1889.01.28
2.059 στίχοι · 16.103 λέξεις · 100 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 70
τῆς 28 Ἰανουαρίου 1889.
(Σάββατον).
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρύτανις τοῦ Πανεπιστημίου εἰδοποιεῖ, ὅτι τὴν Δευτέραν, 31 Ἰανουαρίου, ἑορτὴν τῶν τριῶν μεγάλων καὶ Οἰκουμενικῶν τῆς Ἐκκλησίας διδασκάλων καὶ Ἱεραρχῶν, τελεῖται μνημόσυνον ἐν τῷ ναῷ τῆς Μητροπόλεως τῇ 9ῃ ὥρᾳ π. μ. ὑπὲρ τῶν ἱδρυτῶν καὶ εὐεργετῶν τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ παρακαλεῖ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, νὰ παραστῶσιν εἰς τὴν ἱεροτελεστίαν ταύτην.
§2ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Καταθέτω τὰ παρὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἀποσταλέντα μοι ἔγγραφα, τὰ ζητηθέντα ὑπὸ πολλῶν τῶν κ. Βουλευτῶν. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἶναι τὰ ἑξῆς: 1) Κατάστασις τῶν δαπανηθέντων ὑπὸ τῆς Ἑταιρίας ἀπὸ τοῦ 1874 ἕως τοῦ 1878. 2) Ἑτέρα κατάστασις τῶν κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα εἰσπραχθέντων. 3) Πίναξ, ἀνακεφαλαιῶν καθαρῶς τὰς ἀρχαιολογικὰς αὐτῆς ἐργασίας. 4) Ἕτερος πίναξ τῶν κυριωτέρων ἀνασκαφῶν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἀπὸ τοῦ 1858 μέχρι τοῦ 1888. 5) Βραχὺ ὑπόμνημα, συνταχθὲν ὑπὸ τῆς Διοικήσεως τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, περὶ τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς ἀπὸ τῆς συστάσεώς της μέχρι σήμερον. 6) Ἱστορικὴ ἔκθεσις τῶν πράξεων τῆς ἐν Ἀθήναις Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἀπὸ τοῦ 1837–1879. 7) Μετάφρασις ἐγγράφου τοῦ ἐν Βερολίνῳ Ἀρχαιολογικοῦ Ἰνστιτούτου, ἀποσταλέντος πρὸς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν ἐπὶ τῇ ἐπετείῳ τῆς πεντηκονταετηρίδος αὐτῆς. Ἐπίσης καταθέτω καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ζητηθέντα ὑπό τινος τῶν κυρίων Βουλευτῶν, περὶ τῆς ἀπολύσεως τοῦ ἐν Λαρίσσῃ καθηγητοῦ Ἰωάννου Μιχαὴλ.
§3ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νὰ τυπωθῶσιν οἱ πίνακες, κύριε Πρόεδρε.
§4ΚΟΡΠΑΣ. Ἐν τῷ Εἰρηνοδικείῳ Σερίφου συνέβη γεγονός τι, ἄξιον νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ καὶ προκαλέσῃ τὴν λῆψιν μέτρων, πρὸς πρόληψιν δυσαρέστων σκηνῶν. Ἡ θέσις τοῦ Εἰρηνοδίκου ἐχήρευσεν ἐπὶ τρεῖς ὅλους μῆνας, ἀνεπλήρου δ’ αὐτὸν ὁ Γραμματεὺς, ὅστις ἐξετέλει καὶ καθήκοντα Συμβολαιογράφου. Ἦτο συμβολαιογραφῶν. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, πλείονες τῶν 100 πολιτῶν ἐζήτησαν καὶ συνετάγησαν συμβόλαια, χωρὶς ταῦτα νὰ μεταγραφῶσι, διότι δὲν ὑπῆρχε Βιβλίον Μεταγραφῆς. Ὅτε τὸ Βιβλίον τῆς Μεταγραφῆς περιῆλθεν εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Γραμματέως, ἔφθασε καὶ ὁ Εἰρηνοδίκης. Ὁ Γραμματεὺς εὐλόγως ἐζήτησε τὴν ἄδειαν παρὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου, νὰ μεταγράψῃ τὰ συμβόλαια, διὰ τὰ ὁποῖα εἶχε λάβει καὶ τὰ δικαιώματα κατὰ τὴν ἀπουσίαν τοῦ Εἰρηνοδίκου, ἀλλ’ οὗτος δὲν συνῄνεσε, λέγων, ὅτι πρέπει νὰ τὰ μεταγράψῃ αὐτὸς, λαμβάνων τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶχον κατατεθῆ εἰς τὸν Γραμματέα· τοῦ Γραμματέως δὲ μὴ συναινοῦντος, ἐγεννήθη ἔρις μεταξὺ τῶν δύο τούτων ὑπαλλήλων, ἐπὶ βλάβῃ τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν. Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ Γραμματεὺς μετετέθη ἀλλαχοῦ, οἱ δὲ προκαλέσαντες τὴν σύνταξιν τῶν συμβολαίων ἐζήτησαν ἐπιμόνως παρὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου τὴν μεταγραφὴν τῶν συμβολαίων, ὁ Εἰρηνοδίκης ὅμως μέχρι τοῦδε δὲν συναινεῖ, ζητῶν τὴν καταβολὴν ἐκ νέου τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ εἶχον ἤδη καταβάλει εἰς τὸν Γραμματέα. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ, ὅ,τι νόμιμον καὶ δίκαιον ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ πρὸ πάντων, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ὑποχρεωθῶσιν οἱ πολῖται οὗτοι νὰ πληρώσωσι καὶ ἐκ δευτέρου, ἀφοῦ ἅπαξ κατέβαλον τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ὤφειλον ἐκ τοῦ νόμου νὰ καταβάλωσιν, εἴτε Γραμματεὺς ἦτο ὁ συμβολαιογραφῶν, εἴτε Εἰρηνοδίκης.
§5ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν εἶχον ὑποβάλῃ ἀναφορὰν συμπολίτου μού τινος, Βασιλείου Κωστοπούλου ὀνομαζομένου, ὅστις παραπονεῖται, ὅτι ὑπεχρεώθη νὰ πληρώσῃ ἀδίκως δόσιν διὰ φυτείαν, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησεν, ἐνῷ εἰς τὸ ἔτος ἐκεῖνο δόσις δὲν ὀφείλεται. Τὴν ἀναφορὰν δ’ αὐτὴν ὑπέβαλον ἐν εἴδει ἐπερωτήσεως, καθ’ ὅσον εἶχον πληροφορηθῆ, ὅτι οὐχὶ μόνον αὐτὸς, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἄλλοι συνδημόται μου, καὶ ἐξ ἄλλων ἀκόμη ἐπαρχιῶν, εἶχον ὑποστῆ τὸ αὐτὸ ἀδίκημα. Παρεκάλουν δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξετάσῃ καὶ χορηγήσῃ τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας. Ἐπειδὴ ἕως τώρα δὲν ἀπήντησε, τὸν παρακαλῶ νὰ ἐνθυμηθῇ τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, καὶ εἰς πρώτην εὐκαιρίαν νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἀνήκουσαν ἀπάντησιν.
§6ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ διορίσῃ ἕνα δεύτερον διδάσκαλον εἰς τὸ Δημοτικὸν Σχολεῖον τοῦ δήμου Ἀπολλωνίων, τὸ ὁποῖον ἔχει ἑκατὸν καὶ δέκα μαθητάς. Ὁ Ἐπιθεωρητὴς εἶπεν, ὅτι ἐπεσκέφθη τὸ Σχολεῖον αὐτὸ, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς πληθύος τῶν μαθητῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προοδεύσωσι, διότι εἷς διδάσκαλος εἶναι ἀνεπαρκὴς δι’ 110 μαθητάς. Τὸν παρακαλῶ λοιπὸν, νὰ φροντίσῃ νὰ διορθώσῃ αὐτὸ τὸ παράπονον.
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν φάκελλον ἐγγράφων τῶν διαφόρων ἀποθηκῶν ἱματισμοῦ τοῦ στρατοῦ μετὰ καταστάσεως τοῦ ἀγορασθέντος ἱματισμοῦ παρ’ αὐτοῦ κατὰ τὰ ἔτη 1887 καὶ 1888, πλὴν τῶν τῆς Ἄρτης καὶ Τρικκάλων, ἅτινα, ἐγκαίρως ζητηθέντα, θὰ ὑποβληθῶσιν ἅμα ληφθῶσι. Ταῦτα κατ’ αἴτησιν τοῦ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας κ. Βουλευτοῦ. Ἐπίσης κατ’ αἴτησιν τοῦ κ. ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτοῦ ὑποβάλλω κατάστασιν περὶ τῶν γενομένων δαπανῶν πρὸς ἐπισκευὴν τῶν Ἀνακτόρων.
§8ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεβάλετε καὶ τὰς ὑπ’ ἐμοῦ αἰτηθήσας ἐκθέσεις;
§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κύριος Παπαγιαννακόπουλος εἶχε ζητήσει πληροφορίας περὶ τῶν δαπανηθέντων ἐκ τῆς πιστώσεως τοῦ 1887 καὶ 1888. Ὑπέβαλον ἑπομένως καταστάσεις ἐξ ὑπαρχῆς, διότι ἀρχὴ ἐγένετο προηγουμένως, περιλαμβανούσας τὴν ὅλην σειρὰν τῶν πρὸς ἐπισκευὴν τῶν Ἀνακτόρων δαπανηθέντων.
§10ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἤθελον νὰ ὑπομνήσω τὴν αἴτησιν δύο ἐκθέσεων, ἐξ ὧν μία ἡ τῶν μηχανικῶν, οἱ ὁποῖοι διετάχθησαν νὰ ἐπιθεωρήσωσι τὴν κατασκευασθεῖσαν στέγην τῶν Ἀνακτόρων. Ὡς παρετήρησα εἴς τινα ἐφημερίδα, καὶ ὑποθέτω, ὅτι τὰ δημοσιευθέντα εἶναι ἀκριβῆ, οἱ μηχανικοὶ ἔχουσιν ἔκθεσιν, ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη ἀπέβη σχεδὸν εἰς μάτην· ἀλλ’ εἶχον ζητήσει δεύτερον καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ μηχανικοῦ Σνάϊδερ περὶ τῆς καταστάσεως τῆς γεφύρας τοῦ Ἀχελῴου. Πρὸ πολλοῦ εἶχον ζητήσει αὐτὰς τὰς δύο ἐκθέσεις παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἐπειδὴ ἤκουσα περὶ τῶν δαπανῶν, ἀναφέρω αὐτὰς καὶ σήμερον.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Πετρίδου περὶ ὁδοποιΐας.
§12ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί! Δὲν εἶναι ὑπεύθυνος ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἂν ζήτημα τοσοῦτον ζωτικὸν καὶ εὐρυτάτην κοινωνικὴν σημασίαν ἔχον, οὐχ ἧττον ἢ ἐθνικὴν, οἷον τὸ τῆς ἀναπτύξεως καὶ βελτιώσεως τῆς συγκοινωνίας καὶ τοῦ ἐλέγχου τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπιμέλειαν αὐτῆς, ἔρχεται εἰς συζήτησιν ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ εἶναι κεκμηκυῖα καὶ ἡ Σύνοδος περὶ τὴν λῆξιν αὐτῆς. Ζητήματα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα θίγουσιν ὁμολογουμένως τιμαλφῆ καὶ σπουδαῖα συμφέροντα, κοινωνικὰ καὶ πολιτικὰ, χρήζουσι καὶ εὐρυτέρας συζητήσεως καὶ διηκριβωμένης μελέτης καὶ παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Διὸ λίαν ἐγκαίρως ἀποταθέντες πρὸς τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς, ᾐτησάμεθα τὰς πρὸς τὴν ἔρευναν καὶ τὸν ἔλεγχον τούτων πληροφορίας πρὸ ἑνὸς ἤδη μηνὸς καὶ ἡμίσεος. Ἀλλὰ, προφασιζόμενος ὁ κ. Ὑπουργὸς, δι’ ἕνα ἢ ἄλλον λόγον, μετὰ τὰς ἐπανειλημμένας ὑπομνήσεις ἡμῶν, τρὶς ἢ τετράκις γενομένας, μόλις πρὸ ὀκτὼ ἢ δέκα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἡμερῶν ηὐδόκησε νὰ ὑποβάλῃ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, καὶ ταύτας οὐχὶ πλήρεις· διότι καὶ σήμερον ἔτι, ὅτε ἡ Βουλὴ ὥρισεν ἡμέραν συζητήσεως τοῦ θέματος τούτου, καθυστεροῦνται ἱκαναὶ τῶν ζητηθεισῶν πληροφοριῶν, οἱ πίνακες τῶν δαπανηθέντων ἐν τῇ Ἀττικῇ εἰς ἔργα ὁδοποιίας κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη 1887 καὶ 1888. Ὅθεν ὁλόκληρος ἡ εὐθύνη τοῦ ἀτόπου τούτου βαρύνει τοὺς κυρίους Ὑπουργούς. Ἐν τούτοις, καίτοι ἀργά, θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν εὐμενῆ ἀκρόασιν ὑμῶν, ἐρχόμενος νὰ καθυποβάλω πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἐμὰ πορίσματα καὶ τὰς παρατηρήσεις, ὅσας ἡ μελέτη τῶν ἐγγράφων, τῶν ὑποβληθέντων παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ συναγάγω περὶ τῆς διευθύνσεως τῶν ἔργων τῆς ὁδοποιίας καὶ περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν χρημάτων αὐτῆς, ἤτοι τῶν εἴκοσιν ἑκατομμυρίων τοῦ δανείου τοῦ 1882, καὶ τῶν τακτικῶν πόρων αὐτῆς. Τὸ ζήτημα τῆς συγκοινωνίας δὲν εἶναι πολιτικόν, ὡς εἶπον, εἶναι πρὸ πάντων κοινωνικόν, καὶ λυποῦμαι, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀναγκάζεται νὰ ἀναλάβῃ τὸν ἔλεγχον τόσον ἐσπευσμένως ἐπὶ θέματος ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἥκιστα ἀνεμένοντο τοιαῦται παρεκτροπαί, καὶ ἐν ᾧ παρουσιάζει ἡ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν βαρυτάτας πλημμελείας, τὰς ὁποίας ἐλπίζω νὰ καταδείξω κατὰ βραχὺ διὰ τῆς ἀναλύσεως τῶν πραγμάτων καὶ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων. Ἡ ὁδοποιία καὶ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ὁμολογοῦνται ὡς τὰ δραστικώτατα ἐκπολιτιστικὰ μέσα τῶν λαῶν. Διότι καὶ τὰ περὶ τούτων κρίνονται ὡς μεγάλα ζητήματα κοινωνικά, ἀφοῦ ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἐν γένει εὐημερίαν τὴν μόρφωσιν καὶ τὸν πολιτισμὸν τοῦ λαοῦ. Καὶ πῶς ὄχι, ἀφοῦ ἡ συγκοινωνία καὶ ὁ συγχρωτισμός, ἐκτὸς τῆς ἠθικῆς προόδου, συντελεῖ μάλιστα εἰς τὴν ὑλικὴν τῶν κοινωνιῶν προαγωγήν, ἐνισχύουσα τὴν παραγωγήν, ἅπτεται ἀμέσως τῶν κοινωνικῶν συμφερόντων, καὶ συντελεῖ δραστικώτατα εἰς τὴν πρόοδον τῆς γεωργίας, τῆς κτηνοτροφίας, τῆς βιομηχανίας, τοῦ ἐμπορίου, ἤτοι πάντων τῶν ἀκρεμόνων, πάντων τῶν μίτων, δι’ ὧν πλέκεται τὸ κοινωνικὸν ὕφασμα καὶ ἐξυπηρετεῖται ἡ καθολικὴ εὐημερία τῆς χώρας; Ἀλλά, πλὴν τούτων, καὶ ἄλλος ἰδιαίτερος λόγος ἐπιβάλλει τοῖς Ὑπουργοῖς ἐξαίρετον ὑποχρέωσιν, νὰ ἐπιμελῶνται ἀγρύπνως καὶ νὰ διαχειρίζωνται μετὰ λελογισμένης φειδοῦς τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τὰ τῆς ὁδοποιίας. Ἡ ὁδοποιία καὶ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις λειτουργοῦσι δι’ εἰδικῶν πόρων, δι’ ἰδίας δαπάνης τοῦ λαοῦ, διὰ φόρων, εἰς ἰδιαίτερα ταμεῖα ἀποταμιευομένων καὶ οὐδεμίαν ἐχόντων σχέσιν πρὸς τοὺς γενικοὺς πόρους καὶ πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι τὰς δαπάνας τῆς συντηρήσεως τῶν Δημοτικῶν Σχολείων καὶ τὰς τῆς ὁδοποιίας εἰσφέρει ὁ πτωχὸς λαὸς δι’ εἰδικῶν φόρων, τοὺς ὁποίους ἰδιαίτεροι νόμοι ἔχουσιν ἐπιβάλει ἐπὶ τοῦ τραχήλου αὐτοῦ. Τὰ τῆς ὁδοποιίας παρ’ ἡμῖν, ἤτοι τὰ τῆς νομοθεσίας καὶ λειτουργίας τοῦ Ταμείου αὐτῆς, δύνανται νὰ διαιρεθῶσιν εἰς τέσσαρας ἀπ’ ἀλλήλων περιόδους χωριστάς, ἐκ τῶν ὁποίων αἱ τρεῖς, ἢ μᾶλλον αἱ δύο πρῶται, εἰσὶν ἐλαχίστου λόγου ἄξιαι· διότι οὔτε πόροι τότε εἰδικοὶ ὑπῆρχον, οὔτε φῶτα ἐπιστημονικά, πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἡ ἀπαιτουμένη προσοχὴ τῶν τότε κυβερνώντων, περὶ ἄλλα μᾶλλον ἐπείγοντα προσηλωμένων, ὡς εἰκός· ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἐξελθὼν ἀπὸ ἀγῶνος αἱματηροῦ ἑπταετοῦς, καὶ ἀπὸ δουλείας τεσσάρων αἰώνων, εἶχε στρέψει ἀλλαχοῦ τὴν δρᾶσιν αὐτοῦ, περὶ τὰ ὑλικώτατα καὶ στοιχειωδέστατα τῆς συντηρήσεώς του καὶ τῆς πρώτης κοινωνικῆς ἀποκαταστάσεως αὐτοῦ ζητήματα· ἐπὶ τῶν ἐρειπίων τῆς ἐλευθερωθείσης χώρας ἔσπευσε νὰ πήξῃ τὴν καλύβην του, νὰ φυτεύσῃ τὴν ἄμπελόν του, νὰ καλλιεργήσῃ τὸν ἀγρόν του, νὰ πορισθῇ τὰ μέσα πρὸς συντήρησιν τῆς οἰκογενείας αὑτοῦ· καὶ περὶ ταύτας τὰς πρώτας ἀνάγκας ἀσχολούμενοι, τὰ στοιχειωδέστατα μιᾶς ἀρτιπαγοῦς κοινωνίας, βεβαίως δὲν εἶχον ἐκεῖνοι, οὔτε ὁ λαός, οὔτε οἱ διέποντες τὰς τύχας αὐτοῦ, εὐκαιρίαν, νὰ μεριμνήσωσι δραστικώτερον περὶ τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας. Ὡς ἐκ τούτου αἱ δύο πρῶται περίοδοι τῆς ὁδοποιΐας ὀλίγα τινὰ ἔργα παρουσιάζουσιν, εὐτελῆ, καὶ ὀλίγα ἔργα συγκοινωνίας τότε συνετελέσθησαν. Δὲν πρέπει δὲ νὰ παραξενευθῇ τις ἐπὶ τούτῳ, οὐδὲ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δύναται νὰ ἐπιῤῥιφθῇ εὐλόγως καὶ δικαίως αἰτίασίς τις κατὰ τῶν τότε κυβερνώντων τὴν χώραν, μεθ’ ὅσα σᾶς ἀνέπτυξα περὶ τῶν συνθηκῶν καὶ περιστάσεων, ὑφ’ ἃς διετέλουν, ὑφ’ ἃς εὑρέθη ὁ ἀπελευθερωθεὶς Ἑλληνικὸς λαός. Ἂν ἠμελήθη κατά τι τὸ ἔργον τῆς ὁδοποιΐας, οὐδόλως οὔτε ὁ λαὸς, οὔτε αἱ Κυβερνήσεις εἰσὶν ἄξιοι τοῦ ἐπιθέτου, μὲ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔκρινεν εὔλογον ἄλλοτε νὰ τὸν χαρακτηρίσῃ, λέγων, ὅτι πρὸ αὐτοῦ, ὡς πρὸς τὰς ὁδοὺς, βαρβαρότης ἐπεκάθητο ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὅλως διόλου βαρβάρως διῃτᾶτο ὁ λαὸς, ἄνευ συγκοινωνίας. Ὁ ἀναγνώσας τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ Γαλλίᾳ συμβάντα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ὁδοποιΐας καὶ ὀλίγας διελθὼν ἐκ τῆς ἱστορίας τοῦ Μακώλεϋ σελίδας, ἤθελε πεισθῇ ἀδιστάκτως, ὅτι ἥκιστα ἡ μομφὴ αὕτη κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἥρμοζε νὰ ἐκσφενδονισθῇ. Ἡ Ἀγγλία καὶ κατὰ τὰ τέλη τοῦ παρελθόντος αἰῶνος ἀκόμη, ὡς γραφικώτατα περιγράφει ὁ Μακώλεϋ, παντελῶς ἐστερεῖτο ὁδῶν, καὶ περιγράφει κωμικώτατα τὰς πορείας, κατὰ τὰς ὁδοὺς τῶν νήσων ἐκείνων, τῶν μεγιστάνων τῆς Ἀγγλίας, ὧν τὰς ἁμάξας ἐν ὥρᾳ χειμῶνος ἠκολούθουν δεκάδες ὅλαι ὑπηρετῶν, ἔργων ἐχόντων νὰ ἀνέλκωσι τοὺς τροχοὺς τῶν ἁμαξῶν, ἐμβυθιζομένους πολλάκις ὁλοκλήρους ἐντὸς τοῦ πηλοῦ καὶ τοῦ βορβόρου τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Σκωτίας· τὰ δὲ ξενοδοχεῖα, τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τούτου ἀνῳκοδομοῦντο κατὰ τὰς ὁδοὺς, καὶ ἡ πολυτέλεια τούτων, καὶ αἱ δαπάναι αἱ μεγάλαι, αἱ πρὸς συντήρησιν αὐτῶν, ὅπως οἱ ὁδοιπόροι, ἕνεκεν τῆς κακῆς καταστάσεως τῶν ὁδῶν κωλυόμενοι, εὑρίσκωσιν ἀνάπαυσιν, μέχρις οὗ δυνηθῶσι νὰ ἐξακολουθήσωσι τὴν ὁδοιπορίαν, διακοπτομένην, εἰσὶ μάρτυρες ἀψευδεῖς τοῦ ὅτι ἡ Ἀγγλία, καὶ μεταξὺ τῶν πολυπληθεστέρων αὐτῆς πόλεων ἀκόμη, ἐστερεῖτο ὁδῶν, ἀξίων τοῦ ὀνόματος μέχρι, καὶ τῶν ἀρχῶν τοῦ παρόντος αἰῶνος. Χείρονα ἔτι ἀναγινώσκει τις, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ τὰς ἐν αὐτῇ δυσχερείας τῶν περιηγουμένων καὶ τῶν ὁδοιπόρων ἐκ τῆς ἐλεεινῆς τῆς συγκοινωνίας καταστάσεως κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους. Προκειμένου δὲ περὶ τῆς ὁδοποιΐας ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ, βεβαίως, τί περιμένετε ἀπὸ ἓν Ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ μέσῳ τῆς τέφρα τοῦ πολέμου ἀνέστη, κατὰ τὰς πρώτας αὐτοῦ δεκαετηρίδας νὰ ἐνεργήσῃ, πτωχὸν ῥακένδυτον καὶ ὑπὸ τῶν φλογῶν τοῦ πολέμου ἀκόμη περικυκλούμενον; τί, λέγω, περιεμένετε νὰ ἐνεργήσῃ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ ἔργα τῆς συγκοινωνίας; Οὐχ ἧττον, καὶ μεθ’ ὅλας ταύτας τὰς περιπετείας καὶ τὰς δυστυχίας, ὑφ’ ἃς διετέλει, καὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Καποδιστρίου ἐγένετο ἀπόπειρα κατασκευῆς ἔργων, καὶ ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ ἀειμνήστου Ὄθωνος οὐχ ἧττον ἐπεδιώχθη ἐπιμελῶς ἡ κατασκευὴ ὁδῶν μεταξὺ τῶν κυριωτέρων κέντρων, ὅπου ἡ ἀνάγκη τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ ἐμπορίου ἐπέτασσε τοῦτο ἐπιβλητικῶς. Διότι, ὡς γινώσκετε, εὐρεῖαι ὁδοὶ εἰς τόπους ἐρήμους καὶ ἐστερημένους καὶ προϊόντων, καὶ βιομηχανίας, καὶ ἐμπορίου, εἶναι ἄχρηστοι καὶ μάταιαι. Πάντες γινώσκετε, ὅτι αἱ ὁδοὶ δὲν εἶναι ἄλλο τι, παρὰ ἀρτηρίαι, δι’ ὧν κινεῖται ὁ πλοῦτος, ἡ παραγωγὴ τῆς γεωργίας, τῆς βιομηχανίας, τοῦ ἐμπορίου καὶ ἐν γένει αἱ ὁδοὶ εἰσιν ὀχετοὶ διεξόδου τοῦ κοινωνικοῦ πλούτου. Ἀλλ’ ὅσαι χῶραι δὲν ἔχουσιν ἔτι πλοῦτον παραγωγῆς, στεροῦνται προϊόντων ἢ βιομηχανίας, βεβαίως δι’ αὐτὰς πολυδάπανοι ὁδοί εἰσι ματαία πολυτέλεια. Καὶ θὰ ἦσαν ὄντως τοιαῦται αἱ πολυτελεῖς ὁδοὶ κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, καθ’ οὓς αἱ Ἑλληνικαὶ κοινότητες, ὀλιγοπληθεῖς καὶ διεσπασμέναι κατὰ τὰς κλιτῦς τῶν ὀρέων ἀκόμη, μήπω εἰς τὰς πόλεις ἐγκατεστημέναι, μόλις ἐπήρκουν νὰ συντηρῶνται διὰ τῆς ἀξίνης καὶ τοῦ ἀρότρου, οὐδὲν ἔχουσαι ἔτι νὰ μετακομίσωσι. Καὶ ὅμως, ὅπου συνετελεῖτο κοινωνικόν τι κέντρον, καὶ ἐπὶ τοῦ Ὄθωνος κατεσκευάζοντο κατὰ βραχὺ ὁδοὶ, οἷον μεταξὺ Ναυπλίου καὶ Ἄργους, Ἀμφίσσης καὶ Ἰτέας, Ἄργους καὶ Τριπόλεως, Κατακώλου καὶ Πύργου καὶ ἀλλαχοῦ, ὡσαύτως καὶ ἐν Στερεᾷ μεταξὺ Θηβῶν καὶ Ἀθηνῶν, μεταξὺ τῶν πέριξ τῆς Ἀττικῆς καὶ τῆς Χαλκίδος, ἐπὶ πασῶν τούτων τῶν ἐπαρχιῶν, τὰς ὁποίας σᾶς ἀπηρίθμησα, ἐπεδιώχθη ἐπιτυχῶς ἡ κατασκευὴ ὁδῶν. Μάλιστα ἡ περίοδος ἡ δευτέρα, ἡ τοῦ ἀειμνήστου Ὄθωνος, μέχρι τοῦ 1852, χαρακτηρίζεται ὡς ἐποχὴ γεφυροποιΐας· διότι θέλετε ἰδεῖ εἰς τοὺς δημοσιευθέντας πίνακας ἱκανὰς γεφύρας, καὶ ἀξίας μεγάλης καὶ δι’ ἀκριβεστάτης τέχνης κατασκευασθείσας, δι’ ὧν ἐγεφυρώθησαν ποταμοὶ κατὰ τὰ διάφορα μέρη τῆς Ἑλλάδος. Ἡ ἀνάγκη ὅμως τῆς κατασκευῆς ὁδῶν καὶ τῆς βελτιώσεως τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν κατὰ μικρὸν ἐπέστη ἀδυσώπητος καὶ ἐξαναγκαστική, πανταχόθεν ἐγερθείσης κραυγῆς. Κατὰ δὲ τὸ 1852 ψηφίζεται ὁ πρῶτος νόμος περὶ ὁδοποιΐας, ὁ ὁποῖος δὲν ὥρισε μὲν πόρους ἰδιαιτέρους καὶ ταμεῖον ὁδοποιΐας χωριστὸν, ἀλλὰ κανονίζει τὰ τῆς κατασκευῆς τῶν ὁδῶν, κανονίζει τὰ προσόντα τῶν μηχανικῶν, κανονίζει τὸν τρόπον τῆς ἐκθέσεως τῆς κατασκευῆς τῶν ὁδῶν ἐπιτάσσει καὶ νὰ ἀναγράφωνται ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς τοῦ Κράτους ἐκ τῶν τακτικῶν ἐξόδων αὐτοῦ πιστώσεις πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν, ὅπου αἱ κοινωνικαὶ ἀνάγκαι ἀνεδείκνυον τὴν κατασκευὴν ἀπαραίτητον. Καὶ παρείχοντο τῷ ὄντι πιστώσεις μετὰ φειδοῦς κατ’ ἔτος, ὥστε νὰ συντηρῶνται καὶ κατασκευάζωνται τὰ ἔργα, τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα, ἐν Πελοποννήσῳ, ἐν Στερεᾷ καὶ ἐν ταῖς νήσοις, κατ’ ἀναλογίαν τινὰ δικαίαν. Ἀλλ’ ἐν ταῖς νήσοις πρὸ πάντων ἐστεροῦντο παντελῶς μέσων τακτικῆς συγκοινωνίας, διότι ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία δὲν ὑπῆρχε, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἔμενον κεχωρισμέναι αἱ νῆσοι παντελῶς καὶ ἀπὸ τοῦ κέντρου τῆς Διοικήσεως τῆς Πρωτευούσης τοῦ Κράτους, καὶ ἀπ’ ἀλλήλων. Ἀλλ’ ὁ νόμος οὗτος τοῦ 1852, ὁ ὁποῖος χαρακτηρίζει τὴν τρίτην ἐποχὴν τῆς ὁδοποιΐας, ἀπέτυχεν ἐντελῶς, καθόσον ἦτο σαθρὰ ἡ κυριωτάτη αὐτοῦ βάσις. Διότι, δι’ ἔλλειψιν εἰδικοῦ ταμείου, καὶ δι’ ἔλλειψιν εἰδικῶν πόρων, καὶ διὰ τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν πόρων τοῦ Κράτους, τοῦ νὰ παρέχῃ ἱκανὰ ποσὰ πρὸς κατασκευὴν τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων δημοσίων ἔργων, ἐκανόνιζεν ὁ νόμος τὴν προσωπικὴν ἐργασίαν, διὰ τρόπου μάλιστα λίαν καταθλιπτικοῦ καὶ πιεστικοῦ. Κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἐξηναγκάζοντο οἱ πολῖται ἀπὸ τῶν ἄκρων τοῦ νομοῦ των διὰ ποινῶν νὰ προσέρχωνται εἰς ἐργασίαν καθ’ ὡρισμένας ἐποχὰς καὶ εἰς ὡρισμένον ποσὸν ἡμερῶν, ἢ νὰ τελῶσιν ἡμερομίσθια εἰς κατασκευὴν ὁδῶν, καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον διὰ τοιαύτης, λεγομένης δὲν ἐνθυμοῦμαι πῶς, ἐξαναγκαστικῆς ἐργασίας ἐπεζητεῖτο ἡ κατασκευὴ τῶν ὁδῶν.
