1889.11.06
1.016 στίχοι · 7.760 λέξεις · 82 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 12
Τῆς 6 Νοεμβρίου 1889
(Δευτέρα).
Ὥρα 4 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπεβλήθησαν νομοσχέδια; διότι νομίζω ὅτι κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του δὲν ἀνέφερε τοιαῦτα ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§2ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐποιησάμην μνείαν τούτων ἐν τῇ ἀγορεύσει μου, καὶ ἐστάλησαν εἰς τὸ τυπογραφεῖον, τινὰ δ’ ἐξ αὐτῶν ἐτυπώθησαν ἤδη καὶ θὰ διανεμηθῶσιν ἴσως σήμερον.
§3ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀντελήφθην νὰ ὑπεβλήθησαν.
§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θέλετε νὰ θεωρηθῇ, ὅτι τὰ ὑποβάλλω τώρα;
§5ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι, ὄχι. Ἐπιθυμοῦμεν μόνον, τὰ πρακτικὰ νὰ ἦναι πιστότερα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τὰ νομοσχέδια κατετέθησαν προχθὲς καὶ τὰ πρακτικὰ εἶναι πιστά.
§7ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ αἱ καταστάσεις ὑπεβλήθησαν τυπωμέναι· ὥστε παρακαλῶ νὰ διανεμηθῶσι τὸ ταχύτερον.
§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι τετυπωμένος ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς πίνακας καὶ εἰς τοὺς νόμους, ἐλλείπει ὅμως ἡ εἰσαγωγικὴ ἔκθεσις, ἡ ὁποία τυποῦται ἤδη, ἑπομένως δὲν δύναται νὰ διανεμηθῇ εἰς τεῦχος, καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι καλλίτερον νὰ ἀναμείνωμεν δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας, ἵνα μὴ διανεμηθῇ εἰς φυλλάδια ἄνευ τῆς εἰσαγωγικῆς ἐκθέσεως.
§9ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἀναγινώσκω, ὅτι ὑπεβλήθη νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1889 ἐκ δραχμῶν 61 ἑκατομμυρίων.
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ πίστωσις αὕτη ἀφορᾷ εἰς τὰ τῶν σιδηροδρόμων.
§11ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον Τριφυλίας πρὸ τριῶν ἐτῶν εἶναι διωρισμένος βοηθός τις Ἰωάννης Κοτσοβόλης ὀνόματι, περὶ τοῦ ὁποίου ὑπεβλήθησαν ἐκθέσεις ὄχι πολὺ εὐνοϊκαὶ ἐκ μέρους τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως δὲν ηὐδόκησε ν’ ἀπαλλάξῃ τὸν τόπον τοῦ ὑπαλήλου ἐκείνου. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ τὰς ἐκθέσεις ταύτας εἰς τὴν Βουλήν, διότι θὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τούτων.
§12ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διανομὴν τῶν βοηθημάτων, τὰ ὁποῖα προσδιωρίσθησαν διὰ τοὺς ἐκ σεισμοῦ παθόντας, ἔχω ἀνάγκην νὰ λάβω πληροφορίας τινὰς παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ περὶ τούτου ὑποβάλλω αἴτησιν ἔγγραφον.
§13ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κατὰ τὸ 1887 ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ τότε συναφθεῖσα μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἐλβετίας ἐμπορικὴ σύμβασις, ἀλλὰ παρελθόντος τοῦ διμήνου, τοῦ ὡρισμένου ἐν τῷ Συντάγματι, μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου καὶ μὴ ἐπιτευχθείσης ἐν Ἐλβετίᾳ τότε τῆς ψηφίσεως τῆς συμβάσεως, ὁ ψηφισθεὶς τότε νόμος, μὴ κυρωθείς, δὲν ἐδημοσιεύθη. Ἀλλὰ πρό τινων μηνῶν ἐν Ἐλβετίᾳ ἐψηφίσθη ἡ σύμβασις· ἔχομεν λοιπὸν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβάλωμεν ταύτην ἐκ νέου εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως καὶ ἐνταῦθα ἐπιψηφισθῇ, ἐπιτευχθῇ δ’ ἔπειτα ἡ ἀνταλλαγή. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 21).
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω σχέδιον νόμου, δι’ οὗ κυροῦται τὸ ἀπὸ 26 Ἰουλίου 1889 Βασιλ. Διάταγμα περὶ τῆς στρατολογικῆς κλάσεως τοῦ 1887. Ἕτερον σχέδιον νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου κυροῦται τὸ ἀπὸ 14 Αὐγούστου 1889 Βασιλ. Διάταγμα περὶ ἀλλαγῆς ἐποχῆς ἐξετάσεων τοῦ Προπαρασκευαστικοῦ σχολείου τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 22–23).
§15ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῆς προχθεσινῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ παρακαλέσω αὐτὸν, ὅπως δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν διασαφήσεις τινὰς περὶ τῶν καθυστερούντων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγε προχθὲς, ὅτι ὁ ἄλλοτε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας ἐβεβαίου ποτὲ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ συνήθης ἀναλογία μεταξὺ καθυστερούντων καὶ εἰσπρακτέων εἶναι 10% καὶ ὅτι «τοιαύτη ἦτο ἀληθῶς ἄλλοτε ἡ ἀναλογία, ἀλλὰ χάρις εἰς τὴν καταβαλλομένην ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἐπιμέλειαν, χάρις εἰς τοὺς νόμους περὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων, τοὺς κατόπιν τῆς δηλώσεως ψηφισθέντας, ἐπετεύχθη, ὥστε κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1874 ἡ ἀναλογία αὕτη νὰ κατέλθῃ εἰς 7, 54 τοῖς ἑκατόν». Δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἐάν ποτε ἐβεβαίωσα τὴν Βουλὴν γενικῶς καὶ ἀπολύτως, ὅτι ἡ ἀναλογία μεταξὺ καθυστερήσεων καὶ βεβαιώσεων εἶναι 10 τοῖς ἑκατὸν, ἀλλ’ ἐάν ποτε ἔπραξα τοῦτο, ὁμολογῶ ὅτι ἔσφαλα· ἀλλὰ πολὺ περισσότερον ἔσφαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις δὲν ἔπρεπε νὰ στηριχθῇ εἰς λόγους ἄλλων, ἀφοῦ ἔχει ἀνὰ χεῖρας τὰ δημόσια κατάστιχα, ἐξ ὧν ἠδύνατο νὰ ἐξελέγξῃ τὴν δήλωσιν ἐκείνην καὶ βεβαιωθῇ, ἐὰν πράγματι τὸ τυχὸν λεχθὲν παρ’ ἐμοῦ ἦτο ἀκριβές. Ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν ἀπολογισμούς τινας παρελθόντων ἐτῶν, ἀπὸ τοῦ 1871 ἕως τοῦ 1875, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ τελευταῖος δημοσιευθεὶς ἀπὸ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον· εὑρίσκω δὲ, ὅτι κατὰ τὸ 1871 ἔμειναν καθυστεροῦντα 6½ τοῖς ἑκατὸν καὶ ὄχι δέκα, κατὰ τὸ 1872, δηλαδὴ τὸ πρῶτον ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐλειτούργησε νόμος τις περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, συνταχθεὶς καθ’ ἣν ἐποχὴν συνετάχθησαν καὶ οἱ ἀμελέτητοι ἐκεῖνοι νόμοι περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς καὶ τῶν φυτειῶν, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ περὶ ὧν ἐπιφυλάσσομαι νὰ φέρω τὸν λόγον εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, κατὰ τὸ 1872 ἔμειναν καθυστεροῦντα μόνον 5,01 τοῖς ἑκατόν. Κατὰ τὸ 1873 6½ τοῖς ἑκατὸν, κατὰ τὸ 1874 7,03 τοῖς ἑκατὸν, κατὰ τὸ 1875 6 τοῖς ἑκατόν. Ὥστε βλέπετε, ὅτι κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα, κατὰ τὰ ὁποῖα διεχειρίζοντο ἄλλοι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἡ ἀναλογία αὕτη ὄχι μόνον δὲν ἔφθασεν εἰς 10 τοῖς ἑκατὸν, ἀλλ’ εἶναι καὶ πολὺ κατωτέρα τοῦ ὁρίου, διὰ τὸ ὁποῖον καυχᾶται σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο· ἐὰν ἀναλύσητε τὰ ἔσοδα, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην αἱ εἰσπράξεις προέβαινον πολὺ περισσότερον ἀφ’ ὅτι προβαίνουσι σήμερον, διότι τὰ δημόσια ἔσοδα δὲν εἰσπράττονται ὅλα διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν καταδιωκτικῶν νόμων, οὔτε διὰ τῆς ἐπιμελείας τῶν ταμιῶν. Τὰ περισσότερα εἰσπράττονται ἅμα τῇ βεβαιώσει καὶ ἄνευ καταδιώξεώς τινος ἢ καὶ ἁπλῆς ἐπιμελείας, τὰ ἔσοδα δὲ ταῦτα διὰ τῶν τελευταίων νόμων ηὔξησαν τόσον πολὺ, ὥστε καταντῶσι νὰ ἀποτελῶσι τὰ ¾ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἐπαρουσίασεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μέχρι τέλους τοῦ Σεπτεμβρίου τῆς χρήσεως τοῦ 1888 ἐβεβαιώθησαν ἔσοδα 95 ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν τὰ 66 ἑκατομμύρια εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἰσπράττονται ἅμα τῇ βεβαιώσει, ἑπομένως δι’ αὐτὰ οὐδεμία ἀνάγκη νὰ καταβάλληται ἐπιμέλεια ἐκ μέρους τῶν ταμιῶν. Τοιαῦτα εἶναι τὰ εἰσοδήματα, τὰ ὁποῖα εἰσπράττουσι τὰ τελωνεῖα, τὸ χαρτόσημον, τὰ παιγνιόχαρτα, τὰ προξενικὰ, τὰ εἰσιτήρια, τὸ σιγαρόχαρτον, τὰ πυρεῖα, τὸ πετρέλαιον τὰ ταχυδρομικὰ καὶ τηλεγραφικὰ δικαιώματα, αἱ κρατήσεις τῶν πολιτικῶν συνταξιούχων, αἱ καταβολαὶ τῶν στρατευσίμων καί τινα ἄλλα. Μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐσόδων τούτων ὑπολείπονται 28 ἑκατομμύρια, εἰς τῶν ὁποίων τὴν εἴσπραξιν ἠσχολήθησαν τὰ ταμεῖα, ἐὰν δὲ ἀφαιρεθῶσι καὶ τὰ ἔσοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὰ εἰσπρακτέα προηγουμένων χρήσεων, τότε μένουσιν εἰσπρακτέα τῆς χρήσεως 1887 25 ἑκατομμύρια, ἐξ ὧν ὑπελείφθησαν καθυστερήσεις 7,000,000 περίπου, ὥστε αἱ καθυστερήσεις δὲν εἶναι πλέον 7½ τοῖς ἑκατὸν, ἀλλ’ ἀνέρχονται εἰς 28%· ἐκ τῶν ἐσόδων δηλαδὴ, τῶν ὁποίων ἀνετέθη εἰς τοὺς ταμίας ἡ εἴσπραξις καὶ χάριν τῶν ὁποίων γίνεται ὅλη αὐτὴ ἡ φοβερὰ καταδίωξις, τὴν ὁποίαν καθ’ ἑκάστην ἀκούομεν, δὲν εἰσεπράχθησαν οὔτε τὰ ¾ περίπου. