| 2175 | Χαρ. Τρικούπης | Ο | Ἠλίας Παλαμήδης | Ο | |
| 2176 | Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Κωνστ. Κατσικόπουλος | ||
| 2177 | Γ. Σισμάνης | Ο | Δ. Ζέγγελης | ||
| 2178 | Δ. Βουλπιώτης | Ο | Δημ. Ν. Βότσαρης | Ο | |
| 2179 | Ἀθ. Ἴσκος | Κωνστ. Γ. Καραπάνος | Ν | ||
| 2180 | Ν. Καλαντζόπουλος | Ο | Γεώργιος Χ. Παχὺς | Ο | |
| 2181 | Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Στέφανος Δραγούμης | |||
| 2182 | Μ. Γουλιμῆς | Ο | Δημ. Γ. Ῥάλλης | Ν | |
| 2183 | Μ. Ἰατρίδης | Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας | Ο | ||
| 2184 | Δ. Χατζόπουλος | Φωκίων Νέγρης | Ν | ||
| 2185 | Γεώργιος Μίλησης | Ἰω. Α. Γεωργαντᾶς | Ν | ||
| 2186 | Σπυρίδων Νοταρᾶς | Ν | Νικόλ. Μπουφίδης | Ο | |
| 2187 | Γεώργιος Κούστας | Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ο | ||
| 2188 | Ἀλέξανδρος Ἀντωνόπουλος | Ο | Δημ. Καλλιφρονᾶς | Ν | |
| 2189 | Σωτήριος Δανόπουλος | Ν | Νικ. Λεβίδης | Ν | |
| 2190 | Ἀναστ. Δημητριάδης | Ο | Ὄθων Μακρυγιάννης | Ο | |
| 2191 | Μιχαὴλ Νικηφοράκης | Ο | Τρύφ. Μουτσόπουλος | Ν | |
| 2192 | Δημήτριος Πετρίδης | Ν | Θάνος Κανακάρης | Ο | |
| 2193 | Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | Ν | Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Ν | |
| 2194 | Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Ν | Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ν | |
| 2195 | Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Ν | Α. Φωτήλας | Ο | |
| 2196 | Χρ. Χριστόπουλος | Ν | Ἀνδρ. Αὐγερινός | Ο | |
| 2197 | Φίλιππος Βάρβογλης | Ν | Ἀντ. Ῥικάκης | ||
| 2198 | Ἠλίας Φλέσσας | Ν | Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ν | |
| 2199 | Κων. Κωνσταντόπουλος | Ἰω. Κρεστενίτης | Ν | ||
| 2200 | Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | ἀρν. | Ν. Κουμανιώτης | Ν | |
| 2201 | Παναγιώτης Μανέτας | Ν | Χρ. Στεφανόπουλος | Ο | |
| 2202 | Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος | Ν | Ἀλέξ. Ζαΐμης | Ν | |
| 2203 | Ἀριστ. Κοντογούρης | Ν | Γ. Πετροπουλάκης | ||
| 2204 | Ν. Καλογερόπουλος | Ν | Κ. Παπαμιχαλόπουλος | Ν | |
| 2205 | Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Ο | Ἰωάνν. Καρτάλης | ||
| 2206 | Ν. Παπανικολάου | Ο | Ἀρ. Κανταρτζῆς | Ο | |
| 2207 | Ν. Καφετζόγλους | Ο | Εὐάγ. Σταμούλης | Ο | |
| 2208 | Ἰω. Πεζᾶς | Ν. Κοκωσλῆς | |||
| 2209 | Κων. Σινέλης | Ο | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ο | |
| 2210 | Βασίλ. Βουδούρης | Ν | Κ. Μαρκίδης | Ο | |
| 2211 | Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Ο | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ο | |
| 2212 | Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ο | |
| 2213 | Ἀναστ. Ἐ. Λούντζης | Ο | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ο | |
| 2214 | Διον. Λομβάρδος | Ο | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ο | |
| 2215 | Γεώργ. Θεοτόκης | Ο | Ἀχιλ. Λογιωτάτου | ||
| 2216 | Κωνστ. Βασιλάκης | Σωτ. Σωτηρόπουλος | Ν | ||
| 2217 | Ἀντ. Καποδίστριας | Κ. Κουμουνδοῦρος | Ν | ||
| 2218 | Ν. Βασιλάκης | Ν | Περικλῆς Πεῤῥωτὴς | Ν | |
| 2219 | Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | Ν | Δημήτριος Τζάνες | Ν | |
| 2220 | Πολυχρ. Π. Κωνσταντᾶς | Περικλῆς Μποῦτος | Ο | ||
| 2221 | Σπυρ. Ἀλαμάνος | Ν | Παναγιώτης Σάκκης | Ν | |
| 2222 | Θεόφιλος Προβατᾶς | Νικόλαος Παπαλέξης | Ο | ||
| 2223 | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Ν | Νικόλαος Μισυρλῆς | ||
| 2224 | Ἀγαμέμνων Μεταξᾶς | Ο | Ν. Καράπαυλος | ||
| 2225 | Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Ο | Ἀσημάκης Χριστόπουλος | Ν | |
| 2226 | Νικόλ. Βαλσαμάκης | Ο | Εὐστάθιος Κοκκέβης | Ο | |
| 2227 | Γεράσιμος Μουσούρης | Ο | Δημήτριος Κάρτσωνας | Ν | |
| 2228 | Παναγ. Βενιεράτος | Δημήτριος Π. Γουδῆς | Ο | ||
| 2229 | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Ν | Σ. Χατζηγάκης | Ν | |
| 2230 | Γεώργιος Κόρπας | Ν | Κ. Ζωγλοπίτης | ||
| 2231 | Στέφανος Σκουλούδης | Ο | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ο | |
| 2232 | Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ο | Γ. Φραγκίδης | Ο | |
| 2233 | Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ο | Α. Τακιατζῆς | Ο | |
| 2234 | Νικόλ. Νομικός | Γ. Τάκης | |||
| 2235 | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ο | Ν. Ταρμπάζης | Ν | |
| 2236 | Γεώργιος Μπούμπουρας | Ο | Ζ. Φαλιάγκας | Ν | |
| 2237 | Λωρέντζος Δελαρόκας | Σταμάτιος Μπουντούρης | Ο | ||
| 2238 | Δημοσθένης Καΐρης | Ο | Θεόδωρος Γκίκας | Ο | |
| 2239 | Νικόλ. Κρίσπης | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | |||
| 2240 | Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς | Κ. Χαλκιόπουλος | Ο | ||
| 2241 | Ἰω. Γκιὼν | Ο | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ο | |
| 2242 | Κωνστ. Κοσσονάκος | Ο | Ν. Κοντογιάννης | ||
| 2243 | Γεώργ. Μαυρομιχάλης | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο | ||
| 2244 | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | Γ. Λιδωρίκης | Ο | ||
| 2245 | Γιανν. Μαυρομιχάλης | Κ. Χατζῖσκος | Ο | ||
| 2246 | Νικήτας Βαρβιτσιώτης | Ο | Δ. Ζουλούμης | Ο | |
| 2247 | Λεων. Καπετανάκος | Ο | Κ. Ἀναγνωστόπουλος | Ν | |
| 2248 | Ξανθὸς Πικουλάκης | Ο | Θεμιστ. Κανάρης | Ν |
1889.11.22
2,564 rows · 19,048 words · 1 table · 112 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 24
Τῆς 22 Νοεμβρίου 1889.
(Τετάρτη)
Ὥρα 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μοὶ ἐξηγήσητε, τί ἐννοεῖ ἡ περικοπὴ αὕτη, ἡ ἐν τοῖς πρακτικοῖς (ἀναγινώσκει): «Ἔλαβεν εἶτα τὸν λόγον εἷς τῶν Βουλευτῶν Ἀρκαδίας, ἐνῷ δὲ κατεῖχε τὸ βῆμα, εἷς τῶν Βουλευτῶν Λακωνίας, διακόψας τὸν ἀγορεύοντα, εἶπεν, ὅτι ἔξωθεν τοῦ Βουλευτηρίου ἐτραυμάτισαν τὸν ἐργαζόμενον εἰς τὴν ἐφημερίδα «ὁ Σύλλογος» Μοῦχον. Συνεπείᾳ τῆς πληροφορίας ταύτης καὶ ἄλλοι ἔλαβον τὸν λόγον. Μετὰ ταῦτα ὁ Βουλευτὴς Ἀρκαδίας συνέχισε τὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἀγόρευσίν του»· διότι δὲν ἀναφέρεται ἐνταῦθα περὶ τίνος ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτής.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἦσθε προχθὲς ἐνταῦθα, ὅτε ἐγένετο συζήτησις περὶ τοῦ τρόπου τῆς συντάξεως τῶν πρακτικῶν καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν, ὅτι πρέπει ταῦτα νὰ ἦναι ὅσῳ τὸ δυνατὸν σύντομα. Ἄν ἔχῃ τις τῶν ἀγορευσάντων παρατήρησίν τινα νὰ κάμῃ, οὐδεμία ὑπάρχει δυσκολία, ὅπως διορθωθῶσι τὰ πρακτικά.
§3Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι βάσιμος· διότι κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἐκτίθεται περίληψις τῶν ὑφ’ ἑκάστου τῶν Βουλευτῶν λεχθέντων. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντων οὐδεμία περίληψις τίθεται, γίνεται δὲ μόνον μνεία, ὅτι ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, καὶ κατόπιν ὅτι συνέχισα τὸν λόγον. Ἀλλὰ ποῖος εἶναι ὁ λόγος; τί εἶπον; περὶ αὐτοῦ οὐδεμία περίληψις τίθεται, ἐνῷ πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ περίληψίς τις τῆς ἐννοίας τῶν ὅσων ἐγὼ εἶπον· διότι τὰ πρακτικὰ ἔχουσιν οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ἔλαβεν εἶτα τὸν λόγον εἷς τῶν Βουλευτῶν Ἀρκαδίας, ἐνῷ δὲ κατεῖχε τὸ βῆμα, εἷς τῶν Βουλευτῶν Λακωνίας, διακόψας τὸν ἀγορεύοντα, εἶπεν ὅτι ἔξωθεν τοῦ Βουλευτηρίου ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως ἐτραυμάτισαν τὸν ἐργαζόμενον εἰς τὴν ἐφημερίδα «ὁ Σύλλογος» Μοῦχον. Συνεπείᾳ τῆς πληροφορίας ταύτης καὶ ἄλλοι ἔλαβον τὸν λόγον. Μετὰ ταῦτα ὁ Βουλευτὴς Ἀρκαδίας συνέχισε τὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἀγόρευσίν του.» Ποία εἶναι ἡ ἀγόρευσίς μου; ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου ἢ κατά; τοῦτο δὲν ἀναφέρεται. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἑξῆς δήλωσις: «Ἔλαβεν εἶτα τὸν λόγον εἷς τῶν Βουλευτῶν Ἀρκαδίας καὶ ἤρξατο ἐπικρίνων πᾶσαν τὴν περὶ φορολογίας τῶν οἰνοπνευμάτων νομοθετικὴν ἐργασίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐνῷ δὲ κατεῖχε τὸ βῆμα, εἷς τῶν Βουλευτῶν Λακωνίας κτλ».
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, θὰ προστεθῇ. (Γενομένης τῆς προσθήκης ταύτης, τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται).
§5ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἤμην παρών, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέβαλε πληροφορίας τινάς, ἃς εἶχον ζητήσει εἰς μίαν τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων· ἕνεκα τούτου δὲν ἠξεύρω, ἂν τὰ ἐν τοῖς πρακτικοῖς περιλαμβανόμενα περὶ τῶν ἐσόδων τῆς ὁδοποιΐας ἦναι ἐκ λάθους τῶν πρακτικῶν ἢ ἦναι ἐκ λάθους τῶν ὑποβληθεισῶν πληροφοριῶν παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τὰ πρακτικὰ λέγουσιν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλε σημείωσιν τῶν ἀναγνωρισθέντων καὶ ἐκκαθαρισθέντων ἐσόδων τῆς ὁδοποιΐας κατὰ τὸ 1885. Ἐγὼ ἐζήτησα σημείωσιν τῶν βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1888.
§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐδόθη, περιεῖχε τὸ 1885· ἑπομένως, ἂν θέλητε διὰ τὸ 1888, θὰ φέρω σημείωσιν περὶ τοῦ ἔτους τούτου. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι περιεῖχε τὸ 1885, διότι ἐφάνη καὶ εἰς ἐμὲ παράδοξον, καὶ τὸ παρετήρησα ἐπανειλημμένως.
§7ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂς προσαχθῇ τὸ πρωτότυπον, διὰ νὰ ἴδωμεν ποῦ ἐγένετο τὸ λάθος. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ προσαχθῶσιν αἱ πληροφορίαι διὰ τὸ ἔτος 1888.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ Σπάρτης τηλεγράφημα ἐμπόρων, εὐχομένων νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοτικῶν προσόδων, δανείων καὶ βαρῶν. Ἐπιτροπὴ τῶν ἐμπόρων καὶ βιομηχάνων Πειραιῶς ἀναφέρει, ὅτι οἱ ἔμποροι Πειραιῶς ἀποδέχονται τὴν μετατροπὴν τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοτικῶν φόρων, ὑποβάλλουσι δὲ παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου περὶ δημοτικῶν προσόδων, δανείων καὶ βαρῶν. Διάφοροι κάτοικοι Πατρῶν ζητοῦσι τὴν κατεδάφισιν τῆς ἐν μέσῳ τῆς παραλιακῆς ὁδοῦ κειμένης οἰκίας τῶν κληρονόμων Μαγκλιβέρα, διότι παρακωλύει τὴν ἐμπορικὴν κίνησιν καὶ προξενεῖ μεγάλην ἀσχημίαν εἰς τὴν πόλιν, καὶ συνιστῶσι ν’ ἀποζημιωθῶσιν οἱ κληρονόμοι.
§9ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἀναφέρεται εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον προχθὲς ὁ κ. Κοντογούρης ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐπηρώτησε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Πρόκειται περὶ τῆς οἰκίας ἐκείνης, ἡ ὁποία διὰ τελεσιδίκου δικαστικῆς ἀποφάσεως ἐπεδικάσθη εἰς τὴν οἰκογένειαν Μαγκλιβέρα καὶ τῆς ὁποίας τὴν χρῆσιν ἐμποδίζονται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου νὰ κάμωσιν οἱ ἰδιοκτῆται, διότι ἡ Κυβέρνησις ἰσχυρίζεται, ὅτι ἡ οἰκία αὕτη πρέπει κατὰ τὸ σχέδιον νὰ κατεδαφισθῇ. Γνωρίζετε ὅτι, διὰ νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασις αὕτη, πρέπει νὰ προηγηθῇ ἀποζημίωσις. Οἱ ἰδιοκτῆται δὲν ἀντιτείνουν εἰς τὴν ἀπόφασιν καὶ τὴν διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ζητοῦσι νὰ ἐπέλθῃ ἡ προηγουμένη ἀποζημίωσις κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν νόμον. Τὸ ζήτημα εἶναι λελυμένον ὡς πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν, διότι καὶ αἱ τρεῖς δικαστικαὶ ἀποφάσεις τῶν τριῶν βαθμῶν ἐπεκύρωσαν καὶ ἀνεγνώρισαν τὴν ἰδιοκτησίαν εἰς αὐτούς. Τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ ὀφείλει ν’ ἀποζημιώσῃ ἓν μέρος, καὶ αὕτη παρεμβάλλει δυσκολίας. Νομίζω, ὅτι πρὸς ἀποφυγὴν περαιτέρω δικῶν καὶ πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς διαταγῆς τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ κατεδαφισθῇ ἡ οἰκία αὕτη, ἡ ὁποία εἶναι ἑτοιμόῤῥοπος καὶ ἀποτελεῖ πραγματικὴν ἀσχημίαν εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πανταχόθεν ἤδη ἠνοίχθη, εἶναι δίκαιον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐπὶ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ νὰ τῇ ἀποδείξῃ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον αὕτη ἔχει, ὥστε ν’ ἀποζημιωθῇ ἡ οἰκογένεια, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ οἰκία ἀνήκει. Παρακαλῶ νὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει αὐτὴν καὶ διατάξῃ ὅ,τι πρέπει.
§10ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καταθέτω τὴν σημείωσιν ταύτην, καὶ νομίζω καλὸν νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν. Ζητῶ τὰ βεβαιωθέντα καὶ εἰσπραχθέντα ἔσοδα τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1888 τοῦ ἰδίου ταμείου, πρὸς ἀποφυγὴν ἑτέρας παρεννοήσεως, διότι δὲν γνωρίζω, ἂν κατὰ τὸ 1888 τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας εἰσεπράχθησαν κατὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ 1888 ἢ κατὰ τὴν χρῆσιν αὐτοῦ. Ἑπομένως, ἐὰν εἰσεπράχθησαν κατὰ διαχείρισιν, τότε ζητῶ τὰ ἔσοδα κατὰ διαχείρισιν, ἐὰν εἰσεπράχθησαν κατὰ χρῆσιν, ζητῶ τὰ ἔσοδα κατὰ χρῆσιν.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅπως εἰσεπράχθησαν.
§12ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι καπνοπῶλαι Βόλου παρακαλοῦσιν, ὅπως τὰ φυλλάδια τοῦ σιγαροχάρτου τίθενται ἐντὸς τῶν πακέτων τοῦ καπνοῦ. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Πολλοὶ οἰνοπνευματοποιοὶ καὶ ἀμπελοκτήμονες τοῦ δήμου Νεμέας ἐκφράζουσι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν εὐγνωμοσύνην των διὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ οἰνοπνευματοποιείων αʹ καὶ βʹ κατηγορίας. Διάφοροι ἐξ Αἰγίου φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου παραπονοῦνται διά τινα ἀπόφασιν τοῦ Νομάρχου Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ἀποῤῥίψαντος ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου περὶ προσφυγῆς τοῦ δήμου εἰς τὰ Δικαστήρια διὰ τὴν καταπάτησιν γηπέδων τοῦ δήμου ὑπὸ τοῦ Δημοσίου.
§14ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις πρό τινος καιροῦ ἀπεφάσισε νὰ οἰκοδομήσῃ δημόσια καταστήματα ἐν Αἰγίῳ, ἀλλ’ ἀντὶ νὰ ζητήσῃ νὰ εὕρῃ οἰκόπεδον κατάλληλον πρὸς τοῦτο, κατέλαβε δημοτικὸν οἰκόπεδον. Ὁ ἐκεῖ Δήμαρχος κατέφυγεν εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ζητῶν τὴν ἄδειαν, ἵνα διεκδικήσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ δήμου ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ἀλλ’ ὁ Νομάρχης Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἀπέῤῥιψε τὴν αἴτησιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ ἤδη ἡ δημοτικὴ περιουσία περιέρχεται εἰς τὸ Δημόσιον. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διότι νομίζω, ὅτι οἱ δῆμοι δὲν πρέπει νὰ κλέπτωνται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, καθόσον αὐτὸ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ κλοπή.
§15ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ οἰκόπεδον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ καταλάβῃ τὸ Δημόσιον, εἶναι ἡ πλατεῖα τῶν Ὑψηλῶν Ἁλωνίων τοῦ Αἰγίου. Τὸ Αἴγιον, ὡς γνωρίζετε, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς θέσιν περιωρισμένην, μόνην θέσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει πρὸς τὴν θάλασσαν καὶ ἡ ὁποία χρησιμεύει πρὸς ἀναψυχὴν τῶν κατοίκων, ἔχει τὴν πλατεῖαν τῶν Ὑψηλῶν Ἁλωνίων, ἡ ὁποία εἶναι ἐλευθέρα πανταχόθεν. Τὸ Δημόσιον, ἔχον ἀνάγκην νὰ οἰκοδομήσῃ δημόσια καταστήματα, καὶ μὴ ἔχον οἰκόπεδον, ἐνόμισεν ὅτι εἶναι πρόχειρος ἡ πλατεῖα, ἑπομένως πρό τινος καιροῦ ἐξηγήθη ἡ ἰδέα αὕτη καὶ ἐγένοντο πράξεις, αἱ ὁποῖαι ὑπέδειξαν τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν. Τότε εἶχον μεταβῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ εἶχον κάμει τὰς δεούσας παραστάσεις πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος προσεκάλεσε τὸν Διευθυντὴν τῶν δημοσίων ἔργων, προσήχθη ὁ χάρτης ὁ τοπογραφικὸς τῆς πόλεως, ἐξητάσθη τὸ μέρος καὶ συνεφώνησαν ἀμφότεροι, ὅτι τὰ δύο καταστήματα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ οἰκοδομηθῶσι, δύνανται νὰ ἀνεγερθῶσι παρὰ τὰ πλευρὰ τῆς δημοτικῆς σχολῆς, ἡ ὁποία ἤδη ὑπάρχει, καὶ ὄχι πρὸς τὴν ἀντίθετον πλευρὰν τῆς πλατείας, ἡ ὁποία εἶναι πρὸς τὴν θάλασσαν. Μετὰ τοῦτο εἶχον ἡσυχάσει καὶ ἤμην βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ γίνῃ ἄλλη πρᾶξις, ἡ ὁποία νὰ ἀντίκηται εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτήν. Τελευταῖον ὅμως ἐξηγήθησαν ἄλλαι διαθέσεις καὶ ἀπεφασίσθη, φαίνεται, νὰ οἰκοδομηθῶσι τὰ δύο καταστήματα ὄχι πρὸς τὸ ἐνδότερον μέρος τῆς πλατείας, ἀλλὰ πρὸς τὸ ἀντίθετον, τὸ πρὸς τὴν θάλασσαν. Ἐκτὸς τοῦ ὅτι τὸ οἰκόπεδον εἶναι δημοτικόν, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ὁ ἄλλος λόγος, ὅτι καταστρέφεται ὁλόκληρον τὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς πόλεως, ἅμα ἀφαιρέσητε αὐτὴν τὴν μοναδικὴν πλατεῖαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ δύνανται νὰ συνέρχωνται καὶ ν’ ἀναπνέωσιν οἱ κάτοικοι. Ἐγὼ, ἀκούσας τοῦτο, δὲν ἐπίστευσα, διότι σᾶς εἶπον, ὅτι προηγουμένως εἶχον ἀποφανθῆ οἱ ἁρμόδιοι, ὅτι τὸ μέρος ἐκεῖνο δὲν εἶναι κατάλληλον· σήμερον ὅμως ἔλαβον καὶ ἐγὼ ἐπιστολὴν, ὑπογεγραμμένην παρὰ διαφόρων δημοτῶν, οἱ ὁποῖοι μοὶ γράφουσιν, ὅτι πράγματι ἐγένοντο πράξεις κατοχῆς ἐπὶ τοῦ μέρους τούτου, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ ἠθέλησε νὰ ἐμποδίσῃ δικαστικῶς τὴν ἐργασίαν, καὶ διώρισε πρὸς τοῦτο δικηγόρον, ἀλλ’ ὁ Νομάρχης ἠκύρωσε τὴν πρᾶξιν τοῦ διορισμοῦ τοῦ δικηγόρου. Ὄχι μόνον παραπονοῦμαι διὰ τὸ αὐθαίρετον τῆς πράξεως τοῦ Νομάρχου, ὁ ὁποῖος ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀνωτάτου ἐπόπτου τῶν δήμων πρέπει νὰ προτάσσῃ τὰ συμφέροντα αὐτῶν, διότι αὐτῶν ἐτέθη φύλαξ καὶ φρουρὸς καὶ ὄχι τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, ὑπὲρ ὧν ἄλλοι ἐτάχθησαν, ἀλλὰ καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἀφήσῃ νὰ προβῇ ἡ ὑπόθεσις δικαστικῶς, ἀλλὰ διοικητικῶς νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἐκ συμφώνου μετὰ τοῦ Διευθυντοῦ τῶν δημοσίων ἔργων εἶχε λάβει, νὰ κατασκευασθῶσι τὰ καταστήματα εἰς τὴν ἐντεῦθεν πλευρὰν τῆς πλατείας, ὅπου δὲν θὰ ἐπιφέρῃ ἀντίῤῥησιν ὁ δῆμος, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν βλάπτει καθόλου τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, τὴν ὠφελεῖ μάλιστα, διότι θὰ ἦναι πρὸς τὸ μέρος τῆς πόλεως τὰ νέα καταστήματα καὶ ἑπομένως πλησιέστερα πρὸς αὐτήν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ διαταγὰς συμφώνους πρὸς ταῦτα καὶ πρὸς τὴν προηγουμένην του ἀπόφασιν.
§16ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ γνωρίζω, ἐὰν τὸ Δημόσιον πρόκηται ν’ ἀνεγείρῃ ἐν Αἰγίῳ δημόσια καταστήματα. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ γνωρίζω, εἶναι, ὅτι ὁ δῆμος πρόκειται ν’ ἀνεγείρῃ δημοτικὰ καταστήματα, τουτέστιν ἀγορὰν καὶ δὲν ἠξεύρω ποῖον ἄλλο. Ἐὰν τὸ Δημόσιον πρόκηται ν’ ἀνεγείρῃ δημόσια καταστήματα, καταλαμβάνον οἰκόπεδον τοῦ δήμου, βεβαίως καὶ ὁ δῆμος Αἰγίου καὶ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοί μου ἔχουσι πληρέστατον δίκαιον. Καὶ ἐγὼ γνωρίζω τὸ μέρος καὶ βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι αἱ διοικητικαὶ ἀρχαὶ ἐν Αἰγίῳ πρόκειται νὰ καταλάβωσιν οἰκόπεδον, τὸ ὁποῖον ἀποφράττει τὴν ὄψιν τῆς πόλεως Αἰγίου. Ἂν ὅμως πρόκηται ν’ ἀνεγερθῶσι δημοτικὰ καταστήματα....
§17ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὄχι, δὲν πρόκειται.
§18ΦΩΤΗΛΑΣ. Ζητῶ πληροφορίας, διότι δὲν ἠξεύρω.
§19ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὸς διασάφησιν τῶν ὅσων εἶπεν ὁ προλαλήσας, νὰ εὐαρεστηθῇ, ἀφοῦ λάβῃ τὰς δεούσας πληροφορίας, νὰ πληροφορήσῃ αὔριον τὴν Βουλὴν, ἂν πρόκηται περὶ ἀνεγέρσεως δημοτικῶν καταστημάτων ἢ δημοσίων.
§20ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§21ΦΩΤΗΛΑΣ. Βεβαίως νὰ προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ μάθωμεν τίνα καταστήματα πρόκειται ν’ ἀνεγερθῶσιν.
§22ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἀπαντᾷ.
§23ΦΩΤΗΛΑΣ. Νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας κ. Γεροκωστόπουλος ὑποβάλει τὴν ἑπομένην ἐπερώτησιν.
§25ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἐλήφθη πρόνοια πρὸς ἐπισκευὴν τῆς ἐν τῷ δήμῳ Κερπινῆς καὶ ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Σελινοῦντος γεφύρας, περὶ τῆς ὁποίας τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Κερπινῆς καὶ τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ὑπέβαλον εὐχὰς διὰ ψηφισμάτων των εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὁ Δήμαρχος δὲ Κερπινῆς κ. Δρούλας ἐπανειλημμένως παρέστησε τὴν ἀνάγκην ταύτην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. «Ἡ ἐπισκευὴ τῆς γεφύρας ταύτης εἶναι κατεπείγουσα, διότι δι’ αὐτῆς συγκοινωνοῦσιν οὐ μόνον τὰ ἑκατέρωθεν χωρία Πετσάκοι καὶ Λαπαναγοί, ἀλλ’ ὁλόκληρος, δύναμαι νὰ εἴπω, ὁ δῆμος Κερπινῆς καὶ μέγα μέρος τῶν δήμων Λαπαθῶν, Φαρῶν καὶ Καλαβρύτων, δι’ αὐτῆς δ’ ἐπίσης διαβαίνει καὶ τὸ πλεῖστον τῶν ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Πάτρας μεταβαινόντων. «Σὺν τῇ ἀνακοινώσει τῶν πληροφοριῶν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὸ σχεδιάγραμμα τῆς ἐπισκευῆς, ἐὰν τυχὸν ταῦτά εἰσι κατηρτισμένα».
§26ΧΡ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ γράφουσιν ἐκ Καρακοβουνίου, ὅτι ὁ αὐτόθι δημοδιδάσκαλος Ἀριστοτέλης Παπαντωνίου κατηγγέλθη διὰ διαφόρους πράξεις ἐγκληματικὰς βαρείας, ἵνα μὴ τὰς ὀνομάσω ὅπως μοὶ τὰς γράφουσιν οἱ ἄνθρωποι. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἐνήργησέ τι διὰ τὰς καταγγελίας ταύτας ἢ ὄχι; καὶ ἐὰν δὲν ἐνήργησε, τὸν παρακαλῶ νὰ ἐνεργήσῃ ταχέως, ὅπως ἀρθῇ τὸ σκάνδαλον τοῦτο.
§27ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τηλεγραφοῦσιν ἐκ Κυπαρισσίας ἔμποροι, δικηγόροι καὶ διάφοροι πολῖται πρὸς ἐμὲ καὶ πρὸς τὸν κ. Σωτηρόπουλον καὶ παρακαλοῦσιν, ὅπως διαβιβάσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν παράκλησίν των, ἵνα ἐπανέλθωσιν αἱ Ἀρχαὶ εἰς τὴν πόλιν, καὶ μοὶ προσθέτουν, ὅτι ἐκ τῶν ἐν τῷ τηλεγραφήματι, τὸ ὁποῖον ἐπαρουσίασεν ὁ κύριος Κοκκέβης, ὑπογεγραμμένων ὀκτὼ μόνον εἶναι οἱ ἀληθῶς ὑπογράψαντες. Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο καταθέτω, ἵνα λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλή, παρακαλῶ δὲ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ καταθέσωσι τὰ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ζητηθέντα ἔγγραφα, ὅπως προβῶμεν ἐπὶ τέλους εἰς τὴν περὶ τούτου συζήτησιν.
§28Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Σήμερον ἔλαβον ἐπιστολήν τινα ἐκ τοῦ δήμου Οἰνοῦντος τῆς Λακεδαίμονος καὶ φάκελλον ὀγκωδέστατον, περιέχοντα, ὡς μοὶ γράφουσιν, ὑπόμνημα, ἐν τῷ ὁποίῳ διὰ μακρῶν ἐκτίθεται ἡ συμπεριφορὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου Οἰνοῦντος, Σπηλιώτου νομίζω ὀνομαζομένου. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι οὗτος ὑπηρέτησεν ὡς Εἰρηνοδίκης Καστορίας καὶ ἐκεῖ ἔδωσε τοιαύτας ἀφορμὰς, ὥστε ἠναγκάσθη τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης νὰ τὸν μεταθέσῃ ἐκεῖθεν, μετ’ ὀλίγον ὅμως δυστυχῶς τὸν ἐπανέφερεν ἐντὸς τῆς ἐπαρχίας; ἐν τῷ δήμῳ Οἰνοῦντος, ὅπου φαίνεται ὅτι ἤρχισε νὰ πράττῃ τὰ αὐτά. Ὁ φάκελλος αὐτὸς, ὡς μοὶ γράφουσι, περιέχει καὶ δεκαπέντε ἀντίγραφα καταγγελιῶν πρὸς τὸν Νομάρχην, πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν, πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, δὲν περιέχει ὅμως ἀντίγραφον τῆς εὐχῆς τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου, τὴν ὁποίαν ἀπέστειλε τοῦτο πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, συνιστῶν τὴν ὅσον οἷόν τε ταχυτέραν μετάθεσιν τοῦ Εἰρηνοδίκου τούτου. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ καταθέσῃ καὶ τὴν εὐχὴν ταύτην τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου καὶ τὰς λοιπὰς εἰσαγγελικὰς ἐκθέσεις, ἂν τοιαῦται ὑπάρχωσι. Τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος φάκελλον παραδίδω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον.
