1889.01.25
2,722 rows · 21,280 words · 145 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 67
Τῆς 25 Ἰανουαρίου 1889.
(Τετάρτη).
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ Ἀναστασίου Στεργίου, πρώην κλητῆρος τῆς Βουλῆς, παθόντος ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Βουλῆς, αἰτουμένου μηνιαῖον βοήθημα.
§2ΡΙΚΑΚΗΣ. Καλὸν εἶναι νὰ τῷ δοθῇ μικρὸν βοήθημα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς;
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς, ἵνα ὑποβάλῃ ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης ἔκθεσιν. Πολλοὶ ἐργάται, ἐργασθέντες εἰς τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τοῦ δήμου Ἀθηναίων ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου 1888 μέχρι τέλους Νοεμβρίου, ἀναφέρουσιν, ὅτι δὲν ἔλαβον εἰσέτι τοὺς μισθούς των, καὶ παρακαλοῦσι νὰ πληρωθῶσιν ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, διότι τὸ Δημοτικὸν εὑρίσκεται εἰς ἀπορίαν. Ἀναφορὰ τῶν κυνηγῶν Ἀθηνῶν, αἰτουμένων τὴν ἐλάττωσιν τοῦ περὶ ἀδειῶν κυνηγεσίας φόρου. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Κάτοικοι Λαμίας ζητοῦσι νὰ ψηφισθῇ νόμος περὶ διαγραφῆς αὐτῶν ἐκ τῶν βιβλίων τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου διὰ τὴν ὑπ’ αὐτῶν δοθεῖσαν ἐγγύησιν εἰς τὴν Τελωνιακὴν Ἀρχὴν ὑπὲρ τῶν προσφύγων Θεσσαλῶν κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1878.
§6ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἀναφερόμενοι ἔχουσι δίκαιον, καὶ πρέπει ἡ ἀναφορὰ αὐτῶν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους, διότι τὰ ζῶα ταῦτα ἦλθον εἰς Λαμίαν ὡς ἐκ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων.
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς ἀπάντησιν ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, ὑποβάλλω ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν πίνακα, ἐμφαίνοντα τὴν κατὰ τοὺς πίνακας τοῦ ΑΤΚΓʹ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νόμου δύναμιν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τοὺς ἤδη ὑπάρχοντας καθ’ ὅπλον καὶ βαθμόν. Ἕτερον πίνακα, ἐμφαίνοντα ἀριθμητικῶς τὰς ὀργανικὰς θέσεις τῶν ἀξιωματικῶν καθ’ ὅπλον καὶ σῶμα, καὶ ἕτερον, ἐμφαίνοντα τοὺς κατέχοντας τὰς γενικὰς ὀργανικὰς θέσεις ἀξιωματικούς.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 269–271).
§9Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν εἶχε καταθέσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πίνακα περὶ τῶν εἰσφερομένων ὑπὸ τῶν δήμων χρηματικῶν ποσῶν πρὸς πληρωμὴν ἀντιμισθίας Δημολογιστῶν. Ὁ πίναξ ἔμελλε νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, ἀλλὰ παρῆλθον 8 ἡμέραι ἔκτοτε...
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τυποῦται.
§11ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Καταθέτω τὸν ζητηθέντα πίνακα τῶν δαπανῶν διὰ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ἐργασιῶν τῶν ἐν Γαλλίᾳ ναυπηγουμένων πλοίων κατὰ τὸ ἔτος 1887. Ὡσαύτως ὑποβάλλω νομοσχέδιον, περὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν εἰς ξένα πολεμικὰ πλοῖα ἐκπαιδευομένων ἀξιωματικῶν τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 272).
§12ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Καταθέτω τὸν ζητηθέντα φάκελλον, τὸν ἀφορῶντα εἰς τὸν λιμένα Πατρῶν. Ἀπαντῶν δὲ εἰς ἐπερώτησιν, γενομένην χθές, περὶ τριῶν ὁδῶν, λέγω, ὅτι ἡ μὲν ὁδὸς ἀπὸ Μεσσήνης εἰς Πύλον χαράσσεται ὡς σιδηροδρομική, διότι, ὡς εἶναι γνωστόν, πρόκειται περὶ προσεχοῦς συμπληρώσεως τοῦ συμπλέγματος τῶν Πελοποννησιακῶν σιδηροδρόμων, ἐν ᾧ περιλαμβάνεται καὶ ἡ γραμμὴ μεταξὺ Μεσσήνης καὶ Πύλου· περὶ δὲ τῆς ὁδοῦ Πύλου–Γιαλόβης, ἦτο ἀνακριβὲς τὸ λεχθὲν, ὅτι οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια περὶ ταύτης, διότι τὸ Ὑπουργεῖον ἀπὸ ἱκανοῦ χρόνου καὶ ἐπὶ ταῖς ἐπανειλημμέναις παραστάσεσι τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ νομοῦ, ἰδίως δὲ τοῦ μετὰ τῆς ἐπαρχίας Πυλίας ἰδιαιτέρως σχετιζομένου, ἐφρόντισε περὶ τῆς ὁδοῦ. Ἐξετέθη δὲ ἤδη ἡ ὁδὸς εἰς δημοπρασίαν, καὶ ἀναμένονται τὰ πρακτικὰ, ὅπως τὸ Ὑπουργεῖον ἀποφανθῇ. Ἐπὶ τῆς ὁδοῦ δὲ Βαλανιδιᾶς–Κυβερίου ἀπὸ πολλοῦ ὑπάρχει ἑτοίμη ἐργασία προπαρασκευαστικὴ, ὅπως καὶ ἄλλων πολλῶν ὁδῶν, μένουσα ὅμως ἐκκρεμὴς, διότι ἡ ὁδὸς εἶναι μὲν χρήσιμος, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τῆς πρώτης ἀνάγκης, σήμερον δὲ κατασκευάζονται κατὰ προτίμησιν αἱ τῆς πρώτης ἀνάγκης, ἐπιφυλασσομένης τῆς Κυβερνήσεως, νὰ προβῇ εἰς ἀνάληψιν ὑποχρεώσεων πρὸς κατασκευὴν καὶ ἑτέρας ὁδοῦ εὐθὺς, ὡς λήξωσιν αἱ ὑποχρεώσεις, αἱ ἤδη ἀνειλημμέναι.
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ τακτοποιήσεως ἐνταλμάτων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 273).
§14ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας κ. Πετρίδης, ἀνεκοίνωσε χθὲς παράπονα Γεωργίου Ζέρβα, ἐξ Ἐπιδαύρου, παραπονουμένου, ὅτι δὲν ἐδόθη ἡ δέουσα προσοχὴ ἐπὶ τῆς καταγγελίας αὐτοῦ. Ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐν Ναυπλίῳ, προκληθεὶς, μοὶ ἔδωκε τὰς ἑξῆς πληροφορίας τηλεγραφικῶς. (Ἀναγινώσκει). Ἐκ τούτων βλέπετε, ὅτι διετάχθη ἀνάκρισις, ἐστάλη δὲ καὶ δύναμις στρατιωτικὴ, πρὸς πρόληψιν ὁμοίων σκηνῶν.
§15ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφον, ἐρωτήσαντα πρὸ ἡμερῶν περὶ τῆς πιστώσεως τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐζητήθη ἀναπληρωτικὴ πίστωσις, δίδω τὴν ἑξῆς πληροφορίαν, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη κατηρτίσθη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἀλλὰ περιλαμβάνει ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον 12, ἐνῷ ὁ κ. συνάδελφος ἐζήτησε μόνον ἓν τμῆμα· παρήγγειλα λοιπὸν, ὅπως ἐκ τῆς γενικῆς καταστάσεως καταρτισθῇ τοιαύτη τῶν σημειωθέντων ἐδαφίων τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου. Πρὸ ἡμερῶν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος ἀνέγνωσεν ἐν τῇ Βουλῇ περικοπὴν ἐκθέσεως τοῦ πρώην βοηθοῦ τοῦ Νομισματικοῦ Μουσείου Ἰωάννου Σβορώνου, ἀπευθυνομένην πρὸς τὸν συνήγορον αὐτοῦ κ. Κωστῆν, δικηγόρον, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐξέθετεν οὗτος, ὅτι, ἐρωτήσας τοὺς ἐν Παρισίοις ἀρχαιοπώλας Φεαρδὰν καὶ Ῥολλὲν περὶ τῆς κλοπῆς τοῦ Νομισματικοῦ Μουσείου, ἂν ἐγίνωσκον, ὅτι ἐκλέπτετο πρὸ καιροῦ τὸ Μουσεῖον τοῦτο, ἔμαθε παρ’ αὐτῶν, ὅτι οὗτοι ἀληθῶς γνωρίζουσιν, ὅτι πρὸ πολλοῦ ἐκλέπτετο τὸ ἐν Ἀθήναις Μουσεῖον, ἀλλ’ οὐχὶ τὸ Νομισματικὸν, ἀλλὰ τὸ Μουσεῖον τῶν γλυπτῶν ἔργων, τὸ διευθυνόμενον ὑπὸ τῆς Ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἐσύστησέ μοι νὰ ἐξετάσω περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἀμέσως ἀπήντησα εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι ἔλαβον γνῶσιν τῶν ἐν τῷ φυλλαδίῳ ἐκτιθεμένων, καὶ ἀμέσως ἀπηύθυνα ἐπιστολὴν πρὸς τὸν κ. Κωστῆν, πρὸς ὃν, κατὰ τὰ ἐκτιθέμενα ἐν τῇ ἐκθέσει, θὰ ἀπέστελλον οἱ ἀρχαιοπῶλαι πιστοποίησιν περὶ τούτου, παρακαλῶν, ἵνα μοὶ ἀνακοινώσῃ τὸ περιεχόμενον τῆς πιστοποιήσεως ταύτης, ἵνα ἐξ αὐτοῦ ὁδηγηθῶ εἰς τὰς περαιτέρω ἐρεύνας. Ὁ κ. Κωστῆς μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι δὲν εἶχε λάβει τοιοῦτον ἔγγραφον, καὶ ὅτι, ἅμα ἤθελε λάβει τοῦτο, ἤθελε μοὶ ἀνακοινώσει τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ, ἂν τὰ συμφέροντα τοῦ πελάτου του δὲν ἐβλάπτοντο. Μετὰ τὴν ἀπάντησιν ταύτην, παρεκάλεσα τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν συνάδελφον, ἵνα ἀπευθύνῃ ἔγγραφον πρὸς τὴν ἐν Παρισίοις Πρεσβείαν, καὶ ζητήσῃ πληροφορίας. Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ πρὸς τὸν Πρέσβυν, καὶ τὴν ἀπάντησιν τούτου, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἀρχαιοπῶλαι, ἐρωτηθέντες παρὰ τοῦ γραμματέως τῆς Πρεσβείας κ. Κριεζῆ, εἶπον, ὅτι οὐδεμίαν ἀνακοίνωσιν ἔκαμον. ποτὲ πρὸς τὸν κ. Σβορῶνον, εἴτε περὶ κλοπῆς τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου, εἴτε περὶ κλοπῆς τοῦ Νομισματικοῦ, καὶ ὅτι οὐδὲν ἐγνώριζον περὶ τούτων μέχρι τῆς δίκης τοῦ Ῥαυτοπούλου.
§16ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποῖα μέτρα πρακτικὰ ἐλάβετε κατ’ αὐτοῦ, τοῦ πρώην ὑπαλλήλου;
§17ΜΑΝΕΤΑΣ. Αὐτὸ ἀφορᾷ εἰς τοὺς συκοφαντηθέντας παρ’ αὐτοῦ ὑπαλλήλους· αὐτοὶ ἀπήντησαν εἰς αὐτὸν διὰ τοῦ τύπου, καὶ, ὡς ἀνέγνων ἐν τῇ ἀπαντήσει των, θέλουσι καταγγείλει πρὸς τὴν Δικαστικὴν Ἀρχὴν τὸν συκοφαντήσαντα αὐτούς. Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε κατάστασιν περὶ τῶν δαπανῶν καὶ τῶν προσόδων τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Καταθέτω τὰ πρακτικὰ τῆς Ἑταιρίας ταύτης, ἐν τοῖς ὁποίοις ὑπάρχουσι πίνακες τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ἐξ ὧν δύναται νὰ λάβῃ πληροφορίας. Δὲν ἦτο δυνατὸν, ἐν βραχεῖ χρόνῳ νὰ καταρτισθῇ ὁ πίναξ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Ἔγραψα καὶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Ἑταιρίας, ἵνα διατάξῃ νὰ καταρτισθῇ ὁ πίναξ καὶ ἀποσταλῇ τὸ ταχύτερον. Διὰ τὸ κατεπεῖγον δὲ, καταθέτω τὰ πρακτικά.
§18ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Μετὰ δύο ἡμέρας θὰ ἦναι ἑτοίμη ἡ ἔκθεσις περὶ τῆς περιουσίας τῆς Ἑταιρίας.
§19ΣΑΚΚΗΣ. Χθὲς ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα ποιήσω παραστάσεις πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὰ παράπονα τοῦ ἐμπόρου Καραγιαννάκη περὶ τοῦ ὀφειλομένου αὐτῷ ἀντιτίμου ἐξ εἰδῶν τοῦ μονοπωλείου. Σήμερον δ’ ἀναγκάζομαι καὶ αὖθις νὰ λάβω τὸν λόγον, λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ παρακλήσεων ἐμπόρων τινῶν Πειραιῶς καὶ Ἀθηνῶν, παραπονουμένων, ὅτι καθυστερεῖται καὶ εἰς αὐτοὺς τὸ ἀντίτιμον τῶν κατατεθέντων εἰδῶν τοῦ Μονοπωλείου καὶ ὧν τὸ ποσὸν ἀνέρχεται μέχρις 20 χιλιάδων δραχμῶν. Παρακαλοῦσι δὲ δι’ ἐμοῦ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς δικαίας καὶ νομίμου αὐτῶν ἀξιώσεως.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος οὗτος, ἠγγέλθη, ὅτι δὲν ἤθελε κυρωθῆ ἐπὶ χρόνον πολὺν, ἵνα δοθῇ καιρὸς εἰς τοὺς ἔχοντας παιγνιόχαρτα, ὅπως διαθέσωσιν αὐτά· πράγματι δὲ ὁ νόμος περὶ παιγνιοχάρτων ἐκυρώθη τὴν 22 Μαρτίου 1884, διὰ Βασιλικοῦ δὲ Διατάγματος ὡρίσθη ἡμέρα ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, ἡ 1 Φεβρουαρίου 1885. Ἐδόθη ἄρα διορία, πλέον ἢ ἀποχρῶσα, πρὸς διάθεσιν τῶν παιγνιοχάρτων· ἀλλ’ ἀντὶ τούτου οἱ ἔμποροι εἰσήγαγον καὶ ἄλλα, ἀποτέλεσμα δὲ τούτου ὑπῆρξεν, ὅτι κατὰ τὴν λῆξιν τῆς διορίας ὑπῆρχον πολλὰ παιγνιόχαρτα, ἅτινα, ἀρξαμένης τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, ἔπρεπε νὰ κατατεθῶσιν ἐν τῇ διαμετακομίσει, ἵνα ἀποσταλῶσιν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἡ ἐκ τῆς διαμετακομίσεως ἐξαγωγὴ ἐπιτρέπεται καὶ ἤδη, ἀλλ’ ἡ περὶ ἀποζημιώσεως κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀξίωσις οὔτε εἰς τὸν νόμον οὔτε εἰς τὴν ἐπιείκειαν στηρίζεται.
§21ΣΑΚΚΗΣ. Τουλάχιστον νὰ δοθῶσι τὰ χρήματα εἰς ἐκείνους, οἵτινες συνεμορφώθησαν μὲ τὸν νόμον.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅσοι συνεμορφώθησαν πρὸς τὸν νόμον ἐπληρώθησαν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τακτοποιήσεως ἐνταλμάτων τῆς Στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 5 καὶ 7 τοῦ νόμου ΑΦΝϚʹ περὶ Νομαρχιακῶν Συμβούλων. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν).
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1ον. (Ἀναγινώσκεται).
§26ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπεφυλάχθη, νὰ δώσῃ διασαφήσεις ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμα, περὶ τοῦ, πῶς θὰ γίνεται γνωστὸν, ποῖοι εἶναι οἱ διατελοῦντες ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ.
§27ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὴν ἀπάντησιν ἔδωκα χθές: Καθ’ ὃν τρόπον εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωσι τοὺς διατελοῦντας ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ κατὰ τὸν ὑπάρχοντα νόμον. Τοῦτο εἶναι ζήτημα πραγματικὸν, τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα ἐκ τῶν προτέρων νὰ κανονίσωμεν.
§28ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ ἀτέλεια τοῦ νόμου, τοῦ προηγουμένου, δὲν δικαιολογεῖ τὴν ἀτέλειαν τοῦ σήμερον παρουσιαζομένου. Καὶ εἶναι καλὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ἡ παρατήρησις, ἡ ὁποία καὶ παρ’ ἄλλων ὑπεβλήθη, δηλ. ἡ λέξις «ἀνακηρυχθέντας» ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς λέξεως «ἐκλεχθέντας». Ἐὰν τοῦτο δὲν γίνῃ, νὰ ταχθῇ προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ ὑποχρεῶνται οἱ Δήμαρχοι καὶ οἱ προϊστάμενοι τῶν Νομαρχιακῶν Ἐπιτροπῶν νὰ ὑποβάλλωσι πίνακα τῶν διατελούντων εἰς ὅλας τὰς ὑπηρεσίας τὰς δημοτικάς.
§29ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο δύναται νὰ γίνῃ διοικητικῶς. Ἡ παρατήρησις, ἡ γενομένη χθὲς, περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ἀνακηρύξεως, εἶναι ἴσως ὀρθὴ, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπωφεληθῶμεν ἐξ αὐτῆς ἐνταῦθα, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐγγίσωμεν τὸν κύριον ἐκλογικὸν νόμον, ἐφ’ οὗ ἐγκεντρίζεται ἡ διάταξις αὕτη· τοιαύτη προσθήκη ἀντιβαίνει εἰς τὴν οἰκονομίαν τοῦ νομοσχεδίου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεων εἰς τὸ ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς τελωνιακὸν δασμολόγιον.
§31ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τῆς τροπολογίας, τῆς κοινοποιηθείσης σήμερον, ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τῆς Βουλῆς. Ὑποβιβάζομεν τὸ τέλος τῶν ἐκ πεύκης καὶ ἐλάτης ξύλων, τῶν παραγομένων ἐν τῷ τόπῳ καὶ καταναλισκομένων ἐν αὐτῷ· οὕτω δὲ βλάπτομεν τὴν ἐγχώριον παραγωγήν.
