1889.11.20
2.033 στίχοι · 15.707 λέξεις · 127 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 22
Τῆς 20 Νοεμβρίου 1889.
(Δευτέρα)
Ὥρα 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἀντὶ «ἐν ταῖς θαλάσσαις τῆς Κεφαλληνίας» νὰ γραφῇ «ἐν ταῖς θαλάσσαις τῆς Ἀκαρνανίας».
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διορθωθῇ. (Μετὰ τὴν διόρθωσιν ταύτην τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται).
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μίλησης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νομοσχεδίου περὶ οἰνοπνευματοποιείων αʹ καὶ βʹ κατηγορίας (ἀναγινώσκει): «Ἡ αὐτὴ ἐξακρίβωσις καὶ βεβαίωσις ἐνεργεῖται καὶ καθ’ ἣν περίπτωσίν τις τῶν ἄνευ ἀδείας δι’ ἁπλοῦ ἄμβυκος ἐργαζομένων ἐπὶ κατασκευῇ οἰνοπνευματούχου ὑγροῦ ἢ ποτοῦ ἐκ τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 ἀναφερομένων ζαχαρωδῶν ὑλῶν καταγγελθῇ, ὅτι ποιεῖται χρῆσιν ἄμβυκος, οὗ ἡ χωρητικότης ὑπερβαίνει τὰς 150 ὀκάδας». Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Τινὲς κληρωτοὶ τῆς ἀπογραφῆς τοῦ ἔτους 1881 ζητοῦσι νὰ χαρισθῇ ἡ ἐπιβληθεῖσα αὐτοῖς πρόσθετος ὑπηρεσία. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Διάφοροι οἰνοπνευματοποιοὶ τῆς τρίτης κατηγορίας ζητοῦσι τὴν τροποποίησιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, χορηγουμένης αὐτοῖς ἀποζημιώσεως διὰ τὰ ἐργοστάσια καὶ μηχανήματα αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἤδη καθίστανται ἄχρηστα.
§5ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη.
§6ΡΑΛΛΗΣ. Ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηλεγράφημα ἐκ Κυπαρισσίας διαφόρων κατοίκων, ἐκτιθέντων, ὅτι αἱ ὑπογραφαὶ αὐτῶν ἐν τῇ ἀναφορᾷ περὶ τῆς μεταφορᾶς τῶν δημοσίων γραφείων εἰς τὴν πόλιν Κυπαρισσίας ἐλήφθησαν κατὰ πλάνην, διότι αὐτοὶ δὲν συμμερίζονται τὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ. Τηλεγράφημα κατοίκων Λαμίας, παρακαλούντων ὅπως ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοτικῶν προσόδων, δανείων καὶ βαρῶν. Ὁ κ. Κόρπας ἔχει τὸν λόγον.
§8ΚΟΡΠΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ, τοῦ ἐνεργήσαντος τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν Δημοτικῶν Σχολείων Κύθνου, ἰδίως δὲ τοῦ Σχολείου τῶν θηλέων. Τὴν ἔκθεσιν ταύτην ἐπανειλημμένως ἐζήτησα καὶ ἀπὸ τὸν προκάτοχον αὐτοῦ κ. Ὑπουργόν, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἠθέλησεν οὗτος νὰ τὴν ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ ὁ Ἐπιθεωρητὴς τῶν Δημοτικῶν Σχολείων γνωματεύει, ὅτι ἡ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διευθύνουσα τὸ Δημοτικὸν Σχολεῖον τῶν θηλέων εἶναι πάντῃ ἀκατάλληλος καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ μετατεθῇ. Τῷ ὄντι δὲ μετετέθη καὶ ἀντ’ αὐτῆς διωρίσθη ἑτέρα, ἥτις πρὸ μικροῦ ἀπελύθη. Δὲν ἐνδιαφέρομαι διατὶ ἐκείνη ἀπελύθη· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει καὶ ἐμὲ, ὡς ἀντιπρόσωπον, καὶ τὸν τόπον, εἶναι, ὅτι ἡ τότε συνεπείᾳ γνωμοδοτήσεως τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ ἀπολυθεῖσα διωρίσθη ἐκ νέου εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, ἑπομένως οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου ἐκείνου μοὶ ἀπηύθυναν παράπονα, ὅτι, ἀπολέσαντες τὴν πρὸς αὐτὴν ἐμπιστοσύνην ἕνεκα τῶν ἐκτιθεμένων ἐν τῇ ἐκθέσει, γνωστῇ οὔσῃ αὐτοῖς, λόγων, δὲν δύνανται ν’ ἀποστείλωσι τὰ τέκνα των εἰς τὸ Σχολεῖον. Δὲν ἔχω ἀφορμὰς κατὰ τῆς εἰρημένης διδασκάλου, διότι καὶ ἠθικὴ εἶναι καὶ καλὴν ἔχει συμπεριφορὰν, ἀλλὰ δυστυχῶς ἐθεωρήθη ὅλως ἀκατάλληλος διὰ τὸ Σχολεῖον τοῦτο, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ ἀντικαταστάσεώς της. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ μεριμνήσῃ περὶ ἀποστολῆς διδασκάλων εἰς τὸν δῆμον Σερίφου, διότι οὔτε τὰ Ἑλληνικὰ οὔτε τὰ Δημοτικὰ Σχολεῖα ἐκεῖ ἔχουν διδασκάλους.
§9Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἐπερώτησίν μου, δι’ ἧς πρὸ ἑβδομάδος εἶχον παρακαλέσει αὐτὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀπὸ 10 Ἰουλίου γνωμοδότησιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Λαρίσσῃ Ἐφετῶν. Ἐπίσης ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν ἐπερώτησίν μου, τὴν ὁποίαν τότε εἶχον προβάλει, ζητήσας νὰ δώσῃ πληροφορίας περὶ τῆς ὑποθέσεως τῶν κ. κ. Πασχίδου καὶ Φιλιππίδου.
§10ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶχον ἐξηγήσει ἄλλοτε, ὅτι ἐνίοτε συμπίπτει αἱ ζητούμεναι ἐκθέσεις γνωμοδοτήσεων περὶ δικαστικῶν λειτουργῶν, λόγῳ τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτῶν καὶ τοῦ συμφέροντος τῆς Πολιτείας, νὰ μὴ ἦναι πρέπον νὰ κατατίθηνται. Εἰς τοιαύτην κατηγορίαν ἐκθέσεων ὑπάγεται καὶ ἡ ἔκθεσις περὶ μεταθέσεως τοῦ ἐν λόγῳ Ἐφέτου. Συμπίπτει δὲ καὶ νὰ ἐνεργῆται ἀκόμη διπλῆ κατὰ τοῦ Ἐφέτου τούτου ἀνάκρισις, ἐπί τε πράξει ποινικῶς τιμωρητέᾳ καὶ ἐπὶ ἄλλῃ πειθαρχικῶς τιμωρητέᾳ. Ἀμφότεραι αἱ ἀνακρίσεις αὗται εἶναι ἐκκρεμεῖς, τοῦτο δὲ εἶναι πρόσθετος λόγος νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν αἴτησίν του. Ὡς πρὸς τὴν δευτέραν μάλιστα τῶν ἀνακρίσεων μοὶ εἶναι καὶ ἀπηγορευμένον ἐκ τοῦ νόμου νὰ συζητήσω, διότι, ὡς γνωρίζετε, ἐπὶ τῶν πειθαρχικῶν καταδιώξεων ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δικάζει ὡς δευτέρου βαθμοῦ δικαστὴς, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι αὐτῷ ἐπιτετραμμένον νὰ συζητῇ ἢ νὰ ἐκφέρῃ γνώμας ἐπὶ τοιούτων θεμάτων, ἐφ’ ὅσον ταῦτα εἶναι ἐκκρεμῆ.
§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑποθέτω, ὅτι οὔτε λόγος εὐπρεπείας οὔτε τὸ ἀπόῤῥητον τῆς ἀνακρίσεως ἐμποδίζει νὰ μοὶ δώσητε τὴν ἁπλῆν πληροφορίαν, τίς ἦτο ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, ὅστις ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσιν ταύτην.
§12ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τὴν ἔκθεσιν ὑπέβαλεν ὁ ἀντεισαγγελεὺς κ. Σοφιανός.
§13ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ὑπενθυμίζω μίαν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν εἶχον ὑποβάλει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, περὶ προσαγωγῆς ἀποφάσεώς τινος ἐκδοθείσης.
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω ταύτην ἐνταῦθα.
§15ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπερωτῶ δὲ καὶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διατὶ δὲν ἐξεδόθησαν τὰ χρηματικὰ ἐντάλματα πρὸς ἀποζημίωσιν τριῶν κατοίκων τοῦ δήμου Μαντινείας διὰ γαίας, τὰς ὁποίας κατέλαβεν ὁ δημόσιος δρόμος, ὁ διερχόμενος ἐκεῖθεν.
§16ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὡς πρὸς τὴν ἔκθεσιν τοῦ Νομάρχου Πατρῶν περὶ τοῦ Γυμνασιάρχου Παπαλουκᾶ, τὴν ὁποίαν ἐζήτησα, τί λέγετε;
§17ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν ὑπέβαλον τὴν ἔκθεσιν ταύτην διότι δὲν ἀφορᾷ ἢ κυρίως εἰς προσωπικὸν ζήτημα, εἶναι δὲ ἐμπιστευτική, καὶ νομίζω ὅτι δὲν ἔχω καθῆκον νὰ ὑποβάλω ταύτην εἰς τὴν Βουλήν.
§18ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ ἔκθεσις δύναται νὰ κατατεθῇ, ἐναπόκειται δὲ εἰς τὸν ἐπερωτήσαντα, ἐὰν εὕρῃ τὸν χαρακτηρισμὸν αὐτὸν, νὰ μὴ κάμῃ λόγον περὶ αὐτῆς. Οὐχ ἧττον δὲν πρόκειται περὶ προσωπικῶν ζητημάτων, ὡς ἐπληροφορήθην, ἀλλὰ περὶ τῆς διευθύνσεως τοῦ Γυμνασίου ἐν γένει, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἐπιμένῃ.
§19ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ ἐπιμένω, διότι ἡ ἔκθεσις αὕτη κυρίως εἶναι ἐμπιστευτική.
§20ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Τότε λοιπὸν θὰ ἀναγκασθῶ, λαμβάνων τὸν λόγον εἴς τινα τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων καὶ φέρων αὐτὸν ἐπὶ τῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν Πάτραις, νὰ ποιήσωμαι χρῆσιν τῶν γνωσθεισῶν καταγγελιῶν τοῦ κ. Νομάρχου Πατρῶν καθὼς καὶ μομφῶν, τὰς ὁποίας ἀποδίδει τῷ Γυμνασιάρχῃ, καὶ ἐννοῶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ μὴ θεωρηθῇ ὅτι συκοφαντῶ.
§21ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θὰ θεωρήσω καθῆκόν μου νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς θ’ ἀναπτύξῃ ἀπὸ τοῦ βήματος.
§22ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἡ δευτέρα περίπτωσις, καθ’ ἣν νομίζω, ὅτι ἀνακινεῖται μία ἀρχὴ, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ μείνῃ ἄνευ τινὸς παρατηρήσεως. Ἀνεξαρτήτως τῆς οὐσίας των, δύο ὑποβάλλω παρατηρήσεις· ὅτι, ἐὰν τοιαύτη ἀρχὴ ἤθελε καθιερωθῆ ἢ σοβαρῶς ἤθελεν ὑποστηριχθῆ, ἠθέλομεν φθάσει εἰς τὴν κατάργησιν τὴν οὐσιαστικὴν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Τὸ κυριώτερον στοιχεῖον τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος εἶναι ὁ ἔλεγχος τῶν Κυβερνήσεων ὑπὸ τῶν Βουλῶν. Ἐὰν ἤθελε καθιερωθῇ τοιαύτη ἀρχὴ, νὰ μὴ κατατίθηνται εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ποῦ ὑπάρχει τότε ὁ ἔλεγχος; Μίαν μόνην ἐξαίρεσιν καθιεροῖ ἡ κοινοβουλευτικὴ πρακτική, τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν πρόκειται περὶ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, περὶ ἐκκρεμῶν διπλωματικῶν διαπραγματεύσεων. Μόνον τότε ὑποχωρεῖ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἰς τὸν μοναρχικὸν τύπον. Πέραν τούτου δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ μυστήριον ὑπηρεσίας ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐὰν πρόκηται περὶ εὐπρεπείας καὶ εὐσχημοσύνης, δύναται νὰ περιορισθῇ ἡ πλήρης δημοσίευσις, ἀλλ’ οὐδέποτε δύναται ἡ Βουλὴ νὰ μὴ λαμβάνῃ γνῶσιν τῶν τοιούτων πράξεων. Ἀλλοίμονον τότε! εἶναι κατάργησις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος!
§23ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ, κύριοι Βουλευταί, ἔλειπε, διὰ νὰ παύσῃ πλέον λειτουργοῦν τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, ἔστω καὶ εἰκονικῶς. Ὅταν ὁ Ὑπουργὸς, προκαλούμενος ὑπὸ Βουλευτοῦ νὰ προσαγάγῃ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς δημόσιον ὑπάλληλον καὶ ὑποβάλλεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὑπὸ δημοσίου ὑπαλλήλου, ἀπαντᾷ ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος εἰς τοῦτο, οὐδὲν ἄλλο λέγει, παρὰ ὅτι δὲν ἀναγνωρίζει, ὅτι ὑπάρχει Κοινοβούλιον. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις φθάνῃ μέχρις αὐτῆς τῆς ἀνευλαβείας πρὸς τὴν Βουλὴν, τότε λέγει, ὅτι δὲν ἔχει κἀμμίαν ὑποχρέωσιν, οὔτε καθῆκον, νὰ σεβασθῇ τίποτε ἐν τῷ τόπῳ. Καὶ τότε ἔχομεν πλήρη ἄρνησιν τῶν ἐκ τοῦ πολιτεύματος ἀποῤῥεόντων δημοσίων δικαίων ἐκ μέρους τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Τὸ ἔγγραφον, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, προέρχεται ἐκ τοῦ Νομάρχου Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ἀφορᾷ τὸν Γυμνασιάρχην τοῦ Αʹ Γυμνασίου Παπαλουκᾶν, καὶ ἐκθέτει, ὅτι ὁ Γυμνασιάρχης ἐκεῖνος διὰ πᾶν ἄλλο εἶναι ἐπιτήδειος ἢ διὰ νὰ διευθύνῃ Γυμνάσιον. Ἐκθέτει ὅτι τὸ Γυμνάσιον αὐτὸ καὶ ἐν γένει ἡ παιδεία ἐν Πάτραις, ἕνεκα τῆς κακῆς ἠθικῆς ποιότητος τοῦ Γυμνασιάρχου αὐτοῦ, περιῆλθον εἰς ἀξιοθρήνητον σημεῖον. Καὶ ὅμως αὐτὸ τὸ ἔγγραφον, λέγει ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι εἶναι τοιοῦτον, ὥστε δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ προσαγάγῃ. Εἴπετε σεῖς, ἐὰν ἔχητε πλέον λόγον ὑπάρξεως, μετὰ τὴν τοιαύτην ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας! Ὑπεβλήθη, λέγει, ἐμπιστευτικῶς! Ἔγγραφον Νομάρχου ἐπίσημον, ὑπὸ τοιαύτας ὑποβληθὲν συνθήκας, δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἐμπιστευτικόν. Ὁ ἀληθὴς λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν θέλετε νὰ ὑποβάλητε τὸ ἔγγραφον, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Παιδείας, εἶναι, ὅτι σᾶς ἀπηγορεύθη ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργόν· διότι ἐκ τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἕνεκα τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ εἰς αὐτὰ ἀκόμη τὰ μὴ ἔχοντα σχέσιν ἄμεσον πρὸς τὴν ἐν γένει ὑπηρεσίαν, τὰ πάντα παρέλυσαν. Ὁ Γυμνασιάρχης Παπαλουκᾶς ἐν Πάτραις δὲν εἶναι πλέον Διευθυντὴς Γυμνασίου, ἀλλ’ εἶναι ἀρχηγὸς κόμματος, εἶναι ὑποστηρικτὴς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ Γυμνασιάρχης Παπαλουκᾶς εἰσπράττει ἐράνους δι’ ἐκλογὰς, ἐκτραχηλίζεται δὲ εἰς παντοίας ἄλλας ῥυπαρὰς ἢ φατριαστικὰς ἐνεργείας, ἐπὶ βλάβῃ τῆς παιδείας. Ὁ Νομάρχης Τσαγκαράκης, συμπολίτης καὶ αὐτὸς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν ἠξεύρω πόθεν ὁρμηθεὶς, ἔκαμε ταῦτα γνωστὰ εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς ἐκθέσεως, τῆς ὁποίας τὴν προσαγωγὴν ζητεῖ ὁ κ. Κοντογούρης. Πῶς λοιπὸν, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Παιδείας, τολμᾶτε καὶ λέγετε, ὅτι δὲν ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβάλητε αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν; Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ζήτημα λίαν σοβαρὸν, καὶ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ παρουσιάσῃ τὴν ἔκθεσιν. Ὅταν πρόκηται περὶ ἐξωτερικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα τόσον ἐπιτηδείως διεξάγουσι, σᾶς λέγουν ὅτι κινδυνεύουν τὰ δημόσια συμφέροντα, ἡ τιμὴ τοῦ Ἔθνους. Καὶ δὲν ἔχετε νὰ εἴπητε τίποτε. Ἀλλὰ περὶ τοιούτων ἐκθέσεων νὰ λέγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι εἶναι ἀπόῤῥητοι, τοῦτο ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τῆς τόλμης!
§24ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν ἠξεύρω τί εἶναι τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Νομάρχης ἔχει, περὶ τοῦ Γυμνασιάρχου Πατρῶν κ. Παπαλουκᾶ. Παρετήρησα ὅμως, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου γνωρίζει τὸ περιεχόμενον τοῦ ἐγγράφου.
§25ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, τὸ γνωρίζω.
§26ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἀφοῦ τὸ γνωρίζετε, νομίζω, ἀνεξαρτήτως τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Βουλή, νὰ ζητήσῃ τὴν προσαγωγὴν τοῦ ἐγγράφου, ὅτι δύνασθε ὑμεῖς καὶ ὁ ζητήσας τὸ ἔγγραφον κ. Βουλευτὴς νὰ εἴπητε τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ. Καὶ ἀπορῶ πῶς γνωρίζετε τὸ περιεχόμενον. Ἐγὼ δὲν τὸ γνωρίζω, ἀλλὰ γνωρίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε μετὰ τοσούτου θάῤῥους νὰ ἐξυβρίσητε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἀνευθύνως ἕνα Γυμνασιάρχην... (γέλωτες ἐν τῇ ἀριστερᾷ). Δύνασθε νὰ γελᾶτε ὅσον θέλετε. Ἐγὼ ἔχω ἓν καθῆκον, διότι ἐσπούδασα παρ’ αὐτῷ, αὐτὸς ὑπέγραψε τὸ ἀπολυτήριόν μου καὶ ἴσως πολλῶν ἄλλων ἐνταῦθα.
§27ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸς κατηγορεῖται, ὅτι ἐκδίδει πλαστὰ ἀπολυτήρια· ὑπάρχει βούλευμα.
§28ΦΩΤΗΛΑΣ. Δέκα χιλιάδες νέοι ἐξεπαιδεύθησαν ἐν Πάτραις παρὰ τῷ κ. Παπαλουκᾷ, ὁ ὁποῖος ἔχει 25 ἔτη ἐκεῖ, ἀλλ’ ἐπειδὴ νομίζεται φίλος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διὰ τοῦτο εἶναι αὐτὴ ἡ μῆνις καὶ αἱ διακοπαὶ, χωρὶς νὰ γνωρίζητε αὐτόν.
§29ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Νομάρχης δὲν εἶναι φίλος τοῦ Πρωθυπουργοῦ;
§30ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν ἠξεύρω. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι, ὅτι πλέον τῶν 10,000 νέων ἐξεπαιδεύθησαν παρ’ αὐτῷ καὶ εἶναι 25 ἔτη Γυμνασιάρχης, πρωθυπουργοῦντος μάλιστα ἐν τῷ μεταξὺ καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κ. Δηλιγιάννη.