§29Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω ὑπόμνημα ἐκ τοῦ δήμου Οἰνοῦντος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκτίθεται ἡ συμπεριφορὰ τοῦ εἰρηνοδίκου Γ. Σπηλιώτου. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ταχείας μεταθέσεως αὐτοῦ, διότι οἱ κάτοικοι θέλουσιν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐγκληματίσωσι, πιεζόμενοι ἐκ τῆς διαγωγῆς αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου.
§30ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατόπιν ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε καταθέσει πρό τινων ἡμερῶν ἔγγραφα, σχετιζόμενα πρὸς διαταγήν τινα, τὴν ὁποίαν εἶχε δώσει, ὅπως τὰ πληρώματα τῶν πλοίων, τῶν καταπλεόντων εἰς τὸν ὅρμον τοῦ Πανόρμου, λαμβάνωσιν ἐλευθέραν κοινωνίαν, ἐνῷ ἐν τῷ ὅρμῳ ἐκείνῳ δὲν ὑπάρχει τελωνιακὴ ἀρχὴ καὶ ἑπομένως δὲν ἐπιτρέπεται εἰσαγωγὴ ἐμπορευμάτων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ΑΦΙΓʹ νόμου ἀναγράφει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὸ πρωτότυπον δηλωτικὸν μετ’ ἐπικεκυρωμένων ὑπὸ τῆς προξενικῆς ἀρχῆς ἀντιγράφων τῶν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον φορτωτικῶν ὀφείλει αὕτη ν’ ἀποστέλλῃ διὰ τοῦ πρώτου ταχυδρομείου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν· ἐπικεκυρωμένον δ’ ὡσαύτως ἀντίγραφον μετὰ τῶν πρωτοτύπων τῶν φορτωτικῶν ἐσώκλειστα ἐν σφραγισμένῳ φακέλλῳ ὀφείλει νὰ παραδίδῃ τῷ πλοιάρχῳ, ὅπως οὗτος ἐγχειρίσῃ ταῦτα ἐπὶ ἀποδείξει εἰς τὴν ὑγειονομικὴν ἀρχὴν τοῦ μέρους τοῦ κατάπλου σὺν τῇ ὑγειονομικῇ πιστοποιήσει καὶ τῷ κατὰ τὸ ἄρθρον 13 τοῦ τελωνιακοῦ ὀργανισμοῦ δηλωτικῷ εἰσαγωγῆς καὶ πρὸ πάσης ἐλευθέρας κοινωνίας. Ὀφείλει δὲ ἡ ὑγειονομικὴ ἀρχὴ ν’ ἀποστέλλῃ ἀμέσως τὸ περιεχόμενον ἐν τῷ φακέλλῳ εἰς τὴν τελωνιακὴν ἀρχήν.» Ὁ ὅρμος, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, ἦτο ἑστία λαθρεμπορίου, τοῦτο δὲ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἐπιθεωρητὴν Κυκλάδων νὰ λάβῃ μέτρα ἔκτακτα πρὸς περιορισμὸν τοῦ κακοῦ. Μεταξὺ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐπρότεινε νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις, εἶναι καὶ τὸ ἑξῆς, ὡς ἐκτίθεται τοῦτο ἐν τῇ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κατατεθείσῃ σχετικῇ ἐκθέσει (ἀναγινώσκει): «Αὐστηρῶς ν’ ἀπαγορευθῇ ἡ παροχὴ ἐλευθέρας κοινωνίας εἰς τὰ εἰς Πάνορμον ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καταπλέοντα πλοῖα, συμφώνως μὲ τὸ ἄρθρον 10 τοῦ ΩΙΑʹ νόμου, ἀφοῦ εἰς Πάνορμον δὲν ὑφίσταται τελωνιακὴ ἀρχή, δυναμένη νὰ δεχθῇ δηλωτικὸν εἰσαγωγῆς καὶ νὰ ἐνεργήσῃ τὰ περαιτέρω κλπ.» Ἐννοεῖτε ὅτι καὶ ἄνευ τοῦ ἐγγράφου τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ ἡ Κυβέρνησις, συμφώνως μὲ τὸν νόμον, ἠδύνατο νὰ λάβῃ αὐτὰ τὰ μέτρα, τοῦ νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐλευθέρα κοινωνία εἰς τὸν ὅρμον τοῦ Πανόρμου. Κατόπιν τοῦ ἐγγράφου τούτου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπηύθυνεν εἰς τὸν τελώνην Τήνου τὸ ἀπὸ 25 Ἰανουαρίου 1889 ἔγγραφόν του, διὰ τοῦ ὁποίου ἐν τέλει λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἰδίως πρέπει νὰ μάθῃ ὁ εἰς Πάνορμον τοποθετηθησόμενος τελωνιακὸς φύλαξ, ὅτι ἀπαγορεύεται αὐστηρῶς ἡ παροχὴ ἐλευθέρας κοινωνίας εἰς τὰ ἐκεῖσε ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καταπλέοντα πλοῖα, ἀφοῦ εἰς Πάνορμον δὲν ἐπιτρέπεται εἰσαγωγὴ ὑποκειμένων εἰς τέλος ἐμπορευμάτων». Ὡς βλέπετε, αὐστηρῶς ἀπαγορεύει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ἐλευθέραν κοινωνίαν ἐν τῷ ὅρμῳ Πανόρμου. Τοῦτο εἶναι καὶ νόμιμον καὶ κατασταλτικὸν τοῦ λαθρεμπορίου καὶ προληπτικὸν παντὸς κινδύνου τῆς δημοσίας ὑγείας. Παραδόξως ὅμως μετ’ ὀλίγους μῆνας ὁ αὐτὸς Ὑπουργὸς ἀπηύθυνεν ἕτερον ἔγγραφον πρὸς τὸν τελώνην Σύρου, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ παρεστάθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι τὸ Πάνορμον ἔχει ναυτιλίαν, ἡ δὲ προσέγγισις τῶν πλοίων ἀναφέρεται μόνον εἰς τὰς ἰδιαιτέρας κατεπειγούσας οἰκογενειακὰς τῶν ναυτιλλομένων ἀνάγκας, ἕπεται ὅτι πρόκειται περὶ ἐξαιρέσεως ἐπιβαλλομένης ἐκ τῶν πραγμάτων, ἣν δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει ἡ προηγουμένη διαταγὴ τῆς 25 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. καὶ ὑπ’ ἀριθ. 1154. Διὸ δύνανται μὲν ἐν ἀνάγκῃ νὰ ἐλευθεροκοινωνῶσι τὰ πληρώματα τῶν εἰς Πάνορμον καταπλεόντων πλοίων, ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ παραδίδωσι δηλωτικὰ κλπ». Τώρα ἐρωτᾶται: πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετεπήδησεν ἀπὸ τῆς νομίμου καὶ ὀρθῆς διαταγῆς εἰς ἄλλην ἐντελῶς ἀντίθετον, παράνομον, ἐπικίνδυνον εἰς τὴν δημοσίαν ὑγείαν καὶ λίαν συντελεστικὴν εἰς τὸ λαθρεμπόριον; Γνωρίζετε, Κύριοι, τί θὰ εἴπῃ διὰ τὸ Πάνορμον ἐλευθέρα κοινωνία τῶν πληρωμάτων τῶν καταπλεόντων πλοίων, ἐνῷ δὲν ὑπάρχει τελωνιακὴ ἀρχή; Θὰ εἴπῃ, ὅτι οἱ ἔμποροι, οἱ ἐμποροπλοίαρχοι, οἱ φορτωταὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα ἀκωλύτως νὰ ἐνεργῶσι λαθρεμπόριον, διότι εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο ὑπάρχει εἷς μόνον φύλαξ, κατοικῶν καὶ οὗτος μίαν ὥραν μακρὰν τῆς παραλίας, καὶ εἰς αὐτὸν ἀναθέτει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὴν φροντίδα νὰ προσέχῃ, ὅπως μὴ ἀποβιβάζωσιν οἱ ἔχοντες ἐλευθέραν κοινωνίαν ναῦται καὶ ἔμποροι τὰ ἐμπορεύματά των! Διατὶ λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω, ὁ κ. Τρικούπης, ἀναιρῶν αὐτὸς ἑαυτὸν, ἔδωκε τὴν τελευταίαν αὐτὴν διαταγήν; Ἡ χρονολογία αὐτῆς θὰ σᾶς λύσῃ τὴν ἀπορίαν. Ἡ πρώτη διαταγὴ φέρει χρονολογίαν 25 Ἰανουαρίου 1889, ἡ δευτέρα δὲ, ἡ σκανδαλώδης, φέρει χρονολογίαν 16 Αὐγούστου 1889, ἤτοι ἐξεδόθη 10 ἡμέρας πρὸ τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς τῶν Κυκλάδων. Ὅτε πρό τινων ἡμερῶν ὡμίλησα περὶ τῆς ἐκλογῆς ταύτης, καὶ παρέστησα ὅτι ἦτο προϊὸν ἀθεμίτου κυβερνητικῆς ἐπεμβάσεως, δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει καὶ τὸ παράδοξον καὶ πρωτοφανὲς, ἂν θέλετε, μέτρον τοῦτο. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπέδειξε μεγίστην ἱκανότητα διὰ νὰ ἐνεργῇ τοιούτου εἴδους ἐκλογὰς, ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο νὰ χωρέσῃ εἰς τὸν νοῦν οὐδενὸς, ὅτι μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου ἤθελε φθάσει ὁ κ. Πρωθυπουργός. Τώρα θὰ μοὶ εἴπητε ἴσως: Καὶ ποίαν ὠφέλειαν θὰ ἠδύνατο παράσχῃ εἰς τὸν κυβερνητικὸν ὑποψήφιον ἡ ἀκώλυτος κοινωνία τῶν πλοίων ἐν τῷ ὅρμῳ τοῦ Πανόρμου; Ὁ δῆμος αὐτὸς ἔχει ναυτιλλομένους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐνόουν νὰ μεταβῶσι νὰ ψηφίσωσιν ἄνευ τοῦ ὅρου τῆς ἐλευθέρας κοινωνίας, ἥτις δι’ αὐτοὺς ἀπέβαινε πρόξενος πολλῶν καὶ ποικίλων ὠφελειῶν. Πολλάκις, κύριοι Βουλευταὶ, ἐξέφρασαν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ παράπονα, ὅτι γίνεται ἐκ μέρους ἡμῶν χρῆσις τραχειῶν φράσεων καὶ ἀνοικείων λέξεων κατ’ αὐτῶν· ἀλλὰ πῶς πρέπει καὶ διὰ τίνων λέξεων νὰ χαρακτηρίσω τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως; Ἀφίνω εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς αὐτὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς ἐπὶ τοῦ προκειμένου διαγωγῆς του.
§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς, ὁ ἄρτι καταβὰς τοῦ βήματος, ὡμίλησε περὶ τῆς ὑποθέσεως, περὶ ἧς ἐπραγματεύθη, ὡσανεὶ διεπράχθη παρανομία ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀνέγνω διάταξίν τινα τοῦ νόμου, ἣν ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὡς ἀπαγορεύουσαν τὴν ἐλευθέραν κοινωνίαν, ὅπου δὲν ἐπιτρέπεται ἡ εἰσαγωγή. Τῷ ὄντι εἰς τὸ Πάνορμον εἰσαγωγὴ δὲν ἐπιτρέπεται, ἀλλὰ πάντοτε ἐπετρέπετο ἐλευθέρα κοινωνία μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν, ἐπὶ τῇ συστάσει τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ, ἐλήφθη ἀπόφασίς τις ἐξαιρετικὴ, ἥτις ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, συνεπείᾳ, ὡς φαίνεται, ἐσφαλμένων πληροφοριῶν, εἶχεν ὑποθέσει, ὅτι ἀρχῆθεν ἀπηγορεύετο ἡ ἐλευθέρα κοινωνία καὶ ὅτι ἐξαιρετικῶς ἐπετράπη, εἶτα δὲ ἀπηγορεύθη καὶ πάλιν ἐπιτραπεῖσα ἀπηγορεύθη καὶ τελευταῖον ἐπετράπη. Ἀπεδείχθη ἐκ πληροφοριῶν τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν συνεβουλεύθημεν, ὅτι τοιαῦτα προηγούμενα δὲν ὑπάρχουσιν, ὅτι πάντοτε ἐπετρέπετο ἡ ἐλευθέρα κοινωνία, ὅτι ἀπαγόρευσις τῆς ἐλευθέρας κοινωνίας, διαρκέσασα ἐπὶ βραχὺ, ἐγένετο ἅπαξ συνεπείᾳ παραστάσεων τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ. Ἐξαιρετικὸν μέτρον ὑπῆρξεν ἡ ἀπαγόρευσις, τὸ δὲ κανονικὸν, τὸ ὁποῖον παρέστησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ὡς παρανομίαν, εἶναι ἡ ἄδεια ἐλευθέρας κοινωνίας ἐν Πανόρμῳ. Καὶ ἦτο φυσικὸν τοῦτο, διότι τὸ Πάνορμον ἔχει ναυτιλίαν, δὲν εἶναι δὲ τοῦτο ἀποχρῶν λόγος, ἵνα ἐπιτραπῇ ἡ ἐκεῖ εἰσαγωγή, ἀλλ’ εἶναι ἀποχρῶν λόγος, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ ἐλευθέρα κοινωνία τῶν πλοίων, τῶν προσορμιζομένων εἰς τὸν λιμένα. Σκληρότατον θὰ ἦτο ἡ ἀπαγόρευσις τῆς ἀποβιβάσεως ἐπὶ τῆς πατρῴας γῆς τῶν πληρωμάτων τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ προερχομένων πλοίων, τῶν προσεγγιζόντων εἰς λιμένας, ἔνθα δὲν ἐπιτρέπεται εἰσαγωγή. Ἡ διάταξις, ἣν ἀνέγνω ὁ κ. Βουλευτής, οὐδόλως ἀφορᾷ εἰς ἀπαγόρευσιν τῆς ἐλευθέρας κοινωνίας ἐκεῖ, ὅπου δὲν γίνεται εἰσαγωγή· ἡ διάταξις ἐκείνη ὁρίζει, ὅτι θὰ κατατεθῇ τὸ δηλωτικὸν πρὶν ἢ ἐπιτραπῇ ἐλευθέρα κοινωνία, ἐὰν πρόκηται νὰ γένηται εἰσαγωγή. Κατὰ κανόνα ἡ ἐλευθέρα κοινωνία εἶναι ἄσχετος πρὸς τὰ τῆς εἰσαγωγῆς· ἡ ἐλευθέρα κοινωνία ἀφορᾷ κυρίως εἰς τὰ ὑγειονομικὰ καὶ οὐχὶ, ὡς ἡ εἰσαγωγὴ, εἰς τὰ δασμολογικά. Ἡ ἐξαιρετικῶς διαταχθεῖσα ἀπαγόρευσις τῆς ἐλευθέρας κοινωνίας ἐν τῷ ὅρμῳ Πανόρμῳ ἀνεκλήθη μετὰ παρέλευσιν μηνῶν τινων συνεπείᾳ τῶν γενομένων παραπόνων κατὰ τοῦ ἀδίκου τοῦ μέτρου ἐκείνου. Συνέπεσεν ἡ χρονολογία τῆς ἀνακλήσεως νὰ ἦναι ἐγγὺς τῆς ἐκλογῆς, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐκλογὴ ἐὰν μὴ ὑπῆρχε, πάλιν ἤθελεν ἐκδοθῆ ἡ διαταγή. Ἠλπίσαμεν, ὅτι τὸ ἐξαιρετικὸν μέτρον, τὸ ὁποῖον εἴχομεν λάβει, ἤθελε χρησιμεύσει πρὸς συνετισμὸν τῶν μετερχομένων τὸ λαθρεμπόριον, μετὰ παρέλευσιν δὲ ὀλίγων μηνῶν ἀνεκαλέσαμεν αὐτὸ, ἐκδόσαντες ὅμως αὐστηρὰς διαταγὰς περὶ παροχῆς τῆς ἀδείας πρὸς ἐλευθέραν κοινωνίαν ἐν κύκλῳ ὅσον ἐνῆν στενοτέρῳ καὶ ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι δὲν θὰ δοθῶσι πλέον αἱ ἀφορμαὶ, αἱ προκαλέσασαι τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ καὶ αἱ πείσασαι τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὸ μέτρον ἐκεῖνο. Ὁ Βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κ. Σακελλαρόπουλος εἶχεν ὑποβάλει ἐπερώτησιν περὶ ἐκθέσεων τῶν διαφόρων σωματαρχῶν, σχετιζομένων πρὸς τὴν κατάστασιν τῶν στρατώνων, ὑπέβαλον δὲ ὡς πρὸς ταύτην σημείωμά τι· ἀλλ’ ἐζήτησε νὰ ὑποβληθῶσι καὶ αὐταὶ αἱ ἐκθέσεις. Αἱ ἐκθέσεις αὗται, ἐφ’ ὅσον ἀνάγονται εἰς ἐποχὴν παρῳχημένην καὶ ἐγένετο ἐνέργεια ἐπ’ αὐτῶν, εὑρίσκονται ἤδη ὡς δικαιολογητικὰ συνημμέναι εἰς ἔγγραφα ἀποσταλέντα εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐφ’ ὅσον ὅμως σχετίζονται πρὸς ἐνέργειαν ἄρτι γενομένην, ἢ πρὸς ἐνέργειαν ὑφισταμένην, καταθέτω αὐτὰς καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ θεωρηθῶσιν ἐπαρκεῖς. Ἐὰν δὲν θεωρηθῶσιν ἐπαρκεῖς, θὰ ἴδωμεν κατὰ τίνα τρόπον θέλει καταστῆ ἐφικτὴ ἡ παραλαβὴ τῶν ἄλλων παρὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.
§32ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀπροκάλυπτον παρανομίαν του διὰ τῶν αἰσθημάτων τῆς φιλανθρωπίας. Τώρα, κατὰ πόσον δύνανται νὰ κριθῶσιν ὡς ἄξια προσοχῆς τὰ τοιαῦτα αἰσθήματα, ὅταν μάλιστα συμπίπτῃ νὰ ἐξεγείρωνται κατὰ παραμονὰς ἐκλογῶν, ἀφίνω εἰς ὑμᾶς νὰ ἐκτιμήσητε. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον μοῦ ἐφείλκυσε τὴν προσοχὴν, εἶναι ἓν ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον μοῦ ὑπέμνησεν ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἔδωκεν ἐντολὴν, ὅπως τὰ πληρώματα τῶν πλοίων ἔχωσιν ἐλευθέραν κοινωνίαν εἰς μέρος, ἔνθα δὲν ὑπάρχει τελωνιακὴ, ἑπομένως δὲ οὐδὲ ὑγειονομικὴ ἀρχή. Ἀλλὰ θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μοὶ εἴπῃ, τί κοινὸν ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς δημοσίας ὑγείας, ἡ ὁποία ὑπάγεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν; Ἐὰν ἕνεκα φιλανθρωπίας ἐπιτρέπωμεν τὴν ἐλευθέραν κοινωνίαν εἰς τὰ προσορμιζόμενα πλοῖα, τί γίνεται τότε ἡ ὑγεία τῶν πολιτῶν, ἀφοῦ εἰς τὸν ὅρμον τοῦ Πανόρμου δὲν ὑπάρχει ὑγειονομεῖον;
§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπάρχει ὁ φύλαξ, τὸν ὁποῖον ἀπαιτεῖ ὁ νόμος.
§34ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζετε, ὅτι, διὰ νὰ ἐλευθεροκοινωνήσῃ τὸ πλήρωμα, πρέπει νὰ ἐξετάσῃ αὐτὸ ὁ ἰατρός; Ἐγὼ θαυμάζω, πῶς, ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπεμβαίνει εἰς τὴν δημοσίαν ὑγείαν καὶ διατάσσει ἐλευθέραν κοινωνίαν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὸν ἀκούει ἀπαθῶς. Ἀλλὰ σεῖς, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν νομίζετε, ὅτι τελεῖται ἐπέμβασις εἰς τὴν δικαιοδοσίαν σας; Ἀλλὰ μεταξύ σας αὐτὰ δὲν ἐξετάζονται!
§35Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγε πρὸ μικροῦ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ συνήθης κατάστασις τοῦ ὅρμου τοῦ Πανόρμου τυγχάνει νὰ ἦναι ἐν ἐλευθέρᾳ κοινωνίᾳ, ὅτι κατὰ τὴν συνήθη ταύτην κατάστασιν ἡ ναυτιλία δύναται νὰ προσπελάζῃ εἰς τὸν ὅρμον τοῦ Πανόρμου καὶ νὰ λαμβάνῃ ἐκεῖ ἐλευθέραν κοινωνίαν, καὶ ὅτι ἐξαιρετικὴ κατάστασις ἦτο ἡ δημιουργηθεῖσα διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως, τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκοινοποίησε πρὸς τὰς ἀρχὰς διὰ τῆς διαταγῆς, τῆς ἐκδοθείσης κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1889. Θαυμάζω, πῶς ὁ Πρωθυπουργὸς τοιαῦτα λέγει πρὸς τὴν Βουλήν. Οὐδεμία ἄλλη δύναται νὰ ἦναι ἡ συνήθης κατάστασις, εἰμὴ ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησαν οἱ νόμοι τοῦ Κράτους. Ἡ συνήθης λοιπὸν κατάστασις τοῦ λιμένος Πανόρμου εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος περὶ ὑγειονομίας ἐδημιούργησεν ἀπὸ τοῦ 1845, κατὰ δὲ τὸν νόμον περὶ ὑγειονομίας τοῦ 1845 δὲν δύνανται τὰ πλοῖα νὰ λαμβάνωσιν ἐλευθέραν κοινωνίαν εἰς τὸν ὅρμον Πανόρμου. Δὲν ἔχω δυστυχῶς τὸν νόμον πρόχειρον, διὰ νὰ ἀναγνώσω εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, διὰ νὰ ἴδῃ, ὅτι ὁ τελωνοφύλαξ, εἰς τὸν ὁποῖον ἐπετράπη ἡ ὑγειονομικὴ ἐπιτήρησις, δὲν εἶναι ἡ ἀρχὴ ἡ ὑγειονομικὴ, ἡ ὁποία δύναται νὰ δώσῃ ἢ ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἐλευθέραν κοινωνίαν. Ἐπιφυλάσσομαι αὔριον νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν διάταξιν τοῦ νόμου περὶ ὑγειονομικῶν ἀρχῶν, ἐκ τῆς ὁποίας θέλετε πληροφορηθῆ, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν ἦτο ἀκριβὲς, ἤτοι ὅτι ἡ συνήθης κατάστασις εἶναι ἡ ἐξουσία τῶν ἀρχῶν Πανόρμου νὰ δίδωσιν ἐλευθέραν κοινωνίαν εἰς τὰ προσορμιζόμενα πλοῖα, καὶ ὅτι τὰ διαταχθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἦσαν παράβασις τοῦ νόμου τοῦ ὑγειονομικοῦ. Δὲν εἶναι μόνον ἐπιδρομὴ εἰς καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἡ νομοθεσία ἀνέθηκεν εἰς ἄλλο Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ εἶναι καὶ παράβασις τοῦ ὑγειονομικοῦ νόμου, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς Ὑπουργὸς ἠδύνατο νὰ διατάξῃ. Ἔλεγε ψιθυρίζων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτε ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος ἐποιήσατο αὐτῷ τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ διατάττῃ τὰ τῆς ἐλευθέρας κοινωνίας ἐν τῷ ὅρμῳ Πανόρμου, ὅτι ὁ τελωνοφύλαξ ἐκπληροῖ τὰ ἔργα τὰ ὑγειονομικά· ἀλλ’ ὁ τελωνοφύλαξ, ὁ ἐκτελῶν τὰ ἔργα τὰ ὑγειονομικὰ, ὅταν ἐκτελῇ ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν, λαμβάνει διαταγὰς ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ οὐχὶ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶναι μὲν ὄργανον διοριζόμενον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ἐκτελοῦν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν εἶναι εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ διατάξῃ αὐτόν. Παράξενον δὲ μοὶ φαίνεται τὸ ἄλλο ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον προέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐὰν ἀπηγόρευσε κατὰ Ἰανουάριον μῆνα τὴν ἐλευθέραν κοινωνίαν εἰς τὸν ὅρμον Πανόρμου, δὲν ἦτο πειθαρχικὴ ποινὴ, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλεν εἰς τοὺς κατοίκους τῶν μερῶν ἐκείνων, διότι εἶχον ἐπιδοθῆ εἰς τὴν λαθρεμπορίαν. Παράδοξον ἀληθῶς νὰ λέγῃ, ὅτι, ἀφοῦ αὐτοὶ διετέλεσαν ὑπὸ τὴν στέρησιν ταύτην 5 μῆνας, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέλαβεν ὅτι ἐσωφρονίσθησαν, καὶ διέταξε τὴν ἐπαναγωγὴν εἰς τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τὸ πρὶν εἶχον. Ταῦτα εἶναι πρωτοφανῆ διὰ τοὺς μελετῶντας τοὺς νόμους, ἀλλὰ πρωτοφανῆ καὶ ἐκπληκτικὰ διὰ τοὺς κυβερνῶντας τοὺς λαούς. Τὸ νὰ ὑπάρχῃ ἐν πόλεσι καὶ ἐν χώραις ἐλευθέρα κοινωνία, δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ ὑγειονομίας. Οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἀρνῶνται τὴν ἐλευθέραν κοινωνίαν, διότι θέλουσι νὰ τιμωρῶσι τοὺς λαοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐποιήσαντο κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος τούτου. Ἐὰν παρέβησαν τοὺς νόμους, δύνανται νὰ τοὺς καταδιώξωσιν ἐνώπιον τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ἀλλ’ οὐδέποτε δύνανται ν’ ἀφαιρῶσιν ἀπ’ αὐτῶν τὴν ἐλευθέραν κοινωνίαν, ἐννοεῖται. Ἐὰν ἡ συνήθης κατάστασις τοῦ ὅρμου Πανόρμου ἦναι νὰ λαμβάνωσιν ἐκεῖ τὴν ἐλευθέραν κοινωνίαν τὰ εἰς αὐτὸν προσορμιζόμενα πλοῖα, δὲν εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαγορεύσητε τοῦτο· ἐὰν ὅμως δὲν ἦναι ἡ συνήθης κατάστασις αὕτη, παρέβητε τοὺς νόμους, διατάξαντες νὰ λαμβάνωσι τὰ πλοῖα ἐλευθέραν κοινωνίαν. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐρευνηθῶσιν ἀκριβῶς τὰ τοῦ νόμου, ἀναβάλλω τὴν περαιτέρω συζήτησιν δι’ αὔριον, ὅτε θέλω ἀναγνώσει τὴν διάταξιν τοῦ νόμου περὶ ὑγειονομικῶν ἀρχῶν.
