1889.01.27
763 στίχοι · 5.813 λέξεις · 60 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 69
Τῆς 27 Ἰανουαρίου 1889.
(Παρασκευή).
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ Ἀντιπροέδρου κ. Καΐρη).
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἀρ. Γεωργόπουλος δηλοῖ διὰ τηλεγραφήματός του, ὅτι ἐν τῇ ὑποβληθείσῃ ἀναφορᾷ κατὰ τοῦ πρώην Συμβολαιογράφου Φερσάλων ἡ ὑπογραφὴ αὐτοῦ εἶναι πλαστή, τεθεῖσα παρ’ ἄλλου. Ὁ ἱερεὺς καὶ πρώην δημοδιδάσκαλος Μήλου Ἀνδρέας Οἰκονόμου Καλλίτζης, παραπονεῖται, ὅτι ἀπελύθη τῆς θέσεως τοῦ δημοδιδασκάλου ἀδίκως. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.
§2ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὑπάρχει καταγγελία κατὰ τοῦ Γραμματέως τοῦ Εἰρηνοδικείου Ἀβίας, περὶ τῆς ὁποίας οὐδὲν ἐνεργήθη. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ διατάξῃ τὰ δέοντα.
§3ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ καταγγελία· ἀλλ’ ἐὰν ἦναι ἐκεῖ, βεβαίως θὰ σταλῇ εἰς τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα.
§4ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπίσης καταδιώκεται ὡς ἐλλειμματίας ὁ Συμβολαιογράφος Φερσάλων, καὶ περὶ τούτου δὲν ἐνηργήθη τι.
§5ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ποινικῆς καταδιώξεως.
§6ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὡς πρὸς τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φροντίσῃ.
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐζητήθησαν πληροφορίαι παρὰ τοῦ Ταμίου, ἐξ ὧν θέλομεν ὁδηγηθῆ περὶ τοῦ πρακτέου.
§8ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑποβάλλω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἀναφορὰν τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Ζακύνθου καταδίκων, Πελοποννησίων καὶ Στερεολλαδιτῶν, ἐν τῇ ὁποίᾳ εἶναι πάντες ὑπογεγραμμένοι, παραπονουμένων κατὰ τοῦ Διευθυντοῦ τῶν φυλακῶν. Καταθέτω τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ παρακαλῶ νὰ σταλῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§9ΡΙΚΑΚΗΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀναφορὰν ταύτην, λέγω, ὅτι ἔλαβον καὶ ἐγὼ ἐπιστολήν, δι’ ἧς παραπονοῦνται οἱ κατάδικοι καὶ ἰδίως οἱ Πελοποννήσιοι· φαίνεται δὲ, ὅτι αἱ ἐκεῖ διαιρέσεις εἰσὶν οἱονεὶ φυλετικαὶ, οἱ δὲ Πελοποννήσιοι καὶ Στερεολλαδῖται παραπονοῦνται ἰδίως κατὰ τῶν Ζακυνθίων· φαίνεται, ὅτι ὁ ἐπιστάτης εἶναι Ζακύνθιος, καὶ γίνονται προτιμήσεις μεταξὺ τῶν φυλακισμένων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ προκαλέσωσιν οὐχὶ ἔριδας, ἀλλὰ ῥήξεις. Ἑπομένως καὶ ἐγὼ ἑνόνω τὴν παράκλησίν μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως ἐξετάσῃ ἀκριβῶς. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι, ὅπως προληφθῶσι πολλὰ ἄτοπα, καλὸν εἶναι νὰ σταλῇ ἐκ Πατρῶν ὁ παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελεὺς, ὁ ὁποῖος νὰ ἐνεργήσῃ σπουδαίας ἀνακρίσεις, καθ’ ὅσον τὰ πράγματα, ὡς παρίστανται, συνδέονται μὲ σχέσεις τοπικὰς, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἔχωσι συνεπείας σπουδαίας. Αὐτὸ μόνον κάμνω γνωστὸν, καὶ ἀπόκειται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐνεργήσῃ τὰ περαιτέρω.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συνομολογήσεως λαχειοφόρου ἀτόκου δανείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας.
§11ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Εἴς τινα τῶν προλαβουσῶν συνεδριάσεων ἐζητήθησαν πληροφορίαι τινὲς περὶ τῶν ὑπὸ τῆς Ἑταιρίας δαπανηθέντων. Δυστυχῶς μέχρι τῆς σήμερον δὲν ἀντεγράφησαν· ἐὰν νομίζητε, ὅτι σᾶς εἶναι ἀναγκαῖαι, καὶ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ, δύναται νὰ ἀναβληθῇ ἡ τρίτη συζήτησις δι’ αὔριον.
§12ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐγὼ κατέθεσα τὰ πρακτικὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναφέρεται ἡ περιουσία αὐτῆς.
§13ΡΑΛΛΗΣ. Αἱ πληροφορίαι πρέπει νὰ ἔλθωσιν, ἀλλὰ δὲν ἀντεγράφησαν. Δύναται ὁ κ. Κοντόσταυλος, ὡς Πρόεδρος τῆς Ἑταιρίας, νὰ μᾶς ἀνακοινώσῃ αὐτάς.
§14ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν, διότι αὗται ἀναφέρονται εἰς ἀριθμοὺς καὶ εἶναι πολλαί· αὔριον θὰ τὰς καταθέσωμεν.
§15ΤΙΝΕΣ. Νὰ προχωρήσωμεν.
§16ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν πρόκηται αἱ πληροφορίαι νὰ προσκομισθῶσι διὰ τὴν ἱστορίαν, εἶναι περιτταί· ἐὰν πρόκηται νὰ διαφωτίσωσι τὴν Βουλὴν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, πρέπει νὰ προταχθῶσι τῆς τρίτης συζητήσεως. Ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς Ἑταιρίας, τὰ ὁποῖα εἶναι 50 ἐτῶν, ἀδύνατον νὰ συλλέξωμεν τὰς πληροφορίας. Κατ’ ἐμὲ, τὸ ζήτημα τῶν πληροφοριῶν τούτων εἶναι σπουδαιότατον· διότι, μεθ’ ὅλα, ὅσα ἐξετέθησαν μέχρι τοῦδε, νομίζω, ὅτι ὑπάρχει μία βάσις δικαιολογητικὴ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ὁ ἐπιστημονικὸς σκοπὸς τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Θέλομεν λοιπὸν νὰ γνωρίζωμεν, τί μέχρι τοῦδε ἔπραξεν ἐκ τῶν γλίσχρων πόρων, ὡς λέγει, καὶ τί πρόκειται νὰ δαπανήσῃ διὰ τοῦ νέου δανείου.
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν ἐπιμένητε, ἂς ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§18ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ἐκτὸς ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς νομίζῃ, ὅτι εἶναι κατεπεῖγον, καὶ ἡ ἀναβολὴ διὰ τὴν αὔριον δύναται νὰ βλάψῃ τὰ συμφέροντα τῆς Ἑταιρίας. Καὶ τὴν ὑπόνοιαν ταύτην μοὶ ἐμβάλλει τὸ ὑποβληθὲν χθὲς πρόσθετον ἄρθρον, ὅτι ὁ νόμος πρέπει νὰ ἰσχύῃ εὐθὺς ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως».
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται δι’ αὔριον.
