1889.02.02
1,934 rows · 15,306 words · 40 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 74
Τῆς 2 Φεβρουαρίου 1889.
(Πέμπτη).
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Δημήτριος Π. Χατζόγλους, ἐξ Ἠπείρου, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν, λέγει, ὅτι ἐφεῦρε νέον ὅπλον, καθ’ ὅ τίθενται διὰ τριῶν κινήσεων ἀνὰ 10 φυσίγγια, παρακαλεῖ δὲ νὰ τῷ χορηγηθῇ χρηματικὴ βοήθεια, πρὸς τελειοποίησίν του. Ἡ ἀναφορά του παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.
§2ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, μετ’ ὀλίγας ἡμέρας βεβαίως λήγει ἡ παροῦσα Σύνοδος....
§3ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Θὰ βραδύνῃ ἀκόμη.
§4ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Πιστεύω, ὅτι δὲν θέλει παραταθῇ ἐπὶ πολὺ ἡ Σύνοδος αὕτη, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, πρὶν ἢ φθάσωμεν εἰς τὴν λῆξιν, καθῆκον ἔχομεν νὰ ἐπαναφέρωμεν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἐπανειλημμένως ἤδη ἐν τῇ Βουλῇ ἐποιήσαμεν περὶ τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει καθειργμένων ὁμογενῶν Φιλιππίδου καὶ Πασχίδου. Τὸ τοιοῦτον εἶναι βεβαίως ζήτημα ὀχληρόν· ἐννοοῦμεν τὰς δυσχερείας, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντι αὐτοῦ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οὐδεὶς διαφωνεῖ, οὔτε ἐντεῦθεν, οὔτε ἐκεῖθεν, (δεικνύει καὶ τὰς δύο πτέρυγας) ὅτι καθῆκον ἔχομεν, ν’ ἀπευθύνωμεν ἐρώτησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ νὰ ἀναμείνωμεν ἐξηγήσεις παρ’ αὐτῆς περὶ τοῦ πρακτέου. Πιστεύω, ὅτι ἡ περίπτωσις αὕτη ἀποκαλύπτει πλέον πάσης ἄλλης τὴν ἥκιστα ἐπιβλητικὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, τί ἔπραξεν ἐπὶ τῆς προκειμένης ὀδυνηρᾶς περιστάσεως ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις, καὶ ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλληνικὴ Πρεσβεία, πρὸ τῶν ἐπερωτήσεων, τῶν γενομένων ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι δὲν θέλει διαψεύσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν βεβαίωσιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ θὰ δώσω, πρὸς τιμὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι μοὶ εἶναι γνωστὸν, πόσον μετὰ τὰς ἐπερωτήσεις, (πιθανὸν καὶ πρὸ αὐτῶν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν τὸ γνωρίζω,) τὰς γενομένας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, πόσον αὕτη δραστηρίως ἐνήργησεν.
§5ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Οὐδεμίαν νέαν ἐνέργειαν ἐκάμαμεν μετὰ τὴν ἐπερώτησιν.
§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔστε βέβαιος, ὅτι αἱ ἐπερωτήσεις βλάβην μόνον φέρουσιν.
§7ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἀκούσατε, σᾶς παρακαλῶ· θέλομεν ἐξηγηθῆ σαφέστερον. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως βεβαιοῖ, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἀποτέλεσμα, ἢ κακὸν προκύπτει ἐκ τῶν ἐπερωτήσεων. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἀντιληφθῶ, τί χειρότερον δύναται νὰ συμβῇ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον συνέβη. Ὅ,τι γνωρίζομεν, εἶναι, ὅτι οἱ ἀτυχεῖς δύο Ἕλληνες συνελήφθησαν, ὑπέστησαν παντοίας βασάνους εἰς τὰς τρώγλας τῶν φυλακῶν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅτι, συνεπείᾳ τῶν βασάνων τούτων, ὁ εἷς παρεφρόνησεν, ὁ δ’ ἕτερος ὡς ἐκ θαύματος ἐσώθη ἐξ ἀσθενείας, ἥτις τὸν ἔφερεν εἰς τὸ χεῖλος τοῦ τάφου· ταῦτα εἶναι τὰ γνωστά, ταῦτα εἶναι τὰ θετικά, καὶ λέγων, ὅτι εἶναι γνωστά, δὲν λέγω, ὅτι εἶναι καὶ πάντα τὰ γνωστὰ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ὅταν λοιπὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγῃ, ὅτι αἱ ἐπερωτήσεις οὐδὲν ἄλλο δύνανται νὰ κατορθώσουν ἢ κακὸν, ἐρωτῶ, τί χείρονα τούτων δύνανται νὰ γίνωσι; Τί πρέπει λοιπὸν νὰ γίνῃ; Πρέπει καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ θέσῃ φίμωτρον εἰς τὸ στόμα αὐτῆς; πρέπει νὰ σταυρώσῃ τὰς χεῖρας αὐτῆς, ὅπως ἡ Κυβέρνησις πράττῃ τί; ὅπως ἡ Κυβέρνησις μὴ κατορθοῖ οὐδέν! Διότι, καίτοι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐψιθύρισε πρὸ ὀλίγου, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ κάμωμεν λόγον περὶ τῶν ἀτυχῶν τούτων, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία οὐδὲν αἰσθάνεται ἐνδιαφέρον ὑπὲρ ὁμογενῶν βασανιζομένων καὶ οἱονεὶ θανατουμένων ἐν ταῖς φυλακαῖς, λέγω, ὅτι θὰ εἶχεν ἴσως δίκαιον νὰ εἴπῃ τοῦτο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν κατώρθου τι μέχρι τοῦδε, ἐὰν κατώρθου τοὐλάχιστον νὰ ἐλαφρύνῃ τὴν θέσιν τῶν δυστυχῶν τούτων. Ὅταν ὅμως παρῆλθεν ἔτος σχεδὸν, χωρὶς ἡ Κυβέρνησις νὰ κατορθώσῃ τίποτε, ἀδύνατον μοὶ εἶναι νὰ ἀντιληφθῶ, τί ἆρά γε κακὸν ἔφεραν αἱ ἐπερωτήσεις; ποίαν ἐπιτυχίαν τῆς Κυβερνήσεως ἠμπόδισαν αὗται; Λέγω, ὅτι ἡ περίπτωσις αὕτη κάλλιον πάσης ἄλλης ἀπεκάλυψε τὴν θέσιν, εἰς ἣν ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις εὑρίσκεται ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας. Ἡ θέσις αὕτη βεβαίως εἶναι τοιαύτη, ὥστε ὅλαι αἱ προσπάθειαι τῆς Κυβερνήσεως ταύτης δὲν κατορθοῦσιν οὔτε κἂν τὴν ἀνακούφισιν τῶν ἀτυχῶν τούτων, ὑπὸ φιλανθρωπικὴν ἁπλῶς ἔποψιν· διότι ἐπὶ τέλους ἠδύναντο ἐν Κωνσταντινουπόλει νὰ κρατηθῶσιν οὗτοι ὄχι εἰς τρώγλας, ἠδύναντο νὰ κρατηθῶσιν, οὕτως εἰπεῖν, ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τῆς Ἑλληνικῆς Πρεσβείας, χωρὶς νὰ βασανίζωνται εἰς τὰς ὑπογείους φυλακάς. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις δὲν κατώρθωσε τοῦτο μέχρι τοῦδε, δὲν μᾶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀντιληφθῶμεν κατὰ τί ἔβλαψαν αἱ ἐπερωτήσεις, ἃς ἡμεῖς ἐκάμαμεν, καὶ δι’ ὧν ἐξεφράσαμεν αἴσθημα ἐθνικὸν, τὸ ὁποῖον, ἐὰν δὲν ἐξεφράζομεν ἡμεῖς, κύριε Πρόεδρε, τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι μία ἀπόδειξις πρόσθετος τῆς καταπτώσεως τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος παρ’ ἡμῖν. Σεῖς οὐδὲν κατορθοῦτε, καίτοι βεβαίως θέλετε νὰ κατορθώσητε, καὶ θέλετε νὰ κατορθώσητε, διότι συμφέρον ἔχετε τοιοῦτον, καὶ δὲν ἀρνοῦμαι εἰς ὑμᾶς οὔτε τὴν φιλανθρωπίαν, οὔτε τὸν πατριωτισμὸν, ἀλλὰ τέλος πάντων δὲν δύνασθε νὰ κατορθώσητέ τι, καὶ εὑρίσκετε, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία πρέπει καὶ αὕτη νὰ σιγᾷ. Διατὶ νὰ σιγᾷ; Λέγω, ὅτι ἡ περίστασις αὕτη ἐχρησίμευσε τοὐλάχιστον εἰς τοῦτο, εἰς τὸ ν’ ἀποκαλύψῃ τὴν πραγματικὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος ἀπέναντι τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας. Ὅταν πρόκηται περὶ ἀνταλλαγῆς ἁβροφροσύνης, περὶ πραγμάτων, ἅτινα ἀφορῶσιν εἰς ἀποστολὰς ἀμοιβαίας Πρεσβειῶν πρὸς ἀνταλλαγὴν παρασήμων, ὅταν πρόκηται περὶ τοιούτων, ἅτινα δύναμαι νὰ ὀνομάσω διπλωματικὰ ἀθύρματα, ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις βεβαίως περισυλλέγει ἐπιτυχίας. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται νὰ ἐλαφρώσῃ μόνον τὴν θέσιν δύο δυστυχῶν, ὅταν πρόκηται, δι’ ὅλου τοῦ ὄγκου μιᾶς Κυβερνήσεως,—καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, καὶ τοῦ Στέμματος ἀκόμη,—νὰ ἐλαφρώσῃ τὴν θέσιν δύο δυστυχῶν ὁμογενῶν, ἀποθνησκόντων εἰς τὰς τρώγλας, τοῦτο δὲν τὸ κατορθόνει, ἀπαιτεῖ ὅμως, καὶ ἡμεῖς νὰ σιωπῶμεν, ἀπαιτεῖ, καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ν’ ἀποδείξῃ ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὁλοκλήρου, ὅτι εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ἐσβέσθη τὸ αἴσθημα τὸ πατριωτικὸν, ὥστε οὐδεμία κἄν φωνὴ ὀδύνης ν’ ἀντηχήσῃ ὑπὲρ τῶν δυστυχῶν τούτων, ἔστω καὶ ἄνευ ἐπιτυχίας, ἀπὸ τοῦ στήθους τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Δὲν θέλω νὰ ἐπεκτείνω ἐπὶ πλέον τὴν ἐπερώτησιν ταύτην. Ἐνθυμεῖσθε πάντες, τί ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁσάκις ἐποιησάμεθα λόγον περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἀπήντησεν εἰς ἡμᾶς πάντοτε δι’ ἀοριστιῶν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἀντελήφθην τίποτε θετικὸν ἐκ τῶν ἀπαντήσεών του, καὶ ἤδη ἤκουσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, λέγοντα, βεβαίως μὲ αἴσθημα τοὐλάχιστον πλήξεως, ἂν μή τι ἄλλο, ὅτι τὸν ἐνοχλοῦμεν διὰ τῶν ἐπερωτήσεων ἡμῶν. Ἡμεῖς καθῆκον ἔχομεν νὰ τὸν ἐνοχλῶμεν, καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐφ’ ὅσον τοῦτο ἀνήκει εἰς αὐτὴν, δὲν θὰ λείψῃ νὰ τὸν ἐνοχλῇ διὰ τοιούτων ἐπερωτήσεων. Ἐὰν ἤθελον νὰ δώσω μεγαλειτέραν ἔκτασιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, ἤθελον εἴπει, ὅτι καὶ εἰς ἄλλας σκέψεις δίδει χώραν ἡ ἐν λόγῳ περίπτωσις, ἥτις ἀποδεικνύει, ὅτι οὐδεμίαν δυστυχῶς ἐπιβολὴν ἔχει ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις ἀπέναντι τῆς Τουρκικῆς, ἀποδεικνύει εἰς ποίαν κρίσιμον θέσιν κατ’ ἀνάγκην περιῆλθον ὅλα τὰ ἐθνικὰ καὶ ὅλα τὰ συμφέροντα τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων ἐν Τουρκίᾳ, ἀφοῦ τοιαύτη μηδαμινή ὑπόθεσις δὲν δύναται, τοὐλάχιστον χάριν ἁβροφροσύνης, ἢ καὶ χάριν φιλανθρωπίας, νὰ λάβῃ τροπήν τινα, ὁπωσοῦν εὐχάριστον, ὁπωσοῦν ἀνεκτὴν, ὑπὲρ τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως, ἥτις ἔχει μέγα συμφέρον, μετὰ τὰς τελευταίας μάλιστα ἐπερωτήσεις, νὰ ἐνεργήσῃ τι, καὶ ἥτις, καὶ μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, βεβαίως ἐπέτεινε τὰς ἐνεργείας αὐτῆς, ἢ ἐὰν δὲν τὰς ἐπέτεινεν, ἐὰν αἱ ἐνέργειαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἦσαν καὶ πρὸ τῶν ἐπερωτήσεων τόσον δραστήριαι, ὅσον καὶ αἱ μετὰ τὰς ἐπερωτήσεις, δὲν δύναμαι ἢ νὰ συγχαρῶ αὐτὸν διὰ τὴν δραστηριότητα αὐτοῦ, ὄχι ὅμως καὶ διὰ τὴν ἐπιτυχίαν του. Διότι, ἐὰν τὸν ζῆλον, τὸν ὁποῖον γνωρίζω, ὅτι ἀνέπτυξε μετὰ τὰς ἐπερωτήσεις, τὸν ἀνέπτυξε καὶ πρὸ τῶν ἐπερωτήσεων, τοῦτο κυροῖ ἐκεῖνο, ὅπερ εἶπον, ὅτι οὐδεμίαν σημασίαν, οὐδὲν κἄν αἴσθημα ἁβρότητος ἐμπνέομεν πλέον εἰς τὴν ὅμορον Ἐπικράτειαν. Καὶ θέλω εἴπει καί τι πλέον, θέλω εἴπει, χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, ὅτι ἡ περίπτωσις αὕτη ἀποδεικνύει καὶ τὴν ἐλαχίστην θέσιν τῆς ἡμετέρας διπλωματίας ἐν Κωνσταντινουπόλει. Βεβαιότατα, ὅπως καὶ εἰς ἄλλας περιστάσεις ἐγένετο, καὶ πολλάκις καὶ πάντοτε ἐγένετο, καὶ τοῦτο πολλάκις ἐγὼ αὐτὸς ἀντελήφθην, ὡς διπλωματικὸς ὑπάλληλος, βεβαιότατα ἡ Ἑλληνικὴ διπλωματία ἐζήτησε καὶ ἀρωγὴν ἀντιπροσώπων Μεγάλων Δυνάμεων εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ἀπέτυχε, καὶ ἀπέτυχεν ἐντελῶς. Εἰκάζομεν μάλιστα, ὅτι καὶ τὰ τελευταῖα εὐτυχῆ συμβάντα τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας, εἰς ἃ ἐδόθη τόση σημασία, οὐδαμῶς μετέβαλον τὴν θέσιν ἡμῶν ἀπέναντι τῆς Τουρκίας. Διότι οὔτε διὰ τῆς μεσολαβήσεως ἰσχυόντων ξένων κατωρθώσαμέν τι, ἢ μᾶλλον δὲν κατωρθώσαμεν νὰ λάβωμεν τὴν μεσολάβησιν τῶν ἰσχυόντων ἐν Κωνσταντινουπόλει, διὰ τόσον ἁπλῆν ὑπόθεσιν. Δυνάμεθα ἑπομένως νὰ ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι ἡ θέσις ἡμῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, θέσις ἀπολεσθεῖσα, καὶ δυνάμεθα ἐκ τῆς περιστάσεως ταύτης νὰ κρίνωμεν, εἰς ποίαν κρισιμωτάτην θέσιν εὑρίσκονται σήμερον καὶ τὰ μεγάλα ἐθνικὰ συμφέροντα καὶ τὰ συμφέροντα τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων ἐν Τουρκίᾳ.
§8ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Χθὲς ἡ Βουλὴ ἐπελήφθη τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ· σήμερον παρατηρῶ, ὅτι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν εἶναι ἀναγεγραμμένα 22 νομοσχέδια πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· τοῦτο δὲν ἀφορᾷ εἰς ἐμὲ, διότι ἡ Κυβέρνησις κανονίζει τὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἀλλὰ παρατηρῶ μόνον, ὅτι πάρα πολλὰ εἶναι ἀναγεγραμμένα πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, χωρὶς μεταξὺ αὐτῶν νὰ συμπεριλαμβάνηται καὶ τὸ περὶ τελωνιακῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαιότατον, διότι, ὅπως γνωρίζετε, κύριε Πρόεδρε, οἱ ἐν Καλάμαις ἔμποροι ἐνόμισαν, ὅτι πράγματι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἤθελεν ἐπιψηφισθῆ καὶ ἔχουσι παραγγελίας πολλῶν ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἐὰν δὲ δὲν ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, οἱ ἔμποροι ἐκεῖνοι θέλουσι ζημιωθῆ σπουδαίως. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τάξῃ τὸ εἰρημένον νομοσχέδιον πρὸ παντὸς ἄλλου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς καλῶς γινώσκει, ὅτι προετάχθη τὸ νομοσχέδιον, οὗτινος τὴν συζήτησιν συνιστᾷ, ἀλλ’ ὅτι τοσαύτη προεκλήθη συζήτησις, τοσαῦται τροπολογίαι ὑπεβλήθησαν, ὥστε ἐπείσθη ἡ Βουλὴ, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν συνοπτικῶς νὰ διεξαχθῶσι τὰ τῆς ψηφίσεως, σήμερον δὲ δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὰ δεόμενα μακρᾶς συζητήσεως· ἐννοεῖται, ὅτι τὰ εἰς τοιαύτην κατηγορίαν ἀναγόμενα θέλουσι συζητηθῆ κατὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον, ἐὰν ὅμως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἐκ συνεννοήσεως, εἰς ἣν ἠθέλομεν προέλθει, δυνάμενον νὰ διεξαχθῇ ἄνευ μακρᾶς συζητήσεως, θέλει πάλιν προταχθῆ, καὶ πάλιν, ἐὰν ἴδωμεν, ὅτι αἱ περὶ αὐτοῦ συζητήσεις παρατείνονται, ἀναβάλλομεν αὐτὸ εἰς τὴν ἔκτακτον Σύνοδον.
§10ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὅλα θὰ ἀναβληθῶσιν.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τοῦτο δὲν φέρομεν ἀντίῤῥησιν.
§12ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ περιορίσητε τὴν συζήτησιν.
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως δὲν περιορίζομεν τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ πρὸς ταύτην θέλει ὁρισθῆ ὁ καταλληλότερος χρόνος, εἶναι δὲ οὗτος ὁ τῆς ἐκτάκτου Συνόδου, ἀκριβῶς καὶ πρὸς τοῦτο συνερχομένης, ὅπως κατ’ αὐτὴν ψηφισθῶσι τὰ δεόμενα μακροτέρας συζητήσεως. Ἤδη ἀνεγράφησαν πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδιά τινα, θεωρούμενα ὡς τῆς ὑπηρεσίας ἁπλῶς, περὶ ὧν ὑπετέθη, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις, ἐὰν ὅμως ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις, ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις αὐτῶν εἰς τὴν ἔκτακτον Σύνοδον. Ὑποβάλλω τινὰς ἀπαντήσεις εἰς ἐπερωτήσεις. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας χθὲς ἐζήτησεν ἐξηγήσεις περὶ τῶν πινάκων, τῶν ἀφορώντων εἰς τοὺς τόκους, τὰ κεφάλαια καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν προσωρινῶν δανείων καὶ εἰς ἄλλα ἔξοδα· τὰς ἀπαντήσεις ὑποβάλλω ἐν σημειώματι. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας εἶχεν ἐρωτήσει, διατὶ ἐβραδύνομεν νὰ ὑποβάλωμεν ἀπαντήσεις εἰς πληροφορίας, ζητηθείσας παρ’ αὐτοῦ, περὶ παραπόνων τοῦ ἐν Ζακύνθῳ ἐμπόρου Σκιαδαρέση. Τῷ ὄντι, εἶχε παραπέσει ἡ ἐπερώτησις· ἤδη φέρω ἐν σημειώματι ἔκθεσιν περὶ τούτου. Ὑποβάλλω προσέτι καὶ ἔγγραφά τινα, ἀφορῶντα εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, περὶ ὑποβολῆς πινάκων τῶν κατατεθειμένων εἰς τὰς Ἐφορίας. Ἐκ τῆς σειρᾶς τῶν παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντων πινάκων ἔλειπον δύο, καὶ ἤδη ὑποβάλλω αὐτούς.
§14ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχον ὑποβάλει πρὸ πολλῶν ἡμερῶν αἴτησιν, ἵνα προσαγάγῃ δύο ἐκθέσεις, τῶν ὁποίων ἡ προσαγωγὴ ἦτο προχειροτάτη. Ἀνεξαρτήτως τῆς οὐσίας τοῦ πράγματος, ἐπιθυμῶ νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι, ὅταν πρόκηται μάλιστα περὶ τόσον προχείρου προσαγωγῆς, φρονῶ, ὅτι αἱ αἰτήσεις τῶν Βουλευτῶν πρέπει νὰ τυγχάνωσι πλείονος προσοχῆς.
§15ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ ἔκθεσις, ἣν ἐζήτησεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, περὶ τῆς γεφύρας Σπολαΐτας ἐνεχειρίσθη εἰς τὸν κ. Κελλενὲκ πρὸς ἐνέργειαν ὑπηρεσίας μὴ ἐπιδεχομένης ἀναβολήν. Ἐπιθυμεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἀφαιρέσωμεν τὴν ἔκθεσιν ἐκ τῶν χειρῶν τῆς ὑπηρεσίας, ἵνα φέρωμεν αὐτὴν ἐνταῦθα, καθ’ ἣν ὥραν ἡ ὑπόθεσις ἐξελέγχεται, ὅπως λάβῃ οὕτω μονομερῆ πληροφορίαν περὶ ὑποθέσεως, τῆς ὁποίας ἡ λύσις ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ ἐλέγχου, τὸν ὁποῖον διετάξαμεν; Ὁ κ. Κελλενὲκ εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ἐπετράπη ἐξ ἀρχῆς τὰ τῆς ὑποθέσεως, ἔχει δὲ καὶ τὰς ὑποβληθείσας περὶ αὐτῆς γνώμας τοῦ κ. Σνάϊδερ, τῶν ὁποίων τινὰς προκαταβολικῶς συμμερίζεται· θὰ ἐπέλθῃ ὁ ἔλεγχος, καὶ μετὰ τοῦτο θέλομεν φέρει εἰς τὴν Βουλὴν, ὄχι μόνον τὴν πληροφορίαν, ἣν ζητεῖ ὁ κ. Βουλευτής, ἀλλὰ καὶ πλείονας πληροφορίας. Ἤδη ἡ γέφυρα δὲν ἐτελειώθη, διότι τὰ σίδηρα ἐτέθησαν μὲν ἐπὶ τῶν βάσεων, ἀλλὰ δὲν ἐστρώθη ἡ γέφυρα, μέλλουσα νὰ περατωθῇ μετὰ ἕνα περίπου μῆνα, ὁπότε γενήσεται ἡ παράδοσις αὐτῆς. Τότε θὰ ἦναι καιρὸς νὰ ἐξετασθῶσιν αἱ ἐλλείψεις, ἐὰν τυχὸν ὑπάρχωσιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς δύναται νὰ ἦναι βέβαιος, ὅτι εὐθὺς, ὡς ἔχωμεν τὴν γέφυραν παραδεδομένην καὶ τὸν ἔλεγχον πλήρη, θέλομεν φέρει, ὄχι μόνον τὰ ἔγγραφα, ἅτινα ἐζήτησεν, ἀλλὰ καὶ ὅσα ἄλλα ἤθελεν ἐπιθυμήσει, ἀλλὰ καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς θέλομεν κρίνει ἀναγκαῖα, ὅπως ἐξελεγχθῇ ἐνταῦθα ἡ καλὴ κατασκευὴ τῆς γεφύρας.