§36ΣΑΚΚΗΣ. Μοὶ ἀπεστάλη ἀναφορὰ ἐκ μέρους τῶν κατοίκων τῶν χωρίων Γρίζα καὶ Βασιλίτσι, δι’ ἧς παραπονοῦνται, ὅτι, καίτοι κατ’ ἐπανάληψιν κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη ὑπέδειξαν εἰς τὸν Δήμαρχον Κολωνίδων τὰ ἀροτριῶντα κτήνη, τὰ ὑπάρχοντα ἐν τοῖς χωρίοις ἐκείνοις, ὁ Δήμαρχος δὲν ἔλαβε τὴν ἀναφορὰν ταύτην ὑπ’ ὄψιν, ὡς καὶ οἱ ἀπαριθμηταί, οἱ κατὰ καιροὺς, καίτοι ὑπεδείχθησαν καὶ εἰς αὐτοὺς τὰ κτήνη ταῦτα, ἕνεκεν ἰδιοτελείας ἢ ἐξ ἄλλου σκοποῦ, πολιτικοῦ ἴσως, μὴ συμμορφωθέντες πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου· ὡς ἐκ τούτου δ’ ἐπεβαρύνθησαν οἱ πρόθυμοι νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου κάτοικοι τῶν εἰρημένων χωρίων μὲ ὁλόκληρον τὸν διὰ τὰ χωρία αὐτῶν ἀναλογοῦντα φόρον. Καταθέτων τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὸ Προεδρεῖον, παρακαλῶ αὐτὸ νὰ διαβιβάσῃ αὐτὴν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα λάβῃ γνῶσιν τοῦ περιεχομένου καὶ ἀποστείλῃ ταύτην κατόπιν πρὸς τὸν Ἔφορον Πυλίας, παραγγέλλων αὐτῷ, ὅπως λάβῃ ἐν καιρῷ ὑπ’ ὄψει τὰ ἀναφερόμενα ὀνόματα, ἵνα μὴ συμβαίνωσιν οἷα εἰς τὸ παρελθὸν ἄτοπα καὶ ἐπιβαρύνωνται μὲ διπλοῦν φόρον οἱ πρὸς τὸν νόμον συμμορφούμενοι καὶ τὸ Δημόσιον ζημιοῦται. Πρὸς τί δὲ θέλει ἀνακουφίσει τοὺς χωρικούς, ὅταν δὲν ἐφαρμόζωνται οἱ νόμοι, ἡ κατάργησις ἐκ τοῦ ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν φόρου τῶν δύο δεκατημορίων, ἀφοῦ οἱ καταδολιευόμενοι τὸν νόμον, καίπερ καταγγελλόμενοι, δὲν τιμωροῦνται, ἡ δὲ καταδολίευσις ἐπιβαρύνει τοὺς εἰς τὸν νόμον ὑπακούοντας, ἡ δ’ ἐπιβάρυνσις αὕτη εἶναι πολὺ μείζων τῆς ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν δύο δεκατημορίων ἀναμενομένης ἀνακουφίσεως; Μοὶ ἐστάλησαν πληροφορίαι τινὲς ἐκ Βόλου, ἀφορῶσαι εἰς ὑποτροφίας τινὰς, χορηγουμένας συνεπείᾳ τοῦ κληροδοτήματος Κρήτσκη, δυνάμει τοῦ ὁποίου διετέλει ὑπότροφος ἐν τῷ γυμνασίῳ Βόλου Χαρίτος τις, ὅστις, μὴ προοδεύων ἐν τοῖς μαθήμασιν, ἐστερήθη τῆς ὑποτροφίας κατόπιν ἐκθέσεως τοῦ Γυμνασιάρχου Βόλου. Καὶ τοῦτο μὲν καλῶς ἐγένετο. Διατὶ ὅμως, ἐνῷ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος δύο ἕτεροι ὑπότροφοι ἐν τῷ αὐτῷ Γυμνασίῳ τοῦ αὐτοῦ κληροδοτήματος καὶ δι’ οὓς ὑπάρχουσιν οἱ αὐτοὶ λόγοι καὶ ὑπάρχει ὁμοία ἔκθεσις τοῦ κ. Γυμνασιάρχου περὶ τούτων, ἡ ὁποία ἐστάλη, ὡς πληροφοροῦμαι, εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον, δὲν ἐστερήθησαν τῆς ὑποτροφίας ταύτης; Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ὑπάρχῃ τοιαύτη ἔκθεσις καὶ διατὶ δὲν προέβη εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῶν δύο τούτων ὑποτρόφων. Καταθέτω δὲ καὶ ἔγγραφον ἐπερώτησιν, ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἐνοικίασιν τοῦ λιμενικοῦ φόρου Κυπαρισσίας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔλαβον χώραν παρατυπίαι τινὲς, πρὸς δὲ διὰ τηλεγραφήματος, ἀπευθυνομένου πρὸς ἐμὲ, ἀναφέρεται, ὅτι ἐτελέσθη καὶ ἔγκλημα, συνιστᾷ δὲ διὰ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου ὁ καταγγέλλων, ἵνα ληφθῇ τάχιστα πρόνοια, ὅπως διαταχθῇ ὁ τελώνης νὰ μὴ παραδώσῃ εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς τὰ πλεονάσματα τῶν λιμενικῶν εἰσπράξεων, τὰ εἰς χεῖρας αὐτοῦ πρὸ τῆς ἐνοικιάσεως εὑρισκόμενα, μέχρις οὗ περατωθῇ ἡ ἀνάκρισις. Ὅθεν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἵνα ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα. Ἡ ἐπερώτησις ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): αʹ) Πότε ἐνοικιάσθησαν ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Κ. Παπαπαναγιώτου κατακυρωθέντες οἱ λιμενικοὶ φόροι τοῦ λιμένος Κυπαρισσίας ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου τοῦ ἔτους 1889. Πότε ἀπεστάλη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ λιμένος ἡ ἔγκρισις. Πότε ὑπὸ τῆς τελευταίας ἐκοινοποιήθη αὕτη εἰς τὸν πλειοδότην. Καθ’ ἣν ἡμέραν ἐκοινοποιήθη ἡ ἔγκρισις πόσα χρήματα εἶχον βεβαιωθῆ καὶ εἰσπραχθῆ ὑπὸ τοῦ ὑποτελώνου Κυπαρισσίας καὶ ὑπὸ τοῦ ὑποτελώνου τοῦ ὅρμου Ἀγριλίου, καὶ εἶχον βεβαιωθῆ ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῆς βεβαιώσεως ἐπιστάτου τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Κυπαρισσίας διὰ τὸν φορτωθέντα ἐν τῷ ὅρμῳ Ἀγριλίου σταφιδόκαρπον, ὅπερ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ λιμένος ἐγίνωσκε, καὶ ἡ ποσότης τοῦ ἐναπομένοντος μετὰ τὴν κοινοποίησιν τῆς ἐγκρίσεως ἐν ταῖς ἀποθήκαις ἰδιοκτητῶν καὶ ἐμπόρων σταφιδοκάρπου, οὗτινος ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ εἶχε γνῶσιν. βʹ) Νὰ ζητηθῶσι καὶ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν ἐπίσημοι βεβαιώσεις τῶν ὑποτελωνῶν Κυπαρισσίας καὶ Τριφυλίας περὶ τοῦ εἰσπραχθέντος μέχρι σήμερον ποσοῦ ἐκ λιμενικῶν φόρων Κυπαρισσίας. γʹ) Ἐπειδὴ ἐτελέσθη ἔγκλημα, ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς παρακαλεῖται νὰ διατάξῃ τὸν Πρόεδρον τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Κυπαρισσίας, ὅπως ἐντείλῃ τοῖς τελώναις, ἵνα μὴ παραδώσωσι τὸ πλεονάζον ἐκ τοῦ ἐνοικίου μέχρι σήμερον ἐκ δραχμῶν 5,000 καὶ τὰς εἰσπραχθησομένας ἑτέρας 5,000 δραχμὰς εἰς τὸν ἐνοικιαστήν, μέχρις οὗ περατωθῇ ἡ ἀνάκρισις, ἀλλὰ δέον νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑπὸ τῶν τελωνῶν ἡ εἴσπραξις καὶ ἡ κατάθεσις τῶν εἰσπραττομένων εἰς τὴν Τράπεζαν, ὡς μέχρι τοῦδε ἔπραττον.
§37ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητήσας, κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον καὶ ἐγειρόμενος τῆς θέσεώς μου, ἵνα εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν ὀλίγας λέξεις, ὁμολογῶ ὑμῖν, ὅτι πράττω τοῦτο οὐχὶ εὐαρέστως, διότι πρόκειται, ἵνα δι’ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, ὁμιλήσω περὶ προσώπου, καὶ ἐπεθύμουν νὰ μὴ εὑρισκόμην εἰς τοιαύτην περίστασιν, καθόσον τοῦτο οὔτε εἰς ἐμὲ εἶναι εὐχάριστον, οὔτε εἰς τὴν Βουλήν, ἥτις συχνάκις ἀκούει νὰ γίνεται λόγος περὶ προσώπων. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις κακοδιοίκησις, αἱ παρανομίαι καὶ αἱ ὑπερβασίαι τῶν ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως, ἡ κακοτροπία μάλιστα ἐνίων ἐξ αὐτῶν ἀναγκάζει πολλάκις πολλοὺς ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων νὰ λαμβάνωσι τὸν λόγον περὶ τούτων, νὰ καταγγέλλωσι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τοὺς ὑπαλλήλους της καὶ νὰ ζητῶσιν ἐντεῦθεν τὴν διόρθωσιν πλείστων κακῶν, ὧν οἱ ὑπάλληλοι αὐτῆς γίνονται αἴτιοι. Πρόκειται περὶ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς. Δὲν ἐπεθύμουν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτοῦ, ὡς δὲν ὡμίλησα κατὰ δύο παρελθούσας βουλευτικὰς συνόδους, εἰ καὶ εἶχον ἔκτοτε πολλὰς ἀφορμάς· ἀλλὰ τὸ κακὸν ὑπερεξεχείλισεν· ἔχω δὲ λόγους ἰδιαιτέρους, ὡς θὰ εἴπω ἐν τέλει, δι’ οὓς εἶμαι ἠναγκασμένος, ἐκ καθήκοντος πρὸς μεγάλην μερίδα τοῦ νομοῦ, ὃν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, νὰ εἴπω τινά. Ὁ ὑπάλληλος οὗτος, Ἀριστείδης Πετρίδης ὀνομαζόμενος, εἶναι ὄργανον ὄχι τοῦ νόμου, ὄχι τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, ἀλλὰ φατρίας. Λέγει καὶ ὁμολογεῖ τοῦτο ὁ ἴδιος, ἔχει δ’ αὐτὸ ἀναγεγραμμένον δημοσίᾳ εἰς τὸ γραφεῖόν του· οἱ ἄνθρωποι οἱ μὴ ἀνήκοντες εἰς τὴν κρατοῦσαν μερίδα, ὄχι μόνον εὐκολίας τινὰς δὲν εὑρίσκουσιν ἐν τῷ γραφείῳ, (καὶ ὑπάρχουσι πλεῖσται αἱ ἀνάγκαι, αἱ συνδέουσαι τοὺς πολίτας πρὸς τὸ γραφεῖον τῆς Οἰκονομικῆς Ἐφορίας,) ἀλλ’ οὐδὲ νὰ εἰσέρχωνται κυριολεκτικῶς εἰς τὸ γραφεῖον ἔχουσι τὴν ἄδειαν. Ἔδωσε μέχρι τοῦδε μυρίας ἀφορμὰς, ὧν θὰ ἀναφέρω τινὰς μόνον. Θὰ ἀναφέρω ὀλιγίστας, ἀλλὰ βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι, προκειμένου νὰ χαρακτηρίσω αὐτὸν ὡς δεῖ, καὶ ὑπερβολὰς ἐὰν ἤθελον εἴπει, δὲν ἤθελον κατορθώσει νὰ χαρακτηρίσω τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν προσηκόντως. Κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ καταλόγου τῶν κεκτημένων ἀροτριῶντα κτήνη ἐγγράφει ἀνεξαιρέτως ὅλους τοὺς κατοίκους, τοὺς μὴ ἀνήκοντας βέβαια εἰς τὴν κρατοῦσαν μερίδα, ὡς κεκτημένους ἕνα ἢ δύο ἢ τρεῖς βοῦς, ἢ ἄλλα ἀροτριῶντα κτήνη, ἐνῷ δὲν ἔχουσι πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν οὐδέν· κατόπιν τὸ Εἰρηνοδικεῖον ἀπαλλάσσει αὐτοὺς πανηγυρικῶς, τὸ δὲ Δημόσιον ἐπιβαρύνεται διὰ τῶν δικαστικῶν ἐξόδων.
§38ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄνευ πρωτοκόλλου ἐγγράφει αὐτούς;
§39ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄνευ πρωτοκόλλου καὶ ἄνευ διατυπώσεων. Διὰ τὸν Ἔφορον αὐτὸν δὲν ἰσχύουσιν, ὡς εἶπον, νόμοι· δι’ αὐτὸν ἰσχύει ἡ κουμπούρα καὶ ὁ λάζος, ὅπλα, τὰ ὁποῖα φέρει ἐπιδεικτικώτατα εἰς τὸ πατριαρχικὸν σελάχι του, καὶ ἡ παρανομία. Ἦτο διωρισμένος ἀντιπρόσωπος τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς κατὰ τὴν βουλευτικὴν ἐκλογὴν πέρυσι· διημέρευσεν ἐντὸς τοῦ ἐκλογικοῦ καταστήματος, ἐνῷ κατὰ νόμον ἔπρεπε νὰ προσέλθῃ τὴν προηγουμένην τῆς ἐκλογῆς ἑσπέραν καὶ ἔπειτα μόνον κατὰ τὴν διαλογήν. Ἐκεῖ ἐδώρει ἐθνικὰς γαίας δι’ ὑποσχέσεων πρὸς πάντα, ὅστις ἤθελεν ὑπερψηφίσει τοῦ ὑποψηφίου τῆς Κυβερνήσεως, ἠπείλει δὲ δι’ ἐξοντώσεως καὶ διὰ καταστροφῆς ὁλοκλήρου τῆς περιουσίας του ἐκεῖνον, ὅστις δὲν ἤθελεν ὑπακούσει· ἐὰν δὲ αἱ ὑποσχέσεις καὶ ἀπειλαὶ δὲν ἐτελεσφόρουν, ἔῤῥιπτε τὴν χεῖρα καὶ ἐπὶ τῆς κουμπάρας. Προκειμένου περὶ τῆς συντάξεως τοῦ καταλόγου τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, διὰ τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ΚΒʹ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ 1863 ὁρίζει νὰ παρευρίσκηται ὁ Δήμαρχος μεθ’ ἑνὸς εἰδήμονος ἢ τέκτονος, δὲν καλεῖ τὸν Δήμαρχον, ἀπευθύνει μόνον αὐτῷ ἔγγραφον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔλεγε περίπου: «ὅταν θὰ ἐξέλθω πρὸς σύνταξιν τοῦ καταλόγου τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, νὰ μὲ παρακολουθήσητε!» νὰ τὸν παρακολουθήσῃ δηλαδὴ ὁ Δήμαρχος ὡς ἁπλοῦς τις ὁπλοφόρος! Τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο εἶναι πρωτότυπον καὶ ἄξιον τῆς λοιπῆς διαγωγῆς τοῦ ἀνδρός. Ὁ Δήμαρχος, μὴ λαβὼν κεκανονισμένην πρόσκλησιν, οὐδ’ ἔχων ὡρισμένην τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἔπρεπε νὰ συμπράξῃ μετ’ αὐτοῦ διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ καταλόγου, ἀνηνέχθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποβαλὼν καὶ ἀντίγραφον τοῦ προσβλητικοῦ καὶ ἐξευτελιστικοῦ ἐκείνου ἐγγράφου τῆς δῆθεν προσκλήσεως, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τόσον εὗρε βάσιμα τὰ παράπονα καὶ τὴν καταγγελίαν τοῦ Δημάρχου, ὥστε ἠκύρωσε καθ’ ὁλοκληρίαν τὸν συνταχθέντα μονομερῶς κατάλογον καὶ διέταξε τὴν σύνταξιν νέου. Ἀλλ’ ἡ σύνταξις τοῦ καταλόγου τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων ὑπῆρξε διὰ τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον Πετρίδην....
§40ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δηλῶ ὅτι ὁ ἥρως οὗτος εἶναι ἄσχετος πρὸς ἐμέ!
§41ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. .... ὑπῆρξε δι’ αὐτὸν πεδίον εὐρύτατον πρὸς ἀνάπτυξιν πάσης τῆς μεροληψίας καὶ παρανομίας του. Χωρὶς νὰ καλέσῃ πάλιν τὸν Δήμαρχον, ὅπερ ῥητῶς ἀπαιτεῖ ὁ νόμος ΣΙϚʹ τοῦ 1867, συνέταξε κατάλογον φόρου ἐπιτηδευμάτων, ὅμοιον τοῦ ὁποίου, πιστεύω, δὲν ἔχει νὰ παρουσιάσῃ οὐδὲν ἄλλο μέρος τοῦ Κράτους· πάντα γεωργὸν, ἔχοντα ἢ μὴ ἔχοντα ζῶα, ἐνέγραψεν ὡς ἀγωγιάτην, πάντα ἀντιφρονοῦντα ἐνέγραψεν ὡς ἐπαγγελματίαν· παρέλιπε δὲ μετὰ μεγάλης προσοχῆς καὶ ἐπιμελείας—καὶ τονίζω τοῦτο, ἵνα τὰ ἀκούσῃ ἡ Βουλὴ καλῶς,— πάντα ἐξασκοῦντα ἐπιτήδευμα, καὶ φανερώτατα ἀκόμη, ἐὰν ἀνῆκεν εἰς τὴν μερίδα, τῆς ὁποίας εἶναι ὁ πράκτωρ ἐν Ἐπιδαύρῳ Λιμηρᾷ. Παρέλιπε νὰ ἐγγράψῃ ὡς οἰνοπώλας ἐκείνους, τῶν ὁποίων τὰς δηλώσεις εἶχεν εἰς χεῖρας· δηλώσεις διὰ 2,000 ἢ 3,000 ἢ 4,000 ὀκάδων οἴνου, προωρισμένου πρὸς λιανικὴν κατανάλωσιν, διότι οἱ ἄνθρωποι ἦσαν φίλοι τῆς φατρίας, τῆς ὁποίας εἶναι ὁ ἀρχηγέτης. Οἱ ἀδικηθέντες δι’ ἐγγραφῆς ὑπερόγκου ποσοῦ δημόται ὑπέβαλον ἐνστάσεις, δι’ ὧν προέτειναν τὴν ἐγγραφὴν εἰς τὸν φορολογικὸν κατάλογον 80 παραλειφθέντων προσώπων, ὡς ἐξασκούντων διάφορα ἐπιτηδεύματα. Ὁ Δήμαρχος εἰδοποίησε κατὰ τὸν νόμον ἐκείνους, καθ’ ὧν ὑπεβλήθησαν αἱ ἐνστάσεις, καὶ οὗτοι ἔλαβον γνῶσιν τῆς εἰδοποιήσεως ἐπὶ ἀποδείξει· τὰς ἀποδείξεις δὲ ὅλας ὑπέβαλεν εἰς τὴν Ἐφορίαν δι’ ἐγγράφου αὐτοῦ ὁ Δήμαρχος Ἀσωποῦ. Ἐκεῖνοι, καθ’ ὧν ἔγειναν αἱ ἐνστάσεις, ἔπρεπεν, ὡς γνωρίζετε, νὰ ἔλθωσι πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἀντιῤῥήσεών των, ἐὰν εἶχον τοιαύτας. Δέκα μόνον ἐξ αὐτῶν προσῆλθον καὶ ἔκαμον ἀντιῤῥήσεις, ὅτι κακῶς προετάθη ἡ ἐγγραφή των εἰς τὸν φορολογικὸν κατάλογον οἱ δ’ 70 ἐσιώπησαν. Φυσικῷ τῷ λόγῳ νομίζετε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι οἱ 70 οὗτοι ἐνεγράφησαν εἰς τὸν κατάλογον, ἀφοῦ προετάθησαν καὶ εἰδοποιήθησαν περὶ τούτου παρὰ τοῦ Δημάρχου· ἐν τούτοις ὁ κ. Ἔφορος οὐδεμίαν τῶν ἐνστάσεων ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει καὶ οὐδένα ἐνέγραψε! Δέκα μόνον ἐξ αὐτῶν, ὡς εἶπον, ἔκαμαν ἀντιῤῥήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ Δήμαρχος δι’ ἐγγράφου του εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, ἀλλὰ καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἀποτελεῖται ἐξ ἀνθρώπων, οἵτινες περίπου, ὡς νομίζουσιν, ἔχουσι τὴν ἀποστολὴν, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος. Χωρὶς κἂν νὰ ἀνοίξῃ ἡ Ἐπιτροπὴ τὸ ἔγγραφον τοῦ Δημάρχου, γράφει ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς αὐτοῦ: «ἀποῤῥίπτεται»! Τί ἀποῤῥίπτεται; ἡ ἀναφορὰ τοῦ Δημάρχου; αἱ ἀντιῤῥήσεις; ἄρα ἐγγράφονται αὐτοὶ εἰς τὸν φορολογικὸν κατάλογον; Ὄχι! ἀποῤῥίπτεται ἡ ἐγγραφή των εἰς τὸν κατάλογον! (συγκίνησις). Εἶναι δύσκολον νὰ τὸ πιστεύσητε, ἐν τούτοις θὰ ζητήσω δι’ ἐγγράφου ἐπερωτήσεώς μου παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν κατάθεσιν τοῦ ὀγκώδους φακέλλου, ὁ ὁποῖος διημείφθη μεταξὺ τοῦ Δημάρχου Ἀσωποῦ, τῆς πρωτευούσης Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ πεισθῆτε ὅτι, πᾶν ὅ,τι εἶπον, εἶναι ἔλασσον τῆς ἀληθείας. Ἔρχεται ἡ σύνταξις τοῦ φορολογικοῦ καταλόγου τοῦ δήμου Ζάρακος. Ἐγγράφει εἰς τὸν κατάλογον τῶν ἐπιτηδευματιῶν διπλασίους τῶν ἐγγεγραμμένων εἰς τὸν φορολογικὸν κατάλογον τοῦ 1888, τριπλασίους δὲ τῶν ἐν τῷ καταλόγῳ τοῦ 1887· ἐγγράφει δὲ αὐτοὺς ὡς τοκιστὰς, ὡς ἐμπόρους, ὡς ὑλοτόμους, ὡς ἐξασκοῦντας ἄλλα διάφορα ἐπαγγέλματα, ὧν καὶ τὸ ὄνομα εἶναι ἄγνωστον εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον.
§42ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τί δῆμος εἶναι αὐτός;
§43ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὀρεινότατος, κατοικούμενος ἀπὸ σπανίζοντα πληθυσμὸν, γεωργικὸν καὶ ποιμενικόν· τὰ ἄλλα ἐπαγγέλματα εἶναι σχεδὸν ἄγνωστα ἐκεῖ· ἀλλ’ ἐνέγραψε τόσους ὑλοτόμους, ὡς ἂν ἐπρόκειτο περὶ τῶν δασῶν τῆς Κορινθίας ἐν Αὐστρίᾳ, ἢ τῶν τοῦ Schwarzwald, τοῦ Μέλανος Δρυμοῦ, τῆς Γερμανίας. Ὁ Δήμαρχος τοῦ δήμου ἐκείνου, σύμφωνος πρὸς τὰ πολιτικὰ φρονήματα μὲ τὸν Ἔφορον, ὅτε ἐπέστη ἡ προθεσμία τῆς ὑποβολῆς τῶν ἐνστάσεων τῶν ἐγγραφέντων εἰς τὸν φορολογικὸν κατάλογον, κλείει τὸ Δημαρχεῖον, ἀπέρχεται 6 ὥρας μακρὰν εἰς τὴν κατοικίαν του, ἐκδιώκει τοῦ Δημαρχείου καὶ τὸν Γραμματέα, καὶ τὸ Δημαρχεῖον μένει κλειστόν. Ἔρχονται οἱ ἄνθρωποι ἐξ ἀποστάσεως 3–5 ὡρῶν νὰ ὑποβάλωσιν ἐνστάσεις, καὶ εὑρίσκουσι τὸ Δημαρχεῖον κλειστὸν, ἀναγκάζονται δὲ νὰ προσφύγωσιν εἰς τὸν Ἔφορον, ἵνα ἐπιδώσωσι τὰς ἐνστάσεις, τὰς ὁποίας δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπιδώσωσι πρὸς τὸν Δήμαρχον. Εἰδικὰ δὲ Παρεδρεῖα δὲν ὑπάρχουσιν αὐτόθι. Ὁ Ἔφορος δὲν δέχεται αὐτοὺς καὶ ἀναγκάζονται νὰ ἐπιδώσωσι τὰς ἐνστάσεις αὐτῶν πρὸς τὸν Δήμαρχον τῆς πρωτευούσης. Ἐκεῖνος δὲ ἐμπροθέσμως δι’ ἐγγράφου του ἐπισήμου ὑποβάλλει ταύτας εἰς τὸν Ἔφορον· καὶ τούτου δὲ τοῦ ἐγγράφου ὑπάρχει ἀντίγραφον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ὁ Ἔφορος ἔπρεπε ν’ ἀποστείλῃ αὐτὰς πρὸς τὸν Δήμαρχον τῆς κατοικίας τῶν ἀναφερομένων, τὸν τοῦ Ζάρακος. Ἀλλ’ ὄχι! Τὰς κρατεῖ μέχρις ἐκπνεύσεως τῆς προθεσμίας καὶ κατόπιν τὰς ἀποστέλλει· ἡ Ἐπιτροπὴ τὰς ἀπέῤῥιψεν, ἀλλ’ ὁ Εἰρηνοδίκης, μέλος ὢν τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ γνωρίζων ὅλα ταῦτα, ἐμειονοψήφισεν, ἐπειδὴ ἔκρινε τὴν πρὸς τὸν Ἔφορον ἐπίδοσιν ἐμπρόθεσμον. Αὐτὰ, Κύριοι, εἶναι ἐλάχιστα ἀπέναντι ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἠδυνάμην ἐπὶ πολλὴν ὥραν νὰ ἀναπτύξω πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ Οἰκονομικοῦ τούτου Ἐφόρου. Προσεγγίζει ἡ ἐποχή, καθ’ ἣν θέλει συνταχθῆ πάλιν κατὰ τὸν Δεκέμβριον ὁ φορολογικὸς κατάλογος τῶν ἐπιτηδευμάτων, καὶ νομίζω καθῆκόν μου νὰ ἐπιστήσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς διαγωγῆς τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ καὶ νὰ παρακαλέσω αὐτὴν ἐκ μέρους πληθυσμοῦ πολλῶν μυριάδων ψυχῶν νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν τόπον ἐκεῖνον τῆς μάστιγος ταύτης.
§44ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ τὸν προβιβάσῃ.
§45ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσι κατ’ αὐτοῦ καταγγελίαι ἐπὶ ἐκλογικαῖς παραβάσεσι, καθ’ ἣν ἐκλογὴν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκλεχθῶ ἐγώ. Ὑπάρχει καταγγελία παρὰ τοῦ Γραμματέως τῆς Ἐφορίας ἐπὶ ἐξυβρίσει, παρὰ τοῦ Δημάρχου ἐπὶ διαταράξει τῆς ἡσυχίας τοῦ σχολείου τῶν κορασίων τῆς πρωτευούσης, ὑπάρχει καταγγελία ἐπὶ τῇ μὴ ἀποδοχῇ τῶν ἐνστάσεων τῶν ἐπιτηδευματιῶν, ὑπάρχουσι κατ’ αὐτοῦ πλεῖσται ὅσαι καταγγελίαι.
§46ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι τίτλοι προβιβασμοῦ.
§47ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τί γίνονται αἱ καταγγελίαι; τί πράττει ἡ Δικαιοσύνη;
§48ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τί γίνονται αἱ καταγγελίαι καὶ τί πράττει ἡ Δικαιοσύνη, δὲν γνωρίζω, οὐδὲ ἐπεμβαίνω εἰς τὸ ἔργον αὐτῆς. Μόλις φθάσῃ γεγονός τι εἰς τὴν θύραν τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἐρευνῶ τί πράττει αὕτη. Ἔχω περὶ αὐτῆς ἰδέας πολὺ ὑψηλὰς καὶ ἰδανικὰς, καὶ δὲν τολμῶ νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ τέμενος αὐτῆς, οὐδὲ νὰ ἐξετάσω τί κάμνει, οὐδὲ διατὶ δὲν ἐκδίδονται βουλεύματα ἢ ἀποφάσεις. Ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω ἄλλοτε εἰδικῶς περὶ τοῦ θέματος τῆς ἐν Ἑλλάδι δικαιοσύνης, καὶ ἀνέπτυξα τότε, ὁποίας ἰδέας ἔχω περὶ αὐτῆς. Διὰ τοῦτο δὲν ἐξετάζω, οὐδὲ ἐρωτῶ κἂν τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τί γίνονται αἱ καταγγελίαι. Ἀλλ’ ἡ δικαιοσύνη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔπρεπεν ἤδη νὰ ἔχῃ λειτουργήσει πρὸ πολλοῦ κατὰ τοῦ ἀνθρώπου τούτου. Ἐγνωστοποιήθησαν εἰς αὐτὸν ἰδιαιτέρως, καὶ δι’ ἀναφορῶν καὶ δι’ ἐπιστολῶν καὶ διὰ τοῦ τύπου, ὅλαι αἱ πράξεις καὶ τὰ ἆθλα τοῦ Οἰκονομικοῦ ἐκείνου Ἐφόρου· ἀλλ’ οὐκ ἦν φωνὴ καὶ οὐκ ἦν ἀκρόασις. Κατὰ παρελθοῦσάν τινα συνεδρίασιν ἓν τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς: «Ἐὰν Βουλευτής τις ζητήσῃ λόγον διὰ τὴν διαγωγὴν ὑπαλλήλου, ἢ ἀποδώσῃ εἰς ὑπάλληλόν τινα μομφάς, ὁ Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ δώσῃ λόγον εἰς τὸν Βουλευτήν· καὶ τοιοῦτον λόγον εἶναι πρόθυμος νὰ δώσῃ, ἐὰν τοῦ ζητηθῇ». Ἀγνοῶ ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου συμμερίζεται τὴν θεωρίαν ταύτην, τὴν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀναπτυχθεῖσαν παρ’ ἑνὸς τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ καὶ δὲν περιμένω ἀπάντησιν. Ἐσυνείθισα εἰς τὰς σιωπᾶς, αἱ ὁποῖαι ἐνησκήθησαν ἐπὶ τῆς ράχεως ὅλων ὑμῶν, ἢ τῶν πλείστων ἐξ ἡμῶν, ὅσοι ὑπεβάλομεν ἐπερωτήσεις. Ἐξετέλεσα ὅμως καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχον πρὸς τὸν τόπον καὶ πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ὑποβαλὼν τὰς πληροφορίας ταύτας εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν συγχρόνως. Εἰς δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπόκειται νὰ ἐνεργήσῃ, ἐὰν θέλῃ, ὡς ἓν μέγα εὐεργέτημα πρὸς τὸν τόπον ἐκεῖνον, τὴν ἀπομάκρυνσιν αὐτοῦ ἐκεῖθεν, ἔστω καὶ διὰ προβιβασμοῦ, ὡς λέγει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, διότι τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου τούτου ἡ περαιτέρω διαμονὴ ἐν Ἐπιδαύρῳ Λιμηρᾷ κατέστη ἀνοικονόμητος.
§49Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τί κάμνει; ἔχει γνῶσιν τῶν καταγγελλομένων παρανομιῶν;
§50ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Σιωπᾷ.
§51Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Οἱ ὑπάλληλοι εἶναι διὰ νὰ ἐκτελοῦν τὸν νόμον, ἐνῷ ἐδῶ βλέπομεν παρανομίας. Ὁ Ὑπουργὸς ἔχει γνῶσιν καὶ τί ἔπραξε;
§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς πᾶσαν ἐπερώτησιν δίδομεν ἀπαντήσεις, ἀλλ’ αὗται πρέπει νὰ στηρίζωνται ἐπὶ θετικῶν πληροφοριῶν, τούτου δ’ ἕνεκα δὲν εἶναι πρέπον ἐκ τοῦ προχείρου ν’ ἀπαντῶμεν Πρέπει νὰ λάβω ὑπ’ ὄψει τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ καὶ νὰ ζητήσω παρὰ τῆς ὑπηρεσίας πληροφορίας καὶ τοὺς φακέλλους, διότι ἐπί τινων ἐκ τῶν λεχθέντων παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐγένοντο ἀνακρίσεις διοικητικαὶ ἄλλοτε, προεκλήθησαν ἀπολογίαι καὶ ὑπάρχουσιν ὁλόκληροι φάκελλοι, ἀποδεικνύοντες, ἐφ’ ὅσον ἐγὼ γινώσκω, τὸ ὅλως ἀνυπόστατον τῶν καταγγελιῶν· ἀλλὰ περὶ τούτων θέλω ὁμιλήσει ὅταν κομίσω τοὺς φακέλλους καὶ καταθέσω πάντα τὰ σχετικὰ, ὥστε ἐπὶ θετικῶν νὰ γίνηται ἡ συζήτησις.
§53Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Πολὺ καλά.
