1889.11.01
1,557 rows · 12,163 words · 38 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 8
Τῆς 1 Νοεμβρίου 1889
(Τετάρτη)
Ὥρᾳ 4 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συζήτησις. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§2ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπὸ τεσσάρων ἤδη μηνῶν συγκινεῖ τὸν ὑπὸ τὴν δουλείαν Ἑλληνισμὸν καὶ τὸν ἐλεύθερον τὸ ζήτημα τῆς μεγαλομάρτυρος νήσου Κρήτης· καὶ ὅτα ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἐθνικοῦ κόμματος ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ἔφθασεν εἰς τὰς Ἀθήνας, πανταχόθεν προσέτρεξαν πρὸς αὐτὸν, ἵνα ἀναθέσωσιν αὐτῷ τὴν ἐντολὴν, ὅπως ἐρωτήσῃ καὶ μετ’ αὐτοῦ οἱ ἀποτελοῦντες τὸ ἐθνικὸν κόμμα τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) τὸν Ἁρμοστὴν, τί ἔκαμε τὴν Κρήτην; Καὶ ἠκούσαμεν τὸν ἀρχηγὸν τοῦ ἐθνικοῦ κόμματος ἐρωτήσαντα τὸν Ἁρμοστὴν, καὶ εἴδομεν τὰ μέλη τοῦ ἐθνικοῦ τούτου κόμματος, τῆς πτέρυγος ταύτης, παρερχόμενα ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ζητοῦντα νὰ εὕρωσι τὸν σκοπὸν ἐν τῇ ἀπολογίᾳ καὶ ἐν τῇ διακοινώσει τοῦ Ἁρμοστοῦ. Λυποῦμαι, διότι ἔντιμοι φίλοι μου ἐλησμόνησαν καὶ τὴν ἐθνικὴν καὶ τὴν κοινοβουλευτικὴν ἱστορίαν, καὶ δὲν ἠδυνήθησαν ἀμέσως νὰ διαγνώσωσιν ἔν τε τῇ διακοινώσει καὶ τοῖς λόγοις του, τί ἐζήτει, ποῖος ἦτο ὁ σκοπός του, τί ἐζήτει ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, λέγων πρὸς τὴν Εὐρώπην: ἐν ἀνωμαλίᾳ εὑρίσκεται ἡ Κρήτη· ἡ Κυβέρνησις ἡ Ὀθωμανικὴ ἀδυνατεῖ νὰ φέρῃ τὴν τάξιν· σπεύσατε νὰ παραδώσητε δεσμίους τοὺς ἥρωας Κρῆτας εἰς τὸν θηριώδη κατακτητὴν, ἢ ἄλλως θὰ γίνω ἐγὼ ὁ χωροφύλαξ ἐκείνου. Λέγων τοῦτο ὁ Ἁρμοστὴς καὶ προκαλῶν διὰ τῆς διακοινώσεώς του τὴν Εὐρώπην νὰ καταστείλῃ τὰς ἀνωμαλίας ἐν Κρήτῃ προέβαινεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς διαταγῆς τοῦ προϊσταμένου αὐτοῦ. «Ἰδοὺ, κατάλαβε τὴν Κρήτην καὶ ἂς ἀρχίσῃ ἡ λύσις τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος.» Τοιαύτην εἶχεν ἐντολὴν ὁ Ἁρμοστὴς ἀπὸ τὸν προϊστάμενον αὐτοῦ, διότι ὁ προϊστάμενος αὐτοῦ ἐνόμισεν, ὅτι ἦτο ἡ εὐκαιρία κατάλληλος, ὅπως, ἀμαχητὶ καὶ ἀναιμάκτως καταλαβὼν τὴν Κύπρον, οὕτω καὶ τὴν Κρήτην καταλάβῃ. Καὶ μήπως φρονεῖτε, ὅτι ἡ προδοτικὴ αὕτη πρᾶξις τοῦ Πρωθυπουργοῦ εἶναι σημερινή; Διὰ τοῦτο ἐλυπήθην ἀκούσας τοὺς συναδέλφους ἡμῶν ἐρωτῶντας, ποῖος ἦτο ὁ σκοπὸς τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Καὶ λησμονεῖτε, ὅτι ἀπὸ τῆς ἀναῤῥήσεώς του εἰς τὴν ἀρχὴν, δηλ. ἀπὸ τοῦ 1875 μέχρι σήμερον, οὐδὲν ἄλλο πράττει ὁ Ἁρμοστὴς ἢ νὰ ἐξαντλῇ τὴν χώραν οἰκονομικῶς καὶ νὰ παραλύῃ τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς δυνάμεις αὐτῆς, ὅπως παραστῇ ἀνίκανος ἡ Ἑλλὰς, εἰς τὴν στιγμὴν τῆς διαμελίσεως τοῦ ὑπὸ δουλείαν ἔτι διατελοῦντος Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, νὰ διαμφισβητήσῃ τὰ δίκαια αὐτῆς; καὶ δὲν τὸ ἐπανέλαβεν ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀγορεύων χθές; Δὲν σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ μὴ σκεφθῇ περὶ τοιούτων σήμερον παρὰ νὰ διοργανωθῇ; αὐτὸ δὲν σᾶς ἐπαναλαμβάνει ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς ἀναῤῥήσεώς του εἰς τὴν ἀρχήν; Δὲν σᾶς εἶπεν, ὅτι ἀπαιτεῖται χρόνος μακρὸς διὰ τὴν τοιαύτην διοργάνωσιν, καὶ δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι ζητεῖ χρόνον, ὅπως συμπληρώσῃ τὸ καταχθόνιον αὐτοῦ σχέδιον; Κατὰ τὸ 1880 μὲ τὸ πρόγραμμα τοῦτο ἀνελθὼν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, τοῦ διοργανῶσαι δῆθεν τὴν Ἑλλάδα καὶ καταστῆσαι αὐτὴν ἕτοιμον πρὸς πόλεμον, προέβη εἰς τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης, ὅπως ἑδραιωθῇ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν καὶ οὕτω δυνηθῇ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ ἐθνοκτόνον σχέδιόν του. Διὰ τῆς καταργήσεως ταύτης ἀφῄρει ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον ἓξ περίπου ἑκατομμύρια· διὰ τῶν ἀσυνέτων ἐν γένει οἰκονομιῶν του ἀνεβίβασεν ὑπὲρ τὰ 10 ἑκατομμύρια τὴν ζημίαν τοῦ Δημοσίου. Καὶ ὅτε κατελήφθη ἡ Θεσσαλία, ὅτε ἠλευθερώθησαν οἱ ὑπὸ τὸν ζυγὸν ἐκεῖνοι Ἕλληνες ἀναιμάκτως....
§3ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ὄχι ὅλοι ἀναιμάκτως.
§4ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐπολεμήσατε, ὅτι ἔκαυσαν τὰς οἰκίας σας, ὅτι ἠτιμάσθησαν αἱ οἰκογένειαί σας, ὅτι ἀνωρύχθησαν οἱ τάφοι, καὶ ὅτι ἐβεβηλώθησαν οἱ ναοί σας!
§5ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἐν τῇ μεγάλῃ ἐπαναστάσει τῆς ὑπέστημεν ὅλα ταῦτα.
§6ΣΑΚΚΗΣ. Ἡ Κρήτη σᾶς ἐχάρισε τὴν ἐλευθερίαν.
§7ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀδικήσωμεν τὴν Κρήτην, ἀλλὰ καὶ ἡ Θεσσαλία καὶ ἡ Ἤπειρος καὶ ἅπας ὁ Ἑλληνισμὸς οὐδέποτε ὑστέρησαν, καὶ σᾶς παραπέμπω εἰς τὴν ἱστορίαν.
§8ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ἐνεθυμήθην τὴν Θεσσαλίαν, δὲν ἀπηύθυνα πρὸς αὐτὴν ἀποστροφὴν τοιαύτην, ἥτις νὰ ἔδιδε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν συνάδελφόν μου νὰ μὲ διακόψῃ. Ὅταν θὰ ὁμιλήσω περὶ Θεσσαλίας, διὰ νὰ ἐνθυμηθῶ τὰς ψήφους, τὰς ὁποίας ἔδωκεν αὐτὴ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ πρὸς τὸν Ἁρμοστήν, παρακαλῶ τὸν συνάδελφον νὰ μὲ διακόψῃ, διότι τότε θ’ ἀποδείξω, ὅτι αἱ ψῆφοι ἐκεῖναι ἔφεραν τὰς συνεχεῖς δυστυχίας τῆς πατρίδος, τὰς ὁποίας βλέπομεν μέχρι σήμερον. Αἱ ψῆφοι ἐκεῖναι ἔφεραν τὸν Ἁρμοστὴν ἐπὶ τὴν ἀρχήν, αἱ ψῆφοι ἐκεῖναι καθήλωσαν τὸν Ἁρμοστὴν μέχρι σήμερον εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ αἱ ψῆφοι ἐκεῖναι παραδίδουσι σήμερον τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ τὴν Κρήτην ὑπὸ τὰ δεσμά, καὶ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν ἀτίμωσιν· διότι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀπὸ ἑξαετίας δηλαδὴ — καὶ ἐξακολουθῶ ἐπειδὴ μὲ διεκόψατε — ἀναμορφώνων ὁ Ἁρμοστὴς τὴν πατρίδα, κατώρθωσε νὰ ἐπιβάλῃ πρὸς αὐτὴν νὰ πληρώσῃ αὕτη πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον 300 περίπου ἑκατομμύρια περιπλέον εἰς προσθέτους φόρους καὶ μόνον· ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ διὰ τῆς ψήφου ἐκείνων ἡ Ἑλλὰς εἶναι ὑπόχρεως μὲ 710 ἑκατομμύρια ἐκ δανείων, διότι ἅμα τῇ νέᾳ ἀναῤῥήσει του ἐπὶ τὴν ἀρχήν, κατὰ τὸ 1882, παρέστησε ψευδῶς ταύτην εἰς δυσχερεστάτην οἰκονομικὴν κατάστασιν, ὁμιλῶν δὲ ἐντεῦθεν, ἐπαρουσίασε τὸ ἔλλειμμα ὀγκῶδες καὶ ἐδιπλασίασε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Παρέδιδε πρὸς αὐτὸν ὁ ὑπουργῶν ἐπὶ τῆς ἑνώσεως προϋπολογισμὸν σὺν τῇ διοικήσει τῶν νέων ἐπαρχιῶν καὶ τῇ πληρωμῇ τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων τῶν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δανείων, ἀνερχομένων ἐν ὅλῳ εἰς 250 ἑκατομμύρια, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ 170 ἐπέβαλεν αὐτὸς οὗτος κατὰ τὸ 1880, ὅτε ἐπιβούλως ἐκάλει τὴν ἐπιστράτευσιν, 50 ἑκατομμυρίων νέων δραχμῶν, αὐτὸς δέ, θέσας κατὰ μέρος τὸν Προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον, ὑπέβαλε Προϋπολογισμὸν 72 ἑκατομμυρίων. Ἡ κατάργησις τῆς δεκάτης κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἔφερεν ἔλλειμμα εἰς τὸ Κράτος 60 ἑκατομμυρίων....
§9ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχετε τὴν τιμὴν ν’ ἀνήκητε, εἶναι κατὰ τῶν φόρων.
§10ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἤλπιζον ὅτι περισσότερον παντὸς ἐκ τῶν συναδέλφων τῆς πτέρυγος ταύτης καὶ ἐκείνης οἱ Θεσσαλοὶ δὲν ἤθελον μὲ διακόπτει ἀγορεύοντα, καὶ δὲν ἤθελον μὲ διακόπτει, καθόσον αἱ διακοπαί των δὲν τοὺς ὠφελοῦσι, δὲν ὠφελοῦσι δηλαδὴ τὸν προϊστάμενον αὐτῶν Ἁρμοστὴν τῆς Ἀγγλίας. Ἡ ἀναμόρφωσις καὶ ἡ διοργάνωσις τῆς χώρας ἐχαλαροῦντο ἀκατασχέτως ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, τὰ ἐλλείμματα ἐξωγκοῦντο, δάνεια ἐπὶ δανείων ἐψηφίζοντο καὶ ἐπεβάρυνον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος μ’ ἔλλειμμα ὀγκῶδες καὶ μὲ 710 ἑκατομμυρίων δάνεια. Ἐρωτῶ, τί περισσότερον, Ἁρμοστά, δύναται νὰ δώσῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, συγκείμενον ἐκ δύο περίπου ἑκατομμυρίων, διὰ τὴν ἐπιστημονικὴν διοργάνωσιν τῆς χώρας; καὶ ἐρωτῶ, ποῖα τὰ ἀποτελέσματα τῶν χρημάτων τούτων, τὰ ὁποῖα τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος κατέβαλεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, διὰ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἐπαγγελίας σου; Ποῦ εἶναι ὁ στρατός σου; ποῦ εἶναι ὁ στόλος σου; ποῦ εἶναι ἡ ἀνάπτυξις τῆς βιομηχανίας σου; ποῦ τὸ ἐμπόριόν σου; ποῦ ἡ συγκοινωνία σου; Εἰς τί συνετέλεσαν 710 ἑκατομμυρίων δάνεια καὶ 300 ἑκατομμυρίων πρόσθετοι φόροι, καὶ πότε θὰ ἦναι, τέλος πάντων, τὸ Ἔθνος, ἡ Ἑλλὰς ἑτοίμη νὰ διεκδικήσῃ τὰ δίκαια αὑτῆς; καὶ ἕως πότε, Ἁρμοστά, θὰ ἐμπαίζῃς τὴν Ἑλλάδα, συναρπάζων αὐτῆς τὰ εὐγενέστερα αἰσθήματα, ἀπογυμνώνων αὐτὴν, ἐπαγγελλόμενος, ὅτι θὰ διοργανώσῃς καὶ θὰ τὴν ἑτοιμάσῃς πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν πόθων; Ἡ Κρήτη σπαράσσει ὑπὸ τὸ φάσγανον τοῦ κατακτητοῦ. Ἡ μάχαιρα ἐμπήγνυται εἰς τὰ στέρνα τῶν ἡρώων, ἡ ἀτίμωσις πρὸς τὰς γυναῖκας καὶ τὰς παρθένους, ἡ πυρπόλησις τῶν πόλεων καὶ χωρίων, ἡ ἀνόρυξις τῶν τάφων, ἡ βεβήλωσις τῶν ἐκκλησιῶν εἶναι ἔργον σοῦ καὶ τῶν προϊσταμένων σου. Καὶ ἐρωτᾶτε σεῖς, (στρέφεται πρὸς τὴν ἀριστερὰν) οἵτινες τοσάκις ἀνεσκευάσατε τὸ σύστημα αὐτοῦ ἐκεῖθεν, ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς τοιαύτης διακοινώσεως; καὶ δὲν διεγνώσατε μεταξὺ τῶν γραμμῶν καὶ τοῦ συστήματος ἐκείνου, ὅτι τὸ μόνον αὐτοῦ μέλημα εἶναι, πῶς ἡ Ἑλλὰς νὰ καταστῇ ἀνίκανος, ὥστε ἐν τῇ στιγμῇ τοῦ διαμελισμοῦ τοῦ Τουρκικοῦ Κράτους ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἀποστολήν της; Καὶ ἀμφιβάλλετε ὅτι εἶναι ἁρμοστὴς καὶ ἐκτελεστὴς ἐχθρῶν τῆς πατρίδος ὁ προκαθήμενος τῆς Κυβερνήσεως; καὶ δὲν ἐνθυμεῖσθε, ὅτε ἐπρόκειτο ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐκτελέσῃ τὴν Βερολίνειον ἀπόφασιν, τί ἔλεγεν ἐντεῦθεν ὁ Πρωθυπουργός; Δὲν ἔλεγε τότε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει νὰ παρακολουθήσῃ μίαν Δύναμιν καὶ νὰ ἐλπίζῃ εἰς αὐτήν; Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι εἶναι Ἁρμοστής; εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὴν ἱστορίαν, διὰ νὰ ἐνθυμηθῆτε πάντα ταῦτα; Καὶ ἐπειδὴ δὲν ἔχω πρόχειρον ἤδη τὸν λόγον ἐκεῖνον τοῦ Πρωθυπουργοῦ, θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν ἀπάντησιν τοῦ πατρός μου πρὸς τὸν λόγον ἐκεῖνον, διὰ νὰ ἰδῆτε, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἐκτελεῖ σχέδιον προδιαγεγραμμένον, τὸ ὁποῖον ἀπαρεγκλίτως διὰ περιστροφῶν ἀκολουθεῖ. Ἀπαντῶν εἰς τὰ ῥήματα ἐκεῖνα τοῦ Ἁρμοστοῦ ὁ ἀντίπαλος αὐτοῦ ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Κύριοι, ἔχω καὶ ἕτερον παράπονον κατὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Εὔχομαι ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἀποδίδω εἰς τὴν φράσιν του, νὰ μὴ ἦναι ἀκριβής· ὁ κ. Τρικούπης εἶπεν, ὥς μοι φαίνεται, ὅτι ἐπεθύμει νὰ ἐπανέλθουν οἱ διαπληκτισμοὶ τῶν ξένων ἐπιῤῥοῶν ἐν Ἑλλάδι. Τὸ σύστημα αὐτὸ ἐπεκράτησε κατὰ δυστυχίαν ἄλλοτε, καὶ ἡ Ἑλλὰς ὑπῆρξε τὸ πεδίον, ἔνθα αἱ ξέναι ἐπιῤῥοαὶ ἐπάλαιον, πρὸς βλάβην τῆς τιμῆς καὶ τῆς ὑπολήψεως τῆς Ἑλλάδος. Διὰ τοῦτο ἡ Εὐρώπη, ἀγαπῶσα καὶ τιμῶσα τὴν Ἑλλάδα, παρῃτήθη ἑκουσίως, ἐννοήσασα ὅτι οὐδὲν συμφέρον ἔχει νὰ ἐμπλέκηται εἰς τὰς ὑποθέσεις αὐτῆς, καὶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Κυβέρνησίς της ἐπιμόνως ἀπέκρουσαν τὴν κατάστασιν ἐκείνην. Τῆς καταστάσεως ἐκείνης τὰς ὀλεθρίας συνεπείας τὰς γνωρίζετε· ἑπομένως τὴν ἰδέαν τοῦ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ κατάστασις αὕτη νομίζω ὀλεθριωτάτην εἰς τὸν τόπον, καὶ ὁ κ. Τρικούπης ὡς ἀντιπολιτευόμενος μᾶς ἤλεγξε διότι δὲν προτιμῶμεν