸν γράμμα τῆς ἀποφά-
699σεως καὶ ἀποκρουομένην ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, ὑπὸ τῆς
700νομολογίας τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ἐκ τῆς ἁπλῆς ἀνα-
701γνώσεως τοῦ νόμου, διότι μόνον ἡ ἀνάγνωσις τοῦ νόμου θὰ
702πείσῃ τὸν ἀμερόληπτον, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποστηριχθῇ
703τοιαύτη γνώμη.
704Φρονῶ συνεπῶς, ὅτι πληρέστατον δίκαιον εἶχον, ἰσχυρι-
705σθεὶς ὅτι ἡ παράβασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν
706εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῆς προκειμένης ὑποθέσεως εἶναι πρό-
707δηλος, καὶ ἐλπίσας ὅτι ἤθελε θεραπεύσει αὐτὴν πρὶν ἢ ἀνα-
708πτυχθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ὀλίγον
709μεριμνῶσιν οἱ κυβερνῆται ἡμῶν νὰ συμμορφῶσι τὰς πράξεις
710αὐτῶν πρὸς τὰς διατάξεις τῶν νόμων. Ἔπρεπεν ὅμως νὰ
711ἀναλογισθῶσιν, ὅτι πρᾶξις, οἵα ἡ προκειμένη, φέρει βαρύ-
712τατον ποινικὸν χαρακτῆρα καὶ ἔχει ἔκτακτον σπουδαιότητα.
713Ἡ δικαιοσύνη εἶναι τὸ θεμέλιον παντὸς κοινωνικοῦ οἰκοδο-
714μήματος, καὶ διὰ τοῦτο πρὸς ὀρθὴν ἀπονομὴν αὐτῆς καὶ
715αὐτὸς ὁ θεμελιώδης νόμος ἐμερίμνησεν, ἵνα καταρτίσῃ δι-
716καστικὴν ἐξουσίαν ὅλως ἀνεξάρτητον, καὶ παρέχουσαν ἀπο-
717χρώσας ἐγγυήσεις αὐστηρᾶς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων καὶ ἐξα-
718σφαλίσεως τῶν δικαιωμάτων. Ἀλλὰ τί χρησιμεύει ἡ ἀνε-
719ξαρτησία τῶν Δικαστηρίων καὶ ἡ ὑπ’ αὐτῶν ὀρθὴ καὶ δι-
720καία ἐκτίμησις τῶν ὑποθέσεων ἄνευ τῆς ἐκτελέσεως τῶν
721ἀποφάσεων; Ὁποῖον δὲ παράδειγμα σεβασμοῦ πρὸς τὴν
722δικαστικὴν ἐξουσίαν δίδει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτι-
723κῶν, ὅταν τοιαύτην ῥητὴν ἀπόφασιν περιφρονῇ, καὶ δια-
724τηρῇ εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον
725ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐκήρυξεν ἀνάξιον νὰ διαμένῃ ἐν αὐτῇ;
726Πολλὰς ἀσχημίας καλύπτει δυστυχῶς ἡ ὑποστηρίζουσα
727τὴν Κυβέρνησιν πλειονοψηφία, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ παρα-
728βάσεις τινές, ὧν ἡ σημασία ἐναπομένει ἀκεραία καὶ μετὰ
729τὴν διάῤῥηξιν τῆς πλειονοψηφίας. Ἄς σκεφθῶσιν ἐκεῖνοι,
730οἵτινες ὑποπίπτουσιν εἰς τοιαύτας παραβάσεις, ὅτι δυνατὸν
731νὰ ἐπέλθῃ ἡμέρα, καθ’ ἣν πικρῶς θὰ μεταμεληθῶσι.
732§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς ἐπερώτησιν, γενο-
733μένην ἄλλοτε περὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως, ἀπήντησα, ὅτι
734ὑπάρχουσι γνωμοδοτήσεις δύο Εἰσαγγελέων τοῦ Ἀρείου
735Πάγου, τοῦ μακαρίτου Προβελεγγίου καὶ τοῦ κ. Παπαδια-
736μαντοπούλου, αἵτινες ἐχρησίμευσαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν ὡς
737κανὼν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γνω-
738μοδοτήσεων ἐκείνων κανονίζονται τὰ περὶ τῆς ἐφαρμογῆς
739τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ ποινικοῦ κώδικος. Τοῦτο εἶχον ἀπαν-
740τήσει τότε· ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἐζήτησεν ἀλλη-
741λοδιαδόχως, ἵνα ὑποβάλωμεν διάφορα ἔγγραφα. Ὑπεβλή-
742θησαν ταῦτα· ἐγὼ δὲν τὰ ἐπεκαλέσθην, ὁ κ. Βουλευτὴς προέ-
743κειτο νὰ τὰ ἐπικαλεσθῇ· οὐδὲ τὰς γνωμοδοτήσεις τῶν Εἰσαγ-
744γελέων ἐπεκαλέσθην, διότι ὀφείλω νὰ ἔχω ἰδίαν γνώμην
745καὶ ὅ,τι ἐντέλλομαι ὡς Ὑπουργὸς, ὀφείλω νὰ στηρίξω ἐπὶ
746ἰδίας ἐμοῦ γνώμης, ἐπὶ δὲ τῶν εἰδικῶν θεμάτων, ἅτινα ἐν
747τῇ ὑποθέσει ταύτῃ ἀνακινοῦνται, ὀφείλω νὰ δώσω ἐξη-
748γήσεις.
749Ἐν τῇ ὑποθέσει, περὶ ἧς πρόκειται, πᾶσα ἐξέτασις τῶν
750ἐν ταῖς γνωμοδοτήσεσι τῶν Εἰσαγγελέων ὡς πρὸς τὴν οὐ-
751σίαν τοῦ ζητήματος εἶναι ἄσκοπος, ἀφοῦ τὸ μόνον σπου-
752δαῖον ζήτημα, ἐξ ὅσων ἀνεκίνησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρ-
753καδίας, εἶναι τοῦτο, ἂν τὸ Ὑπουργεῖον παρεβίασε δικαστι-
754κὴν ἀπόφασιν, διότι, ὡς λέγει καὶ ὁ Νομικὸς Σύμβουλος ἐν τῇ
755γνωμοδοτήσει αὐτοῦ, ἡ ἀπόφασις, καλὴ ἢ κακὴ, εἶναι σεβα-
756στὴ καὶ δὲν δικαιούμεθα νὰ ἐξετάζωμεν τὰ τῆς ἀποφά-
757σεως ἡμεῖς, οἱ κεκλημένοι νὰ ἐκτελῶμεν αὐτήν. Τοῦτο εἶ-
758ναι τὸ μόνον ἔχον σπουδαιότητα ἐν ταῖς παρατηρήσεσι
759τοῦ κ. Βουλευτοῦ, τ’ ἄλλα εἶναι ἄσχετα πρὸς τὸ ζήτημα.
760Πρέπει ἄρα νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν παρεβιάσθη ἡ ἀπόφασις τοῦ
761Δικαστηρίου ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ, ἀξιῶ δὲ, ὅτι δὲν παρε-
762βιάσθη. Τὸ ἄρθρον 7ον τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, ἀφορῶν
763εἰς τοὺς στρατιωτικούς, εἰς ὧν τὴν κατηγορίαν ὑπάγεται ὁ
764ἐνωμοτάρχης, ὅστις δὲν εἶναι ἀξιωματικὸς, ἀλλὰ, καθὸ ὑπα-
765ξιωματικὸς, εἶναι ὁπλίτης, κανονίζει τὰ τῆς ἐφαρμογῆς εἰς
766αὐτοὺς τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, τῶν καταγινωσκουσῶν
767ἔκπτωσιν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας. Νομίζω ὅτι οὐδεὶς θέλει ἰσχυ-
768ρισθῆ, ὅτι ὀφείλει τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ἀπόφα-
769σιν ἄλλως ἢ ὅπως ὁ νόμος κελεύει. Ὁ νόμος δὲν ὁρίζει τὰ
770τῆς παρεκτροπῆς, ἥτις ἐπάγεται τὴν ἔκδοσιν τῆς δικαστι-
771κῆς ἀποφάσεως, ἀλλὰ κανονίζει τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς δι-
772καστικῆς ἀποφάσεως, ὁρίζων τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ἡ
773ἀπόφασις, ἡ καταγινώσκουσα στέρησιν καθόλου ἢ ἐν μέρει
774τῶν πολιτικῶν καὶ ἀστικῶν δικαιωμάτων, ἐφαρμόζεται εἰς
775τὸν στρατὸν, τουτέστιν εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς τῆς κατη-
776γορίας, εἰς ἣν ὑπάγεται καὶ ὁ εἰρημένος ἐνωμοτάρχης.
777Ἰδοὺ πῶς ἐκφράζεται τὸ ἄρθρον 7ον ἐν ἐδαφίῳ βʹ: «Ἀπο-
778κλείονται τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας καὶ οὐδαμῶς δύναν-
779ται νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐν τῷ στρατῷ ὅσοι, καταδικασθέν-
780τες εἰς ἐπανορθωτικὴν ποινὴν φυλακίσεως τοὐλάχιστον ἐνι-
781αυσίου, ἐστερήθησαν διὰ τῆς ποινικῆς ἀποφάσεως καθ’ ὅλου
782ἢ ἐν μέρει τῶν πολιτικῶν καὶ ἀστικῶν δικαιωμάτων, ἐφ’ ὅσον
783διαρκεῖ ἡ κατάστασις αὕτη». Τουτέστιν ὁ στρατιωτικὸς ἀπο-
784κλείεται τῆς ὑπηρεσίας συνεπείᾳ καταδικαστικῆς ἀποφά-
785σεως, καταγινωσκούσης στέρησιν τῶν πολιτικῶν καὶ ἀστι-
786κῶν δικαιωμάτων του, μόνον ὅταν ἡ καταγινώσκουσα τὴν
787στέρησιν ἀπόφασις καταδικάζῃ τὸν στρατιωτικὸν εἰς ἐπα-
788νορθωτικὴν ποινὴν φυλακίσεως τοὐλάχιστον ἐνιαυσίου· ὅταν
789κατεδικάσθη ὁ στρατιωτικὸς εἰς ἐπανορθωτικὴν ποινὴν φυ-
790λακίσεως κατωτέρας τῆς ἐνιαυσίου, ἡ καταγνωσθεῖσα διὰ
791τῆς ἀποφάσεως στέρησις τῶν πολιτικῶν καὶ ἀστικῶν δι-
792καιωμάτων του δὲν ἐπάγεται ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τὸν ἀπο-
793κλεισμὸν ἀπὸ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Τοῦτο ὁρίζει τὸ
794ἄρθρον 7ον καὶ τοῦτο ἐφηρμόσαμεν ἡμεῖς ἐν τῇ περιπτώσει
795τοῦ ἐνωμοτάρχου Παπαῤῥώδη.
796§32ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ ἄρθρον ἀφορᾷ τοὺς κληρωτούς.
797§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ στρατολογικὸς νόμος δὲν ἀφορᾷ εἰς
798μόνους τοὺς κληρωτούς, ὁρίζει τὰ τοῦ δικαιώματος τοῦ Ἕλ-
799ληνος τοῦ ὑπηρετεῖν ἐν τῷ στρατῷ, τὸ δικαίωμα δὲ τοῦτο
800κατὰ τὸ ἄρθρον 7ον στερεῖται ὁ Ἕλλην κατόπιν δικαστι-
801κῆς ἀποφάσεως, καταγινωσκούσης στέρησιν πολιτικῶν δι-
802καιωμάτων, μόνον ὅταν ἡ δικαστικὴ ἀπόφασις, ἡ καταγι-
803νώσκουσα τὴν στέρησιν, καταδικάζει αὐτὸν εἰς φυλάκισιν
804τοὐλάχιστον ἐνιαύσιον. Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἡ φυλά-
805κισις, εἰς ἣν κατεδικάσθη ὁ ἐνωμοτάρχης, δὲν ἦτο ἐνιαύσιος,
806ἦτο δίμηνος, ἑπομένως δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποκλεισθῇ τοῦ
807στρατοῦ ὁ εἰρημένος ἐνωμοτάρχης.
808§34ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρα-
809τιωτικῶν ὑποστηρίζει, ὅτι εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀνατεθεί-
810σης αὐτῷ ὑπηρεσίας πρέπει νὰ ἐνεργῇ πάντοτε κατὰ τὴν
811ἰδιαιτέραν αὐτοῦ κρίσιν. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ὑπάρχουσιν
812ἀντικείμενα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ κρίσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν
813Στρατιωτικῶν πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὅλως ἀνεπαρκής· ἐν
814τοιαύτῃ περιπτώσει, ἤθελον τολμήσει νὰ δώσω συμβουλὴν
815εἰς αὐτόν, νὰ ἀκολουθῇ μᾶλλον τὰς γνώμας τῶν ἁρμοδίων
816ἢ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ κρίσιν. Ἐὰν τοῦτο ἔπραττεν εἰς τὴν
817προκειμένην περίπτωσιν, ὤφειλεν ἀμέσως νὰ κηρύξῃ ἔκπτω-
818τον τῆς ὑπηρεσίας τὸν περὶ οὗ πρόκειται ἐνωμοτάρχην,
819διότι ἠκούσατε, ὅτι τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, λαβὸν ὑπ’ ὄψει
820τὸ ἄρθρον 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου καὶ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ
821περὶ στρατολογίας, λέγει ῥητῶς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
822Στρατιωτικῶν, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν ἔχει σχέσιν πρὸς
823τὴν ὑπόθεσιν.
824§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν τῇ περιπτώσει ἐκείνῃ.
825§36ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ περίπτωσις ἐκείνη ἦτο
826ἐντελῶς ὁμοία, διότι καὶ ἐκεῖ δὲν εἶχεν ἀπαγγελθῆ ἐνιαύ-
827σιος φυλάκισις, καὶ διὰ τοῦτο ὑπεβάλετε τὸ ζήτημα εἰς
828τὸ Νομικὸν Συμβούλιον.
829Καὶ ὄντως, Κύριοι, οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην σχέσιν ἔχει πρὸς
830τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, τὸ ἄρθρον 7 τοῦ περὶ
831στρατολογίας νόμου. Ἠξεύρετε περὶ τίνος πραγματεύεται
832τὸ ἄρθρον τοῦτο; Διὰ πράξεις οὐχὶ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ δια-
833πραχθείσας, ἡ δὲ στέρησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, περὶ
834ἧς προβλέπει, ἐπέρχεται ὡς συνέπεια ποινῆς οὐχὶ κατ’ ἐκεί-
835νων, οἱ ὁποῖοι ἔπραξαν πρᾶξιν ἀναγομένην εἰς τὴν ὑπη-
836ρεσίαν των, ἀλλὰ κατ’ ἐκείνων, ὅσοι διέπραξαν ὀνειδιστικά
837τινα πλημμελήματα, καὶ ἂν δὲν ἔχωσιν οὐδεμίαν ὑπηρε-
838σίαν. Τὸ ἄρθρον 7 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου ἀναφέρεται εἰς
839τὰ ἄρθρα 22 καὶ 23 τοῦ ποινικοῦ νόμου, καθ’ ἃ ἡ κατα-
840δίκη διὰ κλοπήν, ἀπάτην καὶ ἄλλα τινὰ πλημμελήματα
841συνεπάγεται τὴν στέρησιν καὶ ὡρισμένων δικαιωμάτων,
842ὀνομαστὶ ἀναφερομένων, καὶ ἐφ’ ὅσον χρόνον προσδιορίσει ἡ
843δικαστικὴ ἀπόφασις. Τὰ ἄρθρα ταῦτα ἐτροποποίησε μετα-
844γενέστερον Διάταγμα, καθ’ ὃ ἡ στέρησις τῶν δικαιωμάτων
845ἐκείνων διατάσσεται μόνον ὅταν ἡ ἐπιβληθεῖσα ποινὴ ἦναι
846τοὐλάχιστον ἐνιαύσιος. Ἀλλὰ τὰ ἄρθρα 22 καὶ 23 δὲν
847πραγματεύονται περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων, ὑποπιπτόντων
848εἰς παραβάσεις περὶ τὴν ὑπηρεσίαν. Περὶ τούτων πραγ-
849ματεύεται τὸ ἄρθρον 24, καθ’ ὃ ἡ καταδίκη τῶν ἐν τέλει
850ἕνεκα πράξεως ἀναγομένης εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν των
851συνεπιφέρει τὴν ἔκπτωσιν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἡ ἐπιβλη-
852θεῖσα ποινὴ εἶναι ἐλάσσων τοῦ ἔτους. Τίνα σχέσιν ἔχει ἡ
853στέρησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, ἡ ὁποία ἀπαγγέλ-
854λεται ὡς συνέπεια ποινῆς, ἐπιβληθείσης κατὰ πολιτῶν
855ἁπλῶν, ὅταν καταδικασθῶσιν ἕνεκα ἀτιμωτικῶν πλημ-
856μελημάτων εἰς ποινὴν ἐνιαύσιον τοὐλάχιστον, μὲ τὴν ἔκ-
857πτωσιν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας, τὴν διατασσομένην ὑπὸ τοῦ
858ἄρθρου 24, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ ἐπιβληθεῖσα φυλά-
859κισις; Συγχέει προδήλως ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰ περὶ πολιτῶν
860διατεταγμένα μὲ τὰ περὶ ὑπαλλήλων διατασσόμενα.
861Ἀλλὰ, καὶ ἂν ἤθελεν ὑποτεθῇ ὡς ὀρθὴ τοιαύτη γνώμη,
862δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρα-
863τιωτικῶν νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην ταύτην, αὐτὸς, ὅστις,
864προκειμένου περὶ ἀπωλείας τῶν ἀστικῶν δικαιωμάτων, ἐπι-
865βληθείσης εἰς τὸν στρατιωτικὸν Μήλαν, μὴ καταδικα-
866σθέντα καὶ εἰς ἐνιαύσιον φυλάκισιν, ἐκήρυξεν αὐτὸν ἔκπτω-
867τον τοῦ βαθμοῦ του, ἐπὶ λόγῳ, ὅτι ἡ ἀπώλεια τῶν πολι-
868κῶν καὶ ἀστικῶν δικαιωμάτων, περὶ τῆς ὁποίας πραγμα-
869τεύεται καὶ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, συνε-
870πάγεται ἀμέσως καὶ τὴν στέρησιν τοῦ βαθμοῦ.
871§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦ ἀξιωματικοῦ.
872§38ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ποία διαφορὰ ὑπάρχει
873μεταξὺ βαθμοῦ ἀξιωματικοῦ καὶ βαθμοῦ ὑπαξιωματικοῦ;
874Ἀναγκάζομαι νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
875Στρατιωτικῶν τὰ ἄρθρα 212 καὶ 242 τοῦ Διατάγματος,
876τοῦ κανονίζοντος τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ πεζικοῦ,
877καθ’ ἃ ὁ ὑπαξιωματικὸς στερεῖται τοῦ βαθμοῦ του εἰς ἃς
878περιπτώσεις καὶ ὁ ἀξιωματικός.
879Ὅ,τι λοιπὸν ἐφαρμόζεται περὶ τῶν ἀξιωματικῶν, τοῦτ’
880αὐτὸ ἄνευ διαφορᾶς τινος ἐφαρμόζεται καὶ περὶ τῶν ὑπα-
881ξιωματικῶν. Ὅταν ὁ ἀξιωματικὸς, ὁ στερηθεὶς τῶν δικαιω-
882μάτων του, ἦναι ἀνίκανος νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς τὸν στρατὸν,
883πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέπηται εἰς τὸν ἁπλοῦν ὑπαξιω-
884ματικὸν νὰ ἐκτελῇ βαθμοφόρου καθήκοντα; Μόνον περὶ
885τῶν ἁπλῶν στρατιωτῶν δύναται νὰ ἰσχύσῃ ἡ γνώμη, ὅτι,
886ἂν ἐστερήθησαν τῶν πολιτικῶν ἐν γένει δικαιωμάτων συνε-
887πείᾳ καταδίκης ἐπὶ κλοπῇ, ἀπάτῃ κτλ., καθ’ ἣν ἐπεβλήθη
888φυλάκισις ἐλάσσων τοῦ ἑνὸς ἔτους, αὐτοὶ δύνανται νὰ ὑπη-
889ρετῶσιν ἐν τῷ στρατῷ.