§54ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἀγνοῶ ἐὰν ὦσιν ἀληθῆ καὶ ἀκριβῆ τὰ κατηγορήματα, τὰ ὁποῖα ἀπέδωκεν ὁ ἐπερωτήσας πρὸς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, ἀγνοῶ ἐὰν ἐτηρήθησαν ἢ ὄχι αἱ διατυπώσεις περὶ τὴν ἐγγραφὴν τῶν ἐπιτηδευματιῶν εἰς τοὺς καταλόγους. Ἐὰν ταῦτα ὦσιν ἀκριβῆ ἢ ἀνακριβῆ, θὰ ἐξετάσῃ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς καὶ θὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τούτων, καὶ ἂν εὕρῃ λόγους ἰσχυροὺς καὶ ἀποχρῶντας, δὲν ἀμφιβάλλομεν, ὅτι θὰ μεταθέσῃ ἐκεῖθεν τὸν ὑπάλληλον καὶ ὅτι θέλει μάλιστα καὶ τιμωρήσει αὐτὸν, ἐὰν ἀποδειχθῶσι πάντα ταῦτα βάσιμα. Ἕν μόνον γινώσκω, ὅτι κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου τούτου τῷ ὄντι ἐδόθησαν καταγγελίαι· ἠξεύρω ὅτι πρό τινος χρόνου μετέβη εἰς Σπάρτην καὶ ἀπελογήθη διὰ τὰς τοιαύτας καὶ παρομοίας κατηγορίας καὶ ἡ ἀνάκρισις ἀπέλυσεν αὐτόν. Ἡ δικαιοσύνη ἀπεφάνθη, ὅτι αἱ κατηγορίαι κατ’ αὐτοῦ ἦσαν ἐντελῶς ἀνυπόστατοι.
§55ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε πρό τινων ἡμερῶν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἐκκρεμής.
§56ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶπον ὅτι ἡ ἀνάκρισις εἶχε περατωθῆ καὶ ὅτι πρὸ ἑβδομάδος εἶχεν ἐπιδοθῆ ἡ δικογραφία εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν καὶ εὑρίσκετο ὑπὸ μελέτην, ὅπως ὑποβληθῇ εἰς τὸ Συμβούλιον.
§57ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ὁ ἔφορος Πετρίδης, Σουλιώτης τὴν καταγωγὴν, ἔγγονος τοῦ Μάρκου Βότσαρη, ἀρχαῖος καὶ ἔντιμος ὑπάλληλος, κατηγορήθη ἐπανειλημμένως ἀπὸ τοὺς φίλους τῶν ἐναντίων μας, ἀλλ’ αἱ κατηγορίαι πᾶσαι ἀπεδείχθησαν ἀνυπόστατοι, ἔχω δὲ πεποίθησιν, ὅτι καὶ αἱ νεώτεραι κατηγορίαι, τὰς ὁποίας ἤγειραν κατ’ αὐτοῦ, θὰ ἀποδειχθῶσιν ἀνακριβεῖς. Μεταξὺ τῶν κατηγορημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπέδωκεν εἰς αὐτὸν ὁ ἐπερωτήσας κ. Βουλευτὴς, ἀνέφερεν, ὅτι ὁ ὑπάλληλος οὗτος, ὁσάκις προσέρχεται πολίτης τις νὰ παραπονεθῇ εἰς αὐτὸν, δίδει ἀπάντησιν διὰ μιᾶς λέξεως καὶ ἐπιδεικνύει τὴν κουμπουράν του. Δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον εἶναι ἀκριβὲς τὸ γεγονὸς τοῦτο· ἓν ἠξεύρω, ὅτι κατὰ τοῦ Ἐφόρου αὐτοῦ ἐγένετο ἐπίθεσις ἐντὸς τοῦ γραφείου του καὶ τὴν ἐπίθεσιν αὐτὴν ὑπεστήριξεν ὁ Γραμματεὺς, καὶ διὰ τοῦτο ὁ Γραμματεὺς εἶναι κατ’ αὐτοῦ. Οἱ λόγοι ὑμῶν δὲν δύνανται νὰ μορφώσωσι κακὴν ἰδέαν περὶ ἑνὸς ὑπαλλήλου, ἀλλ’ αἱ πράξεις καὶ τὰ ἔργα αὐτοῦ. Ἐγένετο ἐπίθεσις ἀγρία κατ’ αὐτοῦ καὶ ἐντὸς τοῦ γραφείου του καὶ ἐν τῇ ἀγορᾷ τῆς κωμοπόλεως Μολάων, ἐγένετο δὲ δίκη καὶ κατεδικάσθησαν οἱ δράσται· καὶ τοῦτο εἶναι ἡ κυρία αἰτία, ἥτις ἐγέννησε τὰς ἀφορμὰς πρὸς τὴν κατηγορίαν, ἣν φέρουσι, καὶ ἕνεκα τούτου ζητεῖται ἡ ἐκτόπισις τοῦ εἰρημένου ὑπαλλήλου, διότι οὗτος εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν πτοοῦνται· εἶναι Σουλιώτης καὶ τὰς ἀπειλὰς καὶ τὰ μορμολύκεια δὲν τὰ λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν, ἀλλ’ ἀπαντᾷ μὲ τὸ ἴδιον ὕφος, καὶ οἱ θρασεῖς ἐκεῖνοι; οἱ ὁποῖοι ἦσαν συνηθροισμένοι διὰ νὰ ἀπειλήσουν τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν, δὲν δύνανται νὰ ἐξακολουθήσουν τὴν θρασύτητά των. Ἠναγκάσθη δὲ καὶ αὐτὸς νὰ φέρῃ τὸ ὅπλον του εἰς τὸ σελάχι του, διὰ νὰ δείξῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δύνανται ν’ ἀπειληθῶσι. Δὲν συνέταξε τοὺς καταλόγους φατριαστικῶς, εἰργάσθη πρὸς σύνταξιν τῶν καταλόγων τῶν ἐπιτηδευματιῶν καὶ συμπεριέλαβε τοὺς φίλους ἀμφοτέρων τῶν μερίδων· σεῖς λέγετε τὸ ἐναντίον, ἀλλὰ τὰ πράγματα θ’ ἀποδείξωσιν, ἂν τῷ ὄντι ὁ ἔντιμος αὐτὸς ὑπάλληλος ἔπραξεν ἀθέμιτον μεροληψίαν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ καταλόγου. Εἴπετε ὅτι ἀγνοεῖτε τὴν ἐνέργειαν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἔχετε ἰδανικὴν καὶ ὑψηλὴν ἰδέαν, καὶ δὲν δύνασθε ν’ ἀποφανθῆτε περὶ αὐτῆς. Νομίζω ὅτι δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη μεροληπτεῖ ὑπὲρ ἡμῶν.
§58ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο.
§59ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἀφήσατε λοιπὸν νὰ λαλήσῃ τὸ στόμα τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἔπειτα νὰ φέρητε τὴν κατηγορίαν καὶ ζητήσητε ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον προϊστάμενον νὰ ἐφαρμόσῃ ὅ,τι δίκαιον καὶ ὀρθόν. Πρὶν ἢ τοῦτο ἀποδειχθῇ, διατὶ κατηγορεῖτε τὸν ὑπάλληλον καὶ λέγετε ὅτι ἐνέγραψεν ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν ἐπιτηδευματιῶν καραγωγεῖς; Βεβαίως ὤφειλε νὰ ἐγγράψῃ πάντα ἐπιτηδευματίαν εἰς τὸν κατάλογον, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκόν του· ἐὰν ἐνέγραψε τοὺς φίλους σας, ἐνέγραψε καὶ τοὺς ἰδικούς μας, δὲν παρέλειψε κανένα. Ἐγγράφει τοκιστὰς, καὶ βεβαίως ἐνέγραψε τὸν Ἀντώνιον Παστελῆν τοκιστήν, ὁ ὁποῖος εἶναι φίλος ἰδικός μου.
§60ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνήκει εἰς δῆμον, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγὼ δὲν ὡμίλησα.
§61ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἀνέφερον τοῦτο, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι εἰς ἀμφοτέρους τοὺς δήμους ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του, καὶ αὐτὸ θ’ ἀποδειχθῇ, καὶ ὅσα γράφουσι καὶ παριστῶσιν εἶναι ἀνακριβῆ. Λέγετε, ὅτι εἰς τὸν δῆμον Ζάρακος ὁ Δήμαρχος εἶναι ὁμόφρων μὲ τὸν Ἔφορον καὶ ὅτι ἐκεῖ ἔκλεισε τὰς θύρας τοῦ Δημαρχείου καὶ δὲν δέχεται τοὺς πολίτας, προσερχομένους ἵνα ὑποβάλωσι τὰ παράπονά των. Ὁμολογῶ, ὅτι εἰς τὸν δῆμον Ζάρακος Δήμαρχος εἶναι ὁ Γραμματικάκης, φίλος ἡμῶν· εἶναι ἄνθρωπος γνωστὸς εἰς τὸν τόπον του, εἶναι ἐκ τῶν πρώτων οἰκοκυραίων τοῦ νομοῦ ὁλοκλήρου, μὲ μεγάλην περιουσίαν καὶ μεγάλην ἐπιῤῥοὴν, καὶ ἐπιμένω ἰσχυριζόμενος, ὅτι οὐδέποτε αὐτὸς ἠδύνατο νὰ ὑποπέσῃ εἰς τοιοῦτον παράπτωμα καὶ εἰς τοιαύτας κολασίμους πράξεις, διότι ἔχει νὰ συλλογισθῇ καὶ τὸν ἑαυτόν του καὶ τὴν θέσιν του καὶ τὴν περιουσίαν του. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ἐντεῦθεν νὰ ἐρχώμεθα, ἐὰν δὲν ἔχωμεν τὰς ἀποδείξεις εἰς χεῖρας, νὰ κατηγορῶμεν ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον ἴσως εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπαινέσωμεν· διότι βεβαιῶ, ὅτι ὁ Πετρίδης εἶναι ἐντιμότατος ἄνθρωπος καὶ ἐντιμότατος ὑπάλληλος, καὶ θὰ ἀποδειχθῇ ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι ἐξεπλήρωσε θρησκευτικῶς τὸ καθῆκόν του.
§62Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ κύριος Κοσσονάκος ἔρχεται ἀπό τινος συνήγορος παντὸς κατηγορουμένου· ὅσα εἶπε περὶ τοῦ Ἐφόρου τῆς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς καὶ περὶ τῆς κουμπούρας του ἦσαν ἱκανὰ νὰ τὸν χαντακώσουν.
§63ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐν τῷ δήμῳ Αὐλίδος ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος εἶχε μεγάλης ἐκτάσεως κτήματα, ἤτοι ὁλόκληρα χωρία. Τὰ κτήματα ταῦτα ἠγόρασέ τις τῶν ἐν Ἀθήναις ἡμετέρων συμπολιτῶν παρὰ τῆς Τραπέζης· ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι κατὰ τῶν ἀξιώσεων τοῦ νέου ἰδιοκτήτου προέβαλον διαφόρους ἐνστάσεις οἱ χωρικοί, οἱ κατοικοῦντες ἐν τοῖς χωρίοις τούτοις, καὶ πάντες ἐξηγέρθησαν κατὰ τοῦ νέου ἰδιοκτήτου τῶν χωρίων, ἕνεκα τῶν νέων ἀξιώσεων αὐτοῦ. Ἡ ὑπόθεσις ἦλθεν ἐνώπιον τοῦ ἐκεῖ ἁρμοδίου δικαστηρίου, κατόπιν δὲ δι’ ἐφέσεως ἔφθασεν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν. Ἑπομένως ἡ δίκη μεταξὺ τῶν πολυπληθῶν κατοίκων τῶν χωρίων ἐκείνων καὶ τοῦ νῦν ἰδιοκτήτου ὑπάρχει ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν. Ἐν ᾧ δὲ οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, μανθάνω πρὸ ἡμερῶν, ὅτι στρατιωτικὴ δύναμις ἐκ χωροφυλάκων συνοδεύει καὶ ἐνισχύει τὸν ἰδιοκτήτην, ἀπονέμουσα εἰς αὐτὸν δικαιώματα, προτρέχουσα δὲ οὕτω τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἥτις, καίπερ ἁρμοδία οὖσα νὰ δικάσῃ περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, δὲν ἐξέδωκεν εἰσέτι τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς. Οἱ χωροφύλακες ὅμως ἐξέδωκαν τὴν ἰδικήν των. Τὰ πράγματα ταῦτα κατὰ τὰς παρούσας ἡμέρας δὲν εἶναι πρωτοφανῆ καὶ πρωτάκουστα, διότι γνωρίζουσιν οἱ κύριοι Βουλευταί, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τακτικὴν Σύνοδον μακρὸς ἐγένετο λόγος ἐνταῦθα περὶ τῶν ἄθλων τῶν χωροφυλάκων ἐν πολλοῖς χωρίοις τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας, κειμένοις παρὰ τὴν Κωπαΐδα. Ἀλλὰ καὶ τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔδωκεν ἑρμηνείας τῶν νόμων, αἵτινες ἐν οὐδενὶ πεπολιτισμένῳ Κράτει ὑφίστανται, διότι ἠξίωσεν, ὅτι οἱ χωροφύλακες καὶ οἱ στρατιῶται τοῦ πεζικοῦ δύνανται, ἐκκρεμοῦς οὔσης δικαστικῆς τινος ὑποθέσεως ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, νὰ ἀπονέμωσι κατὰ τὴν ἰδίαν βούλησιν τὴν ἀστικὴν δικαιοσύνην. Καὶ οὐ μόνον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Λεβαδείας ταῦτα συνέβαινον, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ χωρίῳ Κλοῦρκα τοῦ δήμου Μαραθῶνος στρατιωτικὴ δύναμις, χωροφύλακες, ἐκακοποίησαν οὐχὶ πλέον τοὺς ἄνδρας, ἀλλ’ αὐτὰς τὰς γυναῖκας τοῦ χωρίου Κλοῦρκα. Ἑπομένως λέγω, ὅτι κατὰ τὰς παρούσας ἡμέρας ταῦτα δὲν εἶναι πρωτοφανῆ. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον συμβαίνουσι, καθῆκον ἔχωμεν νὰ στηλιτεύωμεν τὰς πράξεις ταύτας τῶν ὀργάνων τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἐν τοῖς χωρίοις, περὶ ὧν ὁ λόγος, τοῦ δήμου Αὐλίδος ὁ ἰδιοκτήτης αὐτῶν, ὁ σήμερον, ἀξιοῖ δικαιώματα, ἅτινα κατὰ τὴν γνώμην τῶν χωρικῶν δὲν ἔχει. Αἱ ἀξιώσεις αὐτοῦ αὗται ἐξεδικάσθησαν ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου Εἰρηνοδίκου, δι’ ἐφέσεως δὲ ἡ ὑπόθεσις ἤχθη ἐνώπιον τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν, ὑφίσταται δὲ ἐκκρεμὴς ἡ δίκη. Καὶ ἐν ᾧ τὰ πράγματα οὕτως ἔχουσιν, οἱ χωροφύλακες μετὰ τῶν φυλάκων τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ φυγοδίκων συμπράττουσι καὶ ἀπονέμουσιν εἰς αὐτὸν τὴν κατοχὴν καὶ δικαιώματα ἄλλα. Ἴσως, Κύριοι, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα παρ’ ἡμῖν σήμερον, δὲν ἤθελεν εἶσθαι πρέπον Βουλευτὴς ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἐπερωτᾷ τὴν Κυβέρνησιν, ἔστω καὶ περὶ τηλικούτων ἀσχημιῶν, οὐδὲ ἤθελον λοιπὸν πράξει τοῦτο, ἐὰν δὲν εἶχον ἐπίκουρον δημοσιογραφικὸν ὄργανον, ἀνῆκον εἰς τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως, ἐν ᾧ ἰδοὺ τί ἀνέγνων σήμερον, μόλις μάλιστα πρὸ ὀλίγου (ἀναγινώσκει): «Ἐφιστῶμεν τὴν σύντονον προσοχὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῆς Μοιραρχίας Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἐπὶ τοῦ ἀκολούθου τηλεγραφήματος τῶν χωρικῶν Βαθέος τῆς Αὐλίδος. Ὁ κ. Πάλλης καὶ πρό τινος ἔγεινεν αἴτιος συμφορᾶς εἰς ἀτυχῆ χωρικὸν οἰκογενειάρχην ἐν ἄλλῳ χωρίῳ, καὶ ἤδη ἀπειλοῦνται φόνοι, ὡς ἐκ τοῦ παραφόρου χαρακτῆρος τοῦ ἀντιδίκου τῶν χωρικῶν καὶ τῆς ὡς μὴ ὤφειλε ὑποστηρίξεως αὐτοῦ ὑπὸ τῆς χωροφυλακῆς, ἥτις, καὶ πάλιν ἀναγκαζόμεθα νὰ διακηρύξωμεν, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἔχει ν’ ἀναμιγνύηται ὁπωσδήποτε εἰς τὰς δικαστικὰς διαφορὰς τῶν πολιτῶν. Ὁ κ. Πάλλης καὶ οἱ χωρικοὶ ἔχουσιν ἐκκρεμεῖς διαφορὰς ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων· ταῦτα καὶ μόνα δικαιοῦνται ν’ ἀποφανθῶσι περὶ τοῦ δικαίου· ὅταν ἐκδοθῇ ἀπόφασις ὁριστικὴ καὶ τελεσίδικος, θὰ γίνῃ σεβαστὴ εἰς ἀμφότερα τὰ μέρη. Πᾶσα ἀνάμιξις τῶν στρατιωτικῶν ἀρχῶν καὶ ὑποστήριξις φυλάκων ἰδιωτικῶν καὶ φυγοδίκων εἶναι παράνομος καὶ ἀντισυνταγματική, συμφορὰς ἀνεπανορθώτους μόνον θὰ προκαλέσῃ. Οἱ χωρικοὶ δικαιοῦνται νὰ ὑποστηρίξωσι τὰ δίκαιά των διὰ παντὸς νομίμου μέσου καὶ κρατήσωσι τὴν κατοχήν των, ἣν διὰ τόσῳ βαρβάρων καὶ ἐκνόμων μέσων προσπαθεῖ νὰ τοῖς ἀφαιρέσῃ ὁ ἀντίδικός των.» Δημοσιεύει δὲ ἡ ῥηθεῖσα ἐφημερὶς τὸ τηλεγράφημα τῶν κατοίκων ἐκείνων, ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Σύνταξιν «Παλιγγενεσίας» Ἀθήνας. «Πάλλης ἐπεχείρησε σήμερον ἐκδιῶξαι δι’ εἴκοσι φυλάκων, ἐν οἷς καὶ φυγόδικοι, ποίμνιά μας καὶ κτήνη μας ἐξ ἐνοικιασθέντος μεριδίου Ἀλκιβιάδου Λιάμπεη· ἐπυροβόλησαν ποιμένας μας, ἐκτύπησαν καὶ ὕβρισαν γυναῖκας διὰ βαναύσων φράσεων. Ἐπίκειται κίνδυνος αἱματηρῶν συγκρούσεων. Ὑψώσατε φωνήν. Στρατιωτικὴ δύναμις ἀκολουθεῖ φύλακας». Μόνον ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἡ στρατιωτικὴ δύναμις ἐδύνατο νὰ ἐπέμβῃ εἰς ἰδιωτικὴν διαφορὰν καὶ μόνον ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἡ στρατιωτικὴ δύναμις δύναται νὰ συμπράττῃ μετὰ φυγοδίκων πρὸς ἀπονομὴν δικαιοσύνης. Ἡ ἐφημερίς, ἡ ταῦτα δημοσιεύουσα, ἰδοὺ εἶναι ἡ «Παλιγγενεσία», τὸ κύριον ὄργανον τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὴ δημοσιεύει τὸ τηλεγράφημα καὶ ἀνομολογεῖ, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ δύναμις συμπράττει μετὰ φυγοδίκων καὶ ἐπιτίθεται κατὰ γυναικῶν, πράγματα, ἅτινα οὐδὲ εἰς τοὺς βαρβαρωτέρους λαοὺς λαμβάνουσι χώραν σήμερον. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσωσιν ὅσας πληροφορίας ἔχουσι περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς αὔριον, ὅτε θέλω ἐπαναφέρει τὸ ζήτημα.
§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ὑπάρχῃ ἔγγραφον παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τῆς ὑποθέσεως, θέλω τὸ καταθέσει. Ὅ,τι γινώσκω περὶ τῆς ὑποθέσεως, διότι μοὶ εἶχε γενῆ περὶ αὐτῆς λόγος πρό τινος χρόνου, εἶναι, ὅτι ἔδωσα ῥητὰς ὁδηγίας, ὅπως ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ ἀπέχῃ ἀπὸ πάσης παρεμβάσεως, ἐξαιρέσει μόνον πρὸς ἐκτέλεσιν δικαστικῶν ἀποφάσεων ἢ πρὸς πρόληψιν ῥήξεων. Πρό τινων ἡμερῶν ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐγένετο συμφωνία πρὸς κεφαλαιούχους, ὅπως ἐξοφλήσωσι τὸ δάνειον τῆς Ἀνεξαρτησίας, προκαταβάλλοντες τὰ πρὸς τοῦτο κεφάλαια, καὶ ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου ΑΨʹ τῆς 2 Φεβρουαρίου 1889. Ἠγέρθη ἀμφιβολία τις περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ 1 ἄρθρου τοῦ νόμου, ἐπιτρέποντος τὴν συνομολόγησιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς σκοπούς, ὁποῖοι οἱ ἐν τῇ συμφωνίᾳ ταύτῃ, «παγίων δανείων τοῦ Κράτους». Καίτοι ἡ λέξις «παγίου» ἐξηγεῖται ἐν αὐτῷ τῷ νόμῳ διὰ τῶν λέξεων «ἤτοι ἄνευ χρεωλυσίου», ἠγέρθη τὸ ζήτημα, ἂν τὸ «πάγιον» ὑποθέτῃ δάνειον οὐ μόνον ἄνευ χρεωλυσίου, ἀλλὰ αἰώνιον. Δάνειον, ὅσον ἀρκεῖ διὰ τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος πρᾶξιν, δυσκόλως δύναται νὰ συνομολογηθῇ πάγιον, καὶ προηγουμένως, ὅτε συνωμολογήθη πάγιον δάνειον, προέβημεν προκαταρκτικῶς εἰς προσωρινὰς συμφωνίας, αἵτινες κατόπιν συνεκεντρώθησαν, ἀποτελέσασαι πρᾶξιν γενικωτέραν καὶ παγίαν. Τούτων ἕνεκα ἔρχομαι προτείνων εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου, ἑρμηνεύοντος τὸ 1 ἄρθρον δι’ ἀντικαταστάσεως ἑτέρου κειμένου, ἐν ᾧ εἰς τὰ περὶ ἐπιτρεπομένων δανείων ἐπιπροστίθενται αἱ λέξεις «καὶ προσωρινῶν». Τὸ νομοσχέδιον συνοδεύεται καὶ δι’ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως.
§65ΨΥΛΛΑΣ. Δύο λέξεις μόνον, κύριε Πρόεδρε, ἵνα ἀπαντήσω εἰς τὸν συνάδελφόν μου ἐξ Ἀττικῆς, τὸν ὑποβαλόντα τὴν ἐπερώτησιν περὶ τῶν συμβάντων ἐν τῷ δήμῳ Αὐλίδος. Ἐν τῷ δήμῳ Αὐλίδος τῆς ἐπαρχίας Θηβῶν (διὰ ν’ ἀρχίσω ὡς ἤρχισεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος) ὑπάρχει εἰς Βαθὺ κτῆμα μεγάλης ἀξίας, τὸ ὁποῖον ἠγόρασεν ὁ κ. Πάλλης, ὅστις τυγχάνει στενὸς συγγενής μου καὶ ἐκ τῶν εὐπορωτέρων συμπολιτῶν μας. Τὸ κτῆμα τοῦτο ἠγόρασεν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἡ ὁποία ἐπὶ εἴκοσιν ὀκτὼ ἔτη, ἢ καὶ πλέον, εἶχεν αὐτὸ εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν της. Ἠγόρασε πλὴν τῶν 4]7 τοῦ κτήματος, ἅπερ ἀνῆκον εἰς τὴν Τράπεζαν, καὶ ἕτερον ⅐, ἀνῆκον εἰς τὸν κ. Σκουμπουρδῆν, τὰ δὲ λοιπὰ 2]7 ἠγόρασεν ἢ πρόκειται κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας νὰ ἀγοράσῃ ἀπὸ τὴν χήραν Λιάμπεη. Τὰ τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ κτήματος τούτου εἶναι καθαρὰ, οὐδὲ δύνανται νὰ διεκδικήσωσι ταύτην οἱ χωρικοὶ τῶν μερῶν ἐκείνων. Ἀλλὰ πολιτευόμενός τις, πρώην Βουλευτὴς τῆς ἐπαρχίας μας, ὅστις, ὡς φαίνεται, ἀνέλαβε σταθερῶς τὸ ἐπάγγελμα τοῦ νὰ προτρέπῃ τοὺς κολλίγους χωρικοὺς ν’ ἀνθίστανται κατὰ τῶν ἰδιοκτητῶν αὐτῶν, δὲν γνωρίζω ἐὰν πρὸς ἰδίαν ὑλικὴν ὠφέλειαν ἢ πρὸς πορισμὸν ἐπιῤῥοῆς,—καὶ δὲν πιστεύω ὁ συνάδελφός μου κ. Λεβίδης νὰ θελήσῃ νὰ δηλώσῃ τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας τοῦ πολιτευτοῦ αὐτοῦ,—ἐνόμισεν ὅτι εὗρε κατάλληλον τὴν στιγμήν, ὅτε νέος ἀγοραστὴς ἐγένετο κύριος τοῦ κτήματος αὐτοῦ, νὰ παρεμβῇ καὶ προτρέψῃ τοὺς χωρικοὺς νὰ παύσωσιν ἀναγνωρίζοντες τὸν νέον κύριον ὡς ἰδιοκτήτην, νὰ μὴ πληρόνωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὤφειλον νὰ πληρόνωσι καὶ τὰ ὁποῖα ἐπλήρονον μέχρι τοῦ παρελθόντος θέρους εἰς τὴν Τράπεζαν, νὰ καθυστερῶσι δὲ προσέτι καὶ τὰ ἐπὶ τοῦ γλεύκους δικαιώματα καὶ τὰ ἐπὶ τῆς βοσκῆς καὶ νὰ προβαίνωσιν εἰς ὑλοτομίας καὶ εἰς ἄλλας τοιαύτας πράξεις, τῶν ὁποίων οὐδέποτε ἄλλοτε ἔκαμον χρῆσιν, ἵνα δῆθεν ἀποκτήσωσιν οὕτω τίτλους κατοχῆς. Μάλιστα εἰς τὸ γνωστὸν καὶ ὡραῖον δάσος τῆς Ῥιτσώνας, τὸ ὁποῖον ἦτο ἐντελῶς ἄθικτον μέχρις ἐσχάτων καὶ διετέλει εἰς λαμπρὰν κατάστασιν, ἐνόμισαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῶσιν εἰς καταστροφὰς, χαράσσοντες κακῶς τὰ πεῦκα πρὸς συλλογὴν ῥητίνης. Ὁ ἰδιοκτήτης, ταῦτα βλέπων, κατέφυγεν εἰς τὰ Δικαστήρια καὶ ἐξεδόθη ἀπόφασις, ἀπαγορεύσασα εἰς τοὺς χωρικοὺς πᾶσαν πρᾶξιν, δυναμένην νὰ διαταράξῃ τὴν κατοχὴν καὶ κυριότητα αὐτοῦ. Οἱ χωρικοὶ ἐφεσίβαλον τὴν ὑπόθεσιν ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, ἀλλὰ, καίτοι εὑρίσκονται ὑπὸ τὸν πέλεκυν μεγάλης ποινῆς, ὡς ἐκ τῆς ἀποζημιώσεως τῶν 200,000 δραχμῶν, ἥτις τοῖς ἐπεβλήθη διὰ τῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως, ἐνόμισαν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψει τὴν ἀπόφασιν ταύτην, οὐδὲ νὰ σεβασθῶσιν ὅπως δήποτε τὴν δικαιοσύνην ἢ τὰ ἀνεγνωρισμένα καὶ νόμιμα εἰς ἅπαντα τὸν κόσμον δικαιώματα τῆς ἰδιοκτησίας. Ὁ ἰδιοκτήτης, ὁ ὁποῖος ἐνώπιον τοιαύτης καταστάσεως πραγμάτων εὑρίσκεται πλέον ἐν θέσει ἀμύνης ἐναντίον τῶν χωρικῶν, ἐζήτησε παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, τί νομίζετε; τὴν ἀνασύστασιν ἁπλῶς τοῦ σταθμοῦ τοῦ στρατιωτικοῦ ἐν Βαθὺ, τῇ πρωτευούσῃ τοῦ δήμου Αὐλίδος, ὅπου ἀνέκαθεν ὑπῆρχε στρατιωτικὸς σταθμός. Ἡμεῖς δὲ μᾶλλον νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ παραπονεθῶμεν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, διότι δὲν ἠθέλησεν ἀμέσως νὰ ἐνισχύσῃ τὸν νέον ἰδιοκτήτην, τοιούτους ἔχοντα τίτλους, ἵνα εὕρῃ τὸ δίκαιόν του, ἀλλ’ ἐπέτρεψεν οὕτω μεγάλη περιουσία 500,000 σχεδὸν δραχμῶν νὰ εὑρίσκηται ἐκτεθειμένη εἰς τὴν αὐθαίρετον θέλησιν τῶν χωρικῶν, τῶν προτρεπομένων, ὡς εἶπον, εἰς τὰς τοιαύτας αὐθαιρέτους πράξεις των παρ’ ἄλλου. Τόσον δὲ βέβαιον εἶναι, ὅτι οἱ χωρικοὶ ἀναγνωρίζουσιν ὡς καλῶς ἔχοντας τοὺς τίτλους τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ νέου ἀγοραστοῦ, ὥστε προσῆλθον ἐνταῦθα κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, καὶ ἴσως εὑρίσκονται ἀκόμη ἐνταῦθα, διενεργοῦντες τὴν δημοσίευσιν, ἣν ἀνέγνωσεν ὁ προλαλήσας συνάδελφος, καὶ προέτειναν εἰς τὸν κ. Πάλλην ν’ ἀγοράσωσι παρ’ αὐτοῦ τὸ κτῆμα εἰς τὴν αὐτὴν τιμήν, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ ἠγόρασεν οὗτος ἀπὸ τοὺς πρώην ἰδιοκτήτας. Ὁ κ. Πάλλης προέβη ἐν τῇ διαπραγματεύσει μέχρι τοῦ σημείου τοῦ νὰ δεχθῇ νὰ πωλήσῃ τὸ κτῆμα πρὸς τοὺς χωρικούς, ἀλλὰ τὸν πολιτευτὴν ἐκεῖνον, ὅστις εὑρίσκετο ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν καὶ τοῦ ὁποίου ἤθελεν οὕτω ὑποβοηθήσει τοὺς σκοποὺς, δὲν ἠθέλησε ν’ ἀναγνωρίσῃ ὡς ἐγγυητὴν καὶ ἐπίτροπον τῶν χωρικῶν διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ἐτησίων, ἐπὶ δεκκετίαν νομίζω, χρηματικῶν δόσεων, καὶ οὕτως ἐναυάγησεν ἡ προταθεῖσα ἀγοραπωλησία. Δὲν ἠδύνατο ἑπομένως ὁ κ. Πάλλης ἢ νὰ ζητήσῃ ν’ ἀμυνθῇ ἐναντίον τῆς ἐπιδρομῆς, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὰ κτήματά του παρὰ τῶν χωρικῶν, οἵτινες καταλαμβάνουσιν ὁπουδήποτε θέλουν χωράφια καὶ σπείρουσιν αὐτὰ αὐθαιρέτως. Φυσικῶς διὰ τῶν φυλάκων, τοὺς ὁποίους ἐμίσθωσε, θέλει νὰ συγκρατήσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ κτήματός του. Ἴσως δ’ ἕνεκα τούτου ἐπῆλθε ῥῆξίς τις ἢ διαπληκτισμὸς μεταξὺ τῶν φυλάκων καὶ τῶν χωρικῶν. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ δύναμις, ἡ ὁποία ἔμενεν ἐκεῖ ὡς φρουρὰ σταθμοῦ, καθῆκον εἶχε νὰ ὑποστηρίξῃ τὸν ἰδιοκτήτην, ὁ ὁποῖος καὶ ἀπόφασιν δικαστικὴν ἔχει ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ ἀναμφισβητήτους τίτλους ἰδιοκτησίας καὶ ὡς διάδοχος ἔρχεται ἄλλων προγενεστέρων ἰδιοκτητῶν, πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων ἐχόντων τὰ κτήματα ταῦτα εἰς τὴν κυριότητα καὶ κατοχήν των. Δὲν ἔπρεπε νὰ ταράξῃ τὸν συνάδελφον κ. Λεβίδην ἡ δημοσίευσις ἐν τῇ «Παλιγγενεσίᾳ», τῇ θεωρουμένῃ ὡς φύλλον φίλα φρονοῦν τῇ Κυβερνήσει, διότι γνωρίζει ὁ κ. συνάδελφος ὁποία σχέσις προσωπικὴ συνδέει τὸν πολιτευτὴν, οὗ ἐμνήσθην, μετὰ τοῦ διευθυντοῦ τῆς ἐφημερίδος ταύτης. Δὲν ἐλησμόνησε βεβαίως, ὅτι, προκειμένου καὶ περὶ τοῦ κτήματος Κιοῦρκα, ὅπου τὰ αὐτὰ περίπου ἐγένοντο πράγματα τῇ ὑποκινήσει τοῦ αὐτοῦ πολιτευτοῦ, ἐν τῷ φύλλῳ τούτῳ ἐδημοσιεύθησαν αἱ δίκαιοι δῆθεν ἀξιώσεις τῶν χωρικῶν κατὰ τοῦ κυρίου τοῦ κτήματος τούτου, τὸ ὁποῖον θέλει οὕτω πως ν’ ἀποσπάσῃ ἐκ τοῦ ἀνεγνωρισμένου ἰδιοκτήτου καὶ τὸ μεταβιβάσῃ εἰς χεῖρας τῶν χωρικῶν, κατορθώσῃ δὲ οὕτω νὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἐν τῷ δήμῳ Μαραθῶνος ἐπιῤῥοήν του.
