1889.10.30
2.218 στίχοι · 17.489 λέξεις · 65 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 6
Τῆς 30 Ὀκτωβρίου 1889
(Δευτέρα)
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς συμπληρωτικῆς ἐκλογῆς Κυκλάδων.
§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἐκλογὴ Κυκλάδων εἶναι ἡ ἡμερησία διάταξις, ἀλλὰ πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι αἱ ἐπερωτήσεις.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ τάξις πάντοτε.
§4ΤΙΝΕΣ. Ὄχι· ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§5ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλει προταθῆ ἡ ἐπερώτησις, θέλει γίνει λόγος περὶ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν θέλει συζητηθῆ, καὶ ἔπειτα θὰ ἔλθωμεν εἰς τὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§6ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως δὲν εἶναι ἐπερώτησις· λέγομεν ἁπλῶς, ὅτι πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ ἐπερώτησις· σήμερον δ’ εἶναι ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν θέλει ὑποβληθῆ ἡ ἐπερώτησις. Ἕνεκα τούτου φρονῶ, ὅτι προηγεῖται τῆς συζητήσεως τῆς ἐκλογῆς.
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν δὲν πρόκηται νὰ συζητηθῇ ἡ ἐπερώτησις, βεβαίως προηγεῖται· ἐὰν ὅμως πρόκηται νὰ συζητηθῇ, νομίζω, ὅτι οὐδεὶς προτείνει ὅπως προηγηθῇ τῆς ἐξελέγξεως τῆς ἐκλογῆς, καὶ τοῦτο ἐδέχθη ἡ Βουλὴ πάντοτε, οὐδεὶς δὲ λόγος ὑπάρχει ἵνα ἐπιμένῃ τις, ἀφοῦ πάντοτε ἐπεκράτησεν, ὅτι πρὸ πάσης συζητήσεως τάσσεται ἡ συζήτησις τῶν ἐκλογῶν. Ἐὰν ἄρα πρόκηται ἁπλῶς νὰ ἀνακοινωθῇ ἡ ἐπερώτησις σήμερον, βεβαίως δύναται νὰ γενῇ ἡ ἀνακοίνωσις· ἐὰν ὅμως πρόκηται ν’ ἀνοίξῃ ἡ συζήτησις, εἶναι πιθανὸν, ὅτι δὲν θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ δὲν εἶναι πρέπον, μοὶ φαίνεται, προκειμένου περὶ ἐξελέγξεως ἐκλογῆς, ν’ ἀναβάλληται αὕτη.
§8ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐγὼ ὑπέμνησα ἁπλῶς, τί ἔλαβε χώραν μέχρι τοῦδε· ὅ,τι ἔλαβε χώραν εἶναι τὸ ἑξῆς· ἀνηγγέλθη, ὅτι εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν θέλει προβληθῆ ἐπερώτησις· σήμερον εἶναι ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ τοιαύτη ἐπερώτησις· ἐὰν θὰ γίνῃ συζήτησις ἢ ὄχι, τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα σήμερον, σεῖς ὀφείλετε, κύριε Πρόεδρε, πρὶν ἢ προβῆτε εἰς τὰ τῆς συζητήσεως τῆς ἐκλογῆς τῶν Κυκλάδων, νὰ προτάξητε τὰς ἐπερωτήσεις, ἐὰν ὑπάρξωσιν. Ἐὰν δὲ ὡς ἐκ τῶν ἐπερωτήσεων ἀναφυῇ συζήτησις καὶ ἡ συζήτησις αὕτη ἀπασχολήσῃ εἴτε ὀλίγην εἴτε πολλὴν ὥραν, εἴτε μίαν εἴτε πολλὰς συνεδριάσεις, τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ βεβαίως τὴν τάξιν ταύτην ἀκολουθῶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Κανονισμοῦ· τοῦτο ἐγένετο πάντοτε· ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ θέλῃ ν’ ἀλλάξῃ γνώμην....
§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἔχει προαίρεσιν νὰ ζητήσῃ μεταβολὴν τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλ’ οὐδ’ αὐτῶν τῶν ἐθίμων περὶ τὰς συζητήσεις. Ἡμεῖς ἀξιοῦμέν τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ὀρθὸν, καὶ τὸ ὁποῖον ἀπορῶ, πῶς διαφεύγει τὴν ὀξυδέρκειαν τοῦ κ. Προέδρου. Ἡμεῖς ἀξιοῦμεν, ὅτι πρέπει πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως νὰ ὑποβληθῇ ἡ ἐπερώτησις, ἐπειδὴ δὲ τὸ ἀντικείμενον, περὶ τὸ ὁποῖον θέλει περιστραφῆ ἡ ἐπερώτησις, εἶναι σημαντικώτατον, δὲν ἤθελε δὲ εἶσθαι προσῆκον ἡ Βουλὴ ν’ ἀνοίξῃ τὰς πύλας της καὶ νὰ μὴ γένηται παντάπασι λόγος περὶ αὐτοῦ, διὰ τοῦτο ἔσπευσα ν’ ἀναγγείλω, ὅτι θέλομεν προβάλει τὴν περὶ τούτου ἐπερώτησιν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἐπερώτησιν ἡμῶν ἀπαντήσῃ, ὅτι θέλει δώσει τὰς ζητηθησομένας πληροφορίας αὔριον, ἡ Βουλὴ δύναται καὶ σήμερον νὰ μεταβῇ εἰς τὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἐὰν ὅμως ἡ Κυβέρνησις σπεύσῃ ἀμέσως νὰ ἀπαντήσῃ καὶ νὰ παράσχῃ τὰς ζητηθησομένας πληροφορίας, βεβαίως θέλει τότε προκληθῆ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως. Ὅθεν ἡμεῖς, προβάλλοντες ἐπερώτησιν, ἐνασκοῦμεν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, εὐλόγως δ’ ἀξιοῦμεν, ὅτι ἡ πρότασις τῶν ἐπερωτήσεων προηγεῖται τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλετε τὴν ἐπερώτησίν σας.
§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τῷ ὄντι, Κύριοι, ἤθελεν εἶσθαι ἀπρεπὲς διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον, ἐὰν εὐθὺς, ὡς ἠνοίχθησαν αἱ πύλαι αὐτοῦ, δὲν ἐκαλεῖτο ὑπό τινος τῶν μελῶν του ἡ προσοχὴ αὐτοῦ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς Κρήτης. Αὐτὸ τὸ καθῆκον ὑπέλαβον, ὅτι ὤφειλον ἐν ὀνόματι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἐκπληρώσω ἐγὼ, καὶ διὰ τοῦτο τὴν παρελθοῦσαν Τετάρτην ἔσπευσα νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ἔμελλον νὰ προβάλω ἔν τινι τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων. Δυστυχῶς ἡ ὑγεία μου δέν μοι ἐπέτρεψε νὰ ἐμφανισθῶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς οὔτε τὴν Παρασκευὴν, οὔτε τὸ Σάββατον, προσέρχομαι δὲ σήμερον νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκον τοῦτο. Ἡ ὑπόθεσις τῆς Κρήτης ἐξελίσσεται ἤδη ἐπὶ τέσσαρας καὶ πλέον μῆνας. Ἐάν τις ἤθελε ῥίψει βλέμμα ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ μακροῦ δράματος, ἠδύνατο νὰ σταματήσῃ πρὸ πολλῶν σημείων, ἐπὶ τῶν ὁποίων πολλὰς εἶχε νὰ προβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀπορίας, ὅπως προκαλέσῃ τὴν Κυβέρνησιν τῆς Πατρίδος νὰ προσέλθῃ νὰ δώσῃ διασαφήσεις. Ἀλλὰ δὲν σκοπῶ νὰ προβάλω διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς μου εἰ μὴ τὰ σημαντικώτερα τῶν σημείων τούτων, τὰ σημεῖα τὰ πλέον περίβλεπτα, τὰ ὁποῖα καὶ αὐτῷ ἐκείνῳ, ὅστις ὑπὸ τῆς φύσεως ἐστερήθη τῆς ὁράσεως, καὶ αὐτῷ ἐκείνῳ ἤθελον κατασταθῆ ἁπτὰ, καὶ ἐφ’ ὧν καὶ αὐτὸς ἤθελε καταληφθῇ ὑπὸ ἀπορίας, ἐὰν ἠρεύνα τὰ συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὰ σημεῖα ταῦτα. Κατὰ τὴν 25 Ἰουλίου ἐδημοσιεύθη, ὡς κοινοποιηθὲν, ὑπὸ μεταμεσημβρινῆς τινος ἐφημερίδος, ἥτις φαίνεται, ὅτι κεῖται ἐγγύτατα εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ διὰ τῆς ὁποίας οὗτος συνειθίζει νὰ ἐπικοινωνῇ μετὰ τοῦ κοινοῦ τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, κατ’ αὐτὰς τὰς λέξεις, τῶν ὁποίων ἡ ἐφημερὶς ἐκείνη ἐποιήσατο χρῆσιν, ἠναγκάσθη νὰ ἀπευθύνῃ «πρὸς τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἀντιπροσώπους αὐτῆς, ὅπως ἀνακοινώσωσι πρὸς τὰς ξένας Κυβερνήσεις ἐγκύκλιον, ἐφιστῶσαν τὴν προσοχὴν τῶν οἰκείων Δυνάμεων ἐπὶ τῆς ἐπικινδύνου ἐν Κρήτῃ καταστάσεως καὶ τῆς μέχρι τοῦδε ἀνεπαρκείας τῆς Τουρκίας πρὸς πρόληψιν τῶν ταραχῶν καὶ τῶν βιαιοπραγιῶν». Διὰ τῆς αὐτῆς ἐφημερίδος ἡ Κυβέρνησις μετέδιδε συγχρόνως εἰς τὸ Ἑλληνικὸν κοινὸν καὶ ἄλλην σπουδαιοτάτην εἴδησιν, ὅτι ἡ ἐν Ῥυμνίῳ Ἀποκορώνου ἑδρεύουσα Ἐπαναστατικὴ Συνέλευσις, ἥτις εἶχε κληθῆ νὰ ἀποστείλῃ εἰς Κωνσταντινούπολιν ἀντιπροσώπους, ὅπως διαπραγματευθῶσι μετὰ τῆς Πύλης, ἀπήντησε, κατ’ αὐτὰς τὰς λέξεις τῶν ἡμιεπισήμων δημοσιογραφικῶν ὀργάνων της, ὅτι δὲν ἐπιτρέπουσι τὰ πράγματα νὰ μεταβῇ Ἐπιτροπὴ εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἀλλὰ δέον νὰ διεξαχθῶσιν αἱ διαπραγματεύσεις ἐνταῦθα, ἤτοι ἐν Χανίοις, ἐφ’ ὅσον ἐπιτρέπει τοῦτο ἡ κατάστασις. Τὴν ἑπομένην ἡμέραν, ἤτοι τὴν 26 Ἰουλίου, τὸ αὐτὸ μεταμεσημβρινὸν φύλλον περιεῖχε καὶ τὰς ἐννοίας περίπου τῆς διακοινώσεως, τῆς ὁποίας τὴν ἀποστολὴν εἶχεν ἀναγγείλει τὴν προτεραίαν. Ἴσως μετέδιδε τὸ εἰρημένον φύλλον καὶ αὐτὰς τὰς λέξεις, τῶν ὁποίων ὁ συγγραφεὺς τῆς διακοινώσεως ἐποιήσατο ἐν αὐτῇ χρῆσιν. Ἐὰν δὲ θεωρήσω τὸ κείμενον τοῦτο τῆς ἐφημερίδος ὡς μεταδοθὲν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, δικαιοῦμαι νὰ ὑπολάβω, ὅτι ἀληθῶς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις κατήγγειλε διὰ τῆς διπλωματικῆς ταύτης παραστάσεώς της πρὸς τὴν Εὐρώπην τὴν νωχέλειαν καὶ ἀδράνειαν τῆς Ὑψηλῆς Πύλης, ἥτις τοσοῦτον ἐβράδυνε νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν ἐν Κρήτῃ. Κατὰ τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος, ἡ ἐν τῇ νήσῳ τῆς Κρήτης μόνιμος κατάστασις δὲν εἶναι ἡ ἀταξία, ἀλλ’ ἡ τάξις. Δὲν εἶναι ἡ ἔκλυσις τῆς κυβερνητικῆς ἐνεργείας, ἀλλὰ τὸ σθένος καὶ ἡ ἀκμὴ αὐτῆς. Αὐτὴν δὲ τὴν κατάστασιν τῆς τάξεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐξεδηλοῦτο πάντοτε τὸ σθένος καὶ ἡ ἀκμὴ τῆς κυβερνητικῆς δράσεως τῆς Ὑψηλῆς Πύλης, ἐπῆλθον νὰ διαταράξωσι τὰ συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου ἐλάμβανον χώραν. Ἐπειδὴ δὲ τὰ συμβεβηκότα ταῦτα εἶχον μεταδώσει ἱκανὸν ἐρεθισμὸν εἰς τὸν λαὸν τῆς Κρήτης, ἐπειδὴ ἕνεκα τοῦ ἐρεθισμοῦ τούτου ἠπειλοῦντο κίνδυνοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἠναγκάζοντο οἱ πολῖται τῆς Κρήτης νὰ προσφύγωσιν εἰς τὴν μητέρα Ἑλλάδα, ὅπως ζητήσωσι τὴν συνδρομὴν αὐτῆς, ἠναγκάσθη ὁ Πρωθυπουργὸς, ὡς εἰ ἐβαρύνετο διὰ τὰς ἐνοχλήσεις ταύτας, νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν Εὐρώπην, καταγγέλλων τὴν Τουρκίαν, ὡς μὴ ἀποκαταστήσασαν ἀκόμη τὴν τάξιν ἐν τῇ Κρήτῃ, καταγγέλλων τὴν νωχέλειαν καὶ τὴν ἀδράνειαν αὐτῆς, ἧς ἕνεκα ἐκλονίζετο ἡ τάξις ἐν τῇ νήσῳ ἐκείνῃ, διότι ἕνεκα τοῦ κλονισμοῦ τῆς τάξεως ἐκεῖ ἠνωχλεῖτο ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀναγκαζόμενος νὰ μεριμνᾷ περὶ προσφύγων ἐκ Κρήτης προελθόντων. Ἂν δὲ πρέπῃ νὰ θεωρήσω ὡς ἀκριβῆ κείμενά τινα, τὰ ὁποῖα ἐδημοσιεύθησαν ὡς κείμενα τῆς Ἑλληνικῆς διακοινώσεως, ὁ Πρωθυπουργὸς δι’ αὐτῆς, ἀφοῦ κατήγγειλεν εἰς τὴν Εὐρώπην τὴν νωχέλειαν καὶ τὴν ἀδράνειαν τῆς Τουρκίας, ἐζήτησε παρὰ τῆς Εὐρώπης νὰ ἐκβιάσῃ τὴν Τουρκίαν νὰ ἐπέλθῃ τέλος πάντων δραστηρία καὶ αὐστηρὰ, ἵνα ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν, ἢ νὰ συνέλθωσιν αἱ ἓξ Μεγάλαι Δυνάμεις καὶ ἀποφασίσωσι νὰ λάβωσιν αὗται κατοχὴν τῆς νήσου διὰ διεθνοῦς στρατιᾶς, διότι, ἐὰν δὲν ἤθελε γενῇ εἴτε τὸ ἓν εἴτε τὸ ἄλλο, ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος δὲν ἤθελε πλέον ἀνεχθῆ τοιαύτην κατάστασιν, ἀλλ’ ἤθελεν ἀναγκασθῆ νὰ ἀναμιχθῇ αὐτὸς εἰς τὴν ὑπόθεσιν, διὰ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν ἐν τῇ πολυπαθεῖ ἐκείνῃ νήσῳ. Εἰσὶν ἀκριβῆ τὰ δημοσιεύματα ταῦτα; Ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐρωτῶ δὲ ἰδίως αὐτὴν καὶ ζητῶ νὰ μάθω παρ’ αὐτῆς, ἐὰν ἀληθεύῃ, ὅτι διὰ τῆς διακοινώσεώς της ἐζήτησε παρὰ τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων νὰ ἀναγκάσωσι τὴν Τουρκίαν νὰ καταλίπῃ τὴν νωχέλειαν καὶ ἀδράνειαν καὶ νὰ σπεύσῃ νὰ λάβῃ μέτρα αὐστηρὰ, ὅπως δυνηθῇ ν’ ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν ἐν τῇ Κρήτῃ. Ἐὰν ἀληθῶς ἐζήτησε παρὰ τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Τουρκία παρέλειπε νὰ πράξῃ τοῦτο, νὰ μεριμνήσωσιν αὐταὶ ἀπ’ εὐθείας περὶ τῆς εἰρήνης τῆς νήσου, ἀποκαθιστῶσαι δι’ ἰδίων στρατιῶν τὴν τάξιν ἐπ’ αὐτῆς. Πρὸ πάντων δὲ ἐρωτῶ τὸν Πρωθυπουργὸν, ἂν διὰ τῆς διακοινώσεώς της ἡ Κυβέρνησις προέβη καὶ μέχρις ἀπειλῶν, ἂν, λέγω, ἠπείλησεν, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει οὐδὲ ἡ Τουρκία ἤθελε καταλίπει τὴν νωχέλειαν καὶ ἀδράνειαν, οὐδὲ αἱ ἓξ Μεγάλαι Δυνάμεις ἤθελον φροντίσει ν’ ἀποκαταστήσωσι τὴν τάξιν ἐπὶ τῆς δυστυχοῦς νήσου, ἂν, λέγω, ἠπείλησεν, ὅτι αὐτὴ ἤθελεν ἀναγκασθῆ ν’ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν ὑπόθεσιν καὶ νὰ φροντίσῃ αὐτὴ περὶ τῆς ἐπανόδου τῆς τάξεως ἐπὶ τῆς νήσου. Ἐὰν ταῦτά εἰσιν ἀληθῆ, Κύριοι, κατανοῶ τὴν ἔξαρσιν ὑπουργικῆς τινος ἐφημερίδος, ἥτις πρό τινων ἡμερῶν ἐξίστατο θαυμάζουσα τὴν ὀξυδέρκειαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅστις ἀπὸ τοῦ 1887 προέβλεψε περὶ τῶν περιστάσεων τούτων καὶ ἔκτοτε ἀπέκοψεν ἀπὸ δανείου τινὸς, τὸ ὁποῖον τότε συνωμολόγησε, 30 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἀφῆκε δὲν ἠξεύρω εἰς τίνος τὴν διάθεσιν, διὰ νὰ κατασκευάσῃ δι’ αὐτῶν θωρηκτὰ, τὰ ὁποῖα ἤθελον χρησιμεύσει εἰς τοὺς κινδύνους τούτους. Φαντάζομαι δὲ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτε ἐχάρασσεν ἐπὶ τοῦ χάρτου τὴν ἀπειλὴν ταύτην, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ποῦ ἰδίως ἔτρεπε τὸν νοῦν. Ἔτρεπε τάχα τὸν νοῦν εἰς τὰ ναυπηγεῖα τῆς Γαλλίας, ἐν οἷς κατεσκευάζοντο τὰ θωρηκτὰ, καὶ ἐπερίμενεν ἀνυπομόνως νὰ καταδυθῶσιν ἐν τῇ θαλάσσῃ, ἢ ἔστρεφε τὸν νοῦν εἰς τὰ πλοῖα τοῦ ἐθνικοῦ στόλου, τὰ ὁποῖα εἶχον περιαχθῆ εἰς ἣν κατάστασιν εὑρέθησαν τελευταῖον, ὅτε ἐκρίθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἔπρεπε καὶ ταῦτα ν’ ἀποτελέσωσιν ἐπίτιμον ἀκολουθίαν τῶν σεπτῶν ξένων, οἵτινες κατέπλεον εἰς Πειραιᾶ, διὰ νὰ παρασταθῶσιν εἰς τοὺς γάμους τοῦ Διαδόχου; Ἐπέπρωτο δυστυχῶς νὰ κινηθῇ τὸ μειδίαμα ἐν ταῖς αἰθούσαις τῶν Ὑπουργείων τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐν αἷς ἀνεγινώσκετο ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Βασιλέως ἡ εἰρημένη διακοίνωσις. Δὲν ἐρευνῶ, ποῦ τὸ μειδίαμα ἦτο ἔκφρασις χλεύης, ἢ ποῦ κατεδήλου σατανικὴν εὐχαρίστησιν, ὡς δὲν ἐρευνῶ ἐὰν τὸ μειδίαμα ἐκεῖνο ἐφανέρωνε καί που τὴν ἀναγνώρισιν, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος ἐξετέλεσε πιστῶς τὰ ὑπεσχημένα. Οἰκτείρω ὅμως τὸ γεγονὸς, διότι ἐξέθηκε τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος εἰς τοὺς μυκτηρισμοὺς τῶν ξένων. Καὶ δυστυχῶς δὲν ἠρκέσθη ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ ἐκτοξεύσῃ αὐτὸς μόνος ἀπειλάς. Καθ’ ἃ τὸ ἡμιεπίσημον μεταμεσημβριανὸν φύλλον, τοῦ ὁποίου ἀρχόμενος τοῦ λόγου ἐμνήσθην, ἀνήγγειλεν εἰς τὸν κοινὸν τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τίτλον, μὲ κεφαλαιώδη γράμματα γεγραμένον, «Ἡ ἀπειλὴ τοῦ Βασιλέως», φαίνεται ὅτι εἶχε συμβουλεύσει καὶ τὸν Ἡγεμόνα, ἵνα καλέσῃ ἐν Κοπεγχάγῃ, ἔνθα διέτριβε, τὸ διπλωματικὸν σῶμα καὶ νὰ δηλώσῃ εἰς αὐτὸ, ὅτι, «ἂν ὁ Τουρκικὸς στρατὸς διαπράξῃ μεγάλας βιαιοπραγίας ἐν Κρήτῃ, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ ἀντιστῇ εἰς τὴν ὑπὲρ τῶν Κρητῶν λαϊκὴν ὁρμήν». Φυσικὸν εἶναι νὰ αἰσθάνωμαι θερμὴν ἐπιθυμίαν, ἵνα μάθω τί εἰς τὴν διακοίνωσιν ταύτην ἀπήντησεν ἡ Ὑψηλὴ Πύλη, ἢ ποίαν αἱ ἓξ Μεγάλαι Δυνάμεις ἔδωκαν εἰς ταύτην ἀπάντησιν. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ Σουλτάνου ἔσπευσε νὰ δικαιολογήσῃ ἑαυτὴν διὰ τὴν νωχέλειαν καὶ τὴν ἀδράνειαν, ἐφ’ ᾗ κατηγορεῖτο ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος; ἔσπευσε νὰ ὑποσχεθῇ, ὅτι θέλει μετέλθει εἰς τὸ μέλλον αὐστηρότητα, ἵνα καταστείλῃ τὴν ἀταξίαν καὶ ἐπαναγάγῃ τὴν τάξιν; Ἐνεθυμήθη νὰ ποιήσηται εἰς τὴν ἀπάντησιν αὐτῆς μνείαν, ὅτι ἐσκόπει μετὰ τῶν ἄλλων μέτρων της νὰ ἐπικηρύξῃ καὶ τὸν στρατιωτικὸν νόμον ἐν τῇ Κρήτῃ; Καὶ ἂν ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις διὰ τῆς ἀπαντήσεως, ἣν ἔδωκε, παρέσχε τοιαύτας βεβαιώσεις, ἐρωτῶ τὸν Πρωθυπουργὸν, ἔχει πλέον ἀφορμὴν νὰ παραπονεθῇ κατὰ τῆς Τουρκίας; Συνεμορφώθη αὕτη μὲ τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωσε διὰ τῆς διακοινώσεώς του ἐπὶ τῇ πρὸς τὰς ἓξ Μεγάλας Δυνάμεις ἐκτοξευθείσῃ ἀπειλῇ; Καὶ βεβαίως πρέπει νὰ περιορίσω τὰ ἐρωτήματά μου εἰς μόνα τὰ πραχθέντα ἢ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ μεταξὺ αὐτῶν συγκαταλέγονται καὶ ἄλλαι ἀπειλαὶ, τὰς ὁποίας ἀνέγνων ἐν ἐκθέσει, δι’ ἐφημερίδος ἀλλοδαπῆς δημοσιευθείσῃ, ἀνταποκριτῶν, οἵτινες ἔλαβον συνέντευξιν μετὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Δὲν γνωρίζω ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐπεκτείνω καὶ ἐπὶ τῶν ἀπειλῶν τούτων τὰς ἐρωτήσεις μου. Δὲν γνωρίζω ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐρωτήσω, ποῖαι εἶναι αἱ πρὸ τοῦ στομίου τοῦ Ἑλλησπόντου τουρκικαὶ νῆσοι, τὰς ὁποίας ἠπείλει ὁ προϊστάμενος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἔμελλε νὰ καταλάβῃ, ἐὰν δὲν ἔπαυον ἐγκαίρως αἱ ὠμότητες καὶ αἱ κακώσεις, τὰς ὁποίας αἱ τουρκικαὶ ὀρδαὶ διέπραττον κατὰ τοῦ χριστιανικοῦ καὶ ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Κρήτης. Κατὰ τὴν 30 Ἰουλίου συνετελοῦντο δύο σημαντικὰ συμβεβηκότα. Τὸ ἓν συνετελεῖτο ἐν Κρήτῃ, τὸ ἄλλο ἐλάμβανε χώραν ἐν Ἀθήναις. Ἐν Κρήτῃ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἀφίκετο ὁ Σακὴρ πασσᾶς, καὶ ἀνεχώρει ἐκεῖθεν ὁ Ῥιζᾶ, ὅστις δὲν εἶχε μείνει ἐν Κρήτῃ, εἰμὴ μόνον ὀκτὼ ἡμέρας. Τὴν προτεραίαν τῆς ἀφίξεως τοῦ Σακὴρ εἶχον ἀποβιβασθῆ ἐπὶ τῆς νήσου εἴκοσι τάγματα στρατοῦ, τῶν ὁποίων ἡ δύναμις ὑπελογίζετο ἀπὸ τὸ ἡμιεπίσημον μεταμεσημβρινὸν φύλλον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀνήρχετο εἰς 16 χιλιάδας ἀνδρῶν. Οὕτω δὲ, προστιθεμένου εἰς τὸν ἀριθμὸν τοῦτον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 4,000 ἀνδρῶν, οἵτινες ἀπετέλουν τὴν μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου φρουρὰν τῆς νήσου, ὁ ἐπ’ αὐτῆς τουρκικὸς στρατὸς συνεποσοῦτο εἰς 20,000 ἀνδρῶν. Στρατοῦ τοσούτου ἡ παρουσία ἐν Κρήτῃ οὐδεμίαν ἐνεποίει ἀνησυχίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος, ἐξ ἐναντίας διὰ τοῦ ἡμιεπισήμου ὀργάνου της, τοῦ ἐκδιδομένου μετὰ μεσημβρίαν, ἡ Κυβέρνησις ἐβεβαίου τὸ Ἑλληνικὸν κοινὸν, ὅτι ὁ στρατὸς οὗτος ἦτο προωρισμένος διὰ τὴν φρούρησιν τῶν πόλεων καὶ τῶν πέριξ αὐτῶν, καὶ ὅτι ἡ Τουρκία δὲν ἐφαίνετο ἀποφασίσασα νὰ ἐξέλθῃ τοῦ ἀμυντικοῦ καὶ εἰρηνικοῦ προγράμματός της. Ἡ Κυβέρνησις, κατὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας τοῦ ἡμιεπισήμου δημοσιογραφικοῦ ὀργάνου της, δὲν εὕρισκεν οὐδεμίαν σχέσιν μεταξὺ τῆς συγκεντρώσεως τοσούτου στρατοῦ ἐν Κρήτῃ καὶ τῶν βεβαιώσεων, τὰς ὁποίας ἡ Πύλη ἔδιδε διὰ τῆς ἀπαντήσεώς της εἰς τὴν Ἑλληνικὴν διακοίνωσιν, ὅτι τάχιστα θέλει ἀποκαταστήσει τὴν τάξιν. Ἐξ ἐναντίας, τὸ ἡμιεπίσημον ὄργανον ἔδιδεν εἰς τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος εὐχαρίστως πληροφορίας, ὅτι ὁ Σακὴρ πασσᾶς εἶναι εὐγενέστατος ἄνθρωπος, καὶ ὅτι ἐδέχθη τοὺς Χριστιανούς, οἵτινες εἶχον ἐπισκεφθῆ αὐτὸν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, δι’ ἐξαιρέτων τρόπων καὶ πολλῆς προσηνείας. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐν Κρήτῃ τὴν 30 Ἰουλίου συνέβαινον ταῦτα, ἐν Ἀθήναις συνέβαινεν ἓν ἄλλο σημαντικὸν συμβεβηκός. Ἡ δημοσία δύναμις, ταχθεῖσα ὑπὸ τὰς διαταγὰς δύο βαθμοφόρων τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, τοῦ Μοιράρχου τῆς χωροφυλακῆς ἐν τῷ νομῷ τῆς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, καὶ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας, ἐπετίθετο διὰ τῶν ὅπλων κατὰ τῶν Κρητῶν, οἵτινες, συγκροτήσαντες συλλαλητήριον, ἔβαινον πρὸς τὸν οἶκον τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἵνα ἀναφέρωσιν αὐτῷ τί αὐτοὶ ἐφρόνουν, ὅτι ἔπρεπεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ. Εἶχον μάθει οἱ Κρῆτες οὗτοι ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἡμιεπισήμου ὀργάνου τῆς Ἑλλην. Κυβερνήσεως, ὅτι τὴν 27 Ἰουλίου ὁ Ῥιζᾶ πασσᾶς εἶχε δεχθῆ τὰ μέλη τῆς ὑπὸ τῆς Ἐπαναστατικῆς Συνελεύσεως διορισθείσης Ἐπιτροπῆς, ὅπως ποιήσωνται διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Τουρκικῆς ἀρχῆς, καὶ ὅτι εἰς τὰ μέλη ταῦτα ὁ Ῥιζᾶ πασσᾶς ἐδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν, ὅτι πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν διαπραγματεύσεων πρέπει νὰ διαλυθῶσιν αἱ συναθροίσεις καὶ νὰ ἀφοπλισθῶσιν οἱ ἔνοπλοι, ἀλλ’ ὅτι τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης ἀπήντησαν εἰς τὸν Ῥιζᾶν πασσᾶ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ καταθέσωσιν οὗτοι τὰ ὅπλα, πρὶν ἢ λήξωσιν αἱ διαπραγματεύσεις. Οἱ Κρῆτες λοιπὸν, οἱ ἐν Ἀθήναις, οἵτινες εἶχον μάθει τὴν εἴδησιν ταύτην, ἐνόμισαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀνακοινώσωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, διὰ νὰ δυνηθῶσιν οἱ ἐν Κρήτῃ, ἀρχόμενοι τῶν διαπραγματεύσεων, νὰ ποιήσωνται χρῆσιν τῶν ὅπλων, εἶχον ἀνάγκην ἐφοδίων, διὰ τῶν ὁποίων ἠδύναντο νὰ ὑποστηρίξωσι κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τὰς ἀξιώσεις αὐτῶν, καὶ ὅτι κατὰ συνέπειαν ἦτο ἀνάγκη νὰ μὴ παρακωλύηται ἡ ἰδιωτικὴ ἐνέργεια διὰ τῆς ἀποστολῆς ἐφοδίων εἰς Κρήτην Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διὰ τῆς δημοσίας δυνάμεως, κατώρθωσεν οὐ μόνον αὐτοὺς νὰ μὴ ἀφήσῃ νὰ πλησιάσωσιν εἰς τὴν οἰκίαν του, ἀλλὰ καὶ νὰ τοὺς διασκορπίσῃ κακὴν κακῶς· μάλιστα διὰ χύσεως ὀλίγου αἵματος κατώρθωσεν ἡ δημοσία δύναμις νὰ ἁρπάσῃ καὶ τὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν ἐκράτουν οἱ ἐχθροὶ ἐν χερσίν. Ἀλλὰ, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐν Ἀθήναις ἀγρίως ἀπώθησε τοὺς προσερχομένους εἰς αὐτὴν Κρῆτας, διὰ νὰ τῇ καταδείξωσι τὴν ἀνάγκην τῆς ἀποστολῆς πολεμεφοδίων, ὁ Γενικὸς ὅμως Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἐν Χανίοις οὐχὶ ἀγρίως, ἀλλὰ μειλιχίως καὶ ἠρέμα εἰργάζετο, ἵνα πείσῃ τοὺς Κρῆτας νὰ μὴ παρακωλύωσι παντάπασι τὰ τουρκικὰ στρατεύματα ἀπὸ τῆς κατοχῆς τῆς νήσου, ἀλλὰ καὶ νὰ εὐκολύνωσιν αὐτὰ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις καὶ καθοδηγήσωσιν εἰς τὴν στρατιωτικὴν κατάληψιν τῶν διαφόρων μερῶν τῆς νήσου. Ὁ κ. Γρυπάρης δὲν ἀπώθει οὐδὲ διεσκόρπιζε διὰ τῆς βίας, ὡς ἡ ἐν Ἀθήναις Κυβέρνησις, τοὺς Κρῆτας, ἀλλὰ συνεβούλευε καὶ παρῄνει καὶ παρεκάλει καὶ προέτρεπε καὶ παρεκέλευεν αὐτοὺς ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος, νὰ μὴ παρεμβάλωσι κἀνὲν πρόσκομμα, ἀλλὰ τοὐναντίον νὰ παράσχωσι πᾶσαν συνδρομὴν, ὅπως δυνηθῇ εὐχερέστερον νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ διασαλευθεῖσα τάξις. Κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, αἱ διαπραγματεύσεις, αἱ ὁποῖαι ἔμελλον νὰ ἀρχίσωσιν, ἤθελον διεξαχθῆ αἰσίως, οὐχὶ ἐὰν οἱ Κρῆτες ἐπρομηθεύοντο ἐφόδια, ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κρήτη ἤθελε καταληφθῆ στρατιωτικῶς ὑπὸ τουρκικῶν στρατευμάτων· τὴν δὲ γνώμην ταύτην ἐξυπηρέτησε μετὰ ζήλου ὁ Γενικὸς Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος, ὅστις διὰ τοῦτο, κατὰ τὰ ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων ἄρτι δημοσιευθέντα, ἐβραβεύθη ἐπαρκῶς, ἀναβιβασθεὶς εἰς ἀνώτερον ἀξίωμα ἐν τῷ κλάδῳ, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπηρετεῖ. Καὶ δὲν ἀπέκαμε μόνον ἡ γλῶσσα τοῦ κ. Γρυπάρη, παρακαλοῦντος καὶ παρακελεύοντος τοὺς Κρῆτας, ἀλλὰ καὶ ἡ γραφὶς αὐτοῦ δὲν ἐθλάσθη, ἀλλ’ ἀντεῖχεν εἰς τὴν πληθὺν τῶν ἐπιστολῶν, ἃς ἐξέπεμψεν εἰς τὰς ἐπαρχίας τῆς νήσου καὶ δι’ ὧν προέτρεπε τοὺς Κρῆτας. Τινὰς τῶν ἐπιστολῶν τούτων δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποστείλῃ διὰ Χριστιανῶν, ἀλλ’ ὁ Ἰμβραὴμ πασσᾶς φιλοτίμως ἔσπευδε νὰ προσφέρῃ αὐτῷ τὰς ὑπηρεσίας του, ἀναλαβὼν νὰ μεταφέρῃ ταύτας καὶ ἐπιδώσῃ εἰς τὸν Ἀλικιανὸν, ὅπου ἀπεστέλλοντο. Καὶ ἐπειδὴ φαίνεται ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν ἦτο βέβαιος, ἂν ἡ πειθὼ τοῦ Γρυπάρη ἤθελε φέρει τὰ ποθούμενα ἀποτελέσματα, παρέπεισε καὶ ἀγωνιστὴν γέροντα Κρῆτα, τοῦ ὁποίου ἡ γλῶσσα ἔχει κῦρος ἐν Κρήτῃ, νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Κρήτην, ἵνα πείσῃ τοὺς συμπολίτας του, ὅτι πρέπει νὰ ἀπόσχωσι νὰ παρεμβάλωσι κωλύματα εἰς τὴν κατάληψιν τῆς χώρας ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ. Ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, ποῦ στηριζομένη ἐξετέλεσε τὸ ἀπαίσιον τοῦτο ἔργον, ὅταν ἀπεφάσισε νὰ μεταβληθῇ εἰς πρόσκοπον τῶν τουρκικῶν στρατευμάτων, ὁδηγοῦσα ταῦτα εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Κρήτης; ὅταν δὲν ἐδίστασε νὰ τείνῃ τὴν χεῖρα εἰς τὸν Σακὴρ καὶ λαβοῦσα αὐτὸν διὰ τῆς χειρὸς νὰ τὸν εἰσαγάγῃ εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Κρήτης; Ποίας εἶχε λάβει ἐγγυήσεις, ὅτι αἱ ὀρδαὶ ἐκεῖναι δὲν ἤθελον ἐκτραπῆ εἰς τὰς ὠμότητας, εἰς τὰς ὁποίας ἐξετράπησαν; Πῶς ἐνόμιζεν, ὅτι οὕτως ἀσφαλίζει τὰ συμφέροντα τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ; ὅτι οὕτως ἐσώζετο ἡ αἴγλη τῆς πολυπαθοῦς μεγαλομάρτυρος τοῦ Αἰγαίου; ὅτι διετηρεῖτο ἀλώβητος ὁ προμαχὼν οὗτος τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Ἀφροσύνη ἢ ἐπίμεμπτος προαίρεσις ὑπηγόρευσε τοιαύτην ἀπονενοημένην πολιτείαν, ἕνεκα τῆς ὁποίας εἴδετε ποῦ περιήχθησαν τὰ πράγματα τῆς δυστυχοῦς νήσου. Ἡμεῖς βεβαίως ἠθέλομεν κατασταθῆ ἀναπολόγητοι ἐνώπιον τοῦ λαοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἐνώπιον τοῦ καθ’ ὅλην τὴν ὑφήλιον Ἑλληνισμοῦ, ἄν, ἀνοιγομένων τῶν πυλῶν τοῦ Βουλευτηρίου, ἐσιωπῶμεν καὶ δὲν ἐζητοῦμεν παρ’ ὑμῶν λόγον διὰ τὴν τοιαύτην πολιτείαν σας.
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδὲν εὐλογώτερον τῆς αἰτήσεως ἐξηγήσεων παρὰ τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς πολιτείας αὐτῆς κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀπουσίας τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ἐπίσης καὶ ἀδικαιολόγητος ὅλως ἡ ἀπόπειρα τοῦ προαγορεύσαντος, ὅπως παραστήσῃ ὡς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως ἄρθρα ἐφημερίδων. Πολλάκις εἴπομεν ἐντεῦθεν, ὅτι εἴμεθα ὑπεύθυνοι ἐπὶ ταῖς πράξεσιν ἡμῶν καὶ ἐπὶ τοῖς λόγοις ἡμῶν, ἀλλ’ εἰς οὐδένα ἀναγνωρίζομεν τὸ δικαίωμα νὰ προσβάλλῃ ἡμᾶς διὰ πράξεις καὶ λόγους, μὴ ἀνήκοντας εἰς ἡμᾶς. Ὁ προαγορεύσας παρουσίασε, μεμφόμενος ἡμῶν, φύλλον τι ὡς ἐπίσημον ὄργανον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐζήτει λόγον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὰ ἐν τῇ ἐφημερίδι ἐκείνῃ δημοσιευθέντα. Ἡ Κυβέρνησις θέλει δώσει πάντοτε λόγον, καὶ ἔδωκε πάντοτε λόγον, περὶ ὅσων αὐτὴ εἶπε καὶ ἔπραξεν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις θέλει ἀρνηθῆ νὰ παραδεχθῇ τὸν τρόπον τοῦτον τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, παριστῶντα αὐτὴν ὡς εὐθυνομένην διὰ πράγματα, πρὸς ἃ διατελεῖ πάντη ἄσχετος. Εὐλογώτατον εἶναι νὰ ζητῆται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐξήγησις περὶ τῆς πολιτείας αὐτῆς κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀπουσίας τῆς Βουλῆς ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἦτο ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων, ὅσα ἠδύναντο ν’ ἀναφυῶσιν ἐν τῷ πολιτικῷ ὁρίζοντι τῆς Ἑλλάδος. Νῆσος στενῶς συνδεδεμένη μετὰ τῆς Ἑλλάδος, νῆσος, ἧς ὁ πληθυσμὸς κατὰ τὸ πλεῖστον εἶναι Ἑλληνικὸς καὶ ἧς τὸ μέλλον εἶναι βεβαίως Ἑλληνικὸν, ἔπαθε τὰ πάνδεινα κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο καὶ δίκαιον εἶναι νὰ ἐρωτήσῃ οἷος δήποτε ἐν τῇ Βουλῇ τὴν Κυβέρνησιν, τί ἔπραξεν ἀπέναντι τῶν παθημάτων τούτων, τί προτίθεται νὰ πράξῃ ἀπέναντι τῆς ἀπειλουμένης παρατάσεως τῶν παθημάτων. Ἐὰν τοιαύτη ἦτο ἡ ἐρώτησις τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος, θὰ ἦτο ἀξία τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ κατεβίβασεν οὗτος τὸ ζήτημα, θέλων νὰ παραστήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ὡς πλημμελῶς πολιτευσαμένην ἐν οἷς αὕτη οὐδὲν ἔπραξε, λαμβάνων ἐφημερίδα ἀνὰ χεῖρας καὶ λέγων, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρημπόδισε τὴν ἀποστολὴν ὅπλων καὶ πολεμεφοδίων εἰς Κρήτην, ἐνῷ, ἂν εἶχε γνῶσιν τῶν ἐπισήμων ἀνακοινώσεων τῆς Κυβερνήσεως, ἤθελε γινώσκει, ὅτι πᾶν τὸ ἐναντίον ἔπραξεν αὕτη, ἤθελε γινώσκει, ὅτι ἐπὶ παραστάσεων τῆς Τουρκικῆς Πρεσβείας, παραστάσεων στηριζομένων, ὅπως καὶ αἱ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, εἰς δημοσιεύσεις ἐφημερίδων, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀνεκάλεσε τὴν δῆθεν δοθεῖσαν διαταγὴν περὶ ἀπαγορεύσεως ἀποστολῆς πολεμεφοδίων εἰς Κρήτην, ἐπὶ τῇ αἰτήσει αὑτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἀποσύρῃ τὴν ἀνάκλησιν ταύτην ἡ Κυβέρνησις, ἡ Κυβέρνησις ἀπήντησεν, ὅτι οὐδέποτε ἔδωκε τοιαύτην ἀπαγορευτικὴν διαταγὴν, οὐδὲ τῇ ἐπιτρέπεται νὰ δώσῃ αὐτὴν, οὐδὲ θέλει ποτὲ τὴν δώσει. Ἡ Κυβέρνησις ἐκανόνισε τὰ καθ’ ἑαυτὴν, ἐκανόνισε τὰ κατὰ τὰ ὅπλα καὶ πολεμεφόδια, τὰ ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Δημοσίου. Ταῦτα ἠρνήθη νὰ δώσῃ καὶ θέλει ἐξακολουθεῖ ἀρνουμένη, ἀλλ’ οὐδένα ἠμπόδισε ν’ ἀποστείλῃ ὅπλα καὶ πολεμεφόδια ἐξ ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας καὶ εἰς πάντας τοὺς ἐρωτήσαντάς με εἶπον, ὅτι ἐλεύθεροι εἶναι ν’ ἀνεύρωσιν ὅπλα καὶ πολεμεφόδια καὶ ν’ ἀποστείλωσιν αὐτὰ εἰς Κρήτην. Ὅταν διὰ τοιούτου τρόπου συζητῶσιν οἱ ἐπικρίνοντες τὴν Κυβέρνησιν, περιαγόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαψεύδωμεν αὐτοὺς διαῤῥήδην καὶ λέγωμεν, ὅτι δὲν ἀνήλθετε εἰς τὸ βῆμα εἰλικρινῶς καὶ λόγῳ πατριωτισμοῦ, δὲν ἀνήλθετε εἰς τὸ βῆμα, διότι ἠθελήσατε νὰ ἐρευνήσητε τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ θέματι τούτῳ, ἀλλ’ ἀνήλθετε εἰς τὸ βῆμα, διότι ἠθελήσατε νὰ ἐκμεταλλευθῆτε ζήτημα πατριωτικόν. Οὐδὲν εὐλογώτερον τῆς ἀπὸ τοῦ βήματος προκλήσεως ἐξηγήσεων, καὶ τοιαῦται ἐξηγήσεις, προκαλούμεναι καὶ διδόμεναι, ἤθελον παρουσιάσει τὴν Βουλὴν εἰς τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ πρέπει νὰ ἵσταται καὶ ἐνώπιον τοῦ Κράτους καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ ἐνώπιον τοῦ ξένου κόσμου. Σήμερον καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς, ὁ ἐκτὸς τοῦ Κράτους τοῦ Ἑλληνικοῦ, καὶ ἡ Εὐρώπη περιμένουσι νὰ μάθωσι, τί θέλει εἰπεῖ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ περὶ τοῦ θέματος τούτου, ποία ὑπῆρξεν ἡ πολιτικὴ τῶν ἐκπροσωπούντων τὸ Ἔθνος ἡ μέχρι τοῦδε, ποία θὰ ὑπάρξῃ εἰς τὸ μέλλον, καὶ εἰς τοῦτο θέλω ἀπαντήσει, παρορῶν πάντα τἆλλα, τὰ ἀναξίως ἐνταῦθα προσαχθέντα. Θέλω δώσει εἰς τὴν Βουλὴν, ἔχουσαν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ αὐτὰς, καίτοι δὲν τὰς ἐζήτησαν οἱ ἔχοντες καθῆκον νὰ ζητήσωσιν αὐτὰς, θέλω δώσει ἐξηγήσεις, ὁποία ὑπῆρξεν ἡ πολιτεία ἡμῶν, ὁποία εἶναι ἡ πολιτεία ἡμῶν καὶ ὁποία θὰ ᾖναι ἐν τῷ ζητήματι τῆς Κρήτης. Εἰς λεπτομερείας δὲν θὰ εἰσέλθω, δὲν θὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀπόῤῥητα τῆς διπλωματίας, δὲν θὰ προκαλέσω συζήτησιν περὶ ἐγγράφων, ἅτινα δὲν δύνανται νὰ κριθῶσιν, εἰμὴ ἐὰν προσαχθῶσι καὶ πάντα τὰ πρὸ αὐτῶν καὶ τὰ συνημμένα μετ’ αὐτῶν καὶ τὰ μετ’ αὐτὰ διαμειφθέντα, ἀλλὰ θέλω εἰπεῖ, ἐν τίνι πνεύματι ἡμεῖς ἐπολιτεύθημεν καὶ ἂν ἡ πολιτεία ἡμῶν ἀποδεικνύηται ἀνταποκρινομένη πρὸς τὰς εὐχὰς τοῦ Πανελληνίου καὶ πρὸς τὰς εὐχὰς τῆς Βουλῆς, ἥτις ἐκφράζει τὴν γνώμην τοῦ Πανελληνίου, Θὰ ζητήσωμεν παρὰ τῆς Βουλῆς, νὰ ἐπιδείξῃ τὴν πρὸς ἡμᾶς ἐμπιστοσύνην καὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἐν τῇ ὁδῷ ταύτῃ, διότι βεβαίως, ἂν ἡ Βουλὴ παρέχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὀφείλει νὰ παρέχῃ αὐτὴν, καθ’ ὃν τρόπον ἡ ἐμπιστοσύνη αὑτῆς παρέχεται κατὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, οὐχὶ δι’ ἀναμίξεως εἰς τὰ τῆς ἀποκλειστικῆς δικαιοδοσίας τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δι’ ἀποχῆς ἀπὸ ἐνεργείας, ἥτις εἰς οὐδένα ἄλλον ἐπιτρέπεται ἢ εἰς μόνην τὴν Κυβέρνησιν. Αὕτη εἶναι ἡ ἰσχὺς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὅτι, ὅταν τὸ Κοινοβούλιον ὑποδείξῃ τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἐπιῤῥώσῃ αὐτὸ διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτοῦ, παρέχει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀποκλειστικῶς πᾶσαν τὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν τὴν εὐθύνην· μόνον μετὰ τὰ γεγονότα ἡ Βουλὴ ἔρχεται ἐλέγχουσα, καὶ ὁ ἔλεγχος οὗτος, ὁ ἐν τῷ μέλλοντι, εἶναι ὁ περιορισμὸς τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ παρόντι.
§14ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐν τῇ ἐνεργείᾳ.
