Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΑ · Σύνοδος Γ› Συνεδρίαση 76

1889.02.04

2.329 στίχοι · 18.084 λέξεις · 4 πίνακες · 31 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1889.02.04
Προεδρεία
ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ
Περίοδος
ΙΑ
Σύνοδος
Γ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1889)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 76

Τῆς 4 Φεβρουαρίου 1889.

(Σάββατον).

Ὥρᾳ 3 μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι ἐδῶ.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὁ κ. Σιμόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§4ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους γενικὴ συζήτησις παρέχει τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου νὰ ἐξετάζωσι καὶ συζητῶσι πάντα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν διαχείρισιν καὶ διοίκησιν τῶν κοινῶν, τὰ μέλη δὲ ἰδίως ἐκεῖνα τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ἀξιοῦντα, ὅτι οἱ διαχειριζόμενοι καὶ διευθύνοντες τὰ κοινὰ ἡμῶν πράγματα δέον ν’ ἀντικατασταθῶσιν, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάζωσιν οὐχὶ μόνον τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ ἢ ἐφαρμόζει ἡ καθεστηκυῖα Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ τὴν διαχειριστικὴν καὶ διοικητικὴν ἱκανότητητα τῶν ἰθυνόντων τὰ κοινά. Ἡ ἐν τῇ παρούσῃ Βουλευτικῇ Συνόδῳ Ἀντιπολίτευσις τὸ δικαίωμά της τοῦτο προεξώφλησεν εὐθὺς, ὡς ὑπεβλήθη ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889. Ἡ Ἀντιπολίτευσις προὐκάλεσε πολιτικὴν συζήτησιν καὶ ἐξήτασε διὰ μακρῶν τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Δύναταί τις λοιπὸν νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως συζήτησις εἶναι ἐξηντλημένη. Ἂν δὲ πρόκηται νὰ ἐξετασθῇ καὶ ὁ ἐπιτρεπόμενος εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἔλεγχος ἐπὶ τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις τὸ ὁποῖον εἶχε πρὸς ἔλεγχον τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως δικαίωμα ἤσκησε μετ’ ἐπιτάσεως. Ἐπὶ ἕνα μῆνα ὁλόκληρον ἠκούομεν ἐντεῦθεν ἐλεγχομένην τὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· δύναταί τις δὲ εὐλόγως νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι αἱ παρατεταμέναι ἐκεῖναι συζητήσεις παρεκώλυσαν μὲν τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλ’ ἔσχον ἓν καλὸν, ὅτι ὁ ἐξασκηθεὶς ἐπὶ τοσαύτας ἡμέρας ἔλεγχος τῶν κυβερνητικῶν πράξεων ἀπέδειξεν, ὅτι οἱ κυβερνῶντες ἐξεπλήρωσαν τὸ ἐπιβαλλόμενον αὐτοῖς καθῆκον καὶ δὲν περιέπεσαν εἰς παρεκτροπὰς, εἰς παραβάσεις νόμων, διδούσας χώραν εἰς τὴν μείωσιν τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειοψηφίας πρὸς αὐτούς. Δὲν θέλω μνησθῆ τῶν ἐντεῦθεν λεχθέντων κατὰ τὰς τελευταίας μάλιστα συνεδριάσεις ὑπ’ ἐκείνου, ὅστις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῇ ἐν ὀνόματι τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἰδίᾳ τῆς γνώμης αὐτοῦ, ὅτι ἡ γενομένη παρέλκυσις τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου ἐξυπηρετεῖ τὰ γενικὰ συμφέροντα. Κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ῥήτορος τούτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἢ μᾶλλον τοῦ ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἂν δὲν παρεκωλύοντο αἱ ἐργασίαι αἱ νομοθετικαὶ τοῦ Κοινοβουλίου, αἱ ἐργασίαι αὐτοῦ ἤθελον μᾶλλον βλάψει τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου, διότι οὗτος ἀποτελεῖ πρωτότυπον συνταγματικὴν θεωρίαν. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889 συνεζητήθη διὰ μακρῶν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νομίζω μάλιστα, ὅτι οὐδέποτε Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰργάσθη ἐπὶ τοσαύτας ἡμέρας καὶ ἠσχολήθη ἐπὶ τοσοῦτον διὰ τὰς λεπτομερείας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅσον ἡ κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην ἐκλεχθεῖσα. Διαρκουσῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης, τὰ τῆς μειοψηφίας ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ἐκπροσωποῦντα τὰς ἰδέας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐφαίνοντο συμφωνοῦντα εἰς τὰ πλεῖστα τῶν ἐξεταζομένων ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ἐκείνῃ θεμάτων. Ὅτε ὅμως κατηρτίσθη ἡ ἔκθεσις ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας καὶ ἐπρόκειτο νὰ ὑπογραφῇ, ἡ μειοψηφία ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν συμφωνεῖ πρὸς τὰ γενικὰ συμπεράσματα τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι φρονεῖ, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ὡς πρὸς τὰ ταμιευτικὰ καὶ οἰκονομικὰ αὐτῆς ἀποτελέσματα, ἀπέτυχε· κατὰ τὰ ταμιευτικὰ ἀποτελέσματα ἀπέτυχε, κατὰ τὴν γνώμην τῆς μειοψηφίας, διότι ἡ χρῆσις τοῦ 1887 ἀνέδειξεν ἔλλειμμα ἐκ 15,000,000 περίπου, κατὰ τὴν γνώμην τῆς αὐτῆς μειοψηφίας καὶ ἡ χρῆσις τοῦ 1888 ὅμοιον προαγγέλλει ἔλλειμμα, ὡς εἶναι δὲ ἑπόμενον, ἐπειδὴ ἐπὶ τῆς αὐτῆς βάσεως στηρίζεται ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889, κατὰ τὴν γνώμην τῆς μειοψηφίας καὶ οὗτος θ’ ἀναδείξῃ ἐπίσης ἔλλειμμα. Ἀπέτυχε καὶ εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα, κατὰ τὴν γνώμην τῆς μειοψηφίας, διότι ἐπήγαγε τὴν καταπόνησιν καὶ τὸν κάματον εἰς τὰς παραγωγικὰς τοῦ τόπου δυνάμεις. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὰ τῆς χρήσεως τοῦ 1887 δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐπανέλθω. Ῥήτωρ τις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προχθὲς λαλῶν ἐντεῦθεν, ὀρθῶς παρετήρησεν, ὅτι τὸ θέμα τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἐξηντλημένον, πᾶσα δὲ περὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1887 συζήτησις εἶναι ἄσκοπος ἐπανάληψις, πρὸς τὴν ὁποίαν βεβαίως δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ προσέξῃ ἡ Βουλή, διατελοῦσα μάλιστα περὶ τὸ τέλος τῶν ἑαυτῆς ἐργασιῶν. Δύναται ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἐξακολουθῇ ἰσχυριζομένη, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1887 ἀνέδειξεν ἔλλειμμα, ἡμεῖς ἀπεδείξαμεν διὰ τῶν ἐπισήμων βιβλίων, διὰ τῶν ἐπισήμων ἀριθμῶν καὶ καταστάσεων, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1887 ἔκλεισε μὲ πραγματικὸν καὶ ἀναμφισβήτητον ἰσοζύγιον. Ἀπομένει λοιπὸν ἡ χρῆσις τοῦ 1888, ταύτης δὲ ἡ ἐξέτασις ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν, διότι, ἵνα κρίνῃ τις περὶ τῶν ἀναγραφομένων ἐσόδων καὶ πιστώσεων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889, δέον νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει τ’ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1887 καὶ τὰ ἀποτελέσματα τὰ γνωστὰ τῆς χρήσεως τοῦ 1888. Εὐτυχῶς ἔχομεν ἤδη γνωστὰ ἐκ τῶν ἐπισήμων βιβλίων, ἐκ τῆς διανεμηθείσης πρὸς τοὺς κ.κ. Βουλευτὰς καταστάσεως, τ’ ἀποτελέσματα τῶν δώδεκα μηνῶν τῆς χρήσεως 1888, καὶ δυνάμεθα ἐπὶ τῇ βάσει τούτων νὰ ἐξαγάγωμεν πόρισμα ἀσφαλές. Τὰ πορίσματα ἡμῶν, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1888, εἶναι βεβαίως ἀσφαλῆ, διότι, ὡς γνωστόν, τὸ πλεῖστον τῶν ἐσόδων βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται ἐντὸς τῶν πρώτων δώδεκα μηνῶν τῆς χρήσεως· ὑπολείπονται ἕτεροι δέκα μῆνες μέχρι τῆς χρήσεως, καθ’ οὓς μῆνας βεβαιοῦνται καὶ εἰσπράττονται τὰ ὑπόλοιπα τῶν ἐσόδων. Κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1888 τὰ ἔσοδα προϋπελογίσθησαν ἐκ δραχμῶν 95,000,000· ἐκ τούτων ἐβεβαιώθησαν κατὰ τοὺς 12 μῆνας 85,000,000 καὶ εἰσεπράχθησαν 74,000,000. Ὑπάρχει τις διαφορὰ πρὸς τὰς καταστάσεις τὰς διανεμηθείσας, τῆς ὁποίας τοὺς λόγους θὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν μετ’ ὀλίγον. Ἐχορηγήθησαν δὲ πιστώσεις ἐκ δραχμῶν 93,280,000 καὶ ἐκ τούτων ἐπληρώθησαν κατὰ τοὺς 12 μῆνας 66,000,000. Ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1887· κατὰ τοὺς ὑπολοίπους δέκα μῆνας μέχρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως εἰσεπράχθησαν ἔσοδα 13,500,000, ἂν δὲ παραδεχθῶμεν, ὅτι τὸ αὐτὸ ποσὸν εἰσπραχθήσεται κατὰ τοὺς ὑπολοίπους δέκα μῆνας ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1888, θὰ ἔχωμεν 87,500,000, εἴσπραξιν. Κατὰ τὴν κατάστασιν, τὴν διανεμηθεῖσαν εἰς τοὺς κ. Βουλευτὰς, αἱ βεβαιώσεις μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1888 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1888 ἀνέρχονται εἰς 84,172,027, ἀλλ’ εἰς ταύτας δέον νὰ προστεθῶσι δραχμαὶ 1,285,346· διότι ἕνεκεν ἀταξίας τινὸς, ἢ βραδύτητός τινος περὶ τὴν ἔκδοσιν τῶν ἐνταλμάτων καὶ περὶ τὴν τακτοποίησιν τῶν χρηματικῶν γραμματίων διὰ τὰ εἴδη τοῦ μονοπωλίου, ἀπέμεινεν ἀβεβαίωτον ποσὸν ἐκ δραχμῶν 1,285,346. Τούτου προστιθεμένου, τὰ βεβαιωθέντα ἔσοδα κατὰ τοὺς πρώτους δώδεκα μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1888 ἀνέρχονται εἰς δραχ. 85,457.373. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ λόγου δὲν εἰσήχθησαν τακτικῶς αἱ γενόμεναι ἐκ τῶν μονοπωλίων εἰσπράξεις κατὰ τοὺς δώδεκα μῆνας τῆς χρήσεως 1888, τὸ εἰσπραχθὲν δὲ καὶ μὴ εἰσαχθὲν ποσὸν ἀνέρχεται εἰς δραχ. 2,491,018. Οὕτω λοιπὸν αἱ εἰσπράξεις τῶν δώδεκα μηνῶν ἀνέρχονται εἰς δρ. 74,121,070. Κατὰ τὸ 1887 εἰς τὸ διάστημα τῶν δώδεκα μηνῶν ἐπὶ προϋπολογισθέντων 94,000,000 ἐβεβαιώθησαν 80,000,000, εἰσεπράχθησαν 69,000,000· κατὰ τὸ 1887 τὰ εἰσπραχθέντα πρὸς τὰ βεβαιωθέντα ἔχουσιν ἀναλογίαν 86% ὡς πρὸς τοῦτο ἡ ἀναλογία εἶναι ὁμοία περίπου καὶ κατὰ τὸ 1888· κατὰ τὸ 1887 τὰ εἰσπραχθέντα πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα ἔχουσιν ἀναλογίαν 73%, κατὰ τὸ 1888 77%. Κατὰ τὸ 1887 τὰ βεβαιωθέντα πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα ἔχουσιν ἀναλογίαν 84%, κατὰ τὸ 1888 89%. Κατὰ τὸ 1888 ἐχορηγήθησαν πιστώσεις ἐκ δραχμῶν 93,280,000, ἐπληρώθησαν κατὰ τοὺς 12 μῆνας 66,017,000. Αἱ πληρωμαὶ, αἱ γενόμεναι μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1888, πρὸς τὰς χορηγουμένας πιστώσεις ἔχουσιν ἀναλογίαν 70,75%. Σημειωτέον, ὅτι εἰς τὴν ἐπίσημον κατάστασιν σημειοῦνται ἐν ταῖς γενομέναις πληρωμαῖς καὶ ἐκκρεμεῖς τοιαῦται, στηριζόμεναι εἰς τὰ μὴ ἐξωφλημένα ἐντάλματα, ἐκ δραχ. 2,493,748, αἵτινες δὲν περιέχονται εἰς τ’ ἀνωτέρω μνημονευθέντα ποσὰ, ἕνεκα τοῦ λόγου τῆς συγκρίσεως. Κατὰ τὸ 1887 ἐχορηγήθησαν πιστώσεις 94,000,000 κατὰ τοὺς δώδεκα μῆνας, ἐπληρώθησαν 62,000,000, ἑπομένως αἱ πληρωμαὶ, αἱ γενόμεναι κατὰ τοὺς 12 μῆνας, πρὸς τὰς κεχορηγημένας πιστώσεις ἔχουσιν ἀναλογίαν 66%, ἀντὶ 70, εἰς ἃς ἀναβαίνουσιν αἱ πιστώσεις τοῦ 1888. Κατὰ τὸ 1887 εἰς τὸ διάστημα τῶν δώδεκα μηνῶν ἐβεβαιώθησαν ἔσοδα 80,151,000, κατὰ τὸ 1888 ἐβεβαιώθησαν ἔσοδα 85,457,000, ἤτοι ἐβεβαιώθησαν ἐπὶ πλέον 5,305,000. Κατὰ τὸ 1887 εἰσεπράχθησαν ἔσοδα 69,507,000, κατὰ τὸ 1888 εἰσεπράχθησαν ἔσοδα 74,121,000, ἤτοι εἰσεπράχθησαν ἐπὶ πλέον 4,614,000. Κατὰ τὸ 1887 ἐπληρώθησαν ἔξοδα ἐντὸς τῶν 12 μηνῶν ἐκ δραχμῶν 62,783,000, κατὰ τὸ 1888 ἐπληρώθησαν 66,000,000, ἤτοι ἐπὶ πλέον κατὰ τὸ 1888 ἔξοδα ἐκ δραχ. 3,221,000. Ἵνα ἐξηγήσω τὴν διαφορὰν τῶν ἐμῶν ὑπολογισμῶν πρὸς τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ἀναγραφομένους εἰς τὴν διανεμηθεῖσαν πρὸς τὴν Βουλὴν κατάστασιν, ἀναγκάζομαι νὰ παρατηρήσω πρωτίστως, ὅτι ὁ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσας ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς παρετήρησε, καὶ εὐλόγως, ἀνωμαλίαν τινὰ εἰς τὰς εἰσπράξεις τὰς ἀναγραφομένας ἐν ταῖς δημοσίαις καταστάσεσι, τὰς ἀναφερομένας εἰς τὰ εἴδη τῶν μονοπωλίων, τὰ διαχειριζόμενα ὑπὸ τῆς εἰδικῆς Ἑταιρίας τῶν μονοπωλίων. Καὶ ἐγίνωσκε μὲν, ὅτι ἡ τακτοποίησις τῶν παρὰ τῆς Ἑταιρίας ταύτης εἰσπράξεων δὲν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ εἰς τὸ τέλος ἑκάστου μηνὸς, ἀλλ’ ὑπέλαβεν, ὅτι αἱ βεβαιώσεις, αἱ ἀναγραφόμεναι εἰς τὰς δημοσίας καταστάσεις, κυρίως στηρίζονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν εἰδῶν τῶν μονοπωλίων, τὸ ὁποῖον παραλαμβάνει ἡ Ἑταιρία αὕτη πρὸς πώλησιν. Δὲν ἔχει ὅμως οὕτω. Αἱ βεβαιώσεις, αἱ ἀναγραφόμεναι εἰς τὰ δημόσια βιβλία, (τοιαῦται δὲ δὲν ἐγένοντο τακτικῶς μέχρι τοῦδε) στηρίζονται εἰς τὰς πραγματοποιουμένας πωλήσεις ὑπὸ τῆς Ἑταιρίας ταύτης. Ὡς γνωστὸν, ἡ Ἑταιρία αὕτη διὰ τῶν εἰδικῶν διαχειριστῶν μεταπωλεῖ εἰς τὸ κοινὸν τὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα παραλαμβάνει παρὰ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ Δημοσίου. Ὡς πρὸς τὸ σιγαρόχαρτον ὑπάρχει νενομοθετημένος εἰδικὸς κανονισμός. Εὐθὺς, ὡς παρασκευασθῇ τὸ σιγαρόχαρτον ὑπὸ τοῦ ἐν Κερκύρᾳ ἐργοστασίου, ἐπιτηρουμένου ὑπὸ δημοσίων ὑπαλλήλων, παραδίδεται εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῶν μονοπωλίων, ὑπ’ αὐτῆς δὲ εἰς τὸν ἐνταῦθα Κεντρικὸν Ταμίαν, ὑφ’ οὗ διανέμεται εἰς τοὺς ταμίας καὶ εἰδικοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς ἐπιτετραμμένους τὴν πώλησιν τοῦ σιγαροχάρτου. Ἡ Ἑταιρία αὕτη κατὰ μῆνα δημοσιεύει τὴν κατάστασιν τῶν πραγματοποιουμένων πωλήσεων, κατὰ τὴν κατάστασιν δὲ ταύτην, ἥτις δὲν ὑπόκειται εἰς οὐδεμίαν ἀμφισβήτησιν, διότι στηρίζεται ἀκριβῶς εἰς τὰς καταστάσεις τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν πώλησιν διαχειριστῶν τῆς Ἑταιρίας ταύτης, προκύπτουσιν αἱ ἑπόμεναι ἐπὶ πλέον διαφοραί.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Πυρεῖα. Σημειοῦνται ὡς εἰσπραχθέντα δραχ. 489,540
ἐνῷ πράγματι εἰσεπράχθησαν » 670,827
ἤτοι ἐπὶ πλέον » 181,287
Πετρέλαια. Σημειοῦνται ὡς εἰσπραχθέντα δραχ.2,638,735
ἐνῷ πράγματι εἰσεπράχθησαν » 4,077,180
ἤτοι ἐπὶ πλέον » 1,438,445
Παιγνιόχαρτα. Σημειοῦνται ὡς εἰσπραχθένταδρ. 168,887
ἐνῷ πράγματι εἰσεπράχθησαν » 276,184
ἤτοι ἐπὶ πλέον » 107,297
Ἅλας. Σημειοῦνται ὡς εἰσπραχθέντα δραχ.1,557,882
ἐνῷ πράγματι εἰσεπράχθησαν » 1,995,639
ἤτοι ἐπὶ πλέον » 437,757
Ὁλικὴ ἐπὶ πλέον διαφορὰ δραχ.2,164,786

Ἵνα συμπληρώσω τὰς πληροφορίας ταύτας, τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1888, ὀφείλω νὰ σημειώσω καὶ τὰ εἴδη ἐκεῖνα τῶν ἐσόδων, ἅτινα ἐντὸς τῶν 12 μηνῶν βεβαιοῦνται καὶ εἰσπράττονται. Τὰ ἔσοδα ταῦτα εἶναι γνωστὰ εἰς τοὺς πλείστους τῶν κκ. συναδέλφων· εἶναι τὰ τελωνιακὰ, τὸ χαρτόσημον, τὰ παιγνιόχαρτα, τὰ εἰσιτήρια τῶν θεάτρων, τὰ πυρεῖα, πετρέλαια, ταχυδρομεῖα, τηλεγραφεῖα, ἁλικαὶ, τόκοι ὑπερημερίας, ὑπερτίμησις τῶν εἰς τὰ τελωνεῖα εἰσπραττομένων ἐγγείων φόρων, ἔσοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων κλπ.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἐκ τῶν ἐσόδων τούτων προϋπελογίσθη
διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1887 ποσὸν δραχ.58,207,552
ἐβεβαιώθη » 53,584,101
καὶ εἰσεπράχθη » 52,931,720
Διὰ δὲ τὸ 1888 προϋπελογίσθη ποσὸν δραχ.59,603,500
ἐβεβαιώθη » 56,048,404
καὶ εἰσεπράχθη » 54,561,611
ἤτοι κατὰ τὸ 1888 ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1887 προϋπε-
λογίσθησαν ἔσοδα ἐπὶ πλέον ἐκ δραχ. 1,395,948
ἐβεβαιώθησαν δὲ κατὰ τὴν κατάστασιν ἐπὶ πλέον » 2,464,303
καὶ εἰσεπράχθησαν » 1,629,891
Ἐὰν δὲ εἰς τὰ βεβαιωθέντα καὶ εἰσπραχθέντα ὡς ἀνω-
τέρω ἔσοδα τῆς χρήσεως 1888 προστεθῶσι καὶ ὅσα παρε-
λείφθησαν, ἀναγόμενα εἰς τὰ εἴδη τοῦ μονοπωλίου, ἤτοι
ποσὸν δραχ. 2,164,836, θέλομεν ἔχει κατὰ τὸ 1888 ἔσοδα
ἐπὶ πλέον βεβαιωθέντα μὲν ἐκ δραχ. 4,629,139
εἰσπραχθέντα δὲ » 3,794,726

Τὰ ἐπιτευχθέντα κατὰ τοὺς 12 μῆνας ἀποτελέσματα τοῦ 1888 δικαιοῦσι, νομίζω, τὸ βάσιμον συμπέρασμα, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1888 θὰ κλεισθῇ μὲ ἰσοζύγιον, διότι, ὡς εἶπον, ἂν κατὰ τὸ διάστημα τῶν δέκα ὑπολοίπων μηνῶν εἰσπραχθῶσιν ὅσα καὶ κατὰ τοὺς 10 μῆνας, τοὺς ὑπολειφθέντας ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1887, θέλομεν ἔχει ἔσοδα 87,500.000. Ἂν δὲ ἐκ τῶν κεχορηγημένων ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1888 πιστώσεων ἐκ δραχ. 93,000,000 ἀφαιρεθῶσιν, ὡς μὴ διατεθησόμενα, οὐχὶ 8, οὐχὶ 15, ὅσα ἀπέμειναν κατὰ τὸ 1887, ἀλλὰ μόνον 6%, τὸ ἰσοζύγιον προοιωνίζεται πλῆρες, πληρέστατον. Ἡμεῖς λοιπόν, οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν Κυβέρνησιν, βλέπομεν, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῶν δύο χρήσεων δικαιοῦσι καὶ τῶν κυβερνώντων τὰς πεποιθήσεις καὶ ἡμῶν, τῶν ὑποστηριζόντων αὐτήν, ὅτι δηλαδὴ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον παρεδέχθη καὶ ἐφήρμοσεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἐπέτυχε τὸ ἰσοζύγιον μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κεφαλληνίας Βουλευτὴς ἠθέλησεν εὐφυολογῶν νὰ παρατηρήσῃ ἐντεῦθεν, ὅτι δὲν πρέπει μόνον νὰ βλέπωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον βλέπομεν, ἀλλὰ νὰ βλέπωμεν καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν βλέπομεν. Καὶ ἡμεῖς μὲν βλέπομεν ἀριθμοὺς ἐξηγμένους ἐκ τῶν δημοσίων βιβλίων, πιστοποιοῦντας τὸ ἰσοζύγιον, δὲν βλέπομεν ὅμως τὰς σκέψεις, τὴν πορείαν, τὸ σύστημα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἵνα ἀπολακτίσωμεν τὸ ὑπάρχον καὶ ἀκολουθήσωμεν τὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἵνα ὁδηγήσωμεν τὸ μέλλον τοῦ Ἔθνους ἐπὶ βάσεων ἀσφαλεστέρων. Τὸ θέμα ὅμως ἡμῶν εἶναι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889, νομίζω δὲ ἀναγκαῖον νὰ μεταβῶ ἀμέσως εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἀφορώντων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889, διότι εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτοῦ ἠσχολήθησαν καὶ οἱ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες τρεῖς ἢ τέσσαρες ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες ἠσχολήθησαν μετ’ ἐπιμονῆς διὰ παραθέσεως ἀριθμῶν νὰ δημιουργήσωσι καὶ ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1889 ἔλλειμμα κατά τινας μὲν 11, κατ’ ἄλλους δὲ 12 καὶ κατ’ ἄλλους 13 ἑκατομμυρίων. Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον ν’ ἀκολουθήσω τοὺς προαγορεύσαντας ἐν ταῖς λεπτομερείαις, θὰ συζητήσω ὅμως καθ’ ὅν τρόπον καὶ ὁ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσας ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής. Ἵνα ὅμως ἐξαγάγω συμπέρασμα ὀρθότερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐξήγαγεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, διατελῶ ὑποχρεωμένος νὰ ἀναφέρω ὑμῖν ἀριθμοὺς, οἵτινες δικαιοῦσι τὸν συντάκτην τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889, οἵτινες ἄρδην ἀνατρέπουσι τὰ συμπεράσματα καὶ αὐτοῦ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτοῦ, ὡς καὶ τῶν ἄλλων πρὸ αὐτοῦ ἀγορευσάντων, ὧν σκοπὸς ὑπῆρχεν ἡ δημιουργία φανταστικοῦ ἐλλείμματος ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1889. Εἷς τῶν προαγορευσάντων, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτὴς, ἠθέλησεν ἐπὶ ἄλλων βάσεων νὰ ἐξετάσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι δέον νὰ λαμβάνηται ὡς βάσις ὄχι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν βεβαιώσεων τῶν ἀμέσως παρελθόντων ἐτῶν, ἀλλὰ τὸ τῶν εἰσπράξεων. Εὐτυχῶς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, ὅστις εἶναι ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς ἐντριβέστερος τοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτοῦ, ἀπεκήρυξε τὸ σύστημα τοῦτο, καὶ τὴν ἑαυτοῦ ἀνάπτυξιν ἐποιήσατο ἐπὶ τῶν βεβαιώσεων τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον ν’ ἀναιρέσω δι’ ἄλλων ἐπιχειρημάτων τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι πρέπει ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων κυρίως νὰ συντάσσηται ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων, διότι φρονῶ, ὅτι τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενα ἔσοδα εἶναι εἰσπράξιμα καὶ ὡς τοιαῦτα ἀναγράφονται, βεβαίως δὲ ἀπό τινος χρόνου παρατηρεῖται μεγίστη διαφορὰ ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ δημοσίου ταμείου ἐπὶ τῶν καθυστερήσεων. Ἐφ’ ὅσον οἱ νόμοι λειτουργοῦσιν, ἐφ’ ὅσον ἡ συναίσθησις τῶν πρὸς τὸ Κράτος ὑποχρεώσεων τῶν πολιτῶν ἐπιτείνεται, ἐπὶ τοσοῦτον αἱ καθυστερήσεις ἐλαττοῦνται· βεβαίως λόγος τῶν καθυστερήσεων εἶναι καὶ ἡ ἐλαττωματικὴ βεβαίωσις, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς ταύτην δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐπῆλθε βελτίωσίς τις. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἰσχυρίσθη, ὅτι ἐπὶ τῶν ἀμέσων φόρων δέον νὰ ἀφαιρεθῇ ἓν στρογγύλον ποσὸν 1,200,000, διότι φρονεῖ, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1887 καὶ τὰ ἀποτελέσματα τὰ χθὲς εἰς αὐτὸν ὄντα γνωστὰ τῶν 11 μηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1888 δὲν δικαιοῦσι τὴν προσθήκην τοῦ ποσοῦ τούτου. Διατελῶ ὑποχρεωμένος, ἵνα ἀναιρέσω τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ προσέξητε εἰς τὰς βάσεις, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθη ὁ συντάξας τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889 ὡς πρὸς τοὺς ἀμέσους φόρους. Ἄμεσοι φόροι εἶναι 13· ὁ αʹ εἶναι ὁ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν· ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ὑπελογίσθη πρόσοδος δραχ. 2,808,000, ἀλλ’ ὑπελογίσθη αὕτη αὐθαιρέτως; Βεβαίως ὄχι· διότι γνωστόν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν κατὰ τὸ 1888 ηὔξησεν, εἶναι δὲ φυσικὸν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν, ἐὰν δὲν αὐξήσῃ, θὰ ἦναι ὁ ἴδιος κατὰ τὸ 1889· κατὰ τοὺς 12 μόνον μῆνας, ἤτοι μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1888, ἐβεβαιώθη ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1888 ποσὸν δραχ. 2,926,798, ὥστε τὸ ἀναγραφόμενον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1888 ποσὸν ἐκ δραχμῶν 2,808,000 εἶναι ἔλασσον τοῦ βεβαιωθέντος κατὰ τοὺς 12 μῆνας τοῦ 1888 κατὰ 112,798. Εἰς τὸν φόρον τῶν περιβολίων καὶ βοσκῶν προϋπολογίσθη ποσὸν δραχ. 234,000· κατὰ τὸ 1888 ἐβεβαιώθη ἐκ τούτου ποσὸν 239,000, ὁ φόρος δὲ οὗτος στηρίζεται ἐπὶ τῶν αὐτῶν δηλώσεων καὶ διὰ τὸ 1889· ἑπομένως ὑπελογίσθη ἔλασσον σχετικῶς πρὸς τὰ βεβαιωθέντα κατὰ τὸ 1888 κατὰ δραχμὰς 5,640. Ὡς πρὸς τὸν φόρον τοῦ ἐλαίου, ἐλήφθη ὑπ’ ὄψει ἀκριβῶς ὁ μέσος ὅρος τῶν τριῶν παρελθόντων ἐτῶν, ἀλλ’ οὐχὶ τῶν ἀμέσως παρελθόντων ἐτῶν, ἀλλὰ τῶν ἐτῶν τῆς ἀφορίας τοῦ ἐλαιοκάρπου, καὶ ὁ μέσος ὅρος αὐτῶν τῶν 3 ἐτῶν, ἤτοι τοῦ 1883, 1885 καὶ 1887, ἀνέρχεται εἰς 539,000, ὑπελογίσθη δὲ ποσὸν εἰσπράξιμον ἐκ τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου δραχμῶν 540,000. Καὶ οἱ τρεῖς ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου πρὸ πάντων ἐπέστησαν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἰσχυρισθέντες, ὅτι τὸ ἀναγραφόμενον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889 ποσὸν ἐκ δραχ. 3,120,000 εἶναι ὑπερβολικόν· ὑπῆρξέ τις μεταξὺ τῶν προαγορευσάντων, ὅστις μάλιστα εἶπεν, ὅτι δὲν βλέπει τὴν βάσιν, ἐφ’ ἧς ἐστηρίχθη ὁ συντάξας τὸν Προϋπολογισμόν, ὑπολογίσας ποσὸν 3,120,000. Ὁ συντάξας τὸν Προϋπολογισμὸν ὡς πρὸς τὸν φόρον τοῦ οἴνου ἐστηρίχθη εἰς τὴν βεβαιωθεῖσαν παραγωγὴν τοῦ οἴνου κατὰ τὸ 1886· κατὰ τὸ 1886 ἐβεβαιώθη παραγωγὴ ἐξ ὀκάδων 132,000,000, κατὰ τὸ 1887 βεβαίως ἡ ἐκ τούτου πρόσοδος τοῦ Δημοσίου ἠλαττώθη, ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν, ὅτι κατὰ τὸ 1887 καὶ 1888 ἡ ἀμπελοκαρπία δὲν ἦτο καλή, ἐν τούτοις κατὰ τὸ 1887 ἐβεβαιώθη ποσὸν 2,345,000, κατὰ τοὺς 12 μῆνας τοῦ 1888 ἐβεβαιώθη ποσὸν 1,212,000, κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα τοῦ 1887 εἶχε δηλωθῆ ποσὸν ὀκάδων 800,000, ἤτοι κατὰ τοὺς 12 μῆνας τοῦ 1888 ἐβεβαιώθη ἐκ τοῦ φόρου τούτου ποσὸν ἀνώτερον κατὰ 400,000 περίπου· ἡ παραγωγὴ τοῦ 1889 εὐλόγως ὑπολαμβάνεται ὡς κρείσσων, εὐλόγως ὑπολαμβάνεται οὐχὶ κατωτέρα ἐκείνης τοῦ 1886, διότι βεβαίως ἡ ἀμπελοφυτεία δὲν ἠλαττώθη, τοὐναντίον ἐπεξετάθη· εἶναι φυσικὸν λοιπὸν νὰ ὑπολογίσῃ τις ἐπὶ τῆς παραγωγῆς τῆς βεβαιωθείσης τὸ 1886, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν 132,000,000 τούτων ἀφῃρέθησαν 2,000,000 ὡς ὑποτιθεμένη παραγωγὴ ἐκ τῶν νήσων Θήρας καὶ Θηρασίας, ἀφῃρέθη ὅμως ἐκ τοῦ εἰς χρήματα ποσοῦ μόνον ποσόν 48,000. Αὐτὸ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κεφαλληνίας Βουλευτὴν νὰ παρατηρήσῃ μίαν ἀνακρίβειαν τοῦ συντάξαντος τὸν Προϋπολογισμὸν, διότι παρετήρησεν, ὅτι, ἐνῷ ἀφαιρεῖ ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου 48,000 δραχ., προσθέτει 70,000 ἀλλαχοῦ, ἑπομένως ὑπάρχει μία διαφορά, τὴν ὁποίαν ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ τὴν σημειώσῃ, διὰ νὰ ἐνδείξῃ τὴν ἀπροσεξίαν τοῦ συντάξαντος τὸν Προϋπολογισμόν· ἀλλ’ ἐὰν περισσότερον ἐπρόσεχεν εἰς τὸ κείμενον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἤθελε παρατηρήσει, ὅτι βεβαίως ἀφαιρῶν 2,000,000 ἐκ τοῦ ἀναγραφέντος εἰς τὸ οἰκεῖον ἄρθρον ποσοῦ τῶν 132,000,000, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφαιρέσῃ, εἰμὴ 40,000 μόνον, διότι πρὸς 2 λεπτὰ 2,000,000 ὀκάδ. ἤθελον δώσει 40,000 καὶ τὸ ὁλικόν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄλλαι 8,000, 48, 000· ἀλλὰ ὁ αὐτὸς οἶνος, φορολογούμενος κατὰ τὴν ἐξαγωγήν του ἐκ τῶν νήσων Θήρας καὶ Θηρασίας, θὰ πληρώσῃ 3½ λεπτὰ, ἑπομένως 2,000,000 ὀκάδ. πρὸς 3½ λεπτὰ μᾶς δίδουσιν 70,000. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος τῆς διαφορᾶς τῶν δύο ἐγγραφῶν. Οὐχ ἧττον οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες ἐπεκαλέσθησαν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἀναγραφομένου ἐσόδου ἐξ ἐγγείου φόρου σταφίδος. Ἐπὶ τοῦ ἐγγείου φόρου σταφίδος προϋπολογίζεται πρόσοδος δραχμῶν 4,296,000. Ὁ συντάξας τὸν Προϋπολογισμὸν ἐστηρίχθη εἰς τὸν μέσον ὅρον τῶν ἐτῶν 1885, 1886 καὶ 1887 μὲ μικράν τινα προσθήκην, ἡ παραγωγὴ τοῦ 1888 δὲν ἐλήφθη τὸ παράπαν ὑπ’ ὄψει ὑπὸ τοῦ συντάξαντος τὸν Προϋπολογισμὸν, καίτοι τινὲς τῶν προαγορευσάντων ἰσχυρίσθησαν, ὅτι ἡ παραγωγὴ τοῦ 1888 ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὡς ἀφετηρία πρὸς ὑπολογισμὸν τοῦ ἐσόδου αὐτοῦ. Κατὰ τὸ 1887 μέχρι 31 Δεκεμβρίου εἶχεν ἐξαχθῆ ποσὸν σταφίδος ἑνετικῶν λιτρῶν 224,000,000, κατὰ τὰς ὑπολοίπους μῆνας μέχρι τοῦ Ἰουλίου ἐξήχθη ποσὸν 49,000,000 ἑνετικῶν λιτρῶν, ἤτοι τὸ ὅλον 273,000,000. Κατὰ τὸ 1888 ἐξήχθη σταφὶς μέχρι 31 Δεκεμβρίου 235,000,000 ἑνετ. λιτρῶν, ἤτοι ποσὸν ἀνώτερον τοῦ ἐξαχθέντος κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα τοῦ 1887 ἐξ 11,000,000 ἑνετικῶν λιτρῶν, ὑπολογίζεται δὲ ὡς ἐξαχθησόμενος μέχρι τοῦ μηνὸς Ἰουλίου 1889 σταφιδόκαρπος 75,000,000 ἑνετικῶν λιτρῶν, ἑπομένως ἡ παραγωγὴ τοῦ 1888 πρὸς τὸ 1887 ἔσεται ἀνωτέρα κατὰ 37,000,000 ἑνετικῶν λιτρῶν. Ἐνῷ δὲ ὑπάρχει μία τοιαύτη διαφορὰ παραγωγῆς μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1887 καὶ 1888, ὁ συντάξας τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889 ὑπολογίζει ὡς πλεονάσον ποσὸν ἐξαχθησόμενον πλέον τοῦ μέσου ὅρου τῶν ἐτῶν 1885, 1886, 1887, 13,000,000 καὶ ὄχι 32,000,000· βλέπετε πόσον ὑπῆρξεν ἀπαισιόδοξος εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τοῦτον. Ἀκριβῶς δὲ τὸ γεγονὸς, ὅτι κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα τοῦ 1888 ἐξήχθη σταφιδόκαρπος ποσοῦ ἀνωτέρου κατὰ 11,000,000 ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐξήχθη κατὰ τὸ 1887, ἀποδεικνύει, ὅτι οἱ μεγάλοι φόβοι, οἱ ὁποῖοι κατέλαβον τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ μέλλον τοῦ προϊόντος τούτου, σπανίου τῷ ὄντι προϊόντος διὰ τὴν Ἑλλάδα, εἶναι κατεστραμμένον, δὲν ἦσαν βάσιμοι· ἐπαινῶ τὴν μέριμναν τῶν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀγορευσάντων, οὐχ ἧττον ὀφείλομεν νὰ μὴ ὑποτιμῶμεν καὶ τὰς μερίμνας καὶ τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ ἐλάττωσις τοῦ πληρονομένου ἰδίως ἐν Ἀγγλίᾳ δασμοῦ. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, θέλω προθύμως ὑποστηρίξει καὶ πᾶσαν ἄλλην πρότασιν ἢ πρόνοιαν Κυβερνητικὴν, ἀφορῶσαν εἰς τὴν κατανάλωσιν τοῦ προϊόντος τούτου. Φρονῶ μάλιστα, ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς τὸ Κράτος, ὅταν εὑρεθῇ μία Ἑταιρία σοβαρὰ μετὰ κεφαλαίων ἀναλόγων πρὸς σύστασιν μεγάλης οἰνοποιΐας, νὰ προσέλθῃ ἀρωγόν· δέον ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς συστάσεως τῆς Ἑταιρίας ταύτης νὰ ἐγγυηθῇ μετριόν τινα τόκον· ἀλλὰ περὶ τούτου νῦν δὲν πρόκειται Τὸ ποσὸν, τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889, ὡς πιθανῶς εἰσπραχθησόμενον ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου τῆς σταφίδος, ἀνεγράφη ὑπὸ ὅρους λίαν εὐνοϊκοὺς ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐξαχθῇ κατὰ τὸ 1889. Φόρος ἐπὶ τῶν σύκων· προϋπελογίσθη διὰ τὸ 1889 ὡς ἀνελευσόμενος εἰς δραχμὰς 393,120. Κατὰ τοὺς 12 μῆνας τοῦ 1888 εἰσεπράχθησαν 347,114· βεβαίως ὑπολείπονται ἀκόμη τὰ σῦκα, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἐξαχθῆ μέχρι τῆς νέας ἐσοδείας. Ὅταν λοιπὸν ἔχητε εἰσπραχθὲν ποσὸν ἐκ τοῦ φόρου τῶν σύκων κατὰ τοὺς 12 μῆνας 348,000 περίπου, βεβαίως ἡ προσθήκη 43,000 κατὰ τοὺς ὑπολοίπους 10 μῆνας, νομίζω, ὅτι ὄχι μόνον δὲν εἶναι ὑπερβολικὴ, ἀλλὰ εἶναι κατωτέρα τοῦ πραγματικοῦ. Ἔγγειος φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ· προϋπολογίζεται ποσὸν ἐκ δραχμῶν 408,470 ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῆς παραγωγῆς τῶν ἐτῶν 1885, 1886, 1887. Ἔγγειος φόρος διαφόρων προϊόντων, εἰσπραττόμενος εἰς τὰ τελωνεῖα· ἀναγράφεται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889 ποσὸν δραχ. 231,000, καθόσον εἰς τὰ κατὰ τὸ παρελθὸν βεβαιωθέντα ἐκ λακωνικῶν προϊόντων καὶ φόρων κουκουλίων προστίθεται καὶ ποσὸν 91,000 δραχ. διὰ τὸν φόρον τοῦ οἴνου τῆς Θήρας καὶ Θηρασίας. Ἔγγειος φόρος ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων προϊόντων Ἑπτανήσου· ὑπολογίζεται διὰ τὸ 1889 ποσὸν δραχ. 2,547,250· ὁ μέσος ὅρος τῶν ὑπὸ περιττὸν ἀριθμὸν ἐτῶν, καθ’ ἃ γίνεται ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ ἐλαίου ἐν Ἑπτανήσῳ, ἤτοι τῶν ἐτῶν 1881, 1883, 1885 καὶ 1887, παρέσχε τὴν βάσιν ὡς πρὸς τὴν προϋπολογισθεῖσαν πρόσοδον διὰ τὸ 1889. Φόρος ἐπὶ τῶν ζώων· ὑπελογίσθη εἰς ποσὸν 3,400,000· μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1888 ἐβεβαιώθησαν 3,439,269, ὥστε ἔχομεν ἤδη βεβαιωμένον ποσὸν ἀνώτερον τῶν ἀναγραφέντων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889. Φόρος ἐπιτηδευμάτων· προϋπελογίσθη διὰ τὸ 1889 εἰς 3,220,000· κατὰ τὸ 1887 ἐβεβαιώθησαν 2,598,000· κατὰ τὸ ἔτος 1888 μέχρι 31 Δεκεμβρίου ἐβεβαιώθησαν 2,510,376· σημειώσατε, ὅτι ἐν τοῖς ποσοῖς τούτοις δὲν περιέχεται ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων τοῦ δήμου Ἀθηναίων, ὅστις, ὡς γνωστὸν, ἀνέρχεται εἰς 900,000, ἑπομένως ἐὰν προσθέσητε εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ 1887 ἐβεβαιώθη, τῶν 2,600,000 περίπου, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν εἶναι κατώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰσπράξιμον. Φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν· προϋπελογίσθη διὰ τὸ 1889 2,700,000· κατὰ τὸ 1887 ἐβεβαιώθη ποσὸν 2,600,000· κατὰ τοὺς 10 μῆνας τοῦ 1888 ἐβεβαιώθη ποσὸν 2,638,933, εἶναι δὲ γνωστὸν ὡς πρὸς τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν, ὅτι νῦν ἀνανεοῦται ὁ φορολογικὸς κατάλογος καὶ ἑπομένως θέλουσιν ὑπαχθῆ εἰς φορολογίαν καὶ αἱ νέαι οἰκοδομαὶ, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος· ἑπομένως καὶ ὁ φόρος οὗτος ἀνεγράφη μὲ ποσὸν κατώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔσεται εἰσπράξιμον. Φόρος ἐπὶ τῶν ἀνωνύμων Ἑταιριῶν· προϋπελογίσθη κατὰ τὸ 1889 δρ. 405,000 ἀντὶ τῶν κατὰ τὸ παρελθὸν προϋπολογισθεισῶν 375,000· κατὰ τὸ 1887 ἐβεβαιώθησαν καὶ εἰσεπράχθησαν ἐκ μόνου τοῦ 5% τῶν ἀνωνύμων Ἑταιριῶν δραχ. 323,000, ἐπειδὴ δὲ εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἀναγράφεται καὶ ἡ καθαρὰ πρόσοδος τῶν μεταλλείων ἐξ 80,000, ἔπρεπε τὸ ποσὸν τοῦτο ν’ ἀναβιβασθῇ εἰς 405,000. Οὕτω συνεπλήρωσα ὅσα εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τῶν ἀμέσων φόρων, διὰ τῶν ἀριθμῶν δὲ, οὓς παρέθηκα, —εἶναι ἀριθμοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐξάγονται ἐκ τῶν ἐπισήμων καταστάσεων,—ἐβεβαιώθη, ὅτι ἐπὶ τῶν ἀμέσων φόρων ἐπὶ τοῦ ποσοῦ, τοῦ ἀναγραφομένου εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889 ἐξ ἀμέσων φόρων, ὄχι μόνον δὲν δικαιούμεθα νὰ ποιήσωμεν ἐλάττωσίν τινα, ἀλλὰ βεβαίως θέλομεν ἔχει εἰσπράξιμον ποσὸν ἀνώτερον τοῦ ἀναγραφέντος. Οὕτως ἡ μία τῶν ἐλαττώσεων, τὴν ὁποίαν προέτεινεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς εἰς τοὺς ἀμέσους φόρους, ἐκ δραχ. 1,200,000, δὲν στηρίζεται εἰς τὰ πράγματα καὶ ἑπομένως οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ σκεφθῶμεν ἐπὶ τῆς γενομένης ὑπ’ αὐτοῦ προτάσεως. Μεταβαίνω εἰς τὰ τελωνιακὰ τέλη. Ὡς πρὸς τὰ τελωνιακὰ τέλη ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς προέτεινε νὰ ἐλαττωθῇ ποσὸν 1,700,000 διότι φρονεῖ, ὅτι τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφὲν ποσὸν 27,370,000 εἶναι ὑπερβολικόν· ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς δὲν παρετήρησεν, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889, εἶναι ἔλασσον τοῦ ποσοῦ, ὅπερ εἰσεπράχθη κατὰ τὸ 1887, κατὰ 500,000, καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι, ἄν τις λάβῃ ὑπ’ ὄψει του τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1888, θ’ ἀπαντήσῃ διαφορὰν μείζονα τοῦ ποσοῦ τούτου, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι, καὶ ἂν τυχὸν ἤθελεν ὑποστηριχθῆ ἡ γνώμη, ὅτι ἠδύνατο ἡ ἐλάττωσις νὰ ἦναι γενναιοτέρα, ἤτοι ἀντὶ 500,000 νὰ ἦναι 1,000,000, τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 500,000 καλύπτεται ἀπὸ τὰς ὑπερβάσεις τῶν ἄλλων ἄρθρων καὶ κεφαλαίων τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, νομίζω, ὅτι πᾶσα ἐκ τῶν προτέρων κρίσις, πᾶς ἐκ τῶν προτέρων ὑπολογισμὸς δὲν δύναται νὰ ἦναι ἀκριβής. Τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη προσδιορίζονται ἀπὸ πολλὰς κοινωνικὰς περιστάσεις, προσδιορίζονται ἀπὸ τὴν κατάστασιν τῶν ἐγχωρίων προϊόντων, προσδιορίζονται ἀπὸ τὴν χρηματικὴν κατάστασιν, ὑπὸ γενικωτέραν ἔποψιν ἐξεταζομένην· ἐὰν δέ τις ἐξετάσῃ τὸν λόγον, δι’ ὃν τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη ἠλαττώθησαν κατὰ τὸ 1888, θὰ ἀνεύρῃ προχείρως αὐτόν. Ὁ λόγος ἀναφέρεται εἰς τὸ, ὅτι κατὰ τὸ 1888 εἰσήχθησαν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς σιτηρὰ ἐλάσσονα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶχον εἰσαχθῆ κατὰ τὸ 1887· τοῦτο ἐπήνεγκε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐλαττώσεως τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων, ἀλλὰ παρέχει ἡμῖν τὴν παρηγορίαν, ὅτι ηὔξησεν ἡ παραγωγὴ ἡ ἐγχώριος. Ὡς πρὸς δὲ τὰ σιτηρὰ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐξάγεται εἰς μεταλλικὸν πρὸς ἀγορὰν τοιούτων, δὲν δύναται νὰ ὑπαχθῇ εἰς τοὺς αὐτοὺς κανόνας, εἰς οὓς ὑπάγεται τὸ ἐξαγόμενον μεταλλικὸν διὰ τὴν προμήθειαν εἰδῶν πολυτελείας ἢ ἄλλων εἰδῶν, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι τῆς πρώτης ἀνάγκης, πάντες δὲ οἱ οἰκονομολόγοι, ὅσοι γινώσκουσι τὰ καθ’ ἡμᾶς, ἐὰν ἐκ τῶν πινάκων τῆς εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς ἤθελον παρατηρήσει, ὅτι τὸ ἐξαχθὲν μεταλλικὸν νόμισμα ἐκ τοῦ τόπου ἡμῶν δὲν διετέθη εἰς ἀγορὰν σιτηρῶν ἢ εἰς ἀγορὰν ἄλλων εἰδῶν πρωτίστης ἀνάγκης, ἤθελον ἀνομολογήσει, ὅτι ὁ τόπος ἡμῶν εἶναι εἰς κρείσσονα κατάστασιν ἢ ὅτι ἦτο κατὰ τὸ παρελθόν. Βεβαίως ὁ μὴ ἔχων χρήματα δὲν δύναται νὰ προμηθευθῇ εἴδη πολυτελείας, ἀλλὰ δὲν δύναται καὶ νὰ μείνῃ ἄνευ προμηθείας τῶν ἄλλων ἀναγκαιούντων εἰς τροφὴν αὐτοῦ, σιτηρῶν πρὸ πάντων, ἑπομένως θέλει καταναλώσῃ ἢ τὸ ἀποταμίευμά του τοῦ παρελθόντος πρὸς ἀγορὰν σιτηρῶν, ἢ θὰ ὑποβληθῇ εἰς χρέος πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ προμηθευθῇ τὸ ἀναγκαιοῦν εἰς τὴν συντήρησιν αὐτοῦ ποσὸν τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Κατὰ τὸ 1887 εἰσήχθησαν σίτου καὶ σμιγοῦ ὀκάδες 126,271,158, ἐνῷ κατὰ τὸ 1888 εἰσήχθησαν μόνον ὀκ. 99,082,400, ἀραβοσίτου καὶ καλαμποκίου κατὰ τὸ 1887 εἰσήχθησαν 13,392,681 ὀκ., ἐνῷ κατὰ τὸ 1888 εἰσήχθησαν μόνον 6,193,666· ἐκ λοιπῶν δημητριακῶν καρπῶν κατὰ τὸ 1887 εἰσήχθησαν 12,073,815, ἐνῷ κατὰ τὸ 1888 εἰσήχθησαν μόνον 3,844,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ ἐκ τῆς διαφορᾶς ὡς πρὸς τὸ εἰσαχθὲν ποσὸν σιτηρῶν μεταξὺ τοῦ 1888 καὶ 1887 προκύπτει ἔλλειμμα τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων ἐκ δραχ. 1,207,000, ἦλθε εἰς δ’ ἀναπλήρωσιν αὐτοῦ τὸ ἐπὶ πλέον εἰσπραχθὲν ἀπὸ τὸν καφφὲν καὶ τὴν σάκχαριν, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1887 εἰσήχθησαν ὀκάδ. καφφὲ 1,004,628, κατὰ τὸ 1888 εἰσήχθησαν ὀκ. 1,068,683. Ζάκχαρις δὲ, ἐνῷ κατὰ τὸ 1887 εἰσήχθησαν ὀκάδες 4,258,111, κατὰ τὸ 1888 εἰσήχθησαν 5,190,218· ἐκ τῶν δύο τούτων εἰδῶν εἰσεπράχθη εἰσαγωγικὸν τέλος κατὰ τὸ 1888 ἀνώτερον τοῦ κατὰ τὸ 1887 εἰσπραχθέντος κατὰ δραχ. 803,872, ἑπομένως ἡ διαφορὰ ἐπὶ ἐλαττώσει περιωρίσθη εἰς δραχ. 344,719. Ἀλλὰ καὶ ζῶα εἰσήχθησαν κατὰ τὸ 1887 περισσότερα ἀφ’ ὅσα εἰσήχθησαν κατὰ τὸ 1888, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1887 εἰσήχθησαν ζῶα ἀξίας δραχ. 2,482,331, κατὰ τὸ 1888 εἰσήχθησαν ζῶα ἀξίας 1,910,000, τὸ εἰσαγωγικὸν δὲ τέλος εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου ἀνῆλθεν εἰς δρ. 528,300. Ἐκ χάρτου κατὰ τὸ 1887 εἰσήχθησαν 1,444,187 ἀξίας, ἐνῷ κατὰ τὸ 1888 εἰσήχθησαν δραχ. 1,137,417· τοῦτο δὲ, διότι, ὡς γινώσκετε, τὸ ἐνταῦθα ἱδρυθὲν Χαρτοποιεῖον παρέσχε καὶ εἰς τὰ γραφεῖα καὶ εἰς τὴν ἐν γένει κατανάλωσιν ἀρκετὴν ποσότητα χάρτου. Ὑπάρχει καί τις διαφορὰ ἐκ τῶν ὑφασμάτων, ἰδίως τῶν πολυτελῶν, ἡ ὁποία συμπληροῖ ἀκριβῶς τὴν διαφορὰν καὶ ἡ ὁποία ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν εἶχε δίκαιον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κεφαλληνίας Βουλευτὴς, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι δὲν δυνάμεθα τοῦ λοιποῦ νὰ προσδιορίσωμεν εἰσπράξεις τελωνιακὰς ἀνωτέρας τῶν κατὰ τὸ 1887 καὶ 1888 πραγματοποιηθεισῶν. Ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων ἐπὶ τῶν ἄλλων εἰδῶν πείθεταί τις, ὅτι αἱ ἐπιτετραμμέναι τὴν καταδίωξιν τῶν λαθρεμπορίων Ἀρχαὶ ἐξεπλήρωσαν τὸ ἐπιβεβλημένον αὐταῖς καθῆκον. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰ εἴδη τῆς πολυτελείας, τὰ ὁποῖα φορολογοῦνται βαρέως διὰ τοῦ ὑπάρχοντος δασμολογίου, ἡ λαθρεμπορία πάντοτε εὑρίσκει τρόπον εἰσαγωγῆς λαθραίας αὐτῶν ἐν τῷ Κράτει. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἰσχυρίσθη, ὅτι τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889 ποσὸν ἐκ δικαιώματος καταναλώσεως ποτῶν, ἀνερχόμενον εἰς 1,364,200 δρ. εἶναι ὑπερβολικὸν, προτείνει δὲ νὰ ἐλαττωθῇ κατὰ 600,000. Βεβαίως ὅσον ἀφορᾷ τὰ τοῦ δικαιώματος τῆς καταναλώσεως τῶν ποτῶν δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐκ τοῦ παρελθόντος βάσιν ἀσφαλῆ, διότι τοῦ πρώτου νόμου ἡ ἐφαρμογὴ ὁμολογουμένως ἀπέτυχεν, ὡς καὶ αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις ὁμολογεῖ τοῦτο· μόνον κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας τοῦ 1888 κατωρθώθη νὰ τεθῶσιν ἐν ἐνεργείᾳ οἱ μηχανικοὶ μετρηταί, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς δὲ, τοὺς ὁποίους αὐτὴ αὕτη ἡ Ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ἐτοποθέτησε τοὺς μετρητὰς, ποιεῖται, τὸ ὑπολογισθὲν ποσὸν ὡς εἰσπράξιμον διὰ τὸ 1889, ὅτε θέλουσιν ἐνεργεῖ οἱ μετρηταί, ἔσται κατώτερον τοῦ πραγματικοῦ. Δὲν δύναμαι ἑπομένως νὰ ἀποδεχθῶ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ ὅτι πρέπει ἡ πρόσοδος αὕτη νὰ ἐλαττωθῇ, διότι κρίνω τὴν γνώμην του αὐθαίρετον καὶ μὴ στηριζομένην εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς ἐκείνων, οἵτινες εἰδικώτερον τὰ περὶ τούτου ἐμελέτησαν. Προτείνει καὶ ἑτέραν ἐλάττωσιν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, προτείνει ἐλάττωσιν ἐκ δραχμῶν 1,100,000, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἐπὶ τῶν ἀναγραφομένων ποσοτήτων ἐκ τῶν εἰδῶν μονοπωλίων. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγράφονται διὰ τὸ σιγαρόχαρτον, τὰ παιγνιόχαρτα, τὰ πυρεῖα, καὶ τὰ πετρέλαια 7,518,000· ἔχομεν τὰς βεβαιώσεις τοῦ 1888, εἰς τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν, κατ’ αὐτὰς δὲ ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου κατὰ τοὺς 12 μῆνας ἐβεβαιώθη ποσὸν 2,407,000, ἐκ τῶν παιγνιοχάρτων ἐβεβαιώθη ποσὸν δρ. 276,184, ἐκ τῶν πυρείων ποσὸν δραχ. 670,827 καὶ ἐκ τῶν πετρελαίων 4,077,180, ἤτοι τὸ ὅλον 7,431,273. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ βεβαιωθέντος κατὰ τὸ 1888 καὶ τοῦ ἀναγραφομένου εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889 εἶναι, ὡς παρατηρεῖτε, 70,000 ἢ 80,000. Δὲν εἶναι ποσὸν ἄξιον λόγου, νομίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψει του τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1888, διότι ὁμολογουμένως ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν εἶχον ὑπ’ ὄψει, τοῦ Ὀκτωβρίου δὲν ἀναγράφει ἀκριβῶς τὰς πράγματι γενομένας εἰσπράξεις ἐπὶ ὅλων τῶν μονοπωλίων κατὰ τὸ 1888. Ἠδύνατο νὰ ἔχῃ πρόχειρον τὴν δημοσιευθεῖσαν ἐν τῇ Ἐφημερίδι κατάστασιν περὶ τῶν μονοπωλίων καὶ ἐξ αὐτῆς ἠδύνατο νὰ πορισθῇ τοὺς ἀριθμοὺς, ἀλλὰ δὲν εἶχε φαίνεται καιρὸν καὶ πρόχειρον τὴν ἐφημερίδα ἐκείνην. Ἀφοῦ δὲ ἐκ τῶν τεσσάρων αὐτῶν κεφαλαίων ὑπολογίζει ὡς ἐπενεκτέαν ἐλάττωσιν τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 4,700,000, προσθέτει, ὅτι δύναται νὰ προστεθῇ ἕτερον ἓν ἑκατομμύριον ἀπὸ τὰ ἄλλα εἴδη, ἀπὸ τὸν καπνὸν, τὰ ταχ. τέλη καὶ ἕτερά τινα, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν προσδιώρισεν ἀκριβῶς ἕκαστον τῶν ἐσόδων τούτων, δὲν νομίζω ἀναγκαῖον ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, ἀπαριθμῶν ἅπαντα ταῦτα τὰ ἔσοδα, διὰ ν’ ἀποδείξω, ὅτι εἶναι ἐντελῶς αὐθαίρετος ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. συναδέλφου περὶ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ 1,000,000, διότι ἅπαντα ταῦτα ὑπελογίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν τελευταίων ἐτῶν. Δέον δὲ νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς παρ’ ἡμῖν δὲν δύναται νὰ στηρίζηται ἐπὶ τῶν αὐτῶν θετικῶν βάσεων, ἐφ’ ὧν στηρίζεται ἀλλαχοῦ. Ὁ Προϋπολογισμὸς ἐξαρτᾶται ἀπὸ ποικίλας περιστάσεις καὶ περιπτώσεις, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν κτηματολόγιον, δὲν ἔχομεν μόνιμον ἔγγειον φόρον, ἑπομένως ἐξαρτῶμεν τὰ εἰσπραχθησόμενα ἐκ τούτων ποσὰ ἐκ τῆς εὐφορίας ἢ ἀφορίας τῶν προϊόντων ἡμῶν· τὰ τέλη τὰ εἰσαγωγικὰ ἐξήρτηνται οὐ μόνον ἐκ τῆς εὐφορίας τῶν ἐγχωρίων προϊόντων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς χρηματικῆς καταστάσεως ἐν γένει τοῦ τόπου, διότι μία χρηματικὴ κρίσις εἶναι δυνατὸν νὰ παραβλάψῃ καὶ ἐλαττώσῃ οὐσιωδῶς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, πάντα ταῦτα ἔχουσι μεγίστην ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ Προπολογισμοῦ. Ὁ συντάσσων τὸν Προϋπολογισμὸν πρέπει νὰ ἔχῃ τὰς βάσεις τὰς μᾶλλον πιθανὰς, νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει τὰ ἀποτελέσματα τῶν δύο ἢ τριῶν παρελθόντων ἐτῶν, νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του τὰς περιστάσεις καὶ νὰ μὴ κατέχηται ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας νὰ ὑπολογίζῃ ἀδικαιολογήτως ηὐξημένα τὰ δημόσια ἔσοδα. Εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889 δύναταί τις νὰ διαβλέψῃ ἀσφαλῶς, ὅτι τοιαύτη ἐπιθυμία δὲν κατεῖχε τὸν συντάξαντα αὐτὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἑπομένως ἡ ἀξίωσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ὅτι πρέπει τὰ ἔσοδα ταῦτα νὰ ἐλαττωθῶσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, δὲν εἶναι κατ’ ἐμὲ βάσιμος. Οὕτως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτὴς ἀφίκετο εἰς τὸ ἑξῆς συμπέρασμα· τὰ ἔσοδα τοῦ 1889, εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὑπελογίσθησαν εἰς 96,000,000, ὅταν ἐκπέσωμεν τὰ 6,000,000, ταῦτα θ’ ἀπομείνωσιν 90,000,000, ἐὰν δ’ ἀφαιρέσωμεν καὶ τὰς πιθανὰς καθυστερήσεις 6,000,000, θὰ ἔχωμεν εἰσπράξιμα ἔσοδα 84,000,000. Καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο, λέγει, ἔσται εἰσπράξιμον, ἐὰν δὲν ἐπιταθῇ ἡ καταπόνησις τοῦ τόπου, ἄλλως καὶ κάτω τοῦ ποσοῦ τούτου θέλομεν κατέλθει. Εὐτυχῶς ὡς πρὸς τὸν ἰσχυρισμὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περὶ τοῦ ἐπελθόντος καμάτου τῆς παραγωγῆς ἡμῶν κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας δὲν ἠκούσαμεν ὅσα εἴχομεν ἀκούσει κατὰ τὴν πολιτικὴν συζήτησιν τοῦ Ν)βρίου· τοὐναντίον οἱ ἀγορεύσαντες ἀλλαχοῦ ἐζήτησαν νὰ ἀνεύρωσι τὸν λόγον τῆς κακῆς ἡμῶν οἰκονομικῆς καταστάσεως. Ἰδίως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κεφαλληνίας Βουλευτὴς ἰσχυρίσθησαν, ὅτι δέον νὰ ἐνισχυθῇ ἡ παραγωγὴ διὰ τῆς καλῆς διοικήσεως· ἀλλ’ ὑπάρχει τις, ἔχων ἀντίθετον αὐτῆς γνώμην; Μήπως ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἔδειξεν ὀλιγωρίαν εἰς πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν ἐν γένει καλὴν διοίκησιν τῆς χώρας; ἀλλ’ οἱ προαγορεύσαντες ἐλησμόνησαν, ὅτι ἡ ἀποστολὴ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ἦτο κυρίως οἰκονομική. Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις δὲν ἀνῆλθεν ἐπὶ τῆς ἐξουσίας ὑπὸ ὁμαλὰς οἰκονομικὰς περιστάσεις, ἦλθε κατόπιν μιᾶς ἐπιστρατείας, ἦλθε κατόπιν ἑνὸς ἐλλείμματος τῶν 2 ἐτῶν ἐκ ποσοῦ δραχμῶν 120,000,000, δύναταί τις μάλιστα νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ὑπερβάλλον εἶχε θάῤῥος ἡ Κυβέρνησις, ἀναλαβοῦσα ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας τὰ ἡνία τοῦ Κράτους. Ὑπῆρχον ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἄπειροι ὑποχρεώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ὑπῆρχον δὲ καὶ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ πολλαὶ ἀνεπούλωτοι πληγαὶ καὶ μέγισται καθυστερήσεις χρεῶν τοῦ Κράτους. Τὸ πρῶτον πάντων, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε ν’ ἀσχοληθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἦτο ἡ ἐφικτὴ βελτίωσις τῶν οἰκονομικῶν, διότι ἄνευ ταύτης δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ διοίκησις. Εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι, ἵνα ὑπάρξῃ καλὴ κατάστασις οἰκονομικὴ, ἀπαιτεῖται καλὴ διοίκησις, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς, ὅτι, ἵνα ὑπάρξῃ καλὴ διοίκησις, ἀπαιτεῖται καλὴ οἰκονομικὴ κατάστασις. Τίς ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἀξίωσιν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς σημερινῆς, ἀνελθούσης ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ἐπὶ τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν, νὰ προσέξῃ εἰς ὅσα θέματα οἱ προαγορεύσαντες ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως συνεζήτησαν, δηλ. εἰς τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων, εἰς τὴν ἀνίδρυσιν δημοτικῶν σχολείων, εἰς τὴν κατὰ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κυκλάδων Βουλευτὴν ἀναγκαίαν αὔξησιν τῶν ἀποδοχῶν τῶν ἀξιωματικῶν, ἐν ᾧ ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν, ἐν τῇ ὁποίᾳ παρέλαβε τὰ ἡνία τοῦ Κράτους, ἦτο ἀποθαῤῥυντική; Κατ’ ἐμὲ, τὴν ἀποστολήν της ταύτην ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἐξεπλήρωσε μετ’ ἐπιτυχίας, ὑπερτέρας τῶν προσδοκιῶν καὶ ἐμοῦ καὶ παντὸς ἄλλου μεμελετημένου, ὡς πρὸς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας. Εὑρέθη ἠναγκασμένη νὰ αὐξήσῃ τὰς ἐπιβαρύνσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ταύτας ὅμως ἐν μέτρῳ τοιούτῳ, ὥστε νὰ μὴ ἐξαντληθῶσιν αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας. Ἀπόδειξις δὲ, ὅτι αἱ ἐπιβαρύνσεις αὗται ἐνομοθετήθησαν ἐν μέτρῳ, εἶναι, ὅτι οὐ μόνον ἡ χρῆσις τοῦ 1887, ἀλλὰ καὶ ἡ τοῦ 1888 κλείει μὲ ἰσοζύγιον, καὶ ἐκείνη τοῦ 1889 τοιαύτη ἔσται ἐν ἰσοζυγίῳ, ἐκτὸς ἀπροόπτων περιστάσεων διότι περὶ τῶν ἀπροόπτων οὐδεὶς δύναται ἀνθρωπίνως νὰ ἔχῃ γνώμην ἐκ τῶν προτέρων ἀσφαλῆ. Δύναται δέ τις βασίμως νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι, ἐν ᾧ ἡ πρώτη καὶ κυρία ἀποστολὴ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἦτο οἰκονομικὴ, δὲν ὠλιγώρησε καὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς διοικήσεως, προσέσχε μόνον νὰ μὴ αὐξήσῃ τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, προσέσχε νὰ μὴ παράσχῃ εἰς οὐδένα τῶν φορολογουμένων τὸ δικαίωμα νὰ ἰσχυρίζηται, ὅτι, ἐν ᾧ ἐπεβάρυνεν αὐτὸν διὰ προσθέτων βαρῶν, ηὔξησε τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως. Τὴν ἀπόδειξιν ταύτην τὴν ἔχω ψηλαφητὴν, διότι αἱ πιστώσεις, αἱ ἀναγόμεναι εἰς τὴν γενικὴν διοίκησιν καὶ ἀναγραφόμεναι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889, εἶναι κατώτεραι τῶν ἀναγραφομένων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, προϋπολογισμὸν συνταχθέντα ὑπὸ Κυβερνήσεως, ἥτις ὡς πρόγραμμα εἶχε τὰς οἰκονομίας ἐν ταῖς δημοσίαις δαπάναις, συνταχθέντα ὑπὸ Κυβερνήσεως, ἥτις ἐπηγγέλλετο τὸ ἰσοζύγιον διὰ μόνον τῶν οἰκονομιῶν. Ἐπανέρχομαι εἰς τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, ἰσχυρισμοὺς, ὧν σκοπὸς ὑπῆρχε πάντοτε ἡ δημιουργία, ὡς εἶπον, ἰδανικοῦ ἐλλείμματος ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1889. Τὰ ἔξοδα προϋπελογίσθησαν κατὰ τὸ 1889 ὡς ἀνελευσόμενα εἰς 96,410,337. Κατὰ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι θέλουσιν ἀπομείνει ἀδιάθετοι πιστώσεις ἐκ τῶν κεχορηγημένων ἢ χορηγηθησομένων εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὸ ποσὸν αὐτῶν θέλει καλυφθῆ ἀπὸ ἀναπληρωματικὰς ἢ ἐκτάκτους πιστώσεις, αἵτινες διαρκούσης τῆς χρήσεως θέλουσι χορηγηθῆ. Καίτοι αἱ χρήσεις τῶν δύο παρελθόντων ἐτῶν δὲν ἐνδεικνύουσι τοιοῦτόν τι, διότι, ὡς εἶπον, ἡ χρῆσις τοῦ 1887 ἀνέδειξε περίσσευμα πιστώσεων 15,000,000, ἡ χρῆσις τοῦ 1888 βεβαίως δὲν θ’ ἀνέδειξε τοιοῦτο ποσὸν, ἀλλὰ βεβαίως θὰ ἔχῃ ποσὸν ἀδιαθέτων πιστώσεων 6,000,000 περίπου. Ἐμνήσθη τῆς γενομένης ἐντεῦθεν δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι πρόκειται κατὰ τὸ 1889 νὰ γένηται ἡ τροπὴ δύο δανείων πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ μὴ ἐπιβαρύνηται ὁ Προϋπολογισμὸς διὰ τῶν χρεωλυσίων, τοῦ δανείου τῆς ἀνεξαρτησίας, τοῦ ὁποίου τὸ χρεωλύσιον ἀναβαίνει εἰς 1,070,000, καὶ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, τοῦ ὁποίου τὸ χρεωλύσιον ἀναβαίνει εἰς 650,000. Ἀλλ’ ὑπέλαβεν, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο θέλει ἀποῤῥοφήσει τὸ δάνειον, τὸ γενόμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν.

