1889.02.03
2,278 rows · 17,751 words · 48 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 75
Τῆς 3 Φεβρουαρίου 1889.
(Παρασκευή).
Ὥρα 3 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἡ παράγραφος, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν ἐμὴν ἐπερώτησιν περὶ τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει καθειργμένων ὁμογενῶν Φιλιππίδου καὶ Πασχίδου, δὲν ἀνταποδίδει ἀκριβῶς τὴν ἔννοιαν τῶν παρ’ ἐμοῦ λεχθέντων. Ἐγὼ ἀπ’ ἐναντίας εἶπον, ὅτι, καθ’ ἃς εἶχον πληροφορίας, εἰς ἃς δίδω πλήρη πίστιν, ἡ Κυβέρνησις ἀνέπτυξεν ἔκτακτον δραστηριότητα ὑπὲρ τῶν καθειργμένων τούτων, ἀλλ’ ἀπέτυχεν εἰς τὰς ἐνεργείας αὐτῆς, καίτοι μετεχειρίσθη ὅλα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ μεταχειρισθῇ. Ἑπομένως παρακαλῶ νὰ διατυπωθῇ οὕτω: «καὶ ἐβεβαίωσε τὴν ἀποτυχίαν τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας».
§2ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι «ἐβεβαίωσεν», «ἰσχυρίσθη».
§3ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἔστω, «ἰσχυρίσθη».
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διορθωθῶσιν οὕτω τὰ πρακτικά. (Τὰ πρακτικὰ, διορθωθέντα συμφώνως τῇ ἀνωτέρω παρατηρήσει, ἐπικυροῦνται).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς, ὅτι ἕνεκεν συσωρεύσεως πολλῆς ἐργασίας ἐν τῷ Ἐθνικῷ Τυπογραφείῳ δὲν κατωρθώθη μέχρι τοῦδε νὰ ἐκτυπωθῶσι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς παρούσης Συνόδου, τὰ ὁποῖα ἀριθμοῦνται μέχρι τοῦδε εἰς 12,000 σελίδας καὶ θέλουσιν αὐξήσει ἀκόμη ἴσως εἰς 14,000, τουτέστι θ’ ἀποτελέσωσιν 160 περίπου τυπογραφικὰ φύλλα. Ὑπελογίσθη λοιπόν, ὅτι ἂν τυπωθῶσιν εἰς ἰδιωτικὰ τυπογραφεῖα, θὰ πληρώσωμεν πολὺ περισσότερα, παρὰ ἐὰν προσθέσῃ τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον 10 περίπου ἐργάτας. Κατ’ ἀκολουθίαν ὑπέβαλον τὴν ἐπὶ τούτου ἔκθεσιν τῆς Διευθύνσεως τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία γνωμοδοτεῖ νὰ χορηγηθῇ πίστωσις 4,000 δραχμῶν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον.
§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι τακτικώτερον εἶναι, τὰ ἔξοδα τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου νὰ συγκεντρῶνται ὅλα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἐν τῷ Τυπογραφείῳ ἐκτυποῦνται ἔργα, ἀναγόμενα εἰς τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας.
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὑπάγεται τὸ τακτικὸν προσωπικὸν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, ἀλλ’ εἰς διεξαγωγὴν τῆς ἐργασίας ἀπαιτεῖται ἔκτακτον προσωπικόν, δὲν εἶναι δὲ ἐκ τῶν προτέρων γνωστὴ ἡ ἔκτασις τῆς ἀνάγκης τοῦ ἐκτάκτου προσωπικοῦ. Ἤδη γινώσκομεν τὴν ἔκτασιν τῆς ἀνάγκης ἐν τῇ εἰδικῇ ταύτῃ περιστάσει, ὥστε ἐν σχέσει πρὸς τὴν εἰδικὴν ταύτην περίστασιν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ χορηγήσῃ τὴν πίστωσιν. Δυνάμεθα δέ, ἀντὶ νὰ ψηφίσωμεν ἰδιαιτέρως τὸ ποσὸν, νὰ προσθέσωμεν αὐτὸ εἰς τὰς πιστώσεις δι’ ἔξοδα τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλοτε ἡ Βουλὴ εἶχεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ της 7,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι ἤδη δὲν ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ αὐτῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἤδη, ὅτε παρουσιάσθη ἡ ἀνάγκη αὕτη, ὑπέβαλον τὴν πίστωσιν εἰς τὴν Βουλήν.
§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐζητήθη ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ἡ ὑποβολὴ καταστάσεως, ἐμφαινούσης κατὰ βαθμὸν τὴν δύναμιν τῶν ἀξιωματικῶν μέχρι τέλους Ἀπριλίου 1886. Ὑποβάλλω τὴν κατάστασιν ταύτην. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας ἔχει ζητήσει πρὸ πολλοῦ, ὅπως διαταχθῇ ὁ Νομάρχης Κεφαλληνίας νὰ προσκαλέσῃ τοὺς Δημάρχους τοῦ νομοῦ, ἵνα καταγράψωσι τοὺς ὑπάρχοντας λέβητας τῆς πρώτης ἀποστάξεως καὶ δοθῇ πληροφορία περὶ τοῦ ἐξαχθέντος ποσοῦ σούμας κατὰ τὰ ἔτη 1886 καὶ 1887. Καὶ περὶ μὲν τῆς σούμας εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσωμεν τοιαύτην πληροφορίαν, διότι ἡ σοῦμα δὲν φορολογεῖται κατὰ τὴν ἐξαγωγήν, ὥστε νὰ κρατῆται σημείωσις, περὶ δὲ τῶν ἄλλων πληροφοριῶν ὑποβάλλω τὴν ζητηθεῖσαν σημείωσιν.
§10ΡΙΚΑΚΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν, ὅτε παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς σταφίδος, μεταξὺ τῶν ἄλλων ὑπέβαλον τὴν γνώμην, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ γίνῃ ἐργασία πρὸς κατάργησιν ἢ ἐλάττωσιν τοῦ δασμοῦ τοῦ εἰσαγωγικοῦ ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἤδη ὑπάρχουσι πληροφορίαι, ὅτι οἱ ἐκεῖ περὶ τὰ τοιαῦτα ἀσχολούμενοι σπουδαίως ἐργάζονται πρὸς ἐπιτυχίαν τῆς καταργήσεως αὐτῆς· συλλαλητήρια ἔλαβον χώραν, Ἐπιτροπαὶ ὠνομάσθησαν, ἀναφοραὶ συνετάχθησαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐργασία σπουδαία γίνεται πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ τούτου. Ἀλλὰ τάξις τις, ἔχουσα συμφέρον ἀντίθετον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, καθόσον εὑρίσκει συμφέρον, νὰ μὴ ἐλαττωθῇ ἡ ἀξία τοῦ προϊόντος τούτου, διότι οὕτω τὸ ἐμπόριον θὰ ἐπεκταθῇ εἰς πολλὰς χεῖρας, καὶ τοιουτοτρόπως ἡ κερδοσκοπία ἡ ἐμπορικὴ δὲν θὰ ἔχῃ τὰ πολλὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα ἔχει σήμερον, ἀντετάχθη ὡς ἐπιχείρημα δὲ σπουδαῖον ἀντιτείνουσι, καὶ προσπαθοῦσι νὰ πείσωσι τοὺς ἁρμοδίους νὰ πιστεύσωσιν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅταν καταργηθῇ ὁ εἰσαγωγικὸς δασμὸς, θ’ αὐξήσῃ τὸ ἐξαγωγικὸν τέλος τῆς σταφίδος, πρᾶγμα ψευδέστατον. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, νὰ φροντίσῃ διὰ τοῦ ἐν Λονδίνῳ Πρέσβεως, ὅπως διαψευσθῶσιν αἱ διαδόσεις αὗται.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἐλήφθη πᾶσα πρόνοια, καὶ ὁδηγίαι ἐδόθησαν πρὸς τὸν ἐν Λονδίνῳ Πρέσβυν, ἵνα δηλώσῃ καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τοὺς ἐνδιαφερομένους, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἦτο διατεθειμένη ν’ ἀναλάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ μὴ αὐξήσῃ τὸν φόρον ἐπὶ τῆς σταφίδος, ἐὰν ἐπήρχετο κατάργησις τοῦ δασμοῦ ἐν Ἀγγλίᾳ, οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλ’ ἐὰν παρίστατο ἀνάγκη καὶ ἀπεδεικνύετο ἡ χρησιμότης τοῦ μέτρου τούτου πρὸς ἀπόκτησιν τῆς καταργήσεως τοῦ ἐν Ἀγγλίᾳ δασμοῦ, θὰ ἦτο διατεθειμένη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ προβῇ καὶ εἰς ἐλάττωσιν τοῦ φόρου καὶ ἔτι πλέον. Ταῦτα ἀνεκοινώθησαν πρὸς τὸν ἐν Λονδίνῳ Πρέσβυν τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐδόθη εἰς αὐτὸν ἐντολή, ἵνα διαβιβάσῃ αὐτὰ ἐπισήμως, ὅπου δεῖ. Ἀλλὰ, καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα, δὲν εἶναι, νομίζω, πρέπον νὰ γεννῶνται ἐλπίδες, αἱ ὁποῖαι ἴσως δὲν εἶναι βάσιμοι. Ὁ δασμὸς ὁ ἐπὶ τῆς σταφίδος ἐν Ἀγγλίᾳ, τοῦ ὁποίου ἡ κατάργησις θὰ ἦναι τὸ ὠφελιμώτερον πάντων, ὅσα δύνανται νὰ ἐπιτευχθῶσιν ὑπὲρ τῆς σταφίδος, ὁ δασμὸς οὗτος, δὲν ὑπάρχει σπουδαία ἐλπίς, ὅτι θὰ καταργηθῇ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο· ὑπάρχει βεβαιότης, κατ’ ἐμὲ, ὅτι θὰ καταργηθῇ προσεχῶς, ὅτι θὰ καταργηθῇ εὐθὺς, ὡς τὰ οἰκονομικὰ πράγματα τῆς Ἀγγλίας ἐπιτρέψωσιν εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς ἐλάττωσιν δασμῶν, ἀλλ’ ὡς παρίστανται τὰ πράγματα ἐν Ἀγγλίᾳ, δὲν φαίνεται, ὅτι θὰ δυνηθῇ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις νὰ προτείνῃ κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον τῆς Ἀγγλικῆς Βουλῆς ἐλάττωσιν δασμῶν. Ταῦτα ἐῤῥήθησαν πρὸς τὸν ἡμέτερον ἀντιπρόσωπον ἐν Λονδίνῳ καὶ παρὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ τῆς Ἀγγλίας καὶ Πρωθυπουργοῦ καὶ παρὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὡς ἐκ τούτου δὲν πρέπει νὰ διακόψωμεν τὰς ἐνεργείας ἡμῶν ἐν Ἀγγλίᾳ· τὰ γινόμενα ἐκεῖ συλλαλητήρια καὶ αἱ ἄλλαι ἐνέργειαι εἶναι χρήσιμοι, οὐχὶ ἴσως, ἵνα ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον τῆς Βουλῆς ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889, ἀλλὰ διὰ νὰ παρασκευασθῇ ἡ κατάργησις τοῦ δασμοῦ ἐν ἑτέρᾳ Συνόδῳ καὶ ἐν ἑτέρῳ Προϋπολογισμῷ. Αἱ ἀντιδράσεις, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτής, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐξεδηλώθησαν ἐν Ἀγγλίᾳ· ἐκεῖ ὑπάρχουσιν ἀντίθετά τινα συμφέροντα, καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρέστησεν ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ τὰ συμφέροντα μάλιστα τῶν μεσιτῶν, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, λαμβάνοντες ποσοστὸν ἐπὶ τῇ πωλήσει, θ’ ἀπολαμβάνωσιν ὀλιγώτερα, ὅταν ἡ τιμὴ τοῦ εἴδους ἦναι ἠλαττωμένη ὡς ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ δασμοῦ. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τοὺς μεσίτας ἐν Ἀγγλίᾳ, οὐδὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν. Ὡς πρὸς τοὺς ἐμπόρους ὅμως, μαθόντες τὰς ἐκεῖ ἀντιδράσεις, συνεννοήθημεν μετὰ τῶν ἐν Ἑλλάδι ἐντολοδοτῶν τῶν ἐκεῖ ἐμπόρων καὶ μετὰ τῶν ἐνταῦθα καταστημάτων, τῶν διατηρούντων ὑποκαταστήματα ἐν Ἀγγλίᾳ, ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὰ καταστήματα, μεθ’ ὧν συνενοήθημεν ἐνταῦθα, ἵνα ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τοὺς ἐν Ἀγγλίᾳ πράκτορας ἢ ἀνταποκριτὰς αὑτῶν, ἀπεδέχθησαν λίαν προθύμως τὰς συστάσεις ἡμῶν, καὶ μάλιστα τὰ μεγαλείτερα, τὰ ὁποῖα ἐδύναντο πλειότερον τῶν ἄλλων νὰ ἐπιδράσωσι, προθυμότατα ἐνήργησαν, καὶ αἱ ἐνέργειαι αὑτῶν ἐπήνεγκον τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα.
§12ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς μου εἶχον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραγγείλῃ τὸν νομάρχην Κεφαλληνίας νὰ προσκαλέσῃ τοὺς Δημάρχους, ἵνα καταγράψωσι τοὺς ἐν ἑκάστῳ δήμῳ ὑπάρχοντας λέβητας τῆς πρώτης ἀποστάξεως, διότι φρονῶ, ὅτι μόνον διὰ τοῦ μέσου τούτου ἠδυνάμην νὰ λάβω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας θεωρῶ ἀναγκαίας διὰ τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν εἶχον ὑποβάλει τὴν ἐπερώτησιν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σήμερον ὑπέβαλε πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω ἀνὰ χεῖρας, φρονῶν, ὅτι διὰ τῆς πληροφορίας ταύτης δίδεται ἡ ἀπάντησις, ἀλλ’ οὐδόλως ἱκανοποιεῖται ἡ ἐπερώτησίς μου. Ἐκ τῆς διδομένης πληροφορίας ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐδήλωσαν κατὰ τὸ 1888 82 οἰνοπνευματοποιεῖα, ἀλλ’ ἐκ τούτου οὐδὲν ἕτερον ἀποδεικνύεται, ἢ μόνον, ὅτι ἡ τὸ πρῶτον δοθεῖσα πληροφορία ἦτο ἀτελὴς, καθότι εἰς ἐκείνην ἀνεφέροντο 70 μόνον ὡς δηλώσαντες. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, πόσοι ἦσαν οἱ κάτοχοι λεβήτων, πρὶν ἢ ὁ ἰσχύων νόμος τεθῇ εἰς ἐνέργειαν.
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, νὰ καθαρίσητε τὴν ἐρώτησίν σας· ἂν πρόκηται περὶ τῆς ἐποχῆς τῆς πρώτης ἰσχύος τοῦ κειμένου σήμερον νόμου, βεβαίως θὰ προσπαθήσωμεν νὰ συλλέξωμεν τὰς πληροφορίας, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχωμέν τι τὸ θετικόν.
§14ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Οἱ μὴ δηλώσαντες δὲν ἐδήλωσαν, διότι δὲν προτίθενται πλέον νὰ ἐργασθῶσι μετὰ τὴν ἰσχὺν τοῦ νέου νόμου.
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τότε τίνας λέβητας ἐννοεῖτε; τοὺς μὴ ἐργαζομένους; τοὺς εὑρισκομένους εἰς τὰ λεβητοποιεῖα;
§16ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου, πάντες, ὅσοι ἦσαν κάτοχοι λεβήτων, ἔπαυσαν νὰ ἐργάζωνται, καὶ ἡ πρώτη ὕλη δυστυχῶς ῥίπτεται εἰς τοὺς κοπρῶνας, δὲν χρησιμεύει πλέον.
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐννοεῖτε πρὸ τοῦ 1883;
§18ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὄχι· διότι κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος ἐδήλωσαν οἱ περισσότεροι.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ δεύτερος νόμος εἶναι εὐεργετικώτερος τοῦ προηγουμένου.
§20ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἤδη δὲν ὑπάρχουσιν ἀγορασταὶ τῶν τοιούτων οἰνοπνευμάτων. Ἡ παράκλησίς μου εἶναι, νὰ προσκαλέσητε τοὺς Δημάρχους τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας νὰ καταγράψωσι τοὺς ἐν ἑκάστῳ δήμῳ λέβητας, τοὺς ἐργαζομένους πρὸ τῆς ἰσχύος τῶν νόμων, τῶν φορολογησάντων τὰ οἰνοπνεύματα, ἤτοι πόσοι ἦσαν οἱ τότε κάτοχοι τοιούτων λεβήτων.
§21ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ὑπάρχουσι λέβητες πολλοί, ἀλλὰ δὲν θέλουσιν οἱ ἄνθρωποι νὰ σφραγίσωσι τοὺς λέβητάς των, διότι δὲν θέλουσι νὰ ἐργάζωνται δι’ αὐτὴν τὴν χρῆσιν, ἀλλὰ θέλουσι νὰ ἔχωσιν αὐτοὺς ἐλευθέρους δι’ ἄλλας χρήσεις.
§22ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρεκάλεσα πρό τινων ἡμερῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πόσα ἐπληρώθησαν εἰς τὴν χωροφυλακὴν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἐνταλμάτων προσωπικῆς κρατήσεως κατὰ ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εὐηρεστήθη νὰ ὑποβάλῃ μικράν τινα κατάστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ ἔτος 1857 ἐπληρώθησαν διάφορα ποσὰ εἰς τοὺς χωροφύλακας, εἰς τοὺς Οἰκονομικοὺς Ἐφόρους καὶ εἰς τοὺς δήμους, δραχμαὶ 3,620. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς χωροφύλακας, ἐννοῶ, ὅτι ἡ πληρωμὴ ἐγένετο πρὸς ἐκτέλεσιν ἐνταλμάτων, ἀλλ’ ἀναγκάζομαι νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, διατὶ ἐπληρώθησαν εἰς τοὺς Οἰκονομικοὺς Ἐφόρους καὶ εἰς τοὺς δήμους τὰ ποσὰ, τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην;
§23ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ἐφημερίδα τῆς πρωτευούσης ἀνέγνων τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας, ὅτι ἐπετράπη εἴς τινας καταδίκους, κρατουμένους ἐν ταῖς φυλακαῖς Πατρῶν, νὰ ἐξέλθωσι νύκτωρ ἐξ αὐτῶν καὶ νὰ περιφέρωνται ἐλεύθεροι ἐν τῇ πόλει, πρὸς κοινὸν σκάνδαλον καὶ ἐπὶ ἀπειλῇ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Εἰδικώτερον δὲ καὶ ῥητότερον σήμερον ἡ «Ἀκρόπολις» βεβαιοῖ, ὅτι τρεῖς βαρύποινοι κατάδικοι ἐξῆλθον νύκτωρ τῶν φυλακῶν Πατρῶν καὶ δι’ ἁμάξης μετέβησαν εἰς τὴν ἔπαυλιν ἐγκρίτου τινὸς Πατρέως, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα δὲν ἀναφέρει, καὶ καθ’ οὗ ἐπετέθησαν ἐπικινδύνως. Εἶναι πιθανὸν, ὅτι τὰ γεγονότα ταῦτα δὲν θὰ ἦναι εἰς γνῶσιν τῶν κυρίων Ὑπουργῶν. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω αὐτοὺς νὰ λάβωσι πληροφορίας καὶ διαφωτίσωσι τὴν Βουλὴν, τί συνέβη ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ προσέτι νὰ μᾶς ἀνακοινώσουν, τί ἐνήργησαν αἱ ἁρμόδιαι ἐν Πάτραις Ἀρχαί.
§24ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πληροφορίαν περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ δὲν ἔχω οὐδεμίαν. Σήμερον τὴν πρωΐαν μοὶ ἀνήγγειλαν, ὅτι ἐφημερίς τις γράφει αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἀνεγνώσατε, προσεκάλεσα δὲ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, νὰ μοὶ δώσῃ πληροφορίας.
§25ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Διατὶ μετετέθησαν οἱ κατάδικοι οὗτοι εἰς τὴν Ζάκυνθον; Ποῖος λόγος ἀποχρῶν διοικητικὸς ὑπηγόρευσε τὸ μέτρον τοῦτο;
§26ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν τριῶν ἢ τεσσάρων ἔλαβον τηλεγράφημα τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν ἐν Πάτραις, διὰ τοῦ ὁποίου μὲ παρεκάλει κατεπειγόντως, διὰ λόγους ἀσφαλείας τῶν φυλακῶν, νὰ ἐγκρίνω τὴν εἰς Ζάκυνθον μεταφορὰν καταδίκων, τῶν ὁποίων δὲν ἐνθυμοῦμαι τὰ ὀνόματα. Ἐὰν ἐγένετο μεταφορὰ, ἴσως εἶναι αὐτὴ, περὶ ἧς ἔλαβον τὸ τηλεγράφημα τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τὴν ὁποίαν ἐπέτρεψα παραχρῆμα.
§27ΦΩΤΗΛΑΣ. Καθ’ ὅσον γνωρίζω ἐγὼ, ὁ ἐπιστάτης τῶν φυλακῶν Πατρῶν ἀμέσως ἐτέθη ὑπὸ ἀνάκρισιν, διότι φαίνεται, ὅτι εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι ἀφέθησαν κατάδικοί τις ἐλεύθεροι.
§28ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πόθεν ἔχετε σεῖς αὐτὰς τὰς πληροφορίας, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔχει τοιαύτας;
§29ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Πληροφορίας ἐπισήμους δὲν ἔχω μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης· προεκάλεσα τοιαύτας καὶ ἀναμένω ἀπάντησιν. Εἶπον ὅτι, ὄχι μόνον ἐπὶ τῆς παρούσης περιστάσεως, ἀλλ’ ἐπὶ πάσης ὁμοίας φύσεως, ὡς περιῆλθεν εἰς γνῶσιν ἐμοῦ παράπονον, πάντοτε μετὰ πάσης δραστηριότητος ἐξήλεγξα τὰ περὶ τούτων, καὶ διέταξα τὰ πρέποντα.
§30ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐνόουν νὰ ἀπευθύνω ἐπερώτησιν, οὔτε κἂν νὰ ἐξασκήσω ἔλεγχον, διότι κατὰ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἄλλοτε ἐξέθηκα εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως, δὲν θεωρῶ ὑπεύθυνον τὸν Ὑπουργὸν, ἐὰν π.χ. εἷς ἐπιστάτης τῶν φυλακῶν ἐπιτρέψῃ τὴν ἔξοδον καταδίκου τινός. Ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, κατ’ ἐμὲ, ἄρχεται ἀφ’ ἧς στιγμῆς οὗτος μάθῃ τὸ γεγονὸς, πεισθῇ περὶ τῆς βασιμότητος αὐτοῦ, καὶ οὔτε τὸν ἐγκληματήσαντα ὑπάλληλον τιμωρεῖ, οὔτε μέτρα προληπτικὰ λαμβάνει πρὸς ἀποτροπὴν παρομοίων ἐκτρόπων. Μετ’ εὐχαριστήσεως μάλιστα ἀναφέρω, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν κατηγγέλθη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔγκλημα, ἀποδιδόμενον εἰς ὑπάλληλόν τινα οἰκονομικόν, εὐθὺς δ’ ὡς περιῆλθε τὸ γεγονὸς τοῦτο εἰς γνῶσίν του, ἔσπευσε νὰ ἀπολύσῃ παραχρῆμα τὸν παραβάτην ὑπάλληλον. Ἑπομένως ἀπεκδέχομαι καὶ παρὰ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν παρομοίαν συμπεριφορὰν κατὰ τῶν εὐθυνομένων ἐπὶ ταῖς καταγγελθείσαις παραβάσεσιν.
§31ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἔχω καθῆκον καὶ ἐγὼ νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ παράπονα τῶν καπνοπωλῶν Καλαμῶν, οἱ ὁποῖοι φορολογοῦνται, ὑποχρεούμενοι νὰ λαμβάνωσι 12 φυλλάδια σιγαροχάρτου, ἀντὶ 8, εἰς μίαν ὀκᾶν καπνοῦ. Τὰ παράπονα ταῦτα εἶναι λίαν δίκαια. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως εἶπεν ἄλλοτε, θέλει νὰ προσθέσῃ τὸν φόρον αὐτὸν εἰς τὸν καπνὸν, εἶναι κύριος νὰ τὸ κάμῃ, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι λόγος νὰ ἀδικῶνται οἱ δυστυχεῖς καπνοπῶλαι, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ λάβῃ ἓν μέτρον περὶ αὐτοῦ· προχθὲς δὲ, ὅτε ἔκαμον λόγον οἱ κύριοι συνάδελφοι περὶ τούτου, δὲν ἤμην ἐδῶ, ἀλλ’ ἐκ τῶν πρακτικῶν εἶδον, ὅτι οὐδὲν ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ ἀπαντήσῃ.
§32ΤΙΝΕΣ. Οὐδὲ τώρα δὲν θ’ ἀπαντήσῃ.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους διὰ τὸ 1889.— Ὁ κ. Κόρπας ἔχει τὸν λόγον.
