Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΑ · Σύνοδος ΕΚΤΑΚΤΟΣ› Συνεδρίαση 9

1889.03.13

2.025 στίχοι · 14.384 λέξεις · 2 πίνακες · 88 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1889.03.13
Προεδρεία
ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ
Περίοδος
ΙΑ
Σύνοδος
ΕΚΤΑΚΤΟΣ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1889)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 9

τῆς 13 Μαρτίου 1889.

(Δευτέρα).

Ὥρα 3 μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΡΙΚΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν σύμβασιν, τὴν μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἑταιρίας, ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πατρῶν–Πύργου, ῥητῶς ὑπεχρεώθη αὕτη ν’ ἀνεγείρῃ σταθμὸν ἐν Πάτραις εἰς ὡρισμένον μέρος. Τὸ Δημόσιον μάλιστα ἀπεζημίωσε τὸ οἰκόπεδον· ἐν τούτοις σταθμὸς δὲν ἐγένετο, οἱ δὲ ἐπιβάται, οἱ ὁποῖοι ἀριθμοῦνται εἰς πολλοὺς, μένουσιν ἐκτεθειμένοι εἰς τὴν ἐπήρειαν τῆς ἀτμοσφαίρας. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν παράκλησίν μου ταύτην, καὶ νὰ προσκαλέσῃ τὴν Ἑταιρίαν, νὰ συμμορφωθῇ μὲ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως.

§2ΣΑΚΚΗΣ. Πρὸ μηνὸς περίπου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξέδωκε διαταγὴν, δι’ ἧς ἐπέτρεψεν εἰς πολλὰ ταχυδρομικὰ γραφεῖα τὴν ἔκδοσιν ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν, ἐπέτρεψε δὲ τοῦτο καὶ εἰς πόλεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκας, παρέλειψεν ὅμως ἄλλας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι καὶ ἐμπόριον καὶ πληθυσμόν. Καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ Κορώνη, ἧς οἱ κάτοικοι ἐργάζονται εἰς ἄλλα μέρη καὶ δὲν ἔχουσι τὸ μέσον νὰ στέλλωσι χρήματα εἰς τὰς οἰκογενείας των. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ἐπεκτείνῃ τὸ εὐεργέτημα τοῦτο καὶ εἰς τὴν Κορώνην.

§3ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ περὶ ἐκδόσεως ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν καὶ παρὰ τοῦ ταχυδρομείου Κορώνης Διάταγμα εἶναι ὑπογεγραμμένον, καὶ ἡ σύστασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐπῆλθε βραδέως.

§4ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Καταθέτω τὰς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ζητηθείσας ἐγγράφους παραιτήσεις τῶν ἀρχιερέων Σύρου καὶ Τριφυλίας ἀπὸ τῆς ἐνασκήσεως τῶν καθηκόντων αὐτῶν ὡς μελῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὑποβληθείσας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῇ 10 τρέχοντος μηνός.

§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατεθέσατε καὶ τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα, δι’ οὗ ἐγένοντο δεκταὶ αἱ παραιτήσεις αὗται;

§6ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸ ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως.

§7Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐπειδὴ ἐν τῇ ὑποβληθείσῃ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν καταστάσει δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένα καὶ τὰ ὀνόματα τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ ὀνόματα τούτων, καθὼς καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ χρησιμεύσαντα πρὸς ἐκδίκασιν τῶν αἰτήσεων θεραπείας αὐτῶν ἐνώπιον τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Συμβουλίου.

§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν εἶχον λάβει ἀφορμὰς, αἵτινες με ἠνάγκαζον νὰ ἀπασχολήσω καὶ αὖθις τὴν Βουλὴν, ἐλέγχων διαφόρους πράξεις τοῦ Ὑπουργείου ἐπὶ τοῦ τελευταῖον προκύψαντος ἀκατανοήτως καὶ ἀδοκήτως σκανδάλου, κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου πρὸς γνωμοδότησιν διὰ τὸν Ἱεράρχην, ὅστις ἔμελλε νὰ κληθῇ ἐπὶ τὸν Μητροπολιτικὸν θρόνον τῶν Ἀθηνῶν. Δυστυχῶς κακοδιαθεσία ἐπελθοῦσα μὲ ἠνάγκασε νὰ ἀναβάλω τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος τούτου, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ προέκυψαν καὶ νέαι πράξεις κυβερνητικαὶ, αἵτινες μοὶ ἐπιβάλλουσιν ἀναποφεύκτως τὴν ἐκπλήρωσιν αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο, εἰ καὶ δὲν εἶμαι ἐντελῶς ὑγιὴς, ἠναγκάσθην νὰ ἔλθω εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ἐκπληρώσω τὸ καθῆκον τοῦτο. Εἶπον, ὅτι τὰ προκύψαντα κατὰ τὴν γνωμοδότησιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου περὶ τοῦ μέλλοντος νὰ κληθῇ εἰς τὸν Μητροπολιτικὸν θρόνον ἦσαν ἀδόκητα, κρίνων δ’ αὐτὰ νῦν, ὅτε ἐξετελέσθησαν, εὑρίσκω, ὅτι δὲν ἦσαν οὐδὲ ἀναγκαῖα, ἀλλ’ ὅτι ἀκατανοήτως ἐπῆλθον ἄνευ ἀνάγκης τινὸς, καὶ μόνον διότι οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ ἐποιήσαντο χρῆσιν μέσων ἐναντίον τοῦ καθήκοντος αὐτῶν, διότι δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ ποιήσωνται χρῆσιν αὐτῶν, οὐδ’ ὡς Ὑπουργοί, οὐδὲ πρὸς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἐποιοῦντο χρῆσιν αὐτῶν. Προκειμένης τῆς πληρώσεως τοῦ Μητροπολιτικοῦ θρόνου, κατὰ τὸ καθεστὸς θετικὸν δίκαιον τῆς χώρας, ἡ γνώμη τῶν κυβερνώντων ἤθελε πάντως ἐπικρατήσει· καὶ ἐν ᾗ ἂν περιπτώσει ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἤθελε γνωμοδοτήσει ὑπὲρ Ἱεράρχου, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔκρινεν ἄξιον, ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως ἤθελε πάντως ἐπικρατήσει, διότι ἡ νομοθεσία ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν πολιτικὴν ἀρχὴν νὰ ἀρνῆται νὰ ἐγκρίνῃ τὴν γνωμοδότησιν, τὴν ὁποίαν ἡ Σύνοδος ἤθελε προβάλει ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις, ποιουμένη χρῆσιν λογικὴν τοῦ δικαιώματος τούτου, ἠδύνατο ἐπὶ τέλους νὰ φθάσῃ εἰς τὴν ἔγκρισιν ἐκείνου τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον αὐτὴ ὑπελάμβανεν ὡς κατάλληλον, διὰ νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς τὸν θρόνον τοῦ Μητροπολίτου. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι οὐδὲ ἀνάγκη ὑπῆρχεν, ἵνα ἡ Κυβέρνησις ποιήσηται χρῆσιν τῶν μέσων, ὧν ἐποιήσατο χρῆσιν ἐπὶ διαταράξει τῶν συνειδήσεων τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἐπὶ δημιουργίᾳ σκανδάλου, τὸ ὁποῖον εὐκταῖον εἶναι πάντως νὰ προσπαθῶμεν νὰ ἀποφεύγωμεν, οὐ μόνον διὰ τὰ ἐν τῷ Βασιλείῳ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα διὰ τοιούτου σκανδάλου ζημιοῦνται καὶ ἀναιροῦνται, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ μεγάλα ἐκτὸς τοῦ Βασιλείου συμφέροντα τῆς πατρίδος. Δυστυχῶς ὅμως ἡ διαγωγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἦτο οὐ μόνον μὴ προσήκουσα, ἀλλὰ καὶ ὑποδεεστέρα τῆς σοβαρότητος τοῦ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκαλεῖτο νὰ διεξαγάγῃ τὰς μετὰ τῆς Ἐκκλησίας σχέσεις τῆς Πολιτείας. Ἡ ἀνοχὴ μάλιστα αὐτοῦ, ἄν ἀνοχὴ μόνον ὑπῆρξε, πρὸς τὰ ὄργανα, τὰ διαπράττοντα τὴν ἐπικοινωνίαν τῆς Πολιτείας μετὰ τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἀνοχὴ λέγω αὕτη ἦτο ἀξία τῆς ἀποδοκιμασίας τῆς Βουλῆς. Εἶπον, ὅτι ἡ πολιτεία τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἦτο ὑποδεεστέρα τῆς σοβαρότητος τοῦ ζητήματος, καὶ ποιοῦμαι τοιοῦτον τὸν χαρακτηρισμὸν μετὰ πάσης προσοχῆς καὶ μετὰ πάσης ἐπιεικείας, διότι ὤφειλον ἴσως νὰ ποιήσωμαι χρῆσιν χαρακτηρισμοῦ αὐστηροτέρου, ὁποῖος προσῆκεν εἰς τὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργοῦ, τοῦ διεξαγαγόντος ἐν ὀνόματι τῆς Πολιτείας τὰς εἰρημένας σχέσεις μετὰ τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ ὄντως, ὁ Ὑπουργὸς, κληθεὶς ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου, ἵνα δώσῃ πληροφορίας, ἀφηγήθη ὡς λαβόντα χώραν, συμβεβηκότα μὴ ὑπάρξαντα, διότι οὐ μόνον δὲν ὡμολόγησεν, ἀλλὰ διαψεύδει ταῦτα ὁ Βασιλικὸς παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ Ἐπίτροπος ἐν τῇ κατατεθείσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐκθέσει του. Ἑπομένως, ἄν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, πρὶν ἢ ἐξακριβώσῃ καλῶς τὰ γενόμενα, ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας ἀλλοίας, κατεδήλωσε βεβαίως μεγάλην κουφότητα, ἐὰν δὲ ἐν γνώσει ἀφηγήθη τὰ πράγματα ἄλλως, καὶ οὐχὶ ὡς συνέβησαν, περιέπεσεν εἰς σφάλμα, τὸ ὁποῖον μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ χαρακτηρίσω αὐτὸν διὰ χαρακτηρισμοῦ αὐστηροτέρου ἐκείνου, τοῦ ὁποίου χρῆσιν ἐποιησάμην. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν διεβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲ ὑπῆρξε διακοπὴ τῆς συνεδριάσεως κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ἐνῷ ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος ὁμολογεῖ, ὅτι διεκόπη ἡ συνεδρίασις. Ὅσα ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν ἐδημοσιεύθησαν διὰ τῆς «Ὥρας», τῆς ὁποίας τὴν ἀκρίβειαν δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἀμφισβητήσῃ· ἐκ τῆς ἐφημερίδος δὲ ταύτης λαμβάνω τὸ μέρος τοῦ λόγου τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ ἀναγινώσκω ὑμῖν (ἀναγινώσκει): «Ἀνεχώρησε λοιπὸν ὁ Προεδρεύων χωρὶς νὰ διαλύσῃ τὴν συνεδρίασιν, χωρὶς νὰ συνταχθῇ πρακτικὸν τῶν κατὰ τὴν συνεδρίασιν λεχθέντων. Ἐπῆλθε μικρά τις διακοπὴ, καὶ μετὰ τὴν διακοπὴν ταύτην τὰ μέλη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχον πολεμήσει τὴν περὶ ἀναβολῆς πρότασιν, ἐνόμισαν, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Καταστατικοῦ, τοῦ διέποντος τὰ τῆς Συνόδου, εἶχον δικαίωμα νὰ ἐξακολουθήσωσι τὴν συνεδρίασιν.» Καὶ κατωτέρω: «ἐξηκολούθησεν ἡ συνεδρίασις, καὶ τὰ μέλη τῆς Συνόδου ἐξέφερον γνώμην περὶ τοῦ Ἱεράρχου, τοῦ μέλλοντος νὰ καθέξῃ τὴν κενὴν κατὰ τὸ ἔγγραφον ἕδραν.» Ἀλλ’ ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος, κατὰ τὸ μνημονευθὲν ἔγγραφον αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη καὶ διά τινος ἐφημερίδος, ὑπουργικῆς καὶ ταύτης, ἀφηγεῖται τὰ πράγματα ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει ἐκ τῆς «Παλιγγενεσίας»): «Καὶ τὴν μὲν ἕδραν τοῦ Προέδρου κατέλαβεν ὁ Σ. Ἀρχιεπίσκοπος Μεσσηνίας, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, ἀπεφασίσθη δ’ ὁμοφώνως ἡ ἐνέργεια τῆς ἐκλογῆς. Ἀλλ’ ἐγώ, φρονῶν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ πρωτίστως νὰ ἐπιτευχθῇ ὁμόφωνος, εἰ δυνατόν, ὑπὸ πάντων τῶν μελῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἐκλογὴ τοῦ ἡμετέρου Πρωθιεράρχου, ἔκρινα καθῆκόν μου νὰ προκαλέσω τὴν διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως, μέχρις οὗ συνεννοηθῶ πρὸς ὑμᾶς. Δυστυχῶς ὅμως δὲν ἠδυνήθην νὰ σᾶς συναντήσω, ἐπανελθὼν δ’ εἰς τὸ κατάστημα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, εὗρον μόνον τὸν προεδρεύοντα Σ. Ἀρχιεπίσκοπον Μεσσηνίας, καὶ παρ’ αὐτοῦ ἔμαθον, ὅτι οἱ λοιποὶ Συνοδικοὶ μετέβησαν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Σ. Ἐπισκόπου Ὕδρας, μέλλουσι δὲ νὰ ἐπανέλθωσι μετ’ ὀλίγον. Ἐπανελθόντων δὲ τούτων, προσκλήσει τοῦ Προεδρεύοντος, ἐπανελήφθη ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις, καὶ ἤρξατο ἡ ἐκλογή....» Περιέπεσε λοιπὸν ἢ δὲν περιέπεσεν εἰς ἀνακριβείας ἐν τῇ πρὸς τὴν Βουλὴν ἀφηγήσει τῶν γενομένων ὁ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργός; Ἀλλὰ περιέπεσεν ἐξ ἀπροσεξίας ἢ ἐκ προμελέτης; Δυστυχῶς αὐτὰ τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα μετὰ ταῦτα ἐνδεικνύουσιν, ὅτι ἐν γνώσει περιέπεσεν εἰς τὴν ἀνακρίβειαν ταύτην. Ὁ Ὑπουργὸς εἶχεν ἀνάγκην νὰ ὑποτιμήσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἓν τῶν μελῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τὸ σεβασμιώτατον Ἀρχιεπίσκοπον Σύρου, Τήνου καὶ Μήλου κ. Μεθόδιον, καὶ παρέστησεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ συνεδρίασις ἐξηκολούθει ἄνευ διακοπῆς, ἵνα καταγγείλῃ τὸν Ἱεράρχην Σύρου, Τήνου καὶ Μήλου, ὡς αὐτογνωμόνως ἀπελθόντα ἐκ τῆς συνεδριάσεως, καὶ αὐθαιρέτως ἀποσχόντα τῶν καθηκόντων αὐτοῦ. Παρέβαλε μάλιστα τὴν ἀποχώρησιν αὐτοῦ ταύτην πρὸς τὴν ἀποχώρησιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλήν, χλευάζων εἴτε ὑβρίζων τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι ἡ πτέρυξ αὕτη δὲν θέλει εὑρεῖ ἐπιλήψιμον τὴν ἀποχώρησιν τοῦ Ἱεράρχου Σύρου, Τήνου καὶ Μήλου. Καὶ διὰ μὲν τὰς πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὕβρεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δὲν κρίνω ἄξιον ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν. Εἰσὶ τοσοῦτον ἀνάρμοστοι, καὶ τοσοῦτον ἀπογεγυμνωμέναι πάσης ἀληθείας, ὥστε ἡ Ἀντιπολίτευσις δύναται ἑκάστην τῶν ἐκτοξευθεισῶν κατ’ αὐτῆς ὕβρεων νὰ προσίδῃ μετὰ βλέμματος, δηλοῦντος ἴσην περιφρόνησιν. Δὲν περιεφρονήσαμεν ἐπίσης τὰς ὕβρεις, τὰς ὁποίας ὁ Πρωθυπουργὸς ἐξετόξευσε κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτε αὕτη ἀπεχώρησε κατὰ τὸ 1887 τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς; Δὲν ὕβριζε τὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἱεροσύλους; Διατὶ νὰ μὴ ὑβρίσῃ ἡμᾶς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν; Ἔσπευσε καὶ οὗτος νὰ εἴπῃ προχθὲς πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡμεῖς θέλομεν συμπαθήσει πρὸς τὸν μνημονευθέντα ἀνωτέρω Ἱεράρχην, διότι οὗτος οὐδὲν ἔπραξεν ἢ τὸ ἄτοπον, ὅπερ ἐπράξαμεν καὶ ἡμεῖς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δὲν ἐδίστασε νὰ πράξῃ, ὅ,τι ἐσύμφερεν εἰς αὐτόν, ῥίψας εἰς τὴν πήραν, τὴν ὄπισθεν τῶν ὤμων αὐτοῦ ἀνηρτημένην, πᾶσαν τὴν ἱστορίαν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ κατὰ τὸ 1887 Προϋπολογισμοῦ, τὴν ἱστορίαν, ἡ ὁποία παρέσχεν, οὐχὶ τὸ συνταγματικὸν δικαίωμα, ἀλλὰ τὸ καθῆκον εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, νὰ ἀποχωρήσῃ τῶν συνεδριάσεων, ἀφοῦ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἐνέκρινε τὴν ἀντισυνταγματικὴν διαγωγὴν τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἂν ἡμεῖς συνειθίσαμεν νὰ ὑβριζώμεθα, περιφρονήσαντες τοὺς ὑβριστὰς ἡμῶν καὶ προσδοκῶντες, ὅτι ἡμέραν τινὰ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει διδάξει αὐτούς, ὅτι αἱ ὕβρεις δὲν ἀρκοῦσιν, ἵνα καλύψωσι τὰς παραβάσεις τῶν νόμων, οὐδ’ αἱ ἀτάσθαλοι φωναὶ αὐτῶν νὰ δικαιολογήσωσι τὰς καταστρατηγήσεις καὶ τὰς νοθείας τοῦ πολιτεύματος, δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται ὅμως νὰ ἀνεχθῶμεν ὕβρεις, ἐκτοξευθείσας κατὰ τῶν Ἱεραρχῶν τῆς Ἐκκλησίας τῆς πατρίδος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ ὁποῖος οὐ μόνον δικαίωμα δὲν ἔχει νὰ ὑβρίζῃ αὐτοὺς, οὐ μόνον δικαίωμα δὲν ἔχει νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῶν πράξεων ἢ τῶν παραλείψεων αὐτῶν, ἀποτελούντων κατὰ τὸ θετικὸν δίκαιον τῆς χώρας, τὴν ὑπερτάτην Ἐκκλησιαστικὴν ἀρχήν, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ ἐπιδεικνύῃ εὐλάβειαν πρὸς αὐτούς. Ἄν οἱ Ἱεράρχαι, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ἤθελον παραβῆ τὰ πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν καθήκοντα αὑτῶν, ἡ ἁρμοδία Ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ ἠδύνατο νὰ καταγγείλῃ αὐτοὺς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις δικαίωμα εἶχε νὰ ἐνεργήσῃ, καθ’ ὃν διέγραψεν ἡ νομοθεσία τρόπον, πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν παραβάσεων τῶν μελῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἐὰν δὲ τὰ μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἤθελον παραβῆ τοὺς καθεστῶτας πολιτικοὺς νόμους, ἤθελον περιπέσει εἰς πράξεις ἀξιοποίνους, ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ καταγγείλῃ αὐτοὺς ἐνώπιον τῆς εἰδικῆς δικαιοδοσίας, τὴν ὁποίαν ἡ νομοθεσία ἐδημιούργησεν, εὐλαβουμένη αὐτὴ τὸ σχῆμα τῶν Ἱεραρχῶν τῆς Ἐκκλησίας. Οὐδεὶς ἀληθῶς νόμος ἐπιτρέπει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ ὁμιλήσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἀνευλαβῶς περὶ Ἱεραρχῶν, ἐν ᾧ αὐτοὶ δὲν εἶχον διαπράξει τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας ἰσχυρίζετο ὅτι εἶχον πράξει, διότι δὲν εἶχεν ἀποχωρήσει τῆς συνεδριάσεως τῆς Συνόδου ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σύρου καὶ Τήνου, ὡς μετὰ τρόπου ἀνευλαβοῦς πρὸς αὐτὸν ἀφηγήθη ὁ Ὑπουργὸς πρὸς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ εἶχε λύσει τὴν συνεδρίασιν, ἧς προήδρευε κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ὡς Πρόεδρος τῆς Συνόδου· ἀλλὰ καὶ ἂν εἶχον διαπράξει τὰς ἀποδοθείσας εἰς αὐτοὺς πράξεις, οὐδὲ τότε ἠδύνατο νὰ ὁμιλήσῃ ἀνευλαβῶς, οὐδ’ ἄν εἶχον παρ’ αὐτῶν διαπραχθῆ ἀξιόποινοι πράξεις, οὐδὲ τότε ἀκόμη ἐπετρέπετο αὐτῷ τοιαύτη ἀτάσθαλος γλῶσσα, πρὶν ἢ ἡ δικαιοσύνη τῆς πατρίδος ἀποφανθῇ περὶ αὐτῶν. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἶχεν αἰσθανθῆ τὴν ἀνάγκην νὰ ἀνακουφίσῃ τὰ στέρνα του ἀπὸ τῆς ὀργῆς, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐγείρει ἐν αὐτοῖς ἡ διχογνωμία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σύρου. Συνειθίζουσιν οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ἀγανακτῶσιν εὐθὺς, ὡς προσκόψωσί που, καὶ ἀφίνονται εἰς τὸ πάθος τῆς ὀργῆς, ὅταν αἱ γνῶμαι αὐτῶν ἀναστέλλωνται ἀπὸ ἀντιῤῥήσεις τῶν ἀτόμων. Ὀργίζονται κατὰ τῶν ἀτόμων, καὶ προσπαθοῦσι νὰ ζημιώσωσι τὰ συμφέροντα αὐτῶν, ἂν ἔχωσι τοιαῦτα ἐκκρεμῆ ἐνώπιον τῆς Διοικήσεως, ὅπως ὑποτάξωσι τὰς γνώμας τῶν ἀτόμων τούτων εἰς τὴν ἰδίαν αὐτῶν γνώμην. Ὠργίσθησαν καὶ κατὰ τῶν Ἱεραρχῶν, αἱ ἀντιῤῥήσεις τῶν ὁποίων ἀνέστειλαν τὴν ἄμεσον πραγματοποίησιν τῆς ἐπιθυμίας των, καὶ ἐξετράπησαν εἰς τὴν ἀνευλαβῆ μνείαν, ἣν ἐποιήσαντο περὶ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἂν οὕτω διεξάγωσι τὰς σχέσεις των πρὸς τοὺς πολίτας κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν διοικητικῶν ἢ κυβερνητικῶν καθηκόντων των, δυνάμεθα νὰ σιωπήσωμεν, βλέποντες αὐτοὺς οὕτω προσφερομένους καὶ πρὸς τοὺς Ἱεράρχας τῆς πατρίδος μας; Ἠσθάνθη ὁ Ὑπουργὸς ὀργὴν κατὰ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σύρου καὶ Τήνου, διότι οὗτος ἐπέμεινε νὰ μὴ ἀποφασισθῇ αὐθημερὸν κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην τὸ Μητροπολιτικὸν ζήτημα, καὶ ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν, ὅπως ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην του περὶ ἀναβολῆς. Ἐνθυμεῖσθε δὲ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἀφηγήθη εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος ἐκάλεσε τὴν Σύνοδον, ἵνα γνωμοδοτήσῃ περὶ τοῦ ὑποψηφίου διὰ τὸν Μητροπολιτικὸν θρόνον, ὁ δὲ Ἀρχιεπίσκοπος Σύρου καὶ Τήνου ἐζήτησε τὴν ἀναβολὴν διὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον, ἐπειδὴ δὲ ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος ἀντέστη εἰς τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς, ἐναντίον τῶν καθηκόντων του,—διότι οὐδὲν εἶχε δικαίωμα— καὶ τὰ ἄλλα μέλη τῆς Συνόδου ἐφαίνοντο ἀποκλίνοντα εἰς τὴν γνώμην τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σύρου καὶ Τήνου, προεδρεύων, ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν. Ἕνεκα τούτου ὠργίσθη ὁ Ὑπουργὸς, διότι δὲν ἐπραγματοποιήθη ἡ ἐπιθυμία τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, ὅπως ἀποφασίσῃ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν περὶ τοῦ ὑποψηφίου Μητροπολίτου. Ἀλλ’ ἡ ὀργὴ τοῦ Ὑπουργοῦ εἶχε καὶ ἕτερον λόγον, διότι ἕνεκα τῆς ὑπὸ τοῦ σεβασμιωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Σύρου καὶ Τήνου ἀπαγγελθείσης λύσεως τῆς συνεδριάσεως ἐπῆλθον τὰ μετὰ τοῦτο λαβόντα χώραν ἄτοπα, ὅτε ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος ἔτρεχε, ζητῶν ὁδηγίας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἀφοῦ ἔλαβεν αὐτὰς, ἔτρεχεν ἀσχολούμενος νὰ περισυλλέξῃ τὰ μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἀπὸ τὰς ἰδιωτικὰς οἰκίας, ἐν αἷς διέτριβον, καὶ νὰ ἐπαναγάγῃ ταῦτα εἰς τὸ κατάστημα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καὶ διὰ τοῦ σπασμωδικοῦ καὶ ἀνευλαβοῦς πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Ἐκκλησίας τρόπου, ὃν μετῆλθε, νὰ ταράξῃ τὴν συνείδησιν τῶν πολιτῶν. Καὶ προέτεινεν ἀληθῶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν περίεργον δικαιολογίαν τῆς ἀστυνομικῆς ἀναμίξεως εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, εἰπὼν εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς ἂν διελέγετο πρὸς βρέφη ἢ πρὸς μειράκια, ὅτι ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος σπεύδων, ἐπειδὴ δὲν εἶχεν ὄχημα πρόχειρον, ἐζήτησε καὶ ἔλαβε τὸ ὄχημα τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας, τὸ ὁποῖον παρέκειτο εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Συνόδου, καὶ διὰ τοῦτο ἐφάνη τρέχων ἐπὶ τοιούτου ὀχήματος. Ἀλλ’ αἱ αἰτιολογίαι αὗται δὲν ἁρμόζουσιν εἰς Ὑπουργοὺς, πιθανῶς δ’ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχε συνειθίσει νὰ ποιῆται χρῆσιν τοιούτων, πρὶν ἢ εἰσέλθῃ εἰς τὴν πολιτικὴν, ὅτε ἠγωνίζετο ν’ ἀποκτήσῃ σχέσεις ἐν Μεγάροις καὶ ὑπερήσπιζεν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου τῶν Πλημμελειοδικῶν τοὺς μέλλοντας ἐντολεῖς του· ἔπρεπεν ὅμως νὰ συσταλῇ, προβάλλων εἰς τὴν Βουλὴν τοιαῦτα, ὅπως δικαιολογήσῃ πράξεις, αἵτινες, ἄσεμνοι καθ’ ἑαυτὰς, ἐξετελέσθησαν καὶ ἀσέμνως, προξενήσασαι ἀληθὲς σκάνδαλον ἐν ταῖς συνειδήσεσι τοῦ χριστεπωνύμου πληρώματος. Καὶ δὲν ἦσαν ἄσεμνοι πράξεις ἡ παρουσία ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Συνόδου τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἡ παρουσία ἀστυνομικῶν κλητήρων ἐν τοῖς πέριξ; Πότε ἐτολμήθη παραπλήσιον ἐκείνου, ὅπερ ἐτελέσθη κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος ἔμελλε νὰ καλέσῃ τὴν Σύνοδον, ἵνα γνωμοδοτήσῃ περὶ τοῦ ὑποψηφίου διὰ τὸν Μητροπολιτικὸν θρόνον; Τὰ γεγονότα, ὧν ἐμνήσθην μέχρι τοῦδε, ἀποτελοῦσι τὸ πρῶτον στάδιον τῆς κυβερνητικῆς ἐνεργείας. Τὸ ἑπόμενον ὅμως στάδιον μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἄξιον ὁμοίου χαρακτηρισμοῦ, διότι καὶ κατὰ τοῦτο οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ δὲν προσηνέχθησαν ὡς προσήκει εἰς Ὑπουργοὺς Ἕλληνας, ἐπὶ ζητήματος, ἀφορῶντος εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς ὑπερτάτης Ἀρχῆς, τῆς διοικούσης τὴν Ἐκκλησίαν. Ὅτε ὁ Ἱεράρχης Σύρου, Τήνου καὶ Μήλου καὶ μετ’ αὐτοῦ ὁ σεβασμιώτατος Ἐπίσκοπος Ὀλυμπίας καὶ Τριφυλίας ἀπέστειλαν τὰς παραιτήσεις των εἰς τὴν Κυβέρνησιν, αὕτη ἐτόλμησε νὰ μετέλθῃ ἐπὶ τῶν Ἱεραρχῶν τούτων τακτικὴν, τὴν ὁποίαν δικαιοῦμαι νὰ ὀνομάσω τακτικὴν ἐκβιασμοῦ. Καὶ ἀνεκοινώθη μὲν πρὸς τὴν Βουλὴν τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀπηύθυνεν εἰς ἀπάντησιν τῆς παραιτήσεως τῶν εἰρημένων Ἱεραρχῶν, αἱ ἐφημερίδες ὅμως τοῦ Ὑπουργείου ἐδημοσίευσαν καὶ διαφόρους πληροφορίας περὶ γνωμοδοτήσεως, τὴν ὁποίαν οἱ Νομικοὶ Σύμβουλοι ἐξέδωκαν ἐπὶ ζητήματος, προταθέντος αὐτοῖς, ἂν οἱ παραιτηθέντες Ἱεράρχαι περιέπεσαν εἰς πρᾶξιν ἀξιόποινον, ὡς καὶ περὶ σκέψεων, αἵτινες ἀπασχολοῦσι τὴν Κυβέρνησιν, ἂν πρέπῃ νὰ καταγγείλῃ αὐτοὺς, ἐν ᾗ περιπτώσει αὐτοὶ δὲν ἤθελον ἀποσύρει τὰς παραιτήσεις των. Καὶ ὡς ἂν ἐπρόκειτο περὶ ἁπλῶν ἐκλογέων, τοὺς ὁποίους ἀπειλοῦσιν, ὅτι ἤθελον τοῖς ἀποστείλει τοὺς δημοσίους εἰσπράκτορας, ὅπως ἐκβιάσωσιν αὐτοὺς ν’ ἀποτίσωσιν, ὅσα ὀφείλουσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐὰν δὲν στέρξωσι νὰ ὑποστηρίξωσι τοὺς ὑποψηφίους των, ἢ ὡς ἂν ἐπρόκειτο περὶ κομματαρχῶν ἐν τοῖς δήμοις, τοὺς ὁποίους ἐζήτουν ν’ ἀποσπάσωσιν ἀπὸ τοὺς κομματικούς των φίλους, ὅπως τύχωσι τῆς συνδρομῆς αὐτῶν κατὰ τὰς ἐκλογάς, τὴν αὐτὴν μετῆλθον τακτικὴν καὶ ἐπὶ τῶν Σεβασμιωτάτων Ἱεραρχῶν, οἵτινες εἶχον ἀποστείλει τὰς παραιτήσεις των. Ἀρκεῖ ν’ ἀναγνώσω χωρίον ὑπουργικῆς τινος ἐφημερίδος, ἥτις διὰ τοῦ ὕφους, μεθ’ οὗ γράφεται, διαδηλοῖ, ὅτι ἐπροτιμήθη ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως αὕτη χρησιμεύσῃ αὐτῷ πρὸς ἀνακοίνωσιν εἰς τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος τῶν περὶ τῶν δημοσίων πραγμάτων γνωμῶν του. Ἀρκεῖ, λέγω, ν’ ἀναγνώσω τὸ εἰρημένον χωρίον τῆς μνημονευθείσης ἐφημερίδος, διότι, ἕνεκα τῶν ἐκτεθέντων, δὲν κρίνω ἀλλότρια τῶν διανοημάτων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὰ παρ’ αὐτῆς δημοσιευόμενα. Διὰ τοῦτο ἐφελκύω καὶ τὴν ἡμετέραν προσοχὴν ἐπὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡ ἐφημερὶς αὕτη ἐδημοσίευσεν ἐπὶ τῶν παραιτήσεων τῶν Σεβασμιωτάτων Ἱεραρχῶν. Ἐφημερίδες ἄλλαι ὑπουργικαὶ εἶχον δημοσιεύσει, ὅτι οἱ Νομικοὶ Σύμβουλοι εἶχον ἐν τῇ γνωμοδοτήσει των ἀποφανθῆ ξηρῶς καὶ ἄνευ αἰτιολογίας, δι’ ἑνὸς ναὶ, ἢ δι’ ἑνὸς ὄχι, λύσαντες τὰ ζητήματα, τὰ προβληθέντα αὐτοῖς ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν. Ἡ «Παλιγγενεσία» δ’ ἀπήντησεν εἰς τὰς εἰρημένας συναδέλφους της τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οὐχὶ ἓν ναὶ καὶ ἓν ὄχι, οὐχὶ λακωνικώτατα εἶναι συντεταγμένη ἡ περὶ τῶν δύο παραιτηθέντων Ἐπισκόπων χθεσινὴ γνωμοδότησις τῶν Νομικῶν Συμβούλων, ὡς ἀνακριβῶς ἐπληροφόρησαν τὴν συνάδελφον «Ἐφημερίδα». Ἡ γνωμοδότησις εἶναι μακρὰ, μακροτάτη, καὶ λίαν ᾐτιολογημένη, περιέχουσα πάσας τὰς σχετικὰς διατάξεις τῶν νόμων, δυνάμει τῶν ὁποίων ἡ πρᾶξις τῶν δύο παραιτηθέντων Συνοδικῶν ἀποδεικνύεται ἔκνομος, πρᾶξις ἀπειθείας πρὸς τοὺς νόμους τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Πολιτείας, ἐπισύρουσα ἀναποφεύκτως κατὰ τῶν δύο Ἐπισκόπων αὐστηρὰν ποινικὴν καταδίωξιν. Τοιαύτη εἶναι ἡ γνωμοδότησις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, φέρουσα τὸ ἀπρόσβλητον κῦρος τῶν νόμων, οὓς δὲν ἐμελέτησαν, φαίνεται, ἐν τῇ σπουδῇ τῆς ὑπερβασίας αὐτῶν οἱ δύο Ἐπίσκοποι, καὶ πρὸς ταύτην φρονοῦμεν, ὡς εἴπομεν, θὰ συμμορφωθῇ ἡ Κυβέρνησις, καθῆκον ἔχουσα νὰ ἐπιβάλῃ εἰς πάντα τὴν πρὸς τοὺς κειμένους νόμους ὑποταγήν». Καὶ ἐν ἄλλῳ μέρει τοῦ αὐτοῦ φύλλου ἐδημοσίευσεν ἡ εἰρημένη ἐφημερὶς (ἀναγινώσκει): «Συνεπείᾳ τῆς γνωμοδοτήσεως ταύτης, τὸ Ὑπουργεῖον θέλει προβῆ, ὡς φρονοῦμεν, εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν δύο Ἐπισκόπων, μετὰ τὴν ταχεῖαν δὲ δίκην καὶ καταδίκην αὐτῶν προσκληθήσονται ἄλλοι Ἐπίσκοποι εἰς ἀναπλήρωσιν τῶν κηρυχθησομένων ἐκπτώτων τοῦ ἀξιώματος αὐτῶν». Οἱ γράφοντες ἐν τῇ «Παλιγγενεσίᾳ» τὰ εἰρημένα εἰσὶν, ὡς φαίνεται, ἄνθρωποι, εἰς τοσοῦτον στενὰς μετὰ τῶν Ὑπουργῶν σχέσεις διατελοῦντες, ὥστε καὶ τὰ μυστήρια τῆς ὑπηρεσίας εἰσὶ προσιτὰ εἰς αὐτοὺς, καὶ τὰ διανοήματα τῆς Κυβερνήσεως γνωστὰ αὐτοῖς. Μυστήριον ἦτο ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἡ γνωμοδότησις τῶν Νομικῶν Συμβούλων περὶ τοῦ ἀξιοποίνου ἢ μὴ τῆς παραιτήσεως τῶν Σεβασμιωτάτων δύο Ἱεραρχῶν, πρὶν ἢ ἡ Κυβέρνησις λάβῃ ὁριστικὸν ἐπὶ τούτου μέτρον, πρὶν ἢ ἡ Κυβέρνησις ἀποφασίσῃ, τί ἔμελλε νὰ πράξῃ περὶ αὐτῶν, ἀλλὰ τὸ μυστήριον τοῦτο ὑπεχώρησε πρὸ τῶν συντακτῶν τῆς «Παλιγγενεσίας», καὶ αὐτοὶ ἔλαβον ἐν χερσὶ τὰς γνωμοδοτήσεις τῶν Νομικῶν Συμβούλων, καὶ ἀνέγνων αὐτὰς, καὶ εὗρον, ὅτι δὲν ἔλυον τὰ προβληθέντα ζητήματα οἱ Νομικοὶ Σύμβουλοι δι’ ἑνὸς ξηροῦ ναὶ, ἢ δι’ ἑνὸς ξηροῦ ὄχι, ἀλλὰ ἔλυον αὐτὰ ἠτιολογημένως, καὶ εὗρον οἱ συντάκται τῆς «Παλιγγενεσίας», ἀναγινώσκοντες, τὴν γνωμοδότησιν τῶν Νομικῶν Συμβούλων, ὄχι μόνον ἠτιολογημένην, ἀλλὰ καὶ εὔλογα περιέχουσαν ἐπιχειρήματα, πρὸς ἃ ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ συμμορφωθῇ, διότι, ἐὰν δὲν ἤθελε συμμορφωθῆ, ἤθελε παραβῆ βεβαίως τὸ καθῆκον αὐτῆς. Ἡ τακτικὴ αὕτη εἶναι εἰθισμένη, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε εὑρίσκομεν αὐτὴν ἐν χρήσει μόνον εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς προδρόμους, κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, ὅταν οἱ μικροὶ ψηφοθῆραι ἠπείλουν τοὺς ἐκλογεῖς, καὶ ἐζήτουν νὰ ἐκπτοήσωσιν αὐτοὺς, νὰ ἐκβιάσωσιν αὐτοὺς, ὅπως δώσωσι ψῆφον ἐναντίον τῶν συνειδήσεών των, ἢ ἐναντίον τῶν πολιτικῶν ὑποχρεώσεων καὶ δεσμῶν, οἵτινες εἶχον συνδέσει αὐτούς. Εὑρίσκομεν τὴν τακτικὴν ταύτην ἐν χρήσει τῶν μικρῶν ἐκείνων ὑπαλληλίσκων, οἵτινες ἐν ταῖς ἐπαρχίαις φιλοτιμοῦνται νὰ προσφέρωσιν ὑπηρεσίας εἰς τοὺς πάτρωνάς των, καὶ οἵτινες μετακαλοῦνται παρ’ ἑαυτοῖς κομματάρχας, ἤτοι ἄνδρας ἐπηρεάζοντας τοὺς ἐκλογεῖς, μετέρχονται πᾶν μέσον ἀπειλῆς, ὅπως πτοήσωσιν αὐτοὺς, ὅπως ἐκβιάσωσιν αὐτοὺς νὰ διαῤῥήξωσι τοὺς πολιτικοὺς δεσμοὺς, τοὺς ὁποίους εἶχον συνδέσει μετὰ τῶν διαφόρων ὑποψηφίων τῶν ἐκλογικῶν ἐκείνων περιφερειῶν. Ἀλλὰ τὴν τακτικὴν ταύτην, ἐφαρμοζομένην ὑπὸ Ὑπουργῶν τῆς Ἑλλάδος δημοσίᾳ, ὅταν ὁμιλῶσι πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅταν ἀνακοινῶσι τὰ διανοήματά των πρὸς τὸν λαὸν περὶ δύο Ἱεραρχῶν τῆς πατρίδος, τὴν τακτικὴν ταύτην, ἐφαρμοζομένην ὑπὸ Ὑπουργῶν, ὅπως ἐνασκήσωσι ψυχολογικὴν βίαν, ὅπως ἐκβιάσωσι τοὺς παραιτηθέντας Ἱεράρχας, διὰ νὰ μὴ ἐπιμείνωσιν εἰς τὰς παραιτήσεις των, τὴν τακτικὴν ταύτην δὲν νομίζετε, ὅτι ἐχαρακτήρισα μετὰ μεγάλης ἐπιεικείας, ὅτε εἶπον, ὅτι εἶναι μόνον ἀνάρμοστος εἰς τὴν σοβαρότητα τῆς ὑποθέσεως, περὶ ἧς ἐπρόκειτο; Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ χαρακτηρίσω προσηκόντως τοιαύτην τακτικὴν, δὲν νομίζετε, ὅτι προσήκων ἦτο χαρακτηρισμὸς, ἂν ἔλεγον αὐτὴν ἐπονείδιστον, ἐὰν ὠνόμαζον αὐτὴν μυσαρὰν, ἀφοῦ σκοπεῖ, οὐχὶ νὰ μεταβάλῃ τὸ φρόνημα τοῦ ἐκλογέως, οὐχὶ νὰ διαῤῥήξῃ τοὺς πολιτικοὺς δεσμοὺς τῶν κατοικούντων ἐν τῇ αὐτῇ περιφερείᾳ, ἀλλὰ νὰ ἐμβάλῃ τὴν δειλίαν εἰς τὰ στήθη δύο ἀνωτάτων λειτουργῶν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, οὕτω δὲ νὰ ταπεινώσῃ αὐτοὺς, νὰ ἐξευτελίσῃ αὐτοὺς, καὶ νὰ ἀναγκάσῃ τοὺς δύο Ἱεράρχας, ν’ ἀνακαλέσωσι τὰς παραιτήσεις των, διὰ νὰ μὴ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν καταδίωξιν, ἥτις ἠπειλεῖτο κατ’ αὐτῶν; Ἦτο ἢ δὲν ἦτο ἀξιόποινος ἡ πρᾶξις τῶν δύο Ἱεραρχῶν, τοῦ Σεβ. Ἀρχιεπισκόπου Σύρου καὶ Τήνου, καὶ τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἐπισκόπου Ὀλυμπίας καὶ Τριφυλίας; Ἐὰν αὐτοὶ δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ παραιτηθῶσι τῶν συνοδικῶν αὐτῶν καθηκόντων, ἐὰν παραιτηθέντες περιέπεσαν εἰς πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι χαρακτηρίζουσιν ἀξιόποινον, καὶ κατὰ τῆς ὁποίας ἀνέγραψαν ποινὰς, τίς ἡ ἀνάγκη τῶν δημοσιεύσεων τούτων; τίς ἡ ἀνάγκη τῶν ἀμφιβόλων ἐκείνων φράσεων, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν, ἐξερχομένας ἀπὸ τῶν χειλέων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κατά τινα προηγηθεῖσαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς; τίς ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναγγελίας τῆς γνωμοδοτήσεως τῶν Νομικῶν Συμβούλων; τίς ἡ ἀνάγκη τῆς ἀνακοινώσεως τῶν διανοημάτων τῶν Ὑπουργῶν, τῶν ἀπειλῶν; Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἅμα λαβὼν τὰς παραιτήσεις, ὤφειλε νὰ ἐπιβῇ ὀχήματος, νὰ μεταβῇ εἰς τὰς οἰκίας τῶν Ἱεραρχῶν, νὰ ζητήσῃ νὰ πείσῃ αὐτοὺς, ὅτι παρέβησαν νόμους τοῦ Κράτους, καὶ νὰ ἐπαναγάγῃ αὐτοὺς εἰς τὴν εὐθεῖαν ὁδόν· ἂν οἱ Ἱεράρχαι δὲν ἤθελεν πεισθῆ, ὤφειλε νὰ καταγγείλῃ αὐτοὺς εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος ἀμειλίκτως κατ’ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ προηγηθῶσιν αἱ διαδόσεις, ἔπρεπε νὰ προηγηθῶσιν αἱ δημοσιεύσεις αὗται, αἱ ἄγνωστοι καὶ ἀκατάληπτοι καὶ μυστηριώδεις γνωμοδοτήσεις τῶν Νομικῶν Συμβούλων, ἔπρεπε νὰ ἐπιδειχθῶσιν οἱ κίνδυνοι, οἱ ἀπειλοῦντες τοὺς Ἱεράρχας, ἐὰν ἤθελον ἐμμείνει εἰς τὰς παραιτήσεις των, διὰ νὰ γίνῃ τέλος πάντων καὶ ἡ δοκιμὴ τῶν μέσων αὐτῶν, ὅπως ἀρθῶσιν αἱ δυσκολίαι, αἱ ὁποῖαι παρενεβλήθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ δυνηθῇ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ τέρμα τοῦ ἐπεισοδίου, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἐφρόνει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι οἱ δύο παραιτηθέντες Σεβασμιώτατοι Ἱεράρχαι δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ παραιτηθῶσι τῶν συνοδικῶν καθηκόντων; δὲν ἐπικρίνω αὐτὸν, ἐὰν εἶχε τοιαύτην γνώμην, οὐδὲ δύναμαι νὰ αἰτιαθῶ αὐτοῦ, διότι συνέπεσε τοιαύτην νὰ σχηματίσῃ περὶ τούτου γνώμην. Ἐγὼ βεβαίως τοιαύτην δὲν ἔχω, καὶ δὲν ἔχω ὄχι αὐθαιρέτως, ὄχι ὡς Ἀντιπολίτευσις, ἀλλὰ δὲν ἔχω τοιαύτην γνώμην ὡς πολίτης, μελετήσας τὸ καθεστὸς θετικὸν δίκαιον, καὶ ἐξ αὐτοῦ ποριζόμενος τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔπεισαν, ἵνα μὴ ἔχω τὴν γνώμην ταύτην. Κατὰ τὸ θετικὸν δίκαιον τῆς χώρας ἡ κλῆσις τῶν Ἐπισκόπων καὶ Ἀρχιεπισκόπων εἰς Ἀθήνας, ἵνα ἐκπληρώσωσι καθήκοντα Συνέδρων ἐν τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ, εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἐχορηγήθη εἰς τοὺς Ἀρχιεπισκόπους καὶ τοὺς Ἐπισκόπους διὰ τῆς νέας νομοθεσίας, διότι κατὰ προγενεστέραν ἐποχὴν, πρὸ τοῦ 1843, τοιοῦτον δικαίωμα δὲν εἶχον, ἀλλὰ δικαίωμα εἶχεν ἀπεριόριστον ἡ Κυβέρνησις νὰ διορίζῃ, οἵους ἤθελεν, εἴτε Πρόεδρον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, εἴτε μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἐπειδὴ ἡ νομοθεσία ἐκείνη εἶχε θεωρηθῆ, ὅτι ἐκώλυε τὰς ἄλλας Ἐκκλησίας τῆς Ἀνατολικῆς ὀρθοδόξου πίστεως νὰ ἀναγνωρίσωσι τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, ἡ δ’ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἐλειτούργει καὶ διωκεῖτο κατὰ τὴν νομοθεσίαν ἐκείνην κεχωρισμένη ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἀπὸ τὴν Μεγάλην τοῦ Χριστοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἐκκλησίαν, καὶ ἀπὸ τὰς ἄλλας ἀδελφὰς Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας, διὰ τοῦτο τὸ Ἔθνος, ἐπιθυμοῦν ν’ ἀρθῇ ὁ χωρισμὸς οὗτος, νὰ ἀναγνωρισθῇ δὲ ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία ὑπὸ τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἐκκλησίας, περιέλαβεν ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1843 τὰς βάσεις νέας ἐκκλησιαστικῆς νομοθεσίας, ἥτις ἀφῄρει τὸ δικαίωμα ἀπὸ τοῦ Βασιλέως νὰ διορίζῃ κατὰ βούλησιν τὸν Πρόεδρον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ τὰ μέλη αὐτοῦ, καὶ παρεῖχε τὸ δικαίωμα εἰς ὅλους τοὺς Ἀρχιεπισκόπους καὶ εἰς ὅλους τοὺς Ἐπισκόπους νὰ καλῶνται πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν συνοδικῶν αὐτῶν καθηκόντων κατὰ τὴν τάξιν τῶν πρεσβείων τῆς ἀρχιερωσύνης αὐτῶν. Ὅτι δὲ ὁ νόμος ἐθεώρησε τοῦτο δικαίωμα, καὶ ὅτι ἐθεώρησε πιθανὸν νὰ συμβῇ, Ἐπίσκοποι ἢ Ἀρχιεπίσκοποι νὰ κρίνωσιν, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκον αὐτὸ, τοῦτο συνάγεται ἐξ αὐτῶν τῶν διατάξεων τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου νόμου, αἱ ὁποῖαι προβλέπουσι τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναπληρώσεως τῶν Συνοδικῶν, ὁρίσασαι, ὅτι ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ θέλουσι καλεῖσθαι οἱ μετ’ αὐτοὺς ἐρχόμενοι κατὰ τὰ πρεσβεῖα τῆς ἀρχιερωσύνης. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι τὰ μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τὰ ὁποῖα προέβαλον τὰς παραιτήσεις αὐτῶν, ἐνήσκησαν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχον, ἀποκρούω δὲ παντὶ σθένει καὶ πάσῃ δυνάμει τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν τινὲς ἔχουσιν, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐνήσκησαν δικαίωμα, ἀλλ’ ὅτι καὶ παρέβησαν τοὺς νόμους, καὶ ὑπόκεινται ἐπὶ τούτῳ εἰς ποινικὴν καταδίωξιν. Τὴν γνώμην ταύτην θεωρῶ ἐντελῶς ἀποδοκιμαστέαν, οὐδαμοῦ δυναμένην νὰ στηριχθῇ. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν, νομοθεσία νὰ κηρύξῃ πρᾶξίν τινα ἀξιόποινον, ἐν ᾧ δὲν εἶναι ἀπίθανον αὕτη νὰ μὴ περιέχῃ οὐδεμίαν πονηρὰν προαίρεσιν, νὰ μὴ περικλείῃ οὐδένα δόλον, ἢ ἐπιλήψιμον σκοπόν; Ὑποθέσατε Ἀρχιεπισκόπους ἢ Ἐπισκόπους, τῶν ὁποίων ἡ ὑγεία δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἔλθωσι νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ καθήκοντά των ἐν τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ, ἢ τῶν ὁποίων ἡ ὑγεία, ἀφοῦ ἦλθον ἐνταῦθα, ἐβλάβη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε καθίσταται εἰς αὐτοὺς ἀνέφικτον νὰ ἐξακολουθήσωσι νὰ ἐκπληρῶσι τὰ Συνοδικά των καθήκοντα. Ἤθελον οὗτοι πράξει ἀξιόποινον πρᾶξιν, παραιτούμενοι τῶν Συνοδικῶν αὐτῶν καθηκόντων; Ὑποθέσατε Ἱεράρχας, οἵτινες κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν Συνοδικῶν των καθηκόντων ἐπείσθησαν, ὅτι ἡ συνείδησις αὐτῶν δὲν ἐπέτρεπε νὰ μετάσχωσι πράξεων, τῶν ὁποίων ὤφειλον νὰ μετάσχωσιν ὡς μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καὶ διὰ τοῦτο παρῃτήθησαν τῶν Συνοδικῶν καθηκόντων των. Αὐτοὶ πράττουσι πρᾶξιν ἀξιόποινον, διότι δὲν ἐπιβάλλουσι σιγὴν εἰς τὴν συνείδησίν των, αὐτοὶ οἱ λειτουργοὶ τοῦ Θεοῦ; Ἔπρεπε νὰ ἐκβιασθῶσι διὰ τῆς ἀπειλῆς τῆς ποινικῆς καταδιώξεως, διὰ νὰ πράξωσιν ὅ,τι ἡ συνείδησίς των δὲν ἐπέτρεπεν αὐτοῖς νὰ πράξωσιν; Ὑπάρχει νομοθετικὸς παραλογισμὸς μεγαλείτερος; Ὑπάρχει ἀπαισιωτέρα ἔννοια ταύτης, τὴν ὁποίαν ζητοῦσι νὰ ἀποδώσωσιν εἰς τὴν καθεστηκυῖαν νομοθεσίαν; Οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν γνώμην, ὅτι οἱ Ἱεράρχαι, περὶ ὧν ὁ λόγος, δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ παραιτηθῶσι, καὶ ὅτι παραιτηθέντες παρέβησαν τὸν νόμον τοῦ Κράτους καὶ περιέπεσαν εἰς πρᾶξιν ἀξιόποινον, προβάλλουσι πρὸς δικαιολογίαν λόγον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦσι νὰ ἐκβιάσωσι τοὺς ἀντιλέγοντας, ὅπως ἀποδεχθῶσι τὴν γνώμην των. Λέγουσιν, ὅτι, ἐὰν δὲν θεωρηθῇ ἡ πρᾶξις αὕτη ἀξιόποινος, ἐὰν δὲν εἶναι ποινικῶς καταδίωξιμος, τί ἤθελε συμβῆ, ἐὰν ἡμέραν τινὰ πάντες οἱ Ἀρχιεπίσκοποι τοῦ Κράτους, καὶ πάντες οἱ Ἐπίσκοποι δὲν ἤθελον στέρξει νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ Συνοδικά των καθήκοντα; Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συμπληρωθῇ, ἑπομένως ἤθελε καταδικασθῆ εἰς ἀργίαν ἡ ὑπερτάτη Ἐκκλησιαστικὴ Ἀρχή. Διὰ τῆς ἀτόπου ταύτης ὑποθέσεως ζητοῦσι νὰ ἐκβιάσωσι τοὺς συζητοῦντας, ὅπως ἀποδεχθῶσι τὴν γνώμην αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐάν τις ἀπευθύνῃ ὁμοίαν ἐρώτησιν πρὸς τοὺς τὴν τοιαύτην ἄτοπον ὑπόθεσιν προβάλλοντας, τί ἤθελε συμβῆ, ἐὰν ἐγίνετο ἀποδεκτὴ ἡ γνώμη αὐτῶν, καὶ κατηγγέλλοντο ἐνώπιον τῶν ποινικῶν δικαστηρίων πάντες οἱ Ἀρχιεπίσκοποι καὶ πάντες οἱ Ἐπίσκοποι τοῦ Ἑλλ. Βασιλείου ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος, ἢ ἐπὶ ἀρνήσει ὑπηρεσίας, ἢ δὲν ἠξεύρω ἐπὶ βάσει τίνος ποινικοῦ ὅρου, καὶ κατεδικάζοντο πάντες διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην, ἀφοῦ δὲ κατεδικάζοντο, ἐκηρύσσοντο ἐκπεσόντες καὶ τοῦ ἐπισκοπικοῦ αὐτῶν ἀξιώματος; Διότι ἡ καταδίκη αὐτῶν δὲν ἤθελεν ἐπιβάλει εἰς αὐτοὺς μόνον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκτίσωσι τὴν ποινὴν, ἥτις ἤθελεν ἐπιβληθῆ εἰς αὐτοὺς, ἀλλ’ ἐπάγει καὶ τὴν συνέπειαν, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἤθελον κηρυχθῆ πάντες ἔκπτωτοι τοῦ ἀρχιεπισκοπικοῦ ἢ τοῦ ἐπισκοπικοῦ αὐτῶν ἀξιώματος, ἢ ἤθελεν εὑρεθῆ τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, τὸ μακάριον αὐτὸ Κράτος, μίαν πρωΐαν εἰς τὴν πρωτοφανῆ κατάστασιν, νὰ στερῆται Ἀρχιεπισκόπων καὶ Ἐπισκόπων, νὰ ἔχῃ δὲ μόνον τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, τὸν ἀρχηγὸν τῆς σχολῆς ταύτης. Ἐγὼ δὲν ἀμφισβητῶ τὰ εὐλαβῆ πρὸς τὴν θρησκείαν τῶν πατέρων ἡμῶν αἰσθήματα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, οὐδὲ σκοπῶ νὰ ὁμιλήσω ἐλαφρῶς περὶ αὐτοῦ. Τὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀπασχολῶ τὴν Βουλήν, εἶναι τοσοῦτον σοβαρὸν, ὥστε δέν μοι ἐπιτρέπει ἐκδρομὰς, αἵτινες δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἐλαφραί. Ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις, τὴν ὁποίαν ἐποιήσαντο οἱ ζητοῦντες νὰ πείσωσιν ἡμᾶς, ὅτι ὑπάρχει πρᾶξις ἀξιόποινος ἐν τῇ παραιτήσει τῶν Σεβ. Ἱεραρχῶν, ἦτο ἄτοπος, ἂν δὲ καὶ ἡμεῖς προβάλωμεν ἄλλην ἄτοπον ὑπόθεσιν, ἣν πρὸ μικροῦ ἐξεθήκαμεν, θέλει πεισθῆ ἕκαστος, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὰς περὶ τῆς ἐννοίας τῶν νόμων συζητήσεις νὰ ποιῆται ὑποθέσεις ἀτόπους. Καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τοῦ καθεστηκότος δικαίου, περὶ τῆς ἰσχυούσης θετικῆς νομοθεσίας, ἴσως δὲν πρέπει νὰ παραλίπω νὰ ἐνθυμίσω ὑμῖν, ὅτι ἡ νομοθεσία τοῦ 1852, ἥτις ἀποτελεῖται ἐκ δύο νόμων, τοῦ νόμου τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ τοῦ νόμου περὶ Ἐπισκόπων καὶ Ἐπισκοπῶν, εἶναι νομοθεσία, ἥτις ἐγένετο πρὸς ἐκτέλεσιν διεθνῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον ἀνέλαβε. Λέγω διεθνεῖς ὑποχρεώσεις, διότι πρόκειται περὶ συμφωνιῶν, αἵτινες ἐγένοντο μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου καὶ τῶν ἄλλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Συνοδικὸς Τόμος, ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη κατὰ τὸ 1850 ὑπὸ τῆς ἐν Κων)πόλει Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ἐκοινοποιήθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, αὕτη δὲ διέταξε τελετὰς καθ’ ὅλον τὸ Κράτος κατὰ τὴν ἐν ταῖς Ἐκκλησίαις ἀνάγνωσιν τοῦ Συνοδικοῦ Τόμου, καὶ διὰ τῆς τοιαύτης πολιτείας αὐτῆς ἀπέδειξεν, ὅτι ὄχι μόνον ἀπεδέχετο, ἀλλ’ ἔχαιρε καὶ ἠγάλλετο ἐπὶ ταῖς ἀποφάσεσι, τὰς ὁποίας ὁ Συνοδικὸς ἐκεῖνος Τόμος ἐπληροφόρει ἡμᾶς, ὅτι ἡ Μεγάλη ἐν Κων)πόλει τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία εἶχε λάβει. Ὀφείλω νὰ ἀναγνώσω περικοπὴν τοῦ Συνοδικοῦ τούτου Τόμου, διὰ νὰ ἀποδείξω εἰς ὑμᾶς, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐξουσία ἡμῶν δὲν εἶναι τοσοῦτον ἀπόλυτος περὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν ἐκκλησιαστικῶν τούτων νόμων καὶ ὅτι ὀφείλομεν, ὅταν ἀσχολώμεθα νὰ ἑρμηνεύωμεν αὐτοὺς, νὰ ἐνθυμώμεθα, ὅτι πρέπει νὰ μὴ ἀπομακρυνώμεθα πολὺ τοῦ γράμματος αὐτῶν, οὐδὲ νὰ ζητῶμεν νὰ πληρῶμεν τὰ τυχὸν ὑπάρχοντα κενὰ δι’ ὑποθέσεων, στηριζομένων ἐπὶ ἀναλογιῶν πρὸς τοὺς ἄλλους λειτουργοῦντας ἐν τῇ Πολιτείᾳ νόμους. Καὶ ὁ Συνοδικὸς οὗτος Τόμος φέρει τὰς ὑπογραφὰς τοῦ τότε Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, νέας Ῥώμης, καὶ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀνθίμου, τοῦ πρώην Κωνσταντινουπόλεως Κωνσταντίνου Αʹ, τοῦ πρώην Κωνσταντινουπόλεως Κωνσταντίνου, τοῦ πρώην Κωνσταντινουπόλεως Γρηγορίου, τοῦ πρώην Κωνσταντινουπόλεως Γερμανοῦ, τοῦ πρώην Κωνσταντινουπόλεως Ἀνθίμου, τοῦ Πατριάρχου τῆς ἁγίας πόλεως Ἱεροσολύμων Κυρίλλου, καὶ δέκα καὶ τεσσάρων ἄλλων Ἱεραρχῶν, ἀποτελούντων τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, τὴν παρὰ τῇ Α. Θ. Παναγιότητι τῷ Πατριάρχῃ Κωνσταντινουπόλεως ὑπάρχουσαν, ἤτοι τοῦ Καισαρείας Παϊσίου, τοῦ Ἐφέσου Ἀνθίμου, τοῦ Ἡρακλείας Παναρέτου, τοῦ Νικομηδείας Διονυσίου, τοῦ Χαλκηδόνος Ἱεροθέου, τοῦ Δέρκων Νεοφύτου, τοῦ Προέδρου τοῦ Διδυμοτείχου Μελετίου, τοῦ Νεοκαισαρείας Λεοντίου, τοῦ Κρήτης Χρυσάνθου, τοῦ Σεῤῥῶν Ἰακώβου, τοῦ Βιζύης Γρηγορίου, τοῦ Σωζοπόλεως Προκοπίου, τοῦ πρώην Μεσημβρίας Σαμουήλ, τοῦ Σταυροπόλεως Κωνσταντίνου (ἀναγινώσκει): «Ἡμεῖς, οἱ διὰ τῆς χάριτος τοῦ παναγίου πνεύματος συνελθόντες ἐν πλήρει Συνόδῳ πρὸς καταρτισμὸν τῆς κανονικῆς ἑνότητος τῆς ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίας μετὰ τῶν λοιπῶν ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἀκούσαντες, διὰ τῶν ἐπισήμων γραμμάτων, τῶν ἐπισταλέντων ἡμῖν παρὰ τοῦ εὐσεβοῦς Ὑπουργείου τοῦ θεοσώστου Κράτους τῆς Ἑλλάδος, τήν τε περὶ τούτου αἴτησιν τοῦ ἐκεῖ σύμπαντος εὐλαβεστάτου Κλήρου, καὶ τὴν συντρέχουσαν ἐπιθυμίαν παντὸς τοῦ ὀρθοδόξου Ἑλληνικοῦ λαοῦ τῶν ἐν ἁγίῳ πνεύματι τέκνων ἡμῶν ἀγαπητῶν καὶ περιποθήτων, συνιδόντες δὲ καὶ τὴν χρείαν τῆς κατ’ ἐκεῖνο τὸ νεοσύστατον Κράτος διακονίας τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας τῆς ἑνότητος, καὶ συσκεψάμενοι, ὅπως ἥ τε ἁγία ἡμῶν πίστις διατηρηθῇ ἐσαεὶ ἀλώβητος, καὶ οἱ κανόνες τῶν θείων πατέρων ἀπαραβίαστοι καὶ ἀπαρασάλευτοι, ὥστε εἶναι πάντας ἡμᾶς ὡς ἐν τῇ αὐτῇ πίστει, οὕτω καὶ ἐν τῇ αὐτῇ οἰκονομίᾳ τῆς ἑνότητος, καὶ κλήματα ἀδιάσπαστα τῆς θείας ἀμπέλου, ὡρίσαμεν τῇ δυνάμει τοῦ παναγίου καὶ τελεταρχικοῦ πνεύματος, διὰ τοῦ παρόντος Συνοδικοῦ τόμου, ἵνα ἡ ἐν τῷ Βασιλείῳ τῆς Ἑλλάδος Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἀρχηγὸν ἔχουσα καὶ κεφαλήν, ὡς καὶ πᾶσα ἡ Καθολικὴ καὶ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, τὸν Κύριον καὶ Θεὸν καὶ Σωτῆρα ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν, ὑπάρχῃ τοῦ λοιποῦ κανονικῶς αὐτοκέφαλος, ὑπερτάτην ἐκκλησιαστικὴν ἀρχὴν γνωρίζουσα Σύνοδον διαρκῆ, συνισταμένην ἐξ Ἀρχιερέων, προσκαλουμένων ἀλληλοδιαδόχως κατὰ τὰ πρεσβεῖα τῆς χειροτονίας, Πρόεδρον ἔχουσα τὸν κατὰ καιρὸν Ἱερώτατον Μητροπολίτην Ἀθηνῶν, καὶ διοικοῦσαν τὰ τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τοὺς θείους καὶ ἱεροὺς κανόνας ἐλευθέρως καὶ ἀκωλύτως ἀπὸ πάσης κοσμικῆς ἐπεμβάσεως. Οὕτω δὲ καὶ ἐπὶ τούτοις καθισταμένην διὰ τοῦ παρόντος Συνοδικοῦ Τόμου τὴν Ἱερὰν ἐν Ἑλλάδι Σύνοδον, ἐπιγινώσκομεν αὐτήν, καὶ ἀνακηρύττομεν πνευματικὴν ἡμῶν ἀδελφήν....» Οὕτω λοιπὸν ἀναγνωρίζει τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος ἀδελφὴν, ἣν συνιστᾷ εἰς τὰς ἄλλας τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, νὰ ἀναγνωρίζωσιν αὐτὴν ὡς τοιαύτην. Καὶ εἶπον πρὸ μικροῦ, Κύριοι, ὅτι ἡ ἑρμηνεία τῶν νόμων τούτων, τῶν ἀποτελούντων τὴν περὶ τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, πρέπει νὰ γίνηται διὰ τρόπου, ὅστις νὰ μὴ ἀντιβαίνῃ εἰς τὸ ῥητὸν γράμμα τῶν νόμων, ὄχι μόνον πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τῆς Ἐκκλησίας τῆς ἐν τῷ Βασιλείῳ, ἀλλὰ πρὸς τὸ συμφέρον αὐτοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, καὶ πρὸς διατήρησιν ἀλωβήτου τῆς κληρονομίας, τὴν ὁποίαν οἱ πατέρες ἡμῶν παρέδωκαν εἰς ἡμᾶς, ὡς πρὸς τὰ ἀφορῶντα τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας τῆς πατρίδος ἡμῶν. Οὐδὲ πρέπει νὰ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι ἀποτελοῦμεν ἐλάχιστον μέρος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, μικρὰν γωνίαν, ἥτις ηὐτύχησε διὰ τῶν αἱμάτων τῶν πατέρων ἡμῶν καὶ διὰ τῆς ἐπιεικοῦς γνώμης τῆς Εὐρώπης ν’ ἀξιωθῇ ν’ ἀποτελέσῃ τὸ Βασίλειον τὸ ὑπάρχον, ἀλλ’ ὅτι πλὴν τοῦ Βασιλείου τούτου πολλαὶ χῶραι κατοικοῦνται ὑπὸ Ἑλλήνων, χῶραι, τὰς ὁποίας ἡ ἱστορία παρέδωκεν εἰς ἡμᾶς ὡς Ἑλληνικάς, καὶ ὅτι κατὰ δυστυχίαν ἐν ταῖς χώραις ἐκείναις ἡ Πολιτεία δὲν ἔχει, ὡς ἔχει ἡ Πολιτεία τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἡ δὲ πολιτικὴ ἀρχὴ ἐκεῖ οὐδὲ ὁμόφυλος εἶναι, οὐδὲ ὁμόθρησκος μετὰ τῆς Ἐκκλησίας τῶν πατέρων ἡμῶν. Ὑποθέσατε ποῖον ὀλέθριον ἤθελε δώσει τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον παράδειγμα εἰς τοὺς διαχειριζομένους τὴν πολιτικὴν ἀρχὴν ἐν ταῖς χώραις ἐκείναις κατὰ τὰς σχέσεις αὐτῶν μετὰ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς πίστεως, ὑποθέσατε, ἐὰν αὗται ἐμάνθανον, ὅτι ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἐθίζουσι νὰ συλλέγωσι δ’ ὀχημάτων τῆς Ἀστυνομικῆς ἀρχῆς τὰ μέλη τῆς ὑπερτάτης Ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς, ὅτι ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου συνειθίζουσι νὰ ἀνέχωνται τὸν Β. Ἐπίτροπον, ζητοῦντα νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην του εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ὅτι ἀνέχονται καὶ ἐπιτρέπουσι νὰ καταπλημμυρῶσι τὰ γραφεῖα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ὑπάλληλοι τῆς πολιτικῆς Ἀρχῆς, ἀποστελλόμενοι ἐκεῖ, διὰ νὰ εἰσηγήσωνται ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν γνώμην. Ὑποθέσατε δὲ ποίαν δύναμιν θέλει ἔχει ἡ φωνὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, αὐτοῦ τοῦ πρώτου κατὰ δυστυχίαν τέκνου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ποίαν θέλει ἔχει ἰσχὺν ἡ φωνὴ αὐτοῦ, ἂν ἤθελεν ἐγερθῆ ποτε νὰ ἐπικρίνῃ, ἢ νὰ παραπονεθῇ κατὰ πράξεων τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς, εἴτε ἐν τῇ ὁμόρῳ Ἐπικρατείᾳ, εἴτε ἐν ἄλλῃ τινὶ χώρᾳ, ἔνθα ἡ πολιτικὴ ἀρχὴ εἶναι εἰς χεῖρας ἑτεροδόξων, καὶ ὅπου ἴσως ὀλίγον συμφέρον ἔχουσι νὰ εὐλαβηθῶσι τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ ἀξιοπρέπειαν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν διεξάγωμεν τὰς περὶ τῆς Ἐκκλησίας τῆς πατρίδος σχέσεις ἡμῶν, πρέπει νὰ ἐνθυμώμεθα, ὅτι καὶ ἄλλαι ἀδελφαὶ Ἐκκλησίαι, καὶ ἡ μήτηρ ἀκόμη Ἐκκλησία θὰ ἔχῃ ἀνάγκην τῆς παραμυθίας ἢ τῆς ὑποστηρίξεως ἡμῶν, ἢ τοῦ λόγου ἡμῶν, ὅταν οἱ κατέχοντες τὰς χώρας ἐκείνας ζητῶσι νὰ ἐπέμβωσιν εἰς τὰ καθήκοντα τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν Ἐκκλησιῶν. Ἀλλ’ ἡ φωνὴ ἡμῶν θὰ ἦναι ἀσθενὴς, καὶ αἱ πολιτικαὶ ἀρχαὶ τῶν τόπων ἐκείνων θὰ εἴπωσι πρὸς ἡμᾶς, ὅτι καὶ ὑμεῖς οὕτω φέρεσθε πρὸς τὴν ὑμετέραν Ἐκκλησίαν, οὐδὲ πρέπει νὰ ζητῆτε παρ’ ἡμῶν νὰ προσενεχθῶμεν ἄλλως, ἢ ὡς ὑμεῖς φέρεσθε πρὸς αὐτήν. Δέν μοι φαίνεται, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον, νὰ προβῶ περισσότερον εἰς τὴν ἔρευναν τῆς πολιτείας τῶν κυβερνώντων πρὸς τὰς σχέσεις αὐτῶν μετὰ τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν πίστεως. Ἐδυνάμην νὰ ἐλέγξω καὶ ἐπὶ τούτοις τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ὑποληφθῶ, ὅτι πάντα, ὅσα προεῖπον, ἐπικρίνων τὴν πορείαν τῶν κυβερνώντων ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης τοῦ Συνοδικοῦ ζητήματος, ὅτι προέρχονται ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ Ἀντιπολίτευσις πολλὰ εἶχεν, ἵνα προβάλῃ κατὰ τῶν Ὑπουργῶν, καὶ ἐπὶ πολλῶν δύναται νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἤθελεν εἶσθαι δὲ ἀνάξιον αὐτῆς, νὰ δημιουργῇ ἀφορμὰς ἐν ταῖς σχέσεσι τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, ὅπως ἐκ ταύτης προβάλῃ αἰτιάσεις. Ἐκπλήσσομαι μάλιστα καὶ ἀληθῶς ἐξεπλάγην, ὅτε εἶδον δημιουργούμενα σκάνδαλα καὶ ἐν Ἀθήναις, καὶ ἐπὶ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβωσι χώραν, διότι ἦτο δυνατὸν μετὰ μεγίστης εὐχερείας νὰ διεξαχθῶσιν αἱ σχέσεις τῆς Πολιτείας πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, ἂν δ’ ἐδημιουργήθησαν τὰ σκάνδαλα, τοῦτο ὀφείλεται μόνον εἰς τὸν χαρακτῆρα, ὁ ὁποῖος κρατεῖ ἐν τῇ Κυβερνήσει τῇ παρούσῃ, ἥτις συνείθισε καθ’ ὅλας τὰς σχέσεις τῆς Διοικήσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως νὰ ζητῇ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην αὐτῆς, ὅταν δὲ δὲν γίγνηται ἀποδεκτὴ, νὰ ἐκβιάζῃ τοὺς μὴ ἀποδεχομένους αὐτὴν, ὅπως ἀποδεχθῶσιν αὐτὴν, καὶ ὑποταχθῶσιν εἰς αὐτὴν, χρωμένη πρὸς τοῦτο πᾶσι τοῖς μέσοις, καὶ ἐκείνοις ἀκόμη, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπηγορευμένα κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν σχέσεων αὐτῆς πρὸς τὴν Ἐκκλησιαστικὴν ἀρχήν. Ἄν μοι ἐπετρέπετο, νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ θέματος ὡς ἀντιπολιτευόμενος, δηλ. ὡς ἄνθρωπος εὑρίσκων πανταχοῦ κακῶς διεξαγόμενα τὰ πράγματα, ἤθελον μνησθῆ τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι μόνον τώρα, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, καθ’ ἃ κατεῖχε τὰ ἡνία τοῦ Κράτους, ἤθελον ἐλέγξει αὐτὴν ἐπὶ τοῖς γενομένοις ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ταῦτα πρέπει νὰ ἀφήσω ἐντελῶς κεχωρισμένα, διότι ἁρμόζουσιν εἰς τὸ στάδιον τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς ἐπικρίσεως τῆς ἄλλης πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει δὲ νὰ διατηρήσω κεχωρισμένον καὶ μεμονωμένον τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ἀναγόμενον εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Πρέπει πρὸ παντὸς οἱ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος νὰ μὴ ὑπολάβωσιν, ὅτι, ἂν διαπράττωνται ἐν Ἀθήναις ἄτοπα, διαπράττονται ἐν γνώσει καὶ τῇ ἐπιδοκιμασίᾳ παντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ. Πρέπει ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος νὰ γνωρίζωσι καὶ νὰ μάθωσιν, ὅτι, ἂν ἡ ἀριθμητικὴ δύναμις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν τῇ δίδῃ τὴν ἰσχὺν, ὅπως ἐμποδίζῃ τὰ ἄτοπα ταῦτα, μάλιστα ἀναπτυσσόμενα καὶ προκύπτοντα κατὰ τὰς σχέσεις τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, ὅτι ὅμως αὕτη ἀποκρούει καὶ ἀποδοκιμάζει ταῦτα, ἐπιθυμοῦσα νὰ παράσχῃ τὴν ἀνακούφισιν εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐκτὸς τοῦ Βασιλείου ἤθελον δυσφορήσει, μανθάνοντες τὰ γινόμενα, τὴν ἀνακούφισιν, ὅτι ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Βασιλείῳ δὲν ἐξέπεσε πλέον τοσοῦτον ἡ πρὸς τὰς βάσεις τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας τῆς πατρίδος εὐλάβεια καὶ προσήλωσις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐκλήθησαν εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ὅπως ἐκπληρώσωσι τὰ ἔργα τῶν Συνοδικῶν, ὁ σεβασμιώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀργολίδος κ. Νίκανδρος, καὶ ὁ σεβασμιώτατος Ἐπίσκοπος Κυθήρων κ. Κωνσταντῖνος, ὅτι λέγω μετὰ τὰ Διατάγματα ταῦτα δὲν ἔχομεν πλέον νὰ μάθωμεν εἴδησιν νέαν, παριστῶσαν τὸ ζήτημα τοῦτο ἐξακολουθοῦν ὑπὸ ἄλλην οἱανδήποτε φάσιν. Νομίζω, ὅτι διὰ τῶν Διαταγμάτων τούτων ἐπέρχεται πλέον τέρμα εἰς τὸ σκάνδαλον, καὶ ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος θέλει ἐπαναλάβει τὰ ἔργα αὑτῆς, ἐκπληροῦσα τὰ κατὰ τοὺς ἱεροὺς κανόνας καὶ κατὰ τὰς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας καθήκοντά της. Ἐλπίζω μάλιστα, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν θέλει φροντίσει νὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας ὁδηγίας, ὅπως οὐδὲν τῶν λαβόντων χώραν ἐπαναληφθῇ, καὶ ἂν δὲν ἔχω συμφέρον τι νὰ ἀποτρέψω αὐτὸν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐφαρμόσῃ ἢ ὄχι τὴν γνώμην του ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τῶν παραιτηθέντων Συνοδικῶν, καὶ νὰ ἀποτρέψω αὐτὸν ἀπὸ τοῦ νὰ προβῇ εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν Ἱεραρχῶν, ἂν νομίζῃ, ὅτι δύναται νὰ διεξαγάγῃ τὸν ἀγῶνα τοῦτον ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Πολιτείας, χρεωστῶ ὅμως νὰ συμβουλεύσω αὐτὸν, ἵνα ὅ,τι ἂν θέλῃ πράξει, νὰ τὸ πράττῃ χωρὶς νὰ τὸ προλέγῃ καὶ τὸ προαναγγέλλῃ, διότι αἱ προῤῥήσεις καὶ προαγγελίαι εἶναι πράξεις, τὰς ὁποίας, οὐδὲ ἡ χρηστότης ἡ πολιτικὴ, οὔτε ἡ ἠθικὴ ἡ ἀτομικὴ ἐπιτρέπουσι, καὶ μάλιστα ἐν παραπλησίαις σχέσεσιν.