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεὶς ἄλλος περιορισμὸς ἐπιτρέπεται· ἡ δὲ γνώμη, ἣν δυστυχῶς ἀκούω ἐκφερομένην παρά τινος τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἂν ἦτο γνώμη τῆς Βουλῆς, θὰ καθίστα ἀδύνατον πᾶσαν κυβερνητικὴν εὐθύνην, καὶ θὰ καθίστα τὸ πολίτευμα ἀνίκανον πρὸς τὴν ἐπιτέλεσιν τῆς ἀποστολῆς αὐτοῦ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐργάζηται συμπραττόντων τῶν Βουλευτῶν καὶ ἐν τῇ δημοσιότητι, ἣν ἐπάγεται ἡ σύμπραξις τῆς Βουλῆς. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ δύνηται νὰ ἐργάζηται ἐν πάσῃ τῇ μυστικότητι διὰ μόνων τῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐλεγκτής, αὕτη διορίζει τὸν ἐκτελεστήν, παρ’ οὗ ζητεῖ ἐγγυήσεις, ζητοῦσα νὰ μάθῃ, τί φρονεῖ, οὐχὶ δὲ σύμπραξιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν καὶ ἀνάμιξιν εἰς τὰς λεπτομερείας. Ἐξηγήσεις περὶ ἧς πολιτικῆς ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅταν τῇ δοθῶσιν αὗται, διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς ἐκφράζει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐμπιστοσύνην της, ἂν θεωρῇ, ὅτι ἡ πολιτεία αὐτῆς εἶναι ἡ πρέπουσα καὶ ὅτι ἔχει τὴν ἱκανότητα τὴν πρέπουσαν, τὴν πολιτικὴν ταύτην νὰ ἐκτελέσῃ· ὅταν δὲ ταῦτα εἴπῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀνήκει εἰς ταύτην ὑπὸ τὴν εὐθύνην αὐτῆς νὰ ἐργασθῇ, καὶ μόνον ἀφοῦ ἐπιτελέσῃ τὸ ἔργον αὐτῆς, νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα δώσῃ εὐθύνας. Αὕτη εἶναι ἡ σύμπραξις τῆς Βουλῆς, ἣν ζητοῦμεν· αὕτη εἶναι ἡ σύμπραξις, ἣν ἀπεκδεχόμεθα, ὅτι θέλει μᾶς δώσει. Ἐὰν δὲν ἐξακολουθῇ ἐγκρίνουσα τὴν πολιτείαν ἡμῶν, ὡς μέχρι τοῦδε, θέλει ἄρει τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτῆς ἀφ’ ἡμῶν καὶ τότε θὰ ἔλθωσιν ἄλλοι, ἵνα ὑπηρετήσωσι τὸ Κράτος ἐπί τε τῶν ἄλλων ζητημάτων καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Κρητικοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι, ὅταν ἔλθωσι, θὰ ἐνασκήσωσι πλήρη τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ποῖον εἶναι τὸ ζήτημα τὸ πολιτικὸν ἐπὶ τοῖς συμβαίνουσιν ἐν Κρήτῃ; Ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι ὁλόκληρον τὸ ζήτημα τοῦ Ἑλληνισμοῦ παρίσταται ἐνώπιον ἡμῶν. Ὡμίλησεν ὁ προαγορεύσας περὶ τοῦ ζητήματος τῆς Κρήτης, ὡσανεὶ ἦτο μεμονωμένον ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ὡσανεὶ ἦτο μεμονωμένον ζήτημα ἐν τῷ Ἑλληνισμῷ καὶ ὡσανεὶ προέκειτο, συζητοῦντες τὰ κατ’ αὐτό, νὰ μελετήσωμεν μόνον τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἐκεῖ γεννῶνται. Ὡμίλησεν ὁ προαγορεύσας περὶ ἐντολῆς δοθείσης πρὸς κατασκευὴν στόλου Ἑλληνικοῦ καὶ περὶ τῆς χρησιμότητος, ἣν ὁ στόλος οὗτος κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ ἔχῃ ἐν τῷ παρόντι Κρητικῷ ζητήματι, καὶ ἐλησμόνησεν, ὅτι τὰ τοῦ παρόντος Κρητικοῦ ζητήματος ἀφορῶσιν εἰς τὸ ὅλον Ἑλληνικὸν ζήτημα καὶ ὅτι ἄνευ τῆς συσχετίσεως πρὸς τὸ ὅλον Ἑλληνικὸν ζήτημα δὲν δύναται νὰ κατανοηθῇ τὸ Κρητικὸν ζήτημα. Εἶπεν ὁ προαγορεύσας, ὅτι φαίνεται, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις θεωρεῖ, ὅτι τὰ τῆς Κρήτης εἶναι προωρισμένα νὰ ὦσιν ὁμαλὰ καὶ ὅτι, ὅ,τι πρέπει νὰ ἐπιζητῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, εἶναι ἡ ἀποκατάστασις τῆς τάξεως ἐν Κρήτῃ, ὡσανεὶ ὁ ὀργανισμὸς τῆς Κρήτης, τὸν ὁποῖον ἀθετεῖ σήμερον ἡ κυρίαρχος ἐκεῖ Δύναμις, ἦτο τὸ ποθούμενον, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἔπρεπε πάντες νὰ ἐργαζώμεθα. Ἀλλὰ τοῦτο, ὅπερ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς περὶ Κρήτης, ὤφειλε νὰ τὸ εἰπῇ περὶ παντὸς τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Δὲν θεωροῦμεν, ὅτι ἡ παροῦσα κατάστασις τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τοῦ ἐκτὸς τοῦ βασιλείου, εἶναι ἡ διαρκὴς αὐτοῦ ἀποκατάστασις· δὲν εἶναι ἡ κατάστασις, ὑπὲρ ἧς ὀφείλομεν νὰ ἐργαζώμεθα, ὡς κανονιζούσης τὰ τοῦ μέλλοντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ ὅπως τοῦτο λέγω περὶ παντὸς τοῦ Ἑλληνισμοῦ, οὕτω τὸ αὐτὸ λέγω καὶ περὶ τῆς Κρήτης. Ἀλλὰ καὶ περὶ παντὸς τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ περὶ τῆς Κρήτης ἰδίᾳ λέγω, ὅτι ἡ κατάστασις, ἡ νῦν κατὰ τὰ διεθνῆ νόμιμα ὑφισταμένη, πρέπει νὰ ἐξακολουθῇ, ἐν ὅσῳ δὲν παρουσιασθῇ τοιοῦτος συνδυασμὸς περιστάσεων, ὑποσχόμενος ὠφέλειαν εἰς τὰ τῆς μελλούσης ἀποκαταστάσεως αὐτῶν ἐκ τῆς παρεμβάσεως τῆς Ἑλλάδος. Μόνον ὅταν δύνηται ν’ ἀποδείξῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἢ ἄλλος οἱοσδήποτε, ὅτι, παρεμβαίνουσα ἡ Ἑλλὰς ἐν Κρήτῃ ἢ ἀλλαχοῦ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἠδύνατο νὰ πραγματοποιήσῃ τὰ τῆς διαρκοῦς αὐτοῦ ἀποκαταστάσεως καὶ δὲν ἐπέτυχε τούτου διὰ τῆς Κυβερνήσεως, τότε μόνον θὰ ἠδύνατο εὐλόγως νὰ ἐπιῤῥίψῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν μομφὴν, ἣν ἠκούσατε. Δὲν εἶναι πολιτικοὶ σπουδαῖοι οἱ ἀξιοῦντες, ὅτι πρέπει ἡ Ἑλλὰς περὶ πάντα ἀκαταπαύστως νὰ τυρβάζῃ. Καταδικαστέοι θὰ ἤμεθα, ἐὰν ἐπολιτευόμεθα ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι, ὡς ἐπολιτεύθητε ὑμεῖς ἀπέναντι τοῦ ζητήματος τῆς Φιλιππουπόλεως, καταλήξαντες εἰς τὰ αἴσχη τὰ πρὸ καὶ ἐπὶ τοῦ ἀποκλεισμοῦ (θόρυβος ἐν τῇ ἀριστερᾷ). Ἠρώτησεν ὁ κ. Βουλευτής, ἐὰν ἀφροσύνην καταδηλῶσιν αἱ σκέψεις καὶ αἱ ἐνέργειαι τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι. Γινώσκει ὁ κ. Βουλευτὴς τί ἐστὶν ἀφροσύνη ἐν ταῖς σκέψεσι καὶ ταῖς ἐνεργείαις τῶν Κυβερνήσεων· γινώσκει τοῦτο ἐξ ἑαυτοῦ. Τὸ Ἔθνος ἀνεγνώρισε τὴν ἀφροσύνην ὑπάρξασαν τότε, δὲν θέλει δὲ λάβει ἀφορμὴν ν’ ἀναγνωρίσῃ αὐτὴν, ἡμῶν διαχειριζομένων τὰ κοινά. Δὲν θέλει ἰδεῖ ἐπιστρατεύσεις ἄνευ σκοποῦ ἐπιδρομῆς· ἡμῶν ὄντων ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, δὲν θέλει ἰδεῖ διασπαθιζόμενον τὸ δημόσιον χρῆμα δῆθεν πρὸς πολεμικὰς παρασκευὰς, δὲν θέλει ἰδεῖ προβιβασμοὺς στρατηγῶν, ὅταν οὐδεμία ὑπῆρχε πρόθεσις, ὅπως ὁδηγηθῇ ὁ στρατὸς κατὰ τοῦ ἐχθροῦ. Ὄχι, θέλει ἰδεῖ τὴν Κυβέρνησιν ἐργαζομένην ὑπὲρ τοῦ μέλλοντος τοῦ Ἔθνους κατὰ τρόπον, ἐπιτρέποντα εἰς αὐτὴν τὴν ἐλπίδα διεθνοῦς ἐπιῤῥώσεως, ἧς ἄνευ δὲν ἀπολήγουσιν αἰσίως τοιαῦτα ἔργα, θέλει ἰδεῖ αὐτὴν ἐργαζομένην διὰ τρόπου, ὑποσχομένου, ὅτι θὰ καταστῇ καὶ ἡ Ἑλλὰς παράγων ἐν τῇ ἐξελίξει τῶν τῆς Ἀνατολῆς, θέλει ἰδεῖ αὐτὴν ἐργαζομένην κατὰ τρόπον, μὴ ἐξαντλοῦντα τὰς δυνάμεις, ἀλλὰ τοὐναντίον συντάσσουσαν τὸ Ἔθνος καὶ ναυτικῶς καὶ στρατιωτικῶς καὶ οἰκονομικῶς (θόρυβος ἐν τῇ ἀριστερᾷ). Καὶ αὐτὴ ἡ ταραχὴ ὑμῶν ἀποδεικνύει τὴν ἀλήθειαν τῶν λεγομένων μου. Οἱ οὕτω δυσφοροῦντες εἶναι αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔλεγον πρὸς τὸ Ἔθνος κατὰ τὰς ἐκλογάς: Δὸς ψῆφον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ζητούσης νὰ σὲ φορολογήσῃ, καίτοι ἐγίνωσκον, ὅτι διὰ μόνης τῆς φορολογίας ἠδύναντο νὰ ὑπηρετηθῶσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα· δὸς ψῆφον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, τῆς φορολογούσης τὸν ἱδρῶτά σου, ὡσανεὶ μὴ ἦτο πρώτιστον καθῆκον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἡ ἐξυπηρέτησις τῶν συμφερόντων καὶ ἡ περιφρούρησις τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἐκτὸς τοῦ Κράτους Ἑλληνισμοῦ καὶ δὴ τοῦ τῆς Κρήτης. Ἡ ἔννοια τῆς ἐπιδρομῆς ὑμῶν κατὰ τῶν φόρων, κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς ἑβδόμης Ἀπριλίου, δι’ ὧν ἀνήλθετε εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας ἦτο αὕτη: Μὴ δώσητε εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ μέσα πρὸς στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας, πρὸς ναυτικὴν σύνταξιν, πρὸς οἰκονομικὴν σύνταξιν· μεριμνᾶτε μόνον περὶ ὑμῶν αὐτῶν καὶ λησμονήσατε, ὅτι ἔχετε ἀδελφοὺς, δεομένους τῆς ἀντιλήψεως τοῦ Κράτους. Τότε ἀπεδεικνύεσθε περὶ Κρήτης ὀλίγον μεριμνῶντες, διότι, ἂν περὶ Κρήτης ἐφροντίζετε, πρώτη ἀπόδειξις τῆς μερίμνης ὑμῶν θὰ ἦτο ἡ ἐνέργεια πρὸς ἐπίῤῥωσιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Ἄνευ οἰκονομικῶν ἐφοδίων οὐδὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν περὶ Κρήτης καὶ Ἑλληνισμοῦ. Τὸ οἰκονομικὸν ἔδαφος εἶναι τὸ μόνον ἀσφαλὲς πρὸς τοιαύτην ἐνέργειαν, οἰκονομικὸν δὲ ἔδαφος εἶναι ἡ φορολογία τοῦ πολίτου, καὶ ὅμως τὴν φορολογίαν ταύτην μετεχειρίσθητε ὡς μοχλὸν, ἵνα ἀποκλείσητε ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ Κοινοβουλίου, ὑποσχόμενοι, ὅτι θέλετε καταλύσει αὐτήν. Ἐπεσείσατε πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς τὰ φορολογικὰ ἡμῶν μέτρα, ἵνα μᾶς παραστήσητε ὡς ἀστόργους πρὸς αὐτοὺς, ὡς ζητήσαντας τὸν ὀβολὸν αὐτῶν, χάριν ὑποθέσεως, ἧς παρίστασθε ἤδη ὡς κηδόμενοι καὶ πρὸς ἣν τότε, ἐξυπηρετουμένην παρ’ ἡμῶν, ἀντεστρατεύεσθε. Ταύτην τὴν γνώμην, ἣν καὶ τότε εἴχομεν, ἔχομεν καὶ ἤδη περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν πρέπει νὰ ἐργασθῇ ὁ Ἑλληνισμὸς εἰς ἐξυπηρέτησιν τῆς ὑποθέσεως καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν γένει καὶ τῆς Κρήτης ἰδίᾳ. Νομίζομεν, ὅτι πρέπει τὸ οἰκονομικὸν ἡμῶν ἔδαφος νὰ ἐπιῤῥώσωμεν, ἐπὶ τούτου δὲ στηριζόμενοι νὰ συντάσσωμεν στρατιωτικῶς καὶ ναυτικῶς τὴν χώραν. Ἀπὸ τῆς πρώτης δὲ ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐπανήλθομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐξηκολουθήσαμεν τὸ ἔργον, ὅπερ εἴχομεν ἐπιχειρήσει ἀπὸ τῆς προηγουμένης ἡμῶν ὑπουργείας. Τότε εἴχομεν παρασκευάσει τὰ τῆς παραγγελίας τοῦ στόλου, τότε εἴχομεν φθάσει ἕως τῆς παραμονῆς τῆς ὑπογραφῆς τῶν συμβολαίων· εἶχεν ἐκτεθῆ εἰς δημοπρασίαν ἡ κατασκευὴ τῶν πλοίων καὶ εἶχον ἀποφανθῆ οἱ εἰδήμονες περὶ τῶν προτάσεων τῶν διαγωνισθέντων, ὅτε ἐπῆλθεν ἡ πτῶσις ἡμῶν. Κατόπιν τῆς 7ης Ἀπριλίου αἱ ἐνέργειαι ἐκεῖναι ἐντελῶς παρημελήθησαν, ἀντὶ δὲ τῶν θωρηκτῶν ἠγοράσθησαν τὰ φορτηγὰ, ἅτινα ἠναγκάσθημεν ἔπειτα νὰ μεταβιβάσωμεν εἰς Ἑταιρίαν ἐμπορικήν. Τῶν θωρηκτῶν, ἐφ’ ὧν θὰ ἐστηρίζομεν τὴν ναυτικὴν ἡμῶν ἐνέργειαν, ἡ παραγγελία ἀνεστάλη παρὰ τῶν ἀναγραψάντων ἐν τῷ προγράμματι αὐτῶν τὴν κατάλυσιν τῆς πρὸς τοιούτους σκοποὺς φορολογίας. Ἐπανελθόντες εἰς τὴν ἐξουσίαν, καίτοι ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ὁμολογήσωμεν ὅ,τι ἐβεβαίουν οἱ προκάτοχοι ἡμῶν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πορισθῇ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ πιστώσει 100 χιλιάδας δραχμῶν, τὴν αὐτὴν ὅμως ἡμέραν ὑπεγράφομεν ἐντολὴν περὶ κατασκευῆς τοῦ στόλου, τοῦ δόντος ἀφορμὴν εἰς τὸν προαγορεύσαντα Βουλευτὴν νὰ διερευνήσῃ εἰρωνικῶς δῆθεν τὴν σχέσιν αὐτοῦ πρὸς τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης. Ἡ σχέσις τοῦ στόλου πρὸς τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης καὶ πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἶναι ἄμεσος· ἡ σχέσις ὅμως αὕτη δὲν δύναται νὰ ἦναι καταληπτὴ εἰς τοὺς μηδὲν ἄλλο διαγινώσκοντας ἐν τοῖς ζητήμασι τούτοις ἢ ὄργανα πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Ἀλλὰ παρ’ ἐκείνοις, οἵτινες ἐψήφιζον τοὺς φόρους, παρέχοντες εἰς τοὺς ἐναντίους εὐκαιρίας ἀντεθνικῆς ἐπιθέσεως, ἦτο βαθέως ἐῤῥιζωμένη ἡ συνείδησις τοῦ σκοποῦ, πρὸς ὃν οἱ φόροι ἐψηφίζοντο· δὲν διαποροῦσιν ἐκεῖνοι περὶ τῶν σχέσεων τοῦ στόλου πρὸς τὰ ζητήματα τῆς Κρήτης καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Οἱ παρασχόντες διὰ τῆς φορολογίας εἰς τὸ Κράτος τὰ μέσα πρὸς τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν ἐθνικῶν αὐτοῦ καθηκόντων δὲν ἀγνοοῦσι, πρὸς τί ἡ ναυτικὴ σύνταξις τῆς χώρας, πρὸς τί ἡ στρατιωτικὴ σύνταξις τῆς χώρας, ἐκ παραλλήλου βαίνουσαι καὶ ἤδη, ὅπως καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην ἡμῶν ὑπουργείαν, πρὸς τὴν οἰκονομικὴν τῆς χώρας σύνταξιν. Ἀπὸ μηνὸς εἰς μῆνα βελτιοῦται ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας, ἀπὸ μηνὸς εἰς μῆνα βελτιοῦται ἡ πίστις τῆς χώρας, καὶ ὅμως οὐδεμίαν παραλείπομεν ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν τῶν στρατιωτικῶν καὶ τῶν ναυτικῶν, οὐδεμίαν παραλείπομεν ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν τῶν διπλωματικῶν ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἐν τοῖς πράγμασι τῆς Κρήτης ἰδίᾳ ἐγεννᾶτο τὸ ζήτημα, τί ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ συμβουλεύσῃ πρὸς τοὺς Κρῆτας, οὐχὶ τί ἔπρεπε νὰ τοῖς ἀπαγορεύσῃ διὰ διατάξεων κανονιστικῶν, διότι ὡς πρὸς ταύτας εἶπον, ἀπαντῶν καὶ πρότερον εἰς τὰς αἰτιάσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰς οὐδεμίαν προῆλθεν ἔκδοσιν ἀπαγορευτικῆς διατάξεως, τοὐναντίον ἀφῆκεν ἀνοικτὰς τὰς πύλας τῆς Ἑλλάδος εἰς πᾶσαν ἀπόκτησιν πολεμεφοδίων, καὶ ἀνοικτοὺς τοὺς λιμένας εἰς ἀποστολὴν αὐτῶν, ἀφοῦ κατὰ τὰ διεθνῆ νόμιμα ἡ ἐλευθέρα τῶν εἰδῶν τούτων ἐμπορία πανταχοῦ ἐπιτρέπεται· ἐὰν δ’ ἐπιτρέπηται ἐν ἄλλαις ἐπικρατείαις, πολλῷ μᾶλλον ἐπιτρέπεται ἐξ Ἑλλάδος εἰς τὴν Κρήτην. Ἀλλ’ ἡ ἀποχὴ ἡμῶν αὕτη ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως διατάξεων ἀπαγορευτικῶν οὐδόλως σχετίζεται πρὸς τὰ τῶν συμβουλῶν ἡμῶν πρὸς τοὺς Κρῆτας, καὶ ὅταν λέγω συμβουλῶν, ἴσως δὲν μεταχειρίζομαι τὴν κατάλληλον λέξιν, διότι ὁ Κρὴς, ὁ Ἕλλην Κρὴς, οἱανδήποτε ἔχῃ κατὰ τὰ διεθνῆ νόμιμα Κυβέρνησιν, Κυβέρνησιν ὅμως τῆς καρδίας αὐτοῦ ἔχει τὴν Ἑλληνικὴν, καὶ συμβουλὴ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς πάντα Κρῆτα, πρὸς πάντα Ἕλληνα, ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐθνικὴν αὐτοῦ ἀποκατάστασιν, πρέπει νὰ ἦναι διαταγή. Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη, ἣν ἀνέκαθεν ἐπρεσβεύσαμεν. Πολλοὶ Κρῆτες, ὄντος ἐμοῦ ἐκτὸς τῶν πραγμάτων, ἦλθον πολλάκις νὰ μὲ συμβουλευθῶσι περὶ τῶν πραγμάτων τῆς Κρήτης, καὶ ἦλθον ἐν περιστάσεσι, καθ’ ἃς ἔπρεπε νὰ ληφθῶσιν ἀποφάσεις ἄμεσοι, καὶ πάντοτε εἶπον εἰς αὐτούς: Μὴ ἀφορᾶτε εἰς τὰς διαιρέσεις ἡμῶν τὰς ἐσωτερικὰς, μὴ ἀφορᾶτε εἰς τὴν δυσπιστίαν ἡμῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν περὶ τὰ ζητήματα τὰ ἐσωτερικά. Ὑμεῖς, οἱ ἀνήκοντες εἰς τμῆμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, μήπω ἀποκτῆσαν τὴν ἐλευθερίαν, ὀφείλετε νὰ ἕπησθε εἰς τὰς διαταγὰς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ὀφείλετε εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποταθῆτε, ὅπως λάβητε ὁδηγίας· παρ’ ἐμοῦ οὐδεμίαν θ’ ἀκούσητε συμβουλὴν ἄλλην, πλὴν τῆς ὑποταγῆς εἰς τὰ κελεύσματα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως· ἀγνοῶ, ἂν συμπίπτῃ ἡ γνώμη μου μετὰ τῆς γνώμης τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ βεβαίως ἡ ὀρθοτέρα θὰ ἦναι ἡ τῆς Κυβερνήσεως, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ἀποτελῶσιν αὐτὴν, διότι τὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ δέον νὰ διέπωνται ἑνιαίως, πᾶσα διαίρεσις ἐν τῇ διευθύνσει τῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἄγει εἰς βεβαίαν καταστροφήν. Μόνον ἂν συνταχθῇ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνισμὸς, καὶ καταβάλῃ ἐν ἑνιαίᾳ ἐνεργείᾳ πάσας αὐτοῦ τὰς δυνάμεις, τὰς ψυχικὰς, τὰς πολεμικὰς, τὰς οἰκονομικὰς, μόνον τότε, ἂν καὶ τότε ἐπιδεξίως πολιτευθῇ, δύναται νὰ προσδοκᾷ αἰσίαν τοῦ ἀγῶνος ἔκβασιν· ἐκ διῃρημένης καὶ ἀσυντάκτου ἐνεργείας οὐδὲν δύναται ν’ ἀπεκδέχηται. Ἀποταθῆτε ἄρα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, μόνην ἁρμοδίαν νὰ κανονίσῃ τὴν ἐνέργειαν ἑκάστου. Ταῦτα ἔλεγον ἀπαρεγκλίτως, ἐκτὸς τῶν πραγμάτων διατελῶν, πρὸς πάντας τοὺς ἀποτεινομένους πρός με Κρῆτας, αἱ δὲ Ἀθῆναι εἶναι πλήρεις Κρητῶν, ζητησάντων παρ’ ἐμοῦ γνώμην, καὶ τοιαύτην στερεοτύπως λαβόντων ἀπάντησιν. Ταὐτὰ δὲ ἤκουσαν παρ’ ἐμοῦ καὶ ἐν τῇ Κυβερνήσει διατελοῦντος. Πάντοτε εἶπον πρὸς αὐτοὺς, ὅτε ἀπετάθησαν πρὸς ἡμᾶς ὡς κυβερνήτορας, ὅτι καθῆκον ἔχομεν, καὶ ἀνελαμβάνομεν πᾶσαν τὴν εὐθύνην, ἵνα δώσωμεν εἰς αὐτοὺς γνώμην, καὶ ἔχομεν τὴν ἀπαίτησιν, ἵνα ὑποτάσσωνται εἰς τὴν γνώμην ἡμῶν, διότι μόνον ἂν μὴ παρασχεθῶσι πράγματα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῶν Ἑλλήνων ἐν τῷ ἐθνικῷ ζητήματι, μόνον ἂν ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους, αὐτὴ νὰ διευθύνῃ τὰ εἰς τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀφορῶντα, αὐτή νὰ κανονίζῃ, ἕως πότε θὰ διάγωμεν ἐν εἰρήνῃ καὶ πῶς θὰ διεκδικῶμεν τὰ δίκαια ἡμῶν, μόνον τότε θὰ ἦναι ἐφικτὴ τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν πραγμάτων ἡ αἰσία διεξαγωγή. Δὲν ἐδίστασα δὲ ἐν τῇ παρούσῃ τῶν πραγμάτων τῆς Κρήτης κρίσει νὰ εἴπω, καὶ προκαλούμενος καὶ ἐκ πρωτοβουλίας, ὅτι καθῆκον ἔχει πᾶς Ἕλλην, πᾶς πονῶν τὴν Κρήτην καὶ τὸν Ἑλληνισμόν, νὰ ἐργασθῇ πάσῃ δυνάμει ὑπὲρ τῆς εἰρηνεύσεως τῆς Κρήτης, ὅτι ἡ στιγμὴ ἡ παροῦσα δὲν εἶναι πρόσφορος πρὸς ταραχὰς ἐν Κρήτῃ, ὅτι τὴν στιγμὴν πρὸς ἐνέργειαν μόνη δύναται νὰ διακρίνῃ ἡ Κυβέρνησις, ἡ δὲ Κυβέρνησις διαγινώσκει, ὅτι ἀκαταλληλοτέρα πρὸς ἐνέργειαν περίοδος τῆς παρούσης οὐδέποτε παρουσιάσθη, ὅτι ἐν τοιούτοις καιροῖς, εἴτε ἕνεκα προκλήσεων, εἴτε ἕνεκα ἀποχῆς ἀπὸ ὑποχωρήσεων, ἐὰν ἐπήρχετο ἐξ ὑπαιτιότητος οἱουδήποτε Κρητὸς διατάραξις τῶν πραγμάτων τῆς Κρήτης, ὁ Κρὴς ἐκεῖνος θὰ εἶχε βεβαρημένην τὴν συνείδησιν, ὡς ἐπιβλαβῶς, ὡς ὀλεθρίως ἐργασθεὶς πρὸς τὴν Κρήτην καὶ πρὸς τὸν Ἑλληνισμόν. Ταῦτα εἴπομεν πρὸς τοὺς Κρῆτας ἐνταῦθα, τὰ εἴπομεν παῤῥησίᾳ, πρὶν ἢ ἔτι τὰ ἐν Κρήτῃ λάβωσι τὰς διαστάσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβον, δὲν λέγω πρὶν ἢ ἐκραγῇ τὸ κίνημα, διότι εὐτυχῶς κίνημα δὲν ὑπῆρξε, εὐτυχῶς ἠκούσθη ἡ γνώμη ἡμῶν. Ὀλίγοι τινὲς ἴσως εἰργάσθησαν ἀτομικῶς ἐκτὸς τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον τοῖς διεγράφετο παρ’ ἡμῶν, προγράμματος ἀποχῆς καὶ εἰρηνεύσεως. Ἀλλ’ οἱ Κρῆτες, ὁ Ἑλληνισμὸς τῆς Κρήτης δὲν ἔδωκε δεδικαιολογημένην εἰς τὰ ἐπελθόντα ἀφορμὴν, καὶ ἂν σήμερον ἔχωμεν ταραχὰς ἐν Κρήτῃ, αἱ ταραχαὶ δὲν ὀφείλονται εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν τῆς Κρήτης, ἀλλ’ εἰς τὸν τουρκικὸν πληθυσμὸν, εἰς τὴν Τουρκίαν, ἥτις ἐλπίζει, ὅτι δύναται νὰ ἐπωφεληθῇ ἐκ τῆς καταστάσεως ταύτης πρὸς τὰ ἴδια τέλη. Αὕτη εἶναι ἡ ἀλήθεια περὶ τῶν τῆς Κρήτης. Ἡ Κυβέρνησις ναὶ ἔπραξε πᾶν, ὅ,τι ἠδύνατο, ἵνα ἐμποδίσῃ τὰς ταραχὰς ἐν Κρήτῃ. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπε τοῦτο, ἵνα μᾶς ψέξῃ, ἐγὼ τὸ λέγω, διότι εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἀλήθεια, ἥτις, ἔχω τὴν συνείδησιν, ὅτι τιμᾷ ἡμᾶς, διότι ἀποδεικνύει, ὅτι εἰργάσθημεν ὡς Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, δὲν εἰργάσθημεν ὡς Κυβέρνησις παρασυρομένη, ὡς Κυβέρνησις φοβουμένη τὴν εὐθύνην. Ἐγινώσκομεν, ὅτι, ὅταν ἔλθῃ ἡ Βουλή, θὰ παρεξηγηθῇ ἡ ἐνέργεια ἡμῶν αὕτη, ὅτι καὶ θὰ παραστηθῇ ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἢ ἐκτὸς αὐτῆς ὡς προδοσία. Ταῦτα μᾶς ἦσαν ἐντελῶς ἀδιάφορα ἀπέναντι τῆς εὐθύνης καὶ τοῦ καθήκοντος ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, ὅπερ δὲν ἦτο Κρητικὸν μόνον, ἀλλ’ ἦτο ζήτημα παντὸς τοῦ Ἑλληνισμοῦ, διότι ἡ καταστροφὴ τῆς Κρήτης θὰ ἦτο καταστροφὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν τῷ μετέπειτα. Οὐδόλως ἄρα ἐδίστασα νὰ δώσω, ἣν ἔδωκα γνώμην, καὶ ἀμέσως καὶ διὰ τοῦ κ. Γρυπάρη, οὗτινος τὴν προαγωγὴν παρέστησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ὡς ἀτόπως δοθεῖσαν ἀμοιβήν. Ὁ κ. Γρυπάρης ἀπεδείχθη ἄξιος τῆς ἀμοιβῆς ταύτης, ἐργασθεὶς διὰ τρόπου διατρανώσαντος, ὅτι ἐννοεῖ τὰ καθήκοντα τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος ἐν Ἑλληνικῇ χώρᾳ, καὶ πέπεισμαι, ὅτι θέλει ἐξακολουθεῖ ἐνεργῶν μετὰ τῆς αὐτῆς ἐπιτυχίας, ὁπουδήποτε ἀποσταλῇ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων. Ὁ κ. Γρυπάρης ἔπραξεν ἐν Κρήτῃ πᾶν, ὅ,τι ἡμεῖς ἐπράξαμεν ἐνταῦθα. Ὅ,τι εἴπομεν ἡμεῖς πρὸς τοὺς ἐνταῦθα Κρῆτας, τὸ αὐτὸ εἶπεν ἐκεῖνος πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸν τῆς Κρήτης. Ὁ Ἑλληνισμὸς τῆς Κρήτης ἀπέβλεπε πρὸς τὸν Γενικὸν Πρόξενον τῆς Ἑλλάδος, ἀπεκδεχόμενος παρ’ αὐτοῦ συμβουλὰς καὶ ὁδηγίας, καὶ ἔδωσεν εἰς αὐτοὺς ὁ κ. Γρυπάρης συμβουλὰς καὶ ὁδηγίας, ὅπως ἀπέχωσιν ἀπὸ πάσης ἀφορμῆς, δυναμένης νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν Πύλην, ὅπως προκαλέσῃ ταραχάς, καὶ ὅπως δι’ αὐτῶν ἐπιτύχῃ τὰ τέλη αὐτῆς. Ποῖα δὲ τὰ τέλη αὐτῆς; Εἶναι πρόδηλον εἰς πάντα, τὸν μελετῶντα τὸ ζήτημα, εἴτε καθῆκον ἔχει ἐκ τῆς θέσεως αὑτοῦ νὰ τὸ μελετᾷ, εἴτε τὸ μελετᾷ διότι ὡς Ἕλλην ὀφείλει νὰ γινώσκῃ πάντα τὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὅτι ἡ Πύλη φρονεῖ, ὅτι ἔχει τὸ συμφέρον, φλέγεται δὲ ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας, νὰ κατασυντρίψῃ τὸν Ἑλληνισμὸν τῆς Κρήτης. Ἡ Πύλη φρονεῖ, ὅτι ἔχει τὸ συμφέρον, τρέφει δὲ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ καταστρέψῃ αὐτὰ τὰ προνόμια τῆς Κρήτης, τὰ ἐλεεινὰ, τὰ ἀνεπαρκῆ, ἐν παραβολῇ πρὸς ὅσα ἡ Κρήτη δικαιοῦται νὰ ἐπιζητῇ. Ταῦτα τὰ προνόμια ἔχει ἡ Πύλη τὴν ἔφεσιν ν’ ἀνακαλέσῃ. Ταῦτα ἐπιδιώκουσα καὶ τοιαῦτα μέχρι τοῦδε ἐπιτυγχάνουσα, δὲν ἠδυνήθη ὅμως ἔτι νὰ συντρίψῃ τὸν Ἑλληνισμὸν τῆς Κρήτης, κατὰ τὰς ἐπιθυμίας αὐτῆς, καὶ ἐλπίζομεν, ὅτι θέλει ἀναγκασθῆ νὰ σταματήσῃ καθ’ ὁδὸν, οὐδὲ θὰ τῇ δοθῇ νὰ θέσῃ τὴν σφραγῖδα τῆς διαρκείας εἰς τὴν ἀνάκλησιν τῶν προνομίων. Ἀλλὰ τὰ προνόμια σήμερον δὲν ὑφίστανται ἐν Κρήτῃ· τὰ προνόμια ταῦτα, ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπε, δὲν εἶναι ἄξια τῆς μερίμνης ἡμῶν, καὶ Κυβέρνησις, ἐργαζομένη, ἵνα ταῦτα ἀποδοθῶσιν εἰς τὴν Κρήτην, ἀποδεικνύεται μὴ ἐννοοῦσα τὴν ἀποστολὴν αὑτῆς ἐν τοῖς πράγμασι τῆς Κρήτης.
§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν τὸ εἶπον αὐτό.