§34ΚΟΡΠΑΣ. Κατὰ τὴν ὑποβολὴν, Κύριοι, τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμοῦ εὐρεῖα ἐγένετο συζήτησις ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς τῆς χώρας καταστάσεως, τὸ πόρισμα τῆς ὁποίας ὑπῆρξε διάφορον δι’ ἑκατέραν τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πολιτικῶν μερίδων· ἡ μακρὰ ἐκείνη συζήτησις περιεστράφη περὶ τὴν ἐξέτασιν τοῦ Ἀπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ 1887 καὶ περὶ ἄλλα θέματα, συναφῆ πρὸς τοῦτον, σήμερον ὅμως πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ ἀρξαμένου ἔτους, ἤτοι πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν τὸν σπουδαιότερον τῶν νόμων τοῦ Κράτους, ἑπομένως ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὸν οὐ μόνον ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν καὶ πολιτικὴν, ὡς εἴθισται καὶ εἶναι ἀναγκαῖον, ἀλλὰ καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὴν λειτουργίαν τῶν θεσμῶν, τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους· τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, θέλω περιορισθῆ εἰς μόνην τὴν ἐξέτασιν τῶν στρατιωτικῶν μέτρων ἐν σχέσει πρὸς τὴν παροῦσαν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, χωρὶς νὰ θίξω τὰς ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεις, τῶν ὁποίων ἡ ἐν αὐτῷ ἀναγραφὴ εἶναι ἄμεσος συνέπεια τῆς ἐφαρμογῆς τῶν μέτρων τούτων. Οἱονδήποτε καὶ ἂν ὑπῆρξε τὸ πόρισμα τῆς μακρᾶς ἐκείνης συζητήσεως, ἡμεῖς, εἴτε εἰς ἔλλειμμα εὑρισκόμεθα, εἴτε εἰς ἰσοζύγιον καὶ περίσσευμα, ὀφείλομεν, προκειμένου περὶ στρατοῦ, νὰ σκεφθῶμεν ὡς ἀκολούθως. Ἐὰν ἡ Ἑλλὰς, ὡς Κράτος ἀνεξάρτητον, θέλῃ νὰ ἔχῃ πολεμικήν τινα δύναμιν πρὸς διατήρησιν τῆς ἑαυτῆς ἀνεξαρτησίας, ἢ καὶ ὅπως διεκδικήσῃ ἐν ὥρᾳ εὐθέτῳ τὰ ἀπαράγραπτα αὐτῆς δικαιώματα, ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν στρατὸν μόνιμον, ἀνάλογον μὲν τῶν χρηματικῶν ἡμῶν μέσων, πάντως ὅμως τέλειον καὶ ἀξιόμαχον· ἐὰν ὅμως ἡ Ἑλλὰς ἦναι Κράτος ἐμπορικὸν καὶ γεωργικὸν καὶ ἐπιθυμῇ νὰ γένηται καὶ βιομηχανικὸν διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς βιομηχανίας, τότε ἂς ἀρκεσθῶμεν εἰς ἔνοπλόν τινα δύναμιν, ἐπαρκῆ διὰ τὴν δημοσίαν τῆς χώρας ἀσφάλειαν καὶ ἴσως πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν σχηματισθησομένων μετ’ οὐ πολὺ διοικητικῶν ἀστυνομιῶν ἐν τοῖς δήμοις τοῦ Κράτους, ἂς διαλύσωμεν τὸν στρατὸν, καὶ ἂς παύσωμεν ἐπιβαρύνοντες τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, διὰ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ ὁποίου διατηροῦμεν τὸν στρατὸν, φρουροῦντα τὰς φυλακὰς, καὶ συνοδεύοντα τὸν εἰσπράκτορα εἰς τὴν καλύβην τοῦ χωρικοῦ. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν δικαιοῦμαι νὰ πιστεύσω, ὅτι ὑπάρχει τις, ὁ μὴ ἀναγνωρίζων τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπάρξεως μονίμου στρατοῦ, διότι καὶ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου ἐβεβαίωσε τὸ Ἔθνος, ὅτι οὐ μόνον εἶναι γεωργικὸν καὶ ἐμπορικὸν, ἀλλὰ καὶ στρατιωτικὸν καὶ ναυτικὸν, καὶ ὅτι δύσκολον εἶναι νὰ πεισθῇ νὰ μεριμνήσῃ μόνον περὶ τοῦ παρόντος ἐν ὀλιγωρίᾳ τοῦ μέλλοντος, καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, συμμεριζομένη πληρέστατα τὴν γνώμην ταύτην, ἐξεδήλωσε διὰ τῆς ἐκθέσεως τῆς μειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ὅτι ἐπιθυμεῖ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν στρατιωτικῶν δυνάμεων· ἴσως μάλιστα τοῦτο εἶναι τὸ μόνον σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον συναντᾶται μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Τούτων λοιπὸν οὕτως ἐχόντων, θέλω ἐπιληφθῆ τῆς ἐξετάσεως τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν παρ’ ἡμῖν ἐφαρμοσθέντων στρατιωτικῶν μέτρων, ἐν σχέσει πρὸς τὴν παροῦσαν τοῦ στρατοῦ κατάστασιν, χωρὶς νὰ λησμονήσω, ὅτι εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τινῶν ἐκ τῶν μέτρων τούτων κἀγὼ διὰ τῆς ψήφου μου συνετέλεσα, ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι ἠδύναντο ταῦτα ν’ ἀποβῶσιν ὠφέλιμα εἰς τὸν στρατόν· ἀλλὰ σήμερον, ὅτε τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν κατάδηλα ἐγένοντο, ἔχω τὸ ὑπέρτατον καθῆκον, νὰ καταδείξω ἐντεῦθεν τὴν πλημμέλειαν αὐτῶν, καὶ ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ στρατοῦ καὶ ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ Κράτους. Εὐκταῖον ἤθελεν εἶσθαι, Κύριοι, ἐὰν τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα θέλω συναγάγει ἐκ τῆς προκειμένης ἐξετάσεως, ἠδυνάμην νὰ περιβάλω διὰ τῆς αὐθεντείας ἐκείνης, μεθ’ ἧς περιβάλλονται ἐν ἄλλοις Κράτεσιν, ἔνθα στηρίζονται ταῦτα ἐπὶ πολεμικῶν γεγονότων, ἢ καὶ ἐπὶ τῆς πείρας, τῆς κτωμένης ἐπὶ τῶν πεδίων τῶν ἀσκήσεων, τοῦθ’ ὅπερ παρ’ ἡμῖν, ἐπὶ τοῦ παρόντος, δυστυχῶς δὲν εἶναι δυνατόν· διὰ τοῦτο, ἵνα μὴ ὑποπέσω εἰς συλλογισμόν τινα, εἴτε πεπλανημένον, ἢ τὸν ὁποῖον νὰ δύνανται τὰ πράγματα μετ’ ὀλίγον ν’ ἀνατρέψωσι, θέλω προσδράμει εἰς συγκριτικήν τινα μέθοδον, τὴν ἑξῆς: Ἐπειδὴ τὸ κρατοῦν παρ’ ἡμῖν στρατιωτικὸν σύστημα ἐρείδεται ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων, ἐφ’ ὧν καὶ τὰ ἐν ἄλλοις Κράτεσι κρατοῦντα συστήματα, ποιήσομαι σύγκρισιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐφαρμοσθέντων παρ’ ἡμῖν στρατιωτικῶν μέτρων πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀλλαχοῦ ἐφαρμοσθέντων παρεμφερῶν, εἴτε διατηρουμένων, ὡς καλῶς λειτουργούντων, εἴτε καὶ καταργηθέντων· πρὶν ὅμως ἐπιληφθῶ τῆς προκειμένης ἐξετάσεως, ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν οἱ στρατιωτικοὶ νόμοι παρ’ ἡμῖν συντάσσονται, ψηφίζονται καὶ λειτουργοῦσιν. Οἱ στρατιωτικοὶ νόμοι παρ’ ἡμῖν ἐλήφθησαν ἐκ τῶν εἰς τὰ μεγάλα Κράτη λειτουργούντων, ἐκτὸς ὀλιγίστων μεταβολῶν, αἵτινες ἀληθῶς ὑπῆρξαν Ἑλληνικῆς ἐπινοήσεως, ὡς λ. χ. ἡ ἀναγραφομένη ἐν τῷ στρατολογικῷ νόμῳ διάταξις περὶ προσθέτου ὑπηρεσίας εἰς τοὺς καθυστεροῦντας κληρωτοὺς, ἡ ὁποία καὶ ἔσχε λαμπρὰ ἀποτελέσματα, ἡ καθιερουμένη διὰ τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ διάταξις περὶ συστάσεως Ἀρχηγείων στρατοῦ, ἀντὶ τῶν ἁπανταχοῦ παραδεδεγμένων σωμάτων στρατοῦ, ταξιαρχιῶν καὶ μεραρχιῶν, καὶ ἥτις δὲν ἔσχε τὰ αὐτὰ μὲ τὴν πρώτην ἀποτελέσματα. Ἐκ μεταφράσεως λοιπὸν οἱ νόμοι ἡμῶν ἐν τοῖς πλείστοις κατὰ γράμμα, ἐφηρμόσθησαν, χωρὶς νὰ σχετισθῶσι πρὸς τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα, πρὸς τὰ μέσα καὶ τὰς τοπικὰς περιστάσεις· διὰ τοῦτο, Κύριοι, βλέπομεν καθ’ ἑκάστην σχεδὸν Βουλευτικὴν Σύνοδον προτάσεις νόμων, σκοπούσας εἰς τὴν μεταβολὴν τῶν κειμένων νόμων, διὰ τοῦτο εἴδομεν πρό τινων ἡμερῶν ψηφιζομένην τὴν κατάργησιν πάσης ἐκείνης τῆς μακρᾶς διαδικασίας περὶ καθορισμοῦ μισθωτικῶν ἀξιῶν τῶν κληρωτῶν. Τὰ μεγάλα Κράτη, Κύριοι, σπανίως προβαίνουσιν εἰς οὐσιώδεις τῶν στρατιωτικῶν αὑτῶν ὀργανισμῶν μεταβολὰς, ἀλλὰ, καὶ ἄν ποτε προβῶσιν εἰς τοιαύτας, πράττουσι τοῦτο κατόπιν πολέμου, ἢ καὶ πείρας μακρᾶς, καὶ τῆς δοκιμασίας, τὴν ὁποίαν ἐπὶ πολλὰ ἔτη ὑπέστησαν οἱ νόμοι, καὶ κατεδείχθησαν αἱ πλημμέλειαι αὐτῶν· ἀλλὰ καὶ τότε δὲν εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μόνον, ἢ εἷς Νομικὸς Σύμβουλος, ἢ ὁ ἁρμόδιος Τμηματάρχης, οἱ συντάσσοντες τὰς μεταῤῥυθμίσεις ταύτας, ἀλλ’ ἐνιαχοῦ μὲν τὸ Γενικὸν Ἐπιτελεῖον, κατηρτισμένον, καθ’ ὃν τρόπον γινώσκουσιν οἱ περὶ τὰ στρατιωτικὰ ἀσχολούμενοι, ἀλλαχοῦ δὲ τὸ ἁρμόδιον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον, τοῦ ὁποίου τὴν ἐργασίαν προεπεξεργάζεται πρὸ τῆς κοινοβουλευτικῆς συζητήσεως Ἐπιτροπὴ, ἐξ ἁρμοδίων ἀποτελουμένη προσώπων. Ἐὰν στρέψωμεν, Κύριοι, τοὺς ὀφθαλμοὺς σήμερον εἰς τὴν Γαλλίαν, θὰ ἴδωμεν, ὅτι πρὸ τριῶν ἐτῶν ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοθετικῶν σωμάτων νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, ἐψηφίσθη τῷ ὄντι εἰς τὴν Βουλὴν, ἀπεστάλη εἰς τὴν Γερουσίαν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπέστη τροπολογίας ἐν τῇ Γερουσίᾳ, ἐπεστράφη πάλιν εἰς τὴν Βουλὴν, συνεζητήθη, καὶ μόλις κατὰ τὰ μέσα τοῦ παρελθόντος Ἰανουαρίου ἐπεψηφίσθη· ἐπενεχθεισῶν ὅμως νέων τροποποιήσεων ἐν τῇ Βουλῇ, πάλιν θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς Γερουσίας. Συμβαίνει μάλιστα, Κύριοι, κατὰ περίεργον σύμπτωσιν, κατὰ τὸν παρελθόντα μῆνα, καθ’ ὃν ἀκριβῶς χρόνον συνεζητεῖτο ἐν τῇ ἡμετέρᾳ Βουλῇ ἡ διάταξις ἐκείνη περὶ ἐνιαυσίων ἐθελοντῶν τοῦ ἄρθρου 119, τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου ζωηρῶς ὑποστηρίζοντος τὴν τροποποίησιν τούτου, νὰ συζητῆται καὶ ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ ἡ διάταξις αὕτη, ἐν δὲ τῇ Οὐγγρικῇ αὕτη ἐγέννησε σκάνδαλα οὐ μόνον ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς, ἐν ταῖς τάξεσι τῶν φοιτητῶν. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὁποία λαμβάνεται πρόνοια περὶ νομοθετήσεως νόμων. Ἐν τούτοις ἡμεῖς τοὺς οὕτω πῶς συντασσομένους νόμους ἐπιψηφίζομεν ἐν τρισὶν ἀναγνώσεσι, καὶ τίθεμεν εἰς ἐνέργειαν ἄνευ οὐδεμιᾶς προπαρασκευαστικῆς ἐργασίας· ἐνταῦθα δὲ κεῖται ἡ ἀφετηρία τῆς σκολιᾶς ὁδοῦ, ἥτις μᾶς ἄγει σχεδὸν πάντοτε εἰς οὐχὶ εὐάρεστα ἀποτελέσματα. Ἄρχομαι νῦν τῆς ἐξετάσεως τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν νόμων, καὶ ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται ὡς ἡ πηγὴ, ἐξ ἧς ἀρύεται ὁ στρατὸς τοὺς ἄνδρας. Καὶ πρῶτον ἡ στρατιωτικὴ θητεία παρ’ ἡμῖν εἶναι διετὴς σήμερον, εἶναι δηλαδὴ τοσαύτη, ὅσην ἐπεθύμησα καὶ ὑπεστήριξα ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ διὰ τοῦτο μάλιστα μετὰ χαρᾶς εἶδον ἐσχάτως τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, μεταβαλόντα γνώμην καὶ ἀποκηρύξαντα τὸ προσφιλὲς αὐτοῦ τέκνον, τὴν μονοετῆ θητείαν, χάριν τῆς ὁποίας ἐπὶ πολλὰ ἔτη δὲν ἐθεώρει φίλον αὑτοῦ εἰλικρινῆ πάντα, ὅστις τὴν αὔξησιν τῆς θητείας προέβαλεν· ἐνθυμοῦμαι μάλιστα καὶ γεγονός τι, ὅπερ χαρακτηρίζει τὴν ἐπιμονὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ὁμιλῶν ἄλλοτε ἐντεῦθεν κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883, εἶπον, προκειμένου περὶ θητείας, σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ τὸ ἑξῆς: ὅτι ἐν Παρισίοις, ἔν τινι αἰθούσῃ τοῦ Γαλλικοῦ Βουλευτηρίου, εἷς τῶν ἐπιφανεστάτων πολιτευτῶν τῆς Γαλλίας, ἀφ’ οὗ μοὶ ἀπηύθυνε καλακευτικούς τινας λόγους, ἀλλὰ λίαν βαρυσημάντους διὰ τὴν πολιτείαν καὶ τὴν ἐθνικὴν ἐνέργειαν τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου,—τοὺς ὁποίους λόγους βεβαίως ἤκουσα μετὰ χαρᾶς, διότι ἀπεριόριστον ἔτρεφον πρὸς τὸν ὑπέροχον ἐκεῖνον ἄνδρα σεβασμὸν,—μοὶ ἔκαμε, μετὰ τῆς διακρινούσης πάντοτε τοὺς Γάλλους λεπτότητος, τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ θητεία παρ’ ἡμῖν, ἐν Ἑλλάδι δῆλον ὅτι, εἶναι μικρὰ, καὶ ὄχι μόνον μικρὰ, ἀλλὰ καὶ ἀποβαίνει ἐπιβλαβής· ἀπαντήσας μοι τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μοὶ εἶπεν ἐπὶ λέξεσι τὰ ἑξῆς: «Ἐν Γαλλίᾳ ἔχουσι θητείαν πενταετῆ, καὶ πλεῖστοι τῶν πολιτευομένων δὲν παραδέχονται ἐλάττωσιν αὐτῆς, οὐδὲ εἰς τρία ἔτη, ὅπως τινὲς ἤρξαντο ἐπιδιώκοντες. Ὁ πολιτευτὴς ἄρα ἐκεῖνος βεβαίως οὐδόλως ἤθελεν ἱκανοποιηθῆ ἐκ τῶν προτάσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κέας. Φρονῶν, ὅτι ἀπαιτοῦνται 5 ἔτη, ὅπως ἐξασκηθῇ ὁ στρατὸς, καὶ ὅτι ἀνεπαρκὴς εἶναι ἡ τριετὴς θητεία, οὐδεμίαν σημασίαν θ’ ἀπέδιδον εἰς τὴν διαφορὰν μεταξὺ τῆς θητείας τῶν 12 καὶ τῶν 20 μηνῶν, τὴν ὁποίαν παρεδέχθη ὁ ἔντιμος ἐκ Κέας Βουλευτής». Ἐὰν λοιπὸν ἔζη ὁ ἐπιφανὴς ἐκεῖνος πολιτευτὴς, καὶ ἐμάνθανεν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ τοιαῦτα εἰπὼν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, παρεδέξατο, ὅ,τι μετὰ τόσης ἀποστροφῆς ἀπέκρουεν, ἤθελε βεβαίως ἱκανοποιηθῆ, καὶ ἤθελεν ἱκανοποιηθῆ ἔτι μᾶλλον, διότι ἡ διαφορὰ, περὶ ἧς ποιεῖται μνείαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ πρός με ἀπαντήσει του, δὲν εἶναι τόσον ἀσήμαντος. Ἀλλὰ καὶ ἤθελεν εὐχαριστηθῆ, ὅταν ἐμάνθανεν, ὅτι ὁ συντελέσας εἰς τὴν αἰφνιδίαν ταύτην τῆς γνώμης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μεταβολὴν ἦτο ὁ ὑποστράτηγος καὶ νῦν ἀντιστράτηγος κ. Βοσσὲρ, εἰς τὸν ὁποῖον, ὁμολογῶ, πολὺς ὀφείλεται ἔπαινος. Ἀλλὰ τόσον ἡμεῖς, οἱ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πολλάκις ὑψώσαντες φωνὴν ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τῆς θητείας, ὅσον καὶ οἱ ἐκτὸς σωματάρχαι, καὶ ἰδίως ὁ ἀντιστράτηγος κ. Σαπουντζάκης, ὅστις δι’ ἐπανειλημμένων ἐκθέσεών του κατέδειξε τὰς πλημμελείας τῆς μονοετοῦς θητείας, ἀρκούμεθα εἰς τὴν ἱκανοποίησιν, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν διὰ τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ ὀρθοῦ τῆς προτάσεώς μας. Ἡ διετὴς λοιπὸν θητεία εἶναι ἐπαρκής· ἀλλ’ ὅσον αὕτη εἶναι ἐπαρκὴς, τοσοῦτον ἡ τρίμηνος ὑπηρεσία οὐ μόνον δὲν εἶναι ἐπαρκὴς, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβής. Βεβαίως ἡ διάταξις αὕτη ἀνεγράφη ἐν τῷ στρατολογικῷ νόμῳ, ἵνα μὴ ἀπομακρυνθῶμεν τοῦ κρατοῦντος καὶ ἐν ἄλλοις Κράτεσι συστήματος τῆς καθολικῆς στρατολογίας, ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, τίνα χρησιμότητα δύναται νὰ ἔχῃ στρατιώτης ἐπὶ τρίμηνον μόνον καὶ ἀτελῶς ἀσκούμενος; Ἔρχονται οὗτοι, ἤτοι οἱ διαθέσιμοι, τὴν 1 Ὀκτωβρίου, καὶ κατατασσόμενοι μετὰ τῶν λοιπῶν εἰς τὸν στρατὸν, παραμένουσιν ἐν ταῖς τάξεσιν αὐτοῦ τὸν Ὀκτώβριον, Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον, ἤτοι κατὰ τοὺς μῆνας ἐκείνους, καθ’ οὓς οὐδεμία πρακτικὴ ἄσκησις τελεῖται, καὶ ἂν τελῆται μικρά τις ἐν Ἀθήναις, οὐδεμία ἐκτελεῖται εἰς τὰς ὀρεινὰς ἐπαρχίας καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἐπανέρχονται ὅθεν, εἰδότες μόνον τὸν χειρισμὸν τοῦ ὅπλου καὶ τοὺς βηματισμοὺς, χωρὶς οὐδὲν ὀχυρωματικὸν ἔργον νὰ ἐκτελέσωσιν, οὐδὲ τὴν μεθοδικὴν τῶν πυρῶν σειρὰν, διότι δὲν εἶναι ἀρκούντως πρὸς τοῦτο παρεσκευασμένοι. Εἰς τὰ δύο δὲ ταῦτα ἀντικείμενα ἡ πρακτικὴ ἄσκησις τῶν ἀνδρῶν εἶναι εἴπερ ποτὲ λίαν ἀναγκαία, διότι τὰ μὲν ὀχυρωματικὰ ἔργα ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν τῆς μορφώσεως τοῦ πεζικοῦ, τὰ δὲ πυρὰ θεωροῦνται ὡς τὸ ἐπιστέγασμα ταύτης. Παρῆλθε, Κύριοι, ἡ ἐποχὴ, καθ’ ἣν τὸ πυροβολικὸν καὶ τὸ μηχανικὸν ἐθεωροῦντο ὡς ὅπλα σοφὰ καὶ προὐκάλουν τὸν θαυμασμὸν τῶν ἄλλων· σήμερον καὶ τὸ πεζικὸν μετέχει τῶν μυστηρίων τῆς στρατιωτικῆς ἐπιστήμης, χωρὶς νὰ παύσῃ νὰ ἦναι ἡ βάσις παντὸς στρατοῦ. Ἐν Γαλλίᾳ εἶχον καὶ διατηροῦσι διὰ τοῦ σήμερον ψηφιζομένου νόμου ἐνιαύσιον ὑπηρεσίαν διὰ τοὺς διαθεσίμους, καὶ οὐ μόνον ἔχουσι μακρότερον χρόνον ἡμῶν, ἀλλ’ ἔχουσι καὶ μόνιμα στρατόπεδα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀσκοῦνται οὗτοι ἄνευ διακοπῆς. Ἐν Γερμανίᾳ ἔχουσι σύστημα σοφώτερον, διότι ἐκεῖ πάντες κληροῦνται διὰ 3 ἔτη, ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ ἐκεῖ ἐπικρατεῖ τὸ σύστημα τῆς καθολικῆς στρατολογίας, καὶ ἐπειδὴ ὁ ἀριθμὸς τῶν στρατευσίμων τῆς ἐνιαυσίου ἀπογραφῆς εἶναι ἀνώτερος τοῦ ἀπαιτουμένου πρὸς συμπλήρωσιν τῶν τακτικῶν δυνάμεων, ἔχουσιν εὐρυτάτας ἀπαλλαγὰς, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος χορηγοῦσιν ἐνιαύσιον ἄδειαν, ἣν μάλιστα ὀνομάζουσι βασιλικὴν ἄδειαν, εἰς ἐκείνους τῶν στρατιωτῶν, οἵτινες κατὰ τὴν γνώμην τῶν σωματαρχῶν ἐξέμαθον τὰ γυμνάσια καὶ τοὺς κανονισμοὺς, καὶ ἀπέδειξαν διαγωγὴν ἐξαίρετον. Ἀλλὰ καὶ οἱ λοιποὶ δὲν ὑπηρετοῦσιν ὁλόκληρον τριετίαν, ἀλλὰ μόνον 2 ἔτη καὶ 9 μῆνας. Ἂν λοιπὸν καὶ ἡμεῖς ἦτο δυνατὸν ν’ αὐξήσωμεν τὸν κύκλον τῶν ἀπαλλαγῶν καὶ λάβωμεν ἕτερα μέτρα, περὶ ὧν δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νὰ κάμω λόγον, μέτρα τοιαῦτα, ὥστε διὰ τῆς αὐτῆς δαπάνης, τῆς ἀναγραφομένης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πρὸς διατήρησιν τῶν ἐπὶ τρίμηνον ἀσκουμένων, νὰ ἔχωμεν ἄνδρας ἐπὶ ἑξάμηνον ἀσκουμένους, βεβαίως θὰ ἦτο προτιμότερον. Ἂν τοῦτο δὲν κατορθωθῇ, φθάνω, Κύριοι, εἰς τὸ ἕτερον ἄκρον. Προτιμῶ τὴν ἄσκησιν αὐτῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις των διὰ καταλλήλων ὑπαξιωματικῶν ἄνευ οὐδεμιᾶς δαπάνης, οὕτω δὲ θὰ ἐξοικονομήσωμεν μέγα χρηματικὸν ποσὸν, διὰ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ κατορθώσωμεν τὸ ἑξῆς, δυνάμεθα ν’ αὐξήσωμεν τὴν χωροφυλακήν, νὰ συμπληρώσωμεν αὐτὴν καὶ νὰ σχηματίσωμεν εἰδικὰ σώματα πρὸς φρούρησιν τῶν φυλακῶν καὶ συνοδείαν τῶν δημοσίων εἰσπρακτόρων, ὡς ἔχει ἡ Ἰταλία. Ἐν Ἰταλίᾳ τὰς ποινικὰς φυλακὰς φρουροῦσι διὰ λόχων, ἐχόντων σύστασιν στρατιωτικὴν καὶ καταρτιζομένων ἐξ ὑπαξιωματικῶν, ἀφιεμένων ἢ ἀποστρατευομένων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὴν δύναμιν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὡσεὶ νὰ μὴ ἤρκει ἡ διάταξις, ἡ ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ νόμῳ τῆς 28 Μαΐου τοῦ 1887, καθ’ ἣν κατατάσσονται οἱ διαθέσιμοι εἰς τὸ πεζικὸν, μετεῤῥυθμίσθη ὁ στρατολογικὸς οὗτος νόμος κατὰ Δεκέμβριον τοῦ ἰδίου ἔτους, καὶ κατατάσσονται οὗτοι καὶ εἰς τὸ πυροβολικόν. Ἀλλ’ εἰς τὸ πυροβολικὸν, οὐχὶ διὰ νὰ κατασταθῇ τις τέλειος πυροβολητὴς, ἀλλ’ ἵνα ἀποβάλῃ τὴν ἰδιότητα τῶν νεοσυλλέκτων, ἀπαιτοῦνται 6 μῆνες. Διὰ τοιούτων στρατιωτῶν φρονεῖτε, ὅτι δυνάμεθα νὰ καταρτίσωμεν σώματα τακτικά; Ὡς πρὸς τοῦτο σᾶς βεβαιῶ, ὅτι, ἐὰν δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει μου τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας τοῦ Κράτους, καὶ τὴν βλάβην, ἡ ὁποία ἤθελε προσγίνει εἰς τὴν βιομηχανίαν καὶ εἰς τὴν γεωργίαν ἐκ τῆς ἐπὶ πλείονα χρόνον ἀφαιρέσεως τοσούτων χρησίμων χειρῶν, ἤθελον προτείνει τὴν ἀποδοχὴν τριετοῦς θητείας διὰ τὰ τεχνικὰ σώματα, σήμερον ὅμως οὔτε νὰ τὸ διανοηθῶ κἂν τολμῶ. Θὰ μοὶ εἴπῃ ἴσως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι προέβη εἰς τὸ τελευταῖον τοῦτο μέτρον, διὰ ν’ αὐξήσῃ τὴν ἐφεδρείαν τοῦ πυροβολικοῦ. Ἀλλὰ δὲν πιστεύω ν’ ἀρνῆται καὶ ὁ ἴδιος, ὅτι ἐφεδρεία τοῦ πυροβολικοῦ ὀλιγάριθμος καὶ καλῶς ἠσκημένη εἶναι προτιμοτέρα ἄλλης πολυαρίθμου καὶ ἀτελῶς ἠσκημένης. Ἀλλ’ ὅ,τι, Κύριοι, συμβαίνει εἰς τὸ ἄτομον, συμβαίνει καὶ εἰς τὰ Κράτη· ὅπως τὸ ἄτομον, διὰ νὰ ῥυθμίσῃ τὰ τῆς ἀμύνης καὶ τῆς ἐπιθέσεως κατ’ ἀντιπάλου, πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὴν δύναμιν καὶ τὰ μέσα αὑτοῦ, οὕτω καὶ τὰ Κράτη ὀφείλουσι νὰ γνωρίζωσι τὴν δύναμιν καὶ τὰ μέσα τῶν Κρατῶν, καθ’ ὧν πρόκειται νὰ ἐνεργήσωσι· καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ μελετῶμεν καὶ νὰ γνωρίζωμεν τὴν δύναμιν καὶ τὰ μέσα τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας. Οἱ γείτονες ἡμῶν, οἱ καὶ μέλλοντες ἴσως ἀντίπαλοι ἔχουσι μακροτάτην θητείαν, ἀνεδιωργάνωσαν τὸ πυροβολικὸν αὐτῶν, καὶ ἔχουσι σήμερον πολυαρίθμους πυροβολαρχίας νεωτάτου συστήματος, εἰσήγαγον τὴν καθολικὴν στρατολογίαν, ἔχουσι δὲ ἐκ θρησκευτικοῦ φανατισμοῦ ἀφοσίωσιν εἰς τὰς σημαίας καὶ διὰ τῶν ὀργανωτῶν αὐτῶν Γερμανῶν εἰσήγαγον πάντας τοὺς νόμους καὶ τοὺς κανονισμοὺς τῆς Γερμανίας, ἀπένειμαν μάλιστα πρὸς τοὺς ὀργανωτὰς τούτους καὶ βαθμοὺς ἄλλους ἐκείνων, τοὺς ὁποίους οὗτοι ἐκέκτηντο ἐν Γερμανίᾳ· συνέβη ἐσχάτως μάλιστα νὰ προαχθῇ εἷς τούτων εἰς συνταγματάρχην ἐν τῷ γερμανικῷ στρατῷ, καίτοι εἶχε βαθμὸν ὑποστρατήγου ἐν τῷ τουρκικῷ. Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι οἱ διαθέσιμοι οὗτοι τοῦ πεζικοῦ καὶ τοῦ πυροβολικοῦ, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστοι. Καὶ ταῦτα περὶ στρατιωτῶν καὶ στρατιωτικῆς θητείας. Ἀλλά, διὰ νὰ λειτουργήσῃ ἡ στρατιωτικὴ μηχανὴ, ἀπαιτεῖται, πλὴν τῆς κινούσης δυνάμεως, καὶ τὰ μέρη, ἐξ ὧν αὕτη ἀποτελεῖται, νὰ ἦναι ἐν καλῇ καταστάσει, ἀπαιτεῖται, τὰ μικρὰ ἐλατήρια νὰ ὦσιν ἰσχυρά. Τὰ ἐλατήρια τῶν στρατιωτικῶν μηχανῶν εἶναι οἱ ὑπαξιωματικοί· ἀπαιτεῖται λοιπὸν νὰ ἔχωμεν ὑπαξιωματικοὺς καὶ καλοὺς καὶ καταλλήλους, διὰ νὰ ἐμπνεύσουν τὸν στρατιωτικὸν φρόνημα εἰς τοὺς στρατιώτας καὶ νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς αὐτούς. Περιελήφθησαν ἐν τῷ τελευταῖον ψηφισθέντι στρατολογικῷ νόμῳ διατάξεις, διὰ τῶν ὁποίων ἐπεζητήθη ἡ διατήρησις τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐπὶ πλείονα χρόνον, συνδυαζόμεναι δὲ αὗται πρὸς τὴν αὔξησιν τῆς θητείας, ἐπιτευχθείσης ἤδη, δύνανται βεβαίως ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὸν ἐπιζητούμενον σκοπὸν, ἐὰν λάβωμεν καὶ ἡμεῖς τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον καὶ ἄλλα Κράτη. Ἐν Ἰταλίᾳ ὑπάρχει εἰδικὸν στρατιωτικὸν ταμεῖον, τοῦ ὁποίου ἡ ἐποπτεία εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς Ἐπιτροπὴν, ἀποτελουμένην ἐκ δύο Γερουσιαστῶν, ἐκλεγομένων ὑπὸ τῆς Γερουσίας, δύο Βουλευτῶν, ἐκλεγομένων ὑπὸ τῆς Βουλῆς, δύο μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ δύο ὑποστρατήγων, διοριζομένων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Τὰ μέλη τῆς Βουλῆς ἀντικαθίστανται καθ’ ἑκάστην Βουλευτικὴν Περίοδον. Οἱ πόροι τοῦ Ταμείου τούτου, προερχόμενοι ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, ἀποκλειστικῶς διατίθενται πρὸς βελτίωσιν τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ πρὸς χορηγίαν χρηματικῶν ἀμοιβῶν πρὸς τοὺς ἀνακατατασσομένους ὑπαξιωματικούς, μουσικούς, καὶ ἄλλους, περὶ ὧν προβλέπει καὶ ὁ ἡμέτερος νόμος, ἀλλ’ ἀτελῶς. Δὲν θὰ ἦτο ἆρά γε ὀρθὸν καὶ συμφέρον, νὰ διαθέτωμεν καὶ ἡμεῖς ἐκ τῶν 700 χιλιάδων δραχμῶν, ἃς εἰσπράττομεν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν. Συνεστήσαμεν Προπαρασκευαστικὸν ὑπαξιωματικῶν Σχολεῖον, ἀλλ’ οἱ καρποὶ τοῦ Σχολείου τούτου δὲν ἀνταπεκρίθησαν εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, διότι εὑρέθησαν ἀκατάλληλοι, καὶ πολὺ ὀρθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν προὐκάλεσε τὴν κατάργησιν τῆς Σχολῆς ταύτης. Δὲν ἐξετάζω, Κύριοι, τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἡ Σχολὴ αὕτη παρ’ ἡμῖν ἀπέτυχεν, ὡς γνωστοὺς εἰς πάντας ἡμᾶς, παρατηρῶ μόνον, ὅτι τοιαῦται Σχολαὶ λειτουργοῦσιν εἰς ὅλα τὰ Κράτη λίαν ἐπιτυχῶς, ἐκτὸς τῆς Ἰταλίας, ἡ ὁποία ἔχει σύστημα ἐντελῶς διάφορον, περὶ οὗ θὰ ὁμιλήσω. Ἐν Γερμανίᾳ, ἔνθα ὑπάρχουσι τοιαῦται περὶ τὰς 10, εἰσέρχονται νέοι, ἡλικίας 17 μέχρις 20 ἐτῶν, καὶ ἐκπαιδεύονται ἐπὶ τρία ἔτη, ἐξέρχονται δὲ ὡς ἁπλοῖ στρατιῶται καὶ κατατάσσονται εἰς τὰ σώματά των, τιθέμενοι ὑπὸ δοκιμασίαν, προάγονται δὲ ὑπὸ τῶν σωματαρχῶν· παρατηρήσατε, ποία διαφορὰ καὶ δοκιμασία· παράδειγμα ἓν μόνον ὑπάρχει πρό τινων ἐτῶν, ὅτε ἐξῆλθον 45 ὡς ὑπαξιωματικοὶ εἰς ὅλον τὸ Πρωσσικὸν πεζικόν. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ προάγονται ὡς ὑπαξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διήνυσαν ὁλόκληρον τὴν τριετίαν, καὶ ἔδειξαν, ὅτι κέκτηνται τὰ προσόντα διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπαξιωματικοῦ. Ἐνταῦθα κεῖται ἓν τῶν μεγαλειτέρων πλεονεκτημάτων τοῦ Γερμανικοῦ στρατοῦ ἀπέναντι τοῦ Γαλλικοῦ, διότι ἐν Γαλλίᾳ ἔχουσιν ἐκεῖνο τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν καὶ ἡμεῖς, τοῦ προβιβασμοῦ τῶν στρατιωτῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ δεκανέως μετὰ τεσσάρων μόνον μηνῶν ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ἡμεῖς εἴμεθα κἄπως δικαιολογημένοι, διότι ἔχομεν μονοετῆ θητείαν· ἀλλὰ δὲν γνωρίζω διατί οἱ Γάλλοι νὰ ἔχωσι τοῦτο, ἐνῷ ἔχουν πενταετῆ. Σήμερον μάλιστα, ὅτε ἡμεῖς ἀπεδέχθημεν τὴν διετῆ θητείαν, δίκαιον εἶναι ν’ αὐξήσωμεν τὸ ἐλάχιστον ὅριον εἰς 6 ἢ 8 μῆνας, διότι εἶναι ἀνάγκη ὁ στρατιώτης νὰ μείνῃ ἐπὶ πολὺ ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ, ἵνα ἀποκτήσῃ τὰ προσόντα τῶν ὑπαξιωματικῶν. Ἀλλ’ ἐν ᾧ εἶμαι ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῆς ἐν Κερκύρᾳ Σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν, φρονῶ καὶ θεωρῶ ἀναγκαῖον, νὰ ὑποκατασταθῇ τὸ μέτρον τοῦτο δι’ ἑτέρου, μεταξὺ δὲ ὅλων τῶν συστημάτων, τῶν λειτουργούντων ἐν Εὐρώπῃ σήμερον, τὸ μᾶλλον κατάλληλον διὰ τὸν ἡμέτερον στρατὸν, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, εἶναι τὸ τῆς Ἰταλίας. Ἐν Ἰταλίᾳ δὲν ἔχουσι Σχολὰς εἰδικάς, ἀλλὰ τάγματα ἐκπαιδεύσεως. Κατὰ τὸν τελευταῖον ὀργανισμὸν ἔχουσι τρία τάγματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξέρχονται ὑπαξιωματικοὶ εἰς τὸ πεζικὸν καὶ εἰς τοὺς λόχους τῶν νοσοκόμων, μίαν ἴλην διὰ τὸ ἱππικὸν, μίαν πυροβολαρχίαν διὰ τὸ πυροβολικὸν, ἕνα λόχον διὰ τὸ φρουριακὸν πυροβολικὸν, καὶ οὐλαμοὺς διὰ τὸ μηχανικὸν καὶ τὸν οἰκονομικὸν κλάδον. Ἂν καὶ ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ συστήσωμεν τάγματα τοιαῦτα, ἔχοντες, ὡς ἐκ τῆς καθολικῆς στρατολογίας, ἄνδρας γινώσκοντας γράμματα, νομίζω, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἀναγκαῖον, μετὰ τὴν κατάργησιν τῶν Προπαρασκευαστικῶν Σχολῶν, νὰ παραδεχθῶμεν τὸ σύστημα τοῦτο, ὅτε καὶ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας φίλος μου κ. Κοζάκης Τυπάλδος δὲν θὰ συναντᾷ πλέον νεαροὺς λοχίας, ὡς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον συνήντησε καθ’ ὁδὸν καὶ οὗτινος τὸ παράστημα ἐνεποίησε κακὴν ἐντύπωσιν εἰς αὐτὸν, καὶ συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Τυπάλδου, ὅτι τοιαῦτα ὑπῆρξαν τὰ προϊόντα τῆς Σχολῆς ἐκείνης, καὶ καλῶς κατηργήθη. Τὸν ὑπαξιωματικόν, Κύριοι, δὲν μορφόνει τὸ Σχολεῖον, ἀλλ’ ἡ πεῖρα, ἡ κτωμένη ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ, καὶ ἡ πεποίθησις, ἣν ἀποκτᾷ εἰς ἑαυτὸν, καὶ τὴν ὁποίαν μεταδίδει εἰς τοὺς διοικουμένους ὑπ’ αὐτοῦ· διὰ τῆς πεποιθήσεως ταύτης καὶ τῶν λοιπῶν συμπαρομαρτούντων στοιχείων γεννᾶται εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὸ στρατιωτικὸν φρόνημα, ἄνευ τοῦ ὁποίου ὁ στρατὸς εἶναι ἄθροισμα ὁπλοφόρων· ἄνευ τούτου ὁ ἀναπτυσσόμενος κατὰ τὴν στιγμὴν ἐνεργείας ἐνθουσιασμὸς εἶναί τι διαβατικόν. Καὶ τίς δὲν ἐνθυμεῖται ἐξ ἡμῶν, τῶν οὐχὶ πολὺ νέων, τὸν ἀκράτητον ἐκεῖνον ἐνθουσιασμὸν, ὅστις κατέλαβε τοὺς Γάλλους κατὰ τὰς παραμονὰς τοῦ Γαλλοπρωσσικοῦ πολέμου; «Εἰς τὸ Βερολῖνον!» ἐφώνουν ἀξιωματικοί τε καὶ στρατιῶται, «εἰς τὸ Βερολῖνον!», ἀλλὰ φθάντες εἰς τὰς ὄχθας τοῦ Ῥήνου, εὗρον ἀντιμετώπους στρατιώτας, ἐμφορουμένους ὑπὸ ἀληθοῦς στρατιωτικοῦ πνεύματος, τὸ ὁποῖον ἐνέπνευσαν εἰς αὐτοὺς κατὰ τοὺς χρόνους τῆς εἰρήνης οἱ ὑπαξιωματικοὶ διὰ στρατιωτικῆς ἀγωγῆς σοβαρᾶς καὶ συστηματικῆς. Ἀφοῦ ἤδη ἐξήτασα τὰς πηγὰς, ἐξ ὧν τοὺς ἄνδρας ἀρυόμεθα, μεταβαίνω νῦν εἰς τὴν συγκρότησιν τῶν στρατῶν, ἤτοι εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς στρατιωτικῆς μηχανῆς, καὶ παρατηρῶ, ὅτι, ἐνῷ ὡς πρὸς τὰς μικρὰς μονάδας παρεδέχθημεν τὸ σύστημα τῶν ἄλλων ὀργανισμῶν, ἀπεμακρύνθημεν αὐτῶν κατὰ τὴν συγκρότησιν τῶν μεγάλων διοικητικῶν μονάδων, καὶ ἀντὶ τῶν ἁπανταχοῦ παραδεδεγμένων σωμάτων στρατοῦ, μεραρχιῶν καὶ ταξιαρχιῶν, παρεδέχθημεν τὸ σύστημα τῶν Ἀρχηγείων. Πάντα τὰ Κράτη ἀνεξαιρέτως διαιροῦσι τοὺς στρατούς των εἰς τοιαύτας διοικητικὰς μονάδας. Δὲν θὰ λάβω ὡς παράδειγμα τὰ μεγάλα Κράτη, διότι θὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι ἐκεῖνα καὶ πολυαρίθμους ἔχουσι στρατοὺς, καὶ ἐκτάσεις ἀπεράντους, ἀλλὰ θὰ λάβω ὡς παράδειγμα τὰ μικρότερα τῶν Κρατῶν, τὴν Ῥουμανίαν π. χ., ἥτις ἔχει στρατὸν, ἀποδειχθέντα ἀξιόμαχον, καὶ ἥτις ἔχει ἐν ὥρᾳ εἰρήνης περὶ τὰς 33,000 ἀνδρῶν. Ἡ Ῥουμανία διαιρεῖται εἰς 4 στρατιωτικὰς περιφερείας, ἑκάστη τῶν ὁποίων παρέχει ἓν σῶμα στρατοῦ (corp d’ armée), ἤτοι 4 σώματα στρατιωτικά, ἕκαστον δὲ σῶμα διαιρεῖται εἰς δύο μεραρχίας, τὸ ὅλον εἰς 8 μεραρχίας. Ἡ Βουλγαρία τὴν αὐτὴν ἔχει διαίρεσιν, ἡ μικροσκοπικὴ Ἡγεμονία τοῦ Μαυροβουνίου ὡσαύτως. Τὸ Μαυροβούνιον, καίπερ μὴ ἔχον μόνιμον στρατὸν, διότι πᾶς Μαυροβούνιος ἀπὸ τοῦ 15ου ἔτους μέχρι τοῦ 50οῦ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ὑπηρετῇ ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης εἰς τὸν στρατὸν, καὶ τὸ ὁποῖον τίθησιν ἐν ἀνάγκῃ ἐπὶ ποδὸς πολέμου 36,000 ἀνδρῶν, διαιρεῖ τὸν στρατὸν τοῦτον εἰς 4 ταξιαρχίας πεζικοῦ, καὶ μίαν ταξιαρχίαν πυροβολικοῦ. Ἂν ἐκδράμωμεν καὶ εἰς αὐτὰς τὰς ἀπωτάτας χώρας, θὰ ἴδωμεν, τὰ αὐτά. Ἡ Ἰαπωνία λ. χ., ἥτις ἔχει περὶ τὰς 40 χιλιάδας στρατοῦ, ἔχει τοῦτον διῃρημένον εἰς τοιαύτας μονάδας, ἔχει γενικοὺς ἐπιθεωρητὰς, ἔχει τόσας Σχολάς, ὅσας καὶ ἡμεῖς, καὶ ἐπὶ πλέον Ἀκαδημίαν στρατιωτικήν, καὶ Σχολὴν κτηνιατρικῆς, τῶν ὁποίων ἡμεῖς στερούμεθα. Τὸ σύστημα τῶν Ἀρχηγείων στρατοῦ εἶχε λόγον ὑπάρξεως καθ’ ὃν χρόνον ἡ λῃστεία ἐλυμαίνετο τὴν χώραν ἡμῶν, καὶ ἦτο ἀνάγκη ὅλα ἐκεῖνα τὰ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ παραμεθόριοι σταθμοὶ, πρὸς φρούρησιν τῆς μεθοριακῆς γραμμῆς καὶ ἀπόκρουσιν πάσης λῃστρικῆς ἐπιδρομῆς, νὰ ἔχωσι κέντρον τι διευθύνσεως, καὶ τοῦτο ἦτο τὸ Ἀρχηγεῖον στρατοῦ. Ἀλλὰ σήμερον, ὅτε τὰ πράγματα ἐπανῆλθον εἰς τὴν κανονικὴν αὐτῶν τροχιὰν, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν τοιαύτας διοικητικὰς μονάδας· ἐν περιπτώσει μάλιστα συγκεντρώσεως στρατοῦ, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαιρέσωμεν τὸν στρατὸν ἡμῶν εἰς τοιαύτας μονάδας, ἵνα ἐφαρμόσωμεν τοὺς κανόνας τῆς μεγάλης τακτικῆς, οἵτινες ἐρείδονται ἐπὶ τοιαύτης διαιρέσεως. Ἀλλὰ δὲν ἀπεμακρύνθημεν μόνον κατὰ τοῦτο ἐκ τῶν ὀργανισμῶν τῶν ἄλλων Κρατῶν, ἀπεμακρύνθημεν ἐξ αὐτῶν καὶ κατὰ τὸν καταρτισμὸν τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, ἥτις εἶναι ἡ ψυχὴ παντὸς στρατοῦ, διότι οἱ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ἐπιτελοῦντες εἶναι οἱ ἄμεσοι βοηθοὶ τῶν διοικητῶν μεγάλων ἢ μικρῶν μονάδων. Κατήργησεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς κατὰ τὸ 1880 τὸ σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, διότι κατήργησε τοῦτο κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο καὶ ἡ Γαλλία. Δὲν ἐξετάζω, διὰ τίνα λόγον προέβη εἰς τὴν κατάργησιν τούτου ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, οὐδὲ προτίθεμαι νὰ προτείνω τὴν ἀνασύστασιν αὐτοῦ, παρατηρῶ μόνον, ὅτι, ἐνῷ ἐν Γαλλίᾳ μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν ἐλήφθησαν μέτρα πρὸς μόρφωσιν ἀξιωματικῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, ἡμεῖς δὲν ἐλάβομεν τοιαῦτα. Ἐν Γαλλίᾳ ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία ἐκτελεῖται δι’ ἀξιωματικῶν, ἐχόντων δίπλωμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν· οἱ ἐπιθυμοῦντες ἐκεῖ ν’ ἀποκτήσωσι τὸ δίπλωμα τοῦτο ἀνθυπολοχαγοί, ὑπολοχαγοὶ καὶ λοχαγοί, ὑποβάλλονται εἰς διαγωνισμούς, εἰσέρχονται εἰς τὴν ἀνωτέραν τοῦ πολέμου Σχολὴν, καὶ ἐξέρχονται δι’ ἀπολυτηρίων ἐξετάσεων, ἀποκτῶντες τὸ δίπλωμα τοῦτο, δυνάμει τοῦ ὁποίου δύνανται νὰ ἐκτελῶσιν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ οἱ λοχαγοὶ καὶ οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ δύνανται εὐχερῶς νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν ἀνωτέραν τοῦ πολέμου Σχολὴν, καὶ ν’ ἀποκτήσωσι τὸ δίπλωμα, ὑποβαλλόμενοι εἰς τὰς ἐξετάσεις, εἰς ἃς ὑποβάλλονται οἱ ἐξερχόμενοι ἐκ τῆς Σχολῆς. Ἐπειδὴ ὅμως ἡμεῖς Σχολὴν ἀνωτέραν, τοῦ πολέμου, δὲν ἔχομεν, ἤθελεν εἶσθαι ὀρθὸν, νὰ καθιεροῦτο διαγωνισμὸς διὰ τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικοὺς μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ λοχαγοῦ. Ὁ διαγωνισμὸς οὗτος δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ καθιερούμενος διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρό τινων ἡμερῶν διὰ τὸν κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμὸν, διότι δὲν ὑπάρχουσι πολλοὶ, οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ ἐκτελῶσι τοιαύτην ὑπηρεσίαν, οὐδὲ παραβλάπτονται δι’ αὐτοῦ κεκτημένα δικαιώματα. Ἐὰν καθιερώσωμεν τοῦτο, θὰ ἔχωμεν ἐγγύησιν ἀσφαλῆ, διότι σήμερον ἡ μόνη ἐγγύησις, ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ ἐξέλθει ὁ ἐκτελῶν ὑπηρεσίαν τοιαύτην ἀξιωματικὸς ἔκ τινος Στρατιωτικῆς Σχολῆς, δὲν εἶναι ἱκανὴ, διότι πάντες ἐξέρχονται ἐκ Στρατιωτικῆς Σχολῆς· νομίζω δὲ, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ, οἱ διὰ διαγωνισμοῦ ἐκλεγόμενοι, πρέπει νὰ ἀποστέλλωνται καὶ εἰς τὴν Εὐρώπην, πρὸς τελειοποίησιν αὐτῶν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πολλοὶ μεταβαίνουσιν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ἀλλὰ μεταβαίνουσιν οἱ εὐπορώτεροι, δὲν ἕπεται δὲ, ὅτι οἱ εὔποροί εἰσι καὶ οἱ καλλίτεροι, ὑπάρχουσι βεβαίως μεταξὺ αὐτῶν πολλοὶ ἱκανοὶ, ἀλλὰ δύνανται νὰ ὑπάρχωσιν ἱκανοὶ καὶ μεταξὺ τῶν μὴ ἐχόντων τὰ μέσα νὰ μεταβῶσιν εἰς Εὐρώπην, διὸ πρέπει ν’ ἀποστέλλωνται δαπάνῃ τοῦ Δημοσίου. Θεωρῶ δὲ ἀπολύτως ἀναγκαῖον, οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι ν’ ἀποσπῶνται εἰς τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἡμετέραν Πρεσβείαν καὶ εἰς τὰ Προξενεῖα, ὅπως μελετῶσι τὸ ἔδαφος τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας, συντάσσωσι τοπογραφικοὺς χάρτας, συλλέγωσι πληροφορίας, χρησίμους πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν, καὶ πρὸς πολεμικὴν ἀκόμη ἐπιχείρησιν. Ἐγνώρισα πρό τινος ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ λοχαγὸν τοῦ Αὐστριακοῦ ἐπιτελείου, ὅστις διετέλει ἐπὶ πολλὰ ἔτη ὡς Πρόξενος ἔν τινι πόλει τοῦ ἐσωτερικοῦ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, καὶ ὅστις, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς προστασίας τῶν ὑπηκόων τῆς Κυβερνήσεώς του, περιήρχετο τὰς κωμοπόλεις καὶ τὰ χωρία, συντάσσων τοπογραφικοὺς χάρτας, καὶ συλλέγων στατιστικὰς πληροφορίας, χρησίμους πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν, καὶ ὑπὸ πολεμικὴν ἀκόμη ἔποψιν. Μεταξὺ, Κύριοι, τῶν μέτρων, ἅτινα ἐφηρμόσθησαν παρ’ ἡμῖν πρὸς μόρφωσιν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, εἶναι καὶ ἡ σύστασις Στρατιωτικῶν Σχολῶν. Περὶ τῆς Προπαρασκευαστικῆς ὑπαξιωματικῶν Σχολῆς ἐξήνεγκον τὴν γνώμην μου ἐν τῇ ἐξετάσει τοῦ ζητήματος τῶν ὑπαξιωματικῶν, ἑπομένως δὲν προσθέτω νῦν ἄλλο τι. Τὸ Στρατιωτικὸν τῶν Εὐελπίδων Σχολεῖον παρέχει ἀναντιῤῥήτως ἀξιωματικοὺς, βαδίζοντας ἐκ παραλλήλου πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τῶν μεγάλων Κρατῶν, ἀλλ’ ὀφείλω, διὰ νὰ ἦμαι ἐν τῇ ἀκριβείᾳ, νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὑστεροῦσιν ἐκείνων κατὰ τὰς πρακτικὰς γνώσεις, οὐχὶ διότι δὲν θέλουσι νὰ ἐργασθῶσιν οὗτοι, ἀλλὰ διότι δὲν παρεσχέθη αὐτοῖς τὸ μέσον νὰ μορφωθῶσι πρακτικῶς. Πταίουσιν ἴσως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, περατώσαντες τὰς σπουδὰς αὐτῶν ἐν τῇ Σχολῇ τῶν Εὐελπίδων, καὶ ἀποκτήσαντες τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, ἢ καὶ ἀνώτερον, ἐνόμισαν, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ καταγίνωσι πλέον, καὶ κλείοντες τὰ βιβλία, δὲν παρακολουθοῦσι τὴν πρόοδον τῆς στρατιωτικῆς ἐπιστήμης· ἀλλὰ δὲν πταίουσι πάντες, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν παρέσχεν αὐτοῖς τὰ μέσα τῆς πρακτικῆς αὐτῶν μορφώσεως. Ἐν τῇ στρατιωτικῇ ἐπιστήμῃ, Κύριοι, συμβαίνει ὅ,τι καὶ ἐν τῇ ἰατρικῇ, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι ἐν μὲν τῇ στρατιωτικῇ ἐπιστήμῃ τελειοποιοῦνται τὰ μέσα πρὸς καταστροφὴν τῆς ἀνθρωπότητος, ἐν δὲ τῇ ἰατρικῇ τελειοποιοῦνται τὰ πρὸς διατήρησιν ἐπὶ πλείονα χρόνον τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων μέσα, διὰ τοῦτο οἱ εἰς ἑκατέρας ταύτας ἀσχολούμενοι πρέπει νὰ παρακολουθῶσι τὴν πρόοδον τῶν ἐπιστημῶν τούτων. Ἐν Γαλλίᾳ, μετὰ τὸ δυστύχημα τοῦ 1870, ἐνόησαν, ὅτι ὤφειλον νὰ λάβωσι σπουδαιότερα μέτρα περὶ τῆς ἐν γένει μορφώσεως τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ πρῶτος ὁ ἀείμνηστος Τιὲρ καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν Σισὲ ἐσκέφθησαν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ δώσωσιν ὤθησιν εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν μόρφωσιν τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ τῷ ὄντι συνέστησαν τότε πολλὰς στρατιωτικὰς βιβλιοθήκας, καὶ συνετέλεσαν εἰς τὴν ἔκδοσιν τῆς στρατιωτικῆς ἐφημερίδος «la Revue militaire à l’ Etranger», ἡ ὁποία καθίστα ἐνημέρους τοὺς Γάλλους ἀξιωματικοὺς τῶν τελουμένων ἐν τοῖς στρατοῖς τῶν ἄλλων Κρατῶν, αὐτοὶ δὲ πρῶτοι κατώρθωσαν νὰ εἰσαχθῇ ἐν Γαλλίᾳ τὸ σύστημα τῶν ἐπιστημονικῶν συνεντεύξεων τῶν ἀξιωματικῶν, τῆς διδασκαλίας δηλαδὴ μεταξὺ αὐτῶν. Εὐχαρίστως δὲ, Κύριοι, βλέπω, ὅτι καὶ παρ’ ἡμῖν ἀπό τινος χρόνου ἤρχισε νὰ εἰσάγηται τὸ σύστημα τοῦτο, χάρις εἰς τὴν πρωτοβουλίαν αὐτῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Πυροβολικοῦ, οἵτινες ἐκ μικροῦ τινος ὁπλασκητηρίου, κειμένου ἐν τῷ περιβόλῳ τῆς Βουλῆς, κατώρθωσαν σήμερον νὰ ἔχωσιν αἰθούσας εὐπρεπεῖς, καὶ ἐκεῖ κατὰ διαλείμματα εἷς τούτων νὰ ὁμιλῇ περὶ στρατιωτικοῦ τινος θέματος. Τοῦτο, Κύριοι, ἦτο ἀναγκαιότατον, διότι ὄχι μόνον ὁ διδάσκων, ὅπως διδάξῃ, ὀφείλει νὰ ἀσχοληθῇ, καὶ ἀσχολούμενος διδάσκεται, καὶ οἱ ἀκούοντες ὠφελοῦνται, ἀλλὰ καὶ ἅμιλλα μεταξὺ αὐτῶν γεννᾶται, τίς κάλλιον τοῦ ἄλλου νὰ διαπραγματευθῇ τὸ ζήτημα. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι τοῦτ’ αὐτὸ θὰ γίνηται καὶ εἰς τὴν ἱδρυθεῖσαν Λέσχην τοῦ Πεζικοῦ, καὶ εὔχομαι νὰ γενικευθῶσι δι’ ὁλόκληρον τὸν στρατόν. Τὸ Σχολεῖον τῶν ὑπαξιωματικῶν ὑπεστήριξα εὐθὺς ἐξ ὑπαρχῆς, καὶ τὸ ὑπεστήριξα μάλιστα, καθ’ ὃν χρόνον δὲν ἤμην φίλος τῆς Κυβερνήσεως, τῆς εἰσηγησαμένης τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ Σχολείου τούτου εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ καὶ δὲν μεταμέλλομαι ἐπὶ τούτῳ, διότι τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, ὅτι παρέχει ἀξιωματικούς, ἱκανοὺς καὶ εἰς τὸ πεζικὸν καὶ εἰς τὸ ἱππικὸν καὶ εἰς τὸν οἰκονομικὸν κλάδον. Ἐνταῦθα ὀφείλω νὰ μνησθῶ καὶ πάλιν τῆς παρατηρήσεως τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας καὶ φίλου μου κ. Τυπάλδου, ὅστις κατά τινα τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων ὡμίλησε περὶ τῶν ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ προαγομένων, τοὺς ὁποίους μάλιστα ἀπεκάλεσε troupiers, ὅπως ἀποκαλοῦσιν αὐτοὺς καὶ οἱ Γάλλοι. Καὶ ἐγὼ, Κύριοι, ἔχω πολλὴν ὑπόληψιν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς troupiers, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ ὁ troupier νὰ γίνῃ τοιοῦτος, ἀφοῦ ἐξέλθῃ ἐκ Στρατιωτικῆς τινος Σχολῆς, διότι σήμερον ἡ πρόοδος τῆς στρατιωτικῆς ἐπιστήμης ἐπιβάλλει ὑποχρεώσεις τοιαύτας, ὥστε εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀνταποκριθῇ ὁ μὴ ἐξελθὼν ἐκ τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς εἰς ταύτας. Ἡ τελειοποίησις τοῦ ὁπλισμοῦ καὶ τῶν ἀμυντικῶν καὶ ἐπιθετικῶν μέσων ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν οὐ μόνον εἰς τὸν ἀξιωματικὸν, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ὑπαξιωματικὸν, νὰ ἔχῃ γνώσεις τινὰς ὀχυρωτικῆς τακτικῆς τῶν ὁπλιτῶν. Ἡμεῖς ἴσως, ἐξαιρετικῶς τῶν ἄλλων Κρατῶν, παρέχομεν εἰς αὐτοὺς, καὶ καλῶς ποιοῦμεν, ἀναλογίαν τινὰ θέσεων, καὶ ἀκόμη προχθὲς ἐψηφίσαμεν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου παρέχομεν θέσεις εἰς ὑπεραρίθμους, ἐνῷ ἐν Γαλλίᾳ π. χ. οὐδεὶς πλέον ὑπαξιωματικὸς προάγεται εἰς ἀνθυπολοχαγόν, ἐὰν δὲν ἠκολούθησε τὰ μαθήματα Στρατιωτικῆς τινος Σχολῆς. Λέγω δ’ ἐν Γαλλίᾳ, διότι ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος ἔχει πλείονα στοργὴν πρὸς αὐτήν. Καὶ ἐκεῖ προήγοντο εἰς τὸ πεζικὸν, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶχον τὴν Σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ Saint Maixent, ἀφ’ ἧς ὅμως συνέστησαν τοιαύτην, καὶ λειτουργοῦσι καὶ αἱ ἄλλαι τοιαῦται διὰ τὰ ἄλλα σώματα εἰς Saumur καὶ Versailles, οὐδεὶς πλέον ὑπαξιωματικὸς προάγεται εἰς ἀξιωματικὸν, ἂν δὲν ἐξέλθῃ ἐκ Στρατιωτικῆς τινος Σχολῆς, ἐκτὸς μόνον τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς καὶ τινων βοηθητικῶν τοῦ train d'equipage. Περὶ τῶν ἄλλων Σχολῶν, περὶ ὧν βεβαίως ὀφείλω νὰ ποιήσωμαι λόγον, οὐδένα ποιοῦμαι λόγον, διότι μόλις πρὸ μικροῦ ἤρξαντο λειτουργοῦσαι αὗται καὶ δὲν ἔχομεν τ’ ἀποτελέσματα αὐτῶν (οἷον περὶ τοῦ Σχολείου ἱππευτικῆς, ῥιπῆς κτλ.): Διὰ τὸν λόγον μάλιστα, Κύριοι, τοῦτον, διότι ἐξέρχονται ἐκ τῆς Σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν ἱκανοὶ ἀξιωματικοὶ, νομίζω, ὅτι καλῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, προτείνασα τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου ἐκείνου, τοῦ παρέχοντος τὸ δικαίωμα τῆς κατατάξεως εἰς τὸν στρατὸν τῶν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν σπουδαζόντων Ἑλλήνων νέων, διότι σήμερον εἶναι περιττὸν νὰ ἔρχωνται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἀφοῦ τὸ ἡμέτερον Σχολεῖον παρέχει ἀξιωματικοὺς ἐπίσης ἱκανούς. Ἐν τῷ στρατιωτικῷ ὀργανισμῷ ἀνεγράφη διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν «2,200 ἄνδρες τοῦ στρατοῦ μετατίθενται τὴν πρώτην Ἰουνίου εἰς τὴν χωροφυλακήν.» Τοῦτο δὲ βεβαίως ἐγένετο, διὰ νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ συμπληρώσεως τοῦ σώματος τούτου· ἀλλὰ ἡ διάταξις αὕτη, κατ’ ἐμὲ, οὔτε ἐπέτυχεν, οὔτε θὰ ἐπιτύχῃ, διότι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκτελεῖται, δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος. Κατατάσσονται οὗτοι εἰς τὰ διάφορα σώματα καὶ ἀφίεται ἡ ἐπιλογὴ τούτων εἰς τοὺς σωματάρχας, ν’ ἀποστέλλωσιν οἵους ἂν οὗτοι κρίνωσι καταλλήλους. Ἂν τὰ Στρατολογικὰ Συμβούλια κατέτασσον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς εἰς τὴν χωροφυλακὴν τοὺς ἄνδρας, θὰ ἦτο, κατ’ ἐμὲ, προτιμότερον. Τοῦτο δὲ γίνεται ἀκριβῶς ἐν Γαλλίᾳ. Ἐν Ἰταλίᾳ τὰ Στρατολογικὰ Συμβούλια ἐκλέγουσι τοὺς καταλλήλους διὰ τὴν χωροφυλακὴν, καὶ ἐκλέγουσιν αὐτοὺς οὐχὶ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, ἀλλὰ τοὺς λαμβάνουσιν ἐξ ὡρισμένων ἐπαρχιῶν, καὶ μεταξὺ αὐτῶν τοὺς καλλιτέρους. Καὶ δὲν ἀρκοῦνται εἰς τοῦτο, εἰς τὴν ἐπιλογὴν αὐτὴν, ἀλλὰ τοὺς ἐκπαιδεύουσιν εἰς εἰδικὰς μοίρας ἐκπαιδεύσεως, καὶ κατόπιν δὲν τοὺς μεταθέτουσιν ὁριστικῶς εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, ἀλλὰ τοὺς ἀποσπῶσι πρὸς ἐκτέλεσιν ὑπηρεσίας, καὶ ἐκτελοῦσι τὴν ὑπηρεσίαν, συνοδευόμενοι πάντοτε ὑφ’ ἑνὸς παλαιοῦ χωροφύλακος, καὶ διὰ τοῦτο καθ’ ὅλην τὴν Ἰταλίαν βλέπετε τοὺς χωροφύλακας περιφερομένους πρὸς περιπολίαν ἀνὰ δύο πάντοτε. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι παρ’ ἡμῖν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐτοποθέτησεν αὐτοὺς εἰς τὰ συντάγματα, λόγῳ ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ καὶ τὰ μέσα εἶναι ἀνεπαρκῆ πρὸς ἐκπαίδευσιν αὐτῶν, καὶ ὁ χρόνος δὲν εἶναι ἀρκετός, διότι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀσχολοῦνται οὗτοι εἰς τὰς ὑπηρεσίας τῆς φρουρᾶς, καὶ ἂν διέλθητε ἐκ τῶν φυλακῶν, θὰ ἴδητε τοὺς χωροφύλακας τούτους, τοὺς δῆθεν ἐκπαιδευομένους, φρουροῦντας τὰς φυλακάς. Ἐν τῷ ἰδίῳ ἄρθρῳ τοῦ ὀργανισμοῦ γίνεται λόγος καὶ περὶ ἐθελουσίας κατατάξεως εἰς τὸ σῶμα τοῦτο ἐκείνων, οἵτινες διήνυσαν εἴκοσι μηνῶν ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατῷ· ἀλλὰ τίς, Κύριοι, θ’ ἀποφασίσῃ νὰ καταταχθῇ εἰς τὴν χωροφυλακὴν μὲ τὸν μισθὸν τὸν εὐτελῆ, τὸν ὁποῖον λαμβάνουσι σήμερον οἱ χωροφύλακες; Βεβαίως οὐδείς. Λαμβάνω δὲ ὡς πρὸς τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ὀφείλουσι νὰ ὑπηρετήσωσιν οὗτοι εἰς τὴν χωροφυλακὴν, κάτι τι, τὸ ὁποῖον ὑποθέτω, ὅτι εἶναι δυσεξήγητον, διότι κατὰ μὲν τὸ ἄρθρον 11ον τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, ὁ ὑπολειπόμενος χρόνος ὁρίζετοι εἰς 16 μῆνας καὶ 15 ἡμέρας, κατὰ δὲ τὸν στρατολογικὸν νόμον, ἄρθρον 84, οὗτοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ λάβωσιν ἄδειαν τριῶν καὶ ἡμίσεως μηνῶν, ἄρα τὸ ὑπόλοιπον δὲν εἶναι πλέον 16 μῆνας καὶ 15 ἡμέραι, ἀλλὰ μόνον 13 μῆνες καὶ 15 ἡμέραι. Ποία τῶν διατάξεων τῶν δύο εἶναι ἡ ἐφαρμοστέα; Ἰδοὺ τὸ δίλημμα· ἀλλ’ ἔστω καὶ τοῦτο δεῖγμα τῆς προσοχῆς, μεθ’ ἧς συντάσσονται παρ’ ἡμῖν οἱ νόμοι. Καὶ αὖθις θὰ ἐπαναλάβω, ὅτι, ἐφ’ ὅσον δὲν συμπληρώνωμεν τὴν χωροφυλακὴν, ἀδύνατον νὰ μορφώσωμεν τὸν στρατὸν, καὶ μάλιστα ἀνάγκη νὰ συστηθῇ καὶ Ἀρχηγεῖον Χωροφυλακῆς, ἵνα περιορισθῶσι τὰ Ἀρχηγεῖα στρατοῦ εἰς τὴν καθαρὰν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἐποπτείαν τοῦ στρατοῦ. Καὶ ταῦτα, Κύριοι, περὶ τῆς χωροφυλακῆς. Μεταξὺ τῶν παραγόντων τοῦ καλῶς συντεταγμένου στρατοῦ εἶναι καὶ ἡ ὕπαρξις ἀξιομάχου ἐφεδρείας, στελεχῶν ἱκανῶν τῆς ἐφεδρείας καὶ ἡ κινητοποίησις τοῦ στρατοῦ. Ἡ ἐφεδρεία παρ’ ἡμῖν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ ἀποτελεῖται ἐξ ἀνδρῶν, ἀνηκόντων εἰς τὰς δέκα ἀπογραφὰς, τὰς προηγουμένας τῶν δύο τελευταίων, ἐξ ὧν ὁ στρατὸς συγκροτεῖται, πλὴν τοῦ ἱππικοῦ, εἰς τὰς 8, καὶ τῶν ἀπηλλαγμένων, εἰς τὰς δώδεκα. Ὁ χρόνος, κατὰ τὸ ὁποῖον διαμένουσιν οἱ ἄνδρες ἡμῶν ἐν τῇ ἐφεδρείᾳ, εἶναι καθωρισμένος εἰς δέκα ἔτη. Ἔχομεν δὲ τὸν μεγαλείτερον χρόνον σχεδὸν ὅλων τῶν Κρατῶν, πλὴν τῆς Ῥωσσίας, ἡ ὁποία ἔχει σήμερον 13 ἔτη, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1888, διὰ τὴν ἐφεδρείαν. Ἂν συγκρίνωμεν μάλιστα τὴν ὁλικὴν στρατιωτικὴν ὑποχρέωσιν τῶν ἀνδρῶν, εὑρίσκομεν, ὅτι εἶναι μεγαλειτέρα ὅλων τῶν ἄλλων Κρατῶν. Κατὰ τὸν ἡμέτερον στρατολογικὸν νόμον, ὑποχρεοῦνται οἱ πολῖται μέχρι τοῦ 51 ἔτους, ἐνῷ ἐν Γαλλίᾳ μέχρι τοῦ 46 σήμερον, κατὰ τὸν νῦν ψηφιζόμενον νόμον, ἐν Ἰταλίᾳ μέχρι τοῦ 41, ἐν Γερμανίᾳ, κατὰ τὸν νόμον τῆς 1 Ὀκτωβρίου 1888, μέχρι τοῦ 45, ἐν Αὐστρίᾳ μέχρι τοῦ 43, ἐν Ῥωσσίᾳ, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1888, καθ’ ὃν ἠλαττώθη καὶ ἡ θητεία ἀπὸ 6 ἐτῶν εἰς 5, μέχρι τοῦ 43 κτλ. Ἐὰν μάλιστα ῥίψῃ τις ἓν βλέμμα ἐντὸς τῆς Βουλῆς, θέλει ἰδεῖ, ὅτι ὅλοι εἶσθε ὑποκείμενοι εἰς τὰς διατάξεις τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, ἐκτὸς ὀλίγων. Ἀλλ’ ἡ ἐφεδρεία ἡμῶν παρουσιάζει καὶ κάτι τι ἔκτακτον, τὸ ὁποῖον δὲν παρουσιάζουσιν αἱ ἐφεδρεῖαι τῶν ἄλλων στρατῶν, διότι ἀποτελεῖται ἐκ στοιχείων ποικίλων, ἀποτελεῖται ἐξ ἀνδρῶν, διανυσάντων τρεῖς μῆνας ἐν τῷ στρατῷ, ἐξ ἀνδρῶν ὑπηρετησάντων 6 μῆνας, 9 μῆνας, ἓν ἔτος, 1½ ἔτος, δύο, 2½, τρία κτλ. πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν παρουσιάζεται εἰς ἄλλας ἐφεδρείας· τοῦτο δ’ ἀποδοτέον εἰς τὴν συχνὴν μεταβολὴν τῶν στρατολογικῶν νόμων. Ἔσχον, Κύριοι, τὴν ὑπομονὴν νὰ καταρτίσω πίνακα τῆς δυνάμεως τῆς ἐφεδρείας μέχρι τῆς 1 Ἰανουαρίου, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καταστάσεων, τῶν ὑποβληθεισῶν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ καιροὺς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἂν αἱ καταστάσεις αὗται ἦναι ἀκριβεῖς, ἔχομεν ἐφεδρείαν ἐνεργοῦ στρατοῦ ἐξ 153,918 ἀνδρῶν· ἐκ τούτων 8,019 ἔχουσιν ὑπηρετήσει ἐπὶ τρεῖς μῆνας, 23,581 ἐπὶ ἕξ, 30,878 ἐπὶ ἓν ἔτος, 19,993 ἐπὶ 1½ ἔτος, 13,624 ἐπὶ 2 ἔτη καὶ 15,321 πλέον τῶν δύο ἐτῶν, μηδόλως δ’ ἀσκηθέντες 42,502, τὸ ὅλον 153,918. Ἐκ τούτων, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἱκανοὶ ἔφεδροι εἶναι 48,938, ἤτοι οἱ ἀσκηθέντες ἐπὶ 1½ ἔτος, ἐπὶ δύο καὶ πλέον τῶν δύο ἐτῶν. Ἂν εἰς τούτους προσθέσωμεν τοὺς ἀσκηθέντας ἐπὶ ἓν ἔτος, ἢ καὶ 6 μῆνας, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦνται ἀπὸ 54,459, θὰ μειώσωμεν τὴν ἰσχὺν τῆς ἐφεδρείας ἡμῶν. Ἂν δὲ εἰς τούτους προσθέσωμεν τοὺς μηδόλως ἀσκηθέντας, ἡ ἐφεδρεία ἡμῶν δὲν παριστᾷ εὐχάριστον ὄψιν, ἤτοι δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀξιόμαχος; ἀλλὰ, λειτουργούσης ἤδη τῆς διετοῦς θητείας, καὶ ἂν ληφθῇ πρόνοια, ὥστε ἡ τρίμηνος ὑπηρεσία ν’ αὐξηθῇ εἰς ἑξάμηνον, τότε μετά τινα ἔτη θὰ ἔχωμεν ἐφεδρείαν, ἐκ δύο κατηγοριῶν ἀποτελουμένην, ἤτοι ἐξ ἀνδρῶν ὑπηρετησάντων δύο ἔτη, καὶ τῶν ἑξαμήνων, πλὴν τῶν ἐχόντων πρόσθετον ὑπηρεσίαν, ἡ ἐφεδρεία δ’ αὕτη βεβαίως θὰ ἦναι πολὺ καλλιτέρα τῆς σημερινῆς. Περὶ στελεχῶν τῆς ἐφεδρείας, ὅσα μέτρα ἐλήφθησαν, νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπαρκῆ. Μεταξὺ τῶν πηγῶν, αἵτινες παρέχουσιν ἀξιωματικοὺς ἐφεδρείας, εἶναι καὶ ἡ Σχολὴ τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν. Περὶ ταύτης δὲν δικαιοῦμαι νὰ κάμω λόγον, καθ’ ὅσον δὲν γνωρίζομεν ἀκόμη, ποῖα θὰ ἦναι τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς. Παρατηρῶ ὅμως ἀπὸ τοῦδε, ὅτι τὸ πρόγραμμα τῶν μαθημάτων περιέχει τοσαῦτα θεωρητικὰ μαθήματα, ὥστε ὁ χρόνος τῆς φοιτήσεως ἐν αὐτῇ εἶναι ὅλως ἀνεπαρκὴς, ἑπομένως φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ μεταῤῥυθμισθῇ κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ ἦναι πολὺ περισσότερα τὰ πρακτικὰ μαθήματα ἀπὸ τὰ θεωρητικὰ, διότι αὐτοὶ δὲν πρόκειται νὰ γίνωσιν ἀξιωματικοὶ τοῦ μονίμου στρατοῦ, οὔτε τῶν τεχνητῶν σωμάτων, ἀλλὰ πρόκειται νὰ γίνωσιν ἀξιωματικοὶ τῆς ἐφεδρείας. Ἐγένετο καὶ λόγος μάλιστα πρό τινων ἡμερῶν περὶ τῆς διαίτης καὶ καταλύσεως αὐτῶν. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὰ τῆς καταλύσεως, καὶ ἐγὼ εὑρίσκω, ὅτι δὲν ἐλήφθη ἡ δέουσα φροντίς, ὅπως καταλύωσιν, ὡς ἁρμόζει, οὐχὶ εἰς νέους καλῶν οἰκογενειῶν, ἀλλὰ εἰς στρατιώτας. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν δίαιταν, λέγω, ὅτι αὕτη καὶ εἰς ἄλλα Κράτη εἶναι ἡ αὐτή, ὡς καὶ ἡ τῶν στρατιωτῶν καὶ διὰ τοὺς μαθητὰς, ἂν μεταβληθῇ ἡ τῶν στρατιωτῶν, βεβαίως θὰ μεταβληθῇ καὶ τούτων. Ἀλλ’ οὐδαμοῦ ὑπάρχει διάκρισις διαίτης μεταξὺ τῶν νέων τῶν καλῶν οἰκογενειῶν καὶ τῶν νέων, τῶν μὴ ἀνηκόντων εἰς τὴν καλὴν τάξιν τῆς κοινωνίας. Ἡ κινητοποίησις τοῦ στρατοῦ ἀποτελεῖ τὴν βάσιν πάσης πολεμικῆς ἐπιχειρήσεως· διὰ τοῦτο εἰς ὅλα τὰ Κράτη ἐν εἰρήνῃ λαμβάνουσι μέτρα τοιαῦτα, ὥστε νὰ παρασκευάζηται ἡ ταχυτέρα μετάβασις τοῦ στρατοῦ ἐκ τῆς ἐν εἰρήνῃ καταστάσεως εἰς τὴν ἐμπόλεμον. Διὰ τοῦτο εἴδομεν πρὸ ἑνὸς μηνὸς, ὅτι ἡ Ἰταλικὴ Βουλὴ, ἐψήφισε πίστωσιν ἔκτακτον ἐξ 146 ἑκατομμυρίων, κατὰ δὲ τὴν δήλωσιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἰταλίας, ἡ πίστωσις αὕτη οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν. Συνέπεσε νὰ ἴδω τὴν ἔκθεσιν τῶν Ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς πιστώσεως ταύτης, καὶ εἶδον τῷ ὄντι, ὅτι πολλὰ ἑκατομμύρια θὰ διατεθῶσι πρὸς κατασκευὴν στρατιωτικῶν ὁδῶν, γεφυρῶν καὶ σιδηροδρόμων, διακλαδώσεων δηλονότι ἄλλων, ἐκείνων τῆς ἐσωτερικῆς συγκοινωνίας, διακλαδώσεων χρησιμευουσῶν ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν μεταφορὰν στρατοῦ εἰς ὡρισμένα σημεῖα, ἓν μέγα ποσὸν πρὸς προμήθειαν ὁπλισμοῦ διὰ τὴν ἐφεδρείαν καὶ τὴν ἐθνοφρουρὰν, ἕτερον ποσὸν διὰ τὸν ἐξοπλισμὸν καὶ τὴν συμπλήρωσιν τῶν παραλίων φρουρίων, ἕτερον εἰς τὴν συμπλήρωσιν καὶ τὸν ἐξοπλισμὸν τῶν ὀχυρωμάτων, καὶ ἄλλο εἰς τὸ Ναυτικόν. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἀλλαχοῦ λαμβάνουσιν ἐν εἰρήνῃ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων παρασκευάζεται ἡ ταχυτέρα μετάβασις τοῦ στρατοῦ ἐκ τῆς ἐν εἰρήνῃ καταστάσεως εἰς τὴν ἐμπόλεμον. Βεβαίως αἱ πιστώσεις αὗται τῆς Ἰταλίας ἐπήνεγκον ἴσως καὶ τὰ γνωστὰ δυσάρεστα ἀποτελέσματα, περὶ τῶν ὁποίων καθ’ ἑκάστην γίνεται λόγος, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐνδιαφέρει ἡμᾶς. Ἐγὼ ἔφερον μόνον ἓν παράδειγμα, διὰ νὰ καταδειχθῇ, πόσον εἶναι ἀναγκαῖαι ἐν εἰρήνῃ αἱ προπαρασκευαὶ αὗται. Συμβάλλει δὲ σπουδαίως εἰς τὴν ταχυτέραν τοῦ στρατοῦ μετάβασιν ἐκ τῆς ἐν εἰρήνῃ καταστάσεως εἰς τὴν ἐμπόλεμον ἡ κατάταξις τῶν κληρωτῶν, ἐν εἰρήνῃ μὲν εἰς τὰ συντάγματα, ἐν ὥρᾳ δὲ ἐπιστρατείας εἰς τὰ γυμνάσια τῆς ἐπιστρατεύσεως· διότι γνωρίζετε, ὅτι ὑπάρχει διαφορά· τὰ μὲν συντάγματα ἐν εἰρήνῃ φέρουσιν ἀριθμούς, τὰ δὲ τῆς ἐπιστρατεύσεως φέρουσι τὸ ὄνομα τοῦ τόπου, εἰς τὸν ὁποῖον συγκροτοῦνται. Ἂς ἐξετάσωμεν, τί γίνεται παρ’ ἡμῖν. Οἱ κληρωτοὶ παρ’ ἡμῖν κατατάσσονται εἰς σώματα, κείμενα μακρὰν τῶν πατρίδων αὐτῶν, οἱ τοῦ νομοῦ Κυκλάδων λ. χ. ἀποστέλλονται εἰς τὴν Θεσσαλίαν, οἱ τῆς Ἀργολίδος εἰς τὴν Θεσσαλίαν, οἱ τῆς Ζακύνθου εἰς τὴν Ἄρταν, φαντασθῆτε! ἐκ τῶν νήσων Ἀμοργοῦ, Φολεγάνδρου κλπ. εἰς τὴν Λάρισσαν. Ὑποθέσατε λοιπὸν, ὅτι οἱ ἄνδρες οὗτοι καλοῦνται ἐν ὥρᾳ εἰρήνης πρὸς ἄσκησιν· δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν, νὰ προσέλθωσιν, ὅπως ἀσκηθῶσι, καὶ ἢ δὲν θὰ προφθάσωσι παντελῶς, ἢ θὰ ἔλθωσι δι’ ὀλίγας ἡμέρας μόνον, καθ’ ὅσον ἡ διάρκεια τῶν ἀσκήσεων, ὡς γνωστὸν, δὲν εἶναι μεγάλη. Ἀλλ’ ἐν εἰρήνῃ τὸ κακὸν εἶναι μικρὸν, διότι οὗτοι ὑπόκεινται εἰς πρόσθετον ὑπηρεσίαν· ὁποτεδήποτε καὶ ἂν ἔλθωσι, θέλουσιν ἐκπληρώσει πᾶσαν τὴν ὑποχρέωσιν αὐτῶν, ἔτι δὲ καὶ τὴν πρόσθετον ὑπηρεσίαν! Ἐν ὥρᾳ ὅμως πολέμου ἡ βραδύτης αὕτη ἐπάγεται ἐπιβλαβεῖς συνεπείας διὰ τὸ Κράτος, διότι θὰ λείψωσιν ἄνδρες ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος μέλλει νὰ ἐνεργήσῃ. Ἂν μάλιστα ἐκραγῇ ὁ πόλεμος ἐν ὥρᾳ χειμῶνος, οἱ ἔφεδροι τῆς Φολεγάνδρου, Ἀμοργοῦ, Σικίνου κτλ., νήσων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι συγκοινωνίαν ἀτμοπλοϊκὴν, οὐδὲ τηλεγραφικὴν, θὰ εἰσέλθωσιν εἰς τρεχαντήρια καὶ θὰ περιπλανῶνται εἰς τὰς θαλάσσας τοῦ Αἰγαίου πελάγους, ὅτε ὁ πόλεμος θὰ ἦναι ἴσως τελειωμένος, διότι οἱ πόλεμοι σήμερον δὲν διαρκοῦσιν ἐπὶ μακρὸν χρόνον, καὶ ἴσως θὰ ἔχωμεν καὶ νέαν τινὰ Ὀδύσσειαν. Λοιπὸν καὶ ἡ κατάταξις τῶν κληρωτῶν καὶ ἡ κατάταξις τῶν ἐφέδρων δὲν εἶναι προσήκουσα. Θὰ μοὶ εἴπῃ ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι, ἂν καταταχθῶσιν οἱ ἔφεδροι μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας εἰς τὸ αὐτὸ σῶμα, διατρέχομεν τὸν κίνδυνον, καταστρεφομένου τοῦ σώματος ἐν πολέμῳ, νὰ ἴδωμεν καταστρεφομένους ὅλους τοὺς νέους μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας. Ἀλλὰ τοῦτο προλαμβάνεται διὰ τῆς κατατάξεως αὐτῶν εἰς τὰ διάφορα σώματα, ἐκ τῶν πλησιεστέρων ὅμως, καὶ οὐχὶ εἰς τὰ ἀπώτατα, ὅπως νῦν κατατάσσονται οὗτοι· ἄλλως τε δὲ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως συνιστῶνται καὶ ἄλλα σώματα, εἰς τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ διανέμωνται. Βεβαίως τὸ σύστημα τῶν κατατάξεων τῶν κληρωτῶν θὰ ἐγένετο καθ’ ὑπόδειξιν τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, ἀλλ’ ἐν Γαλλίᾳ ὑπάρχουσι μέσα καὶ τέλεια καὶ ἄφθονα, καὶ ἄλλη ἡ γεωγραφικὴ θέσις τῆς Γαλλίας, καὶ ἄλλη ἡ τῆς Ἑλλάδος. Ὅλοι τοῦ νομοῦ Κυκλάδων ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας, ἢ πολέμου, εἶναι ἀδύνατον νὰ προφθάσωσι διὰ τῶν γνωστῶν μέσων νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰ σώματα αὐτῶν. Ὅπως θεωρηθῇ ὁ στρατὸς ἀξιόμαχος, πλὴν τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ὑπέδειξα, ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ, ἀπαιτοῦνται νὰ ὑπάρχωσι καὶ πολλὰ ἄλλα, τῶν ὁποίων τὴν ἀπαρίθμησιν παραλείπω, διὰ νὰ μὴ ἀπασχολῶ ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλὴν, διότι ἀρκούντως, νομίζω, σᾶς ἐκούρασα, κύριοι συνάδελφοι. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι καὶ νὰ μὴ ποιήσωμαι μνείαν τῶν δύο σπουδαιοτέρων, τοῦ τελείου καὶ ἐπαρκοῦς ὁπλισμοῦ, καὶ τῶν χρησίμων καὶ ἐπαρκῶν προμηθειῶν. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, τοῦ ὁπλισμοῦ ἀπασχολεῖ σήμερον ὅλα ἐν γένει τὰ Κράτη· καὶ μάλιστα ὅλων τῶν Κρατῶν ἡ προσοχὴ σήμερον εἶναι ἐστραμμένη πρὸς τὴν Γαλλίαν, ἡ ὁποία παρεδέξατο τὸ ὅπλον Febel, ὅπλον ἐπαναληπτικοῦ μὲν συστήματος, ἀλλ’ ἔχον ὑπεροχὴν καὶ πλεονεκτήματα πολὺ μεγαλείτερα τῶν ἄλλων ἐπαναληπτικῶν ὅπλων, διαμέτρημα μικρότερον, καὶ ἑπομένως μείζονα ἀρχικὴν ταχύτητα τῶν ἄλλων ὅπλων. Ἡ ὑπεροχὴ αὕτη ἐκίνησε τὴν ζηλοτυπίαν τῆς Γερμανίας, καὶ οἱ Γερμανοὶ κατέβαλον καὶ καταβάλλουσι σήμερον πολλὰς προσπαθείας, διὰ νὰ ἀνακαλύψωσιν, οὐχὶ τὸν μηχανισμὸν τοῦ ὅπλου, διότι ὁ μηχανισμὸς καὶ τὸ διαμέτρημα εἶναι γνωστὰ, ἀλλὰ τὸν τρόπον καὶ τὰ συστατικὰ τοῦ φυσιγγίου, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν τὸν τρόπον καὶ τὰ συστατικὰ τῆς πυρίτιδος, ἐξ ἧς τὸ φυσίγγιον κατασκευάζεται, διότι ἡ πυρῖτις αὕτη δὲν ἀναδίδει, εἰμὴ ἐλάχιστον καπνόν. Ὁμιλῶν τελευταῖον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τῆς Ἰταλίας ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ Ἰταλικοῦ στρατοῦ, ἐξῆρε τὰ πλεονεκτήματα τοῦ παραδεδεγμένου ὅπλου ἐν Ἰταλίᾳ, συστήματος Weterli-Vitali, καὶ προσέθηκεν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον δὲν κατορθόνη ἡ Ἰταλία νὰ κατασκευάζῃ τὴν κατάλληλον πυρίτιδα διὰ τὸ ὅπλον τοῦτο, τὸ ζήτημα τοῦ ὁπλισμοῦ θέλει μένει ἐκκρεμὲς πάντοτε. Ἡ Τουρκία εἶχε μυριάδας ὅπλων Μαρτίνη, ἐσχάτως δ’ ἐπρομηθεύθη ἱκανὴν ποσότητα νέου συστήματος Μάουζερ, ἀλλὰ διαμετρήματος μικροτέρου καὶ ἑπομένως ταχύτητος μεγαλειτέρας. Τὸ ἡμέτερον ὅπλον Γκρᾶ δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἐγκαταλείψωμεν, διότι δυστυχῶς τὰ μικρὰ Κράτη, ἔχοντα ὀλίγους πόρους, δὲν εἶναι καὶ εὔκολον νὰ ἀντικαθιστῶσι συχνάκις τὸν ὁπλισμόν αὐτῶν· ἀλλὰ ὑπάρχει τρόπος, τὸ ὅπλον τοῦτο νὰ βελτιωθῇ κατά τι, εἶναι δυνατὸν νὰ προστεθῇ εἰς τοῦτο εἷς γεμιστὴς λεγόμενος, ὁ ὁποῖος παρέχει 5 ἢ 6 βολὰς ἐν στιγμῇ δεδομένῃ. Τοῦτο δὲ, Κύριοι, εἶναι σημαντικόν, διότι ἐπιῤῥωννύει τὴν ἐπὶ τὸ ὅπλον πεποίθησιν τῶν ἀνδρῶν, καὶ διατηρεῖ ἀκμαῖον τὸ ἠθικὸν αὐτῶν. Τὸ σύστημα τοῦ Πυροβολικοῦ, τὸ ὁποῖον παρεδέχθημεν καὶ τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐν χρήσει, ἤτοι τὸ σύστημα Κροὺπ, εἶναι βεβαίως τὸ καταλληλότερον, ἑπομένως ἐπὶ τούτου δὲν θὰ ἐκτείνω ἐπὶ πολὺ τὸν λόγον· παρατηρῶ μόνον, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν πεδινὰ πυροβόλα τῶν 8.7 ὀλίγα, διότι τὰ πλεῖστα εἶναι διαμετρήματος τῶν 7,5, πάντα δὲ τὰ ὀρεινὰ εἶναι τῶν 7,5, ὡς καὶ αἱ δύο λυόμεναι πυροβολαρχίαι. Καλὸν λοιπὸν θὰ ἦτο, ἐπειδὴ ἡ Τουρκία ἔχει μέγαν ἀριθμὸν πυροβόλων τῶν 8,7, νὰ προμηθευθῶμεν καὶ ἡμεῖς ἱκανὸν ἀριθμὸν τῶν 8,7, διὰ νὰ μὴ μειονεκτῶμεν κατὰ τοῦτο, διότι ὡς πρὸς τὸ πυροβολικὸν πλεονεκτοῦμεν κατὰ πολλά. Τὸ παρ’ ἡμῖν σύστημα τῆς προμηθείας τῶν κτηνῶν δὲν εἶναι τὸ καταλληλότερον, τὴν στιγμὴν δηλ. τῆς ἐνεργείας νὰ προμηθευώμεθα τὰ κτήνη, διότι θὰ συμβαίνῃ πάντοτε, ὅ,τι συνέβη εἰς πάσας τὰς ἐπιστρατεύσεις. Φέρομεν ἀγυμνάστους ἵππους, εἰσάγομεν αὐτοὺς εἰς τὸ ἱππικὸν, ἀμέσως, ὡς ἐννοεῖται, φέρουσι μεγίστην ἀταξίαν. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὸ πυροβολικὸν, ἔνθα ἐπίσης γεννᾶται ἀταξία καὶ τόσα ἄλλα δυσάρεστα, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν εἶναι εὐχάριστον νὰ βλέπῃ τις εἰς τὸν στρατὸν, ἄλλως τε καὶ αἱ συνέπειαι εἶναι λίαν ἐπικίνδυνοι. Διὰ τοῦτο ἐν ὥρᾳ εἰρήνης πρέπει ἀπὸ διαστήματος εἰς διάστημα ν’ ἀντικαθίστανται οἱ γεγηρακότες ἵπποι τοῦ τε ἱππικοῦ καὶ πυροβολικοῦ, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ γίνηται ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης πᾶσα ἡ προμήθεια τῶν ἵππων, καὶ νὰ ἦναι ὅλοι νεοσύλλεκτοι ἵπποι. Τοῦτ’ αὐτὸ νομίζω πρέπει νὰ γίνηται καὶ διὰ τὰ πυρομαχικὰ, πρέπει νὰ διαθέτωμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσόν τι, ἵνα ἀνανεῶνται τὰ πυρομαχικά, τὰ ὁποῖα ἐπηρεάζονται ἐκ τῆς ὑγρασίας καὶ τοῦ χρόνου, οὐδεμίαν δὲ θὰ ὑφιστάμεθα ἐκ τούτου ζημίαν, διότι πάντα ταῦτα τὰ πυρομαχικὰ δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὰς πρακτικὰς ἀσκήσεις τοῦ στρατοῦ ἐν ὥρᾳ εἰρήνης. Τὸ ζήτημα τοῦ στρατωνισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπίσης καὶ αὐτὸ εἶναι ἐκ τῶν οὐσιωδεστέρων, συντελεῖ σπουδαίως εἰς τὴν μόρφωσιν τοῦ στρατοῦ, παρατηρῶ δὲ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὅτι, ἀντὶ νὰ κατασκευάζωμεν στρατῶνας καὶ κτίρια πολυτελῆ, εἶναι προτιμότερον νὰ κατασκευάζωμεν μικρὰ κτίρια καὶ νὰ ἐπισκευάσωμεν ἰδίως τὰ ὑπάρχοντα, τὰ ὁποῖα κατέστησαν σχεδὸν ἀκατοίκητα. Ὁ στρατιώτης, εἰσερχόμενος εἰς σεσαθρωμένα κτίρια, ἀποθαῤῥύνεται καὶ ἀπογοητεύεται, ἡ δὲ πρώτη ἐντύπωσις αὕτη παραμένει εἰς αὐτόν. Τὰ στοιχεῖα ταῦτα, Κύριοι, τὰ δύο, συντελοῦσι βεβαίως ἐπίσης εἰς τὸ νὰ παρουσιάζηται ὁ στρατὸς ὡς ἀξιόμαχος, πλὴν αὐτῶν ὅμως, ἀπαιτοῦνται καὶ δύο ἄλλα στοιχεῖα, ἐπίσης ἄξια προσοχῆς, ἀπαιτεῖται ἡ διατήρησις τῆς ἱεραρχίας καὶ τῆς πειθαρχίας. Ἡ στρατιωτικὴ ἱεραρχία διατηρεῖται ἐν τῷ στρατῷ ἀπρόσβλητος, ὅταν τὰ ἀποτελοῦντα τὸν στρατὸν ἄτομα τηρῶσιν ἀπαρεγκλίτως τὰ διὰ τῶν Κανονισμῶν περὶ τούτων ὁριζόμενα, κυρίως ὅμως ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρέχῃ ἑαυτὸν ὑπόδειγμα τῆς πιστῆς καὶ ἀκριβοῦς τῶν κανόνων τούτων τηρήσεως, ὅταν, ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν στηρίζῃ πᾶσαν τὴν ἐνέργειαν τῆς ὑπηρεσίας αὑτοῦ ἐπὶ τῶν εἰσηγήσεων καὶ τῶν προτάσεων τῶν σωματαρχῶν, καὶ τῶν ἀρχηγῶν, καὶ οὐχὶ ἐπὶ εἰσηγήσεων ξένων πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν. Καὶ πότε, Κύριοι, ἐγένοντο τοποθετήσεις ἀξιωματικῶν ἐπὶ τῇ συστάσει τῶν σωματαρχῶν; ἢ πότε ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψει αἱ περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν στρατιωτικῶν νόμων καὶ κανονισμῶν προτάσεις τούτων, ἢ τῶν ἀρχηγῶν, ἢ τοῦ τέως ἐπιθεωρητοῦ κ. Σαπουντζάκη, εἰμὴ ὅταν ὑπεδείχθησαν οὗτοι ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς; Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ᾖναί τις στρατηγὸς μεγάλου Κράτους, ἵνα διακρίνῃ τὰς ἐλλείψεις τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ· αὗταί εἰσι τοσαῦται καὶ τοιαῦται, ὥστε ὑποπίπτουσιν εἰς τὴν ἀντίληψιν παντὸς στρατιωτικοῦ, ἀπὸ τοῦ κατωτάτου μέχρι τοῦ ἀνωτάτου. Ταῦτα δὲ λέγων, Κύριοι, δὲν ἐννοῶ νὰ ὑποτιμήσω τὴν ἀξίαν τοῦ ἀξιοτίμου στρατηγοῦ κ. Vosseur, οὐδὲ νὰ μειώσω τὰς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, ἀλλὰ τὰ λέγω, διὰ νὰ καταδείξω, ὅτι, ἵνα ληφθῶσι σήμερον ὑπ’ ὄψει αἱ τοιαῦται προτάσεις, πρέπει νὰ διατυπῶνται εἰς ξένην γλῶσσαν, καὶ οὐχὶ εἰς τὴν Ἑλληνικήν. Ἡ πειθαρχία ἐν τῷ στρατῷ κλονίζεται καὶ καταστρέφεται ἕνεκα κακῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, συμπτώματα δὲ τοιούτου κλονισμοῦ ἀνεφάνησαν κατὰ τοὺς τελευταίους στρατιωτικοὺς προβιβασμοὺς, τοσοῦτον δ’ ὑπῆρξαν ταῦτα κατάδηλα, ὥστε καὶ αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον, δι’ οὗ καθιεροῦται διὰ τοὺς κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμοὺς διαγωνισμός. Καὶ περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὡμίλησα ἄλλοτε, καὶ κατέκρινα αὐτὸ, ἀλλὰ, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι δι’ αὐτοῦ προλαμβάνονται τ’ ἀδικήματα, προλαμβάνονται μόνον διὰ τοὺς κατωτέρους βαθμοὺς μέχρι τοῦ ταγματάρχου, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ ταγματάρχου καὶ ἄνω τὶ γίνεται; Οἱ ἀρχηγοὶ ὑποβάλλουσι τὰς προτάσεις αὑτῶν περὶ τῶν ἐχόντων τὰ διὰ τὸν κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμὸν προσόντα ἀξιωματικῶν ἐντὸς τῆς δικαιοδοσίας αὑτῶν, ἑπομένως σύγκρισις δὲν γίνεται μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν ὑπαγομένων εἰς τὰ τρία Ἀρχηγεῖα, διότι δὲν ὑπάρχει ἀνώτερος Γενικὸς Ἐπιθεωρητὴς, ἐνῷ δὲν ὑπάρχει στρατιωτικὸν Κράτος, μὴ ἔχον Γενικοὺς Ἐπιθεωρητάς. Κατήργησε τὴν θέσιν τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λόγῳ οἰκονομίας, ἀλλὰ τίς οἰκονομία ἐγένετο; Ὁ ἀνώτατος οὗτος ἀξιωματικός, ὁ ἀντιστράτηγος κ. Σαπουντζάκης ἐτέθη εἰς διαθεσιμότητα, καὶ λαμβάνει μισθόν, μικρὸν διαφέροντα τοῦ μισθοῦ τῆς ἐνεργείας, ἐὰν μάλιστα ἐλάμβανε τὴν ἀποστρατείαν αὑτοῦ, θὰ εἶχε σύνταξιν ἴσως καὶ ἀνωτέραν τοῦ μισθοῦ του. Ἂν ὑπῆρχεν ὁ πεπειραμένος οὗτος ἀξιωματικός, ὁ πολλάκις διοικήσας καὶ ἐπιθεωρήσας τὸν στρατόν, βεβαίως δὲν θὰ συνέβαινον ὅσα συνέβησαν. Ἀλλ’ ἡ ὕπαρξις Ἐπιθεωρητῶν, ἢ τουλάχιστον ἑνός, εἶναι ἀναγκαία εἰς τὸν στρατὸν καὶ διὰ πολλοὺς ἄλλους λόγους, καὶ διότι ὁ ἀρχηγὸς τμήματος στρατοῦ, ὁ διοικῶν αὐτὸ ἐπὶ πολὺν χρόνον, βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἐπιθεωρῇ τὸν στρατὸν τοῦτον· ἀποκτᾷ, ὡς ἄνθρωπος, συμπαθείας πρὸς τὰ ἄτομα καὶ δύναται νὰ ἐπηρεασθῇ. Ἴσως θὰ μοὶ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ὑπεράνω τοῦ ἀρχηγοῦ εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν· ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν δύναται νὰ ἐκτελῇ ἐπιθεωρήσεις ἀπὸ τόπου εἰς τόπον, ἄρα ἀπόλυτος ἀνάγκη εἶναι νὰ ἔχωμεν Γενικὸν Ἐπιθεωρητὴν, ἀφοῦ ὅλα τὰ Κράτη ἔχουσιν, οὐ μόνον Γενικοὺς Ἐπιθεωρητάς, ἀλλὰ καὶ εἰδικοὺς ἐπιθεωρητὰς ἑκάστου σώματος καὶ ὅλου τοῦ στρατοῦ. Σχέσιν, Κύριοι, πρὸς τὴν εὐάρεστον τοῦ στρατοῦ κατάστασιν ἔχουσιν ἐπίσης καὶ οἱ νόμοι περὶ μισθοδοσίας τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῆς συντάξεως αὐτῶν. Ἡ μισθοδοσία τῶν ἀξιωματικῶν ἐκανονίσθη, καθ’ ὃν χρόνον τὰ πρὸς συντήρησιν τοῦ ἀτόμου καὶ τὰ πρὸς ἐξωτερικὴν παράστασιν τοῦ ἀξιωματικοῦ ἦσαν λίαν εὔωνα. Ἀλλὰ σήμερον, ὅτε τὰ πάντα ὑπερετιμήθησαν, βεβαίως ὁ μισθὸς εἶναι ἀνεπαρκής. Ἀλλὰ δὲν θὰ θελήσω νὰ ὑποβάλω παράκλησιν περὶ τούτου, διότι θ’ ἀκούσω, ὅτι οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, πρὸς τοὺς ὁποίους ἐμπιστευόμεθα τὴν περιουσίαν ἡμῶν, πρέπει βεβαίως νὰ προτιμηθῶσι. Βεβαίως πρέπει νὰ προτιμηθῶσιν, ἀλλὰ μέχρις οὗ ὑποβληθῇ διάταξις περὶ βελτιώσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν ἀξιωματικῶν, πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια τουλάχιστον περὶ δικαιοτέρας μεταῤῥυθμίσεως τῆς μισθοδοτικῆς κλίμακος τῶν ἀξιωματικῶν, εἰς ἣν ὑπάρχει μεγίστη ἀνωμαλία· καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τούτου φέρω παράδειγμα τὰ δύο ἄκρα τῆς μισθοδοτικῆς ταύτης κλίμακος. Ὁ ἀνθυπασπιστὴς λαμβάνει μισθὸν ἑκατὸν δραχμάς, δι’ αὐτῶν ὀφείλει νὰ τρέφηται, νὰ ἐνδύηται, νὰ πληρόνῃ ἐνοίκιον καὶ λοιπά· ἐν ὅσῳ ἦτο ὑπαξιωματικός, ἐκτὸς τοῦ μισθοῦ του, ἐλάμβανε μέρος εἰς τὸ συσσίτιον, ἐνεδύετο ἐκ τῶν ἀποθηκῶν, εἶχε κατοικίαν, καὶ εἰς οὐδεμίαν ὑπήγετο ὑποχρέωσιν ἐκ τῶν τοῦ ἀξιωματικοῦ. Ὁ στρατηγὸς λαμβάνει ὅσον μισθὸν καὶ ὁ συνταγματάρχης, ἐνῷ ὁ στρατηγὸς εἶναι ὑπόχρεως νὰ ἔχῃ τρεῖς διαφόρους στολὰς καὶ ἱπποσκευὴν πολυτελεστάτην, ἐὰν μάλιστα κατέχει θέσιν ἐν τῷ στρατῷ ὡς ἀρχηγός, ὑπόκειται καὶ εἰς ἄλλας δαπάνας παραστάσεως. Εἰς τὸ ναυτικὸν πρεπόντως χορηγεῖται εἰς τὸν Ναύαρχον Ἐπιθεωρητὴν μισθὸς ἐπαρκής· διατὶ νὰ μὴ γίνεται τὸ ἴδιον καὶ εἰς τὸν στρατηγὸν τῆς ξηρᾶς; Νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ληφθῇ καὶ περὶ τούτου πρόνοια, διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ στρατηγὸς ἀντιπροσωπεύει. Ἐπίσης δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ὑφίσταται διαφορὰ μισθοδοσίας μεταξὺ λοχαγοῦ βʹ τάξεως καὶ αʹ, καὶ πρέπει ὅλοι νὰ λαμβάνωσι μισθὸν αʹ τάξεως. Οἱ νόμοι περὶ συντάξεως εἶναι, κατ’ ἐμὲ, εὐεργετικοὶ, καὶ μάλιστα ὁ τελευταῖον ψηφισθείς· δύναταί τις ὅμως νὰ παρατηρήσῃ, ὅτι δὲν προνοεῖ περὶ τῶν ἐχόντων ὑπηρεσίαν πέραν τῶν 50 ἐτῶν, διότι οἱ ἔχοντες 45 ἐτῶν ὑπηρεσίαν πρέπει νὰ μείνωσιν ἓξ ἔτη ἀκόμη, διὰ νὰ λάβωσι σύνταξιν ἀνωτέρου βαθμοῦ· ἐὰν ὑπῆρχε διάταξις περὶ τῶν ἐχόντων ὑπηρεσίαν, μείζονα τῶν 45 ἐτῶν, νὰ παραμένωσι μόνον τρία ἔτη, πρὸς ἀπόκτησιν συντάξεως ἀνωτέρου βαθμοῦ, πολλοὶ θ’ ἀπεστρατεύοντο καὶ θ’ ἀντεκαθίσταντο ὑπὸ νεωτέρων. Ἀνακεφαλαιῶν τ’ ἀνωτέρω, λέγω ὅτι, ἐὰν συμπληρωθῶσιν οἱ νόμοι καὶ μεταῤῥυθμισθῶσι, καθ’ ὃν ὑπέδειξα τρόπον, ἢ κατ’ ἄλλον, οἱονδήποτε, πάντως ὅμως διορθοῦντα τὰ ἐν τῷ στρατῷ κακῶς κείμενα, τότε θὰ δυνάμεθα ἴσως νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἔχομεν στρατὸν καλῶς συντεταγμένον. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ, Κύριοι, ὁ στρατὸς νὰ ἦναι καλῶς συντεταγμένος, πρέπει νὰ ἦναι καὶ καλῶς ἐξησκημένος. Ὁ στρατὸς ἡμῶν, ἐκτὸς ἐκτάκτων τινῶν περιστάσεων, οὐδέποτε ἠσχολήθη εἰς σοβαρὰν ἐργασίαν, ὁ στρατὸς ἡμῶν ἀσχολεῖται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς ὑπηρεσίας ἀλλοτρίας τοῦ προορισμοῦ αὐτοῦ, αἵτινες καὶ τὸ στρατιωτικὸν φρόνημα διαφθείρουσι, καὶ τὴν πειθαρχίαν αὐτοῦ καταστρέφουσι, καὶ τὴν ἀγανάκτησιν πολλάκις τῶν κυρίων Βουλευτῶν προκαλοῦσι, καὶ ἀκούομεν, ὅ,τι ἠκούσαμεν πρὸ ἡμερῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ὁ σκοπὸς τῆς καθολικῆς στρατολογίας, Κύριοι, εἶναι ἡ ἐξάσκησις τοῦ λαοῦ εἰς τὰ ὅπλα, διὰ τοῦτο ἐπιβαρύνομεν τὸν Προϋπολογισμὸν διὰ τοσούτων ἑκατομμυρίων, διὰ τοῦτο ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τὴν βιομηχανίαν καὶ τὴν γεωργίαν τὰς χρησιμωτέρας χεῖρας, καὶ ἐπιβάλλομεν τοσαῦτα βάρη εἰς τοὺς πολίτας, οἵτινες δύνανται κάλλιστα νὰ εἴπωσι πρὸς ἡμᾶς: «παρέχομεν προθύμως τὰ τέκνα ἡμῶν, διὰ νὰ τὰ ἐξασκήσητε, ἵνα χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν πατρίδα μας, ἀλλὰ δὲν παρέχομεν ταῦτα, ἵνα τὰ μεταχειρίζησθε πρὸς καταπίεσιν τῶν συμπολιτῶν μας, οὐδ’ ἵνα συνοδεύωσι τὸν εἰσπράκτορα, ἢ καὶ νὰ περιφρουρῶσι τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου ἐπὶ ἐθνικῶν γαιῶν, ἀμφισβητουμένων ὑπὸ ἰδιοκτητῶν». Ἐὰν ἐγένετο ποτὲ πρακτικὴ ἄσκησις ἐν τῷ στρατῷ, ἐγένετο αὕτη ἐν περιωρισμένῳ κύκλῳ καὶ δι’ ὡρισμένον σῶμα, ἐγένετο λ. χ. πρὸ δύο ἐτῶν, τῇ ἀξιεπαίνῳ πρωτοβουλίᾳ τοῦ στρατηγοῦ κ. Βοσσὲρ, ἐν τῷ σώματι τοῦ πυροβολικοῦ, ἥτις καὶ ἔσχε λαμπρὰ ἀποτελέσματα, διότι καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ πυροβοληταὶ εἶδον ἐμπράκτως τὴν χρῆσιν τῶν πολυειδῶν τοῦ πυροβολικοῦ πυρῶν, ἅτινα ἐγίνωσκον μόνον κατὰ θεωρίαν καὶ ἐν τοῖς πίναξιν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ εὔκολον νὰ γίνωνται κατ’ ἔτος τοιαῦται ἀσκήσεις διότι εἶναι λίαν δαπανηραί· διὰ νὰ ἐννοήσητε δὲ, πόσον δαπανηραὶ εἶναι, ἐπιτρέψατέ μοι μίαν μικρὰν παρέκβασιν. Τὸ πυροβολικὸν ἡμῶν ἀπαρτίζεται ἐξ εἴκοσι πυροβολαρχιῶν· ἐὰν λοιπὸν ῥίψῃ τόσα βλήματα, ὅσα ῥίπτει εἰς ἄλλον στρατὸν, ἑκάστη πυροβολαρχία, ἤτοι 400, πρέπει νὰ ῥίψῃ τὸ ὅλον 8,000 βλήματα· ἀλλ’ ἑκάστη ὀβὶς συνήθως ἀξίζει 16, 80)00 φράγκα χρυσᾶ, ἑκάστη δὲ βολιδοφόρος 28, 50)00 φράγκα χρυσᾶ, ὥστε ἀπαιτοῦνται πλέον τῶν 200,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ῥίψῃ 400 βλήματα ἑκάστη πυροβολαρχία, καὶ ῥίψῃ μόνον 200 βλήματα, (100 ἁπλᾶ καὶ 100 βολιδοφόρα) πάλιν θὰ ἔχωμεν δαπάνην 100,000 δραχμῶν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν, κατὰ δύο ἔτη, ἢ κατὰ τρία ἔτη, πρέπει νὰ γίνηται τοιαύτη ἄσκησις. Ἀλλὰ τὸ μηχανικὸν, τὸ ἔχον καὶ ἀξιωματικοὺς ἀνεπτυγμένους καὶ μεμορφωμένους, ἢ τὰ λοιπὰ σώματα, διατὶ νὰ μὴ ἀσκῆται πρακτικῶς εἰς τὰ ἔργα αὑτοῦ, ἀλλὰ νὰ ἐκτελῇ ὑπηρεσίαν τῆς φρουρᾶς διαρκῶς; Ἀνάγκη, Κύριοι, ἄρα νὰ ἐφαρμοσθῶσι καὶ παρ’ ἡμῖν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐφαρμόζονται καὶ ἐν ἄλλοις Κράτεσι, πρὸς πρακτικὴν ἄσκησιν τοῦ στρατοῦ, ἐὰν δὲ ἐκτελεσθῶσι τὰ μέτρα ταῦτα, τότε θὰ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἔχομεν στρατὸν καὶ καλῶς ἐξησκημένον, τὰ μέτρα δὲ ταῦτα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπέδειξα, ἤτοι ἐκτέλεσις ἔργων, συγκεντρώσεις τοῦ στρατοῦ, καταυλισμοί, ἐπισταθμίαι κτλ. καὶ ὅσα συντελοῦσι πρὸς πρακτικὴν ἄσκησιν τοῦ στρατοῦ. Ἐὰν λοιπὸν ὁ στρατὸς ἡμῶν εἶναι καλῶς συντεταγμένος καὶ ἐπαρκῶς ἠσκημένος, καὶ ἔχῃ πάσας ἐκείνας τὰς ἰδιότητας, περὶ ὧν ἐν τῇ σειρᾷ τοῦ λόγου μου ἐλάλησα, ἔσεται καὶ ἀξιόμαχος. Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ παρατηρήσω ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπιφυλαττόμενος νὰ ἐξετάσω τοὺς ἀριθμοὺς καὶ τὰς λεπτομερίας, καὶ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ δευτερευόντων ζητημάτων ἐν τῇ ἐξετάσει τῶν καθ’ ἕκαστα. Ἐὰν ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς φρονῇ, ὅτι, πάνθ’ ὅσα σήμερον παρ’ ἐμοῦ ἐλέχθησαν, δὲν ἔχουσι τὸ ἀναγκαῖον κῦρος, εἴτε διότι ἐλέχθησαν παρὰ Βουλευτοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη εἶναι περιττή, ὡς ἀνήκοντος εἰς τὴν χρείαν τῶν στρατιωτικῶν Βουλευτῶν, τοὺς ὁποίους ἐπεζήτησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῶν γνωστῶν ἐκείνων νομοθετημάτων νὰ ἐκδιώξῃ ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης, εἴτε διότι νομίζει, ὅτι δὲν προέρχονται ταῦτα ἐκ πεποιθήσεως, μορφωθείσης ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, ἀλλ’ ἐκ λόγων κομματικῶν, καὶ δὲν θελήσῃ ἑπομένως ν’ ἀποδώσῃ εἰς ταῦτα τὴν προσήκουσαν σημασίαν, δὲν δικαιοῦμαι νὰ πράξω ἄλλο τι, ἢ νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐνταῦθα, ὅπως ἐφησυχάσω τοὐλάχιστον τὴν ἐμὴν συνείδησιν, ὅτι ἐξεπλήρωσα τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκόν μου. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ ἄλλοι συνάδελφοι τὴν αὐτὴν θ’ ἀπευθύνωσι διαμαρτυρίαν, διότι φρονῶ, ὅτι πάντες ὑπέχομεν εὐθύνην ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ τοῦ στρατοῦ καταστάσει, ἡ μὲν Κυβέρνησις ἐφ’ ὅσον δὲν λαμβάνει, καθ’ ὃ ἔχει καθῆκον, τὰ προσήκοντα μέτρα, πρὸς μόρφωσιν καὶ πρακτικὴν τοῦ στρατοῦ ἄσκησιν, ἡμεῖς δὲ, ἐφ’ ὅσον θεώμεθα ἀπαθῶς τὰ ἐν αὐτῷ τελούμενα, καὶ δὲν ποιούμεθα ἐνταῦθα τὰς δεούσας παρατηρήσεις. Καὶ εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ διαμαρτυρηθῶμεν, ἵνα μὴ ἀκούσωμεν, ὅ,τι ἤκουσαν ἄλλοτε οἱ Βουλευταὶ εὐρωπαϊκοῦ Κοινοβουλίου ἐν παραπλησίᾳ τινὶ περιστάσει. Ὅτε πρό τινων συνεζητεῖτο ἐν εὐρωπαϊκῷ τινι Κοινοβουλίῳ πρότασις νόμου, ἀφορῶσα εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ κρατοῦντος ἐν τῷ Κράτει ἐκείνῳ στρατιωτικοῦ συστήματος, τῆς ὁποίας ψηφιζομένης, ἐμειοῦτο ἡ ἰσχὺς τοῦ στρατοῦ τοῦ Κράτους τούτου, διαπρεπὴς στρατηγὸς εἶπε μετὰ θάῤῥους: «ἐὰν ἡ πρότασις αὕτη ψηφισθῇ, οὐδεὶς εὐσυνείδητος στρατηγὸς θ’ ἀποφασίσῃ νὰ ὁδηγήσῃ τοιοῦτον στρατὸν εἰς τὸν πόλεμον· ἂς ὁδηγήσωσιν αὐτὸν οἱ κύριοι Βουλευταί.» Διὰ τοῦτο, Κύριοι, καταστρέφων τὸν λόγον, ποιοῦμαι ἔκκλησιν εἰς τὴν φιλοπατρίαν καὶ εὐσυνειδησίαν τῶν κ.κ. Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, καὶ ἱκετεύω ὑμᾶς, νὰ ὑψώσητε φωνὴν ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν στρατοῦ, καὶ χάριν τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ἀξιοπρεπείας, καὶ χάριν τοῦ ἐκλογέως μας λαοῦ, ὅστις καὶ προθύμως καὶ ἀγογγύστως τοσαῦτα δι’ αὐτὸν ὑφίσταται βάρη.