§66ΛΕΒΙΔΗΣ. Παραπονοῦμαι πρὸς τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου καὶ συνάδελφον, τὸν κ. Ψύλλαν, διότι, ἐνῷ, ὁσάκις αὐτὸς ἀγορεύει, ἐγὼ προσέχω μετὰ πολλῆς εὐλαβείας εἰς τοὺς λόγους αὐτοῦ, ἠθέλησα νὰ εἴπω δύο λέξεις, καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος μὲ ἠδίκησε, καθόσον παντάπασιν δὲν ἤκουσεν ὅσα ἐγὼ εἶπον. Ἐγὼ, ἀγορεύων, δὲν ἐπεχείρησα πρὸς τὸ παρὸν νὰ εἴπω τίς ἔχει τὸ δίκαιον ὑπὲρ ἑαυτοῦ. Πιθανὸν νὰ ἔχωσιν αὐτὸ οἱ χωρικοί, ὡς ζητοῦντες νὰ διατηρήσωσι τὴν καθεστηκυῖαν ἐκεῖ τάξιν, ἤδη πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων. Ἐντούτοις ἐγὼ ἀπηύθυνα ἐπερώτησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν: ἐν τίνι δικαίῳ ἡ στρατιωτικὴ δύναμις ἐπεμβαίνει, προκειμένου περὶ ἰδιωτικῶν διαφορῶν, καὶ περὶ ἰδιωτικῶν μάλιστα διαφορῶν οὐσῶν ἐκκρεμῶν ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων. Δὲν ἤθελον δὲ πράξει τοῦτο, ἐὰν τοιαύτας περιστάσεις δὲν ἐδυνάμεθα πολλὰς νὰ μνημονεύσωμεν κατὰ τὴν περίοδον ταύτην τοῦ χρόνου, ὃν ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως διανύομεν. Καὶ διὰ τοῦτο ἀνέτρεξα εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῶν Κλούρκων καὶ εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῶν περιοίκων εἰς τὴν λίμνην Κωπαΐδα, ἃς ὑποθέσεις διὰ μακρῶν καὶ ἄλλοι συνάδελφοι καὶ ἐγὼ ἀνεπτύξαμεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τακτικὴν Βουλευτικὴν Σύνοδον. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Ψύλλας ἐξετέλεσε μᾶλλον ἔργον συνηγόρου τοῦ συγγενοῦς αὐτοῦ καὶ ἐξαδέλφου κ. Πάλλη, ἢ ἀπήντησεν εἰς ὅσα ἐγὼ ἐπηρώτησα τοὺς Ὑπουργούς. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, καὶ ἂν παρελείπετο ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, οὐδαμῶς τὸ ζήτημα ἤθελε σκοτισθῆ. Καθῆκον ὅμως ἔχω συναδελφότητος πρὸς ἀπόντα φίλον καὶ ἐπὶ πολὺ συνάδελφον νὰ παρατηρήσω πρὸς τὸν συμπολίτην μου κ. Ψύλλαν, ὅτι πολὺ ἀδικεῖ αὐτόν. Διότι ὁ κ. Ζυγομαλᾶς, οὗτινος ὑπαινίσσεται, ἀπολαμβάνει μεγαλειτέρας ἐπιῤῥοῆς ἐν τῷ δήμῳ Ὠρωπίων, ὃν ἀναφέρει ὁ κ. Ψύλλας, ἢ ὅσης ὁ συνάδελφός μου οὗτος καὶ ἐγὼ καὶ οἱ ἄλλοι Βουλευταί. Διότι εἶναι γνωστὸν τῷ κ. Ψύλλᾳ, ὅτι ἐν τῷ δήμῳ Ὠρωπίων ὁ κ. Ζυγομαλᾶς πάντοτε ἔλαβε τὴν πρώτην θέσιν. Ἐὰν λοιπὸν ἦναι ἀληθές, ὡς ὑπηνίξατο ὁ ἀξιότιμος κ. Ψύλλας, ὅτι δῆθεν ὁ κ. Ζυγομαλᾶς ἀναμιγνύεται εἰς τὰς ὑποθέσεις ταύτας ἕνεκεν ἰδίου κέρδους, βεβαίως δὲν ἤθελον τυφλώττει τόσον πολὺ οἱ χωρικοί, ὥστε νὰ τάσσωσιν αὐτὸν εἰς κρείσσονα θέσιν ἢ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Ψύλλαν, ἢ ἐμὲ, ἢ πάντα ἄλλον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς. Ὁ κ. Ζυγομαλᾶς δυνατὸν νὰ μὴ συνέπραξε μεθ’ ἡμῶν κατὰ τὰς παρελθούσας βουλευτικὰς ἐκλογάς, καὶ ἀληθῶς δὲν συνέπραξε, διότι ἠθέλησε νὰ μὴ μετάσχῃ τοῦ ἀντιπολιτευομένου συνδυασμοῦ, δι’ ὅπερ καὶ ἀπέτυχεν. Ἐν τούτοις ἐν τῷ δήμῳ Ὠρωπίων, ὃν ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, πάλιν ὁ κ. Ζυγομαλᾶς ἔλαβε τὴν πρώτην θέσιν, ἐν δὲ τῷ χωρίῳ, ὅπερ ἀνέφερεν, εἰς τὰ Κλοῦρκα, θέλουσιν ἀποδείξει αἱ μέλλουσαι βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ, ὅτι ἐπίσης θέλει λάβει ὁ κ. Ζυγομαλᾶς μίαν τῶν πρωτευουσῶν θέσεων. Καὶ ἐν τοῖς χωρίοις, ἅτινα ἀνεφέρατε, τοῦ δήμου Αὐλίδος ἐπίσης θέλουσιν ἀποδείξει αἱ μέλλουσαι ἐκλογαὶ, ὅτι θέλει λάβει πολὺ μεγαλειτέραν θέσιν ἐκείνης, ἣν νομίζετε. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβεῖς καὶ δίκαιαι αἱ κατηγορίαι κατ’ ἀπόντος μάλιστα ἀνθρώπου, ἃς ἐξετοξεύσατε. Νομίζω, ὅτι ἠδύνατο ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ παραλείψῃ τὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ χωρὶς νὰ ζημιωθῶμεν καθόλου.
§67Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1886, εὐθὺς ὡς οἱ στόλοι τῶν πέντε Μεγάλων Δυνάμεων ἦραν τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν ἑλληνικῶν παραλίων καὶ τῶν ἑλληνικῶν λιμένων, ἐνῷ ἀκόμη ἴσως δὲν εἶχον ἀποπλεύσει ἀπὸ τὰς ἑλληνικὰς θαλάσσας, ὁ Πρωθυπουργὸς, προσελθὼν εἰς τὴν Βουλὴν, προέβαλε δύο νομοσχέδια, σκοποῦντα νὰ μεταβάλωσι τὰς ἕως τότε ἰσχυούσας νομοθετικὰς διατάξεις, καθ’ ἃς καταρτίζεται τὸ Κοινοβούλιον. Τρεῖς δὲ κυρίως εἰσὶν αἱ διὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων προτεινόμεναι οὐσιώδεις μεταβολαὶ τῶν ἕως τότε ἰσχυουσῶν διατάξεων. Ἐνῷ ἐπὶ ἑξήκοντα ἔτη ἡ ἐπαρχία, ὡς ἡ πολιτικὴ ἱστορία τοῦ τόπου ὠργάνωσεν αὐτὴν, ἐχρησίμευεν ὡς ἐκλογικὴ περιφέρεια, διὰ τῶν νομοσχεδίων τοῦ Πρωθυπουργοῦ ὑποκαθίστατο εἰς τὴν θέσιν αὐτῆς ὁ νόμος. Ἐνῷ κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ὁ ἐλάχιστος ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν προσδιωρίζετο εἰς 150, ἡ δ’ Ἐθνικὴ Συνέλευσις τοῦ 1863, ἡ ἐπιψηφίσασα τὸν νόμον περὶ ἐκλογῆς τῶν Βουλευτῶν, δὲν ἐνέκρινε νὰ σταματήσῃ εἰς τὸν ἐλάχιστον τοῦτον ἀριθμὸν, ἀλλ’ εἰσήγαγεν ἐν τῷ ἐκλογικῷ νόμῳ διατάξεις περὶ ἀναλογιῶν ἄλλων, καθ’ ἃς ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν ἀνήρχετο ἢ ἦτο μείζων τῶν 150, ὁ Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ ἑτέρου τῶν προταθέντων τότε νομοσχεδίων ἐπρόβαλεν ἵνα ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν περιορισθῇ εἰς τὸν ἐλάχιστον ἀριθμὸν, τὸν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προσδιωρισμένον, ἂν καὶ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Συντάγματος προσετέθησαν εἰς τὸ Κράτος τρεῖς νομοὶ, ὁ νομὸς τῆς Ἄρτης, ὁ νομὸς τῆς Λαρίσσης καὶ ὁ νομὸς τῶν Τρικκάλων. Καὶ τρίτην δὲ ἐσημείωσα μεταβολὴν τῶν ἕως τότε ἰσχυουσῶν διατάξεων, προταθεῖσαν διὰ τῶν νομοσχεδίων ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἡ ἀναλογία τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν ἐπὶ τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας ἐγίγνετο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πληθυσμοῦ, διὰ τοῦ ἑνὸς τῶν ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ προταθέντων νομοσχεδίων ἀντικαθιστᾶται καὶ ἡ βάσις αὕτη, καὶ ἡ ἀναλογία τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν ἔμελλε νὰ γίγνηται τοῦ λοιποῦ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκλογέων. Ὁ εἰσαγαγὼν τὸ νομοσχέδιον Πρωθυπουργὸς δὲν ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ συνοδεύσῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα δι’ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ὅπως ἐκθέσῃ καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐν λεπτομερείᾳ τοὺς λόγους, οἵτινες ἔπειθον αὐτὸν κατ’ ἐκείνην τὴν κρίσιμον στιγμὴν τοιαύτας νὰ προβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ῥιζικὰς μεταβολάς. Ἐπειδὴ δὲ πολλοὶ ἐκ τῶν σήμερον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καθημένων συναδέλφων δὲν ἐτύγχανον τότε μέλη τῆς Βουλῆς, ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ μὴ ἔμαθον ἀκόμη ποῖοι λόγοι ὑπηγόρευσαν εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν νὰ προτείνῃ τὰς μεταβολὰς ταύτας. Ἀναγκάζομαι διὰ τοῦτο νὰ ἀναμνησθῶ τῶν λόγων τούτων, εὑρίσκων αὐτοὺς ἔν τινι ἀγορεύσει αὐτοῦ, τῇ μοναδικῇ, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων ἀπήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὄχι συζητῶν ἐπὶ τῆς οὐσίας αὐτῶν, ἀλλὰ προσπαθῶν ν’ ἀποκρούσῃ πρότασιν, ἥτις τότε εἶχε προταθῆ ὑπὸ Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, πρὶν ἢ συζητηθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀποσταλῶσιν εἰς Ἐπιτροπήν τινα πρὸς προεξέτασιν καὶ βάσανον. Ἔλεγεν ὁ Πρωθυπουργὸς πρὸς τὴν Βουλὴν τότε, ὅτι «πρέπει νὰ ὑψώσητε τὸ Βουλευτήριον, ὅτι πρέπει ν’ ἀνυψώσητε αὐτὸ, διότι ἡ λειτουργία αὐτοῦ, ἐπ’ ἐσχάτων μάλιστα, κατέστη τόσον ὑψηλὴ, ὥστε, ὅ,τι καὶ ἂν πράξωμεν, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον τοῦ ὕψους, τὸ ὁποῖον τὸ πολίτευμα ὑποθέτει, πρέπει ὅμως νὰ κατορθώσωμεν νὰ φθάσωμεν πλησιέστερον αὐτοῦ. Τί δὲ πρὸς τοῦτο προτείνομεν;» ἔλεγε τότε ὁ Πρωθυπουργός. «Προτείνομεν τὴν εὔρυνσιν τῆς ἐκλογῆς περιφερείας, ὡς καθιστῶσαν τὸν Βουλευτὴν μᾶλλον ἀνεξάρτητον ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων αὐτοῦ, ὡς καθιστῶσαν τὴν ἐκλογὴν μᾶλλον συναφῆ πρὸς τὴν ἰδέαν παρὰ πρὸς τὰ πρόσωπα.» «Δὲν ἐκπροσωποῦσι τὸ φρόνημα τοῦ Ἔθνους οἱ ἐν μικρᾷ περιφερείᾳ ἀποκτήσαντες προσωπικὰς σχέσεις», ἔλεγεν ὁ Πρωθυπουργὸς, «παρεχούσας εἰς αὐτοὺς τὸ μέσον, ἵνα διὰ τῆς πλειονότητος ἀποσταλῶσιν εἰς τὸ Βουλευτήριον. Πρόκειται νὰ καταρτίσωμεν τὸ Κοινοβούλιον παρ’ ἐκείνων, οἵτινες, ἀντιπροσωπεύουσι τὴν ἰδέαν τῆς περιφερείας. Πρόκειται, ὅταν καλῆται τὸ Ἔθνος νὰ καταρτίσῃ τὸ Κοινοβούλιον, ὅταν καλῆται ν’ ἀποστείλῃ τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ, νὰ ἀναδείξῃ οὐχὶ πρόσωπα, ἀλλ’ ἰδέας, νὰ ἐκλέξῃ οὐχὶ τοὺς ὑπηρετήσοντας τὰ τοπικὰ ἢ τὰ προσωπικὰ τῶν ἐκλογέων συμφέροντα, ἀλλὰ τοὺς ὑπηρετήσοντας ἰδέας πολιτικάς». Ἀλλὰ καὶ ἄλλους παρέστησεν ὁ Πρωθυπουργὸς λόγους, ἵνα πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀποδεχθῇ ν’ ἀποστείλῃ τὰ νομοσχέδια εἰς Ἐπιτροπὴν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ψηφίσῃ αὐτὰ ἀμέσως, διότι ἐν αὐτοῖς περιλαμβάνονται ἀλήθειαι ἀναμφισβήτητοι καὶ ἐθνικαὶ ἀνάγκαι ὡμολογημέναι. Διὰ τῶν νόμων τούτων θέλει λάβει ὕπαρξιν ὁ νομὸς, ἔλεγεν ὁ Πρωθυπουργὸς, διότι «μόνον ὅταν αἱ ἐπαρχίαι, αἱ ἀπαρτίζουσαι τὸν νομὸν, αἰσθανθῶσι τὴν ἀλληλεγγύην διὰ τῆς κοινῆς ἐνεργείας πρὸς καταρτισμὸν τοῦ Κοινοβουλίου, μόνον τότε θὰ ἔχῃ ὕπαρξιν ὁ νομός». Ἀλλὰ καὶ ἄλλα ἤλπιζεν ὁ Πρωθυπουργὸς ἐκ τῶν νομοσχεδίων τούτων. Ἤλπιζεν ὅτι δι’ αὐτῶν ἤθελεν ἐπιτευχθῆ καὶ ἡ ἀποκέντρωσις. «Μόνον ὅταν θὰ ἔχῃ ὕπαρξιν ὁ νομὸς, μόνον τότε θέλομεν ἔχει ἀποκέντρωσιν», ἔλεγεν ὁ Πρωθυπουργός. «Ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι συγκέντρωσις, διότι δὲν ἐλήφθη πρόνοια, ἵνα παρασκευασθῇ ἡ ἀποκέντρωσις. Τὸ πρῶτον δὲ βῆμα πρὸς τὴν ἀποκέντρωσιν ἔσεται ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ὅταν διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὁ νομὸς λάβῃ ὕπαρξιν, τότε θὰ ἔχητε τοπικὴν διαίρεσιν, ἱκανὴν νὰ ἐκτελῇ τὰ τῆς αὐτοδιοικήσεως, τότε θὰ ἔχητε στοιχεῖα ἱκανὰ ν’ ἀντιμετωπίσωσι τὴν Κυβέρνησιν. Ἐν ὅσῳ ἔχετε τὴν αὐτοδιοίκησιν ἐν μόνῳ τῷ δήμῳ, μὴ περιμένετε ἀποκέντρωσιν». Ἐπέρανε τὸν λόγον του ὁ Πρωθυπουργὸς δι’ ἀποφθεγμάτων πολιτικῶν. «Βάσις τῆς ἐλευθερίας, ἔλεγε, δὲν εἶναι οἱ πολιτικοὶ θεσμοὶ, εἶναι ἡ ἀποκέντρωσις ἐν τῇ διοικήσει. Ἄνευ δὲ αὐτῆς, μὴ περιμένετε ὅτι οἱ ἐλεύθεροι θεσμοὶ θέλουσί ποτε λειτουργήσει ἀπροσκόπτως». Ἡ κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον Ἀντιπολίτευσις εἶχε σαφῆ ἔννοιαν περὶ τοῦ χαρακτῆρος καὶ τῶν ἰδιοτήτων τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πεισθῇ ὑπὸ τῶν λόγων τούτων, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἔμελλε νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἔβλεπεν ὅτι οἱ πλεῖστοι μὲν τούτων ἦσαν λόγοι ἀνεμώδεις, τοὺς ὁποίους διεσκεύαζεν ἡ περὶ τὸ λέγειν εὐκολία τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἵνα ἀποπλανήσῃ τοὺς ἁπλουστέρους τῶν Βουλευτῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἄλλοι λόγοι, οἱ προταθέντες παρ’ αὐτοῦ, ὅσοι φαίνονται παριστῶντες ἀρτίας καὶ πρακτικὰς ἐννοίας, καὶ αὐτοὶ δὲν ἔπειθον τὴν Ἀντιπολίτευσιν, διότι ἐγνώριζεν ὁπόση διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν λόγων τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν πράξεων αὐτοῦ. Ἐγνώριζεν ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον τί ἐννόει ὁ Πρωθυπουργὸς, λέγων ἀποκέντρωσιν ἐν τῇ διοικήσει. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἀκόμη δὲν εἶχε προταθῇ τότε τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοτικῶν ἀστυνομιῶν, ὅτι ἀκόμη δὲν εἶχε προταθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ Ὑποταμείων καὶ περὶ καταργήσεως τῶς δημοτικῶν εἰσπρακτόρων, ὅτι ἀκόμη δὲν εἶχε τότε προταθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ διαπυλίων τελῶν, ἐν τοῖς ὁποίοις βλέπει τις τὰς περὶ ἀποκεντρώσεως ἰδέας τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ εἶχε πολλὰς ἀφορμὰς ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ γνωρίζῃ ποίας ὁ Πρωθυπουργὸς ἔχει ἰδέας περὶ πολιτικῶν θεσμῶν καὶ περὶ ἐλευθεριῶν, καὶ περὶ ἀποκεντρώσεως καὶ συγκεντρώσεως. Καὶ δὲν ἦτο μόνον, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον δὲν ἐπείσθη ἐκ τῶν λόγων τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ, μελετῶσα τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, εὕρισκεν αὐτὰ ὀλέθρια εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Καί τινες μὲν τῶν Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον περιωρίζοντο μόνον νὰ ἐκδηλῶσι τὴν ἀγανάκτησιν αὐτῶν, διότι ὑποκαθίστατο ἡ ἐπαρχία διὰ τοῦ νομοῦ. Ἀνεμιμνήσκοντο ὅτι ἡ ἐπαρχία τῆς Ἑλλάδος εἶχε τὸν ἡρωϊσμὸν ν’ ἀντιμετωπίσῃ ὄχι Κυβέρνησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἀλλὰ τὴν τουρκικὴν κυριαρχίαν, ἡ ὁποία εἶχεν ἐπικαθήσει ἐπὶ τῆς ῥάχεως τῆς χώρας ταύτης. Ἀνεμιμνήσκοντο, ὅτι ἡ ἐπαρχία τῆς Ἑλλάδος, μετὰ τὴν κατάπαυσιν τοῦ πολέμου, εἶχε τὸ θάῤῥος ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὸ πρῶτον ἡγεμόνα, ὅτε κατὰ τὴν πρώτην δεκαετίαν ἐκυβέρνα ἄνευ συνταγματικῶν θεσμῶν, ὅτι εἶχε τὸ θάῤῥος καὶ κατὰ τὴν δευτέραν δεκαετίαν καὶ κατὰ τὴν τρίτην νὰ ἀντισταθῇ κατ’ αὐτοῦ καὶ νὰ καταφύγῃ καὶ εἰς τὸ δραστηριώτερον μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπουσιν οἱ κανόνες τῆς πολιτικῆς ἱστορίας, διὰ νὰ διασώσωσι τοὺς κινδυνεύοντας συνταγματικοὺς θεσμούς. Ἀνεμιμνήσκοντο, ὅτι ἡ ἐπαρχία τῆς Ἑλλάδος ἀπέδειξε πάντοτε τοιαύτην ὀντότητα, ὥστε ἀπετέλει ἀναντίῤῥητον ἐγγύησιν, ὅτι θὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος ν’ ἀντιμετωπίσῃ καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν αὕτη παρέβαινε τοὺς νόμους τοῦ Κράτους ἢ ἠθέτει τοὺς θεσμοὺς αὐτοῦ. Ἀλλ’ οἱ πλεῖστοι τῶν Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τοῦ χρόνου ἐκείνου δὲν ᾐσθάνοντο μόνον τὸ αἴσθημα τῆς ἀγανακτήσεως, ἀλλ’ ἐξεπλήσσοντο, ὁρῶντες Κυβέρνησιν συνταγματικοῦ Κράτους νὰ τολμᾷ νὰ προβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια, τῶν ὁποίων αἱ διατάξεις ἀντέκειντο διαῤῥήδην εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Διὰ τοῦτο ἡ Ἀντιπολίτευσις κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον κατέβαλε πᾶσαν προσπάθειαν, συνεκέντρωσε πάσας τὰς δυνάμεις αὑτῆς, μετῆλθε πᾶσαν ἐξουσίαν, διὰ τῆς ὁποίας τὸ Σύνταγμα περιβάλλει τὴν μειονοψηφίαν τῶν Κοινοβουλίων, διὰ νὰ ἀποκρούσῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃ νὰ ψηφισθῶσι. Δυστυχῶς ὅμως αἱ προσπάθειαι αὐτῆς ἀπέτυχον, καὶ τὰ νομοσχέδια ἐψηφίσθησαν, καὶ ἐγένοντο νόμοι τοῦ Κράτους καὶ ἐφηρμόσθησαν, καὶ τὸ Κοινοβούλιον, τὸ συνελθὸν κατὰ τὴν 4 Ἰανουαρίου 1887, κατηρτίσθη συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῶν εἰρημένων νομοσχεδίων. Ἡ Ἀντιπολίτευσις μετερχομένη πολιτικὴν, τῆς ὁποίας τὴν σωφροσύνην δὲν θέλει ἀμφισβητήσει ἡ ἱστορία, ὑπετάχθη εἰς τὰ νομοθετήματα ταῦτα, καὶ παρέστη εἰς τὰς ἐκλογὰς, καὶ ἐζήτησε τὰς ψήφους τῶν ἐκλογέων, καὶ πολλὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔτυχον τῆς πλειοψηφίας τῶν ἐκλογέων των, καὶ συνεδρεύουσι σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ. Ἀλλὰ καθ’ ὅλον τὸ παρεληλυθὸς διάστημα, τὸ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Περιόδου ταύτης μέχρι τοῦδε, ὑπέλαβεν ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ προτάσεως περὶ ἀκυρώσεως τῶν νομοθετημάτων τούτων. Ἐπείθετο ὅτι ἡ ἔγερσις ζητημάτων τοιούτων ἠδύνατο νὰ κριθῇ πρόωρος, ἠδύνατο νὰ παρεξηγηθῇ ὑπὸ τῆς κακοβουλίας, ἠδύνατο νὰ παρασταθῇ ὡς παρεμβάλλουσα προσκόμματα εἰς τὴν νομοθετικὴν καὶ τὴν πολιτικὴν ἐργασίαν τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ διὰ τοῦτο ἔμεινε σιωπῶσα μέχρι τῆς ὥρας ταύτης. Ἀλλὰ κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην, ἥτις τυγχάνει ἡ τετάρτη, ὅτε κατὰ πάντα ὑπολογισμὸν βαίνομεν πρὸς τὴν λῆξιν τῆς Περιόδου, καὶ ἐγγίζομεν εἰς τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πρέπει κατὰ τὸ Σύνταγμα νὰ κληθῇ ἵνα ἀποφήνηται γνώμην, ἤθελε παραλείψει καθῆκον, ἐὰν δὲν προσήρχετο εἰς τὸ Κοινοβούλιον διὰ νὰ προτείνῃ τῶν νόμων τούτων τὴν ἀκύρωσιν. Καὶ ἀρκεῖται ἐπὶ τοῦ παρόντος, ὡς Ἀντιπολίτευσις, ἤτοι ὡς μειοψηφία τοῦ Κοινοβουλίου, νὰ προβάλῃ τὴν ἀκύρωσιν τῶν εἰρημένων δύο νόμων. Ἡ εὐθύνη τῆς συμπληρώσεως ἢ τῆς βελτιώσεως τῆς νομοθεσίας, τῆς ὁποίας τὴν ἐπαναγωγὴν προτείνει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἡ εὐθύνη αὕτη ἀνήκει πάντοτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις τυγχάνει ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας. Ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν εἶναι Κυβέρνησις, οὐδὲ τυγχάνει ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας. Ὅταν αἱ περιστάσεις ἤθελον καταστήσει ἀναγκαῖον νὰ κληθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ Ἀντιπολίτευσις, τότε ἄρχεται ἡ εὐθύνη αὐτῆς, ἵνα μελετήσῃ τὴν νομοθεσίαν ἐκείνην, καὶ προτείνῃ ὅσας ἤθελε κρίνει ἐπιβαλλομένας ὑπὸ τοῦ συμφέροντος τῆς Πολιτείας βελτιώσεις ἢ συμπληρώσεις αὐτῆς. Τῶν ἀποφάσεων τούτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διερμηνεὺς γίνομαι σήμερον πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ λαμβάνω τὴν τιμήν, ἐν ὀνόματι αὐτῆς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ καταθέσω τὸ περὶ τούτου νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καταθέτων παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διατάξῃ νὰ ἐκτελεσθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ. Ἔχει δὲ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Πρότασις Νόμου Περὶ ἀκυρώσεως τῶν ἀπὸ 12 Ἰουνίου 1886 ᾼΤϞΑʹ καὶ ᾼΤϞΒʹ περὶ ἐκλογῶν Βουλευτῶν νόμων. Ἄρθρον 1. Οἱ ἀπὸ 12 Ἰουνίου 1886 ᾼΤϞΑʹ καὶ ᾼΤϞΒʹ νόμοι περὶ τῶν κατὰ νομοὺς ἐκλογῶν τῶν Βουλευτῶν καὶ περὶ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν ἀκυροῦνται. Ἄρθρον 2. Ἡ ἐκλογικὴ περιφέρεια καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν προσδιορίζονται συμφώνως πρὸς τὰς περὶ τούτων διατάξεις τοῦ ἀπὸ 17 Σεπτεμβρίου 1877 ΧΜΗʹ νόμου, καὶ λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς πρὸ τοῦ ἀπὸ 27 Μαΐου 1887 ᾼΦΞΑʹ νόμου διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Ἄρθρον 3. Πᾶσα διάταξις τῶν περὶ ἐκλογῶν Βουλευτῶν νόμων, ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν παρόντα νόμον, καταργεῖται. Ἄρθρον 4. Ὁ παρὼν νόμος οὐδόλως ἰσχύει ὡς πρὸς τὰς ἐντὸς τῆς τρεχούσης βουλευτικῆς περιόδου ἐνεργηθησομένας ἐπαναληπτικὰς ἐκλογάς.»