§16ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ τὰ ὁποῖα βεβαίως σχετίζονται μὲ προγενεστέραν τινὰ ἐποχὴν, νομίζω, ὅτι ὑποστηρίζουν τὴν ἰδέαν καὶ δύναται καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα ἕκαστος Βουλευτὴς νὰ τὰ συζητήσῃ.
§17ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ παντὸς ἔργου τοῦ Δημοσίου, τελουμένου, ὑπάρχει ἔλλειψις πρὸ τῆς παραδόσεως, καὶ δι’ αὐτὸ γίνεται ἡ ἐπιτήρησις καὶ δι’ αὐτὸ γίνεται ἡ παράδοσις, ἵνα ἐξελεγχθῇ, ἐὰν ὑπάρχῃ ἔλλειψίς τις, καὶ ἂν μὲν ὑπάρχῃ οὐσιώδης, νὰ μὴ γίνῃ δεκτὸν, ἐὰν δὲ ἐπουσιώδης, νὰ ἐπιδιορθωθῇ καὶ νὰ παραληφθῇ τὸ ἔργον. Λοιπὸν, ὅ,τι ζητεῖτε περὶ τῆς γεφύρας Σπολαΐτας, παρατηρεῖται ἐπὶ παντὸς δημοσίου ἔργου, καὶ ἠθέλετε ἔχει δίκαιον, νὰ ζητήσητε ἐπὶ παντὸς δημοσίου ἔργου τοιαύτας πληροφορίας. Ἐνταῦθα ὑπάρχουσι παρατηρήσεις τοῦ μηχανικοῦ Σνάϊδερ σπουδαῖαι, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει, καὶ ἐλήφθησαν πρὶν ἢ γίνῃ ἡ ἐπερώτησις, καὶ εὐθὺς, ὡς ἐπανῆλθεν ὁ κ. Κελλενὲκ ἐκ τῆς περιοδείας, τῷ ἐνεχειρίσθη ἡ ἔκθεσις, διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν, ἐκράτησε δὲ τὴν ἔκθεσιν, διὰ νὰ μελετήσῃ καὶ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον αὐτοῦ εὐθὺς, ὡς μεταβῇ ὁ ἴδιος ἐπὶ τόπου καὶ παρατηρήσῃ τὰ ἔργα· τὸ δὲ Ὑπουργεῖον ἔχει δεδομένην διαταγήν, νὰ μὴ γίνῃ τι ἐν τῇ γεφύρᾳ, τὸ δυνάμενον νὰ μεταβάλῃ τὰ πράγματα εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἦναι ἐφικτὴ ἡ τελεία ἐξέλεγξις τῶν ἔργων.
§18ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον ζητήσει ὡσαύτως καὶ περὶ τῆς στέγης τῶν Ἀνακτόρων τὴν προσήκουσαν ἔκθεσιν.
§19ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ αὐτὴν θέλω φέρει.
§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαμῶν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἐπὶ δὲ τῶν παρατηρήσεων τούτων ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐποιήσατο εἰς τὴν Βουλὴν γνωστὰς τὰς γνώμας αὐτοῦ. Ἑπομένως ὀφείλομεν καὶ ἡμεῖς νὰ δηλώσωμεν τὰς ἡμετέρας γνώμας, ὥστε ἐν γνώσει αὐτῶν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅστις εἶναι ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, νὰ ῥυθμίσῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ λοιπὸν χρονικὸν διάστημα. Σήμερον εἶναι ἡ 2α Φεβρουαρίου, ἡ τελευταία δὲ ἡμέρα, ἥτις εἶναι ἡ παραμονὴ τῆς Τεσσαρακοστῆς, εἶναι ἡ 19 Φεβρουαρίου, ἑπομένως ἀπὸ τῆς σήμερον μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης ὑπολείπονται ἡμέραι 17· ἐξ αὐτῶν τῶν ἡμερῶν δὲν εἶναι ἐργάσιμοι αἱ δύο Κυριακαὶ, τῶν δύο τελευταίων ἑβδομάδων τῶν Ἀπόκρεω, καὶ τὰ δύο Σάββατα αὐτῶν, ἤτοι ἡμέραι 4, δὲν εἶναι ἐργάσιμος ἡ προσεχὴς Κυριακὴ, ἤτοι ἡμέραι 5, ὑπολείπονται ἄρα πρὸς ἐργασίαν τῆς Βουλῆς 12 ἡμέραι ἀδιάλειπτοι. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι αἱ δώδεκα αὗται ἡμέραι μόλις θέλουσιν ἐπαρκέσει εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ τὴν ἔρευναν τῶν λεπτομερειῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἤτοι τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν διαφόρων Ὑπουργείων κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, τὰς ὁποίας σκοποῦμεν νὰ ἐπιχειρήσωμεν. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νομίζῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἐπεῖγον νὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, τὸ μέχρι τῆς τεσσαρακοστῆς, καὶ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ν’ ἀντείπωμεν εἰς αὐτὸν ἀπόκειται νὰ κρίνῃ περὶ τούτου. Ἀλλὰ καλὸν εἶναι νὰ γινώσκῃ, ὅτι αἱ 12 ἡμέραι, αἱ ὑπολειπόμεναι μέχρι τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς Τεσσαρακοστῆς, μόλις θέλουσιν ἐπαρκέσει εἰς τὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς θέλομεν προκαλέσει κατά τε τὴν γενικὴν ἔρευναν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν ἔρευναν τῶν λεπτομερειῶν αὐτοῦ.
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς εἶπον καὶ πρότερον, πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐτάξαμεν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδιά τινα, ὅσα ἐνομίσαμεν, ὅτι δύνανται νὰ ψηφισθῶσιν ἐν βραχυτάτῳ χρόνῳ. Τοῦτο ἐπήγετο ὡς ἀναγκαίαν συνέπειαν, ὅτι εὐθὺς, ὡς ἀπεδεικνύετο, ὅτι ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων θέλει γενῆ μακρὰ συζήτησις, τὰ νομοσχέδια θὰ ἐτάσσοντο μετὰ τὸν Προϋπολογισμὸν. Νομίζω, ὅτι ἡ δήλωσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας εἰς τοῦτο ἀφορᾷ, ὅτι θὰ προκληθῇ συζήτησις ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων· προτείνω ἄρα, ὅπως μεταβῶμεν εὐθὺς εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§22ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. Ἄγγελος Γεωργαντᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§24ΑΓΓ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἕκαστος ἡμῶν ἔχει καθῆκον νὰ συνεισφέρῃ τὸν ἔρανον αὐτοῦ ἐν τῇ νομοθετικῇ ἐργασίᾳ τοῦ Σώματος, ὅπως οἱ ἐντεῦθεν πηγάζοντες νόμοι πληρέστερον ἀνταποκρίνωνται πρὸς τὸ γενικὸν συμφέρον. Τοῦτο δὲ κατορθοῦται κατὰ τὸ δυνατὸν τελειότερον, ὅταν ἐπὶ ἑκάστου νόμου, φερομένου ἐνταῦθα ἐν σχεδίῳ, γίνηται πεφωτισμένη συζήτησις, πλήρης ἔλεγχος ὑπὸ τῶν περὶ ταῦτα ἁρμοδίων. Πάντες γνωρίζομεν, πῶς συντάσσονται ὑπὸ τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν τὰ προτεινόμενα εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς νομοσχέδια. Ἄγνοια ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ τῶν πραγμάτων, ἄγνοια τῶν νόμων, ἀμέλεια, ἀταξία, ἀπειρία καὶ προσωποληψία βασιλεύουσιν εἰς τὴν σύνταξιν τῶν διαφόρων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα μᾶς παρουσιάζουσιν ἐνταῦθα οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ κατ’ οὐλαμοὺς καὶ λόχους. Ἑπομένως, ἂν ἡ αὐτὴ ὀλιγωρία ἐπικρατήσῃ καὶ ἐν τῇ ἐπιψηφίσει αὐτῶν, οἷα παρατηρεῖται καὶ ἐν τῇ συντάξει τῶν νόμων, κινδυνεύομεν νὰ δωρήσωμεν εἰς τὴν χώραν νόμους τραγελαφικούς, ὀλεθρίους, ἀνεφαρμόστους. Δὲν εἶναι ἀνάγκη εἰδικῶν παραδειγμάτων, ὅπως καταδειχθῇ ἡ ἀλήθεια τῆς γνώμης ταύτης, διότι ἐκ τῶν τριακοσίων περίπου νόμων, δι’ ὧν ἐπροίκισε τὸν τόπον ἡ περίνοια τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἀγνοῶ, ἂν ἔμεινεν εἷς χωρὶς νὰ καταργηθῇ ἢ μεταῤῥυθμισθῇ, ἢ ἀλλοιωθῇ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ἀναγνωρίζῃ τις ἐν αὐτῷ τὸν ἀρχικὸν νόμον. Ἂν δὲ χρειάζηται προσοχὴ μεγάλη διὰ τοὺς συνήθεις τῆς ὑπηρεσίας νόμους, πόσῳ μᾶλλον δὲν ἀπαιτεῖται τοιαύτη, προκειμένου περὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τῶν νόμων τοῦ Κράτους, τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Δὲν ἀξιῶ, ὅτι ἔχω τὴν ἱκανότητα νὰ ἐπιληφθῶ τῆς ἐξετάσεως τοῦ ὅλου Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἐπιβάλλεταί μοι ἡ ἔρευνα τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν ᾧ οὐχὶ ὀλίγα, οὐδὲ μικρὰ δύναταί τις νὰ εὕρῃ, ἄξια ἐλέγχου αὐστηροῦ. Δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι ὁ ἐτήσιος νόμος τοῦ Κράτους καὶ ἐν τοῖς λοιποῖς μέρεσιν αὐτοῦ παρουσιάζει, ὅσα καὶ οἷα ἔκνομα καὶ ἄτοπα εἶδον ἐν τῷ εἰδικῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐὰν κρίνω ἐξ ἀναλογίας περὶ τῶν ἄλλων μερῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐξ ὧν ἀντελήφθην, ἐρευνῶν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, πείθομαι, ὅτι ἡ σύγχυσις καὶ ἡ παρανομία βασιλεύουσιν εἰς ὅλον τὸν Προϋπολογισμόν, ὡς θὰ ἴδητε, ὅτι βασιλεύουσιν εἰς τὸν εἰδικὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Πρὶν ἢ ἐπιληφθῶ τῆς ἀναλύσεως τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, κρίνω ἀπαραίτητον νὰ προβῶ εἰς ἀνάπτυξιν διαφόρων ἀνωμαλιῶν ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, αἵτινες τείνουσι μᾶλλον εἰς ἀποσύνθεσιν τοῦ στρατοῦ καὶ εἰς ἔκπτωσιν τοῦ φρονήματος αὐτοῦ, ἢ εἰς τὴν κατὰ τοὺς νόμους σύνταξιν καὶ ὀργάνωσιν τοῦ στρατεύματος καὶ εἰς ἔξαρσιν τοῦ φρονήματος αὐτοῦ. Τὸ εὐγενὲς τοῦτο αἴσθημα, ὁ ἔνδοξος οὗτος ἔρως πρὸς τὸ στρατιωτικὸν ἐπάγγελμα, ἀλλαχοῦ μετὰ πλείστης ὅσης ἐπιμελείας, φροντίδος καὶ πατριωτικῆς μερίμνης καλλιεργεῖται καὶ ὑποθάλπεται, διότι γνωρίζουσι καλῶς, ὅτι δι’ αὐτοῦ καὶ μόνον δύναται νὰ μεγαλουργήσῃ τὸ ἄθροισμα ἐκεῖνο τῶν ἀνδρῶν, τὸ προωρισμένον νὰ προασπίζῃ τὰ ἐθνικὰ δίκαια, ἐπὶ τοῦ ὁποίου οἱ λαοὶ στηρίζουσι τὴν αὐθυπαρξίαν καὶ αὐτονομίαν των καὶ τὰς ἐλπίδας αἰσιωτέρου μέλλοντος. Ἀλλὰ πῶς δυνάμεθα ἡμεῖς ν’ ἀποκτήσωμεν στρατὸν, ἔχοντα τοιοῦτον ὑψηλὸν φρόνημα, ἀφοῦ ἡ πολιτικὴ φαγέδαινα εἰσῆλθεν εἰς τὰς τάξεις αὐτοῦ, διαιροῦσα τὸν ἐθνικὸν στρατὸν εἰς εὐνοουμένους καὶ ἐχθροὺς, καὶ ἀφοῦ οἱ κείμενοι νόμοι ἀσυστόλως παραβιάζονται καταπατουμένων τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων, καὶ δι’ ἁπλῶν Βασιλικῶν Διαταγμάτων αἰρομένων τῶν ἐγγυήσεων, ἃς οἱ νόμοι τῆς πατρίδος ἐχορήγησαν εἰς αὐτόν; Ὀλίγα ἆθλα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἀρκοῦσι νὰ πείσωσιν ὑμᾶς περὶ τῆς ἀληθείας τῶν ἀνωτέρω. Καὶ πρῶτον ἀνάγνωσμα παραβάσεως εἶναι ἡ παραβίασις τῆς ἀναλογίας ἐν τοῖς προβιβασμοῖς τοῦ Ὀκτωβρίου παρελθόντος ἔτους. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπαντῶν ἡμῖν ἄλλοτε ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, ἰσχυρίσθη, ὅτι ἐν τοῖς προβιβασμοῖς ἐκείνοις δὲν παρέβη, ἀλλ’ ἐφύλαξε τὴν ἀκριβῆ ἀναλογίαν. Δυστυχῶς διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν, τὰ πράγματα δὲν συνηγοροῦσιν ὑπὲρ αὐτοῦ. Καὶ τότε καὶ νῦν ὑποστηρίζω, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν οὐδεμίαν ἀναλογίαν ἐτήρησεν, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν τοποθέτησιν τῶν ἀξιωματικῶν τῶν διαφόρων σωμάτων εἰς τὰς γενικὰς θέσεις, ἀλλ’ ἐπλήρωσεν αὐτὰς κατὰ τὸ δοκοῦν καὶ μάλιστα διὰ προβιβασμῶν ἀξιωματικῶν οὐχὶ κατ’ ἀναλογίαν τῶν διαφόρων ὅπλων, ὡς ἀποδεικνύεται ἐξ αὐτῶν τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, ἅτινα κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ Βουλῇ. Κατὰ τὸν ὀργανικὸν πίνακα Ζʹ τοῦ ὀργανικοῦ νόμου ΑΤΚΓʹ, ἐν ᾧ ἀναγράφονται αἱ γενικαὶ ὑπηρεσίαι τοῦ στρατοῦ, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν αὐταῖς διοριζομένων ἀξιωματικῶν, ἀνέρχεται εἰς 111 περίπου θέσεις, αὗται δ’ ἔπρεπε νὰ καταληφθῶσιν ὑπ’ ἀξιωματικῶν τῶν διαφόρων ὅπλων κατ’ ἀναλογίαν. Κύριοι, πᾶς στρατὸς συνίσταται ἐκ τῶν κυρίως τριῶν ὅπλων, πεζικοῦ, πυροβολικοῦ καὶ ἱππικοῦ. Κατὰ τὴν τακτικήν, τὸ πεζικὸν πρωτεύει τῶν δύο ἑτέρων ὅπλων, καὶ δικαίως καλεῖται ἡ βάσις τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, ὁ κυρίως στρατός. Ἀλλ’ ἄνευ πυροβολικοῦ, οὗτινος ὁ προορισμὸς εἶναι νὰ προετοιμάζῃ τὴν ἐνέργειαν τοῦ πρώτου, τὸ πεζικὸν καθίσταται σχεδὸν ἄχρηστον. Τὸ δὲ πυροβολικόν, ὅπερ καταστρέφει πᾶν τὸ ἐμποδών, ἄνευ ἱππικοῦ, ὑποστηρίζοντος αὐτό, γίνεται ἀνάρπαστον. Τὸ ἱππικόν, οὗτινος ἡ ὑπηρεσία εἶναι μεγάλη καὶ σπουδαία ἐν πολέμῳ, ὅπερ εἶναι ἡ ὅρασις τοῦ διευθύνοντος τὴν μάχην, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ χρησιμότης ἐτέθη εἰς πλήρη ἐνέργειαν εἰς τὸν τελευταῖον Γαλλογερμανικὸν πόλεμον, παρ’ ἡμῖν δὲν τυγχάνει τῆς εὐνοίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Θεωρεῖται παρ’ αὐτοῦ ὡς προγονή. Διὰ τοῦτο ὄχι μόνον δὲν ἐχορήγησεν αὐτῷ γενικὰς θέσεις, ἀλλ’ οὔτε τμῆμα ἀνέγραψεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ὅπως ἐργάζηται καὶ διαφωτίζῃ αὐτὸν εἰς πᾶν, ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς τὰ ἔφιππα σώματα, οὔτε ἐπιθεωρητὴν τοῦ ἱππικοῦ ἔταξε· καὶ ὅμως εἰς τὴν Διεύθυνσιν τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πολέμου, ἥτις θεωρεῖται παράρτημα τοῦ πυροβολικοῦ σώματος, ἀνέγραψε παραδόξως, καὶ ἐναντίον τῶν κειμένων νόμων, δύο ἐπιθεωρητάς, πρὸς ἐπιθεώρησιν βεβαίως τῶν ἀποθηκῶν ὑλικοῦ. Ἰδοὺ διατὶ ὑποστηρίζομεν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς διῄρεσε τὸν στρατὸν εἰς εὐνοουμένους καὶ μή, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι ἀδικεῖ σπουδαίως τὸ πεζικὸν καὶ τὸ ἱππικόν, καὶ διὰ τῆς συμπεριφορᾶς του ταύτης ἐνέσπειρεν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ τὴν διαίρεσιν καὶ τὸ μῖσος, ἐνῷ ὤφειλε νὰ καλλιεργῇ πάσῃ θυσίᾳ τὸ στρατιωτικὸν ἐν αὐτῷ φρόνημα καὶ τὸ πνεῦμα τῆς ἀδελφότητος, ἀλληλεγγύην, ἀλληλοβοήθειαν, αἵτινες καθιστῶσι τὸν στρατὸν ἀληθῆ οἰκογένειαν, συνδεδεμένην στενῶς, τῆς ὁποίας τὰ μέλη συμμερίζονται ἐξ ἴσου πᾶσαν εὐτυχίαν ἢ δυστυχίαν, πᾶσαν χαρὰν ἢ λύπην, ὡς καὶ πᾶσαν ἐπιτυχίαν καὶ ἀποτυχίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δέον νὰ γνωρίζῃ, ὅτι πᾶσα κατὰ τοῦ στρατοῦ ἀδικία εἶναι ἀδικία κατὰ τοῦ Ἔθνους, εἶναι ἐθνικὸν ἀδίκημα, διότι ὁ στρατὸς εἶναι ἐθνικὴ δύναμις καὶ οὐχὶ πολιτικὴ μερίς, νὰ προάγῃ τοὺς φίλους του, καὶ νὰ μὴ συμπληροῖ διὰ προβιβασμοῦ τὴν θέσιν τοῦ Γενικοῦ Ἐπιμελητοῦ καὶ τέσσαρας κενὰς θέσεις τῶν Ἐπιμελητῶν, καὶ νὰ συμψηφίζῃ αὐτὰς μὲ τὸν προβιβασμὸν τῶν φίλα φρονούντων αὐτῷ. Τὸ Ὑπουργεῖον ὤφειλε καὶ ὀφείλει, εἰς τὰς γενικὰς θέσεις τοῦ στρατοῦ νὰ τοποθετῇ ἀξιωματικοὺς ἐξ ὅλων τῶν σωμάτων, κατ’ ἀκριβῆ ἀναλογίαν, ὅπως μὴ ἀδικῶνται οἱ ἀξιωματικοὶ τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ σώματος ἢ ὅπλου, καὶ διὰ τῆς τηρήσεως τοιαύτης ἀναλογίας παύσουν τὰ μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν παράπονα κατὰ τῶν εὐνοουμένων τοῦ Ὑπουργείου, καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Σήμερον τὸ Ὑπουργεῖον, μὴ τηρῆσαν τὴν ὀφειλομένην ἀναλογίαν, ἠδίκησεν ἄνευ λόγου τὸ πεζικὸν καὶ τὸ ἱππικόν. Κατὰ τὴν ὑποβληθεῖσαν κατάστασιν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου, τὸ μὲν πυροβολικὸν καὶ μηχανικὸν κατέχουσι τὰ δύο τρίτα τῶν γενικῶν θέσεων, ἤτοι ἕκαστον ἀνὰ ἓν τρίτον, τὸ δὲ ὑπολειπόμενον τρίτον τὸ πεζικόν, καὶ δύο μόνον θέσεις τὸ ἱππικόν, ὅπερ φαίνεται μὴ τυγχάνον, ὡς προεῖπον, τῆς εὐνοίας τοῦ Ὑπουργοῦ. Εἶναι τοῦτο τήρησις ἀκριβοῦς ἀναλογίας εἰς διέγερσιν καὶ συντήρησιν στρατιωτικοῦ φρονήματος, ἡ τοιαύτη εὔνοια μὲν πρὸς τούτους, δυσμένεια δὲ πρὸς ἐκείνους; Προβαίνομεν ἤδη εἰς ἄλλην παράβασιν. Ἑνὸς κακοῦ δοθέντος, μυρία ἕπονται. Τὴν μίαν παράβασιν ἀκολουθεῖ ἑτέρα, καὶ τὴν μίαν παρανομίαν ἄλλη παρανομία. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρεβίασε καὶ τὸν περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν πάγιον νόμον, καθὼς καὶ τὸν περὶ συντάξεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμον. Κατὰ τὸν περὶ προβιβασμοῦ πάγιον νόμον, οὐδεὶς ἀξιωματικὸς προβιβάζεται, ἐὰν δὲν ὑπηρετῇ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ (Νόμος ΧΗΕʹ τοῦ 1886). Ὁ δὲ ὑπηρετῶν ὡς τοιοῦτος προβιβάζεται, ἀφ’ οὗ ἀποκτήσῃ τὸν πρὸς προβιβασμὸν ἀπαιτούμενον χρόνον· ὁ δὲ περὶ τούτου νόμος διαλαμβάνει, ὅτι οὐδεὶς προβιβάζεται ἀνθυπολοχαγὸς, ἐὰν δὲν ὑπηρέτησεν ἓν τοὐλάχιστον ἔτος ὡς ἀνθυπασπιστής, οὐδεὶς προβιβάζεται ὑπολοχαγὸς, ἐὰν δὲν ὑπηρέτησεν ὡς ἀνθυπολοχαγὸς δύο ἔτη, οὐδεὶς προβιβάζεται λοχαγός, ἐὰν δὲν ὑπηρέτησεν ὡς ὑπολοχαγὸς δύο ἔτη, καὶ οὕτως ἐφεξῆς. Ὁ ἀποστρατευόμενος ἀξιωματικὸς, ὄχι μόνον δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην, ἀλλὰ καὶ δὲν δύναται, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ, νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ, διότι ἡ ἀποστράτευσις τὸν ἐπαναφέρει εἰς τὸν ἰδιωτικὸν αὐτοῦ βίον, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ὑπάρχει νόμος, ἐπιτρέπων τῷ κ. Ὑπουργῷ, νὰ ἐπαναφέρῃ ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ τὸν ὁπωσδήποτε ἀποστρατευθέντα ἀξιωματικόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, χωρὶς νὰ δικαιῶται ἐκ τοῦ νόμου, ἐπανέφερε πολλοὺς ἀποστράτους ἐν τῇ ἐνεργῷ ὑπηρεσίᾳ τοῦ στρατοῦ, καὶ ἄλλους μὲν ἔθεσε κατόπιν ἐν ἀποστρατείᾳ, τινὰς δὲ τούτων ἐπροβίβασεν, ὄχι μόνον παρὰ τὸν νόμον, ἀλλὰ καὶ ἐναντίον τῶν ὅσων διεκήρυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὑποστηρίξας δι’ ἐπιχειρημάτων, ἀνεπιδέκτων πάσης ἀμφισβητήσεως, ὅτι ὁ ἀπόστρατος ἀξιωματικὸς δὲν ἀνακαλεῖται ἐν τῇ στρατιωτικῇ τάξει καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν τὰ Δικαστήρια ἤθελον ἀποφανθῆ ὑπὲρ τοῦ τεθέντος ἐν ἀποστρατείᾳ ἔστω καὶ παρανόμως· διότι ἔλεγε τότε, ὅτι τὰ Δικαστήρια ἀποφαίνονται καὶ ἐπιδικάζουσιν ἀποζημιώσεις χρηματικὰς, δὲν δύνανται δὲ νὰ χορηγῶσι καὶ βαθμούς. Τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπονέμειν βαθμοὺς εἶναι δικαίωμα τοῦ Ἡγεμόνος καὶ μόνον. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἠδύνατο βεβαίως νὰ χορηγήσῃ αὐτοῖς τὴν ἐπιδικασθεῖσαν ἀποζημίωσιν, καὶ κατόπιν νὰ τοῖς χορηγήσῃ τὴν σύνταξιν, οὐχὶ δὲ καὶ νὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Ἀλλὰ σήμερον δυνατὸν νὰ προφασισθῇ, ὀχυρούμενος ὄπισθεν μιᾶς δικαστικῆς ἀποφάσεως, ὅτι, ἀφοῦ τὰ Δικαστήρια ἀπεφάνθησαν ὑπὲρ τῶν τοιούτων, ὤφειλε νὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ, σεβόμενος οὕτω τὰς ἀποφάσεις τῆς δικαιοσύνης. Ἡμεῖς ἠθέλομεν σεβασθῆ τὴν γνώμην ταύτην, ἐὰν προήρχετο ἐκ ταύτης καὶ μόνης τῆς αἰτίας, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὄχι μόνον παρεβίασε τοὺς κειμένους νόμους, ἀλλὰ σὺν τούτοις δὲν ἐσεβάσθη καὶ τὰς ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων, ἅτινα ἀπεφάνθησαν περὶ ἀποζημιώσεως χρηματικῆς. Π. χ. τὰ Δικαστήρια ἐπεδίκασαν διὰ τὸν ἀνθυπομοίραρχον Κ. Καραγιάννην καὶ τὸν ἀνθυπολοχαγὸν Ἀπόστολον Φιλίππου ἀποδοχὰς λοχαγοῦ. Τί ἔπραξε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν; Τοὺς ἐπανέφερε διὰ Διατάγματος, μὴ στηριζομένου εἰς νόμον, μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, διορίσαν τὸν πρῶτον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Μοιραρχίας Τρικκάλων ὡς ἀνθυπομοίραρχον, καὶ μετὰ παρέλευσιν, ὀλίγου χρόνου ἐχορήγησεν αὐτῷ σύνταξιν λοχαγοῦ, ἐναντίον τοῦ 5ου ἄρθρου τοῦ νόμου περὶ συντάξεως τῶν ἀξιωματικῶν. Ἡ διάταξις τοῦ εἰρημένου ἄρθρου καθορίζει, ὅτι ἡ σύνταξις προσδιορίζεται ἐκ τοῦ βαθμοῦ, ὃν ὁ ἀξιωματικὸς φέρει. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ κ. Ὑπουργὸς προσδιώρισεν εἰς τὸν ἀνθυπομοίραρχον Κ. Καραγιάννην σύνταξιν λοχαγοῦ διὰ Β. Διατάγματος κατὰ μῆνα Φεβρουάριον τοῦ 1887, ἀλλὰ τὸ Διάταγμα τοῦτο δὲν στηρίζεται ἐπὶ οὐδενὸς νόμου, καὶ συνεπῶς τῷ ἐδόθη σύνταξις ἀπέναντι τῆς ἐπιδικασθείσης αὐτῷ χρηματικῆς ἀποζημιώσεως, οὐχὶ δὲ τοῦ βαθμοῦ, ὃν ἔφερεν· ἐντεῦθεν ἡ παράβασις τοῦ περὶ συντάξεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμου. Ὥστε ἔχομεν διπλῆν παράβασιν νόμου, διότι διὰ μὲν τοῦ πρώτου Διατάγματος ἄνευ νόμου τὸν ἐπανέφερεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, διὰ δὲ τοῦ δευτέρου τῷ ἐχορήγησε σύνταξιν, οὐχὶ τοῦ βαθμοῦ, ὃν ἔφερεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀλλ’ ἀνωτέρου. Τὸν δεύτερον, ἀφοῦ τὸν ἐπανέφερεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, παρεβίασεν ἐπανειλημμένως τὸν περὶ προβιβασμοῦ νόμον, ἀφοῦ ἅπαξ τὸν ἐπανέφερεν ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ ὡς ἀνθυπολοχαγόν, διότι μετὰ πέντε μῆνας τὸν προεβίβασεν ὑπολοχαγόν, χωρὶς νὰ συμπληρώσῃ τὸν πρὸς προβιβασμὸν ἀπαιτούμενον χρόνον· καὶ δὲν ἤρκεσε τοῦτο, ἀλλὰ μετὰ τρεῖς μῆνας ἀπὸ τοῦ προβιβασμοῦ του, ὡς ὑπολοχαγοῦ, τὸν προεβίβασε λοχαγόν, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ὑπηρετήσῃ ὡς ὑπολοχαγὸς δύο ἔτη, κατὰ νόμον. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συμβαίνωσι τοιαῦτα παράνομα καὶ ἀλλόκοτα ἐν τῷ στρατῷ; Μήπως ταῦτα πηγάζωσιν ἐξ ἀγνοίας τῶν νόμων, ἢ μήπως τὰ χρεωστῶμεν εἰς ὑπερβολικὴν εὐαισθησίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς τοὺς ἀξιωματικούς, διὰ προγενέστερα ἀδικήματα εἰς ἀποστράτους ἀξιωματικούς; Οὔτε ἄγνοια νόμου, οὔτε φιλανθρωπίας αἴσθημα ἐξώθησε τὸν κ. Ὑπουργὸν εἰς τὰς παρανομίας ταύτας, ἀλλὰ σκοπός, ἀπὸ μακροῦ μετὰ πεισμονῆς ἐπιδιωκόμενος, σκοπὸς καταχθόνιος, τὸν ὁποῖον καταγγέλλουσιν αὐτὰ τὰ πράγματα, σκοπὸς ἀνατροπῆς ἐν τῷ στρατῷ παντὸς, ὅ,τι ὑπῆρχε καλὸν, γενναῖον καὶ ὑψηλόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀποκλείων τοὺς ἀξιωματικοὺς ἀπὸ τῆς Βουλῆς, παραβιάζων τὸν περὶ προβιβασμοῦ πάγιον νόμον, συγχέων τὸν περὶ συντάξεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμον, εὐνοῶν καὶ προάγων τούτους, καταδιώκων ἐκείνους, συνταράσσων τοὺς στρατιωτικοὺς ὀργανισμούς, ἐπεδίωξε καὶ ἐπιδιώκει καὶ θὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ἐλέγχου τῶν ἐν τῷ στρατῷ παρανομιῶν αὐτοῦ, καὶ τὴν κατάπτωσιν τοῦ στρατιωτικοῦ φρονήματος, ὀνειρευόμενος νὰ καταστήσῃ τὸν στρατὸν ὄργανον εὐπειθὲς τῶν ὀρέξεων αὐτοῦ. Ἰδοὺ ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἐν τῷ στρατῷ ὁ προϊστάμενος αὐτοῦ. Ἄλλη νόμου παράβασις εἶναι ἡ ἀκόλουθος.... Μὴ βαρυθυμῆτε, Κύριοι. Ἐδῶ δὲν προωρίσθημεν δι’ ἄλλο τι κατὰ τοὺς δυστυχεῖς τούτους χρόνους, ἢ νὰ καταγγέλλωμεν καὶ ἀκούωμεν παρανομίας, ὧν ὁ θερισμὸς εἶναι ἄφθονος, χάρις τῷ κ. Πρωθυπουργῷ. Ἔχομεν λοιπὸν καὶ ἄλλην παράβασιν, ἐναντίον τοῦ περὶ ὁρίου ἡλικίας νόμου. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν προεβίβασεν εἰς λοχαγόν, παρὰ τὸν νόμον, τὸν νόμῳ ἀπόστρατον ὑπολοχαγὸν Γ. Κατσώναν, ὅστις συνεπλήρου τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας αὐτοῦ, ἐν ἀρχῇ τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου π. ἔ., δημοσιευθέντος τοῦ Διατάγματος τῇ 18 Ὀκτωβρίου, ἡμέρᾳ τοῦ προβιβασμοῦ αὐτοῦ εἰς λοχαγὸν, ὅτε πλέον νόμῳ ἦτο ἐν ἀποστρατείᾳ Ταῦτα λέγω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐλέγξω τὴν ἄτοπον καὶ παράνομον ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Στρατιωτικῶν, καὶ οὐχὶ τὸν προβιβασμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ, ὅστις ὁμολογουμένως εἶναι εἷς τῶν ἱκανωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ, καὶ ἐδικαιοῦτο νὰ προβιβασθῇ. Πᾶσαι αἱ παραβάσεις αὗται εἰς οὐδὲν τείνουσιν, εἰμὴ εἰς κατάπτωσιν τοῦ στρατιωτικοῦ φρονήματος, τὸ ὁποῖον ἐν ἄλλοις τόποις, ὡς προεῖπον, ὑποστηρίζεται διὰ πάσης θυσίας ἐκ μέρους τῶν Κυβερνήσεων. Πᾶσαι αὗται αἱ ἐνέργειαι τοῦ Ὑπουργείου βάσιν ἔχουσι τὴν ἀδικίαν, ἥτις ἀληθῶς εἶναι ὁ καταστρεπτικώτερος παράγων πάσης χώρας καὶ πάσης Πολιτείας. Ἐὰν ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμῇ τὴν ὕπαρξιν ἐθνικῆς δυνάμεως, ἀνάγκη νὰ γνωρίσῃ, ὅτι ἡ ἀπονομὴ πλήρους καὶ τελείας δικαιοσύνης δύναται νὰ ὑψώσῃ τὸ στρατιωτικὸν τῆς χώρας αἴσθημα καὶ τὸν ἔρωτα τῆς δόξης εἰς τὸ ὑψηλὸν τοῦ στρατιώτου ἐπάγγελμα· ἄλλως, ἐπὶ ματαίῳ τὸ Κράτος δαπανᾷ τὸ τέταρτον τῶν ἐσόδων του, διότι ὁ στρατὸς ἡμῶν, ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὸν μετεσχημάτισε καὶ ἐξακολουθεῖ μετασχηματίζων αὐτὸν, οὐδὲν ἄλλο εἶναι, ἢ ἄθροισμα ὁπλοφόρων, μὴ ἀνταποκρινόμενον εἰς τὸν προορισμόν του. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις, ὡς εἶπον ἀρχόμενος, οὐχὶ μικρὰς, οὐδ’ ὀλίγας παραβάσεις τῶν κειμένων νόμων περιέχει. Ἡ ἐν αὐτῷ ἀναγεγραμμένη δαπάνη τῶν 17,000,000 περίπου προβλέπει περὶ συντηρήσεως στρατοῦ, ὑπάρχοντος μόνον ἐν τῷ χάρτῃ καὶ τοῖς πίναξιν, ἀλλ’ ὅστις δὲν ὑπάρχει πράγματι, ὡς δειχθήσεται κατωτέρω. Τὸ πρῶτον ἐξαγόμενον τῆς ἐρεύνης τοῦ ὑπὸ τὴν ψήφισιν τῆς Βουλῆς ὑποβεβλημένου Προϋπολογισμοῦ εἶναι ἡ ἀντίθεσις τοῦ ἐν αὐτῷ ἀναγεγραμμένου ἀριθμοῦ ἀξιωματικῶν, ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν καὶ ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὸν διὰ τοῦ ὀργανικοῦ νόμου ὁριζόμενον ἀριθμὸν ἀξιωματικῶν. Παρακαλῶ τοὺς ἡμετέρους συναδέλφους, νὰ ἐντείνωσι τὴν προσοχὴν αὐτῶν ἐπὶ τῶν κατωτέρω ῥηθησομένων, ἵνα κατανοήσωσιν εἰς ποῖον κυκεῶνα, εἰς ποῖον λαβύρινθον κατήντησεν ἡ διοίκησις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ ὀργανικὸς νόμος, ἡ βάσις δηλονότι τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως, τὸ Σύνταγμα, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ στρατοῦ, ὁρίζει ἐπακριβῶς τὸν ἀναγκαιοῦντα ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν παντὸς ὅπλου καὶ ὑπηρεσίας εἰς 1698. Ἡ κατάστασις, ἣν κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, ἀναγράφει δύναμιν ἀξιωματικῶν 1754. Ὁ δὲ Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει καὶ ὁρίζει τὴν δύναμιν τῶν ἀξιωματικῶν εἰς 1837. Οἱ ἀριθμοὶ τῆς ὑποβληθείσης ἡμῖν καταστάσεως διαφέρουσι τῆς νομίμου κατὰ τὸν ὀργανικὸν νόμον δυνάμεως κατὰ 62 ἀξιωματικοὺς ἐπὶ πλέον, ὁ δὲ Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει δύναμιν ἐπὶ πλέον τῆς νομίμου κατὰ 139 ἀξιωματικούς. Δύναταί τις νὰ μοὶ ἀντείπῃ, ὅτι οἱ ὑπεράριθμοι οὗτοι ἀξιωματικοὶ δικαιολογοῦνται, διότι κατὰ νόμον ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς ἐκ τῶν Σχολῶν ἐξερχομένους ἀξιωματικοὺς νὰ ὑπηρετῶσιν ὡς ὑπεράριθμοι, μέχρι συμπληρώσεως χηρευουσῶν θέσεων. Ἀλλὰ, καὶ τούτου δοθέντος, τὸ Ὑπουργεῖον ὀφείλει μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον νὰ φέρῃ τὴν ἐξίσωσιν τῆς πραγματικῆς δυνάμεως τῶν ἀξιωματικῶν πρὸς τὸν ὀργανικὸν νόμον, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ οὕτω μέγας ἀριθμὸς ὑπεραρίθμων ἀξιωματικῶν. Ἂν ἐξακολουθῇ τὸ αὐτὸ, ὡς μέχρι τοῦδε, σύστημα, ὁ ψηφισθεὶς πρὸ ὀλίγου νόμος περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἀνθυπασπιστῶν θὰ καταστῇ γράμμα νεκρόν. Τὸ μέγα ὅμως κακὸν, ἡ προφανὴς παρανομία, δὲν εἶναι μόνον, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ὑπερέβη τὸ ὑπὸ τοῦ ὀργανικοῦ νόμου ὁριζόμενον ὅριον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλ’ ὅτι παρεβίασε καὶ τὴν κατὰ νόμον βαθμολογικὴν κλίμακα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀριθμητικὴν δύναμιν τῶν διαφόρων βαθμῶν τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ τοῦτο, ἵνα εὐχαριστήσῃ τοὺς φίλους καὶ εὐνοουμένους αὑτοῦ, ἀψηφῶν καὶ νόμους καὶ Βουλήν. Κατὰ τὸν ὀργανικὸν νόμον, ἡ δύναμις τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ πρέπει νὰ σύγκηται ἐξ 6 ὑποστρατήγων, 30 συνταγματαρχῶν, 30 ἀντισυνταγματαρχῶν, 298 λοχαγῶν, 317 ὑπολοχαγῶν καὶ 498 ἀνθυπολοχαγῶν, ἤτοι ἐν ὅλῳ ἐκ 1308 μαχίμων ἀξιωματικῶν προστιθεμένων δὲ καὶ τῶν οἰκονομικῶν καὶ ὑγειονομικῶν, ἡ δύναμις αὐτῶν ἀνέρχεται εἰς 1698 ἐν ὅλῳ ἀξιωματικούς· παραβαλλομένων δὲ τούτων πρὸς τὸν ἀριθμὸν 1837, τὸν ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, εὑρίσκομεν ἐπὶ πλέον 139 ἀξιωματικούς. Κατὰ τὸν ἀναγραφόμενον ἀριθμὸν ἀξιωματικῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ τὸν ἐν τῇ ἐπισήμῳ καταστάσει, ἣν ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν Βουλήν, φαίνεται προφανῶς, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον, παραβιάσαν τὴν βαθμολογικὴν τάξιν, προεβίβασεν 63 ἀξιωματικοὺς ἀπὸ βαθμοῦ εἰς βαθμὸν ἐπὶ πλέον τῆς νομίμου βαθμολογικῆς τάξεως, παρὰ τὸν ὀργανικὸν νόμον, ὡς ἑξῆς: Συνταγματάρχας 5, ἀντισυνταγματάρχας 4, ταγματάρχας 25 καὶ λοχαγοὺς 29. Ἤτοι ἐπροβίβασεν ἑξήκοντα τρεῖς, ἀπὸ βαθμοῦ εἰς βαθμὸν, πέραν τῶν ὡρισμένων ἐν τῷ ὀργανικῷ νόμῳ τοῦ στρατοῦ, καὶ διὰ νὰ τοὺς τοποθετήσῃ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἠναγκάσθη νὰ προβῇ εἰς ὅ,τι οὐδεὶς τῶν μέχρι τοῦδε Ὑπουργῶν, ὄχι μόνον δὲν ἐτόλμησε νὰ πράξῃ, ἀλλ’ οὔτε νὰ διανοηθῇ, ἐνῷ ὤφειλε νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τοὺς πίνακας τοῦ ἀνωτέρω ὀργανικοῦ νόμου καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς διαφόρους βαθμοφόρους τῶν σωμάτων. Ἐκ πάντων τούτων ἀποδεικνύεται ἐναργῶς, ὑποστηρίζεται δὲ καὶ ὑπὸ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς παρεβίασε τὸ ἄρθρον 17 τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νόμου, καὶ προέβη καὶ θὰ προβῇ εἰς προβιβασμοὺς καὶ μεταβολὰς βαθμοφόρων, μὴ προβλεπομένας ὑπὸ τοῦ ὀργανικοῦ νόμου, κατὰ τὴν συνδυαστικὴν μέθοδον, ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς τοὺς οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ....
§25ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ....
§26Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἤκουσα φωνὴν νὰ λέγῃ, ὅτι δὲν ἐπροβιβάσθησαν.
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὗτοι ἐγένοντο ἐπὶ τῆς ἐπιστρατεύσεως, ὅτε οἱ ἀριθμοὶ τὸ ἐπέτρεπον.
§28Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθές, διὰ ποῖον λόγον ἀνεγράψατε καὶ ἄλλους βαθμοὺς ἀξιωματικῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, παρὰ τὸν ὀργανικὸν νόμον;
§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οἱ προβιβασμοὶ καλῶς ἔχουσι, καίτοι καθ’ ὑπέρβασιν ἐγένοντο, διότι ὁ νόμος ἐπὶ ἐπιστρατείας ἐπέτρεπε προβιβασμοὺς εἰς θέσεις μὴ ὀργανικὰς, κατόπιν ἐπανῆλθεν ἡ κανονικὴ κατάστασις, περιορίσασα τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλ’ ὅσοι ἦσαν προβιβασμένοι ἔμειναν προβιβασμένοι καὶ κατὰ τὸν νόμον διατηροῦνται ἐν ἐνεργείᾳ, μέχρις οὗ, χηρευουσῶν ὀργανικῶν θέσεων, καταλαμβάνουσιν αὐτάς, οὐδεὶς ὅμως νεώτερος προβιβασμὸς ἐγένετο, ὡς ὑπέθεσεν ὁ κ. Βουλευτής. Ὡς πρὸς τοὺς εἰρημένους ὑπεραρίθμους, ὑπάρχει διάταξις νόμου, κανονίζουσα τὰ περὶ αὐτῶν, καθ’ ἣν δύνανται νὰ διορίζωνται ὡς ὑπεράριθμοι εἰς θέσεις ἐνεργείας, ἀφοῦ ὅπως δήποτε ἐκ τοῦ περιορισμοῦ τῶν στελεχῶν μείνωσιν ἄνευ θέσεων. Οὗτοι μένουσιν ἀξιωματικοὶ ἐν ἐνεργείᾳ, ἀπολαύοντες τῶν πλεονεκτημάτων, τὰ ὁποῖα ὁ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμος ἀσφαλίζει εἰς αὐτούς.
§30Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ὡμολόγησεν, ὅτι ὅσα παρ’ ἐμοῦ ἐλέχθησαν ἐντεῦθεν ἦσαν ἀκριβῆ, ἀλλὰ δὲν παραδέχομαι, ὅτι δὲν ἐγένοντο μεταβολαὶ καὶ παραβάσεις τῆς βαθμολογικῆς τάξεως ἀπὸ βαθμοῦ εἰς βαθμόν· διότι ηὔξησε τοὺς διαφόρους βαθμοὺς διὰ προβιβασμῶν, κατὰ τρόπον, μὴ καταφανῆ, τηρήσας μόνον τὸν ἀριθμὸν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τοὺς αὐτοὺς βαθμοὺς, εἰσαγαγὼν ἐν τῇ στρατιωτικῇ ἱεραρχίᾳ τὴν μέθοδον τοῦ συνδυασμοῦ, ἑπομένως ἔπραξε παρὰ τὰ κεκανονισμένα, κατὰ παράβασιν τῶν ὀργανικῶν πινάκων, ἐν οἷς φαίνεται καὶ κανονίζεται ἡ σύνθεσις ἑκάστης μονάδος καὶ οἱ ἀναγκαῖοι κατὰ τὸν ὀργανισμὸν βαθμοφόροι αὐτῆς.
§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὐτὸ δείξατε, διότι οὐδεμία παράβασις ἐγένετο.
§32ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Φρονεῖτε, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι, ἐπειδὴ ἐγένετο προβιβασμὸς ἐν συνδυασμῷ, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι παράβασις;
§33Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ πρόκειται ν’ ἀποδείξητε.
