| 1428 | Χαρ. Τρικούπης | Ο | Ἰωάννης Πεζᾶς | ||
| 1429 | Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Κωνσταντ. Σινέλης | Ο | |
| 1430 | Γ. Σισμάνης | Ο | Βασίλειος Βουδούρης | Ο | |
| 1431 | Δ. Βουλπιώτης | Ο | Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Ο | |
| 1432 | Ἀθ. Ἴσκος | Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο | ||
| 1433 | Ν. Καλαντζόπουλος | Ο | Ἀναστ. Ε. Λούντζης | Ο | |
| 1434 | Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Διον. Λομβάρδος | Ο | ||
| 1435 | Μ. Γουλιμῆς | Ο | Γεώργιος Θεοτόκης | Ο | |
| 1436 | Μ. Ἰατρίδης | Κωνστ. Βασιλάκης | |||
| 1437 | Δ. Χατζόπουλος | Ἀντ. Καποδίστριας | |||
| 1438 | Γεώργιος Μίλησης | Ο | Νικόλαος Βασιλάκης | ||
| 1439 | Σπυρίδων Νοταρᾶς | Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | |||
| 1440 | Γεώργιος Κούστας | Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς | Ν | ||
| 1441 | Ἀλέξανδρος Ἀντωνόπουλος | Σπυρ. Ἀλαμάνος | |||
| 1442 | Σωτήριος Δανόπουλος | Θεόφιλος Προβατᾶς | |||
| 1443 | Ἀναστ. Δημητριάδης | Ν | Ἰωάννης Παδοβᾶς | Ο | |
| 1444 | Μιχαὴλ Νικηφοράκης | Ο | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | ||
| 1445 | Δημήτριος Πετρίδης | Ἀγαμέμνων Μεταξᾶς | |||
| 1446 | Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | Ἀνδ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Ο | ||
| 1447 | Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Ν | Νικόλ. Βαλσαμάκης | Ν | |
| 1448 | Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Γεράσιμος Μουσούρης | Ο | ||
| 1449 | Χρ. Χριστόπουλος | Παναγ. Βενιεράτος | |||
| 1450 | Φίλιππος Βάρβογλης | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | |||
| 1451 | Ἠλίας Φλέσσας | Γεώργιος Κόρπας | |||
| 1452 | Κων. Κωνσταντόπουλος | Ο | Στέφανος Σκουλούδης | Ο | |
| 1453 | Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ο | ||
| 1454 | Παναγιώτης Μανέτας | Ο | Χαρίλ. Προβελέγγιος | ||
| 1455 | Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος | Νικόλαος Νομικός | Ο | ||
| 1456 | Ἠλίας Παλαμήδης | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ο | ||
| 1457 | Κωνστ. Κατσικόπουλος | Γεώργιος Μπούμπουρας | |||
| 1458 | Δ. Ζέγγελης | Λωρέντζος Δελαρόκας | |||
| 1459 | Δημ. Ν. Βότσαρης | Δημοσθένης Καΐρης | |||
| 1460 | Κωνστ. Γ. Καραπάνος | Γεώργιος Δρόσος | Ο | ||
| 1461 | Γεώργιος Χ. Παχὺς | Ο | Νικόλαος Κρίσπης | ||
| 1462 | Στέφανος Δραγούμης | Ο | Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς | ||
| 1463 | Δημήτρ. Γ. Ῥάλλης | Κωνστ. Κοσσονάκος | Ο | ||
| 1464 | Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας | Ο | Γεώργιος Μαυρομιχάλης | ||
| 1465 | Φωκίων Νέγρης | Ο | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | ||
| 1466 | Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς | Γιανν. Μαυρομιχάλης | |||
| 1467 | Νικόλ. Μπουφίδης | Νικήτας Βαρβιτσιώτης | Ο | ||
| 1468 | Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Λεων. Καπετανάκος | |||
| 1469 | Δημ. Καλλιφρονᾶς | Ν | Ξανθὸς Πικουλάκης | Ο | |
| 1470 | Νικόλ. Δ. Λεβίδης | Γεώρ. Πετροπουλάκης | |||
| 1471 | Σπυρ. Κουκούλεζας | Ο | Κων. Παπαμιχαλόπουλος | ||
| 1472 | Ὄθων Μακρυγιάννης | Ἰωάν. Καρτάλης | |||
| 1473 | Τρύφων Μουτσόπουλος | Ο | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ο | |
| 1474 | Θάνος Κανακάρης | Ο | Εὐάγ. Σταμούλης | Ο | |
| 1475 | Ἀθ. Πετιμεζᾶς | Ν. Κοκωσλῆς | |||
| 1476 | Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ο | ||
| 1477 | Α. Παπαγιαννακόπουλος | Κωνστ. Μαρκίδης | Ο | ||
| 1478 | Α. Φωτήλας | Ν | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ο | |
| 1479 | Ἀνδ. Αὐγερινὸς | Ο | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ο | |
| 1480 | Ἀντ. Ῥικάκης | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ο | ||
| 1481 | Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ν | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ο | |
| 1482 | Ἰω. Κρεστενίτης | Ἀχιλ. Λογιωτάτου | Ο | ||
| 1483 | Ν. Κουμανιώτης | Σωτήριος Σωτηρόπουλος | Ν | ||
| 1484 | Χρ. Στεφανόπουλος | Ο | Κωνστ. Κουμουνδοῦρος | Ν | |
| 1485 | Ἀλέξ. Ζαΐμης | Ν | Περικλῆς Πεῤῥωτὴς | ||
| 1486 | Νικόλ. Καλογερόπουλος | Ο | Δημήτριος Τζάνες | ||
| 1487 | Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Ο | Περικλῆς Μποῦτος | ||
| 1488 | Ν. Παπανικολάου | Ο | Παναγιώτης Σάκκης | Ν | |
| 1489 | Νικόλ. Καφετζόγλους | Νικόλαος Παπαλέξης | Ο | ||
| 1490 | Νικόλαος Μισυρλῆς | Ν | Ζ. Φαλιάγκας | ||
| 1491 | Ν. Καράπαυλος | Ο | Σταμάτιος Μπουντούρης | Ο | |
| 1492 | Ἀσημάκης Χριστόπουλος | Θεόδωρος Γκίκας | |||
| 1493 | Εὐστάθιος Κοκκέβης | Ο | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | Ο | |
| 1494 | Δημήτριος Κάρτσωνας | Ν | Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ο | |
| 1495 | Δημήτριος Π. Γουδῆς | Ο | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ο | |
| 1496 | Σ. Χατζηγάκης | Νικόλ. Κοντογιάννης | |||
| 1497 | Κ. Ζωγλοπίτης | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο | ||
| 1498 | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ο | Γεώργ. Λιδωρίκης | ||
| 1499 | Γ. Φραγκίδης | Ο | Κωνστ. Χατζῖσκος | Ο | |
| 1500 | Α. Τακιατζῆς | Ο | Δημήτρ. Ζουλούμης | Ο | |
| 1501 | Γ. Τάκης | Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος | |||
| 1502 | Ν. Ταρμπάζης | Θεμιστοκλῆς Κανάρης |
1889.03.15
1.509 στίχοι · 10.824 λέξεις · 1 πίνακας · 105 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 11
τῆς 15 Μαρτίου 1889.
(Τετάρτη).
Ὥρα 3 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἐπὶ τῶν πρακτικῶν παρατηρῶ, ὅτι δὲν ἐδήλωσα, ὅτι ἀποσύρω τὴν τροπολογίαν μου· τοὐναντίον θέλω ἀναπτύξει αὐτὴν σήμερον.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι διορθωθῆ. (Τὰ πρακτικὰ, διορθωθέντα συμφώνως τῇ παρατηρήσει τοῦ κ. Κοζάκη, ἐπικυροῦνται).
§3ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸ ἄρθρον 89 τοῦ περὶ δήμων νόμου, ὁσάκις Δημαρχία τις χηρεύσῃ, ὅπως δήποτε ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία εἶναι ὑπόχρεως, νὰ προσδιορίσῃ τὴν ἐκλογὴν ἀμέσως· ἡ διάταξις τοῦ νόμου τούτου, εἶναι οὕτω πως συντεταγμένη, ὥστε ἐπιτάσσεται τὸ καθῆκον τοῦτο εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν. Πρὸ δύο μηνῶν δυστυχῶς ἐκενώθη ἡ θέσις τοῦ Δημάρχου τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας Ὀλυμπίας, τοῦ δήμου Ἀνδριτσαίνης, καὶ μολονότι παρῆλθε τόσος χρόνος καὶ ἀνέμενον ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν νὰ ἴδω προκηρυσσομένην τὴν ἐκλογὴν, δὲν εἶδον αὐτὴν νὰ προσδιορισθῇ μέχρι τοῦδε. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἀπὸ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὸν λόγον τῆς βραδύτητος ταύτης.
§4ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἐγνώριζον μέχρι τοῦδε, ὅτι ὑπάρχει κενόν τι δημοτικὸν ἐν τῷ νομῷ ὑμῶν. Ἡ ὑπηρεσία πιθανὸν νὰ τὸ γνωρίζῃ· θέλω φροντίσει αὔριον νὰ δώσω ἀπάντησιν.
§5ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ὑπόχρεως νὰ δεχθῶ ὡς ἀκριβῆ τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ· ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὅμως νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν ἐνόμιζον, ὅτι ἦτο δυνατὸν, νὰ ἀγνοῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἀπέθανεν ὁ Δήμαρχος τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας Ὀλυμπίας, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἔχω λόγους νὰ πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν γνωρίζει, ὅ,τι γίνεται ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ.
§6Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἔλαβον ἐπιστολὴν πολυσέλιδον ἐκ Σπάρτης, διὰ τῆς ὁποίας διαβιβάζονται παράπονα κατὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου Καστορίου τῆς Λακεδαίμονος. Μοὶ λέγουσιν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐναντίον αὐτοῦ ἐκθέσεις τοῦ τε Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τοῦ τῶν Ἐφετῶν, ἐπίσης δὲ καὶ ἐκ μέρους τοῦ Νομάρχου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἂν τὰ καταγγελλόμενα ἦναι ἀκριβῆ, νὰ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ πράξῃ.
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἐγγραφῆς ὑποθήκης ἐπὶ τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Μεσολογγίου καὶ Ἀγρινίου.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 41).
§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἐποιήσατο χθὲς παραστάσεις περὶ τοῦ ἐπιβαλλομένου φόρου οἰκοδομῶν ἐπί τινος οἰκίας, ἣν αὐτὸς ἀπέκτησεν ἐν Ἀθήναις ἐσχάτως. Παρεπονήθη, πρῶτον μὲν, ὅτι δὲν ἐγένετο ἐλάττωσις τοῦ ποσοῦ τῆς ἐκτιμήσεως, δεύτερον δὲ, ὅτι ζητεῖται παρὰ τοῦ τελευταίου κυρίου ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου διὰ τὰ πρὸ τῆς ἀγορᾶς ἔτη. Ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου διὰ τὰ ἔτη τὰ πρὸ τῆς ἀγορᾶς ζητεῖται παρὰ τοῦ τελευταίου ἰδιοκτήτου, οὐχὶ δυνάμει τοῦ νόμου περὶ φόρου οἰκοδομῶν, ἀλλὰ δυνάμει τοῦ νόμου ΑΥΙΓʹ περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, καθ’ οὗ τὸ ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκει): «Οἱ δυνάμει τῶν κειμένων νόμων ἐπιβαλλόμενοι φόροι ἐπὶ ἀκινήτων κτημάτων βαρύνουσι τοὺς τελευταίους ἰδιοκτήτας, εἴτε οὗτοι τυγχάνουσιν ἐγγεγραμμένοι ἐν τῷ φορολογικῷ καταλόγῳ, εἴτε οἱ πρώην ἰδιοκτῆται». Ὅστις ἄρα σήμερον εἶναι ὁ κύριος τοῦ κτήματος ὀφείλει τὸν μὴ πληρωθέντα φόρον διὰ τὰ ἔτη τὰ προηγούμενα, ἀδιαφόρως, ἐὰν τὸ κτῆμα ἦναι ἐγγεγραμμένον ἐπ’ ὀνόματι αὐτοῦ, ἢ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ προτέρου ἰδιοκτήτου. Περὶ δὲ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ φόρου τὸ Ὑπουργεῖον εἶναι ἀναρμόδιον, διότι κατὰ τὸν νόμον ἁρμοδία Ἀρχὴ, ἵν’ ἀποφανθῇ περὶ τούτου, εἶναι ἡ ἐκδικαστικὴ ἐπιτροπὴ, ἥτις καὶ ἀπεφάνθη κατὰ τῆς αἰτήσεως. Ὑποβάλλω σημείωμα εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τούτων. Ἐπίσης περὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν εἶχεν ὑποβάλει παραστάσεις εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, εἰπὼν, ὅτι δὲν ἐγένετο ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τῆς φορολογίας τῶν οἰκιῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Τριφυλίας, ἴσως καὶ ἐν ἄλλοις τμήμασι τοῦ νομοῦ, ἔνθα οἱ σεισμοὶ εἶχον καταστρέψει ταύτας. Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς ταύτας ὁ νόμος κανονίζει τὸν τρόπον, καθ’ ὃν γίνεται ἡ ἐκδίκασις, ἐὰν ὅμως δὲν ὑποβληθῶσιν ἐνστάσεις, κατὰ τὸν νόμον, δυσκόλως τὸ Ὑπουργεῖον δύναται νὰ παρεμβῇ καὶ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας ν’ ἀποφασίσῃ τὴν ἀπαλλαγὴν ἐκ τῆς φορολογίας ὡρισμένων οἰκιῶν· αἱ οἰκίαι αἱ καταστραφεῖσαι, ἔτι δὲ καὶ αἱ βλαβεῖσαι ἐκ τοῦ σεισμοῦ, ἀπαλλάσσονται τοῦ φόρου, ἀλλὰ διὰ τρόπου, ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένου. Ἐὰν συνεμορφώθησαν οἱ ἰδιοκτῆται πρὸς τὸν νόμον, βεβαίως θὰ ἐκδοθῇ ἀπόφασις καὶ τὸ Ὑπουργεῖον θὰ ἐπιμεληθῇ, ὅπως τὰ κατ’ αὐτὴν ἐκτελεσθῶσι κανονικῶς, ἐὰν ὅμως οὗτοι ἀπέσχον τῆς νομίμου ἐνεργείας, εἶναι δύσκολος ἡ παρέμβασις τοῦ Ὑπουργείου.
§10ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὑπέβαλον ἐνστάσεις οἱ ἰδιοκτῆται, ἴσως ὅμως δὲν ὑπέβαλον, διότι ὑπῆρχε διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου, ἡ ὁποία ἀνέστειλε τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου τούτου.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Γινώσκετε, ὅτι δὲν δύναται τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἀναμιχθῇ.
§12ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε παρακαλῶ, νὰ διατάξητε τὸν Ἔφορον νὰ στείλῃ πληροφορίας.
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐδώσαμεν περὶ τούτου διαταγάς.
§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν πρόκειται περὶ μὴ ἀκριβοῦς προσδιορισμοῦ τοῦ ποσοῦ τῆς ἐπιβαλλομένης φορολογίας, ἀλλὰ περὶ τῆς ἐντελοῦς καταστροφῆς τοῦ ἀντικειμένου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπεβλήθη ὁ φόρος. Εἰς τοιαύτην περίστασιν νομίζω, ὅτι ὁ νόμος περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν παρέχει τὴν ἐξουσίαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, νὰ διαγράφῃ ἀπὸ τοῦ φορολογικοῦ καταλόγου ἐκείνους, οἵτινες δὲν κατέχουσι τὸ ὑποκείμενον εἰς φορολογίαν πρᾶγμα. Ἤθελε δ’ εἶσθαι ἄδικον εἰς τοὺς περὶ ὧν πρόκειται κατοίκους, τῶν ὁποίων αἱ οἰκίαι κατεστράφησαν ἀπὸ τοὺς σεισμοὺς ἢ ἀπὸ πυρκαϊᾶς, νὰ ἐπιβάλλητε ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας οἱ νόμοι ἐπιβάλλουσιν εἰς τοὺς ἔχοντας οἰκίας, καὶ νὰ δικαιολογῆσθε λέγοντες, ὅτι παρέλειψαν νὰ προβάλωσιν ἔνστασιν ἐγκαίρως. Ἡ καταστροφὴ τῶν οἴκων αὐτῶν ἐκ σεισμῶν ἢ πυρκαϊᾶς εἶναι συμφορά, ἐν τῷ μέσῳ τῆς ὁποίας δὲν ἠδύναντο νὰ ἐνθυμηθῶσιν, ὅτι ἤθελε ζητηθῆ παρ’ αὐτῶν καὶ πληρωμὴ φόρου διὰ τὰς καταστραφείσας οἰκίας των, καὶ ὅτι ὤφειλον, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου, νὰ προτείνωσιν ἐνστάσεις. Νομίζω δ’ ὅτι καὶ ἂν ὁ νόμος δὲν παρέχῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἐξουσίαν νὰ διαγράφῃ αὐτοὺς ἐκ τοῦ φορολογικοῦ καταλόγου, ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσαγάγῃ εἰδικὸν περὶ τούτου νόμον εἰς τὴν Βουλήν.