§13ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ἀγγαρείας.
§14ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Διὰ τοιαύτης βαρβάρως ἐπιβαλλομένης προσωπικῆς ἐργασίας ἐπεδιώκετο ἡ κατασκευὴ τῶν ὁδῶν! Διὰ τοῦτο ἀπὸ τοῦ 1852, ὅτε ἄρχεται ἡ τρίτη περίοδος τῆς ὁδοποιΐας, ἐπὶ δέκα πέντε ἔτη ἐλάχιστα ἔργα συνετελέσθησαν. Ἐξεναντίας ὅμως συνετελεῖτο κατὰ τὴν δεκαπενταετίαν ἐκείνην, τὴν ἀπὸ τοῦ 1852 μέχρι τοῦ 1867, πρόοδος, ἐνισχύθη ἡ ἐργασία, καὶ ἡ παραγωγὴ ἐπολλαπλασιάσθη καὶ ἐπαρουσιάσθη ἀκμαία. Ἱκανὰ μικρὰ κέντρα ἐμπορικὰ ἐσχηματίσθησαν, καὶ βιομηχανικὰ οὐχ ἧττον. Τὰ προϊόντα τῆς ἐγγείου περιουσίας ἤρξαντο νὰ ἀποφέρωσι γενναιοτέρους καρπούς. Ἀλλ’ ἡ μεταφορὰ τούτων καὶ ἡ κίνησις τοῦ ἐμπορίου, δι’ ἔλλειψιν ὁδῶν, ἐκωλύοντο· ἑπομένως ἀντήχησαν πανταχόθεν φωναὶ περὶ βελτιώσεως τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας· καὶ οὕτω πως αὐτὴ ἡ ἐξέγερσις τῆς κοινωνικῆς συνειδήσεως κατέληξεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου τοῦ 1867, τοῦ προταθέντος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου. Ὁ Κουμουνδοῦρος συνέστησε τὰ ταμεῖα τῆς ὁδοποιΐας, καὶ ἔταξεν ὡρισμένους πόρους, δι’ ὧν ἔμελλε κατὰ βραχὺ καὶ διὰ λελογισμένης φειδοῦς καὶ συνετῆς προνοίας, κατὰ βραχύ, λέγω, καὶ ἄνευ ἀλογίστου σπουδῆς ἔμελλε νὰ κατασκευασθῶσι τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα ἔργα, ἀναλόγως πρὸς τοὺς πόρους, τοὺς ὁρισθέντας ὑπὸ τοῦ νόμου ἐκείνου. Οὕτω ἀπὸ τοῦ 1867 λειτουργεῖ σύστημα ὁδοποιΐας, βάσιν ἔχον τοὺς πόρους τοῦ εἰδικοῦ ταμείου, τοὺς εἰσαγομένους δυνάμει τριῶν νόμων, ἀλλεπαλλήλως ψηφισθέντων, εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Οἱ πόροι οὗτοι, ὡς ἐνθυμεῖσθε πάντες, ἐκανονίσθησαν τὸ πρῶτον διὰ τοῦ νόμου τῆς 20 Ἀπριλίου 1867 ΣΚϚʹ, περιλαμβάνοντος τοὺς ἑξῆς φόρους: 5% ἐπὶ τῶν τελωνιακῶν δασμῶν, 10% ἐπὶ τῶν ἐξ ἐγγείων φόρων καὶ δικαιωμάτων ἐπικαρπίας, καὶ 5% ἐπὶ τῶν ἐκ τῶν ζώων εἰσπραττομένων ποσῶν, καὶ τὰ ἐκ τῶν διοδίων εἰσπραττόμενα. Οἱ τέσσαρες οὗτοι πόροι ἐκανονίσθησαν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1867. Ἀλλ’ ἐπειδὴ οὗτοι ἐκρίθησαν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἀνεπαρκεῖς, ἐπῆλθεν ὁ περὶ τροποποιήσεως ἐκείνου νόμος τῆς 29 Νοεμβρίου 1878, δι’ οὗ προσετέθησαν καὶ οἱ ἑξῆς ἀκόμη πόροι, πρὸς αὔξησιν τῶν ἐσόδων, τῶν εἰσαγομένων εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας: ½% ἐπὶ τῆς παραγωγῆς τοῦ ἐλαίου, 10% ἐπὶ τοῦ φόρου τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας τῶν προϊόντων, πέντε λεπτὰ ἐπὶ τῶν μικρῶν καὶ 15 ἐπὶ τῶν μεγάλων ζώων, καὶ 5% ἐπὶ τῶν φόρων ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν. Διὰ τῶν διατάξεων τῶν νόμων τούτων ἐνισχύθη βεβαίως, ὡς ἦτο ἑπόμενον, τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, καὶ τὰ δημόσια ἔργα ἤρξαντο ἐπιδιωκόμενα καὶ ἐκτελούμενα μετὰ δραστηριότητος. Ἀλλὰ τὰ ἔσοδα, τὰ εἰσαγόμενα εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1867, κατενέμοντο εἰς τὰς τρεῖς κατηγορίας τῶν ὁδῶν, ἐθνικῶν, ἐπαρχιακῶν καὶ δημοτικῶν, ὧν ἑκάστη ὡρισμένον ἐλάμβανε ποσὸν ἐκ τῶν φόρων. Οἱ πλεῖστοι τῶν πόρων εἰσέρχονται εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας. Τὰ ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων καὶ τὰ ἐκ τῶν ἐγγείων εἰσπραττόμενα διανέμονται εἰς τρία ἴσα μέρη, καὶ εἰσάγονται ἀνὰ ἓν τρίτον εἰς ἑκάστην τῶν τριῶν τούτων κατηγοριῶν τῶν ὁδῶν· ἤτοι εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν ὁδοποιΐαν, ἔχουσαν χωριστὴν μερίδα, εἰς τὴν δημοτικὴν καὶ εἰς τὴν ἐθνικήν. Ἀλλ’ εἰς τὴν ἐθνικὴν ὁδοποιΐαν εἰσάγονται πρὸς τούτοις πάντες οἱ λοιποὶ διὰ τῶν ἀνωτέρω νόμων ταχθέντες φόροι. Ἂν δ’ ἐξετάσωμεν τὴν κατάστασιν τοῦ Ταμείου κατὰ τὸ 1873, ὅτε εἶχε παρέλθει πενταετία, ἐξ ὅτου ἐλειτούργει ὁ νόμος περὶ συστάσεως Ταμείου ὁδοποιΐας τοῦ 1869, τὰ ἐκ τῆς ἐγγείου ἐπικαρπίας εἰσπραχθέντα ἔσοδα ἀνήρχοντο εἰς 566.300, τὰ ἐκ τῶν φόρων ἐπὶ τῶν ζώων εἰς 488,000, τὰ ἐκ τῶν τελωνείων εἰς 7,300,000, τὰ ἐκ τῶν διοδίων 573,000. Ἐφ’ ἅπαξ δὲ ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1879, δι’ ἀνεπάρκειαν τῶν πόρων τοῦ Ταμείου, ὡς βοήθημα τοῦ Κράτους, ποσὸν δρ. 250,000, ἤτοι εἰς τὸ διάστημα τῆς ἑξαετίας, ἀπὸ τοῦ 1867–1873, ἐκ πάντων τῶν πόρων εἶχεν εἰσπράξει τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας 9,173,109. Ἐκ τούτων εἶχον δαπανηθῆ μόνον τὰ 6,626,976. Παρατηρεῖτε μετὰ πόσης λελογισμένης φειδοῦς ἐγίνετο ὑπὸ τῶν ἐμπειρικῶν ἐκείνων κυβερνητῶν τοῦ τόπου ἡ δαπάνη! Δὲν ἐξηντλεῖτο εἰς ἔργα, ῥαγδαίως καὶ ἀσκόπως καὶ πρὸς ἐκλογικοὺς ἢ ἄλλους σκοποὺς ἐκτελούμενα, τὸ Ταμεῖον, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας διὰ προνοίας πεφωτισμένης προέβαινον ἐν προσοχῇ, ὥστε νὰ ᾖναι τὸ Ταμεῖον πάντοτε εἰς κατάστασιν νὰ ἐπαρκῇ εἰς τὰς ἑκάστοτε παρουσιαζομένας ἀνάγκας. Μόνον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, παρατηρεῖται ὑπέρβασίς τις, καὶ τοῦτο διότι ἡ κατασκευὴ τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν ἐκείνων δὲν δύναται νὰ διακοπῇ, οὐδ’ ἡ περάτωσις ἐπιχειρηθείσης ὁδοῦ ν’ ἀνασταλῇ ἄνευ καταστροφῆς τοῦ κατασκευασθέντος αὐτῆς τμήματος. Ἡ ὑπέρβασις αὕτη ἀνέρχεται τὸ 1873 εἰς 300,000 δραχμάς. Προνοητικώτατα δ’ ἐμερίμνησαν οἱ ἐμπειρικοὶ ἐκεῖνοι ἄνδρες, ὅπως τάχιστα ἐπιστραφῇ ἀνελλιπῶς εἰς τὸ ταμεῖον τῶν ἐπαρχιακῶν καὶ δημοτικῶν ὁδῶν, ἐξ ὧν εἶχον λάβει καθ’ ὑπέρβασιν, τὸ ποσὸν τοῦτο ὡς δάνειον. Ἀπέδωκαν δὲ τοῦτο ἐκ τοῦ Ταμείου τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας διὰ τῶν πόρων αὐτοῦ τοῦ ἑπομένου ἔτους. Ἄν κρίνητε δὲ καὶ περὶ τῆς χρηστότητος τῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία ἐπρυτάνευεν ἐν τοῖς ἔργοις καὶ ταῖς ἀποφάσεσι τῶν ἐμπειρικῶν ἐκείνων ἀνδρῶν, ὡς ἐν τῇ λοιπῇ διοικήσει, οὕτω καὶ ἐν τῇ κατανομῇ εἰς δημόσια ἔργα καὶ βελτίωσιν τῆς συγκοινωνίας ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, τῶν πόρων, τῶν εἰσαγομένων ἀπὸ πάντων τῶν τοῦ Βασιλείου νομῶν. Θὰ θαυμάσητε ὁμολογουμένως καὶ τὴν πρόνοιαν αὐτῶν, καὶ τὴν ἄκραν δικαιοσύνην, καὶ τὴν φειδώ. Ἐν παραβολῇ δὲ, θὰ οἰκτείρητε τὴν ἐνεστῶσαν ἐποχὴν, διὰ τὴν ἄστοργον ἀνισότητα καὶ ἀδικίαν, καθ’ ἣν κατανέμονται οἱ πόροι τῆς ὁδοποιΐας εἰς προνομιούχους τινὰς νομοὺς, ἐν οἷς μᾶλλον πολιτικὴ κερδοσκοπία, ἢ πρόνοια ὑπὲρ τοῦ κοινωνικοῦ ἀγαθοῦ, ἐγένετο ἐλατήριον τῆς ῥαγδαίας ἐπιχειρήσεως δημοσίων ἔργων. Οὕτω εἰς μὲν τὴν Πελοπόννησον εἶχον δαπανηθῆ εἰς ἔργα ὁδοποιΐας κατὰ τὴν ἑξαετίαν ἐκείνην δραχμαὶ 2,900,474, ἐν δὲ τῇ Στερεᾷ 1,380,827. Τοὺς ἀριθμοὺς τούτους ἀντιπαραβάλλοντες, καὶ τὰς γενομένας δαπάνας, πείθεσθε ἀδιστάκτως περὶ τῆς ἰσότητος καὶ ἀναλογίας, τὴν ὁποίαν ἐκράτουν οἱ τότε κυβερνῶντες ἐν τοῖς ἔργοις πάντων τῶν νομῶν τοῦ Κράτους, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει, ἀφ’ ἑνὸς τὰς κοινωνικὰς ἀνάγκας, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τοὺς εἰσαγομένους ἐξ ἑκάστου νομοῦ πόρους. Κατάδηλον, ὅτι ἡ κατανομὴ ἐγένετο ἴση καὶ ἀνάλογος. Ἀπέναντι τούτων κατὰ τὸ 1884, ἐν διαστήματι 21 μηνῶν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνέκρινε πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν ἐν τοῖς νομοῖς τῆς Στερεᾶς τὸ φοβερὸν ποσὸν δραχμῶν 7,879,170! Ἀπὸ τοῦ 1873 μέχρι τοῦ 1882 ἠκολούθησαν ἔτη 8, κατὰ τὰ ὁποῖα τὰ ἔσοδα τῆς ὁδοποιΐας ἀδιαλείπτως σὺν τῷ προϊόντι χρόνῳ ηὔξανον ἐφ’ ὅσον ἡ πρόοδος τῆς καλλιεργείας καὶ τῆς παραγωγῆς ἐπετείνετο, ἐξηπλοῦντο αἱ φυτεῖαι, καὶ τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ βιομηχανία γοργῷ τῷ ποδὶ ἐχώρουν ἐνισχυόμεναι, καὶ ἡ ὁδοποιΐα τότε ἔλαβεν ἐπίτασιν. Τὸ 1881 ἐκ μόνων τῶν πόρων τῶν τακτικῶν τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας εἰσεπράχθησαν 3,000,000, ἀπὸ δὲ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐπεστράφησαν εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας δύο ἑκατομμύρια καὶ ἑπτακόσιαι χιλιάδες δραχμῶν, ἃς εἶχε λάβει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐκ τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας πρὸς κατασκευὴν στρατιωτικῶν ὁδῶν, λόγῳ τῆς ἐπιστρατείας, ἐν ταῖς παρὰ τὴν Θεσσαλίαν ἐπαρχίαις, καὶ τὰς ὁποίας εἶχε τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας προκαταβάλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐπίσης κατὰ τὸ 1881 εἰσήχθησαν εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἀπὸ καθυστερήσεις 67,000, ἀπὸ ἀμοιβὰς πληρωθεισῶν ὁμολογιῶν 21,000, ἤτοι εἰσήχθησαν κατὰ τὸ 1881 εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας δραχμαὶ ἐν ὅλῳ, 5,521,453· ποσὸν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναλογοῦσι 4,409,000 δραχμαὶ εἰς τὴν ἐθνικὴν ὁδοποιΐαν, 306,000 εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν, καὶ 306,000 εἰς τὴν δημοτικήν. Ὡς βλέπετε, ἤρξαντο οἱ πόροι τοῦ Ταμείου νὰ γίνωνται ἀσυγκρίτως μεγαλείτεροι, καὶ τὰ ἐκτελεσθέντα οὐκ ὀλίγα κατὰ τὴν περίοδον ταύτην ἔργα ἐν τῇ Πελοποννήσῳ καὶ Στερεᾷ ἦσαν ἄριστα. Καὶ ὅμως τὸ Ταμεῖον τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας εἶχεν ἀπόθεμα 2,116,127, τὰ δὲ τῶν δημοτικῶν ἔτι πλείονα, ἤτοι 4,000,000. Καὶ τοῦτο, διότι ἐν τῇ δημοτικῇ ὁδοποιΐᾳ, ὡς ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας τῶν πόρων ἑκάστου δήμου εἰς κατασκευὴν ὁδοῦ τινος, ἔμενον ἄθικτα τὰ χρήματα τοῦ ὑπὲρ αὐτῆς πόρου εἰς λογαριασμὸν τοῦ Ταμείου τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας· διὰ τοῦτο βλέπετε τὸ ὑπερβάλον ἀποταμίευμα τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας, ὡς πρὸς τὸ μικρὸν τῆς ἐπαρχιακῆς, καὶ ὡς πρὸς τὸ παθητικὸν τῆς ἐθνικῆς, ἥτις ἐδαπάνησε πᾶν, ὅ,τι εἶχεν εἰσαχθῆ μέχρι τοῦ ἔτους 1881 εἰς τὸ Ταμεῖον αὐτῆς, πλὴν δὲ τούτου, εἶχε λάβει καὶ 2,158,000 ἐπὶ ἐπιστροφῇ ἀπὸ τὰ ταμεῖα τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Ἀλλὰ τὸ 1880 εἶχεν ἀνέλθει ἐπὶ τὴν κυβέρνησιν τῶν κοινῶν ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, ὅστις εὐθὺς ἔδειξε τὰ πρῶτα σημεῖα τῆς στοργῆς αὐτοῦ πρός τινας τῶν νομῶν τοῦ Κράτους. Καὶ μάλιστα ἐνῷ δὲν εἶχεν εἰσέτι εἰς τὴν διάθεσιν αὐτοῦ τὰ 20,000,000, τὰ ὁποῖα ἔλαβε κατόπιν ἐκ τοῦ δανείου τοῦ ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας. Ἀλλ’ ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Ταμείου, τῶν εἰσπραττομένων ἀσυγκρίτως πλειόνων ἀπὸ τῶν νομῶν τῆς Πελοποννήσου, ἐδαπάνησε διὰ κατασκευὴν ὁδῶν ἐν τοῖς νομοῖς Ἀκαρνανίας καὶ Αἰτωλίας, Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος καὶ κατά τι καὶ τῶν τῆς Ἀττικῆς 2,500,000 πλείονα τῶν ὅσα εἶχε δαπανήσει ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας τῶν νομῶν τῆς Πελοποννήσου, ἐνῷ, καθ’ ἃ θέλω ἀποδείξει ὑμῖν, ἀσυγκρίτως οὐ μόνον οἱ νομοὶ τῆς Πελοποννήσου εἰσάγουσι πλειότερα ἔσοδα εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἀλλὰ κυριώτερον διὰ τὴν μεγαλειτέραν κίνησιν τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ἐν γένει παραγωγῆς ἐδικαιοῦντο οἱ νομοὶ τῆς Πελοποννήσου νὰ τύχωσι μείζονος προσοχῆς παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἢ τοὐλάχιστον νὰ τύχωσι δικαιοσύνης καὶ ἰσότητος ἐν τῇ κατανομῇ· διότι ὁμολογουμένως, ἐὰν ἀφαιρέσητε τὰ εἰσοδήματα τοῦ τελωνείου Πειραιῶς, τὸ ὁποῖον εἶναι Πανελλήνιον, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου τὰ ἔσοδα τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς ἐξογκοῦνται ἱκανῶς καὶ αὐξάνουσι τὴν ἀναλογίαν, ἐν συγκρίσει, οἱ τρεῖς νομοὶ τῆς Στερεᾶς καθυστεροῦσι παρὰ πολὺ, ὡς πρὸς τὴν εἰσφορὰν πρὸς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, τῶν νομῶν τῆς Πελοποννήσου. Οὕτω διὰ βραχέων διεξελθὼν τὰ τῶν τριῶν πρώτων περιόδων τῆς ὁδοποιΐας, ἵνα μὴ καταχρασθῶ τὴν ἀνοχήν σας, διότι τὸ ζήτημα συμβαίνει νὰ ᾖναι, ὡς ἐκ τῶν ἀριθμῶν, ἥκιστα ἐπαγωγὸν, ἔρχομαι εἰς τὴν τελευταίαν περίοδον τῆς ὁδοποιΐας, τὴν ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1887, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁμολογουμένως καὶ πλεῖστα ἔργα, ἀξίας πολλῶν ἑκατομυρίων κατεσκευάσθησαν, καὶ πλεῖστα ἀσυγκρίτως ἔσοδα εἰσεκομίσθησαν εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Διότι τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Ταμείου τούτου ηὔξησαν οὐ μόνον ἀναλόγως πρὸς τὴν προαγωγὴν τοῦ κοινωνικοῦ πλούτου, ἀλλὰ μάλιστα διότι κατ’ αὐτὴν τὴν περίοδον ἐγένετο τὸ δάνειον ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας, τῶν 20,000,000 δραχ., καὶ ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ ὑπολοίπου τῆς προκαταβολῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὥστε τὸ ποσὸν, τὸ κατὰ τὴν περίοδον ταύτην τῶν 6 ἐτῶν εἰσαχθὲν ἐκ τῶν πόρων τῆς ὁδοποιΐας, τῶν τε τακτικῶν καὶ τῶν μνημονευθέντων ἐκτάκτων, συγκεφαλαιοῦται ἐν ὅλῳ εἰς τεσσαράκοντα ἓν ἑκατομμύρια. Ἐὰν περιορισθῶ εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν τεσσάρων ἐτῶν, ἀπὸ τοῦ 1882–1885, θέλω σᾶς ὑποβάλει τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων εἰσῆλθον εἰς τὸ Ταμεῖον 12,133,988, τὸ δάνειον τῶν 20,000,000 παλαιῶν δραχμῶν, καὶ τὰ 2,670,000, τὰ ἐπιστραφέντα ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἤτοι τὸ ὅλον δρ.32,660, 258 εἰσῆλθον εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἐκ τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων αὐτοῦ πόρων. Κατὰ τὴν περίοδον ὅμως ταύτην τῶν ἐκτάκτως ηὐξημένων ἐσόδων καὶ τῶν δανείων ἤλλαξεν ὅλως διόλου ὁ τρόπος καὶ τῆς μελέτης καὶ τῆς χαράξεως καὶ τῆς εἰς δημοπρασίαν μειοδοτικὴν ἐκδόσεως τῶν ἔργων, καὶ οἱ ὅροι, κατὰ τοὺς ὁποίους κατασκευάζονται αἱ ὁδοὶ τοῦ Κράτους. Παρετηρήθη, ὅτι ἐγένετο τοιαύτη ῥαγδαιοτάτη περὶ τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν σπουδή, ὥστε κατεδείχθη ἀμέσως ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ προσωπικοῦ· καίτοι οὐκ ὀλίγοι ὑπάλληλοι, ἀνώτεροι καὶ κατώτεροι, εἶχον προστεθῆ, ἡ διαχάραξις ἐγένετο ἐν τάχει καταπληκτικῷ, ἡ μελέτη τῶν τεχνικῶν ἔργων, οἱ προϋπολογισμοὶ καὶ αἱ διακηρύξεις τῆς κατασκευῆς αὐτῶν ἐπίσης σιδηροδρομικῶς· οὐδεὶς ἔλεγχος ἐν τοῖς γραφείοις τῶν Δημοσίων ἔργων. Οὐδεὶς ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἔλεγχος, ἀφοῦ ἐν τῷ διαστήματι τῆς τετραετίας ἐμελετήθησαν, ἐχαράχθησαν καὶ διὰ προκηρύξεων δημοπρασιῶν ἐτέθησαν εἰς ἐνέργειαν ὁδοὶ ἐκτάσεως 1,400,000 μέτρων, ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἰδίως τῶν νομῶν τῆς Στερεᾶς· πρὸ πάντων δὲ ἡ ἀκτινοβολία τῶν ὁδῶν Μεσολογγίου, καὶ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, ἀδύνατον νὰ μὴ κινήσῃ τὸν θαυμασμὸν, ἢ μᾶλλον τὸν οἶκτον τοῦ παρατηρητοῦ. Ἀλλὰ καὶ αἱ περιτταὶ ὁδοὶ κατὰ τὸν νομὸν τῆς περιῤῥύτου νήσου Εὐβοίας, αἱ τόσῳ πολυτελεῖς, οὐχ ἧττον σκανδαλίζουσιν. Οἱ τρεῖς οὗτοι νομοὶ, οἱ προνομιοῦχοι, ἀπεῤῥόφησαν κατὰ τὴν σπασμωδικὴν