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν προηγουμένων ἐτῶν 1871–1875, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι μεταξὺ τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα εἰσπράττονται διὰ καταδιώξεως, καὶ τῶν ἄλλων δὲν ὑπάρχει τόσον μεγάλη δυσαναλογία, διότι τότε δὲν ὑπῆρχον φόροι καταναλώσεως, καὶ μόνον τὰ ἡμίση τῶν ἐσόδων εἰσεπράττοντο ἄνευ καταδιώξεως, τῶν δὲ ἄλλων ἡ εἴσπραξις ἐξήρτητο ἀπὸ τὴν ἐπιμέλειαν τῶν ταμιῶν καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν καταδιωκτικῶν μέτρων· ὥστε, ἀντὶ νὰ βελτιωθῇ ἡ εἴσπραξις, ὠπισθοδρόμησε, διότι σήμερον, ὡς σᾶς εἶπον, ἀνέρχεται τὸ πράγματι καθυστέρημα εἰς 28%· ἐνῷ τότε περιεστρέφετο εἰς τὰ 10–15, ἑπομένως οὐδένα εἶχε λόγον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ καυχᾶται, ὅτι διὰ τῆς μεγαλειτέρας ἐπιμελείας, τὴν ὁποίαν κατέβαλε, καὶ χάρις εἰς τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσθησαν, κατώρθωσε νὰ ἐλαττωθῶσιν αἱ καθυστερήσεις. Ἡ κατάστασις αὕτη μᾶς ἐμβάλλει εἰς μεγάλην ἀπορίαν, διότι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ κ. Τρικούπη ἐδόθησαν μεγάλα βοηθήματα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς εἰσπράξεώς των, καὶ ἕκαστος ἀνέμενεν, ὅτι μετὰ τὰ βοηθήματα ταῦτα δὲν ἤθελε μείνει ἡ ἐλαχίστη καθυστέρησις· ἀλλ’ ἀπεναντίας βλέπομεν, ὅτι ἐξακολουθοῦσι κατ’ ἔτος νὰ μένωσιν ἑπτὰ ἑκατομμύρια. Εἶναι δὲ ἀνυπολόγιστα τῷ ὄντι τὰ βοηθήματα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του ἔλαβεν ὁ κ. Τρικούπης. Ἐν πρώτοις ἐκτὸς τῶν 64 ταμείων, τὰ ὁποῖα καὶ πρότερον εἴχομεν, προσετέθησαν καὶ τὰ 25 ὑποταμεῖα, τὰ ὁποῖα, ὡς γνωρίζετε, ἐξομοιοῦνται κατὰ πάντα μὲ τὰ ταμεῖα. Περιπλέον ἐψηφίσθη ὁ γνωστὸς δρακόντειος νόμος περὶ εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων, ὅστις εἰσήγαγε πολλὰς καινοτομίας. Καὶ πρῶτον ἐνεργεῖται ὁ πλειστηριασμὸς τῶν ἐνυποθήκων κτημάτων τῶν ὀφειλετῶν ἄνευ διατυπώσεων. Δεύτερον, τὰ πιστοποιητικὰ ἀκτημοσύνης, τὰ ὁποῖα ἐπαρουσίαζον οἱ καταδιωκόμενοι ὀφειλέται καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἀπεφυλακίζοντο ἄλλοτε μετὰ παρέλευσιν πέντε ἡμερῶν, δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν, εἰμὴ μετὰ παρέλευσιν δύο μηνῶν διὰ τοὺς κοινοὺς ὀφειλέτας καὶ δύο μέχρι τεσσάρων μηνῶν διὰ τοὺς ὀφειλέτας, τῶν ὁποίων τὰ χρέη προέρχονται ἐκ ποινικῶν ἐξόδων. Τρίτον, ἐδόθησαν δικαιώματα συλλήψεως εἰς τοὺς ἄνδρας τῆς χωροφυλακῆς, ὅταν συλλαμβάνωσιν ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου. Τέταρτον καὶ οὐσιωδέστερον πάντων, ἐπεβλήθη πρόσθετον τέλος 20% εἰς τοὺς μὴ πληρόνοντας ἐμπροθέσμως τὰ χρέη των· ἡ ἀπειλὴ δὲ τῆς πληρωμῆς τοῦ προσθέτου τούτου τέλους ἀναγκάζει τοὺς ὀφειλέτας νὰ προσέρχωνται οἰκειοθελῶς καὶ νὰ πληρόνωσιν. Ἐκτὸς τούτων ὡρίσθησαν ποιναὶ δρακόντειοι κατὰ τῶν ὀργάνων τῆς εἰσπράξεως· εἰς φυλάκισιν τοὐλάχιστον τριῶν μηνῶν ὑποβάλλεται, ὅστις, ἀρξαμένης τῆς καταδιώξεως, ἤθελε τὴν ἀναστείλει· ὅσοι δὲ τῶν ταμιῶν, τῶν εἰσπρακτόρων καὶ τῶν ἀνδρῶν τῆς χωροφυλακῆς δὲν ἤθελον ἀποδείξει, ὅτι ἐν διαστήματι ἓξ μηνῶν, ἀφ’ ἧς ἀνετέθη εἰς αὐτοὺς ἡ καταδίωξις, δὲν κατώρθωσαν νὰ εἰσπράξωσι πάντα τὰ ὀφειλόμενα ἢ δὲν ἔλαβον ὅλα τὰ ἀπαιτούμενα μέτρα, ὅπως κατορθώσωσι τοῦτο, τιμωροῦνται μὲ φυλάκισιν τριῶν μηνῶν, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀναβιβασθῇ καὶ μέχρι τῆς εἱρκτῆς δέκα ἐτῶν. Ἐν τούτοις, βλέποντες, ὅτι μέχρι σήμερον οὐδεμία ἐκ τῶν ποινῶν τούτων ἐφηρμόσθη, ἀναγκαζόμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι πάντες οἱ ταμίαι, πάντες οἱ εἰσπράκτορες καὶ πάντες οἱ ἄνδρες τῆς χωροφυλακῆς ἐξετέλεσαν τὸ καθ’ ἑαυτούς· ἀφοῦ δὲ τὸ τέταρτον τῶν βεβαιωθέντων εἰσεπράχθη, φαίνεται, ὅτι μεγάλη μερὶς πολιτῶν δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσωσι, τοῦτο δὲ μαρτυρεῖ πλήρη καὶ τελείαν καταπόνησιν τῆς κοινωνίας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, νὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας διασαφήσεις περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Θέλω νὰ μάθω, διατὶ καθυστεροῦνται ἑπτὰ ἑκατομμύρια ἐκ τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ἀφοῦ ἐτέθησαν εἰς ἐνέργειαν ὅλα τὰ καταδιωκτικὰ μέτρα· ἐὰν δὲ πάλιν δὲν ἐγένετο χρῆσις αὐτῶν καθ’ ὅλων, ποῖα μέτρα ἐλάβετε κατὰ τῶν ὀργάνων σας; Ἐὰν βεβαιωθῇ, ὅτι ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν ὁ περὶ εἰσπράξεως νόμος καθ’ ὅλων ἐν γένει τῶν ὀφειλετῶν, καὶ δὲν ἔφερεν ἀποτέλεσμα, ἕνεκα ἀνεχείας τῶν καθυστερησάντων, εἶναι καιρὸς νὰ σκεφθῶμεν σοβαρώτερον καὶ νὰ προβῶμεν εἰς ῥιζικώτερα μέτρα.
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς ζητηθέντας πίνακας παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος περὶ τῶν καθ’ ἕκαστον ἔτος καθυστερήσεων καὶ τῆς ἀναλογίας αὐτῶν πρὸς τὰς βεβαιώσεις. Προχθὲς ὡμίλησα περὶ τῶν καθυστερήσεων κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν, περὶ ὧν εἶχον ἐνώπιόν μου πίνακας ἀκριβεῖς, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς σήμερον ἐθεώρησε συμφερώτερον νὰ ἀνατρέξῃ εἰς ἐποχὴν προγενεστέραν, ὅσον δὲ περὶ τῶν παρ’ αὐτοῦ λεχθέντων ἄλλοτε, ὅτι 10% ἦτο ὁ μέσος ὅρος τῶν καθυστερήσεων, δὲν ἠρνήθη μὲν, ὅτι εἶπε τοῦτο, διότι ἐγίνωσκεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ προσαγάγωμεν τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, περιέχοντα τὴν τοιαύτην αὐτοῦ βεβαίωσιν, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὡς ἀμφίβολον τὸ γεγονὸς τῆς βεβαιώσεως. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀκριβῶς παρέστησε τότε τὰ περὶ τούτου, σήμερον δὲ, ἵνα παραστήσῃ τὸ ποσὸν κατώτερον, ἀναζητεῖ τοὺς ὅρους ἐν ἐποχῇ προγενεστέρᾳ, ἠναγκάσθη ν’ ἀνατρέξῃ εἰς τὸ 1870 καὶ 1871, τουτέστιν εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν οἱ μακάριοι ἐκεῖνοι νόμοι δὲν ἐλειτούργουν ἔτι, διότι σήμερον, ὅτε λειτουργοῦσιν οἱ νόμοι ἐκεῖνοι, δὲν πρόκειται πλέον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ περὶ καθυστερήσεων 7,54 ἢ 10 ἢ 24%, ἀλλὰ πρόκειται ὡς πρὸς τοὺς νόμους τούτους περὶ καθυστερήσεων 54%. Ἀφοῦ ἐπροικίσθημεν διὰ νομοθεσίας οὕτω μεγαλοφυοῦς, ἕπεται, ὅτι ἡ ἀναλογία μεταβάλλεται ἐν ἀντιπαραθέσει πρὸς τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἡ νομοθεσία αὕτη δὲν ὑφίστατο. Ἐγὼ εἰργάσθην ἐπὶ πινάκων, περιλαμβανόντων τὰ ἔτη, καθ’ ἃ ἐλειτούργουν οἱ εἰρημένοι νόμοι, καὶ ἐν τοῖς πίναξι τούτοις εὗρον πρόοδον. Ὅταν δυνηθῶμεν νὰ ἐπανορθώσωμεν τὸ κακὸν, τὸ ἀποῤῥέον ἐκ τῶν νόμων ἐκείνων, ἐπιτρέπονται τοιαῦται ἐξ ἀναλογίας πρὸς τὴν πρὸ τῆς ψηφίσεως τῶν νόμων ἐποχὴν μελέται καὶ σκέψεις.
§17ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνέγνωσα προχθὲς εἴδησίν τινα, ἡ ὁποία δὲν μὲ ἐξέπληξε, δηλαδὴ, ὅτι ἐφάνη λῃστρικὴ συμμορία εἰς δῆμόν τινα τῆς Εὐρυτανίας καὶ διέπραξε μίαν λῃστείαν, δὲν μὲ ἐξέπληξε δὲ τοῦτο, διότι πρὸ πολλοῦ βλέπομεν συμπτώματα τῆς λῃστείας ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ, ἀφοῦ ἀπὸ παντοῦ εἶχεν ἐκλίπει καὶ ὅλα δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι συντρέχουσιν, ὅπως μὴ ἀνανεωθῇ αὕτη. Ἐπιθυμῶ σχετικῶς πρὸς τοῦτο νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, τίνα μέτρα ἔλαβεν, ἐκτὸς ἐὰν καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγουσιν αἱ ὑπουργικαὶ ἐφημερίδες, ἦναι ψεύδη, ἐκτὸς ἐὰν πάντα, τὰ ὁποῖα βλέπει τις ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ἦναι ὀπτικὴ ἀπάτη. Βεβαίως πᾶσα Κυβέρνησις ἔχει συμφέρον ἐπὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ βεβαίως πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἔχει τὸ αὐτὸ συμφέρον· ἀλλὰ, ἐνῷ ἔχει συμφέρον περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, φαίνεται, ὅτι δὲν εἶχε τὴν πρόνοιαν περὶ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἡ τήρησις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἀπαιτεῖ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἠκούσαμεν ἕτερον ἔγκλημα, διαπραχθὲν ἐν τῷ δήμῳ Ἀγράφων, ἐνῷ ἐκεῖ οὐδέποτε διαπράττονται ἐγκλήματα. Ἐφημερὶς ὑπουργικὴ περιγράφει, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ὑπάρχει ἐκεῖ ἢ εἶδος κοινοκτημοσύνης. Σᾶς εἶπον, Κύριοι, καὶ προηγουμένως ὅτι ἔχω ἄμεσον ἀντίληψιν τῆς χώρας, κατῴκουν εἰς χωρίον, ὅπου ἤρχοντο οἱ καλλιεργηταὶ καὶ μοὶ ἔλεγον: «σήμερον μᾶς ἔκλεψαν εἴκοσι πρόβατα, αὔριον τριάκοντα, τὴν ἑπομένην ὁλόκληρον ποίμνιον»· μοὶ ἔλεγον οἱ ἄνθρωποι, ὅτι δὲν ἔχουν πλέον τί νὰ κάμουν, εἰμὴ νὰ τραπῶσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν ζωοκλοπὴν, διὰ νὰ ἀποκτήσουν τὰ ἀπολεσθέντα. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας.