τὴν ἀποκλειστικὴν φιλίαν Δυνάμεώς τινος, ἀλλὰ προτιμῶμεν νὰ περιποιώμεθα ὅλους. Ἡμεῖς καυχώμεθα διὰ τοῦτο· εὐγνώμονες εἴμεθα πρὸς ὅλους τοὺς εὐεργέτας τῆς Ἑλλάδος, ἀδιακρίτως ἀποβλέπομεν εἰς ὅλας τὰς Δυνάμεις, ἀφ’ ὧν ἐξαρτᾶται τὸ μέλλον, ἡ εὐτυχία καὶ τὸ μεγαλεῖον τῆς πατρίδος, καὶ ἀπὸ τὴν σύμπραξιν ὅλων ἐξαρτᾶται ἡ αἰσία λύσις τοῦ ζητήματος, διότι ἄνευ τῆς συμπράξεως ὅλων οὐδὲν ἐλπίζεται. Ἡ ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ Δύναμίς τις ν’ ἀναλάβῃ ἀγῶνα φοβερόν, πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν συμφερόντων μας, ἵνα σκεφθῶμεν ἴσως τότε περὶ μονομεροῦς πολιτικῆς. Καὶ μᾶς ἐλέγχουσι, διότι ἔχομεν τὴν πολιτικὴν αὐτήν. Ὁ κ. Τρικούπης προτείνει τὴν πολιτικὴν τῆς προτιμήσεως τὴν μονομερῆ. Κύριοι, τὴν πολιτικὴν αὐτὴν θεωρῶ ὀλεθριωτάτην, καὶ διὰ τοῦτο κατεξανίσταμαι μὲ ὅλην τὴν δύναμίν μου ἐναντίον αὐτῆς.» Καὶ δὲν πρέπει νὰ παραπονῶμαι ἐναντίον ὑμῶν, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅτι λησμονεῖτε τὴν ζῶσαν κοινοβουλευτικὴν ἱστορίαν; δὲν τὸ διελάλησεν ἐντεῦθεν ὁ Πρωθυπουργός; δὲν σᾶς εἶπε ποῖον εἶναι τὸ σύστημά του; δὲν σᾶς εἶπε φόρους καὶ δάνεια καὶ ἀποκλειστικὴν πολιτικήν; Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ζητῇ τις τὸν σκοπὸν τοῦ Πρωθυπουργοῦ; Καὶ δὲν βλέπετε, ὅτι παρέδωκε τὴν Ἑλλάδα εἰς χεῖρας τῶν ἐχθρῶν αὐτῆς; Καὶ δὲν ἠκούσατε χθὲς, τί σᾶς εἶπεν; ὅτι δὲν ἔχει πλέον φίλους ἡ Ἑλλάς! Δὲν δύναται νὰ ἔχῃ φίλους ἡ Ἑλλὰς, ὅταν ἔχῃ τοιούτους πολιτευομένους, διότι πάντες ἀγαπῶσι τὴν προδοσίαν, τὸν προδότην ὅμως ὅλοι ἀποστρέφονται. Ἐντεῦθεν καὶ ἡ περιφρόνησις τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Γερμανίας πρὸς τὸν Πρωθυπουργόν. Ἐνόμισεν ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι θὰ ἐκτιμηθῇ διὰ τῆς κατὰ τοῦ ἰδίου αὑτοῦ Κράτους πολιτικῆς του, ὅσῳ καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἰταλίας, ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἰδέας τῆς τριπλῆς συμμαχίας, ὅστις διὰ τοῦτο ἀπέκτησε καὶ τὴν ἀντιπάθειαν τοῦ Ἰταλικοῦ λαοῦ, καὶ ὅτι θὰ λάβῃ ὡς ἀμοιβὴν τῶν ἀγώνων του τὸ ἀνώτατον παράσημον τοῦ Μέλανος Ἀετοῦ, ἀλλ’ ἠπατήθη· διότι ὁ ἡγεμὼν ἐκεῖνος, ὁ ἀληθὴς στρατιώτης, ὁ ἀγαπῶν τὸν τίμιον καὶ περιφρονῶν τὸν προδότην, ἐνόμισεν ὕβριν διὰ τὴν Γερμανίαν τὰ στήθη τοῦ Τρικούπη νὰ κοσμηθῶσι μὲ τὸ παράσημον ἐκεῖνο. Ἐξ αὐτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κρίνει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει φίλους. Ἐπίστευον, ὅτι, λησμονήσαντες τὴν κοινοβουλευτικὴν ἱστορίαν, δὲν ἠθέλετε λησμονήσει τὴν ἐθνικὴν, καὶ ἐπίστευον ὅτι ἀνερχόμενοι τὸ βῆμα ἠθέλετε εἴπει εἰς τὸν Πρωθυπουργόν: «Σὲ γνωρίζομεν καὶ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ σὲ ἐρωτήσωμεν, τί ἔκαμες τὴν Κρήτην». Δὲν θὰ συκοφαντήσω, δὲν θὰ ὑβρίσω, θὲν θ’ ἀνασκάψω τοὺς τάφους· θὰ ἀναγνώσω ἱστορίαν διασήμου συγγραφέως, τοῦ ὁποίου τὸ κῦρος καὶ ἡ ἀλήθεια δὲν διημφισβητήθη εἰσέτι. Θὰ ἀναγνώσω ἱστορίαν, μεταφρασθεῖσαν ἀπὸ φίλον τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ ἀντιπρόσωπον τοῦ Βασιλέως ἐν Βερολίνῳ, θὰ ἀναγνώσω τὴν ἱστορίαν τοῦ Βαρθόλδυ, μεταφρασθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Πρεσβευτοῦ κ. Ἀγγέλου Βλάχου, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι τὸ καθόλου σύστημα τοῦ Πρωθυπουργοῦ δὲν εἶναι σημερινὸν, εἶναι παλαιὸν, καὶ διὰ νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς πτέρυγος ἐκείνης, διότι πρέπει νὰ σημειώσητε, ὅτι φυλετικὸν διεξάγομεν ἀγῶνα. Τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ διέπον τὴν Ἑλλάδα σήμερον, τὸ φορολογικὸν, τὸ γνωρίζετε· θὰ ἀναγνώσω τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἡ ἱστορία ἀναφέρει, καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ δείξητε εἰς ποῖον μέρος δὲν εἶναι σύμφωνον, διότι ἐπιθυμῶ ἐντεῦθεν νὰ λέγηται ἡ ἀλήθεια, καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ λάβω τὸν τίτλον τοῦ συκοφάντου, ὁ ὁποῖος ἁρμόζει εἰς ἐκεῖνον, ὅστις κάθεται ὡς πρῶτος εἰς τὰς ἕδρας ἐκείνας. Πρόκειται περὶ τῆς ἐποχῆς τῆς Ἀντιβασιλείας, καθ’ ἣν Πρωθυπουργὸς ἦτο ὁ Μαυροκορδάτος. «Τὴν πρώτην σοβαρὰν τῆς Ἀντιβασιλείας ἀμηχανίαν, λέγει ὁ διάσημος συγγραφεὺς, παρήγαγεν οἱ οἰκονομικοὶ τοῦ Μαυροκορδάτου συνεταιρισμοὶ, οἵτινες, ἀποσπάσαντες πάντας τοὺς οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους ἀπὸ τῶν κατ’ ἐπαρχίας τοπικῶν ἀρχῶν, ἔταξαν αὐτοὺς ὑπευθύνους ἀπέναντι τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου, καὶ κατέκλυσαν τὴν χώραν δι’ ἐνοικιαστῶν καὶ εἰσπρακτόρων, (ὅπως ἤδη οἱ ὑποταμίαι) ὧν ἡ ἁρπακτικότης τοσοῦτον κατετυράννει τοὺς χωρικούς, ὥστε διέβησαν οὗτοι μετὰ τῶν ποιμνίων των τὰ σύνορα καὶ κατέλιπον ἐσαεὶ τὴν Ἑλλάδα (ὅπως ἤδη πλεῖστοι Ἕλληνες μεταβαίνουσιν εἰς τὴν Ἀμερικήν). «Λόγος δικαίου, ἐξακολουθεῖ ὁ συγγραφεύς, δὲν ὑπῆρχε πλέον, ἅμα προκειμένου πλουτισμοῦ τοῦ δημοσίου ταμείου. Τοσοῦτον μάλιστα προέβη ὁ Μαυροκορδάτος, ὥστε παρεδέξατο καὶ ἐφήρμοσεν ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ στέμματος τὸ ἄξιον τοῦ Φαναρίου νομικὸν πλάσμα, καθ’ ὃ ἡ τοῦ ἐδάφους ἰδιοκτησία ἀνῆκεν εἰς τὸν Σουλτάνον· ὑπουργικὴ ἐγκύκλιος, ὑπ’ αὐτοῦ γραφεῖσα, διέτασσε τοὺς οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους νὰ καταλάβωσι πᾶσαν τὴν βοσκήσιμον τοῦ Βασιλείου χώραν, ἐπειδὴ πᾶσα θέσις, ὅπου ἐφύοντο ἄγριοι θάμνοι καὶ ἠδύναντο νὰ βοσκήσωσι ποίμνια, ἦν ἐθνικὴ ἰδιοκτησία».... (Τί ἄλλο γίνεται τώρα ἀπὸ τοὺς ὑποταμίας, παρὰ ἡ πώλησις τῶν ὑπαρχόντων τῶν φορολογουμένων, καὶ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ τιμήματος τούτων εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα; δι’ ὃ καὶ βλέπομεν τὰς τόσας αὐτοκτονίας, τὴν πλήρωσιν τῶν φυλακῶν τῶν προσωποκρατουμένων ἀπὸ ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου, καὶ τὰς καθ’ ἑκάστην δημοσιευομένας ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» πτωχεύσεις). «Θελήσας, λέγει ὁ ἱστορικός, ἵνα φανῇ ὁ κ. Μαυροκορδάτος πρωτότυπος ὑπὸ χρηματιστικὴν καὶ οἰκονομολογικὴν ἔποψιν, (ὅπως νῦν ὁ ἀνεψιὸς αὐτοῦ κ. Πρωθυπουργὸς) κατέδειξε μόνον ἔλλειψιν πολιτικοῦ πνεύματος καὶ δικαιοσύνης, καὶ προσέβαλε τά τε ἐκ τῶν προτέρων ἐθισμένα καὶ τὰς θεμελιώδεις ἀρχὰς παντὸς δικαίου... Εἰσήγαγε μονοπώλια, τὰ δημόσια χρήματα, ἐλλείποντα ἐν τοῖς ἀναγκαίοις, ἐσπαταλῶντο ἐν τοῖς περιττοῖς, μέγιστα ποσὰ, ἀφαιρούμενα ἀπὸ τῆς ὁδοποιΐας, τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς γεωπονίας, διενέμοντο ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν Μαυροκορδάτου εἰς πολιτικοὺς ὀπαδοὺς καὶ φίλους αὐτοῦ». Ταῦτα, Κύριοι, δὲν ἀπεικονίζουν ἀκριβῶς τὴν σημερινὴν κατάστασιν; Ἐκ τῶν ὀλίγων, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέγνωσα,—διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀναγνώσω ὁλοκλήρους σελίδας τοῦ ἱστορικοῦ,—βλέπετε, ὅτι τὸ ἀνατραπὲν ἐκεῖνο σύστημα ἀνεβίωσε καὶ ἐφαρμόζεται τελειότερον. Ποία δὲ ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης; ἴδωμεν, ὁμοιάζει μὲ τὴν παροῦσαν; Ἀκούσατε. «Ὁ κόμης Λούζης, γράφει ὁ Βαρθόλδυς, ἀπεκάλεσε τὸ κίνημα ἐκεῖνο (τὰς ἐσωτερικὰς διχοστασίας) εὐφημιστικῶς πως ἀτοπήματα· ἀλλ’ ὁ διπλωματικὸς τῶν Ἀθηνῶν κόσμος δὲν ἠδύνατο νὰ παρίδῃ, ὅτι παρὰ τῇ Ἀντιβασιλείᾳ εἶχεν ἐπέλθῃ διάστασις καὶ ἔλλειψις ἑνότητος, καὶ ὅτι ὁ κόμης Ἄρμανσπεργ, φύσει ἀσθενὴς τὸν χαρακτῆρα καὶ ἱκανῶς ἤδη προδιατεθειμένος ὑπὸ τοῦ κυβερνήτου Λάϋονς κατὰ τὸν εἰς Ἑλλάδα διάπλουν, εἶχε ῥιφθῇ ἐντελῶς εἰς τὰς ἀγκάλας τῆς φιλελευθέρας μερίδος καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιῤῥοὴν τοῦ Λάϋονς καὶ τοῦ τροφίμου τῆς Ἀγγλίας Τρικούπη, ἔτεινε νὰ χορηγήσῃ πάσας τὰς σπουδαίας θέσεις καὶ τὰ χαρτοφυλάκια εἰς τοὺς μᾶλλον ἢ ἧττον κεκηρυγμένους ὀπαδοὺς τῆς Μεγάλης Βρεττανίας.... Εἶναι δὲ πλέον ἢ πιθανὸν, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης, εἴτε παραπειθόμενος, εἴτε παροξυνόμενος ὑπὸ τοῦ ἐν Ἑλλάδι Ἄγγλου Πρεσβευτοῦ, συνετέλεσεν ἰσχυρότατα εἰς τὴν διατήρησιν τῆς διχοστασίας ἐκείνης.» Οὐδ’ εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, ὡς ἠκούσατε ἐκ τῆς ἀναγνώσεως, καθυστέρησεν ὁ Ἁρμοστὴς, ἀναδειχθεὶς ἄξιος κληρονόμος. Προσέξατε λοιπὸν, καὶ μὴ παραπλανηθέντες ἐξακολουθήσητε ὑποστηρίζοντες τοιοῦτον ἀντεθνικὸν σύστημα. Προσέξατε τοσούτῳ μᾶλλον οἱ ὑποστηρίζοντες τὸ σύστημα τοῦτο, καθ’ ὅσον εὑρισκόμεθα ἐν παραμοναῖς μεγάλων γεγονότων. Ἡ Ἀνατολὴ εἶναι τὸ μῆλον τῆς ἔριδος ὅλων τῶν Κρατῶν. Συναντήσεις Αὐτοκρατόρων καὶ συμμαχίαι λαμβάνουσι χώραν, προμηνύεται πόλεμος καὶ ὁ νικήσων θὰ καθορίσῃ τὰ ὅρια τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ Ἀνατολὴ εἶναι τόπος Ἑλληνικὸς, εἶναι τόπος, εἰς τὸν ὁποῖον οὐδὲν δικαίωμα ἔχουσιν οἱ τὰς τύχας τοῦ κόσμου διευθύνοντες. Ἔχομεν λοιπὸν ἡμεῖς οἱ ἐλεύθεροι, οἱ ὄντες Κράτος, οἱ ἔχοντες καθῆκον νὰ διεκδικήσωμεν τὰ δίκαια ἡμῶν, οἱ ἔχοντες συμφέρον νὰ μὴ χάσωμεν οὐδὲ σπιθαμὴν γῆς, ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ θέσωμεν ἐκποδὼν τὸ καθεστὸς, διὰ νὰ διοικηθῇ ὁ τόπος διὰ τοῦ τόπου, διότι, ἐνθυμηθῆτε καλῶς, μεγάλως θέλομεν ζημιωθῆ, ἐὰν δὲν γίνῃ τοῦτο. Ἐὰν ηὐξήθη ἡ Ἑλλὰς μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσίν της, ἐνθυμηθῆτέ το, ηὐξήθη εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν οἱ ξένοι, οἱ Ἁρμοσταὶ, δὲν διηύθυνον τὴν Ἑλλάδα. Προσκαλούμεθα εἰς τοιοῦτον ἀγῶνα, εἰς ἀγῶνα φυλετικὸν, προσκαλούμεθα εἰς τὴν συνέχειαν, ἵνα εἴπω καλλίτερον, τοῦ ἀγῶνος, διότι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐζήτουν νὰ ἐπιβάλωσι τότε εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ ὁποῖον προεκάλεσε τὸν ἀγῶνα, τοῦ ὁποίου ἀποτέλεσμα ἦτο ἡ ἐξορία τῶν ἐκτελεστῶν αὐτοῦ, ἀνεβίωσε. Κατὰ τὸν ἀγῶνα ἐκεῖνον ἐνικήσαμεν, ἀλλ’ οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν ὑπούλως καὶ διὰ τῶν παρασκηνίων κατέλαβον καὶ πάλιν τὴν ἀρχήν. Ὁ ἀγὼν ἀναγεννᾶται, μάχεται ὁ Παλαμήδης, πίπτει συκοφαντούμενος ὡς κλέπτης, ἀλλ’ ἀποθνήσκων ἐνίκησεν. Ἀλλὰ καὶ πάλιν νέος ἀνοίγεται ἀγών· ἡ πάλη ὑπῆρξε κραταιὰ, ἡ νίκη ὅμως λαμπρὰ, πλήρης, καὶ ἰδοὺ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, ἰδοὺ εἰς τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμὸν μαχομένους βλέπομεν τοὺς ἀνθρώπους τοῦ τόπου· βλέπομεν τὸν Βούλγαρην, τὸν Ζαΐμην, τὸν Δεληγεώργην, τὸν Κουμουνδοῦρον. Κατὰ τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα τῆς διοικήσεως αὐτῶν λαμβάνομεν τὴν Ἑπτάννησον καὶ τὴν Θεσσαλίαν. Προσέξατε! μᾶς ἀνοίγεται καὶ αὖθις ἀγών. Τίς κατέχει τὴν ἀρχήν; ὁ κληρονόμος ἐκείνων. Ἂν ἀγαπᾶτε τὴν πατρίδα σας,—καὶ τὴν ἀγαπᾶτε περισσότερον ἴσως ἐμοῦ—δώσατε τὰς χεῖρας καὶ σώσατε αὐτὴν, θέτοντες ἐκποδὼν τὸν Ἁρμοστήν. Διοικήσατε σεῖς, οἱ ἄνθρωποι τοῦ τόπου, ὡς ὁ Βούλγαρης, ὁ Δεληγεώργης, ὁ Ζαΐμης, ὁ Κουμουνδοῦρος, διὰ νὰ μὴ ἀνοιχθῶσι μίαν ἔτι φορὰν αἱ πύλαι τῆς Ἑλλάδος πρὸς ἀποκλεισμὸν εἰς τὴν Εὐρώπην. Ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐζήτει νὰ κατακτήσῃ τότε οὐδὲν, δὲν ἐζήτει τὰς Ἰνδίας, δὲν ἐζήτει τὴν Τύνιδα, δὲν ἐζήτει τὴν Αἴγυπτον· ἐζήτει τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν ἀδελφῶν αὑτῆς, ἐζήτει τὴν ἰσοῤῥοπίαν τοῦ Αἵμου. Μὴ πλανᾶσθε ἀπὸ τὰς ἐντεῦθεν ἐκφερομένας πομπώδεις ἐπαγγελίας περὶ διοργανώσεως τῆς χώρας κατὰ τρόπον, καθ’ ὃν ἡ ἀποστολὴ ἡμῶν δὲν δύναται νὰ ἐκπληρωθῇ. Μὴ πιστεύετε εἰς ψευδεῖς ἐπαγγελίας περὶ συντάξεως τῆς χώρας· μὴ μυκτηρίζετε τὰ πετσωματικὰ, τὰ πετσωματικὰ, εἰς τὰ ὁποῖα ὁλόκληρος εἶναι χωμένος αὐτὸς ὁ προκαθήμενος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα ἀπέφερον τοὺς καρπούς των. Μὴ πιστεύετε εἰς τὰς ἐπαγγελίας αὐτοῦ, διότι ταύτας μεταχειρίζεται κατὰ τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ ὑποστήριξις τοῦ ἐπιβεβλημένου συστήματος. Ἡ Ἑλλὰς οὐδ’ εἰς ἀπώτατον χρόνον θὰ ἦναι εἰς θέσιν, καθ’ ὃν τρόπον ἰδανικὸν ὑποδεικνύει ὁ κ. Τρικούπης, νὰ ἔχῃ τὴν πρωτοβουλίαν τῆς λύσεως τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος. Ἡ Ἑλλὰς, Κράτος μικρὸν, ὀφείλει νὰ μεταχειρίζηται πάντας τοὺς τρόπους, νὰ θέτῃ εἰς ἐφαρμογὴν πᾶν μέσον, νὰ ἐπωφελῆται πασῶν τῶν περιστάσεων, ὅπως φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον οἱ πατέρες ἡμῶν ἀφῆκαν ἡμιτελές. Οὕτως ἔπρεπε νὰ πολιτευθῶμεν καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης. Ἡ Κρήτη ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσῃ παρ’ ἡμῶν ἰδιαιτέραν μέριμναν. Ἡ Κρήτη ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσῃ παρ’ ἡμῶν πάσας τὰς θυσίας· εἴμεθα δὲ ὑποχρεωμένοι νὰ μὴ ἀναγάγωμεν τὴν ὑπόθεσιν αὐτῆς εἰς τὸ ὅλον ζήτημα. Ἡ Κρήτη ἠγωνίσθη πάντοτε ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως καὶ ὑπὲρ τοῦ πάσχοντος Ἑλληνισμοῦ. Τὴν Κρήτην ὀφείλομεν νὰ μὴ λησμονῶμεν εἰς πᾶν ἡμῶν βῆμα καὶ εἰς πᾶσαν ἡμῶν ἐργασίαν ἐθνικήν. Σᾶς παρέσυρεν ὅμως ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ζητεῖ νὰ σᾶς παρασύρῃ μὲ τὰς ἰδανικὰς ταύτας ἐπαγγελίας, διὰ νὰ κρατῇ τὴν ἀρχὴν, ὅπως ἐκτελέσῃ τὴν διαταγὴν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν. Ὑπεσχέθη ὁ Ἁρμοστὴς τὴν παράδοσιν αὐτῆς. Καὶ διὰ τοῦτο εἴδετε τὴν πρόσκλησιν ἐν τῇ διακοινώσει πρὸς τὰς Δυνάμεις, καὶ διὰ τοῦτο ἐστενοχωρεῖτο ὁ Ἁρμοστής, πῶς ἀκόμη δὲν κατελήφθη ἡ Κρήτη. Ποῖον καθῆκον, ἐρωτῶ, ἔχομεν ἡμεῖς, οἱ τοῦ ἐλευθέρου Κράτους; Ἔχομεν καθῆκον, ὡς ἀποσπασματάρχαι ἢ ὡς χωροφύλακες, νὰ ἐπιβλέπωμεν τὴν τάξιν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ ὁμόρῳ Κράτει, ἢ ἔχομεν τὸ καθῆκον καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, ὁσάκις βλέπωμεν ἀταξίας ἐκεῖ, νὰ παριστῶμεν εἰς τὴν πεπολιτισμένην Εὐρώπην τὴν ἀνικανότητα τοῦ κατακτητοῦ; ἢ ἔχομεν καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν νὰ λέγωμεν πρὸς ἐκείνους: μὴ ἀφίνετε ἐν τῇ σκοτίᾳ καὶ τῇ κακοδαιμονίᾳ, μὴ ἀφίνετε ἐν τῇ ἀπελπισίᾳ χριστιανικὸν λαὸν, δυνάμενον νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν παγκόσμιον ἀνάπλασιν, εἰς τὴν ὁποίαν λέγετε ὅτι καταγίνεσθε σεῖς; Λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν ἐπρόδωσεν ὁ Πρωθυπουργὸς, πολιτευθεὶς οὕτω; Δὲν τὸ λέγω ἐγώ. Τὸ ἀνέγνωσα εἰς τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, τὸ ἠκούσατε ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ Ἁρμοστοῦ· δὲν ἐχαρακτήρισα ἐγὼ τὴν πρᾶξιν, ὡς βλέπετε, τὴν ἐχαρακτήρισεν ὁ ἴδιος. «Εἶμαι προδότης, εἶπε. Δὲν ἐνήργησα τίποτε διὰ τὴν Κρήτην, δὲν προσέφερα οὐδεμίαν συνδρομὴν εἰς αὐτὴν, δὲν ἤνοιξα τὰς δημοσίας ἀποθήκας, διὰ νὰ δώσω ὅπλα καὶ πυρίτιδα», ἀφοῦ ἐν αὐταῖς οὐδὲν ὑπάρχει. Καὶ μᾶς εἶπεν ὅ,τι ἠκούσατε, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν ἄλλοτε πρὸς τοὺς ἐργάτας μεγάλης ἐθνικῆς πράξεως: «ἐπροδώσατε τὴν Ἑλλάδα, ἠτιμάσατε αὐτὴν, δεχθέντες τὴν γραμμὴν τῆς Βερολινείου συνθήκης». Δὲν ὑβρίζω ἐλευθερωτὴν, δὲν στιγματίζω ἄνδρα ἀληθῶς ὑπηρετήσαντα τὴν Πατρίδα· ἀπευθύνω κατηγορίαν πρὸς ἄνθρωπον ζητήσαντα νὰ παραδώσῃ Ἑλληνικὴν χώραν εἰς νέον δεσπότην. Ἔχομεν τὸν πατριωτισμὸν νὰ λησμονήσωμεν τὰς ὕβρεις κατὰ τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, οἵτινες εἰργάσθησαν ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος, καὶ νὰ μὴ ζητῶμεν νὰ πράξῃ ὅμοια· ἀλλὰ ζητοῦμεν ὡς ἀντάλλαγμα τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας προσέφερε πρὸς τοὺς προϊσταμένους αὐτοῦ, νὰ μὴ σφάζωνται οἱ Κρῆτες, νὰ μὴ σφάζωνται Ἕλληνες. Δὲν συνεβουλεύομεν πόλεμον, δὲν προετρέπομεν νὰ ἐνεργήσῃ ἐπανάστασιν, ἀλλὰ ἠθέλομεν μόνον νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν τιμὴν, τὴν ζωὴν, τὴν περιουσίαν τῶν ὑποδούλων ἀδελφῶν ἡμῶν. Καὶ ἀφοῦ τοῦτο δὲν ἔπραξεν, εἶναι προδότης, εἶναι ἄξιος ὄχι ἁπλῆς καταδίκης πλέον,—εἶναι μικρὸν καὶ ἐξευτελιστικὸν τοῦτο,—εἶναι ἄξιος στιγματισμοῦ καὶ δι’ ἀγχόνης θανάτου. Καὶ πρέπει ἀληθῶς νὰ στιγματίζωνται οἱ τοιαῦτα πράττοντες ἀρχηγοὶ Ἐθνῶν, διὰ νὰ μένῃ τοῦτο εἰς τὴν ἱστορίαν ὡς παράδειγμα. Εἴδομεν κατὰ τὸν αἰῶνα, εἰς τὸν ὁποῖον ζῶμεν, τὶ, τὸ ὁποῖον μὲ τὰ μελανώτερα χρώματα ἐλπίζω θὰ ἀναγράψῃ ἡ ἱστορία, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ στιγματίσῃ· εἴδομεν τοὺς ἀγωνιζομένους ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῆς χώρας, ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τῶν ὁρίων αὐτῆς, ὑπὲρ τῆς εὐημερίας της, στιγματιζομένους ἀπὸ τοὺς εὐεργετηθέντας, δώσαντας ψῆφον μέλαινα κατὰ τῶν τοιούτων ἀνδρῶν καὶ ψῆφον λευκὴν ὑπὲρ τῶν τὰ ἐναντία πραξάντων. Ἐμελέτησα τὴν ἱστορίαν, καὶ ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ὅμοιον δὲν εἶδον. Δὲν παραπονοῦμαι διὰ τὴν ψῆφον ἐκείνην, ἡ ψῆφος ἐκείνη ἦτο εἷς ἔτι στέφανος ἀκάνθινος, ὅμοιος μὲ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἔθεσαν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ Χριστοῦ. Παραπονοῦμαι ὅμως, διότι ἐκ τῆς ψήφου ἐκείνης ἡ πατρὶς ἀπώλεσεν ὅ,τι ἠδύνατο νὰ ἔχῃ καὶ ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐλπίζῃ. Ἐξιλεώσατε λοιπὸν σεῖς, οἱ σήμερον Θεσσαλοὶ, τὴν ψῆφον τῶν Θεσσαλῶν ἐκείνων, οἵτινες ἐλησμόνησαν τὸν εὐεργέτην αὐτῶν· σώσατε σεῖς τὴν πατρίδα σήμερον, διότι ἡ στιγμὴ ἐκείνη εἶναι κρίσιμος, καὶ ἀπαλείψατε διὰ τῆς σημερινῆς ψήφου σας τὴν πρᾶξιν ἐκείνων, τὴν ὁποίαν δὲν χαρακτηρίζω, ἀφίνω εἰς τὸν ἱστορικόν. Μὴ ἐξακολουθεῖτε πλανώμενοι. Δὲν σᾶς ἔπεισαν τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη, τίς εἶναι ἐκεῖνος, ποία εἶναι ἡ πολιτικὴ καὶ τὸ σύστημα πρὸς τὴν πατρίδα αὐτοῦ, ποῖα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ φέρῃ ἡ ψῆφός σας, ἐὰν ἐξακολουθήσητε δίδοντες ταύτην πρὸς αὐτόν; Ἐνθυμηθῆτε, ὅτι ἐκοιμᾶσθε ὑπήκοοι τοῦ Σουλτάνου καὶ ἐξυπνήσατε Ἕλληνες ἐλεύθεροι· ἐνθυμηθῆτε ὅτι τὴν μεταβολὴν τῆς καταστάσεώς σας ταύτης δὲν ἐπληρώσατε διὰ τῆς τιμῆς σας, διὰ τῆς ζωῆς, διὰ τῆς βεβηλώσεως τῶν ναῶν σας, διὰ τῆς ἀνορύξεως τῶν τάφων. Ἐνθυμηθῆτε ὅτι ἡ Κρήτη τοιαῦτα πάσχει σήμερον, καὶ ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κατώρθωσε τὴν αἱματόφυρτον, τὴν ὑπερήφανον, τὴν ἐστεφανωμένην ἡρωϊκὴν σημαίαν τῶν Κρητῶν νὰ παραδώσῃ εἰς τὸν Σακὴρ πασσᾶν, εἶναι αὐτὸς, τὸν ὁποῖον ὀνομάζετε ἀρχηγόν σας. Ἐνθυμηθῆτε ὅτι εἶσθε Ἕλληνες, καὶ ἀφοῦ δὲν παρουσιάζεται ἄλλη εὐκαιρία νὰ ὑπηρετήσητε τὴν πατρίδα σας, ὑπηρετήσατε τὴν Κρήτην, ἥτις εἰργάσθη διὰ τὴν ἐλευθέρωσίν σας, καὶ βοηθήσατε ἡμᾶς, ἵνα θέσωμεν ἐκποδὼν τὸν τελευταῖον καὶ ὕστατον ἐργάτην τῆς κακοδαιμονίας τῆς Ἑλλάδος. (Εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).
§11ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καταρχόμενος κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Δευτέρας τοῦ λόγου του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἔλεγε τὰ ἑξῆς: «Εὐλογώτατον εἶναι νὰ ζητῆται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐξήγησις περὶ τῆς πολιτείας αὐτῆς κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀπουσίας τῆς Βουλῆς ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι». Καὶ περαιτέρω: «Νῆσος στενῶς συνδεδεμένη μετὰ τῆς Ἑλλάδος, νῆσος, ἧς ὁ πληθυσμὸς κατὰ τὸ πλεῖστον εἶναι Ἑλληνικός.... ἔπαθε τὰ πάνδεινα κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο καὶ δίκαιον εἶναι νὰ ἐρωτήσῃ οἱοσδήποτε ἐν τῇ Βουλῇ τὴν Κυβέρνησιν, τί ἔπραξεν ἀπέναντι τῶν παθημάτων τούτων, τί προτίθεται νὰ πράξῃ ἀπέναντι τῆς ἀπειλουμένης παρατάσεως τῶν παθημάτων». Καὶ ὄντως ἠρωτήθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρὰ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περὶ τῶν ἐνεργειῶν του τούτων, ἀλλ’ ἀντὶ νὰ ἀπαντήσῃ, ὠχυρώθη ὄπισθεν θεωρίας τινὸς συνταγματικῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἔχων τὴν ἐντολὴν τῆς Βουλῆς διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης, ἣν ἐξέφρασεν αὕτη πρὸς αὐτὸν, ἠδύνατο νὰ ἐνεργῇ ἐλευθέρως, οὐδένα δίδων λόγον εἰς τὴν Βουλὴν διαρκούσης τῆς ἐνεργείας του. Ἀνῄρεσε λοιπὸν μετά τινας στιγμὰς ἐκεῖνο, ὅπερ ἔθετο ὡς βάσιν τοῦ λόγου του. Ἐγὼ, παρακολουθῶν μετὰ προσοχῆς τοὺς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἤλπισα ὅτι μετὰ τὴν ἐπαγγελίαν του ταύτην δὲν ἤθελε βραδύνει νὰ δώσῃ τὰς αἰτουμένας πληροφορίας. Ἤλπιζον δὲ εἰς τοῦτο τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον μῆνες πολλοὶ εἶχον παρέλθει ἀφ’ ὅτου τὸ Κρητικὸν ζήτημα ἐτέθη ἐπὶ τοῦ τάπητος, ὁ δ’ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ γενικώτερον ὁ Ἑλληνισμὸς οὐδεμίαν λέξιν εἶχε μάθει ἐπίσημον περὶ τῆς τύχης τοῦ ζητήματος τούτου. Εἶχον ἐλπίσει καὶ πολὺ πρότερον, πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ἀνατραφεὶς κοινοβουλευτικῶς ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ πάντοτε αὐτὴν ἔχων ὑπόδειγμα καὶ ὑπογραμμὸν τῆς πολιτείας του, κατὰ τὸ λέγειν του τουλάχιστον, ἤθελεν ἀκολουθήσει τὰ ἐκεῖ γινόμενα καὶ ἤθελε σπεύσει, καὶ πρὸ τῆς ἐλεύσεως τῆς Βουλῆς, νὰ πληροφορήσῃ τὸν λαὸν περὶ τοῦ τόσον ἐνδιαφέροντος ζητήματος. Ὡς γνωστόν, ἀλλαχοῦ καὶ πρὸ πάντων ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀπούσης τῆς Βουλῆς, δημοσιεύονται αἱ Βίβλοι τῶν διπλωματικῶν ἐγγράφων καὶ δι’ αὐτῶν φωτίζεται ὁ λαὸς περὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως, τῶν ἀφορωσῶν εἰς σπουδαῖα ἐθνικὰ συμφέροντα· ἐνταῦθα ὅμως οὐδὲν τοιοῦτον ἐγένετο, ἐνταῦθα ἀπ’ ἐναντίας ἡ ἡμιεπίσημος ἐφημερὶς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ ἐκφράζουσα τὰς ἰδέας αὐτοῦ, οὐδεμίαν λέξιν ἐπὶ τόσους μῆνας ἔγραψε περὶ Κρήτης. Καὶ τῇ ἀληθείᾳ θεωρῶ κατόρθωμα, πῶς κατωρθώθη ἐπὶ τόσους μῆνας νὰ μὴ εἰσδύσῃ τὸ ὄνομα τῆς Κρήτης εἰς τοὺς στίχους τῆς ἡμιεπισήμου ἐφημερίδος, τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· διὰ νὰ ἦμαι δὲ ἀκριβής, προσθέτω ὅτι τρὶς μόνον ἀνεγράφη ἡ Κρήτη ἐν αὐτῇ, δὶς μὲν ὅτε ἐχορηγήθησαν αἱ πιστώσεις πρὸς περίθαλψιν τῶν ἐκ Κρήτης προσφύγων, τρίτον δὲ ὅτε ἀνέγραψεν ὅτι ἦλθον καὶ ἄλλοι πρόσφυγες ἐκ Κρήτης. Ἐδικαιούμην λοιπὸν νὰ ἐλπίζω, ὡς εἶπον ἀνωτέρω, ὅτι θὰ ἔδιδεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὰς πληροφορίας, τὰς δυναμένας νὰ δοθῶσι, νῦν, καλούμενος πρὸς τοῦτο ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ, λέγει οὗτος, ὑφισταμένου τοῦ ζητήματος, δὲν δύναται νὰ χορηγήσῃ τοιαύτας πληροφορίας, οὐδὲ νὰ καταθέσῃ ἔγγραφα. Καὶ ὅμως, ἀφοῦ ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀποτελέσματα τῶν διὰ τῶν ἐγγράφων ἐκείνων ἐνεργειῶν του, οὐδὲν ἠμπόδιζεν αὐτὸν νὰ καταθέσῃ καὶ αὐτὰ τὰ ἔγγραφα. Ὑπάρχουσι μάλιστα σημεῖά τινα, ἀποτελοῦντα ὡσεὶ ἰδιαίτερον μέρος ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος· τὰ δ’ ἐπὶ τούτων τῶν σημείων διαμειφθέντα ἔγγραφα ἠδύναντο ἀβλαβῶς νὰ κατατεθῶσιν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀρνούμενος ὅτι ἐξέδωκεν ἀπαγορευτικὴν διαταγὴν περὶ τῆς ἐξαγωγῆς πολεμεφοδίων ἐκ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Κρήτην, λέγει ὅτι διήμειψε περὶ τούτου ἔγγραφα πρὸς τὴν Τουρκικὴν Πρεσβείαν. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἤδη τετελεσμένον. Τί θὰ ἠμπόδιζε λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα, ἵνα πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἐνέργειά του ἐγένετο ὡς λέγει; Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀντὶ τοιαύτης ἐνεργείας, ἥτις θὰ ἦτο ἡ κοινοβουλευτικὴ καὶ συνταγματικὴ, ὀχυροῦται ὄπισθεν τῆς θεωρίας, ὅτι ἀρκεῖ αὐτῷ ἡ ἐμπιστοσύνη, ἣν ἔχει ἐκ τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν ὑποχρεοῦται νὰ δώσῃ λόγον ἢ πληροφορίας πρὸς αὐτὴν, εἰμὴ ὅταν τὸ ζήτημα θὰ ἦναι τετελεσμένον. Καθιστᾷ δὲ τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ εἴπερ τι καὶ ἄλλο ἐθνικὸν, ἁπλοῦν κομματικὸν ζήτημα, ζήτημα ἀριθμητικῆς πλειονοψηφίας, καὶ λέγει: «Θὰ ζητήσωμεν παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ ἐπιδείξῃ τὴν πρὸς ἡμᾶς ἐμπιστοσύνην καὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἐν τῇ ὁδῷ ταύτῃ». Ποία δὲ εἶναι ἡ ὁδὸς αὕτη; Εἶναι ἡ θεωρία ἐκείνη, ἡ πρωτοφανὴς καὶ ἀκατανόητος περὶ τοῦ ὅλου Ἑλληνικοῦ ζητήματος. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐνεργήσωμεν ὑπὲρ μιᾶς ἐπαρχίας Ἑλληνικῆς, ἐὰν δὲν πρόκηται νὰ ἐνεργήσωμεν ὑπὲρ τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ καὶ μεθ’ ὅλου τοῦ Ἑλληνισμοῦ! Καὶ ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ ἤθελεν ἀναφυῆ ζήτημα εἰς μίαν ἢ εἰς διαφόρους Ἑλληνικὰς ἐπαρχίας ἐκ τῶν ὑπουδούλων, ὡς ἀνεφύη τὸ τῆς Κρήτης, καὶ ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ ἡ Τουρκία κατασυντρίβῃ μίαν ἑκάστην τῶν ἐπαρχιῶν τούτων, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐμμένων εἰς τὴν θεωρίαν του, θὰ ἴδῃ ἀνὰ μίαν τὰς Ἑλληνικὰς ἐπαρχίας καταστρεφομένας καὶ τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα λυόμενον κατὰ τοιοῦτον ἀπαίσιον τρόπον. Ἀλλὰ, προκειμένου περὶ τῆς Κρήτης, οὐδ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδ’ ἕτερος οἱοσδήποτε δικαιοῦται νὰ κάμῃ σκέψιν ὁμοίαν πρὸς ἐκείνην, ἣν θὰ ἔκαμνε περὶ οἱουδήποτε ἄλλου τμήματος τῶν Ἑλληνικῶν χωρῶν. Ἡ θέσις καὶ ἡ ἀξία τῆς Κρήτης εἶναι ὅλως ἐξαιρετικὴ διὰ τὸν Ἑλληνισμόν, ἡ καταστροφὴ δὲ τῆς Κρήτης, ἢ καὶ ἡ κολόβωσις ἢ ἡ ἐξασθένισις αὐτῆς εἶναι ἡ κολόβωσις καὶ ἡ ἐξασθένισις τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐξασθένισις τοῦ ὅλου Ἑλληνικοῦ ζητήματος. Διὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰδιαζόντως ἔκτακτα μέτρα περὶ αὐτῆς. Ἐν τούτοις, παρὰ τὴν ἐπίσημον ἀφασίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἐδίδοντο περὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος ἐμμέσως διάφοροι πληροφορίαι καὶ εἰδήσεις καὶ γνῶμαι, αἵτινες συνετέλουν ὁτὲ μὲν εἰς τὸ νὰ διαβουκολῆται τὸ κοινὸν διὰ κενῶν καὶ νεφελωδῶν ἐλπίδων, ὁτὲ δὲ νὰ τρέπηται πρὸς ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν διεύθυνσιν ἡ δημοσία γνώμη. Ἠρνήθη διαῤῥήδην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι γινώσκει τι περὶ τῶν δημοσιευμάτων τῶν φιλικῶν αὐτῷ ἐφημερίδων, ἀλλὰ τοῦτο παρ’ οὐδενὸς ἐγένετο πιστευτόν. Καὶ κατ’ ἀρχὰς μὲν ἐπὶ πολὺ ἔτρεφε τὸ δημόσιον διὰ τῶν διαδόσεων, ὅτι ἡ Κρήτη εἰρηνεύθη! Εἰς μάτην ἀνυψοῦντο εἰς τρίτον οὐρανὸν αἱ οἰμωγαὶ τοῦ ἐκεῖ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ, εἰς μάτην ἐξικνοῦντο ὁ καπνὸς τῶν πυρπολήσεων καὶ αἱ φωναὶ τῶν τόσων μαρτύρων τῆς Κρήτης μέχρις ἡμῶν! Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελε νὰ πείσῃ τὸν κόσμον, ὅτι ἡ Κρήτη εἰρηνεύθη. Εἶχε, φαίνεται, ἀσφαλῆ ἐλπίδα εἰς τὴν δραστηριότητα τοῦ Σακὴρ πασσᾶ, ἀλλ’ ἠγνόει τὸν χαρακτῆρα τῶν Κρητῶν, οὐδ’ ἐξετίμα αὐτοὺς ὡς ἔπρεπεν. Εἶχε μὲν διατελέσει Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ τῆς μεγάλης ἐπαναστάσεως τῆς Κρήτης, τῆς διαρκεσάσης ἐπὶ τρία ἔτη, 1866–1868, ἀλλὰ τότε δὲν εἶχε τὴν εὐκαιρίαν νὰ μελετήσῃ καὶ μάθῃ καλῶς τοὺς Κρῆτας, διότι δὲν διηύθυνεν αὐτὸς τὸ ζήτημα, ἀλλ’ ὁ μέγας Μεσσήνιος πολιτευτής. Τότε οἱ Κρῆτες ἐπὶ τρία ἔτη δὲν ἀπέκαμον, καὶ διὰ μικρᾶς βοηθείας τῆς Ἑλλάδος, διὰ δύο μόνον πλοίων, καὶ τούτων ἐμπορικῶν, ἡ Κρήτη διετηρήθη ἐν πλήρει ἐπαναστάσει, χωρὶς οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον νὰ διαῤῥήξῃ τὰς σχέσεις αὐτῆς πρὸς τὴν Τουρκίαν ἡ Ἑλλὰς, καὶ χωρὶς νὰ γεννηθῇ διπλωματικὸν ζήτημα, ὡς ἐφοβεῖτο δῆθεν νῦν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς. Ἀλλὰ τότε αἱ Κυβερνήσεις παρῃτοῦντο ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλην χάριν τῆς Κρήτης, καὶ δὲν προετίμων τὴν ἐξουσίαν τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος. Καὶ περιμένει ὁ κ. Τρικούπης τὴν εἰρήνευσιν διὰ τοῦ Σακηρείου τρόπου, διὰ τῶν ἐμπρησμῶν, τῶν σφαγῶν, τῆς βεβηλώσεως τῶν ναῶν, τῆς ἀτιμώσεως τῶν γυναικῶν, τῆς ἀνωρύξεως καὶ αὐτῶν τῶν τάφων! Ἀλλὰ καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα οἱ Κρῆτες δὲν ἔκυπτον τὸν αὐχένα. Τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, στενοχωρούμενος ἐκ τῆς κοινῆς γνώμης, τρέπεται ἄλλην ὁδόν. Ἀρχίζει τὴν ἀπειλὴν κατὰ τῆς Τουρκίας, ἀφοῦ πρῶτον κατήγγειλεν αὐτὴν ἐπὶ ἀπάτῃ καὶ παρασπονδίᾳ· ἀπειλεῖ δὲ αὐτὴν διὰ τῶν ἡμιεπισήμων ἐφημερίδων,—καὶ δύναται ν’ ἀρνῆται τοῦτο νῦν—ὅτι ἐκ τῶν τριακοντακισχιλίων στρατιωτῶν τοῦ Σακὴρ οὐδεὶς θὰ ἴδῃ τὸ φῶς τῆς γεννετείρας γῆς! καὶ ὅτι ἡ Τουρκία ἐσήμανε διὰ τῶν ἰδίων χειρῶν τὴν ὥραν τοῦ ὀλέθρου αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ ταῦτα δὲν ὠφέλουν, ἐνόμισεν ἴσως, ὅτι ἤθελε καὶ τὴν Εὐρώπην κλονίσει καὶ τὸ Ἑλληνικὸν δημόσιον διαβουκολήσει, ἐὰν ἐτρέπετο ἄλλην ὁδὸν, ἣν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶχεν ἀποκηρύξει, τὴν ὁδὸν τῆς ῥυμουλκήσεως· καὶ τότε ἐπιφαίνεται ἡ διακοίνωσις. Ἡ ψυχολογικὴ μελέτη τοῦ ἐγγράφου τούτου εἶναι λίαν ἐνδιαφέρουσα, διότι δεικνύει τὴν σύγχυσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο ἡ Κυβέρνησις καὶ τὴν σπασμωδικὴν ὁρμὴν καὶ ταραχὴν, ἥτις παρώρμησεν αὐτὴν πρὸς ἔκδοσιν τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου. Ἠρωτήθησαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν παρὰ τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων, ἂν υἱοθετῶσι τὴν διακοίνωσιν· ἡ ἐρώτησις ἦτο περιττὴ, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀγορεύων εἶπε τρὶς κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι ἀπετάθησαν πρὸς τὴν Εὐρώπην: «Ἐπὶ τῇ καταστάσει ταύτῃ ἀπετάθημεν πρὸς τὴν Εὐρώπην....» Καὶ περαιτέρω: «Τοῦτο εἴπομεν εἰς τὴν Εὐρώπην· εἴπομεν πρὸς αὐτήν....» Καὶ τρίτον: «Εἴπομεν πρὸς τὴν Εὐρώπην καὶ ἀπόφασιν εἴχομεν νὰ προέλθωμεν ἡμεῖς εἰς ἐνέργειαν, ἀπεχούσης ἐκείνης.» Ἄρα δὲν πρόκειται ν’ ἀμφισβητηθῇ ἡ ὕπαρξις τῆς διακοινώσεως. Ἀλλὰ τί ἐζήτει διὰ τῆς διακοινώσεως ἐκείνης; Λέγει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅτι εἶχεν ἀπόφασιν νὰ προβῇ εἰς ἐνέργειαν ἀμέσως διὰ τῶν ἑλληνικῶν δυνάμεων, ἐὰν μὴ ἡ Εὐρώπη ἔστεργε τὴν πρόσκλησιν νὰ ἔλθῃ πρὸς κατάληψιν τῆς Κρήτης. Ἡ Εὐρώπη, παρ’ ἐλπίδα! δὲν ἐξετέλεσε τὴν πρόσκλησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· ὑπελείπετο ἄρα εἰς αὐτὸν ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἀπειλῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεστάλη αἴφνης. Τὸν λόγον δὲ δίδει ὁ ἴδιος διὰ τῶν ἑξῆς: «Ὅ,τι πρότερον διέπραττεν ὁ τουρκικὸς ὄχλος, ἤρξατο διαπράττων ὁ τουρκικὸς στρατὸς, προῆλθε δὲ βαθμηδὸν εἰς φῶς τὸ σχέδιον τῆς καταργήσεως τῶν προνομίων τῆς νήσου». Καὶ διὰ τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπέσχε τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀπειλῆς αὑτοῦ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ αὐτόν,—καὶ θὰ καταθέσω ἔγγραφον τὴν ἐπερώτησίν μου,—τί θὰ ἔπραττεν, ἂν ἡ Εὐρώπη, μὴ στέργουσα, ὡς δὲν ἔστερξε, νὰ ἐκτελέσῃ τὴν παραγγελίαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἔλεγε πρὸς αὐτόν: «Ἐνέργησον σύ!»; πῶς θὰ ἐξετέλει ὁ κ. Τρικούπης τὴν ἀπειλήν του; Λέγει περαιτέρω ὅτι, «οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦτο ἡ παρασκευὴ ἡμῶν, ἔπρεπε νὰ κινηθῶμεν, ἔστω καὶ ἐπὶ κινδύνῳ νὰ καταστραφῶμεν μετὰ τῆς Κρήτης». Ἀλλ’ εἶναι ταῦτα συνεπῆ πρὸς ὅσα ἀνέπτυξεν ἐν τῇ νεοτεύκτῳ θεωρίᾳ αὑτοῦ περὶ τοῦ Πανελληνίου ζητήματος; Ἐγὼ δ’ ἐρωτῶ περαιτέρω: διατὶ νὰ καταστραφῶμεν μετὰ τῆς Κρήτης καὶ νὰ μὴ ὦμεν εἰς θέσιν, καὶ ἂν δὲν ἠδυνάμεθα νὰ σώσωμεν τὴν Κρήτην, τοὐλάχιστον νὰ μὴ καταστραφῶμεν; Ἀλλ’ ἴδωμεν, ἂν ἦτο ἕτοιμος πρὸς ἐνέργειαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτε ἀπηύθυνε τὴν διακοίνωσιν. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω τοῦτο, ὡς καὶ ὑμεῖς βεβαίως, καὶ ὑποβάλω τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: Αʹ) Ὁπόση καὶ ὁποία ἦτο ἡ δύναμις τοῦ κατὰ γῆν Ἑλληνικοῦ στρατοῦ τὴν 31 Ἰουλίου, κατὰ τάγματα καὶ συντάγματα, ἀναλόγως τῆς διαιρέσεως αὐτῶν κατὰ τὸν ὀργανισμὸν, πόσοι δ’ ἐκ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τούτων ἦσαν μάχιμοι, δυνάμενοι νὰ κινητοποιηθῶσι; Πόσα δὲ ἦσαν τὰ κτήνη τοῦ στρατοῦ, τ’ ἀναλογοῦντα, κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, εἰς ἕκαστον τάγμα ἢ σύνταγμα; Βʹ) Ὁποία καὶ ὁπόση ἦτο ἡ ναυτικὴ δύναμις τῆς χώρας κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχὴν—31 Ἰουλίου 1889—καὶ συγκεκριμένως: 1) Πόσα σκάφη διετέλουν ἐν καταστάσει ἐνεργείας; 2) Πόσα διετέλουν ἐν καταστάσει παροπλισμοῦ; 3) Πόσα ἦσαν ὁμοῦ τὰ εἰς ἑκατέραν τῶν κατηγοριῶν τούτων ἀνήκοντα; 4) Πόσους ναύτας, ὑπαξιωματικούς, μηχανικούς, θερμαστὰς καὶ ἀξιωματικοὺς ἀπαιτεῖ ἕκαστον τῶν σκαφῶν τούτων, κατ’ ὄνομα ἀναγραφόμενον, ὅταν διατελῇ ἐν καταστάσει ἐνεργείας; 5) Πόσα τορπιλλοβόλα κέκτηται τὸ Κράτος, ὁποῖον δ’ ἀριθμῶν ναυτῶν ἀπαιτεῖ ἕκαστον τούτων ἐν ὥρᾳ μάχης; 6) Πόσοι ἐκ τῶν ἀποτελούντων τὴν ἀνωτέραν δύναμιν τῶν πληρωμάτων ἦσαν μάχιμοι; Καταθέτω τὴν ἐπερώτησίν μου εἰς τὸ Προεδρεῖον. Τότε, ὅταν δοθῶσιν ἡμῖν αἱ πληροφορίαι αὗται, θὰ ἴδωμεν, ἂν ὁ κ. Τρικούπης σπουδάζων ἔῤῥιπτε τὴν ἀπειλὴν ταύτην εἰς τὸ μέσον, ἢ ἂν αὕτη δὲν ἦτο ἁπλοῦν πυροτέχνημα, εἴτε πρὸς θορύβησιν, ὡς ἐφαντάζετο, τῆς Εὐρώπης, χάριν, τίς οἶδε, τίνος ὠφελείας, εἴτε πρὸς ἁπλῆν διαβουκόλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ κοινοῦ, οὗ τὸ ἐνδιαφέρον καὶ ἡ ἀγανάκτησις ἐπὶ τοῖς παθήμασι τῆς Κρήτης ὁσημέραι ἐκορυφοῦνται. Ἀλλὰ καὶ παρ’ ὅλην τὴν διακοίνωσιν, ἣν φαίνεται καλῶς ἐξετίμησαν καὶ ἐν Εὐρώπῃ καὶ ἐν Τουρκίᾳ, ὁ Σακὴρ ἐξακολουθεῖ ἀκάθεκτος τὸ ἀπαίσιον ἔργον του κατὰ τοῦ ἐν Κρήτῃ Ἑλληνισμοῦ. Ὁ Σακὴρ εἶχεν ὁμολογουμένως μίαν ἀνάγκην, τὴν ἀνάγκην τῆς ἀδείας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἵνα προβῇ εἰς ὅσα ἐσκόπει. Βεβαίως δὲν ἠδύνατο νὰ ἐλπίσῃ, ὅτι θὰ τῷ ἐδίδετο τοιαύτη εὐκαιρία καὶ τοσαύτη πληρεξουσιότης, ὅσην παρέχει ἡ διακοίνωσις τοῦ κ. Δραγούμη. Ἀλλὰ τῷ ἐδόθη καὶ φιλοτίμως ἐνήργησε καὶ ἐνεργεῖ (ἂν ὑπολείπηταί τι ἀκόμη πρὸς πλήρη ἐκτέλεσιν τῆς ἐπιθυμίας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως) πρὸς εἰρήνευσιν τῆς νήσου κατὰ τρόπον Σακήρειον. Θὰ ηὐχόμην, καὶ ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ὡς Ἕλλην, νὰ ἐμάνθανον παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἡ διακοίνωσις ἐκείνη δὲν ἐξεδόθη· τοὐλάχιστον δὲν θὰ εἴχομεν βεβαρημένην καὶ ἔνοχον τὴν συνείδησιν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ περιέλθῃ ἡ Κρήτη εἰς οἵαν εὑρίσκεται νῦν κατάστασιν· δυστυχῶς ὅμως αἱ μετὰ τὴν διακοίνωσιν ἐνέργειαι τῆς Κυβερνήσεως πιστοποιοῦσιν ὅτι αὕτη ἐξεδόθη. Οὕτως ἐξουσιοδοτήθη ὁ Σακὴρ νὰ ἐνεργήσῃ τὴν εἰρήνευσιν τῆς Κρήτης, ἐβεβαιοῦτο δ’ ἐντεῦθεν διαρκῶς ἡ ἄμεσος καὶ ἔμμεσος ἐνέργεια τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως διὰ τοῦ ἐγκρίτου αὐτόθι, κατὰ τὸν κ. Τρικούπην, Προξένου τῆς Ἑλλάδος, διὰ παρακελεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸς τοὺς Κρῆτας τοὺς ἐνταῦθα, ὡς ὁ ἴδιος ὡμολόγησεν εἰς τὴν ἀγόρευσίν του, ἵνα μὴ κινηθῶσι, καὶ διὰ τῆς ἄλλης ἐκείνης ἐνεργείας (εἰς τὴν ὁποίαν δὲν θέλω εἰσέλθει, διότι εἶναι πολὺ λυπηρά,) κατὰ τῶν Κρητῶν, οἵτινες μετέβησαν ἵνα ζητήσωσι πληροφορίας περὶ τῆς πατρίδος των καὶ τοὺς ὁποίους γνωρίζετε κατὰ τίνα τρόπον διέλυσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ τῆς οἰκίας του καὶ πῶς ἡ ἡμέρα ἐκείνη ἐβάφη εἰς αἷμα! Ἀλλὰ διατὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπενέβη οὕτως ἢ ἄλλως εἰς τὰ τῆς Κρήτης; Ἐν τῇ ἀγορεύσει του λέγει: «Εὐτυχῶς κίνημα δὲν ὑπῆρξεν, εὐτυχῶς ἠκούσθη ἡ γνώμη ἡμῶν.» Ἀλλ’ ἀφοῦ οἱ Κρῆτες, ὑπακούοντες καὶ εἰς τὰς ἐντεῦθεν παρακελεύσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ εἰς τὰς συμβουλὰς καὶ παρακελεύσεις τοῦ Ἕλληνος Προξένου ἐν Κρήτῃ, ὡς οἱ ἴδιοι ὁμολογοῦσιν ἐν τῷ πρὸς τὴν Βουλὴν ὑπομνήματι αὐτῶν: «αἱ παρακλήσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως... ἔπεισαν ἡμᾶς, ὅπως ὑπακούσαντες εἰς τὰς συμβουλὰς μὴ διακωλύσωμεν τὴν εἴσοδον τῶν τουρκικῶν στρατευμάτων εἰς τὰς ἡμετέρας ἐπαρχίας», καὶ ἀλλαχοῦ: «οὐχὶ τὸ ἐπαρκὲς τῶν τουρκικῶν δυνάμεων ὑπέβαλε τὴν ἡμετέραν πατρίδα εἰς τὴν εἰρημένην θηριωδίαν, ἀλλ’... αἱ ἀδιάλειπτοι παραινέσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως»· ἀφοῦ οἱ Κρῆτες, πεισθέντες οὐδὲν κίνημα ἔπραξαν αὐτοί, καὶ λέγει τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ἔχων ὅλας τὰς πληροφορίας τοῦ ζητήματος, διὰ τῶν ἑξῆς: «ἐὰν ἔχωμεν σήμερον ταραχὰς ἐν Κρήτῃ, αἱ ταραχαὶ δὲν ὀφείλονται εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν τῆς Κρήτης, ἀλλ’ εἰς τὸν τουρκικὸν πληθυσμὸν, εἰς τὴν Τουρκίαν»· ἀφ’ οὗ λοιπὸν οὐδὲν κίνημα ὑπῆρχε, τί ἐνήργει νὰ καταστείλῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός; τί δὲ ἠνάγκαζεν αὐτὸν νὰ παρεμβῇ; πῶς δικαιολογεῖται; ἐφοβήθη, λέγει, μήπως ἡ Κρήτη καταστραφῇ, καὶ τότε «ἡ καταστροφὴ τῆς Κρήτης θὰ ἦτο καταστροφὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν τῷ μετέπειτα». Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦτο ἡ καταστροφή, ἡ μέλλουσα νὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς μὴ ἀναμίξεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἦτο πάντως ἐλαφροτέρα ἐκείνης, ἧς ἤδη γινόμεθα θεαταί! Τί ἠδύνατο νὰ πάθῃ ἡ Κρήτη χεῖρον ἐκείνου, ὅπερ ἔπαθε μέχρι τοῦδε; Ἡ Κρήτη κατασυνετρίβη, κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅστις ἀναγνωρίζει, «ὅτι ἡ Πύλη ἔχει τὸ συμφέρον, φλέγεται δὲ ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας νὰ καταστρέψῃ τὸν Ἑλληνισμὸν τῆς Κρήτης, νὰ καταστρέψῃ αὐτὰ τὰ προνόμια τῆς Κρήτης, ταῦτα δὲ ἐπιδιώκουσα, φαίνεται μέχρι τοῦδε ἐπιτυγχάνουσα». Οὐδὲν λοιπὸν ἠδύνατο παρεμβαίνουσα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ μεγαλείτερον κακὸν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν! Ὅτε δὲ πᾶσαι αἱ ἄλλαι ἐπαγγελίαι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ Κρήτης ἀπέτυχον, ὁ δὲ λαὸς ὁ Ἑλληνικὸς, ὁ τρέφων ἔκτακτον ἐνδιαφέρον κατ’ ἐξαίρεσιν παρὰ τὰς ἄλλας ὑποδούλους ἐπαρχίας ὑπὲρ τῆς Κρήτης, ἐπέμενεν ἐκδηλῶν παντὶ τρόπῳ τὴν συμπάθειάν του, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐνόμιζεν ὅτι δικαιολογεῖται ἐπιῤῥίπτων τὴν εὐθύνην τῶν ἐν Κρήτῃ πραττομένων εἰς τοὺς ἐκεῖ Προξένους τῶν ξένων Δυνάμεων, τὸν τῆς Ἀγγλίας καὶ ἰδιαίτατα εἰς τὸν τῆς Ῥωσσίας, ὡς ὑποκινοῦντα τοὺς Τούρκους πρὸς τὰς σφαγάς! Τῇ ἀληθείᾳ, ἐχρειάζετο μεγάλη τόλμη ν’ ἀποδώσῃ τις εἰς τὴν Ῥωσσίαν, εἰς τὴν εὐεργέτιδα καὶ προστάτιδα τῆς Ἑλλάδος Δύναμιν, εἰς τὴν ὀρθόδοξον Ῥωσσίαν, ὑποκινήσεις τοιαύτας πρὸς σφαγὴν τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν τῆς νήσου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀρνεῖται πάντα ταῦτα τὰ γραφόμενα καὶ τοὺς γράφοντας σὺν αὐτοῖς· οὐδὲ δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ὑποχρεώσωμεν αὐτὸν πρὸς ἀναγνώρισιν τούτων. Ὅτε δὲ ἐξήντλησεν ὅλα τὰ στάδια τῆς ἀσχεδιάστου πολιτικῆς αὐτοῦ, ἀφοῦ κατέβαλε μεγάλας ἐθνικὰς προσπαθείας πρὸς καταστροφὴν τοῦ κινήματος, ἀφοῦ ὡμολόγησε τὴν ἀπάτην του, ὅτε ἐκένωσε τὰς κατὰ τῆς Τουρκίας ἀπειλάς, ὅτε ἐξήντλησε τὰς κατὰ τῶν Προξένων ἐπιθέσεις, καὶ ὅτε τέλος ἀπηύθυνε τὴν διακοίνωσιν καὶ οὐδαμοῦ ἠδυνήθη νὰ δικαιολογηθῇ πρὸ τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως, ἐτράπη πρὸς ἄλλην διεύθυνσιν, ἤρχισε διασπείρων ἐλπίδας περὶ προσεχεστάτης μεταβολῆς τῆς τύχης τῆς Κρήτης. Βεβαίως αἱ τοιαῦται ὑποκώφως διαδιδόμεναι καὶ διασπειρόμεναι ἐλπίδες βάσιν εἶχον τὴν προσεχῆ τέλεσιν τοῦ γάμου τοῦ Διαδόχου καὶ τὴν ἔλευσιν εἰς Ἀθήνας τοῦ Γερμανοῦ Αὐτοκράτορος. Παρεσκευάσθη δὲ τότε, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἵνα δεχθῇ τοῦτον μετὰ τοῦ συνοδοῦ αὐτοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κόμητος Ἐρβέρτου Βίσμαρκ, βαυκαλιζόμενος ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ προσχωρήσῃ ἴσως εἰς τὴν τριπλῆν συμμαχίαν, μεταβάλλων αὐτὴν εἰς τετραπλῆν, καὶ λάβῃ ὡς ἀντάλλαγμα τὴν Κρήτην, καὶ ὥπλισε τοὺς στρατιώτας τῆς ἐν Ἀθήναις φρουρᾶς διὰ...ἑνετικῶν φανῶν! Ἢ ἐνόμισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ διαφύγῃ τὸ βλέμμα τοῦ Μεγάλου ἐκείνου Στρατιώτου, τοῦ αὐτοκράτορος τῆς Γερμανίας, ἡ φενάκη, δι’ ἧς ὑπεδέχθη αὐτὸν καὶ ἣν παρέστησε πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν του κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς τελετῆς τῶν γάμων τοῦ Διαδόχου; Ἀπόσπασμα στρατιωτικὸν, παρατεταγμένον ἀπὸ τῆς ὁδοῦ τῆς Μητροπόλεως μέχρι Καπνικαρέας, ἀφοῦ διέβη ἐκεῖθεν ἡ συνοδία, διετάχθη νὰ σπεύσῃ δρομαίως διὰ στενωπῶν τῆς πόλεως εἰς τὴν ὁδὸν Σταδίου, ἵνα παραταχθῇ ἐκεῖ καὶ φανῇ νέος στρατός! Τοιοῦτον στρατιωτικὸν Κράτος δὲν ἠδύνατο βεβαιότατα νὰ παρίδῃ ὁ Αὐτοκράτωρ καὶ νὰ μὴ προσλάβῃ εἰς τὴν τριπλῆν συμμαχίαν, μεταποιῶν αὐτὴν εἰς τετραπλῆν! Δυστυχῶς ὅμως τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἀστεῖον, ὁ Αὐτοκράτωρ ἀπῆλθεν ἐντεῦθεν, μετὰ τὴν οἰκογενειακήν του ἐπίσκεψιν, πρὸς τὴν πολιτικὴν ἐπίσκεψιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ, ὡς εἴδετε, ἐθεώρησε καλλίτερον νὰ σπεύσῃ ἐκεῖσε ὅτι τάχιον, ἐπὶ τῶν πτερύγων τοῦ Μέλανος Ἀετοῦ!..... Ἐκεῖ δὲ ἡ ἐπίσκεψις τοῦ Αὐτοκράτορος προσείλκυσε—καὶ οὐδεὶς ἀμφιβάλλει περὶ τούτου—τὴν Κρήτην ἐγγύτερον εἰς τὰς ἀκτὰς τοῦ Βοσπόρου, τὰς ἐπιστεφομένας ὑπὸ τοῦ Γιλδὶζ καὶ τοῦ Δολμᾶ Βαξὲ, καὶ συνέσφιγξε τοὺς δεσμοὺς αὐτῆς περισσότερον πρὸς τὴν τουρκικὴν τυραννίαν. Ἐξέλιπε δ’ οὕτω καὶ ἡ τελευταία ἐλπὶς, ἡ τελευταία νεφελώδης προσδοκία, ἣν εἶχεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι θὰ ἔτρεπεν εἰς καλλιτέραν φάσιν τὸ Κρητικὸν ζήτημα, καὶ ἡμεῖς ἀπεμείναμεν ἀπέναντι τῆς Κρήτης ὁποία εἶναι τὴν στιγμὴν ταύτην. Ἐζητήθησαν ἐντεῦθεν, ἀπὸ τούτου τοῦ βήματος, ἐπανειλημμένως παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πληροφορίαι περὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέπτυξε τὰς δύο μεγάλας αὐτοῦ θεωρίας, τὴν περὶ τῆς συνταγματικῆς εὐθύνης καὶ τὴν περὶ τοῦ σχεδίου τοῦ Πανελληνίου ζητήματος· ἀλλὰ περὶ Κρήτης οὐδὲν εἶπεν, οὔτε ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, διότι δὲν εἶχε σχέδιον ἐνεργείας, διότι ἐβασίσθη εἰς ἐλπίδας κενὰς καὶ διότι οὐδεμίαν πεποίθησιν εἶχεν εἰς τὰς πολιτικὰς ἐνεργείας αὐτοῦ. Τὸ κατ’ ἐμὲ, θεωρῶ νῦν ὑποχρέωσίν μου νὰ σπείσω δάκρυ ἐπιμνημόσυνον ἐπὶ τῆς ἀρηΐου Κρήτης καὶ νὰ δώσω εἰς αὐτὴν καὶ τοὺς ἐνταῦθα περικυκλοῦντας ἡμᾶς τρισχιλίους Κρῆτας μίαν παρηγορίαν: ὅτι, ἐν τῇ καταστάσει, εἰς ἣν ἔφερεν αὐτοὺς ἡ τόσον ἀδεξία διαχείρισις τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος ἐν ταῖς χερσὶ τῶν νῦν κυβερνώντων, δὲν εἶναι μόνοι· συνδέεται ἡ τύχη των πρὸς τὴν τύχην τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ, κατὰ τὰ μεγαλουργὰ σχέδια τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ δύνανται λίαν εὐκόλως νὰ πεισθῶσιν, ὅτι διανύουσι τὴν αὐτὴν τύχην ἐν ταῖς χερσὶ τῶν σήμερον κυβερνώντων, ὁποίαν διήνυσε τὸ μέγα ζήτημα τοῦ Ἑλληνικοῦ Γένους, τὸ Πατριαρχικὸν, καὶ τὰ ἑκάστοτε ἀναφυέντα κατὰ τὴν νῦν πρωθυπουργίαν τοῦ κ. Τρικούπη ἐθνικὰ ζητήματα, μείζονος ἢ ἐλάσσονος σπουδαιότητος, ὡς τὸ ζήτημα τῆς Ῥόδου, τὸ ζήτημα τοῦ Καστελλοῤῥίζου, τὸ ζήτημα τῆς Χίου, τὸ τῆς Θεσσαλονίκης, τὸ ζήτημα τῆς Ῥουμανίας καὶ αὐτὰ τὰ ζητήματα πῶν Ἑλληνικῶν κοινοτήτων ἐν Βουλγαρίᾳ. Ἂς ἔχωσι ταύτην τὴν παρηγορίαν οἱ Κρῆτες, ὅτι συνδέουσι τὴν τύχην των, κατὰ τὴν θεωρίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, πρὸς ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ τὴν τύχην, ἣν κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐννοεῖ νὰ διευθύνῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός! Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ ἀγορεύσει του διεκήρυξεν, ὅτι «εἴχομεν τὸ δικαίωμα ὡς Ἕλληνες ὑπὲρ Ἑλλήνων πασχόντων τοιαῦτα, ὁποῖα ἄνθρωπος δὲν ὑποφέρει πρὸς ἄνθρωπον τελούμενα, εἴχομεν τὸ καθῆκον καὶ τὸ δικαίωμα νὰ παρεμβῶμεν ὑπὲρ τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου, διότι ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου ἐκύρωσε τὰ προνόμια τῆς Κρήτης κλπ.» Ἐρωτῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ποίαν παρέμβασιν ἔκαμεν ὑπὲρ τῶν προνομίων τῆς Κρήτης, ὅτε μανθάνει, ὅτι ὁ Σακὴρ, καταργήσας αὐτὰ καθ’ ὁλοκληρίαν, ἐκδίδει διατάγματα, ὡς τοῦτο, ὅπερ ἔχω ἀνὰ χεῖρας ἔντυπον, δι’ ὧν κανονίζει τὴν φορολογίαν ἐν Κρήτῃ, μηδόλως λαμβάνων ὑπ’ ὄψει τοὺς νόμους, τοὺς ὑφισταμένους δυνάμει τῶν προνομίων; (ἀναγινώσκει): «Διάταγμα, ἀφορῶν εἰς τὸ περὶ δεκάτης τοῦ ἐλαίου προσωρινὸν φορολογικὸν σύστημα, οὗτινος ἡ καθιέρωσις καθίσταται ἀναγκαία.» Ὁρίζεται δὲ διὰ τῶν δύο στηλῶν τοῦ διατάγματος τούτου ὁ τρόπος τῆς φορολογίας. Δὲν ἐπιθυμῶ ὅμως ν’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς διὰ τῆς μεταδόσεως τοῦ περιεχομένου αὐτοῦ, καὶ ἀναγινώσκω ὑμῖν τὴν χρονολογίαν καὶ τὴν ὑπογραφήν: «Ἐν Χανίοις τῇ πρώτῃ Σεπτεμβρίου 1889. Ὁ ἔκτακτος Στρατιωτικὸς Διοικητὴς καὶ τοποτηρητὴς τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τῆς Κρήτης Σακήρ.» Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὁμιλεῖ περὶ ὑπερασπίσεως καὶ διεκδικήσεως τῶν προνομίων τῆς Κρήτης, ποίαν ἐνέργειαν ἔκαμεν, ἵνα ὑπερασπίσῃ αὐτά, ἔχων μάλιστα πρὸς τοῦτο ἐκ τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου τὸ δικαίωμα; Τελευτῶν, ἀπευθύνω καὶ τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: Ἐὰν ἐν Κρήτῃ ἐγένετο διαρπαγὴ περιουσιῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων καὶ ἐὰν ὑπάρχωσιν αὐτόθι καὶ νῦν ἔτι ἐν ταῖς φυλακαῖς Ἕλληνες ὑπήκοοι. Ἐγώ, κατὰ θετικὰς πληροφορίας, γνωρίζω ὅτι ὑπάρχουσιν οἱ ἑξῆς: Ἐν Κισσάμῳ μὲν ὁ Π. Δεικτάκης, δήμαρχος Μεσογείων, (δύναται δὲ, καθὼς γνωρίζετε, καὶ Ἕλλην ὑπήκοος νὰ ἐκλεχθῇ Δήμαρχος ἐν Κρήτῃ) καὶ Ἀνδρέας Γερανιώτης, εἰρηνοδίκης. Ἐν Ἀποκορώνῳ δὲ ὁ Νικόλαος Σκανδαλάκης, διατελέσας ὑποψήφιος Βουλευτής, κτηματίας, καὶ Ἀνδρέας Γεωργιλᾶς κτηματίας. Ἐπίσης γνωρίζω, ὅτι διηρπάγησαν αἱ περιουσίαι τῶν Λεωνίδα Τζωρτζάκη καὶ Βαμβακᾶ. Ἅπαντες οὗτοι εἶναι Ἕλληνες ὑπήκοοι. Ὁ Ἕλλην Πρόξενος ἐν Χανίοις, ὅστις, κατὰ τοὺς ἐπαίνους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τόσον ἐπιτυχῶς καὶ τόσον καλῶς ἐξετέλεσε τὴν ἐκεῖ ἀποστολήν του καὶ τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως, ἐμερίμνησε περὶ τῆς σωτηρίας τῆς περιουσίας καὶ τῆς ζωῆς, καὶ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τῶν Ἑλλήνων τούτων ὑπηκόων; Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ διπλωματικός τις λόγος, ὅστις νὰ ἐμποδίζῃ τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τοῦ νὰ δώσῃ πληροφορίας, παρακαλῶ αὐτὴν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν καὶ περὶ τοῦ ἑξῆς: Ἐὰν τὸ «Πανελλήνιον», ἀτμόπλοιον τῆς ἐν Σύρῳ Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας, ὅπερ ἔπλευσεν εἰς Κρήτην καὶ παρέλαβεν ἐκεῖθεν τοὺς τελευταίους ἀπομείναντας 192 ἐκ τῶν λογάδων Κρητῶν, ἐστάλη ἐκεῖσε ἐν γνώσει ἢ τῇ διαταγῇ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. (Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Μποῦτος).
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κοντογούρης ἔχει τὸν λόγον.
§13ΤΙΝΕΣ. Μικρὰν διακοπὴν, κύριε Πρόεδρε, παρακαλοῦμεν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ πέντε λεπτά. (Μετὰ διακοπὴν 20 λεπτῶν ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις).
