1889.11.03
1.599 στίχοι · 12.501 λέξεις · 92 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 10
Τῆς 3 Νοεμβρίου 1889
(Παρασκευή).
Ὥρα 4½ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σάκκης ἔχει τὸν λόγον.
§2ΣΑΚΚΗΣ. Ἐκ φιλανθρωπικοῦ καθήκοντος ὁρμώμενος, Κύριοι, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον περὶ τῶν φυλακῶν Πύλου καὶ εἴπω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι αἱ φυλακαὶ ἐκεῖναι, εἰς ἣν κατάστασιν εὑρίσκονται, δὲν εἶναι ἄλλο, εἰμὴ σφαγεῖον, ἕνεκα τῆς ἐντελοῦς παραμελήσεως αὐτῶν ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων. Ἐπανελθὼν ἐσχάτως ἐξ Εὐρώπης καὶ πρώτην φορὰν ἐπισκεφθεὶς τὰς φυλακὰς ἐκείνας, ἔμεινα ἔκπληκτος ἐκ τῆς ἀντιθέσεως, εἰς ἣν εὑρέθην. Ὑγρασία, ἀκαθαρσία, σκότος καὶ πολλαὶ ἄλλαι ἐλλείψεις εἰσὶν αἱ διακρίνουσαι τὰς φυλακὰς ταύτας πρὸς ἐκείνας, καὶ σὺν ταῖς ἐλλείψεσι ταύταις, ἔρχεται ἡ κακὴ δίαιτα, ἡ ἔλλειψις τῆς δεούσης ἐπιτηρήσεως καὶ ἐν γένει ἡ μὴ ἐφαρμογὴ τῶν κανονισμῶν καὶ νόμων. Σήμερον ὅμως δὲν ἀνῆλθον τὸ βῆμα, ἵνα ἐκθέσω τὰς περὶ φυλακῶν ἐν γένει ἰδέας μου, ἀλλὰ μόνον, ὅπως συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα λάβῃ πρόνοιαν περὶ αὐτῶν. Συγχρόνως δὲ συνιστῶ πρὸς αὐτὸν καὶ τὸ ἑξῆς, δι’ ὅπερ κυρίως ἔλαβον τὸν λόγον. Ἐν ταῖς φυλακαῖς Πύλου εὑρίσκονται καθειργμένοι Μεσσήνιοι καὶ Λάκωνες· δυστυχῶς μεταξὺ αὐτῶν ἐμφιλοχωροῦν μίση φυλετικά, προερχόμενα ἐκ τῆς ἐπιθυμίας, ἣν ἔχουσι, νὰ ὑπερέχωσιν οἱ μὲν τῶν δὲ, καὶ οὐδέποτε ἕνεκα τούτου ὑφίσταται τάξις καὶ ἀσφάλεια ἐν ταῖς φυλακαῖς ἐκείναις. Συχνὰ ἀνακαλύπτονται φονικὰ ὄργανα ἐν τῇ φυλακῇ, τῶν ὁποίων ποιοῦνται χρῆσιν κατ’ ἀλλήλων, καὶ συχνὰ παριστάμεθα μάρτυρες θυμάτων οὐκ ὀλίγων. Θὰ συστήσω λοιπὸν, καὶ κατ’ αἴτησιν αὐτῶν τῶν φυλακισμένων τοῦ δεσμωτηρίου Πύλου, εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν,—καὶ ἐπικαλοῦμαι πρὸς τοῦτο τὴν συνδρομὴν ἁπάντων τῶν συναδέλφων ἐκ Λακωνίας καὶ Μεσσηνίας Βουλευτῶν,—Θὰ συστήσω, λέγω, αὐτῷ, ἵνα διαιρέσῃ τὸ προαύλιον τῶν φυλακῶν Πύλου εἰς δύο μέρη καὶ οὕτω χωρισθῶσιν οἱ φυλακισμένοι οἱ ἐκ τῆς Λακωνίας ἀπὸ τοὺς τῆς Μεσσηνίας, καθόσον ἄλλως καθίσταται ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ σύμπνοια καὶ τάξις ἐν ταῖς φυλακαῖς ἐκείναις, εἰς οὐδὲν δὲ θὰ συντελέσωσιν αἱ εὐαγγελικαὶ παροτρύνσεις τοῦ κ. Λαμπάκη καὶ ἡ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου πρὸς κατεύνασιν τῶν παθῶν. Εὑρισκόμενος δὲ ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε χθὲς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Κουμουνδοῦρος περὶ τοῦ ὑπό τινος ὑποδίκου Στεφανίδου διαπραχθέντος ἐγκλήματος, ἀναγκάζομαι νὰ ῥήξω καὶ ἐγὼ κραυγὴν κατὰ τῆς τοιαύτης πράξεως, ἡ ὁποία ἐξετελέσθη ἕνεκα τῆς χαλαρότητος, ἣν ὑφίστανται ἀπό τινος οἱ δικαστικοὶ θεσμοὶ ἡμῶν, καὶ τῆς διοικητικῆς ἐν γένει ἐκλύσεως. Ποῦ ἠκούσθη, Κύριοι, ὑπόδικος νὰ εὑρίσκηται ἔξωθι τῶν φυλακῶν καὶ νὰ διαπράττῃ, θρασυνόμενος οὕτω, νέον ἔγκλημα, ἀφοῦ μάλιστα ἦτο γνωστὸν, ὅτι ὁ ἐγκληματίας ἐκεῖνος καθ’ ὑποτροπὴν καὶ πλειστάκις διέπραξεν ἐγκλήματα; Πῶς δὲ ὁ ὑπόδικος οὗτος εὑρίσκετο ἐκτὸς τῶν φυλακῶν, ἐν ᾧ διὰ βουλεύματος παρεπέμφθη ἐπὶ τραύματι προμεμελετημένῳ εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, ἐπειδὴ δὲ ἐγκλημάτισε καθ’ ὑποτροπὴν, εἶχε διαταχθῆ ἡ προφυλάκισίς του; Ὅπως δὲ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ὁ ὑπόδικος αὐτὸς δὲν εὑρίσκετο εἰς τὰς φυλακὰς, οὔτε εἰς ἄλλο κρατητήριον, σᾶς ἀναγινώσκω ἐπιδοτήριον τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος, ὅστις, μεταβὰς ὅπως ἐπιδώσῃ πολιτικὴν ἀγωγὴν κατ’ αὐτοῦ ἐκ μέρους τοῦ παθόντος κ. Γκιόρα, δὲν εὗρεν αὐτὸν ἐν τῇ φυλακῇ. Ἰδοὺ τί ἀναφέρει ὁ κλητήρ. (Ἀναγινώσκει τὸ ἐπιδοτήριον). Τί δὲ ἀποδεικνύεται ἐκ τούτου; ὅτι τὰ ὄργανα ὑμῶν, παραβαίνοντα τὸ καθῆκον αὑτῶν, ἐγκληματοῦντα πολλάκις, χάριν κομματικοῦ συμφέροντος, παρέχουσι τὴν προστασίαν αὐτῶν εἰς τοιούτους ἐγκληματίας. Καὶ κατόπιν ὅλων τούτων παραπονούμεθα περὶ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἐγκλημάτων, περὶ τῆς ἐλλείψεως ἀσφαλείας! Πῶς λοιπὸν θέλετε ἀσφάλειαν, ἀφοῦ οἱ ἐγκληματοῦντες ἀφίενται ἐλεύθεροι; πῶς θέλετε ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐγκλημάτων, ἀφοῦ ἡ ἀτιμωρισία τῶν ἐγκληματιῶν θρασύνει αὐτοὺς, τοὺς δὲ ἐντίμους καὶ ἡσύχους πολίτας ἀναγκάζετε οὕτω νὰ ἀμύνωνται ἢ νὰ αὐτοδικῶσιν; Εἴμεθα λοιπὸν εὐνομούμενον Κράτος; δὲν ἔχουσι δίκαιον οἱ ἐχθροὶ ἡμῶν νὰ μᾶς δίδωσι δυσώνυμα ἐπίθετα; Ἐρωτῶ λοιπὸν ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ποῖος ἔδωκεν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ οὗ προΐστασθε Ὑπουργείου τὸ δικαίωμα νὰ διατηρῶσιν ἐκτὸς τῶν φυλακῶν ἐγκληματίαν, ὅστις ἐξεθρασύνθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ διαπράττῃ κατ’ ἐπανάληψιν ἐγκλήματα; Ποῦ λοιπὸν θὰ εὕρωσιν οἱ πολῖται ἀσφάλειαν; πόθεν θὰ ζητήσωσι προστασίαν, ὅταν ἡ διοίκησίς σας εἰς τοιοῦτον σημεῖον ἔφερε τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ὥστε εἶναι ἀνάγκη νὰ αὐτοδικῇ τις πρὸς σωτηρίαν του; Καὶ τολμῶ νὰ εἴπω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι οὐ μόνον δὲν θὰ ἀποτρέψωμεν τοὺς συμπολίτας μας τοῦ νὰ αὐτοδικῶσιν, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς οἱ ἴδιοι θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ τεθῶμεν ἐπὶ κεφαλῆς τῶν συμπολιτῶν μας πρὸς τοῦτο.
§3ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὡς πρὸς τὴν εἰς τὰς φυλακὰς τῆς Πύλου ἀφορῶσαν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, πληροφορῶ αὐτὸν, ὅτι αἱ φυλακαὶ αὗται ἦσαν ὁμολογουμένως εἰς κακὴν κατάστασιν. Πρὸ ἔτους δὲ καὶ ἐπέκεινα ἐγένετο σπουδαία ἐπ’ αὐτῶν βελτίωσις. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ ἐντύπωσις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ περὶ τῶν φυλακῶν αὐτῶν ὑπῆρξε πολὺ δυσμενὴς διότι εἶδεν αὐτὰς ὅτε ἐπανῆλθεν ἐκ Γαλλίας· ἀλλ’ ἐὰν ἀνεμιμνήσκετο τῆς καταστάσεως τῆς πρώην, ἤθελεν ὁμολογήσει, ὅτι ἐπῆλθε σημαντικὴ βελτίωσις, ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ καὶ εὐχαριστήρια ἀπηυθύνθησαν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τὴν Βουλήν. Ὡς πρὸς τὸ μέτρον, ὅπερ προέτεινεν ὁ κ. Βουλευτὴς, περὶ διαιρέσεως τοῦ περιβόλου τῶν φυλακῶν, διὰ νὰ μένωσιν οὕτω κεχωρισμένοι οἱ Λάκωνες ἀπὸ τῶν Μεσσηνίων, νομίζω ὅτι ἔχει ἤδη διαταχθῆ, θὰ γίνῃ δὲ, ἔστω καὶ ἂν μείζων δαπάνη ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀπαιτηθῇ πρὸς τοῦτο. Ὡς πρὸς τὴν ἑτέραν ἐπερώτησιν, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω ἀμέσως πληροφορίας, διότι ἐζήτησα τοιαύτας, λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἀναγγελίας τοῦ γεγονότος, τὴν ὁποίαν ἔκαμε χθὲς ἕτερος Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας πρὸς τὴν Βουλήν. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔλαβον, δὲν πρόκειται περὶ καταδίκου, ὅπερ ἦτο ἴσως ὁ μόνος λόγος, ὁ πείσας τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ κάμῃ ἀναγγελίαν τοῦ πράγματος πρὸς τὴν Βουλήν. Ὁ αὐτουργὸς τοῦ χθὲς λαβόντος χώραν ἐγκλήματος δὲν ἦτο κατάδικος, εἶχεν ὅμως προφυλακισθῆ ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου μηνὸς, κατηγορηθεὶς ἐπὶ ἀποπείρᾳ φόνου ἢ ἀναιρέσεως. Ἡ ἀνάκρισις ἐπερατώθη καὶ τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν παρέπεμψεν αὐτὸν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον ἐπὶ τραύματι· ἐπειδὴ ὅμως καὶ ἄλλοτε εἶχε καταδικασθῆ ἐπὶ τραύματι, τὸ Συμβούλιον διέταξε τὴν παράτασιν τῆς προφυλακίσεώς του. Τοῦ βουλεύματος αὐτοῦ ὁ πολιτικῶς ἐνάγων ἔκαμεν ἀνακοπὴν καὶ τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν ἐπεκύρωσε τὸ Βούλευμα, χαρακτηρῖσαν καὶ ἐκεῖνο τὴν πρᾶξιν ὡς πλημμέλημα καὶ παραπέμψαν αὐτὸν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον. Ἐπὶ τῷ λόγῳ αὐτῷ τῆς παραπομπῆς ἐπὶ πλημμελήματι καθ’ ὑποτροπὴν διετέλει προφυλακισμένος ὁ ὑπόδικος. Ἐπειδὴ ὅμως κατὰ προγενεστέραν ἐν τῇ φυλακῇ κράτησίν του εἶχον συμβῆ ἐν ταῖς φυλακαῖς διαπληκτισμοὶ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ ἄλλων φυλακισμένων, ἡ Εἰσαγγελία, ἡ ὁποία ἔχει τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν ἐπὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν κράτησιν τῶν ὑποδίκων, ἐθεώρησεν ὡς μέτρον ἀσφαλείας καὶ τάξεως τῶν φυλακῶν, νὰ διατάξῃ τὴν κράτησιν αὐτοῦ ἐν τῇ Ἀστυνομίᾳ, καὶ οὕτως ἔμενεν αὐτὸς προφυλακισμένος ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου μέχρι τῆς 6ης Ὀκτωβρίου ἐν τῇ Ἀστυνομίᾳ. Ἐσχάτως ὑπέβαλεν αἴτησιν περὶ ἀπολύσεώς του δι’ ἐγγυήσεως. Τὴν αἴτησιν ταύτην ὑπέβαλε τὴν 6ην Ὀκτωβρίου, τὴν 28 δὲ Ὀκτωβρίου ἐδημοσιεύθη βούλευμα, τὸ ὁποῖον ἐπέτρεψε τὴν δι’ ἐγγυήσεως ἀπόλυσιν αὐτοῦ. Τὸ βούλευμα αὐτὸ ἐκοινοποιήθη εἰς τὸν ἐν τῇ Ἀστυνομίᾳ κρατούμενον, ἀλλ’ ἡ ἐγγύησις δὲν εἶχε δοθῆ, διότι τρὶς ἢ τετράκις εἶχε μεταβῆ εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Εἰσαγγελίας ὁ ἐγγυητὴς αὐτοῦ, ὅπως συνεννοηθῇ περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς ἐγγυήσεως, ὁ Εἰσαγγελεὺς ὅμως ἔλειπε δι’ ἀνακρίσεις τὰς τελευταίας ἡμέρας. Ἐν τούτοις εἰς τὴν Ἀστυνομίαν ἦτο γνωστὸν, ὅτι ἐπετράπη εἰς τὸν ἐν αὐτῇ κρατούμενον ἡ δι’ ἐγγυήσεως ἀπόλυσις, χθὲς δὲ μετὰ μεσημβρίαν, εἴτε διαλαθὼν τὴν προσοχὴν τοῦ σκοποῦ, εἴτε ἐκ συνεννοήσεως πρὸς αὐτὸν, ἐξῆλθε τῆς φυλακῆς καὶ ἐξελθὼν ἔπραξε τὸ χθεσινὸν ἔγκλημα. Ταῦτα ἐπληροφορήθην παρὰ τῶν ἀρχῶν περὶ τῶν χθὲς ἀναγγελθέντων. Ἡ Διεύθυνσις τῆς Ἀστυνομίας, ἅμα λαβοῦσα γνῶσιν τῆς πράξεως, προέτεινε τὴν ἀπόλυσιν τοῦ κλητῆρος, ἐγὼ δὲ διέταξα ἀνάκρισιν, ἵνα ἐξακριβωθῇ ἡ ἀλήθεια καὶ τιμωρηθῇ πᾶς ὁ εὐθυνόμενος ὅπως δήποτε ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ἐλλείψει μερίμνης περὶ τὴν κράτησιν τοῦ ὑποδίκου.
§4ΣΑΚΚΗΣ. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ τῶν φυλακῶν Πύλου, δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι αἱ διορθώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, οὐδόλως ἐβελτίωσαν αὐτάς. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ὅμως ζήτημα, τῆς διαμονῆς τοῦ ὑποδίκου ἐκτὸς τῶν φυλακῶν, ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ ὑπόδικος οὗτος εὑρίσκετο ἐκτὸς τῶν φυλακῶν καὶ πρὶν ἢ ἔλθουν οἱ ἁρμόδιοι εἰς διαπραγματεύσεις ὡς πρὸς τὴν δι’ ἐγγυήσεως ἀποφυλάκισίν του. Ἐπικρίνω δὲ τὴν διαγωγὴν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, δηλαδὴ, ὅτι ἀπεφάσισε ν’ ἀπολύσῃ δι’ ἐγγυήσεως ἐγκληματίαν τρὶς παραπεμφθέντα εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον. Γνωρίζομεν, Κύριοι, τὰ ἐλατήρια, ἅτινα ἀναγκάζουσι νὰ παρέχηται εἰς τὸν ἐγκληματίαν ἐκεῖνον τοιαύτη προστασία· ταῦτα εἶναι διότι τυγχάνει δυστυχῶς ἐκ τῶν δορυφόρων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· ἰδοὺ ὁ λόγος τῆς τοιαύτης ἰσχυρᾶς προστασίας. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης οὐδὲν ἄλλο ὤφειλε νὰ πράξῃ, ἂν ἐκήδετο τῆς ὑπολήψεώς του, ἢ νὰ τιμωρήσῃ τὴν ἀρχὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία παρέβη ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ τὸ καθῆκόν της, καὶ ὄχι νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἀναλάβῃ τὴν δικαιολογησίν της.
§5ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Χάνεσθε, ἀληθῶς εἰς τύπους καὶ ἐπιμένετε νὰ σᾶς δείξῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου. Ἀλλὰ ποῖον τὸ πνεῦμα τῆς διατάξεως ταύτης; τὸν ἐγκληματοῦντα δημοσίᾳ ἐν τῇ πλατείᾳ τῆς Ὁμονοίας, παρὰ τῷ καφενείῳ Τσόχα, τὸν μεταβαλόντα τὴν πλατεῖαν ταύτην εἰς πεδίον πολέμου, τὸν ἐπανειλημμένως ἐγκληματήσαντα, αὐτὸν πρέπει νὰ ἀπολύσωμεν δι’ ἐγγυήσεως! Διὰ τοιούτους εἶναι ἀναγεγραμένη ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ νόμου; Ἐπιθυμῶ εἰς τοῦτο νὰ μᾶς ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Ὁ ἐγκληματίας οὗτος δὲν εἶναι ἐκ τῶν κοινῶν, εἶναι διαβόητος, διότι δὲν ἔπραξε ἓν ἢ δύο ἐγκλήματα, διέπραξε πολλά. Ταῦτα θὰ γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἂν καὶ προσποιῆται ἄγνοιαν· ἀλλ’ ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν γνωρίζει, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς βεβαίως δὲν ἀγνοεῖ, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν διὰ τίνος ἐγγυήσεως εἶναι ἐκτὸς τῶν φυλακῶν ὁ Φιλώτας καὶ ἀφοῦ πάντες γνωρίζομεν, ὅτι ὁ ἐγκληματίας οὗτος ἐποδοκρότει χθὲς ἐκ τῶν θεωρείων. Μὴ τάχα δὲν εἶναι γνωστὸς εἰς τὰς ἀρχὰς, εἰς τὸν κ. Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας; Μήπως δὲν εἶναι γνωστὸς εἰς τὴν φρουρὰν, ἥτις τὸν εἰσάγει εἰς τὰ ἀκροατήρια; Νὰ μὴ ἀπολύσητε τὸν κλητῆρα,—πταίει ὁ ἀστυνόμος,—εἶναι τίμιος ἄνθρωπος, τὸν ἀγαπῶ, διότι γνωρίζω ὅτι ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας, ἀλλὰ τί ἠθέλατε νὰ κάμῃ; Τῷ ἐπεβλήθη καὶ ὑπήκουσε, καὶ ἀπέλυσε τὸν φυλακισμένον, διότι ἡ διαταγὴ προήρχετο ἐκ προσώπου οὐχὶ ἄῤῥενος, προήρχετο ἐκ κυρίας τινὸς, ἐριτίμου ἀποκαλουμένης. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ἡ κυρία αὕτη περιέβαλε μὲ ὅλην τὴν ἰσχύν της τὸν Φιλώταν· ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἄλλοτε κατὰ διαταγήν της τὸν περιήγαγεν εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς Ὁμονοίας ἡ στρατιωτικὴ περίπολος καὶ τὸν ἐγκαθίδρυσεν ἐκεῖ, προκαλοῦσα ἡ ἐξουσία, τῇ διαταγῇ τῆς ἐριτίμου, ῥῆξιν αἱματηράν. Καὶ τολμᾷς, κύριε Ὑπουργὲ, ἀπέναντι τοιούτων πασιδήλων ἐγκλημάτων, νὰ δικαιολογῆσαι καὶ νὰ κρύπτησαι ὄπισθεν διατάξεως νόμων, τοὺς ὁποίους παρερμηνεύεις! Ποτὲ δὲν ἐδείχθης τόσῳ ἀσεβής! Δὲν ἀφίνεις τουλάχιστον νὰ εἴπῃ ταῦτα αὐτὸς, (δεικνύει τὸν Πρωθυπουργὸν) ὁ ὁποῖος ἔχασε τὴν αἰδώ; Ἀπελύθη ὁ ἐγκληματίας οὗτος τῇ ἀδείᾳ καὶ τῇ διαταγῇ τῆς ἐριτίμου...