§18ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παντοῦ.
§19ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖ, ὅπου λείπει ἡ χεὶρ τῆς ἐξουσίας, αὐξάνει τὸ ἔγκλημα, κατὰ μείζονα δὲ λόγον, ὅταν ἐμπνευσθῇ πεποίθησις τῆς ἀτιμωρησίας. Εἰς τὴν Αἰτωλοακαρνανίαν ἐπλεόνασε τὸ ἔγκλημα, ἡ ζωοκλοπὴ ὕψωσε θρασεῖαν κεφαλὴν, καὶ τὸ φαινόμενον τοῦτο δὲν προκαλεῖ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως! Ἐφθάσαμεν σχεδὸν εἰς τὴν ἀναρχίαν! Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας περὶ τῆς συμμορίας, ἥτις ἐνεφανίσθη ἐν τῇ Αἰτωλοακαρνανίᾳ.
§20ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐν τῷ χωρίῳ Ἀγράφων κατὰ τὴν εἰκοστὴν τετάρτην Ὀκτωβρίου διὰ ῥήξεως τῶν θυρῶν οἰκίας, εἰς τὴν ὁποίαν κατῴκει γραῖά τις, εἰσῆλθον τέσσαρες ἢ πέντε ἄγνωστοι, οἱ ὁποῖοι μετῆλθον βιαιοπραγίας κατ’ αὐτῆς καὶ τῆς ἀφῄρεσαν πράγματα ἀξίας πεντακοσίων δραχμῶν. Περὶ συμμορίας ληστρικῆς δὲν πρόκειται, οὔτε ὑπάρχει πληροφορία τις περὶ ὑπάρξεως συμμορίας ἐν τῷ νομῷ ἐκείνῳ ἢ ἀλλαχοῦ τοῦ Κράτους. Ἡ πρᾶξις εἶναι ἐξ ἐκείνων, αἵτινες δυστυχῶς συμβαίνουσιν ἐνίοτε καὶ τῶν ὁποίων τῆς καταδιώξεως ἐπιλαμβάνονται πάντοτε αἱ ἀρχαὶ ταχύτατα, ἀνακρίνουσαι καὶ καταδιώκουσαι, μετὰ δρακοντείας δὲ αὐστηρότητος ἐτιμωρήθησαν πάντοτε οἱ διαπράττοντες αὐτὰς, μετ’ αὐστηρότητος, ἥτις προὐκάλεσε κατάκρισιν καὶ παρὰ τῶν ἀντιπολιτευομένων. Ἡ Ἀρχὴ ἐπελάβετο νῦν ἐνεργειῶν πρὸς ἐξακρίβωσιν τοῦ συμβάντος τούτου. Ὡς πρὸς τὴν ἐν γένει δὲ κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῷ νομῷ Αἰτωλοακαρνανίας, νομίζω ὅτι ὁ κ. συνάδελφος παρέστησεν αὐτὴν μὲ χρώματα μελανώτερα τοῦ προσήκοντος. Μεθ’ ὅλην τὴν πολυπραγμοσύνην, μὲ τὴν ὁποίαν ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ἀναγράφονται αἱ ἁπλῶς καταγγελλόμεναι πράξεις, αἱ ὁποῖαι τὴν ἑπομένην ἡμέραν τὰς διαψεύδουσιν, ἐλάχισται ἐκεῖθεν ἀγγέλλονται. Δὲν εἶναι πολλαὶ ἡμέραι, καθ’ ἃς ἐφημερίδες ἀνέγραψαν περὶ ἐγκλήματος, συμβάντος ἐν τῇ περιφερείᾳ τῶν Ἀθηνῶν καὶ τὸ ὁποῖον τὴν ἑπομένην ἡμέραν διέψευσαν· τοῦτο εἶναι λίαν σύνηθες. Ἐν τοσούτῳ, μὲ ὅλην τὴν τάσιν πρὸς δημοσίευσιν καταγγελλομένων ἁπλῶς πράξεων, ἐπικαλοῦμαι τὴν ὑμετέραν ἀντίληψιν, ἂν ἐν ταῖς δημοσιεύσεσι ταύταις ἀνέγνωτε ἐγκληματικὰς πράξεις ἐν τῷ νομῷ Αἰτωλοακαρνανίας συμβάσας. Τὸ ἔγκλημα δὲν ἔπαυσεν ὁριστικῶς οὔτε ἐν Ἑλλάδι οὔτε ἀλλαχοῦ. Παράπονον δὲ ἤθελεν εἶσθαι δεδικαιολογημένον, ἐὰν ἠκούομεν κατάκρισιν, ὅτι τὰ διαπραττόμενα ἐγκλήματα δὲν καταδιώκονται. Ἐὰν περὶ τούτου ἐζητοῦντο πληροφορίαι, ἤθελον ἀποδείξει, ὅτι δραστηριώτερον παρά ποτε καταδιώκονται καὶ ταχύτερον. Πλὴν δὲ τῶν συνήθων ἐνεργειῶν τῶν ἁπανταχοῦ ἀρχῶν ὑπὲρ τῆς δημοσίας τάξεως, εἶναι γνωστὸν ὅτι πρὸ ἑβδομάδων τινῶν ἐστάλη ἀνώτερος στρατιωτικὸς ἐπόπτης εἰς τὸν νομὸν Αἰτωλοακαρνανίας, ὁ συνταγματάρχης Σαράτσογλους, ὅστις καὶ ἄλλοτε διέπρεψεν ἐπιτυχῶς ὑπὲρ τῆς ἀσφαλείας τῆς δημοσίας τάξεως, ἕτερος δ’ ἐπίσης ἐστάλη εἰς Μεσσηνίαν καὶ ἄλλους νομοὺς τῆς Πελοποννήσου.
§21ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ συγκεκριμένον γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν ἐπερώτησιν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶπεν ἄλλο τι, παρὰ ἐξέθηκε τὸ πρᾶγμα. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι ἀνεκάλυψα ποία ἦτο ἡ συμμορία, εἶπον ὅτι ἄγνωστοι εἰσῆλθον εἰς οἰκίαν καὶ ἐξετέλεσαν λῃστείαν· δὲν εἶπον ὅτι ἦσαν οἱ δεῖνα καὶ δεῖνα προκεκηρυγμένοι λῃσταί. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ αὐστηρότης προήχθη μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ παραπονῶνται καὶ αὐτοὶ οἱ ἀντιπολιτευόμενοι· τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, διότι αἱ καταδιώξεις μόνον κατὰ τῶν ἀντιπολιτευομένων ἐπεκτείνονται, καὶ τοῦτο προβλέπων ὁ κ. Ὑπουργὸς, μᾶς εἶπεν ὅτι αἱ καταδιώξεις διήγειραν τὰ παράπονα τῶν ἀντιπολιτευομένων. Τοῦτο λέγω καὶ ἐγὼ· καὶ ἐνόσῳ τοῦτο ὑπάρχει, θὰ αὐξάνῃ ἡ διατάραξις τῆς δημοσίας τάξεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ δημοσία ἀσφάλεια, ἂν δὲν ἐκριζωθῇ τὸ πνεῦμα τοῦ κομματισμοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῆς σημερινῆς καταστάσεως καὶ τῆς πρότερον. Ἐγὼ ἐβεβαίωσα ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως τὸ ἐναντίον, ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξε τοιαύτη κατάστασις περὶ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, οὐδὲ εἰς τὸ ὄνειρόν των ἐνθυμοῦνται οἱ ἄνθρωποι τοιοῦτόν τι· ἐγὼ ἐπεκαλέσθην ἐφημερίδα τῆς συμπολιτεύσεως, τὴν «Ἀκρόπολιν», ἥτις ἀνέγραψε τὰ τῆς λῃστείας ταύτης καὶ ἥτις κατὰ θετικὰς πληροφορίας ἀναφέρει, ὅτι ἡ δημοσία τάξις ἐν τῷ νομῷ Αἰτωλοακαρνανίας εὑρίσκεται εἰς οἰκτρὸν σημεῖον καὶ εἰς βαθμὸν ἀνυπόφορον.
§22ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας εἶναι τοσοῦτον σπουδαῖον, ὥστε βεβαίως δὲν πρέπει νὰ τὸ θεωρήσωμεν ζήτημα ἀντεγκλήσεων, ὅπως ἐξέλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀλλὰ ζήτημα βαθείας καὶ περιεσκεμμένης μελέτης. Κανεὶς δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ἀλλὰ οὔτε εἰς ὡρισμένην αἰτίαν δυνάμεθα νὰ ἀποδώσωμεν τὴν κατάστασιν, εἰς ἥν διατελεῖ ἡ κοινωνία· ἰδίως τὰ ἐγκλήματα κατὰ τοῦ ἀτόμου ὑπερεπλεόνασαν καὶ παρουσιάζονται ὑπὸ περιστάσεις ἐκτάκτους καὶ μοναδικάς, διότι παρατηρεῖται καθ’ ἑκάστην οὐ μόνον μέγας ἀριθμὸς ἐγκλημάτων, ἀλλὰ καὶ τὸ εἶδος τῶν ἐγκλημάτων εἶναι ὅλως ἐξαιρετικόν. Χθὲς ἀκόμη ἀνέγνωσα, ὅτι ἐνωμοτάρχης καὶ χωροφύλακες ἐφυλακίσθησαν εἰς τὸ Ναύπλιον, διότι ἐφόνευσάν τινα εἰς τὸ Ἄργος....
§23ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι συκοφαντία.
§24ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν ἐνέργειαν τῆς δικαιοσύνης, ἥτις προέβη εἰς σύλληψιν αὐτῶν καὶ προφυλάκισιν. Ἐὰν οἱ ἄνθρωποι ἦναι ἀθῶοι, δὲν εἶμαι ἐγὼ, ὅστις θὰ τὸ κρίνω· ἀλλ’ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν ἐνέργειαν τῆς δικαιοσύνης. Τὸ φαινόμενον εἶναι λυπηρὸν, καὶ, ἐὰν ἀνατρέξῃ τις εἰς ἐποχὴν οὐχὶ μεμακρυσμένην, θέλει εὕρει παραδείγματα, καθ’ ἃ τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας ἐγκλημάτησαν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ στιγμή, καθ’ ἥν τὸ σπουδαῖον τοῦτο ζήτημα πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ γενικωτέραν ἔποψιν, καθόσον εἶναι ζήτημα ἄξιον σπουδῆς καὶ μελέτης, ὀφείλει δὲ ἡ Κυβέρνησις σπουδαίως νὰ ἐγκύψῃ εἰς τοῦτο ἤδη, ὅτε πιστεύω, ὅτι θέλει ἔχει πλειοτέραν ἄνεσιν ν’ ἀσχοληθῇ καὶ εἰς ἄλλα ἀντικείμενα, ἐκτὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Θὰ παρακαλέσω ἑπομένως τὴν Κυβέρνησιν, νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, νὰ δώσῃ ἰδιαιτέραν προσοχὴν εἰς ταύτην, νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, καὶ ν’ ἀναζητήσῃ τὰ αἴτια, διὰ τὰ ὁποῖα τοιαῦτα συχνὰ ἐγκλήματα διαπράττονται εἰς τὰ κέντρα, εἰς τὰς μεγάλας πόλεις, ἐν μέσῳ τῶν πλατειῶν, εἰς τὰς δημοσίας ὁδοὺς, ἄνευ φόβου. Ἄλλοτε ἐνθυμοῦμαι, κατὰ τὸ μακρὸν δικαστικόν στάδιόν μου, ὅτε ἐπεκράτει ἡ δολοφονία, εἴτε λόγῳ ἐκδικήσεως, εἴτε ἐξ ἄλλων ἀφορμῶν, τότε ὁ ἐγκληματῶν ἐλάμβανεν ὅλα τὰ μέσα, ἵνα ἀποκρυβῇ καὶ ἀποφύγῃ τὴν καταδίωξιν, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχεν ἡ αὐθάδεια, ἥτις ὑπάρχει σήμερον, ἡ αὐθάδεια κατὰ τῆς κοινωνίας, ὥστε νὰ βλέπωμεν ἀνθρώπους ἐν πλήρει μεσημβρίᾳ νὰ σφάζωνται, νὰ πιστολίζωνται καὶ νὰ ἤμεθα καθ’ ἑκάστην μάρτυρες τοιούτων αἱματηρῶν σκηνῶν. Κατὰ πᾶσαν πρωΐαν ἐγειρόμενοι καὶ ἀναγινώσκοντες ἐφημερίδας, μανθάνομεν φόνους ἐν μέσαις Ἀθήνας, ὅπου ὑπάρχουσι καὶ ὅλα τὰ μέσα τῆς προφυλάξεως. Ἐπαναλαμβάνω, ἂς μὴ λάβωμεν ὑπὸ ἔποψιν πολιτικὴν τὸ ζήτημα, ἀλλ’ ὑπὸ ἔποψιν κοινωνικὴν, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ τὴν δέουσαν μέριμναν.