§5ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι κατὰ τὸ 1889, ἀλλὰ κατὰ τὰ μετ’ αὐτὸ ἔτη.

§6ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βραδύτερον, ὅταν οἱ σιδηρόδρομοι περατωθῶσι, καὶ ὡς ἐκ τούτου εἰς τὰς δαπάνας αὐτῶν ὑπολογίζεται καὶ ὁ τοῦ δανείου τόκος, θέλομεν εὑρίσκεσθαι ὑπὸ ὅλως ἀλλοίας οἰκονομικὰς συνθήκας. Νῦν πρόκειται περὶ τῆς χρήσεως 1889. Αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις ἐκ τῶν χρεωλυσίων τῶν δύο δανείων αὐτῶν ἀνέρχονται εἰς 1,720,000 μετὰ δὲ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος 25%, τὸ ὅλον 2,146,000. Ἐὰν ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τῶν πιστώσεων τῶν δραχμῶν 94,000,000 παραδεχθῶμεν ὡς πιθανὸν ποσὸν ἀδιαθέτων πιστώσεων καὶ μόνον 5% καὶ ὄχι 15, θὰ ἔχωμεν 5,000,000, ἤτοι τὸ ὅλον τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων θὰ ἀνέλθῃ εἰς 7,000,000. Ἐκ τούτων δεικνύεται, ὅτι ἔχομεν τὸ ἰσοζύγιον τοῦ 1889 βέβαιον καὶ ἀσφαλὲς, ἐκτὸς ἀπροόπτων περιστάσεων. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, χαρακτηρίσας ὡς ἐχαρακτήρισε τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἰσχυρίσθη συνάμα, ὅτι τὸ εἰς μεταλλικὸν πληρωτέον ποσὸν κατὰ τὸ 1889 ἔσται ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887. Δὲν γινώσκω ἐκ τίνων στοιχείων ἀπετέλεσε τὸν συλλογισμὸν τοῦτον, διότι ἐγὼ, ἐξετάζων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887 καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889 ὡς πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ δημοσίου χρέους, τὸ ὁποῖον πληρόνεται εἰς χρυσὸν, εὑρίσκω, ὅτι κατὰ τὸ 1889 τὸ πληρωτέον ποσὸν ἔσται κατώτερον κατὰ 1,400,000. Εἶναι δὲ ἡ ἀπόδειξις λίαν πρόχειρος. Κατὰ τὸ 1887 ποσὸν πληρονόμενον εἰς μεταλλικὸν ἦτο 25,600,000, κατὰ τὸ 1889 θὰ ἔχωμεν, εἰς μεταλλικὸν πάντοτε, ποσὸν δραχ. 24,200,000 περίπου.

§7ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Συμπεριλαμβάνετε καὶ τὰ καταργούμενα χρεωλύσια κατὰ τὸ 1889.

§8ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ σεῖς τὰ συμπεριελάβετε.

§9ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι.

§10ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ διαφορὰ μόνον· αἱ πιστώσεις, αἱ ἀναγραφόμεναι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889, περιλαμβάνουσι καὶ τὸ ποσὸν τῶν 20,000,000 φράγκων, τὸ ὁποῖον διετέθη εἰς ἀγορὰν πλοίων, τὰ εἴκοσι δὲ ταῦτα ἑκατομμύρια δίδουσιν ἐτήσιον βάρος 1,500,000, τὸ ὁποῖον δέον νὰ ἀφαιρεθῇ, διότι ἀνάγεται εἰς τὰς ἐκτάκτους δαπάνας, μὴ ἀναγραφομένας εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887, οὐδεὶς δὲ, συγκρίνων τὰς δαπάνας τοῦ 1887 πρὸς τὰς τοῦ 1889, δύναται νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν γενομένην χρησιμοποίησιν μέρους τοῦ δανείου τῶν φρ. 135,000,000, ἐκτὸς ἐὰν νομίζωσιν οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, ἡ ὁποία εἶναι κυρίως ναυτικὸν Κράτος, ἡ ὁποία, ἐὰν πρόκηται καὶ ἐν τῷ μέλλοντι νὰ διαδραματίσῃ πρόσωπόν τι ἐν τῇ Ἀνατολῇ, θὰ τὸ διαδραματίσῃ διὰ τοῦ ναυτικοῦ, ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἄνευ πλοίων. Ἀλλ’ οὐ μόνον ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἄλλων ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐῤῥήθη ἐντεῦθεν ἐπανειλημμένως, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις διὰ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐφήρμοσεν, ηὔξησε, πυρετωδῶς μάλιστα, εἶπέ τις, τὸ δημόσιον χρέος. Ὡς ἐκ τούτου ἐχαρακτηρίσθη ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ὡς δανειστική. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸν εἰρωνικὸν τρόπον, μετὰ τοῦ ὁποίου ὁμιλοῦσι περὶ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, οἵτινες ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἐπετεύχθησαν ἐν τῷ διαστήματι τῆς τριετίας, καθ’ ἣν διαχειρίζεται τὰ κοινά. Ἀλλὰ πρωτίστως ἀπευθύνω εἰς αὐτοὺς τὴν ἐρώτησιν, ἐὰν ἐκ τῶν συνομολογηθέντων ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως δανείων ἀπὸ τοῦ 1886 μέχρι σήμερον, ὑπῆρξε δάνειον τι, τοῦ ὁποίου τὸ προϊὸν δὲν ἐχρησίμευσεν εἰς πληρωμὴν ἑτέρου δανείου, ὑπὸ βαρυτέρους ὅρους συνωμολογημένου· τοὐλάχιστον ἐγὼ δὲν γνωρίζω. Καὶ τὸ δάνειον τῶν 135,000,000 καὶ τὸ δάνειον τῶν 15,000,000 καὶ τὸ δάνειον τὸ γενόμενον κατὰ τὸ 1888 αὐτὸν ἀκριβῶς ἔσχον τὸν σκοπὸν, νὰ ἐξοφληθῶσι δι’ αὐτῶν ἕτερα δάνεια, τῶν ὁποίων τὸ βάρος ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων ἦτο ἀνώτερον. Ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε κατατεθῆ εἰς τὴν Βουλὴν πίναξ, ἐνδεικνύων τὰς ἐκ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν ἐπιτευχθείσας οἰκονομίας εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον, αἱ οἰκονομίαι αὗται ἀνέρχονται εἰς 6,180,000, ἐκ τῶν ὁποίων αἱ 600,000 ἀνάγονται εἰς τὴν νομισματικὴν διαφοράν. Ἀλλ’ οὐδεὶς τῶν ἀξιοτίμων ῥητόρων ἐπὶ τοῦ πίνακος τούτου ἔφερε τὸν λόγον, ἵνα ἀποδείξῃ, ἐὰν ἀριθμός τις ἐκ τῶν ἐν τῷ πίνακι ἀναγραφομένων εἶναι ἐσφαλμένος. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἐπιπολαίως ἐξετάζων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889 καὶ συγκρίνων αὐτὸν πρὸς τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν παρελθόντων ἐτῶν δύναται νὰ μὴ ἀνευρίσκῃ τὴν διαφορὰν ταύτην, διότι βλέπει, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889 ἀναγράφεται ποσὸν ἴσον ἢ κατά τι ἀνώτερον τοῦ ἀναγεγραμμένου εἰς τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1886 καὶ 1887, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν λόγον, οὗ ἕνεκεν ἡ διαφορὰ αὕτη δὲν εἶναι αἰσθητὴ εἰς τὸν μὴ μελετῶντα ἐπισταμένως τὰ κατὰ τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν. Δέον νὰ γίνῃ σύγκρισις μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886 καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889, διότι οὕτω καὶ μόνον δύναται νὰ εὑρεθῇ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἡ παροῦσα Κυβέρνησις διὰ τῶν ὑπ’ αὐτῆς πραγματοποιηθέντων συνδυασμῶν ἐπέτυχεν. Εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1886 ἀναγράφεται πίστωσις διὰ δημόσιον χρέος 33,062,298. Εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο δέον νὰ προστεθῶσιν αἱ δι’ εἰδικῶν νόμων χορηγηθεῖσαι πιστώσεις διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ προσωρινοῦ δανείου ἐκ φρ. 19,000,000, τοῦ συνομολογηθέντος διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως προμηθευθέντων ὑλικῶν. Δέον νὰ προστεθῇ ὁ τόκος καὶ τὸ χρεωλύσιον τοῦ δανείου τοῦ συνομολογηθέντος διὰ τῆς ἐκδόσεως τῶν κερματικῶν γραμματίων. Οὕτω δὲ ἡ πίστωσις τοῦ 1886 διὰ δημόσιον χρέος ἀνέρχεται εἰς δραχ. 36,732,000. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου δέον ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ ποσὸν τὸ ἀναφερόμενον εἰς νομισματικὴν διαφορὰν, ἤτοι 1,600,000, καὶ τότε ἔχομεν πιστώσεις τοῦ 1886 35,132,000. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889 ἀναγράφει διὰ δημόσιον χρέος πιστώσεις δρ. 38,463,636· ἐξ αὐτῶν πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸ λόγῳ ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος ἀναγραφόμενον ποσὸν ἐκ δραχ. 6,765,553 καὶ ἔχομεν ὑπόλοιπον δραχ. 31,698,083 δέον ἔτι ν’ ἀφαιρεθῇ καὶ τὸ ποσὸν τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν 26,000,000, τῶν χρησιμευσασῶν εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν θωρηκτῶν, ἐκ δραχ. 1,600,000· ὥστε ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889 κυρίως ἔχει 30,000,000, ἡ διαφορὰ εἶναι 5,000,000. Ἰδοὺ αἱ οἰκονομίαι, αἱ ἐπιτευχθεῖσαι ἐκ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, τοὺς ὁποίους οἱ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μετ’ εἰρωνείας ἐντεῦθεν ἐμνημόνευσαν. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτευχθεῖσα ὁριστικὴ ἀνόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους δὲν ὑπῆρξε τὸ μόνον μέλημα τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, οὐδ’ ἔθετο εἰς δευτέραν μοῖραν πάντα τὰ λοιπὰ, ὡς ἰσχυρίσθησάν τινες τῶν προαγορευσάντων· τοὐναντίον ἐν τῇ οἰκονομικῇ πολιτικῇ τῆς Κυβερνήσεως, ἀφ’ ἧς ἀνῆλθεν εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν, βλέπομεν ἀναγεγραμμένον ὅρον σπουδαιότατον, συνδεόμενον μὲ τὸ μέλλον τοῦ τόπου, τὴν ἐκτέλεσιν παντοίων δημοσίων ἔργων. Ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς συνδυασμοῖς αὐτῆς ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν ἀπεμακρύνθη τὸ παράπαν ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει ὡς ἀντισήκωμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀπέναντι τῶν ἐπιβαρυνόντων αὐτὸν βαρῶν νὰ παράσχῃ δημόσια ἔργα, συντελοῦντα εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου. Ὡς πρὸς τὴν συνήθη ὁδοποιΐαν δὲν θέλω ἀπασχολήσει τὴν Βουλὴν, ἀναιρῶν ὅσα ἐντεῦθεν ἐλέχθησαν περὶ τοῦ ἀσκόπου τῶν γινομένων πρὸς ἐπέκτασιν τῆς ὁδοποιΐας δαπανῶν. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἀφ’ ἧς συνωμολόγησε τὸ δάνειον τῶν 20,000,000, εἶχεν ὡς πρόγραμμα, νὰ κατασκευασθῶσι πᾶσαι αἱ ὁδοὶ, αἱ ἀναγκαῖαι εἰς τὸ Κράτος. Ἦτο λοιπὸν φυσικὸν εἰς αὐτὴν, νὰ μὴ ἐξετάζῃ τίς ὁδὸς θὰ κατασκευαθῇ πρώτη καὶ τίς βραδύτερον. Ἐσκόπει ἀρχικῶς νὰ προέλθῃ καὶ εἰς συνομολόγησιν ἑτέρου δανείου πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ συμπλέγματος τῶν ἐν Ἑλλάδι ὁδῶν. Ἐὰν συνέβη νὰ προτιμηθῶσιν ὁδοί τινες, εἴτε ἐν Πελοποννήσῳ, εἴτε ἐν τῇ Στερεᾷ Ἑλλάδι, τοῦτο δὲν προῆλθεν ἐκ πολιτικῆς κερδοσκοπίας, ἀλλ’ ἦτο ἀκριβῶς ἐφαρμογὴ τοῦ προγράμματος αὐτῆς περὶ τῆς κατασκευῆς πασῶν τῶν ὁδῶν, ἂν δὲ ἡ ὑπηρεσία τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων συνέβη ὥστε νὰ μελετήσῃ εὐκολώτερον μίαν ὁδὸν καὶ προτιμήσῃ αὐτὴν, τοῦτο δὲν εὐθύνει τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις τοσοῦτο περισσότερον, ὅσον καὶ σήμερον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ προγράμματος βαδίζουσα, οὐ μόνον δὲν ἠλάττωσε τὰ μέσα τοῦ τμήματος τῆς ὁδοποιΐας, ἀλλ’ ἐφρόντισε νὰ ἐνισχύσῃ καὶ ἴσως θὰ ἐνισχύσῃ περισσότερον ἐν τῷ μέλλοντι ταῦτα, ἵνα πᾶσαι αἱ ὁδοὶ, αἱ ἀνήκουσαι εἰς τὸ Κράτος, ἐκτελεσθῶσι ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου. Οἱ σιδηρόδρομοι σήμερον ἔχουσι μεγάλην ἐπίτασιν καὶ ἂν ὑπολείπωνται τμήματά τινα πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ συμπλέγματος τῶν Πελοποννησιακῶν σιδηροδρόμων, φρονῶ, ὅτι ἐν τῇ προσεχεῖ ἐκτάκτῳ Συνόδῳ θέλομεν συζητήσει τὰς προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως, τὰς ἀφορώσας οὐ μόνον εἰς τὴν συμπλήρωσιν τοῦ Πελοποννησιακοῦ συμπλέγματος, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου, ὁ ὁποῖος θέλει μᾶς ἑνώσει μὲ τὴν Εὐρώπην. Ἀλλ’ ἐν τῇ οἰκονομικῇ πολιτικῇ τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρχε καὶ γεωργικὴ πολιτικὴ, διότι ὁ νόμος περὶ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ οὐδὲν ἄλλο ἐσκόπει ἢ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς γεωργίας· δὲν εἶναι ἀμφιβολία, ὅτι εὐθὺς μετὰ τοῦτο καὶ ὅπου ἀλλαχοῦ ὑδραυλικὰ ἔργα ὑποδεικνύονται ὡς ἀναγκαῖα θέλουσιν ἐκτελεσθῆ πρὸς αὔξησιν τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου. Ἐφ’ ὅσον τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους τὸ ἐπιτρέπουσιν, ἐν τῇ γεωργικῇ καὶ ὑδραυλικῇ πολιτικῇ ἔγκειται ἡ προσπάθεια τῆς Κυβερνήσεως πρὸς σύστασιν Κτηματικῆς καὶ Γεωργικῆς Τραπέζης, διότι αἱ ὑπάρχουσαι προνομιοῦχοι Τράπεζαι, αἱ ὁποῖαι ἐκτελοῦσι καθήκοντα Γεωργικῶν καὶ Κτηματικῶν Τραπεζῶν, ἀπεδείχθησαν ἀνεπαρκεῖς. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου διεξάγονται διαπραγματεύσεις μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν τραπεζιτῶν, ὧν τὰ κεφάλαια θέλουσι χρησιμεύσει πρὸς σύστασιν τοιούτων Τραπεζῶν. Περιττὸν νὰ ὑπομνήσω ὑμῖν τὰ μέγιστα ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου εὐεργετήματα τῆς συστάσεως μιᾶς τοιαύτης Τραπέζης. Ἀλλά, κατὰ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν, εἶναι ἀνελεύθερος ἀρχὴ ἡ διαιώνησις τῶν Κυβερνήσεων, καὶ ἐπὶ τούτου ἀπηύθυνε μομφὴν καθ’ ἡμῶν, ὑποστηριζόντων τὴν Κυβέρνησιν, ἐνῷ τῆς Συμπολιτεύσεως καύχημα εἶναι, ὅτι κατωρθώθη παρ’ ἡμῖν νὰ ἔχωμεν μόνιμον Κυβέρνησιν. Αἱ συχναὶ μεταβολαὶ τῶν Κυβερνήσεων, οὐδὲν ἐπαγγέλλονται ἀγαθὸν εἰς τὸν τόπον· ἐὰν ἡ μεταβολὴ τῶν Κυβερνήσεων εἰς Κράτη μᾶλλον ἡμῶν προκεχωρημένα κατὰ τὸν πολιτισμὸν καὶ τὰ οἰκονομικὰ ἐπάγωνται βλάβας, παρ’ ἡμῖν αὗται ἔσονται μείζονες. Οὐδένα ἔχομεν λόγον, ἀφαιροῦντες τὴν ἐμπιστοσύνην ἡμῶν ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ προκαλέσωμεν τὴν εἰς τὰ ἑδώλια τῶν Ὑπουργῶν ἀνάβασιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι μέχρι τοῦδε τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἐγένετο γνωστόν. Κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς παρούσης Περιόδου προετάθη μέσον θεραπείας, σύστημά τι, τὸ ὁποῖον δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω, ἀλλ’ εὐθὺς κατόπιν κατεβλήθη προσπάθεια, ἵνα ἀποκηρυχθῇ τὸ σύστημα τοῦτο. Ἰσχυρίσθη ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι ἡμεῖς τὴν ἐσυκοφαντήσαμεν, ἀποδώσαντες εἰς αὐτὴν τοιοῦτον σκοπὸν ἢ πρόγραμμα πολιτικόν. Ἔπαυσαν δὲ κατόπιν ἐνδεικνύοντες εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ Ἔθνους τὸ τοιοῦτον οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐνόμιζον, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ πείσῃ μέλη τινὰ τῆς Συμπολιτεύσεως νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ δὲν δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Συμπολιτεύσεως δὲν ὑπάρχουσι πολλοὶ, οἵτινες ἔχουσιν ἴσως προσωπικὰς ἀφορμὰς ἢ δυσαρεσκείας κατὰ τῶν Κυβερνώντων, ἀλλ’ ἡ πεποίθησις, ὅτι, ἂν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀνατραπῇ, πρὸ πάντων τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἤθελον διατρέξει μέγιστον κίνδυνον, ἀπομακρύνει αὐτοὺς πάσης σκέψεως μεταστάσεως εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Δὲν γινώσκω, ὁποῖον ἔσεται τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε οὐδὲν τοιοῦτον εἶδον· μέχρι τοῦδε ἡ Ἀντιπολίτευσις περιωρίσθη ἐλέγχουσα τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ προσπαθοῦσα νὰ παραστήσῃ τὰς χρήσεις τοῦ 1887, τοῦ 1888, τοῦ 1889 ὡς ἐνδεικνυούσας ἔλλειμμα. Ἀλλ’ ἐὰν μετὰ τὴν ἐπιβάρυνσιν ταύτην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἔχωμεν ἔλλειμμα, πῶς θὰ ἔχωμεν περίσσευμα κατὰ τὸ περὶ ἐλαττώσεως τῶν φόρων πρόγραμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Δὲν θέλω μνησθῆ τῶν προτάσεων τινῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περὶ αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων, διότι ὅλα ταῦτα θέλουσιν ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν αὔξησιν τοῦ ἐλλείμματος. Ἀλλ’ ἰδίως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἰσχυρίσθη, καταστρέφων τὸν λόγον του, ὅτι τὸ διακρῖνον σήμερον τὴν διοίκησιν εἶναι ὁ φατριασμὸς καὶ ἡ συγκέντρωσις· ἰσχυρίσθη, ὅτι πάντα τὰ νομοθετήματα, ὅσα προεκλήθησαν κατὰ τὴν παροῦσαν Περίοδον τῆς Βουλῆς καὶ ἐψηφίσθησαν, ἕνα εἶχον σκοπόν, νὰ ἀνατρέψωσι πάντας τῆς ἀποκεντρώσεως τοὺς θεσμοὺς, οὐδένα ὅμως ἀνέφερε καταστραφέντα τοιοῦτον θεσμὸν καὶ προκληθεὶς ὑπό τινος νὰ ὀνομάσῃ τὰ νομοθετήματα, δὲν τὰ ἀνέφερε.

§11ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀνέφερα πολλά, π.χ. τοὺς ὑποταμίας, τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὰ ὑποβληθέντα ἐφέτος σχετικὰ πρὸς τὰ ἔσοδα καὶ τὰς ἀστυνομίας τῶν δήμων.

§12ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς μοὶ ἐνθυμίζει, ὅτι τὰ νομοσχέδια, τὰ ψηφισθέντα, περὶ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ περὶ ὑποταμιῶν ἔσχον τὸν χαρακτῆρα τῆς συγκεντρώσεως. Βεβαίως δὲν θέλω ἐπασχολήσει τὴν Βουλήν, δίδων πλήρη ἐξήγησιν ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων, διότι ἀνεπτύχθησαν ἐν καιρῷ· ἐρωτῶ ὅμως πάντας ὑμᾶς, κατὰ τί τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὑπῆρξε συγκεντρωτικόν; ἡ σύστασις τούτου εἶχε σκοπὸν νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν λειτουργίαν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἧς ἡ λειτουργία τελεῖται καὶ νῦν ὡς καὶ πρότερον· οἱ δημοδιδάσκαλοι διορίζονται ὡς καὶ πρότερον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ ἐνῷ πρότερον οὗτοι δὲν ἠδύναντο ἐκ τοῦ δημοτικοῦ ταμείου νὰ λάβωσι τοὺς μισθούς των, σήμερον κατορθόνοσι νὰ ἔχωσιν ἐξησφαλισμένην τὴν πληρωμὴν αὐτῶν· τοῦτο ὀνομάζετε συγκέντρωσιν; Διὰ τοῦ συστήματος τῶν ὑποταμιῶν ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη νὰ διευκολύνῃ τὰς εἰσπράξεις τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ διὰ τοῦ αὐτοῦ νόμου παρέσχε τὴν εὐκολίαν εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, αἵτινες δὲν ἠδύναντο διὰ τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος νὰ ἐνεργήσωσι τὰς εἰσπράξεις τῶν ἐσόδων, ν’ ἀναθέτωσι ταύτας εἰς τινας τῶν ταμιῶν. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἰσχυρίσθη καὶ ἕτερόν τι, ὅτι οὐ μόνον ἐν τῇ διοικήσει ἐπικρατεῖ ὁ φατριασμὸς, ἀλλὰ καὶ εἰς πάντα τὰ ἐθνικὰ ἱδρύματα, προκληθεὶς δὲ νὰ ὀνομάσῃ ταῦτα, ἀνέφερέ τι, τὸ ὁποῖον, ὁμολογῶ, μὲ ἐξέπληξε· προκειμένου περὶ διορισμοῦ ἑλλανοδικῶν ἐν τῇ Ἐκθέσει, εἶπεν, ὅτι προσελήφθη καὶ ξένος τις ζωγράφος.

§13ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ τὸ ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὡς ἓν τῶν παραδειγμάτων· ἐγὼ ἠρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν ὑπῆρχε μέλος τι τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων, ἀνῆκον εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν.

§14ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ μνήμη παρὰ πολὺ ταχέως σᾶς ἐγκατέλιπεν. Ὑμεῖς ῥητῶς κατεκρίνατε τὴν πρόσληψιν κριτῶν ξένων παρεπιδημούντων καὶ μὲ ᾐτήσατε νὰ ἐξηγήσω τὰ σφάλματα. Ζητήσατε τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά.

§15ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω ἄν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης εἰς τὰ διάφορα ἱδρύματα ἐννοῇ καὶ τὰ Τραπεζικά.

§16ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὰ δὲν χαρακτηρίζονται ὡς ἐθνικὰ καθιδρύματα.

§17ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ πρόκειται περὶ τῶν λοιπῶν, θὰ τὸν ἐρωτήσω: εἰσῆλθεν ὁ φατριασμὸς εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Φιλεκπαιδευτικῆς Ἑταιρίας, ἧς τὸ Συμβούλιον ἐκλέγεται ὑπὸ τῶν ἑταίρων ὡς καὶ πρότερον; εἰσῆλθεν εἰς τὸ Ἀμαλίειον, ὅπερ διοικεῖται ὡς καὶ πρότερον;

§18ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐκεῖ εἶναι, Κυρίαι, αἵτινες διετήρησαν ἀνεξαρτησίαν τινὰ ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως.

§19ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἰσχυρίσθη πρὸς τούτοις, ὅτι ὁ φατριασμὸς ἐπεξετάθη καὶ εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, διότι ἡ διπλωματικὴ ὑπηρεσία ἐπληρώθη ἀπὸ ὄργανα τῆς φατρίας· ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν, τίς διατελεῖ πρεσβευτὴς ἐν Λονδίνῳ, ἐν Ῥώμῃ καὶ Παρισίοις; Οἱ ἀνώτεροι Προξενικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ διατελοῦντες εἰς τὰ σπουδαιότερα τῶν Προξενείων, εἶναι ἄνθρωποι ὑπηρεσίας, ὧν αἱ προηγούμεναι ὑπηρεσίαι δικαιοῦσιν αὐτοὺς νὰ κατέχωσι τὰς θέσεις των, μὴ λαμβανομένου ὑπ’ ὄψει, ἂν ἀνήκωσιν εἰς τὴν Συμπολίτευσιν ἢ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Εἶναι εὔκολον ἐντεῦθεν νὰ ἐκτοξεύῃ τις αἰτιάσεις, ν’ ἀπαγγέλλῃ μομφάς· ὅταν ὅμως σοβαρὸς πολιτευτὴς ἀποφασίζῃ ἐντεῦθεν τοιαύτας μομφὰς ν’ ἀπευθύνῃ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἀνάγκη νὰ δίδῃ τὴν προσήκουσαν ἐξήγησιν, ἵνα μορφῶται ἡ πεποίθησις, ὅτι ὁ ἀγορεύων δὲν ἀγορεύει πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν τῶν ἀκροατηρίων.

§20ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἄν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νομίζῃ, ὅτι δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, εἶμαι πρόθυμος νὰ συζητήσω ἐπ’ αὐτῆς. Δὲν πράττω τοῦτο διὰ νὰ προσελκύσω τὴν προσοχὴν τῶν ἀκροατηρίων.

§21ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ περὶ τοῦ καμάτου καὶ καταπονήσεως τῆς παραγωγῆς ἐν συντόμῳ μὲν, ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐπανελήφθησαν ἐνταῦθα. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἰσχυρίσθη, ὅτι τὸ σφιγμόμετρον πρὸς ἐκτίμησιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας εἶναι πρὸ πάντων τὰ τελωνεῖα, τὰ εἰσπραττόμενα ἐκ τῶν εἰδῶν τοῦ μονοπωλίου καὶ τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου. Εἶναι ἐν τούτοις ἀποδεδειγμένον, ὅτι τὰ ἐκ τῶν εἰδῶν τῶν μονοπωλίων ἔσοδα τοῦ 1888 ἦσαν ἀνώτερα τῶν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἰσπραχθέντων, ὡς καὶ αἱ ἐκ τοῦ χαρτοσήμου εἰσπράξεις· ἀποδεδειγμένον ὡσαύτως εἶναι, ὅτι ἡ μικρὰ ἐλάττωσις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν προῆλθεν ἀπὸ τὴν εἰσαγωγὴν ἐλάσσονος ποσοῦ σιτηρῶν· τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ ἀπόδειξιν τοῦ καμάτου, ἀλλὰ τοὐναντίον, ὅτι αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας διατελοῦσιν εἰς κατάστασιν ἀκμαίαν. Ἡμεῖς, οἵτινες ὑποστηρίζομεν τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ὅταν πεισθῶμεν, ὅτι ἐπῆλθεν ὁ κάματος καὶ ἡ καταπόνησις εἰς τὴν παραγωγὴν, βεβαίως δὲν θέλομεν ὑποστηρίξει τὴν πολιτικὴν ταύτην, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε οὐδεμίαν περὶ τούτου ἔχομεν ἀπόδειξιν, φρονοῦμεν δὲ, ὅτι, ἂν ἐξακολουθήσῃ λειτουργοῦν τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, ὃ εἰς τόσα εὐχάριστα ἤγαγεν ἡμᾶς ἀποτελέσματα, θέλομεν ἄρει μετά τινα χρόνον τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ θέλομεν ἀπαλλάξει τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τῆς μεγίστης τῶν φορολογιῶν, τῆς μεγίστης τῶν ἐπιβαρύνσεων. Δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ προσέξω εἰς τὸ μειδίαμα, ὃ τινὲς τῶν ἀντιπολιτευομένων εἰς τὴν ἀπαγγελίαν περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἔδειξαν. Δὲν ἐννοοῦμεν ἡ ἄρσις νὰ ἐπέλθῃ ἀποτόμως. Ὄχι διότι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος καὶ ἐκ μόνου αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις πληρόνει ποσὸν ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θὰ πληρόνῃ δανειζομένη τὸ ποσὸν, ὅπερ εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλὰ διότι φρονοῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ λειτουργήσῃ τὸ οἰκονομικὸν σύστημα ἐπὶ πολλὰ ἀκόμη ἔτη, τοὐλάχιστον ἐπὶ τρία ἔτη, νὰ βεβαιωθῇ ἡ ὁριστικὴ ἀνόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, νὰ μὴ ὑπάρχῃ κἀνεὶς ὁ ἀμφιβάλλων περὶ τοῦ ἰσοζυγίου μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων, συνάμα δὲ καὶ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ νὰ τελεσθῇ πρόοδος τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ ἦναι ἠναγκασμένον τὸ Κράτος νὰ ἐξάγῃ μεταλλικὸν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ πρὸς προμήθειαν τῶν ἀπαραιτήτως αὐτῷ ἀναγκαίων, νὰ ἐπιτευχθῇ δὲ καὶ σχετική τις πρόοδος τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας, ἥτις, ὡς ἐν τῇ τελευταίᾳ ἐκθέσει τῶν Ὀλυμπίων παρετηρήσαμεν πάντες, δὲν ἔμεινε στάσιμος. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἄνευ οὐδενὸς κλονισμοῦ, ἄνευ οὐδενὸς κινδύνου καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς διαταράξεως τῶν ἐμπορικῶν συναλλαγῶν. Δὲν θέλω ἐπικαλεσθῆ τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ τιμὴ, εἰς ἣν σήμερον διατηροῦνται τὰ χρεώγραφα ἡμῶν ἔν τε τῇ ἀλλοδαπῇ καὶ τῷ ἐσωτερικῷ, εἶναι μία ἐναργὴς ἀπόδειξις τῆς πεποιθήσεως, ἥτις ἐσχηματίσθη παρ’ ἅπασιν ἐκείνοις, οἵτινες ἔχουσι τὸ συμφέρον νὰ ἐξετάζωσι τὰ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς οὐδέποτε θὰ ἐπιλάθηται τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς, καὶ ὅτι ἤδη ὁριστικῶς ἠνωρθώθησαν τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς. Εἶναι ὄντως καταπληκτικὴ ἡ ὑπερτίμησις, τὴν ὁποίαν κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας τὰ χρεώγραφα ἡμῶν ἔλαβον ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, διότι εἴς τινα ἐξ αὐτῶν παρετηρήθη αὕτη ἀνερχομένη εἰς 50% πρὸς τὰς τιμὰς, τὰς ὁποίας εἶχον πρὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως τὰ χρεώγραφα ταῦτα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὸ παρήγορον τοῦτο. Εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς θέλοντας νὰ μανθάνωσι τὰ τῶν χρεωγράφων ἡμῶν, ὅτι μεγίστη ποσότης αὐτῶν ἐτοποθετήθη εἰς Ἐπικρατείας, ὅπου πρότερον δὲν ἦτο γνωστὸν τὸ Ἑλληνικὸν χρεώγραφον. Ἐν Γερμανίᾳ, εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι ποσὸν χρεωγράφων, ὑπερβαῖνον τὰ 2,000,000 λιρῶν, ἐτοποθετήθη οὐχὶ εἰς χεῖρας χρηματιστῶν, ἀλλ’ ἐτοποθετήθη ὡς placement, ἤτοι ἠγοράσθη παρ’ ἐκείνων, οἵτινες τὰ ἀποταμιεύματα αὑτῶν τοποθετοῦσιν εἰς χρεώγραφα πρὸς ἐξασφάλισιν προσόδου, ἀπὸ ἡμέρας δ’ εἰς ἡμέραν βλέπει τις βελτιουμένην τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν, ὅπερ ἀναντιῤῥήτως ὀφείλεται εἰς τὴν μορφωθεῖσαν εὐλόγως πεποίθησιν περὶ τῆς ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Τὸ δάνειον τῶν 135,000,000 ἐθεωρήθη ὡς συνομολογηθὲν ὑπὸ τοὺς συμφερωτέρους ὅρους εἰς τὸ Κράτος ἡμῶν. Συνωμολογήθη ἐπὶ τόκῳ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου 4%, ἐπὶ πραγματικοῦ δὲ 6%, ἐν τούτοις πρὸ ὀλίγου ἀνηγγέλθη εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐπὶ προτάσει ἀφορώσῃ εἰς παροχὴν μεγάλου δανείου ἐδέχθη μόνον τὴν συνομολόγησιν δανείου ἐκ δραχμῶν 30,000,000 ὀνοματικοῦ κεφαλαίου ἐπὶ τόκῳ ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ πρὸς 5⅞%, χωρὶς τὸ Δημόσιον ν’ ἀναλάβῃ οὐδεμίαν δαπάνην, ἐνῷ ὡς πρὸς τὸ δάνειον τῶν 135,000,000 τὸ Δημόσιον ἀνέλαβε τὴν δαπάνην τῆς ἐκδόσεως τῶν τίτλων καὶ τοῦ χαρτοσήμου, ἡ δαπάνη δ’ αὕτη ἀνέρχεται εἰς 60/00 περίπου τοῦ φράγκου. Ὥστε, ἄν τις συγκρίνῃ τὸ δάνειον τῶν 30,000,000, τὸ τελευταίως συνομολογηθὲν, ἢ μᾶλλον συνομολογηθησόμενον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τελευταίως ψηφισθέντος ὑφ’ ἡμῶν νόμου, πρὸς τὸ δάνειον τῶν 135,000,000, ἢ ἄν τὸ δάνειον τοῦτο συνωμολογεῖτο ὑφ’ οὓς ὅρους συνωμολογήθη τὸ δάνειον τῶν 135,000,000, θὰ εἴχομεν ἐπιβάρυνσιν τοῦ δημοσίου ταμείου ἐκ δραχμῶν 280,000 περίπου. Ὅπως γνωσθῇ καὶ ἡ χρηματιστικὴ κατάστασις τοῦ δημοσίου ταμείου κατὰ τὴν λῆξιν τοῦ 1888, εἶναι ἀνάγκη νὰ γινώσκωμεν τὸ ποσὸν τῶν ἀναγκαστικῶς κυκλοφορούντων γραμματίων κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1887 συγκριτικῶς πρὸς τὴν 31 Δεκεμβρίου 1888. Ἡ Κυβέρνησις εἶχε κατατεθειμένα παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ 13,500,000 ὡς ἐνέχυρον διὰ τὸ προσωρινὸν δάνειον τῶν 10,200,000, τὸ συνομολογηθὲν παρὰ τῶν ἐνταῦθα Τραπεζῶν· ἐπειδὴ δὲ τελευταῖον ἔλαβεν εἰς ἔντοκα γραμμάτια τὸ ποσὸν 400,000 λιρῶν πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1888, τὸ τίμημα αὐτῶν, ἀνερχόμενον εἰς 12,614,000, τὸ προερχόμενον ἐκ τῶν πρὸς ὑπηρεσίαν τῶν δανείων προωρισμένων εἰσπράξεων, κατέθηκε καὶ τοῦτο εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὥστε παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ὑπάρχει διαθέσιμον ἐκ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ποσὸν 26,114,000. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ τοῦ δανείου τῶν 10,200,000, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξοφληθῇ διὰ τοῦ συνομολογηθέντος δανείου, δὲν νομίζω ἄσκοπον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τῶν περιστάσεων, αἵτινες σχετίζουσι τὸ δάνειον τοῦτο πρὸς τὸ ὑποτιθέμενον ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1887. Καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐγὼ ἐντεῦθεν ἐπὶ τῆς πολιτικῆς συζητήσεως εἴπομεν, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1887 ἔχει ἠθικὴν εὐθύνην ἐπὶ ποσοῦ 5,000,000, ἐκ τοῦ δανείου τῶν 10,200,000, τὸ ὁποῖον ἐχρησιμοποιήθη εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων τῆς χρήσεως 1887· καὶ ἂν τὸ ποσὸν τῶν 5,000,000 ἐπρόκειτο νὰ πληρωθῇ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἡ ἐντεῦθεν προκύπτουσα διαφορὰ ἐξ ἑνὸς ἑκατομμυρίου· βεβαίως ἔδει νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐπιβαρύνουσα τὴν χρῆσιν τοῦ 1887, ὡς ἐκ τοῦ συνομολογουμένου ὅμως νῦν δανείου, δι’ οὗ τρέπεται εἰς πάγιον τὸ δάνειον τοῦτο, τὸ δημόσιον ταμεῖον θέλει ὑφίστασθαι τὴν πληρωμὴν μόνον τοῦ τόκου τῶν 5,000,000, ἤτοι 300,000, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι ἠρμένη ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία θέλει βαρύνεσθαι μὲ τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος ἐπὶ ποσοῦ δραχμῶν 300,000, δηλ. μὲ ὑπερτίμησιν 75,000 δραχμῶν περίπου. Βεβαίως δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναληφθῇ ἐντεῦθεν, ὡς ἀπόδειξις ἐναργὴς τῆς ἐπιτευχθείσης ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, τὸ ἤδη γενόμενον, νὰ δύνηται δηλ. ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν νὰ δανείζηται ἄνευ παροχῆς ἐγγυήσεως ἢ ἄνευ ἐκχωρήσεως ὡρισμένων προσόδων. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ περὶ τούτου μνεία κυρίως πρὸς ἕνα ἔπρεπε νὰ γένηται σκοπὸν, ἤτοι ἵνα ἀναιρεθῇ τὸ ἐντεῦθεν λεχθὲν ὑπὸ ἀξιοτίμου ῥήτορος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τοῦ ὁμιλοῦντος καὶ ἐν ὀνόματι τῶν λοιπῶν μελῶν αὐτῆς, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ ἐκχωρουμένων δημοσίων προσόδων πρὸς ἀσφάλειαν δανείου τινὸς καὶ τῆς ἁπλῆς ἐγγυήσεως τοῦ Κράτους. Ὅτε τὸ πρῶτον ἠρξάμεθα δανειζόμενοι καὶ ἐζητεῖτο παρὰ τῶν κεφαλαιούχων ἡ ἐκχώρησις ὡρισμένων προσόδων, ὑπῆρξαν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ πολλοὶ οἱ προσβαλόντες τὸ σύστημα τοῦτο, ὡς ἐνδεικνῦον τὴν κακίστην κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, καὶ ἐπεκαλοῦντο παράδειγμα τὸ γινόμενον ἐν ἄλλοις Ἔθνεσιν, ἔνθα τὰ δάνεια τοῦ Κράτους συνομολογοῦνται ἄνευ τῆς ἐκχωρήσεως ὡρισμένων προσόδων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ ἐκχώρησις τῶν προσόδων τούτων, ἡ διὰ τῶν νόμων ἐκείνων γινομένη, ἰδανικόν τι, διότι οἱ ὑπάλληλοι τῶν προσόδων τούτων κατὰ τοὺς σχετικοὺς νόμους τῶν δανείων ὑπεβάλλοντο εἰς ποινὰς, εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν τὰς εἰσπράξεις αὐτῶν δὲν παρέδιδον εἰς τὰς Τραπέζας, αἵτινες εἶχον προσδιορισθῆ πρὸς εἴσπραξιν τοῦ ποσοῦ, τοῦ ἀναγκαιοῦντος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων. Καὶ τί ἕτερον εἶναι ἡ πίστις ἑνὸς Κράτους; Κατὰ τίνα τρόπον σχηματίζεται ἡ πίστις καὶ τῶν Κρατῶν καὶ τῶν ἀτόμων; Ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ πίστις εἰς τὴν τήρησιν τῶν ἀναληφθεισῶν ὑπὸ τοῦ ὀφειλέτου ὑποχρεώσεων ἄνευ τῆς ἐλαχίστης αὐτοῦ ἀντιῤῥήσεως. Εὐθὺς ὡς Ὑπουργός τις ἤθελε παραγγείλει τὸν ἁρμόδιον τελώνην, τὰς παρ’ αὐτῷ κατατεθειμένας εἰσπράξεις νὰ μὴ καταβάλῃ εἰς τὴν Τράπεζαν, ἥτις προσδιωρίσθη πρὸς εἴσπραξιν αὐτῶν, ἀλλὰ νὰ τὰς παραδώσῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον πρὸς ἐκπλήρωσιν ἄλλων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ἡ δημοσία πίστις δὲν ὑπάρχει πλέον, εἶναι ἐντελῶς κατεστραμμένη, οὐδεὶς δὲ τοῦ λοιποῦ εἶναι δυνατὸν νὰ συναλλάσσηται μετὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Εἶναι λοιπὸν μέγιστον τὸ πλεονέκτημα, ὅπερ ἡ ὁριστικὴ ἀνόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν παρέχει ἡμῖν σήμερον, νὰ δυνάμεθα νὰ συνομολογῶμεν δάνεια καὶ ἐπὶ τόκῳ εὐθηνοτέρῳ καὶ ἄνευ ἐκχωρήσεως ὡρισμένων δημοσίων προσόδων. Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἀπασχολήσω περισσότερον τὴν Βουλήν. Νομίζω, ὅτι ἐξ ὅσων εἶπον ὑμῖν ἐπείσθητε, ὅτι καὶ ἡ χρῆσις τοῦ 1888 καὶ ἡ χρῆσις τοῦ 1889 θὰ κλείσωσι μὲ ἰσοζύγιον, ἐκτὸς ἀπροόπτων περιστάσεων, καὶ ὅτι τὰ ἐντεῦθεν λεχθέντα περὶ ἐλλείμματος εἴτε ἐν τῇ χρήσει τοῦ 1888, εἴτε ἐν τῇ χρήσει τοῦ 1889, εἶναι ἁπλαῖ φαντασμαγορίαι. Λαλοῦντες δὲ περὶ ἰσοζυγίου, δέον νὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι, ὡς πάντες οἱ οἰκονομολόγοι παραδέχονται καὶ ὡς εἶναι ὀρθὸν, διαφορὰ τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα ἐπὶ ἔλαττον ἢ ἐπὶ πλέον, μὴ ὑπερβαίνουσα τὰ 5%, δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ οὔτε ὡς ἔλλειμμα, οὔτε ὡς περίσσευμα, διότι τοιαύτη διαφορὰ δύναται νὰ προκύψῃ ἐκ τυχαίων περιστάσεων, μὴ ἐπηρεαζουσῶν τὸ ἰσοζύγιον, ἐξεταζόμενον ὑπὸ γενικωτέραν καὶ πρακτικωτέραν ἔποψιν.