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ νόμος δὲν παρέχει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ δικαιώματα, ἅτινα ὑποθέτει ὁ κ. Βουλευτὴς παρεχόμενα ὑπ’ αὐτοῦ περὶ δὲ τοῦ ζητήματος, ἂν πρέπῃ νὰ προκαλέσωμεν περὶ τούτου εἰδικὸν νομοθετικὸν μέτρον, θὰ δυνηθῶμεν νὰ σχηματίσωμεν γνώμην, ὅταν λάβωμεν τὰς ζητηθείσας παρὰ τῶν ἐπιτοπίων Ἀρχῶν πληροφορίας. Ἂν εἰδοποιηθῶμεν, ὅτι πολλοὶ τῶν κατοίκων, ὧν αἱ οἰκίαι κατηρειπώθησαν, δὲν ὑπέβαλον ἐνστάσεις ἐξ οἱουδήποτε λόγου, θὰ δεήσῃ νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἐκτάκτου νομοθετικοῦ μέτρου. Δὲν ὑποθέτω ὅμως, ὅτι τοῦτο θέλει συμβῆ, διότι δὲν ἐπρόκειτο, ὡς ὑπέθεσεν ὁ κ. Βουλευτής, νὰ ὑποβάλωσι τὰς ἐνστάσεις των οἱ ἰδιοκτῆται ἐν τῷ μέσῳ τῆς καταστροφῆς, εἶχον εὐκαιρίαν ἐπὶ πολὺν χρόνον κατόπιν, ὅπως ἐπικαλεσθῶσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν τοῦ νόμου, γινώσκουσι δὲ συνήθως οἱ ἰδιοκτῆται νὰ προστατεύωσι τελεσφόρως τὰ δικαιώματά των.
§16ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἀγνοῇ ὅλα τἆλλα, εἶναι βεβαίως πληροφορημένη, ὅτι εἰς τὴν πόλιν ἰδίως τῶν Φιλιατρῶν δὲν ἔμεινεν οὐδεμία οἰκοδομή, τοῦτο δὲ γνωρίζει ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, διότι εἷς τῶν Ὑπουργῶν ἐπεσκέφθη τὴν πόλιν ἐκείνην κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς καταστροφῆς, καὶ εἶδεν, ὅτι οὐδεμία οἰκία ἔμεινεν εἰς τὴν θέσιν της· ἑπομένως δὲν εἶναι ἀνάγκη πληροφοριῶν, ἀρκεῖ, ὅτι ζητεῖται φόρος οἰκοδομῶν διὰ τὴν πόλιν Φιλιατρῶν, διὰ νὰ ἐννοήσῃ πᾶς τις, ὅτι πρόκειται περὶ τερατώδους ἀδικήματος.
§17ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§18ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§19ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐδοκήσῃ τέλος πάντων ν’ ἀπαντήσῃ περὶ τῆς στάσεως τοῦ δανείου τοῦ δήμου Πυλίων. Καὶ ἄλλοτε ἔκαμα τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς οὐδεμίαν ἔδωκεν ἀπάντησιν. Ἴσως τοῦτο εἶναι μία ἀπόδειξις τῶν ἀποκεντρωτικῶν ἰδεῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀλλ’ ὁ δῆμος ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ῥητῶς ὀνομάζονται ἐν τῇ πράξει τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ γίνωσιν.
§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατέθηκε τὸν φάκελλον, τὸν ἀφορῶντα εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ πλοίου, τοῦ συλληφθέντος ἐν τῷ λιμένι τῆς Σμύρνης;
§21ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Θὰ κατατεθῇ αὔριον, ἔλειπεν ἓν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐξέλθει τοῦ Ὑπουργείου, ἐπανῆλθε δὲ χθὲς καὶ ἀντιγράφεται, διὰ νὰ κατατεθῇ αὔριον.
§22ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν δῆμον Λευκασίων τῶν Καλαβρύτων διετάχθη ἡ κατασκευὴ γεφύρας τινὸς, ἡ ὁποία εἶναι γνωστὴ ὑπὸ τὸ ὄνομα Γεφύρι–Ζαΐμη, καὶ ἐνηργήθη ἡ μειοδοτικὴ δημοπρασία. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐνεκρίθη ἡ δημοπρασία, ἢ ὄχι.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως πιστώσεως ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1889 πρὸς προίκισιν τῆς βασιλόπαιδος Ἀλεξάνδρας.
§24ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἔλεγον κατὰ τὴν αʹ ἀνάγνωσιν, ὅτι εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τῶν νομοσχεδίων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὰς Βασιλικὰς χορηγίας καὶ εἰς τὴν οἰκοδομὴν μεγάρου τοῦ Δημοσίου πρὸς ἐνοίκισιν τοῦ Διαδόχου. Ὅπως ἀνέπτυξε τόσον καταδήλως ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τ’ ἀφορῶντα εἰς τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν χρηματικὰ νομοσχέδια δὲν δύνανται κατ’ ἀρχὴν νὰ τεθῶσιν εἰς ἀμφισβήτησιν, καθόσον βεβαίως ἅπαξ τῆς ἀρχῆς τῆς συνταγματικῆς βασιλείας ὑπαρχούσης, ἀναμφισβήτητος συνέπεια εἶναι, νὰ παρέχωμεν εἰς τὴν Βασιλείαν τὰ ἀπολύτως τοὐλάχιστον ἀναγκαῖα πρὸς ἀξιοπρεπῆ παράστασιν. Δὲν φρονοῦμεν δὲ, ὅτι τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα ὑπερέβησαν τὰ μέσα τοῦ τόπου καὶ τὰ ἀπολύτως ὀφειλόμενα διὰ τὴν ἀξιοπρεπῆ παράστασιν τῆς Βασιλείας. Εἰδικῶς μόνον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν προῖκα τῆς βασιλόπαιδος Ἀλεξάνδρας, ἐξέφερα τὴν γνώμην, ὅτι οὐχὶ καλῶς διετυπώθη τὸ πρᾶγμα. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, συνιστᾶται προὶξ ὑπὲρ τῆς βασιλόπαιδος Ἀλεξάνδρας. Ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἐπαρουσίασα εἰς τὴν Βουλὴν, μεταβάλλει τὴν προίκισιν ταύτην εἰς ἰσόβιον χορηγίαν πρὸς τὴν Βασιλόπαιδα ἐκ δραχμῶν 25,000 ἐτησίως. Γνωρίζω, ὅτι προίκισις καὶ ἰσόβιος χορηγία εἶναι πράγματα ὅλως διάφορα, ἀλλὰ δι’ αὐτὸ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ ἔννοια τῆς προικίσεως εἶναι ὅλως ἀντίθετος πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον τὸ Ἔθνος ἐπιδιώκει εἰς τὴν περίστασιν ταύτην. Ἀληθῶς, κατὰ τὴν νομικὴν ἔννοιαν τῆς προικίσεως, ἡ προὶξ συνίσταται, ὅπως συνεισφέρῃ εἰς τὰ βάρη τῆς οἰκογενείας. Ἑπομένως κακῶς ἀντιλαμβανόμεθα τὸ καθῆκον ἡμῶν, ἐὰν πιστεύωμεν, ὅτι εἴμεθα ἡμεῖς κεκλημένοι νὰ συνεισφέρωμεν εἰς τὰ βάρη τῆς Αὐτοκρατορικῆς οἰκογενείας τῆς Ῥωσσίας. Διότι ἡ οἰκογένεια, ἥτις συνίσταται ἐκ τοῦ Μ. Δουκὸς καὶ τῆς βασιλόπαιδος Ἀλεξάνδρας, ἀποτελεῖ μέρος τοῦ Αὐτοκρατορικοῦ οἴκου τῆς Ῥωσσίας. Συνεπῶς ἡ ἰδέα τῆς προικίσεως, δηλ. τῆς προνοίας ὑπὲρ τῶν βαρῶν τῆς οἰκογενείας ταύτης, φαίνεται ἔννοια ἐντελῶς ἀνυπόστατος. Ἐπὶ τῆς προκειμένης περιπτώσεως μίαν μόνον ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἔννοιαν, τὴν ἐκδήλωσιν συμπαθείας καὶ μερίμνης ὑπὲρ τοῦ προσώπου τῆς Βασιλόπαιδος. Τὸ τοιοῦτον ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς ἰσοβίου πρὸς αὐτὴν χορηγίας 25,000 δραχμῶν, αἵτινες ἀντιπροσωπεύουσι περίπου τὸν τόκον τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον νομίζω τόσον ἀκαταλλήλως ἡ Κυβέρνησις ἐχαρακτήρισεν ὡς προῖκα. Ἐνταῦθα παρατηρῶ, ὅτι, καὶ ἂν διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους ἀγνοῶ, ἤθελε θεωρηθῆ, ὅτι ἡ ἐτησία αὕτη χορηγία δὲν εἶναι συμφέρουσα, οὐχὶ βεβαίως διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἐξήνεγκεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μπασιᾶς, ὅτι δῆθεν θὰ τελῶμεν φόρον ὑποτελείας εἰς τὴν Ῥωσσίαν, ἀλλὰ διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν γνωρίζω, πιστεύω, ὅτι καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καταλληλότερος τρόπος τῆς προσφορᾶς τοῦ ποσοῦ τούτου, θὰ ἦναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ὑπέδειξεν ὁ κ. Βαλσαμάκης χθὲς, δηλ. νὰ τεθῇ, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὸ νυμφικὸν κάνιστρον τῆς Βασιλόπαιδος ὡς πρὸ τοῦ γάμου δωρεὰ τὸ ποσὸν τῶν 400,000 δραχμῶν. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου τοὐλάχιστον θὰ προσφέρητε μίαν δωρεὰν, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἔχῃ τὸν χαρακτῆρα τῆς προικός. Ἀλλὰ, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, θεωρῶ συμφερώτερον καὶ μᾶλλον ἐνδεικνῦον τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ τόπου ὑπὲρ τοῦ προσώπου τῆς Βασιλόπαιδος τὸν τύπον, ὃν ὑπέδειξα διὰ τῆς τροπολογίας μου.
§25ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐγὼ, μεθ’ ὅσα εἶπον προχθὲς, θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν, νὰ κάμῃ τροπολογίαν εἰς τὰς λέξεις καὶ ἀντὶ τῆς λέξεως «προὶξ», νὰ τεθῇ «δωρεὰ», καὶ οὐχὶ «προγαμιαία δωρεὰ», διότι αὕτη καταβάλλεται μόνον ὑπὸ τῶν γαμβρῶν· ἐὰν θέλῃ ὁ Μέγας Δοὺξ νὰ καταβάλῃ τοιαύτην, εἶναι κύριος νὰ πράξῃ, ὅ,τι θέλει, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν προγαμιαίαν δωρεάν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ, ἀντὶ τῆς λέξεως «προὶξ» νὰ τεθῇ «δωρεά». Καὶ οὕτω ὁ ταμίας τοῦ Δουκὸς Παύλου δὲν θὰ ἔλθῃ νὰ λάβῃ ταύτην, ἀλλὰ θὰ δοθῇ αὕτη εἰς τὴν Βασιλόπαιδα.
§26ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν, Κύριοι ἐν πεποιθήσει φρονῆτε, ὅπως καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὁ τῆς Βασιλείας θεσμὸς εἶναι ἀπαραίτητος, ἔνθεν μὲν ὡς παράγων τάξεως καὶ εὐημερίας, ἔνθεν δὲ ὡς σύμβολον ἐθνικῆς ἑνότητος καὶ ἀποκαταστάσεως, ὀφείλετε νὰ ὁμολογήσητε, ὅτι δεινὴν ὑφίσταται ὁ θεσμὸς οὗτος δοκιμασίαν διὰ τῶν ὑπὸ συζήτησιν ἀστόχων καὶ ἀτυχῶν νομοσχεδίων, βαρυτάτην δ’ ἐπὶ τούτῳ ὑπέχει εὐθύνην ὁ εἰσαγαγὼν αὐτὰ καὶ ἐπιμένων εἰς τὴν ἐπιψήφισίν των κ. Πρωθυπουργός. Καὶ ἐδῶ κεῖται ἡ σοβαρότης τοῦ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ καιρίου δὲ τούτου σημείου ἐφιστῶ τὴν ὑμετέραν προσοχήν. Δὲν ἀρνοῦμαι, μὲν, ὅτι καὶ ἀπὸ ἀπόψεως οὐσιαστικῆς τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος νομοσχέδια ἀπειλοῦσιν ἄδικον, παράλογον καὶ σημαντικὴν ζημίαν διὰ τὸ πτωχὸν καὶ πνιγόμενον εἰς τὰ χρέη Δημόσιον, ἀλλὰ τὸ ἐκ τῆς ὑλικῆς ταύτης ζημίας κακὸν εἶναι ἐλάχιστον ἀπέναντι τοῦ ἐκ τῆς ἀνυπολογίστου ἠθικῆς βλάβης, ἥτις ἔχει τὴν πηγήν της εἰς τὴν ταπείνωσιν καὶ ἐκμηδένισιν τῆς Βασιλείας. Ἵνα λειτουργῇ εὐδοκίμως καὶ ἐπ’ ἀγαθῷ χώρας τινὸς ἡ συνταγματικὴ βασιλεία, πρέπει ὁ διαχειριζόμενος τὴν ὑψίστην ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἀρχὴν, τὴν βασιλικὴν, νὰ ἐμπνέῃ ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι οὐδεμιᾶς ταπεινῆς σκέψεως ἐμφορεῖται, πρὸ πάντων δὲ νὰ μὴ ἀφίνῃ τόπον εἰς ὑπονοίας, ὅτι τὴν προσοχήν του ἔχει ἐστραμμένην εἰς μικρολόγους μερίμνας, περιστρεφομένας εἰς τὸν εἰδεχθῆ κύκλον χρηματικῶν συμφερόντων. Βασιλεὺς, ἡγεμὼν, ἄναξ, ἀνώτατος ἄρχων τῆς Πολιτείας, ἀρχηγὸς τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἀρχηγὸς τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν στρατιωτικῶν δυνάμεων, αὐταὶ εἶναι αἱ προσηγορίαι, δι’ ὧν σημαίνεται τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ κυριαρχία τοῦ λαοῦ περιβάλλει μὲ τὸ βασιλικὸν ἀξίωμα, ὅπως ἐκπροσωπῇ τὴν ἐθνικὴν μεγαλειότητα. Ὁποῖον δὲ πρέπει νὰ ἦναι τὸ πρόσωπον τοῦτο; Δύσκολος μοὶ φαίνεται ἡ διὰ λόγων ἀκριβὴς καὶ πιστὴ παράστασις, πλὴν ἄν τις θελήσῃ, νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῶν συνήθων ὅρων, δύναται ἀσφαλῶς νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ συνταγματικὸς Βασιλεὺς ὀφείλει νὰ ἐποπτεύῃ εὐσυνειδήτως καὶ ἀγρύπνως πρὸς ἔῤῥυθμον καὶ κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, νὰ θεᾶται ἐξ ἀπόπτου καὶ μακρὰν πάσης ἐπηρείας τὴν κομματικὴν πάλην, νὰ παρακολουθῇ μετ’ ἀπτώτου καὶ ζωηροῦ ἐνδιαφέροντος τὰς τρεῖς ἐξουσίας τοῦ Κράτους, ἐν τῇ ἐν γένει λειτουργίᾳ αὐτῶν, νὰ τηρῇ εἰς ἑαυτὸν τὴν ἄμεσον ἐπίβλεψιν τοῦ κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν στρατοῦ, νὰ ποιῆται συχνὰς καὶ ἀθορύβους εἰς τὴν χώραν ἐκδρομὰς, ὅπως ἀντιλαμβάνηται τῆς καταστάσεως τοῦ λαοῦ καὶ μελετᾷ ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, νὰ διαφλέγηται ὑπὸ τῆς εὐγενοῦς φιλοδοξίας, τοῦ νὰ συνδέσῃ τ’ ὄνομά του πρὸς μεγάλας πράξεις, νὰ ἦναι μεγαλεπίβολος καὶ γενναῖος, ὀνειροπολῶν νυκτός τε καὶ ἡμέρας τὴν ἐθνικὴν ἀποκατάστασιν, νὰ χρησιμεύῃ ὡς τύπος καὶ ὑπογραμμὸς αὐστηρῶν ἠθῶν, νὰ ἦναι δὲ περιπλέον καταφρονητὴς τοῦ πλούτου, ἐφόσον δὲν πρόκειται περὶ ἀναλόγου εἰς τὴν λαμπρότητα τοῦ ἀξιώματός του παραστάσεως καὶ περὶ ἐθνικῶν σκοπῶν. Ἀντὶ τούτου τί θέλει νὰ παραστήσῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν τριῶν νομοσχεδίων; Ὅτι τὸ σπουδαιότερον, ἂν μὴ τὸ μόνον, μέλημα τοῦ ἡμετέρου Ἡγεμόνος, εἶναι, πῶς ν’ αὐξήσῃ τὴν περιουσίαν του, καὶ ὅτι τούτου ἕνεκα δὲν εἶναι ξένος πρὸς τὸν κομματικὸν ἀνταγωνισμὸν, ἀλλ’ ἐπιδαψιλεύει ἄμετρον εὔνοιαν καὶ παρέχει ἐπίμονον συνδρομὴν εἰς προσωπικὸν κυβερνητικὸν κατασκεύασμα, τὸ ὁποῖον, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ γνωστὴν φράσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐξεμηδένισε τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα διὰ τῆς διαστροφῆς τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς εἰκονικότητος τῆς Βουλῆς, οἵα αὕτη προέκυψε κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 4ης Ἰανουαρίου, μετὰ τὴν κατάχρησιν καὶ κατασπίλωσιν τῶν βασιλικῶν προνομιῶν, καὶ τὰ κατὰ τὴν ψευδενηλικίωσιν τελεσθέντα. Καὶ τίς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι, ὅταν λαός τις θέλῃ νὰ ἔχῃ Βασιλείαν, ὀφείλει νὰ ὑποβάλληται προθύμως καὶ ἀγογγύστως εἰς τὰ πρὸς συντήρησιν αὐτῆς ἀνάλογα βάρη; Ἀλλὰ καὶ τίς ἀφ’ ἑτέρου δύναται νὰ μὴ ὁμολογήσῃ, ὅτι τὸ πτωχὸν Ἔθνος ἡμῶν ἐδείχθη γενναιότερον παντὸς ἄλλου ἀπέναντι τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς οἰκογενείας του; Τίς, παρακαλῶ, ἡγεμὼν, ἢ Βασιλεὺς, ἢ Αὐτοκράτωρ, λαμβάνει ἀναλόγως τόσῳ μεγάλην ἐτησίαν χρηματικὴν χορηγίαν, ὅσην ὁ ἡμέτερος; Λαμβάνει κατ’ ἔτος ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἓν ἑκατομμύριον τριακοσίας εἴκοσι περίπου χιλιάδας δραχμῶν νέων, ὑπολογιζομένων καὶ τῶν δωδεκακισχιλίων λιρῶν, ἃς δίδομεν δυνάμει συνθήκης τοῦ 1863 μεταξὺ τῶν τριῶν εὐεργετίδων Δυνάμεων καὶ τοῦ τότε Βασιλέως τῆς Δανίας. Παρεκτὸς τούτου, τῷ ἐδωρήθησαν κατὰ καιροὺς πολλὰ καὶ μεγίστης ἀξίας ἐθνικὰ κτήματα, τινὰ τῶν ὁποίων σημαντικὰς ἀποφέρουσι προσόδους. Εἶναι, ἐρωτῶ, μικρὰ τὰ βάρη ταῦτα διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν; Εἶναι ἀνεπαρκεῖς αἱ πρὸς τὸν Βασιλέα ἐθνικαὶ αὗται χορηγίαι; Οὐδεὶς πιστεύω, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ δώσῃ καταφατικὴν ἀπόκρισιν. Καὶ ὅμως νέας ζητοῦσι διὰ τὴν Βασιλείαν χρηματικὰς παροχὰς, δὲν δυσκολεύονται δὲ νὰ δώσουν καὶ τὸν λόγον τῆς αἰτήσεώς των. Ἔχει, λέγουν, τὸ Ἔθνος ὑποχρέωσιν νὰ συστήσῃ προῖκα πρὸς τὴν βασιλόπαιδα Ἀλεξάνδραν, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ διαμαρτύρομαι κατὰ τοιαύτης ἰδέας. Οὐδεμίαν ἔχει τὸ Ἔθνος ὑποχρέωσιν νὰ συνιστᾷ προῖκα εἰς τὰς θυγατέρας τοῦ Βασιλέως. Καὶ περὶ νομικῆς μὲν ὑποχρεώσεως οὐδὲ λόγος βεβαίως δύναται νὰ γίνῃ, ἀλλὰ καὶ ἠθικὴ ἐπίσης δὲν ὑπάρχει. Ἐὰν ὁ ἡμέτερος Ἡγεμὼν δὲν εἶχεν ἰδίαν περιουσίαν, τότε βεβαίως θὰ ἐπεβάλλετο εἰς τὸ Ἔθνος τὸ καθῆκον νὰ χορηγήσῃ ἀνάλογον προῖκα εἰς ὅλας τὰς θυγατέρας του. Ἀφοῦ ὅμως ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως εἶναι, ὅτι ὁ Βασιλεὺς, πλὴν τῆς μεγίστης κτηματικῆς, κέκτηται καὶ ἀνάλογον χρηματικὴν περιουσίαν, τὸ Ἔθνος εἶναι ἀπηλλαγμένον πάσης ὑποχρεώσεως. Χορηγήσατε ὅσα θέλετε πολύτιμα δῶρα πρὸς τὴν σεπτὴν νύμφην, τὴν Ἑλληνίδα βασιλόπαιδα, τοῦθ’ ὅπερ συνᾴδει καὶ πρὸς τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ μὴ λέγετε, ὅτι ὑπάρχει ἐθνικὴ ὑποχρέωσις πρὸς προίκισιν. Ἠθικαὶ τοῦ Ἔθνους ὑποχρεώσεις δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξουν ἄνευ ἀντιστοίχων ὑπὲρ αὐτοῦ θυσιῶν. Ἐννοῶ τὴν ἠθικὴν τοῦ Ἔθνους ὑποχρέωσιν ὑπὲρ μελῶν τῶν οἰκογενειῶν ἐκείνων, αἵτινες τὰ πάντα ἐθυσίασαν, ἵνα παραδώσωσιν ἡμῖν Πατρίδα ἐλευθέραν, ἢ προσήνεγκον ὁπωσδήποτε καὶ μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων ἀξίας λόγου ὑπηρεσίας, ἀλλὰ, προκειμένου περὶ ἐκπληρώσεως τοιούτου καθήκοντος, οὐδεμίαν δίδομεν συνήθως προσοχήν. Δὲν ἠξεύρω πόσαι ἡμέραι παρῆλθον, ἀφ’ ἧς ἐγένετο ἐν τῷ ἐθνικῷ τούτῳ περιβόλῳ λόγος περὶ ἀτυχοῦς ἐγγονῆς τοῦ Ὀρλὼφ, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν εὑρίσκοντο ὀλίγαι ἑκατοστύες δραχμῶν, ὅπως τύχῃ τῆς προσηκούσης περιθάλψεως. Ἀλλ’ αἱ τετρακόσιαι χιλιάδες δραχμῶν; Δι’ αὐτὰς ὑπάρχει ὑποχρέωσις. Καὶ τοιαύτην μὲν ἔχω γνώμην, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, τί δὲ νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὸ δεύτερον; Δι’ αὐτοῦ ζητοῦσι νὰ τοῖς δώσωμεν ἑξακοσίας περίπου χιλιάδας δραχμῶν πρὸς ἀνέγερσιν ἀνακτόρων διὰ τὸν Διάδοχον. Ἀλλὰ τίς ἡ ἀνάγκη τῆς δαπάνης ταύτης; Προκειμένου περὶ τοῦ Διαδόχου, οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι τὸ Ἔνθος ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ τῷ ὁρίσῃ ἀνάλογον πρὸς τὴν λαμπρότητα τῆς θέσεώς του χρηματικὴν χορηγίαν, ἀλλὰ τοῦτο ἐγένετο πρὸ τριῶν ἐτῶν. Δὲν ἐδώκαμεν διὰ νόμου διακοσίας χιλιάδας δραχμῶν κατ’ ἔτος; Ποίαν λοιπὸν δικαιολογικὴν βάσιν ἔχει ἡ νέα αὕτη κατὰ τοῦ δημοσίου ταμείου ἐπιδρομή; Ὁ Διάδοχος δὲν ἔχει ἀνάγκην ἰδιαιτέρων ἀνακτόρων, διότι μετ’ ὀλίγα ἔτη θὰ κατοικήσῃ εἰς τὰ ἐθνικὰ, τὰ ὁποῖα ἀνήγειρεν ὁ πρώην Βασιλεὺς δι’ ἰδίας του δαπάνης. Διὰ τῶν διακοσίων χιλιάδων δραχμῶν δύναται κάλλιστα ἐν τῷ μεταξὺ νὰ τηρῇ εὐπρεπεστάτην κατοικίαν, νὰ ἐπαρκῇ δὲ καὶ εἰς ὅλας τὰς ἐπιβαλλομένας εἰς τὴν θέσιν του δαπάνας. Ἑξακοσίας χιλιάδας δραχμῶν ἔλαβε μέχρι τοῦδε, ἀφ’ ἧς ἐψηφίσθη ἡ χορηγία, ὡς δ’ ἕκαστος δύναται νὰ ἐννοήσῃ, τὸ ποσὸν τοῦτο μένει σχεδὸν ἀκέραιον καὶ προσοδοφόρον, ἀφοῦ ἀκόμη δὲν ἤνοιξεν ἴδιον οἶκον, καὶ ἑπομένως δὲν ὑπεβλήθη εἰς δαπάνας παραστάσεως, περὶ ὧν ὡμίλει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτε ὑπέβαλλε τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον. Ἀλλὰ μήπως ἦναι τοῦτο μόνον; Ἐλησμονήσατε τὴν Μανωλάδα; Εἰς τί χρησιμεύουν αἱ ἐκ ταύτης πρόσοδοι; Τῇ ἀληθείᾳ, Κύριοι, πονηρὰς διερχόμεθα ἡμέρας. Ζητοῦσι νὰ τοῖς δώσωμεν τὰς ἑξακοσίας χιλιάδας δραχμῶν, ἀλλ’ ὁμολογοῦσι καὶ οἱ ἴδιοι, ὅτι δὲν τὰς ἔχομεν, διὰ τοῦτο δὲ κατὰ προσθήκην ζητοῦσι νὰ τοῖς χορηγήσωμεν καὶ τὴν ἄδειαν νὰ συνομολογήσουν εἰδικὸν δάνειον! Πρέπει λοιπὸν νὰ δανεισθῶμεν, διὰ ν’ ἀναγείρωμεν ἀνάκτορα διὰ τὸν Διάδοχον. Καὶ διατί; Διότι, κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τὸ Ἔθνος ἔχει πρὸς τοῦτο ὑποχρέωσιν. Αὐτὰ ὑπερβαίνουν τὰ ὅρια τοῦ παραδόξου, θὰ παραμείνουν δὲ ὡς ἀπαίσια μνημεῖα ἠθικῆς ἐκλύσεως καὶ πολιτικῆς ἐξαχρειώσεως. Ὅτε προσηνέχθη τὸ στέμμα εἰς τὸν Βασιλέα, ἔγραφεν οὗτος ἐκ Κοπενάγης πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν: «διδάξετέ με νὰ ἐργασθῶ μεθ’ ὑμῶν ὑπὲρ τῆς εὐτυχίας καὶ τοῦ μεγαλείου τῆς Πατρίδος». Τοῦτο ὑποτίθεται λέγων πρὸς ὑμᾶς ὁ Διάδοχος. Ὀφείλομεν ἀληθῶς νὰ τὸν διδάξωμεν νὰ καταστῇ ἄξιος τοῦ Ἑλληνικοῦ θρόνου. Καὶ ὅμως τὸ πρῶτον μάθημα, ὅπερ τῷ ἐδώκατε, εἶναι ἡ διαβόητος ἐκείνη δωρεὰ τῶν ἐθνικῶν καὶ μοναστηριακῶν κτήσεων. Ποῖα δὲ τ’ ἀποτελέσματα τοῦ μαθήματος τούτου; τὸ ἐλάχιστον ἐξ αὐτῶν εἶναι, ὅτι τὸ ὄνομά του φέρεται ἐν δικογράφοις ἐνώπιον τῶν Εἰρηνοδικῶν, καλουμένων νὰ λαμβάνωσι προσωρινὰ μέτρα μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς ἀντιδίκου του ἱερᾶς Μονῆς τῶν Ταξιαρχῶν! Τοιοῦτον λοιπὸν θέλετε νὰ διαπλάσητε τὸν Διάδοχον, καὶ τοιοῦτον ἐννοεῖτε νὰ παρασκευάσητε τὸν μέλλοντα Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων; Δὲν ἀρκεῖ τὸ ἄγος τῆς Μανωλάδος, ἀλλὰ θέλετε νὰ προσθέσητε καὶ ἄλλο; Προσπαθεῖτε νὰ τῷ ἐμπνεύσητε ταπεινὰ αἰσθήματα φιλοχρηματίας καὶ φιλοκτημοσύνης, ἀδιαφοροῦντες διὰ τὰ συνεπείας. Μὴ λησμονῆτε ὅμως, ὅτι ἐπὶ τούτῳ φέρετε φοβερὰν εὐθύνην καὶ ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους, καὶ ἀπέναντι τῆς ἱστορίας. Ἠθέλησαν νὰ αἰτιολογήσουν καὶ τὸ τρίτον νομοσχέδιον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν αὔξησιν τῆς χορηγίας τοῦ Βασιλέως κατὰ ἑκατὸν δώδεκα χιλιάδας δραχμῶν κατ’ ἔτος, εἶπον δὲ, ὅτι ἡ αὔξησις αὕτη ἐπιβάλλεται, διότι ηὔξησαν αἱ τιμαὶ τῶν τοῦ βίου χρειωδῶν. Ἐὰν τοὐλάχιστον εἶχον τὴν φρόνησιν νὰ σιωπήσουν! Ηὔξησαν ἀληθῶς καὶ ὑπερηύξησαν αἱ τιμαὶ τῶν τοῦ βίου χρειωδῶν, κατέστη δὲ διὰ τοῦτο δυστυχὴς ὁ λαὸς, ἀλλ’ οὐδόλως διεταράχθησαν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Ἡγεμόνος. Ἡ τῶν πάντων ὑπερτίμησις ὀφείλεται πρὸ πάντων εἰς τὴν βαρυτάτην δασμολόγησιν, ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν, ὅτι πάντα τὰ πρὸς χρῆσιν τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας ἀντικείμενα εἶναι ἀπηλλαγμένα δασμοῦ, περιττὸν δὲ νὰ προσθέσω, ὅτι ἐλάχιστα εἶναι τὰ πράγματα, ἅτινα προμηθεύεται αὕτη ἐντεῦθεν. Οὔτε ἥρμοζέ ποτε νὰ ῥηθῇ διὰ τὸν Βασιλέα, ὅτι, ἐπειδὴ ηὔξησαν αἱ τιμαὶ τῶν τοῦ βίου χρειωδῶν, διὰ τοῦτο παρίσταται ἀνάγκη αὐξήσεως τῆς χορηγίας του. Τοιαύτη δικαιολογία εἶναι ἱκανὴ νὰ ταπεινώσῃ, ὄχι Βασιλέα, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐλάχιστον τῶν δημοσίων λειτουργῶν. Δὲν ηὔξησεν, εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἡ βασιλικὴ χορηγία ἐπὶ 25 καὶ ἐπέκεινα ἔτη, ἐνῷ κατὰ τὸ Σύνταγμα ἠδύνατο ν’ αὐξήσῃ πρὸ 15 ἐτῶν. Τοῦτο δὲν εἶναι διόλου ἀκριβὲς, ἐκτὸς ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχῃ τὴν ἀλλόκοτον γνώμην, ὅτι οὐδεμίαν χρηματικὴν ἀξίαν ἀντιπροσωπεύουσι τὰ ἐν τῷ μεταξὺ δωρηθέντα μεγάλα κτήματα. Ἔπειτα δὲ, διατὶ νὰ μὴ εἴπωμεν καὶ τὸ ἄλλο; Δὲν παρέχει τὸ Ἔνθος τὰ ἀνάκτορα; δὲν παρέχει τοὺς κήπους; δὲν πληρόνει τὰς ἐπισκευὰς τῶν ἀνακτόρων; δὲν παρέχει πλοῖα διὰ τὰ κατ’ ἔτος ταξείδια ὁλοκλήρου τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας; Τί περισσότερον θέλουν; Καὶ ὅμως θέλουν! Ἄν ὁ λαὸς ἀπέκαμε, πληρόνων φόρους, ἂν ὑφίσταται λεηλασίαν πρὸς βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν αὐτῶν, ἀδιάφορον. Ἀλλὰ δὲν φοβεῖται ὁ τῶν νομοσχεδίων εἰσηγητὴς, μήπως δι’ αὐτῶν παραστήσῃ τὸν Βασιλέα, ὡς ζητοῦντα νὰ ἐκμυζήσῃ χρηματικὰς παροχὰς ἐκ τῆς δυστυχίας τοῦ λαοῦ; Ὀφείλω ἐν τούτοις νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι, ταῦτα λέγων, δὲν ἐννοῶ ν’ ἀποδώσω μεγάλην ἀξίαν εἰς τὴν θυσίαν τῶν ζητουμένων παροχῶν. Θέλω μόνον ν’ ἀποδείξω, ὅτι αὗται δὲν φέρουσι τὴν σφραγῖδα τῆς ἀνάγκης, ἢ τῆς ἐθνικῆς ὑποχρεώσεως, ἀλλὰ χαρακτῆρα χαριστικὸν μὲν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἀνάρμοστον δὲ ὅλως πρὸς τὴν Βασιλείαν. Οὐδὲ δύναται νὰ μοὶ εἴπῃ τις, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνεργεῖ ἐν ἀγνοίᾳ καὶ παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ Ἡγεμόνος, διότι οὐδεὶς βεβαίως ἐλησμόνησε τὰ περίφημα τηλεγραφήματα τοῦ κ. Ἀναγνωστοπούλου, οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ καὶ ἰδιαιτέρου Γραμματέως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Μένων ὁ Βασιλεὺς μετὰ τοῦ διαδόχου εἰς Τατόϊον τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐγίνετο ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ περὶ Μανωλάδος νομοσχεδίου, παρηκολούθει τὴν πρόοδον αὐτῆς διὰ τηλεγραφικῶν ἀνακοινώσεων, γιγνομένων ὑπὸ τοῦ κ. Ἀναγνωστοπούλου ἀνὰ πέντε λεπτὰ τῆς ὥρας, καὶ ἀνέμενε τὴν ἔκβασιν, ὡσανεὶ ἐπρόκειτο περὶ κρισίμου τινὸς μάχης. Ἰδοὺ διατὶ, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, εἶπον, ὅτι δεινὴν ὑφίσταται δοκιμασίαν ὁ θεσμὸς τῆς Βασιλείας. Θ’ ἀκούσω πολλὰ παρὰ τῶν μὴ ποιούντων διάκρισιν μεταξὺ ἀληθῶν φίλων τῆς Βασιλείας καὶ αὐλοκολάκων ἢ εἰδωλολατρῶν. Ἀλλ’ ἀδιάφορον. Εἶναι καιρὸς νὰ ῥηθῇ ἡ ἀλήθεια. Ἐχθροὶ τῆς Βασιλείας εἶναι οἱ ἕνεκα ἐλλείψεως ψυχικῆς ἰσχύος, ἢ ἕνεκα οἱωνδήποτε ποταπῶν ὑπολογισμῶν δεικνύοντες δουλικὴν προθυμίαν, εἰς τὸ νὰ θεραπεύωσι πᾶσαν ὄρεξιν καὶ ἀδυναμίαν αὐτῆς. Ἀλλοίμονον εἰς τοὺς Βασιλεῖς ἐκείνους, οἵτινες δὲν κατώρθωσαν ἀκόμη νὰ χωνεύσωσι τὴν μεγάλην ταύτην ἀλήθειαν! Οἱ προβαίνοντες εἰς πράξεις, οἷαι αἱ ἀπασχολοῦσαι ἡμᾶς, οὐδὲν δικαίωμα ἔχουσι ν’ ἀξιῶσιν ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ πίστιν καὶ πεποίθησιν ἐπὶ τὸν θεσμὸν, σέβας δὲ καὶ εὐλάβειαν πρὸς τὸ Στέμμα. Ἂς μὴ πλανώμεθα. Διὰ τῶν τοιούτων καὶ ἄλλων παραπλησίων πράξεων ἀμαυροῦται ἡ αἴγλη τοῦ Βασιλικοῦ ἀξιώματος, καὶ δὲν δύναται νὰ τηρηθῇ ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ λαοῦ ἀμείωτον τὸ γόητρον τῆς Βασιλείας. Προσέξατε! Εἶναι κίνδυνος νὰ ἐξωθήσητε τὸν λαὸν εἰς τὴν σκέψιν, ὅτι ἀποβαίνει ἡ Βασιλεία ἀφόρητον δι’ αὐτὸν βάρος, ἐν τοιαύτη δὲ περιπτώσει, δὲν ἠξεύρω, τίς εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις θὰ τολμήσῃ καὶ θὰ δυνηθῇ νὰ τὸν ἐμποδίσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ ἀποθέσῃ ἀφ’ ἑαυτοῦ τὸ ἀνιαρὸν καὶ δυσβάστακτον αὐτὸ φορτίον. (Εὖγε! ἐκ τῶν ἀκροατηρίων.)