890Συμπεραίνω, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι τὸ
891ἄρθρον 7 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου ἐμποδίζει τὴν στέρησιν
892τοῦ βαθμοῦ τοῦ στρατιωτικοῦ, οὐδεμιᾶς ἔχεται ὑποστά-
893σεως. Ἀλλὰ, καὶ ἂν ἦτο ὀρθὴ ἡ γνώμη αὕτη, ἀφοῦ τὸ
894Δικαστήριον δὲν παρεδέχθη αὐτὴν καὶ ἀπεφάσισε ῥητῶς
895καὶ ἐκήρυξε τὸν ὑπαξιωματικὸν ἔκπτωτον τοῦ βαθμοῦ του,
896πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μετεβληθῆτε ὑμεῖς, κύριε Ὑπουργὲ,
897εἰς ἀνώτερον Δικαστήριον, εἰς Ἄρειον Πάγον, καὶ ν’ ἀπο-
898φανθῆτε, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου δὲν ἔχει ἰσχὺν,
899διότι ἀντίκειται εἰς τὸ ἄρθρον 7 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου;
900Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κηρύξητε ὑμᾶς ἀνώτερον τῆς δικα-
901στικῆς ἐξουσίας;
902Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὅλα τὰ λεχθέντα κατ’ οὐδὲν μετα-
903βάλλουσι τὴν σπουδαιότητα τῆς παραβάσεως, ἣν διέπρα-
904ξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
905§39ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
906§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέ-
907γνωσε τὸν νόμον, ἵνα δείξῃ, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 7
908δὲν ἀφορᾷ εἰς τὸν στρατιωτικὸν τὸν ἐν ὑπηρεσίᾳ, ἀλλ’ ἀφορᾷ
909κατ’ αὐτὸν μόνον εἰς τὸν πολίτην Ἕλληνα, ὅστις πρόκειται
910νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν· ἵνα ἀποδείξῃ δὲ
911τοῦτο, ἀνέγνωσε μόνον τὸ ἥμισυ τοῦ ἄρθρου, ἀνέγνωσε τὸ
912ἄρθρον ὡς ἑξῆς: «Μόνοι οἱ Ἕλληνες εἰσὶ δεκτοὶ ἐν τῷ στρατῷ.
913Ἀποκλείονται τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας: αʹ) οἱ κατα-
914δικασθέντες εἰς ἐγκληματικὴν ποινήν· βʹ) οἱ καταδικασθέν-
915τες εἰς ἐπανορθωτικὴν ποινήν. Ἑπομένως εἶπε....
916§41ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ τὸ ἀναγνώσητε λοιπόν.
917§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ τὸ ἀναγνώσω βεβαίως ὡς ἔχει, διότι,
918ὅπως ἀνέγνωσεν αὐτὸ ὁ κύριος Βουλευτής, ὑποστηρίζεται τῷ
919ὄντι ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτοῦ, ὅτι τὸ ἄρθρον ἀφορᾷ εἰς τὸν πολί-
920την τὸν μὴ στρατιωτικόν. Ὁ κύριος Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ὡς
921πρὸς ἐκεῖνον δύναται ἴσως νὰ θεωρηθῇ τὸ ἄρθρον ἐφαρμοζό-
922μενον, δὲν δύναται ὅμως νὰ θεωρηθῇ ἐφαρμοζόμενον ὡς πρὸς
923στρατιωτικόν. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον διαῤῥήδην ἐκφράζεται περὶ
924τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων αὐτοῦ εἰς τὸν στρατιωτικόν,
925διότι δὲν περιλαμβάνει μόνον τὴν περίοδον περὶ τῶν ἀπο-
926κλειομένων ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ἣν ἀνέγνω ὁ
927κ. Βουλευτής, ἀλλ’ εὐθὺς κατωτέρω περιλαμβάνει περίο-
928δον, ἣν παρέτρεξεν ὁ κύριος Βουλευτὴς καὶ καθ’ ἣν οἱ ἐν
929τῷ στρατῷ κατατεταγμένοι οὐδαμῶς δύνανται νὰ ὑπηρε-
930τήσωσιν ἐν τῷ στρατῷ, ἐὰν συντρέχωσιν αἱ περιπτώσεις τοῦ
931ἄρθρου (Θόρυβος ἀριστερᾷ.) Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἀπέκρυψε
932τὴν φράσιν τὴν θορυβοῦσαν τοὺς κυρίους Βουλευτὰς καὶ καθ’
933ἣν αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου ἐφορμόζονται, ὡς εἰκὸς, καὶ εἰς
934τοὺς μήπω ὑπηρετοῦντας ἐν τῷ στρατῷ, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς
935ὑπηρετοῦντας. Πρόκειται ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ, ὡς εἶπεν ὁ
936κύριος Βουλευτής, περὶ κανόνος ἐφαρμοσθησομένου ὑπὸ τοῦ
937Δικαστηρίου ἐν τῇ ἐκδόσει τῆς ἀποφάσεώς του; Ἐνταῦθα
938πρόκειται περὶ τῶν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν ἀποφάσεως ἐκδο-
939θείσης. Ἐὰν ἐξεδόθη ἀπόφασις, καταδικάζουσα τὸν κατα-
940τακτέον ἐν τῷ στρατῷ ἢ τὸν κατατεταγμένον ἐν αὐτῷ
941εἰς ἐπανορθωτικὴν ποινὴν φυλακίσεως, καταγινώσκῃ δὲ ἡ
942ἀπόφασις καὶ στέρησιν πολιτικῶν δικαιωμάτων, ὁ ἀποκλει-
943σμὸς ἐκ τοῦ στρατοῦ ἢ ἡ ἔκπτωσις ἐκ τῶν τάξεων αὐτοῦ θὰ
944ἐπέλθῃ μόνον ἐὰν ἦναι ἐνιαύσιος ἡ διὰ τῆς ἀποφάσεως ἐπι-
945βληθεῖσα φυλάκισις. Περὶ καταδίκης ἀπαγγελθείσης πραγμα-
946τεύεται τὸ ἄρθρον, περὶ ἀποφάσεως ἐκδοθείσης, οὐδαμῶς δὲ
947περὶ κανόνων διεπόντων τὰ τῆς ἐκδόσεως αὐτῆς, ὁρίζει δὲ τὰ
948τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀποφάσεως, τὰ τῶν συνεπειῶν τῆς κατα-
949δίκης ὡς πρὸς τὴν ἱκανότητα τοῦ ὑπηρετεῖν ἐν τῷ στρατῷ.
950Κατὰ τὸ ἄρθρον 7, ἡ ἀπόφασις, ἡ καταγινώσκουσα στέρη-
951σιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, τότε μόνον ἔχει ἐφαρ-
952μογήν, ἐπαγομένη ἀποκλεισμὸν ἐκ τοῦ στρατοῦ καὶ ἔκ-
953πτωσιν ἐκ τῶν τάξεων, ὅταν ἡ στέρησις τῶν πολιτικῶν
954δικαιωμάτων ἀπηγγέλθη συνάμα μετὰ καταδίκης εἰς φυ-
955λάκισιν τοὐλάχιστον ἐνιαύσιον. Ταῦτα ὁρίζει τὸ ἄρθρον, ἐκ-
956φραζόμενον εὐκρινῶς καὶ ἀφορῶν εἴς τε τὸν πολίτην, τὸν
957μήπω καταταχθέντα ἐν τῷ στρατῷ, καὶ εἰς τὸν ἤδη κατα-
958τεταγμένον στρατιώτην ἢ ὑπαξιωματικόν. Δὲν ἀφορᾷ τὸ
959ἄρθρον εἰς τὸν ἀξιωματικόν, διότι τὰ τῶν ἀξιωματικῶν
960κανονίζονται ὑπὸ εἰδικῶν νόμων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐρωτᾷ,
961πῶς ἡμεῖς ἄλλοτε δὲν ἐφηρμόσαμεν τὸ ἄρθρον 7ον, ἐν περι-
962πτώσει, ἧς ἐμνήσθη. Ὅτε ἡμεῖς ἐξεδώσαμεν τὰ ἔγγραφα τὰ
963σχετιζόμενα πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ἐκείνην, δὲν εἶχεν εἰσαχθῆ
964ἡ καθολικὴ ὑποχρεωτικὴ στράτευσις, οὐδ’ εἶχεν ἐκδοθῆ ὁ
965στρατολογικὸς νόμος, ὁ νῦν ὑφιστάμενος. Ὁ στρατολογικὸς
966νόμος ἐξεδόθη πολὺ μεταγενέστερον τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν
967συνετάσσοντο τὰ ἔγγραφα, εἰς ἃ ἀφεώρα ἡ παρατήρησις τοῦ
968κ. Βουλευτοῦ. Τότε ἡ ἔκπτωσις ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ὑπα-
969ξιωματικοῦ ἦτο καὶ ἀποκλεισμὸς ἀπὸ τοῦ στρατοῦ ὁλο-
970σχερής. Σήμερον αὕτη ἐπάγεται τὴν ἐκ τῶν τάξεων ἔκ-
971πτωσιν, μόνον ἐὰν συντρέχωσιν αἱ περιστάσεις τοῦ ἄρθρου
9727ου, τουτέστιν ἐὰν ἡ καταδίκη ἦναι εἰς φυλάκισιν ἀνωτέραν
973τοῦ ἔτους.
974§43ΑΓΓΕΛΟΣ ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐκπλήσσομαι, Κύριοι,
975πῶς ὁ νόμος αὐτός, ὁ καθαρὸς στρατολογικός, συγχέεται μὲ
976τὸν ποινικὸν νόμον. Ὁ στρατολογικὸς νόμος, κύριε Ὑπουργέ,
977ὁμιλεῖ περὶ στρατιωτικῶν μὴ καταταχθέντων εἰσέτι καὶ
978ἑπομένως μὴ ὑπηρετούντων ἐν τῷ στρατῷ. Ἡ ἀρχή, ἣν
979ἐξέθηκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καταστρέφει παντελῶς τὸν
980κανονισμὸν τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Ἐν τῷ κανονισμῷ
981ὑπάρχει κεφάλαιον τῶν ἐπιβαλλομένων εἰς ὑπαξιωματι-
982κοὺς καὶ εἰς στρατιώτας ποινῶν, ἐπιβάλλεται δὲ ἡ ποινὴ
983τοῦ περιορισμοῦ, τῆς κρατήσεως, τῆς φυλακίσεως καὶ τῆς
984ἐκπτώσεως τοῦ βαθμοῦ τῶν ὑπαξιωματικῶν εἴτε προσωρι-
985νῶς, εἴτε καὶ διὰ παντός. Ἐὰν καθιερώσητε τὴν ἀρχὴν ταύ-
986την, ἔρχεσθε ἀμέσως εἰς ἀντίφασιν τῆς ἀποφάσεώς σας, τὴν
987ὁποίαν ἐξεδώσατε πρὸ ὀλίγου καιροῦ, περὶ τῶν δύο ὑπα-
988ξιωματικῶν τοῦ μηχανικοῦ, οὓς ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ λο-
989χίου ὑπεβιβάσατε εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ δεκανέως. Ὑποθέ-
990σατε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ἔχετε νέαν γνωμάτευσιν μιᾶς
991ἐπιτροπῆς περὶ πράξεώς τινος ἑνὸς ὑπαξιωματικοῦ, ὅτι ὁ
992κατηγορούμενος ὑπαξιωματικὸς τιμωρεῖται μὲ ἔκπτωσιν.
993Κατὰ τὴν ἀρχὴν, ἣν καθιεροῦτε, δὲν δύνασθε νὰ τὸν ὑποβι-
994βάσητε τοῦ βαθμοῦ του, διότι δὲν ἐτιμωρήθη προηγουμέ-
995νως μὲ ποινὴν ἑνὸς ἔτους καὶ μιᾶς ἡμέρας. Ἡ ποινὴ αὕτη
996τῆς ἐκπτώσεως εἶναι ποινὴ πειθαρχικὴ, χάριν τῆς στρατιω-
997τικῆς εὐκοσμίας καὶ τῆς τάξεως. Ὁ ἐνωμοτάρχης μετὰ τὴν
998ἔκπτωσιν τῆς ποινῆς ὤφειλε νὰ γίνῃ ἔκπτωτος τοῦ βαθμοῦ,
999τὸν ὁποῖον ἔφερεν, ἐπὶ ἓξ μῆνας, συνεπείᾳ τῆς ἀποφάσεως
1000τοῦ Δικαστηρίου, ἔπειτα δὲ ἠδύνατο αὐτοδικαίως ἄνευ δια-
1001ταγῆς νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν βαθμὸν τὸν πρότερον. Δὲν ἐπρά-
1002ξατε τοῦτο, ἀλλὰ παρεβιάσατε ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου,
1003συνάμα δὲ παρεβιάσατε καὶ ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου
1004αὐθαιρέτως ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἐξε-
1005τελέσατε αὐτὴν, καθὼς ὠφείλετε, πάντοτε ὑπ’ εὐθύνην σας.
1006Ἐὰν τιμωρηθῇ ὑπαξιωματικὸς μὲ ἑνὸς ἔτους φυλάκισιν καὶ
1007μιᾶς ἡμέρας, αὐτοδικαίως χάνει τὸν βαθμόν του καὶ ἀπο-
1008κλείεται τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ. Ἐδῶ ὅμως εἶναι προσω-
1009ρινὴ ἡ παῦσις. Ὅλα δὲ τὰ ἄλλα οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι μὲ
1010τὸν στρατιωτικὸν νόμον καὶ τὸν κανονισμὸν τῆς στρατιω-
1011τικῆς ὑπηρεσίας.
1012§44ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1013§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἔκπτωσις ἀπὸ τῆς
1014ὑπηρεσίας καὶ ἀποκλεισμὸς ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ διατε-
1015λοῦντος ἐν αὐτῇ εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό. Ἐδῶ πρόκειται περὶ
1016ἀποκλεισμοῦ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ διατελοῦντος ἐν αὐτῇ, ἐν
1017δὲ τῇ ἀποφάσει πρόκειται περὶ ἐκπτώσεως.
1018§46ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε ἡ ἀπόφασις δὲν ἔχει
1019καμμίαν ἔννοιαν.
1020§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἀπόφασις ἔχει ἔννοιαν ὡς πρὸς τὴν
1021φυλάκισιν καὶ ἐξετελέσθη, ὡς πρὸς δὲ τὴν ἔκπτωσιν, τὸ ἐδάφ.
1022βʹ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου κανονίζει τί
1023θὰ γενῇ. Ἐὰν ἡ διατασσομένη ἔκπτωσις ἦναι συνέπεια
1024καταδίκης εἰς φυλάκισιν ἐνιαύσιον, θὰ ἐκτελεσθῇ· ἐὰν
1025ἦναι συνέπεια καταδίκης εἰς φυλάκισιν κατωτέραν τῆς ἐνι-
1026αυσίου, κατὰ τὸ ἐδάφιον βʹ δὲν θὰ ἐκτελεσθῇ.
1027§48ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1028§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον 7ον ταύτην
1029ὑπέθεσε τὴν περίπτωσιν· ὑπέθεσεν ὅτι θὰ ὑπάρχῃ περί-
1030πτωσις, καθ’ ἣν θέλει ἐκδοθῆ ἀπόφασις καταδικαστικὴ εἰς
1031φυλάκισιν οὐχὶ ἀνωτέραν τοῦ ἔτους, εἰς ἣν τὸ Δικαστήριον
1032θὰ προσθέσῃ καὶ τὴν ῥήτραν περὶ τῆς ἐκπτώσεως ἀπὸ τῆς
1033ὑπηρεσίας, καὶ εἶπεν ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ῥήτρα
1034αὕτη δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ. Τοῦτο λέγει τὸ ἄρθρον· δύνασθε νὰ
1035ἐπικρίνητε τὸ ἄρθρον, δὲν δύνασθε ὅμως ν’ ἀξιώσητε, ὅπως
1036μὴ ἐφαρμοσθῇ ῥητὴ διάταξις αὐτοῦ.
1037§50ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1038§51Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ στρατολογικὸς νόμος κα-
1039νονίζει κατὰ τίνα τρόπον καταρτίζεται τὸ σῶμα ἐκεῖνο, τὸ
1040ὁποῖον καλεῖται εἰς τὴν στρατιωτικὴν λειτουργίαν τῆς
1041χώρας. Αἱ πρῶται διατάξεις τοῦ νόμου τούτου κατ’ οὐδὲν
1042διαφέρουσιν ἀπὸ τὰς διατάξεις πάντων τῶν νόμων, οἵτινες
1043κανονίζουσι τὸν τρόπον, καθ’ ὃν συνιστᾶται λειτουργία τις
1044δημοσίᾳ. Ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς τοὺς νόμους περὶ προσόντων
1045τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους ὁ Πρωθυπουργὸς
1046εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἐψήφισεν ἡ Βουλή, καὶ οἵ-
1047τινες ἐγένοντο νόμοι, θέλετε ἀπαντήσει παραπλησίαν διάτα-
1048ξιν πρὸς ἐκείνην τοῦ ἄρθρου 7ου τοῦ νόμου περὶ στρατολο-
1049γίας. Θέλετε ἀναγνώσει καὶ ἐκεῖ, ὅτι δὲν εἶναι δεκτοὶ ὡς
1050δημόσιοι ὑπάλληλοι οἱ καταδικασθέντες εἰς ποινὴν κακουρ-
1051γήματος ἢ καταδικασθέντες εἰς ποινὴν πλημμελήματος
1052ἀτιμωτικοῦ, ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διαλαμβάνουσιν ὡρισμέναι
1053διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου. Ἐὰν προσφύγητε εἰς τὸν
1054νόμον, ὁ ὁποῖος κανονίζει τὴν λειτουργίαν τὴν δημοτικήν,
1055θέλετε εὑρεῖ καὶ ἐκεῖ διάταξιν παρεμφερῆ, ὅτι ἀπαγορεύεται
1056νὰ γίνωνται δεκτοὶ εἰς τὸ δημοτικὸν ἀξίωμα ἄνδρες, κατα-
1057δικασθέντες εἰς ποινὴν ἐγκληματικὴν ἢ ποινὴν πλημμελή-
1058ματος ἀτιμωτικοῦ. Ἐὰν προσφύγητε εἰς τὸν νόμον περὶ ἐκ-
1059λογῆς τῶν Βουλευτῶν, θέλετε εὑρεῖ καὶ ἐκεῖ, ὅτι δὲν εἶναι
1060δεκτοὶ ἵνα ἐκλεχθῶσιν ἄνδρες καταδικασθέντες εἰς ποινὴν
1061ἐγκληματικὴν ἢ πλημμελήματος ἀτιμωτικοῦ. Δὲν ὑπάρχει
1062νόμος ἐν τῷ Κράτει, συνιστῶν δημοσίαν τινὰ λειτουργίαν,
1063ὁ ὁποῖος δὲν προενόησε ν’ ἀποκλείσῃ ἀπὸ τὴν δημοσίαν λει-
1064τουργίαν τοὺς πολίτας ἐκείνους, οἵτινες εἶναι ἀνάξιοι τῆς
1065λειτουργίας ταύτης. Καὶ ἐγένοντο ἀνάξιοι διότι, πολῖται
1066τυγχάνοντες, περιέπεσαν εἰς πρᾶξιν κακουργήματος ἢ εἰς
1067πρᾶξιν πλημμελήματος, ἀποδεικνύοντος τὴν πλήρη ἀνηθι-
1068κότητα τῶν ἀνδρῶν τούτων. Κατὰ πλείονα λόγον τοιαύτη
1069διάταξις ἔπρεπε νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ στρατιωτικῷ νόμῳ.
1070Εἰς τὸν στρατὸν καλοῦνται οἱ πολῖται, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ
1071ἀποδείξωσιν, ὅτι ἔχουσι πλήρη ἠθικότητα καὶ πλήρη τὴν συ-
1072νείδησιν τῶν καθηκόντων τοῦ πολίτου Ἕλληνος. Δὲν ἔχουσι
1073δὲ πλήρη συνείδησιν τῶν καθηκόντων τοῦ πολίτου Ἕλληνος
1074ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι περιέπεσαν εἰς ἐγκληματικὴν πρᾶξιν, ἢ
1075κατεδικάσθησαν εἰς πλημμέλημα, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος προσ-
1076διώρισεν ὡς ἐπάγον τὴν φυλάκισιν ἑνὸς ἔτους.
1077Ἀλλὰ τί κοινὸν μεταξὺ τῶν διατάξεων τούτων καὶ τῶν
1078διατάξεων ἐκείνων, αἵτινες κανονίζουσι πότε οἱ δημόσιοι
1079λειτουργοὶ ἀποβάλλονται ἀπὸ τὴν λειτουργίαν, ἡ ὁποία
1080ἀνετέθη εἰς αὐτούς; Οὐδεμία σχέσις ὑπάρχει. Τὸ ἄρθρον
108124 τοῦ ποινικοῦ νόμου περὶ τίνος διατάσσει; Διατάσσει
1082περὶ πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται ν’ ἀναλάβωσι δημοσίαν
1083τινὰ λειτουργίαν; Παντάπασι. Διατάσσει περὶ τῶν πολι-
1084τῶν ἐκείνων, οἵτινες ἀνέλαβον δημοσίαν λειτουργίαν καὶ
1085κατὰ τὴν διαχείρισιν αὐτῆς περιέπεσαν εἰς πράξεις, αἱ
1086ὁποῖαι βεβαιωθεῖσαι ἀποδεικνύουσιν, ὅτι εἶναι ἀνάξιοι πλέον
1087νὰ διαχειρίζωνται αὐτήν. Ἐκ τούτου κατανοεῖτε, Κύριοι,
1088ὅτι δὲν εἶναι τὸ αὐτὸ ἀποκλεισμὸς καὶ ἔκπτωσις, ὡς ἰσχυ-
1089ρίζετο ὁ Πρωθυπουργὸς πρὸ μικροῦ, καὶ ὅτι σφάλλει ὁ Πρω-
1090θυπουργός, ἔχων συγκεχυμένην γνῶσιν καὶ ἔννοιαν τῶν
1091πραγμάτων. Ἄλλο ἀποκλεισμὸς καὶ ἄλλο ἔκπτωσις. Ἀπο-
1092κλείεταί τις ἀπὸ δημοσίας λειτουργίας, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει
1093καὶ πρόκειται ν’ ἀναλάβῃ. Ἐκπίπτει ὅμως ἀπὸ τῆς δη-
1094μοσίας λειτουργίας, τὴν ὁποίαν ἔχει, καὶ κρίνεται ἀνάξιος
1095νὰ τὴν διατηρήσῃ πλέον. Διὰ τοῦτο αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι
1096ἐπάγουσι τὴν ἔκπτωσιν, εἶναι αὐστηρότεραι τῶν διατά-
1097ξεων, αἱ ὁποῖαι διατάσσουσι τὸν ἀποκλεισμόν. Διὰ νὰ
1098ἀποκλεισθῇ τις, πρέπει, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, νὰ
1099ὑποπέσῃ εἰς κακούργημα ἢ εἰς πλημμέλημα, τιμωρούμενον
1100μὲ ἑνὸς ἔτους φυλάκισιν, ἀλλ’ ἐκπίπτει τις διότι περιέπεσεν
1101εἰς πᾶν πλημμέλημα κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόν-
1102των του. Ὁ νόμος δὲν ἀπῄτησεν ὡρισμένην διάρκειαν ποι-
1103νῆς, διὰ νὰ ἐκπέσῃ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, διότι ὁ ἔχων τὴν δη-
1104μοσίαν λειτουργίαν πρέπει νὰ ἦναι ἀνώτερος πάσης ὑπο-
1105νοίας, ὁποίαν περὶ τῆς ἀνικανότητος καὶ τῆς ἀνηθικότητος
1106αὐτοῦ ἐγείρει ἡ καταδικαστικὴ ἀπόφασις, ἡ ὁποία κατεδί-
1107κασεν αὐτὸν εἰς βαθμὸν πλημμελήματος διὰ πρᾶξιν, ἀνα-
1108γομένην εἰς τὴν δημοσίαν λειτουργίαν, τὴν ὁποίαν διεχει-
1109ρίζετο.