§9ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, ὅτι οὐδὲ ἦτο κἄν ἀνάγκη νὰ ζητηθῇ ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων τούτων, τὰ ὁποῖα ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐζήτησε νὰ κατατεθῶσι. Δὲν δυσκολεύομαι νὰ διατυπώσω τὸ ζήτημα ὡς διατυπῶ αὐτὸ, ὡς ζήτημα τῆς Ἐκκλησίας ἐν γένει. Θὰ ἔμενον μάλιστα λίαν εὐχαριστημένοι οἱ κ. κ. Ὑπουργοί, ἐὰν περιεστρέφετο τὸ ζήτημα εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην καὶ μόνην, ἡ ὁποία εἶναι ἓν ἐκ τῶν πολλῶν ὑπ’ αὐτῶν πραττομένων καθ’ ἑκάστην. Ἡ κατὰ τῆς Ἐκκλησίας ἀπέχθεια τῶν κυρίων Ὑπουργῶν ἐδείχθη ἀνέκαθεν. Διοικοῦσι τὸν τόπον ἀπὸ ἑπταετίας, καὶ ἔσχον πάντοτε εὐκαιρίαν νὰ πράξωσι καὶ ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας ὅ,τι ἐπεχείρησαν ἢ ὅτι νομίζουσιν ὅτι ἐπιχειροῦσιν ὑπὲρ τῶν ἄλλων κλάδων καὶ διαφόρων ὑπηρεσιῶν ἐν τῷ Κράτει. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τούτου οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην ἐπεχείρησαν νὰ φέρωσι διόρθωσιν καὶ προαγωγήν, τοὐναντίον παρημέλησαν ἀνέκαθεν τὰ τῆς Ἐκκλησίας ὁλοτελῶς. Καὶ ἄλλοτε πολλάκις ἐγένετο λόγος περὶ πληρώσεως τῶν Ἀρχιεπισκοπικῶν ἑδρῶν, ἐγένετο λόγος περὶ διορισμοῦ διδασκάλων τῶν ἱερῶν μαθημάτων καὶ διορισμοῦ ἱεροκηρύκων. Ἀλλ’ ὅλα ταῦτα, ὡς ἔχοντα ἄμεσον σχέσιν πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, ἐθεωρήθησαν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ὡς λίαν ἐπουσιώδη. Εἶναι σύστημα ὁλόκληρον ἐξευτελισμοῦ τῶν τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖον ὁδηγεῖ τὰς πράξεις αὐτῆς. Ἀνέκαθεν καὶ πάντοτε παρεγνώρισαν τὴν ἀξίαν καὶ τὸ ὕψος τῆς Ἐκκλησίας, παρεγνώρισαν τὴν ἱστορίαν καὶ τὰ δικαιώματα αὐτῆς τὰ μεγάλα, διότι αὐτὴ ὑπῆρξε τὸ σκάφος τῆς σωτηρίας τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Παραγνωρίζουσι τὴν δύναμιν αὐτῆς καὶ νῦν, παραγνωρίζουσι τὴν δύναμιν καὶ συνδρομὴν αὐτῆς ἐν περιστάσεσι μελλούσαις, ἐν ταῖς ὁποίαις θὰ λάβωσι τὴν ἀνάγκην αὐτῆς. Ἀφῆκαν αὐτὴν ἐρήμην κεφαλῶν ἀπὸ τόσων ἐτῶν. Πιθανὸν καὶ ἄλλαι Κυβερνήσεις νὰ ἔσφαλον, μὴ προβᾶσαι εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ’ αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι δὲν ἔσχον τὴν εὐκαιρίαν, τὴν ὁποίαν οἱ νῦν κυβερνῶντες ἔχουσιν, ἵνα φροντίσωσι περὶ αὐτῆς. Χηρεύουσι τόσαι Ἀρχιεπισκοπαὶ καὶ Ἐπισκοπαὶ ἀπὸ τοσούτων ἐτῶν, καὶ οὐδόλως ἐφρόντισαν νὰ πληρώσωσιν αὐτὰς, κατὰ παράβασιν ῥητοῦ καὶ ὡρισμένου κανόνος τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας. Ἐπεχείρησαν πέρυσιν οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας νὰ προβῶσιν εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν ἑδρῶν τούτων, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ὄχι μόνον δὲν παρώρμησεν αὐτοὺς, ὄχι μόνον δὲν τοὺς ἐνεθάῤῥυνε, δι’ ὧν μέσων ἐφάνη παρορμήσασα τὴν Ἱερὰν Σύνοδον πρὸς πλήρωσιν τοῦ Μητροπολιτικοῦ θρόνου, ἀλλὰ καὶ παρημπόδισεν αὐτούς. Ἐπιτροπὴ ἐξ Ἀρχιεπισκόπων, μεταβᾶσα πέρυσι, κατὰ παραγγελίαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν, ἵνα ζητήσῃ τὴν γνωμοδότησιν αὐτοῦ περὶ πληρώσεως τῶν κενῶν Ἐπισκοπῶν καὶ Ἀρχιεπισκοπῶν, διεβουκουλήθη ὑπ’ αὐτοῦ καὶ τίποτε πλέον. Παρεκωλύθη δὲ ἡ Σύνοδος τοῦ νὰ προβῇ εἰς τὸ ἔργον αὐτῆς, τὸ κυριώτατον, διὰ νὰ καταπίπτῃ τὸ γόητρον τῆς Ἐκκλησίας, καὶ εἰς μάτην διεμαρτύρετο κατὰ τῆς παρακωλύσεως τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχομεν δὲ ῥητὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει τὴν πλήρωσιν τῶν κενῶν Ἐπισκοπῶν καὶ Ἀρχιεπισκοπῶν ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς χηρεύσεως τῆς ἕδρας, ἐκτὸς ἐὰν ἀπόλυτος ἀνάγκη ἢ ἄλλη περίστασις ἐμποδίζῃ τὴν πραγματοποίησιν τῆς πληρώσεως. Ἔχομεν κανόνα ὡρισμένον τῶν Ἀποστόλων, ὁ ὁποῖος λέγει περὶ τῆς πληρώσεως ταύτης. Ἀλλ’ ὄχι μόνον δὲν ἐφρόντισαν περὶ τούτου οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, ἀλλὰ προσπαθοῦσι παντὶ σθένει νὰ καταβιβάσωσι τὰ ἀξιώματα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ πρᾶξις, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν τῇ Συνόδῳ, εἶναι μία ἐκ τῶν πολλῶν, ἀλλ’ ἀρκετὰ ἐκφραστικὴ τῶν διαθέσεων καὶ τῶν τάσεων, τὰς ὁποίας ἔχουσιν, ἱστάμενοι ἀπέναντι τῆς Ἐκκλησίας. Μὴ ἐπιτυχόντες δὲ τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπεδίωξαν, ἐπεχείρησαν νῦν κατηγορίαν, καὶ προαγγέλλουσιν αὐτὴν ἐπιδεικτικῶς καὶ πανηγυρικῶς, κατηγορίαν κατὰ τῶν μελῶν τῆς Συνόδου, διότι ταῦτα δὲν ἠθέλησαν νὰ παρανομήσουν. Ἐπεχείρησαν δὲ τὴν κατηγορίαν παρὰ ὡρισμένον καὶ θετικὸν νόμον, τὸν διέποντα τὰ τῆς Ἐκκλησίας. Ἔχομεν ῥητὸν νόμον, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι κατ’ οὐδένα λόγον ἐπιτρέπεται ἡ κατηγορία τῶν Ἐπισκόπων ὑπὸ τοῦ τυχόντος. Ἐν τῇ περιστάσει δὲ ταύτῃ ἐρωτῶ, τίς ἤθελε κατηγορήσει τοὺς Ἐπισκόπους; ἤθελε καταγορήσει αὐτοὺς ὁ Β. Ἐπίτροπος; ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν; τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον; τίς ἐξ αὐτῶν δύναται νὰ διατυπώσῃ τὴν κατηγορίαν κατὰ τῶν Ἀρχιεπισκόπων ὡς μελῶν τῆς Συνόδου; Καὶ ὁ Β. Ἐπίτροπος καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον διὰ τῆς ἀνοχῆς των ἐγένοντο ἔνοχοι πράξεως ἀξιοτιμωρήτου ἀπέναντι τῆς Συνόδου. Ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν προσδοκᾷ ἕτερον στάδιον τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διότι φρονεῖ ὅτι, μετὰ τὴν παραίτησιν τῶν Συνοδικῶν Ἀρχιεπισκόπων καὶ τὴν κλῆσιν ἄλλων μελῶν ἐπὶ τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων αὐτῶν ὡς Συνοδικῶν, ὑπολείπεται νὰ ἐπιστήσῃ ἡ Βουλὴ σοβαρότατα τὴν προσοχὴν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς μελετωμένης καὶ παρασκευαζομένης κατηγορίας κατὰ τῶν μελῶν τῆς Συνόδου, διότι μόνον ὁ ἐντεῦθεν ἔλεγχος καὶ μόνον ἡ ἐντεῦθεν φωνὴ κατὰ τῆς τοιαύτης πράξεως τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ ἐμποδίσῃ αὐτὴν ἀπὸ τοῦ νὰ περιπέσῃ εἰς μεγαλείτερον σφάλμα, τὸ ὁποῖον ἔτι περισσότερον ἠδύνατο νὰ ἐξευτελίσῃ τὰ ἐκκλησιαστικὰ ἀξιώματα, περὶ τῶν ὁποίων ἐλάχιστα φροντίζουσιν οἱ Ὑπουργοί.

§10ΡΑΛΛΗΣ. Ἀφοῦ ὁπωσδήποτε ἐπανῆλθε τὸ ζήτημα, τὸ συνταράξαν καὶ τὴν Ἐκκλησίαν, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν ἡμῶν, νομίζω, ὅτι ἤδη, ὅτε τὰ πραγματικὰ γεγονότα ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν βεβαιωμένα καὶ ἀναμφισβήτητα, νομίζω, λέγω, ὅτι πρέπει νὰ σταθμίσωμεν πᾶσαν τὴν ἐπ’ αὐτοῦ ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τὴν ὅλην διεξαγωγὴν τοῦ ζητήματος εὐθύνεται ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις, ἀνέλαβε δὲ τὴν εὐθύνην διὰ τῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὁμολογηθέντων ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργοῦ εἰς βάρος ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν ἐνήργησεν ὡς ἐνήργησε κατ’ ἐκείνας τὰς ἀληθῶς θλιβερὰς συνεδριάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ὁ Β. Ἐπίτροπος, ἐνήργησε τῇ ἐπιταγῇ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἧς μετὰ τὴν λύσιν τῆς πρώτης συνεδριάσεως ἐζήτησε τὴν γνώμην καὶ συμφώνως μὲ τὴν ὁποίαν ἐτόλμησε νὰ ἐπιτάξῃ τοὺς Συνοδικοὺς, ὅπως ἐπανέλθωσι καὶ ἀναλάβωσι τὴν συνεδρίασιν ἐξ αὐτῶν οἱ τέσσαρες, ἐδήλωσε δ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρει, ὅτι τοιαύτη ἐνέργεια ἦν ἐντελῶς νόμιμος. Ἤδη ἐπὶ τῶν γεγονότων τούτων ἀνεπτύχθησαν τοσαῦτα, ὥστε πάντες ἐπείσθησαν περὶ τοῦ ἐκθέσμου τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ προκειμένου σταδίου τοῦ ζητήματος· ἀλλ’ ἂν ἦτο ἀνάγκη πληρεστέρας διαφωτίσεως τῆς Βουλῆς, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ καὶ σκιὰ ἀμφιβολίας, ὅπως ἀποδειχθῇ τὸ ὅλως παράνομον καὶ αὐθαίρετον τῆς κυβερνητικῆς ἐνεργείας, δὲν ἔχομεν ἢ ν’ ἀναγνώσωμεν τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, τῆς ψηφισάσης τὸν νόμον τοῦ 1852. Ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἐκείνοις, τοῖς ἐπισήμοις, θέλετε ἰδεῖ στιγματιζομένην τὴν προκειμένην ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, θέλετε ἰδεῖ στιγματιζομένας τὰς ὁδηγίας, ἃς ἔδωκε πρὸς τὸν Β. Ἐπίτροπον παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ, ὡς ὅλως ἐκθέσμους καὶ παρανόμους. Τί προεβάλομεν ἡμεῖς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συζήτησιν; ὅτι τὰ 4 μέλη τῆς Συνόδου δὲν ἠδύναντο αὐτὰ μόνα, ἄνευ τῆς παραστάσεως καὶ τοῦ πέμπτου, νὰ προβῶσιν εἰς κανονικὴν συνεδρίασιν· ὁ δ’ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐβεβαίου τὴν Βουλὴν, ὅτι ἠδύναντο νὰ πράξωσι τοῦτο, καὶ ὅτι οὐδ’ ἐδίστασε νὰ παραγγείλῃ τῷ Β. Ἐπιτρόπῳ νὰ ἐπιτάξῃ νὰ προσέλθωσιν οἱ τέσσαρες Συνοδικοὶ καὶ νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Μητροπολίτου. Ὁ νόμος ΣΑʹ συνεζητήθη καὶ ἐψηφίσθη τὴν 7ην Ἰουνίου 1852 ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Ἀντιπροσώπων, ἀκριβῶς δὲ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου Γʹ, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς Συνόδου, κατὰ τὴν συζήτησιν ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, ὅπερ μᾶς ἀπασχολεῖ, ἐπ’ αὐτοῦ δὲ ἰδοὺ τί εὑρίσκω εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς ἐκείνης αὐτολεξεὶ (ἀναγινώσκει): «Ἀναγνωσθέντος τοῦ Γʹ ἄρθρου, λαβὼν τὸν λόγον ἐπέφερεν ὁ προαγορεύσας, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο ἡ Ἱερὰ Σύνοδος θεωρεῖται πλήρης, ὅταν ἦναι παρόντα καὶ συμπράττωσι τὰ πέντε Συνοδικὰ μέλη, ἑπομένως δὲ κατὰ τὸ ΙΒʹ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ἀνάγκη νὰ παρευρίσκωνται εἰς τὰς συζητήσεις ὅλα τ’ ἀνωτέρω μέλη, νὰ ὑπογράφωνται εἰς τὴν ἐκδιδομένην ἀπόφασιν.... Ἐντεῦθεν λοιπὸν ἕπεται, ὅτι ἅμα διὰ τὴν ἀπουσίαν τινὸς παραλειφθῶσι τέσσαρα μέλη, δὲν δύνανται νὰ συνέλθωσι πρὸς ἐργασίαν».

§11ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ τώρα ἐργάζεται ἡ Σύνοδος μὲ τρία μέλη.