§20ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶχον ἑτοιμάσει τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει ἡ Κυβέρνησις. Ἐπειδὴ ὅμως ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ σήμερον ἡ τρίτη συζήτησις, δὲν ἠθέλησα νὰ τὴν ὑποβάλω, διότι δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀπαιτούμενος καιρὸς καὶ δὲν ἤθελον νὰ φανῇ, ὅτι φέρω πρόσκομμα. Ἀφοῦ ὅμως ἀναβάλλεται δι’ αὔριον, ὑποβάλλω ταύτην σήμερον. Συνίσταται δὲ εἰς τοῦτο, ὅτι, ἀντὶ νὰ κάμῃ λαχεῖον ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἦναι ὀλιγώτερον τὸ κακὸν, ἐὰν δώσωμεν εἰς τὴν Ἑταιρίαν τὴν ἄδειαν, νὰ συνομολογήσῃ ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τῆς Κυβερνήσεως, δάνειον λαχειοφόρον, ὅμοιον μὲ τὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῶν 60,000,000, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι, ἀντὶ νὰ φέρωσιν 100 δραχμὰς αἱ ὁμολογίαι, δύνανται νὰ φέρωσι καὶ 50 μόνον. Ἐὰν κατορθωθῇ, δάνειον 20,000,000 νὰ τοποθετηθῇ εἰς τὸ ἄρτιον, ἐπὶ τῇ τιμῇ δηλ., εἰς ἣν ἔφθασε σήμερον τὸ δάνειον τῆς Τραπέζης, θέλουσιν εἰσπραχθῆ 20,000,000· ἐξ αὐτοῦ ὑπολογίζω, ὅτι εἶναι πολὺ πιθανὸν διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἐκδόσεως, ἡ ὁποία δύναται νὰ παραχωρηθῇ εἰς Τράπεζάν τινα, νὰ δαπανηθῶσι 2,000,000, τότε θὰ μείνωσι 18,000,000, τὰ ὁποῖα θέλουσιν εἰσαχθῆ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ταῦτα, ἐὰν ἀναγνωρισθῶσιν ὡς δημόσιον χρέος πρὸς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν καὶ ἀναλάβῃ τὸ Κράτος νὰ πληρόνῃ 6% τόκον, θέλουσιν ἀποφέρει ἐτησίως δραχ. 1,080,000. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τούτου, τουτέστι διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τοῦ χρεωλυσίου, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται, ἐὰν ἡ ἐξόφλησις ὁρισθῇ νὰ γίνῃ εἰς διάστημα 100 ἐτῶν, ἀναγκαιοῦσι κατ’ ἔτος δραχ. 816,000, ἐὰν εἰς ταύτας προστεθῶσι καὶ 100,000 δι’ ἀμοιβὰς τοῦ λαχείου, ἡ δαπάνη ἀνέρχεται εἰς 916,000, αἵτινες, ἀφαιρούμεναι ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τῶν 1,080,000, θέλουσιν ἀφίνει 164,000 δρ. εἰς ὄφελος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Οὕτω θέλομεν ἀποφύγει τὸ ἄτοπον, τοῦ νὰ κάμωμεν λαχεῖον, τὸ ὁποῖον ἐκθέτει καὶ τὴν ὑπόληψιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ τόπου. Διατὶ νὰ δώσωμεν τὴν ἄδειαν εἰς κερδοσκόπους, νὰ περιφέρωσι λαχεῖα ἐν ὀνόματι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ διὰ τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον προτείνω, δύναται νὰ γίνῃ τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ κατέλθῃ εἰς τὰ τελευταῖα στρώματα τῆς κοινωνίας; Ὑποβάλλω ἔγγραφον τὴν τροπολογίαν ταύτην. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 278).
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν ταύτην, διότι ἡ βάσις εἶναι διάφορος τῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἡ τροπολογία δέον νὰ ὑποβληθῇ ὡς ἴδιον νομοσχέδιον, ὅσοι δὲ θεωροῦσι τὸν κατὰ τὰς διατάξεις αὐτῆς τρόπον προτιμότερον, θέλουσι ψηφίσει κατὰ τοῦ νῦν συζητουμένου νομοσχεδίου, ἐπιφυλαττόμενοι, ὅπως ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῆς διατάξεως τῆς τροπολογίας, ὅταν ἐν τῇ σειρᾷ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔλθῃ αὕτη εἰς συζήτησιν, ὡς ἴδιον νομοσχέδιον.
§22ΡΑΛΛΗΣ. Μίαν πληροφορίαν θέλω ζητήσει ἐπὶ τῆς δʹ παραγράφου τοῦ 5ου ἄρθρου. Τί θὰ εἰπῇ: «τὸ ἐλλεῖπον καταβάλλει ὁ ἀνάδοχος τοῦ δανείου;»
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ Δημόσιον ὀφείλει νὰ λάβῃ ἐγγύησιν περὶ τῆς ὑπὸ τοῦ ἀναδόχου ἀνελλιποῦς ἐκπληρώσεως τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης. Δὲν ἐπιτρέπεται ὁ καταρτισμὸς πίνακος τῶν λαχνῶν ἄνευ ἐγγυήσεως περὶ τῆς καταβολῆς ὑπὸ τοῦ ἀναδόχου τοῦ ἐλλείποντος πρὸς πληρωμὴν τῶν λαχνῶν, ἐφ’ ὅσον τὸ ἄθροισμα αὐτῶν, κατὰ τὸν πίνακα, ἤθελε τυχὸν ὑπερβῆ ἔν τινι ἔτει τὴν καταβλητέαν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἐτησίαν δόσιν.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀδείας συνομολογήσεως καὶ τροπῆς δανείων.
§25ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐξ ὅσων ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐκ τοῦ κειμένου τοῦ νομοσχεδίου προκύπτει, ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ εὑρεθῶσι χρήματα, δυνάμενα νὰ ἀνακουφίσωσι τὴν σημερινὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας ὑπὸ καλλιτέρους ὅρους, καὶ διὰ τοῦτο ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς μετατροπῆς, ἢ τῆς συνομολογήσεως νέων δανείων, πρὸς πληρωμὴν τῶν ὑπαρχόντων. Οὐ μόνον δὲ ζητεῖται ἡ ἄδεια συνομολογήσεως δανείου μὲ ἐλαφροτέρους ὅρους, ἀλλὰ προστίθεται ὅρος πολὺ σπουδαῖος, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἐγγυήσεων· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐνθυμηθῶμεν τὴν σπουδαιοτέραν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, τὸ μέγα βάρος, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐπὶ τῶν ὤμων ἡμῶν, τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἀφοῦ δυνάμεθα νὰ προμηθευθῶμεν χρήματα μὲ τόκον ἐλαφρότερον τῶν μέχρι τοῦδε, καὶ ἄνευ ἐγγυήσεων, πρέπει νὰ σκεπτώμεθα νὰ βελτιώσωμεν τοὺς ὅρους τῶν ὑπαρχόντων χρεωλυτικῶν δανείων καὶ ν’ ἀφήσωμεν ἐπὶ τοῦ τόπου τὸ βάρος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Ἡ ὠφέλεια, ἡ ὁποία θέλει προκύψει ἐκ τῆς μετατροπῆς τῶν δανείων, δύναται νὰ ἐξισωθῇ μὲ τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Τί θέλει προκύψει ἐκ τῆς μετατροπῆς τῶν δανείων;— διότι πιστεύω, ὅτι περὶ τῶν τριῶν πρώτων πρόκειται, καθόσον τὸ τελευταῖον εἶναι ἀδύνατον νὰ μετατραπῇ.—Ποία θὰ ἦναι ἡ διαφορά, ἐὰν ἀπαλλαχθῶμεν ἀπὸ τὸ χρεωλύσιον; Μία οἰκονομία, οὐχὶ μεγαλειτέρα τῶν 2,000,000. Ποῖον δὲ εἶναι τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον ὑφίσταται ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος; 7,015,000. Ἐὰν δὲ εὕρωμεν τρόπον, ὥστε νὰ ἀπαλλάξωμεν τὸν τόπον ἀπὸ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, μένει ἡ διαφορὰ αὕτη ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἀλλ’ ἐκ τῆς ἄρσεως θέλει προκύψει μόνον ἡ ὠφέλεια αὕτη; Τὸ Κράτος ποῖα βάρη ὑφίσταται ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Σήμερον ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889 ὁρίζει τὴν τιμὴν τοῦ φράγκου πρὸς 1,27½, ἐνῷ πέρυσι τὸ εἴχομεν 1,20, κατὰ 27½% λοιπὸν προσδιορίζομεν τὴν ζημίαν τοῦ τόκου καθ’ ὅλον τὸ 1889. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὰς λοιπὰς ληψοδοσίας, ἐφ’ ὧν ἐπενεργεῖ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ ὡς ἐκ τῶν ὁποίων ὑφίσταται ὁ τόπος μεγάλην ζημίαν. Περιορίζομαι εἰς τὴν κατάστασιν τὴν τελωνιακὴν, εἰς τὴν κίνησιν τοῦ ἐμπορίου. Ἡ εἰσαγωγὴ ὑπολογίζεται ὑπὲρ τὰ 100,000,000, ἐπὶ τῶν ὁποίων πληρώνομεν διαφορὰν συναλλάγματος 27%, δηλ. ὑφίσταται τὸ Κράτος ζημίαν 27,000,000. Ἐκτὸς τῶν βαρυτάτων δασμῶν, πληρόνει ἡ εἰσαγωγὴ πρόσθετον τέλος 15%, λόγῳ τῆς διαφορᾶς τοῦ νομίσματος. Ὅλα ταῦτα δὲν εἶναι μία βαρυτάτη φορολογία ἔμμεσος, ἡ ὁποία οὔτε τὸ Δημόσιον ὠφελεῖ, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἰδιώτας ζημιοῖ, καὶ ἡ ὁποία οὐ μόνον δὲν διευκολύνει τὸ ἐμπόριον, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας καταθλίβει αὐτό; Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναι ἔκτακτον μέτρον, ὄχι ζηλωτὸν, τὸ ὁποῖον πᾶν Κράτος ἀπεύχεται νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὸ ὑποφέρῃ, ἀλλ’ ὅταν εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην, πρέπει νὰ σκεφθῇ, ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον νὰ ἀπαλλαχθῇ, διότι ὁμοιάζει πρὸς τὸν σκώληκα, ὁ ὁποῖος κατατρώγει τὰς ῥίζας τοῦ δένδρου. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι, προκειμένου περὶ συνομολογήσεως δανείου, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν πρὸ παντὸς περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἥτις θέλει φέρει ἀνακούφισιν εἰς τὸ Κράτος· ἀλλὰ θέλει φέρει καὶ ἕτερον καλόν. Χθὲς ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας παρεπονέθη κατὰ τῆς Τραπέζης, ὅτι δὲν τηρεῖ τὸ Καταστατικόν της, ἀλλὰ κλείει τὰ χρήματα ἐν τοῖς κιβωτίοις, καὶ δὲν δανείζει εἰς τοὺς ἰδιώτας· ἀλλὰ, μολονότι δὲν θεωρῶ ἀκριβὲς τὸ παράπονον τοῦ συναδέλφου, ἐρωτῶ: ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, νὰ τηρήσῃ τοὺς ὅρους τοῦ Καταστατικοῦ της, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀφοῦ ἡμεῖς παρεβιάσαμεν αὐτοὺς, καὶ τὴν ὑπεχρεώσαμεν νὰ ἀναλάβῃ ὑποχρεώσεις ἐκτὸς τῶν ὅρων τοῦ Καταστατικοῦ; Ἀφοῦ ἐθέσαμεν τὴν χεῖρα ἐντὸς τοῦ ταμείου τῆς Τραπέζης, εὑρεθέντες βεβαίως εἰς ἀνάγκην ἀπόλυτον, δυνάμεθα ν’ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ αὐτὴν νὰ κάμῃ περισσότερον, ἀφ’ ὅ,τι κάμνει; Καὶ ποῖον ἄλλο παράπονον ἠκούσατε; Ὅτι ἡ Τράπεζα τοποθετεῖ τὰ κεφάλαιά της εἰς χρεώγραφα. Ἀλλὰ διατί; Διότι τὰ χρεώγραφα εἶναι μέταλλον, καὶ, φρονίμως ποιοῦσα, προβλέπει, ὥστε, ἐν περιπτώσει ἐκτάκτων περιστάσεων, νὰ μὴ εὑρεθῇ γυμνὴ μὲ τὸ χαρτονόμισμα. Τὰ χρεώγραφα εἶναι μέταλλον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ μεταβάλῃ, ὅταν θέλῃ, εἰς χρυσὸν, καὶ κάμνει καλά. Ἐὰν δὲν ἦτο ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἡ ἐργασία τῆς Τραπέζης ἤθελεν εἶσθαι κανονικωτέρα, καὶ ἡ κοινωνία θ’ ἀνεκουφίζετο περισσότερον, μολονότι, ὡς γνωρίζω, προθύμως χορηγεῖ ἐνυπόθηκα δάνεια...
§26ΜΠΑΣΙΑΣ. Σήμερον τὴν ἔχει, καὶ δὲν φοβεῖται νὰ τὴν ταράξῃ κἀνείς.
§27ΡΙΚΑΚΗΣ. Μάλιστα· ἐὰν ὅμως ὁ ὁρίζων ὀλίγον θολωθῇ, δὲν γνωρίζω, καὶ ἡμεῖς καὶ ἡ Τράπεζα ποῦ θὰ εὑρεθῶμεν, οὐδὲ δυνάμεθα νὰ προΐδωμεν, ποῖαι θὰ ἦναι αἱ συνέπειαι. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια σπουδαία ὡς πρὸς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Γνωρίζω, ὅτι ὁ ἔντιμος Πρωθυπουργὸς ἄλλοτε ἦτο ζηλωτὴς τῆς ἰδέας ταύτης, δὲν ἔβλεπε τὴν στιγμήν, νὰ ξεφορτωθῇ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ ἑπομένως πιστεύω, ὅτι σήμερον αἱ παρατηρήσεις μου θέλουσιν εὕρει ὑποδοχὴν εἰς τὰς σκέψεις αὐτοῦ. Πρώτη ἐργασία, ἣν ὀφείλει νὰ κάμῃ σήμερον, ὅτε παρουσιάζονται ἐνδείξεις, ὅτι δύναται διὰ νέων δανείων νὰ βελτιώσῃ τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν, εἶναι, νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι καὶ μετὰ τὴν ἄρσιν δὲν θὰ εὑρεθῶμεν εἰς θέσιν ἀνθηράν, ἀφοῦ τὸ μέταλλον εἶναι δυσανάλογον πρὸς τὴν ζήτησιν. Παρατηρῶ ἐπὶ τούτου, ὅτι ἡ δυσαναλογία δὲν εἶναι σημερινὴ, ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου τὸ Κράτος συνέστη ἡ εἰσαγωγὴ εἶναι ἀνωτέρα τῆς ἐξαγωγῆς, ἀλλὰ παρετηρήθη, ὅτι, εἰσαγομένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐπέρχεται ἡ ὑπερτίμησις, ἡ ὁποία ὑπάρχει σήμερον, διότι, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ ἡ Τράπεζα εὑρίσκεται ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Καταστατικοῦ αὐτῆς, ὑπάρχει πεποίθησις καὶ ἐμπιστοσύνη, καὶ ἑπομένως τὸ χαρτονόμισμα ἔχει τὴν ἀξίαν του. Ἐν Γαλλίᾳ μάλιστα τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον εἶναι μᾶλλον περιζήτητον τοῦ χρυσοῦ. Ἐφέτος παρ’ ἡμῖν ἡ ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ εἶναι ἀνωτέρα παρὰ πᾶσαν ἄλλην ἐποχὴν, καθ’ ἣν εἴχομεν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, διότι δὲν εἶναι μόνη ἡ δυσαναλογία τῆς εἰσαγωγῆς πρὸς τὴν ἐξαγωγήν, ἀλλ’ ἡ κερδοσκοπία ἰδίως συνετέλεσεν εἰς τὴν αὔξησιν ταύτην. Νομίζετε, ὅτι σήμερον, ὡς ἄλλοτε, μόνη ἡ διαφορὰ τῆς ζητήσεως κανονίζει τὴν ἀξίαν τοῦ χρυσοῦ; Ὄχι. Γίνεται ἓν παιγνίδι, τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμὲ, δύναται νὰ περισταλῇ, διότι δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τοὺς νόμους, παιγνίδι τὸ ὁποῖον ὑψώνει καὶ καταβιβάζει τὴν ἀξίαν τοῦ χρυσοῦ, βλάπτει τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν πολιτῶν, χωρὶς ἡ πρᾶξις αὕτη νὰ δύνηται νὰ περιβληθῇ μὲ τὴν νομιμότητα ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ἡ συνομολόγησις τῶν ἐμπορικῶν καὶ χρηματικῶν πράξεων. Ἔχετε τὸ Χρηματιστήριον, ὅπου ὁ τυχὼν προσφέρεται καὶ πωλεῖ ὡρισμένον ποσὸν χρυσοῦ, τὸν ὁποῖον δὲν ἔχει· ἡ τοιαύτη δὲ ἀγοραπωλησία πράγματος μὴ ὑπάρχοντος συντελεῖ νὰ δυσχεράνῃ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, τὰς συνεπείας τῆς ὁποίας τὸ Κράτος ὑφίσταται, χωρὶς νὰ λαμβάνηται οὐδεμία πρόνοια περὶ τῆς θεραπείας. Ἄρατε τὴν καταναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, λάβετε μέτρα νόμιμα πρὸς περιστολὴν τῶν τοιούτων εἰκονικῶν καὶ παρανόμων πράξεων, καὶ ἂς ἐξακολουθήσῃ ὁ τόπος νὰ πληρώνῃ ἐπὶ 2 ἢ 3 ἀκόμη ἔτη τὸ χρεωλύσιον τῶν δανείων, ἀρκεῖ ν’ ἀνακουφισθῇ ἀπὸ τὸ βάρος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐὰν σήμερον, ὅτε εὑρίσκετε, ὡς λέγετε, δάνεια μὲ μικρὸν τόκον καὶ ἄνευ ἐγγυήσεως, δὲν ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, δὲν θέλει παρουσιασθῆ εὐκαιρία ν’ ἀρθῇ πλέον, καὶ ἑπομένως θέλει ἐγκλιματισθῆ ἐν τῷ τόπῳ. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς, παρακαλῶ, ἡ οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου νὰ μεταβληθῇ ἐντελῶς, νὰ μὴ περιορισθῇ, ὅπως περιορίζεται, εἰς ὡρισμένον χρέος, ἀποβλέπουσα μόνον εἰς τὴν μετατροπὴν ἢ τὴν ἐξόφλησιν τῶν ὑπαρχόντων χρεωλυτικῶν δανείων, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ ὁρισθῇ, ὅτι τὸ νέον δάνειον θέλει χρησιμεύσει πρὸ πάντων πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας...