§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889 δὲν εἶναι προϊὸν μελέτης τινός, κεχωρισμένης ἀπὸ τοῦ παρελθόντος, καὶ χωριζομένης ὡσαύτως ἀπὸ τοῦ μέλλοντος. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889 εἶναι προϊὸν τῆς μελέτης, ἥτις παρήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1888, εἶναι προϊὸν τῆς αὐτῆς μελέτης, ἥτις παρήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887, καὶ ἴσως, ἂν πρέπῃ τὴν ἀναδρομὴν ταύτην νὰ ἐκτείνω, εἶναι προϊὸν τῆς αὐτῆς μελέτης, ἥτις παρήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, τὸν εἰσαχθέντα ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1884, εἶναι προϊὸν τῆς αὐτῆς μελέτης, ἥτις παρήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884, τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1883, τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1882. Διὰ τοῦτο δὲν μοι φαίνεται, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889 πρέπει νὰ ἐξετασθῇ μεμονωμένως, κεχωρισμένως, ὡς ἓν ὅλον, αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ, μηδαμῶς σχετιζόμενος μὲ τὴν οἰκονομικὴν ἱστορίαν τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ἢ μηδαμῶς ἐπιδρῶν ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ μέλλοντος τῆς χώρας. Ἄν ἐξητάζετο ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889 ὡς ἔργον τι μεμονωμένον, ὡς μία μελέτη, ὑπαγορευθεῖσα ἀπὸ εἰδικοὺς λόγους, μὴ προϋπάρξαντας, καὶ γινομένη ἴσως πρὸς σκοπὸν εἰδικὸν, ἀφορῶντα εἰς τὸ 1889, δὲν ἔχομεν νὰ πράξωμεν ἄλλο τι, εἰμὴ νὰ ἐπαναλάβωμεν πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅσα εἴχομεν εἰπεῖ, οὐχὶ βεβαίως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888, ὁ ὁποῖος δὲν συνεζητήθη, ἀλλ’ ἐψηφίσθη ἀφωνητεὶ ἐν τῇ ἀπουσίᾳ ἡμῶν, ἀλλ’ ὅσα εἴπομεν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, τοῦ εἰσαχθέντος κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1884, ἅμα τῇ εἰς τὴν Βουλὴν εἰσαγωγῇ αὐτοῦ, ὅσα εἴπομεν ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ 1884, τοῦ 1883. Δὲ εἴχομεν εἰμὴ νὰ ἀντικαταστήσωμεν τοὺς ἀριθμούς. Ἂν ἀντὶ τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους παριστᾷ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1884, ἢ ὁ τοῦ 1887, ἢ ὁ τοῦ 1883, ἢ ὁ τοῦ 1888, ἀντεκαθιστῶμεν τοὺς ἀριθμοὺς, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889, δὲν εἴχομεν, εἰμὴ νὰ ἐκφέρωμεν τὰς αὐτὰς σκέψεις, τὰς αὐτὰς ἰδέας, τὰ αὐτὰ πορίσματα. Διὰ τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι ἰδίως ἔσφαλεν ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅστις κατ’ ἄλλην τινὰ συζήτησιν ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἤρχισε νὰ ἐφαρμόζηται ἀπὸ τοῦ 1887, κατ’ ἄλλην συζήτησιν, ἥτις ἐγένετο ἅμα τῇ εἰσαγωγῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889, καὶ ἥτις προεκλήθη ἀπὸ τὰς ἀναγγελίας, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις τότε τὸ τρίτον ἐποιεῖτο εἰς τὸ κοινὸν καὶ τὴν Βουλὴν, περὶ τοῦ ἐπιτευχθέντος ἰσοζυγίου τοῦ 1887 καὶ περὶ τῆς ἀρίστης διαῤῥυθμίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής, ὁ ὁποῖος συνήθως καθιστᾷ ἑαυτὸν ὑποκατάστατον τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἔλαβε καὶ τότε τὸν λόγον, καὶ ἔλεγεν, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887 γίνεται ἔναρξις τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· ἀλλὰ ποῖον ἄλλο σύστημα ἐφήρμοζεν οἰκονομικὸν ὁ Πρωθυπουργὸς κατὰ τὸ 1884 μέχρι τοῦ Ἀπριλίου 1885, ἢ κατὰ τὸ 1883, ἢ κατὰ τὸ 1882, εἰμὴ αὐτὸ τοῦτο τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἤρχισε νὰ ἐφαρμόζῃ ἐπίσης κατὰ τὸ 1887 καὶ κατὰ τὸ 1888 καὶ κατὰ τὸ 1889; Εἶναι τὸ αὐτὸ σύστημα. Ποῖον εἶναι τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ Πρωθυπουργοῦ; Εἶναι ἤδη γνωστόν. Αὔξησις ἐξόδων, καὶ ἐπειδὴ ἡ αὔξησις ἐξόδων ἐπάγεται τὴν ὑποχρέωσιν τῆς μερίμνης πρὸς πληρωμὴν αὐτῶν, ἀναγκαίως αὔξησις τῶν ἐσόδων! Πῶς νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων; Δι’ αὐξήσεως τῶν ὑπαρχόντων φόρων, δι’ ἐπιβολῆς νέων φόρων, διὰ δανείων! Αὐτὸ εἶναι τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐφήρμοζε κατὰ τὸ 1883, καὶ κατὰ τὸ 1884, αὐτὸ ἐπανέλαβε νὰ ἐφαρμόσῃ εὐθὺς, ὡς ἀνήχθη ἐκ νέου εἰς τὴν ἀρχὴν ἀπὸ τοῦ Μαΐου 1886, αὐτὸ ἐφαρμόζει κατὰ τὸ 1887, κατὰ τὸ 1888 καὶ κατὰ τὸ 1889. Ἀπορῶ μάλιστα, πῶς ὁ κ. Σιμόπουλος ἔδειξε τοσοῦτον θάῤῥος κατὰ τὴν συζήτησιν, ἥτις ἐγένετο ἅμα τῇ εἰσαγωγῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889. Ὁ Πρωθυπουργός, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887 καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1888, παρεπονεῖτο κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις παρήγαγε τὴν ἡμέραν τῆς 7ης Ἀπριλίου, καὶ ἔλεγεν, ὅτι ἕνεκα ἐκείνης τῆς κατηραμένης ἡμέρας ἀνεκόπη τὸ ἔργον αὐτοῦ, διότι ἡ διὰ τῆς ψηφοφορίας τῆς 7 Ἀπριλίου ἐκδηλωθεῖσα γνώμη ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἦτο πλήρης ἀποδοκιμασία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἥτις ἠνάγκασεν αὐτὸν νὰ παραιτηθῇ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἥτις ἐνέδειξεν ἡμᾶς εἰς τὸ Στέμμα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λοιπὸν ἔλεγεν, ὅτι ἡ 7 Ἀπριλίου ἀνέκοψεν αὐτὸν ἀπὸ τοῦ ἔργου του, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ 1886 ἐπανελθὼν ἐπανέλαβε καὶ ἐξακολουθεῖ, ἀφ’ οὗ εἶχεν ἀνακόψει αὐτὸν ἀπ’ αὐτοῦ ἡ 7 Ἀπριλίου. Ἀπορῶ λοιπόν, πῶς ἔλαβε τόσον θάῤῥος ὁ κ. Σιμόπουλος, νὰ δώσῃ ἄλλον χαρακτηρισμὸν εἰς τὰ πράγματα, καὶ οὐχὶ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἔδωκεν ὁ Πρωθυπουργός. Καὶ εὑρίσκω τῷ ὄντι θάῤῥος, τὸ ὁποῖον μοὶ δίδει πολλὴν ἐλπίδα περὶ τοῦ μέλλοντος, διότι δὲν ἐγνώριζον, ὅτι διέκρινεν αὐτόν ποτε τοιοῦτον θάῤῥος μέχρι τοῦδε. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ ἐνδιαφερόμενοι διὰ τὴν πραγματοποίησιν τῶν πολιτικῶν πόθων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐνδέχεται νὰ ἐμβληθῶσιν εἰς ἀνησυχίαν, μήπως τυχὸν αὐτὸ τὸ θάῤῥος, τὸ ὁποῖον ἔλαβε, νὰ χαρακτηρίσῃ γεγονότα οἰκονομικὰ καὶ πολιτικὰ κατ’ ἄλλον τρόπον, καὶ οὐχὶ κατ’ ἐκεῖνον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐχαρακτήρισεν αὐτὰ ὁ Πρωθυπουργὸς, μήπως αὐτὸ παρεμβάλῃ προσκόμματα. Διότι γνωστόν, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν χωρατεύει, καὶ ἔχει ἀξίωσιν νὰ σκέπτωνται οἱ φίλοι αὐτοῦ ὡς σκέπτεται αὐτός, καὶ νὰ ὁμιλῶσιν ὡς ὁμιλεῖ αὐτός, καὶ νὰ χαρακτηρίζωσι τὰ συμβεβηκότα ὡς αὐτός. Ἀλλά, μ’ ὅλην τὴν ἀνησυχίαν, τὴν ὁποίαν ἐνδέχεται νὰ αἰσθανθῶσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι διὰ τὸ μέλλον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, δι’ ἡμᾶς, τοὺς ἀντιπολιτευομένους, τὸ πρᾶγμα εἶναι καλὴ ἀρχή· διότι αὐτὸ μᾶς δίδει τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἐνδεχόμενον εἶναι ἐν τῷ μέλλοντι, ἂν ἐξακολουθῇ χαρακτηρίζων τὰ πράγματα κατ’ ἄλλον τρόπον, καὶ οὐχὶ κατ’ ἐκεῖνον, κατὰ τὸν ὁποῖον χαρακτηρίζει αὐτὰ ὁ Πρωθυπουργὸς, καὶ νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῶν πραγμάτων κατ’ ἄλλον τρόπον, καὶ οὐχὶ κατ’ ἐκεῖνον, κατὰ τὸ ὁποῖον κρίνει αὐτὰ ὁ Πρωθυπουργὸς, ἐνδέχεται νὰ συντελεσθῇ ἓν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν προσεδόκα μέχρι τοῦδε, νὰ ἴδωμεν τὸν κ. Σιμόπουλον μεθιστάμενον εἰς τὴν ἄλλην πτέρυγα! Ἀλλ’ εἶναι ἀκριβῆ ὅσα ἰσχυρίσθην περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889, ὅτι τὸ οἰκονομικὸν τοῦτο ἔργον εἶναι μέρος ἑνὸς ὅλου, εἶναι μία πλευρὰ ἑνὸς οἰκοδομήματος, τὸ ὁποῖον ᾠκοδομήθη ἀπὸ τοῦ 1882; Ἂν τυχὸν ἀμφισβητήσωσι τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον, (καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἐνδεχόμενον νὰ τὸν ἀμφισβητήσωσι) πρέπει νὰ προλάβω ἀπὸ τοῦδε νὰ ἀποδείξω, ὅτι ὁ ἰσχυρισμός μου εἶναι ἀκριβής. Εἶπον, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἀμφισβητήσωσι τὸν ἰσχυρισμόν μου, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ἀληθής, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ἀκριβὴς καὶ ἀνεπίδεκτος ἀντιῤῥήσεώς τινος· διότι γνωρίζω πρὸ πολλῶν ἐτῶν τὸ θάῤῥος, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δύναται, ἂν συμφέρῃ αὐτῷ, νὰ ἰσχυρισθῇ ταύτην τὴν ὥραν, ὅτι εἶναι πλήρης μεσημβρία, καί, ἐὰν συνεδριάζωμεν ἐν μεσημβρίᾳ, δὲν δυσκολεύεται παντάπασιν ν’ ἀποπειραθῇ νὰ σᾶς πείσῃ, ὅτι συνεδριάζομεν ἐν μέσῃ νυκτί! Περὶ τοῦ θάῤῥους τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος δὲν πρέπει νὰ ποιήσωμαι μνείαν, διότι ἔδειξε μέχρι τοῦδε τοσοῦτον, ὅσον ἴσως δὲν προσεδόκα οὔτε ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος κατέστησεν αὐτὸν ὑποκατάστατον. Καὶ ὑμεῖς δὲ, ἐξ ὅσων μετ’ ὀλίγον θέλετε ἀκούσει, θέλετε μάθει, ἂν καὶ πιθανῶς νὰ γνωρίζητε ἤδη, ὅτι ὅσα περὶ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἡμῶν εἶπον εἶναι ἀκριβῆ. Ἀλλὰ πῶς δύναμαι ν’ ἀποδείξω τὸν ἰσχυρισμόν μου καὶ προλάβω τὰς προταθησομένας κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἀντιῤῥήσεις κατ’ αὐτοῦ; παραβάλλων τοῦ Προϋπολογισμοὺς ἀπὸ τοῦ 1882 πρὸς ἀλλήλους μέχρι τοῦδε, τοὺς Προϋπολογισμοὺς τοὐλάχιστον ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ὁ Πρωθυπουργὸς συνέταξε, καὶ τοὺς ὁποίους ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς τῇ εἰσηγήσει αὐτοῦ ἐπεψήφισε πάντοτε κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, πρὶν ἢ ἀνέλθῃ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν κατὰ τὸ 1882, εἶχεν ἀνέλθει καὶ κατὰ τὸ 1880, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν ἄλλο οἰκονομικὸν σύστημα, καὶ εἶχε καὶ ἄλλας πολιτικὰς ἰδέας. Αἱ πολιτικαὶ ἰδέαι τοῦ Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὸ 1880 ἦσαν, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται, ὅσον τὸ δυνατὸν εὐρύτερον καὶ ἐλευθερώτερον, ἑπομένως, ὅτι πρέπει νὰ συγκεντρωθῇ πᾶσα ἐνέργεια καὶ πᾶσα βούλησις ἐν τῇ Ἀντιπροσωπείᾳ τοῦ Ἔθνους, διότι μόνον τὸ Ἔθνος ἐκλήθη, κατὰ τὸ πολίτευμα, νὰ κανονίζῃ τὴν τύχην αὐτοῦ. Ἀμφιβάλλω ὅμως, ἂν ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν ἔχῃ τὰς αὐτὰς πολιτικὰς ἰδέας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἔχομεν μάλιστα παρ’ αὐτοῦ ἐνδείξεις, πειθούσας ἡμᾶς, ὅτι μετέβαλεν αὐτάς. Καὶ αν, ὡς ἰσχυρίζομαι, ὑπάρχωσι τοιαῦται ἐνδείξεις, ὀφείλω νὰ ὑπομνήσω αὐτὰς εἰς ὑμᾶς. Ἀλλὰ καὶ οἰκονομικὸν σύστημα εἶχε κατὰ τὸ 1880 ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διάφορον. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἐφρόνει τότε, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἦτο καθ’ ὑπερβολὴν βεβαρυμένος ἐκ τῶν φόρων, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐλαφρυνθῇ, διότι δὲν ἀντεῖχεν, οὐδ’ ἠδύνατο ἡ ἐθνικὴ παραγωγὴ νὰ ἀνθέξῃ, ὅπως ἀποφέρῃ ἔσοδα εἰς τὸ Κράτος τοσαῦτα, ὅσων τὸ Κράτος εἶχεν ἀνάγκην. Τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 εἶχον συντάξει ἐγὼ κατὰ τὸ 1879, ἀλλ’ ἀνατρέψας τὸ Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου ἀπετέλουν μέρος, καὶ διαδεχθεὶς ἡμᾶς, ἀνεσκεύασε τὸν ὑπ’ ἐμοῦ συντεταγμένον Προϋπολογισμὸν, καὶ μετέβαλεν αὐτὸν ῥιζηδόν. Κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν λοιπὸν τοῦ 1880, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσδιώρισε τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους εἰς 51,747,338 παλαιῶν δραχμῶν, δηλαδὴ εἰς νέας δραχμὰς 46,202,972. Κατὰ τὸ 1882 ὅμως ἄλλας οἰκονομικὰς ἰδέας εἶχεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐφρόνει κατὰ τὸ 1882, ὅτι ὁ λαὸς φορολογεῖται λίαν ἐλαφρῶς, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς αὐτὸν ἀκόμη βάρη, διότι ἦτον ἀνάγκη νὰ αὐξηθῶσι τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ὅπως πραγματοποιηθῶσιν οἱ μεγάλοι σκοποὶ, τοὺς ὁποίους ἔχει τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, καὶ ἰδίως ὁ μέγας σκοπὸς αὐτοῦ, ὁ ἀφορῶν εἰς τὴν τύχην τῶν πρὸς τὰ βόρεια μέρη τοῦ Κράτους κατοικούντων ὑποδούλων Ἑλλήνων. Εἴχομεν ἀνάγκην στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν παρασκευῶν, ἐφώνει τότε ὁ Πρωθυπουργὸς, ὡς εἴχομεν ἀνάγκην καὶ ἐσωτερικῆς εὐημερίας, ἤτοι κατασκευῆς δημοσίων ἔργων, κατασκευῆς μέσων συγκοινωνίας. Οὕτω κατὰ τὸ 1882 ἀνύψωσε δύο σημαίας, τὴν σημαίαν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν παρασκευῶν, καὶ τὴν σημαίαν τῶν δημοσίων ἔργων καὶ τῆς συγκοινωνίας. Κρατῶν δ’ ἐν χερσὶ τὰς σημαίας ταύτας, ηὔξησε τὰ ἔξοδα τοῦ 1882, ἰσχυριζόμενος, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐφορολογεῖτο μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου ἐλαφρῶς, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιβαρυνθῇ διὰ περισσοτέρων φόρων, ἂν δὲν ἤθελε νὰ λησμονήσῃ τὰς ἐθνικὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει. Κατὰ τὸ 1882 λοιπὸν δὲν προϋπελόγισε πλέον τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους εἰς 46,202,972 νέων δραχμῶν, ἀλλ’ εἰς 80,878,155:41 παλαιῶν δραχμῶν, ἤτοι εἰς νέας δραχμὰς 72,212,637:92. Οὕτως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προϋπελόγισε κατὰ τὸ 1882 τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους περισσότερα, ὅσων αὐτὸς οὗτος εἶχε προϋπολογίσει κατὰ τὸ ἔτος 1880 κατὰ 26,009,665 καὶ 92 λεπτά. Συνέβη ὅμως ἐν τῇ χώρᾳ τὸ μέγα εὐτύχημα, διὰ τὸ ὁποῖον συνέχαιρε τὴν Ἑλλάδα πρὸ μικροῦ ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ μονιμότης τῆς Κυβερνήσεως, ὁ δὲ Πρωθυπουργὸς δὲν ἐκυβέρνησε διὰ τοῦτο μόνον κατὰ τὸ 1882, οὐδ’ ἐφήρμοσε τὸν Προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον εἶχε συντάξει κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, ἐπὶ μόνον τὸ 1882, ἐφήρμοσεν αὐτὸν καὶ κατὰ τὸ 1883, καὶ συνέταξε τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τοῦ 1883 καὶ εἰσήγαγεν αὐτὸν εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ τὸ 1883 δὲ δὲν προϋπελόγισε πλέον 72,212,637:92, ὅσα εἶχε προϋπολογίσει κατὰ τὸ 1882, ἀλλ’ ἀνεβίβασε τὰ ἔξοδα εἰς 79,002,363 καὶ 28)00 νέων δραχμῶν, δηλ. περισσότερα, ἢ ὅσα εἶχε προϋπολογίσει κατὰ τὸ ἀμέσως προηγηθὲν ἔτος, τὸ 1882, κατὰ 6,789,725:36, περισσότερα δὲ ὅσων εἶχε προϋπολογίσει πρὸ τριῶν ἐτῶν, κατὰ τὸ 1880, κατὰ νέας δραχμὰς 32,799,391:28. Ὁ Πρωθυπουργὸς, χάρις εἰς τὸ συντηρητικὸν πνεῦμα, ὑπὸ τοῦ ὁποίου ἐμφορεῖται καὶ ὁ προαγαρεύσας Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ συνέστησεν εἰς τὸ Ἔθνος καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ, διετηρήθη κυβερνήτης καὶ κατὰ τὸ 1884. Συνέταξεν ἑπομένως καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ αὕτη ἐπεψήφισε. Κατὰ τὸ 1884 τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους ὁ Πρωθυπουργὸς ἀνεβίβασεν εἰς 105,487,600:44 δραχμὰς, δηλ. περισσότερα, ἢ ὅσα εἶχον προσδιορισθῆ κατὰ τὸ ἀμέσως προηγηθὲν ἔτος, κατὰ τὸ 1883, κατὰ 26,485, 237:16, περισσότερα ἢ ὅσα εἶχον προσδιορισθῆ κατὰ τὸ 1882, τὸ ἀμέσως προηγηθὲν τοῦ 1883, κατὰ 33,274, 962:52, καὶ περισσότερα ἢ ὅσα εἶχον προσδιορισθῆ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου πρὸ 4 ἐτῶν, κατὰ τὸ 1880, κατὰ 59,284, 628:44. Εἰς τὴν τοιαύτην οὕτω τεραστίως προβαίνουσαν αὔξησιν τῶν ἐξόδων, ὁ Πρωθυπουργὸς ἔπρεπε νὰ λάβῃ τὴν κοινῶς ὀφειλομένην πρόνοιαν, νὰ προβλέψῃ καὶ περὶ ἀναλόγου, ἐπίσης ἑπομένως τεραστίας, αὐξήσεως τῶν ἐσόδων, διότι ἄλλως ἤθελε σταματήσει ἡ κίνησις τῆς διοικήσεως. Ἐντεῦθεν ἡ ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων κατὰ τὸ 1882, κατὰ τὸ 1883 καὶ κατὰ τὸ 1884. Κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα ἔχομεν Ἀπολογισμοὺς, καὶ δυνάμεθα μέχρι λεπτοῦ ἀκριβῶς νὰ γνωρίζωμεν, τί εἰσεπράχθη καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν τούτων. Εἰσεπράχθησαν δὲ, κατὰ τοὺς Ἀπολογισμοὺς, κατὰ τὸ 1882 δραχμαὶ νέαι 61,269,233:93, ὡς ἔσοδα, ἐνῷ κατὰ τὸ 1880, πρὸ δύο ἐτῶν, εἶχον εἰσπραχθῆ μόνον 37,159,050, ἤτοι κατὰ τὸ 1882 εἰσεπράχθησαν περισσότερα, ἢ ὅσα κατὰ τὸ 1880 εἶχον εἰσπραχθῆ, 24,110,183:93, τὰ ὁποῖα ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἰσήνεγκε. Κατὰ τὸ 1883 ἔπρεπε νὰ αὐξήσωσιν ὡσαύτως τὰ ἔσοδα, ὡς εἶχον αὐξήσει καὶ τὰ ἔξοδα. Λοιπὸν ἀνεβιβάσθησαν ἀπὸ 61,269,233:93, ὅσα ἦσαν κατὰ τὸ 1882, εἰς 72,133,610, καὶ τοσαῦτα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1883. Ἤτοι εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1883 περισσότερα, ἢ ὅσα εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ ἀμέσως προηγηθὲν ἔτος, 10,864,376:07, περισσότερα δὲ ἀπὸ ὅσα εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ 1880 δραχ. 34,974,560. Μετὰ τὰ 1883 ἦλθε τὸ 1884, τὸ ὁποῖον καὶ τοῦτο ὑπεβλήθη εἰς τὰ αὐτὰ καθήκοντα, εἰς τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις. Καὶ κατὰ τὸ 1884 εἶχον τεραστίως αὐξήσει τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ἑπομένως τεραστίως ἔπρεπε νὰ αὐξήσωσι κατ’ αὐτὸ καὶ τὰ ἔσοδα. Προϋπελόγισε λοιπὸν ὁ Πρωθυπουργὸς κατὰ τὸ 1884 ἔσοδα 86,122,950 νέων δραχμῶν, ἤτοι περισσότερα ἀπὸ ὅσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1883 δραχ.13,989,940, περισσότερα δὲ ἀπὸ ὅσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1882 δραχ. 24,853,716:07, καὶ περισσότερα ἀπὸ ὅσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1880 δραχ. 48,963,900. Ἐὰν ὑπερεδιπλασιάσθησαν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι τοῦ 1884, διότι ἀπὸ 46,202,972, ὅσα ἦσαν κατὰ τὸ 1880, ἀνεβιβάσθησαν εἰς 105,487,600:44, τὸ διπλάσιον τῶν ἐξόδων τοῦ 1880 συνίστατο εἰς 92,405,944, ἐδαπανήθησαν δὲ κατὰ τὸ 1884 δρ. 105,487,600, ἤτοι περισσότεραι ἀπὸ τὸ διπλάσιον κατὰ 13,081,655:44. Ἂν εἶχον, ὡς εἶπον, ὑπερδιπλασιασθῆ μεταξὺ τοῦ 1880 καὶ 1884 τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἔπρεπε νὰ ὑπερδιπλασιασθῶσι καὶ τὰ ἔσοδα. Καὶ πράγατι ὑπερεδιπλασιάσθησαν καὶ ταῦτα, διότι κατὰ μὲν τὸ 1880 τὰ ἔσοδα ἦσαν 37,159,050, τὸ διπλάσιον δ’ αὐτῶν συνίσταται εἰς 74,318,100, τὰ κατὰ τὸ 1884 ὅμως προϋπολογισθέντα ἔσοδα ἀνεβιβάσθησαν εἰς 86,122,950, δηλ. πλέον τοῦ διπλασίου κατὰ 11,804,850. Οὕτω συνετελέσθη τῷ ὄντι γιγάντειον οἰκονομικὸν ἔργον. Ἐντὸς 4 ἐτῶν ἡ αὔξησις ἡ προϊοῦσα τῶν ἐξόδων ἦτο τοσαύτη, ὥστε κατήντησε κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος τῆς τετραετίας νὰ ὑπερδιπλασιασθῶσι τὰ ἔξοδα κατὰ 13 ἑκατομμύρια ἄνω τοῦ διπλασίου, καὶ ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων κατὰ τὴν αὐτὴν τετραετίαν νὰ κατασταθῇ τεραστία, ὥστε κατὰ τὸ τέλος τῆς τετραετίας τὰ ἔσοδα νὰ αὐξήσωσιν ἐπίσης ὑπὲρ τὸ διπλάσιον, κατὰ 11 καὶ πλέον ἑκατομμύρια. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτε ἔλαβε τὸ θάῤῥος νὰ χαρακτηρίσῃ τὰ συμβεβηκότα κατ’ ἄλλον τρόπον, καὶ οὐχὶ κατ’ ἐκεῖνον, καθ’ ὃν εἶχε χαρακτηρίσει αὐτὰ ὁ Πρωθυπουργὸς, εἶχεν ἀγαθὴν ὑπὲρ τοῦ Πρωθυπουργοῦ προαίρεσιν. Καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἡ ἀγαθὴ αὕτη προαίρεσις τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος θέλει χρησιμεύσει παρὰ τῷ Πρωθυπουργῷ, ὡς συνήγορος πρὸς ἄφεσιν τῆς παρεκτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχε περιπέσει. Ἡ ἀγαθὴ προαίρεσις τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος ἦτο, νὰ ἀφήσῃ τὴν Βουλὴν νὰ λησμονήσῃ τὰ ἔτη 1882, 1883 καὶ 1884, τὴν κατηραμένην ἐκείνην τριετίαν, καθ’ ἣν τοιαύτη συνετελέσθη καταστροφὴ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, νὰ παραστήσῃ δὲ τὸν Πρωθυπουργὸν ἐξελθόντα ἐκ τοῦ ὠοῦ μόνον κατὰ Μάϊον τοῦ 1886. Ὁ ἄνθρωπος, ἀνεύθυνος ἐκ τοῦ παρελθόντος, ἐκλήθη κατὰ τὸ 1886 ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἔχων τὰς χεῖρας καθαρὰς, καὶ ἔπλυνεν αὐτὰς, ῥίπτων τὴν εὐθύνην ἐπὶ τῶν ὀλετήρων, οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνησαν κατὰ τὸ 1885 δώδεκα μῆνας, καὶ οἱ ὁποῖοι κατέστρεψαν τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας. Καὶ ἐκλήθη ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν ὁ ἄνθρωπος, ἵνα σώσῃ τὴν χώραν ἀπὸ τῆς μεγάλης ταύτης οἰκονομικῆς συμφορᾶς, εἰς ἣν εἶχεν οἰκονομικῶς περιαχθῆ. Διὰ τοῦτο ὁ κ. Σιμόπουλος εἶχεν ἀγαθὴν ὑπὲρ τοῦ Πρωθυπουργοῦ προαίρεσιν, ὅτε ἐτόλμησε νὰ χαρακτηρίσῃ ἄλλως τὰ συμβεβηκότα· ἀλλὰ κατὰ τὸ 1887 τὸ πρῶτον ἤρχισε νὰ ἐφαρμόζῃ τὸ οἰκονομικὸν αὐτοῦ σύστημα ὁ Πρωθυπουργός; Κατὰ τὸ 1887 τὸ πρῶτον ηὔξησε τοὺς φόρους, καὶ ἐπέβαλε νέους φόρους, διὰ ν’ αὐξήσῃ τὰ ἔσοδα; Δὲν ἐπέβαλεν αὔξησιν φόρων κατὰ τὸ 1882; Τίς ἐλησμόνησε τὸν νόμον ΠΝʹ τῆς 6 Μαΐου 1882, διὰ τοῦ ὁποίου μετεβλήθη ἡ κλῖμαξ τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἕνεκα τῆς ὁποίας προϋπελογίσθη αὔξησις ἐσόδων κατὰ 900 χιλιάδας; Τίς ἐλησμόνησε τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου τῶν ζώων, τὴν τότε νομοθετηθεῖσαν, ἥτις ἐπροτάθη μὲν μεγαλειτέρα, καὶ διὰ τοῦτο ἐν ἀρχῇ προϋπελογίσθη αὔξησις ἐσόδων κατὰ 1,300,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἕνεκα τροποποιήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐν τῇ Βουλῇ, τοῦ ποσοστοῦ τοῦ φόρου, καὶ τῆς μὴ ἀποδοχῆς τοῦ προταθέντος μεγάλου φόρου ἐπὶ τῶν αἰγῶν, περιωρίσθη ἡ αὔξησις αὕτη εἰς 500 μόνον χιλιάδας δραχμῶν; Τίς ἐλησμόνησε τὸ ἓν δεκατημόριον, τὸ προστεθὲν εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τελωνιακὰ τέλη κατὰ τὰ 1882; 20 ἑκατομμύρια εἶχον εἰσπραχθῆ ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν κατὰ τὸ 1881, τὸ ἓν δεκατημόριον δὲ, τὸ ἐπιβληθὲν κατὰ τοῦ 1882, ἐπέφερε βεβαίως αὔξησιν ἐσόδων εἰς τὸ Δημόσιον κατὰ 2 ἑκατομμύρια. Τίς ἐλησμόνησε τέλος πάντων τὴν μεγάλην ἀναμόρφωσιν, ἡ ὁποία συνετελέσθη ἐν τῷ Κράτει ὑπὸ τὴν προστασίαν καὶ τὴν ἐπιμέλειαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, τὴν ὁποίαν δὲ ἐκθύμως βεβαιοῖ καὶ ἀναμολογεῖ καὶ νῦν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, τὴν νομοθετηθεῖσαν αὔξησιν τῶν προξενικῶν τελῶν; Κατὰ τὸ 1882 ὑπῆρξεν αὔξησις ἐξ αὐτῶν κατὰ 90,000 δραχ. Ηὐξήθησαν λοιπὸν τὰ ἔσοδα δι’ αὐξήσεων τῶν φόρων κατὰ τὸ 1882 κατὰ δραχ. 3,490,000. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1883 ἔπρεπε ν’ αὐξηθῶσιν ὡσαύτως οἱ φόροι, ἵνα ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων. Ἐνομοθετήθη δικαίωμα καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ ζύθου, ἐνομοθετήθη δικαίωμα καταναλώσεως ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν, ἐνομοθετήθη δικαίωμα καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἐνομοθετήθη δικαίωμα καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἐνομοθετήθη ἀποκλειστικὸν δικαίωμα πωλήσεως σιγαροχάρτου, ἐνομοθετήθη ἡ μεταβολὴ τῆς νομισματικῆς μονάδος ἀπὸ παλαιῶν εἰς νέας δραχμὰς, καὶ ἡ ὑποχρέωσις τῶν πολιτῶν νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους των εἰς νέας δραχμὰς, ἐνομοθετήθη ὡσαύτως καὶ ἡ μεταβολὴ τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου διὰ τοῦ νόμου τῆς 12 Μαρτίου 1883. Ἅπαν τοῦτο τὸ φορολογικὸν σύστημα τὸ νέον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ 1883 ἐπροτάθη καὶ ἐκυρώθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἥτις ἤθελε νὰ διατηρήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἦτο καὶ ἐκείνη ὑπὲρ τῆς μονιμότητος τῶν Κυβερνήσεων, ἅπαν λέγω τὸ σύστημα τὸ φορολογικὸν ἀπέφερεν ἔσοδα εἰς τὸ Ταμεῖον περισσότερα ἢ ὅσα εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ 1882, ἂν καὶ δὲν ἀπέφερεν ὅλον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶχε προϋπολογισθῆ ἐξ αὐτοῦ. Ἀληθῶς εἶχον προϋπολογισθῆ 10,840,000 ἐκ δικαιωμάτων καταναλώσεως, ἐνῷ δὲν εἰσεπράχθησαν, εἰμὴ 2,064,965:96. Ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν καὶ ἐκ τῆς μετατροπῆς τῆς νομισματικῆς μονάδος ἀπὸ παλαιῶν εἰς νέας δραχμὰς 5,278,531. Καὶ ἀληθῶς, ἐὰν ἐπληρόνοντο οἱ ἄμεσοι φόροι εἰς παλαιὰς δραχμὰς, δὲν ἤθελον καταβάλει οἱ φορολογούμενοι 12,002, 873:80 εἰς νέας δραχμὰς, ἀλλ’ εἰς παλαιὰς, ἤτοι ἤθελον εἰσπραχθῆ εἰς νέας δραχμὰς 10,716,851, ἑπομένως εἰσεπράχθησαν περισσότερα δραχ. 1,286,022. Ὡσαύτως, ἐὰν εἰσεπράττοντο οἱ ἔμμεσοι φόροι εἰς παλαιὰς δραχμὰς, δὲν ἤθελον εἰσπραχθῆ 32,152,124:92 νέων δραχμῶν, ἀλλὰ παλαιῶν δραχμῶν, αἵτινες ἀντιστοιχοῦσιν εἰς 28,706,366 νέων δραχμῶν, ἑπομένως εἰσεπράχθησαν περισσότερα 3,445,758. Ἐὰν εἰσεπράττοντο εἰς παλαιὰς δραχμὰς τὰ ἐκ δημοσίων καταστημάτων ἔσοδα, δὲν ἤθελον εἰσπραχθῆ 2,059,315:89 εἰς νέας δραχμὰς, ἀλλ’ εἰς παλαιὰς, ἑπομένως ἤθελον εἰσπραχθῆ εἰς νέας δραχμὰς μόνον 1,838,675, ἑπομένως εἰσεπράχθησαν περισσότερα 220,640. Ὡσαύτως διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἐκ τῶν δημοσίων νομημάτων εἰσεπράχθησαν περισσότερα 326,111, ἕνεκα τῆς μεταβολῆς τῆς νομισματικῆς μονάδος. Τοιουτοτρόπως ηὔξησαν οἱ φόροι κατὰ 7,343,496:96 κατὰ τὸ 1883. Ἀλλ’ ἡ αὔξησις τῶν ἐξόδων, ὡς εἶπον ὑμῖν πρὸ μικροῦ, ἐξηκολούθησε τεραστία καὶ κατὰ τὸ 1884, ἑπομένως καὶ κατὰ τὸ 1884 ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ αὔξησις τῶν ἐσόδων, καὶ εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1884 ἐκ τῶν ἐπιβληθέντων φόρων περισσότερα.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἐκ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν 702,607:76
Ἐκ τοῦ οἴνου 787,209:18
Ἐκ τοῦ καπνοῦ 3,023,588:63
Ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου 821,814:77
Τὸ ὅλον δραχ.5,335,220:34

προσθέσατε καὶ τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν ἐκ τῆς κατὰ τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων μεταβολῆς τῆς νομισματικῆς μονάδος ἀπὸ παλαιῶν εἰς νέας δραχμὰς, συνισταμένην εἰς 6,287,683:16, καὶ θέλετε εὑρεῖ, ὅτι εἰσήχθησαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, συνεισενεχθέντα ὑπὸ τοῦ λαοῦ, κατὰ τὸ 1884, δραχ. 11,622,903:50 περισσότερα, ἢ ὅσα εἰσήγοντο μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου. Ἀλλὰ δυστυχῶς, ἐνῷ τὰ πράγματα ἔβαινον τοσοῦτον ὁμαλῶς, ὡς βλέπετε, καὶ κατὰ πᾶν ἔτος ἐπήρχετο αὔξησις ἐξόδων, καὶ ἑπομένως καὶ αὔξησις ἐσόδων, καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς ἔβαινεν ἐκτελῶν τὸ ἐθνικὸν αὐτοῦ ἔργον μετὰ μεγάλης δραστηριότητος καὶ ζήλου, ἀνεκόπη ἀπὸ τοῦ ἔργου αὐτοῦ, διότι ἐπῆλθεν ἡ 7 Ἀπριλίου, καὶ ἠναγκάσθη νὰ παραιτηθῇ. Ἐσχηματίσθη δὲ τότε ἐξ ἡμῶν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀνέτρεψεν ὅλα αὐτοῦ τὰ ἐθνικὰ σχέδια. Καὶ ἐπανῆλθε μὲν εἰς τὴν κυβέρνησιν κατὰ τὸ 1886, ἀλλ’ ἐπανῆλθεν ἐν ὥρᾳ ἀκαταλλήλῳ, κατὰ Μάϊον, καθ’ ὃν καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς εἶχε συνταχθῆ, οὐδ’ ἦτο πλέον δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ, καὶ οἱ οἰκονομικοὶ νόμοι εἶχον ταχθῆ εἰς πλήρη ἐκτέλεσιν. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1887 ἐπελάβετο τοῦ ἔργου μετὰ τῆς αὐτῆς θερμότητος, μεθ’ ἧς διεξῆγεν αὐτὸ καὶ κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν τριετίαν. Διὰ τοῦτο κατὰ τὸ 1887 προϋπελόγισεν ἔξοδα 94,269,188, δηλ. περισσότερα ἢ ὅσα εἶχε κατὰ τὸ 1880 προϋπολογίσει 48,066,216. Κατὰ τὸ 1888 προϋπελόγισεν ὡσαύτως ἔξοδα 118,243,887, δηλ. περισσότερα ἀπὸ ὅσα κατὰ τὸ 1880 εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ δραχ. 72,040,915. Κατὰ τὸ 1889 προϋπελόγισεν ἔξοδα 99,619,255, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς ἐκτάκτου πιστώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἤτοι περισσότερα ἀπὸ ὅσα κατὰ τὸ 1880 εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ δραχ. 53,416,283. Ἀλλὰ μέχρι τοῦδε, διότι τὸ 1889 ἤρξατο μόλις πρὸ ἑνὸς μηνὸς, ὑπολείπονται 11 μῆνες τοῦ ἔτους διὰ τὴν διαχείρισιν, καὶ ἄλλοι 10 μῆνες διὰ τὴν χρῆσιν. Ἐλπίζω δὲ ὅτι δὲν θέλει περιορισθῆ ὁ Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ εὐτελὲς ποσὸν τῶν 99,619,255, ἀλλὰ θέλει φροντίσει νὰ αὐξήσῃ αὐτὸ διὰ πιστώσεων ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωτικῶν, ὥστε νὰ γίνῃ καὶ αὐτὸ ἐφάμιλλον τοὐλάχιστον τοῦ προηγηθέντος ἔτους 1888, κατὰ τὸ ὁποῖον προϋπολογίσθησαν τὰ ἔξοδα εἰς 118,243,887. Εἶναι ἀδύνατον, Κύριοι, νὰ συγκρατήσητε εἰς τὴν μνήμην σας πάντας τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐνταῦθα ἀπήγγειλα, καὶ πρέπει διὰ τοῦτο νὰ σᾶς βοηθήσω, ἵνα σᾶς ὁδηγήσω εἰς πόρισμα, τὸ ὁποῖον θέλει σᾶς φωτίσει περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους. Γινώσκετε, πόσα ἑκατομμύρια προϋπελογίσθησαν καθ’ ἕκαστον τῶν ἓξ ἐτῶν, ἤτοι τῶν ἐτῶν 1882, 1883, 1884, 1887, 1888, 1889, περισότερα ἐν παραβολῇ πρὸς τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον προϋπελογίσθη κατὰ τὸ 1880; Τὸ ἄθροισμα τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων καθ’ ἕκαστον τῶν εἰρημένων ἐτῶν, ἄνω τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἰσεπράχθη κατὰ τὸ 1880, ἀναβαίνει εἰς 291,383, 099:73. Βεβαίως τὸ πρᾶγμα εἶναι λίαν παρήγορον, διότι δεικνύει εἰς ἡμᾶς ἡλίκην πρόοδον ἐποιήσατο τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἐν τῇ οἰκονομικῇ ἀναπτύξει καὶ εὐημερίᾳ. Ἀφοῦ ἠδυνήθη ἐντὸς 6 ἐτῶν νὰ εἰσφέρῃ 291,383,099:72 περισσότερα, ἢ ὅσα εἶχεν εἰσφέρει κατὰ τὸ 1880, βεβαίως καὶ ἡ γεωργία αὐτοῦ καὶ ἡ βιομηχανία καὶ οἱ ἄλλοι κλάδοι τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς διατελοῦσιν ἐν πλήρει καὶ ἀνωμολογημένῃ ἀκμῇ. Ὡς δὲ κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν τριετίαν, κατὰ τὸ 1882, 1883 καὶ 1884, ἐβάδιζε παραλλήλως ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων, ἐπιτευχθεῖσα δι’ ἐπιβολῆς νέων φόρων, ἢ δι’ αὐξήσεως τῶν ὑπαρχόντων φόρων, ἢ διὰ δανείων, ἔπρεπε καὶ κατὰ τὴν τριετίαν ταύτην, ἤτοι κατὰ τὰ ἔτη 1887, 1888, 1889, ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων νὰ βαδίσῃ παραλλήλως ἐπίσης πρὸς τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ὠλιγώρησε τοῦ ἔργου τούτου, διότι ἐφρόντισε καὶ ἐπέβαλε νέους φόρους, καὶ ηὔξησε καὶ τοὺς ὑπάρχοντας, καὶ διὰ τούτων κατώρθωσε νὰ εἰσπραχθῶσι κατὰ τὸ 1882 20 ἑκατομμύρια καί τινες ἑκατοστύες χιλιάδων δραχμῶν περισότερα, ἢ ὅσα εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ ἀμέσως προηγηθὲν ἔτος 1886. Αὕτη ἡ παραβολὴ, ἣν ἐποιησάμην, τοῦ 1889 πρὸς τὰ προηγηθέντα ἔτη, αἱ βραχεῖαι αὗται μελέται, τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσα εἰς ὑμᾶς, σᾶς πείθουσιν, ὅτι ὑπάρχουσι σύνδεσμοι στεῤῥοὶ, συνδέοντες τὸ 1889 μετὰ τῶν προηγηθέντων αὐτοῦ ἐτῶν, καὶ ὅτι εἶχον δίκαιον νὰ μὴ στέρξω νὰ ἐξετάσω τὸ 1889 κεχωρισμένον, ἀλλὰ νὰ ἐξετάσω αὐτὸ συνδεδεμένον μετὰ τῶν ἐτῶν, τὰ ὁποῖα προηγήθησαν αὐτοῦ, διὰ νὰ ἐρευνήσω τὸ ὅλον οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ Πρωθυπουργοῦ, τοῦ ὁποίου μέρος εἶναι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889. Αὐτὸ εἶναι τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου ἡμεῖς, ἡ Ἀντιπολίτευσις, δὲν ἀντέταξεν ἄλλο. Καὶ ἐρωτώμεθα ἑκάστοτε, ποῖον εἶναι τὸ σύστημά σας; Ἔχετε πρόγραμμα σεῖς; Καὶ τῷ ὄντι μέχρι τῆς ὥρας ταύτης ἡ Ἀντιπολίτευσις οὐδὲν πρόγραμμα ἀντέταξεν εἰς τὸ ἀνωτέρω πρόγραμμα τοῦ Πρωθυπουργοῦ: Αὔξησις ἐξόδων καὶ ἑπομένως αὔξησις ἐσόδων διὰ νέων φόρων, δι’ αὐξήσεως τῶν ὑπαρχόντων φόρων, διὰ δανείων! Ἀλλὰ τὸ οἰκονομικὸν αὐτὸ πρόγραμμα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι οἰκονομικὸν μόνον πρόγραμμα; Εἶναι μελέτη ὀρθὴ ἢ μὴ ὀρθή, ἥτις ἤγαγε τὸν Πρωθυπουργὸν εἰς τὴν συναρμολογίαν τοῦ οἰκονομικοῦ αὐτοῦ συστήματος, εἰς τὴν συῤῥαφὴν τοῦ οἰκονομικοῦ τούτου σχεδίου; Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζει ὁ Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ οἰκονομίᾳ τοῦ Κράτους, εἶναι τυχὸν προϊὸν διανοίας παραχόρδου; Εἶναι κατασκεύασμα ἀμαθείας; Εἶναι ἔργον ἀγνοίας τῆς πραγματικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου; Ὅπως καὶ ἂν ἔχωσι τὰ πράγματα, καὶ ἐὰν εἰς τὰ ἐρωτήματα ταῦτα ἤθελεν εὑρεθῇ τις, διδοὺς ἀπάντησιν καταφατικήν, καὶ ἂν ἤθελε μετὰ δισταγμοῦ στέρξει νὰ δώσῃ τοιαύτην ἀπάντησιν, ἡμεῖς ἔχομεν καθῆκον, νὰ ἐξετάσωμεν, ποῖα ὑπῆρξαν τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ οἰκονομικοῦ τούτου συστήματος ἐπὶ τῆς οἰκονομίας τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας, ποῖα δ’ ὑπῆρξαν τ’ ἀποτελέσματα αὐτά, οὐχὶ μόνον ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ παντὸς τοῦ κυβερνητικοῦ οἰκοδομήματος. Ἑπομένως ποίαν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἤσκησε δρᾶσιν ἐπὶ τῆς διοικήσεως τῆς χώρας; ποίαν ἤσκησε δρᾶσιν ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης; ποίαν ἤσκησε δρᾶσιν ἐπὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς; ποίαν ἤσκησε δρᾶσιν ἐπὶ τῆς διεξαγωγῆς τῶν διεθνῶν ἡμῶν σχέσεων καὶ τῆς παραστάσεως τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῶν ἄλλων ἐν Εὐρώπῃ Κρατῶν καὶ ἀπέναντι τῶν Κρατῶν τῆς Ἀνατολῆς; Ἰδίως δὲ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, μήπως τυχὸν τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζει ὁ Πρωθυπουργὸς, διεσκευάσθη, καὶ ἐπενοήθη, καὶ διεῤῥυθμίσθη, οὐχὶ τυχαίως, οὐχὶ ἕνεκα ἀγνοίας τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, οὐχὶ ὑπὸ διανοίας παραχόρδως λειτουργούσης, οὐχὶ ἐξ ἀμαθείας, ἀλλὰ μήπως διεῤῥυθμίσθη καὶ διεσκευάσθη τὸ οἰκονομικὸν τοῦτο σύστημα μετὰ μελέτης, μετὰ σκοποῦ, διότι τυχὸν ἐκρίθη, ὅτι μόνον τοιοῦτον οἰκονομικὸν σύστημα δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἐπιτυχίαν σκοπῶν πολιτικῶν, ἢ πολιτειακῶν, τοὺς ὁποίους ἐνδέχεται ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ ἔχῃ κατὰ νοῦν. Καὶ ὁμιλῶ μέχρι τοῦδε δι’ ὕφους, τὸ ὁποῖον δὲν ἐκδηλοῖ θετικὴν γνώμην, διότι ἀκόμη δὲν ἔφθασα εἰς ἄλλην ἔρευναν, τῆς ὁποίας τὸ πόρισμα θέλω σᾶς παρουσιάσει, ὅτε θέλω ἔχει περισσότερον θάῤῥος ὅπως ἐφελκύσω τὴν προσοχήν, ἐὰν οὐχὶ τῆς Βουλῆς, τὴν προσοχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἢ πολιτειακῶν προαιρέσεων, αἵτινες ἐνδείκνυνται ἐνιαχοῦ. Διὰ τοῦτο περιορίζομαι μόνον νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ ἀντικείμενον χρήζει ἀτενοῦς προσοχῆς, διότι εἶναι τὰ μάλιστα σοβαρόν, καὶ ὅτι, ἐὰν τὴν ἀτενῆ ταύτην προσοχὴν δὲν ἦναι διατεθειμένον τὸ Κοινοβούλιον νὰ καταδηλώσῃ περὶ τὴν μελέτην τοῦ πράγματος, θέλει εὑρεθῆ, ὡς ἐλπίζω, ἔχων τὴν διάθεσιν ταύτην ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ ὁποῖος θέλει ἀσχοληθῆ περὶ τὴν μελέτην ταύτην, ὅπως προνοήσῃ περὶ τῆς τύχης αὑτοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ Πρωθυπουργοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ βάσις εἶναι ἡ αὔξησις τῶν ἐξόδων, σκοπὸς δὲ οἱοσδήποτε ἄλλος, πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ ὁποίου ἀπαιτοῦνται δαπάναι, αὐξανόμεναι κατ’ ἔτος ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἐὰν, λέγω, τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ Πρωθυπουργοῦ δὲν συνεβάδιζε μὲ τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων ἐκ παραλλήλου, ἤθελε μείνει μονοσκελές, ἤθελε δὲ καταπέσει ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἐμφανίσεως αὑτοῦ. Διὰ τοῦτο ὁ Πρωθυπουργὸς μετὰ προνοίας συνεδύασε μετὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐξόδων τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων. Ἀλλ’ ἐνῷ ηὔξησε τὰ ἔσοδα κατὰ τὸ 1882 κατὰ δρ. 24,110,183:93 ἐν παραβολῇ πρὸς τὸ 1880, ἐνῷ ηὔξησε τὰ ἔσοδα κατὰ τὸ 1883 κατὰ δρ. 34,974,560, ἐν παραβολῇ πρὸς τὸ 1880, ἐνῷ ηὔξησε τὰ ἔσοδα κατὰ τὸ 1884 κατὰ δραχμὰς 48,963,900 ἐν παραβολῇ πάντοτε πρὸς τὸ 1880, πᾶσαι αὗται αἱ αὐξήσεις, ἐπελθοῦσαι διὰ τῶν νέων φόρων, τοὺς ὁποίους ἐπέβαλε κατὰ τὴν τριετίαν, δὲν ἤρκεσαν διὰ νὰ καλύψωσι τὰ τοσοῦτον αὐξηθέντα ἔξοδα, κατὰ δὲ τὸ τέλος τοῦ 1884, ἐκτὸς τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, ἐπαρουσιάσθη καὶ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἐπληρώθη ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἔλλειμμα ἀνελθὸν εἰς 30,602,146:73. Διὰ τοῦτο δὲν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις τότε νὰ ἐξοφλήσῃ τὰ πρὸς τὰς Τραπέζας ἐπὶ τῇ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέη τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ ἠναγκάσθη νὰ συνομολογήσῃ δάνειον πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐξ 9,000,000, νὰ συνομολογήσῃ προσωρινὰ δάνεια ἐπὶ ἐνεχύρῳ 46 χιλιάδων ὁμολογιῶν ἐκ δρ. 11,500,000. Ἀλλὰ μήπως καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ταύτην περίοδον, τὴν ἀρχομένην ἀπὸ τοῦ 1886 μέχρι τοῦδε, ἐπήρκεσαν εἰς τὰ ἔξοδα οἱ φόροι, οἱ ὁποῖοι ἐπεβλήθησαν κατὰ τὸ ἔτος 1887; Ηὐξήθησαν πράγματι διὰ τῆς νομοθετηθείσης κατὰ τὸ 1887 νέας φορολογίας τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους τοῦ 1887 κατὰ δραχ. 20,717,184:33. Ἀλλ’ οὐδ’ ἡ αὔξησις αὕτη τῶν ἐσόδων ἐπήρκεσε, διότι καὶ κατὰ τὸ 1887 ἐπαρουσιάσθη ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶχον καταγγείλει κατὰ τὴν ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς παρούσης Συνόδου γενομένην περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων συζήτησιν, ὡς ἀνερχόμενον εἰς 14,919, 309:35, τὸ ὁποῖον ὅμως φαίνεται, ὅτι ἀνέρχεται εἰς 17,305, 168:35. Μετὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, καθ’ ὃν, ὡς εἴρηται, ἐγένετο ἡ μνημονευθεῖσα οἰκονομικὴ συζήτησις, ἐπῆλθον δύο συμβεβηκότα, ἡ ἀγόρευσις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔκρινεν ἀναγκαῖον τότε νὰ ποιήσηται ἐν τῇ Βουλῇ, ὅπως ἀναιρέσῃ τοὺς περὶ ἐλλείμματος τοῦ 1887 ἰσχυρισμούς μου, καὶ ἡ διανομὴ τοῦ τεύχους τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889. Ἐκ τῶν συμβεβηκότων τούτων ἀπεκαλύφθη, ὅτι ἐσφαλμένως εἶχον ὑπολογίσει τὸ ἔλλειμμα εἰς 14,919,309:35, διότι ἔπρεπε νὰ ἀναβιβάσω αὐτὸ εἰς 17,305,162:35. Εἶπον, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἔκρινεν εὐχερὲς ν’ ἀναιρέσῃ τοὺς ἰσχυρισμοὺς, τοὺς ὁποίους εἶχον προβάλει κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, ἥτις ἐγένετο ἅμα τῇ εἰσαγωγῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889, καὶ ἤθελεν εἶσθαι ἀληθῶς εὐχερὲς ν’ ἀναιρέσῃ ἰσχυρισμοὺς ἀντιλέγοντος, ἂν οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ ἀντιλέγοντος ἦσαν ἀβάσιμοι, ἢ μὴ ὀρθοί· ἀλλ’ ἐὰν ἦσαν καὶ βάσιμοι καὶ ὀρθοί, δὲν ἦτον εὐχερὲς νὰ ἀναιρέσῃ αὐτοὺς ψευδόμενος. Καὶ ἐψεύσθη ὁ Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, ὡς θέλω ἀποδείξει ἀμέσως σήμερον, ἐπικαλούμενος τὸν Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως διαψεύσῃ τὸν Βουλευτὴν ἐκ Παρνασσίδος, ἢ ἐπικαλούμενος τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως διαψεύσῃ τὸν κ. Σιμόπουλον. Ἐὰν δ’ ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς διαψεύσωσι τὰ ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Παρνασσίδος λεχθέντα, ὅπως ἀναιρέσῃ δῆθεν τοὺς περὶ ἐλλείμματος τοῦ 1887 ἰσχυρισμούς μου, οὐδεὶς πλέον θέλει ἀμφιβάλλει, ὅτι, ὅσα ὁ κ. Σιμόπουλος εἶπε τότε, δὲν ἦσαν ἀληθῆ, καὶ ὅτι εἶχον δίκαιον, ἀναμιμνησκόμενος ἐκείνων, νὰ μεταχειρισθῶ τὴν αὐστηρὰν λέξιν, ἧς ἐποιησάμην χρῆσιν. Τίνα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, διὰ ν’ ἀναιρέσῃ τοὺς περὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1887 ἰσχυρισμούς μου; Ἔχω ἐν χερσὶ τὸ κείμενον τοῦ λόγου αὐτοῦ, δημοσιευθὲν διὰ τῆς «Ὥρας». Εἶχον ἰσχυρισθῆ, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων δὲν ἐξώφλησε μόνον τὸ κεφάλαιον τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον εἶχε συνομολογήσει κατὰ τὸ 1886 δι’ ἐντόκων γραμματίων, καὶ τὸ ὁποῖον ἀπετελεῖτο ἐξ 21,500,000, ἀλλ’ ἐπλήρωσε διὰ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων καὶ τὸν τόκον τοῦ κεφαλαίου τούτου. Ἐπειδὴ δ’ ἐπλήρωσεν ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων τὸν τόκον τοῦ εἰρημένου δανείου, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ πληρώσῃ αὐτὸν ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διετήρησεν ἄθικτον τὴν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων ἀναγεγραμμένην πρὸς τοῦτο πίστωσιν, μειώσας κατὰ τοσοῦτον ποσὸν τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα δὲν ἤθελον μειωθῆ, ἀλλὰ πληρωθῆ, ἐὰν δὲν συνωμολογεῖτο τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, καὶ δὲν διετίθεντο ἐκ τῶν χρημάτων αὐτοῦ τὰ διὰ τοὺς εἰρημένους τόκους πληρωθέντα. Ἀλλ’ ὁ κ. Σιμόπουλος, διαψεύσας ὅτι οἱ τόκοι τοῦ δανείου τούτου ἐπληρώθησαν ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν ταῦτα. (Ἀναγινώσκει ἐκ τοῦ λόγου τοῦ κ. Σιμοπούλου, ἔχων ἐν χερσὶ τὸ ἀπὸ 14 Νοεμβρίου 1888 φύλλον τῆς «Ὥρας»): «Ὁ ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ἰσχυρίσθη, ὅτι ὁ τόκος τοῦ δανείου τῶν ἐντόκων γραμματίων ἐξ 21,500,000 πρὸς τὰς Τραπέζας ἐκ δραχ. 805,991 ἐπληρώθη ἐκ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις εἰσεκόμισεν ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, καὶ ἑπομένως δὲν ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ οἰκονομία. Ἀλλ’, ὡς σᾶς εἶπον, ὁ τόκος τῶν ἐντόκων γραμματίων διὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν ἐπληρώθη καὶ κατελογίσθη εἰς τὸ οἰκεῖον κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, ἀνῆλθε δὲ οὗτος εἰς τὸ ποσὸν δραχ. 802,667. Αὐτὸ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὁ προαγορεύσας κατελόγισεν, ὡς μὴ πληρωθὲν ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων, καὶ ὡς μὴ καταλογισθὲν εἰς χρέωσιν τῆς πιστώσεως ταύτης, ἀναφέρεται εἰς τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν. Βεβαίως αὐτὸν τὸν σκοπὸν εἶχεν ἡ ἐξόφλησις τοῦ δανείου, διὰ νὰ μὴ πληρώσῃ τὸ Δημόσιον τὸν τόκον τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας. Ἀλλ’ εἰς αὐτὸ δὲν ἀρκεῖται. Κατ’ αὐτὸν πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος, δηλαδὴ ἀκόμη 201,477. Οἴκοθεν ἐννοεῖται, ὅτι, ἀφ’ οὗ δὲν ἐπληρώθη καὶ δὲν κατελογίσθη εἰς βάρος τῆς πιστώσεως ὁ τόκος, ἄρα δὲν πρέπει νὰ καταλογισθῇ καὶ ὑπερτίμησις». Ἑπομένως ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ὡς ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν ὁ κ. Σιμόπουλος, δὲν ἐπληρώθησαν οἱ τόκοι τοῦ δανείου τοῦ ἐκ δραχ. 21,500,000, τοῦ γενομένου κατὰ τὸ 1886 δι’ ἐντόκων γραμματίων, διὰ τὸ ὁποῖον εἶχε παραχωρηθῆ εἰς τοὺς δανειστὰς ἡ διαχείρισις τῶν μονοπωλίων. Λέγων δὲ ταῦτα, διέψευδε τὸν ἰσχυρισμόν μου. Ἀλλ’ ὁ κ. Σιμόπουλος ἐν τῇ ἐκθέσει ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὴν ὁποίαν συνέταξεν αὐτὸς, ὡς εἰσηγητὴς καὶ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀνέφερε τὰ ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει ἐν τῷ παραρτήματι τῶν Πρακτικῶν τῆς Βʹ Συνόδου τῆς ΙΑʹ Περιόδου τῆς Βουλῆς, ἐν σελ. 64 τὴν ἀπὸ 20 Νοεμβρίου 1887 ἔκθεσιν τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888 Ἐπιτροπῆς): «Σημειωτέον πρὸς τούτοις... καὶ ὅτι ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου ἐπληρώθη καὶ τόκος, ἐπὶ μὲν τῶν προκαταβολῶν ἐκ φράγκων 1,085,543, ἐπὶ δὲ τῶν ἐντόκων γραμματίων ἐκ φρ. 805,911.» Καὶ ἀνωτέρω. «Τὸ προϊόν τοῦ δανείου τούτου» (τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων) «ἀνῆλθεν εἰς φρ. 99,990,000, διετέθη δὲ αʹ).... βʹ) εἰς ἐξόφλησιν ἐντόκων γραμματίων ἐπὶ ἐκχωρήσει τῶν μονοπωλίων, φρ. 22,305,911.» Ἀλλὰ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος χρέος δι’ ἐντόκων γραμματίων συνίσταται εἰς 21,500,000, πῶς δ’ ἐπληρώθησαν 22,305, 911; Τὸ περιπλέον πληρωθὲν ποσὸν τῶν 805,911 εἰσὶν οἱ τόκοι τοῦ δανείου, οἱ δεδουλευμένοι, οἵτινες καὶ αὐτοὶ ἐπληρώθησαν ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐβεβαίωσε τοῦτο εὐκρινέστερον ἐν σελίδι λαʹ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ (ἀναγινώσκει): «Ἐν τῇ ἀνωτέρω μνησθείσῃ ἐκθέσει ἐσημειοῦτο μετὰ τῶν κυμαινόντων χρεῶν ποσὸν κεφαλαίου δραχ. 21,500,000, ληφθὲν ἀπὸ τὰς Τραπέζας, ὡς ὀφειλόμενον εἰς μεταλλικόν, δυνάμει ἐντόκων γραμματίων, ἐκδοθέντων ἐπὶ ἐκχωρήσει τῆς προσόδου καὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν ἀντικειμένων τοῦ μονοπωλίου, δυνάμει τοῦ νόμου ΑΤΠϚʹ τοῦ 1886. Τὸ κεφάλαιον τοῦτο μετὰ τοῦ ἐκ δραχ. 805,911 τόκου, τὸ ὅλον δρ. 22,305,911, ἐξωφλήθη, ὡς ἐσημειώθη ἀνωτέρω, ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων». Ἀφοῦ δ’ ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, καὶ ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τῶν ἐκποιηθεισῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων ἐπληρώθησαν εἰς χρυσὸν οἱ ἐκ φρ. 805,911 τόκοι τοῦ, περὶ οὗ ὁ λόγος, δανείου τῶν 21,500,000 δι’ ἐντόκων γραμματίων, δὲν ἀπέφυγε τὸ δημόσιον ταμεῖον τὴν ἀνάγκην νὰ ἀγοράσῃ χρυσὸν διὰ τὸ ποσὸν τοῦτο, καὶ νὰ πληρώσῃ καὶ τὴν διαφορὰν τοῦ χρυσοῦ; Ἂν ἠγόραζε χρυσὸν, ἤθελε πληρώσει διὰ τὰς 805,911 φράγκων καὶ 25 λεπτὰ κατὰ φράγκον ὑπερτίμησιν, ἤτοι 201, 477:75. Ἑπομένως δὲν ἀπέφυγε νὰ πληρώσῃ ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τὰ δύο ἀνωτέρω ποσὰ, συγκεφαλαιούμενα εἰς δραχμὰς 1,007,388:75, τὰ ὁποῖα ἤθελε πληρώσει ἐξ αὐτῶν ἂν δὲν συνωμολογεῖτο τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων; Ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἀνέλαβε τὸ ἔργον, νὰ διαψεύδῃ ἁπλῶς τοὺς ἀντιλέγοντας, ἐν γνώσει, ὅτι οἱ ἀντιλέγοντες λέγουσιν ἀληθῆ, ἀλλὰ μετὰ τοῦ σκοποῦ νὰ ἐμποιήσῃ δισταγμὸν εἰς τοὺς ἀκούοντας. Τακτικὴ τοιαύτη ἥκιστα συνιστᾷ τοὺς καλῆς πίστεως συζητητάς· ἐπειδὴ δ’ ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις δὲν συζητοῦνται τὰ ἴδια τῶν συζητούντων Βουλευτῶν συμφέροντα, ἀλλὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ὀφείλομεν οἱ συζητοῦντες, πρὸ παντὸς, νὰ ἤμεθα καλῆς πίστεως συζητηταί. Ἀλλὰ μόνον τοῦτο εἶπεν ὁ κ. Σιμόπουλος; Ἰσχυρίσθη ὡσαύτως, ὅτι δὲν ἐπληρώθη ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων ὁ τόκος τῶν προκαταβολῶν, καὶ ὅτι τὸ πληρωθὲν ποσὸν δρ. 29,221,495 ἦτο τὸ κεφάλαιον τῶν προκαταβολῶν, ὅπερ ἐξωφλήθη διὰ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου· οὕτω δὲ διέψευσεν ὅσα ἐγὼ εἶχον εἰπεῖ περὶ τούτου. Ἰδοὺ τί εἶπεν ὁ κ. Σιμόπουλος περὶ τούτου, ἀγορεύων πρὸς τὴν Βουλήν. (Ἀναγινώσκει τὸ μνημονευθὲν φύλλον τῆς «Ὥρας», ἐν ᾧ ὑπάρχει κατακεχωρισμένον τὸ κείμενον τοῦ λόγου τοῦ κ. Σιμοπούλου.) «Τὸ δεύτερον ἰσχυρίσθη», λέγει ὁ κ. Σιμόπουλος, (ἤτοι ἰσχυρίσθην ἐγώ) ὅτι διὰ τόκον τῶν εἰς προκαταβολὴν παρακεχωρημένων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ τόκος ἐκ φράγ. 2,041,225, αὐτὸς δὲ ὁ τόκος ἐπληρώθη ἀπὸ τὰ χρήματα τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει οἰκονομία εἰς τὰς πιστώσεις. Ἀλλ’ ὡς σᾶς εἶπον, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν προκαταβολῶν ἐπληρώθησαν οἱ τόκοι τῆς πρώτης ἑξαμηνίας, ἀνερχόμενοι εἰς δραχ. 1,214,661. Ἡ οἰκονομία, ἡ ἐπελθοῦσα ὡς πρὸς τοὺς τόκους τῶν προκαταβολῶν ἐκ δραχ. 1,054,630 μόνον, ὄχι 2,041,225, εἶναι ἀληθὴς οἰκονομία, διότι δὲν ἐπληρώθη τόκος διὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν.» Οὕτως ὁ κ. Σιμόπουλος ἠρνεῖτο, ὅτι ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων ἐπληρώθη ποσὸν 2,041,125 εἰς τόκους τῶν προκαταβολῶν, διὰ τὰς ὁποίας εἶχον ἐνεχυριασθῆ αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, καὶ ἐβεβαίου, ὅτι καὶ οἱ τόκοι οὗτοι ἐπληρώθησαν ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τούτου διαψεύδει τὸν Βουλευτὴν ἐκ Παρνασσίδος ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅστις ἐβεβαίου τὴν Βουλὴν ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ (ὅρα σελίδα λά.) τάδε: «Ἡ χρῆσις τοῦ δανείου, ὅπερ ἐπέτρεψεν ὁ νόμος ΑΥΟΔʹ εἰς 150 ἑκατομμύρια, (ἤτοι τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων) δὲν ἐπρόκειτο νὰ συμπληρώσῃ ἐλλείμματα τῆς τρεχούσης διαχειρίσεως, ἀλλ’ ἀποκλειστικῶς προωρίσθη νὰ ἀντικαταστήσῃ μόνιμα δάνεια, ἐπὶ βαρυτέροις ὅροις συνωμολογημένα, νὰ ἀπαλλάξῃ τὸ Κράτος ἐπαχθοῦς βάρους τῶν προσωρινῶν χρεῶν, εἰς μεταλλικὸν ὀφειλομένων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ὧν αἱ διορίαι τῆς ἀποδόσεως ἔληγον, ἡ δὲ ἐξόφλησις ἐπεσπεύδετο ἐπὶ ἀπειλῇ ἐκτελέσεως, ἐπιζημίου εἰς τὰ ὑλικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, καταστρεπτικῆς δὲ τῆς πίστεως αὐτοῦ. Ταῦτα δὲ ἦσαν τὰ ἑξῆς: α) ἡ ἀκύρωσις τῶν μὴ διατεθεισῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, καὶ συνεπῶς ἡ ἐξόφλησις τῶν ἐπὶ ἐνεχυριάσει τούτων ὀφειλομένων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐπὶ τόκῳ καὶ προμηθείᾳ 7 καὶ 7½% προκαταβολῶν, ἀνερχομένων εἰς κεφάλαιον καὶ τόκον ἐκ δραχ. 29,221.495». Καὶ κατωτέρω: «Μὴ πραγματοποιηθέντος ὅμως ὁλοκλήρου τοῦ ἐπιτραπέντος δανείου ἐκ δραχ. 150 ἑκατομμυρίων, τὸ ἐκ τῆς διαθέσεως 135 ἑκατομμυρίων ὀνοματικοῦ κεφαλαίου προελθὸν προϊὸν 90,990,000 διετέθη συμφώνως πρὸς τὸν προορισμὸν, ὃν ἐκ τοῦ νόμου ἔλαβεν, ὡς ἑξῆς....Εἰς ἐξόφλησιν τῶν προκαταβολῶν... 29,221,495.» Λοιπὸν ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων δὲν ἐπληρώθη μόνον τὸ κεφάλαιον τῶν προκαταβολῶν, διὰ τὰς ὁποίας εἶχον παραχωρηθῆ ἐπὶ ἐνεχύρῳ αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ ἐπληρώθη καὶ ὁ τόκος αὐτῶν, καὶ ἡ προμήθεια, ἕνεκα δὲ τούτου τὸ πληρωθὲν ποσὸν αὐτὸ ἀνῆλθεν εἰς 29,221,495. Ἀλλὰ καὶ αἱ ἐπίσημοι πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ εἶχε καταθέσει ὁ Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ αὗται διαψεύδουσι τὴν ἄρνησιν τοῦ κ. Σιμοπούλου, ἤτοι τὴν διάψευσιν τῶν ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντων, τὴν ὁποίαν ἀπήγγειλε πρὸς τὴν Βουλήν. Διὰ τῶν πληροφοριῶν τούτων ὁ Πρωθυπουργὸς ὁμολογεῖ, ὅτι ἐπληρώθη ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων ὁ τόκος τῶν προκαταβολῶν, περὶ ὧν ὁ λόγος, ἀνερχόμενος εἰς 1,085,543. Ἰδοὺ τὸ κείμενον τῶν πληροφοριῶν τούτων (ἀναγινώσκει ἔντυπον): «Τὸ ἐκ τῶν δανείων ληφθὲν ποσὸν διετέθη εἰς τὰς ἑξῆς ἀνάγκας ... Εἰς προκαταβολὰς ἐπὶ ἐνεχύρῳ Comptoir d’ Escom-