§68ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μᾶς εἴπητε, σεῖς, κύριε Πρόεδρε, ὁ ὁποῖος τοσάκις διετελέσατε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἂν εἴδετε τὸ φαινόμενον, τὸ ὁποῖον παριστᾷ σήμερον ἡ Βουλή. Ὁ Κανονισμὸς λέγει, ὅτι τίθεται φρουρὰ εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς διὰ τὴν τάξιν, ἡ φρουρὰ δὲ αὕτη ὑπὸ ἕνα κατώτερον ἀξιωματικὸν δὲν ἔχει δύναμιν ἢ ἑνὸς οὐλαμοῦ· ἀλλὰ σήμερον παρατηρῶ, ὅτι εἰς τοὺς διαδρόμους ὑπάρχει καὶ ἄλλη τις φρουρά, ἡ φρουρὰ ἁπάσης τῆς χωροφυλακῆς, φρουρὰ ἄλλου εἴδους πολιτῶν ὁπλοφορούντων, ἐκτὸς δὲ τοῦ ἀξιωματικοῦ, τὸν ὁποῖον ὁ Κανονισμὸς διαλαμβάνει, ἐκτὸς τοῦ φρουράρχου, τὸν ὁποῖον ἐκανόνισε κατὰ τὸ κεφάλι του ὁ ἀρχηγὸς τῆς πλειοψηφίας, ὑπάρχει καὶ ἀξιωματικὸς τῆς χωροφυλακῆς, ὑπομοίραρχός τις, ὁ ὁποῖος διατάσσει καὶ ἐνεργεῖ ὡς ἀνεξάρτητος. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ μάθω, κύριε Πρόεδρε, ἂν ἐκανονίσθη ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν, καὶ μετεῤῥυθμίσθη τὸ ἄρθρον αὐτό, ὥστε ἐκτὸς τῆς συνήθους φρουρᾶς νὰ φρουρῶσι χωροφύλακες καὶ πολῖται ὁπλοφοροῦντες εἰς τοὺς διαδρόμους.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλοι οἱ πολῖται κατὰ διαταγήν μου ἐξῆλθον τοῦ Βουλευτηρίου.
§70ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ λάβητε τὴν καλωσύνην ν’ ἀφήσητε ἕνα τῶν Ἀντιπροέδρων εἰς τὴν θέσιν σας, καὶ μεταβαίνοντες εἰς τοὺς διαδρόμους, ὁπόθεν τώρα ἦλθον, νὰ ἴδητε τὶ συμβαίνει. Παρατηρῶ τοῦτο εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, τὸν παρακαλῶ ἀπὸ τῆς αὔριον νὰ ἐφαρμόσῃ ἀκριβῶς τὸν Κανονισμόν· παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ μὲ συνδράμῃ εἰς τοῦτο, διότι ἐδῶ δὲν εἴμεθα οὔτε τῶν φυλακῶν τοῦ Συγγροῦ κρατούμενοι, οὔτε δικαστικαὶ ποινικαὶ ὑποθέσεις διεξάγονται ὡς ἐν Δικαστηρίῳ, διὰ νὰ ἦναι παρόντες χωροφύλακες νὰ ἀπάγωσιν εἰς τὰς φυλακὰς τοὺς καταδικαζομένους, οὔτε εἴμεθα ἐν πολιορκίᾳ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ μὲ συνδράμῃ εἰς τοῦτο, πρὸς ἄρσιν ἐνδεχομένων σκανδάλων, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχωσι συνεπείας κακὰς διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τὴν σοβαρὰν διεξαγωγὴν τῶν συζητήσεων.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὴν Βουλὴν, καὶ τὴν μίαν πτέρυγα καὶ τὴν ἄλλην, νὰ μὲ συντρέξῃ εἰς τοῦτο. Καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ εἰσάγουσι πολίτας ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ. Ἐγὼ δὲ, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, σήμερον ἐξετέλεσα χρέη κλητῆρος, διὰ νὰ ἀπομακρύνω ἐκ τῶν διαδρόμων τοὺς πολίτας.
§72ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ εἰς τοῦτο σᾶς συντρέχει καὶ δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ ἐρωτήσητε. Ἡμεῖς δὲν εἰσάγομεν ἀριθμὸν τοιοῦτον, τὸν ὁποῖον βλέπομεν εἰς τὴν ὑπουργικὴν πτέρυγα. Ἡμεῖς εἰσάγομεν δύο τρεῖς ἐκ τῶν ἀνθρώπων μας διὰ τὴν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ ὑπηρεσίαν ἡμῶν κατὰ τὰς συζητήσεις. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμὸς πρὸς ἄρσιν σκανδάλων λυπηρῶν.
§73ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Εἶναι ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς νὰ φρουρῶνται αἱ δύο ὀπαί;
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖαι ὀπαί;
§75ΚΟΖΑΚΗΣ. Αἱ θύραι τῆς αἰθούσης· οὕτως ὀνομάζονται. Πρὸς τίνα σκοπὸν πρέπει ν’ ἀπαντῶμεν, εἰσερχόμενοι καὶ ἐξερχόμενοι, ἕνα σκοπὸν μετὰ λόγχης εἰς ἑκάστην τῶν ὀπῶν τούτων;
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ νὰ μὴ εἰσέρχωνται οἱ πολῖται.
§77ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἔχετε κλητῆρας. Εἶναι ἀτοπώτατον νὰ ἵστανται στρατιῶται ἔνοπλοι εἰς τὰς θύρας, δι’ ὧν εἰσέρχονται οἱ Βουλευταί.
§78ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον σήμερον ὑπεβλήθη καὶ διενεμήθη, φαίνεται παραδεχόμενος ὅτι δὲν εἶχεν ἐξουσίαν νὰ συνάψῃ τὸ προσωρινὸν δάνειον πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ δανείου τοῦ 1824 καὶ 1825. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι ὤφειλε, χάριν σεβασμοῦ πρὸς τὴν Βουλήν, συνομολογῶν σύμβασιν διαρκούσης τῆς Συνόδου, νὰ φέρῃ ἐνώπιον αὐτῆς τὴν σύμβασιν ταύτην, ἀντὶ νὰ φέρῃ γενικὸν νομοσχέδιον πρὸς ἐπικύρωσιν πράξεως ἐνεργηθείσης πρὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου. Σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν συνωμολογήθη. Λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, εἴτε ὑπεγράφη, εἴτε δὲν ὑπεγράφη, ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν σύμβασιν ταύτην μετὰ τὴν ὑπογραφήν της, ὅπως πρὸ τοῦ νομοσχεδίου τούτου συζητήσωμεν αὐτήν. Δὲν θέλω νὰ προδικάσω τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ ἀντίθετος πορεία περιέχει οὐ μόνον κατάργησιν θεμελιώδους ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ καὶ ἐμπαιγμὸν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 200,000 πρὸς περίθαλψιν τῶν ἐκ Κρήτης ἀπόρων προσφύγων. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ταύτην τὴν στιγμὴν μοὶ ἐδόθη ἀναφορὰ ἄνευ ὑπογραφῆς, ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ τὴν ἀνακοινώσω. Ἐξακολούθησις τῆς γʹ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ οἰνοπνευματοποιείων αʹ καὶ βʹ κατηγορίας. Εἴμεθα εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ῥάλλη.
§81ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Χθὲς μετὰ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος, τὴν γενομένην ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ἐζητήθη ὅπως συμπληρωθῇ αὕτη, κανονιζομένων τῶν τῆς ἀποζημιώσεως εὐρύτερον. Παρετήρησα τότε, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ἀποζημίωσις λόγῳ δικαιώματος δὲν χωρεῖ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ, διότι κατάργησις βιομηχανίας δὲν γίνεται, ἀπαγόρευσις οὐδεμία ὑπάρχει, μεταβάλλεται μόνον ἡ κατάστασις, καὶ ἡ μεταβολὴ ζημιοῖ τινας, ὅπως ἄλλους τυχὸν ὠφελεῖ. Οὕτω ἐν ἄλλαις ἐπικρατείαις εἴδομεν πολλάκις προστατευτικοὺς δασμοὺς προκαλέσαντας τὴν ἀνάπτυξιν βιομηχανιῶν, καταργηθέντας ἐπὶ ζημίᾳ αὐτῶν καὶ ἐπενεγκόντας τὴν διάλυσιν καταστημάτων οἰκείᾳ βουλήσει τῶν ἱδρυτῶν, οὐδέποτε ὅμως ἐθεωρήθη ἡ κατάργησις δασμοῦ προστατευτικοῦ ὡς ὑποχρεοῦσα τὸ Κράτος εἰς ἀποζημίωσιν τῶν βλαπτομένων, οἵτινες, μόνον ἐὰν ἀπαγορευθῇ ἡ ἐνάσκησις τῆς βιομηχανίας αὐτῶν, δύνανται νὰ ἐγείρωσιν ἀξιώσεις. Ἀλλὰ, καίτοι δὲν ἔχει δικαίωμα ὁ ζημιούμενος ν’ ἀπαιτήσῃ τι παρὰ τοῦ Δημοσίου ἕνεκα τῆς ἐπιβλαβοῦς ἐπιδράσεως φορολογικῆς τινος μεταῤῥυθμίσεως, δύναται ὅμως ἡ Πολιτεία, ἐπιεικῶς κρίνουσα, νὰ προσενέγκῃ ἀποζημίωσιν ἐν ὡρισμέναις περιστάσεσιν. Ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ, ἐξετάζοντες τὰς ἀπαιτήσεις τῶν ζημιουμένων ἐκ τοῦ νόμου, τουτέστι τῶν οἰνοπνευματοποιῶν γʹ κατηγορίας, εὑρίσκομεν ὅτι οὗτοι πράγματι ὑφίστανται ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ νόμου ζημίαν, δὲν ἀποκλείονται ὅμως καὶ ἀπὸ τῆς ἐνασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματός των. Τὰ τῆς ζημίας ἀνεπτύχθησαν κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, καὶ νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο πρέπον ἐν λίαν περιωρισμένῳ μέτρῳ νὰ δοθῇ ἀποζημίωσις εἰς αὐτούς. Ἀλλὰ ποῖον τὸ μέτρον τοῦτο; Ἐν προηγουμένοις νόμοις, οἵτινες ὅμως εἶχον ἐπιβάλει περιορισμοὺς εἰς τὴν βιομηχανίαν ταύτην καὶ ἀπαγόρευσιν πλήρη, ἐψηφίσθη ἀποζημίωσις, περιορισθεῖσα εἰς τὰ μηχανήματα καὶ τὰ σκεύη, μετὰ προσθήκης εἴκοσι τοῖς ἑκατὸν εἰς τὸ ποσὸν τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ἀποζημιουμένων εἰδῶν. Εἶπον κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, ὅτι θεωρῶ πρέπον νὰ περιορισθῇ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ εἰς τὰ μηχανήματα καὶ μόνον ἡ ἀποζημίωσις, ἀλλὰ δὲν πρέπει ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ νὰ δοθῇ καὶ περαιτέρω ἀποζημίωσις εἴκοσιν ἑκατοστῶν, διότι δὲν πρόκειται περὶ ἀπαγορεύσεως, δὲν πρόκειται περὶ ἐπιβληθεισῶν ἀμέσων ὑποχρεώσεων εἰς τοὺς βιομηχάνους, ἀλλὰ πρόκειται μόνον περὶ μεταβολῆς τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς διατελεῖ ἡ βιομηχανία αὐτῶν. Ἐθεώρησα ἑπομένως, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἠδύνατο νὰ γένηται παραδεκτή, περιοριζομένης ὅμως τῆς παραπομπῆς εἰς τὰ ἰσχύοντα κατὰ τὸν νόμον, περὶ οὗ ἐν αὐτῇ γίνεται λόγος, διὰ τῆς ἐξαιρέσεως τῆς ἀποζημιώσεως, τῆς ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ ἀναγεγραμμένης, τῶν εἴκοσιν ἐπὶ πλέον ἑκατοστῶν. Κατὰ ταῦτα συνεπλήρωσα τὴν τροπολογίαν ὡς ἑξῆς, μεταῤῥυθμίσας κατά τι καὶ τὴν διασκευὴν (ἀναγινώσκει): «Εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς γʹ κατηγορίας ἐπιτρέπεται, ὅπως ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου δηλώσωσι τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα αὐτῶν ὡς βʹ κατηγορίας, ὅτε ἀποζημιοῦνται, συμφώνως ταῖς διατάξεσι τοῦ νόμου ΑΦΙΒʹ, ἄνευ τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 40 προσθήκης τῶν 20% ἐπὶ τῆς γενομένης ἐκτιμήσεως, διὰ τὰ περισσεύοντα αὐτοῖς μηχανήματα, ἅτινα δὲν δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶσιν εἰς οἰνοπνευματοποιΐαν βʹ κατηγορίας. «Τῶν οἰνοπνευματοποιείων, ὧν οἱ κύριοι ἀπεζημιώθησαν κατὰ τὰ ἀνωτέρω, δὲν ἐπιτρέπεται μεταβολὴ εἰς τὴν γʹ κατηγορίαν». Ταύτην τὴν τελευταίαν διάταξιν ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω, ἵνα μὴ τυχὸν ζητηθῇ ἡ ἀποζημίωσις μετὰ τοῦ σκοποῦ, ὅπως ἀναλάβωσι κατόπιν οἱ ἐργοστασιάρχαι τὴν ἐνάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματος. Ἐνόμισα ὅτι, ἀφοῦ οὗτοι ζητοῦσι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἀποζημίωσιν λόγῳ ἀποχῆς ἀπὸ τοῦ ἐπαγγέλματος, πρέπει νὰ ὑποχρεωθῶσιν ἐκ τοῦ νόμου, ἵνα ἀπέχωσιν, ὅπως λάβωσι τὴν ἀποζημίωσιν. Οὕτω διεσκεύασα τὸ ἄρθρον τοῦτο· προτείνω ὅμως καὶ ἕτερον ἄρθρον, ἄσχετον μὲν πρὸς τὸ θέμα τοῦτο, ἀλλ’ ἀναγράφον μεταβατικὴν διάταξιν ἀναγκαίαν (ἀναγινώσκει): «Ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 23 τοῦ νόμου ᾼΦΙΒʹ δήλωσις τῶν οἰνοπνευματοποιῶν βʹ κατηγορίας περὶ τοῦ παραχθέντος ποσοῦ οἰνοπνεύματος κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς τελευταίας τριμηνίας μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου ἐπιδίδοται ἐντὸς εἴκοσιν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου. «Ἐπὶ τῶν ἐν τῷ ἀνωτέρω ἐδαφίῳ ἰσχύουσιν αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 24, 25, 28 ἐδ. δʹ καὶ 33 τοῦ νόμου ᾼΦΙΒʹ.» Αἱ ὑποχρεώσεις πρὸς δήλωσιν ὑφίστανται κατὰ τὸ τέλος τῆς τριμηνίας περὶ τοῦ ὅλου ποσοῦ τοῦ κατὰ τὴν τριμηνίαν ἀποσταχθέντος, ἀφοῦ δὲ τὸ νομοσχέδιον θὰ ἰσχύσῃ ὡς νόμος καθ’ ἡμέραν, ἥτις πιθανώτατα δὲν θὰ ᾖναι ἡ τελευταία τῆς τριμηνίας, εἶναι πρέπον, ὅπως αἱ διατάξεις περὶ δηλώσεων σχετισθῶσι πρὸς τὴν ἡμέραν ἐκείνην, διδομένης καὶ τῆς ἀναγκαίας διορίας, ἣν ὁρίζομεν εἰς εἴκοσιν ἡμέρας.
§82ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὰ μηχανήματα τί θὰ γίνουν;
§83ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὸν νόμον θὰ τὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις.
§84ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν προτίθεμαι νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερῆ ἐξέτασιν τῆς προτάσεως, διότι ἡ μακρὰ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου μᾶς δεικνύει, ὅτι δὲν ὠφελοῦμεν εἰς τίποτε, προτείνοντες βελτιώσεις ἀναγκαιοτάτας. Θὰ παρατηρήσω ἁπλῶς, ὅτι καὶ ἡ πρότασις αὕτη ἐγένετο ἄνευ μελέτης καὶ ἄνευ ἐξετάσεως. Τὰ καταστήματα, τὰ ὁποῖα δικαιοῦνται ἀποζημιώσεώς τινος, δὲν εἶναι καταστήματα περιττὰ, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ κλείσουν, ἀλλ’ εἶναι πάντοτε ἀναγκαῖα, διότι ἐνδέχεται ἔτος τι νὰ μὴ ὑπάρχουν ἀρκεταὶ ζαχαρώδεις ὕλαι ἐν τῷ τόπῳ, ὅπως παραχθῇ τὸ ἀναγκαῖον διὰ τὴν τοπικὴν κατανάλωσιν οἰνόπνευμα, ὅπερ ἄνευ τῶν καταστημάτων τούτων ἠθέλομεν ἴσως ἀναγκασθῆ νὰ εἰσάγωμεν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἡ κατάστασις δὲ τῆς ἐν γένει ἐμπορικῆς εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς ἡμῶν εἶναι τοιαύτη, ὥστε ὀφείλομεν καὶ τὴν παραμικροτέραν παραγωγὴν τοῦ τόπου νὰ ὑποστηρίζωμεν. Ἡ πρότασις, οἵα ὑποβάλλεται, φαίνεται σκοποῦσα τὴν ἱκανοποίησιν ἀνθρώπων ὡρισμένων. Δὲν νομίζω τοῦτο καλόν. Θεωρῶ δίκαιον ν’ ἀποζημιῶνται τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος καταστήματα, ἀλλὰ νὰ μὴ καταδικάζωνται εἰς κατάργησιν ὁριστικήν. Μετὰ τὰς παρατηρήσεις ταύτας προτίθεμαι νὰ θέσω τὸ ἐρώτημα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν: πότε μᾶς εἶπε τὴν ἀλήθειαν, προχθὲς ἢ σήμερον; προχθὲς, ὅτε παρίστα τὴν νομοθεσίαν αὑτοῦ ὡς μὴ ἐνθαῤῥύνασαν τὴν κατασκευὴν τῶν μεγάλων καταστημάτων, καὶ ὅτε ὡμίλησε διὰ μακρῶν, ὅπως πολεμήσῃ τὸν ἰσχυρισμόν μου, ἢ σήμερον, ὅτε τὰ ἀποτελέσματα τῆς νομοθεσίας αὑτοῦ τὰ ἀναγνωρίζει εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε προτείνει ν’ ἀποζημιώσῃ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἡ νομοθεσία αὕτη ἠδίκησεν, ἐνθαῤῥύνασα εἰς τὴν κατασκευὴν καταστημάτων, ἅτινα ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ ὅτι δὲν δύνανται ἢ νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τοὺς περιορισμοὺς καὶ τὰ βάρη, ὧν τὴν ἐπιβολὴν ἤθελον ἀπαιτήσει ἡ κατάστασις τοῦ τόπου καὶ αἱ ἀνάγκαι αὐτοῦ, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουσι τὴν κατάργησιν τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας καὶ τὴν ἀντικατάστασιν δι’ ἑτέρας, εὐνοούσης τὰς ζαχαρώδεις οὐσίας;
§85ΝΕΓΡΗΣ. Μετὰ τὰς ἀγορεύσεις, τὰς γενομένας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου χθὲς, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπείσθη ἀρκούντως, ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ ἐπιψήφισιν νομοσχεδίου προσγίνεται ἀδικία σπουδαία εἰς τὰ ἐργοστάσια τῆς τρίτης κατηγορίας. Ἐὰν τοιαύτη ᾖναι ἡ ἰδέα τῆς Βουλῆς, βεβαίως πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ ἀδικία αὕτη νὰ θεραπευθῇ. Δὲν ἔχω κἀμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι, ὅτε ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς ἐπρότεινε τὴν τροπολογίαν του, ἦτο πεπεισμένος, ὅτι τῷ ὄντι ἤρχετο εἰς βοήθειαν τῶν ἐργοστασίων τρίτης κατηγορίας. Δυστυχῶς, κατὰ τὴν γνώμην μου, τοῦτο δὲν γίνεται. Πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἐντὸς τῶν ἐργοστασίων αὐτῶν τὰ ὅλως εἰδικὰ μηχανήματα, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουν εἰς τὴν κατασκευὴν οἰνοπνεύματος ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν, εἶναι ἐλάχιστα, τὰ πλεῖστα δὲ εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦνται ἀδιακρίτως εἰς κατασκευὴν οἰνοπνεύματος καὶ ἐκ ζαχαρωδῶν καὶ ἐξ ἀμυλωδῶν ὑλῶν. Αὕτη μόνη ὑπάρχει ἡ διαφορά, ὅτι πρὸς ἐπεξεργασίαν ἐξ ἀμυλωδῶν ὑλῶν τὰ μηχανήματα πρέπει νὰ ἦναι πολὺ περισσότερα. Ἐὰν λοιπὸν ἐπέλθῃ πραγματογνωμοσύνη πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ἐργοστασίων τούτων διὰ τὰ εἰδικὰ μηχανήματα, τὰ χρησιμεύοντα ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν κατεργασίαν ἀμυλωδῶν ὑλῶν, ἡ ἀποζημίωσις αὕτη θὰ ἦναι γελοία, ἴσως 10 ἢ 15 χιλιάδων δραχμῶν· ἐὰν δὲ τὴν δεχθῶσι, δὲν θὰ δύνανται πλέον νὰ ἐργάζωνται μὲ ἀμυλώδεις ὕλας. Τί δὲ θὰ συμβῇ; Τὰ πλεῖστα ἐκ τῶν ὑπολοίπων μηχανημάτων αὐτῶν τῶν μὴ ἀποζημιωθέντων θὰ μένουν ἄχρηστα, ὡς καὶ τὸ πλεῖστον μέρος τῆς οἰκοδομῆς τοῦ ἐργοστασίου. Ἄρα τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσεν ἀρχικῶς εἰς τὴν ἀνέγερσιν τῶν καταστημάτων τούτων, θὰ μένῃ νεκρὸν, καὶ ὁ χθὲς ἔχων 500,000 δραχμῶν περιουσίαν θὰ ἔχῃ ἤδη μόνον 50,000. Αὐτὸ θὰ συμβῇ, ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Ράλλη. Τὸ αὐτὸ δυστυχῶς εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω καὶ διὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· αὕτη μάλιστα εἶναι ἔτι δυσμενεστέρα. Ἡ ἀφαίρεσις, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ κάμῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τῶν 20%, τῶν προσθέτων εἰς τὴν ἀξίαν τῶν μηχανημάτων, δὲν εἶναι δικαιολογημένη. Τῷ ὄντι, ὅτε συνεζητοῦμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1887, ἐτέθη ἐν τῷ ἄρθρῳ 16, ἐδάφιον βʹ, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἀποζημιωθῶσιν οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ τρίτης κατηγορίας διὰ τὰ ἄχρηστα αὐτῶν μηχανήματα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 40. Τὸ τελευταῖον δὲ ὥριζεν ὡς ἀποζημίωσιν τὴν ἀξίαν τῶν μηχανημάτων πλέον 20%. Τοῦτο δὲ ἐγίνετο ἐνῷ ὁ νόμος τοῦ 1887 ἔθετε τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς εἰς θέσιν ὀλιγώτερον χείρονα ἢ τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Τῷ ὄντι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ οἰνοπνεύματος ἐξ ἀμυλωδῶν εἰδῶν καὶ τοῦ ἐκ ζαχαρωδῶν κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον ἦτο 50 καὶ μόνον λεπτά. Τὴν σήμερον διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζαχαρωδῶν ὑλῶν ἡ διαφορὰ αὕτη εἶναι δραχ. 1,50. Εἶναι φανερὸν λοιπὸν, ὅτι διὰ τοῦ σήμερον προτεινομένου νομοσχεδίου ἡ ζημία, ἡ προσγινομένη εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς τούτους, εἶναι κατὰ πολὺ μεγαλειτέρα ἐκείνης, ἣν ὑπέστησαν δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1887. Ἐὰν λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1887 εὕρισκε δίκαιον νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς ἐπὶ πλέον τῆς ἀξίας τῶν μηχανημάτων 20%, δικαιοῦνται τὴν σήμερον ν’ ἀπαιτήσωσιν ἀξίαν ἐπὶ πλέον ὄχι 20%, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον. Καὶ δι’ ἄλλον λόγον νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ πολεμήσω τὰς δύο προτεινομένας τροπολογίας, ἐρχόμενος εἰς βοήθειαν τῶν ὅσων εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης. Καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη τροπολογία δὲν θὰ δώσῃ τὴν ἀποζημίωσιν ταύτην, εἰμὴ ἐπὶ τῷ ῥητῷ ὅρῳ, ὅτι τὰ μηχανήματα θέλουσιν ἀφαιρεθῆ ἀπὸ τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς, δηλαδὴ δὲν θέλουσι πλέον κατασκευάσει οἰνόπνευμα ἐξ ἀμυλωδῶν ὑλῶν· θὰ φθάσωμεν τότε εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι, ὁσάκις τὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα θέλομεν νὰ προστατεύσωμεν πωλῶνται καλῶς, δὲν θὰ παράγηται πλέον οἰνόπνευμα ἐν τῷ τόπῳ καὶ θὰ εἰσάγηται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἐνῷ ἠδυνάμεθα νὰ τὸ παράγωμεν ἡμεῖς, ἐὰν ἀφίναμεν τὰ μηχανήματα, τὰ κατεργαζόμενα ἀμυλώδεις ὕλας, ἐν ἐνεργείᾳ. Προτείνω λοιπὸν, οἱ ἐργοστασιάρχαι νὰ κρατήσουν τὰ μηχανήματά των, νὰ ἀποζημιωθῶσι δὲ διὰ τὴν προσγινομένην αὐτοῖς ζημίαν. Ἀλλὰ ποία θὰ ἦναι αὐτὴ ἡ ἀποζημίωσις; Εἰς τοῦτο βεβαίως ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἔχῃ διαφόρους γνώμας. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἐὰν ὁρίσωμεν τὴν ἀποζημίωσιν ταύτην εἰς τὸ ¼ ἢ τὸ ⅕ τῆς πραγματικῆς ἀξίας τῶν ἐργοστασίων, πράττομεν ἔργον ὄχι μόνον δίκαιον, ἀλλὰ ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τοῦ καθήκοντος ἡμῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέφερεν, ὅτι ἀλλαχοῦ πολλάκις, ἐνῷ ὑπῆρχον προστατευτικοὶ ὑπὲρ βιομηχανίας τινὸς νόμοι, μετὰ ταῦτα ἤρχοντο ἕτερα νομοθετήματα, καταργοῦντα αὐτούς. Ἀλλ’ εἶμαι πεπεισμένος, ἂν καὶ δὲν δύναμαι νὰ γνωρίσω εἰς ποίας περιστάσεις ἀναφέρεται ὁ λόγος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία κατήργει τοὺς προστατεύοντας τὴν βιομηχανίαν νόμους, ἐξήταζε πρῶτον ποία ζημία ἐπήρχετο, καὶ ὅτε ἐβεβαιοῦτο, ὅτι αὕτη ἦτο ἀσήμαντος, τότε μόνον προέβαινεν εἰς τὴν ἀλλαγὴν τῆς νομοθεσίας. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι βιομήχανος, ὁ ὁποῖος ὁλόκληρον περιουσίαν κατέβαλε πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς βιομηχανίας του, δύναται νὰ ἔχῃ καθ’ ἑκάστην τὸν φόβον μήπως ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καταστρέψῃ τὸ ἔργον αὐτοῦ. Ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν τῆς ἰδέας ταύτης προτείνω τὴν προσθήκην εἰς τὸ νομοσχέδιον ἄρθρου, ἔχοντος οὕτω (ἀναγινώσκει): «Οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ τρίτης κατηγορίας, οἱ κατεργασθέντες ἀμυλώδεις ὕλας κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη, θέλουσι λαμβάνει διὰ τὴν προσγινομένην αὐτοῖς διὰ τοῦ παρόντος νόμου ζημίαν ἀποζημίωσιν ἴσην πρὸς τὸ τέταρτον τῆς πραγματικῆς ἀξίας τῶν ἐργοστασίων αὐτῶν. «Ἡ ἐξεύρεσις τῆς ἀξίας τῶν ἐργοστασίων, ἀποτελουμένων ἔκ τε τῶν οἰκοδομῶν καὶ μηχανημάτων, γενήσεται ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου ὑπὸ Ἐπιτροπῆς, συγκροτουμένης ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας διοικητικῆς ἀρχῆς, τοῦ Νομομηχανικοῦ καὶ ἑνὸς εἰδήμονος παρὰ τοῦ ἐργοστασιάρχου ὁριζομένου. «Βασιλικὸν Διάταγμα θέλει κανονίσει τὴν περὶ τούτου διαδικασίαν» Θὰ παρακαλέσω δὲ τὴν Βουλὴν νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν πρῶτον τὸ ἰδικόν μου ἄρθρον, ὡς τὸ ἀπωτέρω.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ ἀπωτέρω πρότασις.
§87ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ ἀρχὴ τῆς ἀποζημιώσεως, ἥτις ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, δὲν στηρίζεται εἰς οὐδένα κανόνα τοῦ δικαίου· ἐκ τῶν πράξεων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, οἱωνδήποτε οὐσῶν, δὲν πηγάζει ποτὲ δικαίωμα ἀποζημιώσεως. Τώρα εἶναι ὁ λόγος τοῦ δημοσίου συμφέροντος· αὐτὸς ὁ λόγος βεβαίως ὑφίσταται, καὶ ζητούμεθα ἤδη νὰ πληρώσωμεν εἰς τοὺς ζημιωθέντας ἀποζημίωσιν διὰ τὰ σφάλματα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§88ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ ἤμην λίαν διατεθειμένος νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ συμπολίτου μου, καὶ μάλιστα θὰ ἐψήφιζον ἀκόμη πλέον εὐχαρίστως ὑπὲρ τῆς προτάσεως ἐκείνης, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὁ συμπολίτης μου ἐπρόκειτο νὰ πληρώσῃ τὴν ἀποζημίωσιν τὴν ὀφειλομένην, διότι μετὰ τῆς αὐτῆς λιγυρᾶς φωνῆς, μετὰ τῆς ὁποίας τὸν ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου θρηνοῦντα ἐπὶ τοῖς ἀτυχήμασι τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, τὸν ἠκούσαμεν καὶ κατὰ τὸ 1887 ὑποστηρίζοντα τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο......
§89ΝΕΓΡΗΣ. Ἀπατᾶσθε. Ἀκριβῶς εἶπον καὶ τότε ὅ,τι εἶπον καὶ σήμερον.