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τυπάλδος Κοζάκης ἐπιμένει εἰς τὴν τροπολογίαν του;
§28ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἂς τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Κοζάκη ἔχει ὡς ἑξῆς.
§30ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἐπὶ τῷ γάμῳ τῆς βασιλόπαιδος Ἀλεξάνδρας τὸ Ἔθνος συνίστησι χορηγίαν ἐτησίαν ἰσοβίως ἐκ δραχμῶν 25,000 τῇ Βασιλόπαιδι».
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κοζάκη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως). (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ νομοσχέδια: Περὶ οἰκοδομῆς δημοσίου κτιρίου καὶ Περὶ Βασιλικῆς χορηγίας).
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δραχ. 206,571 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1888. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον).
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου ἔχει τις τὸν λόγον;
§34Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρόκειται περὶ νομοσχεδίου ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 206,571 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1888. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου δραχμαὶ 1571 ζητοῦνται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἀξίας ἀδαμαντοκολλήτου Μεγαλοσταύρου. Τὴν πρὸς ἀγορὰν τοῦ κοσμήματος τούτου πίστωσιν εἶχε λάβει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ Β. Διατάγματος τῆς 8 Αὐγούστου 1888. Ὅτε λοιπὸν προεκάλεσε τὴν πίστωσιν διὰ Διατάγματος πρὸς πληρωμὴν τοῦ τιμήματος τοῦ Μεγαλοσταύρου τοῦ ἀδαμαντοκολλήτου, δὲν ἦτο γνωστὴ καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς δαπάνης τῶν δρ. 1571, καὶ ἐγένετο γνωστὴ μετὰ ταῦτα; Πόθεν δὲ προέκυψεν αὕτη; Πρὸς ἀπότισιν διεθνῶν τελῶν καὶ τιμήματος μισθώσεως καλωδίων τηλεγράφων, ζητεῖται πίστωσις 200,000 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐπὶ ταύτης δ’ ἀπευθύνω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν, ὅτι τὸ ἄρθρον 15 τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ πίστωσις, διαιρεῖται εἰς ἐδάφια, ἑπομένως ἐπεθύμουν νὰ ἐγνώριζον τὴν διαίρεσιν τῆς πιστώσεως τῶν 200,000 δραχμῶν εἰς τὰ ἐδάφια τοῦ ἄρθρου, διότι οὕτως ἠδυνάμην νὰ λάβω ἀκριβεστέραν γνῶσιν τοῦ πράγματος. Ἐπειδὴ δὲ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῆς πιστώσεως δὲν ὑπάρχει ἡ διάκρισις αὕτη, ἀναγκάζομαι νὰ ζητήσω περὶ τούτου τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1888 περιελήφθη πίστωσις 506,000 δραχμῶν, ἐξ ὧν 26,000 προσδιωρίζοντο εἰς ἀπόδοσιν διεθνῶν ταχυδρομικῶν τελῶν καὶ 200,000 εἰς μίσθωσιν καλωδίων. Παρακαλῶ νὰ μοὶ δηλωθῇ, πῶς κατανέμεται τὸ ποσὸν τῶν 200,000 δραχμῶν εἰς τὰς τρεῖς ταύτας ἀνάγκας· ζητεῖται καὶ διὰ τὰς τρεῖς, ἢ διὰ τὴν μίαν ἐξ αὐτῶν, καὶ τίνα; Κατὰ τὸ 1887 διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶχε χορηγηθῆ ἡ αὐτὴ πίστωσις τῶν 506,000 δραχμῶν, εἶχε δὲ χορηγηθῆ ἀναπληρωτικὴ πίστωσις ἐκ δραχ. 189,594 διὰ τοῦ Διατάγματος τῆς 4 Ἰουνίου 1888, ὥστε ἡ χρῆσις τοῦ 1887 ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ προβλεφθεῖσα διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πίστωσις ἦτο ἀνεπαρκής. Δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἦτο γνωστὴ ἡ ἀνεπάρκεια τῆς πιστώσεως εἰς τοὺς συντάξαντας τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1888 κατὰ τὸν χρόνον τῆς συντάξεως, ὅπως μὴ ὑποβληθῇ Προϋπολογισμὸς, περιέχων δαπάνας ἐλάσσονας τῶν πράγματι ἀπαιτουμένων; Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889, ἡ πίστωσις αὕτη διενεμήθη εἰς τὰς κατηγορίας, τὰς ἐπιγραφομένας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ «ἀποδόσεις» καὶ εἰς τὴν κατηγορίαν τὴν ἐπιγραφομένην «ἔξοδα διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας», συμπεριελήφθησαν δὲ 358,140 δρ. εἰς ἀπόδοσιν διεθνῶν τηλεγραφικῶν τελῶν, ἤτοι 70,000 περισσότεραι, ἀφ’ ὅσας ζητοῦνται πρὸς συμπλήρωσιν τῆς πιστώσεως, τῆς χορηγηθείσης διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888. Ἐνῷ δὲ ἀνεγράφησαν εἰς τὸ κεφάλαιον «ἀποδόσεις» 358,140, ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν διετηρήθη ὅμως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἄλλη δαπάνη, ὑπαγομένη εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν «ἀποδόσεις», διότι ἐπιγράφεται διὰ τὴν ἀπόδοσιν διεθνῶν ταχυδρομικῶν τελῶν, διὰ τὴν ὁποίαν περιελήφθη 26,000 δραχ. πίστωσις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἡ τοιαύτη κατανομὴ ἐπάγει μεγάλην σύγχυσιν, δυσκολίαν δὲ εἰς τὴν ἔρευναν καὶ τὸν ἔλεγχον. Διὰ τὴν μίσθωσιν τῶν καλωδίων τῆς Ἀνατολικῆς Ἑταιρίας, ὡσαύτως εἶχον περιληφθῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889 δραχμαὶ 200,000 ἐνῷ τῷ 1888 φαίνεται, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ἐπήρκεσε, διὸ ζητεῖται ἡ ἀναπληρωτικὴ πίστωσις, περὶ ἧς ὁ λόγος. Λοιπὸν διατὶ εἰς τὸ 1889 ἔτος δὲν ἐλάβομεν πρόνοιαν, ὥστε ν’ ἀποφύγωμεν τὴν ἀνάγκην ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως, καὶ προσέτι ν’ ἀποφύγωμεν τὴν αἰτίασιν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889 ἔχει τὸ ἐλάττωμα καὶ αὐτὸς νὰ παριστᾷ τὰς δαπάνας, ἐλάσσονας τῶν πράγματι ἀπαιτουμένων; Αὐτὰς τὰς πληροφορίας ζητῶ.
§35ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σχετικῶς μὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πόσα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ ἔτος 1887 καὶ πόσα κατὰ τὸ 1889 διὰ τὴν μετακίνησιν τῶν Δικαστικῶν ὑπαλλήλων, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη καὶ ὁ ὁποῖος θέτει περιορισμούς τινας εἰς τὴν μετάθεσιν τῶν ὑπαλλήλων, ἔφερεν οἰκονομικά τινα ἀποτελέσματα, δι’ ὧν ἠλαττώθη ἡ σχετικὴ δαπάνη· διότι, ἐὰν ἐξακολουθῇ νὰ ἦναι ἡ αὐτὴ δαπάνη, τότε θὰ εἴπῃ, ὅτι καὶ μετὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον ἡ μετακίνησις τῶν ὑπαλλήλων γίνεται, ὅπως καὶ πρότερον.
§36ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κατὰ τὸ 1884 ἐδόθη πίστωσις 36,000 δραχμῶν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, ἐδαπανήθησαν δὲ ἐξ αὐτῶν 33,577. Κατὰ τὸ 1885 ἐδόθη 36,000 δραχμῶν πίστωσις, ἐξ ὧν ἐδαπανήθησαν δραχ. 35,996. Βλέπετε ὅτι εἶναι παγία ἡ πίστωσις αὕτη τῶν 36,000 δραχμῶν. Τῷ 1886 ἐδόθησαν διὰ μὲν τοῦ Προϋπολογισμοῦ δραχ. 36,000, δι’ ἀναπληρωματικῆς δὲ πιστώσεως δρ. 15,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχ. 51,000, ἐξ ὧν ἐδαπανήθησαν 50,922. Τῷ 1887 ἐδόθη πίστωσις 36,000, καὶ ἐδαπανήθησαν πᾶσαι. Τῷ 1888 ἐζητήθη πίστωσις 25,000 δραχμῶν, δηλ. κατὰ 11,000 ὀλιγώτερον τῆς πιστώσεως, ἡ ὁποία κανονικῶς ἐπὶ μίαν πενταετίαν ἐζητεῖτο. Ὁ ὑπολογισμὸς τῶν πιθανῶν κινήσεων καὶ μεταβολῶν μετὰ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου ἦτο ἀκριβής. Παρουσιάζεται δὲ ἀνάγκη προσθήκης πιστώσεως 5,000 δραχμῶν, ἀναβιβαζούσης τὸ ὅλον εἰς δρ. 30,000, ἧς ψηφιζομένης, πάλιν μένουσιν 6,000 δραχ. ἐπὶ ἔλαττον ἀπὸ τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Αἱ 5,000 ὅμως δὲν ἔχουν ὡς αἰτίαν τὴν ἐκ μεταθέσεως κίνησιν τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ κυρίως τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐργασίας τῶν Πταισματοδικῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων κατὰ τὸ 1888 ἐφηρμόσθη ἡ διάταξις τοῦ νόμου, ἡ ἐπιτρέπουσα τοῖς Πταισματοδίκαις νὰ περιέρχωνται ἀνὰ τὰς ἕδρας τῶν δήμων, τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν δικαιοδοσίαν αὐτῶν, πρὸς ἐκδίκασιν πταισμάτων· τοῦτο δὲ λυσιτελέστατον ἀπεδείχθη. Ἐπίσης αἰτία τῆς προσθήκης ταύτης πρέπει νὰ λογισθῇ καὶ ὁ νέος περὶ ὁδοιπορικῶν ἐξόδων νόμος. Βεβαιῶ λοιπὸν, ὅτι ὁ μὲν ὑπολογισμὸς καλῶς ἐγένετο κατὰ 11,000 κατώτερος τοῦ συνήθως δαπανωμένου ποσοῦ, ἡ δὲ ζητουμένη αὔξησις ἔχει αἰτίας τὴν ἐργασίαν τῶν Πταισματοδικῶν καὶ τὸν εἰρημένον νόμον. Τὴν ἀλήθειαν δὲ ταύτην ἀποδεικνύει καὶ ὁ συγκριτικὸς πίναξ τῶν ἀπὸ τοῦ 1882 μεταθέσεων Πρωτοδικῶν καὶ Εἰρηνοδικῶν. Κατὰ τὸν πίνακα αὐτὸν, καθ’ ὅλον τὸ 1888 μετετέθησαν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου, ἢ εἰς πλήρωσιν κενῶν θέσεων, ἢ εἰς ἐκτέλεσιν γνωμοδοτήσεων τῶν Ἀρχῶν, 27 Πρωτοδίκαι καὶ 137 Εἰρηνοδίκαι, ἐξ ὧν οἱ 100 τὸν Αὔγουστον, ὅτε ἦτο ἐνεργὸν τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀριθμὸν τοιοῦτον δὲν θὰ εὕρητε εἰς οὐδὲν τῶν προηγουμένων ἐτῶν· ὥστε ὁ νόμος ἔφερε τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπηγγέλλετο, ὑπό τε τὴν ἔποψιν τῆς διοικήσεως καὶ τὴν τῶν δαπανῶν.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψηφοφορεῖται τὸ σύνολον.
§38Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν δὲν θὰ δώσῃ κἀμμίαν πληροφορίαν;
§39ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἐρωτήματος, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν δύναμαι ἀμέσως ν’ ἀπαντήσω. Ὁ λόγος, δι’ ὃν ζητεῖται ἡ πίστωσις αὕτη, ἡ μικρὰ, εἶναι, ὅτι ὑπελογίσθη ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος κατωτέρα τῆς πραγματικῆς, καί, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, ἀντὶ 1,27 περίπου, τὸ φράγκον ὑπελογίσθη πρὸς 1,20.
§40ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸν Αὔγουστον τοῦ 1888;
§41ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
§42ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ τότε ὁ χρυσὸς ἦτο ἀκριβώτερος ἀφ’ ὅσον τώρα;
§43ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα. Ἐγένετο δὲ κακῶς ὁ ὑπολογισμὸς, καὶ ἐκ τούτου προῆλθεν ἡ διαφορὰ αὕτη, διότι τὸ ποσὸν εἰς χρυσὸν βεβαίως ἦτο ὡρισμένον ἐξ ὑπαρχῆς, ὅτε ἐγένετο ἡ συμφωνία. Ὡς πρὸς τὰς ἐρωτήσεις, τὰς ἀναγομένας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω πληροφορίας καὶ ἀπαντήσω αὔριον. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 8,386,333 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1889.