1110Εἰς τὴν σύγχυσιν ταύτην, εἰς ἣν εὑρίσκεται ὁ κ. Πρωθυ-
1111πουργὸς, συγχύζων τὸν ἀποκλεισμὸν ἀπὸ τῆς δημοσίας λει-
1112τουργίας μὲ τὴν ἔκπτωσιν ἀπ’ αὐτῆς, εἰς τὴν σύγχυσιν
1113ταύτην πρέπει ν’ ἀποδώσητε ὅλην τὴν σύγχυσιν, τὴν ὁποίαν
1114εὕρετε σήμερον ἐν τοῖς λόγοις αὐτοῦ· διότι οἱ λόγοι αὐτοῦ
1115ἀποδεικνύουσι τοσαύτην ἀμάθειαν περὶ τὴν κατάληψιν τῆς
1116ἐννοίας τῶν νόμων, ἡ ὁποία εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐνυπάρχῃ
1117εἰς τὸν Πρωθυπουργόν. Ἴσως ὑποκρίνεται τὴν σύγχυσιν ταύ-
1118την, διὰ νὰ περικαλύψῃ παράβασιν, τὴν ὁποίαν ἐν γνώσει
1119ἔπραξε. Γνωρίζετε δὲ, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἀνήκει εἰς τὴν
1120τάξιν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἰς τὴν Γαλλίαν
1121ὀνομάζονται autoritairs, καὶ διὰ τοῦτο ἠκούσατε αὐτὸν
1122λέγοντα, ὅτι ἔφερε τὰς γνωμοδοτήσεις διότι τὰς ἐζήτησαν,
1123καὶ ὅτι αὐτὸς δὲν ἔχει ἀνάγκην γνωμοδοτήσεων, ἔχει δὲ
1124μόνον ἀνάγκην τῆς κρίσεώς του. Τῷ ὄντι ὁ ἐκτελῶν τοὺς
1125νόμους πρέπει νὰ ἀκούῃ τὴν κρίσιν αὐτοῦ. Αἱ γνωμοδο-
1126τήσεις δὲν εἶναι ὑποχρεωτικαὶ εἰς αὐτὸν, διότι οἱ γνωμοδο-
1127τοῦντες δὲν ἔχουσιν εὐθύνην, ἐὰν ὁ νόμος δὲν ἐκτελεσθῇ κα-
1128λῶς, ἀλλ’ οἱ ἐκτελοῦντες τοὺς νόμους ὑπέχουσι τὴν εὐθύνην
1129ταύτην. Ἀλλ’ ἡ κρίσις αὐτῶν εἶναι ἐλευθέρα, ἵνα πράτ-
1130τωσιν ὅ,τι θέλουσιν; Εἶναι ὑποτεταγμένοι εἰς τὸν νόμον, καὶ
1131δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι κρίσιν ἄλλην, εἰμὴ ἐκείνην, ἣν ἐνέ-
1132δειξεν ὁ νόμος, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωσιν. Ὅταν δὲ δὲν πρόκηται
1133περὶ ἐννοίας νόμου, ἀλλὰ περὶ ἀποφάσεως δικαστικῆς, ἡ κρί-
1134σις αὐτῶν εἶναι δεσμία τῆς ἀποφάσεως τῆς δικαστικῆς,
1135διότι τοὺς νόμους τοὺς ποινικοὺς δὲν ἐφαρμόζουσιν οἱ ἐκτε-
1136λοῦντες τοὺς νόμους, ἀλλ’ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, αἱ δὲ ἀπο-
1137φάσεις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας εἶναι ἀνώτεραι τῶν ἐκτε-
1138λούντων τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι εἶναι δοῦλοι, ὑποχρεωμένοι
1139νὰ ἐφαρμόζωσιν αὐτούς. Καὶ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ δικα-
1140στικῆς ἀποφάσεως.
1141Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἵνα δικαιολογηθῇ, διατὶ δὲν ἐξε-
1142τέλεσεν ἀκεραίαν τὴν ἀπόφασιν ταύτην, ἐπεκαλέσθη τὰς
1143διατάξεις τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον,
1144ποίαν σχέσιν ἢ ποίαν ἐπιῤῥοὴν δύνανται νὰ ἔχωσιν αἱ δια-
1145τάξεις τοῦ στρατολογικοῦ νόμου περὶ ἀποκλεισμοῦ τῶν πο-
1146λιτῶν ἀπὸ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας μὲ τὸ προκείμενον
1147ζήτημα. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅμως, Κύριοι, ὅτι τῷ ὄντι τὸ ἄρ-
1148θρον 7 τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου κανονίζει τὴν λειτουρ-
1149γίαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἐπὶ ταῖς παραβάσεσι, τὰς
1150ὁποίας τὰ μέλη τοῦ στρατοῦ, οἱ στρατιῶται, οἱ ἀξιωματικοί,
1151οἱ ὑπαξιωματικοὶ ἔπραξαν κατὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ἐξου-
1152σίας αὐτῶν. Ὑποθέσατε λοιπὸν, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ
1153νόμου περὶ στρατολογίας, τὸ ὁποῖον, κατὰ τοὺς λόγους τοῦ
1154Πρωθυπουργοῦ, εἶναι ἡ μόνη διάταξις, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ
1155λάβωσιν ὑπ’ ὄψει τὰ ποινικὰ δικαστήρια, δὲν ἔπρεπε νὰ
1156τιμωρηθῇ ὁ ἐνωμοτάρχης, ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος, διὰ τῆς ἐκπτώ-
1157σεως ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, δὲν ἔπρεπε νὰ καταδικασθῇ
1158εἰς στέρησιν τῆς ἱκανότητος πρὸς ἀνάκτησιν τῆς ἀρχῆς ἐπὶ
1159ἓξ μῆνας· τότε τί ἔπραξεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτε
1160τοιαύτη ἀπόφασις ἐξεδόθη ἐναντίον τοῦ νόμου; Ἐζήτησε τὴν
1161ἀναίρεσιν τῆς ἀποφάσεως ταύτης ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον;
1162Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ἔλαβε γνῶσιν τῆς
1163ἀποφάσεως ταύτης καὶ τὴν εἶδεν ἀντικειμένην εἰς τὸν νό-
1164μον, πῶς δὲν προσέφυγεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης,
1165ἵνα ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ, ὅπως οὗτος ζητήσῃ τὴν ἀναίρεσιν
1166αὐτῆς ὑπὲρ τοῦ νόμου τοὐλάχιστον; Τοῦτο δὲν ἐγένετο, καὶ
1167ἡ ἀπόφασις ἐγένετο ὁριστική. Καὶ μετὰ ταῦτα ἔρχεται ὁ
1168Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος σᾶς ἔλεγεν, ὅτι ἐξε-
1169τέλεσε τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἀποφάσεως, τὸ τιμωροῦν εἰς
1170δίμηνον φυλάκισιν, δὲν ἔκρινε δὲ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἄλλο μέρος,
1171τὸ διατάσσον τὴν ἔκπτωσιν ἀπὸ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας,
1172καὶ κηρύττον τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος ἐνωμοτάρχην ἀνίκανον
1173νὰ τὴν ἀνακτήσῃ ἐπὶ ἓξ μῆνας, διότι τοῦτο δὲν εἶναι σύμ-
1174φωνον μὲ τὸν νόμον, ὅπως κατὰ τὴν κρίσιν του κατανοεῖ
1175αὐτόν.
1176Τῇ ἀληθείᾳ, Κύριοι, εἰσερχόμεθα εἰς ἓν στάδιον, τὸ ὁποῖον
1177μοὶ φαίνεται ἐπικίνδυνον, καὶ ὀφείλω νὰ κάμω σπουδαίας
1178παρατηρήσεις καὶ εἰς τὴν πλειοψηφίαν καὶ εἰς τὴν μειοψη-
1179φίαν. Ἐὰν ἐξακολουθῶμεν νομοθετοῦντες ὡς νομοθετοῦμεν,
1180καὶ ἐλέγχοντες τοὺς ἐκτελοῦντας τοὺς νόμους ὡς τοὺς ἐλέγ-
1181χομεν, τῇ ἀληθείᾳ θὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν
1182ἔντιμος συνάδελφός μου, ὅτι εἴμεθα ἀνίκανοι διὰ τὸ κοινο-
1183βουλευτικὸν πολίτευμα, καὶ πρέπει νὰ παραιτηθῶμεν πλέον
1184τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Δὲν ὑπάρχει ποσῶς πο-
1185λίτευμα κοινοβουλευτικὸν πλέον, οὔτε συνταγματικὸν πολί-
1186τευμα, οὔτε ἐξουσία συνταγματική. Ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὴν δια-
1187χείρισιν τῶν χρημάτων, ἡ ὁποία εἶναι ἡ μόνη, διὰ τὴν
1188ὁποίαν ἐδημιουργήθη τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ὁ Πρω-
1189θυπουργὸς ἔχει τὴν ἄδειαν νὰ συνομολογῇ δάνεια πάγια,
1190δάνεια προσωρινά· καὶ ὅταν συλλαμβάνωμεν αὐτὸν ἐπ’ αὐτο-
1191φώρῳ νὰ διαχειρίζηται τὰ χρήματα ταῦτα εἰς ἄλλας ἀνάγ-
1192κας καὶ οὐχὶ εἰς ἐκείνας, τὰς ὁποίας οἱ νόμοι προσδιώρισαν
1193δι’ αὐτά, ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ πειρᾶται νὰ παίξῃ μὲ τὸ Κοινο-
1194βούλιον, συγχύζων τὰς λέξεις καὶ μεταχειριζόμενος διφο-
1195ρουμένας ἐννοίας. Δὲν πρόκειται, σᾶς ἔλεγε προχθές, περὶ δια-
1196χειρίσεως τῶν δανείων. Κατὰ τὴν διαχείρισιν ἐποιησάμην
1197διάφορον χρῆσιν, ἔλεγεν ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ἀφήσατε νὰ
1198ἴδητε τὴν διάθεσιν, ἣν θὰ κάμω αὐτῶν.
1199Αὐτά, Κύριοι, δὲν λέγονται οὔτε εἰς μαθητὰς τῶν δημο-
1200τικῶν σχολείων, εἶναι δὲ προπέτεια νὰ λέγωνται ταῦτα ἐν
1201τῇ Βουλῇ τῆς Ἑλλάδος, ἐν τῇ ὁποίᾳ οἱ συνταγματικοὶ
1202θεσμοὶ ἐκηρύχθησαν ὡς τὸ μόνον πολίτευμα αὐτῆς ὑπὸ πα-
1203σῶν τῶν Ἐθνικῶν Συνελεύσεων τοῦ ἀγῶνος, ἐν τῇ ὁποίᾳ οἱ
1204πατέρες ἡμῶν ἐγκατέστησαν αὐτοὺς διὰ κινδύνων καὶ θυσιῶν,
1205ἐν τῇ ὁποίᾳ τέλος πάντων λειτουργεῖ ἐπὶ τεσσαράκοντα ἔτη
1206τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, καὶ ἡ ὁποία ἕνεκα παρα-
1207πλησίων συμβεβηκότων ἀπεφάσισε καὶ ἔλαβε τοσούτῳ αὐστη-
1208ρὰν καὶ κρίσιμον ἀπόφασιν, οἵα ἐκείνη, δι’ ἧς ἐκλόνισε τὰς
1209βάσεις τῆς Πολιτείας, καὶ ἀνέτρεψεν ἀπὸ τοῦ θρόνου τὸν
1210ἀείμνηστον ἡγεμόνα.
1211Πρόκειται ἀπόφασις Δικαστηρίου, δι’ ἧς κατεδικάσθη
1212ὑπαξιωματικὸς εἰς φυλάκισιν καὶ μετ’ αὐτῆς εἰς στέρησιν
1213τοῦ δικαιώματος νὰ κατέχῃ δημοσίαν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν
1214κατεῖχε, καὶ εἰς ἀνικανότητα πρὸς ἀνάκτησιν αὐτῆς. Ὁ
1215δὲ Πρωθυπουργὸς δὲν ἐκτελεῖ τὴν ἀπόφασιν, προβάλλων,
1216ὅτι ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὸν στρατολογικὸν νόμον, ὁ ὁποῖος δια-
1217τάσσει, ὅτι ἀποκλείονται ἀπὸ τοῦ στρατοῦ οἱ πολῖται, οἱ
1218ὁποῖοι κατεδικάσθησαν εἰς ἑνὸς ἔτους φυλάκισιν, ἐπειδὴ δὲ
1219δὲν κατεδικάσθη εἰς ἑνὸς ἔτους φυλάκισιν ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος
1220ἐνωμοτάρχης, διὰ τοῦτο δὲν ἐξετέλεσεν αὐτήν. Ἑπομένως
1221μᾶς ἐνδεικνύει, ὅτι, ἂν δὲν στέργωμεν τὴν δικαιολογίαν του,
1222ἂς προτείνωμεν ψηφοφορίαν. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἂν ὑπάρχῃ πλέον
1223δικαστικὴ ἐξουσία, ἂν ὑπάρχῃ ἔλεγχος, ἂν ὑπάρχῃ εὐθύνη.
1224Καὶ διατὶ νὰ ἐμπαίζωμεν, Κύριοι, τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ
1225νὰ ἀφίνωμεν αὐτὸν νὰ νομίζῃ, ὅτι ἡμεῖς ἐδῶ νομοθετοῦμεν
1226καὶ ἐπιτηροῦμεν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων; Πρέπει ὁ λαὸς
1227νὰ μάθῃ, ὅτι ἡμεῖς ἐνταῦθα δὲν χρησιμεύομεν εἰς αὐτὸν, διὰ
1228νὰ λάβῃ τὰ μέτρα του.
1229Μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ὑπάρχει μεγαλειτέρα παράβασις
1230ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐξήλεγξεν ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μαντι-
1231νείας καὶ ὁ Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν. Ἡ παράβασις αὕτη
1232κλονίζει τὰς βάσεις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Δὲν ἔχομεν
1233πλέον δικαστικὴν ἐξουσίαν, καὶ ἐνδέχεται τὰ ποινικὰ δικα-
1234στήρια νὰ περιήχθησαν κατὰ τοὺς χρόνους τούτους ὑπὸ ἐπη-
1235ρεασμούς, ἐνδέχεται καὶ αὐτὴ ἡ πολιτικὴ δικαιοσύνη νὰ
1236ὑπήχθῃ κατὰ τοὺς χρόνους τούτους καὶ αὕτη εἰς πειρασμούς.
1237Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ βήματος ν’ ἀπαγγέλλωσι δημοσίᾳ, ὅτι ἔχουσι
1238τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ἐκτελῶσι τὰς ἀποφάσεις τῶν Δικαστη-
1239ρίων, αὐτὸ εἶναι ἡ ἐσχάτη τόλμη. Σᾶς ἐνθυμίζω, Κύριοι, ὅτι
1240τὰ Κοινοβούλια δὲν ἐπιτρέπουσι τοιαύτην τόλμην εἰς ἐκεί-
1241νους, οἵτινες ἀνέλαβον νὰ ἐκτελῶσι τοὺς νόμους. (Εὖγε! εὖγε!
1242ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
1243§52ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελεν εἶσθαι ὅλως περιττὸν
1244μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ
1245ἐπιμείνω εἰς περαιτέρω ἐξέτασιν τοῦ αὐτοῦ ζητήματος. Ἀλλ’
1246ἐπειδὴ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλεν ὑπὲρ τῆς γνώμης του
1247καὶ δευτερεύοντά τινα ζητήματα, ἀναγκάζομαι νὰ προσθέσω
1248ὀλίγας λέξεις, ὄχι διὰ νὰ πείσω αὐτὸν, ἀφοῦ φαίνεται ὅτι ἐν
1249γνώσει διατελεῖ τοῦ ἀδίκου, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται, ἀλλὰ
1250διὰ νὰ πείσω πάντας ὑμᾶς καὶ πάντα ἀμερόληπτον ἄνθρω-
1251πον, ὅτι οὐδεμιᾶς εἶναι προσοχῆς ἄξια ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα,
1252τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπεκαλέσθη ὑπὲρ τῆς γνώμης
1253αὐτοῦ.
1254Ὁ ποινικὸς νόμος, κύριοι Βουλευταὶ, προέβλεψε περὶ τῶν
1255συνεπειῶν τῶν ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων ἐπιβαλλομένων ποινῶν.
1256Τοῦτο ἔπραξεν εἰς τὰ ἄρθρα 21, 22 καὶ 23. Εἰς τὸ ἄρθρον
125721 προβλέπει τὰς συνεπείας τῶν ἐγκληματικῶν ποινῶν τῶν
1258ἐπὶ κακουργημάτων ἐπιβαλλομένων. Εἰς τὰ ἄρθρα 22 καὶ 23
1259προέβλεψε περὶ τῶν συνεπειῶν τῶν ποινῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλ-
1260λονται ἐπὶ κακουργημάτων ὡς καὶ ἐπὶ ἀτιμωτικῶν τινων
1261πλημμελημάτων. Τίνες εἶναι αἱ συνέπειαι αὗται; εἶναι στέ-
1262ρησις δικαιωμάτων, ῥητῶς ἐν τῷ ἄρθρῳ 23 τοῦ ποινικοῦ
1263νόμῳ ἀναφερομένων. Μία ἐκ τῶν στερήσεων τούτων εἶναι καὶ
1264ἡ ἱκανότης τοῦ ὑπηρετεῖν εἰς τὸ στράτευμα τῆς ξηρᾶς, εἰς
1265τὸ ναυτικὸν καὶ εἰς τὴν ἐθνοφρουράν. Ἵνα ἀπαγγελθῇ αὕτη
1266ἡ ἀνικανότης, προέβλεψεν ὁ νομοθέτης ἀνέκαθεν ν’ ἀπαι-
1267τήσῃ ἐπιβολὴν ποινῆς τοὐλάχιστον ἐνιαυσίου. Ἂν ἡ ἐπι-
1268βαλλομένη ποινὴ δὲν ᾖναι ἐνιαύσιος, οὐδεμία ἐπέρχεται τῶν
1269συνεπειῶν αὐτῶν, αἵτινες ἀναφέρονται εἰς τὸ ἄρθρον 23 τοῦ
1270ποινικοῦ νόμου, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἡ ἀνικανότης τοῦ
1271ὑπηρετεῖν εἰς τὸ στράτευμα. Τί ἔπραξε τώρα, Κύριοι, ὁ
1272στρατολογικὸς νόμος, τὸν ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς ἐπεκαλέσθη;
1273Ἀντέγραψε τὰς διατάξεις 22 καὶ 23 τοῦ ποινικοῦ νόμου,
1274καθ’ ἃς ἀπαιτεῖται νὰ ἐπιβληθῇ ἐνιαύσιος φυλάκισις, ἵνα
1275ἐπέλθωσιν αἱ ἀνικανότητες. Σημειώσατε δὲ, ὅτι τὰ Δικα-
1276στήρια, ἀπαγγέλλοντα τὰς ἀνικανότητας ταύτας, ἐν ταῖς
1277ἀποφάσεσιν αὐτῶν οὐδέποτε ὁρίζουσιν αὐτὰς, ἀλλ’ ἐν γένει
1278διατάσσουν τὴν στέρησιν τῶν πολιτικῶν καὶ ἀστικῶν δι-
1279καιωμάτων. Τί λοιπὸν λέγει ὁ στρατολογικὸς νόμος; Ἐντε-
1280λῶς σύμφωνος μὲ τὸν ποινικὸν νόμον, διατάσσει, ὅτι ὁ κατα-
1281δικασθεὶς εἰς φυλάκισιν τοὐλάχιστον ἐνιαύσιον ἐπὶ πλημμε-
1282λήματι ἐκ τῶν ἐν ἄρθρῳ 22 δὲν εἶναι δεκτὸς εἰς τὸν στρα-
1283τὸν, καὶ ἂν εἰσέλθῃ, ἀποβάλλεται, εἴτε πρὸ τῆς εἰσόδου του
1284εἰς τὸν στρατὸν, εἴτε καὶ κατὰ τὴν ἐν τῷ στρατῷ διαμονήν
1285του ἐπέλθῃ ἡ καταδίκη. Ὅθεν καὶ ὁ ποινικὸς καὶ ὁ στρα-
1286τολογικὸς νόμος ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα διατάττουσιν, ὅτι,
1287ἂν ἐπιβληθῇ φυλάκισις κατωτέρα τῆς ἐνιαυσίου, ἡ στέρησις
1288δὲν ἐπέρχεται. Τί ἐπῆλθεν ὅμως μετὰ τὸν ποινικὸν νόμον
1289καὶ πρὸ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου; Ἐπῆλθον οἱ περὶ ζωο-
1290κλοπῆς νόμοι, ἐπιβάλλοντες τὴν στέρησιν τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ
129121 τοῦ ποινικοῦ νόμου ἀναφερομένων δικαιωμάτων, καὶ εἶτα
1292οἱ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν νόμοι, οἵτινες ἐπιβάλλουσι τὴν
1293στέρησιν ὅλων τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, καὶ ἂν ἡ ποινὴ
1294δὲν ἦναι ἐνιαύσιος. Πρώτην φορὰν ἡ νομοθεσία ἡμῶν παρέβη
1295τὴν διάταξιν, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι ἐνιαύσιος ἡ ποινή, ἵνα
1296ἐπέρχωνται αἱ στερήσεις ἐκεῖναι. Μετὰ τὸν νόμον τὸν ἐκλο-
1297γικὸν ἐξεδόθη ὁ στρατολογικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος περιέχει τὴν
1298ἀρχικὴν διάταξιν τοῦ ποινικοῦ νόμου.