§90ΡΑΛΛΗΣ. .... ὑποστηρίζοντα τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔφερε τὴν τελείαν καταστροφὴν τῶν οἰνοπνευματοποιῶν. Καὶ ἐὰν δὲν εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ μείνωμεν οἱ δύο μόνοι εἰς τὴν ψήφισιν τῆς προτάσεώς του, βεβαίως ἤθελον καὶ εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου ἀκόμη ψηφίσει ὑπὲρ αὐτῆς. Διότι τὸ Δημόσιον ἐκπροσωπεῖ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ τὸ Κράτος, τὸν λαὸν, καὶ ἀληθῶς ὁ λαὸς, ὁ ὁποῖος ἀποδέχεται τοιαῦτα πειράματα ἐπὶ τῆς ῥάχεώς του, εἶναι ὑπόχρεως διὰ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα φέρουσι τὰ πειράματα ταῦτα. Ἀλλὰ δι’ ἐμὲ, πρακτικῶς κρίνοντα τὰ πράγματα καὶ μήτε νὰ πλανήσω τινὰ μήτε νὰ πλανῶμαι ἐπιθυμοῦντα, μένουσιν ἀντιμέτωποι δύο προτάσεις, ἡ πρότασις ἡ χθὲς διατυπωθεῖσα ὑπ’ ἐμοῦ καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ἐπὶ τῆς διττῆς ἀξίας θέλω ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περιορίζει τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως, προβάλλει ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀποζημιωθῶσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες σήμερον στεροῦνται τῆς ἰδιοκτησίας των, ὡς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐστερήθησαν τῆς ἰδιοκτησίας των δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1887, καὶ διὰ τοῦτο ὑποβιβάζει τὴν ἀποζημίωσιν. Ἐν ᾧ τότε ὡρίζετο ἐν τῷ νόμῳ ἡ ἀποζημίωσις, κατ’ ἐκτίμησιν παρὰ τῆς ἐπὶ τούτῳ συστάσης Ἐπιτροπῆς, τῆς πραγματικῆς ἀξίας τῶν μηχανημάτων καὶ 20% περιπλέον, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σήμερον ἀφαιρεῖ τὸ 20%. Ἀλλ’ ὁ αὐτὸς λόγος, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε τότε διὰ τὴν προσθήκην τῶν 20%, ὑπάρχει καὶ σήμερον. Ἕν μηχάνημα, ἤδη τοποθετηθὲν, ἤδη λειτουργῆσαν καὶ προσδιωρισμένον δι’ ὡρισμένην λειτουργίαν, δὲν ἔχει τὴν αὐτὴν ἀξίαν, ἀποσπώμενον ἐκ τῆς λειτουργίας ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν ἀφιερώθη. Εἶναι ἀκριβῶς τὰ ἔξοδα τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ μηχανήματος, αἱ δαπάναι πρὸς ἔναρξιν τῆς λειτουργίας αὐτοῦ, αἱ ὁποῖαι ἀπεδόθησαν, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 40 τοῦ νόμου τοῦ 1887, εἰς ἐκείνους, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἀφαιροῦνται τὰ μηχανήματά των. Ἐὰν δὲ τοιοῦτος ὑπῆρξεν ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσε τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 40, ὁ αὐτὸς καὶ μείζων λόγος ὑπάρχει καὶ σήμερον. Τότε ἐπρόκειτο περὶ προχείρων οἰνοπνευματοποιείων, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐγκατασταθῆ εἰς διαφόρους ἐνοικιασθείσας προχείρου οἰκοδομὰς, λόγῳ δὲ τῆς ζημίας, ἡ ὁποία θὰ ἐπήρχετο εἰς ἐκείνους, οἵτινες δυνάμει τοῦ νόμου ἐκείνου ἦσαν ἠναγκασμένοι νὰ κλείσωσι τὰ καταστήματά των, τὰ οὕτω προχείρως ἐγκατασταθέντα, ἀπεδόθη αὐτοῖς ἀποζημίωσις 20% περιπλέον τῆς ἀξίας τῶν μηχανημάτων. Σήμερον περὶ τίνος πρόκειται; Ἤκουσα ὅτι πρόκειται περὶ τριῶν ἐργοστασιαρχῶν, καὶ οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐνόμισαν, ὅτι, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τριῶν ἐργοστασίων, πρέπει νὰ παρίδωμεν πάντα κανόνα δικαιοσύνης. Εἴτε περὶ ἑνὸς πρόκειται, εἴτε περὶ τριῶν, εἴτε περὶ χιλιάδων, εἷς εἶναι ὁ κανὼν τοῦ δικαίου, δι’ ἐμὲ δὲ ἕκαστος πολίτης καὶ ἑκάστου πολίτου ἡ εὐημερία εἶναι προσφιλὴς καὶ εἶναι ἀξία πάσης προστασίας καὶ πάσης μερίμνης ἐκ μέρους τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, διότι διὰ τῆς εὐημερίας τοῦ πολίτου εἶναι δυνατὸν νὰ εὐημερήσῃ καὶ ἡ κοινωνία. Μοὶ εἶναι λοιπὸν ἐντελῶς ἀδιάφορον, ἐὰν ἤθελον κατηγορηθῆ, ὅτι πρόκειται νὰ ὑποστηρίξω ἀξιώσεις προσωπικάς. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν πρόκειται περὶ ἀξιώσεων προσωπικῶν, πρόκειται περὶ ἀξιώσεων ἐκ μέρους ἐκείνων, οἵτινες ἀδικοῦνται ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τοῦ τόπου. Ἐὰν ἀπεδόθη εἰς τοὺς προχείρως ἐγκαταστήσαντας ἐργοστάσια 20% περιπλέον τῆς ἀξίας τῶν μηχανημάτων των, διατὶ ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤγειραν μέγιστα οἰνοπνευματοποιεῖα καὶ τοσαύτας ὑπέστησαν δαπάνας διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν μηχανημάτων των, θέλομεν ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸ 20%; Νομίζετε ὅτι εὐκολώτερον ἀποσπῶνται τὰ μηχανήματα ἐκ τῶν ἐπίτηδες κατασκευασθέντων πρὸς ἐγκατάστασιν αὐτῶν καταστημάτων, παρὰ ἐκ τῶν προχείρων. Ἐάν τις εἰσέλθῃ εἰς τοιαῦτα καταστήματα, θὰ ἴδῃ, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι τοσοῦτον εὔκολον, καὶ θέλει πεισθῆ, ὅτι ὁ κύριος αὐτῶν θὰ ἦναι ἠναγκασμένος νὰ καταῤῥίψῃ ὁλοκλήρους τοίχους, ἵνα κατορθώσῃ ν’ ἀποσπάσῃ τὰ μηχανήματα. Μετὰ πάντα δὲ ταῦτα ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λέγει, ὅτι, «ἀφοῦ σοῦ ἀποσπάσω οἱονδήποτε μηχάνημα, θὰ τὸ ἐκτιμήσω καὶ θὰ σοῦ πληρώσω τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν τὸ μηχάνημα τοῦτο ἔχει σήμερον». Εἰλικρινέστερον θὰ ἦτο, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγεν, ὅτι δὲν δέχεται νὰ χορηγήσῃ οὐδεμίαν ἀποζημίωσιν, διότι τὸ ἀποσπώμενον μηχάνημα δὲν ἔχει πλέον οὐδεμίαν ἀξίαν, ἢ θὰ ἔχῃ ἀξίαν εὐτελεστάτην, μὴ λαμβανομένων ὑπ’ ὄψει τῶν δαπανῶν τῆς ἐγκαταστάσεως αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασίς μου ὡς ἔχει διατυπωθῆ, διότι ἐννοῶ, ὅτι ἐν τῇ προτάσει μου περιλαμβάνονται καὶ τὰ ἔξοδα τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν μηχανημάτων ἐκείνων. Καὶ ἐὰν δὲν ὑπῆρχον πάντες οἱ ἤδη ἐκτεθέντες λόγοι, αὐτὴ ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ προτεινομένου ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἄρθρου θὰ μὲ ἔφερεν εἰς τὸ νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν πρότασίν μου, ἐὰν ὄχι χάριν τοῦ ἰδιωτικοῦ συμφέροντος τῶν βιομηχάνων ἐκείνων, ἀλλὰ χάριν τοῦ συμφέροντος τοῦ Δημοσίου. Ἤθελον προτιμήσει νὰ μὴ λάβωσιν οὐδεμίαν ἀποζημίωσιν οἱ βιομήχανοι ἐκεῖνοι, ἤθελον προτιμήσει νὰ καταδικάσω ὅλα ἐκεῖνα τὰ βιομηχανικὰ καταστήματα, τὰ ὁποῖα τοσαύτας ἐνέπνευσαν ἐλπίδας εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, παρὰ νὰ δεχθῶ τὴν παράγραφον ταύτην τοῦ ἄρθρου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἡ παράγραφος αὕτη λέγει, ὅτι ὁ ἀποζημιωθεὶς δὲν δύναται πλέον νὰ μεταβάλῃ τὸ βιομηχανικόν του κατάστημα, τὸ οὕτω κατασταθὲν κατάστημα βʹ κατηγορίας, εἰς κατάστημα γʹ κατηγορίας. Ὁ οἰνοπνευματοποιὸς τῆς αʹ κατηγορίας, συμφώνως μὲ τὸν νόμον τοῦτον, τὸν ἤδη παρ’ ἡμῶν ψηφιζόμενον, δικαιοῦται νὰ μεταβάλῃ τὸ κατάστημά του εἰς γʹ κατηγορίας κατάστημα. Ἐκεῖνος ὅμως, ὁ ὁποῖος κατεδικάσθη παρὰ τοῦ νομοθετήματος, τοῦ ἤδη ψηφιζομένου, νὰ καταργήσῃ τὰ μηχανήματά του, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν τῆς κατηγορίας, εἰς ἣν ἀνήκει τὸ κατάστημά του, ἐκεῖνος δὲν ἔχει πλέον δικαίωμα ἐπὶ αἰῶνα τὸν ἅπαντα νὰ μεταβάλῃ τὸ κατάστημά του εἰς κατάστημα γʹ κατηγορίας. Διατὶ αὐτή ἡ ἀνισότης; Σᾶς λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός: «διότι δὲν θέλω, ἀφοῦ λάβωσι τὴν ἀποζημίωσιν, νὰ ἐπαναφέρωσι τὰ πράγματα εἰς τὴν προτέραν αὐτῶν θέσιν». Διατὶ θὰ λάβωσι τὴν ἀποζημίωσιν; ἐρωτῶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν· τὴν ἀποζημίωσιν θὰ τὴν λάβωσιν, ὄχι οἵαν θέλει ν’ ἀποδώσῃ εἰς αὐτοὺς ὁ συνάδελφός μου, διὰ τσέπη χαρτζηλίκι, ἀλλὰ θὰ τὴν λάβωσιν ἀπέναντι τῶν μηχανημάτων, τὰ ὁποῖα τοῖς ἀφαιροῦνται, ἀπέναντι τῆς δαπάνης τῆς νέας ἐγκαταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν θέλουσιν ὑποβληθῆ. Ἐὰν ἐννοῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ καταστρατηγήσῃ τὴν πρώτην παράγραφον τῆς προτεινομένης ὑπ’ αὐτοῦ προτάσεως, τῷ λέγω, ὅτι οὐδένα δύναται νὰ πλανήσῃ, πολὺ ὀλιγώτερον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὸν γνωρίζουν. Δύναται νὰ πλανήσῃ ἐπί τινα χρόνον τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς οἰνοπνευματοποιούς, τοὺς ὁποίους εἶδον ὡς τὰ φαντάσματα τοῦ Μάκβεθ διερχομένους πρὸ τῆς θύρας μου καὶ μὴ τολμῶντας νὰ εἰσέλθωσι. Διότι εἰς αὐτὸ ἀποβλέπει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δι’ ὅλων τῶν νομοθετημάτων του, νὰ καταστήσῃ ὑποχείριον τὸν πολίτην νὰ φοβῆται καὶ νὰ μᾶς χαιρετήσῃ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅτε ἐξεδήλωσαν τὸν σκοπὸν οἱ βιομήχανοι, περὶ ὧν πρόκειται, νὰ προσφύγωσιν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους των, ὅπως εὕρωσιν ὑποστήριξιν τῶν δικαίων των, εἰς τὸ Τμῆμα τοὺς ἠπείλησαν, ὅτι θὰ πάθωσι. Καὶ τί θὰ πάθωσιν; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠδύναντο νὰ πάθωσι, τὸ ὑπέδειξεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτε κατεπολέμει ἄλλην τινὰ πρότασιν, σχετικὴν πρὸς τὸ νομοσχέδιον· σᾶς εἶπε τότε ὁ κ. Πρωθυπουργός,—καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπ’ αὐτῆς τῆς παρατηρήσεως— καταβιβάζων τὸν τόνον τῆς φωνῆς, ὅτι τὰ βιομηχανικὰ ἐκεῖνα καταστήματα, ἐὰν ἀντέσχον εἰς τὸν συναγωνισμὸν τῆς ξένης βιομηχανίας, ἀντέσχον διὰ τῆς λαθραίας παραγωγῆς. Σᾶς εἶπεν ἐν ἄλλαις λέξεσιν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι τὸν ὑπάλληλον ἐκεῖνον, τὸν Ἔφορον, ὄχι τῆς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, τὸν Ἔφορον τοῦ οἰνοπνευματοποιείου τὸν ἔχω ἐκεῖ, κατὰ τὰς ἰδίας του ὀρέξεις ἢ τὰς ὁδηγίας μου· ἂν μὲν ἀνοίξῃ τοὺς ὀφθαλμοὺς, θὰ καταστρέψῃ τὸν βιομήχανον, ἐὰν κλείσῃ αὐτοὺς, θὰ πλουτίσῃ καὶ αὐτὸς καὶ οἱ βιομήχανοι. Ἀνέφερα, Κύριοι, τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι ἀποδεικνύει τὴν ἠθικότητα ὅλων τῶν νομοθετημάτων του. Σᾶς εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι ἱκανοὶ οἱ βιομήχανοι ἡμῶν νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς τὴν ξένην βιομηχανίαν, καταδικάζων αὐτὴν, ὡς ἂν ἐκεῖνοι οἱ δυστυχεῖς εἶναι, οἱ ὁποῖοι συνεβλήθησαν πρὸς τὴν Γερμανίαν, ὡς ἂν ἐκεῖνοι εἶναι, οἵτινες ἐψήφισαν τὴν σύμβασιν, καὶ ὄχι ὑμεῖς πάντες. Τοιαύτη δημιουργεῖται ἡ θέσις τῶν οἰνοπνευματοποιῶν τῆς γʹ κατηγορίας. Δὲν γνωρίζω ποῦ εὑρίσκονται αὐτὴν τὴν στιγμὴν, ἀλλὰ βεβαίως θὰ μὲ βλασφημοῦν διὰ τὴν ὑπεράσπισιν, τὴν ὁποίαν τοὺς κάμνω· ἐνόμισα ὅμως, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ὑψώσω τὴν φωνήν μου ὑπὲρ πολιτῶν ἀδικουμένων ἤδη, ὑπὲρ πολιτῶν ἀδικηθέντων ὑπὸ πάντων ἡμῶν, ὑπὲρ πολιτῶν, τῶν ὁποίων ἡ περιουσία δημεύεται ἀληθῶς καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται πλέον νὰ ἔχωσιν ὕπαρξιν βιομηχανικήν. Ἀλλ’ ἐὰν τοσοῦτον ἠδικήσαμεν αὐτοὺς, ἂς μὴ προσθέσωμεν καὶ τὴν ἀδικίαν ταύτην καὶ τὴν εἰρωνείαν, τὴν περιλαμβανομένην εἰς τὸ 2ον ἐδάφιον τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἂς μὴ λέγωμεν αὐτοῖς, ὅτι, «ἀφοῦ δὲν σᾶς ἀποζημιόνομεν διὰ τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν σήμερον ὑφίστασθε, δὲν σᾶς ἐπιτρέπομεν αἰσιώτερον μέλλον». Διότι, ἐὰν ψηφίσωμεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὡς διετυπώθη, τετέλεσται· δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν πρὸς τοὺς βιομηχάνους ἐκείνους μετὰ τοῦ ποιητοῦ: «ἀφήσατε πᾶσαν ἐλπίδα!»
§91ΝΕΓΡΗΣ. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς μοὶ εἶχε κάμει τὴν τιμὴν ν’ ἀναγνώσῃ τὴν ἀγόρευσίν μου τοῦ 1887 ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, δὲν θὰ ἔλεγεν ὅσα εἶπε, διότι ὁ μόνος, ὅστις ἤγειρε τότε φωνὴν ὑπὲρ τῶν ἐργοστασιαρχῶν τρίτης κατηγορίας, ἤμην ἐγώ, ὅτε ἐσιώπα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι αὐτὸ τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον σήμερον προτείνω, τὸ εἶχον προτείνει καὶ τότε. Συμφωνῶ μετ’ αὐτοῦ, ὅτι αἱ τροπολογίαι, αἱ σήμερον προτεινόμεναι τόσον παρὰ τοῦ ἰδίου, ὅσον καὶ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἰς οὐδὲν χρησιμεύουσιν, εἶναι δῶρον καθ’ ἑαυτὸ ἄδωρον, διότι βεβαίως δὲν θὰ ἦναι τοσοῦτον ἀνόητοι οἱ ἐργοστασιάρχαι, ὥστε νὰ δεχθῶσιν ἀποζημίωσιν 10,000 ἢ 15,000 δραχμῶν, ἥτις θὰ ἐμποδίσῃ αὐτοὺς νὰ ἔχωσιν ἔστω καὶ μίαν μικρὰν ἐλπίδα εἰς τὸ μέλλον, νὰ ἐργασθῶσι μὲ ἀμυλώδεις ὕλας. Ἐπιμένω νὰ εἴπω καὶ πάλιν, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ὑπεβλήθη, καταστρέφονται ὁλόκληροι περιουσίαι 400,000 ἢ 500,000 δραχμῶν· διότι, ὅπως ἐργασθῶσι ζαχαρώδεις ὕλας καὶ παράγωσι τὸ αὐτὸ ποσὸν οἰνοπνεύματος, ἀρκεῖ περιουσία πολλῷ μικροτέρα. Ἀπέναντι τοιαύτης ἀδικίας, προσγινομένης εἰς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν πάντες νὰ συγκινηθῶμεν, καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους τῆς τε Συμπολιτεύσεως καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῆς προτάσεώς μου. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν θὰ τὸ θεωρήσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
§92ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ κηρυχθῶ καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Νέγρη, διότι θεωρῶ, ὅτι οὔτε ἡ πρότασις τοῦ ἑτέρου ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς οὔτε ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δύνανται ἐν μέτρῳ τινὶ, ἔστω καὶ ἐπιεικεστάτῳ, ν’ ἀποζημιώσωσι τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς τῆς τρίτης κατηγορίας διὰ ζημίας, ἃς, εἶναι πανθολογούμενον ἐνταῦθα, ὅτι θὰ ὑποστῶσιν ἕνεκα τοῦ ψηφιζομένου νόμου. Εἴς τε τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ράλλη ὑπάρχει τὸ κενὸν τοῦτο, ὅτι θὰ ἀποζημιωθῶσι τὰ περισσεύοντα μηχανήματα, ἐκεῖνα μόνον, ἅτινα δὲν δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶσιν εἰς τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα τῆς βʹ κατηγορίας. Εἶναι γνωστὸν ὅμως, ὅτι τὰ ἐργοστάσια τῆς γʹ κατηγορίας, τὰ δυνάμενα νὰ παραγάγωσιν οἰνόπνευμα ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν, κατὰ μείζονα λόγον δύνανται νὰ παραγάγωσιν οἰνόπνευμα ἐκ ζαχαρωδῶν οὐσιῶν, καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχουσι μηχανήματα ἐν αὐτοῖς, τὰ ὁποῖα νὰ μὴ δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶσιν εἰς τὴν οἰνοπνευματοποιΐαν τῆς βʹ κατηγορίας. Ἓν ἐργοστάσιον δύναται νὰ ἐπεξεργάζηται καὶ ἀμυλώδεις ὕλας, ὅταν ἔχῃ μηχανήματα ἀξίας ἴσης ἡμίσεως ἑκατομμυρίου, ἀλλὰ τὸ αὐτὸ ἐργοστάσιον θὰ ἠδύνατο νὰ ἐργάζηται μὲ δαπάνην τοῦ ¼ ἢ τοῦ ⅕ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ διὰ μηχανήματα ἐν ᾗ περιπτώσει εἶχε σκοπὸν νὰ κατεργασθῇ μόνον ζαχαρώδεις οὐσίας. Ἐδῶ ἔγκειται ἡ ζημία τῶν τριῶν μεγάλων οἰνοπνευματοποιείων. Ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι ἡ τιμὴ τῆς σταφίδος ὑψοῦται, ὡς εὐχόμεθα ὅλοι νὰ ὑψωθῇ, ὅλη ἡ παραγωγὴ αὐτῆς θὰ σταλῇ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πρὸς βρῶσιν ἢ οἰνοποιΐαν, καὶ οὐδεὶς θὰ διανοηθῇ νὰ μεταβάλῃ σταφίδα εἰς οἰνόπνευμα ἐν Ἑλλάδι, ἄνευ δὲ τῆς σταφίδος δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῷ τόπῳ ζαχαρώδεις οὐσίαι ἐπαρκεῖς δι’ ὁλόκληρον τὴν ἐτησίαν ἐργασίαν τῶν μεγάλων καταστημάτων. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ἐὰν ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Νέγρη δὲν γίνῃ δεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἡ Βουλὴ προκρίνῃ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νομίζω τοὐλάχιστον, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ τροποποιηθῇ ἡ τελικὴ φράσις τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου καὶ νὰ μὴ μείνῃ ὡς ἔχει, ὅτι δηλ. «ἀποζημιοῦνται τὰ περισσεύοντα μηχανήματα, ἅτινα δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς οἰνοπνευματοποιεῖα δευτέρας κατηγορίας». Πᾶς μηχανικὸς, μεταβαίνων νὰ ἐξετάσῃ τὰ εὑρισκόμενα περισσὰ μηχανήματα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ, ὅτι ταῦτα δὲν εἶναι κατάλληλα πρὸς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος ἐκ ζαχαρωδῶν οὐσιῶν· ὥστε τὸ ἄρθρον ἀνάγκη νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «ἅτινα δὲν χρησιμοποιοῦνται συνήθως εἰς οἰνοπνευματοποιεῖα δευτέρας κατηγορίας». Ἡ ἑτέρα διάταξις τοῦ ἄρθρου εἶναι σκληρὰ, τοῦ ν’ ἀπαγορευθῇ τουτέστιν εἰς τὸ μέλλον ἡ μεταβολὴ τῶν ἀποζημιωθέντων ἐργοστασίων ἀπὸ τῆς βʹ εἰς τὴν γʹ κατηγορίαν, ἀλλὰ δὲν εἶναι πρότασις, ἡ ὁποία μὲ τρομάζει, διότι δὲν θεωρῶ τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῇ τελικῇ παραγράφῳ ὡς ἀποτελοῦν πραγματικὸν δικαίωμα, παρακολουθοῦν τὸ κατάστημα, εἰς οἱουδήποτε χεῖρας ἤθελεν εὑρεθῆ....
§93ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ νόμος λέγει οἰνοπνευματοποιεῖα, ὄχι οἰνοπνευματοποιὸν, οἰνοπνευματοποιεῖα, τῶν ὁποίων οἱ κύριοι ἀπεζημιώθησαν.
§94ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῆς φράσεως προδήλως δὲν γεννᾶται ἐμπράγματον δικαίωμα τοῦ Δημοσίου πρὸς ἄρνησιν τῆς ἀδείας μεταβολῆς, διότι δύναταί τις νὰ ἀγοράσῃ ἑκουσίως ἢ ἐπ’ πλειστηριασμοῦ τὸ κατάστημα, καὶ ὁ τοιοῦτος δὲν θὰ ἦναι κύριος ἀποζημιωθείς, ἵνα μὴ δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν μεταβολὴν εἰς κατάστημα γʹ κατηγορίας. Ἐμὲ τρομάζει ἡ ἔλλειψις στοιχείων ἐπαρκῶν, ἵνα δοθῇ εὔλογος, ἔστω καὶ ἐλαχίστη, ἀποζημίωσις, καὶ τοιαῦτα στοιχεῖα θὰ ηὐχόμην νὰ ἀναγράψῃ ἡ πρότασις· ὡς δὲ ἔχει αὕτη, εἶναι μάταιον νὰ ψηφισθῇ.
§95ΡΑΛΛΗΣ. Οἱονδήποτε ἐπιχείρημα δικηγορικὸν δὲν δύναται νὰ κατισχύσῃ τῆς ῥητῆς διατάξεως τῆς βʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 15ου, ἥτις λέγει: «τῶν οἰνοπνευματοποιείων, ὧν οἱ κύριοι ἀπεζημιώθησαν κατὰ τὰ ἀνωτέρω, δὲν ἐπιτρέπεται μεταβολὴ εἰς τὴν τρίτην κατηγορίαν»· αὐτὴ θὰ ὑπάρχῃ ὡς τὸν βρυκόλακα, τὰ καταστήματα θὰ καταῤῥεύσουν, ἂν δὲν ἦναι ἐπαρκὴς ζαχαρώδης οὐσία· ἐννοεῖ νὰ τοιχίσῃ τὰς θύρας καὶ τὰ παράθυρα· αὐτὸ εἶναι τὸ μέλλον τῶν οἰνοπνευματοποιῶν ἐκείνων, ἐὰν ψηφισθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὡς ἔχει.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύο τροπολογίαι προὐτάθησαν εἰς ἀντικατάστασιν τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ προταθέντων ἄρθρων 14ου καὶ 15ου. Ἀπωτέρα εἶναι ἡ τοῦ κ. Νέγρη. Θὰ ζητήσω ἐπ’ αὐτῆς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς.
§97ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂς ἀναγνωσθῇ. (Ἀναγινώσκεται).
§98ΝΕΓΡΗΣ. Ἐν τῇ αʹ παραγράφῳ, ὡς πρὸς τὴν ἀποζημίωσιν, ἀντὶ «ἴσην πρὸς τὸ τέταρτον τῆς πραγματικῆς ἀξίας», νὰ τεθῇ: «ἴσην πρὸς τὸ πέμπτον....»
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διωρθώθη. Οἱ παραδεχόμενοι....
§100ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν τροπολογίαν, ὡς διωρθώθη, λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Νέγρη, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
| Χαρ. Τρικούπης | Ο | Ἠλίας Παλαμήδης | Ο |
| Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Κωνστ. Κατσικόπουλος | |
| Γ. Σισμάνης | Ο | Δ. Ζέγγελης | |
| Δ. Βουλπιώτης | Ο | Δημ. Ν. Βότσαρης | Ο |
| Ἀθ. Ἴσκος | Κωνστ. Γ. Καραπάνος | Ν | |
| Ν. Καλαντζόπουλος | Ο | Γεώργιος Χ. Παχὺς | Ο |
| Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Στέφανος Δραγούμης | ||
| Μ. Γουλιμῆς | Ο | Δημ. Γ. Ῥάλλης | Ν |
| Μ. Ἰατρίδης | Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας | Ο | |
| Δ. Χατζόπουλος | Φωκίων Νέγρης | Ν | |
| Γεώργιος Μίλησης | Ἰω. Α. Γεωργαντᾶς | Ν | |
| Σπυρίδων Νοταρᾶς | Ν | Νικόλ. Μπουφίδης | Ο |
| Γεώργιος Κούστας | Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ο | |
| Ἀλέξανδρος Ἀντωνόπουλος | Ο | Δημ. Καλλιφρονᾶς | Ν |
| Σωτήριος Δανόπουλος | Ν | Νικ. Λεβίδης | Ν |
| Ἀναστ. Δημητριάδης | Ο | Ὄθων Μακρυγιάννης | Ο |
| Μιχαὴλ Νικηφοράκης | Ο | Τρύφ. Μουτσόπουλος | Ν |
| Δημήτριος Πετρίδης | Ν | Θάνος Κανακάρης | Ο |
| Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | Ν | Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Ν |
| Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Ν | Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ν |
| Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Ν | Α. Φωτήλας | Ο |
| Χρ. Χριστόπουλος | Ν | Ἀνδρ. Αὐγερινός | Ο |
| Φίλιππος Βάρβογλης | Ν | Ἀντ. Ῥικάκης | |
| Ἠλίας Φλέσσας | Ν | Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ν |
| Κων. Κωνσταντόπουλος | Ἰω. Κρεστενίτης | Ν | |
| Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | ἀρν. | Ν. Κουμανιώτης | Ν |
| Παναγιώτης Μανέτας | Ν | Χρ. Στεφανόπουλος | Ο |
| Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος | Ν | Ἀλέξ. Ζαΐμης | Ν |
| Ἀριστ. Κοντογούρης | Ν | Γ. Πετροπουλάκης | |
| Ν. Καλογερόπουλος | Ν | Κ. Παπαμιχαλόπουλος | Ν |
| Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Ο | Ἰωάνν. Καρτάλης | |
| Ν. Παπανικολάου | Ο | Ἀρ. Κανταρτζῆς | Ο |
| Ν. Καφετζόγλους | Ο | Εὐάγ. Σταμούλης | Ο |
| Ἰω. Πεζᾶς | Ν. Κοκωσλῆς | ||
| Κων. Σινέλης | Ο | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ο |
| Βασίλ. Βουδούρης | Ν | Κ. Μαρκίδης | Ο |
| Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Ο | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ο |
| Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ο |
| Ἀναστ. Ἐ. Λούντζης | Ο | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ο |
| Διον. Λομβάρδος | Ο | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ο |
| Γεώργ. Θεοτόκης | Ο | Ἀχιλ. Λογιωτάτου | |
| Κωνστ. Βασιλάκης | Σωτ. Σωτηρόπουλος | Ν | |
| Ἀντ. Καποδίστριας | Κ. Κουμουνδοῦρος | Ν | |
| Ν. Βασιλάκης | Ν | Περικλῆς Πεῤῥωτὴς | Ν |
| Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | Ν | Δημήτριος Τζάνες | Ν |
| Πολυχρ. Π. Κωνσταντᾶς | Περικλῆς Μποῦτος | Ο | |
| Σπυρ. Ἀλαμάνος | Ν | Παναγιώτης Σάκκης | Ν |
| Θεόφιλος Προβατᾶς | Νικόλαος Παπαλέξης | Ο | |
| Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Ν | Νικόλαος Μισυρλῆς | |
| Ἀγαμέμνων Μεταξᾶς | Ο | Ν. Καράπαυλος | |
| Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Ο | Ἀσημάκης Χριστόπουλος | Ν |
| Νικόλ. Βαλσαμάκης | Ο | Εὐστάθιος Κοκκέβης | Ο |
| Γεράσιμος Μουσούρης | Ο | Δημήτριος Κάρτσωνας | Ν |
| Παναγ. Βενιεράτος | Δημήτριος Π. Γουδῆς | Ο | |
| Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Ν | Σ. Χατζηγάκης | Ν |
| Γεώργιος Κόρπας | Ν | Κ. Ζωγλοπίτης | |
| Στέφανος Σκουλούδης | Ο | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ο |
| Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ο | Γ. Φραγκίδης | Ο |
| Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ο | Α. Τακιατζῆς | Ο |
| Νικόλ. Νομικός | Γ. Τάκης | ||
| Μίνως Μπογιατζόγλους | Ο | Ν. Ταρμπάζης | Ν |
| Γεώργιος Μπούμπουρας | Ο | Ζ. Φαλιάγκας | Ν |
| Λωρέντζος Δελαρόκας | Σταμάτιος Μπουντούρης | Ο | |
| Δημοσθένης Καΐρης | Ο | Θεόδωρος Γκίκας | Ο |
| Νικόλ. Κρίσπης | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | ||
| Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς | Κ. Χαλκιόπουλος | Ο | |
| Ἰω. Γκιὼν | Ο | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ο |
| Κωνστ. Κοσσονάκος | Ο | Ν. Κοντογιάννης | |
| Γεώργ. Μαυρομιχάλης | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο | |
| Ἀριστ. Πετροπουλάκης | Γ. Λιδωρίκης | Ο | |
| Γιανν. Μαυρομιχάλης | Κ. Χατζῖσκος | Ο | |
| Νικήτας Βαρβιτσιώτης | Ο | Δ. Ζουλούμης | Ο |
| Λεων. Καπετανάκος | Ο | Κ. Ἀναγνωστόπουλος | Ν |
| Ξανθὸς Πικουλάκης | Ο | Θεμιστ. Κανάρης | Ν |
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 114. Ἐκ τούτων 46 εἶπον Ναὶ, 67 Ὄχι καὶ εἷς ἠρνήθη ψῆφον. Ἑπομένως ἡ τροπολογία τοῦ κ. Νέγρη ἀπεῤῥίφθη. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Ῥάλλη.