§31Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν μὲ ἀναγκάζει νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως καὶ περὶ τοῦ προσώπου, ἂν καὶ ἐσκόπουν νὰ μετάσχω αὐτῆς μόνον διὰ νὰ ὑποστηρίξω δικαίωμα συνταγματικὸν τῆς Βουλῆς κατὰ τῶν ἀντιῤῥήσεων, τὰς ὁποίας προέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας. Τὸν Γυμνασιάρχην Πατρῶν δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι διετήρησε τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὑπὸ τὴν προεδρείαν μου. Σεβόμενοι τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ἀφήκαμεν τότε τὸν Γυμνασιάρχην κ. Παπαλουκᾶν μέχρι τῶν διακοπῶν τῶν μαθημάτων, ὅτε δὲ ἦλθεν ὁ καιρὸς τῶν διακοπῶν, μετεθέσαμεν αὐτὸν εἰς Βόλον. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἔστερξε νὰ μεταβῇ ἐκεῖσε ὁ μετατεθεὶς, ἔμεινεν ἐκτὸς ὑπηρεσίας. Ὑπέθετον, ὅτι ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ἐπικαλεσθῶσιν ἄλλην πρᾶξίν μου ἐπὶ τοῦ Γυμνασιάρχου τούτου, πρᾶξίν μου ἀπονομῆς εἰς αὐτὸν τοῦ παρασήμου. Κατὰ τὸ 1877 ἢ 1878 προεκάλεσα ἀληθῶς τὴν ἀπονομὴν τοῦ παρασήμου τοῦ Σωτῆρος εἰς τὸν κ. Παπαλουκᾶν. Τυγχάνων τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἠρεύνησα καὶ ἐπληροφορήθην, ὅτι οἱ ὑπηρετοῦντες ἐν τῷ κλάδῳ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως σπανιώτατα καὶ ἐνίοτε αὐθαιρέτως εἶχον ληφθῆ ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν ἀπονομὴν παρασήμων. Ὑπέβαλον διὰ τοῦτο προτάσεις εἰς τὸν Βασιλέα περὶ ἀπονομῆς τοῦ σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος εἰς Σχολάρχας, εἰς Καθηγητὰς Γυμνασίων καὶ εἰς Γυμνασιάρχας· ἀπενεμήθη δὲ τότε τὸ παράσημον εἰς πάντας τοὺς Γυμνασιάρχας, οἵτινες εἶχον ὑπηρετήσει ἐπὶ ὡρισμένην χρονικὴν διάρκειαν. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὸ ὁρισθὲν τότε χρονικὸν διάστημα εἶχεν ὑπηρετήσει καὶ ὁ Γυμνασιάρχης Παπαλουκᾶς, περιελήφθη καὶ αὐτὸς ἐν τῷ Διατάγματι. Κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον δὲν ἀπενέμοντο τὰ παράσημα ἐξαιρετικῶς καὶ ἰδίᾳ εἰς εὐνοουμένους, ἀλλ’ ἀπενέμοντο κατὰ γενικοὺς κανόνας, καὶ ἐλάμβανον αὐτὸ πάντες, ὅσοι ὑπήγοντο εἰς τὴν κατηγορίαν. Ἀλλ’ ὅτε ἐδημοσιεύθη τὸ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπενεμήθη τὸ παράσημον τοῦ Σωτῆρος εἰς τὸν Γυμνασιάρχην Παπαλουκᾶν, ἀνέγνων εἰς τὰς ἐφημερίδας πικρὰς μομφὰς κατ’ ἐμοῦ, καὶ ἐκατηγορήθην διότι ἐτόλμησα νὰ προτείνω τὴν ἀπονομὴν παρασήμου πρὸς τὸν κ. Παπαλουκᾶν, ἀφοῦ οὗτος εἶχε κατηγορηθῆ ἐνώπιον τῶν ποινικῶν δικαστηρίων καὶ εἶχεν ἐκδοθῆ κατ’ αὐτοῦ βούλευμα, παῦον πρὸς καιρὸν τὴν καταδίωξιν. Ἀφοῦ μάλιστα ὁ κ. Παπαλουκᾶς εἶχε παυθῆ διὰ τοῦτο καὶ ὑπό τινος Ὑπουργοῦ, ὅστις δὲν ὑπάρχει πλέον ἐν τῇ ζωῇ, ἀπετέλει ὅμως μέλος τοῦ ἐνεστῶτος Ὑπουργείου κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Δὲν ἀμφισβητῶ παντάπασι τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν, ὅτι δεκακισχίλιοι Ἑλληνόπαιδες ἔλαβον τὸ ἀπολυτήριον τοῦ Γυμνασίου ἀπὸ τὸ Γυμνάσιον, τοῦ ὁποίου προΐσταται ὁ κ. Παπαλουκᾶς. Τοῦτο εἶναι φυσικώτατον, ἀφοῦ ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη διατηρεῖται διευθύνων τὸ Γυμνάσιον Πατρῶν, ἔπρεπε δὲ πάντα τὰ ἐν τῷ διαστήματι τούτῳ ἀπολυτήρια νὰ φέρωσι τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ. Ὑποθέτω μάλιστα, ὅτι ἴσως δὲν εἶναι μόνον δεκακισχίλιοι, ἀλλὰ καὶ περισσότεροι. Αὐτὸ ὅμως δὲν ἀποδεικνύει, εἰμὴ μόνον, ὅτι κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἐξεπαιδεύθησαν οἱ λαβόντες τὰ ἀπολυτήρια ταῦτα, Γυμνασιάρχην εἶχον τὸν κ. Παπαλουκᾶν. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ Γυμνασιάρχης ἀναμιγνύηται εἰς πράγματα ἀλλότρια, ἐὰν ἦναι πράκτωρ πολιτικοῦ κόμματος ἢ φατρίας ἐν Πάτραις, οὐδεμίαν περὶ τούτου ἀπόδειξιν παρέχουσι τὰ ἀπολυτήρια τῶν δέκα χιλιάδων μαθητῶν, τὰ ὁποῖα ἀπενεμήθησαν κατὰ τὸ διάστημα τῶν 20 ἐτῶν. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τοῦ ζητήματος τοῦ κ. Παπαλουκᾶ, τὸν ὁποῖον προσωπικῶς δὲν γνωρίζω, προκύπτει καὶ ἄλλο ζήτημα ἐκ τῆς ἀρνήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἠρνήθη νὰ καταθέσῃ ἔκθεσιν, ὑπάρχουσαν ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἔλαβεν, ὡς Ὑπουργὸς, παρὰ ὀργάνου τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας, ἐπιτετραμμένου τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ Γυμνασίου. Ἀλλ’ εἶναι ἡ ἄρνησις τοῦ Ὑπουργοῦ νόμιμος; Ὁ Ὑπουργὸς ὀλίγον μεριμνᾷ περὶ τούτου, ἀρνεῖται ὅμως, διότι γνωρίζει, ὅτι οὐδὲν ἄλλο δυνάμεθα νὰ κατορθώσωμεν ἢ νὰ προκαλέσωμεν ψηφοφορίαν. Ἀγνοεῖ φαίνεται ὁ Ὑπουργὸς, ὅτι τὰ ζητήματα ὅλα δὲν λύονται διὰ τῆς ἀριθμήσεως τῶν ψήφων, διότι ὑπάρχουσι ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι συνταγματικὰ, τὰ ὁποῖα πηγάζουσιν ἐκ τοῦ εἰς τοὺς Βουλευτὰς κεχορηγημένου δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου. Καὶ δύνασθε μὲν ὑμεῖς νὰ ἀρνῆσθε, ἀλλὰ παρέχετε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν μειονοψηφίαν νὰ ἀρνηθῇ καὶ αὕτη νὰ συμπράττῃ εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν συνταγματικῶν ἔργων τοῦ Κοινοβουλίου, οὕτω δὲ ὑμεῖς προκαλεῖτε τὴν διατάραξιν εἰς τὰς ἐργασίας αὐτοῦ. Ἡ ἄρνησις τῶν Ὑπουργῶν νὰ καταθέτωσι τὰ ζητούμενα ἔγγραφα δὲν δύναται νὰ δικαιολογῆται ἢ μόνον ἐὰν ὑπάρχῃ κίνδυνος νὰ ζημιωθῇ τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μυστήριον τοῦ Κράτους ἡ ἐπιτήρησις τῆς διαγωγῆς ἑνὸς Γυμνασιάρχου. Ἐὰν ὁ Γυμνασιάρχης δὲν ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του, δὲν προσάπτεται εἰς τὸ Κράτος ὄνειδος, τὸ γεγονὸς ὀφείλει ὁ προϊστάμενος αὐτοῦ νὰ ἀναφέρῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὑμεῖς δὲ δὲν δύνασθε νὰ ἀποκρύψητε τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἀπὸ τὴν Βουλήν. Καὶ βεβαίως τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχετε, τῆς ἐπιτηρήσεως τῶν ὑπαλλήλων, τῶν τεταγμένων ὑπὸ τὴν ἁρμοδιότητα ὑμῶν, εἶναι δικαίωμα ὑποκῦπτον εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ὁ ὑπάλληλος δὲν ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του, ἡμεῖς πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων μ’ ὅλα ταῦτα διατηρεῖται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Τὰ δημόσια ἀρχεῖα δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὰ πρόσωπα τῶν Ὑπουργῶν, ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος, καὶ οἱ Ὑπουργοὶ ὑποχρεοῦνται νὰ κάμνωσι κοινωνοὺς τῶν ἐν αὐτοῖς τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, ἐφ’ ὅσον τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους δὲν προσβάλλονται. Πρό τινων ἡμερῶν συνάδελφος τοῦ Ὑπουργοῦ ἠρνήθη νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς Κρήτης, καὶ ἐπέμεινεν, ὅτι τὰ δημόσια συμφέροντα προσβάλλονται ἐκ τῆς καταθέσεως αὐτῶν. Καὶ ἐσιωπήσαμεν μὲν ἡμεῖς, ἀλλ’ ἡ ἄρνησις κατεστάθη γελοία, ἐὰν προετάθη ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἡ δημοσιότης αὐτῶν βλάπτει τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, διότι μετὰ 2 ἡμέρας τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἐδημοσιεύοντο ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἀγγλίας. Ἀλλ’ ὅταν οἱ Ὑπουργοὶ ἀρνῶνται ἀλληλοδιαδόχως νὰ ὑποταχθῶσιν εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Κοινοβουλίου, ποῖον πολίτευμα λειτουργεῖ ἐν τῷ Κράτει; Καὶ δὲν ἀναλογίζονται ποῖον παράδειγμα δίδουσιν εἰς τὴν μειονοψηφίαν; Ἀληθῶς φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀδικαιολόγητος ἡ ἄρνησις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, καὶ ὅτι ὀφείλει νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας, παραβαίνει δὲ τὸ καθῆκόν του ἀρνούμενος.
§32ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἀνεξαρτήτως τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Βουλή, νὰ ζητήσῃ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, μόνον δύο λέξεις θὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας καὶ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δικαίως ἀπένειμε παράσημον εἰς τὸν Γυμνασιάρχην κ. Παπαλουκᾶν «διὰ τὴν μακρὰν καὶ εὐδόκιμον αὐτοῦ ὑπηρεσίαν»—αὗται εἶναι αἱ λέξεις τοῦ Διατάγματος. — Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι μετὰ τὴν ἀπονομὴν τοῦ παρασήμου διεδόθη ἢ ἐγράφη ὅτι ὑπῆρχεν ἐκκρεμὴς κατηγορία, δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι ὑπάρχει βούλευμα, τὸ ὁποῖον ἀποφαίνεται, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν καὶ ὅτι οἱ καταγγείλαντες τὸν κ. Παπαλουκᾶν εἶναι συκοφάνται.
§33ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐκεῖνοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν, οἵτινες ἐπέκριναν τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὡς ἀρνηθέντα τὴν ὑποβολὴν τῆς ζητηθείσης ἐκθέσεως, παρέστησαν, ὅτι διὰ τῆς ἀρνήσεώς του ταύτης ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐδείχθη ἀνευλαβὴς πρὸς τὰς συνταγματικὰς διατάξεις καὶ ὅτι ἔθεσε τὴν Βουλὴν εἰς τὴν ἀδυνατότητα νὰ ἐξασκήσῃ τὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξασκῇ ἐπὶ τῶν διοικητικῶν πράξεων. Νομίζω ὅτι ἡ ἐπίκρισίς των δὲν εἶναι ὀρθή, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, διὰ τί διατηρεῖ τὸν κ. Παπαλουκᾶν Γυμνασιάρχην ἐν Πάτραις, νομίζω, ὅτι οἷος δήποτε Βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποδείξῃ, ἐὰν τυχὸν νομίζῃ πλημμελῆ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Γυμνασίου Πατρῶν, νὰ ὑποδείξῃ τὰς πλημμελείας ταύτας καὶ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν, διὰ ποίους λόγους ἀπέναντι τῶν κατηγοριῶν, αἱ ὁποῖαι γίνονται κατὰ τοῦ Γυμνασιάρχου, διατηρεῖ αὐτόν. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἵνα προσαγάγῃ πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐν τοῖς γραφείοις. Κατ’ ἐμὲ, πρέπει νὰ γίνῃ διάκρισις θεμελιώδης· ἐὰν μὲν τὰ ἔγγραφα ἀφορῶσιν εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ Γυμνασίου, τότε βεβαίως τὸ Ὑπουργεῖον ὑποχρεοῦται νὰ φέρῃ αὐτὰ, ἐὰν ὅμως ἦναι προσωπικὰ, τότε οὐδεμίαν ἔχει ὑποχρέωσιν ὁ Ὑπουργὸς πρὸς τοῦτο. Ἐὰν τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην τὴν παραδεχθῆτε ἀπολύτως, βεβαίως ἴσως ἐξασκεῖται ἔλεγχος ἀπεριόριστος παρὰ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ βεβαίως καταστρέφεται ἡ διοίκησις. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, ποῖος εἶναι ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θ’ ἀποστείλῃ ἔγγραφον πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀφορῶν εἰς ζητήματα προσωπικὰ, ὅταν δὲν ἦναι ἐκ τῶν προτέρων ἐξησφαλισμένος, ὅτι τὸ ἔγγραφον θὰ μείνῃ ἐμπιστευτικὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον; ἄλλως τε ἔχομεν παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ θεωρία ὑμῶν δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ. Τίς, Κύριοι, ἐφαντάσθη νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἢ τῶν Ναυτικῶν νὰ προσαχθῶσι τὰ φύλλα ποιότητος ἀξιωματικῶν; Καὶ ὑπάρχει Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἢ τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος νὰ δεχθῇ νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν φύλλα τοιαῦτα; Καὶ ἐνῷ ταῦτα γίνονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, διατὶ δὲν διατείνεσθε, ὅτι ὁ ἔλεγχος τῆς Βουλῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὰ Ὑπουργεῖα ταῦτα, εἶναι ἀδύνατος; Εἶμαι ἕτοιμος νὰ δώσω λόγον ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς διατηρήσεως ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Γυμνασιάρχου Παπαλουκᾶ, εἶμαι ἕτοιμος, ὅταν ἔλθωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ Πατρῶν νὰ παραστήσωσι πλημμελείας εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Γυμνασίου Πατρῶν, ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰς αἰτιάσεις αὐτῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου περὶ τοῦ κ. Γυμνασιάρχου, νομίζω πρόωρον τὴν συζήτησιν· ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις θ’ ἀπαντήσω. Τοῦτο δὲ μόνον σήμερον παρατηρῶ, ὅτι ἐφέρθη ἴσως παρὰ πολὺ αὐστηρῶς πρὸς ἄνδρα, ὁ ὁποῖος ἐπὶ εἴκοσι πέντε ἔτη εἶναι Γυμνασιάρχης καὶ ὁ ὁποῖος ἔμεινε Γυμνασιάρχης, ἐνῷ πλεῖσται Κυβερνήσεις μετήλλαξαν, καὶ ὑποθέτω, ὅτι ἅπασαι αὗται αἱ Κυβερνήσεις διετήρησαν τὸν κ. Παπαλουκᾶν εἰς τὴν θέσιν του, διότι δὲν εὗρον ὅτι ἔχει τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ τῷ προσάψῃ.
§34ΤΖΑΝΕΣ. Εἶπον προχθὲς ἀγορεύσας, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον....
§35ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Περὶ ἄλλου ζητήματος ὁμιλεῖτε;
§36ΤΖΑΝΕΣ. Μάλιστα, θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις.
§37ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος.
§38ΤΖΑΝΕΣ. Μετὰ ταῦτα ὁμιλεῖτε.
§39ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καταβῆτε, κύριε Τζάνε (θόρυβος).
§40ΤΖΑΝΕΣ. Ὁ κ. Χατζόπουλος ἄλλοτε διέκοψε τὴν συζήτησιν καὶ ἔλαβε τὸν λόγον.
§41ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καταβῆτε, κύριε Τζάνε.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Τζάνε, δὲν δύνασθε νὰ ἐξακολουθήσητε· πρέπει νὰ τελειώσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Ὁ κ. Χατζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§43ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἂν δὲν ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἠδύνατο νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία μᾶς ἀπασχολεῖ, διότι ἐν πάσῃ περιπτώσει πρὸ παντὸς ἔπρεπε νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἤμεθα ἀληθῶς Κοινοβούλιον καὶ ἂν τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα λειτουργῇ πλέον ἢ κατέστη μία παρῳδία. Καὶ ἐνδιαφέρει τὰ μέγιστα τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος νὰ μάθῃ, ἐὰν φορολογῆται καὶ ταλαιπωρῆται διὰ νὰ ἔχῃ μόνον τὰ δεινὰ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, οὐδεμίαν δὲ ὠφέλειαν ἐξ αὐτοῦ. Διότι ἠδυνάμην νὰ πᾶς εἴπω ἀμέσως, ὅτι βεβαίως τὰ ἐλεύθερα πολιτεύματα πολλὰς βλάβας δύνανται πολλάκις νὰ προξενήσωσιν εἰς τὰ συμφέροντα τῶν λαῶν· δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἐν Ἑλλάδι γίνεται πρόξενον πλείστων ὅσων κακῶν, καὶ ὄχι κακῶν, τὰ ὁποῖα ἐπιβαρύνουσι τὸν εὐνοούμενον τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ κακῶν, τὰ ὁποῖα ἐπιβαρύνουσι τὴν ῥάχιν αὐτοῦ τοῦ ἀτυχοῦς λαοῦ, ὁ ὁποῖος ὑφίσταται τὰ δεινὰ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, καὶ ὑφίσταται αὐτὰ χάριν βεβαίως τοῦ μέλλοντος καὶ οὐχὶ χάριν αὐτοῦ τοῦ ἀθλίου ἐνεστῶτος. Ἀλλ’ ὅμως, ὅταν πρόκηται νὰ ἐπιβαρύνωσι τὴν ῥάχιν τῶν φορολογουμένων, τότε λέγομεν πρὸς αὐτὸν, ὅτι πρέπει νὰ ὑφίσταται τὰς ἐπιβαρύνσεις ταύτας, διότι ἔχει πολιτικὰς ἐλευθερίας, καὶ ὅτι αἱ σημεριναὶ πολιτικαὶ ἐλευθερίαι του ἐπιβάλλουσι τὸν περιορισμὸν τοῦ ἐλέγχου, πότε ὅμως; ὅταν πρόκηται περὶ τῶν εὐνοουμένων. Τοῦτο λοιπὸν πρὸ πάντων πρέπει νὰ μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, πρέπει νὰ μάθῃ ὁ κόσμος, πότε ὑπάρχουσιν αὐτοὶ οἱ περιορισμοὶ τοῦ ἐλέγχου, καὶ ποῖα ἄρα γε εἶναι αὐτὰ τὰ κινδυνεύοντα συμφέροντα τῆς πατρίδος, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουσι σιγὴν εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ Βουλευτοῦ, εἰς τὸ ἱερώτερον τῶν δικαιωμάτων τοῦ Βουλευτοῦ, εἰς τὰ δικαίωμα τοῦ ἐπερωτᾷν καὶ ἐλέγχειν. Εἴμεθα λοιπὸν ὑποχρεωμένοι περὶ τοιούτου ζητήματος νὰ σκεφθῶμεν, νὰ μὴ ἀποσυρθῶμεν δ’ ἐντεῦθεν πρὶν ἢ μία τις λύσις σπουδαία δοθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Προσβάλλονται δημόσια συμφέροντα ἐκ τῆς προσαγωγῆς ἐγγράφων σχετικῶν πρὸς τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, λέγετε· καὶ νομίζει ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν ὀφείλει ἄλλην ἐξήγησιν, ὅτι δὲν ὀφείλει νὰ προσαγάγῃ οὔτε τὸ ἔγγραφον, ὅπερ σχετίζεται μὲ τὴν διαγωγὴν ἑνὸς διοικητικοῦ ὑπαλλήλου. «Προσβάλλονται τὰ δημόσια συμφέροντα». Καὶ νομίζετε, ὅτι διὰ τούτου δίδετε ἀποχρῶσαν ἀπάντησιν! Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ἠθέλατε παραδεχθῆ, τὴν στιγμὴν ἐκείνην κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δὲν ὑπάρχει, καὶ δὲν ἐννοῶ διατὶ νὰ διατηρῶμεν αὐτὴν τὴν κωμῳδίαν, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἰς πλείστας ὅσας περιστάσεις ἠδυνάμην νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι δημόσια συμφέροντα ἐξ ἐνασκήσεως συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν δύνανται νὰ πάθωσιν, ἀλλὰ δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν αἱ τοιαῦται βλάβαι, διότι θεωρεῖται πολὺ ὑπερτέρα ὠφέλεια ἡ ὕπαρξις τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν. Ποία ἡ περίστασις, καθ’ ἣν ὁ ἔλεγχος σταματᾷ καὶ ἡ συνταγματικὴ ἐλευθερία δεσμεύεται; Ὅταν πρόκηται περὶ συμφερόντων μόνον τοῦ Κράτους ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, τότε μόνον τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καθυστερεῖ, χάριν ὑψίστων συμφερόντων τοῦ Κράτους· ὅταν πρόκηται περὶ ἐκκρεμοῦς ζητήματος, τότε μόνον δύναται μία Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ: «δὲν προσάγω τὰ ἔγγραφα, διότι δύνανται νὰ βλάψουν συμφέροντα τοῦ Κράτους», διότι ὑπάρχει ἐκεῖ ἀναγκαία μυστικότης. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, ποῦ εὕρετε γεγραμμένον, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρχῃ μυστικότης; Τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ὑπάρξῃ μυστικότης εἰς τὰ δημόσια ἔγγραφα, τὴν στιγμὴν ἐκείνην δὲν ἔχετε κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἀλλ’ ἔχετε πολίτευμα μοναρχικόν. Ἡ ἐμπιστοσύνη, ἥτις ὑπάρχει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐν συνταγματικῷ πολιτεύματι, εἶναι ἐμπιστοσύνη πραγματική, ἐὰν δὲ ταύτην καταστήσητε προσωπικὴν, ἔχετε μοναρχίαν· καθιερώσατε τὴν μοναρχίαν, ἵνα λείψουν τὰ δεινὰ καὶ αἱ ταλαιπωρίαι τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν εἴπητε, ὅτι δὲν ζητοῦμεν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ἔγγραφα, διότι ἔχομεν ἐμπιστοσύνην πρὸς αὐτὸν, τὴν στιγμὴν ἐκείνην καταργεῖτε τὸ Σύνταγμα, ἔχετε ἐμπιστοσύνην προσωπικὴν, ἐμπιστοσύνην μοναρχικήν. Τί εἶναι ἡ πλειοψηφία κατ’ οὐσίαν; εἶναι νομικὸν πλάσμα· δὲν ὑπάρχει ἐν αὐτῇ τι τὸ πραγματικὸν καὶ ἔχει ἀξίαν τὸ νομικὸν πλάσμα, διότι προηγεῖται ἡ συζήτησις, καὶ ἵνα ὑπάρξῃ συζήτησις, προηγεῖται ἡ παροχὴ τῶν μέσων τοῦ φωτισμοῦ· ἡ πλειοψηφία ἔχει ἀξίαν, διότι ὑποτίθεται, ὅτι σχηματίζεται ἐκ τῆς συζητήσεως καὶ ἐκ τῆς παροχῆς τῶν φώτων, ἅτινα ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ προσαγάγῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἡ πλειοψηφία λειτουργεῖ ἐν τῷ σταδίῳ τῆς ἀποφάσεως καὶ ὄχι ἐν τῷ σταδίῳ τῆς διασκέψεως καὶ τῆς αἰτήσεως τῶν μέσων· εἰς τοῦτο μάλιστα ἔχει ὑπεροχήν τινα ἡ πλειοψηφία. Βεβαίως ἡ μειοψηφία δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὑλικὰ μέσα, ὅπως ἐξαναγκάσῃ τὴν πλειοψηφίαν νὰ παράσχῃ τὰ ζητούμενα· ἀλλὰ, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ πλειοψηφία ἀρνεῖται εἰς τὴν μειοψηφίαν τὰ μέσα, δὲν ἔχει λόγον ὑπάρξεως ἡ πλειοψηφία, οὔτε τὸ Κοινοβούλιον, οὔτε τὸ Σύνταγμα. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνόησεν ἐξ ἀρχῆς, ὅτι δὲν δύναται νὰ καθιερώσῃ ἄρνησιν ἀπόλυτον, ἔκαμεν ὅμως διάκρισιν ἀκατανόητον· «κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, εἶπε, τῷ ὄντι δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ προσαγάγω τὰ ἔγγραφα, ἐκτὸς ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Γυμνασίου καὶ οὐχὶ περὶ τοῦ προσώπου τοῦ Γυμνασιάρχου». Δὲν ἐπεμβαίνω εἰς συζήτησιν οὐσιαστικὴν, διότι ἀρνεῖσθε τὴν παροχὴν τῶν μέσων τοῦ φωτισμοῦ· ἀλλὰ ποῦ εὕρετε αὐτὴν τὴν διάκρισιν γεγραμμένην, ὅτι, ὅταν πρόκηται περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Γυμνασίου, εἶσθε ὑπόχρεοι νὰ προσαγάγητε τὰ ἔγγραφα, καὶ ὅταν πρόκηται περὶ τῆς πορείας ἑκάστου τῶν μελῶν τοῦ συλλόγου τῶν καθηγητῶν, δὲν εἶσθε ὑπόχρεοι; ὡσὰν νὰ λέγητε, ὅτι αὐτὸς ὁ φορολογούμενος ὀφείλει νὰ πληρόνῃ, ἀδιάφορον ποῖοι εἶναι οἱ καθηγηταί του, διότι δὲν ἐπιτρέπεται ἔλεγχος, εἰμὴ μόνον ὅταν πρόκηται περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Γυμνασίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀκριβῶς δι’ αὐτῆς τῆς διακρίσεως κατέστρεψε πᾶσαν δικαιολόγησιν, καὶ φρονῶ, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἄξιον τῆς ἰδιαζούσης μερίμνης τῆς Βουλῆς· διότι, ἂν λυθῇ ἐπιπολαίως, ἂν καθιερωθῇ αὐτὴ ἡ ἀρχὴ, εἶναι ματαιοπονία νὰ καθήμεθα ἐνταῦθα καὶ νὰ νομίζωμεν, ὅτι ἔχομεν Σύνταγμα, ἐνῷ δὲν ἔχομεν παρὰ διακωμώδησιν Συντάγματος.