§6ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι ἀκριβῆ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε, καὶ λυποῦμαι ὅτι φέρετε ἐδῶ ἀνακριβείας καλῇ τῇ πίστει, ἐκ κακῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας λαμβάνετε· οὕτω χθὲς εἴπετε, ὅτι ὁ Φιλώτας εἶναι κατάδικος.
§7ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν κρατῶ τὰ πρακτικὰ τοῦ Δικαστηρίου· ἐνδέχεται νὰ ἦναι καὶ ὑπόδικος, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν μεταβάλλει τὸ πρᾶγμα. Εἶναι ἐγκληματίας κατ’ ἐξακολούθησιν. Ἐβεβαίωσα ψευδεῖς πληροφορίας, λέγει ὁ κ. Ὑπουργός· ἀλλ’ ἐρωτῶ αὐτὸν τὸν Ὑπουργὸν, πότε δὲν διέπραξεν ὁ περὶ οὗ λόγος ὑπόδικος ἔγκλημα ἀπὸ δύο καὶ τριῶν ἐτῶν, διὰ νὰ ἦναι εἰς θέσιν εἷς ἰδιώτης νὰ γνωρίζῃ πότε εἶναι κατάδικος καὶ πότε ὑπόδικος; ποία ἡ κατάστασίς του ἐν περιστάσει τινί; πότε εὑρίσκετο εἰς τὰς φυλακὰς, ἐνῷ ἦτο ἐγκληματίας; Πάντοτε ἦτο ἐλεύθερος, τῇ διαταγῇ τῆς ἐριτίμου τὸν περιεστοίχιζεν ἡ περίπολος καὶ τὸν συνώδευεν εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς Ὁμονοίας, διὰ νὰ διεκδικήσῃ προσωπικὰ πάθη, νὰ προκαλέσῃ σκηνὰς, αἱ ὁποῖαι ἤθελον πληρωθῆ μὲ τὸ αἷμα ὄχι ἐκείνων, καθ’ ὧν ἔτρεφε μῖσος, ἀλλὰ σοῦ, (δεικνύει τὸν Πρωθυπουργὸν) καὶ τοῦτο διὰ νὰ μάθῃ ἡ ἐρίτιμος, ὅτι δὲν ἐμποδίζει ἐκείνους, καθ’ ὧν ὡπλίζετο ἡ χεὶρ τοῦ Φιλώτα, ἡ παρουσία τῆς ἀρχῆς, νὰ ἐκδικηθῶσι κατὰ τοῦ τὴν χεῖρα τοῦ κακούργου ὁπλίζοντος Πρωθυπουργοῦ. Εἶναι τῇ ἀληθείᾳ φοβερὸν, νὰ ὑπερασπίζωνται οἱ Ὑπουργοὶ τοιούτους ἐγκληματίας, καὶ νὰ μᾶς λέγωσιν, ὅτι θὰ παύσουν τὸν κλητῆρα, καὶ τοῦτο διὰ νὰ δικαιολογηθῶσι. Τί πταίει ὁ κλητὴρ, Κύριοι; Θὰ τὸν παύσητε διὰ νὰ δικαιολογήσητε τὸν ἀστυνόμον καὶ τὸν Διευθυντήν; Ἀλλὰ δὲν πταίουν αὐτοί. Ἄλλος εἶναι ὑπεύθυνος, ἡ ἐρίτιμος! Τί πταίουν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί;......
§8ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Αὐτὰ δὲν εἶναι ἀκριβῆ.
§9ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πῶς τὰ διαψεύδετε! Ὅ,τι λέγετε σεῖς εἶναι ἀνακριβές. Ἰσχυρίζομαι, ὅτι ἀπελύσατε γνωστὸν κακοῦργον ἐκ τῶν φυλακῶν, καὶ ζητεῖτε νὰ μὲ διαψεύσητε. Νομίζετε, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι ἡ διάταξις τῆς δι’ ἐγγυήσεως ἀπολύσεως ἐφαρμόζεται εἰς τοιούτους ἐγκληματίας; Ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ καὶ πᾶσα ἀρχὴ συμφέρον ἔχει τοιούτους ἐγκληματίας νὰ ἔχῃ ἐκτὸς τῶν φυλακῶν, ἢ ὁ νομοθέτης ὥρισεν αὐτὴν τὴν διάταξιν δι’ ἄλλους παραβάτας τῶν νόμων, ὄπισθεν τῆς ὁποίας ζητεῖτε νὰ ὀχυρωθῆτε καὶ νὰ ὑποστηρίξητε, ὅτι δὲν εἶναι παράνομον, εἷς διαβόητος κακοῦργος, ὡς ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος, νὰ ἦναι ἐκτὸς τῶν φυλακῶν; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διατὶ δὲν ἀπολύετε τῶν φυλακῶν καὶ τὸν Σπανὸν ἔνοπλον, διὰ νὰ συνεχίσῃ ἐν τῇ πρωτευούσῃ τὸ ἔργον, τοῦ ὁποίου ἥρως ὑπῆρξεν εἰς τὰ ὄρη, νὰ θύσῃ καὶ ἀπολύσῃ ἐν μέσαις Ἀθήναις; Εἰς τοιοῦτον σημεῖον ἔφθασεν ἡ Κυβέρνησις, ὥστε νὰ ἀμύνηται ὑπὲρ τῶν ἐγκληματιῶν, καὶ νὰ ζητῇ ψῆφον ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν ἔλαβε χθὲς, χειροκροτούντων τοιούτων ἀνθρώπων! Φαντασθῆτε, Κύριοι, ἂν ἐν Ἀθήναις γίνωνται αὐτὰ, τί γίνεται ἐν ταῖς ἐπαρχίαις! Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προσῆγε τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησα πρὸ πολλοῦ καὶ τὴν ὁποίαν ἐλησμόνησεν ἡ ὑπηρεσία, ἠθέλετε πεισθῆ, ὅτι δὲν ἀπέμεινε πλέον οὐδεὶς χρηστὸς πολίτης πλησίον τῆς Κυβερνήσεως, ἕνεκα τῆς συνεργασίας αὐτῆς μετὰ τῶν ἐγκληματιῶν κατὰ τῆς δημοσίου ἀσφαλείας. Ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία ποῦ νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τοιαῦτα πράγματα!
§10ΡΑΛΛΗΣ. Ἡμεῖς ἐδῶ διεκδικοῦμεν τὰ πρωτεῖα, οὐδεὶς δὲ ἠμπορεῖ νὰ μᾶς ὑπερβῇ κατὰ τὴν κακοήθειαν, ἡ ὁποία βασιλεύει εἰς τὴν δικαιοσύνην!
§11ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔπρεπε νὰ ὑποβάλῃ τὸν κατάλογον καὶ τὸ εἶδος τῶν ἐγκλημάτων τῶν ἐν Μεσσηνίᾳ, διὰ νὰ ἴδητε, ἂν ἔπρεπε πολλοῦ νὰ σταλῇ αὐτόθι ὁ Μπαϊρακτάρης. Ἀλλὰ τί θὰ κάμῃ καὶ αὐτὸς, ὅταν ἡ ἐπιτόπιος δικαιοσύνη ἀντιδράσῃ; Θὰ συλλάβῃ πολλοὺς, ἴσως ὅλους, ἀλλ’ ἡ δικαιοσύνη μετὰ τὴν ἀναχώρησίν του θὰ τοὺς ἀπολύσῃ καὶ θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ πρώην καθεστός. Οὕτως ἀτυχῶς διεξάγει τὴν ὑπηρεσίαν αὑτῆς ἡ δικαιοσύνη, ὑπηρετοῦσα τὸν κομματισμὸν, κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας. Καὶ διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι λέγω ἀληθῆ, ἰδοὺ σᾶς ἀναφέρω ἓν, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι λέγω ἀνακριβείας. Ἅμα ὡς εἶλον, ὅτι ὁ ἀνακριτὴς κ. Μυρμήρας προέβαινεν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός του εἰς ὑπόθεσιν σπουδαίως βαρύνουσαν ἐπίσημον φίλον τῆς Κυβερνήσεως, μετέθεσαν αὐτὸν ἐκ Καλαμῶν, ἐπειδὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸν ἀπαλλάξωσι τῶν ἀνακριτικῶν καθηκόντων.
§12ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πῶς λέγετε πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν πιστοποιοῦνται ἐξ ἐγγράφων;
§13ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὸν κ. Μυρμήραν ἔχω ὑπόληψιν. Ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ὁμιλήσῃ, δὲν θὰ εἴχετε τὸ θάῤῥος νὰ μὲ διακόπτητε, διότι θὰ ἐμαρτύρει, ὅτι ἐβιάσθη, ἂν ὑπάρχῃ τοιαύτη αἴτησις, νὰ ζητήσῃ τὴν μετάθεσίν του.
§14ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ὁ Πρωτοδίκης Μυρμήρας, πρὶν ἢ ἐγὼ ζητήσω πληροφορίας, ἐζήτησε διὰ τῆς ὑπηρεσίας, ὅπως τῷ δώσω τὴν ἄδειαν ν’ ἀπαντήσῃ αὐτὸς καὶ σᾶς διαψεύσῃ.
§15ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὰ μὴ τὰ λέγετε εἰς ἐμέ· ἐγὼ γνωρίζω τὸν κ. Μυρμήραν καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι σεῖς τὸν διετάξατε νὰ ἀπαντήσῃ, καὶ αὐτὸς, διότι ὁ χαρακτήρ του εἶναι νὰ μὴ ψεύδηται, δὲν ἀπεδέχθη. Θὰ ἔλθῃ στιγμὴ, καθ’ ἣν ἡ πτέρυξ αὕτη θὰ πλειονοψηφῇ καὶ θὰ ζητήσω τότε ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ πάσας τὰς δικογραφίας, διὰ νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ, πῶς διεξάγει τὰς ὑποθέσεις τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου καὶ τὸ Πρωτοδικεῖον Καλαμῶν. Διότι εὐτυχῶς αἱ δικογραφίαι δὲν καταστρέφονται, ὅπως καταστρέφονται ἄλλα ἔγγραφα, ὅπως ἀπωλέσθησαν ἐπίσημα ἔγγραφα ἐκ τοῦ γραφείου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ τῆς ὑπουργείας τοῦ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα ἐζήτησε νὰ κατατεθῶσιν ὁ πατήρ μου. Ἐκ τῶν δικογραφιῶν, αἵτινες θὰ κατατεθῶσι τότε εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ πεισθῶσι πάντες, ὅτι δὲν ἀπονέμεται δικαιοσύνη ἐν Μεσσηνίᾳ καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ὑπάρχει ἀσφάλεια, ἐκ τῶν μελλουσῶν δὲ νὰ ὑποβληθῶσι καταστάσεων θὰ ἐννοήσητε, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ἐξέλθητε ἀσφαλῶς τοῦ οἴκου σας τὴν ἑσπέραν, ἐὰν δὲν ἐξέλθῃ πρότερον ἡ γυνή σας, ἵνα ἐπισκοπήσῃ τὰ πέριξ, καὶ ἂν δὲν κρατῆτε ἐξερχόμενοι τὸ πιστόλιον ἀνὰ χεῖρας. Χθὲς ἀκόμη εἶχον εἰδήσεις, ὅτι ἐδολοφόνησαν στενὸν πολιτικὸν φίλον μου, τὸν Ἠλιάδην. Ἀλλ’ εἰς τὸ προκείμενον, κύριε Ὑπουργέ. Ὁ Φιλώτας Στεφανίδης εἶναι ἐγκληματίας, ἐγκλημάτησε πολλάκις· ἐν τούτοις ἦτο χθὲς ἔξω τῶν φυλακῶν, ἐνῷ δὲν εἶχε καταθέσει ἔτι τὴν ἐγγύησιν. Ὁ συντάξας τὴν διάταξιν περὶ ἐγγυήσεως εἶχεν ἐν τῷ νῷ τοὺς τοιούτου εἴδους καὶ ἐπανειλημμένως ἐγκληματήσαντας ἐγκληματίας; Ἀλλὰ τότε ἐπαναλαμβάνω τὴν ἐρώτησίν μου, διατὶ νὰ μὴ ἐξέλθῃ δι’ ἐγγυήσεως ὁ Σπανὸς καὶ τόσοι ἄλλοι ἐγκληματίαι, νὰ ἔλθωσι μάλιστα ἐδῶ εἰς τὰ ἀκροατήρια καὶ σᾶς χειροκροτῶσιν, ἐξασφαλίσωμεν δὲ οὕτω ἀρκετὸν χρῆμα, τὸ ὁποῖον ἐξοδεύομεν δι’ αὐτούς; Δὲν περιέμενον νὰ ἀνέλθητε σεῖς τὸ βῆμα, ὁ ὁποῖος δὲν ἐχάσατε ἔτι τὴν αἰδὼ, καὶ νὰ ὁμιλήσητε διὰ τοιαύτην ὑπόθεσιν καὶ τοιοῦτον ἄτομον, καὶ νὰ θελήσητε νὰ δικαιολογήσητε τὴν ὑπηρεσίαν σας. Εἴμεθα ἐν Ἀθήναις καὶ ὁμιλεῖτε πρὸς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐνθυμοῦνται, ὅτι Γκριτζόβαλη κατέστη ἡ πλατεῖα τῆς Ὁμονοίας πρὸ ἑνὸς ἔτους, ἕνεκεν αὐτοῦ τοῦ Φιλώτα. Ἐνταῦθα παρίστανται ἀντιπρόσωποι, οἱ ὁποῖοι ὁλόκληρον τὸν βίον καταναλίσκουσιν ὑπηρετοῦντες τὴν πατρίδα, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς σᾶς νὰ μισθοδοτῆτε μὲ τὰς περιουσίας τῶν πολιτῶν τοὺς κακούργους τούτους, διὰ νὰ ἀσχημονῶσι ποδοκροτοῦντες αὐτούς. Δι’ ἐγγυήσεως ἔπρεπε νὰ ἐξέλθῃ ὁ Στεφανίδης, ἵνα μεταβῇ εἰς τὰ καταγώγια καὶ φονεύσῃ καὶ ἄλλον πολίτην! ἀπορῶ μάλιστα, πῶς, ἀφοῦ τοσοῦτον δεικνύετε ὑπὲρ αὐτοῦ ἐνδιαφέρον, δὲν κατεφύγετε καὶ εἰς τὸν Αὐτοκράτορα τῆς Γερμανίας, ὅπως τῷ δώσῃ τὸν Μέλανα ἀετόν! Συνετισθῆτε, κύριοι Ὑπουργοί! ἀσφαλίσατε τὴν περιουσίαν καὶ τὴν ζωὴν τῶν πολιτῶν, τοὺς ὁποίους ἐκλήθητε νὰ διοικήσητε, διότι ἡ κατάστασις αὕτη δὲν θὰ ζημιώσῃ μόνον αὐτοὺς, ἀλλὰ θὰ στραφῇ καὶ ἐπὶ τὰς κεφαλὰς ὑμῶν!
§16ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ἀκούομεν περὶ ἀνωμαλιῶν λαμβανουσῶν χώραν εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ Κράτους· συχνάκις ἀναγινώσκομεν περὶ τοιούτων, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσι τὴν κακὴν κατάστασιν τῶν φυλακῶν. Δὲν εἶναι ὅμως αἱ ἐπισκευαὶ, αἱ ὁποῖαι θὰ βελτιώσωσι τὴν κατάστασιν τῶν φυλακῶν, ἀλλ’ εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ὀργανισμοῦ, νομίζω δὲ ὅτι ὁ ὀργανισμὸς, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, δὲν ἐφηρμόσθη εἰσέτι ἐντελῶς. Κατὰ πρῶτον λόγον δὲν διωρίσθη ὁ ἐπιτετραμμένος τὴν ἐπιτήρησιν τῶν φυλακῶν, ὁ διευθυντὴς αὐτῶν· παρῆλθε σχεδὸν διετία ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ὀργανισμοῦ, καὶ εἰσέτι ἐπιθεωρητὴς τῶν φυλακῶν δὲν διωρίσθη. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν παρουσιάζηται δυσκολία πρὸς συμπλήρωσιν τῆς θέσεως ταύτης ἕνεκα τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα ὥρισεν ὁ νόμος, νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς τροποποιήσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ, διότι ἔχω πάντοτε τὴν ἰδέαν, ὅτι οὐχὶ διὰ τῶν προσόντων, ἀλλὰ διὰ τῆς καλῆς ἐκλογῆς τῶν προσώπων δύναται νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐπιτυχὴς ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου. Ταῦτα ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ εἴπω ἐξ ὅσων ἐλέχθησαν περὶ τῶν φυλακῶν Πύλου καὶ ἐξ ὅσων ἄλλων πληροφοριῶν περὶ τῶν φυλακῶν συχνάκις λαμβάνομεν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ταῦτα ὑπ’ ὄψιν.
§17ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θέσις γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν φυλακῶν δὲν ὑπῆρχεν· ἡμεῖς ἱδρύσαμεν αὐτὴν, σκοποῦντες νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν βελτίωσιν τῶν φυλακῶν, οὐχὶ δὲ νὰ οἰκονομήσωμεν πρόσωπα. Πλεῖστοι εἶναι οἱ ἀπαιτηταὶ τῆς θέσεως ταύτης, ἀλλ’ αὕτη μένει κενή, διότι δὲν ἠθέλησαν νὰ δεχθῶσιν ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς ἐθεωροῦμεν καταλλήλους. Ἐὰν πεισθῶμεν, ὅτι χρήζει τροποποιήσεως ὁ νόμος, θὰ προβῶμεν εἰς πρότασιν τοιαύτην.
§18ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι προέβλεψεν ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ τῆς συστάσεως τῆς θέσεως, οὔτε ἀρνοῦμαι τὴν καλὴν διάθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει. Δὲν δέχομαι ὅμως, ὅτι δὲν εὑρίσκεται τὸ κατάλληλον πρόσωπον καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ὅπως καθέξῃ τὴν θέσιν ταύτην· ἐὰν κωλύῃ ὁ νόμος, ἕνεκα τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα ὥρισε, τροποποιήσατε αὐτὸν, ἵνα μὴ ἀναβάλλητε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου καὶ ἐπέρχωνται τοιαῦτα ἀποτελέσματα.