§12ΡΑΛΛΗΣ. Ἂν ἐξακολουθῇ ἡ Σύνοδος ἐργαζομένη μὲ τρία μέλη, βεβαίως εὐθύνεται ἡ Κυβέρνησις, διότι ἐνόσῳ τὸ ζήτημα δὲν εἶχεν ἐξετασθῆ, ἐνόσῳ δὲν εἶχε περιβληθῆ τὸν ὀξὺν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον περιεβλήθη ἤδη, ἠδυνάμεθα ἴσως νὰ παρερμηνεύωμεν τὰς διατάξεις τοῦ Καταστατικοῦ Νόμου τῆς Συνόδου, ἀλλὰ σήμερον, μετὰ τὸν θόρυβον, τὸν γενόμενον ἐπὶ τῆς ἐκθέσμου ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, ἡ περαιτέρω ἐργασία τῆς Συνόδου διὰ τριῶν μόνον μελῶν ἀποτελεῖ ἀληθὲς σκάνδαλον. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὰ πρακτικὰ τοῦ 1852. Ἐντεῦθεν ὁ ἀγορεύων ἀπολήγει εἰς τὴν πρότασιν, ὅπως, ἵνα μὴ παρακωλύωνται αἱ ἐργασίαι τῆς Συνόδου, διορίζωνται καὶ δύο ἀναπληρωτικὰ μέλη. Καὶ τότε ἐγείρεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τοῦ ὁποίου τὴν γλῶσσαν συμβουλεύω τὸν διάδοχον αὐτοῦ νὰ μιμῆται, ὅταν ὁμιλῇ περὶ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ λέγει (ἀναγινώσκει): «Περιοριζόμενος εἰς τὴν περὶ ὑπάρξεως ἑνὸς ἀναπληρωτοῦ πρότασιν τοῦ προαγορεύσαντος, παρατηρῶ, ὅτι ἔφερε μὲν οὗτος ὡς παράδειγμα τὴν γενομένην συμπλήρωσιν τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων, ἀλλὰ τὰ καθήκοντα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, πάντῃ διάφορα τούτων, εἰσὶν ἐκκλησιαστικὰ, ἱερὰ κατ’ οὐσίαν, καὶ ἡ Σύνοδος καλεῖται μάλιστα, ἵνα ἐκτελέσῃ δικαστικὰ ἔργα. Καθὼς δὲ καὶ ἐν τῷ Πλημμελειοδικείῳ, καὶ παρὰ τοῖς Ἐφέταις καὶ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, διὰ νὰ ἐκδοθῇ ἀπόφασίς τις, ἀπαιτεῖται νὰ συνέλθωσιν ἐπὶ τούτῳ καὶ τὰ πέντε δικαστικὰ μέλη. ὅπως ἔχῃ κῦρος ἡ πρᾶξις, οὕτω, προκειμένου ν’ ἀποφασίζῃ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος περὶ ἐκκλησιαστικῶν βαθμῶν, περὶ καθαιρέσεως κλπ. πρὸς ὄφελος αὐτῶν τῶν δικαζομένων εἶναι δίκαιον νὰ σύγκηται ἐκ πέντε μελῶν. Ἐπειδὴ ὅμως ἐνδέχεται τῳόντι ν’ ἀσθενήσῃ Συνοδικὸς, ἢ ὡς πνευματικὸς ποιμὴν νὰ μεταβῇ καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν αὑτοῦ, πρὸς ὄφελος τοῦ ποιμνίου του, τὸ νομοσχέδιον, προβλέπον ταῦτα, ὥρισε νὰ καλῆται εἰς ἀναπλήρωσιν ὁ ἀμέσως κατὰ τὴν τάξιν τῶν πρεσβείων. Δὲν ἐκτείνονται δὲ τὰ ὅρια τοῦ Κράτους πέραν τῶν 40–50 ὡρῶν, ὥστε νὰ πιθανολογῆται ἡ καθυστέρησις τοῦ ἀναπληρωτοῦ, οὐδὲ βλέπει τις τὸ κατεπεῖγον τῆς ἀμέσου ἀφίξεως, ἐν ᾧ δὲν θὰ πρόκηται κυρίως, εἰμὴ περὶ βαθμολογιῶν κλπ». Τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἀπάντησις τοῦ κατὰ τὸ 1852 Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πρὸς τὸν Βουλευτὴν, ὅστις ἐζήτησε νὰ ἐπιτραπῇ ὁ διορισμὸς ἀναπληρωτοῦ, ὥστε, ἐν περιπτώσει κωλύματος ἑνὸς τῶν Συνοδικῶν, νὰ μὴ ἐπέλθῃ διακοπή. Εἶναι δὲ ἀληθῶς ἄξιον ἰδιαιτέρας μνείας, πῶς ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο. Ἐὰν ὑπῆρχε διαφωνία τις, ἠδύνατο ὁπωσδήποτε νὰ δώσῃ λαβὴν εἰς στρεψοδικίαν, διότι περὶ τοιαύτης πρόκειται, ἐκ μέρους τῆς νῦν Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐν σελ. 239 τῶν πρακτικῶν εὑρίσκω τὰ ἑξῆς: «Ἐγκριθέντος δὲ τοῦ τύπου τῆς ἐκτελέσεως, ἐγένετο ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου ψηφοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν, ἐξ ἧς συνήχθη, ὅτι ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ σύνολον αὐτοῦ παμψηφεὶ, διὰ ψήφων 82». Θαυμάζω δὲ, πῶς κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν, ὅτε ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ἐντελῶς ἀνυπόστατα, ἐξέθετεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος ἡμῶν δὲν τὸν διέκοψε, πῶς δὲν τῷ παρετήρησεν, ὅτι παρερμηνεύει τὸν νόμον· διότι ὑπὸ τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς ἐκείνης εὕρηται ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Ἀνδρέου Αὐγερινοῦ, ὡς Γραμματέως. Μόνην δικαιολόγησιν τῆς σιωπῆς τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου ἡμῶν εὑρίσκω, ὅτι ἐκ τῆς θέσεώς του ὀφείλει νὰ σιωπᾷ· ἀλλ’ ἐὰν εἶχον τὰ προηγούμενα αὐτοῦ, ἐὰν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύω ἐν τῇ Βουλῇ τοῦ 1852, βεβαίως ἤθελον παραδώσει τὸν κώδωνα πρὸς τὸν κ. Κοκκέβην καὶ ἤθελον κατέλθει, ὅπως λάβω τὸν λόγον καὶ ἀνασκευάσω τὰς ψευδεῖς θεωρίας. Λοιπὸν ἀποδεικνύουσι τὰ ἀναγνωσθέντα τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως ἐντελῶς ἔκθεσμον, ἐντελῶς παράνομον, οὐδ’ ἔχω ἀνάγκην μετ’ αὐτὰ νὰ ὑπομνήσω κανόνας Ἀποστολικοὺς, ἀντιθέσω δ’ εἰς τὰ κείμενα αὐτῶν τὰ ἐνεργείας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸς τὴν ἐπιτυχίαν ὑποψηφίου ἀρεστοῦ αὐτῷ. Νομίζω δ’ ὅτι, ὅταν τὰ κείμενά εἰσι τοσοῦτον κατηγορηματικὰ, ὅταν δ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὡμολόγησεν, ὅτι ἡ ὅλη του ἐνέργεια ὑπῆρξεν ἐντελῶς ἀντίθετος πρὸς αὐτὰ, ὅτι ὀφείλει νὰ ἔλθῃ νὰ ἀπολογηθῇ πρὸς τὴν Βουλήν. Εἶναι ἀληθῶς εἰς θέσιν κατηγορουμένου, ἐὰν δὲ οἱ ἀριθμοὶ δὲν ἦσαν, ὁποῖοι εἶναι, βεβαίως ἤθελε λειτουργήσει τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, τὸ προβλέπον τὴν παράβασιν ῥητοῦ νόμου, νόμου ἀφορῶντος μάλιστα εἰς τὰ θεμέλια τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν. Τοιοῦτον ὑπῆρξε, Κύριοι, τὸ πρῶτον στάδιον τοῦ Μητροπολιτικοῦ ζητήματος, καὶ τοιαύτη ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως. Ἂς ἔλθωμεν ἤδη εἰς τὸ δεύτερον. Προεκλήθησαν οἱ Νομικοὶ Σύμβουλοι καὶ διὰ γνωμοδοτήσεώς των, ἥτις εὐτυχῶς δὲν ἠξιώθη νὰ ἴδῃ τὸ φῶς, ἐκήρυξαν οὗτοι, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ καταδιωχθῶσιν ἱεράρχαι ἐπὶ πλημμελήματι, ἀδιάφορον, ἂν ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου ἢ ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου. Ἀλλ’ ἐνταῦθα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἠθέλησε νὰ κρύψῃ τὴν εὐθύνην αὑτοῦ καὶ τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, εἶπε δ’ ἡμῖν, ὅτι δὲν εἶναι ὑπεύθυνος δι’ ὅσα δημοσιεύουσιν αἱ ἐφημερίδες. Ἡ τακτικὴ εἶναι γνωστή. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη μετέρχεται τοιαύτην γλῶσσαν· ἐνῷ δ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀπεκήρυξε τὴν «Παλιγγενεσίαν», ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔπραξε τὸ αὐτὸ ἄλλοτε πρὸς τὴν «Ὥραν». Ἀλλ’ ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλή, νὰ ἐξετάσῃ ὄπισθεν τῶν διαδόσεων ἐκείνων, ἃς σεῖς αὐτοὶ διασπείρετε, ἀλλ’ ὧν δὲν ἔχετε τὴν τόλμην νὰ ἀναλάβητε τὴν εὐθύνην, μὴ οὐδὲν ἕτερον κρύπτηται, εἰμὴ νέα ἐπιβουλὴ καὶ νέα προσβολὴ κατὰ τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ βεβαίως, ἐὰν ᾖναι ἀναμφισβήτητον, ὅπως καὶ εἶναι, ὅτι οὐδεμίαν ὑπέχουσιν εὐθύνην ἀπέναντι τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας οἱ Ἐπίσκοποι διὰ τὴν μὴ ἐπιτέλεσιν τῶν Συνοδικῶν τῶν καθηκόντων, ἡ ἀπειλὴ, ἡ διαδοθεῖσα διὰ τῶν ἐφημερίδων, τῶν φίλα φρονουσῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, οὐδὲν ἕτερον εἶναι, ἢ ἐκβίασις κατὰ τῆς Ἐκκλησίας, ἥτις ἔρχεται νὰ ἐπιβεβαιώσῃ πάσας τὰς ἐκθέσμους ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, τὰς ὁποίας ἀντελήφθημεν καὶ ὡμολόγησεν αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τελεσθείσας κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον τοῦ ζητήματος. Ὑπόκεινται οἱ Συνοδικοί, ἔστω καὶ διὰ μὴ δικαιολογημένην ἀποχὴν ἀπὸ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων των, ὡς Συνοδικῶν, εἰς ποινικὴν καταδίωξιν ἐνώπιον τῶν κοινῶν Δικαστηρίων; Βεβαίως ὄχι. Ἐν τῷ Καταστατικῷ Νόμῳ τῆς Συνόδου ὑπάρχει ἓν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον προβλέπει περὶ τῶν παραπτωμάτων, εἰς ἃ ἤθελον ὑποπέσει οἱ Συνοδικοὶ κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν καθηκόντων των. Τὸ ἄρθρον 13ον ὁρίζει τῳόντι: Ὁ Πρόεδρος καὶ οἱ Σύνεδροι, ἐάν ποτε ἐκ τῆς συνοδικῆς θέσεώς των περιπέσωσιν εἰς παράβασιν ἐκκλησιαστικοῦ τινος θεσμοῦ, καθίστανται ὑπεύθυνοι ἐνώπιον τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἡ Κυβέρνησις συγκαλεῖ τοὺς κανονικοὺς Ἐπισκόπους τοῦ Βασιλείου εἰς ἀνάκρισιν, ἐξέλεγξιν καὶ τιμωρίαν τῆς παραβάσεως, κατὰ τοὺς Ἐκκλησιαστικοὺς κανόνας. Οὕτω τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἐκτιμήσεως, ἐὰν τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐνασκεῖ ὁ Συνοδικὸς κατὰ τὴν ψήφισιν Ἐπισκόπου, ἢ τοῦ Μητροπολίτου, ἢ κατὰ τὴν γνωμοδότησιν πρὸς μετάθεσιν εἰς τὸν Μητροπολιτικὸν θρόνον, ἐὰν τὰ καθήκοντα ταῦτα ἔχωσι σχέσιν πρὸς τὸν ἐκκλησιαστικὸν θεσμὸν ἢ πρὸς τὸν πολιτικόν. Αὐτὸς ὁ νόμος τοῦ 1852 δίδει ἡμῖν τὴν λύσιν καὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος. Ὁ νόμος οὗτος διαιρεῖ τὰ καθήκοντα τῆς Συνόδου εἰς ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ, καὶ ἀποφαίνεται, ὅτι, ὡς πρὸς μὲν τὰ ἐσωτερικὰ, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἐνεργεῖ ἀνεξαρτήτως τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς, μεταξὺ δὲ τῶν ἐσωτερικῶν καθηκόντων ἀναφέρει τὸ ἄρθρον 8ον αὐτοῦ ἐν ἐδαφ. 5 τὰ τῆς χειροτονίας, καὶ ἑπομένως τῆς ψηφίσεως Ἐπισκόπου ἢ Μητροπολίτου. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι πολιτικὸν Δικαστήριον δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως παραπτώματός τινος τυχὸν τῶν Συνοδικῶν ἐκ τῆς ἀποχῆς εἰς τὴν ψήφισιν ἢ τὴν πρότασιν πρὸς μετάθεσιν εἰς τὸν Μητροπολιτικὸν θρόνον. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρει, ὅτι ἔλαβε χώραν παράπτωμά τι, τὸ παράπτωμα ἐκεῖνο, ὡς καθαρῶς ἐκκλησιαστικὸν, ἤθελεν ὑπάγεται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν πάντων τῶν κανονικῶν Ἀρχιερέων τοῦ Κράτους, αὐτοὺς δὲ ὤφειλε νὰ συγκαλέσῃ, ἀντὶ τῶν Νομικῶν Συμβούλων, ἡ Κυβέρνησις. Ἀληθῶς ἐπὶ τοῦ προκειμένου σταδίου δὲν ἔχομεν ἐνέργειαν πραγματικὴν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν νὰ δυνηθῶμεν νὰ κρίνωμεν, ἀλλ’ ἔχομεν ἐνέργειαν ἐντελῶς ἔκθεσμον καὶ σκοποῦσαν, ὅπως ἐπιδράσῃ ἐπὶ τὴν γνώμην τῶν Συνοδικῶν, κατακριτέαν ἐντεῦθεν καὶ ἀξιόμεμπτον, ἀλλὰ μὴ ὑπαγομένην εἰς εἰδικὴν διάταξιν τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Ἀλλὰ τέλος ἀνένηψεν ἡ Κυβέρνησις, εἶδε τὸ σκάνδαλον κορυφούμενον καὶ τὴν κατ’ αὐτῆς κατακραυγὴν, καὶ τότε ἠθέλησε νὰ δώσῃ ἐπιεικῆ λύσιν εἰς τὸ ζήτημα, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν λύσιν ταύτην οὐδὲν ἕτερον ἔπραξεν, ἢ νὰ ἐνεργήσῃ ἐκθέσμως καὶ νὰ περιϋβρίσῃ τὴν Ἐκκλησίαν. Οἱ Ἱεράρχαι, οἵτινες ἐφρόνουν, ὅτι ἠθέλησαν νὰ ἐπιβληθῶσιν ἐπὶ τὴν συνείδησίν των, ὅτι ἠθέλησαν ν’ ἀφαιρέσωσιν ἀπ’ αὐτῶν τὸ δικαίωμα τῆς ψηφίσεως ἢ τῆς γνωμοδοτήσεως πρὸς μετάθεσιν διὰ τῆς ὑποβολῆς ὑποψηφίου ἢ μᾶλλον τῆς ἐπιβολῆς ὑποψηφίου, ὑπέβαλον τὰς παραιτήσεις των, ἡ δὲ Κυβέρνησις τί ἔπραξεν; ἐκάλεσε δύο ἐκ τῶν κατόπιν Ἐπισκόπων, ὅπως ἀναπληρώσωσι τοὺς Συνοδικούς, ὧν ἡ παραίτησις δὲν ἐγένετο δεκτή. Μάλιστα ἐφημερὶς φίλη τῆς Κυβερνήσεως ἐτόλμησεν ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἢ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διερμηνεύοντος τὰς γνώμας ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νὰ γράψῃ, ὅτι ἐγένετο δεκτὴ ἡ παραίτησις τῶν δύο Ἐπισκόπων, ἀλλὰ τὴν ἐπαύριον ἢ τὴν ἰδίαν ἡμέραν δριμέως ἐπετιμήθη παρ’ ἑτέρου φύλλου κυβερνητικοῦ, διότι ἡ Κυβέρνησις οὐδέποτε ἐνόησε νὰ δεχθῇ τὰς παραιτήσεις τῶν Ἐπισκόπων, ἐνόησε μόνον νὰ τοὺς ἀντικαταστήσῃ, καίπερ ὑπάρχοντας. Ἄλλως ὁ σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως προκύπτει ἐξ ἁπλῆς ἀναγνώσεως αὐτῶν τῶν Διαταγμάτων τῆς προσκλήσεως τῶν νέων Συνοδικῶν (ἀναγινώσκει):

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Αʹ

ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

«Κατὰ πρότασιν τοῦ Ἡμετέρου ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ, καλοῦμεν κατὰ τὸ Γʹ ἄρθρον τοῦ ΣΑʹ Νόμου τὸν Σεβασμιώτατον Ἀρχιεπίσκοπον Ἀργολίδος κ. Νίκανδρον Συνοδικὸν Σύνεδρον, εἰς ἀναπλήρωσιν τοῦ Σ. Ἀρχιεπισκόπου Σύρου καὶ Τήνου κ. Μεθοδίου, ἐξαιτησαμένου τὴν ἀπαλλαγήν του ἀπὸ τῶν τοῦ Συνέδρου χρεῶν, ἀποσχόντος τῆς ἐκτελέσεως τούτων καὶ μὴ ἀναλαβόντος αὐτὰ, οὔτε μετὰ τὴν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου ὑπόμνησιν τοῦ καθήκοντός του. «Εἰς τὸν αὐτὸν Ἡμέτερον Ὑπουργὸν ἀνατίθεται ἡ δημοσίευσις καὶ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ Διατάγματος τούτου. «Ἐν Ἀθήναις τῇ 10 Μαρτίου 1889.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

Γ. Ν. ΘΕΟΤΟΚΗΣ.»

Πρόκειται περὶ λιβέλλων κατὰ τῶν Ἱεραρχῶν, κάτω τῶν ὁποίων ἐτόλμησαν νὰ θέσουν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως. Θὰ ἐνόουν Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐγίνετο δεκτὴ ἡ παραίτησις τῶν Ἀρχιεπισκόπων Κυκλάδων καὶ Τριφυλίας, διότι ἔχουν τὴν ἀτυχίαν ν’ ἀπαρέσκουν εἰς ὡρισμένους φίλους τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἐνόουν Διάταγμα κατόπιν, καλοῦν τοὺς μετ’ αὐτοὺς ἐρχομένους, ὅπως τοὺς ἀναπληρώσωσι, θὰ ἐνόουν ἀκόμη Διάταγμα, στηριζόμενον εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου Γʹ τοῦ Νόμου ΣΑʹ περὶ προσωρινῆς ἀνακλήσεως τῶν κωλυθέντων, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου δύο Ἱεράρχαι, οἵτινες οὐδὲν ἕτερον ἔπραξαν, ἢ ν’ ἀμυνθῶσιν ὑπὲρ τῶν προνομιῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἀμυνόμενοι συγχρόνως καὶ ὑπὲρ τοῦ ἐθνισμοῦ ἡμῶν, διότι τὰ συμφέροντα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀλληλένδετα πρὸς αὐτὸν καὶ ἀναπόσπαστα ἀπὸ τὸν ἐθνισμόν μας, νὰ περιϋβρίζωνται καὶ προπηλακίζωνται διὰ τρόπου, ὁμοίου πρὸς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον μετεχειρίσθη καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτε ἠθέλησε ν’ ἀπολύσῃ τοὺς ἀπαρέσκοντας αὐτῷ ὑπαστυνόμους. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐναβρύνεται ἐπὶ ἁβρᾷ ἀγωγῇ· ἀλλὰ τὸν ἁβρῶς ἠγμένον πρέπει νὰ διακρίνωσιν, ὄχι μόνον αἱ ἰδιωτικαὶ σχέσεις, ἀλλὰ καὶ αἱ πολιτικαί· ἂς ἀναγνώσῃ τὰ Διατάγματά του, ἐὰν ἔχῃ ἀκόμη τὸ θάῤῥος, καὶ θέλει ἴδει τὴν εἰκόνα τῆς πολιτικῆς του ἀγωγῆς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.

§13ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§15ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλῃ ν’ ἀπαντήσῃ, τότε θὰ προβῶμεν εἰς πρότασιν.

§16ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ὄχι ἐπὶ ὅλων τῶν κατηγοριῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπευθύνθησαν πρὸς αὐτὴν, ἀλλ’ ὀφείλει τοὐλάχιστον ν’ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῆς τελευταίας, τί ἐννοεῖ διὰ τῆς φράσεως τῆς Διατάγματος, τοῦ προσκαλοῦντος τοὺς νέους Ἀρχιερεῖς.

§17ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἐκλείψῃ αὐτὸς ὁ ἀριθμὸς, καὶ θὰ ἰδωθῶμεν καλλίτερα.

§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἡ ἑξῆς πρότασις ὑπὸ τοῦ κ. Γεροκωστοπούλου, ὡς συμπέρασμα τῆς συζητήσεως (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλή, συνιστῶσα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον εὐλάβειαν τῆς περὶ διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας καθεστηκυίας νομοθεσίας, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».

§19ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις;

§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.

§21ΜΙΛΗΣΗΣ. Λοιπὸν ἡμεῖς δηλοῦμεν, ὅτι, καταψηφίζοντες τὴν πρότασιν, ἐννοοῦμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἀνάγκην συστάσεως, διὰ νὰ τηρήσῃ τὴν ἀπαιτουμένην εὐλάβειαν πρὸς τοὺς νόμους, τοὺς κανονίζοντας τὰς σχέσεις αὑτῆς πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν.

§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς προτείνομεν, ὅπως ἡ Βουλὴ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἄνευ οὐδεμιᾶς παρατηρήσεως· ἐννοεῖται, ὅτι ἡ πρότασις ἡμῶν εἶναι ἡ ἀπωτέρα.

§23Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ προτάσεις περὶ παραπομπῆς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν εἶναι δύο εἰδῶν, προτάσεις ἁπλαῖ καὶ προτάσεις σύνθετοι. Καὶ αἱ μὲν ἁπλαῖ διατυποῦνται οὕτως: «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Ἡ ἁπλῆ δὲ πρότασις τυγχάνει ἡ ἐγγυτέρα εἰς τὴν καθεστηκυῖαν διεξαγωγὴν τῶν λειτουργιῶν τῆς Βουλῆς. Αἱ σύνθετοι ὅμως προτάσεις αἰτιολογοῦσι τὴν μετάβασιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ κρίνονται πάντοτε ὡς ἀπώτεραι τοῦ συζητουμένου ἀντικειμένου, καθὸ μεταβάλλουσαι τὴν σειρὰν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως αἱ σύνθετοι προτάσονται τῶν ἁπλῶν κατὰ τὴν ψηφοφορίαν, σύνθετος δ’ εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν.

§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀπωτέρα εἶναι ἡ μὴ ἀποκλείουσα τὴν ἄλλην· ἂν ψηφοφορηθῇ ἡ ἡμετέρα καὶ ἀποῤῥιφθῇ, δύναται κατόπιν αὐτῆς νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ ἄλλη. Περὶ τούτου δὲν ἀπεκδεχόμεθα ἡμεῖς, ὅτι θὰ πείσωμεν τοὺς ἀντιφρονοῦντας· εἶναι ζήτημα καὶ τοῦτο, ὅπερ θὰ λυθῇ διὰ ψηφοφορίας.

§25ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως πάντα τὰ ζητήματα λύονται διὰ ψηφοφορίας, ἀλλ’ ἡ γνώμη ἡμῶν στηρίζεται ἐπὶ τῆς γνώμης ὅλων τῶν συγγραψάντων περὶ Δικαίου, κανονίζοντος τὰς ἐργασίας τῶν Βουλευτικῶν σωμάτων. Θὰ ἦτο δὲ ἄτοπον καὶ παράλογον συγχρόνως, ὡς ἀντιβαῖνον εἰς τὴν ἐπιστήμην, ἂν θεωρηθῇ πρότασις ἀπωτέρα ἡ ἁπλῆ πρότασις, διὰ τῆς ὁποίας μεταβαίνει ἀμέσως ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§26ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἴσως ἐγὼ ἔχω ἴδιον τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι, ἀλλ’ ἐξηγῶν κατὰ τὸν ἐμὸν τρόπον τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν ἀνευρίσκω ἐν αὐτῇ ἢ τὴν καταδίκην τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν· διότι, προβάλλων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρότασιν περὶ μεταβάσεως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀφίνει ἐπὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, μεθ’ ὅσα ἐξετέθησαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, τὴν μομφὴν, ὅτι ἀνευλαβῶς πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν ἐνήργησεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Εἶναι βεβαίως κύριος καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς καὶ τῶν λοιπῶν Ὑπουργῶν, ὡς καὶ τῆς πλειοψηφίας, καὶ δύναται νὰ διαθέσῃ τὰ πάντα κατὰ βούλησιν. Ἂν ὅμως δὲν εὑρίσκετο ἡ πλειοψηφία εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον τῆς ὑποταγῆς, βεβαίως ἤθελε ζητηθῆ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς λόγος ἀκριβῶς ἐπὶ τῶν παρ’ αὐτοῦ ἐνεργηθέντων. Θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα διὰ μιᾶς περιπλέον ψηφοφορίας, διότι, κατὰ τὸ σύστημά του, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὰ ἐπιχειρήματα καὶ τὴν λογικὴν δύναται ν’ ἀντιτάξῃ τοὺς ἀριθμοὺς, ἀλλὰ μόνον τοὺς ἀριθμούς.

§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Βουλὴ, ψηφίζουσα τὴν πρότασιν περὶ μεταβάσεως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐννοεῖ, ὅτι πράττει τοῦτο ὡς ἀναγνωρίζουσα τὸ ὀρθὸν τῶν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐνεργηθέντων. Τοῦτο θὰ ἐκφράσῃ ἡ Βουλὴ, μὴ ἀποδεχομένη τὴν πρότασιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ψηφίζουσα ἀντ’ αὐτῆς ἑτέραν πρότασιν, διατρανοῦσαν, ὅτι τὰ παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως λεχθέντα, ὅτι οἱ ἰσχυρισμοὶ αὐτῆς δὲν ἠδυνήθησαν νὰ κλονίσωσι τὴν πεποίθησιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ των Ἐκκλησιαστικῶν. Τοῦτο προκαλοῦμεν τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ διὰ τῆς προτάσεως, ἣν ὑποβάλλομεν. Πῶς θὰ ἐννοήσωσι τὴν πρότασιν ταύτην οἱ καταψηφίσοντες αὐτῆς, τοῦτο εἶναι ἀδιάφορον· ὅ,τι διαφέρει εἶναι, πῶς ἐννοοῦσι τὴν πρότασιν οἱ ψηφίσοντες ὑπὲρ αὐτῆς, ἀφοῦ τούτων ἡ γνώμη, ὡς ἐπικρατησόντων κατὰ τὴν ψηφοφορίαν, θὰ καταστῇ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.

§28ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδωκε, δὲν λέγει ἄλλο τι παρὰ τὸ ἑξῆς, ὅτι τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ἀνέγνωσαν, τὰ καταστατικὰ, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσαν, αἱ ῥηταὶ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, τὰς ὁποίας ἀνέγνωσαν καὶ κατὰ τὰς ὁποίας ἦσθε Γραμματεὺς σεῖς, κύριε Πρόεδρε, ἀπέναντι τῆς θελήσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν ἔχουσιν οὐδεμίαν σημασίαν. Ἠθέλησε νὰ εἴπῃ δηλαδὴ, ὅτι «νόμοι δὲν ὑφίστανται ἀπέναντι τῆς θελήσεώς μου, ὅτι τὸ Κράτος δὲν διοικεῖται διὰ τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ δυνάμει τῆς θελήσεώς μου»· καὶ τὴν γνώμην αὐτὴν ἔκραξεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, στηριζόμενος εἰς πλειοψηφίαν, ἀλλὰ ἡ πλειοψηφία, ἥτις θὰ δώσῃ καὶ ταύτην τὴν φορὰν ψῆφον εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, δὲν θὰ ἀργήσῃ νὰ δώσῃ λόγον καὶ εἰς τὸ Ἔθνος.

§29Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι ἁρμόδιος νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν σκοποῦσι νὰ δώσωσι τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας ἐπὶ τῶν ψηφισθησομένων προτάσεων, ἂν καὶ εἷς τῶν φίλων αὐτοῦ, ὁ ἐνθερμότερος τῶν ἄλλων, ἡρμήνευσε πρὸ μικροῦ τὴν ψῆφον ταύτην, εἰπὼν, ὅτι διὰ τῆς ψήφου της ἡ πλειοψηφία δηλοῖ, ὅτι οὐδεμίαν ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ συστήσῃ εὐλάβειαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι εὗρεν αὐτὴν ἀκριβῶς ἐκπληροῦσαν τὸ καθῆκόν της. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐνδιαφέρει ἡμᾶς, διότι ἡμᾶς ἐνδιαφέρει ἡ τάξις τῆς ψηφοφορίας. Ἡ τάξις δὲ τῆς ψηφοφορίας δὲν δύναται νὰ κανονίζηται αὐθαιρέτως, ἀλλὰ πρέπει νὰ κανονίζηται κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ἀποκλείηται ἡ Βουλὴ ἀπὸ τοῦ νὰ ἐρωτηθῇ καὶ νὰ ἐκφράσῃ γνώμην ἐπὶ τῶν προτάσεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἂν γίνῃ δεκτὴ ἡ γνώμη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι δηλαδὴ ἡ ἁπλῆ πρότασις πρὸς μετάβασιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν εἶναι ἡ ἀπωτέρα, τότε δὲν θέλει τίθεσθαί ποτε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρότασις πρὸς ψηφοφορίαν, διερμηνεύουσα τὰ φρονήματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ δὲ Βουλὴ θέλει ἐρωτᾶσθαι ἀμέσως, ἐὰν κακῶς ἢ καλῶς πράττῃ ἡ Κυβέρνησις, καὶ θέλει ἀποφαίνεσθαι, ὅτι πράττει καλῶς, ἐν ὅσῳ ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν. Ἀλλὰ δὲν θέλει ποτὲ ἀποφαίνεσθαι, ἂν ἀποδέχηται τοῦτο, τὸ ὁποῖον προβάλλει ἡ Ἀντιπολίτευσις. Τὴν τάξιν ταύτην ἐσύστησαν διὰ τοῦτο πάντες, ὅσοι συνέγραψαν περὶ τῆς τακτικῆς τῶν Βουλευτικῶν Σωμάτων, ἀπορῶ δὲ, πῶς εἶναι δυνατὸν, ἐν Κράτει, εἰς τὸ ὁποῖον τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα λειτουργεῖ πρὸ τοσούτων δεκάδων ἐνιαυτῶν, νὰ ἰσχυρίζωνται, ὅτι πρότασις ἀπωτέρα δὲν εἶναι ἡ σύνθετος, δὲν εἶναι ἐκείνη, ἥτις συνιστᾷ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν μετάβασιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν δι’ αἰτιολογίας, ἀλλ’ ἡ ἁπλῆ πρότασις. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω νὰ ψηφοφορηθῇ πρώτη ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν. Ἂν ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιμένῃ νὰ θέσῃ καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς ψηφοφορίαν, βεβαίως ἡ πλειοψηφία θέλει ὑποτάξει ἡμᾶς εἰς τὴν γνώμην της, δὲν θέλει ὑποτάξει ὅμως ἡμᾶς εἰς τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ λογικὸν, ἀλλὰ εἰς βίαν αὐθαίρετον, ἐγωϊστικήν, εἰς τὴν ἰδιόῤῥυθμον θέλησιν ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ποιεῖται ἣν θέλει χρῆσιν τῆς ὑποστηρίξεως, τὴν ὁποίαν τῷ χορηγεῖ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, καὶ ἂν ἡ χρῆσις, τὴν ὁποίαν ζητεῖ νὰ ποιήσηται, ἦναι παράλογος.

§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ προταχθῇ ἡ πρότασις τοῦ Ὑπουργείου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.

§31ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία ἡ πρότασις αὕτη;

§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ μετάβασις εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§33ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφοφορηθῇ ἄλλη πρότασις μετ’ αὐτήν;

§34ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ μετάβασις εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν πῶς ἔχει, κύριε Πρόεδρε;

§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν διαφωνίᾳ ἀποφαίνεται ἡ Βουλή. Θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασις τοῦ Ὑπουργείου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἑπομένως θὰ ψηφορηθῇ ἡ πρότασις τοῦ Ὑπουργείου.

§36ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ Ὑπουργείου, δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφοφορήσωμεν τὴν ἑτέραν πρότασιν.

§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως ὄχι.—Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι αὐτὴν λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κκ. Καλογεροπούλου καὶ Σάκκη, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Χαρ. Τρικούπης ΝἘπ. Σακελλαρόπουλος
Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΝΜ. Γουλιμῆς Ν
Γ. Σισμάνης ΝΜ. Ἰατρίδης Ν
Δ. Βουλπιώτης ΝΔ. Χατζόπουλος Ο
Ἀθ. Ἴσκος ΟΓεώργ. Μίλησης Ν
Ν. Καλαντζόπουλος ΝΣπυρ. Νοταρᾶς
Γ. Κούστας Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς Ο
Ἀλέξανδρος ἈντωνόπουλοςΝΣ. Ἀλαμάνος Ο
Σωτήριος Δανόπουλος ΝΘεόφ. Προβατᾶς Ο
Ἀναστ. Δημητριάδης ΝἸωάν. Παδοβᾶς Ν
Μιχαὴλ Νικηφοράκης ΝΕὐάγγ. Μπασιᾶς Ο
Δημήτριος Πετρίδης Ἀγαμέμνων Μεταξᾶς Ν
Ἄγγελος Γεωργαντᾶς ΟἈνδρ. Ἄν. Καβαλιεράτος
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΟΝ. Βαλσαμάκης Ο
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης ΟΓεράσιμος Μουσούρης Ν
Χρῆστος Χριστόπουλος ΟΠαν. Βενιεράτος Ν
Φίλιππος Βάρβογλης ΟΓ. Τυπάλδος Κοζάκης Ο
Ἠλίας Φλέσσας ΟΓ. Κόρπας
Κ. Κωνσταντόπουλος ΟΣτέφανος Σκουλούδης Ν
Ἀρ. Σακελλαρόπουλος ΟἈλοΐσιος Τόμαν
Παναγιώτης Μανέτας Χαρίλ. Προβελέγγιος Ν
Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος ΟΝ. Νομικός Ν
Ἠλίας Παλαμήδης ΝΜίνως Μπογιατζόγλους Ν
Κωνστ. Κατσικόπουλος ΟΓεώργιος Μπούμπουρας Ν
Δ. Ζέγγελης ΝΛωρέντζος Δελαρόκας
Δημ. Ν. Βότσαρης ΝΔημοσθένης Καΐρης Ν
Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΟΓεώργιος Δρόσος Ν
Γεώργ. Χ. Παχὺς ΝΝικόλαος Κρίσπης Ν
Στέφανος Δραγούμης ΝΕὐστάθιος Κεχαγιᾶς
Δημήτρ. Γ. Ῥάλλης ΟΚωνστ. Κοσσονάκος Ν
Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας ΝΓεώργιος Μαυρομιχάλης Ο
Φωκίων Νέγρης ΝἈριστ. Πετροπουλάκης Ο
Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς ΟΓιανν. Μαυρομιχάλης Ν
Νικόλ. Μπουφίδης ΝΝικήτας Βαρβιτσιώτης Ν
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΝΛεων. Καπετανάκος
Δημ. Καλλιφρονᾶς ΟΞανθὸς Πικουλάκης Ν
Νικόλ. Δ. Λεβίδης Γεώργ. Πετροπουλάκης Ο
Σπυρ. Κουκούλεζας ΝΚ. Παπαμιχαλόπουλος Ο
Ὄθων Μακρυγιάννης Ἰωάννης Καρτάλης
Τρύφων Μουτσόπουλος ΝἈργ. Κανταρτζῆς Ν
Θάνος Κανακάρης ΝΕὐάγ. Σταμούλης Ν
Ἀθ. Πετιμεζᾶς Ν. Κοκωσλῆς
Νεοκλ. Πετιμεζᾶς Ἰω. Παπαδόπουλος Ν
Α. Παπαγιαννακόπουλος ΟΚωνστ. Μαρκίδης Ν
Α. Φωτήλας ΝἈριστ. Ἀργυρόπουλος Ν
Ἀνδρ. Αὐγερινὸς ΝΔημ. Κουτσουμπλῆς Ν
Ἀντ. Ῥικάκης ΟΕὐθ. Μπατζιᾶς Ν
Ἀχ. Γεροκωστόπουλος ΟἈναστ. Ζαρμάνης Ν
Ἰω. Κρεστενίτης ΟἈχιλ. Λογιωτάτου Ν
Ν. Κουμανιώτης ΟΣωτήριος Σωτηρόπουλος Ο
Χρ. Στεφανόπουλος ΝΚωνστ. Κουμουνδοῦρος Ο
Ἀλέξ. Ζαΐμης ΟΠερικλῆς Πεῤῥωτὴς
Νικόλ. Καλογερόπουλος ΝΔημήτριος Τζάνες Ν
Ἀλέξ. Κοντόσταυλος ΝΠερικλῆς Μποῦτος Ν
Ν. Παπανικολάου ΝΠαναγιώτης Σάκκης Ο
Ν. Καφετζόγλους ΝΝικόλαος Παπαλέξης Ν
Ι. Πεζᾶς ΝΝικόλαος Μισυρλῆς Ο
Κ. Σινέλης ΝΝ. Καράπαυλος Ν
Β. Βουδούρης ΝἈσημάκης Χριστόπουλος Ο
Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος ΝΕὐστάθιος Κοκκέβης Ν
Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς ΝΔημήτριος Κάρτσωνας Ο
Ἀναστ. Ε. Λούντζης Δημήτριος Π. Γουδῆς Ν
Διον. Λομβάρδος ΝΣ. Χατζηγάκης Ο
Γ. Θεοτόκης Κ. Ζωγλοπίτης Ν
Κ. Βασιλάκης Ἀθ. Καζαμπάκας Ν
Ἀντ. Καποδίστριας ΟΓ. Φραγκίδης Ν
Ν. Βασιλάκης ΟΑ. Τακιατζῆς Ν
Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς ΟΓ. Τάκης Ο
Ν. Ταρμπάζης ΟΝικόλ. Κοντογιάννης
Ζ. Φαλιάγκας ΟἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ν
Σταμάτιος Μπουντούρης ΝΓεώργιος Λιδωρίκης
Θεόδωρος Γκίκας ΝΚωνστ. Χατζῖσκος Ν
Ἀνάργ. Σιμόπουλος ΝΔημήτρ. Ζουλούμης Ν
Κωνστ. Χαλκιόπουλος ΝΚωνστ. ἈναγνωστόπουλοςΟ
Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος ΝΘεμιστοκλῆς Κανάρης

§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ Ὑπουργείου διὰ ψήφων 80 κατὰ 46, ψηφοφορησάντων ἐν ὅλῳ 126. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως πιστώσεως ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1889 πρὸς προίκισιν τῆς βασιλόπαιδος Ἀλεξάνδρας. Ὁ κ. Σάκκης ἔχει τὸν λόγον.

§39ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερᾶς). Εἶναι ἀργὰ, κύριε Πρόεδρε· αὔριον.

§40ΕΤΕΡΟΙ. (ἐκ δεξιῶν). Νὰ προχωρήσωμεν, κύριε Πρόεδρε. Ὁμιλήσατε, κύριε Σάκκη.

§41ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Σάκκη, αὔριον.

§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐπιμένει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις.

§43ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἡμεῖς φέρομεν πρότασιν ἀναβολῆς.

§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς.

§45ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Σάκκη, πιστεύετε, ἀνερχόμενος εἰς τὸ βῆμα, ὅτι δύνασθε νὰ πείσητε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μεταβάλῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ θέματος, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ὁμιλήσητε;

§46ΣΑΚΚΗΣ. Λαμβάνων τὸν λόγον ἐπὶ τῶν Βασιλικῶν νομοσχεδίων, δὲν προτίθεμαι, Κύριοι, νὰ ἐκδηλώσω τὰ ἀντιβασιλικὰ φρονήματά μου, ἢ τὴν πρὸς τὴν βασιλεύουσαν δυναστείαν δυσμένειάν μου· ἁπλῶς ἀνῆλθον τὸ βῆμα, ἵνα δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, διατὶ θέλω καταψηφίσει τὰ Βασιλικὰ νομοσχέδια.

§47ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὅλα;

§48ΣΑΚΚΗΣ. Ὅλα.—Φρονῶ, ὅτι εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις, τὰς ὁποίας τὸ Ἔθνος διέρχεται ἐν οἰκονομικαῖς δυσχερίαις, θὰ ἦτο λίαν τολμηρὸν διὰ τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, ἡ ἐπιψήφισις τοιούτων νομοσχεδίων καὶ δι’ αὐτὸν τὸν Βασιλέα ἐπίσης θὰ ἦτο τολμηρὸν, νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Ἔθνους θυσίας τοιαύτας, τὰς ὁποίας τὸ Ἔθνος μετὰ γογγυσμοῦ θέλει ἀποδεχθῆ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὰ Συνταγματικὰ Κράτη καὶ ἐν γένει τὰ Κράτη τὰ ἔχοντα μοναρχικὸν πολίτευμα, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ ὑψίστου αὑτῶν Ἄρχοντος εἴθισται νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τοιαύτας θυσίας, ἀλλὰ δὲν ἀγνοοῦμεν προσέτι, ὅτι οἱ ἄρχοντες οὗτοι τῶν τοιούτων Κρατῶν εἰς δυσχερεῖς τοῦ Ἔθνους των περιστάσεις, οὐ μόνον αὐξήσεις χορηγιῶν δὲν ἐζήτησαν, ἀλλὰ καὶ τῆς λαμβανομένης παρ’ αὐτῶν χορηγίας μέρος, ἢ καὶ τῆς ἰδίας αὑτῶν περιουσίας ἔτι, ἐθυσίασαν χάριν τῶν τοῦ Κράτους των ἀναγκῶν. Ἂς κραυγάζωσιν οἱ Κυβερνῆται ἡμῶν δι’ ὅλης τῆς δυνάμεως τῆς φωνῆς των, ὅτι τὸ Ἔθνος εὑρίσκεται ἐν εὐημερίᾳ, ὅτι οἱ Προϋπολογισμοὶ τοῦ Κράτους παρουσιάζονται ἐν ἰσοζυγίῳ, ὅτι ἡ πίστις αὐτοῦ ὁσημέραι κραταιοῦται· ὅλα ταῦτα, εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον, φαίνονται ἀνακριβῆ, εἰσὶ ῥεκλάμαι πολιτικῆς κερδοσκοπίας, πολιτικῆς, ἧς ἀπὸ ἐτῶν παριστάμεθα ἐπικριταὶ καὶ ψευδομάρτυρες. Τὸ Ἔθνος ἡμῶν ἐξακολουθεῖ εἰς ὁμοίας περιστάσεις νὰ εὑρίσκηται, τὰς αὐτὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας νὰ διέρχηται καὶ τῆς αὐτῆς πολιτικῆς νὰ ἵσταται θεατής. Μεθ’ ὅλας δὲ τὰς ἐναντίας διακηρύξεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι τὸ Ἔθνος ὑφίσταται ἀγογγύστως τὰς θυσίας, τὰς ἐπιβληθείσας αὐτῷ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐγὼ ἔχω τὴν ἐναντίαν γνώμην νὰ ἐκφράσω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι τὸ Ἔθνος, ὡς μετ’ ἀγανακτήσεως ἤκουσε πάντοτε τοὺς ἐπιβαλλομένους αὐτῷ νέους φόρους καὶ δαπάνας, μετ’ ἀγανακτήσεως ἀκούει καὶ σήμερον, ὅτι πρόκειται νὰ βαρύνωσιν αὐτὸ διὰ νέων βαρῶν, πρὸς παροχὴν τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἠθέλησεν ἡ Κυβέρνησίς του νὰ παρέξῃ πρὸς τὸν Βασιλέα. Δὲν θὰ μοὶ ἦτο δύσκολον νὰ ἀνατρέξω εἰς συγκρίσεις πρὸς ἄλλα Κράτη καὶ παραβάλλων τὴν χορηγίαν, τὴν χορηγουμένην τῇ ἡμετέρᾳ Βασιλείᾳ, πρὸς τὰς τῶν Βασιλέων αὐτῶν, νὰ καταδείξω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι τὰ Ἔθνη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καὶ μεγαλειτέρους πόρους ἔχουσι καὶ ἄλλας ὑποχρεώσεις καὶ ὑπὸ ἄλλας περιστάσεις ἐδέχθησαν τὸ πολίτευμά των, ἀμείβουσι τοὺς ἀνωτάτους αὐτῶν Ἄρχοντας μετὰ περισσοτέρας φειδοῦς, ἐνῷ ἀπαιτοῦσι παρ’ αὐτῶν πλείονα, ἢ ἡμεῖς παρὰ τῶν Ἀρχόντων ἡμῶν. Προσέτι θὰ παρατηρήσω ὑμῖν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν τὸ πρῶτον ἀπεφάσισε νὰ δεχθῇ τὸ ὑπὸ τοῦ Ἔθνους ἡμῶν προσενεχθὲν αὐτῷ Στέμμα, ἠρκέσθη εἰς τὴν ὁρισθεῖσαν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ἀντιμισθίαν αὐτοῦ· ἔχων δ’ ὑπ’ ὄψει τὴν διαφορὰν τοῦ νομίσματος, ἥτις ὑπῆρχε τότε μεταξὺ τοῦ φράγκου καὶ τῆς δραχμῆς, ἔστερξεν εἰς τὴν φαινομενικὴν ἐλάττωσιν τῆς χορηγίας αὐτοῦ κατὰ τὴν ἀλλαγὴν τοῦ νομίσματος καὶ δὲν ἐζήτησε τὴν μεταβολὴν ταύτης ἀπὸ παλαιῶν δραχμῶν εἰς εἰς νέας, ἐνῷ ἐπετρέπετο μετὰ δεκαετίαν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι καὶ σήμερον δὲν θὰ ἐζήτει τὴν αὔξησιν αὐτῆς, ἐὰν οἱ Σύμβουλοι αὐτοῦ παρίστανον Αὐτῷ τὴν ἀληθῆ τοῦ Κράτους ἡμῶν οἰκονομικὴν κατάστασιν, ἀλλ’ οἱ σύμβουλοι Αὐτοῦ ψευδῶς παρέστησαν εἰς Αὐτὸν, ὅτι τὸ Κράτος ἡμῶν δὲν εὑρίσκεται εἰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς εὑρίσκεται ἐν ἰσοζυγίῳ καὶ ἑπομένως ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος οὐδόλως θὰ δυσφορήσῃ, ἂν ὑποβληθῇ καὶ εἰς νέας θυσίας, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ ἀνωτάτου αὐτοῦ Ἄρχοντος. Ταῦτα ὅμως ὑπὸ Συμβούλων κακῆς πίστεως ἐπιτρέπεται νὰ λέγωνται. Ἀμφισβητῶ ἀκόμη ὅτι ὁ Βασιλεὺς εὑρίσκεται εἰς δυσκολίας ἢ ἀνάγκας χρηματικὰς, καὶ ὅτι τὸ Ἔθνος διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς ἐπιχορηγήσεως θέλει τὸν διευκολύνει, ἀποζημιῶν συνάμα αὐτὸν διὰ θυσίας, ἃς χάριν τοῦ Ἔθνους ὑπέστη. Ὁ Βασιλεὺς καθῆκον εἶχε, νὰ προασπίζηται τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους καὶ νὰ ἐργάζηται καὶ ὑφίσταται οἵας δήποτε θυσίας χάριν αὐτοῦ. Τὰ δὲ οἰκογενειακὰ βάρη δέον νὰ ὑφίσταται, ὡς τὰ ὑφίσταται πᾶς οἰκογενειάρχης. Ταῦτα εἶχον νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς, καὶ εἴπω, ὅτι εἰς τοιαύτας περιστάσεις εἶναι δύσκολον διὰ τὸ Ἔθνος νὰ ἐπιψηφίσῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Πρὶν ἢ ὅμως κατέλθω τοῦ θέματος, ζητῶ τὴν ἑξῆς ἐξήγησιν παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τὸ νομοσχέδιον, δι’ οὗ ζητεῖται ἡ πίστωσις τῶν 540,000 δραχμῶν διὰ τὰ ἀνάκτορα τοῦ Διαδόχου....

§49ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διὰ τὴν οἰκοδομὴν, ὄχι διὰ τὸν Διάδοχον.

§50ΣΑΚΚΗΣ. Ἀδιάφορον... δὲν πρέπει νὰ ἀναφέρῃ ὡρισμένως εἰς ποῖον οἰκόπεδον θέλει ἀνεγερθῆ τὸ κτίριον;

§51ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂς ἐγερθῇ εἰς πᾶν ἄλλο οἰκόπεδον, ἐκτὸς τῶν σταύλων.

§52ΣΑΚΚΗΣ. Τοῦτο θέλω νὰ μάθω· διότι, ἂν ἐγερθῇ εἰς τοὺς σταύλους, τὸ Δημόσιον θέλει ὑποστῆ μεγάλην δαπάνην, ἐπειδὴ τὸ οἰκόπεδον ἐκεῖνο ἔχει μεγάλην ἀξίαν, δυνάμενον ἄλλως νὰ χρησιμοποιηθῇ. Δὲν εἶναι δίκαιον, τὸ Ἔθνος νὰ ὑποστῇ τοιαύτην θυσίαν, ἐνῷ ὑπάρχουσιν ἕτερα ἐθνικὰ γήπεδα, δυνάμενα νὰ χρησιμοποιηθῶσι πρὸς τοῦτο.

§53ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Κατ’ ἀρχὴν δέν μοι φαίνεται δυνατὸν νὰ θεωρήσωμεν ὡς κακῶς ἐχούσας τὰς ὑπὲρ τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως· διότι, ἂν κατ’ ἀρχὴν τὰς ἐθεωροῦμεν τοιαύτας, τοῦτο ἤθελεν ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Βασιλείας. Ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει ἰδίαν περιουσίαν. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ, ὅτι, ὅτε τῷ προσηνέχθη τὸ στέμμα, προσηνέχθη εἰς ἡγεμονίδην, ὅστις βεβαίως ἐστερεῖτο ἰδίας περιουσίας. Συνεπῶς τὸ Ἔθνος ὤφειλε νὰ προνοήσῃ περὶ τῆς ἀξιοπρεποῦς παραστάσεως τῆς Βασιλείας, ἑπομένως συνέπεια λογικὴ εἶναι, ὁσάκις παρίσταται περίπτωσις, ἥτις νὰ ἐμβάλλῃ εἰς ἰδιαιτέρας δαπάνας τὸν Βασιλέα, τὸ Ἔθνος ν’ ἀναλαμβάνῃ, ἐν τῷ μέτρῳ τῶν δυνάμεών του, ταύτας. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον μοὶ φαίνεται ἀδύνατον νὰ προσβληθῇ ἡ ἀρχὴ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις. Δυνάμεθα ὅμως νὰ ὑποδείξωμεν ἀλλοῖον τρόπον, καθ’ ὃν δυνάμεθα νὰ κανονίσωμεν ταῦτα. Εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν ἤδη, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν προῖκα τῆς βασιλόπαιδος Ἀλεξάνδρας, ἔχω νὰ ὑποβάλω τὰ ἑξῆς. Ὅ,τι εἶπον περὶ τῶν εἰς τὴν Βασιλείαν χορηγουμένων, ταῦτα ἐφαρμόζονται καὶ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην. Προκειμένου περὶ συνοικεσίου τῆς βασιλόπαιδος Ἀλεξάνδρας, φρονῶ, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία καθῆκον ἔχει νὰ πράξῃ τι ὑπὲρ ταύτης. Ἡ Κυβέρνησις διετύπωσε τοῦτο ὡς προῖκα. Ἀλλὰ τὴν διατύπωσιν ταύτην, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, δὲν θεωρῶ ἐπιτυχῆ, διότι πιστεύω, ὅτι κυρίως δὲν πρόκειται περὶ προικίσεως, ἥτις, ὡς πάντες γνωρίζετε, ἀφορᾷ εἰς τὴν περιουσίαν τῆς συνισταμένης οἰκογενείας. Ἀλλ’ ἡ οἰκογένεια τῆς βασιλόπαιδος Ἀλεξάνδρας θὰ ἦναι Ῥωσσική, ἑπομένως δὲν πρόκειται ἡ Κυβέρνησις νὰ προνοήσῃ περὶ προικίσεως τῆς Αὐτοκρατορικῆς οἰκογενείας τῆς Ῥωσσίας. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ἡ ἔννοια τῆς προικίσεως δὲν ἐφαρμόζεται ἐνταῦθα, διότι πρόκειται περὶ οἰκογενείας μὴ ἀφορώσης εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἢ εἰς τὴν πρόνοιαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, οἰκογενείας, ἥτις, δυνάμεθα νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι δὲν θέλει στερηθῆ τῶν μέσων τῆς ὑπάρξεως. Λέγων ταῦτα, δὲν ἐννοῶ, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία δὲν πρέπει νὰ πράξῃ τι ὑπὲρ τῆς βασιλόπαιδος Ἀλεξάνδρας· ὀφείλει νὰ πράξῃ, ἀλλ’ ὑπὸ ἕτερον τύπον, διότι δὲν πρόκειται ν’ ἀσφαλίσωμεν τὴν περιουσίαν τῆς οἰκογενείας τῆς βασιλόπαιδος Ἀλεξάνδρας, ἥτις, ὡς εἶπον, θέλει εἶσθαι μέλος τῆς Αὐτοκρατορικῆς οἰκογενείας τῆς Ῥωσσίας. Πρόκειται ν’ ἀσφαλίσωμεν εἰς τὴν κόρην τῆς Ἑλλάδος, τὴν βασιλόπαιδα Ἀλεξάνδραν, χορηγίαν ἰσόβιον, ἥτις θέλει ἀποδείξει τὴν ὑπὲρ αὐτῆς στοργὴν τοῦ Ἔθνους, θέλει ἀποδείξει, ὅτι καὶ ἀπερχομένην παρακολουθεῖ πάντοτε ἡ στοργὴ τοῦ Ἔθνους, καὶ προνοεῖ τοῦτο, ὅπως ἐν τῷ μέτρῳ τῶν δυνάμεών του τῇ χορηγῆται τακτικόν τι εἰσόδημα, ἔστω καὶ ἐλάχιστον. Ἐννοεῖται, ὅτι ὑπὸ τὸν τύπον, ὑφ’ ὃν παρουσιάζει τὸ Ὑπουργεῖον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, οὔτε κἂν τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν δρ. 400,000, ὅπερ δὲν εἶναι ὑπερβολικὸν, ἀλλ’ εἶναι ἀνάλογον πρὸς τὰ μέσα τοῦ Ἔθνους, χορηγεῖται πράγματι εἰς τὴν Βασιλόπαιδα. Ὁ ταμίας τοῦ Μ. Δουκὸς τῆς Ῥωσσίας θέλει εἰσπράξει τὸ ποσὸν τοῦτο ἐφ’ ἅπαξ. Ἡ προὶξ χορηγεῖται εἰς τὴν Βασιλόπαιδα, ἥτις δὲν θὰ ἦναι ὁ διαχειριστὴς αὐτῆς. Οὐδὲν ἕτερον λοιπὸν κάμνομεν, ἢ νὰ ῥίπτωμεν εἰς τὰ ἔσοδα ἑνὸς ἔτους τοῦ Μ. Δουκὸς κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον δὲν θ’ ἀνήκῃ εἰς τὴν βασιλόπαιδα Ἀλεξάνδραν. Οὔτε δυνάμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν σπουδαίως τὴν χρησιμότητα τῆς τοιαύτης προικίσεως, ὅπως ἀσφαλισθῇ δῆθεν αὕτη, ὡς περιουσία ὑπὲρ τῶν τέκνων τῆς Βασιλόπαιδος, τὰ ὁποῖα δὲν θ’ ἀνήκωσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν, ἀλλ’ εἰς τὴν Αὐτοκρατορικὴν οἰκογένειαν τῆς Ῥωσσίας. Διὸ προτείνω, ὅπως τὸ Ὑπουργεῖον διατυπώσῃ ἄλλως τὴν πίστωσιν, οὐχὶ ὑπὸ τὸν τύπον τῆς προικὸς, διότι οὐδὲν κοινὸν δύναται νὰ ὑπάρξῃ μεταξὺ τῆς ἐννοίας τῆς προικός, ἣν πάντες οἱ νομομαθεῖς γινώσκουσι, καὶ ἐκείνης, ἣν ἡ Κυβέρνησις ἔχει. Ὅθεν καλὸν ἤθελεν εἶσθαι νὰ διατυπώσωμεν τὴν δωρεὰν ταύτην ὑπὸ τύπον χορηγίας, ἣν θέλει ὁρίσει ἀναλόγως τοῦ προτεινομένου κεφαλαίου, ὑποτεθείσθω 25,000 δραχ. κατ’ ἔτος, ἃς ἡ Ἑλλὰς θέλει πληρόνει ἐτησίας ἐφ’ ὅρου ζωῆς εἰς τὴν ἡγεμονίδα, διότι τὰ τέκνα αὐτῆς μετὰ τὸν θάνατον τῆς μητρὸς οὐδὲν κοινὸν θέλουσιν ἔχει πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Ἑπομένως ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μεταβάλῃ τὸ νομοσχέδιον, καταργοῦσα τὴν ἰδέαν τῆς προικίσεως, καὶ ἀντ’ αὐτῆς χορηγοῦσα 25,000 δραχμῶν ἐφ’ ὅρου ζωῆς εἰς τὴν πριγκίπισσαν Ἀλεξάνδραν.