ταύτην ἢ πυρετώδη περίοδον τῆς ὁδοποιΐας τὸ μέγα κεφάλαιον τοῦ Ταμείου αὐτῆς· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἡ σπατάλη περὶ τὴν ἐπιστασίαν, περὶ τοὺς μισθοὺς τοῦ προσωπικοῦ, περὶ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν καὶ ἔργων δημοσίων ἄνευ δημοπρασίας, ἀλλὰ δι’ ἰδιαιτέρων συμφωνιῶν, κατηνάλωσεν ἐν ἔργοις, ἀτελῶς κατασκευαζομένοις, ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν. Ἡ ἄσπλαγχνος αὕτη σπατάλη εἶναι ὁμολογουμένως θλιβερά· αἰσθάνεταί τις αἰσθήματα ἀγανακτήσεως καὶ λύπης, ὅτι τόσον χρῆμα ἐκ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ λαοῦ κατεσπαταλήθη ἄνευ τῆς προσηκούσης ἐπιβλέψεως οὐ μόνον εἰς κατασκευὴν ὁδῶν ἀχρήστων καὶ ἀμελῶς κατασκευαζομένων, ἀλλὰ, τὸ χείριστον πάντων καὶ ἐμποιοῦν μείζονα ἀγανάκτησιν, οὐχὶ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν κοινωνικῶν συμφερόντων, ἀλλὰ πρὸς πολιτικὴν κερδοσκοπίαν· διότι, ὡς θέλω ἀποδείξει, ἐν χρονικῷ διαστήματι δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1885 μέχρι τοῦ Ἀπριλίου, καθ’ ὃν ἐγένοντο αἱ Βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ, ἐδημοπρατήθησαν ὁδοὶ ἀξίας 6,000,000 δραχμῶν! Καὶ ἔχω χρείαν ἄλλης ἀποδείξεως καὶ ἄλλων λόγων, ὅπως ἀποκαλύψω πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις καὶ τοὺς σκοποὺς τῆς Κυβερνήσεως; Κυβέρνησις, κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν προκηρύσσουσα κατασκευὴν τοσούτων ὁδῶν, καὶ σκορπίζουσα τόσα ἑκατομμύρια τοῦ ἱδρῶτος τοῦ λαοῦ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν κομματικῶν συμφερόντων, τίνα λόγον ἔχει, ἢ δικαίωμα, ἐπὶ τῆς εὐλαβείας ἡμῶν; Καὶ ὕστερον ὁμιλοῦσιν ἀνερυθριάστως περὶ ἐλευθερίας ἐκλογῶν, περὶ εὐρέων πολιτικῶν σχεδίων καὶ πολιτικῶν ἰδεῶν! Καὶ μετὰ τοιαύτας ἀκατονομάστους πράξεις, ἀποκρουομένας ἀπὸ τοὺς κοινοτέρους τῆς πολιτικῆς εὐπρεπείας ὅρους, αὐτοκαλοῦνται ἀναμορφωταί! Μόνον εἰς μισθοὺς καὶ εἰς ἔξοδα τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς ἐδαπάνησαν κατὰ τὴν τετραετίαν ἓν ἑκατομμύριον ὀκτακοσίας χιλιάδας δραχμῶν, δηλαδὴ εἰς μισθοὺς καὶ ὁδοιπορικά, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλα ἔξοδα, μὴ περιλαμβανόμενα ἐν ταῖς συμπεφωνημέναις δαπάναις, καὶ ἐναντίον τοῦ νόμου καὶ ἐναντίον τῆς συμβάσεως, τῆς γενομένης ἐν Παρισίοις. Ἐδαπάνων, ὡς βλέπετε, οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἀνέτως, ὡς ἐὰν ἦσαν μεμισθωμένοι ὑπὸ δυνάστην Ἀνατολικοῦ Ἔθνους. Διὰ τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν ἐδαπανήθησαν 1,318,000 δραχμῶν· δικαίως καὶ ὁσίως αὗται, ὡς ὑπηρετήσασαι τὴν συγκοινωνίαν τοσούτων νήσων· ἐπίσης εἰς ἀποζημίωσιν κτημάτων 953,000, καὶ εἰς ἔξοδα ἐπιστασίας 628,000· ὥστε, ἐὰν προσθέσητε πάντα ταῦτα, θὰ ἔχητε τὸν σημαντικὸν ἀριθμὸν δαπάνης εἰς μισθολόγιον καὶ εἰς προσωπικὰς ἀποζημιώσεις, τὸν στρογγύλον ἀριθμὸν τῶν 2,000,000, κατὰ τὴν τετραετίαν, καὶ ταῦτα ἐκ τοῦ ἱδρῶτος πτωχοῦ λαοῦ. Καὶ ἐν τούτοις, ὅτε ἐπρότεινα κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου περὶ ἀποστολῆς δέκα νέων κατ’ ἔτος εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅπως σπουδάσωσι τὰ παιδαγωγικὰ καὶ χρησιμεύσωσιν ὡς Ἐπιθεωρηταὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ ὡς καθηγηταὶ Διδασκαλείων, ἵνα μορφώσωσι δημοδιδασκάλους, μοὶ ἀντέταξαν οἱ κύριοι Ὑπουργοί, ὅτι ἀδύνατον νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς μου, πρὶν ἢ βελτιωθῶσιν οἱ πόροι τοῦ Κράτους. Ἐνῷ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως προυφασίζετο τοὺς πόρους τοῦ Κράτους, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἄνευ ἐλέγχου συνειδήσεως δαπανᾷ 1,811,000 διὰ τὸν Rondel καὶ τοὺς ὁμοίους του, τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν Γαλλικὴν ἀποστολὴν τῶν μηχανικῶν. Ὅπως θεραπεύσω ἁπλῶς τὴν περιέργειαν ὑμῶν, καὶ λάβητε ἀκριβεῖς ἰδέας περὶ τοῦ ἀνίσου καὶ ἀδίκου τῆς κατανομῆς τῶν χρημάτων τῆς ὁδοποιΐας, καὶ ὅπως κυρώσω δι’ ἀριθμῶν τοὺς λόγους μου, προστίθημι, ὅτι ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 20,000,000 τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθη ἀπὸ τοῦ 1882–1885 εἰς κατασκευὴν ἐθνικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν ὁδῶν, τὸ ⅙ ἐδαπανήθη ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας τοῦ νομοῦ Εὐβοίας! Οἱ νομοὶ τοῦ Κράτους εἰσὶ 16, ὥστε εἰς ἕκαστον νομὸν ἀνῆκεν ἐκ τοῦ δανείου ἡ ἀναλογία ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ διακοσίων πεντήκοντα χιλιάδων δραχμῶν. Καὶ ὅμως ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας τούτου τοῦ νομοῦ Εὐβοίας ἐντὸς τῆς τετραετίας ἐδαπανήθη τὸ ἕκτον τοῦ ὅλου δανείου, περὶ τὰ τρία καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια δραχμῶν, εἰς νομὸν περίῤῥυτον ὑπὸ θαλάσσης, ἐν τῷ ὁποίῳ αἱ πλεῖσται ἀκταὶ συγκοινωνοῦσι πρὸς τὰ κέντρα τοῦ ἐμπορίου διὰ τῶν ἀτμοπλοίων καὶ τῆς ἀκτοπλοΐας· ἐνῷ ἦτο δυνατὸν, διὰ μιᾶς ὁδοῦ, ἐκτεινομένης κατὰ μῆκος καὶ ἐν τῷ μέσῳ τῆς νήσου, ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου μέχρι τοῦ ἑτέρου διασχιζούσης αὐτὴν, νὰ ὑπηρετηθῶσι τὰ συμφέροντα τῆς συγκοινωνίας κατὰ τὰ μεσογειότερα, καὶ κατόπιν αἱ κοινότητες καὶ οἱ δῆμοι ἠδύναντο νὰ κατασκευάζωσιν ὁδῶν διακλαδώσεις. Κατ’ ἀντίθεσιν δὲ σκανδαλώδη, ὁ νομὸς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος στερεῖται παντελῶς ὁδῶν, ὡς καὶ ὁ τῆς Μεσσηνίας καὶ ὁ τῆς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, πλὴν τῆς μιᾶς ὁδοῦ τῆς ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Τρίπολιν. Ἀλλ’ ἐν τῷ νομῷ τῷ μακαρίῳ Ἀκαρνανίας καὶ Αἰτωλίας, ἐν ᾧ ἐκλέγεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, ἐδαπανήθη σχεδὸν τὸ ¼ τοῦ ὅλου δανείου, ἤτοι δραχμαὶ 4,556,152, κατὰ τὴν τετραετίαν. Δηλαδὴ διὰ τὰς κατασκευασθείσας ὁδοὺς ἀκτινοειδῶς ἀπὸ τοῦ Μεσσολογγίου εἰς τὰ πέριξ 1,246,600. Τὸν ὅρον τῆς ἀκτινοβολίας δανείζομαι παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Διὰ τὴν ἀκτινοβολίαν τῶν ὁδῶν Ἀγρινίου ἐδαπανήθη 1,622,592· ἤτοι διὰ τὴν ἀπὸ Ἀγρινίου εἰς Λοιδωρίκιον 429,000, διὰ τὴν ἀπὸ Ἀγρινίου εἰς Κραβασαρᾶ 498,000 διὰ τὴν ἀπὸ Ἀγρινίου εἰς Ναύπακτον 622,000, καὶ οὕτως ἐφεξῆς συγκεφαλαιοῦται τὸ σεβάσμιον τοῦτο τῶν ἑκατομμυρίων διὰ τὴν Αἰτωλίαν καὶ Ἀκαρνανίαν ποσὸν ἐκ τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας, ἀφοῦ προσθέσητε καὶ ἓν κονδύλιον, τὸ ὁποῖον δὲν φαίνεται, ποῦ ἐδαπανήθη, ἀλλ’ ἐγγράφεται ὑπὸ τὸν τίτλον «διάφορα» καὶ ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 424,000. Ταῦτα δὲ συλλήβδην λέγονται δικαιοσύνη κατανομῆς τῶν πόρων τοῦ Ταμείου ὁδοποιΐας! Καὶ τοῦτο λέγεται πολιτικὴ χρηστότης τῶν ἐπαγγελλομένων τὴν ἀναμόρφωσιν τῆς χώρας! Ἀλλ’ ὅπως λάβητε, κύριοι Βουλευταί, ἔννοιάν τινα κατὰ σύγκρισιν πρὸς ἄλλην περίοδον, καθ’ ἣν ἐκυβέρνων, οὐχὶ οἱ ἀναμορφωταὶ, ἀλλ’ οἱ ἐμπειρικοὶ ἐκεῖνοι ἄνδρες, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μεταδώσω ὑμῖν ὀλίγους ἀριθμοὺς, συγκριτικοὺς τῶν ἐσόδων ἐξ ἑκάστου νομοῦ πρὸς τὰς δαπάνας, ἀπὸ τοῦ 1867 μέχρι τοῦ 1887, κατὰ τοὺς τρεῖς νομοὺς τῆς Στερεᾶς καὶ τὸν τῆς Εὐβοίας, καὶ κατὰ τοὺς πέντε τῆς Πελοποννήσου. Καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θέλετε αἰσθανθῆ, ὅπερ καὶ ἐγὼ ᾐσθάνθην αἴσθημα ἐκ τῆς γενομένης παροιμιώδους ἀδικίας καὶ ἀνισότητος κατὰ τὴν κατανομὴν τῶν χρημάτων τῆς ὁδοποιΐας. Κατὰ τὴν περίοδον ταύτην ἐν συνόλῳ ἐκ τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἔχουσιν εἰσαχθῆ εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας 22,000,000· ἀλλ’ ὡς πόρος τοῦ νομοῦ τούτου ἀνεγράφη καὶ τὸ δάνειον τῶν 20 ἑκατομμυρίων παλαιῶν δραχμῶν, εἰς τὸ Ταμεῖον Ἀττικῆς εἰσαχθέν. Ἐὰν λοιπὸν ἀφαιρέσωμεν τὰ ἐκ τοῦ δανείου προελθόντα καὶ τὰ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιστραφέντα, καὶ τὰ δυνάμει νόμου, τοῦ ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Ζαΐμη, προσφερθέντα, δι’ οὗ ἐχορηγήθησαν εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ὡς βοήθημα παρὰ τοῦ Κράτους, δραχμαὶ 250 χιλιάδες, μένουσιν, ὡς ἐκ τακτικῶν πόρων τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας εἰσαχθέντα, ἐννέα ἑκατομμύρια....
§15Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.
§16ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Βεβαίως.
§17ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. 22,000,000 εἰσήχθησαν.
§18ΤΙΝΕΣ. Περισσότερα εἰσήχθησαν, 30,000,000.
§19ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν βʹ. σελίδα σημειοῦνται ἀκριβῶς.
§20ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μάλιστα.
§21ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. 9,000,000 ὑπολείπονται.
§22ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐννέα βεβαίως. Πόσα δὲ νομίζετε ἐδαπανήθησαν εἰς τὸν νομὸν τοῦτον ἐν τῇ εἰκοσαέτει περιόδῳ; Εἰς ἔξοδα ὁδοποιΐας πασῶν τῶν κατηγοριῶν, ἤτοι ἐθνικῆς ὁδοποιΐας καὶ ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας, ἀνακαινίσεως καὶ συντηρήσεως ἐδαπανήθησαν 8,233,000. Δηλονότι ἐδαπανήθησαν ἐν τῷ νομῷ τούτῳ, σχεδὸν ἴσα τοῖς ἐξ αὐτοῦ εἰσαχθεῖσι. Διότι, τρεῖς, εἴπομεν, εἶναι οἱ προνομιοῦχοι νομοὶ, οἱ ἀπολαμβάνοντες τῆς θερμῆς στοργῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ: ὁ νομὸς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, ὁ νομὸς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, καὶ ὁ νομὸς Εὐβοίας. Ἀπὸ τοῦ νομοῦ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος εἰσήχθησαν εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, κατὰ τὸ εἰκοσαετὲς τοῦτο διάστημα, ἐν ὅλῳ δραχμαὶ 2,655,182. Ἐντὸς τῆς εἰκοσαετίας ἐδαπανήθησαν εἰς ἔργα ὁδοποιΐας ἐθνικῆς καὶ ἐπαρχιακῆς, συντηρήσεως καὶ ἀνακαινίσεως ὁδῶν ἐν τῷ νομῷ τούτῳ 6,513,815. Ὥστε, ἂν ἀφαιρέσωμεν ἐκ τούτων τὰ ἐξ αὐτῶν εἰσαχθέντα εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, θὰ ἔχωμεν ὑπέρβασιν τῶν εἰσαχθέντων ἐκ τοῦ νομοῦ τούτου, πρὸς τὰ ἐν αὐτῷ δαπανηθέντα, περὶ τὰ τρία ἑκατομμύρια. Ἐν τῷ νομῷ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας εἰσήχθησαν κατὰ τὴν αὐτὴν εἰκοσαετῆ περίοδον, ἀπὸ μὲν τοῦ ἔτους 1867 μέχρι τοῦ 1882, δραχμαὶ 1,377,000, ἀπὸ δὲ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1887, δραχ. 864,000, ἤτοι τὸ ὅλον εἰσήχθησαν δραχμαὶ 2,241,131. Θέλετε ὅμως ἐκπλαγῆ, ἀκούοντες τὰ ἐν τῷ νομῷ τούτῳ πρὸς ὁδοποιΐαν ἀναλωθέντα. Διότι ἐδαπανήθησαν ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τῆς συγκοινωνίας τοῦ νομοῦ τούτου, ἀπὸ μὲν τοῦ 1867 μέχρι τοῦ 1882, δραχμαὶ 2,232,185, ἀπὸ δὲ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1887, δραχ. 5,293,379. Καὶ εἰς συντήρησιν καὶ ἀνακαίνισιν ὁδῶν ἕτεραι 578,208, ἤτοι τὸ ὅλον τῆς ἐν Αἰτωλίᾳ καὶ Ἀκαρνανίᾳ δαπάνης, ὀκτὼ ἑκατομμύρια, ἑκατὸν τρεῖς χιλιάδες, ἑπτακόσιαι ἐννενήκοντα τρεῖς! Ἐὰν ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὰ δαπανηθέντα τὰ εἰσκομισθέντα εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἐκ τῶν πόρων τοῦ νομοῦ τούτου 2,241,131, ἔχετε ὑπέρβασιν δαπάνης, κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, 5,863,831! Μεταβαίνω εἰς τὸν νομὸν Εὐβοίας. Ὁ προνομιοῦχος οὗτος νομὸς εἰσέφερε κατὰ τὴν εἰκοσαετίαν εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας 1,493,000. Ἐδαπανήθησαν δὲ ὑπὲρ τοῦ νομοῦ τούτου εἰς ἔργα ὁδοποιΐας, ἀπὸ τοῦ 1867 μέχρι τοῦ 1882, δραχ. 1,048,787, ἀπὸ δὲ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1887, ἐδαπανήθησαν 3,952,579, προσέτι εἰς ἀνακαίνισιν καὶ συντήρησιν ὁδῶν 193,000· ἤτοι ἐν ὅλῳ ἐδαπανήθησαν ἐν Εὐβοίᾳ δραχμαὶ 5,101,366. Ὥστε καὶ ἐν τῷ νομῷ Εὐβοίας ἔχομεν ὑπέρβασιν δαπάνης δραχμῶν 3,071,891. Ἐὰν, κύριοι Βουλευταὶ, ἀθροίσωμεν τὰς ὑπερβάσεις τῶν δαπανῶν, ἃς ἀνεκοίνωσα ὑμῖν, τὰς γενομένας κατὰ τοὺς τρεῖς τούτους προνομιούχους νομοὺς, ἔχομεν ἄθροισμα ὑπερβάσεως δραχμῶν 7,147,275, δαπανηθεισῶν ἐπὶ πλέον τῶν κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα εἰσαχθέντων εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἐκ τῶν τριῶν τούτων νομῶν. Παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ κρατήσητε εἰς τὴν μνήμην σας τὸν ἀριθμὸν τοῦτον τῶν δαπανηθέντων ἑκατομμυρίων ἐπὶ πλέον τῶν ἐσόδων εἰς τοὺς τρεῖς τούτους νομούς. Διότι ἐδαπανήθησαν τὰ ¾ σχεδὸν τοῦ δανείου τῶν 20,000,000, ἐδανείσθημεν δὲ 20,000,000 παλαιῶν δραχμῶν διὰ τὴν ὁδοποιΐαν τοῦ Κράτους. Τούτων ἐδαπανήθησαν τὰ 12 ἑκατομμύρια εἰς τοὺς τρεῖς τούτους νομούς· διότι βεβαίως, ὅσα ἐδαπανήθησαν εἰς αὐτοὺς ἐπὶ πλέον τῶν ἐσόδων αὐτῶν, ἐκ δύο πηγῶν ἐλήφθησαν, ἢ ἐκ τῶν περισσευμάτων τῶν ἄλλων νομῶν, ἢ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 20,000,000. Τοῦτο εἶναι ἀδιάφορον, ἀλλὰ, διὰ τὸ εὐκολώτερον, ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐλήφθησαν ἐκ τοῦ δανείου. Ἀπέμειναν λοιπὸν ἐκ τοῦ δανείου, ὑπολογιζομένου εἰς νέας δραχμὰς 17,857,145, πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν κατὰ τοὺς δεκατρεῖς ὑπολοίπους ἀτυχεῖς νομοὺς τοῦ Βασιλείου, δραχμαὶ περὶ τὰ ἑπτὰ ἑκατομμύρια. Αὕτη εἶναι ἡ ἀκριβὴς ἀλήθεια, ἡ ἐξηγμένη ἐκ τῶν πινάκων, τῶν ὑποβληθέντων εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν...
§23ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν, διότι πλανᾶσθε.
§24ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ κοπιάσητε.
§25ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τῆς ὁδοῦ ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρι Λαμίας μετέφερον ὅλον τὸ πυροβολικὸν, καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνωσιν αἱ ὁδοὶ αὗται· εἶναι στρατιωτικαὶ ὁδοί· πῶς ἠθέλετε νὰ μεταφέρωσι τὸ πυροβολικόν; Παρακαλῶ δὲ, νὰ ἐνθυμηθῆτε τοὺς σιδηροδρόμους ἐν Πελοποννήσῳ.
§26ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἤδη ποιοῦμαι σύγκρισιν τῶν δαπανηθέντων κατὰ τοὺς τρεῖς τούτους νομοὺς, πρὸς τὰ δαπανηθέντα εἰς τοὺς νομοὺς Πελοποννήσου. Καὶ πρῶτον, ὁ νομὸς, ὃν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, ὁ τῆς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, εἰσήνεγκεν εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἀπὸ τοῦ 1867 μέχρι τοῦ 1882, δραχμὰς 2,160,106, ἀπὸ δὲ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1887 εἰσήνεγκεν 742,707· ἤτοι τὸ ὅλον δραχ. 2,902,813. Ἐδαπανήθησαν δὲ εἰς ἔργα ὁδοποιΐας ἐν τῷ νομῷ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, κατὰ τὴν εἰκοσαετῆ περίοδον, δραχμαὶ 2,846,415....
§27ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸ Κράτος εἶναι ἕν.
§28ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Βεβαίως εἶναι ἓν, ἀλλὰ πρέπει νὰ τηρῆται ἀναλογία καὶ δικαιοσύνη εἰς τὰς παρεχομένας, οὐχὶ ὑπὸ τοῦ Κράτους χορηγίας εἰς ἕκαστον τῶν νομῶν αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐσόδων αὐτῶν.
§29ΜΙΛΗΣΗΣ. Παρίστατο ἀνάγκη ἐθνική.