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐλάττωσις τοῦ τέλους ἐπὶ τῶν ξύλων τῆς ἐλάτης, ἐφ’ ὅσον ταῦτα εἰσάγονται στρογγύλα εἰς κορμοὺς μετὰ φλοιοῦ, ἢ ἄνευ φλοιοῦ, ἐγένετο καὶ ἐκ λόγων δικαιοσύνης καὶ πρὸς περιφρούρησιν τῶν ἡμετέρων δασῶν. Ἐκ λόγων δικαιοσύνης, διότι ἡ εἰσαγωγὴ, ἡ γενομένη ἐπὶ τῷ αὐτῷ δασμολογικῷ ὅρῳ τῶν εἰς κορμοὺς ξύλων καὶ τῶν ξύλων εἰς σανίδας, ἢ εἰς ἄλλο σχῆμα, τουτέστι, πριονισμένων ἢ πελεκημένων, δὲν εἶναι δικαία. Τὸ πριόνισμα ἀφαιρεῖ μέρος τῆς ὕλης τοῦ στρογγύλου ξύλου, ὡς καὶ ὁ τετραγωνισμός. Πάντα ὑπελογίσθησαν ἐν τῷ Τμήματι τῷ Δασονομικῷ τοῦ Ὑπουργείου, ἐπὶ τῇ βάσει πινάκων, οὓς ἐκόμισα ἐνταῦθα, καὶ καθ’ οὓς ἀναλογεῖ ἐλάττωσις δασμοῦ κατὰ 35 ἕως 38% πρὸς τὴν ἀπώλειαν τοῦ ξύλου ἐκ τοῦ πριονίσματος καὶ ἐκ τοῦ τετραγωνισμοῦ. Τοιαύτη μείωσις δὲν ἐγένετο μέχρι τοῦδε, καὶ διὰ τοῦτο εἰσήγοντο τὰ ξύλα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰς σχήματα κατάλληλα διὰ τὴν οἰκοδομικὴν, ἐθεωρήσαμεν δὲ, ὅτι, ἀποδίδοντες ἁπλῆν δικαιοσύνην, δυνάμεθα νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν σύστασιν καταστημάτων ἐν Ἑλλάδι πριονισμοῦ καὶ προχείρου κατεργασίας τῆς ξυλείας. Τοιοῦτον κατάστημα ὑπῆρχεν ἐν Πάτραις, καταστραφὲν ἐκ πυρκαϊᾶς, ἤδη συνιστᾶται καὶ πάλιν· καὶ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προκόψῃ τὸ κατάστημα τοῦτο, ἂν ἐπεβάλλετο ὁ δασμὸς, συνυπολογιζομένης καὶ τῆς ἀναλογίας τῶν ξύλων, τῆς διὰ τοῦ πριονίσματος καὶ τοῦ τετραγωνισμοῦ ἀπολλυμένης. Ὅπως δήποτε, συμφέρει τῇ χώρᾳ ἡ εἰσαγωγὴ τῶν ξύλων ἀκατεργάστων, ὅπως ὑποβάλλωνται ἐνταῦθα εἰς κατεργασίαν, ἐπειδὴ δὲ, εἰσαγόμενα ἀκατέργαστα, φέρουσιν ὄγκον, μεγαλείτερον τῶν κατειργασμένων, εἶναι δίκαιον ὁ ὄγκος οὗτος, ὅστις θὰ ἐκλείψῃ, πρὶν ἢ παραδοθῶσι τὰ ξύλα εἰς τὴν ἐμπορίαν, νὰ μὴ φορολογῆται. Ἀποτέλεσμα τῶν ἑτέρων διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ἐτροποποιήθη, τουτέστι τῆς ἐλαττώσεως τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῆς ξυλείας τῆς ἐλάτης, σχετικῶς πρὸς τὴν ξυλείαν τῆς καστανέας καὶ τῆς δρυὸς καὶ τῆς περαιτέρω ἐλαττώσεως τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῆς ξυλείας τῆς ἐλάτης, ὅταν αὕτη εἰσάγηται ἐν σχήματι τραβῶν καὶ μαδερίων, εἶναι κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι δὲν θέλει ἐνισχυθῆ ἡ ὑλοτομία ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν. Καὶ ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐνισχύσωμεν αὐτὴν, διότι δὲν εἶναι βιομηχανία ἡ ὑλοτομία, ἀξία ἐνισχύσεως. Ἄξια προστασίας εἶναι τὰ δάση, ἡ δὲ ὑλοτομία ὡς γίγνεται παρ’ ἡμῖν, εἶναι ἐπιβλαβὴς εἰς αὐτὰ, καὶ πρέπει νὰ δοθῇ πᾶσα ἐμψύχωσις εἰς εἰσαγωγὴν τῆς ξυλείας ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὅπως διασώζωνται τὰ ἡμέτερα δάση. Ἡ ἐλάττωσις εἰς 10 δραχμὰς, ἀπὸ 13 καὶ 50)00, τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν τραβῶν καὶ μαδερίων θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἔξωθεν εἰσαγωγῆς τοιαύτης ξυλείας. Ὁ προσδιορισμὸς ὅμως τοῦ δασμοῦ τῆς ἐξ ἐλάτης καὶ πεύκης ξυλείας ἐν γένει κατὰ κυβικὰ μέτρα εἰς 13 καὶ 50)00, ἐνῷ ὁ τῆς ἐκ δρυὸς ξυλείας ὁρίζεται εἰς 21 δρ. καὶ ὁ τῆς ἐκ καστανέας καὶ πτελέας εἰς 19, δὲν ἀποτελεῖ πράγματι διαφοράν....
§33ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔκαμα παρατήρησιν ἐπὶ τούτου.
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. ... διότι ἡ σχέσις τοῦ κυβισμοῦ πρὸς τὸ βάρος ἄγει εἰς διακεκριμένον δασμὸν ἐπὶ τοῦ κυβικοῦ μέτρου, ἀντὶ τοῦ ἑνιαίου ἐπὶ τοῦ βάρους. Ἐλάττωσις δασμοῦ ὑπάρχει ὡς πρὸς τὰς τράβας καὶ τὰ μαδέρια, ἡ δὲ διάκρισις αὕτη γίνεται ἐπ’ ἀγαθῷ, ὡς προστατεύουσα τὰ ἡμέτερα δάση· ὑπάρχει ὡσαύτως ἐλάττωσις δασμοῦ καὶ ὡς πρὸς τοὺς κορμοὺς ἐλατῶν καὶ πεύκων, εἰσαγομένων μετὰ ἢ ἄνευ φλοιοῦ· εἶναι δὲ αὕτη δικαία, ὡς ἀνταποκρινομένη πρὸς τὴν ἀναλογίαν τῆς ἀπολλυμένης ξυλείας κατὰ τὴν ἐν τῇ χώρᾳ κατεργασίαν.
§35ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ συμβατικὸν δασμολόγιον πῶς θέλετε παραχωρήσει; διὰ νέας συμβάσεως;
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι. Σύμβασιν δασμολογικὴν μίαν μόνον ἔχει ἡ Ἑλλὰς, τὴν μετὰ τῆς Γερμανίας, ἑπομένως πᾶσαι αἱ ἄλλαι χῶραι, αἱ ἀπολαύουσαι ἐν Ἑλλάδι, ἐπὶ ὅρῳ ἀμοιβαιότητος, τῶν δασμολογικῶν πλεονεκτημάτων τῶν μᾶλλον εὐνοουμένων Ἐθνῶν, ἀπολαύουσι καὶ τῶν πλεονεκτημάτων τοῦ Γερμανικοῦ δασμολογίου, δύο εἶναι αἱ χῶραι, αἱ στερούμεναι παρ’ ἡμῖν τῶν πλεονεκτημάτων τούτων, ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ῥουμανία· ἀλλὰ πλὴν τῶν διὰ συμβάσεων παραχωρήσεων ἔχομεν καὶ παραχωρήσεις, γενομένας δι’ αὐτοῦ τούτου τοῦ νόμου τοῦ δασμολογίου· ἢ δι’ εἰδικῶν νόμων ὑπὲρ τῶν προελεύσεων τῶν Κρατῶν, τῶν ἀπολαυόντων παρ’ ἡμῖν τῶν πλεονεκτημάτων τοῦ συμβατικοῦ δασμολογίου. Οὕτως ἔχομεν δασμὸν ἐπὶ τῶν σιτηρῶν καὶ ἐπὶ τῶν ζώων, ηὐξημένον διὰ τὰς προελεύσεις τῶν Κρατῶν, τῶν μὴ χορηγούντων εἰς τὴν Ἑλλάδα τὰ πλεονεκτήματα τοῦ συμβατικοῦ δασμολογίου ...
§37ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ διαφορικὰ τέλη.
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ νόμος περὶ διαφορικῶν τελῶν δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐπιβάλῃ εἰς τὰς προελεύσεις τῶν Κρατῶν, μεθ’ ὧν δὲν συνδέεται ἡ Ἑλλὰς δι’ ἐμπορικῆς συνθήκης, δασμὸν πρόσθετον μέχρι 30%, ἀλλὰ χρῆσις τοῦ δικαιώματος τούτου δὲν ἐγένετο. Ἐψηφίσθη νομοθέτημα περὶ τῶν σιτηρῶν, τῶν ὀσπρίων καὶ τῶν κτηνῶν, τῶν εἰσαγομένων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, καθ’ ὃ τὰ μὲν προερχόμενα ἐκ Κρατῶν, χορηγούντων εἰς τὴν Ἑλλάδα τὰ πλεονεκτήματα τοῦ συμβατικοῦ δασμολογίου, ὑποβάλλονται εἰς δασμὸν κατώτερον, ἢ τὰ προερχόμενα ἐκ Κρατῶν, μὴ χορηγούντων εἰς τὴν Ἑλλάδα τὰ εἰρημένα πλεονεκτήματα. Οὕτως ἐν ἄρθρῳ 2 τοῦ νομοσχεδίου ἀναγράφεται περὶ τῶν εἰσαγομένων ζώων διάταξις, ἰσχύουσα καὶ κατὰ τὸν κείμενον νόμον, καθ’ ἣν ὁ δασμὸς εἶναι ἠλαττωμένος κατὰ τὸ ἥμισυ ἐπὶ τῶν προερχομένων ἐκ Κρατῶν, χορηγούντων τῇ Ἑλλάδι τὰ πλεονεκτήματα τοῦ συμβατικοῦ αὐτῶν δασμολογίου. Περὶ ξυλείας τὸ πρῶτον ἤδη διὰ τοῦ νομοσχεδίου τίθεται τοιαύτη διάταξις, περιορίζουσα ὡς πρὸς τὰς τράβας καὶ τὰ μαδέρια, οὐχὶ ἐν τῷ αὐτῷ καὶ πρὸς τὰ ζῶα μέτρῳ, ἀλλ’ ἀπὸ 13 δρ. καὶ 50% εἰς 10 δρ., τὸν δασμὸν ἐπὶ τῶν προερχομένων ἐκ Κρατῶν, συνδεομένων μετὰ τῆς Ἑλλάδος διὰ δασμολογικῆς συνθήκης.
§39ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου εἴχετε παραδεχθῆ, νομίζω, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὅτι ὁ μέσος ὅρος τοῦ τέλους τῆς ξυλείας εἶναι δραχμαὶ 12 καὶ λεπτὰ 23, καὶ παρεδέχθητε νὰ ὁρισθῇ εἰς 12 δραχμὰς κατὰ κυβικὸν μέτρον.
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τότε εἶχον παραδεχθῆ, ὅπως πᾶσα ξυλεία ἐξ ἐλάτης καὶ πεύκης δασμολογηθῇ ἀντὶ δώδεκα δραχμῶν τὸ κυβικὸν μέτρον, ἤδη δὲ ἀναγράφομεν τὸν δασμὸν τῆς ξυλείας ταύτης ἐν γένει εἰς δραχ. 13 καὶ 50|00, ἀλλὰ τῆς αὐτῆς ξυλείας ἀναγράφομεν τὸν δασμὸν εἰς 10 δραχμὰς,—ἤτοι κατὰ 2 δραχμὰς ἐπὶ ἔλαττον τοῦ ὅρου, ὃν εἴχομεν ἀποδεχθῆ,—ἐφ’ ὅσον εἰσάγεται εἰς τράβας καὶ μαδέρια, ὧν ἡ χρῆσις εἶναι μεγίστη, ἀναγράφομεν δὲ τὸν δασμὸν τῆς αὐτῆς ξυλείας, ὅταν εἰσάγεται στρογγύλη εἰς κορμοὺς, μετὰ φλοιοῦ ἢ ἄνευ φλοιοῦ, εἰς δραχμὰς 8. Τὴν αὔξησιν ἄρα τοῦ δασμοῦ τῆς ξυλείας ἐξ ἐλάτης καὶ πεύκης ἐν γένει ἀπὸ δραχμῶν 12, ὡς εἴχομεν παραδεχθῆ, εἰς δραχ. 13 καὶ 50|00, ἤτοι κατὰ 1 δραχμὴν καὶ 50 λεπτὰ, ἀντισηκόνει ἡ ἐλάττωσις εἰς 10 δραχμὰς τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν ἐκ τῆς αὐτῆς ξυλείας τραβῶν καὶ μαδερίων καὶ εἰς δραχμὰς 8 τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν ἐπίσης ἐκ τῆς αὐτῆς ξυλείας κορμῶν.
§41ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἡ κοινὴ χρῆσις ὅμως γίνεται εἰς τὰς σανίδας, ἑπομένως διὰ τὴν κατανάλωσιν δὲν εἶναι καλὸς ὁ νόμος.
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αἱ τράβαι καὶ τὰ μαδέρια εἶναι εἶδος ξυλείας οἰκοδομικῆς, ἧς ἡ χρῆσις εἶναι μεγάλη. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον, μετὰ τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὑποβληθεισῶν ἐντύπων τροπολογιῶν).
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Παπαγιαννακόπουλος ἔχει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§44ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ὑποβολῆς διαφόρων τροποποιήσεων ἐπὶ τοῦ ἐν ἰσχύϊ δασμολογίου, ἐνόμισα καλὸν, νὰ ὑποβάλω καὶ αὖθις πρότασιν, τὴν ὁποίαν εἶχον ὑποβάλει πρὸ δύο ἐτῶν, καθ’ ἣν πρότασιν ζητῶ νὰ ἐξισωθῇ ὁ δασμὸς τοῦ σίτου πρὸς τὸν δασμὸν τῶν ἀλεύρων. Κατὰ τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ ἰσχύοντος δασμολογίου ὁ μὲν σῖτος πληρόνει κατὰ στατῆρα 1 δραχμὴν καὶ 20/00, τὰ δὲ ἄλευρα 2 καὶ 40/00. Τώρα ἐξεταστέον, διὰ τί νὰ ὑπάρχῃ διπλάσιος ὁ δασμὸς ἐπὶ τῶν ἀλεύρων;
§45ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία προστασία ἐπὶ τῶν ἀλευρομύλων.
§46ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε ἐγένετο ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς λόγον τοῦ διπλασιασμοῦ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀλεύρων ἔφερε μόνον τὴν προστασίαν τῶν ἀλευρομύλων. Ἐὰν βεβαίως ἐπρόκειτο περὶ προστασίας κλάδου τινὸς βιομηχανίας παραγωγικῆς, οἵα π. χ. εἶναι ἡ χαρτοποιΐα, ἢ ἡ σακχαροποιΐα, ἐὰν ὑπῆρχε τοιαύτη, τὸ ἐννοῶ. Ἀλλὰ τὸ νὰ λέγῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι, διὰ νὰ προστατεύσωμεν 20 ἢ 30 ἀλευρομύλους, πρέπει νὰ καταθλίβωμεν ὅλας τὰς κοινωνικὰς τάξεις καὶ ἰδίως τὰς πενεστέρας, αἱ ὁποῖαι, ἐὰν ἐξισωθῇ ὁ δασμὸς, θὰ ἀγοράζωσι τὸν ἄρτον εὐθηνότερον κατὰ 6 ἢ 7 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, νομίζω, ὅτι εἶναι ἄδικον, ἂν θέλητε δὲ, καὶ ἀντιπολιτικόν. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, καὶ σπουδαιότερον ἀποβαίνει σήμερον, ὅτε ἡ πενία ἔφθασεν εἰς τὸ μὴ περαιτέρω. Δὲν γνωρίζω, ποίαν ἰδέαν ἔχετε σεῖς περὶ τῶν ἐργατικῶν τάξεων, ἀλλ’ οἱανδήποτε καὶ ἂν ἔχητε ἰδέαν, τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι κατατρύχονται ὑπὸ πενίας μεγάλης αἱ τάξεις αὗται, ὥστε, ἐὰν πρόκηται, χωρὶς νὰ παραβλάψωμεν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, νὰ ἀνακουφίσωμεν ὁπωσδήποτε αὐτὰς, νομίζω, ὅτι ἡ πρότασίς μου εἶναι προφανῶς δικαία καὶ εὔλογος, ὥστε οὐδεμία θὰ ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μάλιστα, ὅτε πρὸ δύο ἐτῶν συνεζητοῦμεν τὸ ζήτημα, εἶχε προείπει, ὅτι, ἐὰν οἱ ἀτμόμυλοι δὲν φροντίσωσιν ἐντὸς βραχυτάτης διορίας νὰ βελτιώσωσι τὴν ποιότητα τῶν ἀλεύρων αὐτῶν, ὥστε νὰ δύνανται νὰ συναγωνισθῶσι μετὰ τῆς σχετικῆς ἐξωτερικῆς βιομηχανίας, δὲν θὰ ἠδύναντο οἱ διευθυνταὶ αὐτῶν νὰ ἔχωσι παράπονα, διότι ἀναποφεύκτως πρέπει νὰ ἐξισωθῇ ὁ δασμός. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἐπέστη ἤδη ὁ καιρὸς, νὰ προβῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰς ὅ,τι πρὸ δύο ἐτῶν προήγγειλε. Μοὶ ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι δὲν ἐξισοῦνται αἱ ὀκάδες τοῦ ἀλεύρου πρὸς τὰς ὀκάδας τοῦ σίτου, διότι 100 ὀκάδες σίτου παράγουσιν 80 περίπου ὀκάδας ἀλεύρου. Ἀλλὰ δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς, ἀντὶ νὰ περιορίσω εἰς 1 καὶ 20/00 τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀλεύρων, διὰ τῆς προτάσεώς μου, ὥρισα αὐτὸν εἰς 1 καὶ 50/00 κατὰ στατῆρα, ἐνῷ ὁ τοῦ σίτου εἶναι 1 καὶ 20/00.