§54ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐκ τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. Κοζάκης δύο συμπεράσματα ἐξάγονται, ὅτι ἤδη ἡ βασιλόπαις Ἀλεξάνδρα εἶναι Ῥωσσὶς, πρὶν ἀκολουθήσῃ τὴν ἐθνικότητα τοῦ συζύγου της, καὶ δεύτερον, ὅτι θέλει νὰ καταστήσῃ τὴν Ἑλλάδα ὑποτελῆ εἰς τὴν Ῥωσσίαν, διότι ἐννοεῖ, ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, νὰ πληρόνῃ αὐτὸ τὸ ποσόν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, μὴ θέλων νὰ φέρω εἰς τὸ μέσον ἤδη οὔτε τὰ βασιλικὰ, οὔτε τὰ δημοκρατικὰ φρονήματα, νομίζω, ὅτι συμφέρον εἶναι εἰς τὸ Ἔθνος νὰ πληρώσῃ ἐφ’ ἅπαξ τὸ ποσὸν, διότι οὕτως ἀπαλλαττόμεθα τοῦ φόρου τῆς ὑποτελείας, εἰς ὃν ὁ κ. συνάδελφος θέλει νὰ μᾶς ὑποβάλῃ. Διὸ ἀποκρούω τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου.

§55ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Ἐγὼ δὲν συμφωνῶ μὲ κἀνένα ἐκ τῶν προλαλησάντων, ἐκτὸς τοῦ πρώτου· εἶμαι καὶ κατὰ τῶν τριῶν νομοσχεδίων, διότι τὸ Δημόσιον ἀρκετὰ προσέφερεν εἰς τὸν Βασιλέα καὶ τὸν Διάδοχον. Εἰς μὲν τὸν Βασιλέα προσέφερε τὸ Ἀνάκτορον καὶ τὸν κῆπον, ἃ νέμεται, χωρὶς νὰ καταβάλλῃ τι, πρὸς δὲ νέμεται τοὺς σταύλους, ὧν ἡ ἀξία ἀνέρχεται εἰς 8,000,000 δραχμῶν, διὰ δὲ τὸ Ἀνάκτορον καὶ τὸν κῆπον τὸ Δημόσιον πληρόνει ὑπὲρ τὰς 250 χιλιάδας δραχμῶν κατ’ ἔτος εἰς τοὺς κληρονόμους τοῦ ἀειμνήστου Ὄθωνος. Εἰς τὸν Βασιλέα ἐδώρησε τὸ Ἔθνος τὸ κτῆμα Μπάφι ἐξ 100,000 στρεμμάτων γαιῶν, τοῦ ὁποίου ἡ ἀξία ἀνέρχεται εἰς δύο ἑκατομμύρια δραχμῶν, εἰς τὸν Διάδοχον ἐχορήγησε 100,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος, ἐδόθη εἰς αὐτὸν ἡ Μανωλὰς, συγκειμένη ἐκ 500 ἢ 600 χιλιάδων στρεμμάτων εὐφόρων γαιῶν, ἐντὸς τῆς περιοχῆς ταύτης ὑπάρχουν βελανόδενδρα, δάσος καὶ δύο ἰχθυοτροφεῖα, ἐξ ὧν τὸ Δημόσιον ἐλάμβανε, κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐκ τοῦ φόρου ἐξαγωγῆς περὶ τὰς 50,000, ἐκ τοῦ βαλανοκάρπου 12,000 δραχμῶν, ἐκ τοῦ δάσους πλέον τῶν 10,000, ἀλλ’ ἂν καλλιεργηθῶσι, θὰ εἰσπράττωνται πλέον τῶν 100,000, ἡ δὲ ἀξία ὅλου τοῦ κτήματος θὰ ἀνέρχηται εἰς 80 ἢ 100 ἑκατομμύρια. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀρκετά. Ἂν εἶχον μικρὰν ἐπιῤῥοὴν πλησίον τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ Διαδόχου, θὰ συνεβούλευον αὐτὸν νὰ παραιτηθῇ τῆς Μανωλάδος, καὶ ἤθελε κερδίσει οὐχὶ 100 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ δισεκατομμύρια ἀπὸ τὴν ἀγάπην τοῦ Ἔθνους, διότι τὸ μεγαλύτερον κτῆμα τοῦ Βασιλέως εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ λαοῦ του. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὰ τῆς προικίσεως τῆς βασιλόπαιδος Ἀλεξάνδρας, νομίζω, ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ δώσῃ τὰς 400,000 δραχμὰς, διότι δὲν βλέπω νὰ λαμβάνῃ ἡ μνηστὴ τοῦ Διαδόχου ποσὸν ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον τῆς μεγάλης Γερμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ἀλλὰ μόνον ἐκ τῆς πατρικῆς περιουσίας 35,000 κατ’ ἔτος. Ἄν ἡ Γερμανικὴ Αὐτοκρατορία δὲν δίδῃ τι, τί ἔχομεν νὰ δώσωμεν ἡμεῖς εἰς τὰς παρούσας κρισίμους περιστάσεις; Ἂν παραβάλωμεν τὸν πληθυσμὸν τῆς Γερμανίας μὲ τὸν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς Γερμανίας πρὸς τὸν τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἔπρεπε νὰ δώσωμεν οὔτε 500 δραχμὰς καὶ ὄχι ἐκεῖνα, ἅτινα εἶπεν ὁ κ. Κοζάκης, 25,000 κατ’ ἔτος. Ὡς πρὸς τὸ ἀνάκτορον δὲ τοῦ Διαδόχου, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ δαπανήσωμεν, διότι καὶ μισθὸν ἔχει καὶ, ὁπόταν ἔλθῃ καιρὸς νὰ βασιλεύσῃ, ὑπάρχει τὸ ἀνάκτορον, ὅπου μένει ὁ Βασιλεὺς, διότι ὁ Ὄθων, ὅτε ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐδανείσθη καὶ ᾠκοδόμησε τὸ ἀνάκτορον ἐκεῖνο, καὶ εἰς περιστάσεις, οἷαι αἱ σήμερον, ἠλάττωσε τὴν ἐπιχορήγησίν του ἀπὸ 1,000,000 εἰς 800,000 δραχμῶν, καὶ δὲν ἐζήτησε νὰ τὴν αὐξήσῃ, ἐνῷ σήμερον ὁ Βασιλεὺς ζητεῖ νὰ αὐξήσῃ ταύτην κατὰ 115,000, ἐνῷ ὤφειλε νὰ τὴν ἐλαττώσῃ, βλέπων τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν τοῦ Ἔθνους. Διὰ τῶν τοιούτων νομοσχεδίων δὲν κάμνομεν ἄλλο τι ἢ νὰ καταστήσωμεν τὸν λαὸν δυσμενῆ πρὸς τὸν Βασιλέα, ὅπερ δὲν εἶναι ὀρθὸν, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τ’ ἀποσύρῃ. Αὐτὰ τὰ ὀλίγα εἶχον νὰ εἴπω, ὅπως δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου.

§56ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ μετὰ τῶν προαγορευσάντων, ὅσοι ἐκηρύχθησαν κατὰ τῶν τριῶν νομοσχεδίων, δι’ ὧν ζητοῦνται χρηματικὰ χορηγήματα ὑπὲρ τοῦ Βασιλέως, τοῦ Διαδόχου καὶ τῆς Βασιλόπαιδος Ἀλεξάνδρας, ἐπιφυλασσόμενος δὲ ν’ ἀναπτύξω τὴν γνώμην μου κατὰ τὴν δευτέραν ἢ τρίτην συζήτησιν, περιορίζομαι ἤδη εἰς τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Φρονῶ δηλαδὴ, ὅτι, προκειμένου νὰ γίνῃ ψηφοφορία, πρέπει αὕτη νὰ ᾖναι μυστική, καθόσον κατὰ τὸ ἄρθρον 61 τοῦ Κανονισμοῦ ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημάτων, τῶν ἀφορώντων πρόσωπα, ὀνομαστὶ ἀναφερόμενα, ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἡ ψηφοφορία γίνεται μυστική, διὰ σφαιριδίων. Ἄν ἑπομένως ἐπιμείνητε εἰς φανερὰν ψηφοφορίαν, παραβιάζετε οὐ μόνον τὸν Κανονισμὸν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, κατὰ τὸ 65ον ἄρθρον τοῦ ὁποίου «ἡ Βουλὴ προσδιορίζει διὰ Κανονισμοῦ, πῶς θέλει ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά της». Ἄν θέλητε νὰ κάμητε φανερὰν ψηφοφορίαν, ὀφείλετε προηγουμένως νὰ τροποποιήσητε τὸ 61ον ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ.

§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Βουλὴ ἐν προηγουμέναις περιστάσεσιν ἔλυσε τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ ἐπὶ τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ὅτι ὁ Κανονισμὸς, ὁ διατάσσων μυστικὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ προσωπικῶν ζητημάτων, δὲν ἐννοεῖ περιλαμβανομένους ἐν τῇ διατάξει ταύτῃ τὸν Βασιλέα καὶ τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν. Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἶναι ἀναγεγραμμένη ἐν τοῖς πρακτικοῖς. Δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι σήμερον δὲν δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ ἄλλως, ἡμεῖς ὅμως ἐμμένομεν, εἰς ἣν εἴχομεν καὶ τότε γνώμην, καὶ προτείνομεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως καὶ αὕτη ἐμμείνῃ εἰς τὴν αὐτὴν γνώμην.

§58ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θαυμάζω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅστις ἐνώπιον Κοινοβουλίου δὲν δυσκολεύεται νὰ ἐπικαλῆται βεβιασμένως δεδικασμένον, δίκην μικρολόγου δικηγόρου ἐνώπιον Δικαστηρίου. Δεδικασμένον ἐπὶ πολιτικῶν ζητημάτων δὲν ὑπάρχει. Σήμερον τὸ ζήτημα κεῖται πρὸ ἡμῶν ἀκέραιον καὶ ἄσχετον πρὸς ὅ,τι ἀπεφασίσθη ἄλλοτε κακῶς. Ἄν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ τροποποιήσῃ τὸν Κανονισμὸν, τὸ ζήτημα διαφέρει. Ἐνόσῳ ὅμως οὗτος μένει ἐν ἰσχύϊ, δὲν δύνασθε νὰ ψηφίσητε φανερά. Τοῦτο θὰ ἦτο τόλμη καὶ πρέπει νὰ σταματήσητε πρὸ αὐτῆς. Ἔχει, καὶ ἡ τόλμη, ἵνα μὴ εἴπω βαρυτέραν λέξιν, τὰ ὅριά της. Ἀναφέρομαι ἐπὶ τέλους εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ τὸν παρακαλῶ, ὅπως μὴ ἐπιτρέψῃ φανερὰν ψηφοφορίαν, διότι οὕτω δίδει αὐτὸς ὁ ἴδιος τὸ σύνθημα εἰς τὴν παραβίασιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἐνῷ ἔχει καθῆκον νὰ τὸν περιφρουρῇ καὶ τὸν προασπίζῃ κατὰ τῶν ἀκόσμων ἐπιδρομῶν αὐθαιρέτου Κυβερνήσεως, ἐρειδομένης ἐπὶ πλειονοψηφίας, τυφλῶς αὐτὴν ἀκολουθούσης.

§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί προτείνετε λοιπὸν σεῖς;

§60ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Νὰ γίνῃ μυστικὴ ψηφοφορία.

§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεώς σας.

§62ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ θέσητε κἂν εἰς ψηφοφορίαν τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου.

§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ψηφοφορηθῇ μυστικῶς τὸ νομοσχέδιον παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσι.

§64ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὄχι, τὸ λέγει ῥητῶς ὁ Κανονισμός.

§65ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς βεβαίως δὲν ἀποτελεῖ μέρος τῆς συντάξεως τῆς Πολιτείας· ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ τροποποιῇ τὸν Κανονισμόν, δύναται δὲ καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ τροποποιήσῃ τὸν Κανονισμὸν καὶ νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἔστω καὶ τὰ προσωπικὰ ζητήματα δὲν θὰ ψηφίζῃ εἰς τὸ ἑξῆς διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας. Ἐὰν ὅμως προτίθηται ἡ Κυβέρνησις τοιοῦτό τι νὰ ὑποστηρίξῃ, ἀναγκαίως πρέπει νὰ θέσητε ἀντιθέτως τὴν πρότασιν ἡμῶν εἰς ψηφοφορίαν, διότι πρέπει νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν, ἐάν, ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τροποποιοῦσα τὸν Κανονισμόν, θέλῃ διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον.

§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ Κανονισμοῦ τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ ψηφισθῇ φανερά, οἱ κύριοι φρονοῦσιν, ὅτι πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ μυστικά, ὑπάρχει διαφορὰ γνώμης περὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Κανονισμοῦ, ἐννοεῖται δέ, ὅτι θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ γνώμη τῶν προβαλλόντων πρότασιν.

§67ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§68Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Συμφωνῶ πληρέστατα ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ ἐπὶ τῶν προκειμένων νομοσχεδίων λεχθέντα παρὰ τῶν ἐντίμων προαγορευσάντων, μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν, νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν βʹ συζήτησιν. Ἤδη θὰ στρέψω τὸν λόγον εἰς τὴν πλειοψηφίαν καὶ θὰ παρακαλέσω αὐτὴν, προκειμένου νὰ ψηφίσῃ τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον σαφῶς καὶ καθαρῶς εἶναι ὑπὲρ τῆς γνώμης τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτοῦ, νὰ προσέξῃ πολὺ χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας της εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτὴν καὶ νὰ μὴ ὑποκύπτῃ τυφλῶς εἰς τὰς θελήσεις, τολμῶ εἰπεῖν, εἰς τὰς διαταγὰς καὶ τὰς αὐθάδεις θελήσεις τοῦ Πρωθυπουργοῦ, διότι καὶ ἑαυτὴν προσβάλλει καὶ τὸ Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἦτο ὅμοιον αὐτῆς καὶ ὑπέρτερον, διότι ἐσέβετο ἑαυτὸ, ὅταν ἐψήφιζε τὸν Κανονισμὸν αὐτόν. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ σκεπτώμεθα σοβαρῶς καὶ νὰ μὴ ἤμεθα ὄργανα τῶν μικρῶν ῥοσφετίων.

§69Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀνέρχομαι τὸ βῆμα διὰ νὰ πολεμήσω τὸ νομοσχέδιον. Δὲν σκοπῶ δὲ νὰ συστήσω εἰς τοὺς συναδέλφους μου ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει νὰ ἀρνηθῶσι ψῆφον ἐπὶ οὐδενὸς τῶν τριῶν τούτων νομοσχεδίων. Σκοπῶ μάλιστα νὰ παρακαλέσω τοὺς συναδέλφους, οἵτινες ἔσπευσαν νὰ ἐκφέρωσι τὴν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων γνώμην των, καὶ μάλιστα ἐκείνους, μεθ’ ὧν μὲ συνδέει κοινὸς ἀγὼν ἐπὶ τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος ἐπὶ 8 ἤδη ἔτη, νὰ μὴ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν γνώμην των ταύτην, διότι νομίζω, ὅτι καὶ αὐτοὶ ἔχουσι τὰς αὐτὰς περὶ τῆς πολιτείας καὶ τοῦ πολιτικοῦ συστήματος γνώμας, τὰς ὁποίας ἔχω καὶ ἐγώ. Ἐὰν μεταξὺ τῶν συναδέλφων ὑπάρχωσι συνάδελφοι, οἵτινες ἐφρόνουν, ὅτι τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα δὲν ἁρμόζει εἰς τὴν Ἑλλάδα, οὗτοι βεβαίως ἤθελον εἶσθαι ἐν δέοντι, ἐὰν συνεβούλευον τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιψηφίσῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Ἀλλὰ οἱ πλεῖστοι τῶν συναδέλφων μας ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ὡς καὶ ἐγὼ, νομίζομεν, ὅτι εἰς τὴν κατάστασιν τῆς χώρας ἐπὶ τοῦ παρόντος προσήκει τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα, δὲν ἐπείσθημεν δὲ εἰσέτι, ὅτι οἱ δημοκρατικοὶ θεσμοὶ ἐνδείκνυνται εἰς ἡμᾶς ὑπὸ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, ὡς οἱ προσήκοντες εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν, τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ παρόντος. Ἐπιθυμοῦμεν τὴν Βασιλείαν, ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι, ἱσταμένην ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ πολιτικοῦ οἰκοδομήματος, ἀμερόληπτον καὶ ἀφατρίαστον, ἔχουσαν τὴν δεξιὰν μὲν χεῖρα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν δὲ ἀριστερὰν πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ἐπιθυμοῦμεν νὰ μὴ βλέπωμεν αὐτὴν καταβαίνουσαν εἰς τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμόν, ἀναμιγνυομένην εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς διαμάχας, ζητοῦσαν δὲ διὰ τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας νὰ ὑποστηρίξῃ τοῦτον κατὰ τὸν ἀνταγωνισμὸν τῶν πολιτικῶν κομμάτων, ἢ προσπαθοῦσαν νὰ παρακωλύσῃ δι’ αὐτῆς τὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἄνοδον ἐκείνου. Φανταζόμεθα τὴν Βασιλικὴν ἀρχὴν, ἐνασκοῦσαν τὴν βασιλικὴν ἐξουσίαν ἐν ἐπιγνώσει τῶν συμφερόντων τῆς χώρας καὶ πρὸς πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν αὐτῆς, κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτῆς συνείδησιν, οὐδ’ ἐννοοῦμεν τὴν Βασιλικὴν ἀρχὴν ἀργοῦσαν καὶ ἐν αὐτῇ τῇ νομοθετικῇ λειτουργίᾳ. Διὰ τοῦτο ἐσμὲν ὑπὲρ τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος, καὶ διὰ τοῦτο φρονοῦμεν, ὅτι, ὅταν προβάλλωνται νομοσχέδια, ἁπτόμενα τῶν χρηματικῶν σχέσεων τοῦ Ἔθνους πρὸς τὴν Βασιλείαν, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι τὰ νομοσχέδια ταῦτα, καὶ ἂν ἦναι νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς δὲν ἠθέλομεν προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν προσήκει εἰς ἡμᾶς νὰ ἀρνηθῶμεν νὰ ἐπιψηφίσωμεν αὐτὰ, διότι αἱ ἀρνήσεις ἢ ἀμφισβητήσεις ὑποβιβάζουσι τὸ Βασιλικὸν ἀξίωμα, ἡμεῖς δὲ, ὡς Ἀντιπολίτευσις ἐν Κράτει συνταγματικῶς κυβερνωμένῳ καὶ κοινοβουλευτικῶς πολιτευομένῳ, πρέπει νὰ συνεισφέρωμεν πάντες, ἵνα τὸ Βασιλικὸν ἀξίωμα ἀπολαμβάνῃ τῆς εὐλαβείας παντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ. Οὐδὲ πρέπει νὰ ἐπηρεαζώμεθα ἀπὸ τοὺς παρόντας χρόνους, καὶ νὰ λησμονῶμεν, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον ἔχει πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ ἀποστολὴν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, τὴν ὁποίαν οὐχὶ οἱ δημοκρατικοὶ θεσμοὶ, ἀλλὰ τὸ εἶδος τοῦτο τοῦ πολιτεύματος δύναται μᾶλλον νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἱερᾶς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν οἱ πατέρες ἡμῶν μᾶς κατέλιπον. Ὁμολογῶ, ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις τοῦ Βασιλείου εἶναι δυσχερεῖς, καὶ ἥκιστα ἀποδέχομαι τὰς περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς χώρας πληροφορίας καὶ κρίσεις τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, αὐταί εἰσι μεμακρυσμέναι τῆς ἀληθείας, καὶ μετὰ προμελέτης διαδίδονται, πρὸς ἀποπλάνησιν τοῦ κοινοῦ. Ὁμολογῶ δ’ ὅτι ἡ τοιαύτη οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς, τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, νὰ ἐπιζητήσωμεν τὴν ἐλάττωσιν, ὅσον εἶναι δυνατὸν, τῶν ἐξόδων· ἀλλ’ ὅταν προβάλληται τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους αὔξησις διὰ τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν, ὀφείλει ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ σταματήσῃ τὸν ἀγῶνα τῶν οἰκονομιῶν, ἐν ὅσῳ δὲν εἶναι ἐν ἐπαναστάσει, καὶ νὰ μὴ προβάλλῃ ἀντιῤῥήσεις. Δύναται καὶ ὀφείλει ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἀμυνθῇ ὑπὲρ τῆς ἰδίας αὑτῆς ἀξιοπρεπείας, καὶ ὑπὲρ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κοινοβουλίου κατὰ τῶν τάσεων ἐκείνων, οἵτινες ἐζήτησαν καὶ ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων νὰ δυσφημίσωσι τὴν Βουλὴν, ὡς ἐπαρκῶς παρέστησεν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Ἐὰν ἐπεκηρύχθη ἀπὸ τῶν ἡμερῶν τῆς τακτικῆς Συνόδου, ὅτι ἦτο ἀναγκαῖον νὰ συγκληθῇ ἔκτακτος Σύνοδος, διότι ἐπρόκειτο νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς αὐτὴν νομοσχέδια περὶ χορηγίας εἰς τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας, μετὰ τοῦ δολίου σκοποῦ, τοῦ ἐξευτελισμοῦ τοῦ πολιτεύματος καὶ τῆς ὕβρεως πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, τὸ ὁποῖον ἤθελον οὕτω νὰ παραστήσωσιν, ὡς εἶπεν ὁ Βουλευτὴς κ. Ῥάλλης, ὡς καλούμενον νὰ λάβῃ καὶ αὐτὸ ἀντάλλαγμα τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν θέλει δώσει ὑπὲρ τῆς Βασιλικῆς χορηγίας, τοὺς ταπεινοὺς τούτους σκοποὺς ἔχομεν δικαίωμα νὰ πατάξωμεν ἐν πάσῃ δεδομένῃ περιστάσει. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἀποτρέψῃ ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, νὰ πράττωμεν, ὅ,τι δυνάμεθα, ὅπως κατασταθῇ δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ πιστῶς τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἐγκατεστάθη ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν. Ἐν ἄλλῃ χώρᾳ, ἔνθα μέγας τῳόντι εἶχεν ἀναδειχθῇ ἡγεμών, αὐτὸς εἶχε κατορθώσει ἐν ταῖς νίκαις, τὰς ὁποίας κατήγαγε κατὰ τῶν ἐχθρῶν τῆς πατρίδος, ἐν ταῖς νίκαις, τὰς ὁποίας κατώρθωσε νὰ καταγάγῃ πρὸς ἀνύψωσιν τῆς δόξης καὶ τοῦ μεγαλείου τῆς πατρίδος του, καὶ ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς χορηγίας, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἔδιδεν αὐτῷ, νὰ συγκεντρώσῃ καὶ νὰ ἀποταμιεύσῃ 63 ἑκατομμύρια χρυσοῦ καὶ ἀργύρου εἰς τὰ ὑπόγεια τοῦ Κεραμεικοῦ. Ἀλλ’ ὅτε ἐπέστη ἡ ἀνάγκη τῆς πατρίδος του, ὅτε ἡ δόξα τῆς Γαλλίας ἐκινδύνευεν, ὅτε αἱ συμμαχικαὶ στρατιαὶ ἠπείλουν τὴν ἀκεραιότητα τῆς Γαλλίας, καὶ αἱ κτήσεις αὐτῆς ἐκινδύνευον νὰ διαρπαγῶσιν, ἡ δ’ ἑνότης τοῦ Γαλλικοῦ Κράτους ἦτο ἐν ἀμφιβολίᾳ, ὁ ἡγεμὼν ἐκεῖνος ἐκ τῶν 63 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀποταμιεύσει, ἐδαπάνησε τὰ 55 ἑκατομμύρια εἰς τοὺς πολέμους τοῦ 1814. Ἄς εὐχηθῶμεν, ἵνα καὶ ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων ἀναδειχθῇ τοσοῦτον μέγας ἡγεμὼν, θυσιάζων πάντα, ὡς ἐκεῖνος, ὑπὲρ τοῦ μεγαλείου τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, καὶ αὐτῆς τῆς Βασιλικῆς του ἐξουσίας μὴ φειδόμενος, ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην, μεθ’ ἧς τὸ Ἔθνος ἐναπέθηκεν αὐτὴν εἰς τὰς χεῖρας αὐτοῦ. Τίς θέλει τότε μεταμεληθῆ διὰ τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος ἤθελε καταβάλει διὰ τὴν δόξαν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας, τῆς παριστώσης τὴν ἐθνικὴν Μεγαλειότητα; Τὴν Μεγαλειότητα τοῦ Ἔθνους παριστᾷ ἡ Βασιλικὴ ἀρχή. Ἐὰν πρόκηται νὰ τὴν παραστήσῃ μεγαλοπρεπέστερον καὶ λαμπρότερον, ἂς εἰσφέρωμεν προθύμως, ὅσα ζητοῦνται, ὡς ἀναγκαῖα χρήματα, ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀρκεῖ μόνον νὰ ἐνθυμῆται ὁ ἐπὶ τοῦ θρόνου καθήμενος, ὅτι εἶναι Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων, ὀφείλων νὰ τηρῇ πιστῶς, καὶ νὰ ἐφαρμόζῃ εἰλικρινῶς τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον λειτουργεῖ ἐν τῷ τόπῳ. (Εὖγε! εὖγε!)

§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.

§71ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.

§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως;

§73ΕΤΕΡΟΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Εἰς τὰς ἄλλας ἀναγνώσεις δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.

§75ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.

§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλοι λέγετε δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἄλλοι ὄχι· τί θέλετε νὰ κάμω; (θόρυβος).

§77ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἦσθε 15.

§79ΤΙΝΕΣ. Εἴμεθα. (Ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 15).

§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Σάκκη, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Χαρ. Τρικούπης ΝἈνδρ. Αὐγερινός Ν
Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΝἈντ. Ῥικάκης Ν
Γ. Σισμάνης ΝἈχ. Γεροκωστόπουλος Ο
Δ. Βουλπιώτης ΝἸω. Κρεστενίτης Ν
Ἀθ. Ἴσκος Ν. Κουμανιώτης Ο
Ν. Καλαντζόπουλος ΝΧρ. Στεφανόπουλος Ν
Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Ἀλέξ. Ζαΐμης Ν
Μ. Γουλιμῆς ΝΝικόλ. Καλογερόπουλος Ν
Μ. Ἰατρίδης ΝἈλέξ. Κοντόσταυλος
Δ. Χατζόπουλος Ν. Παπανικολάου Ν
Γεώργιος Μίλησης ΝΝικόλ. Καφετζόγλους Ν
Σπυρίδων Νοταρᾶς Ἰωάννης Πεζᾶς Ν
Γεώργιος Κούστας Κωνσταντ. Σινέλης Ν
Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος Βασίλειος Βουδούρης Ν
Σωτήριος Δανόπουλος Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ν
Ἀναστ. Δημητριάδης ΝΔιον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ν
Μιχαὴλ Νικηφοράκης ΝἈναστ. Ε. Λούντζης
Δημ. Πετρίδης Διον. Λομβάρδος Ν
Ἄγγ. Γεωργαντᾶς Γεώργιος Θεοτόκης Ν
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝΚωνστ. Βασιλάκης
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Ἀντ. Καποδίστριας
Χρῆστος Χριστόπουλος ΝΝικόλαος Βασιλάκης
Φίλιππος Βάρβογλης ΝΕὐάγγελος Τσαρλαμπᾶς
Ἠλίας Φλέσσας Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς Ν
Κωνστ. Κωνσταντόπουλος Σ. Ἀλαμάνος
Ἀριστ. ΣακελλαρόπουλοςΝΘεόφιλος Προβατᾶς Ν
Παναγ. Μανέτας Ἰωάννης Παδοβᾶς Ν
Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος ΝΕὐάγγελος Μπασιᾶς
Ἠλίας Παλαμήδης ΝἈγαμέμνων Μεταξᾶς Ν
Κωνστ. Κατσικόπουλος ΝἈνδρ. Ἄν. ΚαβαλλιεράτοςΝ
Δ. Ζέγγελης Νικόλ. Βαλσαμάκης Ο
Δημ. Ν. Βότσαρης ΝΓεράσιμος Μουσούρης Ο
Κωνστ. Γ. Καραπάνος Παναγ. Βενιεράτος
Γεώρ. Χ. Παχὺς ΝΓ. Τυπάλδος Κοζάκης Ν
Στέφανος Δραγούμης ΝΓεώργιος Κόρπας
Δημ. Γ. Ῥάλλης ΟΣτέφανος Σκουλούδης
Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας Ἀλοΐσιος Τόμαν Ν
Φωκίων Νέγρης ΝΧαρίλ. Προβελέγγιος Ν
Ἰω. Α. Γεωργαντᾶς ΟΝικόλαος Νομικὸς Ν
Νικόλ. Μπουφίδης ΝΜίνως Μπογιατζόγλους Ν
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΝΓεώργιος Μπούμπουρας Ν
Δημ. Καλλιφρονᾶς ΝΛωρέντζος Δελαρόκας
Νικόλ. Δ. Λεβίδης Δημοσθένης Καΐρης Ν
Σπυρ. Κουκούλεζας ΝΓεώργιος Δρόσος Ν
Ὄθων Μακρυγιάννης ΝΝικόλαος Κρίσπης Ν
Τρύφων Μουτσόπουλος ΝΕὐστάθιος Κεχαγιᾶς
Θάνος Κανακάρης ΝΚωνστ. Κοσσονάκος
Ἀθ. Πετιμεζᾶς Γεώργιος Μαυρομιχάλης Ν
Νεοκλ. Πετιμεζᾶς Ἀριστ. Πετροπουλάκης
Α. Παπαγιαννακόπουλος ΟΓιανν. Μαυρομιχάλης Ν
Α. Φωτήλας ΝΝικήτας Βαρβιτσιώτης Ν
Λεων. Καπετανάκος Ἀσημ. Χριστόπουλος Ν
Ξανθὸς Πικουλάκης ΝΕὐστ. Κοκκέβης Ν
Γεώργ. Πετροπουλάκης ΟΔημήτρ. Κάρτσωνας Ο
Κων. Παπαμιχαλόπουλος ΝΔημήτρ. Π. Γουδῆς Ν
Ἰωάν. Καρτάλης Σ. Χατζηγάκης Ν
Ἀργ. Κανταρτζῆς ΝΚ. Ζωγλοπίτης Ν
Εὐάγ. Σταμούλης ΝἈθ. Καζαμπάκας
Ν. Κοκωσλῆς Γ. Φραγκίδης Ν
Ἰω. Παπαδόπουλος ΝΑ. Τακιατζῆς Ν
Κωνστ. Μαρκίδης ΝΓ. Τάκης Ν
Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος Ν. Ταρμπάζης Ν
Δημ. Κουτσουμπλῆς ΝΖ. Φαλιάγκας
Εὐθ. Μπατζιᾶς ΝΣταμάτ. Μπουντούρης Ν
Ἀναστ. Ζαρμάνης ΝΘεόδωρος Γκίκας Ν
Ἀχιλ. Λογιωτάτου ΝἈνάργ. Σιμόπουλος Ν
Σωτήριος Σωτηρόπουλος Κ. Χαλκιόπουλος
Κ. Κουμουνδοῦρος ΝὈδυσσεὺς Πετρόπουλος Ν
Περικλῆς Πεῤῥωτὴς Ν. Κοντογιάννης
Δημήτρ. Τζάνες ΝἈλκ. Παπαλουκᾶς Ν
Περικλῆς Μποῦτος Γεώργ. Λιδωρίκης
Παναγ. Σάκκης ΟΚ. Χατζῖσκος Ν
Νικόλ. Παπαλέξης ΝΔημήτρ. Ζουλούμης Ν
Νικόλ. Μισυρλῆς Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος
Ν. Καράπαυλος ΝΘεμιστοκλῆς Κανάρης

§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 100. Ἐκ τούτων 90 εἶπον Ναὶ καὶ 10 εἶπον Ὄχι. Ἑπομένως ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ οἰκοδομῆς δημοσίου κτιρίου πρὸς ἐνοίκησιν τοῦ Διαδόχου. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;

§83ΡΑΛΛΗΣ. Οἱ δέκα, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν κατὰ τοῦ πρώτου νομοσχεδίου, νομίζω, ὅτι εἶχον μίαν ἰδέαν καὶ περὶ τῶν τριῶν, ὅτι ἐνόουν νὰ δώσουν ψῆφον ἀρνητικὴν καὶ κατὰ τῶν τριῶν νομοσχεδίων, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραξαν ἀμέσως ἐξ ἀρχῆς, διότι ὁ Κανονισμὸς τοὺς ἐμποδίζει, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἑνωθῶσι τὰ νομοσχέδια.

§84ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν αὐτὴν δήλωσιν, καίτοι περιττὴν, ποιοῦμαι καὶ ἐγὼ, ὅτι δοὺς ψῆφον ἀρνητικὴν διὰ τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, τὴν αὐτὴν θέλω δώσει καὶ διὰ τὰ δύο ἄλλα.

§85ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ, εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ οἰκοδομῆς ἀνακτόρου, μετὰ τὰς λέξεις «ἐπὶ ἐθνικοῦ γηπέδου» νὰ τεθῇ «ἐκτὸς τῶν σταύλων».

§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι περιττὸν, διότι τὸ γήπεδον, ἐφ’ οὗ θὰ ἐγερθῇ, εἶναι προσδιωρισμένον, εἶναι τὸ γήπεδον τὸ ἄνωθεν τοῦ λαχανοκήπου, ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Ἡρώδου τοῦ Ἀττικοῦ.

§87ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Τὸ μέγαρον τοῦτο δὲν εἶναι προσωπικόν.