§25Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Χρεωστῶ νὰ ποιήσωμαι δήλωσίν τινα εἰς τὴν Βουλὴν, λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τοῦ λόγου τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς βεβαιοῖ, ὅτι τὰ πράγματα ἔχουσιν ὡς οἱ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἰσχυρίσθησαν καὶ ὡς πάντες οἱ εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως βεβαιοῦσι καὶ ὁμολογοῦσιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν ἐξετάζει τὰ πράγματα κατ’ ἄλλον τρόπον ἢ καθ’ ὃν ἐξετάζει ταῦτα ἡ Ἀντιπολίτευσις. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, βλέπουσα πληθυνόμενον τὸ ἔγκλημα, παρατηροῦσα ὅτι ἡ δημοσία τάξις ἐκλονίσθη ἐν πάσαις ταῖς περιφερείαις, ὅτι ἡ τάσις πρὸς τὸ ὑπερβαίνειν τοὺς νόμους ἐνισχύθη μέχρι θρασύτητος, ὅτι ἡ ἀσφάλεια τῶν πολιτῶν εἶναι ἐν ἐσχάτῳ κινδύνῳ, ὅτι τὰ ἀγαθὰ τοῦ πολιτισμοῦ τρέχουσιν ὡσαύτως κίνδυνον, ἐξετάσασα, ὡς εἶχε καθῆκον, τίς ἡ αἰτία τῆς τοιαύτης καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας τοῦ Κράτους, εὗρεν ὅτι ἡ αἰτία εἶναι ὁ κομματισμὸς ἐν τῇ διοικήσει, ἡ παράβασις τῶν νόμων, τὴν ὁποίαν τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως διαπράττουσι χάριν τῶν ἀτόμων, ἡ ἀθέτησις τῶν κανόνων τῆς δικαιοσύνης, ἡ πεποίθησις εἰς τοὺς δικαζομένους, ὅτι θέλουσιν ἀθωωθῆ διὰ τῆς συνδρομῆς τῶν φίλων των, ἡ ἐλπὶς ὅτι, καὶ ἂν ἤθελον καταδικασθῆ, θέλουσιν ἀπολυθῆ τῆς φυλακῆς καὶ δὲν θέλουσιν ἐκτίσει τὴν ποινήν των. Καὶ ἐπειδὴ τοιαύτην γνώμην ἔχουσιν οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι, ἦλθον νὰ ἀσκήσωσι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν ὡς Βουλευταὶ, τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου τῆς Κυβερνήσεως. Τὸν ἔλεγχον τοῦτον ἐνασκοῦντες, ἐζήτουν πρὸ μικροῦ πληροφορίας παρ’ αὐτῆς. Ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν ἐννοῇ ἄλλως τὰ πράγματα, δὲν ἀντιλέγω. Καὶ πείθομαι, ὅτι ἐννοεῖ ἄλλως τὰ πράγματα, διότι οὗτος δὲν ζητεῖ νὰ ἐνασκήσῃ τὸν ἔλεγχον, ἀλλὰ παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ πρόνοιαν. Ὁ κ. συνάδελφος φρονεῖ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν συνετέλεσεν εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο ἐπετίμησε τοὺς προαγορεύσαντας αὐτοῦ συναδέλφους, χαρακτηρίσας τὰ παρ’ αὐτῶν λεχθέντα ὡς ἀντεγκλήσεις. Τὴν γνώμην ταύτην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν συμμερίζεται, ἡ δὲ ἐκτεθεῖσα ὑπ’ αὐτοῦ γνώμη εἶναι γνώμη αὐτοῦ καὶ οὐχὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§26ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν ἦλθον νὰ ζητήσω ἔλεγχον· ἐγένετο ἐπερώτησις, ἥτις περιεστράφη περὶ τὴν κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας· σχετικῶς πρὸς ταύτην, ἐξέφρασα τὴν γνώμην μου, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ δοθῇ προσοχὴ καὶ νὰ ζητηθῶσι τὰ αἴτια· διότι οὔτε ἡ στιγμὴ οὔτε τὸ θέμα ἦτο πρὸς ἄλλην συζήτησιν. Δὲν ὡμίλησα οὔτε ἐν ὀνόματι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὔτε ἐν ὀνόματι ἄλλου τινὸς, ἀλλὰ ἐν ὀνόματι ἐμοῦ, ὡς ἐγὼ βλέπω τὰ πράγματα. Δὲν ἐνόμισα ὅτι ἦτο καιρὸς νὰ προκαλέσω συζήτησιν, ἥτις δὲν ἦτο τῆς παρούσης στιγμῆς. Σχετικῶς μὲ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Χατζοπούλου ἐξήγησα δι’ ὀλίγων λέξεων τὴν γνώμην μου ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καθόσον δὲν πρόκειται περὶ ἄλλου ζητήματος. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν ὡμίλησα, οὔτε ἀξιῶ, ὅτι εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω ἐν ὀνόματι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§27ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἀνεκοίνωσα ἔγκλημα διαπραχθὲν εἰς τὴν ἐπαρχίαν, δὲν ἐννοῶ βεβαίως νὰ μετέλθω τὸ ἔργον τοῦ νεολόγου, τοῦ ἀναγγέλλοντος εἰδήσεις· ὑπέμνησα τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσα ἐν τῇ ἐφημερίδι, τὴν ὁποίαν πάντες ἀνέγνωσαν. Οὔτε εἶναι σπουδαῖον τὸ ἔργον τοῦ Βουλευτοῦ, νὰ μεριμνήσῃ περὶ δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ ἂν ἤθελεν ὑποτεθῆ ὑποβάλλων τοιαύτην παράκλησιν, νομίζω ὅτι τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὑπεδήλου τὴν μεγαλειτέραν καταδίκην τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἰς τοῦτο δὲν ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς διαφωνίαν, ὅτι δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις ἔφθασεν εἰς τοιοῦτον σημεῖον ὀλιγωρίας περὶ τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ὥστε ἔχει ἀνάγκην ἡ Βουλὴ νὰ τὴν παρακαλέσῃ νὰ μεριμνήσῃ περὶ δημοσίας ἀσφαλείας, διότι φαίνεται ὅτι οὐδόλως θέλει. Ἄλλο εἶναι τὸ ἔργον ἡμῶν· τὸ ἔργον ἡμῶν εἶναι, νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα προὐκάλεσαν τὴν κατάστασιν ταύτην· καὶ ταῦτα εἶναι εὐνόητα καὶ εἰς τὸν ἔχοντα τὴν κοινοτάτην πεῖραν. Ἐγκλήματα ἐντελῶς λησμονηθέντα σήμερον ἐπανέρχονται ἕνεκα τῶν πράξεων τῶν κομματικῶν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐφ’ ὅσον δὲ τὰ αἴτια ταῦτα ὑπάρχουσι, τὰ ἐγκλήματα θὰ προβαίνωσιν αὐξανόμενα κατὰ γεωμετρικὸν λόγον.