»pte ἐπὶ 143,173 ὁμολογιῶν················ Δρ. 35,793,452

»Comptoir d’ Escompte ἐπὶ 16,500 ὁμολ.···· Δρ. 4,125,000

»Ἰονικὴν Τράπεζαν 4,000 ὁμολογιῶν········ 1,000,000

»Τόκος τῶν ἀνωτέρω ὁμολογιῶν ············· 1,085,543

Καὶ ἐν τῇ σελίδι 456 προσέτι τοῦ παραρτήματος τῶν πρακτικῶν τῆς Αʹ Συνόδου τῆς ΙΑʹ Περιόδου τῆς Βουλῆς ἐβεβαίωσεν ὡσαύτως ταῦτα (ἀναγινώσκει ἐν τῷ τεύχει τοῦ παραρτήματος τούτου): «Καὶ οὕτω τὸ ἐκ προκαταβολῶν

»ὀφειλόμενον κεφάλαιον περιορίζεται εἰς··· Δρ. 28,135,952

Προστίθενται οἱ διὰ τὴν ά. ἑξαμηνίαν ἐ. ἔ. πληρωτέοι τόκοι καὶ προμήθεια ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω προκαταβολῶν κατὰ τοὺς ὅρους τῶν σχετικῶν συμβάσεων, ἀνερχόμενοι

»περίπου εἰς δραχμὰς······················ 1,500,500

·········································· Δρ. 29,636,452».

Ἀλλὰ δὲν ἀνήρχοντο εἰς 1,500,500, ἀλλ’ εἰς 1,638, 395:82, διότι ὁ τόκος πρὸς 7% τοῦ ἄνω σημειωθέντος κεφαλαίου τῶν προκαταβολῶν τούτων συνίσταται εἰς 1,432,145:82, ἂν δὲ προστεθῇ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο καὶ ποσὸν 206,250 ὡς προμήθεια ½% διὰ τὴν ἑξαμηνίαν ἐπὶ τῆς προκαταβολῆς τῶν 4,125,000, συγκεφαλαιοῦται τὸ ἄνω ποσὸν τῶν 1,638,305:82. Ἂν δ’ ὑπολογισθῇ διὰ τὸ ποσὸν τοῦτο ἡ ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ πρὸ 125 λεπτὰ τὸ φράγκον, ἀνέρχεται εἰς 2,047,992:77, ἤτοι ἀνώτερον τοῦ ποσοῦ τῶν 2,041,225, ὅπερ εἶχον ὑπολογίσει εἰς τὸ ἔλλειμμα. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ὡς Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὁ κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν συζήτησιν, τὴν γενομένην ἅμα τῇ εἰσαγωγῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889, ἀναλαβὼν τὸ ἔργον νὰ μὲ ἀναιρέσῃ, διαψεύδων ὅσα ἐγὼ εἶχον εἰπεῖ, καὶ αὐτὸς ἐν τῇ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888 ἐκθέσει τῆς Ἐπιτροπῆς, ἣν αὐτὸς συνέταξε καὶ ὑπέγραψεν, ὁμολογεῖ (ἀναγινώσκει ἐν σελ. 64 τοῦ παραρτήματος τῶν πρακτικῶν τῆς Βʹ Συνόδου τῆς ΙΑʹ Περιόδου τῆς Βουλῆς), ὅτι «ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου ἐπληρώθη καὶ τόκος ἐπὶ μὲν τῶν προκαταβολῶν ἐκ φρ. 1,085,543, ἐπὶ δὲ τῶν ἐντόκων γραμματίων ἐκ φράγ. 805,911». Ἐλπίζω, ὅτι δὲν ἐπῆλθεν εἰς ὑμᾶς κάματος, καὶ παρακαλῶ, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐξακολουθήσω, ἀναιρῶν τὰς ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος γενομένας διαψεύσεις τῶν ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντων. Τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, τὸ ὁποῖον, ἀγορεύων κατὰ τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος συζήτησιν, εἶχον προσδιορίσει εἰς 14,919,309:35, ἀπετελεῖτο ἐν πρώτοις ἐκ 4,444,592:05, τὰ ὁποῖα ἐπληρώθησαν οὐχὶ ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων, ὡς ἔξοδα τακτικά, ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀλλ’ ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων. Συνίσταντο δὲ τὰ εἰρημένα 4,444,592:05 εἰς τὰ ἑξῆς:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Τόκος τοῦ ἐπὶ ἐκχωρήσει τῶν μονοπωλίων δανείου δι’ ἐν-
τόκων γραμματίων: 805,911
Διαφορὰ τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ διὰ τὸ πο-
σὸν τοῦτο πρὸς 125 λεπτά: 201,477:75
Τόκος τῶν ἐξοφληθεισῶν προκαταβο-
λῶν, δι’ ἃς εἶχον ἐνεχυρισθῆ αἱ ἐκποιηθεῖσαι
ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων 2,041,225
Διαφορὰ τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ διὰ τὸ
ποσὸν τοῦτο : 561,306:25
Ἐλάττωσις τῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
ἀναγεγραμμένης δαπάνης, ἐπιτευχθεῖσα διὰ
τῆς μετατροπῆς τοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομμυρίων: 28,403:30
Τόκοι τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τῶν ἐξο-
φληθεισῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ἀπὸ 21
Μαρτίου 1887 νόμου ὁμολογιῶν τοῦ δα-
νείου τῶν 25 ἑκατομμυρίων: 554,967
Τόκοι τοῦ δανείου τῶν 4 ἑκατομμυρίων: 112,560
Διαφορὰ τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ διὰ τὰ ἀνωτέρω ποσά: 138,741:75
Τὸ ὅλον δραχ. 4,444,592:05

Ἀλλ’ ὁ ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς μὲ διέψευσε καὶ διὰ τὸ ποσὸν τῶν 28,403:30, τὸ ὁποῖον περιέλαβον μετὰ τῶν ἀνωτέρω, εἰπὼν πρὸς τὴν Βουλήν, καθ’ ὃν χρόνον ἠγόρευε τότε, τὰ ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει τὸ κείμενον τοῦ λόγου τοῦ κ. Σιμοπούλου, κρατῶν ἐν χερσὶ τὸ ἀνωτέρω μνημονευθὲν φύλλον τῆς «Ὥρας», δι’ οὗ εἶχε δημοσιευθῆ τὸ εἰρημένον κείμενον). «Ἀλλὰ σπουδαιότατον λόγον ἐποιήσατο ὁ προαγορεύ«σας (ἤτοι ἐγὼ) ἐπὶ τοῦ τόκου τῶν ἐξοφληθεισῶν ὁμολογιῶν «1923 τοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομμυρίων ἐκ δραχ. 10,268. «Τῷ ὄντι, ἐπειδὴ εἶχε προκληθῆ διὰ Β. Διατάγματος «πίστωσις ἔκτακτος διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ποσοῦ, τὸ «ὁποῖον ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ διὰ τὴν ἐξόφλησιν τῶν ὁμολο«γιῶν τοῦ δανείου αὐτοῦ, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἦτο ἐκ τῶν προ«τέρων βέβαιον κατὰ τίνα χρόνον ἤθελε γίνει ἡ ἐκκαθά«ρισις, περιελήφθη μόνον χάριν λογιστικῆς εὐκολίας καὶ «τὸ ποσὸν 10,268. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἄξιον τοῦ «νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, δικαιολογῶν τὸ ποσὸν «10,268, ὡς ἐπίσης νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπα«σχολήσω τὴν Βουλὴν περὶ ἑτέρου ποσοῦ ἐκ δραχ. 28,043, «τὸ ὁποῖον καταλογίζει ὡς ἔλλειμμα, διότι τὸ ποσὸν τοῦτο «προέρχεται ἀκριβῶς ἐκ τῆς καταργηθείσης ἀμοιβῆς τοῦ «αὐτοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομμυρίων, διότι, ὡς γνωρίζετε, «διὰ ψηφισθέντος κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος νόμου τὸ ἥμισυ «τῆς ἀμοιβῆς, τῆς κεχορηγημένης εἰς τοὺς ὁμολογιούχους, «κατηργήθη». Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἐπικαλεῖται τὸ ἀπὸ 18 Σεπτεμβρίου 1887 Β. Διάταγμα, δι’ οὗ ἀληθῶς ἐχορηγήθη πίστωσις δραχ. 7,069 πρὸς πληρωμὴν τοῦ τόκου τῶν ἐξοφληθεισῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ λησμονεῖ, ἢ ὑποκρίνεται ὅτι λησμονεῖ τὸ Β. Διάταγμα τῆς 25 Ἰουνίου 1887, δι’ οὗ διετάχθη, ὅτι αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομμυρίων ἐξοφλοῦνται «καταβαλλομένου τοῦ κεφαλαίου δραχμῶν παλαιῶν 100, «ἢ νέων 89, μετὰ τοῦ ὀφειλομένου μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς «ἐξοφλήσεως τόκου». Καὶ ἐπληρώθη ἐκ τῆς πιστώσεως τῶν δραχ. 16,652,000, κατὰ τὸ Διάταγμα τῆς 30 Ὀκτωβρίου 1887, ποσὸν δραχ. 10,298 ὡς τόκος τῶν 1923 ὁμολογιῶν. Ἄλλως τε, τὸ ἀπὸ 8 Ὀκτωβρίου 1887 Β. Διάταγμα διέτασσεν ἐπὶ λέξει τάδε. «Συνεπῶς ἡ κατὰ τὸ «ἄρθρον 5 τοῦ ἀπὸ 21 Νοεμβρίου 1863 ψηφίσματος ἀμοιβή, «ὑπολογιζομένη συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου, ὁρί«ζεται εἰς δραχ. 24,996:70». Ὅθεν, ἀφοῦ τόσον ἦτο τὸ ποσὸν τοῦτο ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1887, τὸ ὑπόλοιπον μέχρι τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἐπληρώθη ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων καὶ ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τῶν ἐκποιηθεισῶν ὁμολογιῶν. Καὶ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ὁ Πρωθυπουργὸς κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ἐπιβεβαιοῦσιν αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶπον, διότι καὶ αὗται ἀναφέρουσιν ὡς πληρωθὲν ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων ποσὸν δραχ. 375,025, διὰ τόκους οὐ μόνον τοῦ δανείου τῶν 25 ἑκατομμυρίων καὶ τοῦ δανείου τῶν 4 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ καὶ διὰ τόκους τοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομμυρίων.—Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἐξηκολούθησε κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, διαψεύδων ἕκαστον τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἀνέφερα, ὡς ἀποτελοῦντα τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1887. Ἔλεγε λοιπὸν πρὸς τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει τὸ κείμενον τοῦ λόγου τοῦ κ. Σιμοπούλου ἐκ τοῦ φύλλου τῆς «Ὥρας», δι’ οὗ εἶχε τοῦτο δημοσιευθῆ): «Πλὴν τούτων, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς «καταλογίζει ὡς ἔλλειμμα καὶ ποσὸν δραχ. 554,967, «διὰ τόκον τῶν ἐξοφληθεισῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν «25 ἑκατομμυρίων τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1887. Ὡς «πρὸς τοὺς τόκους τοῦ δανείου τούτου ἡ ἀναγραφεῖσα εἰς «τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887 πίστωσις ἀνήρχετο εἰς «δραχ. 1,731,608, ἐπληρώθη δὲ διὰ τοὺς τόκους τῆς μέχρι τῆς ἐξοφλήσεως τῶν ὁμολογιῶν ἐποχῆς ποσὸν δραχ. 1,153,165, καὶ ἀπέμεινεν ἀδιάθετος πίστωσις ἐκ δραχ. 578,443, προερχομένη ἐκ τῶν τόκων τῶν ἤδη ἐξοφληθεισῶν ὁμολογιῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ, ὡς ἐκ τοῦ νόμου, οὗ δυνάμει ἐξωφλήθησαν αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου τούτου, ἔμεινεν ἀδιάθετος πίστωσις ἐκ δραχ. 578,443, δὲν εἶναι τοῦτο καθαρὰ καὶ ἀναμφισβήτητος οἰκονομία τῆς πιστώσεως, οἰκονομία, εἰς ἣν ἀπέβλεπεν ὁ προκαλέσας τὸν ἀνωτέρω νόμον;» Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τῶν 1,153,165, τὸ ὁποῖον ὁ Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἀναφέρει, ὅτι ἐπληρώθη, εἶναι τὸ ποσὸν, τὸ πληρωθὲν διὰ τοὺς μέχρι τῆς 15 Ἀπριλίου 1887 πληρωτέους τόκους, διότι τοῦ δανείου τῶν 25 ἑκατομμυρίων οἱ τόκοι δὲν πληρόνονται κατὰ τὸ τέλος τῆς ἑξαμηνίας τοῦ ἔτους, ἀλλὰ κατὰ τὸ τέλος τῆς ἑξαμηνίας, κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἐξεδόθη τὸ δάνειον, λήγει δ’ ἡ ἑξαμηνία τοῦ δανείου τούτου κατὰ τὴν 15 Ἀπριλίου ἑκάστου ἔτους. Ἑπομένως ἐπληρώθησαν ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων οἱ τόκοι μέχρι 15 Ἀπριλίου, ἀλλ’ αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου ὑπέκειντο εἰς ἐξόφλησιν μέχρι τῆς 15 Αὐγούστου καὶ μετ’ αὐτὴν, κατὰ τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα τῆς 25 Ἰουνίου 1887, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐκδοθῆ περὶ τῆς ἐξοφλήσεως αὐτῶν. «Τὸ ὀνοματικὸν κεφάλαιον δραχ. 250, διατάσσει τὸ 1 ἄρθρον τοῦ εἰρημένου Διατάγματος, ἑκάστης τῶν μέχρι τῆς Μʹ καὶ ΜΑʹ κληρώσεως, τῆς ἐνεργηθείσης τὴν 15 Ἀπριλίου 1887, μὴ ἐξαχθεισῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 25 ἑκατομμυρίων καὶ τῶν 4 ἑκατομμυρίων, πληρόνεται ἀπὸ τῆς 15 Ἰουλίου 1887, ἐκ τοῦ Κεντρικοῦ καὶ τῶν ἐπαρχιακῶν ταμείων τοῦ Κράτους, καθὼς καὶ ὁ μέχρι τῆς 15 Αὐγούστου 1887 τόκος, ὁ ἀνήκων εἰς τὸ 41ον τοκομερίδιον τοῦ δανείου τῶν 25 ἑκατομμυρίων, καὶ τὸ 32ον τοῦ δανείου τῶν 4 ἑκατομμυρίων». Ἐπληρώθησαν λοιπὸν ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων οἱ τόκοι μέχρι τῆς 15 Ἀπριλίου 1887, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς 15 Ἀπριλίου μέχρι τῆς 15 Αὐγούστου ἐπληρώθησαν ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, καὶ διὰ τοῦτο ἐζητήθη καὶ ἐχορηγήθη διὰ Β. Διατάγματος τῆς 21 Αὐγούστου 1887 πίστωσις διὰ τόκους 31,232 ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 25

ἑκατομμυρίων ἐπὶ τόκῳ 8%······················ 208,005

διὰ τόκους 21,622 ὁμολογιῶν τοῦ αὐτοῦ δανείου

πρὸς 9%······································· 162,165

καὶ διὰ τόκους 11,255 ὁμολογιῶν τοῦ δανείου

τῶν 4 ἑκατομμυρίων···························· 74,128

Τὸ ὅλον δραχ.································· 445,128

Ἂν δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο ὑπολογισθῇ πρὸς 125 λεπτὰ, συγκεφαλαιοῦται τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 554,967, τὸ ὁποῖον περιέλαβον ἐν τῷ ἐλλείμματι. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἠρκέσθη νὰ διαψεύσῃ κατὰ τὸν ἀνωτέρω τρόπον τοὺς ἰσχυρισμούς του περὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1887, ἔλαβε καὶ θέσιν ἐλεγκτοῦ, καὶ ἤλεγξεν ἐμὲ διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, τὸ ὁποῖον εἶχον συνομολογήσει κατὰ τὸ 1879, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι οὐδ’ ἐγὼ ἐσημείωσα ἐν τοῖς βιβλίοις ὡς ἔσοδον τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 συνωμολογήθη κατὰ τὸ 1879 πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ὠφείλομεν δὲ τότε εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς μεταλλικὸν 6,772,746:18, καὶ εἰς τὴν Ἰονικὴν εἰς μεταλλικὸν 3,086, 010:38, ἤτοι τὸ ὅλον εἰς ἀμφοτέρας εἰς μεταλλικὸν 9,858, 756:56. Ὠφείλομεν προσέτι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς γραμμάτια 31,699,078:71, ἐπίσης εἰς τὴν Ἰονικὴν 3,088, 340:64, ἤτοι τὸ ὅλον εἰς γραμμάτια 34,787,419:35. Ὅθεν συνωμολογήσαμεν τὸ δάνειον πρὸς ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν ἡμῶν τούτων. Τὸ δάνειον εἰσεπράξαμεν εἰς πολλὰς δόσεις, ἐπειδὴ δ’ ὤφειλον λόγον τῆς διαχειρίσεως αὐτοῦ, ἐφρόντισα καὶ συνετάχθησαν πίνακες, οἱ ὁποῖοι, ἐκτυπωθέντες, κατετέθησαν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ διενεμήθησαν εἰς τοὺς Βουλευτάς. Ὁ πίναξ οὗτος (ἐπιδεικνύει τὸν πίνακα), τυπωμένος εἰς δύο μέρη, καταδεικνύει τὸν λογαριασμὸν τῶν δύο Τραπεζῶν, τί ὠφείλομεν εἰς ἑκατέραν, εἰς μεταλλικόν, τί ὠφείλομεν εἰς γραμμάτια, πότε ἐλάβομεν ἑκάστην δόσιν τοῦ μεταλλικοῦ, πότε ἐλάβομεν ἑκάστην δόσιν τῶν γραμματίων, πόσος τόκος ὠφείλετο, εἰς πόσον συνεκεφαλαιοῦτο τὸ πρὸς ἑκατέραν αὐτῶν χρέος ἡμῶν, πόσα ἐπληρώσαμεν ἀπέναντι τῶν χρεῶν μας τούτων. Ὁ δὲ πίναξ οὗτος (δεικνύει ἕτερον πίνακα) παριστᾷ τὴν διαχείρισιν, θέλετε δ’ εὑρεῖ ἐν αὐτῷ, ὅτι εἰσεπράξαμεν ἕως τὸν χρόνον ἐκεῖνον 33,592,728:76 εἰς χρυσᾶ φράγκα, τὰ ὁποῖα ἔφερον παλαιᾶς δρ. 37,623,856:20, ὅτι ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου εἰσήχθη εἰς τὸ Ταμεῖον ποσὸν δραχ. 15,911,200:47, ὑπολογισθὲν πρὸς 112 λεπτὰ τὰ φράγκον, δηλ. ἄνευ ὑπερτιμήσεως, ἀλλ’ εἰσήχθη ὡσαύτως ποσὸν δραχ. 600,000, εἰσπραχθὲν ἐκ φράγκων, πωληθέντων πρὸς 115 λεπτὰ, προσέτι ποσὸν 14,634,520:39, εἰσπραχθὲν ἐκ πωλήσεως φράγκων πρὸς 115½ λεπτὰ ἕκαστον, καὶ ποσὸν δραχ. 2,447,007:90, εἰσπραχθὲν ἐκ πωλήσεως φράγκων πρὸς λεπτὰ 116 ἕκαστον. Οὕτως εἰσηγάγομεν εἰς τὸ Ταμεῖον παλαιὰς δραχμὰς 38,251,944:31, ἀντίτιμον τῶν 33,592,728:76 χρυσῶν φράγκων, ἤτοι ἐπραγματοποιήσαμεν κέρδος ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ δραχ. 628,088: 11, τὸ ὁποῖον κατεδηλώσαμεν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ βεβαίως ἀνεγράφη ἐν τοῖς βιβλίοις, διότι ἀντὶ 37,623,856:20 παλαιῶν δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἔφερον τὰ ἐκ τοῦ δανείου ἐκείνου εἰσπραχθέντα 33,592,728:76 χρυσᾶ φράγκα, εἰσήχθησαν εἰς τὸ Ταμεῖον δραχ. 38,251,944:31. Ἀπηνὴς ἀληθῶς ἐδείχθη ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀποφασίσας μετὰ 10 ἔτη νὰ μὲ ἐλέγξῃ, ἀνέτοιμον μάλιστα ὄντα, καὶ μὴ δυνάμενον ν’ ἀπαντήσω ἀμέσως, διὰ ν’ ἀποδείξω, ὅτι μὲ ἀδικεῖ. Ἡ σκληρότης δὲν εἶναι τοῦ χαρακτῆρος τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, διακρίνει ὅμως αὐτὸν πάντοτε μέγας ζῆλος ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου, ἕνεκα δὲ τοῦ μεγάλου τούτου ζήλου, ὑπολαβὼν, ὅτι θέλει προσφέρει ὑπηρεσίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀπεφάσισε καὶ νὰ ἀρνηθῇ πᾶσαν ἀλήθειαν, καὶ νὰ μὲ ἐλέγξῃ διὰ τὴν πρὸ δέκα ἐτῶν διαχείρισίν μου. Ἀλλὰ καὶ ἀδυσωπήτως ἐπετέθη κατ’ ἐκείνων, οἵτινες ἐτόλμησαν νὰ ἀντείπωσι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ: «πλανᾶσθε, λέγοντες, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἰσοζύγιον κατὰ τὸ 1887· βεβαίως ὑπῆρξεν ἰσοζύγιον κατὰ τὸ 1887». Ταῦτα δ’ ἐβεβαίωσε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις ἐλησμόνησεν, ὅτι δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος ἐβεβαίωσαν τὴν Βουλήν, ὅτι ἐπετεύχθη ἰσοζύγιον, ἐνῷ εὑρισκόμεθα ἐν ὀγκώδει ἐλλείμματι. Πολλάκις ἠκούσαμεν βεβαιούμενα ταῦτα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ διαψευδόμενα ὑπὸ τῶν πραγμάτων. Ἰδοὺ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τί ἔλεγε κατὰ τὴν 12 Νοεμβρίου τοῦ 1884, ἤτοι κατὰ τὰ μέσα τοῦ ἑνδεκάτου μηνὸς τοῦ ἔτους ἐκείνου, περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884, ὁ ὁποῖος ἐξετελεῖτο πρὸ δέκα μηνῶν, καὶ ἐκ τῆς διαχειρίσεως τοῦ ὁποίου δὲν ὑπελείπετο, εἰμὴ μόνον εἷς μήν. Ἰδοὺ τί ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν 12 Νοεμβρίου 1884, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 (ἀναγινώσκει): «Ὁ ὑποβαλλόμενος εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει ἔσοδα τῆς χρήσεως 1885, 85,641,000, ἔξοδα δὲ ἀναγράφει 85,252,000, ἑπομένως ὑπάρχει πλεόνασμα ἑκατοστύων τινῶν χιλιάδων δραχμῶν». Ἠρώτησε τότε αὐτὸν ὁ κ. Ῥόκος Χοϊδᾶς, βουλευτὴς τότε: «Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι καὶ πέρυσιν εἴχετε περίσσευμα». Ἀπήντησεν δ’ αὐτῷ ὁ Πρωθυπουργός: «Καὶ πέρυσιν εἴχομεν περίσσευμα, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1884, μεθ’ ὅλα τὰ ἐπελθόντα δυσάρεστα, θέλει ἀπολήξει σχεδὸν εἰς ἰσοζύγιον. Εἶναι πρόδηλον ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα παρέστησα πρὸ ὀλίγου ὡς πιθανὰ, ὅτι, ἐὰν δὲν ἀνεφύοντο αἱ οἰκονομικαὶ δυσχέρειαι τοῦ παρόντος ἔτους, καὶ ἐὰν ἐφηρμόζοντο οἱ νόμοι ὀλίγον ταχύτερον, μήπω ἐφαρμοσθέντες ἕνεκα τῆς καταστάσεως τῆς ὑγείας τῆς λοιπῆς Εὐρώπης, ἐὰν ταῦτα ἐγίνοντο, βεβαίως θὰ εἴχομεν περίσσευμα, καὶ θὰ εἴχομεν περίσσευμα, ἀνώτερον τοῦ ἀναγεγραμμένου ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ». Καὶ ἐτελείωσεν ἡ χρῆσις τοῦ 1884, καὶ συνετάχθη ὁ Ἀπολογισμός, καὶ ἐδημοσιεύθη, φέρων τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ὁ Ἀπολογισμὸς τοῦ 1884 ἐβεβαίωσεν, ὅτι εἶχον εἰσπραχθῆ ἔσοδα 60,744,637:07, ὅτι ἐπληρώθησαν ἔξοδα 91,346,783:80, ἤτοι ὅτι ὑπῆρξεν ἔλλειμμα 30,602, 146:73. Καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο τῶν 30 περίπου ἑκατομμυρίων ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπλήρωσεν ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, διότι εἰσέπραξεν ἐξ αὐτοῦ 46,675,001: 06 ἐντὸς τοῦ 1884, ἐκ τῶν 46 δὲ τούτων ἑκατομμυρίων τοῦ δανείου ἐπλήρωσε 30,602,146:73, τὸ ἔλλειμμα, ἔμεινε δ’ αὐτῷ οὕτως ἐκ τοῦ δανείου δρ. 16,072,854:33, καὶ διὰ τοῦτο ἐδανείζετο ἀπὸ τὴν Τράπεζαν 9 ἑκατομμύρια, διὰ τοῦτο ἔλαβε 35 ἑκατομμύρια ἐκ προκαταβολῶν, διὰ τοῦτο ἐνεχυρίασε 46,000 ὁμολογιῶν καὶ ἔλαβεν 11,500,000, διὰ ν’ ἀπαρτίσῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὠφείλετο εἰς τὰς Τραπέζας, καὶ ἐξοφλήσῃ οὕτω τὸ χρέος τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἀλλ’ εἶπον εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου μου, ὅτι ἐσφαλμένως ὑπελόγισα εἰς 14,919,309 καὶ 35)00 τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1887, καὶ ὅτι, ἀφοῦ προσδιώρισα αὐτὸ εἰς τὸ εἰρημένον ποσὸν, περιῆλθον ὑπ’ ὄψει μου τότε τὸ μετὰ ταῦτα διανεμηθὲν τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888 καὶ ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, ἐξ ὧν ἐπληροφορήθην, ὅτι ἐσφαλμένως ὑπελόγισα, διότι δὲν περιέλαβον εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ά) δραχ. 1,135,859, πληρωθείσας πρὸς ἐξόφλησιν χρεῶν τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, χρεῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ τῶν μονοπωλίων, τὸ ὁποῖον ῥητῶς ἀναφέρει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889 ὡς πληρωθὲν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων. βʹ) Περιέλαβον μόνον 250,000 δραχμὰς ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 1,500,000 φράγκων εἰς χρυσὸν, τὸ ὁποῖον προσέφερεν ὁ Βαλλιάνος διὰ τὴν Βιβλιοθήκην, καὶ τὸ ὁποῖον δι’ ἐντόκων γραμματίων ἐδανείσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι ἐνόμιζον, ὅτι εἶχε ἀποδοθῆ εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς οἰκοδομούσης τὴν Βιβλιοθήκην, τὸ ἀντίτιμον τῶν 1,500,000, καὶ ὅτι μόνον τὴν διαφορὰν τοῦ χρυσοῦ ἔπρεπε νὰ καταλογίσω· ἀλλὰ, κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Σιμοπούλου, τὸ ποσὸν ὅλον ἔμεινεν εἰς χρέος τοῦ Δημοσίου, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ποσὸν τῶν 1,125,438 εἰς χρυσᾶ φράγκα ἰσότιμον τῶν 1,500,000, πρέπει νὰ ὑπολογίσω εἰς τὸ ἔλλειμμα. Ἑπομένως, ἀφοῦ ὑπελόγισα εἰς αὐτὸ 250 χιλιάδας, ὀφείλω νὰ προσθέσω 1,250,000, πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ποσοῦ. Οὕτω πρέπει νὰ προσθέσω εἰς τὸ ἔλλειμμα τῶν 14,919,309 καὶ 35)00 δραχ. 2,385,859, οὕτω δὲ τὸ ἔλλειμμα ἀναβιβάζεται πλέον εἰς 17,305,168:35.

§23ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ν’ ἀναβάλωμεν διὰ τὴν Δευτέραν πλέον.

§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἔχω νὰ ὁμιλήσω δύο ὥρας ἀκόμη· δὲν δυσκολεύομαι νὰ ἐξακολουθήσω, ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλή.

§25Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἡ ὥρα 8½ πλέον, εἴμεθα ἐδῶ ἀπὸ τῆς 4½, καὶ πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν διὰ τὴν Δευτέραν.

§26ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Κύριε Πρόεδρε, εἴπομεν νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐξακολούθησις διὰ τὴν Δευτέραν.

§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀγορεύων ἔχει διάθεσιν νὰ ἐξακολουθήσῃ.

§28ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.

§29ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω πρότασιν περὶ ἀναβολῆς.

§30Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι περὶ ἀναβολῆς· δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.