§19ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Τῷ ὄντι, κύριοι Βουλευταὶ, ἐχάσαμεν πᾶσαν αἰδὼ, ὁμιλοῦντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅπως ὁμιλοῦμεν καὶ ἀπ’ αὐτοῦ ἀναφέροντες ἀνοσίως, ὡς μὴ ὤφειλε, πρόσωπα ἄξια σεβασμοῦ διὰ τὴν μεγάλην καὶ ἔξοχον αὐτῶν ἀρετήν. Ἐγκλημάτισεν ὁ Φιλώτας καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἀναζητήσωμεν καὶ ἀνεύρωμεν τὰς σχέσεις τοῦ Φιλώτα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν Πρωθυπουργὸν, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ εἴπωμεν ἀναισχύντως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ὁ Φιλώτας εἶναι ὑπασπιστὴς τοῦ Πρωθυπουργοῦ, καὶ ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἔχει ἀνάγκην νὰ ἔχῃ ὑπασπιστὰς αὐτοὺς τοὺς Φιλώτας καὶ ὑποδίκους καὶ καταδίκους. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἔχει ὑπασπιστὰς αὐτοῦ ἄνδρας ἐπιλέκτους καὶ ἐκ τῆς πολιτικῆς καὶ ἐκ τῆς στρατιωτικῆς τάξεως, ἄνδρας ἀξίους τῆς ὑμετέρας ὑπολήψεως καὶ τοῦ ὑμετέρου σεβασμοῦ, καὶ δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ λέγητε τοιαῦτα ψεύδη ἀπὸ τοῦ βήματος. Ὁ Φιλώτας ἐγκλημάτισε καὶ ἐγκλημάτισε καὶ ἅπαξ καὶ καὶ δὶς καὶ τρὶς ἴσως· σᾶς ὁμολογῶ μάλιστα, ὅτι εἰς τελευταίαν τινὰ δίκην αὐτοῦ, πέρυσι γενομένην ἐνταῦθα, ἤμην εἷς ἐκ τῶν συνηγόρων αὐτοῦ, ὑπερασπισθεὶς αὐτὸν ἐνώπιον τῶν ἐνταῦθα Κακουργιοδικῶν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μας κ. Καλογεροπούλου· ὑπερησπίσθημεν τὸν Φιλώταν, κατηγορούμενον ἐπὶ ἐγκληματικῇ πράξει, ἀθωωθέντα δὲ, ὡς ἀμυνόμενον. Τοῦτ’ αὐτὸ συνέβη ὅτε ὁ Φιλώτας ἐδικάζετο ἐνώπιον τῶν ἐν Σύρῳ Κακουργιοδικῶν δι’ ἄλλην πρᾶξιν ἐγκληματικὴν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέπεσε μαχόμενος, ὡς εἶπεν ὁ προαγορεύσας συνάδελφος, εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς Ὁμονοίας πρός τινας ἄλλους συμπολίτας μου. Καὶ ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ συμπολῖταί μου; κακοῦργοι εἶναι ἐκεῖνοι; κακοῦργος εἶναι οὗτος; εἶναι ἄνθρωποι, τοὺς ὁποίους ἐννοεῖ ὁ προαγορεύσας, ἢ εἶναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι διατελοῦσιν εἰς σχέσεις μεθ’ ἡμῶν, συνδέονται διὰ συγγενείας, διὰ φιλίας, διὰ σχέσεων στενωτάτων, καὶ διότι αὐτοὶ ἔχουσι περισσὴν φιλοτιμίαν καὶ θέλουσι νὰ ἐπιδεικνύωνται ὡς ἄνδρες τολμηροὶ καὶ παλληκαράδες, ἔρχονται ἐπανειλημμένως εἰς συγκρούσεις καὶ ὑπέπεσαν εἰς ἀδικήματα; Καὶ διὰ τοῦτο εἶναι κακοῦργοι! Καὶ πόσοι ἐξ ἡμῶν δὲν ὑπεπέσαμεν ἴσως ἅπαξ καὶ ἐπανειλημμένως εἰς ὅμοια; ἐγὼ αὐτὸς ἐδικάσθην ἐνώπιον τῶν ἐν Ναυπλίῳ Κακουργιοδικῶν, διότι συνεκρούσθην μετά τινων συμπολιτῶν μου, καὶ ἠθωώθημεν καὶ ἐγὼ καὶ ἐκεῖνοι· δι’ αὐτὸ εἴμεθα κακοῦργοι; δι’ αὐτὸ εἴμεθα ἄξιοι τῶν περιφρονητικῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἐξέφερεν ὁ προαγορεύσας; Ἴσως θέλετε εἴπει, ὅτι παραπολὺ ἐνέτεινα καὶ ὕψωσα τὸν λόγον ὑπὲρ τοῦ Φιλώτα, διότι ὁ Φιλώτας δὲν ἀνήκει εἰς τὴν περιφανῆ τάξιν τῶν πολιτευομένων, ἀλλ’ εἶναι ἁπλοῦς πολίτης τῆς ἀγορᾶς τῶν Ἀθηνῶν· ἐν τούτοις σᾶς ὁμολογῶ ὅτι διατελῶ εἰς σχέσιν τινὰ μὲ τὸν Φιλώταν, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εὗρον ἐν αὐτῷ οὐδεμίαν κακότητα ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι τοὺς κακούργους καὶ τοὺς ἐκ συστήματος ἀδικητάς. Ἐγὼ προσεπάθησα νὰ σώσω αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἦλθον εἰς ἔριδας μεταξύ των, νὰ τοὺς συμβιβάσω, καὶ τοὺς συνεφιλίωσα.
§20ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καλὰ ἐκάματε.
§21ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Βλέπετε, ὅτι ἐγὼ σᾶς διηγοῦμαι ὅλην τὴν ἱστορίαν μὲ ὅλην τὴν ἀπάθειαν.
§22ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, φροντίσατε νὰ ἀκούωνται ὅλα.
§23ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ὄχι μόνον νὰ ἀκουσθῶσιν, ἀλλὰ καὶ νὰ γραφῶσι μεγάλοις γράμμασι, διότι δὲν περιέχουσι τίποτε τὸ ἐπίψογον. Ὁ Φιλώτας λοιπὸν διετέλει ὑπόδικος καὶ παρεπέμφθη διὰ βουλεύματος τοῦ ἁρμοδίου δικαστικοῦ συμβουλίου ἐπὶ πλημελήμματι, εἰς τὸ ὁποῖον τῇ προτάσει τοῦ ἀντεισαγγελέως τῶν ἐνταῦθα πλημμελειοδικῶν κ. Τρικούπη, τὸ Συμβούλιον διέταξε τὴν διάρκειαν τῆς προφυλακίσεώς του. Τοῦ βουλεύματος τούτου ἐγένετο ἀνακοπή, ἀλλ’ ἐπικυρώθη τοῦτο διὰ βουλεύματος τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν. Μετὰ ταῦτα ὁ Φιλώτας δι’ αἰτήσεώς του ἐζήτησε, καθ’ ὃ εἶχε δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου, τὴν ἐκ τῶν φυλακῶν ἀπόλυσίν του δι’ ἐγγυήσεως, διότι ἐκρατεῖτο εἰς τὰς φυλακὰς ὡς ὑποπεσὼν εἰς ἀδίκημα ἐπανορθωτικὸν ἐξ ὑποτροπῆς, καὶ τὸ Συμβούλιον ἐδέχθη τὴν αἴτησιν αὐτοῦ καὶ διέταξε τὴν ἀπόλυσίν του ἐκ τῶν φυλακῶν. Ὁμολογουμένως δὲν εἶχε κατατεθῆ ἀκόμη ἡ ἐγγύησις, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ ἐπιδείξει τοῦ βουλεύματος, τὸ ὁποῖον διέτασσε τὴν ἐπὶ ἐγγυήσει ἀποφυλάκισίν του, ὁ κλητὴρ, ὁ ὁποῖος ἐφύλαττεν αὐτὸν, τὸν εἶχεν ἀπολύσει, καθὼς σᾶς ἐξέθεσεν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός. Ὁ Φιλώτας ὑπέπεσεν εἰς νέον ἀδίκημα· διὰ τοῦτο πρέπει νὰ χαλάσῃ ὁ κόσμος; πρέπει νὰ ἐπινοηθῶσι πλάσματα, τὸ ἓν κατόπιν τοῦ ἄλλου; πρέπει νὰ παρουσιασθῶσι δεσμοὶ ἀνύπαρκτοι, ἀνόσιοι, διὰ νὰ ἀποδοθῇ μεγάλη σοβαρότης εἰς τὴν πρᾶξιν τοῦ Φιλώτα; τίς εἶναι ἡ πρᾶξίς του; ὅτι ἐπυροβόλησε καὶ ἐτραυμάτισεν ἕνα ὅμοιόν του, Καλάμην ὀνομαζόμενον, Ἀθηναῖον, κάτοικον τῆς συνοικίας τοῦ Ἁγίου Φιλίππου. Ἀλλ’ ἐζητήσατε νὰ μάθητε τὸ εἶδος καὶ τὸν χαρακτῆρα τῆς πράξεως τοῦ Φιλώτα; ἠκούσατε τὰς λεπτομερείας αὐτῆς; ἐμάθετε τὰ καθέκαστα; ἐμάθετε τίνι τρόπῳ ἔγεινεν ἡ συμπλοκὴ καὶ μετὰ τίνος ἀνθρώπου συνεκρούσθη ὁ Φιλώτας; Ποῖος εἶναι ὁ Καλάμης, κύριε Βουλευτά;
§24ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν τὸν γνωρίζω.
§25ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ὁ Καλάμης εἶναι εἷς ἐκ τῶν ἀέργων, ὁ ὁποῖος ζῇ καὶ διατηρεῖται ἐνταῦθα κατὰ τρόπον ἄγνωστον, ὁ ὁποῖος ῥέπει εἰς πᾶν ἔγκλημα καὶ ὁ ὁποῖος πρὸ ἐλαχίστου χρόνου ἐξῆλθε τῶν φυλακῶν, ἐν ταῖς ὁποίαις διέμεινε, καταδικασθεὶς εἰς δεκαετῆ εἱρκτήν.
§26ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ Φιλώτας ἔχει 500 χιλιάδων δραχμῶν περιουσίαν!
§27ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ὁ Φιλώτας ἀνήκει εἰς γνωστὴν οἰκογένειαν τῶν Ἀθηνῶν, δὲν εἶναι λωποδύτης, ἐνῷ ὁ ἄλλος ἀμφίβολον εἶναι, ἐὰν ἦναι Μεσσήνιος.
§28ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶπον ἐγώ, ὅτι εἶναι Μεσσήνιος, οὔτε θέλω νὰ ἦναι Μεσσήνιος.
§29ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἐξῆλθε τῶν φυλακῶν καὶ πάλιν ἐτρέπετο εἰς ἄλλο ἔγκλημα, ὅτε ὁ Φιλώτας τὸν προέλαβεν.
§30ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ παθὼν ἦτο ἄοπλος.
§31ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Δὲν ἦτο ἄοπλος, ἐκράτει μάχαιραν εἰς χεῖράς του καὶ ἐζήτει διὰ τῆς μαχαίρας ἐκείνης νὰ πλήξῃ τὸν Φιλώταν. Ἀλλὰ τί πταίει ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ, κατὰ τῆς ὁποίας θέλομεν ἀμέσως, ἐπωφελούμενοι τῆς περιστάσεως ταύτης, νὰ ῥίψωμεν τὰ βέλη μας; Δὲν διατελῶ εἰς φιλικὰς σχέσεις μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ μὴ ὑψώσω τὴν φωνήν μου ὑπὲρ τῶν ἰσχυρισμῶν αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἄξιον τῶν κραυγῶν, τὰς ὁποίας ἐξεβάλετε ἐνταῦθα. Ἕν σκάνδαλον ἔλαβε χώραν ἐν τῇ πόλει, εἰς μέρος ἀπόκεντρον καὶ ἀπόκρυφον, μεταξὺ δύο ἀνθρώπων, ἃς εἴπω τῆς αὐτῆς ποιότητος, ἂν καὶ δὲν δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε, ὅτι ὁ Φιλώτας εἶναι καλλιτέρας ποιότητος καὶ καλλιτέρας κοινωνικῆς τάξεως· καὶ ἐπικαλοῦμαι πρὸς τοῦτο τὴν μαρτυρίαν τῶν ἐκ τῆς πόλεως ταύτης κυρίων ἀντιπροσώπων. Ἀλλ’ ἡμεῖς θέλομεν πᾶν ζήτημα νὰ τὸ μεταχειριζώμεθα ὡς ζήτημα πολιτικῆς κερδοσκοπίας. Λυποῦμαι διὰ τὴν θέσιν τοῦ Φιλώτα, διότι εἶπον, ὅτι τὸν γνωρίζω καὶ εἶχον κάμει κόπον δι’ αὐτὸν, καὶ λυποῦμαι διότι ὑπέκυψεν εἰς νέον ἀδίκημα, καὶ ἴσως οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐκφέρονται ἐντεῦθεν καὶ οἱ ὁποῖοι στηρίζονται εἰς τὸ ἐπαναληπτικὸν αὐτοῦ ἀδίκημα, ἐπιβαρύνουσι τὴν θέσιν του, ὥστε ἡ συζήτησις αὕτη εἶναι ἐπιβαρυντικὴ κατ’ αὐτοῦ περίπτωσις, ἥτις θὰ ἐπισκοτίσῃ τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης. Διὰ τοῦτο εἶναι ἄδικοι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ βήματος περὶ τῆς τοιαύτης πράξεως ἀναφέρονται, διότι ἐπιβαρύνουν τὴν θέσιν ἑνὸς ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος αὔριον θὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῶν φυσικῶν δικαστῶν καὶ ἴσως θεωρηθῇ ἄξιος τῆς ἐπιεικείας των.
§32ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ πιστεύομεν, καὶ θὰ εἴπω τὸ διατί.
§33ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου οὐδεμία αἰτίασις, ἡ ὁποία δύναται κατὰ προσώπου τινὸς ἢ κατὰ ἀρχῆς τινος νὰ ἐπιῤῥιφθῇ καὶ ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐπιβαρύνῃ τινὰ τῶν ὑπαλλήλων, εἴτε τῶν δικαστικῶν, εἴτε τῶν ἀστυνομικῶν. Τυχαία τις περίπτωσις ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ ἐξέλθῃ τοῦ κρατητηρίου αὐτοῦ ὁ Φιλώτας καὶ νὰ συμπλακῇ πρὸς τὸν δυστυχῆ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἐτραυμάτισε. Τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο δὲν εἶναι ἄξιον περισσοτέρας προσοχῆς.
§34ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ συνέλθω, διὰ νὰ γνωρίσω, ἐὰν ἦμαι δικηγόρος ἐνώπιον Δικαστηρίου, ἢ ἦμαι Βουλευτὴς, διὰ νὰ ἀναγνωρίσω ποῦ εὑρίσκομαι, καὶ ἐὰν πρέπῃ ν’ ἀπευθυνθῶ πρὸς ὑμᾶς, ὅπως ἀπηυθυνόμην, ὅτε διετέλουν δικηγόρος, πρὸς τοὺς κυρίους ἐνόρκους. Δὲν δύναταί τις νὰ ἐννοήσῃ ὁποίου εἴδους συζήτησις κοινοβουλευτικὴ εἶναι ἡ διεξαγομένη, ὀρθῶς δὲ παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι αὐτὴ αὕτη ἡ διεξαχθεῖσα συζήτησις δύναται νὰ δώσῃ τὸν χαρακτῆρα τῆς ἐποχῆς, τὴν ὁποίαν διανύομεν. Δὲν ἠξεύρω τί θὰ εἴπῃ τις, δὲν ἠξεύρω τί θὰ εἴπῃ ὁ εὐρωπαϊκὸς κόσμος, ὅταν ἀκούσῃ ἡμᾶς, ἀξιοῦντας νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῆς δημοσίας τάξεως ἐν τῷ ὁμόρῳ Κράτει, τοιαύτας διεξάγοντας συζητήσεις. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς οὐσίας τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο ἐν πεποιθήσει νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ τοῦ Φιλώτα, ἀλλὰ πρόκειται περὶ αὐτοῦ τούτου, ὅστις πλανηθεὶς ἦλθε τὰς τοιαύτας αὐτοῦ πεποιθήσεις νὰ ὑποστηρίξῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι καὶ αὐτὸς ἐλησμόνησεν, ἐὰν εἴμεθα πλέον ἐν Κοινοβουλίῳ ἢ ἐν ἄλλῳ τινὶ τόπῳ. Φαίνεται τῷ ὄντι μία δίκη, εἰς τὴν ὁποίαν παρίσταται καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καί τις Φιλώτας, ἡμεῖς ἐντεῦθεν οἱ Εἰσαγγελεῖς, ἐκεῖθεν συνήγοροι τοῦ κατηγορουμένου· ἡ ὑπεράσπισις φαίνεται διῃρημένη, διότι φαίνεται ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν γνωρίζει τὸν ἄνθρωπον, εἶπε μόνον, ὅτι εἶναι ἄνθρωπος συχνὰ ἐπισκεπτόμενος τὰς φυλακάς. Ἀφ’ ἑτέρου ἀξιότιμος συνάδελφος διαμαρτύρεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀδικεῖ τὸν ἄνδρα, ὅτι εἶναι ἀνὴρ, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ὑποπέσῃ εἰς ἐγκλήματα, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἄξιος νὰ τύχῃ τῆς ὑπολήψεως ἡμῶν.
§35ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Εἶπον ὅτι ἐδικάσθη καὶ ἠθωώθη.