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐννοοῦμεν ἡμεῖς τὴν ἀποστολὴν τῆς Κρήτης ἐν τῷ μέλλοντι, ἐννοοῦμεν δὲ, τί ἐν τῷ παρόντι πρέπει νὰ ζητῆται, ἵνα ἐπιτευχθῶσι τὰ εἰς αὐτὴν ἀνήκοντα ἐν τῷ μέλλοντι. Ἐν τῷ παρόντι δὲν πρέπει νὰ ἐπιζητῆται ἡ διατάραξις τοῦ καθεστῶτος. Τὸ καθεστὸς τοῦτο εἶναι ἡ βάσις, ἐφ’ ἧς θέλομεν ἐργασθῆ πρὸς τὴν ἐπιτυχίαν τῆς μελλούσης ἀποκαταστάσεως. Ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν τὸ καθεστὸς τοῦτο νὰ βελτιωθῇ, βεβαίως πρέπει νὰ ἐπιδιώκηται ἡ βελτίωσις αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἂν ἡ βελτίωσις αὕτη ἐπιδιωκομένη ἐπάγηται διατάραξιν, ἡ διατάραξις ἀπειλεῖ καταστροφὰς, ἐπιπροσθούσας εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν σκοπῶν ἡμῶν. Ἡ Κυβέρνησις σταθερὰν εἶχεν ἀνέκαθεν γνώμην καὶ τὴν γνώμην ταύτην δὲν ἐδίστασε νὰ ἐκφράσῃ ἐξ ὑπαρχῆς, δὲν ἐδίστασε νὰ ἐκφράσῃ αὐτὴν ἀπὸ ἐποχῆς, καθ’ ἣν τὸ κοινὸν ἐν Ἑλλάδι δὲν διεγίνωσκεν ἔτι, ὅτι θὰ ἐγεννᾶτο ζήτημα Κρητικόν. Ἐντείνω ἄρα τὰς μομφὰς τοῦ προαγορεύσαντος. Ὁ προαγορεύσας παρέστησεν ἡμᾶς, ὡς ἐργασθέντας πρὸ τεσσάρων μηνῶν. Οὐχὶ, εἰργάσθημεν πρὸ πολλοῦ χρόνου καὶ νομίζω, ὅτι εἰργάσθημεν παρὰ τοῖς πλείστοις μετ’ ἐπιτυχίας, ἥτις δυστυχῶς δὲν ὑπῆρξεν ἀποχρῶσα, ὥστε νὰ μὴ εὕρῃ ἀφορμὰς ἡ Πύλη, ἵνα δυνηθῇ νὰ παρεμβῇ καὶ νὰ φέρῃ τὴν κατάστασιν τὴν σημερινὴν, ἣν διὰ τῶν συμβουλῶν ἡμῶν ἐζητοῦμεν νὰ προλάβωμεν.
§18ΡΑΛΛΗΣ. Σεῖς προεκαλέσατε τὴν παρέμβασιν τῆς Πύλης.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀξυδερκὴς ἀποδεικνύεται ὁ κ. Βουλευτὴς, φρονῶν, ὅτι ἡ Πύλη, ἧς ἡ ὅλη ἐνέργεια ἀποδεικνύει, ὅτι ἐκαραδόκει τὴν εὐκαιρίαν, ὅπως εἰσέλθῃ εἰς τὴν Κρήτην καὶ ὅπως διαπράξῃ ὅσα μέχρι τοῦδε διαπράττει, ἀνέμενε τὴν ὤθησιν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἧς ἐμέμφθη ὁ προαγορεύσας Βουλευτὴς, ὡς μηδὲν παραλιπούσης, ἵνα προλάβῃ τὴν παροχὴν ἀφορμῶν. Ἡ πολιτικὴ ἄρα ἡ γενικὴ τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἡ τῆς εἰρήνης ἐν Κρήτῃ, καὶ τὴν εἰρήνην ἐν Κρήτῃ ἐπεδιώξαμεν παντὶ σθένει. Τὰ πράγματα ὅμως προῆλθον εἰς τοιαύτην ἀκμὴν, ὥστε ὑπῆρξε στιγμὴ, καθ’ ἣν ἀνεγνωρίσαμεν, ὅτι, μεθ’ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν, ἣν ἔχομεν, ἵνα μὴ συντελέσωμεν εἰς τὴν δείνωσιν αὐτῶν, ἦτο ἀδύνατον ν’ ἀπόσχωμεν ἐπὶ πλέον. Ὅτε ἐλαμβάνομεν τηλεγραφήματα ἐπὶ τηλεγραφημάτων ἐκ Κρήτης, παριστῶντα, ὅτι σφαγαὶ, ὅτι βιαιοπραγίαι ἀνήκουστοι διεπράττοντο, ὅτε κατὰ χιλιάδας ἀφικνοῦντο ἐνταῦθα οἱ πρόσφυγες, οὐχὶ διὰ τὸν εὐτελῆ λόγον, ὃν ὁ προαγορεύσας παρέστησε, τοῦ βάρους τοῦ ἐκ τῶν προσφύγων τούτων εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀποδείξεως, ἣν, καταφεύγοντες οὗτοι εἰς τοὺς ἑλληνικοὺς λιμένας, ἔφερον περὶ τῶν βιαιοπραγιῶν ἐν Κρήτῃ, ὅτε τὰ ὦτα ἡμῶν ἐπληροῦντο ἐκ τῶν οἰμωγῶν τῶν προσφύγων τούτων, ἀνεγνωρίσαμεν, ὅτι ἡ Πύλη ἐπωφελεῖτο ἐκ τῶν ἀφορμῶν, ἃς αὐτὴ ὑπέθαλψεν, ἵνα ἐπιτύχῃ καὶ πλείονα ἔτι τῶν ἀρχικῶν αὐτῆς προθέσεων, διότι ἐκινδυνεύομεν νὰ ἐξαναγκασθῶμεν καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ νὰ ἐπεμβῶμεν ἀώρως ἐν τῷ ζητήματι. Καὶ ἀδύνατον θὰ ἦτο εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ μὴ ἐπεμβῇ, ὁπωσδήποτε παρεσκευασμένη, ἐὰν ἐξηκολούθουν αἱ βιαιοπραγίαι ἐπὶ ἡμέρας πέραν τῶν 48 ὡρῶν. Ἐπὶ τῇ καταστάσει ταύτῃ ἀπετάθημεν πρὸς τὴν Εὐρώπην, παραστήσαντες τὸ ἐπιβαλλόμενον αὐτῇ καθῆκον ὑπὸ τῆς φιλανθρωπίας καὶ τοῦ ἀνθρωπισμοῦ. Ἀπέναντι τῶν ζητημάτων, ὡς σήμερον παρίστανται, ἔχει ἡ Εὐρώπη καὶ ἕτερον καθῆκον, καθῆκον διεθνὲς ἐκ τῶν συμβάσεων τῶν ὑφισταμένων καὶ τῶν ἰσχυουσῶν, ἀλλὰ τότε δὲν προέκειτο ἔτι περὶ ἀνακλήσεως τῶν προνομίων τῆς Κρήτης, τότε προέκειτο μόνον περὶ παραβιάσεως τῶν στοιχειωδεστέρων καὶ θεμελιωδεστέρων νόμων τοῦ ἀνθρωπισμοῦ, προέκειτο περὶ παύσεως καταστάσεως, ἧς τὴν παράτασιν ἐδικαιούμεθα νὰ νομίζωμεν, ὅτι ἀδύνατον ἦτο ν’ ἀνεχθῇ ὁ πεπολιτισμένος κόσμος, ἠσθανόμεθα δὲ, ὅτι ἀδύνατον ἦτο νὰ ἀνεχθῇ λαὸς ἀδελφὸς, ὡς ἡμεῖς. Τοῦτο εἴπομεν εἰς τὴν Εὐρώπην· εἴπομεν πρὸς αὐτὴν, ὅτι, ἂν δὲν δύνηται νὰ ἐξαναγκάσῃ τὴν Πύλην, ἵνα θέσῃ τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν τὴν τότε, ὀφείλει αὐτὴ νὰ παρεμβῇ, ἄλλως θέλει παρεμβῆ ἡ Ἑλλάς. Ἀλλὰ τὰ τότε, ὡς εἶπον, δὲν εἶναι τὰ νῦν ὑφιστάμενα. Ἡ τότε κατάστασις, ἡ προκαλέσασα τὴν ἐνέργειαν ἡμῶν, δὲν ἦτο οὔτε ἡ ἐκ τῆς ἀνακλήσεως τῶν προνομίων, οὔτε ἡ ἐκ τῶν παρεκτροπῶν τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, ἦτο ἡ ἐκ τοῦ τουρκικοῦ ὄχλου, ὑποστηριζομένου ὑπὸ τῶν Ἀρχῶν ἐν Κρήτῃ καὶ ἐκτρεπομένου εἰς ἀῤῥήτους φρικαλεότητας κατὰ τῶν κεκλεισμένων ἐντὸς τῶν φρουρίων ἑλληνικῶν πληθυσμῶν. Ἡ κατάστασις ἦτο τοιαύτη, ὥστε ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἡ ἀποχὴ τῆς Εὐρώπης ἀπὸ παρεμβάσεως κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην ἀπετέλει παράβασιν καθήκοντος αὐτῆς πρὸς τὸν ἀνθρωπισμόν. Τοῦτο εἴπομεν πρὸς τὴν Εὐρώπην καὶ εἴχομεν ἀπόφασιν νὰ προέλθωμεν ἡμεῖς εἰς ἐνέργειαν, ἀπεχούσης ἐκείνης, καίτοι ἐγινώσκομεν, ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης ἡμῶν ἐνεργείας θὰ διεκυβεύοντο τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἐπεμβῶμεν, διότι, ἂν ἐξηκολούθουν αἱ βιαιοπραγίαι, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦτο ἡ παρασκευὴ ἡμῶν, ἔπρεπε νὰ κινηθῶμεν, ἔστω καὶ ἐπὶ κινδύνῳ νὰ καταστραφῶμεν μετὰ τῆς Κρήτης.
§20ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τίνος ἐγγράφου ἐνεργήσατε;
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ ἐγγράφων δὲν θέλω ὁμιλήσει.
§22ΡΑΛΛΗΣ. Ὡμιλήσατε ἐν τούτοις περὶ ἐγγράφου.
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον, τίς ὑπῆρξεν ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως· ἂν δὲν θέλῃ τις νὰ πιστεύσῃ, ὅτι τοῦτο ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, πρέπει νὰ ἐπιφυλαχθῇ νὰ ἐξελέγξῃ τὰ περὶ τούτου, ὅταν δώσωμεν εὐθύνας, διότι, ἐνόσῳ ἡμεῖς διευθύνομεν ὡς Κυβέρνησις τὴν ὑπόθεσιν, ἀπόφασιν ἔχομεν οὐδὲν ἔγγραφον ν’ ἀνακοινώσωμεν. Ἡ ἐνέργεια ἄρα ἡμῶν ἀφεώρα εἰς τοῦτο, καὶ ἐὰν μετὰ τὴν ἄρνησιν τῶν Δυνάμεων, ὅπως ἐπιτελέσωσιν αὗται ὅ,τι ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἦτο καθῆκον αὐτῶν, ἐξηκολούθει ἡ προκαλέσασα τὸ διάβημα κατάστασις, ἠθέλομεν παρεμβῆ ἐπὶ παντὶ κινδύνῳ καὶ ἐπὶ πάσῃ θυσίᾳ, πιθανὸν μετ’ ἐπιτυχίας, ἀλλ’ ἀναγνωρίζοντες, ὅτι καθῆκον εἴχομεν νὰ παρεμβῶμεν, ἔστω καὶ ἐπὶ κοινῇ μετὰ τῆς Κρήτης καταστροφῇ. Ἡ κατάστασις ὅμως ἐκείνη ἔπαυσε τάχιστα καὶ παρῆλθον ἐντελῶς τὰ προκαλέσαντα τὸ διάβημα ἡμῶν, ὑπῆρξε δὲ διάλειμμα χρόνου μικρὸν, καθ’ ὃ τὰ τῆς Κρήτης πράγματα ἠδύναντο νὰ παραστηθῶσιν ὡς βαίνοντα πρὸς τὴν ἐπανόρθωσιν· ἀλλ’ ἀντὶ ταύτης νέα ἐπηκολούθησε φάσις, καθ’ ἣν ὅ,τι πρότερον διέπραττεν ὁ τουρκικὸς ὄχλος ἤρξατο διαπράττων ὁ τουρκικὸς στρατὸς, προῆλθε δὲ βαθμηδὸν εἰς φῶς τὸ σχέδιον τῆς καταργήσεως τῶν προνομίων τῆς νήσου. Ἐν τῇ νέᾳ ταύτῃ καταστάσει τί ἀνῆκεν εἰς ἡμᾶς νὰ πράξωμεν; Ἡ ἀπάντησις τῶν Δυνάμεων εἰς τὴν πρόκλησιν ἡμῶν, τὴν ἐπὶ ταῖς πρώταις βιαιοπραγίαις, ταῖς ἐν βραχεῖ κατασταλείσαις, ἀπεδείκνυεν, ὅτι οὐδὲν εἴχομεν νὰ ἐλπίσωμεν παρ’ αὐτῶν ἐν τῇ προκυψάσῃ νέᾳ φάσει τῶν πραγμάτων, ἑπομένως μόνη ἡ ἐξ ἡμῶν ἐλπὶς ὑπελείπετο εἰς τὴν Κρήτην, μόνον διὰ τῆς παρεμβάσεως τῆς Ἑλλάδος ἠδύνατο νὰ ἐλπίσῃ ἡ Κρήτη, ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ προκληθῇ καὶ ἡ παρέμβασις τῶν ἄλλων. Ἡ πεποίθησις αὕτη διεμόρφωσε τὴν πολιτικὴν ἡμῶν. Ἀνεγνωρίσαμεν, ὅτι καθῆκον εἶχεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἐνεργήσῃ αὐτὴ, ἀφοῦ οἱ ἄλλοι, οἱ ἐκ τῶν συνθηκῶν ἔχοντες τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα ἐνεργήσωσιν, ἐθεώρουν ὅτι εἰς αὐτοὺς οὐδὲν ἐπεβάλλετο καθῆκον. Ἡμεῖς εἴχομεν δικαίωμα νὰ ἐνεργήσωμεν. Εἴχομεν τὸ δικαίωμα ὡς Ἕλληνες ὑπὲρ Ἑλλήνων, πασχόντων τοιαῦτα, ὁποῖα ἄνθρωπος δὲν ὑποφέρει πρὸς ἄνθρωπον τελούμενα. Εἴχομεν τὸ καθῆκον καὶ τὸ δικαίωμα νὰ παρεμβῶμεν ἐκ τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου, διότι ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου ἐκύρωσε τὰ προνόμια τῆς Κρήτης, ἡ δὲ συνθήκη δὲν παρέχει μόνον δικαίωμα εἰς τοὺς ὑπογράψαντας αὐτὴν, ἀλλὰ παρέχει δικαίωμα εἰς πᾶν Κράτος, ἀντιπροσωπευθὲν ἐν τῷ Συνεδρίῳ ἐκείνῳ διὰ τῶν μετασχόντων εἰς αὐτό. Πᾶσα παράβασις τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου χορηγεῖ δικαιώματα, ἐπιβάλλει καὶ καθήκοντα εἰς ἡμᾶς, ἀποῤῥέοντα ἐκ τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν ἀναγκῶν καὶ συμφερόντων. Βεβαίως αἱ ἐθνικαὶ ἡμῶν ἀνάγκαι, βεβαίως τὰ συμφέροντα ἡμῶν μᾶς ὑπαγορεύουσι νὰ παρεμβῶμεν ὑπὲρ τῶν προνομίων τῆς Κρήτης παραβιαζομένων, ἀφοῦ ἔχομεν τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐκ τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου. Ἀλλ’ ἔχοντες τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον, ἵνα παρεμβῶμεν, ἕπεται, ὅτι πρέπει νὰ παρεμβῶμεν, καθ’ ὃν τρόπον εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀποστέλλοντες ὀλίγα φυσίγγια ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ Δημοσίου;
§24ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Ποῖος τὸ εἶπεν αὐτό;
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐλευθέρα, ὡς εἶπον, εἶναι ἡ ἐκ τῶν λιμένων τοῦ Βασιλείου ἰδιωτικὴ ἀποστολὴ πολεμεφοδίων παρὰ παντὸς οἱουδήποτε, ἀλλ’ εἴχομεν ἡμεῖς τὸ καθῆκον, τὴν ὑπὲρ τῆς Κρήτης ἐνέργειαν νὰ στηρίξωμεν εἰς ἀποστολὴν πρὸς αὐτὴν χιλιάδων τινῶν φυσιγγίων ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ Δημοσίου;
§26Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν τὰ εἶπον ἐγώ.
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως δὲν εἴχομεν τοιοῦτο καθῆκον ἡμεῖς, βεβαίως δὲν εἴχομεν ἡμεῖς τὸ καθῆκον νὰ ἀφήσωμεν εἰς ἄλλους τὸν κανονισμὸν τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διὰ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως θέλουσιν ὑποστηριχθῇ τὰ δικαιώματα τῆς Κρήτης. Εἰς τοὺς θέλοντας νὰ ἐργασθῶσιν ἰδιωτικῶς πρὸς τὴν ἀποστολὴν ἐδίδομεν συμβουλὴν νὰ μὴ πράξωσι τοῦτο, ἐλέγομεν πρὸς αὐτοὺς, ὅτι δι’ ἀποστολῆς χιλιάδων τινῶν φυσιγγίων δὲν λύονται τοιαῦτα ζητήματα, ὅτι ἀγὼν ὑπὲρ ἐλευθερίας δὲν διεξάγεται πρὸς Αὐτοκρατορίαν, ὁποία ἡ Ὀθωμανικὴ, δι’ ὀλίγων πολεμεφοδίων, ἅτινα δύναται ἡ ἀτομικὴ πρωτοβουλία νὰ πορισθῇ, δὲν διεξάγεται οὐδὲ διὰ πολεμεφοδίων, προσφερομένων ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ Δημοσίου τοιοῦτος ἀγὼν ἀπαιτεῖ πᾶσαν τὴν ἐνέργειαν ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἡ ἐνέργεια δὲ αὕτη πρέπει νὰ γείνῃ ἑνιαία, ἐν τῇ καταλλήλῳ ὥρᾳ, ἁρμόδιοι δὲ, ἵνα ἐκλέξωσι τὴν ὥραν εἶναι μόνοι οἱ κυβερνῶντες τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἐνόσῳ δὲ ἡμεῖς εἴμεθα οἱ κυβερνῶντες τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, εἰς οὐδένα θέλομεν ἐπιτρέψει ν’ ἀφαιρέσῃ ἀφ’ ἡμῶν τὴν ἐξουσίαν ταύτην, εἰς οὐδένα ἐκτὸς ἡμῶν θέλομεν ἐπιτρέψει τὸν κανονισμὸν τῆς ἐνεργείας· ταύτην θέλομεν κανονίσει ἡμεῖς, ὅπως νομίζομεν αὐτὴν συμφέρουσαν εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν, θέλομεν ἡμεῖς ἐν ἐξουσίᾳ ἀμερίστῳ καὶ ἐν εὐθύνῃ ἀμερίστῳ ἐκλέξει καὶ τὸν χρόνον καὶ τὸν τρόπον. Ταῦτα ἐλέγομεν πρὸς τοὺς Κρῆτας, ταὐτὰ δὲ ἐλέγομεν καὶ πρὸς πάντας, καὶ πρὸς τοὺς ἐντὸς καὶ πρὸς τοὺς ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, ὅσοι τυχὸν ἐνόμιζον, ὅτι ἠδύναντο νὰ μᾶς ἀποτείνωσι συμβουλάς. Διετρανώσαμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς οὐδένα ἔχει δεσμὸν, περιορίζοντα τὴν ἐλευθέραν αὐτῆς ἐνέργειαν, ὅτι θεωροῦμεν τὰ τελούμενα ἐν Κρήτῃ, ὡς προκαλοῦντα τὴν ἐνάσκησιν τῆς ἐλευθέρας ἡμῶν ἐνεργείας, ὅτι ἡ ἐνέργεια ἡμῶν ἀπαρέσκει βεβαίως εἰς πάντας τοὺς ποθοῦντας τὴν εἰρήνην καὶ πρὸ πάντων εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι ὑπὲρ πάντας ἡ Ἑλλὰς ποθεῖ τὴν εἰρήνην, ἀλλ’ ἐνῷ ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπόσχωμεν ἀπὸ τῶν ἐνεργειῶν, τῶν ἐκ διεθνοῦς καθήκοντος καὶ τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν ὑποχρεώσεων ἐπιβαλλομένων εἰς ἡμᾶς, ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῆς νήσου, ὅταν ἐνεργήσωμεν, θὰ τὸ πράξωμεν ἐπὶ ἰδίᾳ ἡμῶν εὐθύνῃ, θὰ τὸ πράξωμεν γινώσκοντες, ὅτι ἐκτιθέμεθα εἰς πάντας τοὺς κινδύνους, οὓς τοιαύτη ἐνέργεια ἐπάγεται. Ἐν τῇ συνειδήσει τῆς εὐθύνης καὶ τῶν κινδύνων τούτων, ἐνῷ ἔχομεν τὴν ἀπόφασιν, νὰ μὴ ἀνεχθῶμεν τὴν κατάστασιν τὴν σημερινὴν τῆς Κρήτης, θὰ ἐργασθῶμεν ὡς προσήκει εἰς τὰ ὕψιστα ἐθνικὰ συμφέροντα, ὧν ἡ τύχη ἤρτηται ἐκ τῆς ἐκβάσεως τῶν ἐνεργειῶν ἡμῶν. Θὰ ἐξακολουθῶμεν ἐργαζόμενοι πρὸς τὴν σύνταξιν τῆς χώρας, ὅπως, ὅταν νομίσωμεν τὴν ὥραν ἐπιστᾶσαν, διαθέσωμεν πᾶσαν τὴν ἰσχὺν, ἐφ’ ἣν δύναται νὰ ὑπολογίζῃ ὁ Ἑλληνισμὸς, πρὸς διεκδίκησιν δικαιωμάτων ἀναμφηρίστως ἀποῤῥεόντων ὑπὲρ αὐτοῦ ἐκ τῶν συνθηκῶν καὶ ἐκ τῶν ἀγράφων νόμων τῆς ἀνθρωπότητος. Πρὸς τὴν Πύλην πάντοτε ἐπεθυμήσαμεν νὰ διάγωμεν ἐν σχέσεσι φιλικαῖς· ἐπεδιώξαμεν δὲ καὶ τὸν σύνδεσμον σχέσεων ἐγκαρδίων. Οὐδὲν δύναται νὰ ἦναι ὠφελιμώτερον εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν οὐ μόνον τῶν εἰρηνικῶν πρὸς τὴν Τουρκίαν σχέσεων, ἀλλὰ καὶ τῶν φιλικῶν καὶ τῶν ἐγκαρδίων σχέσεων. Ἐπεζητήσαμεν αὐτὰς παντὶ σθένει. Πολλάκις καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ἐγένετο λόγος περὶ τῶν ἐνεργειῶν τῶν ἐν τοιαύτῃ ἐννοίᾳ. Πολλάκις ἐπεκρίθη ἡ ἀνοχὴ ἡμῶν ἐπὶ παραγνωρίσεσι παρὰ τῆς Τουρκίας τῶν πρὸς ἡμᾶς ὀφειλομένων, ἀλλ’ ἡμεῖς ἐνεμείναμεν ἐν τῇ πορείᾳ ἡμῶν, ἕως οὗ δίδοται εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς τοὺς ἐκτὸς ἡμῶν ἡ τρανωτέρα τῶν ἀποδείξεων, ὅτι ἡ Τουρκία δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ διάγῃ μεθ’ ἡμῶν ἐν τοιαύταις σχέσεσι. Περὶ τούτου πολλὰς εἴχομεν καὶ πρότερον ἐνδείξεις ἐν διαφοραῖς, προκαλουμέναις παρὰ τῆς Πύλης, ὧν μία ἑκάστη θὰ ἦτο ἐπαρκὴς, ἵνα προκαλέσῃ ῥῆξιν μεταξὺ Ἐπικρατειῶν ἑτοίμων πρὸς πόλεμον καὶ ἐπιθυμουσῶν αὐτόν. Πολλαὶ τοιαῦται διαφοραὶ ὑφίστανται, αἵτινες, ἐὰν ἠθέλομεν ἀφορμὴν ῥήξεως πρὸς τὴν Πύλην, θὰ μᾶς παρεῖχον αὐτήν, πάντως δ’ ἐδείκνυον, ὅτι μάτην προσεδοκῶμεν βελτίωσιν τῶν πρὸς τὴν Πύλην σχέσεων ἡμῶν. Ἡ βελτίωσις δυστυχῶς τῶν σχέσεων πρὸς τὴν Πύλην δὲν φαίνεται πιθανή· ἐὰν ἦτο ἐφικτὴ, τοσοῦτο θεωροῦμεν αὐτὴν ὠφέλιμον εἰς τὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὥστε καὶ σήμερον ἔτι παντὶ σθένει ἠθέλομεν τὴν ἐπιδιώξει. Ἀλλ’ ἐπείσθημεν, ὅτι ματαίως ἐζητοῦμεν ταύτην. Αἱ διαθέσεις καὶ ἡ πολιτικὴ τῆς Πύλης πρὸς τὴν Ἑλλάδα εἶναι ἀντίθετοι πρὸς τὰς τοιαύτας διαθέσεις τῆς Ἑλλάδος πρὸς αὐτὴν, ἑπομένως ἐπεφυλάχθημεν καὶ ἀπέναντι τῆς Τουρκίας καὶ ἀπέναντι τῶν ξένων Δυνάμεων πλήρη ἐλευθερίαν ἐνεργείας. Πρὸς οὐδεμίαν ἔχομεν πολιτικὸν δεσμὸν οὐδένα, πρὸς τὴν Πύλην οὐδεμίαν ἔχομεν περὶ πολιτικῆς ἐνεργείας οὔτε γραπτὴν οὔτε ἄγραφον ὑποχρέωσιν, τοὐναντίον ἡ πολιτεία τῆς Πύλης πρὸς ἡμᾶς παρέχει ἡμῖν πλήρη τὴν ἐλευθερίαν, ἵνα ἐργασθῶμεν ἀπέναντι αὐτῆς ὅπως τὰ δικαιώματα ἡμῶν καὶ τὰ συμφέροντα μᾶς ὑπαγορεύουσι. Ἀλλ’ ἀπολαύοντες τοιαύτης ἐλευθερίας ἐνεργείας, ἆρα ὀφείλομεν διὰ τοῦτο καὶ νὰ ἐργασθῶμεν ἐσπευσμένως καὶ ἀλογίστως; Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ προβαλλόμενον εἰς ἡμᾶς περὶ τῆς μελλούσης ἐνεργείας. Ἠκούσατε τίνες εἶναι αἱ βάσεις τῆς πολιτικῆς ἡμῶν, ἠκούσατε ἐν τίνι πνεύματι ἐργαζόμεθα καὶ ἐν τοῖς πράγμασι τῆς Κρήτης καὶ ἐν τοῖς πράγμασι τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἠκούσατε, τίς εἶναι ἡ στάσις ἡμῶν καὶ πρὸς τὴν Πύλην καὶ πρὸς τὰς Δυνάμεις, ἠκούσατε, τί ἔχομεν νὰ ἐλπίζωμεν παρὰ τῆς Πύλης, τί ἔχομεν νὰ ἐλπίζωμεν παρὰ τῶν Δυνάμεων, καὶ τί ἡ ἔλλειψις πάσης ἐκεῖθεν ἐλπίδος ἐπάγεται περὶ τὰς ὑποχρεώσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας τρανῶς παρέστησα πρὸς ὑμᾶς, ἡ δ’ ἐξ αὐτῶν ἀποῤῥέουσα ἐνέργεια, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, πρέπει νὰ κανονισθῇ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ. Πρέπει πρὸς τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν τῆς ἐνεργείας ταύτης τὸ Κοινοβούλιον νὰ ἔχῃ Κυβέρνησιν, εἰς ἣν ν’ ἀποδίδῃ πλήρη ἐμπιστοσύνην, ἵνα ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὴν νὰ διεξαγάγῃ τὴν δεδηλωμένην πολιτικὴν αὐτῆς καθ’ ὃν τρόπον αὕτη γινώσκει, ἵνα παράσχῃ εἰς αὐτὴν, ὡς μέχρι τοῦδε, τὰ πρὸς τὴν σύνταξιν τῆς χώρας, τὴν οἰκονομικὴν, τὴν ναυτικὴν, τὴν στρατιωτικὴν, ἵνα ἀναθέσῃ εἰς τὴν κρίσιν αὐτῆς τὴν διάγνωσιν τοῦ εὐθέτου τῶν περιστάσεων καὶ τὸν συνδυασμὸν πρὸς ταύτας τῆς δράσεως, τῆς ὑποσχομένης κατὰ τὴν γνώμην αὐτῆς τὴν ἐπίτευξιν τῶν ἀποτελεσμάτων, ἣν καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς ἀπεκδέχονται παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§28Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πολλοὶ τῶν συναδέλφων μου ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει παρασκευάζονται νὰ λάβωσι τὸν λόγον ἐπὶ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία σήμερον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν. Ὀφείλω ὅμως πρὸ τούτου νὰ δηλώσω, πῶς ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐννοεῖ τὴν συζήτησιν ταύτην. Ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἐννοεῖ τὴν συζήτησιν ὡς μέλλουσαν νὰ κανονίσῃ τὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος ἢ τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς ἐπὶ τὸ μέλλον. Ἀπορῶ δὲ καὶ ἐξίσταμαι, πῶς ὁ Πρωθυπουργὸς νομίζει, ὅτι δὲν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ κανονίσῃ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἧς προΐσταται, καὶ ὅτι προσῆκε πλέον νὰ κανονίσῃ αὐτὴν τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς. Βεβαίως οὐδέποτε ὁ Πρωθυπουργὸς ἠξιώθη τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἔδωκεν εἰς αὐτὸν τοσαύτην ἐξουσίαν, ὅσην οὐδεὶς ὑπῆρξε Πρωθυπουργὸς κοινοβουλευτικοῦ Κράτους περιβληθείς. Δὲν συνωμολόγησας δυνάμει τῆς ἐξουσίας ταύτης δάνεια ἐπὶ δανείων; Δὲν ἐξέδωκας νόμους ἐπὶ νόμων πρὸς στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν τῆς χώρας καὶ πρὸς ναυτικὴν σύνταξιν αὐτῆς; Ὀκτὼ ἤδη ἔτη δὲν συγκυλίεις τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐν τῇ σπατάλῃ τοῦ χρήματος αὐτοῦ; Ὀκτὼ ἤδη ἔτη δὲν πληροῖς τὰς Ἐφημερίδας τῆς Κυβερνήσεως διὰ νόμων κατὰ πᾶσαν νουμηνίαν ἐκδιδομένων, ἀνατρεπόντων καὶ ἀναιρούντων ἀλλήλους, περὶ στρατιωτικῶν ὀργανισμῶν; Καὶ σήμερον, μὴ δυνάμενος νὰ ἀπαντήσῃς εἰς τὰ ἐρωτήματα ἡμῶν, ζητεῖς νὰ μᾶς τρέψῃς εἰς τὴν μελέτην καὶ τὴν ἔρευναν τοῦ μέλλοντος! Μᾶς λέγεις, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς πολιτικῆς τῆς Ἑλλάδος σήμερον! Ἡμεῖς δὲν προεκαλέσαμεν τὴν συζήτησιν πρὸς τοῦτο, ἀλλὰ προεκαλέσαμεν αὐτὴν διὰ νὰ ἐλέγξωμεν τὴν πολιτείαν σας, ὡς πολιτείαν μὴ σύμφωνον μὲ τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα, ὡς πολιτείαν προδίδουσαν αὐτά, (εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς) ὡς πολιτείαν γενομένην αἰτίαν τῶν καταστροφῶν τῆς πολυπαθοῦς μεγαλονήσου τοῦ Αἰγαίου (εὖγε! εὖγε!). Καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς ἔρχεται καὶ μᾶς ἀπαγγέλλει θεωρίας Συνταγματικοῦ δικαίου, ἵνα περισπάσῃ τὴν προσοχὴν ἡμῶν, ἵνα ἀποπλανήσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ τῶν αὐτῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων ὀκτὼ ἤδη ἔτη ἀπεπλάνησεν αὐτόν! Εὐτυχῶς διὰ τὴν Ἑλλάδα,—καὶ τὸ λέγω, Κύριοι, μετ’ εὐχαριστήσεως,—ἂν καὶ τοσαῦτα ἔπαθε τὸ δυστυχὲς αὐτὸ Κράτος, τοσαῦτα ὑπέστη δεινὰ ἡ ἀτυχὴς αὕτη χώρα ἕνεκα τοῦ ἀνθρώπου τούτου, εὐτυχῶς διὰ τὴν Ἑλλάδα, σᾶς ἔμαθεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, σᾶς ἔμαθεν ὁ Ἑλληνισμός, καὶ δὲν θέλει πλέον περιπέσει εἰς τὴν παγίδα, δι’ ἧς ἐπαγιδεύσατε τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, εἰς τὴν πλάνην, δι’ ἧς ἀπεπλανᾶτε μέχρι τοῦδε σύμπαντα τὸν Ἑλληνισμόν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§30ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Νὰ γίνῃ διακοπὴ πέντε λεπτῶν. (Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Μποῦτος.)