§15ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ὀλίγα θὰ εἴπω περὶ Κρήτης, θὰ εἴπω μάλιστα ὀλίγιστα, τὸ μὲν, διότι οὐδὲν ἔχω νὰ προσθέσω, μετὰ τὰς ἐμβριθεστάτας καὶ ἀναλυτικωτάτας ἀγορεύσεις τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἵτινες οὐδὲν παρέλειψαν ἐκ τῶν χρησίμων, ὅπως πιστοποιηθῇ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον κακῶς καὶ ἐπιζημίως ἐπολιτεύθη ἐν τῷ ζητήματι τῆς Κρήτης, τὸ δὲ, διότι ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ μόνη, ἥτις ἠκούσθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, μεθ’ ἣν νεκρικὴ σιγὴ κατέλαβε καὶ τοὺς κ. Ὑπουργοὺς καὶ τὴν Συμπολίτευσιν, μοὶ δίδει ἀφορμὴν νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς ἄλλας τινὰς σκέψεις περὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Περὶ πολλῶν ὡμίλησε χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργός: περὶ Ἑλληνισμοῦ, περὶ προπαρασκευῆς καὶ συντάξεως τῆς χώρας περὶ ἐλέγχου κοινοβουλευτικοῦ, περὶ τῶν σχέσεων τῆς πλειονοψηφίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, περὶ προόδου, ἀναπτύξεως καὶ ὁσημέραι βελτιώσεως τῆς χώρας, καὶ κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα ζητῶν ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Ἀλλὰ περὶ Κρήτης τὶ σᾶς εἶπεν; Ἀπολύτως οὐδέν! Ἠρνήθη τὰ πάντα. Ἠρκέσθη μόνον νὰ δηλώσῃ ἐπισήμως, ὅτι τὰ προνόμια τῆς μεγαλονήσου ἀνακαλοῦνται, εἰ μὴ ἀνεκλήθησαν ἤδη. Ὁ ἔντιμος ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ζητεῖ νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν πεπραγμένων, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τεχνηέντως ἀποφεύγων αὐτὸν, μεταβάλλει τὸ ζήτημα εἰς ζήτημα ἀριθμῶν. Ἀλλά, κύριε Πρωθυπουργὲ, εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν λύονται διὰ τῶν ἀριθμῶν. Οὔτε εἶναι ἁρμοδία ἡ παροῦσα Βουλὴ νὰ ἀμνηστεύσῃ τὸ παρελθόν σας καὶ νὰ σᾶς περιβάλῃ μὲ ἀπόλυτον πληρεξουσιότητα διὰ τὸ μέλλον. Ἡ Βουλὴ εἶναι καταδεδικασμένη ἐν τῇ συνειδήσει τῶν ἐκλογέων. Καὶ ὅταν λέγω Βουλήν, ἐννοῶ τὴν πλειονοψηφίαν αὐτῆς. Ἡ ἐν τῇ Βουλῇ πλειονοψηφία δὲν ἀντιπροσωπεύει πλέον εἰμὴ τὰς ἰδίας τῶν ἀτόμων γνώμας. Οἱ κύριοι τῆς πλειονοψηφίας εἶναι τύπῳ μὲν Βουλευταί, οὐχὶ δὲ καὶ κατ’ οὐσίαν. Καὶ θέλετε μὲ τοιαύτην πλειονοψηφίαν νὰ λύσητε ζητήματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Προερχόμενος ἐκ τῶν σπλάγχνων τοῦ λαοῦ καὶ τὸ πρῶτον νῦν ἐμφανιζόμενος ἐνώπιον ὑμῶν, μετὰ πάροδον τριῶν ἐνιαυτῶν, ἔχω καὶ τὴν εἰδικὴν ταύτην ἐντολήν, νὰ καταγγείλω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν εἰκονικότητα τῆς πλειονοψηφίας. Θέλετε νὰ μάθητε τί φρονεῖ ὁ τόπος περὶ ὑμῶν, τί φρονεῖ περὶ τῶν μεγαλαυχιῶν σας καὶ περὶ τῆς πολιτικῆς σας; διαλύσατε τὴν Βουλήν. Ὁ τόπος ἀπηύδησε. Ἐὰν δὲν δύνασθε, εἴτε λόγῳ προσωπικῶν διαθέσεων, εἴτε λόγῳ ἀνικανότητος καὶ ἀνεπαρκείας, νὰ ἐργασθῆτε πλέον ὑπὲρ αὐτοῦ, ἐκπληρώσατε τοὐλάχιστον τὸ στοιχειωδέστερον τῶν καθηκόντων σας, ἐρωτήσατέ τον, πῶς θέλει νὰ κυβερνηθῇ. Ἐστὲ δὲ βέβαιοι, ὅτι, κατερχόμενος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐν τῷ προσεχεῖ ἀγῶνι, καὶ χειραγωγούμενος ὑπὸ πολιτευτῶν πονούντων αὐτὸν, ἐν καθαροῖς συνδυασμοῖς ἀντιπολιτεύσεως, θέλει ἐκδηλώσει μετὰ παῤῥησίας τὸ φρόνημά του καὶ καθοδηγήσει καὶ ὑμᾶς καὶ τὸ Στέμμα εἰς τὴν μέλλουσαν πορείαν σας. Μὴ ζητῆτε λοιπὸν ἤδη ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ἥτις δὲν ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἐξαγνίσῃ. Ἀλλ’ ἀπολογηθῆτε πρὸς τὸ Ἔθνος, πῶς διεχειρίσθητε τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης, αὐτὸ καὶ μόνον τὸ ζήτημα, καὶ ἀφήσατε τὸν Ἑλληνισμὸν, εἰς τὴν ἱερότητα τοῦ ὁποίου δὲν εἶσθε ἄξιοι νὰ ὑψωθῆτε. Ἡ Κρήτη ἡττήθη. Τὸ εἴπετε σεῖς πρό τινων ἡμερῶν πρὸς αὐτοὺς τοὺς Κρῆτας· ἡττήθη, εἴπετε, καὶ πρέπει νὰ ὑποστῶμεν τὰς συνεπείας τῆς ἥττης. Καὶ θὰ τὰς ὑποστῶμεν μετὰ καρτερίας, εἴπετε, ὡς ἡ Ῥωσσία ἐν ἔτει 1854, ἥτις ἐπεφυλάχθη νὰ λάβῃ ἐκδίκησιν, συντασσομένη καὶ ἐξοπλιζομένη, ὡς καὶ τὸ ἔπραξε. Καὶ ἡμεῖς, εἴπετε, θὰ συνταχθῶμεν, θὰ παρασκευάσωμεν τὸν στόλον μας καὶ ἐν καταλλήλῳ ὥρᾳ θὰ πυρπολήσωμεν τὸ Αἰγαῖον! Ἀλλὰ τί πρέπει νὰ πάθῃ ἀκόμη ἡ Κρήτη διὰ νὰ συγκινηθῆτε; Τὰ «Ἡμερήσια Νέα», τὸ φιλελληνικώτερον τῶν δημοσίων ὀργάνων τῆς ὑφηλίου, ἐξέφερεν ἐσχάτως κραυγὴν πόνου καὶ στοργῆς πρὸς τὴν Κρήτην, γράψαν: «Δὲν ὑπάρχει Θεὸς εἰς τὸν κόσμον;» Ἐρωτῶ λοιπὸν καὶ ἐγώ: δὲν ὑπάρχει Θεὸς ἐν Ἑλλάδι; Δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ζητήσωμεν λόγον, διατὶ δὲν ἐπολεμήσατε ἐν Κρήτῃ. Θέλομεν ὅμως νὰ ἐλέγξωμεν δι’ ὅ,τι κακὸν ἐπράξατε καὶ ὅ,τι καλὸν παραλείψατε νὰ πράξητε. Διατὶ ἀνεμίχθητε εἰς τὰ τῆς Κρήτης, ἀφοῦ ἡ πολιτική σας ἦτο ἐκ παντὸς τρόπου εἰρηνική; Διατὶ ν’ ἀπευθύνητε τὴν ἐπίβουλον ἐκείνην διακοίνωσιν, ὡς τὴν ὠνόμασεν ὁ Σαΐτ πασσᾶς, ἐπίβουλον κατὰ τῆς Κρήτης; πῶς ἔσχετε τὴν τόλμην νὰ τρίξητε τοὺς ὀδόντας οὐχὶ πρὸς τὸν Σουλτάνον, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν Εὐρώπην; Δὲν ἦτο ἡ πρᾶξίς σας αὕτη τῆς ἐσχάτης ἀφροσύνης; Ναὶ, ἡ διακοίνωσίς σας πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐπιβουλὴ κατὰ τῆς Κρήτης, διότι ἐχορηγήσατε τῇ Πύλῃ τὴν ἀφορμήν, ἣν ἐξεζήτει, καὶ κατῆλθε πάνοπλος καὶ ἀγρία κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ τῆς μεγαλονήσου, καὶ διέπραξε τὰ αἴσχη, ὧν τὴν εὐθύνην πρωτίστως φέρετε σεῖς. Ταῦτα δὲν λέγω ἐγώ. Τὰ λέγουν οἱ Κρῆτες. Ἰδοὺ τὸ πρὸς τὰς Δυνάμεις ὑπόμνημά των (ἀναγινώσκει): «Ἐν τῷ μεταξὺ ἔνθεν μὲν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐκ παντὸς τρόπου ἐξεβίαζεν ἡμᾶς ν’ ἀπόσχωμεν τῶν ἐνόπλων διαδηλώσεων, ὅπερ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἐγένετο καθ’ ὑπαγόρευσιν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἔνθεν δὲ ὁ Γενικὸς Πρόξενος αὐτῆς προέτρεπεν ἡμᾶς νὰ ὑποδεχθῶμεν καλῶς τὸν λεγόμενον τακτικὸν στρατὸν, ὅπως μὴ προσβληθῇ ἡ φιλοτιμία τοῦ Σουλτάνου, ὅστις ἔχει τὴν ἀγαθὴν πρόθεσιν, ἵνα παραχωρήσῃ τὰ αἰτήματα. Καὶ ἔσχομεν μὲν πολλάκις πικρὰν πεῖραν τοῦ δόλου τῆς Τουρκικῆς Διοικήσεως, ἀλλ’ αἱ παρακλήσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, αἱ προτροπαὶ τῶν Προξένων αὐτῆς, ἡ ζωηρὰ ἡμῶν ἐπιθυμία, ὅπως μὴ γίνωνται σφαγαὶ ἐν Κρήτῃ, ἐν ᾧ ἐν Ἀθήναις τελοῦνται οἱ γάμοι τοῦ Διαδόχου τοῦ Ἑλληνικοῦ Στέμματος μετὰ τῆς ἀδελφῆς κραταιοῦ Αὐτοκράτορος, καὶ ἡ παρουσία τοῦ Σακὴρ, ἀνδρὸς, ὡς ἐνομίζομεν, ἀνατραφέντος ἐν Εὐρώπῃ καὶ διδαχθέντος νὰ ἐκτελῇ ἐντίμως τὰς ὑποσχέσεις αὐτοῦ, πάντα λέγομεν ταῦτα ἔπεισαν ἡμᾶς, ὅπως, ὑπακούσαντες εἰς τὰς συμβουλὰς, μὴ διακωλύσωμεν τὴν εἴσοδον τῶν τουρκικῶν στρατευμάτων εἰς τὰς ἡμετέρας ἐπαρχίας.» Καὶ ἐν τῇ πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορᾷ των γράφουσι τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Καὶ ἠδύνατο μὲν ἡ Ἑλληνικὴ ἡμῶν πατρὶς, ὑπερτριπλασίαν πρὸ εἰκοσαετίας πεζικὴν δύναμιν μετὰ στόλου ἰσχυροῦ ἀψηφίσασα, ν’ ἀντιμετωπίσῃ πάνυ εὐθαρσῶς τὴν τουρκικὴν ὑπεροπλίαν, ἀλλ’ ἔνθεν μὲν τὸ ἀνεφοδίαστον ἡμῶν, ἔνθεν δὲ οὐ μόνον αἱ ἐπίμονοι τοῦ Γενικοῦ τῆς Ἑλλάδος Προξένου ἀποτροπαὶ καὶ παραινέσεις, ὅπως μὴ διακυβεύσωμεν ἕτερα ὕψιστα συμφέροντα τοῦ Ἔθνους ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ αἱ παρακελεύσεις αὐτοῦ μετὰ τῶν λοιπῶν Προξένων τῶν Εὐρωπαϊκῶν Χριστιανικῶν Δυνάμεων εἰς τὸ νὰ διαλυθῶμεν ἄπρακτοι καὶ νὰ δεχθῶμεν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τὸν στρατὸν, μεταβαίνοντα, καθὰ ἔλεγον, πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς συγκοινωνίας καὶ τάξεως, εἰσακουσθέντα ταῦτα καὶ ἐκτελεσθέντα, περιήγαγον εἰς δεινοτάτην κατάστασιν.» Διατὶ ὁ κ. Τρικούπης τηλεγραφεῖ πρὸς τὸν Ἕλληνα Πρόξενον νὰ παρακωλύσῃ τὸ κήρυγμα τῆς ἑνώσεως ὑπὸ τῆς Ἐπαναστατικῆς Συνελεύσεως; (ἀναγινώσκει): «Ἐκεῖ δὲ ἔμελον νὰ προσέλθωσι καὶ οἱ ἐπίτροποι ἁπασῶν τῶν ἐπαρχιῶν τῆς νήσου, καὶ ἐκεῖ, ὑπὸ τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν, θὰ ἐκήρυττον τὴν ἕνωσιν. Ἡ σοβαρὰ αὕτη ἀπόφασις ἀνηγγέλθη τότε εἰς τὸν Ἕλληνα Πρόξενον, οὗτος δὲ ἤρχισε διαμαρτυρόμενος καὶ προτρέπων τοὺς ἐπαναστάτας, νὰ μὴ προβῶσιν εἰς τοιοῦτο κίνημα, τουτέστι νὰ μὴ κηρύξωσι τὴν ἕνωσιν. Μετὰ δύο ἡμέρας ὁ κ. Γρυπάρης, καλέσας τὸν κ. Ἰω. Κριάρην, ἐπέδειξεν αὐτῷ τηλεγράφημα, φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Τρικούπη, ὅστις ἔλεγεν ὅτι: «Ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως δὲν μεταβάλλεται, οἱανδήποτε ἀπόφασιν καὶ ἂν ἤθελον λάβει οἱ Κρῆτες.» Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθη εἰς τοῦτο ἡ Κυβέρνησις· ἐθεώρησε καθῆκον αὐτῆς καὶ νὰ συνδράμῃ τὸν Σακὴρ πασσᾶν. Τί δὲ ἐπρόκειτο νὰ πράξῃ ὁ Σακὴρ πασσᾶς, συντρεχόμενος καὶ χειραγωγούμενος ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν κατάληψιν τῶν στρατηγικῶν σημείων τῆς Κρήτης; τὸ λέγει ἡ ἐγκύκλιος τοῦ Σαΐτ πασσᾶ, καὶ τὸ ἐγνώριζεν ἡ Κυβέρνησις. Ἐπρόκειτο νὰ διαπράξῃ τὰ ὄργια ἐκεῖνα, δι’ ἃ ὀφείλει νὰ καλύπτῃ τὸ πρόσωπον ἡ πεπολιτισμένη Εὐρώπη. Τὰ κατόπιν συμβάντα τὰ γνωρίζομεν. Μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἡ Τουρκία καὶ οἱ πασσάδες μήτε τὸ ὄνομά των ἠδύναντο νὰ εἴπωσι, φοβούμενοι τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλ’ ὅτε εἶδον καὶ ἐβεβαιώθησαν, ὅτι ἡ ἐπίσημος Ἑλλὰς εἶναι ὁ σύμμαχός των, τότε ἐθρασύνθησαν, τότε ὁ Σακὴρ ἐκήρυξε τὸν στρατιωτικὸν νόμον, τότε διέταξε τὴν γενικὴν σφαγήν, τὰς συλλήψεις, τὰς καταδίκας, τὰς ἐξορίας, τὰς ἀτιμώσεις, τοὺς ἐμπρησμούς, τὰς βεβηλώσεις τῶν ἱερῶν ναῶν, καὶ τὴν διαρπαγὴν τῆς περιουσίας, παιανιζούσης τῆς μουσικῆς. Τίς λοιπὸν ὁ νεκροθάπτης τῆς Κρήτης; Ποῦ ἡ ἠθικὴ πίστις, ἡ μόνη ἰσχύς, καθ’ ἣν πᾶσα Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος ὀφείλει νὰ πολιτεύηται ἐν ταῖς ὑπὸ δουλείαν Ἑλληνικαῖς χώραις; Ἐνῷ δὲ, Κύριοι, ταῦτα προβάλλει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἱκανὰ νὰ συνταράξωσι καὶ τὴν μᾶλλον ἀναισθητοῦσαν καρδίαν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, παρακάμπτων τὸ ζήτημα, ἀναλαμβάνει τὸ παλαιὸν ἦθος διδασκάλου πατριώτου, καὶ ἀρνούμενος εἰς ἡμᾶς τὸν πατριωτισμόν, καὶ τὴν ἱερὰν φλόγα, ἥτις κατὰ ταύτην τὴν στιγμὴν θερμαίνει τὰ στήθη μας, μᾶς ἐλέγχει, ὅτι δὲν τὸν ἐρωτήσαμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σκέπτεται νὰ πράξῃ εἰς τὸ μετ’ ὀλίγον μέλλον περὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ καθ’ ὅλου, ἀλλὰ χανόμεθα εἰς θέματα ἀνάξια προσοχῆς. Μὴ βιάζεσθε, κύριε Πρωθυπουργέ. Ἡ Ἑλλὰς, διὰ τῆς ἐθνικῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἰς ἣν καὶ μόνην ἐλπίζει, θέλει σᾶς ἐρωτήσει περὶ πολλῶν. Θὰ σᾶς ἐρωτήσῃ οὐ μόνον τί ἐκάματε τὸ χρῆμα τοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον ἀσπλάγχνως καὶ ἀπανθρώπως συλλέξαντες εἰσηγάγετε εἰς τὰ δημόσια ταμεῖά σας, ἀλλὰ καὶ ποῖον ἀντισήκωμα ἐχορηγήσατε εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Θὰ σᾶς ἐρωτήσῃ περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας τῆς χώρας, ἥτις ἐξέλιπε σχεδὸν ἀπὸ τὸν τόπον τοῦτον ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας, περὶ τῆς δικαιοσύνης, περὶ στρατοῦ καὶ ναυτικοῦ, δι’ ὃ δαπανᾶτε περὶ τὰ 23 ἑκατομμύρια ἄνευ σκοποῦ καὶ ἄνευ ἀποτελέσματος, καὶ περὶ τόσων ἄλλων θεμάτων, ἀξίων τῆς μελέτης τῶν εὐσυνειδήτων ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους. Θὰ σᾶς ἐρωτήσῃ καὶ περὶ τῶν καρπῶν, οὓς ἐδρέψατε ἐκ τῆς εὐρείας περιφερείας, καὶ μετὰ ταῦτα θὰ σᾶς ἐρωτήσῃ: Ὑπάρχει Κοινοβούλιον; ὑπάρχει Κυβέρνησις; ὑπάρχει Ἑλλάς; Ἀλλὰ πρὸ τούτων ἔχετε καθῆκον, κύριοι Βουλευταὶ τῆς πλειονοψηφίας, ἐκπληροῦντες εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά σας, κατὰ τὸν ὅρκον, ὃν ἐδώσατε, πρὶν δώσητε ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, νὰ ἐξαναγκάσητε τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις θέλει νὰ σᾶς καταστήσῃ συνενόχους, νὰ παύσῃ περιφρονοῦσα ὑμᾶς, καὶ νὰ σπεύσῃ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς αἰτιάσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐξηγοῦσα λεπτομερῶς τὰ κατὰ τὴν Κρήτην, ἐκθέτουσα καὶ ἀναλύουσα τὰ πάντα, ἀφοῦ τὸ ζήτημα ἔληξεν ἤδη, διότι χθὲς σᾶς ἀνέπτυξεν, ὅτι τόγε νῦν ἔχον ἡ πολιτική της συνίσταται εἰς ἐγκαρτέρησιν καὶ καιροφύλαξιν. Προσέξατε, κύριοι Βουλευταί! Σταματήσατε ἕως ἐδῶ τὴν τυφλὴν ὑπακοήν. Ἀναλογισθῆτε, ὅτι αὔριον θέλετε δώσει εὐθύνας βαρυτάτας, τὰς ὁποίας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν εἶναι διατεθειμένος νὰ μὴ ζητήσῃ, καὶ μὴ θελήσητε νὰ διακυβεύσητε ὕψιστα ἐθνικὰ συμφέροντα χάριν πινακίου φακῆς, ἡ ὁποία χωνεύεται καὶ δὲν ἀφίνει, εἰμὴ τὸ στίγμα, ἀπὸ τοῦ ὁποίου πᾶς φιλότιμος Ἀντιπρόσωπος ὀφείλει ν’ ἀπέχῃ, ἐνθυμούμενος ὅτι ἡ Κρήτη ζητεῖ παρ’ ἡμῶν νὰ μάθῃ, ἂν δύναται εὐλόγως νὰ στηρίζηται ἐπὶ τῆς συμπαθείας καὶ τῆς ἀγάπης τῆς μητρὸς Ἑλλάδος. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμιλήσῃ.
§17ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂς ἀναβάλωμεν τὸ ζήτημα δι’ αὔριον. Θὰ ὁμιλήσουν καὶ ἄλλοι.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Προτείνεται ἡ ἀναβολή.
§19ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν προτείνεται ἡ ἀναβολή· ζητοῦμεν τὴν ἀναβολὴν, ζητοῦμεν ν’ ἀποφασίσῃ ὁμοφώνως ἡ Βουλὴ περὶ τούτου, διότι αὔριον τελειώνει πλέον ἡ συζήτησις· ὀλίγοι ἔχουν νὰ ὁμιλήσουν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν πρόκηται νὰ τελειώσῃ αὔριον ἡ συζήτησις, ἂς ἀναβάλωμεν.