§28ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ἄλλο νομοσχέδιον.
§29ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἄλλο νομοσχέδιον· διότι, ἀφοῦ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δίδεται ἡ ἄδεια νὰ γίνῃ νέον δάνειον, καὶ διατυποῦται ἡ χρῆσις τοῦ δανείου τούτου, εἶναι καιρὸς νὰ συμπεριληφθῇ οἱαδήποτε χρῆσις θεωρεῖται ἀναγκαία.
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι προστεθειμένον.
§31ΡΙΚΑΚΗΣ. Περὶ ἄρσεως ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας;
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ τοῦτο.
§33ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀκούσατε τὸ ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκει): «Τὸ προϊὸν τῶν δανείων τούτων προορίζεται ἀποκλειστικῶς εἰς ἀπόσβεσιν προγενεστέρων δανείων, ἢ ἐξαγορὰν ὁμολογιῶν τῶν δανείων τούτων ἐπὶ τιμῇ μέχρι τοῦ ἀρτίου τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου».
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ 1ον ἄρθρον ὁρίζει, ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ ἐξαγορὰ δανείων· ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία στηρίζεται ἐπὶ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐπιτρέπεται δὲ καὶ ἡ ἐξαγορὰ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας.
§35ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἤθελον παραδεχθῆ τὴν τοιαύτην ἑρμηνείαν, καὶ μοὶ ἐπῆλθεν ἡ τοιαύτη ἰδέα, ἐὰν δὲν ἦτο ἡ φράσις, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσα, «εἰς ἀπόσβεσιν τῶν προγενεστέρων δανείων, ἢ ἐξαγορὰν τῶν ὁμολογιῶν τῶν δανείων τούτων»· ὅπερ ἐννοεῖ, ὅτι πρόκειται περὶ μόνον δανείων ὁμολογιούχων.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ τι.
§37ΡΙΚΑΚΗΣ. Τότε, κατ’ ἐμὲ, ἀνάγκη νὰ διασαφανισθῇ τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου.
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι γενικὸν, ἔχει λίαν εὐρεῖαν περιφέρειαν, οὐδὲν ἐννοεῖ ν’ ἀποκλείσῃ εἶδος δανείου, καὶ διὰ τοῦτο συνετάχθη, ὅπως εἶναι συντεταγμένον, ἀνήκει δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐκτελοῦσαν τὰ τοῦ νόμου, νὰ προτιμήσῃ εἰς ἐξαγορὰν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ δάνειον. Ὅταν ὁμιλήσω, θὰ εἴπω, ποῖα δάνεια νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προτιμηθῶσι καὶ κατὰ πόσον πρέπει νὰ προτιμηθῶσιν, ἀλλ’ οὐδόλως ἀποκλείεται ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἄδεια τῆς ἐξαγορᾶς τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας.
§39ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ εὐχαριστοῦμαι διὰ τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν δίδετε, ἀλλὰ τότε θὰ μὲ συγχωρήσητε νὰ κάμω μίαν παράκλησιν, νὰ διορθωθῇ τὸ γράμμα τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἑξῆς: «τὸ προϊὸν τῶν δανείων τούτων περιορίζεται ἀποκλειστικῶς εἰς ἀπόσβεσιν προγενεστέρων δανείων ἢ ἐξαγορὰν ὁμολογιῶν τοιούτων δανείων ἐπὶ τιμῇ μέχρι τοῦ ἀρτίου τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου», καὶ τότε εἶναι σαφέστατον τὸ κείμενον· οὕτω δὲ, παρακαλῶ καὶ ἐπιμένω, κατὰ τὴν ἐξόφλησιν τῶν ὑπαρχόντων δανείων νὰ προτιμηθῇ τὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας.
§40ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τὸ θέμα, ὅπερ ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, δίδει χώραν εἰς εὐρεῖαν συζήτησιν, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ συζητούμενον ἀντικείμενον, καὶ ἑπομένως δὲν θὰ παρακολουθήσω τὸν προλαλήσαντα εἰς τὰ ἀναπτυχθέντα, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐπειδὴ ὅμως ἐγένετο λόγος, φρονῶ, ὅτι ἀναγκάζομαι, νὰ εἴπω ἐν ὀλίγοις τὴν ἰδέαν μου. Ἐν τῇ Βουλῇ, φρονῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει περὶ τούτου διαφωνία, καὶ ὅτι οὐδεὶς μεταξὺ ἡμῶν εἶναι ὁ φρονῶν, ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἐν ᾗ περιπτώσει εὑρεθῶμεν εἰς θέσιν νὰ τὴν ἄρωμεν, οὐχ ἧττον ὅμως, ἐκ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ὁ τόπος, καὶ ὡς ἐκ τῆς χρηματικῆς κρίσεως, ἥτις ἐγενήθη, κυρίως ἕνεκα τῆς δυσαναλογίας, τῆς ὑπαρχούσης μεταξὺ ἐξαγωγῆς καὶ εἰσαγωγῆς, φρονῶ, ὅτι ὀφείλει πᾶσα Κυβέρνησις νὰ σκεφθῇ πρὸ παντὸς ὡρίμως, πρὶν ἀποφασίσῃ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὄχι εἰς ἣν περίστασιν εὑρισκόμεθα, ἀλλὰ καὶ εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν ἔτι εὑρεθῇ τὸ Κράτος καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον ὑπὸ τοὺς ὅρους ἐκείνους, ὑφ’ οὓς ὑπαγορεύεται, ἢ συμβουλεύεται, ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐν ᾗ περιπτώσει δηλ. ὁ Προϋπολογισμός μας εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ παρέξῃ τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ἀπαιτουμένην διὰ τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν ἄρσιν. Ὀφείλει ὅθεν ὁ προλαλήσας, κατ’ ἐμὴν γνώμην, νὰ ἔχῃ ὑπομονὴν, ἵνα φθάσωμεν πρῶτον εἰς τοιοῦτο σημεῖον, ἤτοι εἰς τὸ σημεῖον τοῦ ἰσοζυγίου καὶ τῶν πλεονασμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ τότε μόνον δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἀφοῦ προηγουμένως σταθμίσωμεν τὰς οἰκονομικὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ὁ τόπος· ἄλλως τε ἡ Κυβέρνησις, πρὸς ἣν ἀπετάθη ὁ προλαλήσας, μεθ’ ὅλας αὐτῆς τὰς ἐπαγγελίας, ὑποστηρίζουσα τοὺς οἰκονομικοὺς αὑτῆς συνδυασμοὺς, δὲν παρέλειψεν ἀπὸ τοῦ νὰ ὑποσχεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Ἔθνος, ὅτι τείνουσιν αὗται καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, καὶ ὅτι θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν θέσιν, ἢ νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἢ τοὐλάχιστον νὰ ἐλαττώσῃ τὸ κυκλοφοροῦν χαρτονόμισμα, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ φέρῃ σπουδαίαν ἀνακούφισιν εἰς τὴν ἀγοράν. Καὶ ὅμως, μολονότι τοιαύτας προσπαθείας καταβάλλει, μολονότι, ὡς ἠκούσατε, μέρος τοῦ κυκλοφοροῦντος χαρτονομίσματος κατετέθη ὑπὸ αὐτῆς εἰς τὴν Τράπεζαν, μολονότι, ἐπὶ ἔτη δανειζομένη, εὑρίσκει τὸν ἀναγκαῖον χρυσὸν διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων, οὐχ ἧττον ὁ χρυσὸς μένει σταθερὸς, καὶ τὸ τραπεζογραμμάτιον ὑποτετιμημένον, τεκμήριον, ὡς ἐκ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ σκεφθῇ πᾶσα Κυβέρνησις, σκοποῦσα νὰ προβῇ εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ὑπάρχει ἄλλο νόσημα ἐν τῷ τόπῳ, νόσημα νομισματικῆς ἀνισοῤῥοπίας. Μεταβαίνω, Κύριοι, εἰς τὴν ἔκφρασιν τῆς γνώμης μου, ὡς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ὡς δίδυμον τοῦ συζητηθέντος χθὲς καὶ ἤδη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εὑρισκομένου νομοσχεδίου περὶ λαχειοφόρου δανείου, διότι ἀμφότερα ἐξῆλθον συγχρόνως ἀπὸ τὸ χαλκεῖον, τὸ κατασκευάζον τοὺς οἰκονομικοὺς συνδυασμούς. Κύριοι, ὁμολογῶ, ὅτι οὐδεμίαν διάκρισιν ποιῶ μεταξὺ παιγνιδίου ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ καὶ παιγνιδίου ἐν τοῖς χαρτοπαικτείοις. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἐνετυπώθη ἀπὸ τὰς διακυμάνσεις τοῦ χρυσοῦ καὶ ἀπὸ τὸ παιγνίδιον, τὸ γινόμενον ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ εἰς τὸν χρυσὸν καὶ τὰς λοιπὰς ἀξίας· ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ Χρηματιστήρια, τὰ ὁποῖα, ὅτε συνεστήθησαν, ἄλλον εἶχον σκοπὸν, οἱ χρηματισταὶ τὰ μετέτρεψαν εἰς πραγματικὰ χαρτοπαίγνια, δυστυχῶς δὲ οὐδεμία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ παιγνιδίου γινομένου διὰ παιγνιοχάρτων, καὶ παιγνιδίου γινομένου διὰ τῆς διαφορᾶς ἐπὶ τῶν ἀξιῶν. Ὡς δὲ εἰς τὰ χαρτοπαίγνια ὑπάρχουσιν οἱ παίζοντες, οἱ ἀφιέμενοι καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὴν τύχην, καὶ ἐξ αὐτῆς περιμένοντες τὸ κέρδος, καὶ ἀφ’ ἑτέρου οἱ βασιζόμενοι εἰς τὴν ἀπάτην τῶν ἁπλοϊκωτέρων καὶ ἐπιδιώκοντες κέρδη διὰ τοῦ μέσου τούτου, οὕτω καὶ ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις ὑπάρχουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες στηρίζονται εἰς τὰς σκέψεις ἐπὶ τῶν πολιτικῶν καὶ οἰκονομικῶν πραγμάτων τοῦ τόπου, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες παίζουσιν, ἐκ τῶν προτέρων γινώσκοντες, ὅτι θὰ γίνῃ μεταβολὴ εἰς τὰς ἀξίας, ἢ ἐξαπατῶντες τοὺς ἁπλοϊκωτέρους. Ὑπάρχουσι λοιπὸν οἱ ἀπατῶντες ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις, καθὼς καὶ ἐν τοῖς χαρτοπαιγνίοις, πρὸς τοὺς ὁποίους γνωρίζετε ὁποῖον ὄνομα δίδεται ἐν Γαλλίᾳ (les Grecs). Αἱ Τράπεζαι καὶ οἱ μεγάλοι κεφαλαιοῦχοι, εἴτε ἐκ τῶν συνδικάτων, τὰ ὁποῖα καταρτίζουσιν, εἴτε ὡς ἐκ τῶν σχέσεων, τὰς ὁποίας δύνανται νὰ ἔχωσι μετὰ τῶν Κυβερνήσεων, εἴτε δι’ ἄλλων μέσων, δύνανται νὰ ὦσι βέβαιοι εἰς τὰς μεταβολὰς, τὰς ἐπερχομένας εἰς τὰς ἀξίας ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις, ἢ καὶ νὰ προετοιμάζωσιν αὐτὰς, καὶ ἀσφαλῶς νὰ καρπῶνται τὰς διαφορὰς, ἐν ἀγνοίᾳ καὶ εἰς βάρος τῶν ἁπλοϊκωτέρων. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς Αὐτοκρατορίας ἐν Γαλλίᾳ ἐξηγέρθη ἡ κοινὴ γνώμη κατὰ τοῦ Ναπολέοντος, ὅτε ἀνεκαλύφθη, ἢ ὅτε, ἐὰν δὲν ἦτο βάσιμον, ἐῤῥήθη κἄπως βασίμως, ὅτι ὁ Ναπολέων ἀνεμιγνύετο εἰς χρηματιστικὰς ἐργασίας, ἐὰν οὐχὶ ἀπ’ εὐθείας, ἀλλὰ διὰ τῶν φίλων καὶ τῶν ὀργάνων του. Καὶ πράγματι, Κύριοι, τί ταπεινότερον, τί αἰσχρότερον, ἢ Κυβέρνησίς τις, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐξαρτᾶται ἡ μεταβολὴ τῶν ἀξιῶν ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις, νὰ λαμβάνῃ ἀμέσως ἢ ἐμμέσως μέρος εἰς τὸ τοιοῦτον ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις γινόμενον παιγνίδιον! Καὶ ὅμως, Κύριοι, διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου οὐδὲν ἄλλο ἐπιζητεῖται ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἢ νὰ κηρυχθῇ ἐπισήμως χρηματιστής, κυροῦσα οὕτω τὴν διδομένην προσωνυμίαν, καὶ νὰ λάβῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀναμιγνύηται εἰς τὰς χρηματιστικὰς ἐργασίας, τὰς ἀφορώσας εἰς τὰ χρεώγραφα αὐτῆς. Ὅταν λάβῃ τις ἐν χερσὶ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐξετάσῃ αὐτὸ μετ’ ἐπιστασίας, καθορᾷ, ὅτι καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ αἱ διατάξεις δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὸν τίτλον αὐτοῦ, καὶ, ὡς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τῷ ἀφορῶντι εἰς τὸ λαχειοφόρον δάνειον, παρίσταται ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ὡς δανειζομένη, ἐπὶ σκοπῷ τὰ χρήματα τοῦ δανείου νὰ μεταχειρισθῇ πρὸς τὸν σκοπὸν, ὅν ἐπιδιώκει, ἀλλὰ τὸ δάνειον συνομολογεῖ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἡ Κυβέρνησις λαμβάνει τὸ ὅλον χρῆμα, τὸ μὲν ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τοὺς δανειστὰς, τὸ δὲ κατακρατοῦσα αὐτοβούλως ὡς δάνειον παρὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, καὶ χωρὶς νὰ τὴν ἐρωτήσῃ, διότι κατὰ τύπον μόνον παρίσταται αὕτη, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος αὐτῆς ὡμολόγησε· τοιουτοτρόπως καὶ ὁ τίτλος τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου καλύπτει τὸ ἐμπεριεχόμενον αὐτοῦ. Τὸ νομοσχέδιον φέρει ὡς τίτλον: «περὶ ἀδείας συνομολογήσεως καὶ τροπῆς δανείων»· ἄρα ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δύο τινὰ δύναταί τις, ἐὰν περιορισθῇ εἰς τὸν τίτλον, νὰ νομίσῃ, ὅτι ζητεῖ μόνον ἡ Κυβέρνησις, ἄδειαν ἀπεριόριστον τοῦ δανείζεσθαι, καὶ ἄδειαν τροπῆς δανείων. Καὶ πράγματι τὸ ἄρθρον 1ον, ἐδάφιον αʹ, ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται ἡ ἄνευ εἰδικῶν ἐγγυήσεων συνομολόγησις δανείων τοῦ Κράτους παγίων, ἤτοι ἄνευ χρεωλυσίου, ἐπὶ ἐτησίῳ τόκῳ κατωτέρῳ τῶν 6% τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου.» Ἡ ἄδεια λοιπὸν, τὴν ὁποίαν ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὴν Βουλὴν, εἶναι, νὰ δοθῇ εἰς αὐτὴν ἀπεριόριστος ἐξουσία νὰ δανείζηται, ὑπὸ τὸν ὅρον μόνον, τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ συνομολογήσῃ, νὰ τὰ συνομολογῇ ἄνευ ἐγγυήσεων καὶ μὲ τόκον κατώτερον τῶν 6%. Καὶ καθόσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὰς ἐγγυήσεις, οὐδεμίαν σπουδαιότητα ἀποδίδω, Κύριοι, διότι αἱ ἐγγυήσεις αἱ διδόμεναι εἰς τὰς συνομολογήσεις τῶν δανείων ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων, ὅταν αὗται δὲν συνοδεύωνται μὲ τοὺς ὅρους ἐκείνους, ὑφ’ οὓς συνωμολογήθη τὸ τελευταῖον δάνειον, ἤτοι τῆς ἐνεχυριάσεως καὶ διαχειρίσεως τῶν ἐνεχυριαζομένων προσόδων, οὐδεμίαν σημασίαν ἔχουσι· διότι, ἐὰν ἡ διαχείρισις εὑρίσκηται εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως, ἐννοεῖται, ὅτι, μέχρις οὗ ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ καταβάλλῃ τὰ ἀναγκαῖα ποσὰ διὰ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια, ἔχει καλῶς; ἐν ᾗ ὅμως περιπτώσει λείψωσιν αἱ πρόσοδοί της, καὶ αἱ προωρισμέναι διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ δανείου πρόσοδοι θὰ χρησιμεύσωσι πρωτίστως διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, καὶ οἱ δανεισταὶ θὰ εὑρίσκωνται ἀπέναντι ἀσφαλείας εἰκονικῆς. Κατὰ τὸ 2ον δὲ ἄρθρον: «Ἐπιτρέπεται ὡσαύτως ἡ τροπὴ συνομολογουμένων χρεωλυτικῶν δανείων εἰς πάγια καὶ ἡ ἐλάττωσις τοῦ ὅρου τοῦ χρεωλυσίου ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τῶν συμπεφωνημένων ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου. Αἱ ὁμολογίαι τῶν μὴ ἀποδεχθησομένων τὰς ἀνωτέρω μεταβολὰς ἐξαγοράζονται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἐπὶ ἀρτίῳ τῷ ὀνοματικῷ κεφαλαίῳ.» Καὶ ἐνταῦθα ἔχομεν τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἐπικεφαλίδος τοῦ νομοσχεδίου, ἤτοι τὴν τροπὴν τῶν δανείων, διότι διὰ τῶν δύο πρώτων γραμμῶν τοῦ ἄρθρου ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅ,τι ζητεῖ, καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὴν τροπὴν τῶν δανείων, εἰς δὲ τὸ αʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 1ου ἔχομεν τὴν ἄδειαν τῆς συνομολογήσεως, ἄδειαν, ἡ ὁποία, οὖσα ἀπεριόριστος, δύναται νὰ χρησιμεύσῃ καὶ διὰ τὸν σκοπὸν ἔτι, ὁ ὁποῖος προηγουμένως ἔφερε τὸν προλαλήσαντα ἐπὶ τὸ βῆμα, καὶ διὰ πάντα ἄλλον σκοπόν. Ἀλλ’ ἔχομεν, Κύριοι, καὶ τρίτην ἐξουσιοδότησιν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ ἀπὸ τὴν Βουλήν, αὕτη δὲ ἐμπεριέχεται εἰς τὰς λέξεις τοῦ ἄρθρου 2ου, δι’ ὧν ἐπιτρέπεται «καὶ ἡ ἐλάττωσις τοῦ ὅρου τοῦ χρεωλυσίου ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τῶν συμπεφωνημένων ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου.» Ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ζητῇ τὴν ἄδειαν νὰ προβῇ εἰς τροπὴν δανείων,—καὶ γνωρίζετε, Κύριοι, τί εἶναι τροπὴ δανείων, καὶ ἑπομένως νομίζω περιττὸν νὰ κάμω λόγον περὶ τούτου,—οὐχ ἧττον ζητεῖ καὶ τὴν ἄδειαν νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μὲ τοὺς κατόχους τῶν δανείων τοῦ Κράτους, πρὸς ἐλάττωσιν τῶν ὅρων τοῦ χρεωλυσίου, καὶ ἑπομένως, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἐπιδιώκει τὴν συνομολόγησιν παγίων δανείων, ἢ τὴν τροπὴν τῶν χρεωλυτικῶν δανείων εἰς πάγια, ἀφ’ ἑτέρου ζητεῖ καὶ ἄδειαν, τῆς ὁποίας ἐπωφελουμένη, δύναται καὶ αὐτὰ τὰ χρεωλυτικὰ δάνεια ν’ ἀφήσῃ, ὡς ἔχουσι, μὲ τὴν διαφορὰν ὅμως, ὅτι δύναται νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ χρεωλυσίου. Ἡ ἔννοια αὕτη προκύπτει ἀναμφισβητήτως ἐκ τῶν λέξεων, τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέγνωσα. Τετάρτη ἄδεια, ζητουμένη ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἡ προκύπτουσα ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τοῦ ἐδαφίου 2 τοῦ ἄρθρου 1ου καὶ ἄρθρου 4. (Ἀναγινώσκει): «Τὸ προϊὸν τῶν δανείων τούτων προορίζεται ἀποκλειστικῶς εἰς ἀπόσβεσιν προγενεστέρων δανείων, ἢ ἐξαγορὰν ὁμολογιῶν τῶν δανείων τούτων ἐπὶ τιμῇ μέχρι τοῦ ἀρτίου τοῦ ὀνοματικοῦ κεφαλαίου.» «Αἱ κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἄρθρα ἐξαγοραζόμεναι ὁμολογίαι δύνανται νὰ ἐκποιῶνται, τοῦ ἀντιτίμου αὐτῶν διατιθεμένου ἀποκλειστικῶς εἰς ἀπόσβεσιν δανείων.» Καὶ ἐνταῦθα, Κύριοι, ἀνάγεται ἡ ἄδεια, τὴν ὁποίαν ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ, νὰ κατέλθῃ εἰς τὸ Χρηματιστήριον, νὰ γίνῃ χρηματιστὴς, νὰ διαπραγματευθῇ τὰ δάνεια τὰ Ἑλληνικὰ, καὶ νὰ ἐνεργῇ ὅλας ἐκείνας τὰς διαδοχικὰς πράξεις τῆς ἀγορᾶς καὶ πωλήσεως, τὰς ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ ἐνεργουμένας ἐπὶ σκοπῷ κέρδους, ὡς ὁ τελευταῖος χρηματιστής. Χθὲς, δίδων ἐξήγησίν τινα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶπεν, ὅτι τὴν ἄδειαν ταύτην ἐπιζητεῖ διότι πρόκειται νὰ συμβληθῇ μὲ τὴν Α ἢ τὴν Β Τράπεζαν, καὶ διὰ τῆς Τραπέζης νὰ προβῇ εἰς τοιαύτας ἐργασίας. Ἀλλὰ, Κύριοι, προκειμένου νὰ ἀποφανθῶμεν ὡς Βουλὴ, καὶ νὰ ἐξουσιοδοτήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν δι’ οἱανδήποτε πρᾶξιν, ὀφείλομεν βεβαίως ἐκ τῶν προτέρων νὰ γνωρίζωμεν τί προτίθεται ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ· ἐὰν ὅμως δώσωμεν ἄδειαν ἀπεριόριστον εἰς αὐτὴν, δὲν ἕπεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι περιωρισμένη ἐκ τῆς ἀδείας ταύτης ὡς πρὸς τὰς ἐνεργείας της καὶ δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς οἱανδήποτε ἄλλην ἐργασίαν. Ἐὰν εἰς τὰ Συνταγματικὰ πολιτεύματα ἔχῃ σημασίαν τὸ Κοινοβούλιον, αὕτη κυρίως συνίσταται εἰς τὸν φραγμὸν, τὸν ὁποῖον δικαιοῦται νὰ θέσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὴν διαχείρισίν της, διότι, καὶ ἐὰν αὕτη φρονῇ, ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους τὸ ἀπαιτεῖ, ἢ ὅτι ἡ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ἐνεργεῖ, εἶναι καὶ ἠθικὴ καὶ ὑπαγορεύεται ἀπὸ τὰς περιστάσεις τὰς οἰκονομικὰς, οὐχ ἧττον δύναται νὰ σφάλλῃ, διὸ τὸ Κοινοβούλιον ὑποχρεοῦται καὶ καθῆκον ἔχει νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν ἐν ἐπιγνώσει τῶν πράξεων, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ ἐνεργήσῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἡ αἰτουμένη ἄδεια εἶναι ἐντελῶς ἀπεριόριστος, καὶ, οἱαδήποτ’ ἂν ᾖ ἡ ἐμπιστοσύνη σας πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὀφείλετε, Κύριοι, νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει, ὅτι, δίδοντες τὴν ψῆφόν σας ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, δὲν τὴν δίδετε μόνον εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν τὸν σήμερον, ἀλλ’ εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὅσον σταθερὰ καὶ ἂν ᾖ ἡ πλειοψηφία, ἡ ὑποστηρίζουσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ ὅσον καὶ ἂν σεῖς φρονῆτε, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δύναται νὰ μείνῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἀπρόοπτοι περιστάσεις, ἡ ψῆφος τῶν ἐκλογέων, δύνανται νὰ φέρωσιν ἀπότομον μεταβολήν· καὶ ἑπομένως, ὅταν ἀποφασίζητε νὰ δώσητε τοιαύτην ἄδειαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὀφείλετε νὰ μὴ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας τὸ νῦν ὑπάρχον, ἀλλὰ τὸ μέλλον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προέλθῃ καὶ ἐκ τοῦ νῦν ὑπάρχοντος· ἄλλως τε, καὶ πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, δὲν πρέπει οὔτε ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν ταύτην, οὔτε ἡ Βουλὴ νὰ τὴν παραχωρήσῃ, διότι, ὅσην πεποίθησιν καὶ ἂν ἔχῃ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι δὲν θέλει καταχρασθῇ τῆς ἀδείας ταύτης, ἀλλὰ βεβαίως, διὰ νὰ προβῇ εἰς τοιαύτας ἐργασίας, θέλει στραφῆ πρὸς τοὺς φίλους του. Καὶ ἂν οἱ φίλοι του ἐκεῖνοι, πρὸς οὓς ἔχει ἀπεριόριστον ἐμπιστοσύνην, τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν τοῖς δίδει, ἤθελον μεταχειρισθῆ πρὸς ἴδιον συμφέρον καὶ ὄχι πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους; Πρόκειται δὲ περὶ ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι συνείθισαν νὰ ἀναμιγνύωνται εἰς τοιαύτας χρηματιστικὰς ἐργασίας, καὶ τοὺς ὁποίους κινεῖ μᾶλλον τὸ συμφέρον καὶ ὄχι τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἔτι ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των, καὶ πάλιν ἡ τοιαύτη ἐργασία δύναται νὰ δυσφημήσῃ Κυβέρνησιν, ἀνεμιγνυομένην εἰς χρηματιστικὰς ἐργασίας, πρὸς βλάβην τῶν κατόχων τῶν χρεωγράφων της, ἢ πρὸς βλάβην ἐκείνων, οἵτινες παίζουσιν εἰς τὰ Χρηματιστήρια, διότι ἀπὸ οἱανδήποτε Κυβέρνησιν οἱουδήποτε Κράτους ἐξαρτᾶται νὰ ἀναβιβάζῃ καὶ καταβιβάζῃ τὰς ἀξίας της· διότι ἀρκεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐκστομίσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος ἕνα λόγον, ἵνα ἐπενεργήσῃ, καίτοι ἄνευ προθέσεως σπουδαίας, ὡς πρὸς τὴν ὕψωσιν ἢ ὑποτίμησιν τῶν χρεωγράφων. Καὶ ἐὰν ἡ περίστασις αὕτη συμπέσῃ μὲ ἐργασίας ἐκείνων, οἵτινες ἔλαβον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐντολὴν, εἴτε ἐντὸς τοῦ Κράτους, εἴτε ἐκτὸς, νὰ ἀγοραπωλήσωσιν εἰς τὸ Χρηματιστήριον, τίς εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ἐν περιπτώσει κέρδους θ’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὴν πεποίθησιν τοῦ πλήθους, ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως ἐγένετο ἐκ συνεννοήσεως μετὰ τῶν χρηματιζομένων διὰ λ)σμὸν τῆς Κυβερνήσεως; Τὰς σκέψεις ταύτας, Κύριοι, δικαιοῦμαι νὰ κάμω, διότι τὸ νομοσχέδιον τοιουτοτρόπως εἶναι διεσκευασμένον, διότι δι’ αὐτοῦ δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, νὰ πωλῇ καὶ νὰ ἀγοράζῃ, καὶ ἐκ νέου νὰ πωλῇ, νὰ δανείζηται, καὶ δανειζομένη νὰ ἀγοράζῃ ἐκ νέου, καὶ οὕτως ἐνεργοῦσα ν’ ἀνοίξῃ πηγὴν οἰκονομικῆς διαχειρίσεως, ἥτις θὰ ἦναι δύσκολον νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Κοινοβουλίου καὶ εἰς πάντα ἔλεγχον. Ἐὰν, Κύριοι, ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν διαφόρων Κρατῶν, θὰ μάθωμεν, ὅτι οἱ κατὰ καιροὺς διοικήσαντες τὰ Κράτη ἐπενόησαν διάφορα μέσα πρὸς ἐξόφλησιν τῶν δανείων, καὶ κατὰ πρῶτον, προτιθέμενοι ν’ ἀνακουφίσωσι προσωρινῶς τὸν Προϋπολογισμὸν, προέβησαν εἰς τὴν τροπὴν τῶν δανείων· ἀλλ’ ἡ περίστασις αὕτη εἶναι προσωρινὴ ἀνακούφισις, διότι τὰ δάνεια μένουσι διηνεκῶς εἰς βάρος τοῦ Ἔθνους, καὶ προβαίνουσιν αὐξανόμενα, ἐὰν δὲν λαμβάνηται πρόνοια, ὅταν τὸ Ἔθνος δύναται νὰ ἀνακουφισθῇ ἀπὸ τούτων, νὰ ἀνακουφίζηται. Ἐπενόησαν, Κύριοι, τὸ σύστημα τῶν ἐξοφλητικῶν ταμείων, καὶ πρώτη τοιοῦτον σύστημα καθιέρωσεν ἡ Ἀγγλία, ἐθεωρήθη δὲ ὡς συντελεστικὸν, νὰ ἀφιερωθῇ ἔσοδον ὡρισμένον, ὅπερ, ὑπὸ τοῦ Ταμείου διαχειριζόμενον καὶ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ χρησιμεύῃ πρὸς ἀγορὰν χρεωγράφων. Ἐνομίσθη δὲ, ὅτι διὰ τούτου ἐπιτυγχάνονται δύο τινά, πρῶτον ἡ διατήρησις τῆς πίστεως τοῦ Κράτους, καὶ δεύτερον, ὅτι ὀλίγον κατ’ ὀλίγον δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ὁλοσχερὴς ἐξόφλησις τῶν δανείων. Τὸ τοιοῦτο Ταμεῖον, διαχειριζόμενον ὑπὸ Ἐπιτροπῆς, διὰ τῶν καταβαλλομένων ποσῶν ἠγόραζε χρεώγραφα, ἅτινα ἔμενον εἰς χεῖράς του, καὶ ἀπελάμβανε τοὺς τόκους αὐτῶν, ὡς πᾶς δανειστὴς, διὰ τῆς ἐτησίας δὲ προσόδου ἐξηκολούθει ἀγοράζον. Ἀλλὰ τί συνέβη; Εὑρεθεῖσα ἡ Κυβέρνησις εἰς ἀνάγκην χρημάτων, διὰ νὰ μὴ θίξῃ τὸ Ταμεῖον, καὶ ἵνα σεβασθῇ τὸν θεσμὸν, ὑπεχρεώθη νὰ προβῇ εἰς συνομολόγησιν δανείου· προέκυψεν ὅμως, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἐδανείζετο ὑπὸ ὅρους βαρυτέρους, καὶ ἑπομένως, ἀντὶ ὠφελείας, προήρχετο ζημία· καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐσκέφθησαν, ἂν πρέπῃ νὰ ἐξακολουθήσωσι σύστημα τοιοῦτον, ὅτε οἱ Προϋπολογισμοὶ τοῦ Κράτους δὲν ἐπιτρέπουσι διὰ τῶν πλεονασμάτων νὰ πλουτίζωσι τοιαῦτα Ταμεῖα. Ἀλλ’ εἰς ἄλλας περιστάσεις, πλὴν τούτου, εἴτε διότι ἡ συνομολόγησις δανείου ἦτο δύσκολος, εἴτε ἐπιζήμιος, ἀφήρουν τὰ ἐξαγορασθέντα χρεώγραφα ἀπὸ τὰ Ταμεῖα καὶ τὰ μετεπώλουν. Τοιοῦτόν τι πρόκειται νὰ ἐπιδιώξῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις σήμερον; Δὲν γνωρίζομεν. Ἀλλὰ, καὶ ἂν τοιοῦτόν τι ἐπρόκειτο, ἤθελον τὴν συμβουλεύσει ν’ ἀπέχῃ ἀπὸ τοιαύτην ἐνέργειαν, ἡ ὁποία κατεδικάσθη παρ’ ὅλων ἐν γένει τῶν Κρατῶν. Καὶ ὅμως, Κύριοι, ἂν προσέξωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον ἡ Κυβέρνησις φαίνεται, ὅτι αὐτὸ τοῦτο θέλει νὰ καθιερώσῃ, διότι διὰ τῆς λέξεως, τὴν ὁποίαν μεταχειρίζεται «ἐξαγορὰν τῶν ὁμολογιῶν τῶν δανείων τούτων», συνδυαζομένης τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ ἄρθρου 1 μετὰ τῶν ἄρθρων 3 καὶ 4, προκύπτει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοιαύτην ἄδειαν ζητεῖ, διὰ νὰ πράξῃ, ὅ,τι ἐπράττετο τότε, ἤτοι νὰ ἐξαγοράζῃ τὰς ὁμολογίας, ἀλλὰ καί, ἐν περιπτώσει ἀνάγκης νὰ πορίζηται τὸ ἀναγκαιοῦν εἰς αὐτὴν χρηματικὸν ποσὸν διὰ τῆς πωλήσεως αὐτῶν. Τοιοῦτον, Κύριοι, κατ’ ἐμὲ εἶναι τὸ νομοσχέδιον, ὤφειλον δὲ νὰ ἐκθέσω τήν γνώμην μου πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ νὰ παρακαλέσω αὐτήν, ἰδίως δὲ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, εἰ δυνατὸν, νὰ μεταβάλῃ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχεδίου· διότι, ἢ προτίθεται ὅ,τι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναφαίνεται, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ ἀποῤῥίψῃ τὸ νομοσχέδιον, ἢ δὲν προτίθεται νὰ πράξῃ τοιοῦτόν τι, ὅτε πάλιν ὀφείλει νὰ τὸ διασκευάσῃ καὶ καταστήσῃ κατάλληλον νὰ ὑποβληθῇ εἰς Κοινοβούλιον καὶ Κοινοβούλιον Συνταγματικῆς Πολιτείας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2–4).