§30ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐδαπάνησε λοιπὸν ὁ νομὸς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ἐν ὅλῳ δραχ. 2,846,415. Ἤτοι ἔλαττον τῶν παρὰ τοῦ ἰδίου νομοῦ εἰσκομισθέντων εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας δρ. 55,398. Ὥστε ἐν τῷ νομῷ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας οὐ μόνον δὲν ἐδαπανήθη οὐδὲ ὀβολὸς ἐκ τοῦ δανείου τῶν 20,000,000, ἀλλὰ καὶ ἐδαπανήθησαν ὀλιγώτερα τῶν πόρων αὐτοῦ 55,398.
§31ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Πόθεν ἔχετε τὴν πληροφορίαν, ὅτι δὲν ἐδαπανήθησαν ἐκ τοῦ δανείου, ἀλλ’ ἐκ τῶν πόρων;
§32ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶναι τὸ πρᾶγμα ἁπλούστατον, κύριε Ὑπουργὲ, ἐὰν ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι οἱ πόροι τοῦ νομοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας κατὰ τὸ εἰκοσαετὲς διάστημα συνεκεφαλαιώθησαν εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 2,902,813 καὶ ὅτι αἱ ὑπὲρ τῆς συγκοινωνίας τοῦ νομοῦ δαπάναι συμποσοῦνται εἰς 2,846,415. Ἀφαιροῦντες ταύτας ἐκ τῶν ἀνωτέρω, ἔχετε καθαρὰν διαφοράν, ὀλιγωτέρας δαπάνας τῶν πόρων, κατὰ 55,338 δραχμάς· εἶναι ἁπλῆ ἀφαίρεσις.
§33Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἐρώτησις ἔχει ἄλλην σημασίαν· σᾶς ἠρώτησεν, ἐὰν ἐλήφθησαν τὰ χρήματα ταῦτα ἀπὸ τὸ δάνειον ἢ ἀπὸ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν ἀπὸ τὰ ἔσοδα τοῦ νομοῦ.
§34ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Φανερόν. Ἀφοῦ ἀπὸ τοὺς πόρους τοῦ νομοῦ ἐπληρώθησαν πᾶσαι αἱ, ὑπὲρ αὐτοῦ δαπάναι, ἕπεται, ὅτι οὐδὲ λεπτὸν ἐδαπανήθη ἐν Ἀργολίδι καὶ Κορινθίᾳ ἐκ τοῦ δανείου. Μεταβαίνω εἰς τὸν νομὸν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος. Εἰσήνεγκεν ὁ νομὸς οὗτος, ἀπὸ μὲν τοῦ 1867 μέχρι τοῦ 1882 δραχμὰς 4,388,345, ἀπὸ δὲ τοῦ 1883 μέχρι τοῦ 1887 δραχ. 3,857,627, ἤτοι τὸ ὅλον δραχμὰς 8,246,282. Κατὰ τὴν δεκαπενταετῆ ταύτην περίοδον, ἀπὸ τοῦ 1867 μέχρι τοῦ 1882, ἐδαπανήθησαν ὑπὲρ δημοσίων ἔργων συγκοινωνίας ἐν τῷ αὐτῷ νομῷ δραχ. 1,443,000. Ἐκ τοῦ ἐλαχίστου τούτου ποσοῦ, τοῦ δαπανηθέντος εἰς ὁδοὺς ἐν τῷ πλουσίῳ τούτω νομῷ, συνάγεται τὸ ἀψευδὲς πόρισμα, ὅτι, ἐνῷ τὰ πράγματα διείποντο ἀπὸ τοῦ 1867 μέχρι τοῦ 1882 ὑπ’ ἀνδρῶν καὶ καταγομένων ἐκ τοῦ νομοῦ τούτου καὶ ἀνηκόντων εἰς τὸ τμῆμα τῆς Πελοποννήσου, ἐν τούτοις οὐδεμία ἐγένετο πλεονεκτικὴ καὶ καθ’ ὑπέρβασιν δαπάνη ἐν τῷ νομῷ τούτῳ. Οὐδ’ ὀβολὸν ἐδαπάνησαν οἱ ἐμπειρικοὶ ἐκεῖνοι ἄνθρωποι, ὡς χλευαστικῶς ἀποκαλοῦνται, λόγῳ πολιτικῆς κερδοσκοπίας. Ἀλλ’ ἐν ἰσότητι καὶ δικαιοσύνῃ ἐκανόνιζον τὰ τῆς κατανομῆς τῶν πόρων τῆς ὁδοποιΐας καὶ ἐπὶ ζημίᾳ μάλιστα τοῦ νομοῦ, ἐξ οὗ κατήγοντο, πρὸς ἀποφυγὴν παρανοήσεων. Μόνον δραχμαὶ 1,443,000 ἐδαπανήθησαν ἐπὶ δεκαπενταετίαν ἐν τῷ μεγάλῳ τῆς Ἀχαΐας καὶ πλουσιωτάτῳ νομῷ. Ἀπὸ δὲ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1887 ἐδαπανήθησαν εἰς κατασκευὴν ὁδῶν δραχμαὶ 3,241,690. Εἰς συντήρησιν καὶ ἀνανέωσιν ὁδῶν κατὰ τὴν εἰκοσαετῆ περίοδον δραχ. 800,648. Ἤτοι τὸ ὅλον τῶν δαπανηθέντων δραχμαὶ 5,475,338. Δηλονότι ἐπὶ ἔλασσον τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἐκ τοῦ αὐτοῦ νομοῦ δραχμαὶ 2,770,944. Ἤτοι οὐ μόνον δὲν ἐδαπανήθη λεπτὸν ἐκ τῶν 20 ἑκατομμυρίων τοῦ δανείου ἐν τῷ νομῷ Ἀχαΐας, ἀλλὰ καὶ ἔλαβον ἐκ τῶν πόρων αὐτοῦ 3 ἑκατομμύρια καὶ ἐδαπάνησαν ταῦτα ἐν τοῖς ἰδίοις αὐτῶν νομοῖς οἱ ἀκριβοδίκαιοι οὗτοι ἀναμορφωταί...
§35ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οἱ πίνακες εἶναι τετμημένοι εἰς περιόδους χρονικάς, ὡς ἐκ τοῦ νομίσματος, διότι κατὰ τὸ 1882 ὑπῆρξεν ἀνάγκη νὰ συγκεφαλαιωθῶσι τὰ ποσὰ, διὰ νὰ τραπῶσιν εἰς νέας δραχμάς. Ἐπειδὴ λοιπὸν σεῖς τέμνετε εἰς περιόδους, διὰ νὰ δείξητε, ὅτι ἡ τελευταία περίοδος εἶναι περίοδος ἀστοργίας, ἡ δὲ ἄλλη στοργῆς καὶ φειδοῦς, σᾶς παρατηρῶ τὸ ἑξῆς. Κατὰ τὸ 1882 εἴχομεν συγκεφαλαιωμένην εἴσπραξιν ἐκ τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος πέντε περίπου ἑκατομμύρια παλαιῶν δραχμῶν, καὶ ἀπέναντι δαπάνην διὰ τὸν αὐτὸν νομὸν 1,450,000· ταῦτα μέχρι τοῦ 1882, κατὰ δὲ τὸ 1887 ἐνῷ ἔχετε εἴσπραξιν 8,246,882 δραχ. ἔχετε ἀπέναντι δαπάνην 4,536,701, ἑπομένως ἡ ἀστοργία, ἐὰν ὑπάρχῃ, ὑπάρχει κατὰ τὸ προηγούμενον τοῦ 1882 διάστημα, διότι ἐκεῖ ἀπέναντι 5 ἑκατομμυρίων περίπου ἐδαπανήθη 1 ἑκατομμύριον μόνον, ἐνῷ μέχρι τοῦ 1887 ἐκ τῶν εἰσπραχθέντων 8 ἑκατομμυρίων περίπου ἐδαπανήθησαν 4. Ἡ ἀστοργία κατ’ ἀνάγκην ἀνήκει εἰς τὴν προηγουμένην περίοδον, ἡ δὲ τελευταία περίοδος ἐπηνώρθωσεν αὐτήν. Ταῦτα κατέδειξα ἁπλῶς, διὰ νὰ ἀποδείξω τὸ ἐσφαλμένον τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν συζητεῖται τὸ ζήτημα.
§36ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μοὶ ἀποδίδετε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἔπραξα· οἱ πίνακές εἰσι τετμημένοι παρ’ ὑμῶν εἰς νομοὺς καὶ περιόδους· ἡ πρώτη ἀπὸ τοῦ 1867–1882, καὶ ἡ δευτέρα ἀπὸ τοῦ 1883 μέχρι τοῦ 1887. Τοῦτο εἶναι ἔργον τῆς ὑπηρεσίας, οὐχὶ ἐμοῦ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει, ὅτι ὁ νομὸς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος εἰσήνεγκεν ἐκ τῶν πόρων αὐτοῦ εἰσοδήματα κατὰ τὸ εἰκοσαετὲς τοῦτο διάστημα δραχμὰς 8,246,282, ἔχει δὲ δαπάνην δρ. 5,475,338. Κύριε Ὑπουργὲ, εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀκριβεῖς οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι;
§37ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
§38ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὥστε ἐδαπανήθησαν ἔλασσον τῶν εἰσπραχθέντων παρὰ τοῦ ἰδίου νομοῦ δι’ ἔργα ὁδοποιΐας δραχμαὶ 2,770,944. Τοῦτο εἶχον ὑποσχεθῆ νὰ ἀποδείξω. Ὁ νομὸς Μεσσηνίας εἰσήγαγεν εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας κατὰ τὴν εἰκοσαετῆ περίοδον ταύτην δραχμὰς 4,625,579. Ἐδαπανήθησαν δὲ ἐν τῷ νομῷ τούτῳ κατ’ αὐτὴν δραχμαὶ 2,239,000, καὶ εἰς ἀνακαίνισιν καὶ συντήρησιν ὁδῶν δραχμαὶ 567,634, ἤτοι τὸ ὅλον τῶν δαπανηθέντων 2,816,451. Δηλονότι ὀλιγώτερον τῶν ὅσων εἰσέφερε δραχμαὶ 1,809,126. Τὸ περισσεῦον τοῦτο τῶν ἐσόδων τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας, ὡς καὶ τὴν ἐκ τοῦ δανείου ἀναλογίαν του, ἐδαπάνησαν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν ἐν τοῖς ἰδίοις αὐτῶν νομοῖς, ἀφ’ ὧν ἐκλέγονται Βουλευταί.
§39Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅμως ὅτι ἀφήκατε ἄνευ ἀπαντήσεως τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν σᾶς ἀπηύθυνεν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπεν, ὅτι μὴ αἰτιᾶσθε τῆς καθεστηκυίας Κυβερνήσεως ἐπὶ ἀστοργίᾳ πρὸς τὴν Ἀχαΐαν καὶ Ἤλιδα, διότι οἱ κυβερνῶντες πρὸ αὐτῆς ἐπὶ δεκαετίαν ἦσαν μᾶλλον ἄστοργοι, ἢ ὅσον εἰσὶν οἱ κυβερνῶντες αὐτὴν ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν, διότι ἀπὸ τοῦ 1867–1882, δηλαδὴ ἐπὶ 15 ἔτη, ἐκ 4 ἑκατομμυρίων, εἰσπραχθέντων ἐκ τοῦ νομοῦ τούτου, ἐδαπάνησαν μόνον 1 ἑκατομμύριον, ἐνῷ οἱ νῦν κυβερνῶντες ἐξ 8,000,000, τὰ ὁποῖα εἰσήνεγκεν ὁ νομὸς οὗτος κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἓξ ἐτῶν, ἐδαπάνησαν 4 ἑκατομμύρια δηλ. τὸ ἥμισυ, ἐνῷ οἱ ἄλλοι διέθηκαν μόλις τὸ ¼, δὲν ἐγένετο δὲ οὐδεμία μνεία περὶ τοῦ δανείου τῶν 20,000,000.
§40ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἡρμήνευσε τοὺς λόγους μου, καὶ ἠθέλησε νὰ δώσῃ ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἀληθῶς παρελείψατε (πρὸς τὸν κ. Πετρίδην στρεφόμενος)· ἀλλ’ ἡ ἑρμηνεία τῶν λόγων μου δὲν ἦτο ἀκριβής, διότι ἐγὼ δὲν ἔλαβον τὸν λόγον, διὰ νὰ ἐγκρίνω τὸν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ἀπεναντίας διέκοψα, διὰ νὰ κατακρίνω τὸν τρόπον τοῦτον, καὶ διὰ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ἀστοργία, ἐὰν μέχρι τοῦ 1882 ἐδαπανήθησαν ἀπέναντι τόσων ἑκατομμυρίων εἰσπράξεων τὸ ¼, ἀλλ’ ὅτι εἶναι πολὺ φυσικὸν, ἡ δαπάνη περὶ τὴν ὁδοποιΐαν νὰ γίνηται, ὅπως πᾶσα ἄλλη δαπάνη τοῦ Κράτους, μὴ γινομένης διακρίσεως μεταξὺ τῶν εἰσπράξεων τοῦ δεῖνος ἢ τοῦ ἄλλου νομοῦ. Τὰ χρήματα, εἰσπραττόμενα, κατατίθενται εἰς τὸ Ταμεῖον ἀδιακρίτως ὑπὲρ τοῦ συνόλου τῶν νομῶν· μόνον διὰ τὴν ἐπαρχιακὴν ἢ τὴν δημοτικὴν ὁδοποιΐαν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψει οἱ πόροι διακεκριμένως, ὅσον ὅμως ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐθνικὴν ὁδοποιΐαν, ἡ εἰς τὰ ἔργα αὐτῆς δαπάνη γίνεται ἄνευ διακρίσεως, κατὰ τὰς ἑκάστοτε ἀναγνωριζομένας ἀνάγκας.
§41Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶμαι ἐντελῶς ἐν τῇ ἀληθείᾳ, ὅταν ὑμεῖς ἰσχυρίζησθε, ὅτι δὲν πρέπει ὁ ἔλεγχος τῆς διαχειρίσεως τῶν χρημάτων τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας νὰ στηρίζηται ἐπὶ τῆς ἀναλογίας τῶν εἰσφερομένων ὑπὸ ἑκάστης περιφερείας, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, τὰς ὁποίας αἱ κατασκευασθεῖσαι ὁδοὶ ἐθεράπευσαν· διότι ὑμεῖς τοῦτο ἰδίως δὲν ἐπράξατε. Καὶ δὲν εἶναι μόνον, ὅτι δὲν ἐπράξατε τοῦτο, δηλονότι δὲν εἶναι μόνον, ὅτι διεχειρίσθετε τὴν δημοσίαν ἐξουσίαν ὑπὲρ τῶν ἰδικῶν σας ἐκλογικῶν περιφερειῶν, ἀλλ’ ἐν γένει ἐσπαταλήσατε τὰ χρήματα τῆς ὁδοποιΐας, διαθέσαντες αὐτὰ, ὄχι πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν, ἀλλὰ πρὸς σκοποὺς ἄλλους. Ἡ συζήτησις θέλει ἐπεκταθῆ, διὰ νὰ γένηται κατάδηλον, ὅτι τὰ χρήματα μετεχειρίσθητε, διὰ νὰ πήξητε κόμμα καὶ πρὸς πολιτικὴν κερδοσκοπίαν.
§42ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχον δώσει τὴν ἀπάντησιν, πρὶν ἢ λάβῃ τὸν λόγον, νὰ μοὶ κάμῃ τὴν παρατήρησιν ταύτην· εἶπον αὐτῷ, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1867–1882 ἐδαπανήθησαν τόσα ὀλίγα ποσὰ εἰς κατασκευὴν ὁδῶν ἐν Ἀχαΐᾳ καὶ Ἤλιδι, καὶ ἐν Μεσσηνίᾳ, μολονότι οἱ ἐμπειρικοὶ ἐκεῖνοι ἄνδρες, οἱ διέποντες τὰ πράγματα τῆς πατρίδος τότε, κατήγοντο ἐκ τῶν νομῶν τούτων. Καὶ ὅμως οὗτοι δὲν ἔπραξάν τι ἀνισότητος; καὶ ἐπὶ πολιτικῇ αὐτῶν ὠφελείᾳ, οὐδ’ ἐνόμισαν προσῆκον τοῦτο ἐπὶ ἀδικίᾳ καὶ βλάβῃ τῶν ἄλλων νομῶν· ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἐχρημάτισε πολλάκις Ὑπουργὸς κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος ἦτο Πρωθυπουργὸς ἐκ Μεσσηνίας, σχεδὸν διαρκὴς καὶ πανίσχυρος, καὶ ἐν τούτοις οἱ νομοὶ, ἐξ ὧν κατήγοντο, εἶχον καταθέσει πλείονα τῶν ὅσων ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ διάστημα ἐκεῖνο, περὶ τὰ 5,000,000 δραχμῶν. Καὶ ὅμως εἰς οὐδενὸς τὴν κεφαλὴν τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων ἐπῆλθεν ἡ φαεινὴ αὕτη ἰδέα, νὰ ἐπιζητήσωσι πολιτικὴν κερδοσκοπίαν διὰ τῆς δαπάνης τῶν χρημάτων τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ὑπὲρ τῶν ἰδίων αὑτῶν νομῶν, κατὰ τὸ ἀζήλωτον καὶ ταπεινὸν ὑπόδειγμα τῶν νῦν κυβερνώντων. Ὥστε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἦτο μάταιον νὰ μοὶ κάμῃ τοιαύτην παρατήρησιν περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον εἶχον ἀναπτύξει, πρὶν μὲ διακόψῃ διὰ τοῦ λόγου, ἐξ οὗ οὐδὲν ὠφέλησε τοὺς συναδέλφους αὑτοῦ. Μεταβαίνω εἰς τὸν νομὸν Λακωνίας, ἐν ᾧ παρατηρεῖτε εὐχαρίστως ἐξαίρεσίν τινα. Ἐν αὐτῷ αἱ δαπάναι κατά τι ὑπερβαίνουσι τὰ ἐκ τῶν πόρων αὐτοῦ εἰσπραχθέντα ἔσοδα. Ἐκ τοῦ νομοῦ Λακωνίας εἰσήχθησαν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας κατὰ τὴν εἰκοσαετῆ ταύτην περίοδον δραχμαὶ 1,421,574· ἐδαπανήθησαν δὲ εἰς κατασκευὴν ὁδῶν 2,682,597, εἰς ἀνανέωσιν ὁδῶν καὶ συντήρησιν δραχμαὶ 385,286· ἤτοι τὸ ὅλον ἐδαπανήθησαν δραχμαὶ 3,067,883· ἤτοι ἐπὶ πλέον τῶν εἰσπραχθέντων δραχμαὶ 1,646,309· ἰδοὺ ὅτι ἔχομεν καὶ ἐν Πελοποννήσῳ ἕνα νομὸν, εἰς τὸν ὁποῖον ηὐδόκησαν νὰ δαπανήσωσι πλειότερα τῶν ὅσων ὁ νομὸς οὗτος εἰσεκόμισεν εἰς τὸ Ταμεῖον.
§43ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶχε διαταχθῆ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως κατὰ τὸ 1885 κατασκευὴ τῆς ὁδοῦ Σπάρτης–Τριπόλεως, καὶ διὰ τοῦτο ἐγένετο ἡ ὑπέρβασις τῆς δαπάνης ταύτης.
§44ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὴν τὴν ὑπέρβασιν τὴν ἐγκρίνετε, ἐνῷ τὰς ἄλλας τὰς κατακρίνετε.
§45ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ὑπέρβασις.
§46ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ἐπαινῶ τὰ γενόμενα, ἀλλ’ ἡμεῖς κατακρίνετε τὰ ἄλλα, καὶ, διὰ νὰ ἦσθε συνεπὴς, ἔπρεπε νὰ κατακρίνητε τοῦτο.
§47ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πλὴν τούτου, εἰς τὸν νομὸν Λακωνίας ὑπῆρχον λίαν πεφιλημένοι φίλοι τῶν νῦν κυβερνώντων, καὶ διὰ τοῦτο ἐδόθη εἰς αὐτὸν τὸ ἐλάχιστον τοῦτο κατ’ ἐξαίρεσιν. Ἐὰν λοιπὸν διὰ τοὺς δύο νομοὺς τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος καὶ τοῦ ἑτέρου τῆς Εὐβοίας ἐδαπανήθησαν πλέον τῶν ἐξ αὐτῶν εἰσκομισθέντων εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας 15,300,000, οἱ νομοὶ τῆς Πελοποννήσου, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν τὰ καθ’ ὑπέρβασιν δαπανηθέντα ἐν Λακωνίᾳ, οὐ μόνον δὲν ἔλαβον οὐδὲ λεπτὸν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 20,000,000, οἱ πέντε νομοὶ τῆς Πελοποννήσου, οἱ ὁποῖοι ἔδει νὰ λάβωσι κατ’ ἀναλογίαν ἐξ αὐτοῦ περὶ τὰ 7,000,000, οὐ μόνον, λέγω, ἐστερήθησαν τὴν ἀναλογίαν των ταύτην, τὰ 7,000,000, ἀλλ’ ἐδαπανήθησαν ἐν αὐτοῖς δι’ ἔργα ὁδοποιΐας, ὀλιγώτερα τῶν ὅσων αὐτοὶ οὗτοι οἱ νομοὶ συνεισέφερον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, δραχμαὶ περὶ τὰ τέσσαρα ἑκατομμύρια. Πάντα δὲ ταῦτα, τὰ ἐκ Πελοποννήσου ποσὰ, ἐδαπανήθησαν ὑπὲρ ἄλλων νομῶν καὶ δι’ ἔργα μᾶλλον συντελοῦντα εἰς πολιτικὴν κερδοσκοπίαν ἢ εἰς κοινωνικὴν ὠφέλειαν. Δέν μοι ἐδόθη καιρὸς νὰ μελετήσω τοὺς εἰσαχθέντας πίνακας τῆς κατ’ ἐπαρχίαν ὁδοποιΐας. Ἀλλ’ ὅπως δώσω ὑμῖν, κύριοι Βουλευταὶ, ἀμυδρὰν ἔννοιαν περὶ τῆς δικαιοσύνης τῶν κκ. Ὑπουργῶν καὶ περὶ τῆς ἀνισότητος τῆς κατανομῆς τῶν πόρων τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας, θὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν πέντε μόνον ἐπαρχιῶν τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα ἀπὸ τοῦ 1882–1887. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Παρνασσίδος εἰσήχθησαν ἀπὸ τοῦ 1882–1887 ἐκ πόρων τῆς ὁδοποιΐας δραχμαὶ 125,213, ἐδαπανήθησαν δὲ εἰς ἔργα συγκοινωνίας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ταύτῃ δραχμαὶ 985,314....
§48ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ὁδὸς αὕτη εἶναι Πελοποννησιακή· εἶναι ἡ συγκοινωνία τῆς Πελοποννήσου μετὰ τῆς Στερεᾶς.