§22ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ ἠξεύρομεν, ἂν θὰ τελειώσῃ αὔριον τὸ ζήτημα.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;
§24ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης καὶ ἡ κατάστασις, εἰς ἣν περιῆλθε σήμερον ἓν τῶν κυριωτέρων Ἑλληνικῶν κέντρων, εἶναι βεβαίως ἀποτέλεσμα τῆς γενικῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως· εἰς τοῦτο δὲν διαφωνοῦμεν μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, παραδεχόμεθα δὲ, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο εἶναι ἐκ τῶν σημαντικωτέρων καὶ οἰκτροτέρων τῆς πολιτικῆς αὐτῆς. Ἀπὸ τῆς ἐπανόδου της εἰς τὴν ἐξουσίαν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἔλαβεν ὡς βάσιν τῆς ἐξωτερικῆς αὑτῆς πολιτικῆς τὴν εἰλικρινῆ συνεννόησιν μετὰ τῆς Τουρκικῆς Αὐτοκρατορίας. Τὴν πολιτικὴν ταύτην ἡμεῖς δὲν ἐπολεμήσαμεν. Ἐπολεμήσαμεν τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἐπολεμήσαμεν τὴν στρατιωτικὴν καὶ τὴν διοικητικὴν αὐτῆς πολιτικὴν, τὴν ἐξωτερικὴν ὅμως αὐτῆς πολιτικὴν οὐδέποτε συνεζητήσαμεν ἐν ταῖς γενικαῖς αὐτῆς βάσεσι. Πολλοὶ ἐξ ἡμῶν ἐπίστευον καὶ πιστεύουσιν, ὅτι εἰλικρινὴς καὶ πραγματικὴ συνεννόησις μετὰ τῆς Τουρκίας δύναται νὰ ᾖ ἐπωφελὴς εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα διαιροῦσι τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τῆς Τουρκικῆς, πολλοὶ θεωροῦσιν ὡς προερχόμενα οὐχὶ ἐκ σκέψεων στηριζομένων ἐπὶ τῶν καλῶς ἐννοουμένων συμφερόντων τῆς Τουρκίας, ἀλλ’ ἐξ ἐσφαλμένων προλήψεων· πιστεύουσι δ’ ὅτι δι’ εἰλικρινοῦς συνεννοήσεως δύνανται νὰ πολεμηθῶσιν αἱ προλήψεις αὗται καὶ ἐπιτευχθῇ λύσις καὶ διαχείρισις τῶν διαφόρων ζητημάτων συνᾴδουσα μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ μὲ τὰ καλῶς ἐννοούμενα συμφέροντα τῆς Τουρκίας. Ἀλλὰ πολιτικὴ δὲν εἶναι ἡ ἐπαγγελία ἀπολύτου τινὸς ἰδέας ἢ γενικῆς τινος ἀρχῆς. Πολιτικὴ εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ τῆς τοιαύτης ἰδέας ἐν ταῖς λεπτομερείαις καὶ ἐν τῇ ἀνελίξει αὐτῆς. Τὴν θεμελιώδη δ’ ἰδέαν τῆς πολιτικῆς αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις ἐφήρμοσε κάκιστα διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ μετ’ ἀσυγγνώστου ἀνεπιτηδειότητος. Ἀγνοοῦσα τὰς σκέψεις τῶν διεπόντων τὴν Τουρκικὴν Αὐτοκρατορίαν, δὲν ἠθέλησε νὰ μάθῃ ταύτας καὶ νὰ ἐμφορηθῇ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς αὑτῆς ἐξ αὐτῶν καὶ τοῦ στερεοτύπου, δύναμαι εἰπεῖν, συστήματος, ὅπερ ἐφαρμόζεται εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν διαφόρων ζητημάτων ἐν Τουρκίᾳ. Ἀγνοοῦσα τὴν πολιτικὴν καὶ κοινωνικὴν κατάστασιν καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας τῶν διαφόρων λαῶν, τῶν κατοικούντων τὰς ὑπὸ τὴν Τουρκίαν Ἑλληνικὰς χώρας, δὲν ἠθέλησε ποτὲ νὰ μελετήσῃ ταῦτα, καὶ νὰ ὁδηγηθῇ ἐξ αὐτῶν εἰς τὴν πορείαν αὑτῆς. Ἐφήρμοσε καὶ ἐν τῇ ἐξωτερικῇ αὑτῆς πολιτικῇ τὰς αὐτὰς σκέψεις καὶ ἀρχὰς, ἃς ἐφαρμόζει ἐν τῇ ἐσωτερικῇ αὑτῆς πορείᾳ, καὶ τὰς ὑποθέσεις καὶ τὰ συμφέροντα τῶν ὑπὸ τὴν Τουρκίαν Ἑλληνικῶν λαῶν διεχειρίσθη καθ’ ὃν τρόπον διαχειρίζεται τὰς ὑποθέσεις καὶ τὰ συμφέροντα τῶν ἐπαρχιῶν καὶ τῶν δήμων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Ὅπως ἐνταῦθα, οὕτω καὶ ἐκεῖ, ἐπεδίωξε νὰ δεσπόσῃ τῶν Ἑλληνικῶν κέντρων δι’ ἀμέσου φατριαστικῆς καὶ κομματικῆς ἐπεμβάσεως εἰς τὰ συμφέροντα καὶ τὰς ὑποθέσεις αὐτῶν. Πνεῦμα φατριασμοῦ ὡδήγησε τὴν πορείαν αὐτῆς ἐν τῷ κυριωτέρῳ Ἑλληνικῷ κέντρῳ, ἐν τοῖς Πατριαρχείοις Κωνσταντινουπόλεως. Ἐκεῖ, ὅπου ἀπ’ αἰώνων ἡ ὑψηλοτέρα ἰδέα τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐξήσκει μέγα γόητρον καὶ ἐπιῤῥοὴν, ἔπαυσε νὰ ἐξασκῇ τοιαύτην, ἀντικατασταθεῖσα διὰ τῆς ἰδέας τοῦ κόμματος, τοῦ κατέχοντος τὴν ἐξουσίαν ἐν Ἑλλάδι, καὶ συγχωνευθεῖσα ἐν ταῖς τοπικαῖς διαμάχαις. Ἡ τοιαύτη δὲ πορεία τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως συνετέλεσεν, ὅπως ἡ κατάστασις τῶν Πατριαρχείων ἀπὸ στενοχώρου μεταβληθῇ εἰς ἀθλίαν, καὶ ἐγένετο ἀφορμὴ, ὅπως καταστραφῶσι προνόμια, ἀπὸ τῆς κατακτήσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀνήκοντα εἰς αὐτὰ καὶ συντελέσαντα εἰς τὴν διατήρησιν τοῦ ἐθνισμοῦ ἡμῶν. Τὴν αὐτὴν πορείαν ἠκολούθησε καὶ ἐν Μακεδονίᾳ, ὅπου ὁ Ἑλληνισμὸς παλαίει κατ’ ἰσχυρῶν ἐχθρῶν. Ἀντὶ νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν συμφερόντων, εἰργάσθη καὶ ἐκεῖ ὑπὲρ φατριῶν καὶ κομμάτων. Ἡ πορεία δ’ αὐτῆς ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐξασθένησιν πλείστων Ἑλληνικῶν κέντρων καὶ τὴν καταστροφὴν τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν πολαῖς χώραις τῆς Μακεδονίας, ὅπου αὐτὸς πρὸ δεκαετίας ἀκόμη ἴσχυε καὶ ἐπεκράτει. Τὴν αὐτὴν εὑρίσκομεν πορευομένην ὁδὸν τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν εἰς πάντα τὰ σπουδαῖα Ἑλληνικὰ κέντρα. Εἶναι φυσικὸν ἐν τοῖς κέντροις τούτοις νὰ ὑπάρχωσι κόμματα καὶ διαφωνίαι μεταξὺ τῶν μελῶν αὐτῶν περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν τοπικῶν αὐτῶν πραγμάτων. Πανταχοῦ ὅμως συνενόνει τὰ μέλη ταῦτα ἡ ὑψηλοτέρα ἰδέα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἱσταμένη ἄνω τῶν διαιρέσεων καὶ ἐμφορουμένη ὑπὸ μόνου τοῦ ἐθνικοῦ αἰσθήματος· ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ ἠδύνατο νὰ εὕρῃ πεδίον συνεννοήσεως καὶ καλῶν σχέσεων μετὰ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἠδύνατο δ’ οὕτω νὰ περιστείλῃ τὰς τοπικὰς διαιρέσεις καὶ ὑποστηρίξῃ τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν πρόοδον τῶν Ἑλληνικῶν κοινοτήτων διὰ τῆς ἰδίας αὐτῶν δράσεως, ὑποστηριζομένης ἀμέσως ἢ ἐμμέσως διὰ τῆς μετὰ τῆς Τουρκίας συνεννοήσεως. Ἀντὶ ὅμως τῆς πορείας ταύτης ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπροτίμησε τὴν ἄμεσον ἐπέμβασιν εἰς τὰς ὑποθέσεις τῶν Ἑλληνικῶν κέντρων, καὶ ἠθέλησε νὰ δεσπόσῃ αὐτῶν, κατερχομένη εἰς τοὺς κομματικοὺς αὐτῶν ἀγῶνας καὶ ὑποστηρίζουσα ἴδια αὐτῆς κόμματα. Ἀνεξαρτήτως τῆς εἰς τὴν δράσιν τῶν Ἑλληνικῶν κοινοτήτων προξενουμένης βλάβης, τοιαύτη πορεία τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως κατέστησεν ἀδύνατον τὴν συνεννόησιν μετὰ τῆς Τουρκίας, διότι παρέστησε τὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος ὡς πολιτικὴν ἐπεμβάσεως εἰς τὰς ἐσωτερικὰς ὑποθέσεις τῆς Τουρκίας καὶ οὐχὶ ὡς πολιτικὴν συνεννοήσεως ἐπωφελοῦς καὶ εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ εἰς τὴν Τουρκικὴν Αὐτοκρατορίαν. Τοιαύτην πολιτικὴν ἐφήρμοσεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐν Κρήτῃ. Ὑπῆρχε καὶ ἐκεῖ διαίρεσις δυστυχῶς τῶν Χριστιανῶν. Ἡ δὲ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀντὶ νὰ σταθῇ ἄνω τῆς διαιρέσεως ταύτης καὶ νὰ χειραγωγῇ τὴν διαχείρισιν τῶν τοπικῶν πραγμάτων κατὰ τρόπον συντελοῦντα εἰς τὴν βαθμιαίαν ἀνάπτυξιν καὶ βελτίωσιν τοῦ πολιτεύματος τῆς Κρήτης, κατῆλθεν εἰς τὴν κομματικὴν πάλην καὶ παρέσχε τὴν ἠθικὴν ὑποστήριξίν της εἰς ἓν ἐκ τῶν κομμάτων, θελήσασα οὕτω νὰ δεσπόσῃ καὶ ἐν Κρήτῃ, ἀντὶ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ὁμαλὴν βελτίωσιν τοῦ πολιτεύματος αὐτῆς. Οὕτω δ’ ἐνεργοῦσα, ἐλησμόνησεν ὅτι ἐν Κρήτῃ, ἐκτὸς τῶν δύο χριστιανικῶν κομμάτων, ὑπάρχει καὶ ἕτερον, τὸ τῶν Μουσουλμάνων, βαρέως φέρον τὸ πολίτευμα τῆς Κρήτης, ὅπερ ἀφήρεσεν ἐξ αὐτῶν τὴν ἀποκλειστικὴν ὑπεροχὴν καὶ ἐξουσίαν, ἣν ἐξήσκει πρότερον. Πρὸς ὑποστήριξιν δὲ τοῦ κόμματος, τοῦ χαίροντος τὰς συμπαθείας τῆς Κυβερνήσεως, ὅπερ, ἀπολέσαν τὴν πλειονοψηφίαν, δὲν ἠθέλησε νὰ πολιτευθῇ ἐν μειονοψηφίᾳ, ἀλλ’ ἐζήτησε διὰ παντὸς μέσου ν’ ἀνακτήσῃ ὅ,τι ἀπώλεσεν, ἐγένετο χρῆσις πολλῶν τεχνασμάτων καὶ αὐτῆς ἀκόμη τῆς ἐθνικῆς ἰδέας, διὰ προτάσεως ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι γνωστὸν τὸ τέχνασμα τοῦτο, οὗτινος τοσάκις γίνεται καὶ ἐνταῦθα χρῆσις παρὰ τῆς Κυβερνήσεως χάριν κομματικῶν συμφερόντων. Ὅπως δὲ συμβαίνει καὶ ἐδῶ, οὕτως ἐγένετο καὶ ἐν Κρήτῃ. Ἡ ἐθνικὴ ἰδέα, ἥτις ἠλέκτρισε τὸν Κρητικὸν λαὸν, ἐγκατελείφθη, ἅμα ἐθεωρήθη ὡς ἐκπληρώσασα τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἐγένετο χρῆσις αὐτῆς, ἐπανελήφθη δὲ ὁ κομματικὸς σκοπὸς, ὁ ἀρχικῶς ἐπιδιωκόμενος διὰ τῶν ἀπευθυνθεισῶν πρὸς τὴν Τουρκίαν αἰτήσεων διαλύσεως τῆς Κρητικῆς Βουλῆς, ἀνακλήσεως τοῦ Διοικητοῦ κτλ. Ἦτο ἐπιτηδεία ὑπὸ κομματικὴν ἔποψιν ἡ πορεία αὕτη καὶ ἤθελεν ἐπιτύχει, ἂν ἐν Κρήτῃ δὲν ὑπῆρχον, εἰμὴ δύο μόνον κόμματα. Ἀπόδειξις ἡ ἀποστολὴ τοῦ Μαχμοὺτ Δζελαλεδὶν πασσᾶ, ὅστις ἀπεστάλη ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, ἵνα διὰ παραχωρήσεων πρὸς τοὺς Κρῆτας προλάβῃ πᾶσαν διατάραξιν τῆς τάξεως, ὡς ἔπραξε τοῦτο καὶ πρὸ δύο περίπου ἐτῶν. Δυστυχῶς ὑπῆρχεν ἐν Κρήτῃ καὶ ἕτερον κόμμα, τὸ τῶν Μουσουλμάνων, καραδοκοῦν τὰς περιστάσεις καὶ προσπαθοῦν νὰ εὕρῃ εὐνοϊκὰς τοιαύτας, ὅπως ἐπιδιώξῃ τὴν κατάργησιν τοῦ ἐκεῖ πολιτεύματος, ὅπερ εἶχεν ἀφαιρέσει ἐξ αὐτοῦ τὴν ὑπεροχὴν καὶ τὴν ἐξουσίαν. Οἱ Μουσουλμάνοι ἐθεώρησαν κατάλληλον τὴν περίστασιν, ἵνα ὠθήσωσι τὰ πράγματα πέραν τοῦ σημείου, μέχρι τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ φθάσωσι, καὶ ἤρξαντο τῶν βιαιοπραγιῶν, αἵτινες ἐξήγαγον τὸ ζήτημα τῆς κομματικῆς αὐτοῦ χροιᾶς καὶ τὸ ἔφερον ἐπὶ τοῦ πεδίου τοῦ φυλετισμοῦ καὶ τῆς ἐπαναστάσεως. Ἐξύπνησε τότε ἡ Κυβέρνησις καὶ εἶδεν, ὅτι τὸ ζήτημα ἐξήρχετο τῶν ὁρίων, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἐνόμιζεν ὅτι ἠδύνατο νὰ περιορισθῇ. Ἐν τῇ χαρακτηριζούσῃ δ’ αὐτὴν πεποιθήσει περὶ τοῦ ἀναμαρτήτου αὐτῆς δὲν ἠθέλησε νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ἔσφαλεν εἰς τὴν πορείαν, ἣν ἠκολούθησεν ἐν Κρήτῃ, ἀλλ’ ἐνόμισεν ὅτι διεῖδε μηχανοῤῥαφίας τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ἐπιδιωκούσης τὴν διατάραξιν τῆς τάξεως καὶ τὴν ἐπανάστασιν ἐν Κρήτῃ, ὅπως καταργήσῃ τὸ πολίτευμα αὐτῆς. Οὐδεὶς πολιτικὸς, ἀκολουθῶν μετὰ προσοχῆς τὴν πολιτικὴν τῆς Τουρκίας, δύναται νὰ πιστεύσῃ, ὅτι αὕτη ἔχει συμφέρον νὰ ἐπιδιώξῃ διατάραξιν τῆς τάξεως ἐν οἱᾳδήποτε τῶν ἐπαρχιῶν αὐτῆς. Ἡ Τουρκία γνωρίζει καλῶς, ὅτι πᾶσα τοιαύτη διατάραξις ἔχει πάντοτε ὡς τελικὸν ἀποτέλεσμα τὴν βλάβην τῶν ἰδίων αὐτῆς συμφερόντων καὶ διὰ τοῦτο φροντίζει πάντοτε καὶ διὰ θυσιῶν νὰ προλαμβάνῃ καὶ παρεμποδίζῃ αὐτάς. Πιστεύσασα δὲ, ὅτι ἡ Τουρκία μηχανοῤῥαφεῖ ἐπανάστασιν ἐν Κρήτῃ πρὸς κατάργησιν τῶν προνομίων αὐτῆς, τί ἔπραξεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις; ἐξεσφενδόνισε τὴν ἐγκύκλιον τῆς 7 Αὐγούστου, ἥτις παρώτρυνε τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν νὰ πράξῃ ἀκριβῶς ἐκεῖνο, ὅπερ ὑπώπτευσεν ὅτι αὕτη ἐπιδιώκει διὰ μηχανοῤῥαφιῶν. Ἡ ἐγκύκλιος αὕτη, χαρακτηρίσασα τὴν κατάστασιν τῆς Κρήτης ὡς τεταραγμένην καὶ ἐν ἐπαναστάσει, ἐζήτει ἐκεῖνο, ὅπερ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη ὅτι ἤθελε ν’ ἀποφύγῃ ἡ Ἑλλ. Κυβέρνησις, τὴν διὰ τῶν ὅπλων δηλ. ἐπάνοδον τῆς τάξεως καὶ τὰς ἐκ τοιαύτης ἐνεργείας τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως ἐπερχομένας φυσικὰς συνεπείας. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῆς ἐγκυκλίου ταύτης, διότι ἀρκετὰ εὐγλώττως ἀνέλυσαν αὐτὴν οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες. Ἡ διατάραξις τῆς τάξεως ἐν Κρήτῃ καὶ τὰ ἐπελθόντα ὀδυνηρὰ ἀποτελέσματα δὲν εἶναι βεβαίως ἀποτέλεσμα ἐσκεμμένης ἐνεργείας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ὅμως προϊόν τῆς ἀνεπιτηδειότητος καὶ τῆς κακῆς ἐφαρμογῆς τῆς πολιτικῆς αὐτῆς. Δὲν νομίζω ὅτι ἔχουσιν ὑπόστασιν τὰ διαδοθέντα κατὰ τὴν ἀποστολὴν τῆς ἐγκυκλίου τῆς 7ης Αὐγούστου, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, πιστεύσασα τὴν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔαρ κυκλοφορήσασαν φήμην, ὅτι ἡ Γερμανία ἐπιδιώκει τὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα προσάρτησιν τῆς Κρήτης ὡς προικὸς τοῦ Διαδόχου ἡμῶν, ἠθέλησε νὰ φανῇ καὶ αὐτὴ συντελοῦσα εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἰδέας ταύτης καὶ συμμετάσχῃ τῆς τιμῆς καὶ τοῦ γοήτρου, δι’ οὗ ἤθελον περιβληθῆ οἱ εἰς αὐτὴν συντελέσαντες. Ἡ κατάστασις τῆς Κρήτης εἶναι κυρίως προϊὸν τῆς ἀνεπιτηδειότητος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἀπορεῖ δέ τις πῶς νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν πορείαν καὶ τὴν πολιτικὴν αὐτῆς, ὅταν τὴν ἀκολουθήσῃ ἐν τῇ εὐρυτέρᾳ ἐφαρμογῇ καὶ ἀνελίξει, ἣν ἔλαβεν ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος. Ὑπάρχουσι πολιτικαὶ ἀρχῶν, στηριζόμεναι ἐπὶ προδιαγεγραμμένων σχεδίων, καὶ πολιτικαὶ καιροσκόποι, αἱ ἀκολουθοῦσαι τὰς περιστάσεις καὶ φροντίζουσαι νὰ ὠφελῶνται ἐξ αὐτῶν. Εἰς οὐδεμίαν ἐκ τῶν κατηγοριῶν τούτων δυνάμεθα νὰ κατατάξωμεν τὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν θεωρήσωμεν ὡς ἀκολουθοῦσαν προδιαγεγραμμένον σχέδιον καὶ στηριζομένην ἐπὶ θεμελιώδους τινὸς ἰδέας, διότι ἡ θεμελιώδης αὐτῆς ἰδέα, ἐφ’ ἧς ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ ἡ μετὰ τῆς Τουρκίας συνεννόησις, δὲν ἐπραγματοποιήθη. Δὲν εἶναι πολιτικὴ καιροσκόπος, διότι ἠκολούθησεν ἀκριβῶς πορείαν ἐναντίαν ἐκείνης, ἣν ὑπεδείκνυον αἱ περιστάσεις. Ὅτε ἐν Κρήτῃ ὤφειλε νὰ ἐργασθῇ ἐθνικῶς, εἰργάσθη κομματικῶς. Ὅτε ἐπῆλθε διατάραξις τῆς τάξεως, προκληθεῖσα ὑπὸ τοῦ Μουσουλμανικοῦ πληθυσμοῦ, ἀντὶ, ἐν συνεννοήσει μετὰ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, νὰ προλάβῃ τὴν ἐπέκτασιν αὐτῆς καὶ σώσῃ τὴν Κρήτην ἀπὸ τῆς ἐπελθούσης καταστροφῆς, ἀποσοβήσῃ δὲ πάντα κίνδυνον κατὰ τῶν προνομίων αὐτῆς, τότε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀποστέλλει τὴν ἐγκύκλιον τῆς 7ης Αὐγούστου, ἥτις προὐκάλεσε τὴν στρατιωτικὴν ἐνέργειαν τῆς Τουρκίας καὶ τὰ φυσικὰ αὐτῆς ἀποτελέσματα. Μετὰ τὴν ἀποστολὴν τῆς ἐγκυκλίου ταύτης, ἀντὶ νὰ λάβῃ τὴν ἀξιοπρεπῆ καὶ ἀπειλητικὴν θέσιν, ἣν ἐπέβαλλεν εἰς ἑαυτὴν διὰ τῆς ἐγκυκλίου της, συνειργάσθη μετὰ τοῦ ἀπεσταλμένου τῆς Πύλης, ὅπως ἐνεργηθῶσιν ὅσα ἐξετελέσθησαν ἐκεῖ. Οὐ μόνον δὲν ἠκολούθησε τὴν πορείαν, ἣν αἱ περιστάσεις ὑπεδείκνυον εἰς αὐτὴν, ἀλλ’ ἀπεναντίας εἰργάσθη ἐναντίον αὐτῶν. Καὶ σήμερον δὲ, ἀντὶ, ἐμφορουμένη ἐκ τῆς πραγματικῆς καταστάσεως τῆς Κρήτης, νὰ ἐπιζητήσῃ πορείαν καὶ μέσον δυνάμενον νὰ προλάβῃ πᾶσαν νέαν καταστροφὴν καὶ σώσῃ τὰ προνόμια αὐτῆς, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔρχεται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἀπαγγείλῃ πολιτικὴν τῶν καυχήσεων καὶ τῶν πομπωδῶν λέξεων, τὰς ὁποίας ἐκουράσθη ἡ Βουλὴ καὶ τὸ Ἔθνος, ἀκούοντες καθημερινῶς ἐπαναλαμβανομένας ἐπὶ τῆς ἐσωτερικῆς αὐτῆς πολιτικῆς. Παρωδοῦσα γνωστὰς φράσεις τῆς συγχρόνου ἱστορίας, τὴν «Italia fara dà sé» τῆς Ἰταλίας καὶ τὴν «La Russie se requeille» τῆς Ῥωσσίας, ἐπαγγέλλεται σήμερον, ὅτι θὰ ἀνορθώσῃ τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος, ἣν ἐξακολουθεῖ ἐξαντλοῦσα οἰκονομικῶς, ὅτι θὰ συντάξῃ τὸν στρατὸν ἡμῶν, ὅν διέλυσεν, ὅτι θὰ βελτιώσῃ τὴν διοίκησιν, ἣν παρέλυσε, καὶ ὅτι τοιουτοτρόπως θὰ καταστήσῃ τὴν Ἑλλάδα ἱκανὴν, ἵνα ἄνευ συμμαχιῶν, ἄνευ οὐδεμιᾶς προηγουμένης ὑποχρεώσεως καὶ ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ ἐνεργείας ἐγείρῃ καὶ λύσῃ τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα. Ἀνεπιτηδεία πολιτικὴ, ἀνεπιτηδειοτέρα τῆς μέχρι σήμερον ἐφαρμοζομένης. Ἐλπίζω ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ βλάψῃ τὴν Κρήτην· ἐλπίζω δὲ τοῦτο, οὐχὶ στηριζόμενος εἰς τὰς ἐνεργείας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ διότι πιστεύω ὅτι αὐτὴ ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις, ὁδηγουμένη ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῆς συμφερόντων, δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ἔχῃ ἡφαίστειον ὑποκαῖον ἐν Κρήτῃ, καὶ θὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς Κρῆτας κατὰ τρόπον ἐπαναφέροντα πλήρη τὴν ἡσυχίαν τῆς νήσου. Τοιαύτη δ’ ἡσυχία δυσκόλως θὰ ἐπανέλθῃ ἐν Κρήτῃ, ἐὰν παραβλαφθῶσι τὸ πολίτευμα καὶ τὰ προνόμια αὐτῆς. Φοβοῦμαι ὅμως πολύ, ὅτι ἡ ἀνεπιτηδεία αὕτη πολιτικὴ θὰ φέρῃ ἐπιβλαβῆ ἀποτελέσματα ἐν ἄλλοις Ἑλληνικοῖς κέντροις. Ἕκαστος ἡμῶν αἰσθάνεται πραγματικὴν λύπην, βλέπων ἐπεκτεινόμενον ἐν τῇ ἐξωτερικῇ ἡμῶν πολιτικῇ τὸ εἶδος ἐκεῖνο τῆς ἀσθενείας, ἥτις χαρακτηρίζει τὴν ἐσωτερικὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἕν εἶδος μεγαλομανίας ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, γεννῶσα εἰς τὰ μέλη αὐτῆς τὴν ἰδέαν, ἥτις πολλάκις ἐπανελήφθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι τόσον πλουσία, ὅσον καὶ ἡ Ἰταλία καὶ ἡ Γαλλία, ὅτι ἔχομεν κατ’ ἔτος χρηματικὰ περισσεύματα, ὅτι ἡ διοίκησις ἡμῶν εἶναι ἀρίστη, καὶ ὅτι ὁ στρατὸς ἡμῶν εἶναι κάλλιστα κατηρτισμένος. Ἡ ἀσθένεια αὕτη ἐν τῇ ἐσωτερικῇ ἡμῶν πολιτικῇ βλάπτει βεβαίως τὸν τόπον, ἀλλὰ δὲν θὰ ἦναι ἀδύνατος ἡ ἐπανόρθωσις τῆς τοιαύτης βλάβης, ὅταν ἡ Ἑλλὰς θ’ ἀπαλλαγῇ τῆς τοιαύτης ἀσθενείας. Ἐπεκτεινομένη ὅμως ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς ἡμῶν πολιτικῆς ἡ ἀσθένεια αὕτη, δύναται νὰ φέρῃ βλάβας καὶ καταστροφὰς ἀνεπανορθώτους. Αἱ ἐθνικότητες, αἵτινες πολεμοῦσι τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ ἐπιδιώκουσι τὴν ἀνάπτυξίν των διὰ τῆς καταστροφῆς αὐτοῦ, θὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τῆς μεγαλαύχου πολιτικῆς ἡμῶν. Αἱ ὠφέλειαι, δὲ, ἃς θὰ προσπορισθῶσιν αὗται, αἱ μετὰ τοσαύτης ἐπιτηδειότητος διευθυνόμεναι, ἔσονται ἀνεπανόρθωτοι διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸν Ἑλληνισμὸν ζημίαι. Δὲν ἐλπίζω ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, ἥτις ἄνευ τῆς δεούσης μελέτης καὶ μετ’ ἐλαφρᾶς καρδίας ὑποστηρίζει τὴν ἀσθένειαν ταύτην ἐν τῇ ἐσωτερικῇ πολιτικῇ τῆς Κυβερνήσεως, θὰ θελήσῃ ν’ ἀποδοκιμάσῃ τὴν ἐφαρμογὴν της ἐν τῇ ἐξωτερικῇ αὐτῆς πολιτικῇ. Ἔχω ὅμως πεποίθησιν, ὅτι τὸ Ἔθνος ἐν τῇ συνέσει αὑτοῦ θὰ διΐδῃ τοὺς ἐκ τοιαύτης πολιτικῆς κινδύνους, καὶ δὲν θὰ ἐπηρεασθῇ ἐκ τῶν πομπωδῶν φράσεων, ὧν ἐγνώρισεν ἤδη καλῶς τὴν σημασίαν, καὶ ὅτι θὰ θελήσῃ τὰ συμφέροντα αὑτοῦ, καὶ ἰδίως τὰ ἐξωτερικὰ, νὰ διαῤῥυθμισθῶσι συμφώνως πρὸς τὴν κατάστασιν καὶ τὰς δυνάμεις τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὴν θέσιν αὐτῆς μεταξὺ τῶν ἄλλων Ἐθνῶν. Ἐπὶ τοιούτου ζητήματος καὶ ἐπὶ τοιαύτης ῥιζικῆς μεταβολῆς τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς της ἡ Κυβέρνησις δὲν πρέπει ν’ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν ψῆφον τῆς διὰ τῶν γνωστῶν δεσμῶν συνδεομένης μετ’ αὐτῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τοῦ Ἔθνους, ὅπως γνωρίσωμεν, ἂν θέλῃ τοῦτο ν’ ἀσπασθῇ πορείαν, ἥτις θὰ συντρίψῃ μὲν τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ δυστυχῶς τότε, ὅτε θὰ ἦναι ἴσως ἀργὰ διὰ τὰ τιμαλφέστατα τοῦ Ἑλληνισμοῦ συμφέροντα. (Εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερος τὸν λόγον;
§26ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω δικαιοδοσίαν νὰ διαλύσω τὴν συνεδρίασιν, ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφασίσῃ.
§28ΦΛΕΣΣΑΣ. Ἂς ἀπαντήσῃ καὶ ἐκεῖθέν τις.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ζητεῖ τὸν λόγον.
§30Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ ζητῶ τὸν λόγον, καὶ πολλοὶ ἄλλοι θὰ ὁμιλήσωσιν· ὥστε ἀφήσατε νὰ τελειώσῃ αὔριον ἡ συζήτησις.
§31ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὴν αὔριον, παρακαλῶ νὰ ἐγγράψητε καὶ ἐμὲ.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐπιμένει νὰ ἐξακολουθήσῃ.
§33ΦΛΕΣΣΑΣ. Ἡμεῖς φέρομεν πρότασιν ἀναβολῆς.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τὴν ἀναβολήν. Ὁ κ. Πετροπουλάκης ἔχει τὸν λόγον.
§35Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Οὐδεὶς Κύριοι, ἐπίστευεν ὅτι ἤθελεν εὑρεθῆ Πρωθυπουργὸς ἐν Ἑλλάδι, ὅστις νὰ ψάλῃ τὴν νεκρολογίαν τῆς Ἀκροπόλεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τῆς μεγαλομάρτυρος Κρήτης. Ἐπέτρεπο ὅμως ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ κ. Τρικούπη νὰ ῥιφθῇ ἐντεῦθεν ἡ βλασφημία αὕτη. Πλὴν τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔσχε τὸ θράσος νὰ μεμφθῇ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι ἔφερεν ὑπὸ συζήτησιν τὸ ἐθνικώτερον τῶν ζητημάτων, θέλουσα νὰ ἐκμεταλλευθῇ αὐτὸ ἐπὶ κερδοσκοπίᾳ πολιτικῇ, αὐτὸς, τοῦ ὁποίου ὅλος ὁ βίος καὶ ἡ μακρὰ ὑπ’ αὐτοῦ κυβέρνησις τοῦ τόπου ἐμαρτύρησαν καὶ μαρτυροῦσιν, ὅτι πρώτιστα ἐπεδίωξε πάντοτε πολιτικὴν κερδοσκοπίαν ἐπὶ τῶν ἱερωτέρων καὶ τιμαλφεστέρων τῆς πατρίδος συμφερόντων. Δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω, Κύριοι, ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας συνάδελφος, τὴν διακοίνωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸς τὰς Δυνάμεις, ἥτις οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ ἡ σκαπάνη, δι’ ἧς ἀνεῴχθη ὁ τάφος τῆς Κρήτης, καὶ μετ’ αὐτῆς σύμπαντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Τὸν κ. Πρωθυπουργὸν θέλω ἀναιρέσει εἰς ὅσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο οὐδ’ ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσῃ ἄλλως ἐν Κρήτῃ, καὶ ὅτι ὅσα ἐνήργησε τὰ ἐνήργησε μεθ’ ἱκανῆς ἐπιτυχίας. Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι οἱ ἐσχάτως ἐλθόντες ἐκ Κρήτης ἐπαναστάται ἦλθον διότι ἡ ἐπανάστασις κατέπεσε, καὶ ὅτι ἐπετελέσθη πλέον τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀπὸ μακροῦ χρόνου εἰργάζετο νὰ συντελεσθῇ ὅπως συντελέσθη. Ὁμολογουμένως εἰργάσθη καὶ ἐξακολουθεῖ ἐργαζόμενος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δραστηρίως, ὅπως κατασβέσῃ τὴν Κρητικὴν ἐπανάστασιν καὶ καταῤῥίψῃ τὸ γόητρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ διὰ τῆς πτώσεως τῆς ἐπαναστάσεως ἐκείνης, ἀλλ’ εὐτυχῶς διὰ τὴν Κρήτην ἀπέτυχεν. Ἐγὼ δὲν συμφωνῶ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι δὲν ὑφίσταται ἐπανάστασις, ἀλλ’ ὑποστηρίζω ὅτι αὕτη ὑφίσταται, καὶ ἀποδεικνύω τοῦτο δι’ αὐθεντικοῦ καταλόγου τῶν ὁπλαρχηγῶν, τῶν ἡγουμένων τεσσάρων περίπου χιλιάδων γενναίων Κρητῶν καὶ σήμερον ἀκόμη. Οἱ ὁπλαρχηγοὶ οὗτοι εἶναι, ἐν Κισσάμῳ ὁ Σκουλούδης ἢ Σκουλουδάκης, οὐχὶ βεβαίως ὁ ἐκ Χίου καταγόμενος κ. Στέφανος, ὁ Ἀναγνώστης Βουντουλάκης μετὰ 150 περίπου ἀνδρῶν εἰς τὰς Κυδωνίας καὶ ἄλλοι. Ἐπίσης 400 Σφακιανοὶ, μὴ ἐπιτρέποντες τὴν εἴσοδον τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ εἰς τὰ Σφακιὰ, ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ Στυλιανοῦ Τσιριντάκη, τοῦ Φουντούλη κλπ. (ἀναγινώσκει καὶ ἄλλων ὁπλαρχηγῶν ὀνόματα.) Ἐν τούτοις ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς λέγει, ὅτι ἡ ἐπανάστασις κατέπεσεν, ὅτι δὲν ὑφίσταται τίποτε καὶ ἑπομένως πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τὰ πράγματα νὰ τρέξωσι τὸν δρόμον των καὶ ν’ ἀναμείνωμεν τὸ ἔλεος τῆς Τουρκίας, ἐὰν αὕτη θελήσῃ καὶ εὐδοκήσῃ νὰ χορηγήσῃ εἶδός τι ἀμνηστείας. Οἱ Κρῆτες, Κύριοι, δὲν φρονοῦσι τοῦτο, οἱ Κρῆτες οἱ ἐκεῖ καὶ οἱ τρεῖς χιλιάδες, οἱ εὑρισκόμενοι ἐν Ἑλλάδι, ἔχουσιν ἀπόφασιν νὰ πολεμήσωσι μέχρις ἑνώσεως, ἢ τοὐλάχιστον μέχρις ἀκεραίας ἀνακτήσεως τοῦ πρώην καθεστῶτος, καὶ τοῦτο διότι ἕως χθὲς εἶχον προνόμια τοιαῦτα, παραπλήσια πρὸς τὴν ἐλευθερίαν, καὶ τὸ γόητρον αὐτῶν ὑψηλὰ ἱστάμενον, ἐνῷ σήμερον καὶ τὸ γόητρον αὐτῶν καταπατεῖται καὶ αἱ ἐλευθερίαι των κατεστράφησαν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον, μολονότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν τῷ εἶναι ἐπιτετραμμένον, ὡς ἐκ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, νὰ ἐπιτρέψῃ τὰ μέσα εἰς τοὺς Κρῆτας, τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον ὀφείλει νὰ σκεφθῇ ὡριμώτερον, πῶς νὰ συντρέξωμεν τοὺς Κρῆτας καὶ σώσωμεν αὐτοὺς ἀπὸ τῶν μεγάλων τούτων κινδύνων. Καὶ νομίζω ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει τὰ μέσα καὶ δύναται ν’ ἀποστείλῃ τοὺς ἐνταῦθα εὑρισκομένους Κρῆτας μετὰ φυσιγγίων, καὶ ἂς εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι οἱ ἐν Κρήτῃ χριστιανοὶ ἔχουσι τὸ θάῤῥος νὰ κλείσωσιν εἰς τὰ φρούρια ὅλην τὴν στρατιὰν τοῦ Σουλτάνου. Τοῦτο τὸ γνωρίζω ἐκ πείρας, διότι ἐπὶ 2½ ἔτη ἔμεινα ἄλλοτε ἐν Κρήτῃ καὶ γνωρίζω πῶς οἱ Κρῆτες μάχονται. Ἂς μάθῃ δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι, ἐὰν ἀποσταλῶσιν οἱ ἐνταῦθα Κρῆτες μετὰ φυσιγγίων, ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις θὰ ἀποστείλῃ μετὰ 8 ἡμέρας τηλεγράφημα εἰς τὸν Σουλτάνον καὶ θὰ τῷ εἴπῃ: ἐγὼ εἶμαι ἡ προστατεύουσα τὰ συμφέροντά μου ἐναντίον καὶ τῆς Τουρκικῆς καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι, ὁσάκις ἐθνικόν τι ζήτημα παρουσιάσθη, ὁ Κρητικὸς λαὸς πράττει ὑπὲρ τοῦ ζητήματος ὅ,τι οὔτε ἡ Ἑλλὰς αὐτὴ δύναται νὰ πράξῃ. Πρέπει νὰ μελετήσῃ καλῶς καὶ σκεφθῇ τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐξωθήσῃ τὴν Κρήτην νὰ σκέπτηται ἄλλως ἢ περὶ τῆς ἑνώσεώς της μετὰ τῆς Ἑλλάδος, διότι οἱ ἐνταῦθα Κρῆτες ἐννοοῦσι, καίπερ ἐγκαταλελειμμένοι, νὰ ἐπιμείνωσιν ὑπὲρ τῆς ἑνώσεώς των, ἐλπίζω δὲ, ὅτι θὰ ἔλθῃ στιγμή, καθ’ ἣν ἡ ἡρωϊκὴ νῆσος δὲν θ’ ἀφήσῃ ἀτιμώρητον ἐκεῖνον, ὅστις θὰ θελήσῃ νὰ ποδοπατήσῃ τὸ γόητρον αὐτῆς καὶ τὰ ἀπαράγραπτα παρὰ τῷ Ἑλληνισμῷ δικαιώματά της. Οἱ Κρῆτες εἶναι εὐπειθεῖς καὶ πατριῶται, καὶ διὰ τοῦτο ἀκολουθοῦσι μέχρι σήμερον τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, ἐλπίζοντες ὅτι αὕτη θὰ ἐννοήσῃ ἐπὶ τέλους τὴν πλάνην, εἰς ἣν περιέπεσε, καὶ θὰ τοὺς συντρέξῃ. Καὶ συμπολίτας δ’ ἔχουσι καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἀλλαχοῦ, οἵτινες δύνανται καὶ θέλουσι νὰ τοὺς συντρέξωσιν. Ἀλλ’ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν θέλει ἀπὸ πολλῶν μηνῶν νὰ συγκεντρώσῃ τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον ἔμεινεν εἰς τὰς χεῖρας τῶν Ἐπιτροπῶν ὑπὲρ τῶν Κρητῶν, ἵνα μὴ δυσαρεστήσῃ τὴν φίλην αὐτῆς Τουρκίαν. Φρονῶ λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ παρίδωμεν καὶ νὰ διεξέλθωμεν μὲ ἁπλᾶς καὶ κενὰς συζητήσεις, ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ Κρήτη μονονουχὶ κατεστράφη ὁλοχερῶς καὶ θὰ ἐξακολουθῇ νὰ καταστρέφηται· διότι δὲν ἐννοοῦσιν οἱ Κρῆτες νὰ καταθέσωσι τὰ ὅπλα, οὐδὲ θὰ ἀνεχθῶσι νὰ μείνῃ τὸ γόητρον αὐτῶν ποδοπατημένον, ἀφοῦ ἕως χθὲς ἦτο ἐγγύτατα πρὸς τὴν ἐλευθερίαν. Διὰ τοῦτο πιστεύω, ὅτι καὶ ἡ πτέρυξ αὕτη, (δεικνύει τὴν δεξιὰν) θέτουσα τὴν χεῖρα αὐτῆς ἐπὶ τῆς καρδίας, θὰ ἐννοήσῃ ὅτι κακῶς ποιεῖ, δίδουσα ψῆφον εἰς Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία οὐδέποτε μέχρι σήμερον ἐπροστάτευσε τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀνανήφουσα δὲ, θὰ συντείνῃ καὶ αὕτη πατριωτικῶς πρὸς διάσωσιν τῆς Κρήτης καὶ τοῦ μετ’ αὐτῆς σοβαρώτατα κινδυνεύοντος Ἑλληνισμοῦ ὁλοκλήρου.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερος τὸν λόγον;
§37ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἔχω καθῆκον καὶ ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν αὔριον.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 μ. μ.