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη διακοπῆς. Μόλις μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν ἐργαζόμεθα.
§32ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἂς γίνῃ μικρὰ διακοπή.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ πέντε λεπτά. (Γίνεται διακοπὴ 20 λεπτῶν).
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§35ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ μετὰ πεποιθήσεως, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἀνταποκρίνομαι εἰς τὰ ἐνδόμυχα πάντων ὑμῶν αἰσθήματα, διαδηλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὰ ἐν Κρήτῃ προσφάτως διαδραματισθέντα καὶ εἰσέτι διαδραματιζόμενα γεγονότα προεκάλεσαν τὴν ἀπορίαν καὶ τὴν βαθεῖαν λύπην σύμπαντος τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Μετὰ πατρικοῦ ἐνδιαφέροντος εἴχομεν ἀτενίσει ἅπαντες πρὸς τὴν ἐθνικὴν σημαίαν, ἥτις ἀνεπετάσθη αὖθις ἐν Κρήτῃ, καὶ πλήρεις ἐλπίδων προσεδοκῶμεν οὐ μόνον ἀνδρικὴν διεξαγωγὴν τοῦ νέου αὐτοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ καὶ τὴν αἰσίαν αὐτοῦ λύσιν. Εὐλόγως ἐνίσχυε τὰς κοινὰς ἐλπίδας ἡ πρώτη παραχθεῖσα ἐξ αὐτοῦ εὐάρεστος ἐντύπωσις, ἡ δήλωσις Πρωθυπουργοῦ μεγάλου Κράτους περὶ ἐπικειμένης ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, οἱ στενοὶ δεσμοί, οἵ τε ἀρχαῖοι καὶ οἱ πρόσφατοι, οἱ συνδέοντες τὴν Ἑλληνικὴν δυναστείαν πρὸς τὰς ἰσχυροτέρας δυναστείας τῆς Εὐρώπης. Καὶ ὅμως μικρὸς παρῆλθε χρόνος, καὶ παρέστημεν μάρτυρες ἀποτελεσμάτων ὅλως ἀντιθέτων. Ἡ ἐθνικὴ σημαία συνεπτύχθη ἀδόξως, ὁ Κρητικὸς λαὸς παρέδωκε τὰ ὅπλα ἀμαχητεί, καὶ τουρκικαὶ ὀρδαὶ περιτρέχουσι τὴν νῆσον καθ’ ὅλας τὰς διευθύνσεις, διασπείρουσαι τὴν καταστροφὴν καὶ τὴν ἀτίμωσιν. Οὐδὲν ἄπορον, Κύριοι, ἂν τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἐχαρακτήρισε τ’ ἀποτελέσματα ταῦτα ὡς ἐθνικὴν συμφοράν, καὶ προσέβλεψε πρὸς αὐτὰ μετ’ ἀπορίας καὶ ἄλγους. Καὶ ἄλλοτε εἶχεν ἀποτύχει ἐν Κρήτῃ ἡ ἱκανοποίησις τῶν ἐθνικῶν πόθων, ἀλλ’ ἡ ἀποτυχία ἐπῆλθε μετὰ μακρὰν καὶ ἡρωϊκὴν πάλην, ἐξεγείρασαν τὸν θαυμασμὸν καὶ τὰς συμπαθείας ὁλοκλήρου τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, καὶ συνταράξασαν τὴν εὐρωπαϊκὴν διπλωματίαν. Ἡ ἀποτυχία ἐπῆλθε μετὰ καρτερικοὺς ἀγῶνας, μετὰ μαρτυρικὰς θυσίας, αἱ ὁποῖαι συνετήρησαν τὰς ἡρωϊκὰς παραδόσεις τοῦ Ἔθνους, καὶ ἐκράτυναν τὴν ἐθνικὴν ἰδέαν ἐν τῇ συνειδήσει αὐτοῦ. Ἐσβέσθη καὶ ἄλλοτε ὁ ἐθνικὸς ἀγὼν ἐν Κρήτῃ, ἀλλ’ ἐσβέσθη ἐν τῷ αἵματι τῶν ἡρώων τῆς ἐλευθερίας, καὶ ἀφοῦ αἱ φλόγες τῆς Μονῆς τοῦ Ἀρκαδίου περιέβαλον τὴν νῆσον μὲ διάδημα τηλαυγές, ἀναγγέλλον εἰς τὸν κόσμον ὁλόκληρον, ὅτι ὑπάρχει ἐκεῖ ἡφαίστειον ἀκοίμητον, παρασκευάζον διαρκῶς νέας ἐκρήξεις. Κατεβλήθη καὶ ἄλλοτε ὁ Κρητικὸς λαὸς, ἀλλὰ κατεβλήθη ἀφοῦ ὑπεχρεώθη ἡ Τουρκία δι’ ἀμνηστείας ν’ ἀπαλλάξῃ αὐτὸν πάσης εὐθύνης. Οὐδεὶς τῶν ἐνδόξων τούτων χαρακτήρων ἀναφαίνεται εἰς τὴν πρόσφατον ἀποτυχίαν. Ἄνευ μάχης, ἄνευ πάλης, ἄνευ θυσιῶν, ἄνευ ἐγγυήσεων ὁ Κρητικὸς λαὸς κατέθετο τὰ ὅπλα, ἡ δὲ τουρκικὴ ἐξουσία, ἐνθαῤῥυνθεῖσα ἐκ τῆς εὐκόλου ταύτης νίκης, μαίνεται ἤδη, ἵνα καταπνίξῃ τέλεον καὶ αὐτὴν τὴν ἐθνικὴν ἰδέαν, καὶ ἵνα καταστήσῃ πᾶσαν ἀνέλιξιν αὐτῆς ἀδύνατον εἰς τὸ μέλλον. Τίνες λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, οἱ λόγοι τῆς τοιαύτης ἀποτυχίας; Τίνες οἱ παραίτιοι τοιαύτης ἐθνικῆς συμφορᾶς, τοιαύτης, δύναμαι εἰπεῖν, ἐθνικῆς καταισχύνης; Ἰδοὺ τί ἐνδιαφέρεται νὰ μάθῃ τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, καὶ ἰδοὺ τί ἔχει πρώτιστον καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ ἡ Ἀντιπροσωπεία αὐτοῦ, ἅμα ἀρξαμένων τῶν ἐργασιῶν της. Τὸ καθῆκον τοῦτο ἐπιβάλλεται ἡμῖν πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς καιρίως τρωθείσης ἐθνικῆς φιλοτιμίας, ἐπιβάλλεται ἡμῖν καὶ ἐκ πατριωτικῆς περὶ τοῦ μέλλοντος προνοίας. Ἀνάγκη νὰ καταδειχθῇ, ὅτι, ἂν ἡ ἀφροσύνη καὶ ἀβελτηρία ὀλίγων προσώπων προὐκάλεσεν ἐθνικὰς συμφορὰς, ἄδικον εἶναι ν’ ἀποδοθῶσιν αὗται εἰς χαλάρωσιν τῶν πατριωτικῶν ἀρετῶν, τὰς ὁποίας ἀείποτε διετράνωσεν ὁ Κρητικὸς λαὸς καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος. Ἀνάγκη νὰ πεισθῶσιν οἱ Κρῆτες καὶ πάντες οἱ ὑπὸ τὴν δουλείαν ἀδελφοὶ ἡμῶν, ὅτι, ἂν εὑρέθησαν ὀλίγοι τινὲς, ἀσυνέτως, ἀστόργως καὶ ἀπανθρώπως προσενεχθέντες πρὸς τὸν ὑπὲρ ἐλευθερίας αὐτῶν ἀγῶνα, οἱ ἄνθρωποι οὗτοι παρεγνώρισαν βεβαίως τοὺς πόθους, τὰς ἰδέας καὶ τὰ αἰσθήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ἀείποτε ἑτοίμου εἰς πᾶσαν θυσίαν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἐθνικῆς ἀποστολῆς του. Τίνες λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω, οἱ παραίτιοι τῆς ἐθνικῆς αὐτῆς συμφορᾶς; Τὴν εὐθύνην, Κύριοι, ἐπὶ τῇ ἐν γένει διεξαγωγῇ ἐθνικῶν ζητημάτων ὑπέχουσι πρὸ πάντων ἐκεῖνοι, οἵτινες διευθύνουσι τὰς τύχας τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ τοιοῦτοι εἶναι οἱ ἡμέτεροι Κυβερνῆται, ὡς αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἐπισήμως ἀνωμολόγησαν. Δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη τῶν προτροπῶν καὶ παραινέσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὄντος ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ἵνα κανονίσωσιν οἱ ὑπὸ τὴν δουλείαν ἀδελφοὶ ἡμῶν τὰς σχέσεις αὐτῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἐλευθέρου Κράτους. Πρὸς αὐτὴν ἀείποτε μετ’ εὐλαβείας καὶ ἐμπιστοσύνης ἀτενίζει ὁλόκληρος ὁ ὑπὸ τὴν δουλείαν Ἑλληνισμὸς, πρόθυμος ἀείποτε νὰ συμμορφωθῇ οὐ μόνον πρὸς τὰς δεδηλωμένας αὐτῆς θελήσεις, ἀλλὰ καὶ πρὸς αὐτὰς τὰς ἐνδομύχους διαθέσεις. Γνωρίζει ὁ ὑπὸ τὴν δουλείαν Ἑλληνισμὸς, ὅτι μόνοι οἱ Κυβερνῆται ἡμῶν δύνανται νὰ κρίνωσιν ἀσφαλῶς καὶ περὶ τοῦ χρόνου καὶ περὶ τοῦ τρόπου πάσης ἐθνικῆς ἐνεργείας, καὶ νὰ διαγράψωσι τὰς δεούσας πρὸς τοῦτο ὁδηγίας. Γνωρίζει, ὅτι αὐτοὶ ἔχουσιν εἰς τὴν διάθεσίν των καὶ τὴν δύναμιν καὶ τὰ μέσα πρὸς ἐπιτυχῆ διεξαγωγὴν παντὸς τοιούτου ἀγῶνος. Διὰ τοῦτο αὐτοὶ πρὸ πάντων ὀφείλουσι λόγον περὶ τῶν ἐπελθόντων ἀποτελεσμάτων, καὶ πρὸς αὐτοὺς πρό τινος χρόνου ἀπευθύνει ὁμόφωνον τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος τὴν φοβερὰν ἐρώτησιν, τί ἐκάματε τὴν Κρήτην; Καὶ ὅμως πρὸς τὴν ἐρώτησιν αὐτὴν οὐδεμία ἐδίδετο ἀπάντησις. Ὁ ἐπίσημος ὑπουργικὸς τύπος ἐθεώρησεν ἀνάρμοστον πρὸς τὴν σπουδαιότητα αὐτοῦ καὶ αὐτὴν τὴν μνείαν περὶ τῶν ἐν Κρήτῃ τελουμένων, ὁ δὲ ἡμιεπίσημος περιωρίζετο νὰ ἐκδηλοῖ τὴν ἀγανάκτησιν αὐτοῦ ἐπὶ ταῖς ἀθεμιτουργίαις τῶν Τούρκων. Σήμερον μόλις ἠκούσαμεν κατὰ πρῶτον τὸν ἀρχηγὸν τῆς Κυβερνήσεως, προσπαθοῦντα νὰ δώσῃ ἡμῖν ἐξηγήσεις περὶ τῆς πορείας αὐτοῦ καθ’ ὅλον τὸν παρελθόντα χρόνον. Εἶχον, Κύριοι, περὶ τῆς πορείας ταύτης πεποίθησιν, μορφωθεῖσαν ἐκ πλείστων καὶ πασιδήλων γεγονότων, ἀλλ’ ἡ ἀπολογία τοῦ προϊσταμένου τῆς Κυβερνήσεως διέλυσε καὶ τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν ἐν τῇ ἐμῇ συνειδήσει, ὅτι μόνη ἡ ἀφροσύνη, ἡ ἀδεξιότης τῆς Κυβερνήσεως ἐγένετο παραίτιος τῶν ἐπελθουσῶν συμφορῶν. Παρέστησα, Κύριοι, ἡμῖν ὁποῖον τὸ γόητρον, καὶ τίς ἡ ἠθικὴ ἐπίδρασις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς συνειδήσεως τῶν ὑποδούλων ἡμῶν ἀδελφῶν. Ἕνεκα ταύτης, ἀσφαλῶς δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἡ ἀνάπτυξις οἱασδήποτε ἐθνικῆς ἐνεργείας ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως, ἢ κἂν ἄνευ τῆς ἀνοχῆς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἥτις διὰ τῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα ἔχει ὑπὸ τὰς διαταγάς της, διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα διαθέτει, δὲν δύναται νὰ προλάβῃ ἐθνικὴν ἐνέργειαν, ἣν θεωρεῖ ἐπιβλαβῆ ἢ πρόωρον· Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἥτις ἐπὶ τοσοῦτον κατέπεσεν εἰς τὴν συνείδησιν τῶν ὑποδούλων ἡμῶν ἀδελφῶν, ὥστε τοιαῦται παραστάσεις αὐτῆς νὰ μὴ εἰσακουσθῶσιν, ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἀποδεικνύει ἐσχάτην ἀνικανότητα καὶ εἶναι ἀναξία νὰ προΐσταται τῶν πραγμάτων (εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Διὰ τοῦτο, Κύριοι, εὐλόγως ὑποστηρίζω, ὅτι πᾶσα ἡ ἐν Κρήτῃ ἐθνικὴ ἐνέργεια ὀφείλεται εἰς τὴν ἔγκρισιν, ἢ κἂν εἰς τὴν ἀνοχὴν ἢ εἰς τὴν ἐσχάτην ἀνικανότητα τῆς Κυβερνήσεως, μὴ μεριμνησάσης προσηκόντως, ἵνα προλάβῃ αὐτήν. Καὶ τὸ συμπέρασμα τοῦτο καθίσταται ἀκαταμάχητον, ὅταν τις λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ σχόντες τὴν πρωτοβουλίαν τῆς ἐθνικῆς αὐτῆς ἐνεργείας ἦσαν οἱ ἰδιαίτεροι φίλοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, οἱ κεκηρυγμένοι αὐτοῦ ὀπαδοὶ καὶ θιασῶται. Ἐν τούτοις πρὸς τὸ ἐθνικὸν τοῦτο κίνημα, μόλις ἀναπτυχθὲν, ἀσύνετον καὶ ἀκατανόητον ἐπεδείξατο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δυσμένειαν καὶ ἐχθρότητα. Καθῆκον πάσης Κυβερνήσεως ἦτο, οἱανδήποτε καὶ ἂν εἶχε περὶ τοῦ κινήματος τούτου γνώμην, νὰ διευκολύνῃ τὴν εἰς τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν ἀποστολὴν τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων μέσων τῆς ἀμύνης, τῶν πολεμεφοδίων, ἵνα μὴ ἐκτεθῶσιν ἄοπλοι εἰς τὴν θηριωδίαν τοῦ Ὀθωμανικοῦ ὄχλου. Καὶ ὅμως τὸ πρώτιστον, τὸ στοιχειῶδες τοῦτο καθῆκον παρέλειψε νὰ ἐκπληρώσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὡς αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμολόγησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Δὲν ὤφειλεν, εἶπεν, ἐκ τῶν δημοσίων ἀποθηκῶν νὰ ἀποστείλῃ πρὸς τοὺς ἐπαναστάτας τὰ μέσα τῆς ἀμύνης. Δὲν παρεκώλυσεν, εἶπε, τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν, συνέστησεν ὅμως εἰς αὐτὴν νὰ μὴ προβῇ εἰς διάβημα τοιοῦτον. Δὲν εἶναι, Κύριοι, πρόδηλος ὁμολογία, ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους διδομένη, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς εἶναι ὁ παραίτιος τῆς ἐλλείψεως τῶν μέσων τῆς ἀμύνης; Δὲν ἐννοεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ἡ ἀποστολὴ τῶν μέσων τῆς ἀμύνης ἦτο ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀπολύτως ἀναγκαία, ἵνα δυνηθῶσιν οἱ Κρῆτες νὰ ἀντεπεξέλθωσι κατὰ πάσης ἐνδεχομένης περιπετείας; Δὲν ἐννοεῖ, ὅτι, ἀρνηθεὶς εἰς αὐτοὺς τὴν παροχὴν τῶν μέσων τούτων, παρέδιδεν αὐτοὺς ἀόπλους εἰς τὴν θηριωδίαν τοῦ τουρκικοῦ ὄχλου καὶ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ; Ἀλλὰ, καίπερ τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ ἐγκαταλειφθέντος εἰς τὰς ἰδίας αὐτοῦ δυνάμεις καὶ εἰς τὰ ἴδια αὐτοῦ μέσα, ἐνυπῆρχον ἐν τῷ ἐθνικῷ κινήματι πλεῖστοι λόγοι, ἀνυψώσαντες αὐτὸ ἀμέσως εἰς τὴν εὐάρεστον διπλωματικὴν θέσιν. Αἱ ἐκ παρελθόντων ἀγώνων παραχθεῖσαι ἐντυπώσεις, ἡ ἄγνοια τῶν αἰτιῶν καὶ ἐλατηρίων, ἡ ἕνεκα τῆς ἀντιθέσεως τῶν Δυνάμεων ἀμοιβαία αὐτῶν δυσπιστία, προσέδωκαν ἀμέσως εἰς τὸ κίνημα σπουδαιότατον καὶ ἐπίφοβον χαρακτῆρα. Εἶπον πρὸς ὑμᾶς, ὅτι Πρωθυπουργὸς μεγάλου Κράτους εὐηγγελίσατο ἀμέσως τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Αἱ λοιπαὶ Δυνάμεις ἐτήρουν ἐπιφυλακτικὴν σιωπήν. Ἡ Τουρκία, δειλὴ καὶ περιδεής, ἔσπευσε νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν ἐπανάστασιν ὡς τὴν νόμιμον ἐν Κρήτῃ ἐξουσίαν, καὶ προσεπάθει νὰ συνθηκολογήσῃ μετ’ αὐτῆς, ἐπιζητοῦσα νὰ προλάβῃ τὴν ἔκρηξιν τῆς καταιγίδος διὰ θωπειῶν καὶ παραχωρήσεων. Τίς ἤθελε, Κύριοι, πιστεύσει, ὅτι αὐτὴν τὴν λίαν εὐάρεστον διπλωματικὴν θέσιν τοῦ ζητήματος ἐπέπρωτο νὰ καταστρέψῃ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἐλευθέρου Κράτους διὰ διπλωματικοῦ διαβήματος, τοῦ ὁποίου ἀπορεῖ τις τί μᾶλλον, νὰ οἰκτείρῃ, τὴν ἐσχάτην ἀφροσύνην, ἢ τὴν κωμικὴν θρασύτητα! Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔσπευσε διὰ διακοινώσεώς της νὰ καταγγείλῃ τὴν Τουρκίαν, ὡς ἀμελοῦσαν νὰ καταστείλῃ τὰς ἐν Κρήτῃ ἀταξίας, προὐκάλει τὰς Δυνάμεις ν’ ἀναλάβωσιν αὐταὶ τὸ ἔργον τοῦτο, καὶ ἠπείλει, ὅτι ἐν ἐλλείψει αὐτῶν ἤθελε μεριμνήσει περὶ τούτου αὐτὴ ἡ ἰδία. Τίνες, Κύριοι, λόγοι ἠδύναντο τοιοῦτον διπλωματικὸν διάβημα νὰ προκαλέσωσι; Τίνες οἱ σκοποί, τοὺς ὁποίους διὰ τοιούτου διαβήματος ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτύχῃ; Ἐπεζήτει ἆρά γε νὰ ἀνατεθῇ ἡ ἀποκατάστασις τῆς τάξεως εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἀποκατέστησαν αὐτὴν ἐν Αἰγύπτῳ; Ὑπέθετεν ἆρά γε, ὅτι ἤθελεν ἐκφοβίσει τὰς Δυνάμεις διὰ τοῦ στρατοῦ, ὃν ἀπό τινων ἐτῶν ἑτοιμάζει, καὶ διὰ τοῦ στόλου, ὃν μετ’ ὀλίγα ἔτη θὰ ἔχῃ ἕτοιμον; Ἐκεῖνο, ὅπερ ἐγὼ γνωρίζω, εἶναι αἱ ἑξῆς συνέπειαι τοῦ διαβήματός των. Αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις, προκληθεῖσαι ἀποτόμως, ἔσπευσαν νὰ δηλώσωσιν ἐπισήμως, ὅτι δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ μεριμνήσῃ περὶ τηρήσεως τῆς τάξεως ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐπικρατείᾳ ἔχει μόνη ἡ Τουρκία, καὶ ὅτι οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα ν’ ἀναμιχθῇ εἰς τὰς ἐσωτερικὰς αὐτῆς ὑποθέσεις. Μετὰ δὲ τὴν τοιαύτην τῶν Δυνάμεων δήλωσιν, ἡ Τουρκία, ἐνθαῤῥυνθεῖσα, πεισθεῖσα ὅτι ἐναντίον οὐδενὸς διπλωματικοῦ προσκόμματος δύναται τοῦ λοιποῦ νὰ προσκόψῃ, ἀνέλαβε, συμφώνως πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, νὰ καταστείλῃ διὰ τῆς βίας τὰς ἐν Κρήτῃ ἀνωμαλίας καὶ ἀταξίας. Τοιαῦται εἶναι αἱ συνέπειαι τῆς διπλωματικῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως. Ἠρνήθησαν νὰ ὑποβάλωσιν ἡμῖν τὰ περὶ τούτων διαμειφθέντα διπλωματικὰ ἔγγραφα, ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ ἀρνηθῶσι τὰ ἐπελθόντα γεγονότα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ παραλείψωμεν τὴν περὶ τούτου συζήτησιν, ἕνεκα διπλωματικῶν διατυπώσεων. Ὅταν ἐν Κρήτῃ ὁ Ἑλληνισμὸς διατρέχῃ τὸν ἔσχατον κίνδυνον, ἓν ἡμεῖς θεωροῦμεν πρώτιστον μέσον σωτηρίας, τὴν ἀνεύρεσιν καὶ τὴν ἄρσιν τῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα ἐπήγαγον τοιαύτην κατάστασιν. Ἀνέλαβεν, εἶπον, ἡ Πύλη νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἐνδόμυχον ἐπιθυμίαν τοῦ προϊσταμένου τῆς Κυβερνήσεως, καταστέλλουσα ἐν τάχει τὰς ἐν Κρήτῃ ἀταξίας, ἀλλὰ τὸ ἔργον δὲν ἦτο λίαν εὐχερές. Καίπερ ἐγκαταλειφθέντες εἰς τὰς ἰδίας των δυνάμεις οἱ Κρῆτες, εἶχον ἐν ἑαυτοῖς ἀρκοῦσαν ῥώμην, ἵνα παρεμποδίσωσι τελεσφόρως τὴν ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ κατάληψιν τῆς νήσου. Ἠδύναντο νὰ προκαλέσωσι συγκρούσεις, πολλὰς δυναμένας νὰ παραγάγωσι διπλωματικὰς περιπετείας. Μόνη ἡ συνδρομὴ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἠδύνατο νὰ καταστήσῃ εὐχερὲς τὸ ἔργον τῆς Πύλης. Ἂν σύνεσις καὶ εὐτολμία διεῖπον ἀληθῶς τὴν πολιτείαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἠδύνατο αὕτη καὶ ἐν τῇ κρισίμῳ ἐκείνῃ στιγμῇ νὰ προλάβῃ τὴν καταστροφὴν τῆς Κρήτης. Ἠδύνατο ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις ν’ ἀπαιτήσῃ, ἠδύνατο νὰ ἐπιβάλῃ, ὡς ἀντάλλαγμα τῆς συνδρομῆς, τὴν ὁποίαν ἤθελεν χορηγήσει εἰς τὴν Πύλην, τὴν παροχὴν ἐγγυήσεων ἐπαρκῶν, πρὸς ἐξασφάλισιν καὶ τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν προνομίων τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ. Τὴν συνδρομὴν αὐτῆς παρέσχεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἰς τὴν Πύλην πληρεστάτην. Τὸ ὡμολόγησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὁ ἐν Κρήτῃ Πρόξενος αὐτοῦ, εἶπε, διηυκόλυνε τὸ ἔργον τοῦ Σακὴρ πασσᾶ, τὴν ἀμαχητεὶ κατάληψιν ἁπάσης τῆς νήσου, νουθετήσας, ὑποχρεώσας τοὺς Κρῆτας νὰ ὑποχωρήσωσι· καὶ ἐπῄνεσεν αὐτὸν διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῶν προσπαθειῶν του. Αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὁμοίας ἔδιδε συμβουλὰς εἰς τοὺς ἐνταῦθα Κρῆτας. Ἀπέστειλε μάλιστα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐντεῦθεν εἰς Κρήτην, ὡς ἠκούσατε παρὰ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, Κρῆτα, μεγάλην ἔχοντα ἐκεῖ σημασίαν, ἵνα πείσῃ τοὺς συμπολίτας αὐτοῦ νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τοὺς πόθους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§36ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ παραδοθῶσιν εἰς σφαγήν.
