1889.10.31
1.586 στίχοι · 12.547 λέξεις · 5 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 7
Τῆς 31 Ὀκτωβρίου 1889
(Τρίτη)
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι τῆς κωμοπόλεως Λεχουρίου παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ὅπως εὐαρεστουμένη χορηγήσῃ εἰς αὐτοὺς ἀνάλογον χρηματικὸν βοήθημα πρὸς ἐπισκευὴν τοῦ Σχολείου των. Ὁ κύριος Χατζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§2ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα, κύριοι συνάδελφοι, χθὲς τὸν λόγον, κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, καὶ ἰδίως, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος προεκάλει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἔχων ἀνὰ χεῖρας τὸ γνωστὸν ὑπόμνημα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, προεκάλει αὐτὸν νὰ δηλώσῃ, ἂν τὸ ἀναγνωρίζῃ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐθεώρησεν, ὅτι ἠδύνατο ἐπὶ τῆς τοιαύτης προκλήσεως νὰ σιωπήσῃ. Δὲν λέγω, —καὶ κατὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω τὴν ἐξήγησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ— ὅτι ἀληθῶς ὑπῆρχέ τι τὸ οὐσιωδῶς ἀπαραίτητον, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀναγνωρίσῃ τὴν ταυτότητα ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ἀλλὰ τὸ πρόδηλον τοῦτο βεβαίως δὲν καθίστα ὅλως περιττὴν τὴν πρόκλησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Δὲν ἠδύνατο βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς, οὐδὲ εἰς τὸ πασίδηλον ἀφιέμενος, νὰ ποιῆται τοιαύτην ἄρνησιν ἀπαντήσεως, ἄρνησιν, ἡ ὁποία ἠδύνατο καὶ νὰ σταματήσῃ τὴν συζήτησιν, ἢ νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπ’ αὐτῆς τὴν σοβαρότητα, μετὰ τῆς ὁποίας ἔπρεπεν ἐν πᾶσιν ἐξ ἀρχῆς νὰ περιβάλληται ἡ ἐπὶ τῆς τοιαύτης ἐθνικῆς ὑποθέσεως συζήτησις. Καὶ τοσούτῳ μᾶλλον ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ἀπροσδόκητος ἡ τοιαύτη ὑπεκφυγὴ, καθόσον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προηγουμένως διεμαρτύρετο κατὰ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διεμαρτύρετο ὅτι δῆθεν δὲν ζητεῖται εὐθύνη διὰ τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοὺς λόγους αὐτῆς, ἀλλὰ διὰ τὰ λεγόμενα ἄλλων ἢ τὰ γραφόμενα εἰς ἐφημερίδας ὑπουργικάς. Ἔλεγεν ὁ Πρωθυπουργός: πρέπει νὰ συζητήσητε ἐπὶ τῶν πράξεων τῶν ἐπισήμων τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῶν λόγων τῶν ἐπισήμων αὐτῆς. Καὶ ὅμως, ὅταν παρουσιάζηται πρᾶξις αὐτῆς, ἡ πασίγνωστος καὶ ἐπίσημος, περὶ τὴν ὁποίαν κυρίως ἠδύνατο νὰ περιστραφῇ ἡ συζήτησις, τότε ἐνόμισαν, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἀντιτάξωσι σιωπὴν καὶ ἑπομένως οὔτε νὰ ἀναγνωρίζωσιν οὔτε νὰ μὴ ἀναγνωρίζωσι τὸ πολυθρύλλητον ὑπόμνημά των. Δὲν ἐζητεῖτο βεβαίως εὐθύνη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὰ γραφόμενα ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, οὐδὲ ὁ λόγος τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἦτο ἄλλο τι ἢ ὡς ἀναγγελία συζητήσεως, ἡ ὁποία κατόπιν ὑπ’ αὐτοῦ πρὸ παντὸς ἐπρόκειτο νὰ διεξαχθῇ. Ἀνεγράφοντο γεγονότα καὶ τὰ γεγονότα ἐκεῖνα ἐξετίθεντο καὶ εἰς ἐφημερίδας ὑπουργικὰς καὶ περὶ τῶν γεγονότων ἠρωτᾶτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ ἐνόμισεν, ὅτι εὗρε σανίδα σωτηρίας, διὰ νὰ φανῇ λέγων κἄτι τι, ἐνόμισεν, ὅτι, ἐν ἐλλείψει ἄλλης τινὸς οὐσιώδους ἀπολογίας, ἠδύνατο νὰ προφασισθῇ, ὅτι, προκειμένου περὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, δι’ οὐδὲν ἄλλο δῆθεν τοῦ ζητεῖται λόγος, εἰμὴ δι’ ἄρθρα ἐφημερίδων ὑπουργικῶν! Ἐπὶ τῶν τοιούτων λόγων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀναζητῶν τὴν αἰτίαν, ἀναζητῶν τὸν λόγον τῆς σιωπῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, συνδυαζόμενον μὲ τὴν ἀξίωσιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅτι δὲν ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταθέσῃ ἔγγραφα διπλωματικὰ ἐπὶ τῆς συζητήσεως ταύτης, ἐρευνῶν τίς ἦτο ὁ λόγος τῆς τοιαύτης ἀφ’ ἑνὸς ἀξιώσεως καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῆς σιωπῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐσκέφθην μὴ τυχὸν πρόκηται ἀληθῶς περὶ ἐκκρεμοῦς τινος διπλωματικοῦ ζητήματος καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς ὠχυροῦτο ὄπισθεν τῆς ἰδέας καὶ τῆς μερίμνης περὶ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων· ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι ματαίως ἀνεζήτησα εἰς τοὺς λόγους αὐτοῦ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ ἴχνος κἂν ὑπάρξεως ἐκκρεμοῦς τινος διπλωματικοῦ ζητήματος. Ἂν ἐπρόκειτο περὶ ἐκκρεμοῦς διπλωματικοῦ ζητήματος, δὲν ἠξεύρω, ἂν τὸ ἀληθῶς ἄκακον πλέον ἐκεῖνο, ἢ ἂν μή τι ἄλλο, ἔγγραφον ἠδύνατο νὰ ἦναι ἐπιβλαβὲς καὶ ὄχι ἡ ἀγόρευσις τοῦ Πρωθυπουργοῦ· τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο οὐδὲν ἀληθῶς θὰ ἐσήμαινε πλέον· ὅ,τι ἀποτέλεσμα ἔφερε, τὸ ἔφερεν ἤδη, τοῦ λοιποῦ οὐδὲν ἀποτέλεσμα δύναται νὰ φέρῃ. Ἠδύνατο νὰ φέρῃ μόνον τὴν ἀποδοκιμασίαν καὶ τὴν ἐντροπὴν καὶ αὐτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὸ συνέταξαν· ἀλλ’ ὡμίλησεν ἆρά γε ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὡς προκειμένου περὶ ἐκκρεμοῦς διπλωματικοῦ ζητήματος; ὡμίλησε μετὰ τῆς ἀπαραιτήτου καὶ στοιχειώδους ἐπιφυλάξεως; Οὐδαμῶς. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπεναντίας προέβη εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, καὶ εἰς τοιαύτας μάλιστα προὐχώρησεν ἐξηγήσεις, ὥστε δὲν ἐδίστασεν ἀπὸ τοῦδε νὰ προαναγγείλῃ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης· καὶ ποίαν πολιτικήν; πολιτικὴν μονονουχὶ ἀμέσου πολεμικῆς ἐνεργείας πρὸς τὴν Τουρκίαν! Καὶ ὑπάρχει διπλωματικὸν ζήτημα ἐκκρεμὲς, ὅταν τοιαῦτα λέγωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου; Ἂν ὑπῆρχε διπλωματικὸν ζήτημα ἐκκρεμὲς, τὸ ὁποῖον σᾶς ἠμπόδιζε νὰ προσαγάγητε ἔγγραφα, τότε βεβαίως ὅ,τι ὀλέθριον θὰ ἦσαν οἱ λόγοι ἡμῶν, οἱ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξενεχθέντες! Τότε ἤθελε μᾶς οἰκτείρει τις, ὅτι, ὑπάρχοντος διπλωματικοῦ ζητήματος ἐκκρεμοῦς, ἔχομεν Πρωθυπουργὸν, τοιαῦτα ἀπὸ τοῦ βήματος κηρύξαντα, τὰ ὁποῖα ἐκηρύχθησαν. Δὲν ἠδύνατο λοιπὸν νὰ ἦναι τοιοῦτος ὁ λόγος τῆς μὴ καταθέσεως τοῦ ἐγγράφου τούτου. Ἄλλον λόγον, τιμῶντα, μὰ τὴν ἀλήθειαν, τὴν φιλοτιμίαν τῶν Ὑπουργῶν, θὰ ἠδύνατό τις ν’ ἀποδώσῃ εἰς τοῦτο. Ἠδύνατό τις ν’ ἀποδώσῃ εἰς αὐτοὺς, ὅτι μετεμελήθησαν διότι τοῖς ἐξέφυγε τοιοῦτον ἔγγραφον, καὶ ἔχω μάλιστα λόγους νὰ φρονῶ, ὅτι ᾐσθάνθησαν ἐν ταραχῇ τὴν μεταμέλειαν αὐτῶν, μόλις ἐξέδωκαν τὸ πολυθρύλλητον ὑπόμνημα, ἀλλὰ τὸ ἔγγραφον αὐτῶν εἶχεν ἐπιδοθῆ πλέον πρός τινας τῶν Δυνάμεων, καὶ ἦτο ἀδύνατον νὰ ἀνασταλῇ ἡ ἐπίδοσις αὐτοῦ καὶ πρὸς τὰς λοιπάς. Ἐὰν τοιαύτη τις ἀξιέπαινος καθ’ ἑαυτὴν ἀληθῶς μεταμέλεια δὲν ἦτο ἐκείνη, ἡ ὁποία συνιστᾷ τὴν μὴ ἀναγνώρισιν ἢ τὴν περιφρονητικὴν πρὸς τὸ ἔγγραφόν του σιωπὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, τότε ἠδύνατό τις νὰ ἐκλάβῃ, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ κακοζήλου ἐπαναλήψεως τακτικῆς προγενεστέρας, ὅτι ἐμνήσθησαν οἱ κ.κ. Ὑπουργοὶ ἡμερῶν ἀρχαίων. Ὑπῆρξεν ἀληθῶς ἐποχή, καθ’ ἣν σύνηθες τέχνασμα τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἦτο ἡ σιωπή. Εἰς πᾶν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐσχετίζετο ὁπωσδήποτε πρὸς τὰ ἐξωτερικὰ ὁ Πρωθυπουργὸς ἔλεγε: «προσβάλλονται τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἂν ὁμιλήσω· δὲν καταθέτω ἔγγραφα, διότι ἡ κατάθεσις αὐτῶν δύναται νὰ βλάψῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα!» Καὶ ὑπῆρχον τότε οἱ ὑπ’ ἀγαθοπιστίας καὶ προκαταλήψεως ὑπὲρ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καταλαμβανόμενοι. Οἱ τοιοῦτοι εἰς πᾶσαν τοιαύτην ἄρνησιν διέβλεπον σχέδια μεγαλουργὰ ὑπὲρ τοῦ μέλλοντος τῆς πατρίδος· ὑπῆρχον οἱ αἰσιοδοξοῦντες μέχρι πρὸ ὀλίγου χρόνου, οἵτινες, ἂν ἐπὶ ἄλλων ἐμέμφοντο τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἀλλ’ εἶχον φαίνετο παραδόξως μίαν ἀφελῆ προσδοκίαν, ὅτι, ἅμα ὡς ἤθελε παρουσιασθῆ ζήτημα ἐθνικόν, τότε ἤθελεν ἀναλάμψει ἡ ἱκανότης τοῦ ἀνδρός. Πολλοὺς ἴσως φιλοπάτριδας, ἀλλὰ λίαν τῷ ὄντι ἀθώους, ἐνεθάῤῥυνεν αὐτὴ ἡ ἰδέα, ὅτι εἰς ἐξωτερικὰ ζητήματα δάφνας ἐπρόκειτο νὰ δρέψῃ εἰς πᾶσαν παρουσιασθησομένην εὐκαιρίαν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Δὲν ἠξεύρω ἐπὶ τίνων προηγουμένων, ἐπὶ τίνων τεκμηρίων ἐστήριζον τὴν τοιαύτην αἰσιοδοξίαν, ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι παρετήρησά ποτε ἐν ἀγορεύσει μου ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἀλλοίμονον, ἂν ἐπὶ ἐξωτερικοῦ τινος ζητήματος ἤθελε πρωτοστατήσει ἡ αὐτὴ ἀπειρία καὶ ἀπερισκεψία, μεθ’ ἧς διεξήχθησαν πολλὰ ἐσωτερικὰ τοῦ Κράτους συμφέροντα! Ἀλλὰ σήμερον δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπαναληφθῇ τὸ σύστημα τῆς σιωπῆς, καὶ ὁμολογῶ, πρὸς τιμὴν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅτι προθύμως ἐφάνη προβαίνων εἰς ἐξηγήσεις, προκαλούμενος περὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος. Λέγω πρὸς τιμήν του, διότι ἐνόησεν, ὅτι σήμερον δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ μεταχειρισθῇ τετριμμένην τακτικὴν ἀπέναντι τῆς ἀγωνιζομένης ἡρωΐδος νήσου. Διὰ τῆς ἐπερωτήσεως εἰσάγεται εἰς τὸν περίβολον τοῦτον ἡ Κρήτη καὶ εἰσάγεται ἁλυσόδετος καὶ αἱματόφυρτος, ἔχουσα εἰσέτι τὰς ἁλύσεις, τὰς ὁποίας τοσάκις διὰ τοῦ ἡρωϊκοῦ βραχίονός της διέῤῥηξε, καὶ τὰς ὁποίας σήμερον ἐκ νέου σφυρηλατεῖ τὸ ὅμορον Κράτος. Ἡ Κρήτη εἰσέρχεται ἐνταῦθα ἐπερωτῶσα. Καὶ ἡ Κρήτη δὲν παριστᾷ τμῆμά τι γῆς Ἑλληνικῆς, τὸ ὁποῖον, προκειμένου περὶ τῶν πόθων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐκπέμπει μόνον λόγους κενούς· μίαν γλῶσσαν γνωρίζει ἡ Κρήτη, προκειμένου περὶ τῶν πόθων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὴν γλῶσσαν τοῦ πυροβόλου! Δὲν εἶναι διπλωμάτις ἡ Κρήτη, δὲν ἔχει τὴν σύνεσιν ἐκείνην, τὴν δουλόφρονα καὶ ταπεινήν, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ ἐπιβάλητε εἰς τοὺς δούλους ἀδελφούς, ἔχει τὴν σύνεσιν ἐκείνην, τὴν μεγάλην καὶ ἱερὰν τοῦ 1821, ἥτις ἔφερε τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτῆς τῆς χώρας. Προέβη λοιπόν, λέγω, ὁ Πρωθυπουργὸς εἰς ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ τῷ ὄντι ἀπορεῖ τις, ποῦ ὑπάρχουν ἐξηγήσεις πραγματικαί, ὁποῖαι κυρίως εἶναι αἱ πραγματικαὶ καὶ συγκεκριμέναι διασαφήσεις. Ἤκουσα, προκειμένου περὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, συνταγματικάς τινας θεωρίας περὶ τῆς θέσεως τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τοῦ Κοινοβουλίου· ἤκουσα κατόπιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀπολογουμένης, ὅτι οὐδὲν ἔπραξε, προκειμένου περὶ τῆς Κρήτης, ἀκολούθως ἤκουσα ἀναφερομένους ὡς πολιτικὴν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως τοὺς πόθους τοῦ Ἑλληνισμοῦ! Αὗται εἶναι ἐξηγήσεις τοῦ Πρωθυπουργοῦ περὶ τῆς διεξαγωγῆς τοῦ ζητήματος τῆς Κρήτης. Ἀλλά, διὰ νὰ ἦμαι ἀκριβής, χρεωστῶ νὰ εἴπω, ὅτι, καὶ ὑπὸ τὴν τοιαύτην ἀοριστίαν τῶν γενικῶν ἰδεῶν καὶ φράσεων, ὑπῆρχον ἀληθῶς ὑπολανθάνουσαι ὁμολογίαι, καὶ ἴσως δὲν θὰ εἶχον ἀνάγκην οὐχὶ ἁπλῶς τῶν ἐφημερίδων, ἐπὶ τῶν ὁποίων οὐδεὶς προὐτίθετο νὰ στηρίξῃ κατηγορίαν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ οὐδὲ τοῦ ὑπομνήματος αὐτῆς, διὰ νὰ συζητήσω περὶ τῆς πορείας αὐτῆς. Ἀρκετὸν ἔδαφος δύναται νὰ ἦναι αὐτὴ ἡ ἀγόρευσις τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Καὶ δύναταί τις ἴσως νὰ εἴπῃ, ὅτι οὐδὲν λέγει τὸ ὑπόμνημα, ἄξιον τόσης προσοχῆς καὶ προκαλοῦν τοσαύτην εὐθύνην, οὐδὲν λέγει κατὰ σύγκρισιν πρὸς τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ Πρωθυπουργός. Ὁ Πρωθυπουργὸς προέβη πολὺ περαιτέρω, καὶ ὄχι μόνον ἀνωμολόγησεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατηγόρουν αὐτοῦ, ἀλλ’ εἶπε καὶ ἄλλα περὶ τοῦ μέλλοντος, ἐπὶ τῶν ὁποίων σπουδαίως πρέπει νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὁ φόβος, ὅτι νέον τι ἤθελε παρουσιάσει τὸ ἔγγραφον ἢ ἐπιβλαβὲς πρὸς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἀλλ’ ὅτι βεβαίως ἄλλη ἡ ἐντύπωσις, ὅταν ἀναγινώσκηται ἓν ἔγγραφον ἐπίσημον τῆς Κυβερνήσεως· καὶ αὐτὴν τὴν ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοιούτου ἐγγράφου ἐντύπωσιν ἤθελον νὰ ἀποφύγωσιν οἱ κυβερνῶντες. Τοιοῦτον εἶναι τὸ ἔγγραφόν των τοῦτο, ὥστε, ἀντὶ ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ εἴπῃ περὶ φύλλων δημοσιογραφικῶν ὅ,τι εἶπε, θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ σκεφθῇ, ἂν τοῦ λοιποῦ δὲν θὰ ἦναι ἀσφαλέστερον νὰ ἀποτείνηται πρὸς τοὺς συντάκτας τῶν ἐφημερίδων του, ὅπως συντάττωσι τὰς διακοινώσεις, τὰς