§36ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ, μολονότι ἡ ὑπεράσπισις εἶναι διῃρημένη, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὡμίλησε περὶ ἄλλης τινος πράξεως, τῆς ἐλευθερώσεως τοῦ φυλακισμένου, ὁ ὁποῖος, δὲν ἠξεύρω καὶ ἐγώ, ἐὰν καὶ οὗτος δὲν ἀποπλανᾷ ἡμᾶς περὶ τοῦ ποῦ εὑρισκόμεθα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔλεγεν, ὅτι ἀληθῶς παρεπέμφθη, ὅτι διετάχθη ἡ προφυλάκισίς του, ὅτι ἀπελύθη δι’ ἐγγυήσεως, ὅτι δὲν ἔδωκε τὴν ἐγγύησιν, ὅτι ἔγεινε συνενόησις μεταξὺ Εἰσαγγελέως καὶ κατηγορουμένου καὶ ὅτι, δὲν ἠξεύρω πῶς, ἡ Εἰσαγγελεία τὸν ἀπέλυσεν· ὁπωςδήποτε τὸ πρᾶγμα τὸ ἐκόλασεν· ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος λέγει: μὴ χάνεσθε εἰς τοὺς τύπους, ἀλλ’ ἐξετάσατε τὴν οὐσίαν. Ἀπ’ ἐναντίας δὲν πρόκειται νὰ χαθῶμεν εἰς τοὺς τύπους, πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν, διατὶ ἐχάθησαν οἱ τύποι, διατὶ ἐθυσιάσθησαν. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἦλθε νὰ δικαιολογηθῇ, διατὶ ἐθυσιάσθησαν, διότι ἔπρεπε νὰ θυσιασθῶσιν, ὑπῆρχον ἐλαφρυντικοὶ λόγοι. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξέθηκε τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως· ἐπρόκειτο ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου νὰ ὑποστηριχθῇ, διὰ τίνα λόγον ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ λάβῃ μέτρα τινὰ ὑπὲρ τοῦ Φιλώτα, διότι ἡ συνηγορία τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου δὲν ἠδύνατο νὰ δικαιολογηθῇ· ἐδῶ εἶναι μία confusio, μία σύγχυσις. Πρέπει, Κύριοι, νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἡ δημοσία τάξις περιῆλθεν εἰς θλιβερώτατον σημεῖον, οὐδέποτε ὑπῆρξε τοιαύτη κατάστασις, καὶ εἶναι φοβερὸν, νὰ γίνηται τοιαύτη συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ καὶ νὰ ἀκούωνται ἐκεῖθεν ἐλαφρυντικοὶ λόγοι. Αὐτοὶ οἱ φίλοι σας ἀναγκάζονται νὰ ὁμολογήσωσι τὸ πασίδηλον τοῦτο, ὅτι ἡ δημοσία τάξις ἐκλονίσθη καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις καὶ ἐν τῇ πρωτευούσῃ. Δὲν εἶναι ἐχθρικὴ πρὸς ὑμᾶς, ἰδίᾳ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ἐφημερὶς αὕτη (δεικνύει τὴν «Ἀκρόπολιν»). Φόνος ἐν Ἀγρινίῳ, πενθερὸς φονεύων τὸν γαμβρὸν, συμπλοκαὶ ἐν τῇ περιφερείᾳ Καλαμῶν, ζωοκλοπαὶ, πυρπολήσεις καὶ τὰ τοιαῦτα· τὰ πλεῖστα δὲ τῶν ἐγκλημάτων τούτων συνέβησαν ἐν τῷ νομῷ Αἰτωλοακαρνανίας, ὅπου βεβαίως φθάνει εὐχερέστερον ἡ χεὶρ τῶν κκ. Ὑπουργῶν, ἐν τῷ νομῷ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Παραλείπω τοὺς φόνους, καὶ περιορίζομαι εἰς τὰ περὶ ζωοκλοπῆς, ἥτις λαμβάνει μεγάλας διαστάσεις. Ἰδοὺ τί γράφει ἡ «Ἀκρόπολις» περὶ ταύτης. (Ἀναγινώσκει.) Ἀλλὰ τί τὴν θέλω τὴν ἐφημερίδα; Ἤμην ἐν Εὐρυτανίᾳ, ὅπου διέμενον καθ’ ὅλον τὸ θέρος εἰς δύο χωρία· ἐκεῖ λοιπὸν ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως ἔβλεπον καθημερινῶς ἐρχομένους τοὺς καλλιεργητὰς τῶν κτημάτων καὶ λέγοντάς μοι: «σήμερον ἔκλεψαν δέκα, χθὲς δεκαπέντε, τὴν ἄλλην ἡμέραν εἴκοσι»· μίαν δὲ ἡμέραν πρὶν ἀναχωρήσω ἦλθον καὶ μοὶ εἶπον: «ἀπόψε μᾶς ἐπῆραν 30!»· καὶ σπουδαίως μοὶ ἔλεγον, ὅτι «δὲν εἶναι κατάστασις αὐτὴ» καὶ ὅτι «πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ ἐπιδοθῶμεν εἰς τὴν ζωοκλοπὴν, ἵνα λάβωμεν μερικὰ ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐπῆραν». Ἐξακολουθῶ πάντοτε μένων εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, ἀλλὰ τοιαύτην κατάστασιν οὐδέποτε ἐνθυμοῦμαι· εἶναι σχεδὸν κοινοκτημοσύνη ὡς πρὸς τὴν κινητὴν περιουσίαν. Κατερχόμενος ἔφθασα εἰς Ἀγρίνιον, ἐκεῖ ἐζήτησε τὴν ἅμαξάν μου ἄνθρωπός τις, ὅπως καθίσῃ παρὰ τὸν ἁμαξηλάτην· τὸν ἠρώτησα: «ποῦ πηγαίνεις;» Μοὶ εἶπεν «εἰς τὸ Μεσολόγγι.—Τί νὰ κάμῃς;—Νὰ ἐρωτήσω τὸν Εἰσαγγελέα, ἐὰν ὑπάρχουν νόμοι.—Τί ἔπαθες;—Μοῦ ἐπῆραν δύο βόας. —Δὲν τοὺς εὗρες;—Τοὺς εὗρον εἰς τὸν κρεοπώλην, τοὺς ἐζήτησα καὶ μὲ ἀπεδίωξαν!» Ἡ ἰδέα τῆς ἰσχύος τῶν νόμων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἐξέλιπε, καὶ ἀποροῦμεν διατί τὸ κακὸν τοῦτο αὐξάνει κατὰ γεωμετρικὸν λόγον, ἀφοῦ ἀκούομεν τοιούτου εἴδους συζητήσεις. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον δύνασθε νὰ εἴπητε, εἶναι, ὅτι δὲν δύνασθε πλέον νὰ συγκρατήσητε τὴν δημοσίαν τάξιν, ἐξέφυγεν ἡ διοίκησις τῶν χειρῶν σας καὶ σᾶς φαίνεται, ὅτι τὴν στιγμὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἠθέλετε ἀποπειραθῆ νὰ ἐφαρμόσητε τὸν νόμον, ἠθέλετε καταστραφῆ. Δὲν τολμᾶτε νὰ ἐφαρμόσητε τοὺς νόμους, καὶ τὸ κακὸν αὐξάνει ἑκάστοτε καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀναχαιτισθῇ εἰς χεῖρας ὑμῶν. Μετ’ ὀλίγον,— τὸ λέγω μετὰ θλίψεως,—διὰ τῆς ἀλληλουχίας αἰτίων καὶ ἀποτελεσμάτων, περιπίπτομεν εἰς τὸ βάραθρον τῆς ἀναρχίας. Σεῖς δὲν θέλετε βεβαίως τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα, ἀλλ’ ἀνέχεσθε τὰς αἰτίας, δὲν ἔχετε τὸ θάῤῥος ν’ ἀντιταχθῆτε. Θέλετε τοὺς ζωοκλόπους, ὅταν διανέμητε τὰς χάριτας, ἀπονέμοντες δὲ τὰς χάριτας, δὲν διαπράττετε ἔργον μόνον ἁπλοῦ κομματισμοῦ, ἀλλ’ ἔργον ἀπέναντι τῆς δημοσίας τάξεως. Ὅταν φροντίζητε περὶ τῆς συναλλαγῆς, αὐταὶ αἱ ὑποχρεώσεις θὰ φέρουν ἐγκλήματα, καὶ τὰ ἐγκλήματα ταῦτα ἄλλα ἐγκλήματα· διότι, ἐὰν παρατηρήσητε τὴν φύσιν τῶν ἐγκλημάτων, εἶναι παντοῦ αὐτοδικίαι, διότι ἀπώλεσαν οἱ ἄνθρωποι τὴν ἰδέαν, ὅτι ὑπάρχουν νόμοι εἰς τὸ Κράτος καὶ ὅτι θὰ τύχωσι προστασίας, καὶ ἐὰν κατορθωθῇ ἡ καταδίκη τινὸς, θὰ λάβῃ οὗτος μετ’ ὀλίγον χάριν. Δὲν δύνασθε πλέον νὰ πολιτευθῆτε ἄλλως, οὐδὲ σᾶς ἐπιτρέπουν νὰ κάμητε διάκρισιν, διότι ἕκαστος ἔχει παράδειγμα νὰ σᾶς φέρῃ καὶ νὰ σᾶς ἀποστομώσῃ. Τὰ πράγματα προχωροῦν καὶ ἀμβλυωπεῖ ὅστις δὲν βλέπει τὸν φυσικὸν νόμον· τὰ ἐγκλήματα ὁλοὲν αὐξάνουν καὶ πρέπει νὰ συναισθανθῆτε σπουδαίως τὴν κατάστασιν αὐτὴν, ἡ ὁποία βεβαίως θὰ πέσῃ ἐπὶ τῆς ἰδίας κεφαλῆς σας. Ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ λάβητε μέτρα, λάβετέ τα, διότι πρόκειται περὶ κακοῦ, τὸ ὁποῖον λυμαίνεται τὴν κοινωνίαν καὶ τὸ ὁποῖον ἀπειλεῖ πάντας. Μὴ ἀπαντᾶτε ὡς νὰ ἤμεθα ἀντίδικοι ἐπὶ τοιούτων θεμάτων, διότι πρόκειται περὶ τῆς δημοσίας τάξεως, ἂν δὲ δὲν δύνασθε, τότε ὁμολογήσατε τὴν ἀνεπάρκειαν ὑμῶν, διότι τὸ κακὸν, μὴ νομίσητε, ὅτι εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπὶ πολὺν χρόνον δύνανται νὰ ὠφελῶσι τὸν κομματισμὸν ὑμῶν· ὁμολογήσατε, ὅτι οὐδὲ τὸ στοιχειῶδες τοῦτο δύνασθε νὰ δώσητε εἰς τὸν τόπον, τὴν δημοσίαν τάξιν.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Τζάνες ἔχει τὸν λόγον.
§38ΤΖΑΝΕΣ. Δὲν ἔχω κἀμμίαν διάθεσιν νὰ ἀγορεύσω· μὲ ἐζάλισεν ἡ γκρίνια.
§39ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀληθὲς ἡ γκρίνια ἠμπόδισε τὸν κ. Τζάνε νὰ ὁμιλήσῃ, καὶ τὸν συγχαίρω διὰ τὴν ὁμολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὁμιλήσῃ ὕστερον ἀπὸ τὰς ἀληθείας, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ κ. Χατζόπουλος. Νομίζετε, Κύριοι, ὅτι θὰ παύσῃ ἡ κατάστασις αὕτη; Ὄχι. Δὲν δύνανται νὰ παύσουν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐξετραγώδησεν ὁ κ. Χατζόπουλος, θὰ γίνουν χείρονα. Ἐκ τοῦ στενοτέρου φίλου τοῦ κ. Τρικούπη, τοῦ ἀγαπητοῦ μοι ἐξαδέλφου κ. Κοσσονάκου ἐζητήθη νὰ ἐξευρεθῇ ἐλαφρυντικὴ περίστασις ὑπὲρ τοῦ Φιλώτα, ὅπως ἀθωωθῇ. Εἰς τοῦτο ἀφεώρα ὅλη του ἡ ἀγόρευσις, δηλαδή: ἀκούσατε Δικαστήρια τῆς Ἑλλάδος, ὀφείλετε νὰ ἀθωώσητε τὸν Φιλώταν! Καὶ νομίζετε, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ τάξις, καὶ ὅτι τὰ Δικαστήρια τῆς Ἑλλάδος θὰ λειτουργῶσιν ἀπονέμοντα τὴν δικαιοσύνην; Ἀπατᾶσθε ἀπάτην οἰκτράν. Θὰ ἀθωωθῇ βεβαίως ὁ Φιλώτας, διότι θὰ συμβιβασθῇ μὲ τὸν παθόντα, διότι ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας καὶ ἡ δικαιοσύνη θὰ τὸν πιέσωσι διὰ παντὸς μέσου πρὸς τοῦτο. Βεβαίως θὰ τὸν ἐξαναγκάσουν εἰς συμβιβασμὸν καὶ ἴσως αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔχουν συντάξει καὶ τὸν συμβιβασμὸν καὶ θὰ τὸν ἰδῆτε αὔριον ἐλεύθερον τὸν Φιλώταν καὶ ἀδελφωμένον μετὰ τοῦ Καλάμη εἰς τὰ θεωρεῖα νὰ χειροκροτῇ. Καταγγέλλων δ’ ὁ κ. Κοσσονάκος ἡμᾶς κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του, λέγει, ὅτι ζητοῦμεν νὰ δημοκοπήσωμεν, ἰσχυριζόμενοι ταῦτα. Ἀλλὰ σεῖς ὁ ἴδιος, κύριε Βουλευτὰ, δὲν εἴπετε, ὅτι διῆλθε τρία Κακουργιοδικεῖα ὁ Φιλώτας; Σεῖς δὲν ἦσθε δικηγόρος αὐτοῦ; Σεῖς δὲν ἐνηργήσατε τὸν συμβιβασμὸν τῶν μεταβαλόντων τὴν πλατεῖαν τῆς Ὁμονοίας εἰς Γκριτζόβαλι, αὐτοῦ καὶ τινων φίλων σου; Εἶσθε τίμιος καὶ δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε τὸ ἐναντίον· ἔχω πεποίθησιν, ὅτι θὰ βεβαιώσητε ὅ,τι λέγω, ἐκτὸς ἐὰν σᾶς ἀναγκάζουν πολιτικοὶ λόγοι νὰ ὑπεκφύγητε, ἀλλ’ εἰς ἐμὲ ἰδιαιτέρως θὰ βεβαιώσητε τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου. Δικαίως σεῖς ἐνηργήσατε τὸν συμβιβασμὸν, ἵνα μὴ γίνωσι καὶ ἄλλα ἐγκλήματα....
§40ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Καὶ σεῖς πολλάκις ἐκάματε τοιούτους.
§41ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν σᾶς κατηγορῶ διὰ τοῦτο· ἀλλὰ θέλετε μετὰ τὸν συμβιβασμὸν, διὰ νὰ μὴ γίνωσιν ἄλλα ἐγκλήματα, νὰ μὴ τιμωρηθῇ ὁ ἐγκληματίας διὰ τὸ διαπραχθέν; Ἀλλὰ πῶς θέλετε, Κύριοι, νὰ μὴ γίνωνται ἐγκλήματα, ὅταν ἐντεῦθεν ἐπίσημον πρόσωπον, (διότι εἶναι ἐπίσημον πρόσωπον ὁ κ. Κοσσονάκος, ὡς στενότατος φίλος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἶναι κατὰ τοὺς Γάλλους τὸ enfant gâté, καὶ ὅταν ὁμιλῇ ὁ Κοσσονάκος, ὁμιλεῖ ὁ Τρικούπης,) ὅταν, λέγω, ὁ Κοσσονάκος λέγῃ: «ἂν ἐξευρεθῶσιν ἐλαφρυντικαὶ περιστάσεις καὶ ἀθωωθῇ ὁ Φιλώτας»; δὲν λαμβάνει οὗτος θάῤῥος ἐκ τούτου νὰ κάμῃ πλείονας φόνους; δὲν προετοιμάζει διὰ τῆς ἐκφράσεώς του ταύτης ὁ κ. Κοσσονάκος εὐνοϊκῶς τὰ Δικαστήρια ὑπὲρ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος;
§42ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Δὲν εὐθύνεται ὁ κ. Τρικούπης διὰ τὰς πράξεις καὶ τοὺς λόγους τοὺς ἰδικούς μου.
§43ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ὡμίλει ὁ κ. Τρικούπης ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, θὰ σᾶς ἀπεκήρυττεν, ὅπως ἀποκηρύττει συνήθως καὶ τὰς ἐφημερίδας του. Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα κάμετε, εἶναι ἀποτελέσματα πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ· δὲν σᾶς κατακρίνω· δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται ὅμως νὰ ἰσχυρίζησθε, ὅτι ἐγὼ δὲν λέγω τὴν ἀλήθειαν, καὶ ὅτι δημοκοποῦμεν καταγγέλλοντες τὰ πραχθέντα.
§44ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἐγὼ τὸ ἔπραξα χάριν κοινοῦ συμφέροντος.
§45ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ τιμωρηθῇ ὁ Φιλώτας, διότι ἐγκλημάτησε, διότι ἐπλήγωσε πολίτην εὐϋπόληπτον τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, τὸν ἔμπορον κ. Γκιόραν, διότι μετὰ τοῦτο, μείνας ἐλεύθερος, ἀπεπειράθη νὰ φονεύσῃ καὶ ἐπικινδύνως ἐτραυμάτισεν ἕτερον πολίτην, τὸν Καλάμην. Εἶχον ὑποσχεθῆ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς δημοσίου ἀσφαλείας εὐθὺς, ὡς ἤθελον κατατεθῆ καταστάσεις τινές. Ἐν μέρει, δοθείσης μοι ἀφορμῆς, ἐξεπλήρωσα τὴν ὑπόσχεσίν μου. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐπανέλθω ἅμα προσαχθῶσιν αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι, καὶ ἐλπίζω ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τοῦτο, θὰ συνετισθῇ ἐπὶ τέλους ἡ Κυβέρνησις. Ἐγὼ δὲν θὰ παύσω ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων νὰ ὑψῶ τὴν φωνήν μου καὶ νὰ παρέχω τὴν συνδρομήν μου εἰς τὴν ἀδικουμένην κοινωνίαν.
§46ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. «Ἀλλοῦ κτυποῦν τὴν γρηὰ καὶ ἀλλοῦ σκάει τὸ πετσί της.» Ἀφήσαμεν τὸν αἴτιον ἥσυχον καὶ ἐπετέθημεν κατὰ τοῦ ἀναιτίου, καὶ ὑπαίτιον οὐχὶ παρόντα, ἀλλ’ ὑπαίτιον μέλλοντα, διότι τό γε νῦν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶναι ὑπαίτιος, ὡς ἐνόησα ἐγώ. Πρόκειται περὶ ἑνὸς Φιλώτα, κρατηθέντος ἐπὶ χρόνον ἀρκετὸν εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, ἐνῷ εἶχεν ἐκδοθῆ κατ’ αὐτοῦ ἔνταλμα προφυλακίσεως, ἐνῷ κατόπιν ἐξεδόθη βούλευμα, τὸ ὁποῖον διέτασσε τὴν διάρκειαν τῆς προφυλακίσεώς του καὶ τὴν παραπομπήν του, καὶ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, αὐτὸς ἦτο εἰς τὴν Ἀστυνομίαν καθ’ ὅλον τοῦτο τὸ χρονικὸν διάστημα.
§47ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν μετεφέρθη λόγῳ ἀσθενείας.
§48ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν, ὅτι, ἐπειδὴ συνεπλάκη εἰς τὰς φυλακὰς, τὸν ἀφῆκεν ἐλεύθερον. Ἡ δικαστικὴ ἱστορία τοῦ Φιλώτα ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι πολλάκις εἰσήχθη εἰς τὰς φυλακάς. Πρόκειται περὶ τούτου, ὁ ὁποῖος ὕστερον ἀπὸ πολλὰ ἐγκλήματα καὶ διὰ τὰς μετὰ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης δοσοληψίας του ἐκρίθη ἄξιος νὰ σταλῇ εἰς τὰς φυλακάς.
§49ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ διατάσσει ἡ ποινικὴ νομοθεσία. Ἐνῷ λοιπὸν ἔπρεπεν αὐτὸς, ἀφ’ ἧς ἡμέρας συνελήφθη καὶ ἐξεδόθη τὸ ἔνταλμα τῆς φυλακίσεώς του, νὰ τεθῇ εἰς τὰς φυλακὰς, αὐτὸς εἴτε ἔτρεχεν ἔξω, εἴτε ἐκρατεῖτο εἰς τὴν Ἀστυνομίαν. Τὸ ζήτημα τώρα εἶναι, ἦτο νόμιμος ἡ ἐν τῇ ἀστυνομικῇ φυλακῇ κράτησις τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ; Αὕτη εἶναι ἡ μία ἐρώτησις, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὄχι ὡς Ὑπουργὸν, ἀλλ’ ὡς δικαστικὸν ἄνθρωπον. Ἡ δευτέρα ἐρώτησις εἶναι, ἡ Εἰσαγγελία, ἡ ὁποία ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως, ἡ ὁποία ὑπέβαλε πρότασιν εἰς τὸ Συμβούλιον, νὰ παραταθῇ ἡ φυλάκισις αὐτοῦ, καὶ ἡ ὁποία κατόπιν μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ βουλεύματος ὑπέβαλε τὴν δικογραφίαν μετὰ τῆς ἀνακοπῆς τοῦ κατηγορουμένου εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν τῶν Ἐφετῶν, ἡ Εἰσαγγελία αὕτη, ἐνῷ ἐγνώριζεν, ὅτι ὁ Φιλώτας ἦτο ὑπόδικος, ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της, ἀνεχθεῖσα νὰ μένῃ ὁ Φιλώτας εἰς τὴν Ἀστυνομίαν; Τρίτη ἐρώτησις: ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος τὸ πλεῖστον τοῦ σταδίου τοῦ βίου του διήνυσεν εἰς τὰς φυλακὰς, ὁ ὁποῖος διέπραξεν αὐτοὺς τοὺς παλληκαρισμοὺς, διὰ τοὺς ὁποίους τοῦ ἔπλεξε στεφάνους ἐντεῦθεν εἷς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων....
§50ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Δὲν τοῦ ἔπλεξα στεφάνους.