§37ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τίνας ὅμως ἔλαβεν ἐγγυήσεις ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων, ὑπὲρ τῶν προνομίων τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ; Οὐδεμίαν; Τί ἐπῆλθεν ἐκ τούτου; Οἱ Κρῆτες μαστιγοῦνται, φυλακίζονται, ἐξορίζονται εἰς τὰ βάθη τῆς Ἀσίας καὶ τῆς Ἀφρικῆς, αἱ γυναῖκες καὶ αἱ θυγατέρες αὐτῶν ἀτιμάζονται, οἱ ναοὶ καὶ τὰ ἱερὰ βεβηλοῦνται, καὶ αὐτοὶ οἱ τάφοι ἀνορύσσονται ἀπὸ ἀνθρωπόμορφα θηρία, περιβεβλημένα μὲ τὴν στρατιωτικὴν στολὴν τῆς Τουρκίας. Ἀπαίσιος δαίμων ὀλέθρου περιπλανᾶται καθ’ ἅπασαν τὴν μεγαλομάρτυρα νῆσον! Αὐτὴ εἶναι ἐν συνόψει ἡ πολιτικὴ πορεία τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἠνέχθη ἢ δι’ ἐσχάτην ἀνικανότητα δὲν ἠδυνήθη νὰ προλάβῃ τὴν ἔγερσιν ἐθνικοῦ κινήματος ἐν Κρήτῃ. Προσηνέχθη πρὸς αὐτὸ μετ’ ἀκατανοήτου ἀστοργίας καὶ ἀπανθρωπίας, ἀρνηθεῖσα νὰ διευκολύνῃ τὴν εἰς τὸν Κρητικὸν λαὸν παροχὴν τῶν μέσων τῆς ἀμύνης. Κατέστρεψε διπλωματικῶς τὸ Κρητικὸν ζήτημα διὰ διπλωματικοῦ διαβήματος ἀκατονομάστου, καὶ τέλος διηυκόλυνε τὸ ἔργον τοῦ Σακὴρ πασσᾶ, παραδοὺς ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐγγυήσεως ἀόπλους τοὺς Κρῆτας εἰς τὴν τουρκικὴν θηριωδίαν. Καὶ μετὰ τὴν ἐπονείδιστον, τὴν ἐγκληματικὴν ταύτην πορείαν, ἔχει τὸ θάῤῥος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἀνέρχεται εἰς τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ζητεῖ παρ’ ἡμῶν νὰ τῷ ἐπιτρέψητε ν’ ἀποπερατώσῃ τὸ ἀπαίσιον ἔργον, τὸ ὁποῖον εἰς τοιοῦτο προήγαγε σημεῖον! (εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ποῖα ὅμως, δύναταί τις νὰ ἐρωτήσῃ, εἶναι τὰ καθήκοντα ἡμῶν ἀπέναντι τοιαύτης κυβερνητικῆς πολιτείας; Τίνες αἱ ὑποχρεώσεις ἡμῶν ἀπέναντι τῆς ἐν Κρήτῃ ἐπελθούσης συμφορᾶς; Ὁμιλῶν, κύριοι Βουλευταὶ, πρὸς Ἕλληνας, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ δηλώσω, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ ἀνεχθῇ ἀταράχως τὴν ἐν Κρήτῃ ἐπιδιωκομένην ἐξόντωσιν τῶν ἡμετέρων ὁμοφύλων, ὅτι τοὐναντίον πάντες ἐσμὲν διατεθειμένοι, ἐσμὲν ἕτοιμοι πρὸ οὐδεμιᾶς νὰ ὑποχωρήσωμεν θυσίας πρὸς ἀποτροπὴν καταστροφῆς τοιαύτης. Ἀναγνωρίζω ὅμως, ὅτι ἔχει δίκαιον ὁ Πρωθυπουργὸς, γνωματεύων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δὲν ἔγκειται ἐν τῷ κύκλῳ τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν καθηκόντων τοῦ Κοινοβουλίου ἡ διατύπωσις ὡρισμένων ἀποφάσεων, ἀναγομένων εἰς τὴν ἐξάσκησιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Δικαίωμα καὶ καθῆκον τοῦ Κοινοβουλίου εἶναι ὁ ἔλεγχος τῆς κυβερνητικῆς πορείας καὶ ὁ καταλογισμὸς εἰς αὐτὴν τῆς εὐθύνης τῶν πράξεών της. Τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον τοῦτο καλεῖσθε νὰ ἐκπληρώσητε σήμερον. Ἐκπληρώσατε αὐτὸ, κύριοι Βουλευταὶ, εὐσυνειδήτως καὶ πατριωτικῶς, καὶ ἔστε βέβαιοι, ὅτι ἡ ἀπόφασις ἡμῶν θέλει περιέχει ἀποχρῶσαν δήλωσιν καὶ περὶ τῶν ὑμετέρων αἰσθημάτων καὶ περὶ τῶν ὑμετέρων προθέσεων (εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§38ΡΑΛΛΗΣ. Μετὰ τὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν πρόσκλησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως σπεύσῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ διατυπώσῃ τὴν ἤδη ἀναπτυχθεῖσαν ἐπερώτησίν της ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς Κρήτης, ἐπίστευσα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σύνοιδε καὶ τὸ σπουδαῖον τοῦ ζητήματος καὶ τὸ ἀπέραντον τῆς εὐθύνης αὐτῆς, καὶ ὅτι ἤθελε τοὐλάχιστον προσέλθει ἐνώπιον τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους καὶ ἤθελεν ἐκθέσει μετὰ πάσης λεπτομερείας καὶ μετὰ πάσης ἀκριβείας καὶ τὰς ἐνεργείας της καὶ τὰς προσπαθείας της, ὅτι ἤθελεν ἐπιδιώξει ἐν τῇ ψήφῳ τῆς Βουλῆς τὴν δύναμιν ἐκείνην, δι’ ἧς μόνης θὰ ἠδύνατο νὰ καταῤῥίψῃ τὰς δυσχερείας, τὰς ἐπιπροσθούσας πρὸς λύσιν τοῦ ἐθνικοῦ τούτου ζητήματος. Ἀλλ’ ἐπλανήθην, Κύριοι! Ἀντὶ τούτου τί ἠκούσαμεν σήμερον; Ἠκούσαμεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καταβιβάζοντα τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης εἰς ζήτημα προσωπικῶν ἀντεγκλήσεων. Ἠκούσαμεν αὐτοῦ ἀποφεύγοντος τὴν συζήτησιν καὶ τὸν ἔλεγχον, διαψεύδοντος τὰ ἴδιά του ἔγγραφα, ἀρνουμένου τὴν ὑπογραφήν του, ζητοῦντος δὲ διὰ παραδόξου συνταγματικῆς θεωρίας, ὅπως τῷ δοθῇ ἡ ὑπογραφὴ τῆς Βουλῆς ἐν λευκῷ, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ τελειώσῃ διαπραγματεύσεις μὴ ὑφισταμένας πλέον. Ἂν προορισμὸς τῆς Βουλῆς ἦν ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἦτο αὕτη τροχὸς ἐν τῷ συνταγματικῷ πολιτεύματι, θὰ ἠδύνατο νὰ κλαύσῃ διὰ τὴν ἀποτυχίαν τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς, θὰ ἠδύνατο νὰ θρηνήσῃ, θὰ ἠδύνατο νὰ δικάσῃ, νὰ καταδικάσῃ, καθισταμένη πλέον ἁπλοῦν Δικαστήριον, ἀλλὰ δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ παρακωλύσῃ πράξεις, αἵτινες τείνουσιν εἰς καταστροφὴν τοῦ γοήτρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, εἰς τὴν καταστροφὴν τῶν τιμαλφεστάτων δικαιωμάτων τοῦ τόπου. Ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα καὶ καθῆκον, ὅταν ἔχῃ μάλιστα πρὸ ὀφθαλμῶν ὅλας ἐκείνας τὰς καταστροφὰς, τὰς ὁποίας δὲν ἠρνήθη ἡ Κυβέρνησις, ἔχει καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ, τίς ὑπῆρξεν ὁ παραίτιος τῶν καταστροφῶν ἐκείνων, νὰ ἐλέγξῃ καὶ νὰ σταματήσῃ τὴν πορείαν τὴν ἀντεθνικὴν, ἔχει καθῆκον νὰ προσπαθήσῃ νὰ ἐπανορθώσῃ ὅλα τὰ ἐσφαλμένως πεπραγμένα. Τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως δὲν δυνάμεθα νὰ ἀνεύρωμεν εἰς τοὺς κενοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐτόλμησε νὰ ἐκστομίσῃ πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, θὰ τὴν εὕρωμεν εἰς τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, τὰ παρ’ αὐτοῦ διαμειφθέντα πρὸς τὴν Τουρκίαν καὶ τὰς Δυνάμεις. Ἐζήτησα νὰ μάθω, ἂν θέλῃ καταθέσει τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἀλλ’ ἀπέφυγε ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐρώτησίν μου. Εὐτυχῶς ἔχομεν πρὸ ἡμῶν τὸ κείμενον τῆς Ἑλληνικῆς διακοινώσεως, καὶ προκαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ εἴπῃ, ἂν ἀναγνωρίζῃ τὴν ὑπογραφήν του ὑπὸ τὸ κείμενον τῆς διακοινώσεως τῆς 7 Αὐγούστου 1889, ἢ ἂν δὲν ἀναγνωρίζῃ τὴν γνησιότητα αὐτῆς. Τὸν προκαλῶ νὰ μᾶς εἴπῃ, ἂν ἡ δημοσιευθεῖσα ἐν τῷ φύλλῳ τῆς 6)18 Αὐγούστου 1889 τοῦ «Messager d'Athènes» τηλεγραφικὴ ἐγκύκλιος φέρῃ τὴν ὑπογραφήν του καὶ ἦναι ἔργον αὐτοῦ. Σιωποῦν οἱ κύριοι Ὑπουργοί, καὶ οὐδεμία ἀμφιβολία δι’ ἐμέ, ὅτι ἡ σιωπή των αὕτη ἀποτελεῖ βεβαίωσιν.
§39ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τοιαύτην πρόκλησιν ὀφείλει ν’ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.
§40ΡΑΛΛΗΣ. Δι’ ἐμὲ, Κύριοι, καὶ διὰ πάντας ὑμᾶς καὶ διὰ πάντας τοὺς Ἕλληνας εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι γνήσιον κείμενον καὶ γνήσιον ἀντίγραφον τῆς διακοινώσεως ἐκείνης εἶναι τὸ δημοσιευθὲν ἐν τῷ «Messager d'Athènes». Ἐὰν προεκάλεσα τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ τὸ ἀναγνωρίσῃ, τὸ ἔπραξα ὡς ἐκ περισσοῦ καὶ ὅπως τῷ δώσω τὴν εὐκαιρίαν νὰ σώσῃ τὴν ἀξιοπρέπειάν του, διότι εἰς χεῖράς μου ἔχω τὰς ἀποδείξεις τοῦ γνησίου, καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην τῆς ὁμολογίας του.
§41Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ζητεῖτε ἀπὸ κατηγορούμενον νὰ ὁμολογήσῃ τὴν ἐνοχήν του!
§42ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἐγκύκλιος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀναγράφεται ὁλόκληρος ἐν τῷ κειμένῳ τῆς Τουρκικῆς ἀπαντήσεως καὶ τὸ κείμενον τῆς Τουρκικῆς ἀπαντήσεως ἐδημοσιεύθη εἰς ἁπάσας τὰς εὐρωπαϊκὰς ἐφημερίδας. Ἡ ἐγκύκλιος ἄλλως τῆς Κυβερνήσεως οὐδὲν ἕτερον περιλαμβάνει ἢ τὰς θεωρίας ἐκείνας καὶ τὰς διαμαρτυρίας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρωθυπουργός. Διὰ τοῦτο ἤλπισα πρὸς στιγμήν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἤθελε σώσει τὴν ἀξιοπρέπειάν του καὶ τὴν τιμὴν αὐτοῦ, ἀναγνωρίζων ὡς ἔργον του τὴν ἐγκύκλιον ἐκείνην, ἥτις ὑπῆρξεν ἡ ἀφετηρία τῆς καταστροφῆς τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ. Ἀνεζήτησα ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ τῆς 7 Αὐγούστου 1889 τὰς προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν πολιτικὸν αὐτῆς σκοπόν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ τὸν ἀνεύρω· ἀνεῦρον ἐν αὐτῇ φράσεις κενὰς, φύρδην μίγδην ἐῤῥιμένας, ἀνεῦρον φρασεολογίαν ἡμεροβίων φύλλων δημοσιογραφικῶν, ἀνεῦρον κενὰς ἀπειλὰς, ἀνεῦρον προτάσεις καὶ ἀπαιτήσεις ἀνηκούστους καὶ ἀντιστρατευομένας πρὸς τὰ τιμαλφέστατα δικαιώματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλὰ τὸν σκοπὸν, ἀλλὰ τὴν πρόθεσιν τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠδυνήθην ν’ ἀνεύρω. Διότι, Κύριοι, τὰς κενὰς ἐκείνας ἀπειλὰς, διότι τὰς ἀνηκούστους, ὡς εἶπον, προτάσεις καὶ αἰτήσεις δὲν δύναταί τις νὰ τὰς θεωρήσῃ ὡς ἀποτελούσας τὸν σκοπὸν τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι τόσον χονδροειδῶς κωμικαὶ, ὥστε βεβαίως ἤθελεν εἶναι ὕβρις, ἐὰν ἀπεδίδετο εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, ὅτι εἰς αὐτὰς ἀπέβλεψαν τοιαύτας διατυπώσαντες προτάσεις. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀδημονοῦσα διότι ὁ Σουλτάνος ἀνεγνώρισε τὴν Κρητικὴν ἐπανάστασιν, διότι ἀνεκάλεσε τὸν προστατευόμενόν της Σαρτίνακην πασσᾶν, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου προεκάλει δι’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου Γενικοῦ Προξένου ἐν Χανίοις συγχαρητήρια κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ διορισμοῦ του, ὅπως θεραπεύσῃ τὰς συστάσεις τῆς Ἀγγλίας, ἀδημονοῦσα διότι ἔπεμπεν ἔκτακτον ἀπεσταλμένον, ἀδημονοῦσα διότι προσεκάλει ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀντιπροσώπους τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, ἐντεταλμένους ὅπως παραστήσωσι τὰ παράπονα αὐτοῦ, προσφεύγει πρὸς τὴν Εὐρώπην καὶ παραπονεῖται διὰ τὴν ἀπάθειαν καὶ τὴν νωθρότητα, μεθ’ ἧς διεξάγει τὸ ζήτημα ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις, (εἶναι αἱ λέξεις καὶ φράσεις τῆς ἐγκυκλίου τῆς ὑπουργικῆς) ἀπειλεῖ δὲ, ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ Συνέδριον τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων, κηδόμενον τῆς εἰρήνης, δὲν ἤθελε προβῆ διὰ τῶν ἰδίων του στρατευμάτων εἰς τὴν κατάληψιν τῆς Κρήτης καὶ τὴν ἐπαναφορὰν τῆς τάξεως, ἀπειλεῖ, ὅτι ἤθελεν ἐνεργήσει ἀπ’ εὐθείας αὐτή. Τοιαύτη εἶναι ἡ οὐσία τῆς διακοινώσεως τῆς 7 Αὐγούστου. Ἀλλ’ ὅταν ἀπειλῇ τις, ἂν δὲν δύναται νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ἀπειλήν του, ὀφείλει τοὐλάχιστον, διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ λογοκλόπος τοῦ λοχίου τῆς γνωστῆς κωμῳδίας, νὰ προσπαθήσῃ, ὅπως πιστευθῇ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἐκφερομένη ἀπειλή. Ἀλλά, σᾶς ἐρωτῶ, τί ἐπράξατε, ὅπως πιστευθῆτε, ὅτι διατελεῖτε εἰς θέσιν, ὅπως ἐκτελέσητε τὴν ἀπειλήν σας; Τὸν Κρητικὸν λαὸν διὰ τῶν συμβουλῶν σας ἐπείσατε—καὶ τὸ ὁμολογεῖτε ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ σας— νὰ μείνῃ ἄνευ ἐφοδίων ἀπέναντι τῶν κακουργιῶν τοῦ τουρκικοῦ ὄχλου, τοῦ ὁπλιζομένου ἐκ τῶν ὁπλοστασίων τῶν τουρκικῶν. Ἐκεῖθεν δὲν ἦτο λοιπὸν δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπειλή· ἀλλὰ σεῖς, οἱ θιασῶται τῆς συντεταγμένης Ἑλλάδος, σεῖς, οἱ ἀπειλοῦντες Ἀνατολὴν καὶ Δύσιν, ὅταν ἔλθουν μετὰ τέσσαρα ἔτη τὰ θωρηκτά, σεῖς, οἵτινες οὐχ ἧττον, ὁσάκις παρουσιάζεται περίστασις εὐνοϊκὴ καὶ συμφέρουσα ὑμῖν, χώνεσθε εἰς τὰ πετσώματα, εἰπέτε μοι, τί ἐπράξατε, ὅπως παρασκευάσητε τὴν Ἑλλάδα, ὅπως πιστευθῆτε, ὅτι πρόκειται νὰ ἐκτελέσητε τὴν ἀπειλήν, ἣν ἐξεφέρατε; Ἴσως, ἂν δὲν ἦν ἀνάγκη ν’ ἀνατραπῶσιν αἱ χρονολογίαι, θὰ ἠδύνασθε νὰ ἐπικαλεσθῆτε τὴν λαμπαδοφορίαν καὶ τοὺς ἑνετικοὺς φανούς, διὰ τῶν ὁποίων ὡπλίσατε τὸν Ἑλληνικὸν στρατόν, ὅπως παρελάσῃ ἐνώπιον τοῦ κραταιοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Γερμανῶν (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Τὰ τάγματά σας μόλις ἀριθμοῦσιν ἑβδομήκοντα ἄνδρας ἕκαστον, ἑβδομήκοντα ἀγυμνάστους ἄνδρας, αἱ ἀποθῆκαί σας εἶναι κεναί, κατηναλώσατε πάσας τὰς προμηθείας τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ οὐδὲ ἓν ζεῦγος ἀρβυλῶν καὶ οὐδὲ ἕνα πῆχυν ἐριούχου καὶ οὐδὲ μίαν ὀκᾶν πυρίτιδος ἠγοράσατε, ὅπως ἀντικαταστήσητε τὰ καταναλωθέντα· τὰ κτήνη δὲ τοῦ στρατοῦ ἐπωλήσατε, καὶ δὲν ὑπολείπεται ἡμῖν ἢ νὰ ζευχθῆτε σεῖς αὐτοὶ εἰς τὰ τηλεβόλα διὰ νὰ κινηθῆτε κατὰ τοῦ ἐχθροῦ (γέλωτες ἐν τῇ ἀριστερᾷ.) Ἀλλ’ ἴσως ἀπεβλέψατε εἰς τὴν θάλασσαν, ἀπεβλέψατε εἰς τὴν Μαύρην Μοῖραν, ἀπεβλέψατε εἰς τὰ θωρηκτά, τῶν ὁποίων τὸ ἓν θέλει παραδοθῆ τὸν Ἰανουάριον, ἀπεβλέψατε εἰς τὰ τορπιλλοβόλα, τὰ ὁποῖα ἄλλοι μὲν συνεκόμισαν, σεῖς δὲ κατεστρέψατε, διότι ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν τὴν φρικώδη κατάστασιν, εἰς ἣν διατελοῦσι, μόλις τὴν ἑσπέραν τῆς ἀποστολῆς τῆς διακοινώσεως ἐπληροφορήθη, καὶ τοῦτο ἐκ τυχαίας περιστάσεως, καὶ ὄχι ἐκ τῆς παραστάσεως τῶν ἁρμοδίων. Λοιπὸν πῶς ὑπεθέσατε, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ πιστευθῇ ἡ ἀπειλή σας; Δὲν ἐνοήσατε ὅτι δι’ αὐτῆς κατεστήσατε καὶ ὑμᾶς καὶ τὴν Ἑλλάδα γελοίαν; Καὶ ἦτο εὐτυχὲς δι’ ὑμᾶς, ὅτι οὕτως ἐξετιμήθη ἡ ἀπειλή σας· διότι, ἂν ἐπιστεύετο, διότι, ἂν ἐπραγματοποιεῖτο ἡ ἀπαίτησις ὑμῶν, ἣν διετυπώσατε πρὸς τὴν Εὐρώπην, τοῦτο ἤθελε φέρει ἐθνικὴν συμφοράν, ἣν καὶ διὰ τῆς κεφαλῆς σας ἠθέλατε πληρώσει. Ἐὰν ἐπραγματοποιεῖτο ἡ ἀπαίτησίς σας, θὰ παρεδίδετο ἡ Κρήτη εἰς τοὺς ὄνυχας, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἀσπαίρει ἡ Κύπρος καὶ ἡ Αἴγυπτος, ἢ ἡ Βοσνία καὶ ἡ Ἑρζεγοβίνη. Ἀλλ’ ἡσυχάσατε, Κύριοι. Αἱ πολύτιμοι κεφαλαὶ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν δὲν πρόκειται νὰ πέσωσιν· ἐμελέτησαν ὄχι τραγῳδίαν, ἀλλὰ κωμῳδίαν. Καὶ τὴν κωμῳδίαν των ἠθέλησαν τελείαν. Περιέλαβον κατὰ τὴν ἐξέλιξιν αὐτῆς καὶ ἕτερον πρόσωπον, περιέλαβον καὶ τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως, τὸν ὁποῖον ἔκαμαν νὰ λησμονήσῃ, ὅτι δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποταθῇ πρὸς Πρέσβεις ξένων Δυνάμεων, ἐμπεπιστευμένους παρὰ ξένῃ Αὐλῇ. Ἐξεπλάγη ὁλόκληρος ἡ Εὐρώπη, μανθάνουσα μίαν πρωΐαν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων συνεκάλεσε τοὺς Πρέσβεις αὐτῆς, τοὺς παρὰ τῇ Δανικῇ Αὐλῇ, καὶ ἀνεκοίνωσεν αὐτοῖς, ὅτι ἡ Κυβέρνησίς του προτίθεται νὰ σπείρῃ τὸ πῦρ καὶ τὸν σίδηρον καθ’ ὅλην τὴν Ἀνατολήν. Εἶπον, ὅτι ἐμελέτησαν κωμῳδίαν καὶ ὄχι τραγῳδίαν. Διὰ τοῦτο δὲ δὲν ἠδυνήθην ν’ ἀνεύρω ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ τῆς 7 Αὐγούστου οὔτε τὴν πρόθεσιν, οὔτε τὸν σκοπὸν τῆς Κυβερνήσεως, διότι, ἐπαναλαμβάνω, χονδροειδῶς κωμικαὶ ἀπειλαὶ καὶ προτάσεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῶσιν ὡς σκοπὸς καὶ προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἂν ἡ ἐγκύκλιος δὲν περιλαμβάνῃ τὸν σκοπὸν καὶ τὴν πρόθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, καταδεικνύει ἐναργῶς ὅλην τὴν ἀφέλειαν, ἥτις δέρει τὰς κεφαλὰς τῶν Ὑπουργῶν. Ἀφοῦ ὁμολογοῦσιν, ὅτι ἔπραξαν ὅ,τι ἠδυνήθησαν, ὅπως καταστήσωσιν ἀδύνατον τὴν ἄμυναν τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ κατὰ τοῦ ὄχλου τοῦ τουρκικοῦ, ἔρχονται νὰ παραπονεθῶσι πρὸς τὴν Εὐρώπην, διότι ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις δὲν ἀντεπεκρίθη εἰς τὰς ἐλπίδας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν ἐνήργησε διὰ τρόπου ἀποτελεσματικοῦ πρὸς καταστολὴν τῆς ἐπαναστάσεως. Ποῖα τὰ μέτρα τὰ ἀποτελεσματικὰ, ἅτινα κατὰ τὴν ἐγκύκλιον ἔπρεπε νὰ λάβῃ ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις;
§43ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ σφάξῃ, νὰ πυρπολήσῃ!