πρὸς τὴν Εὐρώπην ἀποστελλομένας. Ἀλλὰ εἰς τί λοιπὸν συνίσταται τὸ ἀξιόμεμπτον τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου; Ἐν πρώτοις νομίζω, ὅτι συνίσταται εἰς αὐτὸ τοῦτο, ὅτι εἶναί τι ἀκατανόητον. Βλέπετε τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ παραπονουμένην κατὰ τῆς νωθρότητος τῆς Πύλης, ὅπως ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν ἐν Κρήτῃ. Τῇ ἀληθείᾳ, Κύριοι, καὶ ἐν ταῖς σχέσεσι τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου εἶναι παράδοξος τοιαύτη γλῶσσα, ἀπευθυνομένη πρὸς τὸν ἐνδιαφερόμενον, πρὸς τὸν ἔχοντα ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ συμφέρον καὶ τὴν δύναμιν νὰ καταστείλῃ ἐπανάστασιν, πρὸς τὸν ἔχοντα δηλαδὴ ἀντίθετα τοῦ προτρέποντος συμφέροντα. Εἶπον οἱ Ἕλληνες Ὑπουργοὶ πρὸς τὴν Τουρκίαν: τί κάθησαι; αὐτὴ εἶναι ἀπάθεια καὶ νωθρότης! σπεῦσε νὰ καταστείλῃς τὴν ἐπανάστασιν! Ἀλλ’ ὅταν ἡ Πύλη λαμβάνῃ τὸ τοιοῦτον ἔγγραφον, τί ἠδύνατο νὰ σκεφθῇ; Οὐδὲν βεβαίως ἄλλο παρ’ ὅ,τι παρωρμᾶτο, ἵνα διὰ πάσης βίας ἐπαναφέρῃ τὸ κράτος αὐτῆς ἐν Κρήτῃ. Ποία λογικὴ δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τοιαύτην ἀνησυχίαν Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως τὸ ταχύτερον ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν ἐπανέλθῃ ἡ τάξις ἐν Κρήτῃ; Καὶ διὰ νὰ ἐξαναγκάσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τὴν Πύλην, ἐπεκαλεῖτο τὰς Δυνάμεις, ὅπως ἐπέμβωσι, καὶ ἠπείλει, ὅτι, ἂν δὲν ἐπροθυμοποιοῦντο ἡ Πύλη καὶ αἱ Δυνάμεις ν’ ἀποκαταστήσωσι τὴν τάξιν διὰ στρατοῦ, ἤθελεν ἀναλάβει τοῦτο ἡ Ἑλλάς. Ἀντὶ τούτου, ὡς πολὺ ἐπιτυχῶς παρετήρησεν ὁ κ. Τυπάλδος, ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἡ Πύλη φαίνεται ἀνεπαρκὴς πρὸς ἐγκατάστασιν ἀληθοῦς τάξεως ἐν τῇ νήσῳ. Ποῖα ἠδύναντο νὰ ἦναι τὰ ἀποτελέσματα ἑνὸς τοιούτου ἀλλοκότου ἐγγράφου; ἓν μὲν τῇ ἀπαντήσει τῇ διπλωματικῇ τῆς Πύλης τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο εὐχερὴς ἀνατροπὴ τῶν ἐπιχειρημάτων τούτων, καὶ ἰδίως ἐπίκλησις τῶν στοιχειωδῶν κανόνων τοῦ διεθνοῦς δικαίου, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ἐν τοῖς πράγμασι τῆς νήσου δὲν ἠδύνατο νὰ ἦναι ἄλλο παρὰ ἡ διὰ πάσης βιαιοπραγίας καταστολὴ τῆς Κρητικῆς ἐπαναστάσεως! Καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ καραδοκῇ ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις εὐκαιρίαν, ὅπως ἄρῃ καὶ ἀφαιρέσῃ ἐντελῶς καὶ αὐτὰ τὰ προνόμια τῆς Κρήτης, ποίαν ἄλλην εὐκαιρίαν ἠδύνατο νὰ εὕρῃ καταλληλοτέραν παρὰ τὴν παρεχομένην διὰ τοιούτου διπλωματικοῦ ἐγγράφου, διὰ τοιαύτης παρορμήσεως; Ὅταν ἡ Τουρκία καταγγέλληται μόνον ἐπὶ νωθρότητι ἀπέναντι τῆς ἐν Κρήτῃ καταστάσεως, δὲν δικαιοῦται τότε νὰ προβῇ εἰς πᾶν βίαιον μέσον καὶ εἰς ἐκρίζωσιν ἀκόμη πάσης ἐλευθερίας τῆς νήσου, ὅπως ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν; Ὅ,τι δήποτε λοιπὸν καὶ ἂν εἴπητε περὶ τοῦ διαβήματος τούτου, ὁπωςδήποτε καὶ ἂν θελήσητε νὰ χαρακτηρίσητε αὐτὸ, δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ ἀρνηθῆτε τὰ τοιαῦτα φυσικώτατα ἀποτελέσματα αὐτοῦ. Ἀσφαλῶς λοιπὸν δύναταί τις νὰ ὑποπτεύσῃ ὅτι ἐταράχθητε ἐκ τοῦ κινήματος τῆς Κρήτης! ἐταράχθητε προφανῶς δι’ οὐδὲν ἄλλο, εἰμὴ διότι θέλετε νὰ ἦσθε ἀμέριμνοι ἀπὸ ἐξωτερικὰ τοιαῦτα ζητήματα. Ἠθέλετε τὴν πλήρη γαλήνην εἰς τὰ ἐσωτερικὰ, καὶ ἡ ἐπανάστασις τῆς Κρήτης σᾶς ἐτάραξε τὴν γαλήνην αὐτήν· ἠθέλατε τὴν γαλήνην δι’ ἄλλους σκοποὺς δευτερεύοντας, διὰ νὰ μὴ εἴπω ταπεινοὺς, καὶ τοὺς κύκλους ὑμῶν ἐτάραξεν ἡ Κρήτη! ἡ Κρήτη, ἡ ὁποία δὲν ἔπραξεν ἄλλο τι παρ’ ὅ,τι ἀνέκαθεν πράττει, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἐπαναστατοῦσα ἐν τῇ φυσικῇ, οὕτως εἰπεῖν, ἐν τῇ αἰωνίᾳ αὐτῆς καταστάσει! Σᾶς ἐτάραξεν ἡ Κρήτη, ἥτις ἐπαναστατοῦσα οὐδόλως ποτὲ ἀξιοῖ νὰ ἐνοχοποιῇ τὰς Κυβερνήσεις τὰς Ἑλληνικάς. Ὑμεῖς, οἵτινες ἐκαυχᾶσθε, ὅτι ἔχετε σθένος ἀπέναντι ζητημάτων ἐξωτερικῶν, τὰ ἐχάσατε ἀπέναντι οἱασδήποτε σχετικῆς μερίμνης, καὶ διὰ τοῦτο ἐξεφέρατε κραυγὰς καὶ γελοίας ἀπειλάς, ἀπειλὰς, αἵτινες ἐκίνησαν τοῦ κόσμου ὅλου τὰ μειδιάματα! ἠθέλετε νὰ πείσητε ἐκείνους, τῶν ὁποίων οἱ ὀφθαλμοὶ εἶναι εἰς σᾶς προσηλωμένοι καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπὲρ ὑμῶν προκατειλημμένοι, ὅτι ὑμεῖς ἔχετε πάντοτε μεγάλα σχέδια διὰ τὸ μέλλον. Τοιαύτας ἰδέας ἠθέλετε νὰ νέμησθε ἀνενοχλήτως, καὶ ἡ ἐμφάνισις ζητήματος οἱουδήποτε διέλυε τὰς τοιαύτας καυχήσεις. Τελευταῖον μονονουχὶ ἐβαυκαλίζετε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι διὰ διαφόρων συνδυασμῶν ἐπρόκειτο νὰ σύρητε ἀπὸ τῆς ῥινὸς τὴν Εὐρώπην ὁλόκληρον. Ὑπῆρχον, ὡς ἐφαντάσθητε, οἱ πιστεύοντες, ἂν ὄχι πρότερον, ἀλλὰ τοὐλάχιστον τελευταῖον, ὅτι μεγάλα πλέον κατωρθώσατε καὶ διὰ συγγενικῶν δεσμῶν, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς συνετελέσατε καὶ τοὺς ὁποίους παρεστήσατε ὡς ἐπιστεφομένους ὑπὸ τῆς βαθείας πολιτικῆς συνέσεως! Ἡ Ἀντιπολίτευσις τὴν πραγματικὴν ἀξίαν τῶν τοιούτων γεγονότων καὶ συνεπῶς καὶ τὴν ἀνάλογον εὐχαρίστησιν καὶ χαρὰν αὐτῆς οὐδέποτε ἐπειράθη ν’ ἀποκρύψῃ, ἀπέκρουεν ὅμως τὰς ἐπιδείξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν μόνον ἄδικοι καὶ ἄτοποι καὶ ἀντιπολιτικαί, ἀλλ’ ἠδύναντο ν’ ἀποβῶσι καὶ ὀλέθριαι εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἀλλ’ ὁποῖαι ἐπέστεψαν ἀποτυχίαι τὰς ἐπαγγελίας ὑμῶν, περὶ τούτων δὲν ἤθελεν ἔχει τις ἀνάγκην ἐπιχειρημάτων, οὐδὲ ἀποδείξεων ἄλλων ἢ μόνον τῶν λόγων ὑμῶν, τοὺς ὁποίους δὲν δύναταί τις ἢ μετὰ θλίψεως ἀληθοῦς σήμερον ν’ ἀκούῃ καὶ νὰ ἀναγινώσκῃ ἐν τῇ ἀγορεύσει ὑμῶν. Εἴπετε, ὅτι οὐδὲν δυνάμεθα πλέον νὰ ἐλπίζωμεν παρὰ τῆς Εὐρώπης, οὐδὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν παρὰ τῆς Πύλης, καὶ εἴμεθα ἐγκαταλελειμμένοι εἰς τὰς ἰδίας ἡμῶν δυνάμεις! Εἴμεθα ἐγκαταλελειμμένοι καὶ ὅταν ἐπικαλώμεθα τὰ δίκαια τῆς φιλανθρωπίας πρὸς τὰς πεπολιτισμένας Δυνάμεις, εἴμεθα ἀπομεμονωμένοι ὅταν θέλωμεν νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὰ δίκαια αὐτῶν τῶν συνθηκῶν, προκειμένου μάλιστα περὶ τῆς μεγαλουργοῦ νήσου! Αὐτὰ εἶναι τὰ σημερινὰ ἀποτελέσματα τῆς πολιτικῆς καὶ τῶν μεγάλων σας σχεδίων, τὰ ὁποῖα πολλάκις μᾶς ἐκαλύψατε ὑπὸ τὸ μυστήριον τῆς σιωπῆς! Ἀλλὰ, λέγει ἡ Κυβέρνησις: «ἐγὼ οὐδὲν ἔπραξα κατὰ τῆς Κρήτης· τί ἔπραξα; ἐγὼ ἤμην πάντοτε ὑπὲρ τῆς εἰρήνης, συνεβούλευσα τοὺς Κρῆτας, καὶ τὰς συμβουλὰς ταύτας δὲν ἔπαυσα νὰ ἐπαναλαμβάνω καὶ εἰργαζόμην παντὶ σθένει ὑπὲρ τῆς εἰρήνης.» Καὶ μάλιστα ὑπάρχει ἐν τῇ ἀγορεύσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἡ τοιαύτη ἐργασία τῆς Κυβερνήσεως χρονολογεῖται ἀπὸ πολλοῦ, καὶ ἐστέφθη ὑπὸ ἐπιτυχίας· δηλαδὴ πῶς; Ἡ Κρήτη κατόπιν τῶν προσπαθειῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐπανεστάτησεν! «Ἐγώ, σᾶς λέγω, δὲν ἠμπόδισα νὰ στέλλωνται πολεμεφόδια εἰς Κρήτην.» Καὶ νομίζει, ὅτι ἀπαντᾷ οὕτως ἐπαρκῶς, προκειμένου περὶ Κρήτης! Δηλ. ἰσχυρίζεται μόνον, ὅτι δὲν παρεβίασε βιαίως καὶ ἐκεῖνο τὸ δικαίωμα τοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον, καθὼς εἶπεν ὁ ἴδιος, οὐδεμία δύναμις δύναται νὰ παραβιάσῃ ἀπέναντι τῶν ὑπηκόων της! Δὲν ἠγωνίσθη λέγει ἀναφανδόν, δὲν μετῆλθε βίαια μέτρα κατὰ τῆς Κρήτης, καὶ νομίζει ὅτι λέγων ταῦτα ἀπολογεῖται. Ἀλλ’ ὅταν λέγητε, ὅτι παντὶ σθένει εἰργάζεσθε, ὅπως μὴ ἐνισχύσωσιν οἱ ἁπανταχοῦ Ἕλληνες τὸν ἀγῶνα τῆς Κρήτης, δὲν νομίζετε, ὅτι ἀναλαμβάνετε μεγάλην εὐθύνην περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς τοιαύτης ὑπὸ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐγκαταλείψεως τῶν ἡρώων ἐκείνων; Νομίζετε, φαίνεται, προκειμένου περὶ Κυβερνήσεως, ὅτι χρειάζεται νὰ καταγγείλῃ τις αὐτῆς προδοσίαν, νὰ ἐπιδεικνύῃ τὴν προδοσίαν, ἵνα συναγάγῃ συμπέρασμα ἀποδοκιμασίας! Ἀλλοίμονον εἰς τὰ Κράτη, ἐὰν ὑπῆρχεν ἀνάγκη τοιούτων ἀποδείξεων, ὅπως ἀποδοκιμασθῇ μία Κυβέρνησις! Τὰς ἀποτυχίας μόνον ἐν τοιούτοις ζητήμασιν ἔχει δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ καταγγείλῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ εἰς οὐδεμίαν Κυβέρνησιν κοινοβουλευτικὴν ἐπιτρέπεται νὰ λέγῃ: δώσατέ μοι τὰ μέσα, διὰ νὰ ἐξακολουθήσω τὴν σειρὰν τῶν ἀποτυχιῶν μου. Ἔπρεπε νὰ γνωρίζητε, ὅτι ἀσφαλεῖς ἐγγυήσεις οὐδαμοῦ ἔχετε, ὅτε ἐποιεῖσθε τὰς συστάσεις περὶ ἐγκαταλείψεως πάσης πρὸς τὴν Κρήτην συνδρομῆς· καὶ δικαίως σᾶς ἠρώτησεν ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ποίας ἐγγυήσεις ἐλαμβάνετε ὅτε συνεβουλεύετε τοὺς Κρῆτας νὰ ἀφοπλισθῶσι. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς Κυβέρνησιν νὰ λέγῃ, ὡς δικαιολογίαν κατόπιν, ὅτι ἐξηπατήθη, ὅτε μάλιστα περὶ οὐδεμιᾶς ἐμερίμνησε πραγματικῆς ἐγγυήσεως ἐν τοιούτῳ ζητήματι, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς στρατηγόν, ἔλεγέ τις τῶν ἀρχαίων, τὸ «οὐ προσεδόκησα», ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἐπιτρέπεται τοῦτο εἰς Κυβερνήτην, προκειμένου μάλιστα περὶ τοσοῦτον μεγάλου ἐθνικοῦ ζητήματος. Ἔπρεπε νὰ γινώσκητε καὶ ἔχητε πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι ἡ μόνη πραγματικὴ ἐγγύησις ἐν Κρήτῃ κατὰ τῶν ὠμοτήτων καὶ βιαιοπραγιῶν εἶναι τὸ νὰ φέρῃ ὁ Κρὴς τὴν σπάθην ἀνὰ χεῖρας. Καὶ ἀπέδειξαν οἱ Κρῆτες πολλάκις, ὅτι, ἐνόσῳ ἔχουσιν ὅπλα, δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἐπανάστασις ἐν Κρήτῃ, ὄχι ὅμως ὠμότητες καὶ βιαιοπραγίαι, ὁποῖαι αἱ διαπραττόμεναι ἤδη κατὰ τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ. Ἀπέδειξεν ὁ εὐγενὴς ἐκεῖνος λαὸς, ὅτι, ὅταν ὑπάρχῃ ἐπανάστασις, πᾶσαι αἱ μεταξύ των διχόνοιαι ἐγκαταλείπονται. Καὶ ἔμεινεν εἰς τὴν πολιτικήν σας, ὡς μόνη δικαιολογία, τὴν ὁποίαν οἱ φίλοι σας καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ ἀπευθύνουσιν εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν, ἡ ἀπολογία, ὅτι ἠπατήθητε. Τῷ ὄντι κατήντησαν νὰ ἐπικαλῶνται ὑπὲρ ἑαυτῶν, ὅτι αὐτοὶ ἁπλῶς ἠπατήθησαν, ἀλλὰ δὲν διέπραξαν ἐκείνας τὰς ἀφροσύνας, τὰς ὁποίας ἄλλοι διέπραξαν πρὶν, καὶ ὅτι αὐτοὶ δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ ὑποστῶσι τὴν καταισχύνην ἀποκλεισμοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν τοιαύτη ἦναι ἡ πολιτική σας, ὁποίαν μέχρι τοῦδε ἀποδεικνύετε, οὐδέποτε βεβαίως ἡ πολιτική σας θὰ ἀξιωθῇ τῆς τιμῆς τοῦ ἀποκλεισμοῦ (εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν). Καὶ ἐπειδὴ ἐκ τῆς παρατηρήσεως ἀξιοτίμου συναδέλφου ἀνεμνήσθην τῆς ἐπόψεως ταύτης, τὴν ὁποίαν ἠθελήσατε, οὐχὶ εὐστόχως δι’ ἑαυτοὺς, νὰ φέρητε εἰς τὸ μέσον, δὲν δύναμαι νὰ μὴ σᾶς ὑπομνήσω, ὅτι ἀκριβῶς ὁ παραλληλισμὸς οὗτος τῶν δύο ἐποχῶν δὲν σᾶς συμφέρει. Ἄλλο ζήτημα, ἐὰν ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι εἰς ῥιψοκίνδυνον εἶχε προβῆ πολιτικὴν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἢ ὅτι ἐκ τῶν ὑστέρων ἡ πολιτικὴ ἐκείνη ἀπεδείχθη μὴ ἐπενεγκοῦσα τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προσεδοκῶντο· δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν δύνασθε νὰ καταγγείλητε κατὰ τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, εἶναι, ὅτι ἠδύνατο ἐκείνη νὰ περιαγάγῃ τὰς τύχας τοῦ Κράτους καὶ θέσῃ αὐτὰς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, τὸ ἐξευτελιστικὸν καὶ ὀλέθριον συνάμα ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, εἰς τὸ ὁποῖον περιήλθομεν σήμερον. Δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐκπλήττεται ἀληθῶς ἀπέναντι τῶν ἠθικῶν ἀποτελεσμάτων τῆς πολιτικῆς ἐκείνης. Ἡ πολιτικὴ ἐκείνη ἠνάγκασε τὴν Εὐρώπην ν’ ἀποστείλῃ ἅπαντας τοὺς στόλους της ἡνωμένους εἰς τὸν Πειραιᾶ. Τὸ ἔπραξεν ἆρά γε διὰ νὰ κολακεύσῃ τὴν φιλοτιμίαν μας καὶ ὅτι μᾶς ἐξηνάγκασεν οὕτω νὰ ὑποχωρήσωμεν; Ἔστω καὶ τοῦτο. Ἀποδεικνύεται δι’ αὐτοῦ, ὅτι ἐθεώρει τὴν φιλοτιμίαν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους ἡμῶν ἀξίαν, ὅπως προσέλθωσιν ἅπαντες οἱ στόλοι ἡνωμένοι, ἵνα ὑποχωρήσωμεν. Ἀλλ’ ἀληθῶς ὑμεῖς ἀφῃρέσατε καὶ αὐτὸ τοῦτο, οὐδὲν δ’ ἔχουσι πλέον αἱ Εὐρωπαϊκαὶ Δυνάμεις νὰ σκεφθῶσι περὶ καλύψεως φιλοτιμίας Κράτους, φιλοτιμίας ἀνυπάρκτου. Καὶ τί ἄλλο, Κύριοι, ἠθέλετε νὰ καταγγείλωμεν ὑμῶν, ὡς πραξάντων ἐν τῷ διεξαχθέντι Κρητικῷ ζητήματι; Ἀλλ’ ἴσως ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ παρουσιάζει σημεῖά τινα, τὰ ὁποῖα ἀληθῶς κατόπιν ἑορτῆς γίνονται ἐπὶ τῆς συντελεσθείσης καταστροφῆς. Παρουσίασεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ζητήματα ἀρχῶν ἐν τοῖς ἐξωτερικοῖς πράγμασι τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἀναγκάζομαι νὰ ἐπιστήσω τὴν ἰδιάζουσαν ὑμῶν προσοχὴν ἐπὶ δύο ἀρχῶν, τὰς ὁποίας ἀνεκήρυξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος. Προκειμένου περὶ ἐπαναστάσεων ἐν ταῖς ὑποδούλοις χώραις τοῦ Ἑλληνισμοῦ, σᾶς εἶπεν ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνηται ἡ παραμικρὰ ταραχὴ εἰς τὰς ὑποδούλους ἐπαρχίας, ἐὰν