§49ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐκ τῆς ἐπαρχίας Χαλκίδος εἰσήχθησαν εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας δραχμαὶ 167,625, ἐδαπανήθησαν δὲ κατὰ τὴν αὐτὴν χρονικὴν περίοδον δραχ. 1,776,080. Ἡλίκη ἀνισότης! ἡλίκη ἀδικία, ἀναξία χώρας Συνταγματικῆς, κυβερνωμένης ὑπὸ ὑπευθύνων Ὑπουργῶν! Καὶ ὅμως τολμῶσι νὰ ἀντιλέγωσι, πειρῶνται νὰ δικαιολογηθῶσιν! Ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ξηροχωρίου εἰσήχθησαν εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον δραχμαὶ 46,682. Ἐνῷ εἰς ἔργα ὁδοποιΐας ἐν αὐτῇ ἐδαπανήθησαν 871,238· ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς νομίζει, ὅτι εἶχε καθῆκον, ἢ συμφέρον, νὰ ἐνίσταται κατὰ τῆς ἀδυσωπήτου γλώσσης τῶν ἀριθμῶν. Ἡ δὲ ἐπαρχία Μεσολογγίου εἰσήνεγκεν εἰς τὸ Ταμεῖον κατὰ τὸ διάστημα τῆς πενταετίας, ἤτοι κατὰ τὸ 1882–1886, δραχμὰς 375,360· ἐδαπανήθησαν δὲ διὰ τὴν ἀκτινοβολίαν τῶν ὁδῶν Μεσολογγίου, ἔνθα οὔτε ἐμπόριον σπουδαῖον, οὔτε ἴχνος βιομηχανίας ἢ ἄλλης παραγωγῆς ὑπάρχει, τὸ σεβάσμιον ποσὸν 1,396,228. Τί λέγει ὁ κ. Ὑπουργός; Ἀλλὰ, κύριοι Βουλευταὶ, ἡ ἀνισότης αὕτη τῶν δαπανῶν, ἡ τοσοῦτον καταπληκτικὴ, ἥτις ἐγέννησε τὸ ὁποῖον ἐν ταῖς φυσιογνωμίαις ὑμῶν κατοπτρίζομαι αἴσθημα τῆς ἀγανακτήσεως διὰ τὸ προσγενόμενον εἰς τὰς ἐπαρχίας ὑμῶν ἀδίκημα, εἶναι τάχα τυχαία; Προῆλθεν ἆρά γε ἐξ ἁπλῆς στοργῆς τῶν Ὑπουργῶν πρὸς τὰ διαμερίσματα καὶ τοὺς νομούς, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἐκλέγονται; Ἄν τοῦτο συνέβαινε, βεβαίως θὰ ἦτο ψεκτὸν, ἀλλ’ ἡ εὐθύνη ἦτο πολὺ μικροτέρα, μὴ συνεπαγομένη καὶ τὴν βδελυρίαν τῆς κομματικῆς κερδοσκοπίας. Δυστυχῶς ὅμως ἐκ τῆς μελέτης τῶν ὑποβληθέντων ἐν τοῖς ἔμπροσθεν ἀριθμῶν καὶ τῶν δημοσιευθέντων παρ’ ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως ἐπισήμων ἐγγράφων, ἐξηγμένων ἐκ τοῦ ἀρχείου, δυστυχῶς, λέγω, τὸ ἐλατήριον, τὸ κινῆσαν τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς εἰς τὴν διάπραξιν τοσαύτης ἀκατονομάστου ἀδικίας περὶ τὴν κατανομὴν τῶν πόρων τῆς ὁδοποιΐας, εἶναι ἡ πολιτικὴ κερδοσκοπία, εἶναι αὐτὴ ἡ συναλλαγὴ, ἣν διὰ προγραμμάτων καὶ προκηρύξεων δημοκόπων ἦλθον νὰ καταπολεμήσωσι, τὴν ἀναμόρφωσιν τῆς χώρας ἐπαγγελλόμενοι, οἱ κύριοι Ὑπουργοί. Ὅ,τι συνέβη κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 4ης Ἰανουαρίου 1887, προκειμένου περὶ χαρίτων, δι’ ὃν λόγον οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν τῆς 4ης Ἰανουαρίου ἀπένειμαν κατὰ χιλιάδας τὰς χάριτας εἰς τοὺς καθειργμένους ἐν ταῖς φυλακαῖς λόγῳ πολιτικῆς ἐνισχύσεως, διὰ τὸν αὐτὸν καὶ κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 7ης Ἀπριλίου εἶχον θέσει ἀνευλαβῆ χεῖρα ἐπὶ τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Τὸ αὐτὸ καὶ ἔτι χεῖρον εἶχον ἐπιδιώξει διὰ τῆς διασπαθήσεως τοῦ ἱδρῶτος τοῦ πτωχοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ κατὰ τοὺς νομοὺς, ἐξ ὧν ἐκλέγονται αὐτοὶ οἱ Ὑπουργοὶ καὶ οἱ φίλοι των, δαπανήσαντες, καθὼς θέλω καταδείξει ὑμῖν διὰ τῆς ἀψευδοῦς τῶν ἀριθμῶν γλώσσης, πλείονα τῶν 5,000,000 δραχμῶν, ἐν χρονικῷ διαστήματι, οὐχὶ μείζονι τῶν δύο μηνῶν. Διότι διὰ προκηρύξεων δημοπρασιῶν καὶ ἐγκρίσεων ὁδῶν, ἀπὸ τῆς 11 Φεβρουαρίου μέχρι τῆς 7 Ἀπριλίου ἐν τῷ νομῷ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἐξεδόθησαν πρὸς κατασκευὴν τέσσαρα τμήματα μεγάλων ὁδῶν, ἐκτάσεως 50,000 μέτρων καὶ ἀξίας 1,300,000. Αἱ ὁδοὶ αὗται ἐδημοπρατήθησαν, ἢ ἐνεκρίθησαν κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ Μαρτίου. Τότε ἀνεπτύχθη παρὰ τοῖς Ὑπουργοῖς ὁ διακαὴς καὶ ἄσβεστος πόθος πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν. Ἐν ᾧ ἡμεῖς ἠσχολούμεθα, συνεννοούμενοι μετὰ τῶν ἐκλογέων ἡμῶν, οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἠσχολοῦντο πυρετωδῶς νὰ δημοπρατῶσιν ὁδοὺς, ἥκιστα χρησίμους, καὶ ἄνευ λελογισμένης φειδοῦς καὶ ἄνευ μελέτης ἀκριβοῦς κατὰ τὴν χάραξιν. Ἐν τῷ νομῷ Ἀκαρνανίας ἐξεδόθησαν μεγάλαι ὁδοὶ, ἐκτάσεως 50 χιλιομέτρων καὶ ἀξίας μείζονος τῶν 1,500,000. Αἱ διακηρύξεις τῶν πλείστων δημοπρασιῶν φέρουσιν ἡμερομηνίαν ἀπὸ τῆς 5–22 Μαρτίου 1885, ἤτοι 10 ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Φαντάσθητε, τί ἐγένετο, ἀφοῦ εἶχε συμπληρωθῆ ὅλη αὐτὴ ἡ ἐργασία ἐν τόσῳ βραχυτάτῳ χρόνῳ. Σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι, ἂν ἐγὼ εἶχον νὰ διαθέσω ἐν Κορινθίᾳ οὐχὶ τόσων ἑκατομμυρίων ὁδοποιΐαν, ἀλλὰ 10,000 μόνον δραχμῶν, νὰ κατασκευάσω μίαν μικρὰν ὁδὸν, ὅπως ἑνώσω δύο δήμους, θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐφελκύσω ἐπ’ ἐμὲ τὰς συμπαθείας πλείστων κοινοτήτων καὶ μέγαν ἀριθμὸν ψήφων. Φαντάσθητε, ἡλίκην ἐπιῤῥοὴν ἐξασκεῖ ἡ δαπάνη τοσούτων ἑκατομμυρίων δι’ ὁδοὺς, ἐκδιδομένας εἰς δημοπρασίαν, ἢ καὶ μετ’ ἐγκρίσεων ἐντὸς τῶν δύο μηνῶν! Ἀλλ’ ὅ,τι πρὸ πάντων δέον νὰ ἐφελκύσῃ τὴν ὑμετέραν προσοχὴν, εἶναι τοῦτο. Φαντάσθητε τὸ ποιὸν τῆς ἐργασίας, ἥτις γίνεται ἐν τοιαύτῃ ῥαγδαιότητι καὶ ἀκαθέκτῳ ὁρμῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν δαπανῶνται ἐν ἑνὶ νομῷ καὶ ἐντὸς δύο μηνῶν 1,500,000, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν ἐμπειρικῶν ἐκείνων ἀνδρῶν δὲν θὰ ἐδαπανῶντο δι’ ὁλόκληρον τὴν Στερεὰν, καὶ ἐν χρόνῳ ἀσυγκρίτως μείζονι τῆς διμηνίας. Ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος πολλάκις ἐνήργησεν ἐκλογὰς, παντοδύναμος ἐν τῷ τόπῳ κυβερνήτης, ἐν τούτοις δὲν παρατηρεῖται κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα, ὅτι ἐγένετο οὐδὲ δεκάδων χιλιάδων δραχμῶν δαπάνη εἰς ὁδοποιΐας ἔργα κατὰ τὰς παραμονὰς ἐκλογῶν. Ὁ δὲ ἀείμνηστος Ζαΐμης ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καλαβρύτων οὐδὲ μίαν ὁδὸν ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας του κατεσκεύασε καθ’ ὑπέρβασιν, τύπος ὢν πολιτικῆς ἀρετῆς καὶ χρηστότητος. Διὰ τοῦτο οἱ συμπολῖταί του ἐπετίμων αὐτὸν πολλάκις ἐπὶ τούτῳ. Διότι, ἐν ᾧ διεχειρίζετο τὴν ἀρχὴν, δὲν κατεσκεύασεν ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ αὐτοῦ πατρίδι δημόσια ἔργα. Τί δ’ ἐγένετο κατὰ τὴν περίοδον ταύτην ἐν τῷ νομῷ Εὐβοίας; Ἐκδίδοται εἰς δημοπρασίαν ἡ κατασκευὴ ὁδῶν ἐκτάσεως 15 χιλιομέτρων καὶ ἀξίας 400,000 δραχμῶν. Καὶ ἡ ἔγκρισις κοινοποιεῖται ἑπτὰ ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Ἐν τῷ νομῷ Φθιώτιδος ἐκδίδονται κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, τὸ δίμηνον, πέντε μεγάλα τμήματα ὁδῶν, ἐκτάσεως 70 χιλιομέτρων καὶ ἀξίας 1,300,000 δραχμῶν, ἀπὸ τῆς 11 Φεβρουαρίου μέχρι τῆς 7 Ἀπριλίου 1885. Ὅ,τι ἐγίνετο εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν τῆς 7 Ἀπριλίου, ἀπαράλλακτον διεπράχθη, ἐξαντληθέντος ἐκείνου, ὡς πρὸς τὰς Β. χάριτας, κατὰ τὸ διάστημα τῶν παραμονῶν τῶν ἐκλογῶν τῆς 4 Ἰανουαρίου ῥαγδαία ἐπῆλθεν ἡ βροχὴ χαρίτων, καὶ 3,000 ἐγκληματιῶν ἐξῆλθον, ἐπὶ τῇ προφάσει τῆς ἐνηλικιώσεως τοῦ Διαδόχου, ὃν ἔσπευσαν νὰ κηρύξωσιν ἐνήλικον, καὶ νὰ πανηγυρίσωσι τὰς ἑορτὰς κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, ὅπως διανείμωσι νωπὰς τὰς χάριτας, ἀφοῦ τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας εἶχεν ἐξαντληθῆ παντελῶς κατὰ τὰς προηγουμένας ἐκλογάς.
§50ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ εἰπῆτε, εἰς τὸν νομὸν Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας πόσαι χάριτες ἐδόθησαν, καὶ πόσαι ὁδοὶ ἐγένοντο;
§51ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κατεσκευάσθησαν καὶ ἐκεῖ δύο τμήματα ὁδῶν, 45 χιλιομέτρων, ἀξίας 200,000 δραχμῶν. Δὲν ἰσχυρίζομαι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐπωφελήθη ἀπὸ τούτου, διότι τότε ἐξετέθη ὡς ἀντιπολιτευόμενος...
§52ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μὴ προχωρῇς, διότι τὸ πρωτόκολλον τὸ ἔχω εἰς χεῖράς μου καὶ σὲ διαψεύδει.
§53ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀγνοῶ, τί πρωτόκολλον ἔχετε. Μήπως ἀφορᾷ ἐμὲ τὸ πρωτόκολλον;
§54ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καὶ σᾶς ἀφορᾷ, διότι ἐγένετο συνδυασμὸς μικτὸς, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ἦναι τρεῖς συμπολιτευόμενοι, καὶ δύο ἀντιπολιτευόμενοι, σὺ δὲ ἦλθες, καθικετεύων νὰ σὲ προσλάβωμεν, καὶ πιεστικῶς προσελήφθης.
§55ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ συνάδελφός μου διατελεῖ ἐν προφανεῖ ἐρεθισμῷ. Δὲν γνωρίζω τίποτε περὶ πρωτοκόλλου· βεβαίως ἤκουσα, ὅτι ἐγένετο ἐν τῇ ἀπουσίᾳ μου ὑπὸ τῶν κ. κ. Δημάρχων πρωτόκολλον. Ἀλλ’ ἐγὼ, μεταβὰς εἰς Κόρινθον ἐντεῦθεν, εὗρον τὸν συνδυασμὸν τετελεσμένον. Τίνα λοιπὸν ἱκέτευον, ἀπών! Μήπως συνέβη τοὐναντίον; Μήπως ὁ συνάδελφος προὐκάλεσε τὸ πρωτόκολλον διὰ τῶν φίλων του, ὅπως σωθῇ; Ὅπερ ὅμως ἀκριβῶς γινώσκω, εἶναι ὅτι, περιοδεύοντες τὴν ἐπαρχίαν ὅλην μετὰ τοῦ κ. Δημητριάδου, ἐλέγομεν, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ἀντιπολιτευόμενοι, κατανεύοντος καὶ συνομολογοῦντος αὐτοῦ, ὅπως σωθῇ. Ἡ Κυβέρνησις εἶχε καταρτίσει τὸν ἀντίθετον συνδυασμόν. Τοῦτο εἶναι τὸ ἀληθές...
§56ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγώ; Ποτὲ δὲν παρέστησα ἐμαυτὸν φίλον τῆς τότε καὶ σήμερον Ἀντιπολιτεύσεως.
§57ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ ὡμίλουν καὶ σεῖς ἐσιωπᾶτε, ἀποδεχόμενος καὶ ἐν Σικυῶνι καὶ ἐν Νεμέᾳ καὶ ἀλλαχοῦ.
§58ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μάλιστα, ἐγὼ ἔλεγα νὰ ψηφίσουν τὸν συνδυασμὸν τὸν ἰδικόν μου, τὸν ὁποῖον ὑπεστήριζε καὶ ὁ κ. Θ. Δηλιγιάννης, διότι εἶχε δύο φίλους εἰς αὐτὸν, τὸν κ. Πετρίδην καὶ τὸν κ. Μεντζελόπουλον. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ δηλώσητε, ποῖαι χάριτες ἐδόθησαν, ἂν νομίζητε, ὅτι ἐδόθησαν εἰς τὸν νομὸν Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας.
§59ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δύνανται νὰ σᾶς πληροφορήσωσι κυρίως οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Λεβίδης, ὁ κ. Ῥάλλης, ὁ κ. Γεροκωστόπουλος, οἱ ὁποῖοι διεχειρίσθησαν τὴν ἔρευναν τοῦ ζητήματος τῶν χαρίτων. Ἀλλὰ ἡ πλημμέλεια τῆς διασπαθήσεως τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ τῆς ῥαγδαίας κατασκευῆς τῶν Δημοσίων ἔργων κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην δὲν βαρύνει τοὺς κκ. Ὑπουργοὺς, ὡς καταγομένους ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, διότι ἐξ ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας ἴσως ἐπετρέπετο νὰ ἀγαπήσωσι τὴν ἰδιαιτέραν πατρίδα αὑτῶν· ἀλλὰ, ὅπερ ἦτο ἀνόσιον καὶ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἐμπεπιστευμένους τὴν διοίκησιν Κράτους, ἦτο, τὸ νὰ σκορπίζωσι τοὺς ἱδρῶτας τοῦ λαοῦ χάριν πολιτικῆς ἐπιῤῥώσεως. Ὤφειλον οὗτοι νὰ ἦναι ἀπεκδεδυμένοι πάσης τοιαύτης ταπεινῆς ἰδέας, ἂν ἐσέβοντο ἑαυτοὺς καὶ τὸ ἀξίωμα αὑτῶν. Ἀλλὰ, λέγω, ἐκτὸς τῆς εὐθύνης ταύτης βαρύνει τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς ἔτι μᾶλλον ἡ εὐθύνη τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν τὰ δημόσια ταῦτα ἔργα, ἀξίας πολλῶν ἑκατομμυρίων, ἐξεδόθησαν διὰ δημοπρασιῶν εἰς τοὺς ἐργολάβους, ἄνευ τῆς ἐπισταμένης μελέτης, ἄνευ λελογισμένης φειδοῦς καὶ ἄνευ τηρήσεως τῶν νόμων, ἀλλὰ πολλάκις καὶ δι’ ἐνόχου διαστρεβλώσεως αὐτῶν, χάριν διαρπαγῆς καὶ καταχρήσεων. Τὸ θέμα τοῦτο καὶ ἄλλοτε ἔδωκεν ἀφορμὴν συζητήσεων ἐν τῇ Βουλῇ· ἐγὼ σήμερον δὲν θὰ ἐπιμείνω εἰς τὰς λεπτομερείας ταύτας· διότι δὲν νομίζω, ὅτι ἐπαρκοῦσιν αἱ ὧραι τῆς ἑσπέρας ταύτης, οὐδὲ ὁ κάματος τῆς Βουλῆς κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς Συνόδου ἐπιτρέπει τὴν μελέτην τῶν λεπτομερειῶν τοῦ τοιούτου θέματος. Οὐχ ἧττον διὰ βραχέων καὶ κεφαλαιωδῶν, ἐπειδὴ ἐπιθυμῶ νὰ δώσω πλήρη εἰκόνα τῆς διοικήσεως τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας κατὰ τὰ ἔτη 1882–1887, κεφαλαιωδῶς, λέγω, θὰ προσπαθήσω νὰ παράσχω πρὸς τὴν Βουλὴν ἰδέαν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐδημοπρατοῦντο καὶ ἐξεδίδοντο ὁδοὶ μεγίστης ἀξίας, οὐχὶ ὀλιγωτέρας ἑκάστη τῶν 500,000, διὰ τίνος ῥαγδαιότητος, διὰ τίνος σκευωρίας τῶν ἐργολάβων, διὰ τίνος ἀβλεψίας τῶν διαχειριζομένων τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ταμείου καὶ διὰ τίνος παντελοῦς παραλυσίας διοικητικῆς τῶν ἁρμοδίων. Καὶ πρῶτον ἔχω καθῆκον, νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπενθυμίζων αὐτῷ τὴν καμπὴν τῆς ὁδοῦ Βίλλια–Κριεκούκι, τὴν ὁποίαν τῇ εἰσηγήσει αὐτοῦ οἱ ἁρμόδιοι κατεσκεύασαν. Ἡ ὁδὸς ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Θήβας, ἕνεκεν τῆς ἐντελῶς ἀχρήστου ταύτης καμπῆς, ηὔξησε κατὰ μῆκος 13,900 μέτρων, καὶ προσέθηκεν εἰς τὸ Κράτος δαπάνην 270,000 δραχμῶν. Καὶ τοῦτο, ὅπως φανῇ μεγαλόδωρος καὶ εὐχάριστος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς τοῦ δήμου Εἰδυλλίας. Καὶ ἐν τῇ τηλικαύτῃ ἐν Μεγαρίδι δαψιλείᾳ, ἡμεῖς οἱ Κορίνθιοι ἔχομεν μίαν γέφυραν ἐν Στυμφαλίᾳ, τῆς ὁποίας ἐπιδιώκεται ἡ κατασκευὴ ἀπὸ τοῦ 1885, οἱ πόδες κατεσκευάσθησαν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1886, καὶ ἀπαιτοῦνται μόνον τὰ διὰ τὴν ἐπίστρωσιν σίδηρα, δηλ. δαπάνη 10,000 δραχμῶν τὸ πολύ, καὶ ὅμως οὐδὲ μέχρι τοῦ εὐτελοῦς τούτου ποσοῦ δύναται νὰ ὑψωθῇ δι’ ἡμᾶς ἡ πρὸς τοὺς Μεγαρίτας ἀχαλίνωτος μεγαλοδωρία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ ἀπὸ τοῦ κοινοῦ ταμείου ἀντλοῦσα...
§60ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἰργάσθην πολὺ πρὸς τοῦτο παρὰ τῇ Κυβερνήσει, καὶ ἔμαθον, ὅτι παρηγγέλθησαν τὰ σίδηρα τῆς γεφύρας εἰς τὸ Βέλγιον. Τὸ παράπονον, τὸ ὁποῖον ἔχω ἤδη καὶ συμφωνεῖτε καὶ σεῖς, εἶναι, ὅτι δὲν κατεσκευάσθη ἀκόμη ἡ ὁδὸς Σικυῶνος μέχρι Φενεοῦ, ἀλλὰ δὲν πταίει ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις παρεχώρησε τὸ δικαίωμα τῆς ἀποξηράνσεως πρὸς τὴν Ἑταιρίαν καὶ ἀνέγραψε μεταξὺ τῶν ὅρων τῆς ἀποξηράνσεως καὶ τὴν ὑποχρέωσιν αὐτῆς, νὰ κατασκευάσῃ τὴν ὁδὸν ταύτην, ἡ ὁποία θὰ στοιχίσῃ περισσότερον τοῦ ἑκατομμυρίου, ἀλλὰ δὲν ἐφρόντισεν, οὔτε χωροστάθμισις νὰ γίνῃ μέχρι τοῦδε.
§61ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τοιαύτην φειδὼ περὶ τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας εἶχον οἱ κυβερνῶντες ἐκεῖνοι, ὥστε δι’ ὅλων τῶν μέσων καὶ τῶν τρόπων ἐζήτουν νὰ ἐξοικονομήσωσι τὰ χρήματα, ἐξετέλουν δὲ τὰς χρησιμωτέρας ὁδοὺς διὰ χρημάτων τῆς ὁδοποιΐας, τὰς μικροτέρας δὲ χρησιμότητος ὁδοὺς δι’ ἄλλων μέσων, ὡς καὶ διὰ τοῦ μέσου τῆς ἀποξηράνσεως λιμνῶν. Λοιπόν, ὅτε παρουσιάσθη Ἑταιρία πρὸς ἀποξήρανσιν τῆς λίμνης Φενεοῦ, ὑπεχρέωσαν αὐτὴν νὰ κατασκευάσῃ καὶ τὴν ὁδὸν, ἀλλὰ τῇ ἐδόθη συγχρόνως χρονικὸν διάστημα πρὸς ἀποξήρανσιν, ὅπερ ἔπρεπε νὰ παρέλθῃ.
§62ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ συνάδελφός μου, κύριε Κουμουνδοῦρε, ἐνῷ διανύει τὸ στάδιον τῶν γραωδῶν παραπόνων κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἣν ὑποστηρίζει, οὐχ ἧττον σπεύδει καὶ νὰ δικαιολογήσῃ ταύτην, ὡς ἂν μὴ ἐκυβέρνα αὕτη ἀπὸ τοῦ 1882, ἤτοι ἐπὶ ἑπτὰ ἤδη ἔτη, ἐξαιρουμένου ἑνός. Διατὶ δὲν ἐκήρυττεν ἔκπτωτον τὴν Ἑταιρίαν Στυμφαλίας ἢ Φενεοῦ; Εἰς τὴν καταρίθμησιν τῶν ἀκολασιῶν ἐν τῇ ὁδοποιΐᾳ, ὁδὸς ἀπὸ Ἀθηνῶν εἰς Λεβαδείαν (Τμῆμα Κανναβάρεως–Ἅγιος Ἰωάννης) προϋπελογίσθη δαπάνη τῆς κατασκευῆς αὐτῆς δραχμῶν 498,926 καὶ ἐνεκρίθη διὰ δραχμὰς 469,900. Τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας εἰσέρχονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν 13 Αὐγούστου ὑπὲρ τοῦ ἐργολάβου Παχούλη καὶ Μακρῆ. Σημειωτέον, ὅτι οἱ ἐργολάβοι οὗτοι παρουσιάζονται συχνὰ ἐν ταῖς δημοπρασίαις ἐθνικῶν ὁδῶν μεγάλης ἀξίας 400 ἢ 500 χιλιάδων δραχμῶν. Τὴν ἑπομένην ἡμέραν, τὴν 14 ἐμελετήθησαν τὰ ἔγγραφα ὁδοῦ 30 χιλιομέτρων καὶ πολλῶν τεχνικῶν ἐν αὐτῇ ἔργων, καὶ ἀμέσως παρέχεται εἰς τὸν ἐργολάβον ἡ ἔγκρισις τοῦ ἔργου.
§63ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἄν, Κύριοι, ἀρχίσω ἀπὸ τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, καὶ δείξω πρὸς ὑμᾶς, ποίαν ἀξίαν ἔχει ἡ διαμαρτυρία αὐτοῦ ἐξ ὀνόματος τοῦ νομοῦ Ἀργολιδοκορινθίας, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ὡμίλησε, θέλω δώσει εἰς ὑμᾶς τὸ μέτρον τῆς ἐν γένει ἀνακριβείας τῶν ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντων. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλησμονήσατε, ὅ,τι πρὸ ἑνὸς δευτερολέπτου ἠκούσατε ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ, ὅτι τὴν μεγίστην τῶν ἀδικιῶν ὑπέστη ὁ νομὸς Ἀργολιδοκορινθίας, τοῦ ὁποίου τὸ χρῆμα ἀφῃρέθη καὶ ἐδόθη, «ἐσπαταλήθη» (!) εἰς τοὺς νομοὺς ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις αἰσθάνεται ἰδιαιτέραν συμπάθειαν καὶ προτίμησιν. Ἀναγινώσκω ὑμῖν ἀριθμοὺς, καὶ θέλετε ἰδεῖ, τί εἰσεπράχθη ἐκ τοῦ νομοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας καὶ τί ἐδαπανήθη εἰς τὸν νομὸν τοῦτον· Θέλω δὲ ἀναγνώσει τοὺς ἀριθμοὺς, οὐχὶ διότι παραδέχομαι, ὅτι τὸ γενόμενον ἐν τῷ νομῷ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ἢ ἐν ἄλλοις νομοῖς, κακῶς ἐγένετο, διότι καὶ πρότερον ἐν διακοπῇ, εἰς ἣν ἐξηναγκάσθην νὰ εἴπω, ὅτι δὲν νομίζω, ὅτι σκοπὸς τοῦ περὶ ὁδοποιΐας νόμου ἦτο νὰ διανεμηθῶσι τὰ χρήματα τοῦ εἰδικοῦ τῆς ὁδοποιΐας Ταμείου κατ’ ἀναλογίας ἴσας εἰς πάντα τὰ ἔργα τῶν νομῶν ἢ τμημάτων τῆς χώρας, ἀλλὰ διότι, ἀφοῦ τοιαύτη βάσις ἐτέθη ἐν τῇ συζητήσει ὑπὸ τοῦ προαγορεύσαντος, θέλω ν’ ἀποδείξω δι’ ἑνὸς ἢ δύο παραδειγμάτων καὶ τὸ ἀνακριβὲς τῆς εἰσηγήσεως αὐτοῦ, καὶ πρὸ πάντων νὰ ἀνατρέψω τὸν πλημμελῆ τρόπον τῆς εἰσαγωγῆς τῆς ὑποθέσεως ἐνώπιον ὑμῶν καὶ τὴν πρόθεσιν, δι’ ἣν οὕτως ἐγένετο. Ἰδοὺ, Κύριοι, κατὰ τοὺς ἐπισήμους πίνακας, τί εἰσεπράχθη καθ’ ὅλην τὴν ἀπὸ τοῦ 1867 μέχρι τοῦ 1887 εἰκοσαετίαν ἐκ τοῦ νομοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας: εἰσεπράχθησαν 2,902,813. Ἰδοὺ δὲ καὶ τί ἐδαπανήθη ἐν τῷ νομῷ τούτῳ εἰς ἐθνικὴν, ἐπαρχιακὴν καὶ δημοτικὴν ὁδοποιΐαν: Εἰς κατασκευὴν ὁδῶν 1,678,597· εἰς ἀνακαινίσεις καὶ ἐπισκευὰς 1,167,818, δηλ. ἐν ὅλῳ 3,000,000· εἰσεπράχθησαν 2,900,000, ἐδαπανήθησαν 3,000,000, καὶ ὁ ἔντιμος ἀντιπρόσωπος τοῦ νομοῦ Ἀργολιδοκορινθίας διαμαρτύρεται, ὅτι ἐκλάπη τὸ χρῆμα τοῦ νομοῦ καὶ ἐσπαταλήθη εἰς ἄλλους!