§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8½ μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 76
2Τῆς 4 Φεβρουαρίου 1889.
3(Σάββατον).
4Ὥρᾳ 3 μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται
6τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
8§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι ἐδῶ.
9§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν
10ὁ κ. Σιμόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
11§4ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κρά-
12τους γενικὴ συζήτησις παρέχει τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὰ μέλη
13τοῦ Κοινοβουλίου νὰ ἐξετάζωσι καὶ συζητῶσι πάντα τὰ
14ἀφορῶντα εἰς τὴν διαχείρισιν καὶ διοίκησιν τῶν κοινῶν, τὰ
15μέλη δὲ ἰδίως ἐκεῖνα τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ἀξιοῦντα, ὅτι
16οἱ διαχειριζόμενοι καὶ διευθύνοντες τὰ κοινὰ ἡμῶν πράγματα
17δέον ν’ ἀντικατασταθῶσιν, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάζω-
18σιν οὐχὶ μόνον τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ ἢ ἐφαρμόζει
19ἡ καθεστηκυῖα Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ τὴν διαχειριστικὴν
20καὶ διοικητικὴν ἱκανότητητα τῶν ἰθυνόντων τὰ κοινά.
21Ἡ ἐν τῇ παρούσῃ Βουλευτικῇ Συνόδῳ Ἀντιπολίτευσις
22τὸ δικαίωμά της τοῦτο προεξώφλησεν εὐθὺς, ὡς ὑπεβλήθη
23ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889. Ἡ Ἀντιπολίτευσις προὐκά-
24λεσε πολιτικὴν συζήτησιν καὶ ἐξήτασε διὰ μακρῶν τὴν οἰ-
25κονομικὴν πολιτικὴν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Δύναταί
26τις λοιπὸν νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς
27τῆς Κυβερνήσεως συζήτησις εἶναι ἐξηντλημένη. Ἂν δὲ πρό-
28κηται νὰ ἐξετασθῇ καὶ ὁ ἐπιτρεπόμενος εἰς τὴν Ἀντιπολίτευ-
29σιν ἔλεγχος ἐπὶ τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, δύναταί
30τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις τὸ ὁποῖον εἶχε πρὸς ἔλεγ-
31χον τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως δικαίωμα ἤσκησε μετ’
32ἐπιτάσεως. Ἐπὶ ἕνα μῆνα ὁλόκληρον ἠκούομεν ἐντεῦθεν
33ἐλεγχομένην τὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντι-
34πολιτεύσεως· δύναταί τις δὲ εὐλόγως νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι αἱ
35παρατεταμέναι ἐκεῖναι συζητήσεις παρεκώλυσαν μὲν τὰς
36ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλ’ ἔσχον ἓν καλὸν, ὅτι ὁ ἐξα-
37σκηθεὶς ἐπὶ τοσαύτας ἡμέρας ἔλεγχος τῶν κυβερνητι-
38κῶν πράξεων ἀπέδειξεν, ὅτι οἱ κυβερνῶντες ἐξεπλήρωσαν
39τὸ ἐπιβαλλόμενον αὐτοῖς καθῆκον καὶ δὲν περιέπεσαν εἰς
40παρεκτροπὰς, εἰς παραβάσεις νόμων, διδούσας χώραν εἰς
41τὴν μείωσιν τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειοψηφίας πρὸς αὐτούς.
42Δὲν θέλω μνησθῆ τῶν ἐντεῦθεν λεχθέντων κατὰ τὰς τε-
43λευταίας μάλιστα συνεδριάσεις ὑπ’ ἐκείνου, ὅστις ἔχει τὸ
44δικαίωμα νὰ ὁμιλῇ ἐν ὀνόματι τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς Ἀν-
45τιπολιτεύσεως καὶ ἰδίᾳ τῆς γνώμης αὐτοῦ, ὅτι ἡ γενομένη
46παρέλκυσις τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου ἐξυπηρετεῖ τὰ
47γενικὰ συμφέροντα. Κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ῥήτορος τούτου
48τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἢ μᾶλλον τοῦ ἡγέτου τῆς Ἀντιπο-
49λιτεύσεως, ἂν δὲν παρεκωλύοντο αἱ ἐργασίαι αἱ νομοθετικαὶ
50τοῦ Κοινοβουλίου, αἱ ἐργασίαι αὐτοῦ ἤθελον μᾶλλον βλάψει
51τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα.
52Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ ἰσχυρισμοῦ
53τούτου, διότι οὗτος ἀποτελεῖ πρωτότυπον συνταγματικὴν
54θεωρίαν. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889 συνεζητήθη διὰ μα-
55κρῶν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νομίζω μάλι-
56στα, ὅτι οὐδέποτε Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰργά-
57σθη ἐπὶ τοσαύτας ἡμέρας καὶ ἠσχολήθη ἐπὶ τοσοῦτον διὰ
58τὰς λεπτομερείας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅσον ἡ κατὰ τὴν
59Σύνοδον ταύτην ἐκλεχθεῖσα.
60Διαρκουσῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης, τὰ τῆς
61μειοψηφίας ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ἐκ-
62προσωποῦντα τὰς ἰδέας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐφαίνοντο συμ-
63φωνοῦντα εἰς τὰ πλεῖστα τῶν ἐξεταζομένων ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ
64ἐκείνῃ θεμάτων. Ὅτε ὅμως κατηρτίσθη ἡ ἔκθεσις ὑπὸ τῆς
65πλειοψηφίας καὶ ἐπρόκειτο νὰ ὑπογραφῇ, ἡ μειοψηφία ἐδή-
66λωσεν, ὅτι δὲν συμφωνεῖ πρὸς τὰ γενικὰ συμπεράσματα τῆς
67πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι φρονεῖ, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ
68ὁποῖον ἀκολουθεῖ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ὡς πρὸς τὰ ταμιευ-
69τικὰ καὶ οἰκονομικὰ αὐτῆς ἀποτελέσματα, ἀπέτυχε· κατὰ τὰ
70ταμιευτικὰ ἀποτελέσματα ἀπέτυχε, κατὰ τὴν γνώμην τῆς
71μειοψηφίας, διότι ἡ χρῆσις τοῦ 1887 ἀνέδειξεν ἔλλειμμα
72ἐκ 15,000,000 περίπου, κατὰ τὴν γνώμην τῆς αὐτῆς μειο-
73ψηφίας καὶ ἡ χρῆσις τοῦ 1888 ὅμοιον προαγγέλλει ἔλλειμ-
74μα, ὡς εἶναι δὲ ἑπόμενον, ἐπειδὴ ἐπὶ τῆς αὐτῆς βάσεως στη-
75ρίζεται ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889, κατὰ τὴν γνώμην τῆς
76μειοψηφίας καὶ οὗτος θ’ ἀναδείξῃ ἐπίσης ἔλλειμμα. Ἀπέ-
77τυχε καὶ εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα, κατὰ τὴν γνώ-
78μην τῆς μειοψηφίας, διότι ἐπήγαγε τὴν καταπόνησιν καὶ
79τὸν κάματον εἰς τὰς παραγωγικὰς τοῦ τόπου δυνάμεις.
80Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὰ τῆς χρήσεως τοῦ 1887 δὲν νομίζω ἀναγ-
81καῖον νὰ ἐπανέλθω. Ῥήτωρ τις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προχθὲς
82λαλῶν ἐντεῦθεν, ὀρθῶς παρετήρησεν, ὅτι τὸ θέμα τοῦτο εἶναι
83ἐντελῶς ἐξηντλημένον, πᾶσα δὲ περὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1887
84συζήτησις εἶναι ἄσκοπος ἐπανάληψις, πρὸς τὴν ὁποίαν βε-
85βαίως δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ προσέξῃ ἡ Βουλή, διατελοῦσα
86μάλιστα περὶ τὸ τέλος τῶν ἑαυτῆς ἐργασιῶν. Δύναται ἡ Ἀν-
87τιπολίτευσις νὰ ἐξακολουθῇ ἰσχυριζομένη, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ
881887 ἀνέδειξεν ἔλλειμμα, ἡμεῖς ἀπεδείξαμεν διὰ τῶν ἐπισή-
89μων βιβλίων, διὰ τῶν ἐπισήμων ἀριθμῶν καὶ καταστάσεων,
90ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1887 ἔκλεισε μὲ πραγματικὸν καὶ ἀναμ-
91φισβήτητον ἰσοζύγιον.
92Ἀπομένει λοιπὸν ἡ χρῆσις τοῦ 1888, ταύτης δὲ ἡ ἐξέτασις
93ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν, διότι, ἵνα κρίνῃ τις περὶ τῶν ἀνα-
94γραφομένων ἐσόδων καὶ πιστώσεων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
95τοῦ 1889, δέον νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει τ’ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως
96τοῦ 1887 καὶ τὰ ἀποτελέσματα τὰ γνωστὰ τῆς χρήσεως
97τοῦ 1888. Εὐτυχῶς ἔχομεν ἤδη γνωστὰ ἐκ τῶν ἐπισήμων
98βιβλίων, ἐκ τῆς διανεμηθείσης πρὸς τοὺς κ.κ. Βουλευτὰς
99καταστάσεως, τ’ ἀποτελέσματα τῶν δώδεκα μηνῶν τῆς χρή-
100σεως 1888, καὶ δυνάμεθα ἐπὶ τῇ βάσει τούτων νὰ ἐξαγάγω-
101μεν πόρισμα ἀσφαλές. Τὰ πορίσματα ἡμῶν, τὰ ἀφορῶντα
102εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1888, εἶναι βεβαίως ἀσφαλῆ, διότι, ὡς
103γνωστόν, τὸ πλεῖστον τῶν ἐσόδων βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττε-
104ται ἐντὸς τῶν πρώτων δώδεκα μηνῶν τῆς χρήσεως· ὑπολεί-
105πονται ἕτεροι δέκα μῆνες μέχρι τῆς χρήσεως, καθ’ οὓς μῆνας
106βεβαιοῦνται καὶ εἰσπράττονται τὰ ὑπόλοιπα τῶν ἐσόδων.
107Κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1888 τὰ ἔσοδα προϋπελογί-
108σθησαν ἐκ δραχμῶν 95,000,000· ἐκ τούτων ἐβεβαιώθησαν
109κατὰ τοὺς 12 μῆνας 85,000,000 καὶ εἰσεπράχθησαν 74,
110000,000. Ὑπάρχει τις διαφορὰ πρὸς τὰς καταστάσεις τὰς
111διανεμηθείσας, τῆς ὁποίας τοὺς λόγους θὰ δώσω εἰς τὴν Βου-
112λὴν μετ’ ὀλίγον. Ἐχορηγήθησαν δὲ πιστώσεις ἐκ δραχμῶν
11393,280,000 καὶ ἐκ τούτων ἐπληρώθησαν κατὰ τοὺς 12 μῆ-
114νας 66,000,000. Ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1887· κατὰ τοὺς
115ὑπολοίπους δέκα μῆνας μέχρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως εἰσε-
116πράχθησαν ἔσοδα 13,500,000, ἂν δὲ παραδεχθῶμεν, ὅτι
117τὸ αὐτὸ ποσὸν εἰσπραχθήσεται κατὰ τοὺς ὑπολοίπους δέκα
118μῆνας ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1888, θὰ ἔχωμεν 87,500,000,
119εἴσπραξιν.
120Κατὰ τὴν κατάστασιν, τὴν διανεμηθεῖσαν εἰς τοὺς κ. Βου-
121λευτὰς, αἱ βεβαιώσεις μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1888 ἐπὶ
122τῆς χρήσεως τοῦ 1888 ἀνέρχονται εἰς 84,172,027, ἀλλ’
123εἰς ταύτας δέον νὰ προστεθῶσι δραχμαὶ 1,285,346· διότι
124ἕνεκεν ἀταξίας τινὸς, ἢ βραδύτητός τινος περὶ τὴν ἔκδο-
125σιν τῶν ἐνταλμάτων καὶ περὶ τὴν τακτοποίησιν τῶν
126χρηματικῶν γραμματίων διὰ τὰ εἴδη τοῦ μονοπωλίου,
127ἀπέμεινεν ἀβεβαίωτον ποσὸν ἐκ δραχμῶν 1,285,346.
128Τούτου προστιθεμένου, τὰ βεβαιωθέντα ἔσοδα κατὰ τοὺς
129πρώτους δώδεκα μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1888 ἀνέρχονται
130εἰς δραχ. 85,457.373. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ λόγου δὲν εἰσήχθη-
131σαν τακτικῶς αἱ γενόμεναι ἐκ τῶν μονοπωλίων εἰσπράξεις
132κατὰ τοὺς δώδεκα μῆνας τῆς χρήσεως 1888, τὸ εἰσπραχθὲν
133δὲ καὶ μὴ εἰσαχθὲν ποσὸν ἀνέρχεται εἰς δραχ. 2,491,018.
134Οὕτω λοιπὸν αἱ εἰσπράξεις τῶν δώδεκα μηνῶν ἀνέρχονται εἰς
135δρ. 74,121,070. Κατὰ τὸ 1887 εἰς τὸ διάστημα τῶν δώδεκα
136μηνῶν ἐπὶ προϋπολογισθέντων 94,000,000 ἐβεβαιώθησαν
13780,000,000, εἰσεπράχθησαν 69,000,000· κατὰ τὸ 1887
138τὰ εἰσπραχθέντα πρὸς τὰ βεβαιωθέντα ἔχουσιν ἀναλογίαν
13986% ὡς πρὸς τοῦτο ἡ ἀναλογία εἶναι ὁμοία περίπου καὶ
140κατὰ τὸ 1888· κατὰ τὸ 1887 τὰ εἰσπραχθέντα πρὸς τὰ
141προϋπολογισθέντα ἔχουσιν ἀναλογίαν 73%, κατὰ τὸ
1421888 77%. Κατὰ τὸ 1887 τὰ βεβαιωθέντα πρὸς τὰ
143προϋπολογισθέντα ἔχουσιν ἀναλογίαν 84%, κατὰ τὸ 1888
14489%. Κατὰ τὸ 1888 ἐχορηγήθησαν πιστώσεις ἐκ δραχ-
145μῶν 93,280,000, ἐπληρώθησαν κατὰ τοὺς 12 μῆνας 66,
146017,000. Αἱ πληρωμαὶ, αἱ γενόμεναι μέχρι τῆς 31 Δεκεμ-
147βρίου 1888, πρὸς τὰς χορηγουμένας πιστώσεις ἔχουσιν ἀνα-
148λογίαν 70,75%. Σημειωτέον, ὅτι εἰς τὴν ἐπίσημον κα-
149τάστασιν σημειοῦνται ἐν ταῖς γενομέναις πληρωμαῖς καὶ
150ἐκκρεμεῖς τοιαῦται, στηριζόμεναι εἰς τὰ μὴ ἐξωφλημένα ἐν-
151τάλματα, ἐκ δραχ. 2,493,748, αἵτινες δὲν περιέχονται εἰς
152τ’ ἀνωτέρω μνημονευθέντα ποσὰ, ἕνεκα τοῦ λόγου τῆς
153συγκρίσεως. Κατὰ τὸ 1887 ἐχορηγήθησαν πιστώσεις
15494,000,000 κατὰ τοὺς δώδεκα μῆνας, ἐπληρώθησαν
15562,000,000, ἑπομένως αἱ πληρωμαὶ, αἱ γενόμεναι κατὰ
156τοὺς 12 μῆνας, πρὸς τὰς κεχορηγημένας πιστώσεις ἔχουσιν
157ἀναλογίαν 66%, ἀντὶ 70, εἰς ἃς ἀναβαίνουσιν αἱ πιστώ-
158σεις τοῦ 1888. Κατὰ τὸ 1887 εἰς τὸ διάστημα τῶν δώδεκα
159μηνῶν ἐβεβαιώθησαν ἔσοδα 80,151,000, κατὰ τὸ 1888
160ἐβεβαιώθησαν ἔσοδα 85,457,000, ἤτοι ἐβεβαιώθησαν ἐπὶ
161πλέον 5,305,000. Κατὰ τὸ 1887 εἰσεπράχθησαν ἔσοδα
16269,507,000, κατὰ τὸ 1888 εἰσεπράχθησαν ἔσοδα 74,121,
163000, ἤτοι εἰσεπράχθησαν ἐπὶ πλέον 4,614,000. Κατὰ τὸ
1641887 ἐπληρώθησαν ἔξοδα ἐντὸς τῶν 12 μηνῶν ἐκ δραχμῶν
16562,783,000, κατὰ τὸ 1888 ἐπληρώθησαν 66,000,000,
166ἤτοι ἐπὶ πλέον κατὰ τὸ 1888 ἔξοδα ἐκ δραχ. 3,221,000.
167Ἵνα ἐξηγήσω τὴν διαφορὰν τῶν ἐμῶν ὑπολογισμῶν πρὸς
168τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ἀναγραφομένους εἰς τὴν διανεμηθεῖσαν
169πρὸς τὴν Βουλὴν κατάστασιν, ἀναγκάζομαι νὰ παρατηρήσω
170πρωτίστως, ὅτι ὁ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσας ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης
171Βουλευτὴς παρετήρησε, καὶ εὐλόγως, ἀνωμαλίαν τινὰ εἰς
172τὰς εἰσπράξεις τὰς ἀναγραφομένας ἐν ταῖς δημοσίαις κατα-
173στάσεσι, τὰς ἀναφερομένας εἰς τὰ εἴδη τῶν μονοπωλίων,
174τὰ διαχειριζόμενα ὑπὸ τῆς εἰδικῆς Ἑταιρίας τῶν μονοπω-
175λίων. Καὶ ἐγίνωσκε μὲν, ὅτι ἡ τακτοποίησις τῶν παρὰ τῆς
176Ἑταιρίας ταύτης εἰσπράξεων δὲν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ εἰς
177τὸ τέλος ἑκάστου μηνὸς, ἀλλ’ ὑπέλαβεν, ὅτι αἱ βεβαιώσεις,
178αἱ ἀναγραφόμεναι εἰς τὰς δημοσίας καταστάσεις, κυρίως στη-
179ρίζονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν εἰδῶν τῶν μονοπωλίων, τὸ ὁποῖον
180παραλαμβάνει ἡ Ἑταιρία αὕτη πρὸς πώλησιν. Δὲν ἔχει
181ὅμως οὕτω. Αἱ βεβαιώσεις, αἱ ἀναγραφόμεναι εἰς τὰ δημό-
182σια βιβλία, (τοιαῦται δὲ δὲν ἐγένοντο τακτικῶς μέχρι τοῦδε)
183στηρίζονται εἰς τὰς πραγματοποιουμένας πωλήσεις ὑπὸ τῆς
184Ἑταιρίας ταύτης. Ὡς γνωστὸν, ἡ Ἑταιρία αὕτη διὰ τῶν
185εἰδικῶν διαχειριστῶν μεταπωλεῖ εἰς τὸ κοινὸν τὰ εἴδη, τὰ
186ὁποῖα παραλαμβάνει παρὰ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ Δημοσίου.
187Ὡς πρὸς τὸ σιγαρόχαρτον ὑπάρχει νενομοθετημένος εἰδικὸς
188κανονισμός. Εὐθὺς, ὡς παρασκευασθῇ τὸ σιγαρόχαρτον ὑπὸ
189τοῦ ἐν Κερκύρᾳ ἐργοστασίου, ἐπιτηρουμένου ὑπὸ δημοσίων
190ὑπαλλήλων, παραδίδεται εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῶν μονοπωλίων,
191ὑπ’ αὐτῆς δὲ εἰς τὸν ἐνταῦθα Κεντρικὸν Ταμίαν, ὑφ’ οὗ
192διανέμεται εἰς τοὺς ταμίας καὶ εἰδικοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς
193ἐπιτετραμμένους τὴν πώλησιν τοῦ σιγαροχάρτου. Ἡ
194Ἑταιρία αὕτη κατὰ μῆνα δημοσιεύει τὴν κατάστασιν τῶν
195πραγματοποιουμένων πωλήσεων, κατὰ τὴν κατάστασιν δὲ
196ταύτην, ἥτις δὲν ὑπόκειται εἰς οὐδεμίαν ἀμφισβήτησιν,
197διότι στηρίζεται ἀκριβῶς εἰς τὰς καταστάσεις τῶν ἐπιτε-
198τραμμένων τὴν πώλησιν διαχειριστῶν τῆς Ἑταιρίας ταύτης,
199προκύπτουσιν αἱ ἑπόμεναι ἐπὶ πλέον διαφοραί.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
200Πυρεῖα. Σημειοῦνται ὡς εἰσπραχθέντα δραχ. 489,540
201ἐνῷ πράγματι εἰσεπράχθησαν » 670,827
202ἤτοι ἐπὶ πλέον » 181,287
203Πετρέλαια. Σημειοῦνται ὡς εἰσπραχθέντα δραχ.2,638,735
204ἐνῷ πράγματι εἰσεπράχθησαν » 4,077,180
205ἤτοι ἐπὶ πλέον » 1,438,445
206Παιγνιόχαρτα. Σημειοῦνται ὡς εἰσπραχθένταδρ. 168,887
207ἐνῷ πράγματι εἰσεπράχθησαν » 276,184
208ἤτοι ἐπὶ πλέον » 107,297
209Ἅλας. Σημειοῦνται ὡς εἰσπραχθέντα δραχ.1,557,882
210ἐνῷ πράγματι εἰσεπράχθησαν » 1,995,639
211ἤτοι ἐπὶ πλέον » 437,757
212Ὁλικὴ ἐπὶ πλέον διαφορὰ δραχ.2,164,786
213Ἵνα συμπληρώσω τὰς πληροφορίας ταύτας, τὰς ἀφο-
214ρώσας εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1888, ὀφείλω νὰ σημειώσω
215καὶ τὰ εἴδη ἐκεῖνα τῶν ἐσόδων, ἅτινα ἐντὸς τῶν 12 μηνῶν
216βεβαιοῦνται καὶ εἰσπράττονται. Τὰ ἔσοδα ταῦτα εἶναι
217γνωστὰ εἰς τοὺς πλείστους τῶν κκ. συναδέλφων· εἶναι τὰ
218τελωνιακὰ, τὸ χαρτόσημον, τὰ παιγνιόχαρτα, τὰ εἰσιτή-
219ρια τῶν θεάτρων, τὰ πυρεῖα, πετρέλαια, ταχυδρομεῖα, τηλε-
220γραφεῖα, ἁλικαὶ, τόκοι ὑπερημερίας, ὑπερτίμησις τῶν εἰς τὰ
221τελωνεῖα εἰσπραττομένων ἐγγείων φόρων, ἔσοδα τῶν κεκλει-
222σμένων χρήσεων κλπ.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
223Ἐκ τῶν ἐσόδων τούτων προϋπελογίσθη
224διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1887 ποσὸν δραχ.58,207,552
225ἐβεβαιώθη » 53,584,101
226καὶ εἰσεπράχθη » 52,931,720
227Διὰ δὲ τὸ 1888 προϋπελογίσθη ποσὸν δραχ.59,603,500
228ἐβεβαιώθη » 56,048,404
229καὶ εἰσεπράχθη » 54,561,611
230ἤτοι κατὰ τὸ 1888 ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1887 προϋπε-
231λογίσθησαν ἔσοδα ἐπὶ πλέον ἐκ δραχ. 1,395,948
232ἐβεβαιώθησαν δὲ κατὰ τὴν κατάστασιν ἐπὶ πλέον » 2,464,303
233καὶ εἰσεπράχθησαν » 1,629,891
234Ἐὰν δὲ εἰς τὰ βεβαιωθέντα καὶ εἰσπραχθέντα ὡς ἀνω-
235τέρω ἔσοδα τῆς χρήσεως 1888 προστεθῶσι καὶ ὅσα παρε-
236λείφθησαν, ἀναγόμενα εἰς τὰ εἴδη τοῦ μονοπωλίου, ἤτοι
237ποσὸν δραχ. 2,164,836, θέλομεν ἔχει κατὰ τὸ 1888 ἔσοδα
238ἐπὶ πλέον βεβαιωθέντα μὲν ἐκ δραχ. 4,629,139
239εἰσπραχθέντα δὲ » 3,794,726
240Τὰ ἐπιτευχθέντα κατὰ τοὺς 12 μῆνας ἀποτελέσματα
241τοῦ 1888 δικαιοῦσι, νομίζω, τὸ βάσιμον συμπέρασμα, ὅτι ἡ
242χρῆσις τοῦ 1888 θὰ κλεισθῇ μὲ ἰσοζύγιον, διότι, ὡς εἶπον,
243ἂν κατὰ τὸ διάστημα τῶν δέκα ὑπολοίπων μηνῶν εἰσπρα-
244χθῶσιν ὅσα καὶ κατὰ τοὺς 10 μῆνας, τοὺς ὑπολειφθέντας
245ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1887, θέλομεν ἔχει ἔσοδα 87,500.000.
246Ἂν δὲ ἐκ τῶν κεχορηγημένων ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1888
247πιστώσεων ἐκ δραχ. 93,000,000 ἀφαιρεθῶσιν, ὡς μὴ δια-
248τεθησόμενα, οὐχὶ 8, οὐχὶ 15, ὅσα ἀπέμειναν κατὰ τὸ 1887,
249ἀλλὰ μόνον 6%, τὸ ἰσοζύγιον προοιωνίζεται πλῆρες,
250πληρέστατον. Ἡμεῖς λοιπόν, οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν Κυβέρ-
251νησιν, βλέπομεν, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῶν δύο χρήσεων δι-
252καιοῦσι καὶ τῶν κυβερνώντων τὰς πεποιθήσεις καὶ ἡμῶν,
253τῶν ὑποστηριζόντων αὐτήν, ὅτι δηλαδὴ τὸ σύστημα, τὸ
254ὁποῖον παρεδέχθη καὶ ἐφήρμοσεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις,
255ἐπέτυχε τὸ ἰσοζύγιον μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Ὁ ἀξιό-
256τιμος ἐκ Κεφαλληνίας Βουλευτὴς ἠθέλησεν εὐφυολογῶν νὰ
257παρατηρήσῃ ἐντεῦθεν, ὅτι δὲν πρέπει μόνον νὰ βλέπωμεν
258ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον βλέπομεν, ἀλλὰ νὰ βλέπωμεν καὶ ἐκεῖνο,
259τὸ ὁποῖον δὲν βλέπομεν. Καὶ ἡμεῖς μὲν βλέπομεν ἀριθμοὺς
260ἐξηγμένους ἐκ τῶν δημοσίων βιβλίων, πιστοποιοῦντας τὸ ἰσο-
261ζύγιον, δὲν βλέπομεν ὅμως τὰς σκέψεις, τὴν πορείαν, τὸ
262σύστημα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἵνα ἀπολακτίσωμεν τὸ ὑπάρ-
263χον καὶ ἀκολουθήσωμεν τὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἵνα ὁδη-
264γήσωμεν τὸ μέλλον τοῦ Ἔθνους ἐπὶ βάσεων ἀσφαλεστέρων.
265Τὸ θέμα ὅμως ἡμῶν εἶναι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ
2661889, νομίζω δὲ ἀναγκαῖον νὰ μεταβῶ ἀμέσως εἰς τὴν
267ἐξέτασιν τῶν ἀφορώντων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
2681889, διότι εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτοῦ ἠσχολήθησαν καὶ οἱ
269πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες τρεῖς ἢ τέσσαρες ῥήτορες τῆς Ἀντι-
270πολιτεύσεως. Οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες ἠσχολήθησαν
271μετ’ ἐπιμονῆς διὰ παραθέσεως ἀριθμῶν νὰ δημιουργήσωσι
272καὶ ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1889 ἔλλειμμα κατά τινας μὲν 11,
273κατ’ ἄλλους δὲ 12 καὶ κατ’ ἄλλους 13 ἑκατομμυρίων.
274Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον ν’ ἀκολουθήσω τοὺς προαγορεύ-
275σαντας ἐν ταῖς λεπτομερείαις, θὰ συζητήσω ὅμως καθ’ ὅν
276τρόπον καὶ ὁ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσας ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης
277Βουλευτής. Ἵνα ὅμως ἐξαγάγω συμπέρασμα ὀρθότερον
278ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐξήγαγεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βου-
279λευτὴς, διατελῶ ὑποχρεωμένος νὰ ἀναφέρω ὑμῖν ἀριθμοὺς,
280οἵτινες δικαιοῦσι τὸν συντάκτην τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ
2811889, οἵτινες ἄρδην ἀνατρέπουσι τὰ συμπεράσματα καὶ
282αὐτοῦ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτοῦ, ὡς καὶ τῶν
283ἄλλων πρὸ αὐτοῦ ἀγορευσάντων, ὧν σκοπὸς ὑπῆρχεν ἡ δη-
284μιουργία φανταστικοῦ ἐλλείμματος ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ
2851889. Εἷς τῶν προαγορευσάντων, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς
286καὶ Βοιωτίας Βουλευτὴς, ἠθέλησεν ἐπὶ ἄλλων βάσεων νὰ
287ἐξετάσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι
288δέον νὰ λαμβάνηται ὡς βάσις ὄχι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν βε-
289βαιώσεων τῶν ἀμέσως παρελθόντων ἐτῶν, ἀλλὰ τὸ τῶν εἰσ-
290πράξεων. Εὐτυχῶς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, ὅστις
291εἶναι ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς ἐντριβέστερος τοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ
292Βοιωτίας Βουλευτοῦ, ἀπεκήρυξε τὸ σύστημα τοῦτο, καὶ τὴν
293ἑαυτοῦ ἀνάπτυξιν ἐποιήσατο ἐπὶ τῶν βεβαιώσεων τῶν παρελ-
294θόντων ἐτῶν. Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον ν’ ἀναιρέσω δι’ ἄλλων
295ἐπιχειρημάτων τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι πρέπει ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων
296κυρίως νὰ συντάσσηται ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων, διότι
297φρονῶ, ὅτι τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενα ἔσοδα
298εἶναι εἰσπράξιμα καὶ ὡς τοιαῦτα ἀναγράφονται, βεβαίως
299δὲ ἀπό τινος χρόνου παρατηρεῖται μεγίστη διαφορὰ ἐπ’
300ὠφελείᾳ τοῦ δημοσίου ταμείου ἐπὶ τῶν καθυστερήσεων.
301Ἐφ’ ὅσον οἱ νόμοι λειτουργοῦσιν, ἐφ’ ὅσον ἡ συναίσθησις
302τῶν πρὸς τὸ Κράτος ὑποχρεώσεων τῶν πολιτῶν ἐπιτείνεται,
303ἐπὶ τοσοῦτον αἱ καθυστερήσεις ἐλαττοῦνται· βεβαίως λό-
304γος τῶν καθυστερήσεων εἶναι καὶ ἡ ἐλαττωματικὴ βε-
305βαίωσις, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς ταύτην δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν,
306ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐπῆλθε βελτίωσίς τις.
307Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἰσχυρίσθη, ὅτι ἐπὶ
308τῶν ἀμέσων φόρων δέον νὰ ἀφαιρεθῇ ἓν στρογγύλον ποσὸν
3091,200,000, διότι φρονεῖ, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1887
310καὶ τὰ ἀποτελέσματα τὰ χθὲς εἰς αὐτὸν ὄντα γνωστὰ τῶν 11
311μηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1888 δὲν δικαιοῦσι τὴν προσθήκην
312τοῦ ποσοῦ τούτου. Διατελῶ ὑποχρεωμένος, ἵνα ἀναιρέσω τὸν
313ἰσχυρισμὸν τοῦτον τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, νὰ
314σᾶς παρακαλέσω νὰ προσέξητε εἰς τὰς βάσεις, ἐφ’ ὧν ἐστη-
315ρίχθη ὁ συντάξας τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889 ὡς πρὸς
316τοὺς ἀμέσους φόρους. Ἄμεσοι φόροι εἶναι 13· ὁ αʹ εἶναι
317ὁ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν· ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων
318κτηνῶν ὑπελογίσθη πρόσοδος δραχ. 2,808,000, ἀλλ’ ὑπε-
319λογίσθη αὕτη αὐθαιρέτως; Βεβαίως ὄχι· διότι γνωστόν, ὅτι
320ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν κατὰ τὸ 1888 ηὔ-
321ξησεν, εἶναι δὲ φυσικὸν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν, ἐὰν δὲν αὐξήσῃ,
322θὰ ἦναι ὁ ἴδιος κατὰ τὸ 1889· κατὰ τοὺς 12 μόνον
323μῆνας, ἤτοι μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1888, ἐβεβαιώθη ἐπὶ
324τῆς χρήσεως τοῦ 1888 ποσὸν δραχ. 2,926,798, ὥστε τὸ ἀνα-
325γραφόμενον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1888 ποσὸν ἐκ δραχ-
326μῶν 2,808,000 εἶναι ἔλασσον τοῦ βεβαιωθέντος κατὰ τοὺς 12
327μῆνας τοῦ 1888 κατὰ 112,798. Εἰς τὸν φόρον τῶν περι-
328βολίων καὶ βοσκῶν προϋπολογίσθη ποσὸν δραχ. 234,000·
329κατὰ τὸ 1888 ἐβεβαιώθη ἐκ τούτου ποσὸν 239,000, ὁ φό-
330ρος δὲ οὗτος στηρίζεται ἐπὶ τῶν αὐτῶν δηλώσεων καὶ διὰ
331τὸ 1889· ἑπομένως ὑπελογίσθη ἔλασσον σχετικῶς πρὸς τὰ
332βεβαιωθέντα κατὰ τὸ 1888 κατὰ δραχμὰς 5,640. Ὡς
333πρὸς τὸν φόρον τοῦ ἐλαίου, ἐλήφθη ὑπ’ ὄψει ἀκριβῶς ὁ μέσος
334ὅρος τῶν τριῶν παρελθόντων ἐτῶν, ἀλλ’ οὐχὶ τῶν ἀμέσως
335παρελθόντων ἐτῶν, ἀλλὰ τῶν ἐτῶν τῆς ἀφορίας τοῦ ἐλαιο-
336κάρπου, καὶ ὁ μέσος ὅρος αὐτῶν τῶν 3 ἐτῶν, ἤτοι τοῦ 1883,
3371885 καὶ 1887, ἀνέρχεται εἰς 539,000, ὑπελογίσθη δὲ πο-
338σὸν εἰσπράξιμον ἐκ τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου δραχμῶν 540,000.
339Καὶ οἱ τρεῖς ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες ἐκ τῆς Ἀντιπολι-
340τεύσεως ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου πρὸ πάντων ἐπέστησαν
341τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἰσχυρισθέντες, ὅτι τὸ ἀναγραφό-
342μενον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889 ποσὸν ἐκ δραχ.
3433,120,000 εἶναι ὑπερβολικόν· ὑπῆρξέ τις μεταξὺ τῶν προ-
344αγορευσάντων, ὅστις μάλιστα εἶπεν, ὅτι δὲν βλέπει τὴν
345βάσιν, ἐφ’ ἧς ἐστηρίχθη ὁ συντάξας τὸν Προϋπολογισμόν,
346ὑπολογίσας ποσὸν 3,120,000. Ὁ συντάξας τὸν Προϋπο-
347λογισμὸν ὡς πρὸς τὸν φόρον τοῦ οἴνου ἐστηρίχθη εἰς τὴν
348βεβαιωθεῖσαν παραγωγὴν τοῦ οἴνου κατὰ τὸ 1886· κατὰ
349τὸ 1886 ἐβεβαιώθη παραγωγὴ ἐξ ὀκάδων 132,000,000,
350κατὰ τὸ 1887 βεβαίως ἡ ἐκ τούτου πρόσοδος τοῦ Δημο-
351σίου ἠλαττώθη, ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν, ὅτι κατὰ τὸ 1887
352καὶ 1888 ἡ ἀμπελοκαρπία δὲν ἦτο καλή, ἐν τούτοις κατὰ
353τὸ 1887 ἐβεβαιώθη ποσὸν 2,345,000, κατὰ τοὺς 12 μῆ-
354νας τοῦ 1888 ἐβεβαιώθη ποσὸν 1,212,000, κατὰ τὸ αὐτὸ
355διάστημα τοῦ 1887 εἶχε δηλωθῆ ποσὸν ὀκάδων 800,000,
356ἤτοι κατὰ τοὺς 12 μῆνας τοῦ 1888 ἐβεβαιώθη ἐκ τοῦ φό-
357ρου τούτου ποσὸν ἀνώτερον κατὰ 400,000 περίπου· ἡ πα-
358ραγωγὴ τοῦ 1889 εὐλόγως ὑπολαμβάνεται ὡς κρείσσων,
359εὐλόγως ὑπολαμβάνεται οὐχὶ κατωτέρα ἐκείνης τοῦ 1886,
360διότι βεβαίως ἡ ἀμπελοφυτεία δὲν ἠλαττώθη, τοὐναντίον
361ἐπεξετάθη· εἶναι φυσικὸν λοιπὸν νὰ ὑπολογίσῃ τις ἐπὶ
362τῆς παραγωγῆς τῆς βεβαιωθείσης τὸ 1886, ἀλλ’ ἐπὶ
363τῶν 132,000,000 τούτων ἀφῃρέθησαν 2,000,000 ὡς ὑπο-
364τιθεμένη παραγωγὴ ἐκ τῶν νήσων Θήρας καὶ Θηρασίας,
365ἀφῃρέθη ὅμως ἐκ τοῦ εἰς χρήματα ποσοῦ μόνον ποσόν
36648,000. Αὐτὸ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κεφαλ-
367ληνίας Βουλευτὴν νὰ παρατηρήσῃ μίαν ἀνακρίβειαν τοῦ
368συντάξαντος τὸν Προϋπολογισμὸν, διότι παρετήρησεν, ὅτι,
369ἐνῷ ἀφαιρεῖ ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου 48,000 δραχ., προσθέτει
37070,000 ἀλλαχοῦ, ἑπομένως ὑπάρχει μία διαφορά, τὴν
371ὁποίαν ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ τὴν σημειώσῃ, διὰ νὰ ἐνδείξῃ
372τὴν ἀπροσεξίαν τοῦ συντάξαντος τὸν Προϋπολογισμόν· ἀλλ’
373ἐὰν περισσότερον ἐπρόσεχεν εἰς τὸ κείμενον τοῦ Προϋπολο-
374γισμοῦ, ἤθελε παρατηρήσει, ὅτι βεβαίως ἀφαιρῶν 2,000,
375000 ἐκ τοῦ ἀναγραφέντος εἰς τὸ οἰκεῖον ἄρθρον ποσοῦ τῶν
376132,000,000, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφαιρέσῃ, εἰμὴ 40,000
377μόνον, διότι πρὸς 2 λεπτὰ 2,000,000 ὀκάδ. ἤθελον δώσει
37840,000 καὶ τὸ ὁλικόν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄλλαι 8,000, 48,
379000· ἀλλὰ ὁ αὐτὸς οἶνος, φορολογούμενος κατὰ τὴν ἐξαγω-
380γήν του ἐκ τῶν νήσων Θήρας καὶ Θηρασίας, θὰ πληρώσῃ
3813½ λεπτὰ, ἑπομένως 2,000,000 ὀκάδ. πρὸς 3½ λεπτὰ
382μᾶς δίδουσιν 70,000. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος τῆς διαφορᾶς
383τῶν δύο ἐγγραφῶν.
384Οὐχ ἧττον οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες ἐπεκαλέσθησαν
385τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἀναγραφομένου ἐσόδου
386ἐξ ἐγγείου φόρου σταφίδος. Ἐπὶ τοῦ ἐγγείου φόρου στα-
387φίδος προϋπολογίζεται πρόσοδος δραχμῶν 4,296,000. Ὁ
388συντάξας τὸν Προϋπολογισμὸν ἐστηρίχθη εἰς τὸν μέσον
389ὅρον τῶν ἐτῶν 1885, 1886 καὶ 1887 μὲ μικράν τινα προσ-
390θήκην, ἡ παραγωγὴ τοῦ 1888 δὲν ἐλήφθη τὸ παράπαν
391ὑπ’ ὄψει ὑπὸ τοῦ συντάξαντος τὸν Προϋπολογισμὸν, καίτοι
392τινὲς τῶν προαγορευσάντων ἰσχυρίσθησαν, ὅτι ἡ παραγωγὴ
393τοῦ 1888 ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὡς ἀφετηρία πρὸς ὑπολο-
394γισμὸν τοῦ ἐσόδου αὐτοῦ. Κατὰ τὸ 1887 μέχρι 31
395Δεκεμβρίου εἶχεν ἐξαχθῆ ποσὸν σταφίδος ἑνετικῶν λι-
396τρῶν 224,000,000, κατὰ τὰς ὑπολοίπους μῆνας μέχρι
397τοῦ Ἰουλίου ἐξήχθη ποσὸν 49,000,000 ἑνετικῶν λιτρῶν,
398ἤτοι τὸ ὅλον 273,000,000. Κατὰ τὸ 1888 ἐξήχθη σταφὶς
399μέχρι 31 Δεκεμβρίου 235,000,000 ἑνετ. λιτρῶν, ἤτοι πο-
400σὸν ἀνώτερον τοῦ ἐξαχθέντος κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα τοῦ
4011887 ἐξ 11,000,000 ἑνετικῶν λιτρῶν, ὑπολογίζεται δὲ ὡς
402ἐξαχθησόμενος μέχρι τοῦ μηνὸς Ἰουλίου 1889 σταφιδόκαρ-
403πος 75,000,000 ἑνετικῶν λιτρῶν, ἑπομένως ἡ παραγωγὴ
404τοῦ 1888 πρὸς τὸ 1887 ἔσεται ἀνωτέρα κατὰ 37,000,000
405ἑνετικῶν λιτρῶν. Ἐνῷ δὲ ὑπάρχει μία τοιαύτη διαφορὰ πα-
406ραγωγῆς μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1887 καὶ 1888, ὁ συντάξας τὸν
407Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889 ὑπολογίζει ὡς πλεονάσον ποσὸν
408ἐξαχθησόμενον πλέον τοῦ μέσου ὅρου τῶν ἐτῶν 1885, 1886,
4091887, 13,000,000 καὶ ὄχι 32,000,000· βλέπετε πόσον ὑπῆρ-
410ξεν ἀπαισιόδοξος εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τοῦτον. Ἀκριβῶς δὲ
411τὸ γεγονὸς, ὅτι κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα τοῦ 1888 ἐξήχθη
412σταφιδόκαρπος ποσοῦ ἀνωτέρου κατὰ 11,000,000 ἐκείνου,
413τὸ ὁποῖον ἐξήχθη κατὰ τὸ 1887, ἀποδεικνύει, ὅτι οἱ μεγά-
414λοι φόβοι, οἱ ὁποῖοι κατέλαβον τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ μέλλον
415τοῦ προϊόντος τούτου, σπανίου τῷ ὄντι προϊόντος διὰ τὴν
416Ἑλλάδα, εἶναι κατεστραμμένον, δὲν ἦσαν βάσιμοι· ἐπαινῶ
417τὴν μέριμναν τῶν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀγορευσάντων,
418οὐχ ἧττον ὀφείλομεν νὰ μὴ ὑποτιμῶμεν καὶ τὰς μερίμνας
419καὶ τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ ἐλάτ-
420τωσις τοῦ πληρονομένου ἰδίως ἐν Ἀγγλίᾳ δασμοῦ. Τὸ ἐπ’
421ἐμοί, θέλω προθύμως ὑποστηρίξει καὶ πᾶσαν ἄλλην πρότα-
422σιν ἢ πρόνοιαν Κυβερνητικὴν, ἀφορῶσαν εἰς τὴν κατανάλω-
423σιν τοῦ προϊόντος τούτου. Φρονῶ μάλιστα, ὅτι εἶναι ἐπιβε-
424βλημένον εἰς τὸ Κράτος, ὅταν εὑρεθῇ μία Ἑταιρία σοβαρὰ
425μετὰ κεφαλαίων ἀναλόγων πρὸς σύστασιν μεγάλης οἰνο-
426ποιΐας, νὰ προσέλθῃ ἀρωγόν· δέον ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὰ
427πρῶτα ἔτη τῆς συστάσεως τῆς Ἑταιρίας ταύτης νὰ ἐγγυηθῇ
428μετριόν τινα τόκον· ἀλλὰ περὶ τούτου νῦν δὲν πρόκειται
429Τὸ ποσὸν, τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889,
430ὡς πιθανῶς εἰσπραχθησόμενον ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου τῆς στα-
431φίδος, ἀνεγράφη ὑπὸ ὅρους λίαν εὐνοϊκοὺς ὑπὸ τὴν ἔννοιαν
432τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐξαχθῇ κατὰ τὸ 1889.
433Φόρος ἐπὶ τῶν σύκων· προϋπελογίσθη διὰ τὸ 1889 ὡς ἀνε-
434λευσόμενος εἰς δραχμὰς 393,120. Κατὰ τοὺς 12 μῆνας τοῦ
4351888 εἰσεπράχθησαν 347,114· βεβαίως ὑπολείπονται ἀκό-
436μη τὰ σῦκα, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἐξαχθῆ μέχρι τῆς νέας ἐσο-
437δείας. Ὅταν λοιπὸν ἔχητε εἰσπραχθὲν ποσὸν ἐκ τοῦ φόρου
438τῶν σύκων κατὰ τοὺς 12 μῆνας 348,000 περίπου, βεβαίως
439ἡ προσθήκη 43,000 κατὰ τοὺς ὑπολοίπους 10 μῆνας, νο-
440μίζω, ὅτι ὄχι μόνον δὲν εἶναι ὑπερβολικὴ, ἀλλὰ εἶναι κατω-
441τέρα τοῦ πραγματικοῦ. Ἔγγειος φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ·
442προϋπολογίζεται ποσὸν ἐκ δραχμῶν 408,470 ἐπὶ τῇ βάσει
443τοῦ μέσου ὅρου τῆς παραγωγῆς τῶν ἐτῶν 1885, 1886,
4441887. Ἔγγειος φόρος διαφόρων προϊόντων, εἰσπραττόμενος
445εἰς τὰ τελωνεῖα· ἀναγράφεται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
4461889 ποσὸν δραχ. 231,000, καθόσον εἰς τὰ κατὰ τὸ πα-
447ρελθὸν βεβαιωθέντα ἐκ λακωνικῶν προϊόντων καὶ φόρων
448κουκουλίων προστίθεται καὶ ποσὸν 91,000 δραχ. διὰ τὸν
449φόρον τοῦ οἴνου τῆς Θήρας καὶ Θηρασίας. Ἔγγειος φόρος
450ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων προϊόντων Ἑπτανήσου· ὑπολογίζεται
451διὰ τὸ 1889 ποσὸν δραχ. 2,547,250· ὁ μέσος ὅρος τῶν
452ὑπὸ περιττὸν ἀριθμὸν ἐτῶν, καθ’ ἃ γίνεται ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ
453ἐλαίου ἐν Ἑπτανήσῳ, ἤτοι τῶν ἐτῶν 1881, 1883, 1885
454καὶ 1887, παρέσχε τὴν βάσιν ὡς πρὸς τὴν προϋπολογισθεῖ-
455σαν πρόσοδον διὰ τὸ 1889. Φόρος ἐπὶ τῶν ζώων· ὑπελογίσθη
456εἰς ποσὸν 3,400,000· μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1888 ἐβε-
457βαιώθησαν 3,439,269, ὥστε ἔχομεν ἤδη βεβαιωμένον ποσὸν
458ἀνώτερον τῶν ἀναγραφέντων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
4591889. Φόρος ἐπιτηδευμάτων· προϋπελογίσθη διὰ τὸ 1889
460εἰς 3,220,000· κατὰ τὸ 1887 ἐβεβαιώθησαν 2,598,000·
461κατὰ τὸ ἔτος 1888 μέχρι 31 Δεκεμβρίου ἐβεβαιώθησαν
4622,510,376· σημειώσατε, ὅτι ἐν τοῖς ποσοῖς τούτοις δὲν
463περιέχεται ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων τοῦ δήμου Ἀθη-
464ναίων, ὅστις, ὡς γνωστὸν, ἀνέρχεται εἰς 900,000, ἑπομένως
465ἐὰν προσθέσητε εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ 1887
466ἐβεβαιώθη, τῶν 2,600,000 περίπου, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι τὸ
467προϋπολογισθὲν ποσὸν εἶναι κατώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον
468εἶναι εἰσπράξιμον. Φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν· προϋπελογίσθη
469διὰ τὸ 1889 2,700,000· κατὰ τὸ 1887 ἐβεβαιώθη ποσὸν
4702,600,000· κατὰ τοὺς 10 μῆνας τοῦ 1888 ἐβεβαιώθη πο-
471σὸν 2,638,933, εἶναι δὲ γνωστὸν ὡς πρὸς τὸν φόρον τῶν οἰκο-
472δομῶν, ὅτι νῦν ἀνανεοῦται ὁ φορολογικὸς κατάλογος καὶ
473ἑπομένως θέλουσιν ὑπαχθῆ εἰς φορολογίαν καὶ αἱ νέαι οἰκο-
474δομαὶ, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος· ἑπομέ-
475νως καὶ ὁ φόρος οὗτος ἀνεγράφη μὲ ποσὸν κατώτερον ἐκεί-
476νου, τὸ ὁποῖον ἔσεται εἰσπράξιμον. Φόρος ἐπὶ τῶν ἀνωνύμων
477Ἑταιριῶν· προϋπελογίσθη κατὰ τὸ 1889 δρ. 405,000 ἀντὶ
478τῶν κατὰ τὸ παρελθὸν προϋπολογισθεισῶν 375,000· κατὰ
479τὸ 1887 ἐβεβαιώθησαν καὶ εἰσεπράχθησαν ἐκ μόνου τοῦ
4805% τῶν ἀνωνύμων Ἑταιριῶν δραχ. 323,000, ἐπειδὴ δὲ εἰς
481τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἀναγράφεται καὶ ἡ καθαρὰ πρόσοδος τῶν
482μεταλλείων ἐξ 80,000, ἔπρεπε τὸ ποσὸν τοῦτο ν’ ἀναβιβα-
483σθῇ εἰς 405,000. Οὕτω συνεπλήρωσα ὅσα εἶχον νὰ εἴπω
484ἐπὶ τῶν ἀμέσων φόρων, διὰ τῶν ἀριθμῶν δὲ, οὓς παρέθηκα,
485—εἶναι ἀριθμοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐξάγονται ἐκ τῶν ἐπισήμων κατα-
486στάσεων,—ἐβεβαιώθη, ὅτι ἐπὶ τῶν ἀμέσων φόρων ἐπὶ τοῦ
487ποσοῦ, τοῦ ἀναγραφομένου εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
4881889 ἐξ ἀμέσων φόρων, ὄχι μόνον δὲν δικαιούμεθα νὰ ποιή-
489σωμεν ἐλάττωσίν τινα, ἀλλὰ βεβαίως θέλομεν ἔχει εἰσπρά-
490ξιμον ποσὸν ἀνώτερον τοῦ ἀναγραφέντος. Οὕτως ἡ μία τῶν
491ἐλαττώσεων, τὴν ὁποίαν προέτεινεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης
492Βουλευτὴς εἰς τοὺς ἀμέσους φόρους, ἐκ δραχ. 1,200,000,
493δὲν στηρίζεται εἰς τὰ πράγματα καὶ ἑπομένως οὐδεὶς ὑπάρ-
494χει λόγος νὰ σκεφθῶμεν ἐπὶ τῆς γενομένης ὑπ’ αὐτοῦ προ-
495τάσεως.
496Μεταβαίνω εἰς τὰ τελωνιακὰ τέλη. Ὡς πρὸς τὰ τελω-
497νιακὰ τέλη ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς προέτεινε νὰ
498ἐλαττωθῇ ποσὸν 1,700,000 διότι φρονεῖ, ὅτι τὸ ἐν τῷ
499Προϋπολογισμῷ ἀναγραφὲν ποσὸν 27,370,000 εἶναι ὑπερ-
500βολικόν· ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς δὲν παρε-
501τήρησεν, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν τῷ Προϋ-
502πολογισμῷ τοῦ 1889, εἶναι ἔλασσον τοῦ ποσοῦ, ὅπερ εἰσε-
503πράχθη κατὰ τὸ 1887, κατὰ 500,000, καὶ εἶναι μὲν ἀλη-
504θὲς, ὅτι, ἄν τις λάβῃ ὑπ’ ὄψει του τὰ ἀποτελέσματα τῆς
505χρήσεως τοῦ 1888, θ’ ἀπαντήσῃ διαφορὰν μείζονα τοῦ πο-
506σοῦ τούτου, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι, καὶ ἂν τυχὸν ἤθελεν ὑπο-
507στηριχθῆ ἡ γνώμη, ὅτι ἠδύνατο ἡ ἐλάττωσις νὰ ἦναι γεν-
508ναιοτέρα, ἤτοι ἀντὶ 500,000 νὰ ἦναι 1,000,000, τὸ ποσὸν
509τοῦτο τῶν 500,000 καλύπτεται ἀπὸ τὰς ὑπερβάσεις τῶν
510ἄλλων ἄρθρων καὶ κεφαλαίων τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν
511ἐσόδων. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν,
512νομίζω, ὅτι πᾶσα ἐκ τῶν προτέρων κρίσις, πᾶς ἐκ τῶν
513προτέρων ὑπολογισμὸς δὲν δύναται νὰ ἦναι ἀκριβής. Τὰ
514εἰσαγωγικὰ τέλη προσδιορίζονται ἀπὸ πολλὰς κοινωνικὰς
515περιστάσεις, προσδιορίζονται ἀπὸ τὴν κατάστασιν τῶν ἐγ-
516χωρίων προϊόντων, προσδιορίζονται ἀπὸ τὴν χρηματικὴν
517κατάστασιν, ὑπὸ γενικωτέραν ἔποψιν ἐξεταζομένην· ἐὰν δέ
518τις ἐξετάσῃ τὸν λόγον, δι’ ὃν τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη ἠλατ-
519τώθησαν κατὰ τὸ 1888, θὰ ἀνεύρῃ προχείρως αὐτόν. Ὁ
520λόγος ἀναφέρεται εἰς τὸ, ὅτι κατὰ τὸ 1888 εἰσήχθη-
521σαν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς σιτηρὰ ἐλάσσονα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα
522εἶχον εἰσαχθῆ κατὰ τὸ 1887· τοῦτο ἐπήνεγκε τὸ ἀποτέ-
523λεσμα τῆς ἐλαττώσεως τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων, ἀλλὰ
524παρέχει ἡμῖν τὴν παρηγορίαν, ὅτι ηὔξησεν ἡ παραγωγὴ ἡ
525ἐγχώριος. Ὡς πρὸς δὲ τὰ σιτηρὰ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐξά-
526γεται εἰς μεταλλικὸν πρὸς ἀγορὰν τοιούτων, δὲν δύναται νὰ
527ὑπαχθῇ εἰς τοὺς αὐτοὺς κανόνας, εἰς οὓς ὑπάγεται τὸ ἐξα-
528γόμενον μεταλλικὸν διὰ τὴν προμήθειαν εἰδῶν πολυτελείας
529ἢ ἄλλων εἰδῶν, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι τῆς πρώτης ἀνάγκης,
530πάντες δὲ οἱ οἰκονομολόγοι, ὅσοι γινώσκουσι τὰ καθ’ ἡμᾶς,
531ἐὰν ἐκ τῶν πινάκων τῆς εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς ἤθελον
532παρατηρήσει, ὅτι τὸ ἐξαχθὲν μεταλλικὸν νόμισμα ἐκ τοῦ
533τόπου ἡμῶν δὲν διετέθη εἰς ἀγορὰν σιτηρῶν ἢ εἰς ἀγορὰν
534ἄλλων εἰδῶν πρωτίστης ἀνάγκης, ἤθελον ἀνομολογήσει, ὅτι
535ὁ τόπος ἡμῶν εἶναι εἰς κρείσσονα κατάστασιν ἢ ὅτι ἦτο
536κατὰ τὸ παρελθόν. Βεβαίως ὁ μὴ ἔχων χρήματα δὲν δύνα-
537ται νὰ προμηθευθῇ εἴδη πολυτελείας, ἀλλὰ δὲν δύναται
538καὶ νὰ μείνῃ ἄνευ προμηθείας τῶν ἄλλων ἀναγκαιούντων
539εἰς τροφὴν αὐτοῦ, σιτηρῶν πρὸ πάντων, ἑπομένως θέλει κα-
540ταναλώσῃ ἢ τὸ ἀποταμίευμά του τοῦ παρελθόντος πρὸς ἀγο-
541ρὰν σιτηρῶν, ἢ θὰ ὑποβληθῇ εἰς χρέος πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ
542προμηθευθῇ τὸ ἀναγκαιοῦν εἰς τὴν συντήρησιν αὐτοῦ ποσὸν
543τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Κατὰ τὸ 1887 εἰσήχθησαν σί-
544του καὶ σμιγοῦ ὀκάδες 126,271,158, ἐνῷ κατὰ τὸ 1888 εἰ-
545σήχθησαν μόνον ὀκ. 99,082,400, ἀραβοσίτου καὶ καλαμπο-
546κίου κατὰ τὸ 1887 εἰσήχθησαν 13,392,681 ὀκ., ἐνῷ κατὰ
547τὸ 1888 εἰσήχθησαν μόνον 6,193,666· ἐκ λοιπῶν δημητρια-
548κῶν καρπῶν κατὰ τὸ 1887 εἰσήχθησαν 12,073,815, ἐνῷ κατὰ
549τὸ 1888 εἰσήχθησαν μόνον 3,844,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ ἐκ τῆς
550διαφορᾶς ὡς πρὸς τὸ εἰσαχθὲν ποσὸν σιτηρῶν μεταξὺ τοῦ
5511888 καὶ 1887 προκύπτει ἔλλειμμα τῶν τελωνιακῶν εἰσ-
552πράξεων ἐκ δραχ. 1,207,000, ἦλθε εἰς δ’ ἀναπλήρωσιν αὐ-
553τοῦ τὸ ἐπὶ πλέον εἰσπραχθὲν ἀπὸ τὸν καφφὲν καὶ τὴν σάκ-
554χαριν, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1887 εἰσήχθησαν ὀκάδ. καφφὲ
5551,004,628, κατὰ τὸ 1888 εἰσήχθησαν ὀκ. 1,068,683. Ζάκχα-
556ρις δὲ, ἐνῷ κατὰ τὸ 1887 εἰσήχθησαν ὀκάδες 4,258,111, κατὰ
557τὸ 1888 εἰσήχθησαν 5,190,218· ἐκ τῶν δύο τούτων εἰδῶν
558εἰσεπράχθη εἰσαγωγικὸν τέλος κατὰ τὸ 1888 ἀνώτερον τοῦ
559κατὰ τὸ 1887 εἰσπραχθέντος κατὰ δραχ. 803,872, ἑπομένως
560ἡ διαφορὰ ἐπὶ ἐλαττώσει περιωρίσθη εἰς δραχ. 344,719.
561Ἀλλὰ καὶ ζῶα εἰσήχθησαν κατὰ τὸ 1887 περισσότερα ἀφ’
562ὅσα εἰσήχθησαν κατὰ τὸ 1888, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1887
563εἰσήχθησαν ζῶα ἀξίας δραχ. 2,482,331, κατὰ τὸ 1888
564εἰσήχθησαν ζῶα ἀξίας 1,910,000, τὸ εἰσαγωγικὸν δὲ τέλος
565εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου ἀνῆλθεν εἰς δρ. 528,300. Ἐκ χάρτου
566κατὰ τὸ 1887 εἰσήχθησαν 1,444,187 ἀξίας, ἐνῷ κατὰ τὸ 1888
567εἰσήχθησαν δραχ. 1,137,417· τοῦτο δὲ, διότι, ὡς γινώσκετε,
568τὸ ἐνταῦθα ἱδρυθὲν Χαρτοποιεῖον παρέσχε καὶ εἰς τὰ γρα-
569φεῖα καὶ εἰς τὴν ἐν γένει κατανάλωσιν ἀρκετὴν ποσότητα
570χάρτου. Ὑπάρχει καί τις διαφορὰ ἐκ τῶν ὑφασμάτων, ἰδίως
571τῶν πολυτελῶν, ἡ ὁποία συμπληροῖ ἀκριβῶς τὴν διαφορὰν
572καὶ ἡ ὁποία ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν εἶχε δίκαιον ὁ ἀξιότιμος
573ἐκ Κεφαλληνίας Βουλευτὴς, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι δὲν δυνάμεθα
574τοῦ λοιποῦ νὰ προσδιορίσωμεν εἰσπράξεις τελωνιακὰς ἀνω-
575τέρας τῶν κατὰ τὸ 1887 καὶ 1888 πραγματοποιηθεισῶν.
576Ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων ἐπὶ τῶν
577ἄλλων εἰδῶν πείθεταί τις, ὅτι αἱ ἐπιτετραμμέναι τὴν κατα-
578δίωξιν τῶν λαθρεμπορίων Ἀρχαὶ ἐξεπλήρωσαν τὸ ἐπιβε-
579βλημένον αὐταῖς καθῆκον. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰ εἴδη τῆς πολυ-
580τελείας, τὰ ὁποῖα φορολογοῦνται βαρέως διὰ τοῦ ὑπάρχον-
581τος δασμολογίου, ἡ λαθρεμπορία πάντοτε εὑρίσκει τρόπον
582εἰσαγωγῆς λαθραίας αὐτῶν ἐν τῷ Κράτει.
583Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἰσχυρίσθη, ὅτι τὸ ἀνα-
584γραφόμενον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889 ποσὸν ἐκ δι-
585καιώματος καταναλώσεως ποτῶν, ἀνερχόμενον εἰς 1,364,200
586δρ. εἶναι ὑπερβολικὸν, προτείνει δὲ νὰ ἐλαττωθῇ κατὰ 600,
587000. Βεβαίως ὅσον ἀφορᾷ τὰ τοῦ δικαιώματος τῆς κατα-
588ναλώσεως τῶν ποτῶν δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐκ τοῦ πα-
589ρελθόντος βάσιν ἀσφαλῆ, διότι τοῦ πρώτου νόμου ἡ ἐφαρ-
590μογὴ ὁμολογουμένως ἀπέτυχεν, ὡς καὶ αὐτὴ αὕτη ἡ Κυ-
591βέρνησις ὁμολογεῖ τοῦτο· μόνον κατὰ τοὺς τελευταίους μῆ-
592νας τοῦ 1888 κατωρθώθη νὰ τεθῶσιν ἐν ἐνεργείᾳ οἱ μηχανικοὶ
593μετρηταί, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς δὲ, τοὺς ὁποίους αὐτὴ
594αὕτη ἡ Ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ἐτοποθέτησε τοὺς μετρητὰς, ποιεῖ-
595ται, τὸ ὑπολογισθὲν ποσὸν ὡς εἰσπράξιμον διὰ τὸ 1889, ὅτε