§28ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐδήλωσεν, ὅτι δρακοντείως καὶ δραστηρίως ἐνεργεῖται ἡ ἀποκατάστασις τῆς τάξεως ἐκ μέρους τῶν ἀρχῶν, τὸν παρακαλῶ νὰ μᾶς εἴπῃ, ἂν συνελήφθη ὁ χθὲς τὸ ἑσπέρας εἰσελθὼν εἰς τι καφφενεῖον τῆς Νεαπόλεως καὶ θύσας καὶ ἀπολέσας, παρόντων καὶ τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, τῶν ἀστυνομικῶν κλητήρων, περὶ τὸ τέλος δὲ καὶ ἀστυνόμου τινός. Τὸ φρικῶδες δὲ εἶναι, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ τῆς ἀστυνομίας παρεκάλεσαν τὸν καταστηματάρχην νὰ ἀνοίξῃ τὸ καφφενεῖόν του, ἀντὶ νὰ συλλάβωσι τὸν ἐγκληματήσαντα. Μήπως ταῦτα ἐννοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς δρακόντειον ἐνέργειαν τῶν ἀρχῶν; Ὁ καταστηματάρχης, ὡς μοὶ εἶπον, μετέβη εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διὰ νὰ παραδώσῃ τὰς κλεῖδας τοῦ καταστήματός του, καὶ ἂν δὲν τὸ ἔπραξεν, ἀρκεῖ ὅτι τὸ εἶπε, διὰ νὰ καταδειχθῇ ἡ δρακόντειος ἐνέργεια τῆς ἀρχῆς. Ἡ ὑπεράσπισις τῶν ἀνθρώπων τοῦ κόμματος, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἔφθασε μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε τὰ ἐγκλήματα ἐπληθύνθησαν εἰς βαθμὸν ἀνυπολόγιστον. Ἐν μέσαις Ἀθήναις εἰσέρχονται οἱ ἐγκληματίαι εἰς τὸ κατάστημα φιλησύχου ἐμπόρου καὶ καταστρέφουν τὴν περιουσίαν του, ἐνῷ σεῖς τὸν φορολογεῖτε, διὰ νὰ ἦναι ἀσφαλής. Αὐτὴ εἶναι ἡ δρακόντειος ἐνέργειά σας; Ἐρωτῶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, συνελήφθη ὁ δράστης ἀπὸ τὰ παρόντα ἐκεῖ ὄργανα τῆς ἀστυνομίας; Τί ἐνηργήσατε, ἀφοῦ ἦσαν παρόντα καὶ δὲν συνέλαβον τὸν δράστην; Δὲν νομίζει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς ἐρωτήσεις ταύτας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Ποῦ ἠκούσθη οἱ ἐπιφοβώτεροι τῶν ἐγκληματιῶν νὰ περιφέρωνται εἰς τὰς πόλεις ἐλεύθεροι; Πρό τινων ἡμερῶν εἰς τὸν δῆμον Εὔας περιεφέροντο νύκτωρ δύο συμπολῖταί μου μετά τινος γυναικός, τὴν ὁποίαν διημφισβήτει ὁ υἱὸς τοῦ Δημάρχου, φίλος τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, κατοικῶν εἰς τὸ χωρίον ἐκεῖνο, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν, ὅτι, ἂν δὲν τῷ παραδώσουν τὴν γυναῖκα, θὰ τοὺς φονεύσῃ. Τὴν νύκτα ἠκούσθησαν πυροβολισμοί, ὁ εἷς ἔπεσε νεκρὸς ἐκ τῶν συνοδευόντων τὴν γυναῖκα, ὁ ἕτερος ἔπεσε χαμαί, ἵνα μὴ πυροβοληθῇ, οἱ φονεῖς ἥρπασαν τὴν γυναῖκα, ἔμειναν μετ’ αὐτῆς ὅλην τὴν νύκτα καὶ περὶ τὴν πρωΐαν ἐφόνευσαν καὶ αὐτήν, διὰ νὰ ἀποκρύψουν τὸ ἔγκλημα, πιστεύοντες ὅτι ἐφόνευσαν καὶ τοὺς δύο, οἵτινες τὴν συνώδευον. Ἐγένετο ἀνάκρισις ἐπὶ τόπου, ἐβεβαιώθη τὸ ἔγκλημα, καὶ ὅμως αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, ὡς πληροφοροῦμαι, εἶναι ἐλεύθεροι. Αὐτὴ εἶναι ἡ δραστηρία καὶ δρακόντειος ἐνέργεια τῶν ἀρχῶν! Εἶναι ἐλεύθεροι καὶ περιφέρονται, πρὸς αἶσχος τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς διοικήσεως τῆς χώρας! Ἀλλὰ διατὶ τρέχω ἐκεῖ, τόσον μακράν, εἰς τὰς ἐπαρχίας; Προχθὲς κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης σᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ Φιλώτας ἦτο εἰς τὰς φυλακάς. Ἐγὼ σᾶς ἀναφέρω διατριβὴν δημοσιευθεῖσαν τὴν 9 Σεπτεμβρίου τοῦ παθόντος Γκιόρα, ὁ ὁποῖος γράφει, ὅτι, ἐν ᾧ ἐζήτει νὰ ἐπιδώσῃ διὰ τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος ἔγγραφον τῷ Φιλώτᾳ εἰς τὰς φυλακὰς, αὐτὸς ἦτο ἔξω καὶ ἀνεζήτει τὸν Γκιόραν διὰ νὰ τὸν φονεύσῃ. Ἐφίστα ἐπὶ τούτου τὴν προσοχὴν τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν καὶ ῥητῶς κατήγγελλεν, ὅτι ὁ Φιλώτας, ἐνῷ ὑπῆρχε κατ’ αὐτοῦ ἔνταλμα προφυλακίσεως, περιεφέρετο ἐλεύθερος, συνανεστρέφετο μὲ ὄργανα τῆς τάξεως, καὶ ἐκαραδόκει τὴν περίστασιν νὰ συμπληρώσῃ τὸ δολοφόνον κατ’ αὐτοῦ ἔργον του· ἀνέφερε δὲ ἐν μακρᾷ σειρᾷ, ὡσεὶ ἠγνόουν οἱ ἁρμόδιοι, καὶ τὰς περγαμηνὰς τοῦ προστατευομένου ἐγκληματίου, τὴν πληθὺν τῶν βουλευμάτων καὶ καταδικαστικῶν ἀποφάσεων τῶν Κακουργιοδικείων. Ἐπαναλαμβάνω, καὶ παρακαλῶ νὰ σημειώσητε καλῶς, ὅτι ἀπὸ τῆς 9 Σεπτεμβρίου εἶναι δημοσιευμένη ἡ διατριβὴ αὐτή. Ἐὰν δὲν ἦσαν ἀληθῆ ὅσα ἐν τῇ διατριβῇ του ὁ Γκιόρας γράφει, πῶς δὲν κατεδιώχθη ὁ Γκιόρας, ἀφοῦ κατήγγειλε τὴν Ἀρχὴν ὡς μὴ ἐκτελοῦσα τὸ καθῆκόν της; ὁ Γκιόρας εἶναι ἔμπορος καὶ ἠδύνατο νὰ τὸν συλλάβῃ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἡ Δικαιοσύνη καὶ νὰ ἐπέλθῃ ἀπηνὴς κατ’ αὐτοῦ, ἐὰν ἐψεύδετο. Δὲν λέγετε ὅτι ἐξέφυγε τῶν χειρῶν σας ἡ διοίκησις, δὲν ἀνομολογεῖτε, ὅτι κατέστητε πλέον ἀνίκανοι νὰ κρατήσητε τὴν τάξιν, ἀλλ’ ἔρχεσθε μὲ τοιαύτας ὑπεκφυγάς, μὲ λόγους πομπώδεις καὶ μὲ περιστροφὰς νὰ καλύψητε ὅ,τι εἶναι πασιφανὲς καὶ πασίδηλον, ὅ,τι εἶναι ψηλαφητὸν εἰς τὸν γυμνότερον ὀφθαλμὸν, ὅ,τι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀντιληφθῇ ὁ τελευταῖος τῶν πολιτῶν! Ὡμολόγησας χθὲς, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς σοὶ δίδει 100,000,000. Ἀλλὰ σοὶ δίδει ἡ Ἑλλὰς τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα, διὰ νὰ ἔχῃ ἀσφάλειαν ζωῆς, τιμῆς καὶ περιουσίας, δὲν σοὶ τὰ δίδει, διὰ νὰ λύσῃς τὸ ἀκαταλόγιστον σχέδιον τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐμπεριέχει ἡ κενή σου κεφαλή. Σὲ ἐρωτῶ νὰ μοὶ εἴπῃς, ἐν ὀνόματι τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔστειλαν ἐνταῦθα, ποῦ εἶναι ἡ ἀσφάλεια, πῶς ἐξησφάλισας τὴν τιμήν, τὴν ζωὴν καὶ τὴν περιουσίαν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, τῶν ὁποίων δὲν λαμβάνεις μόνον τὸ εἰσόδημα, ἀλλ’ ἔθεσας χεῖρα καὶ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου των; Δὲν θὰ ἐτόλμας νὰ ἔλεγες ταῦτα, ἀλλὰ θὰ ἐλάμβανες δίκην τῶν πράξεών σου, ἐὰν, ἕνεκα δὲν ἠξεύρω ποίων λόγων, δὲν σὲ ἠκολούθει ἡ πλειοψηφία, ὡς σὲ ἀκολουθεῖ. Οὔτε σὺ, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, θὰ ἐτόλμας μὲ λόγους πομπώδεις μόνον περὶ δραστηρίου ἐνεργείας καὶ καταδιώξεως νὰ ὑπεραπολογῆσαι τῶν ἐγκληματιῶν.
§29ΕΠ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰς καταγγελίας τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, τοῦ κ. Χατζοπούλου, περὶ τοῦ ἐκρύθμου τῆς δημοσίας τάξεως ἐν τῷ νομῷ Αἰτωλίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὅτι αἱ καταγγελίαι αὗται εἶναι ὑπερβολικαὶ, ὅτι ἡ δημοσία ἀσφάλεια, ἂν ἀντελήφθην καλῶς, πιθανῶς μὲν νὰ ἦναι διατεταραγμένη, ἀλλ’ ὄχι ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἀγορεύῃ μὲ τόσην ἀγανάκτησιν, καὶ ὅτι δὲν εἶναι διασεσαλευμένη πλειότερον ἢ εἰς τοὺς ἄλλους νομούς. Καὶ ἄλλοτε, κύριοι Βουλευταί, ἔσχον ἀφορμὴν νὰ καταστήσω εἰς τὴν Βουλὴν γνωστὴν τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν διατελεῖ τοὐλάχιστον ἡ ἐπαρχία, ἐξ ἧς κατάγομαι, ἀλλ’ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐνασκεῖται ὁ ἔλεγχος ἐν τῇ Βουλῇ, ἦτο καὶ εἶναι τοιοῦτος, ὥστε δὲν εἶχον πολλὴν διάθεσιν πρὸς τοῦτο, μεθ’ ὅλας τὰς πιέσεις, τὰς ὁποίας λαμβάνω ἑκάστοτε ὑπὸ τῶν ἐντολέων μου. Ἐπειδὴ ὅμως σήμερον ἐπανειλημμένως ἐγένετο λόγος περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ εἰδικῶς περὶ τοῦ νομοῦ, ἐξ οὗ καὶ ἐγὼ κατάγομαι, ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ζητήσω τὸν λόγον, λαμβάνων ἀφορμὴν ὄχι μόνον ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως καὶ ἐκ τῆς ὁμολογίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ἐξ αἰτήσεώς τινος τῶν κατοίκων τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας Βονίτσης, ἀπευθυνομένης πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ αἴτησις αὕτη μοὶ ἐστάλη πρὸ πολλῶν ἡμερῶν, καὶ εἶχον καθῆκον πραγματικῶς ἀμέσως νὰ τὴν καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἀλλ’ ἀναλογιζόμενος ὅτι εἶχον συγχρόνως καὶ τὸ καθῆκον νὰ ὑποστηρίξω τὰ ἐν τῇ αἰτήσει ταύτῃ, ἐδίσταζον, ἕνεκα τοῦ λόγου, τὸν ὁποῖον πρὸ ὀλίγου σᾶς ἀνέφερα. Ἤμην βέβαιος, ὅτι ἀδίκως θ’ ἀπησχόλουν τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδεμία πρόνοια ἤθελε ληφθῆ περὶ θεραπείας τῶν παραπόνων τῶν κατοίκων τούτων. Ἤμην δὲ βέβαιος, διότι ἐφρόνουν ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο ἢ ἤθελε, δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ περιμένῃ αἰτήσεις παρὰ τῶν κατοίκων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, αἰτήσεις, δι’ ὧν οὗτοι ἱκετεύουσι νὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς ζωῆς, τῆς τιμῆς καὶ τῆς περιουσίας των. Ὑπέθετον λοιπὸν πάντοτε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἴτε δὲν δύναται εἴτε δὲν θέλει ν’ ἀποκαταστήσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν, ἀφοῦ δὲ δὲν ἠδύνατο ἢ δὲν ἤθελεν, ἐνόμιζον ὅτι καὶ ἡ φωνὴ τῶν ἄλλων καὶ πολὺ ὀλιγώτερον ἡ ἰδική μου δὲν ἤθελεν εἰσακουσθῆ. Ὅπωςδήποτε ὅμως ἐκπληρῶ τὸ καθῆκόν μου. Ἡ αἴτησις αὕτη εἶναι ὑπογεγραμμένη, ὡς σᾶς εἶπον, ὑπὸ κατοίκων τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας Βονίτσης καὶ διαφόρων προκρίτων τοῦ δήμου Ἀνακτορίων. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ δὲν γνωρίζουσι βεβαίως ποῦ ἀνήκουσιν οἱ ὑπογεγραμμένοι, ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὡς Βουλευταὶ ἐκ τοῦ νομοῦ ἐκείνου, ἂν θελήσωσι κατόπιν νὰ τὴν μελετήσωσι, θὰ ἴδωσιν ὅτι εἶναι πολῖται, ἀνήκοντες εἰς διαφόρους ἀποχρώσεις, οἱ πλεῖστοι δ’ ἐξ αὐτῶν διατελοῦσιν εἰς σχέσεις φιλικωτάτας πρὸς τοὺς ἐκεῖ ἀντιπροσώπους τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ αἴτησις αὕτη, Κύριοι, ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ δημοσία ἀσφάλεια οὐδέποτε εἶχε διαταραχθῆ ὅσον σήμερον καὶ κατ’ αὐτὴν ἀκόμη τὴν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν διέτρεχον τὰ χωρία μας αἱ γνωσταὶ λῃστρικαὶ συμμορίαι. Οἱ φόροι εἶναι βεβαίως βαρύτατοι, καὶ τόσον βαρεῖς, ὥστε ἀφίνομεν ἀθεραπεύτους τόσας ἄλλας ἀνάγκας μας κατεπειγούσας καὶ χρεώνομεν τὰ κτήματά μας, πληρόνοντες βαρεῖς τόκους διὰ νὰ τοὺς καταβάλωμεν. Ἀλλ’ εἴμεθα πρόθυμοι νὰ πληρώσωμεν διπλασίους φόρους, νὰ παραχωρήσωμεν ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν μας ἐν ἀνάγκῃ, νὰ παύσωμεν ἐκφράζοντες παράπονα διὰ τὴν κακὴν κατάστασιν τῶν Σχολείων μας καὶ τῆς συγκοινωνίας, ἐὰν ἐξασφαλισθῇ τοὐλάχιστον ἡ τιμὴ καὶ ἡ ζωή μας. «Ἐλπίζοντες ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις θέλουσι προνοήσει περὶ τούτου, ὑποσημειούμεθα εὐσεβάστως». Καὶ ὑποσημειοῦνται πρόκριτοι καὶ ἔμποροι διαφόρων χωρίων καὶ τῆς πόλεως. Οἱ ὑποβαλόντες τὴν αἴτησιν ταύτην δὲν εἶχον ἐχθρικήν τινα διάθεσιν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ διὰ νὰ περιέλθωσιν εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην..... (στρέφεται πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν). Τί λέγετε, κύριε Ὑπουργέ;
§30ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τίποτε· ἔχω ἰδιαιτέραν ὁμιλίαν μὲ τὸν κ. Πρωθυπουργόν.