§44ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Δὲν ἐπίστευον, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ἁπλῆ, ἁπλουστάτη ἐνάσκησις τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου, ἁπλῆ ἐπερώτησις ἢ μᾶλλον παράκλησις πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅπως καταθέσῃ ἓν ἔγγραφον ἀνωτέρου διοικητικοῦ λειτουργοῦ, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐχρησίμευε καὶ τοῦ ὁποίου ἐσκόπουν νὰ κάμω χρῆσιν κατὰ τὴν ἐπικειμένην συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καθ’ ἣν, ἐλέγχοντες καὶ ἐρευνῶντες τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἠθέλομεν ἐπισκοπήσει ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως, ἵνα ἴδωμεν κατὰ πόσον τὰ περὶ ἀναμορφώσεως τῆς χώρας ἐπηγγελμένα ἀνταπεκρίθησαν πρὸς τὰ πράγματα, τοιαύτην ἤθελε λάβει τύχην. Ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν ἑνὸς ἐγγράφου γνωστοτάτου ἐν Πάτραις, διότι περιεφέρετο τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ ἀνὰ τὰ στόματα ὅλων τῶν πολιτῶν καὶ διότι ἐδημοσιεύθη ἐν μιᾷ τῶν σπουδαιοτέρων ἐφημερίδων τῶν Πατρῶν, τῷ «Φορολογουμένῳ», καὶ γνωρίζετε ὅτι ἡ ἐφημερὶς αὕτη οὐ μόνον εἶναι ἀνεξάρτητος, ἀλλὰ καὶ συμπαθεῖ μᾶλλον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ «Φορολογούμενος» λοιπὸν, ἀπευθυνόμενος πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ νομοῦ καὶ ἰδίᾳ τῆς πόλεως Πατρῶν, τοὺς ἐπιτιμᾷ καὶ ὡς ἀντιπροσώπους καὶ ὡς πολίτας καὶ ὡς πατέρας τέκνων, κατηγορῶν αὐτοὺς, ὅτι δὲν φροντίζουσι διὰ τὴν παιδείαν τοῦ τόπου καὶ δὲν ὑψοῦσι φωνὴν πρὸς σωφρονισμὸν τῆς ἐκτροχιασθείσης καταστάσεως τῆς διευθύνσεως τῆς παιδείας ἐν Πάτραις. Ἐνόμιζον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἤθελεν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως καταθέσει τὸ ἔγγραφον, ὅπως καὶ οὗτος καὶ οἱ λοιποὶ κύριοι Ὑπουργοὶ καὶ πάντες οἱ Ὑπουργοὶ οἱ μέχρι τοῦδε κατέθεσαν ἔγγραφα φύσεως ὁμοίας. Ἀλλ’ ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως καὶ ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπείσθην περὶ πράγματος, ὅπερ δὲν ἠδυνάμην νὰ φαντασθῶ, τουτέστι περὶ τῆς παντοδυναμίας τοῦ κ. Παπαλουκᾶ· βεβαίως θὰ ἦναι παντοδύναμος, διὰ νὰ μὴ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ γνῶσιν τοῦ ἐγγράφου, ἐξ οὗ θέλει ἀποδειχθῇ,—καὶ τοῦτο διαβεβαιῶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς—ὅτι ἐν Πάτραις δὲν δύνανται νὰ συνυπάρξωσιν οἱ δύο ἐκεῖνοι ἀνώτεροι ὑπάλληλοι, διότι ἄλλως καὶ ἡ Κυβέρνησις ζημιοῦται καὶ ὁ τόπος καὶ ἡμεῖς οἱ γονεῖς. Τὸ περιεχόμενον τῆς ἀναφορᾶς κατ’ ἔννοιαν ἀνέγνων καὶ ἐγὼ ἐν ἐφημερίδι· πόθεν ὁ δημοσιογράφος ἐκεῖνος ἠρύσθη τὰς πληροφορίας του, ἀγνοῶ. Γνωρίζω μόνον τοῦτο, ὅτι τὸ ἔγγραφον ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι τὰ γεγονότα, ἅπερ κατέθεσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Παπαγιαννακόπουλος, εἰσὶν ἀληθῆ, ὅτι ἐπῆλθε πλήρης διάστασις μεταξὺ Νομάρχου καὶ Γυμνασιάρχου ἐν Πάτραις, καὶ ὅτι πρὸς συμβιβασμὸν τῶν διεστώτων ἐδέησε νὰ κατέλθῃ καὶ ὁ κ. ὑπασπιστὴς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Αὐτὰ εἶναι γνωστὰ ἐν Πάτραις, καὶ ἀπορεῖ ὁ κόσμος, ἀποροῦσιν οἱ φίλοι τοῦ κ. Τρικούπη,—διότι ἔχει τοιούτους φίλους, ἀξιοτίμους ἐμπόρους καὶ κτηματίας,—πῶς ἀνέχεται τὴν κατάστασιν ταύτην. Δὲν εἶναι προσωπικὸν τὸ ζήτημα, δὲν ἔχει προσωπικὰς ἀφορμὰς, ὡς ὑποθέτω, ὁ Νομάρχης Τσαγκαράκης πρὸς τὸν κ. Παπαλουκᾶν· ἀπευθύνεται ἐπισήμως ὁ Νομάρχης τὸ δὲ ἔγγραφόν του διὰ τῆς ὑπηρεσίας περιῆλθεν εἰς τὸ γραφεῖόν σας. Βεβαίως, ἐὰν ἀνώτερος διοικητικὸς ὑπάλληλος ἐμπιστευτικῶς ἀποταθῇ πρὸς ὑμᾶς δι’ ἐπιστολῆς, εἶσθε κύριοι νὰ μὴ καταθέσητε ταύτην. Ἀλλ’ ἐδῶ πρόκειται περὶ ἐπισήμου ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε νὰ καταθέσητε, ἐνόσῳ λέγεσθε συνταγματικοὶ Ὑπουργοί· εἶναι καὶ περιφρόνησις, τὴν ὁποίαν κάμνετε καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸν αἰτοῦντα, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ κάμητε, οὔτε εἴχετε ἀφορμὴν νὰ πιστεύητε, λόγῳ τῶν προσωπικῶν αἰσθημάτων μου, ὅτι ἐγὼ ἤθελον κάμει δημοσία χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου, καὶ ὅτι ἤθελον ἀποκαλύψει οἰκογενειακὰ μυστήρια. Ἐγὼ ἤθελον νὰ ἴδω τὸ ἔγγραφον, διὰ νὰ πεισθῶ, ἐὰν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσα καὶ ἤκουσα, ἦσαν ἀληθῆ. Τέλος πάντων ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἂς μὴ ἐπιμένῃ ἀρνούμενος, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἂν τὸ ἔγγραφον κατατεθῇ καὶ ἀναγνωσθῇ, βεβαίως θὰ πεισθῆτε, ὅτι ἐκ τῶν δύο φίλων τοῦ κ. Τρικούπη, ὁ Νομάρχης ἢ ὁ Γυμνασιάρχης δὲν δύνανται νὰ μένουν ἐν τῇ θέσει των. Σεῖς, κύριε Ὑπουργὲ, πρό τινος ἀπελύσατε Γυμνασιάρχην ἐπὶ ἁπλῇ ὑπονοίᾳ, ὅτι συνεπάθει πρὸς ἀντιπολιτευόμενον ὑποψήφιον ἐν τῷ νομῷ Κυκλάδων, τὸν δὲ Παπαλουκᾶν διατηρεῖτε ἐν ὑπηρεσίᾳ, ἀφοῦ περὶ αὐτοῦ ἀποφαίνεται ὁ Νομάρχης ῥητῶς, ὅτι παραβλάπτει τὴν ἐκπαίδευσιν. Ὁ κύριος Παπαλουκᾶς ὡς διδάσκαλος ἦτο πολὺ καλὸς, ἀλλ’ ἀπό τινων ἐτῶν ὁ κύριος οὗτος πολιτεύεται· εἶναι φοβερὸν, οἱ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ πολιτευόμενοι νὰ τὸν εὑρίσκωμεν ἀντιμέτωπον εἰς πᾶσαν ἐνέργειάν μας! Οὐδὲν ἔχω ἀπολύτως προσωπικὸν κατὰ τοῦ κ. Παπαλουκᾶ· ἀλλ’ αἰσθανόμενος τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκπληρώσω ὡς ἀντιπρόσωπος εὐσυνείδητος τοῦ τόπου τὸ καθῆκόν μου, εἶχον ἀνάγκην νὰ ἐφοδιασθῶ μὲ ὅλα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι καὶ τὸ Σύνταγμα μοὶ ἐπιτρέπουν, ὅπως ἀποδείξω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον κατὰ τὴν ὁμιλίαν μου ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, ὅτι ἡ μὲν Κυβέρνησις δὲν ἀντεπεκρίθη εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ τόπου, ἡ δὲ πλειονοψηφία τοῦ Κοινοβουλίου δὲν ἀντιπροσωπεύει ἀρκούντως αὐτόν. Ἀλλ’ ἐπιμένει ὁ κύριος Ὑπουργὸς καὶ θέλει πάλιν νὰ καταστήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο ζήτημα ἀριθμῶν· βεβαίως ἐν τῷ ἀγῶνι τούτῳ θὰ ὑπερισχύσῃ ὁ κύριος Ὑπουργός, διὰ τοῦτο παρακαλῶ αὐτὸν,—αὐτὸς σήμερον διευθύνει τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, ἀλλ’ ἴσως αὔριον δὲν θὰ διευθύνῃ πλέον αὐτὸ,—νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι ἄνωθεν τῶν κομματικῶν συμφερόντων ὑπάρχει τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι προστατεύουν τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν. Τὸν παρακαλῶ λοιπὸν νὰ σκεφθῇ ὡριμώτερον καὶ καταθέσῃ αὐτὸ τὸ εὐλογημένον ἔγγραφον, διότι σκοπὸν ἔχω νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ προσεχῶς ἐν σχέσει πρὸς τὴν παιδείαν, καὶ τότε θὰ πεισθῇ ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι κακῶς πράττει, ἀρνούμενος τὴν κατάθεσιν αὐτοῦ, ὡς ἐπίσης κακῶς πράττει, μὴ προβαίνων εἰς τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οὐ μόνον οἱ νόμοι τοῦ ἐπιβάλλουν, ἀλλὰ καὶ ἡ ἠθικὴ πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν ὑποχρέωσις.
§45ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν, κύριοι Βουλευταὶ, ἀπέδιδον ἰδιότητάς τινας ἀσχέτους πρὸς τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθην διὰ τὸν Γυμνασιάρχην Παπαλουκᾶν, θὰ εἶχε δίκαιον ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι ἐδείχθην αὐστηρὸς πρὸς αὐτόν. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐπεκαλέσθην αὐτὰ ἐκεῖνα, ἅτινα περιέχει τὸ ἔγγραφον, ὅπερ συνέταξεν ὁ Νομάρχης. Βεβαίως πλεῖστα ὅσα ἠδυνάμην νὰ εἴπω περὶ τοῦ ἀνδρὸς αὐτοῦ, πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ὅτι φαγέδαινα ἠθικὴ λυμαίνεται τὸν τόπον αὐτὸν, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν δύναμαι νὰ τὰ ἀποδείξω ἀμέσως, δι’ αὐτὸ δὲν εἶπον τίποτε, περιορισθεὶς μόνον εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχω πεποίθησιν, ὅτι περιέχει τὸ ἔγγραφον τοῦ Νομάρχου, συμπολίτου τοῦ κ. Παπαλουκᾶ καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Σήμερον, ὅτε ἔχομεν ἔγγραφον τοῦ Νομάρχου, ὁ ὁποῖος σᾶς δίδει τὴν εἰκόνα τῆς ἐν Πάτραις ἐκπαιδεύσεως ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Παπαλουκᾶ, μᾶς λέγετε, ὅτι τὸ ἔγγραφον εἶναι προσωπικόν. Ἀλλὰ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ προσωπικὸν ἔγγραφον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον περιέχει μομφὰς ἀναγομένας εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Ὁ Νομάρχης δὲν θίγει οὔτε τὸν οἰκογενειακὸν οὔτε τὸν ἀτομικὸν βίον τοῦ ἐν Πάτραις Γυμνασιάρχου, οὔτε ἐξετάζει τὰ ἀτομικὰ αὐτοῦ ἐλαττώματα, ἀλλὰ περιορίζεται ἐντὸς τοῦ στενωτάτου κύκλου τῆς διευθύνσεως τῆς παιδείας. Ἰδοὺ δὲ τί περίπου λέγει. Ἔτυχε νὰ διέλθῃ ἀπὸ τὸ Γυμνάσιον, τὸ ὁποῖον διευθύνει ὁ Παπαλουκᾶς, καὶ εἶδε μαθητάς τινας συνηγμένους. Ἐρωτᾷ τί συμβαίνει, καὶ μανθάνει, ὅτι ἐγίνοντο ἐξετάσεις. Τοῦτο τὸν ἐξέπληξε, διότι δὲν εἶχεν εἰδοποιηθῆ, ὡς Πρόεδρος τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀναγκάζεται νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὰς αἰθούσας τοῦ Γυμνασίου καὶ ἔμεινεν ἐμβρόντητος, ἰδὼν ἐν αἰθούσῃ τράπεζάν τινα, ἥτις περιεῖχεν ὀλίγα βιβλία, πέριξ τῆς ὁποίας ἐκάθητο ὁ Γυμνασιάρχης καὶ ἄλλος τις Καθηγητής: Ἐρωτᾷ, τί γίνεται ἐδῶ; Ὁ Γυμνασιάρχης ἀπαντᾷ, ὅτι γίνονται ἐξετάσεις. Ὁ Νομάρχης ἐκφράζει τὴν ἀπορίαν του, διότι δὲν εἰδοποιήθη, ὁ δὲ Παπαλουκᾶς ἐπικαλεῖται παλαιὰν περὶ τούτου συνήθειαν (ἱλαρότης). Ἐν τούτοις ζητεῖ ὁ Νομάρχης νὰ ἐξακολουθήσουν αἱ ἐξετάσεις, καὶ δίδει ὁ Γυμνασιάρχης κλήρους εἴς τινας τῶν μαθητῶν, εἰς τοὺς ὁποίους εἶχον ὁρισθῆ οἱ κλῆροι καὶ τ’ ἀντιστοιχοῦντα χωρία ἐκ τῶν προτέρων, ἀπήντησαν, δὲ ὡς ἦν ἑπόμενον, καλῶς. Τότε ὁ Νομάρχης ἐθεώρησε καλὸν νὰ ἐρωτήσῃ καὶ ἐπὶ ἄλλων χωρίων, καὶ ὢ τοῦ θαύματος! οἱ μαθηταὶ δὲν ἤξευραν τίποτε! Τί ἀποδεικνύεται ἐκ τούτου; ἐρωτᾷ διὰ τῆς ἐκθέσεώς του ὁ Νομάρχης. Ὅτι εἰς τοὺς μαθητὰς, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε κατ’ αὐτὸν νὰ προβιβασθῶσιν, εἶχε κάμει γνωστὰ τὰ χωρία, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ τοὺς ἐξήταζεν. Ἐκ τούτου λαβὼν ἀφορμὴν, προέβη κατόπιν εἰς ἐρεύνας γενικωτέρας ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, καὶ ἔμαθεν, ὅτι ὁ Γυμνασιάρχης φέρει ἐπὶ τῆς ῥάχεώς του ἀπειρίαν ἄλλων ἠθικῶν ῥύπων, οὓς ἐκθέτει. Ἰδίως ἀναμιγνύεται σκανδαλωδῶς πρὸς κερδοσκοπίαν εἰς ὅλα τὰ ἰδιωτικὰ λύκεια ἀῤῥένων τε καὶ θηλέων, τὰ ὁποῖα εἶναι φόρου ὑποτελῆ πρὸς αὐτόν. Ἀλλοίμονον εἰς τὸ ἰδιωτικὸν ἐκεῖνο ἐκπαιδευτήριον, τὸ ὁποῖον δὲν τυγχάνει τῆς εὐνοίας τοῦ Παπαλουκᾶ! Εἶναι προγεγραμμένον. Δὲν δύναται νὰ σταθῇ. Τοιαῦτα περίπου λέγει ἡ ἔκθεσις, ὡς ἔμαθον, διότι, ὡς κάλλιστα ἐννοεῖτε, δὲν τὴν ἀνέγνωσα. Μετὰ ταῦτα, κύριε Ὑπουργὲ, δὲν θὰ ἐπιμείνητε, νομίζω, εἰς τὴν ἄρνησίν σας, καὶ τὴν γνώμην ταύτην ἐκφράζω, διότι ἔχω πεποίθησιν εἰς τὸν χαρακτῆρά σας. Βλέπετε, ὅτι ἐγὼ μὲν δὲν ἐδείχθην αὐστηρὸς, σεῖς ὅμως ἐδείχθητε πλέον ἢ ἐπιεικὴς, καὶ ὅταν τοιοῦτον τηρῆτε Γυμνασιάρχην ἐν Πάτραις, θὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἀποδίδετε τὴν προσήκουσαν ἀξίαν εἰς τὸ ἀξίωμα, μὲ τὸ ὁποῖον σᾶς περιέβαλεν ἡ Πολιτεία. Ὡς δὲ παρετήρησεν ὁ προαγορεύσας, τὸ ἀξίωμα δὲν θὰ ἔχητε πάντοτε. Διατελεῖτε εἰς εἶδός τι μέθης, ὅταν δὲ αὕτη παρέλθῃ, θὰ εὑρεθῆτε ἴσως εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην νὰ ἀναμιμνήσκησθε τῆς στάσεώς σας αὐτῆς μετά τινος συστολῆς. Ἐπιμένετε νὰ δεικνύητε ἄμετρον ἐπιείκειαν ἢ μᾶλλον στοργὴν ὑπὲρ δημοσίου ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος ἔπρεπεν ἴσως νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην. Εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι δὲν ἐδίστασε νὰ συλλέγῃ πανηγυρικῶς ἐράνους πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ ὑπουργικοῦ ὑποψηφίου κατὰ τὴν ἐσχάτως ἐν τῷ νομῷ Ἀχαΐας ἐνεργηθεῖσαν ἐπαναληπτικὴν ἐκλογήν....
§46Θ. ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§47ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀληθέστατον. Ἐζήτησε καὶ ἔλαβε χρήματα ἀπὸ τὸν Λάπαν, Πράτσικαν καὶ ἄλλους.
§48ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Τὸ διαψεύδω ἐπισήμως (ἱλαρότης).
§49ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τί εἶσθε σεῖς, διὰ νὰ διαψεύδητε ἐπισήμως;...Εἶναι πλέον ἢ βέβαιον μάλιστα, ὅτι ὁ κύριος Κανακάρης ἦλθε καὶ εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὸν Παπαλουκᾶν, διότι ἠρνήθη οὗτος νὰ διαθέσῃ τὰ χρήματα ὡς ἤθελεν ὁ κύριος Κανακάρης.
§50ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Εἶναι ψευδέστατον.
§51ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Εἶναι γεγονός.
§52ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Εἴπετε, ὅτι δὲν θὰ ἀναφέρητε προσωπικὰ ζητήματα.
§53ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν τὴν ἔκθεσιν. Ὁπωσδήποτε, θὰ ἐπικαλεσθῶ τοὐλάχιστον τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Κανακάρη διὰ τὴν ἐν γένει διαγωγὴν τοῦ Παπαλουκᾶ ἐν Πάτραις, καὶ ἤθελον νὰ γνωρίζω τί φρονεῖ. Λέγετε, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι πρόκειται περὶ ζητήματος προσωπικοῦ· ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, πῶς ἐπιτρέπετε εἰς τοὺς Νομάρχας σας νὰ διαπληκτίζωνται τόσον χυδαίως μετὰ τῶν ὑπαλλήλων; Ἐγὼ ἐν τούτοις διατείνομαι, ὅτι ὁ Νομάρχης ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του καὶ δὶς ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν του ἕνεκα τῆς σκανδαλώδους πρὸς τὸν Παπαλουκᾶν κυβερνητικῆς εὐνοίας, μόλις δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸν ἔπεισε νὰ μείνῃ εἰς τὴν θέσιν του, καὶ τοῦτο τοῦ ἐζήτησε μάλιστα ὡς χάριν. Ἀληθῶς ὁ Νομάρχης, μεταξὺ ἄλλων, ἔκαμε καὶ ἐμπιστευτικὴν ἐπιστολὴν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἀλλὰ περὶ αὐτῶν δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος. Μὲ ἐρωτᾷ τις, τί ἐμπεριέχει. Μεταξὺ τῶν ἄλλων περιέχει καὶ τοῦτο, ὅτι τὸ τηλεγραφεῖον τῶν Πατρῶν ἦτο εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Παπαλουκᾶ, ὁ ὁποῖος, ὁσάκις ἐλάμβανεν ἀνάγκην, ἔκαμνε δωρεὰν κρυπτογραφικὰ τηλεγραφήματα περὶ τῶν κομματικῶν καὶ περὶ τῶν ὑποθέσεών του. Ἀλλὰ περὶ αὐτῶν, ὡς εἶπον, δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος, διότι ὑπεβλήθησαν ἐμπιστευτικῶς.