596θέλουσιν ἐνεργεῖ οἱ μετρηταί, ἔσται κατώτερον τοῦ πραγμα-
597τικοῦ. Δὲν δύναμαι ἑπομένως νὰ ἀποδεχθῶ τὴν γνώμην τοῦ
598ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ ὅτι πρέπει ἡ πρόσοδος αὕτη
599νὰ ἐλαττωθῇ, διότι κρίνω τὴν γνώμην του αὐθαίρετον καὶ μὴ
600στηριζομένην εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς ἐκείνων, οἵτινες εἰδικώτερον
601τὰ περὶ τούτου ἐμελέτησαν. Προτείνει καὶ ἑτέραν ἐλάττωσιν ὁ
602κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, προτείνει ἐλάττωσιν ἐκ δραχμῶν
6031,100,000, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἐπὶ τῶν ἀναγραφομένων ποσο-
604τήτων ἐκ τῶν εἰδῶν μονοπωλίων. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀνα-
605γράφονται διὰ τὸ σιγαρόχαρτον, τὰ παιγνιόχαρτα, τὰ πυρεῖα,
606καὶ τὰ πετρέλαια 7,518,000· ἔχομεν τὰς βεβαιώσεις τοῦ
6071888, εἰς τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν, κατ’ αὐτὰς
608δὲ ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου κατὰ τοὺς 12 μῆνας ἐβεβαιώθη πο-
609σὸν 2,407,000, ἐκ τῶν παιγνιοχάρτων ἐβεβαιώθη ποσὸν δρ.
610276,184, ἐκ τῶν πυρείων ποσὸν δραχ. 670,827 καὶ ἐκ τῶν
611πετρελαίων 4,077,180, ἤτοι τὸ ὅλον 7,431,273. Ἡ διαφορὰ
612μεταξὺ τοῦ βεβαιωθέντος κατὰ τὸ 1888 καὶ τοῦ ἀναγρα-
613φομένου εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889 εἶναι, ὡς παρα-
614τηρεῖτε, 70,000 ἢ 80,000. Δὲν εἶναι ποσὸν ἄξιον λόγου,
615νομίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψει
616του τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1888, διότι ὁμολογουμένως ἡ
617κατάστασις, τὴν ὁποίαν εἶχον ὑπ’ ὄψει, τοῦ Ὀκτωβρίου δὲν
618ἀναγράφει ἀκριβῶς τὰς πράγματι γενομένας εἰσπράξεις ἐπὶ
619ὅλων τῶν μονοπωλίων κατὰ τὸ 1888. Ἠδύνατο νὰ ἔχῃ
620πρόχειρον τὴν δημοσιευθεῖσαν ἐν τῇ Ἐφημερίδι κατάστα-
621σιν περὶ τῶν μονοπωλίων καὶ ἐξ αὐτῆς ἠδύνατο νὰ πορισθῇ
622τοὺς ἀριθμοὺς, ἀλλὰ δὲν εἶχε φαίνεται καιρὸν καὶ πρόχει-
623ρον τὴν ἐφημερίδα ἐκείνην. Ἀφοῦ δὲ ἐκ τῶν τεσσάρων αὐ-
624τῶν κεφαλαίων ὑπολογίζει ὡς ἐπενεκτέαν ἐλάττωσιν τὸ
625ποσὸν τῶν δραχμῶν 4,700,000, προσθέτει, ὅτι δύναται νὰ
626προστεθῇ ἕτερον ἓν ἑκατομμύριον ἀπὸ τὰ ἄλλα εἴδη, ἀπὸ
627τὸν καπνὸν, τὰ ταχ. τέλη καὶ ἕτερά τινα, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν
628προσδιώρισεν ἀκριβῶς ἕκαστον τῶν ἐσόδων τούτων, δὲν νο-
629μίζω ἀναγκαῖον ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, ἀπαριθμῶν
630ἅπαντα ταῦτα τὰ ἔσοδα, διὰ ν’ ἀποδείξω, ὅτι εἶναι ἐντελῶς
631αὐθαίρετος ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. συναδέλφου περὶ τῆς ἐλατ-
632τώσεως τοῦ 1,000,000, διότι ἅπαντα ταῦτα ὑπελογίσθη-
633σαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν τελευταίων
634ἐτῶν. Δέον δὲ νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς παρ’
635ἡμῖν δὲν δύναται νὰ στηρίζηται ἐπὶ τῶν αὐτῶν θετικῶν
636βάσεων, ἐφ’ ὧν στηρίζεται ἀλλαχοῦ. Ὁ Προϋπολογισμὸς
637ἐξαρτᾶται ἀπὸ ποικίλας περιστάσεις καὶ περιπτώσεις, ἡμεῖς
638δὲν ἔχομεν κτηματολόγιον, δὲν ἔχομεν μόνιμον ἔγγειον φόρον,
639ἑπομένως ἐξαρτῶμεν τὰ εἰσπραχθησόμενα ἐκ τούτων ποσὰ
640ἐκ τῆς εὐφορίας ἢ ἀφορίας τῶν προϊόντων ἡμῶν· τὰ τέλη τὰ
641εἰσαγωγικὰ ἐξήρτηνται οὐ μόνον ἐκ τῆς εὐφορίας τῶν ἐγχω-
642ρίων προϊόντων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς χρηματικῆς καταστάσεως ἐν
643γένει τοῦ τόπου, διότι μία χρηματικὴ κρίσις εἶναι δυνατὸν νὰ
644παραβλάψῃ καὶ ἐλαττώσῃ οὐσιωδῶς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη,
645πάντα ταῦτα ἔχουσι μεγίστην ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ Προπολογι-
646σμοῦ. Ὁ συντάσσων τὸν Προϋπολογισμὸν πρέπει νὰ ἔχῃ τὰς
647βάσεις τὰς μᾶλλον πιθανὰς, νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει τὰ ἀποτελέσματα
648τῶν δύο ἢ τριῶν παρελθόντων ἐτῶν, νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του
649τὰς περιστάσεις καὶ νὰ μὴ κατέχηται ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας
650νὰ ὑπολογίζῃ ἀδικαιολογήτως ηὐξημένα τὰ δημόσια ἔσο-
651δα. Εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889 δύναταί τις νὰ δια-
652βλέψῃ ἀσφαλῶς, ὅτι τοιαύτη ἐπιθυμία δὲν κατεῖχε τὸν συν-
653τάξαντα αὐτὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἑπομένως ἡ ἀξίωσις τοῦ
654κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ὅτι πρέπει τὰ ἔσοδα ταῦτα νὰ
655ἐλαττωθῶσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, δὲν εἶναι κατ’ ἐμὲ
656βάσιμος.
657Οὕτως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτὴς ἀφίκετο εἰς
658τὸ ἑξῆς συμπέρασμα· τὰ ἔσοδα τοῦ 1889, εἶπε πρὸς τὴν
659Βουλὴν, ὑπελογίσθησαν εἰς 96,000,000, ὅταν ἐκπέσωμεν
660τὰ 6,000,000, ταῦτα θ’ ἀπομείνωσιν 90,000,000, ἐὰν δ’
661ἀφαιρέσωμεν καὶ τὰς πιθανὰς καθυστερήσεις 6,000,000, θὰ
662ἔχωμεν εἰσπράξιμα ἔσοδα 84,000,000. Καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο,
663λέγει, ἔσται εἰσπράξιμον, ἐὰν δὲν ἐπιταθῇ ἡ καταπόνησις τοῦ
664τόπου, ἄλλως καὶ κάτω τοῦ ποσοῦ τούτου θέλομεν κατέλ-
665θει. Εὐτυχῶς ὡς πρὸς τὸν ἰσχυρισμὸν τῆς Ἀντιπολιτεύ-
666σεως περὶ τοῦ ἐπελθόντος καμάτου τῆς παραγωγῆς ἡμῶν
667κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας δὲν ἠκούσαμεν ὅσα
668εἴχομεν ἀκούσει κατὰ τὴν πολιτικὴν συζήτησιν τοῦ Ν)βρίου·
669τοὐναντίον οἱ ἀγορεύσαντες ἀλλαχοῦ ἐζήτησαν νὰ ἀνεύρωσι
670τὸν λόγον τῆς κακῆς ἡμῶν οἰκονομικῆς καταστάσεως.
671Ἰδίως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ
672Κεφαλληνίας Βουλευτὴς ἰσχυρίσθησαν, ὅτι δέον νὰ ἐνισχυθῇ
673ἡ παραγωγὴ διὰ τῆς καλῆς διοικήσεως· ἀλλ’ ὑπάρχει τις,
674ἔχων ἀντίθετον αὐτῆς γνώμην; Μήπως ἡ σημερινὴ Κυβέρ-
675νησις ἔδειξεν ὀλιγωρίαν εἰς πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν ἐν γένει
676καλὴν διοίκησιν τῆς χώρας; ἀλλ’ οἱ προαγορεύσαντες ἐλη-
677σμόνησαν, ὅτι ἡ ἀποστολὴ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ἦτο
678κυρίως οἰκονομική. Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις δὲν ἀνῆλθεν ἐπὶ
679τῆς ἐξουσίας ὑπὸ ὁμαλὰς οἰκονομικὰς περιστάσεις, ἦλθε κα-
680τόπιν μιᾶς ἐπιστρατείας, ἦλθε κατόπιν ἑνὸς ἐλλείμματος
681τῶν 2 ἐτῶν ἐκ ποσοῦ δραχμῶν 120,000,000, δύναταί τις
682μάλιστα νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ὑπερβάλλον εἶχε θάῤῥος ἡ Κυ-
683βέρνησις, ἀναλαβοῦσα ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας τὰ ἡνία τοῦ
684Κράτους. Ὑπῆρχον ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἄπειροι ὑποχρεώσεις
685τῆς Κυβερνήσεως, ὑπῆρχον δὲ καὶ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ πολλαὶ
686ἀνεπούλωτοι πληγαὶ καὶ μέγισται καθυστερήσεις χρεῶν τοῦ
687Κράτους. Τὸ πρῶτον πάντων, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε ν’ ἀσχο-
688ληθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἦτο ἡ ἐφικτὴ βελτίωσις τῶν οἰκονομι-
689κῶν, διότι ἄνευ ταύτης δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ διοίκησις.
690Εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι, ἵνα ὑπάρξῃ καλὴ κατάστασις οἰκο-
691νομικὴ, ἀπαιτεῖται καλὴ διοίκησις, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης
692ἀληθὲς, ὅτι, ἵνα ὑπάρξῃ καλὴ διοίκησις, ἀπαιτεῖται καλὴ
693οἰκονομικὴ κατάστασις. Τίς ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἀξίωσιν παρὰ
694τῆς Κυβερνήσεως τῆς σημερινῆς, ἀνελθούσης ὑπὸ τοιαύτας
695συνθήκας ἐπὶ τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν, νὰ προσέξῃ εἰς ὅσα
696θέματα οἱ προαγορεύσαντες ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως
697συνεζήτησαν, δηλ. εἰς τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τῶν
698ὑπαλλήλων, εἰς τὴν ἀνίδρυσιν δημοτικῶν σχολείων, εἰς τὴν
699κατὰ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κυκλάδων Βουλευτὴν ἀναγκαίαν αὔξη-
700σιν τῶν ἀποδοχῶν τῶν ἀξιωματικῶν, ἐν ᾧ ἡ κατάστασις τῶν
701οἰκονομικῶν, ἐν τῇ ὁποίᾳ παρέλαβε τὰ ἡνία τοῦ Κράτους,
702ἦτο ἀποθαῤῥυντική; Κατ’ ἐμὲ, τὴν ἀποστολήν της ταύτην
703ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἐξεπλήρωσε μετ’ ἐπιτυχίας, ὑπερτέ-
704ρας τῶν προσδοκιῶν καὶ ἐμοῦ καὶ παντὸς ἄλλου μεμελετη-
705μένου, ὡς πρὸς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας. Εὑρέθη
706ἠναγκασμένη νὰ αὐξήσῃ τὰς ἐπιβαρύνσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ
707λαοῦ, καὶ ταύτας ὅμως ἐν μέτρῳ τοιούτῳ, ὥστε νὰ μὴ ἐξαν-
708τληθῶσιν αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας. Ἀπόδειξις δὲ,
709ὅτι αἱ ἐπιβαρύνσεις αὗται ἐνομοθετήθησαν ἐν μέτρῳ, εἶναι,
710ὅτι οὐ μόνον ἡ χρῆσις τοῦ 1887, ἀλλὰ καὶ ἡ τοῦ 1888
711κλείει μὲ ἰσοζύγιον, καὶ ἐκείνη τοῦ 1889 τοιαύτη ἔσται ἐν ἰσο-
712ζυγίῳ, ἐκτὸς ἀπροόπτων περιστάσεων διότι περὶ τῶν ἀπροό-
713πτων οὐδεὶς δύναται ἀνθρωπίνως νὰ ἔχῃ γνώμην ἐκ τῶν προτέ-
714ρων ἀσφαλῆ. Δύναται δέ τις βασίμως νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι,
715ἐν ᾧ ἡ πρώτη καὶ κυρία ἀποστολὴ τῆς παρούσης Κυβερ-
716νήσεως ἦτο οἰκονομικὴ, δὲν ὠλιγώρησε καὶ τῶν ἀφορώντων
717εἰς τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς διοικήσεως, προσέσχε μόνον
718νὰ μὴ αὐξήσῃ τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, προσέσχε νὰ μὴ
719παράσχῃ εἰς οὐδένα τῶν φορολογουμένων τὸ δικαίωμα
720νὰ ἰσχυρίζηται, ὅτι, ἐν ᾧ ἐπεβάρυνεν αὐτὸν διὰ προσθέτων
721βαρῶν, ηὔξησε τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως. Τὴν ἀπόδει-
722ξιν ταύτην τὴν ἔχω ψηλαφητὴν, διότι αἱ πιστώσεις, αἱ ἀνα-
723γόμεναι εἰς τὴν γενικὴν διοίκησιν καὶ ἀναγραφόμεναι εἰς
724τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889, εἶναι κατώτεραι τῶν ἀνα-
725γραφομένων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, προϋπολο-
726γισμὸν συνταχθέντα ὑπὸ Κυβερνήσεως, ἥτις ὡς πρόγραμμα
727εἶχε τὰς οἰκονομίας ἐν ταῖς δημοσίαις δαπάναις, συνταχ-
728θέντα ὑπὸ Κυβερνήσεως, ἥτις ἐπηγγέλλετο τὸ ἰσοζύγιον
729διὰ μόνον τῶν οἰκονομιῶν.
730Ἐπανέρχομαι εἰς τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης
731Βουλευτοῦ, ἰσχυρισμοὺς, ὧν σκοπὸς ὑπῆρχε πάντοτε ἡ
732δημιουργία, ὡς εἶπον, ἰδανικοῦ ἐλλείμματος ἐπὶ τῆς χρήσεως
733τοῦ 1889.
734Τὰ ἔξοδα προϋπελογίσθησαν κατὰ τὸ 1889 ὡς ἀνελευσό-
735μενα εἰς 96,410,337. Κατὰ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον Βου-
736λευτὴν ἐξ Ἄρτης, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι θέλουσιν ἀπομείνει ἀδιά-
737θετοι πιστώσεις ἐκ τῶν κεχορηγημένων ἢ χορηγηθησομένων εἰς
738τὴν Κυβέρνησιν, τὸ ποσὸν αὐτῶν θέλει καλυφθῆ ἀπὸ ἀνα-
739πληρωματικὰς ἢ ἐκτάκτους πιστώσεις, αἵτινες διαρκούσης
740τῆς χρήσεως θέλουσι χορηγηθῆ. Καίτοι αἱ χρήσεις τῶν δύο
741παρελθόντων ἐτῶν δὲν ἐνδεικνύουσι τοιοῦτόν τι, διότι, ὡς εἶπον,
742ἡ χρῆσις τοῦ 1887 ἀνέδειξε περίσσευμα πιστώσεων 15,000,
743000, ἡ χρῆσις τοῦ 1888 βεβαίως δὲν θ’ ἀνέδειξε τοιοῦτο
744ποσὸν, ἀλλὰ βεβαίως θὰ ἔχῃ ποσὸν ἀδιαθέτων πιστώσεων
7456,000,000 περίπου. Ἐμνήσθη τῆς γενομένης ἐντεῦθεν δη-
746λώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι πρόκει-
747ται κατὰ τὸ 1889 νὰ γένηται ἡ τροπὴ δύο δανείων πρὸς τὸν
748σκοπὸν τοῦ νὰ μὴ ἐπιβαρύνηται ὁ Προϋπολογισμὸς διὰ τῶν
749χρεωλυσίων, τοῦ δανείου τῆς ἀνεξαρτησίας, τοῦ ὁποίου τὸ
750χρεωλύσιον ἀναβαίνει εἰς 1,070,000, καὶ τοῦ δανείου τῶν 60,
751000,000, τοῦ ὁποίου τὸ χρεωλύσιον ἀναβαίνει εἰς 650,000.
752Ἀλλ’ ὑπέλαβεν, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο θέλει ἀποῤῥοφήσει τὸ
753δάνειον, τὸ γενόμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸν σιδηρό-
754δρομον Μύλων–Καλαμῶν.
755§5ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι κατὰ τὸ 1889, ἀλλὰ κατὰ τὰ
756μετ’ αὐτὸ ἔτη.
757§6ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βραδύτερον, ὅταν οἱ σιδηρόδρομοι πε-
758ρατωθῶσι, καὶ ὡς ἐκ τούτου εἰς τὰς δαπάνας αὐτῶν ὑπο-
759λογίζεται καὶ ὁ τοῦ δανείου τόκος, θέλομεν εὑρίσκεσθαι ὑπὸ
760ὅλως ἀλλοίας οἰκονομικὰς συνθήκας. Νῦν πρόκειται περὶ
761τῆς χρήσεως 1889. Αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις ἐκ τῶν χρεωλυ-
762σίων τῶν δύο δανείων αὐτῶν ἀνέρχονται εἰς 1,720,000 μετὰ
763δὲ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος 25%, τὸ ὅλον 2,146,
764000. Ἐὰν ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τῶν πιστώσεων τῶν δραχμῶν
76594,000,000 παραδεχθῶμεν ὡς πιθανὸν ποσὸν ἀδιαθέτων
766πιστώσεων καὶ μόνον 5% καὶ ὄχι 15, θὰ ἔχωμεν
7675,000,000, ἤτοι τὸ ὅλον τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων θὰ
768ἀνέλθῃ εἰς 7,000,000. Ἐκ τούτων δεικνύεται, ὅτι ἔχομεν
769τὸ ἰσοζύγιον τοῦ 1889 βέβαιον καὶ ἀσφαλὲς, ἐκτὸς ἀπροό-
770πτων περιστάσεων. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς,
771χαρακτηρίσας ὡς ἐχαρακτήρισε τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν
772τῆς Κυβερνήσεως, ἰσχυρίσθη συνάμα, ὅτι τὸ εἰς μεταλλικὸν
773πληρωτέον ποσὸν κατὰ τὸ 1889 ἔσται ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ
774ὁποῖον ἀναγράφει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887. Δὲν γινώσκω
775ἐκ τίνων στοιχείων ἀπετέλεσε τὸν συλλογισμὸν τοῦτον, διότι
776ἐγὼ, ἐξετάζων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887 καὶ τὸν Προϋ-
777πολογισμὸν τοῦ 1889 ὡς πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ δημοσίου
778χρέους, τὸ ὁποῖον πληρόνεται εἰς χρυσὸν, εὑρίσκω, ὅτι κατὰ
779τὸ 1889 τὸ πληρωτέον ποσὸν ἔσται κατώτερον κατὰ 1,400,
780000. Εἶναι δὲ ἡ ἀπόδειξις λίαν πρόχειρος. Κατὰ τὸ 1887
781ποσὸν πληρονόμενον εἰς μεταλλικὸν ἦτο 25,600,000, κατὰ
782τὸ 1889 θὰ ἔχωμεν, εἰς μεταλλικὸν πάντοτε, ποσὸν δραχ.
78324,200,000 περίπου.
784§7ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Συμπεριλαμβάνετε καὶ τὰ καταργού-
785μενα χρεωλύσια κατὰ τὸ 1889.
786§8ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ σεῖς τὰ συμπεριελάβετε.
787§9ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι.
788§10ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ διαφορὰ μόνον· αἱ
789πιστώσεις, αἱ ἀναγραφόμεναι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ
7901889, περιλαμβάνουσι καὶ τὸ ποσὸν τῶν 20,000,000 φράγ-
791κων, τὸ ὁποῖον διετέθη εἰς ἀγορὰν πλοίων, τὰ εἴκοσι δὲ
792ταῦτα ἑκατομμύρια δίδουσιν ἐτήσιον βάρος 1,500,000, τὸ
793ὁποῖον δέον νὰ ἀφαιρεθῇ, διότι ἀνάγεται εἰς τὰς ἐκτάκτους
794δαπάνας, μὴ ἀναγραφομένας εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
7951887, οὐδεὶς δὲ, συγκρίνων τὰς δαπάνας τοῦ 1887 πρὸς τὰς
796τοῦ 1889, δύναται νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν γενομένην χρη-
797σιμοποίησιν μέρους τοῦ δανείου τῶν φρ. 135,000,000, ἐκτὸς
798ἐὰν νομίζωσιν οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, ἡ
799ὁποία εἶναι κυρίως ναυτικὸν Κράτος, ἡ ὁποία, ἐὰν πρόκηται
800καὶ ἐν τῷ μέλλοντι νὰ διαδραματίσῃ πρόσωπόν τι ἐν τῇ
801Ἀνατολῇ, θὰ τὸ διαδραματίσῃ διὰ τοῦ ναυτικοῦ, ἔπρεπε νὰ
802μείνῃ ἄνευ πλοίων.
803Ἀλλ’ οὐ μόνον ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ,
804ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἄλλων ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐῤῥήθη
805ἐντεῦθεν ἐπανειλημμένως, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις διὰ
806τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐφήρμοσεν, ηὔξησε,
807πυρετωδῶς μάλιστα, εἶπέ τις, τὸ δημόσιον χρέος. Ὡς ἐκ
808τούτου ἐχαρακτηρίσθη ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς παρού-
809σης Κυβερνήσεως ὡς δανειστική. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸν
810εἰρωνικὸν τρόπον, μετὰ τοῦ ὁποίου ὁμιλοῦσι περὶ τῶν οἰ-
811κονομικῶν συνδυασμῶν, οἵτινες ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερ-
812νήσεως ἐπετεύχθησαν ἐν τῷ διαστήματι τῆς τριετίας, καθ’ ἣν
813διαχειρίζεται τὰ κοινά. Ἀλλὰ πρωτίστως ἀπευθύνω εἰς αὐτοὺς
814τὴν ἐρώτησιν, ἐὰν ἐκ τῶν συνομολογηθέντων ὑπὸ τῆς πα-
815ρούσης Κυβερνήσεως δανείων ἀπὸ τοῦ 1886 μέχρι σήμερον,
816ὑπῆρξε δάνειον τι, τοῦ ὁποίου τὸ προϊὸν δὲν ἐχρησίμευσεν
817εἰς πληρωμὴν ἑτέρου δανείου, ὑπὸ βαρυτέρους ὅρους συνω-
818μολογημένου· τοὐλάχιστον ἐγὼ δὲν γνωρίζω. Καὶ τὸ δάνειον
819τῶν 135,000,000 καὶ τὸ δάνειον τῶν 15,000,000 καὶ
820τὸ δάνειον τὸ γενόμενον κατὰ τὸ 1888 αὐτὸν ἀκριβῶς
821ἔσχον τὸν σκοπὸν, νὰ ἐξοφληθῶσι δι’ αὐτῶν ἕτερα δάνεια,
822τῶν ὁποίων τὸ βάρος ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων
823ἦτο ἀνώτερον. Ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν
824εἶχε κατατεθῆ εἰς τὴν Βουλὴν πίναξ, ἐνδεικνύων τὰς ἐκ τῶν
825οἰκονομικῶν συνδυασμῶν ἐπιτευχθείσας οἰκονομίας εἰς τὸ
826κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον, αἱ
827οἰκονομίαι αὗται ἀνέρχονται εἰς 6,180,000, ἐκ τῶν ὁποίων
828αἱ 600,000 ἀνάγονται εἰς τὴν νομισματικὴν διαφοράν.
829Ἀλλ’ οὐδεὶς τῶν ἀξιοτίμων ῥητόρων ἐπὶ τοῦ πίνακος τού-
830του ἔφερε τὸν λόγον, ἵνα ἀποδείξῃ, ἐὰν ἀριθμός τις ἐκ τῶν
831ἐν τῷ πίνακι ἀναγραφομένων εἶναι ἐσφαλμένος. Ἐπειδὴ
832ὅμως ὁ ἐπιπολαίως ἐξετάζων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889
833καὶ συγκρίνων αὐτὸν πρὸς τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν πα-
834ρελθόντων ἐτῶν δύναται νὰ μὴ ἀνευρίσκῃ τὴν διαφορὰν ταύ-
835την, διότι βλέπει, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889 ἀνα-
836γράφεται ποσὸν ἴσον ἢ κατά τι ἀνώτερον τοῦ ἀναγεγραμμένου
837εἰς τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1886 καὶ 1887, εἶμαι
838ὑποχρεωμένος νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν λόγον, οὗ ἕνε-
839κεν ἡ διαφορὰ αὕτη δὲν εἶναι αἰσθητὴ εἰς τὸν μὴ μελετῶντα
840ἐπισταμένως τὰ κατὰ τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν.
841Δέον νὰ γίνῃ σύγκρισις μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ
8421886 καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889, διότι οὕτω καὶ
843μόνον δύναται νὰ εὑρεθῇ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἡ παροῦσα
844Κυβέρνησις διὰ τῶν ὑπ’ αὐτῆς πραγματοποιηθέντων συν-
845δυασμῶν ἐπέτυχεν. Εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1886 ἀνα-
846γράφεται πίστωσις διὰ δημόσιον χρέος 33,062,298. Εἰς τὸ
847ποσὸν τοῦτο δέον νὰ προστεθῶσιν αἱ δι’ εἰδικῶν νόμων χο-
848ρηγηθεῖσαι πιστώσεις διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ προσωρινοῦ δα-
849νείου ἐκ φρ. 19,000,000, τοῦ συνομολογηθέντος διὰ τὴν
850πληρωμὴν τῶν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως προμη-
851θευθέντων ὑλικῶν. Δέον νὰ προστεθῇ ὁ τόκος καὶ τὸ χρεω-
852λύσιον τοῦ δανείου τοῦ συνομολογηθέντος διὰ τῆς ἐκδόσεως
853τῶν κερματικῶν γραμματίων. Οὕτω δὲ ἡ πίστωσις τοῦ
8541886 διὰ δημόσιον χρέος ἀνέρχεται εἰς δραχ. 36,732,000.
855Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου δέον ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ ποσὸν τὸ ἀναφε-
856ρόμενον εἰς νομισματικὴν διαφορὰν, ἤτοι 1,600,000, καὶ τότε
857ἔχομεν πιστώσεις τοῦ 1886 35,132,000. Ὁ Προϋπολογι-
858σμὸς τοῦ 1889 ἀναγράφει διὰ δημόσιον χρέος πιστώσεις δρ.
85938,463,636· ἐξ αὐτῶν πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸ λόγῳ
860ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος ἀναγραφόμενον ποσὸν ἐκ
861δραχ. 6,765,553 καὶ ἔχομεν ὑπόλοιπον δραχ. 31,698,083
862δέον ἔτι ν’ ἀφαιρεθῇ καὶ τὸ ποσὸν τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὴν
863ὑπηρεσίαν τῶν 26,000,000, τῶν χρησιμευσασῶν εἰς τὴν
864κατασκευὴν τῶν θωρηκτῶν, ἐκ δραχ. 1,600,000· ὥστε ὁ
865Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889 κυρίως ἔχει 30,000,000, ἡ
866διαφορὰ εἶναι 5,000,000. Ἰδοὺ αἱ οἰκονομίαι, αἱ ἐπιτευ-
867χθεῖσαι ἐκ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, τοὺς ὁποίους οἱ
868ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μετ’ εἰρωνείας ἐντεῦθεν ἐμνη-
869μόνευσαν.
870Ἀλλ’ ἡ ἐπιτευχθεῖσα ὁριστικὴ ἀνόρθωσις τῶν οἰκονομι-
871κῶν τοῦ Κράτους δὲν ὑπῆρξε τὸ μόνον μέλημα τῆς παρούσης
872Κυβερνήσεως, οὐδ’ ἔθετο εἰς δευτέραν μοῖραν πάντα τὰ λοιπὰ,
873ὡς ἰσχυρίσθησάν τινες τῶν προαγορευσάντων· τοὐναντίον ἐν
874τῇ οἰκονομικῇ πολιτικῇ τῆς Κυβερνήσεως, ἀφ’ ἧς ἀνῆλθεν εἰς
875τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν, βλέπομεν ἀναγεγραμμένον ὅρον
876σπουδαιότατον, συνδεόμενον μὲ τὸ μέλλον τοῦ τόπου, τὴν
877ἐκτέλεσιν παντοίων δημοσίων ἔργων. Ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς
878συνδυασμοῖς αὐτῆς ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν ἀπεμακρύνθη
879τὸ παράπαν ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει ὡς ἀντισήκωμα τοῦ
880Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀπέναντι τῶν ἐπιβαρυνόντων αὐτὸν βα-
881ρῶν νὰ παράσχῃ δημόσια ἔργα, συντελοῦντα εἰς τὴν αὔξησιν
882τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου. Ὡς πρὸς τὴν συνήθη ὁδοποιΐαν δὲν θέλω
883ἀπασχολήσει τὴν Βουλὴν, ἀναιρῶν ὅσα ἐντεῦθεν ἐλέχθησαν
884περὶ τοῦ ἀσκόπου τῶν γινομένων πρὸς ἐπέκτασιν τῆς ὁδο-
885ποιΐας δαπανῶν. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἀφ’ ἧς συνωμο-
886λόγησε τὸ δάνειον τῶν 20,000,000, εἶχεν ὡς πρόγραμμα,
887νὰ κατασκευασθῶσι πᾶσαι αἱ ὁδοὶ, αἱ ἀναγκαῖαι εἰς τὸ
888Κράτος. Ἦτο λοιπὸν φυσικὸν εἰς αὐτὴν, νὰ μὴ ἐξετάζῃ τίς
889ὁδὸς θὰ κατασκευαθῇ πρώτη καὶ τίς βραδύτερον. Ἐσκόπει
890ἀρχικῶς νὰ προέλθῃ καὶ εἰς συνομολόγησιν ἑτέρου δανείου πρὸς
891συμπλήρωσιν τοῦ συμπλέγματος τῶν ἐν Ἑλλάδι ὁδῶν. Ἐὰν
892συνέβη νὰ προτιμηθῶσιν ὁδοί τινες, εἴτε ἐν Πελοποννήσῳ, εἴτε
893ἐν τῇ Στερεᾷ Ἑλλάδι, τοῦτο δὲν προῆλθεν ἐκ πολιτικῆς
894κερδοσκοπίας, ἀλλ’ ἦτο ἀκριβῶς ἐφαρμογὴ τοῦ προγράμμα-
895τος αὐτῆς περὶ τῆς κατασκευῆς πασῶν τῶν ὁδῶν, ἂν δὲ
896ἡ ὑπηρεσία τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων συνέβη
897ὥστε νὰ μελετήσῃ εὐκολώτερον μίαν ὁδὸν καὶ προτιμήσῃ
898αὐτὴν, τοῦτο δὲν εὐθύνει τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις τοσοῦτο περισ-
899σότερον, ὅσον καὶ σήμερον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ προγράμματος βα-
900δίζουσα, οὐ μόνον δὲν ἠλάττωσε τὰ μέσα τοῦ τμήματος τῆς
901ὁδοποιΐας, ἀλλ’ ἐφρόντισε νὰ ἐνισχύσῃ καὶ ἴσως θὰ ἐνισχύσῃ
902περισσότερον ἐν τῷ μέλλοντι ταῦτα, ἵνα πᾶσαι αἱ ὁδοὶ, αἱ ἀνή-
903κουσαι εἰς τὸ Κράτος, ἐκτελεσθῶσι ἐντὸς βραχυτάτου χρό-
904νου. Οἱ σιδηρόδρομοι σήμερον ἔχουσι μεγάλην ἐπίτασιν καὶ
905ἂν ὑπολείπωνται τμήματά τινα πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ συμ-
906πλέγματος τῶν Πελοποννησιακῶν σιδηροδρόμων, φρονῶ, ὅτι
907ἐν τῇ προσεχεῖ ἐκτάκτῳ Συνόδῳ θέλομεν συζητήσει τὰς
908προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως, τὰς ἀφορώσας οὐ μόνον εἰς τὴν
909συμπλήρωσιν τοῦ Πελοποννησιακοῦ συμπλέγματος, ἀλλὰ
910καὶ εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου, ὁ ὁποῖος θέλει
911μᾶς ἑνώσει μὲ τὴν Εὐρώπην.
912Ἀλλ’ ἐν τῇ οἰκονομικῇ πολιτικῇ τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρ-
913χε καὶ γεωργικὴ πολιτικὴ, διότι ὁ νόμος περὶ τῶν ὑδραυ-
914λικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ οὐδὲν ἄλλο ἐσκόπει ἢ τὴν ἀνάπτυ-
915ξιν τῆς γεωργίας· δὲν εἶναι ἀμφιβολία, ὅτι εὐθὺς μετὰ τοῦτο
916καὶ ὅπου ἀλλαχοῦ ὑδραυλικὰ ἔργα ὑποδεικνύονται ὡς ἀναγ-
917καῖα θέλουσιν ἐκτελεσθῆ πρὸς αὔξησιν τῶν παραγωγικῶν
918δυνάμεων τοῦ τόπου. Ἐφ’ ὅσον τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κρά-
919τους τὸ ἐπιτρέπουσιν, ἐν τῇ γεωργικῇ καὶ ὑδραυλικῇ πο-
920λιτικῇ ἔγκειται ἡ προσπάθεια τῆς Κυβερνήσεως πρὸς
921σύστασιν Κτηματικῆς καὶ Γεωργικῆς Τραπέζης, διότι αἱ
922ὑπάρχουσαι προνομιοῦχοι Τράπεζαι, αἱ ὁποῖαι ἐκτελοῦσι
923καθήκοντα Γεωργικῶν καὶ Κτηματικῶν Τραπεζῶν, ἀπε-
924δείχθησαν ἀνεπαρκεῖς. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐπὶ τοῦ θέ-
925ματος τούτου διεξάγονται διαπραγματεύσεις μεταξὺ τῆς
926Κυβερνήσεως καὶ τῶν τραπεζιτῶν, ὧν τὰ κεφάλαια θέ-
927λουσι χρησιμεύσει πρὸς σύστασιν τοιούτων Τραπεζῶν. Πε-
928ριττὸν νὰ ὑπομνήσω ὑμῖν τὰ μέγιστα ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ πλού-
929του εὐεργετήματα τῆς συστάσεως μιᾶς τοιαύτης Τραπέζης.
930Ἀλλά, κατὰ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν, εἶναι ἀνε-
931λεύθερος ἀρχὴ ἡ διαιώνησις τῶν Κυβερνήσεων, καὶ ἐπὶ τού-
932του ἀπηύθυνε μομφὴν καθ’ ἡμῶν, ὑποστηριζόντων τὴν Κυ-
933βέρνησιν, ἐνῷ τῆς Συμπολιτεύσεως καύχημα εἶναι, ὅτι
934κατωρθώθη παρ’ ἡμῖν νὰ ἔχωμεν μόνιμον Κυβέρνησιν. Αἱ
935συχναὶ μεταβολαὶ τῶν Κυβερνήσεων, οὐδὲν ἐπαγγέλλονται
936ἀγαθὸν εἰς τὸν τόπον· ἐὰν ἡ μεταβολὴ τῶν Κυβερνήσεων
937εἰς Κράτη μᾶλλον ἡμῶν προκεχωρημένα κατὰ τὸν πολιτι-
938σμὸν καὶ τὰ οἰκονομικὰ ἐπάγωνται βλάβας, παρ’ ἡμῖν αὗται
939ἔσονται μείζονες. Οὐδένα ἔχομεν λόγον, ἀφαιροῦντες τὴν ἐμπι-
940στοσύνην ἡμῶν ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ προκαλέσωμεν τὴν
941εἰς τὰ ἑδώλια τῶν Ὑπουργῶν ἀνάβασιν τῆς Ἀντι-
942πολιτεύσεως, διότι μέχρι τοῦδε τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα
943τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἐγένετο γνωστόν. Κατὰ τὴν ἔναρ-
944ξιν τῆς παρούσης Περιόδου προετάθη μέσον θεραπείας, σύ-
945στημά τι, τὸ ὁποῖον δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω, ἀλλ’ εὐθὺς
946κατόπιν κατεβλήθη προσπάθεια, ἵνα ἀποκηρυχθῇ τὸ σύστημα
947τοῦτο. Ἰσχυρίσθη ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι ἡμεῖς τὴν ἐσυκο-
948φαντήσαμεν, ἀποδώσαντες εἰς αὐτὴν τοιοῦτον σκοπὸν ἢ πρό-
949γραμμα πολιτικόν. Ἔπαυσαν δὲ κατόπιν ἐνδεικνύοντες εἰς τὴν
950ἀντιπροσωπείαν τοῦ Ἔθνους τὸ τοιοῦτον οἰκονομικὸν σύστημα,
951τὸ ὁποῖον ἐνόμιζον, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ πείσῃ μέλη τινὰ
952τῆς Συμπολιτεύσεως νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς τάξεις τῆς
953Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ δὲν δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι
954μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Συμπολιτεύσεως δὲν ὑπάρχουσι
955πολλοὶ, οἵτινες ἔχουσιν ἴσως προσωπικὰς ἀφορμὰς ἢ δυσαρε-
956σκείας κατὰ τῶν Κυβερνώντων, ἀλλ’ ἡ πεποίθησις, ὅτι, ἂν
957ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀνατραπῇ, πρὸ πάντων τὰ οἰκονο-
958μικὰ τοῦ Κράτους ἤθελον διατρέξει μέγιστον κίνδυνον, ἀπο-
959μακρύνει αὐτοὺς πάσης σκέψεως μεταστάσεως εἰς τὴν Ἀντι-
960πολίτευσιν. Δὲν γινώσκω, ὁποῖον ἔσεται τὸ οἰκονομικὸν πρό-
961γραμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε οὐδὲν τοιοῦ-
962τον εἶδον· μέχρι τοῦδε ἡ Ἀντιπολίτευσις περιωρίσθη ἐλέγχουσα
963τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ προσπα-
964θοῦσα νὰ παραστήσῃ τὰς χρήσεις τοῦ 1887, τοῦ 1888,
965τοῦ 1889 ὡς ἐνδεικνυούσας ἔλλειμμα. Ἀλλ’ ἐὰν μετὰ τὴν
966ἐπιβάρυνσιν ταύτην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἔχωμεν ἔλλειμμα,
967πῶς θὰ ἔχωμεν περίσσευμα κατὰ τὸ περὶ ἐλαττώσεως
968τῶν φόρων πρόγραμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Δὲν θέλω
969μνησθῆ τῶν προτάσεων τινῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύ-
970σεως περὶ αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων, διότι
971ὅλα ταῦτα θέλουσιν ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν αὔξησιν
972τοῦ ἐλλείμματος. Ἀλλ’ ἰδίως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης
973Βουλευτὴς ἰσχυρίσθη, καταστρέφων τὸν λόγον του, ὅτι τὸ
974διακρῖνον σήμερον τὴν διοίκησιν εἶναι ὁ φατριασμὸς καὶ ἡ
975συγκέντρωσις· ἰσχυρίσθη, ὅτι πάντα τὰ νομοθετήματα, ὅσα
976προεκλήθησαν κατὰ τὴν παροῦσαν Περίοδον τῆς Βουλῆς
977καὶ ἐψηφίσθησαν, ἕνα εἶχον σκοπόν, νὰ ἀνατρέψωσι πάντας
978τῆς ἀποκεντρώσεως τοὺς θεσμοὺς, οὐδένα ὅμως ἀνέφερε
979καταστραφέντα τοιοῦτον θεσμὸν καὶ προκληθεὶς ὑπό τινος
980νὰ ὀνομάσῃ τὰ νομοθετήματα, δὲν τὰ ἀνέφερε.
981§11ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀνέφερα πολλά, π.χ. τοὺς ὑποταμίας, τὸ
982ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὰ ὑποβληθέντα ἐφέτος
983σχετικὰ πρὸς τὰ ἔσοδα καὶ τὰς ἀστυνομίας τῶν δήμων.
984§12ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς μοὶ ἐνθυμίζει, ὅτι τὰ
985νομοσχέδια, τὰ ψηφισθέντα, περὶ τοῦ ταμείου τῆς δημοτι-
986κῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ περὶ ὑποταμιῶν ἔσχον τὸν χα-
987ρακτῆρα τῆς συγκεντρώσεως. Βεβαίως δὲν θέλω ἐπασχολή-
988σει τὴν Βουλήν, δίδων πλήρη ἐξήγησιν ἐπὶ τῶν θεμάτων
989τούτων, διότι ἀνεπτύχθησαν ἐν καιρῷ· ἐρωτῶ ὅμως πάντας
990ὑμᾶς, κατὰ τί τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὑπῆρξε
991συγκεντρωτικόν; ἡ σύστασις τούτου εἶχε σκοπὸν νὰ ἐξασφα-
992λίσῃ τὴν λειτουργίαν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἧς ἡ λει-
993τουργία τελεῖται καὶ νῦν ὡς καὶ πρότερον· οἱ δημοδιδάσκαλοι
994διορίζονται ὡς καὶ πρότερον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαι-
995δεύσεως, ἀλλ’ ἐνῷ πρότερον οὗτοι δὲν ἠδύναντο ἐκ τοῦ
996δημοτικοῦ ταμείου νὰ λάβωσι τοὺς μισθούς των, σήμερον
997κατορθόνοσι νὰ ἔχωσιν ἐξησφαλισμένην τὴν πληρωμὴν
998αὐτῶν· τοῦτο ὀνομάζετε συγκέντρωσιν; Διὰ τοῦ συστήματος
999τῶν ὑποταμιῶν ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη νὰ διευκολύνῃ τὰς
1000εἰσπράξεις τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ διὰ τοῦ αὐτοῦ νόμου
1001παρέσχε τὴν εὐκολίαν εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, αἵτινες
1002δὲν ἠδύναντο διὰ τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος νὰ ἐνεργή-
1003σωσι τὰς εἰσπράξεις τῶν ἐσόδων, ν’ ἀναθέτωσι ταύτας εἰς
1004τινας τῶν ταμιῶν.
1005Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἰσχυρίσθη καὶ ἕτερόν
1006τι, ὅτι οὐ μόνον ἐν τῇ διοικήσει ἐπικρατεῖ ὁ φατριασμὸς,
1007ἀλλὰ καὶ εἰς πάντα τὰ ἐθνικὰ ἱδρύματα, προκληθεὶς δὲ νὰ
1008ὀνομάσῃ ταῦτα, ἀνέφερέ τι, τὸ ὁποῖον, ὁμολογῶ, μὲ ἐξέπλη-
1009ξε· προκειμένου περὶ διορισμοῦ ἑλλανοδικῶν ἐν τῇ Ἐκθέσει,
1010εἶπεν, ὅτι προσελήφθη καὶ ξένος τις ζωγράφος.
1011§13ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ τὸ ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
1012Ἐσωτερικῶν ὡς ἓν τῶν παραδειγμάτων· ἐγὼ ἠρώτησα τὸν
1013κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν ὑπῆρχε μέλος τι τῆς
1014Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων, ἀνῆκον εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν.
1015§14ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ μνήμη παρὰ πολὺ ταχέως σᾶς ἐγ-
1016κατέλιπεν. Ὑμεῖς ῥητῶς κατεκρίνατε τὴν πρόσληψιν κρι-
1017τῶν ξένων παρεπιδημούντων καὶ μὲ ᾐτήσατε νὰ ἐξηγήσω
1018τὰ σφάλματα. Ζητήσατε τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά.
1019§15ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω ἄν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρ-
1020της εἰς τὰ διάφορα ἱδρύματα ἐννοῇ καὶ τὰ Τραπεζικά.
1021§16ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὰ δὲν χαρακτηρίζονται ὡς ἐθνικὰ
1022καθιδρύματα.
1023§17ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ πρόκειται περὶ τῶν λοιπῶν, θὰ
1024τὸν ἐρωτήσω: εἰσῆλθεν ὁ φατριασμὸς εἰς τὴν διοίκησιν τῆς
1025Φιλεκπαιδευτικῆς Ἑταιρίας, ἧς τὸ Συμβούλιον ἐκλέγεται
1026ὑπὸ τῶν ἑταίρων ὡς καὶ πρότερον; εἰσῆλθεν εἰς τὸ Ἀμα-
1027λίειον, ὅπερ διοικεῖται ὡς καὶ πρότερον;
1028§18ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐκεῖ εἶναι, Κυρίαι, αἵτινες διετήρησαν
1029ἀνεξαρτησίαν τινὰ ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως.
1030§19ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἰσχυρίσθη πρὸς τούτοις, ὅτι ὁ
1031φατριασμὸς ἐπεξετάθη καὶ εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν,
1032διότι ἡ διπλωματικὴ ὑπηρεσία ἐπληρώθη ἀπὸ ὄργανα τῆς
1033φατρίας· ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν, τίς δια-
1034τελεῖ πρεσβευτὴς ἐν Λονδίνῳ, ἐν Ῥώμῃ καὶ Παρισίοις; Οἱ
1035ἀνώτεροι Προξενικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ διατελοῦντες εἰς τὰ
1036σπουδαιότερα τῶν Προξενείων, εἶναι ἄνθρωποι ὑπηρεσίας, ὧν
1037αἱ προηγούμεναι ὑπηρεσίαι δικαιοῦσιν αὐτοὺς νὰ κατέχωσι
1038τὰς θέσεις των, μὴ λαμβανομένου ὑπ’ ὄψει, ἂν ἀνήκωσιν εἰς
1039τὴν Συμπολίτευσιν ἢ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Εἶναι εὔκολον ἐν-
1040τεῦθεν νὰ ἐκτοξεύῃ τις αἰτιάσεις, ν’ ἀπαγγέλλῃ μομφάς·
1041ὅταν ὅμως σοβαρὸς πολιτευτὴς ἀποφασίζῃ ἐντεῦθεν τοιαύ-
1042τας μομφὰς ν’ ἀπευθύνῃ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι
1043ἀνάγκη νὰ δίδῃ τὴν προσήκουσαν ἐξήγησιν, ἵνα μορφῶται
1044ἡ πεποίθησις, ὅτι ὁ ἀγορεύων δὲν ἀγορεύει πρὸς τὸν σκοπὸν
1045τοῦ νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν τῶν ἀκροατηρίων.
1046§20ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἄν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν
1047νομίζῃ, ὅτι δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν τὴν ἐξωτερικὴν πολι-
1048τικὴν, εἶμαι πρόθυμος νὰ συζητήσω ἐπ’ αὐτῆς. Δὲν πράττω
1049τοῦτο διὰ νὰ προσελκύσω τὴν προσοχὴν τῶν ἀκροατηρίων.
1050§21ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ περὶ τοῦ καμάτου καὶ καταπονήσεως
1051τῆς παραγωγῆς ἐν συντόμῳ μὲν, ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐπανε-
1052λήφθησαν ἐνταῦθα. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἰσχυ-
1053ρίσθη, ὅτι τὸ σφιγμόμετρον πρὸς ἐκτίμησιν τῆς οἰκονομικῆς
1054καταστάσεως τῆς χώρας εἶναι πρὸ πάντων τὰ τελωνεῖα, τὰ
1055εἰσπραττόμενα ἐκ τῶν εἰδῶν τοῦ μονοπωλίου καὶ τὰ τέλη
1056τοῦ χαρτοσήμου. Εἶναι ἐν τούτοις ἀποδεδειγμένον, ὅτι τὰ
1057ἐκ τῶν εἰδῶν τῶν μονοπωλίων ἔσοδα τοῦ 1888 ἦσαν ἀνώ-
1058τερα τῶν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἰσπραχθέντων, ὡς καὶ αἱ
1059ἐκ τοῦ χαρτοσήμου εἰσπράξεις· ἀποδεδειγμένον ὡσαύτως εἶναι,
1060ὅτι ἡ μικρὰ ἐλάττωσις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν προῆλθεν
1061ἀπὸ τὴν εἰσαγωγὴν ἐλάσσονος ποσοῦ σιτηρῶν· τοῦτο δὲν
1062ἀποτελεῖ ἀπόδειξιν τοῦ καμάτου, ἀλλὰ τοὐναντίον, ὅτι αἱ
1063παραγωγικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας διατελοῦσιν εἰς κατάστα-
1064σιν ἀκμαίαν. Ἡμεῖς, οἵτινες ὑποστηρίζομεν τὴν οἰκονομικὴν
1065πολιτικὴν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ὅταν πεισθῶμεν, ὅτι
1066ἐπῆλθεν ὁ κάματος καὶ ἡ καταπόνησις εἰς τὴν παραγω-
1067γὴν, βεβαίως δὲν θέλομεν ὑποστηρίξει τὴν πολιτικὴν ταύ-
1068την, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε οὐδεμίαν περὶ τούτου ἔχομεν ἀπό-
1069δειξιν, φρονοῦμεν δὲ, ὅτι, ἂν ἐξακολουθήσῃ λειτουργοῦν τὸ
1070οἰκονομικὸν σύστημα, ὃ εἰς τόσα εὐχάριστα ἤγαγεν ἡμᾶς
1071ἀποτελέσματα, θέλομεν ἄρει μετά τινα χρόνον τὴν ἀναγ-
1072καστικὴν κυκλοφορίαν καὶ θέλομεν ἀπαλλάξει τὸν Ἑλλη-
1073νικὸν λαὸν τῆς μεγίστης τῶν φορολογιῶν, τῆς μεγίστης
1074τῶν ἐπιβαρύνσεων. Δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ προσέξω εἰς
1075τὸ μειδίαμα, ὃ τινὲς τῶν ἀντιπολιτευομένων εἰς τὴν ἀπαγ-
1076γελίαν περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἔδειξαν.
1077Δὲν ἐννοοῦμεν ἡ ἄρσις νὰ ἐπέλθῃ ἀποτόμως. Ὄχι διότι ἡ
1078ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὰ συμ-
1079φέροντα τοῦ Κράτους, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐκ τῆς ὑπερτι-
1080μήσεως τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος καὶ ἐκ μόνου αὐτοῦ
1081ἡ Κυβέρνησις πληρόνει ποσὸν ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θὰ
1082πληρόνῃ δανειζομένη τὸ ποσὸν, ὅπερ εἶναι ἀναγκαῖον διὰ
1083τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλὰ διότι
1084φρονοῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ λειτουργήσῃ τὸ οἰκονομικὸν σύ-
1085στημα ἐπὶ πολλὰ ἀκόμη ἔτη, τοὐλάχιστον ἐπὶ τρία ἔτη,
1086νὰ βεβαιωθῇ ἡ ὁριστικὴ ἀνόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν,
1087νὰ μὴ ὑπάρχῃ κἀνεὶς ὁ ἀμφιβάλλων περὶ τοῦ ἰσοζυγίου
1088μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων, συνάμα δὲ καὶ ἐν τῷ ἐσωτε-
1089ρικῷ νὰ τελεσθῇ πρόοδος τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ ἦναι ἠναγ-
1090κασμένον τὸ Κράτος νὰ ἐξάγῃ μεταλλικὸν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ
1091πρὸς προμήθειαν τῶν ἀπαραιτήτως αὐτῷ ἀναγκαίων, νὰ
1092ἐπιτευχθῇ δὲ καὶ σχετική τις πρόοδος τῆς ἐγχωρίου βιομηχα-
1093νίας, ἥτις, ὡς ἐν τῇ τελευταίᾳ ἐκθέσει τῶν Ὀλυμπίων παρε-
1094τηρήσαμεν πάντες, δὲν ἔμεινε στάσιμος. Ὑπὸ τοιαύτας συν-
1095θήκας ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δύναται νὰ
1096ἐπέλθῃ ἄνευ οὐδενὸς κλονισμοῦ, ἄνευ οὐδενὸς κινδύνου καὶ
1097ἄνευ οὐδεμιᾶς διαταράξεως τῶν ἐμπορικῶν συναλλαγῶν.
1098Δὲν θέλω ἐπικαλεσθῆ τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ τιμὴ, εἰς ἣν
1099σήμερον διατηροῦνται τὰ χρεώγραφα ἡμῶν ἔν τε τῇ ἀλλο-
1100δαπῇ καὶ τῷ ἐσωτερικῷ, εἶναι μία ἐναργὴς ἀπόδειξις τῆς
1101πεποιθήσεως, ἥτις ἐσχηματίσθη παρ’ ἅπασιν ἐκείνοις, οἵτι-
1102νες ἔχουσι τὸ συμφέρον νὰ ἐξετάζωσι τὰ τῶν οἰκονομικῶν
1103ἡμῶν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς οὐδέποτε θὰ ἐπιλάθηται τῶν ὑπο-
1104χρεώσεων αὐτῆς, καὶ ὅτι ἤδη ὁριστικῶς ἠνωρθώθησαν τὰ
1105οἰκονομικὰ αὐτῆς. Εἶναι ὄντως καταπληκτικὴ ἡ ὑπερτίμη-
1106σις, τὴν ὁποίαν κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας τὰ χρεώ-
1107γραφα ἡμῶν ἔλαβον ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, διότι εἴς τινα ἐξ αὐ-
1108τῶν παρετηρήθη αὕτη ἀνερχομένη εἰς 50% πρὸς τὰς τιμὰς,
1109τὰς ὁποίας εἶχον πρὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως τὰ χρεώγραφα
1110ταῦτα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὸ παρήγορον τοῦτο. Εἶναι
1111γνωστὸν εἰς τοὺς θέλοντας νὰ μανθάνωσι τὰ τῶν χρεωγρά-
1112φων ἡμῶν, ὅτι μεγίστη ποσότης αὐτῶν ἐτοποθετήθη εἰς
1113Ἐπικρατείας, ὅπου πρότερον δὲν ἦτο γνωστὸν τὸ Ἑλληνι-
1114κὸν χρεώγραφον. Ἐν Γερμανίᾳ, εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι πο-
1115σὸν χρεωγράφων, ὑπερβαῖνον τὰ 2,000,000 λιρῶν, ἐτοπο-
1116θετήθη οὐχὶ εἰς χεῖρας χρηματιστῶν, ἀλλ’ ἐτοποθετήθη ὡς
1117placement, ἤτοι ἠγοράσθη παρ’ ἐκείνων, οἵτινες τὰ ἀπο-
1118ταμιεύματα αὑτῶν τοποθετοῦσιν εἰς χρεώγραφα πρὸς ἐξα-
1119σφάλισιν προσόδου, ἀπὸ ἡμέρας δ’ εἰς ἡμέραν βλέπει τις
1120βελτιουμένην τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν, ὅπερ ἀναντιῤ-
1121ῥήτως ὀφείλεται εἰς τὴν μορφωθεῖσαν εὐλόγως πεποίθησιν περὶ
1122τῆς ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Τὸ δάνειον τῶν 135,
1123000,000 ἐθεωρήθη ὡς συνομολογηθὲν ὑπὸ τοὺς συμφερωτέ-
1124ρους ὅρους εἰς τὸ Κράτος ἡμῶν. Συνωμολογήθη ἐπὶ τόκῳ
1125ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου 4%, ἐπὶ πραγματικοῦ δὲ 6%,
1126ἐν τούτοις πρὸ ὀλίγου ἀνηγγέλθη εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ κ.
1127Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐπὶ προτάσει ἀφορώσῃ εἰς
1128παροχὴν μεγάλου δανείου ἐδέχθη μόνον τὴν συνομολόγησιν
1129δανείου ἐκ δραχμῶν 30,000,000 ὀνοματικοῦ κεφαλαίου
1130ἐπὶ τόκῳ ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ πρὸς 5⅞%, χωρὶς τὸ Δη-
1131μόσιον ν’ ἀναλάβῃ οὐδεμίαν δαπάνην, ἐνῷ ὡς πρὸς τὸ δά-
1132νειον τῶν 135,000,000 τὸ Δημόσιον ἀνέλαβε τὴν δαπά-
1133νην τῆς ἐκδόσεως τῶν τίτλων καὶ τοῦ χαρτοσήμου, ἡ δα-
1134πάνη δ’ αὕτη ἀνέρχεται εἰς 60/00 περίπου τοῦ φράγκου.
1135Ὥστε, ἄν τις συγκρίνῃ τὸ δάνειον τῶν 30,000,000, τὸ τε-
1136λευταίως συνομολογηθὲν, ἢ μᾶλλον συνομολογηθησόμενον
1137ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τελευταίως ψηφισθέντος ὑφ’ ἡμῶν νό-
1138μου, πρὸς τὸ δάνειον τῶν 135,000,000, ἢ ἄν τὸ δάνειον
1139τοῦτο συνωμολογεῖτο ὑφ’ οὓς ὅρους συνωμολογήθη τὸ δάνειον
1140τῶν 135,000,000, θὰ εἴχομεν ἐπιβάρυνσιν τοῦ δημοσίου
1141ταμείου ἐκ δραχμῶν 280,000 περίπου.
1142Ὅπως γνωσθῇ καὶ ἡ χρηματιστικὴ κατάστασις τοῦ δη-
1143μοσίου ταμείου κατὰ τὴν λῆξιν τοῦ 1888, εἶναι ἀνάγκη
1144νὰ γινώσκωμεν τὸ ποσὸν τῶν ἀναγκαστικῶς κυκλοφορούν-
1145των γραμματίων κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1887 συγκρι-
1146τικῶς πρὸς τὴν 31 Δεκεμβρίου 1888. Ἡ Κυβέρνησις εἶχε
1147κατατεθειμένα παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ 13,500,000
1148ὡς ἐνέχυρον διὰ τὸ προσωρινὸν δάνειον τῶν 10,200,000,
1149τὸ συνομολογηθὲν παρὰ τῶν ἐνταῦθα Τραπεζῶν· ἐπειδὴ
1150δὲ τελευταῖον ἔλαβεν εἰς ἔντοκα γραμμάτια τὸ ποσὸν
1151400,000 λιρῶν πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεω-
1152λυσίων τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1888, τὸ τίμημα
1153αὐτῶν, ἀνερχόμενον εἰς 12,614,000, τὸ προερχόμενον ἐκ
1154τῶν πρὸς ὑπηρεσίαν τῶν δανείων προωρισμένων εἰσπράξεων,
1155κατέθηκε καὶ τοῦτο εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὥστε
1156παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ὑπάρχει διαθέσιμον ἐκ τοῦ
1157δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ποσὸν 26,114,000.
1158Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ τοῦ δανείου τῶν 10,200,000,
1159τὸ ὁποῖον θὰ ἐξοφληθῇ διὰ τοῦ συνομολογηθέντος δα-