§31ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λέγει ὅτι τὴν ἔχετε συντάξει ὁ ἴδιος τὴν αἴτησιν.
§32ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος δὲν ἀκούει τὰ λεγόμενα ἐνταῦθα.
§33ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀφοῦ εἶμαι τόσον πλησίον, διατὶ νὰ μὴ τὰ ἀκούω;
§34ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ὁπωσδήποτε ἐγένετο γνωστὴ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἰδιαιτέρα ὁμιλία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν....
§35ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς παρακαλέσω, νὰ μὴ γίνηται χρῆσις ἰδιαιτέρων ὁμιλιῶν, τὰς ὁποίας κάμνομεν ἐνταῦθα καὶ κατὰ τύχην ὁ κ. συνάδελφος ἀκούει.
§36ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔκαμα χρῆσιν, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμίλησε τόσῳ δυνατὰ, ὥστε καὶ ἄλλοι Βουλευταὶ θὰ τὸ ἤκουσαν.
§37ΤΙΝΕΣ. Τὸ εἶπεν ἐπίτηδες.
§38ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀνατροφὴν ἔχω καλλιτέραν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἔχω Ἑλληνικὴν ἀνατροφὴν καὶ ὄχι ἀνατροφὴν τῶν παρασκηνίων. Αὐτὰ λέγω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἂν θέλῃ νὰ ἐπανέλθω, ἐπανέρχομαι.
§39ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ ἔλεγε διὰ νὰ τὸ ἀκούσωμεν, ὑποθέτω ὅτι θὰ εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ τὸ ἐπαναλάβῃ· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐξετάσω τοῦτο, διότι, καὶ ἂν ἐγὼ ἢ φίλος μού τις συνέταξε τὴν αἴτησιν ταύτην, αὕτη εἶναι εἰς τόσον ἁπλῆν γλῶσσαν γεγραμμένη, ὥστε οἱ ὑπογράψαντες ἐνόουν τί ὑπέγραφον.
§40ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν φέρει ὑπογραφάς;
§41ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τὰς 120.
§42ΤΙΝΕΣ. Λοιπὸν αὐτοὶ συνέταξαν τὴν αἴτησιν.
§43ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ὑπογράψαντες εἶναι πάρεδροι εἰδικοὶ χωρίων, εἶναι ἔμποροι, πρώην δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, διάφοροι ἕτεροι ὑπάλληλοι, κτηματίαι, ἐγγράμματοι πάντες, καὶ μεταξὺ αὐτῶν φέρεται καὶ ἡ ὑπογραφὴ ἑνὸς ὑποψηφίου Δημάρχου εἰς τὰς τελευταίας δημαρχικὰς ἐκλογὰς, φίλου νῦν τῆς Κυβερνήσεως. Ὥστε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν τῳόντι τῷ διῆλθε τοιαύτη ὑπόνοια, ἔπρεπε νὰ τὴν ἀποκρούσῃ· ἀλλὰ καὶ ἀληθὲς ἂν ἦναι τοῦτο, ἔπρεπε νὰ συλογισθῇ, ὅτι, ἀφοῦ ἡ ἀναφορὰ εἶναι γεγραμμένη εἰς ἑλληνικὴν γλῶσσαν καὶ τόσον ἁπλῆν, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὴν ὑπέγραψαν, ἐνόουν καὶ ἀνεγνώριζον τὸ περιεχόμενον ὡς ἀληθὲς, σᾶς εἶπον δὲ, ὅτι οὗτοι οὐδαμῶς εἶχον ἐχθρικὴν διάθεσιν, διότι ἀληθῶς εἶναι τοιαύτη ἡ κατάστασις, οἵαν τὴν περιγράφουσιν, ὁσονδήποτε δὲ καὶ ἂν εἶναι φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι περισσότερον φίλοι τῆς ζωῆς καὶ τῆς περιουσίας των, διότι αὐτοὶ δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς Κυβερνήσεως, μᾶλλον ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀνάγκην αὐτῶν ἐν καιρῷ τῶν ἐκλογῶν. Δὲν βλέπω δὲ ποία ἐκ τῶν περιόδων, τὰς ὁποίας περιέχει ἡ αἴτησις αὕτη, εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ διεγείρῃ τοιαύτας ὑπονοίας, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθῆ τὰ ἐν τῇ αἰτήσει ταύτῃ, ἢ ὅτι δὲν τὰ παραδέχονται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν. Ἡ ἐπαρχία μας, ὡς γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταὶ, κύριον εἰσόδημα ἔχει τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς καὶ τὰ προϊόντα τῆς κτηνοτροφίας, ἐν μέρει δὲ καὶ τὰ καπνὰ, ἀλλ’ αἱ ἐσοδεῖαι καθ’ ὅλα τὰ τελευταῖα ἔτη ἦσαν τοιαῦται, ὥστε δὲν ἤρκει τὸ εἰσόδημά των διὰ νὰ καλύψῃ τὰς δαπάνας, οἱ δὲ ἔμμεσοι φόροι εἶναι τόσον βαρεῖς, ὥστε χρεόνοντες τὴν μικρὰν περιουσίαν των οἱ ἄνθρωποι ἠγόραζον τὰ πρὸς τὸ ζῇν ἀναγκαῖα. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἄπορον, πῶς θεωροῦσιν οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας Βονίτσης βαρεῖς τοὺς φόρους, ἀλλὰ πολὺ ὀλιγώτερον ἄπορον εἶναι πῶς, ἐνῷ ἔχουσι βεβαρημένα τὰ κτήματά των διὰ χρεῶν, διὰ νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους, προσφέρονται νὰ πληρώσωσι διπλασίους φόρους, διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ τιμὴ καὶ ἡ ζωή των. Φαίνεται ἡ Κυβέρνησις ἀγνοεῖ ὁποία εἶναι ἡ κατάστασις τῶν μερῶν ἐκείνων, ὅτι δὲν παρέρχεται ἡμέρα, χωρὶς νὰ γίνωσιν ἀνθρωποκτονίαι, χωρὶς νὰ φονευθῶσι βόες ἀροτῆρες ἢ ἵπποι, χωρὶς νὰ γίνωσιν ἱπποκλοπαὶ τεράστιαι, χωρὶς νὰ γίνῃ ἀπόπειρα ἀπαγωγῆς. Καὶ σχετικῶς μὲ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, ἀναγινώσκω μίαν περικοπὴν ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν προχθὲς ἔλαβον καὶ ἡ ὁποία ὑποθέτω ὅτι δὲν συνετάχθη ὑπ’ ἐμοῦ, διότι φέρει χρονολογίαν τῆς 28 Ὀκτωβρίου, ὅτε ἤμην ἐν Ἀθήναις. Ἡ ἐπιστολὴ αὕτη εἶναι ἑνὸς τῶν προκρίτων τοῦ δήμου Ἐχίνου, τοῦ κ. Βασιλείου Πουρνάρα, ὁ ὁποῖος ἰδοὺ τί γράφει (ἀναγινώσκει): «Ἐδῶ ἐξακολουθεῖ ἡ ἰδία κατάστασις. Προχθὲς ἐντὸς τοῦ χωρίου ἔξωθεν τῆς ἐκκλησίας ὁ Παπαστάθης καὶ ὁ υἱός του ἐπλήγωσαν μὲ κουμπούραν ἕνα συγχωριανόν των εἰς τὸ πρόσωπον. Προχθὲς εἰς τὸ χωρίον Τρύφου ἡμέραν ἐπῆραν 40 πρόβατα τοῦ Ἀλεξανδρῆ, ἀλλ’ ἐκ τύχης τοὺς εἶδεν ὁ ποιμὴν καὶ τοὺς ἐτουφέκισεν, ἐτουφέκισαν καὶ αὐτοὶ καὶ ἐσκότωσαν τὸ σκυλὶ καὶ ἄφησαν τὰ πρόβατα. Εἰς τὸ ἴδιον χωρίον ἀπόψε ἄγνωστοι ἐπῆγαν εἰς τὰ γίδια τοῦ Ἀναγνώστη Φάβα καὶ τοῦ ἐπῆραν τὰ γίδια, τοὺς εἶδεν ὁ πιστικὸς Χρ. Παῦλος καὶ τοὺς ἐφώναξεν, αὐτοὶ ἐτουφέκισαν καὶ τὸν ἐπλήγωσαν εἰς τὸ χέρι, τοὺς ἐπυροβόλησε καὶ αὐτὸς καὶ τὸ πρωΐ ηὗρεν αἷμα καὶ πατσαβούραις, ὁποῦ ἐβούλοναν τὴν πληγήν. Μέχρις ὥρας δὲν ἠξεύρομεν ποῖοι ἦσαν.» Ὥστε βλέπετε, ὅτι τὰ καταγγελθέντα ἐντεῦθεν περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας τοῦ νομοῦ δὲν ἦσαν ὑπερβολικά· πιθανὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ τὰ γνωρίζῃ καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, καὶ ἐπιθυμεῖ καὶ ἡ Βουλὴ νὰ γνωρίζῃ, ἂν γνωρίζῃ ὁ ἁρμόδιος ἢ οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ, ὅτι εἶναι τόσον ἔκρυθμος ἡ κατάστασις ἐκεῖ. Ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, φαίνεται ὅτι δὲν γνωρίζει. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ πιστεύσω, ὅτι θὰ εἶχε τὴν τόλμην ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ διαβεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν τόσον ἐπισήμως, ὅτι τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰτωλίας εἶναι ὑπερβολικὰ, ἂν ἐγνώριζεν, ὅτι εἶναι τοιαύτη ἡ κατάστασις. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς κκ. Ὑπουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τηλεγραφικῶς, ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ ζητήσωσιν, εἴτε καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν νομὸν, ἢ τὴν ἐπαρχίαν, περὶ ἧς ὁμιλῶ, νὰ γνωστοποιήσωσιν ἐκεῖθεν, πόσαι ἀνθρωποκτονίαι καὶ ἀναιρέσεις καὶ ἀπόπειραι ἐγένοντο κατὰ τοὺς τρεῖς ἢ τέσσαρας τελευταίους μῆνας, πόσαι ζωοκτονίαι καὶ πόσαι ζωοκλοπαί. Ἐὰν αἱ πληροφορίαι αὗται δὲν ὑπάρχωσιν ἐν τοῖς Ὑπουργείοις,—ἔπρεπε νὰ ὑπάρχωσιν, ἀλλὰ μετὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης φαίνεται ὅτι δὲν ὑπάρχουσι,—τὸν παρακαλῶ νὰ ἐκδώσῃ διαταγὴν πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους ἐκεῖ καὶ νὰ ἔχῃ ἡ Βουλὴ σημείωσιν ἀκριβῆ πάντων τῶν ἐγκλημάτων.
§44ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐν γένει;
§45ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν γένει.
§46ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τῶν καταγγελθέντων διὰ μηνύσεων.