§35ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθεὶς Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει, ἔσοδα μὲν 96,449,000, δαπάνας δὲ 96,200,000, καὶ ἑπομένως περίσσευμα, 249,000 δραχμῶν. Τὸ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα τῶν Προϋπολογισμῶν ἡμῶν ἀπὸ τινων ἐτῶν ἀπέβη μονοτόνως στερεότυπον. Πάντες ὑπόσχονται περισσεύματα. Πάντες δὲ λήγουσιν εἰς σπουδαῖα ἐλλείμματα. Ἡ τοιαύτη τακτικὴ ἀντίφασις τῶν Προϋπολογισμῶν καὶ Ἀπολογισμῶν ἡμῶν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀπόδειξις καὶ τῆς ἀνακριβείας τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889. Παραδεχόμενοι ὅμως αὐτὴν, ὀφείλομεν νὰ μὴ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν γενικὴν ἀπόδειξιν, ἣν μᾶς παρέχουσι τὰ ἀποτελέσματα τῶν προηγουμένων Προϋπολογισμῶν, ἀλλὰ νὰ ἐξετάσωμεν τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ. Ὀφείλομεν δὲ νὰ ἐξετάσωμεν τοῦτο ἡμεῖς ἰδίως, οἵτινες ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅτι ἡ γνῶσις τῆς ἀληθοῦς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν καὶ ἡ εἰλικρινὴς αὐτῆς ἔκθεσις δύναται νὰ ὠφελήσῃ εἰς τὴν ὁριστικὴν αὐτῶν ἀνόρθωσιν πλειότερον τῆς ἀποκρύψεως αὐτῆς. Ἡ ἀπόκρυψις τῶν ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς ἡμῶν ὑπαρχουσῶν ἐλλείψεων, φέρει προσκαίρους τινὰς εὐκολίας. Αἱ εὐκολίαι ὅμως αὗται συντελοῦσιν εἰς τὴν ἐπαύξησιν τῶν ἐπὶ τοῦ Δημοσίου ἐπιβαλλομένων βαρῶν, γεννῶσι παρὰ τοῖς πολλοῖς αἴσθημα ἀμεριμνησίας περὶ τῶν κοινῶν, καὶ ἀναστέλλουσι τὴν ἔγκαιρον καὶ πλήρη φροντίδα περὶ τῆς διορθώσεως αὐτῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ συντάξας καὶ ὑποβαλὼν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889, ἐμφορεῖται ὑπὸ διαφόρων ἰδεῶν. Νομίζει, ὅτι ἡ τεχνικὴ καὶ ἐπιτηδεία σύνταξις αὐτοῦ, ἡ παρουσιάζουσα ὡς καλῶς ἔχοντα τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, συντελεῖ μᾶλλον εἰς τὴν διόρθωσιν αὐτῶν. Οὕτω δὲ σκεπτόμενος, συνέταξεν αὐτὸν κατὰ τρόπον, παρουσιάζοντα περίσσευμα. Ἐκ τοῦ μικροῦ δὲ τούτου περισσεύματος τῶν 249,000 δραχμῶν ὁρμώμενος, μεταρσιοῦται διὰ χρηματιστικῶν ὑπολογισμῶν εἰς βλέψεις καὶ ἐλπίδας πλεονάσματος πολλῶν ἑκατομμυρίων. Ἀρχόμενοι ἀπὸ τῶν ἐσόδων, εὑρίσκομεν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889 ἀναγραφομένην πιθανὴν ἀπόδοσιν αὐτῶν, ἐστήριξεν ἰδίως ἐπὶ τῶν ποσῶν, ἃ δι’ ἕκαστον αὐτῶν ἀναγράφει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1888, μόνον δὲ διά τινα ἐξ αὐτῶν, ἐκεῖ, ὅπου ἐνόμισε συμφέρον εἰς τὰς αἰσιοδόξους αὐτοῦ ἰδέας, ποιεῖται σύγκρισίν τινα καὶ πρὸς τὰς ἀποδόσεις αὐτῶν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Ὁ ἐπὶ τοιαύτης βάσεως προσδιορισμὸς τῆς ἀποδόσεως τῶν φόρων καὶ λοιπῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου εἶναι πλημμελής. Ἡ μόνη ἀσφαλὴς βάσις τοῦ τοιούτου προσδιορισμοῦ, εἶναι αἱ βεβαιώσεις τῶν ἐσόδων κατὰ τὰ πλησιέστερα παρελθόντα ἔτη, αἵτινες μᾶς δεικνύουσι τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου καὶ τῆς φορολογικῆς ὕλης, ἐξ ὧν τὸ Δημόσιον θὰ προσπορισθῇ τὰς εἰσπράξεις αὐτοῦ. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνάλυσιν ἑκάστου ἐσόδου, διότι καὶ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἱ πρὸ ἐμοῦ ὁμιλήσαντες, ἀνέλυσαν πολλὰ ἐξ αὐτῶν, καὶ διότι ἡ ἀπὸ τοῦ βήματος συχνὴ λεπτομερὴς ἀνάπτυξις τῶν ἀριθμῶν ἀποβαίνει ὀχληρὰ καὶ διὰ τὸν ποιούμενον καὶ διὰ τοὺς ἀκροωμένους αὐτήν. Θὰ περιορισθῶ δὲ εἰς κεφαλαιώδη τινὰ κονδύλια τῶν ἐσόδων, ἐκεῖνα ἰδίως, ὧν τὴν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένην ἀπόδοσιν δὲν εὑρίσκω στηριζομένην ἐπὶ τῆς βάσεως, ἣν ἀνέπτυξα, ἐπὶ τῶν βεβαιώσεων δηλ. τῶν πλησιεστέρων παρελθόντων ἐτῶν. Πρῶτον τοιοῦτον ἔσοδον εἶναι οἱ ἄμεσοι φόροι, οἱ περιλαμβανόμενοι ἐν τῷ κεφαλαίῳ Αʹ τῆς νέας κατατάξεως τῶν ἐσόδων, ἣν ἐποιήσατο ἐφέτος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἥτις, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, εἶναι τελειοτέρα καὶ συστηματικωτέρα τῆς μέχρι σήμερον ἰσχυούσης. Οἱ ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ ἄμεσοι φόροι, ἐκτὸς τῶν ἐγγείων φόρων τῆς Ἑπτανήσου, τῶν εἰσπραττομένων ἐν τοῖς τελωνείοις καὶ περὶ ὧν θὰ ποιήσω λόγον κατωτέρω, ἔφερον βεβαίωσιν ἐσόδου κατὰ τὸ 1887 δραχ. 19,432,000· ἐκ τῶν φόρων τούτων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προϋπολογίζει διὰ τὸ 1889 ἔσοδον δραχ. 21,756,000, δηλ. 19,034,000 ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου καὶ 2,722,000 ὑπὲρ τῶν δήμων καὶ τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ἤτοι 2,324,000 πλειότερον τῶν βεβαιωθέντων κατὰ τὸ 1887. Οὐδεμία τροποποίησις ἐπῆλθεν ἔκτοτε εἰς τοὺς ἀμέσους φόρους, θὰ λειτουργήσωσιν οὗτοι καὶ κατὰ τὸ 1889, ὅπως καὶ κατὰ τὸ 1887. Τὴν προσθήκην δὲ τῶν 2,374,000 δραχ. ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δικαιολογεῖ, βασιζόμενος εἰς τὰς βεβαιώσεις τοῦ 1888. Αἱ βεβαιώσεις τοῦ 1888 κατὰ τοὺς 11 πρώτους μῆνας, οὓς γνωρίζομεν, διότι ἡ κατάστασις τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου δὲν ἐδημοσιεύθη μέχρι σήμερον, παρουσιάζουσι πράγματι ὑπέρβασιν, ἐν συγκρίσει πρὸς τοὺς 11 πρώτους μῆνας τοῦ 1887. Ἡ ὑπέρβασις ὅμως αὕτη δὲν προκύπτει κυρίως ἐξ οὐσιαστικῆς αὐξήσεως τῆς ἀποδόσεως τῶν φόρων τούτων, ἀλλ’ ἐκ ταχυτέρας αὐτῶν βεβαιώσεως. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ζώων, διὰ τοῦ ἐφαρμοσθέντος κατὰ τὸ 1888 διανεμητικοῦ συστήματος ἐβεβαιώθη ταχύτερον, ἢ κατὰ τὸ 1887, διὰ τοῦ τότε ἰσχύοντος συστήματος τῶν δηλώσεων καὶ τῶν καταμετρήσεων. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, ἰδίως τῆς πρωτευούσης, ὅστις κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1887 δὲν εἶχεν ὁριστικῶς βεβαιωθῆ, κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1888 ἦτο βεβαιωμένος, διότι οἱ φορολογικοὶ κατάλογοι ἦσαν συντεταγμένοι καὶ δεδικασμένοι. Τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ διὰ τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων, οὗτινος ἡ βεβαίωσις ἐν πολλοῖς συνδέεται μὲ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν. Ἡ ταχυτέρα δὲ αὕτη βεβαίωσις τῶν φόρων τούτων ἐξηγεῖ τὴν παρουσιαζομένην αὔξησιν κατὰ τοὺς 11 πρώτους μῆνας τοῦ 1888. Ἡ ἀνάλυσις ὅμως ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἀμέσων φόρων, ἣν ἐποιησάμην, καὶ ἣν δὲν ἀναπτύσσω, ὅπως μὴ κουράσω τὴν Βουλήν, δεικνύει, ὅτι ἡ οὐσιαστικὴ αὔξησις αὐτῶν κατὰ τὸ 1888, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1887, δὲν δύναται νὰ φθάσῃ πέραν τοῦ 1,000,000. Κρίνοντες ἑπομένως ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ 1888, δικαιούμεθα ἴσως νὰ προσθέσωμεν εἰς τὴν προϋπολογιζομένην διὰ τὸ 1889 ἀπόδοσιν τῶν ἀμέσων φόρων ἓν περίπου ἑκατομμύριον πλέον τῶν βεβαιωθέντων κατὰ τὸ 1887, οὐχὶ ὅμως 2,324,000. Ὅθεν διὰ τὸ κεφάλαιον τῶν ἀμέσων φόρων ὀφείλομεν ν’ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τοῦ συνόλου τῶν ἀναγραφομένων ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1889 περίπου 1,300,000 δραχμάς. Ἕτερον κονδύλιον ἐσόδων, ὁμοίαν παρουσιάζον πλημμέλειαν, εἶναι τὸ τῶν τελωνιακῶν τελῶν. Τὰ τελωνιακὰ τέλη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1888 περιελαμβάνοντο ἐν ἑνὶ μόνῳ ἄρθρῳ τοῦ κεφαλαίου δευτέρου. Ἐν τῷ τοῦ 1889 δὲ ὀρθῶς διεκρίθησαν εἰς 5 διάφορα ἄρθρα καὶ ἐδάφια, δηλ. τοῦ τῶν ἐγγείων φόρων τῆς Ἑπτανήσου, τῶν εἰσπραττομένων εἰς τὰ τελωνεῖα, οὓς ἐξῄρεσα ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῶν ἀμέσων φόρων, τοῦ τῶν τελωνιακῶν τελῶν τῆς εἰσαγωγῆς, τοῦ τῶν ποινῶν ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ, τοῦ τῶν δικαιωμάτων διαμετακομίσεως, καὶ τοῦ τῶν διαφόρων δικαιωμάτων ἐξαγωγῆς. Τὰ τέλη ταῦτα, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς εἰσπραττομένης διαφορᾶς τοῦ νομίσματος, ἀπέδωκαν κατὰ τὸ 1887 δραχμὰς 29,509,000. Δι’ αὐτὰ δὲ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889 ἀναγράφει ἔσοδα 29,603,000, δηλ. 100,000 δρ. περίπου πλειότερον τῶν βεβαιωθέντων κατὰ τὸ 1887. Ἂν δ’ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς ἀποδόσεως τῶν ἀμέσων φόρων ὀφείλωμεν νὰ ὁδηγώμεθα ἐκ τῆς πείρας τῶν πλησιεστέρων παρελθόντων ἐτῶν, πολὺ πλειότερον ὀφείλομεν νὰ πράττωμεν τοῦτο ἐπὶ τῶν ἐμμέσων φόρων καὶ ἰδίως ἐπὶ τῶν τελωνιακῶν τελῶν. Οἱ ἄμεσοι φόροι ἔχουσι χαρακτῆρα ὑποχρεωτικόν, διότι ἡ φορολογικὴ ὕλη, ἐφ’ ἧς ἐπιβάλλονται, εἶναί τι σταθερὸν καὶ ἀμετακίνητον, ὁ δὲ φορολογούμενος δὲν δύναται ν’ ἀποφύγῃ τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐπ’ αὐτοῦ ἐπιβαλλομένου φόρου. Οἱ ἔμμεσοι ὅμως φόροι καὶ ἰδίως τὰ τελωνιακὰ τέλη, βαρύνουσι φορολογικὴν ὕλην κινητὴν καὶ εὐμετάβλητον, ἔχουσι χαρακτῆρα προαιρετικὸν, καὶ ἐξαρτῶνται καθ’ ὁλοκληρίαν ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ πληρόνοντος αὐτοὺς, ἐκ τῶν οἰκονομικῶν αὐτοῦ δυνάμεων καὶ ἐκ τῶν μέσων, ἅτινα θέλει καὶ δύναται νὰ διαθέσῃ πρὸς κατανάλωσιν τῶν φορολογουμένων εἰδῶν. Πρὸς ὁρισμὸν ἑπομένως τῆς ἀποδόσεως τῶν φόρων τούτων, ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ὡς βάσιν τὴν ὑφισταμένην κατάστασιν τῆς κοινωνίας, ἣν δεικνύει ἡ ἀπόδοσις αὐτῶν κατὰ τὸ ἀμέσως προηγούμενον ἔτος. Προϋπολογίζοντες δὲ τὰ τελωνιακὰ τέλη διὰ τὸ 1889, πρέπει νὰ ὁδηγηθῶμεν ἐκ τῆς ἀποδόσεως αὐτῶν κατὰ τὸ 1888. Ἐντὸς τῶν 11 πρώτων μηνῶν τοῦ 1888, ὧν γνωρίζομεν τ’ ἀποτελέσματα, διότι τοῦ τελευταίου μηνὸς ἡ κατάστασις δὲν ἐδημοσιεύθη εἰσέτι, τὰ τελωνιακὰ τέλη ἔφερον ἔσοδον δραχ. 25,401,000, ἀντὶ τῶν 26,888,000, ἃς ἔφερον κατὰ τοὺς ἀντιστοίχους 11 μῆνας τοῦ 1887, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον δραχ. 1,487,000. Κατ’ ἀναλογίαν δὲ τῆς ἐλαττώσεως ταύτης δυνάμεθα νὰ βεβαιώσωμεν, ὅτι κατὰ τὸ 1888 τὰ τελωνιακὰ τέλη θ’ ἀποδώσωσιν ὀλιγώτερον τοῦ 1887 περίπου 1,700,000 δραχμῶν. Προϋπολογίζοντες δὲ τὴν ἀπόδοσιν αὐτῶν διὰ τὸ 1889, οὐ μόνον δὲν δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν 100,000 δραχ. εἰς τὸ βεβαιωθὲν ποσὸν κατὰ τὸ 1887, ἀλλ’ ἀπεναντίας ὀφείλομεν ν’ ἀφαιρέσωμεν ἐξ αὐτοῦ 1,700,000, αἵτινες παριστῶσι τὴν ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰν τοῦ 1888 ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1887. Ἐκ τοῦ συνόλου ἑπομένως τῶν ἐσόδων, τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1888, ὀφείλομεν ν’ ἀφαιρέσωμεν δραχμὰς 1,800,000 διὰ τὸ κονδύλιον τῶν τελωνιακῶν τελῶν. Ἡ καταπόνησις τῆς καταναλώσεως, καὶ ἡ ἐξ αὐτῆς ἐλάττωσις τῆς εἰσαγωγῆς, δικαιολογοῦσι πλειοτέραν ἀφαίρεσιν, περιορίζομαι ὅμως εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 1,800,000, ὅπως μὴ ἐξέλθω τῆς βάσεως, ἣν ἐξέθηκα, καὶ ἐφ’ ἧς ὀφείλομεν νὰ στηριζώμεθα, προϋπολογίζοντες τὴν ἀπόδοσιν τῶν φόρων, τῆς τῶν ἀποτελεσμάτων δηλ. τῶν πλησιεστέρων παρελθόντων ἐτῶν. Ἕτερον κεφάλαιον ἐσόδων, οὗτινος ἡ ἀπόδοσις προϋπελογίσθη κατὰ παράβασιν τῆς βάσεως ταύτης, εἶναι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν. Ὁ φόρος οὗτος ἔφερεν ἔσοδον κατὰ τὸ 1886 δραχ. 449,000, κατὰ τὸ 1887 δραχ. 483,000, κατὰ τὸ 1888 μέχρι τέλους Νοεμβρίου 419,000, ἤτοι 84,000 πλειότερον τῶν βεβαιωθέντων κατὰ τοὺς ἀντιστοίχους 11 μῆνας τοῦ 1887. Δὲν γνωρίζομεν τὸ βεβαιωθὲν ποσὸν κατὰ τὸν παρελθόντα Δεκέμβριον, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ ἀναλογίᾳ τῶν βεβαιώσεων τῶν 11 μηνῶν, δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι κατὰ τὸ 1888 ὁ φόρος οὗτος δύναται νὰ φέρῃ πρόσοδον ἀνωτέραν τῆς τοῦ 1887 κατὰ 100,000 δρ. περίπου. Ὁ φόρος οὗτος ἐλειτούργησε κατὰ τὸ 1888. Ὑπῆρχον μὲν ἐλλείψεις τινὲς, διότι οἱ μηχανικοὶ μετρηταὶ δὲν εἶχον τεθῇ εἰς τὰ ἐργοστάσια, νομοθετικῶς ὅμως ἐλειτούργησε καθ’ ὅλον τὸ ἔτος τοῦτο. Κατὰ τὸ 1889 ἡ λειτουργία αὐτοῦ ἔσται ἴσως κατά τι τελειοτέρα. Εἶναι ὅμως ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὁ φόρος οὗτος ἐν Ἑλλάδι παλαίει κατὰ εἰδικῶν δυσκολιῶν, ἃς δὲν δύναται νὰ ὑπερνικήσῃ, καὶ τῶν ὁποίων ἡ καταπολέμησις δὲν δύναται νὰ γίνῃ, ἢ ἐπὶ βλάβῃ ἄλλων ἐθνικῶν παραγωγῶν καὶ προσόδων τοῦ Δημοσίου. Οὐ μόνον παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ παρὰ πᾶσι τοῖς Ἔθνεσιν, ὁ φόρος οὗτος ἀπαντᾷ συνήθως ἀνυπερβλήτους δυσκολίας. Εἶναι ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον βλέπομεν συχνὰ, καὶ σχεδὸν κατὰ διετίαν ἢ τριετίαν, ῥιζικῶς τροποποιούμενον εἰς τὰ πλεῖστα τῶν Εὐρωπαϊκῶν Ἐθνῶν. Καὶ ἕνεκα τῶν γενικῶν ἐλαττωμάτων αὐτοῦ, καὶ ἕνεκα τῶν εἰδικῶν περιστάσεων τῆς χώρας ἡμῶν, τὸν φόρον τοῦτον δυνάμεθα νὰ χαρακτηρίσωμεν ὡς ἀποτυχόντα. Δὲν δυνάμεθα ἑπομένως νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι, ἀντὶ τῶν 580,000 δραχμῶν, ἃς περίπου δύναται νὰ φέρῃ ἐντὸς τοῦ 1888, πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν διὰ τὸ 1889 δραχ. 1,364,000, δηλ. ὑπερδιπλάσιον τοῦ κατὰ τὸ 1888 βεβαιωθέντος ποσοῦ. Δυνάμεθα νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι θὰ ἀποδώσῃ πλειότερα ἢ κατὰ τὸ 1888, δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν διπλασιασμὸν τῆς αὐξήσεως τοῦ ἔτους τούτου, ἀλλὰ βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ προϋπολογίσωμεν ποσὸν ὑπερδιπλάσιον τοῦ ὅλου τῆς ἀποδόσεως αὐτοῦ. Ὀφείλομεν ἑπομένως καὶ διὰ τὸν φόρον τοῦτον νὰ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τοῦ ὅλου τῶν εἰσοδημάτων, τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889, περίπου 600,000 δρ. Ἕτερον κονδύλιον ἐσόδων, οὗτινος ἡ ἀπόδοσις προϋπελογίσθη ἐσφαλμένη, εἶναι τὸ τῶν Μονοπωλίων. Τὰ μονοπώλια τοῦ πετρελαίου, τῶν πυρείων καὶ τῶν παιγνιοχάρτων ἔφερον κατὰ τὸ 1886 ἔσοδον δραχ. 4,692,000, κατὰ δὲ τὸ 1887 δραχ. 4,480,000, ἤτοι 212,000 ὀλιγώτερον. Διὰ τὸ 1888 δὲν ἔχομεν πλήρη καὶ ἀσφαλῆ διδόμενα, ὅπως κρίνωμεν τὴν ἀπόδοσιν αὐτῶν. Κατὰ τοὺς ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης ὅμως παραδεδεγμένους οἰκονομικοὺς νόμους, ἡ ἵδρυσις μονοπωλίων κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη φέρει ἐλάττωσιν καταναλώσεως τῶν μονοπωλουμένων εἰδῶν. Τοῦτο δὲ ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τῆς παρ’ ἡμῖν ἐφαρμογῆς αὐτῶν. Κατὰ τοὺς 10 δὲ πρώτους μῆνας τοῦ 1888 τὰ μονοπώλια τοῦ πετρελαίου, τῶν πυρείων καὶ τῶν παιγνιοχάρτων παρουσιάζουσι βεβαίωσιν μικροτέραν κατὰ 535,000 δραχ. τῆς τῶν 10 ἀντιστοιχούντων μηνῶν τοῦ 1887, ἤτοι δραχ. 2,795,000 ἀπέναντι δρ. 3,330,000. Ἐντὸς τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου ἀναγράφεται βεβαίωσις, ἥτις παρουσιάζει τι τὸ ὑπερβολικόν, διότι τὸ μονοπώλιον τῶν παιγνιοχάρτων, ἐκ τοῦ ὁποίου μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου ἐβεβαιώθησαν δραχ. 113,000, ἤτοι κατὰ μέσον ὅρον δρ. 11,300 κατὰ μῆνα, ἐντὸς τοῦ Νοεμβρίου παρουσιάζει βεβαίωσιν 49,300· τὸ τῶν πυρείων, ἐξ οὗ ἐβεβαιώθησαν 411,000 δραχ. κατὰ τοὺς 10 πρώτους μῆνας, ἤτοι δρ. 41,100 κατὰ μῆνα, ἐντὸς τοῦ Νοεμβρίου παρουσιάζει βεβαίωσιν 135,000 δραχμῶν. Τὸ τοῦ πετρελαίου, ἐξ οὗ ἐβεβαιώθησαν κατὰ τοὺς 10 πρώτους μῆνας δραχ. 2,270,000, δηλ. κατὰ μέσον ὅρον δραχ. 227,000 κατὰ μῆνα, παρουσιάζει βεβαίωσιν ἐντὸς τοῦ Νοεμβρίου δρ. 781,000. Αἱ ὑπερβολικαὶ αὗται βεβαιώσεις μοὶ δίδουσι τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων ἔλαβεν ἐκ τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν τῶν μονοπωλουμένων εἰδῶν ἐντὸς τοῦ Νοεμβρίου, ποσὸν ἀνώτερον τῶν ἀναγκῶν τῆς καταναλώσεως, οὗτινος τὴν βεβαιωθεῖσαν ἀξίαν συνεψήφισε, κατὰ τὴν μετ’ αὐτῆς σύμβασιν, μὲ τὴν παρὰ τῷ Δημοσίῳ κατάθεσιν αὐτῆς εἰς χρεώγραφα καὶ ὅπερ θὰ καταναλώσῃ οὐχὶ μόνον ἐντὸς τοῦ Νοεμβρίου, ἀλλὰ καὶ ἐντὸς τῶν ἑπομένων μηνῶν. Διὰ νὰ ἔχωμεν δὲ θετικήν τινα βάσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς ἀποδόσεως τῶν μονοπωλίων, ὀφείλομεν νὰ περιορισθῶμεν εἰς τοὺς 10 πρώτους μῆνας, οἵτινες μᾶς δεικνύουσι τὸ πιθανὸν ποσὸν τῆς πραγματικῆς καταναλώσεως αὐτῶν, καὶ οἵτινες ἐμπεριέχουσι πληρέστερον τοῦ Νοεμβρίου τὸν μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἑταιρίας καθ’ ὡρισμένα χρονικὰ διαστήματα γιγνόμενον λογαριασμόν.
§36ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Διατί ἐμπιστεύεσθε τὴν Ἑταιρίαν ὡς πρὸς τοὺς 10 πρώτους μῆνας, καὶ δὲν τὴν ἐμπιστεύεσθε κατὰ τὸν τελευταῖον;
§37ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διότι κατὰ τὸν τελευταῖον μῆνα ἡ Ἑταιρία ἔλαβεν ἐκ τῶν μονοπωλουμένων εἰδῶν ποσὸν κατὰ πολὺ ἀνώτερον ἐκείνων, ἅτινα ἐλήφθησαν καὶ κατηναλώθησαν κατὰ τοὺς 10 πρώτους μῆνας. Ἀφοῦ π. χ. τοὺς 10 μῆνας ἐν Ἑλλάδι κατηναλώθη 2,270,000 δραχμῶν πετρέλαιον, ἤθελεν εἶσθαι δύσκολον νὰ καταναλωθῇ ἐν αὐτῇ ἐντὸς τοῦ Νοεμβρίου τοιοῦτον ἀξίας δραχ. 781,000.
§38ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν εἰδῶν τοῦ μονοπωλίου οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον παραλαμβάνει ἡ Ἑταιρία. Αἱ ἀναγραφόμεναι βεβαιώσεις, ἢ εἰσπράξεις, στηρίζονται εἰς τὰς πραγματοποιημένας πιστώσεις.