§34Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Βεβαίως θὰ τὰ ἀποδείξω· καὶ ἐπὶ παραδείγματι, εἰς τὸ σῶμα τοῦ πυροβολικοῦ. Ἡ κατὰ νόμον ὀργανικὴ δύναμις τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πυροβολικοῦ, ὀπλοστασίου, καὶ Διευθύνσεως ὑλικοῦ πολέμου, καὶ τμήματος πυροβολικοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ συνίσταται ἐκ 3 συνταγματαρχῶν, 5 ἀντισυνταγματαρχῶν, 14 ταγματαρχῶν καὶ 36 λοχαγῶν, ἀλλὰ τινὲς ἀξιωματικοὶ τοῦ ἐν λόγῳ σώματος ἐτοποθετήθησαν ἐν ταῖς γενικαῖς θέσεσι τοῦ στρατοῦ πέραν τῆς ἀναλογίας, καὶ συνεπῶς ἐπροβιβάσθησαν, ἐντεῦθεν δ’ ὁ περὶ προβιβασμοῦ συνδυασμός. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, τὸ Ὑπουργεῖον ἀνέγραψεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐπὶ πλέον βαθμοφόρους ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς, μὴ προβλεπομένους ὑπὸ τοῦ ὀργανικοῦ νόμου, ὅπερ εἶναι καθαρὰ παράβασις, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ δικαιολογήσῃ καὶ τὴν πρᾶξίν του ταύτην. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, θέλων νὰ δικαιολογηθῇ, εἶπεν ἐν τέλει, ὅτι, πᾶν ὅ,τι ἔπραξε, τὸ ἔπραξεν ἐν τῷ νομίμῳ· ἀλλ’ ἡμεῖς ἀπεδείξαμεν διὰ τῶν πραγμάτων τοὐναντίον. Ἀλλὰ, καὶ ἂν θέλῃ νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἰδέαν του, στηριζομένην εἰς τὴν δύναμιν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, τῷ λέγομεν, ὅτι δὲν ἦτο καὶ ἐν τῷ δικαίῳ, διότι παρεβίασεν ὄχι μόνον τὴν ἀναλογίαν, ὡς πρὸς τὴν τοποθέτησιν τῶν ἀξιωματικῶν εἰς τὰς γενικὰς θέσεις τῶν διαφόρων ὅπλων, ἀλλὰ παρεβίασε καὶ τὴν παρὰ τοῦ ὀργανικοῦ νόμου βαθμολογικὴν τάξιν, ὡς πρὸς τὸν νόμιμον ἀριθμὸν τῶν διαφόρων βαθμοφόρων. Ἐκ τῶν πολλῶν συνδυασμῶν αὐτοῦ ἀναφέρω τοὺς ἑξῆς: Ἀναγράφει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, πρὸς δικαιολογίαν προβιβασμοῦ, 2 ἀντισυνταγματάρχας, 2 ταγματάρχας, 2 λοχαγοὺς καὶ 2 ἀνθυπολοχαγοὺς ἐπὶ πλέον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ συμβουλευτικοῦ τμήματος τοῦ συντάγματος τοῦ Μηχανικοῦ, ἐνῷ τοιοῦτον τμῆμα δὲν διαλαμβάνει ὁ ὀργανικὸς πίναξ Ϛʹ τοῦ ἐν λόγῳ σώματος. Ἐτροποποίησεν ἢ μετεσχημάτισεν ἄνευ νόμου τὸν πίνακα καὶ συνδυαστικῶς μετέβαλεν ἐν τῷ φύλλῳ λεπτομερείας τοῦ σώματος τούτου τοὺς 7 ταγματάρχας εἰς 4, καὶ προσέθεσε 4 λοχαγοὺς καὶ 8 ὑπολοχαγοὺς πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν παρανόμως ἀφαιρεθέντων καὶ μετατραπέντων 3 ταγματαρχῶν, ὡς διευθυντῶν τῶν ἑπτὰ Διευθύνσεων τοῦ Μηχανικοῦ ἐν τοῖς διαφόροις νομοῖς τοῦ Κράτους, καὶ τοῦτο διὰ νὰ προβιβάσῃ λοχαγοὺς πλείονας τοῦ νομίμου ἀριθμοῦ, ἀποστερήσας οὕτω τὸν προβιβασμὸν τριῶν λοχαγῶν τοῦ Μηχανικοῦ εἰς ταγματάρχας, καὶ ταῦτα ἐν συνδυασμῷ καὶ οὐχὶ νόμῳ. Ἄλλος συνδυασμός. Εἰς τὸ σῶμα τοῦ πυροβολικοῦ καὶ ὀπλοστασίου ἀνέγραψεν ὡσαύτως ἐπὶ πλέον 1 συνταγματάρχην ὡς ἐπιθεωρητὴν, καὶ 1 λοχαγὸν ὑπασπιστήν. Ἐπίσης 1 ἀντισυνταγματάρχην, 1 ταγματάρχην καὶ 2 λοχαγοὺς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν συμβουλευτικοῦ τμήματος, ἐνῷ ἐν τῷ ὀργανικῷ πίνακι Εʹ τῆς συντάξεως τοῦ πυροβολικοῦ δὲν διαλαμβάνεται τοιοῦτον τμῆμα, ἀλλ’ οὔτε καὶ οἱ ἐπὶ πλέον ἀναγραφέντες ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ μνησθέντες βαθμοφόροι. Τρίτος συνδυασμός. Εἰς τὴν Διεύθυνσιν τοῦ ὑλικοῦ πολέμου ἀναγράφονται, παρὰ τὸν ὀργανικὸν νόμον, ἐπὶ πλέον, καὶ χωρὶς νὰ ἐμπεριέχωνται ἐν τῷ ὀργανικῷ πίνακι τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τῆς Διευθύνσεως, 1 συνταγματάρχης καὶ 2 ταγματάρχαι· καὶ τοῦτο φαίνεται ἐγένετο πρὸς δικαιολόγησιν καὶ ἑτέρων ἐπὶ πλέον προβιβασμῶν ἐν τῷ σώματι τοῦ πυροβολικοῦ, πρὸς δὲ καὶ πρὸς τοποθέτησιν τοῦ ἀδικαιολογήτως προβιβασθέντος ἑνὸς μόνου ταγματάρχου, καθόσον ἐν τῷ σχετικῷ αὐτοῦ σώματι οὐδεμία ὑπῆρξε κενὴ θέσις, καὶ διότι ἐκτὸς τοῦ ἀντισυνταγματάρχου ἐπιθεωρητοῦ, ὃν ἔχει ἀναγεγραμμένον, ἀνέγραψε καὶ 1 ταγματάρχην, δεύτερον ἐπιθεωρητήν, παρὰ τὰ νενομισμένα, ἐν ᾧ οὐδένα ἐπιθεωρητὴν ἀνέγραψεν εἰς τὸ σῶμα τοῦ ἱππικοῦ, τὸ ὁποῖον σύγκειται ἐκ τριῶν συνταγμάτων, ἐν ᾧ ἡ Διεύθυνσις τοῦ ὑλικοῦ πολέμου δὲν ἔχει δύναμιν ὁπλιτῶν, εἰμὴ εὐαρίθμους τινὰς πρὸς καθαρισμὸν τῶν ὅπλων. Τέταρτος συνδυασμός. Προσετέθησαν εἰς τὰς γενικὰς θέσεις ἐπὶ πλέον 3 ταγματάρχαι καὶ 2 ἀντισυνταγματάρχαι, ἀντὶ τῶν κατὰ νόμον ταγματαρχῶν καὶ τοῦτο, ὅπως προβιβάσῃ δύο συνταγματάρχας. Καὶ πέμπτος συνδυασμός. Εἰς τὰ διάφορα τμήματα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν σκοπίμως ἀνεγράφησαν οἱ διευθύνοντες τὰ τμήματα ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ ἄνευ διακρίσεως τοῦ βαθμοῦ ἑκάστου τούτων, καὶ τοῦτο διὰ νὰ δύνηται ὁ Ὑπουργὸς νὰ προβιβάζῃ ὅντινα θέλῃ καὶ ὅταν θέλῃ, ὁ δὲ βαθμὸς αὐτῶν ὁρίζεται ὡς ἔχουσιν ἐκ τῆς ἀναγραφείσης μηνιαίας μισθοδοσίας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἐν ᾧ ἔπρεπεν ἐκ τοῦ βαθμοῦ ἑκάστου νὰ ἀναγράφηται ἡ μισθοδοσία ἐκείνου. Κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1889, ἡ δύναμις τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ ἀνέρχεται εἰς 26,187 ἄνδρας, δυνάμει τοῦ περὶ τούτου ψηφισθέντος νόμου περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ. Πρὸς συντήρησιν δὲ ταύτης ἀπαιτεῖται δαπάνη ἐπακριβῶς ἐκ δρ. 19,759,271 ἀλλ’ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ φέρεται δαπάνη μόνον ἐκ δρ. 17,131,000 ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον κατὰ δρ. 2,628,271. Πόθεν πηγάζει ἡ οἰκονομία αὕτη τῶν 2,628,271; Ποῦ στηριζόμενος ὁ κ. Ὑπουργὸς, ποιεῖ τὴν ἀφαίρεσιν ταύτην τῶν κατὰ νόμον ὡρισμένων, ὡς ἀναγκαίων, ὡς ἀπαραιτήτων, δαπανῶν; Καὶ ὁ πρό τινος ὑφ’ ἡμῶν ψηφισθεὶς νόμος περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ ἀναγράφει δύναμιν ἐξ ἀνδρῶν 26,187 καὶ ὁ ὑπ’ ὄψει ἡμῶν Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει τὴν αὐτὴν δύναμιν, αἱ δαπάναι ὅμως, ἐν μὲν τῷ νόμῳ διὰ τὸν αὐτὸν ἀριθμὸν ἀνδρῶν ἀναβιβάζονται εἰς 19,759,231, ἐν δὲ τῷ Προϋπολογισμῷ περιστέλλονται εἰς 17,131,000 μόνον. Ἀνάγκη τὸ ἕτερον τῶν ποσῶν τούτων νὰ ἦναι ψευδές. Ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ ἀληθές; Μήπως πράγματι ἡ δαπάνη πρὸς συντήρησιν στρατοῦ ἐξ 26,187 ἀνδρῶν ἀπαιτῇ δαπάνην μόνον 17,131,000, ἑπομένως ψευδῶς ἀνέγραψε δαπάνην 19,759,271 ὁ πρὸ δέκα ἡμερῶν εἰσαχθεὶς καὶ ψηφισθεὶς νόμος; ἢ χάριν τοῦ ψευδοϊσοζυγίου θυσιάζεται τόσον ἐλαφρῶς ἡ ἀρτία ὀργάνωσις καὶ τελεία σύνταξις τοῦ στρατοῦ; Ἐὰν συμβαίνῃ τὸ πρῶτον, ψευδῆ εἰσηγήσατο καὶ ὑποστηρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀναβιβάσας τὴν ἀπαιτουμένην δαπάνην διὰ τὴν συντήρησιν τῆς ὀργανικῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ· ἐὰν τὸ δεύτερον, ἀδικαιολογήτως καὶ ἐθνοβλαβῶς παρενείρει τὴν ἀπαιτουμένην διὰ τὸν στρατὸν δαπάνην. Δυστυχῶς ἡ πραγματικὴ δαπάνη διὰ στρατὸν 26,000 προσεγγίζει τὰ 20,000,000, ὡς ἀναγράφει ὁ ψηφισθεὶς περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ νόμος, ἑπομένως, ἵνα περισταλῇ ἡ δαπάνη κατὰ 2,628,271 δραχμὰς, ἀνάγκη νὰ περισταλῇ ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ. Πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ ἀριθμός τις ἀξιωματικῶν, ἀριθμὸς μείζων ὑπαξιωματικῶν, καὶ ἀριθμὸς μέγας στρατιωτῶν. Ἀλλ’ ἂν γίνῃ τοῦτο, εἶναι δυνατὴ πλέον ἡ κατὰ τοὺς νόμους ἐκπαίδευσις καὶ ἄσκησις τοῦ στρατοῦ; Τὸ ζήτημα, Κύριοι, τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ ἀσκήσεως τοῦ στρατοῦ εἶναι τὸ σπουδαιότερον τῶν ζητημάτων, ἅτινα δύνανται νὰ ἀπασχολήσωσιν Ἑλληνικὴν Βουλήν. Χάριν τοῦ στρατοῦ ὑπεβλήθη ὁ τόπος εἰς βαρυτάτας θυσίας, χάριν τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ συντάξεως αὐτοῦ συνήψαμεν δάνεια, χάριν εὐπροσώπου καὶ ὠργανωμένου στρατοῦ ἀναγράφομεν καθ’ ἕκαστον ἔτος ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δαπάνην 20,000,000 δραχμῶν, τὸ τέταρτον δηλονότι τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις φρονῇ, ὅτι τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ δαπανᾷ 20,000,000, διὰ νὰ ὀργανώσῃ καὶ ἐκπαιδεύσῃ στρατὸν, οἷον ἀπαιτοῦσιν αἱ ἐθνικαὶ ἀνάγκαι, ἀναγράφουσι δὲ οἱ ὀργανικοὶ νόμοι, τότε προτιμότερον εἶναι, ἀντὶ νὰ παραλύῃ ἑκάστοτε τὸν στρατὸν, νὰ διαλύῃ αὐτὸν, ἐκγυμνάζουσα τοὺς κληρωτοὺς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις αὐτῶν ἀντὶ ἐλαχίστης δαπάνης, καὶ αὐξάνουσα τὸν ἀριθμὸν τῆς χωροφυλακῆς ἐξ ἐθελοντῶν, ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας. Ἡ χωροφυλακὴ δὲν εἶναι στρατὸς, οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις αὐτῶν ἐξασκούμενοι ἄνδρες δὲν εἶναι στρατὸς, ἀλλ’ ἐθνοφυλακή· ἀλλὰ μήπως ὁ καθ’ ἑκάστην σελήνην αὐξανόμενος καὶ ἐλαττούμενος στρατὸς ἦναι στρατὸς, δυνάμενος νὰ ἐκπαιδευθῇ καὶ ὀργανωθῇ; Πῶς θέλετε νὰ ᾖ στρατὸς, ὡς ἐννοοῦσιν αὐτὸν οἱ ὀργανικοὶ νόμοι καὶ ὡς ἀπαιτεῖ ἡ ἀξιοπρέπεια καὶ ἡ θυσία τοῦ Κράτους, ὅμιλος ἀνδρῶν, ἀκολουθῶν τὰς φάσεις τῆς σελήνης, πότε δηλ. αὐξάνων, πότε περιστελλόμενος, πότε δὲ μένων μὲ τὰ στελέχη αὐτοῦ ξηρά; Στρατὸς εἶναι ἄθροισμα ἀνδρῶν, ὠργανωμένων κατὰ μονάδας στρατιωτικὰς καὶ συμφώνως πρὸς τὴν τακτικήν. Ἵνα ἀσκηθῇ καὶ ὀργανωθῇ σύνταγμα, ἀπαιτοῦνται τοὐλάχιστον δύο τάγματα, ἵνα ἀσκηθῇ καὶ ἐκπαιδευθῇ τάγμα, ἀπαιτοῦνται τοὐλάχιστον δύο λόχοι, ἵνα ἀσκηθῇ καὶ ἐκπαιδευθῇ λόχος, χρειάζονται δύο τοὐλάχιστον οὐλαμοὶ, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἐν κεφαλαίῳ δὲ, ἵνα ὀργανωθῇ ὁ παρ’ ἡμῖν στρατὸς, ἀπαιτοῦνται κατὰ τὸν ὀργανικὸν νόμον 10 συντάγματα πεζικοῦ, 3 συντάγματα πυροβολικοῦ, 3 συντάγματα ἱππικοῦ, ἓν σύνταγμα μηχανικοῦ καὶ τὰ παραίτητα συμπληρωτικὰ ἢ ὑπηρετικὰ σώματα, 1698 ἀξιωματικοὶ καὶ 25,000 περίπου στρατιῶται καὶ ὑπαξιωματικοὶ, δι’ οὓς ἀπαιτεῖται δαπάνη 20,000,000 περίπου. Ὅταν ἐκ κακῶς νοουμένης οἰκονομίας θέλητε ν’ ἀφαιρέσητε δαπάνην 2,500,000 περίπου, πῶς ἄλλως θέλετε πραγματοποιήσει τὴν ἀφαίρεσιν ταύτην, ἢ ἀφαιροῦντες δεκάδας τινὰς ἀξιωματικῶν, ἑκατοντάδας ὑπαξιωματικῶν καὶ χιλιάδας στρατιωτῶν; Καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ταύτην, σπουδαίαν οὖσαν, πῶς θέλετε ἀρτίαν ἐκπαίδευσιν καὶ ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ, ἢ εἰδικώτερον, πῶς θέλετε νὰ καταρτισθῶσι συντάγματα καὶ τάγματα καὶ λόχοι, ὅταν δι’ ἔλλειψιν στελέχεων, ἢ ἐπαρκοῦς ἀριθμοῦ στρατιωτῶν, ἡ ἐκπαίδευσις καθίσταται ἀδύνατος; Ἢ ψηφίσατε ἄλλον ὀργανισμὸν οἰκονομικώτερον, ἀφοῦ θηρεύετε οἰκονομίας ἀπὸ τὸν στρατόν, ἢ διαλύσατε αὐτὸν, ἀλλὰ μὴ παραλύητε αὐτὸν, κολοβοῦντες καὶ ἀκρωτηριάζοντες μὲ τοὺς οἰκονομικούς σας συνδυασμούς. Καὶ πέρυσιν ἀνεγράψατε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὴν ὀργανικὴν δύναμιν τῶν 26,000, ἀλλὰ τὰ πράγματα ἔδειξαν, ὅτι δὲν τὴν ἐσεβάσθητε, ἀκρωτηριάσαντες αὐτὴν χάριν τῆς δῆθεν ἐπιτυχίας τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν σας. Ἡ κατάστασις, ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπαρουσίασεν ἡμῖν, ἐπὶ τῇ αἰτήσει μου, πρὸ εἴκοσιν ἡμερῶν, παρουσιάζει ἀριθμὸν δυνάμεως στρατοῦ κατὰ Ἰανουάριον ἐ. ἔ. ἐκ 18,470 μόνον! Ἴσως μετ’ ὀλίγον ἡ δύναμις αὕτη ἐλαττωθῇ, καὶ τότε πᾶσα ἐκπαίδευσις στρατοῦ ἔσεται ἀδύνατος. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἡ Κυβέρνησις ἀθετεῖ τὴν ὑποχρέωσιν, ἣν ἔχει ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὑποσχεθεῖσα αὐτῷ διὰ τῆς γενικῆς στρατολογίας τὴν στρατιωτικὴν τῶν κληρωτῶν ἐκπαίδευσιν καὶ μηδὲν ἄλλο. Ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ἀλλοκότου συστήματος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπερ ἐξακολουθεῖ ἐφαρμόζουσα ἐπὶ τοῦ στρατοῦ. Ἀπὸ παραβάσεως εἰς παράβασιν, ἀπὸ παρανομίας εἰς παρανομίαν βαίνουσα ἡ διοίκησις τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων, αὐξάνουσα, περιστέλλουσα, ἀκρωτηριάζουσα κατὰ βούλησιν τὸ στράτευμα, ἀφῄρεσεν ἀπ’ αὐτοῦ τὸ γόητρον καὶ τὸ φρόνημα, κατέστησε προβληματικὴν τὴν κατὰ τοὺς νόμους καὶ τὰς ἐθνικὰς ἀνάγκας ὀργάνωσιν καὶ ἐκπαίδευσιν αὐτοῦ, ἐσύγχυσε διὰ τραγελαφικῶν νόμων τὴν εὔληπτον καὶ σαφῆ στρατιωτικὴν νομοθεσίαν, καὶ εἰσήγαγεν, ὡς θεσμὸν ὑπέρτατον, τὴν θέλησιν τοῦ κακῇ μοίρᾳ προϊσταμένου αὐτοῦ, ἥτις ἀχαλίνωτος ὑπερπηδᾷ καὶ νόμους καὶ δίκαιον.