ἐξ ἀρχῆς δὲν ὑπαγορεύσῃ ταύτην ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις! Σᾶς εἶπεν, ὅτι οὐδεὶς πλέον τοῦ λοιποῦ, εἴτε Κρὴς, εἴτε Ἠπειρώτης, εἴτε ἄλλος ὑπόδουλος, θὰ δικαιοῦται ν’ ἀποπειρᾶται ν’ ἀποσείσῃ τὰ δεσμὰ, τὰ πιέζοντα αὐτὸν, πρὶν ἢ παραγγείλῃ τοῦτο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Σᾶς εἶπε δηλαδὴ, ὅτι τοῦ λοιποῦ, δι’ οἱανδήποτε ταραχὴν, δι’ οἱανδήποτε ἀπόπειραν ἐπαναστάσεως, θὰ καλῆται ἀμέσως ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ, ὅπως καταστέλλῃ πᾶν κίνημα. Ἀκριβῶς δηλαδὴ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠγωνίζετο ἡ Τουρκία εἰς πᾶσαν περίστασιν νὰ καταγγέλλῃ καθ’ ἡμῶν, ἀκριβῶς ἐδημιουργήσατε, προδικάζοντες ἀσυνέτως καὶ ὀλεθρίως τὸ μέλλον. Ἀφίνω κατὰ μέρος τὰς τοιαύτας ἀξιώσεις ὑμῶν, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα οὐδεὶς ἐκ τοῦ ὑποδούλου Ἑλληνισμοῦ ν’ ἀποσείσῃ τὸν ζυγὸν, ἐὰν δὲν λάβῃ τὴν ἄδειαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, δηλαδὴ τὴν ἀξίωσιν, ὅτι ὀφείλουν οἱ ὑπόδουλοι νὰ ὑφίστανται πᾶσαν τυραννίαν καὶ πᾶσαν παραβίασιν τῶν ἀνθρωπίνων δικαίων, ἐφ’ ὅσον δὲν παραγγέλλει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις αὐτοῖς τὴν ἐπανάστασιν. Ἀφίνω κατὰ μέρος, λέγω, τὴν ἔποψιν ταύτην, ἀλλ’ ἔποψιν ἐθνικοῦ συμφέροντος· τοιαῦται ἀρχαὶ, ἐπικυρούμεναι μάλιστα καὶ ὑπὸ τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, δὲν συλλογιζόμεθα ποίαν βλάβην φέρουσιν εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἐὰν ὑποτεθῇ μάλιστα, ὅτι ἀποδίδετε ὁποίαν πρέπει νὰ ἀποδίδητε σημασίαν εἰς τοιαῦτα ἐπίσημα κηρύγματα Κυβερνήσεων; Καὶ ἑνώσαντες διὰ συγχύσεως τῷ ὄντι ἀλλοκότου καὶ ὀλεθρίας τὰ αἰσθήματα καὶ τὰ δίκαια τὰ ἐθνικὰ μὲ τὴν θέσιν τὴν διπλωματικὴν, εἰς τὴν ὁποίαν ἑκάστοτε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δύναται νὰ εὑρίσκηται, ὑπεχρεώσατε ἐκ τῶν προτέρων τὴν Κυβέρνησιν τὴν Ἑλληνικὴν νὰ ἦναι ὁ χωροφύλαξ τῆς Τουρκίας, καὶ διὰ τοιαύτην δέσμευσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ζητεῖτε τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους! Ἡ Ἑλλὰς, ὡς Κράτος, βεβαίως ἔχει διεθνεῖς ὑποχρεώσεις, ἡμεῖς ὅμως ἐτολμήσατε νὰ εἴπητε διὰ τῆς ἀγορεύσεώς σας, ὅτι εἴμεθα ἀπηλλαγμένοι πάσης ὑποχρεώσεως ἀπέναντι τῆς Εὐρώπης, ὡς νὰ ἐκηρύξατε, ὅτι εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν κατηντήσαμεν, πλέον οὐδεὶς μᾶς συνερίζεται, οὐδεὶς μᾶς λογαριάζει. Τὰ Κράτη τῆς Εὐρώπης δὲν ἔχουσι πλέον πρὸς ἡμᾶς οὐδένα δεσμὸν, ἐκτὸς ἐὰν ἦναι δεσμὸς ὁ δεσμὸς τῆς περιφρονήσεως, τὴν ὁποίαν αἰσθάνονται καὶ παντοιοτρόπως ἐκδηλοῦσι πρὸς ἡμᾶς. Δι’ ἡμᾶς δὲν ὑπάρχει οὔτε διεθνὲς δίκαιον, οὔτε τι ἕτερον· ἡμεῖς εἴμεθα ἐλεύθεροι νὰ ὑποκινῶμεν ἐπαναστάσεις εἰς τὸ ὅμορον Κράτος, τώρα δὲ θὰ παρασκευαζώμεθα καὶ ἐν εὐθέτῳ στιγμῇ θὰ ὑποκινήσωμεν ταραχὰς εἰς τὴν ὅμορον Ἐπικράτειαν, ἢ θὰ ἐπιχειρήσωμεν, οὐδενὸς βοηθοῦντος, νὰ ἐξαφανίσωμεν τὸ ὅμορον Κράτος, λύοντες διὰ μιᾶς τὸ ζήτημα τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ. Αἱ Κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος, Κύριοι, ὅταν ἐπρόκειτο περὶ ἐπαναστάσεων, μίαν γλῶσσαν μέχρι τοῦδε μετήρχοντο, ὅτι ὑμεῖς δὲν εἴμεθα ὑπεύθυνοι διὰ τὰς ἐπαναστάσεις ὑποδούλων, ὅτι οἱ λαοὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ προσπαθῶσι δι’ ὅλων τῶν μέσων νὰ ἀποσείωσι τὰ δεσμὰ, τὰ ὁποῖα τοῖς ἐπιβάλλονται, καὶ πᾶσα Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διεμαρτύρετο, ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῆς εἰρήνης. Ἀλλὰ καὶ Κράτη ἄλλα μεγάλα καὶ κατὰ τὰς παραμονὰς ἀκόμη πολέμων δὲν δύνανται ἢ νὰ διαμαρτύρωνται, ὅτι εὑρίσκονται εἰς φιλικὰς σχέσεις· μόνον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καθιέρωσε καὶ ἀνεκήρυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τὴν διηνεκῆ ἐμπόλεμον κατάστασιν. Καὶ τί σᾶς εἶπεν ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην μέχρι σήμερον; Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, (προσέξατε, Κύριοι, εἰς τὰ τοιαῦτα κηρύγματα τῆς Κυβερνήσεως) μέχρι σήμερον εἴχομεν τὴν ἀρχὴν ὄχι μόνον τῶν φιλικῶν πρὸς τὴν Τουρκίαν σχέσεων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐγκαρδίων σχέσεων, διὰ πάσης θυσίας τηρουμένων. Βεβαίως τὸ ἐγκάρδιον τῶν σχέσεων θὰ συνδυάζηται μὲ τὸ εἰλικρινὲς, βεβαίως δὲν δύναται νὰ συμφωνῇ μὲ τὰς προθέσεις, τὰς σήμερον ἐπελθούσας εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τὰς κηρυττομένας ὑπ’ αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος περὶ ἐλευθερώσεως τῶν Ἑλληνικῶν χωρῶν. Αἱ ἐγκάρδιαι σχέσεις θὰ συνεδέοντο μὲ τὴν ἐγκάρδιον προσπάθειαν ὑπὲρ τῆς πλήρους ἀκεραιότητος τῆς Τουρκίας! Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ὅμως ταύτης ἡ πολιτικὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἤλλαξεν, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν πρόκειται πλέον περὶ ἐγκαρδίων σχέσεων καὶ εἰλικρινῶν προσπαθειῶν ὑπὲρ τῆς Τουρκίας, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης ἐξυπνήσαμεν καὶ ἐνεθυμήθημεν τοὺς πόθους τοῦ Ἑλληνισμοῦ! Σᾶς εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργός: ἠγωνίσθην μὲ πᾶσαν θυσίαν, ὅπως μαλάξω τὴν Πύλην, ἀλλὰ δὲν τὸ κατώρθωσα· ἠγωνίσθην ὅπως ἐφελκύσω τῆς Εὐρώπης τὴν παρέμβασιν ὑπὲρ τῶν ἀρχῶν τοῦ ἀνθρωπισμοῦ, ἀλλὰ πανταχόθεν ἀπεκρούσθην, πανταχοῦ ἀπελπισία· ἀφοῦ πανταχόθεν περιεφρονήθην, ἐνεθυμήθην ἤδη τοὺς πόθους τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἔχει πλέον ἰδίαν πολιτικὴν, νέαν βεβαίως καὶ ἀλλοίαν καὶ ἐναντίαν τῆς μέχρι τοῦδε, τὴν ὁποίαν σᾶς καλεῖ διὰ τῆς ψήφου σας νὰ ἐγκρίνητε. Σᾶς εἶπεν, ὅτι εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς κατακτήσεως πασῶν τῶν Ἑλληνικῶν χωρῶν, τῆς κατακτήσεως δηλονότι καὶ αὐτῆς τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Καὶ σᾶς φαίνεται, Κύριοι, ὅτι εἶναι μικρὸν καὶ ἄξιον περιφρονήσεως τοιοῦτον πρόγραμμα; Δύνασθε τοιοῦτον πρόγραμμα τοῦ Πρωθυπουργοῦ νὰ καταψηφίσητε; ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἡ πολιτική του εἶναι ἡ ἐπιτυχία τῶν πόθων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, πῶς θὰ καταψηφίσητε αὐτοῦ; τὴν ἔχει κάνεις αὐτὴν τὴν πολιτικήν; ἐτόλμησέ τις ἄλλος ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ τὴν κηρύξῃ; μόνον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠσπάσθη αὐτὴν τὴν ἀρχήν. Ἀλλ’ ὅταν τοιαύτας ἀξιώσεις προβάλλῃ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τοῦ βήματος, ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ δὲν δύναται εἰμὴ μετὰ μειδιάματος, ἐὰν οὐχὶ μετ’ ἀγανακτήσεως, νὰ προσβλέψῃ πρὸς τοιαύτας ἀξιώσεις. Καὶ εἰς τὴν πολιτικὴν ταύτην ἔχει τὴν ἀξίωσιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ ἤδη τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης! Τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης, σᾶς εἶπεν, ὁ ἀγών, τὸν ὁποῖον διεξάγει ἡ Κρήτη, δὲν εἶναι ἢ μία ἐμφάνισις τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος. Τί θέλει αὐτὴ καὶ ἀγωνίζεται; διατὶ θέλει τὴν ἕνωσιν μετὰ τῆς Ἑλλάδος; πρέπει νὰ περιμείνῃ· θὰ παραγγείλω ἐγὼ, ἡ Κυβέρνησις, ὅτι οἱ Κρῆτες πρέπει νὰ παύσωσι τοῦ λοιποῦ νὰ κάμνωσιν αὐτὰς τὰς ἀταξίας, θὰ τοῖς παραγγείλω ἐγὼ, πότε πρέπει νὰ θελήσωσι τὴν ἐλευθερίαν των; Ἀλλ’ ἐγὼ τοὐλάχιστον, κύριοι συνάδελφοι, δὲν γνωρίζω μεγαλειτέραν ἀδικίαν καὶ ὕβριν πρὸς τὸν αἱματοκυλιόμενον λαὸν τῆς Κρήτης ἢ τὴν ἀξίωσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως εἴπῃ πρὸς αὐτόν: περίμενε σὺ, ὁ Κρὴς, διότι δὲν ἐξηγέρθη ἀκόμη ὁ Καισαρεὺς καὶ ὁ Καππαδόκης· τότε, ὅταν ἐξεγερθῶσιν ὅλοι οἱ λαοί, οἱ ὑπὸ τὸν τουρκικὸν ζυγόν, ἢ ὅταν ἐγὼ κηρύξω τὸν πόλεμον πρὸς λύσιν ὅλου συλλήβδην τοῦ Ἑλληνικοῦ ζητήματος, τότε ἔχεις τὸ δικαίωμα νὰ τύχῃς καὶ σὺ τῆς προσοχῆς καὶ τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἐὰν, Κύριοι, ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἀοίδιμος Δεληγεώργης ὑπεστήριξε τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐξαιρετικὰ εἶναι τὰ δικαιώματα τῆς Κρήτης, καὶ ὅτι ἠδικεῖτο ἡ Κρήτη, περιλαμβανομένη εἰς τὰς εὐρείας πτυχὰς τοῦ ζητήματος τοῦ Ἀνατολικοῦ, ἐὰν τότε μετὰ λόγου ἠδύνατο νὰ ὑποστηρίζηται ἡ ἰδέα αὕτη, βέβαιον εἶναι, ὅτι εἶναι ἀνόσιον πλέον νὰ λέγηται σήμερον, ὅτι ὁ ἀγὼν τῆς Κρήτης δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἀξίαν, διότι ἀκόμη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἀπεφάσισε νὰ κηρύξῃ τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας. Καὶ σημειωτέον ὅτι τότε ἀλλοῖαι ἦσαν αἱ περιστάσεις, τότε ὑπῆρχον ἄλλαι ἀρχαὶ εἰς τὴν Εὐρώπην, τότε παρίστατο τὸ ἀνήσυχον πνεῦμα τοῦ Ναπολέοντος, ἀνακινοῦν διάφορα ζητήματα, τότε ἀνεκινεῖτο ἡ ἀρχὴ τῶν ἐθνικοτήτων, καὶ ἡ Γαλλία (καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑπῆρχεν ἀντιπρόσωπος παρ’ αὐτῇ ὁ ἤδη Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως), ἡ Γαλλία ἀδιακόπως ἐποιεῖτο διαβήματα πρὸς τὴν Πύλην, ὅπως τὸ Κρητικὸν ζήτημα λυθῇ, καὶ λυθῇ διὰ καθολικῆς ψηφοφορίας τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, ὑπεστηρίζοντο δηλαδὴ ἀρχαί, αἵτινες εὐλόγως ἠδύναντο, ὑπὸ ἐκείνας τὰς περιστάσεις, νὰ ἐνθαῤῥύνωσι μίαν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ ἄνδρα μεγαλουργὸν, οἷος ὁ ἀοίδιμος Κουμουνδοῦρος, ὅπως ἀποφασίσῃ νὰ ἑνωθῇ τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης καὶ ὑποστηριχθῇ συλλήβδην μετὰ τοῦ ὅλου Ἀνατολικοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ τὸ νὰ λέγητε σήμερον, ὅτι πρέπει νὰ περιμένωμεν ἕως ὅτου ἐπαναστατήσῃ ὁ Καισαρεὺς ἢ, δὲν ἠξεύρω, ὁ κάτοικος τίνος ἄλλης ὑποδούλου χώρας, διὰ νὰ ἐπιτραπῇ νὰ ἐπαναστατήσῃ καὶ ἡ Κρήτη, ἡ τοιαύτη πρὸς τὴν Κρήτην εἰρωνεία εἶναι τῷ ὄντι πολὺ τολμηρά. Καὶ σήμερον βεβαίως νέα προσέθηκε δικαιώματα, νέους τίτλους ἱεροὺς προσέθηκεν ἡ Κρήτη εἰς τὸ ἰδιαίτερον καὶ ἐξαιρετικὸν ἐνδιαφέρον τῆς Ἑλλάδος. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης προσετέθησαν ἀγῶνες· ἦτο ἡ Κρήτη χώρα ἐλευθέρα καὶ ὑπεδουλώθη πάλιν κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἀγῶνος τῆς ἀνεξαρτησίας, ἀλλ’ ἡ Κρήτη δὲν ἔπαυσεν ἐπαναστατοῦσα. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ 1867 τί πράττει ἡ Κρήτη; Ἡ Κρήτη οὐ μόνον δὲν ἠξίωσε ποτὲ νὰ ἐμπλέξῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς πόλεμον ὑπὲρ ἑαυτῆς, οὐ μόνον δὲν ἀξιοῖ νὰ ἐκθέτῃ τὴν ἐπίσημον Ἑλλάδα χάριν ἑαυτῆς, ἀλλὰ καὶ προσέχει αὐτὴ ποῦ ἐγείρεται ζήτημα ἐθνικὸν καὶ ἀμέσως ὑψοῖ τὴν γενναίαν φωνήν της καὶ ἀπειλεῖ ἐπανάστασιν· ἐπρόκειτο νὰ δώσῃ ἡ Πύλη βεράτια εἰς τοὺς Βουλγάρους ἐπισκόπους, καὶ ἡ Κρήτη διαμαρτύρεται, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἐθνικὸν, καὶ ἀπειλεῖ ἐπανάστασιν· προσβάλλονται προνόμια τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ Κρήτη δηλοῖ, ὅτι προσβάλλονται ἐθνικὰ συμφέροντα καὶ θὰ ἐπαναστατήσῃ· ἑορτάζεται ἡ 25ετηρὶς τοῦ Βασιλέως καὶ ἡ Κρήτη στέλλει Ἐπιτροπὴν, ἵνα συγχαρῇ τὸν Βασιλέα τῆς Ἑλλάδος ὡς Βασιλέα της. Ἐσπεύσατε νὰ ἑορτάσητε, ἔστω καὶ προώρως, τὴν ἐνηλικίωσιν τοῦ Διαδόχου, καὶ ἡ Κρήτη στέλλει Ἐπιτροπὴν, ὅπως συγχαρῇ τὸν Διάδοχον. Καὶ κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς Συνόδου τῆς παρούσης Βουλῆς τῆς Κρήτης ποία ἦτο ἡ πρώτη πρᾶξις τῶν Ἀντιπροσώπων αὐτῆς; ἡ κήρυξις τῆς ἑνώσεως μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος. Καὶ ὅταν κηρύττῃ ταῦτα ἡ Κρήτη, δεικνύει ἑκάστοτε, ὅτι εἶναι ἑτοίμη νὰ ἐκτελῇ διὰ τῶν ἰδίων ἑαυτῆς βραχιόνων· ἡ Κρήτη ἔχει διαρκῶς τὴν σπάθην ἀνὰ χεῖρας καὶ ἕκαστος Κρὴς παριστᾷ τὸν ὑπόδουλον Ἑλληνισμὸν ἐξεγειρόμενον καὶ διαῤῥηγνύοντα τὰ δεσμά του. Καὶ τολμᾶτε ἀπέναντι τῆς Κρήτης ἀγωνιζομένης νὰ ἐκφράσητε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὰς παγετώδεις ἐκείνας ἰδέας, ὅτι δὲν δικαιοῦνται οἱ Κρῆτες νὰ τυγχάνωσι τῆς μερίμνης τῆς Ἑλλάδος, ὡς ἐξεγειρόμενοι πρὶν ἢ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐλαφρυνθῇ ἀπὸ ἄλλα ζητήματα, πρὶν ἢ περατώσῃ τὰς σημερινὰς φροντίδας, ὑπὸ τῶν ὁποίων περισπᾶται! Ἀλλὰ τί ἄλλο ἐπράξατε; Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξεθέσατε καὶ ὑπεχρεώσατε, οὕτως εἰπεῖν, τὴν φιλοτιμίαν τῆς Ἑλλάδος, δηλονότι τοῦ Κράτους· ἠπειλήσατε ὅτι, ἂν ἡ Πύλη δὲν καταστείλῃ τὴν ἐπανάστασιν, ἂν ἡ Εὐρώπη δὲν παρέμβῃ, σεῖς δὲν δύνασθε νὰ κρατηθῆτε, εἶσθε ἠναγκασμένοι νὰ παρεμβῆτε. Ἐθέσατε μάλιστα καὶ εἰς τὸ στόμα τοῦ Βασιλέως τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ μὴ βαδίσῃ κατόπιν τοῦ δημοσίου φρονήματος. Ὁ Βασιλεὺς δηλ. ἐν Κοπενάγῃ ἀνεκήρυξε τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν σεῖς ἠθελήσατε νὰ κατακρίνητε καὶ μυκτηρίσητε ἐσχάτως ἐναντίον ἄλλης Κυβερνήσεως. Σεῖς ὅμως ἀληθῶς καὶ πράγματι δὲν