§64ΠΕΤΡΙΔΗΣ. 55,000 ἐδαπανήθησαν περισσότεραι, κύριε Ὑπουργέ! Ἀπὸ τοῦ δανείου δὲν ἐδώσατε εἰς τὸν νομὸν Ἀργολιδοκορινθίας λεπτόν.
§65ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κάμνετε λάθος, κύριε Ὑπουργέ! Εἶναι ὀλιγώτερα τὰ δαπανηθέντα ἀπὸ τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ 56 περίπου χιλιάδας.
§66ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. 1,678,000 ἐδαπανήθησαν εἰς κατασκευὴν καὶ 1,167,000 εἰς ἀνακαινίσεις καὶ ἐπισκευὰς, δηλ. αὐτὸ περίπου τὸ ποσὸν τὸ εἰσπραχθέν. Ἀδιάφορον. Ἡ σημασία τῆς παρατηρήσεώς μου δὲν μεταβάλλεται. Εἰσεπράχθη ποσὸν 2,900,000 καὶ ἐδαπανήθη ποσὸν δύο ἑκατομμυρίων καὶ ὀκτακοσίων τόσων χιλιάδων, ὥστε εὐθὺς ἀμέσως τὸ τελευταῖον παράπονον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐπὶ ἀδικίᾳ, δι’ ἣν καὶ τοσοῦτο διεμαρτυρήθη, ἀποδείκνυται πλημμελές· πλημμελέστατα δὲ ἀπεδείχθησαν καὶ τὰ ἄλλα αὐτοῦ παράπονα, οὐ μόνον ἐκεῖνα, εἰς ἃ ἐπέμεινε, προστρέχων εἰς τοὺς πίνακας, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπέφυγε νὰ κατονομάσῃ, διότι δὲν συνέφερεν εἰς τὸν σκοπὸν αὐτοῦ νὰ εἰσαγάγῃ καὶ ταῦτα εἰς τὴν συζήτησιν. Εἶπε πρὸς ὑμᾶς ἐπανειλημμένως, ὅτι μέχρι μὲν τοῦ 1882 ἡ διανομὴ ἐγίνετο ἀκριβοδικαία, ἀπὸ δὲ τοῦ 1882 ἔπαυσεν ἡ δικαιοσύνη καὶ ἤρχισεν ἡ σπατάλη ὑπὲρ προτιμωμένων νομῶν! Λαμβάνω ἕνα τῶν νομῶν ἐκείνων, εἰς ὃν ὤφειλε, πρὶν ἢ ταῦτα εἴπῃ, νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ὁ κ. Βουλευτής, τὸν νομὸν Λακωνίας.
§67ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὸν ἀνέφερον, καὶ εἶπον ὅτι ὁ νομὸς αὐτός, περισσεύει.
§68ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπὸ τοῦ 1867 μέχρι τοῦ 1882 εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ νομοῦ ἐκείνου 1,106,000, καὶ κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα ἐδαπανήθησαν 398,214, δηλ. κατὰ τὸ διάστημα ἐκεῖνο τὸ χρονικόν, τὸ μακρὸν, καθ’ ὃ ἡμεῖς δὲν ἐκυβερνῶμεν, ὁ νομὸς Λακωνίας, κατὰ τὰς ἰδέας τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ἠδικήθη, καὶ ἠδικήθη δεινῶς. Ἔρχεται ἡ ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνεβιβάσθη ἡ ὑπὸ τὸν κ. Τρικούπην Κυβέρνησις εἰς τὰ πράγματα, τὸ 1882, καὶ ἀπ’ αὐτῆς φθάνομεν εἰς τὸ 1887. Τὰ εἰσοδήματα, τὰ ἐκ τοῦ νομοῦ ἐκείνου, ἀνῆλθον κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο εἰς 1,422,000, αἱ δὲ δαπάναι εἰς κατασκευὴν μόνον ὁδῶν ἀνεβιβάσθησαν εἰς 2,672,000. Μένει ἄρα ὁ νομὸς Λακωνίας μόνον ἐκ κατασκευῆς ὁδῶν ὀφειλέτης 800 περίπου χιλιάδων πρὸς ἄλλους νομοὺς, ἂν δὲ προσθέσητε καὶ τὰ ἔξοδα τῶν ἀνακαινίσεων καὶ ἐπισκευῶν, δι’ ἃς ἐδαπανήθησαν 385,000, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τὰ 3,000,000 ἀπέναντι εἰσαχθέντων εἰς τὸ Ταμεῖον 1,430,000, δηλ. ἐδαπανήθη τὸ διπλάσιον καί τι πλέον. Ἐρχόμεθα εἰς τὸν νομὸν Ἀρκαδίας...
§69ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Διὰ τὸν νομὸν Μεσσηνίας τί ἐπλήρωσε;
§70ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐπικαλοῦμαι ἐνταῦθα τὸν νομὸν Μεσσηνίας, διότι ἐκεῖ ἐδαπανήθησαν ὀλιγώτερα τῶν εἰσπραχθέντων· ἀλλ’ ἐκ τῶν πέντε Πελοποννησιακῶν νομῶν λαμβάνω τοὺς τρεῖς, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι ὑπὲρ αὐτῶν ἐδαπανήθησαν χρήματα πλείονα τῶν εἰσπραχθέντων. Λαμβάνω τὸν νομὸν Ἀρκαδίας. Ἐξ αὐτοῦ εἰσεπράχθησαν μέχρι τοῦ 1882 δραχ. 1,718,000, αἱ δὲ τότε Κυβερνήσεις, αἱ φιλόστοργοι πρὸς τὸν νομὸν ἐκεῖνον, ἀλλὰ καὶ πρὸς πάντας τοὺς νομούς, αἱ δίκαιαι, ἐδαπάνησαν, ἀπέναντι 1,718,000 εἰσπραχθεισῶν, εἰς τὸν νομὸν Ἀρκαδίας μόνον 485,000! Ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις ἡ ἄστοργος, εἰσπράττει 2,418,000 καὶ δαπανᾷ εἰς κατασκευὴν ὁδῶν 2,500,000! Λαμβάνετε νῦν καὶ τὰ ἔξοδα ἐπισκευῆς καὶ ἀνακαινίσεων, ἅτινα ἀναβαίνουσιν εἰς 478,000, προσθέτετε ταῦτα εἰς τὰ 2,500,000 καὶ φθάνετε εἰς δαπάνην 3,000,000, ἀπέναντι εἰσπράξεως 2,418,000, εὑρίσκετε δηλ. διαφορὰν 600,000 δραχ. περίπου εἰς ὄφελος τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας, χάρις εἰς τὴν διοίκησιν τὴν ἄστοργον πρός τινα διαμερίσματα τοῦ Κράτους, καὶ τὴν διάκρισιν μεταξὺ τούτων τῶν νομῶν καὶ ἐκείνων τῶν νομῶν, ἣν ποιεῖται ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Ὁ τρόπος οὗτος τοῦ σκέπτεσθαι, Κύριοι, δὲν εἶναι ὀρθός. Ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ ἐν συνόλῳ ἡ κατάστασις τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, νὰ ἐξετασθῇ κατὰ ἐθνικὰς, κατὰ ἐπαρχιακὰς καὶ δημοτικὰς ὁδοὺς ἡ δαπάνη, ἐξαχθῇ δὲ τὸ συμπέρασμα ἐκ τῆς τοιαύτης ἐξετάσεως καὶ καταδειχθῇ ἐκ τούτου, ποῖα τὰ διορθωτέα ἐν τῇ καταστάσει ταύτῃ, ἥτις βεβαίως δὲν εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐπιθυμήσωμεν νὰ ἔχωμεν διηνεκῶς. Αἱ εἰσπράξεις τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας διαιροῦνται ὡς ἑξῆς· ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς εἰδικῆς φορολογίας, ἀπὸ τοῦ 1867, ἡ ἐθνικὴ ὁδοποιΐα ἀπέδωκε, περιλαμβανομένου καὶ τοῦ δανείου, 55,497 καὶ 700 τόσας δραχμάς, ἡ ἐπαρχιακὴ 6,443,000, ἡ δημοτικὴ περίπου τὸ αὐτὸ ποσὸν, διότι συνήθως ταυτίζονται τὰ ποσὰ ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιίας, 6,785,000 δραχμάς. Ἀπέναντι τῶν εἰσπράξεων τούτων εἰς μὲν τὴν ἐθνικὴν ὁδοποιΐαν ἀπέναντι 55½ ἑκατομμυρίων ἐδαπανήθησαν 41,905,000, εἰς δὲ τὴν ἐπαρχιακήν, ἀπέναντι 6,042,000, ἐδαπανήθησαν 9,705,000, καὶ εἰς τὴν δημοτικὴν 1,389,000. Ἐκ τούτων βλέπετε, ὅτι χρήματα τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας ἐλήφθησαν ὑπὸ τῆς ἐπαρχιακῆς, καὶ χρήματα τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας δὲν ἐδόθησαν εἰς τὴν δημοτικὴν ὁδοποιΐαν. Λοιπὸν ἐν συνόλῳ εἰσεπράχθησαν 67,626,698, καὶ ἐδαπανήθησαν εἰς τὰς τρεῖς ὁδοποιΐας, περιλαμβανομένων καὶ τῶν γενικῶν ἐξόδων, 63,710,965, μένει δὲ ὑπόλοιπον 3,916,000 μετὰ τὰς δαπάνας ταύτας, ὑπόλοιπον τῶν ἐσόδων τῶν τε τακτικῶν καὶ τῶν ἐκ τοῦ δανείου. Κατὰ νομοὺς δέ, Κύριοι, ἡ δαπάνη ἐγένετο κατὰ τρόπον, ὅστις, προκειμένου μὲν περὶ κατασκευῆς, ἐπιβαρύνει τινὰς νομούς, καὶ ὠφελεῖ ἄλλους, προκειμένου δὲ περὶ ἐπισκευῆς, ἀνακουφίζει τινάς, καὶ ἐπιβαρύνει ἄλλους, προκειμένου δὲ περὶ ἐπαρχιακῶν ὁδῶν, ὠφελεῖ νομοὺς εἰς ἥττονα μοῖραν τεθέντας ἐν τῇ κατασκευῇ ἐθνικῶν ὁδῶν: οὕτω π. χ. ἐν τοῖς τρισὶ νομοῖς τοῦ πρώτου τμήματος τῆς χώρας, ἐν τοῖς νομοῖς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, ὧν αἱ εἰσπράξεις κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο εἶναι 14,032,000 δραχμῶν, ἔχομεν δαπανήσει 17,465,000. Βλέπετε ὅτι ἐν τῇ ἐθνικῇ ὁδοποιΐᾳ ἐδόθησαν χρήματα εἰς τοὺς νομοὺς τούτους πλείονα τοῦ συνόλου τῶν εἰσπραχθέντων. Ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, προκειμένου περὶ ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, ὅτι οἱ φόροι τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας δὲν διακρίνονται κατὰ νομούς. Εἰσπράττονται ὡς πάντες οἱ φόροι οἱ δημόσιοι, καὶ δαπανῶνται κατὰ τὰς ὑπὸ τῆς Διοικήσεως ἑκάστοτε κρινομένας μᾶλλον ἐπειγούσας γενικὰς ἀνάγκας. Ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐν τοῖς νομοῖς Ἄρτης, Λαρίσσης καὶ Τρικκάλων, ἔχομεν εἰσπράξεις 2,259,000· ἐκ δὲ τούτων ἐδαπανήθησαν εἰς τὴν κατασκευὴν ὁδῶν 2,172,000 δραχμῶν, ὧν 2,620 μόνον εἰς ἐπαρχιακάς, δηλ. τὸ ποσὸν αὐτὸ περίπου, τὸ εἰσπραχθὲν, κατηναλώθη εἰς τὴν ἐθνικὴν ὁδοποιΐαν. Ἐν Πελοποννήσῳ, ἀπέναντι 19,000,000 εἰσπραχθέντων, ἔχομεν 14,000,000 περίπου δαπανηθέντα εἰς τὴν κατασκευὴν ἐθνικῶν ὁδῶν. Ἐν Εὐβοίᾳ δέ, ἀπέναντι 1½ ἑκατομμυρίου εἰσπράξεων ἔχομεν 4,300,000 δραχμῶν δαπανηθεισῶν. Κατὰ τὰς Κυκλάδας, ἀπέναντι 4,000,000 δραχμῶν, εἰσπραχθεισῶν, ἔχομεν μόνον 225,000 δρ. δαπάνας· καὶ ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις, ἀπέναντι 5,100,000, ἐδαπανήθησαν μόνον 1,375,238. Τώρα, Κύριοι, ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν ἀνακαίνισιν. Ἂν ἐξετάσητε τὸν πίνακα τοῦτον, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἡ μὲν ἰδίως Στερεὰ ἔλαβεν εἰς ἐπισκευὰς καὶ ἀνακαινίσεις 6,000,000, ἡ δὲ Θεσσαλία καὶ Ἄρτα 172,000, ὑπερβᾶσαι οὕτω τὰς εἰσπράξεις αὐτῶν. Ἡ Πελοπόννησος 3,408,000. Ἡ Εὔβοια, ἥτις τόσον μέγα ποσὸν δαπάνης ἐχρησιμοποίησεν εἰς κατασκευὴν ὁδῶν, δι’ ἐπισκευὴν ἔλαβε μόνον 493,000, Αἱ Κυκλάδες 99,000, πολὺ περισσότερα ἀναλόγως ἢ ὅ,τι ἐδαπάνησαν εἰς κατασκευὴν ὁδῶν, καὶ ἡ Ἑπτάνησος εἰς ἐπισκευὰς φαίνεται λαβοῦσα 3,578,000. Διατί; Διότι ἡ Ἑπτάνησος, ἔχουσα ὁδοὺς, μόνον ἀνάγκην συμπληρώσεως τοῦ συμπλέγματος τῶν ὁδῶν τούτων ἔχει, τὸ δὲ πλεῖστον ἀνακαινίσεως καὶ ἐπισκευῶν. Ἐπειδὴ δὲ τὸ σύμπλεγμα εἶναι ἱκανῶς εὐρὺ, διὰ τοῦτο ἡ Ἑπτάνησος κατηνάλωσεν εἰς ἐπισκευὰς πολὺ περισσότερα, ἢ ὅ,τι εἰς κατασκευὴν ὁδῶν, τὸ τριπλάσιον. Κατὰ ταῦτα, Κύριοι, πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν κατὰ τὴν τελευταίαν εἰκοσαετίαν κατηναλώθησαν εἰς τὴν ἐθνικὴν ὁδοποιΐαν τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος 15,000,000, εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν 1,685,000, εἰς τὴν δημοτικὴν 109,000· ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἄρτῃ 2,170,000 εἰς τὴν ἐθνικὴν, 2,620 μόνον εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν ἐν Πελοποννήσῳ περίπου 10,000,000 εἰς τὴν ἐθνικὴν, εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν 3,000,000, εἰς τὴν δημοτικὴν 800,000, ἐπὶ ταύτης ὅσα ἐν οὐδεμιᾷ ἄλλῃ περιφερείᾳ· ἐν Πελοποννήσῳ δηλαδὴ, ηὐνοήθη μὲν ἡ ἐπαρχιακὴ ὁδοποιία πολὺ πέραν τῶν εἰσπράξεων, ὑπῆρξε δὲ μείζων δικαιοσύνη εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῶν Δημοτικῶν χρημάτων. Ἐν Εὐβοίᾳ 4,000,000 εἰς τὴν ἐθνικὴν, 300 χιλιάδας εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν, 28 χιλιάδες εἰς τὴν δημοτικήν. Κατὰ τὰς Κυκλάδας 23 χιλιάδες εἰς τὴν ἐθνικὴν, 182,000 εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν, εἰς τὴν δημοτικὴν 19,000. Ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις, εἰς τὴν ἐθνικὴν 462,000, εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν 502,000, καὶ εἰς τὴν δημοτικὴν 409,000. Μετὰ τὴν ἔκθεσιν ταύτην τῶν ἀριθμῶν, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἐκ τῆς γενομένης ἐξετάσεως προκύπτει σαφῶς, ὅτι αἱ δαπάναι ἐγένοντο, προκειμένου μὲν περὶ τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιίας, κατὰ τρόπον ἐξυπηρετήσαντα πάντα τὰ τμήματα τῆς χώρας, ληφθείσης φροντίδος κυρίως καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ περὶ ὁδῶν πρωτίστης ἀνάγκης· ἰδίως δ’ ἔν τισι νομοῖς, οἷος ὁ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, οἷος ὁ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, κατεσκευάσθησαν κατὰ προτίμησιν ὁδοί τινες πολυδάπανοι, αἵτινες ἐπεβάρυναν περισσότερον καὶ εἰς ὄφελος αὐτῶν ἰδιαίτερον τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς ὁδοποιίας. Τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἰδιαιτέραν θέσιν τῶν νομῶν τούτων, οἵτινες μεσολαβοῦσι μεταξὺ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν συνόρων, τῶν παλαιοτέρων μάλιστα. Ἡ ὁδὸς ἀπὸ Λεβαδείας εἰς Λαμίαν, καὶ ἡ ἀπὸ Μεσολογγίου εἰς Καρπενήσιον, εἶναι ὁδοὶ στρατηγικαί· ἔπρεπε πάντως νὰ προτιμηθῶσιν· ὡσαύτως ἡ ὁδὸς ἀπὸ Ἀμφίσσης εἰς Λαμίαν εἶναι ὁδὸς στρατηγικὴ, καὶ ἔπρεπε πάντως νὰ προτιμηθῇ, διότι δι’ αὐτῆς τελεῖται ἡ συγκοινωνία τῆς Πελοποννήσου μετὰ τῆς Στερεᾶς. Ἔδει νὰ προτιμηθῶσι καὶ προετιμήθησαν· ἡ δ’ εἰς ταύτας γενομένη ἤδη διὰ προκαταβολικῆς δαπάνης ἐργασία θέλει ἐπιτρέψει, εἰς τοὺς νομοὺς ἐκείνους ἐφεξῆς νὰ δαπανῶνται ὀλιγώτερα, νὰ δαπανῶνται δ’ εἰς τοὺς ἄλλους περισσότερα, εἰς ἐκείνους δηλαδὴ, οἵτινες δὲν εἶχον τὴν τύχην ν’ ἀποκτήσωσιν ἐν ταὐτῷ ἀριθμὸν ὁδῶν, ἀνάλογον καὶ πρὸς τὰς ἰδίας αὑτῶν ἀνάγκας καὶ πρὸς τὰς εἰσφοράς...
§71ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Περὶ Εὐβοίας δὲν ὁμιλεῖτε;
§72ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, διὰ νὰ εἴπῃ περὶ αὐτῆς ὅσα ἠκούσαμεν! Ἡ Εὔβοια εἶναι νῆσος πλουσιωτάτη, ἐν ᾗ αἱ συγκοινωνίαι εἶναι δυσχερέσταται, τῆς ὁποίας τὸ ἐμπόριον εἶναι μέγα, ἥτις ἔχει ἀνάγκην συγκοινωνίας, διὰ νὰ κατασταθῇ καρποφόρος ὁ πλοῦτος αὐτῆς. Ἡ θαλασσία συγκοινωνία διὰ τὴν Εὔβοιαν εἶναι μηδὲν ἄνευ συγκοινωνίας τοῦ ἐσωτερικοῦ πρὸς τὴν θάλασσαν, διότι ἄνευ ταύτης ὁ πλοῦτος τῆς Εὐβοίας ὁ γεωργικὸς, ὁ πλοῦτος ὁ ἐμπορικὸς, καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων ὁ δασικὸς, μένει ἄχρηστος. Κατὰ τὴν πρὸ τοῦ 1867 περίοδον ἐγένοντο δαπάναι, τῶν ὁποίων ἐμνήσθη, ἀρχόμενος τοῦ λόγου του, ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας Βουλευτής. Αἱ δαπάναι αὗται, ἂν ὀλίγον ἐπιστήσητε εἰς αὐτὰς τὴν προσοχήν ὑμῶν, ἐγένοντο κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, τὸν ἄνισον, ὅστις ἤθελεν ἐγείρει τὰς διαμαρτυρίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἂν εἶχον γίνει ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε σήμερον νὰ ἐλέγξῃ· ἐγένοντο δὲ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον τὸν ἄνισον, διότι ἄλλως εἶναι ἀδύνατον νὰ κατανοηθῇ δαπάνη πρὸς ὁδοποιίαν, γινομένη ἐξ ἴσου εἰς ἅπαντα τὰ τμήματα τοῦ Κράτους. Θὰ προτιμηθῶσι κατ’ ἀνάγκην τὰ κυριώτερα, τὰ μᾶλλον κατεπείγοντα, ὅπως ἔπειτα φθάσωμεν εἰς τὰ ἧττον κατεπείγοντα, εἰς τὰ δευτερεύοντα, μέχρις ὅτου συμπληρωθῇ τὸ σύμπλεγμα τῶν ὁδῶν ἐν Ἑλλάδι. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἂν ἐξετάσητε τὴν δαπάνην, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἡ Ἀττικὴ καὶ Βοιωτία ἔλαβεν ἀπὸ τοῦ 1835 μέχρι τοῦ 1866 1,700,000 δραχμῶν εἰς ὁδοποιΐαν, ἡ Φθιῶτις καὶ Φωκὶς, κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα, 300,000 μόνον, ἡ Αἰτωλία καὶ Ἀκαρνανία 500,000 μόνον, ἡ Ἀργολὶς καὶ Κορινθία 547,000, ἡ Ἀρκαδία 170,000 μόνον, ἡ Μεσσηνία 228,000, ἡ Λακωνία 299,000, ἡ Ἀχαΐα 152,000, ἡ Εὔβοια 72,000 καὶ αἱ Κυκλάδες 70,000. Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ τότε ἐγίνετο ἡ δαπάνη· προετιμήθησαν καὶ τότε αἱ ὁδοὶ, αἱ μᾶλλον κατεπείγουσαι, προετιμήθη ἡ συγκοινωνία τῆς πρωτευούσης τοῦ Κράτους μετὰ τοῦ νομοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας καὶ μετὰ τῆς Τριπόλεως, μετὰ τῆς Λαμίας, μετὰ τῆς Χαλκίδος κλπ. Ὅπως σήμερον, οὕτω καὶ τότε ἐπεζητήθησαν κατὰ πρῶτον λόγον αἱ ὁδοὶ αἱ ἀρτηριακαὶ, ἡ μεταξὺ Τριπόλεως καὶ Ναυπλίου, Ναυπλίου καὶ Ἄργους, Λαμίας καὶ Χαλκίδος. Οὕτω καὶ σήμερον, πρὸ ὀλίγου χρόνου, τελευταῖον συνετελέσθη ἡ μεγάλη μεταξὺ Καλαμῶν καὶ τῆς πρωτευούσης τοῦ Κράτους ἀρτηρία διὰ κατασκευῆς τῆς μεταξὺ Ναυπλίου καὶ Κορίνθου ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν ὀφείλει ὁ ἔντιμος προαγορεύσας εἰς τὴν πρόνοιαν αὐτοῦ τούτου τοῦ προϊσταμένου τῆς Κυβερνήσεως, ἣν πρὸ μικροῦ κατέκρινεν, ὡς ἄστοργον πρὸς τὸν νομὸν αὐτοῦ καὶ πρὸς τὴν Πελοπόννησον. Προκειμένου δὲ περὶ κατακρίσεως τῶν γενομένων δαπανῶν, Κύριοι, δὲν δύναμαι νὰ μὴ εἴπω, ὅτι ἡ δαπάνη, ἐφ’ ἧς ἐπέστησεν ἰδίως τὴν προσοχὴν αὐτοῦ ὁ προαγορεύσας, ἡ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, εἶναι βεβαίως κατωτέρα τῆς ἀξίας τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν ἡ ἀποστολὴ αὕτη παρέχει, κακῶς δὲ καταλογίζεται ὅλη εἰς βάρος τῆς ὁδοποιΐας, διότι ἀντὶ τῆς δαπάνης ταύτης παρέχεται ἡ ὑπηρεσία τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς καὶ ἐπὶ πάντων τῶν ἄλλων δημοσίων ἔργων. Ἄνευ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, ἥτις ἀπεδείχθη ἀπαραιτήτως ἀναγκαία, ἦτο ἀδύνατον νὰ πληρωθῶσι τὰ κενὰ, τὰ ἐνταῦθα ὑπάρχοντα, διότι ἐστερούμεθα τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μηχανικῶν, τῶν ἀναγκαίων σήμερον ἐν Ἑλλάδι, πρὸς διεξαγωγὴν τῶν δημοσίων ἔργων, ἅτινα ἀνεπτύχθησαν, ὡς γινώσκετε, εἰς μέγαν βαθμόν· οἱ δὲ Ἕλληνες μηχανικοί, ὅσον παρεσκευασμένοι καὶ ἂν ἦσαν θεωρητικῶς, δὲν εἶχον διά τινα ἔργα, οἷα τὰ σιδηροδρομικὰ, τὴν ἀπαραίτητον πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῶν πεῖραν, ὡς αὐτοὶ οὗτοι ὁμολογοῦσιν, ἀναγνωρίζοντες, ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη προσλήψεως ξένων μηχανικῶν. Ἡ εἰς τὴν Γαλλικὴν ἀποστολὴν γιγνομένη δαπάνη, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι κατωτέρα τῆς ἀξίας τῶν ὑπ’ αὐτῆς παρεχομένων ὑπηρεσιῶν. Καὶ βεβαίως εἶναι εὐτύχημα, ὅτι ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἔστερξε νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν τὰς ὑπηρεσίας ἀνδρῶν, ἄριστα κατηρτισμένων πρὸς διεύθυνσιν τῆς κατασκευῆς μεγάλων δημοσίων ἔργων.