§51ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. .. ἐδικάσθη δὶς ἐν τῷ Κακουργιοδικείῳ, ἀποπειραθεὶς νὰ φονεύσῃ ἀνθρώπους, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς συχνὰ ἐπισκέπτεται τὰς φυλακὰς. Τοιοῦτος λοιπὸν ἄνθρωπος ἦτο ἄξιος νὰ τύχῃ τοῦ εὐεργετήματος τῆς δι’ ἐγγυήσεως ἀπολύσεως; τὸ ἐπιτρέπει τοῦτο ἡ ποινική μας νομοθεσία; Ἤδη ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, δὲν θεωρεῖ τιμωρητέον ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τόσας ἡμέρας ἐκράτει, παρὰ τὸ καθῆκόν του, καὶ εἰς ἄλλον τόπον, παρὰ τὸν ὑπὸ τοῦ νόμου προσδιωρισμένον, ἕνα ὑπόδικον; Δεύτερον, δὲν θεωρεῖ τιμωρητέον ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐνταῦθα Πλημμελειοδικῶν, ὁ ὁποῖος, καίτοι ἐγνώριζε τὸν χαρακτῆρα τοῦ ὑπὸ προφυλάκισιν διατελοῦντος ἀνθρώπου τούτου, ἠνέχθη νὰ μένῃ εἰς τὰς ἀστυνομικὰς φυλακὰς ὁ ἄνθρωπος αὐτός; Τρίτον, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχῃ πληροφορίας περὶ τῶν μέχρι τοῦδε ληψοδοσιῶν τοῦ κατηγορουμένου μετὰ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, τὸν παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπῃ, καὶ ὡς τίμιος πολίτης καὶ ὡς δικαστικὸς ἄνθρωπος καὶ ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θεωρεῖ τὸ βούλευμα τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐνταῦθα Πλημμελειοδικῶν ὡς εὐσυνείδητον, ὡς νόμιμον βούλευμα, δυνάμενον νὰ δικαιολογηθῇ, ἀφοῦ ἐπετράπη ἡ δι’ ἐγγυήσεως ἀπόλυσις τοιούτου ἀνθρώπου; Τὰς τρεῖς αὐτὰς ἐρωτήσεις ὑποβάλλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἐγὼ θεωρῶ καταδιωκτέον τὸν μὲν ἀστυνόμον, διότι ἐκράτησε παρὰ τὸ καθῆκόν του εἰς τὴν ἀστυνομικὴν φυλακὴν τὸν κατηγορούμενον, ἐνῷ δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦτο, οἱοιδήποτε λόγοι καὶ ἂν ὑπῆρχον περὶ τῆς ἐκ τῶν ποινικῶν φυλακῶν ἀπομακρύνσεως τοῦ κατηγορουμένου. Ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχεν οὐδεὶς λόγος, διότι ἠδύναντο κάλλιστα, ἐὰν ὁ κατηγορούμενος ἦτο ἐπικίνδυνος εἰς τοὺς ἄλλους φυλακισμένους, νὰ τὸν κλείσουν εἰς ἓν δωμάτιον κεχωρισμένον, ὅπως ἐγένετο ἄλλοτε καὶ ἐν Σπάρτῃ, διότι ἐκεῖ οἱ κατάδικοι καὶ οἱ ὑπόδικοι ἦσαν διῃρημένοι εἰς δύο κόμματα, εἰς Βλάχους καὶ Λάκωνας, καὶ ἦσαν χωρισμένοι καὶ ὅτε ἐξήρχοντο οἱ μὲν διὰ νὰ ἀναπνεύσωσιν, οἱ ἄλλοι ἔμενον κεκλεισμένοι, ὅτε δὲ ἐκλείοντο οἱ πρῶτοι, ἐξήρχοντο οἱ ἄλλοι, καὶ τοιουτοτρόπως δὲν συνέβαινον διαπληκτισμοί. Ἠδύνατο λοιπὸν καὶ διὰ τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν νὰ εὑρεθῇ ἓν δωμάτιον, εἰς ὃ νὰ μένῃ χωριστὰ τῶν ἄλλων. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ ἀπαντήσῃ.
§52ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐν ταῖς πληροφορίαις, τὰς ὁποίας ἔδωκα εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, θεωρῶ ὅτι εὑρίσκεται ἡ ἀπάντησις εἰς τὰ ἐρωτήματα. Ἐξήγησα τὴν αἰτίαν, δι’ ἣν ἐξαιρετικῶς καὶ λόγῳ μερίμνης ὑπὲρ τῆς τάξεως, ὡς μὲ ἐπληροφόρησαν, ἐθεωρήθη ἀναγκαία ἡ κατὰ τὴν προφυλάκισιν αὐτοῦ κράτησις ἐν τῇ Ἀστυνομίᾳ. Ἐὰν ταῦτα ἦναι ἀληθῆ, τὸ πρᾶγμα οὔτε ἔκτακτον οὔτε πρωτοφανὲς εἶναι. Ἐνίοτε, διὰ λόγους τάξεως ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἐπετράπη ἡ ἐν τῇ Ἀστυνομίᾳ κράτησις, ὅπου πρέπει ἀληθῶς νὰ ἐκτελῆται κράτησις. Διὰ πᾶσαν παράβασιν τῶν περὶ τῆς ἀσφαλείας τῶν κρατουμένων διατεταγμένων βεβαίως εἶναι ὑπεύθυνοι οἱ διαπράττοντες τὴν παράβασιν ταύτην. Θέλει δὲ ἐξετασθῆ, ἂν ὑπάρχῃ περίπτωσις καταδιώξεως εἴτε κατὰ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας, εἴτε κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως, ὁ ὁποῖος διέταξε τὴν ἐν τῇ Ἀστυνομίᾳ προφυλάκισιν προσωρινῶς τοῦ ὑποδίκου τούτου. Δὲν εὑρίσκω δὲ, ὅτι ὑπάρχει ἀφορμὴ σκέψεως περὶ πειθαρχικῆς καταδιώξεως τοῦ Συμβουλίου τοῦ δικαστικοῦ, τὸ ὁποῖον ἔκρινεν, ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις νὰ ἐπιτραπῇ ἡ δι’ ἐγγυήσεως ἀπόλυσις καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι αὐτὸ ἐκεῖνο τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον, ἀποφασίζον περὶ πλημμελήματος, διέταξε τὴν προφυλάκισιν.
§53ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ βούλευμα τῆς παραπομπῆς, τὸ βούλευμα, τὸ ὁποῖον διέταξε τὴν ἐκ τῶν φυλακῶν δι’ ἐγγυήσεως ἀπόλυσιν, καὶ τὰ βουλεύματα πάντα, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν εἰς βάρος τοῦ Φιλώτα ἀπὸ 5 ἐτῶν καὶ τὰς καταδικαστικὰς καὶ ἀθωωτικὰς ἀποφάσεις, ὅσαι ἐξεδόθησαν δι’ αὐτόν, διότι τότε θέλει ἴδει ἡ Βουλὴ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρισκόμεθα. Εἶναι ἀληθῶς θλιβερόν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔφθασε μέχρι τοιούτου σημείου, νὰ θεωρῇ, ὅτι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθῇ κράτησις ἐν τῇ Ἀστυνομίᾳ, ὅταν γνωρίζωμεν, ὅτι ἐκεῖ τίθενται οἱ εὐνοούμενοι. Τώρα διὰ τίνα λόγον ἦτο ὁ ὑπόδικος αὐτὸς εὐνοούμενος, δὲν γνωρίζω, ἀλλ’ ὑποθέτω διότι εἶχεν ἰσχυρὰς προστασίας, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τοῦ βήματος, τὸ ὁποῖον ἐγένετο τόπος ἀπολογητῶν τῶν κακουργημάτων.
§54ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε, κύριοι Βουλευταί, ἀνέγνων εἰς ἐφημερίδας, ὅτι ἐν μέσαις Ἀθήναις ἐτελέσθη κακούργημα παρ’ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ διαμένῃ εἰς τὰς φυλακάς, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐπίστευσα τὴν εἴδησιν· ἐνόμισα, ὅτι κάτι τι ἕτερον συμβαίνει, ὅτι ἴσως εἶχεν ἐπέλθῃ νομίμως ἡ ἀπόλυσις τοῦ ἀνθρώπου τούτου καὶ μετὰ τὴν ἀπόλυσίν του διέπραξε τὸ κακούργημα. Δὲν ἠδυνάμην νὰ φαντασθῶ κἄν, ὅτι ἦτο δυνατὸν ἐν μέσαις Ἀθήναις νὰ ἐξέρχωνται παρανόμως ἐκ τῶν φυλακῶν, ἔνθα κρατοῦνται, ἄνθρωποι καὶ νὰ διαπράττωσι κακουργήματα! Σήμερον μετ’ ἀπορίας ἤκουσα αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, βεβαιοῦντος, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐθεώρουν ἐντελῶς ἀπίστευτον, εἶναι ἐντελῶς βέβαιον. Ἐκεῖνο δὲ, Κύριοι, τὸ ὁποῖον ηὔξησεν ἔτι μᾶλλον τὴν ἀπορίαν καὶ τὴν λύπην μου, εἶναι, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐνόμισεν, ὅτι τῷ ἐπετρέπετο νὰ δικαιολογήσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἐκτὸς τῶν φυλακῶν διαμονὴν τοῦ ἐκτελέσαντος τὸ κακούργημα. Διότι βεβαίως, Κύριοι, δικαιολόγησις τῆς ἐκτὸς τῶν φυλακῶν διαμονῆς τοῦ αὐτουργοῦ τοῦ κακουργήματος εἶναι, ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀναφέρῃ ὡς λόγον αὐτῆς πρῶτον, ὅτι ἡ Εἰσαγγελία ἔλαβε τὸ μέτρον νὰ μὴ φυλάττῃ αὐτὸν ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἀλλ’ ἐν τῷ κρατητηρίῳ τῆς Ἀστυνομίας, τῷ οὐδόλως φρουρουμένῳ καὶ ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν δύναται πᾶς κρατούμενος νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὰς ἰδιωτικάς του ὑποθέσεις, καὶ δεύτερον, ὅτι ὁ ἐν τῇ Ἀστυνομίᾳ κρατούμενος ἐξήρχετο τοῦ κρατηρίου, ὡς ἐκ τῆς ἀνάγκης, εἰς ἥν εὑρίσκετο, νὰ συζητήσῃ μετὰ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς ἐγγυήσεως πρὸς ἀπόλυσίν του. Καὶ πῶς λοιπὸν ἐπιτρέπεται, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, εἰς οἱονδήποτε Εἰσαγγελέα τοῦ Κράτους νὰ φυλακίζῃ ὁπουδήποτ’ ἂν αὐτὸς ἐγκρίνῃ τοὺς ὑποδίκους ἢ καταδίκους, ἐπὶ λόγῳ, ὅτι ἐν ὡρισμένῃ φυλακῇ δύνανται νὰ ᾖναι ἐπικίνδυνοι; Τόσον κατέστη ἡ ἐξουσία ἀνίκανος, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐντὸς τῶν φυλακῶν ἀβλαβῆ διαμονὴν οἱουδήποτε ὑποδίκου ἢ καταδίκου; καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι εἰς τοιοῦτον σημεῖον περιῆλθεν ἡ δημοσία δύναμις, οὔτε ἐντὸς τῶν φυλακῶν νὰ μὴ δύναται νὰ φυλάττῃ ἀσφαλῶς ἄνθρωπον ἐπικίνδυνον, δὲν ὑπῆρχεν ἑτέρα φυλακή, ἀσφαλῶς φρουρουμένη, ἐν Ἀθήναις, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἠδύνατο νὰ καθειρχθῇ; δὲν ὑπάρχουσι στρατιωτικαὶ φυλακαί; δὲν ὑπάρχουσιν αἱ φυλακαὶ τοῦ Συγγροῦ; δὲν ὑπάρχουσιν αἱ φυλακαὶ τῆς Χωροφυλακῆς, αἵτινες φρουροῦνται διαρκῶς; Ἂν λοιπὸν ἀγαθὸν σκοπὸν ἐπεδίωκεν ὁ Εἰσαγγελεύς, δὲν ἠδύνατο νὰ διατάξῃ τὴν εἰς μίαν τῶν φυλακῶν τούτων κάθειρξιν τοῦ ὑποδίκου, ἀλλ’ ἐνόμισε καλὸν νὰ τὸν στείλῃ εἰς τὴν Ἀστυνομίαν; Δύνασθε νὰ πείσητε οἱονδήποτε ἄνθρωπον, ὅτι λόγοι ἐξασφαλίσεως τῆς τάξεως ἐν ταῖς φυλακαῖς, καὶ ὄχι ἕτεροι λόγοι ἰδιαιτέρας προστασίας, εἶναι οἱ πείσαντες τὸν Εἰσαγγελέα νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν εἰς τὸ κρατητήριον τῆς Ἀστυνομίας ἀποστολὴν αὐτοῦ; Ἀλλ’ ἔμεινε κἄν ὁ ὑπόδικος αὐτὸς ἐντὸς τοῦ ἀστυνομικοῦ κρατητηρίου; Ἔχομεν ἐπίσημον ἀπόδειξιν κλητῆρος, ὅστις μετέβη νὰ ἐπιδώσῃ δικόγραφα εἰς τὸν ὑπόδικον, καὶ δὲν τὸν εὗρεν ἐν τῷ ἀστυνομικῷ καταστήματι, ἔλαβε δὲ τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι δὲν κρατεῖται ἐκεῖ, ἀλλὰ μένει ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ αὐτοῦ οἰκίᾳ. Ὁ Εἰσαγγελεύς, λαβὼν τὸ μέτρον τῆς μεταφορᾶς τοῦ ὑποδίκου εἰς τὴν Ἀστυνομίαν χάριν τῆς ἀσφαλείας τῶν φυλακῶν, εἶχε καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ, ἂν τὸ μέτρον πραγματοποιῆται, ἵνα ἀποφύγωμεν τὸ σκάνδαλον, νὰ περιφέρωνται ἐλεύθεροι ἐντὸς τῆς πόλεως ἄνθρωποι, οἵτινες ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἐντὸς τῶν φυλακῶν, καὶ νὰ διαπράττωσι νέα ἀδικήματα. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐδικαιολόγησε τὴν ἐκ τῆς Ἀστυνομίας ἔξοδον λέγων, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐξῆλθεν ἀπὸ τὸ ἀστυνομικὸν κατάστημα διὰ νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν δι’ ἐγγυήσεως ἀπόλυσίν του.....
§55ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι, δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§56ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε ὅτι μετέβαινεν ἀπὸ τοῦ ἀστυνομικοῦ καταστήματος εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν ἐλεύθερος, διὰ νὰ συζητήσῃ μετὰ τοῦ Εἰσαγγελέως περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς καταβληθησομένης ἐγγυήσεως, Ταῦτα ἐλέγετε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐνομίσατε λοιπὸν, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ὁ τυχὼν, ἀγνοῶ διὰ ποίους λόγους, βουλεύματος, διατάσσοντος τὴν δι’ ἐγγυήσεως ἀπόλυσιν, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μεταβαίνῃ καθ’ ἑκάστην εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, διὰ νὰ συνεννοῆται μετὰ τοῦ ἀπόντος Εἰσαγγελέως καὶ νὰ περιμένῃ τὴν ἐπάνοδον αὐτοῦ; Αὐτὴ εἶναι ἡ διαδικασία, ἣν διαγράφει ὁ νόμος, προκειμένου περὶ καταθέσεως ἐγγυήσεως; Καὶ ἂν τὸ ποσὸν τῆς ἐγγυήσεως δὲν εἶχεν ὁρισθῇ ἐν τῷ βουλεύματι, ἠδύνατο ἡ Εἰσαγγελία νὰ εἰδοποιήσῃ τὸν ὑπόδικον ἐγγράφως ἢ προφορικῶς, ποῖον ποσὸν θεωρεῖ ἀποχρῶν πρὸς ἀπόλυσίν του. Ἐὰν δὲ ὁ ὑπόδικος ἤθελε νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως, ἔπρεπε νὰ διατάξῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦτο. Ἄλλως τε αἱ ἐγγυήσεις δὲν δίδονται ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως, ἀλλ’ ἐνώπιον τοῦ Γραμματέως τοῦ Δικαστηρίου. Λοιπὸν, ὅταν ἔρχηται εἷς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, προβάλλων πρὸς δικαιολόγησιν τῆς σκανδαλώδους αὐτῆς ἀποφυλακίσεως τοῦ ὑποδίκου, τὰ περὶ προσωρινῆς ἀπολύσεως δι’ ἐγγυήσεως, διεγείρει ἀληθῶς τὸν θαυμασμὸν καὶ τὴν ἀπορίαν. Ἔχουσι δίκαιον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ἐκδηλοῦντες τὴν ἀγανάκτησίν των, διὰ τὴν ἐντελῆ ἔκλυσιν τῶν νόμων, εἰς ἣν περιήλθομεν. Ὀφείλετε, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ τιμωρήσητε παραδειγματικῶς τὸν Εἰσαγγελέα, διότι ἐτόλμησε τοιαῦτα νὰ λάβῃ μέτρα περὶ τοιούτου καταδίκου. Ἐπιμένω ὅμως, φρονῶν, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι λίαν σπουδαῖον καὶ δεόμενον ἐμβριθοῦς συζητήσεως, καὶ συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προσαχθῶσιν ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὸν ὑπόδικον αὐτὸν, τὰ ἔγγραφα ἐπὶ τέλους, δι’ ὧν ἐζήτησε τὴν δι’ ἐγγυήσεως ἀπόλυσίν του, διὰ νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον ἡ τοιαύτη διάταξις δύναται νὰ θεωρηθῇ δεδικαιολογημένη.
§57ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ἀνάγκην καὶ τοῦ ἐγγράφου τοῦ Εἰσαγγελικοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου διετάχθη ἡ μεταφορὰ αὐτοῦ ἀπὸ τῆς φυλακῆς εἰς τὸ κρατητήριον. Ζητῶ τὸ βούλευμα τῆς παραπομπῆς καὶ τὸ ἐπικυροῦν αὐτὸ, τὸ βούλευμα, δι’ οὗ διατάσσεται ἡ δι’ ἐγγυήσεως ἀπόλυσις, τὰ βουλεύματα καὶ τὰς καταδικαστικὰς ἢ ἀθωωτικὰς ἀποφάσεις, τὰς ἐκδοθείσας κατὰ τοῦ Φιλώτα Στεφανίδου ἢ ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ τὸ ἔγγραφον, δι’ οὗ διατάσσεται ἡ εἰς τὸ κρατητήριον τῆς Ἀστυνομίας μετάθεσις αὐτοῦ. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὲ πληροφορήσῃ τώρα, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, ἐὰν ἐπανῆλθεν ὁ ὑπόδικος, περὶ οὗ ὁ λόγος, εἰς τὰς φυλακὰς, ἀφοῦ εὗρε τόσῳ δεδικαιολογημένην τὴν μὴ κράτησιν αὐτοῦ ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἐξεδόθη ἓν βούλευμα, ἐπιτρέπον τὴν δι’ ἐγγυήσεως ἀπόλυσίν του.