§39ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν λαμβάνω ὡς βάσιν τὰς εἰσπράξεις, διότι αἱ εἰσπράξεις, τὰς ὁποίας ἀναγράφουσιν οἱ πίνακες τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου, εἶναι σχετικῶς τοσοῦτον μικραὶ, ὥστε, ἂν λάβωμεν αὐτὰς ὑπ’ ὄψει, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι τὰ ἔσοδα τῶν μονοπωλίων ἠλαττώθησαν κατὰ τὸ ἥμισυ. Δὲν στηρίζομαι ὅμως ἐπ’ αὐτῶν, διότι γνωρίζω, ὅτι ὁ ὁριστικὸς κανονισμὸς τῶν λογαριασμῶν μεταξὺ Δημοσίου καὶ Ἑταιρίας γίνεται εἰς ὡρισμένας ἐποχὰς, κατὰ τριμηνίαν, νομίζω, ἢ καθ’ ἑξαμηνίαν. Ὅθεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν βεβαιώσεων τῶν 10 πρώτων μηνῶν δυνάμεθα νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι τὰ τρία μονοπώλια θέλουσι φέρει κατὰ τὸ 1888 ποσὸν κατώτερον ἐκείνου, ὅπερ ἐβεβαιώθη κατὰ τὸ 1887. Δι’ αὐτὰ δὲ καὶ διὰ τὰ ἕτερα δύο μονοπώλια, τοῦ ἅλατος καὶ τοῦ σιγαροχάρτου, ὀφείλομεν ν’ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ 1889 ποσὸν τοὐλάχιστον 1,100,000 δραχμῶν. Τὰ τέσσαρα ταῦτα κεφάλαια, ἅτινα ἀνέπτυξα, παρουσιάζουσιν ἐλάττωσιν εἰς τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889 ἀναγραφόμενα ἔσοδα ἐκ δραχμῶν 4,800,000 περίπου. Ἀλλὰ καὶ ἕτερον ἓν ἑκατομμύριον τοὐλάχιστον ὀφείλομεν νὰ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τῶν ἐσόδων τούτων, προερχόμενον ἐξ ἐσφαλμένης ἀναγραφῆς τῆς ἀποδόσεως διαφόρων ἄλλων προσόδων. Διὰ νὰ μὴ παρατείνω ἐπὶ πολὺ τὸν λόγον, δὲν ἀναπτύσσω μίαν πρὸς μίαν τὰς προσόδους ταύτας, ἀναφέρω δὲ ὡς παράδειγμα τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, διὰ τὸν ὁποῖον προϋπολογίζεται εἴσπραξις κατὰ τὸ 1889 δραχ. 4,875,000, ἐνῷ κατὰ τὸ 1888 μόλις θ’ ἀποδώσῃ οὗτος δραχ. 4,500,000, τὸ ἔσοδον ἐκ μερισμάτων μετοχῶν τοῦ Δημοσίου, διὰ τὸ ὁποῖον ἀναγράφονται δραχ. 65,000, ἐνῷ, ὅπως καὶ ἕτερος ἀξιότιμος συνάδελφος παρετήρησε χθὲς, οὐδέποτε εἰσεπράχθη ποσόν τι ἐκ τοῦ ἐσόδου τούτου· τὰ προξενικὰ τέλη, διὰ τὰ ὁποῖα ἀναγράφεται ἔσοδον δραχ. 650,000, ἐκτὸς τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος, ἐνῷ κατὰ τὸ 1887 ἐβεβαιώθησαν μόνον 524,000, κατὰ τοὺς 11 δὲ πρώτους μῆνας τοῦ 1888 ποσὸν ἔλαττον κατὰ 20,000 τοῦ κατὰ τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1887 βεβαιωθέντος, τὰ καταργηθέντα διόδια κλπ. Ἐκ τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὡς βεβαιωθησομένων κατὰ τὸ 1889 δραχ. 96,449,000 ὀφείλομεν, διὰ τ’ ἀναπτυχθέντα κεφάλαια ἐσόδων, ν’ ἀφαιρέσωμεν τοὐλάχιστον δραχ. 5,800,000. Οὕτω δὲ αἱ βεβαιώσεις τοῦ ἔτους τούτου καταβιβάζονται εἰς δραχ. 90,650,000. Ἐξ αὐτῶν δὲ ὀφείλομεν ν’ ἀφαιρέσωμεν τὰ συνήθως καθυστερούμενα, ἅτινα, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ἔσονται ὅσα καὶ κατὰ τὸ 1887, ἤτοι 6,600,000 δραχμῶν περίπου, περιορίζουσι τὰ εἰσπράξιμα ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1889 εἰς δραχ. 84,000,000 περίπου. Τὸ ποσὸν τοῦτο δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν, οὐχὶ ὡς πιθανὸν, ἀλλ’ ὡς δυνατὸν ἔσοδον τῆς χρήσεως τοῦ 1889. Ἔσεται δὲ δυνατὸν τότε μόνον, ὅταν ἡ ἀπὸ πέρυσι παρατηρουμένη καταπόνησις τῆς χώρας καὶ ἡ ἐλάττωσις τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς καταναλώσεως δὲν ἐξακολουθήσῃ ἐπιτεινομένη. Ἂν ὅμως ἡ καταπόνησις αὕτη, ὡς δὲν εἶναι ἀπίθανον, ἐπιταθῇ, ἢ παρουσιασθῇ ἔκτακτός τις ἀνωμαλία, ἐσωτερικὴ ἢ ἐξωτερικὴ, τότε βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ὡς δυνατὴν καὶ τὴν εἴσπραξιν 84,000,000. Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη, πόσα ἔσονται τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1889, ἅτινα ὁ Προϋπολογισμὸς ἀναβιβάζει εἰς 96,206,000. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ διὰ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι τὰ ἔξοδα ταῦτα ὑπελογίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει νομοθεσίας γνωστῆς, ἥτις οὐδεμίαν θὰ ὑποστῇ οὐσιώδη μεταβολήν, ἣν ἐφαρμόζει ἀπὸ ἐτῶν καὶ ἧς γνωρίζει ἀκριβῶς τὰς λεπτομερείας καὶ τὰς ἀνάγκας. Ἡ βεβαίωσις αὕτη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν ἀποκλείει ὁλοσχερῶς τὴν πιθανότητα χορηγήσεως ἀναπληρωτικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων, καὶ τῆς ὑπάρξεως ἀδιαθέτων πιστώσεων καὶ κατὰ τὸ 1889· παρέχει ὅμως τὴν ἐλπίδα, ὅτι αἱ τοιαῦται πιστώσεις ἔσονται ὀλιγώτεραι τῶν προηγουμένων ἐτῶν. Ὅσαι ὅμως καὶ ἂν ὦσιν αἱ πιστώσεις αὗται, ἔσονται βεβαίως πρὸς ἀλλήλας κατὰ τὴν αὐτήν, εἰς ἣν καὶ πρότερον ἀναλογίαν. Κατὰ τὰ παρελθόντα δὲ ἔτη εὑρίσκομεν τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις οὐ μόνον συμπληρουμένας ὑπὸ τῶν ἀναπληρωτικῶν καὶ τῶν ἐκτάκτων, ἀλλὰ συνήθως ὑπολειπομένας αὐτῶν. Τὸ ἀποτέλεσμα δὲ τῶν παρελθουσῶν χρήσεων, ὅπερ βλέπομεν ἐν τοῖς Ἀπολογισμοῖς αὐτῶν, εἶναι, ὅτι τὸ ἐν τοῖς ψηφιζομένοις Προϋπολογισμοῖς ἀναγραφόμενον ποσὸν διὰ τὰς δαπάνας ἑκάστης πληρόνεται ὁλόκληρον, δαπανᾶται δὲ συνάμα καὶ ποσὸν ἀνώτερον τούτου. Διὰ τὸ 1884 ὁ Προϋπολογισμὸς ἀνέγραφε δαπάνας 84,352,000. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους τούτου ἐψηφίσθησαν ἔκτακτοι καὶ ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις, ἔμειναν δὲ καὶ ἀδιάθετοι τοιαῦται, ἀποτέλεσμα δὲ αὐτῆς εἶναι, ὅτι ἐδαπανήθησαν 87,243,000, δηλαδὴ 2,891,000 πλέον τῶν προϋπολογισθεισῶν. Διὰ τὸ 1885 προϋπελογίσθησαν τακτικαὶ δαπάναι 85,497,000. Ἔμειναν καὶ τότε ἀδιάθετοι πιστώσεις, ἐψηφίσθησαν δὲ ἔκτακτοι καὶ ἀναπληρωτικαί. Ὁ Ἀπολογισμὸς δ’ αὐτοῦ ἀναγράφει τακτικὰς δαπάνας, ἀνεξαρτήτως τῶν γενομένων ἐκτάκτων διὰ τὴν ἐπιστρατείαν, δραχ. 86,060,000, ἤτοι 563,000 πλέον τῶν ἀναγραφεισῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Διὰ τὸ 1886 αἱ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὑπολογισθεῖσαι τακτικαὶ δαπάναι ἀνέρχονται εἰς δραχ. 89,074,000. Ὁ Ἀπολογισμὸς δ’ αὐτοῦ, ἀνεξαρτήτως τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων τῆς ἐπιστρατείας, ἀναγράφει δραχ. 91,371,000 ὡς τακτικὰς δαπάνας, ἤτοι 2,296,000 πλέον τῶν ὑπολογισθεισῶν ἐν τῷ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισθέντι Προϋπολογισμῷ. Διὰ τὸ 1887 προϋπελογίσθησαν δαπάναι ἐκ δραχ. 94,269,000. Ἐντὸς δὲ τῆς χρήσεως αὐτοῦ ἐξετελέσθησαν δαπάναι, ὁμολογούμεναι μὲν καὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀναγραφόμεναι εἰς τὰς μηνιαίας καταστάσεις τῶν ἐξόδων τοῦ Δημοσίου, δραχ. 82,512,000, ἀποκρυπτόμεναι δὲ τοιαῦται, καὶ μὴ ἀναγραφόμεναι ἐν ταῖς καταστάσεσι ταύταις, ἕτεραι δραχ. 12,042,000, ὧν τὰς λεπτομερείας ἀνεπτύξαμεν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Ἀπολογισμοῦ τοῦ 1887 καὶ αἵτινες προέρχονται ἐκ τῶν ἑξῆς κονδυλίων: Δραχμαὶ 7,180,000 ἐκ διαφορᾶς συναλλάγματος, ὑπολογισθείσης εἰς βάρος ἐν μέρει μὲν τῶν μετατραπέντων δανείων τῶν 4 καὶ 25 ἑκατομμυρίων, ἐν μέρει δὲ τοῦ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ τρεχουμένου λ)σμοῦ τοῦ Δημοσίου, πρὸς συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν 10,200,000, καὶ ἐκ τόκων τῶν μετατραπέντων δανείων, δουλευθέντων ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1887. Δραχ. 2,364,000 ἐκ τόκων τῶν προκαταβολῶν, καὶ τῶν εἰς χρυσὸν ἐντόκων γραμματίων, οἵτινες ἐδουλεύθησαν ἐντὸς τοῦ 1887, ἐπληρώθησαν δὲ ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, ἐξ οὗ ἐλήφθησαν δι’ αὐτοὺς φράγκα 1,891,000. Δραχ. 2,498,000 διὰ χιλιομετρικὰς ἐπιχορηγήσεις τῶν σιδηροδρόμων, αἵτινες, ὅσον καὶ ἂν χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἔκτακτοι δαπάναι, ἐπληρώθησαν οὐχ ἧττον ἐκ τῶν γενικῶν πόρων τοῦ Δημοσίου, διότι δὲν ὑπῆρχεν εἰδικὸς πρὸς πληρωμὴν αὐτῶν πόρος. Οὕτω δὲ ἡ χρῆσις τοῦ 1887 παρουσιάζει δαπάνην δραχ. 94,555,000, ἤτοι δραχ. 286,000 πλέον τῶν προϋπολογισθεισῶν, καὶ τοῦτο χωρὶς νὰ ὑπολογίσωμεν μήτε τὰ ἐντὸς αὐτῆς πληρωθέντα διὰ στρατιωτικὰ κτίρια, μήτε τὰ ὀφειλόμενα μὲν, μὴ πληρωθέντα δὲ ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων. Δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν ἀκόμη τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1888. Κρίνοντες ὅμως ἐκ τῆς μέχρι τέλους Νοεμβρίου πορείας αὐτῆς, δυνάμεθα μετὰ πάσης πιθανότητος νὰ ὑπολογίσωμεν, ὅτι τὰ πραγματικὰ αὐτῆς ἔξοδα ἔσονται ἀνώτερα μᾶλλον, ἢ κατώτερα τῶν ἀναγραφέντων ἐν τῷ ψηφισθέντι Προϋπολογισμῷ. Ἐκ τῶν διδαγμάτων τῶν 6 τούτων ἀμέσως προηγουμένων χρήσεων τῆς τοῦ 1889 ὁδηγούμενοι, δυνάμεθα μετὰ πεποιθήσεως νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι τὰ εἰς 92,200,000 δρ. ὑπολογιζόμενα ἐν τῷ Προϋπογισμῷ ἔξοδα διὰ τὸ ἔτος τοῦτο, θέλουσι πραγματοποιηθῆ ἐντὸς τῆς χρήσεως αὐτοῦ. Θὰ ψηφισθῶσι καὶ κατ’ αὐτὴν ἔκτακτοι καὶ ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις, θὰ μείνωσι δὲ καὶ ἀδιάθετοι τοιαῦται, ἀλλ’ ὅπως καὶ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, αἱ πρῶται θὰ συμπληρώσωσιν, ἢ θὰ ὑπερβῶσι τὰς τελευταίας, τὸ δὲ ἀποτέλεσμα ἔσεται ἡ πληρωμὴ ὅλου τοῦ διὰ τὰ ἔξοδα ἀναγραφομένου ποσοῦ. Ἐκτὸς ὅμως τοῦ συνήθους τούτου ἀποτελέσματος, ἔχομεν διὰ τὸ 1889 δαπάνας τινὰς, ἃς ἀπὸ τοῦδε γνωρίζομεν, καὶ αἵτινες δὲν δύνανται νὰ συμπεριληφθῶσι μεταξὺ τῶν συνήθων ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωτικῶν δαπανῶν. Τοιαῦται δ’ εἰσὶν αἱ ἐκ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, αἱ ἐκ τῶν ποσοστῶν τῶν ἀποδιδομένων εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας καὶ εἰς τοὺς δήμους, καὶ αἱ τῶν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ψηφισθεισῶν ἐκτάκτων πιστώσεων. Ἐκ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων ὁ Προϋπολογισμὸς ὑπολογίζει ἔσοδον 4,110,000 δραχμῶν, οὐδεμίαν δ’ ἀναγράφει δι’ αὐτὰς δαπάνην. Γνωρίζομεν δὲ ἐκ τοῦ Ἀπολογισμοῦ τοῦ 1886, καὶ ἐκ τῶν κατατεθέντων εἰς τὴν Βουλὴν πινάκων, ὅτι ἐκ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων τὸ Δημόσιον ὀφείλει πλέον τῶν 2,000,000 δραχμῶν. Ἐὰν ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις ἐννοῇ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου καὶ πρὸς τοὺς ἔχοντας λαμβάνειν ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων, ὅπως ἐννοεῖ νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ τὰς ἄλλας αὑτοῦ ὑποχρεώσεις, βεβαίως δὲν δύναται ν’ ἀποφύγῃ τὴν εἰς αὐτοὺς πληρωμὴν ἐντὸς τοῦ 1889 ποσοῦ ἀνωτέρου τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Διὰ τὰ ποσοστὰ, τὰ εἰσπραττόμενα εἰς λ)σμὸν τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ τῶν δήμων, ὁ Προϋπολογισμὸς ὑπολογίζει ἔσοδον 6,450,000 δραχμῶν, ἤτοι 5,718,000 διὰ τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, καὶ 732,000 διὰ τοὺς δήμους. Μεταξὺ δὲ τῶν ἐξόδων ἀναγράφει ὡς ἀπόδοσιν, εἰς μὲν τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας δραχ. 4,000,000, εἰς δὲ τοὺς δήμους 500,000, ἤτοι 1,950,000 δραχμῶν ὀλιγώτερον τοῦ διὰ λογαριασμὸν αὐτῶν ὑπολογιζομένου εἰσπρακτέου ποσοῦ. Πιστεύω, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν θέλει εἰσπραχθῆ ὁλόκληρον, διότι ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων καὶ ἐκ τῶν τελωνιακῶν τελῶν, ἐξ ὧν κυρίως πηγάζουσι τὰ εἰς τὴν ὁδοποιΐαν καὶ τοὺς δήμους ἀνήκοντα ποσοστὰ, δὲν θέλουσι βεβαιωθῆ τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενα ποσὰ, ἐκ τῶν βεβαιωθησομένων δὲ θὰ μείνωσι καθυστερούμενα καὶ δι’ αὐτοὺς, ὅπως καὶ διὰ τὸ Δημόσιον. Ἐπὶ τῇ βάσει ὅμως τοῦ ποσοῦ τῶν δραχμῶν 84,000,000, ἅτινα ἐθεωρήσαμεν ὡς δυνατὴν εἴσπραξιν διὰ τὸ 1889, τὰ εἰς τοὺς δήμους καὶ τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἀνήκοντα ποσοστὰ ἀνέρχονται εἰς ἕξ ἑκατομμύρια περίπου. Τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο θὰ ἀποδώσῃ τὸ Δημόσιον, ἀντὶ τῶν 4,500,000 δραχμῶν, ἃς ἀναγράφει ὁ Προϋπολογισμός· ὀφείλομεν ἑπομένως νὰ αὐξήσωμεν τὸ δι’ ἀπόδοσιν εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας καὶ τοὺς δήμους ὑπολογιζόμενον ποσὸν κατὰ 1,500,000 δρ. περίπου. Τὴν τοιαύτην δ’ αὔξησιν ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν, καὶ ἂν ἡ ἀπόδοσις αὐτοῦ γίνῃ καὶ ἐντὸς τοῦ 1889 κατὰ διαχείρισιν καὶ οὐχὶ κατὰ χρῆσιν, διότι καὶ αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1888, αἵτινες θὰ συμπέσωσι μὲ τὰς τοῦ 1889, ὑπολογίζονται ἴσαι σχεδὸν μὲ τὰς τοῦ ἔτους τούτου. Αἱ ἔκτακτοι πιστώσεις, ἃς ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, μετὰ μακρὰν συζήτησιν, ἀνήκουσιν αἱ μὲν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, αἱ δὲ εἰς τὸ τῶν Ἐσωτερικῶν. Μεταξὺ τῶν πρώτων ὑπάρχει μία, ἥτις δὲν πρόκειται νὰ βαρύνῃ τὰ γενικὰ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι θέλει πληρωθῆ ἐξ ὑφισταμένου εἰδικοῦ πόρου, αὕτη δὲ εἶναι ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸ τίμημα τῶν κατασκευαζομένων θωρηκτῶν ὅπερ πληρώνεται ἐκ τοῦ δι’ αὐτὰ προσδιορισθέντος μέρος τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων. Ὑπάρχουσιν ὅμως δύο ἕτεραι πιστώσεις, μὴ περιλαμβανόμεναι ἐντὸς τῶν διὰ τοῦ εἰδικοῦ τούτου πόρου ἐκτελουμένων πληρωμῶν, καὶ αἵτινες ἐξ ἀνάγκης θὰ πληρωθῶσιν ἐκ τῶν γενικῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου αἱ πιστώσεις δ’ αὗται, ἀνερχόμεναι εἰς δραχμὰς 500,000, βαρύνουσι τὰ γενικὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως 1889. Ἐκ δὲ τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, αἵτινες ἀνέρχονται εἰς 680,000, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν ἐκ 250,000 δρ. ἀποζημίωσιν διὰ τὰς καταληφθείσας γαίας παρὰ τοῦ σιδηροδρόμου Μεσολογγίου–Ἀγρινίου δύναται νὰ μὴ συμπεριληφθῇ εἰς τὰ γενικὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ συμπεριλάβῃ τὸ δι’ αὐτὴν ἀναγκαῖον ποσὸν ἐντὸς τοῦ δανείου τῆς κατασκευῆς καὶ συμπληρώσεως τῆς σιδηροδρομικῆς ταύτης γραμμῆς. Αἱ ἕτεραι ὅμως, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν συμμετοχὴν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν ἐν Παρισίοις παγκόσμιον Ἔκθεσιν, τὴν κατασκευασθεῖσαν γέφυραν ἐπὶ τῆς διώρυγος τοῦ Ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου καὶ τὰς ἐν γένει σιδηροδρομικὰς καὶ ὑδραυλικὰς μελέτας, θέλουσι πληρωθῆ ἐκ τῶν γενικῶν πόρων τοῦ Δημοσίου, καὶ πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰς τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889 ἀναγραφόμενα ἔξοδα. Ἐκ τῶν τριῶν τούτων κονδυλίων, τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, τῶν εἰς τοὺς δήμους καὶ τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἀνηκόντων ποσοστῶν καὶ τῶν ψηφισθεισῶν ἐκτάκτων πιστώσεων, ἐπέρχεται ἀνεγνωρισμένη αὔξησις εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ 1889 ἐκ δραχμῶν 3,400,000 περίπου, ἀναβιβάζονται δὲ ταῦτα εἰς δρ. 99,600,600. Ὀφείλομεν ὅμως ν’ ἀφαιρέσωμεν ἐξ αὐτῶν 2,100,000 δραχμῶν περίπου διὰ τὰ καταργηθησόμενα χρεωλύσια τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825 καὶ τῶν 60,000,000, ἅτινα, ὡς ἀνήγγειλεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, πρόκειται νὰ μετατραπῶσιν ἐντὸς ὀλίγου. Ἡ ἐλάττωσις αὕτη θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὰς πληρωμὰς τοῦ 1889, ἔσται ὅμως οὐχὶ ἐλάττωσις δαπάνης, ἀλλ’ ἁπλῆ ἀναβολὴ πληρωμῆς, διότι τὰ χρεωλύσια δὲν εἶναι δαπάνη, ἀλλὰ μερικὴ καὶ ἐπωφελὴς ἐξόφλησις χρέους, οὕτω δὲ τὰ πραγματικὰ ἔξοδα τοῦ 1889 περιορίζονται εἰς 97,500,000 δραχμῶν. Ἂν ἐξ αὐτῶν ἀφαιρέσωμεν τὸ ποσὸν, ὅπερ ἐθεωρήσαμεν, ὅτι δύναται νὰ εἰσπραχθῇ ἐντὸς τοῦ 1889, δηλ. τὰ 84,000,000, εὑρίσκομεν ἔλλειμμα πιθανὸν τοῦ ἔτους τούτου ἐκ δραχ. 13,500,000. Τὸ ἔλλειμμα δ’ αὐτὸ θὰ ἔχωμεν κατὰ τὸ 1889, μετὰ τὴν κατάργησιν χρεωλυσίων, ἀνερχομένων εἰς 4,500,000 περίπου, καὶ τὴν ἀπάλειψιν τῆς ἐπωφελοῦς πληρωμῆς τοῦ ποσοῦ τούτου ἐκ τῶν δαπανῶν τοῦ Δημοσίου. Τὰ 4½ δὲ ταῦτα ἑκατομμύρια, ἅτινα ἀπηλείφθησαν ἄνευ ἐλαττώσεως τῶν δαπανῶν τούτων, συγκεφαλαιούμενα ἐπὶ τῇ βάσει τόκου 6% κατ’ ἔτος, ἀντιπροσωπεύουσι κεφάλαιον 75,000,000 δραχμῶν, ὅπερ ἐδαπανήθη ἐντὸς τῶν τελευταίων τριῶν ἐτῶν εἰς τὰς τακτικὰς καὶ ἐκτάκτους ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου ἐπὶ πλέον τῶν τακτικῶν αὐτοῦ ἐσόδων. Πρὸ τεσσάρων καὶ πέντε ἐτῶν αἱ ἐτήσιοι χρήσεις τοῦ Δημοσίου ἀπέληγον εἰς ἐλλείμματα 20 καὶ 25 ἑκατομμυρίων. Σήμερον, μετὰ τὴν ἐπιβολὴν τῶν ἐπαχθῶν καὶ βαρυτάτων φόρων, καὶ μετὰ τὴν κατάργησιν σπουδαίου ποσοῦ χρεωλυσίων, αὗται λήγουσιν εἰς ἔλλειμμα 14,000,000 περίπου. Τοιοῦτον εἶναι τὸ ταμιευτικὸν ἀποτέλεσμα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπερ μᾶς δεικνύουσιν οἱ ἀριθμοί. Οὗτοι δὲ δὲν εἶναι ἁπλῆ γνώμη καὶ θεωρία, ἀλλ’ ἀλήθεια, ἐπὶ τῶν πραγμάτων στηριζομένη. Ὁποῖα δέ εἰσι τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα τοῦ συστήματος τούτου; Ἡ καταπόνησις καὶ ἐξάντλησις τοῦ τόπου ἀφ’ ἑνός, καὶ ἡ σχετικὴ ἐπαύξησις τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου ἀφ’ ἑτέρου. Καὶ περὶ μὲν τῆς καταπονήσεως τοῦ τόπου ὀλίγα ἔχω νὰ εἴπω, διότι καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν συζήτησιν καὶ εἰς ἄλλας προηγουμένας συζητήσεις ἀρκετὰ ἐλέχθησαν περὶ αὐτῆς, πάντες δέ, ὅσοι μελετῶσι τὴν κατάστασιν τῶν φορολογουμένων τάξεων, καὶ ἀμέσως ἢ ἐμμέσως πληροφοροῦνται τὰ κατ’ αὐτὰς, μορφόνουσι τὴν πεποίθησιν, ὅτι αἱ τάξεις αὗται, μακρὰν τοῦ νὰ εὐδαιμονῶσιν, εὑρίσκονται εἰς χείρονα κατάστασιν σήμερον ἢ πρὸ τριῶν καὶ τεσσάρων ἐτῶν. Καὶ ἡ ἀπόδοσις δὲ διαφόρων φόρων μαρτυρεῖ τὴν ἀλήθειαν τῆς τοιαύτης περὶ τῆς καταστάσεως τῶν φορολογουμένων τάξεων ἀντιλήψεως ἡμῶν· οἱ φόροι, οἵτινες, ἔχοντες προαιρετικὸν χαρακτῆρα, ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς καταστάσεως τοῦ λαοῦ καὶ τῆς πρὸς κατανάλωσιν δυνάμεως καὶ θελήσεως αὐτοῦ, παρουσιάζουσιν ἀπὸ πέρυσιν ἐλάττωσιν ἀποδόσεως. Τοιοῦτοι δὲ φόροι παρ’ ἡμῖν εἰσι κυρίως τὰ τελωνεῖα, τὰ μονοπωλεῖα καὶ τὸ χαρτόσημον. Καὶ οἱ μὲν δύο πρῶτοι, οἵτινες ὁμαλῶς λειτουργοῦσιν, ἀπὸ διετίας παριστῶσιν ἐλάττωσιν ἐσόδων, τοῦ χαρτοσήμου δὲ τὰ ἀποτελέσματα δὲν δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ἀκόμη, διότι ἀπὸ 4–5 μηνῶν μετεβλήθησαν ῥιζικῶς αἱ βάσεις τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ. Τὸ ζήτημα δὲ τῆς αὐξήσεως τῶν ὑπαχρεώσεων ἐν γένει τοῦ Δημοσίου, καὶ ἰδίᾳ τῶν πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν, ἀνέπτυξα κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συνομολογήσεως καὶ τροπῆς δανίων, ἀπεδείχθη δὲ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, ὅτι καὶ μετὰ τὴν ἀπάλειψιν ἀπὸ τῶν ἐξόδων τοῦ Δημοσίου δραχ. 2,500,000 ἐκ τῶν μέχρι τότε καταργηθέντων χρεωλυσίων, τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους παρουσιάζει ἀντὶ ἐλαττώσεως