§54ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ συνάδελφος διετύπωσεν ὡρισμένην κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν μοὶ φαίνεται δύσκολον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ διαψεύσῃ, ὅτι δηλ. ὁ Νομάρχης κατήγγειλεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας τὸν Γυμνασιάρχην, ὡς προβάντα εἰς ὡρισμένας πράξεις. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐὰν ἐβεβαίωσεν ἡ ἔκθεσις τοῦ Νομάρχου, βεβαίως ἔσφαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, μὴ διατάξας τοὐλάχιστον ἀνάκρισιν καὶ μὴ ἀπολύσας τὸν Γυμνασιάρχην· ἐὰν ὅμως ἡ ἔκθεσις ἐκείνη τοῦ Νομάρχου δὲν βεβαιοῖ τοῦτο, ἔχει καθῆκον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ διαψεύσῃ αὐτὸ ἀπὸ τοῦ βήματος. Μὴ διαψεύδων αὐτὸ, ἀφίνει εἰς βάρος τοῦ ὑπαλλήλου του, τοῦ ὁποίου μόνιμος προστάτης εἶναι αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὴν κατηγορίαν, ἡ ὁποία βεβαίως καταστρέφει τὴν ὑπόληψιν τοῦ κ. Γυμνασιάρχου.
§55ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ὅτι ἐκ συμπαιγνίας μετὰ τῶν μαθητῶν ὁ Γυμνασιάρχης προέβη εἰς τὰς ἐξετάσεις, δὲν ἀναφέρεται ἐν τῇ ἐκθέσει.
§56ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ὁ Νομάρχης καταγγέλλῃ τὸν Γυμνασιάρχην, ὅτι ἐν ἀγνοίᾳ καὶ αὐτοῦ καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς προέβη εἰς τὴν ἔναρξιν τῶν ἐξετάσεων· ἐὰν ὁ Νομάρχης καταγγέλλῃ τὸν Γυμνασιάρχην, ὅτι, ἐνῷ οἱ μαθηταὶ ἐξεταζόμενοι πρὸ τοῦ Γυμνασιάρχου ἀπήντων κάλλιστα, ἐρωτηθέντες παρὰ τοῦ Νομάρχου, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἀπαντήσουν....
§57ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει.
§58ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σημειωθῇ παρακαλῶ, ὅτι ἐρωτηθεὶς ὁ κύριος Ὑπουργὸς ὡρισμένως ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει.
§59ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως, κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι σπουδαιότατον. Πρόκειται περὶ τῆς κυριωτέρας προνομίας τοῦ Κοινοβουλίου, τῆς προνομίας τῆς ἐπερωτήσεως καὶ τοῦ ἐλέγχου τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχομεν ἑπομένως ὅλοι συμφέρον, νὰ κανονίσωμεν τὸ ζήτημα εἰς τρόπον διασώζοντα ἀκέραια τὰ δικαιώματα τοῦ Κοινοβουλίου. Αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξῆρε τὴν σημασίαν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, τῆς ἐπερωτήσεως. Δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει, ἐὰν σήμερον τὴν ἐξουσίαν κατέχῃ μία μερὶς καὶ οὐχὶ ἡ ἑτέρα, διότι ἡ κατάστασις αὕτη δύναται νὰ μεταβληθῇ ἀντιθέτως. Εἶπον ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἑπομένως ἔχομεν αὐτὸ ὡς πρὸς πάσας ἐν γένει τὰς ἐνεργείας, ὅσαι ἔγκεινται ἐν τῇ δικαιοδοσίᾳ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἐπειδὴ δὲ αὕτη διορίζει, παύει καὶ ἀποβλέπει εἰς τὰ πρόσωπα, δι’ ὧν ἡ ὑπηρεσία ἐκτελεῖται, δικαιούμεθα νὰ ἐλέγξωμεν αὐτὴν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, δηλαδὴ ὡς πρὸς τὰς σχέσεις αὐτῆς πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους, διὰ τῶν ὁποίων διεξάγεται ἡ ὑπηρεσία τοῦ Κράτους. Οὐδεὶς ἑπομένως δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου ἐκτείνεται καὶ ἐπὶ τῶν πραγμάτων καὶ ἐπὶ τῶν προσώπων. Ὅταν λοιπὸν ἔρχηται ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας καὶ θέλῃ νὰ διακρίνῃ μεταξὺ ἐγγράφων πραγματικῶν καὶ ἐγγράφων προσωπικῶν, νομίζω, ὅτι εἰσάγει διάκρισιν ἐντελῶς ἄγνωστον μέχρι τοῦδε εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν νομολογίαν. Ὅταν ζητῆται ὁ λόγος τῆς παύσεως ὡρισμένου ὑπαλλήλου, καὶ ὁ λόγος ἀνάγηται εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον τοῦ ὑπαλλήλου, καὶ εἰσάγητε τὴν ἔκθεσιν, τὴν βεβαιοῦσαν, ὅτι ὁ ὑπάλληλος εἶναι ἀνίκανος, ὅτι εἶναι μέθυσος, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐνεργεῖτε ἀπρεπῶς, προσάγοντες ἔγγραφα προσωπικά; Τοιαύτη διάκρισις εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, ἀκατανόητος. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ καθῆκον τῆς ἐπιτηρήσεως τῶν ὑπαλλήλων, οὐχὶ μόνον καθόσον ἀφορᾷ τὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν ὅλην διαγωγήν, ἐξ ἧς ἐξήρτηται ἡ ἀξιοπρέπεια καὶ ἡ ὑπόληψις τῶν ὑπαλλήλων. Δὲν δύνασθε νὰ διατηρήσητε ὑπάλληλον καλῶς ὑπηρετοῦντα, ἐὰν ἡ ἄλλη διαγωγή του ᾖναι ἀπρεπὴς καὶ σκανδαλώδης, ἑπομένως καὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος τούτου, τῆς ἐν γένει ἐποπτείας τοῦ ὑπαλλήλου, δύναται νὰ παρακολουθήσῃ ὑμᾶς ὁ ἔλεγχος τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ διάκρισις μεταξὺ προσωπικῶν καὶ πραγματικῶν ἐγγράφων εἶναι διάκρισις ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος. Τί πρόκειται σήμερον; Νομάρχης διαβιβάζει εἰς τὴν Κυβέρνησιν πληροφορίας περὶ ὡρισμένου ὑπαλλήλου, οὐχὶ ὑπὸ τὸν τύπον τῆς ἰδιαιτέρας ἀλληλογραφίας, ὑπὸ τὸν τύπον τῆς ἐχεμυθείας, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν τύπον δημοσίου ἐγγράφου. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ σᾶς ἐρωτήσῃ τί πληροφορίας ἐλάβετε περὶ τοῦ ὑπαλλήλου τούτου.; Δύναται ν’ ἀπαιτήσῃ ἐχεμύθειαν ὁ ἐν δημοσίῳ ἐγγράφῳ διαβιβάζων αὐτὰς ἢ ὁ εἰς ὃν ἀφορῶσιν; Οὐχὶ βεβαίως, διότι τὰ δημόσια ἔγγραφα εἶναι κτῆμα τῆς ὑπηρεσίας, δικαιουμένης νὰ ποιῆται χρῆσιν αὐτῶν. Ἀλλὰ καὶ εὐθύνην ἔχει ὁ γράφων οὐ μόνον ἀπέναντι τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι ἐκείνου, περὶ οὗ γράφει. Πρὸ ὀλίγου κατηγγέλλετο ὁ Γυμνασιάρχης ὡς ἐξ συμπαιγνίας ἐνεργήσας ἐξετάσεις, καὶ ὅμως ὑμεῖς λέγετε, ὅτι τοῦτο εἶναι προσωπικὸν ζήτημα! Καὶ ἐρωτᾶτε, ἂν ἔχωμεν ἄλλην ῥητὴν κατ’ αὐτοῦ αἰτίασιν. Ἀλλ’ εἶναι ὀρθὸν νὰ ὑποβάλωμεν τὰς διαδιδομένας αἰτιάσεις, ἐνῷ ἐκ τῆς ἐκθέσεως ἠδυνάμεθα ἀμέσως νὰ μάθωμεν, ἂν ᾖναι βάσιμοι; Τὸ ζήτημα λοιπὸν εἶναι σπουδαῖον καὶ ἐνδιαφέρει οὐχὶ μίαν μερίδα, οὐδὲ ἓν ἄτομον, ἀλλ’ ὁλόκληρον τὸ Κοινοβούλιον, τοὺς θεσμοὺς ἡμῶν τοὺς κοινοβουλευτικούς· διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὀφείλει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἄρνησίν του, ἀλλὰ νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, νὰ ἔχῃ δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ ζητήσαντες αὐτὰ δὲν εἶναι πρόσωπα δυνάμενα νὰ προκαλέσωσι σκάνδαλον· θὰ περιορισθῶσιν εἰς τὸν ἔλεγχον, ὅν θ’ ἀντλήσουν ἐκ τῆς ἀναγνώσεως αὐτῶν. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον καὶ ὅτι πρέπει μετὰ περισκέψεως νὰ λύσωμεν αὐτὸ, εἰς τρόπον σύμφωνον πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, διότι ἄλλως καθιεροῦμεν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον καὶ πρὸς βλάβην τῶν θεσμῶν δύναται ν’ ἀποβῇ, ἀλλὰ καὶ πρὸς βλάβην ἀκόμη τῶν ἀτόμων.
§60ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅτι ἐπιμένω εἰς τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκα καὶ καθ’ ἣν ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Νομάρχου περιέχονται ὅλα τὰ ὑπ’ ἐμοῦ ῥηθέντα. Ἐπειδὴ δὲ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ τὸ ἀποδείξω, διότι τὸ ἔγγραφον εἶναι εἰς χεῖρας τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, δι’ αὐτὸ ἐζήτησα νὰ σημειωθῇ ἡ διάψευσίς του εἰς τὰ πρακτικὰ, ἵνα, ὅταν ἔλθῃ ἡ κατάλληλος στιγμὴ, ἀποδειχθῇ πόσον εἶχον ἄδικον, ὅτε εἶπον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι εἶχον πεποίθησιν εἰς τὸν χαρακτῆρά του.
§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας παρετήρησε πρὸ ὀλίγου, ὅτι δὲν ὑπεβλήθη ἔγγραφόν τι παρ’ αὐτοῦ ζητηθὲν, τουτέστιν ὁλόκληρον τὸ κείμενον τῆς ἀποφάσεως κατὰ τοῦ ἐνωμοτάρχου Παπαῤῥώδη. Τὸ κείμενον τοῦτο ἐλήφθη σήμερον καὶ τὸ καταθέτω. Μετὰ δὲ τοῦ κειμένου τούτου καταθέτω καὶ ἄλλα ἔγγραφα, ζητηθέντα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, περὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν θὰ τυπωθῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἐκτὸς ἐὰν οἱ κύριοι Βουλευταὶ, οἱ ζητήσαντες τὴν κατάθεσιν αὐτῶν, θεωρήσωσιν ἀναγκαίαν τὴν τύπωσιν.
§62ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διότι τὰ πλεῖστα τῶν ζητηθέντων παρὰ τῶν κ. Βουλευτῶν ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἐγγράφων ἐτυπώθησαν ἐν καιρῷ. Ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Παπαγιαννακόπουλος ἐζήτησε πληροφορίας περὶ γηπέδου ἢ οἰκοπέδου καταληφθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Ἰω. Θεοδοσάτου ἐν Κεφαλληνίᾳ. Καταθέτω ἔκθεσιν τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ συνημμένον εἰς αὐτὴν ἔγγραφον πρὸς τὸν Νομάρχην Κεφαλληνίας. Ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας κ. Σωτηρόπουλος εἶχε ζητήσει πληροφορίας περί τινος ὑποθέσεως μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν κληρονόμων Γ. Σκουζέ. Ἐνταῦθα παρουσιάζετο τὸ ζήτημα περὶ παραλείψεως ἐγγραφῆς καὶ χαρτοσημάνσεως. Ὑποβάλλω καὶ περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἔκθεσιν τοῦ νομικοῦ συμβούλου κ. Πετροπούλου.
§64ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν). Ὁ ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς καὶ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπηρώτησε πρὸ πολλῶν ἡμερῶν περὶ διαφόρων ὑποθέσεων. Καὶ πρῶτον ἐζήτησε νὰ τυπωθῇ ἡ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κατατεθεῖσα τὸν Μάρτιον τοῦ 1889 ἔκθεσις ἐπὶ ἐπερωτήσει γενομένῃ περὶ τῆς ἐμπροθέσμου ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων– Καλαμῶν. Παραπέμπω εἰς τὴν σελίδα 302 τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς ἐκτάκτου Συνόδου, ἐν ᾗ ὑπάρχει κατακεχωρισμένη ὁλόκληρος ἡ σημείωσις, ἣν εἶχον τότε καταθέσει. Ἐκεῖ δύναται νὰ εὕρῃ πᾶν τὸ ἀναγόμενον εἰς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην. Τὴν αὐτὴν παρατήρησιν φέρω εἰς τὴν ἑτέραν ἐπερώτησιν περὶ τῶν δαπανῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς ὁδοποιΐας. Τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον εἶχον φέρει, κατεχωρίσθη ὁλόκληρον εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά. Ἐὰν δ’ ὑπάρχῃ τι κενὸν, προθύμως θέλω συμπληρώσει αὐτό. Ἰδιαιτέρως ὅμως ὡς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν, περὶ ἧς ἡ πρώτη ἐπερώτησις, ὑπομιμνήσκω, ὅτι περὶ αὐτῆς ἐγένετο κατὰ ταύτην τὴν Σύνοδον λόγος, ὅσαι δὲ ἀνάγονται εἰς αὐτὴν πληροφορίαι προσήχθησαν καὶ ἐτυπώθησαν. Ὡσαύτως ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑπέμνησε τὴν ἐπερώτησιν, ἣν ἀπηύθυνεν εἰς ἐμὲ, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως Φιλιππίδου καὶ Πασχίδου. Ἐξ ὅσων γινώσκω καὶ ἐκ τῶν ἐγγράφων, ἅτινα ἔχω ἀνὰ χεῖρας, περὶ τῆς ὑποθέσεως, ἥτις βεβαίως δὲν ἔληξεν, ὀφείλω νὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην Σύνοδον τῆς Βουλῆς εἶπον, νὰ ἐπαναλάβω δ’ αὐτὸ σήμερον ἐντονώτερον, καθόσον σήμερον κρίνω ἔτι πλέον βλαβερὰν πᾶσαν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης συζήτησιν, καὶ τοῦτο ἐπαναλαμβάνων, παρακαλῶ τὸν κ. ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴν καὶ ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτῆς. Ὁ βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας κ. Γεώργιος Μαυρομιχάλης ἔν τινι τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων ἐπηρώτησε τὰ ἑπόμενα: «Παρακαλεῖται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὲ πληροφορήσῃ περὶ τοῦ ἂν ἐλήφθη πρόνοια περὶ ἀποζημιώσεως τῶν καταληφθεισῶν γαιῶν ὑπὸ τῆς ὁδοῦ τῆς ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Σπάρτην, διότι πολλοὶ τῶν κατοίκων τῶν δήμων Σελασίας καὶ Οἰνοῦντος τῆς Λακεδαίμονος ἐγείρουσιν ἔντονα παράπονα. «Ἐπίσης παρακαλεῖται νὰ μᾶς πληροφορήσῃ καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἰδιοκτημόνων, ὧν τὰς γαίας κατέλαβεν ἡ κατασκευαζομένη ὁδὸς ἀπὸ Μολάων μέχρι τῆς δημοσίας ὁδοῦ Γυθείου–Σπάρτης, ἂν δηλ. ἀπεζημιώθησαν.» Ἐπὶ τῆς πρώτης ἐρωτήσεως λέγω ὅτι, καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀποζημίωσιν τῶν καταληφθέντων κτημάτων ὑπὸ τῆς δημοσίας ὁδοῦ, παρηγγέλθη ἡ ἁρμοδία Ἐπιτροπή, ὅπως προβῇ τὸ ταχύτερον εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένην ἀποζημίωσιν. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν δευτέραν ἐρώτησιν, ἀπαντῶ ὅτι, πρὸς ἐπισκευὴν τῆς ὁδοῦ Σπάρτης–Γυθείου εἰργάζοντο ἡμερομίσθιοι ἐργάται 30, ἐπειδὴ δὲ εἶχεν ἐξαντληθῆ ἡ εἰς τὸν Νομομηχανικὸν χορηγηθεῖσα πίστωσις, ἔπαυσε πρὸς καιρὸν ἡ ἐργασία μέχρι τῆς ἐγκρίσεως νέας πιστώσεως, χορηγηθείσης δὲ νέας τοιαύτης, αἱ ἐργασίαι ἐπανελήφθησαν, πιθανὸν δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἐννοῇ, ὡς πληροφορεῖ ὁ Ἐπιθεωρητὴς κ. Βλάσης, τὸ χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃ δὲν ἐγένετο οὐδεμία ἐργασία καὶ ὅπερ παρῆλθε πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἀπαιτουμένων διατυπώσεων διὰ τὴν χορήγησιν τῆς ἄνω ῥηθείσης πιστώσεως. Ἐγένετο νομίζω ἐρώτησις ἐν τῇ Βουλῇ ἢ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ περὶ τῆς γραμμῆς Διακοπτοῦ– Καλαβρύτων.
§65ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἠρώτησα ἐδῶ.
§66ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς τῆς γραμμῆς ταύτης ἀναβαίνει εἰς ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν χρυσῶν· ἡ δὲ ἐργολαβία τῆς ὑποδομῆς κατεκυρώθη τῷ ξένῳ ἐργολάβῳ Haton ἀντὶ δραχμῶν 650 χιλιάδων μετ’ ἐκπτώσεως 10%. Ἐκ τούτων ἐδαπανήθησαν μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 60 χιλιάδες· ἡ περὶ τῶν μηνῶν Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου πρόνοια ἔσται 140 χιλιάδων· ὥστε μέχρι τέλους Δεκεμβρίου θέλομεν ἔχει δαπάνην 200 χιλιάδων. Αἱ ἐργασίαι ἔφθασαν εἰς τὸ 5ον χιλιόμετρον, τὰ δὲ ἐγκεκριμένα σχέδια μέχρι Ζαχλωροῦς, ἐπὶ τοῦ δυσχερεστέρου τμήματος, τοῦ ὀρεινοῦ. Κατ’ ἀναλογίαν τῆς τοπογραφικῆς δυσχερείας ἡ ἐργασία ὑπῆρξε δραστηρία, μὴ διακοπεῖσα παντάπασιν, ἐργάζονται δὲ 150 ἄνδρες, αὐξανόμενοι ἐφ’ ὅσον ἀναπτύσσεται ὁ χῶρος.
§67ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Συνάμα εἶχον παρακαλέσει νὰ καταθέσητε καὶ ἀντίγραφον τῆς συμβάσεως.
§68ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θέλω τὸ καταθέσει. Εἰς συμπλήρωσιν τῶν αἰτηθέντων ἐγγράφων πρὸς συζήτησιν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τῶν Γεωργικῶν Σχολῶν καταθέτω δύο πίνακας, ἀφορῶντας εἰς τὸ Γεωργικὸν Σχολεῖον Λιδινίου. Ὑπολείπεται καὶ ἕτερον ἔγγραφων τοῦ Σχολείου τούτου, ὅπερ θέλω καταθέσει πιθανῶς αὔριον, καὶ ὁ πίναξ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Ῥικάκης ἐπηρώτησε καὶ ὑπέμνησε τὴν ἐπερώτησιν αὑτοῦ κατόπιν περὶ τῆς διαθέσεως τῶν ὑπὲρ τῶν παθόντων ἐκ τοῦ σεισμοῦ βοηθημάτων. Προσάγω τὸν φάκελλον τῆς ὑποθέσεως, ἐκ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ πληροφορηθῇ περὶ τῆς στάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκονται τὰ πράγματα, ἐφιστῶ δὲ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς τοὺς δύο πίνακας τῶν λαβόντων ξυλείαν εὐπόρων καὶ ἀπόρων, τούτων μὲν δωρεὰν, ἐκείνων δὲ ἐπὶ ἀποζημιώσει, καὶ εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς ὑπὸ χρονολογίαν 16 Νοεμβρίου 1889, τὴν ὑπογεγραμμένην ὑπὸ τῶν πέντε ἐκ τῶν ἑπτὰ μελῶν αὐτῆς, καθόσον οἱ κύριοι Ἀν. Παναγιωτόπουλος καὶ Χρυσανθόπουλος δὲν μετέσχον τῶν ἐργασιῶν τούτων· κατὰ τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ὁμοφώνως πάντα τὰ μέλη, διὰ λόγους ἰδίους ἕκαστος, ἀποφαίνονται, ὅτι οὔτε συμφέρει οὔτε εἶναι πλέον χρήσιμος ἡ διανομὴ τῶν χρημάτων, καὶ προτείνουσι τὴν χρησιμοποίησιν αὐτῶν εἰς ἄλλους φιλανθρώπους ἢ ὠφελίμους εἰς τὸ Αἴγιον σκοπούς. Ὁ ἐξ Ἀχαΐας βουλευτὴς κ. Κοντογούρης ἐπηρώτησε προχθὲς περὶ τῆς ἀπολύσεως τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος Πατρῶν καὶ ἀναθέσεως τῶν καθηκόντων αὐτοῦ εἰς τὸν ὑποταμίαν, λόγῳ καταργήσεως τῆς θέσεως. Ἡ κατάργησις τῆς θέσεως ἐγένετο κατόπιν πληροφοριῶν τῆς ὑπηρεσίας περὶ τοῦ ὅτι ἐχώλαινον αἱ δημοτικαὶ εἰσπράξεις ὑπὸ τὴν διαχείρισιν τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος· τοῦτο ἔπεισε τὸν Ὑπουργὸν, ἐφαρμόζοντα τὸ σύστημα, ὅπερ, ὅπου δύναται, θέλει ἐξακολουθεῖ νὰ ἐφαρμόζῃ, νὰ καταργήσῃ τὴν θέσιν τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος, ὅπως ἀναθέσῃ τὰ καθήκοντα αὐτοῦ εἰς τὸν ὑποταμίαν, αὐτὸ τοῦτο, ὅπερ ἐπράχθη καὶ ἐν Ἀθήναις κατόπιν συνεννοήσεως τῆς Δημοτικῆς ἀρχῆς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐνεργείᾳ ταύτῃ παρελείφθη οὐσιῶδές τι, κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως, παρελείφθη ἡ προηγουμένη ἐρώτησις τῆς γνώμης τῆς Δημοτικῆς ἀρχῆς, διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν εἰς τοιαύτην ἐνέργειαν νὰ προβαίνῃ τὸ Ὑπουργεῖον μὴ ἀκοῦσαν πρῶτον τῆς γνώμης τῆς Δημοτικῆς ἀρχῆς, καὶ ἂν ἔστω δὲν ἦναι σύμφωνος πρὸς τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τέλους θέλει λάβει....