§58ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Οὐδεμίαν δικαιολογίαν ἐπεχείρησα ἐγὼ τοῦ γενομένου ἀτόπου. Ἐγὼ ἀφηγήθην τὰ τῆς ἱστορίας τοῦ ἀνθρώπου τούτου, τὰ τῆς κρατήσεώς του, τὰ τῆς προκλήσεως βουλεύματος, δι’ οὗ ἐπετράπη ἡ ἀπόλυσίς του. Δικαιολογίαν δὲν ἀνέλαβον οὐδενός· εἶπον μάλιστα, ὅτι πλὴν τῆς διοικητικῆς ἐνεργείας πρὸς παῦσιν τοῦ κλητῆρος, ὅστις ἐθεωρήθη ὑπαίτιος τῆς ἐξόδου τοῦ ὑποδίκου, ἐγὼ παρήγγειλα ἤδη καὶ τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τῆς εὐθύνης παντὸς ἄλλου εὐθυνομένου. Εἶπον, ὅτι μετέβη δὶς ἢ τρὶς ὁ ἐγγυητὴς αὐτοῦ εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, διὰ νὰ καταθέσῃ τὴν ἐγγύησιν, ἀλλὰ δὲν εὕρισκε τὸν Εἰσαγγελέα ἐκεῖ· εἶπον, ὅτι τοῦ βουλεύματος, τοῦ ἐπιτρέποντος τὴν ἀπόλυσίν του, εἶχεν αὐτὸς ἀντίγραφον. Εἰπὼν δὲ τὴν λέξιν «συνεννόησιν», ἐμνήσθην τοῦ νόμου, καθ’ ὃν μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοιούτων βουλευμάτων συζητεῖται τὸ περὶ ἐγγυήσεως μεταξὺ Εἰσαγγελέως καὶ κατηγορουμένου καὶ ἂν αὐτοὶ δὲν συμφωνήσωσι μεταξύ των, ἡ διαφωνία των εἰσάγεται εἰς τὸ Συμβούλιον. Αὐτὰ εἶπον ἐγώ. Οὔτε ἐδικαιολόγησα τὴν ἐνέργειάν τινος, οὔτε ἐβεβαίωσα τὴν περιαγωγὴν τοῦ ὑποδίκου πρὸς συνεννόησιν μετὰ τοῦ Εἰσαγγελέως· τοὐναντίον εἶπον, ὅτι ὁ μέλλων νὰ ἐγγυηθῇ ὑπὲρ αὐτοῦ ἐζήτησε κατ’ ἐπανάληψιν τὸν Εἰσαγγελέα, ὡς ὁ Εἰσαγγελεὺς μ’ ἐπληροφόρησεν. Ὡς πρὸς δὲ τὴν μὴ εὕρεσιν τοῦ ὑποδίκου εἰς τὰς φυλακὰς τῆς Ἀστυνομίας καὶ κατ’ ἄλλην ἡμέραν, καθ’ ἣν τὸν ἐζήτησεν κλητὴρ δικαστικὸς, σήμερον πρώτην φορὰν ἤκουσα τοῦτο ἐνταῦθα καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ μοὶ δώσῃ τὸ ἐπιδοτήριον ἢ σημείωσιν ἐξ αὐτοῦ, διὰ νὰ διατάξω τὴν ἔρευναν τοῦ πράγματος, πρὸς τιμωρίαν παντὸς εὐθυνομένου· διότι, ἐὰν ἀληθῶς ὁ ὑπόδικος δὲν ἦτο κατὰ τὴν διάρκειαν αὐτῶν τῶν μηνῶν ἐν τῇ φυλακῇ, δὲν πρόκειται πλέον περὶ τῆς ἐξ ἀμελείας ἀποδράσεως αὐτοῦ χθὲς μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ βουλεύματος, ἀλλὰ πρόκειται περὶ σπουδαιοτέρας παραβάσεως καθήκοντος, τὴν ὁποίαν βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀφήσωμεν ἀνεξέλεγκτον.
§59ΡΑΛΛΗΣ. Κατὰ τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι θέλει διευθύνει τὴν ἀνάκρισιν αὐτοῦ, αὔριον θὰ ἴδωμεν πιστοποιητικὰ τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας, ἀποδεικνύοντα ψευδόμενον τὸν δικαστικὸν κλητῆρα.
§60ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πῶς τὸ προλέγετε;
§61ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ δικαστικὸς κλητὴρ ἐβεβαίωσεν ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς του ἓν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ὑπέπεσεν εἰς τὴν ἀντίληψίν του, ὅτι μεταβὰς εἰς τὴν φυλακὴν δὲν τὸν εὗρεν, ὅτι μεταβὰς παρὰ τῇ Ἀστυνομίᾳ, δὲν τὸν εὗρεν οὔτ’ ἐκεῖ. Καὶ λέγετε, ὅτι θὰ ἐξετάσητε, ἐὰν ὁ κλητὴρ ἐψεύσθη! Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἐξετάσητε, εἶναι, ὅτι οὐδὲν γίνεται συμφώνως μὲ τὸν νόμον, ὅτι σήμερον εἶναι τὰ πάντα παραλελυμένα. Ἐὰν θελήσῃ τις ἀπὸ τῆς συζητήσεως ταύτης νὰ ἐπεκταθῇ εἰς γενικωτέραν συζήτησιν, θὰ εὕρῃ συμπλοκὰς ἐν ταῖς φυλακαῖς. Τὸ παράπονον, τὸ ὁποῖον διετύπωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, βεβαιοῦται δι’ ἀναφορᾶς ἑκατοντάδων πολιτῶν, οἵτινες ἀναφέρουσιν, ὅτι ὅλοι οἱ τυγχάνοντες προστασίας κατορθοῦσι νὰ ἐξέρχωνται τῶν φυλακῶν ὑπὸ τὴν πρόφασιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ὑπέβαλεν ὁ Εἰσαγγελεὺς, τὴν ὁποίαν θαυμάζω, ὅτι δὲν ἠθελήσατε νὰ ἐξετάσητε, ὅτι δηλ. ἔπρεπε ν’ ἀπομακρυνθῇ ἐκ τῶν φυλακῶν, διότι ἦτο ἐπικίνδυνος εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ ἐξῆλθεν, ὅταν γνωρίζητε, ὅτι ὑπάρχει διάταξις εἰς τὴν ποινικὴν δικονομίαν, καθ’ ἣν δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἔξοδος ἐκ τῆς φυλακῆς τῶν ὑποδίκων καὶ καταδίκων, ὅταν δὲ γνωρίζητε, ὅτι οὐδέποτε ἔλαβε χώραν τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον λαμβάνει χώραν σήμερον, ὅτι οὐδέποτε κρατοῦνται εἰς τὴν Ἀστυνομίαν ἐγκληματίαι μετὰ τὴν προφυλάκισιν. Ὑπάρχουσιν ὑπόδικοι εὐνοούμενοι, οἱ ὁποῖοι ἴσως ἐκ τῆς κοινωνικῆς των θέσεως δὲν πρέπει νὰ κρατῶνται ἢ ἐνόμισαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κρατῶνται εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ ἐκεῖνοι ἐκρατήθησαν εἰς ἰδιαίτερον μέρος, ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἐγένετο ὄχι ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν ἄλλου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν διεύθυνσίν σας.
§62ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Βεβαιῶ, ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν ἡμῶν ἔπαυσεν ἡ ἐν τοῖς Νοσοκομείοις νοσηλεία ὑποδίκων καὶ καταδίκων, καὶ τὴν ἀλήθειαν ταύτην δύναται ὁ βουλόμενος ν’ ἀντιληφθῇ. Πάντα δὲ, ὅσα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶπεν, ἀφορμὴν λαβὼν ἐκ τῶν ἐξηγήσεων, τὰς ὁποίας ἔδωκα ὡς πρὸς τὴν γενησομένην ἔρευναν περὶ τοῦ καταγγελλομένου σήμερον παραπτώματος, δὲν ὑπῆρχεν οὐδεμία ἀφορμὴ εὔλογος νὰ ῥηθῶσι, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ, ὅτι ἐγὼ ῥητῶς ἐδήλωσα, ὅτι θὰ διατάξω δικαστικὴν ἐξέλεγξιν τοῦ πράγματος. Πάντα, ὅσα εἶπε, θὰ ἠδύνατο νὰ τὰ εἴπῃ, ἐὰν ἐγὼ ἔλεγον, ὅτι θὰ ἐζήτουν ἐξηγήσεις παρὰ τῆς Ἀστυνομίας.
§63ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ σᾶς ἐμέμφθην, διότι εἴπετε, ὅτι θὰ ἐξετάσητε, ἐὰν ἐψεύσθη ὁ κλητήρ.
§64ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Διόλου δὲν εἶπον αὐτό· εἶπον ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξετάσεως θ’ ἀποδείξῃ ἓν ἐκ τῶν δύο.
§65Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀμφιβάλλω περὶ τῆς δικαιοσύνης τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία εἶναι τῷ ὄντι ἀμερόληπτος καὶ αὐστηρὰ, διότι μετέβην πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἰς τὰς φυλακὰς νὰ ἴδω δύο διασήμους κακούργους, ἕνα κάποιον Κουμουνδοῦρον καὶ ἕνα Μιχαλέαν, οἱ ὁποῖοι ἐφυλακίσθησαν, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνας λόγους, κατά τινα διαδήλωσιν· καὶ οὐ μόνον δὲν μοὶ ἐπέτρεψαν νὰ εἰσέλθω, ἀλλὰ τοὐναντίον συμπεριεφέρθη ὄχι καλῶς ὁ φρουρῶν ἀξιωματικός, διότι ἔμαθεν ὅτι εἶμαι συγγενὴς ἐκείνων καὶ Βουλευτὴς ἀντιπολιτευόμενος. Ἑπομένως, μετὰ τοιαύτην αὐστηρότητα, βεβαίως δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται ν’ ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπέτρεψεν εἰς ἕνα Φιλώταν, ὁ ὁποῖος ἔκαμε 5–6 φόνους, νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Ἀστυνομίαν. Ἐπίσης θέλω ἐνισχύσει τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης περὶ τοῦ ὅτι ἡ ἀσφάλεια εἶναι ἀρίστη ἐν τῷ Κράτει, ἀναφέρων ὀλίγους φόνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι συμβῆ ἀπὸ 6 μηνῶν καὶ ἐντεῦθεν εἰς τὴν ἐπαρχίαν, εἰς ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, παραλείπω δὲ τὰ ὀνόματα, διότι δὲν τοὺς ἐνθυμοῦμαι, καὶ ἴσως ἴσως ἔπρεπε νὰ ἦμαι ἱερεύς, νὰ κρατῶ συγχωροχάρτια, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ ἀναφέρω ὅλους αὐτοὺς τοὺς φόνους. Καθόσον ὅμως ἐνθυμοῦμαι, εἰσὶν εἷς ὀνόματι Καλογερόγιαννης, ἐκ τοῦ δήμου Λαγείας τῆς ἐπαρχίας Γυθείου, εἷς Θεόδωρος Μπουρίκης ἐτραυματίσθη ἐπικινδύνως καὶ νοσηλεύεται εἰς τὸ ἐνταῦθα Νοσοκομεῖον, ἕτερος ἐπίσης ἐφονεύθη εἰς ἀπόστασιν μιᾶς ὥρας ἀπ’ ἐκεῖ, ὅπου ἐφονεύθησαν οἱ πρῶτοι. Ἐντὸς τῆς πόλεως Γυθείου ἐπιτεθέντες οἱ ἀστυνομικοὶ κλητῆρες κατὰ φυγοδίκων ἐφόνευσαν ἕνα ἐξ αὐτῶν, ἀλλ’ ἐφονεύθη καὶ εἷς κλητήρ. Ἐν μέσῃ ἀγορᾷ Γυθείου ἀντηλλάγησαν πρὸ δέκα ἡμερῶν πολλοὶ πυροβολισμοὶ καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο νὰ τραυματισθῇ εἷς Φλουτσάκος ἐπικινδύνως. Ἐντὸς τῆς πόλεως Γυθείου ἐτραυματίσθη πρὸ δύο μηνῶν ὁ Γεώργιος Κουτσοβίτης καὶ ἴσως ἀπέθανεν ἤδη, διότι διέτρεχε τὸν ἔσχατον κίνδυνον, ὅτε ἀνεχώρησα ἐκ Γυθείου. Πέριξ τῆς πόλεως Γυθείου εἷς ἕτερος ἐφονεύθη, ὁ Σταυρόγιαννης, πέριξ τῆς πόλεως Γυθείου εἰς χωρίον Μαραθέα ἐφονεύθη εἷς κλπ. Πάντα ταῦτά εἰσιν ἐγκλήματα πρόσφατα, Κύριοι. Παραλείπω δὲ νὰ εἴπω, ὅτι καὶ ἐν Οἰτύλῳ καὶ εἰς αὐτὴν ἀκόμη τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου εὑρίσκονται εἰς κατάστασιν πολιορκίας. Παραλείπω τὰ ἐνδότερα τῆς Μάνης. Εἶναι κατάστασις αὐτὴ, Κύριοι, καὶ πρέπει νὰ ὁμιλῶμεν πλέον περὶ δημοσίου ἀσφαλείας! Σπουδαιολογεῖτε, κύριε Ὑπουργέ; Ἂν δὲν σπουδαιολογῆτε, πρέπει νὰ σπουδαιολογήσητε, διότι τὸ Κράτος εἶναι ἀνάστατον πλέον ἐκ τῶν ἐγκλημάτων, θὰ ἀναγκασθῶμεν δὲ ἴσως μετ’ ὀλίγον νὰ γενῶμεν φυγόδικοι, διότι θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προστατεύσωμεν οἱ ἴδιοι τὴν ζωήν μας, τὴν τιμήν μας καὶ τὴν περιουσίαν μας.
§66ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔπρεπε νὰ δώσῃ μίαν ἐξήγησιν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ φαινομένου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, περὶ τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, περὶ τῆς ὁποίας ἐγένετο καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ τόσος λόγος· θέλομεν τὴν ἀπάντησίν του· πρόκειται περὶ γεγονότος, περὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἀπάντησις θὰ ἦναι γνωστὴ εἰς ὅλον τὸν λαὸν, διότι ἕκαστος γνωρίζει ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως τὴν κατάστασιν καὶ θέλει νὰ μάθῃ παρὰ τῶν κ. Ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τί ἀποδοτέον τὴν τεραστίαν ἀνάπτυξιν τῶν ἐγκλημάτων. Τὴν ἀρνοῦνται τὴν τεραστίαν ταύτην ἀνάπτυξιν τῶν ἐγκλημάτων; Ὑπάρχουν οἱ κρίνοντες τοὺς Ὑπουργούς, ἂν δὲν ἔχωσι γνῶσιν περὶ τούτου. Ἂν ὁμολογῶσι τὴν κατάστασιν, ποῖα μέτρα ἔλαβον περὶ τῆς ἀσφαλείας τοῦ τόπου καὶ τῶν κατοίκων, ἀφοῦ μάλιστα ἐκτείνομεν τὰς σκέψεις ἡμῶν καὶ εἰς τὴν τάξιν τοῦ ὁμόρου Κράτους;
§67ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἀπορῶ μὲ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, ἀποτεινομένους πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διὰ νὰ δώσῃ τὸν λόγον τῆς παραλυσίας, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθε τὸ Κράτος, καὶ τῆς ἐκλύσεως, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ κοινωνία. Καὶ λέγω ὅτι ἀπορῶ, διότι εἰσέτι δὲν ἐπείσθησαν, ἀλλ’ ἐξακολουθοῦσι νὰ πιστεύωσιν, ὅτι ὑπάρχει Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης, ὅτι ὑπάρχει Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν, Παιδείας κτλ. Δύο μόνον, Κύριοι, Ὑπουργεῖα ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Κράτει, Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, οὐχὶ πρὸς διοργάνωσιν στρατοῦ καὶ στόλου, ἀλλ’ ἁπλῶς καὶ μόνον πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν εἰσπρακτόρων καὶ πρὸς ἀπογύμνωσιν τῶν πολιτῶν! Καὶ κατόπιν τοιαύτης διοικήσεως θέλετε τὸ Κράτος νὰ ὀρθοποδήσῃ καὶ ἡ δικαιοσύνη νὰ μὴ χαλαρωθῇ καὶ ἡ παιδεία νὰ μὴ παραλύσῃ καὶ ἡ τάξις νὰ μὴ ταραχθῇ καὶ ἡ ἀσφάλεια νὰ μὴ ἐκλείψῃ; Μίαν καὶ μόνην ἐντολὴν ἔχουσιν οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους, τὸ κόμμα. Μίαν καὶ μόνην ἀποστολὴν οἱ στρατιῶται, τὴν ἐνίσχυσιν τῶν εἰσπρακτόρων. Καὶ οἱ χωροφύλακες ἓν καὶ μόνον καθῆκον, τὴν καταδίωξιν τῶν ὀφειλετῶν καὶ τὴν ἀπολαυὴν παρανόμου ὠφελείας διὰ τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ἐψήφισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νόμων παρεχόντων αὐτοῖς ἄπειρα τὰ μέσα νὰ καταπιέζωσι τοὺς πολίτας ἐπὶ ἰδίᾳ ὠφελείᾳ ἐπὶ προφάσεσι παραβάσεων τοῦ νόμου περὶ καπνοῦ, τοῦ νόμου περὶ λαθρεμπορίου· καὶ ἐν ἐλλείψει τούτων τοὺς συλλαμβάνουσιν ὡς δῆθεν ἐνταλματίας καὶ τοὺς ὁδηγοῦσιν εἰς τὰς φυλακάς. Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις, ἀφοῦ εἷς καὶ μόνος διοικεῖ τὸν τόπον, ὁ Πρωθυπουργὸς, καὶ οὗτος ἓν ἔχει συμφέρον, τὴν ἐπιτυχίαν τῶν οἰκονομικῶν αὑτοῦ συνδυασμῶν καὶ τοῦ περιλαλήτου ἰσοζυγίου. Πάντα τὰ λοιπὰ, Κύριοι, τὰ ἀφορῶντα τοὺς λοιποὺς κλάδους τῆς διοικήσεως τοῦ τόπου, κινοῦνται ἐφ’ ὅσον συνδυάζονται καὶ σχετίζονται μὲ τὸ ταμιευτικὸν καὶ ἐκλογικὸν συμφέρον. Μὴ ἐρωτᾶτε λοιπὸν τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἢ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὴν διοίκησιν τῶν κλάδων τούτων. Ἠπόρησα μὲ τὸν προλαλήσαντα ἀξιότιμον φίλον μου, φρονοῦντα, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν φυλακῶν θὰ διορθωθῇ διὰ τοῦ διορισμοῦ ἑνὸς ἐπόπτου, ἐνῷ σωρεία ἐκθέσεων περὶ τῆς καταστάσεως αὐτῶν ὑπάρχει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἄνευ οὐδενὸς ἀποτελέσματος. Πῶς δύναται νὰ ὑπάρχῃ, Κύριοι, τάξις ἐν φυλακῇ, ἥτις προώρισται δι’ 100 μόνον πρόσωπα καὶ ἐμπεριέχει 300; Μὴ δὲν εἴχομεν καὶ ἔκτακτον ἀποστολὴν διὰ τὴν ὀργάνωσιν τῶν φυλακῶν καὶ ἐκαλέσαμεν ἐκ Βελγίου διοργανωτήν; ἀλλὰ τί ἐγένετο; Οὐδέν! Καὶ μὴ δὲν ὑπῆρχε σωφρονιστικὸν σύστημα, καὶ φυλακαὶ κατάλληλοι, πρὸς τοῦτο ὠκοδομηθεῖσαι, σύστημα λειτουργοῦν ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις; Ὑπάρχει νῦν ἴχνος τοῦ τοιούτου συστήματος; Καὶ ἐκεῖναι αἱ φυλακαὶ κατέστησαν ὅμοιαι μὲ τὰς λοιπὰς φυλακὰς τοῦ Κράτους, καὶ ἐκεῖ ἐγκλείονται ἀναμὶξ κατάδικοι διὰ βαρέα ἐγκλήματα μετὰ νέων, διὰ νὰ ἐκπαιδεύωνται καὶ ἀναπτύσσωνται ἐν τῷ κακουργεῖν. Βεβαίως τὸ ζήτημα τῶν φυλακῶν καὶ τῆς ἀσφαλείας, ὅπερ ἐῤῥίφθη δι’ ἁπλῆς ἐπερωτήσεως, πρέπει νὰ τύχῃ ἀναπτύξεως εὐρυτάτης, καὶ φρονῶ, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον ὀφείλει νὰ ἐγκαταλείψῃ πᾶσαν ἄλλην ἐνασχόλησιν, καὶ οὐδεμίαν προσοχὴν νὰ δώσῃ πλέον εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀγγέλματα, διότι τί ὠφελοῦν ταῦτα πάντα καὶ ἐὰν παραδεχθῶμεν ὡς ἀκριβεῖς τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅταν ὁ φορολογούμενος, ἐὰν ἔχῃ τὴν κεφαλὴν ἐπὶ τῶν ὤμων του, τὴν χρεωστεῖ οὐχὶ εἰς τοὺς φρουροὺς τῆς τάξεως καὶ εἰς τὴν μέριμναν τῆς Πολιτείας, ἀλλ’ εἰς ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἐπεθύμησαν ἢ δὲν ἔχουσιν ἀφορμὰς καὶ συμφέρον νὰ τῷ τὴν ἀφαιρέσωσιν; Ἐγὼ, Κύριοι, ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μου πατρίδι εὑρισκόμενος, δὲν φοβοῦμαι ὁσάκις συναντῶμαι εἰς ἀπόκεντρα μέρη μετὰ τῶν συμπολιτῶν μου, φοβοῦμαι ὅμως ὅταν συναντῶμαι μὲ τὰ ὄργανα τῆς τάξεως, διότι ταῦτα καὶ βλοσυρῶς μὲ ὑποβλέπουσι καὶ ἀτιμωρητεὶ δύνανται νὰ μὲ ἐνοχλήσωσιν, ἢ νὰ μὲ φέρωσι δεδεμένον εἰς τὴν Χωροφυλακὴν, ὡς συνέβη εἰς ἀξιοτίμους πολίτας, ἐπὶ τῇ προφάσει, ὅτι εἰσὶν ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου, ἢ ὅτι ἀντέστησαν εἰς τὰς διαταγάς των. Ἀπέναντι τοιαύτης καταστάσεως καὶ τῶν ὅσων καθημερινῶς ἀκούομεν, ἐὰν εἷς Φιλώτας εὐνοούμενος, ὡς ἐκ τῆς συζητήσεως προέκυψε, καὶ παλληκαρᾶς τοῦ κόμματος ἀπεφυλακίσθη, μονομερῶς ἐξεταζόμενον, ἔχει τι τὸ παράδοξον; Βεβαίως, ἐὰν ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν κατεπάτει τὸν νόμον, ἐὰν ὁ Ἀστυνόμος δὲν τὸν παρελάμβανε διὰ νὰ τὸν ἀποστείλῃ εἰς τὴν οἰκίαν του, ὁ Φιλώτας δὲν θὰ ἐξετέλει τὸν φόνον. Ἀλλὰ ὁ ἔνοχος τοῦ φόνου; μόνος ὁ Φιλώτας καὶ οὐχὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ οὐχὶ ὁ Ἀστυνόμος; Ἠκούσατε τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι πταίει ὁ κλητὴρ, καὶ ὁ κλητὴρ ἐπαύθη.