§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889, ἐν σελίδι 7ῃ, τὸ ὀφειλόμενον εἰσέτι κεφάλαιον ἐκ τοῦ δανείου τῶν 10 ἑκατομμυρίων μέλλει ν’ ἀνέλθῃ κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1889 εἰς 6,797,000 ἀφοῦ πληρωθῇ τὸ χρεωλύσιον, τὸ ἀποδοτέον διὰ τὸ ἔτος 1889. Ἐπειδὴ δὲ τὸ χρεωλύσιον δὲν ἀπεδόθη εἰσέτι, πρέπει ν’ αὐξηθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 6,797,000 κατὰ 72,500, ὅσον εἶναι τὸ χρεωλύσιον. Κατὰ τὸν νόμον περὶ μετατροπῆς τοῦ δανείου τῶν 26,000,000, ποσὸν 893,500 δραχμῶν εἶχε μετατραπῆ εἰς πάγιον χρέος πρὸς τὴν Τράπεζαν μετὰ τοῦ μετατραπέντος δανείου τῶν 26,000,000. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 6,797,000 τὰ ποσὰ ταῦτα, δὲν παράγεται τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον σημειοῦται ἐν τῇ πιστώσει τῶν 5,903,900 ὡς ὑπόλοιπον, ὀφειλόμενον ἐκ τοῦ δανείου τῶν 10,000,000. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι καθαρῶς λογιστική· ὑποθέτω, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ διατρέξωσιν οὐδένα κίνδυνον τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Δὲν ζητῶ κἀμμίαν πληροφορίαν, ἐφελκύω ὅμως τὴν προσοχὴν τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ζητῶ προσέτι πληροφορίαν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τοῦ ἑξῆς. Διὰ τοῦ νόμου, δι’ οὗ ἐπετράπη τὸ δάνειον τὸ προσωρινὸν τῶν 400,000 λιρῶν, παρεστήθη εἰς τὴν Βουλὴν ὡς λόγος τοῦ δανείου ἡ μετατροπὴ διαφόρων δανείων, ἐν πρώτοις τοῦ δανείου τῶν 6,000,000, δεύτερον τοῦ δανείου τῶν 10,000,000 καὶ τρίτον καὶ ἄλλων ὁμοίας φύσεως πράξεων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἦναι ἤδη γνωσταὶ αἱ πράξεις ἐκεῖναι, διὰ τὰς ὁποίας θέλει διατεθῆ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τῶν 400,000 λιρῶν, μετὰ τὴν ἀπόσβεσιν τῶν δύο δανείων, ἢ ἐὰν δὲν ἦναι γνωσταὶ, ὅτε βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ζητήσω τὴν πληροφορίαν ταύτην. Ἐπίσης παρακαλῶ αὐτὸν, ἐπειδὴ τὸ δάνειον τῶν 400,000 λιρῶν θέλει διατεθῆ πρὸς ἀπόσβεσιν τῶν δύο δανείων, καὶ ἐπειδὴ ταῦτα θέλουσιν ἀποσβεσθῆ εἰς γραμμάτια τραπεζικὰ, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὸ ὑπολειπόμενον μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ποσοῦ, τοῦ διατεθησομένου πρὸς ἀπόσβεσιν τῶν δύο δανείων, εἶναι ἀνώτερον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον παριστᾷ ἡ ἀφαίρεσις.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ χρῆμα, τὸ εἰσπραττόμενον ἐκ τῶν δανείων τούτων, τουτέστιν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 10,200,000 φράγκων εἰς χρυσὸν καὶ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 400,000 λιρῶν, διατίθεται εἰς πληρωμὴν τοῦ μεταλλικοῦ τῶν τοκομεριδίων, τὸ δὲ ἀντίτιμον αὐτοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, καταλογιζόμενα ἐπὶ ἰσοτιμίᾳ πρὸς τὸ μέταλλον, χρησιμοποιεῖται πρὸς τοὺς εἰδικοὺς σκοποὺς τῶν ἐπιτρεπόντων τὰ δάνεια νόμων. Περὶ τοῦ ἐν τοῖς βιβλίοις τοῦ Κράτους καταλογισμοῦ ἐπὶ ἰσοτιμίᾳ μεταλλικοῦ καὶ τραπεζικῶν γραμματίων πολλάκις ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ παρεστήθη, ὅτι λογιστικῶς ἡ ἰσοτιμία ἦτο κανὼν ἀναγκαῖος καὶ ἀπαράβατος, διότι τὸ νόμιμον χρῆμα τῆς χώρας δὲν δύναται λογιστικῶς νὰ ἔχῃ ἀξίαν πραγματικήν, διάφορον τῆς ὀνομαστικῆς. Μόνον ἡ ὀνομαστικὴ ἀξία τοῦ νομίσματος, εἴτε μεταλλικοῦ, εἴτε χαρτίνου, ἔχει λογιστικὴν ὕπαρξιν, ἐν δὲ τοῖς βιβλίοις τοῦ Κράτους τὸ χρῆμα ἀναγράφεται ἄρτιον, καὶ πᾶσα ἐκ τοῦ νομίσματος ὠφέλεια, ἢ ζημία, ἀναγράφεται ἰδίᾳ ὡς ἔσοδον ἢ ὡς ἔξοδον. Διατεθέντος ἄρα τοῦ ἐκ τῶν δύο προσωρινῶν δανείων μεταλλικοῦ εἰς πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων, πρόκειται ἤδη περὶ τῆς κατὰ τὰ διατεταγμένα διαθέσεως τοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ὀνομαστικοῦ ἰσοτίμου τῶν εἰς ἐξόφλησιν τῶν τοκομεριδίων καταβληθέντων. Ἐξωφλήθησαν τοκομερίδια, διὰ μὲν τῶν εἰσπραχθέντων ἐκ τοῦ ἑτέρου τῶν δανείων 10,200,000 φράγκα χρυσᾶ, διὰ δὲ τῶν ἐκ τοῦ ἄλλου 400,000 λίραι· τὰ ποσὰ ταῦτα, ἀναγόμενα εἰς δραχμὰς τραπεζικὰς, τὰ μὲν 10,200,000 φράγκα εἶναι 10,200,000 δραχμαὶ, αἱ δὲ 400,000 λίραι εἶναι καὶ αὐταὶ περίπου 10,000,000 δραχμαί, ὥστε ἐν συνόλῳ ὀφείλομεν νὰ διαθέσωμεν 20,200,000 δραχμὰς εἰς ἐξόφλησιν ἄλλων δανείων, καθ’ ἃς ἐκ τοῦ νόμου ἀνελάβομεν ὑποχρεώσεις. Καὶ περὶ μὲν τοῦ παλαιοτέρου τῶν προσωρινῶν δανείων, τῶν μετατρεπομένων ἤδη εἰς τὸ πάγιον τῶν 1,200,000 λιρῶν, εἴπομεν καὶ ἄλλοτε, ὅτι τὰ ἐξ αὐτοῦ εἰσπραχθέντα 10,200,000 θέλουσι διατεθῆ εἰς περιορισμὸν κατὰ τοσοῦτον τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τουτέστι τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τῶν κατὰ προσθήκην κυκλοφορούντων συνεπείᾳ τοῦ δανείου ἐκείνου, θέλω δὲ ὑποβάλει νομοσχέδιον, περιορίζον τὸν ἀριθμὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ὧν ἐπιτρέπεται ἡ ἐπιπρόσθετος κυκλοφορία. Ὁ περιορισμὸς οὗτος ἐγένετο ἤδη οὐχὶ διὰ νόμου, ἀλλὰ διὰ συμφωνίας πρὸς τὴν Τράπεζαν, ἢ ἀκριβέστερον δι’ ἀποδόσεως εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἴσου ποσοῦ τραπεζικῶν γραμματίων, μειωθείσης οὕτω τῆς ὀφειλῆς τοῦ Δημοσίου ἐν τῷ ὑφισταμένῳ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀνοικτῷ λογαριασμῷ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· δὲν ἐκανονίσθη ὅμως ἔτι ὁ περιορισμὸς νομοθετικῶς, διότι τὸ δάνειον, οὗτινος τὸ κεφάλαιον διετέθη εἰς τὴν τοιαύτην ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ τῶν ἐπιπροσθέτως ἐκδιδομένων εἰς ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τραπεζικῶν γραμματίων, ἦτο προσωρινὸν, θὰ ἦτο δὲ σόλοικος ἡ διὰ νόμου κύρωσις, ὡς διαρκοῦς, πράξεως, ἐχούσης τὴν ὑπόστασιν προσωρινήν. Ἤδη, ὅτε τὸ προσωρινὸν δάνειον μετατρέπεται εἰς πάγιον, συγχωνευόμενον ἐν τῷ δανείῳ τοῦ 1,200,000 λιρῶν, δυνάμεθα διὰ νόμου νὰ κανονίσωμεν τὸν περιορισμὸν κατὰ 10,200,000 τῶν εἰς λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου ἐπιπροσθέτως ἐκδεδομένων εἰς κυκλοφορίαν τραπεζικῶν γραμματίων, τουτέστιν ἀπὸ 67,000,000 εἰς 57,000,000. Τὸ κανονίσον δὲ τὰ περὶ τούτου νομοσχέδιον θέλει περιλάβει καὶ διάταξιν περὶ τῆς διαθέσεως τοῦ ποσοῦ, τοῦ πλεονάζοντος ἀπὸ τοῦ ἐν τῇ πιστώσει ταύτῃ ἀναγεγραμμένου τῶν 8,386,000 δραχμῶν μέχρι τῶν 10,000,000 τοῦ δευτέρου προσωρινοῦ δανείου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, ἀναγνοὺς πρότερον τὰ τοῦ νόμου, τοῦ ἐπιτρέψαντος τὸ προσωρινὸν δάνειον τῶν 400,000 λιρῶν, τουτέστι τῶν 10,000,000 δραχμῶν, εἶπεν, ὅτι κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον ὠφείλομεν νὰ ἐξοφλήσωμεν πρῶτον τὰ τῶν δανείων τῶν 6,000,000 καὶ τῶν 10,000,000, μετὰ δὲ τὴν ἐξόφλησιν, ἀπαιτοῦσαν 8,386,000 δραχμῶν, ἔδει νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν ἑτέραν διάταξιν τοῦ αὐτοῦ νόμου, καθ’ ἣν ἤθελε διατεθῆ τὸ ὑπόλοιπον εἰς ἐξόφλησιν ἄλλων χρεῶν τοῦ Δημοσίου. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἄρα, δι’ οὗ θὰ ψηφισθῇ ὁ περιορισμὸς τῶν εἰς λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου ἐπιπροσθέτως ἐκδεδομένων τραπεζικῶν γραμματίων ἀπὸ 67,000,000 εἰς 57,000,000, θὰ ψηφισθῇ καὶ ὁ περιορισμὸς τῶν ἐντόκων γραμματίων ἀπὸ 14,000,000 εἰς ποσὸν, ἀντιστοιχοῦν πρὸς ἐλάττωσιν, ὅση ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ τῶν 10,000,000 δραχμῶν πρὸς τὰ 8,386,000.
§47Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ ἀναγγελθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς εἰσαχθησόμενα εἰς τὴν Βουλὴν, νομοσχέδια περὶ περιορισμοῦ τοῦ τρεχουμένου λογαριασμοῦ τοῦ Δημοσίου μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, περὶ περιορισμοῦ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐντόκων γραμματίων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ θέτῃ εἰς κυκλοφορίαν, εἶναι μέτρα, τὰ ὁποῖα σκοποῦσι νὰ περιορίσωσι τὴν δανειστικὴν ἐλευθερίαν τοῦ Ὑπουργείου, Βεβαίως δὲν ἀνθίσταμαι κατὰ τῶν μέτρων τούτων, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐνδιαφερόμην παντάπασιν διὰ ν’ ἀκούσω τὸ ἄγγελμα, τὸ γενόμενον ἀπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι μετὰ τὴν εὐρύτητα τῆς δανειστικῆς ἐξουσίας, ἤτοι τῆς δανειστικῆς ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους παρεχώρησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὁ περιορισμὸς τῆς ἐλευθερίας διὰ τῶν δύο νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσαγάγῃ, εἶναι ἀσθενεστάτη δι’ ἡμᾶς ἐγγύησις. Ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον ἐνδιαφερόμην διὰ τὴν ἀκρίβειαν τῶν λογαριασμῶν καὶ ἰδίως διὰ τὴν εἰλικρίνειαν αὐτῶν, ἦτο, ἐὰν κατωρθοῦτο νὰ πεισθῇ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ γράφῃ εἰς τὰ βιβλία τοῦ Κράτους τὴν διαφορὰν τοῦ χρυσοῦ, ὅταν ἐξ ἐκτάκτων ἐσόδων εἰσάγηται χρυσὸς εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καθ’ ὃν τρόπον ἀναγράφει εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τὰ ἐξαγόμενα ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου χρήματα πρὸς πληρωμὴν τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσδοκῶμεν, διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπειράθη τοῦτο καὶ κατὰ τὸ 1888 καὶ κατὰ τὸ 1887, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔστερξεν, ἑπομένως εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θέλει στέρξει οὐδὲ τώρα, καὶ ἐπειδὴ ἡ πλειοψηφία εἶναι πρόθυμος νὰ παράσχῃ εἰς αὐτὸν τὴν συνδρομήν της καὶ κατὰ τοῦτο, θὰ γίνῃ, ὅ,τι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιθυμεῖ, ὄχι διότι οὕτω προσήκει νὰ γίνῃ, ἀλλὰ διότι οὕτω θέλει ὁ κ. Πρωθυπουργός. Λέγω, ὄχι διότι οὕτω προσήκει νὰ γίνῃ, διότι ἐκ τῆς τακτικῆς, ἣν ἀκολουθεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπέρχεται σύγχυσις, ἡ ὁποία εὐκολύνει τοὺς ὑποστηρίζοντας τοὺς Προϋπολογισμοὺς κατὰ τὰς συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ, ν’ ἀρνῶνται τὴν ἀλήθειαν, ἀναμιγνύοντες τοὺς ἀριθμοὺς εἰς βαθμὸν ἀκατανόητον. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἰσχυρίσθησαν, ὅτι δὲν ἐπληρώθη ἡ διαφορὰ τοῦ χρυσοῦ εἰς πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυσίων ἐκ τοῦ εἰσαχθέντος ἔξωθεν χρυσοῦ ἐξ ἐκτάκτων ἐσόδων, ἀλλ’ ὅτι ἐπληρώθη ἀπὸ τὰ τακτικὰ ἔσοδα, ἑπομένως ὅτι δὲν ηὔξησεν ἕνεκα τούτου τὸ χρέος τοῦ Κράτους, διότι δι’ αὐτοῦ ἐπληρώθησαν τόκοι καὶ χρεωλύσια, τὰ ὁποῖα ἐπεβάρυνον τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις αὕτη τῆς εἰλικρινείας ἐν τοῖς ἀριθμοῖς, καὶ ἐὰν εὐκολύνῃ τοὺς συζητοῦντας κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ Βουλῇ πρὸς ὑποστήριξιν τῶν γνωμῶν των, καταγγέλλεται καὶ ἀπὸ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὴν γενομένην σήμερον, καθ’ ἣν τὸ δάνειον τῶν 400,000 λιρῶν καὶ τὸ δάνειον τῶν 10,000,000 εἰς χρυσὸν, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, διετέθησαν εἰς πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυσίων, ἐλήφθη δὲ ἀντ’ αὐτῶν, ὡς ἀντίτιμον, ποσὸν, ἴσον μὲ τὴν ἀξίαν ὄχι τοῦ χρυσοῦ, ἀλλὰ τοῦ νομίσματος, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο πρόκειται νὰ χρησιμεύσῃ σήμερον εἰς ἐξόφλησιν τῶν δύο δανείων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐκ δρ. 507,000 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1888.
§49Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκ τῶν 507,000 αἱ 100,000 ζητοῦνται ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 11 τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν «ἐκτέλεσις νόμου σιγαροχάρτου». Ἐκ τῆς πράξεως δὲ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου φανεροῦται, ὅτι εἰδικῶς τὸ ποσὸν τοῦτο θέλει διατεθῆ «εἰς προμήθειαν σιγαροχάρτου, διότι ἡ περὶ τούτου πίστωσις, ἡ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ περιληφθεῖσα, δὲν ἐπήρκεσεν». Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1888 περιελήφθη πίστωσις δι’ ἀγορὰν σιγαροχάρτου δραχμῶν 350,000 ὑπὸ τὸ ἄρθρον 11 καὶ οὐχὶ 10 τοῦ κεφαλαίου 11. Κατὰ τὸ 1889 περιελήφθη ὡσαύτως πίστωσις διὰ τὴν αὐτὴν ἀνάγκην 350,000 δραχμῶν, διὰ δὲ τὸ 1887 εἶχε περιληφθῆ μόνον 185,000. Ἀφοῦ ἡ πίστωσις, ἡ περιληφθεῖσα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1888, ἐκ 350,000, ἡ ὁποία διετέθη ἐντὸς τοῦ 1888, δὲν ἐπήρκεσε, διατὶ δὲν ἐλήφθη πρόνοια, ὅπως μὴ εὑρεθῶμεν πάλιν εἰς τὴν ἀνάγκην, νὰ ζητήσωμεν ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν διὰ τὸ 1889; Διότι τοιουτοτρόπως παρίστανται πάλιν τὰ ἔξοδα ὀλιγώτερα τῶν πραγματικῶς ἀπαιτουμένων. Ζητεῖται πίστωσις δραχ. 95,000 δι’ ἀγορὰν πετρελαίου. Κατὰ τὸ 1888 ἐχορηγήθη πίστωσις 1,100,000, κατὰ τὸ 1887 δὲ 1,100,000 καὶ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις δὲν ἐζητήθη. Κατὰ τὸ 1889 ζητεῖται ἡ πίστωσις ἡ αὐτή, 1,100,000, καὶ ἐκτὸς αὐτῆς ζητεῖται ἡ ἀναπληρωματικὴ ἐξ 95,000. Ἀφοῦ ἀνάγκη πρὸς ἀγορὰν πετρελαίου δὲν παρεστάθη, ὅπως ζητηθῇ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις τῷ 1887, ἀφοῦ διὰ τὸ 1888 παρίσταται ἡ ἀνάγκη αὕτη, διατὶ δὲν προελήφθη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, νὰ ζητηθῇ ἀνώτερον ποσὸν διὰ τὸ 1889, ὥστε κατὰ τὸ 1889 νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν; Ἐκτὸς αὐτῶν, ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 3, ἄρθρου 6 τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ζητεῖται ἀναπληρωματικὴ πίστωσις 140,000 δραχμῶν δι’ ἀποζημίωσιν μαρτύρων. Τῷ 1887 εἶχε ζητηθῆ πίστωσις 250,000, καὶ ἐζητήθη ἀναπληρωματικὴ 60,000, ἑπομένως ἐδαπανήθησαν, κατὰ τὸ 1887 δραχ. 310,000. Κατὰ τὸ 1888 ἐζητήθη πίστωσις 190,000, καὶ ζητεῖται ἤδη 140,000, ἑπομένως πρόκειται νὰ δαπανήσωμεν διὰ τὸ 1888 δραχμὰς 320,000. Διὰ τὸ 1889 ἐζητήθη πάλιν τὸ αὐτὸ ποσὸν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐνῷ εἶχον τὰ διδόμενα τοῦ 1887 καὶ 1888, πείθοντα αὐτοὺς, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνέγραψαν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889, δὲν ἤθελεν ἐπαρκέσει. Ἡ ἐγγραφεῖσα λοιπὸν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889 πίστωσις ἐνεγράφη ὑποδεεστέρα τῆς πραγματικῶς ἀπαιτηθησομένης.