§69ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Αὐτὸ δὲν ἐφηρμόσθη ἄλλοτε.
§70ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐνόμιζον, ὅτι δὲν ἠθέλετε προσάψει τὴν μομφὴν ταύτην εἰς ἐμέ. Ἐγὼ ταύτην τὴν ἀρχὴν πρεσβεύω, ταύτην θέλω ἐφαρμόσει. Ἐπὶ τῇ βεβαιώσει, ὅτι ἐγένετο τοιαύτη παράλειψις, ἔσπευσα ν’ ἀνακαλέσω τὸ Διάταγμα, ὅπως προκαλέσω τὴν γνώμην τῆς Δημοτικῆς ἀρχῆς καὶ μετὰ τοῦτο προβῶ εἰς τὰ περαιτέρω. Ὁ κ. Βουλευτής, ὁ ἐπερωτήσας, παρετήρησεν, ὅτι ἡ πρᾶξις, ὡς ἐπράχθη, δὲν ἐπετρέπετο πλέον, διότι τὸ Διάταγμα, τὸ καταργοῦν τὴν θέσιν τοῦ εἰσπράκτορος καὶ ἑπομένως ἀπολύον τὸν εἰσπράκτορα, ἐδημοσιεύθη 20 ὅλας ἡμέρας πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Διατάγματος τοῦ ἀνακαλοῦντος αὐτό. Ἐκ τοῦ νόμου περὶ δημοσιεύσεως τῶν κυβερνητικῶν πράξεων οὐδόλως ἐξάγεται, ὅτι τὸ Διάταγμα καὶ αἱ ἄλλαι ὑπουργικαὶ πράξεις ἰσχύουσι πάντως μετὰ παρέλευσιν 20 ἡμερῶν ὑποχρεωτικῶς πρὸς πάντας. Βεβαίως κατὰ τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου ὁ ψόγος, τὸν ὁποῖον μοὶ ἀπηύθυνεν ὁ κ. Βουλευτής, δὲν εἶναι βάσιμος, ἀλλ’ ἀποκρούεται καὶ ὑπὸ τῆς ἱστορίας τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου περὶ δημοσιεύσεως τῶν κυβερνητικῶν πράξεων ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν καθίσταται ὑποχρεωτικὴ πᾶσα πρᾶξις πρὸς πάντας καὶ διὰ πάντας, ἀλλὰ μόνον εἰς τὸ πρόσωπον, ὅπερ δύναται νὰ παραγάγῃ δικαιώματα ἐκ τῆς μὴ δημοσιεύσεως, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δὲν ἐγένετο δημοσία ἡ πρᾶξις μετὰ παρέλευσιν τῶν 20 ἡμερῶν. Τὸ κείμενον εἶναι σαφὲς (ἀναγινώσκει): «Μετὰ παρέλευσιν 20 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καταχωρίσεως τοῦ περὶ ἀπολύσεως, προβιβασμοῦ ἢ μεταθέσεως δημοσίου ὑπαλλήλου ἢ ὑπηρέτου Β. Διατάγματος ἢ ὑπουργικῆς πράξεως δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὸν ἡ ἀμφισβήτησις, ὅτι δὲν τῷ ἐκοινοποιήθη ἡ τοιαύτη μεταβολή». Δὲν θέλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἐνταῦθα γίνεται λόγος περὶ δημοσίου ὑπαλλήλου καὶ μόνον δημοσίου ὑπαλλήλου, καὶ ὅτι ἑπομένως ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ ἄρθρον δὲν ἐφαρμόζεται προκειμένου περὶ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος, ἀλλὰ λέγω, ὅτι τὸ ἄρθρον ῥητῶς καὶ σαφῶς λέγει, ὅτι μόνος ὁ ὑπάλληλος, πρὸς ὃν ἔδει νὰ γίνῃ ἡ κοινοποίησις, δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν δημοσίευσιν, τοῦτο δ’ ἐγένετο διὰ τὸν γνωστὸν λόγον τῶν περιπλοκῶν, τῶν γεννωμένων ἑκάστοτε ἐκ τῶν τοιούτων ἀντιῤῥήσεων τῶν ὑπαλλήλων.
§71ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὅτε ἀπελύσατε τὸν δημοτικὸν εἰσπράκτορα, δὲν ἐγνωρίζετε τὴν διάταξιν, τῆς ὁποίας ἐμνημονεύσατε;
§72ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὴν ἐγνώριζον.
§73ΜΙΛΗΣΗΣ. Πῶς τὴν παρείδετε τότε αὐτὴν τὴν διάταξιν;
§74ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔκρινον ἐμαυτὸν ἠθικῶς ὑπόχρεων νὰ ἐρωτήσω τὴν Δημοτικὴν ἀρχήν· ἐγίνωσκον βεβαίως καὶ πρότερον, ὅτι εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, ἀλλὰ δυστυχῶς διέλαθε τὴν προσοχήν μου τὸ ζήτημα, ἂν προηγήθη ἐρώτησις.
§75Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸν νόμον περὶ δήμων, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἐνασκεῖ ἐπιτήρησιν ψιλὴν ἐπὶ τῆς διοικήσεως τῶν δήμων, δὲν ἔχει ἠθικὴν ὑποχρέωσιν μόνον ν’ ἀκούσῃ τὴν γνώμην τοῦ Δημάρχου πρὶν ἢ προβῇ εἰς τοιαύτην πρᾶξιν, ἀλλ’ εἶχε καὶ ὑποχρέωσιν πραγματικήν, διότι ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ εἶναι ὑπάλληλος τοῦ Δημάρχου, μόνος δ’ ὁ Δήμαρχος ἐνασκεῖ τὰ τῆς ἐποπτείας αὐτοῦ, καὶ αὐτὸς μόνος ἠδύνατο νὰ πληροφορήσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ζητήσῃ τὴν συνδρομήν του, ἐὰν ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ δὲν ἐξεπλήρου τὸ καθῆκόν του. Πόθεν λοιπὸν ἠρύσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὁ εἰσπράκτωρ δὲν εἰσέπραττε τὰ ἔσοδα τοῦ δήμου; Τὸ ἐμάθετε, κύριε Ὑπουργέ, ἀπὸ τὸν Τελώνην, τὸ ἐμάθετε ἀπὸ τὸν Ταμίαν, ἀπὸ τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον;
§76ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπὸ τὸν Γυμνασιάρχην.
§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπὸ τὸν Γυμνασιάρχην Παπαλουκᾶν; Οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἦτο ἁρμόδιος νὰ σᾶς πληροφορήσῃ, ὅτι ὁ εἰσπράκτωρ δὲν εἰσέπραττε τὰ ἔσοδα τοῦ δήμου.
§78ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἀσθενεστάτη ὑπῆρξεν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἡ ὑποστήριξις τοῦ θέματος αὐτοῦ· καὶ βεβαίως ἀπέναντι τοσοῦτον καταφανοῦς ὑπερβασίας τί ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργός; Τελικὸς σκοπὸς τῆς πράξεως αὐτοῦ εἶναι ἡ συγκράτησις τῆς πλειονοψηφίας, οὐχὶ δὲ ὁ λόγος, ὅτι δῆθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνεμνήσθη τοῦ δημοτικοῦ ἄρχοντος Πατρέων, καὶ ἀνεγνώρισεν, ὅτι κακῶς ἔπραξε, προβὰς εἰς τὴν πρᾶξιν ἐκείνην χωρὶς νὰ τὸν ἐρωτήσῃ, διὸ ἠναγκάσθη καὶ ἀνεκάλεσε τὸ Διάταγμα. Πολὺ καλὰ, τὸ ἀνεκάλεσεν· ἀλλὰ τώρα τί σκέπτεται νὰ πράξῃ; Τὰ ἄτοπα αὐτὰ, εἰς τὰ ὁποῖα καὶ σήμερον ὑπέπεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, τὰ ὑπέμνησεν ἡ Ἀντιπολίτευσις κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου τοῦ 1887. Τότε ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔλεγε πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ἐκείνης, διὰ τῆς ὁποίας ἐζητεῖτο νὰ τεθῇ χεὶρ βέβηλος εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν δημοτικῶν χρημάτων, κατηργεῖτε τὰς δημοτικὰς αὐτονομίας. Νῦν δ’ ἀνεγνώρισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ὤφειλε νὰ ἐρωτήσῃ τὸν Δήμαρχον, ἀλλὰ τοῦτο δὲν λέγει ὁ νόμος σας τοῦ 1887· ὁ νόμος τοῦ 1887, τὸν ὁποῖον εἰσηγάγετε, περὶ συστάσεως ὑποταμείων, σᾶς λέγει σαφῶς καὶ καθαρῶς, ὅτι διὰ Β. Διατάγματος ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταργήσῃ τὴν θέσιν τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος καὶ ἀναθέσῃ τὰ καθήκοντα εἰς τὸν ὑποταμίαν ἢ ταμίαν. Εἶπον καὶ προχθὲς, ὅτι δὲν ἔχω νὰ παραπονεθῶ διὰ τὴν δευτέραν ταύτην πρᾶξιν, καθόσον τὴν πρώτην ἐκείνην πρᾶξιν ἐθεώρησα ὡς προσβολὴν κατὰ τῶν δημοτικῶν ἡμῶν ἐλευθεριῶν. Ἀλλ’ ἡ δευτέρα πρᾶξις, ὡς ἐγένετο, εἶναι πρᾶξις παράνομος. Προέβητε εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος καὶ ἀναθέσατε τὰ καθήκοντα αὐτοῦ εἰς τὸν ὑποταμίαν, διὰ νὰ ὠφελήσητε τὸν ὑποταμίαν Πατρῶν. Περιεφρονήσατε τὴν πόλιν, διὰ νὰ εὐχαριστήσητε πολιτικὸν φίλον σας. Καὶ ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὅτι καὶ οἰκονομία γίνεται εἰς τὸν δῆμον, διότι δὲν θὰ πληρόνηται ὁ κ. ὑποταμίας. Ἀλλ’ ἠξεύρετε ποίαν ὠφέλειαν θὰ ἔχῃ ὁ κ. ὑποταμίας; Ὡς ὑποταμίας μόνον κατὰ τὸ 1888 ἐκ τῶν δημοσίων εἰσπράξεων ἔλαβεν ἐκ ποσοστῶν 15,500 δραχμάς. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὸν νόμον περὶ συστάσεως ὑποταμείων ὁ ὑποταμίας ὡς δημοτικὸς εἰσπράκτωρ θὰ λαμβάνῃ τέσσαρα τοῖς ἑκατὸν ἐκ τῶν δημοτικῶν εἰσπράξεων καὶ ἥμισυ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῶν πληρωμῶν, ἀφοῦ τὰ ἔσοδα τοῦ δήμου Πατρέων ἀνέρχονται κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1888 εἰς 830,000 δραχμῶν, θὰ λάβῃ 32,000 κατ’ ἔτος καὶ τὸ ἥμισυ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς 150,000, δρ. 4,000· τουτέστιν αὐτὸς ὁ ὑποταμίας θὰ λαμβάνῃ πλέον τῶν 45,000 δραχμῶν ἐκ τῶν ἡνωμένων δύο ταμείων. Αὐτὴ εἶναι λοιπὸν ἡ προαίρεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν· ἀλλὰ κατόπιν πιεσθεὶς ὑπὸ τῆς πολιτικῆς καὶ ὄχι ὅτι ἀνεγνώρισεν, ὅτι εἶχεν ἄδικον, προέβη μετὰ παρέλευσιν 21 ἡμερῶν εἰς τὴν ἀνάκλησιν τοῦ Διατάγματος καὶ ἐπαναφορὰν τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος εἰς τὰ καθήκοντα αὐτοῦ. Τώρα τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου περὶ καταχωρίσεως Βασιλικῶν Διαταγμάτων ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ κ. Ὑπουργός· ἔχω ἐνταῦθα τὴν δικαιολογητικὴν ἔθεσιν τοῦ κ. Τρικούπη, ὅτε εἰσήγαγε τὸν νόμον αὐτόν. Ἐκ ποίων λόγων ὡρμήθη ἡ Κυβέρνησις; κυρίως ἐκ λόγων ἐλέγχου τῶν πράξεων τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. «Ὁ ἔλεγχος τῶν πράξεων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας....» (ἀναγινώσκει τὴν ἔκθεσιν τοῦ 1882). Λέγω λοιπὸν, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 3 ἐδημιουργήθη ἓν εἶδος κοινοποιήσεως. Μετὰ παρέλευσιν εἴκοσιν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τῆς πράξεως τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, τῆς ἀφορώσης εἴτε εἰς μετάθεσιν εἴτε εἰς ἀπόλυσιν ὑπαλλήλου, ἡ πρᾶξις, καίπερ μὴ κοινοποιηθεῖσα, θεωρεῖται ὡς τετελεσμένη. Κατὰ ταῦτα ἡ μὲν θέσις τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος ἦτο κατηργημένη, ὁ δὲ εἰσπράκτωρ πεπαυμένος. Οὔτε αὐτὸς ἠδύνατο ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἦτο πεπαυμένος, οὔτε ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν τὸν ἀπέλυσεν. Ἰδοὺ ἡ πρώτη παρανομία. Τέλος πάντων ἠθέλησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν δημοτικὸν εἰσπράκτορα. Ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ ὡς τὸν ἐπανέφερε; Βεβαίως ὄχι. Διότι κατὰ τὸν νόμον περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων οἱ δημοτικοὶ εἰσπράκτορες δὲν διορίζονται πλέον διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, ἀλλὰ, ἐκ τριῶν προτεινομένων ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, διορίζονται ὑπὸ τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων. Ὅθεν κακῶς ἀπελύθη τὸ πρῶτον ὁ εἰσπράκτωρ, πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων τοῦ δήμου, κακῶς προεκλήθη τὸ δεύτερον Διάταγμα περὶ ἐπαναφορᾶς αὐτοῦ εἰς τὴν θέσιν του, διότι ἦτο πλέον ἐκπρόθεσμος ὁ κύριος Ὑπουργὸς, καὶ κακῶς ἐγένοντο ὅσα ἐγένοντο καὶ ἐναντίον τοῦ νόμου περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων. Κατὰ τὸν δημοτικὸν νόμον, ἄρθρον 102, ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ παύεται διὰ διοικητικὰς αἰτίας. Ἀνέφερε τοιαύτας αἰτίας ὁ κ. Ὑπουργός; Κατὰ δὲ τὸν νόμον τοῦ 1887 περὶ ὑποταμείων, ὅταν ἡ Κυβέρνησις κρίνῃ, ὅτι ἐξασφαλίζεται ἡ εἴσπραξις τῶν δημοτικῶν ἐσόδων καλλίτερον διὰ τῆς ἀναθέσεως τῶν καθηκόντων τούτου εἰς τὸν ὑποταμίαν, τὸ πράττει καὶ ἄνευ αἰτίας. Ἀλλὰ πρέπει νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι ἡ εἴσπραξις τῶν δημοτικῶν ἐσόδων βαίνει ἀνωμάλως, ἁρμόδιος δὲ νὰ βεβαιώσῃ τοῦτο ἦτο ὁ Δήμαρχος ἢ ὁ Νομάρχης. Πόθεν ἐπληροφορήθη ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐκεῖνα, περὶ ὧν ἠρώτησε προηγουμένως ὁ ἔντιμος ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; πόθεν ἐπληροφορήθη, ὅτι τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου δὲν ἦσαν ἐξησφαλισμένα, ἂν ἀνετίθετο ἡ διαχείρισις αὐτῶν εἰς πρόσωπον ξένον τοῦ τόπου ἐντελῶς; Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, πρόκειται περὶ τῆς παρανομίας, περὶ τῆς ὑπερβασίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα, ἐπαναλαμβάνω, μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν εἴκοσιν ἡμερῶν νὰ ἀνακαλέσῃ τὸ Διάταγμα. Τοιαύτη εἶναι, ὡς γνωρίζομεν, καὶ αὐτὴ ἡ νομολογία, οὕτως εἰπεῖν, ἥτις ἐπικρατεῖ, ἀφότου ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος, ἐν τοῖς Ὑπουργείοις. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι καὶ ἐγὼ αὐτὸς, ὅτε ἐζήτησαν νὰ ἀνακαλέσω ἓν Διάταγμα Ἑλληνοδιδασκάλου τινὸς ἀπολυθέντος, ἐξαιρεθέντος δὲ τῆς στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως διότι εἶχε χάσει τὸν ἕτερον τῶν ὀφθαλμῶν του, δὲν τὸ ἔπραξα, ἀλλὰ προεκάλεσα νέον διορισμόν. Ἀλλὰ χάριν, ἐπαναλαμβάνω, συγκρατήσεως τῆς πλειοψηφίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὄχι μόνον ἔπραξε τὸ πολιτικὸν τοῦτο σφάλμα, ἀλλ’ ὑπέπεσε καὶ εἰς τὴν μνησθεῖσαν ὑπερβασίαν, διότι παρεβίασεν ἀναμφισβητήτως καὶ τὸν νόμον περὶ καταχωρίσεως τῶν Διαταγμάτων ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν νόμον περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων.
§79ΡΑΛΛΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι ἤκουσα μίαν περίεργον θεωρίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν σχετικῶς πρὸς τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο τοῦ νόμου περὶ τῆς δημοσιεύσεως τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐάν τις λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν θεωρίαν αὐτὴν, βεβαίως θέλει εὕρει, ὅτι δὲν δικαιολογεῖ τὴν κατόπιν γενομένην ἀνάκλησιν τῆς ἀπολύσεως τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος Πατρῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνέγνωσε τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ νόμου περὶ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐτόνισε τὴν φράσιν, καθ’ ἣν ὡς πρὸς τὸν ὑπάλληλον εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ πρᾶξις, ἡ δημοσιευθεῖσα διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Λοιπὸν ἂς λάβωμεν αὐτὸν τὸν δημοτικὸν εἰσπράκτορα· τί σημαίνει ἡ φράσις τοῦ νόμου, ὅτι ὡς πρὸς αὐτὸν εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ πρᾶξις ἐκείνη, ἡ καταχωρισθεῖσα εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ μὴ κοινοποιηθεῖσα; Σημαίνει, ὅτι αὐτὸς, συνεπείᾳ τῆς καταχωρίσεως τῆς γενομένης πράξεως ἔπαυσεν ἀπὸ τοῦ νὰ ἔχῃ ἐν ἑαυτῷ τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, δυνάμει τῶν ὁποίων ἦν περιβεβλημένος τὴν ἰδιότητα τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος. Τίνες εἶναι αἱ προϋποθέσεις, ὅπως θεωρηθῇ τις ἱκανὸς νὰ καθέξῃ τὴν θέσιν τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος; Ἡ γνωμοδότησις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας πρὸ τοῦ νόμου περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων προεκαλεῖτο τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀφοῦ ἡ γνωμοδότησις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου κατόπιν τοῦ γενομένου διορισμοῦ καὶ τῆς ἀπολύσεώς του καὶ τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἀπολύσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἐξηντλήθη, πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ν’ ἀνακαλέσῃ τὸ Διάταγμά του ἐκεῖνο τῆς ἀπολύσεως καὶ προσδώσῃ εἰς τὸν δημοτικὸν εἰσπράκτορα, ὡς πρὸς τὸν ὁποῖον ἐξηντλήθη πλέον ἡ πρότασις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, προσόντα, τὰ ὁποῖα δὲν κέκτηται; Πρόκειται περὶ παραβάσεως νόμου ῥητοῦ, ἡ παράβασις δ’ αὕτη διὰ τίνα λόγον ἐγένετο, γνωρίζετε πάντες. Τὸ Διάταγμα τῆς ἀπολύσεως προεκλήθη διὰ λόγους συναλλαγῆς ἐκ τῶν κακοηθεστέρων, καὶ τὸ Διάταγμα τῆς ἀνακλήσεως οὐδένα ἕτερον ἔχει λόγον ἢ λόγον συναλλαγῆς. Διὰ τοῦ πρώτου Διατάγματος ἐπρόκειτο νὰ εὐνοηθῇ φίλος τῆς Κυβερνήσεως καὶ φίλος ἰδιαίτερος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διὰ τοῦ δευτέρου Διατάγματος ἐπρόκειτο νὰ ἱκανοποιηθῶσι φίλοι ἄλλοι τῆς Κυβερνήσεως, οἱ ὁποῖοι τὸ ἔθηκαν ὡς ζήτημα ὑπάρξεως· διότι, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελον ἱκανοποιηθῇ οἱ φίλοι οὗτοι, ἤθελεν ἐκλείψει ἐκ τῶν χειρῶν τῶν Ὑπουργῶν ἡ ἀρχὴ, περὶ τῆς ὁποίας καὶ μόνης φροντίζουσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοί.
§80Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ προσέτι νὰ συνεχίσω ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία ἐδιχονομήθη διὰ τῶν μεσολαβησασῶν ἑτέρων ἐπερωτήσεων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν παρεκλήθη νὰ μοὶ δώσῃ ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐρώτησίν μου περὶ τῶν δυστυχῶν ἐκείνων, οἵτινες ἀγνοῶ ἂν ζῶσι, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ζῶσιν, ἀγνοῶ ποῦ εὑρίσκονται, ἤτοι περὶ τοῦ Φιλιππίδου καὶ περὶ τοῦ Πασχίδου. Ἀλλ’ ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκεν, εἶναι, ὅτι ἐλπίζει, ὅτι ἐγὼ δὲν θέλω ἐπιμείνει νὰ ζητήσω πληροφορίας περὶ αὐτῶν, διότι ἡ ὑπόθεσις αὕτη μένει ἔτι ἐκκρεμὴς, καὶ μάλιστα κατὰ τὴν ὥραν ταύτην περιήχθη εἰς τοσοῦτον κρίσιμον σημεῖον, ὥστε πᾶσα μνεία τῆς ὑποθέσεως ταύτης θὰ φέρῃ μεγάλην ζημίαν. Ἔχω καθῆκον νὰ ἀναμνήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὑπόθεσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τὸν κ. Πασχίδην, τὸν ἕνα ἐκ τῶν δύο τούτων, εἶχεν ἐντελῶς ἐγκαταλείψει, διότι, καθ’ ἃ εἶχεν εἰπεῖ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐθεώρει αὐτὸν μὴ ὑπήκοον Ἕλληνα. Τὸν Φιλιππίδην ὅμως ἀνεγνώριζεν ὡς πολίτην Ἕλληνα, καὶ ἠσχολεῖτο νὰ πείσῃ τὴν Πύλην νὰ παραιτηθῇ πάσης κατ’ αὐτοῦ καταδιώξεως, συμμορφουμένη μὲ τὰς διεθνεῖς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει πρὸς πολίτας Ἕλληνας. Ἀλλ’ αἱ παραστάσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, τὰς ὁποίας δὲν γνωρίζομεν, ἀλλ’ ὑποθέτομεν, δὲν εἰσηκούσθησαν, διότι οἱ ἄνθρωποι, περὶ ὧν ὁ λόγος, ἀφοῦ ἓν ἔτος ἔμειναν ἐγκεκλεισμένοι εἰς τὰς φυλακὰς τῆς Κωνσταντινουπόλεως, κατὰ τὸν μῆνα Μάρτιον ἢ τὰ τέλη Φεβρουαρίου ἀπεδιώχθησαν ἐκ Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἀπεστάλησαν εἰς χώραν τινὰ εἴτε τῆς Μέσης Ἀφρικῆς εἴτε τῆς Ἀσίας, εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ Φεζὰν ἢ τῆς Τριπόλεως. Ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς μοὶ ἀπήντησε τὴν 21 Μαρτίου, ὅτι, ἐὰν ἐγίνετο τότε λόγος περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἤθελον ζημιωθῆ μεγάλως τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, καὶ μοὶ συνέστησε νὰ παραιτηθῶ τῆς ἀπαιτήσεώς μου ταύτης. Ἐγὼ παρῃτήθην τότε. Ἤδη ζητεῖ καὶ πάλιν παρ’ ἐμοῦ νὰ παραιτηθῶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου, καὶ ἐγὼ βεβαίως καὶ πάλιν θέλω παραιτηθῆ αὐτῆς, διότι, καὶ ἐὰν δὲν παραιτηθῶ, ἡ πλειονοψηφία εἶναι ἑτοίμη νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ. Ἀλλὰ, παραιτούμενος τῆς ἐπερωτήσεως, δηλῶ, ὅτι δὲν ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κύριος Ὑπουργός. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις, ἀφοῦ οἱ δυστυχεῖς κατεδικάσθησαν, καὶ ὅτι τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ἴσως, εἶναι μία χάρις, τοῦτο δὲ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἐπιείκειαν τοῦ Ἡγεμόνος τῆς γείτονος χώρας. Κρίνω βεβαίως, ὅτι τὰ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν λεγόμενα δὲν εἶναι ἀκριβῆ, ἀλλὰ λέγει ταῦτα διότι δὲν δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν διαγωγήν του, ἐὰν ἀναγκασθῇ νὰ καταθέσῃ τὰ περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἔγγραφα.