§88ΠΟΛΛΟΙ. Βεβαίως. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον περὶ Βασιλικῆς χορηγίας). Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 9 μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 9
2τῆς 13 Μαρτίου 1889.
3(Δευτέρα).
4Ὥρα 3 μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται
6τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΡΙΚΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν σύμβασιν, τὴν μεταξὺ τοῦ Δη-
8μοσίου καὶ τῆς Ἑταιρίας, ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὴν κατασκευὴν
9τοῦ σιδηροδρόμου Πατρῶν–Πύργου, ῥητῶς ὑπεχρεώθη αὕτη
10ν’ ἀνεγείρῃ σταθμὸν ἐν Πάτραις εἰς ὡρισμένον μέρος. Τὸ
11Δημόσιον μάλιστα ἀπεζημίωσε τὸ οἰκόπεδον· ἐν τούτοις
12σταθμὸς δὲν ἐγένετο, οἱ δὲ ἐπιβάται, οἱ ὁποῖοι ἀριθμοῦνται
13εἰς πολλοὺς, μένουσιν ἐκτεθειμένοι εἰς τὴν ἐπήρειαν τῆς
14ἀτμοσφαίρας. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
15Ἐσωτερικῶν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν παράκλησίν μου ταύ-
16την, καὶ νὰ προσκαλέσῃ τὴν Ἑταιρίαν, νὰ συμμορφωθῇ μὲ
17τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως.
18§2ΣΑΚΚΗΣ. Πρὸ μηνὸς περίπου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
19Ἐσωτερικῶν ἐξέδωκε διαταγὴν, δι’ ἧς ἐπέτρεψεν εἰς πολλὰ
20ταχυδρομικὰ γραφεῖα τὴν ἔκδοσιν ταχυδρομικῶν ἐπιτα-
21γῶν, ἐπέτρεψε δὲ τοῦτο καὶ εἰς πόλεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχου-
22σιν ἀνάγκας, παρέλειψεν ὅμως ἄλλας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι καὶ
23ἐμπόριον καὶ πληθυσμόν. Καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ Κορώνη, ἧς
24οἱ κάτοικοι ἐργάζονται εἰς ἄλλα μέρη καὶ δὲν ἔχουσι τὸ
25μέσον νὰ στέλλωσι χρήματα εἰς τὰς οἰκογενείας των. Θὰ
26παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ
27ἐπεκτείνῃ τὸ εὐεργέτημα τοῦτο καὶ εἰς τὴν Κορώνην.
28§3ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ περὶ
29ἐκδόσεως ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν καὶ παρὰ τοῦ ταχυδρο-
30μείου Κορώνης Διάταγμα εἶναι ὑπογεγραμμένον, καὶ ἡ σύ-
31στασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐπῆλθε βραδέως.
32§4ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Κατα-
33θέτω τὰς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤ-
34λιδος ζητηθείσας ἐγγράφους παραιτήσεις τῶν ἀρχιερέων Σύ-
35ρου καὶ Τριφυλίας ἀπὸ τῆς ἐνασκήσεως τῶν καθηκόντων
36αὐτῶν ὡς μελῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὑποβληθείσας εἰς τὸ
37Ὑπουργεῖον τῇ 10 τρέχοντος μηνός.
38§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατεθέσατε καὶ τὸ Βασιλικὸν
39Διάταγμα, δι’ οὗ ἐγένοντο δεκταὶ αἱ παραιτήσεις αὗται;
40§6ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸ ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς
41Κυβερνήσεως.
42§7Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐπειδὴ ἐν τῇ ὑποβληθείσῃ παρὰ
43τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν καταστάσει δὲν εἶναι
44ἀναγεγραμμένα καὶ τὰ ὀνόματα τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωμα-
45τικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουρ-
46γὸν, νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ ὀνόματα τούτων,
47καθὼς καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ χρησιμεύσαντα πρὸς
48ἐκδίκασιν τῶν αἰτήσεων θεραπείας αὐτῶν ἐνώπιον τοῦ Ἀνα-
49θεωρητικοῦ Συμβουλίου.
50§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν εἶχον λάβει ἀφορ-
51μὰς, αἵτινες με ἠνάγκαζον νὰ ἀπασχολήσω καὶ αὖθις τὴν
52Βουλὴν, ἐλέγχων διαφόρους πράξεις τοῦ Ὑπουργείου ἐπὶ τοῦ
53τελευταῖον προκύψαντος ἀκατανοήτως καὶ ἀδοκήτως σκαν-
54δάλου, κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἱερᾶς Συ-
55νόδου πρὸς γνωμοδότησιν διὰ τὸν Ἱεράρχην, ὅστις ἔμελλε
56νὰ κληθῇ ἐπὶ τὸν Μητροπολιτικὸν θρόνον τῶν Ἀθηνῶν.
57Δυστυχῶς κακοδιαθεσία ἐπελθοῦσα μὲ ἠνάγκασε νὰ ἀνα-
58βάλω τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος τούτου, ἐν τῷ με-
59ταξὺ δὲ προέκυψαν καὶ νέαι πράξεις κυβερνητικαὶ, αἵτινες
60μοὶ ἐπιβάλλουσιν ἀναποφεύκτως τὴν ἐκπλήρωσιν αὐτοῦ.
61Διὰ τοῦτο, εἰ καὶ δὲν εἶμαι ἐντελῶς ὑγιὴς, ἠναγκάσθην νὰ
62ἔλθω εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ἐκπληρώσω τὸ καθῆκον τοῦτο.
63Εἶπον, ὅτι τὰ προκύψαντα κατὰ τὴν γνωμοδότησιν τῆς
64Ἱερᾶς Συνόδου περὶ τοῦ μέλλοντος νὰ κληθῇ εἰς τὸν Μητρο-
65πολιτικὸν θρόνον ἦσαν ἀδόκητα, κρίνων δ’ αὐτὰ νῦν, ὅτε
66ἐξετελέσθησαν, εὑρίσκω, ὅτι δὲν ἦσαν οὐδὲ ἀναγκαῖα, ἀλλ’
67ὅτι ἀκατανοήτως ἐπῆλθον ἄνευ ἀνάγκης τινὸς, καὶ μόνον
68διότι οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ ἐποιήσαντο χρῆσιν μέσων ἐναν-
69τίον τοῦ καθήκοντος αὐτῶν, διότι δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ
70ποιήσωνται χρῆσιν αὐτῶν, οὐδ’ ὡς Ὑπουργοί, οὐδὲ πρὸς
71τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἐποιοῦντο χρῆσιν αὐτῶν.
72Προκειμένης τῆς πληρώσεως τοῦ Μητροπολιτικοῦ θρόνου,
73κατὰ τὸ καθεστὸς θετικὸν δίκαιον τῆς χώρας, ἡ γνώμη τῶν
74κυβερνώντων ἤθελε πάντως ἐπικρατήσει· καὶ ἐν ᾗ ἂν περι-
75πτώσει ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἤθελε γνωμοδοτήσει ὑπὲρ Ἱεράρ-
76χου, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔκρινεν ἄξιον, ἡ γνώμη
77τῆς Κυβερνήσεως ἤθελε πάντως ἐπικρατήσει, διότι ἡ νομο-
78θεσία ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν πολιτικὴν ἀρχὴν νὰ ἀρνῆ-
79ται νὰ ἐγκρίνῃ τὴν γνωμοδότησιν, τὴν ὁποίαν ἡ Σύνοδος
80ἤθελε προβάλει ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις, ποιουμένη χρῆσιν
81λογικὴν τοῦ δικαιώματος τούτου, ἠδύνατο ἐπὶ τέλους νὰ
82φθάσῃ εἰς τὴν ἔγκρισιν ἐκείνου τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον
83αὐτὴ ὑπελάμβανεν ὡς κατάλληλον, διὰ νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς
84τὸν θρόνον τοῦ Μητροπολίτου. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι οὐδὲ
85ἀνάγκη ὑπῆρχεν, ἵνα ἡ Κυβέρνησις ποιήσηται χρῆσιν τῶν
86μέσων, ὧν ἐποιήσατο χρῆσιν ἐπὶ διαταράξει τῶν συνειδή-
87σεων τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἐπὶ δημιουργίᾳ
88σκανδάλου, τὸ ὁποῖον εὐκταῖον εἶναι πάντως νὰ προσπαθῶ-
89μεν νὰ ἀποφεύγωμεν, οὐ μόνον διὰ τὰ ἐν τῷ Βασιλείῳ συμ-
90φέροντα, τὰ ὁποῖα διὰ τοιούτου σκανδάλου ζημιοῦνται καὶ
91ἀναιροῦνται, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ μεγάλα ἐκτὸς τοῦ Βασιλείου
92συμφέροντα τῆς πατρίδος.
93Δυστυχῶς ὅμως ἡ διαγωγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησια-
94στικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἦτο οὐ μόνον μὴ προσήκουσα,
95ἀλλὰ καὶ ὑποδεεστέρα τῆς σοβαρότητος τοῦ ζητήματος,
96ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκαλεῖτο νὰ διεξαγάγῃ τὰς
97μετὰ τῆς Ἐκκλησίας σχέσεις τῆς Πολιτείας. Ἡ ἀνοχὴ μάλι-
98στα αὐτοῦ, ἄν ἀνοχὴ μόνον ὑπῆρξε, πρὸς τὰ ὄργανα, τὰ
99διαπράττοντα τὴν ἐπικοινωνίαν τῆς Πολιτείας μετὰ τῆς
100Ἐκκλησίας, ἡ ἀνοχὴ λέγω αὕτη ἦτο ἀξία τῆς ἀποδοκι-
101μασίας τῆς Βουλῆς. Εἶπον, ὅτι ἡ πολιτεία τοῦ Ὑπουργοῦ
102τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἦτο ὑποδεεστέρα τῆς σοβαρότητος
103τοῦ ζητήματος, καὶ ποιοῦμαι τοιοῦτον τὸν χαρακτηρισμὸν
104μετὰ πάσης προσοχῆς καὶ μετὰ πάσης ἐπιεικείας, διότι ὤ-
105φειλον ἴσως νὰ ποιήσωμαι χρῆσιν χαρακτηρισμοῦ αὐστηρο-
106τέρου, ὁποῖος προσῆκεν εἰς τὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργοῦ, τοῦ
107διεξαγαγόντος ἐν ὀνόματι τῆς Πολιτείας τὰς εἰρημένας σχέ-
108σεις μετὰ τῆς Ἐκκλησίας.
109Καὶ ὄντως, ὁ Ὑπουργὸς, κληθεὶς ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου,
110ἵνα δώσῃ πληροφορίας, ἀφηγήθη ὡς λαβόντα χώραν, συμ-
111βεβηκότα μὴ ὑπάρξαντα, διότι οὐ μόνον δὲν ὡμολόγησεν,
112ἀλλὰ διαψεύδει ταῦτα ὁ Βασιλικὸς παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ
113Ἐπίτροπος ἐν τῇ κατατεθείσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐκθέσει του.
114Ἑπομένως, ἄν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, πρὶν ἢ
115ἐξακριβώσῃ καλῶς τὰ γενόμενα, ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλὴν πλη-
116ροφορίας ἀλλοίας, κατεδήλωσε βεβαίως μεγάλην κουφότητα,
117ἐὰν δὲ ἐν γνώσει ἀφηγήθη τὰ πράγματα ἄλλως, καὶ οὐχὶ
118ὡς συνέβησαν, περιέπεσεν εἰς σφάλμα, τὸ ὁποῖον μοὶ δίδει
119τὸ δικαίωμα νὰ χαρακτηρίσω αὐτὸν διὰ χαρακτηρισμοῦ
120αὐστηροτέρου ἐκείνου, τοῦ ὁποίου χρῆσιν ἐποιησάμην. Ὁ κ.
121Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν διεβεβαίωσε τὴν Βουλὴν,
122ὅτι δὲ ὑπῆρξε διακοπὴ τῆς συνεδριάσεως κατὰ τὴν ἡμέραν
123ἐκείνην, ἐνῷ ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος ὁμολογεῖ, ὅτι διεκόπη ἡ
124συνεδρίασις. Ὅσα ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν ἐδη-
125μοσιεύθησαν διὰ τῆς «Ὥρας», τῆς ὁποίας τὴν ἀκρίβειαν δὲν
126ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἀμφισβητήσῃ· ἐκ τῆς ἐφη-
127μερίδος δὲ ταύτης λαμβάνω τὸ μέρος τοῦ λόγου τοῦ Ὑπουρ-
128γοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ ἀναγινώσκω ὑμῖν (ἀναγι-
129νώσκει): «Ἀνεχώρησε λοιπὸν ὁ Προεδρεύων χωρὶς νὰ δια-
130»λύσῃ τὴν συνεδρίασιν, χωρὶς νὰ συνταχθῇ πρακτικὸν τῶν
131»κατὰ τὴν συνεδρίασιν λεχθέντων. Ἐπῆλθε μικρά τις δια-
132»κοπὴ, καὶ μετὰ τὴν διακοπὴν ταύτην τὰ μέλη ἐκεῖνα,
133»τὰ ὁποῖα εἶχον πολεμήσει τὴν περὶ ἀναβολῆς πρότασιν,
134»ἐνόμισαν, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Καταστατικοῦ, τοῦ διέ-
135»ποντος τὰ τῆς Συνόδου, εἶχον δικαίωμα νὰ ἐξακολουθή-
136»σωσι τὴν συνεδρίασιν.» Καὶ κατωτέρω: «ἐξηκολούθησεν
137»ἡ συνεδρίασις, καὶ τὰ μέλη τῆς Συνόδου ἐξέφερον γνώμην
138»περὶ τοῦ Ἱεράρχου, τοῦ μέλλοντος νὰ καθέξῃ τὴν κενὴν
139»κατὰ τὸ ἔγγραφον ἕδραν.» Ἀλλ’ ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος,
140κατὰ τὸ μνημονευθὲν ἔγγραφον αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἐδημο-
141σιεύθη καὶ διά τινος ἐφημερίδος, ὑπουργικῆς καὶ ταύτης,
142ἀφηγεῖται τὰ πράγματα ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει ἐκ τῆς
143«Παλιγγενεσίας»): «Καὶ τὴν μὲν ἕδραν τοῦ Προέδρου
144»κατέλαβεν ὁ Σ. Ἀρχιεπίσκοπος Μεσσηνίας, συμφώνως
145»πρὸς τὸν νόμον, ἀπεφασίσθη δ’ ὁμοφώνως ἡ ἐνέργεια τῆς
146»ἐκλογῆς. Ἀλλ’ ἐγώ, φρονῶν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ πρω-
147»τίστως νὰ ἐπιτευχθῇ ὁμόφωνος, εἰ δυνατόν, ὑπὸ πάντων τῶν
148»μελῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἐκλογὴ τοῦ ἡμετέρου Πρωθιεράρ-
149»χου, ἔκρινα καθῆκόν μου νὰ προκαλέσω τὴν διακοπὴν τῆς
150»συνεδριάσεως, μέχρις οὗ συνεννοηθῶ πρὸς ὑμᾶς. Δυστυχῶς
151»ὅμως δὲν ἠδυνήθην νὰ σᾶς συναντήσω, ἐπανελθὼν δ’ εἰς τὸ
152»κατάστημα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, εὗρον μόνον τὸν προε-
153»δρεύοντα Σ. Ἀρχιεπίσκοπον Μεσσηνίας, καὶ παρ’ αὐτοῦ
154»ἔμαθον, ὅτι οἱ λοιποὶ Συνοδικοὶ μετέβησαν εἰς τὴν οἰκίαν
155»τοῦ Σ. Ἐπισκόπου Ὕδρας, μέλλουσι δὲ νὰ ἐπανέλθωσι μετ’
156»ὀλίγον. Ἐπανελθόντων δὲ τούτων, προσκλήσει τοῦ Προε-
157»δρεύοντος, ἐπανελήφθη ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις, καὶ ἤρ-
158»ξατο ἡ ἐκλογή....»
159Περιέπεσε λοιπὸν ἢ δὲν περιέπεσεν εἰς ἀνακριβείας ἐν τῇ
160πρὸς τὴν Βουλὴν ἀφηγήσει τῶν γενομένων ὁ ἐπὶ τῶν Ἐκ-
161κλησιαστικῶν Ὑπουργός; Ἀλλὰ περιέπεσεν ἐξ ἀπροσεξίας
162ἢ ἐκ προμελέτης; Δυστυχῶς αὐτὰ τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα
163μετὰ ταῦτα ἐνδεικνύουσιν, ὅτι ἐν γνώσει περιέπεσεν εἰς τὴν
164ἀνακρίβειαν ταύτην. Ὁ Ὑπουργὸς εἶχεν ἀνάγκην νὰ ὑπο-
165τιμήσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἓν τῶν μελῶν τῆς
166Ἱερᾶς Συνόδου, τὸ σεβασμιώτατον Ἀρχιεπίσκοπον Σύρου,
167Τήνου καὶ Μήλου κ. Μεθόδιον, καὶ παρέστησεν εἰς τὴν
168Βουλήν, ὅτι ἡ συνεδρίασις ἐξηκολούθει ἄνευ διακοπῆς, ἵνα
169καταγγείλῃ τὸν Ἱεράρχην Σύρου, Τήνου καὶ Μήλου, ὡς
170αὐτογνωμόνως ἀπελθόντα ἐκ τῆς συνεδριάσεως, καὶ αὐθαι-
171ρέτως ἀποσχόντα τῶν καθηκόντων αὐτοῦ. Παρέβαλε μάλι-
172στα τὴν ἀποχώρησιν αὐτοῦ ταύτην πρὸς τὴν ἀποχώρησιν
173τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλήν, χλευά-
174ζων εἴτε ὑβρίζων τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι ἡ πτέρυξ αὕτη
175δὲν θέλει εὑρεῖ ἐπιλήψιμον τὴν ἀποχώρησιν τοῦ Ἱεράρχου
176Σύρου, Τήνου καὶ Μήλου. Καὶ διὰ μὲν τὰς πρὸς τὴν Ἀντι-
177πολίτευσιν ὕβρεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δὲν
178κρίνω ἄξιον ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν. Εἰσὶ τοσοῦτον
179ἀνάρμοστοι, καὶ τοσοῦτον ἀπογεγυμνωμέναι πάσης ἀλη-
180θείας, ὥστε ἡ Ἀντιπολίτευσις δύναται ἑκάστην τῶν ἐκτο-
181ξευθεισῶν κατ’ αὐτῆς ὕβρεων νὰ προσίδῃ μετὰ βλέμματος,
182δηλοῦντος ἴσην περιφρόνησιν. Δὲν περιεφρονήσαμεν ἐπίσης
183τὰς ὕβρεις, τὰς ὁποίας ὁ Πρωθυπουργὸς ἐξετόξευσε κατὰ
184τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτε αὕτη ἀπεχώρησε κατὰ τὸ 1887
185τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς; Δὲν ὕβριζε τὰ μέλη τῆς
186Ἀντιπολιτεύσεως ἱεροσύλους; Διατὶ νὰ μὴ ὑβρίσῃ ἡμᾶς καὶ
187ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν; Ἔσπευσε καὶ οὗτος
188νὰ εἴπῃ προχθὲς πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡμεῖς θέλομεν συμ-
189παθήσει πρὸς τὸν μνημονευθέντα ἀνωτέρω Ἱεράρχην, διότι
190οὗτος οὐδὲν ἔπραξεν ἢ τὸ ἄτοπον, ὅπερ ἐπράξαμεν καὶ ἡμεῖς.
191Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δὲν ἐδίστασε νὰ πρά-
192ξῃ, ὅ,τι ἐσύμφερεν εἰς αὐτόν, ῥίψας εἰς τὴν πήραν, τὴν ὄπι-
193σθεν τῶν ὤμων αὐτοῦ ἀνηρτημένην, πᾶσαν τὴν ἱστορίαν
194τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ κατὰ τὸ 1887 Προϋπολογισμοῦ, τὴν
195ἱστορίαν, ἡ ὁποία παρέσχεν, οὐχὶ τὸ συνταγματικὸν δι-
196καίωμα, ἀλλὰ τὸ καθῆκον εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, νὰ ἀπο-
197χωρήσῃ τῶν συνεδριάσεων, ἀφοῦ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς
198ἐνέκρινε τὴν ἀντισυνταγματικὴν διαγωγὴν τῆς πλειοψηφίας
199τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἂν ἡμεῖς συνει-
200θίσαμεν νὰ ὑβριζώμεθα, περιφρονήσαντες τοὺς ὑβριστὰς ἡμῶν
201καὶ προσδοκῶντες, ὅτι ἡμέραν τινὰ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει
202διδάξει αὐτούς, ὅτι αἱ ὕβρεις δὲν ἀρκοῦσιν, ἵνα καλύψωσι
203τὰς παραβάσεις τῶν νόμων, οὐδ’ αἱ ἀτάσθαλοι φωναὶ αὐτῶν
204νὰ δικαιολογήσωσι τὰς καταστρατηγήσεις καὶ τὰς νοθείας
205τοῦ πολιτεύματος, δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται ὅμως νὰ ἀνεχθῶμεν
206ὕβρεις, ἐκτοξευθείσας κατὰ τῶν Ἱεραρχῶν τῆς Ἐκκλησίας
207τῆς πατρίδος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ
208ὁποῖος οὐ μόνον δικαίωμα δὲν ἔχει νὰ ὑβρίζῃ αὐτοὺς, οὐ
209μόνον δικαίωμα δὲν ἔχει νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῶν πράξεων ἢ τῶν
210παραλείψεων αὐτῶν, ἀποτελούντων κατὰ τὸ θετικὸν δί-
211καιον τῆς χώρας, τὴν ὑπερτάτην Ἐκκλησιαστικὴν ἀρχήν,
212ἀλλ’ ὀφείλει νὰ ἐπιδεικνύῃ εὐλάβειαν πρὸς αὐτούς. Ἄν οἱ
213Ἱεράρχαι, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ἤθελον παρα-
214βῆ τὰ πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν καθήκοντα αὑτῶν, ἡ ἁρμοδία
215Ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ ἠδύνατο νὰ καταγγείλῃ αὐτοὺς εἰς τὴν
216Κυβέρνησιν, ἥτις δικαίωμα εἶχε νὰ ἐνεργήσῃ, καθ’ ὃν διέ-
217γραψεν ἡ νομοθεσία τρόπον, πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν παρα-
218βάσεων τῶν μελῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἐὰν δὲ τὰ μέλη
219τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἤθελον παραβῆ τοὺς καθεστῶτας πολι-
220τικοὺς νόμους, ἤθελον περιπέσει εἰς πράξεις ἀξιοποίνους, ἡ
221Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ καταγγείλῃ αὐτοὺς ἐνώπιον τῆς
222εἰδικῆς δικαιοδοσίας, τὴν ὁποίαν ἡ νομοθεσία ἐδημιούργη-
223σεν, εὐλαβουμένη αὐτὴ τὸ σχῆμα τῶν Ἱεραρχῶν τῆς Ἐκ-
224κλησίας. Οὐδεὶς ἀληθῶς νόμος ἐπιτρέπει εἰς τὸν Ὑπουργὸν
225τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ ὁμιλήσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς
226Βουλῆς ἀνευλαβῶς περὶ Ἱεραρχῶν, ἐν ᾧ αὐτοὶ δὲν εἶχον δια-
227πράξει τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας ἰσχυρίζετο ὅτι εἶχον πράξει,
228διότι δὲν εἶχεν ἀποχωρήσει τῆς συνεδριάσεως τῆς Συνόδου ὁ
229Ἀρχιεπίσκοπος Σύρου καὶ Τήνου, ὡς μετὰ τρόπου ἀνευλα-
230βοῦς πρὸς αὐτὸν ἀφηγήθη ὁ Ὑπουργὸς πρὸς τὴν Βουλήν,
231ἀλλ’ εἶχε λύσει τὴν συνεδρίασιν, ἧς προήδρευε κατὰ τὴν
232ἡμέραν ἐκείνην, ὡς Πρόεδρος τῆς Συνόδου· ἀλλὰ καὶ ἂν εἶχον
233διαπράξει τὰς ἀποδοθείσας εἰς αὐτοὺς πράξεις, οὐδὲ τότε
234ἠδύνατο νὰ ὁμιλήσῃ ἀνευλαβῶς, οὐδ’ ἄν εἶχον παρ’ αὐτῶν
235διαπραχθῆ ἀξιόποινοι πράξεις, οὐδὲ τότε ἀκόμη ἐπετρέπετο
236αὐτῷ τοιαύτη ἀτάσθαλος γλῶσσα, πρὶν ἢ ἡ δικαιοσύνη τῆς
237πατρίδος ἀποφανθῇ περὶ αὐτῶν.
238Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἶχεν αἰσθανθῆ
239τὴν ἀνάγκην νὰ ἀνακουφίσῃ τὰ στέρνα του ἀπὸ τῆς ὀργῆς,
240τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐγείρει ἐν αὐτοῖς ἡ διχογνωμία τοῦ Ἀρχιε-
241πισκόπου Σύρου. Συνειθίζουσιν οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ἀγανακτῶ-
242σιν εὐθὺς, ὡς προσκόψωσί που, καὶ ἀφίνονται εἰς τὸ πάθος
243τῆς ὀργῆς, ὅταν αἱ γνῶμαι αὐτῶν ἀναστέλλωνται ἀπὸ ἀν-
244τιῤῥήσεις τῶν ἀτόμων. Ὀργίζονται κατὰ τῶν ἀτόμων, καὶ
245προσπαθοῦσι νὰ ζημιώσωσι τὰ συμφέροντα αὐτῶν, ἂν ἔχωσι
246τοιαῦτα ἐκκρεμῆ ἐνώπιον τῆς Διοικήσεως, ὅπως ὑποτάξωσι
247τὰς γνώμας τῶν ἀτόμων τούτων εἰς τὴν ἰδίαν αὐτῶν γνώ-
248μην. Ὠργίσθησαν καὶ κατὰ τῶν Ἱεραρχῶν, αἱ ἀντιῤῥήσεις
249τῶν ὁποίων ἀνέστειλαν τὴν ἄμεσον πραγματοποίησιν τῆς
250ἐπιθυμίας των, καὶ ἐξετράπησαν εἰς τὴν ἀνευλαβῆ μνείαν,
251ἣν ἐποιήσαντο περὶ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἂν οὕτω διεξάγωσι τὰς
252σχέσεις των πρὸς τοὺς πολίτας κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν
253διοικητικῶν ἢ κυβερνητικῶν καθηκόντων των, δυνάμεθα νὰ
254σιωπήσωμεν, βλέποντες αὐτοὺς οὕτω προσφερομένους καὶ
255πρὸς τοὺς Ἱεράρχας τῆς πατρίδος μας; Ἠσθάνθη ὁ Ὑπουρ-
256γὸς ὀργὴν κατὰ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σύρου καὶ Τήνου,
257διότι οὗτος ἐπέμεινε νὰ μὴ ἀποφασισθῇ αὐθημερὸν κατὰ
258τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην τὸ Μητροπολιτικὸν ζήτημα, καὶ
259ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν, ὅπως ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην του περὶ
260ἀναβολῆς. Ἐνθυμεῖσθε δὲ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἀφηγήθη εἰς τὴν
261Βουλὴν, ὅτι ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος ἐκάλεσε τὴν Σύνοδον,
262ἵνα γνωμοδοτήσῃ περὶ τοῦ ὑποψηφίου διὰ τὸν Μητροπολι-
263τικὸν θρόνον, ὁ δὲ Ἀρχιεπίσκοπος Σύρου καὶ Τήνου ἐζήτησε
264τὴν ἀναβολὴν διὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον, ἐπειδὴ δὲ ὁ Βασι-
265λικὸς Ἐπίτροπος ἀντέστη εἰς τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς,
266ἐναντίον τῶν καθηκόντων του,—διότι οὐδὲν εἶχε δικαίωμα—
267καὶ τὰ ἄλλα μέλη τῆς Συνόδου ἐφαίνοντο ἀποκλίνοντα εἰς
268τὴν γνώμην τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος
269Σύρου καὶ Τήνου, προεδρεύων, ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν. Ἕνεκα
270τούτου ὠργίσθη ὁ Ὑπουργὸς, διότι δὲν ἐπραγματοποιήθη
271ἡ ἐπιθυμία τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, ὅπως ἀποφασίσῃ ἡ
272Ἱερὰ Σύνοδος κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν περὶ τοῦ ὑποψηφίου
273Μητροπολίτου.
274Ἀλλ’ ἡ ὀργὴ τοῦ Ὑπουργοῦ εἶχε καὶ ἕτερον λόγον,
275διότι ἕνεκα τῆς ὑπὸ τοῦ σεβασμιωτάτου Ἀρχιεπισκόπου
276Σύρου καὶ Τήνου ἀπαγγελθείσης λύσεως τῆς συνεδριά-
277σεως ἐπῆλθον τὰ μετὰ τοῦτο λαβόντα χώραν ἄτοπα,
278ὅτε ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος ἔτρεχε, ζητῶν ὁδηγίας ἀπὸ
279τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἀφοῦ ἔλαβεν αὐτὰς, ἔτρεχεν ἀσχο-
280λούμενος νὰ περισυλλέξῃ τὰ μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἀπὸ
281τὰς ἰδιωτικὰς οἰκίας, ἐν αἷς διέτριβον, καὶ νὰ ἐπανα-
282γάγῃ ταῦτα εἰς τὸ κατάστημα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καὶ διὰ
283τοῦ σπασμωδικοῦ καὶ ἀνευλαβοῦς πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν
284τῆς Ἐκκλησίας τρόπου, ὃν μετῆλθε, νὰ ταράξῃ τὴν συνεί-
285δησιν τῶν πολιτῶν. Καὶ προέτεινεν ἀληθῶς ὁ Ὑπουργὸς
286τῶν Ἐσωτερικῶν περίεργον δικαιολογίαν τῆς ἀστυνομικῆς
287ἀναμίξεως εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, εἰπὼν εἰς τὴν Βουλὴν,
288ὡς ἂν διελέγετο πρὸς βρέφη ἢ πρὸς μειράκια, ὅτι ὁ Βασι-
289λικὸς Ἐπίτροπος σπεύδων, ἐπειδὴ δὲν εἶχεν ὄχημα πρόχει-
290ρον, ἐζήτησε καὶ ἔλαβε τὸ ὄχημα τοῦ Διευθυντοῦ τῆς
291Ἀστυνομίας, τὸ ὁποῖον παρέκειτο εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Συ-
292νόδου, καὶ διὰ τοῦτο ἐφάνη τρέχων ἐπὶ τοιούτου ὀχήματος.
293Ἀλλ’ αἱ αἰτιολογίαι αὗται δὲν ἁρμόζουσιν εἰς Ὑπουργοὺς,
294πιθανῶς δ’ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχε συνει-
295θίσει νὰ ποιῆται χρῆσιν τοιούτων, πρὶν ἢ εἰσέλθῃ εἰς τὴν
296πολιτικὴν, ὅτε ἠγωνίζετο ν’ ἀποκτήσῃ σχέσεις ἐν Μεγάροις
297καὶ ὑπερήσπιζεν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου τῶν Πλημμε-
298λειοδικῶν τοὺς μέλλοντας ἐντολεῖς του· ἔπρεπεν ὅμως νὰ
299συσταλῇ, προβάλλων εἰς τὴν Βουλὴν τοιαῦτα, ὅπως δικαιο-
300λογήσῃ πράξεις, αἵτινες, ἄσεμνοι καθ’ ἑαυτὰς, ἐξετελέ-
301σθησαν καὶ ἀσέμνως, προξενήσασαι ἀληθὲς σκάνδαλον ἐν
302ταῖς συνειδήσεσι τοῦ χριστεπωνύμου πληρώματος. Καὶ δὲν
303ἦσαν ἄσεμνοι πράξεις ἡ παρουσία ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Συ-
304νόδου τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσω-
305τερικῶν, καὶ ἡ παρουσία ἀστυνομικῶν κλητήρων ἐν τοῖς
306πέριξ; Πότε ἐτολμήθη παραπλήσιον ἐκείνου, ὅπερ ἐτελέσθη
307κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος ἔμελλε
308νὰ καλέσῃ τὴν Σύνοδον, ἵνα γνωμοδοτήσῃ περὶ τοῦ ὑπο-
309ψηφίου διὰ τὸν Μητροπολιτικὸν θρόνον;
310Τὰ γεγονότα, ὧν ἐμνήσθην μέχρι τοῦδε, ἀποτελοῦσι τὸ
311πρῶτον στάδιον τῆς κυβερνητικῆς ἐνεργείας. Τὸ ἑπόμενον
312ὅμως στάδιον μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἄξιον ὁμοίου χαρακτη-
313ρισμοῦ, διότι καὶ κατὰ τοῦτο οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ δὲν προ-
314σηνέχθησαν ὡς προσήκει εἰς Ὑπουργοὺς Ἕλληνας, ἐπὶ ζη-
315τήματος, ἀφορῶντος εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς ὑπερτάτης Ἀρ-
316χῆς, τῆς διοικούσης τὴν Ἐκκλησίαν. Ὅτε ὁ Ἱεράρχης
317Σύρου, Τήνου καὶ Μήλου καὶ μετ’ αὐτοῦ ὁ σεβασμιώτα-
318τος Ἐπίσκοπος Ὀλυμπίας καὶ Τριφυλίας ἀπέστειλαν τὰς
319παραιτήσεις των εἰς τὴν Κυβέρνησιν, αὕτη ἐτόλμησε νὰ με-
320τέλθῃ ἐπὶ τῶν Ἱεραρχῶν τούτων τακτικὴν, τὴν ὁποίαν δι-
321καιοῦμαι νὰ ὀνομάσω τακτικὴν ἐκβιασμοῦ. Καὶ ἀνεκοινώθη
322μὲν πρὸς τὴν Βουλὴν τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς
323τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀπηύθυνεν εἰς ἀπάντησιν τῆς παραι-
324τήσεως τῶν εἰρημένων Ἱεραρχῶν, αἱ ἐφημερίδες ὅμως τοῦ
325Ὑπουργείου ἐδημοσίευσαν καὶ διαφόρους πληροφορίας περὶ
326γνωμοδοτήσεως, τὴν ὁποίαν οἱ Νομικοὶ Σύμβουλοι ἐξέδω-
327καν ἐπὶ ζητήματος, προταθέντος αὐτοῖς, ἂν οἱ παραιτη-
328θέντες Ἱεράρχαι περιέπεσαν εἰς πρᾶξιν ἀξιόποινον, ὡς καὶ
329περὶ σκέψεων, αἵτινες ἀπασχολοῦσι τὴν Κυβέρνησιν, ἂν πρέ-
330πῃ νὰ καταγγείλῃ αὐτοὺς, ἐν ᾗ περιπτώσει αὐτοὶ δὲν ἤθε-
331λον ἀποσύρει τὰς παραιτήσεις των.
332Καὶ ὡς ἂν ἐπρόκειτο περὶ ἁπλῶν ἐκλογέων, τοὺς ὁποίους
333ἀπειλοῦσιν, ὅτι ἤθελον τοῖς ἀποστείλει τοὺς δημοσίους εἰσ-
334πράκτορας, ὅπως ἐκβιάσωσιν αὐτοὺς ν’ ἀποτίσωσιν, ὅσα ὀφεί-
335λουσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐὰν δὲν στέρξωσι νὰ ὑπο-
336στηρίξωσι τοὺς ὑποψηφίους των, ἢ ὡς ἂν ἐπρόκειτο περὶ
337κομματαρχῶν ἐν τοῖς δήμοις, τοὺς ὁποίους ἐζήτουν ν’ ἀπο-
338σπάσωσιν ἀπὸ τοὺς κομματικούς των φίλους, ὅπως τύχωσι
339τῆς συνδρομῆς αὐτῶν κατὰ τὰς ἐκλογάς, τὴν αὐτὴν μετῆλ-
340θον τακτικὴν καὶ ἐπὶ τῶν Σεβασμιωτάτων Ἱεραρχῶν, οἵτι-
341νες εἶχον ἀποστείλει τὰς παραιτήσεις των. Ἀρκεῖ ν’ ἀνα-
342γνώσω χωρίον ὑπουργικῆς τινος ἐφημερίδος, ἥτις διὰ τοῦ
343ὕφους, μεθ’ οὗ γράφεται, διαδηλοῖ, ὅτι ἐπροτιμήθη ἀπὸ τὸν
344κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως αὕτη χρησιμεύσῃ αὐτῷ πρὸς ἀνα-
345κοίνωσιν εἰς τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος τῶν περὶ τῶν δημο-
346σίων πραγμάτων γνωμῶν του. Ἀρκεῖ, λέγω, ν’ ἀναγνώσω
347τὸ εἰρημένον χωρίον τῆς μνημονευθείσης ἐφημερίδος, διότι,
348ἕνεκα τῶν ἐκτεθέντων, δὲν κρίνω ἀλλότρια τῶν διανοημά-
349των τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὰ παρ’ αὐτῆς δημοσιευόμενα. Διὰ
350τοῦτο ἐφελκύω καὶ τὴν ἡμετέραν προσοχὴν ἐπὶ ἐκείνων,
351τὰ ὁποῖα ἡ ἐφημερὶς αὕτη ἐδημοσίευσεν ἐπὶ τῶν παραιτή-
352σεων τῶν Σεβασμιωτάτων Ἱεραρχῶν. Ἐφημερίδες ἄλλαι
353ὑπουργικαὶ εἶχον δημοσιεύσει, ὅτι οἱ Νομικοὶ Σύμβουλοι
354εἶχον ἐν τῇ γνωμοδοτήσει των ἀποφανθῆ ξηρῶς καὶ ἄνευ
355αἰτιολογίας, δι’ ἑνὸς ναὶ, ἢ δι’ ἑνὸς ὄχι, λύσαντες τὰ ζη-
356τήματα, τὰ προβληθέντα αὐτοῖς ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν. Ἡ
357«Παλιγγενεσία» δ’ ἀπήντησεν εἰς τὰς εἰρημένας συναδέλ-
358φους της τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οὐχὶ ἓν ναὶ καὶ ἓν ὄχι,
359»οὐχὶ λακωνικώτατα εἶναι συντεταγμένη ἡ περὶ τῶν δύο
360»παραιτηθέντων Ἐπισκόπων χθεσινὴ γνωμοδότησις τῶν
361»Νομικῶν Συμβούλων, ὡς ἀνακριβῶς ἐπληροφόρησαν τὴν
362»συνάδελφον «Ἐφημερίδα». Ἡ γνωμοδότησις εἶναι μακρὰ,
363»μακροτάτη, καὶ λίαν ᾐτιολογημένη, περιέχουσα πάσας
364»τὰς σχετικὰς διατάξεις τῶν νόμων, δυνάμει τῶν ὁποίων
365»ἡ πρᾶξις τῶν δύο παραιτηθέντων Συνοδικῶν ἀποδεικνύε-
366»ται ἔκνομος, πρᾶξις ἀπειθείας πρὸς τοὺς νόμους τῆς Ἐκ-
367»κλησίας καὶ τῆς Πολιτείας, ἐπισύρουσα ἀναποφεύκτως
368»κατὰ τῶν δύο Ἐπισκόπων αὐστηρὰν ποινικὴν καταδίωξιν.
369»Τοιαύτη εἶναι ἡ γνωμοδότησις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου,
370»φέρουσα τὸ ἀπρόσβλητον κῦρος τῶν νόμων, οὓς δὲν ἐμελέ-
371»τησαν, φαίνεται, ἐν τῇ σπουδῇ τῆς ὑπερβασίας αὐτῶν οἱ
372»δύο Ἐπίσκοποι, καὶ πρὸς ταύτην φρονοῦμεν, ὡς εἴπομεν,
373»θὰ συμμορφωθῇ ἡ Κυβέρνησις, καθῆκον ἔχουσα νὰ ἐπιβάλῃ
374»εἰς πάντα τὴν πρὸς τοὺς κειμένους νόμους ὑποταγήν».
375Καὶ ἐν ἄλλῳ μέρει τοῦ αὐτοῦ φύλλου ἐδημοσίευσεν ἡ εἰρη-
376μένη ἐφημερὶς (ἀναγινώσκει): «Συνεπείᾳ τῆς γνωμοδοτή-
377»σεως ταύτης, τὸ Ὑπουργεῖον θέλει προβῆ, ὡς φρονοῦμεν,
378»εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν δύο Ἐπισκόπων, μετὰ τὴν τα-
379»χεῖαν δὲ δίκην καὶ καταδίκην αὐτῶν προσκληθήσονται
380»ἄλλοι Ἐπίσκοποι εἰς ἀναπλήρωσιν τῶν κηρυχθησομένων
381»ἐκπτώτων τοῦ ἀξιώματος αὐτῶν».
382Οἱ γράφοντες ἐν τῇ «Παλιγγενεσίᾳ» τὰ εἰρημένα εἰσὶν,
383ὡς φαίνεται, ἄνθρωποι, εἰς τοσοῦτον στενὰς μετὰ τῶν
384Ὑπουργῶν σχέσεις διατελοῦντες, ὥστε καὶ τὰ μυστήρια τῆς
385ὑπηρεσίας εἰσὶ προσιτὰ εἰς αὐτοὺς, καὶ τὰ διανοήματα τῆς
386Κυβερνήσεως γνωστὰ αὐτοῖς. Μυστήριον ἦτο ἐν τῇ ὑπηρε-
387σίᾳ ἡ γνωμοδότησις τῶν Νομικῶν Συμβούλων περὶ τοῦ
388ἀξιοποίνου ἢ μὴ τῆς παραιτήσεως τῶν Σεβασμιωτάτων δύο
389Ἱεραρχῶν, πρὶν ἢ ἡ Κυβέρνησις λάβῃ ὁριστικὸν ἐπὶ τούτου
390μέτρον, πρὶν ἢ ἡ Κυβέρνησις ἀποφασίσῃ, τί ἔμελλε νὰ πράξῃ
391περὶ αὐτῶν, ἀλλὰ τὸ μυστήριον τοῦτο ὑπεχώρησε πρὸ τῶν
392συντακτῶν τῆς «Παλιγγενεσίας», καὶ αὐτοὶ ἔλαβον ἐν χερσὶ
393τὰς γνωμοδοτήσεις τῶν Νομικῶν Συμβούλων, καὶ ἀνέγνων
394αὐτὰς, καὶ εὗρον, ὅτι δὲν ἔλυον τὰ προβληθέντα ζητήματα
395οἱ Νομικοὶ Σύμβουλοι δι’ ἑνὸς ξηροῦ ναὶ, ἢ δι’ ἑνὸς ξηροῦ
396ὄχι, ἀλλὰ ἔλυον αὐτὰ ἠτιολογημένως, καὶ εὗρον οἱ συντά-
397κται τῆς «Παλιγγενεσίας», ἀναγινώσκοντες, τὴν γνωμοδό-
398τησιν τῶν Νομικῶν Συμβούλων, ὄχι μόνον ἠτιολογημένην,
399ἀλλὰ καὶ εὔλογα περιέχουσαν ἐπιχειρήματα, πρὸς ἃ ἡ Κυ-
400βέρνησις ὀφείλει νὰ συμμορφωθῇ, διότι, ἐὰν δὲν ἤθελε συμ-
401μορφωθῆ, ἤθελε παραβῆ βεβαίως τὸ καθῆκον αὐτῆς. Ἡ
402τακτικὴ αὕτη εἶναι εἰθισμένη, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε εὑρίσκο-
403μεν αὐτὴν ἐν χρήσει μόνον εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς προδρό-
404μους, κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, ὅταν οἱ μικροὶ
405ψηφοθῆραι ἠπείλουν τοὺς ἐκλογεῖς, καὶ ἐζήτουν νὰ ἐκπτοή-
406σωσιν αὐτοὺς, νὰ ἐκβιάσωσιν αὐτοὺς, ὅπως δώσωσι ψῆφον
407ἐναντίον τῶν συνειδήσεών των, ἢ ἐναντίον τῶν πολιτικῶν
408ὑποχρεώσεων καὶ δεσμῶν, οἵτινες εἶχον συνδέσει αὐτούς. Εὑ-
409ρίσκομεν τὴν τακτικὴν ταύτην ἐν χρήσει τῶν μικρῶν ἐκεί-
410νων ὑπαλληλίσκων, οἵτινες ἐν ταῖς ἐπαρχίαις φιλοτιμοῦνται
411νὰ προσφέρωσιν ὑπηρεσίας εἰς τοὺς πάτρωνάς των, καὶ οἵτι-
412νες μετακαλοῦνται παρ’ ἑαυτοῖς κομματάρχας, ἤτοι ἄνδρας
413ἐπηρεάζοντας τοὺς ἐκλογεῖς, μετέρχονται πᾶν μέσον ἀπειλῆς,
414ὅπως πτοήσωσιν αὐτοὺς, ὅπως ἐκβιάσωσιν αὐτοὺς νὰ διαῤῥή-
415ξωσι τοὺς πολιτικοὺς δεσμοὺς, τοὺς ὁποίους εἶχον συνδέσει
416μετὰ τῶν διαφόρων ὑποψηφίων τῶν ἐκλογικῶν ἐκείνων περι-
417φερειῶν. Ἀλλὰ τὴν τακτικὴν ταύτην, ἐφαρμοζομένην ὑπὸ
418Ὑπουργῶν τῆς Ἑλλάδος δημοσίᾳ, ὅταν ὁμιλῶσι πρὸς τὴν Βου-
419λὴν, ὅταν ἀνακοινῶσι τὰ διανοήματά των πρὸς τὸν λαὸν
420περὶ δύο Ἱεραρχῶν τῆς πατρίδος, τὴν τακτικὴν ταύτην, ἐφαρ-
421μοζομένην ὑπὸ Ὑπουργῶν, ὅπως ἐνασκήσωσι ψυχολογικὴν
422βίαν, ὅπως ἐκβιάσωσι τοὺς παραιτηθέντας Ἱεράρχας, διὰ νὰ
423μὴ ἐπιμείνωσιν εἰς τὰς παραιτήσεις των, τὴν τακτικὴν ταύ-
424την δὲν νομίζετε, ὅτι ἐχαρακτήρισα μετὰ μεγάλης ἐπιει-
425κείας, ὅτε εἶπον, ὅτι εἶναι μόνον ἀνάρμοστος εἰς τὴν σοβα-
426ρότητα τῆς ὑποθέσεως, περὶ ἧς ἐπρόκειτο; Ἐὰν ἐπρόκειτο
427νὰ χαρακτηρίσω προσηκόντως τοιαύτην τακτικὴν, δὲν νο-
428μίζετε, ὅτι προσήκων ἦτο χαρακτηρισμὸς, ἂν ἔλεγον αὐτὴν
429ἐπονείδιστον, ἐὰν ὠνόμαζον αὐτὴν μυσαρὰν, ἀφοῦ σκοπεῖ,
430οὐχὶ νὰ μεταβάλῃ τὸ φρόνημα τοῦ ἐκλογέως, οὐχὶ νὰ διαῤ-
431ῥήξῃ τοὺς πολιτικοὺς δεσμοὺς τῶν κατοικούντων ἐν τῇ
432αὐτῇ περιφερείᾳ, ἀλλὰ νὰ ἐμβάλῃ τὴν δειλίαν εἰς τὰ στήθη
433δύο ἀνωτάτων λειτουργῶν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας,
434οὕτω δὲ νὰ ταπεινώσῃ αὐτοὺς, νὰ ἐξευτελίσῃ αὐτοὺς, καὶ
435νὰ ἀναγκάσῃ τοὺς δύο Ἱεράρχας, ν’ ἀνακαλέσωσι τὰς πα-
436ραιτήσεις των, διὰ νὰ μὴ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν καταδίωξιν,
437ἥτις ἠπειλεῖτο κατ’ αὐτῶν;
438Ἦτο ἢ δὲν ἦτο ἀξιόποινος ἡ πρᾶξις τῶν δύο Ἱεραρχῶν,
439τοῦ Σεβ. Ἀρχιεπισκόπου Σύρου καὶ Τήνου, καὶ τοῦ Σεβα-
440σμιωτάτου Ἐπισκόπου Ὀλυμπίας καὶ Τριφυλίας; Ἐὰν αὐτοὶ
441δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ παραιτηθῶσι τῶν συνοδικῶν αὐτῶν
442καθηκόντων, ἐὰν παραιτηθέντες περιέπεσαν εἰς πρᾶξιν, τὴν
443ὁποίαν οἱ νόμοι χαρακτηρίζουσιν ἀξιόποινον, καὶ κατὰ τῆς
444ὁποίας ἀνέγραψαν ποινὰς, τίς ἡ ἀνάγκη τῶν δημοσιεύσεων
445τούτων; τίς ἡ ἀνάγκη τῶν ἀμφιβόλων ἐκείνων φράσεων,
446τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν, ἐξερχομένας ἀπὸ τῶν χειλέων τοῦ
447Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κατά τινα προηγηθεῖσαν
448συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς; τίς ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναγγελίας τῆς
449γνωμοδοτήσεως τῶν Νομικῶν Συμβούλων; τίς ἡ ἀνάγκη τῆς
450ἀνακοινώσεως τῶν διανοημάτων τῶν Ὑπουργῶν, τῶν
451ἀπειλῶν; Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἅμα λαβὼν
452τὰς παραιτήσεις, ὤφειλε νὰ ἐπιβῇ ὀχήματος, νὰ μεταβῇ
453εἰς τὰς οἰκίας τῶν Ἱεραρχῶν, νὰ ζητήσῃ νὰ πείσῃ αὐτοὺς,
454ὅτι παρέβησαν νόμους τοῦ Κράτους, καὶ νὰ ἐπαναγάγῃ
455αὐτοὺς εἰς τὴν εὐθεῖαν ὁδόν· ἂν οἱ Ἱεράρχαι δὲν ἤθελεν
456πεισθῆ, ὤφειλε νὰ καταγγείλῃ αὐτοὺς εἰς τὸν Εἰσαγγελέα
457τῶν Ἐφετῶν, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος ἀμειλίκτως κατ’
458αὐτῶν. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ προηγηθῶσιν αἱ διαδόσεις, ἔπρεπε
459νὰ προηγηθῶσιν αἱ δημοσιεύσεις αὗται, αἱ ἄγνωστοι καὶ
460ἀκατάληπτοι καὶ μυστηριώδεις γνωμοδοτήσεις τῶν Νομικῶν
461Συμβούλων, ἔπρεπε νὰ ἐπιδειχθῶσιν οἱ κίνδυνοι, οἱ ἀπει-
462λοῦντες τοὺς Ἱεράρχας, ἐὰν ἤθελον ἐμμείνει εἰς τὰς παραι-
463τήσεις των, διὰ νὰ γίνῃ τέλος πάντων καὶ ἡ δοκιμὴ τῶν
464μέσων αὐτῶν, ὅπως ἀρθῶσιν αἱ δυσκολίαι, αἱ ὁποῖαι παρε-
465νεβλήθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ δυνηθῇ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ
466τέρμα τοῦ ἐπεισοδίου, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησεν ὁ Ὑπουργὸς
467τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.
468Ἐφρόνει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι οἱ δύο παραιτηθέντες Σε-
469βασμιώτατοι Ἱεράρχαι δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ παραιτηθῶσι
470τῶν συνοδικῶν καθηκόντων; δὲν ἐπικρίνω αὐτὸν, ἐὰν εἶχε
471τοιαύτην γνώμην, οὐδὲ δύναμαι νὰ αἰτιαθῶ αὐτοῦ, διότι
472συνέπεσε τοιαύτην νὰ σχηματίσῃ περὶ τούτου γνώμην. Ἐγὼ
473βεβαίως τοιαύτην δὲν ἔχω, καὶ δὲν ἔχω ὄχι αὐθαιρέτως, ὄχι ὡς
474Ἀντιπολίτευσις, ἀλλὰ δὲν ἔχω τοιαύτην γνώμην ὡς πολίτης,
475μελετήσας τὸ καθεστὸς θετικὸν δίκαιον, καὶ ἐξ αὐτοῦ
476ποριζόμενος τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔπεισαν, ἵνα μὴ
477ἔχω τὴν γνώμην ταύτην. Κατὰ τὸ θετικὸν δίκαιον
478τῆς χώρας ἡ κλῆσις τῶν Ἐπισκόπων καὶ Ἀρχιεπισκό-
479πων εἰς Ἀθήνας, ἵνα ἐκπληρώσωσι καθήκοντα
480Συνέδρων ἐν τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ, εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον
481ἐχορηγήθη εἰς τοὺς Ἀρχιεπισκόπους καὶ τοὺς Ἐπισκόπους
482διὰ τῆς νέας νομοθεσίας, διότι κατὰ προγενεστέραν ἐποχὴν,
483πρὸ τοῦ 1843, τοιοῦτον δικαίωμα δὲν εἶχον, ἀλλὰ δικαίωμα
484εἶχεν ἀπεριόριστον ἡ Κυβέρνησις νὰ διορίζῃ, οἵους ἤθελεν,
485εἴτε Πρόεδρον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, εἴτε μέλη τῆς Ἱερᾶς Συ-
486νόδου. Ἐπειδὴ ἡ νομοθεσία ἐκείνη εἶχε θεωρηθῆ, ὅτι ἐκώλυε τὰς
487ἄλλας Ἐκκλησίας τῆς Ἀνατολικῆς ὀρθοδόξου πίστεως νὰ
488ἀναγνωρίσωσι τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, ἡ δ’ Ἐκκλη-
489σία τῆς Ἑλλάδος ἐλειτούργει καὶ διωκεῖτο κατὰ τὴν νομο-
490θεσίαν ἐκείνην κεχωρισμένη ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἀπὸ τὴν Μεγά-
491λην τοῦ Χριστοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἐκκλησίαν, καὶ
492ἀπὸ τὰς ἄλλας ἀδελφὰς Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας, διὰ τοῦτο
493τὸ Ἔθνος, ἐπιθυμοῦν ν’ ἀρθῇ ὁ χωρισμὸς οὗτος, νὰ ἀνα-
494γνωρισθῇ δὲ ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία ὑπὸ τῆς Μεγάλης τοῦ
495Χριστοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἐκκλησίας, περιέλαβεν ἐν τῷ
496Συντάγματι τοῦ 1843 τὰς βάσεις νέας ἐκκλησιαστικῆς
497νομοθεσίας, ἥτις ἀφῄρει τὸ δικαίωμα ἀπὸ τοῦ Βασιλέως νὰ
498διορίζῃ κατὰ βούλησιν τὸν Πρόεδρον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ
499τὰ μέλη αὐτοῦ, καὶ παρεῖχε τὸ δικαίωμα εἰς ὅλους τοὺς
500Ἀρχιεπισκόπους καὶ εἰς ὅλους τοὺς Ἐπισκόπους νὰ καλῶν-
501ται πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν συνοδικῶν αὐτῶν καθηκόντων
502κατὰ τὴν τάξιν τῶν πρεσβείων τῆς ἀρχιερωσύνης αὐτῶν.
503Ὅτι δὲ ὁ νόμος ἐθεώρησε τοῦτο δικαίωμα, καὶ ὅτι ἐθεώρησε
504πιθανὸν νὰ συμβῇ, Ἐπίσκοποι ἢ Ἀρχιεπίσκοποι νὰ κρίνω-
505σιν, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκον αὐτὸ,
506τοῦτο συνάγεται ἐξ αὐτῶν τῶν διατάξεων τοῦ Καταστα-
507τικοῦ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου νόμου, αἱ ὁποῖαι προβλέπουσι τὴν
508ἀνάγκην τῆς ἀναπληρώσεως τῶν Συνοδικῶν, ὁρίσασαι, ὅτι
509ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ θέλουσι καλεῖσθαι οἱ μετ’ αὐτοὺς
510ἐρχόμενοι κατὰ τὰ πρεσβεῖα τῆς ἀρχιερωσύνης.
511Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι τὰ μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τὰ
512ὁποῖα προέβαλον τὰς παραιτήσεις αὐτῶν, ἐνήσκησαν δικαίω-
513μα, τὸ ὁποῖον εἶχον, ἀποκρούω δὲ παντὶ σθένει καὶ πάσῃ
514δυνάμει τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν τινὲς ἔχουσιν, ὅτι ὄχι μόνον
515δὲν ἐνήσκησαν δικαίωμα, ἀλλ’ ὅτι καὶ παρέβησαν τοὺς
516νόμους, καὶ ὑπόκεινται ἐπὶ τούτῳ εἰς ποινικὴν καταδίωξιν.
517Τὴν γνώμην ταύτην θεωρῶ ἐντελῶς ἀποδοκιμαστέαν, οὐδα-
518μοῦ δυναμένην νὰ στηριχθῇ. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν, νομο-
519θεσία νὰ κηρύξῃ πρᾶξίν τινα ἀξιόποινον, ἐν ᾧ δὲν εἶναι ἀπί-
520θανον αὕτη νὰ μὴ περιέχῃ οὐδεμίαν πονηρὰν προαίρεσιν, νὰ
521μὴ περικλείῃ οὐδένα δόλον, ἢ ἐπιλήψιμον σκοπόν; Ὑποθέ-
522σατε Ἀρχιεπισκόπους ἢ Ἐπισκόπους, τῶν ὁποίων ἡ ὑγεία
523δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἔλθωσι νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ καθήκοντά
524των ἐν τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ, ἢ τῶν ὁποίων ἡ ὑγεία, ἀφοῦ ἦλ-
525θον ἐνταῦθα, ἐβλάβη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε καθίσταται εἰς
526αὐτοὺς ἀνέφικτον νὰ ἐξακολουθήσωσι νὰ ἐκπληρῶσι τὰ Συνο-
527δικά των καθήκοντα. Ἤθελον οὗτοι πράξει ἀξιόποινον
528πρᾶξιν, παραιτούμενοι τῶν Συνοδικῶν αὐτῶν καθηκόντων;
529Ὑποθέσατε Ἱεράρχας, οἵτινες κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν
530Συνοδικῶν των καθηκόντων ἐπείσθησαν, ὅτι ἡ συνείδησις
531αὐτῶν δὲν ἐπέτρεπε νὰ μετάσχωσι πράξεων, τῶν ὁποίων
532ὤφειλον νὰ μετάσχωσιν ὡς μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καὶ
533διὰ τοῦτο παρῃτήθησαν τῶν Συνοδικῶν καθηκόντων των.
534Αὐτοὶ πράττουσι πρᾶξιν ἀξιόποινον, διότι δὲν ἐπιβάλλουσι
535σιγὴν εἰς τὴν συνείδησίν των, αὐτοὶ οἱ λειτουργοὶ τοῦ Θεοῦ;
536Ἔπρεπε νὰ ἐκβιασθῶσι διὰ τῆς ἀπειλῆς τῆς ποινικῆς κατα-
537διώξεως, διὰ νὰ πράξωσιν ὅ,τι ἡ συνείδησίς των δὲν ἐπέ-
538τρεπεν αὐτοῖς νὰ πράξωσιν; Ὑπάρχει νομοθετικὸς παρα-
539λογισμὸς μεγαλείτερος; Ὑπάρχει ἀπαισιωτέρα ἔννοια ταύ-
540της, τὴν ὁποίαν ζητοῦσι νὰ ἀποδώσωσιν εἰς τὴν καθεστη-
541κυῖαν νομοθεσίαν;
542Οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν γνώμην, ὅτι οἱ Ἱεράρχαι, περὶ
543ὧν ὁ λόγος, δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ παραιτηθῶσι, καὶ ὅτι
544παραιτηθέντες παρέβησαν τὸν νόμον τοῦ Κράτους καὶ
545περιέπεσαν εἰς πρᾶξιν ἀξιόποινον, προβάλλουσι πρὸς δικαιο-
546λογίαν λόγον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦσι νὰ ἐκβιάσωσι τοὺς
547ἀντιλέγοντας, ὅπως ἀποδεχθῶσι τὴν γνώμην των. Λέγου-
548σιν, ὅτι, ἐὰν δὲν θεωρηθῇ ἡ πρᾶξις αὕτη ἀξιόποινος,
549ἐὰν δὲν εἶναι ποινικῶς καταδίωξιμος, τί ἤθελε συμβῆ,
550ἐὰν ἡμέραν τινὰ πάντες οἱ Ἀρχιεπίσκοποι τοῦ Κράτους,
551καὶ πάντες οἱ Ἐπίσκοποι δὲν ἤθελον στέρξει νὰ ἐκπληρώ-
552σωσι τὰ Συνοδικά των καθήκοντα; Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος δὲν ἦτο
553δυνατὸν νὰ συμπληρωθῇ, ἑπομένως ἤθελε καταδικασθῆ εἰς
554ἀργίαν ἡ ὑπερτάτη Ἐκκλησιαστικὴ Ἀρχή. Διὰ τῆς ἀτό-
555που ταύτης ὑποθέσεως ζητοῦσι νὰ ἐκβιάσωσι τοὺς συζητοῦν-
556τας, ὅπως ἀποδεχθῶσι τὴν γνώμην αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐάν τις
557ἀπευθύνῃ ὁμοίαν ἐρώτησιν πρὸς τοὺς τὴν τοιαύτην ἄτοπον
558ὑπόθεσιν προβάλλοντας, τί ἤθελε συμβῆ, ἐὰν ἐγίνετο ἀπο-
559δεκτὴ ἡ γνώμη αὐτῶν, καὶ κατηγγέλλοντο ἐνώπιον τῶν
560ποινικῶν δικαστηρίων πάντες οἱ Ἀρχιεπίσκοποι καὶ πάντες
561οἱ Ἐπίσκοποι τοῦ Ἑλλ. Βασιλείου ἐπὶ παραβάσει καθήκον-
562τος, ἢ ἐπὶ ἀρνήσει ὑπηρεσίας, ἢ δὲν ἠξεύρω ἐπὶ βάσει τίνος
563ποινικοῦ ὅρου, καὶ κατεδικάζοντο πάντες διὰ τὴν πρᾶξιν ταύ-
564την, ἀφοῦ δὲ κατεδικάζοντο, ἐκηρύσσοντο ἐκπεσόντες καὶ
565τοῦ ἐπισκοπικοῦ αὐτῶν ἀξιώματος; Διότι ἡ καταδίκη αὐ-
566τῶν δὲν ἤθελεν ἐπιβάλει εἰς αὐτοὺς μόνον τὴν ὑποχρέωσιν
567νὰ ἐκτίσωσι τὴν ποινὴν, ἥτις ἤθελεν ἐπιβληθῆ εἰς αὐτοὺς,
568ἀλλ’ ἐπάγει καὶ τὴν συνέπειαν, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει τὸ
569ἄρθρον 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἤθελον κηρυχθῆ πάντες
570ἔκπτωτοι τοῦ ἀρχιεπισκοπικοῦ ἢ τοῦ ἐπισκοπικοῦ αὐτῶν
571ἀξιώματος, ἢ ἤθελεν εὑρεθῆ τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, τὸ
572μακάριον αὐτὸ Κράτος, μίαν πρωΐαν εἰς τὴν πρωτοφανῆ
573κατάστασιν, νὰ στερῆται Ἀρχιεπισκόπων καὶ Ἐπισκόπων,
574νὰ ἔχῃ δὲ μόνον τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ
575τῆς Ἐκπαιδεύσεως, τὸν ἀρχηγὸν τῆς σχολῆς ταύτης.
576Ἐγὼ δὲν ἀμφισβητῶ τὰ εὐλαβῆ πρὸς τὴν θρησκείαν τῶν
577πατέρων ἡμῶν αἰσθήματα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησια-
578στικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, οὐδὲ σκοπῶ νὰ ὁμιλήσω
579ἐλαφρῶς περὶ αὐτοῦ. Τὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀπασχολῶ
580τὴν Βουλήν, εἶναι τοσοῦτον σοβαρὸν, ὥστε δέν μοι ἐπιτρέπει
581ἐκδρομὰς, αἵτινες δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἐλαφραί.
582Ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις, τὴν ὁποίαν ἐποιήσαντο οἱ ζητοῦντες νὰ
583πείσωσιν ἡμᾶς, ὅτι ὑπάρχει πρᾶξις ἀξιόποινος ἐν τῇ παραι-
584τήσει τῶν Σεβ. Ἱεραρχῶν, ἦτο ἄτοπος, ἂν δὲ καὶ ἡμεῖς προ-
585βάλωμεν ἄλλην ἄτοπον ὑπόθεσιν, ἣν πρὸ μικροῦ ἐξεθήκα-
586μεν, θέλει πεισθῆ ἕκαστος, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὰς περὶ
587τῆς ἐννοίας τῶν νόμων συζητήσεις νὰ ποιῆται ὑποθέσεις ἀτό-
588πους. Καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τοῦ καθεστηκότος δικαίου,
589περὶ τῆς ἰσχυούσης θετικῆς νομοθεσίας, ἴσως δὲν πρέπει νὰ
590παραλίπω νὰ ἐνθυμίσω ὑμῖν, ὅτι ἡ νομοθεσία τοῦ 1852,
591ἥτις ἀποτελεῖται ἐκ δύο νόμων, τοῦ νόμου τοῦ Καταστατι-
592κοῦ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ τοῦ νόμου περὶ Ἐπισκόπων καὶ
593Ἐπισκοπῶν, εἶναι νομοθεσία, ἥτις ἐγένετο πρὸς ἐκτέλεσιν διε-
594θνῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον
595ἀνέλαβε.
596Λέγω διεθνεῖς ὑποχρεώσεις, διότι πρόκειται περὶ συμφω-
597νιῶν, αἵτινες ἐγένοντο μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ἑλλη-
598νικοῦ Βασιλείου καὶ τῶν ἄλλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τοῦ
599Χριστοῦ. Ὁ Συνοδικὸς Τόμος, ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη κατὰ τὸ
6001850 ὑπὸ τῆς ἐν Κων)πόλει Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκ-
601κλησίας, ἐκοινοποιήθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ
602Βασιλείου, αὕτη δὲ διέταξε τελετὰς καθ’ ὅλον τὸ Κράτος
603κατὰ τὴν ἐν ταῖς Ἐκκλησίαις ἀνάγνωσιν τοῦ Συνοδικοῦ Τό-
604μου, καὶ διὰ τῆς τοιαύτης πολιτείας αὐτῆς ἀπέδειξεν, ὅτι
605ὄχι μόνον ἀπεδέχετο, ἀλλ’ ἔχαιρε καὶ ἠγάλλετο ἐπὶ ταῖς
606ἀποφάσεσι, τὰς ὁποίας ὁ Συνοδικὸς ἐκεῖνος Τόμος ἐπληρο-
607φόρει ἡμᾶς, ὅτι ἡ Μεγάλη ἐν Κων)πόλει τοῦ Χριστοῦ Ἐκ-
608κλησία εἶχε λάβει. Ὀφείλω νὰ ἀναγνώσω περικοπὴν τοῦ
609Συνοδικοῦ τούτου Τόμου, διὰ νὰ ἀποδείξω εἰς ὑμᾶς, Κύ-
610ριοι, ὅτι ἡ ἐξουσία ἡμῶν δὲν εἶναι τοσοῦτον ἀπόλυτος περὶ
611τὴν ἑρμηνείαν τῶν ἐκκλησιαστικῶν τούτων νόμων καὶ ὅτι
612ὀφείλομεν, ὅταν ἀσχολώμεθα νὰ ἑρμηνεύωμεν αὐτοὺς, νὰ ἐν-
613θυμώμεθα, ὅτι πρέπει νὰ μὴ ἀπομακρυνώμεθα πολὺ τοῦ γράμ-
614ματος αὐτῶν, οὐδὲ νὰ ζητῶμεν νὰ πληρῶμεν τὰ τυχὸν ὑπάρ-
615χοντα κενὰ δι’ ὑποθέσεων, στηριζομένων ἐπὶ ἀναλογιῶν πρὸς
616τοὺς ἄλλους λειτουργοῦντας ἐν τῇ Πολιτείᾳ νόμους. Καὶ ὁ
617Συνοδικὸς οὗτος Τόμος φέρει τὰς ὑπογραφὰς τοῦ τότε Ἀρ-
618χιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, νέας Ῥώμης, καὶ Οἰκου-
619μενικοῦ Πατριάρχου Ἀνθίμου, τοῦ πρώην Κωνσταντινουπό-
620λεως Κωνσταντίνου Αʹ, τοῦ πρώην Κωνσταντινουπόλεως
621Κωνσταντίνου, τοῦ πρώην Κωνσταντινουπόλεως Γρηγορίου,
622τοῦ πρώην Κωνσταντινουπόλεως Γερμανοῦ, τοῦ πρώην Κων-
623σταντινουπόλεως Ἀνθίμου, τοῦ Πατριάρχου τῆς ἁγίας πό-
624λεως Ἱεροσολύμων Κυρίλλου, καὶ δέκα καὶ τεσσάρων ἄλλων
625Ἱεραρχῶν, ἀποτελούντων τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, τὴν παρὰ τῇ
626Α. Θ. Παναγιότητι τῷ Πατριάρχῃ Κωνσταντινουπόλεως
627ὑπάρχουσαν, ἤτοι τοῦ Καισαρείας Παϊσίου, τοῦ Ἐφέσου
628Ἀνθίμου, τοῦ Ἡρακλείας Παναρέτου, τοῦ Νικομηδείας Διο-
629νυσίου, τοῦ Χαλκηδόνος Ἱεροθέου, τοῦ Δέρκων Νεοφύτου, τοῦ
630Προέδρου τοῦ Διδυμοτείχου Μελετίου, τοῦ Νεοκαισαρείας
631Λεοντίου, τοῦ Κρήτης Χρυσάνθου, τοῦ Σεῤῥῶν Ἰακώβου, τοῦ
632Βιζύης Γρηγορίου, τοῦ Σωζοπόλεως Προκοπίου, τοῦ πρώην
633Μεσημβρίας Σαμουήλ, τοῦ Σταυροπόλεως Κωνσταντίνου
634(ἀναγινώσκει):
635«Ἡμεῖς, οἱ διὰ τῆς χάριτος τοῦ παναγίου πνεύματος συ-
636»νελθόντες ἐν πλήρει Συνόδῳ πρὸς καταρτισμὸν τῆς κανο-
637»νικῆς ἑνότητος τῆς ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίας μετὰ τῶν λοι-
638»πῶν ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἀκούσαντες, διὰ τῶν ἐπισήμων
639»γραμμάτων, τῶν ἐπισταλέντων ἡμῖν παρὰ τοῦ εὐσεβοῦς
640»Ὑπουργείου τοῦ θεοσώστου Κράτους τῆς Ἑλλάδος, τήν τε
641»περὶ τούτου αἴτησιν τοῦ ἐκεῖ σύμπαντος εὐλαβεστάτου Κλή-
642»ρου, καὶ τὴν συντρέχουσαν ἐπιθυμίαν παντὸς τοῦ ὀρθοδόξου
643»Ἑλληνικοῦ λαοῦ τῶν ἐν ἁγίῳ πνεύματι τέκνων ἡμῶν ἀγα-
644»πητῶν καὶ περιποθήτων, συνιδόντες δὲ καὶ τὴν χρείαν
645»τῆς κατ’ ἐκεῖνο τὸ νεοσύστατον Κράτος διακονίας τῆς πί-
646»στεως καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας τῆς ἑνότητος, καὶ
647»συσκεψάμενοι, ὅπως ἥ τε ἁγία ἡμῶν πίστις διατηρηθῇ
648»ἐσαεὶ ἀλώβητος, καὶ οἱ κανόνες τῶν θείων πατέρων ἀπα-
649»ραβίαστοι καὶ ἀπαρασάλευτοι, ὥστε εἶναι πάντας ἡμᾶς ὡς
650»ἐν τῇ αὐτῇ πίστει, οὕτω καὶ ἐν τῇ αὐτῇ οἰκονομίᾳ τῆς
651»ἑνότητος, καὶ κλήματα ἀδιάσπαστα τῆς θείας ἀμπέλου,
652»ὡρίσαμεν τῇ δυνάμει τοῦ παναγίου καὶ τελεταρχικοῦ πνεύ-
653»ματος, διὰ τοῦ παρόντος Συνοδικοῦ τόμου, ἵνα ἡ ἐν τῷ
654»Βασιλείῳ τῆς Ἑλλάδος Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἀρχηγὸν
655»ἔχουσα καὶ κεφαλήν, ὡς καὶ πᾶσα ἡ Καθολικὴ καὶ Ὀρθό-
656»δοξος Ἐκκλησία, τὸν Κύριον καὶ Θεὸν καὶ Σωτῆρα ἡμῶν
657»Ἰησοῦν Χριστὸν, ὑπάρχῃ τοῦ λοιποῦ κανονικῶς αὐτοκέ-
658»φαλος, ὑπερτάτην ἐκκλησιαστικὴν ἀρχὴν γνωρίζουσα Σύ-
659»νοδον διαρκῆ, συνισταμένην ἐξ Ἀρχιερέων, προσκαλουμέ-
660»νων ἀλληλοδιαδόχως κατὰ τὰ πρεσβεῖα τῆς χειροτονίας,
661»Πρόεδρον ἔχουσα τὸν κατὰ καιρὸν Ἱερώτατον Μητροπο-
662»λίτην Ἀθηνῶν, καὶ διοικοῦσαν τὰ τῆς Ἐκκλησίας κατὰ
663»τοὺς θείους καὶ ἱεροὺς κανόνας ἐλευθέρως καὶ ἀκωλύτως
664»ἀπὸ πάσης κοσμικῆς ἐπεμβάσεως. Οὕτω δὲ καὶ ἐπὶ τούτοις
665»καθισταμένην διὰ τοῦ παρόντος Συνοδικοῦ Τόμου τὴν Ἱε-
666»ρὰν ἐν Ἑλλάδι Σύνοδον, ἐπιγινώσκομεν αὐτήν, καὶ ἀνα-
667»κηρύττομεν πνευματικὴν ἡμῶν ἀδελφήν....»
668Οὕτω λοιπὸν ἀναγνωρίζει τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλά-
669δος ἀδελφὴν, ἣν συνιστᾷ εἰς τὰς ἄλλας τοῦ Χριστοῦ Ἐκ-
670κλησίας, νὰ ἀναγνωρίζωσιν αὐτὴν ὡς τοιαύτην.
671Καὶ εἶπον πρὸ μικροῦ, Κύριοι, ὅτι ἡ ἑρμηνεία τῶν νό-
672μων τούτων, τῶν ἀποτελούντων τὴν περὶ τῆς διοικήσεως τῆς
673Ἐκκλησίας ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, πρέπει νὰ γίνηται διὰ
674τρόπου, ὅστις νὰ μὴ ἀντιβαίνῃ εἰς τὸ ῥητὸν γράμμα τῶν
675νόμων, ὄχι μόνον πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας τῆς Ἑλ-
676ληνικῆς καὶ τῆς Ἐκκλησίας τῆς ἐν τῷ Βασιλείῳ, ἀλλὰ
677πρὸς τὸ συμφέρον αὐτοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, καὶ πρὸς
678διατήρησιν ἀλωβήτου τῆς κληρονομίας, τὴν ὁποίαν οἱ πα-
679τέρες ἡμῶν παρέδωκαν εἰς ἡμᾶς, ὡς πρὸς τὰ ἀφορῶντα τὴν
680διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας τῆς πατρίδος ἡμῶν. Οὐδὲ πρέπει
681νὰ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι ἀποτελοῦμεν ἐλάχιστον μέρος
682τοῦ Ἑλληνισμοῦ, μικρὰν γωνίαν, ἥτις ηὐτύχησε διὰ τῶν
683αἱμάτων τῶν πατέρων ἡμῶν καὶ διὰ τῆς ἐπιεικοῦς γνώμης
684τῆς Εὐρώπης ν’ ἀξιωθῇ ν’ ἀποτελέσῃ τὸ Βασίλειον τὸ ὑπάρ-
685χον, ἀλλ’ ὅτι πλὴν τοῦ Βασιλείου τούτου πολλαὶ χῶραι
686κατοικοῦνται ὑπὸ Ἑλλήνων, χῶραι, τὰς ὁποίας ἡ ἱστορία
687παρέδωκεν εἰς ἡμᾶς ὡς Ἑλληνικάς, καὶ ὅτι κατὰ δυστυ-
688χίαν ἐν ταῖς χώραις ἐκείναις ἡ Πολιτεία δὲν ἔχει, ὡς ἔχει
689ἡ Πολιτεία τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἡ δὲ πολιτικὴ ἀρχὴ
690ἐκεῖ οὐδὲ ὁμόφυλος εἶναι, οὐδὲ ὁμόθρησκος μετὰ τῆς Ἐκ-
691κλησίας τῶν πατέρων ἡμῶν.
692Ὑποθέσατε ποῖον ὀλέθριον ἤθελε δώσει τὸ Ἑλληνικὸν
693Βασίλειον παράδειγμα εἰς τοὺς διαχειριζομένους τὴν πολι-
694τικὴν ἀρχὴν ἐν ταῖς χώραις ἐκείναις κατὰ τὰς σχέσεις αὐ-
695τῶν μετὰ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς
696πίστεως, ὑποθέσατε, ἐὰν αὗται ἐμάνθανον, ὅτι ἐν τῇ πρω-
697τευούσῃ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἐθίζουσι νὰ συλλέγωσι
698δ’ ὀχημάτων τῆς Ἀστυνομικῆς ἀρχῆς τὰ μέλη τῆς ὑπερ-
699τάτης Ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς, ὅτι ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ
700Ἑλληνικοῦ Βασιλείου συνειθίζουσι νὰ ἀνέχωνται τὸν Β.
701Ἐπίτροπον, ζητοῦντα νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην του εἰς τὴν
702Ἱερὰν Σύνοδον, ὅτι ἀνέχονται καὶ ἐπιτρέπουσι νὰ κατα-
703πλημμυρῶσι τὰ γραφεῖα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ὑπάλληλοι
704τῆς πολιτικῆς Ἀρχῆς, ἀποστελλόμενοι ἐκεῖ, διὰ νὰ εἰσηγή-
705σωνται ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν γνώμην. Ὑποθέσατε δὲ ποίαν
706δύναμιν θέλει ἔχει ἡ φωνὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, αὐ-
707τοῦ τοῦ πρώτου κατὰ δυστυχίαν τέκνου τοῦ Ἑλληνισμοῦ,
708ποίαν θέλει ἔχει ἰσχὺν ἡ φωνὴ αὐτοῦ, ἂν ἤθελεν ἐγερθῆ
709ποτε νὰ ἐπικρίνῃ, ἢ νὰ παραπονεθῇ κατὰ πράξεων τῆς πο-
710λιτικῆς ἀρχῆς, εἴτε ἐν τῇ ὁμόρῳ Ἐπικρατείᾳ, εἴτε ἐν ἄλλῃ
711τινὶ χώρᾳ, ἔνθα ἡ πολιτικὴ ἀρχὴ εἶναι εἰς χεῖρας ἑτε-
712ροδόξων, καὶ ὅπου ἴσως ὀλίγον συμφέρον ἔχουσι νὰ εὐ-
713λαβηθῶσι τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ ἀξιοπρέπειαν τῆς Ἑλλη-
714νικῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν διεξάγωμεν τὰς περὶ τῆς Ἐκ-
715κλησίας τῆς πατρίδος σχέσεις ἡμῶν, πρέπει νὰ ἐνθυμώμεθα,
716ὅτι καὶ ἄλλαι ἀδελφαὶ Ἐκκλησίαι, καὶ ἡ μήτηρ ἀκόμη
717Ἐκκλησία θὰ ἔχῃ ἀνάγκην τῆς παραμυθίας ἢ τῆς ὑπο-
718στηρίξεως ἡμῶν, ἢ τοῦ λόγου ἡμῶν, ὅταν οἱ κατέχοντες
719τὰς χώρας ἐκείνας ζητῶσι νὰ ἐπέμβωσιν εἰς τὰ καθήκοντα
720τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν Ἐκκλησιῶν. Ἀλλ’ ἡ φωνὴ ἡμῶν θὰ
721ἦναι ἀσθενὴς, καὶ αἱ πολιτικαὶ ἀρχαὶ τῶν τόπων ἐκείνων
722θὰ εἴπωσι πρὸς ἡμᾶς, ὅτι καὶ ὑμεῖς οὕτω φέρεσθε πρὸς τὴν
723ὑμετέραν Ἐκκλησίαν, οὐδὲ πρέπει νὰ ζητῆτε παρ’ ἡμῶν
724νὰ προσενεχθῶμεν ἄλλως, ἢ ὡς ὑμεῖς φέρεσθε πρὸς αὐτήν.
725Δέν μοι φαίνεται, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον, νὰ προβῶ πε-
726ρισσότερον εἰς τὴν ἔρευναν τῆς πολιτείας τῶν κυβερνώντων
727πρὸς τὰς σχέσεις αὐτῶν μετὰ τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν τῆς
728Ὀρθοδόξου ἡμῶν πίστεως. Ἐδυνάμην νὰ ἐλέγξω καὶ ἐπὶ
729τούτοις τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ὑποληφθῶ,
730ὅτι πάντα, ὅσα προεῖπον, ἐπικρίνων τὴν πορείαν τῶν κυ-
731βερνώντων ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης τοῦ Συνοδικοῦ ζητή-
732ματος, ὅτι προέρχονται ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ
733Ἀντιπολίτευσις πολλὰ εἶχεν, ἵνα προβάλῃ κατὰ τῶν
734Ὑπουργῶν, καὶ ἐπὶ πολλῶν δύναται νὰ προκαλέσῃ τὴν
735προσοχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἤθελεν εἶσθαι δὲ ἀνάξιον
736αὐτῆς, νὰ δημιουργῇ ἀφορμὰς ἐν ταῖς σχέσεσι τῆς πολιτι-
737κῆς ἀρχῆς πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, ὅπως ἐκ ταύτης προβάλῃ
738αἰτιάσεις. Ἐκπλήσσομαι μάλιστα καὶ ἀληθῶς ἐξεπλάγην,
739ὅτε εἶδον δημιουργούμενα σκάνδαλα καὶ ἐν Ἀθήναις, καὶ
740ἐπὶ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβωσι
741χώραν, διότι ἦτο δυνατὸν μετὰ μεγίστης εὐχερείας νὰ διε-
742ξαχθῶσιν αἱ σχέσεις τῆς Πολιτείας πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν,
743ἂν δ’ ἐδημιουργήθησαν τὰ σκάνδαλα, τοῦτο ὀφείλεται μό-
744νον εἰς τὸν χαρακτῆρα, ὁ ὁποῖος κρατεῖ ἐν τῇ Κυβερνήσει
745τῇ παρούσῃ, ἥτις συνείθισε καθ’ ὅλας τὰς σχέσεις τῆς Διοι-
746κήσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως νὰ ζητῇ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώ-
747μην αὐτῆς, ὅταν δὲ δὲν γίγνηται ἀποδεκτὴ, νὰ ἐκβιάζῃ
748τοὺς μὴ ἀποδεχομένους αὐτὴν, ὅπως ἀποδεχθῶσιν αὐτὴν,
749καὶ ὑποταχθῶσιν εἰς αὐτὴν, χρωμένη πρὸς τοῦτο πᾶσι τοῖς
750μέσοις, καὶ ἐκείνοις ἀκόμη, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπηγορευμένα
751κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν σχέσεων αὐτῆς πρὸς τὴν Ἐκ-
752κλησιαστικὴν ἀρχήν. Ἄν μοι ἐπετρέπετο, νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ
753τοῦ θέματος ὡς ἀντιπολιτευόμενος, δηλ. ὡς ἄνθρωπος εὑρί-
754σκων πανταχοῦ κακῶς διεξαγόμενα τὰ πράγματα, ἤθελον
755μνησθῆ τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι μόνον τώρα,
756ἀλλὰ καὶ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, καθ’ ἃ κατεῖχε τὰ
757ἡνία τοῦ Κράτους, ἤθελον ἐλέγξει αὐτὴν ἐπὶ τοῖς γενομέ-
758νοις ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ταῦτα πρέ-
759πει νὰ ἀφήσω ἐντελῶς κεχωρισμένα, διότι ἁρμόζουσιν εἰς
760τὸ στάδιον τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς ἐπικρίσεως τῆς ἄλλης πο-
761λιτείας τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει δὲ νὰ διατηρήσω κεχωρι-
762σμένον καὶ μεμονωμένον τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ἀναγόμενον
763εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.
764Πρέπει πρὸ παντὸς οἱ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος νὰ μὴ ὑπο-
765λάβωσιν, ὅτι, ἂν διαπράττωνται ἐν Ἀθήναις ἄτοπα, δια-
766πράττονται ἐν γνώσει καὶ τῇ ἐπιδοκιμασίᾳ παντὸς τοῦ Ἑλ-
767ληνικοῦ. Πρέπει ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος νὰ γνωρίζωσι καὶ νὰ
768μάθωσιν, ὅτι, ἂν ἡ ἀριθμητικὴ δύναμις τῆς Ἀντιπολιτεύ-
769σεως δὲν τῇ δίδῃ τὴν ἰσχὺν, ὅπως ἐμποδίζῃ τὰ ἄτοπα
770ταῦτα, μάλιστα ἀναπτυσσόμενα καὶ προκύπτοντα κατὰ
771τὰς σχέσεις τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν,
772ὅτι ὅμως αὕτη ἀποκρούει καὶ ἀποδοκιμάζει ταῦτα, ἐπιθυ-
773μοῦσα νὰ παράσχῃ τὴν ἀνακούφισιν εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐκ-
774τὸς τοῦ Βασιλείου ἤθελον δυσφορήσει, μανθάνοντες τὰ γι-
775νόμενα, τὴν ἀνακούφισιν, ὅτι ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Βασιλείῳ
776δὲν ἐξέπεσε πλέον τοσοῦτον ἡ πρὸς τὰς βάσεις τῆς διοική-
777σεως τῆς Ἐκκλησίας τῆς πατρίδος εὐλάβεια καὶ προσήλω-
778σις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
779Μοὶ φαίνεται, ὅτι μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν Διαταγμά-
780των, δι’ ὧν ἐκλήθησαν εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ὅπως ἐκ-
781πληρώσωσι τὰ ἔργα τῶν Συνοδικῶν, ὁ σεβασμιώτατος Ἀρ-
782χιεπίσκοπος Ἀργολίδος κ. Νίκανδρος, καὶ ὁ σεβασμιώτατος
783Ἐπίσκοπος Κυθήρων κ. Κωνσταντῖνος, ὅτι λέγω μετὰ τὰ
784Διατάγματα ταῦτα δὲν ἔχομεν πλέον νὰ μάθωμεν εἴδησιν
785νέαν, παριστῶσαν τὸ ζήτημα τοῦτο ἐξακολουθοῦν ὑπὸ ἄλ-
786λην οἱανδήποτε φάσιν. Νομίζω, ὅτι διὰ τῶν Διαταγμάτων
787τούτων ἐπέρχεται πλέον τέρμα εἰς τὸ σκάνδαλον, καὶ ὅτι ἡ
788Ἱερὰ Σύνοδος θέλει ἐπαναλάβει τὰ ἔργα αὑτῆς, ἐκπλη-
789ροῦσα τὰ κατὰ τοὺς ἱεροὺς κανόνας καὶ κατὰ τὰς παραδό-
790σεις τῆς Ἐκκλησίας καθήκοντά της. Ἐλπίζω μάλιστα, ὅτι
791ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν θέλει φροντίσει νὰ δώσῃ
792τὰς ἀναγκαίας ὁδηγίας, ὅπως οὐδὲν τῶν λαβόντων χώραν
793ἐπαναληφθῇ, καὶ ἂν δὲν ἔχω συμφέρον τι νὰ ἀποτρέψω αὐ-
794τὸν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐφαρμόσῃ ἢ ὄχι τὴν γνώμην του ὡς πρὸς
795τὸ δικαίωμα τῶν παραιτηθέντων Συνοδικῶν, καὶ νὰ ἀπο-
796τρέψω αὐτὸν ἀπὸ τοῦ νὰ προβῇ εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν
797Ἱεραρχῶν, ἂν νομίζῃ, ὅτι δύναται νὰ διεξαγάγῃ τὸν ἀγῶνα
798τοῦτον ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Πολιτείας,
799χρεωστῶ ὅμως νὰ συμβουλεύσω αὐτὸν, ἵνα ὅ,τι ἂν θέλῃ
800πράξει, νὰ τὸ πράττῃ χωρὶς νὰ τὸ προλέγῃ καὶ τὸ προα-
801ναγγέλλῃ, διότι αἱ προῤῥήσεις καὶ προαγγελίαι εἶναι πρά-
802ξεις, τὰς ὁποίας, οὐδὲ ἡ χρηστότης ἡ πολιτικὴ, οὔτε ἡ
803ἠθικὴ ἡ ἀτομικὴ ἐπιτρέπουσι, καὶ μάλιστα ἐν παραπλη-
804σίαις σχέσεσιν.
805§9ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, ὅτι οὐδὲ ἦτο κἄν
806ἀνάγκη νὰ ζητηθῇ ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων τούτων,
807τὰ ὁποῖα ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐζήτησε νὰ
808κατατεθῶσι. Δὲν δυσκολεύομαι νὰ διατυπώσω τὸ ζήτημα
809ὡς διατυπῶ αὐτὸ, ὡς ζήτημα τῆς Ἐκκλησίας ἐν γένει.
810Θὰ ἔμενον μάλιστα λίαν εὐχαριστημένοι οἱ κ. κ. Ὑπουργοί,
811ἐὰν περιεστρέφετο τὸ ζήτημα εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην
812καὶ μόνην, ἡ ὁποία εἶναι ἓν ἐκ τῶν πολλῶν ὑπ’ αὐτῶν
813πραττομένων καθ’ ἑκάστην. Ἡ κατὰ τῆς Ἐκκλησίας ἀπέ-
814χθεια τῶν κυρίων Ὑπουργῶν ἐδείχθη ἀνέκαθεν. Διοικοῦσι
815τὸν τόπον ἀπὸ ἑπταετίας, καὶ ἔσχον πάντοτε εὐκαιρίαν νὰ
816πράξωσι καὶ ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας ὅ,τι ἐπεχείρησαν ἢ ὅτι
817νομίζουσιν ὅτι ἐπιχειροῦσιν ὑπὲρ τῶν ἄλλων κλάδων καὶ
818διαφόρων ὑπηρεσιῶν ἐν τῷ Κράτει. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους
819τούτου οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην ἐπεχείρησαν νὰ φέρωσι διόρθω-
820σιν καὶ προαγωγήν, τοὐναντίον παρημέλησαν ἀνέκαθεν τὰ
821τῆς Ἐκκλησίας ὁλοτελῶς. Καὶ ἄλλοτε πολλάκις ἐγένετο
822λόγος περὶ πληρώσεως τῶν Ἀρχιεπισκοπικῶν ἑδρῶν, ἐγέ-
823νετο λόγος περὶ διορισμοῦ διδασκάλων τῶν ἱερῶν μαθημά-
824των καὶ διορισμοῦ ἱεροκηρύκων. Ἀλλ’ ὅλα ταῦτα, ὡς ἔχοντα
825ἄμεσον σχέσιν πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, ἐθεωρήθησαν παρὰ
826τῆς Κυβερνήσεως ὡς λίαν ἐπουσιώδη. Εἶναι σύστημα ὁλό-
827κληρον ἐξευτελισμοῦ τῶν τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖον
828ὁδηγεῖ τὰς πράξεις αὐτῆς. Ἀνέκαθεν καὶ πάντοτε παρε-
829γνώρισαν τὴν ἀξίαν καὶ τὸ ὕψος τῆς Ἐκκλησίας, παρεγνώ-
830ρισαν τὴν ἱστορίαν καὶ τὰ δικαιώματα αὐτῆς τὰ μεγάλα,
831διότι αὐτὴ ὑπῆρξε τὸ σκάφος τῆς σωτηρίας τοῦ Ἑλληνι-
832σμοῦ. Παραγνωρίζουσι τὴν δύναμιν αὐτῆς καὶ νῦν, παρα-
833γνωρίζουσι τὴν δύναμιν καὶ συνδρομὴν αὐτῆς ἐν περιστά-
834σεσι μελλούσαις, ἐν ταῖς ὁποίαις θὰ λάβωσι τὴν ἀνάγκην
835αὐτῆς. Ἀφῆκαν αὐτὴν ἐρήμην κεφαλῶν ἀπὸ τόσων ἐτῶν.
836Πιθανὸν καὶ ἄλλαι Κυβερνήσεις νὰ ἔσφαλον, μὴ προβᾶσαι
837εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ’ αἱ
838Κυβερνήσεις ἐκεῖναι δὲν ἔσχον τὴν εὐκαιρίαν, τὴν ὁποίαν οἱ
839νῦν κυβερνῶντες ἔχουσιν, ἵνα φροντίσωσι περὶ αὐτῆς. Χη-
840ρεύουσι τόσαι Ἀρχιεπισκοπαὶ καὶ Ἐπισκοπαὶ ἀπὸ τοσού-
841των ἐτῶν, καὶ οὐδόλως ἐφρόντισαν νὰ πληρώσωσιν αὐτὰς,
842κατὰ παράβασιν ῥητοῦ καὶ ὡρισμένου κανόνος τῆς Μεγάλης
843Ἐκκλησίας. Ἐπεχείρησαν πέρυσιν οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Ἱε-
844ρὰν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας νὰ προβῶσιν εἰς τὴν πλήρωσιν
845τῶν ἑδρῶν τούτων, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ὄχι μόνον δὲν παρώρ-
846μησεν αὐτοὺς, ὄχι μόνον δὲν τοὺς ἐνεθάῤῥυνε, δι’ ὧν μέσων
847ἐφάνη παρορμήσασα τὴν Ἱερὰν Σύνοδον πρὸς πλήρωσιν τοῦ
848Μητροπολιτικοῦ θρόνου, ἀλλὰ καὶ παρημπόδισεν αὐτούς.
849Ἐπιτροπὴ ἐξ Ἀρχιεπισκόπων, μεταβᾶσα πέρυσι, κατὰ παραγ-
850γελίαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν, ἵνα ζη-
851τήσῃ τὴν γνωμοδότησιν αὐτοῦ περὶ πληρώσεως τῶν κενῶν
852Ἐπισκοπῶν καὶ Ἀρχιεπισκοπῶν, διεβουκουλήθη ὑπ’ αὐ-
853τοῦ καὶ τίποτε πλέον. Παρεκωλύθη δὲ ἡ Σύνοδος τοῦ νὰ
854προβῇ εἰς τὸ ἔργον αὐτῆς, τὸ κυριώτατον, διὰ νὰ καταπί-
855πτῃ τὸ γόητρον τῆς Ἐκκλησίας, καὶ εἰς μάτην διεμαρτύ-
856ρετο κατὰ τῆς παρακωλύσεως τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχομεν
857δὲ ῥητὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει τὴν πλήρωσιν τῶν κε-
858νῶν Ἐπισκοπῶν καὶ Ἀρχιεπισκοπῶν ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ
859τῆς χηρεύσεως τῆς ἕδρας, ἐκτὸς ἐὰν ἀπόλυτος ἀνάγκη ἢ
860ἄλλη περίστασις ἐμποδίζῃ τὴν πραγματοποίησιν τῆς πλη-
861ρώσεως. Ἔχομεν κανόνα ὡρισμένον τῶν Ἀποστόλων, ὁ
862ὁποῖος λέγει περὶ τῆς πληρώσεως ταύτης. Ἀλλ’ ὄχι μόνον
863δὲν ἐφρόντισαν περὶ τούτου οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, ἀλλὰ προσ-
864παθοῦσι παντὶ σθένει νὰ καταβιβάσωσι τὰ ἀξιώματα τῆς
865Ἐκκλησίας. Ἡ πρᾶξις, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν τῇ Συνόδῳ, εἶ-
866ναι μία ἐκ τῶν πολλῶν, ἀλλ’ ἀρκετὰ ἐκφραστικὴ τῶν δια-
867θέσεων καὶ τῶν τάσεων, τὰς ὁποίας ἔχουσιν, ἱστάμενοι ἀπέ-
868ναντι τῆς Ἐκκλησίας. Μὴ ἐπιτυχόντες δὲ τοῦ σκοποῦ, τὸν
869ὁποῖον ἐπεδίωξαν, ἐπεχείρησαν νῦν κατηγορίαν, καὶ προαγ-
870γέλλουσιν αὐτὴν ἐπιδεικτικῶς καὶ πανηγυρικῶς, κατηγορίαν
871κατὰ τῶν μελῶν τῆς Συνόδου, διότι ταῦτα δὲν ἠθέλησαν
872νὰ παρανομήσουν. Ἐπεχείρησαν δὲ τὴν κατηγορίαν παρὰ
873ὡρισμένον καὶ θετικὸν νόμον, τὸν διέποντα τὰ τῆς Ἐκκλη-
874σίας. Ἔχομεν ῥητὸν νόμον, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι κατ’ οὐδένα
875λόγον ἐπιτρέπεται ἡ κατηγορία τῶν Ἐπισκόπων ὑπὸ τοῦ
876τυχόντος. Ἐν τῇ περιστάσει δὲ ταύτῃ ἐρωτῶ, τίς ἤθελε
877κατηγορήσει τοὺς Ἐπισκόπους; ἤθελε καταγορήσει αὐτοὺς
878ὁ Β. Ἐπίτροπος; ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν; τὸ
879Ὑπουργικὸν Συμβούλιον; τίς ἐξ αὐτῶν δύναται νὰ διατυ-
880πώσῃ τὴν κατηγορίαν κατὰ τῶν Ἀρχιεπισκόπων ὡς μελῶν
881τῆς Συνόδου; Καὶ ὁ Β. Ἐπίτροπος καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν
882Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον διὰ τῆς
883ἀνοχῆς των ἐγένοντο ἔνοχοι πράξεως ἀξιοτιμωρήτου ἀπέ-
884ναντι τῆς Συνόδου.
885Ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν
886προσδοκᾷ ἕτερον στάδιον τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διότι φρονεῖ
887ὅτι, μετὰ τὴν παραίτησιν τῶν Συνοδικῶν Ἀρχιεπισκόπων
888καὶ τὴν κλῆσιν ἄλλων μελῶν ἐπὶ τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόν-
889των αὐτῶν ὡς Συνοδικῶν, ὑπολείπεται νὰ ἐπιστήσῃ ἡ Βουλὴ
890σοβαρότατα τὴν προσοχὴν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς
891μελετωμένης καὶ παρασκευαζομένης κατηγορίας κατὰ τῶν
892μελῶν τῆς Συνόδου, διότι μόνον ὁ ἐντεῦθεν ἔλεγχος καὶ μό-
893νον ἡ ἐντεῦθεν φωνὴ κατὰ τῆς τοιαύτης πράξεως τῆς Κυ-
894βερνήσεως δύναται νὰ ἐμποδίσῃ αὐτὴν ἀπὸ τοῦ νὰ περιπέ-
895σῃ εἰς μεγαλείτερον σφάλμα, τὸ ὁποῖον ἔτι περισσότερον
896ἠδύνατο νὰ ἐξευτελίσῃ τὰ ἐκκλησιαστικὰ ἀξιώματα, περὶ
897τῶν ὁποίων ἐλάχιστα φροντίζουσιν οἱ Ὑπουργοί.
898§10ΡΑΛΛΗΣ. Ἀφοῦ ὁπωσδήποτε ἐπανῆλθε τὸ ζήτημα, τὸ
899συνταράξαν καὶ τὴν Ἐκκλησίαν, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρον τὴν
900κοινωνίαν ἡμῶν, νομίζω, ὅτι ἤδη, ὅτε τὰ πραγματικὰ γε-
901γονότα ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν βεβαιωμένα καὶ ἀναμφι-
902σβήτητα, νομίζω, λέγω, ὅτι πρέπει νὰ σταθμίσωμεν
903πᾶσαν τὴν ἐπ’ αὐτοῦ ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ
904τὴν ὅλην διεξαγωγὴν τοῦ ζητήματος εὐθύνεται ὁλόκλη-
905ρος ἡ Κυβέρνησις, ἀνέλαβε δὲ τὴν εὐθύνην διὰ τῶν ἀπὸ
906τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὁμολογηθέντων ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν
907Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργοῦ εἰς βάρος ὁλοκλήρου τῆς Κυ-
908βερνήσεως. Ἂν ἐνήργησεν ὡς ἐνήργησε κατ’ ἐκείνας τὰς
909ἀληθῶς θλιβερὰς συνεδριάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ὁ Β. Ἐπί-
910τροπος, ἐνήργησε τῇ ἐπιταγῇ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἧς
911μετὰ τὴν λύσιν τῆς πρώτης συνεδριάσεως ἐζήτησε τὴν γνώ-
912μην καὶ συμφώνως μὲ τὴν ὁποίαν ἐτόλμησε νὰ ἐπιτάξῃ
913τοὺς Συνοδικοὺς, ὅπως ἐπανέλθωσι καὶ ἀναλάβωσι τὴν συνε-
914δρίασιν ἐξ αὐτῶν οἱ τέσσαρες, ἐδήλωσε δ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν
915Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρει, ὅτι τοιαύτη
916ἐνέργεια ἦν ἐντελῶς νόμιμος. Ἤδη ἐπὶ τῶν γεγονότων τούτων
917ἀνεπτύχθησαν τοσαῦτα, ὥστε πάντες ἐπείσθησαν περὶ τοῦ
918ἐκθέσμου τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ προκειμένου
919σταδίου τοῦ ζητήματος· ἀλλ’ ἂν ἦτο ἀνάγκη πληρεστέρας
920διαφωτίσεως τῆς Βουλῆς, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ καὶ
921σκιὰ ἀμφιβολίας, ὅπως ἀποδειχθῇ τὸ ὅλως παράνομον καὶ
922αὐθαίρετον τῆς κυβερνητικῆς ἐνεργείας, δὲν ἔχομεν ἢ ν’ ἀνα-
923γνώσωμεν τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, τῆς ψηφισάσης τὸν
924νόμον τοῦ 1852. Ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἐκείνοις, τοῖς ἐπισή-
925μοις, θέλετε ἰδεῖ στιγματιζομένην τὴν προκειμένην ἐνέργειαν
926τῆς Κυβερνήσεως, θέλετε ἰδεῖ στιγματιζομένας τὰς ὁδηγίας,
927ἃς ἔδωκε πρὸς τὸν Β. Ἐπίτροπον παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ,
928ὡς ὅλως ἐκθέσμους καὶ παρανόμους.
929Τί προεβάλομεν ἡμεῖς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συζήτη-
930σιν; ὅτι τὰ 4 μέλη τῆς Συνόδου δὲν ἠδύναντο αὐτὰ μόνα,
931ἄνευ τῆς παραστάσεως καὶ τοῦ πέμπτου, νὰ προβῶσιν εἰς
932κανονικὴν συνεδρίασιν· ὁ δ’ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστι-
933κῶν ἐβεβαίου τὴν Βουλὴν, ὅτι ἠδύναντο νὰ πράξωσι τοῦτο,
934καὶ ὅτι οὐδ’ ἐδίστασε νὰ παραγγείλῃ τῷ Β. Ἐπιτρόπῳ νὰ
935ἐπιτάξῃ νὰ προσέλθωσιν οἱ τέσσαρες Συνοδικοὶ καὶ νὰ προ-
936βῶσιν εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Μητροπολίτου.
937Ὁ νόμος ΣΑʹ συνεζητήθη καὶ ἐψηφίσθη τὴν 7ην Ἰουνίου
9381852 ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Ἀντιπροσώπων, ἀκριβῶς δὲ ἐπὶ
939τοῦ ἄρθρου Γʹ, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς
940Συνόδου, κατὰ τὴν συζήτησιν ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, ὅπερ
941μᾶς ἀπασχολεῖ, ἐπ’ αὐτοῦ δὲ ἰδοὺ τί εὑρίσκω εἰς τὰ πρακτικὰ
942τῆς Βουλῆς ἐκείνης αὐτολεξεὶ (ἀναγινώσκει): «Ἀναγνω-
943»σθέντος τοῦ Γʹ ἄρθρου, λαβὼν τὸν λόγον ἐπέφερεν ὁ προα-
944»γορεύσας, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο ἡ Ἱερὰ Σύνοδος θεω-
945»ρεῖται πλήρης, ὅταν ἦναι παρόντα καὶ συμπράττωσι τὰ
946»πέντε Συνοδικὰ μέλη, ἑπομένως δὲ κατὰ τὸ ΙΒʹ ἄρθρον
947»τοῦ νομοσχεδίου, ἀνάγκη νὰ παρευρίσκωνται εἰς τὰς συ-
948»ζητήσεις ὅλα τ’ ἀνωτέρω μέλη, νὰ ὑπογράφωνται εἰς τὴν
949»ἐκδιδομένην ἀπόφασιν.... Ἐντεῦθεν λοιπὸν ἕπεται, ὅτι
950»ἅμα διὰ τὴν ἀπουσίαν τινὸς παραλειφθῶσι τέσσαρα μέλη,
951»δὲν δύνανται νὰ συνέλθωσι πρὸς ἐργασίαν».
952§11ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ τώρα ἐργάζεται ἡ Σύνοδος
953μὲ τρία μέλη.
954§12ΡΑΛΛΗΣ. Ἂν ἐξακολουθῇ ἡ Σύνοδος ἐργαζομένη μὲ
955τρία μέλη, βεβαίως εὐθύνεται ἡ Κυβέρνησις, διότι ἐνόσῳ τὸ
956ζήτημα δὲν εἶχεν ἐξετασθῆ, ἐνόσῳ δὲν εἶχε περιβληθῆ τὸν
957ὀξὺν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον περιεβλήθη ἤδη, ἠδυνάμεθα
958ἴσως νὰ παρερμηνεύωμεν τὰς διατάξεις τοῦ Καταστατικοῦ
959Νόμου τῆς Συνόδου, ἀλλὰ σήμερον, μετὰ τὸν θόρυβον, τὸν
960γενόμενον ἐπὶ τῆς ἐκθέσμου ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, ἡ
961περαιτέρω ἐργασία τῆς Συνόδου διὰ τριῶν μόνον μελῶν ἀπο-
962τελεῖ ἀληθὲς σκάνδαλον. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὰ πρα-
963κτικὰ τοῦ 1852. Ἐντεῦθεν ὁ ἀγορεύων ἀπολήγει εἰς τὴν
964πρότασιν, ὅπως, ἵνα μὴ παρακωλύωνται αἱ ἐργασίαι τῆς
965Συνόδου, διορίζωνται καὶ δύο ἀναπληρωτικὰ μέλη. Καὶ
966τότε ἐγείρεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τοῦ
967ὁποίου τὴν γλῶσσαν συμβουλεύω τὸν διάδοχον αὐτοῦ νὰ
968μιμῆται, ὅταν ὁμιλῇ περὶ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ λέγει (ἀνα-
969γινώσκει): «Περιοριζόμενος εἰς τὴν περὶ ὑπάρξεως ἑνὸς
970»ἀναπληρωτοῦ πρότασιν τοῦ προαγορεύσαντος, παρατηρῶ,
971»ὅτι ἔφερε μὲν οὗτος ὡς παράδειγμα τὴν γενομένην συμ-
972»πλήρωσιν τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων, ἀλλὰ τὰ καθήκοντα
973»τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, πάντῃ διάφορα τούτων, εἰσὶν ἐκκλη-
974»σιαστικὰ, ἱερὰ κατ’ οὐσίαν, καὶ ἡ Σύνοδος καλεῖται μά-
975»λιστα, ἵνα ἐκτελέσῃ δικαστικὰ ἔργα. Καθὼς δὲ καὶ ἐν τῷ
976»Πλημμελειοδικείῳ, καὶ παρὰ τοῖς Ἐφέταις καὶ παρὰ τῷ
977»Ἀρείῳ Πάγῳ, διὰ νὰ ἐκδοθῇ ἀπόφασίς τις, ἀπαιτεῖται νὰ
978»συνέλθωσιν ἐπὶ τούτῳ καὶ τὰ πέντε δικαστικὰ μέλη.
979»ὅπως ἔχῃ κῦρος ἡ πρᾶξις, οὕτω, προκειμένου ν’ ἀποφασίζῃ
980»ἡ Ἱερὰ Σύνοδος περὶ ἐκκλησιαστικῶν βαθμῶν, περὶ καθαι-
981»ρέσεως κλπ. πρὸς ὄφελος αὐτῶν τῶν δικαζομένων εἶναι δί-
982»καιον νὰ σύγκηται ἐκ πέντε μελῶν. Ἐπειδὴ ὅμως ἐνδέχε-
983»ται τῳόντι ν’ ἀσθενήσῃ Συνοδικὸς, ἢ ὡς πνευματικὸς ποι-
984»μὴν νὰ μεταβῇ καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν αὑτοῦ, πρὸς ὄφελος
985»τοῦ ποιμνίου του, τὸ νομοσχέδιον, προβλέπον ταῦτα,
986»ὥρισε νὰ καλῆται εἰς ἀναπλήρωσιν ὁ ἀμέσως κατὰ τὴν
987»τάξιν τῶν πρεσβείων. Δὲν ἐκτείνονται δὲ τὰ ὅρια τοῦ Κρά-
988»τους πέραν τῶν 40–50 ὡρῶν, ὥστε νὰ πιθανολογῆται ἡ
989»καθυστέρησις τοῦ ἀναπληρωτοῦ, οὐδὲ βλέπει τις τὸ κατε-
990»πεῖγον τῆς ἀμέσου ἀφίξεως, ἐν ᾧ δὲν θὰ πρόκηται κυρίως,
991»εἰμὴ περὶ βαθμολογιῶν κλπ».
992Τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἀπάντησις τοῦ κατὰ τὸ 1852 Ὑπουρ-
993γοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πρὸς τὸν Βουλευτὴν, ὅστις ἐζή-