§44ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ μέτρα τ’ ἀποτελεσματικὰ ἀναγράφονται ἐν τῇ ἀπαντήσει τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἀληθῶς αἱματηρὰν εἰρωνείαν, ἧς ὑπῆρξαν ἄξιοι ἀληθῶς οἱ Ὑπουργοὶ ἐν τῇ ἀφελείᾳ των. Ἡ Ἑλληνικὴ ἐγκύκλιος γράφει: «Ἡ Κυβέρνησις ἐπολιτεύθη οὕτως ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι αὐτὰ ταῦτα τὰ συμφέροντα θὰ ὑπηγόρευον ἀνάλογον ἐνέργειαν εἰς τὴν Τουρκίαν καὶ τὴν Εὐρώπην. Ἀποδίδουσα δ’ εἰς ἀδράνειαν τὴν ὀλιγωρίαν τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ἤλπιζεν ἐν προσεχεῖ μέλλοντι εἰς τελεσφόρον ἐνέργειαν». Ἡ δὲ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἀπαντᾷ: «Ἀποστέλλεται εἰς Κρήτην ἡ Α. Ἐξ. ὁ Σακὴρ πασσᾶς, ὡς ἀρχηγὸς τῶν αὐτοκρατορικῶν στρατευμάτων καὶ προσωρινὸς διοικητὴς, εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ Ῥιζᾶ πασσᾶ. Ἀφικνούμενος οὗτος θέλει θέσει εἰς κατάστασιν πολιορκίας τὴν νῆσον, θέλει συστήσει, συνῳδὰ τῷ νόμῳ, Στρατοδικεῖα, ὧν τὰ πλεῖστα μέλη ἀπεστάλησαν ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, θ’ ἀπευθύνῃ μετριοπαθῆ, ἀλλὰ σταθερὰν προκήρυξιν, καλοῦσαν τὰς ἀνταρτικὰς συμμορίας νὰ καταθέσωσι τὰ ὅπλα, καὶ τ’ αὐτοκρατορικὰ στρατεύματα θέλουσιν ἐκπληρώσει τὸ καθῆκόν των». Καὶ ἀνταποκρινομένη ἐντελῶς πλέον εἰς τὰς ἐλπίδας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἡ Αὐτοκρατορικὴ Κυβέρνησις ἐξετέλεσε λέξιν πρὸς λέξιν τὰς ἐπαγγελίας της. Δὲν εἶχε φθάσει ἀκόμη εἰς χεῖρας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἡ εἰς τὴν ἐγκύκλιόν της ἀπάντησις καὶ ὁ Σακὴρ εἶχε καταπλεύσει εἰς Χανία, τὰ Στρατοδικεῖα συνεστήθησαν αὐθωρεὶ, καὶ ἡ κατάστασις πολιορκίας προεκηρύχθη· ἤρχισαν τότε οἱ ἐμπρησμοὶ εἰς τοὺς ἀγροὺς,—οὐχὶ εἰς τὰς πόλεις, δι’ οὓς παρεπονεῖτο ἡ Κυβέρνησις, — οἱ βιασμοὶ, αἱ καταδιώξεις, αἱ καταδίκαι, αἱ ἐξορίαι καὶ οἱ πνιγμοί. Ἀλλὰ διὰ πάντα ταῦτα ἐθεώρησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι δὲν ὤφειλε νὰ διαμαρτυρηθῇ, ἐθεώρησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι διὰ τῆς ἐγκυκλίου ἐκείνης τῆς 7 Αὐγούστου, ἥτις προεκάλεσε τὰς καταστροφὰς, ἐπετέλεσε τὸ καθῆκόν του, ἐθεώρησε, λέγω, ὅτι μετὰ τὴν ἐγκύκλιον ἐκείνην δὲν ὤφειλε πλέον νὰ ἐνεργήσῃ τι, ὤφειλε νὰ λωφάξῃ, καὶ τοῦτο ἔπραξε· διατί; Σᾶς τὸ ἐξήγησεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· διότι, σᾶς εἶπε, παρῆλθον 24 ἢ 48 ὧραι ἀπὸ τῆς στιγμῆς, ἀφ’ ἧς κατέπαυσεν ἡ πρώην κατάστασις καὶ ἐπῆλθεν ἡ νέα· ἑπομένως δὲν εἶχε νὰ ἀσχοληθῇ περὶ τῆς κατόπιν καταστάσεως. Ἐνταῦθα δὲ, πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἰδέας του, σᾶς ἀνέμιξε τὰς θεωρίας τοῦ 1867 περὶ ἐνεργείας τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ, περὶ μὴ τμηματικῆς ἐνεργείας αὐτοῦ, περὶ ἐξεγέρσεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ μετὰ τῆς Κρήτης καὶ ἄλλα πολλά· ἐλησμόνησε μόνον τὸ δένδρον τῆς ἐλευθερίας, τὸ ὁποῖον, ἠγάλλετο τότε, ὅτι εἶχε ῥιζοβολήσει, χάρις εἰς τὰ αἵματα τῶν Κρητῶν, παρ’ ἄλλοις λαοῖς, ἂν ὄχι ἐν Κρήτῃ, καὶ κατέληξε μὲ τὴν ἐπαγγελίαν ἰσοζυγίου. Τί ζητεῖτε; τί φωνάζετε; Ὁ Ἑλληνισμὸς πρέπει νὰ συγκεντρωθῇ, διότι δὲν εἶναι τόσον μέγας, ὥστε νὰ ἐνεργῇ τμηματικῶς. Πρέπει νὰ ἔλθουν τὰ θωρηκτὰ, ἴσως πρέπει ν’ ἀναμένωμεν νὰ σαπίσουν τὰ θωρηκτὰ, διότι ὅταν ἔλθουν, πρέπει ν’ ἀναμένωμεν νὰ παρασκευασθῶσι τὰ πληρώματα. Πρέπει νὰ ἀναμένωμεν, τὸ ἰσοζύγιον, τὸ ὁποῖον εἶναι σήμερον λογιστικὸν, εἰκονικὸν, νὰ καταστῇ πραγματικὸν, καὶ τότε θὰ ἐνεργήσῃ ὁ Ἑλληνισμός. Τότε ὁ Ἑλληνισμὸς θὰ δώσῃ τὸ σύνθημα πλέον τῆς λύσεως τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ ταῦτα ἐπηγγέλθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ 1867. Ἠὐτύχησε δὲ νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν ἑπτὰ ὅλα ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ὑπῆρξε διάλειμμα ἑνὸς μόνου ἔτους καὶ ἐν τούτοις οὐδὲν ἔπραξε. Σήμερον δὲ λέγει πρὸς τοὺς Κρῆτας: μετὰ 5 ἔτη ἡ Ἑλλὰς θὰ ἦναι ἑτοίμη νὰ σᾶς ὑπερασπίσῃ, τότε θὰ ζητήσῃ λόγον τῶν σήμερον διαπραττομένων. Καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι σπουδαῖον νὰ στείλῃ ὀλίγα κιβώτια φυσιγγίων ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ Δημοσίου, διὰ τοῦτο ἀναβάλλει, ὅπως ἄλλοτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ τὴν περιαγωγὴν τῶν αἰχμαλώτων ἐν Θεσαλονίκῃ, ἀναβάλλει ἐπ’ εὐθετωτέρους χρόνους νὰ ζητήσῃ τὰ ἀντίποινα. Τὸ πρῶτον στάδιον τῆς ἐνεργείας λήγει, Κύριοι, διὰ τῆς ἐξετάσεως τῆς ἐγκυκλίου τῆς 7 Αὐγούστου, ἥτις οὐχ ἧττον χρησιμεύει ὡς ἀφετηρία πρὸς ἀνεύρεσιν τοῦ σκοποῦ τῆς ὑστέρας πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως. Κατ’ ἀρχὰς, ὡς ὡμολόγησε σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, προσεπάθησε διὰ παντὸς τρόπου ν’ ἀποτρέψῃ τοὺς Κρῆτας ἀπὸ τῆς ἐπαναστάσεως. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές· προσεπάθησε διὰ παντὸς τρόπου νὰ διαιρέσῃ τοὺς Κρῆτας. Τὰς προνομίας, ἃς σήμερον ἐκήρυξε τόσον τιμαλφεῖς, προσεπάθησε νὰ τὰς καταστρέψῃ, μετερχόμενος τὴν φατριαστικὴν πολιτικὴν, ἣν μετέρχεται ἐν Ἀθήναις. Ὅτε ὅμως εἶδεν, ὅτι οἱ Κρῆτες, λησμονήσαντες τὰ τοπικά των πάθη, τὰς προσωπικάς των ἀντιζηλίας, συνέπειαν τῆς λειτουργίας ἀτελοῦς πολιτεύματος, ἔδωκαν τὰς χεῖρας καὶ ἐζήτησαν νὰ κηρύξωσι τὴν ἕνωσιν μετὰ τῆς Ἑλλάδος, τότε ἐνεθυμήθη τὰς μεγάλας θεωρίας του τοῦ 1867 περὶ τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος, τότε προσεπάθησε διὰ τοῦ Προξένου του νὰ κατορθώσῃ ν’ ἀποτρέψῃ τοὺς Κρῆτας ἀπὸ τοῦ νὰ κηρύξωσι τὴν ἕνωσιν. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἤρχισαν αἱ βιοπραγίαι τοῦ τουρκικοῦ ὄχλου, αἱ σφαγαὶ, οἱ ἐμπρησμοὶ, οἵτινες, κατὰ τὴν διπλωματικωτάτην ἔκφρασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐωτερικῶν, ἦσαν à l’ ordre du jour. Καὶ σύνοιδε τότε ἡ Κυβέρνησις τὴν εὐθύνην, ἣν ἔφερεν ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ αὐτὴ, ἡ οὐδέποτε ῥυμουλκηθεῖσα, αὐτὴ, ἥτις δὲν φοβεῖται τὸν ἔλεγχον, δὲν φοβεῖται τὴν εὐθύνην, μετέβαλε πορείαν, ἀπὸ εἰρηνικῆς κατέστη πολεμικὴ, καὶ προσεπάθησε, δι’ ὃ δικαίως τὴν μέμφεται ἡ Τουρκικὴ ἀπάντησις, προσεπάθησε διὰ παντὸς τρόπου ν’ ἀναζωπυρήσῃ τὸ ἐν Κρήτῃ κίνημα. Καὶ διατί; Διὰ τὸ ἰσοζύγιον. Ἐκεῖνο, ὅπερ ἔκαμε τὴν Κυβέρνησιν νὰ κινηθῇ, εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής. Ἡ δαπάνη, εἰς ἣν ἠναγκάσθη, ὅπως συντηρήσῃ τοὺς πρόσφυγας. Ἠρνήθη ὁ κ. Πρόεδρος τοῦτο, καὶ ἐν τούτοις αὐτὸ λέγει ἡ ἐγκύκλιός του: «Ἡ ἀξιοθρήνητος αὐτῶν κατάστασις κινεῖ τὸν κοινὸν οἶκτον καὶ προκαλεῖ ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ καὶ τῆς Βασιλικῆς Κυβερνήσεως θυσίας μεγάλας, αἵτινες εἶναι τὸ ἐλάχιστον τῆς καταστάσεως ἄτοπον». Προσθέτει τοῦτο διότι δὲν θέλει νὰ καταστῇ κατάδηλος ἡ ἰδέα τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ προσθέτει τοῦτο ἀορίστως. Ἐὰν δὲν ἐθεώρει, ὄχι τὸ σπουδαιότερον, ἀλλὰ τὸ μόνον κακὸν, τὸ προκύπτον ἐκ τῆς καταστάσεως τῆς Κρήτης, τὴν ἀνάγκην, εἰς ἣν ὑπέκειτο ἡ Κυβέρνησις, νὰ περιθάλψῃ τοὺς πρόσφυγας, (καὶ γνωρίζετε ὑμεῖς πάντες, πῶς περιέθαλψεν αὐτοὺς καὶ ἐν τίνι μέτρῳ ἴσως περιέθαλψεν αὐτοὺς,) ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐθεώρει, ὅτι τὸ μεγαλείτερον ἄτοπον, τὸ παραγόμενον ἐκ τῆς καταστάσεως ἐκείνης, εἶναι ἡ περίθαλψις τῶν Κρητῶν, θὰ ἀνέγραφε τὰ ἄλλα ἄτοπα. Τὰ ἄλλα τὰ ἐθεώρησεν ὅλως περιττὰ, καὶ ἐνέμεινεν εἰς ἐκεῖνο μόνον, διὰ τὸ ὁποῖον ὀλίγον ἔλειψε νὰ μᾶς ἐγκαλέσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ συκοφαντίᾳ. Αὕτη εἶναι ἡ συγκεφαλαίωσις τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον, τὸ ὁποῖον λήγει μὲ τὴν ἐγκύκλιον τῆς ἑβδόμης Αὐγούστου. Πολεμικὸς ἀρχικῶς, ἢ μᾶλλον ἀφοῦ προσεπάθησε νὰ ἐγείρῃ σκάνδαλα καὶ ἔριδας ἐν μέσῳ τῶν Κρητῶν, καθίσταται εἰρηνικὸς ἀμέσως μετὰ ταῦτα, πολεμικὸς δὲ μετ’ ὀλίγον. Ὅτε ἠρώτησα πρὸ ὀλίγου τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἢ μᾶλλον ἐβεβαίωσα, ὅτι αὐτὸς προεκάλεσε τὴν ἐπέμβασιν τὴν τουρκικὴν, μὲ ἀντηρώτησεν, ἐὰν ἐπίστευον, ὅτι, ἐὰν δὲν προεκαλεῖτο ἡ Τουρκία, δὲν ἤθελεν ἐνεργήσει. Καὶ βεβαίως δὲν ἤθελεν ἐνεργήσει. Ἡ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης πορεία αὐτῆς ἀποδεικνύει ἀκριβῶς τοῦτο. Ἡ Τουρκία ἠδύνατο ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ν’ ἀποστείλῃ τὸν στρατὸν, τὸν ὁποῖον συνεκέντρωσε κατόπιν τῆς προσκλήσεως τῆς Ἑλληνικῆς διακοινώσεως, ἠδύνατο ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας νὰ κηρύξῃ τὸν στρατιωτικὸν νόμον καὶ τὴν κατάστασιν πολιορκίας ἐν Κρήτῃ, ἠδύνατο ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας νὰ συστήσῃ τὰ Στρατοδικεῖα, ἀλλ’ ἀνέμεινε τὴν πρόσκλησιν ὑμῶν καὶ τὴν ἐπ’ εὐκαιρίᾳ αὐτῆς βεβαίωσιν τῶν κυριαρχικῶν της δικαιωμάτων ὑφ’ ὁλοκλήρου τῆς Εὐρώπης, ἣν βεβαίως σεῖς προεκαλέσατε. Ἐρχόμεθα ἤδη εἰς τὸ δεύτερον στάδιον. Ὁ Σακὴρ φθάνει μὲ ἀναπεπταμένας τὰς σημαίας τοῦ ἐμπρησμοῦ, τῶν δηώσεων καὶ τῶν ἄλλων κακουργιῶν. Ἀλλὰ τότε ἡ Κυβέρνησις λησμονεῖ ἐντελῶς τὴν πολεμικήν της ἐγκύκλιον, τὰς ἀπειλὰς τὰς κενὰς περὶ ἀμέσου ἐνεργείας, καὶ συντρέχει τὸν Σακὴρ πασσᾶν εἰς κατάληψιν τῆς Κρήτης ὁλοκλήρου διὰ τῶν τακτικῶν στρατευμάτων. Ἀλλ’ ἐὰν τοιαῦτα ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, —καὶ καταγγέλλονται τὰ πραχθέντα παρὰ τοῦ ὑπομνήματος τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Κρητῶν, τοῦ ἐπιδοθέντος πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς,—νομίζει ὅτι δὲν ὑπέχει εὐθύνην διὰ πάσας τὰς κακουργίας, αἵτινες ἀποτελοῦσι παραβίασιν ὄχι μόνον παντὸς δημοσίου δικαίου, ἀλλὰ καὶ παντὸς ἀνθρωπίνου νόμου; Νομίζει ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ὁ ἠθικὸς αὐτουργὸς τῶν κακουργιῶν ἐκείνων, τοῦ ὀλέθρου τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ; Καὶ ἐν τούτοις τολμῶσι, μετὰ τοιαύτην πολιτικὴν καὶ μετὰ τοιαύτας ἐπιτυχίας, νὰ ζητήσωσι παρ’ ἡμῶν ψῆφον ἐμπιστοσύνης! Ὁμολογεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐπλανήθη παρὰ τῆς Τουρκικῆς πολιτικῆς· ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι τοῦτο δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ ἀθωώσῃ αὐτὸν παρὰ τῇ κοινῇ γνώμῃ, παρὰ τῷ Ἔθνει; Δὲν ἐνεθυμήθησαν τὰ κατὰ τὴν μεγάλην ἐπανάστασιν καὶ τὰ μέχρι τοῦ 1867 τελεσθέντα; δὲν ἐνεθυμήθησαν τὰ κατὰ τὸ 1867 καὶ τὸ 1878; δὲν ἐνεθυμήθησαν τὴν περιαγωγὴν τῶν αἰχμαλώτων; δὲν ἐνεθυμήθησαν τὴν ὕβριν κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ παρασήμου; Τί ἐνεθυμήθησαν; Ἐνεθυμήθησαν τὸ Ἰμτιὰζ καὶ τὸ Ὀσμανιὲ, διὰ τῶν ὁποίων ἐκόσμησαν τὰ στήθη των. Ἐβαυκαλίζοντο δ’ ὅτι τὰ παράσημα ἐκεῖνα καὶ οἱ καρποὶ, τοὺς ὁποίους ὁ Σουλτάνος προσέφερεν εἰς τὴν Ἄνασσαν, διερχομένην διὰ Κων)πόλεως, ἀπετέλουν ἐχέγγυον ἐπαρκὲς περὶ τῆς εἰλικρινείας τῆς Τουρκικῆς φιλίας. Ἀλλὰ τοιαῦτα λέγοντες ἀποδεικνύετε, ὅτι δὲν ἔχετε τὸν κοινὸν νοῦν. Ἀποδεικνύετε ὅτι ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν ὑμῶν οὐ μόνον ἡ Ἑλλὰς, ἀλλ’ ὅλος ὁ Ἑλληνισμὸς θ’ ἀπολεσθῇ. Σεῖς ἔχετε συμφέρον ἐν τῇ σιγῇ, σεῖς διὰ τῆς σιγῆς ἐλπίζετε ὅτι θὰ διατηρηθῆτε ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Ἠλπίσατε ὅτι δι’ αὐτῆς ἤθελον καλυφθῆ αἱ καταγγελλόμεναι ἐνέργειαί σας ἀπὸ τῶν τεσσάρων ἄκρων τῆς Κρήτης, ἠλπίσατε οὕτω, ὅτι δι’ αὐτῆς ἠθέλετε δυνηθῆ νὰ διατηρηθῆτε ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἠλπίσατε ὅτι θέλετε δυνηθῆ νὰ συνεχίσητε τὴν πολιτικὴν τοῦ δανεισμοῦ, ἐκ τῆς ὁποίας καὶ ὑμεῖς καὶ οἱ φίλοι σας πολλὰ ὀφέλη προσπορίζεσθε, εἴτε χρηματικὰ, εἴτε κομματικὰ, ἀναλόγως τῆς ἰδιοσυγκρασίας ἑκάστου (ἱλαρότης). Ἀλλ’ ἡμεῖς, μὴ ἔχοντες τὰ αὐτὰ συμφέροντα μεθ’ ὑμῶν, μηδὲ καταδεχόμενοι νὰ ἔχωμεν τὰ αὐτὰ συμφέροντα, ἔχομεν τὸ καθῆκον νὰ ὑψώσωμεν τὴν φωνὴν, νὰ διαμαρτυρηθῶμεν διὰ τὴν καταστροφὴν τιμαλφεστάτων δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ νὰ ζητήσωμεν καθ’ ὑμῶν δίκην καὶ καταδίκην. Καὶ ἐὰν ἡ δίκη καὶ καταδίκη δὲν ἐπιτευχθῇ διὰ τῆς ψήφου ὑμῶν, θέλει ἐπιτευχθῆ ἄλλως. Θὰ ἔλθῃ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ κωμικὸν καθεστὸς, ἀπομίμησις ἱλαρὰ τοῦ δουκάτου τοῦ Γερολστάϊν, θὰ καταπέσῃ, καὶ ἡμεῖς θέλετε σαρωθῆ μετ’ αὐτοῦ. (Εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μία ἔτι σταγὼν καὶ πληροῦται τὸ ποτήριον, ἴσως δὲ πληρωθῆ διὰ τῆς τελευταίας σταγόνος τοῦ αἵματος τῆς Κρήτης. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τυπάλδος Κοζάκης ἔχει τὸν λόγον.
§46ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει εἰσέτι καιρὸς νὰ ἐργασθῶμεν.
§48ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει καιρὸς νὰ ὁμιλήσωσιν ὅλοι οἱ συνάδελφοι, οἱ ζητήσαντες τὸν λόγον, καθὼς καὶ ἐγώ. Τὸ ζήτημα πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὑφ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς ἐπόψεις καὶ εἴμεθα ἠναγκασμένοι ν’ ἀπαντήσωμεν εἰς τὰς μωρολογίας, αἱ ὁποῖαι ἐλέχθησαν ἐκεῖθεν.
§49Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης δὲν παρέρχεται οὕτω· δὲν θέλετε νὰ ὁμιλήσωμεν; Θὰ ὁμιλήσω μέχρι πρωΐας.
§50ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Βεβαίως ἡ συζήτησις δὲν θὰ τελειώσῃ ἀπόψε, ὥστε δὲν πρέπει νὰ ἐπιμένητε.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Τυπάλδος.
§52ΛΕΒΙΔΗΣ. Νὰ ἐγγράψητε καὶ ἐμὲ, κύριε Πρόεδρε.
§53ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Καὶ ἐμέ.
§54ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐμέ.
§55ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ ἐμέ.
§56ΚΑΝΑΡΗΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, ἐὰν θέλῃ νὰ προχωρήσῃ.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φέρετε πρότασιν ἀναβολῆς;
§58ΚΑΝΑΡΗΣ. Ὄχι.
§59ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Φέρω ἐγώ.
§60ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιθυμοῦμεν, κύριε Πρόεδρε, ὑμεῖς ὁ ἴδιος νὰ λύσητε ἓν ζήτημα, ἀναφυόμενον ταύτην τὴν στιγμήν. Δὲν ὑπάρχει ὅριον εἰς τὴν ἐργασίαν τοῦ Κοινοβουλίου; εἶναι σοβαρὸν, αὐτὸ τὸ ὁποῖον γίνεται αὐτὴν τὴν στιγμήν; Φαντάζεται ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἶναι δυνατὸν τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ περατωθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο; ὅτι ἐπιμένουσα δὲν ἐκθέτει καὶ τὴν ἰδίαν αὐτῆς ἀξιοπρέπειαν;
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχουσι ζητήσει πολλοὶ τὸν λόγον· τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν θὰ τελειώσῃ ἀπόψε, ἀλλὰ δυνάμεθα εἰσέτι νὰ συζητήσωμεν μίαν καὶ δύο ὥρας.
§62Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Πέντε καὶ ἓξ ὥρας ὅταν συνεδριάζῃ ἡ Βουλή, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀρκεταί.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως διὰ τὴν αὔριον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς ἀπεῤῥίφθη. Ὁ κ. Τυπάλδος Κοζάκης ἔχει τὸν λόγον.