§73Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ σύγχυσις τῶν χρονολογιῶν καὶ ἐν γένει τῶν ἀνθρώπων κρίνεται ὑπὸ τῶν κυβερνώντων ὡς πρώτιστον μέσον πρὸς δικαιολογίαν, οὐ μόνον τῆς πολιτικῆς, ἀλλὰ καὶ τῶν πράξεων, διὰ τὰς ὁποίας ἐγκαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Θέλων νὰ παραστήσῃ, ὅτι, δὲν εἶναι μόνοι αὐτοί, οἵτινες δὲν ἐτήρησαν ἰσότητα καὶ ἀναλογίαν μεταξὺ τῶν διαφόρων νομῶν, ἐδαπανήθησαν δὲ περισσότερα χρήματα εἰς τὴν ὁδοποιΐαν τινῶν νομῶν, ὀλιγώτερα δὲ εἰς τὴν ὁδοποιΐαν ἄλλων, διότι τὸ αὐτὸ ἔπραττον καὶ οἱ κυβερνῆται τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τοῦ 1835 ἕως τοῦ 1866, ἐλησμόνησεν, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1835 ἕως τοῦ 1866 ἐδαπάνα τὸ Κράτος εἰς κατασκευὴν ὁδῶν ἐκ τοῦ γενικοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅτι δὲν ὑπῆρχεν εἰδικὸς φόρος διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, οὐδ’ εἶχε τότε συστηθῆ εἰδικὸν Ταμεῖον ὁδοποιΐας. Ἐλησμόνησε πρὸ πάντων, ὅτι διὰ τοῦ νόμου περὶ συστάσεως Ταμείου ὁδοποιΐας τῷ 1867 ἐτέθησαν αἱ βάσεις, καθ’ ἃς ἔπρεπε νὰ διεξάγωνται τὰ ἔργα τῆς ὁδοποιΐας, νὰ γίνηται τῶν χρημάτων τοῦ Ταμείου αὐτῆς ἡ διαχείρισις. Αἱ βάσεις δ’ αὗται ἐτέθησαν μετὰ τοσαύτης ἐπιμελείας, ὥστε τὴν πρώτην φορὰν, κατὰ τὸ 1865, ὅτε ἡ Κυβέρνησις εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Ταμείου ὁδοποιΐας εἰς τὴν Βουλὴν, ἐκατηγορήθη, ὅτι ἄφινε πλήρη ἐλευθερίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ διαχειρίζηται τὰ χρήματα τοῦ Ταμείου καθ’ οἷον ἤθελεν ἐγκρίνει τρόπον, ἐνῷ ἡ Βουλὴ ἠξίου ἡ διαχείρισις νὰ γίνηται κατ’ ἀναλογίαν τῶν τοπικῶν περιφερειῶν. Ἐπειδὴ δὲ τὸ τότε Ὑπουργεῖον δὲν ἐδέχθη τὴν τροπολογίαν ταύτην, ἀπώλεσε τὴν πλειοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ παρῃτήθη, ἀντικατασταθὲν ὑπὸ ἄλλης Κυβερνήσεως. Κατὰ τὸ 1867, ὅτε πάλιν ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν ὁ Κουμουνδοῦρος, ἐδέχθη τὴν γνώμην τῆς κατανομῆς τῶν χρημάτων καὶ τὴν σύστασιν Ταμείων ἐθνικῆς, ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Οὕτω δὲ ἐνεδείχθη ὑπὸ τοῦ νόμου ἐκείνου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἠδύνατο τὰ χρήματα τοῦ Ταμείου τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας νὰ μεταχειρισθῇ δι’ ἀνάγκας τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς, οὐδὲ τὸ ἀνάπαλιν, καὶ ὅτι τὸ αὐτὸ μέτρον ἔπρεπε νὰ τηρῇ καὶ διὰ τὰ χρήματα τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς σᾶς ἀνέφερεν ἑτέραν γεναιοδωρίαν τοῦ Ὑπουργείου εἰς τοὺς δήμους τῆς Πελοποννήσου, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι διὰ τὴν ὁδοποιΐαν τῶν δήμων τῆς Πελοποννήσου ἐδαπάνησεν 800,000, ἤτοι πολλῷ περισσότερα, ἢ ὅσα ἐδαπάνησε διὰ τὴν ὁδοποιΐαν τῶν δήμων τῆς Στερεᾶς. Ἀλλὰ δὲν ἐσυλλογίσθη, ὅτι τὸ Ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας περιέχει χρήματα, ἀνήκοντα καθ’ ὡρισμένον ποσὸν εἰς ἕκαστον δῆμον, δὲν ἦτο δ’ ἐπιτετραμμένον νὰ δαπανήσῃ αὐτὰ, εἰμὴ διὰ τὴν ὁδοποιΐαν τῶν δήμων, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνήκουσιν. Ἑπομένως, ἐὰν ἐδαπάνησε 800,000 δραχμῶν, ἐδαπάνησε χρῆμα ἀνῆκον εἰς τὴν ὁδοποιΐαν τῶν δήμων, δι’ οὓς ἐδαπάνησεν αὐτὰ, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο συγκεχωρημένον νὰ δαπανηθῇ εἰς ὁδοποιΐαν ἄλλων δήμων. Καὶ αὐτὴ μὲν ἡ ἔννοια τοῦ νόμου, ἂν καὶ ἐγὼ οὐδὲ τότε ἔκρινα ὀρθὴν τὴν ἔννοιαν ταύτην, οὐδὲ τώρα κηρύσσομαι ὑπὲρ αὐτῆς. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα, ὡς λειτουργεῖ, αὐτὴν τὴν ἔννοιαν καθιεροῖ, διὰ τοῦτο ἐξ ἑκάστης περιφερείας καλοῦνται ἀντιπρόσωποι εἰς τὴν Βουλὴν κατ’ ἀναλογίαν, ἕκαστος δὲ ἀντιπρόσωπος εἶναι συνήγορος τῶν εἰδικῶν συμφερόντων ἑκάστης περιφερείας, οὕτω δ’ ὁ ἀνταγωνισμὸς μεταξὺ τῶν μελῶν ἐξασφαλίζει τὰ δικαιώματα ἑκάστης περιφερείας εἰς ἴσην μετοχὴν τῶν ἀγαθῶν, ἅτινα τὸ Κράτος παρέχει εἰς τὴν κοινωνίαν. Ἀλλὰ, μ’ ὅλα ταῦτα, δὲν νομίζω, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις πρέπει στενῶς νὰ ἐφαρμόζωσι τὸ κατανεμητικὸν τοῦτο σύστημα. Ἀναγνωρίζω δὲ, ὅτι πρέπει πρὸ παντὸς νὰ κρατῶσι τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, καὶ ἂν ταῦτα ἀπαιτῶσι τὴν κατασκευὴν μιᾶς ὁδοῦ, δὲν πρέπει ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀναστέλληται ἕνεκα σκέψεων ἀναλογισμοῦ τῆς δαπάνης κατὰ περιφερείας. Ἀλλὰ ποία δικαιολογία, ποῖοι λόγοι γενικῶν συμφερόντων ὑπηγόρευσαν τὴν κατασκευὴν ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ, δι’ ἣν ἐδαπάνησεν ἑκατομμύρια; Διότι δὲν ἀρκεῖ νὰ λέγῃ τις, ὅτι γενικὰ συμφέροντα ὑπηγόρευσαν τὴν δαπάνην, πρέπει νὰ ἐξηγήσῃ τὰ γενικὰ συμφέροντα. Ποῖον γενικὸν συμφέρον ὑπηγόρευσε, φέρ’ εἰπεῖν, τὴν κατασκευὴν ὁδοῦ ἀπὸ Βυτρινίτσης εἰς Λιδωρίκιον; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγεν ἄλλοτε, ὅτι ἡ ὁδὸς ἐκείνη ἔμελλε νὰ ἑνώσῃ τὴν Ἀνατολὴν μὲ τὴν Δύσιν, καὶ διὰ τοῦτο ἐδαπάνησε 400,000 δραχμῶν διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτῆς, εἰ καὶ δὲν ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι νὰ βαδίσωσιν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ. Ἡ ὁδὸς ἐκείνη κατεστράφη, ἐφύη χόρτον ἐπ’ αὐτῆς, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει εἰς νομὴν τῶν κτηνῶν. Ποῖον γενικὸν συμφέρον τοῦ Κράτους ἐπέτρεψεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ κατασκευάσῃ περιττὴν ὁδόν, ὑπαρχούσης ἄλλης, τὴν ὁδὸν, ἧς ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, τὴν διὰ τοῦ Κιθαιρῶνος ἑνοῦσαν τὰς Ἀθήνας μὲ τὰς Θήβας; Τὸ συμφέρον νὰ συγκοινωνήσῃ ἓν χωρίον ἦτο τοσοῦτον μέγα, ὥστε νὰ παρασταθῇ ὡς γενικὸν συμφέρον τοῦ Κράτους, καὶ νὰ δαπανηθῶσι 200 ἢ 300 χιλιάδες δραχμῶν ἄνευ ἀνάγκης; αἱ ὁποῖαι, ἐὰν ἐδαπανῶντο ἐν ἄλλῃ τινὶ ἐπαρχίᾳ πρὸς κατασκευὴν μιᾶς γεφύρας ἢ ὁδοῦ, ἤθελον ὑπηρετηθῆ συμφέροντα συγκοινωνίας ἀληθοῦς. Τῷ ὄντι ἠρεύνησα τὸ παρελθὸν καὶ ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν τῆς ὁδοποιΐας. Ὁ ἄνθρωπος, τοῦ ὁποίου θέλω μνημονεύσει, δὲν ζῇ πλέον, οὐδ’ ἔχει ἀνάγκην τῆς συνηγορίας μου. Χρεωστῶ ὅμως νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, ὅτε ἔζη, ἔλεγον πάντες περὶ τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, ὅτι εἶχεν ἀποκτήσει δικαιώματα κατοχῆς ἐπὶ τῆς ἐξουσίας. Καὶ τῳόντι ἦτο ὁ μόνος τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, ὁ ὁποῖος συχνότερον ἀνήρχετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ μακρότερον ἔμενεν ἐν αὐτῇ. Καὶ ὅμως ὁ πολιτικὸς οὗτος ἀνὴρ, ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1867 μέχρι τοῦ 1879, ἂν καὶ διετέλεσε κατὰ τὰ ¾ τῆς χρονικῆς περιόδου Πρωθυπουργὸς, ἐν τῷ νομῷ τῆς Μεσσηνίας, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπήγετο ἡ ἐπαρχία αὐτοῦ καὶ τὰ πολιτικὰ συμφέροντα αὐτοῦ, καὶ οἱ πολιτικοὶ φίλοι, δὲν ἐδαπάνησεν, εἰμὴ 600 χιλιάδας δραχμῶν δι’ ἔργα ὁδοποιΐας ἐν αὐτῷ. Ἔστω δὲ τοῦτο εἰς ἀπόδειξιν τῆς πολιτικῆς χρηστότητος τῶν χρόνων ἐκείνων, ἀφοῦ ὁ Κουμουνδοῦρος κατὰ τὸ διάστημα μιᾶς δωδεκαετίας ἐδαπάνησε τόσον μόνον ποσὸν διὰ τὴν ὁδοποιΐαν τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας. Καὶ βεβαίως ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας ὑπὸ τῆς πολιτικῆς χρηστότητος, ὅταν διαχειρίζωνται δημοσίαν ἐξουσίαν, νὰ μὴ ἐκλαμβάνωσιν, ὅτι ἐκλήθησαν νὰ καρπωθῶσιν αὐτὴν ὡς ἴδιον κτῆμα, τὸ ὁποῖον ἐκληρονόμησαν ἐκ τῶν προπατόρων των. Τὰ δημόσια χρήματα ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος καὶ πρέπει νὰ διαχειρίζωνται ταῦτα, οὐχὶ ὑπὲρ τῶν ἰδίων αὐτῶν ἐπαρχιῶν καὶ ὑπὲρ τῶν ἰδίων φίλων, ἀλλ’ ὑπὲρ πάντων τῶν τμημάτων τοῦ Κράτους καὶ μετὰ δικαιοσύνης, οὐχὶ δὲ πρὸς σχηματισμὸν πολιτικῶν συμφερόντων καὶ πρὸς εὐχαρίστησιν τῶν ἐκλογέων αὐτῶν. Καὶ ἠλέγχθην ἐγὼ, ἂν οὐχὶ διὰ τρόπου καταφανοῦς, ἀλλ’ ἐμμέσως, ὑπό τινων τῶν κυβερνώντων νῦν, ὅτι ἐγκατέλιπον τὴν ἐμὴν πατρίδα, καὶ δὲν ἐδαπάνησα τόσα χρήματα, ὅσα αὐτοὶ διὰ τὰς πατρίδας αὐτῶν. Ἠλέγχθην, καὶ μετὰ τρόπου ἀνευλαβοῦς ἠπειλήθην, ὅτι θέλω τραπῆ τὴν εἰς Ἀθήνας ἄγουσαν ὁδόν. Καὶ ἦτο μὲν ἀληθῶς ὁ ἔλεγχος ἄδικος, διότι ἐγὼ δὲν ὑπῆρξα κατὰ τὸ παρελθὸν, οὔτε προϊστάμενος Κυβερνήσεως, οὔτε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁμολογῶ δὲ, ὅτι, καὶ ἂν ἐγινόμην τοιοῦτος, οὐδέποτε ἤθελον ἀφαιρέσει τὰ χρήματα τοῦ δημοσίου ταμείου, ἵνα παράσχω αὐτὰ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τῶν ἐκλογέων μου, ἐὰν τοῦτο δὲν τὸ ἐπέτρεπεν ἡ δικαιοσύνη καὶ τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τί νὰ εἴπω περὶ πολιτικῆς χρηστότητος, ὅταν τὰ χρήματα τῆς ὁδοποιΐας ἐκρίθησαν, ὅτι δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι καὶ εἰς ἄλλους σκοποὺς, μᾶλλον ἰδιοτελεῖς; Σᾶς ἀνέφερεν ὁ Βουλευτὴς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ὅτι, ἀφ’ ἧς διελύθη ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ 1885, μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐνηργοῦντο αἱ ἐκλογαὶ, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχε μεταβληθῆ εἰς ἐργοστάσιον ὁδοποιητικόν, καὶ κηρυκεῖον δημοπρασιῶν πρὸς κατασκευὴν δῆθεν ὁδῶν. Ἡ διάδοσις, ὅτι ἐκτίθεται εἰς δημοπρασίαν ἡ κατασκευὴ ὁδοῦ τινος, εὐλόγως τέρπει τοὺς κατοίκους τῶν μερῶν ἐκείνων, οἵτινες διατίθενται εὐμενῶς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία μεριμνᾷ περὶ τούτου. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐνέργεια τῆς δημοπρασίας εἶναι πρᾶξις, δημιουργοῦσα τὰ συμφέροντα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συναγωνίζονται, ὅταν μάλιστα ἡ ἐνέργεια τῆς δημοπρασίας συνδέηται μὲ ἀκόλαστον τυχὸν πρόνοιαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐτάχθησαν ἵνα ἐξετάζωσι τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας καὶ ἐγκρίνωσιν αὐτά, ὅταν λέγω συνδέηται μὲ πρόνοιαν ἀκόλαστον, τότε τὰ περὶ τούτου δὲν εἶναι μόνον πράξεις, ἀναιροῦσαι τὴν πολιτικὴν χρηστότητα, ἀλλ’ εἶναι πράξεις ἀπαγορευόμεναι ὑπὸ τῶν κανόνων τῆς κοινοτέρας ἠθικῆς. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ 1885 μέχρις Ἀπριλίου τοῦ 1885 ἐξετέθη εἰς δημοπρασίαν ἡ κατασκευὴ ὁδῶν ἀξίας 6,568,759 δραχμῶν, ἐν διαστήματι δύο μηνῶν; Καὶ κατ’ αὐτὸ τὸ διάστημα τοσαύτη θερμότης καὶ τοσοῦτος ζῆλος ἐπεκράτει εἰς τοὺς κυβερνητικοὺς κύκλους, ὥστε οὐδὲ νὰ μελετήσωσι κἂν τὰ τοσαῦτα ἔργα εἶχον καιρόν. Ἐνθυμοῦμαι, ταξειδεύων τότε ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Καλάμας, ἕνεκα τῶν ἐκλογῶν, ὅτι ἐπέβαινον ἐπὶ ἀτμοπλοίου τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Γουδῆ, καὶ ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ συνέπλεε καὶ ἄνθρωπος ἄγνωστος, ὅστις κατὰ τὸ πρόγευμα ἀπετάθη πρὸς ἐμὲ γαλλιστί· ἐρωτηθεὶς παρ’ ἐμοῦ, εἶπεν, ὅτι ἦτο ἀπεσταλμένος εἰς Καλάμας, κατὰ τὴν 27 Μαρτίου, ἵνα μελετήσῃ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τοῦ Παμίσου. Αὐτὸς δὲ ἦτο νέος 25 ἐτῶν, μηδεμίαν παρέχων ἐγγύησιν, ὅτι ἡ μελέτη αὐτοῦ ἤθελεν εἶσθαι ἀκριβής. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ λεχθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπέστειλε μηχανικὸν ἐκεῖ. Εἰς τὴν Γόρτυνα τοσαῦτα ἐστήθησαν σημεῖα ἐπὶ τοῦ ἐδάφους πρὸς καταμετρήσεις αὐτοῦ, ὥστε ὁ λαὸς ἐνόησε τὸ τέχνασμα καὶ ἐσατύρισε καὶ τοὺς ἀποστείλαντας καὶ τοὺς ἀποσταλέντας καὶ τοὺς στήσαντας τὰ μπαϊράκια. Τοσοῦτον κατέπεσε τότε ἡ Κυβέρνησις εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ λαοῦ, διότι κατενόησεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐμπορεύετο τὴν δημοσίαν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο καὶ ὁ λαὸς φρονεῖ, ὅτι δὲν πράττει τι ἄτοπον, ζητῶν νὰ διαφύγῃ τὴν αὐστηρότητα τῶν νόμων. Οὕτως ἐκ τῆς Κυβερνήσεως προέρχεται ἡ διαφθορὰ τοῦ λαοῦ. Τί δὲ νὰ εἴπω, ὅταν σᾶς ἀναγνώσω, ὅτι συνεπείᾳ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 2563 ἀπὸ 8 Μαρτίου 1885 διαταγῆς ἐξετέθη εἰς δημοπρασίαν κατὰ τὴν 14 Ἀπριλίου τοῦ ἔτους ἐκείνου ἡ κατασκευὴ γεφύρας ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Ἀχελῴου εἰς θέσιν Σπολαΐτας ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Ἀγρινίου εἰς Καρβασσαρᾶν, καὶ ὅτι τῆς δημοπρασίας ταύτης τὰ πρακτικὰ ἐνεκρίθησαν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 4057 ἀπὸ 18 Ἀπριλίου 1885 ἀποφάσεως τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου, ἐν ᾧ τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας δὲν εἶχον ὑποβληθῆ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ ὑπεβλήθησαν τὴν ἐπιοῦσαν, ἤτοι τὴν 19 Ἀπριλίου. Οὕτως ἡ ἔγκρισις ἐξεδόθη τὴν 18 Ἀπριλίου, ὑπ’ ἀριθ. 4057, ἐπὶ πρακτικῶν δημοπρασίας, ἧς τὰ πρακτικὰ εἰσήχθησαν τὴν 19 Ἀπριλίου. Καὶ συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς χρηστότητος αὐτῶν περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν χρημάτων τῆς ὁδοποιΐας! Καὶ ζητοῦσι ν’ ἀναιρέσωσι τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ Βουλευτοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας! Ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις οὐδὲν ἔχει κοινὸν μετὰ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα πληρόνονται εἰς τὰ μέλη τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, πολλῷ δὲ ἧσσον οὐδὲν ἔχει κοινὸν μετὰ τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ νῦν ὑπαρχόντων μελῶν αὐτῆς. Κατὰ τὸ 1884 πολλοὶ μηχανικοὶ εἶχον στρατολογηθῆ ἐν Σουηδίας καὶ Ἑλβετίας, καὶ προσελήφθησαν ἐνταῦθα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ περὶ τοὺς 150. Ὑμεῖς, ὅτε ἤλθομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἑπόμενον ἦτο, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀπαλλάξωμεν αὐτῶν τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι εἶχον συναχθῆ ἐνταῦθα, ὅπως ἀργυρολογήσωσιν, ἐν ᾧ ἡμεῖς δὲν εἴχομεν χρήματα, ἵνα ἐξογκώνομεν τὸ ἰδιαίτερον ταμεῖον τῶν Ἐλβετῶν καὶ τῶν Σουηδῶν· ἀλλὰ καὶ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς ὁ προϊστάμενος κ. Ῥονδὲλ, κατ’ ἰδίαν βούλησιν καὶ ἄνευ γνώσεως τῶν κυβερνώντων, εἶχε προσλάβει πολλοὺς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς. Καὶ εὕρομεν ἡμεῖς ὑπεραρίθμους, ὁ δὲ μακαρίτης Παπαμιχαλόπουλος, τότε συνάδελφός μου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἠσχολήθη νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸν τότε προϊστάμενον τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς, καὶ ἠνάγκασεν αὐτὸν νὰ ἐνδώσῃ καὶ περιορισθῇ εἰς ὡρισμένον ἀριθμόν. Τοῦτο δὲ ὀφείλεται εἰς τὴν ἐπιμονὴν τοῦ εἰρημένου συναδέλφου μου. Ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν εὐγνωμονοῦμεν, διότι παρεχώρησεν εἰς ἡμᾶς ἐπιστήμονας, ὅπως μᾶς συντρέξωσι κατὰ τὰς ὁδοποιητικὰς ἐργασίας ἡμῶν, τί κοινὸν ἔχει μετὰ τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα πληρόνονται εἰς αὐτούς; Χθὲς κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν σημείωσιν τῆς διαχειρίσεως τῶν 21,000 δραχμῶν, αἵτινες ἐδαπανήθησαν εἰς μελέτας, γενομένας, ὡς εἶπον, διὰ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τῆς Θεσσαλίας. Τὸ τρίτον τοῦ ποσοῦ τούτου, ἤτοι δραχμαὶ 6,500 περίπου, ἐδαπανήθησαν οὐχὶ εἰς ὁδοιπορικὰ, ἀλλ’ εἰς ἔξοδα μετακινήσεως καὶ ἐκτοπισμοῦ, ἢ ἐν τῇ Γαλλικῇ γλώσσῃ frais de transport et de deplacement. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη τυγχάνει ἀξία μελέτης καὶ μακρᾶς ἀναλύσεως. Λυποῦμαι, διότι ἤχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοσοῦτον βραδέως. Ἤχθη δὲ βραδέως οὐχὶ δι’ ὀκνηρίαν ἢ δι’ ἀκηδίαν ἡμῶν, διότι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτὴς πρὸ καιροῦ ἐζήτησε τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, ἀλλὰ διότι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἐγένετο δυνατὴ νὰ παρασκευάσῃ καὶ συλλέξῃ τὰς ζητουμένας πληροφορίας ἐνωρίτερον. Σήμερον δὲ εἴμεθα ἀκριβῶς ἐν τῇ συνεδριάσει, τῇ ἀμέσως προηγουμένῃ τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν προβῶμεν εἰς τὴν λεπτομερῆ συζήτησιν τῶν συναφῶν μὲ τὴν διαχείρισιν τῶν χρημάτων τῆς ὁδοποιΐας ζητημάτων, θέλομεν γίνει παραίτιοι, νὰ παραταθῇ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπὶ πολὺν ἀκόμη καιρόν. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἦτο καλὸν ἡ συζήτησις ν’ ἀναβληθῇ, καὶ νὰ σταματήσωμεν ἐνταῦθα, ὅπως ἐπιδοθῶμεν εἰς τὰ τακτικὰ ἔργα τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς, νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν δὲ κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον, ὅταν συνέλθωμεν, ἂν δυνηθῶμεν νὰ ἐπιζήσωμεν, νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, νὰ ἐξετάζωμεν τὰ πεπραγμένα.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τακτοποιήσεως ἐνταλμάτων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 279).