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀλεύρων ἐψηφίσθη διὰ τοῦ δασμολογίου τοῦ 1884, ἀλλ’ ἐπὶ βαθμιαίᾳ ἐφαρμογῇ. Τὰ ψηφισθέντα κατὰ τὸ 1884 ἀντικατέστησαν δασμολογίαν, καθιεροῦσαν διαφορὰν μεγίστην μεταξὺ τοῦ ἐπὶ τῶν ἀλεύρων τέλους καὶ τοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου. Ἐν ᾧ ὁ ἐπὶ τοῦ σίτου δασμὸς πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1884 ἦτο λεπτῶν 2 καὶ 73 ἑκατοστῶν κατ’ ὀκᾶν, ὁ ἐπὶ τῶν ἐκ σίτου ἀλεύρων ἦτο λεπτῶν 9 καὶ 48 ἑκατοστῶν. Ὑπὸ τὸ κράτος δὲ τῆς παλαιοτέρας νομοθεσίας ἀνεπτύχθησαν οἱ ἀτμόμυλοι ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε μέγιστα κεφάλαια διετέθησαν εἰς αὐτούς. Δὲν διετέθησαν, κατ’ ἐμὲ, ἐπωφελῶς, διότι δὲν εἶναι ἐπιθυμητὴ ἡ διάθεσις κεφαλαίων εἰς ἐργασίαν, διεξαγομένην ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἀντὶ δαπάνης πολὺ κατωτέρας τῆς ἐνταῦθα. Τούτων ἕνεκα ἐπειθόμεθα, ὅτι ἔπρεπε μὲν τὴν ὑπέρογκον διαφορὰν μεταξὺ τοῦ ἐπὶ τῶν ἀλεύρων καὶ τοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου δασμοῦ νὰ ἐλαττώσωμεν, ἀλλ’ ὑπαρχόντων ἤδη καταστημάτων, εἰς ὧν τὴν σύστασιν εἶχον διατεθῆ μεγάλα κεφάλαια, ὠφείλομεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐλάττωσιν μετὰ περισκέψεως. Ἀναθεωρήσαντες ἄρα τὸ δασμολόγιον κατὰ τὸ 1884, δὲν προετείναμεν τὴν ἄμεσον ἀντικατάστασιν τοῦ ἰσχύοντος τότε ἐπὶ τῶν ἀλεύρων δασμοῦ διὰ τοῦ νῦν ἐφαρμοζομένου, ὅστις εἶναι διπλάσιος τοῦ ἐπὶ τῶν σιτηρῶν δασμοῦ, ἀλλ’ ὁρίσαντες τὸν ἐπὶ τῶν ἀλεύρων δασμὸν εἰς δραχμὰς 4 κατὰ στατῆρα διὰ τὸ ἔτος τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου δασμολογίου, ἐκανονίσαμεν κλίμακα ἐτησίας τοῦ δασμοῦ ἐλαττώσεως, καταληγούσης τὴν πρώτην Ἰανουαρίου 1887 εἰς τὸν νῦν κείμενον δασμὸν τῶν δραχμῶν 2,40. Καὶ ὁ δασμὸς οὗτος, διπλάσιος τοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου, εἶναι βαρύτερος τοῦ δέοντος, ἔχων χαρακτῆρα προστατευτικόν. Τὴν προστασίαν τῶν ἀλευρομύλων δὲν ἐπιδοκιμάζω, καὶ ἂν προέκειτο νὰ ψηφίσωμεν αὐτὴν ὑπὲρ βιομηχανίας, μήπω ἀναπτυχθείσης, θ’ ἀντεστρατευόμην. Ἐὰν μὴ εἶχον ἱδρυθῇ καὶ μὴ ἐλειτούργουν τοσαῦτα καταστήματα, θὰ προέτεινον τὴν ἐλάττωσιν τοῦ δασμοῦ μέχρι τοῦ ὅρου, ὃν συνιστᾷ καὶ ὁ κύριος Βουλευτὴς, ὡς ἀντιστοιχοῦντος πρὸς τὴν διαφορὰν τῆς ἀξίας τῶν ἀλεύρων καὶ τοῦ σίτου· ἀλλ’ ὅπως προέβημεν μέχρι τοῦδε, περιφρουροῦνται τὰ κεφάλαια, τὰ ὑπὸ τὸ κράτος ἄλλης δασμολογίας διατεθέντα εἰς ἵδρυσιν πολυαρίθμων καταστημάτων, καὶ ἤδη ὑπὸ τῶν αὐτῶν λόγων φαίνεται ἐνδεικνυομένη ἡ ἐπί τινα χρόνον, ἐπὶ δύο ἢ τρία ἔτη, ἀνακοπὴ τῆς περαιτέρω ἐλαττώσεως. Ἴσως, ἂν μὴ κατὰ τὴν Σύνοδον τοῦ προσεχοῦς ἔτους, κατὰ τὴν τοῦ ἑπομένου, θὰ ἐπιστῇ ὁ καιρὸς πρὸς συζήτησιν περὶ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ δασμοῦ ἀπὸ δραχμῶν 2,40 κατὰ στατῆρα εἰς 2 δραχμὰς τοὐλάχιστον.
§48ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐσταμάτησεν ἡ βαθμιαία ἐλάττωσις;
§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ναί.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου.
§51ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Προτείνω νὰ περιορισθῇ ὁ δασμὸς τῶν ἀλεύρων εἰς δραχμὴν μίαν καὶ ἡμίσειαν κατὰ στατῆρα, τροποποιουμένου τοῦ αʹ ἐδαφίου τῆς 21ης κλάσεως τοῦ ἐν ἰσχύει δασμολογίου, ὡς ἑξῆς: «Ἐκ σίτου μετὰ πιτύρων, ἢ μὴ, 1,50».
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως δραχμῶν 3,208,918 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1889. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Ἄρθρον 1ον. (Ἀναγινώσκεται).
§53Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ παρατηρήσεις, ἃς σκοπῶ ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, ἀνάγονται, τινὲς μὲν ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, τινὲς δὲ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Προτάσσων τὰς ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, ἵνα μὴ ἀναμίξω αὐτὰς μὲ τὰς ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μοὶ δηλώσῃ, ἐὰν, πλὴν τῶν 2,500 φράγκων, τὰ ὁποῖα πληρόνονται κατὰ μῆνα ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης πρὸς τὸν ναυπηγὸν Δυπόν, πληρόνηται πρὸς αὐτὸν καί τι ἄλλο.
§54ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Οὐδὲν ἕτερον πληρόνεται εἰς τὸν ναυπηγὸν Δυπόν, καθ’ ὅσον, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀνετέθη εἰς αὐτὸν ἡ ἐπιτήρησις τῆς κατασκευῆς τῶν θωρηκτῶν, διελύθη ἡ μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς αὐτὸν σύμβασις, καὶ ἀνετέθη εἰς αὐτὸν ἡ ὑπηρεσία τῆς ἐπιτηρήσεως μὲ τὴν ἀποζημίωσιν ταύτην.
§55ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δεύτερον, ἐὰν τὸ ποσὸν, τὸ ἀναγραφόμενον ὑπὲρ τοῦ ναυπηγοῦ κ. Βίμπου, ἦναι μισθὸς, ἢ ἐπίδομα.
§56ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κατὰ τὸν νόμον, οἱ ἀξιωματικοὶ, εἰς οὓς ἀνατίθεται ἔκτακτος ἀποστολὴ, λαμβάνουσι κεκανονισμένον ποσὸν, λόγῳ ἐπιδόματος, κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διαμονῆς των.
§57ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρετήρησα, ὅτι διὰ τὸν μῆνα Ὀκτώβριον τοῦ 1887 ζητεῖται ὀλιγώτερον ποσὸν, ἤτοι δραχ. 240, ἐνῷ δι’ ἕκαστον τῶν ἑπομένων μηνῶν ζητοῦνται δι’ αὐτὸν 450 ἢ 465 δραχμαί.
§58ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Φαίνεται, ὅτι δὲν θὰ μετέβη ἀπὸ τῆς πρώτης τοῦ μηνὸς, ἀλλὰ περὶ τὰ μέσα.
§59ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὥστε τὰ ἔξοδα τῆς ὑπὸ τῶν Γάλλων ἐπιτηρήσεως τῆς ναυπηγήσεως συνίστανται, κατὰ μὲν τὸ 1887 εἰς δραχμὰς 6,943,26 κατὰ δὲ τὸ 1888 εἰς δραχ. 46,994:32, αἱ ὁποῖαι ἐπληρώθησαν εἰς τοὺς Γάλλους, τοὺς διαρκῶς καὶ μονίμως, καὶ τοὺς ἐκτάκτους καὶ διαβατικῶς ἐπιτηροῦντας τὴν ναυπήγησιν.
§60ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν εὐαρεστηθῆτε νὰ προσθέσητε καὶ τὰ ὁδοιπορικὰ αὐτῶν, ἔχετε τὸ ὁλικὸν ποσόν.
§61ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω, ποῖαι σκέψεις ἐκράτησαν ἐν τῇ Κυβερνήσει, ὅτε ἀπεφάσισε, νὰ μὴ ποιήσηται χρῆσιν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν εἰς τὴν ἐπιτήρησιν τῆς ναυπηγήσεως τῶν πλοίων, εἰμὴ μόνον ἑνός. Διατὶ ἠρκέσθη ἡ Κυβέρνησις εἰς ἕνα καὶ μόνον Ἕλληνα ἀξιωματικόν;
§62ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἀνεχώρησεν ἐκ τῆς σκέψεως, ὅτι ἡ ἐπιτήρησις, καταλληλότερον θὰ γίνῃ ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Γαλλικοῦ ναυτικοῦ, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς θέσιν νὰ παρακολουθῶσιν ὅλας τὰς ἀνακαλύψεις καὶ εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ γνωρίζωσιν ὅλας τὰς προόδους, αἵτινες καθ’ ἡμέραν γίνονται· ἐθεώρησε δὲ, ὅτι ἔπρεπε νὰ στείλῃ καὶ τὸν κ. Βίμπον, ὁ ὁποῖος ἐσχάτως ἐσπούδασεν ἐν Γαλλίᾳ. Ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη, ὅτι ἡ ἐπιτήρησις, οὕτω γινομένη, παρέχει πᾶσαν ἀσφάλειαν, ὅτι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου δεόντως θὰ προστατευθῶσι.
§63ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν μοὶ προέβαλε προχθὲς, ἐπὶ τῆς δαπάνης τῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ζητουμένων 300 χιλιάδων δραχμῶν, δι’ ἔξοδα ἐπιστασίας, ναυπηγήσεως καὶ δοκιμῶν, ὅτι ἡ πίστωσις αὕτη ζητεῖται εἰς δραχμὰς, καὶ οὐχὶ εἰς φράγκα χρυσᾶ, ἔχω δισταγμούς τινας, διότι ἡ πίστωσις ζητεῖται ἐπὶ τοῦ ἐν τῇ Προεξοφλητικῇ Τραπέζῃ τῶν Παρισίων ἀποτεθειμένου ὑπολοίπου τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ἐκ τοῦ ὁποίου πληρόνονται ὄχι μόνον αἱ δόσεις τῶν πλοίων, ἀλλὰ καὶ τὰ ἔξοδα τῆς ναυπηγήσεως αὐτῶν, καὶ τὰ ἔξοδα τῆς συσκευῆς. Ὑποθέτω λοιπὸν, ὅτι καὶ αἱ 140,000 φράγκων, αἵτινες ἐζητήθησαν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1887, ἐχορηγήθησαν εἰς φράγκα χρυσᾶ, καὶ οὐχὶ εἰς δραχμὰς, ἑπομένως καὶ ἡ σήμερον ζητουμένη πίστωσις πρόκειται νὰ χορηγηθῇ εἰς φράγκα καὶ ὄχι εἰς δραχμάς.
§64ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐξήγησα ἤδη, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ σχετικὸν εἰς τὴν ἐπιτήρησιν καὶ τὴν μεταφορὰν πληρωμάτων κτλ., ὑπελόγισα εἰς δραχμάς.
§65ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ζητεῖτε ὅμως διὰ ναυπήγησιν πλοίων φράγκα χρυσᾶ 2,708,978, δι’ ἔξοδα ἐπιστασίας ναυπηγήσεως καὶ δοκιμῶν δραχμὰς 300,000, καὶ δι’ ἔξοδα παραλαβῆς καὶ μεταφορᾶς τῶν πλοίων δραχμὰς 200,000, καὶ ἀθροίζετε τὰ ποσὰ ταῦτα διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς 3,208,918. Ἀλλ’ οὕτως ἀθροίζετε ἀνόμοια νομισματικὰ ποσὰ, ἤτοι φράγκα χρυσᾶ μετὰ δραχμῶν χαρτίνων. Ἡ ζητουμένη πίστωσις ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς ἀνάπτυξιν ποικίλων θεωριῶν· κατά τινα μάλιστα ἑσπέραν αἱ θεωρίαι αὗται ἦσαν τοσαῦται, καὶ τόσῳ καινοφανεῖς, ὥστε προεκαλεῖτο ἀναγκαίως συζήτησις ζωηροτέρα ἀπὸ ἐκείνην, ἥτις ἐγένετο μέχρι τοῦδε. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι καὶ οἱ κυβερνῶντες καὶ οἱ ἀντιπολιτευόμενοι οὐδὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ διατυπώνωσι θεωρίας καὶ ὁρισμοὺς, ἢ νὰ ἀποδίδωσι χαρακτηρισμοὺς ἄλλους, εἰμὴ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους οἱ νόμοι ἔδωκαν, καὶ ὅτι οὐδεὶς δύναται, εἴτε Ὑπουργὸς ὢν, εἴτε εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀνήκων, νὰ δώσῃ ἄλλον χαρακτηρισμὸν εἰς τινα πίστωσιν, εἰμὴ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἔδωκαν εἰς αὐτὴν οἱ νόμοι. Πολλῷ δὲ ἧσσον δὲν δύναται νὰ δώσῃ χαρακτηρισμὸν εἰς πίστωσιν ἐναντίον ἐκείνου, ὅστις δίδοται αὐτῇ ὑπὸ τοῦ νόμου. Ἡ πίστωσις αὕτη εἶναι ἔκτακτος. Ἀλλὰ ποῖαι εἶναι κατὰ τὸν νόμον ἔκτακτοι πιστώσεις; Ὁ νόμος δὲν διέταξεν, ὅτι ἔκτακτοι πιστώσεις εἰσὶν ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι προβλέπουσι δαπάνην, ζητουμένην πρὸς θεραπείαν ἀνάγκης, ἅπαξ μόνον ἐμφανιζομένης, δὲν διέταξεν, ὅτι ἔκτακτοι πιστώσεις εἰσὶν ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ζητοῦνται πρὸς θεραπείαν ἀναγκῶν, μὴ περιοδικῶς ἀναφερομένων, ἢ ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας δὲν δύναταί τις νὰ θεραπεύσῃ διὰ τῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Πάντα ταῦτά εἰσι συλλογισμοὶ, ἀλλὰ συλλογισμοὶ, μὴ στηριζόμενοι ἐπὶ τοῦ νόμου. Δύναται ὁ κυβερνῶν νὰ ποιῆται, οἵους ἂν θέλῃ συλλογισμοὺς, ἀλλὰ ποιεῖται αὐτοὺς ὑπὸ ἰδίαν αὐτοῦ εὐθύνην. Πρὸ παντὸς ὅμως ὀφείλει νὰ ἐφαρμόζῃ τὸν νόμον, ὁ δὲ νόμος εὐκρινῶς ὁρίζει, ποία τις τυγχάνει ἔκτακτος πίστωσις. Ἔκτακτος πίστωσις εἶναι, κατὰ τὴν ῥῆσιν τοῦ νόμου, ἡ ζητουμένη δι’ ἔκτακτον καὶ κατεπείγουσαν ὑπηρεσίαν, μὴ προβλεφθεῖσαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Βεβαίως ἔπρεπε νὰ ἦναι ἔκτακτος ἡ ὑπηρεσία, διὰ νὰ μὴ προβλεφθῇ· διότι, ἐὰν ἦτο τακτικὴ, ἤθελε προβλεφθῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἐὰν δ’ ἤθελε συμβῆ, Ὑπουργός τις νὰ παραλείψῃ, νὰ περιλάβῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πίστωσιν διά τινα τακτικὴν ἀνάγκην, ὁ Ὑπουργὸς οὗτος ἤθελεν ἐλεγχθῆ ἐπὶ ἀπροβλεψίᾳ. Πρέπει δὲ καὶ ἡ ἀνάγκη νὰ ἦναι κατεπείγουσα, διότι ἄλλως δὲν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ζητηθῇ ἐντὸς τοῦ ἔτους, δύναται δὲ νὰ ἀναβληθῇ ἡ θεραπεία αὐτῆς διὰ τὸ ἐρχόμενον ἔτος, ὅπως τότε περιληφθῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ὁ εἱρμὸς δὲ τούτων τῶν ἐννοιῶν ἐνδεικνύει, ὅτι αἱ ἔκτακτοι πιστώσεις ζητοῦνται ἀφοῦ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς, διότι ἄλλως τὰς πιστώσεις ταύτας ἤθελε περιλάβει ὁ Προϋπολογισμός. Ἀλλὰ ποία ἡ ζημία, ἂν ζητηθῇ ἔκτακτος πίστωσις καὶ καθ’ ὃν χρόνον δὲν ἐψηφίσθη ἔτι ὁ Προϋπολογισμός; Ὑπάρχει ζημία τις. Ἐν πρώτοις ὑπάρχει ἀναντίῤῥητον, ὅτι, εἴτε πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ψηφισθῇ ἔκτακτος πίστωσις, εἴτε μετὰ, τὸ ποσὸν τῆς πιστώσεως ταύτης θέλει περιληφθῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, διότι ῥητῶς τοῦτο διατάσσεται ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ Συντάγματος, πρὸ τῆς διατάξεως δὲ τοῦ Συντάγματος πρέπει πάντες νὰ ὑποκύψωμεν. Ἀλλ’ ὑπάρχει ζημία, ἂν ψηφίζηται ἔκτακτος πίστωσις πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ δὲν ἀναβληθῇ, διὰ νὰ ζητηθῇ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι ἡ Βουλὴ, ψηφίζουσα αὐτὴ κεχωρισμένον τὸν Προϋπολογισμὸν, δὲν ἐξετάζει τὴν ἀνάγκην, δι’ ἣν ἡ ἔκτακτος αὕτη πίστωσις ζητεῖται συλλήβδην μετὰ τῶν ἄλλων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ κατ’ ἀνάγκην ἐξετάζει αὐτὴν μεμονωμένην καὶ κεχωρισμένως τῶν ἄλλων ἀναγκῶν. Οὕτως ἡ χρησιμότης τῆς ἀνάγκης δὲν ἐξετάζεται ἐν παραβολῇ πρὸς τὰς ἄλλας ἀνάγκας, διὰ τὴν θεραπείαν τῶν ὁποίων περιλαμβάνει ὡσαύτως ὁ Προϋπολογισμὸς πιστώσεις. Ἐὰν δὲ συμβῇ αἱ πιστώσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ ἦναι τόσαι, ὥστε νὰ ἀποῤῥοφῶσι πάντα τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ἡ ψηφισθεῖσα πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔκτακτος πίστωσις θέλει ἔχει ὑποχρεωμένον τὸ Κράτος νὰ προβῇ εἰς τὴν δι’ αὐτῆς ἐγκριθεῖσαν δαπάνην πέραν