994τησε νὰ ἐπιτραπῇ ὁ διορισμὸς ἀναπληρωτοῦ, ὥστε, ἐν
995περιπτώσει κωλύματος ἑνὸς τῶν Συνοδικῶν, νὰ μὴ ἐπέλθῃ
996διακοπή. Εἶναι δὲ ἀληθῶς ἄξιον ἰδιαιτέρας μνείας, πῶς
997ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο. Ἐὰν ὑπῆρχε διαφωνία τις,
998ἠδύνατο ὁπωσδήποτε νὰ δώσῃ λαβὴν εἰς στρεψοδικίαν, διότι
999περὶ τοιαύτης πρόκειται, ἐκ μέρους τῆς νῦν Κυβερνήσεως ὡς
1000πρὸς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐν σελ. 239 τῶν πρα-
1001κτικῶν εὑρίσκω τὰ ἑξῆς: «Ἐγκριθέντος δὲ τοῦ τύπου τῆς
1002»ἐκτελέσεως, ἐγένετο ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου ψη-
1003»φοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν, ἐξ ἧς συνήχθη, ὅτι ἡ
1004»Βουλὴ παρεδέχθη τὸ σύνολον αὐτοῦ παμψηφεὶ, διὰ ψή-
1005»φων 82».
1006Θαυμάζω δὲ, πῶς κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν,
1007ὅτε ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ἐντελῶς ἀνυπόστατα, ἐξέθετεν ὁ κ.
1008Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος
1009ἡμῶν δὲν τὸν διέκοψε, πῶς δὲν τῷ παρετήρησεν, ὅτι παρερ-
1010μηνεύει τὸν νόμον· διότι ὑπὸ τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς ἐκεί-
1011νης εὕρηται ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Ἀνδρέου Αὐγερινοῦ, ὡς Γραμ-
1012ματέως. Μόνην δικαιολόγησιν τῆς σιωπῆς τοῦ ἀξιοτίμου
1013Προέδρου ἡμῶν εὑρίσκω, ὅτι ἐκ τῆς θέσεώς του ὀφείλει νὰ
1014σιωπᾷ· ἀλλ’ ἐὰν εἶχον τὰ προηγούμενα αὐτοῦ, ἐὰν εἶχον τὴν
1015τιμὴν νὰ προεδρεύω ἐν τῇ Βουλῇ τοῦ 1852, βεβαίως ἤθε-
1016λον παραδώσει τὸν κώδωνα πρὸς τὸν κ. Κοκκέβην καὶ
1017ἤθελον κατέλθει, ὅπως λάβω τὸν λόγον καὶ ἀνασκευάσω
1018τὰς ψευδεῖς θεωρίας.
1019Λοιπὸν ἀποδεικνύουσι τὰ ἀναγνωσθέντα τὴν ἐνέργειαν
1020τῆς Κυβερνήσεως ἐντελῶς ἔκθεσμον, ἐντελῶς παράνομον,
1021οὐδ’ ἔχω ἀνάγκην μετ’ αὐτὰ νὰ ὑπομνήσω κανόνας Ἀπο-
1022στολικοὺς, ἀντιθέσω δ’ εἰς τὰ κείμενα αὐτῶν τὰ ἐνεργείας
1023τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸς τὴν ἐπιτυχίαν ὑποψηφίου ἀρε-
1024στοῦ αὐτῷ.
1025Νομίζω δ’ ὅτι, ὅταν τὰ κείμενά εἰσι τοσοῦτον κατηγο-
1026ρηματικὰ, ὅταν δ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὡμο-
1027λόγησεν, ὅτι ἡ ὅλη του ἐνέργεια ὑπῆρξεν ἐντελῶς ἀντίθετος
1028πρὸς αὐτὰ, ὅτι ὀφείλει νὰ ἔλθῃ νὰ ἀπολογηθῇ πρὸς τὴν
1029Βουλήν. Εἶναι ἀληθῶς εἰς θέσιν κατηγορουμένου, ἐὰν δὲ οἱ
1030ἀριθμοὶ δὲν ἦσαν, ὁποῖοι εἶναι, βεβαίως ἤθελε λειτουργήσει
1031τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, τὸ
1032προβλέπον τὴν παράβασιν ῥητοῦ νόμου, νόμου ἀφορῶντος
1033μάλιστα εἰς τὰ θεμέλια τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν.
1034Τοιοῦτον ὑπῆρξε, Κύριοι, τὸ πρῶτον στάδιον τοῦ Μη-
1035τροπολιτικοῦ ζητήματος, καὶ τοιαύτη ἡ ἐνέργεια τῆς Κυ-
1036βερνήσεως.
1037Ἂς ἔλθωμεν ἤδη εἰς τὸ δεύτερον. Προεκλήθησαν οἱ Νο-
1038μικοὶ Σύμβουλοι καὶ διὰ γνωμοδοτήσεώς των, ἥτις εὐτυχῶς
1039δὲν ἠξιώθη νὰ ἴδῃ τὸ φῶς, ἐκήρυξαν οὗτοι, ὅτι εἶναι δυνα-
1040τὸν νὰ καταδιωχθῶσιν ἱεράρχαι ἐπὶ πλημμελήματι, ἀδιά-
1041φορον, ἂν ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου ἢ ἐνώπιον τοῦ
1042Ἐφετείου. Ἀλλ’ ἐνταῦθα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησια-
1043στικῶν ἠθέλησε νὰ κρύψῃ τὴν εὐθύνην αὑτοῦ καὶ τὴν εὐ-
1044θύνην τῆς Κυβερνήσεως, εἶπε δ’ ἡμῖν, ὅτι δὲν εἶναι ὑπεύθυ-
1045νος δι’ ὅσα δημοσιεύουσιν αἱ ἐφημερίδες. Ἡ τακτικὴ εἶναι
1046γνωστή. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις τοῦ
1047κ. Τρικούπη μετέρχεται τοιαύτην γλῶσσαν· ἐνῷ δ’ ὁ Ὑπουρ-
1048γὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀπεκήρυξε τὴν «Παλιγγενεσίαν»,
1049ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔπραξε τὸ αὐτὸ ἄλλοτε πρὸς τὴν
1050«Ὥραν». Ἀλλ’ ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλή, νὰ ἐξετάσῃ
1051ὄπισθεν τῶν διαδόσεων ἐκείνων, ἃς σεῖς αὐτοὶ διασπείρετε,
1052ἀλλ’ ὧν δὲν ἔχετε τὴν τόλμην νὰ ἀναλάβητε τὴν εὐθύνην,
1053μὴ οὐδὲν ἕτερον κρύπτηται, εἰμὴ νέα ἐπιβουλὴ καὶ νέα
1054προσβολὴ κατὰ τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ βεβαίως, ἐὰν
1055ᾖναι ἀναμφισβήτητον, ὅπως καὶ εἶναι, ὅτι οὐδεμίαν ὑπέ-
1056χουσιν εὐθύνην ἀπέναντι τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας οἱ Ἐπί-
1057σκοποι διὰ τὴν μὴ ἐπιτέλεσιν τῶν Συνοδικῶν τῶν καθη-
1058κόντων, ἡ ἀπειλὴ, ἡ διαδοθεῖσα διὰ τῶν ἐφημερίδων, τῶν
1059φίλα φρονουσῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, οὐδὲν ἕτερον εἶναι, ἢ
1060ἐκβίασις κατὰ τῆς Ἐκκλησίας, ἥτις ἔρχεται νὰ ἐπιβε-
1061βαιώσῃ πάσας τὰς ἐκθέσμους ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως,
1062τὰς ὁποίας ἀντελήφθημεν καὶ ὡμολόγησεν αὐτὸς ὁ Ὑπουρ-
1063γὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τελεσθείσας κατὰ τὸ πρῶτον
1064στάδιον τοῦ ζητήματος. Ὑπόκεινται οἱ Συνοδικοί, ἔστω καὶ
1065διὰ μὴ δικαιολογημένην ἀποχὴν ἀπὸ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν
1066καθηκόντων των, ὡς Συνοδικῶν, εἰς ποινικὴν καταδίωξιν
1067ἐνώπιον τῶν κοινῶν Δικαστηρίων; Βεβαίως ὄχι. Ἐν τῷ
1068Καταστατικῷ Νόμῳ τῆς Συνόδου ὑπάρχει ἓν ἄρθρον, τὸ
1069ὁποῖον προβλέπει περὶ τῶν παραπτωμάτων, εἰς ἃ ἤθελον
1070ὑποπέσει οἱ Συνοδικοὶ κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν καθηκόν-
1071των των. Τὸ ἄρθρον 13ον ὁρίζει τῳόντι: Ὁ Πρόεδρος καὶ
1072οἱ Σύνεδροι, ἐάν ποτε ἐκ τῆς συνοδικῆς θέσεώς των περι-
1073πέσωσιν εἰς παράβασιν ἐκκλησιαστικοῦ τινος θεσμοῦ, καθί-
1074στανται ὑπεύθυνοι ἐνώπιον τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἡ Κυβέρ-
1075νησις συγκαλεῖ τοὺς κανονικοὺς Ἐπισκόπους τοῦ Βασιλείου
1076εἰς ἀνάκρισιν, ἐξέλεγξιν καὶ τιμωρίαν τῆς παραβάσεως,
1077κατὰ τοὺς Ἐκκλησιαστικοὺς κανόνας.
1078Οὕτω τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, ἐξαρτᾶται
1079ἐκ τῆς ἐκτιμήσεως, ἐὰν τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐνασκεῖ
1080ὁ Συνοδικὸς κατὰ τὴν ψήφισιν Ἐπισκόπου, ἢ τοῦ Μητρο-
1081πολίτου, ἢ κατὰ τὴν γνωμοδότησιν πρὸς μετάθεσιν εἰς τὸν
1082Μητροπολιτικὸν θρόνον, ἐὰν τὰ καθήκοντα ταῦτα ἔχωσι
1083σχέσιν πρὸς τὸν ἐκκλησιαστικὸν θεσμὸν ἢ πρὸς τὸν πολιτικόν.
1084Αὐτὸς ὁ νόμος τοῦ 1852 δίδει ἡμῖν τὴν λύσιν καὶ τοῦ
1085προκειμένου ζητήματος.
1086Ὁ νόμος οὗτος διαιρεῖ τὰ καθήκοντα τῆς Συνόδου εἰς
1087ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ, καὶ ἀποφαίνεται, ὅτι, ὡς πρὸς
1088μὲν τὰ ἐσωτερικὰ, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἐνεργεῖ ἀνε-
1089ξαρτήτως τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς, μεταξὺ δὲ τῶν ἐσωτερικῶν
1090καθηκόντων ἀναφέρει τὸ ἄρθρον 8ον αὐτοῦ ἐν ἐδαφ. 5 τὰ
1091τῆς χειροτονίας, καὶ ἑπομένως τῆς ψηφίσεως Ἐπισκόπου ἢ
1092Μητροπολίτου. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι πολιτικὸν Δικα-
1093στήριον δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως παρα-
1094πτώματός τινος τυχὸν τῶν Συνοδικῶν ἐκ τῆς ἀποχῆς εἰς
1095τὴν ψήφισιν ἢ τὴν πρότασιν πρὸς μετάθεσιν εἰς τὸν Μη-
1096τροπολιτικὸν θρόνον. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρει, ὅτι ἔλαβε
1097χώραν παράπτωμά τι, τὸ παράπτωμα ἐκεῖνο, ὡς καθα-
1098ρῶς ἐκκλησιαστικὸν, ἤθελεν ὑπάγεται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν
1099πάντων τῶν κανονικῶν Ἀρχιερέων τοῦ Κράτους, αὐτοὺς δὲ
1100ὤφειλε νὰ συγκαλέσῃ, ἀντὶ τῶν Νομικῶν Συμβούλων, ἡ Κυ-
1101βέρνησις. Ἀληθῶς ἐπὶ τοῦ προκειμένου σταδίου δὲν ἔχο-
1102μεν ἐνέργειαν πραγματικὴν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, τὴν
1103ὁποίαν νὰ δυνηθῶμεν νὰ κρίνωμεν, ἀλλ’ ἔχομεν ἐνέργειαν
1104ἐντελῶς ἔκθεσμον καὶ σκοποῦσαν, ὅπως ἐπιδράσῃ ἐπὶ τὴν
1105γνώμην τῶν Συνοδικῶν, κατακριτέαν ἐντεῦθεν καὶ ἀξιόμεμ-
1106πτον, ἀλλὰ μὴ ὑπαγομένην εἰς εἰδικὴν διάταξιν τοῦ νό-
1107μου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν.
1108Ἀλλὰ τέλος ἀνένηψεν ἡ Κυβέρνησις, εἶδε τὸ σκάνδαλον
1109κορυφούμενον καὶ τὴν κατ’ αὐτῆς κατακραυγὴν, καὶ τότε
1110ἠθέλησε νὰ δώσῃ ἐπιεικῆ λύσιν εἰς τὸ ζήτημα, ἀλλὰ καὶ
1111κατὰ τὴν λύσιν ταύτην οὐδὲν ἕτερον ἔπραξεν, ἢ νὰ ἐνεργή-
1112σῃ ἐκθέσμως καὶ νὰ περιϋβρίσῃ τὴν Ἐκκλησίαν. Οἱ Ἱεράρ-
1113χαι, οἵτινες ἐφρόνουν, ὅτι ἠθέλησαν νὰ ἐπιβληθῶσιν ἐπὶ τὴν
1114συνείδησίν των, ὅτι ἠθέλησαν ν’ ἀφαιρέσωσιν ἀπ’ αὐ-
1115τῶν τὸ δικαίωμα τῆς ψηφίσεως ἢ τῆς γνωμοδοτήσεως πρὸς
1116μετάθεσιν διὰ τῆς ὑποβολῆς ὑποψηφίου ἢ μᾶλλον τῆς ἐπι-
1117βολῆς ὑποψηφίου, ὑπέβαλον τὰς παραιτήσεις των, ἡ δὲ
1118Κυβέρνησις τί ἔπραξεν; ἐκάλεσε δύο ἐκ τῶν κατόπιν Ἐπι-
1119σκόπων, ὅπως ἀναπληρώσωσι τοὺς Συνοδικούς, ὧν ἡ παραί-
1120τησις δὲν ἐγένετο δεκτή. Μάλιστα ἐφημερὶς φίλη τῆς Κυ-
1121βερνήσεως ἐτόλμησεν ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ κ. Πρω-
1122θυπουργοῦ, ἢ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διερ-
1123μηνεύοντος τὰς γνώμας ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος τοῦ
1124κ. Πρωθυπουργοῦ, νὰ γράψῃ, ὅτι ἐγένετο δεκτὴ ἡ παραί-
1125τησις τῶν δύο Ἐπισκόπων, ἀλλὰ τὴν ἐπαύριον ἢ τὴν ἰδίαν
1126ἡμέραν δριμέως ἐπετιμήθη παρ’ ἑτέρου φύλλου κυβερνητι-
1127κοῦ, διότι ἡ Κυβέρνησις οὐδέποτε ἐνόησε νὰ δεχθῇ τὰς πα-
1128ραιτήσεις τῶν Ἐπισκόπων, ἐνόησε μόνον νὰ τοὺς ἀντικατα-
1129στήσῃ, καίπερ ὑπάρχοντας. Ἄλλως ὁ σκοπὸς τῆς Κυβερνή-
1130σεως προκύπτει ἐξ ἁπλῆς ἀναγνώσεως αὐτῶν τῶν Διαταγ-
1131μάτων τῆς προσκλήσεως τῶν νέων Συνοδικῶν (ἀναγινώσκει):
1132ΓΕΩΡΓΙΟΣ Αʹ
1133ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
1134«Κατὰ πρότασιν τοῦ Ἡμετέρου ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
1135κῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ, καλοῦ-
1136μεν κατὰ τὸ Γʹ ἄρθρον τοῦ ΣΑʹ Νόμου τὸν Σεβασμιώτατον
1137Ἀρχιεπίσκοπον Ἀργολίδος κ. Νίκανδρον Συνοδικὸν Σύνε-
1138δρον, εἰς ἀναπλήρωσιν τοῦ Σ. Ἀρχιεπισκόπου Σύρου καὶ
1139Τήνου κ. Μεθοδίου, ἐξαιτησαμένου τὴν ἀπαλλαγήν του
1140ἀπὸ τῶν τοῦ Συνέδρου χρεῶν, ἀποσχόντος τῆς ἐκτελέσεως
1141τούτων καὶ μὴ ἀναλαβόντος αὐτὰ, οὔτε μετὰ τὴν παρὰ
1142τοῦ Ὑπουργείου ὑπόμνησιν τοῦ καθήκοντός του.
1143«Εἰς τὸν αὐτὸν Ἡμέτερον Ὑπουργὸν ἀνατίθεται ἡ δη-
1144μοσίευσις καὶ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ Διατάγματος τούτου.
1145«Ἐν Ἀθήναις τῇ 10 Μαρτίου 1889.
1146ΓΕΩΡΓΙΟΣ
1147Γ. Ν. ΘΕΟΤΟΚΗΣ.»
1148Πρόκειται περὶ λιβέλλων κατὰ τῶν Ἱεραρχῶν, κάτω τῶν
1149ὁποίων ἐτόλμησαν νὰ θέσουν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως.
1150Θὰ ἐνόουν Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐγίνετο δεκτὴ ἡ
1151παραίτησις τῶν Ἀρχιεπισκόπων Κυκλάδων καὶ Τριφυλίας,
1152διότι ἔχουν τὴν ἀτυχίαν ν’ ἀπαρέσκουν εἰς ὡρισμένους φί-
1153λους τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἐνόουν Διάταγμα κατόπιν, κα-
1154λοῦν τοὺς μετ’ αὐτοὺς ἐρχομένους, ὅπως τοὺς ἀναπληρώ-
1155σωσι, θὰ ἐνόουν ἀκόμη Διάταγμα, στηριζόμενον εἰς τὴν διά-
1156ταξιν τοῦ ἄρθρου Γʹ τοῦ Νόμου ΣΑʹ περὶ προσωρινῆς ἀνα-
1157κλήσεως τῶν κωλυθέντων, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ Διάταγμα, διὰ
1158τοῦ ὁποίου δύο Ἱεράρχαι, οἵτινες οὐδὲν ἕτερον ἔπραξαν, ἢ
1159ν’ ἀμυνθῶσιν ὑπὲρ τῶν προνομιῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἀμυνό-
1160μενοι συγχρόνως καὶ ὑπὲρ τοῦ ἐθνισμοῦ ἡμῶν, διότι τὰ συμ-
1161φέροντα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀλληλένδετα πρὸς αὐτὸν καὶ
1162ἀναπόσπαστα ἀπὸ τὸν ἐθνισμόν μας, νὰ περιϋβρίζωνται καὶ προ-
1163πηλακίζωνται διὰ τρόπου, ὁμοίου πρὸς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον
1164μετεχειρίσθη καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτε ἠθέλησε ν’ ἀπο-
1165λύσῃ τοὺς ἀπαρέσκοντας αὐτῷ ὑπαστυνόμους. Ὁ κ. Ὑπουρ-
1166γὸς τῆς Παιδείας ἐναβρύνεται ἐπὶ ἁβρᾷ ἀγωγῇ· ἀλλὰ τὸν
1167ἁβρῶς ἠγμένον πρέπει νὰ διακρίνωσιν, ὄχι μόνον αἱ ἰδιωτι-
1168καὶ σχέσεις, ἀλλὰ καὶ αἱ πολιτικαί· ἂς ἀναγνώσῃ τὰ Δια-
1169τάγματά του, ἐὰν ἔχῃ ἀκόμη τὸ θάῤῥος, καὶ θέλει ἴδει τὴν
1170εἰκόνα τῆς πολιτικῆς του ἀγωγῆς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκ-
1171κλησιαστικῶν.
1172§13ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1173§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
1174§15ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλῃ ν’ ἀπαντήσῃ,
1175τότε θὰ προβῶμεν εἰς πρότασιν.
1176§16ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ὄχι ἐπὶ ὅλων τῶν
1177κατηγοριῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπευθύνθησαν πρὸς αὐτὴν, ἀλλ’ ὀφεί-
1178λει τοὐλάχιστον ν’ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῆς τελευταίας, τί ἐν-
1179νοεῖ διὰ τῆς φράσεως τῆς Διατάγματος, τοῦ προσκαλοῦν-
1180τος τοὺς νέους Ἀρχιερεῖς.
1181§17ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἐκλείψῃ αὐ-
1182τὸς ὁ ἀριθμὸς, καὶ θὰ ἰδωθῶμεν καλλίτερα.
1183§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἡ ἑξῆς πρότασις ὑπὸ τοῦ
1184κ. Γεροκωστοπούλου, ὡς συμπέρασμα τῆς συζητήσεως (ἀνα-
1185γινώσκει): «Ἡ Βουλή, συνιστῶσα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον εὐλά-
1186βειαν τῆς περὶ διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας καθεστηκυίας
1187νομοθεσίας, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
1188§19ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ
1189πρότασις;
1190§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
1191§21ΜΙΛΗΣΗΣ. Λοιπὸν ἡμεῖς δηλοῦμεν, ὅτι, καταψηφίζον-
1192τες τὴν πρότασιν, ἐννοοῦμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει
1193ἀνάγκην συστάσεως, διὰ νὰ τηρήσῃ τὴν ἀπαιτουμένην εὐ-
1194λάβειαν πρὸς τοὺς νόμους, τοὺς κανονίζοντας τὰς σχέσεις αὑ-
1195τῆς πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν.
1196§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς προτείνομεν, ὅπως
1197ἡ Βουλὴ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἄνευ οὐδεμιᾶς
1198παρατηρήσεως· ἐννοεῖται, ὅτι ἡ πρότασις ἡμῶν εἶναι ἡ
1199ἀπωτέρα.
1200§23Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ προτάσεις περὶ παραπομ-
1201πῆς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν εἶναι δύο εἰδῶν, προτά-
1202σεις ἁπλαῖ καὶ προτάσεις σύνθετοι. Καὶ αἱ μὲν ἁπλαῖ δια-
1203τυποῦνται οὕτως: «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα μεταβαί-
1204νει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Ἡ ἁπλῆ δὲ πρότασις τυγ-
1205χάνει ἡ ἐγγυτέρα εἰς τὴν καθεστηκυῖαν διεξαγωγὴν τῶν
1206λειτουργιῶν τῆς Βουλῆς. Αἱ σύνθετοι ὅμως προτάσεις αἰτιο-
1207λογοῦσι τὴν μετάβασιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ
1208κρίνονται πάντοτε ὡς ἀπώτεραι τοῦ συζητουμένου ἀντι-
1209κειμένου, καθὸ μεταβάλλουσαι τὴν σειρὰν τῶν ἐργασιῶν τῆς
1210Βουλῆς. Ἑπομένως αἱ σύνθετοι προτάσονται τῶν ἁπλῶν κατὰ
1211τὴν ψηφοφορίαν, σύνθετος δ’ εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν προ-
1212τείνει ὁ Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν.
1213§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀπωτέρα εἶναι ἡ μὴ ἀποκλείουσα τὴν
1214ἄλλην· ἂν ψηφοφορηθῇ ἡ ἡμετέρα καὶ ἀποῤῥιφθῇ, δύναται
1215κατόπιν αὐτῆς νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ ἄλλη. Περὶ τούτου δὲν
1216ἀπεκδεχόμεθα ἡμεῖς, ὅτι θὰ πείσωμεν τοὺς ἀντιφρονοῦν-
1217τας· εἶναι ζήτημα καὶ τοῦτο, ὅπερ θὰ λυθῇ διὰ ψηφο-
1218φορίας.
1219§25ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως πάντα τὰ ζητήματα λύον-
1220ται διὰ ψηφοφορίας, ἀλλ’ ἡ γνώμη ἡμῶν στηρίζεται ἐπὶ
1221τῆς γνώμης ὅλων τῶν συγγραψάντων περὶ Δικαίου, κανο-
1222νίζοντος τὰς ἐργασίας τῶν Βουλευτικῶν σωμάτων. Θὰ ἦτο
1223δὲ ἄτοπον καὶ παράλογον συγχρόνως, ὡς ἀντιβαῖνον εἰς τὴν
1224ἐπιστήμην, ἂν θεωρηθῇ πρότασις ἀπωτέρα ἡ ἁπλῆ πρό-
1225τασις, διὰ τῆς ὁποίας μεταβαίνει ἀμέσως ἡ Βουλὴ εἰς τὴν
1226ἡμερησίαν διάταξιν.
1227§26ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἴσως ἐγὼ ἔχω ἴδιον τρόπον
1228τοῦ σκέπτεσθαι, ἀλλ’ ἐξηγῶν κατὰ τὸν ἐμὸν τρόπον τὴν
1229πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν ἀνευρίσκω ἐν αὐτῇ ἢ
1230τὴν καταδίκην τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὴ τοῦ
1231Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν· διότι, προβάλλων ὁ κ.
1232Πρωθυπουργὸς πρότασιν περὶ μεταβάσεως εἰς τὴν ἡμερη-
1233σίαν διάταξιν, ἀφίνει ἐπὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησια-
1234στικῶν, μεθ’ ὅσα ἐξετέθησαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήμα-
1235τος, τὴν μομφὴν, ὅτι ἀνευλαβῶς πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν ἐνήρ-
1236γησεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Εἶναι βεβαίως κύριος καὶ τοῦ
1237Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς
1238καὶ τῶν λοιπῶν Ὑπουργῶν, ὡς καὶ τῆς πλειοψηφίας, καὶ
1239δύναται νὰ διαθέσῃ τὰ πάντα κατὰ βούλησιν. Ἂν ὅμως
1240δὲν εὑρίσκετο ἡ πλειοψηφία εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον τῆς ὑπο-
1241ταγῆς, βεβαίως ἤθελε ζητηθῆ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς
1242λόγος ἀκριβῶς ἐπὶ τῶν παρ’ αὐτοῦ ἐνεργηθέντων. Θὰ λυθῇ
1243τὸ ζήτημα διὰ μιᾶς περιπλέον ψηφοφορίας, διότι, κατὰ τὸ
1244σύστημά του, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὰ ἐπιχειρήματα καὶ
1245τὴν λογικὴν δύναται ν’ ἀντιτάξῃ τοὺς ἀριθμοὺς, ἀλλὰ μό-
1246νον τοὺς ἀριθμούς.
1247§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Βουλὴ, ψηφίζουσα
1248τὴν πρότασιν περὶ μεταβάσεως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν,
1249ἐννοεῖ, ὅτι πράττει τοῦτο ὡς ἀναγνωρίζουσα τὸ ὀρθὸν τῶν
1250παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐνεργηθέντων.
1251Τοῦτο θὰ ἐκφράσῃ ἡ Βουλὴ, μὴ ἀποδεχομένη τὴν πρότασιν
1252τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ψηφίζουσα ἀντ’ αὐτῆς ἑτέραν
1253πρότασιν, διατρανοῦσαν, ὅτι τὰ παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύ-
1254σεως λεχθέντα, ὅτι οἱ ἰσχυρισμοὶ αὐτῆς δὲν ἠδυνήθησαν νὰ
1255κλονίσωσι τὴν πεποίθησιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τὴν ἐνέργειαν
1256τοῦ Ὑπουργοῦ των Ἐκκλησιαστικῶν. Τοῦτο προκαλοῦμεν
1257τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ διὰ τῆς προτάσεως, ἣν ὑποβάλλο-
1258μεν. Πῶς θὰ ἐννοήσωσι τὴν πρότασιν ταύτην οἱ καταψη-
1259φίσοντες αὐτῆς, τοῦτο εἶναι ἀδιάφορον· ὅ,τι διαφέρει εἶναι,
1260πῶς ἐννοοῦσι τὴν πρότασιν οἱ ψηφίσοντες ὑπὲρ αὐτῆς, ἀφοῦ
1261τούτων ἡ γνώμη, ὡς ἐπικρατησόντων κατὰ τὴν ψηφοφο-
1262ρίαν, θὰ καταστῇ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.
1263§28ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ὁ κ.
1264Πρωθυπουργὸς ἔδωκε, δὲν λέγει ἄλλο τι παρὰ τὸ ἑξῆς,
1265ὅτι τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ἀνέγνωσαν, τὰ καταστα-
1266τικὰ, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσαν, αἱ ῥηταὶ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς,
1267τὰς ὁποίας ἀνέγνωσαν καὶ κατὰ τὰς ὁποίας ἦσθε Γραμ-
1268ματεὺς σεῖς, κύριε Πρόεδρε, ἀπέναντι τῆς θελήσεως τοῦ κ.
1269Πρωθυπουργοῦ δὲν ἔχουσιν οὐδεμίαν σημασίαν. Ἠθέλησε
1270νὰ εἴπῃ δηλαδὴ, ὅτι «νόμοι δὲν ὑφίστανται ἀπέναντι τῆς
1271θελήσεώς μου, ὅτι τὸ Κράτος δὲν διοικεῖται διὰ τῶν νόμων
1272καὶ τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ δυνάμει τῆς θελήσεώς μου»·
1273καὶ τὴν γνώμην αὐτὴν ἔκραξεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, στη-
1274ριζόμενος εἰς πλειοψηφίαν, ἀλλὰ ἡ πλειοψηφία, ἥτις θὰ
1275δώσῃ καὶ ταύτην τὴν φορὰν ψῆφον εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς
1276Κυβερνήσεως, δὲν θὰ ἀργήσῃ νὰ δώσῃ λόγον καὶ εἰς τὸ
1277Ἔθνος.
1278§29Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι
1279ἁρμόδιος νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν σκοποῦσι
1280νὰ δώσωσι τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας ἐπὶ τῶν ψηφισθησο-
1281μένων προτάσεων, ἂν καὶ εἷς τῶν φίλων αὐτοῦ, ὁ ἐνθερμό-
1282τερος τῶν ἄλλων, ἡρμήνευσε πρὸ μικροῦ τὴν ψῆφον ταύτην,
1283εἰπὼν, ὅτι διὰ τῆς ψήφου της ἡ πλειοψηφία δηλοῖ, ὅτι
1284οὐδεμίαν ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ συστήσῃ εὐλάβειαν πρὸς τὴν
1285Κυβέρνησιν, διότι εὗρεν αὐτὴν ἀκριβῶς ἐκπληροῦσαν τὸ
1286καθῆκόν της. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐνδιαφέρει ἡμᾶς, διότι ἡμᾶς
1287ἐνδιαφέρει ἡ τάξις τῆς ψηφοφορίας. Ἡ τάξις δὲ τῆς ψηφο-
1288φορίας δὲν δύναται νὰ κανονίζηται αὐθαιρέτως, ἀλλὰ
1289πρέπει νὰ κανονίζηται κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ
1290ἀποκλείηται ἡ Βουλὴ ἀπὸ τοῦ νὰ ἐρωτηθῇ καὶ νὰ ἐκφράσῃ
1291γνώμην ἐπὶ τῶν προτάσεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἂν
1292γίνῃ δεκτὴ ἡ γνώμη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι δηλαδὴ ἡ
1293ἁπλῆ πρότασις πρὸς μετάβασιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν
1294εἶναι ἡ ἀπωτέρα, τότε δὲν θέλει τίθεσθαί ποτε ἐνώπιον τῆς
1295Βουλῆς πρότασις πρὸς ψηφοφορίαν, διερμηνεύουσα τὰ φρο-
1296νήματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ δὲ Βουλὴ θέλει ἐρωτᾶσθαι
1297ἀμέσως, ἐὰν κακῶς ἢ καλῶς πράττῃ ἡ Κυβέρνησις, καὶ
1298θέλει ἀποφαίνεσθαι, ὅτι πράττει καλῶς, ἐν ὅσῳ ἔχει τὴν
1299πλειονοψηφίαν. Ἀλλὰ δὲν θέλει ποτὲ ἀποφαίνεσθαι, ἂν
1300ἀποδέχηται τοῦτο, τὸ ὁποῖον προβάλλει ἡ Ἀντιπολίτευσις.
1301Τὴν τάξιν ταύτην ἐσύστησαν διὰ τοῦτο πάντες, ὅσοι συνέ-
1302γραψαν περὶ τῆς τακτικῆς τῶν Βουλευτικῶν Σωμάτων,
1303ἀπορῶ δὲ, πῶς εἶναι δυνατὸν, ἐν Κράτει, εἰς τὸ ὁποῖον τὸ
1304κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα λειτουργεῖ πρὸ τοσούτων δε-
1305κάδων ἐνιαυτῶν, νὰ ἰσχυρίζωνται, ὅτι πρότασις ἀπωτέρα
1306δὲν εἶναι ἡ σύνθετος, δὲν εἶναι ἐκείνη, ἥτις συνιστᾷ εἰς
1307τὴν Βουλὴν τὴν μετάβασιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν δι’
1308αἰτιολογίας, ἀλλ’ ἡ ἁπλῆ πρότασις. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω
1309νὰ ψηφοφορηθῇ πρώτη ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ
1310Πατρῶν. Ἂν ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιμένῃ νὰ θέσῃ
1311καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς ψηφοφορίαν, βεβαίως ἡ πλειοψη-
1312φία θέλει ὑποτάξει ἡμᾶς εἰς τὴν γνώμην της, δὲν θέλει
1313ὑποτάξει ὅμως ἡμᾶς εἰς τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ λογικὸν, ἀλλὰ εἰς
1314βίαν αὐθαίρετον, ἐγωϊστικήν, εἰς τὴν ἰδιόῤῥυθμον θέλησιν
1315ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ποιεῖται ἣν θέλει χρῆσιν τῆς ὑπο-
1316στηρίξεως, τὴν ὁποίαν τῷ χορηγεῖ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βου-
1317λῆς, καὶ ἂν ἡ χρῆσις, τὴν ὁποίαν ζητεῖ νὰ ποιήσηται, ἦναι
1318παράλογος.
1319§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ἑξῆς
1320ζητήματος. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ προταχθῇ ἡ πρότασις τοῦ
1321Ὑπουργείου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
1322§31ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία ἡ πρότασις αὕτη;
1323§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ μετάβασις εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
1324§33ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφοφορηθῇ ἄλλη
1325πρότασις μετ’ αὐτήν;
1326§34ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ μετάβασις εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν
1327πῶς ἔχει, κύριε Πρόεδρε;
1328§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν διαφωνίᾳ ἀποφαίνεται ἡ Βουλή. Θὰ
1329ἐρωτήσω λοιπὸν τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ψηφο-
1330φορηθῇ ἡ πρότασις τοῦ Ὑπουργείου παρακαλοῦνται νὰ
1331ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
1332Ἑπομένως θὰ ψηφορηθῇ ἡ πρότασις τοῦ Ὑπουργείου.
1333§36ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ Ὑπουρ-
1334γείου, δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφοφορήσωμεν τὴν ἑτέραν πρότασιν.
1335§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως ὄχι.—Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρό-
1336τασιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα
1337μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, λέγουσι Ναὶ, οἱ
1338μὴ παραδεχόμενοι αὐτὴν λέγουσιν Ὄχι.
1339(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
1340ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κκ. Καλογεροπούλου καὶ Σάκ-
1341κη, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1342Χαρ. Τρικούπης ΝἘπ. Σακελλαρόπουλος
1343Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΝΜ. Γουλιμῆς Ν
1344Γ. Σισμάνης ΝΜ. Ἰατρίδης Ν
1345Δ. Βουλπιώτης ΝΔ. Χατζόπουλος Ο
1346Ἀθ. Ἴσκος ΟΓεώργ. Μίλησης Ν
1347Ν. Καλαντζόπουλος ΝΣπυρ. Νοταρᾶς
1348Γ. Κούστας Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς Ο
1349Ἀλέξανδρος ἈντωνόπουλοςΝΣ. Ἀλαμάνος Ο
1350Σωτήριος Δανόπουλος ΝΘεόφ. Προβατᾶς Ο
1351Ἀναστ. Δημητριάδης ΝἸωάν. Παδοβᾶς Ν
1352Μιχαὴλ Νικηφοράκης ΝΕὐάγγ. Μπασιᾶς Ο
1353Δημήτριος Πετρίδης Ἀγαμέμνων Μεταξᾶς Ν
1354Ἄγγελος Γεωργαντᾶς ΟἈνδρ. Ἄν. Καβαλιεράτος
1355Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΟΝ. Βαλσαμάκης Ο
1356Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης ΟΓεράσιμος Μουσούρης Ν
1357Χρῆστος Χριστόπουλος ΟΠαν. Βενιεράτος Ν
1358Φίλιππος Βάρβογλης ΟΓ. Τυπάλδος Κοζάκης Ο
1359Ἠλίας Φλέσσας ΟΓ. Κόρπας
1360Κ. Κωνσταντόπουλος ΟΣτέφανος Σκουλούδης Ν
1361Ἀρ. Σακελλαρόπουλος ΟἈλοΐσιος Τόμαν
1362Παναγιώτης Μανέτας Χαρίλ. Προβελέγγιος Ν
1363Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος ΟΝ. Νομικός Ν
1364Ἠλίας Παλαμήδης ΝΜίνως Μπογιατζόγλους Ν
1365Κωνστ. Κατσικόπουλος ΟΓεώργιος Μπούμπουρας Ν
1366Δ. Ζέγγελης ΝΛωρέντζος Δελαρόκας
1367Δημ. Ν. Βότσαρης ΝΔημοσθένης Καΐρης Ν
1368Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΟΓεώργιος Δρόσος Ν
1369Γεώργ. Χ. Παχὺς ΝΝικόλαος Κρίσπης Ν
1370Στέφανος Δραγούμης ΝΕὐστάθιος Κεχαγιᾶς
1371Δημήτρ. Γ. Ῥάλλης ΟΚωνστ. Κοσσονάκος Ν
1372Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας ΝΓεώργιος Μαυρομιχάλης Ο
1373Φωκίων Νέγρης ΝἈριστ. Πετροπουλάκης Ο
1374Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς ΟΓιανν. Μαυρομιχάλης Ν
1375Νικόλ. Μπουφίδης ΝΝικήτας Βαρβιτσιώτης Ν
1376Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΝΛεων. Καπετανάκος
1377Δημ. Καλλιφρονᾶς ΟΞανθὸς Πικουλάκης Ν
1378Νικόλ. Δ. Λεβίδης Γεώργ. Πετροπουλάκης Ο
1379Σπυρ. Κουκούλεζας ΝΚ. Παπαμιχαλόπουλος Ο
1380Ὄθων Μακρυγιάννης Ἰωάννης Καρτάλης
1381Τρύφων Μουτσόπουλος ΝἈργ. Κανταρτζῆς Ν
1382Θάνος Κανακάρης ΝΕὐάγ. Σταμούλης Ν
1383Ἀθ. Πετιμεζᾶς Ν. Κοκωσλῆς
1384Νεοκλ. Πετιμεζᾶς Ἰω. Παπαδόπουλος Ν
1385Α. Παπαγιαννακόπουλος ΟΚωνστ. Μαρκίδης Ν
1386Α. Φωτήλας ΝἈριστ. Ἀργυρόπουλος Ν
1387Ἀνδρ. Αὐγερινὸς ΝΔημ. Κουτσουμπλῆς Ν
1388Ἀντ. Ῥικάκης ΟΕὐθ. Μπατζιᾶς Ν
1389Ἀχ. Γεροκωστόπουλος ΟἈναστ. Ζαρμάνης Ν
1390Ἰω. Κρεστενίτης ΟἈχιλ. Λογιωτάτου Ν
1391Ν. Κουμανιώτης ΟΣωτήριος Σωτηρόπουλος Ο
1392Χρ. Στεφανόπουλος ΝΚωνστ. Κουμουνδοῦρος Ο
1393Ἀλέξ. Ζαΐμης ΟΠερικλῆς Πεῤῥωτὴς
1394Νικόλ. Καλογερόπουλος ΝΔημήτριος Τζάνες Ν
1395Ἀλέξ. Κοντόσταυλος ΝΠερικλῆς Μποῦτος Ν
1396Ν. Παπανικολάου ΝΠαναγιώτης Σάκκης Ο
1397Ν. Καφετζόγλους ΝΝικόλαος Παπαλέξης Ν
1398Ι. Πεζᾶς ΝΝικόλαος Μισυρλῆς Ο
1399Κ. Σινέλης ΝΝ. Καράπαυλος Ν
1400Β. Βουδούρης ΝἈσημάκης Χριστόπουλος Ο
1401Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος ΝΕὐστάθιος Κοκκέβης Ν
1402Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς ΝΔημήτριος Κάρτσωνας Ο
1403Ἀναστ. Ε. Λούντζης Δημήτριος Π. Γουδῆς Ν
1404Διον. Λομβάρδος ΝΣ. Χατζηγάκης Ο
1405Γ. Θεοτόκης Κ. Ζωγλοπίτης Ν
1406Κ. Βασιλάκης Ἀθ. Καζαμπάκας Ν
1407Ἀντ. Καποδίστριας ΟΓ. Φραγκίδης Ν
1408Ν. Βασιλάκης ΟΑ. Τακιατζῆς Ν
1409Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς ΟΓ. Τάκης Ο
1410Ν. Ταρμπάζης ΟΝικόλ. Κοντογιάννης
1411Ζ. Φαλιάγκας ΟἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ν
1412Σταμάτιος Μπουντούρης ΝΓεώργιος Λιδωρίκης
1413Θεόδωρος Γκίκας ΝΚωνστ. Χατζῖσκος Ν
1414Ἀνάργ. Σιμόπουλος ΝΔημήτρ. Ζουλούμης Ν
1415Κωνστ. Χαλκιόπουλος ΝΚωνστ. ἈναγνωστόπουλοςΟ
1416Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος ΝΘεμιστοκλῆς Κανάρης
1417§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ
1418Ὑπουργείου διὰ ψήφων 80 κατὰ 46, ψηφοφορησάντων ἐν
1419ὅλῳ 126.
1420Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
1421Πρώτη συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως
1422πιστώσεως ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1889 πρὸς προίκισιν τῆς
1423βασιλόπαιδος Ἀλεξάνδρας.
1424Ὁ κ. Σάκκης ἔχει τὸν λόγον.
1425§39ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερᾶς). Εἶναι ἀργὰ, κύριε Πρόεδρε· αὔριον.
1426§40ΕΤΕΡΟΙ. (ἐκ δεξιῶν). Νὰ προχωρήσωμεν, κύριε Πρόε-
1427δρε. Ὁμιλήσατε, κύριε Σάκκη.
1428§41ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Σάκκη, αὔριον.
1429§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐπιμένει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ
1430συνεδρίασις.
1431§43ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἡμεῖς φέρομεν πρό-
1432τασιν ἀναβολῆς.
1433§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς ἀνα-
1434βολῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ
1435Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς.
1436§45ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Σάκκη, πιστεύετε, ἀνερ-
1437χόμενος εἰς τὸ βῆμα, ὅτι δύνασθε νὰ πείσητε τὸν κ. Πρω-
1438θυπουργὸν νὰ μεταβάλῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ θέματος, περὶ τοῦ
1439ὁποίου θὰ ὁμιλήσητε;
1440§46ΣΑΚΚΗΣ. Λαμβάνων τὸν λόγον ἐπὶ τῶν Βασιλικῶν νο-
1441μοσχεδίων, δὲν προτίθεμαι, Κύριοι, νὰ ἐκδηλώσω τὰ ἀντι-
1442βασιλικὰ φρονήματά μου, ἢ τὴν πρὸς τὴν βασιλεύουσαν
1443δυναστείαν δυσμένειάν μου· ἁπλῶς ἀνῆλθον τὸ βῆμα, ἵνα
1444δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, διατὶ θέλω καταψηφίσει τὰ
1445Βασιλικὰ νομοσχέδια.
1446§47ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὅλα;
1447§48ΣΑΚΚΗΣ. Ὅλα.—Φρονῶ, ὅτι εἰς τὰς παρούσας περιστά-
1448σεις, τὰς ὁποίας τὸ Ἔθνος διέρχεται ἐν οἰκονομικαῖς δυσχε-
1449ρίαις, θὰ ἦτο λίαν τολμηρὸν διὰ τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ
1450Ἔθνους, ἡ ἐπιψήφισις τοιούτων νομοσχεδίων καὶ δι’ αὐτὸν
1451τὸν Βασιλέα ἐπίσης θὰ ἦτο τολμηρὸν, νὰ ζητήσῃ παρὰ
1452τοῦ Ἔθνους θυσίας τοιαύτας, τὰς ὁποίας τὸ Ἔθνος μετὰ
1453γογγυσμοῦ θέλει ἀποδεχθῆ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὰ Συνταγ-
1454ματικὰ Κράτη καὶ ἐν γένει τὰ Κράτη τὰ ἔχοντα μοναρ-
1455χικὸν πολίτευμα, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ ὑψίστου
1456αὑτῶν Ἄρχοντος εἴθισται νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τοιαύ-
1457τας θυσίας, ἀλλὰ δὲν ἀγνοοῦμεν προσέτι, ὅτι οἱ ἄρ-
1458χοντες οὗτοι τῶν τοιούτων Κρατῶν εἰς δυσχερεῖς τοῦ
1459Ἔθνους των περιστάσεις, οὐ μόνον αὐξήσεις χορηγιῶν δὲν
1460ἐζήτησαν, ἀλλὰ καὶ τῆς λαμβανομένης παρ’ αὐτῶν χορηγίας
1461μέρος, ἢ καὶ τῆς ἰδίας αὑτῶν περιουσίας ἔτι, ἐθυσίασαν
1462χάριν τῶν τοῦ Κράτους των ἀναγκῶν. Ἂς κραυγάζωσιν
1463οἱ Κυβερνῆται ἡμῶν δι’ ὅλης τῆς δυνάμεως τῆς φωνῆς
1464των, ὅτι τὸ Ἔθνος εὑρίσκεται ἐν εὐημερίᾳ, ὅτι οἱ Προϋπολο-
1465γισμοὶ τοῦ Κράτους παρουσιάζονται ἐν ἰσοζυγίῳ, ὅτι ἡ πίστις
1466αὐτοῦ ὁσημέραι κραταιοῦται· ὅλα ταῦτα, εἰς ἐμὲ τοὐλάχι-
1467στον, φαίνονται ἀνακριβῆ, εἰσὶ ῥεκλάμαι πολιτικῆς κερδο-
1468σκοπίας, πολιτικῆς, ἧς ἀπὸ ἐτῶν παριστάμεθα ἐπικριταὶ
1469καὶ ψευδομάρτυρες. Τὸ Ἔθνος ἡμῶν ἐξακολουθεῖ εἰς ὁμοίας
1470περιστάσεις νὰ εὑρίσκηται, τὰς αὐτὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας
1471νὰ διέρχηται καὶ τῆς αὐτῆς πολιτικῆς νὰ ἵσταται θεα-
1472τής. Μεθ’ ὅλας δὲ τὰς ἐναντίας διακηρύξεις τοῦ κ. Πρω-
1473θυπουργοῦ, ὅτι τὸ Ἔθνος ὑφίσταται ἀγογγύστως τὰς θυ-
1474σίας, τὰς ἐπιβληθείσας αὐτῷ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐγὼ ἔχω τὴν
1475ἐναντίαν γνώμην νὰ ἐκφράσω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι τὸ Ἔθνος, ὡς
1476μετ’ ἀγανακτήσεως ἤκουσε πάντοτε τοὺς ἐπιβαλλομένους
1477αὐτῷ νέους φόρους καὶ δαπάνας, μετ’ ἀγανακτήσεως ἀκούει
1478καὶ σήμερον, ὅτι πρόκειται νὰ βαρύνωσιν αὐτὸ διὰ νέων βα-
1479ρῶν, πρὸς παροχὴν τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἠθέλησεν ἡ Κυ-
1480βέρνησίς του νὰ παρέξῃ πρὸς τὸν Βασιλέα. Δὲν θὰ μοὶ
1481ἦτο δύσκολον νὰ ἀνατρέξω εἰς συγκρίσεις πρὸς ἄλλα Κράτη
1482καὶ παραβάλλων τὴν χορηγίαν, τὴν χορηγουμένην τῇ ἡμε-
1483τέρᾳ Βασιλείᾳ, πρὸς τὰς τῶν Βασιλέων αὐτῶν, νὰ καταδεί-
1484ξω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι τὰ Ἔθνη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καὶ μεγα-
1485λειτέρους πόρους ἔχουσι καὶ ἄλλας ὑποχρεώσεις καὶ ὑπὸ
1486ἄλλας περιστάσεις ἐδέχθησαν τὸ πολίτευμά των, ἀμείβουσι
1487τοὺς ἀνωτάτους αὐτῶν Ἄρχοντας μετὰ περισσοτέρας φειδοῦς,
1488ἐνῷ ἀπαιτοῦσι παρ’ αὐτῶν πλείονα, ἢ ἡμεῖς παρὰ τῶν Ἀρ-
1489χόντων ἡμῶν. Προσέτι θὰ παρατηρήσω ὑμῖν, ὅτι ὁ Βασι-
1490λεὺς κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν τὸ πρῶτον ἀπεφάσισε νὰ
1491δεχθῇ τὸ ὑπὸ τοῦ Ἔθνους ἡμῶν προσενεχθὲν αὐτῷ Στέμμα,
1492ἠρκέσθη εἰς τὴν ὁρισθεῖσαν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ἀντιμι-
1493σθίαν αὐτοῦ· ἔχων δ’ ὑπ’ ὄψει τὴν διαφορὰν τοῦ νομίσμα-
1494τος, ἥτις ὑπῆρχε τότε μεταξὺ τοῦ φράγκου καὶ τῆς δραχ-
1495μῆς, ἔστερξεν εἰς τὴν φαινομενικὴν ἐλάττωσιν τῆς χορη-
1496γίας αὐτοῦ κατὰ τὴν ἀλλαγὴν τοῦ νομίσματος καὶ δὲν
1497ἐζήτησε τὴν μεταβολὴν ταύτης ἀπὸ παλαιῶν δραχμῶν εἰς
1498εἰς νέας, ἐνῷ ἐπετρέπετο μετὰ δεκαετίαν ὑπὸ τοῦ Συν-
1499τάγματος, εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι καὶ σήμερον δὲν θὰ ἐζήτει
1500τὴν αὔξησιν αὐτῆς, ἐὰν οἱ Σύμβουλοι αὐτοῦ παρίστανον Αὐτῷ
1501τὴν ἀληθῆ τοῦ Κράτους ἡμῶν οἰκονομικὴν κατάστασιν,
1502ἀλλ’ οἱ σύμβουλοι Αὐτοῦ ψευδῶς παρέστησαν εἰς Αὐτὸν, ὅτι
1503τὸ Κράτος ἡμῶν δὲν εὑρίσκεται εἰς οἰκονομικὰς δυσχερείας,
1504ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς εὑρίσκεται ἐν ἰσοζυγίῳ καὶ ἑπομένως
1505ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος οὐδόλως θὰ δυσφορήσῃ, ἂν ὑποβληθῇ
1506καὶ εἰς νέας θυσίας, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ ἀνωτάτου
1507αὐτοῦ Ἄρχοντος. Ταῦτα ὅμως ὑπὸ Συμβούλων κακῆς πί-
1508στεως ἐπιτρέπεται νὰ λέγωνται.
1509Ἀμφισβητῶ ἀκόμη ὅτι ὁ Βασιλεὺς εὑρίσκεται εἰς δυσ-
1510κολίας ἢ ἀνάγκας χρηματικὰς, καὶ ὅτι τὸ Ἔθνος διὰ τῆς
1511αὐξήσεως τῆς ἐπιχορηγήσεως θέλει τὸν διευκολύνει, ἀποζη-