§68ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀπηύθυνα ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν περὶ πράξεως λῃστρικῆς, λαβούσης χώραν ἐν τῇ Ἀττικῇ, εἰς τὸν δῆμον Λαυρίου. Τὴν ἐπιοῦσαν αἱ ἐφημερίδες ἀνέγραφον ἑτέραν λῃστρικὴν πρᾶξιν, συμβᾶσαν πλησίον εἰς τὸ μέρος, ὅπου συνέβη ἡ πρώτη. Οὐδεμίαν ἀπάντησιν ἔλαβον παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐν τούτοις βεβαίως τὸ περιστατικὸν εἶναι ἄξιον τῆς μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως. Ἐτάραξε δικαίως τὴν κοινωνίαν. Εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν περιήλθομεν, τίθεται τὸ ζήτημα, ἂν δὲν ἐπανήλθομεν εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν πρὸ εἴκοσιν ἐτῶν συνέβαινεν ἐν Ἀττικῇ τὸ δρᾶμα τοῦ Δήλεσι. Καὶ λέγω μάλιστα, ὅτι ἡ περίπτωσις, περὶ ἧς ἐπηρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, μοὶ φαίνεται προμηνύουσα κατάστασιν πολὺ σοβαρωτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν μετὰ τόσους ἀγῶνας καὶ μετὰ τόσας θυσίας κατώρθωσε νὰ κατανικήσῃ ἡ Πολιτεία. Διότι, ὅτε συνέβη τὸ φοβερὸν ἐκεῖνο δρᾶμα τοῦ Δήλεσι, ἐγνώσθη, ὅτι λῃστρικὴ συμμορία, μορφωθεῖσα ἐκτὸς τῶν συνόρων τοῦ Κράτους, εἰσέβαλεν εἰς αὐτὸ, διέτρεξε μακρὰν ἀπόστασιν, πολλὰς τοῦ Κράτους ἐπαρχίας, ὅπως φθάσῃ μέχρι τῆς Ἀττικῆς, ἐνῷ σήμερον εὑρισκόμεθα ἀπέναντι περιπτώσεως, εἰς ἣν βλέπομεν συμμορίας ἐντοπίους, ὠργανισμένας ἐντὸς τῆς ἐπαρχίας. Καὶ εἶναι φανερὸν, ὅτι τοιαύτη κατάστασις εἶναι πολὺ δεινοτέρα τῆς πρώτης, διότι εἶναι καὶ πολὺ δυσχερέστερον νὰ ἀμύνηται καὶ ἡ πολιτεία καὶ ὁ πολίτης κατὰ τοιούτων συμμοριῶν, μορφουμένων ἐντὸς τῆς ἐπαρχίας ὑπὸ προσώπων, τὰ ὁποῖα διαπράττουσι τὴν λῃστείαν καὶ μετὰ ταῦτα ἐπιδίδονται εἰς τὰ εἰρηνικὰ αὑτῶν ἔργα. Συμμερίζομαι πληρέστατα τὸ πάθος, μεθ’ οὗ ὡμίλησε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Βαλσαμάκης. Διότι πράγματι ἀγανάκτησιν ἐμποιεῖ εἰς πάντα τοιαύτη κατάστασις, καὶ λίαν ὀρθῶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ὅτι, ὅταν ἀπαντᾷ τὴν δημοσίαν δύναμιν, ἐκείνην πρὸ πάντων φοβεῖται, διότι ἔχει πεποίθησιν, ὅτι οἱ πολῖται θέλουσι σεβασθῆ αὐτόν. Τὴν ἀλήθειαν ταύτην ἠδυνήθην νὰ πιστοποιήσω ὁ ἴδιος ἐσχάτως, εὑρισκόμενος ἐν Κεφαλληνίᾳ. Ἡ διαδοθεῖσα ἄφιξις φυγοδίκου τινὸς εἰς τὸ χωρίον Βλιχάτα ἔγεινεν ἀφορμὴ ἐπιδρομῆς 25 εὐζώνων, οἵτινες εἰσέβαλον εἰς τὸ χωρίον αὐτὸ, ἐκακοποίησαν, ἔδειραν, ἔπραξαν πᾶσαν βιαιοπραγίαν, ἐξηυτέλισαν σεβαστοὺς οἰκογενειάρχας, καὶ ταῦτα ὅπως ἐκτελέσωσι δῆθεν τὴν ἐντολὴν αὐτῶν! Προσεκλήθη ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐξ Ἀργοστολίου, τῷ ἀνεκοινώθησαν τὰ περιστατικὰ ταῦτα, καὶ ἦλθεν εἰς Ληξούριον, διέμεινεν ἐκεῖ ἐπί τινας ὥρας καὶ ἀνεχώρησε χωρὶς νὰ μεταβῇ εἰς τὸν τόπον τῶν βιαιοπραγιῶν, καὶ καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, οὐδὲν ἐγένετο πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Βλιχάτα, ὅπου ἐκακοποιήθησαν ἄνθρωποι ἐντελῶς ἀθῶοι, οὐδὲν ἔχοντες τὸ κοινὸν πρὸς τὸν φυγόδικον, ὅπου ἐζημιώθησαν ἐργατικοὶ ἄνθρωποι. Ἠσχύνθην ὡς Βουλευτὴς, ὅτε γέροντες ἐκ τοῦ χωρίου ἐκείνου μοὶ διηγήθησαν, ὅτι προσεδέθησαν εἰς δένδρα, ὅτι ἐμαστιγώθησαν ἄνευ οὐδεμιᾶς αἰτίας, ὅπως μαρτυρήσωσι περὶ τοῦ φυγοδίκου ἐκείνου, περὶ οὗ οὐδὲν ἐγνώριζον. Καὶ ὅμως οὐδεμία καταδίωξις ἔγεινε κατὰ τῶν ὀργάνων τούτων τῆς ἐξουσίας! Ἑπομένως μέγα δίκαιον εἶχεν ὁ κ. Βαλσαμάκης νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐν Κεφαλληνίᾳ ἡ παρουσία τοῦ ἀντιπροσώπου αὐτοῦ τῆς δημοσίας δυνάμεως, τοῦ ἐνόπλου φύλακος τῆς τάξεως ἐμποιεῖ φόβον, ἐνῷ δύναταί τις νὰ διέλθῃ τὴν Κεφαλληνίαν ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον χωρὶς νὰ τρέξῃ οὐδένα κίνδυνον, διότι τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ἀκούονται ἐκεῖ, εἶναι τὰ συνήθη εἰς πᾶσαν κοινωνίαν, ἀλλὰ βεβαίως δὲν ὑπάρχει ἐκεῖ τὸ ἔγκλημα ὠργανωμένον, δὲν θὰ εὕρητε ἐκεῖ ληστρικὰς συμμορίας, δὲν θὰ εὕρητε κίνδυνον ἐκεῖ διαρκῆ, παρὰ τὰς καταχρήσεις τῆς δημοσίας δυνάμεως. Ἐγὼ αὐτὸς ἔγραψα πρὸ δύο ἐτῶν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐξέθεσα αὐτῷ οἰκτρὰ περιστατικὰ, ἐν Κεφαλληνίᾳ λαβόντα χώραν. Ἀλλ’ ἐν τούτοις ἐπανέρχομαι εἰς τὴν προηγουμένην ἐπερώτησιν, περὶ ἧς οὐδεμία μοὶ ἐδόθη ἀπάντησις. Βέβαιον εἶναι, ὅτι ἡ κοινωνία ἀνησυχεῖ, διότι δύο ληστρικαὶ πράξεις ἐγένοντο εἰς τὰ πρόθυρα τῆς πρωτευούσης παρὰ συμμοριῶν, αἵτινες ἐξετέλεσαν τὰ κακουργήματα ταῦτα καὶ μετὰ ταῦτα ἐτράπησαν εἰς τὰ ἔργα αὐτῶν, καὶ ἐν τούτοις οὐδὲν γνωρίζομεν περὶ ἐνεργειῶν τῆς ἐξουσίας, καὶ ἂν κρίνωμεν ἐκ τῆς ἐν γένει καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, πρέπει νὰ φοβώμεθα, ὅτι τὰ περιστατικὰ ταῦτα θέλουσι πολλαπλασιασθῆ, καὶ τότε θὰ ἦναι πρόβλημα, ἂν θὰ ἦναι δυνατὸν εἰς τὰ πρόθυρα αὐτὰ τῆς πρωτευούσης νὰ κάμνωμεν ἕνα ἁπλοῦν περίπατον, χωρὶς νὰ ἐκθέτωμεν τὴν ζωήν μας καὶ τὴν περιουσίαν μας.
§69ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν κατηγγέλθησαν ἀμφότεραι αἱ πράξεις, ὧν ἐμνήσθη καὶ σήμερον καὶ ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας, καὶ κατηγγέλθησαν ὑπὸ τὸν χαρακτῆρα, ὑφ’ ὃν παρεστάθησαν καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἡ Ἀρχὴ ἐπελάβετο ἀμέσως αὐστηρᾶς ἀνακρίσεως, πρὸ τοῦ πέρατος τῆς ὁποίας δὲν εἶναι πρέπον νὰ εἴπωμεν, ἂν ὁ δοθεὶς χαρακτηρισμὸς τῶν πράξεων αὐτῶν ἦναι ὁ προσήκων. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ εἴπω, εἶναι τοῦτο, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ συμμορίας ληστρικῆς, οὐδὲ περὶ ληστῶν συσσωματωθέντων ἐν τῇ ὁμόρῳ χώρᾳ καὶ εἰσβαλόντων εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος καὶ ἀκαταδιώκτων φθασάντων μέχρις Ἀττικῆς. Ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι αὐτοί, οἵτινες κατηγγέλθησαν, εἶναι χωρικοὶ τοῦ χωρίου Κερατέας, γνωστὰ πρόσωπα, φυγοδικοῦντα, διότι καταδιώκονται ἐπὶ βιασμῷ ἢ ἀποπείρᾳ βιασμοῦ. Οὗτοι ἐκαιροφυλάκτησαν ἡμέραν τινὰ καὶ συλλαβόντες χωρικόν τινα, τὸν ἠπείλησαν, οὗτος δ’ ἔγραψεν εἰς τὸν πάππον αὐτοῦ καὶ ὁ πάππος τοῖς ἔστειλεν 600 φράγκα. Αὐτὴ εἶναι ἡ καταγγελία. Δὲν εἶμαι ὅμως εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω, ἂν ὁ χαρακτὴρ τῆς πράξεως αὐτῆς ἦναι τοιοῦτος ἢ τοιοῦτος. Ἡ Ἀρχὴ ἀσχολεῖται εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ πράγματος, ἐντάλματα δ’ ἐξεδόθησαν καθ’ ὅλων. Ὅταν βεβαιωθῇ ἡ ταυτότης των καὶ ὅταν περατωθῇ ἡ ἀνάκρισις, θὰ δύναμαι νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας περὶ τοῦ χαρακτῆρος τῆς πράξεως ταύτης. Ὡς πρὸς τὴν ἑτέραν πρᾶξιν, νομίζω ὅτι δύναμαι νὰ ἀναγνώσω, πρὸς πληροφορίαν τῆς Βουλῆς, ἀπὸ τοῦδε ἔκθεσιν τοῦ ἐνεργήσαντος τὴν προανάκρισιν Ὑπομοιράρχου, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ Ὑπομοίραρχος Λαυρίου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἥτις ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Τὴν μεσημβρίαν τῆς 26 λήγοντος μηνὸς ἑορτὴν τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, οἱ Σωτήριος Ἰωάννου Γεωργαντᾶς καὶ Μιχαὴλ Χριστοδούλου Κώνστας, ἀναχωρήσαντες ἐκ τοῦ χωρίου τῶν Καλύβια, μετέβησαν εἰς τὸ μίαν ὡς ἔγγιστα ὥραν ἀπέχον ἐκεῖνο τοῦ Κουβαρᾶ, ὅπως ἐπισκεφθῶσι συγγενεῖς των τινὰς, ἐκεῖθεν μετέβησαν πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν καὶ εἰς Κερατέαν περὶ τὴν 5 ὥραν μ.μ., ἀφοῦ δὲ ἔφαγον καὶ ἔπιον, περὶ τὴν 10 ὥραν τῆς νυκτὸς ἀνεχώρησαν, ἐπανακάμπτοντες εἰς τὸ χωρίον των Καλύβια, καθ’ ὁδὸν ὅμως καὶ παρὰ τὴν γέφυραν τὴν μεταξὺ τοῦ χωρίου Καλύβια καὶ Κουβαρᾶ κειμένην, παρουσιάζεται αἴφνης ἐνώπιόν των παῖς τις, ὃν δὲν ἀνεγνώρισαν, κεκαλυμμένος δι’ ἐπανοφορίου (σιγούνας), ἐτῶν 12–14, καὶ τοῖς λέγει: «δότε μου 35 λεπτὰ νὰ πάρω καπνόν», καθόσον δὲ αὐτοὶ τὸν ἐπέπληξαν, ἀρνηθέντες εἰς τὴν αἴτησίν του, οὗτος στραφεὶς ἀπετάθη πρὸς τοὺς καθημένους εἰς ὀλίγων βημάτων ἀπόστασιν τῆς ὁδοῦ, οὕς τότε ἀντελήφθησαν οἱ παθόντες, δύο ἢ τρεῖς, ἀγνώστους εἰς αὐτοὺς ἐπίσης, καὶ τοῖς λέγει: «δὲν δίδουν τίποτε»· τότε εἷς ἐκ τῶν καθημένων, ἀνεγερθεὶς ὀλίγον, ὅστις, ὡς διέκρινον, ἐκράτει ὅπλον, ἀπεκρίθη πρὸς τὸν παῖδα λέγων: «ἀφοῦ δὲν δίδουν τίποτε, κατέβασέ τους κάτω», ἐννοῶν νὰ τοὺς καταβιβάσῃ ἀπὸ τῶν ὁποίων ἐκάθηντο ὄνων· οἱ ἀνωτέρω, ἰδόντες ὅτι ἐκτὸς τοῦ παιδὸς ὑπῆρχον καὶ ἄλλοι, καὶ φοβηθέντες, ἔδωκεν μόνον ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν, ἤτοι ὁ Σωτήριος Ἰω. Γεωργαντᾶς, εἰς τὸν παῖδα δραχμὰς 3 καὶ 35)00, μεθ’ ὃ ὁ παῖς μετέβη πρὸς τοὺς παρακαθημένους, οὓς οὔτε πῶς ἦσαν ἐνδεδυμένοι, οὔτε τίνα χαρακτηριστικὰ εἶχον, διέκρινον, ἕνεκα τῆς νυκτὸς, αὐτοὶ δὲ ἐξηκολούθησαν τὸν δρόμον των καὶ ἀφίχθησαν εἰς τὸ χωρίον των, ἀνήγγειλαν δὲ ἀμέσως τὸ γεγονὸς εἰς τοὺς ἐν αὐτῷ κλητῆρα καὶ ἀγροφύλακα, οἵτινες προσλαβόντες καὶ τὸν Πάρεδρον ἐξῆλθον ἅπαντες, καὶ τῶν παθόντων συμπεριλαμβανομένων, πρὸς ἀνεύρεσιν καὶ σύλληψιν τῶν δραστῶν, οὓς ὅμως δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἀνεύρωσιν. Ὅτι οἱ παθόντες ἔφερον μεθ’ ἑαυτῶν χρήματα καὶ ἄλλα, ὁ εἷς μάλιστα ἐξ αὐτῶν καὶ ὡρολόγιον, ἀλλ’ οὐδεμία ἐπ’ αὐτῶν ὑπὸ τῶν ἀγνώστων ἔρευνα ἐγένετο, οὔτε βία, ἐκτὸς τῆς ἀνωτέρω ἀπειλῆς, ὡς δὲ βεβαιοῖ ἐν τῇ καταθέσει του ὁ παθὼν Σωτήριος Ἰωάννου Γεωργαντᾶς, πιθανὸν οἱ ἀνωτέρω ἄγνωστοι νὰ ἦσαν διαβάται, ἄγνωστον ἐπίσης ποῦ μεταβαίνοντες, καὶ ἐζήτησαν 35 λεπτὰ πρὸς ἀγορὰν καπνοῦ, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐφοβήθη, τοῖς ἔδωκε δραχ. 3 καὶ 35)00. Ἐν τούτοις ἡμεῖς δὲν θὰ παύσωμεν ἐνεργοῦντες περὶ τῆς ἀνακαλύψεως τῶν δραστῶν, ἐλάβομεν δὲ κατάλληλα μέτρα, συστήσαντας σταθμὸν ἐν Καλυβίοις ἐκ δύο χωροφυλάκων, οὓς διετάξαμεν μετὰ τῶν ἐν αὐτῷ κλητήρων καὶ ἀγροφυλάκων νὰ περιπολῶσι νυχθημερὸν καὶ ἐνεδρεύωσιν εἰς τὰ ἐπίκαιρα μέρη τῆς περιφερείας τοῦ χωρίου τούτου, πρὸς πρόληψιν ἑτέρου τινὸς ἐπεισοδίου καὶ σύλληψιν τῶν ἀνωτέρω ἀγνώστων, ἐὰν ἀναφανῶσιν». Αὐτὸ εἶναι τὸ πόρισμα τῆς προεισαγωγικῆς ἀνακρίσεως, τῆς ἐνεργηθείσης δι’ ἐξετάσεως αὐτῶν τῶν παθόντων. Δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ἐπέχωμεν ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν καὶ τῶν δύο πράξεων.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς συμπληρωτικῆς ἐκλογῆς τοῦ νομοῦ Κυκλάδων. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;