τῶν ἐσόδων αὐτοῦ, ἤτοι θέλει δημιουργήσει ἔλλειμμα, ἐνῷ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναβληθῇ, διὰ νὰ εἰσαχθῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὅτε ἤθελεν ἐξετασθῆ ἡ δαπάνη αὕτη ἐν παραβολῇ πρὸς τὰς ἄλλας δαπάνας τοῦ Κράτους, καὶ ἤθελε κριθῆ, ἂν τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἀπαιτῇ, νὰ γίνῃ ἐξ ἅπαντος ἐντὸς τοῦ ἔτους, ἢ ἂν δύνηται νὰ ἀναβληθῇ. Αὐτὴ ἡ ζημία, ἡ ἐνδεχομένη, εἶναι καταληπτὴ εἰς πάντας ἐκείνους, οἵτινες φρονοῦσιν, ὅτι τὰ δι’ ἐκτάκτων πιστώσεων χορηγούμενα ποσὰ δὲν ἀπαγορεύεται νὰ καταβάλλωνται ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, ἂν ταῦτα ἐπαρκῶσι, διότι καὶ τοιαύτην ἤκουσα προχθὲς θεωρίαν, ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἀπαγγελθεῖσαν, ὅτι δῆθεν ἔκτακτοι πιστώσεις ζητοῦνται δι’ ἐκτάκτους δαπάνας, καὶ ὅτι, ὅταν δαπάνη τις ἦναι ἔκτακτος, πρέπει ἀναγκαίως νὰ γίνεται οὐχὶ ἐκ τακτικῶν ἐσόδων, ἀλλ’ ἐξ ἐκτάκτων ἐσόδων τοῦ Κράτους. Τὴν θεωρίαν ταύτην δὲν τὴν εὑρίσκω ὀρθήν, διότι, ἐὰν τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἐπαρκῶσιν εἰς τὴν θεραπείαν καὶ τῶν τακτικῶν καὶ τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν, καὶ ἑπομένως εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἐζητήθησαν δι’ ἐκτάκτου πιστώσεως, οὐδαμῶς εἶναι ἀναγκαῖον, τὸ Κράτος νὰ ζητῇ νὰ ἀνεύρῃ δι’ αὐτὰς ἔκτακτα ἔσοδα. Ὑποθέσατε, ὅτι εἴχομεν τὴν εὐτυχίαν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς, καὶ ὅτι εἴχομεν περισσεύματα ἐπαρκῆ. Ἔπρεπε τότε νὰ διατηρῶμεν ἄθικτα τὰ περισσεύματα ταῦτα, καὶ νὰ συνομολογῶμεν δάνεια, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ προβῶμεν εἰς δαπάνας διὰ δημόσια ἔργα; Ὄχι βεβαίως. Διὰ τοῦτο, ἀντιθέτως πρὸς τὴν θεωρίαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὀφείλομεν νὰ μεριμνήσωμεν, ὅπως ἐπαρκῶσι τὰ τακτικὰ ἔσοδα εἰς ὅλας τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, καὶ πρὸς τοῦτο πρέπει, κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψει συγχρόνως ὅλας τὰς ἀνάγκας· τοῦτο δὲ κατορθοῦται, ὅταν ἐρευνῶμεν αὐτὰς κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ὅταν ἐξετάζωμεν κεχωρισμένως ἑκάστην πίστωσιν, καὶ ἐγκρίνωμεν αὐτὴν, ἐὰν συμβῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων νὰ μὴ ἐπαρκῇ εἰς τὰς δαπάνας τῶν ἐγκριθεισῶν πιστώσεων, ἐπειδή, ψηφίσαντες αὐτὴν, ἀνελάβομεν ὑποχρεώσεις, ὁδηγούμεθα ἀναποφεύκτως εἰς τὸ ἔλλειμμα. Καὶ αἱ ἄλλαι θεωρίαι, αἱ ὁποῖαι ἀνεκοινώθησαν εἰς τὴν Βουλήν, μοὶ φαίνονται καὶ αὐταὶ ἥκιστα συμβιβαζόμεναι πρὸς τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν. Οὐδ’ ἦτο ἀκριβὴς ἡ γενομένη ἀναδρομὴ εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν τελευταίων χρόνων. Ἀληθῶς ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ἐτέθη ἐν τοσαύτῃ ἀνησυχίᾳ ἡ τότε Κυβέρνησις, ὥστε ἐπεθύμησε νὰ ἐξασφαλίσῃ ἑαυτὴν ἀπὸ εὐθύνης, σπεύσασα νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῷ νόμῳ περὶ κυρώσεως τῶν ἐξόδων διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπηλλάσσετο εὐθύνης διὰ τὰς δαπάνας, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπῆρχον εἰδικοὶ νόμοι. Καὶ ὑπάρχει μέν τι τὸ ἀκριβὲς, ἐν τῇ ἱστορίᾳ ταύτῃ, ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ πολλὰ τὰ ἀνακριβῆ. Ἀληθῶς κατέλαβε τοὺς τότε Ὑπουργοὺς ἀνησυχία, οὐχὶ ὅμως διὰ πάσας τὰς δαπάνας, τὰς ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀλλὰ διὰ μόνας τὰς δαπάνας ἐκείνας, διὰ τὰς ὁποίας ἀπῄτει τὸ Σύνταγμα νὰ ἦναι ἐψηφισμέναι προηγουμένως διὰ νόμου. Τοιαῦται δὲ δαπάναι εἰσὶ μόναι αἱ πρὸς μισθοδοσίαν προσώπων, διότι κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος δὲν δύναταί τις νὰ διορισθῇ εἰς θέσιν μὴ νενομοθετημένην, ἑπομένως ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία δὲν δύναται νὰ δημιουργῇ θέσεις. Ἀλλὰ μέχρις ἐκείνης τῆς ἐποχῆς ὑπῆρχον θέσεις, αἵτινες εἶχον δημιουργηθῆ διὰ μόνου τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ οὐχὶ διὰ νόμου, καὶ ἐὰν ἐξηκολούθουν οἱ Ὑπουργοὶ νὰ μισθοδοτῶσι τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, ὑπεῖχον εὐθύνην, διότι ἐμισθοδότουν ἀνθρώπους, διωρισμένους εἰς θέσεις, μὴ νενομοθετημένας. Πρωθυπουργὸς ἦτο ὁ Δεληγεώργης, ὅστις κατὰ τὸν Μάρτιον τοῦ 1877 εἰσήγαγε νόμον, δι’ οὗ ἐτροποποιεῖτο ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, καὶ ἐκαλεῖτο εἰς ἐπικουρίαν τῆς εὐθύνης τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ἡ εὐθύνη τοῦ ἁρμοδίου Τμηματάρχου. Ἐπειδὴ ὅμως πολλαὶ θέσεις εἶχον κατασταθῆ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν ὑπῆρχε δὲ νόμος, ὀργανῶν τὰς ὑπηρεσίας, εἰς τὰς ὁποίας ἀνῆκον αἱ θέσεις αὗται, δὲν ὑπῆρχε δὲ καὶ καιρὸς νὰ ψηφισθῶσι πρὸς ὀργάνωσιν τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῶν νόμοι, εἰσήχθη ἐν τῷ νόμῳ περὶ κυρώσεως τῶν ἐξόδων ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4, διὰ τῆς ὁποίας ἐπετρέπετο εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, νὰ ἐξακολουθῶσι, μισθοδοτοῦντες τοὺς διωρισμένους εἰς τὰς θέσεις ταύτας. Τοιαῦται ὑπηρεσίαι ἦσαν αἱ τῶν μελῶν τοῦ Ἰατροσυνεδρίου, τὰ ὁποῖα ἐλαμβάνοντο ἐκ τῶν φαρμακοποιῶν, διότι οἱ μισθοὶ αὐτῶν εἶχον προσδιορισθῆ διὰ μόνου τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ οὐχὶ διὰ νόμου, ὡσαύτως αἱ ὑπηρεσίαι τῆς διευθυνούσης τὸ Μαιευτήριον Ἀθηνῶν, τῆς βοηθοῦ αὐτῆς, τοῦ δημοσίου κτηνιάτρου, τοῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, τῶν ἱεροκηρύκων, τῶν ἐφόρων, τῆς Ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας, τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἀστεροσκοπείου, τοῦ προσωπικοῦ τῆς Ἀστυκλινικῆς καὶ ἄλλαι τινές. Τὸ Ὑπουργεῖον λοιπὸν εἶχε δίκαιον νὰ τεθῇ ἐν ἀνησυχίᾳ, διότι, ἢ ἔπρεπε νὰ καταστήσῃ ἐν ἀργίᾳ πάσας ταύτας τὰς ὑπηρεσίας, ἐὰν ἠρνεῖτο νὰ πληρώσῃ μισθὸν εἰς τοὺς ἐν αὐταῖς ὑπαλλήλους, ὅτε ἤθελε σταματήσει ἡ λειτουργία τῶν κλάδων τούτων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἢ ἔπρεπε νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ πληρόνῃ μισθοὺς εἰς αὐτοὺς, ὅτε ἤθελεν ὑπέχει εὐθύνην, κατὰ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Ἠναγκάσθη λοιπὸν νὰ εἰσαγάγῃ ἐν τῷ νόμῳ περὶ κυρώσεως τῶν ἐσόδων τὸ ἄρθρον 4. Ἀλλὰ, ἂν τοῦτο ἦναι ἀκριβὲς, εἶναι ἥκιστα ἀκριβὲς, ὅτι πᾶσαι αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, πρέπει νὰ ἦναι ἐπιτετραμμέναι καὶ προσδιωρισμέναι διὰ νόμου, διότι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον. Ὑπάρχουσιν ἀληθῶς δαπάναι πρὸς μόνιμον καὶ τακτικὴν θεραπείαν τακτικῶν καὶ περιοδικῶς παριστωμένων ἀναγκῶν, ἢ πρὸς λειτουργίαν ὑπηρεσιῶν, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ δαπάναι παροδικαί. Ὑποθέσατε π. χ. ὅτι πρόκειται περὶ γραφικῶν ἐξόδων ὑπηρεσίας τινός. Οἱ νόμοι δὲν προσδιορίζουσι κατ’ ἀποκοπὴν τὰ γραφικὰ ἔξοδα, ἂν δ’ ὑπάρχῃ ἐπί τινος ὑπηρεσίας νόμος τοιοῦτος, ὁ νόμος οὗτος εἰσήγαγε σύστημα πλημμελὲς, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ καταργηθῇ. Γραφικὰ ἔξοδα εἶναι τὸ ἀντίτιμον τῆς γραφικῆς ὕλης, πληρόνεται δὲ τοῦτο κατὰ τοσοῦτον, καθόσον ἡ γραφικὴ ὕλη καταναλίσκεται. Ἐὰν πληρόνωμεν εἰς γραφικὴν ὕλην περισσότερα, ἢ ὅσα πράγματι πληρόνονται ὑπὸ τῶν ἀγοραζόντων αὐτὴν, διδάσκομεν τοὺς ὑπαλλήλους νὰ κλέπτωσιν. Ἀλλὰ πόσα πρέπει νὰ πληρόνωνται διὰ γραφικὴν ὕλην; Δὲν δυνάμεθα νὰ ἠξεύρωμεν, διὰ νὰ προσδιορίσωμεν διὰ νόμου. Ἂν λοιπὸν οἱ Ὑπουργοὶ περιλάβωσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσόν τι, ὡς ἔγγιστα ἀναγκαῖον διὰ γραφικὴν ὕλην, καὶ δαπανῶσιν ἐξ αὐτοῦ, ὑπέχουσιν εὐθύνην, διότι τὴν δαπάνην αὐτὴν δὲν εἶχεν ὁρίσει προηγουμένως ὁ νόμος; Ὄχι βεβαίως. Ἀλλ’ αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται ἐν τῷ ἄρθρῳ 24 τοῦ νόμου περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ, δὲν εἶναι τοιαῦται, καὶ ἐπ’ αὐτῶν φέρουσιν εὐθύνην οἱ Ὑπουργοὶ, ἐὰν δὲν συμμορφωθῶσι μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τούτου. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐποιήσατο χρῆσιν ἑνὸς ἐπιχειρήματος, τὸ ὁποῖον, ὁμολογῶ, ὅτι ἔχει ἀξίαν τινὰ, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἦτο χρήσιμον ἐπὶ τῆς προκειμένης περιπτώσεως. Εἰς τοῦτο τὸ ἴδιον ἐπιχείρημα προσέφυγον καὶ οἱ Ὑπουργοὶ, ἀπαντῶντες πρὸς τὸν Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, λέγοντες αὐτῷ, ὅτι ἀδίκως ἀσχάλλει καὶ δυσφορεῖ διότι ἔσπευσαν νὰ ζητήσωσι τὴν πίστωσιν διὰ νομοσχεδίου πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ δὲν ἀνέβαλον νὰ ζητήσωσιν αὐτὴν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ, ὅταν ζητῆται διὰ νομοσχεδίου περὶ πιστώσεως, παρέχεται μείζων ἐγγύησις περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς δαπάνης τῶν χρημάτων τοῦ Δημοσίου, ἢ ὅση παρέχεται, ὅταν ζητῆται διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι τὸ νομοσχέδιον ὑποβάλλεται εἰς τρεῖς συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ, ἑπομένως τὰ τρὶς ἐν τῇ Βουλῇ συζητούμενα βασανίζονται πληρέστερον, ἢ τὰ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ψηφιζόμενα μόνον ἅπαξ. Τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Νόμου περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ διὰ τὰς ἐν αὐτῷ ἀναφερομένας δαπάνας, ὅταν ὑπερβαίνωσι τὸ ποσὸν τῶν 3,000 δραχμῶν, ἀπαιτεῖ νόμον ἢ πίστωσιν. Διὰ τοῦ ὅρου «πίστωσις» δὲν δίδει, νομίζω, εἰς οὐδένα τὸ δικαίωμα νὰ ὑπολάβῃ, ὅτι ὁ νομοθέτης ἐσκόπει νὰ ἀποκλείσῃ τὴν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ χορηγουμένην πίστωσιν. Τὸ ἄρθρον 24 διατάσσει τάδε (ἀναγινώσκει): «Κατασκευὴ ὁδοῦ, διώρυγος, γεφύρας, λιμένος, δημοσίου καταστήματος, ἢ ἄλλου ὁποιουδήποτε δημοσίου ἔργου, ὑπερβαίνουσα τὸ ποσὸν δραχ. 3,000, δὲν ἐκτελεῖται δαπάνῃ τοῦ Δημοσίου, εἰμὴ δυνάμει εἰδικοῦ νόμου, ἢ πιστώσεως, χορηγηθείσης ἐπὶ εἰδικοῦ κεφαλαίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου». Ὅθεν ἡ διάταξις «διὰ πιστώσεως χορηγηθείσης ἐπὶ κεφαλαίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ» δὲν δύναται νὰ ὑποληφθῇ, ὡς ἐννοοῦσα πίστωσιν, ζητηθεῖσαν διὰ νομοσχεδίου καὶ οὐχὶ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ ἂν ἤθελε δοθῇ τοιαύτη ἑρμηνεία, ἡ ὁποία εἶναι αὐθαίρετος, ἤθελεν εἰσαγάγει εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν σύγχυσιν. Ἂν δὲ ἐν πᾶσι τοῖς κλάδοις τῆς δημοσίας διοικήσεως καὶ ἐν πάσαις ταῖς σχέσεσι ταῖς κοινωνικαῖς ἡ σύγχυσις ἐπάγῃ ζημίαν, ἡ σύγχυσις εἰς τὰ οἰκονομικὰ πράγματα ἐπάγει καταστροφήν, καὶ ἤθελεν εἰσαγάγει εἰς τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν σύγχυσιν, διότι ἡ Βουλή, καλουμένη νὰ ἀποφανθῇ κεχωρισμένως ἐπὶ νομοσχεδίου περὶ πιστώσεως, ζητουμένης πρὸς θεραπείαν μιᾶς ἀνάγκης, δὲν ἔχει δικαίωμα ν’ ἀποφαίνηται γνώμην, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θεραπευθῇ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἡ ἀνάγκη αὕτη, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ θεραπεία αὐτῆς διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος. Αἱ ἀνάγκαι τῆς Πολιτείας, ὡς τοιαῦται, εἰσὶ πάντοτε κατεπείγουσαι, δὲν εἶναι δ’ ἐπιτετραμμένον εἰς τὸ Κοινοβούλιον ν’ ἀποφαίνηται, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ πλήρωσις αὐτῶν. Εἶναι ὅμως, οὐ μόνον ἐπιτετραμμένον, ἀλλὰ καὶ ἐπιβεβλημμένον, ν’ ἀποφαίνηται τὴν ἀναβολὴν τῆς θεραπείας τῆς ἀνάγκης ταύτης καὶ ἑπομένως τῆς δαπάνης, διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος, ὅταν καθίσταται βέβαιον, ὅτι τὰ τακτικὰ ἔσοδα δὲν ἐπαρκοῦσιν εἰς τὴν θεραπείαν ὅλων τῶν ἀναγκῶν, καὶ ὅτι μεταξὺ ὅλων τῶν ἀναγκῶν αὕτη εἶναι ἡ ἧττον κατεπείγουσα. Ἀλλὰ, διὰ νὰ εὑρεθῇ ἡ Βουλὴ εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ περὶ τούτων, πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει αὐτῆς τὸν Προϋπολογισμόν. Ὅταν δὲ δὲν πράττωσιν οὕτω τὰ Κράτη, ὀλισθαίνουσιν εἰς τὰ ἐλλείμματα καὶ ἑπομένως δημιουργοῦσι τὰς ἀνάγκας τῶν δανείων. Ἡμεῖς δυστυχῶς δὲν εἴμεθα πλέον εἰς θέσιν νὰ ἀνησυχῶμεν, μήπως ὁδηγηθῶμεν εἰς ἔλλειμμα, ἢ μήπως ἀναγκασθῶμεν νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον, διότι ἐφ’ ἡμῶν ἐφαρμόζεται ἡ κοινὴ παροιμία: «ὁ βραχεὶς βροχὴν δὲν φοβεῖται». Ἐπειδὴ ὅμως πρόκειται περὶ κανόνων γενικῶν, εἶχον καθῆκον νὰ ἀναιρέσω τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι, ὅταν ζητῆται ἔκτακτος πίστωσις, τὰ δι’ αὐτῆς χορηγούμενα εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Νομοτελεστικῆς Ἐξουσίας κεφάλαια πρέπει πάντοτε τὸ Κράτος νὰ πορίζηται ἐξ ἐκτάκτων ἐσόδων, διότι τοιαύτη θεωρία εἶναι συναφὴς μὲ τὴν ἑτέραν θεωρίαν, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ζητῶνται τοιαῦται πιστώσεις καὶ πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἂν ἦν ἀληθὴς ἡ θεωρία αὕτη, ὅτι πᾶσαι αἱ ἔκτακτοι πιστώσεις ἐπιβάλλουσι τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ πορισμοῦ τῶν χρημάτων δι’ ἐκτάκτων ἐσόδων, ἤθελε