§81ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Πέρυσι, Κύριοι, καὶ ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐγὼ ἐπανειλημμένως ἐπραγματεύθημεν περὶ τῆς ὀδυνηρᾶς ταύτης ὑποθέσεως. Ἐνθυμεῖσθε μάλιστα, ὅτι κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 30 Δεκεμβρίου ἡ συζήτησις ἔλαβε χαρακτῆρα πικρὸν ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐθεωρήθη, ὅτι εἶχον προβῆ πέραν τῶν ὁρίων δι’ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐκθέσει περὶ τῶν θυμάτων τῆς τουρκικῆς αὐθαιρεσίας. Ἔκτοτε ἐπανειλημμένως ἐπανήλθομεν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἀλλὰ πάντοτε ἀπηντήσαμεν σιωπὴν, ἢ ἐλάβομεν ἀπαντήσεις ὅλως ἀσαφεῖς καὶ αἵτινες σκοπὸν ἄλλον δὲν εἶχον παρὰ νὰ ῥίψωσι πέπλον ἐπ’ αὐτῆς. Κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς κατὰ ποῖον μῆνα, εἶχε δημοσιευθῆ ἔν τινι ἐνταῦθα ἐφημερίδι ἐπιστολὴ τοῦ ἐν Τριπόλει Προξενικοῦ Πράκτορος τῆς Ἑλλάδος, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐδίδετο ἡ πληροφορία, ὅτι οἱ ἀτυχεῖς Πασχίδης καὶ Φιλιππίδης εἶχον ἀναχωρήσει πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὑπὸ συνοδίαν πρὸς τὸ Φεζὰν, ὅπου ἐξωρίζοντο. Προσθέτω δὲ τὴν πληροφορίαν, ὅτι τὸ Φεζὰν τοῦτο εἶναι ὄασίς τις, ἀπέχουσα περίπου εἴκοσιν ἡμέρας διὰ καραβανίων, εἰς τὰ ἐνδότερα τῆς Ἀφρικῆς. Εἰς τὴν ὄασιν ταύτην ὑπάρχει πόλις μεγάλη καὶ ἐμπορική. Τὸ κλῖμα ἐννοεῖται, ὅτι εἶναι τὸ κλῖμα περίπου τῶν τροπικῶν· εἶναι κλῖμα φονικὸν διὰ τοὺς Εὐρωπαίους. Ταῦτα εἶχον δημοσιευθῆ ἔν τινι ἐφημερίδι, εἰς τοὺς «Καιροὺς», καὶ ἡ εἴδησις, ἥτις προήρχετο ἐξ αὐτοῦ τοῦ Προξενικοῦ Πράκτορος τῆς Ἑλλάδος ἐν Τριπόλει, ἐὰν ἦναι ἀκριβὴς, θὰ ἀπεστάλη καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀφοῦ ταύτην ἡμεῖς εἴχομεν ἐξ ἀποσπάσματος ἐπιστολῆς τοῦ ἐν Τριπόλει Προξενικοῦ Πράκτορος. Οὐδὲν ἕτερον ἐδημοσιεύθη περὶ τῶν ἀτυχῶν τούτων. Ἐπανειλημμένως καὶ κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπηύθυνεν ἐπερωτήσεις πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ εὗρε πάντοτε ἀπόλυτον σιγήν. Ἡμεῖς εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀντιληφθῶμεν ποίου εἴδους διαπραγματεύσεις γίνονται ἤδη ἀπὸ δύο ἐτῶν, περὶ τῶν ὁποίων οὔτε τὴν ἐλαχίστην εἴδησιν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Βεβαίως δὲν καθιστῶμεν αὐτὸν ὑπεύθυνον διὰ τὰς παρανομίας καὶ διὰ τὴν βαρβαρότητα τῆς τουρκικῆς ἐξουσίας. Οὐδαμῶς. Ἡ περίπτωσις ἀληθῶς αὕτη ἀποδεικνύει, ὅπως τόσαι ἄλλαι, ποῖαι ὑπάρχουν αἱ σχέσεις μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας. Ἀλλ’ ἐν πολλῷ εὐρυτέρῳ πεδίῳ θὰ συζητηθῶσι τὰ τῆς ἐξωτερικῆς ἡμῶν πολιτικῆς καὶ τὰ τῶν σχέσεων μετὰ τῆς Τουρκίας. Ἐπὶ τοῦ παρόντος αἱ ἐπερωτήσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν σκοποῦσι νὰ φέρωσι τὸ ζήτημα ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Ἡ ἐπερώτησις ἡμῶν δὲν ἔχει χαρακτῆρα πολιτικὸν, ἀλλὰ μᾶλλον χαρακτῆρα φιλανθρωπικόν. Ἐνδιαφερόμεθα νὰ μάθωμεν εἰς ποῖον σημεῖον τοῦ κόσμου εὑρίσκονται οἱ δύο οὗτοι ἀτυχεῖς.....
§82ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἰς τὸ Φεζάν.
§83ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἀφοῦ γνωρίζετε τοῦτο, διατὶ δὲν τὸ ἐλέγετε, ἀφοῦ τοσάκις ἀπηυθύναμεν ὑμῖν τὴν ἐρώτησιν;
§84ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἠρωτήθην.
§85ΚΟΖΑΚΗΣ. .. καὶ ποῖαι ἐνέργειαι ἐγένοντο ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης· διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι εἶναι τόσον μυστηριώδεις, ὥστε νὰ μὴ δύνασθε νὰ μᾶς εἰπῆτε τί ἐπράξατε. Παρακαλῶ πολὺ, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ μᾶς φωτίσητε ἐπὶ τῶν ἐπισήμων τοὐλάχιστον σημείων τῶν ἐνεργειῶν ὑμῶν, διότι ἄχρι τοῦδε ἀντετάξατε τὴν σιωπὴν εἰς πᾶσαν ἐρώτησιν ἡμῶν. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ θέμα δὲν εἶναι θέμα πολιτικὸν, εἶναι βεβαίως μία λεπτομέρεια, ἥτις διαφωτίζει τὴν κατάστασιν τῶν σχέσεων ἡμῶν, ἀλλ’ αἱ ἐπερωτήσεις ἡμῶν δὲν ἔχουσι σκοπὸν ἄλλον, παρὰ νὰ φωτισθῶμεν περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἀτυχῶν αὐτῶν, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, ἔστω καὶ δι’ ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας, νὰ ἐνεργηθῇ τι ὑπὲρ αὐτῶν.
§86ΡΑΛΛΗΣ. Ζῶσιν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι;
§87ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ τὰς τελευταίας πληροφορίας, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ζῶσι. Δὲν ἦτο δὲ ἀληθὴς ἡ εἴδησις, ὅτι ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν παρεφρόνησε.
§88ΚΟΖΑΚΗΣ. Ὅ,τι γνωρίζω ἐπὶ τῆς περιστάσεως ταύτης εἶναι, ὅτι ὁ εἷς τούτων παρεφρόνησεν, ἀλλ’ ὅτι ἐπανῆλθεν εἰς κατάστασιν σχετικῶς καλλιτέραν. Ἤδη πληροφορούμεθα, ὅτι ζῶσιν. Ἄλλην πληροφορίαν δὲν μᾶς δίδουν. Δύνανται νὰ μᾶς εἴπωσι τοὐλάχιστον πῶς μετεφέρθησαν εἰς Φεζάν; ποῖαι αἱ διαπραγματεύσεις, αἱ προηγηθεῖσαι τῆς φοβερᾶς ταύτης ἐξορίας; Ἀλλὰ βλέπω, ὅτι δὲν θέλει νὰ μᾶς δώσῃ κἀμμίαν πληροφορίαν ὁ κ. Ὑπουργός.
§89ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ θὰ παρηγορήσω τὸν συνάδελφον, ὅτι ὅλα θὰ γίνωσιν, ὅταν ἐπέλθῃ τὸ ἰσοζύγιον, ὅταν συνταχθῇ ὁ στόλος, ὅταν καταρτισθῇ ὁ στρατὸς, ὅταν παρουσιασθῶσιν οἱ καιροί· τότε μεταξὺ τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα θὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὴν Τουρκίαν, θὰ ἦναι καὶ ἡ ἀπελευθέρωσις τῶν ἐξορίστων αὐτῶν.
§90Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Οἱ ἐνταῦθα πρόσφυγες Κρῆτες ὁπλαρχηγοὶ καὶ ὁπλῖται ἦσαν ἐκτάκτως τεταραγμένοι καὶ περίλυποι σήμερον, οὐχὶ διὰ τὴν καταδίκην, ὡς ἐπληροφορήθησαν, τῶν ἐσχάτως τεσσαράκοντα καταδικασθέντων εἰς ἐξορίας καὶ φυλακίσεις, ἀλλὰ διότι ἡ Τουρκία, μὴ σεβομένη τὰς ἱκεσίας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐξακολουθεῖ σφαγιάζουσα καὶ ἀτιμάζουσα τὴν Κρήτην, οὐχὶ πλέον διὰ τῶν ἀτάκτων Τούρκων, ἀλλὰ διὰ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ. Καὶ ἐσχάτως εἰς τὰ χωρία τῆς ἐπαρχίας Σφακίων Μπρόσνερον καὶ Ἄσκυφον καὶ εἰς ἓν χωρίον τῆς ἐπαρχίας Ἀποκορώνων συνήφθη μάχη μεταξὺ Κρητῶν καὶ Τούρκων στρατιωτῶν. Ἐπεθύμουν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ταῦτα ἦναι ἀληθῆ.
§91ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Περὶ μαχῶν καὶ συμπλοκῶν οὐδὲ νὰ γίνῃ λόγος δύναται· μία πληροφορία ὑπάρχει, ὅτι μικρά τις συμπλοκὴ ἐγένετο μεταξὺ στρατιωτῶν καὶ πολιτῶν ἔν τινι μέρει τῆς Κρήτης, ἀπολήξασα εἰς τὴν θανάτωσιν ἑνὸς λοχίου καὶ ἑνὸς στρατιώτου. Ἡ κατάστασις τῆς Κρήτης ὑπὸ ἔποψιν ἡσυχίας φαίνεται κάπως βελτιωμένη, ἀλλ’ ὑπὸ ἔποψιν ἀνησυχίας εἶναι βεβαίως ἀξία πολλῆς προσοχῆς, διότι τὰ ἀναγγελλόμενα μέτρα, τὰ δῆθεν μέλλοντα νὰ ληφθῶσιν ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ἢ καὶ ληφθέντα, ἀλλὰ μὴ δημοσιευθέντα, κρίνονται ἀνεπαρκῆ, ὥστε νὰ καθησυχάσωσι τὸν τόπον, δὲν δύνανται δὲ ἐκ τούτου οἱ ἐνταῦθα Κρῆτες νὰ κρίνωσιν, ἐὰν δύνανται νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς πατρίδας των.
§92Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Αἱ ἐπιστολαὶ, τὰς ὁποίας ἔλαβον οἱ ὁπλαρχηγοὶ τῆς Κρήτης, καὶ οἱ καθ’ ἑκάστην ἀφικνούμενοι Κρῆτες δὲν βεβαιοῦσιν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα γράφει τὸ Προξενεῖον· τοὐναντίον λέγουσιν, ὅτι εἰς τὸ Ἄσκυφον τῶν Σφακίων, χωρίον ἐκ τετρακοσίων κατοίκων, τὸ ὁποῖον γνωρίζω πολὺ καλὰ, μετέβησαν πεντακόσιοι στρατιῶται μὲ ἕνα καϊμακάμην καὶ ἐζήτουν νὰ ἐκδιώξωσι τὰς γυναῖκας ἀπὸ τὰς οἰκίας καὶ νὰ εἰσέλθουν αὐτοί. Συνῆλθον ἀμέσως οἱ κάτοικοι διὰ κωδωνοκρουσίας, καὶ συνήφθη μάχη, καὶ ἐξεδίωξαν τοὺς Τούρκους ἀπὸ τῆς ἐπαρχίας, ἀλλ’ ἀμέσως διετάχθη νὰ εἰσβάλῃ ἓν τάγμα εἰς τὴν ἐπαρχίαν, καὶ οἱ Σφακιῶται εἶναι ἔνοπλοι. Διατὶ νὰ μὴ μανθάνωμεν τὴν ἀλήθειαν;
§93Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ πληροφορίας περί τινος, τὸ ὁποῖον διαδίδεται εἰς τὴν πόλιν, ὅτι τὰ ἐν Ῥεθύμνῃ, τὰ ἐν Ἡρακλείῳ καὶ ἐν Ἀποκορώνῳ σώματα τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ διετάχθησαν ὅλα νὰ βαδίσωσιν εὐθὺς πρὸς τὴν Ἀνώπολιν τῶν Σφακίων, ἵνα τιμωρήσωσι τοὺς ἀντισταθέντας ἐκεῖ κατὰ τῶν τουρκικῶν στρατευμάτων.
§94ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἔχομεν τοιαύτην εἴδησιν, ὥστε νὰ δύναμαι νὰ βεβαιώσω αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε.
§95ΕΠ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον ὑποβάλει κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος σχέδιον νόμου, κατὰ τὸ ὁποῖον αἱ διατάξεις τοῦ ἀπὸ 13 Ἀπριλίου 1884 ὑπ’ ἀριθ. ΑΡΠʹ νόμου περὶ τῆς διοικήσεως τῆς κοινότητος Λαρίσσης ἰσχύουσι καὶ διὰ τὸν δῆμον Ἀνακτορίων. Σὺν τῇ ὑποβολῇ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶχον καταθέσει καὶ ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Βονίτσης, παρακαλούντων τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὡς γνωρίζετε, καθυστέρησεν, ὡς καὶ πολλὰ ἄλλα. Πρὸ μηνὸς οἱ κάτοικοι Βονίτσης παρεκάλεσαν τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τηλεγραφήματος, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐμὲ δὲ τηλεγραφικῶς παρακαλοῦσι νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀναφοράν των καὶ τὸ νομοσχέδιον. Νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ πρὸς τὴν Βουλὴν σύστασις, καθόσον πρόκειται περὶ πράγματος ἁπλουστάτου· ἡ κοινότης τῆς Βονίτσης ζητεῖ, ὅπως τῇ χορηγηθῶσι τὰ μέσα, δι’ ὧν νὰ δυνηθῇ νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντά της ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, εἶναι, νὰ θεωρήσῃ κατεπείγουσαν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου· εἰς τοῦτο ἐξαιτοῦμαι καὶ τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας δύο τῶν μελῶν εἶναι ἐκ τοῦ νομοῦ ἐκείνου καὶ γνωρίζουσι τὴν σπουδαιότητα τῆς προτάσεώς μου, τὴν ὁποίαν καταθέτω. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρὸ μικροῦ κατέθηκεν ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησίν μού τινα, κατά τινα τῶν τελευταίων συνεδριάσεων ἀπευθυνθεῖσαν· τὸν παρακαλῶ νὰ καταθέσῃ τὰς ἀναφορὰς τῶν σωματαρχῶν τῶν σωμάτων τῶν στρατωνιζομένων ἐντὸς τῶν παραπηγμάτων καὶ τῶν σχετιζομένων πρὸς τὴν κατάστασιν, ἐν ᾗ διατελοῦσι ταῦτα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι τοιαῦται ἀναφοραί, ἀλλ’ εὐθὺς κατωτέρω ὑποβάλλει σημείωμα, ἐξ οὗ φαίνεται, ὅτι ὑπεβλήθησαν τοιαῦται ἐκθέσεις ὑφ’ ὅλων τῶν σωματαρχῶν τῶν ἐν Ἀθήναις στρατωνιζομένων σωμάτων, οἱ ὁποῖοι ἐξαιτοῦνται κατεπειγόντως τὴν κατασκευὴν τῶν παραπηγμάτων. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ ἴδω ἐκ τῆς καταθέσεως τῶν ἐκθέσεων, εἶναι αἱ χρονολογίαι αὐτῶν, ἐξ ὧν δύναμαι νὰ μάθω, ἂν κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ χειμῶνος τὰ παραπήγματα ἦσαν κατάλληλα πρὸς στρατωνισμόν. Σχετικῶς δὲ πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο ἐζήτησα καὶ κατάστασιν τοῦ Στρατιωτικοῦ Νοσοκομείου, ἐμφαίνουσαν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀσθενῶν τῶν ἐκ διαφόρων νοσημάτων νοσηλευομένων, καὶ ἂν προέρχωνται ἐκ τῶν στρατωνιζομένων εἰς τὰ παραπήγματα πρὸ τῆς ἐπισκευῆς αὐτῶν ἢ μετὰ τὴν ἐπισκευήν. Νομίζω, ὅτι αἱ ἐκθέσεις αὗται εἶναι δυνατὸν νὰ κατατεθῶσι, διότι δὲν ἀφορῶσιν εἰς πρόσωπα· παρακαλῶ δὲ νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ συγχρόνως καὶ τὴν κατάστασιν τοῦ Στρατιωτικοῦ Νοσοκομείου. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, μεταξὺ ἄλλων, νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἂν ἐλειτούργησεν ὁ νόμος περὶ συστάσεως ὑποταμείων σχετικῶς πρὸς τὴν διαχείρισιν τῆς δημοτικῆς περιουσίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι θὰ καταθέσῃ τὰς πληροφορίας εἰς μίαν τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων· μετὰ παρέλευσιν τεσσαράκοντα ἡμερῶν ὑπενθύμισα τὴν ἐπερώτησίν μου, ἀλλ’ ἡ Σύνοδος ἔληξε καὶ αἱ πληροφορίαι δὲν ἐδόθησαν. Ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως ταμείων καὶ ὑποταμείων, συζητουμένου τοῦ ἄρθρου, δι’ οὗ ἐχορηγεῖτο εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν τὸ δικαίωμα νὰ καταργῶσι θέσεις δημοτικῶν εἰσπρακτόρων καὶ ν’ ἀναθέτωσι τὴν διαχείρισιν τῶν δημοτικῶν χρημάτων εἰς τοὺς ὑποταμίας τοῦ Κράτους, ὁσάκις ἐνόμιζον τοῦτο ὠφέλιμον εἰς τὰ συμφέροντα τῶν δήμων, παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλήν, ποῖαι ἆρά γε ἦσαν αἱ περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἤθελε νομίσει ἀναγκαῖον νὰ καταργήσῃ τὴν θέσιν τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων· διότι, ἐὰν ὁ λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἦτο ἡ πλημμελὴς διαχείρισις τῶν δημοτικῶν χρημάτων, ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς τὴν τιμωρίαν τῶν εἰσπρακτόρων· ἐὰν δὲ ἡ Κυβέρνησις ἐνόμιζεν, ὅτι τὰ συμφέροντα τῶν δήμων ἤθελον προστατευθῆ κάλλιστα, ἐὰν ἡ εἴσπραξις τῶν δημοτικῶν χρημάτων ἀνετίθετο εἰς δημοσίους ὑπαλλήλους, τὸ μέτρον ἔπρεπε νὰ ᾖναι γενικόν. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε τότε νὰ δώσῃ πληροφορίας· ὁ νόμος ἐψηφίσθη καὶ ἤρχισε νὰ λειτουργῇ. Ἔκτοτε τὸ Ὑπουργεῖον προέβη εἰς τὴν κατάργησιν πολλῶν θέσεων δημοτικῶν εἰσπρακτόρων. Νομίζω, ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ μάθω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζήτησα τότε, ποίους δημοτικοὺς εἰσπράκτορας ἀπέλυσεν ἐν τῷ Κράτει καὶ διατί· δεύτερον, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἐν τῷ Κράτει εἰσπράκτορες πλημμελῶς διαχειριζόμενοι τὰ δημόσια χρήματα, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διατὶ δὲν ἔπαυσε καὶ τούτους.
§96ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ φέρω τὸν πίνακα ὅλων τῶν ὀνομάτων.
§97ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ ἐγὼ συμπληρῶ τὴν αἴτησιν, ὅτι πρέπει νὰ προσαγάγῃ καὶ τὰς ἐκθέσεις τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν.