§75ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν προετιθέμην νὰ λάβω τὸ λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος, δὲν ἤμην δὲ καὶ παρεσκευασμένος, ἀλλὰ καὶ, ἐὰν ἤμην, κατὰ τοιαύτην ὥραν δὲν ἔχω διάθεσιν νὰ παρατείνω τὴν συζήτησιν. Ἀλλὰ κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην ἐγένετο κυρίως λόγος περὶ τοῦ νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας, προεκλήθην μάλιστα ῥητῶς ὑπὸ συναδέλφων νὰ ἐξηγήσω, πῶς, ἀφοῦ ὁ νομὸς ἐκεῖνος εὑρίσκεται ὡς πρὸς τὴν ὁδοποιΐαν εἰς προνομιοῦχον θέσιν, πῶς παραπονοῦμαι διὰ τὴν κατάστασιν τῆς συγκοινωνίας ἐν Εὐρυτανίᾳ. Πρόκειται λοιπὸν νὰ δηλώσω, ὅτι ἡ Εὐρυτανία, καίπερ ἔχουσα τὸ εὐτύχημα ν’ ἀνήκῃ εἰς τὸν νομὸν, ὅστις ἐχαρακτηρίσθη ὡς προνομιοῦχος, μᾶλλον ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἀνήκει εἰς τὴν Πελοπόννησον, εἰς τὸ τμῆμα δηλ. ἐκεῖνο, ὅπερ θεωρεῖται, ὅτι εἶναι ὑπὸ τὴν δυσμένειαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ κατόπιν τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν πρέπει νὰ πληροφορήσω τοὺς συνεπαρχιώτας μου, ὅτι πλανῶνται, νομίζοντες, ὅτι δὲν βαδίζουσιν ἐπὶ ἁμαξιτῆς ὁδοῦ ἀπὸ Καρπενησίου εἰς Ἀγρίνιον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐμνημόνευσε τοιαύτης ὁδοῦ, ὡς προτιμηθείσης, διότι, εἶπεν, ὅτι αὕτη εἶναι στρατιωτικὴ ὁδὸς, ἡ ὁποία δὲν ἦτο δυνατὸν, εἰμὴ νὰ προτιμηθῇ, καὶ βεβαίως προετιμήθη. Μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἀληθῶς εἶναι στρατιωτικὴ ἡ ὁδὸς, διότι μόνον ἄνδρες, ὑποβεβλημένοι εἰς τὰς κακουχίας τοῦ στρατιώτου, δύνανται νὰ βαδίσωσιν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἂν συνέπεσε ἰδιαζόντως νὰ μεριμνήσῃ διά τινας ἐπαρχίας, ἡ μέριμνά του ἐκανονίσθη, ὡς κανονίζεται καὶ πᾶσα ἄλλη μέριμνά του. Ὑπῆρχον λόγοι ἐξαιρετικοὶ, λόγοι πολιτικοὶ, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν εἰς αὐτὸν νὰ μεριμνήσῃ περὶ ὡρισμένων ἐπαρχιῶν καὶ οὐχὶ περὶ τμημάτων μεγαλειτέρων τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἡ Εὐρυτανία πρέπει νὰ καταταχθῇ φαίνεται εἰς τὴν Πελοπόννησον, ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐμερίμνησε περὶ Στερεᾶς καὶ ὄχι περὶ Πελοποννήσου. Κατὰ τοῦτο, νομίζω, τὸν ἠδίκησαν, ἀποδώσαντες αὐτῷ ἀδυναμίας· ὁ κ. Τρικούπης δὲν ἔχει ἀδυναμίας. Προκειμένου περὶ Εὐρυτανίας, χρεωστῶ νὰ παρατηρήσω, ὅτι δύο ἄλλοι Πρωθυπουργοὶ, ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης, οἵτινες εἶναι Πελοποννήσιοι, περὶ Εὐρυτανίας ἐμερίμνησαν, εἰς οὐδέτερον δὲ ὑπῆρχον προσηλωμένοι πολιτευόμενοι ἐξ Εὐρυτανίας ἰσχύοντες, ὡς παρὰ τῷ κ. Πρωθυπουργῷ ὑποτίθεται ἰσχύων εἷς Ὑπουργός. Ἀλλὰ τότε ὑπῆρχεν ἡ ἰσχὺς τοῦ δικαίου, ὅπερ συνηγόρει ὑπὲρ τῆς Εὐρυτανίας. Καὶ πρὸς συμπλήρωσιν τῆς παρατηρήσεώς μου, ἀναφέρω ὅτι ὁ ἀείμνηστος Ζαΐμης, ὅτε ἐπρόκειτο περὶ συστάσεως Πρωτοδικείου, ἐδήλωσεν, ὁ δικαιότατος ἐκεῖνος ἀνὴρ, ὅτι, ἂν ἐπρόκειτο νὰ συστηθῇ ἓν καὶ μόνον Πρωτοδικεῖον, τοῦτο ἔπρεπε νὰ συστηθῇ κατὰ προτίμησιν ἐν μόνῃ τῇ Εὐρυτανίᾳ. Τοιαύτη εἶναι ἡ θέσις τῆς Ἐπαρχίας ἐκείνης· ἡ Ἐπαρχία ἐκείνη κατοικεῖται ἀπὸ κατοίκους, οἱ ὁποῖοι βαδίζουσιν ἀνυπόδυτοι εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ. Αὐτὴ ἡ ὁδὸς εἶναι ἡ στρατιωτικὴ, ἣν ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἁμαξιτὴ ὁδὸς ἐγένετο ἀπὸ Λαμίας εἰς Καρπενήσιον ἐπὶ τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, καὶ ἐλήφθη μέριμνα καὶ ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ὅπως ἑτέρα τις ὁδὸς, οὐχὶ ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι μεγάλας δαπάνας, κατασκευασθῇ. Ἐχαράχθη ὁδὸς ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι κατόπιν δι’ μικρᾶς δαπάνης δύνανται νὰ μεταβληθῶσιν εἰς τελείας ἁμαξιτάς. Ἐστάλησαν ἐπὶ τοῦ κ. Δηλιγιάννη μηχανικοὶ, ἵνα κατασκευάσωσιν ἀπαραίτητον ὁδὸν χάριν μεγάλου πληθυσμοῦ, ἁμαξιτὴν μὲν, ἀλλὰ στενὴν καὶ μὲ ἰσχυρὰς κλίσεις, διὰ τὸ εὔωνον. Τότε ἐφημερὶς φιλικὴ πρὸς τὸν κ. Τρικούπην ἐποιήσατο κατακρίσεις, ἐπειδὴ συνέπεσε καὶ μία σύμπτωσις, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδυνάμην βεβαίως νὰ ματαιώσω δι’ οὐδενὸς μέσου. Ἔγραψεν ἡ ἐφημερὶς, ὅτι διεσταύρουν τὴν Εὐρυτανίαν μηχανικοὶ, χαράσσοντες δρόμους, εὐθὺ ἄγοντας εἰς τὰ κτήματα τοῦ κ. Χατζοπούλου. Ἀλλὰ τί ἠδύνατο νὰ γίνῃ, ἐὰν κτήματά μου παρεμπίπτωσιν; Ὅστις λάβῃ τὸν γεωγραφικὸν χάρτην καὶ χαράξῃ γραμμὴν ἀπὸ τοῦ Καρπενησίου εἰς Ἀγρίνιον, θ’ ἀπαντήσῃ δύο χωρία, Σελᾶ καὶ Μηλιὰ, τὰ ὁποῖα συνέπεσε ν’ ἀνήκωσιν εἰς ἐμὲ καὶ τὸν ἀδελφόν μου· ἀλλ’ ὑπῆρξε μία πρόνοια. Ἐγένετο χάραξις μιᾶς ὁδοῦ μεγάλης ἁμαξιτῆς καὶ ἐκ μέρους τοῦ κ. Τρικούπη πρὸ ἐτῶν, καὶ ἤρξατο ἡ ἐκτέλεσις ἀπὸ Ἀγρινίου πρὸς τὰ μέρη ἐκεῖνα. Ὑπῆρχε τότε σχέδιον νὰ γίνῃ ὁδὸς ἁμαξιτὴ, διὰ νὰ ἑνώσῃ τὸν νομόν μας πρὸς τὴν Θεσσαλίαν, ὁδὸς δαπανηροτάτη, ἡ ὁποία, τίς οἶδε πόσα ἑκατομμύρια ἤθελε στοιχίσει, καὶ διεσταύρουν τὰ μέρη ἐκεῖνα μηχανικοί. Ἀλλ’ ἐπροχώρησεν ἡ ὁδὸς αὕτη μίαν, δύο ὥρας ἔξωθεν τοῦ Ἀγρινίου, καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ πλέον. Ἐδαπανήθησαν χρήματα ἀρκετὰ καὶ διὰ μηχανικούς, καὶ ἴσως αὐτὰ εἶναι τ’ ἀναφερόμενα, ὡς δαπανηθέντα διὰ τὴν Εὐρυτανίαν, καὶ αὕτη μένει εἰς οἰκτρὰν κατάστασιν. Καὶ δὲν λέγω τοῦτο, Κύριοι,—καὶ ἂν δὲν προεκαλούμην, ἴσως δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον,—διὰ νὰ συνηγορήσω ἐντεῦθεν ὑπὲρ συμφερόντων τῆς ἐπαρχίας μου, δὲν ἔχω τὴν ἁπλότητα ταύτην, ὅτι θέλουσι νομίσει οἱ Εὐρυτᾶνες, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀρκετὰ νοήμονες, ὅτι, ἐὰν τυχὸν κατεσκευάζετο ὁ δρόμος, ἤθελον τὸ πᾶν ἀποδώσει εἰς τοὺς λόγους μου. Ἐὰν δὲν ἀνῆκον εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην, ἀλλὰ τὴν ἐγνώριζον μόνον, τότε ἤθελον διαμαρτυρηθῆ ἐντονώτατα, διότι ὅλαι αἱ λοιπαὶ Ἐπαρχίαι ἔχουσι τοὐλάχιστον ἕνα δρόμον βατὸν, ἐνῷ ἐν Εὐρυτανίᾳ, οἱονεὶ πρὸς εἰρωνίαν, ὑπάρχει ἓν τμῆμα βατῆς ὁδοῦ καὶ μία γέφυρα, ἡ ὁποία πάλιν κατεσκευάσθη ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Τότε εἶχεν ἀποφασισθῆ καὶ ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν, τὸ νὰ κατασκευασθῇ ἐννοεῖται ὅλη ἡ ὁδός. Καὶ ὅμως ἐσταματήσαμεν εἰς ἓν τμῆμα, καὶ πρέπει νὰ κινδυνεύσῃ ὁ ἐκ Καρπενησίου εἰς Μεσολόγγιον μεταβαίνων, ἵνα εὕρῃ εἰς ἓν μέρος βατὴν ὁδὸν, καὶ ἐκεῖθεν πάλιν νὰ ἐπαναλάβῃ τοὺς ἰδίους κινδύνους, τοὺς ὁποίους εἶχε πρὶν, ἵνα, μεταβαίνων εἰς Ἀγρίνιον, ἴδῃ τὸν σιδηρόδρομον! Ἐγὼ ἤμην βεβαίως ὑπὲρ τοῦ σιδηροδρόμου, ἀλλ’ εἶμαι ὑπὲρ τῆς κατασκευῆς αὐτοῦ, ὄχι διὰ νὰ γίνῃ ἁπλῶς μία ἐπίδειξις, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον ν’ ἀπολαύσωσι καὶ αἱ πλησιόχωροι ἐπαρχίαι τῶν στοιχειωδῶν τοὐλάχιστον μέσων τῆς συγκοινωνίας. Καὶ εἰς τὸ ζήτημα δὲ τοῦτο ἡ φαντασιοπληξία μᾶς παρέσυρεν εἰς τοιαύτην ὁδὸν, τῆς ὁποίας τὰς συνεπείας ἴσως ἀκόμη δὲν αἰσθανόμεθα, ἀλλὰ θὰ τὰς αἰσθανθῶμεν μετ’ οὐ πολὺ, ἀλλὰ τότε θὰ ἐφαρμόζηται τὸ ῥητὸν ἐκεῖνο «ῥεχθὲν νήπιος ἔγνω». Ἰδίως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς συγκοινωνίας μετήλθομεν σύστημα, τοῦ ὁποίου τὴν ἐκτέλεσιν ἐὰν ἔβλεπεν εἷς ξένος, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἤθελε θεωρήσει, ὅτι παρεφρονήσαμεν ἐν Ἑλλάδι. Βλέπει τις τὴν τρομερὰν αὐτὴν ἀντίθεσιν μεταξὺ τῶν διαφόρων μερῶν τοῦ Κράτους. Μεταβαίνετε εἰς μίαν ἐπαρχίαν καὶ βλέπετε, ὅτι ἐπεδαψιλεύθησαν εἰς αὐτὴν τὰ τελειότερα μέσα τῆς συγκοινωνίας, καὶ μεταβαίνοντες εἰς ἄλλην, θέλετε ἰδεῖ αὐτὴν εἰς ἀγρίαν κατάστασιν. Ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα καὶ τώρα εἰσέτι ἐξακολουθεῖ τοιαύτη κατάστασις. Εἰς μέρη τινὰ πρὸς διάβασιν χειμάῤῥου εὑρίσκεται ἓν σχοινίον, διὰ νὰ διαβιβάζωνται οἱ ἄνθρωποι διὰ τοῦ μέσου τούτου, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι ἄλλοτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης περιέγραψεν ἀπὸ τοῦ βήματος....
§76ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀλλ’ ἐστήθη ἡ γέφυρα.
§77ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἔστησε τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ κ. Δηλιγιάννη.
§78ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ....
§79ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ διὰ τὴν γέφυραν τοῦ Προυσοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ἐπὶ τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Καρπενησίου εἰς Μεσολόγγιον. Μήπως νομίζητε, ὅτι θέλω ἀμφισβητήσει, ὅτι καὶ σεῖς κατεσκευάσατε μίαν γέφυραν; Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, ἐὰν ἔχῃ τὴν στοιχειώδη συγκοινωνίαν ἡ Εὐρυτανία μὲ τὸ Μεσολόγγιον. Ἀλλ’ ἀφίνω τὸ θέμα τοῦτο, τὸ εἰδικὸν, διότι ἐγὼ δὲν πρόκειται, ἀφοῦ μάλιστα ὑπάρχει καὶ Ὑπουργὸς ἐκ τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, νὰ ἐπιδείξω ἐνταῦθα μέριμναν περὶ τῆς ἐπαρχίας μου, ἀλλὰ λέγω γενικῶς διὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠκολουθήσαμεν, τὸ ὁποῖον εἶναι οἰκτρόν, διότι δὲν ἐμεριμνήσαμεν περὶ τῶν στοιχειωδεστάτων, περὶ τῆς συγκοινωνίας διὰ τῶν βατῶν ὁδῶν καὶ τῶν γεφυρῶν, ἀλλὰ κατασκευάζομεν, κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τοῦ κομματικοῦ συμφέροντος, ἀρύθμως, ἔργα τινὰ πολυτελῆ, ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, καὶ νομίζομεν, ὅτι μεταβάλλομεν τὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους καὶ ἐνῷ ὑφίσταται τὴν καταπόνησιν ταύτην ὁ τόπος, δὲν ἀπολαμβάνει καὶ τῆς ἐλαχίστης ἀνακουφίσεως, διότι οὐδὲν ἔργον κατεσκευάσθη μεθοδικῶς καὶ ἐν συνδυασμῷ πληρεστέρου ἐφεκτικοῦ συστήματος. Ἐδαπανήθησαν τόσα ἑκαμμύρια καὶ δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ὁ τόπος ἀπήλαυσε τῶν ἀγαθῶν τῆς συγκοινωνίας, καὶ διὰ τοῦτο σχετικῶς πρὸς τὴν Εὐρυτανίαν, μόλον ὅτι ἐδαπανήθησαν ἀλλαχοῦ ἑκατομμύρια, δὲν κατεσκευάσθησαν τὰ ἔργα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἤθελον ὑπηρετήσει καὶ τὰ καλῶς ἐννοούμενα συμφέροντα τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν. Ἐὰν κατεσκευάσθη πολυτελής τις δρόμος ἐπὶ τῆς παραλίας τοῦ Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος χρησιμεύει διὰ περίπατον, (ἐννοῶ τὸ boulevard ἐκεῖνο, τὸ πρὸ τῆς παραλίας, διὰ τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθησαν, νομίζω, 250,000 δραχμῶν, ἴσως καὶ ἐπὶ βλάβῃ τῆς ὑγείας τῶν κατοίκων,) ἐγένετο καὶ ἄνευ κατεπειγούσης ἀνάγκης καὶ ἄνευ ἴσως ἀναλόγου χρησιμότητος. Ἐὰν ὅμως τὰ χρήματα ἐκεῖνα ἐδαπανῶντο διὰ μίαν συγκοινωνίαν ἀπὸ τῆς Εὐρυτανίας εἰς τὸ Μεσολόγγιον, θὰ ὑπηρετοῦντο ἐν γένει πολὺ πρακτικώτερον τὰ συμφέροντα, τὰ καλῶς ἐννοούμενα, καὶ τοῦ Μεσολογγίου καὶ ὅλων τῶν νομῶν....
§80ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι ὠφελήθησαν.
§81ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ παραλιακοῦ δρόμου, ὄχι περὶ τῆς ὁδοῦ Τουρλίδος.
§82ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ αὐτοῦ, κύριε Χατζόπουλε, τὸ ἠξεύρομεν.
§83ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρετε περὶ τίνος πρόκειται. Ὅλα ταῦτα λοιπὸν, Κύριοι, δυστυχῶς ἀποτελοῦσι κατασπατάλησιν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, καὶ τότε μόνον δύναται νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἀληθῶς σπουδαῖόν τι ἀπεκτήσαμεν, ὅταν θεωρηθῇ, ὅτι εἶναι λογικὴ ἡ ἀρχὴ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δηλ. τὸ πολυτιμότερον χρῆμα εἶναι τὸ καταναλωθέν. Βεβαίως, ἐὰν αὕτη ἦναι ἀληθὴς ἰδέα, δύναται νὰ καυχηθῇ, ὅτι ἐφεῦρε τὸν καταλληλότατον πλοῦτον, διότι κατανάλωσις ἐγένετο μεγάλη ἀλλ’ ἐνῷ ἐγένετο κατανάλωσις μεγάλη, ὁ τόπος δὲν ἀπήλαυσε τῶν ἐξ αὐτῆς ἀγαθῶν.
§84ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§85ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις θέλω προσθέσει εἰς ἀπάντησιν τῶν κυρίων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι κάθηνται εἰς τὴν πλευρὰν ἐκείνην (δεικνύει τὴν δεξιὰν) καὶ οἱ ὁποῖοι, εἰπόντες, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδαπάνησε καὶ δαπανᾷ πολλὰ ἑκατομμύρια διὰ τὴν ὁδοποιίαν τοῦ ἰδίου αὐτοῦ νομοῦ, μέμφονται τοὺς ἄλλοτε κυβερνήσαντας Πρωθυπουργοὺς, λέγοντες, ὅτι δὲν ἔπραξαν καὶ αὐτοὶ τὸ αὐτὸ εἰς τοὺς ἰδίους των νομούς. Διὰ νὰ ἐννοήσωσι, πόσον ἄδικος εἶναι ἡ μομφὴ αὕτη, τοὺς παρακαλῶ νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψει, πόσον ποσὸν μετὰ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἄλλων ὑποχρεώσεων τοῦ Ταμείου τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας ἐπερίσσευσε, διὰ νὰ δαπανηθῇ εἰς κατασκευὴν ἐθνικῶν ὁδῶν. Παραλείπων τὸ ἔτος 1881, διότι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, ἐκτὸς τῶν τακτικῶν πόρων ἔλαβε τὸ ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας καὶ δραχμὰς 2,000,000 ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, αἵτινες ἐχρησίμευσαν διὰ κατασκευὴν στρατιωτικῶν ὁδῶν εἰς τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα, παρατηρῶ, ὅτι, κατὰ τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον κατέστρωσα καὶ ὑπέβαλα ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὁ ὁποῖος ἐτυπώθη, μέχρι τοῦ ἔτους 1880 τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐπερίσσευσεν ἀπὸ τὰς λοιπὰς ἀνάγκας καὶ ἐδαπανήθη εἰς κατασκευὴν ὁδῶν, ἀναβαίνει περίπου εἰς 5,000,000· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰσεπράττοντο ἀπὸ τοὺς διαφόρους νομοὺς ἀνώτερα ποσὰ, τὰ ὁποῖα κατελογίζοντο εἰς λογαριασμὸν τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, ἀλλ’ ἐκ τῶν χρημάτων τούτων ἦτο ὑποχρεωμένον τὸ Ταμεῖον νὰ δαπανᾷ κατὰ προτίμησιν διὰ τὴν ἐπιχορήγησιν τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, διὰ τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦ 1867–1880 ἐπληρώθησαν ὑπὲρ τὰ 4,000,000, ἦτο ὑποχρεωμένον νὰ δαπανᾷ διὰ τὴν συντήρησιν τῶν δημοσίων ὁδῶν, αἱ ὁποῖαι εἶχον κατασκευασθῇ πρὸ τοῦ 1867, ἀφοῦ δὲ ἀφαιρέσητε ὅλας αὐτὰς τὰς ἀναποφεύκτους δαπάνας, δὲν ἔμενεν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ δαπανηθῇ διὰ κατασκευὴν ἄλλων ἐθνικῶν ὁδῶν, εἰμὴ μόνον ποσὸν 5,000,000· τοῦτο δὲ δὲν ἠδύνατο οὔτε ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος, οὔτε ὁ ἀείμνηστος Ζαΐμης νὰ δαπανήσωσιν ἀποκλειστικῶς διὰ τοὺς νομούς των, ὤφειλον νὰ δαπανήσωσιν ἐξ αὐτῶν δι’ ὅλον τὸ Κράτος· καὶ ὑπῆρχον πολλαὶ ὁδοὶ, αἵτινες δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ προτιμηθῶσιν· ἔκαμνον ἔργα τινὰ καὶ εἰς τὰς ἰδίας των ἐπαρχίας καὶ εἰς τοὺς νομούς των, ἀλλὰ δὲν ἠδύναντο νὰ κάμωσιν, ὅ,τι κάμνει σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν τὰ πράγματα μετεβλήθησαν· τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ηὔξησαν οἱ τακτικοὶ αὐτοῦ πόροι, ἔλαβε καὶ τὸ δάνειον τῶν 20,000,000, καὶ ἑπομένως ἠδύναντο νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἔργα εἰς ὅλους τοὺς νομοὺς τοῦ Κράτους, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ τηρήσῃ μίαν τινὰ ἀναλογίαν. Λέγω ταῦτα, διὰ νὰ παύσῃ τὸ παράπονον μερικῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι κατακρίνουσι τοὺς ἀειμνήστους ἐκείνους ἄνδρας, διότι δὲν ἐφρόντιζον διὰ τοὺς ἰδίους των νομούς· ἐφρόντιζον καὶ εἶχον διάθεσιν νὰ κάμωσι πολλὰ, ἀλλ’ ἔλειπον τὰ μέσα, διότι ὅλον τὸ ποσὸν τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας διὰ κατασκευὴν ἐθνικῶν ὁδῶν ἐν διαστήματι 13 ἐτῶν ἦτο μόνον 5,000,000.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ βʹ ἀντικειμένου τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§87ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἡ ὥρα παρῆλθε, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναβάλωμεν πλέον διὰ τὴν Δευτέραν.
§88ΕΤΕΡΟΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Νὰ ἐξακολουθήσωμεν. Ὁ κ. Καραπάνος θέλει νὰ ὁμιλήσῃ.
§89ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι εὐδιάθετος νὰ ὁμιλήσω, ἐὰν λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἐξακολουθήσεως τῶν ἐργασιῶν.
§90ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Τὸ ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἀφορμὴν ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Πετρίδου, δὲν ἔληξεν εἰσέτι· πρόκειται καὶ ἄλλοι νὰ λάβωσι τὸν λόγον, καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ εἰς ἄλλην ἡμέραν.
§91ΤΙΝΕΣ. Εἴπομεν, ὅτι ἀνεβλήθη εἰς τὴν ἄλλην Σύνοδον.
§92ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι προτοῦ νὰ μάθωμεν πόσα πρέπει νὰ ἐξοδεύσωμεν, πρέπει νὰ μάθωμεν καὶ ποῦ πρέπει νὰ τὰ ἐξοδεύσωμεν.
§93Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κυρίως δὲν πρόκειται περὶ τούτου, διότι μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ σεβαστοῦ μου φίλου, νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Πετρίδου θέλει ἀναβληθῆ βεβαίως, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ διὰ τὴν Δευτέραν καὶ περαιτέρω ἡ συζήτησις· πρόκειται ὅμως περὶ τοῦ ἑξῆς, ὅτι ἡ Βουλὴ, κεκμηκυῖα ἤδη, δὲν δύναται πλέον νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, διότι πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι ἀναγεγραμμένα ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα βεβαίως ἔχουσιν ἀνάγκην μεγάλης συζητήσεως, καθ’ ὅσον ἐγὼ τοὐλάχιστον γνωρίζω, ἑπομένως δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν ἀπόψε, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν διὰ τὴν Δευτέραν· δὲν πιστεύω δὲ, ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ ἀντίῤῥησιν.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμνετε πρότασιν περὶ ἀναβολῆς;
§95Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν προτείνω τὴν ἀναβολὴν, ἀναμένω ὅμως τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν λεχθέντων παρ’ ἐμοῦ. Ἂν ἐξακολουθῇ νὰ σιωπᾷ, τότε θὰ σκεφθῶ, ἂν ὡς συμπέρασμα τῆς ὁμιλίας μου πρέπῃ νὰ ἦναι πρότασις περὶ ἀναβολῆς, ἢ ὄχι.
§96ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τώρα ἀλλάσσομεν γνώμην, βλέπω, ἐνῷ συνεφωνήθη ἄλλως.
§97Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐλέχθη, ὅτι ἄλλως συνεφωνήσαμεν καὶ ὅτι ἀλλάσσομεν γνώμην;
§98ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Βεβαίως. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι μόλις τελειώσωσι τὰ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει προτεταγμένα, θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ δὲ Ἀντιπολίτευσις τὸ ἐδέχθη. Προσδιωρίσαμεν τὴν Δευτέραν διὰ τὸν Προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ....
§99ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως τὴν Δευτέραν θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν.
§100ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ἦσθε σύμφωνοι νὰ εἰσέλθωμεν τὴν Δευτέραν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ἂς ἀναβάλλωμεν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 μ. μ.