ῥυμουλκεῖσθε ὑπὸ τῶν αἰσθημάτων τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἀκολουθεῖτε ἄλλην πολιτικὴν, τὴν πολιτικὴν τῶν ὑπολογισμῶν τῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα δὲν θέλω νὰ χαρακτηρίσω. Τί λοιπὸν ἐπράξατε ἤδη; ἐκηρύξατε ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος εἶναι θρασύδειλός τις, ὁ ὁποῖος ἀπειλεῖ, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ· ἠπειλήσατε τὴν Εὐρώπην καὶ τὴν Τουρκίαν, ὅτι, ἂν δὲν κατασταλῇ ἡ κατάστασις ἐκείνη τῆς Κρήτης, δὲν ἠμπορεῖτε παρὰ νὰ ἐπεμβῆτε, καὶ προσεθέσατε, ὅτι τοῦ λοιποῦ παρασκευάζεσθε πρὸς ἐλευθέρωσιν ὅλων τῶν Ἑλληνικῶν χωρῶν. Ἐκηρύξατε δηλ. μίαν διαρκῆ ἐμπόλεμον κατάστασιν· εἰς τὸ ἑξῆς ἡ φορολογία δὲν σκοπεῖ τὸ ἰσοζύγιον, οὐδὲ τὴν ἀναμόρφωσιν τοῦ τόπου· ταῦτα πάντα, φαίνεται, συνετελέσθησαν ἤδη. Τώρα δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ μεριμνήσωμεν διὰ τῶν περισσευμάτων περὶ λύσεως τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος· προσεχῶς θὰ κινήσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τὸν πόλεμον, βεβαίως πρὸς ἀνάκτησιν ὅλων τῶν Ἑλληνικῶν χωρῶν, δηλ. ὅλης τῆς Τουρκικῆς Ἐπιτρατείας, καὶ πρὸς τοῦτο παρασκευάζεται διὰ τῆς φορολογίας· καὶ εἴμεθα τόσον γενναῖοι, ὥστε νὰ προαναγγέλλωμεν εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ τὴν Τουρκίαν, ὅτι οὐδὲν ἔχομεν νὰ φοβώμεθα. Ἂν μᾶς ἠξίου ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις προσοχῆς, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἠδύνατο νὰ μᾶς στείλῃ διακοίνωσιν καὶ τελεσίγραφον, ἀλλ’ ἀντὶ τούτων μᾶς πέμπει τὰ μειδιάματά της. Οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι χρειάζεται ἀπόδειξις κακῆς προαιρέσεως, ἵνα κατακρίνῃ τις μίαν Κυβέρνησιν ἐπὶ τοσαύταις ἀποτυχίαις, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ποῦ δύναται νὰ στηρίξῃ τὴν ἀξίωσίν του ὁ κ. Πρωθυπουργός. Κατέπεσεν ἀπὸ ἀποτυχίας εἰς ἀποτυχίαν, ἐπῆλθεν ἡ πλήρης καταστροφὴ πάσης ἐξωτερικῆς ὑποθέσεως· ἐνῷ μᾶς προανήγγειλεν αὐτὸς οὗτος, ὅτι εἴμεθα ἐντελῶς ἀπομεμονωμένοι εἰς τὴν Εὐρώπην, οὐδεμία ἐλπὶς πλέον παρ’ οὐδεμιᾶς τῶν Δυνάμεων, οὐδὲ προκειμένου περὶ τῆς τηρήσεως τῶν κανόνων τῆς φιλανθρωπίας ἀπέναντι σφαζομένων ἀδελφῶν, οὐδὲ ἐλπὶς νὰ πτοηθῇ ἡ Τουρκία ἀπὸ τὰς ἀπειλὰς ἡμῶν. Ποῦ μετὰ πάντα ταῦτα στηρίζει τὴν ἀξίωσίν του, νὰ τὸν περιβάλητε μὲ νέαν ψῆφον ἐμπιστοσύνης διὰ τὸ μέλλον; Ἄλλοτε ἡ Τουρκία ἠναγκάζετο νὰ συνθηκολογῇ μετὰ τῶν ἐπαναστατῶν. Οἱ Κρῆτες ἰδίαις χερσὶν ἐλάμβανον τὰ δικαιώματά των· σήμερον πῶς κατηντήσαμεν μὲ τὴν πολιτικήν σας; σήμερον, μᾶς λέγετε, σκέπτεται ν’ ἀφαιρέσῃ τὰ προνόμια τῆς Κρήτης· κἀμμία Εὐρωπαϊκὴ Δύναμις δὲν προσέχει εἰς ἡμᾶς. Καὶ κατόπιν τοιούτων ἀποτυχιῶν προκαλεῖτε τὸ Κοινοβούλιον νὰ σᾶς περιβάλῃ διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης του, ἵνα ἐξακολουθήσητε τὴν πολιτικήν σας, ἡ ὁποία σήμερον εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς μεγάλης ἰδέας! Ἀλλὰ ταῦτα πάντα πρέπει τέλος σπουδαίως νὰ μελετηθῶσιν. Αἱ τοιαῦται ἀξιώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρέπει νὰ ἔχωσι τέρμα. Ἐπὶ ἄλλων ζητημάτων ἠδύνατό τις νὰ ὀλιγωρῇ, ἐξακολουθῶν νὰ προσδοκᾷ καὶ μετὰ τὰς οἰκτρὰς ἀποτυχίας, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐξακολουθῶμεν προσηλωμένοι εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ, προκειμένου περὶ τῆς τύχης τῆς Ἑλληνισμοῦ. Τὸ εἴδομεν, ὅτι ὁ μόνος προμαχὼν τοῦ Ἑλληνισμοῦ κατεστράφη πλέον, ὁ μόνος προμαχών, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο εἰς πᾶν νεῦμα τῆς Ἑλλάδος νὰ δημιουργήσῃ ζητήματα ἐθνικά. Ἡ Κρήτη ὑποτάσσεται, καὶ ὑποτασσομένης ταύτης, θὰ ματαιωθῶσι τὰ ὄνειρα τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Κράτους. Ἂς προσέξωμεν, καὶ ἂς σκεφθῶμεν τέλος πάντων σπουδαίως, κύριοι Βουλευταί, τοὐλάχιστον ἤδη, κατόπιν τῆς συντελεσθείσης καταστροφῆς παντὸς ἐσωτερικοῦ καὶ ἐξωτερικοῦ συμφέροντος τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν ἡ τόσον αἰσιόδοξος πολιτικὴ ἀπὸ τόσων ἐτῶν διὰ παταγωδῶν λέξεων καὶ πομπωδῶν ἐπαγγελιῶν ἠδύνατο νὰ ἐπικρατῇ τῶν γογγυσμῶν τῶν φορολογουμένων καὶ πάσης φωνῆς καὶ τῶν ἐσωτερικῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, δὲν δύναται ὅμως νὰ ἐπικρατήσῃ ἀπέναντι τῶν ἀπαισίων ἤχων τῶν ἁλύσεων, τὰς ὁποίας σφυρηλατεῖ κατὰ τῆς ἡρωΐδος νήσου ἡ ὅμορος Ἐπικράτεια, τῇ ἀνοχῇ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς.)
§3ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐν τῷ λόγῳ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τῆς χθὲς ποία εἶναι λοιπὸν ἡ ἐν τῷ μέλλοντι δεδηλωμένη πολιτικὴ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως; Ἡ οἰκονομικὴ, ἡ ναυτικὴ καὶ ἡ στρατιωτικὴ παρασκευὴ τῆς χώρας! «Πρέπει», ἔλεγε χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, «πρὸς ἐπιτέλεσιν τῶν τῆς ἐνεργείας ταύτης τὸ Κοινοβούλιον νὰ ἔχῃ Κυβέρνησιν, εἰς ἣν ν’ ἀποδίδῃ πλήρη ἐμπιστοσύνην, ἵνα ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὴν νὰ διεξαγάγῃ τὴν δεδηλωμένην πολιτικὴν αὐτῆς καθ’ ὃν τρόπον γινώσκει, ἵνα παράσχῃ εἰς αὐτὴν, ὡς μέχρι τοῦδε, τὰ πρὸς τὴν σύνταξιν τῆς χώρας, τὴν οἰκονομικὴν, τὴν ναυτικὴν, τὴν στρατιωτικήν». Ἔχει λοιπὸν καὶ πάλιν καὶ ἀδιαλείπτως ἤδη ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν τὴν αὐτὴν δεδηλωμένην πολιτικήν. Εἶναι ἡ μᾶλλον ἀνώδυνος καὶ ἡ μᾶλλον ἐπωφελὴς, πρὸ πάντων δι’ ἐκείνους, οἵτινες διαχειρίζονται τὰ δημόσια χρήματα. Διότι εἶναι πολιτικὴ εἰρήνης καὶ πολιτικὴ πολέμου ἀφ’ ἑνὸς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ πολιτικὴ δανείων καὶ προμηθειῶν. Ἀλλ’ ἐγὼ πρὸς μὲν τὴν μέλλουσαν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως οὐδαμῶς θέλω φέρει σήμερον τὸν λόγον, θέλω ὅμως κατόπιν τῶν ἀξιοτίμων ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προσθέσει καὶ ἐγὼ ὅ,τι ἀτελῶς περὶ τῶν τῆς Κρήτης γνωρίζω, ἀδιαφορῶν μὲν πρὸς τὴν μέλλουσαν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἀφ’ ἑνὸς, ἀλλὰ πιστεύων ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι δὲν πρέπει ἐπὶ πλέον νὰ διεκδικῇ αὕτη τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Εἶχεν ἀπόσχει ἐκ τῆς Κρητικῆς Συνελεύσεως ἡ μειονοψηφία τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, καὶ κατ’ ἐκείνην ἀκριβῶς τὴν ἐποχὴν ἀπεστέλλετο ἔκτακτος αὐτοκρατορικὸς ἀπεσταλμένος τῆς Ὑψηλῆς Πύλης, ὁ Μαχμοὺτ Τζελαλεδὴν πασσᾶς, ἐρωτῶν ποῖα τάχα εἶναι τὰ αἰτήματα τῶν Κρητῶν, δι’ ἅπερ ἡ μειονοψηφία ἀπέσχε τῆς Κρητικῆς Βουλῆς. Εὐθὺς, ὡς ὁ Τζελαλεδὴν πασσᾶς ἤτησε τὴν ὑποβολὴν τῶν αἰτημάτων, τὸ κίνημα τῆς Κρήτης ἄρχεται λαμβάνον γενικὸν καὶ καθολικὸν χαρακτῆρα, μειονοψηφία καὶ πλειονοψηφία ἔδωσαν τὰς χεῖρας, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι, ἂν οἱ Κρῆτες διῃρέθησάν ποτε ἐπὶ τῶν ἐπιτοπίων ζημάτων, τοῦτο προέρχεται ἐκ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, μετεχούσης αὐτόθι πλειότερον ἢ ἀλλαχοῦ τῆς Βουλῆς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἀλλ’ εὐθὺς, ὡς ζήτημα ἐθνικὸν ἀναφανῇ, ἔστω καὶ εἰς ἀπώτατον σημεῖον τοῦ ὁρίζοντος, οἱ Κρῆτες ἑνούμενοι διεκδικοῦσι τὰ δικαιώματα καὶ τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος αὐτῶν. Ζητεῖ λοιπὸν ὁ Τζελαλεδὴν πασσᾶς τὰ αἰτήματα, καὶ οἱ Κρῆτες ὑποβάλλουσι τοιαῦτα. Κατ’ ἐκείνην ἀκριβῶς τὴν ἐποχὴν τινὲς τῶν Προξένων τῶν ξένων Δυνάμεων ἐῤῥαδιούργουν καὶ ἀντέτεινον εἰς τὴν παροχὴν τῶν αἰτημάτων, καὶ τὰς ῥαδιουργίας αὐτῶν καὶ τὰς ἀντιπράξεις ὑπέθαλπεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἐκεῖ ἀντιπροσώπου αὐτῆς, τοῦ κ. Γρυπάρη. Εἶναι, Κύριοι, ἡ πρώτη δεδηλωμένη στιγμή, καθ’ ἣν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπεμβαίνει εἰς ζήτημα, ἐκ τῆς παρακωλύσεως τοῦ ὁποίου οὐδεμίαν μὲν ὠφέλειαν αὐτὴ ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς ἢ ὁ Κρητικὸς λαὸς εἶχε, μεγίστας δὲ βλάβας τοὐναντίον, ὡς εἶναι γνωστὸν ὑμῖν. Ὁ ἐκεῖ Πρόξενος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀναφανδὸν διαδίδει, ὅτι ἡ μὲν Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔχει ἐγκαταλείψει τὸ κίνημα, οὐδὲ εἶναι δὲ ἐπιτετραμμένον εἰς τοὺς Κρῆτας νὰ πιστεύωσιν, ὅσον καὶ ἂν ἐπιμένωσιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποκτήσωσιν ἔστω καὶ τὸ ἐλάχιστον τῶν προνομίων. Ἐρωτῶ, Κύριοι, ὁποία βλάβη ἤθελεν ἆρά γε προέλθει εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἢ εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν, ἢ εἰς τὴν Κρήτην, ἂν οἱ Κρῆτες ἀφίνοντο ἐλεύθεροι εἰς τὰς διαπραγματεύσεις αὐτῶν περὶ ἀποκτήσεως τῶν προβληθέντων προνομίων; εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ Τουρκία δὲν ἦτο κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν διατεθειμένη πρὸς ἐχθρικὴν στάσιν εἴτε πρὸς τὴν Ἑλλάδα, εἴτε πρὸς τοὺς Κρῆτας· εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὰ διαβήματα αὐτῆς διὰ τοῦ Μαχμοὺτ Τζελαλεδὴν πασσᾶ ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε ἔτεινον εἰς συμφιλίωσιν τῶν ἐκεῖ τουρκικῶν ἀρχῶν πρὸς τοὺς Κρῆτας, καὶ εἰς τὴν παροχὴν προνομίων τινῶν. Καὶ ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἀνεμιγνύετο, ἀναμφισβητήτως ἤθελον οἱ Κρῆτες ἀποκτήσει ἢ πάντα ἤ τινα τῶν αἰτημάτων. Οὕτω πως ὁ ἐν λόγῳ πασσᾶς ἀποῤῥίπτει τὰ αἰτηθέντα, ἐνθαῤῥυνόμενος ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως διὰ τοῦ ἀντιπροσώπου αὐτῆς. Ἀναχωρεῖ ἐκ τῆς Κρήτης ὁ Μαχμοὺτ Τζελαλεδὴν πασσᾶς, μένει δὲ ἐκεῖ ὁ Σαρτίνσκης. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Συνελεύσεως ὁ Μαχμοὺτ Τζελαλεδὴν πασσᾶς ἐδήλωσε, νὰ μὴ ἀναμένωσιν οἱ Κρῆτες τὴν παραχώρησιν οὐδενὸς προνομίου, «διότι ὁ Τρικούπης ἀποκρούει καὶ ἀρνεῖται ἐντελῶς τὸ κίνημα αὐτῶν.» Ἐν τούτοις ὁ Κρητικὸς λαὸς συναθροίζεται κατὰ χιλιάδας εἰς τὰ Μπουτσουνάρια, ἡ δὲ μετάβασις αὐτοῦ εἰς τὴν θέσιν ταύτην εἶναι δήλωσις ἐμφανὴς ἐκ παλαιῶν χρόνων πρὸς τὴν Ὀθωμανικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἕτοιμοί εἰσιν οἱ Κρῆτες νὰ ἀνακηρύξωσι τὴν ἕνωσιν αὐτῶν μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἰδοὺ καὶ πάλιν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διὰ τοῦ κ. Προξένου αὐτῆς ἀναστέλλουσα τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκεῖ συναθροίσεως καὶ προσπαθοῦσα διὰ τῆς διαλύσεως τῶν ἐκεῖ Κρητῶν νὰ ἰσχυροποιήσῃ τὴν πολιτικὴν αὐτῆς. Τότε ἀκριβῶς ἤρξαντο οἱ Τοῦρκοι νὰ συσσωρεύωνται εἰς τὰς πόλεις, τὸ κίνημα εἶναι πλέον, οὕτως εἰπεῖν, ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἄρχονται αἱ βιαιοπραγίαι πρῶτον ἐκ τοῦ τουρκικοῦ ὄχλου. Ταῦτα δὲ ἐγίγνοντο ἤδη ἀπὸ τῆς 15 Ἰουλίου. Τῇ δὲ 14 Ἰουλίου ἀναχωρῶν ὁ Σαρτίνσκης, ἔβλεπεν ἀπὸ τοῦ πλοίου πυρπολούμενα ὑπὸ τῶν Τούρκων τὰ χριστιανικὰ χωρία τῆς Κρήτης. Ἐν τούτοις τῇ 23 Ἰουλίου ἄρχονται αἱ διαπραγματεύσεις τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Συνελεύσεως πρὸς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν διὰ τοῦ Ἰμβραὴμ πασσᾶ, εἶτα διὰ τοῦ Τζεβὰτ πασσᾶ, καὶ κατόπιν διὰ τοῦ Ῥιζᾶ πασσᾶ. Προσκαλοῦνται οἱ Κρῆτες, ὅπως στείλωσιν ἀντιπροσώπους εἰς Κωνσταντινούπολιν καὶ συζητήσωσι τὰ αἰτήματα αὐτῶν. Ἀλλὰ συγχρόνως προσκαλοῦνται νὰ διαλύσωσι πρότερον τὰς συναθροίσεις. Καὶ βεβαίως, Κύριοι, οὐδεὶς ἀρνεῖται, ὅτι εἶναι μέγας τίτλος τῶν ὑποδούλων λαῶν, ὅταν καλῶνται εἰς διαπραγματεύσεις, ἔστω καὶ ἂν προβάλληται πρότερον ἡ διάλυσις τῶν ἐνόπλων συναθροίσεων αὐτῶν. Οἱ Κρῆτες ἀπαντῶσιν, ὅτι εἰσὶ μὲν διατεθειμένοι νὰ ἔλθωσιν εἰς συνεννοήσεις, οὐχὶ ὅμως ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἀλλ’ ἐν Χανίοις, οὐδὲ δέχονται νὰ διαλύσωσι πρότερον τὰς συναθροίσεις αὐτῶν. Ἀλλὰ τότε πάλιν ὁ Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος κ. Γρυπάρης ἰδιοχείρως γράφει πρὸς αὐτοὺς, νὰ διαλύσωσι τὰς συναθροίσεις πρότερον, καὶ νὰ δεχθῶσι κατόπιν τὰς διαπραγματεύσεις. Δηλαδὴ προσεπάθει νὰ πείσῃ αὐτοὺς, ὅπως ἔλθωσιν εἰς διαπραγματεύσεις πρὸς τοὺς Τούρκους, οὐχὶ ἴσοι πρὸς ἴσους, ὡς μέχρις ἐκείνης τῆς ἐποχῆς ἦσαν, ἀλλ’ ἄνισοι πρὸς ἀνωτέρους, ἄοπλοι πρὸς ἐνόπλους. Δύναταί τις νὰ ἐρωτήσῃ, πρὸς τίνα ἐβοήθει σκοπὸν ἡ τοιαύτη ἐπέμβασις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως; Ἡ Συνέλευσις τότε δι’ ἐγγράφου αὐτῆς τῆς 26 Ἰουλίου παρήγγειλε τοῖς ἐπιτρόποις αὐτῆς, νὰ μὴ ἀνακοινώσωσί τι εἰς τὸν Ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος, διότι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶναι ἐχθρὰ πρὸς τὰ συμφέροντα αὐτῶν. Ἐν τούτοις ὁ Ῥιζᾶ πασσᾶς ζητεῖ παρὰ τῶν Ἀντιπροσώπων τῆς Συνελεύσεως ἐγγράφως νὰ δηλώσωσι τὰ αἰτήματα αὐτῶν, ὅπερ καὶ γίνεται. Κατ’ ἐκείνην ὅμως ἀκριβῶς τὴν ἐποχὴν ὁ Ῥιζᾶ πασσᾶς ἀνακαλεῖται, ἔρχεται δὲ ὁ διαβόητος Σακὴρ, ὅστις ὑπισχνεῖται μὲν τὰ αὐτὰ, φέρει ὅμως μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ ἀρκετὸν στρατόν. Ἀφοῦ δὲ ἤρξατο διὰ τοῦ Σακὴρ ἡ συγκέντρωσις πολυαρίθμου τουρκικοῦ στρατοῦ, οὗτος λέγει πρὸς τὴν πενταμελῆ Ἐπιτροπὴν τῆς Συνελεύσεως, διαμαρτυρομένην ἐπὶ τούτοις, ὅτι διὰ μὲν τὴν συγκέντρωσιν τοῦ στρατοῦ οὐδένα λόγον οὐδενὶ ἔχει νὰ δώσῃ, διὰ δὲ τὰ αἰτήματα αὐτῶν εἶναι πρόθυμος νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν, ἀλλ’ ἀφοῦ διαλύσωσι πρότερον τὰς συναθροίσεις. Καὶ τί ἄλλο ἀνέμενέ τις παρὰ τοῦ Σακὴρ νὰ ἀκούσῃ, ἀφοῦ εἶχεν οὗτος τὴν αὐτὴν γνώμην τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως δεδηλωμένην, ἤδη μάλιστα ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ παρόντος ζητήματος; Καὶ ἐνῷ ὁ Σακὴρ κατελάμβανε διὰ πολυαρίθμου στρατοῦ τὰς ὀχυρὰς θέσεις τῆς Μαλάξας, τοῦ Ἀλυγάνου, τοῦ Χοιροσπηλαίου, καὶ ἐνῷ ἡ συγκοινωνία διὰ τοῦ ἀποκλεισμοῦ καὶ τῆς στρατιωτικῆς ζώνης ἦν ἀποκεκομμένη, καὶ ἐνῷ ἡ Συνέλευσις, ἀποκεκλεισμένη οὖσα τοιουτοτρόπως, οὐδὲν ἐγίνωσκεν, ὁ Πρόξενος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ αὐτὸς ἦν ὁ ὑποβολεὺς τῆς διαλύσεως τῶν Κρητικῶν συναθροίσεων καὶ τῶν εἰρηνικῶν διαπραγματεύσεων, δὲν ἐλάμβανε τὸν κόπον νὰ εἰδοποιήσῃ τὴν Συνέλευσιν περὶ τοῦ ἐκτελουμένου σατανικοῦ σχεδίου τοῦ Σακὴρ πασσᾶ, παρασπονδοῦντος. Τότε φυσικῷ τῷ λόγῳ ἐπέρχεται ἡ παραίτησις τῆς πενταμελοῦς Ἐπιτροπῆς τῆς Συνελεύσεως, καὶ μετὰ ταῦτα ἄρχονται αἱ γνωσταὶ συλλήψεις, οἷον τοῦ Ῥούσου Χριστοδουλάκη, τοῦ Ἀναστασάκη καὶ τῶν λοιπῶν προκρίτων τῆς νήσου. Ἀλλ’ οὐ μόνον ταῦτα· ἤδη ἀπὸ τῶν μέσων τοῦ Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. ἡ Συνέλευσις ἐλάμβανε τοιαύτας ἀποφάσεις, αἵτινες οὐδὲν ἄλλο ἐνεδείκνυον, εἰμὴ ὅτι ἦν αὕτη ἑτοίμη νὰ ὑψώσῃ τὴν σημαίαν τῆς ἑνώσεως. Καὶ πάλιν ὡς ἀπὸ μηχανῆς Θεὸς παρίσταται ὁ Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος, ἐμποδίζων τὰ πάντα καὶ ἐπιδεικνύων εἰς ἔγκριτον Κρῆτα τηλεγράφημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐν ᾧ ἐλέγετο, ὅτι «ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως δὲν μεταβάλλεται, οἱανδήποτε ἀπόφασιν καὶ ἂν ἤθελον λάβει οἱ Κρῆτες». Ἐπεχείρησα τὴν ἐξιστόρησιν λεπτομερειῶν τινων τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, ἵνα ἀποδειχθῇ ἔτι καταφανέστερον, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις συνετέλεσεν εἰς τὴν ἀπόῤῥιψιν τῶν αἰτημάτων τῶν Κρητῶν, διότι ἐν ἀρχῇ διὰ τοῦ Προξένου αὑτῆς ἀντέπραττε καὶ κατόπιν καὶ οὐδέποτε ἐπαύσατο ἀντιπράττουσα εἰς τὴν παραδοχὴν αὐτῶν. Ἀλλ’ οὐ μόνον τοῦτο· ἡ πολιτεία τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως συνετέλεσε καὶ εἰς ἔτι χεῖρον, εἰς τὴν καταστροφὴν τῶν κεκτημένων ἤδη προνομίων τῆς Κρήτης, ὡς χθὲς ὡμολόγησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὅπερ δὲ λυπηρότατον, διὰ τῆς πολιτείας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ διὰ τῆς χειρὸς αὐτῆς ὡδηγήθη ὁ τουρκικὸς στρατὸς, ἵνα καταλάβῃ τὰ ὀχυρὰ μέρη τῆς Κρήτης. Τοιαύτη δὲ εἶναι καὶ ἡ πεποίθησις πάντων τῶν Κρητῶν. Ἰδοὺ τί γράφει περὶ τούτου ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν ἐνταῦθα προσελθόντων προσφύγων καὶ παρεπιδημούντων Κρητῶν ἐν τῷ ὑπομνήματι αὑτῆς πρὸς τοὺς ἐνταῦθα Πρεσβευτὰς τῶν Χριστιανικῶν Δυνάμεων (ἀναγινώσκει): «Ἐν τῷ μεταξὺ ἔνθεν μὲν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐκ παντὸς τρόπου ἐξεβίαζεν ἡμᾶς ν’ ἀπόσχωμεν τῶν ἐνόπλων διαδηλώσεων,... ἔνθεν δὲ ὁ Γενικὸς Πρόξενος αὐτῆς προέτρεπεν ἡμᾶς νὰ ὑποδεχθῶμεν καλῶς τὸν λεγόμενον τακτικὸν στρατὸν, ὅπως μὴ προσβληθῇ ἡ φιλοτιμία τοῦ Σουλτάνου, ὅστις ἔχει τὴν ἀγαθὴν πρόθεσιν νὰ παραχωρήσῃ τὰ αἰτήματα. Καὶ ἔσχομεν μὲν πολλάκις πικρὰν πεῖραν τοῦ δόλου τῆς τουρκικῆς διοικήσεως, ἀλλ’ αἱ παρακλήσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, αἱ προτροπαὶ τῶν Προξένων αὐτῆς ἔπεισαν ἡμᾶς, ὅπως ὑπακούσαντες εἰς τὰς συμβουλὰς, μὴ διακωλύσωμεν τῶν τουρκικῶν στρατευμάτων τὴν εἴσοδον». Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι, ὅσα καὶ πρὸ πολλοῦ διὰ τοῦ τύπου καὶ ἀπὸ τῆς χθὲς ἡ Ἀντιπολίτευσις διὰ τῶν ῥητόρων αὐτῆς εἶπεν, εἰσὶν ἀληθῆ, διότι διατυποῦνται εὐγλώττως καὶ στεντορείᾳ τῇ φωνῇ ἐν τῷ ὑπομνήματι τούτῳ. Ἀλλ’ ὁ Γαλὴπ βέης ἐπέμενε νὰ διαλυθῶσι πᾶσαι αἱ συναθροίσεις, νὰ μὴ ἀποκρουσθῇ ὁ τουρκικὸς στρατὸς, ὁ μέλλων νὰ μεταβῇ εἰς Σέλινον, κατόπιν δὲ νὰ γένηται συζήτησις περὶ τῶν αἰτημάτων τῶν Κρητῶν. Ἔγκριτος Κρὴς εἶπε πρὸς αὐτὸν, ὅτι δύναται μὲν νὰ γράψῃ ταύτας τὰς παραινέσεις πρὸς τοὺς συνηθροισμένους Κρῆτας, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ βεβαιωθῶσιν οὗτοι πρότερον, ὅτι θέλει ἐπιτευχθῆ τουλάχιστον ἡ ἀμνηστεία αὐτῶν. Ὁ Γαλὴπ βέης συνεννοεῖται μετὰ τοῦ Σακὴρ καὶ μετὰ τοῦ κ. Γρυπάρη, ὁ δὲ ἐν λόγῳ Πρόξενος ἐξαναγκάζει τὸν ἔγκριτον ἐκεῖνον Κρῆτα νὰ γράφῃ πρὸς τοὺς συνηθροισμένους τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ Σακὴρ πασσᾶ. Τῷ ὄντι ὁ Κρὴς γράφει πρὸς τοὺς συνηθροισμένους ἐπαναστάτας ἐπιστολὴν, ἐν ᾗ λέγει, ὅτι «ἡ Ἑλλὰς δὲν μᾶς βοηθεῖ, καὶ ἂν ἀκόμη κηρύξωμεν τὴν ἕνωσιν». Τὴν ἐπιστολὴν ταύτην ἀνέγνω καὶ ἐνέκρινεν ὁ κ. Γρυπάρης! Ἡ ἐπιστολὴ τυγχάνει ἀναμφισβήτητος, εἶναι δὲ τῆς 16 Αὐγούστου ἐ. ἔ. Τῇ 17 Αὐγούστου ἦλθεν ἡ ἀπάντησις τῶν ἐπαναστατῶν, οἵτινες, πειθόμενοι εἰς τὰς φορτικὰς ἐνεργείας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὡς δηλοῦσιν ἤδη καὶ ἐν τῷ ὑπομνήματι αὐτῶν, ἀπεφάσισαν νὰ δεχθῶσιν εἰς τὰ ὀχυρὰ μέρη αὐτῶν τὸν τουρκικὸν στρατόν. Τῇ 18 Αὐγούστου λίαν πρωῒ διῆλθεν ὁ τουρκικὸς στρατὸς τὰς γραμμὰς τῶν Κρητῶν, εἰσέβαλεν εἰς τὰ ἐνδότερα τῆς νήσου καὶ κατέλαβε πάσας τὰς ὀχυρὰς θέσεις αὐτῆς. Ὁ δὲ ὑπουργικὸς τύπος, πιστὸς εἰς τὰ νεύματα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἔγραφε τότε: «σχετικὴ ἡσυχία ἐπικρατεῖ εἰς τὴν Κρήτην, τὸ κίνημα τῶν Κρητῶν εὐτυχῶς βαίνει εἰς καταστολήν!» Ἀλλὰ μήπως καὶ σήμερον ἀκόμη καὶ χθὲς δὲν ἀνεγινώσκομεν ἐν τῷ ὑπουργικῷ τύπῳ δηλώσεις, τεινούσας εἰς τὸ νὰ καλύψωσι τὰς ἐντυπώσεις τῶν συζητήσεων τούτων, δηλώσεις θελούσας νὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι «καὶ τὸ κίνημα τῆς Κρήτης ἐντελῶς κατεστάλη καὶ ἡ ἀμνηστεία δι’ ἀτμοπλοίου ταξειδεύει εἰς τὰς ἀκτὰς τῆς Κρήτης»; Ἔλεγον ὅτι τῇ 18 Αὐγούστου ὁ τουρκικὸς στρατὸς εἰσβαλὼν κατέλαβε τὰς ὀχυρὰς θέσεις. Ἀκριβῶς δὲ ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ἀνηρτήθη πρὸ τοῦ τελωνείου Χανίων ἡ εἰκὼν τοῦ Σουλτάνου, ἑορτάζοντος δὲν ἠξεύρω ποίαν ἑορτὴν αὐτοῦ, καὶ ὑπὸ τὴν εἰκόνα τοῦ Σουλτάνου ἐγράφοντο ἀραβιστὶ τὰ ἑξῆς: «Ζήτω ὁ Σουλτάνος, ὁ μιᾷ καὶ μόνῃ φωνῇ τὴν Κρήτην ὑποτάξας»! Ἡ φωνὴ αὕτη ἐξήρχετο ἐκ τοῦ στόματος τοῦ Ἕλληνος Προξένου, ἐμπνεομένου ὑπὸ τῆς Τουρκο–Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως! Ἡ πεποίθησις ἄρα τῶν Κρητῶν, Κύριοι, εἶναι αὕτη, ὅτι, ἂν δὲν ὑπῆρχεν Ἑλληνικὸν Προξενεῖον ἐν Κρήτῃ, ἡ Κρήτη, ἐὰν δὲν ἦτο ἐλευθέρα, ἤθελεν ὅμως ἔχει ἤδη τὰ αἰτούμενα προνόμια αὐτῆς. Παρήγορος τῳόντι πεποίθησις διὰ τοὺς Ἕλληνας τῆς Μακεδονίας, τῆς Θράκης, τῶν νήσων καὶ τῶν ἄλλων ὑποδούλων Ἑλληνικῶν μερῶν· τὰ δὲ αἰτήματα αὐτὰ ἤθελον ἤδη γίνει ὑπὸ τοῦ Μαχμοὺτ πασσᾶ δεκτὰ, ἐὰν, ὡς λεπτομερῶς ἐξήγησα, εἰς τὴν ἀπόῤῥιψιν αὐτῶν δὲν συνέτεινε πρωτίστως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἐκεῖ ἀντιπροσώπου αὐτῆς. Κατηγορεῖ λοιπὸν ἡ Ἀντιπολίτευσις τὴν Κυβέρνησιν πρῶτον μὲν διὰ τὴν ἄνευ ἀνάγκης σπουδὴν αὐτῆς, ὅπως πείσῃ τοὺς Τούρκους, ὅτι πρέπει νὰ ἀποῤῥίψωσι τὰ αἰτήματα τῶν Κρητῶν, ἐνῷ ἄνευ βλάβης τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἢ τῆς Κρήτης αὐτῆς, ἢ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος ἐδύνατο νὰ μὴ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Καὶ δεύτερον κατηγορεῖται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διότι ἔδωκεν αὕτη χεῖρα βοηθείας εἰς τὸν Σακὴρ πασσᾶν, ὅπως καταλάβῃ τὰ ὀχυρὰ μέρη τῆς Κρήτης καὶ καθυποτάξῃ διὰ παντὸς αὐτήν. Δὲν κατηγοροῦμεν ἄρα τόσον τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν διότι δὲν ἐπενέβη ὑπὲρ τῶν Κρητῶν, ὡς χθὲς ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ κατηγοροῦμεν αὐτὴν διότι ἐπενέβη κατὰ τῶν Κρητῶν (ἐπευφημίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Καὶ τοιουτοτρόπως ἡ Κρήτη σήμερον, καθυποταχθεῖσα, δὲν κρατεῖ πλέον ὑψηλὰ τὸ ὑπερήφανον μέτωπον αὐτῆς, οὐχὶ βεβαίως ἐξ ἰδίας ὑπαιτιότητος, ἀλλ’ ἐξ ὑπαιτιότητος τῶν διευθυνόντων τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ, ὡς νομίζουσι. Τὸ εὐγενέστατον τοῦ Ἑλληνισμοῦ προπύργιον δὲν δύναται σήμερον νὰ κρατῇ ὑψηλὰ τὸ μέτωπον αὑτοῦ, ὡς ἐκράτει τοῦτο καὶ κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1821 καὶ κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1854 καὶ τοῦ 1858 καὶ τοῦ 1866 καὶ τοῦ 1877 ἔτους. Τὴν ἀγριότητα τῶν κατακτητῶν καταστέλλει ἡ πεποίθησις αὐτῶν περὶ τῆς μεγαλοφροσύνης καὶ τῆς ἀνδρείας τῶν ὑποδούλων λαῶν. Τοιουτοτρόπως δὲ ἡ ἐλευθερία τῶν λαῶν δὲν παραγράφεται διὰ παντός. Εἶναι δὲ πολὺ ἔνοχοι αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι, αἵτινες τὴν ὑπερηφάνειαν τῶν ἰδίων λαῶν, χάριν τῆς ὑψηλῆς πολιτικῆς, ὡς αὗται νομίζουσι, κατορθοῦσι νὰ καταῤῥίπτωσ’, νὰ ἐξευτελίζωσι καὶ νὰ κατασυντρίβωσι. Διὰ τῆς πολιτείας λοιπὸν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως αὐτὸς κυρίως ὁ τιμιώτατος τίτλος τῆς Κρήτης κατεξεσχίσθη καὶ κατεπατήθη διὰ παντός· ἐζημίωσεν οὕτω ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ κατεπρόδωσεν οὐχὶ πλέον τὴν Κρήτην, ἀλλὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸν ὅλον Ἑλληνισμόν. Διότι ὁ Ἑλληνισμὸς καύχημα αὑτοῦ διὰ παντὸς εἶχε τὴν Κρήτην. Ἔπραξε διὰ τῆς πολιτείας αὑτῆς τι περισσότερον, διότι, ἂν ὑπῆρχεν ἀπόδειξις εὔγλωττος, ὅτι ὁ κατακτηθεὶς Ἑλληνισμὸς οὐδέποτε ἀνεγνώρισε τὴν τουρκικὴν κυριαρχίαν, αὕτη ἦτο ἡ ἀδιάκοπος στάσις τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, διαμαρτυρομένου ἐνόπλως καὶ διὰ τοῦ αἵματος αὑτοῦ ἤδη ἐπὶ σειρὰν αἰώνων ἐναντίον ταύτης τῆς τουρκικῆς κατακτήσεως. Καὶ διὰ ταῦτα πάντα, ἅτινα κατώρθωσαν, ζητοῦσι στεφάνους! Ζητοῦσι στεφάνους, διότι, ἐνῷ οἱ ταλαίπωροι Κρῆτες εἶχον κατορθώσει νὰ ἔρχωνται εἰς διαπραγματεύσεις πρὸς αὐτὴν τὴν κυρίαρχον Δύναμιν ἴσοι πρὸς ἴσους, ἔνοπλοι πρὸς ἐνόπλους, ἡ μεγαλεπίβολος πολιτεία τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως κατώρθωσε νὰ φέρῃ αὐτοὺς εἰς διαπραγματεύσεις δεσμίους πρὸς ὡπλισμένους καὶ κατώρθωσε νὰ ἐγκλείσῃ τοὺς Κρῆτας εἰς τὰς ἑνετικὰς φυλακὰς, ἐκεῖ, ὅπου ἐνεκλείοντο καὶ ἐσήποντο ὅτε δὲν ὑπῆρχεν ἀκόμη ἐλευθέρα Ἑλλάς. Τί πλέον δύνανται νὰ περιμένωσι παρὰ τῶν κυρίων αὐτῶν οἱ λοιποὶ δοῦλοι λαοὶ τῆς Ἑλλάδος, καὶ πρὸ πάντων οἱ λαοὶ ἐκεῖνοι, οὓς διασχίζουσι ποικίλαι προπαγάνδαι ξένων Ἐθνῶν; Φαντάζομαι, ἡ πολιτεία τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὁποῖα ἐπιχειρήματα ἔδωκεν εἰς τοὺς διευθυντὰς αὐτῶν τῶν προπαγανδῶν. Αὐταὶ θέλουσιν εἴπει πρὸς τοὺς Μακεδόνας καὶ τοὺς Θρᾷκας: «Ὑμεῖς, οἵτινες σπανίως ἐκ ποικίλων λόγων ἐλάβετε τὰ ὅπλα, τί περιμένετε παρὰ τῆς Ἑλλάδος αὐτῆς, ὅταν πρὸς τοὺς Κρῆτας, οἵτινες ἐν πάσῃ κρισίμῳ στιγμῇ τοῦ ἐλευθέρου Βασιλείου ἔλαβον τὰ ὅπλα εἰς χεῖρας καὶ ἐπότισαν διὰ τοῦ αἵματος αὐτῶν τὴν νῆσον καὶ τὰ ἐδάφη ἀκόμη τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, ὅταν πρὸς τοὺς Κρῆτας τοιουτοτρόπως συμπεριεφέρθη ἡ ἐλευθέρα Ἑλλάς;» Οὐδὲ δικαιολογοῦνται νομίζω οἱ διευθύνοντες τὴν Ἑλλάδα, γράφοντες ἐν τῇ διακοινώσει αὐτῶν, ὅτι ἠπατήθησαν! «Ἐὰν ἠπατήθημεν ὡς πρὸς τὰς διαθέσεις τῆς Πύλης, ἡ ἐπιθυμία τῆς εὐρωπαϊκῆς ἀμφικτυονίας, ὅπως ἐργασθῇ ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς εἰρήνης, δὲν δύναται νὰ διαμφισβητηθῇ». (Διακοίνωσις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως τῆς 7 Αὐγούστου ἐ. ἔ.) Διότι Κράτος ἐλεύθερον, ὅπερ ἐπὶ ἑβδομήκοντα ἤδη συνεχεῖς ἐνιαυτοὺς ἀπὸ τοῦ 1821 ἔτους ἀντίθετα συμφέροντα ἔχει πρὸς τὴν Πύλην, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἐν τοσοῦτον σπουδαίῳ ζητήματι νὰ ἀπατηθῇ παρὰ τῶν Ὀθωμανῶν. Ἠπατήθησαν εἰς τὰ φορολογικὰ, καὶ τὸ Ἔθνος ἠνέχθη αὐτοὺς, ἠπατήθησαν εἰς τὰ στρατιωτικὰ, ὁτὲ μὲν ἀγορεύοντες ὑπὲρ τῆς μονοετοῦς, ὁτὲ δὲ ὑπὲρ τῆς διετοῦς θητείας, καὶ τὸ Ἔθνος ἠνέχθη αὐτούς. Ὑπεσχέθησαν τὴν ἐσωτερικὴν εὐνομίαν καὶ τὴν τάξιν καὶ οὐχὶ πρὸ πολλῶν ἡμερῶν λῃστεῖαι ἐνεφανίσθησαν εἰς τὰ πρόθυρα τῶν Ἀθηνῶν, καὶ τὰ δημόσια καὶ τὰ ἰδιωτικὰ ταμεῖα λαφυραγωγοῦνται, καὶ τὰ μουσεῖα τοῦ Κράτους ταξειδεύουσιν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, καὶ οἱ φόνοι καὶ αἱ αὐτοκτονίαι εἰσὶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας Ἀλλ’ ἐὰν εἰς ταῦτα ἠπατήθησαν, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἀνέχεται βεβαίως, ὅπως ἀπατῶνται καὶ εἰς τὰ ἱερώτατα τῶν ζητημάτων. Ἔσπευσαν εἰς βοήθειαν τοῦ Σακὴρ, ἐνῷ ἡ Πύλη