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνταῦθα νὰ προστεθῇ ἄρθρον 5ον, ὅμοιον πρὸς τὸ προστεθὲν εἰς τὸ ἕτερον νομοσχέδιον περὶ ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ἀπὸ τῆς καταχωρήσεως αὐτοῦ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. (Γίνεται δεκτὴ ἡ προσθήκη 5 ἄρθρου, ὅπερ καὶ ἀναγνωσθὲν ἐπιψηφίζεται).
§42ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὑπάρχει τι τόσον ὥριμον;
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ναί.
§44ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τόσον ὥριμον, ὥστε νὰ τὸ γνωρίζῃ ἡ Βουλή;
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δύναμαι ν’ ἀνακοινώσω τὸ σήμερον ὥριμον. Σήμερον εἶναι ὥριμος ἡ συνομολόγησις δανείου ἄνευ εἰδικῶν ἐγγυήσεων καὶ ἄνευ χρεωλυσίου, τουτέστι παγίου δανείου ἐπὶ τόκῳ 4 ἑκατοστῶν τοῦ ὀνοματικοῦ κεφαλαίου καὶ ἐπὶ πραγματικῇ πληρωμῇ 68 καὶ ⅛, ἀντιστοιχούσῃ πρὸς τόκον 5 καὶ ⅞. Διὰ τοῦ δανείου τούτου θέλουσιν ἐξοφληθῆ τὰ δύο προσωρινὰ δάνεια, ἐκ 10,000,000 δραχμῶν ἑκάτερον.
§46ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τὰ χρησιμεύσαντα εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων;
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ναί. Ἑπομένως τὰ προσωρινὰ ταῦτα δάνεια, ἅτινα θ’ ἀνανεοῦντο τὸ μὲν κατὰ τὸν Ἰούλιον, τὸ δὲ κατὰ τὸν Νοέμβριον, παγιοῦνται, πρὸς τοιοῦτον ἄλλως τε σκοπὸν συνομολογηθέντα, ἤτοι ὡς προκαταβολαὶ παγίου δανείου. Ἤδη τὸ πάγιον δάνειον συνομολογεῖται ἐπὶ τόκῳ 5 καὶ ⅞% τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου ἄνευ ἐγγυήσεων καὶ ἄνευ χρεωλυσίου.
§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ ἀναληφθῇ ἑπομένως τὸ κατατεθὲν εἰς τὴν Τράπεζαν ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων;
§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ ἀναληφθῇ δικαιώματι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὁ καθορισμὸς τῶν τῆς διαθέσεως τῶν τραπεζικῶν τούτων γραμματίων, εἰς τροπὴν ἢ ἐξόφλησιν δανείων, ὡς παρετήρησα καὶ πρότερον πρὸς τὴν Βουλήν, εἶναι ἀντικείμενον ἑτέρας πράξεως.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμπληρωτικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Πατρῶν καὶ τοῦ ἐργολάβου Π. Μανιάκ).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος 1889, ὡς καὶ τοῦ παραρτήματος αὐτοῦ περὶ φάρων καὶ φανῶν.
§52ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Τὴν Δευτέραν, ὄχι ἀπόψε.
§53Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ εἰθισμένον δὲν εἶναι αὐτό. Τὸ εἰθισμένον εἶναι, ὅταν ἄρχηται ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ προσδιορίζηται ἡμέρα, ὥστε οἱ Βουλευταὶ νὰ ἔρχωνται εἰς τὸ Βουλευτήριον, φέροντες ὅλας τὰς σημειώσεις αὐτῶν καὶ παρεσκευασμένοι πρὸς συζήτησιν. Βεβαίως ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπάρχει ἐγγεγραμμένος ὁ Προϋπολογισμὸς, ἀλλ’ οὐδεὶς γνωρίζει, πόσον θὰ διαρκέσῃ ἡ συζήτησις ἑκάστου τῶν νομοσχεδίων, τῶν προτεταγμένων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διὰ τοῦτο εἶναι εἰθισμένον ἀπὸ εἰκοσαετίας, νὰ ὁρίζηται ἡμέρα πρὸς συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἂν ἐπιμένῃ ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις σήμερον, δὲν ἀντιτείνομεν, ἀλλὰ δὲν εἶναι τακτικὸν τοῦτο.
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδόλως πρόκειται, ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου νὰ προβῶμεν εἰς ἀπόφασιν ἐξ ἀντιθέτου. Ἂν ὑπάρχωσιν οἱ φρονοῦντες, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ προβῶμεν σήμερον εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ προειδοποίησίς τις, δυνάμεθα καὶ τοῦτο νὰ πράξωμεν. Ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι καὶ πάλιν, διδομένης τῆς προειδοποιήσεως, θὰ εὑρεθῶμεν ἐν τῇ αὐτῇ θέσει, διότι ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἕτερα νομοσχέδια.
§55ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν σημαίνει τίποτε. Ἐπειδὴ ἡ αὔριον προσδιωρίσθη εἰς ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Πετρίδου περὶ τῶν τῆς ὁδοποιΐας, νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ προσδιορίσωμεν τὴν Δευτέραν. Ἂν τελειώσωμεν αὔριον τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Πετρίδου, ἀρχόμεθα καὶ αὔριον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ θὰ προηγηθῇ ἡ ἀνάπτυξις τῆς ἐπερωτήσεως, ἡ ὁποία ἀνεβλήθη κατ’ αἴτησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ παρατήρησίς μου δὲν σχετίζεται πρὸς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Πετρίδου, ἀλλὰ πρὸς τὰ προτεταγμένα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ ἰδίως πρὸς τὸ σήμερον ἀναβληθέν. Ἂν εἴχομεν συζητήσει σήμερον τὸ περὶ λαχειοφόρου δανείου...
§57ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ἡμέρα τῆς συζητήσεως τοῦ λαχειοφόρου δανείου, τότε θὰ συζητηθῇ, θὰ τελειώσῃ, καὶ μετὰ ταῦτα θ’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀδιαφόρως ὁπότε καὶ ἂν λήξῃ ἡ συζήτησις.
§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁπωσδήποτε, ἂν αὔριον ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Πετρίδου τελειώσῃ ἐγκαίρως, δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ νὰ ἐξαντλήσωμεν τὰ πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τοῦτο θὰ ἦναι τὸ προτιμότερον.
§59ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂν μάλιστα ἦναι δυνατὸν, νὰ συνέλθωμεν ἐνωρίτερον.
§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ νὰ παρατείνωμεν κατά τι τὴν συνεδρίασιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 6 μ. μ.