1299Τούτων οὕτως ἐχόντων, τίς ἡ ἐπιῤῥοὴ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ
1300στρατολογικοῦ νόμου ἐπὶ τῶν καταδικασθέντων, ὅσοι ἐστε-
1301ρήθησαν δι’ ἀποφάσεως τῶν πολιτικῶν αὐτῶν δικαιωμάτων
1302δυνάμει τοῦ ποινικοῦ νόμου; Νομίζω ὅτι δύναταί τις νὰ
1303ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
1304ἐπεκαλέσθη, δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἀφοῦ νεώτερος νόμος,
1305προκειμένου περὶ μιᾶς μόνης ἀνικανότητος, τῆς ἀνικανότη-
1306τος τοῦ ὑπηρετεῖν εἰς τὸν στρατὸν, ἀπῄτησε μεγαλειτέραν
1307ποινὴν, ἕπεται ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων, αἱ γενι-
1308κῶς διατάττουσαι, ὅτι στεροῦσί τινα τῶν πολιτικῶν δικαιω-
1309μάτων, δὲν δύνανται νὰ ἰσχύσωσιν ὡς πρὸς τὴν ἱκανότητα
1310τοῦ ὑπηρετεῖν ἐν τῷ στρατῷ, ἂν ἡ φυλάκισις δὲν ἦναι τοὐ-
1311λάχιστον ἐνιαύσιος.
1312Ἀλλὰ ταῦτα πάντα, Κύριοι, ἔχουσι τὴν ἐλαχίστην ἐφαρ-
1313μογὴν, προκειμένου οὐχὶ περὶ στερήσεως δικαιωμάτων πολι-
1314τικῶν ἢ ἀστικῶν, ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἐκπτώσεως ἀπὸ
1315τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν ἐξασκεῖ ὑπάλληλός τις, στρατιω-
1316τικὸς ἢ πολιτικὸς, ἐν τῷ Κράτει; Ὄχι, οὐδεμίαν. Διατί;
1317Διότι τὸ ἄρθρον 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου ἐπιβάλλει τὴν στέ-
1318ρησιν ἀνεξαρτήτως τοῦ μεγέθους τῶν ἐπιβαλλομένων ποι-
1319νῶν, ἔχει δὲ πληρεστάτην ἰσχὺν, ὅπως εἴδετε ἐκ τῶν ἀπο-
1320φάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ μετὰ τὴν ἔκδοσιν ὅλων τῶν
1321νεωτέρων νόμων. Κατὰ τὸ ἄρθρον 24, ὅταν τις καταδι-
1322κασθῇ διὰ πλημμέλημα ἀναγόμενον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του,
1323δὲν ἐξετάζεται πλέον ποία εἶναι ἡ ἐπιβαλλομένη ποινὴ,
1324ἀλλὰ δίδεται τὸ δικαίωμα καὶ ἐπιβάλλεται ἡ ὑποχρέωσις εἰς
1325τὸ Δικαστήριον ν’ ἀπαγγείλῃ ὄχι στέρησιν πολιτικῶν δι-
1326καιωμάτων, ἀλλὰ τὴν ἔκπτωσιν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Ἄλλο
1327λοιπὸν ἡ στέρησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, περὶ τῆς
1328ὁποίας προβλέπουσι τὰ ἄρθρα 22 καὶ 23 τοῦ ποινικοῦ νό-
1329μου καὶ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, καὶ ἄλλο
1330ἡ ἔκπτωσις ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, περὶ ἧς προβλέπει τὸ ἄρ-
1331θρον 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου.
1332Τί ἕπεται λοιπὸν προδήλως ἐντεῦθεν; ἕπεται ὅτι ὁ
1333στρατιωτικὸς, ὁ καταδικαζόμενος ἕνεκα πράξεως ἀναγομέ-
1334νης εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του, γίνεται ἔκπτωτος τῆς ὑπηρεσίας
1335αὐτοῦ, ἀνεξαρτήτως τῆς ποινῆς, ἥτις τῷ ἐπεβλήθη.
1336Οὕτως ἔχουσι, Κύριοι, οἱ νόμοι. Ἀλλὰ, καὶ οὕτως ἐχόν-
1337των τῶν νόμων, ἐὰν ἀπόφασις Δικαστηρίου, προκειμένου
1338ὄχι περὶ ὑπαλλήλου, ἀλλὰ περὶ ἁπλοῦ πολίτου, ἤθελεν
1339ἐπιβάλλει εἰς τοῦτον ποινὴν δύο μηνῶν καὶ συγχρόνως
1340ἤθελε στερήσει αὐτὸν ῥητῶς τῆς ἱκανότητος τοῦ ὑπηρετεῖν
1341εἰς τὸν στρατὸν, καὶ οὐχὶ γενικῶς τῶν πολιτικῶν δικαιω-
1342μάτων, ἐσφαλμένως ἑρμηνεύουσα τὸν νόμον, καὶ τότε
1343ἀκόμη ὁ Ὑπουργὸς ὤφειλε νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν,
1344ἀμετάκλητον καταστᾶσαν, διότι δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ
1345ἐλέγξῃ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, καὶ νὰ ἐξετάσῃ, ἂν αἱ
1346ἀποφάσεις αὐτῆς συνάδωσι πρὸς τὸν νόμον.
1347Ἐπὶ τοῦ προκειμένου λοιπὸν τί ἔχομεν, Κύριοι; ἔχομεν
1348ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι τὸ ἀδίκημα,
1349ὅπερ διέπραξεν ὁ στρατιωτικὸς, εἶναι ἀδίκημα περὶ τὴν ὑπη-
1350ρεσίαν καὶ διὰ τοῦτο κηρύττει αὐτὸν ῥητῶς ἔκπτωτον τῆς
1351ὑπηρεσίας, καὶ ἡ ἀπόφασις αὕτη εἶναι ὁριστικὴ καὶ ἀμε-
1352τάκλητος. Οὐδεὶς λοιπὸν δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ εὐσχήμως
1353ἐνώπιον ἡμῶν καὶ τοῦ δικαστικοῦ κόσμου τῆς Ἑλλάδος,
1354ὅτι δικαιοῦται νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐκτέλεσιν τοιαύτης ἀποφά-
1355σεως. Τοῦτ’ αὐτὸ λέγουσι, Κύριοι, καὶ αἱ γνωμοδοτήσεις,
1356τὰς ὁποίας προὐκάλεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Δύνασθε, λέ-
1357γει, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου νὰ
1358κρατήσητε ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τὸν κηρυχθέντα ἔκπτωτον ὡς
1359χωροφύλακα, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ νὰ διατηρήσητε αὐτὸν ἐν τῷ
1360βαθμῷ τοῦ ἐνωμοτάρχου, ἀφοῦ ἡ ἀπόφασις τὸν ἐκήρυξεν
1361ἔκπτωτον.
1362Μὴ νομίσητε, δὲ, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀρχὴ, ἣν τίθησι τὸ ἄρ-
1363θρον 7 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, καὶ καθ’ ἣν ἀπαιτεῖται
1364ἐνιαύσιος φυλάκισις, ἵνα ἀποκλεισθῇ τις τοῦ στρατοῦ, εἶναι
1365ἄνευ ἐξαιρέσεως. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸν νόμον περὶ
1366στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας, ἀλλὰ νομίζω ὅτι κατὰ
1367τὸ ἄρθρον 190 τοῦ νόμου τούτου ὁ ἀξιωματικὸς κηρύσ-
1368σεται ἔκπτωτος τῆς ὑπηρεσίας του ὅταν καταδικασθῇ
1369ἐπί τινι τῶν ἐν ἄρθρῳ 22 τοῦ ποινικοῦ νόμου πλημμελη-
1370μάτων, καὶ ὅταν δὲν ἦναι ἐνιαύσιος ἡ ἐπιβληθεῖσα αὐτῷ
1371φυλάκισις. Προδήλως λοιπὸν ἐξελέγχεται ἐντελῶς σύμφω-
1372νος πρὸς τὸν νόμον ἡ διάταξις τῆς ἀποφάσεως περὶ τῆς
1373ἐκπτώσεως ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει
1374ἀπόφασις, διατάττουσα ῥητῶς τὴν ἔκπτωσιν ἀπὸ τῆς ὑπη-
1375ρεσίας, οὐδέποτε δύναται νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν διακριτικὴν
1376ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ εἶναι
1377ὑποχρεωτικὴ δι’ αὐτὸν, καὶ ἀσεβεῖ πρὸς τὴν δικαιοσύνην
1378τῆς πατρίδος του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπιμένων νὰ μὴ
1379ἐκτελέσῃ αὐτήν.
1380§53ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀμείλικτοι οἱ ῥήτορες οἱ δικα-
1381νικοὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τοῦ δυστυχοῦς Πρωθυπουρ-
1382γοῦ ἐπετέθησαν, ἐκ δὲ τῶν ἀπαντήσεών του θὰ ἐνοήσατε,
1383ὅτι εὑρίσκεται ἐν παραζάλῃ ὁ ἄνθρωπος· πάσχει οὐχὶ πρὸ
1384μικροῦ, ἀλλὰ πρὸ μακροῦ χρόνου, διότι βεβαίως δὲν ἦτο
1385δυνατὸν νὰ ἦναι εἰς καλὴν κατάστασιν διανοητικῶς καὶ νὰ
1386λέγῃ ὅσα ἔλεγεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐκτὸς ἐὰν ἐνόμισεν
1387ἡμᾶς ἀξίους τοσοῦτον μεγάλης περιφρονήσεως, τὴν ὁποίαν
1388ἠθέλησε νὰ ἐπιδείξῃ. Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, ἔπρεπεν ὄχι μόνον
1389σεῖς, οἱ καθήμενοι ἐπὶ τῶν ἑδωλίων, ἀλλὰ καὶ τὰ ἑδώλια
1390νὰ κινηθῶσιν, ἀκούοντα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λέγῃ ὅσα
1391ἔλεγεν. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἐντρέπεται ἑαυτὸν, δὲν ἐντρέπεται
1392τουλάχιστον τὸ ἀξίωμα αὐτοῦ, δὲν ἐντρέπεται ἡμᾶς αὐ-
1393τοὺς τέλος πάντων; Ἀκουόμεθα καὶ οἱ ἀκούοντες ἡμᾶς λέ-
1394γουσιν, ὅτι ἐνταῦθα βουλεύονται ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν
1395ἔχουσιν οὔτε κρίσιν, οὔτε ἀντίληψιν.
1396Ἐγὼ δὲν εἶμαι θυμωμένος ἤδη κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
1397γοῦ,—μόνον τὸν λυποῦμαι,—εἶμαι θυμωμένος καθ’ ὑμῶν, οἱ
1398ὁποῖοι ἀνέχεσθε νὰ ἔχητε αὐτὸν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς σας.
1399Ἐζήτησε καλὰ καὶ σώνει νὰ μεταβάλῃ τὴν λέξιν «στρα-
1400τολογικὸς νόμος», καὶ ἠθέλησε νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι τὸ 7ον
1401ἄρθρον τοῦ στρατολογικοῦ νόμου ἀφορᾷ τὴν διάταξιν, ἐφ’
1402ἧς ἐστηρίχθη ἡ ἀπόφασις, δι’ ἧς κατεδικάσθη ὁ ἐνωμοτάρ-
1403χης ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ δικαστηρίου. Κύριοι, ἐὰν δὲν ἔχῃ
1404ὑγιεῖς διανοητικὰς δυνάμεις ὁ ἄνθρωπος οὗτος, βεβαίως
1405ὀφείλετε σεῖς νὰ φέρητε αὐτὸν εἰς τὴν τάξιν· εἶναι ἁμαρ-
1406τία νὰ διοικῇ εἷς ἄνθρωπος τοιοῦτος τὴν πατρίδα ἡμῶν.
1407Ὁμιλῶ μετὰ πικρίας, Κύριοι, καὶ εἶμαι ἴσως αὐστηρὸς
1408ὑπὲρ τὸ μέτρον, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἀνέχομαι αὐτὸν τὸν τρόπον
1409τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· ὀφείλει νὰ αἰσθάνηται, ὅτι ὁμιλεῖ
1410ἀπέναντι Βουλευτῶν, καὶ ὅτι εἶναι Πρωθυπουργὸς καὶ ὅτι
1411ὁμιλεῖ ἀπέναντι τοῦ Κράτους· ὁμιλῶν ἐντεῦθεν, ὀφείλει νὰ
1412σέβηται τὴν πατρίδα, νὰ ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντα αὐτοῦ,
1413καὶ ὄχι νὰ ἀναθέτῃ ἅπαντα τὰ ζητήματα εἰς τὴν πλειο-
1414νοψηφίαν. Καταστήσας ἑαυτὸν ἀνώτερον τοῦ Δικαστηρίου,
1415αὐτὸς, ὁ ἐντεταλμένος τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων τοῦ
1416Δικαστηρίου, δὲν δύναται ἢ νὰ ἦναι ἐν παραζάλῃ, ἀλλ’
1417ἐὰν δὲν ἦναι ἐν παραζάλῃ, φαντασθῆτε, τί δύναται νὰ κάμῃ
1418ὑποστηρίζων τοιαῦτα καὶ ἔχων τὴν ἰσχὺν, τὴν ὁποίαν τῷ
1419δίδετε. Φαντασθῆτε, Κύριοι, νὰ ψηφίζητε νομοσχέδιόν τι
1420φορολογικὸν καὶ τοῦτο νὰ λαμβάνῃ αὐτὸς καὶ νὰ τὸ ἑρ-
1421μηνεύῃ κατὰ τὸ συμφέρον του· φαντασθῆτε τί θὰ πάσχωσιν
1422οἱ δυστυχεῖς φορολογούμενοι, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τῆς παιδικῆς
1423του ἡλικίας ἐν Ἀγγλίᾳ μέχρι σήμερον, ὅτε εἶναι Πρωθυ-
1424πουργὸς, τὸν ἔθρεψαν καὶ τὸν ἐμεγάλωσαν· διότι οὐδένα φό-
1425ρον ἐτέλεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ὑποβάλλει ἐν-
1426ταῦθα κατὰ σωρείας νομοσχέδια φορολογικὰ, τὰ ὁποῖα οὐ-
1427δὲν ἕτερον ὑπηρετοῦσιν ἢ μόνον τὴν παγίωσιν καὶ τὴν αὔ-
1428ξησιν τοῦ φόρου. Ἐὰν δὲ ἐν παραζάλῃ ὢν ὁ κ. Πρωθυ-
1429πουργὸς, ἑρμηνεύῃ καὶ ἐκτελῇ οὕτω τὰ διατεταγμένα, δὲν
1430γνωρίζω ἐὰν ἦναι ἀξιοπρεπὲς διὰ σᾶς νὰ ὑποστηρίζητε τὸν
1431Πρωθυπουργὸν, δὲν γνωρίζω δὲ καὶ ποῖα ἀποτελέσματα θὰ
1432ἔχῃ διὰ τὸν τόπον τοιαύτη κατάστασις. Δὲν ἠξεύρω μὲ
1433ποῖον πρόσωπον θὰ παρουσιασθῶμεν πάντες ἡμεῖς ἐνώπιον
1434τῶν ἐντολέων ἡμῶν καὶ τί θὰ εἴπωμεν πρὸς αὐτοὺς, ὕστερον
1435ἀπὸ τόσα κωμικὰ καὶ τραγικὰ, τὰ ὁποῖα συνετελέσθησαν
1436ἐνταῦθα. Μὴ νομίσητε, ὅτι εἶναι μικρὰ πράγματα ταῦτα,
1437εἶναι μαθήματα διὰ τοὺς διαδόχους ἡμῶν, καὶ πρέπει νὰ
1438ἀναλογίζησθε, ὅτι, ἐὰν ἔλθητε εἰς τὴν τάξιν τῆς μειοψη-
1439φίας καὶ ἐπέλθῃ ἑρμηνεία καὶ τοιαύτη ἐκτέλεσις τῶν νό-
1440μων, θὰ ἐπέλθῃ αὕτη κατὰ τῶν φίλων ὑμῶν· ἀλλὰ καὶ
1441ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι δὲν θὰ ἔλθῃ στιγμὴ, καθ’ ἣν νὰ ὑπο-
1442στῆτε ταῦτα, θλιβερὰ ἀποτελέσματα θὰ ἔχῃ ἡ κατάστασις
1443αὕτη διὰ τὸν τόπον.
1444Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους δὲν ἐννοῶ τί σᾶς ὠφελεῖ ὁ τίτλος τοῦ
1445Βουλευτοῦ, ὅταν τὸν ἔχητε ὅπως τὸν ἔχετε. Δὲν ἐννοῶ τί
1446σκέπτεσθε, καθήμενοι εἰς αὐτὰς τὰς θέσεις, ποίαν φιλοδο-
1447ξίαν ἱκανοποιεῖτε καὶ πῶς ἐννοεῖτε τὴν τοιαύτην ἐκπλήρω-
1448σιν τοῦ καθήκοντός σας. Κύριοι, τὸ νοητικὸν παντὸς ἀν-
1449θρώπου σταματᾷ πρὸ τῆς τοιαύτης οἰκτρᾶς καταστάσεως,
1450καὶ ἴσως αὐτὴν τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ὁμιλῶ, ὑπάρχωσί τι-
1451νες ἐκ τῶν ἀφωσιωμένων τῷ κ. Πρωθυπουργῷ, οἱ ὁποῖοι νο-
1452μίζουσιν ὅτι μαχόμεθα διὰ τὴν ἐξουσίαν, λέγοντες τὰ τοι-
1453αῦτα. Δὲν ὠφελεῖ ἡ ἐξουσία, οὕτως ἐξευτελισθεῖσα, εἰς
1454ἄνθρωπον ἔντιμον καὶ θέλοντα νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν πατρίδα
1455του, δὲν παρέχει οὐδὲν γόητρον. Κύριοι, δὲν ὁμιλῶ μεθ’ ὑστε-
1456ροβουλίας, ἀλλ’ ὁμιλῶ ἕνεκα τοῦ πόνου, τὸν ὁποῖον αἰσθά-
1457νομαι διὰ τὴν πατρίδα μου. Δὲν ἠξεύρω τί θὰ κάμωσιν οἱ
1458ἐκλογεῖς, ὅταν παρουσιασθῆτε ἐνώπιον αὐτῶν, δὲν ἠξεύρω
1459ὅμως πῶς θὰ γράψῃ καὶ ἡ ἱστορία ἡ κοινοβουλευτικὴ τῆς
1460περιόδου ταύτης, καὶ δὲν ἠξεύρω πῶς θὰ τὴν χαρακτηρίσῃ,
1461ἀλλ’ ὅσον ἐπιεικὴς καὶ ἂν ἦναι ὁ ἱστορικὸς, ἀλλοίμονον
1462εἰς ἐκείνας τὰς γραμμὰς, τὰς ὁποίας θὰ γράψῃ εἰς τὸν
1463χάρτην ἐκεῖνον!
1464§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
1465§55ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσῃ τις ἐκεῖθεν, πρὸς ὑποστήρι-
1466ξιν τῆς ἑρμηνείας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Οἱ Κύριοι, οἱ ὁποῖοι
1467ὑποστηρίζουσι τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς ψήφου των, πρέπει
1468νὰ ὑποστηρίξωσιν αὐτὴν καὶ διὰ τοῦ λόγου.