κινηθῆ ἀγωγὴ κατὰ τοῦ ἡμετέρου δημοσίου ταμείου πρὸς ὄφελος χρήσεων παρελθόντων ἐτῶν, ἐκ τῶν ἐσόδων τῶν ὁποίων κατεσκευάσθησαν δημόσια ἔργα. Κατὰ τὰ παρελθόντα ἐκεῖνα ἔτη, ἂν καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου ἦσαν πενιχρά, ἀνήρχοντο εἰς 15, ἢ 20, ἢ τὸ πολὺ 25 ἑκατομμύρια, ἐδαπανῶντο ὅμως ἄξια λόγου ποσὰ ἐξ αὐτῶν πρὸς οἰκοδομὴν δημοσίων καταστημάτων, ἢ πρὸς κατασκευὴν δημοσίων ἔργων τοιούτων, ὁποῖα διέγραψεν ὁ νόμος περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ. Ἡ χρῆσις τοῦ 1847 καὶ ἡ τοῦ 1852 ἠδύναντο νὰ ἐναγάγωσιν ἡμᾶς, ὡς καταβαλοῦσαι εἴτε 500,000 δραχμάς, εἴτε ἑκατομμύρια ὅλα εἰς κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Ναυπλίου εἰς Ἄργος, ἢ τῆς ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιᾶ, ἢ τῆς ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Χαλκίδα, ἢ τῆς ἀπὸ Ἀμφίσσης εἰς Ἰτέαν, ἢ τῆς ἀπὸ Θηβῶν εἰς Θίσβην. Πάντα ταῦτα τὰ ἔργα εἰσὶν ὁδοὶ, τὰ δὲ διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτῶν ἔξοδα κατεβλήθησαν οὐχὶ ἐκ δανείων, διότι οἱ τότε κυβερνῶντες δὲν εἶχον στοργὴν εἰς τὰ δάνεια, ἀλλ’ ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνων κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα, ἦσαν ἄμοιροι τῶν νέων αὐτῶν θεωριῶν, τὰς ὁποίας ἐφαρμόζουσι νῦν οἱ κυβερνῶντες, τὸ δὲ Κράτος εὐτυχῶς δὲν ἐζημιοῦτο, διότι οἱ κυβερνῆται αὐτοῦ δὲν ἐφήρμοζον τὰς θεωρίας ταύτας. Καὶ ἐγὼ εἰμι πεπεισμένος, ὅτι αἱ θεωρίαι αὗται δὲν εἶναι ὀρθαὶ, καὶ διὰ τοῦτο ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα καταδηλώσω, ὅτι δὲν θεωρῶ ὀρθὰς τὰς θεωρίας ταύτας. Εἶναι τῷ ὄντι ὀρθὸν, νὰ φρονῇ τις, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνηται προσφυγὴ εἰς δάνεια, εἰμὴ μόνον, ὅταν τὰ ἐξ αὐτῶν ποριζόμενα χρήματα πρόκηται νὰ δαπανηθῶσιν εἰς ἔργα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα θέλουσιν ὠφεληθῆ πᾶσαι αἱ ἐπερχόμεναι γενεαί. Ἀλλ’ ὁ ὁρισμὸς αὐτὸς δὲν εἶναι ὁρισμὸς, ὁ ὁποῖος ἀποκλείει, ἀπὸ τοῦ νὰ δαπανᾷ τις ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων, ὅταν ταῦτα ἀρκῶσι καὶ διὰ τοιαῦτα ἔργα, ἀποκλείει ὅμως νὰ δαπανᾷ τις, ὅταν δὲν ἔχῃ, διὰ νὰ μὴ δημιουργῇ ἐλλείμματα καὶ ἀναγκάζηται νὰ ζητῇ νὰ καλύπτῃ ταῦτα διὰ δανείων. Αὐτὸ μᾶς διδάσκει ὁ ὁρισμὸς οὗτος, οὐχὶ δὲ τὴν θεωρίαν, ὅτι πρέπει πάντοτε νὰ δανειζώμεθα, ὅταν διὰ τῶν χρημάτων τῶν δανείων πρόκηται νὰ κατασκευάσωμεν ἔργα, ἐκ τῶν ὁποίων θέλουσιν ὠφεληθῆ γενεαὶ πολλαὶ, καὶ ὅτι ἕνεκα τούτου δὲν πρέπει δι’ αὐτὰ τὰ ἔργα νὰ δαπανῶμεν ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων. Αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἀπήγγειλα ἐντεῦθεν ὡς ὀρθὰς, ἐλησμονήθησαν δυστυχῶς πρὸ ἐτῶν, ἀπόδειξις δὲ τούτου τυγχάνει ἡ κατάστασις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν. Ἂν αἱ γνῶμαι ἐτηροῦντο, δὲν ἠθέλομεν ἔχει τοσαῦτα χρέη, ὅσα σήμερον ἔχομεν, καὶ δὲν ἠθέλομεν ἔχει τοσαῦτα χρέη, διότι δὲν ἠθέλομεν ἔχει τοσαῦτα ἐλλείμματα, ὅσα οἱ Προϋπολογισμοὶ ἡμῶν παρέστησαν κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα περιλάλητα ἔτη. Ἀλλ’ ἐνδέχεται οἱ Ὑπουργοὶ, νὰ ἀκολουθήσωσι καὶ σήμερον, ἣν ἐφαρμόζουσι τακτικὴν, καὶ νὰ μοὶ εἴπωσιν, ὅτι ὁμιλῶ κατὰ τῶν ἐλλειμμάτων τῶν Προϋπολογισμῶν, ἐνῷ καὶ ἐγὼ ὑπέβαλον Προϋπολογισμοὺς, ἔχοντας ἐλλείμματα. Εἰς εὐθύνην ἡμῶν καταλογίζουσιν ἀληθῶς οἱ Ὑπουργοὶ τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα τῶν χρήσεων τοῦ 1885 καὶ 1886, ἀλλ’ ὁ καταλογισμὸς οὗτος εἶναι ἄδικος, διότι κατὰ μὲν τὸ 1886 τὸ Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ τότε μέρος, ἐκυβέρνησε 4 μόνον μῆνας, τοὺς δὲ ὑπολοίπους οἱ διαδεχθέντες ἡμᾶς, ἀμφιβάλλω δὲ, ἂν τὰ ἐλλείμματα τοῦ 1886 πρέπῃ νὰ καταλογισθῶσι πάντα ὑπὸ τὴν εὐθύνην ἡμῶν. Δύναμαι νὰ εἴπω τοιοῦτόν τι ἐν μικροτέρᾳ ἀναλογίᾳ καὶ περὶ τῆς εὐθύνης τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ 1885, οὐχὶ μόνον διότι κατὰ τοὺς τέσσαρας πρώτους μῆνας αὐτοῦ ἐκυβέρνων οἱ νῦν κυβερνῶντες, ἀλλὰ διότι ἤθελε παραστήσει βεβαίως ἔλλειμμα καὶ ἡ χρῆσις τοῦ 1885, καὶ ἂν τὸ ἔτος ἐξηκολούθει νὰ ἦναι ὁμαλόν, οἷον ἦτο ἐν τῇ ἀρχῇ καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν, οὐδ’ ἐπειράθην νὰ ἀπατήσω τὸ Κοινοβούλιον, προαναγγείλας τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, ὅτε εἰσήγαγον τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885. Ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1885 ἤθελεν εἶσθαι ἔλλειμμα κληροδοτηθὲν ἀπὸ τὴν διοίκησιν τὴν παρελθοῦσαν, διότι, ἂν καὶ κατεβάλομεν προσπαθείας, ὅπως ἐλαττώσωμεν τὰ ἔξοδα, ὅσον ἦτο δυνατόν, μ’ ὅλα ταῦτα ἦτο ἀδύνατον νὰ μὴ μείνῃ ἔλλειμμα. Πλὴν τούτου ὅμως ἐπῆλθε καὶ τὸ ἔλλειμμα τῆς ἐπιστρατείας. Διὰ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, ἂν δὲν στέργῃ ἄλλος τις νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς πολιτικῆς τῆς ἐπιστρατείας, προθύμως ἐγὼ ἀναλαμβάνω αὐτὴν σύμπασαν. Λησμονῶ, ὅτι τότε ἦσαν πάντες σύμφωνοι καὶ ἐνθουσιώδεις, ὅτι τότε καὶ ὁ Ἡγεμὼν προέτρεπε τὸ Ἔθνος εἰς θυσίας, καὶ πάντες οἱ Βουλευταί, μηδενὸς ἐξαιρουμένου, ἐπεκαλοῦντο τὸν πατριωτισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἀναλαμβάνω μόνος ἐγὼ μετὰ τῶν συναδέλφων μου τὴν εὐθύνην τῆς πολιτικῆς ἐκείνης προθύμως, διότι καὶ τότε εἴχομεν τὴν πεποίθησιν καὶ τώρα ἐξακολουθοῦμεν νὰ ὦμεν πεπεισμένοι, ὅτι μόνη ἡ πολιτικὴ ἐκείνη προσῆκεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὅτι, τὴν πολιτικὴν ἐκείνην ἐφαρμόσαντες, προσηνέγκομεν εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν εἰλικρινεῖς καὶ πολυτίμους ὑπηρεσίας.
§66ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Περιορισθεὶς χθὲς καὶ προχθὲς εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τῶν δύο νομοσχεδίων, δὲν ἠθέλησα νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας. Ἐπειδὴ ὅμως ἔλαβον ἐπανειλλημένως τὸν λόγον ἐπ’ αὐτῶν, καὶ ἐπειδὴ ἐνδεχόμενον ταῦτα νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς βάσις καὶ ἑτέρων σκέψεων, νομίζω ἀναγκαῖον, νὰ προσθέσω τινὰ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ζητεῖ πίστωσιν 3,200,000 δραχμῶν. Ἐξ αὐτῶν 2,708,000 ἀφορῶσιν εἰς τὰς δόσεις, τὰς πληρονομένας διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν πλοίων, αἱ δὲ 500,000 ἀφορῶσιν εἰς ἐκτάκτους δαπάνας, μὴ ἀναφερομένας εἰς τὴν καθ’ αὐτὸ κατασκευὴν τῶν πλοίων, ἀλλὰ εἰς τὴν παραλαβὴν αὐτῶν κλπ. Τὸ ποσὸν τῶν 2,708,000 δραχμῶν, προστιθέμενον εἰς τὸ ὑπόλοιπον τῆς πιστώσεως, τῆς δοθείσης κατὰ τὸ 1888, ἀποτελεῖ ποσὸν 16,252,000, τὸ ὁποῖον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν πρόκειται νὰ δώσῃ ἐντὸς τοῦ 1889 διὰ τὰς δόσεις τῶν πλοίων. Διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν πλοίων ἐπληρώθησαν ἤδη 8,392,000 δρ., μένουσι 13,544,000 ἐκ παλαιῶν πιστώσεων· ζητεῖται πίστωσις 2,708,000, μένει νὰ δοθῇ ἀκόμη πίστωσις 1,354,000, ἥτις θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν τελευταίαν δόσιν τοῦ πλοίου Β. Διὰ τῶν πιστώσεων τούτων συμπληροῦται τὸ ποσὸν τῶν 26,000,000, ὅπερ προωρίσθη ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000 διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν πλοίων. Οὐδὲν ἑπομένως μένει ποσὸν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000 πρὸς πληρωμὴν τῶν ἑτέρων δύο κεφαλαίων τῆς πιστώσεως ἐκ 300,000 καὶ ἐκ 200,000. Αἱ 500,000 αὗται δὲν συμπεριλαμβάνονται εἰς τὸν εἰδικὸν πόρον τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, ἑπομένως θὰ πληρωθῶσιν ἐκ τῶν γενικῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου, ἀδιάφορον, ἂν τὰ γενικὰ ταῦτα ἔσοδα θὰ ἦναι τὰ τακτικὰ ἔσοδά του, ἢ θὰ συμπληρωθῶσι διὰ δανείου. Καὶ διὰ τὸν λόγον δὲ τοῦτον αἱ πιστώσεις αὗται πρέπει νὰ καταχωρισθῶσιν εἰς τὸν Γενικὸν Προϋπολογισμόν.
§67ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Νομίζω, ὅτι κατὰ τοῦτο ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς δὲν ἔχει δίκαιον, διότι δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς ἀπὸ τοῦδε νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ θὰ πληρωθῇ ἐξ εἰδικῶν πόρων, ἢ θὰ πληρωθῇ ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 26,000,000. Ἡ πρώτη μερὶς θὰ πληρωθῇ ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 26,000,000, καὶ μία μερὶς ἐξ ἄλλων πόρων· διότι ἐκ τῆς συμβάσεως προκύπτει τὸ ἑξῆς: ὅτι τὸ τίμημα ἑκάστου πλοίου ὡρίσθη εἰς φράγκα 8,366,000. Ἐν τῷ ποσῷ τούτῳ ὅμως ὑπάρχει ποσὸν 586,000, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ διαθέσιμον ποσὸν (somme à valoir). Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου, ὡς συνάγεται ἐκ τῆς συμβάσεως, μερικὰ εἴδη πρέπει νὰ πληρωθῶσι, καὶ ὁρίζονται ταῦτα, δὲν ὡρίσθη δὲ ἡ τιμὴ αὐτῶν ἐκ τῶν προτέρων, καθόσον πρόκειται περὶ εἰδῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων γίνεται πρόοδος καθ’ ἑκάστην. Ἑπομένως ἀφέθη κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ὁ ὁρισμὸς τῆς τιμῆς. Δὲν δυνάμεθα ὅμως ἐκ τῶν προτέρων νὰ εἴπωμεν, ἂν τὸ ποσὸν τῶν 586,000 θὰ ἀποῤῥοφηθῇ ἐντελῶς ὑπὸ τῶν εἰδῶν ἐκείνων, τῶν ὁριζομένων ὑπὸ τῆς συμβάσεως. Διὰ τοῦτο ἐν ἄρθρῳ 2 τῆς συμβάσεως προβλέπεται ἡ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν μέρος τοῦ διαθεσίμου τούτου ποσοῦ θὰ μείνῃ εἰς λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὁρίζεται, ὅτι ἐκ τῆς τελευταίας δόσεως ἑκάστου πλοίου θὰ κρατηθῇ τὸ ποσὸν τοῦ διαθεσίμου ποσοῦ, τὸ ὁποῖον τυχὸν θὰ δικαιῶται ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ, ὡς μὴ ἀποῤῥοφηθὲν ἐκ τῆς πληρωμῆς, τῆς προβλεπομένης παρὰ τῆς συμβάσεως. Δὲν δυνάμεθα ἑπομένως σήμερον νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἅπαν τὸ ποσὸν τῶν 500,000 δραχμῶν, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, ἢ 800,000, ὡς δύναται ν’ ἀνέλθῃ μέχρι τέλους τῆς ἐργασίας, θὰ πληρωθῇ ἐξ ἄλλων πόρων, διότι εἶναι δυνατὸν τὸ ποσὸν τῶν 1,700,000 δραχ., τὸ ἀποτελούμενον ἐκ τοῦ διαθεσίμου ποσοῦ τῶν τριῶν θωρηκτῶν, νὰ μὴ ἀποῤῥοφηθῇ ὅλον, ἀλλὰ νὰ μείνῃ μέρος αὐτοῦ. Ἑπομένως μετὰ τὴν παραλαβὴν τῶν πλοίων καὶ ἀφ’ οὗ γίνῃ ὁ ὁλικὸς λογαριασμὸς τοῦ τιμήματος αὐτῶν, τότε μόνον θὰ εὑρεθῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς θέσιν νὰ γινώσκῃ, ἂν ἔχῃ ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ πόρον πρὸς κάλυψιν τῆς δαπάνης αὐτῆς, καὶ μέχρι τίνος ποσοῦ πρέπει ὁ πόρος οὗτος νὰ ζητηθῇ. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ θεωρία τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι ἀπὸ σήμερον δύναταί τις νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο μένει ἄνευ πόρου, δὲν εἶναι ὀρθή, οὐδὲ δυνάμεθα σήμερον νὰ ὁρίσωμεν, ἂν ἦναι ἄνευ πόρου, ἢ ἂν ἦναι μετὰ πόρου.
§68ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ θεωρία μου εἶναι ἀκριβῶς, ἡ πρᾶξις, ἣν ἐφήρμοσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν. Εἶναι δὲ ἡ πρᾶξις, ἣν ἐφήρμοσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, διότι, ἂν εἶχε τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου «somme à valoir» θὰ περισσεύσῃ ποσὸν, δυνάμενον νὰ καλύψῃ τὰς δαπάνας τῆς ἐπιστασίας, τῆς παραλαβῆς τῶν πλοίων κτλ., δὲν ἤθελε ζητήσει πίστωσιν 2,708,000 φρ. διὰ τὰς πληρωμὰς τῶν πλοίων. Ζητῶν τὴν πίστωσιν τῶν 2,708,000 φρ. δὲν ἀφίνει διαθέσιμον ἐκ τοῦ ὅλου κεφαλαίου τῶν 26,000,000 ἢ μόνον 1,354,000 φρ. Τοῦτο δεικνύει, ὅτι, ἐκ τῶν μέχρι σήμερον ἐργασιῶν, ἡ ὑπηρεσία, ἡ ἐπιβλέπουσα τὴν πρόοδον αὐτῶν καὶ ὁρίζουσα τὴν ἀναλόγως ταύτης πληρωμὴν τῶν δόσεων, ὑποθέτει, ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ ἀρκετὰς οἰκονομίας, ὅπως καλύψῃ διὰ τοῦ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων εἰδικοῦ πόρου πληρωμὰς ἄλλας, ἐκτὸς τῶν ὀφειλομένων διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν πλοίων. Ὥστε ἡ θεωρία, ἣν ἀνέπτυξα, εἶναι ἡ πρᾶξις, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον. Ἐκ τῶν 1,534,000 φράγκων, τὰ ὁποῖα μένουσιν ἀδιάθετα διὰ τὴν τρίτην δόσιν τοῦ πλοίου Β, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν βεβαίως νὰ περισσεύσωσι 500,000 φρ., ὅπως πληρωθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, οἱ ἐπιβλέποντες ἐν Γαλλίᾳ τὰ κατασκευαζόμενα πλοῖα, τὰ πληρώματα, τὰ ὁποῖα θὰ σταλῶσιν ἐντεῦθεν, οἱ γαιάνθρακες, οὓς θὰ καύσωσι τὰ πλοῖα, διὰ νὰ ἔλθωσιν ἐδῶ, κτλ. Ἡ θεωρία μου ἔχει στερεὰν βάσιν αὐτοὺς τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν καὶ αὐτὰ τὰ προτεινόμενα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἐὰν δὲ ὑποθέσωμεν ἀκόμη, ὅτι θὰ περισσεύσῃ ποσόν τι ἐξ οἰκονομίας, ἤθελεν οὕτω μείνει ἀδιάθετός τις πίστωσις ἐκ τῆς κατασκευῆς τῶν πλοίων, ἥτις βεβαίως δὲν ἤθελεν ἀπολεσθῆ, ἀλλ’ ἤθελε περιέλθει ὡς ἔκτακτος πόρος εἰς τὸ Δημόσιον. Ἡ νέα αὕτη δαπάνη τῶν 500,000 φράγκων δὲν δύναται ἑπομένως οὔτε θεωρητικῶς, οὔτε πρακτικῶς, νὰ βαρύνῃ τὸν εἰδικὸν πόρον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου δὲν συμπεριελήφθη.