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν νομίζω βέβαιον, ὅτι ἐνεγράφησαν αἱ πιστώσεις τοῦ 1889 ὑποδεέστεραι τῶν πιθανῶν, καίτοι δὲν εἶναι τοῦτο καὶ ἀδύνατον, ὑπαρχόντων λόγων, ὧν ἕνεκα ἐνδέχεται νὰ ἀπαιτῆται αὔξησις πιστώσεως διὰ τὸ ἔτος 1888, νὰ μὴ ἀπαιτῆται δὲ διὰ τὸ 1889, σχετίζονται δὲ οἱ λόγοι πρὸς τὴν πρώτην ἐγκατάστασιν τῶν πρακτορείων τῆς πωλήσεως τῶν εἰδῶν τοῦ μονοπωλίου. Ταῦτα ὀφείλουσι, κατὰ τὴν σύμβασιν, νὰ τηρῶσι διαρκῶς ἀποταμίευμα ποσοῦ ὡρισμένου κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, ὅπερ ἐπάγεται τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἀποταμιεύσεως κατὰ μέσον ὅρον ποσοῦ ἀνωτέρου. Μετὰ τὴν πρώτην ἀποταμίευσιν καταλογίζεται μόνον τὸ ποσὸν, τὸ ἀναπληροῦν τὸ ἑκάστοτε καταναλισκόμενον· ἐφ’ ὅσον ἄρα αἱ εἰρημέναι αὐξήσεις ἀνταποκρίνωνται πρὸς τὸ ἀρχικὸν ἀποταμίευμα, δὲν θέλει ἐπαναληφθῆ τὸ ἔξοδον κατὰ τὸ 1889, ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν προέρχωνται ἐκ τῆς τοιαύτης ἀποταμιεύσεως, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀναπληρώσεως τῆς ἐτησίας καταναλώσεως, θέλουσιν ἀπαιτηθῆ καὶ κατὰ τὸ 1889, ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρξῃ ἐλάττωσις τιμῆς τοῦ πετρελαίου ἢ τοῦ σιγαροχάρτου, ὅπερ διὰ μὲν τὸ σιγαρόχαρτον δὲν εἶναι πιθανὸν, διὰ τὸ πετρέλαιον ὅμως δὲν εἶναι ἀδύνατον· ὁ δὲ λόγος, δι’ ὅν, ἂν τοιαύτη περίστασις συνετέλει εἰς τὴν αὔξησιν τῆς δαπάνης κατὰ τὸ 1888, δὲν ὡδηγήθημεν ἐκ τούτου, ἵνα ζητήσωμεν ἀνωτέραν πίστωσιν κατὰ τὸ 1889, εἶναι, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889 συνετάχθη ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ κατ’ Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον τοῦ 1888, ὅτε ἔτι ὑπετίθετο, ὅτι αἱ πιστώσεις τοῦ 1888 θὰ ἦσαν ἐπαρκεῖς. Ἡ ἀνεπάρκεια τῶν πιστώσεων τοῦ 1888 ἀπεδείχθη μετὰ τὴν πρώτην Ἰανουαρίου 1889, καὶ τὸ κυρούμενον ἤδη Β. Διάταγμα εἶναι τῆς 23 Φεβρουαρίου 1889. Δὲν ἦσαν ἄρα γνωσταὶ αἱ περιστάσεις, αἵτινες προεκάλουν αὔξησιν δαπάνης, ὅτε συνετάττετο ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889. Ἀλλὰ καὶ δὲν εἶναι βέβαιον, ὅτι πᾶσαι αἱ περιστάσεις, αἱ προκαλοῦσαι τὴν αὔξησιν τῆς πιστώσεως διὰ τὸ 1888, ἦσαν ἐκ τῶν ἐνδεικνυουσῶν τὴν ἀνάγκην αὐξήσεως πιστώσεως καὶ διὰ τὸ 1889.
§51Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄν αἱ πιστώσεις, αἱ ζητούμεναι διὰ τὸ πετρέλαιον καὶ τὸ σιγαρόχαρτον, ζητῶνται διὰ τὰ πρακτορεῖα, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ συστηθῶσι κατὰ τὸ 1880 τὸ πρῶτον, ἑπομένως μέλλουσι νὰ χρησιμεύσωσιν πρὸς ἀγορὰν περισσεύματος πετρελαίου καὶ σιγαροχάρτου, ἀποτεθειμένου ἐν τοῖς πρακτορείοις, τοῦτο ἦτο βεβαίως γνωστὸν, καθ’ ὃν χρόνον συνετάσσετο ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1888, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς συνετάχθη καθ’ ὃν χρόνον εἶχεν ἤδη ψηφισθῆ ἡ σύμβασις περὶ διαχειρίσεως τοῦ πετρελαίου καὶ σιγαροχάρτου, διὰ τῆς ὁποίας ὑπεχρεοῦτο ἡ Ἑταιρία νὰ συστήσῃ τὰ πρακτορεῖα ταῦτα. Ἄν ὅμως δὲν ζητῶνται δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, διότι ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν τὸ ἐβεβαίωσεν ἀκριβῶς, ἐπροτάθη τότε ὡς δικαιολογία, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ἐζήτησαν ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889 εἶχεν ἤδη συνταχθῆ. Ἀνέγνων ὅμως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1888 ἐπὶ ἄλλου κεφαλαίου περίεργον ἐλάττωσιν, εἶμαι δὲ ἠναγκασμένος νὰ ἀναφέρω τὴν ἐλάττωσιν ταύτην. Διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887 εἶχε χορηγηθῆ πίστωσις δραχ. 60,000 ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «ἐπιστροφαὶ χρημάτων», ἀλλὰ διὰ Β. Διατάγματος τῆς 25 Σεπτεμβρίου 1889 ἐχορηγήθη ἀναπληρωτικὴ πίστωσις 120,000 δραχμῶν, καὶ οὕτως ἀνεβιβάσθη τὸ ποσὸν εἰς 180,000. Διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888 ζητεῖται πίστωσις μόνον 60,000 καὶ ἐν τῷ περιθωρίῳ γράφεται ἡ ἑξῆς δικαιολογία. «Διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887 εἶχε ζητηθῆ πίστωσις 60,000· δι’ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως, τὸν Σεπτέμβριον δοθείσης, 120,000, τὸ ὅλον 180,000. Ἐφέτος ζητοῦνται 60,000· ἐλάττωσις δραχμῶν 120,000.» Λοιπὸν ἐψηφίσθη ὁ Προϋπολογισμὸς μὲ πίστωσιν 60,000. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρόκειται, περιλαμβάνει συμπληρωτικὴν πίστωσιν, «ἐπιστροφαὶ χρημάτων» 120,000, καὶ ἀναβιβάζει πάλιν τὴν δαπάνην ταύτην εἰς 180,000. Θέλει μᾶς ἀντιταχθῆ, ὅτι δι’ ἐπιστροφὰς χρημάτων δὲν γνωρίζομεν, πόσον θὰ ἦναι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξαχθῇ ἐκ τοῦ ταμείου πρὸς πλήρωσιν τῆς ἀνάγκης ταύτης, οὐδέποτε ὅμως ὑπῆρξε ποσὸν ἐγγραφὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ κατώτερον τῶν 160 χιλιάδων.
§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ποσὸν τῶν ἐπιστρεφομένων χρημάτων ἀποτελεῖ τακτοποίησιν λογαριασμοῦ· εἴτε μεγαλείτερον, εἴτε μικρότερον εἶναι, οὔτε μεγαλειτέραν οὔτε μικροτέραν ἐμφαίνει δαπάνην. Κατὰ τὸ 1889 ἐλπίζομεν, ὅτι μικρὰ θὰ ἦναι ἡ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου δαπάνη, μὴ ἀποτελοῦσα, ὡς εἶπον, ἐπιβάρυνσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ λογιστικὸν κανονισμόν. Ἐλπίζομεν τοῦτο, διότι ἡ ἐν τῷ παρελθόντι σπουδαία ἐξόγκωσις τῶν ἐπιστροφῶν ἐσχετίζετο πρὸς τὴν ἀποχώρησιν ἐκ τοῦ στρατοῦ τῶν διαθεσίμων. Οὗτοι ἀνελάμβανον τὸ κατατεθὲν ἀντισήκωμα τῆς ἀπολύσεως, ἀνακαλούμενοι εἰς τὰς τάξεις, ἀνεκλήθησαν δὲ πλεῖστοι κατὰ τὰ τέως κείμενα. Ὁ περιορισμὸς τῶν ἀνακλήσεων τῶν διαθεσίμων, ὃν ἐπάγονται αἱ νεώτεραι διατάξεις, θὰ ἐπενέγκῃ ἐλάττωσιν τῶν ἐπιστρεπτέων σημαντικήν· ἀλλ’ εἴτε μεγάλη, εἴτε μικρὰ εἶναι ἡ ἀναγραφὴ τοῦ ἐξόδου, ἀνταποκρίνεται πρὸς ἀναγραφὴν ἴσου ποσοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων, ἑπομένως οὐδεμία ἐξ οἱασδήποτε ἀναγραφῆς ἐπέρχεται διαφορὰ εἰς τὰς πραγματικὰς ἐπιβαρύνσεις τοῦ Κράτους.
§53Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἤθελεν εἶσθαι λογικὴ ἀπάντησις καὶ ἀκαταμάχητος εἰς ἐκεῖνον, ὅστις ἤθελεν αἰτιαθῆ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς περιπεσάσης εἰς σπατάλην, ἀναγραψάσης ποσὸν ἀνώτερον τοῦ πραγματικῶς ἀπαιτουμένου, αὐξησάσης δὲ τὰ ἔξοδα διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς δαπάνης τῆς ἐπιστροφῆς χρημάτων. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι σπαταλᾷ ἡ Κυβέρνησις, ἀναγράψασα ποσὸν ἀνώτερον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀναγράψῃ, ἀλλ’ ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἀνέγραψε ποσόν, ὀλιγώτερον τοῦ πραγματικῶς ἀπαιτουμένου, ὄχι διὰ νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ Κράτος μὲ ὑποχρεώσεις, ἀλλὰ διὰ νὰ παραστήσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων ἥσσονα τοῦ ἀληθοῦς, καὶ εὐκολυνθῇ νὰ παραστήσῃ τὸ φαινόμενον ἰσοζύγιον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Διότι, ἂν ἔχω ἐγγράψει 500,000 δι’ ἐπιστροφὴν χρημάτων, ἀντὶ 100 χιλιάδων φέρ’ εἰπεῖν, ἀναγκαιουσῶν, τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων θὰ ἦναι ἀνώτερον κατὰ 400,000. Λοιπὸν τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως ἐκτίθεται, ἀνεγράφη κατὰ 120,000 ὀλιγώτερον, ἢ ὅσον ἔπρεπε νὰ ἐγγραφῇ, τοῦτο δὲ σημαίνει, ὄχι ὅτι ἡ Διοίκησις περιέπεσεν εἰς σπατάλην, δαπανήσασα 120,000 περισσότερον, ἀλλ’ ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων δὲν ἐνεγράφησαν ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ ἐξαχθῶσιν ἐκ τοῦ ταμείου τοῦ Κράτους, διὰ νὰ πληρωθῶσιν ἄλλα ὀφειλόμενα. Τοῦτο οὔτε αὐξάνει, οὔτε μειοῖ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, παριστᾷ ὅμως ψευδῶς ὀλιγώτερον τοῦ ἀληθοῦς τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων, καὶ συντελεῖ οὕτως εἰς τὴν σύγχυσιν.
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πιστεύω, ὅτι καὶ εἰς τὴν σύγχυσιν δὲν συντελεῖ, διότι, ἂν κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη ἐδέησε τὸ Δημόσιον νὰ δαπανήσῃ περισσότερα τῶν ἀναγραφέντων δι’ ἐπιστροφὴν χρημάτων, εἰσέπραξε καὶ περισσότερα τῶν ἀναγραφέντων ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, εἰς ἃ ἀνταποκρίνεται τὸ ἐξ ἐπιστροφῆς ἔξοδον. Καὶ ἐπειδὴ παρατηρῶ τὸν κ. Βουλευτὴν, ἐκδηλοῦντα ἀπορίαν....
§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι.
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπειδὴ βλέπω τὸν κύριον Βουλευτὴν, συμφωνοῦντα ἤδη, λέγω....
§57Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι αὐτόδηλον, οὐδεὶς τὸ ἀμφισβητεῖ.
§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. ... λέγω ἐπὶ τοῦ παραδείγματος, ὅπερ πρὸ ὀλίγου ἐπεκαλέσθη, τουτέστιν ἐπὶ τῆς ἐπιστροφῆς χρημάτων, καταβληθέντων ὑπὸ τῶν ἀποχωρούντων καὶ ἐπανερχομένων εἰς τὸν στρατὸν διαθεσίμων, ὅτι εἴχομεν ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ ἄρθρῳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τῷ ἀφορῶντι εἰς τ’ ἀντισηκώματα, ἔσοδον 600 χιλιάδων δραχμῶν, ἀλλ’ ἀντὶ 600 χιλιάδων εἰσεπράξαμεν 800 χιλιάδας νομίζω, ἐξ ὧν ὅμως τὰς 150 ἢ τὰς 180 χιλιάδας ἐδέησε νὰ ἐπιστρέψωμεν. Σύγχυσις ἄρα δὲν ὑπάρχει, διότι ναὶ μὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εἴχομεν ἐγγράψει ἔξοδον μικρότερον ἐξ ἐπιστροφῆς χρημάτων, μὴ προϊδόντες τοιαύτην ἐπιστροφὴν, λόγῳ τῶν ἀποχωρούντων καὶ ἐπανερχομένων εἰς τὸν στρατὸν διαθεσίμων, ἀλλὰ καὶ ἔσοδον μικρότερον εἴχομεν ἀναγράψει ἐν τῷ οἰκείῳ ἄρθρῳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· δὲν εἴχομεν ἀναγράψει ἐκεῖ 800 χιλιάδας δραχμῶν, ἀλλὰ 600 χιλιάδας, ἑπομένως τὴν ἐν τοῖς ἀποτελέσμασιν αὔξησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων παρηκολούθησε κατὰ πόδας αὔξησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων. Οὐδεμία ἄρα σύγχυσις ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπῆλθεν, οὐδὲ δύναται νὰ ἐπέλθῃ.
§59ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς τὴν πίστωσιν ταύτην, ἐκφράζω τὴν ἀπορίαν μου, διατὶ τόσον βραδέως ζητεῖται, ἐνῷ ἡ ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως ἐγένετο γνωστὴ πρὸ πολλοῦ. Καὶ πρὶν ἢ συνέλθῃ ἡ Βουλή, ἐγίνωσκεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν εἶχε τὴν ἀπαιτουμένην πίστωσιν, ὅπως ἐνεργῇ ἐπιστροφὰς χρημάτων, καὶ μάλιστα εἰς τοὺς στρατευσίμους, οἱ ὁποῖοι, διαθέσιμοι ὄντες καὶ ἀπολυθέντες, ἐκλήθησαν ἐκ νέου εἰς τὸν στρατὸν, ἐδικαιοῦντο δὲ νὰ λάβωσιν, ὅσα κατέθεσαν. Ἡ ἐπιστροφὴ χρημάτων εἰς τοὺς πολίτας ἐθεωρήθη πάντοτε κατεπείγουσα, καὶ διὰ τοῦτο ὁ νόμος περὶ κυρώσεως τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους δίδει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἄδειαν, νὰ προκαλῇ πίστωσιν διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος. Ἠδύνατο λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις, καὶ πρὶν ἢ συνέλθῃ εἰς τακτικὴν Σύνοδον ἡ Βουλή, νὰ προκαλέσῃ Βασιλικὸν Διάταγμα, ἀλλ’ ὄχι μόνον τοῦτο δὲν ἔκαμεν, ἀλλὰ δὲν ἐφρόντισε νὰ εἰσαγάγῃ οὔτε διαρκούσης τῆς τακτικῆς Συνόδου τῆς Βουλῆς τὸ οἰκεῖον νομοσχέδιον, μολονότι ὑπὸ πολλῶν συναδέλφων ἐγένοντο παράπονα, ἀπέναντι τῶν ὁποίων, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἔχει πίστωσιν. Ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ταύτης δὲν ἔλαβον οἱ ἄνθρωποι τὰ χρήματά των μέχρι σήμερον, καὶ μόλις περὶ τὰ τέλη Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. ηὐδόκησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ προκαλέσῃ τὴν πίστωσιν διὰ Β. Διατάγματος, ἐνῷ ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ κάμῃ τοῦτο ἀπὸ τὸν Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον.
§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου καὶ τοῦ Σεπτεμβρίου δὲν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ τὴν πρόνοιαν, καίτοι τῇ ἐπετρέπετο τότε ἐκ τοῦ νόμου, διότι τότε δὲν ἦτο ἀποδεδειγμένη ἡ ἀνεπάρκεια τῆς πιστώσεως. Ὅτε ἀπεδείχθη ἡ ἀνεπάρκεια τῆς πιστώσεως, συνεδρίαζεν ἡ Βουλή, δὲν ἐπετρέπετο ἄρα ἡ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ἀναπλήρωσις, ἀλλ’ ἀπῃτεῖτο νόμος, οὗτινος τὴν ψήφισιν, ἂν προετείνετο, θὰ παρεκώλυον αἱ τότε Βουλευτικαὶ περιστάσεις. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς, ὡς ἐκ τῆς θέσεως αὑτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ, εἶχε τὴν εὐκαιρίαν ν’ ἀντιληφθῇ ἐξ ἐγγυτέρου τῶν περιστάσεων, αἵτινες ἠμπόδιζον τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἰσαγάγῃ οἱονδήποτε νομοσχέδιον ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ψηφίσεως. Τὸν λόγον δὲ τοῦτον, τῆς μὴ εἰσαγωγῆς νομοσχεδίου, ὑπεδείξαμεν ἐν καιρῷ εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν εἶναι ὅμως ἀκριβὲς, ὅτι ἐπῆλθεν ὡς ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας τῆς πιστώσεως βραδύτης περὶ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ χρήματος, διότι ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβεν ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην τὴν καταβολήν. Τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς πιστώσεως ἐγίνωσκον οἱ παρακωλύοντες τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἀνακοινωθεῖσαν παρ’ ἡμῶν ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι τούτου τοὐλάχιστον τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἐπετρέπετο ἡ κανονικὴ ψήφισις· πεισθέντες ὅμως, ὅτι ἦτο περιττὸν νὰ εἰσαχθῇ, προσεφύγομεν εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς δοσοληψίας ἐπὶ ἰδίᾳ ἡμῶν εὐθύνῃ, εὐθὺς δὲ, ὡς ἔληξεν ἡ Σύνοδος, ἐποιησάμεθα χρῆσιν τοῦ παρεχομένου εἰς ἡμᾶς ἐκ τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου δικαιώματος, προκαλέσαντες Βασιλικὸν Διάταγμα, αὐτὸ τοῦτο, οὗτινος ζητοῦμεν τὴν κύρωσιν.
§61Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἂν αὔριον ἢ μετὰ τὴν αὔριον ὁ Πρωθυπουργὸς νομίσῃ, ὅτι προσήκει νὰ προβάλῃ τὴν αὐτὴν ἀντίῤῥησιν πρὸς δικαιολόγησιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, ἂν δὲν εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, πταίει ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ αὔριον καὶ μεθαύριον, καὶ ὁσάκις τοῦτο προβάλῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, θὰ ἀνίσταμαι νὰ διαψεύδω τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρέπει νὰ ἔχῃ μεγαλειτέραν παῤῥησίαν, καὶ νὰ μὴ ζητῇ, νὰ ἐπιῤῥίπτῃ ἐπὶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐλλείψεις, αἵτινες λαμβάνουσι χώραν εἴτε κατὰ τὴν νομοθετικὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου, εἴτε κατὰ τὰς κυβερνητικὰς ἐργασίας. Ἡ λήξασα τακτικὴ Σύνοδος διήρκεσε 3 μῆνας καὶ ὀλίγας ἡμέρας, καὶ ἐκηρύχθη ἡ λῆξις αὐτῆς. Κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἠδύνατο νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐργαζομένη ἕξ μῆνας, διατί λοιπὸν περιωρίσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ κηρύξῃ τὴν λῆξιν αὐτῆς, ἐνῷ μόλις εἶχε συμπληρωθῇ ὁ ἐλάχιστος ὅρος τῆς χρονικῆς διαρκείας της; Διότι ὁ Πρωθυπουργὸς εἶχεν ἐπιφέρει τὸν κάματον εἰς τὴν Σύνοδον ἐκείνην. Καὶ πῶς ἐπέφερε τὸν κάματον; Τὸν ἐπέφερε, διότι ἠθέλησε νὰ ἐκβιάσῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, διὰ νὰ ψηφισθῶσιν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα αὐτὸς ἤθελε νὰ ψηφισθῶσιν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις συνεζήτει καὶ ἐπεψήφιζεν ἐν τάξει καὶ ὁμαλῶς, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μίαν ἑσπέραν, ἐνῷ εἰργαζόμεθα μέχρι τῆς ὥρας 10 μ. μ. ἐπέμενε νὰ ἐξακολουθῶμεν ἐργαζόμενοι, ἵνα ψηφισθῇ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην τὸ νομοσχέδιον. Ἦλθεν ἡ ὥρα 1 μετὰ τὸ μεσονύκτιον, καὶ ἐπέμενεν ἀκόμη νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ἦλθεν ἡ 4 μετὰ τὸ μεσονύκτιον, καὶ ἐπέμενε! Μήπως ἐκινδύνευε τὸ Κράτος, κύριε Πρόεδρε; Ὁ Κατιλίνας ἦτο πρὸ τῶν θυρῶν τῶν Ἀθηνῶν, καὶ διὰ τοῦτο ὁ Πρωθυπουργὸς ἐκράτει τὴν Βουλὴν ἐργαζομένην μέχρι πρωΐας, διὰ νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦ Σπάρταλη! Καὶ τίς ἠναντιοῦτο ἐπὶ τέλους νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὴν πλειοψηφίαν; Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο εἶχε τότε ψηφισθῇ εἰς αʹ καὶ βʹ ἀνάγνωσιν, πότε δ’ ἠναγκάσθημεν νὰ ἀντιτάξωμεν ἀντίστασιν κατὰ τῆς ἐκβιάσεως, τὴν ὁποίαν μετήρχετο κατὰ τῶν σωμάτων ἡμῶν, διὰ νὰ περιστείλωμεν τὴν τοιαύτην ἔκνομον καὶ ἔκτροπον τῆς Κυβερνήσεως ἐπιμονήν; Ὅτε ἠθέλησε, κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ἐκβιάσῃ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιψηφίσῃ αὐτὸ, κρατῶν ἡμᾶς μέχρι τῆς πρωΐας! Καὶ διὰ τοῦτο ζητεῖ νὰ ἐγκαλέσῃ ἡμᾶς; Συμβουλεύω τοὺς Ὑπουργοὺς, νὰ λησμονήσωσι τὴν περίοδον ἐκείνην, διότι κατ’ ἐκείνην ἐλησμόνησαν τὰς συνταγματικὰς ὑποχρεώσεις των. Ἀλλ’ ὁσάκις ἤθελον ἀνακαλεῖ εἰς τὴν μνήμην ἡμῶν τὴν περίοδον ἐκείνην, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ὑπομιμνήσκωμεν αὐτοῖς, ὅτι παρέβησαν τὰς συνταγματικὰς ὑποχρεώσεις των.
§62ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὴν εὐθύνην τῆς παρελθούσης Συνόδου τὴν ὑπέχει ὁλόκληρον ὁ Πρωθυπουργός. Ἐγὼ, ποσάκις ὁμιλῶν ἐκ τῆς θέσεως ἐκείνης, δὲν παρεκάλεσα τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσαγάγῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἰς συζήτησιν καὶ ψήφισιν τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν νομοσχέδια; ποσάκις δὲν εἶπον εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν νὰ φέρῃ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὰ συναφῆ νομοσχέδια, διὰ νὰ συζητηθοῦν καὶ ψηφισθοῦν; Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ξένα καὶ ἄσχετα πρὸς τὴν διοίκησιν καὶ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας ἐπέμενεν ἀτόπως νὰ ψηφισθοῦν καὶ συζητηθοῦν. Τίς λοιπὸν ὑπέχει τὴν εὐθύνην τῆς μὴ ψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων καὶ τῆς τοιαύτης Κυβερνητικῆς καταστάσεως, παρὰ αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργός; Ἀλλὰ μήπως ἦναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ὁ Πρωθυπουργὸς συμπεριφέρεται οὕτω; Μήπως καὶ ἄλλοτε δὲν κατήγγειλα αὐτὸν, τοιαῦτα λέγοντα καὶ διαστρέφοντα τὰ πράγματα; Ἤθελον παρακαλέσει τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὐδέποτε ν’ ἀπαντῶσιν εἰς τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ὁ Πρωθυπουργὸς οὕτως ἀναξίως πρὸς τὴν θέσιν του φέρει, ὁσάκις πρόκηται νὰ δικαιολογηθῇ, ὅτι ἐξετέλεσε τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον, καὶ πιστεύω, ὅτι τὴν συμβουλὴν μου ταύτην δὲν θέλουσιν ἀποῤῥίψει οἱ συνάδελφοί μου, καὶ θέλουσιν ἀντιτάξει τὴν περιφρόνησιν ἀντὶ πάσης ἄλλης ἀπαντήσεως εἰς τὰς τοιαύτας δικαιολογίας τοῦ Πρωθυπουργοῦ. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως 200,000 δραχμῶν ἐπὶ τῆς χρήσεως 1889.
§64Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, νομίζω, ὅτι εἶχε ζητήσει πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς πρόγραμμα, οὕτως εἰπεῖν, τῶν γενησομένων ἀσκήσεων. Καὶ ὑπελήφθη μὲν ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἶχε ζητήσει τὴν εἰδικοποίησιν τῆς πιστώσεως, ἀλλ’ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἐζήτει τοῦτο. Παρακαλῶ ἑπομένως, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτήσητε, ἂν κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Κουμουνδούρου ζητηθέντα, εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς.
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶχον εἰπεῖ, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον, νὰ εἰδικεύσωμεν τὴν πίστωσιν, ἵνα μὴ περιέλθῃ ἡ ὑπηρεσία εἰς στενοχωρίαν ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν ἀσκήσεων, ὡς ἐκ τῆς ὑποχρεώσεως, ἣν θὰ ἔχῃ, νὰ δαπανᾷ τὰς πιστώσεις κατὰ τὰ εἰδικευμένα ἄρθρα. Προσέθηκα ὅμως, ὅτι προθύμως θὰ ἔδιδον πληροφορίας περὶ τοῦ ὑπολογισμοῦ τῶν κατὰ μέρος δαπανῶν, τῶν συναπαρτιζουσῶν τὰς ζητουμένας 200,000 δραχμῶν. Ἀνακοινῶν ἤδη τὰ στοιχεῖα, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθημεν, οὕτως ὑπολογίσαντες τὸ σύνολον τῆς δαπάνης, δηλῶ συνάμα, ὅτι ἡ ἀνακοίνωσις αὐτῶν δὲν δεσμεύει τὴν ὑπηρεσίαν, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 200,000 δύναται νὰ δαπανηθῇ ἐντὸς τῶν ὅρων τῆς ἐν γένει πιστώσεως καὶ κατὰ τρόπον διάφορον, τοῦ ἤδη ἐκτεθησομένου, διότι τὰς διακρίσεις τῶν δαπανῶν δὲν παρουσιάζομεν ὡς ἄρθρα τῆς πιστώσεως, οὐδὲ κἄν ὡς ἐδάφια τῆς πιστώσεως, ἀλλὰ παρουσιάζομεν αὐτὰς μόνον ὡς πληροφορίαν, εἰς ἔνδειξιν τῶν στοιχείων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθημεν ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς. Ἔχομεν ἄρα εἰς κατασκευὴν βυτίων ὕδατος, καῤῥοσκευῆς καὶ μικρῶν βυτίων δραχμὰς 25,000· εἰς ἀξίαν 5 χιλιάδων ζευγῶν ἀρβυλῶν, πρὸς ὀκτὼ δραχμὰς τὸ ζεῦγος, 40,000· εἰς ἀντικατάστασιν τῶν σωμάτων, τῶν μελλόντων νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὰς ἀσκήσεις, ἔξοδα μεταφορᾶς 10,000· εἰς ὁδοιπορικὰ τῶν πρὸς ἄσκησιν σωμάτων 30,000· εἰς διαφορὰν τιμῆς ἄρτου καὶ νομῆς 30,000· εἰς βελτίωσιν συσσιτίου ὁπλιτῶν καὶ ἀξιωματικῶν 40,000· εἰς ἀποζημίωσιν κτημάτων 20,000· καὶ εἰς ἀπρόβλεπτα 5,000· τὸ ὅλον 200,000. Τὸ σημείωμα τοῦτο παρέχει καὶ τὴν ἀπάντησιν εἴς τινα ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας· ὁ κ. Βουλευτὴς εἶχεν ἐρωτήσει, ἂν ἦτο ἀληθές, ὅτι ἐλάβομεν πληροφορίας παρὰ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου Θηβῶν, ὅτι αἱ χάριν τῶν ἀσκήσεων δαπάναι ἀποζημιώσεως κτημάτων θὰ ὑπερέβαινον τὰς 500 χιλιάδας δραχμῶν, ἀπήντησα δὲ, ὅτι δὲν εἴχομεν λάβει τοιαύτην εἴδησιν καὶ ὅτι εἶχε σταλῆ Ἐπιτροπὴ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ἐκλέξῃ πεδία τῶν ἀσκήσεων, ὅσον ἔνεστιν ὀλιγώτερον ἐπιβαρύνοντα τοὺς κατοίκους, καὶ ἐπαγόμενα ὀλιγωτέρας δαπάνας ἀποζημιώσεως. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπανῆλθεν ἤδη, ἀφοῦ ἐξελέξατο πεδία κατάλληλα. Εὐχαρίστως ἔμαθον παρ’ αὐτῆς, ὅτι οἱ ἀγροὶ εἶναι καλλιεργημένοι, ὅσον οὐδέποτε ἄλλοτε, ἠδυνήθη ὅμως καὶ αὕτη νὰ ὁρίσῃ θέσεις πρὸς ἐνέργειαν τῶν ἀσκήσεων, μὴ ἐπαγομένας τὴν ἀνάγκην βαρειῶν ἀποζημιώσεων. Ἐνταῦθα ἀνεγράψαμεν εἰς ἀποζημίωσιν κτημάτων 20 χιλιάδας δραχμῶν, ἀλλ’ ὑποτίθεται, ὅτι θὰ ἦναι ἡ ἀποζημίωσις πολὺ ἐλάσσων τοῦ ἀναγραφέντος τούτου ποσοῦ.
§66ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἐὰν ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ὑπέβαλεν ἔκθεσιν.
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη μόλις σήμερον ἀφίκετο, καὶ μοὶ ὑπέβαλεν ἔκθεσιν προφορικήν. Ἐὰν θεωρηθῇ ἀναγκαῖον, ἵνα ὑποβάλῃ ἔκθεσιν ἔγγραφον, θ’ ἀνακοινώσω αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν, οὐδενὸς ὑπάρχοντος λόγου, ἵνα τηρηθῇ ἀπόῤῥητος.
§68ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὡς πρὸς τὸν λογαριασμὸν διὰ τὰς ἀρβύλας...
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τοῦ σημειώματος ὁμιλεῖτε; Ἰδοὺ αὐτὸ, εἶναι συντεταγμένον ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς.
§70ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπὸ τοῦδε κάμνω μίαν παρατήρησιν μόνον, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον προϋπελογίσθη διὰ τὰς ἀρβύλας, δὲν θὰ ἦναι ἀρκετόν· καθ’ ὅσον νομίζω, ὅτι οἱ ὁπλῖται, οἱ ὁποῖοι θὰ λάβωσι μέρος εἰς τὰς ἀσκήσεις, θὰ ἦναι ἄνω τῶν ἑπτὰ χιλιάδων. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως πιστώσεως δραχμῶν 95,182 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1889.
§72Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ μικροῦ μοὶ ἐδόθη πίναξ, ἐν τῷ ὁποίῳ εὑρίσκω περιληπτικάς τινας πληροφορίας περὶ ἑκάστης τῶν δικαστικῶν ἀποζημιώσεων, διὰ τὰς ὁποίας ζητεῖται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐκ δραχμῶν 14,495. Εὑρίσκω δὲ, ἀναγινώσκων τὸν πίνακα τοῦτον, ὅτι πρόκειται ἰδίως περὶ πληρωμῆς συμβιβαστικῶν πράξεων καὶ οὐχὶ δικαστικῶν ἀποζημιώσεων. Ἠγέρθησαν δικαστικαὶ ἀγωγαὶ κατὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐγένοντο συμβιβαστικαὶ πράξεις, καταργοῦσαι τὰς κατὰ τοῦ Δημοσίου δίκας. Τὸ πλεῖστον τῶν ὑποθέσεων τούτων βάσιν εἶχε τὴν καθυστέρησιν διαφορᾶς μισθοῦ, δὲν ἦσαν δὲ μισθοὶ ὀφειλόμενοι, διότι εἶχεν ἐξαντληθῆ ἡ πίστωσις. Οἱ μισθοὶ ἐπληρόνοντο, ἀλλ’ ἐπληρόνοντο ὀλιγώτερα τοῦ ὀφειλομένου ποσοῦ, καὶ διὰ τοῦτο οἱ δικαιοῦχοι ἀπετάθησαν εἰς τὰ Δικαστήρια. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ μᾶς ἀφηγηθῇ τὴν ἱστορίαν τοῦ γεγονότος, διότι δὲν ἐννοῶ, πῶς ἐγεννήθη αὐτὴ ἡ ἀπαίτησις.