§98ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ἡμερῶν ἐγένετο ἀρκετὸς λόγος περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῷ νομῷ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, ὑπ’ ἐμοῦ δὲ περὶ τῆς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βονίτσης καὶ Ξηρομέρου, καὶ παρεκάλεσα νὰ κατατεθῶσι πληροφορίαι τινὲς σχετικαὶ πρὸς τοῦτο. Προχθὲς ἔλαβον τηλεγράφημα κατοίκων τοῦ δήμου Ἀνακτορίων, οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται, ὅτι ἀνθυπασπιστής τις, τοῦ ὁποίου ὑπάρχει ἐδῶ τὸ ὄνομα, κατέλυσεν εἰς τὴν οἰκίαν φυγοδίκων, ὅτι συνέλαβε πολίτας μετὰ τῶν γυναικῶν των καὶ ἐπὶ τέσσαρας ἡμέρας τοὺς ἐστέρησε τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας καὶ ὅτι ἔσφαξε καὶ ἔτρωγε τὰ πρόβατά των. Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο δὲν τὸ ἀναγινώσκω ἁπλῶς μόνον, ὅπως λάβῃ ἡ Κυβέρνησις γνῶσιν καὶ ἡ Βουλή, ἀλλὰ διότι θέλω νὰ καταδείξω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἢ δὲν λαμβάνει μέτρα πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς σαλευθείσης δημοσίας τάξεως, ἤ, ἂν λάβῃ, λαμβάνει μέτρα τείνοντα εἰς μεγαλειτέραν συντάραξιν αὐτῆς διὰ τῶν βιαιοπραγιῶν τῶν ὀργάνων της κατὰ τῶν προσώπων καὶ τῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν. Εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν εἶχον ἀπευθύνει κατὰ τὴν Σύνοδον τοῦ παρελθόντος ἔτους ἐπερώτησιν σχετικὴν πρὸς βιαιοπραγίας καὶ παραβιάσεις ὡρισμένων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, γενομένας ὑπὸ Διοικητοῦ τινος τοῦ μεταβατικοῦ κατὰ τὰ μέρη ἐκεῖνα. Ἐπανειλημμένως δὲ ἐζήτησα ἔγγραφα, διαμειφθέντα μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐκεῖ ἀρχῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐπεθύμουν νὰ προκαλέσω συζήτησιν ἐπὶ τούτου, ἐλπίζων ὅτι ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν εἶχε γνῶσιν τῶν βιαιοπραγιῶν καὶ τῶν ἐκνόμων μέτρων, εἰς τὰ ὁποῖα εἶχον προβῆ αἱ ἐκεῖ στρατιωτικαὶ ἀρχαὶ καὶ ἰδίως ἡ Διοίκησις τοῦ μεταβατικοῦ. Μόλις κατωρθώθη μετὰ τέσσαρας ὑπομνήσεις νὰ μοὶ ὑποσχεθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι θὰ φέρῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Ἀλλὰ συγχρόνως εἶχον ζητήσει καὶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης σχετικὰ ἔγγραφα καὶ δικογραφίας, ἀφορώσας καὶ εἰς ἄλλα μὲν σχετικὰ ἀντικείμενα πρὸς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν καταδίωξιν καὶ φυλάκισιν τοῦ πρώην βουλευτοῦ ἐκ Βάλτου κ. Στράτου καὶ τοῦ δημάρχου Ἀμβρακίας κ. Καραγιάννη. Καὶ τὰ ἔγγραφα ταῦτα ὑπεσχέθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ φέρῃ· ἐν τούτοις ἔληξεν ἡ Σύνοδος καὶ δὲν κατετέθησαν. Δὲν εἶχον σκοπὸν πλέον νὰ κάμω λόγον, διότι ἀληθῶς εἶχον παραγραφῆ, ὡς εὐφυῶς λέγει διακόπτων με ὁ κ. Κρεστενίτης, τὰ ἐγκλήματα ἐκεῖνα τῆς μεταβατικῆς ἀρχῆς. Λαμβάνων ἀφορμὴν ἀπὸ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβω τὴν αἴτησίν μου ἐκείνην, διότι ἔχω σκοπὸν νὰ προκαλέσω συζήτησιν ἐπὶ τούτου. Νομίζω δὲ, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ προλάβω τὴν ἐπανάληψιν τῶν σκηνῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἐξετυλίχθησαν ὅτε διηύθυνε τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος, περὶ οὗ πρόκειται. Ἡ Κυβέρνησις τελευταῖον, λαμβάνουσα ἀφορμὴν ἀπὸ τὰ δημοσιευθέντα διὰ τῶν ἐφημερίδων καὶ ἀπὸ τὰς ἐπερωτήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ περὶ τῆς ἐκρύθμου καταστάσεως, ἐν ᾗ διετέλει ὁ νομὸς τῆς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, ἐνόμισεν ὅτι εἶχε καθῆκον πλέον νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ἀπέστειλε δὲ ἀνώτερον ἀξιωματικὸν τοῦ πεζικοῦ καὶ λόχον εὐζώνων ἐντεῦθεν, καὶ εἶναι αὕτη ἡ πρώτη πρᾶξις τῆς μεταβατικῆς ὑπηρεσίας, ἥτις μᾶς ἀναγγέλλεται διὰ τηλεγραφήματος ἐκεῖθεν. Ὅτε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐζήτουν τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, παρεκάλουν συγχρόνως αὐτὸν νὰ δηλώσῃ, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι οἱ νόμοι οἱ λειτουργοῦντες δὲν ἦσαν ἀρκετοὶ πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς δημοσίας τάξεως, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐζήτουν νὰ προκαλέσῃ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ νόμον, χορηγοῦντα εἰς τὴν Κυβέρνησιν πλειότερα μέσα πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ τούτου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἀπήντησε. Μὴ ἀπαντῶν, ἐνόει ὅτι ἠδύνατο ν’ ἀποκαταστήσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν διὰ τῶν κειμένων νόμων. Ἀλλ’ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας ζητοῦσι ν’ ἀποκαταστήσωσι τὴν δημοσίαν τάξιν, ἓν ἐκ τῶν δύο ἀποδεικνύει, ἢ ὅτι δὲν δύνανται διὰ τῶν κειμένων νόμων νὰ πράξωσι τοῦτο, ἢ ὅτι δύνανται μὲν, ἀλλὰ δὲν θέλουν, δὲν θέλουν δὲ, εἴτε διότι δὲν γνωρίζουν πῶς πρέπει νὰ ἐνεργῶσι συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους, ἢ ὁδηγίας τοιαύτας ἔχουν, ἂν ὄχι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ παρὰ τῶν ὀργάνων αὐτῆς, τῶν ἐκεῖ διευθυνόντων τὴν πολιτικὴν τοῦ νομοῦ ἀρχήν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσουν πάντα τὰ ἔγγραφα καὶ πάσας τὰς δικογραφίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα κατὰ τὴν συνεδρίασιν 31ην τῆς 7 Δεκεμβρίου 1888. Συγχρόνως δὲ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ζητήσῃ τηλεγραφικῶς....(καγχασμοὶ δεξιά). Ἐκεῖνοι ἐκ τῶν ὑπουργικῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι γελῶσι, γελῶσι διότι δὲν ἔχουσιν ἀφορμὰς νὰ παραπονῶνται κατὰ τῶν στρατιωτικῶν ἐποπτῶν, οὔτε κατὰ τῶν ὀργάνων των, διὰ τοῦτο γελῶσι. Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ εἴπω τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν παραπονοῦνται. Δὲν τὸ λέγω, εἴτε διότι εἶναι γνωστόν, εἴτε διότι εἶναι καὶ ἀπρεπές. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας οὐχὶ παρὰ τοῦ ἰδίου ὑπασπιστοῦ Παπαγεωργίου, ὅπως ἔπραξε πέρυσιν, ὅτε πολίτης τις τῆς Βονίτσης, ὁ Κων. Μαρκαντώνης, παρεπονέθη τηλεγραφικῶς, ὅτι στρατιῶταί τινες, παρὰ τῇ χωροφυλακῇ ὑπηρετοῦντες, παραβίασαν τὸ ἄσυλον τῆς οἰκίας του, ἐπυροβόλησαν τὴν ἀδελφήν του καὶ ἐκακοποίησαν τοὺς λοιποὺς οἰκείους του, ὁ δὲ Ὑπομοίραρχος, ἀντὶ πάσης ἄλλης ἱκανοποιήσεως, τὸν ἐδέσμευσε καὶ τὸν ἔστειλεν εἰς Λευκάδα, ὅπου ἐννοεῖται, ὁ Εἰσαγγελεὺς τὸν ἀπέλυσεν ἀμέσως. Τότε παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἀληθῶς ὁ πολίτης αὐτὸς εἶχε δίκαιον, παραπονούμενος κατὰ τῆς Διοικήσεως τῆς ἐκεῖ χωροφυλακῆς. Μετὰ παρέλευσιν δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν μᾶς ἀνέγνωσε τηλεγράφημα τοῦ Ὑπομοιράρχου Βονίτσης, τοῦ κατηγορουμένου, ὁ ὁποῖος ἐγνωστοποίει, ὅτι ὁ πολίτης δὲν εἶχε δίκαιον καὶ ὅτι τὸν συνέλαβε δι’ ἄλλην αἰτίαν. Δὲν ἠθέλησα δὲ κατόπιν νὰ τὸν διαψεύσω, διότι θὰ εὑρισκόμην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐλέγξω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ αὐτοῦ ἐνεργείᾳ, ἀλλ’ ἐφείσθην τότε τῆς ὑπολήψεως αὐτοῦ, διότι φρονῶ, ὅτι ἢ δὲν πρέπει οἱ Ὑπουργοὶ ν’ ἀπαντῶσιν εἰς τὰς ἐπερωτήσεις τῶν Βουλευτῶν καὶ νὰ δίδωσι λόγον τῶν πράξεων εἴτε ἑαυτῶν εἴτε τῶν ὑπαλλήλων των, ἤ, ἐὰν πράξωσι τοῦτο, ἐκπληροῦντες ἓν στοιχειῶδες καθῆκον, ὀφείλουν νὰ τὸ πράττωσιν εἰλικρινῶς. Νομίζω ὅτι εἶναι πολὺ ταπεινὸν διὰ μίαν Κυβέρνησιν νὰ ἐξαπατᾷ τὴν Βουλήν, ὑπὸ τὸ πρόσχημα δῆθεν, ὅτι δίδει λόγον μιᾶς πράξεώς της, διὰ πληροφοριῶν ἀνακριβῶν, ἢ καὶ νὰ τὴν ἐμπαίζῃ, χορηγοῦσα πληροφορίας, τὰς ὁποίας, αὐτὸς οὗτος ὁ κατηγορούμενος ὑπάλληλος χορηγεῖ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ἀξιοπρεπέστερον, ἐὰν ἔλεγεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν μᾶς δίδει λόγον τῶν πράξεών της καὶ ὅτι δὲν θέλει νὰ μᾶς εἴπῃ καὶ τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν μᾶς δίδει λόγον.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 200,000 πρὸς περίθαλψιν τῶν ἐκ Κρήτης ἀπόρων προσφύγων. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῶν ξηρῶν σύκων).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ οἰνοπνευματοποιείων αʹ καὶ βʹ κατηγορίας. Εἴμεθα εἰς τὸ ἄρθρον 6.
§101ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατόπιν τῶν χθὲς λεχθέντων διετύπωσα τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας νομίζω, ὅτι συμπληροῦται καὶ οἰκονομεῖται τὸ νομοσχέδιον. Ἡ τροπολογία μου ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ αὐτὴ ἐξακρίβωσις καὶ βεβαίωσις ἐνεργεῖται καὶ καθ’ ἣν περίπτωσίν τις τῶν ἄνευ ἀδείας δι’ ἁπλοῦ ἄμβυκος ἐργαζομένων ἐπὶ κατασκευῇ οἰνοπνευματούχου ὑγροῦ ἢ ποτοῦ ἐκ τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 ἀναφερομένων ζαχαρωδῶν ὑλῶν καταγγελθῇ, ὅτι ποιεῖται χρῆσιν ἄμβυκος, οὗ ἡ χωρητικότης ὑπερβαίνει τὰς 150 ὀκάδας». Διὰ τῆς τροπολογίας μου ταύτης τίθενται ὑπὸ τὸ κοινὸν δίκαιον καὶ οἱ μέλλοντες νὰ καταγγελθῶσιν, ὅτι ποιοῦνται χρῆσιν ἀμβύκων χωρητικότητος πέραν τῆς ἀφορολογήτου. Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν θὰ ἐναντιωθῇ εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς τροπολογίας. Ἐὰν δὲ τὴν ἀποκρούσῃ, ἐπιφυλάσσομαι νὰ τὴν ἀναπτύξω.
§102ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Χθὲς εἶπον, ὅτι ἀντιτίθεμαι κατὰ τῆς τοιαύτης προτάσεως· εἶπον δὲ τρανῶς, ὅτι ἀντιτίθεμαι κατ’ αὐτῆς, διότι δὲν ἐννοῶ νὰ ἐκτίθηνται οἱ ἔχοντες ἄμβυκας κατωτέρας χωρητικότητος τῶν 150 ὀκάδων εἰς τὴν ἐξέλεγξιν, ὅταν ἤθελον καταγγελθῆ.
§103ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί θὰ γίνουν;
§104ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐξήγησα τοῦτο χθὲς τοσάκις, ὥστε μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἐπαναλήψεως· εἶπον ὅτι ἐνταῦθα πρόκειται περὶ διοικητικοῦ ἐλέγχου καὶ ὅτι τὸν διοικητικὸν ἔλεγχον ἐννοοῦμεν νὰ περιορίσωμεν εἰς τὰς περιπτώσεις τοῦ ἄρθρου 6, δὲν ἐννοοῦμεν δὲ νὰ περιλάβωμεν καὶ τὴν περίπτωσιν, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐπιθυμεῖ νὰ ἴδῃ περιλαμβανομένην. Ὡς πρὸς τὴν ποινικὴν καταδίωξιν, ἰσχύουσι τὰ καὶ ἐν τῷ κειμένῳ νόμῳ περὶ οἰνοπνευματοποιείων ἀναγεγραμμένα· ὅπως ἐκεῖ ἐπὶ τῆς ποινικῆς καταδιώξεως ἀποφασίζει ἀρχή τις, οὕτως ἡ αὐτὴ ἀρχὴ καὶ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἀποφασίζει καὶ ἐπὶ τῶν τοῦ νομοσχεδίου τούτου· ἐνταῦθα ὅμως πρόκειται περὶ τοῦ διοικητικοῦ ἐλέγχου, τὸν δὲ διοικητικὸν ἔλεγχον θέλομεν περιωρισμένον· ὁ κύριος Βουλευτὴς θέλει νὰ ἐπεκτείνῃ αὐτόν· εἰς τοῦτο ἀνθίσταμαι.
§105ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν καλῶς ἐνόησα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, δὲν θέλει διοικητικὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῆς περιπτώσεως, τὴν ὁποίαν προνοεῖ ἡ τροπολογία μου· θέλει ἐν τούτοις νὰ ὑποβάλῃ τοὺς καταγγελλομένους οἰνοπνευματοποιούς, περὶ ὧν ἡ τροπολογία, εἰς τὰς ποινικὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 9ου. Λοιπὸν ἂς συνεννοηθῶμεν καλῶς· δὲν πρόκειται περὶ εὐνοίας πρὸς τοὺς γεωργοὺς, ὡς διατείνεται ὁ κ. Πρωθυπουργός· πρόκειται τοὐναντίον περὶ δυσμενείας, διότι οἱ καταγγελθησόμενοι, ἔστω καὶ ἀδίκως, δὲν θὰ ἔχουν οὐδεμίαν ἐγγύησιν· δὲν θὰ γίνηται καταμέτρησις τῶν ἀμβύκων, δὲν θὰ δύνανται ν’ ἀνακόπτωσι τὴν κατηγορίαν ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδίκου· δὲν θὰ ἔχουν ἐν γένει οὐδὲν ἔνδικον μέσον. Εἰς τί δὲ συνίσταται ἡ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εὔνοια; Εἰς τοῦτο, ὅτι ὑποβάλλονται καὶ οὗτοι οὐχ ἧττον εἰς τὰς ποινικὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 9ου, τουτέστιν, ὅτι ἐπὶ τῇ ἁπλῇ καταγγελίᾳ ἑνὸς ἀστυνόμου, ἑνὸς κλητῆρος, ἑνὸς ἀντιθέτου, ἰδιώτου οἱουδήποτε, ὁ τοιοῦτος πολίτης, ὁ ἀπολαμβάνων τῆς εὐνοίας τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, θὰ καταδικάζηται ἀπὸ τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον καὶ θὰ δύναται μόνον νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Νομικῶν Συμβούλων· μ’ ἄλλας λέξεις, τίθενται ἐκτὸς τοῦ νόμου διὰ τοῦ εὐνοϊκοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου· θὰ δύναται ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος νὰ ἐπιβάλλῃ ποινὴν μέχρι 5,000 δραχμῶν,—ἀκούσατέ το καλῶς, μέχρι 5,000 δραχμῶν,—θὰ δημεύῃ τοὺς ἄμβυκας, θὰ δημεύῃ τὴν παραγωγὴν τὴν ἐκ τῶν ἀμβύκων, ὁ δὲ ἀδικούμενος πολίτης θὰ ἔχῃ μόνον τὴν προσφυγήν,—ἐὰν ἔχῃ καὶ ταύτην, διότι δὲν γίνεται περὶ τούτου λόγος ἐν τῷ νομοσχεδίῳ,—εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Νομικῶν Συμβούλων. Καὶ μετὰ ταῦτα πάντα ἐξακολουθεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μᾶς λέγῃ μὲ τὰ σωστά του, ὅτι ἡμεῖς θέλομεν νὰ ἐνοχλῶμεν, νὰ φορολογῶμεν τοὺς γεωργούς, τοὺς ἔχοντας ἕνα μόνον ἄμβυκα, ἐνῷ αὐτὸς τοὺς ἀπαλλάττει ἀπὸ ἐνοχλήσεις καὶ φορολογίας! Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ σκεφθῇ ὡρίμως ἐπὶ τούτου. Κύριοι, πάντες οἱ ποιούμενοι χρῆσιν ἀμβύκων χωρητικότητος κατωτέρας τῶν 150 ὀκάδων θὰ καταγγέλλωνται συστηματικῶς, θὰ ἐπιβάλληται εἰς αὐτοὺς ποινὴ ἄδικος, καὶ μὴ ἔχοντες κἀμμίαν ἐκ τοῦ νόμου ἐγγύησιν, θὰ ἀγανακτῶσι δικαίως κατὰ τῶν ψηφισάντων τοιοῦτον τερατῶδες νομοσχέδιον.
§106ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν ψηφίζεται ὅπως ἔχει, διότι εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, διότι θεσπίζει πᾶσαν κακοήθειαν καὶ πᾶσαν αὐθαιρεσίαν. Πρόκειται νὰ παραδώσωμεν, ὄχι πλέον εἰς τὰ ποινικὰ δικαστήρια, ἀλλὰ εἰς τὰ διοικητικὰ δικαστήρια, ἄνευ διαδικασίας τὴν περιουσίαν τοῦ πολίτου. Τοιαύτη διάταξις εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος περὶ συστάσεως ἐκτάκτων δικαστηρίων καὶ ἡ σύστασις διοικητικῶν δικαστηρίων ἐπετράπη μόνον, ὅπως ἐξασφαλισθῇ ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων. Ἀλλὰ λέγετε, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν θέλετε νὰ ἐπιβάλητε, φόρους· ποινὴν ὅμως δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλητε οὕτω. Βεβαίως εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον δὲν θὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ ἐπιβάλῃ ποινὴν οὕτως αὐθαιρέτως, ἄνευ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς ἀμύνης ἐκ μέρους τοῦ πολίτου. Εἶναι καιρὸς τέλος πάντων ν’ ἀνανήψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νὰ μὴ παίζῃ ἐν οὐ παικτοῖς. Τὸ ἄρθρον 6 διαγράφει μίαν διαδικασίαν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ πρόκειται νὰ ἐπιβληθῶσιν αἱ ποιναὶ τοῦ ἄρθρου 9. Ἐὰν παραπέμπῃ τὸ ἄρθρον 9 εἰς τὸν νόμον τοῦ 1887, παραπέμπει μόνον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ μέτρον τῆς ποινῆς, οὐχὶ εἰς τὴν διαδικασίαν. Τίς εἶναι ἡ διαδικασία τοῦ ἄρθρου 9 ὡς πρὸς τὴν ποινὴν, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ; Εἶναι ἡ διαδικασία, ἡ ὁποία ἀναγράφεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 6, καὶ ἐὰν ἐκεῖ διαγράφηται ὑπὲρ ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους θεωρεῖ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιβάλῃ φόρον, ἡ διαδικασία αὕτη βεβαίως ἔπρεπε νὰ διαγραφῇ καὶ ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες θεωροῦνται, ὅτι δὲν ὑπάγονται εἰς φόρον. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 9ου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ οἵα ὑπάρχει, ἐὰν δὲν διαγραφῇ διαδικασία. Τέλος πάντων, πρὸς Θεοῦ! περὶ τίνος πρόκειται ἐδῶ; Περὶ ποινῆς 5,000 δραχμῶν. Καὶ θὰ παραδώσητε τοὺς συμπολίτας σας εἰς τὸν πρῶτον Οἰκονομικὸν Ἔφορον, ὁ ὁποῖος γνωρίζετε πῶς δικάζει! Τὸ ἄρθρον τοῦτο, Κύριοι, δὲν θὰ ψηφισθῇ ὅπως ἔχει, καὶ ἂν μείνωμεν ἕως αὔριον συνεδριάζοντες.
§107ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κύριος Βουλευτὴς ὁμιλεῖ περὶ τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὡσανεὶ ταῦτα ἐτροποποίουν τὴν κειμένην νομοθεσίαν, ἐνῷ τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγράφουσι τὴν ἐφαρμογὴν κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν. Ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει, ὅτι τὸ ἄρθρον 9ον οὐδὲν καθορίζει περὶ διαδικασίας, διότι παραπέμπει εἰς τὸ ἄρθρον 29 τοῦ κειμένου νόμου, κανονίζοντος τὰ τοῦ μέτρου τῆς ποινῆς καὶ οὐχὶ τὰ τοῦ τρόπου τῆς διαδικασίας· ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 10ον ὁρίζει, ὅτι ὡς πρὸς τὴν ἐπιβολὴν τῶν ποινῶν ἰσχύουσιν αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 33 τοῦ κειμένου νόμου.
§108ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον 9ον δὲν λέγει αὐτό.
§109ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἄρθρου 10ου. Λέγω· ὅτι τὸ ἄρθρον 10ον ἐν τελευταίῳ ἐδαφίῳ ὁρίζει: «ὡς πρὸς τὴν ἐπιβολὴν τῶν ποινῶν ἰσχύουσιν αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 33 τοῦ νόμου ΑΦΙΒʹ». Τὸ ἄρθρον 33 καθορίζει ποῖος ἐπιβάλλει πρωτοδίκως τὴν ποινὴν καὶ ποῖος κατ’ ἔφεσιν· καὶ τοῦτο ἀπαντᾷ εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀργολίδος, εἰπόντος ὅτι ἀμφιβάλλει, ἐὰν ὁ καταδικαζόμενος ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς προσφυγῆς εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον· βεβαίως ἔχει τὸ δικαίωμα· δὲν ὑπάρχει περὶ τούτου ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, διότι τὸ ἄρθρον 33 ὁρίζει πάντα τὰ τῆς διαδικασίας ταύτης.
§110ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἴπατέ μας τί περιέχει.