§69ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ θεωρία τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἂν δὲν ἔχῃ ἄλλην βάσιν, ἢ τὴν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ, δὲν δικαιολογεῖται πολύ· διότι, τὸ νὰ ζητῇ τὸ Ὑπουργεῖον τὴν πίστωσιν ὁλόκληρον, τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ πίστωσις ὁλόκληρος θὰ διατεθῇ. Δυνάμει τοῦ συμβολαίου, τὸ τίμημα διαιρεῖται εἰς δόσεις· σᾶς εἶπον δὲ, ὅτι δυνάμει ῥήτρας τοῦ συμβολαίου, κατὰ τὴν πληρωμὴν τῆς τελευταίας δόσεως θὰ ὁρισθῇ, ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν, τὸ ὀφειλόμενον ἐκ τῆς somme à valoir εἰς τὴν Ἑταιρίαν, καὶ ἑπομένως, ποῖον εἶναι τὸ τυχὸν περίσσευμα, τὸ ὁποῖον θὰ μείνῃ ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ γεγονὸς λοιπὸν, ὅτι ἐζήτησα ὅλας τὰς δόσεις, δὲν ἀποδεικνύει τίποτε, διότι ὤφειλον νὰ ζητήσω ὅλας τὰς δόσεις ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι τυχὸν ἤθελον καταστῆ ἀπαιτηταί. Εἶπον, καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ αὖθις, ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς πληρωμῆς τῆς τελευταίας δόσεως θὰ ὁρισθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο. Κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην θὰ ἴδῃ ἡ Κυβέρνησις, ἂν μένῃ περίσσευμα, ὅπως καλύψῃ τὰς δαπάνας τῆς παραλαβῆς καὶ τῆς μεταφορᾶς τῶν πλοίων· καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην μόνον θὰ γεννηθῇ ἡ ἀνάγκη τῆς εὑρέσεως πόρων, ἂν ἀποδειχθῇ, ὅτι ὑπάρχουσι δαπάναι, μὴ καλυπτόμεναι ἐκ τοῦ εἰδικοῦ πόρου.
§70ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε νὰ μὴ συμβῇ κἀνὲν περίσσευμα.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως δραχμῶν 680,000 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1889.
§73ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ἐζήτησε χθὲς πληροφορίας τινὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ταύτας δὲ δίδω διὰ τῶν ἑξῆς. Πρώτη ἐρώτησις: ἂν ἐκ τοῦ ποσοῦ, τοῦ ἀναγομένου εἰς τὴν γέφυραν τοῦ σιδηροδρόμου Πελοποννήσου δὲν ἐπληρώθη τι μέχρι τοῦδε. Μέχρι τοῦδε δὲν ἐγένετο οὐδεμία πληρωμὴ, καὶ ἑπομένως πρώτη πίστωσις ζητουμένη εἶναι αὕτη, τῶν 100,000 δραχμῶν. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 2 ἢ 3 ἠρώτησεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας τὰ ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει). Ἰδοὺ ποῖαι εἶναι αἱ πληροφορίαι. (Ἀναγινώσκει). Ἀλλ’ ἐν ταῖς 80,000 ταύταις δραχμαῖς περιελήφθη ἐφέτος τὸ πρῶτον καὶ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ δαπανηθῇ εἰς τὰς ὑδραυλικὰς ἐν Θεσσαλίᾳ μελέτας, καθόσον κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἡ δαπάνη διὰ τὰς μελέτας ταύτας ἐγένετο δυνάμει τοῦ νόμου ΑΦΚΓʹ τοῦ ἔτους 1887, ὅστις εἶχεν ἐπιβάλει εἰδικοὺς φόρους ἐν Θεσσαλίᾳ πρὸς ἐκτέλεσιν τοιούτων μελετῶν...
§74ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχει εἰδικὸν ταμεῖον τῶν φόρων τούτων;
§75ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ προϊὸν τῶν φόρων τούτων δὲν εἰσήχθη εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ ἑπομένως δὲν διετέθησαν πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων διὰ πιστώσεως. Ἰδοὺ ποῖαι εἶναι αἱ πληροφορίαι, αἱ σχετιζόμεναι πρὸς τὸ θέμα τοῦτο. (Ἀναγινώσκει). Εἰδικῶς πληροφορῶ, ὅτι τὰ κατὰ τὸν νόμον τοῦτον τοῦ 1887 εἰσπραχθέντα χρηματικὰ ποσὰ ἀνῆλθον εἰς δραχμὰς 22,000 περίπου, αἵτινες ἐδαπανήθησαν.
§76Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ εἰσπραχθέντα ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ φόρου;
§77ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα· 22,000 περίπου δραχμαί. Καὶ ταῦτα εἰς ἀπάντησιν τῆς δευτέρας ἐρωτήσεως.
§78Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει, νὰ μᾶς δοθῇ ἡ σημείωσις τῆς δαπάνης.
§79ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα· εἶναι εἰς τὴν διάθεσίν σας. Ὑπάρχει καὶ τρίτη ἐρώτησις, ἀναγομένη εἰς τὸ ἄρθρον πρῶτον τοῦ κεφαλαίου 13 τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δηλ. εἰς τὸ ἄρθρον, τὸ ἀναγόμενον εἰς τὴν ἐν Παρισίοις Παγκόσμιον Ἔκθεσιν. Ἐπεξηγῶν τὴν περὶ ἀποζημιώσεως τοῦ ἀναγκαίου προσωπικοῦ φράσιν τῆς ἐκθέσεως, λέγω, ὅτι πρόκειται περὶ προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον βεβαίως θὰ χρησιμεύσῃ ἐπὶ τόπου, ἐν Παρισίοις· διότι ἐνταῦθα προσωπικὸν ἴδιον δὲν θέλει προσληφθῆ, ἵνα σταλῇ εἰς Παρισίους. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐκεῖ γίνεται ἐργασία, ἥτις δύναται ν’ ἀπαιτήσῃ καὶ εἰδικόν τι προσωπικόν. Καὶ εἰς τοῦτο τὸ προσωπικὸν ἀναφέρεται ἡ φράσις «ἀποζημίωσις».
§80Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δηλαδὴ ἡ κατασκευὴ τοῦ τμήματος εἶναι ἐργασία, δὲν εἶναι ὑπηρεσία. Ὥστε δὲν πρόκειται περὶ ταύτης.
§81ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως· δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς ὑπάλληλος.
§82Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ θὰ προσληφθῶσι φύλακες, surveillants.
§83ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως· ὅπως γίνεται πάντοτε.
§84Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ ποσὸν εἶναι μικρότατον.
§85ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ τοῦτο δὲν ἀκριβολογοῦμεν ἐπὶ τοῦ ποσοῦ. Ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει αἰτιολογίαν τινὰ τῶν ἐξόδων, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ἡ ἀποζημίωσις.
§86Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ ἡ δαπάνη διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ ἄλλου προσωπικοῦ εἶναι ἐλαχίστη, διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ διακριθῇ, μὴ τυχὸν ὑποληφθῇ ὅτι τὸ τρίτον τῶν 250,000 δρ. ἢ ποσὸν μεγαλείτερον.
§87ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δέν μοι φαίνεται νὰ ὑπάρχῃ τοιοῦτος κίνδυνος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς Ἐκθέσεως, ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη λογοδοσίας, θὰ δοθῇ. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συνομολογήσεως λαχειοφόρου ἀτόκου δανείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας.
§89ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὅτε, Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Εὐβοίας, λαμβάνων τὸν λόγον, ἐδήλου, ὅτι λαμβάνει κυρίως τὸν λόγον ὡς Πρόεδρος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἐφρόνουν, ὅτι ἀπέβλεπεν εἰς διαμαρτυρίας, ὅτι τὸ συμπέρασμά του θὰ ἦτο κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι θὰ ὕψονε φωνὴν κατ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ παρεχόμενον ἐλάχιστον πρὸς τὴν Ἑταιρίαν κέρδος, ἀπέναντι τοῦ συνομολογουμένου δανείου, καὶ ἡ θέσις τῆς Ἑταιρίας τὸν ἔπεισαν νὰ ἀποδεχθῇ τὴν γενομένην ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προσφορὰν, ὡς τὰ μάλα γενναίαν, καὶ ἑπομένως νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, μὴ ἀποβλέπων ποσῶς, ὅτι διὰ τοῦ τοιούτου νομοσχεδίου εἰσάγεται σύστημα δανείων ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, δανείων, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ὡς ἡ τελευταία βαθμὶς, εἰς τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ φθάσωσι τὰ πεπολιτισμένα Κράτη, ὡς βαθμὶς, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν παντὶ σθένει νὰ μὴ πατήσωμεν, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἐπείγουσαι αἱ ἀνάγκαι τοῦ Δημοσίου, καθότι τὸ τοιοῦτον σύστημα προσβάλλει τὰ ἤθη τοῦ λαοῦ, καὶ καταστρέφει τὰ φρονήματα αὐτοῦ. Τὰ διὰ λαχείων δάνεια, Κύριοι, ἐκ μέρους τῶν Κυβερνήσεων, ἢ αἱ πρόσοδοι, αἱ διὰ τοιούτων μέσων ἀπολαμβανόμεναι ἐκ μέρους αὐτῶν, δὲν εἶναι σύστημα, ὅπερ κατὰ πρῶτον ἐπικαλοῦνται αἱ Κυβερνήσεις. Τὸ σύστημα τοῦτο ἐλειτούργησεν εἰς ἄλλην ἐποχὴν, καὶ ἐθεωρήθη μάλιστα ὡς μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου ἠδύναντο ἀκόπως νὰ πορίζωνται ἄφθονα χρήματα καὶ εὐκόλως νὰ ἀναπληρῶσι τὰ κενὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ αὐτῶν. Ἀλλ’ αἱ ἐποχαὶ ἐκεῖναι, κατὰ τὰς ὁποίας αἱ Κυβερνήσεις κατέφευγον εἰς τοιαῦτα μέσα, ἦσαν ἐποχαὶ, κατὰ τὰς ὁποίας ἐφρόνουν, ὅτι ἡ πενία τοῦ λαοῦ, ὅτι ἡ ἀπαιδευσία του καὶ ἡ κατάπτωσίς του ἦσαν τὰ μόνα στηρίγματα τῆς τιάρας καὶ τοῦ στέμματος. Ἄν ἀνατρέξητε εἰς τὰς πολιτείας τοῦ Μεσαίωνος καὶ ἰδίως εἰς τὰ μικρὰ Κράτη τῆς Ἰταλίας, θὰ ἀνεύρητε, ὅτι ἡ κυρία πρόσοδος τῶν Ἐπικρατειῶν ἐκείνων ἐστηρίζετο εἰς τοιούτου εἴδους μέσα· ναὶ, εἰς τοιαῦτα ἀθέμιτα μέσα προσέτρεχον, ἵνα ἀφαιρῶσιν ἀπὸ τὸν λαὸν τὸ χρῆμα καὶ πορίζωνται τὰ μέσα διὰ τὰς δαπάνας αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἔπραττον τοῦτο, οὐχὶ μόνον δὲν ἐφρόντιζον διὰ τὸν λαὸν, ἀλλ’ ἂν ἐσκέπτοντο δι’ αὐτὸν, ἐσκέπτοντο, πῶς νὰ τὸν βυθίσωσι μᾶλλον εἰς τὴν ἀθλιότητα καὶ πῶς νὰ τὸν καταῤῥίψωσιν εἰς τὴν πενίαν, διότι ἐν τοιαύτῃ καταστάσει ἠδύναντο ἀσφαλῶς νὰ κρατῶσιν ἐπ’ αὐτοῦ. Δυστυχῶς, Κύριοι, τὰ δάνεια ταῦτα ἐπιδρῶσιν ἐπὶ τῶν πενεστέρων τάξεων, κυρίως ἐπὶ τῶν ἐργατικῶν τάξεων. Ὅπου τοιαῦτα λαχεῖα ἐπιτρέπονται, ὁ ἐργάτης, ὅστις ἐργάζεται καθ’ ὅλην τὴν ἑβδομάδα, ἢ ἐπὶ ὡρισμένας ἡμέρας, λαμβάνων τὸν μισθόν του, δὲν ἐπανέρχεται εἰς τὴν οἰκίαν του ἀφοῦ προηγουμένως φροντίσῃ διὰ πᾶν, ὅ,τι ἀπαιτεῖ ἡ οἰκογένειά του, ἀλλὰ διέρχεται ἀπὸ τὰ μέρη ἐκεῖνα, ὅπου προσφέρονται τὰ μέσα τοῦ ἀνέτου πλουτισμοῦ, ἢ τῷ προσφέρονται καθ’ ὁδὸν τίτλοι λαχείων, παρέχοντες αὐτῷ τὴν ἐλπίδα, ἵνα δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου δυνηθῇ καὶ αὐτὸς νὰ μεταβάλῃ θέσιν καὶ κατάστασιν, καὶ ἀντὶ νὰ διέλθῃ διὰ τῆς ἀγορᾶς καὶ φροντίσῃ περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς οἰκογενείας του, καὶ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τοὺς κόλπους αὐτῆς καὶ μετ’ αὐτῆς νὰ εὐθυμήσῃ καὶ νὰ συμμερισθῇ τὸν ἄρτον καὶ τὴν χαράν της, ὅπως ἐπανέλθῃ τὴν ἐπιοῦσαν ζωηρὸς καὶ ἀκμαῖος εἰς τὴν ἐργασίαν του, ἵνα ἐπαναλάβῃ τὸ ἔργον του, ἀντὶ νὰ σκεφθῇ, τίνι τρόπῳ διὰ τῆς οἰκονομίας καὶ ἐργασίας νὰ βελτιώσῃ τὴν θέσιν αὐτοῦ καὶ τῶν τέκνων του, παρασύρεται ἀπὸ τὴν προσφερομένην ἐλπίδα, καὶ κατ’ ἀρχὰς τὸ περίσσευμα τῆς ἐργασίας του τὸ διαθέτει ὑπὲρ τῆς ἀγορᾶς τοιούτων δανείων, κατόπιν δὲ διαθέτει καὶ ἐκ τῆς ἀναγκαίας αὐτῷ δαπάνης, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης ἐνεργείας εἶναι βέβαιον καὶ ἀσφαλὲς, εἶναι πρᾶξις, ἥτις ἄγει αὐτὸν εἰς τὴν πενίαν, τὸν ἀποσπᾷ ἀπὸ τὴν τακτικὴν ἐργασίαν του, καὶ τὸν ῥίπτει ἐπὶ τέλους εἰς τὴν ὁδὸν τῆς κακοηθείας. Ὅστις, Κύριοι, εὑρέθη εἰς τὴν Ἰταλίαν, εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐπεκράτει τὸ σύστημα τῶν τοιούτων λαχειοφόρων δανείων, αἱ ἐντυπώσεις αὐτοῦ ἐστάθησαν οἰκτραί. Τὰ γραφεῖα, τὰ χορηγοῦντα τοὺς τοιούτους τίτλους, δὲν ἐπολιορκοῦντο ἀπὸ τοὺς εὐπόρους, δὲν ἐπολιορκοῦντο ἀπὸ τοὺς ἔχοντας νὰ διαθέσωσι τὸ χρῆμα, ἀλλ’ ἐπολιορκοῦντο ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτας, ἀπὸ τοὺς ἐργάτας, ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ῥακενδύτας καὶ τοὺς ἐπαίτας· αὐτοὶ ἦσαν οἱ διαθέτοντες τὸ χρῆμα, ἤτοι τὸν ἄρτον των διὰ τὸ λαχεῖον, καὶ οἱ φορολογούμενοι διὰ τοιούτων μέσων ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Περιέμενον ἀπλήστως, πότε νὰ ἀπαγγελθῇ τὸ ἀποτέλεσμα· ἀπαγγελθέντος δὲ τούτου, ἠκούετε τὰς ἀρὰς, τὰς βλασφημίας, ἠκούετε τὴν ἀπελπισίαν, ἐκφραζομένην ἐκ τῶν στομάτων ἐκείνων. Τοιαῦτα, Κύριοι, εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῶν τοιούτων δανείων, καὶ ἕνεκα τούτου κατεδικάσθησαν παρ’ ὅλων ἐν γένει τῶν Κυβερνήσεων, καὶ νόμοι ἐψηφίσθησαν εἰς ὅλα τὰ Κράτη, διὰ τῶν ὁποίων αὐστηρῶς ἀπαγορεύονται ταῦτα. Τὸ προκείμενον δάνειον, Κύριοι, δὲν εἶναι δάνειον ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας· κατὰ τύπους μόνον αὕτη ἀγγέλλεται· διότι συνομολογεῖται ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Καὶ κατὰ τοῦτο ἔτι διαφέρει ὡς πρὸς τὰ δάνεια τὰ τοιούτου εἴδους, τὰ ὁποῖα ἐπετράπησαν παρ’ ἄλλων Κυβερνήσεων, διότι ἐγένετο δι’ ἀγαθοεργοὺς σκοποὺς, ὁσάκις ἐδόθη τοιαύτη ἄδεια. Καὶ ἡμεῖς ἔχομεν νόμον, ἀπαγορεύοντα τὰ τοιαῦτα, καὶ ἐσχάτως ἐψηφίσαμεν καὶ ἕτερον νόμον, καὶ τὸν ἐψηφίσαμεν κυρίως, ἵνα ἀπαγορεύσωμεν τὴν πώλησιν τοῦ λαχείου τοῦ λαχειοφόρου δανείου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἵνα ἀπαγορεύσωμεν τὴν κυκλοφορίαν ἐν γένει τῶν τοιούτων ξένων δανείων· ὁ σκοπὸς δὲ, ὅστις ἔπεισε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἀφεώρα εἰς τὴν ἠθικὴν καὶ εἰς τὴν εὐημερίαν τοῦ λαοῦ, καὶ τὸν σκοπὸν τοῦτον ἔρχεται νῦν νὰ ἀνατρέψῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ εἰσαγομένου νομοσχεδίου. Δὲν ὀφείλετε δὲ νὰ συγχέητε τὰ λαχειοφόρα δάνεια μὲ τὰ δάνεια τοῦ τοιούτου εἴδους, διότι καὶ αὐτὰ δύνανται νὰ ὀνομασθῶσι λαχειοφόρα δάνεια, ἀλλὰ δὲν εἶναι πράγματι λαχειοφόρα, ἀλλ’ εἶναι καθαρὰ λαχεῖα. Λαχειοφόρον δάνειον εἶναι καὶ τὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ οὐδεμίαν σχέσιν, οὐδεμίαν ὁμοιότητα ἔχει μὲ τὸ προκείμενον δάνειον, διότι τὰ δάνεια ἐκεῖνα ἀποφέρουσι τόκον, εἶναι δάνεια ὡς καὶ τὰ λοιπὰ δάνεια, μὲ τὴν διαφορὰν μόνον, ὅτι ὁ τόκος, τὸν ὁποῖον δίδουσιν, εἶναι κατά τι ὀλιγώτερος τοῦ ἀγοραίου τόκου τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν συνομολογοῦνται. Ἡ διαφορὰ δὲ τοῦ τόκου τούτου μεταξὺ τοῦ ἀγοραίου καὶ τοῦ παρεχομένου ὑπὸ τοῦ δανειζομένου, ἀποτελεῖ τὸ λαχεῖον. Ἀπέχει δὲ ἐπὶ τοσοῦτον τὸ λαχειοφόρον δάνειον, τοῦ πραγματικοῦ λαχείου, ἐφόσον εἴτε ὁ τόκος ἦναι ἐλάχιστος, εἴτε δὲν παρέχηται διόλου τόκος, καὶ ἐφόσον αἱ μετοχαὶ, ἐκδιδόμεναι, καταντῶσιν εἰς ποσὸν λίαν μικρὸν, εἰς ποσὸν τοιοῦτο, τὸ ὁποῖον δύναται εὐκόλως νὰ ἀποκτηθῇ καὶ ἀπὸ τὸν τελευταῖον ἀκόμη ἐργάτην καὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἐπαίτην. Κατὰ τοσοῦτον λοιπὸν διαφέρουσι τὰ λαχεῖα ἀπὸ τὰ λαχειοφόρα δάνεια, καθόσον ἀπέχουσι πρῶτον ἐκ τοῦ ποσοῦ, εἰς ὃ ἐκδίδονται αἱ μετοχαὶ, καὶ ἐκ τοῦ τόκου, τὸν ὁποῖον ἀποφέρουσι. Τὸ προκείμενον δάνειον, Κύριοι, οὐ μόνον συνομολογεῖται ἄνευ τόκου, ἀλλὰ βεβαίως καὶ αἱ ἐκδοθησόμεναι μετοχαὶ θὰ ἦναι εἰς πολὺ μικρὰν τιμὴν, εἰς ποσὸν τοιοῦτον, εἰς τὸ ὁποῖον συνήθως συνομολογοῦνται δάνεια τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἀναλαμβάνουσιν οἱ ἔχοντες σκοπὸν ν’ ἀποπλανήσωσι τὰ πλήθη, καὶ διὰ τῶν μέσων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζονται, ν’ ἀπολαύσωσι τὰ μεγάλα κέρδη, τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκουσι. Τοιαῦτα δάνεια, Κύριοι, συνομολογήθησαν καὶ εἰς ἄλλα Κράτη, ἀλλὰ προωρίσθησαν ἀποκλειστικῶς εἰς κοινωφελεῖς σκοποὺς, καὶ μόνον πρὸς τοιούτους σκοποὺς ἐπετράπησαν ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων. Ἔχω τυχαίως ἀνὰ χεῖρας πίνακα τῶν συνομολογηθέντων δανείων τοιούτου εἴδους, τὸν ὁποῖον θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω, διότι ἐκ τοῦ πίνακος τούτου θὰ πεισθῆτε, ὁποῖον εἶναι τὸ κέρδος ἐκείνων, οἵτινες ἐπιτυγχάνουσι παραχωρήσεις τοιούτου εἴδους δανείων. Λαχειοφόρον δάνειον τοῦ Ἐρυθροῦ Αὐστριακοῦ Σταυροῦ τοῦ ἔτους 1882· ἐξεδόθη εἰς 12,000 σειρὰς πρὸς 50 ἀριθμούς, ὀνοματικῆς ἀξίας φιορινίων 10· ἐξεδόθη εἰς φιορίνια 12½, τιμᾶται δὲ σήμερον φιορίνια 19. Δάνειον τοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ Οὑγγαρίας, τοῦ ἔτους 1883· ἐξεδόθη εἰς 8,000 σειρὰς πρὸς 100 ἀριθμούς, ὀνοματικῆς ἀξίας 5 φιορινίων· τιμὴ ἐκδόσεως 6½ φιορίνια, τιμὴ ἀγοραία 12½ φιορίνια. Λαχειοφόρον δάνειον τοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ τῆς Ἰταλίας, τοῦ ἔτους 1885, ἠγγυημένον ὑπὸ τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως· ἐξεδόθη εἰς 12,000 σειρὰς πρὸς 50 ἀριθμούς, ἀξίας ὀνοματικῆς 25 φρ.· τιμὴ ἐκδόσεως 14½ φιορίνια, ἤτοι σχεδὸν 28½ φράγκα, ἀγοραία τιμὴ σήμερον φιορίνια 13½. Δάνειον λαχειοφόρον πρὸς κατασκευὴν Μητροπόλεως εἰς Βουδαπέστην· ἐξεδόθη εἰς 8,000 σειρὰς πρὸς 100 ἀριθμούς, ὀνοματικῆς ἀξίας φιορινίων 5· ἔκδοσις 8½, τρέχουσα ἀξία φιορίνια 8. Ἐσχάτως δὲ ἐξεδόθη κατὰ τὸ 1888 καὶ τὸ λαχεῖον τῆς Κυβερνήσεως τῆς Σερβίας, ἀξίας ὀνοματικῆς φράγκων 10, ἔκδοσις 6½ φιορίνια.