§71ΚΟΡΠΑΣ. Δὲν ἐσκόπουν, Κύριοι, νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προκειμένης ἐκλογῆς, διότι ἐπίστευον ὅτι οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἤθελον ὑποβάλει ἐνστάσεις κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς ταύτης καὶ ὅτι ἑπομένως συνάδελφοι ἴσως ἐκ τῶν ἀποτελούντων μέρος εἰς τὸ Τμῆμα, τὸ προεξελέγξαν τὴν ἐκλογὴν, ἤθελον ἀναλάβει τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἐνστάσεων τούτων. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ταύτην πληροφοροῦμαι, ὅτι οὔτε ἐνστάσεις ὑπεβλήθησαν, οὔτε θὰ ὁμιλήσῃ τις κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς. Δὲν δύναμαι ἑπομένως νὰ ἀφήσω νὰ ἐπικυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ, χωρὶς τοὐλάχιστον νὰ ἀκουσθῇ φωνὴ διαμαρτυρίας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τῶν παρανόμων ἐκλογικῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πρὸ πάντων κατὰ τῆς ψυχολογικῆς βίας, ἣν μετῆλθεν αὕτη, ὅπως ἐπηρεάσῃ τὸ ἀληθὲς φρόνημα τῶν ἐκλογέων τοῦ νομοῦ Κυκλάδων. Δὲν προτίθεμαι ἑπομένως νὰ ζητήσω τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς ταύτης, διότι ἄλλως γνωρίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ζήτημα ἀριθμῶν καὶ ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα λύονται συνήθως διὰ τῶν ἀριθμῶν, ἀφοῦ πολὺ σπουδαιότερα ζητήματα ἐλύθησαν διὰ τῶν ἀριθμῶν, ἀφοῦ πράξεις ἐπίσημοι ληξιαρχικαὶ δὲν ἀνεγνωρίσθησαν, καὶ συνάδελφοί τινες ἐγένοντο δεκτοὶ ἐνταῦθα ὡς ἔχοντες τὴν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὁριζομένην ἡλικίαν, ἐνῷ ἀναντιῤῥήτως δὲν ἔχουσι τοιαύτην. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω ἑπομένως τὴν Βουλὴν ἐξιστορῶν ὅσα ἐτελέσθησαν ἐκλογικὰ ὄργια κατὰ τοὺς πλείστους τῶν δήμων τοῦ νομοῦ Κυκλάδων, διότι νομίζω, ὅτι πάντα ταῦτα περιῆλθον εἰς γνῶσιν ὑμῶν καὶ τοῦ κοινοῦ ἐκ τῶν ἐφημερίδων καὶ ἐξ ἄλλων διηγήσεων, ἃς πάντες σχεδὸν ἠκούσατε. Ἀλλὰ θέλω παρουσιάσει ἐνώπιον ὑμῶν ἓν ἢ δύο παραδείγματα, ἐκ τῶν ὁποίων θέλετε πεισθῆ ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν προκειμένην ἐκλογὴν μετῆλθε πάντα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἦτο δυνατὸν νὰ μετέλθῃ Κυβέρνησις μὴ σεβομένη τὸ Σύνταγμα. Παρέστην, Κύριοι, εἰς δύο τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας Κέας καὶ εἶδον ἰδίοις ὄμμασι πράγματα, ἅτινα, σᾶς βεβαιῶ, δὲν ἤθελον πιστεύσει, ἂν διηγοῦντο πρὸς ἐμὲ ἄλλοι· εἶδον κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ μηνὸς Αὐγούστου, καθ’ ἣν ἀκριβῶς ἐποχὴν ἐπεδίδετο πρὸς τὰς Δυνάμεις ἡ περιλάλητος ἐκείνη διακοίνωσις καὶ περὶ ἧς ἐγένετο μέγας λόγος ἐνταῦθα, καὶ καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐμποδίζετο ἡ στρατολογία ἐθελοντῶν καὶ ἡ ἀποστολὴ πολεμεφοδίων εἰς Κρήτην, εἶδον ὅτι ἐστρατολόγει ἡ Κυβέρνησις ἐν μέσαις Ἀθήναις ἐκ τῶν Ὑπουργείων καὶ ἐξ ἄλλων δημοσίων γραφείων ὑπαλλήλους, ἐκ τοῦ νομοῦ ἐκείνου καταγομένους, ὅπως ἀποστείλῃ αὐτοὺς ἐκεῖ, καὶ ἐφωδίαζεν αὐτοὺς ὄχι μὲ ὅπλα, ἀλλὰ μὲ χρήματα, μὲ σημαίας, διὰ τῶν ὁποίων στολίζουν κατὰ τὰς ἑορτὰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ μὲ πυροτεχνήματα, ἅτινα ἔλαβον ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ Δημοσίου· εἶδον ἰδίοις ὄμμασιν ἐν Κύθνῳ ἕνα τῶν ἀνθρώπων τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἀκολουθούμενον ὑφ’ ἑνὸς ἀξιωματικοῦ τῆς χωροφυλακῆς, ἑνὸς ἐνωμοτάρχου καὶ 10 περίπου ὑπαλλήλων, καταγομένων πάντων ἐκ τῶν δήμων ἐκείνων, εἶδον τὸ καραβάνιον αὐτὸ εἰσερχόμενον εἰς τὴν πόλιν, ὅπως εἰσέρχονται τὰ στρατεύματα, ὅταν πρόκηται νὰ εἰσβάλωσι κατ’ ἐχθρικῆς πόλεως· ἐξεπλάγησαν οἱ κάτοικοι καὶ ἠρώτων τί συνέβη, ἐὰν συνέβη τι ἔκτακτον ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ, εἶδον δὲ πράγματι, ὅτι ὄχι μόνον δὲν συνέβαινέ τι ἔκτακτον, ἀλλ’ ὅτι ἦτο πολιτικὴ ἐπιδρομὴ πρωτοφανὴς, οἵαν οὐδέποτε ἐνθυμοῦνται οἱ κάτοικοι τῶν δύο ἐκείνων δήμων. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ἠδύναντο νὰ στήσωσι τὸ στραταρχεῖον αὐτῶν εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον ἤμην καὶ ἐγὼ, ἐξεπέμφθησαν εἰς τὸν ὅμορον δῆμον καὶ ἐκεῖθεν ἀπεστέλλοντο αἱ διαταγαὶ καὶ τὰ χρήματα. Αἱ οἰκίαι τῶν κομματαρχῶν καὶ τῶν διαφόρων συγγενῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἐσημαιοστολίσθησαν, τὸ ἑσπέρας δὲ ἐκάησαν φεγγαλικὰ φῶτα καὶ πυροτεχνήματα καὶ φωτοχυσία ἐγένετο καθ’ ὅλην τὴν πόλιν. Τοιαῦτα πράγματα νομίζω, Κύριοι, οὐδέποτε ἐγένοντο κατὰ τὰς ἐκλογάς. Ἐπίσης ἔν τινι δήμῳ εἰς ἀξιωματικὸς τῆς χωροφυλακῆς, ὅστις ἐτάχθη ἐν τῇ πλατείᾳ τῆς ἐκλογῆς, ἐπεσείετο ὡς ἀπειλὴ καθ’ ὅλων ἐκείνων, οἵτινες ἤθελον ψηφοφορήσει κατὰ τοῦ ὑποψηφίου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ὅτι δὲν προτίθεμαι νὰ κάμω γενικὸν λόγον περὶ τῆς ἐκλογῆς, διότι τοιαῦτα συνέβησαν πανταχοῦ, καὶ ἐν Ἑρμουπόλει ἡ δωροδοκία εἶχε φθάσει εἰς τὸ ἔπακρον καὶ ἐν Τήνῳ ὡσαύτως καὶ πολλαχοῦ. Ταῦτα λέγων, δὲν ἐννοῶ νὰ ἐπικρίνω τὸν ἐκλεχθέντα Βουλευτὴν, ὅστις ἴσως οὐδὲν ἐξ αὐτῶν γινώσκει. Ταῦτα λέγω διὰ νὰ ἐπικρίνω τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις μετῆλθε πάντα ταῦτα τὰ ἔκνομα μέσα, ἵνα ἐπηρεάσῃ τὴν ἐλευθέραν θέλησιν τῶν ἐκλογέων τοῦ νομοῦ Κυκλάδων. Ἑπομένως ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν θέλω σᾶς ἀπασχολήσει ἀναφέρων πάντα τὰ γενόμενα, ἀλλὰ ἀνῆλθον τὸ βῆμα, ἵνα ἐκφέρω φωνὴν διαμαρτυρίας κατὰ τῆς ἐκλογῆς ταύτης πρὶν αὕτη ἐπικυρωθῇ.
§72ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι, Κύριοι, μέλος τῆς τοῦ Τμήματος μειονοψηφίας, ἥτις, διϊσταμένη πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, φρονεῖ ὅτι ἡ ἐκλογὴ Κυκλάδων εἶναι ἄκυρος. Καὶ δὲν θὰ ζητήσωμεν διὰ τοῦτο τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς, διότι τοιοῦτό τι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, ὡς ἔχουσι τὰ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται ἡμῖν τὸ καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶμεν κατὰ τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἐτελέσθησαν. Νὰ ἀπαριθμήσω τὰς ἐπεμβάσεις τῆς ἐξουσίας ἐν σχέσει πρὸς τὰς μεταθέσεις, τοὺς διορισμοὺς καὶ τὰς ὑποσχέσεις περὶ παροχῶν παντοίας φύσεως, εἶναι ὅλως μάταιον, διότι οἱ πάντες γνωρίζουσιν, ὅτι ταῦτα τελοῦνται ἐν πάσῃ ἐκλογῇ, ὡσανεὶ ἦσαν νομιμοποιημένα, πλὴν ἐν τῷ νομῷ Κυκλάδων συμβαίνει τι, ὅλως ἰδιάζον, καὶ ἐπὶ τούτου ἰδίως θὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν. Ὁ λαὸς τῶν Κυκλάδων ἐν γένει εἶναι ἀπονήρευτος, ὅταν δὲ ἐκεῖ θέλῃ ἡ ἐξουσία νὰ μὴ σέβηται οὔτε τοὺς νόμους, οὔτε ἑαυτὴν, οὔτε τὸ Σύνταγμα, δὲν δύναται εἰμὴ νὰ ἔχῃ βέβαιον τὸ κέρδος ὑπὲρ τοῦ ὑποψηφίου, ὃν ὑποστηρίζει. Διὰ νὰ ἐννοήσητε, δὲ πόσον συντόνως εἰργάσθη ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία, τῆς ὁποίας τὰ πρωτεύοντα μέλη κατὰ τὸ πλεῖστον φρονοῦσι τὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἡ ὁποία ὀφείλει τὴν προαγωγὴν καὶ σχεδὸν τὴν ὕπαρξίν της εἰς τὸν ὑποψήφιον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κ. Μπούμπουλην, εἰργάζετο ἐμφανῶς ὑπὲρ τοῦ ὑποψηφίου τῆς Κυβερνήσεως, τοῦτο δὲ, διότι ἐνησκήθη μεγίστη κυβερνητικὴ πίεσις ἐπ’ αὐτῆς, ἀπειληθείσης, ὅτι, ἐὰν δὲν ἤθελεν ὑποστηρίξει τὸν κυβερνητικὸν ὑποψήφιον, θὰ ἔπαυε διδομένη πρὸς αὐτὴν ἡ ἐνιαυσία ἐπιχορήγησις, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν δύναται νὰ σταθῇ εἰς τοὺς πόδας της.
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν ἐπιχορήγησιν εἶναι ὑπόχρεως ἡ Κυβέρνησις διὰ συμβάσεως.
§74ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ψιθυρίζει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑπόχρεως διὰ συμβάσεως, ὡσὰν νὰ μὴ γνωρίζωμεν ἡμεῖς, ὅτι, καίτοι ἦτο ὑπόχρεως διὰ συμβάσεως, ἐκράτησεν ἐν τούτοις πρό τινος χρόνου τὰ ὀφειλόμενα, λόγῳ συμψηφισμοῦ πρὸς ὅσα ἡ Ἑταιρία ὤφειλε δῆθεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
§75ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ποτέ.
§76ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε, ποῦ τὰ στηρίζετε;
§77ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὑπάρχει ἀνάγκη ἀποδείξεων;
§78ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἀποδείξεων!
§79ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος συνάδελφος, ὡς δικηγόρος, νομίζει, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη ἀποδείξεων ἐγγράφων, καθόσον πρόκειται περὶ ποσοῦ ἀνωτέρου τῶν πεντήκοντα δραχμῶν. Ἀλλ’ ἰδίως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμε τὴν οἰκτροτέραν ἐντύπωσιν, εἶναι ἡ ἐνεργηθεῖσα πανηγυρικὴ ὑπὸ τὰς ὄψεις ὄχι μόνον τῶν διοικητικῶν, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν, δωροδοκία. Συνέπεσε νὰ ἦμαι ἐν Σύρῳ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς καὶ ὁμιλῶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως. Ἐν Ἑρμουπόλει κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην συνεστήθησαν δημοσίᾳ τέσσαρα πρακτορεῖα, τὰ ὁποῖα διηύθυναν ἐντεταλμένοι τινὲς ἄνθρωποι τοῦ κόμματος, ἔργον τῶν ὁποίων ἦτο, νὰ δίδωσιν ἑκάστῳ τῶν προσερχομένων ἐκλογέων τὸν ἀριθμὸν, ὑφ’ ὃν ἦσαν ἐγγεγραμμένοι ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ, καὶ ἀνὰ δέκα ἢ δεκαπέντε δραχμάς· εἶτα δὲ ἐπὶ δέκα ἢ δεκαπέντε ἐξ αὐτῶν ἐτίθετο εἷς ἐπὶ κεφαλῆς, ὅστις τοὺς ὡδήγει εἰς τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας, εἶχε δὲ καὶ ὄνομα ὁ ὁδηγὸς οὗτος, καλούμενος δέκαρχος...
§80ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οἱ δεκάρχαι ἐτίθεντο μόνον ἀπὸ τὴν μίαν μερίδα ἢ καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην;
§81ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα πρόκειται περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ ἐπιτυχόντος ὑπουργικοῦ ὑποψηφίου.
§82ΣΑΚΚΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτὰ, νὰ ἐκθέσητε, ἐὰν δὲν ἠκούσατε ἐν Σύρῳ, ὅτι ὑπῆρχε τηλεγράφημα ἐξ Ἀθηνῶν λέγον: «δαπανήσατε ἀφειδῶς».
§83ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἤκουσα, ἀλλὰ δὲν τὸ εἶδον. Τὰ πρακτορεῖα ταῦτα ἐξηκολούθησαν τὴν ἐργασίαν μέχρι τῆς ἑσπέρας, οἱ δὲ λαμβάνοντες τὰ χρήματα ἐκλογεῖς δὲν εἶχον δυσκολίαν νὰ ἐπιδεικνύωσιν αὐτὰ, εἷς δ’ ἐξ αὐτῶν ἐπέδειξε καὶ εἰς ἐμὲ, ἱστάμενον παρὰ τὴν θύραν ἑνὸς ἐκλογικοῦ τμήματος, δύο πεντάδραχμα Ἰονικὰ, καὶ μὲ ἠρώτησεν, ἐὰν ἦσαν καλά.
§84Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἶχον οἱ ὑποψήφιοι χρήματα νὰ δαπανῶσι;
§85ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως οὔτε ὁ κ. Μπούμπουλης οὔτε ὁ κ. Γκιὼν ἦσαν εἰς θέσιν νὰ δαπανήσωσι διὰ τὴν ἐκλογήν· ἀλλ’ ὁ κ. Βουδούρης δὲν ἀγνοεῖ, ὅτι διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ὑποψηφίου τῆς Κυβερνήσεως πολλοὶ ἔρανοι ἐνεργήθησαν ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Νομάρχου Κυκλάδων. Ὅτι δὲ τὰ περὶ τούτου εἶναι ἀνεπίδεκτα ἀμφισβητήσεως, ἀποδεικνύεται καὶ ἔκ τινων ἐκθέσεων τῶν δικαστικῶν ἀντιπροσώπων, ἰδίως δὲ τοῦ ἐφόρου αὐτῶν κ. Λυκούδη, ὁ ὁποῖος δὲν ἀρνεῖται μὲν, ὅτι ἐγένετο δωροδοκία, ἀλλὰ τὴν δικαιολογεῖ, λέγων ὅτι ἐγένετο πρὸς ἀνθρώπους ἐργατικοὺς, οἵτινες ἔχουσιν ἀνάγκην ὀλίγων δραχμῶν, καὶ δὲν ἦτο δύσκολον νὰ δωροδοκῶνται. «Οὕτω τὸ πλεῖστον τῶν ἐκλογέων ἐργάται ἡμερομίσθιοι εἶναι δυστυχῶς εἰθισμένοι εἰς τὴν δωροδοκίαν», λέγει ὁ κ. Λυκούδης.
§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναγινώσκετε τὴν ἔκθεσιν κατ’ ἐπιλογήν.
§87ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἀναγινώσκω ὁλόκληρον. (Ἀναγινώσκει τὴν ἔκθεσιν). Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ ἔφορος τῶν δικαστικῶν ἀντιπροσώπων ἐπιβεβαιοῖ ὅτι ἐγένετο δωροδοκία. Δὲν θεωρῶ ἐπάναγκες νὰ ἐπιμείνω περισσότερον, οὔτε ἔχω σκοπὸν, ὡς εἶπον, νὰ ζητήσω τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς· ἁπλῶς ἐμνημόνευσα τῶν πλημμελειῶν τῆς ἐκλογῆς, ὅπως μὴ μείνωσιν ἐντελῶς ἀπαρατήρητοι αὗται, τοῦθ’ ὅπερ ἤθελεν εἶσθαι ἀπόδειξις, ὅτι καὶ ἡμεῖς περιφρονοῦμεν τὴν δημοσίαν ἠθικήν.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ἔγκυρον τὴν ἐκλογὴν τοῦ νομοῦ Κυκλάδων καὶ νόμιμον βουλευτὴν τὸν ἐκλεχθέντα κ. Γκιὼν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συζητεῖται ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς ἐνεστώσης Συνόδου. (Ἀναγινώσκεται κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς ἐνεστώσης Συνόδου καὶ ἐπιψηφίζεται ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§89ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ βλέπω ἀναγεγραμμένας τρεῖς χιλιάδας δραχμῶν διὰ τὸν φωτισμὸν τοῦ Βουλευτηρίου. Νομίζω ὅτι ὁ φωτισμὸς οὗτος πρέπει νὰ βελτιωθῇ.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον πληρόνει τὴν αὐτὴν δαπάνην, τὴν ὁποίαν πληρόνουσιν ὅλα τὰ δημόσια γραφεῖα καὶ ὅλαι αἱ ἰδιωτικαὶ οἰκίαι, αἵτινες ἔχουσιν ἠλεκτρικὸν φῶς. Ἐπειδὴ ἡ λειτουργία τοῦ ἐργοστασίου δὲν συνεπληρώθη εἰσέτι ἐντελῶς, ὑπάρχουσιν αὐταὶ αἱ ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας ὅμως ἡ Ἑταιρία ὑπόσχεται νὰ διορθώσῃ καὶ αἵτινες πανταχοῦ, ὅπου ἐγκατέστη τὸ ἠλεκτρικὸν φῶς, ὑπῆρξαν κατ’ ἀρχάς.
§91ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Σήμερον ἔπρεπε νὰ προταχθῇ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡ ἐξέλεγξις τῆς ἐκλογῆς Κυκλάδων κατὰ τὸν Κανονισμόν, ἤδη δὲ παρετάθη ἡ συνεδρίασις, ὥστε δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· αὔριον ὅμως, εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συνεδριάσεως, πρέπει νὰ γένηται ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι αὕτη ἐπείγει, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἐπιληφθῇ ἀμέσως τοῦ ἔργου αὑτῆς ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 7 καὶ 30′ μ. μ.