§73ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Πρόκειτο περὶ ἀξιώσεως τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα βλέπετε ἀναγεγραμμένα ἐνταῦθα, νὰ λαμβάνωσι τὸν μισθὸν τῆς θέσεως καὶ οὐχὶ τὸν τοῦ βαθμοῦ, καθ’ ὃν χρόνον εὑρίσκονται οὐχὶ ἐν τῇ θέσει. Ἐνομίσθη, κατὰ τὸν τότε κείμενον νόμον, διότι ἔκτοτε μετεβλήθη τὸ κείμενον, ὅτι ἡ ἀξίωσις δὲν ἦτο ὀρθὴ καὶ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ ὁρίσῃ τὸν μισθόν, συμφωνότερον πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, καὶ τὸ ζήτημα ἀνεκινήθη τὸ πρῶτον ὑπὸ τοῦ ἐνταῦθα φαινομένου πρώην Προξένου Ἰωάννου Παπακωστοπούλου, ὅστις καὶ κατέφυγεν εἰς τὰ Δικαστήρια, δικαιωθεὶς ὑπ’ αὐτῶν, μεθ’ ὃ πάντες οἱ Πρόξενοι, οἱ ἀναφερόμενοι κατωτέρω ἐν τῷ πίνακι, οἵτινες εἶδον περιοριζόμενον παρ’ ἐμοῦ τὸν μισθὸν αὑτῶν, ἀπηύθυναν αἰτήσεις θεραπείας, ἀποσταλείσας εἰς τὸν Δικαστικὸν Σύμβουλον· ὑποβληθέντος δὲ τοῦ ζητήματος εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, παμψηφεὶ ἐκρίθη, ὅτι τὸ Δημόσιον ὤφειλε νὰ συμβιβασθῇ, καὶ οὕτως ἐγένετο ἡ πληρωμή.
§74Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ βλέπω συμβιβαστικὴν πρᾶξιν καὶ μὲ ἕνα χαρτοπώλην.
§75ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐδῶ δὲν δύναμαι νὰ δώσω λεπτομερῆ πληροφορίαν ἀμέσως. Αὐτὸς εἶχε δικαιωθῆ, ὡς νομίζω, νὰ λάβῃ 2,641 δραχμὰς καὶ τοὺς τόκους δραχ. 214, ἔλαβε δὲ μόνον τὸ κεφάλαιον, καὶ πρόκειται ἤδη περὶ τῶν τόκων. Θὰ ἐξετάσω καὶ θὰ φέρω πληροφορίαν αὔριον. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως). (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Βαρβιτσιώτης).
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κινητῶν ταχυδρομικῶν γραφείων καὶ περὶ προσωπικοῦ τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται).
§77ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον, ἀντὶ «δύο βοηθοὶ πρώτης ἢ δευτέρας τάξεως», νὰ σημειωθῇ «δύο βοηθοὶ δευτέρας τάξεως». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 2).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3. (Ἀναγινώσκεται).
§79Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ νόμος ἀφίνει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ διορίζῃ. Διατὶ ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα τοῦτο;
§80ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τοῦτο γίνεται διὰ νὰ προαχθῇ ἡ θέσις.
§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸν νόμον, ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς νὰ διορίζῃ, ἢ πρώτης ἢ δευτέρας τάξεως. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀφαιρεῖται τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὸν ἡ ὑποχρέωσις, νὰ διορίζῃ πάντοτε πρώτης τάξεως, οὐδέποτε δὲ δευτέρας. Ἐνδέχεται νὰ σφάλλω· διὰ τοῦτο ζητῶ πληροφορίας.
§82ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αἱ δύο θέσεις ἦσαν δευτέρας τάξεως, λοιπὸν ἡ ἑτέρα ἐξ αὐτῶν γίνεται πρώτης τάξεως. Εἶναι προσθήκη 40 δραχμῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5. (Ἀναγινώσκεται).
§84ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐδῶ νὰ τεθῇ, μετὰ τὸν ἀριθμὸν τοῦ νόμου, ἡ χρονολογία τοῦ ἔτους 1887. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μετὰ τῆς διορθώσεως ταύτης).
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6. (Ἀναγινώσκεται).
§86ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ, εἰς τὸν τρίτον στίχον τοῦ ἄρθρου, ἀντὶ «δέκα βοηθοὶ αʹ ἢ βʹ τάξεως», νὰ τεθῇ «πέντε βοηθοὶ πρώτης καὶ πέντε δευτέρας τάξεως».
§87Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ προσθῆκαι, αἱ διὰ τοῦ νόμου τούτου γινόμεναι, εἰσὶν αἱ ἑξῆς. Εἶναι δύο γραμματεῖς πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως, εἶναι δύο βοηθοὶ δευτέρας τάξεως, εἶναι 5 βοηθοὶ αʹ τάξεως καὶ 5 βʹ τάξεως, εἶναι ὁ ἐπιστάτης. Προσέτι ὁ ἕτερος τῶν δύο ἐπιστατῶν, τῶν παρὰ τῇ Ταχυδρομικῇ Διευθύνσει, γίνεται αʹ τάξεως. Ἐκτὸς ὅμως τῶν προσθηκῶν τούτων ἀνατρέπονται καὶ αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ προσόντων, διότι ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 6 μεταβάλλει ἐντελῶς αὐτὰς διά τινας τάξεις ὑπαλλήλων. Οὕτως ἐπιτρέπεται ἀπὸ ταχυδρομικοῦ βοηθοῦ, διανομέως καὶ γραμματοκομιστοῦ, νὰ ἀναβιβασθῇ τις εἰς τὴν θέσιν ἑνὸς τῶν βοηθῶν, τοὺς ὁποίους δημιουργεῖ τὸ βον ἄρθρον. Δὲν ποιοῦμαι μνείαν τούτου ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν, αἵτινες θέλουσιν ἐπέλθει πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ἐν κοινοῖς ταχυδρομείοις ὑπαλλήλων, δὲν ἐποιησάμην δὲ μνείαν οὐδὲ διὰ τὴν μετατροπὴν τοῦ νόμου περὶ προσόντων, διότι ἔχομεν ἤδη γνώμην καὶ περὶ τοῦ νόμου περὶ προσόντων, καὶ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐξετελέσθη, καὶ βεβαίως δὲν σκεπτόμεθα καλῶς περὶ τοῦ νόμου τούτου. Ἀλλ’ ἁπλῶς ἐπρότεινα τὴν παρατήρησιν ταύτην εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς.
§88ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Περὶ μὲν τῶν δαπανῶν καὶ πρὸ ἡμερῶν ἐξέθηκα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι αὐξάνονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καθ’ ὅλον τὸ ἔτος κατὰ 22,000 δραχμῶν περίπου, διὰ δὲ τὰς δύο τετραμηνίας, αἵτινες ὑπολείπονται, αὐξάνονται κατὰ τὸ ἀναλογοῦν μέρος. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 6, παρατηρῶ, ὅτι ἡ τροποποίησις τοῦ νόμου περὶ προσόντων ἔχει χαρακτῆρα μεταβατικὸν, ἀφορᾷ δὲ εἰς κατωτέρους ὑπαλλήλους τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, τῶν ὁποίων, ὡς φαίνεται, ἡ μακρὰ ὑπηρεσία καὶ πεῖρα ἀπέδειξε τὴν χρησιμότητα εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε νὰ δύνηται ἐπωφελῶς ν’ ἀνατεθῇ εἰς αὐτοὺς ἡ ὑπηρεσία βοηθοῦ δευτέρας τάξεως. Τὸ ἐδάφιον τοῦτο ἡ ὑπηρεσία ἰδιαιτέρως συνέστησεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ διὰ τοῦτο περιελήφθη ἐν τῷ ἄρθρῳ 6. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7. (Ἀναγινώσκεται).
§90ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7ου ἐγένετο χθὲς παρατήρησις ὑπὸ τοῦ ἐντίμου ἐκ Μεσηνίας Βουλευτοῦ, τὴν ὁποίαν λαβὼν ὑπ’ ὄψει, ὑποβάλλω τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει). «Πλὴν τῶν πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας καθισταμένων ἐν ταῖς πόλεσι κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ΑΚΓʹ νόμου τοῦ 1882 ἐπιστασιῶν, καθίστανται καὶ κινητὰ ταχυδρομικὰ γραφεῖα ἐπὶ σιδηροδρομικῶν ἀρτηριῶν, κατατασσόμενα εἰς τὴν βʹ τάξιν τῶν ἐπιστασιῶν καὶ διευθυνόμενα ὑπὸ ἐπιστάτου, λαμβανομένου πάντοτε ἐκ τοῦ ταχυδρομικοῦ κλάδου. «Ὁ ἀριθμὸς τῶν κινητῶν ταχυδρομικῶν γραφείων ὁρίζεται κατ’ ἔτος, ἀναγραφομένης πιστώσεως ἐν ἰδίῳ ἐδαφίῳ τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Προϋπολογισμοῦ». (Γίνεται δεκτὴ ἡ τροπολογία αὕτη εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ἄρθρου 7. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ΑΚΕʹ περὶ ὀργανισμοῦ τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας.
§92ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ ἔντιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἐζήτησε σημείωσιν περὶ τῆς κατὰ τηλεγραφεῖα διανομῆς τῶν διαφόρων ὑπαλλήλων τοῦ τηλεγραφικοῦ κλάδου. Τὸ σημείωμα τοῦτο καταθέτω.
§93ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸς ὁ πίναξ, παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ, ἂν καὶ ἦναι κατόπιν ἑορτῆς.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα. ἀριθ. 43).
§95ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ἐπὶ τοῦ τίτλου, μετὰ τὰς λέξεις «τοῦ νόμου ΑΚΕʹ» ἡ λέξις «τοῦ 1889». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης).
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐτησίων παραρτημάτων τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.) Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται).
§97ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον ὑποβάλει μίαν τροπολογίαν ἡ ὁποία οὔτε ἐτυπώθη, καὶ παρακαλῶ νὰ συναινέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως τυπωθῇ ἡ τροπολογία καὶ διανεμηθῇ.
§98ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, δὶς ἀνεβλήθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι σαφής· προτείνει νὰ μὴ ἐφαρμόζηται τὸ νομοσχέδιον ἐπὶ καταλόγων ἀναγομένων εἰς πόλεις πληθυσμοῦ 4,000 ἐκλογέων καὶ ἄνω. Δύναται νὰ συζητηθῇ, ἂν θέλῃ, εὐρύτατα ἐκ νέου, καὶ νὰ ὑποβληθῇ εἰς ψηφοφορίαν.
§99ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ.
§100ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς ἐπιθυμεῖ νὰ τηρηθῶσι πάντων τὰ δικαιώματα ἀκέραια. Ἔχετε ὑμεῖς δικαίωμα νὰ κάμητε προτάσεις, νὰ ζητῆτε ἀναβολὰς καὶ ψηφοφορίας, ὁ δὲ Ὑπουργὸς ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπιθυμῇ νὰ ψηφοφορηθῇ πᾶν, ὅτι προτείνει.
§101ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Πρέπει νὰ ἴδωμεν, ποῖον εἶναι τὸ δίκαιον, τὸ συμφέρον καὶ τὸ πρέπον. Ἡ τροπολογία εἶναι δικαιοτάτη, διότι ἠμπορεῖ νὰ συμβῶσι πολλὰ ἄτοπα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὅλοι θὰ πάθωμεν. Ἡ ἐξαίρεσις αὕτη εἶναι ἐλαχίστη, διότι πολὺ ὀλίγοι κατάλογοι θὰ τυπωθῶσιν ἀκέραιοι.
§102ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς γίνῃ τοὐλάχιστον δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἡ ψηφοφορία.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Γεροκωστοπούλου ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): Αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου δὲν ἐφαρμόζονται ἐπὶ ἐκλογικῶν καταλόγων, περιεχόντων ἐκλογεῖς πλείους τῶν 4,000. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κκ. Καλογεροπούλου καὶ Σάκκη, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
| Χαρ. Τρικούπης | Ο | Ἰωάννης Πεζᾶς | |
| Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Κωνσταντ. Σινέλης | Ο |
| Γ. Σισμάνης | Ο | Βασίλειος Βουδούρης | Ο |
| Δ. Βουλπιώτης | Ο | Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Ο |
| Ἀθ. Ἴσκος | Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο | |
| Ν. Καλαντζόπουλος | Ο | Ἀναστ. Ε. Λούντζης | Ο |
| Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Διον. Λομβάρδος | Ο | |
| Μ. Γουλιμῆς | Ο | Γεώργιος Θεοτόκης | Ο |
| Μ. Ἰατρίδης | Κωνστ. Βασιλάκης | ||
| Δ. Χατζόπουλος | Ἀντ. Καποδίστριας | ||
| Γεώργιος Μίλησης | Ο | Νικόλαος Βασιλάκης | |
| Σπυρίδων Νοταρᾶς | Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | ||
| Γεώργιος Κούστας | Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς | Ν | |
| Ἀλέξανδρος Ἀντωνόπουλος | Σπυρ. Ἀλαμάνος | ||
| Σωτήριος Δανόπουλος | Θεόφιλος Προβατᾶς | ||
| Ἀναστ. Δημητριάδης | Ν | Ἰωάννης Παδοβᾶς | Ο |
| Μιχαὴλ Νικηφοράκης | Ο | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | |
| Δημήτριος Πετρίδης | Ἀγαμέμνων Μεταξᾶς | ||
| Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | Ἀνδ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Ο | |
| Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Ν | Νικόλ. Βαλσαμάκης | Ν |
| Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Γεράσιμος Μουσούρης | Ο | |
| Χρ. Χριστόπουλος | Παναγ. Βενιεράτος | ||
| Φίλιππος Βάρβογλης | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | ||
| Ἠλίας Φλέσσας | Γεώργιος Κόρπας | ||
| Κων. Κωνσταντόπουλος | Ο | Στέφανος Σκουλούδης | Ο |
| Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ο | |
| Παναγιώτης Μανέτας | Ο | Χαρίλ. Προβελέγγιος | |
| Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος | Νικόλαος Νομικός | Ο | |
| Ἠλίας Παλαμήδης | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ο | |
| Κωνστ. Κατσικόπουλος | Γεώργιος Μπούμπουρας | ||
| Δ. Ζέγγελης | Λωρέντζος Δελαρόκας | ||
| Δημ. Ν. Βότσαρης | Δημοσθένης Καΐρης | ||
| Κωνστ. Γ. Καραπάνος | Γεώργιος Δρόσος | Ο | |
| Γεώργιος Χ. Παχὺς | Ο | Νικόλαος Κρίσπης | |
| Στέφανος Δραγούμης | Ο | Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς | |
| Δημήτρ. Γ. Ῥάλλης | Κωνστ. Κοσσονάκος | Ο | |
| Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας | Ο | Γεώργιος Μαυρομιχάλης | |
| Φωκίων Νέγρης | Ο | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | |
| Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς | Γιανν. Μαυρομιχάλης | ||
| Νικόλ. Μπουφίδης | Νικήτας Βαρβιτσιώτης | Ο | |
| Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Λεων. Καπετανάκος | ||
| Δημ. Καλλιφρονᾶς | Ν | Ξανθὸς Πικουλάκης | Ο |
| Νικόλ. Δ. Λεβίδης | Γεώρ. Πετροπουλάκης | ||
| Σπυρ. Κουκούλεζας | Ο | Κων. Παπαμιχαλόπουλος | |
| Ὄθων Μακρυγιάννης | Ἰωάν. Καρτάλης | ||
| Τρύφων Μουτσόπουλος | Ο | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ο |
| Θάνος Κανακάρης | Ο | Εὐάγ. Σταμούλης | Ο |
| Ἀθ. Πετιμεζᾶς | Ν. Κοκωσλῆς | ||
| Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ο | |
| Α. Παπαγιαννακόπουλος | Κωνστ. Μαρκίδης | Ο | |
| Α. Φωτήλας | Ν | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ο |
| Ἀνδ. Αὐγερινὸς | Ο | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ο |
| Ἀντ. Ῥικάκης | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ο | |
| Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ν | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ο |
| Ἰω. Κρεστενίτης | Ἀχιλ. Λογιωτάτου | Ο | |
| Ν. Κουμανιώτης | Σωτήριος Σωτηρόπουλος | Ν | |
| Χρ. Στεφανόπουλος | Ο | Κωνστ. Κουμουνδοῦρος | Ν |
| Ἀλέξ. Ζαΐμης | Ν | Περικλῆς Πεῤῥωτὴς | |
| Νικόλ. Καλογερόπουλος | Ο | Δημήτριος Τζάνες | |
| Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Ο | Περικλῆς Μποῦτος | |
| Ν. Παπανικολάου | Ο | Παναγιώτης Σάκκης | Ν |
| Νικόλ. Καφετζόγλους | Νικόλαος Παπαλέξης | Ο | |
| Νικόλαος Μισυρλῆς | Ν | Ζ. Φαλιάγκας | |
| Ν. Καράπαυλος | Ο | Σταμάτιος Μπουντούρης | Ο |
| Ἀσημάκης Χριστόπουλος | Θεόδωρος Γκίκας | ||
| Εὐστάθιος Κοκκέβης | Ο | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | Ο |
| Δημήτριος Κάρτσωνας | Ν | Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ο |
| Δημήτριος Π. Γουδῆς | Ο | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ο |
| Σ. Χατζηγάκης | Νικόλ. Κοντογιάννης | ||
| Κ. Ζωγλοπίτης | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο | |
| Ἀθ. Καζαμπάκας | Ο | Γεώργ. Λιδωρίκης | |
| Γ. Φραγκίδης | Ο | Κωνστ. Χατζῖσκος | Ο |
| Α. Τακιατζῆς | Ο | Δημήτρ. Ζουλούμης | Ο |
| Γ. Τάκης | Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος | ||
| Ν. Ταρμπάζης | Θεμιστοκλῆς Κανάρης |
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 76· κατὰ τῆς τροπολογίας 63, ὑπὲρ αὐτῆς 13. Ἑπομένως ἡ τροπολογία ἀπεῤῥίφθη. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 7 καὶ 45 μ. μ.