1160νείου, δὲν νομίζω ἄσκοπον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ
1161τῶν περιστάσεων, αἵτινες σχετίζουσι τὸ δάνειον τοῦτο
1162πρὸς τὸ ὑποτιθέμενον ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1887.
1163Καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐγὼ ἐν-
1164τεῦθεν ἐπὶ τῆς πολιτικῆς συζητήσεως εἴπομεν, ὅτι ἡ χρῆ-
1165σις τοῦ 1887 ἔχει ἠθικὴν εὐθύνην ἐπὶ ποσοῦ 5,000,000,
1166ἐκ τοῦ δανείου τῶν 10,200,000, τὸ ὁποῖον ἐχρησιμοποιήθη
1167εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων τῆς χρή-
1168σεως 1887· καὶ ἂν τὸ ποσὸν τῶν 5,000,000 ἐπρόκειτο νὰ
1169πληρωθῇ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἡ ἐντεῦθεν προκύπτουσα
1170διαφορὰ ἐξ ἑνὸς ἑκατομμυρίου· βεβαίως ἔδει νὰ θεωρηθῇ
1171ὡς ἐπιβαρύνουσα τὴν χρῆσιν τοῦ 1887, ὡς ἐκ τοῦ συνομο-
1172λογουμένου ὅμως νῦν δανείου, δι’ οὗ τρέπεται εἰς πάγιον
1173τὸ δάνειον τοῦτο, τὸ δημόσιον ταμεῖον θέλει ὑφίστασθαι τὴν
1174πληρωμὴν μόνον τοῦ τόκου τῶν 5,000,000, ἤτοι 300,000,
1175καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι ἠρμένη ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία
1176θέλει βαρύνεσθαι μὲ τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλ-
1177λάγματος ἐπὶ ποσοῦ δραχμῶν 300,000, δηλ. μὲ ὑπερτί-
1178μησιν 75,000 δραχμῶν περίπου.
1179Βεβαίως δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναληφθῇ ἐντεῦθεν, ὡς
1180ἀπόδειξις ἐναργὴς τῆς ἐπιτευχθείσης ἀνορθώσεως τῶν οἰκο-
1181νομικῶν ἡμῶν, τὸ ἤδη γενόμενον, νὰ δύνηται δηλ. ἡ Κυβέρ-
1182νησις ἡμῶν νὰ δανείζηται ἄνευ παροχῆς ἐγγυήσεως ἢ ἄνευ
1183ἐκχωρήσεως ὡρισμένων προσόδων. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ περὶ
1184τούτου μνεία κυρίως πρὸς ἕνα ἔπρεπε νὰ γένηται σκοπὸν,
1185ἤτοι ἵνα ἀναιρεθῇ τὸ ἐντεῦθεν λεχθὲν ὑπὸ ἀξιοτίμου ῥήτορος
1186τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τοῦ ὁμιλοῦντος καὶ ἐν ὀνόματι τῶν
1187λοιπῶν μελῶν αὐτῆς, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ
1188ἐκχωρουμένων δημοσίων προσόδων πρὸς ἀσφάλειαν δανείου
1189τινὸς καὶ τῆς ἁπλῆς ἐγγυήσεως τοῦ Κράτους. Ὅτε τὸ πρῶ-
1190τον ἠρξάμεθα δανειζόμενοι καὶ ἐζητεῖτο παρὰ τῶν κεφαλαιού-
1191χων ἡ ἐκχώρησις ὡρισμένων προσόδων, ὑπῆρξαν ἐν τῷ Κοι-
1192νοβουλίῳ τούτῳ πολλοὶ οἱ προσβαλόντες τὸ σύστημα τοῦτο,
1193ὡς ἐνδεικνῦον τὴν κακίστην κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν
1194ἡμῶν, καὶ ἐπεκαλοῦντο παράδειγμα τὸ γινόμενον ἐν ἄλλοις
1195Ἔθνεσιν, ἔνθα τὰ δάνεια τοῦ Κράτους συνομολογοῦνται ἄνευ
1196τῆς ἐκχωρήσεως ὡρισμένων προσόδων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ ἐκ-
1197χώρησις τῶν προσόδων τούτων, ἡ διὰ τῶν νόμων ἐκείνων
1198γινομένη, ἰδανικόν τι, διότι οἱ ὑπάλληλοι τῶν προσόδων τού-
1199των κατὰ τοὺς σχετικοὺς νόμους τῶν δανείων ὑπεβάλλοντο
1200εἰς ποινὰς, εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν τὰς εἰσπράξεις αὐτῶν δὲν
1201παρέδιδον εἰς τὰς Τραπέζας, αἵτινες εἶχον προσδιορισθῆ πρὸς
1202εἴσπραξιν τοῦ ποσοῦ, τοῦ ἀναγκαιοῦντος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν
1203τῶν δανείων. Καὶ τί ἕτερον εἶναι ἡ πίστις ἑνὸς Κράτους;
1204Κατὰ τίνα τρόπον σχηματίζεται ἡ πίστις καὶ τῶν Κρατῶν
1205καὶ τῶν ἀτόμων; Ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ πίστις εἰς τὴν τήρη-
1206σιν τῶν ἀναληφθεισῶν ὑπὸ τοῦ ὀφειλέτου ὑποχρεώσεων ἄνευ
1207τῆς ἐλαχίστης αὐτοῦ ἀντιῤῥήσεως. Εὐθὺς ὡς Ὑπουργός τις
1208ἤθελε παραγγείλει τὸν ἁρμόδιον τελώνην, τὰς παρ’ αὐτῷ
1209κατατεθειμένας εἰσπράξεις νὰ μὴ καταβάλῃ εἰς τὴν Τρά-
1210πεζαν, ἥτις προσδιωρίσθη πρὸς εἴσπραξιν αὐτῶν, ἀλλὰ νὰ
1211τὰς παραδώσῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον πρὸς ἐκπλήρωσιν
1212ἄλλων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ἡ δημοσία πίστις δὲν ὑπάρχει
1213πλέον, εἶναι ἐντελῶς κατεστραμμένη, οὐδεὶς δὲ τοῦ λοιποῦ
1214εἶναι δυνατὸν νὰ συναλλάσσηται μετὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ
1215Ἑλληνικοῦ Κράτους. Εἶναι λοιπὸν μέγιστον τὸ πλεονέκτη-
1216μα, ὅπερ ἡ ὁριστικὴ ἀνόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πα-
1217ρέχει ἡμῖν σήμερον, νὰ δυνάμεθα νὰ συνομολογῶμεν δάνεια
1218καὶ ἐπὶ τόκῳ εὐθηνοτέρῳ καὶ ἄνευ ἐκχωρήσεως ὡρισμένων
1219δημοσίων προσόδων.
1220Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἀπασχολήσω περισσότερον τὴν
1221Βουλήν. Νομίζω, ὅτι ἐξ ὅσων εἶπον ὑμῖν ἐπείσθητε, ὅτι καὶ
1222ἡ χρῆσις τοῦ 1888 καὶ ἡ χρῆσις τοῦ 1889 θὰ κλείσωσι μὲ
1223ἰσοζύγιον, ἐκτὸς ἀπροόπτων περιστάσεων, καὶ ὅτι τὰ ἐντεῦ-
1224θεν λεχθέντα περὶ ἐλλείμματος εἴτε ἐν τῇ χρήσει τοῦ 1888,
1225εἴτε ἐν τῇ χρήσει τοῦ 1889, εἶναι ἁπλαῖ φαντασμαγορίαι.
1226Λαλοῦντες δὲ περὶ ἰσοζυγίου, δέον νὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι,
1227ὡς πάντες οἱ οἰκονομολόγοι παραδέχονται καὶ ὡς εἶναι ὀρθὸν,
1228διαφορὰ τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα ἐπὶ ἔλαττον ἢ ἐπὶ πλέον,
1229μὴ ὑπερβαίνουσα τὰ 5%, δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ
1230οὔτε ὡς ἔλλειμμα, οὔτε ὡς περίσσευμα, διότι τοιαύτη δια-
1231φορὰ δύναται νὰ προκύψῃ ἐκ τυχαίων περιστάσεων, μὴ ἐπη-
1232ρεαζουσῶν τὸ ἰσοζύγιον, ἐξεταζόμενον ὑπὸ γενικωτέραν καὶ
1233πρακτικωτέραν ἔποψιν.
1234§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889
1235δὲν εἶναι προϊὸν μελέτης τινός, κεχωρισμένης ἀπὸ τοῦ πα-
1236ρελθόντος, καὶ χωριζομένης ὡσαύτως ἀπὸ τοῦ μέλλοντος.
1237Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889 εἶναι προϊὸν τῆς μελέτης,
1238ἥτις παρήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1888, εἶναι προϊὸν
1239τῆς αὐτῆς μελέτης, ἥτις παρήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
12401887, καὶ ἴσως, ἂν πρέπῃ τὴν ἀναδρομὴν ταύτην νὰ ἐκ-
1241τείνω, εἶναι προϊὸν τῆς αὐτῆς μελέτης, ἥτις παρήγαγε τὸν
1242Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, τὸν εἰσαχθέντα ὑπὸ τῆς πα-
1243ρούσης Κυβερνήσεως κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1884, εἶναι
1244προϊὸν τῆς αὐτῆς μελέτης, ἥτις παρήγαγε τὸν Προϋπολο-
1245γισμὸν τοῦ 1884, τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1883, τὸν
1246Προϋπολογισμὸν τοῦ 1882. Διὰ τοῦτο δὲν μοι φαίνεται,
1247ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889 πρέπει νὰ ἐξετασθῇ
1248μεμονωμένως, κεχωρισμένως, ὡς ἓν ὅλον, αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ,
1249μηδαμῶς σχετιζόμενος μὲ τὴν οἰκονομικὴν ἱστορίαν τῶν
1250παρελθόντων ἐτῶν, ἢ μηδαμῶς ἐπιδρῶν ἐπὶ τοῦ οἰκονο-
1251μικοῦ μέλλοντος τῆς χώρας.
1252Ἄν ἐξητάζετο ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889 ὡς ἔργον τι
1253μεμονωμένον, ὡς μία μελέτη, ὑπαγορευθεῖσα ἀπὸ εἰδικοὺς
1254λόγους, μὴ προϋπάρξαντας, καὶ γινομένη ἴσως πρὸς σκοπὸν
1255εἰδικὸν, ἀφορῶντα εἰς τὸ 1889, δὲν ἔχομεν νὰ πράξωμεν
1256ἄλλο τι, εἰμὴ νὰ ἐπαναλάβωμεν πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅσα εἴ-
1257χομεν εἰπεῖ, οὐχὶ βεβαίως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ
12581888, ὁ ὁποῖος δὲν συνεζητήθη, ἀλλ’ ἐψηφίσθη ἀφωνητεὶ
1259ἐν τῇ ἀπουσίᾳ ἡμῶν, ἀλλ’ ὅσα εἴπομεν ἐπὶ τοῦ Προϋπο-
1260λογισμοῦ τοῦ 1885, τοῦ εἰσαχθέντος κατὰ Νοέμβριον τοῦ
12611884, ἅμα τῇ εἰς τὴν Βουλὴν εἰσαγωγῇ αὐτοῦ, ὅσα εἴπο-
1262μεν ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ 1884, τοῦ 1883. Δὲ
1263εἴχομεν εἰμὴ νὰ ἀντικαταστήσωμεν τοὺς ἀριθμούς. Ἂν ἀντὶ
1264τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους παριστᾷ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ
12651884, ἢ ὁ τοῦ 1887, ἢ ὁ τοῦ 1883, ἢ ὁ τοῦ 1888, ἀντε-
1266καθιστῶμεν τοὺς ἀριθμοὺς, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ
1267Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889, δὲν εἴχομεν, εἰμὴ νὰ ἐκφέρωμεν
1268τὰς αὐτὰς σκέψεις, τὰς αὐτὰς ἰδέας, τὰ αὐτὰ πορίσματα.
1269Διὰ τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι ἰδίως ἔσφαλεν ὁ Πρόεδρος τῆς
1270Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅστις κατ’ ἄλλην τινὰ
1271συζήτησιν ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ οἰκονομικὸν σύ-
1272στημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἤρχισε νὰ ἐφαρμόζηται ἀπὸ
1273τοῦ 1887, κατ’ ἄλλην συζήτησιν, ἥτις ἐγένετο ἅμα τῇ
1274εἰσαγωγῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889, καὶ ἥτις προ-
1275εκλήθη ἀπὸ τὰς ἀναγγελίας, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις τότε
1276τὸ τρίτον ἐποιεῖτο εἰς τὸ κοινὸν καὶ τὴν Βουλὴν, περὶ τοῦ
1277ἐπιτευχθέντος ἰσοζυγίου τοῦ 1887 καὶ περὶ τῆς ἀρίστης
1278διαῤῥυθμίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους.
1279Ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής, ὁ ὁποῖος συνήθως καθι-
1280στᾷ ἑαυτὸν ὑποκατάστατον τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἔλαβε καὶ
1281τότε τὸν λόγον, καὶ ἔλεγεν, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ
12821887 γίνεται ἔναρξις τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ οἰκονομικοῦ συστή-
1283ματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· ἀλλὰ ποῖον ἄλλο σύστημα ἐφήρ-
1284μοζεν οἰκονομικὸν ὁ Πρωθυπουργὸς κατὰ τὸ 1884 μέχρι τοῦ
1285Ἀπριλίου 1885, ἢ κατὰ τὸ 1883, ἢ κατὰ τὸ 1882, εἰμὴ
1286αὐτὸ τοῦτο τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἤρχισε νὰ ἐφαρμόζῃ ἐπίσης
1287κατὰ τὸ 1887 καὶ κατὰ τὸ 1888 καὶ κατὰ τὸ 1889; Εἶναι
1288τὸ αὐτὸ σύστημα. Ποῖον εἶναι τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ
1289Πρωθυπουργοῦ; Εἶναι ἤδη γνωστόν. Αὔξησις ἐξόδων, καὶ ἐπειδὴ
1290ἡ αὔξησις ἐξόδων ἐπάγεται τὴν ὑποχρέωσιν τῆς μερίμνης πρὸς
1291πληρωμὴν αὐτῶν, ἀναγκαίως αὔξησις τῶν ἐσόδων! Πῶς νὰ
1292ἐπιτευχθῇ ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων; Δι’ αὐξήσεως τῶν ὑπαρ-
1293χόντων φόρων, δι’ ἐπιβολῆς νέων φόρων, διὰ δανείων! Αὐτὸ
1294εἶναι τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1295γὸς ἐφήρμοζε κατὰ τὸ 1883, καὶ κατὰ τὸ 1884, αὐτὸ
1296ἐπανέλαβε νὰ ἐφαρμόσῃ εὐθὺς, ὡς ἀνήχθη ἐκ νέου εἰς τὴν
1297ἀρχὴν ἀπὸ τοῦ Μαΐου 1886, αὐτὸ ἐφαρμόζει κατὰ τὸ 1887,
1298κατὰ τὸ 1888 καὶ κατὰ τὸ 1889.
1299Ἀπορῶ μάλιστα, πῶς ὁ κ. Σιμόπουλος ἔδειξε τοσοῦτον
1300θάῤῥος κατὰ τὴν συζήτησιν, ἥτις ἐγένετο ἅμα τῇ εἰσαγωγῇ
1301τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889. Ὁ Πρωθυπουργός, εἰσάγων
1302τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887 καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν
1303τοῦ 1888, παρεπονεῖτο κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις
1304παρήγαγε τὴν ἡμέραν τῆς 7ης Ἀπριλίου, καὶ ἔλεγεν, ὅτι
1305ἕνεκα ἐκείνης τῆς κατηραμένης ἡμέρας ἀνεκόπη τὸ ἔργον αὐ-
1306τοῦ, διότι ἡ διὰ τῆς ψηφοφορίας τῆς 7 Ἀπριλίου ἐκδηλω-
1307θεῖσα γνώμη ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἦτο πλήρης ἀποδο-
1308κιμασία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἥτις ἠνάγκασεν αὐτὸν νὰ
1309παραιτηθῇ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἥτις ἐνέδειξεν ἡμᾶς εἰς
1310τὸ Στέμμα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λοιπὸν ἔλεγεν, ὅτι ἡ 7
1311Ἀπριλίου ἀνέκοψεν αὐτὸν ἀπὸ τοῦ ἔργου του, τὸ ὁποῖον
1312κατὰ τὸ 1886 ἐπανελθὼν ἐπανέλαβε καὶ ἐξακολουθεῖ, ἀφ’
1313οὗ εἶχεν ἀνακόψει αὐτὸν ἀπ’ αὐτοῦ ἡ 7 Ἀπριλίου. Ἀπορῶ
1314λοιπόν, πῶς ἔλαβε τόσον θάῤῥος ὁ κ. Σιμόπουλος, νὰ δώσῃ
1315ἄλλον χαρακτηρισμὸν εἰς τὰ πράγματα, καὶ οὐχὶ ἐκεῖνον,
1316τὸν ὁποῖον ἔδωκεν ὁ Πρωθυπουργός. Καὶ εὑρίσκω τῷ ὄντι
1317θάῤῥος, τὸ ὁποῖον μοὶ δίδει πολλὴν ἐλπίδα περὶ τοῦ μέλλον-
1318τος, διότι δὲν ἐγνώριζον, ὅτι διέκρινεν αὐτόν ποτε τοιοῦτον
1319θάῤῥος μέχρι τοῦδε. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ ἐνδιαφερόμενοι διὰ
1320τὴν πραγματοποίησιν τῶν πολιτικῶν πόθων τοῦ κ. Προέδρου
1321τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐνδέχεται νὰ ἐμβλη-
1322θῶσιν εἰς ἀνησυχίαν, μήπως τυχὸν αὐτὸ τὸ θάῤῥος, τὸ
1323ὁποῖον ἔλαβε, νὰ χαρακτηρίσῃ γεγονότα οἰκονομικὰ καὶ πο-
1324λιτικὰ κατ’ ἄλλον τρόπον, καὶ οὐχὶ κατ’ ἐκεῖνον, κατὰ τὸν
1325ὁποῖον ἐχαρακτήρισεν αὐτὰ ὁ Πρωθυπουργὸς, μήπως αὐτὸ
1326παρεμβάλῃ προσκόμματα. Διότι γνωστόν, ὅτι ὁ Πρωθυ-
1327πουργὸς δὲν χωρατεύει, καὶ ἔχει ἀξίωσιν νὰ σκέπτωνται οἱ
1328φίλοι αὐτοῦ ὡς σκέπτεται αὐτός, καὶ νὰ ὁμιλῶσιν ὡς ὁμιλεῖ
1329αὐτός, καὶ νὰ χαρακτηρίζωσι τὰ συμβεβηκότα ὡς αὐτός.
1330Ἀλλά, μ’ ὅλην τὴν ἀνησυχίαν, τὴν ὁποίαν ἐνδέχεται νὰ
1331αἰσθανθῶσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι διὰ τὸ μέλλον τοῦ κ. Βουλευ-
1332τοῦ ἐκ Παρνασσίδος, δι’ ἡμᾶς, τοὺς ἀντιπολιτευομένους, τὸ
1333πρᾶγμα εἶναι καλὴ ἀρχή· διότι αὐτὸ μᾶς δίδει τὴν ἐλπίδα,
1334ὅτι ἐνδεχόμενον εἶναι ἐν τῷ μέλλοντι, ἂν ἐξακολουθῇ χαρα-
1335κτηρίζων τὰ πράγματα κατ’ ἄλλον τρόπον, καὶ οὐχὶ κατ’
1336ἐκεῖνον, κατὰ τὸν ὁποῖον χαρακτηρίζει αὐτὰ ὁ Πρωθυπουρ-
1337γὸς, καὶ νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῶν πραγμάτων κατ’ ἄλλον τρόπον,
1338καὶ οὐχὶ κατ’ ἐκεῖνον, κατὰ τὸ ὁποῖον κρίνει αὐτὰ ὁ Πρωθυ-
1339πουργὸς, ἐνδέχεται νὰ συντελεσθῇ ἓν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον οὐ-
1340δεὶς ἐξ ἡμῶν προσεδόκα μέχρι τοῦδε, νὰ ἴδωμεν τὸν κ. Σι-
1341μόπουλον μεθιστάμενον εἰς τὴν ἄλλην πτέρυγα!
1342Ἀλλ’ εἶναι ἀκριβῆ ὅσα ἰσχυρίσθην περὶ τοῦ Προϋπολο-
1343γισμοῦ τοῦ 1889, ὅτι τὸ οἰκονομικὸν τοῦτο ἔργον εἶναι μέ-
1344ρος ἑνὸς ὅλου, εἶναι μία πλευρὰ ἑνὸς οἰκοδομήματος, τὸ
1345ὁποῖον ᾠκοδομήθη ἀπὸ τοῦ 1882; Ἂν τυχὸν ἀμφισβητή-
1346σωσι τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον, (καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἐνδε-
1347χόμενον νὰ τὸν ἀμφισβητήσωσι) πρέπει νὰ προλάβω ἀπὸ
1348τοῦδε νὰ ἀποδείξω, ὅτι ὁ ἰσχυρισμός μου εἶναι ἀκριβής.
1349Εἶπον, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἀμφισβητήσωσι τὸν ἰσχυρι-
1350σμόν μου, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ἀληθής, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ἀκρι-
1351βὴς καὶ ἀνεπίδεκτος ἀντιῤῥήσεώς τινος· διότι γνωρίζω πρὸ
1352πολλῶν ἐτῶν τὸ θάῤῥος, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργός.
1353Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δύναται, ἂν συμφέρῃ αὐτῷ, νὰ ἰσχυ-
1354ρισθῇ ταύτην τὴν ὥραν, ὅτι εἶναι πλήρης μεσημβρία, καί,
1355ἐὰν συνεδριάζωμεν ἐν μεσημβρίᾳ, δὲν δυσκολεύεται παντά-
1356πασιν ν’ ἀποπειραθῇ νὰ σᾶς πείσῃ, ὅτι συνεδριάζομεν ἐν μέσῃ
1357νυκτί! Περὶ τοῦ θάῤῥους τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος
1358δὲν πρέπει νὰ ποιήσωμαι μνείαν, διότι ἔδειξε μέχρι τοῦδε
1359τοσοῦτον, ὅσον ἴσως δὲν προσεδόκα οὔτε ὁ κύριος Πρωθυ-
1360πουργὸς, ὁ ὁποῖος κατέστησεν αὐτὸν ὑποκατάστατον. Καὶ
1361ὑμεῖς δὲ, ἐξ ὅσων μετ’ ὀλίγον θέλετε ἀκούσει, θέλετε μάθει,
1362ἂν καὶ πιθανῶς νὰ γνωρίζητε ἤδη, ὅτι ὅσα περὶ τοῦ ἀξιο-
1363τίμου συναδέλφου ἡμῶν εἶπον εἶναι ἀκριβῆ.
1364Ἀλλὰ πῶς δύναμαι ν’ ἀποδείξω τὸν ἰσχυρισμόν μου καὶ
1365προλάβω τὰς προταθησομένας κατὰ πᾶσαν πιθανότητα
1366ἀντιῤῥήσεις κατ’ αὐτοῦ; παραβάλλων τοῦ Προϋπολογισμοὺς
1367ἀπὸ τοῦ 1882 πρὸς ἀλλήλους μέχρι τοῦδε, τοὺς Προϋπο-
1368λογισμοὺς τοὐλάχιστον ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ὁ Πρωθυ-
1369πουργὸς συνέταξε, καὶ τοὺς ὁποίους ἡ πλειοψηφία τῆς Βου-
1370λῆς τῇ εἰσηγήσει αὐτοῦ ἐπεψήφισε πάντοτε κατὰ τὰ παρελ-
1371θόντα ἔτη.
1372Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, πρὶν ἢ ἀνέλθῃ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν κατὰ
1373τὸ 1882, εἶχεν ἀνέλθει καὶ κατὰ τὸ 1880, ἀλλὰ κατὰ τὸ
1374ἔτος ἐκεῖνο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν ἄλλο οἰκονομικὸν σύ-
1375στημα, καὶ εἶχε καὶ ἄλλας πολιτικὰς ἰδέας. Αἱ πολιτικαὶ
1376ἰδέαι τοῦ Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὸ 1880 ἦσαν, ὅτι τὸ κοι-
1377νοβουλευτικὸν πολίτευμα πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται, ὅσον τὸ
1378δυνατὸν εὐρύτερον καὶ ἐλευθερώτερον, ἑπομένως, ὅτι πρέπει νὰ
1379συγκεντρωθῇ πᾶσα ἐνέργεια καὶ πᾶσα βούλησις ἐν τῇ Ἀν-
1380τιπροσωπείᾳ τοῦ Ἔθνους, διότι μόνον τὸ Ἔθνος ἐκλήθη,
1381κατὰ τὸ πολίτευμα, νὰ κανονίζῃ τὴν τύχην αὐτοῦ. Ἀμφι-
1382βάλλω ὅμως, ἂν ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν ἔχῃ τὰς αὐτὰς
1383πολιτικὰς ἰδέας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἔχομεν μάλιστα παρ’
1384αὐτοῦ ἐνδείξεις, πειθούσας ἡμᾶς, ὅτι μετέβαλεν αὐτάς. Καὶ
1385αν, ὡς ἰσχυρίζομαι, ὑπάρχωσι τοιαῦται ἐνδείξεις, ὀφείλω νὰ
1386ὑπομνήσω αὐτὰς εἰς ὑμᾶς. Ἀλλὰ καὶ οἰκονομικὸν σύστημα
1387εἶχε κατὰ τὸ 1880 ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διάφορον. Ὁ Πρω-
1388θυπουργὸς ἐφρόνει τότε, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἦτο καθ’
1389ὑπερβολὴν βεβαρυμένος ἐκ τῶν φόρων, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ
1390ἐλαφρυνθῇ, διότι δὲν ἀντεῖχεν, οὐδ’ ἠδύνατο ἡ ἐθνικὴ παρα-
1391γωγὴ νὰ ἀνθέξῃ, ὅπως ἀποφέρῃ ἔσοδα εἰς τὸ Κράτος το-
1392σαῦτα, ὅσων τὸ Κράτος εἶχεν ἀνάγκην. Τὸν Προϋπολογι-
1393σμὸν τοῦ 1880 εἶχον συντάξει ἐγὼ κατὰ τὸ 1879, ἀλλ’
1394ἀνατρέψας τὸ Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου ἀπετέλουν μέρος,
1395καὶ διαδεχθεὶς ἡμᾶς, ἀνεσκεύασε τὸν ὑπ’ ἐμοῦ συντεταγμέ-
1396νον Προϋπολογισμὸν, καὶ μετέβαλεν αὐτὸν ῥιζηδόν. Κατὰ
1397τὸν Προϋπολογισμὸν λοιπὸν τοῦ 1880, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
1398προσδιώρισε τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους εἰς 51,747,338 παλαιῶν
1399δραχμῶν, δηλαδὴ εἰς νέας δραχμὰς 46,202,972. Κατὰ τὸ
14001882 ὅμως ἄλλας οἰκονομικὰς ἰδέας εἶχεν ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1401γός. Ἐφρόνει κατὰ τὸ 1882, ὅτι ὁ λαὸς φορολογεῖται λίαν
1402ἐλαφρῶς, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς αὐτὸν ἀκόμη βάρη,
1403διότι ἦτον ἀνάγκη νὰ αὐξηθῶσι τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους,
1404ὅπως πραγματοποιηθῶσιν οἱ μεγάλοι σκοποὶ, τοὺς ὁποίους
1405ἔχει τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, καὶ ἰδίως ὁ μέγας σκοπὸς
1406αὐτοῦ, ὁ ἀφορῶν εἰς τὴν τύχην τῶν πρὸς τὰ βόρεια μέρη
1407τοῦ Κράτους κατοικούντων ὑποδούλων Ἑλλήνων. Εἴχομεν
1408ἀνάγκην στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν παρασκευῶν, ἐφώνει
1409τότε ὁ Πρωθυπουργὸς, ὡς εἴχομεν ἀνάγκην καὶ ἐσωτερικῆς
1410εὐημερίας, ἤτοι κατασκευῆς δημοσίων ἔργων, κατασκευῆς
1411μέσων συγκοινωνίας. Οὕτω κατὰ τὸ 1882 ἀνύψωσε δύο
1412σημαίας, τὴν σημαίαν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν
1413παρασκευῶν, καὶ τὴν σημαίαν τῶν δημοσίων ἔργων καὶ τῆς
1414συγκοινωνίας. Κρατῶν δ’ ἐν χερσὶ τὰς σημαίας ταύτας,
1415ηὔξησε τὰ ἔξοδα τοῦ 1882, ἰσχυριζόμενος, ὅτι ὁ Ἑλληνι-
1416κὸς λαὸς ἐφορολογεῖτο μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου ἐλαφρῶς,
1417καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιβαρυνθῇ διὰ περισσοτέρων φόρων, ἂν
1418δὲν ἤθελε νὰ λησμονήσῃ τὰς ἐθνικὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας
1419ἔχει. Κατὰ τὸ 1882 λοιπὸν δὲν προϋπελόγισε πλέον τὰ
1420ἔξοδα τοῦ Κράτους εἰς 46,202,972 νέων δραχμῶν, ἀλλ’ εἰς
142180,878,155:41 παλαιῶν δραχμῶν, ἤτοι εἰς νέας δραχμὰς
142272,212,637:92. Οὕτως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προϋπελόγισε
1423κατὰ τὸ 1882 τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους περισσότερα, ὅσων
1424αὐτὸς οὗτος εἶχε προϋπολογίσει κατὰ τὸ ἔτος 1880 κατὰ
142526,009,665 καὶ 92 λεπτά.
1426Συνέβη ὅμως ἐν τῇ χώρᾳ τὸ μέγα εὐτύχημα, διὰ τὸ ὁποῖον
1427συνέχαιρε τὴν Ἑλλάδα πρὸ μικροῦ ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτρο-
1428πῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ μονιμότης τῆς Κυβερνήσεως,
1429ὁ δὲ Πρωθυπουργὸς δὲν ἐκυβέρνησε διὰ τοῦτο μόνον κατὰ
1430τὸ 1882, οὐδ’ ἐφήρμοσε τὸν Προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον
1431εἶχε συντάξει κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, ἐπὶ μόνον τὸ 1882, ἐφήρ-
1432μοσεν αὐτὸν καὶ κατὰ τὸ 1883, καὶ συνέταξε τὸν Προϋπο-
1433λογισμὸν καὶ τοῦ 1883 καὶ εἰσήγαγεν αὐτὸν εἰς τὴν Βουλήν.
1434Κατὰ τὸ 1883 δὲ δὲν προϋπελόγισε πλέον 72,212,637:92,
1435ὅσα εἶχε προϋπολογίσει κατὰ τὸ 1882, ἀλλ’ ἀνεβίβασε τὰ
1436ἔξοδα εἰς 79,002,363 καὶ 28)00 νέων δραχμῶν, δηλ. περισ-
1437σότερα, ἢ ὅσα εἶχε προϋπολογίσει κατὰ τὸ ἀμέσως προηγη-
1438θὲν ἔτος, τὸ 1882, κατὰ 6,789,725:36, περισσότερα δὲ
1439ὅσων εἶχε προϋπολογίσει πρὸ τριῶν ἐτῶν, κατὰ τὸ 1880,
1440κατὰ νέας δραχμὰς 32,799,391:28.
1441Ὁ Πρωθυπουργὸς, χάρις εἰς τὸ συντηρητικὸν πνεῦμα, ὑπὸ
1442τοῦ ὁποίου ἐμφορεῖται καὶ ὁ προαγαρεύσας Πρόεδρος τῆς
1443Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ συνέστησεν εἰς τὸ
1444Ἔθνος καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ, διετηρήθη κυβερνή-
1445της καὶ κατὰ τὸ 1884. Συνέταξεν ἑπομένως καὶ τὸν Προ-
1446ϋπολογισμὸν τοῦ 1884, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βου-
1447λὴν, καὶ αὕτη ἐπεψήφισε. Κατὰ τὸ 1884 τὰ ἔξοδα τοῦ
1448Κράτους ὁ Πρωθυπουργὸς ἀνεβίβασεν εἰς 105,487,600:44
1449δραχμὰς, δηλ. περισσότερα, ἢ ὅσα εἶχον προσδιορισθῆ κατὰ
1450τὸ ἀμέσως προηγηθὲν ἔτος, κατὰ τὸ 1883, κατὰ 26,485,
1451237:16, περισσότερα ἢ ὅσα εἶχον προσδιορισθῆ κατὰ τὸ
14521882, τὸ ἀμέσως προηγηθὲν τοῦ 1883, κατὰ 33,274,
1453962:52, καὶ περισσότερα ἢ ὅσα εἶχον προσδιορισθῆ ὑπ’ αὐ-
1454τοῦ τοῦ ἰδίου πρὸ 4 ἐτῶν, κατὰ τὸ 1880, κατὰ 59,284,
1455628:44.
1456Εἰς τὴν τοιαύτην οὕτω τεραστίως προβαίνουσαν αὔξησιν
1457τῶν ἐξόδων, ὁ Πρωθυπουργὸς ἔπρεπε νὰ λάβῃ τὴν κοινῶς
1458ὀφειλομένην πρόνοιαν, νὰ προβλέψῃ καὶ περὶ ἀναλόγου,
1459ἐπίσης ἑπομένως τεραστίας, αὐξήσεως τῶν ἐσόδων, διότι
1460ἄλλως ἤθελε σταματήσει ἡ κίνησις τῆς διοικήσεως. Ἐντεῦ-
1461θεν ἡ ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων κατὰ τὸ 1882,
1462κατὰ τὸ 1883 καὶ κατὰ τὸ 1884. Κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα
1463ἔχομεν Ἀπολογισμοὺς, καὶ δυνάμεθα μέχρι λεπτοῦ ἀκριβῶς
1464νὰ γνωρίζωμεν, τί εἰσεπράχθη καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν τού-
1465των. Εἰσεπράχθησαν δὲ, κατὰ τοὺς Ἀπολογισμοὺς, κατὰ τὸ
14661882 δραχμαὶ νέαι 61,269,233:93, ὡς ἔσοδα, ἐνῷ κατὰ
1467τὸ 1880, πρὸ δύο ἐτῶν, εἶχον εἰσπραχθῆ μόνον 37,159,
1468050, ἤτοι κατὰ τὸ 1882 εἰσεπράχθησαν περισσότερα, ἢ ὅσα
1469κατὰ τὸ 1880 εἶχον εἰσπραχθῆ, 24,110,183:93, τὰ ὁποῖα
1470ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἰσήνεγκε. Κατὰ τὸ 1883 ἔπρεπε νὰ αὐ-
1471ξήσωσιν ὡσαύτως τὰ ἔσοδα, ὡς εἶχον αὐξήσει καὶ τὰ ἔξοδα.
1472Λοιπὸν ἀνεβιβάσθησαν ἀπὸ 61,269,233:93, ὅσα ἦσαν
1473κατὰ τὸ 1882, εἰς 72,133,610, καὶ τοσαῦτα εἰσεπράχθη-
1474σαν κατὰ τὸ 1883. Ἤτοι εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1883
1475περισσότερα, ἢ ὅσα εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ ἀμέσως προη-
1476γηθὲν ἔτος, 10,864,376:07, περισσότερα δὲ ἀπὸ ὅσα εἶχον
1477εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ 1880 δραχ. 34,974,560. Μετὰ τὰ
14781883 ἦλθε τὸ 1884, τὸ ὁποῖον καὶ τοῦτο ὑπεβλήθη εἰς τὰ
1479αὐτὰ καθήκοντα, εἰς τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις. Καὶ κατὰ τὸ
14801884 εἶχον τεραστίως αὐξήσει τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ἑπο-
1481μένως τεραστίως ἔπρεπε νὰ αὐξήσωσι κατ’ αὐτὸ καὶ τὰ
1482ἔσοδα. Προϋπελόγισε λοιπὸν ὁ Πρωθυπουργὸς κατὰ τὸ 1884
1483ἔσοδα 86,122,950 νέων δραχμῶν, ἤτοι περισσότερα ἀπὸ
1484ὅσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1883 δραχ.13,989,940, περισ-
1485σότερα δὲ ἀπὸ ὅσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1882 δραχ.
148624,853,716:07, καὶ περισσότερα ἀπὸ ὅσα εἰσεπράχθησαν
1487κατὰ τὸ 1880 δραχ. 48,963,900.
1488Ἐὰν ὑπερεδιπλασιάσθησαν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους ἀπὸ
1489τοῦ 1880 μέχρι τοῦ 1884, διότι ἀπὸ 46,202,972, ὅσα
1490ἦσαν κατὰ τὸ 1880, ἀνεβιβάσθησαν εἰς 105,487,600:44,
1491τὸ διπλάσιον τῶν ἐξόδων τοῦ 1880 συνίστατο εἰς 92,405,
1492944, ἐδαπανήθησαν δὲ κατὰ τὸ 1884 δρ. 105,487,600,
1493ἤτοι περισσότεραι ἀπὸ τὸ διπλάσιον κατὰ 13,081,655:44.
1494Ἂν εἶχον, ὡς εἶπον, ὑπερδιπλασιασθῆ μεταξὺ τοῦ 1880 καὶ
14951884 τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν διὰ τὰς ἀνάγκας
1496τοῦ Κράτους, ἔπρεπε νὰ ὑπερδιπλασιασθῶσι καὶ τὰ ἔσοδα.
1497Καὶ πράγατι ὑπερεδιπλασιάσθησαν καὶ ταῦτα, διότι κατὰ
1498μὲν τὸ 1880 τὰ ἔσοδα ἦσαν 37,159,050, τὸ διπλάσιον δ’
1499αὐτῶν συνίσταται εἰς 74,318,100, τὰ κατὰ τὸ 1884 ὅμως
1500προϋπολογισθέντα ἔσοδα ἀνεβιβάσθησαν εἰς 86,122,950,
1501δηλ. πλέον τοῦ διπλασίου κατὰ 11,804,850.
1502Οὕτω συνετελέσθη τῷ ὄντι γιγάντειον οἰκονομικὸν ἔργον.
1503Ἐντὸς 4 ἐτῶν ἡ αὔξησις ἡ προϊοῦσα τῶν ἐξόδων ἦτο τοσαύ-
1504τη, ὥστε κατήντησε κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος τῆς τετραε-
1505τίας νὰ ὑπερδιπλασιασθῶσι τὰ ἔξοδα κατὰ 13 ἑκατομμύ-
1506ρια ἄνω τοῦ διπλασίου, καὶ ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων κατὰ τὴν
1507αὐτὴν τετραετίαν νὰ κατασταθῇ τεραστία, ὥστε κατὰ τὸ
1508τέλος τῆς τετραετίας τὰ ἔσοδα νὰ αὐξήσωσιν ἐπίσης ὑπὲρ
1509τὸ διπλάσιον, κατὰ 11 καὶ πλέον ἑκατομμύρια. Ὁ κ. Πρόε-
1510δρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτε ἔλαβε τὸ
1511θάῤῥος νὰ χαρακτηρίσῃ τὰ συμβεβηκότα κατ’ ἄλλον τρόπον,
1512καὶ οὐχὶ κατ’ ἐκεῖνον, καθ’ ὃν εἶχε χαρακτηρίσει αὐτὰ ὁ
1513Πρωθυπουργὸς, εἶχεν ἀγαθὴν ὑπὲρ τοῦ Πρωθυπουργοῦ προαί-
1514ρεσιν. Καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἡ ἀγαθὴ αὕτη προαίρεσις τοῦ Βου-
1515λευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος θέλει χρησιμεύσει παρὰ τῷ Πρωθυ-
1516πουργῷ, ὡς συνήγορος πρὸς ἄφεσιν τῆς παρεκτροπῆς, εἰς τὴν
1517ὁποίαν εἶχε περιπέσει. Ἡ ἀγαθὴ προαίρεσις τοῦ Βουλευτοῦ
1518ἐκ Παρνασσίδος ἦτο, νὰ ἀφήσῃ τὴν Βουλὴν νὰ λησμονήσῃ
1519τὰ ἔτη 1882, 1883 καὶ 1884, τὴν κατηραμένην ἐκείνην
1520τριετίαν, καθ’ ἣν τοιαύτη συνετελέσθη καταστροφὴ τῶν οἰ-
1521κονομικῶν τοῦ Κράτους, νὰ παραστήσῃ δὲ τὸν Πρωθυπουργὸν
1522ἐξελθόντα ἐκ τοῦ ὠοῦ μόνον κατὰ Μάϊον τοῦ 1886. Ὁ ἄν-
1523θρωπος, ἀνεύθυνος ἐκ τοῦ παρελθόντος, ἐκλήθη κατὰ τὸ
15241886 ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἔχων τὰς χεῖρας καθαρὰς, καὶ
1525ἔπλυνεν αὐτὰς, ῥίπτων τὴν εὐθύνην ἐπὶ τῶν ὀλετήρων, οἱ
1526ὁποῖοι ἐκυβέρνησαν κατὰ τὸ 1885 δώδεκα μῆνας, καὶ οἱ
1527ὁποῖοι κατέστρεψαν τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας. Καὶ ἐκλήθη
1528ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν ὁ ἄνθρωπος, ἵνα σώσῃ τὴν χώραν ἀπὸ
1529τῆς μεγάλης ταύτης οἰκονομικῆς συμφορᾶς, εἰς ἣν εἶχεν οἰ-
1530κονομικῶς περιαχθῆ. Διὰ τοῦτο ὁ κ. Σιμόπουλος εἶχεν ἀγα-
1531θὴν ὑπὲρ τοῦ Πρωθυπουργοῦ προαίρεσιν, ὅτε ἐτόλμησε νὰ
1532χαρακτηρίσῃ ἄλλως τὰ συμβεβηκότα· ἀλλὰ κατὰ τὸ 1887
1533τὸ πρῶτον ἤρχισε νὰ ἐφαρμόζῃ τὸ οἰκονομικὸν αὐτοῦ σύ-
1534στημα ὁ Πρωθυπουργός; Κατὰ τὸ 1887 τὸ πρῶτον ηὔξησε
1535τοὺς φόρους, καὶ ἐπέβαλε νέους φόρους, διὰ ν’ αὐξήσῃ τὰ
1536ἔσοδα; Δὲν ἐπέβαλεν αὔξησιν φόρων κατὰ τὸ 1882; Τίς
1537ἐλησμόνησε τὸν νόμον ΠΝʹ τῆς 6 Μαΐου 1882, διὰ τοῦ
1538ὁποίου μετεβλήθη ἡ κλῖμαξ τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριών-
1539των κτηνῶν, ἕνεκα τῆς ὁποίας προϋπελογίσθη αὔξησις ἐσό-
1540δων κατὰ 900 χιλιάδας; Τίς ἐλησμόνησε τὴν αὔξησιν τοῦ
1541φόρου τῶν ζώων, τὴν τότε νομοθετηθεῖσαν, ἥτις ἐπροτάθη
1542μὲν μεγαλειτέρα, καὶ διὰ τοῦτο ἐν ἀρχῇ προϋπελογίσθη αὔ-
1543ξησις ἐσόδων κατὰ 1,300,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἕνεκα τροπο-
1544ποιήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐν τῇ Βουλῇ, τοῦ ποσοστοῦ
1545τοῦ φόρου, καὶ τῆς μὴ ἀποδοχῆς τοῦ προταθέντος μεγάλου
1546φόρου ἐπὶ τῶν αἰγῶν, περιωρίσθη ἡ αὔξησις αὕτη εἰς 500
1547μόνον χιλιάδας δραχμῶν; Τίς ἐλησμόνησε τὸ ἓν δεκατημό-
1548ριον, τὸ προστεθὲν εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τελωνιακὰ τέλη κατὰ
1549τὰ 1882; 20 ἑκατομμύρια εἶχον εἰσπραχθῆ ἐξ εἰσαγωγικῶν
1550τελῶν κατὰ τὸ 1881, τὸ ἓν δεκατημόριον δὲ, τὸ ἐπιβληθὲν
1551κατὰ τοῦ 1882, ἐπέφερε βεβαίως αὔξησιν ἐσόδων εἰς τὸ Δη-
1552μόσιον κατὰ 2 ἑκατομμύρια. Τίς ἐλησμόνησε τέλος πάντων
1553τὴν μεγάλην ἀναμόρφωσιν, ἡ ὁποία συνετελέσθη ἐν τῷ
1554Κράτει ὑπὸ τὴν προστασίαν καὶ τὴν ἐπιμέλειαν τοῦ Πρωθυ-
1555πουργοῦ, τὴν ὁποίαν δὲ ἐκθύμως βεβαιοῖ καὶ ἀναμολογεῖ καὶ
1556νῦν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, τὴν νομοθετηθεῖσαν
1557αὔξησιν τῶν προξενικῶν τελῶν; Κατὰ τὸ 1882 ὑπῆρξεν
1558αὔξησις ἐξ αὐτῶν κατὰ 90,000 δραχ. Ηὐξήθησαν λοιπὸν τὰ
1559ἔσοδα δι’ αὐξήσεων τῶν φόρων κατὰ τὸ 1882 κατὰ δραχ.
15603,490,000. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1883 ἔπρεπε ν’ αὐξηθῶσιν ὡσαύ-
1561τως οἱ φόροι, ἵνα ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων.
1562Ἐνομοθετήθη δικαίωμα καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ ζύθου, ἐνο-
1563μοθετήθη δικαίωμα καταναλώσεως ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν
1564ποτῶν, ἐνομοθετήθη δικαίωμα καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ κα-
1565πνοῦ, ἐνομοθετήθη δικαίωμα καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου,
1566ἐνομοθετήθη ἀποκλειστικὸν δικαίωμα πωλήσεως σιγαροχάρ-
1567του, ἐνομοθετήθη ἡ μεταβολὴ τῆς νομισματικῆς μονάδος
1568ἀπὸ παλαιῶν εἰς νέας δραχμὰς, καὶ ἡ ὑποχρέωσις τῶν πολι-
1569τῶν νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους των εἰς νέας δραχμὰς, ἐνομο-
1570θετήθη ὡσαύτως καὶ ἡ μεταβολὴ τοῦ νόμου περὶ χαρτο-
1571σήμου διὰ τοῦ νόμου τῆς 12 Μαρτίου 1883. Ἅπαν τοῦτο
1572τὸ φορολογικὸν σύστημα τὸ νέον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ 1883
1573ἐπροτάθη καὶ ἐκυρώθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἥτις ἤθελε νὰ
1574διατηρήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἦτο καὶ ἐκείνη ὑπὲρ τῆς
1575μονιμότητος τῶν Κυβερνήσεων, ἅπαν λέγω τὸ σύστημα τὸ
1576φορολογικὸν ἀπέφερεν ἔσοδα εἰς τὸ Ταμεῖον περισσότερα ἢ
1577ὅσα εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ 1882, ἂν καὶ δὲν ἀπέφερεν
1578ὅλον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶχε προϋπολογισθῆ ἐξ αὐτοῦ.
1579Ἀληθῶς εἶχον προϋπολογισθῆ 10,840,000 ἐκ δικαιωμάτων
1580καταναλώσεως, ἐνῷ δὲν εἰσεπράχθησαν, εἰμὴ 2,064,965:96.
1581Ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν καὶ ἐκ τῆς μετατροπῆς τῆς νομισμα-
1582τικῆς μονάδος ἀπὸ παλαιῶν εἰς νέας δραχμὰς 5,278,531.
1583Καὶ ἀληθῶς, ἐὰν ἐπληρόνοντο οἱ ἄμεσοι φόροι εἰς παλαιὰς
1584δραχμὰς, δὲν ἤθελον καταβάλει οἱ φορολογούμενοι 12,002,
1585873:80 εἰς νέας δραχμὰς, ἀλλ’ εἰς παλαιὰς, ἤτοι ἤθελον εἰσ-
1586πραχθῆ εἰς νέας δραχμὰς 10,716,851, ἑπομένως εἰσεπρά-
1587χθησαν περισσότερα δραχ. 1,286,022. Ὡσαύτως, ἐὰν εἰσε-
1588πράττοντο οἱ ἔμμεσοι φόροι εἰς παλαιὰς δραχμὰς, δὲν ἤθε-
1589λον εἰσπραχθῆ 32,152,124:92 νέων δραχμῶν, ἀλλὰ πα-
1590λαιῶν δραχμῶν, αἵτινες ἀντιστοιχοῦσιν εἰς 28,706,366 νέων
1591δραχμῶν, ἑπομένως εἰσεπράχθησαν περισσότερα 3,445,758.
1592Ἐὰν εἰσεπράττοντο εἰς παλαιὰς δραχμὰς τὰ ἐκ δημοσίων
1593καταστημάτων ἔσοδα, δὲν ἤθελον εἰσπραχθῆ 2,059,315:89
1594εἰς νέας δραχμὰς, ἀλλ’ εἰς παλαιὰς, ἑπομένως ἤθελον εἰσ-
1595πραχθῆ εἰς νέας δραχμὰς μόνον 1,838,675, ἑπομένως εἰσε-
1596πράχθησαν περισσότερα 220,640. Ὡσαύτως διὰ τὸν αὐτὸν
1597λόγον ἐκ τῶν δημοσίων νομημάτων εἰσεπράχθησαν περισ-
1598σότερα 326,111, ἕνεκα τῆς μεταβολῆς τῆς νομισματικῆς
1599μονάδος. Τοιουτοτρόπως ηὔξησαν οἱ φόροι κατὰ 7,343,496:96
1600κατὰ τὸ 1883. Ἀλλ’ ἡ αὔξησις τῶν ἐξόδων, ὡς εἶπον ὑμῖν
1601πρὸ μικροῦ, ἐξηκολούθησε τεραστία καὶ κατὰ τὸ 1884, ἑπο-
1602μένως καὶ κατὰ τὸ 1884 ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ αὔξησις τῶν
1603ἐσόδων, καὶ εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1884 ἐκ τῶν ἐπιβλη-
1604θέντων φόρων περισσότερα.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1605Ἐκ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν 702,607:76
1606Ἐκ τοῦ οἴνου 787,209:18
1607Ἐκ τοῦ καπνοῦ 3,023,588:63
1608Ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου 821,814:77
1609Τὸ ὅλον δραχ.5,335,220:34
1610προσθέσατε καὶ τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν
1611ἐκ τῆς κατὰ τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων μεταβολῆς τῆς νο-
1612μισματικῆς μονάδος ἀπὸ παλαιῶν εἰς νέας δραχμὰς, συνι-
1613σταμένην εἰς 6,287,683:16, καὶ θέλετε εὑρεῖ, ὅτι εἰσήχθη-
1614σαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, συνεισενεχθέντα ὑπὸ τοῦ λαοῦ,
1615κατὰ τὸ 1884, δραχ. 11,622,903:50 περισσότερα, ἢ ὅσα
1616εἰσήγοντο μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου.
1617Ἀλλὰ δυστυχῶς, ἐνῷ τὰ πράγματα ἔβαινον τοσοῦτον
1618ὁμαλῶς, ὡς βλέπετε, καὶ κατὰ πᾶν ἔτος ἐπήρχετο αὔξησις
1619ἐξόδων, καὶ ἑπομένως καὶ αὔξησις ἐσόδων, καὶ ὁ Πρωθυ-
1620πουργὸς ἔβαινεν ἐκτελῶν τὸ ἐθνικὸν αὐτοῦ ἔργον μετὰ με-
1621γάλης δραστηριότητος καὶ ζήλου, ἀνεκόπη ἀπὸ τοῦ ἔργου
1622αὐτοῦ, διότι ἐπῆλθεν ἡ 7 Ἀπριλίου, καὶ ἠναγκάσθη νὰ πα-
1623ραιτηθῇ. Ἐσχηματίσθη δὲ τότε ἐξ ἡμῶν ἡ Κυβέρνησις, ἡ
1624ὁποία ἀνέτρεψεν ὅλα αὐτοῦ τὰ ἐθνικὰ σχέδια. Καὶ ἐπανῆλθε
1625μὲν εἰς τὴν κυβέρνησιν κατὰ τὸ 1886, ἀλλ’ ἐπανῆλθεν ἐν
1626ὥρᾳ ἀκαταλλήλῳ, κατὰ Μάϊον, καθ’ ὃν καὶ ὁ Προϋπολο-
1627γισμὸς εἶχε συνταχθῆ, οὐδ’ ἦτο πλέον δυνατὸν νὰ μετα-
1628βληθῇ, καὶ οἱ οἰκονομικοὶ νόμοι εἶχον ταχθῆ εἰς πλήρη ἐκ-
1629τέλεσιν. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1887 ἐπελάβετο τοῦ ἔργου μετὰ
1630τῆς αὐτῆς θερμότητος, μεθ’ ἧς διεξῆγεν αὐτὸ καὶ κατὰ τὴν
1631προηγηθεῖσαν τριετίαν. Διὰ τοῦτο κατὰ τὸ 1887 προϋπε-
1632λόγισεν ἔξοδα 94,269,188, δηλ. περισσότερα ἢ ὅσα εἶχε
1633κατὰ τὸ 1880 προϋπολογίσει 48,066,216. Κατὰ τὸ 1888
1634προϋπελόγισεν ὡσαύτως ἔξοδα 118,243,887, δηλ. περισσό-
1635τερα ἀπὸ ὅσα κατὰ τὸ 1880 εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ δραχ.
163672,040,915. Κατὰ τὸ 1889 προϋπελόγισεν ἔξοδα 99,619,
1637255, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς ἐκτάκτου πιστώσεως τοῦ
1638κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἤτοι περισσότερα ἀπὸ ὅσα κατὰ
1639τὸ 1880 εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ δραχ. 53,416,283. Ἀλλὰ
1640μέχρι τοῦδε, διότι τὸ 1889 ἤρξατο μόλις πρὸ ἑνὸς μηνὸς,
1641ὑπολείπονται 11 μῆνες τοῦ ἔτους διὰ τὴν διαχείρισιν,
1642καὶ ἄλλοι 10 μῆνες διὰ τὴν χρῆσιν. Ἐλπίζω δὲ ὅτι δὲν
1643θέλει περιορισθῆ ὁ Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ εὐτελὲς ποσὸν τῶν
164499,619,255, ἀλλὰ θέλει φροντίσει νὰ αὐξήσῃ αὐτὸ διὰ
1645πιστώσεων ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωτικῶν, ὥστε νὰ γίνῃ καὶ
1646αὐτὸ ἐφάμιλλον τοὐλάχιστον τοῦ προηγηθέντος ἔτους 1888,
1647κατὰ τὸ ὁποῖον προϋπολογίσθησαν τὰ ἔξοδα εἰς 118,243,
1648887.
1649Εἶναι ἀδύνατον, Κύριοι, νὰ συγκρατήσητε εἰς τὴν μνήμην
1650σας πάντας τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐνταῦθα ἀπήγγειλα,
1651καὶ πρέπει διὰ τοῦτο νὰ σᾶς βοηθήσω, ἵνα σᾶς ὁδηγήσω
1652εἰς πόρισμα, τὸ ὁποῖον θέλει σᾶς φωτίσει περὶ τῆς οἰκονο-
1653μικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους. Γινώσκετε, πόσα ἑκατομ-
1654μύρια προϋπελογίσθησαν καθ’ ἕκαστον τῶν ἓξ ἐτῶν, ἤτοι
1655τῶν ἐτῶν 1882, 1883, 1884, 1887, 1888, 1889, περισό-
1656τερα ἐν παραβολῇ πρὸς τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον προϋπελογίσθη
1657κατὰ τὸ 1880; Τὸ ἄθροισμα τῶν προϋπολογισθέντων ἐξό-
1658δων καθ’ ἕκαστον τῶν εἰρημένων ἐτῶν, ἄνω τοῦ ποσοῦ, τὸ
1659ὁποῖον εἰσεπράχθη κατὰ τὸ 1880, ἀναβαίνει εἰς 291,383,
1660099:73.
1661Βεβαίως τὸ πρᾶγμα εἶναι λίαν παρήγορον, διότι δεικνύει
1662εἰς ἡμᾶς ἡλίκην πρόοδον ἐποιήσατο τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος
1663ἐν τῇ οἰκονομικῇ ἀναπτύξει καὶ εὐημερίᾳ. Ἀφοῦ ἠδυνήθη
1664ἐντὸς 6 ἐτῶν νὰ εἰσφέρῃ 291,383,099:72 περισσότερα, ἢ ὅσα
1665εἶχεν εἰσφέρει κατὰ τὸ 1880, βεβαίως καὶ ἡ γεωργία αὐτοῦ
1666καὶ ἡ βιομηχανία καὶ οἱ ἄλλοι κλάδοι τῆς ἐθνικῆς παρα-
1667γωγῆς διατελοῦσιν ἐν πλήρει καὶ ἀνωμολογημένῃ ἀκμῇ.
1668Ὡς δὲ κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν τριετίαν, κατὰ τὸ 1882,
16691883 καὶ 1884, ἐβάδιζε παραλλήλως ἡ αὔξησις τῶν ἐσό-
1670δων, ἐπιτευχθεῖσα δι’ ἐπιβολῆς νέων φόρων, ἢ δι’ αὐξήσεως
1671τῶν ὑπαρχόντων φόρων, ἢ διὰ δανείων, ἔπρεπε καὶ κατὰ
1672τὴν τριετίαν ταύτην, ἤτοι κατὰ τὰ ἔτη 1887, 1888, 1889,
1673ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων νὰ βαδίσῃ παραλλήλως ἐπίσης πρὸς
1674τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ-
1675βουλίου δὲν ὠλιγώρησε τοῦ ἔργου τούτου, διότι ἐφρόντισε
1676καὶ ἐπέβαλε νέους φόρους, καὶ ηὔξησε καὶ τοὺς ὑπάρχοντας,
1677καὶ διὰ τούτων κατώρθωσε νὰ εἰσπραχθῶσι κατὰ τὸ 1882
167820 ἑκατομμύρια καί τινες ἑκατοστύες χιλιάδων δραχμῶν
1679περισότερα, ἢ ὅσα εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ ἀμέσως προη-
1680γηθὲν ἔτος 1886.
1681Αὕτη ἡ παραβολὴ, ἣν ἐποιησάμην, τοῦ 1889 πρὸς τὰ
1682προηγηθέντα ἔτη, αἱ βραχεῖαι αὗται μελέται, τὰς ὁποίας
1683ἀνεκοίνωσα εἰς ὑμᾶς, σᾶς πείθουσιν, ὅτι ὑπάρχουσι σύνδεσμοι
1684στεῤῥοὶ, συνδέοντες τὸ 1889 μετὰ τῶν προηγηθέντων αὐτοῦ
1685ἐτῶν, καὶ ὅτι εἶχον δίκαιον νὰ μὴ στέρξω νὰ ἐξετάσω τὸ
16861889 κεχωρισμένον, ἀλλὰ νὰ ἐξετάσω αὐτὸ συνδεδεμένον
1687μετὰ τῶν ἐτῶν, τὰ ὁποῖα προηγήθησαν αὐτοῦ, διὰ νὰ ἐρευ-
1688νήσω τὸ ὅλον οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ Πρωθυπουργοῦ, τοῦ
1689ὁποίου μέρος εἶναι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889.
1690Αὐτὸ εἶναι τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ Πρωθυπουργοῦ,
1691ἀπέναντι τοῦ ὁποίου ἡμεῖς, ἡ Ἀντιπολίτευσις, δὲν ἀντέτα-
1692ξεν ἄλλο. Καὶ ἐρωτώμεθα ἑκάστοτε, ποῖον εἶναι τὸ σύστημά
1693σας; Ἔχετε πρόγραμμα σεῖς; Καὶ τῷ ὄντι μέχρι τῆς
1694ὥρας ταύτης ἡ Ἀντιπολίτευσις οὐδὲν πρόγραμμα ἀντέτα-
1695ξεν εἰς τὸ ἀνωτέρω πρόγραμμα τοῦ Πρωθυπουργοῦ: Αὔξη-
1696σις ἐξόδων καὶ ἑπομένως αὔξησις ἐσόδων διὰ νέων φόρων,
1697δι’ αὐξήσεως τῶν ὑπαρχόντων φόρων, διὰ δανείων!
1698Ἀλλὰ τὸ οἰκονομικὸν αὐτὸ πρόγραμμα τοῦ κ. Πρωθυ-
1699πουργοῦ εἶναι οἰκονομικὸν μόνον πρόγραμμα; Εἶναι μελέτη
1700ὀρθὴ ἢ μὴ ὀρθή, ἥτις ἤγαγε τὸν Πρωθυπουργὸν εἰς τὴν
1701συναρμολογίαν τοῦ οἰκονομικοῦ αὐτοῦ συστήματος, εἰς τὴν
1702συῤῥαφὴν τοῦ οἰκονομικοῦ τούτου σχεδίου; Τὸ σύστημα,
1703τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζει ὁ Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ οἰκονομίᾳ
1704τοῦ Κράτους, εἶναι τυχὸν προϊὸν διανοίας παραχόρδου;
1705Εἶναι κατασκεύασμα ἀμαθείας; Εἶναι ἔργον ἀγνοίας
1706τῆς πραγματικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου; Ὅπως καὶ
1707ἂν ἔχωσι τὰ πράγματα, καὶ ἐὰν εἰς τὰ ἐρωτήματα
1708ταῦτα ἤθελεν εὑρεθῇ τις, διδοὺς ἀπάντησιν καταφατικήν,
1709καὶ ἂν ἤθελε μετὰ δισταγμοῦ στέρξει νὰ δώσῃ τοιαύτην
1710ἀπάντησιν, ἡμεῖς ἔχομεν καθῆκον, νὰ ἐξετάσωμεν, ποῖα
1711ὑπῆρξαν τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ οἰκονομικοῦ
1712τούτου συστήματος ἐπὶ τῆς οἰκονομίας τοῦ Κράτους καὶ τῆς
1713χώρας, ποῖα δ’ ὑπῆρξαν τ’ ἀποτελέσματα αὐτά, οὐχὶ μόνον ἐπὶ
1714τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς
1715χώρας, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ παντὸς τοῦ κυβερνητικοῦ οἰκοδομή-
1716ματος. Ἑπομένως ποίαν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ οἰκονομικοῦ συ-
1717στήματος τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἤσκησε δρᾶσιν ἐπὶ τῆς διοι-
1718κήσεως τῆς χώρας; ποίαν ἤσκησε δρᾶσιν ἐπὶ τῆς δικαιοσύ-
1719νης; ποίαν ἤσκησε δρᾶσιν ἐπὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς; ποίαν
1720ἤσκησε δρᾶσιν ἐπὶ τῆς διεξαγωγῆς τῶν διεθνῶν ἡμῶν σχέ-
1721σεων καὶ τῆς παραστάσεως τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῶν ἄλ-
1722λων ἐν Εὐρώπῃ Κρατῶν καὶ ἀπέναντι τῶν Κρατῶν τῆς
1723Ἀνατολῆς; Ἰδίως δὲ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, μήπως τυχὸν
1724τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζει ὁ Πρωθυπουρ-
1725γὸς, διεσκευάσθη, καὶ ἐπενοήθη, καὶ διεῤῥυθμίσθη, οὐχὶ τυ-
1726χαίως, οὐχὶ ἕνεκα ἀγνοίας τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου,
1727οὐχὶ ὑπὸ διανοίας παραχόρδως λειτουργούσης, οὐχὶ ἐξ ἀμα-
1728θείας, ἀλλὰ μήπως διεῤῥυθμίσθη καὶ διεσκευάσθη τὸ οἰκονο-
1729μικὸν τοῦτο σύστημα μετὰ μελέτης, μετὰ σκοποῦ, διότι
1730τυχὸν ἐκρίθη, ὅτι μόνον τοιοῦτον οἰκονομικὸν σύστημα δύ-
1731ναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἐπιτυχίαν σκοπῶν πολιτικῶν, ἢ
1732πολιτειακῶν, τοὺς ὁποίους ἐνδέχεται ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ ἔχῃ
1733κατὰ νοῦν. Καὶ ὁμιλῶ μέχρι τοῦδε δι’ ὕφους, τὸ ὁποῖον δὲν
1734ἐκδηλοῖ θετικὴν γνώμην, διότι ἀκόμη δὲν ἔφθασα εἰς ἄλλην
1735ἔρευναν, τῆς ὁποίας τὸ πόρισμα θέλω σᾶς παρουσιάσει, ὅτε
1736θέλω ἔχει περισσότερον θάῤῥος ὅπως ἐφελκύσω τὴν προσο-