1469§56ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην.
1470§57ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ
1471ἔκαμεν ἐντύπωσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, πρὸ πάντων εἶναι
1472ἡ σιγὴ, ἣν ἐτήρησεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐνῷ ὁ
1473Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἠρνήθη νὰ ἐκτελέσῃ ἀπόφασιν
1474τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, καὶ εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὁ Ὑπουρ-
1475γὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐτάχθη πρὸς ὑποστήριξιν τῶν δικαιω-
1476μάτων τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, καὶ ὅμως τηρεῖ σιγὴν νε-
1477κρικήν. Ἐὰν ἔχῃ γνώμην, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτι-
1478κῶν ἐδικαιοῦτο νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξε, διατὶ δὲν ἀνῆλθεν εἰς
1479τὸ βῆμα, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν;
1480Ἐὰν δὲ ἔχῃ ἀλλοίαν γνώμην, πῶς ἐξευτελίζεται παραμέ-
1481νων εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Πρέπει λοιπὸν νὰ θεωρῶμεν ἡμεῖς,
1482ὅ,τι πᾶν ὅ,τι λέγει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι
1483τεκμήριον διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης; Ἀλλὰ τοι-
1484αύτη Κυβέρνησις εἶναι ἀναξία παντὸς σεβασμοῦ!
1485§58ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι μετὰ τὴν γενομένην ἀνάπτυ-
1486ξιν καὶ ἀνάλυσιν τοῦ ζητήματος δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἦναί
1487τις τεταγμένος εἰς τὴν ἀσχολίαν τῶν νόμων, διὰ νὰ ἐννοήσῃ
1488τὸν νόμον, καὶ μὴ φαίνηται ἀκολουθῶν ὡς κύμβαλον ἀλλα-
1489λάζον εἰς ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν γνώμην. Πρόκειται δὲ περὶ
1490ὑποθέσεως τοσοῦτον σοβαρᾶς, ὁποία εἶναι ἡ ἐκτέλεσις δικα-
1491στικῆς ἀποφάσεως, καὶ δὲν πρόκειται περὶ ἀντικειμένου τα-
1492πεινοῦ. Πρόκειται περὶ ἐκτελέσεως δικαστικῆς ἀποφάσεως
1493ἐν ὀνόματι τοῦ νόμου καὶ τοῦ Βασιλέως, καὶ δὲν ἐγείρεται
1494ἡ θρὶξ παντὸς, ὅταν ἀποφάσεις τοιαῦται μένωσιν ἀνεκτέ-
1495λεστοι, καὶ τάσσωνται ὑπὸ τὴν θέλησιν ἑνός; «sic volo,
1496sic jubeo, sic proratione voluntas», ἰδοὺ τὸ ἀξίωμα,
1497καθ’ ὃ ἐννοεῖ νὰ διέπῃ τὰ τῆς πολιτείας ὁ κ. Πρωθυπουργός.
1498Ἡ ἔρευνα τῆς νομιμότητος τῶν ἀποφάσεων ἀνετέθη εἰς
1499ἱεραρχίαν ἀρχῶν, αἵτινες ἐτάχθησαν, ἵνα ἀναλύωσι τὰς
1500ἀποφάσεις, ἐκκαλουμένας ἐνώπιον αὐτῶν κατὰ τὸν νόμον’
1501ἔχομεν δὲ ἐν τῇ ἱεραρχίᾳ ταύτῃ πρῶτον βαθμὸν τὸ Πρω-
1502τοδικεῖον, δεύτερον βαθμὸν τὸ Ἐφετεῖον καὶ τρίτον βαθ-
1503μὸν τὸν Ἄρειον Πάγον, ἤδη δὲ πρόκειται νὰ δημιουργηθῇ
1504καὶ τέταρτος βαθμὸς, ἡ θέλησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἂν
1505ἐγκρίνῃ ὡς νομίμους τὰς ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων ἐκδιδομένας
1506ἀποφάσεις.
1507Δύο ζητήματα προέκυψαν ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης,
1508καθαρῶς διεσταλμένα ἀπ’ ἀλλήλων καὶ κατὰ τὴν ἐπιστή-
1509μην τοῦ δικαίου καὶ κατὰ τὴν λογικὴν, ἡ ὁποία εἶναι δῶρον
1510τοῦ Θεοῦ εἰς πάντας τοὺς ἀνθρώπους. Τὸ πρῶτον εἶναι, ἐὰν
1511ἔχῃ ἐφαρμογὴν τὸ ἄρθρον ἕβδομον τοῦ στρατολογικοῦ νό-
1512μου ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως, καὶ ἐὰν τὸ ἄρθρον τοῦτο δύναται
1513νὰ καλύψῃ τὴν εὐθύνην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τοῦτο εἶναι
1514τὸ ζήτημα τὸ ἐπιστημονικὸν, τὸ νομικὸν, τοῦ ὁποίου τὴν
1515λύσιν ἀνέλαβον οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες. Ἀλλὰ πλὴν
1516τούτου εἶναι καὶ τὸ ἕτερον ζήτημα, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1517γὸς δύναται τὰς ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων, καὶ μὴ συμ-
1518φώνως πρὸς τοὺς νόμους ἐκδιδομένας, νὰ ἐκτελῇ ἢ μὴ ἐκ-
1519τελῇ, ἢ ὀφείλῃ νὰ ὑποτάσσηται, σεβόμενος τὸ δεδικασμέ-
1520νον καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἐγὼ
1521τοὐλάχιστον γινώσκω, ὅτι ἓν εἶναι τὸ Δικαστήριον τὸ ἀκυ-
1522ρωτικὸν ἐν Ἑλλάδι, καθεστηκὸς μὲ τὴν ἐξουσίαν νὰ ἀκυροῖ
1523τὰς ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων, τὰς ἐκδιδομένας ἐναντίον
1524τῶν διατάξεων τῶν νόμων, καὶ αὐτὸ εἶναι ὁ Ἄρειος Πά-
1525γος. Σήμερον μὲ ἔκπληξίν μου ἀκούω, ὅτι εἷς Ὑπουργὸς
1526συνταγματικοῦ Κράτους εἰσέρχεται εἰς τὰ δικαιώματα τῆς
1527ἀνεξαρτήτου δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ ἀφίνει ἀνεκτελέστους
1528ἀποφάσεις, φρονῶν, ὅτι αἱ ἀποφάσεις αὗται ἀντίκεινται εἰς
1529τὸ ἄρθρον 7ον τοῦ στρατολογικοῦ νόμου. Δὲν πρόκειται νὰ
1530ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, δὲν πρόκειται νὰ ἐκδηλώσῃ ἡ πλειο-
1531ψηφία, ὅτι ἔχει ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν,
1532ἀλλὰ πρόκειται ν’ ἀποφανθῇ, ἐὰν ἔχῃ δικαίωμα ὁ Πρωθυ-
1533πουργὸς νὰ ἀκυροῖ ἀποφάσεις δικαστικάς. Ἐγὼ ἐπείσθην
1534ἀδιστάκτως, Κύριοι, ὅτι τὸ ἄρθρον 7ον τοῦ στρατολογικοῦ
1535νόμου οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει ἐπὶ τῆς εἰρημένης ἀποφάσεως τῶν
1536ἐν Λαρίσσῃ Πλημμελειοδικῶν. Τὸ ἄρθρον 7ον ἀφορᾷ εἰς τὸν
1537ἀποκλεισμόν ἀπὸ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας τῶν διαπρα-
1538ξάντων πρᾶξιν τιμωρηθεῖσαν διὰ φυλακίσεως οὐχὶ κατωτέ-
1539ρας τοῦ ἔτους. Ἑπομένως, καὶ ἂν δὲν ἀπατῶμαι, — ἄς μοὶ
1540ἐπιτραπῇ νὰ μεταχειρισθῶ τὸν νομικὸν ὅρον,—λέγω ὅτι ἡ
1541ratio legis τοῦ ἄρθρου τούτου εἶναι ὡς ἑξῆς, ὅτι ὁ νομοθέ-
1542της ὀρθότατα ἐσκέφθη νὰ ἀναγράψῃ ἐξαιρετικῶς τὸν ὅρον
1543ποινῆς ἑνὸς ἔτους. Διότι, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τὸ ὅριον ἑνὸς ἔτους,
1544ὁ στρατιώτης ὁ ὑποπίπτων καὶ εἰς πλημμέλημα, τιμω-
1545ρούμενον διὰ φυλακίσεως δύο μηνῶν ἢ καὶ ἑνὸς μηνὸς, θὰ
1546ἀπηλλάσσετο τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, εἰς ἣν δὲ κατά-
1547στασιν εὑρίσκονται τὰ ἤθη παρ’ ἡμῖν, πλεῖστοι στρατιῶ-
1548ται ἤθελον προβαίνει εἰς τοιαῦτα πλημμελήματα, ἵνα ἀπαλ-
1549λάσσωνται τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ ἀπεδείχθη
1550ἡλίου φαεινότερον, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 7ου οὐδεμίαν
1551ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐνωμοτάρχου. Ὁ ἐνωμο-
1552τάρχης εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος, ἐν τῇ διαχειρίσει δὲ τῆς
1553ὑπηρεσίας του παρέβη τοὺς νόμους, συνέλαβε πολίτας καὶ
1554τοὺς κατεκράτησεν ἐπὶ τέσσαρας ἢ πέντε ἡμέρας, ἐναντίον
1555τοῦ Συντάγματος, ἤτοι προσέβαλε τὸ ὕψιστον τῶν ἀγα-
1556θῶν, τοῦ ἀνθρώπου τὸ τιμαλφέστατον αὐτοῦ δικαίωμα. Εὐ-
1557λόγως λοιπὸν τὸ Δικαστήριον τῶν ἐν Λαρίσσῃ Πλημμε-
1558λειοδικῶν ἐτιμώρησε τὸν ἐνωμοτάρχην διὰ τριμήνου νομίζω
1559φυλακίσεως καὶ ἐκπτώσεως ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ του. Δὲν ἐπινε-
1560στεύθη εἰς τὸ μέλλον ἡ δικαστικὴ ἐξουσία πρὸς τοιοῦτον
1561ἄθλιον τοῦ Κράτους ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν ἀναί-
1562δειαν, τεταγμένος αὐτὸς ὑπὸ τοῦ νόμου νὰ σώζῃ τὴν τι-
1563μὴν, τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, νὰ
1564στερήσῃ τὴν ἐλευθερίαν αὐτοῦ· εἰς τοιοῦτον ἄνθρωπον ἐνό-
1565μισε δικαίως τὸ Δικαστήριον, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφήσῃ πλέον
1566ν’ ἀσκῇ τοιαύτην ἐξουσίαν, ἣν τόσον ἀσυστόλως κατεχρά-
1567σθη. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐπὶ
1568τοῦ ἐπιστημονικοῦ ζητήματος ἱκανὰ ἐπιχειρήματα καὶ ἀκα-
1569ταμάχητα παρέταξαν.
1570Ἐπὶ τοῦ ἄλλου ζητήματος τί ἀπαντᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς
1571ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν ἐκ-
1572τέλεσιν τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, καὶ ὁ ὁποῖος κάθηται
1573ἐκεῖ σιωπῶν, ὡς νὰ μὴ ἀφορᾷ αὐτὸν ἡ ὑπόθεσις; Ἔχει τὴν
1574αὐτὴν γνώμην πρὸς τὸν κ. Λούντζην, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ; Ἀλλ’
1575ὁ κ. Λούντζης δὲν εἶναι ὑπεύθυνος, ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι
1576ὑπεύθυνος, καὶ ἐνόσῳ ἡ ἀπόφασις δὲν ἀνῃρέθη ὑπὸ τοῦ Ἀρείου
1577Πάγου ἢ ἄλλου Δικαστηρίου, ὑπὸ τοῦ νόμου ἔχοντος τοιοῦ-
1578τον δικαίωμα, εἶναι ὑπεύθυνος καὶ ὀφείλει ἢ νὰ ζητήσῃ τὴν
1579ἐκτέλεσιν τῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως, ἢ νὰ παραιτηθῇ ἀπὸ
1580τῆς ἀρχῆς, ἄλλως, ἐὰν δὲν τιμωρηθῇ σήμερον, θὰ τιμωρηθῇ
1581αὔριον. Εἶναι ζήτημα θεμελιῶδες, Κύριοι, καὶ ἀναλογισθῆτε
1582εἰς ποῖον σημεῖον δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν, ἐὰν εἰς τὸν Ὑπουρ-
1583γὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιω-
1584τικῶν, ἐὰν τύχῃ μάλιστα νὰ φέρῃ καὶ σπάθην, ἐπιτρέψω-
1585μεν κατὰ τὸ δοκοῦν νὰ ἐφαρμόζωσι, νὰ ἐκτελῶσιν ἢ νὰ μὴ
1586ἐκτελῶσι τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις, δι’ ὧν σώζονται καὶ
1587φρουροῦνται τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου.
1588Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὰ πράγματα δὲν ἔχωσιν ὅπως ἠδύ-
1589νατό τις τόσον ἀφελῶς νὰ τὰ θεωρήσῃ, νομίζω δὲ, ὅτι ὁ κ.
1590Πρωθυπουργὸς δὲν ἐμελέτησε τὸ βάθος τῆς πράξεώς του,
1591δὲν ἐξεμέτρησε τὰς συνεπείας τοιούτου ὀλεθρίου προηγουμέ-
1592νου. Διότι, ἂν τὸ ἐξετίμα, εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι οὐδέποτε
1593θὰ εἶχε τὴν τόλμην νὰ διαπράξῃ τοιαύτην ἀθέτησιν τοῦ
1594θεμελιώδους νόμου, ἡ ὁποία ἀναιρεῖ τὴν ὕπαρξιν καὶ τῆς
1595κοινωνίας καὶ τοῦ πολιτεύματος. Εὐθὺς ὡς ἀπολέσῃ ἡ δι-
1596καστικὴ ἐξουσία τὸ κῦρος αὐτῆς καὶ τεθῇ ὑπὸ τὸ κῦρος
1597ἑτέρας ἐξουσίας, μὴ ἀναφερομένης εἰς τοὺς νόμους, ὅταν δὲν
1598ὑπάρχῃ ἀπολύτως ἀνεξάρτητος ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, δὲν
1599ὑπάρχει κοινωνία. Περὶ τούτου δὲ καλεῖσθε ν’ ἀποφανθῆτε.
1600Ὑποβάλλων οὕτως εὐλαβῶς τὰς παρατηρήσεις μου ταύ-
1601τας, ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν ἑκατέρων τῶν πτερύγων,
1602διότι δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος κοινοῦ, τὸ ὁποῖον δύ-
1603ναται νὰ καλύψῃ τὸν Πρωθυπουργὸν, τὸν ἐνεργήσαντα ὡς
1604Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, οὔτε τὸν Ὑπουργὸν τῆς
1605Δικαιοσύνης.
1606§59ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Μετὰ τὴν δικανικωτάτην ἀγόρευσιν
1607τοῦ εἰσαγαγόντος τὴν ἐπερώτησιν, μετὰ τὰς πειστικωτά-
1608τας ἀγορεύσεις τῶν προλαλησάντων συναδέλφων, μετὰ τὴν
1609πατριωτικὴν καὶ ἐμβριθῆ ἀγόρευσιν τοῦ ἡγέτου τῆς Ἀντι-
1610πολιτεύσεως, οὐδεὶς δισταγμὸς μένει πλέον, ὅτι δὲν πρόκει-
1611ται περὶ ζητήματος ἀναξίου προσοχῆς, ὅτι πρόκειται περὶ
1612τολμηρᾶς αὐθαιρεσίας, περὶ πραξικοπήματος κυβερνητικοῦ.
1613Τὸ Σύνταγμα, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀποῤῥέουσιν αἱ μεγάλαι
1614τοῦ Κράτους ἐξουσίαι, καθιέρωσεν, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξου-
1615σία ἵσταται ἀντιμέτωπος πρὸς τὰς δύο ἑτέρας καθεστη-
1616κυίας ἐξουσίας, ἀνεπηρέαστος καὶ ἀνεξάρτητος. Καλῶς ἑπο-
1617μένως ἐτέθη τὸ ζήτημα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρα-
1618τιωτικῶν: «παρεβιάσθη ἢ δὲν παρεβιάσθη ἡ ἀπόφασις;»
1619Ἀλλὰ μάτην προσεπάθησε δι’ ἐπιχειρημάτων, ἀναξίων
1620τῆς πεφημισμένης διανοίας του, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ πείσῃ,
1621ὅτι ἡ ἀπόφασις δὲν παρεβιάσθη. Ἀπόφασις, ἐν ὀνόματι τοῦ
1622Βασιλέως ἐκδοθεῖσα καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων,
1623ὤφειλε νὰ ἦναι σεβαστὴ, καὶ πρέπει πάντοτε νὰ ἦναι τοι-
1624αύτη ἀπὸ τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας, ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ὁποίων
1625ἵσταται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
1626Τὰ χρονικὰ τῆς Ἀραβίας ἀναφέρουσιν, ὅτι Καλίφης
1627τις, πάσχων νόσημα ἀνίατον, ἐπείσθη παρά τινος ὀπαδοῦ
1628του, ὅτι τὰ θερμὰ ἐντόσθια παίδων φονευομένων ἠδύναντο
1629νὰ πραΰνωσι τοὺς πόνους του. Τὸ πείραμα ἐτελέσθη, οἱ παῖ-
1630δες ἐφονεύθησαν, ἀλλ’ οἱ πόνοι δὲν ἐπραΰνθησαν. Ὁ μῦθος
1631δηλοῖ Στρέφων τοὺς λόγους πρὸς τοὺς κυβερνήτας, τοῖς
1632λέγω: ἐστὲ νομιμόφρονες, κύριοι Ὑπουργοί· ἐὰν δὲ νομίζητε,
1633ὅτι ἡ ἐξουσία σας εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν δικαιοσύ-
1634νην, δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ παρατείνητε, οὔτε θὰ δυνηθῆτε
1635νὰ παρατείνητε τὸν βίον σας ἀδικοῦντες. Ταῦτα ἀναφέρον-
1636ται εἰς Κυβέρνησιν σωφρονοῦσαν, εἰς Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία
1637ἑδράζεται ἐπὶ ἀρχῶν ὑγιῶν, λογικῶν, φιλελευθέρων, καὶ
1638ἐπιδιώκει φαινομενικὴν τοὐλάχιστον μετριοπάθειαν. Ταῦτα
1639δὲν ἀναφέρονται εἰς Κυβέρνησιν δεσποτικήν· ὁ δεσποτισμὸς
1640στηρίζεται ἐπὶ τῆς αὐθαιρεσίας, ἡ ὕπαρξίς του εἶναι ἡ αὐ-
1641θαιρεσία· ἄνευ αὐτῆς δὲν ἔχει λόγον ὑπάρξεως οὐδ’ ἐπὶ
1642στιγμήν· ἀλλ’ ὁ πολιτισμὸς εἰς τὰ νεώτερα πολιτεύματα
1643δὲν στηρίζεται πλέον ἐπὶ τῆς αὐθαιρεσίας.
1644Πάντα τὰ μέσα δι’ ὅλους τοὺς σκοποὺς, ἀγαθοὺς εἴτε
1645μὴ, δὲν εἶναι καλά. Ὁ νόμος τοῦ Βαλλερίου Πουβλικόλα,
1646διὰ τοῦ ὁποίου διετάσσετο νὰ φονεύηται ἄνευ διατυπώσεων
1647πᾶς ὁ ἀποβλέπων εἰς τὴν τυραννίαν, ἐχρησίμευσεν ἐναλλὰξ
1648καὶ εἰς τοὺς ἀριστοκράτας καὶ εἰς τοὺς λαϊκούς· ἀλλ’ ἐπὶ
1649τέλους ἡ δημοκρατία κατεστράφη. Εἶχον πεποίθησιν, ὅτι ἡ
1650Κυβέρνησις καὶ πρὸ πάντων ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐκτιμῶν τὰς
1651περιστάσεις, ἐκτιμῶν τὰ πράγματα καὶ τὰ σημεῖα τῶν και-
1652ρῶν, οὐχί, ὡς συνήθως, μετὰ πείσματος καὶ κατὰ φαντα-
1653σίαν, ἀλλ’ ὀρθῶς καὶ σοβαρῶς, δὲν ἤθελεν ὠθήσει τὸν τόπον
1654νὰ προβῇ εἰς σκέψεις καὶ ἀποφάσεις, ἀναποφεύκτους ἴσως,
1655ἀλλὰ τὰς ὁποίας ὁ πατριωτισμὸς καὶ ἡ σύνεσις ἡμῶν ἀπο-
1656κρούει, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἐλπὶς ἐπαναφορᾶς ἡμῶν εἰς τὰ ὑπὸ
1657τοῦ Συντάγματος διατεταγμένα.