διὰ τῆς διακοινώσεως αὐτῆς ἤδη ἀπὸ τῆς 9 Αὐγούστου διεδήλου τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας αὐτῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀποστέλλεται εἰς Κρήτην ἡ Α. Ε. ὁ Σακὴρ πασσᾶς, (ἔγραφεν ὁ Σαῒτ πασσᾶς) ὡς ἀρχηγὸς τῶν αὐτοκρατορικῶν στρατευμάτων καὶ προσωρινὸς Γενικὸς Διοικητής. Ἀφικνούμενος οὗτος θέλει θέσει εἰς κατάστασιν πολιορκίας τὴν νῆσον, θέλει συστήσει, συνῳδὰ τῷ νόμῳ, Στρατοδικεῖα, καὶ θὰ ἀπευθύνῃ μετριοπαθῆ, ἀλλὰ σταθερὰν προκήρυξιν, καλοῦσαν τὰς ἀνταρτικὰς συμμορίας νὰ καταθέσωσι τὰ ὅπλα. Τὰ αὐτοκρατορικὰ στρατεύματα θέλουσιν ἐκπληρώσει ἀφ’ ἑτέρου τὸ καθῆκον αὐτῶν». Καὶ ἐνῷ ταῦτα ἔγραφεν ἡ Πύλη διὰ τῆς διακοινώσεως αὐτῆς τῆς 9ης Αὐγούστου, εἴδετε, Κύριοι, ἐν ταῖς λεπτομερείαις τῶν ἐκεῖ συμβάντων, ὅτι τῇ 16 Αὐγούστου ὁ Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἐν Χανίοις, ἐντεταλμένος ὤν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως αὐτοῦ, ἔδιδε τὴν χεῖρα εἰς τὰς τουρκικὰς στρατιὰς, ὁδηγῶν αὐτὰς εἰς τὰ ἐνδότερα καὶ ὀχυρὰ σημεῖα τῆς Κρήτης. Καὶ ταῦτα πάντα ἐπράχθησαν οὐχὶ διὰ τοὺς μεγάλους σκοποὺς τοῦ ὅλου Ἑλληνικοῦ ζητήματος, οὓς ἐβαρύνθημεν καὶ ἡμεῖς καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἤδη ἐπὶ δεκαετίαν ἀκούοντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλὰ χάριν διατηρήσεως τῆς ἀρχῆς. Ναὶ, ἡ ἐξουσία, ἡ ἐπάρατος αὐτὴ ἐξουσία εἶναι ὁ πολικὸς ἀστὴρ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Καὶ εἴτε κατέχει τὴν ἀρχὴν, μαίνεται ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως αὐτῆς, εἴτε εἶναι ἐκτὸς τῆς ἀρχῆς, μαίνεται ὑπὲρ ἀνακτήσεως αὐτῆς καὶ προβαίνει εἰς πράξεις καὶ διαβήματα, ἅτινα, ἂν οὐχὶ ἡμεῖς, βεβαίως ὅμως ἡ ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους θέλει χαρακτηρίσει ὡς καθαρὰν προδοσίαν τῆς Πατρίδος. Εἶπον ὅτι, εἴτε κατέχει τὴν ἐξουσίαν, εἴτε εἶναι ἐκτὸς αὐτῆς, οὐδόλως σκέπτεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐὰν ἡ πορεία αὐτοῦ δύναται νὰ λάβῃ τὸν χαρακτηρισμὸν, ὃν πρὸ ὀλίγου ἔδιδον. Ἦτο ἡ 21 Ἰουνίου 1881 ἔτους καὶ τῇ 24 Ἰουνίου ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἔμελλε νὰ καταλάβῃ τὴν Ἄρταν, ἐπιδικασθεῖσαν ἡμῖν μετ’ ἄλλων χωρῶν διὰ τῆς ἐν Βερολίνῳ συνθήκης. Τὸ κατόρθωμα τοῦτο τῆς τότε Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐτάραττε τοὺς κύκλους καὶ τὴν ψυχὴν τοῦ τότε Ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως (δεικνύει τὴν ἕδραν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.) Καὶ μεθ’ ὅλας τὰς διαμαρτυρίας καὶ τὰς ἀποκηρύξεις κατὰ φύλλου, διευθυνομένου ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, θέλω ἀναγνώσει ὑμῖν τεμάχιον κυρίου ἄρθρου τῆς «Ὥρας» τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, γεγραμμένου ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη, ἵνα ἴδητε ὁποίας ὁδηγίας ἔδιδεν ὁ τότε Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πρὸς τὸν λαὸν τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Θεσσαλίας καὶ ὁποῖά τινα ἔλεγεν, ὅτι καθῆκον εἶχε νὰ πράξῃ ὁ λαὸς τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Θεσσαλίας ἐναντίον τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, τοῦ μέλλοντος τῇ 24 Ἰουνίου 1881 ἔτους νὰ καταλάβῃ τὰς παραχωρηθείσας ἐκείνας χώρας, (ἀναγινώσκει): «Καὶ δι’ ἐνυπογράφων δημοσιευμάτων καὶ δι’ ἰδιωτικῶν ἐπιστολῶν διαμαρτύρονται οἱ Θεσσαλοὶ κατὰ τῆς μεταβιβάσεως αὐτῶν ἀπὸ τοῦ τουρκικοῦ εἰς τὸν ζυγὸν ἄλλης, οὐχ ἧττον ἐπαχθοῦς, αὐθαιρεσίας. Λέγουσιν: «Ἡμεῖς οἱ Ἠπειρῶται καὶ οἱ Θεσσαλοὶ δὲν θὰ ἀναγνωρίσωμεν τὸ δίκαιον τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, πρὶν ἢ διὰ νόμου εἰσαχθῇ εἰς τὴν χώραν ἡμῶν, οὐδὲ θὰ ὑποταχθῶμεν εἰς τοὺς Νομάρχας καὶ λοιποὺς ὑπαλλήλους, τοὺς διορισθησομένους εἰς μὴ νενομοθετημένας θέσεις.» («Ὥρα» τοῦ 1881 ἔτους, 21 Ἰουνίου, ἀριθ. 232, σελ. αʹ καὶ βʹ). (Ἔκπληξις ἐν τῇ ἀριστερᾷ). Οὐδὲν πλέον, οὐδὲν ἔλαττον, κύριοι Βουλευταὶ, προεκάλει τοὺς κατοίκους τῆς παραχωρουμένης Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ λάβωσι τὰ ὅπλα καὶ νὰ ἐπιτεθῶσι κατὰ τοῦ στρατοῦ τῆς καταλήψεως. Διατί; Διότι δῆθεν νόμος δὲν εἶχε ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς πρὸς κατάληψιν τῶν χωρῶν ἐκείνων. Διατί; Διότι εἶχε διαφθείρει τὴν συνείδησιν τῆς Βουλῆς ἐκείνης, διαδίδων τὰς συκοφαντίας περὶ τοῦ Βελεντζιακοῦ ἄγους, καὶ εἶχε κατορθώσει νὰ ἔχῃ τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ ἤθελε τὴν Βουλὴν συγκαλουμένην, ἵνα καταῤῥίψῃ τὸν Κουμουνδοῦρον, καταλάβῃ δὲ αὐτὸς τὰς διὰ τοῦ Κουμουνδούρου ἐπιδικασθείσας χώρας (ἐπευφημίαι ἐν τῇ ἀριστερᾷ). Δὲν εἶναι λοιπὸν μόνον ὁ Πρωθυπουργὸς ὡς κυβερνήτης τῆς χώρας διαπράττων τοιαῦτα, οἷα ἔπραξεν ἐν Κρήτῃ, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἰς αὐτὰ ταῦτα καταφεύγει. Ἡ Βουλὴ συνεδριάζει δημοσίᾳ τῇ 20 Φεβρουαρίου 1880 ἔτους. Πρωθυπουργὸς δὲ ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος. Ζήτημα ἐμπιστοσύνης τίθεται ἐν τῇ Βουλῇ παρὰ τοῦ κ. ἡγέτου τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως καὶ νῦν Πρωθυπουργοῦ, δημοσίᾳ δὲ ὁ ἐκ Ζακύνθου γνωστὸς πολιτευτὴς τοῦ κ. Τρικούπη καταγγέλλει τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια τοῦ Κράτους, ὅτι, ἂν ταῦτα ἐξεφράζοντο διὰ ψηφισμάτων ὑπὲρ τῆς παραχωρήσεως τοῦ Μετσόβου, τῶν Τρικκάλων καὶ τῶν Ἰωαννίνων, αἱ ἐκφράσεις αὗται τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων δὲν ἦσαν ἀπόῤῥοια τῆς ἐλευθέρας θελήσεως καὶ τῆς αὐτοβουλίας αὐτῶν, ἀλλὰ προεκαλοῦντο διὰ τῶν Νομαρχῶν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κουμουνδούρου. Καὶ ταῦτα κατήγγελλε δημοσίᾳ ἐν τῇ Βουλῇ ὁ ἐκ Ζακύνθου πολιτευτὴς (ἀναγινώσκει): «ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὲ τὸ σημερινὸν ἀτμόπλοιον πληροφοροῦμαι ἀπὸ Ζάκυνθον, ὅτι ὁ Νομάρχης, τῇ διαταγῇ τῆς Κυβερνήσεως, (ἀκούετε;) προσεκάλεσε τὸν Δήμαρχον καὶ τοῦ εἶπε... Νὰ προχωρήσω, κύριε Πρωθυπουργέ; «ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅ,τι θέλετε κάμετε. «ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἠρώτησα καὶ πάλιν τὸν Πρωθυπουργὸν, καὶ πάλιν ἀρνεῖται, καὶ μὲ λέγει νὰ προχωρήσω.— Καὶ τοῦ εἶπεν ὁ Νομάρχης τοῦ Δημάρχου: Ὁ Σαλισβουρὺ προτείνει νὰ μείνουν ἔξω τὰ Ἰωάννινα, τὰ Τρίκκαλα καὶ ἡ Λάρισσα. Νὰ τηλεγραφήσητε σεῖς, ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, ὅτι εἶσθε ἕτοιμοι διὰ πᾶσαν θυσίαν, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα νὰ μὴ γίνῃ (θόρυβος). Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις διὰ τί δὲν ἀπηυθύνετο εἰς τοὺς Βουλευτάς;» (Ἐφημερὶς τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς, Περιόδου Ηʹ, Συνόδου Αʹ, σελὶς 786, στῆλαι αʹ καὶ βʹ.) Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἡ Βουλὴ μετά τινας ἡμέρας συνεδριάζει δημοσίᾳ, εἶναι δὲ ἡ 4 Μαρτίου 1880 ἔτους. Πρωθυπουργὸς ἐξακολουθεῖ ὢν ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος· τὸ περὶ τῶν Ἑλληνικῶν συνόρων ζήτημα διατελεῖ εἰσέτι ἐκκρεμὲς παρά τε τοῖς Εὐρωπαϊκοῖς ἀνακτοβουλίοις καὶ ἐν ταῖς συνειδήσεσι τῶν μεγάλων λαῶν τῆς Εὐρώπης. Ἐν τούτοις ἡ ἐν τῇ Βουλῇ Ἀντιπολίτευσις, οἰστρηλατουμένη ὑπό τε τοῦ ἐκ Ζακύνθου πολιτευτοῦ καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη, τίθησι ζήτημα ἐμπιστοσύνης κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐν μακροτάταις δὲ καὶ πεισματωδεστάταις συζητήσεσιν οὐδὲν παραλείπει τὸ δυνάμενον νὰ καταστρέψῃ τὸ ἐκκρεμὲς ἐθνικὸν ζήτημα, ἀρκεῖ ὁ Κουμουνδοῦρος νὰ πέσῃ. Καὶ πάλιν δὲ τότε ὁ αὐτὸς ἐκ Ζακύνθου πολιτευτὴς καὶ πιστὸς φίλος τοῦ κ. Τρικούπη, παρελθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα, λέγει (ἀναγινώσκει): «ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὴν Κυριακὴν, 24 Φεβρουαρίου, ὁ Νομάρχης Ζακύνθου, ἐπαναλέγω, ἐπροσκάλεσε τὸν Δήμαρχον Ζακυνθίων, καὶ τῷ εἶπεν, ὅτι ἔχει εἴδησιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὁ Σώλσβαρυ ἔκαμε τὴν πρότασιν αὐτὴν περὶ τοῦ ἀποκλεισμοῦ ἀπὸ τῆς νέας ὁροθετικῆς γραμμῆς τῶν Ἰωαννίνων, τῶν Τρικκάλων, τοῦ Μετσόβου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀνάγκην, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἀντιταχθῇ εἰς τὴν πρότασιν ταύτην καὶ νὰ ἐπιτύχῃ σύνορα καλλίτερα, τῆς ὑποστηρίξεως τῆς κοινῆς γνώμης τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος καὶ ζητεῖ ἀπὸ τοὺς Δημάρχους ν’ ἀπευθύνωσι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν παραστάσεις, ὅτι τὴν γραμμὴν ταύτην οὐδέποτε ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος θὰ τὴν δεχθῇ, καὶ ὅτι θ’ ἀντισταθῇ διὰ πάσης θυσίας, χρημάτων καὶ αἵματος· προσέθετε δ’ ὁ Νομάρχης, ὅτι ἀνάγκη τοῦτο νὰ διαβιβασθῇ ταχέως καὶ τηλεγραφικῶς εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, διότι εἶναι κίνδυνος ἐκ τῆς ἀργοπορίας.» (Ἐφημερὶς τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς, Περιόδου Ηʹ, Συνόδου Αʹ, σελὶς 805, στήλη βʹ.) Ταῦτα ἔλεγε δημοσίᾳ ὁ ἐκ Ζακύνθου πολιτευτὴς, καὶ ἀπαντῶν ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος τότε πρὸς τὴν προδοτικὴν ταύτην διαγωγὴν τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, καὶ τοιοῦτόν τι ἔλαβεν εἰς ἰδιαιτέραν ὁμιλίαν χώραν, τί τὸ κακὸν καὶ τὸ γελοῖον; Τὸ κακὸν ἴσως ὑπάρχει ἐν τῇ ἀποκαλύψει τῆς μυστικῆς ὁμιλίας τοῦ Νομάρχου καὶ Δημάρχου, καὶ ἐν τῇ δημοσιεύσει, τῇ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, εἰς τὸν κόσμον. Καὶ δὲν ἤξευρε βεβαίως ὁ δυστυχὴς Νομάρχης, ὅτι ὑπῆρχον εἰς τὴν Ζάκυνθον κατάσκοποι τῶν Τούρκων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον σπεύσει νὰ καταγγείλωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος ἀπόῤῥητον. Ὁ κ. Λομβάρδος τὴν γνώμην αὐτὴν ἐφοβήθη, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπηρεάσῃ κατά τι καὶ νὰ κλίνῃ τὴν πλάστιγγα ὑπὲρ ἡμῶν, καὶ ἔσπευσε νὰ τὴν καταγγείλῃ καὶ νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι ὁ λαὸς δὲν φρονεῖ τοῦτο, ὅτι εἶναι ὑπαγόρευσις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ οὐχὶ ἔκφρασις ἢ ἰδέα τοῦ λαοῦ. Ἰδοὺ ἡ πατριωτικὴ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ἐκτελεῖ ὁ Βουλευτὴς Ζακύνθου σήμερον.» Καὶ κατωτέρω ὁ Κουμουνδοῦρος (Πρωθυπουργὸς) ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Ὁ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς ἰσχυρίζεται, ὅτι δὲν εἶναι γνώμη καὶ ἐπιθυμία τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ ἰδική μας ὑπαγόρευσις. Μέχρι τοιούτου βαθμοῦ ἀπονοίας δὲν ἤλπιζον, ὅτι ἤθελεν Ἕλλην φθάσει ποτέ! Ἂν συνέβη τοιοῦτόν τι, ὁ κ. Λομβάρδος ἔπρεπε νὰ διαψεύσῃ τὰ γεγονότα, νὰ παραμορφώσῃ τὰ πράγματα, νὰ παρουσιάσῃ ὡς γελοίαν καὶ ψευδῆ τὴν ἐνέργειαν ταύτην, καὶ οὕτω νομίζει, ὅτι ὑπηρετεῖ τὴν πατρίδα; Ἐπιθυμῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ἂν ὑπῆρχε Τοῦρκος κατάσκοπος ἢ ὑπάλληλος, ὅστις ἐπρόκειτο νὰ δώσῃ πληροφορίας περὶ τοιούτων πραγμάτων, ἠδύνατο νὰ δώσῃ χειροτέρας ἀπὸ αὐτὰς, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Λομβάρδος; Αὐτὸ ἀρκεῖ». Εἴτε λοιπὸν ὡς Κυβέρνησις διδοῦσι τὴν χεῖρα εἰς τὸν Σακὴρ πασσᾶν, ἵνα διατηρήσωσι τὴν ἀρχὴν, εἴτε ὡς Ἀντιπολίτευσις γίνονται κατάσκοποι ὑπὲρ τῆς Τουρκίας, ναὶ, Τοῦρκοι κατάσκοποι καὶ ὑπάλληλοι, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ ἐπιεικεστάτου Πρωθυπουργοῦ Κουμουνδούρου, ἵνα κατάσχωσι τὴν ἀρχήν. Προκαλοῦσι τοὺς Ἠπειρώτας καὶ τοὺς Θεσσαλοὺς νὰ λάβωσι τὰ ὅπλα καὶ ἀποκρούσωσι τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν τῆς καταλήψεως, εἴτε ὡς Ἀντιπολίτευσις δημοσιεύουσιν ἐν τῇ Βουλῇ τὰς τυχὸν ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, ἀναγκάζοντες πολιτευτὴν ἀγαθώτατον, οἷος ἦτο ὁ ἀφ’ ἡμῶν μεταστὰς, νὰ ὀνομάζῃ τούτους, οὐδὲν πλέον, οὐδὲν ἔλαττον, ἢ κατασκόπους τῆς Τουρκίας καὶ ὑπαλλήλους αὐτῆς! Ἡ διακοίνωσις τῆς Ἑλλάδος, Κύριοι, εἶναι τῆς 7 Αὐγούστου· ἡ διακοίνωσις τῆς Υ. Πύλης εἶναι τῆς 9 Αὐγούστου. Καὶ ἡ Πύλη ἐν τῇ διακοινώσει αὐτῆς ταύτῃ τῆς 9 Αὐγούστου εἰδοποιεῖ τὴν Ἑλλάδα, ὅτι Στρατοδικεῖα θέλει στήσει εἰς τὴν νῆσον, ὅτι ὁ τουρκικὸς στρατὸς θέλει ἐκτελέσει τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον. Ἐν τούτοις, μετὰ τοιαύτας, λέγω, δηλώσεις τῆς 9 Αὐγούστου, δὲν ὤκνησαν οἱ διευθύνοντες τὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῇ 16 Αὐγούστου νὰ δώσωσι τὴν χεῖρα εἰς τὸν Σακὴρ καὶ νὰ διευθύνωσιν αὐτὸν εἰς κατάληψιν τῶν ὀχυρῶν μερῶν τῆς νήσου. Καὶ πῶς, Κύριοι, ἐνῷ ἤδη ἀπὸ τῆς 7ης Αὐγούστου ἐν τῇ διακοινώσει αὐτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς — διότι περὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς ὑπηρετοῦντος τὸν Πρωθυπουργὸν, κατὰ τὴν ἰδίαν ἐκείνου δήλωσιν, παντάπασι δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος—πῶς, λέγω, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ διακοινώσει αὐτοῦ τῆς 7ης Αὐγούστου, ἐνῷ ῥητῶς ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Ὁ Ἑλληνισμὸς ἐκτίθεται ἀνυπεράσπιστος εἰς τὰς ἐπιθέσεις ἐξωλεστάτων ὀρδῶν, προστατευομένων ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ», αὐταῖς λέξεσι, πῶς, λέγω, ἐνῷ δι’ αὐτῆς τῇ 7ῃ Αὐγούστου ἐγνώριζεν, ὅτι αὐτὸς ὁ τουρκικὸς στρατὸς ἐπροστάτευε τὰς ἐξωλεστάτας ὀρδὰς, κατόπιν τῇ 16 Αὐγούστου συνετέλει, ἵνα αὐτὸς οὗτος ὁ τουρκικὸς στρατὸς καταλάβῃ τὰ ὀχυρὰ μέρη τῆς Κρήτης; Καὶ πῶς, ἀφοῦ μετὰ τὴν 7ην Αὐγούστου ἐγένοντο μέγισται βιαιοπραγίαι, καθ’ ἃ γινώσκομεν πάντες καὶ καθ’ ἃ οἱ Κρῆτες ἀναφέρουσιν ἐν τοῖς πρὸς τὴν Βουλὴν ἡμῶν ὑπομνήμασιν αὐτῶν, πῶς ἐξηγέρθητε, συμβουλεύοντες αὐτοῖς τὴν εἰρήνην; Τουλάχιστον ἐδύνασθε νὰ μείνητε οὐδέτεροι, ἀφοῦ μάλιστα τὰ μειδιάματα τῆς Εὐρώπης ἐπὶ τῇ προσκλήσει ὑμῶν, ὅπως στρατιωτικῶς καταλάβῃ αὐτὴ σύμπασαν τὴν Κρήτην, εἶχον φθάσει πλέον μέχρι τῶν ἀκτῶν τοῦ Πειραιῶς καὶ τοῦ Φαλήρου! Καὶ ἄν ποτε μία τις ἢ πλείονες ξέναι Δυνάμεις καταλάβωσιν ἐξαίφνης τὴν Θεσσαλονίκην, ἢ μέρος τι ἄλλο τῆς δούλης Ἑλλάδος, προκαλοῦσαι ἐκεῖ πρότερον ταραχάς τινας καὶ δηώσεις, ὁποίαν τινὰ ἀπολογίαν θέλετε ἔχει κατὰ τῶν τοιούτων κατακτητικῶν πράξεων τῶν ξένων Ἐθνῶν, ὅταν ὑμεῖς αὐτοὶ ἐν ἐπισήμῳ ἐγγράφῳ ἐθεωρήσατε ὡς νόμιμον τὴν κατάστασιν ταύτην; Ἀλλὰ τί ἐρωτῶμεν, πῶς συνεβουλεύετε εἰς τοὺς Κρῆτας τὴν εἰρήνην, ἀφοῦ καὶ μετὰ ταῦτα πάντα, καὶ μετὰ τὰς ἐξωλεστάτας ταύτας βιαιοπραγίας, χθὲς ἀκόμη ὡμολογεῖτε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, ὅτι ἐστὲ πρόθυμοι εἰς ἐγκαρδίους μετὰ τῆς Τουρκίας σχέσεις! Ναὶ, ἀλήθειαν ἐλέγετε χθὲς, ὅτε ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκηρύττετε, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης εἶναι ζήτημα τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης δὲν εἶναι ἀπομεμονωμένον ἀπὸ τοῦ ζητήματος τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ. Ἀλλ’ ἴσα ἴσα διὰ τοῦτο ἑκατονταπλασίως ἐστὲ ἔνοχοι, διότι ἐν τῇ καταστροφῇ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος ἀπεπειράθητε, —τί λέγω; —κατεστρέψατε αὐτὸ τὸ ὅλον ζήτημα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Δὲν ἐρωτῶμεν λοιπὸν ἡμεῖς, ὡς ἠρώτησαν ἄλλοι, «τί ἐκάματε τὴν Κρήτην!», ἀλλὰ κατηγοροῦμεν καὶ λέγομεν: τίς ἔδωκεν ὑμῖν τὸ δικαίωμα νὰ καταστρέψητε ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνισμὸν, καὶ νὰ ταπεινώσητε καὶ ἀναιρέσητε τὰς τάσεις καὶ τὰς ἀξιώσεις τοῦ Ἑλληνισμοῦ δι’ οὐδένα ἄλλον σκοπὸν, εἰμὴ ὑπὲρ τῆς κατοχῆς τῆς ἐξουσίας; Αὐτὸ εἶναι τὸ πρόγραμμα ὑμῶν· ἡ ἐξουσία καὶ πάλιν ἡ ἐξουσία. Καὶ εἴτε ἐπισκοπήσωμεν τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, εἴτε ἐπισκοπήσωμεν τὴν ἐσωτερικὴν ὑμῶν πολιτικὴν, πανταχοῦ θέλομεν βλέπει δι’ ὑμᾶς τὴν ἐξουσίαν καὶ πάλιν τὴν ἐξουσίαν! Ἡ Κρήτη; Ἡ Ἑλλάς; Ὁ Ἑλληνισμός; Ἄ! περὶ τούτων εὐκολώτατα δύνασθε νὰ συνεννοηθῆτε ὁτὲ μὲν μετὰ τοῦ Σακὴρ, ὁτὲ δὲ μετὰ τοῦ Ῥούμπωλδ (ἐπευφημίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§4ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἡ Κρήτη, ἡ διαρκὴς κατὰ τῆς Τουρκίας διαμαρτύρησις, τὸ κέντρον, ἐξ οὗ διεσαλπίζετο τὸ κήρυγμα τῆς ἑνώσεως τῆς δούλης εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα, ἡ ἑστία αὕτη τῆς ἐλευθερίας καὶ ἡ κοιτὶς τοῦ πατριωτισμοῦ, ἡ θερμαίνουσα τὰ στήθη τῶν λοιπῶν δούλων Ἑλλήνων, ἡ Κρήτη, ἥτις διὰ τῶν θυσιῶν της φιλοτιμεῖ καὶ παροτρύνει καὶ τοὺς λοιποὺς δούλους Ἕλληνας εἰς ὁμοίας θυσίας, ἡ Κρήτη, τέλος πάντων, τὸ ἔρεισμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηριζόμενον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἀναμιμνήσει εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι εἰς τὴν ἀνέλιξιν τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος εἶναι σπουδαῖος παράγων, ἡ Κρήτη παραδίδεται ὡς ταπεινὴ δούλη. Τίς ὁ αἴτιος τῆς ἀποφάσεως ταύτης; οἱ Κρῆτες; Ἀλλ’ οἱ Κρῆτες, ὡς πάντοτε, προσεφέρθησαν ἕτοιμοι νὰ ποτίσωσι διὰ τοῦ αἵματος αὐτῶν τὸ δένδρον τῆς ἐλευθερίας, καὶ γυναῖκας καὶ τέκνα καὶ περιουσίαν καὶ ὕπαρξιν ἀφιέρωσαν πρόθυμοι εἰς τὸν βωμὸν τῆς πατρίδος. Οἱ Κρῆτες λοιπὸν καὶ τὴν φορὰν ταύτην, ἂν ἀφίεντο ἐλεύθεροι, ἤθελον ὑποχρεώσει τὸν τύραννον νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὰ αἰτήματά των. Ἂν ἄλλοτε οἱ Κρῆτες δὲν ἐδίστασαν νὰ ἀντισταθῶσι κατὰ τῶν ἡνωμένων δυνάμεων τῆς Τουρκίας καὶ τῆς Αἰγύπτου, ἂν οἱ Κρῆτες ὕψωσαν τὴν σημαίαν τῆς ἐπαναστάσεως εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἡ Τουρκία εἶχε τὸν λαμπρότερον στόλον, τὸν ὁποῖον ἀπέκτησε ποτὲ καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ζωῆς της, ἤθελον διστάσει σήμερον νὰ κρατήσωσιν ὑπερήφανον τὴν σημαίαν τῆς ἐπαναστάσεως καὶ νὰ ἀντιταχθῶσι κατὰ τῶν ὀρδῶν τῶν τουρκικῶν; Τί συμβαίνει λοιπόν; τίς ὁ αἴτιος; Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις; Μάλιστα. Ἐν μιᾷ φωνῇ τὰ πράγματα ταύτην ὑποδεικνύουσιν ὡς τὸν τίμιον μεσίτην, ταύτην ὡς τὸν ἐκτελεστὴν τῶν σχεδίων τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως. Εἰς τοιαύτην θέσιν εὑρισκομένου τοῦ ζητήματος· ποῖον ἦτο τὸ καθῆκον καὶ αὐτῆς τῆς Συμπολιτεύσεως; Εὐθὺς ἀμέσως, ἅμα συνῆλθε τὸ Κοινοβούλιον, νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ὀφείλουσαν καὶ αὐτὴ νὰ τὸ πράξῃ πρὶν ἐρωτηθῇ, τί ἔπραξε διὰ τὴν Κρήτην. Καὶ τοιαύτη ἦτο ἡ γενομένη ἐπερώτησις ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς προθύμως ἀνέλαβε νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, καὶ ἀνέβη γοργῶς τὸ βῆμα καὶ συγκεκινημένος, ἀλλ’ ἡ συγκίνησίς του δυστυχῶς δὲν ἦτο συγκίνησις συναισθήσεως διὰ τὸ δυστύχημα τῆς Κρήτης, ἀλλ’ ἦτο συγκίνησις ταραχῆς διὰ τὴν ἐνοχὴν καὶ τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἔχει. Ἡ ἀπάντησις αὐτοῦ ἦτο ἀπολογία, ὁμοιάζουσα μὲ τὴν τοῦ ἐνόχου, τοῦ παρισταμένου ἐνώπιον τοῦ δικαστοῦ του, ὅστις πᾶν ἄλλο λέγει, ἀλλ’ ἀποφεύγει νὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεως. Πολλὰ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως ἐνέκυψε, καὶ ἐπὶ τοῦ συστήματος αὐτοῦ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐλάλησε, καὶ περὶ τῶν στρατιωτικῶν αὐτοῦ παρασκευῶν καὶ ναυτικῶν προόδων του ὡμίλησε, καὶ περὶ τῆς ἐν γένει πολιτικῆς, καὶ τὰ περὶ τοῦ ἐν γένει Ἑλληνισμοῦ διεξῆλθεν, ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου προεκλήθη νὰ δώσῃ λόγον ἐνώπιον Βουλῆς, ἐν ᾧ ἀνεγνώρισε τὴν ὑποχρέωσιν, ὅτι πρέπει νὰ δώσῃ τοιοῦτον λόγον, τί εἶπε; Τὸ δικαίωμα μόνον τῆς Βουλῆς ἀνεγνώρισε, νὰ ἐρωτᾷ διὰ τὰ τετελεσμένα, ἀλλὰ μᾶς εἶπε, δὲν πρόκειται περὶ τετελεσμένων, εἶναι ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα, δὲν δύναται νὰ ὑποβάλῃ τὰ ἔγγραφα καὶ δὲν θὰ δώσῃ λόγον, εἰμὴ καθ’ ἣν ἐποχὴν τὸ ζήτημα παραστῇ ὡς τετελεσμένον. Καὶ πότε θὰ παραστῇ ὡς τετελεσμένον; Τί ἀπομένει πλέον εἰς τὸ Κρητικὸν ζήτημα; Τί δύναται πλέον νὰ σωθῇ ἀπὸ τὴν Κρήτην; Σεῖς ὁ ἴδιος, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἐλησμονήσατε τί εἴπετε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καθόσον ἀφορᾷ τὴν πολιτικὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος; Ἐλπίζετε ἀπὸ τὰς Δυνάμεις; ἐκηρύξατε ὅτι οὐδεμίαν ἐλπίδα ἔχετε. Ἐλπίζετε ἀπὸ τὴν Τουρκίαν; ὡμολογήσατε ὅτι μέχρι τοῦδε ταπεινῶς ἐπολιτεύθητε ἀπέναντι αὐτῆς, διὰ νὰ ἀποκτήσητε τὴν φιλίαν της, ὅτι ἐπανειλημμένως σᾶς ἐδόθησαν ἀφορμαὶ, αἱ ὁποῖαι, πρὸς ἄλλας Δυνάμεις διδόμεναι, ἤθελον φέρει τὴν κήρυξιν πολέμου, ἀλλὰ σεῖς κατεπίετε τὰ πάντα, διότι ἐπεδιώκετε τὴν ἐγκάρδιον φιλίαν τῆς Τουρκίας, ἀλλ’ ἀπετύχετε, καὶ ὤφειλε νὰ παρουσιασθῇ τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης, διὰ νὰ ἀνοίξητε τοὺς ὀφθαλμοὺς, διὰ νὰ ἴδητε τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖτε, ἂν ἦναι ἐθνικὴ, ἢ ἂν ἐξυπηρετῇ τὰ συμφέροντα τῆς Τουρκίας, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ πολιτικῇ σας μεγαλοφυίᾳ ἀνεύρετε, ὅτι συνᾴδουσι μὲ τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα, χθὲς ὡμολογήσατε, ὅτι εἶναι ἀντίθετα. Περιμένετε ἀπὸ τοὺς Κρῆτας; Τούτους κατεστήσατε πτώματα. Περιμένετε ἀπὸ τὸν Σακήρ; ἀλλὰ αὐτὸς ἐξεπλήρωσε τὸ ἔργον του, οἱ ἀγροὶ ἐδῃώθησαν, αἱ κῶμαι ἐπυρπολήθησαν, οἱ ἐξέχοντες Κρῆτες ἐξωρίσθησαν ἢ ἐφονεύθησαν, αἱ γυναῖκες ἠτιμάσθησαν, ὁ Ἑλληνικὸς πληθυσμὸς ἐταπεινώθη, ἐδουλώθη καὶ ἀφωπλίσθη, καὶ τὸ ζήτημα ἔφθασεν εἰς τέρμα, ἀλλὰ τοῦτο διότι οὐδὲν ἄλλο ἔχει νὰ πράξῃ ἡ Τουρκία ἐν Κρήτῃ. Τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπεδίωξε, τὸν ἐπέτυχε, καὶ τοῦτο χάρις εἰς τὰς ὑμετέρας φροντίδας καὶ τὴν ὑμετέραν ἐπέμβασιν καὶ τὰς ὑμετέρας συμβουλὰς καὶ μεσολαβήσεις. Τί σᾶς μένει πλέον νὰ πράξητε διὰ τὴν Κρήτην; Τὸ εἴπετε καὶ τοῦτο. Φορολογίαν καὶ προπαρασκευὴν, προπαρασκευὴν καὶ φορολογίαν, μέχρις οὗ ἔλθῃ τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, καὶ πρὸς τοῦτο ἔχετε ἀνάγκην τῆς ἐμπιστοσύνης, ἣν μέχρι τοῦδε σᾶς ἔξειξεν ἡ Βουλὴ, τῆς τυφλῆς ὑπακοῆς καὶ τῆς ἀνεξελέγκτου ψήφου της, διὰ νὰ ἐξακολουθήσητε κυβερνῶντες, δανειζόμενοι καὶ σπαταλῶντες, διασπαθίζοντες τὰ δημόσια, ἐπαγγελλόμενοι τὸν ἀναφορφωτὴν καὶ τὸν προάγοντα τὸν Ἑλληνισμὸν, μέχρις οὗ καταστήσητε αὐτὸν δουλοπάροικον τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ τῶν λυμεώνων τούτου. Ἀλλ’ εἴπετε, ὅτι μία ἦτο ἡ ἀρχή σας καὶ μία ἡ πεποίθησίς σας, ὅτι εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις πᾶσα ταραχὴ ἐν Κρήτῃ θὰ ἦτο ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, καὶ ἐκ τῆς τοιαύτης ἀρχῆς ἀναχωροῦντες ἐφρονεῖτε, ὅτι ὠφείλετε νὰ ἐμποδίσητε πᾶσαν ἀνάπτυξιν τῆς ἀναφανείσης ἐν Κρήτῃ ἐπαναστάσεως. Ἀλλὰ σεῖς αὐτὸς ὁμολογεῖτε, ὅτι, ὁποιαδήποτε ἔσται ἡ Κυβέρνησις ἐν Κρήτῃ, ὁποιαδήποτε ἔσται ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὁ Ἑλληνισμὸς ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ μίαν Κυβέρνησιν ἔχει, τὴν Ἑλληνικὴν, πρὸς αὐτὴν ὀφείλει νὰ ἀτενίζῃ, τὰς συμβουλὰς αὐτῆς ὀφείλει νὰ ἀκούῃ καὶ αἱ συμβουλαὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοὺς ὑποδούλους ἀδελφοὺς εἰσὶ διαταγαί. Διατὶ, Κύριοι, δὲν μετεχειρίσθητε τὰς συμβουλὰς σας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦσαν διαταγαί, διὰ νὰ προλάβητε τὴν ἔκρηξιν τοῦ κινήματος ἐν Κρήτῃ; Δὲν ἐγνωρίζετε, ὅτι τὸ πολίτευμα τῆς Κρήτης ἔφθασεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον καὶ ὅτι οἱ Κρῆτες ἦσαν ἀποφασισμένοι, ἐὰν διὰ τῶν νομίμων μέσων δὲν ἤθελον δυνηθῆ ν’ ἀποκτήσωσι τὰς βελτιώσεις, τῶν ὁποίων εἶχον ἀνάγκην, ὅτι ἤθελον ῥίψει καὶ τὸν περὶ τῶν ὅλων κύβον; τί ἐπράξατε; ἐφροντίσατε νὰ προλάβητε τὴν ἔκρηξιν; Οὐχί! σεῖς ὡμολογήσατε, καὶ τοῦτο ὑπεχρεώθητε νὰ τὸ ὁμολογήσητε, ὅτι πρὸ τοῦ κινήματος συμβουλὴν δὲν ἀπηυθύνατε πρὸς τὴν Κρήτην καὶ δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ τὸ ὁμολογήσητε, καθόσον τὰ πράγματα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι τοιοῦτόν τι δὲν ἐπράξατε. Ἐὰν οἱ Κρῆτες σᾶς ἤκουσαν εἰς τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἦσαν ἔνοπλοι καὶ κατεῖχον τὰς ὀχυρὰς θέσεις τῆς Κρήτης, ἐὰν σᾶς ἤκουσαν καθ’ ἣν στιγμὴν ἐδημοσιεύετο ἡ ἀπάντησις εἰς τὴν ἐγκύκλιόν σας, δι’ ἧς ἡ Τουρκία ἐδήλου, ὅτι ἀπεφάσισε νὰ κηρύξῃ τὸν στρατιωτικὸν νόμον ἐν Κρήτῃ, ὅτι θεωρεῖ ἀντάρτας τοὺς Κρῆτας καὶ ὅτι ὁ στρατὸς, ὁ ἀποστελλόμενος εἰς Κρήτην, θὰ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκόν του, πολὺ μᾶλλον θὰ σᾶς ἤκουον, ἐὰν εἴχετε ὁμιλήσει πρὸς αὐτοὺς πρὶν κινηθῶσιν. Ἀλλὰ δὲν σᾶς ἤκουσαν, διότι δὲν ὡμιλήσατε πρὸς αὐτοὺς, δὲν ἐφροντίσατε νὰ τοὺς πείσητε, ὅτι ὤφειλον νὰ ἀναβάλωσι πάντα αὐτῶν πόθον. Καὶ ὄχι μόνον κατεδείξατε ἀμέλειαν ἀσυγχώρητον καὶ δὲν ἠμποδίσατε τοὺς Κρῆτας ἀπὸ τοῦ νὰ λάβωσι τὰ ὅπλα καὶ νὰ ζητήσωσιν ἐνόπλως τὴν ἀπόκτησιν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἐνομίζον ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ λειτουργήσῃ τὸ ἐν Κρήτῃ πολίτευμα, ἀλλὰ καὶ ἐνεθαῤῥύνατε αὐτούς. Καὶ ναὶ μὲν σᾶς ἤκουσα χθὲς λέγοντας, ὅτι δὲν εἴχετε εὐθύνην διὰ τὰ δημοσιευόμενα εἰς τὰς ἐφημερίδας, τὰς φρονούσας τὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν γνωρίζετε, ὅτι πᾶν ὅ,τι γράφεται εἰς τοιαύτας ἐφημερίδας θεωρεῖται, ἐὰν οὐχὶ προερχόμενον ἐξ ἐπισήμου πηγῆς, ἀλλ’ ὡς ἔχον τὴν χροιὰν τοῦ ἡμιεπισήμου; διότι ὑποτίθεται, ὅτι γράφεται ὑπὸ τὰς ἐμπνεύσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἑπομένως πᾶς, ὅστις ἀναγινώσκει τὰς τοιαύτας ἐφημερίδας, προσπαθεῖ νὰ διἴδῃ, ὁποίας ἔχει ἰδέας ἡ Κυβέρνησις καὶ τί φρονεῖ. Τί δὲ αἱ ἐφημερίδες σας κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἔγραφον; Ἐδημοσιεύθησαν, ὅτι διαπραγματεύσεις διεξάγονται ἐν Γερμανίᾳ, διὰ νὰ παραχωρηθῇ ἡ Κρήτη πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Προσεπάθουν νὰ παραστήσωσι τὸ γεγονὸς τῶν γάμων ὡς ἔχον ὑψίστην πολιτικὴν σημασίαν, καὶ τὸ ταξεῖδιον ἀκόμη τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Γερμανίας ἐν Κωνσταντινουπόλει διέβλεπον, ὅτι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐγένετο. Ταῦτα πάντα συνεκίνουν πᾶσαν Ἑλληνικὴν καρδίαν, ἀλλὰ πρὸ πάντων ὤφειλον νὰ συγκινήσωσι τὰς καρδίας τῶν Κρητῶν καὶ νὰ ἐξωθήσωσιν αὐτούς. Τί περιέμενον πλέον οἱ Κρῆτες; Σεῖς διὰ τῶν ἐπαγγελιῶν σας ἐπείθετε τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ αὐτοὺς τοὺς Κρῆτας, ὅτι ὁ στρατὸς ὁ Ἑλληνικὸς ἔφθασεν εἰς τὴν ἀκμὴν τῆς στρατιωτικῆς αὐτοῦ παιδεύσεως καὶ ἰσχύος, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εἰσὶν ἀκμαῖα καὶ ἀγωνίζεται τὶς νὰ σᾶς δώσῃ χρῆμα. Νομίζετε ὅτι αἱ ἐπαγγελίαι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περιωρίζονται μόνον εἰς τὴν ἐπίδρασιν ἐπὶ τοῦ Χρηματιστηρίου καὶ ἐπὶ τοῦ πνεύματος τῶν ἔξω Ἑλλήνων, διὰ νὰ ἀποκτᾶτε τὴν φήμην τοῦ κατ’ ἐξοχὴν πολιτικοῦ ἀνδρὸς τῆς Ἑλλάδος, καὶ τοῦ μόνου, ἐξ οὗ πρέπει νὰ περιμένῃ τὴν πρόοδόν του τὸ Κράτος; Δυστυχῶς αἱ τοιαῦται ἐπαγγελίαι ἔχουσι καὶ ἄλλα, ἐκτὸς τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ὑπέστημεν ὡς πρὸς τὴν ἐσωτερικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους καὶ τὴν διοίκησιν αὐτοῦ, ἔχουσι τὸ κακὸν, νὰ πείθωσι τοὺς ἔξω Ἕλληνας, ὅτι ἐν τῷ ἐλευθέρῳ Κράτει ὑπάρχει δύναμις, ἥτις εἰς πᾶσαν περίστασιν δύναται νὰ προσέλθῃ ἀρωγὸς εἰς τὸν αἰτοῦντα βοήθειαν. Δὲν ἐφροντίσατε ὅθεν ἐγκαίρως νὰ προλάβητε τὸ κίνημα τῆς Κρήτης, ἀλλὰ δὲν ἐφροντίσατε οὔτε κἂν νὰ προλάβητε τὰς διαδόσεις ἐκείνας, αἵτινες ὤφειλον νὰ ἐνθαῤῥύνωσι τοὺς Κρῆτας εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἀποφάσεώς των· καὶ ἂν παρελείψατε νὰ τὸ πράξητε, φρονεῖτε, ὅτι δὲν ἔχετε σεῖς τὴν ὅλην εὐθύνην καὶ δὲν εἶσθε ὑπόλογοι διὰ τὴν καταστροφὴν τῆς Κρήτης σεῖς, οἵτινες ὡς Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διευθύνετε τὰς ὑποθέσεις τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Ἀλλὰ δὲν τὸ ἐπράξατε, διότι κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν κατεγίνεσθε εἰς ἄλλας ὑποθέσεις ἐν Κρήτῃ, δὲν εἴχετε λησμονήσει τοὺς Κρῆτας, ἐνεθυμεῖσθε μάλιστα αὐτοὺς, ἀλλὰ τοὺς ἐνεθυμεῖσθε δυστυχῶς δι’ ἄλλας ἐπιχειρήσεις, ἀναγομένας εἰς τὸν Τρικουπισμὸν καὶ τὸ κόμμα, δι’ ὃ εἶσθε καὶ ἔτι μᾶλλον ὑπεύθυνοι καὶ καταδικαστέοι. Καὶ τοῦτο, Κύριοι, εἶναι τὸ πρῶτον στάδιον τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ ἔνοπλοι συναθροίσεις λαμβάνουσι χώραν, οἱ Κρῆτες καταλαμβάνουσι τὰς ὀχυρὰς θέσεις· τί πράττει ἡ Κυβέρνησις; Ἡ Κυβέρνησις ὁμολογεῖ καὶ διὰ τῆς ἐγκυκλίου της καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι μίαν καὶ μόνην προσπάθειαν κατέβαλε, πῶς νὰ καταστήσῃ τοὺς Κρῆτας νὰ περιέλθωσιν εἰς ἀνικανότητα πρὸς πᾶσαν ἐνέργειαν. Καὶ τὸ κατώρθωσε, Κύριοι! Κατώρθωσεν ὅπως οἱ Κρῆτες ἐπαναπαυθῶσιν εἰς τὰς ὑποσχέσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ μείνωσιν ἀδρανεῖς πρὸς πᾶσαν παρασκευὴν καὶ περιέλθωσιν εἰς ἐντελῆ καὶ πλήρη ἀνικανότητα ἀνδρικῆς καὶ ἀξίας τῆς κράσεώς των ἐνεργείας. Ἐνήργει δὲ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅπως οἱ Κρῆτες περιέλθωσιν εἰς πλήρη ἀνικανότητα, ὅτε εἶχεν ἤδη μεταβάλει καθ’ ὁλοκληρίαν σκέψεις ὡς πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς Τουρκίας, τὸ ἔπραξεν ὅτε ἐπείσθη, ὅτι τὰ συμφέροντα τῆς Τουρκίας εἶναι ἀντίθετα πρὸς τὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὑρίσκετο εἰσέτι εἰς τὸ στάδιον ἐκεῖνο, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπίστευεν, ὅτι τὰ συμφέροντα τῆς Τουρκίας ὡς πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸν ἐν Τουρκίᾳ συμβαδίζουσι μὲ τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐνήργει τοιοῦτόν τι, θὰ ἦτο εὐεξήγητον τὸ πρᾶγμα, θὰ ἦτο ἀσυγχώρητος, ἔχων τοιαύτας ἰδέας καὶ γνώμας, ἀλλὰ ἡ πρᾶξίς του θὰ εἶχε τὰς ἐλαφρυντικὰς περιστάσεις. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐξῆλθεν ἐκ τῆς τοιαύτης ἀσυγγνώστου πλάνης, ὡς ἠναγκάσθη νὰ ὁμολογήσῃ, διότι τὸ ἐπιβάλλουσι τὰ πράγματα, καὶ ἐπείσθη ὅτι τὰ συμφέροντα τῆς Τουρκίας ἀποβλέπουν εἰς τὴν καταστροφὴν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ δίδῃ χεῖρα βοηθείας εἰς τὴν τοιαύτην καταστροφὴν, τοῦτο εἶναι ἀκατανόητον καὶ γεννᾷ τὴν ἔκπληξιν καὶ τὴν ἀγανάκτησιν. Τί ἔπραξε δὲ προσέτι; Συναπέστειλε καὶ τὸ περίφημον ἐκεῖνο ἔγγραφον, περὶ τοῦ ὁποίου, Κύριοι, δὲν ἐννοῶ νὰ ἐπανέλθω, διότι ἀρκετὰ ἐῤῥήθησαν ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους προλαλήσαντας, ἀπέστειλε διακοίνωσιν, ἥτις καὶ μόνη ἤρκει νὰ πείσῃ τοὺς Κρῆτας νὰ ἐπιμένωσιν εἰς τὴν ἀπόφασίν των· διότι, ὅτε ἐκέλευε πρὸς τὴν Εὐρώπην, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐπέμβῃ αὕτη καὶ πάραυτα ὑπὲρ τῶν Κρητῶν, θὰ ἐπέμβῃ αὐτὸς, τί ἄλλο ἔλεγε πρὸς αὐτοὺς, εἰμὴ νὰ θαῤῥῶσι, διότι ἔχουσι τὴν συνδρομὴν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἦτο ἑτοίμη νὰ ἀναλάβῃ πᾶσαν θυσίαν, ἔστω καὶ ἂν πρόκηται ἡ Ἑλλὰς νὰ συγκαταστραφῇ μετὰ τῆς Κρήτης, ὅπως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πομπωδῶς χθὲς διεσάλπιζεν; Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶχε σκοπὸν, ἐν ἀρνήσει τῆς Εὐρώπης, νὰ ἐπέμβῃ αὐτὴ ὑπὲρ τῆς Κρήτης; Ἡ ἀνάγκη ἦτο ἐπείγουσα, ἄμεσος, καὶ τοσοῦτον ἄμεσος, ὥστε ἡ διακοίνωσις διετυπώθη ἐν εἴδει ἀπειλῆς πρὸς τὰς Εὐρωπαϊκὰς Δυνάμεις. Ἀλλὰ ποῖαι ἦσαν αἱ παρασκευαὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ἔστω καὶ κατ’ ἐπίφασιν, ὅτι τοὺς λόγους παρακολουθοῦσι τὰ πράγματα; Οὐδεμία. Πρὸς τί λοιπὸν ὡμίλει πρὸς τὰς Δυνάμεις; Ἐφρόνει ὅτι πιστεύουσιν ἐν Εὐρώπῃ τὰς ἐπαγγελίας, τὰς ὁποίας ἐντεῦθεν ἐκφέρει, καὶ ὅτι δὲν γνωρίζουσι τὴν κατάστασιν ἡμῶν; Ἐφρονεῖτε, Κύριοι, ὅτι ἡ Εὐρώπη εἰς τὴν ἀπειλήν σας, φοβουμένη τὴν διατάραξιν τῆς εἰρήνης, ὑπὲρ τῆς ὁποίας κήδεται ἐπὶ τοσοῦτον, ἤθελε σπεύσει νὰ προλάβῃ αὐτήν; ἀλλ’ ὠφείλατε τοὐλάχιστον, ὡς πολιτικοὶ ἄνδρες, νὰ φροντίσητε, ὅπως τοὺς λόγους σας παρακολουθῶσι τὰ ἔργα· ἀλλὰ σεῖς ἐφροντίζετε νὰ συναθροίσητε στρατὸν διὰ τοὺς παρασκευαζομένους γάμους καὶ κατεγίνεσθε μόνον εἰς τὰς δι’ αὐτοὺς παρασκευὰς, ῥάπτοντες σημαίας πρὸς στολισμὸν καὶ παραγγέλλοντες λαμπάδας διὰ τὸν στρατόν σας. Ἀλλ’ ἀφοῦ εὑρίσκεσθε εἰς ἐντελῆ ἀδυναμίαν, ὅπως παρέμβητε ἐν Κρήτῃ, διατὶ δὲν ἐπράξατε τοὐλάχιστον ὅ,τι ἔπραξαν εἰς τοιαύτας περιστάσεις αἱ μέχρι τοῦδε Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις; οἱ Κρῆτες ἓν καὶ μόνον ἐζήτησαν καὶ ζητοῦσιν ἀπὸ τὸν Ἑλληνισμὸν, προμήθειαν πολεμεφοδίων. Καὶ ἂν ἄλλοτε οἱ Κρῆτες δι’ αὐτῶν τῶν μέσων ἠδυνήθησαν μόνοι των νὰ διαπράξωσιν ἔργα δοξάσαντα τὴν Κρήτην καὶ τὸν Ἑλληνισμὸν, πολὺ περισσότερα ἤθελον διαπράξει νῦν. Ταῦτα δὲ προβλέπουσα ἡ Τουρκία καὶ τοὺς Κρῆτας φοβουμένη, ἔσπευσεν, ὡς ἔμαθε τὸ κίνημα, νὰ ἀναγγείλῃ πρὸς τοὺς Κρῆτας, νὰ παύσωσι, καὶ παρέστη πρόθυμος νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὰ αἰτήματα αὐτῶν, καὶ ἀπέστειλεν ἀπεσταλμένους πρὸς διαπραγματεύσεις. Τὸν δὲ Σακὴρ ἀπέστειλεν ὅτε ἐβεβαιώθη, ὅτι ἠδύνατο τοὺς Κρῆτας ἀόπλους νὰ καταλάβῃ, τὴν δὲ Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν πρόθυμον νὰ χειραγωγήσῃ αὐτὴν εἰς τὴν κατάληψιν. Σεῖς ὡμολογήσατε, ὅτι οὐδὲν ἐπεριμένατε ἄνευ καὶ τῆς ἰδικῆς σας ἐπεμβάσεως ἀπὸ τὴν Εὐρώπην, νὰ βοηθήσητε τὴν Κρήτην ἠδυνατεῖτε, διότι δὲν ἐπρόκειτο πλέον περὶ λόγων, ἀπὸ δὲ τῆς Τουρκίας εἴχετε τὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐγκύκλιόν σας, πλήρη εἰρωνείας καὶ προκλήσεως καὶ προλέγουσαν τί θὰ πράξῃ ὁ Σακὴρ, μεταβαίνων εἰς Κρήτην, καὶ ὅμως σεῖς ἐξακολουθεῖτε νὰ χειραγωγῆτε αὐτὸν εἰς τὸ ἔργον του! Καὶ καλεῖσθε νὰ μᾶς δώσητε λόγον, καὶ ἀντὶ ἀπολογίας μᾶς παραπέμπετε εἰς τὸ μέλλον καὶ εἰς τὸ τέλος τοῦ ζητήματος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ, ὡς ἔλεγε πρὸ ὀλίγου εὐφυὴς συνάδελφος, μετὰ τὴν ἐν Καισαρείᾳ ἐπανάστασιν. Καὶ ταῦτα ἀπευθύνει εἰς Κοινοβούλιον κοινοβουλευτικὸς Πρωθυπουργός! Ποίας τοὐλάχιστον ἐγγυήσεις ἐλάβετε ἢ ἐζητήσατε νὰ λάβητε, ὅπως ἀναλάβητε τοιοῦτον ἔργον; Σιωπᾶτε. Ἀφοῦ δὲ τὸ ἔργον συνετελέσθη, οἱ δὲ Κρῆτες κατέστησαν πτώματα καὶ ὁ Σακὴρ οὐδὲν ἐκ τούτων ἔχει πλέον νὰ φοβηθῇ, ὁ δὲ στρατὸς, ὁ σταλεὶς ἐκεῖ, ἡνώθη εἰς τὸν ὄχλον καὶ τοὺς τυχοδιώκτας, τοὺς ὁποίους εἶχον ὁπλίσει προηγουμένως αἱ τουρκικαὶ ἀρχαὶ ἐν Κρήτῃ καὶ τοὺς ὁποίους ἐβοήθει ὁ τουρκικὸς στρατὸς καὶ ἑπομένως ὤφειλε νὰ σᾶς διδάξῃ, ὅτι οὐδὲν ἄλλο θὰ πράξῃ ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἢ ὅ,τι ἔπραξε μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τί ἐπράξετε; Ἐνίψατε τὰς χεῖρας, ἐγκατελείψατε τὴν Κρήτην εἰς τὸ ἔλεος τοῦ δεσπότου αὐτῆς καὶ ἐπροθυμοποιήθητε νὰ ἀνταμείψητε τὸν ἐκτελέσαντα πιστῶς τὰς διαταγὰς ὑμῶν ἐν Κρήτῃ, διὰ νὰ βεβαιώσητε, ὅτι αὐτὴ ἦτο ἡ πολιτική σας. Καὶ ταῦτα ἐν ᾧ ἀνεγνώρισε τὸ καθῆκον καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παρέμβῃ πρὸς σωτηρίαν τῆς Κρήτης, ἔστω καὶ ἂν ἐπρόκειτο, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νὰ συγκαταστραφῇ μετὰ τῆς Κρήτης. Ἀλλ’ ἐμεσολάβησε τὸ διάλειμμα τῶν 48 ὡρῶν. Καὶ ποία ἡ μεταβολὴ, ἡ ἐπελθοῦσα κατὰ τὸ διάλειμμα τοῦτο; Εἶχεν ἀποφασίσει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπέμβῃ, ὅτε ἔμαθε τὰ διαπραττόμενα κακουργήματα ὑπὸ τοῦ ὄχλου καὶ τῶν τυχοδιωκτῶν ἐν ταῖς πόλεσι τῆς Κρήτης, ἐμεσολάβησε δὲ 48 ὡρῶν διάλειμμα ἀναστολῆς, ἔστω· ἀλλὰ τὸ διάλειμμα τοῦτο παρέρχεται καὶ ὅ,τι ἔπραττεν ὁ ὄχλος, βοηθούμενος ὑπὸ τοῦ στρατοῦ, ἐξακολουθεῖ νὰ τὸ πράττῃ ὁ τουρκικὸς στρατὸς, ἐὰν δὲ, ὅτε τοιαῦτα ἔπραττεν ὁ ὄχλος, ἐνομίσατε καθῆκον τὴν παρέμβασιν καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ καταστραφῇ ἡ Ἑλλὰς, παύετε ἀπὸ τοῦ νὰ τὸ θεωρῆτε τοιοῦτον, διότι μεμελετημένως καὶ πρὸς ἐξυπηρέτησιν πολιτικοῦ σκοποῦ τὰ διαπράττει ὁ τακτικὸς τουρκικὸς στρατὸς, ἐν ᾧ τὸν στρατὸν αὐτὸν σεῖς ὡδηγήσατε καὶ σεῖς ἐστάθητε ἡ ἀφορμὴ νὰ τὸν θέσητε εἰς τὴν θέσιν νὰ διαπράττῃ ἀτιμωρητεὶ ὅ,τι διέπραξε καὶ ὅ,τι ἐξακολουθεῖ νὰ διαπράττῃ, ποίαν ἐξήγησιν δύναται νὰ δώσῃ τις εἰς τοιαύτην κυβερνητικὴν ἐνέργειαν; Ἡ μωρία εἶναι ἡ ἐλαφρωτέρα λέξις. Ἐν τούτοις, Κύριοι, καλούμεθα νὰ κρίνωμεν ἐπὶ τῆς τοιαύτης τῆς Κυβερνήσεως διαγωγῆς, καὶ εἰς ταῦτα ἀφορᾷ ἡ γενομένη ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπερώτησις καὶ ταύτην τὴν ψῆφον θέλει ζητήσει παρὰ τῆς Βουλῆς ἡ Ἀντιπολίτευσις. Πρόκειται νὰ ἐγκρίνωμεν τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὰ διαπραχθέντα ἐν Κρήτῃ καὶ ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης πολιτικῆς. Ἡ Κρήτη, Κύριοι, κατὰ τὸ 1867 ἀπέῤῥιπτε τὰς προτάσεις τοῦ Ἀλῆ πασσᾶ καὶ ἐπέμενεν εἰς μίαν καὶ μόνην φωνήν: «Ἕνωσις ἢ θάνατος!» Κατὰ τὸ 1881 δὲν ἐδυσφόρει, ἐὰν ἄλλοι δοῦλοι, τέκνα τῆς Ἑλλάδος ἠλευθεροῦντο ἀντ’ αὐτῆς. Μὲ τὸ λάβαρον «Ἔνωσις ἢ θάνατος» ἐχαιρέτα τὴν γέννησιν τοῦ Διαδόχου, καὶ αὐτοδιοίκητος ἐχαιρέτα τὴν ἐνηλικίωσιν αὐτοῦ· νῦν δὲ, ὅτε πρόκειται νὰ ἑορτάσῃ τοὺς γάμους του, τὸ γεγονὸς τοῦτο τῆς ὑψίστης πολιτικῆς, ὡς τότε τὸ παρέστησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῶν χειλέων τοῦ Βασιλέως, ἑορτάζει αὐτοὺς δούλη, τεταπεινωμένη, μὲ κατεστραμμένους τοὺς ἀγροὺς, μὲ πυρπωλημένας τὰς κώμας καὶ μὲ ἐξόριστα τὰ τέκνα της, ὅσα δὲν ἐσφάγησαν ἢ δὲν ἐζήτησαν διὰ τῆς φυγῆς ἐκ τῆς Κρήτης τὴν σωτηρίαν των. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, Κύριοι, ὀνειροπολῶν πάντοτε τὰ μεγάλα, καὶ μεγάλα συλλαμβάνει σχέδια, χωρὶς νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψει τὰς δυνάμεις τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον διοικεῖ· ἀλλὰ τὰ μεγάλα ἐπιδιώκων συλλαμβάνει τὸ γελοῖον μεγαλεῖον, καὶ τοῦτο συνέβη δυστυχῶς καὶ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην. Τοιοῦτον τὸ κατώρθωμα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ μὲ τὸ γελοῖον ἀπωλέσθη καὶ ἐπὶ πολὺν χρόνον ἡ Κρήτη, καὶ τὴν πολιτικὴν ταύτην, Κύριοι, καλεῖσθε νὰ κρίνητε. Καὶ δύνασθε μὲν νὰ δίδητε ψῆφον ὅταν πρόκηται περὶ οἰκονομικῶν ζητημάτων καὶ νομοσχεδίων τῆς Κυβερνήσεως, ἀντιτάσσοντες τὴν ἄκραν ἐμπιστοσύνην πρὸς αὐτὴν, ἀλλὰ δὲν πρόκειται σήμερον περὶ τοιούτων ζητημάτων, δὲν πρόκειται περὶ τῆς διοικήσεως τῆς χώρας, ἀλλὰ περὶ τῆς τιμῆς αὐτῆς· πρόκειται διὰ τῆς ψήφου σας νὰ ἐπιῤῥίψητε πᾶν ὅ,τι ἔπραξεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Ἐλπίζω ὅτι θὰ σώσητε τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἀπὸ τὸ γελοῖον καὶ θὰ διαφυλάξητε τὴν τιμήν του, δίδοντες ψῆφον κατὰ πολιτικῆς γελοίας, ἀνθελληνικῆς καὶ τρωσάσης καιρίως τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 μ. μ.