ἀδιάκοπον αὔξησιν τῶν ἐν αὐτῷ ἀναγραφομένων ἐτησίων δαπανῶν, διὰ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου. Κατὰ τὸ 1884 τὸ κεφάλαιον τοῦτο ἀνέρχεται εἰς 23,800,000 δραχ. Κατὰ δὲ τὸ 1887 συμπεριέλαβε τοὺς τόκους τῶν προκαταβολῶν τῶν εἰς χρυσὸν ἐντόκων γραμματίων καὶ τῶν λοιπῶν ἐκ τῆς ἐπιστρατείας προκυψασῶν ὑποχρεώσεων καὶ ἀνῆλθεν εἰς 38,000,000 δραχμῶν. Ἔκτοτε ἐπραγματοποιήθησαν οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, οἵτινες ἐσκόπουν τὴν ἐλάττωσιν τοῦ δημοσίου χρέους. Καὶ ἠλάττωσαν μὲν οὗτοι τὰ χρεωλύσια, ὡς εἶπον, κατὰ 2,500,000 δραχμὰς, τὸ κεφάλαιον ὅμως τοῦ δημοσίου χρέους ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889 ἀνέρχεται εἰς 38,750,000 δραχμὰς, ὑπερβαίνει δηλ. κατὰ 750,000 δραχμὰς τὸ κατὰ 1887 ἐν αὐτῷ ἀναγραφὲν ποσὸν, ἂν δὲ προσθέσωμεν καὶ τὸ καταργηθὲν ποσὸν τῶν χρεωλυσίων, τὸ κεφάλαιον τοῦτο θέλει ἀνέλθει εἰς 41,250,000 δραχμῶν καὶ ὑπερβῇ τὸ 1887 κατὰ δρ. 3,250,000. Τὰ εἰς μεταλλικὸν δὲ ὀφειλόμενα παρὰ τοῦ Δημοσίου, ἅτινα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀποτελοῦσιν ὑποχρεώσεις αὐτοῦ πρὸ τὸ ἐξωτερικόν, ἀνήρχοντο κατὰ μὲν τὸ 1884 εἰς δραχμὰς 16,500,000, κατὰ δὲ τὸ 1887 εἰς δραχμὰς 22,800,000, καὶ κατὰ τὸ 1889 εἰς δραχμὰς 25,500,000. Θὰ ἔχομεν, ὡς εἶπον ἤδη, ἐντὸς τοῦ 1889 ἐλάττωσιν τῶν ὑποχρεώσεών μας τούτων κατὰ 1,700,000 φράγκων, ἤτοι δραχ. 2,100,000 περίπου, ἐκ τῆς προετοιμαζομένης τροπῆς δύο δανείων. Θὰ ἔχωμεν ὅμως ἀμέσως μετὰ τὸ 1889 αὔξησιν ὁμοίου ποσοῦ ἐκ τῶν συνομολογηθέντων δανείων διὰ τοὺς σιδηροδρόμους Μύλων–Καλαμῶν καὶ Ἀγρινίου–Μεσολογγίου, ὧν οἱ τόκοι δὲν ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889, διότι ἐπιπροσετέθησαν εἰς τὰ δάνεια καὶ πληρόνονται ἐκ τοῦ προϊόντος αὐτῶν, θ’ ἀρχίσωσιν ὅμως ν’ ἀναγράφωνται ἀπὸ τοῦ 1890 καὶ 1891. Οἱ συνδυασμοὶ τῆς Κυβερνήσεως, οὐ μόνον παγιοῦσι, διὰ τῆς καταργήσεως τῶν χρεωλυσίων, τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου ἐν γένει καὶ ἰδίᾳ τὰς πρὸς τὸ ἐξωτερικόν, ἀλλὰ καὶ αὐξάνουσιν αὐτάς. Οἱ συνδυασμοὶ ὅμως οὗτοι καὶ ἡ ἐφαρμοζομένη δανειστικὴ πολιτικὴ δὲν ἀφορῶσι μόνον εἰς ταμιευτικὰ ἀποτελέσματα, ἀλλ’ ἐπιδιώκουσι καὶ οἰκονομικοὺς σκοποὺς διὰ τῆς κατασκευῆς δημοσίων ἔργων καὶ τῆς δι’ αὐτῶν ἀναπτύξεως τοῦ τόπου. Ἐπὶ τῆς ἐπιτεύξεως δὲ τοῦ σκοποῦ τούτου ἡ Κυβέρνησις στηρίζει τὴν ἐπανόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Διὰ τῶν δημοσίων ἔργων ἐλπίζει ν’ ἀναπτύξῃ τοὺς πόρους τῆς χώρας καὶ φέρῃ ἐν αὐτῇ ἀρκοῦσαν οἰκονομικὴν εὐεξίαν, καὶ πλοῦτον, δυνάμενον νὰ παρέξῃ εἰς τὸ Δημόσιον τὰ μέσα, τὰ ἀναγκαῖα πρὸς ἄνετον ἐκπλήρωσιν τῶν σήμερον ἐπαυξανομένων ὑποχρεώσεων αὐτοῦ. Τὸ ζήτημα τοῦτο ὀφείλομεν νὰ τὸ ἐξετάσωμεν βαθύτερον καὶ οὐσιαστικώτερον. Οὐδεὶς ἀντίκειται κατ’ ἀρχὴν εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν δημοσίων ἔργων. Πάντες δέ, δύναμαι νὰ εἴπω, παραδεχόμεθα, ὅτι τὰ μεγάλα ἔργα δὲν δύνανται νὰ γίνωσιν, εἰμὴ διὰ δανείων. Ἂν συνεζητήσαμεν ἐπὶ τῶν εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων περὶ δημοσίων ἔργων, ἐπράξαμεν τοῦτο, ἀμφισβητοῦντες, οὐχὶ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν, ἀλλὰ τὸν τρόπον, τὴν μέθοδον καὶ τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς ἐπεδιώκετο αὕτη, ὁσάκις εὕρωμεν αὐτοὺς ἐπιβάλλοντας εἰς τὸν τόπον βάρη ἐπιπρόσθετα καὶ ἀνώτερα ἐκείνων, ἅτινα ἤθελεν ἀπαιτήσει ἐπιμελέστερος καὶ προσεκτικώτερος τρόπος ἐκτελέσεως. Ἀπεδείξαμεν δὲ τοῦτο, ἐξετάσαντες τὰ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἥτις, καθ’ ἣν ἐποχὴν τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον δανείζεται πρὸς 6%, ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸ τὴν πληρωμὴν τόκου πρὸς 8 καὶ ⅓% ἐπὶ τοῦ πράγματι δι’ αὐτὴν δαπανηθησομένου κεφαλαίου. Οὐδεὶς ἠμφισβήτησε τὴν σημασίαν τῶν σιδηροδρόμων, οἵτινες διὰ τῆς μεγίστης εὐκολίας, ἣν παρέχουσιν εἰς τὴν μεταφορὰν τῶν τε προσώπων καὶ τῶν πραγμάτων, συντελοῦσιν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς καταναλώσεως καὶ τῆς παραγωγῆς· οὐδεὶς ἔθεσεν εἰς ἀμφιβολίαν τὴν χρησιμότητα τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, ἅτινα πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἅτινα θὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ φύσει ἐν αὐτῇ ὑπάρχοντος γεωργικοῦ πλούτου, ὅστις παρεβλάπτετο, ὁτὲ μὲν ἐκ τῶν πλημμυρῶν, ὁτὲ δὲ ἐκ τῆς ἀνυδρίας. Δὲν δυνάμεθα ὅμως νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι τὰ ἔργα ταῦτα θὰ φέρωσι τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα πρέπει νὰ προσδοκῶμεν ἐξ αὐτῶν, τῶν τόσα βάρη καὶ θυσίας ἐπιβαλλόντων εἰς τὸν τόπον, ἐὰν δὲν δοθῇ συγχρόνως πᾶσα ἡ ἀναγκαία ἐνθάῤῥυνσις καὶ ὑποστήριξις εἰς τὴν παραγωγὴν ἐν ὅλαις ταῖς λεπτομερείαις τῆς ἀνελίξεως αὐτῆς. Στεροῦντες τὴν μικρὰν μὲν, ἀλλὰ θετικῶς ὑφισταμένην ἐν τῷ τόπῳ παραγωγήν, τῆς ἀναγκαίας ὑποστηρίξεως καὶ ἐνθαῤῥύνσεως, κινδυνεύομεν νὰ ἴδωμεν, τὰ μὲν κατασκευαζόμενα ἔργα στεῖρα ἐν τοῖς ἀποτελέσμασιν αὐτῶν, τὴν δὲ χρῆσιν καὶ λειτουργίαν αὐτῶν προβληματικήν. Διὰ τίνων δὲ μέσων δύναται νὰ δοθῇ ἡ τοιαύτη ἐνθάῤῥυνσις καὶ ὑποστήριξις εἰς τὴν θετικὴν τῆς χώρας παραγωγὴν καὶ εἰς τὴν ἐνεργητικότητα τοῦ Ἔθνους; Διὰ τῆς καλῆς καὶ σκοπίμου λειτουργίας ὅλων ἐν γένει τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους, ἰδίᾳ δὲ τῆς διοικήσεως, τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως. Ἡ ἐσωτερικὴ καὶ ἐξωτερικὴ ἀσφάλεια, ἡ ἀμερόληπτος ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης, ἡ θετικὴ καὶ πρακτικὴ δημοσία ἐκπαίδευσις, ἡ δικαία φορολογία καὶ ἡ λογικὴ ἐφαρμογὴ αὐτῆς, ὁ σεβασμὸς τῶν νόμων καὶ ἡ μέριμνα περὶ τῶν γενικῶν συμφερόντων ἐν τῇ ἐν γένει διοικήσει, εἰσὶ τὰ μέσα, ἅτινα δύνανται νὰ παρέξωσιν εἰς τὸν ἐργαζόμενον λαὸν τὸ θάῤῥος καὶ τὴν ὑποστήριξιν, τὴν ἀπαιτουμένην, ὅπως ἀναπτύξῃ τὴν ἐνεργητικότητά του, ἥτις, συνδυαζομένη μὲ τὰ ἐκτελούμενα δημόσια ἔργα, θὰ δυνηθῇ νὰ φέρῃ τὴν ὑλικὴν καὶ ἠθικὴν τοῦ τόπου προαγωγήν. Ὁποία δὲ εἶναι ἡ κατάστασις τῶν διαφόρων κλάδων τῆς διοικήσεως, οἵτινες πρόκειται νὰ δώσωσι τὴν τοιαύτην ὑποστήριξιν εἰς τὴν ἐνεργητικότητα τοῦ Ἔθνους, γνωρίζομεν πάντες. Νομίζω δὲ περιττὸν, νὰ ἐκθέσω γεγονότα καὶ λεπτομερείας, γνωστὰς ἡμῖν, καὶ ὧν πολλαὶ ἀνεπτύχθησαν καὶ ἐντεῦθεν. Τὸ μέγα κακὸν, ὅπερ πιέζει τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους καὶ ἐξ οὗ ἀποῤῥέουσι τὰ πλεῖστα αὐτῶν ἐλαττώματα, εἶναι τὸ πνεῦμα τῆς συγκεντρώσεως καὶ τοῦ φατριασμοῦ, ὅπερ δεσπόζει ἐν τῇ λειτουργίᾳ αὐτῶν. Τὸ σήμερον διέπον τὴν χώραν κόμμα, κύπτει εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι πᾶσα γνῶσις καὶ σοφία συνεκεντρώθη ἐν τῷ ἀρχηγῷ αὐτοῦ καὶ ἐν τοῖς περὶ αὐτὸν ὀλίγοις προσώποις. Ἡ τοιαύτη δὲ πεποίθησις καὶ ἡ ἄκρατος ἐπιθυμία τῆς κατοχῆς τῆς ἐξουσίας, εὑροῦσα ὡς ὑποστήριγμα τὴν τετριμμένην καὶ ἀνελεύθερον ἀρχὴν τῆς διαιωνίσεως τῶν αὐτῶν προσώπων ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἔφερεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐπίτασιν τῶν συγκεντρωτικῶν καὶ φατριαστικῶν ἰδεῶν. Ἡ Κυβέρνησις δὲ καὶ τὸ κόμμα, τὸ ὑποστηρίζον αὐτὴν, πρεσβεύουσιν, ὅτι πάντα πρέπει ν’ ἀποῤῥέωσιν ἀπὸ τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, καὶ πάντα νὰ ἐνεργῶνται ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτῆς. Αἱ λογικώτεραι καὶ ὠφελιμώτεραι γνῶμαι καὶ ἐνέργειαι, αἱ μὴ ἐκπληροῦσαι τοὺς δύο ὅρους τοῦ φατριασμοῦ καὶ τῆς συγκεντρώσεως, ἀποκρούονται πάντοτε, ἀντικαθιστάμεναι ὑπὸ ἰδεῶν καὶ ἐνεργειῶν, παραλόγων ἐνίοτε καὶ ἐπιβλαβῶν, ἀλλ’ ἐκπληρούντων τοὺς ὅρους τούτους. Διὰ τοῦτο βλέπομεν τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν ἑκάστοτε ἀναστατουμένην, ὁτὲ μὲν ὑπὸ τὸ πρόσχημα οἰκονομιῶν, ὁτὲ δὲ μὲ τὴν πρόφασιν βελτιώσεων, πάντοτε ὅμως πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς περιστολῆς παντὸς ἀποκεντρωτικοῦ θεσμοῦ, ἐπιτρέποντος τὴν ὕπαρξιν καὶ ἀνάπτυξιν κέντρων διοικητικῶν ἢ ἐθνικῶν, λειτουργούντων ἐν ἁρμονίᾳ καὶ παραλλήλως μὲ τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν, ἀνεξαρτήτως ὅμως αὐτῆς. Διὰ τοῦτο εἴδομεν, πέρυσι μὲν, ψηφισθέντα τὸν νόμον περὶ Ὑποταμείων, ὅστις εἶναι διαρκὴς ἀπειλὴ κατὰ τῶν δήμων, ἀφ’ ὧν ἡ κεντρικὴ ἐξουσία δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν αὐτῶν, καὶ τὸν τοῦ Ταμείου τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως ὅπερ ἀφῄρεσε πᾶσαν συμμετοχὴν καὶ ἐνδιαφέρον τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν ὑπὲρ τῆς ἀναπτύξεως καὶ βελτιώσεως αὐτῆς, ἐφέτος δὲ ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια, δι’ ὧν συγκεντροῦται εἰς χεῖρας τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας τὸ κυριώτερον μέρος τῶν προσόδων τῶν δήμων, καθιεροῦται ἡ ἀρχὴ τῆς ἀφαιρέσεως ἀπὸ τῶν δήμων καὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν φιλανθρωπικῶν αὐτῶν καταστημάτων, καὶ νομοθετεῖται ἡ ἀντικατάστασις τῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν διὰ διοικητικῶν. Ὡς ἀντιστάθμισιν δὲ τῆς τοιαύτης συγκεντρώσεως ἔχομεν μόνον τὴν βεβαίωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἐν τῇ ἐπιστήμῃ θὰ ἀκολουθήσῃ ἀποκεντρωτικὴν πορείαν, καὶ ὅτι δὲν κινδυνεύομεν νὰ ἴδωμεν ὑποβαλλόμενον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, ἀπαγορεῦον εἰς τοὺς καλλιεργοῦντας τὰς ἐπιστήμας νὰ ἔχωσι περὶ τῶν διαφόρων αὐτῶν κλάδων ἰδέας καὶ γνώμας ἄλλας, ἢ τὰς ὑπὸ τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας ἐπιτρεπομένας. Τὸ συγκεντρωτικὸν καὶ φατριαστικὸν πνεῦμα εὑρίσκομεν τρανώτερον καὶ ἀνεπιφυλάκτως ἐφαρμοζόμενον ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν νόμων. Καὶ ἐν τῇ δικαιοσύνῃ καὶ ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει καὶ ἐν ὅλοις τοῖς κλάδοις τῆς διοικήσεως τὰ ὄργανα τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας κανόνα τῆς πορείας αὐτῶν ἔχουσι τὴν ἀπόκρουσιν πάσης ἰδέας καὶ πάσης ἐνεργείας, μὴ ἀποῤῥεούσης ἐκ τοῦ κόμματος καὶ μὴ σκοπούσης τὴν ὑποστήριξιν τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, ἡ ἐφαρμογὴ δὲ τῶν νόμων κατήντησε δι’ αὐτὰ ἁπλῆ τοπικὴ ὑποχρέωσις. Ὅπου καὶ ἂν στρέψητε τὸ βλέμμα, θέλετε εὕρει τὴν κοινωνίαν διῃρημένην εἰς δύο στρατόπεδα, ὧν τὸ ἀνῆκον εἰς τὸ διέπον κόμμα ζητεῖ, ὑποστηριζόμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐκμεταλλευθῇ καὶ ἀποῤῥοφήσῃ πᾶν, ὅ,τι ἐν τῷ τόπῳ παρέχει ὑλικὴν ἢ ἠθικὴν ὠφέλειαν. Οὐ μόνον δὲ μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τῶν διευθυνόντων ἐθνικὰ ἱδρύματα, ἅτινα ἔπρεπε νὰ μένωσιν ἐκτὸς τῆς πολιτικῆς καὶ τοῦ κομματισμοῦ, σπανίως θὰ εὕρητέ τινα, μὴ ἀνήκοντα εἰς τὸ διέπον κόμμα, καὶ τοῦτο ἐν τοῖς ἱδρύμασιν ἐκείνοις, ἅτινα κατώρθωσαν νὰ διατηρήσωσιν ἀνεξαρτησίαν τινὰ ἀπέναντι τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας. Τελευταῖον δὲ εἴδομεν καὶ ἀσήμαντον μὲν, ἀλλὰ περίεργον φαινόμενον· ὅταν ἐν τῷ κόμματι δὲν εὑρίσκηται κατάλληλον πρόσωπον διά τινα ὑπηρεσίαν, ἀντὶ ἐντοπίων, μὴ ἀνηκόντων εἰς τὸ κόμμα, προτιμῶνται ξένοι, ἐνίοτε δὲ οὐχὶ ξένοι, μένοντες ἐν τῷ τόπῳ καὶ γνωρίζοντες αὐτὸν, ἀλλ’ ἁπλῶς παρεπιδημοῦντες δι’ ὀλίγας ἡμέρας.
§40ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν μᾶς ὀνομάζετε τοὺς ξένους;
§41ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐρωτήσατε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων.
§42ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐξηγηθῆτε παρακαλῶ, διότι δὲν ἐννοῶ.
§43ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἴς τινας Ἐπιτροπὰς, ἃς τὸ Συμβούλιον, τὸ διευθύνον τὰ Ὀλύμπια, ἐσχημάτισε, διωρίσθησαν πρόσωπα, ἁπλῶς διερχόμενα τῶν Ἀθηνῶν.
§44ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο εἶναι ἀληθέστατον. Προκειμένου περὶ κρίσεως ἔργων ζωγραφικῆς, ἐπειδὴ συνέβη νὰ ὑπάρχῃ ἐνταῦθα ζωγράφος διακεκριμένος, Γερμανὸς ἢ Ἄγγλος, ἐθεωρήσαμεν ὀρθὸν, νὰ προσληφθῇ ὡς κριτὴς, ἀφοῦ μάλιστα οἱ ἡμέτεροι καλλιτέχναι ἦσαν καὶ ἐκθέται. Ἂν τοῦτο θεωρῆτε ἄξιον κατακρίσεως, σᾶς συγχαίρω.
§45ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς συγχαίρω, λυποῦμαι δὲ διότι πνεῦμα στενοῦ φατριασμοῦ διέπει ὑμᾶς εἰς πᾶν ζήτημα, μέγα ἢ μικρόν. Διὰ νὰ μᾶς πείσητε, ὅτι οὐχὶ ἐκ τοιούτου πνεύματος, ἀλλ’ ἐξ ἐνδιαφέροντος ὑπὲρ τῆς καλλιτεχνίας προέβητε εἰς τοιούτους διορισμοὺς, εἴπετέ μας, τίνες μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ διευθύνοντος τὰ Ὀλύμπια Συμβουλίου, ἢ τῶν παρ’ αὐτοῦ σχηματισθεισῶν Ἐπιτροπῶν, εἰσὶν οἱ μὴ ἀνήκοντες ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ κόμμα ὑμῶν;
§46ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἂν θέλητε νὰ προβῶμεν εἰς τοιαύτας ἐξελέγξεις, θὰ ἴδητε, ὅτι πλανᾶσθε πολύ. Εἶναι λυπηρὸν, ὑμεῖς νὰ λέγητε τοιαῦτα.
§47ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως ἤθελεν εἶσθαι καλὸν, νὰ μὴ λέγωνται ταῦτα, μήτε παρ’ ἐμοῦ, μήτε παρ’ οὐδενὸς ἄλλου. Ἀλλὰ, διὰ νὰ μὴ λέγωνται, πρέπει καὶ νὰ μὴ πράττωνται. Εἰς ὅλα τὰ σωματεῖα, καὶ τὰ ἐθνικὰ ἱδρύματα, ἐφ’ ὧν ἡ κεντρικὴ ἐξουσία ἐξασκεῖ ἐπιῤῥοήν τινα, δεσπόζει δυστυχῶς τὸ πνεῦμα τοῦ κομματισμοῦ καὶ τῆς συγκεντρώσεως, λέγω τοῦτο μετὰ λύπης, διότι ἀνεξαρτήτως τῆς βλάβης, ἥτις προσγίνεται εἰς τὰ γενικώτερα συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἡ ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα λειτουργία τῆς διοικήσεως παραβλάπτει καὶ τὰ ὑλικὰ τοῦ τόπου συμφέροντα. Ἀποῤῥοφώμεναι αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι ὑπὸ τοῦ φατριασμοῦ καὶ τῆς συγκεντρώσεως, δὲν δύνανται νὰ παρέξωσιν εἰς πάντα ἐργαζόμενον καὶ παράγοντα, ἀνεξαρτήτως τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ ἰδεῶν, τὴν ἀναγκαίαν διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐνεργητικότητος αὐτοῦ ἐνθάῤῥυνσιν καὶ ὑποστήριξιν. Ἄνευ δὲ αὐτῶν καὶ τὰ κατασκευαζόμενα ἔργα δὲν δύνανται νὰ φέρωσι τὰ ἐξ αὐτῶν προσδοκώμενα ἀποτελέσματα. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ σήμερον, ὅτι καλὴ διοίκησις, μεριμνῶσα καὶ κηδομένη τῶν συμφερόντων τοῦ Ἔθνους, καὶ μὴ πιεζομένη ὑπὸ ἐγωϊστικῶν καὶ κομματικῶν συμφερόντων, δύναται μόνη νὰ παρέξῃ ἀληθῆ καὶ θετικὴν ὑποστήριξιν εἰς τὴν ὑλικὴν καὶ ἠθικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ Ἔθνους. Ἄνευ καλῆς ἐν γένει διοικήσεως, ὅσα καὶ ἂν κατασκευάσητε ἔργα, δὲν θὰ ἐπιτύχητε τὴν πρόοδον καὶ τὴν εὐημερίαν τοῦ τόπου. Τοιαύτην δὲ διοίκησιν δὲν βλέπομεν δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν. Τὸ πνεῦμα δὲ τοῦ φατριασμοῦ βλέπομεν ἐπικρατοῦν καὶ ἐν τῷ στρατῷ καὶ ἐν τῷ ναυτικῷ. Καὶ ἐν αὐτῇ δὲ τῇ ἐξωτερικῇ πολιτικῇ ἡμῶν ἐν γένει, ἰδίᾳ δὲ ἐν τῷ κλάδῳ αὐτῆς, τῷ ἀφορῶντι εἰς τὴν ὑποστήριξιν καὶ ἀνάπτυξιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἰς τὰς δούλας ἐπαρχίας, δεσπόζουσιν αἱ συγκεντρωτικαὶ καὶ κομματικαὶ ἰδέαι. Καὶ ἐπὶ τῶν ἐκτὸς τοῦ Βασιλείου ἐθνικῶν κέντρων καὶ Ἑλληνικῶν κοινοτήτων, ἡ Κυβέρνησις ἐννοεῖ νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς αὐτὰς ἰδέας, ἃς ἐφαρμόζει ἐπὶ τῶν δήμων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τῇ πολιτικῇ αὐτοῦ ἐφαρμογῇ, στερεῖ τὰς παραγωγικὰς τάξεις τῆς ὑποστηρίξεως καὶ ἐνθάῤῥυνσεως, ὧν ἔχουσιν ἀνάγκην, πρὸς βελτίωσιν καὶ ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς αὐτῶν, καὶ καθιστᾷ ἀμφίβολα τὰ ἀποτελέσματα τῶν μετὰ τόσων θυσιῶν κατασκευαζομένων δημοσίων ἔργων, ἐν τῇ οἰκονομικῇ δ’ αὐτοῦ ἀνελίξει ἐξαντλεῖ τὸν τόπον καὶ αὐξάνει τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου. Τὸ σύστημα τοῦτο, οὗτινος αἱ ὑποσχέσεις καὶ ἐπιδείξεις θαμβοῦσι πολλοὺς, ἀποδεικνύεται ἐν ἑκάστῃ λεπτομερείᾳ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, ὡς φέρον ἀποτελέσματα ἐπιβλαβῆ καὶ γεννῶντα δικαίαν ἀνησυχίαν εἰς πάντα κηδόμενον τοῦ μέλλοντος τῆς χώρας. Ἐν τῷ βίῳ τῶν Ἐθνῶν ὑπάρχουσιν ἐποχαὶ ἐνεργείας καὶ ἐποχαὶ προετοιμασίας. Ἐποχὴν δὲ προετοιμασίας διερχόμεθα καὶ ἡμεῖς σήμερον. Καὶ ἡ ἐσωτερικὴ ἡμῶν κατάστασις, καὶ ἡ θέσις τῆς Ἀνατολῆς, καὶ ἡ οἰκονομικὴ καὶ πολιτικὴ κατάστασις τῆς Εὐρώπης μᾶς παρέχουσι τὴν εὐκαιρίαν, νὰ θέσωμεν τὰς βάσεις τῆς ὑλικῆς καὶ ἠθικῆς ἡμῶν ἀναπτύξεως καὶ τῆς προασπίσεως τῶν ἐξωτερικῶν συμφερόντων τοῦ Ἔθνους. Πρώτη δὲ βάσις τῆς τοιαύτης ἡμῶν ἐνεργείας εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ οἰκονομικῆς πολιτικῆς, οὐχὶ βεβιασμένης καὶ ἐξαντλούσης τὸν τόπον, ἀλλὰ σώφρονος καὶ συμφώνου μὲ τὰς δυνάμεις αὐτοῦ. Ἀποῤῥοφώμενοι ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας, ἵνα μετὰ πυρετώδους βίας παραγάγωμεν μεγάλα ἔργα, συντηρήσωμεν πολυτελεῖς ὑπηρεσίας καὶ ἐπιδείξωμεν μεγαλεῖα καὶ πανηγύρεις, ὅπως δ’ ἐπιτελέσωμεν ταῦτα, ἐξαντλοῦντες τὸν τόπον καὶ αὐξάνοντες τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ, χωρὶς νὰ παρέξωμεν εἰς τὴν μικρὰν μὲν, ἀλλὰ θετικὴν παραγωγὴν τῆς χώρας, πᾶσαν τὴν ἀναγκαίαν ὑποστήριξιν καὶ ἐνθάῤῥυνσιν, οὐ μόνον δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν διόρθωσιν τῶν ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς ἡμῶν ἐλλείψεων, ἀλλὰ κινδυνεύομεν νὰ καταστήσωμεν αὐτὴν ἀδύνατον καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Ἂς σκεφθῶμεν, ποῦ δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν, ἂν ἡ καταπόνησις τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς καταναλώσεως, ἣν βλέπομεν σήμερον, ἐξακολουθήσῃ ἐπιτεινομένη καὶ αὐξάνουσα. Θὰ ζητῶμεν παρὰ τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, αὕτη δὲ δὲν θὰ δύνηται νὰ μᾶς δώσῃ, οὐχὶ πλέον τὰ μέσα, τὰ πρὸς ἀνάπτυξιν καὶ πρόοδον τοῦ τόπου ἀναγκαῖα, ἀλλὰ μητ’ ἐκεῖνα, ἅτινα ἀπαιτοῦνται, ὅπως ζήσωμεν, σώζοντες τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ Ἔθνους. Ἀπέναντι τοιούτου ἐνδεχομένου κινδύνου, ὀφείλομεν νὰ παύσωμεν θαμβούμενοι καὶ σπεύδοντες, μετὰ κήδους δὲ καὶ φειδοῦς ν’ ἀσχοληθῶμεν, ἄνευ παθῶν καὶ ἄνευ φατριασμοῦ, εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τῶν καλλιτέρων μέσων πρὸς ὑποστήριξιν τῆς θετικῆς ἐνεργητικότητος τοῦ Ἔθνους, ἀφ’ ἧς καὶ μόνης δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν τὴν ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ τόπου. Παρορῶντες τοῦτο, λησμονοῦμεν, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, εἰμὴ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ χρησιμεύσῃ ἐν προσεχεῖ ἢ ἀπομεμακρυσμένῳ μέλλοντι ὡς πυρὴν τῆς ἑνώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, καὶ θυσιάζομεν τοὺς πόθους καὶ τὰς ἐλπίδας ἐνδόξου καὶ εὐτυχοῦς μέλλοντος εἰς τὰς ἀπολαύσεις παρόντος ἐγωϊστικοῦ καὶ ἀδόξου.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ. μ.