1658Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται μετὰ τοιαύτας συζητήσεις νὰ
1659ἀντιπαρέλθῃ καὶ νὰ μὴ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκον της, νὰ μὴ
1660ἐξενέγκῃ γνώμην ἐπὶ τοιαύτης τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας
1661ἀνευλαβείας πρὸς τὴν ὑψίστην τοῦ Κράτους ἐξουσίαν, τὴν
1662Δικαιοσύνην, ἀπὸ τὴν ὁποίαν πάντες ἀναμένομεν καὶ ἡ
1663ὁποία θεωρεῖται πάντοτε, μεθ’ ὅλας τὰς κατὰ τοὺς τελευ-
1664ταίους τούτους χρόνους παρατηρουμένας ἀνωμαλίας, ἡ ἄγ-
1665κυρα τῆς κοινωνίας, ἡ ἐλπὶς καὶ προστασία τῆς ζωῆς, τῆς
1666τιμῆς καὶ τῆς περιουσίας τοῦ πολίτου. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμ-
1667μένον νὰ διαπραγματεύηται τὸ ζήτημα τοῦτο ὁ κ. Πρόε-
1668δρος τῆς Κυβερνήσεως ὅπως τὰ συνήθη ζητήματα, ὅπως π.χ.
1669ὅταν πρόκηται περὶ ἐπιψηφίσεως κοινῶν ὑπηρεσιακῶν νομο-
1670σχεδίων. Τὸ ζήτημα εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ προκαλέσῃ τὴν
1671Βουλὴν νὰ σταματήσῃ ἐπ’ ὀλίγον, καὶ νὰ σκεφθῇ πῶς πρέ-
1672πει νὰ πολιτευθῇ, ὅταν ἐπ’ αὐτοφώρῳ συλλαμβάνῃ τοιαύ-
1673την ἀνευλάβειαν πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους. Καὶ
1674ἐγὼ ἐξεπλάγην, ὅτε ἤκουσα, ὅτι, προκειμένου περὶ ἐκτελέ-
1675σεως ὁριστικῆς ποινικῆς ἀποφάσεως, ἐκδοθείσης κατὰ τοὺς
1676κειμένους νόμους, ἡ ὑπόθεσις εἶναι μηδαμινή, καθὼς ἐπίσης
1677ἐθαύμασα τὴν εὐκολίαν, μὲ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
1678Στρατιωτικῶν ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ τὴν
1679ὑπέρβασίν του, καταφεύγων εἰς τὸ 7ον ἄρθρον τοῦ στρατο-
1680λογικοῦ νόμου καὶ ἀτόπως ἐφαρμόζων αὐτό.
1681Μὴ ἔχων τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος τῆς Βουλῆς κατὰ
1682τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, τὸ πρῶτον τὴν ἑσπέραν ταύτην
1683ἤκουσα τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται, ἀλλ’ ἠπόρησα, ἐπα-
1684ναλαμβάνω, μὲ τὴν εὐκολίαν, μεθ’ ἧς ἀποτεινόμενος ὁ κ.
1685Πρωθυπουργὸς πρὸς Βουλευτάς, οἵτινες ἐννοοῦσιν ὁπωσδή-
1686ποτε ἀπὸ τοὺς νόμους, μᾶς παρέπεμπεν εἰς τὸ ἄρθρον 7ον τοῦ
1687στρατολογικοῦ νόμου. Ὁ στρατολογικὸς νόμος, ὡς πολὺ κα-
1688λῶς ἀνέπτυξε πρὸ ὀλίγου ὁ ἔντιμος συνάδελφος καὶ συμπο-
1689λίτης μου, κανονίζει τὸν φόρον τοῦ αἵματος, τὸν ὁποῖον θὰ
1690λάβῃ τὸ Κράτος, ὁ νόμος ὁ ἐτήσιος περὶ δυνάμεως στρατοῦ
1691ὁρίζει τὸ ποσὸν τῶν καταταχθησομένων ἀνδρῶν, οὓς χορη-
1692γεῖ ὁ στρατολογικὸς νόμος, ὁ δὲ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ
1693διατάσσει πῶς θὰ ὀργανωθῶσιν οἱ δυνάμει τῶν δύο πρώτων
1694καταταχθέντες κληρωτοί. Καὶ ἐν τούτοις μᾶς παραπέμπει
1695εἰς τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἑρ-
1696μηνεύων αὐτὸ κατ’ ἴδιον τρόπον καὶ μετ’ εὐφυΐας, ἡ ὁποία
1697ταύτην τὴν φορὰν τὸν ἠδίκησε· μᾶς παραπέμπει εἰς τὸ
1698ἄρθρον 7ον, τὸ ὁποῖον σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς καθιε-
1699ροῖ τὰς ἐξαιρέσεις, οὕτως εἰπεῖν, ἐκ τῆς στρατολογικῆς ὑπη-
1700ρεσίας τῶν ἀναξίων νὰ μετάσχωσι τῆς τιμῆς νὰ ὑπηρετήσωσι
1701τὴν πατρίδα.
1702Ἀλλά, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν πρὸς στιγμήν, ὅτι πεπλανη-
1703μένη ἐθεωρήθη ἡ ἀπόφασις ἐκείνη, δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα
1704οὔτε Ὑπουργὸς, οὔτε καὶ αὐτὸς ὁ ἀνώτατος ἄρχων, νὰ θέ-
1705σῃ χεῖρα βέβηλον ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως, καὶ νὰ ἰσχυρισθῇ
1706ἀπροκαλύπτως, ὅτι τὴν διεχώρισεν εἰς δύο, ὅτι ἐξετέλεσε τὸ
1707ἓν μέρος, οὐχὶ δὲ καὶ τὸ ἕτερον. Ἀλλὰ τότε τί γίνεται τὸ
1708δεύτερον ἐκεῖνο μέρος τῆς ἀποφάσεως; πῶς δὲν ἐκτελεῖται
1709καὶ αὐτό; Καὶ λέγετε, ὅτι εὐλαβῶς ἔχετε πρὸς τὴν Δι-
1710καιοσύνην! Ἀλλ’ εἴπετέ μοι, τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας,
1711καὶ ἰδίως μάλιστα τὰ τῆς χωροφυλακῆς, τὰ συνεχῶς ὑπο-
1712πίπτοντα εἰς ἁμαρτήματα, ποῖον παράδειγμα θὰ λάβωσι
1713καὶ πῶς θὰ σεβασθῶσι τοὺς πολίτας, ὅταν μάθωσιν, ὅτι ἀπὸ
1714τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐξαρτᾶται νὰ
1715ἐφαρμόζωνται ἢ νὰ μὴ ἐφαρμόζωνται κατ’ αὐτῶν αἱ ἀπο-
1716φάσεις τῶν Δικαστηρίων. Ποῦ μᾶς παραδίδετε, κύριε
1717Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν; Αὕτη εἶναι ἡ μέριμνα καὶ ἡ
1718στοργή, τὴν ὁποίαν λέγετε ὅτι δεικνύεται πρὸς τὸν τόπον;
1719Αὕτη εἶναι ἡ προσοχὴ καὶ φροντὶς ὑμῶν διὰ τὴν δημοσίαν
1720ἀσφάλειαν; Δὲν δύναται, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Βουλὴ νὰ κατα-
1721παύσῃ τὴν συζήτησιν, καὶ νὰ ἐγκαταλίπῃ τὸ ζήτημα,
1722χωρὶς νὰ ἐξενέγκῃ τὴν γνώμην, ἣν ἔχει, περὶ τῆς εὐλαβείας
1723ἢ τῆς ἀνευλαβείας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας πρὸς τὰς ἀπο-
1724φάσεις τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς καὶ τοὺς καθεστῶτας νόμους.
1725Ἀναμένω νὰ ἀκούσω, διότι δὲν ἤκουσα μέχρι τοῦδε ἀντιλέ-
1726γοντα ἢ μόνον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ
1727ἀκούσω, λέγω, καί τινα τῶν συναδέλφων, τῶν ἐν τῇ πτέρυγι
1728ἐκείνῃ, διότι ἀρκετοὺς νομομαθεῖς περιλαμβάνει καὶ ἡ πτέ-
1729ρυξ αὕτη, ἄνδρας, οὓς ἐκτιμῶ καὶ εἰς τὴν συνείδησιν τῶν
1730ὁποίων ποιοῦμαι τὴν ἔκλησιν ταύτην. Ἂς ὁμιλήσῃ τις τῶν
1731Κυρίων, διὰ νὰ ἴδω, ἐὰν πλανῶμαι καὶ ἐγώ, ἢ ἐὰν δὲν
1732πλανῶμαι.
1733§60ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Δὲν εἶχον, φίλοι συνάδελφοι, τὴν
1734διάθεσιν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήμα-
1735τος, ἀλλὰ τὸ τραγικὸν ὕφος ἰδίᾳ τοῦ τελευταίου λαλήσαν-
1736τος συναδέλφου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος μὲ ἀναγκάζει νὰ
1737ἔλθω εἰς τὸ βῆμα, ἵνα προσθέσω ὀλίγας συντόμους παρα-
1738τηρήσεις.
1739Ὁ ἔντιμος συνάδελφος παρέστησεν ὑμῖν, ὅτι ὁ Κατι-
1740λίνας εἶναι πρὸ τῶν θυρῶν τοῦ Βουλευτηρίου καὶ ὅτι προ-
1741δότης θὰ ἦτο ἐκεῖνος, ὅστις δὲν ἐξεπλήρου τὸ καθ’ ἑαυτὸν
1742εἰς ἀπόκρουσιν τοῦ ἔξωθεν εἰσβαλόντος ἐχθροῦ. Ἀλλὰ
1743νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν δύναται νὰ ὑψωθῇ εἰς τὴν
1744περιωπὴν, εἰς ἣν ὁ ἔντιμος συνάδελφος καὶ οἱ πρὸ αὐτοῦ
1745λαλήσαντες ἠθέλησαν νὰ τὸ ἀνυψώσωσι. Πρόκειται ἴσως περὶ
1746ἐσφαλμένης ἑρμηνείας τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἐν παντὶ νόμῳ γεν-
1747νῶνται ὅμοια ζητήματα, ἐφ’ ὧν ἄλλος μὲν τοῦτο φρονεῖ,
1748ἄλλος δ’ ἐκεῖνο. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, οὕτω τιθέμενον,
1749βεβαίως εἶναι κατώτερον τῆς περιωπῆς, εἰς ἣν τὸ ἀνύψωσαν
1750οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι. Δὲν πρόκειται περὶ Ὑπουργοῦ
1751λέγοντος «δὲν ἐννοῶ νὰ ἐκτελέσω τὴν ἀπόφασιν», ἀλλὰ
1752περὶ Ὑπουργοῦ λέγοντος ὑμῖν: «ἔλαβον μετὰ σεβασμοῦ
1753ὑπ’ ὄψει τὴν ἀπόφασιν, ἔλαβον ἀφ’ ἑτέρου τὸν νόμον καὶ
1754ζητήσας παρὰ τοῦ νομοθέτου ὁδηγίαν πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς
1755ἀποφάσεως, ἡρμήνευσα οὕτω τὸν νόμον, ἔστω ἐσφαλμέ-
1756νως». Ἀλλὰ τίς ἐξ ὑμῶν δύναται νὰ καυχηθῇ, ὅτι ἐν τῇ
1757ἑρμηνείᾳ τῶν νόμων εἶναι ἀλάνθαστος; οἱοσδήποτε ἀξιώσῃ
1758τοῦτο, θὰ ἦναι κατ’ ἐμὲ — συγχωρήσατέ μοι τὴν λέξιν — ἀνόη-
1759τος. Ἡ ἀνθρωπίνη ἀδυναμία δὲν παρέχει τὰ μέσα τῆς
1760ἀσφαλοῦς τῶν πραγμάτων ἑρμηνείας, πολλάκις δὲ περιπί-
1761πτει τις εἰς τὸ ψεῦδος, καίπερ ἔχων τὴν καλὴν θέλησιν νὰ
1762ἀνεύρῃ τὴν ἀλήθειαν· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι λόγος διὰ νὰ
1763φαντασθῇ τις, ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ Κατιλίνα, ἀπει-
1764λοῦντος εἰσβολὴν εἰς τὸ Βουλευτήριον, πρόκειται περὶ
1765Ὑπουργοῦ ἑρμηνεύοντος τὸν νόμον· πιθανὸν νὰ σφάλλῃ,
1766πιθανὸν νὰ σφάλλητε ὑμεῖς, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι Ἀκα-
1767δημία, εἶναι σῶμα πολιτικὸν, συνεργεῖ εἰς τὴν λειτουργίαν
1768τοῦ πολιτεύματος, παρέχει τὴν συνδρομὴν αὑτῆς εἰς ἐκδή-
1769λωσιν τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ, εἰς τὸν σχηματισμὸν καὶ
1770τὴν μόρφωσιν τῶν νόμων. Ἐπειδὴ δὲ πολλάκις ἡ ἑρμηνεία
1771αὕτη ἐνδέχεται νὰ παρεκτραπῇ τοῦ σκοποῦ καὶ τοῦ πνεύ-
1772ματος τοῦ νομοθέτου, παρέχεται τῇ Βουλῇ τὸ δικαίωμα τῆς
1773ἑρμηνείας τῶν νόμων, ὅταν ὑπάρχῃ περίπτωσις νὰ ἑρμη-
1774νευθῇ σαφέστερον. Δύνασθε νὰ προβάλητε περὶ τούτου
1775πρότασιν ἑρμηνείας τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἡ ἀνύψωσις τοῦ ζητή-
1776ματος, ἡ ἐπίθεσις ἐπὶ τυραννικοῖς σκοποῖς, ἐπὶ καταπα-
1777τήσει τοῦ πολιτεύματος, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εὑρίσκεται ἐν
1778τῇ ἀληθείᾳ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὀφείλει νὰ
1779παρέχῃ τὴν συνδρομὴν αὑτοῦ εἰς ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφά-
1780σεων τῶν Δικαστηρίων· τοῦτο εἶναι ἀναντίῤῥητον, κἀνεὶς δὲ
1781δὲν τὸ ἠρνήθη καὶ πρῶτος ὁ Ὑπουργὸς ὡμολόγησε τοῦτο,
1782εἰπὼν ὅτι τὸ καθ’ ἑαυτὸν ἐζήτησε νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπό-
1783φασιν καὶ ἔθετο πρὸς τοῦτο πρὸ αὐτοῦ τὸν νόμον. Δὲν πρό-
1784κειται λοιπὸν περὶ αὐθαδείας κατὰ τῆς δικαστικῆς ἐξου-
1785σίας, οὐδὲ περὶ καταπατήσεως τοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’
1786ἁπλῶς καὶ μόνον περὶ ἑρμηνείας τοῦ νόμου. Ὁ Ὑπουργὸς
1787οὕτως ἡρμήνευσε τὸν νόμον· ἔδωσε δὲ καὶ τὸν λόγον τῆς
1788τοιαύτης ἑρμηνείας· ἀλλ’ ἡμεῖς ἄλλως ἑρμηνεύετε τὸν νόμον,
1789καὶ δίδετε ἐπίσης τὸν λόγον τῆς ἑρμηνείας ταύτης. Ὑπάρ-
1790χει προφανῶς ἀντίθεσις γνωμῶν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀλλ’
1791οὐδὲν πλειότερον τούτου. Ὁ Ὑπουργὸς ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἶχεν
1792ἀπόφασιν πρὸ ἑαυτοῦ, λέγουσαν αὐτῷ: «ἀποδίωξον τοῦ στρα-
1793τοῦ τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, εἶναι ἀνάξιος αὐτῆς τῆς τιμῆς»,
1794ἀφ’ ἑτέρου εἶχε τὸν νόμον λέγοντα αὐτῷ: «μὴ τὸν ἀπο-
1795πέμψῃς, δὲν κατεδικάσθη εἰς ἐνιαύσιον φυλάκισιν». Ὁ
1796Ὑπουργὸς λοιπὸν ὤφειλεν ἢ τὴν ἀπόφασιν νὰ παραβῇ,
1797ἢ τὸν νόμον, τὸ δίλημμα εἶναι προφανές. Ἀλλ’ ὑμεῖς λέ-
1798γετε, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἔχει ἐφαρμογὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
1799Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, διατί; ἐὰν ἤκουσα καλῶς τὴν ὑμετέραν
1800δικαιολογίαν, λέγετε ὅτι πρόκειται περὶ πολιτῶν προτιθε-
1801μένων νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸν στρατὸν, δὲν πρόκειται δὲ περὶ
1802τῶν ἤδη ἐν τῷ στρατῷ διατελούντων. Ἀλλ’ ἤθελον ἀπαν-
1803τήσει ὑμῖν, ποῦ στηρίζετε τοῦτο; ἆρά γε ὁ στρατολογικὸς
1804νόμος ἐφρόντισε μόνον περὶ τῶν προσόντων τῶν ἐν τῷ
1805στρατῷ προσερχομένων, ἢ καὶ περὶ τῶν ἐν τῷ στρατῷ
1806διατελούντων; καθ’ ὑμᾶς λοιπὸν, ἂν πολίτης τις ὑποπέσῃ
1807εἰς ἔγκλημα συνεπαγόμενον ἑξάμηνον φυλάκισιν (θέτω ἕν
1808ὅριον χρονικὸν πρὸς διασάφησιν τῆς παρατηρήσεώς μου
1809ταύτης) καὶ στερηθῇ τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων,
1810αὐτὸς πρέπει νὰ εὕρῃ τὰς πύλας τοῦ στρατοῦ ἀναπεπτα-
1811μένας, δύναται νὰ εἰσέλθῃ· καλῶς καὶ πρεπόντως θὰ κατα-
1812ταχθῇ καθ’ ὑμᾶς ἐν τῷ στρατῷ, πολὺ δὲ πιθανὸν, ἐὰν
1813φανῇ ἐπιμελὴς περὶ τὴν ἐξάσκησιν τοῦ καθήκοντος καὶ
1814περὶ τὴν ἄλλην ἠθικὴν καὶ στρατιωτικὴν μόρφωσιν, νὰ
1815προαχθῇ, νὰ λάβῃ καὶ βαθμοὺς, ἀλλὰ, (καθ’ ὑμᾶς πάν-
1816τοτε) ἂν στρατιώτης τις ἤδη κατατεταγμένος ἐν τῷ στρατῷ
1817περιπέσῃ εἰς τὸ αὐτὸ ἔγκλημα, εἰς τὴν αὐτὴν ποινὴν τὴν
1818ἑξάμηνον, αὐτὸς δέον ν’ ἀποπεμφθῇ. Διατί; Διότι ἡ ἀπό-
1819φασις τὸν ἐστέρησε τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ δικαιωμάτων.
1820Μοὶ φαίνεται, ὅτι εὑρίσκεσθε ἐν πλάνῃ, διότι μεταχειρί-
1821ζεσθε δύο σταθμὰ καὶ δύο μέτρα περὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέ-
1822σεως. Κατ’ ἐμὲ, δὲν ὑπάρχει ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι τὸ
1823ἄρθρον ἀφορᾷ τούς τε ἐν τῷ στρατῷ διατελοῦντας καὶ τοὺς
1824μέλλοντας νὰ εἰσέλθωσιν εἰς αὐτὸν, ἤθελε δὲ εἶσθαι ἄλογον
1825ν’ ἀποδώσωμεν τοιαύτην ἀντίφασιν εἰς τὸν νομοθέτην, ὅτι
1826δηλαδὴ, προκειμένου περὶ τῶν ἀξίων νὰ ὑπηρετῶσιν ἐν τῷ
1827στρατῷ, ἐκανόνισε τὰ πράγματα ἄλλως μὲν διὰ τοὺς ἐν
1828αὐτῷ ἤδη ὑπηρετοῦντας, ἄλλως δὲ διὰ τοὺς μέλλοντας νὰ
1829ὑπηρετήσωσι. Πρόκειται ἄρα καὶ περὶ τῶν ἐν τῷ στρατῷ
1830διατελούντων. Ἐὰν τοῦτο ἀληθεύῃ, ὁ Ὑπουργὸς εὑρίσκετο
1831εἰς ἀδυναμίαν τοῦ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν, δὲν πρόκειται
1832περὶ ἀρνήσεως, περὶ καλῆς ἢ κακῆς θελήσεως τοῦ Ὑπουρ-
1833γοῦ πρὸς ἐκτέλεσιν ἢ μὴ τῆς ἀποφάσεως· ἡ ἀπόφασις εἶναι
1834σεβαστὴ, ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ ἡ θέλησις· πρέπει νὰ ὑπάρχῃ
1835συνάμα καὶ δύναμις, τὴν ὁποίαν ἐστερήθη ὁ Ὑπουργὸς ἐκ
1836τοῦ νόμου. Ἡ μὲν ἀπόφασις λέγει, δίωξον ἐκ τοῦ στρατοῦ
1837τὸν ὑπαξιωματικὸν ἐκεῖνον, ὁ δὲ νόμος ἐπιτάσσει διατή-
1838ρησον αὐτὸν ἐν τοῖς τάξεσιν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ
1839ἀσεβείας πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, δὲν πρόκειται περὶ
1840ὁρμῶν δεσποτικῶν, περὶ αὐθαιρεσίας, περὶ καταπατήσεως
1841τοῦ πολιτεύματος. Ἂν ἤκουσα καλῶς, εἷς τῶν προαγο-
1842ρευσάντων ἐνόμισεν, ὅτι συνεβίβαζε τὰ πράγματα, λέγων
1843τὰ ἑξῆς: «ἔδει ὁ Ὑπουργὸς νὰ καθαιρέσῃ τοῦ βαθμοῦ
1844τὸν ὑπαξιωματικὸν, ἀλλὰ νὰ διατηρήσῃ αὐτὸν ἐν τῇ χω-
1845ροφυλακῇ»· ἐλησμόνησεν ὅμως ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ὅτι
1846καὶ ὁ ἁπλοῦς χωροφύλαξ ἔχει παρὰ τοῦ νόμου ἐξουσίαν ὡς
1847ἀνακριτικὸς ὑπάλληλος· ἂν λοιπὸν ἐδικαιοῦτο ὁ Ὑπουρ-
1848γὸς νὰ διατηρήσῃ αὐτὸν ἐν τῷ στρατῷ ὡς ἁπλοῦν χωρο-
1849φύλακα, καίτοι διὰ τῆς ἀποφάσεως ἐστερήθη τῶν πολι-
1850τικῶν αὑτοῦ δικαιωμάτων, ἐδικαιοῦτο νὰ τὸν διατηρήσῃ
1851καὶ ἐν τῷ βαθμῷ, τὸν ὁποῖον εἶχε.