§47ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζετε ὅτι οἱ παθόντες καταγγέλλουσι πάντοτε;
§48ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Περὶ τῶν ἐγκλημάτων, ὧν ἔλαβον γνῶσιν αἱ ἀρχαί.
§49ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἀρχαὶ ἔχουσι γνῶσιν καὶ τῶν ἐγκλημάτων, περὶ ὧν δὲν ἐδόθησαν μηνύσεις. Τοιαῦται εἶναι αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ καὶ ἡ χωροφυλακή.
§50ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Αὐτὸ εἴπομεν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχωσι μηνύσεις, νὰ βεβαιωθῶσιν ἄλλως, ἐὰν ἐγένοντο ἐγκλήματα.
§51ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγας ἡμέρας προτοῦ ἀπέλθω ἐκεῖθεν διεπράχθησαν πολλὰ ἐγκλήματα· μηνύσεις δὲν ἐδόθησαν, διότι δὲν ἦσαν γνωστοὶ οἱ δράσται, ἐν τούτοις αἱ ἀρχαὶ εἶχον γνῶσιν.
§52ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν αἱ ἀρχαὶ ἐλάμβανον γνῶσιν, καθῆκον εἶχον νὰ εἰδοποιήσουν τὴν Εἰσαγγελίαν· πῶς λοιπὸν θὰ ἦσαν ἐν ἀγνοίᾳ πράξεων ἀξιοποίνων;
§53ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε ὑποθέτετε ὅτι δὲν συνέβησαν αἱ ἀξιόποιναι πράξεις;
§54ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι εἶναι ἐν γνώσει αἱ Εἰσαγγελίαι.
§55ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τόσον πολὺ ἔχουσι πολλαπλασιασθῆ τὰ ἐγκλήματα ἐν Ἀκαρνανίᾳ καὶ τόσον ὀλίγον τυγχάνουσι τῶν δικαίων των οἱ παθόντες, ὥστε πολλάκις δὲν καταγγέλλουσιν, ἡ Εἰσαγγελία ἄλλως τε δὲν λαμβάνει πάντοτε μηνύσεις, διότι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οἱ δρᾶσται δὲν εἶναι γνωστοί. Ἐν τούτοις τὰ ἐγκλήματα ταῦτα ἔρχονται εἰς γνῶσιν τῶν ἐπιτοπίων ἀρχῶν, τῶν Δημάρχων, Ὑπομοιράρχων, Εἰρηνοδικῶν. Τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς· οἱ Δήμαρχοι γνωστοποιοῦσιν εἰς τὴν προϊσταμένην Ἀρχὴν, ὅτι ἔλαβον χώραν τὰ τοιαῦτα ἐγκλήματα; (στρέφεται πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν) Μὴ ταράττεσθε, κύριε Ὑπουργέ.
§56ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ὁμιλῶ περὶ αὐτοῦ.
§57ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς βλέπω νῦν τὸ δεύτερον συνταρασσόμενον.
§58ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁμιλῶ περὶ ὅλως διόλου ἀσχέτων πραγμάτων.
§59ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχετε ἄδικον νὰ ὁμιλῆτε περὶ ἄλλων πραγμάτων.
§60ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλετε νὰ προσέχητε, διότι ὁμιλῶ περὶ πραγμάτων ἀναγομένων εἰς τὴν δικαιοδοσίαν σας καὶ ἰδίως περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας.
§61ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐπερίμενα ἀπὸ σᾶς τὰ τοιαῦτα.
§62ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσα ἴσα ἀπὸ ἐμὲ ἔπρεπε ν’ ἀναμένητε τὴν παρατήρησιν ταύτην, διότι ἐγὼ οὔτε συχνὰ ἀγορεύω, οὔτε ἐνοχλῶ ποτέ τινα ἀγορεύων. Ἀφοῦ δὲ δὲν λαμβάνετε πρόνοιαν, ὥστε νὰ μὴ περιέρχωνται οἱ Βουλευταὶ εἰς θέσιν νὰ καταγγέλλωσι τὰ τοιαῦτα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, πρέπει τοὐλάχιστον νὰ προσέχητε. Συνεχίζων νῦν τὴν διακοπεῖσαν σειρὰν τῆς ὁμιλίας μου, σᾶς φέρω καὶ παραδείγματά τινα. Ὀλίγας ἡμέρας προτοῦ ἀπέλθω ἐκ Βονίτσης κατὰ τὴν αὐτὴν ἑσπέραν ἐφονεύθησαν 3 ἵπποι ἐν τῷ χωρίῳ Ζαβέρδης, εἷς ἵππος ἐν Μοναστηρακίῳ, εἷς ἵππος ἐν Βονίτσῃ, τὴν προηγουμένην δ’ ἐπίσης ἐφονεύθησαν 2 ἀροτῆρες βόες ἑνὸς προκρίτου, ὑπογεγραμμένου ἐν τῇ αἰτήσει ταύτῃ, τοῦ Ν. Κακούρη. Ὡς βλέπετε, πάντες οὗτοι εἶναι παθόντες. Τοῖς εἶπον νὰ καταγγείλωσιν, ἀλλὰ ποῖον νὰ καταγγείλωσι καὶ πρὸς ποῖον σκοπόν;
§63ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν διάπραξιν τοῦ ἐγκλήματος ἡ Εἰσαγγελία....
§64ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας μὲ διακόπτει, διὰ νὰ μὲ φωτίσῃ τίνι τρόπῳ μετὰ τὴν διάπραξιν ἑνὸς ἐγκλήματος λαμβάνει γνῶσιν ἡ Εἰσαγγελία. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπήτουν παρ’ ὑμῶν, κύριε Βουλευτά, εἶναι, νὰ ἀπαιτήσητε καὶ σεῖς καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοί σας τῆς πλειοψηφίας παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ παρὰ τῶν ἄλλων Ὑπουργῶν, ὅπως μεριμνήσωσι περὶ ἀποκαταστάσεως τῆς τάξεως. Τοῦτο ὀφείλετε νὰ πράξητε καὶ ὄχι νὰ μὲ διακόπτητε. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μένει ἐν Ἀθήναις καὶ ἔχει ὅλα τὰ μέσα διὰ νὰ ἦναι ἐν ἀσφαλείᾳ καὶ αὐτὸς καὶ ἡ περιουσία του, καὶ διὰ τοῦτο καὶ δυσκόλως πιστεύει, ὅτι εἶναι δίκαια τὰ παράπονα τῶν συμπολιτῶν μας, καὶ εὐκόλως, ὅτι εἶναι ὑπερβολικά, καὶ ἀπορεῖ ἴσως, διότι ὑπέγραψαν αἴτησιν, περιέχουσαν τοιαύτας φράσεις. Εἶναι ὑβριστικαὶ αἱ φράσεις αὗται; Σᾶς λέγουσιν ὅτι πληρώνουσι φόρους βαρεῖς. Δὲν ἐρωτᾶτε, κύριε Ὑπουργέ, ἂν ἔχουν τὸν ἀναγκαῖον πρὸς διατροφὴν ἄρτον; Ποῖα εἶναι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ γεωργός; 2 βόας, δι’ ὧν καλλιεργεῖ καὶ ζῇ. Ὅταν αὐτοὺς τοὺς βόας σᾶς τοὺς φονεύσωσι, πῶς θὰ ζήσητε; Καὶ νομίζετε ὅτι δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ ἀγανάκτησις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τις, ὅταν ὁμιλῇ περὶ τοῦ ζητήματος τῆς δημοσίας ἀσφαλείας; Καὶ πότε ἄλλοτε, παρακαλῶ, σᾶς ὡμίλησα περὶ δημοσίας ἀσφαλείας, ἂν καὶ καθ’ ἡμέραν λαμβάνω ἀφορμάς; Καὶ διατὶ δὲν τὸ ἔπραξα; διὰ τὸν λόγον, δι’ ὃν μετανοῶ, ὅτι καὶ τώρα τὸ πράττω.
§65ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καθῆκον ἔχετε.
§66ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐξ Ἄρτης καὶ Ἀρκαδίας νομίζουσιν, ὅτι εἶναι ἀρκετὸν νὰ καταγγέλλῃ τις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ νὰ ζητῇ λόγον. Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ ἐνάσκησις τοῦ ἐλέγχου προϋποθέτει καὶ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ ἐλεγχομένου νὰ δίδῃ λόγον τῶν πράξεών του καὶ νὰ σπεύδῃ εἰς ἀνόρθωσιν τῶν καταγγελλομένων ἀδικημάτων.
§67ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ ΚΑΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§68ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἤμεθα σύμφωνοι, δὲν ἔπρεπε νὰ μοὶ λέγητε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μεταμέλωμαι, ὅτι κάμνω λόγον. Ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ὁμιλίας μου, Κύριοι; Τί θὰ γίνῃ μετὰ τὴν συζήτησιν αὐτήν;
§69ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ἐξαναγκασθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ πληροφορίας, ἄλλως θέλει παραβῆ ἓν τῶν ἱερωτέρων καθηκόντων αὐτῆς, καὶ τοῦτο εἶναι κέρδος ἡμῶν.
§70ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγώ, ἀρχόμενος τῆς ὁμιλίας μου, σᾶς εἶπον, ὅτι πᾶσαι αὗται αἱ ἀγορεύσεις εἶναι περιτταὶ, διότι ἡ Κυβέρνησις ἢ δὲν δύναται ἢ δὲν θέλει ν’ ἀποκαταστήσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν. Σεῖς φρονεῖτε τοὐναντίον.
§71ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν παραδεχθῇ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, ὀφείλει νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν θέσιν της (ἱλαρότης).
§72ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, δὲν τὴν ἐγκαταλείπει. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς, νὰ ἀνακοινώσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας, ἃς ἐζήτησα, ὄχι μόνον περὶ τῶν ἐγκλημάτων, διὰ τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν μηνύσεις, ἀλλὰ καὶ περὶ ὧν δὲν ἐπεδόθησαν, εἴτε διότι δὲν ἦσαν γνωστοὶ οἱ δρᾶσται, εἴτε διότι οἱ παθόντες δὲν ἤθελον νὰ καταγγείλωσιν, ἢ φοβούμενοι ἢ νομίζοντες ὅτι δὲν θὰ δικαιωθῶσι· πάντα δὲ τὰ ἐγκλήματα, περὶ ὧν δὲν ἐδόθησαν μηνύσεις, εἶναι γνωστὰ εἰς τοὺς κυρίους Δημάρχους καὶ τὴν Χωροφυλακήν.