§103ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τῆς τροπολογίας, ἣν ὑπέβαλον, θὰ φέρω μίαν διόρθωσιν ὡς πρὸς τὸν χρόνον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου θὰ γίνῃ ἡ ἀποζημίωσις· μετὰ τὰς λέξεις «διὰ τὰ περισσεύοντα αὐτοῖς μηχανήματα» νὰ προστεθῇ «καὶ σκεύη ἐντὸς ἑτέρων μηνῶν δύο».
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία ὡς διωρθώθη.
§105ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ τῆς γʹ κατηγορίας δικαιοῦνται ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου νὰ δηλώσωσιν ὅτι θέλουσι τρέψει τὰ οἰνοπνευματοποιεῖά των εἰς βʹ κατηγορίας, ὅτε ἀποζημιοῦνται διὰ τὰ περισσεύοντα αὐτοῖς μηχανήματα καὶ σκεύη ἐντὸς ἑτέρων μηνῶν δύο συμφώνως ταῖς διατάξεσι τοῦ νόμου ᾼΦΙΒʹ.»
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Ῥάλλη, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ προταθέντα ἄρθρα 14ον καὶ 15ον, εἶτα δὲ καὶ τὸ 16ον, πρώην 14ον).
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ συνόλου.
§108ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ σύνολον πρέπει ν’ ἀναβληθῇ, διὰ νὰ τυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τούτου θ’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ συνόλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§110ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔληξεν οὕτω, Κύριοι, ἡ μακρὰ συζήτησις, ἣν προὐκάλεσε τὸ προκείμενον νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν οἰνοπνευμάτων. Ἔχομεν ἤδη περίπου ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν τὸ ὁριστικὸν κείμενον αὐτοῦ, ὅπερ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ προστεθῇ εἰς τὸν ἀξιοσέβαστον ἀριθμὸν τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι διέπουν τὴν πολιτείαν ἡμῶν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι, ἀφιχθέντες εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, ὀφείλομεν νὰ ῥίψωμεν ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ οἰνοπνεύματος. Τὴν τοιαύτην ἔρευναν ἐποιήσατο χθὲς ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἰδίως ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις, ἰδίως καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἡμῶν ἐργασίαν, διότι φρονῶ, ὅτι ἐκ τῆς τοιαύτης μελέτης δυνάμεθα νὰ ἀντλήσωμεν ὁδηγίας λίαν χρησίμους ὡς πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν νομοθετικῶν ἡμῶν καθηκόντων. Ἡ ἰδέα τῆς φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος εἶναι ἰδέα παραδεδεγμένη ἐν τῇ ἐπιστήμῃ καὶ ἐν πληρεστάτῃ ἰσχύϊ εἰς πάντα τὰ πεπολιτισμένα ἔθνη. Ἡ φορολογία μάλιστα αὕτη ἀποτελεῖ ἐνιαχοῦ τὸν μέγιστον πόρον τοῦ Κράτους, πανταχοῦ δὲ ἀποδίδει μεγάλας προσόδους εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἑπομένως οὐδεὶς δύναται νὰ μεμφθῇ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διενοήθησαν νὰ εἰσαγάγωσι καὶ παρ’ ἡμῖν τὴν φορολογίαν τοῦ οἰνοπνεύματος. Ἡ ἐφαρμογὴ τῆς φορολογίας ταύτης παρουσιάζει δυσχερείας τινὰς, ἀλλ’ αὗται ἀνεφύησαν κυρίως κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τῆς φορολογικῆς νομοθεσίας, διότι προϊόντος τοῦ χρόνου ἡ πεῖρα καὶ ἡ ἐπιστήμη κατώρθωσαν νὰ ὑπερνικήσωσι τὰς δυσκολίας ταύτας, νὰ λύσωσιν ὁριστικῶς τὰ διάφορα ἀναφυέντα ζητήματα, εἰς τρόπον ὥστε οὐ μόνον ἐνεργεῖται ἤδη εἰς τὰ πλεῖστα τῶν ἐθνῶν ἀπροσκόπτως ἡ τοιαύτη φορολογία, ἀλλ’ ἀποδίδει καὶ μεγάλας προσόδους. Μετὰ τὴν μακρὰν περὶ τῆς φορολογίας ταύτης πεῖραν τῶν εὐρωπαϊκῶν ἐθνῶν εὐχερῶς ἠδύνατο νὰ εἰσαχθῇ αὕτη καὶ παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ πρὸς ἐπιτυχῆ ἐφαρμογὴν αὐτῆς ἔδει νὰ προηγηθῇ ἐμβριθὴς μελέτη ὅλων τῶν εἰς τὰ διάφορα ἔθνη ἐπικρατούντων συστημάτων τῆς φορολογίας, νὰ ἀνευρεθῶσιν αἱ βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἕκαστον στηρίζεται, νὰ κατανοηθῇ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ὁ φόρος ἐπιβάλλεται ἐπί τε τῆς παραγωγῆς καὶ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἰνοπνεύματος, καὶ πρὸ πάντων νὰ μελετηθῇ ὁ διοργανισμὸς τοῦ προσωπικοῦ τῆς ὑπηρεσίας, εἰς ἣν ἀνατίθεται ἡ ἐφαρμογὴ τῶν τοιούτων νόμων. Δυστυχῶς οἱ ἀναλαβόντες νὰ εἰσαγάγωσι παρ’ ἡμῖν τὴν φορολογίαν τοῦ οἰνοπνεύματος δὲν κατέβαλον τὴν δέουσαν προσοχὴν πρὸς ἀκριβῆ μελέτην τῶν διαφόρων τούτων ζητημάτων, ὡς τοῦτο ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος ψηφισθέντος νόμου τοῦ 1883. Ὁ νόμος οὗτος συνετάχθη εἰς τρόπον, ὥστε ἐκ τῶν προτέρων ἠδύνατό τις νὰ βεβαιώσῃ τὴν ἀποτυχίαν αὐτοῦ. Ὁ νόμος οὗτος ὑπεχρέωσεν εἰς δηλώσεις καὶ ὑπέβαλεν εἰς ἔλεγχον ἅπαντας τοὺς οἰνοπνευματοπαραγωγοὺς, ἄνευ ἐξαιρέσεως, καὶ ἅπαντας τοὺς ποτοποιούς. Τὴν βεβαίωσιν τῆς δυνατῆς ἡμερησίας παραγωγῆς ἑκάστου αὐτῶν ἀνέθηκεν εἰς Ἐπιτροπὴν, ἥτις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἁπάσας τὰς ἀπαιτουμένας πρὸς τοῦτο γνώσεις. Τὴν δὲ βεβαίωσιν τῆς ἀληθοῦς τριμηνιαίας παραγωγῆς ἐνεπιστεύθη σχεδὸν εἰς μόνην τὴν δήλωσιν τοῦ φορολογουμένου. Ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις, τὴν ἐποπτείαν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου τούτου ἀνέθεσεν εἰς τὴν δραστηριότητα μόνον τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου, καὶ μάλιστα καὶ αὐτὴν τὴν τιμωρίαν τῶν παραβάσεων τοῦ νόμου ἐνεπιστεύθη εἰς μόνην τὴν εὐσυνειδησίαν αὐτοῦ. Τὰ ἐπελθόντα ἀποτελέσματα ἀπέδειξαν τὸ ἐντελῶς ἀνεπιτυχὲς τοῦ νόμου τούτου. Εἰσήχθησαν εἰς τὸ ταμεῖον ποσά τινα, ἀλλ’ ἀμέσως ἀνεφάνησαν πλεῖσται ἀδικίαι, πλεῖσται φατριαστικαὶ καταπιέσεις, καὶ πλεῖσται ἐδόθησαν ἀφορμαὶ εἰς καταχρήσεις καὶ εἰς ἀθεμίτους ὠφελείας ἐκείνων, εἰς οὓς ἦτο ἐμπεπιστευμένη ἡ ἐποπτεία τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Τὰ εἰσπραττόμενα ποσὰ βαθμηδὸν ἠλαττοῦντο, καὶ ἐπὶ τέλους ὁ νόμος ἐκεῖνος περιῆλθεν εἰς ἐντελῆ ἀχρηστίαν! Ὡς ἐκ τούτου ἐδέησεν, ἡ Κυβέρνησις, ἡ εἰσαγαγοῦσα τὸν νόμον ἐκεῖνον, νὰ προβῇ εἰς νέαν μελέτην αὐτοῦ τοῦ ἰδίου ζητήματος, τῆς φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος. Ὡς ἤκουσα, πρὸς τοῦτο κατεβλήθησαν πολλαὶ ἐνέργειαι, διωρίσθησαν Ἐπιτροπαί, ἐζητήθησαν αἱ γνῶμαι ἐπιστημόνων ἡμεδαπῶν καὶ ἀλλοδαπῶν, ἀπεστάλη εἰς Γερμανίαν, νομίζω, ἀνώτερος ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου, ἐκόμισε μάλιστα ἐκεῖθεν ὁδηγίας περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς φορολογίας ταύτης, αἱ ὁποῖαι δυστυχῶς δὲν περιῆλθον εἰς τὴν δημοσιότητα, διότι φαίνεται ἐτέθησαν εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν χρῆσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς πόρισμα δὲ τῶν μελετῶν καὶ ἐργασιῶν τούτων ἐξεδόθη νέος νόμος κατὰ τὸ 1887. Ἀλλὰ καὶ ὁ νόμος οὗτος, οὐ μόνον τὰς αὐτὰς, ἀλλὰ καὶ νέας περιέχει ἐλλείψεις. Ὑπεχρέωσε καὶ αὐτὸς εἰς δηλώσεις καὶ ὑπέβαλεν εἰς ἔλεγχον ὅλους ἐν γένει τοὺς παράγοντας οἰνόπνευμα. Ἀπηγόρευσεν εἰς τοὺς μικροὺς παραγωγοὺς τὴν ἐλευθέραν διάθεσιν τοῦ προϊόντος των. Περιέλαβε περὶ τῶν ποτοποιῶν διατάξεις δυσνοήτους. Ἐπὶ πᾶσι δὲ ἀνέθηκε πᾶσαν τὴν ἐποπτείαν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου καὶ τὴν βεβαίωσιν τῶν παραβάσεων αὐτοῦ εἰς τὴν αὐτὴν ἀκατάβλητον δραστηριότητα τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου, τὴν δὲ τιμωρίαν αὐτῶν εἰς μόνην τὴν εὐσυνειδησίαν του. Ἔλεγε προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι πλὴν τοῦ Ἐφόρου δικάζει κατ’ ἔφεσιν καὶ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον παρέχει ἀρκούσας ἐγγυήσεις εὐθυδικίας. Ἐὰν ἀπέβλεπον μόνον εἰς τὰ πρόσωπα τὰ δικάζοντα, ἠδυνάμην νὰ συμφωνήσω μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ νὰ ἦναί τις εὐσυνείδητος, διὰ νὰ ἀπονέμῃ πάντοτε τὸ δίκαιον, πρέπει προσέτι νὰ δύναται νὰ κρίνῃ ἀσφαλῶς περὶ τῆς ὑποθέσεως. Ὅταν μία ἀπόφασις τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου, βεβαιοῦντος ὅτι ἀντελήφθη παράβασιν τοῦ νόμου, ὑποβάλληται εἰς τὸ Συμβούλιον, τί θέλετε νὰ πράξῃ τοῦτο, μὴ ἔχον ὑπ’ ὄψιν του ἔγγραφα κατὰ τύπον συντεταγμένα, μὴ ἐξετάζον μάρτυρας, καὶ μὴ δυνάμενον νὰ συλλέξῃ περαιτέρω ἀποδείξεις; Καὶ σημειώσατε, ὅτι καθ’ ὅλας τὰς συζητήσεις τῶν περὶ ὧν πρόκειται νόμων ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν παρέλιπε ποτὲ νὰ ὑποδεικνύῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς ἐλλείψεις αὐτῶν, ἀλλ’ εἰς τὴν φωνὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως οὐδεμίαν ἔδιδον προσοχὴν, καὶ ἐχαρακτήριζον αὐτὴν ὡς ἀντίπραξιν κατὰ τῶν μεγαλουργῶν σχεδίων τῆς Κυβερνήσεως. Πρώτιστον ἀποτέλεσμα τοῦ νόμου τοῦ 1887 ἦτο ἡ ἐντελὴς καταστροφὴ τῆς πρώτης ὕλης, ἰδίως τῆς ἐκ τῶν ἀμπέλων προερχομένης, διότι οἱ κάτοχοι δὲν ὑπέβαλλον αὐτὴν εἰς ἀπόσταξιν, μὴ δυνάμενοι νὰ χρησιμοποιήσωσι τὸ προϊόν αὐτῆς. Αἱ καταχρήσεις, αἱ ἀθέμιτοι ὠφέλειαι, αἱ φατριαστικαὶ πιέσεις, ὅλα τὰ ἀποτελέσματα τοῦ προηγουμένου νόμου ἐξηκολούθησαν ἄνευ μείζονος ὠφελείας τοῦ Δημοσίου, καὶ ὁ νόμος οὗτος ἐγκατελείφθη κατὰ πολὺ, ὡς ἀνεπίδεκτος ἐκτελέσεως. Ἂν ἤθελον προβῆ εἰς πλήρη αὐτοῦ ἐκτέλεσιν, καὶ ἐγὼ δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον ἤθελον αὐξήσει τὰ ἐξ αὐτοῦ ἀτοπήματα. Περιελθόντες εἰς ἀδυναμίαν νὰ συντάξωσι νόμον, δυνάμενον νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν πρόσοδον τοῦ Δημοσίου, μετέβαλον αἴφνης τακτικὴν καὶ, λησμονοῦντες τὰς πεποιθήσεις των περὶ τῆς μεγάλης ἐκ τῆς φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος προσόδου, ἣν ὑπελόγιζον μέχρι δύο ἑκατομμυρίων, λησμονοῦντες τὰς ἐλπίδας αὐτῶν περὶ προσεχοῦς συστάσεως μεγάλων καταστημάτων πρὸς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος, ἐνθυμοῦνται νῦν κατὰ πρῶτον, ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς προστασίας τῆς ἀμπελοφυτείας ἐπιβάλλει παρ’ ἡμῖν τὴν ἐντελῆ σχεδὸν κατάργησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων. Δὲν εἶναι βεβαίως δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ ὁ νοήμων Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, οἱ προκαλέσαντες τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἐὰν ἡ ἀνάγκη τῆς προστασίας τῆς ἀμπελοφυτείας ὤθησεν αὐτοὺς εἰς τὴν εἰσαγωγὴν αὐτοῦ, πῶς τὴν ἀνάγκην ταύτην δὲν ἐλάμβανον ὑπ’ ὄψει κατὰ τὸ 1883; Πῶς τότε ἐνίσχυον τὴν παραγωγὴν οἰνοπνεύματος ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν, καθιστῶντες αὐτὰς ἀτελεῖς; Πῶς δὲν ἐνθυμήθησαν τὴν ἀνάγκην τὸ 1887, ὅτε ἀπηγόρευον εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας τὴν χρῆσιν τοῦ ἐκ στεμφύλων οἰνοπνεύματος; Ἀλλὰ καὶ ἑτέραν ἐρώτησιν ὑποβάλλω, τὴν ἑξῆς: Ἐν Γαλλίᾳ ἡ ἀμπελοφυτεία ὑπέστη μεγίστας συμφορὰς καὶ χρῄζει μείζονος ἢ παρ’ ἡμῖν προστασίας· πῶς δὲν κατήργησαν ἐκεῖ χάριν τῆς προστασίας ταύτης τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος, ἀλλ’ ηὔξησαν αὐτὸν μεγάλως, ὑμεῖς δὲ καταργοῦμεν σχεδὸν αὐτὸν χάριν αὐτῆς τῆς ἰδέας; Δὲν εἶναι βεβαίως οὗτος ὁ λόγος τῆς καταργήσεως· ὁ ἀληθὴς λόγος εἶναι, ὅτι οἱ κυβερνῆται ἡμῶν, πτοηθέντες ἀπὸ τὴν κορυφωθεῖσαν γενικὴν ἀγανάκτησιν τοῦ λαοῦ, ἀναμνησθέντες, ὅτι ὁ λαὸς αὐτὸς πρόκειται προσεχῶς νὰ δηλώσῃ τὴν περὶ αὐτῶν γνώμην του, διενοήθησαν ν’ ἀποπλανήσωσιν αὐτὸν, ὑποβάλλοντες νόμον, ἐπουλοῦντα ὀλίγον τὰς πληγὰς, τὰς ὁποίας αὐτοὶ οἱ ἴδιοι προὐξένησαν. Ἔχομεν λοιπὸν ἕτοιμον τρίτον νόμον περὶ οἰνοπνευμάτων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐνθυμηθεὶς ὅτι πολλάκις κατεκρίθη ἐπὶ τῇ ἄνευ προσοχῆς καὶ μελέτης ἀενάῳ μεταβολῇ τῆς νομοθεσίας, εἶχε τὴν πρόνοιαν νὰ δηλώσῃ ἡμῖν, ὅτι τὸ περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος ζήτημα εἶναι δυσχερὲς, καὶ διὰ τοῦτο εἰς ὅλα τὰ ἔθνη νέοι νόμοι ψηφίζονται ἑκάστοτε πρὸς ἄρσιν τῶν δυσκολιῶν. Φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὴς αὐτὴ ἡ βεβαίωσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Οἱ νόμοι, οἱ διέποντες τὰ τοῦ φόρου τοῦ οἰνοπνεύματος ἐν Γαλλίᾳ, ἠξεύρετε ποίαν ἔχουσι χρονολογίαν; Ὁ θεμελιώδης νόμος (loi fondementale, ὡς λέγει ὁ Baulieu) περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος ἔχει χρονολογίαν τοῦ 1816, οἱ δὲ νόμοι, οἱ ὁρίζοντες τὰς διατυπώσεις τῶν ἐρευνῶν καὶ τῶν πρωτοκόλλων, ἔχουσι χρονολογίαν τοῦ 1804 καὶ 1805. Αὐτὴ εἶναι ἡ νομοθεσία, ἡ διέπουσα τὰ τῆς φορολογίας ἐν Γαλλίᾳ. Ἡμεῖς ἐν διαστήματι 6 ἐτῶν ἔχομεν τρεῖς ἐντελῶς διαφόρους νόμους περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσῃ τις, δὲν ἐκδίδονται ἐν Γαλλίᾳ νέοι νόμοι περὶ οἰνοπνευμάτων; Ἔλαβον τὴν περιέργειαν νὰ ἐξετάσω πόσοι τοιοῦτοι νόμοι ἐξεδόθησαν ἐν Γαλλίᾳ ἀπὸ τοῦ 1851 μέχρι σήμερον, καὶ ἀνεῦρον δέκα ἑπτὰ τοιούτους. Ἀλλὰ περὶ τίνος πραγματεύονται; Οἱ πλεῖστοι ἐπιβάλλουσιν ἢ καταργοῦσι δεκατημόρια, τινὲς ὥρισαν ἰδιαίτερα δικαιώματα ἐπὶ οἰνοπνευμάτων, παραγομένων ἀπὸ ὡρισμένα εἴδη, ἄλλοι κανονίζουσι τὸ δικαίωμα κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὰς πόλεις, δύο δὲ μόνον εὗρον νόμους τροποποιοῦντας κατὰ μικρὸν τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως τῶν παραβάσεων καὶ τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ δικαιώματος. Ἀλλὰ τίνες οἱ προκαλέσαντες αὐτοὺς λόγοι; Μετὰ τὴν συμφορὰν τῆς Γαλλίας κατὰ τὸ 1870 αἱ οἰκονομικαὶ ἀνάγκαι ἐπέβαλον τὸν διπλασιασμὸν σχεδὸν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἐπετάθησαν αἱ καταδολιεύσεις καὶ αἱ εἰσπράξεις σχετικῶς ἠλαττώθησαν. Ἕνεκα τούτου ἡ ὑπηρεσία, εἰς ἣν ἀνατίθεται ἡ βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις τῶν ἐμμέσων φόρων, προὐκάλεσε, πρὸς καταστολὴν τῶν καταχρήσεων, τὴν ἔκδοσιν νόμου, λαμβάνοντος νέας ἐγγυήσεις. Τότε κατὰ πρῶτον ἐλήφθη καὶ τὸ μέτρον νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ἔλεγχον ὅλοι οἱ μικροὶ παραγωγοὶ οἰνοπνεύματος ἐκ τοῦ προϊόντος τῶν κτημάτων αὐτῶν, οἵτινες διέμενον ἀπηλλαγμένοι παντὸς ἐλέγχου. Ἀλλὰ μετὰ τρία ἔτη τοιαύτη κατακραυγὴ ἐγεννήθη, ὥστε ἐξεδόθη ὁ ἀπὸ 14 Δεκεμβρίου 1875 νόμος, καταργήσας τὸν προηγούμενον καὶ ἀπαλλάξας τοὺς τοιούτους παραγωγοὺς παντὸς ἐλέγχου. Καὶ ὅμως ἡμεῖς, νομοθετοῦντες κατὰ τὸ 1883, δὲν ὠφελούμεθα ἀπὸ αὐτὴν τὴν πεῖραν μεγάλου ἔθνους, εὑρισκομένου ὑπὸ τὰς αὐτὰς ἀγροτικὰς καὶ κοινωνικὰς περιστάσεις ὅσον ἀφορᾷ τὴν παραγωγὴν οἰνοπνεύματος, ἀλλ’ εἰσάγομεν ἐκεῖνο, ὅπερ ἀνεγνωρίσθη ἀνεφάρμοστον ἐν Γαλλίᾳ, δηλ. ἐπιβάλλομεν εἰς ὅλους τοὺς οἰνοπνευματοπαραγωγοὺς τὴν ὑποχρέωσιν τῆς δηλώσεως καὶ τοῦ ἐλέγχου, Οὕτω διεξάγεται ἡ νομοθετικὴ ἡμῶν ἐργασία καὶ ἑπομένως οὐδόλως παράδοξον, ἐὰν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς ἐπέρχωνται τὰ γνωστὰ ἀποτελέσματα. Ὀφείλομεν ἐν τέλει νὰ ἐξετάσωμεν, καὶ τίνες αἱ πιθαναὶ συνέπειαι τοῦ νόμου, ὃν ψηφίζομεν, ὁποῖα τὰ ἐξ αὐτοῦ πιθανὰ εἰσοδήματα τοῦ Δημοσίου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ ὑποβάλῃ πίνακα, καθ’ ὃν ὑπολογίζει, ὅτι ἐκ τῶν οἰνοπνευματοποιείων τῆς πρώτης κατηγορίας θὰ εἰσπραχθῇ ποσὸν 40 χιλιάδων δραχ. Ὁ ὑπολογισμὸς ἐγένετο ὅτε ἀπηλλάσσοντο τοῦ φόρου μόνον οἱ ἄμβυκες, οἱ ἔχοντες χωρητικότητα κατωτέραν τῶν ἑκατὸν ὀκάδων. Ἤδη ἡμεῖς ἀπηλλάξαμεν καὶ τοὺς ἔχοντας χωρητικότητα μέχρις 150 ὀκάδων, ἑπομένως πρέπει νὰ ἐλαττώσωμεν τὴν εἰκαζομένην πρόσοδον. Καὶ βεβαίως, ὅταν ἕκαστος μικρὸς παραγωγὸς ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ ἄμβυκα ἐλάσσονα τῶν 150 ὀκάδων, τίς ἐξ αὐτῶν θὰ διατηρήσῃ ἄμβυκα ἀνώτερον, καὶ δὲν θὰ προμηθευθῇ ἕτερον ἄμβυκα, χωρητικότητος μικροτέρας, ἀπηλλαγμένον φορολογίας; Ἠδυνάμεθα νὰ ἀμφιβάλλωμεν περὶ τούτου, ἂν οἱ μικροὶ ἄμβυκες δὲν ἠδύναντο νὰ παραγάγωσι τὸ διὰ τὰ ποτὰ καὶ ἰδίως διὰ τὰ κονιὰκ χρήσιμον οἰνόπνευμα. Ἠδυνάμεθα νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἕνεκα τῆς ἀνάγκης ταύτης ἤθελε γίνει χρῆσις μεγαλειτέρων ἀμβύκων καὶ ἐντεῦθεν ἤθελε προέλθει ὠφέλεια εἰς τὸ Δημόσιον. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ δηλώσῃ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, ὅτι καὶ τὸ οἰνόπνευμα κονιὰκ παράγεται ἐκ τοῦ ἰδίου ἄμβυκος. Ἑπομένως πρέπει νὰ συμπεράνωμεν, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπραχθῇ ἀπὸ τὴν πρώτην κατηγορίαν τῶν οἰνοπνευματοποιείων, δὲν εἶναι 40,000 δραχμῶν, ἀλλὰ πολὺ μικρότερον, μόλις 20 χιλιάδων. Καὶ δι’ αὐτὸ τὸ ποσὸν πρόκειται νὰ ὑποβάλωμεν τοὺς παραγωγοὺς εἰς δηλώσεις, εἰς ἐξελέγξεις καὶ εἰς βεβαιώσεις, καὶ νὰ δώσωμεν καὶ εἰς τὸν κ. Ἔφορον τὴν ἐξουσίαν νὰ καταδικάζῃ αὐτούς, ὡς ἔχοντας μεγαλείτερον ἄμβυκα, χωρὶς κἄν νὰ τὸν καταμετρήσῃ; Δὲν ἦτο, Κύριοι, καλλίτερον νὰ καταργήσωμεν ἐντελῶς τὴν φορολογίαν τῶν παραγωγῶν τῆς πρώτης κατηγορίας ἀπέναντι τοῦ εὐτελοῦς ποσοῦ τῶν 20,000 δραχμῶν; Ἤκουσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν προχθές, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λέγοντα, ὅτι, ἀφοῦ εἰς 14,000 δραχμῶν ἀναβαίνει ὁ ἔγγειος φόρος τῶν σύκων, δὲν πρέπει νὰ διστάσωμεν νὰ τὸν καταργήσωμεν. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἴκοσι μόνον χιλιάδας δραχμῶν πρόκειται νὰ εἰσπράξητε ἀπὸ τοὺς παραγωγοὺς τῆς αʹ κατηγορίας, ἐπιμένετε ἀκόμη τηροῦντες ἐν ἰσχύϊ τὰς δηλώσεις, καὶ τὰς διατυπώσεις, καὶ τὰς ἐποπτείας, καὶ τὰς ποινάς! Τί ἤδη θέλομεν εἰσπράξει ἀπὸ τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα τῆς τρίτης κατηγορίας; ἠκούσατε ὅτι, ἀντὶ εἰσπράξεως, θὰ πληρώσωμεν εἰς αὐτοὺς καὶ ἀποζημιώσεις. Τί ὑπολείπονται; τὰ καταστήματα τῆς δευτέρας κατηγορίας. Πόσα εἶναι αὐτά; 40 λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ποία θὰ ἦναι ἡ εἴσπραξις; Ἐὰν ὑπολογίσωμεν πρὸς 3,000 δραχμὰς κατὰ μέσον ὅρον, ἔχομεν 120,000 δραχμάς. Ἰδοὺ λοιπὸν, Κύριοι, εἰς τί περιωρίσθη ὁ φόρος αὐτὸς τοῦ οἰνοπνεύματος, ἐξ οὗ τὰ λοιπὰ ἔθνη μεγάλας προσόδους εἰσπράττουσιν. Θὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι ἔχομεν καὶ τοὺς ποτοποιούς· ἀλλὰ καὶ οὗτοι βεβαίως θὰ ἐργάζωνται δι’ ἀμβύκων κατωτέρων τῶν 150 ὀκάδων, διότι, ἐὰν τὸ οἰνόπνευμα μετὰ τὴν πρώτην ἀπόσταξιν δὲν ἦναι κατάλληλον, δύνανται νὰ ἐνεργήσωσι καὶ δευτέραν καὶ τρίτην, μέχρις οὗ ἀποκτήσωσι τὸ ἀναγκαιοῦν αὐτοῖς. Μόνον λοιπὸν αἱ ὡς ἄνω 120,000 δραχμῶν εἶναι τὸ πιθανῶς εἰσπραχθησόμενον ἔσοδον τοῦ ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων φόρου. Εὐλόγως ἑπομένως δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι ἡ ἰδέα τῆς φορολογίας τῶν οἰνοπνευμάτων, ἰδέα γόνιμος καὶ παραγωγικὴ λίαν εὐαρέστων οἰκονομικῶν ἀποτελεσμάτων, ἐναυάγησεν οἰκτρῶς παρ’ ἡμῖν, ἕνεκα τῆς ἀδεξιότητος ἐκείνων, οἵτινες ἀνέλαβον τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῆς.
§111ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Διὰ τοῦ τελευταίου ψηφισθέντος ἄρθρου παρεδέχθη ἡ Βουλὴ ν’ ἀποζημιωθῶσιν οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ τῆς τρίτης κατηγορίας, ὅσοι ὑπέστησαν ζημίας, συμμορφωθέντες πρὸς τοὺς κειμένους νόμους. Λαμβάνων ἀφορμὴν, κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου, διὰ νὰ ὑψώσω τὴν φωνήν μου καὶ παρακαλέσω νὰ γραφῶσι τὰ ὀλίγα ταῦτα ἐν τοῖς πρακτικοῖς, διὰ νὰ μένωσιν ὡς διαμαρτυρία ἐν τῇ Ἱστορίᾳ. Ἀλλοίμονον, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὰ ἠθικὰ καὶ ὑλικὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, ὅταν κατηντήσαμεν ν’ ἀποζημιῶνται οἱ πολῖται διὰ ζημίας καὶ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ὑφίστανται συμμορφούμενοι μὲ τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ἐνταῦθα ψηφίζομεν!
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται ν’ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 καὶ 30′ μ. μ.