1737χήν, ἐὰν οὐχὶ τῆς Βουλῆς, τὴν προσοχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ
1738λαοῦ ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἢ πολιτειακῶν προαιρέσεων, αἵ-
1739τινες ἐνδείκνυνται ἐνιαχοῦ. Διὰ τοῦτο περιορίζομαι μόνον νὰ
1740εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ ἀντικείμενον χρήζει ἀτε-
1741νοῦς προσοχῆς, διότι εἶναι τὰ μάλιστα σοβαρόν, καὶ ὅτι,
1742ἐὰν τὴν ἀτενῆ ταύτην προσοχὴν δὲν ἦναι διατεθειμένον
1743τὸ Κοινοβούλιον νὰ καταδηλώσῃ περὶ τὴν μελέτην τοῦ
1744πράγματος, θέλει εὑρεθῆ, ὡς ἐλπίζω, ἔχων τὴν διάθεσιν ταύ-
1745την ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ ὁποῖος θέλει ἀσχοληθῆ περὶ τὴν
1746μελέτην ταύτην, ὅπως προνοήσῃ περὶ τῆς τύχης αὑτοῦ.
1747Ἀλλ’ ἐὰν τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ Πρωθυπουργοῦ,
1748τοῦ ὁποίου ἡ βάσις εἶναι ἡ αὔξησις τῶν ἐξόδων, σκοπὸς δὲ
1749οἱοσδήποτε ἄλλος, πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ ὁποίου ἀπαιτοῦνται
1750δαπάναι, αὐξανόμεναι κατ’ ἔτος ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ,
1751ἐὰν, λέγω, τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ Πρωθυπουργοῦ δὲν
1752συνεβάδιζε μὲ τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων ἐκ παραλλήλου, ἤθε-
1753λε μείνει μονοσκελές, ἤθελε δὲ καταπέσει ἀπὸ τῆς πρώτης
1754ἡμέρας τῆς ἐμφανίσεως αὑτοῦ. Διὰ τοῦτο ὁ Πρωθυπουργὸς
1755μετὰ προνοίας συνεδύασε μετὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐξόδων τὴν
1756αὔξησιν τῶν ἐσόδων. Ἀλλ’ ἐνῷ ηὔξησε τὰ ἔσοδα κατὰ τὸ
17571882 κατὰ δρ. 24,110,183:93 ἐν παραβολῇ πρὸς τὸ 1880,
1758ἐνῷ ηὔξησε τὰ ἔσοδα κατὰ τὸ 1883 κατὰ δρ. 34,974,560,
1759ἐν παραβολῇ πρὸς τὸ 1880, ἐνῷ ηὔξησε τὰ ἔσοδα κατὰ
1760τὸ 1884 κατὰ δραχμὰς 48,963,900 ἐν παραβολῇ πάντοτε
1761πρὸς τὸ 1880, πᾶσαι αὗται αἱ αὐξήσεις, ἐπελθοῦσαι διὰ
1762τῶν νέων φόρων, τοὺς ὁποίους ἐπέβαλε κατὰ τὴν τριετίαν,
1763δὲν ἤρκεσαν διὰ νὰ καλύψωσι τὰ τοσοῦτον αὐξηθέντα ἔξοδα,
1764κατὰ δὲ τὸ τέλος τοῦ 1884, ἐκτὸς τῆς αὐξήσεως τῶν φό-
1765ρων, ἐπαρουσιάσθη καὶ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἐπληρώθη ἐκ
1766τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἔλλειμμα
1767ἀνελθὸν εἰς 30,602,146:73. Διὰ τοῦτο δὲν ἠδύνατο ἡ Κυ-
1768βέρνησις τότε νὰ ἐξοφλήσῃ τὰ πρὸς τὰς Τραπέζας ἐπὶ τῇ
1769ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέη τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ
1770ἠναγκάσθη νὰ συνομολογήσῃ δάνειον πρὸς τὴν Ἐθνικὴν
1771Τράπεζαν ἐξ 9,000,000, νὰ συνομολογήσῃ προσωρινὰ δά-
1772νεια ἐπὶ ἐνεχύρῳ 46 χιλιάδων ὁμολογιῶν ἐκ δρ. 11,500,000.
1773Ἀλλὰ μήπως καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ταύτην περίοδον,
1774τὴν ἀρχομένην ἀπὸ τοῦ 1886 μέχρι τοῦδε, ἐπήρκεσαν εἰς
1775τὰ ἔξοδα οἱ φόροι, οἱ ὁποῖοι ἐπεβλήθησαν κατὰ τὸ ἔτος
17761887; Ηὐξήθησαν πράγματι διὰ τῆς νομοθετηθείσης κατὰ
1777τὸ 1887 νέας φορολογίας τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους τοῦ 1887
1778κατὰ δραχ. 20,717,184:33. Ἀλλ’ οὐδ’ ἡ αὔξησις αὕτη τῶν
1779ἐσόδων ἐπήρκεσε, διότι καὶ κατὰ τὸ 1887 ἐπαρουσιάσθη
1780ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶχον καταγγείλει κατὰ τὴν ἐν
1781τῇ ἀρχῇ τῆς παρούσης Συνόδου γενομένην περὶ τῶν οἰκο-
1782νομικῶν πραγμάτων συζήτησιν, ὡς ἀνερχόμενον εἰς 14,919,
1783309:35, τὸ ὁποῖον ὅμως φαίνεται, ὅτι ἀνέρχεται εἰς 17,305,
1784168:35.
1785Μετὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, καθ’ ὃν, ὡς εἴρηται, ἐγένετο ἡ
1786μνημονευθεῖσα οἰκονομικὴ συζήτησις, ἐπῆλθον δύο συμβεβη-
1787κότα, ἡ ἀγόρευσις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπι-
1788τροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔκρινεν ἀναγκαῖον τότε νὰ
1789ποιήσηται ἐν τῇ Βουλῇ, ὅπως ἀναιρέσῃ τοὺς περὶ ἐλλείμμα-
1790τος τοῦ 1887 ἰσχυρισμούς μου, καὶ ἡ διανομὴ τοῦ τεύ-
1791χους τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889. Ἐκ τῶν συμβεβηκό-
1792των τούτων ἀπεκαλύφθη, ὅτι ἐσφαλμένως εἶχον ὑπολογίσει
1793τὸ ἔλλειμμα εἰς 14,919,309:35, διότι ἔπρεπε νὰ ἀναβιβά-
1794σω αὐτὸ εἰς 17,305,162:35.
1795Εἶπον, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἔκρινεν εὐχε-
1796ρὲς ν’ ἀναιρέσῃ τοὺς ἰσχυρισμοὺς, τοὺς ὁποίους εἶχον προ-
1797βάλει κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, ἥτις ἐγένετο ἅμα τῇ
1798εἰσαγωγῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889, καὶ ἤθελεν εἶσθαι
1799ἀληθῶς εὐχερὲς ν’ ἀναιρέσῃ ἰσχυρισμοὺς ἀντιλέγοντος, ἂν οἱ
1800ἰσχυρισμοὶ τοῦ ἀντιλέγοντος ἦσαν ἀβάσιμοι, ἢ μὴ ὀρθοί·
1801ἀλλ’ ἐὰν ἦσαν καὶ βάσιμοι καὶ ὀρθοί, δὲν ἦτον εὐχερὲς νὰ
1802ἀναιρέσῃ αὐτοὺς ψευδόμενος. Καὶ ἐψεύσθη ὁ Βουλευτὴς ἐκ
1803Παρνασσίδος κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, ὡς θέλω ἀποδεί-
1804ξει ἀμέσως σήμερον, ἐπικαλούμενος τὸν Πρόεδρον τῆς Ἐπι-
1805τροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως διαψεύσῃ τὸν Βουλευτὴν
1806ἐκ Παρνασσίδος, ἢ ἐπικαλούμενος τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως
1807διαψεύσῃ τὸν κ. Σιμόπουλον. Ἐὰν δ’ ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπι-
1808τροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς διαψεύ-
1809σωσι τὰ ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Παρνασσίδος λεχθέντα, ὅπως
1810ἀναιρέσῃ δῆθεν τοὺς περὶ ἐλλείμματος τοῦ 1887 ἰσχυρισμούς
1811μου, οὐδεὶς πλέον θέλει ἀμφιβάλλει, ὅτι, ὅσα ὁ κ. Σιμόπου-
1812λος εἶπε τότε, δὲν ἦσαν ἀληθῆ, καὶ ὅτι εἶχον δίκαιον, ἀνα-
1813μιμνησκόμενος ἐκείνων, νὰ μεταχειρισθῶ τὴν αὐστηρὰν λέξιν,
1814ἧς ἐποιησάμην χρῆσιν.
1815Τίνα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, διὰ ν’ ἀναι-
1816ρέσῃ τοὺς περὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1887 ἰσχυρισμούς μου;
1817Ἔχω ἐν χερσὶ τὸ κείμενον τοῦ λόγου αὐτοῦ, δημοσιευθὲν
1818διὰ τῆς «Ὥρας». Εἶχον ἰσχυρισθῆ, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς
1819διὰ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων δὲν
1820ἐξώφλησε μόνον τὸ κεφάλαιον τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον εἶχε
1821συνομολογήσει κατὰ τὸ 1886 δι’ ἐντόκων γραμματίων, καὶ
1822τὸ ὁποῖον ἀπετελεῖτο ἐξ 21,500,000, ἀλλ’ ἐπλήρωσε διὰ
1823τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων καὶ τὸν
1824τόκον τοῦ κεφαλαίου τούτου. Ἐπειδὴ δ’ ἐπλήρωσεν ἐκ τοῦ
1825προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων τὸν τόκον
1826τοῦ εἰρημένου δανείου, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ πληρώσῃ αὐτὸν ἐκ
1827τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διετήρησεν ἄθι-
1828κτον τὴν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων ἀναγεγραμμέ-
1829νην πρὸς τοῦτο πίστωσιν, μειώσας κατὰ τοσοῦτον ποσὸν τὰ
1830ἔξοδα, τὰ ὁποῖα δὲν ἤθελον μειωθῆ, ἀλλὰ πληρωθῆ, ἐὰν
1831δὲν συνωμολογεῖτο τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, καὶ
1832δὲν διετίθεντο ἐκ τῶν χρημάτων αὐτοῦ τὰ διὰ τοὺς εἰρημέ-
1833νους τόκους πληρωθέντα. Ἀλλ’ ὁ κ. Σιμόπουλος, διαψεύσας
1834ὅτι οἱ τόκοι τοῦ δανείου τούτου ἐπληρώθησαν ἐκ τῶν χρη-
1835μάτων τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, εἶπε πρὸς τὴν
1836Βουλὴν ταῦτα. (Ἀναγινώσκει ἐκ τοῦ λόγου τοῦ κ. Σιμοπού-
1837λου, ἔχων ἐν χερσὶ τὸ ἀπὸ 14 Νοεμβρίου 1888 φύλλον τῆς
1838«Ὥρας»): «Ὁ ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ἰσχυρίσθη, ὅτι ὁ
1839»τόκος τοῦ δανείου τῶν ἐντόκων γραμματίων ἐξ 21,500,000
1840»πρὸς τὰς Τραπέζας ἐκ δραχ. 805,991 ἐπληρώθη ἐκ τῶν
1841»χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις εἰσεκόμισεν ἀπὸ τὸ δά-
1842»νειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, καὶ ἑπομένως δὲν ἠμπορεῖ νὰ
1843»θεωρηθῇ οἰκονομία. Ἀλλ’, ὡς σᾶς εἶπον, ὁ τόκος τῶν ἐντό-
1844»κων γραμματίων διὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν ἐπληρώθη καὶ
1845»κατελογίσθη εἰς τὸ οἰκεῖον κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, ἀνῆλθε
1846»δὲ οὗτος εἰς τὸ ποσὸν δραχ. 802,667. Αὐτὸ τὸ ποσὸν, τὸ
1847»ὁποῖον ὁ προαγορεύσας κατελόγισεν, ὡς μὴ πληρωθὲν ἐκ
1848»τῶν τακτικῶν ἐσόδων, καὶ ὡς μὴ καταλογισθὲν εἰς χρέω-
1849»σιν τῆς πιστώσεως ταύτης, ἀναφέρεται εἰς τὴν δευτέραν
1850»ἑξαμηνίαν. Βεβαίως αὐτὸν τὸν σκοπὸν εἶχεν ἡ ἐξόφλησις
1851»τοῦ δανείου, διὰ νὰ μὴ πληρώσῃ τὸ Δημόσιον τὸν τόκον
1852»τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας. Ἀλλ’ εἰς αὐτὸ δὲν ἀρκεῖται. Κατ’
1853»αὐτὸν πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλ-
1854»λάγματος, δηλαδὴ ἀκόμη 201,477. Οἴκοθεν ἐννοεῖται, ὅτι,
1855»ἀφ’ οὗ δὲν ἐπληρώθη καὶ δὲν κατελογίσθη εἰς βάρος τῆς
1856»πιστώσεως ὁ τόκος, ἄρα δὲν πρέπει νὰ καταλογισθῇ καὶ
1857»ὑπερτίμησις».
1858Ἑπομένως ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκα-
1859τομμυρίων, ὡς ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν ὁ κ. Σιμόπουλος, δὲν
1860ἐπληρώθησαν οἱ τόκοι τοῦ δανείου τοῦ ἐκ δραχ. 21,500,000,
1861τοῦ γενομένου κατὰ τὸ 1886 δι’ ἐντόκων γραμματίων, διὰ
1862τὸ ὁποῖον εἶχε παραχωρηθῆ εἰς τοὺς δανειστὰς ἡ διαχείρισις
1863τῶν μονοπωλίων. Λέγων δὲ ταῦτα, διέψευδε τὸν ἰσχυρισμόν
1864μου. Ἀλλ’ ὁ κ. Σιμόπουλος ἐν τῇ ἐκθέσει ἐπὶ τοῦ Προϋπο-
1865λογισμοῦ, τὴν ὁποίαν συνέταξεν αὐτὸς, ὡς εἰσηγητὴς καὶ
1866Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀνέφερε τὰ ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει ἐν
1867τῷ παραρτήματι τῶν Πρακτικῶν τῆς Βʹ Συνόδου τῆς ΙΑʹ
1868Περιόδου τῆς Βουλῆς, ἐν σελ. 64 τὴν ἀπὸ 20 Νοεμβρίου
18691887 ἔκθεσιν τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888 Ἐπι-
1870τροπῆς): «Σημειωτέον πρὸς τούτοις... καὶ ὅτι ἐκ τοῦ προϊόν-
1871»τος τοῦ δανείου ἐπληρώθη καὶ τόκος, ἐπὶ μὲν τῶν προ-
1872»καταβολῶν ἐκ φράγκων 1,085,543, ἐπὶ δὲ τῶν ἐντόκων
1873»γραμματίων ἐκ φρ. 805,911.»
1874Καὶ ἀνωτέρω. «Τὸ προϊόν τοῦ δανείου τούτου» (τοῦ δα-
1875νείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων) «ἀνῆλθεν εἰς φρ. 99,990,
1876»000, διετέθη δὲ αʹ).... βʹ) εἰς ἐξόφλησιν ἐντόκων γραμ-
1877»ματίων ἐπὶ ἐκχωρήσει τῶν μονοπωλίων, φρ. 22,305,911.»
1878Ἀλλὰ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος χρέος δι’ ἐντόκων γραμματίων
1879συνίσταται εἰς 21,500,000, πῶς δ’ ἐπληρώθησαν 22,305,
1880911; Τὸ περιπλέον πληρωθὲν ποσὸν τῶν 805,911 εἰσὶν οἱ
1881τόκοι τοῦ δανείου, οἱ δεδουλευμένοι, οἵτινες καὶ αὐτοὶ ἐπληρώ-
1882θησαν ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων.
1883Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐβεβαίωσε τοῦτο εὐκρινέστε-
1884ρον ἐν σελίδι λαʹ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ Προϋπολογι-
1885σμοῦ (ἀναγινώσκει):
1886«Ἐν τῇ ἀνωτέρω μνησθείσῃ ἐκθέσει ἐσημειοῦτο μετὰ
1887»τῶν κυμαινόντων χρεῶν ποσὸν κεφαλαίου δραχ. 21,500,
1888»000, ληφθὲν ἀπὸ τὰς Τραπέζας, ὡς ὀφειλόμενον εἰς μεταλ-
1889»λικόν, δυνάμει ἐντόκων γραμματίων, ἐκδοθέντων ἐπὶ ἐκχω-
1890»ρήσει τῆς προσόδου καὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν ἀντικειμέ-
1891»νων τοῦ μονοπωλίου, δυνάμει τοῦ νόμου ΑΤΠϚʹ τοῦ 1886.
1892»Τὸ κεφάλαιον τοῦτο μετὰ τοῦ ἐκ δραχ. 805,911 τόκου,
1893»τὸ ὅλον δρ. 22,305,911, ἐξωφλήθη, ὡς ἐσημειώθη ἀνω-
1894»τέρω, ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομ-
1895»μυρίων».
1896Ἀφοῦ δ’ ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομ-
1897μυρίων, καὶ ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τῶν ἐκποιηθεισῶν ὁμολογιῶν
1898τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων ἐπληρώθησαν εἰς χρυσὸν
1899οἱ ἐκ φρ. 805,911 τόκοι τοῦ, περὶ οὗ ὁ λόγος, δανείου τῶν
190021,500,000 δι’ ἐντόκων γραμματίων, δὲν ἀπέφυγε τὸ δη-
1901μόσιον ταμεῖον τὴν ἀνάγκην νὰ ἀγοράσῃ χρυσὸν διὰ τὸ πο-
1902σὸν τοῦτο, καὶ νὰ πληρώσῃ καὶ τὴν διαφορὰν τοῦ χρυσοῦ;
1903Ἂν ἠγόραζε χρυσὸν, ἤθελε πληρώσει διὰ τὰς 805,911 φράγ-
1904κων καὶ 25 λεπτὰ κατὰ φράγκον ὑπερτίμησιν, ἤτοι 201,
1905477:75. Ἑπομένως δὲν ἀπέφυγε νὰ πληρώσῃ ἐκ τῶν τακτι-
1906κῶν ἐσόδων τὰ δύο ἀνωτέρω ποσὰ, συγκεφαλαιούμενα εἰς
1907δραχμὰς 1,007,388:75, τὰ ὁποῖα ἤθελε πληρώσει ἐξ αὐτῶν
1908ἂν δὲν συνωμολογεῖτο τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων;
1909Ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἀνέλαβε τὸ
1910ἔργον, νὰ διαψεύδῃ ἁπλῶς τοὺς ἀντιλέγοντας, ἐν γνώσει, ὅτι οἱ
1911ἀντιλέγοντες λέγουσιν ἀληθῆ, ἀλλὰ μετὰ τοῦ σκοποῦ νὰ ἐμ-
1912ποιήσῃ δισταγμὸν εἰς τοὺς ἀκούοντας. Τακτικὴ τοιαύτη ἥκι-
1913στα συνιστᾷ τοὺς καλῆς πίστεως συζητητάς· ἐπειδὴ δ’ ἐν
1914τοῖς Κοινοβουλίοις δὲν συζητοῦνται τὰ ἴδια τῶν συζητούντων
1915Βουλευτῶν συμφέροντα, ἀλλὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους,
1916ὀφείλομεν οἱ συζητοῦντες, πρὸ παντὸς, νὰ ἤμεθα καλῆς
1917πίστεως συζητηταί.
1918Ἀλλὰ μόνον τοῦτο εἶπεν ὁ κ. Σιμόπουλος; Ἰσχυρίσθη
1919ὡσαύτως, ὅτι δὲν ἐπληρώθη ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου
1920τῶν 135 ἑκατομμυρίων ὁ τόκος τῶν προκαταβολῶν, καὶ
1921ὅτι τὸ πληρωθὲν ποσὸν δρ. 29,221,495 ἦτο τὸ κεφάλαιον
1922τῶν προκαταβολῶν, ὅπερ ἐξωφλήθη διὰ τῶν χρημάτων τοῦ
1923δανείου· οὕτω δὲ διέψευσεν ὅσα ἐγὼ εἶχον εἰπεῖ περὶ τούτου.
1924Ἰδοὺ τί εἶπεν ὁ κ. Σιμόπουλος περὶ τούτου, ἀγορεύων πρὸς
1925τὴν Βουλήν. (Ἀναγινώσκει τὸ μνημονευθὲν φύλλον τῆς
1926«Ὥρας», ἐν ᾧ ὑπάρχει κατακεχωρισμένον τὸ κείμενον τοῦ
1927λόγου τοῦ κ. Σιμοπούλου.)
1928«Τὸ δεύτερον ἰσχυρίσθη», λέγει ὁ κ. Σιμόπουλος, (ἤτοι
1929»ἰσχυρίσθην ἐγώ) ὅτι διὰ τόκον τῶν εἰς προκαταβολὴν παρα-
1930»κεχωρημένων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυ-
1931»ρίων ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ τόκος ἐκ φράγ. 2,041,225, αὐτὸς
1932»δὲ ὁ τόκος ἐπληρώθη ἀπὸ τὰ χρήματα τοῦ δανείου τῶν 135
1933»ἑκατομμυρίων, καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει οἰκονομία εἰς τὰς
1934»πιστώσεις. Ἀλλ’ ὡς σᾶς εἶπον, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν προ-
1935»καταβολῶν ἐπληρώθησαν οἱ τόκοι τῆς πρώτης ἑξαμηνίας,
1936»ἀνερχόμενοι εἰς δραχ. 1,214,661. Ἡ οἰκονομία, ἡ ἐπελ-
1937»θοῦσα ὡς πρὸς τοὺς τόκους τῶν προκαταβολῶν ἐκ δραχ.
1938»1,054,630 μόνον, ὄχι 2,041,225, εἶναι ἀληθὴς οἰκονομία,
1939»διότι δὲν ἐπληρώθη τόκος διὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν.»
1940Οὕτως ὁ κ. Σιμόπουλος ἠρνεῖτο, ὅτι ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ
1941δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων ἐπληρώθη ποσὸν 2,041,125
1942εἰς τόκους τῶν προκαταβολῶν, διὰ τὰς ὁποίας εἶχον ἐνεχυ-
1943ριασθῆ αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων,
1944καὶ ἐβεβαίου, ὅτι καὶ οἱ τόκοι οὗτοι ἐπληρώθησαν ἐκ τῶν
1945τακτικῶν ἐσόδων. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τούτου διαψεύδει τὸν Βου-
1946λευτὴν ἐκ Παρνασσίδος ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅστις ἐβεβαίου
1947τὴν Βουλὴν ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ (ὅρα σελίδα
1948λά.) τάδε: «Ἡ χρῆσις τοῦ δανείου, ὅπερ ἐπέτρεψεν ὁ νόμος
1949»ΑΥΟΔʹ εἰς 150 ἑκατομμύρια, (ἤτοι τοῦ δανείου τῶν 135
1950»ἑκατομμυρίων) δὲν ἐπρόκειτο νὰ συμπληρώσῃ ἐλλείμματα
1951»τῆς τρεχούσης διαχειρίσεως, ἀλλ’ ἀποκλειστικῶς προωρίσθη
1952»νὰ ἀντικαταστήσῃ μόνιμα δάνεια, ἐπὶ βαρυτέροις ὅροις
1953»συνωμολογημένα, νὰ ἀπαλλάξῃ τὸ Κράτος ἐπαχθοῦς βά-
1954»ρους τῶν προσωρινῶν χρεῶν, εἰς μεταλλικὸν ὀφειλομένων ἐν
1955»τῷ ἐξωτερικῷ, ὧν αἱ διορίαι τῆς ἀποδόσεως ἔληγον, ἡ δὲ ἐξό-
1956»φλησις ἐπεσπεύδετο ἐπὶ ἀπειλῇ ἐκτελέσεως, ἐπιζημίου εἰς
1957»τὰ ὑλικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, καταστρεπτικῆς δὲ
1958»τῆς πίστεως αὐτοῦ. Ταῦτα δὲ ἦσαν τὰ ἑξῆς: α) ἡ ἀκύ-
1959»ρωσις τῶν μὴ διατεθεισῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170
1960»ἑκατομμυρίων, καὶ συνεπῶς ἡ ἐξόφλησις τῶν ἐπὶ ἐνεχυριάσει
1961»τούτων ὀφειλομένων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐπὶ τόκῳ καὶ προ-
1962»μηθείᾳ 7 καὶ 7½% προκαταβολῶν, ἀνερχομέ-
1963»νων εἰς κεφάλαιον καὶ τόκον ἐκ δραχ. 29,221.495».
1964Καὶ κατωτέρω: «Μὴ πραγματοποιηθέντος ὅμως ὁλοκλή-
1965»ρου τοῦ ἐπιτραπέντος δανείου ἐκ δραχ. 150 ἑκατομμυρίων,
1966»τὸ ἐκ τῆς διαθέσεως 135 ἑκατομμυρίων ὀνοματικοῦ κεφα-
1967»λαίου προελθὸν προϊὸν 90,990,000 διετέθη συμφώνως πρὸς
1968»τὸν προορισμὸν, ὃν ἐκ τοῦ νόμου ἔλαβεν, ὡς ἑξῆς....Εἰς
1969»ἐξόφλησιν τῶν προκαταβολῶν... 29,221,495.» Λοιπὸν
1970ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων δὲν
1971ἐπληρώθη μόνον τὸ κεφάλαιον τῶν προκαταβολῶν, διὰ τὰς
1972ὁποίας εἶχον παραχωρηθῆ ἐπὶ ἐνεχύρῳ αἱ ὁμολογίαι τοῦ δα-
1973νείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ ἐπληρώθη καὶ ὁ τόκος
1974αὐτῶν, καὶ ἡ προμήθεια, ἕνεκα δὲ τούτου τὸ πληρωθὲν πο-
1975σὸν αὐτὸ ἀνῆλθεν εἰς 29,221,495.
1976Ἀλλὰ καὶ αἱ ἐπίσημοι πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐπὶ τῇ
1977αἰτήσει τοῦ ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ εἶχε καταθέσει ὁ Πρωθυ-
1978πουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ αὗται διαψεύδουσι τὴν ἄρνησιν
1979τοῦ κ. Σιμοπούλου, ἤτοι τὴν διάψευσιν τῶν ὑπ’ ἐμοῦ λε-
1980χθέντων, τὴν ὁποίαν ἀπήγγειλε πρὸς τὴν Βουλήν. Διὰ τῶν
1981πληροφοριῶν τούτων ὁ Πρωθυπουργὸς ὁμολογεῖ, ὅτι ἐπληρώθη
1982ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων ὁ τόκος τῶν προκατα-
1983βολῶν, περὶ ὧν ὁ λόγος, ἀνερχόμενος εἰς 1,085,543. Ἰδοὺ τὸ
1984κείμενον τῶν πληροφοριῶν τούτων (ἀναγινώσκει ἔντυπον): «Τὸ
1985»ἐκ τῶν δανείων ληφθὲν ποσὸν διετέθη εἰς τὰς ἑξῆς ἀνάγκας
1986»... Εἰς προκαταβολὰς ἐπὶ ἐνεχύρῳ Comptoir d’ Escom-
1987»pte ἐπὶ 143,173 ὁμολογιῶν················ Δρ. 35,793,452
1988»Comptoir d’ Escompte ἐπὶ 16,500 ὁμολ.···· Δρ. 4,125,000
1989»Ἰονικὴν Τράπεζαν 4,000 ὁμολογιῶν········ 1,000,000
1990»Τόκος τῶν ἀνωτέρω ὁμολογιῶν ············· 1,085,543
1991Καὶ ἐν τῇ σελίδι 456 προσέτι τοῦ παραρτήματος τῶν
1992πρακτικῶν τῆς Αʹ Συνόδου τῆς ΙΑʹ Περιόδου τῆς Βουλῆς
1993ἐβεβαίωσεν ὡσαύτως ταῦτα (ἀναγινώσκει ἐν τῷ τεύχει τοῦ
1994παραρτήματος τούτου): «Καὶ οὕτω τὸ ἐκ προκαταβολῶν
1995»ὀφειλόμενον κεφάλαιον περιορίζεται εἰς··· Δρ. 28,135,952
1996»Προστίθενται οἱ διὰ τὴν ά. ἑξαμηνίαν ἐ. ἔ.
1997»πληρωτέοι τόκοι καὶ προμήθεια ἐπὶ τῶν
1998»ἀνωτέρω προκαταβολῶν κατὰ τοὺς ὅρους
1999»τῶν σχετικῶν συμβάσεων, ἀνερχόμενοι
2000»περίπου εἰς δραχμὰς······················ 1,500,500
2001·········································· Δρ. 29,636,452».
2002Ἀλλὰ δὲν ἀνήρχοντο εἰς 1,500,500, ἀλλ’ εἰς 1,638,
2003395:82, διότι ὁ τόκος πρὸς 7% τοῦ ἄνω σημειωθέν-
2004τος κεφαλαίου τῶν προκαταβολῶν τούτων συνίσταται εἰς
20051,432,145:82, ἂν δὲ προστεθῇ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο καὶ πο-
2006σὸν 206,250 ὡς προμήθεια ½% διὰ τὴν ἑξαμη-
2007νίαν ἐπὶ τῆς προκαταβολῆς τῶν 4,125,000, συγκεφαλαιοῦ-
2008ται τὸ ἄνω ποσὸν τῶν 1,638,305:82. Ἂν δ’ ὑπολογισθῇ
2009διὰ τὸ ποσὸν τοῦτο ἡ ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ πρὸ 125 λε-
2010πτὰ τὸ φράγκον, ἀνέρχεται εἰς 2,047,992:77, ἤτοι ἀνώ-
2011τερον τοῦ ποσοῦ τῶν 2,041,225, ὅπερ εἶχον ὑπολογίσει εἰς
2012τὸ ἔλλειμμα.
2013Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ὡς
2014Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὁ κατὰ τὴν
2015προηγηθεῖσαν συζήτησιν, τὴν γενομένην ἅμα τῇ εἰσαγωγῇ
2016τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889, ἀναλαβὼν τὸ ἔργον νὰ μὲ
2017ἀναιρέσῃ, διαψεύδων ὅσα ἐγὼ εἶχον εἰπεῖ, καὶ αὐτὸς ἐν τῇ
2018ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888 ἐκθέσει τῆς Ἐπιτροπῆς,
2019ἣν αὐτὸς συνέταξε καὶ ὑπέγραψεν, ὁμολογεῖ (ἀναγινώσκει ἐν
2020σελ. 64 τοῦ παραρτήματος τῶν πρακτικῶν τῆς Βʹ Συνό-
2021δου τῆς ΙΑʹ Περιόδου τῆς Βουλῆς), ὅτι «ἐκ τοῦ προϊόντος
2022»τοῦ δανείου ἐπληρώθη καὶ τόκος ἐπὶ μὲν τῶν προκαταβο-
2023»λῶν ἐκ φρ. 1,085,543, ἐπὶ δὲ τῶν ἐντόκων γραμματίων
2024ἐκ φράγ. 805,911».
2025Ἐλπίζω, ὅτι δὲν ἐπῆλθεν εἰς ὑμᾶς κάματος, καὶ παρακα-
2026λῶ, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐξακολουθήσω, ἀναιρῶν τὰς ὑπὸ
2027τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος γενομένας διαψεύσεις τῶν ὑπ’
2028ἐμοῦ λεχθέντων.
2029Τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, τὸ ὁποῖον,
2030ἀγορεύων κατὰ τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος συζήτησιν, εἶχον προσ-
2031διορίσει εἰς 14,919,309:35, ἀπετελεῖτο ἐν πρώτοις ἐκ
20324,444,592:05, τὰ ὁποῖα ἐπληρώθησαν οὐχὶ ἐκ τῶν τα-
2033κτικῶν ἐσόδων, ὡς ἔξοδα τακτικά, ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ
2034Προϋπολογισμῷ, ἀλλ’ ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τῶν
2035135 ἑκατομμυρίων. Συνίσταντο δὲ τὰ εἰρημένα 4,444,592:05
2036εἰς τὰ ἑξῆς:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2037Τόκος τοῦ ἐπὶ ἐκχωρήσει τῶν μονοπωλίων δανείου δι’ ἐν-
2038τόκων γραμματίων: 805,911
2039Διαφορὰ τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ διὰ τὸ πο-
2040σὸν τοῦτο πρὸς 125 λεπτά: 201,477:75
2041Τόκος τῶν ἐξοφληθεισῶν προκαταβο-
2042λῶν, δι’ ἃς εἶχον ἐνεχυρισθῆ αἱ ἐκποιηθεῖσαι
2043ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων 2,041,225
2044Διαφορὰ τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ διὰ τὸ
2045ποσὸν τοῦτο : 561,306:25
2046Ἐλάττωσις τῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
2047ἀναγεγραμμένης δαπάνης, ἐπιτευχθεῖσα διὰ
2048τῆς μετατροπῆς τοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομμυρίων: 28,403:30
2049Τόκοι τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τῶν ἐξο-
2050φληθεισῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ἀπὸ 21
2051Μαρτίου 1887 νόμου ὁμολογιῶν τοῦ δα-
2052νείου τῶν 25 ἑκατομμυρίων: 554,967
2053Τόκοι τοῦ δανείου τῶν 4 ἑκατομμυρίων: 112,560
2054Διαφορὰ τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ διὰ τὰ ἀνωτέρω ποσά: 138,741:75
2055Τὸ ὅλον δραχ. 4,444,592:05
2056Ἀλλ’ ὁ ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς μὲ διέψευσε καὶ διὰ τὸ
2057ποσὸν τῶν 28,403:30, τὸ ὁποῖον περιέλαβον μετὰ τῶν
2058ἀνωτέρω, εἰπὼν πρὸς τὴν Βουλήν, καθ’ ὃν χρόνον ἠγόρευε
2059τότε, τὰ ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει τὸ κείμενον τοῦ λόγου τοῦ κ.
2060Σιμοπούλου, κρατῶν ἐν χερσὶ τὸ ἀνωτέρω μνημονευθὲν φύλ-
2061λον τῆς «Ὥρας», δι’ οὗ εἶχε δημοσιευθῆ τὸ εἰρημένον
2062κείμενον).
2063«Ἀλλὰ σπουδαιότατον λόγον ἐποιήσατο ὁ προαγορεύ-
2064«σας (ἤτοι ἐγὼ) ἐπὶ τοῦ τόκου τῶν ἐξοφληθεισῶν ὁμολογιῶν
2065«1923 τοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομμυρίων ἐκ δραχ. 10,268.
2066«Τῷ ὄντι, ἐπειδὴ εἶχε προκληθῆ διὰ Β. Διατάγματος
2067«πίστωσις ἔκτακτος διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ποσοῦ, τὸ
2068«ὁποῖον ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ διὰ τὴν ἐξόφλησιν τῶν ὁμολο-
2069«γιῶν τοῦ δανείου αὐτοῦ, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἦτο ἐκ τῶν προ-
2070«τέρων βέβαιον κατὰ τίνα χρόνον ἤθελε γίνει ἡ ἐκκαθά-
2071«ρισις, περιελήφθη μόνον χάριν λογιστικῆς εὐκολίας καὶ
2072«τὸ ποσὸν 10,268. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἄξιον τοῦ
2073«νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, δικαιολογῶν τὸ ποσὸν
2074«10,268, ὡς ἐπίσης νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπα-
2075«σχολήσω τὴν Βουλὴν περὶ ἑτέρου ποσοῦ ἐκ δραχ. 28,043,
2076«τὸ ὁποῖον καταλογίζει ὡς ἔλλειμμα, διότι τὸ ποσὸν τοῦτο
2077«προέρχεται ἀκριβῶς ἐκ τῆς καταργηθείσης ἀμοιβῆς τοῦ
2078«αὐτοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομμυρίων, διότι, ὡς γνωρίζετε,
2079«διὰ ψηφισθέντος κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος νόμου τὸ ἥμισυ
2080«τῆς ἀμοιβῆς, τῆς κεχορηγημένης εἰς τοὺς ὁμολογιούχους,
2081«κατηργήθη».
2082Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἐπικαλεῖται τὸ ἀπὸ 18
2083Σεπτεμβρίου 1887 Β. Διάταγμα, δι’ οὗ ἀληθῶς ἐχορηγήθη
2084πίστωσις δραχ. 7,069 πρὸς πληρωμὴν τοῦ τόκου τῶν ἐξο-
2085φληθεισῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομμυρίων.
2086Ἀλλὰ λησμονεῖ, ἢ ὑποκρίνεται ὅτι λησμονεῖ τὸ Β.
2087Διάταγμα τῆς 25 Ἰουνίου 1887, δι’ οὗ διετάχθη, ὅτι αἱ
2088ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομμυρίων ἐξοφλοῦνται
2089«καταβαλλομένου τοῦ κεφαλαίου δραχμῶν παλαιῶν 100,
2090«ἢ νέων 89, μετὰ τοῦ ὀφειλομένου μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς
2091«ἐξοφλήσεως τόκου». Καὶ ἐπληρώθη ἐκ τῆς πιστώσεως τῶν
2092δραχ. 16,652,000, κατὰ τὸ Διάταγμα τῆς 30 Ὀκτω-
2093βρίου 1887, ποσὸν δραχ. 10,298 ὡς τόκος τῶν 1923
2094ὁμολογιῶν. Ἄλλως τε, τὸ ἀπὸ 8 Ὀκτωβρίου 1887 Β.
2095Διάταγμα διέτασσεν ἐπὶ λέξει τάδε. «Συνεπῶς ἡ κατὰ τὸ
2096«ἄρθρον 5 τοῦ ἀπὸ 21 Νοεμβρίου 1863 ψηφίσματος ἀμοιβή,
2097«ὑπολογιζομένη συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου, ὁρί-
2098«ζεται εἰς δραχ. 24,996:70». Ὅθεν, ἀφοῦ τόσον ἦτο τὸ
2099ποσὸν τοῦτο ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1887, τὸ ὑπόλοιπον
2100μέχρι τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει ἐν τῷ Προϋπολογι-
2101σμῷ, ἐπληρώθη ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων καὶ ἐκ
2102τοῦ ἀντιτίμου τῶν ἐκποιηθεισῶν ὁμολογιῶν. Καὶ αἱ πληρο-
2103φορίαι, τὰς ὁποίας ὁ Πρωθυπουργὸς κατέθηκεν εἰς τὴν Βου-
2104λὴν ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ἐπιβεβαι-
2105οῦσιν αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶπον, διότι καὶ αὗται ἀναφέρουσιν ὡς
2106πληρωθὲν ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυ-
2107ρίων ποσὸν δραχ. 375,025, διὰ τόκους οὐ μόνον τοῦ δα-
2108νείου τῶν 25 ἑκατομμυρίων καὶ τοῦ δανείου τῶν 4 ἑκατομ-
2109μυρίων, ἀλλὰ καὶ διὰ τόκους τοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομ-
2110μυρίων.—Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἐξηκολού-
2111θησε κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, διαψεύδων ἕκαστον τῶν
2112ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἀνέφερα, ὡς ἀποτελοῦντα τὸ ἔλλειμμα
2113τοῦ 1887. Ἔλεγε λοιπὸν πρὸς τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει τὸ
2114κείμενον τοῦ λόγου τοῦ κ. Σιμοπούλου ἐκ τοῦ φύλλου τῆς
2115«Ὥρας», δι’ οὗ εἶχε τοῦτο δημοσιευθῆ):
2116«Πλὴν τούτων, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς
2117«καταλογίζει ὡς ἔλλειμμα καὶ ποσὸν δραχ. 554,967,
2118«διὰ τόκον τῶν ἐξοφληθεισῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν
2119«25 ἑκατομμυρίων τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1887. Ὡς
2120«πρὸς τοὺς τόκους τοῦ δανείου τούτου ἡ ἀναγραφεῖσα εἰς
2121«τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887 πίστωσις ἀνήρχετο εἰς
2122«δραχ. 1,731,608, ἐπληρώθη δὲ διὰ τοὺς τόκους τῆς
2123»μέχρι τῆς ἐξοφλήσεως τῶν ὁμολογιῶν ἐποχῆς ποσὸν δραχ.
2124»1,153,165, καὶ ἀπέμεινεν ἀδιάθετος πίστωσις ἐκ δραχ.
2125»578,443, προερχομένη ἐκ τῶν τόκων τῶν ἤδη ἐξοφληθει-
2126»σῶν ὁμολογιῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ, ὡς ἐκ τοῦ νόμου, οὗ δυνά-
2127»μει ἐξωφλήθησαν αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου τούτου, ἔμεινεν
2128»ἀδιάθετος πίστωσις ἐκ δραχ. 578,443, δὲν εἶναι τοῦτο
2129»καθαρὰ καὶ ἀναμφισβήτητος οἰκονομία τῆς πιστώσεως,
2130»οἰκονομία, εἰς ἣν ἀπέβλεπεν ὁ προκαλέσας τὸν ἀνωτέρω
2131»νόμον;»
2132Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τῶν 1,153,165, τὸ ὁποῖον ὁ Βουλευτὴς
2133ἐκ Παρνασσίδος ἀναφέρει, ὅτι ἐπληρώθη, εἶναι τὸ ποσὸν, τὸ
2134πληρωθὲν διὰ τοὺς μέχρι τῆς 15 Ἀπριλίου 1887 πληρω-
2135τέους τόκους, διότι τοῦ δανείου τῶν 25 ἑκατομμυρίων οἱ
2136τόκοι δὲν πληρόνονται κατὰ τὸ τέλος τῆς ἑξαμηνίας τοῦ
2137ἔτους, ἀλλὰ κατὰ τὸ τέλος τῆς ἑξαμηνίας, κατὰ τὸν χρό-
2138νον, καθ’ ὃν ἐξεδόθη τὸ δάνειον, λήγει δ’ ἡ ἑξαμηνία τοῦ
2139δανείου τούτου κατὰ τὴν 15 Ἀπριλίου ἑκάστου ἔτους.
2140Ἑπομένως ἐπληρώθησαν ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων οἱ τόκοι
2141μέχρι 15 Ἀπριλίου, ἀλλ’ αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου ὑπέ-
2142κειντο εἰς ἐξόφλησιν μέχρι τῆς 15 Αὐγούστου καὶ μετ’ αὐ-
2143τὴν, κατὰ τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα τῆς 25 Ἰουνίου 1887,
2144τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐκδοθῆ περὶ τῆς ἐξοφλήσεως αὐτῶν.
2145«Τὸ ὀνοματικὸν κεφάλαιον δραχ. 250, διατάσσει τὸ 1
2146ἄρθρον τοῦ εἰρημένου Διατάγματος, ἑκάστης τῶν μέχρι τῆς
2147Μʹ καὶ ΜΑʹ κληρώσεως, τῆς ἐνεργηθείσης τὴν 15 Ἀπριλίου
21481887, μὴ ἐξαχθεισῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 25 ἑκα-
2149τομμυρίων καὶ τῶν 4 ἑκατομμυρίων, πληρόνεται ἀπὸ τῆς
215015 Ἰουλίου 1887, ἐκ τοῦ Κεντρικοῦ καὶ τῶν ἐπαρχιακῶν
2151ταμείων τοῦ Κράτους, καθὼς καὶ ὁ μέχρι τῆς 15 Αὐγού-
2152στου 1887 τόκος, ὁ ἀνήκων εἰς τὸ 41ον τοκομερίδιον τοῦ
2153δανείου τῶν 25 ἑκατομμυρίων, καὶ τὸ 32ον τοῦ δανείου τῶν
21544 ἑκατομμυρίων».
2155Ἐπληρώθησαν λοιπὸν ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων οἱ τόκοι
2156μέχρι τῆς 15 Ἀπριλίου 1887, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς 15 Ἀπριλίου
2157μέχρι τῆς 15 Αὐγούστου ἐπληρώθησαν ἐκ τοῦ προϊόντος
2158τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, καὶ διὰ τοῦτο ἐζητήθη καὶ
2159ἐχορηγήθη διὰ Β. Διατάγματος τῆς 21 Αὐγούστου 1887
2160πίστωσις διὰ τόκους 31,232 ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 25
2161ἑκατομμυρίων ἐπὶ τόκῳ 8%······················ 208,005
2162διὰ τόκους 21,622 ὁμολογιῶν τοῦ αὐτοῦ δανείου
2163πρὸς 9%······································· 162,165
2164καὶ διὰ τόκους 11,255 ὁμολογιῶν τοῦ δανείου
2165τῶν 4 ἑκατομμυρίων···························· 74,128
2166Τὸ ὅλον δραχ.································· 445,128
2167Ἂν δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο ὑπολογισθῇ πρὸς 125 λεπτὰ,
2168συγκεφαλαιοῦται τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 554,967, τὸ ὁποῖον
2169περιέλαβον ἐν τῷ ἐλλείμματι.
2170Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ
2171δὲν ἠρκέσθη νὰ διαψεύσῃ κατὰ τὸν ἀνωτέρω τρόπον τοὺς
2172ἰσχυρισμούς του περὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1887, ἔλαβε καὶ
2173θέσιν ἐλεγκτοῦ, καὶ ἤλεγξεν ἐμὲ διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ
2174δανείου τῶν 60,000,000, τὸ ὁποῖον εἶχον συνομολογήσει
2175κατὰ τὸ 1879, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι οὐδ’ ἐγὼ ἐσημείωσα ἐν τοῖς
2176βιβλίοις ὡς ἔσοδον τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ
2177πρὸς τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς τῶν τραπεζικῶν γραμματίων.
2178Τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 συνωμολογήθη κατὰ τὸ
21791879 πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ὠφείλο-
2180μεν δὲ τότε εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς μεταλλικὸν
21816,772,746:18, καὶ εἰς τὴν Ἰονικὴν εἰς μεταλλικὸν 3,086,
2182010:38, ἤτοι τὸ ὅλον εἰς ἀμφοτέρας εἰς μεταλλικὸν 9,858,
2183756:56. Ὠφείλομεν προσέτι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς
2184γραμμάτια 31,699,078:71, ἐπίσης εἰς τὴν Ἰονικὴν 3,088,
2185340:64, ἤτοι τὸ ὅλον εἰς γραμμάτια 34,787,419:35. Ὅθεν
2186συνωμολογήσαμεν τὸ δάνειον πρὸς ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν
2187ἡμῶν τούτων. Τὸ δάνειον εἰσεπράξαμεν εἰς πολλὰς δόσεις,
2188ἐπειδὴ δ’ ὤφειλον λόγον τῆς διαχειρίσεως αὐτοῦ, ἐφρόντισα
2189καὶ συνετάχθησαν πίνακες, οἱ ὁποῖοι, ἐκτυπωθέντες, κατε-
2190τέθησαν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ διενεμήθησαν εἰς τοὺς Βου-
2191λευτάς. Ὁ πίναξ οὗτος (ἐπιδεικνύει τὸν πίνακα), τυπωμέ-
2192νος εἰς δύο μέρη, καταδεικνύει τὸν λογαριασμὸν τῶν δύο
2193Τραπεζῶν, τί ὠφείλομεν εἰς ἑκατέραν, εἰς μεταλλικόν, τί
2194ὠφείλομεν εἰς γραμμάτια, πότε ἐλάβομεν ἑκάστην δόσιν
2195τοῦ μεταλλικοῦ, πότε ἐλάβομεν ἑκάστην δόσιν τῶν γραμμα-
2196τίων, πόσος τόκος ὠφείλετο, εἰς πόσον συνεκεφαλαιοῦτο τὸ πρὸς
2197ἑκατέραν αὐτῶν χρέος ἡμῶν, πόσα ἐπληρώσαμεν ἀπέναντι
2198τῶν χρεῶν μας τούτων. Ὁ δὲ πίναξ οὗτος (δεικνύει ἕτερον
2199πίνακα) παριστᾷ τὴν διαχείρισιν, θέλετε δ’ εὑρεῖ ἐν αὐτῷ,
2200ὅτι εἰσεπράξαμεν ἕως τὸν χρόνον ἐκεῖνον 33,592,728:76 εἰς
2201χρυσᾶ φράγκα, τὰ ὁποῖα ἔφερον παλαιᾶς δρ. 37,623,856:20,
2202ὅτι ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου εἰσήχθη εἰς τὸ Ταμεῖον ποσὸν
2203δραχ. 15,911,200:47, ὑπολογισθὲν πρὸς 112 λεπτὰ τὰ
2204φράγκον, δηλ. ἄνευ ὑπερτιμήσεως, ἀλλ’ εἰσήχθη ὡσαύτως
2205ποσὸν δραχ. 600,000, εἰσπραχθὲν ἐκ φράγκων, πωληθέν-
2206των πρὸς 115 λεπτὰ, προσέτι ποσὸν 14,634,520:39, εἰσ-
2207πραχθὲν ἐκ πωλήσεως φράγκων πρὸς 115½ λεπτὰ ἕκαστον,
2208καὶ ποσὸν δραχ. 2,447,007:90, εἰσπραχθὲν ἐκ πωλήσεως
2209φράγκων πρὸς λεπτὰ 116 ἕκαστον. Οὕτως εἰσηγάγομεν εἰς
2210τὸ Ταμεῖον παλαιὰς δραχμὰς 38,251,944:31, ἀντίτιμον τῶν
221133,592,728:76 χρυσῶν φράγκων, ἤτοι ἐπραγματοποιήσα-
2212μεν κέρδος ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ δραχ. 628,088:
221311, τὸ ὁποῖον κατεδηλώσαμεν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ βεβαίως
2214ἀνεγράφη ἐν τοῖς βιβλίοις, διότι ἀντὶ 37,623,856:20 πα-
2215λαιῶν δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἔφερον τὰ ἐκ τοῦ δανείου ἐκείνου
2216εἰσπραχθέντα 33,592,728:76 χρυσᾶ φράγκα, εἰσήχθησαν
2217εἰς τὸ Ταμεῖον δραχ. 38,251,944:31.
2218Ἀπηνὴς ἀληθῶς ἐδείχθη ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ
2219Προϋπολογισμοῦ, ἀποφασίσας μετὰ 10 ἔτη νὰ μὲ ἐλέγξῃ,
2220ἀνέτοιμον μάλιστα ὄντα, καὶ μὴ δυνάμενον ν’ ἀπαντήσω
2221ἀμέσως, διὰ ν’ ἀποδείξω, ὅτι μὲ ἀδικεῖ. Ἡ σκληρότης δὲν
2222εἶναι τοῦ χαρακτῆρος τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, δια-
2223κρίνει ὅμως αὐτὸν πάντοτε μέγας ζῆλος ὑπὲρ τοῦ Ὑπουρ-
2224γείου, ἕνεκα δὲ τοῦ μεγάλου τούτου ζήλου, ὑπολαβὼν, ὅτι
2225θέλει προσφέρει ὑπηρεσίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀπεφάσισε
2226καὶ νὰ ἀρνηθῇ πᾶσαν ἀλήθειαν, καὶ νὰ μὲ ἐλέγξῃ διὰ τὴν
2227πρὸ δέκα ἐτῶν διαχείρισίν μου.
2228Ἀλλὰ καὶ ἀδυσωπήτως ἐπετέθη κατ’ ἐκείνων, οἵτινες
2229ἐτόλμησαν νὰ ἀντείπωσι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ εἶπεν ὁ
2230κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ: «πλανᾶ-
2231»σθε, λέγοντες, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἰσοζύγιον κατὰ τὸ 1887·
2232»βεβαίως ὑπῆρξεν ἰσοζύγιον κατὰ τὸ 1887». Ταῦτα δ’
2233ἐβεβαίωσε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις ἐλησμόνησεν, ὅτι
2234δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος ἐβε-
2235βαίωσαν τὴν Βουλήν, ὅτι ἐπετεύχθη ἰσοζύγιον, ἐνῷ εὑρισκό-
2236μεθα ἐν ὀγκώδει ἐλλείμματι. Πολλάκις ἠκούσαμεν βεβαιού-
2237μενα ταῦτα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ διαψευδόμενα
2238ὑπὸ τῶν πραγμάτων. Ἰδοὺ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τί ἔλεγε
2239κατὰ τὴν 12 Νοεμβρίου τοῦ 1884, ἤτοι κατὰ τὰ μέσα
2240τοῦ ἑνδεκάτου μηνὸς τοῦ ἔτους ἐκείνου, περὶ τοῦ Προϋπολο-
2241γισμοῦ τοῦ 1884, ὁ ὁποῖος ἐξετελεῖτο πρὸ δέκα μηνῶν, καὶ
2242ἐκ τῆς διαχειρίσεως τοῦ ὁποίου δὲν ὑπελείπετο, εἰμὴ μόνον
2243εἷς μήν. Ἰδοὺ τί ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν 12 Νο-
2244εμβρίου 1884, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 (ἀνα-
2245γινώσκει):
2246«Ὁ ὑποβαλλόμενος εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμὸς
2247»ἀναγράφει ἔσοδα τῆς χρήσεως 1885, 85,641,000, ἔξοδα
2248»δὲ ἀναγράφει 85,252,000, ἑπομένως ὑπάρχει πλεόνασμα
2249»ἑκατοστύων τινῶν χιλιάδων δραχμῶν».
2250Ἠρώτησε τότε αὐτὸν ὁ κ. Ῥόκος Χοϊδᾶς, βουλευτὴς τότε:
2251«Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι καὶ πέρυσιν εἴχετε περίσσευμα».
2252Ἀπήντησεν δ’ αὐτῷ ὁ Πρωθυπουργός:
2253«Καὶ πέρυσιν εἴχομεν περίσσευμα, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ὁ Προ-
2254»ϋπολογισμὸς τοῦ 1884, μεθ’ ὅλα τὰ ἐπελθόντα δυσάρεστα,
2255»θέλει ἀπολήξει σχεδὸν εἰς ἰσοζύγιον. Εἶναι πρόδηλον ἐξ
2256»αὐτῶν τούτων τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα παρέστησα
2257»πρὸ ὀλίγου ὡς πιθανὰ, ὅτι, ἐὰν δὲν ἀνεφύοντο αἱ οἰκονομι-
2258»καὶ δυσχέρειαι τοῦ παρόντος ἔτους, καὶ ἐὰν ἐφηρμόζοντο
2259»οἱ νόμοι ὀλίγον ταχύτερον, μήπω ἐφαρμοσθέντες ἕνεκα τῆς
2260»καταστάσεως τῆς ὑγείας τῆς λοιπῆς Εὐρώπης, ἐὰν ταῦτα
2261»ἐγίνοντο, βεβαίως θὰ εἴχομεν περίσσευμα, καὶ θὰ εἴχομεν
2262»περίσσευμα, ἀνώτερον τοῦ ἀναγεγραμμένου ἐν τῷ Προϋπο-
2263»λογισμῷ».
2264Καὶ ἐτελείωσεν ἡ χρῆσις τοῦ 1884, καὶ συνετάχθη ὁ
2265Ἀπολογισμός, καὶ ἐδημοσιεύθη, φέρων τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ.
2266Πρωθυπουργοῦ, καὶ ὁ Ἀπολογισμὸς τοῦ 1884 ἐβεβαίωσεν, ὅτι
2267εἶχον εἰσπραχθῆ ἔσοδα 60,744,637:07, ὅτι ἐπληρώθησαν
2268ἔξοδα 91,346,783:80, ἤτοι ὅτι ὑπῆρξεν ἔλλειμμα 30,602,
2269146:73.
2270Καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο τῶν 30 περίπου ἑκατομμυρίων ὁ
2271Πρωθυπουργὸς ἐπλήρωσεν ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν
2272170 ἑκατομμυρίων, διότι εἰσέπραξεν ἐξ αὐτοῦ 46,675,001:
227306 ἐντὸς τοῦ 1884, ἐκ τῶν 46 δὲ τούτων ἑκατομμυρίων
2274τοῦ δανείου ἐπλήρωσε 30,602,146:73, τὸ ἔλλειμμα, ἔμεινε
2275δ’ αὐτῷ οὕτως ἐκ τοῦ δανείου δρ. 16,072,854:33, καὶ διὰ
2276τοῦτο ἐδανείζετο ἀπὸ τὴν Τράπεζαν 9 ἑκατομμύρια, διὰ
2277τοῦτο ἔλαβε 35 ἑκατομμύρια ἐκ προκαταβολῶν, διὰ τοῦτο
2278ἐνεχυρίασε 46,000 ὁμολογιῶν καὶ ἔλαβεν 11,500,000, διὰ
2279ν’ ἀπαρτίσῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὠφείλετο εἰς τὰς Τραπέ-
2280ζας, καὶ ἐξοφλήσῃ οὕτω τὸ χρέος τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ
2281ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν.
2282Ἀλλ’ εἶπον εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου μου, ὅτι ἐσφαλμέ-
2283νως ὑπελόγισα εἰς 14,919,309 καὶ 35)00 τὸ ἔλλειμμα τοῦ
22841887, καὶ ὅτι, ἀφοῦ προσδιώρισα αὐτὸ εἰς τὸ εἰρημένον πο-
2285σὸν, περιῆλθον ὑπ’ ὄψει μου τότε τὸ μετὰ ταῦτα διανεμηθὲν
2286τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888 καὶ ἡ ἀγόρευσις
2287τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, ἐξ ὧν ἐπληροφο-
2288ρήθην, ὅτι ἐσφαλμένως ὑπελόγισα, διότι δὲν περιέλαβον εἰς
2289τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ά) δραχ. 1,135,859, πληρωθείσας πρὸς
2290ἐξόφλησιν χρεῶν τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, χρεῶν τοῦ
2291Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ τῶν μονοπωλίων, τὸ ὁποῖον
2292ῥητῶς ἀναφέρει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889 ὡς πληρωθὲν
2293ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων. βʹ) Περιέλαβον
2294μόνον 250,000 δραχμὰς ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 1,500,000
2295φράγκων εἰς χρυσὸν, τὸ ὁποῖον προσέφερεν ὁ Βαλλιάνος διὰ
2296τὴν Βιβλιοθήκην, καὶ τὸ ὁποῖον δι’ ἐντόκων γραμματίων
2297ἐδανείσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι ἐνόμιζον, ὅτι εἶχε ἀπο-
2298δοθῆ εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς οἰκοδομούσης τὴν
2299Βιβλιοθήκην, τὸ ἀντίτιμον τῶν 1,500,000, καὶ ὅτι μόνον
2300τὴν διαφορὰν τοῦ χρυσοῦ ἔπρεπε νὰ καταλογίσω· ἀλλὰ,
2301κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Σιμοπούλου, τὸ ποσὸν ὅλον ἔμει-
2302νεν εἰς χρέος τοῦ Δημοσίου, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ποσὸν τῶν
23031,125,438 εἰς χρυσᾶ φράγκα ἰσότιμον τῶν 1,500,000,
2304πρέπει νὰ ὑπολογίσω εἰς τὸ ἔλλειμμα. Ἑπομένως, ἀφοῦ ὑπε-
2305λόγισα εἰς αὐτὸ 250 χιλιάδας, ὀφείλω νὰ προσθέσω 1,250,
2306000, πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ποσοῦ. Οὕτω πρέπει νὰ προσ-
2307θέσω εἰς τὸ ἔλλειμμα τῶν 14,919,309 καὶ 35)00 δραχ.
23082,385,859, οὕτω δὲ τὸ ἔλλειμμα ἀναβιβάζεται πλέον εἰς
230917,305,168:35.
2310§23ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ν’ ἀναβάλωμεν διὰ τὴν
2311Δευτέραν πλέον.
2312§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἔχω νὰ ὁμιλήσω δύο ὥρας
2313ἀκόμη· δὲν δυσκολεύομαι νὰ ἐξακολουθήσω, ἐὰν θέλῃ ἡ
2314Βουλή.
2315§25Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἡ ὥρα 8½ πλέον, εἴ-
2316μεθα ἐδῶ ἀπὸ τῆς 4½, καὶ πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν διὰ
2317τὴν Δευτέραν.
2318§26ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Κύριε Πρόεδρε, εἴπομεν νὰ
2319ἀναβληθῇ ἡ ἐξακολούθησις διὰ τὴν Δευτέραν.
2320§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀγορεύων ἔχει διάθεσιν νὰ ἐξακολου-
2321θήσῃ.
2322§28ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν
2323ἀπαρτίᾳ.
2324§29ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω πρότασιν περὶ
2325ἀναβολῆς.
2326§30Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι περὶ ἀναβολῆς· δὲν ὑπάρ-
2327χει ἀπαρτία.
2328§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
2329Ὥρα 8½ μ. μ.