§35ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τὰ εἰσπρακτέα ἔσοδα ὑπολογίζονται κατὰ τοὺς μᾶλλον πιθανοὺς ὅρους τῆς ἀποδόσεως καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀνεγνωρισμένων ἀποτελεσμάτων προσεχοῦς παρελθόντος, καὶ εἰς τρόπον, ὥστε κατὰ τὴν εἴσπραξιν ὑπόσχονται νὰ δώσωσι πλέον τῶν ὅσων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγράφοντα, τὰ δὲ ἔξοδα ὑπολογίζονται μετὰ τῆς δυνατῆς οἰκονομίας, ἀλλὰ καὶ μετὰ τῆς προσηκούσης προνοίας, ὅπως ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, παρέξωσι δὲ καὶ τὰ μέσα εἰς τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς Διοικήσεως διὰ τὴν κανονικὴν αὐτῶν λειτουργίαν. Ταῦτα ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὑποβάλλων τὸν ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμόν, καὶ ταῦτα ἀσπαζομένη ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, παρεδέχθη τὸν Προϋπολογισμὸν, ὡς ἔχει· ἀλλ’ ἵνα πείσῃ ἔτι μᾶλλον τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ ὑποβαλλόμενος Προϋπολογισμὸς ὀφείλει νὰ ψηφισθῇ, ὡς ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀνατρέχει εἰς τὸ παρελθόν, ἐπικαλεῖται τὸ ἰσοζύγιον τοῦ 1887, ἐπικαλεῖται τὰ μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου ἀποτελέσματα τοῦ 1888, θεωροῦσα δὲ ὡς γεγονὸς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ 1887, συμπεραίνει, ὅτι τ’ ἀποτελέσματα τοῦ 1887 ἀναφαίνονται καὶ κατὰ τὸ 1888, ἐπὶ τῶν αὐτῶν δὲ βάσεων στηριζόμενος καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889, ἕπεται, ὅτι θὰ δώσῃ καὶ τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖται εἰς ταῦτα ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς· αὕτη ἐκθέτει πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι, κατὰ τὴν γενομένην παρ’ αὐτῆς μελέτην, οὐδεμίαν ἀπόδειξιν ἀπήντησεν ὡς πρὸς τὸν κάματον τῆς χώρας, οὐδὲν τεκμήριον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων αὐτῆς· ἐκ τούτων δὲ ὁρμωμένη καὶ ἐκ τῆς ἐπιτυχίας κατ’ αὐτήν, τῆς πλήρους τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως, συνιστᾷ εἰς τὴν Βουλήν, οὐ μόνον τὴν παραδοχὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡς ἔχει, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐμμονὴν αὐτῆς εἰς τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε ἐτήρησε, διότι διὰ τῆς τοιαύτης ἐμμονῆς, ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς φρονεῖ, ὅτι θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν χορείαν τῶν πεπολιτισμένων Ἐθνῶν, καὶ θὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ μέλλον, ὅπερ προώρισται εἰς τὴν Ἑλληνικὴν φυλήν. Δυστυχῶς, Κύριοι, ἡ μειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἠδυνήθη νὰ παρακολουθήσῃ εἰς τὰς αἰσιοδόξους ταύτας σκέψεις τὴν πλειοψηφίαν, καὶ κατὰ συνέπειαν μὲ δυσαρέσκειάν της βλέπει, ὅτι δὲν δύναται νὰ εἰσέλθῃ μετ’ αὐτῆς εἰς τὴν χορείαν τῶν πεπολιτισμένων Ἐθνῶν, πολὺ δὲ μᾶλλον ν’ ἀποτελέσῃ μέρος τοῦ πληρώματος τοῦ πλοίου, τοῦ προωρισμένου νὰ μᾶς ἀγάγῃ εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον προώρισται τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος. Κατὰ τὰς συζητήσεις, τὰς γενομένας ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, καὶ κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐξέθεσεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, τί φρονεῖ ὡς πρὸς τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1887, λαβὼν δὲ καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, εἶπον, τί φρονῶ ὡς πρὸς τὸν Ἀπολογισμὸν ἐκεῖνον· ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ Συμπολίτευσις, ἤτοι οἱ λαβόντες μέρος ἐν ὀνόματι αὐτῆς, καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπέκρυψε καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἐλλείμματος κατὰ τὸ 1887, ὡμολόγησε μάλιστα τὸ ἔλλειμμα, καὶ μόνον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ποσὸν τοῦ ἐλλείμματος, μεταξὺ Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως περιεστράφη ἡ ἀμφισβήτησις· δὲν ἐπανέρχομαι ὅθεν εἰς τὴν συζήτησιν ἐκείνην, διότι πᾶν, ὅ,τι ἤθελε ῥηθῆ ἐπὶ τούτου, βεβαίως θὰ ἦτο ἐπανάληψις, ἐπανάληψις ἐκ μέρους ἡμῶν, ὑποστηριζόντων τὴν γνώμην μας, ἐπανάληψις ἐκ μέρους τῶν τῆς Συμπολιτεύσεως, ὑποστηριζόντων ὡσαύτως τὴν γνώμην των. Παρατηρήσεις μόνον θὰ ὑποβάλω ὡς πρὸς τὰς γενικὰς σκέψεις, τὰς ἐκθετομένας ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ αὐτῆς, διότι φρονῶ, ὅτι, ἀφοῦ ἀποτελῶ μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐξέφρασα γνώμην ἐναντίαν, ὀφείλω τὴν γνώμην ταύτην ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ ὑποστηρίξω, ἔστω καὶ διὰ τῶν ἀσθενῶν δυνάμεων, τὰς ὁποίας, ἀναγνωρίζω, ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἔχω, διότι εὔκολος εἶναι ἡ ἐπιχείρησις, ὡς ἐκ τῶν πραγμάτων. Ἐπικαλεῖται κατὰ πρῶτον ὁ εἰσηγητὴς τὰ μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1888, καὶ θεωρεῖ ὡς τεκμήριον, δυνάμενον νὰ καθοδηγήσῃ τὴν Βουλὴν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι, ἂν μέχρι τοῦδε τὸ 1888 ἔδωσε πλεόνασμα ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς βεβαιώσεις καὶ εἰσπράξεις, ἕπεται, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1888 ἀφεύκτως θὰ φθάσῃ εἰς ἀποτελέσματα, κρείττονα τοῦ 1887. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο, ἐφ’ οὗ βασίζεται ὁ εἰσηγητής, δύναται νὰ πείσῃ τῷ ὄντι τὴν Βουλήν, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1888 ἔσονται οἷα τὰ τοῦ 1887; Ἡ βεβαίωσις τί ἄλλο δεικνύει, ἢ ὅτι τὰ ὄργανα τῆς Διοικήσεως εἰργάσθησαν δραστηριώτερον ἢ τὸ 1887; Ἡ εἴσπραξις ὡσαύτως τὸ αὐτὸ δεικνύει· ἀλλὰ συνάμα ἀποδεικνύει, ὅτι οἱ ἔχοντες σήμερον νὰ πληρώσωσι, κατόπιν τῶν ψηφισθέντων δρακοντείων νόμων ὡς πρὸς τὰς συνεπείας τῆς μὴ ἐγκαίρου πληρωμῆς, καὶ ὡς ἐκ τῶν ἀπηνῶν καταδιώξεων, τρέχουσιν εἰς τὰ Ταμεῖα, ἵνα δώσωσιν, ὅ,τι ἔχουσιν, ἵνα μὴ γίνωσιν ὑπερήμεροι καὶ ἵνα προλάβωσι τὴν καταδίωξιν· καὶ ἂν τοῦτο παραδεχθῶμεν ὡς λογικόν, δὲν δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀντίθετον συμπέρασμα, ἤτοι, ὅτι πάντες οἱ ἔχοντες νὰ πληρώσωσιν ἐπλήρωσαν, καὶ ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς αἱ εἰσπράξεις δὲν θὰ ἀνταποκρίνωνται πρὸς τὰς τοῦ παρελθόντος; Ἵνα πείσῃ τὴν Βουλὴν ὁ κ. εἰσηγητής, ὅτι κάματος εἰς τὴν χώραν δὲν ἐπῆλθεν, ἐπικαλεῖται ἀρχήν, ἀποτελοῦσαν ἀξίωμα ἐν τῇ οἰκονομικῇ ἐπιστήμῃ, ἀρχήν, ἥτις ἄλλοτε ἠμφισβητήθη, ἀλλ’ ἣν νῦν φρονεῖ, ὅτι δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης του. Κατὰ τὴν ἀρχὴν ἐκείνην ὁ κάματος εὐθὺς ἀμέσως δὲν ἀναφαίνεται· καὶ τοῦτο ἀνεγνώρισεν ὁ κ. εἰσηγητής, ἀποδεχόμενος, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀποταμιεύματα τῶν παρελθόντων ἐτῶν καὶ πρόχειρα τὰ μέσα τῆς προμηθείας τῶν ἀναγκαιούντων χρημάτων κατὰ τὰς πρώτας ἐλλείψεις· ἀλλὰ ἐπιφωνεῖ, ὅτι παρῆλθον δύο ἔτη, ὅπερ ἀποδεικνύει, ὅτι, ἀφοῦ ἠλαττώθησαν αἱ εἰσπράξεις, κάματος δὲν ἔλαβε χώραν. Ἀλλ’ ἡ ἀρχὴ αὕτη ἔχει ὡρισμένον ὅριον· οἱ πρεσβεύοντες ταύτην ἐξ ἐπιστημονικῆς μελέτης καὶ πείρας καὶ οἱ διοικήσαντες Κράτη ὑποστηρίζουσιν, ὅτι ὁ κάματος ἐπέρχεται εἰς ὡρισμένον διάστημα χρόνου; Ὄχι. Πολλάκις ἔκτακτος ἐσοδεία, ἡ εἰσαγωγὴ ξένων κεφαλαίων, ἡ κίνησις, ὡς ἐκ τῶν διαφόρων ἐπιχειρήσεων, ἀναπληροῦσι πρὸς καιρὸν τὸν κάματον, διότι παρέχουσι τὰ μέσα εἰς τὴν κατανάλωσιν ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς κοινωνίας· καὶ ταῦτα πάντα τὰ ἔχομεν, καθότι τὸ 1888 κατηνάλωσε τὴν ἐσοδείαν τοῦ 1887, ἥτις οὐ μόνον ἦν ἄφθονος, ἀλλ’ εἰσήγαγε καὶ χρῆμα ἄφθονον ἐν τῷ τόπῳ. Ἔχομεν τὰς ἐκτάκτους ἐπιχειρήσεις, αἵτινες δίδουν βεβαίως τροφὴν εἰς τὸν τόπον, ἔχομεν τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ξένων κεφαλαίων διὰ τῶν συνομολογουμένων δανείων καὶ ἄλλων μέσων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ὅτι πάντα ταῦτα δύνανται νὰ ἐξηγήσωσι τὸ φαινόμενον ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἤθελεν ἐπέλθει ὁ κάματος, τὰ τοῦ καμάτου φαινόμενά εἰσι τόσον πασιφανῆ, καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, ὅπερ διέπει τὴν χώραν, τόσον ῥαγδαῖα, ὥστε δὲν ἀπαιτεῖται μελέτη πρὸς ἀπόδειξιν. Δὲν ἐπανέρχομαι εἰς ὅσα ἐλέχθησαν κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι ὀφείλω ν’ ἀποφύγω τὰς ἐπαναλήψεις· ἀλλὰ δὲν ἀνομολογεῖτε, ὅτι ἡ βαθμιαία αὔξησις τῆς προσόδου, (la plus value), ἐξέλιπε; καὶ ἂν τοῦτο ὁμολογῆτε, δὲν εἶναι ἀπόδειξις καταφανεστάτη, ὅτι ὁ κάματος ἐπῆλθεν; Ἐκλείπει δὲ ἡ ὑπεραύξησις ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ἃς ἀνέφερον προηγουμένως καὶ αἵτινες ὤφειλον νὰ σταματήσωσι πᾶσαν τυχὸν ἔλλειψιν τῶν εἰσπράξεων. Ἀλλ’ ἡ μεγίστη τῶν ἀποδείξων, ἀπέναντι τῆς ὁποίας πάντες κύπτουσιν, ἀνομολογοῦντες τὴν ὕπαρξιν τοῦ γεγονότος, εἶναι αἱ τελωνιακαὶ εἰσπράξεις, εἰς ἃς δὲν λείπει μόνον ἡ βαθμιαία αὔξησις, ἀλλ’ ἔχομεν προφανῆ καὶ τὴν ἐλάττωσιν, καὶ ταύτην εἰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ὤφειλεν ἡ αὔξησις νὰ ᾖναι σπουδαία καὶ καταφανής· διότι ὀφείλετε νὰ ὁμολογήσητε, ὅ,τι ἄλλως τε εἶναι πασίγνωστον, ὅτι τὸ λαθρεμπόριον κατεδιώχθη ἀπηνῶς, καὶ δύναταί τις εἰπεῖν, ὅτι πρὸς τὸ παρὸν σχεδὸν ἐξέλιπε, καὶ λέγω πρὸς τὸ παρὸν, διότι εἶναι νόσος, ἥτις οὐδέποτε ἐκριζοῦται· ἀλλ’ ἂν σήμερον σχεδὸν ἐξέλιπε, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ, ὅτι οἱ λαθρέμποροι δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει οὔτε τὴν καταδίωξιν, οὔτε τὰς αὐστηρὰς διατάξεις τῶν νόμων, ἀλλ’ εἶχον ὀργανίσει τὰς ἐργασίας των μὲ τὴν προϋπάρχουσαν κατάστασιν καὶ ἀναφανδὸν ἐνήργουν τὸ ἐμπόριον των· νῦν ἡσυχάζουσι πρὸς τὸ παρὸν, μέχρις οὗ εὕρωσι νέας μεθόδους, καὶ θὰ τὰς εὕρωσι, διότι τὸ λαθρεμπόριον δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐξαλείψωσι Κράτη, διατελοῦντα ὑπὸ καλλιτέρους ὅρους ἡμῶν. Τὸ λαθρεμπόριον ὅθεν σχεδὸν ἔλλειψε, τοῦτο δὲ καὶ μόνον ὤφειλε νὰ αὐξήσῃ τὴν πρόσοδον τῶν τελωνείων, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἔχομεν ἐλάττωσιν. Ἂν δὲ, Κύριοι, εἴχετε εἰς χεῖράς σας τοὺς πίνακας τῶν τελωνείων, καὶ ἐξητάζετε τὰ διάφορα κονδύλια τῆς εἰσαγωγῆς, ἠθέλετε ἰδεῖ σπουδαίαν αὔξησιν εἰς τὰ ἔσοδα τῶν ἐμπορευμάτων ἐκείνων κυρίως, τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν τὸ ἐμπόριον τῶν λαθρεμπόρων, ἀλλὰ ταύτην ἀποῤῥοφᾷ ἡ εἰς τὰ λοιπὰ ἐλάττωσις· π. χ. τὸ τελωνεῖον Κεφαλληνίας δὲν ἔδωσε τὸ 1889 τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ 1887, τὸ ἐπλησίασεν ὅμως, καὶ διατί; διότι ἐδιπλασιάσθησαν σχεδὸν αἱ πρόσοδοι τοῦ τελωνείου ἐκ τῶν εἰδῶν ἐκείνων, ἅπερ ἀπετέλουν τὴν ἐργασίαν τῶν λαθρεμπόρων. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐκ των τελευταῖον δημοσιευθέντων πινάκων τῆς εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς εὑρίσκομεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἐλάττωσιν εἰς τὴν εἰσαγωγὴν κατὰ τὸ 1888 συνισταμένην εἰς 22,700,000, διαφορὰν δηλ. μεταξὺ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ 1888 καὶ 1887. Τοιαῦτα, Κύριοι, τὰ γενικὰ φαινόμενα, ἐφ’ ὧν, στηριζομένη ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς, συνιστᾷ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν παραδοχὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡς ἔχει. Ἀλλ’ ἂν δὲν συμφωνῶμεν εἰς τὰ γενικὰ ταῦτα φαινόμενα, ἆρά γε συμφωνοῦμεν εἰς τὰ καθέκαστα τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ; Ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα, ὁ ὑποβληθεὶς Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889 ἀναγράφει τοιαῦτα 96,449,453, ἔξοδα δὲ 96,410,331. Ἀλλ’ εἶναι πραγματικὸς Προυπολογισμός; ἀνταποκρινόμενος εἰς τὰς ἐπαγγελίας τῆς Κυβερνήσεως, ἢ εἶναι εἰκονικός, ὡς εἰκονικοὶ ὑπῆρξαν καὶ οἱ Προϋπολογισμοὶ τοῦ 1888 καὶ 1887; Θὰ θεραπεύσῃ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889, κατὰ τὰς ἐπαγγελίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, δι’ ἃς ἀπαιτοῦνται 96,000,000, ἐνῷ, ὡς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλήν, ὁ Προϋπολογισμὸς συνετάγη μετ’ αὐστηρᾶς οἰκονομίας καὶ τῆς προσηκούσης προνοίας, ἵνα ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους καὶ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῆς διοικήσεως, καὶ πρὸς τοῦτο ἔχει ἀνάγκην νὰ εἰσπράξῃ τὰ 96,000,000, καὶ ἑπομένως πρόκειται περὶ εἰσπραχθησομένων καὶ οὐχὶ περὶ βεβαιωθησομένων καὶ προϋπολογιζομένων; Καὶ πράγματι ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι προϋποθέσεις εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν, στηριζόμεναι ἐπὶ τῶν πηγῶν, τῶν διδουσῶν τὰ μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐπὶ τῶν γνωστῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους· ἀλλά, κατὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους ἀπαιτοῦσιν 96,000,000, αἱ δὲ πηγαί, ἐξ ὧν θὰ εἰσπραχθῶσι ταῦτα, θ’ ἀποφέρωσιν 96,000,000. Χθὲς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικοβοιωτίας μετὰ λογικῆς ἀκριβείας καὶ σαφηνείας ἀριθμητικῆς ἠρίθμησεν ἓν πρὸς ἓν τὰ κονδύλια τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων, καὶ κατέδειξε τὸ ὅλον τῆς διαφορᾶς ἐκ 12 περίπου ἑκατομμυρίων, τῆς ὑπαρχούσης μεταξὺ τῶν πραγματικῶς δυναμένων νὰ εἰσπραχθῶσι καὶ τῶν προϋπολογιζομένων. Δὲν θ’ ἀκολουθήσω τὸν ἀξιότιμον Βουλευτήν, διότι φρονῶ, ὅτι δὲν θὰ προσθέσω εἰς ὅσα εἰς τὴν Βουλὴν λογιστικῶς κατέδειξεν, ὑποχρεοῦμαι ὅμως νὰ ὑποβάλω σκέψεις τινάς, δι’ ὧν φρονῶ, ὅτι οἱ λόγοι, ἐφ’ ὧν στηρίζεται ὁ Προϋπολογισμός, διὰ νὰ πείσῃ, ὅτι τὰ τοῦ 1889 ἔσοδα θὰ ὑπερβῶσι τὰ τῶν προηγουμένων ἐτῶν, εἰσὶ λόγοι, οἵτινες δὲν στηρίζονται εἰς τὰ πράγματα, ἀποκρούονται δὲ καὶ ὑπ’ αὐτῆς τῆς λογικῆς· ὅ,τι δὲ ἰδίως παρατηρεῖται κατὰ τὴν ἐργασίαν τοῦ συζητουμένου Προϋπολογισμοῦ, εἶναι, ὅτι δὲν τηρεῖται ἡ βάσις, τὴν ὁποίαν ἐκ προοιμίων ὑπόσχεται, ὅτι θ’ ἀκολουθήσῃ εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, διότι δὲν λαμβάνονται ποσῶς ὑπ’ ὄψιν αἱ πιθαναὶ εἰσπράξεις τῶν παρελθόντων ἐτῶν, πολὺ δὲ μᾶλλον οἱ μέσοι ὅροι, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ στηρίζηται ὁ Προϋπολογισμός, ὡς ἐγένετο ἐπὶ τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Πρὸς ἀπόδειξιν τούτου θὰ περιορισθῶ νὰ σᾶς ἀναφέρω ὀλίγα μόνον τῶν κονδυλίων. Καὶ πρῶτον τὴν πρόσοδον ἐκ τοῦ οἴνου. Ποῦ νομίζετε, ὅτι στηρίζεται ὁ Προϋπολογισμός, ἵνα σᾶς πείσῃ, ὅτι θὰ εἰσπράξῃ 3,120,000; Εἰς τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1887; Ὄχι· διότι τότε ἐβεβαιώθησαν μόνον 2,331,000· στηρίζεται εἰς ἁπλοῦν ὑπολογισμόν, ὃν κάμνει ὁ κ. Πρωθυπουργός, στηριζόμενος εἰς ἁπλῆν προσδοκίαν. Ἐπὶ «προσδοκίᾳ» παραγωγῆς οἴνου 132,000,000, ὀκάδων. Ἀλλὰ διατί, κ. Πρωθυπουργέ, τὰς 132,000,000 ὀκάδας δὲν ὑπολογίζετε εἰς 232,000,000; ἢ διατί νὰ μὴ λάβητε τὸν μέσον ὅρον τῶν προηγουμένων ἐτῶν; Διότι εἴχετε συμφέρον νὰ ἐξογκώσητε τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων. Νομίζω δέ, ὅτι ἐνταῦθα ὑπάρχει καὶ λάθος τι. Κατὰ τὸν νόμον ΑΦΗΘʹ, αἱ νῆσοι Θήρα καὶ Θηρασία φορολογοῦσι τὸν οἶνον των κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν εἰς τὰ τελωνεῖα, ὡς ἐκ τούτου ἀφαιρεῖται ἐκ τοῦ ἐσόδου, ὡς ποσὸν εἰσπρακτέον, 48,000, εἰς τὸ κεφάλαιον ὅμως Λʹ, ἄρθρον 8ον, σημειοῦται ποσόν, εἰσπρακτέον ἐκ τοῦ ἰδίου φόρου, 81,000. Ὅταν δηλαδὴ πρόκηται νὰ σημειώσητε τὸ ἔσοδον, ἐκεῖ σημειοῦτε τὸν μεγαλύτερον ἀριθμὸν, ὅστις προκύπτει ἐκ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ὑποθέτετε, ὅτι θέλει εἰσπραχθῆ ἐκ τῶν τελωνείων· ὅταν δὲ πρόκηται νὰ ἐλαττώσητε τὸ ἔσοδον ἄλλου κονδυλίου, ἐκεῖ ἀφαιρεῖτε ὀλιγώτερον. Τοῦτο ἴσως εἶναι παραδρομὴ, ἀλλ’ ὤφειλον νὰ τὴν παρατηρήσω, διότι δὲν εἶναι ἡ μόνη, ἡ δὲ ὅλη διαφορὰ μεταξὺ Προϋπολογισμοῦ καὶ εἰσπράξεως θὰ πλησιάσῃ τὸ ἑκατομμύριον. Μεταβαίνομεν εἰς τοὺς ἐγγείους φόρους, τοὺς εἰσπραττομένους εἰς τὰ τελωνεῖα· ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν βεβαιωθέντων καὶ ἑπομένως εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1887 καὶ τῶν προϋπολογιζομένων κατὰ τὸ 1889 εἶναι λίαν σπουδαία, ἀλλὰ καὶ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ 1888 καὶ τοῦ νῦν συνίσταται εἰς 1,182,840, ἐπὶ τῇ βάσει ὑπολογισμοῦ μεγαλειτέρας παραγωγῆς· ἀλλὰ, μολονότι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ φαίνεται, ὅτι ὁ προϋπολογίζων στηρίζεται εἰς τὴν βάσιν, ἣν προτάσσει, ὡς πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, νομίζετε, ὅτι ἀκολουθεῖ τὴν βάσιν ταύτην; Ὄχι. Ἂν λάβητε τὸν σταφιδόκαρπον, ὡς μόνον ὅρον ἔχετε τῆς μὲν αʹ ποιότητος ἐξαγωγὴν ὀκάδας 101,593,372, τῆς δὲ βʹ ποιότητος 130,399,252, ἐνῷ ὑπολογίζει, τὸν μὲν εἰς 106,000,000, τὸν δὲ εἰς 140,000,000, ἤτοι 15 ἑκατομμύρια πλέον τοῦ μέσου ὅρου. Τὸ αὐτὸ πράττει καὶ ἐπὶ τοῦ ἐγγείου φόρου τοῦ καπνοῦ. Ὑπολογίζει βεβαίωσιν ὀκάδας 26,000 πλέον τοῦ μέσου ὅρου. Αὐθαιρέτως δὲ ὑπολογίζονται καὶ τὰ ποσὰ, ὡς πρὸς τὰ ἐξαγόμενα προϊόντα τῆς Ἑπτανήσου, διότι ὑπολογίζονται πλέον τοῦ, ὅσον ὑποδεικνύουσιν οἱ μέσοι ὅροι. Τὴν αὔξησιν δὲ ταύτην εἰς τὰς βεβαιώσεις τοῦ 1888, συνισταμένην εἰς 1,082,000, στηρίζει εἰς ὑποθέσεις καὶ συλλογισμοὺς, ὡς εἶπον, ἀβασίμους καὶ μὴ ὀρθούς. Εἰκάζει, ὅτι κατὰ τὸ 1889 ἡ ἐσοδεία θὰ ἦναι ἀνωτέρα τῶν προηγουμένων ἐτῶν, ἀλλ’ εἶναι πασίγνωστον, ὅτι προϊόντα τινὰ ἐτήσια δὲν παράγονται ἀφθόνως κατ’ ἔτος, ἀλλ’ ἀνὰ πᾶν δεύτερον ἔτος, καὶ εἰς ταῦτα, ἀφοῦ εἴχομεν ἄφθονον παραγωγὴν κατὰ τὸ 1888, λογικῶς σκεπτόμενοι καὶ ἐπὶ τῆς πείρας στηριζόμενοι, κατὰ τὸ 1889 θὰ ἔχωμεν πτωχοτέραν ἐσοδείαν. Ἀλλὰ δὲν ὑπολογίζετε τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον σπουδαίως ὀφείλετε νὰ μελετήσητε, δὲν σκέπτεσθε, ὅτι, ὅσον περισσότερον ἀφαιρεῖτε τὰ μέσα ἀπὸ τῆς παραγωγῆς, τοσοῦτον ὀλιγωτέρα ἐπιμέλεια περὶ τὴν ἔκτακτον καλλιέργειαν καταβάλλεται; Τὰ μέσα δὲ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν ἐλαττοῦνται οὐχὶ μόνον ὡς ἐκ τῆς φορολογίας, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς καταπτώσεως τῆς ἀξίας τοῦ σταφιδοκάρπου, καὶ εἰς πολλὰς ἐπαρχίας καὶ ὡς ἐκ τῆς κακῆς ποιότητος αὐτοῦ· ἂν δὲ Κύριοι, εἰς πάντα ἐν γένει τὰ προϊόντα ἐφαρμόζηται ὁ κανὼν, ὅτι, ὅσον περισσότερον ἀφαιρεῖτε τὰ μέσα ἀπὸ τοὺς παραγωγοὺς, τοσοῦτον ἐλαττοῦται ἡ παραγωγή, ἔτι μᾶλλον τοῦτο ἐφαρμόζεται εἰς τὰς ἀμπέλους καὶ σταφιδαμπέλους. Ἡ ἄμπελος καὶ ἡ σταφιδάμπελος ὑπείκει πρὸ παντὸς ἄλλου φυτοῦ εἰς τὴν καλλιέργειαν καὶ, καθὼς καταπίπτει εἰς τὴν ἔλλειψιν καλλιεργείας, οὕτως αἰσθάνονται καὶ τὴν καλλιέργειαν, καὶ ἡ παραγωγὴ αὐξάνει. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἔκτακτος καλλιέργεια, καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν παραγωγὴν εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται τὸ Κράτος ἐν γένει, ἰδίως δὲ αἱ σταφιδοφόροι ἐπαρχίαι, ὡς ἐκ τῆς ἐκτάκτου καταπτώσεως τῆς τιμῆς; Τὸ αὐτὸ δύναταί τις νὰ εἴπῃ καὶ ὡς πρὸς τὰ λοιπὰ προϊόντα, ἤτοι τὰ σῦκα, τὸν καπνὸν κτλ. εἰς δὲ τὰς Ἰονίους νήσους, ὡς πρὸς τὰς ὁποίας στηρίζεται καὶ ἐπὶ τῶν νέων φυτειῶν, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι δυστυχῶς ἐκεῖ περὶ νέων φυτειῶν δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος, διότι πᾶν, ὅ,τι ἦτο καλλιεργήσιμον, ἐφυτεύθη, τὴν δὲ ἐλάττωσιν, ὡς ἐκ τῆς παλαιότητος καὶ ἐξαντλήσεως, ἀναπληροῦμεν δι’ ἐκτάκτων δαπανῶν, καὶ μόνον δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου δυνάμεθα νὰ συγκρατῶμεν τὴν παραγωγὴν τῶν κτημάτων, διότι ἡ γῆ ἐξηντλήθη διὰ τὴν παραγωγὴν τοῦ προϊόντος τούτου. Ὡς πρὸς τὰ τελωνεῖα, ἡ εἴσπραξις αὐτῶν βεβαιοῦται εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχει πλήρη τὰ διδόμενα τῶν ἐσόδων τῶν τελωνείων τοῦ 1888· διὰ νὰ ᾖναι συνεπὴς ὅθεν μὲ τὴν βάσιν της, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἐσόδου τούτου, ὀφείλει νὰ προϋπολογίσῃ τὴν ἀπόδοσιν τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἀλλ’ ἀπεναντίας λαμβάνει ὡς βάσιν τὸ 1887. Καὶ διατί; Διότι τὸ 1887 ἀπέδωκε πλέον τοῦ 1888, διότι ὑπάρχει ἐλάττωσις, καὶ ἐλάττωσις σπουδαία, ἑνὸς καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμυρίου, καὶ ἑπομένως εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἓν καὶ πλέον ἑκατομμύριον εἰς ἔσοδα τελωνείων, διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ὀλικὸν ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει. Αἱ σκέψεις τοῦ κ. εἰσηγητοῦ ὡς πρὸς τὸ ἐκ τοῦ καπνοῦ ἔσοδον ἀπεδείχθησαν ἐκ τῶν ὑστέρων, ὡς καὶ αἱ τοῦ ὑποβαλόντος τὸν Προϋπολογισμόν, ἀνακριβεῖς καὶ ἐσφαλμέναι, διότι ὑπεβλήθη ἡ κατάστασις τοῦ ὅλου ἔτους, καὶ ἐξ αὐτῆς προκύπτει, ὅτι οἱ λόγοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ἡ ὑπόθεσις, ὅτι ἐν τῇ δευτέρᾳ ἑξαμηνίᾳ θὰ εἰσπράξωμεν, ὅσα καὶ εἰς τὴν πρώτην, καὶ πλείονα αὐτῆς, καταδείκνυνται μὴ βάσιμοι. Καὶ ἡ ὑπόθεσις, ὅτι, ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως τοῦ λαθρεμπορίου καὶ τῆς μὴ παραβιάσεως τοῦ περὶ καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ νόμου, θὰ ἐπέλθῃ ἐπαύξησις ἐσόδου, ὀφείλει νὰ ὁδηγήσῃ κατὰ τὸ 1889 εἰς ἀντίθετον συμπέρασμα· διότι, ἐὰν, καίπερ ἐκλείψαντος τοῦ λαθρεμπορίου, οἱ ὑπολογισμοί των δὲν ἀνταπεκρίθησαν εἰς τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον προϋπελόγισαν, ἕπεται, ὅτι κατὰ τὸ 1889 δὲν ἔχουσι βεβαίως νὰ περιμένωσί τι ἐκ τοιούτου γεγονότος αἴσιον ὑπὲρ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ τὸ ἀντίθετον, διότι βεβαίως, ὅ,τι κατὰ τὸ 1888 ἐξέλιπε, δύναται νὰ ἀναφανῇ κατὰ τὸ 1889, διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέφερον προηγουμένως, καὶ οἵτινες θεωροῦνται ὡς κανόνες ἀπαραβίαστοι καὶ εὑρίσκονται εἰς πᾶν σύγγραμμα οἰκονομολογικὸν καὶ εἰς πᾶσαν μελέτην, ἀφορῶσαν εἰς τὸ θέμα τοῦτο. Περὶ ἐσόδου ἐκ τῆς καταναλώσεως πνευματωδῶν ποτῶν δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος σπουδαῖος, διότι καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους τούτου δὲν στηρίζεται εἰς τὰ παρελθόντα, ἀλλὰ εἰς τοὺς μηχανικοὺς μετρητάς. Καὶ βεβαίως τὸ σύστημα τοῦτο, ὅπερ ἐφηρμόσθη κατὰ πρῶτον ἐν Ἰταλίᾳ, θὰ ἐξασφαλίσῃ κἄπως τὴν φορολογίαν, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἐπῆλθέ τι ἐν τῷ ἀναμεταξύ, ὅπερ δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψει ὁ Προϋπολογισμός, ἐπῆλθεν ὁ νόμος, ὅστις εἰς τοὺς δήμους, τοὺς ἀποδεχομένους τὸν νόμον, ἀπαλλάττει τοὺς παραγωγοὺς τῆς πρώτης ἀποστάξεως ἐκ τῆς φορολογίας, θέλει δὲ ἐλαττώσει τὴν πρόσοδον οὐ μόνον ὡς πρὸς τὰ μέρη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπεδέχθησαν τὸν νόμον, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς ὅλον τὸ Κράτος. Εἰς τὴν Θεσσαλίαν π. χ. οὐ μόνον θὰ ἐλαττωθῇ σπουδαίως ἡ πρόσοδος, διότι ἐν αὐτῇ πᾶν, ὅ,τι σχεδὸν καταναλίσκεται, καὶ παράγεται ἐκ τοιαύτης παραγωγῆς, ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ ἐπετράπη εἰς διάφορα μέρη τοῦ Κράτους ἡ παραγωγὴ καὶ ἡ κατανάλωσις, χωρὶς νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὰς διατυπώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν παραγωγὴν τῶν πνευματωδῶν ποτῶν, ὡς ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ ὑπάρχῃ μεγίστη διαφορὰ ὡς πρὸς τὴν ἀξίαν, βεβαίως οἱ θέλοντες νὰ προμηθευθῶσι τοιοῦτο ποτὸν δὲν θὰ τὸ προμηθευθῶσιν ἀπὸ τοὺς ποτοποιούς, διότι θὰ τὸ πληρώσωσι διπλάσιον, ἀλλὰ θὰ τὸ προμηθευθῶσιν ἀπὸ ἐκείνους, οἵτινες εἰς τιμὴν πολὺ κατωτέραν θὰ τὸ προσφέρωσι. Νομίζω δὲ, ὅτι μεταξὺ ὑμῶν δὲν εἶναι ὁ σπουδαίως φρονῶν, ὅτι θὰ ἐμποδισθῶσι νὰ τὸ ἐξαγάγωσιν ἀπὸ δήμου εἰς δῆμον, καὶ ὅτι ἐκεῖνος, ὅστις δὲν ἔχει νὰ κάμῃ, εἰμὴ τέσσαρα βήματα, διὰ νὰ μεταβῇ ἀπὸ τὸν δῆμόν του πρὸς προμήθειαν, θὰ ἀμελήσῃ νὰ τὸ πράξῃ, φοβούμενος τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχει οὐδὲ σκιὰ ἐξουσίας. Ὥστε ἐπὶ τοῦ ἐσόδου τούτου αἱ σκέψεις τοῦ προϋπολογίσαντος 1,364,270 εἰσὶ σκέψεις μὴ στηριζόμεναι εἰς βεβαιώσεις, ἀλλ’ ἐπὶ ἑνὸς μόνου λόγου, τῶν μετρητῶν, καὶ κατὰ τοῦ ὁποίου τὰ ἐκτεθέντα θὰ ματαιώσωσι κατὰ πολὺ τὸ ἀποτέλεσμα. Καὶ τοιοῦτοι, Κύριοι, εἶναι οἱ ὑπολογισμοὶ ἐν γένει τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ διάφορα κονδύλια τῶν ἐσόδων. Δὲν παρατείνω δὲ τὴν περαιτέρω ἀνάπτυξιν, διότι φρονῶ, ὅτι αἱ τοιαῦται λεπτομέρειαι κουράζουσι τὴν Βουλήν, θὰ καταλήξωσι δὲ εἰς τὸ αὐτὸ ποσὸν, εἰς ὃ καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικοβοιωτίας ὑπελόγισε. Κύριοι, πραγματικὸς καὶ ἀληθὴς λογίζεται ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος προϋπολογίζει στηριζόμενος ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων, διότι αἱ δαπάναι παριστῶσιν ἀνάγκας καὶ θὰ καταβληθῶσιν, ἀλλὰ, διὰ νὰ καταβληθῶσιν αἱ δαπάναι, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τὸ χρῆμα, καὶ διὰ νὰ ὑπάρχῃ τὸ χρῆμα, δὲν ἀρκεῖ ὁ Προϋπολογισμὸς, δὲν ἀρκεῖ ἡ βεβαίωσις, εἶναι ἀναγκαία καὶ ἡ εἴσπραξις. Καὶ τοῦτο ἀνήγγειλεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἰσάγων αὐτὸν, ὅτι ἐπὶ τῆς εἰσπράξεως στηρίζει τὸν Προϋπολογισμόν. Ἠκούσατε δὲ, ποῦ στηρίζεται ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889. Καὶ ποῦ μὲν στηρίζεται εἰς προηγουμένην εἴσπραξιν, ποῦ δὲ εἰς βεβαίωσιν, ποῦ δὲ εἰς ἐλπίδας, ποῦ δὲ εἰς ὑπερβάσεις τῶν μέσων ὅρων, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ὁ τοιοῦτος Προϋπολογισμὸς δύναται νὰ μᾶς καταδείξῃ τὰ εἰσπραχθησόμενα ποσὰ κατὰ τὸ 1889, καὶ διὰ τῆς ἐργασίας, ἣν αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἄλλοτε ἔθεσεν ὡς βάσιν τῶν ὑπολογισμῶν του, τὰ δὲ προηγούμενα μᾶς κατέδειξαν, ὡς βέβαια καὶ ἀκριβῆ. Μεταξὺ προϋπολογισθησομένων καὶ βεβαιωθησομένων παρατηρεῖτε, Κύριοι, ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ 6% περίπου. Λάβετε τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1887, καὶ ἐκεῖ θὰ εὕρητε μεταξὺ προϋπολογισθέντων καὶ βεβαιωθέντων διαφορὰν 6%· μεταξὺ δὲ βεβαιουμένων καὶ εἰσπραττομένων ὑπάρχει ὡσαύτως διαφορὰ περίπου 8%. Λάβετε ὡσαύτως τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦτον, καὶ θὰ ἴδητε τὴν διαφορὰν ταύτην. Ὡς ἐκ τούτου, λαμβάνοντες ἀνὰ χεῖρας τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889, ἤτοι τὰ 96,000,000, ἀφαιροῦντες 6% μεταξὺ προϋπολογισθέντων καὶ βεβαιωθησομένων, ἀφαιροῦντες κατόπιν τὸ 8% μεταξὺ βεβαιωθησομένων καὶ εἰσπραχθησομένων, ποῖον ἔσται τὸ ἀποτέλεσμα; Ἀντὶ 96,000,000, θὰ ἔχητε βεβαίωσιν τὸ πολὺ 91,000,000, καὶ ἀντὶ 91,000,000 βεβαιώσεως, θὰ ἔχητε τὸ πολὺ 84,000,000 εἴσπραξιν.
§36ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δάνεια!
§37ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἄρα, καὶ κατ’ αὐτὰς τὰς βάσεις τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ποσὸν εἰσπρακτέον πλέον τῶν 84,000,000, ὑπολογιζομένων γενναίως ὑπὲρ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889 τῶν ἐσόδων· διότι, ἂν λάβωμεν τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1887, τὰ ὁποῖα ἐπικαλεῖται ἰδίως ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ αὐτὸς ὁ εἰσηγητής, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πλέον τὰ 84 ἑκατομ., ἀλλ’ 82,000,000. Ἂν δὲ ἀπ’ αὐτὰ τὰ 82,000,000 ἀφαιρέσωμεν πᾶν, ὅ,τι δὲν θέλομεν ἔχει βεβαίως κατὰ τὸ 1889, διότι δὲν προῆλθον ἐξ ἐσόδων τοῦ Κράτους, ἤτοι ἂν ἀφαιρέσωμεν 932,728 δραχμὰς, αἱ ὁποῖαι προῆλθον ἐξ ἐκποιήσεως ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ, ἂν ἀφαιρέσωμεν 661,035 διαφορὰν ἀνταλλάγματος νομίσματος, ἡ ὁποία δὲν σημειοῦται καὶ κατὰ τὸ 1889, διότι, δὲν θὰ ὑπάρχῃ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ἂν ἀφαιρέσωμεν καὶ τὴν προκύψασαν διαφορὰν εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν τελωνείων ἐξ 1,496,000 καὶ πλέον, φθάνομεν εἰς ποσὸν 2,650,209, ὧν ἀφαιρουμένων ἀπὸ τῶν 82,743,254, ἔχομεν μόνον 80,085,045. Ἂν λοιπὸν, Κύριοι, δὲν περιμένωμεν πλέον τῶν 80,000,000 κατὰ τοὺς ἀκριβεῖς ὑπολογισμοὺς, τοὺς ὁποίους δύναται νὰ κάμῃ τις, στηριζόμενος εἰς τὸ παρελθὸν, στηριζόμενος εἰς ὅ,τι παραδέχονται αὐτοὶ οἱ ὑποστηρίζοντες τὸν Προϋπολογισμὸν, ἂν δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πλέον τῶν 81,000,000 κατὰ τοὺς ἀνωτέρω αἰσιωτέρους ὑπολογισμοὺς σᾶς ἐρωτῶ, ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι ἀληθής; Εἰκονικός, εἰκονικώτατος, διότι ὡς βάσιν θέτει τὴν εἴσπραξιν. Εἰκονικὸς εἰκονικώτατος, διότι κατὰ τὸν Πρωθυπουργὸν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπελογίσθησαν αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους μετὰ τῆς δυνατῆς οἰκονομίας, καὶ ὑπὸ τοιούτους ὅρους παρέχονται τὰ μέσα, ὅπως λειτουργήσωσιν οἱ κλάδοι τῆς διοικήσεως. Ἂν λοιπὸν, διὰ νὰ λειτουργήσῃ ἡ διοίκησις, ἂν διὰ νὰ ἐξοφληθῶσιν αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, ἀπαιτῶνται 96,000,000 κατὰ τὸν αὐστηρῶς γενόμενον ὑπολογισμὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ μεθ’ ὅλης τῆς δυνατῆς οἰκονομίας, δὲν ἔχομεν ἔλλειμμα ἐκ 12,000,000 ἢ ἐκ 14,000,000, διὰ νὰ ἀνταποκριθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, ἢ ὁ τῶν ἐξόδων εἰς τὸν τῶν ἐσόδων; Καὶ τί ἄλλο θέλετε, Κύριοι, διὰ νὰ πεισθῆτε περὶ τῆς εἰκονικότητος τοῦ ὑποβαλλομένου Προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ παρισταμένου ἰσοζυγίου; Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων. Βραχείας παρατηρήσεις θέλω κάμει καὶ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων ἐκφράζει ἰδίως τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν καὶ ὅλους ἐν γένει τοὺς κλάδους αὐτῆς. Κύριοι, παρατηρεῖται βαθμιαία αὔξησις τῶν δαπανῶν εἰς ὅλα ἐν γένει τὰ Κράτη· τὴν βαθμιαίαν ταύτην αὔξησιν ἀποδίδουσι μὲν καὶ εἰς τὴν ἔλλειψιν προνοίας καὶ εἰς τὴν κακὴν διαχείρισιν τῶν κατὰ καιροὺς διοικούντων τὰ Κράτη, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ὑπάρχουσι καὶ λόγοι σταθεροὶ, οἱ ὁποῖοι φέρουσιν ἀναγκαίως καὶ μοιραίως εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν· τοιοῦτοι δὲ θεωροῦνται οἱ ἑξῆς: Ἡ αὔξησις τῆς ὑπηρεσίας, ἥτις ἐπέρχεται, διότι αὐξάνουσιν αἱ ἀνάγκαι τῆς διοικήσεως, ἡ δὲ αὔξησις τῶν ἀναγκῶν ἐπιφέρει τὴν αὔξησιν τῆς δαπάνης. Δεύτερος λόγος εἶναι ἡ αὔξησις τῶν μισθῶν, διότι τὸ Κράτος ὀφείλει ἑκάστοτε ν’ ἀμείβῃ τοὺς ὑπηρετοῦντας, ὅταν δὲ, ὡς ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν εἰδῶν, ἡ δαπάνη αὐξάνῃ, ὀφείλει τὸ Κράτος νὰ παρακολουθῇ τὴν αὔξησιν, ὅπως κρατῇ πάντοτε σταθερὸν τὸν μισθὸν, τὸν ὁποῖον ἀπεφάσισεν ἅπαξ νὰ δώσῃ εἰς τὸν ὑπάλληλον, εἰς ἀμοιβὴν τῆς ἐργασίας του· διότι, ἂν ἐθεώρησε πρὸ 10 ἐτῶν ἢ 20 ἐτῶν, ὅτι ἐπαρκεῖ διὰ τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα ὑπηρεσίαν τὸ δεῖνα ποσὸν, ἕπεται, ὅτι πρέπει σταθερῶς τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ τὸ παραχωρῇ εἰς τὸν ὑπάλληλον, ὅπως οὗτος ἐπαρκῇ εἰς τὰς ἀνάγκας του· καὶ ἰδοὺ ὁ δεύτερος λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ὑποχρεοῦνται τὰ Κράτη νὰ αὐξάνωσι τὰς μισθοδοσίας. Τρίτος λόγος εἶναι τὰ πλεονάσματα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουσιν οἱ Προϋπολογισμοὶ εἰς διάφορα Κράτη, καὶ ἡ ἐκ τούτων πίστις, ἅπερ ὠθοῦσι τοὺς κυβερνήτας αὐτῶν εἰς περιττὰς, ματαίας καὶ ἐπιδεικτικὰς δαπάνας καὶ εἰς τὴν συνομολόγησιν δανείων. Τί δὲ παρατηρεῖται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889; Ὑπάρχει αὔξησις; Ἡ αὔξησις δὲν εἶναι σπουδαία, καὶ ἑπομένως δὲν ὀφείλει ἡ αὔξησις νὰ προκαλέσῃ τὰς παρατηρήσεις σας καὶ τὰς σκέψεις σας ὡς πρὸς τὸ ποσὸν, ἀλλὰ σπουδαίως ὀφείλετε νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας ὡς πρὸς τὰ αἴτια, τὰ προκαλοῦντα αὐτὴν ἐν τοῖς διαφόροις Ὑπουργείοις, καὶ πρὸς τοῦτο ἐπιτρέψατέ μοι ἐν ὀλίγοις, νὰ σᾶς ὑποβάλω παρατηρήσεις τινάς. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει αὔξησιν 2,214,816 δραχμῶν. Ἡ αὔξησις αὕτη ὀφείλεται εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, αἵτινες πρὸς πληρωμὴν ἀπαιτοῦσι κατὰ τὸ 1889 δρ. 1,985,947 πλέον ἢ κατὰ τὸ 1888, καὶ τοῦτο, Κύριοι, μὲ ὅλας τὰς γενομένας οἰκονομίας διὰ τῶν διαφόρων οἰκονομικῶν συνδυασμῶν καὶ διὰ τῆς ἀπαλείψεως τῶν μέχρι τοῦδε ἀπαλειφθέντων χρεωλυσίων, καὶ εἰς τὸ κονδύλιον «διάφοροι δαπάναι» ἐκ 349,640, τὸ ὅλον 2,335,587, ἀλλ’ ὡς ἐξ ἐλαττώσεων τινῶν εἰς τὴν γενικὴν ὑπηρεσίαν, καταβιβάζεται τὸ ποσὸν εἰς 2,264,446. Βεβαίως πολλαὶ οἰκονομίαι δύνανται νὰ γίνωσι καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, γνωρίζομεν ὅμως, κατὰ πόσον αἱ ἐπαγγελίαι τῶν τοιούτων οἰκονομιῶν ἐπηληθεύθησαν ἀπὸ τὰς κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις, καὶ κατὰ πόσον, ὡς ἐκ τῆς κρατούσης πολιτικῆς, δύναται Κυβέρνησίς τις νὰ τηρήσῃ τοιαύτας οἰκονομίας. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν φαίνεται τοιαύτη μικρὰ ἐλάττωσις, ἀλλ’ αὕτη, φρονῶ, ὅτι θὰ ἦναι προσωρινὴ, διότι, καὶ ἂν παραδεχθῶμεν, ὅτι οἱ ὑπάρχοντες ὑπάλληλοι δὲν εἶναι ἀναγκαῖοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἀφαιρούμενοι σήμερον, ταχέως θὰ ἐπανέλθωσιν, ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐλαττωθῇ κατά τι τὸ ποσὸν, ὅπερ ἀνεγράφη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐκείνῳ πλέον τοῦ παρελθόντος ἔτους. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχομεν αὔξησιν μισθῶν κατὰ 50,520, ἀλλὰ διὰ διαφόρων ἐλαττώσεων, προσωρινῶν ἴσως καὶ τούτων, τὸ ποσὸν τοῦτο καταβιβάζεται εἰς 740 δραχμάς. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἔχομεν δαπάνην εἰς προσθήκας Πρωτοδικῶν, εἰς προσθήκην ὑπαλλήλων, εἰς προαγωγὴν Εἰρηνοδικῶν, εἰς γραφικὴν ὕλην καὶ ἄλλα μικρότερα κονδύλια. Ποῦ δὲ ἔχομεν τὴν οἰκονομίαν, Κύριοι, διὰ νὰ ἐξισωθῇ, ὅσον τὸ δυνατὸν, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο ὡς πρὸς τὴν δαπάνην μὲ τὸ παρελθὸν ἔτος; Εἰς τὴν ἀπάλειψιν τοῦ κονδυλίου, τοῦ ἀναγεγραμμένου διὰ τὴν κατασκευὴν αἰθούσης Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, εἰς τὴν κατάργησιν τῶν φυλακῶν Ἰθάκης, εἰς τὴν στατιστικὴν καὶ εἰς τὴν δαπάνην πρὸς τοὺς ἀνακριτάς. Τὸ φαινόμενον τοῦτο, Κύριοι, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ διέλθῃ ἀπαρατήρητον ἀπὸ τὰς σκέψεις τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Προστίθενται Πρωτοδίκαι, προάγονται Εἰρηνοδίκαι, διορίζονται ὑπάλληλοι, ἀφαιροῦνται δὲ ποῖαι δαπάναι; ἐκεῖναι, ὅσαι θεωροῦνται ἀναγκαῖαι, ἀναγκαιόταται, διότι ἐνοήσατε περὶ ποίων δαπανῶν πρόκειται, σημειώσατε δὲ, ὅτι, ἐνῷ καταργοῦνται φυλακαὶ πρὸς οἰκονομίαν 10,000 δραχμῶν, ἔχομεν προσθήκην δι’ ἐνοίκιον φυλακῶν 16,682 δραχμῶν. Ποῖαι δὲ αἱ καταργούμεναι φυλακαὶ, Κύριοι; Αἱ φυλακαὶ Ἰθάκης. Ἡ Κυβέρνησις, παραλαβοῦσα τὰς Ἰονίους νήσους, μεταξὺ τῶν ἄλλων χρησίμων, εὗρε καὶ κατάστημα φυλακῶν ἐν τῇ νήσῳ Ἰθάκῃ· δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω τοῦτο ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, διότι δὲν μετέβην ἐκεῖ, ἀλλ’ εὑρίσκεται εἰς νῆσον ἐν μέσῳ τοῦ λιμένος· ἦτο λαμπρότατον κατάστημα, ἀλλ’ αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις τὸ ἐγκατέλειψαν ἄνευ τῆς δεούσης ἐπισκευῆς, ἡ δὲ τελευταία, ἀντὶ νὰ τὸ ἐπισκευάσῃ, ἐπροτίμησε νὰ τὸ ἐγκαταλείψῃ, ὅπως καταστῇ ἐρείπιον, κατάστημα δυνάμενον νὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἐνῷ εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐνοικιάζῃ τρώγλας, ἀντὶ τοῦ τοσοῦτον ὑγιεινοῦ καὶ τοσοῦτον ἀσφαλοῦς καταστήματος, καὶ νὰ ἐξαποστέλλῃ τοὺς φυλακισμένους εἰς τὰς φυλακὰς, περὶ τῶν ὁποίων ἔχετε πάντες ἰδέαν! Τί θὰ εἴπῃ, Κύριοι, ὁ ξένος ἐκεῖνος, ὅστις δὲν ἤθελε περιορισθῆ νὰ ἴδῃ τὰ μέγαρα τῶν Ἀθηνῶν καὶ τὰς ἱδρυθείσας ὑπὸ τοῦ κ. Συγγροῦ φυλακὰς, ἀλλὰ ἤθελε διέλθει τὰς ἐπαρχίας; τί θὰ εἴπῃ, ἂν μεταβῇ εἰς Ἰθάκην καὶ ἐρωτήσῃ «τὸ ἐρείπιον τοῦτο τί ἦτο προηγουμένως;» καὶ μάθῃ, ὅτι ἦσαν φυλακαί! κατέστη δὲ ἐρείπιον, διότι ἐγκατελείφθη ὑπὸ Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως; Τί δὲ θὰ εἴπῃ, ὅταν μεταβῇ εἰς τὰς λοιπὰς φυλακὰς, εἰς τὰς ὁποίας ἐγκλείονται οἱ φυλακισμένοι, καὶ ἴδῃ τὴν κατάστασιν αὐτῶν καὶ τῶν ἐν αὐταῖς εὑρισκομένων; Ὑπὸ οἱανδήποτε ἔποψιν ἐξετάσατε τὸ ζήτημα, κύριοι Βουλευταὶ, καὶ ἀποφανθῆτε, ἂν πρέπῃ νὰ ἐξουσιοδοτήσητε τὴν Κυβέρνησιν, νὰ καταργήσῃ τὰς φυλακὰς, διὰ νὰ ἐνοικιάσῃ ἰδιωτικὰς οἰκίας, ἢ ὀφείλετε νὰ τὴν ὑποχρεώσητε νὰ καταβάλῃ τὴν ἀπαιτουμένην δαπάνην, διὰ νὰ τὸ ἐπισκευάσῃ καὶ τὸ καταστήσῃ, ὡς ἦτο προηγουμένως, καὶ τὸ χρησιμοποιήσῃ. Ὁ δὲ λόγος, ὅτι εὑρίσκεται εἰς νῆσον, καὶ δὲν εὑρίσκεται εἰς μέγα κέντρον, ἢ ἐπὶ τῆς στερεᾶς, δὲν ἔχει σπουδαιότητα, διότι καὶ αἱ φυλακαὶ τῆς Αἰγίνης εὑρίσκονται ἐπὶ νήσου, πολὺ μικροτέρας σημασίας τῆς Ἰθάκης. Καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν παρατηρεῖται, ἀφ’ ἑνὸς μὲν, ὅτι προστίθεται προσωπικὸν εἰς τὰς Νομαρχίας, αὐξάνεται τὸ κονδύλιον τῆς στατιστικῆς καὶ ἑπομένως τὸ προσωπικὸν, τὰ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας ταχυδρομείου καὶ τηλεγραφείου, ἤτοι προσθήκη προσωπικοῦ, αἱ δὲ προσθῆκαι καλύπτονται διὰ τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ ἀναγραφησομένου κονδυλίου δι’ ἐκλογὰς ἐξ 108,000, διὰ διεθνῆ τέλη, συνιστάμενα εἰς 280,000, εἰς μέτρα δημοσίας ὑγείας τῆς πρωτευούσης κτλ. Προστίθενται ὑπάλληλοι, καὶ διὰ νὰ μὴ φανῇ ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου, ὡς ἐκ τῆς τοιαύτης προσθήκης, ἀφαιροῦνται δαπάναι, τὰς ὁποίας δὲν δύναται ν’ ἀποφύγῃ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν παρουσιασθῇ περίστασις, οὔτε τὴν δαπάνην τῆς ἐκλογῆς δύναται ν’ ἀποφύγῃ, ἐν ᾗ περιπτώσει γίνῃ ἀνάγκη ἐκλογῶν, οὔτε τὴν δαπάνην διὰ τὴν ὑγείαν τῆς πόλεως, ἐν ᾗ περιπτώσει αὕτη ἀπειληθῇ, οὔτε τὰ ἔξοδα τῶν ἑορτῶν, ἀφοῦ μάλιστα προαγγέλλονται τοιαῦται. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, Κύριοι, μένει ὡς ἔχει, μάλιστα μὲ οἰκονομίαν 36,000 δραχμῶν· τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὸν νέον ὀργανισμὸν, ἐγκατελείφθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, μολονότι τὸ ἐθεώρησε σωτήριον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς μορφώσεως τῆς νεολαίας, καθὼς ἐγκατέλιπε καὶ τὸ σχέδιον τῆς καταργήσεως τῶν ἐκ μιᾶς καὶ δύο τάξεων Ἑλληνικῶν Σχολείων, καθὼς ἐπανέφερε σωρηδὸν τοὺς βοηθοὺς, οὓς ἄλλοτε εἶχε παύσει, διότι τοὺς ἔκρινεν ὅλως διόλου περιττοὺς καὶ ὀλίγον συντείνοντας πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν τῆς νεολαίας. Καὶ τὸ Ὑπουργεῖον κυρίως, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται πράγματι τὸ μέλλον τοῦ Ἔθνους, διότι ἐξ αὐτοῦ ἐξαρτᾶται ἡ μόρφωσις τῆς νεολαίας, τὸ Ὑπουργεῖον, εἰς τὸ διάστημα, καθ’ ὃ διέπει τὸν τόπον ἡ διαχείρισις τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἐγκαταλείπεται καθ’ ὁλοκληρίαν καὶ εἶναι μόνον χρήσιμον πρὸς ἱκανοποίησιν προσωπικῶν ἀπαιτήσεων. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἔχομεν αὔξησιν ἐξ 150,000 διὰ τὴν δαπάνην, ἥτις ἀπαιτεῖται πρὸς συντήρησιν ἐπὶ μίαν ἑξαμηνίαν τοῦ ἀναμενομένου θωρηκτοῦ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο. Κατὰ τὰ ἄλλα μένει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ὡς εἶχε καὶ κατὰ τὸ 1888. Ποίαν δὲ οἰκονομίαν καὶ ποίαν διοίκησιν, Κύριοι, παριστᾷ ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ 1889; Γνωρίζετε δὲ, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι ὁ νόμος, ἐν ᾧ κατοπτρίζεται ἅπασα ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Ποία δὲ εἶναι ἡ πολιτικὴ, ἡ ἐκ τῆς μελέτης τοῦ τοιούτου Προϋπολογισμοῦ; προβλέπονται αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους; γίνεται φροντὶς περὶ ἱκανοποιήσεως τῶν οὐσιωδῶν αὐτοῦ ἀναγκῶν; ἀναφαίνεται τοιαύτη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα; Οὐδὲν ἄλλο ἀποδεικνύει ὁ Προϋπολογισμὸς, εἰμὴ αὔξησιν δαπάνης, ὡς ἐκ τοῦ δημοσίου χρέους, αὔξησιν δαπάνης, ὡς ἐκ τῆς προσθήκης προσωπικοῦ, καὶ αὔξησιν, Κύριοι, ἥτις, ἐκ τῶν προτέρων εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας ἡμᾶς, κατὰ πόσον εἶναι ἀναγκαία, ἢ μή· διότι ἀρκεῖ νὰ ἐρευνήσητε, ὅπως πληροφορηθῆτε, τί συμβαίνει μόνον εἰς τὴν ὑπαλληλίαν τῶν διαφόρων Νομαρχιῶν, διὰ νὰ πεισθῆτε, ὅτι ὅλοι, ὅσοι ἐπαύθησαν, χάριν δῆθεν οἰκονομίας, διὰ τῆς καταργήσεως τῶν Ἐπαρχείων, μὲ μεγίστην ζημίαν τοῦ Κράτους καὶ τῶν πολιτῶν, ἅπαντες ἐτοποθετήθησαν, φέροντες τίτλους διευθυντῶν, ὑποδιευθυντῶν, γραμματέων, ὑπογραμματέων κτλ., ἀντὶ δὲ πάσης ἐργασίας καλλιεργοῦσι τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Πᾶν, ὅ,τι σημειοῦται, Κύριοι, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὡς δαπάνη, ὑποτίθεται, ὅτι προϋπάρχει ἀνάγκη, ἥτις πρόκειται νὰ θεραπευθῇ διὰ τῆς δαπάνης. Ἐπείσθητε, ὅτι διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου Προϋπολογισμοῦ θεραπεύονται αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους; Νομίζω, ὅτι ἐκ τῆς μικρᾶς ἀφηγήσεως, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε, ἐπείσθητε, ὅτι περὶ οὐσιωδῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους οὐδόλως προβλέπεται· καὶ δαπανῶνται μὲν διὰ τὴν τυπικὴν λειτουργίαν τοῦ Κράτους μεγάλα ποσὰ, ἀλλ’ οὐδὲν περὶ οὐσιώδους καὶ ἀποτελεσματικῆς ῥυθμίσεως αὐτοῦ ἀναφέρεται. Κύριοι, γνωρίζετε τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν περιῆλθεν ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἐν τῷ Κράτει· προβλέπεται ἆρά γε περὶ τούτου ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ; Δὲν γνωρίζω, ποίαν ἰδέαν ἔχετε ὡς πρὸς τὴν κατάργησιν τῆς χωροφυλακῆς, διότι χωροφυλακὴ δὲν ὑπάρχει, διότι αὕτη οὐσιωδῶς δὲν ἀντικατεστάθη· καταργοῦσα δὲ τὴν χωροφυλακὴν, δὲν εἶχε καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ προΐδῃ περὶ τῆς ἀσφαλείας τοῦ τόπου; Καὶ ὅ,τι σήμερον ἀκούομεν, Κύριοι, δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης κυβερνητικῆς ἀμελείας; ἡ ἔλλειψις τῆς ἐνόπλου ἐκείνης δυνάμεως, ἥτις παρίστατο εἰς τὰ διάφορα τμήματα τοῦ Κράτους, καὶ ἑπομένως ἐξετέλει, ἐὰν ὄχι ὡς προσεδόκα τις ἀπ’ αὐτῆς, τὰ καθήκοντά της, διὰ τῆς παρουσίας της ὅμως συνεκράτει τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα, δὲν εἶναι ἡ κυριωτέρα αἰτία τῆς τοιαύτης καταστάσεως τοῦ τόπου; Εἰς τίνας ἐναπετέθη σήμερον ἡ ἀσφάλεια τοῦ Κράτους; εἰς τοὺς κληρωτοὺς ἐκείνους, οἵτινες, μόλις προσέλθωσιν εἰς τὸν στρατὸν καὶ πρὶν ἢ λάβωσι τὴν χροιὰν τοῦ στρατιώτου, στέλλονται, οὐχὶ διὰ νὰ ἐκτελέσωσι καθήκοντα χωροφύλακος, ἀλλὰ πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν εἰσπρακτόρων, πρὸς καταδίωξιν τῶν λαθρεμπόρων καὶ πρὸς φορολογίαν τῶν ποιμένων, διότι ἄλλως τε νέοι, ἄγοντες τὸ 21ον ἔτος τῆς ἡλικίας των καὶ ἐξελθόντες τὸ πρῶτον ἀπὸ τὰ χωρία των, δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται εἰς τὴν χωροφυλακήν, διότι δὲν ἔχουσι τὸ θάῤῥος καὶ τὴν τόλμην νὰ καταδιώξωσι τὸν κακοῦργον, δὲν γνωρίζουσι, πῶς νὰ προλάβωσι τὸ ἔγκλημα, ἀμοιροῦσι παντάπασι τῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ἀπαιτουμένων καὶ τῆς ἀναγκαίας πρὸς τοῦτο πείρας καὶ τοῦ αἰσθήματος πρὸς τὸ ἐπάγγελμα, ὅπερ ὁπωσδήποτε ὁ παλαιὸς στρατιώτης καὶ ὁ διαρκῶς ὑπηρετῶν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον αἰσθάνεται. Λυποῦμαι, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναφέρω γεγονὸς, τὸ ὁποῖον θέλει σᾶς καταδείξει, μέχρι ποῦ δύναται νὰ φθάσῃ ἡ ἀβελτηρία τῶν νῦν ὀργάνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀναθέτει ἡ Πολιτεία τὴν ἀσφάλειαν τῶν πολιτῶν. Ἐσχάτως ἐν Κεφαλληνίᾳ, εἰς ἐλαιοτριβεῖόν τι, ἐπιτίθεται εἷς διὰ μαχαίρας κατὰ ἑτέρου πολίτου· ἐκεῖ εὑρίσκετο εἷς εὔζωνος, εὑρίσκετο συνάμα καὶ ὁ Δήμαρχος· ὁ Δήμαρχος, καίτοι τῆς κοινωνικῆς ἡμῶν θέσεως, λαμβάνει τὸ θάῤῥος καὶ ἀναχαιτίζει τὴν χεῖρα τοῦ ἐπιτιθεμένου, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ὁ ἐπιτεθεὶς διὰ τῆς μαχαίρας ἐτραυμάτιζεν ἐκεῖνον, καθ’ οὗ ἐπετέθη, ὁ Δήμαρχος δὲν ἔλαβε τὸ θάῤῥος νὰ κρατήσῃ τὸν ἐπιτεθέντα, διότι καὶ σωμαλαιότερος ἦτο, καὶ ἐπὶ τέλους ἡ σωτηρία του ἠδύνατο νὰ τὸν ὠθήσῃ νὰ στρέψῃ τὴν μάχαιραν κατ’ αὐτοῦ, προσκαλεῖ τὸν εὔζωνον, διὰ νὰ τῷ δώσῃ βοήθειαν, καὶ ὁ εὔζωνος ἀπαθῶς θεᾶται τὰ γενόμενα. Ἀναφέρω τὸ γεγονὸς, διότι ἀνηγγέλθη εἰς τὴν Ἀρχήν. Καὶ μὴ νομίζητε, ὅτι τὸ τοιοῦτον εἶναι ἐξαίρεσις, διότι δυστυχῶς εἶναι ὁ κανὼν, οὐδὲ ἔχετε νὰ περιμένητέ τι ἐκ τῶν ἐνόπλων ἀνδρῶν, τῶν ἀποστελλομένων εἰς τὰς ἐξοχάς· οὗτοι φρονοῦσι, καὶ δὲν ἔχουσιν ἄδικον, ὅτι ἡ ἀποστολή των σκοπεῖ εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν εἰς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων καὶ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν πρὸς τὸ ἑαυτῶν συμφέρον τῶν νόμων, οὓς ἡ Βουλὴ ἤδη ἔδωκεν εἰς χεῖράς των. Εἶναι φυσικὸν ὅθεν, Κύριοι, ὅ,τι συνέβη καὶ συμβαίνει, καὶ συνέπεια ἀναγκαία, διότι ἡμεῖς ἐδιδάξαμεν τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας νὰ ἀποβλέπωσιν εἰς τὸ κέρδος, ἡμεῖς ἐδιδάξαμεν αὐτοὺς εἰς τὴν διαφθορὰν, διότι πάντες οἱ νόμοι, οἱ ψηφισθέντες κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἐψήφισαν χρηματικὰς ἀμοιβὰς εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς ἐργαζομένους εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός των, καὶ προσεπάθησεν ἡ Πολιτεία διὰ τοιούτων μέσων νὰ καταστήσῃ αὐτοὺς ζηλωτὰς εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ἔργου των. Ἀλλὰ τοῦτο συνέτεινεν εἰς τὸ νὰ διαφθείρῃ αὐτοὺς, φροντίζοντας μόνον, καὶ παρανόμως ἔτι, διότι ἀποφέρει αὐτοῖς κέρδος, ὅπερ δὲν ἐλπίζουσιν ἐκ τῆς ἐπιβλέψεως καὶ καταδιώξεως τῶν ἐγκληματιῶν. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὴν ἀσφάλειαν. Ἀλλὰ ποία ἡ μέριμνα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων διὰ τὴν θέσιν τῶν ὑπαλλήλων καὶ τὴν οἰκονομικὴν αὐτῶν κατάστασιν; Τὸ ζήτημα εἶναι ζωτικὸν καὶ σπουδαῖον διὰ τὸν τόπον, δὲν πρέπει δὲ νὰ τὸ ἐξετάσωμεν μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν ἀναγκῶν τῶν ὑπαλλήλων, διότι ἔχει πολὺ σπουδαιότερα τὰ ἀποτελέσματα. Ὁ ὑπάλληλος, ὅστις δὲν ἀμείβεται εἰς τὴν ἐργασίαν του, καταλαμβάνεται τάχιστα ἀπὸ ἀπογοήτευσιν, παύει πᾶς ζῆλος πρὸς τὴν ἐργασίαν, καὶ ἂν δύνηται νὰ τραπῇ εἰς ἄλλα ἔργα, τὸ πράττει, ἂν δὲ ἀδυνατῇ, ὁ χαρακτήρ του ἐκ τῆς ἀνάγκης κλονίζεται, καὶ ἡ διαφθορὰ κυριεύει ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε διὰ τῶν ὑπαλλήλων καθίσταται διδασκαλία δραστηριωτάτη, ἐπενεργοῦσα ἐπὶ τῆς κοινωνίας· διότι, ὅταν ὁ ἁπλοῦς καὶ ὁ ἀπαίδευτος βλέπῃ τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας διαφθειρόμενα χάριν κέρδους, πῶς θέλετε, νὰ σκεφθῇ οὗτος περὶ ἠθικῆς καὶ καθήκοντος; Ἰδοὺ διατὶ ἔλεγον, ὅτι τὸ ζήτημα δέον νὰ ἐξετασθῇ οὐχὶ μόνον ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν σχέσιν τούτων πρὸς τὴν διοίκησιν καὶ τὴν κοινωνίαν· καὶ εἶναι ἀναμφισβήτητον, διότι αἱ κατὰ καιροὺς μελέται τοῦτο ἀπέδειξαν, ὅτι ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχει διαφθορὰ εἰς τὰ ὄργανα τῆς Διοικήσεως, ἡ διαφθορὰ γενικεύεται εἰς τὴν κοινωνίαν, καὶ ἡ διάκρισις μεταξὺ καλοῦ καὶ κακοῦ, μεταξὺ ἐναρέτου καὶ μὴ, μεταξὺ τιμῆς καὶ ἀτιμίας, ἐκλείπει, ἡ ἔκλυσις δὲ ἐπέρχεται ῥαγδαία. Ἡ Πολιτεία δὲ παραλείπει καθῆκον, μὴ φροντίζουσα διὰ τὰ ὄργανά της· διότι, ἐνῷ τοῖς ὑπεσχέθη μισθὸν ἀνάλογον διὰ τὰς ἀνάγκας των εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν αἱ δαπάναι ἦσαν ἐλάχισται, καίτοι αἱ δαπάναι ἔκτοτε ἐπλεόνασαν, ἐξακολουθεῖ ὅμως νὰ τοῖς παρέχῃ τὸν αὐτὸν μισθὸν, ὅστις ἠλαττώθη κατὰ τοσοῦτον, καθ’ ὅσον ὑπάρχει ἡ διαφορὰ μεταξὺ μεταλλικοῦ καὶ χαρτονομίσματος, ἐβαρύνθησαν δὲ διὰ φορολογίας ἅπαντα τὰ εἴδη, ὧν ἔχουσιν οὗτοι ἀνάγκην, καὶ τὴν ἀνάγκην ὑποχρεοῦνται νὰ ἱκανοποιῶσι πρὸς βλάβην τῆς κοινωνίας, στελλόμενοι μακρὰν τῶν οἰκιῶν των. Ἐν τοιαύτῃ καταστάσει δύνασθε, Κύριοι, ν’ ἀναμένητε διοίκησιν ἐν τῷ τόπῳ; καὶ σᾶς φαίνεται παράδοξον, ἐὰν ἡ διοίκησις ἐχαλαρώθη εἰς τοιοῦτο σημεῖον, ὥστε δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι διοίκησις δὲν ὑπάρχει; Καὶ ἐξεγείρεσθε, ἐὰν ἤρχισαν ν’ ἀναφαίνωνται κρούσματα διαφθορᾶς, ἐνῷ προηγουμένως διεκρίνοντο οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους, καὶ ἰδίως οἱ δικαστικοί, διὰ τὴν αὐστηρότητα τοῦ χαρακτῆρος; Ἐπιφανὴς Γάλλος, διευθύνων τὰ οἰκονομικὰ τοῦ τόπου του, ὡς Ὑπουργός, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν Βουλήν, ἔλεγε πρὸς τοὺς Βουλευτάς: δώσατέ μοι καλὴν διοίκησιν, καὶ ἐγὼ σᾶς ὑπόσχομαι νὰ σᾶς δώσω καλὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν. Ἐὰν, Κύριοι, ὅ,τι ἔλεγεν ὁ ἐπιφανὴς ἐκεῖνος Γάλλος ἦναι ἀληθές, καὶ ἀληθὲς εἶναι, δύνασθε σεῖς νὰ πεισθῆτε εἰς τὰς ἐπαγγελίας τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, μὲ τὴν διοίκησιν, τὴν ὁποίαν παρέχει εἰς τὸν τόπον; Διοίκησιν, Κύριοι, τὴν ὁποίαν, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ περιέλθῃ τις τὰς ἐπαρχίας, ὅπως ἀντιληφθῇ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται, ἀλλ’ ἀρκεῖ νὰ ἀναγνώσῃ τὰ φύλλα, τὰ ἐκδιδόμενα ἐν τῇ πρωτευούσῃ, καὶ αὐτὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὑπηρετοῦσι τὴν πολιτικὴν αὐτῆς. Ἐὰν δὲ ἀντιληφθῇ ἐκ τοῦ πλησίον, τί συμβαίνει, ἐὰν διαγνώσῃ τὴν ἀποσύνθεσιν, δὲν ἀναγκάζεται νὰ ἀπελπισθῇ καὶ διὰ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου; Ὅταν ὁ τόπος εὑρίσκηται εἰς τοιαύτην κατάστασιν, εἶναι ἀδύνατον νὰ προοδεύσωσι τὰ οἰκονομικὰ αὐτοῦ, μὴ προοδευόντων δὲ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τόπου, εἶναι ἀδύνατον καὶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους νὰ βελτιωθῶσι. Μετὰ τὰ λεχθέντα, Κύριοι, ὑπενθυμίζω ὑμῖν, ὅ,τι καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἀγορεύσεώς μου ἀνέφερον· ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμός, ὁ ὑποβαλλόμενος, προβλέπει μετὰ τῆς δυνατῆς οἰκονομίας, οὐχὶ περὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου, ἀλλὰ περὶ τῆς τυπικῆς διαχειρίσεως τῆς διοικήσεως, ἤτοι παρέχει τὰ μέσα πρὸς πληρωμὴν τῶν ὑποχρεώσεων, καὶ διὰ τὰ ἀναγκαιοῦντα διὰ τὴν κανονικὴν ὑπηρεσίαν, βεβαίως ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος εἶναι εἰκονικός, διότι, διὰ νὰ ἐκπληρωθῶσι ταῦτα, ἀπαιτοῦνται τοὐλάχιστον 12 ἑκατομμύρια περίπου πλέον τῶν κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων τοῦ 1889 εἰσπραχθησομένων. Ἢ λοιπὸν ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων εἶναι εἰκονικὸς, καὶ δὲν θὰ προκύψῃ τὸ τοιοῦτον ἔλλειμμα, ἢ δὲν θὰ ἱκανοποιηθῶσιν αἱ ἀνάγκαι, καὶ οἱ διάφοροι κλάδοι τῆς διοικήσεως θὰ λειτουργήσωσιν ἀτελῶς καὶ παραλυτικῶς, διότι αἱ μὲν ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους ἀναβιβάζονται εἰς δρ. 45,364,921, ἐὰν δὲ κατ’ ἀνώτατον ὅρον ὑπολογίσωμεν εἰς 84,000,000 τὰ ἔσοδα, ἔχομεν μόνον 39,000,000 διὰ τὰς λοιπὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἐκ τῶν ὁποίων ἀφαιρουμένων τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, εἰς τὸ Ταμεῖον τῶν φάρων καὶ διὰ τὰ ταχυδρομικὰ, ἤτοι 7,000,000 περίπου, μένουσι μόνον 32,000,000, ἐνῷ ἔχομεν ἀνάγκην 44,000,000 διὰ τὴν λειτουργίαν τῆς διοικήσεως. Τὸ ἰσοζύγιον ὅθεν, καὶ λογιστικῶς ἐξεταζόμενον, καὶ ὡς τοιοῦτον, εἶναι ἁπλῆ φενάκη· ἐὰν δὲ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους εἶναι νόμος, ἐν ᾧ κατοπτρίζεται ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, τοιαύτη εἶναι καὶ ἡ πολιτικὴ αὐτῆς. Τί ποιητέον; Περὶ οἰκονομιῶν, Κύριοι, ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ, ὅτι τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς πλειοψηφίας, δι’ οὓς λόγους σᾶς προεῖπον, ἐνόμισαν, ὅτι λόγος περὶ οἰκονομιῶν δὲν εἶναι ἀναγκαῖος, καθότι ἔχομεν τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἱκανοποιήσωμεν τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, προσέθηκαν ἄλλως τε, ὅτι τὸ τοιοῦτον εἶναι κυρίως καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ κατάλληλος, διὰ νὰ φροντίσῃ περὶ αὐτῶν. Ἄλλως τε ἡ πρωτίστη οἰκονομία, Κύριοι, εἶναι ἡ παῦσις τῶν δανείων. Δυστυχῶς ὅμως, μὲ ὅλα τὰ μέσα, εἰς ἃ κατέφυγεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ μὲ ὅλους τοὺς οἰκονομικοὺς αὐτῆς συνδυασμοὺς καὶ τὴν τροπὴν τῶν χρεωλυτικῶν δανείων εἰς πάγια, δὲν κατωρθώθη νὰ ἐλαττωθῇ τὸ ποσὸν, τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν χρεῶν τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἀπεναντίας, ὡς σᾶς προεῖπον, ἔχομεν αὔξησιν. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἰσοζύγιον τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, τὸ μετὰ τόσου πόθου ἐπιδιωκόμενον ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, μέχρις ὅτου ἡ μανία τοῦ δανείζεσθαι δὲν ἐγκαταλείπει τὸν κ. Πρωθυπουργόν; Κράτη, Κύριοι, εὑρισκόμενα εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ ἡμέτερον Κράτος, ὄχι μόνον ἀποφεύγουσι τὰ δάνεια διὰ περιττὰς δαπάνας, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ δι’ αὐτὰς τὰς ἀναγκαίας δαπάνας καὶ δι’ αὐτὰ τὰ δημόσια ἔργα, καὶ τότε μόνον καταφεύγουσιν εἰς τὰ δάνεια, ὅταν δύνανται τὰ τοιαῦτα ἔργα νὰ ἐκτελῶσι δι’ ἐσωτερικῶν δανείων. Μὴ, Κύριοι, ἀποβλέπητε εἰς ὅ,τι κατὰ πρῶτον ἐνδεικνύει ἡ εἰσαγωγὴ τῶν ξένων κεφαλαίων ἐν τῷ Κράτει· ἡ εἰσαγωγὴ τῶν ξένων κεφαλαίων ὁμοιάζει μὲ τὴν θεραπείαν τοῦ πάσχοντος ἐξ ἀναιμίας, ὅστις, θεραπευόμενος διὰ δραστηρίων φαρμάκων, ἀποκτᾷ πληθώραν αἵματος, ἐνῷ προηγουμένως ἐστερεῖτο τοιούτου, ἀλλ’ ὡς ἐκ τῆς γενομένης πρὸς αὐτὸν θεραπείας, διὰ νὰ σωθῇ, ἀπαιτοῦνται κατόπιν διαδοχικαὶ ἀφαιμάξεις, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων οὐχὶ μόνον τὸ αἷμα, τὸ ἀποκτηθὲν διὰ τῆς θεραπείας, ἐξάγεται ὅλον, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶχεν, ἐλαττοῦται, μέχρις οὗ καὶ ἐκλείπει καθ’ ὁλοκληρίαν. Εἰσαγομένου τοῦ ξένου χρήματος, καθ’ ἣν στιγμὴν εἰσάγεται, βεβαίως ἀναφαίνεται εὐπορία τις εἰς τὸν τόπον, κίνησις εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν, πλουτίζουσί τινες ἐκ τῆς τοιαύτης κινήσεως τῶν κεφαλαίων, ἀλλ’ ἄρχεται ἀμέσως καὶ ἡ πληρωμὴ τῶν τόκων, καὶ ἐνῷ σήμερον διὰ τῆς παγιώσεως τῶν χρεῶν ἡμῶν μετεβιβάσαμεν τὴν ἐξόφλησιν εἰς τὴν αἰωνιότητα, οὐχ ἧττον ὀφείλομεν νὰ καταβάλλωμεν καθ’ ἑξαμηνίαν τοὺς τόκους, καὶ διὰ τῆς πληρωμῆς αὐτῶν νὰ ἐξάγωμεν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν καθ’ ἑξαμηνίαν σπουδαῖα ποσὰ, καὶ εἰς χρυσὸν, αἱ τοιαῦται δὲ ἀφαιμάξεις φέρουσιν οἰκονομικῶς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπερ φέρουσι φυσικῶς ἐπὶ τοῦ ἀσθενοῦς, καθιστῶντες καὶ τὸν φορολογούμενον καὶ τὸ Κράτος ἀναιμικούς. Καὶ τί ὠφελούμεθα, Κύριοι, ἐκ τῶν δανείων; Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ἰσοζύγιον, ὡς προείπομεν, τὰ δάνεια μᾶς ἀπομακρύνουσι περισσότερον ἀπ’ αὐτοῦ, καθόσον αὐξάνουσι τὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν ἀναγκαῖα ποσά. Χρησιμεύουσιν αἱ κατασκευαὶ τῶν πλοίων, τῶν σιδηροδρόμων καὶ πᾶσαι αἱ λοιπαὶ τακτικαὶ καὶ ἔκτακτοι δαπάναι πρὸς ἐμψύχωσιν τῆς ἐσωτερικῆς βιομηχανίας; Δυστυχῶς ὄχι. Πᾶν, ὅ,τι χρειάζεται πρὸς ἐκτέλεσιν, ἔρχεται ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, καὶ αὐτοὶ δὲ, οἱ ἐκτελοῦντες τὰ ἔργα, καὶ αὐτοὶ οἱ ἁπλοῖ ἐργάται ἔρχονται ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, ὥστε δι’ αὐτῶν ἐπανέρχεται τὸ χρῆμα πάλιν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Ἐν τούτοις, Κύριοι, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων ὑποχρεούμεθα νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν τόπον, καὶ νὰ ἀφαιρῶμεν ἀπὸ τὰς παραγωγικὰς αὐτοῦ δυνάμεις πᾶν, ὅ,τι δύναται νὰ συντείνῃ εἰς τὴν πρόοδον αὐτοῦ, πράττομεν δὲ τοῦτο μὲ τὴν ἐλπίδα, ἢ τὴν ὑπόθεσιν, ὅτι, ὅ,τι σήμερον ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τὴν παραγωγὴν, θὰ τὸ ἀποκτήσῃ αὕτη μετὰ 10 ἢ 20 ἔτη, διὰ τῶν ἐκτελουμένων ἔργων. Ἐργαζόμεθα δηλαδὴ σήμερον ἐπὶ προφανεῖ βλάβῃ τῆς παραγωγῆς, ἐξαντλοῦντες τοὺς κατοίκους τοῦ Κράτους, καὶ παρέχοντες εἰς αὐτοὺς τὴν ἐλπίδα, ὅτι μετὰ 10 ἢ 20 ἔτη θ’ ἀπολαύσωσιν, ὅ,τι σήμερον τοὺς ὑστεροῦμεν, δι’ ὧν ἀγαθῶν ὑπόσχεται αὐτοῖς ἡ κατασκευὴ τοιούτων ἔργων. Ἀλλ’, οὕτω προβαίνοντες, τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν θὰ ἦναι πλέον εἰς κατάστασιν νὰ ἀπολαύσωσι τὰ ἀγαθὰ ταῦτα, τὸ δὲ Κράτος, τὸ ὁποῖον περιμένει ἐκ τῆς τοιαύτης ἐργασίας τὴν αὔξησιν τῶν προσόδων αὐτοῦ, ἕως οὗ φθάσῃ εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, αἱ πηγαὶ, ἐκ τῶν ὁποίων περιμένει τὴν αὔξησιν, θὰ καταστῶσι στεῖραι. Ἐργασία λοιπὸν, ἥτις καταστρέφει, καὶ ἐὰν δὲν καταστρέφῃ, βλάπτει καιρίως καὶ τὸ ἐμπόριον, καὶ τὴν βιομηχανίαν, καὶ τὴν γεωργίαν, καὶ ἡ ὁποία ἐξαντλεῖ τοὺς φορολογουμένους, φορολογοῦσα διὰ ν’ ἀποδώσῃ, ὅ,τι σήμερον ἀφαιρεῖ, εἰς μεμακρυσμένην ἐποχὴν, εἶναι ἐργασία, τῆς ὁποίας ἡ ἔκβασις εἶναι προφανής. Ἀλλὰ δυστυχῶς εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ σταματήσῃ εἰς τὸν δρόμον τῶν δανείων; Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι ἀπαγορεύσητε, ἐὰν δὲν ἐπιτρέπητε εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ δανείζηται, εἶναι τὸ ἴδιον ὡς ν’ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὸ σκάφος τὸν ἕλικα, διὰ τοῦ ὁποίου κινεῖται.
§38ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡραῖα!
§39ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πῶς ἐπιτυγχάνονται τὰ ἰσοζύγια; Τὰ ἰσοζύγια ἐπιτυγχάνονται διὰ τῶν δανείων. Πῶς προτίθεται ν’ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν; Διὰ τῶν δανείων. Καὶ βεβαίως τί θὰ σᾶς εἴπῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅταν σᾶς ὑποβάλῃ τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1888; «Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων ἔχομεν καὶ 7,000,000 πρὸς πληρωμὴν ὑποχρεώσεων, ἀλλ’ αὐτὰ τὰ 7,000,000, ἡσυχάσατε, διότι ἐγὼ μὲ τοὺς οἰκονομικούς μου συνδυασμοὺς τὰ ἀπαλείφω.» Καὶ τί γίνονται, κύριε Πρωθυπουργὲ, αὐτὰ τὰ 7,000,000; «Μὴ σᾶς μέλῃ! πρὸς τὸ παρὸν δὲν θὰ τὰ πληρώσωμεν· ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ τὰ πληρώσωσι, θὰ φροντίσωσι νὰ τὰ εὕρωσι, καθ’ ἣν ἐποχὴν εἶναι ὑπόχρεοι νὰ τὸ πράξωσι· τὰ δὲ λοιπὰ, αὐτὰ βαρύνουσι τοὺς ἐκτάκτους Προϋπολογισμοὺς, οἵτινες τρέφονται διὰ δανείων.» Κύριοι, φρονῶ, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἑλλάδος, ὅπου ἐφθάσαμεν, δὲν εἶναι τὸ ἰσοζύγιον, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα κοινωνικὸν, εἶναι ζήτημα ἠθικόν. Ἐὰν, Κύριοι, ἐξακολουθήσωμεν ἐργαζόμενοι, ὡς ἐργαζόμεθα, ἐὰν ἐξακολουθήσητε ὑπηρετοῦντες τὴν πολιτικὴν, ὡς τὴν ὑπηρετεῖτε, βεβαίως ἡ θέσις ἡμῶν θὰ δεινῶται ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν. Καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης πολιτικῆς, τὰ ὁποῖα ἤρχισαν ν’ ἀναφαίνωνται, θὰ καταστῶσιν ὄχι μόνον καταφανῆ, ἀλλὰ θὰ φθάσωσιν, ἐὰν δὲν ἔφθασαν ἔτι, εἰς σημεῖον τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ἐπιδέχωνται θεραπείαν. Τί παρατηρεῖτε, Κύριοι, εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου; — καὶ ἐξετάσατε, παρακαλῶ, ἓν πρὸς ἓν τὰ Ὑπουργεῖα, — τί ἔπραξε κατὰ τὸ διάστημα τὸ μακρὸν, κατὰ τὸ ὁποῖον διῴκησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν χώραν, ὑπὸ τὰς εὐνοϊκωτέρας περιστάσεις καὶ μὲ τὴν ὑποστήριξιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τί δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ διὰ τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν διαθέτει; τί διὰ τῆς ἀφοσιώσεως καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς ἐπεδείξατε πρὸς αὐτόν; Καὶ ὅμως τί ἔπραξε; Τί ἔπραξε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας; τί ἔπραξε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης; Εἰργάσθησαν καθ’ ὅσον ἡ ἐργασία των εἶχε συνάφειαν μὲ τὴν ἐργασίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶχεν ἀνάγκην τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εἰσπράξῃ πλείονα ἐκ τοῦ χαρτοσήμου, καὶ ἐμνήσθη τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὅπερ τότε ἐκινήθη, καὶ παρεῖξεν ἀμέσως τὴν συνδρομήν του. Εἶχεν ἀνάγκην ν’ ἀπαλλαχθῇ τῆς εἰσφορᾶς, τῆς καταβαλλομένης διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, καὶ ἐνεθυμήθη τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐπροθυμοποιήθη νὰ φέρῃ τὸν νόμον περὶ τοῦ Ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἔχει ἀνάγκην νὰ θέσῃ εἰς τὰς χεῖράς του τὰς προσόδους τῶν δήμων, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, μετὰ τὸ περὶ Ὑποταμιῶν, ἐδείχθη προθυμότατος νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ διαπυλίων καὶ Διοικητικῆς Ἀστυνομίας. Τὸ ἔργον, Κύριοι, τῆς Βουλῆς βεβαίως εἶναι, νὰ ἐγείρῃ φραγμὸν, ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς τὸ εἴπω, ποῦ ἡ Βουλή; Ἡ Βουλὴ δυστυχῶς εὐθὺς ἐξ ὑπαρχῆς εἰς τὴν ἀπάντησιν πρὸς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἀπεδέχθη τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἔχει ἐντολὴν νὰ δώσῃ ἐκ τῶν προτέρων ψῆφον εἰς πᾶν, ὅ,τι ζητήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ τὴν ἐντολὴν ταύτην τὴν ἐξεπλήρωσε θρησκευτικῶς. Ποῖος φραγμὸς λοιπὸν νὰ τεθῇ; Νὰ παύσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ δανείζηται; Ἀλλ’ ὑμεῖς ἐδώκατε προχθὲς ἀκόμη τὸ δικαίωμα εἰς αὐτὸν, νὰ δανείζηται ἀπεριορίστως, ὅσα θέλει καὶ ὅπως θέλει· καὶ οὐ μόνον νὰ δανείζηται, ἀλλὰ συνάμα κατεστήσατε αὐτὸν καὶ χρηματιστήν! Τοιαύτη εἶναι ἡ πεποίθησις ὑμῶν περὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὴν ὁποίαν προσεπάθησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀγορεύων, νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησίν του, ἀπαντῶν εἰς ὅσα εἶχον εἰπεῖ, συζητῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὥστε νὰ τοῦ δώσητε τὸ δικαίωμα νὰ παίζῃ εἰς τὸ Χρηματιστήριον πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους. Ὁ Προϋπολογισμὸς, Κύριοι, ὡς κατέστη, εἶναι ἁπλοῦν θεατρικὸν πρόγραμμα, χρησιμεῦον ὡς χρηματιστικὸν ἄγγελμα, μία ἁπλῆ ρεκλάμα, καὶ τίποτε ἄλλο. Διότι ὁ Προϋπολογισμὸς, ὡς ὑποβάλλεται καὶ ψηφίζεται, διὰ τοῦ κηρύγματος τῶν ἰσοζυγίων, καὶ περισσευμάτων, ἔφερε τὰ ἀποτελέσματα τοιαῦτα. Κύριοι, πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἀνέγνωσα διάσημον συγγραφέα Γάλλον, πρεσβεύοντα τὰ τῆς ἐλευθέρας ἐμπορίας· τὸ σύγγραμμα αὐτοῦ φέρει τίτλον «ce qu’ on voit et ce qu’ on ne voit pas,» δι’ ἁπλῆς δὲ μεθόδου καταδεικνύει, ποῖα εἶναι τ’ ἀποτελέσματα τοῦ προστατευτικοῦ συστήματος, καὶ ποῖα τὰ τῆς ἐλευθέρας ἐμπορίας, τίνα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατὰ πρῶτον ἀναδείκνυνται, καὶ τίνα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν φαίνονται. Αὐτὸ τοῦτο συμβαίνει καὶ εἰς ἡμᾶς· εὑρισκόμεθα, εἰς ἣν θέσιν εὑρίσκεται ἐκεῖνος, ὅστις ἔχει ἐνώπιόν του ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁρᾷ, ἀλλὰ δὲν ἔχει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ὁρᾷ. Σεῖς βλέπετε ἐνώπιόν σας τὰ πομπώδη ἰσοζύγια τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, βλέπετε, ὅτι τὰ κεφάλαια προσέρχονται εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι χρήματα εἰσέρχονται ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν, ὅτι σιδηρόδρομοι κατασκευάζονται ἢ διαπραγματεύονται, ὅτι θωρηκτὰ ναυπηγοῦνται· καὶ εἶναι ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα βλέπετε, ἐκεῖνα ὅμως, τὰ ὁποῖα δὲν βλέπετε, εἶναι τ’ ἀποτελέσματα ὅλης αὐτῆς τῆς ἐργασίας, ἀποτελέσματα, διὰ τὰ ὁποῖα δυστυχῶς δὲν θὰ παρέλθῃ πολὺς καιρὸς—εἴθε νὰ ψευσθῶ—καὶ θὰ κλαύσωμεν πικρῶς. Τοιοῦτος εἶναι ὁ φανὸς, διὰ τοῦ ὁποίου βλέπουσι καὶ οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐκτιμῶσιν ἡμᾶς, καὶ ἐννοεῖται, ὅτι διὰ τοιαύτης ἀντιλήψεως μᾶς κρίνουσι. Μεγαλοϊδεάται εἰσὶν οἱ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ κάτοχοι χρεωγράφων, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τοὺς μὲν παρέχει τὰ θωρηκτὰ, εἰς τοὺς δὲ τὴν καταβολὴν τῶν τόκων. Τί περισσότερα δύνανται ν’ ἀπαιτήσωσιν ἀπὸ τὸν Κυβερνήτην τῆς χώρας; Ἀλλ’ ἐὰν ὁ φορολογούμενος, ὁ ἐντὸς τοῦ Κράτους εὑρισκόμενος, στερῆται τοῦ ἄρτου, ἐὰν ὁ φορολογούμενος πεινᾷ καὶ γυμνητεύῃ αὐτὸς καὶ τὰ τέκνα του, τοῦτο δὲν διαβλέπουσιν οἱ ἔξω εὑρισκόμενοι· ἀλλ’ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶναι καὶ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἰς πᾶσαν περίστασιν φωνάζουσιν, «ἢ ὅλοι νὰ σκωτωθῆτε, ἢ ὅλοι νὰ ἐλευθερωθοῦμεν!» Ἡ Ἰταλία εὑρέθη εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρέθημεν καὶ ἡμεῖς· ἐλλείμματα σπουδαῖα εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ καὶ δίψα μεγαλείου. Ἤθελε στόλους, ἀπῄτει στρατοὺς, διὰ νὰ καθέξῃ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἐνόμιζεν, ὅτι ὤφειλε νὰ κατέχῃ ἐν τῇ χορείᾳ τῶν Ἐθνῶν· καὶ ἐκεῖ εὑρέθη ἀνήρ, ὅστις ἐκ πεποιθήσεως ἢ ἐκ φιλοδοξίας ἔλαβε τὸ θάῤῥος καὶ συνάμα τὴν ὑποστήριξιν, νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν τόπον του διὰ φόρων, οὓς ἐνόμισεν, ὅτι δύναται νὰ βαστάσῃ ὁ Ἰταλικὸς λαὸς, καὶ ἠδυνήθη καὶ στόλους νὰ ναυπηγήσῃ, καὶ στρατοὺς νὰ καταρτίσῃ, καὶ δημόσια ἔργα νὰ ἐκτελέσῃ, καὶ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ ἐπιτύχῃ, καὶ πλεονάσματα νὰ δώσῃ, καὶ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπὶ τέλους νὰ κατορθώσῃ· καὶ οἱ Ἰταλοὶ, χαίροντες διὰ τὴν πίστιν τῆς Ἰταλίας καὶ τὰ συνομολογούμενα δάνεια, εἰργάζοντο διὰ νὰ ἐγείρωσιν εἰς αὐτὸν ἀνδριάντα. Τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου μαθητὴς ἄριστος εἶναι ὁ κ. Πρωθυπουργός· διότι, ἐὰν παραλληλήσητε ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν πορείαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν πορείαν ἐκείνου, βεβαίως θὰ εὕρητε πιστὸν ἀντίγραφον. Ἀλλὰ παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ ἐκείνη, καθ’ ἣν ἔβλεπον οἱ Ἰταλοὶ τὰ ὁρατὰ, καὶ ἐπῆλθεν ἡ ἐποχὴ καθ’ ἣν ὁρῶσιν, ὅ,τι δὲν ἔβλεπον, καὶ ὁ δυστυχὴς Μαλλιάνης ἐκ τοῦ θριάμβου προσφέρεται ἑκουσίως θῦμα τῆς ἀγανακτήσεως τοῦ λαοῦ. Οἱ Ἰταλοὶ, οἵτινες κατοικοῦσι, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, τὸν ἐπίγειον παράδεισον, ἡ Ἰταλία, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὑπῆρχεν ἡ ζωὴ καὶ ἡ πρόοδος, ἡ ἀφθονία καὶ ἡ εὐθηνία, οἱ Ἰταλοὶ, οἵτινες δὲν ἠδύναντό ποτε νὰ φαντασθῶσιν, ὅτι ὑπάρχει τόπος, ἐκτὸς τοῦ τόπου των, ἐν τῷ ὁποίῳ ἠδύναντο νὰ ζήσωσιν εὐτυχέστεροι, σήμερον ἀθρόοι μεταναστεύουσι, ζητοῦντες ἄρτον δι’ ἑαυτοὺς καὶ τὰ τέκνα των! Οἱ δὲ ἐντὸς τῆς Ἰταλίας εὑρισκόμενοι τί ἀπολαμβάνουσιν; ἐξεγείρονται καὶ θραύουσι τὰ ἐργαστήρια, ἵν’ ἀποκτήσωσι ῥάκος διὰ νὰ ἐνδυθῶσι, καὶ ἄρτον διὰ νὰ δώσωσιν εἰς τὰ τέκνα των. Τὰ ἰσοζύγια παρῆλθον, καὶ τὰ ἐλλείμματα ἀπελπίζουσι τοὺς Ἰταλούς. Τὴν ἀφθονίαν διεδέχθη ἡ στέρησις, καὶ τὸν ἐνθουσιασμὸν ἡ κατάρα. Εὔχομαι τοιοῦτόν τι νὰ μὴ συμβῇ εἰς τὸν μαθητὴν, χάριν τοῦ Κράτους. (Εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 καὶ 40′ μ. μ.