1852§61ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ τὰ ἰσχυρίσθησαν οἱ
1853νομικοὶ σύμβουλοι.
1854§62ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ὁ Ὑπουργὸς δὲν εἶχε ἢ νὰ ἐκ-
1855λέξῃ ἓν ἐκ τῶν δύο, ἢ νὰ τὸν ἀποβάλῃ ἐκ τοῦ στρατοῦ,
1856ἢ νὰ τὸν διατηρήσῃ· ὤφειλεν ἢ τὸν νόμον νὰ παραβῇ, ἢ
1857τὴν ἀπόφασιν νὰ ἐκτελέσῃ ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦτο· πολὺ
1858δὲ ὑποπτεύομαι, ὅτι, τὸ καθ’ ὑμᾶς, εἴτε τὸν νόμον παρέ-
1859βαινεν, εἴτε τὴν ἀπόφασιν δὲν ἐξετέλει, ἤθελεν εἶσθαι ἄξιος
1860ἀγχόνης.
1861§63ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1862§64ΚΟΡΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀναγκάζομαι νὰ μετάσχω
1863τῆς παρούσης συζητήσεως, καίτοι τὸ θέμα, ὡς παρατη-
1864ρεῖτε, σχεδὸν εἶναι ἐξηντλημένον. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ
1865εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν, ἵνα ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ τὴν
1866Βουλήν, πρόκειται ἁπλῶς νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν
1867τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν τὸ ἄρθρον 7 τοῦ ἰσχύοντος στρα-
1868τολογικοῦ νόμου δὲν ἦναι αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐνεγράφη
1869εἰς πάντας τοὺς προγενεστέρους στρατολογικοὺς νόμους.
1870Ἐρωτῶ αὐτόν, ἐπεκαλέσθη τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιω-
1871τικῶν τὸ ἄρθρον τοῦτο, προκειμένου περὶ ὑπαξιωματικοῦ
1872ὑπηρετοῦντος εἰς τὸν στρατὸν καὶ καταδικασθέντος εἴτε
1873δι’ ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου, εἴτε δι’ ἀποφάσεως τοῦ
1874Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν; Ἂς ζητήσῃ πληροφορίας
1875ἐκ τῶν ἀρχείων τοῦ Ὑπουργείου καὶ δὲν θὰ ἴδῃ εἰς κἀμμίαν
1876ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργείου ἀναγεγραμμένον τὸ ἄρθρον 7,
1877τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
1878Τὸ ἄρθρον τοῦτο λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν ὁ Νομάρχης καὶ τὸ
1879Στρατολογικὸν Συμβούλιον, ὁ μὲν Νομάρχης διὰ νὰ δια-
1880γράφῃ τοῦ στρατολογικοῦ ἐλέγχου ἐκεῖνον, ὅστις ὑπάγεται
1881εἰς τὴν διάταξιν αὐτοῦ, τὸ δὲ Στρατολογικὸν Συμβούλιον
1882ἐπίσης ἐξετάζει ἐάν τις, ὑπαγόμενος εἰς αὐτήν, ἦναι ἐγγε-
1883γραμμένος εἰς τὸν στρατολογικὸν ἔλεγχον, ἀλλ’ οὐδέποτε
1884τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν λαμβάνει ὑπ’ ὄψει αὐ-
1885τήν· ἔχει ἄλλους νόμους, οἵτινες διέπουσι τὰ τῶν ὑπαξιω-
1886ματικῶν, καὶ ἄλλους, οἵτινες διέπουσι τὰ τῶν ἀξιωματι-
1887κῶν, τῶν ὁποίων ὁ βαθμὸς, ὡς εἶναι γνωστὸν, εἶναι κτῆμα
1888αὐτῶν. Ἠδύνατο τὸ Ὑπουργεῖον, μόνον διότι κατεδικάσθη
1889διὰ πρᾶξιν ἀναξιοπρεπῆ ἢ παράβασιν καθήκοντος, νὰ δια-
1890τάξῃ τὴν σύστασιν συμβουλίου πειθαρχικοῦ καὶ νὰ τιμω-
1891ρήσῃ αὐτὸν μὲ ἔκπτωσιν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ. Τοῦτο βλέπομεν
1892γινόμενον ἐν τῷ στρατῷ ὁσάκις ὑπαξιωματικὸς τιμωρηθῇ
1893διὰ πρᾶξιν ἀναξιοπρεπῆ. Ἂς ἀνατρέξῃ λοιπὸν εἰς τὰ
1894ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου καὶ θὰ βεβαιωθῇ, ὅτι τὸ ἄρθρον
1895τοῦτο οὐδέποτε ἐπεκαλέσθη τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ἐπεκαλέσθη-
1896σαν ἐκεῖνοι, εἰς οὓς εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἄρ-
1897θρου, ἤτοι ὁ Νομάρχης καὶ τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον.
1898§65ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ πτέρυξ, τῆς
1899ὁποίας ἀποτελῶ μέρος, φρονεῖ ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταλήξῃ
1900ἡ συζήτησις αὕτη ὡς ἄλλαι συζητήσεις. Διὰ τοῦτο ὑπο-
1901βάλλω πρότασιν, τὴν ὁποίαν παραδίδω εἰς ὑμᾶς.
1902§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ὑπέβαλε τὴν ἑπομέ-
1903νην πρότασιν (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλή, μετὰ τὰ λεχθέντα,
1904συνιστᾷ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον εὐλάβειαν πρὸς τὰς ἀποφάσεις
1905τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας».
1906Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν......
1907§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς προτείνομεν ἐναν-
1908τίαν, τὴν ἁπλῆν μετάβασιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν:
1909«Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερη-
1910σίαν διάταξιν».
1911§68Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ πρότασις τοῦ Ὑπουργείου
1912εἶναι ἁπλῆ πρότασις, ἡ ἰδική μας εἶναι τροπολογημένη,
1913ἑπομένως πρέπει νὰ ψηφισθῇ πρώτη ἡ ἰδική μας.
1914§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ζητοῦμεν τὴν προτίμησιν τῆς προ-
1915τάσεως ἡμῶν.
1916§70ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
1917§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ.
1918Κουμουνδούρου λέγουσι Ναὶ...... (θόρυβος δεξιᾷ).
1919§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ
1920βλέπω, ὅτι θέλουσί τινες νὰ παίξωσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος
1921τούτου, ἡμεῖς προτείνομεν εἰς ψήφισιν, ὅτι «ἡ Βουλή, ἐγκρί-
1922νουσα τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, μεταβαίνει εἰς τὴν
1923ἡμερησίαν διάταξιν»· καὶ ζητοῦμεν ὅπως προταχθῇ ἡ ἡμε-
1924τέρα πρότασις.
1925§73ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1926§74ΜΙΛΗΣΗΣ. Νομίζω ὅτι τὸ θέμα, ὅπως τὸ διατυπόνει
1927ἡ Κυβέρνησις, δὲν δύναται νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, διότι
1928δι’ αὐτῆς καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ἐγκρίνῃ κυβερνητικὴν ἐνέρ-
1929γειαν, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ ἐγκρίνῃ, διὰ τὸν ἁπλού-
1930στατον λόγον, ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ
1931προκειμένου λυπηροῦ ζητήματος εἶναι καθαρῶς ἀντισυνταγ-
1932ματική.
1933Τί ἀπεφάσισε τῳόντι, Κύριοι, ἡ κυριαρχία τοῦ Ἔθνους,
1934ὅτε συνῆλθεν ἐν συνελεύσει καὶ ὠργάνωσε τὰ τῆς πολιτείας;
1935Διῄρεσεν, ὡς γινώσκετε, τὴν λειτουργίαν τῆς πολιτείας εἰς
1936τρεῖς ὁμοταγεῖς ἐξουσίας, εἰς τὴν νομοθετικὴν, τὴν ἐκτε-
1937λεστικὴν καὶ τὴν δικαστικήν. Αἱ ἐξουσίαι αὗται συλλειτουρ-
1938γοῦσι βέβαια καὶ αἱ τρεῖς πρὸς τὸν κοινὸν σκοπὸν τῆς
1939εὐρύθμου κινήσεως τῆς πολιτείας, ἀλλ’ ἀσκεῖ ἑκάστη ἰδίαν
1940λειτουργίαν καὶ ἐν τῇ ἀσκήσει τῆς ἰδίας ταύτης λειτουρ-
1941γίας εἶναι αὐτοτελὴς καὶ ἀνεξάρτητος ἡ μία τῆς ἄλλης.
1942Οὐδεμία τούτων δύναται νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὰ καθήκοντα τῆς
1943ἑτέρας, διότι πᾶσα τοιαύτη ἐπέμβασις ἀναιρεῖ τὴν καθε-
1944στηκυίαν μεταξὺ αὐτῶν ἁρμονίαν καὶ ἀντιστρατεύεται πρὸς
1945τὴν ἐκπεφρασμένην κυριαρχίαν τοῦ Ἔθνους. Δὲν δύναται
1946ἡ δικαστικὴ ἐξουσία νὰ κρίνῃ τοὺς νόμους, οὓς θέτει ἡ
1947νομοθετική, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ τοὺς ἐφαρμόζῃ, οἱοιδήποτε
1948καὶ ἂν ὦσιν οὗτοι, καὶ ἐὰν ἀκόμη ἀντιβαίνωσιν εἰς τὰς
1949αἰωνίας τοῦ δικαίου ἀρχὰς, ἄλλως ὑπερπηδᾷ τὰ ὅρια τῆς
1950διαγεγραμμένης αὐτῇ ἐνεργείας καὶ ἐπανίσταται κατὰ τῆς
1951ἐθνικῆς κυριαρχίας. Δὲν δύναται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία
1952ὡσαύτως νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐκτέλεσιν δικαστικῶν ἀποφάσεων,
1953οἱαιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν αὗται. Ἐὰν τὸ πράξῃ, ἐὰν ἀρνηθῇ
1954τὴν ἐκτέλεσιν δικαστικῆς ἀποφάσεως ὑπὸ τὴν πρόφασιν, ὅτι
1955ἡ ἐν αὐτῇ ἑρμηνεία καὶ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου δὲν εἶναι
1956ὀρθὴ, τότε παραβιάζει καὶ αὕτη τὴν ἐντολήν της καὶ ἐκ-
1957τρέπεται εἰς ἐπανάστασιν κατὰ τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας.
1958Περὶ τίνος δὲ πρόκειται νῦν; τί σᾶς καλεῖ ἡ Κυβέρνησις
1959ν’ ἀποφασίσητε διὰ τῆς προτάσεώς της; Σᾶς καλεῖ νὰ
1960ἐγκρίνητε ὅ,τι ἔπραξεν ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, δηλ.
1961ν’ ἀποφασίσητε, ὅτι δύναται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ κρίνῃ
1962τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις, καὶ ὁσάκις τὰς θεωρεῖ ὡς μὴ
1963συμφώνους μὲ τὸν νόμον, ὡς τὸν ἑρμηνεύει αὐτὴ, νὰ μὴ
1964τὰς ἐκτελῇ. Αὐτὸ, Κύριοι, ἀντικείμενον φανερὰ εἰς θεμε-
1965λιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἐξέρχεται τοῦ κύκλου
1966τῆς νομίμου ἐνεργείας τῆς Βουλῆς· δὲν ὑπόκειται οὔτε εἰς
1967τὴν συζήτησιν, οὔτε εἰς τὴν ψηφοφορίαν ἡμῶν. Ἐννοῶ τὴν
1968δύναμιν τοῦ ἀριθμοῦ εἰς πάντα τὰ ζητήματα, τὰ συνιστῶντα
1969τὴν ἔννομον λειτουργίαν τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὁ ἀριθμὸς δὲν
1970δύναται νὰ φθάσῃ ἐνταῦθα καὶ μέχρι τῆς λύσεως συντακτικῶν
1971ζητημάτων, ὁ ἀριθμὸς δὲν δύναται νὰ θέσῃ εἰς ἀμφιβολίαν τὰς
1972θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ψηφίζοντες ὡς
1973προκαλεῖσθε νὰ ψηφίσητε, θὰ ψηφίσητε τὸ Σύνταγμα, καὶ
1974ἐδῶ δὲν ἤλθετε νὰ ψηφίσητε τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ ἤλθετε
1975νὰ λειτουργήσητε ὅπως τὸ Σύνταγμα διακελεύει καὶ ἐντὸς
1976τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα σᾶς διαγράφει. Διὰ τοῦτο ἠμπορεῖ τὸ
1977Ὑπουργεῖον νὰ φέρῃ πᾶσαν ἄλλην πρότασιν, πᾶν ἄλλο
1978θέμα, ἀλλὰ νὰ προκαλέσῃ τὴν πλειοψηφίαν νὰ ἐγκρίνῃ
1979τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνέργειάν του, ἡ ὁποία εἶναι κα-
1980θαρῶς, καθαρώτατα ἀντισυνταγματικὴ, αὐτὸ ἐξέρχεται τοῦ
1981κύκλου τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς καὶ δὲν δύναται νὰ
1982τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν.
1983Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ προσθέσω ἄλλο τι, δὲν θέλω νὰ
1984σᾶς ὑπομνήσω καὶ ἐγὼ, ὅτι πλειονοψηφίαι, οὕτως ἐκτὸς τοῦ
1985νόμου τιθέμεναι, αὐτοκτονοῦσι καὶ ἐκλείπουσι τάχιστα· τὸ
1986ἠκούσατε ἀπὸ τὸν προαγορεύσαντα, τὸ βλέπετε δὲ καὶ εἰς
1987τὸν καθημερινὸν βίον τῶν ἐλευθέρων λαῶν.
1988§75Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖαι εἶναι αἱ ὑποβληθεῖσαι
1989προτάσεις, κύριε Πρόεδρε;
1990§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις, ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ.
1991Πρωθυπουργοῦ, τροποποιηθεῖσα, ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
1992«Ἡ Βουλὴ, ἀναγνωρίζουσα τὴν πρὸς τὴν Δικαιοσύνην εὐλά-
1993βειαν τῆς Κυβερνήσεως, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
1994ταξιν.» (Θόρυβος ἐν τῇ ἀριστερᾷ).
1995§77ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπουσιάζων κατὰ
1996τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος, δηλῶ ὅτι θέλω ἀρνηθῆ
1997ψῆφον. (Εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
1998Δὲν ἔχουν, Κύριοι, τὰ εὖγέ σας οὐδεμίαν σημασίαν, διότι
1999ἡ ἄρνησίς μου ἐν τῇ ψηφοφορίᾳ ταύτῃ ἔχει ἀκριβῶς τὴν
2000στενὴν ταύτην ἔννοιαν· θὰ ἀρνηθῶ νὰ ψηφίσω διότι, ἀπου-
2001σιάσας κατὰ τὴν συζήτησιν, δὲν ἀντελήφθην περὶ τίνος
2002συνεζητήσατε.
2003Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παράκλησιν τοῦ κ. Ῥάλλη, ἀπαντῶ, ὅτι
2004πράγματι εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συνυπουργεύσω μετ’ αὐτοῦ ἐπὶ
2005ἕνα μῆνα, ἴσως καὶ ὀλιγώτερον, καθ’ ὅσον δ’ ἐνθυμοῦμαι, κατὰ
2006τὸ τελευταῖον ὑπουργικὸν συμβούλιον εἶδον τὸν κ. Ῥάλλην
2007διαφωνήσαντα πρὸς τὸν κ. Τρικούπην ἐπὶ τοῦ ζητήματος
2008τῆς ὁδοποιΐας καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατασκευαστέων ὁδῶν.
2009§78Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν προέ-
2010βαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, συνετάχθη κατὰ τοὺς
2011κανόνας τῆς κοινοβουλευτικῆς τάξεως, εἶχε δὲ ἄδικον ὁ Πρω-
2012θυπουργὸς, παρατηρήσας ἐπὶ τοῦ κειμένου τῆς προτάσεως
2013ταύτης, ὅτι αὐτὸς δὲν ἐννοεῖ τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ. Ἐὰν ἡ
2014πλειοψηφία δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐννοήσῃ τὴν ἔννοιαν τῆς προ-
2015τάσεως τοῦ κ. Κουμουνδούρου, δὲν εἶναι δεδικαιολογημένος
2016ὁ Πρωθυπουργὸς, ὑποκρινόμενος ὅτι δὲν ἐνόησε τὴν ἔννοιαν
2017αὐτῆς. Ἡ ἔννοια τῆς προτάσεως τοῦ κ. Κουμουνδούρου
2018εἶναι καταφανής. Ἡμεῖς, οἱ φρονοῦντες, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς
2019τῶν Στρατιωτικῶν παρέβη τὸν νόμον, μὴ ἐκτελέσας ἀκε-
2020ραίαν τὴν ἀπόφασιν τῶν ἐν Λαρίσσῃ Πλημμελειοδικῶν, ἀφοῦ
2021ἠκούσαμεν τὸν Πρωθυπουργὸν μὴ ὁμολογοῦντα τὸ ἁμάρ-
2022τημα αὐτοῦ, ὡς ἔπραξεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν
2023προχθὲς, ὅτε ἐδικαιολόγει τὴν ἀνάκλησιν τῆς παύσεως τοῦ
2024δημοτικοῦ εἰσπράκτορος Πατρῶν, ἀλλ’ ἐπιμένοντα νὰ δικαιο-
2025λογῇ τὴν πρᾶξιν ταύτην, καὶ ἐπικαλούμενον διάταξιν νόμου
2026οὐδεμίαν ἔχουσαν ἐφαρμογὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διέγνω-
2027μεν, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἐν γνώσει παρέβη καὶ δὲν ἐξετέ-
2028λεσε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Πλημμελειοδικείου Λαρίσσης. Καὶ
2029διὰ τοῦτο εἴδομεν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ συστήσῃ ἡ Βουλὴ
2030εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν εὐλάβειαν εἰς τὰς δικαστικὰς ἀπο-
2031φάσεις. Ἐὰν ἡ πλειοψηφία δὲν εὑρίσκῃ ἀφορμὴν, ἵνα συστήσῃ
2032εὐλάβειαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὰς
2033δικαστικὰς ἀποφάσεις, ἤθελε ψηφοφορήσει κατὰ τῆς προτά-
2034σεως. Ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς, φαίνεται, ἐπιθυμεῖ νὰ μετα-
2035τρέψῃ τὸ ζήτημα. Ὁ Πρωθυπουργὸς θέλει νὰ ἔχῃ ἀσφα-
2036λέστερον ἔδαφος, ἵνα συγκεντρώσῃ ἐκεῖ τὰς ψήφους τῶν φί-
2037λων του, καὶ ἐπρότεινε πρότασιν ἄλλην, διὰ τῆς ὁποίας ἡ
2038Βουλὴ ἐγκρίνει τὴν πρᾶξιν αὐτοῦ. Αἱ προτάσεις, διὰ τῶν
2039ὁποίων ἐκδηλοῦται ἡ ἐμπιστοσύνη τῶν Κοινοβουλίων εἰς τὰς
2040Κυβερνήσεις ἢ διὰ τῶν ὁποίων τὰ Κοινοβούλια ἐγκρίνουσι
2041τὰς πράξεις αὐτῶν, εἶναι προτάσεις θετικαί. Καὶ ὑπάρχει
2042μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἔγκρισις τῆς πολιτικῆς ὑμῶν, καὶ
2043ἑπομένως καὶ τῆς πράξεως ὑμῶν ταύτης, διότι, ἂν δὲν ὑπῆρ-
2044χε, δὲν θὰ ἐκάθησθε εἰς τὰ ἑδώλια ταῦτα. Ἀλλ’ ἡμεῖς
2045προτείνομεν πρότασιν ἀποθετικὴν, αἱ δὲ προτάσεις αἱ περιέ-
2046χουσαι ἄρνησιν εἶναι αἱ προτάσεις αἱ ἀπώτεραι, αἱ ὁποῖαι
2047πρῶται ψηφοφοροῦνται ὑπὸ τῶν Βουλῶν. Ἡ πρότασις λοι-
2048πὸν, διὰ τῆς ὁποίας συνιστᾷ ἡ Βουλὴ εὐλάβειαν εἰς τὴν
2049Κυβέρνησιν, εἶναι ἡ ἀπωτέρα, ἥτις πρώτη πρέπει νὰ ψηφο-
2050φορηθῇ, ἡ πρότασις δὲ, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Βουλὴ πρόκειται
2051νὰ ἐγκρίνῃ τὴν πρότασιν τοῦ Ὑπουργοῦ, εἶναι πρότασις θε-
2052τική, εἶναι ἡ πρότασις ἡ ἐγγυτέρα πρὸς τὸ καθεστὸς, ψη-
2053φοφορεῖται δὲ δευτέρα. Ἐὰν ὁ Πρωθυπουργὸς ἀναγνωρίσῃ
2054τὴν ὀρθότητα τῶν παρατηρήσεών μου, πρέπει νὰ συναινέσῃ
2055ἵνα ψηφοφορηθῇ πρώτη ἡ πρότασις ἡμῶν αὕτη, τὴν ὁποίαν
2056προέβαλεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος. Ἐὰν ὅμως ὁ Πρωθυπουργὸς
2057ἐπιμένῃ, θέλει μᾶς ἀναγκάσει νὰ προτείνωμεν πρότασιν ἄλλην,
2058ἥτις θὰ ἦναι δριμυτέρα ἔκφρασις τῆς θελήσεως τοῦ Κοινοβου-
2059λίου, δριμυτέρα ἔκφρασις τῆς ἀξιώσεως, τὴν ὁποίαν πρὸς τὴν
2060Βουλὴν ἀπευθύνομεν, καὶ τότε δὲν θέλει δυνηθῆ ν’ ἀρνηθῇ νὰ
2061ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασις ἐκείνη. Ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν ν’ ἀπο-
2062φύγωμεν τὴν ἀνάγκην ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιμένομεν νὰ
2063ζητῶμεν νὰ ψηφοφορηθῇ πρώτη ἡ πρότασις τοῦ κ. Κουμουν-
2064δούρου. Ἐὰν ἐπιμένῃ ἡ Κυβέρνησις, θέλει μᾶς ἀναγκάσει
2065νὰ προτείνωμεν πρότασιν αὐστηροτέραν.