§90ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τί ποσὸν ἔχετε σημειωμένον;
§91ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). 10,000,000.
§92ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν λέγεται ποσόν.
§93ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. 10,00,000.
§94ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Συνάμα, Κύριοι, μὲ τὴν σημείωσιν ταύτην μοὶ ἐνεχειρίσθη ἐπιστολὴ, γραφεῖσα παρ’ ἐπιφανοῦς πολίτου Ἕλληνος, διαμένοντος ἐν Τεργέστῃ, καὶ ὅστις, προσκληθεὶς παρά τινος κυρίου, δίδει πληροφορίας, καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὴν συνομολόγησιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται δανείου.
§95ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦ Σερβικοῦ;
§96ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τοῦ ἰδικοῦ μας. Εἰς τὴν ἐπιστολὴν ταύτην ἐκτίθενται τὰ ἑξῆς, τὰ ὁποῖα θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω, διότι νομίζω καλὸν νὰ ἔλθωσιν εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς (ἀναγινώσκει): «Τὸ Συνδικάτον Βιέννης, εἰς ὃ παρακάθηται καὶ ὁ ἡμέτερος Πρόξενος κ. Σκαναβῆς καὶ ἀντιπρόσωπος Ἑλληνικῶν καταστημάτων, ἐζήτησε κατὰ πρῶτον τὴν ἐνεχυρίασιν τῶν ἀρχαιοτήτων ἐπὶ 65 ἔτη, ἐφ’ ὅσον θὰ γίνωνται αἱ ἐκκυθεύσεις, πρὸς ἀσφάλειαν τῶν πληρωθησομένων βραβείων. Ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη».
§97ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδέποτε ἐζητήθη.
§98ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Φαίνεται, ὅτι εἶναι καλῶς πληροφορημένος ὁ γράφων.
§99ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι καλῶς πληροφορημένος· διότι, ἐὰν ἐζητήθη, θὰ ἐζητεῖτο παρ’ ἐμοῦ.
§100ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐνδέχεται νὰ ἐζητήθη ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν.
§101ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι, δὲν ἐζητήθη.
§102ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ἀντιπρόσωπος εἶναι ὁ Σκαναβῆς;
§103ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ Σκαναβῆς εἶναι Πρόξενος Ἕλλην καὶ ἀντιπρόσωπος Ἑλληνικῶν καταστημάτων, καὶ αὐτὸς ἀνέλαβε, φαίνεται τὴν διαπραγμάτευσιν τοῦ, περὶ οὗ πρόκειται, δανείου. Ὡς λοιπὸν φέρει ἡ ἐπιστολὴ αὕτη, οἱ ἐπινοήσαντες τὴν συνομολόγησιν τοιούτου δανείου συνέλαβον καὶ τὴν ἰδέαν, νὰ ἐξασφαλίσωσι τὸ δάνειον δι’ αὐτῶν τῶν ἀρχαιοτήτων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων φαίνεται ἐκδιδόμενον τὸ δάνειον, καὶ ἑπομένως ὑπέβαλον καὶ τοιαύτην πρότασιν κατὰ τὰ γραφόμενα.
§104ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν τὴν ὑπέβαλον, καὶ ἀφοῦ λέγω, ὅτι δὲν τὴν ὑπέβαλον, ὑποθέτω, ὅτι δὲν πρέπει......
§105ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζετε, τί ἔκαμον ἐκεῖνοι ἐκεῖ.
§106ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Οὐχ ἧττον ὅμως αὐτὸς ὁ ἴδιος λέγει, ὅτι ἀπεῤῥίφθη ἡ τοιαύτη πρότασις.
§107ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές· οὔτε ἐγένετο, οὔτε ἀπεῤῥίφθη.
§108ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἐγένετο, ἀπεῤῥίφθη. (Ἀναγινώσκει): «Δεύτερον, ἠρωτήθη Συμβούλιον, ἐκ πέντε δικηγόρων συγκείμενον, ἐπὶ τοῦ ἑπομένου ζητήματος: «Ὠφελουμένης τῆς Ἑταιρίας τῶν ἀρχαιοτήτων διὰ τοῦ γενομένου συνδυασμοῦ, ὑπόκειται ἡ περιουσία αὐτῆς εἰς τὰ βραβεῖα, ἐν περιπτώσει μὴ ἐκπληρώσεως τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως λαμβανομένων ὑποχρεώσεων ἀπέναντι τοῦ κατατιθεμένου παρ’ αὐτῇ ποσοῦ;» Ἠγέρθη ἐν τῷ Συμβουλίῳ διαφωνία, τῶν μὲν γνωμοδοτούντων, ὅτι αἱ ἀρχαιότητες δὲν ὑπόκεινται, ἢ τοὐλάχιστον δὲν δύνανται νὰ ἐξαχθῶσι, τῶν δὲ, ὅτι ἡ κύρωσις τῆς συμβάσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς μεταβάλλει σιωπηρῶς τοὺς κειμένους νόμους. Ἀπήντησαν οἱ δικηγόροι μετὰ πολλῆς ἀμφιβολίας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.......
§109Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ ἀρχαιότητες δὲν εἶναι περιουσία τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας.
§110ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἀναφέρω τὰ γραφόμενα, ἅπερ δὲν ἀφορῶσι βεβαίως οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε εἰς ἡμᾶς, ἀλλ’ ἀφορῶσιν εἰς τοὺς ἐργαζομένους ἢ τοὺς ἐργασθέντας ὑπὲρ τῆς ἐπιτυχίας τῆς συνομολογήσεως τοιούτου δανείου. Ἀναγινώσκω δὲ, διὰ νὰ καταδείξω—διότι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα γράφει, εἶναι βέβαια καὶ ἀκριβῆ,—ἀπὸ ποίας ἐμφοροῦνται οἱ ἐργαζόμενοι ἰδέας διὰ τὸ δάνειον τοῦτο, δὲν εἶναι δὲ ποσῶς παράδοξον, ἐὰν προσεπάθησαν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι καὶ ἐπενόησαν πᾶν μέσον, διὰ νὰ ἀσφαλίσωσιν ὄχι μόνον τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ δώσουν, διότι τοῦτο εἶναι βέβαιον, ὅτι εἶναι ἀσφαλέστατον, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξασφαλίσουν μεγαλείτερον κέρδος· ὅ,τι δὲ ἐσκέπτοντο καὶ ὅ,τι διενοοῦντο, καὶ τὰ Συμβούλια, τὰ ὁποῖα ἐκάλουν, πάντα ταῦτα ἔπραττον, ὅπως δυνηθῶσι κατόπιν, νὰ συστήσωσι τὸ δάνειον ἔτι μᾶλλον καὶ ἀνυψώσωσιν ἔτι μᾶλλον τὴν τιμὴν αὐτοῦ....
§111ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀνάγνωτε, παρακαλῶ, κύριε Βαλσαμάκη, διότι ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἂν ἐσκέφθησαν καὶ περὶ τοῦ σχήματος τῶν λαχείων.
§112ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. (ἀναγινώσκει). «Ὑπεβλήθη καὶ τὸ ἑπόμενον ζήτημα. Τῆς συμβάσεως συνομολογουμένης μεταξὺ Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ Bank-Union, ἡ Αὐστριακὴ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα διπλωματικῆς ἐπεμβάσεως ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν διεκινδύνευεν ἡ κατάθεσις παρὰ τῇ Ἑλληνικῇ Κυβερνήσει, ἢ ἐὰν αὕτη δὲν ἐπετέλει τὰ καθήκοντα, ἅπερ ἀναλαμβάνει; Ἐδόθη δὲ ἡ ἑξῆς ἀπάντησις. Ἐπειδὴ τὸ λαχειοφόρον δάνειον δὲν δύναται νὰ κυκλοφορήσῃ ἐν Αὐστρίᾳ ἄνευ τῆς ῥητῆς ἀδείας τῆς Αὐτοκρατορικῆς Κυβερνήσεως, (ὅπερ δὲν λαμβάνει χώραν εἰς τὰ τακτικὰ δάνεια) ἡ Αὐστριακὴ Κυβέρνησις καὶ δικαίωμα ἔχει καὶ καθῆκον, ἐπὶ τῇ αἰτήσει μάλιστα ὑπηκόων της κατόχων λαχειοφόρων, νὰ ἀσφαλίσῃ τὰ διακινδυνεύοντα συμφέροντα, καθ’ ὃν ἂν τρόπον κρίνῃ ἀναγκαῖον».
§113ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε εἶναι καὶ ἀλληλεθνὲς δάνειον.