§73ΑΓΓ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριοι, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δικαιότατα παράπονα τοῦ ἀναξιοπαθοῦντος συμπολίτου μου Γεωργίου Λιουλλούκου, κρατουμένου εἰς τὰς φυλακὰς Τριπόλεως τῆς Συρίας. Ὁ ἀτυχὴς Λιουλλοῦκος ἐμπορεύετο εἰς Σμύρνην καὶ μετεπώλει ἐνταῦθα τὰ εἴδη, τὰ ἐν Σμύρνῃ ἀγοραζόμενα παρ’ αὐτοῦ. Πρὸ ἓξ ἐτῶν συνελήφθη παρὰ τῆς ἐκεῖ τουρκικῆς ἀρχῆς καὶ ἐφυλακίσθη, κατηγορηθεὶς ἀντὶ ἄλλου, τοῦ Καπετὰν Ἀνδρέα ἀρχιληστοῦ, εἰσήχθη εἰς δίκην καὶ κατεδικάσθη. Καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐδικάζετο, ἐνηργοῦντο ἀνακρίσεις κατὰ τοῦ πράγματι Καπετὰν Ἀνδρέα, ὅστις διετέλει ἐνταῦθα καὶ εἰργάζετο ἔν τινι κήπῳ ἐν Φαλήρῳ. Ὅτε δὲ ἔμαθε τὴν καταδίκην τοῦ Λιουλιούκου, ὁ Καπετὰν Ἀνδρέας, λυπηθεὶς διότι κατεδικάσθη ἄλλος ἀντ’ αὐτοῦ, μετέβη εἰς Σμύρνην καὶ διέπραξε δύο ἢ τρεῖς ἐγκληματικὰς πράξεις, ὅπως καταδείξῃ εἰς τὴν ἐν Σμύρνῃ τουρκικὴν ἀρχὴν, ὅτι ὁ κρατούμενος εἰς τὰς φυλακὰς εἶναι ἀθῶος καὶ δὲν ἦτο ὁ Καπετὰν Ἀνδρέας. Ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν ἐζήτασε τὸν Καπετὰν Ἀνδρέαν, ἐπανελθόντα ἐνταῦθα, καὶ ὑπέβαλε τὰ δίκαια παράπονα τοῦ ἀδίκως καταδικασθέντος Ἕλληνος εἰς τὴν ἐν Σμύρνῃ τουρκικὴν ἀρχὴν, ἀποστείλασα μάλιστα καὶ τὴν φωτογραφίαν τοῦ Καπετὰν Ἀνδρέα. Ἀλλ’ ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἐζήτησε παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς τὴν ἀποστολὴν τοῦ ἰδίου Καπετὰν Ἀνδρέα, ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν ἐδέχθη νὰ μεταβῇ εἰς Σμύρνην, φοβηθεὶς τὰς συνεπείας. Πολλάκις ἀνεφέρθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν οἱ συγγενεῖς τοῦ Γεωργίου Λιουλλούκου διὰ τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο πρὸς αὐτὸν, καταδικασθέντα ἄνευ λόγου εἰς 15 ἐτῶν φυλάκισιν καὶ ὅστις μετεφέρθη ἤδη εἰς τὰς φυλακὰς Τριπόλεως, στερούμενος οὐ μόνον τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου, ἀλλὰ καὶ παντὸς, ὅ,τι ἀπαιτεῖται πρὸς συντήρησίν του. Σήμερον ἔλαβον ἐπιστολήν του, δι’ ἧς μὲ παρακαλεῖ νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ παράπονά του, καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐνεργήσῃ, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ δημοσίου ἐξωτερικοῦ δικαίου, διὰ τὴν ἀπαλλαγήν του, τὴν δὲ περὶ τούτου γενησομένην ἐνέργειαν γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε θέλω ὁμιλήσει περὶ αὐτοῦ ἐκτενέστερον.
§74ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπανειλημμένως κατὰ τὰς παρελθούσας Συνόδους τῆς Βουλῆς παρεστήσαμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὤφειλε νὰ λάβῃ ἐν τάχει πρόνοιαν περὶ ἀποξηράνσεως τῶν ἐν τῷ ὀροπεδίῳ τῆς Μαντινείας τεσσάρων λιμνῶν. Πάντοτε δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπεσχέθησαν, ὅτι θὰ λάβωσι τὴν δέουσαν πρόνοιαν καὶ θ’ ἀποστείλωσι τὰ κατάλληλα ὄργανα πρὸς ἐπιτόπιον μελέτην τῆς ὑποθέσεως. Ἐπληροφορήθην ὅτι πράγματι ἐσχάτως μετέβησαν ὑπάλληλοί τινες, ὅπως ἐξετάσωσιν ἐπιτοπίως τὰ πράγματα, ἀλλ’ ἀγνοῶ τίνα τὰ συμπεράσματα αὐτῶν· δι’ ὃ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ποῖα τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐρευνῶν τῶν μηχανικῶν, καὶ ποῖαι αἱ ὁριστικαὶ ἀποφάσεις τῆς Κυβερνήσεως; Ἐνῷ λαμβάνεται πρόνοια διὰ μεγάλων θυσιῶν περὶ ἀποξηράνσεως τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ λιμνῶν, εἶναι ἄδικον νὰ μὴ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τῶν ἐν λόγῳ λιμνῶν, αἵτινες ἐπὶ τόσα ἔτη εὑρίσκονται εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, πρὸς μεγίστην ζημίαν καὶ τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς ὑγείας τῶν περὶ τὰς λίμνας κοινοτήτων.
§75ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς ὁμολογεῖ, ὅτι τελευταῖον ἤρχισαν ἐκεῖ ἐργασίαι καὶ μελέται, τείνουσαι εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς ἀποξηράνσεως τῶν δύο τούτων λιμνῶν. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἀπὸ δύο ἢ τριῶν μηνῶν προσωπικὸν εἰδικὸν, ἀποσταλὲν ἐκεῖ, ἐργάζεται εἰς μελέτας ὁριστικάς, μελλούσας νὰ θέσωσι τὰς βάσεις τῆς ἀποξηράνσεως τῶν λιμνῶν, καὶ πρὸς τοῦτο διατίθενται καὶ χρήματα ἐκ πιστώσεως ὑπαρχούσης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Πρέπει ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἔχῃ ὑπομονὴν, νὰ περατωθῶσι πρῶτον αἱ μελέται αὗται, ὅπως ἄρξηται τὸ ἔργον, ἄξιον τῶν ἐπιθυμιῶν τῶν περιοίκων. Σήμερον ἀκριβῶς π. μ. ἠσχολούμην περὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, βεβαιῶ δὲ, ὅτι καὶ ἐπιμελῶς γίνονται αἱ μελέται καὶ ταχέως θέλουσιν ἀπολήξει εἰς ἀποτέλεσμα αἴσιον.
§76ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγε προπέρυσιν, ὅτι ἐπέκειτο ἡ μετάβασις τῶν μηχανικῶν· ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπε τὸν παρελθόντα χειμῶνα, ὅτι, μόλις ὁ καιρὸς ἐπιτρέψει, θέλουν μεταβῆ οἱ μηχανικοὶ ἐκεῖ. Λοιπὸν ἀπὸ τότε δὲν ἐτελείωσεν ἀκόμη αὐτὴ ἡ μελέτη καὶ σήμερον ἠσχολήθη εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο!
§77ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρὶν ἢ περατωθῇ ἡ μελέτη, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὁρίσωμεν ὅ,τι δήποτε. Τοῦτο βεβαιῶ τὴν Βουλήν, ὅτι πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῆς προσελάβομεν εἰδικὸν ἀλλοδαπὸν μηχανικὸν, εἰς τὸν ὁποῖον ἐδώκαμεν προσωπικὸν πρὸς συνεργασίαν, ἀρξαμένην πρὸ δύο ἢ τριῶν μηνῶν.
§78ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ σφάλμα ὑμῶν εἶναι, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι τὴν ἐργασίαν ἠρχίσατε πρὸ δύο ἢ τριῶν μηνῶν, ὡς εἴπετε, ἐνῷ εἴχετε βεβαιώσει τὴν Βουλὴν εἰς τὴν ἄλλην Σύνοδον, ὅτι θ’ ἀρχίσουν ἐργασίαι. Ὥστε τώρα πάλιν φοβοῦμαι, ὅτι θὰ παρέλθῃ καὶ ἡ Σύνοδος αὕτη χωρὶς νὰ γίνῃ τίποτε.
§79ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τόσα ἔτη ἦσθε Ὑπουργὸς καὶ δὲν ἐπελάβεσθε τοῦ ἔργου τούτου· ἀφ’ οὗ μάτην περιεμείναμεν, ἐπὶ τέλους ἐπελήφθημεν ἡμεῖς αὐτοῦ, ἀπεδείξαμεν δ’ ὅτι ἐργαζόμεθα, καὶ θέλει γενῇ ἡ ἀποξήρανσις.
§80ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐστάλησαν μηχανικοὶ, ἀλλὰ διὰ ν’ ἀργυρολογήσουν μόνον. Ἐστάλησαν καὶ εἰς Μεσσηνίαν καὶ ὄχι μόνον δὲν ἤρχισε κἀμμία ἐργασία ἀποξηράνσεως, ἀλλὰ καὶ μία ἐργασία κατεπείγουσα, ἡ τῆς Μάνδρας τῆς Γύρας, δέκα χιλιάδων δραχμῶν, περὶ τῆς ὁποίας ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τοσάκις, ὅτι θὰ γίνῃ, δὲν ἔγεινε. Καὶ ἐστάλησαν καὶ ἐκεῖ μηχανικοὶ καὶ ἔφεραν καὶ κιβώτια μὲ σημαίας καὶ ἱστοὺς, ἐφ’ ὧν ἦσαν καὶ σημαῖαι κατὰ τρόπον θεατρικὸν, καὶ ὅμως παρῆλθε τόσος χρόνος καὶ δὲν ἔγεινεν, ὄχι πρόοδος, ἀλλ’ οὔτε ἀρχὴ ἐργασίας. Καὶ θέλει νὰ καταγγείλῃ τὸ παρελθὸν ὁ καλοανατεθραμμένος, τὸ ἐπαναλαμβάνω, Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν παρασκηνίων!
§81ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκούων τις τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὁμιλοῦντα, θὰ ὑποθέσῃ ἴσως, ὅτι ἐγὼ εἶχον μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, τὸ ὁποῖον προηγήθη τῆς ὑπουργείας του. Ἀλλ’ ἐγὼ σπανίως ἐλάμβανον τοιοῦτον μέρος, ἅπαξ δὲ μόνον ἡ ὑπουργεία μου διήρκεσε 15 μῆνας, κατὰ δὲ τοὺς καιροὺς ἐκείνους τὰ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἦσαν 30 ἕως 35 ἑκατομμύρια παλαιῶν δραχμῶν, καὶ μὲ τοιαῦτα μέσα δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιληφθῶμεν τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἔχει τὴν ἀξίωσιν τὸ Ἔθνος νὰ ἐκτελῶνται σήμερον, ὅτε φορολογεῖται τοσοῦτον ἀνηλεῶς καὶ εἰσπράττονται, ὡς ἐκαυχήθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, 90 ἑκατομμύρια νέων δραχμῶν. Ἐκτὸς τούτου ἡμεῖς εἴχομεν νὰ φροντίσωμεν περὶ πολλῶν ἄλλων πραγμάτων καὶ ἰδίως περὶ τῆς ληστείας, τὴν ὁποίαν κατωρθώσαμεν νὰ ἐξαλείψωμεν, καὶ ἐφέραμεν τὴν γαλήνην εἰς τὸν τόπον, ἡ δὲ ἐργασία ἡμῶν παρεσκεύασε τὴν κατάστασιν, διὰ τῆς ὁποίας σήμερον κατορθώνουν νὰ εἰσπράττουν τόσα χρήματα. Ἐὰν ἐπεβάλλομεν καὶ ἡμεῖς τόσους φόρους, ὅσους ἐπιβάλλετε ὑμεῖς, βεβαιωθῆτε, ὅτι οὔτε σταφιδάμπελος, οὔτε ἄμπελος, οὔτε οἰκοδόμημα, οὔτε κἀμμία βελτίωσις ἤθελεν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὸν τόπον καὶ δὲν θὰ εὑρίσκετε χρήματα νὰ εἰσπράξητε. Ἀλλ’ ὅπως φέρεσθε, φοβοῦμαι μήπως στειρεύσῃ ἐντελῶς ἡ πηγή, ἐκ τῆς ὁποίας ἀντλεῖτε. Καὶ δὲν ἐννοῶ τὴν τακτικὴν, ἥτις καθιερώθη ἐδῶ, ὁσάκις ζητεῖται λόγος παρὰ τῶν Ὑπουργῶν· ἀντὶ νὰ ἀπαντήσουν καὶ δικαιολογηθοῦν, ἀναφέρονται εἰς προγενεστέρας ἐποχὰς καὶ ἐπιχειροῦσιν ἀντεγκλήσεις· ἐὰν ἐσφάλομεν ἡμεῖς, εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς ζητήσουν λόγον οἱ ἁρμόδιοι, ὅπως πράττομεν ἡμεῖς ἤδη ἀπέναντι ὑμῶν. Αὐτὸς δὲν εἶναι τρόπος κοινοβουλευτικὸς, καὶ ἀπατᾶσθε νομίζοντες, ὅτι δικαιολογεῖτε οὕτω τὴν διαγωγήν σας.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ζητεῖ τὸν λόγον. Δὲν ὑπάρχει ἄλλο ἀντικείμενον. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 6 καὶ 15′ μ. μ.