§111ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἄρθρον 33 δὲν ἔχω πρόχειρον, ἵνα τὸ ἀναγνώσω· ἀρκεῖ ὅτι κανονίζει τὰ τῆς διαδικασίας καὶ ὅτι διατηρεῖται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ἐν ἰσχύϊ. Ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον ἐπιβάλλει ὑποχρεώσεις εἰς τὸν κατεργαζόμενον οἰνόπνευμα δι’ ἀμβύκων ἀνωτέρας χωρητικότητος τῶν 150 ὀκάδων, ἡ δὲ βεβαίωσις τῶν ὑποχρεώσεων ἐνεργεῖται διὰ δηλώσεως, ἡ ἐπαλήθευσις τῶν δηλώσεων εἶναι ἀναγκαία ἐγγύησις, κύρωσις δὲ τῆς πρὸς δήλωσιν ὑποχρεώσεως ἡ τιμωρία ἐπὶ τῇ παραλείψει. Τὴν τιμωρίαν ἐπιβάλλει ὁ κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν ἁρμόδιος, διατηρουμένης τῆς ἰσχυούσης διαδικασίας. Καὶ ὅμως ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς περὶ τῶν ποινῶν καὶ τῆς διαδικασίας, ὡσανεὶ προέκειτο νὰ νεωτερίσωμεν, ὁρμαθιάσας τὰ ἀκατανόητα, τὰ ἀντισυνταγματικά, καὶ πάντας τοὺς χαρακτηρισμούς, τοὺς ἀπαρτίζοντας σχεδὸν ὁλόκληρον τὸ γνωστὸν λεξικὸν αὐτοῦ, οὗτινος ἀναμασσᾷ ἐν ἁπάσαις σχεδὸν ταῖς ἀγορεύσεσιν αὐτοῦ τὸ περιεχόμενον. Τὰ ἀντισυνταγματικὰ ταῦτα εἶναι τὰ ἰσχύοντα κατὰ τὴν ὑφισταμένην νομοθεσίαν περὶ οἰνοπνευματοποιείων καὶ κατὰ τὴν νομοθεσίαν τὴν τελωνιακήν, καθ’ ἃς ὁ ἔφορος ἢ ὁ τελώνης ἐπιβάλλουσι ποινὰς καὶ ἐκδίδουσι πρωτοδίκως ἀποφάσεις ἐπὶ τῶν παραβάσεων ἄνευ τῶν ἐγγυήσεων τῆς κοινῆς ποινικῆς νομοθεσίας. Ταῦτα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ θεωρεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς μὴ συνταγματικά· ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἦναι συνταγματικὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δὲν εἶναι συνταγματικὰ καὶ ἐν τῷ κειμένῳ νόμῳ, ὃν τὸ νομοσχέδιον συμπληροῖ, δὲν εἶναι συνταγματικὰ ἐν τῇ τελωνιακῇ νομοθεσίᾳ, ἥτις ἔχει πολὺ μεγαλειτέραν σπουδαιότητα, διότι ἐπὶ τῶν λαθρεμπορίων αἱ ποιναὶ ἀνέρχονται καὶ μέχρι μυριάδων δραχμῶν. Προχθὲς συνελήφθη μέγα λαθρεμπόριον, οὗτινος ὁ δασμὸς εἶναι 20,000 δραχμῶν, ἑπομένως ἡ ποινὴ θὰ ἦναι ὀκτάκις εἴκοσιν, ἤτοι 160,000 δραχμῶν. Ἐὰν ἐπιθυμῆτε νὰ μεταβάλωμεν τὴν νομοθεσίαν ταύτην, πρέπει νὰ μὴ ποιήσωμεν ἀρχὴν ἐν νομοσχεδίῳ συμπληρωματικῷ κειμένου νόμου, ἀλλὰ πρέπει ἐν γένει ἐν τῇ οἰκονομικῇ ἡμῶν νομοθεσίᾳ νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀντικαταστάσεως τῆς διοικητικῆς ἀποφάσεως περὶ ποινῶν δι’ ἀποφάσεως δικαστικῆς, περιβαλλομένης διὰ πασῶν τῶν ἐγγυήσεων τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ νόμου.
§112ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσποιεῖται, ὅτι δὲν ἐννοεῖ τίς ἡ διαφορά, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ ὅλων τῶν ἄλλων νόμων καὶ τῆς διατάξεως, τῆς ὁποίας τὴν ἐπιψήφισιν ἐπιζητεῖ. Εἰς τοὺς ἄλλους νόμους ἡ ποινικὴ διάταξις ἔρχεται εἰς ἐπικουρίαν τῆς φορολογίας, καὶ μόνον ἐκ τούτου δικαιολογεῖται ἡ ἐπιβολὴ τῆς ποινῆς ἐκ μέρους διοικητικοῦ δικαστηρίου. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου φόρον δὲν ἔχετε, δὲν ὑποβάλλετε τὸν πολίτην εἰς ἔλεγχον διοικητικόν, καὶ ὅμως ἐπιβάλλετε ποινήν, καὶ τὴν ποινὴν χορηγεῖτε τὸ δικαίωμα νὰ τὴν ἐπιβάλλῃ ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος. Αὕτη εἶναι ἡ διαφορὰ τῶν περιστάσεων, ἡ ὁποία δικαιολογεῖ, ὅπως χαρακτηρίσωμεν τὴν διάταξιν ταύτην ὡς ἀντισυνταγματικήν. Αὕτη εἶναι ἡ διάκρισις, τὴν ὁποίαν προσποιεῖται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν ἐννοεῖ, ἡ ὁποία ὅμως εἶναι φανερὰ καὶ προκύπτει καὶ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐξ ὅλων τῶν ἐξηγήσεων, τὰς ὁποίας ἔδωκε καὶ χθὲς καὶ προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 33 τοῦ νόμου ΑΦΙΒʹ δὲν εἶναι διάταξις ἀφορῶσα εἰς διοικητικὰς πράξεις. Τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νομοσχεδίου λέγει, ὅτι οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ αʹ καί βʹ κατηγορίας καὶ οἱ ποτοποιοί, εἰσάγοντες εἰς τὰ ἐργοστάσια αὐτῶν, κατεργαζόμενοι ἢ διατηροῦντες ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῶν ἐργοστασίων αὐτῶν ἀμυλώδεις ὕλας, τιμωροῦνται μὲ πρόστιμον μέχρι 1000 δραχμῶν κλπ. Αὕτη εἶναι ἡ πρώτη περίπτωσις· ἔρχεται δὲ ἡ δευτέρα περίπτωσις, καθ’ ἣν ἡ αὐτὴ ποινὴ ἐπιβάλλεται καὶ εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς βʹ κατηγορίας, εἰς οὓς ἐπετράπη ἀνάμιξις ἀμυλωδῶν οὐσιῶν καὶ οἵτινες εἰσάγουσι τοιαύτας ἄνευ ἀδείας ἢ καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ ὁρισθέντος ποσοῦ, ἢ δὲν συμμορφοῦνται πρὸς τὰς κανονισθείσας ὑποχρεώσεις. Ἤδη πρόκειται περὶ περιπτώσεως, καθ’ ἣν ἐπιβάλλεται φόρος, κατόπιν δὲ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου ἐπιβάλλεται ἡ ποινὴ κατὰ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον, ἤτοι κατὰ τὸ ἄρθρον 33 τοῦ νόμου ΑΦΙΒʹ. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐχαρακτήρισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς ἔχοντας οἰνοπνευματοποιεῖον ἄνευ ἀδείας, ποῖον εἶναι τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον διατάσσει τὰ περὶ ποινῶν καὶ διαδικασίας; Εἶναι τὸ ἄρθρον 9, τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει): «Εἰς τοὺς κατὰ τὸ ἐδάφιον αʹ τοῦ ἄρθρου 1 οἰνοπνευματοποιοὺς αʹ κατηγορίας, τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς βʹ κατηγορίας καὶ τοὺς ποτοποιούς, ἐργαζομένους ἄνευ ἀδείας ἢ πέραν τοῦ ἐν τῇ ἀδείᾳ ἀναφερομένου χρόνου, ἢ δηλώσαντας ἐλλιπῶς τὰ μηχανήματα ἢ τὴν χωρητικότητα αὐτῶν ἐλάσσονα τῆς πραγματικῆς πλέον τῶν 5 τοῖς ἑκατὸν, ἐπιβάλλεται ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 29 τοῦ νόμου ΑΦΙΒʹ ποινή».
§113ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἄρα δὲν ὑπάρχει διαδικασία.
§114ΡΑΛΛΗΣ. Ἄρα βεβαίως δὲν ὑπάρχει διαδικασία, διότι δὲν ἀνεγράψατε τοιαύτην. Ἀλλὰ, καὶ ἂν ὑπάρχῃ, σᾶς εἶπον ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἀφορᾷ εἰς κύρωσιν διατάξεως, ἐπιβαλλούσης φόρον, ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἀντισυνταγματικὴ καὶ δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ. Δύνασθε νὰ δίδητε οἱανδήποτε ἔννοιαν θέλητε εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν, ἀλλὰ δὲν θὰ πείσητε οὐδένα. Ἐὰν οἱ κύριοι Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι σᾶς ἀκολουθοῦσι, θέλουν νὰ παραδώσωσι τοὺς συμπολίτας των εἰς τὰς χεῖρας τοῦ τελευταίου Οἰκονομ. Ἐφόρου ἢ τοῦ τελευταίου καταγγελέως, τότε βεβαίως δύναται νὰ ψηφισθῇ ἡ ἐν λόγῳ διάταξις, ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἀντισυνταγματικὴ καὶ δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ.
§115ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἠναγκάσθη νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν ἐπίνοιαν, ὅτι τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 10 δὲν πραγματεύεται περὶ ἁπασῶν τῶν ποινῶν, ἀλλὰ περὶ μόνων τῶν ποινῶν τοῦ ἄρθρου 10. Ἀλλὰ, καὶ ἂν τὸ γράμμα τοῦ ἄρθρου, δὲν ἦτο ἐπαρκὲς εἰς ἀνασκευὴν τῆς ἐπινοίας, ἐὰν οὐδὲν περιείχετο ἐν τῷ ἐδαφίῳ, τὸ δεικνύον ὅτι δὲν περιορίζεται ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως εἰς μόνον τὸ ἄρθρον 10, ἔχομεν τὴν ἀπόδειξιν τοῦ ἐναντίου ἐν τούτῳ, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐπεκτείνεται ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως εἰς τὸ ἄρθρον 9, ἡ διὰ τούτου ὁριζομένη ποινὴ μένει ἄνευ ἐφαρμογῆς δι’ ἔλλειψιν τοῦ νομίμως ἐφαρμόσοντος αὐτήν. Τὸ ἄρθρον 33 τοῦ νόμου ΑΦΙΒʹ, εἰς ὃ παραπέμπει ἡ διάταξις, εἶναι τὸ κανονίζον τὰ τοῦ ἐφαρμόσοντος τὴν ποινὴν καὶ τὰ τοῦ τρόπου τῆς ἐφαρμογῆς, ἐὰν δὲ ἡ περίληψις τῆς διατάξεως ὡς ἐδαφίου ἐν τῷ ἄρθρῳ 10 δύναται νὰ δώσῃ λαβὴν εἰς τὴν παρεξήγησιν, ὅτι ἀφορᾷ εἰς μόνας τὰς ποινὰς τοῦ ἄρθρου 10, πρέπει ν’ ἀποτελέσῃ ἴδιον ἄρθρον. Τὸ ἄρθρον 33 τοῦ κειμένου νόμου ὁρίζει, ὅτι ἀρχὴ, ἐκδικάζουσα πρωτοδίκως, εἶναι ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος, ἀρχὴ δὲ ἐκδικάζουσα κατ’ ἔφεσιν εἶναι τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ὁρίζει δὲ ταῦτα γενικῶς περὶ τῶν ποινῶν, ἃς ἐπάγεται ἡ παράβασις τοῦ νόμου περὶ φόρου οἰνοπνευμάτων· ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἔρχεται ζητῶν ν’ ἀνεύρῃ διαφορὰν ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχει ταυτότης, καὶ ἰσχυριζόμενος ὅτι, ἐφαρμοζομένης τῆς διατάξεως εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ ἄρθρου 9, θὰ ἐδίδοτο εἰς τὸν Ἔφορον ἐξουσία, ὅπως ἐπιβάλλῃ ποινὴν εἰς μὴ φορολογούμενον. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ παράσχωμεν ἐξουσίαν εἰς τὸν Ἔφορον, ὅπως ἐπιβάλλῃ τὴν ποινὴν εἰς τὸν ὑπόχρεων εἰς φορολογίαν καὶ ἀποφεύγοντα τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου. Ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς ἐξουσίας αὐτοῦ ταύτης δύναται ὁ Ἔφορος, ἐκλαμβάνων ὡς ὑπόχρεων εἰς φορολογίαν τὸν μὴ ὑπόχρεων, νὰ ἐφαρμόσῃ ἐπὶ τοῦτον ὅ,τι δὲν ἀφώρα εἰς αὐτόν· ὁ κίνδυνος ὅμως οὗτος ὑφίσταται καὶ κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν. Ὁ Ἔφορος κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν ἐπιβάλλει ποινὴν εἰς τὸν παράγοντα οἰνόπνευμα ἀνωτέρας περιεκτικότητος 37 βαθμῶν· ἐκ τούτου τὸ ἐνδεχόμενον τῆς ἐκ πλάνης ἐπιβολῆς ποινῆς εἰς τὸν παράγοντα οἰνόπνευμα δυνάμεως κατωτέρας τῶν 37 βαθμῶν. Οὗτος εἶναι ὁ κίνδυνος, ὁ παραστηθεὶς ὡς τοσοῦτον μέγας, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ ὑπὸ τὰς περιστάσεις τοῦ νομοσχεδίου τὴν ἐπιβολὴν τῆς τοῦ κειμένου νόμου ποινῆς εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον. Βεβαίως ὁ κίνδυνος ὑφίσταται ἐν ταῖς περιπτώσεσι τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως καὶ ἐν ταῖς τῆς κειμένης νομοθεσίας. Ἐὰν ἐν τῇ κειμένῃ νομοθεσίᾳ αἱ ἐγγυήσεις δὲν ἦναι ἀποχρῶσαι ὡς πρὸς τὴν ἐπιβολὴν τῆς ποινῆς ὑπὲρ τοῦ παράγοντος οἰνόπνευμα κατωτέρας περιεκτικότητος 37 βαθμῶν, δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπὲρ τοῦ κεκτημένου ἄμβυκα χωρητικότητος ἐλάσσονος τῶν 150 ὀκάδων· ἐὰν ὅμως θεωρηθῶσι καταλλήλως διαῤῥυθμισθέντα τὰ τῆς ἐπιβολῆς τῆς ποινῆς ἐν τῇ κειμένῃ νομοθεσίᾳ, τὴν αὐτὴν καὶ ἐν τῷ συμπληρωματικῷ νομοσχεδίῳ πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν διαῤῥύθμισιν, διότι δὲν θὰ ἦτο προσήκουσα ἡ ἐν συμπληρωματικῷ νομοσχεδίῳ μεταβολὴ τῆς βάσεως τοῦ συμπληρουμένου νόμου.
§116ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀπέσχον, κύριοι Βουλευταί, νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ διὰ τὴν εἰδικότητα τῶν γνώσεων, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ, καὶ διότι ἐπιμελῶς οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι συνεζήτησαν μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ τῶν λεπτομερειῶν. Ἀλλὰ καὶ ἀπῆλθον ἐν γαλήνῃ συνειδήσεως χθὲς τὸ ἑσπέρας τοῦ Βουλευτηρίου, πιστεύσας ὅτι τὰ συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν μου ἦσαν ἐξησφαλισμένα, ἀφοῦ ἤκουσα ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι οἱ γεωργοί, οἱ ἀσκοῦντες τὴν παραγωγὴν οἰνοπνεύματος δι’ ἄμβυκος ἐλάσσονος χωρητικότητος τῶν 150 ὀκάδων, μένουσιν ἐντελῶς ἀκαταδίωκτοι, καὶ ἐπὶ τῷ ἐρωτήματί μου μάλιστα ἐπένευσεν, εἰπὼν, ὅτι οἱ ἀδήλωτοι εἶναι καὶ ἀκαταδίωκτοι ἀπολύτως...
§117ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο καὶ ἐπαναλαμβάνω.
§118ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀλλὰ διὰ τῶν σημερινῶν λόγων σας δὲν ὑποστηρίζετε τὸ αὐτό. Ἐφοβούμην δὲ μήπως, ἐὰν δὲν εἶχον τὴν ἔννοιαν ταύτην οἱ λόγοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐμέλλετε ν’ ἀνοίξητε ἐπὶ τοῦ κοινωνικοῦ σώματος διὰ τοῦ νόμου τούτου νέας πληγὰς, ὁμοίας ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἠνοίξατε διὰ τοῦ νόμου περὶ ποιμνιοβοσκῆς. Ἤτοι τὴν καταδίωξιν τῶν πολιτῶν διὰ ψευδῶν πρωτοκόλλων ἤδη τὴν ἐνθρονίζετε καὶ ἄνευ πρωτοκόλλων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνάγκη νὰ ἐνθυμῆται, νομοθετῶν, ὄχι μόνον διὰ τίνος τρόπου θὰ συγκεντρώσῃ πλείονα ἐκ τῶν φόρων εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλὰ καὶ τίνας συμφορὰς δύναται νὰ φέρῃ μία τοιαύτη νομοθεσία· καὶ νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι πολλάκις ὁ οὕτως ἀμελετήτως νομοθετῶν γίνεται αἴτιος καταστροφῆς καὶ ἀπωλείας πολλῶν ἑκατομμυρίων, διὰ νὰ συγκεντρώσῃ εἰς τὸ ταμεῖον διακοσίας ἢ ἑκατὸν χιλιάδας δραχμῶν. Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἔφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ὅτι δὲν ἀντίκεινται εἰς τὸ Σύνταγμα αἱ διατάξεις αὗται περὶ δικαστικῆς ἐξουσίας τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου καὶ ὅτι δὲν νεωτερίζει ποσῶς, διότι καὶ ἐν τῷ τελωνειακῷ νόμῳ καὶ ἐν τῷ τελευταίῳ νόμῳ περὶ οἰνοπνευμάτων τοῦ 1887 εὑρίσκονται ὅμοιαι διατάξεις. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι δὲν εἶναι αἱ αὐταὶ περιστάσεις· διότι εἰς μὲν τὰ τελωνεῖα συλλαμβάνεται χειροπιαστὸν τὸ ἔγκλημα τοῦ λαθρεμπόρου καὶ ἐπιβάλλεται ἡ ποινὴ συμφώνως πρὸς τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου κεκανονισμένα καὶ ἡ τιμωρία ἐκτείνεται ἐπὶ μιᾶς μόνον τάξεως, τῶν ἐμπορευομένων, ἀλλ’ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ὁλοκλήρου τάξεως, τῆς πολυπληθεστέρας, τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος εἰς τοὺς δήμους καὶ τὰ χωρία γίνεται ἕρμαιον πολλάκις τοῦ φατριασμοῦ. Ὥστε ἀθρόαι καταγγελίαι θὰ ἔρχωνται πρὸς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, ψευδεῖς κατὰ τὸ πλεῖστον, περὶ παραβάσεων τῆς διατάξεως ταύτης, ὅτι δηλαδὴ οἱ πολῖται ἔχουσιν ἄμβυκας μεγαλειτέρας χωρητικότητος, καθ’ ἑκάστην. Ἕνεκα δὲ τῆς μεγάλης ἀποστάσεως τῶν πλείστων χωρίων ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ Ἐφόρου θὰ ἦναι ὑπόχρεοι οἱ δυστυχεῖς οὗτοι χωρικοὶ νὰ φορτόνωσι τὸν ἄμβυκά των ἐπὶ ἡμιόνου καὶ νὰ προσάγωσιν αὐτὸν εἰς ἀπόστασιν 10 καὶ 15 ὡρῶν, ὡς θὰ συμβαίνῃ ἐν τοῖς πλείστοις δήμοις τῆς Κορινθίας, πρὸς τὸν Ἔφορον, ἢ θὰ τιμωρῇ οὗτος, ἔχων ἐκ τοῦ νόμου τὴν ἐξουσίαν, ἄνευ παραμικρᾶς ἐρεύνης ἢ ἀποδείξεως. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ ἀντισυνταγματικὸν τοῦ νομοσχεδίου, οὐδὲ θεωρῶ ἄξιον ν’ ἀντικρούσω τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, κρυπτομένου ὄπισθεν ἑνὸς νόμου τοῦ 1887, καὶ ὁμιλοῦντος περὶ αὐτοῦ ὡς νὰ ὡμίλει περὶ νόμου, τοῦ ὁποίου τὸ κῦρος κατέστησεν ἱερὸν μακρὰ σειρὰ ἐνιαυτῶν καὶ ἡ ἀποδοχή του ὑπὸ τῶν πατέρων μας. Καὶ ποῖος εἶναι ὁ νόμος οὗτος; Ἡ θέλησίς σας, κύριε Πρωθυπουργέ· ἡ μὲν πτέρυξ αὕτη (ἡ ἀριστερὰ) ἐξανίστατο καὶ διεμαρτύρετο κατὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου ἐκείνου, ὡς ἀντισυνταγματικοῦ, ἡ δὲ πτέρυξ ἡ ἰδική σας, ὡς πάντοτε, σᾶς ἠκολούθησε τυφλῶς, ἀλλὰ γογγύζουσα. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1887 ἐπρόκειτο περὶ δέκα ἢ πέντε καπνοπωλῶν καὶ τριάκοντα ἢ ὀλιγωτέρων οἰνοπνευματοποιῶν· σήμερον ὅμως πρόκειται περὶ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν γεωργῶν ὁλοκλήρου. Φρονῶ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, λαμβάνων ὑπ’ ὄψει τὴν ἔκτασιν τὴν μεγάλην καὶ τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα θὰ φέρῃ εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς, ἀφινομένους ἀνυπερασπίστους ὑπὸ τὴν μάχαιραν τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου, ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νομοσχεδίου, δίδουσα ἀπόλυτον ἐξουσίαν εἰς τὸν Ἔφορον νὰ τιμωρῇ τὸν γεωργὸν, δὲν θὰ θελήσῃ νὰ δωρήσῃ τὸ ἄδωρον τοῦτο δῶρον, ἀλλὰ θὰ δεχθῇ τοὐλάχιστον τὴν τροπολογίαν τοῦ συναδέλφου μου, ἡ ὁποία τὰ δεινὰ ταῦτα τὰ ἐλαφρύνει, ἐπιτρέπουσα εἰς τοὺς πολίτας τὸ δικαίωμα νὰ ἀποδεικνύωσι τὴν ἀθωότητά των, ἀδίκως καταγγελλόμενοι, ὅτι ἔχουσιν ἄμβυκας μείζονος χωρητικότητος τῆς νομίμου.
§119ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀπεναντίας τὰ ἐντείνει.
§120ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κατὰ τὴν ἀκατανόητον εἰς ἡμᾶς γνώμην σας.
§121ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνεται ἡ ἀναβολή;
§123ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§125ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, καὶ εἶτα ἡ διαλογή).
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 μ. μ.