2066§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ κύριοι τῆς πτέρυγος
2067ἐκείνης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) δύνανται νὰ προτείνωσιν
2068ὅ,τι θέλωσιν, ἡμεῖς βεβαίως δὲν θὰ συμπράξωμεν εἰς τὴν
2069πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνοι θέλουσι συντάξει· ἐὰν συνε-
2070πράττομεν, νομίζομεν ὅτι αἱ προτάσεις αὐτῶν θὰ ἦσαν εὐ-
2071πρεπέστεραι (διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Οἱ Βουλευ-
2072ταὶ ἑπομένως, ἀφοῦ ἤδη δὲν εὐχαριστοῦνται εἰς τὴν πρότα-
2073σιν αὐτῶν, καὶ νομίζουσιν ὅτι πρέπει ἄλλως νὰ συντάξωσι
2074τὴν πρότασιν, ἂς τὴν συντάξωσιν ὅπως θέλουσιν· ἡμεῖς πάν-
2075τοτε θέλομεν ἐπιμείνει, ὅπως προταχθῇ ἡ ἡμετέρα πρότασις.
2076§80Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀληθῶς, Κύριοι, ἐὰν συνέ-
2077πραττεν ἡ πτέρυξ αὕτη (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) μετὰ τοῦ
2078Πρωθυπουργοῦ, ἂν ὄχι αἱ προτάσεις αὐτοῦ, αἱ πράξεις ὅμως
2079αὐτοῦ ἤθελον εἶσθαι εὐπρεπέστεραι (εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀρι-
2080στερᾶς). Ἐὰν συνέπραττεν ἡ πτέρυξ αὕτη μεθ’ ὑμῶν, οὐ-
2081δέποτε ἤθελε σᾶς ἐπιτρέψει νὰ πολιτεύησθε οὕτως, ὡς πο-
2082λιτεύονται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκτελοῦσι καὶ αὐτὰς τὰς
2083ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων (ὡραῖα! ὡραῖα! ἐκ τῆς ἀρι-
2084στερᾶς). Ἐὰν συνέπραττεν ἡ πτέρυξ αὕτη μεθ’ ὑμῶν, ἤθελε
2085σᾶς ὑποχρεώσει νὰ σέβησθε τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων
2086χρημάτων, ἤθελε σᾶς ὑποχρεώσει νὰ ἦσθε εὐλαβεῖς πρὸς
2087τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ν’ ἀτενίζητε μετὰ σεβασμοῦ πρὸς
2088τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον αἱ Ἐθνικαὶ Συνελεύσεις καθ’ ὅλον
2089τὸν ἀγῶνα ἀνεκήρυξαν ὡς πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος, τὸ
2090ὁποῖον οἱ πατέρες μας διὰ θυσιῶν μεγάλων κατέστησαν ὡς
2091νόμον τοῦ Κράτους (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς καὶ
2092ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Καὶ ὑπάρχει, Κύριοι, πρᾶξις μᾶλλον
2093ἀπρεπὴς ἐκείνης, διὰ τῆς ὁποίας Κυβέρνησις συνταγματικὴ
2094δὲν στέργει, δὲν ὑποτάσσεται εἰς ἀπόφασιν τοῦ Δικαστη-
2095ρίου, ἀλλ’ ἀρνεῖται νὰ ἐκτελέσῃ ταύτην ἀκεραίως; Τοιαύτη
2096ἀπρέπεια ἔπρεπε τῷ ὄντι νὰ χαρακτηρισθῇ διὰ τοῦ προσή-
2097κοντος εἰς αὐτὴν χαρακτηρισμοῦ, καὶ ἔπρεπε τῷ ὄντι νὰ
2098μὴ προέβαλεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος τὴν εὔφημον ἐκείνην πρό-
2099τασιν, τὴν ὁποίαν προέβαλεν, ἔπρεπε νὰ προβάλῃ, ὅτι ἡ
2100Βουλὴ ἀποδοκιμάζει τὴν διαγωγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
2101Στρατιωτικῶν περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως τῶν ἐν
2102Λαρίσσῃ Πλημμελειοδικῶν, καὶ ταύτην προτείνομεν τὴν
2103πρότασιν. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
2104§81ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ζητοῦμεν ὅπως προταχθῇ
2105ἡ ἡμετέρα πρότασις.
2106§82Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν ἦναι εὐπρεπὲς, προτάξατε,
2107κύριε Πρόεδρε, τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
2108§83ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς, ἐπικαλούμενοι τὸν Κανονισμὸν,
2109ζητοῦμεν ὅπως ἐν διαφωνίᾳ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ὑπὲρ τῆς
2110προτάξεως (θόρυβος).
2111§84ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς ἐκανόνισε ποῖαι
2112εἶναι αἱ προτάσεις, τὰς ὁποίας ψηφίζουσιν αἱ Βουλαί· δὲν
2113θὰ τὰς κανονίσῃ ἡ πλειοψηφία.
2114§85ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀναγνώσατε τὸν Κανονισμὸν, διὰ νὰ
2115ἴδητε ποία εἶναι ἡ ἀπωτέρα (θόρυβος).
2116§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παραδεχόμεθα ἡμεῖς ὅπως προταχθῇ καὶ
2117ἡ πρότασις τῶν κυρίων, ἐννοεῖται ἡ δευτέρα πρότασις· ἐὰν
2118ὅμως ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπιμένῃ εἰς τὴν πρώτην πρότασιν,
2119ἐννοεῖται ὅτι ἡμεῖς ἐπιμένομεν ὅπως προταχθῇ ἡ ἡμετέρα πρό-
2120τασις.
2121§87ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ δευτέρα, μάλιστα.
2122§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
2123«Ἡ Βουλὴ, ἀποδοκιμάζουσα τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουρ-
2124γοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως
2125τοῦ Πλημμελειοδικείου Λαρίσσης, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμε-
2126ρησίαν διάταξιν».
2127Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ κ. Δηλι-
2128γιάννη λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
2129(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
2130ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Σάκκη, κατὰ τὸ ἑπόμενον
2131πρωτόκολλον ψηφοφορίας):
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2132Χαρ. Τρικούπης Ἰωάνν. Ἀντωνόπουλος Ν
2133Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος Ο Ἠλίας Παλαμήδης Ο
2134Γ. Σισμάνης Ο Κωνστ. Κατσικόπουλος Ν
2135Δ. Βουλπιώτης Δ. Ζέγγελης Ο
2136Ἀθ. Ἴσκος Ν Δημ. Ν. Βότσαρης Ο
2137Ν. Καλαντζόπουλος Ο Κωνστ. Γ. Καραπάνος Ν
2138Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Ν Γεώρ. Χ. Παχὺς Ο
2139Μ. Γουλιμῆς Ο Στέφανος Δραγούμης
2140Μ. Ἰατρίδης Ο Δημ. Γ. Ῥάλλης Ν
2141Δ. Χατζόπουλος Ν Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας Ο
2142Γεώργιος Μίλησης Ν Φωκίων Νέγρης Ο
2143Σπυρίδων Νοταρᾶς Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς Ν
2144Γεώργιος Κούστας Ν Νικόλ. Μπουφίδης Ο
2145Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος Ο Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ο
2146Σωτήριος Δανόπουλος Ο Δημ. Καλλιφρονᾶς Ν
2147Ἀναστ. Δημητριάδης Ο Νικόλ. Δ.Λεβίδης Ν
2148Μιχαὴλ Νικηφοράκης Ο Ν. Σπυρ. Κουκούλεζας Ο
2149Δημήτριος Πετρίδης Ν Ὄθων Μακρυγιάννης Ο
2150Ἄγγ. Γεωργαντᾶς Ν Τρύφων Μουτσόπουλος Ο
2151Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ν Θάνος Κανακάρης Ο
2152Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Ν Νεοκλ. Πετιμεζᾶς
2153Χρῖστος Χριστόπουλος Ν Α. ΠαπαγιαννακόπουλοςΝ
2154Φίλιππος Βάρβογλης Ν Α. Φωτήλας Ο
2155Ἠλίας Φλέσσας Ν Ἀνδρ. Αὐγερινός Ο
2156Κων. Κωνσταντόπουλος Ν Ἀντ. Ῥικάκης Ν
2157Ἀρ. Σακελλαρόπουλος Ν Ἀχ. Γεροκωστόπουλος Ν
2158Παναγ. Μανέτας ἀρν.Ἰω. Κρεστενίτης Ν
2159Ν. Κουμανιώτης Ν Ξανθὸς Πικουλάκης Ο
2160Χρ. Στεφανόπουλος Ο Γ. Πετροπουλάκης Ν
2161Ἀλέξ. Ζαΐμης Ν Κ. Παπαμιχαλόπουλος Ν
2162Ἀρ. Κοντογούρης Ν Ἰωάν. Καρτάλης
2163Νικόλ. Καλογερόπουλος Ο Ἀργ. Κανταρτζῆς Ο
2164Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Εὐάγ. Σταμούλης Ο
2165Ν. Παπανικολάου Ο Ν. Κοκωσλῆς
2166Νικόλ. Καφετζόγλους Ο Ἰωάνν. Παπαδόπουλος Ο
2167Ἰωάννης Πεζᾶς Ν Κ. Μαρκίδης Ο
2168Κωνστ. Σινέλης Ο Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος Ο
2169Βασίλειος Βουδούρης Ο Δ. Κουτσουμπλῆς Ο
2170Κ. Ἀργασάρης ΛομβάρδοςΟ Εὐθ. Μπατζιᾶς Ο
2171Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ο Ἀναστ. Ζαρμάνης Ο
2172Ἀναστ. Ἐ. Λούντζης Ο Ἀχιλ. Λογιωτάτου
2173Διον. Λομβάρδος Ο Σωτ. Σωτηρόπουλος Ν
2174Γεώργιος Θεοτόκης Κ. Κουμουνδοῦρος Ν
2175Κωνστ. Βασιλάκης Περικλῆς Πεῤῥωτὴς Ν
2176Ἀντ. Καποδίστριας Ν Δ. Τζάνες Ο
2177Νικόλαος Βασιλάκης Περικλῆς Μποῦτος Ο
2178Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ν Παναγ. Σάκκης Ν
2179Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς Ν Ν. Παπαλέξης Ο
2180Σπυρ. Ἀλαμάνος Ν Νικ. Μισυρλῆς Ν
2181Θεόφιλος Προβατᾶς Ν Ν. Καράπαυλος Ο
2182Εὐάγγ. Μπασιᾶς Ν Ἀσημ. Χριστόπουλος Ν
2183Ἀγαμέμνων Μεταξᾶς Ο Εὐστάθ. Κοκκέβης Ο
2184Ἀνδ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΟ Δημ. Κάρτσωνας Ν
2185Νικόλ. Βαλσαμάκης Ν Δημ. Π. Γουδῆς Ο
2186Γεράσιμος Μουσούρης Ο Σ. Χατζηγάκης Ν
2187Παναγ. Βενιεράτος Ν Κ. Ζωγλοπίτης Ο
2188Γ. Τυπάλδος Κοζάκης Ν Ἀθ. Καζαμπάκας Ο
2189Γεώργιος Κόρπας Ν Γ. Φραγκίδης Ο
2190Στέφανος Σκουλούδης Ο Α. Τακιατζῆς Ο
2191Ἀλοΐσιος Τόμαν Ο Γ. Τάκης
2192Χαρίλ. Προβελέγγιος Ο Ν. Ταρμπάζης Ν
2193Νικόλαος Νομικὸς Ο Ζ. Φαλιάγκας Ν
2194Μίνως Μπογιατζόγλους Ο Σταμάτ. Μπουντούρης Ο
2195Γεώργιος Μπούμπουρας Ο Θεόδωρος Γκίκας Ο
2196Λωρέντζος Δελαρόκας Ο Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ο
2197Δημοσθένης Καΐρης Ο Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
2198Νικόλαος Κρίσπης Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος Ο
2199Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς Ν Νικόλ. Κοντογιάννης Ν
2200Ἰωάν. Γκιὼν Ο Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς Ο
2201Κωνστ. Κοσσονάκος Ο Γεώργιος Λιδωρίκης Ο
2202Γεώργ. Μαυρομιχάλης Ν Κωνστ. Χατζῖσκος Ο
2203Ἀριστ. Πετροπουλάκης Ν Δημ. Ζουλούμης Ο
2204Γιανν. Μαυρομιχάλης Ο Κων. Ἀναγνωστόπουλος Ν
2205Νικήτας Βαρβιτσιώτης Ο Θεμ. Κανάρης Ν
2206Λεων. Καπετανάκος Ο
2207§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη διὰ ψήφων 77
2208κατὰ 57, ἑνὸς ἀρνηθέντος.
2209§90ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἴπετε, κύριε Πρόεδρε,
2210ὅτι εἷς μόνον ἠρνήθη ψῆφον, ἐνῷ ἠρνήθησαν 5, διότι δὲν
2211ἐψηφοφόρησαν καὶ οἱ Ὑπουργοί. Καὶ ἤδη πάλιν ἀρνούμεθα
2212ψῆφον.
2213§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ
2214κ. Πρωθυπουργοῦ, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλή, ἀναγνωρί-
2215ζουσα τὴν πρὸς τὴν Δικαιοσύνην εὐλάβειαν τῆς Κυβερνή-
2216σεως, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
2217Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι οἱ Ναὶ, μὴ παρα-
2218δεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
2219(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
2220ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Καλογεροπούλου, κατὰ τὸ
2221ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας):
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2222Χαρ. Τρικούπης ἀρν.Ἀλέξ. Κοντόσταυλος
2223Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος Ν Ν. Παπανικολάου Ν
2224Γ. Σισμάνης Ν Ν. Καφετζόγλους Ν
2225Δ. Βουλπιώτης ἀρν.Ἰω. Πεζᾶς
2226Ἀθ. Ἴσκος Κ. Σινέλης Ν
2227Ν. Καλαντζόπουλος Ν Β. Βουδούρης Ν
2228Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ν
2229Μ. Γουλιμῆς Ν Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ν
2230Μ. Ἰατρίδης Ν Ἀναστ. Λούντζης Ν
2231Δ. Χατζόπουλος Διον. Λομβάρδος Ν
2232Γεώργ. Μίλησης Γ. Θεοτόκης ἀρν
2233Σπυρ. Νοταρᾶς Κ. Βασιλάκης
2234Γ. Κούστας Ἀντ. Καποδίστριας
2235Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος Ν Ν. Βασιλάκης
2236Σωτήριος Δανόπουλος Ν Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς
2237Ἀναστ. Δημητριάδης Ν Πολυχρ. Κωνσταντᾶς
2238Μιχαὴλ Νικηφοράκης Ν Σπ. Ἀλαμάνος
2239Δημήτριος Πετρίδης Θεόφ. Προβατᾶς
2240Ἄγγελος Γεωργαντᾶς Εὐάγγ. Μπασιᾶς
2241Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ν
2242Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Ἀνδρ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΝ
2243Χρῖστος Χριστόπουλος Νικόλ. Βαλσαμάκης
2244Φίλιππος Βάρβογλης Γεράσιμος Μουσούρης Ν
2245Ἠλίας Φλέσσας Παναγ. Βενιεράτος
2246Κ. Κωνσταντόπουλος Γ. Τυπάλδος Κοζάκης
2247Ἀρ. Σακελλαρόπουλος Γεώργιος Κόρπας
2248Παναγ. Μανέτας Στέφανος Σκουλούδης Ν
2249Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος Ἀλοΐσιος Τόμαν Ν
2250Ἠλίας Παλαμήδης Ν Χαρίλ. Προβελέγγιος Ν
2251Κωνστ. Κατσικόπουλος Νικόλαος Νομικὸς Ν
2252Δ. Ζέγγελης Ν Μίνως Μπογιατζόγλους Ν
2253Δημ. Ν. Βότσαρης Ν Γ. Μπούμπουρας Ν
2254Κωνστ. Γ. Καραπάνος Λωρέντζος Δελαρόκας Ν
2255Γεώρ. Χ. Παχὺς Ν Δημοσθένης Καΐρης Ν
2256Στέφανος Δραγούμης ἀρν.Ν. Κρίσπης
2257Δ. Γ. Ῥάλλης Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς Ν
2258Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας Ν Ἰωάννης Γκιὼν Ν
2259Φωκίων Νέγρης Ν Κ. Κοσσονάκος
2260Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς Γ. Μαυρομιχάλης
2261Νικόλ. Μπουφίδης Ν Ἀριστ. Πετροπουλάκης Ν
2262Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ν Γιαν. Μαυρομιχάλης Ν
2263Δημ. Καλλιφρονᾶς Νικήτας Βαρβιτσιώτης Ν
2264Νικόλ. Δ. Λεβίδης Λεων. Καπετανάκος Ν
2265Σπυ. Κουκούλεζας Ν Ξανθὸς Πικουλάκης
2266Ὄθων Μακρυγιάννης Ν Γεώρ. Πετροπουλάκης
2267Τρύφων Μουτσόπουλος Ν Κ. Παπαμιχαλόπουλος
2268Θάνος Κανακάρης Ν Ἰωάν. Καρτάλης Ν
2269Νεοκλ. Πετιμεζᾶς Ἀργ. Κανταρτζῆς Ν
2270Α. Παπαγιαννακόπουλος Εὐάγ. Σταμούλης
2271Α. Φωτήλας Ν Ν. Κοκωσλῆς Ν
2272Ἀνδρ. Αὐγερινὸς Ν Ἰω. Παπαδόπουλος Ν
2273Ἀντ. Ῥικάκης Κωνστ. Μαρκίδης Ν
2274Ἀχ. Γεροκωστόπουλος Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος Ν
2275Ἰω. Κρεστενίτης Δημ. Κουτσουμπλῆς Ν
2276Ν. Κουμανιώτης Εὐθ. Μπατζιᾶς Ν
2277Χρ. Στεφανόπουλος Ν Ἀναστ. Ζαρμάνης
2278Ἀλέξ. Ζαΐμης Ἀχιλ. Λογιωτάτου
2279Ἀρ. Κοντογούρης Σωτ. Σωτηρόπουλος
2280Ν. Καλογερόπουλος Ν Κων. Κουμουνδοῦρος
2281Περ. Πεῤῥωτής Γ. Τάκης
2282Δημ. Τζάνες Ν Ν. Ταρμπάζης
2283Περ. Μποῦτος Ν Ζ. Φαλιάγκας
2284Παν. Σάκκης Σταμάτιος Μπουντούρης Ν
2285Νικ. Παπαλέξης Ν Θεόδωρος Γκίκας Ν
2286Νικ. Μισυρλῆς Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ν
2287Ν. Καράπαυλος Ν Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ν
2288Ἀσημ. Χριστόπουλος Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος Ν
2289Εὐστάθ. Κοκκέβης Ν Νικόλ. Κοντογιάννης
2290Δημήτρ. Κάρτσωνας Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς Ν
2291Δημήτρ. Γουδῆς Ν Γεώργιος Λιδωρίκης Ν
2292Σ. Χατζηγάκης Κωνστ. Χατζῖσκος Ν
2293Κ. Ζωγλοπίτης Ν Δημήτρ. Ζουλούμης Ν
2294Ἀθ. Καζαμπάκας Ν Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος
2295Γ. Φραγκίδης Ν Θεμιστοκλῆς Κανάρης
2296Α. Τακιατζῆς Ν
2297§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 81. Ἐκ τούτων
229877 εἶπον Ναὶ καὶ 4 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπομένως ἡ πρότα-
2299σις ἐγένετο δεκτή.
2300Λύεται ἡ συνεδρίασις.
2301Ὥρᾳ 9 καὶ 30′ μ. μ.