1512μιῶν συνάμα αὐτὸν διὰ θυσίας, ἃς χάριν τοῦ Ἔθνους ὑπέ-
1513στη. Ὁ Βασιλεὺς καθῆκον εἶχε, νὰ προασπίζηται τὰ συμ-
1514φέροντα τοῦ Ἔθνους καὶ νὰ ἐργάζηται καὶ ὑφίσταται οἵας
1515δήποτε θυσίας χάριν αὐτοῦ. Τὰ δὲ οἰκογενειακὰ βάρη δέον
1516νὰ ὑφίσταται, ὡς τὰ ὑφίσταται πᾶς οἰκογενειάρχης.
1517Ταῦτα εἶχον νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς, καὶ εἴπω, ὅτι εἰς
1518τοιαύτας περιστάσεις εἶναι δύσκολον διὰ τὸ Ἔθνος νὰ ἐπι-
1519ψηφίσῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα.
1520Πρὶν ἢ ὅμως κατέλθω τοῦ θέματος, ζητῶ τὴν ἑξῆς
1521ἐξήγησιν παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τὸ νομοσχέδιον, δι’ οὗ
1522ζητεῖται ἡ πίστωσις τῶν 540,000 δραχμῶν διὰ τὰ ἀνά-
1523κτορα τοῦ Διαδόχου....
1524§49ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διὰ τὴν οἰκοδομὴν, ὄχι διὰ τὸν
1525Διάδοχον.
1526§50ΣΑΚΚΗΣ. Ἀδιάφορον... δὲν πρέπει νὰ ἀναφέρῃ ὡρισμέ-
1527νως εἰς ποῖον οἰκόπεδον θέλει ἀνεγερθῆ τὸ κτίριον;
1528§51ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂς ἐγερθῇ εἰς πᾶν ἄλλο οἰκόπε-
1529δον, ἐκτὸς τῶν σταύλων.
1530§52ΣΑΚΚΗΣ. Τοῦτο θέλω νὰ μάθω· διότι, ἂν ἐγερθῇ εἰς
1531τοὺς σταύλους, τὸ Δημόσιον θέλει ὑποστῆ μεγάλην δαπά-
1532νην, ἐπειδὴ τὸ οἰκόπεδον ἐκεῖνο ἔχει μεγάλην ἀξίαν, δυ-
1533νάμενον ἄλλως νὰ χρησιμοποιηθῇ. Δὲν εἶναι δίκαιον, τὸ
1534Ἔθνος νὰ ὑποστῇ τοιαύτην θυσίαν, ἐνῷ ὑπάρχουσιν ἕτερα
1535ἐθνικὰ γήπεδα, δυνάμενα νὰ χρησιμοποιηθῶσι πρὸς τοῦτο.
1536§53ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Κατ’ ἀρχὴν δέν μοι φαίνεται
1537δυνατὸν νὰ θεωρήσωμεν ὡς κακῶς ἐχούσας τὰς ὑπὲρ τῆς
1538Βασιλικῆς οἰκογενείας προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως· διότι,
1539ἂν κατ’ ἀρχὴν τὰς ἐθεωροῦμεν τοιαύτας, τοῦτο ἤθελεν ἰσο-
1540δυναμεῖ μὲ τὴν κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Βασιλείας. Ὁ
1541Βασιλεὺς δὲν ἔχει ἰδίαν περιουσίαν. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ, ὅτι, ὅτε
1542τῷ προσηνέχθη τὸ στέμμα, προσηνέχθη εἰς ἡγεμονίδην,
1543ὅστις βεβαίως ἐστερεῖτο ἰδίας περιουσίας. Συνεπῶς τὸ Ἔθνος
1544ὤφειλε νὰ προνοήσῃ περὶ τῆς ἀξιοπρεποῦς παραστάσεως τῆς
1545Βασιλείας, ἑπομένως συνέπεια λογικὴ εἶναι, ὁσάκις παρίστα-
1546ται περίπτωσις, ἥτις νὰ ἐμβάλλῃ εἰς ἰδιαιτέρας δαπάνας τὸν
1547Βασιλέα, τὸ Ἔθνος ν’ ἀναλαμβάνῃ, ἐν τῷ μέτρῳ τῶν δυ-
1548νάμεών του, ταύτας. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον μοὶ
1549φαίνεται ἀδύνατον νὰ προσβληθῇ ἡ ἀρχὴ τῶν νομοσχε-
1550δίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις. Δυνάμεθα ὅμως νὰ
1551ὑποδείξωμεν ἀλλοῖον τρόπον, καθ’ ὃν δυνάμεθα νὰ κανονί-
1552σωμεν ταῦτα. Εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζη-
1553τοῦμεν ἤδη, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν προῖκα τῆς βασιλόπαιδος
1554Ἀλεξάνδρας, ἔχω νὰ ὑποβάλω τὰ ἑξῆς. Ὅ,τι εἶπον περὶ τῶν
1555εἰς τὴν Βασιλείαν χορηγουμένων, ταῦτα ἐφαρμόζονται καὶ
1556εἰς τὴν περίστασιν ταύτην. Προκειμένου περὶ συνοικεσίου τῆς
1557βασιλόπαιδος Ἀλεξάνδρας, φρονῶ, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπρο-
1558σωπεία καθῆκον ἔχει νὰ πράξῃ τι ὑπὲρ ταύτης. Ἡ Κυβέρ-
1559νησις διετύπωσε τοῦτο ὡς προῖκα. Ἀλλὰ τὴν διατύπωσιν
1560ταύτην, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, δὲν θεωρῶ ἐπιτυχῆ, διότι πιστεύω,
1561ὅτι κυρίως δὲν πρόκειται περὶ προικίσεως, ἥτις, ὡς πάντες
1562γνωρίζετε, ἀφορᾷ εἰς τὴν περιουσίαν τῆς συνισταμένης οἰ-
1563κογενείας. Ἀλλ’ ἡ οἰκογένεια τῆς βασιλόπαιδος Ἀλεξάν-
1564δρας θὰ ἦναι Ῥωσσική, ἑπομένως δὲν πρόκειται ἡ Κυβέρνη-
1565σις νὰ προνοήσῃ περὶ προικίσεως τῆς Αὐτοκρατορικῆς οἰκο-
1566γενείας τῆς Ῥωσσίας. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ἡ ἔννοια τῆς
1567προικίσεως δὲν ἐφαρμόζεται ἐνταῦθα, διότι πρόκειται περὶ
1568οἰκογενείας μὴ ἀφορώσης εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἢ
1569εἰς τὴν πρόνοιαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, οἰκογενείας, ἥτις,
1570δυνάμεθα νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι δὲν θέλει στερηθῆ τῶν μέσων
1571τῆς ὑπάρξεως.
1572Λέγων ταῦτα, δὲν ἐννοῶ, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία
1573δὲν πρέπει νὰ πράξῃ τι ὑπὲρ τῆς βασιλόπαιδος Ἀλεξάν-
1574δρας· ὀφείλει νὰ πράξῃ, ἀλλ’ ὑπὸ ἕτερον τύπον, διότι δὲν
1575πρόκειται ν’ ἀσφαλίσωμεν τὴν περιουσίαν τῆς οἰκογενείας
1576τῆς βασιλόπαιδος Ἀλεξάνδρας, ἥτις, ὡς εἶπον, θέλει εἶσθαι
1577μέλος τῆς Αὐτοκρατορικῆς οἰκογενείας τῆς Ῥωσσίας. Πρό-
1578κειται ν’ ἀσφαλίσωμεν εἰς τὴν κόρην τῆς Ἑλλάδος, τὴν
1579βασιλόπαιδα Ἀλεξάνδραν, χορηγίαν ἰσόβιον, ἥτις θέλει ἀπο-
1580δείξει τὴν ὑπὲρ αὐτῆς στοργὴν τοῦ Ἔθνους, θέλει ἀποδείξει,
1581ὅτι καὶ ἀπερχομένην παρακολουθεῖ πάντοτε ἡ στοργὴ τοῦ
1582Ἔθνους, καὶ προνοεῖ τοῦτο, ὅπως ἐν τῷ μέτρῳ τῶν δυνά-
1583μεών του τῇ χορηγῆται τακτικόν τι εἰσόδημα, ἔστω καὶ
1584ἐλάχιστον. Ἐννοεῖται, ὅτι ὑπὸ τὸν τύπον, ὑφ’ ὃν παρουσιά-
1585ζει τὸ Ὑπουργεῖον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, οὔτε κἂν τὸ πο-
1586σὸν τοῦτο τῶν δρ. 400,000, ὅπερ δὲν εἶναι ὑπερβολικὸν,
1587ἀλλ’ εἶναι ἀνάλογον πρὸς τὰ μέσα τοῦ Ἔθνους, χορηγεῖται
1588πράγματι εἰς τὴν Βασιλόπαιδα. Ὁ ταμίας τοῦ Μ. Δουκὸς
1589τῆς Ῥωσσίας θέλει εἰσπράξει τὸ ποσὸν τοῦτο ἐφ’ ἅπαξ. Ἡ
1590προὶξ χορηγεῖται εἰς τὴν Βασιλόπαιδα, ἥτις δὲν θὰ ἦναι
1591ὁ διαχειριστὴς αὐτῆς. Οὐδὲν ἕτερον λοιπὸν κάμνομεν, ἢ νὰ
1592ῥίπτωμεν εἰς τὰ ἔσοδα ἑνὸς ἔτους τοῦ Μ. Δουκὸς κεφάλαιον,
1593τὸ ὁποῖον δὲν θ’ ἀνήκῃ εἰς τὴν βασιλόπαιδα Ἀλεξάνδραν.
1594Οὔτε δυνάμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν σπουδαίως τὴν χρησιμό-
1595τητα τῆς τοιαύτης προικίσεως, ὅπως ἀσφαλισθῇ δῆθεν αὕτη,
1596ὡς περιουσία ὑπὲρ τῶν τέκνων τῆς Βασιλόπαιδος, τὰ ὁποῖα
1597δὲν θ’ ἀνήκωσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βασιλικὴν οἰκογέ-
1598νειαν, ἀλλ’ εἰς τὴν Αὐτοκρατορικὴν οἰκογένειαν τῆς Ῥωσ-
1599σίας. Διὸ προτείνω, ὅπως τὸ Ὑπουργεῖον διατυπώσῃ ἄλ-
1600λως τὴν πίστωσιν, οὐχὶ ὑπὸ τὸν τύπον τῆς προικὸς, διότι
1601οὐδὲν κοινὸν δύναται νὰ ὑπάρξῃ μεταξὺ τῆς ἐννοίας τῆς
1602προικός, ἣν πάντες οἱ νομομαθεῖς γινώσκουσι, καὶ ἐκείνης,
1603ἣν ἡ Κυβέρνησις ἔχει. Ὅθεν καλὸν ἤθελεν εἶσθαι νὰ δια-
1604τυπώσωμεν τὴν δωρεὰν ταύτην ὑπὸ τύπον χορηγίας, ἣν
1605θέλει ὁρίσει ἀναλόγως τοῦ προτεινομένου κεφαλαίου, ὑποτε-
1606θείσθω 25,000 δραχ. κατ’ ἔτος, ἃς ἡ Ἑλλὰς θέλει πληρό-
1607νει ἐτησίας ἐφ’ ὅρου ζωῆς εἰς τὴν ἡγεμονίδα, διότι τὰ τέ-
1608κνα αὐτῆς μετὰ τὸν θάνατον τῆς μητρὸς οὐδὲν κοινὸν θέ-
1609λουσιν ἔχει πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Ἑπομένως ἐπαναλαμβάνω
1610νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μεταβάλῃ τὸ νο-
1611μοσχέδιον, καταργοῦσα τὴν ἰδέαν τῆς προικίσεως, καὶ ἀντ’
1612αὐτῆς χορηγοῦσα 25,000 δραχμῶν ἐφ’ ὅρου ζωῆς εἰς τὴν
1613πριγκίπισσαν Ἀλεξάνδραν.
1614§54ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐκ τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. Κοζάκης δύο
1615συμπεράσματα ἐξάγονται, ὅτι ἤδη ἡ βασιλόπαις Ἀλεξάν-
1616δρα εἶναι Ῥωσσὶς, πρὶν ἀκολουθήσῃ τὴν ἐθνικότητα τοῦ
1617συζύγου της, καὶ δεύτερον, ὅτι θέλει νὰ καταστήσῃ τὴν
1618Ἑλλάδα ὑποτελῆ εἰς τὴν Ῥωσσίαν, διότι ἐννοεῖ, ἐφ’ ὅσον
1619ὑφίσταται τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, νὰ πληρόνῃ αὐτὸ τὸ
1620ποσόν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, μὴ θέλων νὰ φέρω εἰς τὸ μέσον ἤδη
1621οὔτε τὰ βασιλικὰ, οὔτε τὰ δημοκρατικὰ φρονήματα, νο-
1622μίζω, ὅτι συμφέρον εἶναι εἰς τὸ Ἔθνος νὰ πληρώσῃ ἐφ’ ἅπαξ
1623τὸ ποσὸν, διότι οὕτως ἀπαλλαττόμεθα τοῦ φόρου τῆς ὑπο-
1624τελείας, εἰς ὃν ὁ κ. συνάδελφος θέλει νὰ μᾶς ὑποβάλῃ. Διὸ
1625ἀποκρούω τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου.
1626§55ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Ἐγὼ δὲν συμφωνῶ μὲ κἀνένα ἐκ τῶν
1627προλαλησάντων, ἐκτὸς τοῦ πρώτου· εἶμαι καὶ κατὰ τῶν
1628τριῶν νομοσχεδίων, διότι τὸ Δημόσιον ἀρκετὰ προσέφερεν εἰς
1629τὸν Βασιλέα καὶ τὸν Διάδοχον. Εἰς μὲν τὸν Βασιλέα προσέ-
1630φερε τὸ Ἀνάκτορον καὶ τὸν κῆπον, ἃ νέμεται, χωρὶς νὰ
1631καταβάλλῃ τι, πρὸς δὲ νέμεται τοὺς σταύλους, ὧν ἡ ἀξία
1632ἀνέρχεται εἰς 8,000,000 δραχμῶν, διὰ δὲ τὸ Ἀνάκτορον
1633καὶ τὸν κῆπον τὸ Δημόσιον πληρόνει ὑπὲρ τὰς 250 χιλιά-
1634δας δραχμῶν κατ’ ἔτος εἰς τοὺς κληρονόμους τοῦ ἀειμνή-
1635στου Ὄθωνος. Εἰς τὸν Βασιλέα ἐδώρησε τὸ Ἔθνος τὸ κτῆμα
1636Μπάφι ἐξ 100,000 στρεμμάτων γαιῶν, τοῦ ὁποίου ἡ ἀξία
1637ἀνέρχεται εἰς δύο ἑκατομμύρια δραχμῶν, εἰς τὸν Διάδοχον
1638ἐχορήγησε 100,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος, ἐδόθη εἰς αὐτὸν
1639ἡ Μανωλὰς, συγκειμένη ἐκ 500 ἢ 600 χιλιάδων στρεμμά-
1640των εὐφόρων γαιῶν, ἐντὸς τῆς περιοχῆς ταύτης ὑπάρχουν
1641βελανόδενδρα, δάσος καὶ δύο ἰχθυοτροφεῖα, ἐξ ὧν τὸ Δη-
1642μόσιον ἐλάμβανε, κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐκ τοῦ φό-
1643ρου ἐξαγωγῆς περὶ τὰς 50,000, ἐκ τοῦ βαλανοκάρπου
164412,000 δραχμῶν, ἐκ τοῦ δάσους πλέον τῶν 10,000, ἀλλ’
1645ἂν καλλιεργηθῶσι, θὰ εἰσπράττωνται πλέον τῶν 100,000,
1646ἡ δὲ ἀξία ὅλου τοῦ κτήματος θὰ ἀνέρχηται εἰς 80 ἢ
1647100 ἑκατομμύρια. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀρκετά. Ἂν εἶ-
1648χον μικρὰν ἐπιῤῥοὴν πλησίον τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ Δια-
1649δόχου, θὰ συνεβούλευον αὐτὸν νὰ παραιτηθῇ τῆς Μανωλά-
1650δος, καὶ ἤθελε κερδίσει οὐχὶ 100 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ δισε-
1651κατομμύρια ἀπὸ τὴν ἀγάπην τοῦ Ἔθνους, διότι τὸ με-
1652γαλύτερον κτῆμα τοῦ Βασιλέως εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ λαοῦ
1653του.
1654Καθόσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὰ τῆς προικίσεως τῆς βασιλό-
1655παιδος Ἀλεξάνδρας, νομίζω, ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν ἔχει ὑπο-
1656χρέωσιν νὰ δώσῃ τὰς 400,000 δραχμὰς, διότι δὲν βλέπω
1657νὰ λαμβάνῃ ἡ μνηστὴ τοῦ Διαδόχου ποσὸν ἀπὸ τὸ δη-
1658μόσιον ταμεῖον τῆς μεγάλης Γερμανικῆς Αὐτοκρατορίας,
1659ἀλλὰ μόνον ἐκ τῆς πατρικῆς περιουσίας 35,000 κατ’ ἔτος.
1660Ἄν ἡ Γερμανικὴ Αὐτοκρατορία δὲν δίδῃ τι, τί ἔχομεν νὰ
1661δώσωμεν ἡμεῖς εἰς τὰς παρούσας κρισίμους περιστάσεις; Ἂν
1662παραβάλωμεν τὸν πληθυσμὸν τῆς Γερμανίας μὲ τὸν τῆς
1663Ἑλλάδος καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς Γερμανίας πρὸς τὸν
1664τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἔπρεπε νὰ δώσωμεν οὔτε 500 δραχμὰς
1665καὶ ὄχι ἐκεῖνα, ἅτινα εἶπεν ὁ κ. Κοζάκης, 25,000 κατ’ ἔτος.
1666Ὡς πρὸς τὸ ἀνάκτορον δὲ τοῦ Διαδόχου, νομίζω, ὅτι δὲν
1667εἶναι ὀρθὸν νὰ δαπανήσωμεν, διότι καὶ μισθὸν ἔχει καὶ, ὁπό-
1668ταν ἔλθῃ καιρὸς νὰ βασιλεύσῃ, ὑπάρχει τὸ ἀνάκτορον, ὅπου
1669μένει ὁ Βασιλεὺς, διότι ὁ Ὄθων, ὅτε ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα,
1670ἐδανείσθη καὶ ᾠκοδόμησε τὸ ἀνάκτορον ἐκεῖνο, καὶ εἰς πε-
1671ριστάσεις, οἷαι αἱ σήμερον, ἠλάττωσε τὴν ἐπιχορήγησίν του
1672ἀπὸ 1,000,000 εἰς 800,000 δραχμῶν, καὶ δὲν ἐζήτησε νὰ
1673τὴν αὐξήσῃ, ἐνῷ σήμερον ὁ Βασιλεὺς ζητεῖ νὰ αὐξήσῃ ταύ-
1674την κατὰ 115,000, ἐνῷ ὤφειλε νὰ τὴν ἐλαττώσῃ, βλέπων
1675τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν τοῦ Ἔθνους. Διὰ τῶν τοιούτων
1676νομοσχεδίων δὲν κάμνομεν ἄλλο τι ἢ νὰ καταστήσωμεν
1677τὸν λαὸν δυσμενῆ πρὸς τὸν Βασιλέα, ὅπερ δὲν εἶναι ὀρθὸν,
1678καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τ’ ἀποσύρῃ.
1679Αὐτὰ τὰ ὀλίγα εἶχον νὰ εἴπω, ὅπως δικαιολογήσω τὴν
1680ψῆφόν μου.
1681§56ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ μετὰ τῶν προα-
1682γορευσάντων, ὅσοι ἐκηρύχθησαν κατὰ τῶν τριῶν νομοσχε-
1683δίων, δι’ ὧν ζητοῦνται χρηματικὰ χορηγήματα ὑπὲρ τοῦ
1684Βασιλέως, τοῦ Διαδόχου καὶ τῆς Βασιλόπαιδος Ἀλεξάν-
1685δρας, ἐπιφυλασσόμενος δὲ ν’ ἀναπτύξω τὴν γνώμην μου
1686κατὰ τὴν δευτέραν ἢ τρίτην συζήτησιν, περιορίζομαι ἤδη
1687εἰς τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Φρονῶ δηλαδὴ, ὅτι, προκειμένου
1688νὰ γίνῃ ψηφοφορία, πρέπει αὕτη νὰ ᾖναι μυστική, καθόσον
1689κατὰ τὸ ἄρθρον 61 τοῦ Κανονισμοῦ ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημά-
1690των, τῶν ἀφορώντων πρόσωπα, ὀνομαστὶ ἀναφερόμενα, ἐντὸς
1691ἢ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἡ ψηφοφορία γίνεται μυστική, διὰ σφαι-
1692ριδίων. Ἄν ἑπομένως ἐπιμείνητε εἰς φανερὰν ψηφοφορίαν,
1693παραβιάζετε οὐ μόνον τὸν Κανονισμὸν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ
1694Σύνταγμα, κατὰ τὸ 65ον ἄρθρον τοῦ ὁποίου «ἡ Βουλὴ
1695προσδιορίζει διὰ Κανονισμοῦ, πῶς θέλει ἐκπληροῖ τὰ καθή-
1696κοντά της». Ἄν θέλητε νὰ κάμητε φανερὰν ψηφοφορίαν,
1697ὀφείλετε προηγουμένως νὰ τροποποιήσητε τὸ 61ον ἄρθρον
1698τοῦ Κανονισμοῦ.
1699§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Βουλὴ ἐν προηγουμέ-
1700ναις περιστάσεσιν ἔλυσε τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ
1701Κανονισμοῦ ἐπὶ τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς
1702οἰκογενείας. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ὅτι ὁ Κανονισμὸς, ὁ δια-
1703τάσσων μυστικὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ προσωπικῶν ζητημάτων,
1704δὲν ἐννοεῖ περιλαμβανομένους ἐν τῇ διατάξει ταύτῃ τὸν Βα-
1705σιλέα καὶ τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν. Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς
1706εἶναι ἀναγεγραμμένη ἐν τοῖς πρακτικοῖς. Δὲν ἕπεται ἐκ τού-
1707του, ὅτι σήμερον δὲν δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ ἄλλως,
1708ἡμεῖς ὅμως ἐμμένομεν, εἰς ἣν εἴχομεν καὶ τότε γνώμην, καὶ
1709προτείνομεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως καὶ αὕτη ἐμμείνῃ εἰς τὴν
1710αὐτὴν γνώμην.
1711§58ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θαυμάζω τὸν κ. Πρω-
1712θυπουργὸν, ὅστις ἐνώπιον Κοινοβουλίου δὲν δυσκολεύεται νὰ
1713ἐπικαλῆται βεβιασμένως δεδικασμένον, δίκην μικρολόγου
1714δικηγόρου ἐνώπιον Δικαστηρίου. Δεδικασμένον ἐπὶ πολιτικῶν
1715ζητημάτων δὲν ὑπάρχει. Σήμερον τὸ ζήτημα κεῖται πρὸ
1716ἡμῶν ἀκέραιον καὶ ἄσχετον πρὸς ὅ,τι ἀπεφασίσθη ἄλλοτε
1717κακῶς. Ἄν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ τροποποιήσῃ τὸν Κανονισμὸν,
1718τὸ ζήτημα διαφέρει. Ἐνόσῳ ὅμως οὗτος μένει ἐν ἰσχύϊ, δὲν
1719δύνασθε νὰ ψηφίσητε φανερά. Τοῦτο θὰ ἦτο τόλμη καὶ
1720πρέπει νὰ σταματήσητε πρὸ αὐτῆς. Ἔχει, καὶ ἡ τόλμη, ἵνα
1721μὴ εἴπω βαρυτέραν λέξιν, τὰ ὅριά της. Ἀναφέρομαι ἐπὶ
1722τέλους εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ τὸν παρακαλῶ,
1723ὅπως μὴ ἐπιτρέψῃ φανερὰν ψηφοφορίαν, διότι οὕτω δίδει
1724αὐτὸς ὁ ἴδιος τὸ σύνθημα εἰς τὴν παραβίασιν τοῦ Κανονι-
1725σμοῦ, ἐνῷ ἔχει καθῆκον νὰ τὸν περιφρουρῇ καὶ τὸν προα-
1726σπίζῃ κατὰ τῶν ἀκόσμων ἐπιδρομῶν αὐθαιρέτου Κυβερνή-
1727σεως, ἐρειδομένης ἐπὶ πλειονοψηφίας, τυφλῶς αὐτὴν ἀκολου-
1728θούσης.
1729§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί προτείνετε λοιπὸν σεῖς;
1730§60ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Νὰ γίνῃ μυστικὴ ψηφοφορία.
1731§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτά-
1732σεώς σας.
1733§62ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν δύνασθε
1734νὰ θέσητε κἂν εἰς ψηφοφορίαν τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου.
1735§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ψηφοφορηθῇ μυστι-
1736κῶς τὸ νομοσχέδιον παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσι.
1737§64ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὄχι, τὸ λέγει ῥητῶς ὁ Κα-
1738νονισμός.
1739§65ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς βεβαίως δὲν ἀπο-
1740τελεῖ μέρος τῆς συντάξεως τῆς Πολιτείας· ἡ Βουλὴ ἔχει
1741τὸ δικαίωμα κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ τροποποιῇ τὸν Κα-
1742νονισμόν, δύναται δὲ καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ τροπο-
1743ποιήσῃ τὸν Κανονισμὸν καὶ νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἔστω καὶ τὰ
1744προσωπικὰ ζητήματα δὲν θὰ ψηφίζῃ εἰς τὸ ἑξῆς διὰ μυ-
1745στικῆς ψηφοφορίας. Ἐὰν ὅμως προτίθηται ἡ Κυβέρνησις
1746τοιοῦτό τι νὰ ὑποστηρίξῃ, ἀναγκαίως πρέπει νὰ θέσητε
1747ἀντιθέτως τὴν πρότασιν ἡμῶν εἰς ψηφοφορίαν, διότι πρέπει
1748νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν, ἐάν, ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ
1749καὶ τροποποιοῦσα τὸν Κανονισμόν, θέλῃ διὰ φανερᾶς ψηφο-
1750φορίας νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον.
1751§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι
1752κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ Κανονισμοῦ τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ
1753ψηφισθῇ φανερά, οἱ κύριοι φρονοῦσιν, ὅτι πρέπει νὰ ψηφο-
1754φορηθῇ μυστικά, ὑπάρχει διαφορὰ γνώμης περὶ τὴν ἑρμη-
1755νείαν τοῦ Κανονισμοῦ, ἐννοεῖται δέ, ὅτι θὰ τεθῇ εἰς ψηφο-
1756φορίαν ἡ γνώμη τῶν προβαλλόντων πρότασιν.
1757§67ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1758§68Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Συμφωνῶ πληρέστατα ὅσον
1759ἀφορᾷ εἰς τὰ ἐπὶ τῶν προκειμένων νομοσχεδίων λεχθέντα
1760παρὰ τῶν ἐντίμων προαγορευσάντων, μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν, νὰ
1761ἐπανέλθω εἰς τὴν βʹ συζήτησιν.
1762Ἤδη θὰ στρέψω τὸν λόγον εἰς τὴν πλειοψηφίαν καὶ θὰ
1763παρακαλέσω αὐτὴν, προκειμένου νὰ ψηφίσῃ τὸ πνεῦμα καὶ
1764τὸ γράμμα τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον σαφῶς καὶ καθαρῶς
1765εἶναι ὑπὲρ τῆς γνώμης τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλι-
1766δος Βουλευτοῦ, νὰ προσέξῃ πολὺ χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας
1767της εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτὴν καὶ νὰ μὴ ὑποκύπτῃ τυφλῶς
1768εἰς τὰς θελήσεις, τολμῶ εἰπεῖν, εἰς τὰς διαταγὰς καὶ τὰς
1769αὐθάδεις θελήσεις τοῦ Πρωθυπουργοῦ, διότι καὶ ἑαυτὴν προσ-
1770βάλλει καὶ τὸ Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἦτο ὅμοιον αὐτῆς καὶ
1771ὑπέρτερον, διότι ἐσέβετο ἑαυτὸ, ὅταν ἐψήφιζε τὸν Κανονι-
1772σμὸν αὐτόν. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ σκεπτώμεθα σοβαρῶς
1773καὶ νὰ μὴ ἤμεθα ὄργανα τῶν μικρῶν ῥοσφετίων.
1774§69Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀνέρχομαι τὸ βῆμα διὰ
1775νὰ πολεμήσω τὸ νομοσχέδιον. Δὲν σκοπῶ δὲ νὰ συστήσω εἰς
1776τοὺς συναδέλφους μου ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει νὰ ἀρνηθῶσι
1777ψῆφον ἐπὶ οὐδενὸς τῶν τριῶν τούτων νομοσχεδίων. Σκοπῶ
1778μάλιστα νὰ παρακαλέσω τοὺς συναδέλφους, οἵτινες ἔσπευ-
1779σαν νὰ ἐκφέρωσι τὴν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων γνώμην
1780των, καὶ μάλιστα ἐκείνους, μεθ’ ὧν μὲ συνδέει κοινὸς ἀγὼν
1781ἐπὶ τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος ἐπὶ 8 ἤδη ἔτη, νὰ μὴ
1782ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν γνώμην των ταύτην, διότι νομίζω, ὅτι
1783καὶ αὐτοὶ ἔχουσι τὰς αὐτὰς περὶ τῆς πολιτείας καὶ τοῦ πο-
1784λιτικοῦ συστήματος γνώμας, τὰς ὁποίας ἔχω καὶ ἐγώ. Ἐὰν
1785μεταξὺ τῶν συναδέλφων ὑπάρχωσι συνάδελφοι, οἵτινες ἐφρό-
1786νουν, ὅτι τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα δὲν ἁρμόζει εἰς τὴν
1787Ἑλλάδα, οὗτοι βεβαίως ἤθελον εἶσθαι ἐν δέοντι, ἐὰν συνε-
1788βούλευον τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιψηφίσῃ τὰ νομοσχέδια ταῦ-
1789τα. Ἀλλὰ οἱ πλεῖστοι τῶν συναδέλφων μας ἐν τῇ Ἀντιπο-
1790λιτεύσει, ὡς καὶ ἐγὼ, νομίζομεν, ὅτι εἰς τὴν κατάστασιν
1791τῆς χώρας ἐπὶ τοῦ παρόντος προσήκει τὸ Συνταγματικὸν
1792πολίτευμα, δὲν ἐπείσθημεν δὲ εἰσέτι, ὅτι οἱ δημοκρατικοὶ
1793θεσμοὶ ἐνδείκνυνται εἰς ἡμᾶς ὑπὸ τῶν συμφερόντων τοῦ τό-
1794που, ὡς οἱ προσήκοντες εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν, τοὐλάχι-
1795στον ἐπὶ τοῦ παρόντος. Ἐπιθυμοῦμεν τὴν Βασιλείαν, ἐν κοι-
1796νοβουλευτικῷ πολιτεύματι, ἱσταμένην ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ
1797πολιτικοῦ οἰκοδομήματος, ἀμερόληπτον καὶ ἀφατρίαστον,
1798ἔχουσαν τὴν δεξιὰν μὲν χεῖρα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν δὲ
1799ἀριστερὰν πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ἐπιθυμοῦμεν νὰ μὴ
1800βλέπωμεν αὐτὴν καταβαίνουσαν εἰς τὸν πολιτικὸν ἀντα-
1801γωνισμόν, ἀναμιγνυομένην εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς διαμά-
1802χας, ζητοῦσαν δὲ διὰ τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας νὰ ὑποστηρί-
1803ξῃ τοῦτον κατὰ τὸν ἀνταγωνισμὸν τῶν πολιτικῶν κομμά-
1804των, ἢ προσπαθοῦσαν νὰ παρακωλύσῃ δι’ αὐτῆς τὴν εἰς τὴν
1805Κυβέρνησιν ἄνοδον ἐκείνου. Φανταζόμεθα τὴν Βασιλικὴν ἀρ-
1806χὴν, ἐνασκοῦσαν τὴν βασιλικὴν ἐξουσίαν ἐν ἐπιγνώσει τῶν
1807συμφερόντων τῆς χώρας καὶ πρὸς πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν
1808αὐτῆς, κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτῆς συνείδησιν, οὐδ’ ἐννοοῦμεν τὴν
1809Βασιλικὴν ἀρχὴν ἀργοῦσαν καὶ ἐν αὐτῇ τῇ νομοθετικῇ
1810λειτουργίᾳ.
1811Διὰ τοῦτο ἐσμὲν ὑπὲρ τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος,
1812καὶ διὰ τοῦτο φρονοῦμεν, ὅτι, ὅταν προβάλλωνται νομοσχέ-
1813δια, ἁπτόμενα τῶν χρηματικῶν σχέσεων τοῦ Ἔθνους πρὸς
1814τὴν Βασιλείαν, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι τὰ νομοσχέδια ταῦ-
1815τα, καὶ ἂν ἦναι νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς δὲν ἠθέλομεν
1816προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν προσήκει εἰς ἡμᾶς νὰ ἀρνη-
1817θῶμεν νὰ ἐπιψηφίσωμεν αὐτὰ, διότι αἱ ἀρνήσεις ἢ ἀμφι-
1818σβητήσεις ὑποβιβάζουσι τὸ Βασιλικὸν ἀξίωμα, ἡμεῖς δὲ, ὡς
1819Ἀντιπολίτευσις ἐν Κράτει συνταγματικῶς κυβερνωμένῳ καὶ
1820κοινοβουλευτικῶς πολιτευομένῳ, πρέπει νὰ συνεισφέρωμεν
1821πάντες, ἵνα τὸ Βασιλικὸν ἀξίωμα ἀπολαμβάνῃ τῆς εὐλα-
1822βείας παντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ. Οὐδὲ πρέπει νὰ ἐπηρεαζώμε-
1823θα ἀπὸ τοὺς παρόντας χρόνους, καὶ νὰ λησμονῶμεν, ὅτι τὸ
1824Ἑλληνικὸν Βασίλειον ἔχει πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ ἀποστολὴν
1825ἐν τῇ Ἀνατολῇ, τὴν ὁποίαν οὐχὶ οἱ δημοκρατικοὶ θεσμοὶ,
1826ἀλλὰ τὸ εἶδος τοῦτο τοῦ πολιτεύματος δύναται μᾶλλον νὰ
1827ἐξυπηρετήσῃ ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ πρὸς
1828ἐκπλήρωσιν τῆς ἱερᾶς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν οἱ πατέρες ἡμῶν
1829μᾶς κατέλιπον.
1830Ὁμολογῶ, ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις τοῦ Βασιλείου
1831εἶναι δυσχερεῖς, καὶ ἥκιστα ἀποδέχομαι τὰς περὶ τῶν οἰκο-
1832νομικῶν πραγμάτων τῆς χώρας πληροφορίας καὶ κρίσεις τοῦ
1833Πρωθυπουργοῦ. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, αὐταί εἰσι μεμα-
1834κρυσμέναι τῆς ἀληθείας, καὶ μετὰ προμελέτης διαδίδονται,
1835πρὸς ἀποπλάνησιν τοῦ κοινοῦ.
1836Ὁμολογῶ δ’ ὅτι ἡ τοιαύτη οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς
1837χώρας ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς, τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους,
1838νὰ ἐπιζητήσωμεν τὴν ἐλάττωσιν, ὅσον εἶναι δυνατὸν, τῶν
1839ἐξόδων· ἀλλ’ ὅταν προβάλληται τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους
1840αὔξησις διὰ τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν, ὀφείλει ἡ Ἀντιπο-
1841λίτευσις νὰ σταματήσῃ τὸν ἀγῶνα τῶν οἰκονομιῶν, ἐν ὅσῳ
1842δὲν εἶναι ἐν ἐπαναστάσει, καὶ νὰ μὴ προβάλλῃ ἀντιῤῥήσεις.
1843Δύναται καὶ ὀφείλει ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἀμυνθῇ ὑπὲρ τῆς
1844ἰδίας αὑτῆς ἀξιοπρεπείας, καὶ ὑπὲρ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ
1845Κοινοβουλίου κατὰ τῶν τάσεων ἐκείνων, οἵτινες ἐζήτησαν
1846καὶ ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων νὰ δυσφημίσωσι τὴν Βου-
1847λὴν, ὡς ἐπαρκῶς παρέστησεν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου ἐξ Ἀτ-
1848τικῆς Βουλευτής. Ἐὰν ἐπεκηρύχθη ἀπὸ τῶν ἡμερῶν τῆς
1849τακτικῆς Συνόδου, ὅτι ἦτο ἀναγκαῖον νὰ συγκληθῇ ἔκτα-
1850κτος Σύνοδος, διότι ἐπρόκειτο νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς αὐτὴν νο-
1851μοσχέδια περὶ χορηγίας εἰς τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς οἰκογε-
1852νείας, μετὰ τοῦ δολίου σκοποῦ, τοῦ ἐξευτελισμοῦ τοῦ πολι-
1853τεύματος καὶ τῆς ὕβρεως πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, τὸ ὁποῖον
1854ἤθελον οὕτω νὰ παραστήσωσιν, ὡς εἶπεν ὁ Βουλευτὴς κ.
1855Ῥάλλης, ὡς καλούμενον νὰ λάβῃ καὶ αὐτὸ ἀντάλλαγμα
1856τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν θέλει δώσει ὑπὲρ τῆς Βασιλικῆς χο-
1857ρηγίας, τοὺς ταπεινοὺς τούτους σκοποὺς ἔχομεν δικαίωμα νὰ
1858πατάξωμεν ἐν πάσῃ δεδομένῃ περιστάσει. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν
1859πρέπει νὰ ἀποτρέψῃ ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον
1860ἔχομεν, νὰ πράττωμεν, ὅ,τι δυνάμεθα, ὅπως κατασταθῇ
1861δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ πιστῶς τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον
1862ἐγκατεστάθη ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν. Ἐν ἄλλῃ χώρᾳ, ἔνθα
1863μέγας τῳόντι εἶχεν ἀναδειχθῇ ἡγεμών, αὐτὸς εἶχε κατορ-
1864θώσει ἐν ταῖς νίκαις, τὰς ὁποίας κατήγαγε κατὰ τῶν ἐχθρῶν
1865τῆς πατρίδος, ἐν ταῖς νίκαις, τὰς ὁποίας κατώρθωσε νὰ κα-
1866ταγάγῃ πρὸς ἀνύψωσιν τῆς δόξης καὶ τοῦ μεγαλείου τῆς
1867πατρίδος του, καὶ ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς χορηγίας, τὴν
1868ὁποίαν τὸ Κράτος ἔδιδεν αὐτῷ, νὰ συγκεντρώσῃ καὶ νὰ ἀπο-
1869ταμιεύσῃ 63 ἑκατομμύρια χρυσοῦ καὶ ἀργύρου εἰς τὰ ὑπό-
1870γεια τοῦ Κεραμεικοῦ. Ἀλλ’ ὅτε ἐπέστη ἡ ἀνάγκη τῆς πα-
1871τρίδος του, ὅτε ἡ δόξα τῆς Γαλλίας ἐκινδύνευεν, ὅτε αἱ
1872συμμαχικαὶ στρατιαὶ ἠπείλουν τὴν ἀκεραιότητα τῆς Γαλ-
1873λίας, καὶ αἱ κτήσεις αὐτῆς ἐκινδύνευον νὰ διαρπαγῶσιν, ἡ
1874δ’ ἑνότης τοῦ Γαλλικοῦ Κράτους ἦτο ἐν ἀμφιβολίᾳ, ὁ ἡγε-
1875μὼν ἐκεῖνος ἐκ τῶν 63 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀπο-
1876ταμιεύσει, ἐδαπάνησε τὰ 55 ἑκατομμύρια εἰς τοὺς πολέ-
1877μους τοῦ 1814. Ἄς εὐχηθῶμεν, ἵνα καὶ ὁ Βασιλεὺς τῶν
1878Ἑλλήνων ἀναδειχθῇ τοσοῦτον μέγας ἡγεμὼν, θυσιάζων πάν-
1879τα, ὡς ἐκεῖνος, ὑπὲρ τοῦ μεγαλείου τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους,
1880καὶ αὐτῆς τῆς Βασιλικῆς του ἐξουσίας μὴ φειδόμενος, ὅπως
1881ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην, μεθ’ ἧς τὸ Ἔθνος ἐνα-
1882πέθηκεν αὐτὴν εἰς τὰς χεῖρας αὐτοῦ.
1883Τίς θέλει τότε μεταμεληθῆ διὰ τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας
1884τὸ Κράτος ἤθελε καταβάλει διὰ τὴν δόξαν καὶ τὴν ἀξιο-
1885πρέπειαν τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας, τῆς παριστώσης τὴν ἐθνι-
1886κὴν Μεγαλειότητα; Τὴν Μεγαλειότητα τοῦ Ἔθνους πα-
1887ριστᾷ ἡ Βασιλικὴ ἀρχή. Ἐὰν πρόκηται νὰ τὴν παραστή-
1888σῃ μεγαλοπρεπέστερον καὶ λαμπρότερον, ἂς εἰσφέρωμεν προ-
1889θύμως, ὅσα ζητοῦνται, ὡς ἀναγκαῖα χρήματα, ἐκ τοῦ δη-
1890μοσίου ταμείου, ἀρκεῖ μόνον νὰ ἐνθυμῆται ὁ ἐπὶ τοῦ θρόνου
1891καθήμενος, ὅτι εἶναι Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων, ὀφείλων νὰ
1892τηρῇ πιστῶς, καὶ νὰ ἐφαρμόζῃ εἰλικρινῶς τὸ πολίτευμα, τὸ
1893ὁποῖον λειτουργεῖ ἐν τῷ τόπῳ. (Εὖγε! εὖγε!)
1894§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχε-
1895δίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
1896§71ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως,
1897κύριε Πρόεδρε.
1898§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως;
1899§73ΕΤΕΡΟΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Εἰς τὰς ἄλλας ἀναγνώσεις
1900δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
1901§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦν-
1902ται νὰ ἐγερθῶσιν.
1903§75ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως,
1904κύριε Πρόεδρε.
1905§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλοι λέγετε δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως,
1906ἄλλοι ὄχι· τί θέλετε νὰ κάμω; (θόρυβος).
1907§77ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
1908§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἦσθε 15.
1909§79ΤΙΝΕΣ. Εἴμεθα. (Ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 15).
1910§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς
1911τοῦ νομοσχεδίου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομο-
1912σχεδίου λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
1913(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
1914ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Σάκκη, κατὰ τὸ ἑπόμενον
1915πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1916Χαρ. Τρικούπης ΝἈνδρ. Αὐγερινός Ν
1917Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΝἈντ. Ῥικάκης Ν
1918Γ. Σισμάνης ΝἈχ. Γεροκωστόπουλος Ο
1919Δ. Βουλπιώτης ΝἸω. Κρεστενίτης Ν
1920Ἀθ. Ἴσκος Ν. Κουμανιώτης Ο
1921Ν. Καλαντζόπουλος ΝΧρ. Στεφανόπουλος Ν
1922Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Ἀλέξ. Ζαΐμης Ν
1923Μ. Γουλιμῆς ΝΝικόλ. Καλογερόπουλος Ν
1924Μ. Ἰατρίδης ΝἈλέξ. Κοντόσταυλος
1925Δ. Χατζόπουλος Ν. Παπανικολάου Ν
1926Γεώργιος Μίλησης ΝΝικόλ. Καφετζόγλους Ν
1927Σπυρίδων Νοταρᾶς Ἰωάννης Πεζᾶς Ν
1928Γεώργιος Κούστας Κωνσταντ. Σινέλης Ν
1929Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος Βασίλειος Βουδούρης Ν
1930Σωτήριος Δανόπουλος Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ν
1931Ἀναστ. Δημητριάδης ΝΔιον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ν
1932Μιχαὴλ Νικηφοράκης ΝἈναστ. Ε. Λούντζης
1933Δημ. Πετρίδης Διον. Λομβάρδος Ν
1934Ἄγγ. Γεωργαντᾶς Γεώργιος Θεοτόκης Ν
1935Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝΚωνστ. Βασιλάκης
1936Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Ἀντ. Καποδίστριας
1937Χρῆστος Χριστόπουλος ΝΝικόλαος Βασιλάκης
1938Φίλιππος Βάρβογλης ΝΕὐάγγελος Τσαρλαμπᾶς
1939Ἠλίας Φλέσσας Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς Ν
1940Κωνστ. Κωνσταντόπουλος Σ. Ἀλαμάνος
1941Ἀριστ. ΣακελλαρόπουλοςΝΘεόφιλος Προβατᾶς Ν
1942Παναγ. Μανέτας Ἰωάννης Παδοβᾶς Ν
1943Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος ΝΕὐάγγελος Μπασιᾶς
1944Ἠλίας Παλαμήδης ΝἈγαμέμνων Μεταξᾶς Ν
1945Κωνστ. Κατσικόπουλος ΝἈνδρ. Ἄν. ΚαβαλλιεράτοςΝ
1946Δ. Ζέγγελης Νικόλ. Βαλσαμάκης Ο
1947Δημ. Ν. Βότσαρης ΝΓεράσιμος Μουσούρης Ο
1948Κωνστ. Γ. Καραπάνος Παναγ. Βενιεράτος
1949Γεώρ. Χ. Παχὺς ΝΓ. Τυπάλδος Κοζάκης Ν
1950Στέφανος Δραγούμης ΝΓεώργιος Κόρπας
1951Δημ. Γ. Ῥάλλης ΟΣτέφανος Σκουλούδης
1952Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας Ἀλοΐσιος Τόμαν Ν
1953Φωκίων Νέγρης ΝΧαρίλ. Προβελέγγιος Ν
1954Ἰω. Α. Γεωργαντᾶς ΟΝικόλαος Νομικὸς Ν
1955Νικόλ. Μπουφίδης ΝΜίνως Μπογιατζόγλους Ν
1956Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΝΓεώργιος Μπούμπουρας Ν
1957Δημ. Καλλιφρονᾶς ΝΛωρέντζος Δελαρόκας
1958Νικόλ. Δ. Λεβίδης Δημοσθένης Καΐρης Ν
1959Σπυρ. Κουκούλεζας ΝΓεώργιος Δρόσος Ν
1960Ὄθων Μακρυγιάννης ΝΝικόλαος Κρίσπης Ν
1961Τρύφων Μουτσόπουλος ΝΕὐστάθιος Κεχαγιᾶς
1962Θάνος Κανακάρης ΝΚωνστ. Κοσσονάκος
1963Ἀθ. Πετιμεζᾶς Γεώργιος Μαυρομιχάλης Ν
1964Νεοκλ. Πετιμεζᾶς Ἀριστ. Πετροπουλάκης
1965Α. Παπαγιαννακόπουλος ΟΓιανν. Μαυρομιχάλης Ν
1966Α. Φωτήλας ΝΝικήτας Βαρβιτσιώτης Ν
1967Λεων. Καπετανάκος Ἀσημ. Χριστόπουλος Ν
1968Ξανθὸς Πικουλάκης ΝΕὐστ. Κοκκέβης Ν
1969Γεώργ. Πετροπουλάκης ΟΔημήτρ. Κάρτσωνας Ο
1970Κων. Παπαμιχαλόπουλος ΝΔημήτρ. Π. Γουδῆς Ν
1971Ἰωάν. Καρτάλης Σ. Χατζηγάκης Ν
1972Ἀργ. Κανταρτζῆς ΝΚ. Ζωγλοπίτης Ν
1973Εὐάγ. Σταμούλης ΝἈθ. Καζαμπάκας
1974Ν. Κοκωσλῆς Γ. Φραγκίδης Ν
1975Ἰω. Παπαδόπουλος ΝΑ. Τακιατζῆς Ν
1976Κωνστ. Μαρκίδης ΝΓ. Τάκης Ν
1977Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος Ν. Ταρμπάζης Ν
1978Δημ. Κουτσουμπλῆς ΝΖ. Φαλιάγκας
1979Εὐθ. Μπατζιᾶς ΝΣταμάτ. Μπουντούρης Ν
1980Ἀναστ. Ζαρμάνης ΝΘεόδωρος Γκίκας Ν
1981Ἀχιλ. Λογιωτάτου ΝἈνάργ. Σιμόπουλος Ν
1982Σωτήριος Σωτηρόπουλος Κ. Χαλκιόπουλος
1983Κ. Κουμουνδοῦρος ΝὈδυσσεὺς Πετρόπουλος Ν
1984Περικλῆς Πεῤῥωτὴς Ν. Κοντογιάννης
1985Δημήτρ. Τζάνες ΝἈλκ. Παπαλουκᾶς Ν
1986Περικλῆς Μποῦτος Γεώργ. Λιδωρίκης
1987Παναγ. Σάκκης ΟΚ. Χατζῖσκος Ν
1988Νικόλ. Παπαλέξης ΝΔημήτρ. Ζουλούμης Ν
1989Νικόλ. Μισυρλῆς Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος
1990Ν. Καράπαυλος ΝΘεμιστοκλῆς Κανάρης
1991§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 100. Ἐκ τούτων 90
1992εἶπον Ναὶ καὶ 10 εἶπον Ὄχι. Ἑπομένως ἐγένετο δεκτὴ ἡ
1993ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου.
1994(Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρ-
1995θρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
1996§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
1997οἰκοδομῆς δημοσίου κτιρίου πρὸς ἐνοίκησιν τοῦ Διαδόχου.
1998Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
1999§83ΡΑΛΛΗΣ. Οἱ δέκα, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν κατὰ τοῦ πρώ-
2000του νομοσχεδίου, νομίζω, ὅτι εἶχον μίαν ἰδέαν καὶ περὶ τῶν
2001τριῶν, ὅτι ἐνόουν νὰ δώσουν ψῆφον ἀρνητικὴν καὶ κατὰ
2002τῶν τριῶν νομοσχεδίων, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραξαν ἀμέσως ἐξ
2003ἀρχῆς, διότι ὁ Κανονισμὸς τοὺς ἐμποδίζει, δὲν ἦτο δυνατὸν
2004νὰ ἑνωθῶσι τὰ νομοσχέδια.
2005§84ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν αὐτὴν δήλωσιν, καίτοι
2006περιττὴν, ποιοῦμαι καὶ ἐγὼ, ὅτι δοὺς ψῆφον ἀρνητικὴν διὰ
2007τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, τὴν αὐτὴν θέλω δώσει καὶ διὰ τὰ
2008δύο ἄλλα.
2009§85ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ, εἰς τὸ νομοσχέδιον
2010περὶ οἰκοδομῆς ἀνακτόρου, μετὰ τὰς λέξεις «ἐπὶ ἐθνικοῦ γη-
2011πέδου» νὰ τεθῇ «ἐκτὸς τῶν σταύλων».
2012§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι περιττὸν, διότι τὸ
2013γήπεδον, ἐφ’ οὗ θὰ ἐγερθῇ, εἶναι προσδιωρισμένον, εἶναι τὸ
2014γήπεδον τὸ ἄνωθεν τοῦ λαχανοκήπου, ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Ἡρώ-
2015δου τοῦ Ἀττικοῦ.
2016§87ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Τὸ μέγαρον τοῦτο δὲν εἶναι
2017προσωπικόν.
2018§88ΠΟΛΛΟΙ. Βεβαίως.
2019(Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’
2020ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως.
2021Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συ-
2022ζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον
2023περὶ Βασιλικῆς χορηγίας).
2024Λύεται ἡ συνεδρίασις.
2025Ὥρα 9 μ. μ.