§64ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἐὰν, κύριοι Βουλευταὶ, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς, ὅτι θεωρεῖ τὴν ὑπόθεσιν τῆς Κρήτης ὡς ὑπόθεσιν σπουδαιοτάτην, ἠδυνάμεθα τῷ ὄντι νὰ πιστεύσωμεν ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐξέθηκε τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ὅτι δὲν ἀποδίδει εἰς αὐτὴν σπουδαιότητά τινα. Διότι, ἐάν τις ἦναι εἰς θέσιν νὰ ἐπιῤῥίψῃ φῶς ἐπὶ τῆς ὀδυνηρᾶς ταύτης ὑποθέσεως, οὗτος βεβαίως εἶναι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι μόνη ἡ Κυβέρνησις κατέχει ὅλα τὰ στοιχεῖα, ὅπως διαφωτίσῃ τὰ περὶ τοῦ ἀξιοθρηνήτου τούτου ἐπεισοδίου. Τὸ κοινὸν ἀληθῶς γνωρίζει σημεῖά τινα, τὰ ὁποῖα καὶ ἐν τῷ τύπῳ καὶ ἐνταῦθα τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀνεπτύχθησαν, σημεῖα, τὰ ὁποῖα βεβαίως ἔπεισαν τὴν κοινὴν γνώμην, δὲν διστάζω νὰ τὸ βεβαιώσω, περὶ τῆς σφαλερᾶς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, ἐνεργείας, ἥτις ἐδείνωσε τὰ τόσον δυσχερῆ αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ πράγματα ταῦτα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν θὰ συζητήσῃ περὶ τῆς διπλωματικῆς αὑτοῦ ἐνεργείας, διότι τοιαύτη συζήτησις, κατ’ αὐτὸν, δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἄνευ ὅλων τῶν σχετικῶν κειμένων. Ἀλλ’ ἡμεῖς, οἱ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, οἵτινες δὲν ἔχομεν ἐπισήμους εὐθύνας, ἡμεῖς οὐδόλως εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ δεχθῶμεν τὴν δήλωσιν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος ἠρώτησε τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν, ἐὰν ἀρνῆται τὴν ὑπογραφήν του, ἥτις ἔκαμε τὸν γύρον τοῦ κόσμου ὑπὸ τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀνελύθη ἐνταῦθα. Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις εἶναι καθ’ ὅλα ἔντιμος ἀνὴρ, δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὸ ἔγγραφον τοῦτο. Ἀλλ’ ὅμως τὸ ἐν λόγῳ ἔγγραφον, καίπερ μὴ ἐπισήμως δημοσιευθὲν, ἔφερεν ἀποτελέσματα ἐκ τῶν ἐντυπώσεων, τὰς ὁποίας παρήγαγεν. Ἑπομένως, ἐὰν ἦτο ἡ διακοίνωσις πλαστή, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἦτο ἡ πρώτη, ἥτις ἤθελε τὴν διαψεύσει. Διότι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν συναίσθησιν τῆς δεινῆς ἐντυπώσεως, τὴν ὁποίαν ἡ διακοίνωσίς της παρήγαγε. Δυστυχῶς δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία περὶ τῆς ἀκριβείας τοῦ κειμένου τούτου. Τὸ πολὺ δύναται νὰ πιστευθῇ ἔκ τινων συντακτικῶν σφαλμάτων, ὅτι ἐγένοντο ἴσως τυπογραφικὰ παροράματα εἰς τὴν δημοσίευσιν. Πλὴν τὸ τοιοῦτον οὐδόλως μεταβάλλει τὸ ἀξιωματικὸν τοῦ κειμένου. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἀξιοῦσι νὰ διατυπώσωσι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν πολιτικὴν, ἣν ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσῃ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην. Τολμῶ νὰ εἴπω, ὅτι ἐκ τῆς πείρας μου ἐν τῇ διπλωματικῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς πατρίδος μου γνωρίζω καὶ ἐκτιμῶ τὰς μεγίστας δυσχερείας, εἰς τὰς ὁποίας τοιαῦτα ζητήματα ἐμβάλλουσι τὰς Ἑλληνικὰς Κυβερνήσεις. Ὁμολογῶ τὰς δυσχερείας ταύτας, καίτοι οἱ καθήμενοι σήμερον ἐπὶ τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων ἐφάνησαν ἄλλοτε τόσον σκληροὶ πρὸς ἡμᾶς, ἀντικρύσαντας πολὺ δεινοτέρας καὶ δυσχερεστέρας περιστάσεις. Καὶ σήμερον ἀκόμη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρεξετράπη, ἂς μοὶ συγχωρήσῃ τὴν ἔκφρασιν, ὅτε ἐπετίμησε τὸν προκάτοχον αὐτοῦ διὰ τὴν κατὰ τὰ 1885 καὶ 1886 πολιτικήν του, διὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ κατὰ πεποίθησιν φρονῶ, πεποίθησιν βαθεῖαν, ἀκλόνητον, ὅτι ἡ ἱστορία θέλει ἀπονείμει εἰς αὐτὸν στέφανον. Διότι ἀληθῶς, ὁποία ὑπῆρξεν ἡ περίστασις ἐκείνη, τὴν ὁποίαν τόσον ἀκαίρως καὶ οὐχὶ ἱπποτικῶς ἀνέμιξεν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην ὁ κ. Πρωθυπουργός; Τότε εἶχε παρουσιασθῆ ζήτημα μεγίστων διαστάσεων, ἀσυγκρίτως σπουδαιότερον τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς νήσου καὶ μιᾶς χώρας Ἑλληνικῆς, ὅσον σπουδαία καὶ ἂν θεωρηθῇ αὕτη, ἀλλ’ ἐπρόκειτο περὶ τῆς ὑπάρξεως ἡμῶν ὡς Ἔθνους. Γνωρίζει καλῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις τὸ ζήτημα τῆς Ἀνατολῆς ἐμελέτησεν ἐπὶ τριάκοντα ἔτη, ὅτι εἰς τὴν ὑπόθεσιν ἐκείνην τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος ὑπάρξεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Παρουσιάσθη τότε περίπτωσις, καθ’ ἣν ἓν Κράτος τοῦ Αἵμου ἀρτισύστατον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχεν ἀκόμη πλήρη τὰ κυριαρχικὰ αὐτοῦ δικαιώματα, κατέλαβεν αὐθαιρέτως χώραν κατοικουμένην ὑπὸ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ, σπουδαιοτάτου οὐ μόνον κατὰ τὸν ἀριθμὸν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν παραγωγικὴν καὶ τὴν κοινωνικὴν ἀξίαν, κατέλαβε τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην, ἧς ὁ πληθυσμὸς ἀνέρχεται εἰς ὀκτακοσίας χιλιάδας ψυχὰς, καὶ διὰ τῆς καταλήψεως ταύτης βιαίως καὶ ἐν ἀκαρεὶ ἀνέτρεψε τὴν ἰσοῤῥοπίαν τῶν χριστιανικῶν Ἐθνῶν ἐν τῇ ἀνατολικῇ Εὐρώπῃ, ἀνέτρεψε τὴν ἰσοῤῥοπίαν ἐκείνην, περὶ τῆς ὁποίας ἐμερίμνησεν ἡ ἐν Βερολίνῳ συνθήκη. Οὐδεμία θὰ ὑπῆρχε Κυβέρνησις Ἑλληνικὴ, ἥτις δὲν θὰ ἐνήργει ὅπως ἐνήργησεν ἡ προκάτοχος τῆς παρούσης Κυβέρνησις, ἥτις, ἀπέναντι τοῦ γεγονότος τῆς καταλήψεως τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας, ἐζήτησεν, ὅπως δοθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀντισήκωσις ἐπὶ τῇ βάσει κειμένων, ὑφισταμένων ἐν αὐτῇ τῇ Βερολινείῳ συνθήκῃ. Καὶ πῶς ἄλλως ἠδύνατο νὰ πολιτευθῇ ὁ τότε Πρωθυπουργὸς, τὸν ὁποῖον κατὰ τὰς κρισίμους ἐκείνας περιστάσεις ἡ καλὴ τύχη τῆς Ἑλλάδος εἶχε φέρει εἰς τὰ πράγματα; — δὲν διστάζω νὰ τὸ εἴπω. Καὶ λέγω τοῦτο μετὰ τὰς ἐντυπώσεις μάλιστα τὰς ὀδυνηρὰς, τὰς ὁποίας ἄφησεν εἰς ἐμὲ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διεξήχθη ἡ ὑπόθεσις τῆς Κρήτης. — Τί ἄλλο ἠδύνατο νὰ κάμῃ ὁ κ. Δηλιγιάννης, παρὰ νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν Εὐρώπην διὰ σειρᾶς διαπραγματεύσεων τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἡ Ἑλλὰς, καὶ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα τῇ ἐπεβάλλοντο ἐκ τῆς καταστάσεως, ἣν εἶχε δημιουργήσει τὸ πραξικόπημα τῶν Βουλγάρων, καὶ νὰ παραστήσῃ τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὴ ἡ Εὐρώπη εἶχεν εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἰσοῤῥοπίας τῶν Ἐθνῶν τοῦ Αἵμου; Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νομίζῃ, ὅτι δὲν ἦλθεν ἡ ἐποχὴ νὰ ἐκτυλίξῃ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου τὴν διπλωματικὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ ἐν τῇ σχετικῶς μικρᾷ ὑποθέσει τῆς Κρήτης,—καὶ λέγω μικρᾷ χωρὶς νὰ ἀδικήσω τὴν Κρήτην, διότι εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας ἐπρόκειτο περὶ ὑπάρξεως ἐθνικῆς,—ἐὰν, λέγω, ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς δὲν ἐθεώρησεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ μᾶς φωτίσῃ διὰ τῆς ἐκθέσεως τῶν διπλωματικῶν αὐτοῦ ἐνεργειῶν, ἂς πιστεύσῃ, ὅτι ὑπῆρξαν ἐνέργειαι, καί τινας τούτων ἐγνώρισεν ἐκ τοῦ ἀρχείου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, αἵτινες, ἐὰν ἤθελον γνωσθῆ, πολὺ ἤθελον ὑψώσει τὴν θέσιν τοῦ ἰθύναντος τότε τὰ πράγματα τοῦ τόπου. Ἐὰν κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην αἱ ἐνέργειαι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀντὶ νὰ στεφθῶσι διὰ τῆς ἐπιτυχίας, ἀπέτυχον ἐν μέρει, ἐὰν ἐγένετο σύγκρουσις μεταξὺ Σέρβων καὶ Βουλγάρων, ἥτις ἐπέφερε τὴν ἀνατροπὴν τοῦ σχεδίου, οὐχ ἧττον ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ὥπλισε τὸν τόπον, παρατάξασα στρατὸν ἄξιον λόγου, καὶ ἐπεβλήθη διὰ τῆς ναυτικῆς δυνάμεως αὑτῆς ἀρκούντως, ὥστε ν’ ἀποκλείσῃ τὸν τουρκικὸν στόλον ἐντὸς τῆς Προποντίδος. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη τότε ἐτήρησεν ὑψηλὰ τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν, ἔσωσεν, ἂν ὄχι ἄλλο, τοὐλάχιστον τὸν λόγον τῆς ὑπάρξεως ἡμῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ἀπετύχομεν, ὅπως τόσα ἄλλα Κράτη, πολλῷ ἡμῶν ἀνώτερα, ἀπέτυχον· δὲν ἐφθάσαμεν εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προσεδοκῶμεν, ἀλλ’ ἐσώσαμεν τὴν τιμὴν ἡμῶν. Ναί, ἐπαναλαμβάνω τὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν πέρυσιν εἶπον ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὰ πάντα ἐχάσαμεν ἐκτὸς τῆς τιμῆς. Ἀμφιβάλλω ἂν δύναται νὰ εἴπῃ τοῦτο ἡ παροῦσα Κυβέρνησις περὶ τῆς Κρητικῆς ὑποθέσεως. Ἀδύνατον εἶναι νὰ ἀρνηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν διακοίνωσιν αὑτοῦ. Καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις, στηριζομένη ἐπὶ τύπων διπλωματικῶν, δύναται ν’ ἀρνηθῇ νὰ φέρῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ὀνομάζει ἡμιαυθεντικά, καὶ ἐὰν ἀκόμη δὲν ἀναγνωρίζῃ τὸ κῦρος τῶν ἐπισήμων τούτων ἐγγράφων, δὲν δύναται ὅμως καὶ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ γνωρίζῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα γνωρίζει, καὶ νὰ κρίνῃ ἐπὶ γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἔσχον τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν. Δύνασθε νὰ ἀναιρέσητε τὰ ἀποτελέσματα τῆς διακοινώσεώς σας; Δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι ἐδημοσιεύθησαν τὰ κείμενα ταῦτα εἰς ὅλην τὴν Εὐρώπην καὶ ὅτι ἡ Πύλη ἀπήντησεν εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦτο, καὶ ὅτι ἡ ἀνάλυσίς της ἀπέδειξεν, ὅτι ἐδώσατε ἰσχυρὸν φονικὸν ὅπλον εἰς τὰς χεῖρας τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως; Δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι ἐπισημότατα αἱ Κυβερνήσεις τῆς Εὐρώπης ἀπέκρουσαν τὸ ἔγγραφον τοῦτο, τὸ ἐθεώρησαν ὡς κακῶς γενόμενον, ὡς διάβημα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε δικαίωμα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ, ὡς διάβημα προσβάλλον τὴν Εὐρώπην καὶ τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς Τουρκίας; Δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε, ὅτι ἡ διακοίνωσις αὕτη ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς ἐνεργείας ἐν Κων)πόλει, αἵτινες μεγάλως συνετέλεσαν εἰς τὴν τροπὴν, τὴν ὁποίαν τὰ πράγματα ἔλαβον ἐν Κρήτῃ, καὶ ὅτι συνεπείᾳ τῶν ἐνεργειῶν ἐκείνων ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἐξέφρασε τὰς εὐχαριστίας αὐτῆς πρός τινα ἀνακτοβούλια; Ταῦτα πάντα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς διακοινώσεώς σας, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει οὐ μόνον τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ τὸ καθῆκον ν’ ἀσχοληθῇ περὶ τῆς διακοινώσεως ταύτης. Ἀληθῶς, αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν, τί ἦτο ἡ ὑπόθεσις τῆς Κρήτης; Ἓν ἐπεισόδιον τῆς διαρκοῦς ἐν αὐτῇ ἀνωμάλου καταστάσεως. Ἐλέχθη λίαν ὀρθῶς, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ὅπως πᾶσα Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, μεγάλην φέρει περὶ τῶν πραγμάτων τῆς Κρήτης εὐθύνην, διότι καὶ μεγάλην ἀσκεῖ ἐν Κρήτῃ ἐπιῤῥοήν. Τὴν ἐπιῤῥοὴν ταύτην δὲν ἠρνήθη ὁ κ. Πρωθυπουργός. Πρέπει λοιπὸν νὰ θεωρήσωμεν ὡς βέβαιον, διότι δὲν εἴδομεν ἀναιρούμενον τὸ διαδοθὲν, ὅτι ἡ ἀδεξία ἀνάμιξις τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ ἐσωτερικὰ κόμματα τῆς Κρήτης ἔφερεν ἀποτελέσματα πέραν τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον ἤθελε νὰ φθάσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Ἠδυνάμεθα νὰ δώσωμεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου λεπτομερείας, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ τὰς δώσωμεν. Σᾶς λέγομεν ὅμως, ὅτι τὴν εὐθύνην τῆς στάσεως τῆς Κρήτης σεῖς τὴν ἔχετε. Δὲν προΐδετε ποῦ ἤθελον φθάσει ἐνέργειαί τινες πρὸς ὑποστήριξιν κόμματος, τὸ ὁποῖον εἴχετε ἐκεῖ, καὶ τὰ πράγματα ἔφθασαν εἰς σημεῖον, τὸ ὁποῖον ὑπερέβη τὰς προσδοκίας ὑμῶν. Δὲν ἔχομεν ἤδη παρὰ νὰ ἀναγνώσωμεν τὴν τουρκικὴν διακοίνωσιν, ἵνα ἴδωμεν, ὅτι ὅλη ἡ ὑπόθεσις αὕτη διαιρεῖται εἰς δύο στάδια. Τὸ πρῶτον στάδιον εἶναι τὸ τῆς ἀνωδύνου ἐνεργείας τῆς Πύλης μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἡ Ἑλληνικὴ διακοίνωσις δίδει εἰς τὴν Πύλην τὴν εὐκαιρίαν καὶ τὸ μέσον νὰ παρεμβῇ, ὅπως καταστρέψῃ τὰς προνομίας τῆς Κρήτης. Τοῦτο τὸ εἶπε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὡμολόγησεν ὅλην τὴν ἀλήθειαν, ὅτε εἶπεν, ὅτι ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἐνήργησε δολίως, ἐπωφεληθεῖσα τῆς περιστάσεως, ὅπως προβῇ εἰς τὴν κατάλυσιν τῶν προνομίων τῆς Κρήτης, τῶν ἀτελῶν βεβαίως προνομίων, τοῦ ἀτελεστάτου Συντάγματος, ὅπερ καλεῖται Σύμβασις τῆς Χαλέπας, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε προνομίων πραγματικῶν, οὐχὶ εἰς τὸν χάρτην μόνον γεγραμμένων. Διότι προνόμιον ἐγὼ ὀνομάζω τὴν Κρήτην ζῶσαν καὶ ἔνοπλον, δυναμένην εἰς περιστάσεις κρισίμους τοῦ Ἔθνους ν’ ἀντισταθῇ εἰς τὴν Πύλην καὶ διὰ μόνης τῆς ἀπειλῆς νὰ ἐμποδίζῃ τὴν καταστροφὴν μεγάλων ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἀλλ’ ἡ διπλωματικὴ ὑμῶν ἀνικανότης ὑπῆρξεν αἰτία νὰ καταστραφῶσι τὰ προνόμια ταῦτα, τῇ συμπράξει ὑμῶν αὐτῶν. Δὲν λέγω, ὅτι συνειργάσθητε μετὰ τῶν Τούρκων ἐκ κακῆς προθέσεως, ἀλλ’ ὅτι ἐνηργήσατε κακῶς καὶ σφαλερῶς, ὅτι ἐνεπαίχθητε ὑπὸ τῶν Τούρκων. Τοῦτο ἐδήλωσε καὶ ὁ τύπος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἡ Πύλη ἀνέπτυξεν ἐνέργειαν εἰς τὴν Κρήτην, οἵαν τὸ 1860 ἐν Συρίᾳ. Τότε ἡ Πύλη κατώρθωσέ τι, τὸ ὁποῖον ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐπεδίωκεν ἐν Συρίᾳ. Ἐκεῖ ἐπεδίωκε τὴν κατάλυσιν τῶν προνομίων τῶν Μαρωνιτῶν, τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν καὶ τῶν Λατίνων, προνομίων, τὰ ὁποῖα εἶχον δημιουργηθῆ ἐκεῖ διὰ μακρῶν ἐργασιῶν τῆς Γαλλίας, τῆς Ῥωσσίας καὶ αὐτῆς τῆς Ἑλλάδος. Περιηγούμην ἐν Συρίᾳ κατὰ τὸ 1858 καὶ ἠδυνήθην νὰ ἐκτιμήσω ὁποίαν σπουδαιοτάτην θέσιν εἶχε τότε ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν Συρίαν. Τότε ὁ Γενικὸς Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἦτο ἰσότιμος πρὸς τὸν Γενικὸν Πρόξενον τῆς Ῥωσσίας καὶ τῆς Γαλλίας. Ὁ Πάκμωρ ἦτο ἰσότιμος πρὸς τὸν Λεσὲψ καὶ πρὸς τὸν Μούχιν, ἐξήσκει ἐπιῤῥοὴν, ἣν οὐδεὶς σήμερον Ἕλλην πράκτωρ δύναται νὰ ἐξασκήσῃ ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Διότι – ὄπισθεν τῆς πολιτικῆς τοῦ Προξένου ἐκείνου ὑπῆρχεν ἡ πολιτικὴ τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος, πολιτικὴ Κυβερνήσεως καὶ Βασιλέως. Σήμερον δὲν ἔχομεν οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο. Ἡ Ἑλληνικὴ διακοίνωσις ἀπέδωσε τὴν κατάστασιν τῆς Κρήτης εἰς νωχέλειαν τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, δηλαδὴ ἡ Ἑλληνικὴ διακοίνωσις εἶπεν ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εἴπῃ. Διότι ἔπρεπεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἀρνηθῇ ἀπολύτως τὸ δικαίωμα, τὴν ἱκανότητα εἰς τὴν Πύλην, νὰ ἐνεργήσῃ ἀποτελεσματικῶς ἐν Κρήτῃ. Καὶ πράγματι ἡ Πύλη δὲν ἐτόλμα νὰ προβῇ εἰς ἐνέργειαν στρατιωτικὴν σπουδαίαν, σεβομένη ἄκουσα τὰ κεκτημένα τῶν Χριστιανῶν τῆς νήσου δικαιώματα. Προέβη δ’ εἰς τοιαύτην, μόνον ὅτε ἀπροσδοκήτως εἶδε τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν διαμαρτυρομένην κατὰ τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως τῆς Κρήτης, ἤτοι ἀποκηρύττουσαν τὸ ἔργον τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821, τὸ ἔργον τῆς ἐπαναστάσεως τῆς Κρήτης τοῦ 1866, καὶ προκαλοῦσαν τὴν Πύλην νὰ ἐνεργήσῃ ἀποτελεσματικῶς πρὸς κατάλυσιν τοιαύτης ἐκρύθμου καταστάσεως. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τοῦ 1885, ἣν τόσον σκληρῶς ἔῤῥιψε κατὰ πρόσωπον τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ ὁ κ. Τρικούπης, εἶχε παρουσιασθῆ ἓν ζήτημα ἐν Κρήτῃ, τὸ ζήτημα τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ, καὶ κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὔτε κατὰ κεραίαν ὑπεχώρησε, καὶ οὐ μόνον δὲν ὑπεχώρησεν, ἀλλὰ εἶπεν ἐπισήμως εἰς τὴν Πύλην, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς Κρήτης εἶναι διαρκῶς ἀνώμαλος, ἐν ἄλλοις λόγοις, ὅτι ἡ Κρήτη δὲν εἶναι πράγματι τουρκικὴ κατάκτησις, εὑρίσκεται εἰς κατάστασιν ἰδιάζουσαν. Ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἂν ἤθελεν ἀναδιφήσει τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου του, καὶ ἂν ἀνεγίνωσκε τὴν διακοίνωσιν, ἣν ἔχω ἀνὰ χεῖρας, δὲν ἤθελεν οὕτω παραδώσει τὴν Κρήτην, δὲν ἤθελε διὰ τῆς διακοινώσεώς του καταλύσει καθεστὸς, τὸ ὁποῖον τόσοι ἀγῶνες ἐπὶ τόσας δεκάδας ἐτῶν εἶχον καθιερώσει καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι πολύτιμος τίτλος ὑπὲρ τῆς Κρήτης. Ἂν ἤθελεν ἀναγνώσει τὴν ἀπὸ 3|15 Δεκεμβρίου 1885 διακοίνωσιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη πρὸς τὸν Ἀγιὰχ ἐφέντην, τότε Πρέσβυν τῆς Τουρκίας ἐν Ἀθήναις, ἤθελεν ἀναγνώσει καὶ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἄλλως τὰ πολιτικὰ συμβάντα, τὰ ὁποῖα πρὸ πολλοῦ χρόνου διαδραματίζονται ἐν Κρήτῃ, ἐδημιούργησαν ἐν τῇ νήσῳ ταύτῃ κατάστασιν, ἥτις δὲν ἐπιτρέπει τὴν παραδοχὴν ἄνευ μεγάλης ἐπιφυλάξεως τῶν δυσμενῶν καταγγελιῶν, ὧν οἱ ἐγχώριοι ἀρχηγοὶ καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ ξένοι πράκτορες εἶναι πολλάκις τὸ ἀντικείμενον». («D'ailleurs, les événements politiques dont Candie est depuis si longtemps le théatre. ont créé dans cette île un état de choses qui ne permet pas d'accepter sans une grande réserve les accusations malveillantes dont les chefs indigènes sont souvent l'objet»). Ἐὰν ἡ διακοίνωσις αὕτη ἀπηυθύνετο ἀπὸ Κυβέρνησιν Εὐρωπαϊκὴν πρὸς ἄλλην Εὐρωπαϊκὴν, ἠδύνατο νὰ ἐπιστραφῇ, διότι ἀρνεῖται εἰς τὴν Πύλην, ὅτι εἶναι Δύναμις κυρίαρχος ἐν Κρήτῃ, πιστοποιεῖ κατάστασιν, ἥτις κάμνει τὴν Κρήτην κράτος ἐν κράτει ἐν τῇ Τουρκίᾳ. Τοῦτο λοιπὸν βλέπομεν ἤδη, ὅτι δὲν ἐφάνη ἡ τοιαύτη κατάστασις ἀρεστὴ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ διὰ τῆς διακοινώσεως αὐτῆς ἔσπευσε νὰ παρακινήσῃ ἐντόνως τὴν Πύλην νὰ ἐνεργήσῃ, ὅπως ἐπαναφέρῃ τὸ Ὀθωμανικὸν καθεστὸς ἐν Κρήτῃ. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ δώσω ἄλλην ἔννοιαν εἰς τὴν φράσιν τῆς Ἑλληνικῆς διακοινώσεως παρὰ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις. Διὰ ταῦτα εἶπον, ὅτι ὑπάρχουσι δύο στάδια εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς Κρήτης, τὸ στάδιον τὸ ἀνώδυνον καὶ τὸ στάδιον τὸ ἐπώδυνον, τὸ πρὸ τῆς διακοινώσεως καὶ τὸ μετ’ αὐτήν. Ἴσως εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον θέλω ν’ ἀναπτύξω κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, δὲν δύναμαι ὅμως ν’ ἀφήσω ἄνευ παρατηρήσεως καὶ τὴν περίπτωσιν, ὅτι ἐν τῇ παραδόξῳ ταύτῃ διακοινώσει ἠθέλησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ καταστήσῃ καὶ αὐτοὺς τοὺς Κρῆτας ὑπευθύνους διὰ τὴν καταστροφήν των, διότι λέγει, ὅτι ἔμειναν ἑκουσίως ἄοπλοι κατὰ τῶν τουρκικῶν ὀρδῶν. Τοιαύτην σαφῶς ἐκφράζει ἔννοιαν ἡ ἑξῆς περίοδος τῆς διακοινώσεως τοῦ κ. Δραγούμη. Ἀκούσατε (ἀναγινώσκει): «Διὸ ὁ Ἑλληνικὸς πληθυσμὸς τῆς Κρήτης, στερούμενος πολεμεφοδίων, διότι ἠθέλησε νὰ συμμορφωθῇ εἰς τὴν εἰρηνικὴν πολιτικὴν, τὴν ὑπαγορευμένην ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες διευθύνουσι τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, βλέπει ἑαυτὸν ἄνευ ὑπερασπίσεως· ἐν ταῖς πόλεσιν ἐκτεθειμένον εἰς τὰς προσβολὰς ὀρδῶν ἐκ τυχοδιωκτῶν, ἐνισχυομένων ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ». Ὁ γρῖφος οὗτος ἔχει γαλλιστὶ αὐτολεξεὶ (ἀναγινώσκει): «Aussi la population grecque de Créte, priée des munitions pour avoir voulu se conformer à la politique pacifique dictée pas ceux qui dirigent la cause de l’ hellénisme, se voit sans défense dans les villes aux attaques de hordes sans aveu fortes de la protection de l’ armée turque.» Ἐγὼ δὲν ἐλέγχω τὴν Κυβέρνησιν διότι δὲν ἀνέλαβε τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τῆς Κρήτης. Ὁμολογῶ, ὅτι, ἵνα ἐκφέρω κρίσιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, πρέπει νὰ ἔχω ὁλόκληρα τὰ στοιχεῖα, πρέπει νὰ γνωρίζω εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκετο ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ ἔποψιν εὐρωπαϊκὴν καὶ ἐσωτερικὴν, ἵνα ἀντικρύσῃ τὰς συνεπείας μιᾶς παρεμβάσεως ἐν Κρήτῃ. Ἀλλ’ οὐδὲν δικαίωμα εἶχεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν εὐθύνην τῶν ἀόπλων κινημάτων κατὰ τῶν Κρητῶν. Ἀρκετὰ κατεστράφησαν οἱ Κρῆτες, ἵνα μὴ γελοιοποιῶμεν αὐτοὺς, παρουσιάζοντες αὐτοὺς μὲ τὰ ἀτελῆ ὅπλα των στασιάζοντας καὶ μεριμνῶντας περὶ τῆς εὐρωπαϊκῆς εἰρήνης. Δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω ὅσα ἐῤῥήθησαν ἐνταῦθα περὶ τῆς ἀπειλῆς, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ἡ διακοίνωσις πρὸς τὴν Εὐρώπην. Ἐδημοσιεύθη καὶ ἀνελύθη καὶ ἀνεγνώσθη παρὰ τῶν προλαλησάντων κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, οἵτινες ὡμίλησαν περὶ αὐτῆς. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐνόησα εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ποῖαι εἶναι αὐταὶ αἱ φοβεραὶ καταστροφαὶ, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐν διαστήματι 48 ὡρῶν, αἱ ὁποῖαι προεκάλεσαν τὴν διακοίνωσιν, καὶ πάλιν ποῖαι περιστάσεις μετέβαλον τὴν κατάστασιν ταύτην. Ἡμεῖς, σκεπτόμενοι κατὰ τοὺς κανόνας τῆς λογικῆς, βλέπομεν, ὅτι ἡ διακοίνωσις ἀπευθύνει πρὸς τὴν Εὐρώπην πρόσκλησιν νὰ καταλάβῃ τὴν Κρήτην, καὶ ἀφίνω κατὰ μέρος τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ῥάλλης, τὴν λίαν ὀρθὴν, τί θὰ συνέβαινε καὶ κατὰ τί θὰ μᾶς συνέφερεν ἢ οὐ τοιοῦτόν τι, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ. Ἀλλὰ λέγω, ὅτι καλῶς ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν,—διότι ἐν συμβουλίῳ βέβαια ἀπεφασίσθη ἡ διακοίνωσις αὕτη—ὅτι τοιαύτη πρόσκλησις ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος, ἀπευθυνομένη πρὸς ὁλόκληρον τὴν Εὐρώπην, δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ οὐδὲν τὸ σπουδαῖον, καὶ ἑπομένως τίποτε δὲν κερδίζει μία Κυβέρνησις, νὰ μὴ θεωρῆται σπουδαία, ὅτι καλῶς ἐγνώριζεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἡ Εὐρώπη ἐν συνωρίδι οὐδὲν δύναται νὰ πράξῃ. Ἀμφιβάλλω ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐνεργήσῃ σήμερον πρὸς ἀποτροπὴν τῆς σωματεμπορίας εἰς τὰς ἀκτὰς τῆς Γουϊνέας ἢ περὶ ἄλλης τοιαύτης διεθνοῦς περιπτώσεως, ἀφορώσης εἰς τὴν φιλανθρωπίαν. Μόλις καὶ μετὰ βίας εἶναι πιστευτὸν, ὅτι εἶναι δυνατὸν αἱ ἓξ Μεγάλαι Δυνάμεις νὰ δύνανται νὰ συνεννοηθῶσι διὰ τὴν περιστολὴν τῆς πειρατείας ἢ πρὸς ἐπιδίωξιν τίς οἶδε ποίας ἄλλης φιλανθρωπικῆς ἐνεργείας ἢ γενικῆς ἀσφαλείας. Οὐδέποτε ὅμως ἐπετρέπετο εἰς αὐτὸν νὰ φαντασθῇ, ὅτι δύναται ἡ Εὐρώπη ἐν συνωρίδι νὰ καταλάβῃ ἐπαρχίαν Κράτους ἀνεξαρτήτου, σπουδαίου ὁπωσδήποτε, τοῦ ὁποίου ἡ συμμαχία ζητεῖται ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα τῆς Γερμανίας καὶ ἀπὸ τὴν Εὐρώπην. Ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι, ὅτε κατὰ τὸ 1860 ἡ Γαλλία ἠθέλησε νὰ κάμῃ τὴν ἐκστρατείαν ἐν Συρίᾳ, ὁ Ναπολέων Γʹ, ὁ ὁποῖος εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀκμὴν τῆς δυνάμεώς του, ἔκρουσεν εἰς ὅλας τὰς πύλας τῶν Εὐρωπαϊκῶν αὐλῶν καὶ δὲν κατώρθωσε νὰ τῷ δοθῇ οὔτε κἂν ἓν ἀπόσπασμα πρὸς ἀποβίβασιν. Ἔμεινε μόνος ὁ Αὐτοκράτωρ, καὶ ἐπειδὴ εἶχεν ἐκτεθῇ εἰς τὴν περίστασιν ἐκείνην, ἀπεβίβασεν εἰς Βηρυτὸν 6,000 Γάλλων, οἱ ὁποῖοι ἔπαιξαν τὸ χειρότερον πρόσωπον, διότι ἔμειναν ὡς καθειργμένοι ἐντὸς τῆς Βηρυτοῦ, μὴ δυνάμενοι οὔτε περίπατον νὰ κάμωσι στρατιωτικὸν ἔξω τῆς πόλεως, χωρὶς νὰ προκαλέσωσιν ἴσως εὐρωπαϊκὸν ζήτημα. Ἐνῷ λοιπὸν τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Εὐρώπης, προσεκάλει αὐτὴν ὁ Ὑπουργὸς ἐπιτακτικῶς, ἐντὸς βραχυτάτης προθεσμίας νὰ ὑπάγῃ νὰ καταλάβῃ τὴν Κρήτην, καὶ ἂν δὲν ὑπάγῃ, θὰ τὴν καταλάβωμεν ἡμεῖς. Ἀλλὰ, μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς,—ἀλλὰ δὲν ἐνοήσαμεν τίποτε— περιστατικά τινα, τὰ ὁποῖα ἀνελίχθησαν ἐντὸς 48 ὡρῶν, μετέβαλον τὴν περίπτωσιν ἐκείνην καὶ δὲν ὑπάρχει πλέον ἀφορμὴ νὰ καταλάβῃ τὴν Κρήτην, καὶ δὲν τὴν κατέλαβεν. Ἐγὼ, Κύριοι, φειδόμενος τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐκουράσθη ἐκ τῆς μακρᾶς ταύτης συζητήσεως, παύω, ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι εἰς τὰς δυσχερείας, τὰς ὁποίας ἔχομεν, αὐτὰς καθ’ ἑαυτὰς, ἐκ τῆς ἀδυναμίας ἡμῶν, ἐκ τῆς παραλυσίας τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν δυνάμεων, ἐκ τῆς τελείας μονώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπεδείχθη, ὅτι εὑρισκόμεθα ἀπέναντι τῆς Εὐρώπης, λυπηρὸν εἶναι νὰ προσθέτωμεν καὶ διαβήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητα καὶ τὰ ὁποῖα ἀδύνατον εἶναι νὰ θεωρήσωμεν σπουδαῖα.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 μ. μ.