§114ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἀνέγνωσα, Κύριοι, τὴν ἐπιστολὴν καὶ σᾶς ἀνέφερον καὶ τὴν σημείωσιν, ἐν ᾗ ἀναφέρονται τὰ διάφορα συνομολογηθέντα δάνεια, ἐξ ὧν ἀφ’ ἑνὸς προκύπτει, ὅτι, ἂν τοιαῦτα δάνεια συνωμολογήθησαν, ἐπετράπησαν διὰ κοινωφελεῖς σκοποὺς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ, ὅτι τὸ χρῆμα, τὸ εἰσπραχθὲν, ἐχρησίμευσεν ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον διὰ τοιοῦτον σκοπόν. Τὰ Κράτη δὲ δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν κυκλοφορίαν τοιούτων δανείων· καὶ διὰ νὰ ἐπιτρέψωσιν, ἐννοεῖται, ὅτι, ἢ ὅρους θὰ ἐπιβάλωσιν, ἢ θὰ ζητήσωσιν ἀντάλλαγμα. Ἡ σύμβασις μεταξὺ Γαλλίας καὶ Βελγίου ἐπιτρέπει τὴν κυκλοφορίαν τοιούτων λαχειοφόρων δανείων μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν, ἀλλ’ ὑπὸ ποῖον ὅρον; Ὑπὸ τὸν ὅρον ὡρισμένου ποσοῦ, κατὰ κατώτερον ὅρον ἡ μετοχὴ καὶ τὸ δάνειον νὰ ἀποφέρῃ τόκον τοὐλάχιστον 3% ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ ἢ ὀνοματικοῦ κεφαλαίου· ἂν δὲ ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους ἐπιτρέπῃ ἡ Γαλλία τὴν κυκλοφορίαν τοιούτου δανείου τοῦ Βελγίου, ἢ τὸ Βέλγιον τὴν κυκλοφαρίαν λαχειοφόρου δανείου τῆς Γαλλίας, βεβαίως δὲν ἔχει τι τὸ παράδοξον, καθότι τὰ δημόσια χρεώγραφα τόσον τοῦ Βελγίου καθὼς καὶ τῆς Γαλλίας δὲν ἀποφέρουσι τοὺς τόκους, οὓς ἀποφέρουσι τὰ ἡμέτερα δάνεια, ὁ τόκος δὲν εἶναι ἀρκετὰ γενναῖος, καὶ ἑπομένως ὁ γινόμενος κάτοχος τοιούτου δανείου δὲν χάνει τὸ χρῆμά του, ἀλλὰ καὶ τῷ παρέχεται πρόσοδος, ἣν εἶναι συνειθισμένοι οἱ κάτοικοι τῶν Κρατῶν ἐκείνων νὰ λαμβάνωσιν. Ἡ Αὐστρία ἐσχάτως παρεχώρησεν εἰς τὴν Ἰταλικὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα τῆς κυκλοφορίας τοῦ λαχειοφόρου δανείου τοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ, ἀλλὰ ὑπὸ ποίους ὅρους; ὑπὸ τὸν ὅρον, ἡ μετοχὴ νὰ μὴ ἦναι κατωτέρα τῶν 25 φράγκων, καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ δικαιῶται καὶ ἡ Αὐστριακὴ Κυβέρνησις νὰ κυκλοφορῇ τὰ λαχειοφόρα δάνειά της ἐν τῇ Ἰταλίᾳ. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ κυβερνητικῶν κοινῶν δανείων, ἀλλὰ περὶ δανείων λαχειοφόρων, ἀφορώντων, ὡς εἴπομεν, εἰς κοινωφελεῖς σκοπούς. Ὅταν δὲ τοιαῦτα δάνεια συνομολογῶνται, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ κυκλοφορία εἰς τὰ ξένα Κράτη, εἰμὴ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀμοιβαιότητος, ἢ ὑπὸ ἄλλους ὅρους, τοὺς ὁποίους δύνανται αἱ Κυβερνήσεις νὰ ἐπιβάλωσι. Διατὶ ἡ Αὐστριακὴ Κυβέρνησις ἐπιτρέπει τὴν κυκλοφορίαν τοῦ ἡμετέρου δανείου εἰς τὸ Κράτος αὐτῆς; τὴν ἐπιτρέπει ἄνευ ὅρων, τὴν ἐπιτρέπει χάριν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἢ τὴν ἐπιτρέπει χάριν τῶν κερδοσκόπων, οἱ ὁποῖοι πρόκειται ν’ ἀναλάβωσι τὸ, περὶ οὗ πρόκειται, δάνειον; Τὸ τοιοῦτον, Κύριοι, δὲν εἶναι γνωστὸν, διότι τὸ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη ἄνευ συμβάσεως, διότι καὶ ἡ σύμβασις εἰσέτι δὲν συνωμολογήθη, εἶναι δὲ τοιουτοτρόπως συντεταγμένον τὸ νομοσχέδιον, ὥστε ἀπαιτεῖται βαθεῖα μελέτη, διὰ νὰ ἐννοήσῃ τις, τί συνομολογεῖται διὰ τοῦ, περὶ οὗ πρόκειται, νομοσχεδίου, ἀλλὰ βεβαίως ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἤδη ἐδόθη ἡ ἄδεια ὑπὸ τῆς Αὐστριακῆς Κυβερνήσεως τῆς κυκλοφορίας τοῦ δανείου τούτου ἐν τῷ Κράτει ἐκείνῳ· ἢ ἐὰν μέχρι τοῦδε δὲν ἐδόθη, τί γνωρίζει, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἐὰν πρόκηται νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια ἄνευ οὐδενὸς ἀνταλλάγματος, ἢ δι’ ἀνταλλάγματος, καὶ ποῖον εἶναι τὸ ἀντάλλαγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ζητήσῃ ἡ Αὐστριακὴ Κυβέρνησις· καὶ ἂν πρόκηται νὰ δοθῇ τοιαύτη ἄδεια ἄνευ ἀνταλλάγματος, μὴ τυχὸν ἡ Αὐστριακὴ Κυβέρνησις φρονῇ πράγματι, ὅ,τι ἀπεφάνθησαν οἱ δικηγόροι, ἐρωτηθέντες ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ὅτι δηλαδὴ δικαιοῦται νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὰ ἐσωτερικὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδος, ὅταν τὰ συμφέροντα τῶν ὑπηκόων της τὸ ἀπαιτήσωσι; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ τοιοῦτον ζήτημα εἶναι τοσοῦτον σπουδαῖον, ὥστε ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν, ὑπὸ ποίους ὅρους ἡ Αὐστριακὴ Κυβέρνησις δέχεται νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν κυκλοφορίαν τοῦ τοιούτου δανείου ἐν τῷ Κράτει αὐτῆς. Χθὲς, ἀγορεύων ὁ κ. Βουλευτὴς Εὐβοίας, καὶ παραλείπων τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα τοῦ, περὶ οὗ πρόκειται, δανείου, ἰσχυρίσθη σὺν τοῖς ἄλλοις, ὅτι δὲν ἀποβλέπει τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο πρόκειται νὰ ἐκδοθῇ ἐν Αὐστρίᾳ, καὶ ἑπομένως, ἐὰν θὰ πάθωσιν ἐκ τῆς ἀγορᾶς τοῦ τοιούτου δανείου, θὰ πάθωσιν οἱ κάτοικοι τοῦ Αὐστριακοῦ Κράτους. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ Ἑλλήνων πολιτῶν, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ὀφείλομεν νὰ φροντίσωμεν ὡς πρὸς τὰς συνεπείας αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ὅτι, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ῥητῶς λέγεται, ὅτι ἡ ἔκδοσις θέλει γίνει καὶ ἐν Αὐστρίᾳ καὶ ἐν Ἑλλάδι, μὴ νομίσητε, Κύριοι, ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ ἔκδοσις γίνῃ καθ’ ὁλοκληρίαν ἐν Αὐστρίᾳ, ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο θέλει μείνῃ ἐν Αὐστρίᾳ. Ὄχι· ὀλίγον κατ’ ὀλίγον θὰ εἰσρεύσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι τὰ δάνεια ταῦτα διευθύνονται καὶ ἐπισωρεύονται ἐκεῖ, ὅπου κληροῦνται τὰ λαχεῖα, διότι ἡ ἐνέργεια τῶν κερδοσκόπων ἀναπτύσσεται καὶ ἡ φαντασία τῶν ἀγοραστῶν ἐξάπτεται, καὶ ἡ ἐλπὶς τοῦ πλουτισμοῦ γεννᾶται ἐκεῖ, ὅπου πράγματι διενεργεῖται ἡ κλήρωσις καὶ ἡ πληρωμή, ἡ δὲ Αὐστρία σήμερον εἶναι τοσούτῳ βεβαρυμένη ἐκ λαχειοφόρων δανείων, ὡς ἐκ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερον καὶ τὰ ὁποῖα κυκλοφοροῦν ἐν Αὐστρίᾳ, ὥστε οἱ ἀναλαμβάνοντες τὸ τοιοῦτο δάνειον ἐννοεῖται, ὅτι ἔχουσι κυρίως ὑπ’ ὄψει των τὴν Ἑλλάδα, ὡς τόπον κερδοσκοπικόν, διότι αὕτη δύναται νὰ τοῖς παρέξῃ τὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον παρέχουσι τὰ δάνεια ταῦτα. Ἐν Ἑλλάδι δὲν ἔχομεν τοιαῦτα δάνεια· πρῶτον δάνειον, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσαχθῇ, εἶναι τὸ περὶ οὗ πρόκειται, καὶ μετ’ ἀπληστίας οἱ κάτοικοι, ἄπειροι τῆς τοιαύτης ἐμπορίας, θὰ προμηθευθῶσι τοιαύτας τύχας, πειθόμενοι εἰς τὰ τιθέμενα συνήθως εἰς ἐνέργειαν μέσα, καὶ ἄνευ ἀμφιβολίας δὲν θὰ παρέλθῃ πολὺς καιρὸς καὶ θὰ ὑπερτιμηθῶσιν εἰς σημεῖον τοιοῦτον, ὥστε τὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα θ’ ἀπολαύσωσιν οἱ ἐκδόται ἔσονται μέγιστα. Καθὼς σᾶς ἐπληροφόρησα, ὅλα τὰ τοιαῦτα δάνεια ἐξεδόθησαν καὶ ἐπωλήθησαν εἰς τὰ Χρηματιστήρια οὐ μόνον εἰς τὴν ὀνοματικὴν αὐτῶν ἀξίαν, ἀλλὰ εἰς ἀνωτέραν. Οἱ παρέχοντες λοιπὸν τὸ δάνειον δὲν θὰ ὠφεληθῶσι μόνον τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον δίδει ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ πραγματικοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θέλουσι καταθέσει, ἐκ τοῦ ὀνοματικοῦ ποσοῦ τοῦ δανείου, ἀλλὰ θὰ ὠφεληθῶσι καὶ πᾶν, ὅ,τι δυνηθῶσι ν’ ἀπολαύσωσι διὰ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ δανείου ἄνω τῆς ὀνοματικῆς ἀξίας. Πρόκειται λοιπόν, Κύριοι, περὶ τοιούτου δανείου, περὶ δανείου, ἐπαναλέγω, γινομένου ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, καὶ οὐχὶ ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας καὶ ὑπὸ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, διότι αὕτη κατὰ τύπον μόνον ἀναφέρεται, ἀναφέρεται δὲ καὶ ἐπ’ ὀνόματί της γίγνεται, διότι ἄλλως δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ συνομολογήσῃ τοιοῦτο δάνειον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, καὶ ὤφειλε νὰ καλυφθῇ δι’ ὀνόματος, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται ἡ ἔκδοσις καὶ ἡ κυκλοφορία τοιούτων δανείων. Προκειμένου ὅθεν περὶ καθαρῶς δανείου, συνομολογουμένου ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ὁ ἔσχατος οὗτος τρόπος τοῦ δανείζεσθαι; Δὲν ἀρκεῖ, ὅτι μέχρι τοῦδε δανειζόμεθα διὰ τοῦ τρόπου ἐκείνου, δι’ οὗ μόνον οἱ τοκογλύφοι προσφέρουσι τὰ χρήματά των, καὶ μόνον οἱ ἔχοντες ἀνάγκην τῶν τοκογλύφων δέχονται τοιαῦτα δάνεια; Διότι, ὡς ἐκεῖνοι ἀπαιτοῦσιν ἀποδείξεις, αἵτινες ἐμπεριέχουσι ποσὰ ἀνώτερα τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου, οὕτω καὶ τὰ δάνεια συνομολογοῦνται εἰς ποσὸν ἀνώτερον τοῦ πραγματικοῦ. Καὶ τοιαῦτα, Κύριοι, εἶναι τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα σήμερον συνομολογοῦσιν αἱ διάφοροι Κυβερνήσεις· ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι ἡ διαφορὰ εἶναι ἐκείνη, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν τοκογλυφίαν, διότι οἱ μὲν δανείζονται μὲ 98, οἱ δὲ μὲ 90% ἡμεῖς δὲ μὲ 70, ἢ καὶ ὀλιγώτερον, τοῖς ἑκατόν. Δὲν ἀρκεῖ λοιπὸν ὁ τρόπος οὗτος τοῦ δανείζεσθαι, ἀλλὰ θὰ καταφύγωμεν ἐπὶ τέλους καὶ εἰς τὰ λαχειοφόρα δάνεια! Καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις μελετᾷ, Κύριοι, νὰ ἐκμεταλλευθῇ καὶ τὸ μέσον τῶν λαχείων, προκύπτει ἐκ τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ σήμερον μὲν εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ μέτρου, ἀλλά, καθιεροῦσα τὴν ἀρχὴν, προτίθεται κατόπιν νὰ προβῇ εἰς τὴν συνομολόγησιν καὶ τῶν τοιούτων δανείων. (Ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 5 § γʹ. Ἀπαγορεύεται ἐπὶ 6 ἔτη εἰς μὲν τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν ἡ πραγματοποίησις ἑτέρου λαχείου, πλὴν τοῦ ἐπιτρεπομένου διὰ τοῦ Διατάγματος τῆς 19 Νοεμβρίου 1874, εἰς δὲ τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἔκδοσις, ἢ ἡ ἐγγύησις τῆς ἐκδόσεως δανείου ἀτόκου λαχειοφόρου, οὗτινος ἕκαστος τίτλος νὰ ἔχῃ ἀξίαν κατωτέραν τῶν 100 δραχμῶν». Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιφυλάσσει πλῆρες τὸ δικαίωμα περὶ ἐκδόσεως τοιούτων λαχείων, περιοριζομένη μόνον ὡς πρὸς τὸν τόκον καὶ ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῆς μετοχῆς, διότι δὲν δύναται νὰ ἦναι κατώτερον τῶν 100 δραχμῶν. Ἡ δὲ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ὑποχρεοῦται μόνον ἐπὶ 6 ἔτη νὰ μὴ ἐκδώσῃ δάνειον τοιούτου εἴδους· ὥστε δύναται ἡ Κυβέρνησις καὶ πάλιν νὰ ἐκμεταλλευθῇ καὶ ἐμπορευθῇ τὸ ὄνομα τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ὅπως ἐκδώσῃ μετὰ ἕξ ἔτη καὶ δεύτερον, καὶ τρίτον· καὶ λέγων ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἐννοῶ τὴν νῦν, ἀλλ’ οἱανδήποτε Κυβέρνησιν Ἑλληνικὴν, ἥτις θὰ θελήσῃ νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸ προηγούμενον τοῦτο καὶ τὸν νόμον· καὶ βεβαίως, ὅταν νομοθετῶμεν, δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει τὴν ὑπάρχουσαν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ τὴν διάδοχον· ἐὰν δὲ, Κύριοι, ἔχητε ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν νῦν Κυβέρνησιν, ὀφείλετε νομοθετοῦντες νὰ σκεφθῆτε, ὅτι αὐτὸ, ὅπερ πράττετε ὑπὲρ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, τὸ πράττετε καὶ δι’ ἄλλας Κυβερνήσεις, πρὸς τὰς ὁποίας δὲν θὰ ἔχητε ἐμπιστοσύνην, ἀλλά, καθιεροῦντες τὸ προηγούμενον τοῦτο, ἐννοεῖται, ὅτι δὲν δύνασθε, νὰ ἀπαρνηθῆτε κατόπιν τὴν ψῆφόν σας ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι τὸ τοιοῦτο δάνειον εἶναι ἀποδοκιμαστέον ὑπὸ τῆς ἠθικῆς καὶ τοῦ συμφέροντος τοῦ λαοῦ. Πρὸς τί δὲ ἡ Κυβέρνησις ἐπιζητεῖ τὸ δάνειον τοῦτο, εἶναι περιττὸν, Κύριοι, νὰ σᾶς τὸ εἴπω, διότι τὸ λέγει τὸ νομοσχέδιον (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 4. Τὰ κατὰ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3 κατατεθησόμενα εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ποσὰ προορίζονται ἀποκλειστικῶς εἰς ἀπόδοσιν δημοσίων χρεῶν». Τὸ ὅλον ὅθεν ποσὸν τοῦ δανείου, διότι τὸ ὅλον λαμβάνει ἡ Κυβέρνησις, θὰ χρησιμεύσῃ πρὸς πληρωμὴν δανείων. Ὁ σκοπὸς λοιπὸν τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, νὰ πορισθῇ χρήματα· καὶ ἐννοεῖται, ὅτι, ὡς μέχρι τοῦδε κατέφυγεν εἰς πᾶν μέσον πρὸς προμήθειαν μετάλλου, ἐπὶ τέλους κατέφυγε καὶ εἰς τὰ λαχεῖα. Τὴν προμήθειαν τοῦ μετάλλου κυρίως ἐπιδιώκει, διότι δι’ αὐτοῦ ἢ ἐπ’ αὐτοῦ στηρίζεται ὅλη ἡ βάσις τῶν ἰσοζυγίων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· διότι, μέχρις οὗ διαρκῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ μέχρις οὗ ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκῃ, δανειζομένη, μέταλλον, δι’ οὗ κατορθοῖ τὴν πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων, ἐννοεῖται, ὅτι πραγματοποιεῖ τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε ἐκ τοῦ βήματος τούτου ἀπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἤτοι τῆς ἀφαιρέσεως ἐκ τῆς μερίδος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων ποσοῦ, ἀρκετὰ σπουδαίου, ποσοῦ, ὅπερ ἀποτελεῖ τὴν διαφορὰν μεταξὺ μετάλλου καὶ χαρτονομίσματος, καὶ τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ὡς οἰκονομίαν, γενομένην εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, οἰκονομίαν βαρύνουσαν μὲν ἄλλους Προϋπολογισμοὺς, ἀλλ’ οὐχ’ ἧττον χρήσιμον πρὸς λογιστικὸν προσωρινὸν ἰσοζύγιον. Ὁ Ἀπολογισμὸς τοῦ 1887 οὕτω κατεσκευάσθη, καὶ ἐννοεῖται, ὅτι διὰ τοῦ ἰδίου τρόπου θὰ διασκευασθῇ καὶ ὁ Ἀπολογισμὸς τοῦ 1888. Βεβαίως, Κύριοι, ὅταν τις ἀναλογισθῇ τὰς ἐπαγγελίας τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου καὶ ὡς πρὸς τὴν πίστιν τοῦ Δημοσίου, συμπαραβάλῃ δὲ ταύτας μὲ τὸ ὑποβαλλόμενον δάνειον, ὀφείλει ν’ ἀπελπισθῇ, καθὼς ἀπελπίζεται ἐκεῖνος, ὅστις βλέπει τὸν δανειζόμενον, καταφεύγοντα εἰς τὸν τελευταῖον τοκογλύφον, καθότι τὸ μέσον τοῦτο βεβαίως εἶναι τὸ ταπεινότερον καὶ ἐξευτελιστικώτερον, εἰς ὃ δύναται νὰ καταφύγῃ μία Κυβέρνησις, διὰ νὰ πορισθῇ χρήματα.
§115ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ συζητοῦμεν, παρεστήθη εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς ἐπιβληθὲν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ τῆς ἀνάγκης πορισμοῦ χρήματος· ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς, ὁ ἄρτι καταβὰς τοῦ βήματος, ἀφωμοίωσεν ἡμᾶς πρὸς τὸν ἐν ἀμηχανίᾳ, δι’ ἔλλειψιν χρημάτων, προσφεύγοντα καὶ εἰς τὸν ἔσχατον τοκογλύφον, καὶ ὑποκύπτοντα εἰς τὰς ὑπερόγκους αὐτοῦ ἀπαιτήσεις. Οὐδὲν ἠδύνατο νὰ ῥηθῇ ἀνακριβέστερον τούτου ἤδη, διότι οὐδέποτε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, εἴτε ἡ παροῦσα, εἴτε ἄλλη οἱαδήποτε, ἠδύνατο νὰ δανεισθῇ οὕτως εὐχερῶς, ὅσον δύναται νὰ δανεισθῇ σήμερον. Ἄλλοτε, ἵνα δανεισθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὤφειλε ν’ ἀποταθῇ αὐτὴ πρὸς τοὺς κεφαλαιούχους, καὶ μὴ εὑρίσκουσα τοὺς ξένους κεφαλαιούχους προθύμους, ν’ ἀποταθῇ πρὸς τοὺς Ἕλληνας, ἐπικαλουμένη καὶ τὸν πατριωτισμὸν αὐτῶν. Σήμερον ἔχομεν ἐν Ἀθήναις διαγωνισμὸν κεφαλαιούχων ξένων, ζητούντων παντοίας ἐπιχειρήσεις ν’ ἀναλάβωσι, καὶ νὰ πραγματοποιήσωσι δάνειον πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὑποβάλλομεν δὲ νομοσχέδιον ἄλλο, ὅπερ πρὸς ταύτην ἀνταποκρινόμενον τὴν κατάστασιν, ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα, ἐπωφελουμένη ἐκ τῶν τοιούτων προσφορῶν, δανεισθῇ ἐπὶ ὅροις εὐνοϊκωτέροις τῶν, ἐφ’ οἷς ἐδανείσθη πρότερον, χάριν πραγματοποιήσεως τροπῶν δανείων ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Δημοσίου· ἀλλ’ ἐνῷ τοσοῦτον εὐχερῶς δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ δανεισθῇ, τὴν περὶ ἀρχαιολογικοῦ δανείου πρότασιν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας παριστᾷ ὡς ἀφορῶσαν, οὐχὶ εἰς ὠφέλειαν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἀλλ’ ἀποκλειστικῶς εἰς πορισμὸν χρήματος τῇ Κυβερνήσει. Οὐδὲν τῶν ἐν τῇ προτάσει δικαιολογεῖ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ἡ ὠφέλεια, ἡ ἀξία λόγου ἐκ τῆς ἐπιχειρήσεως, καταλογίζεται ὁλόκληρος ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας καὶ ὑπὲρ τῆς χώρας, ἡ δ’ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου εἶναι ἀναξία λόγου. Ἡ Κυβέρνησις ἀναντιῤῥήτως θέλει νὰ δανεισθῇ πρὸς τροπὴν τῶν χρεωλυτικῶν αὐτῆς δανείων, ἀνακουφίζουσα τὸν Προϋπολογισμὸν, θέλει δὲ νὰ δανεισθῇ καὶ πρὸς τροπὴν εἰς μεταλλικὸν τῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια κεφαλαίων, τῶν προωρισμένων εἰς ἀπότισιν τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὀφειλῶν. Τοῦτο οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ· τοῦτο δὲν εἶναι ἀνακάλυψις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, οὐδ’ ἐχρειάζετο νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, ἵνα προδοθῶσιν αἱ διαθέσεις τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι πρόδηλον, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, καὶ ἡ παροῦσα καὶ πᾶσα ἄλλη, ὑποχρεουμένη νὰ πληρόνῃ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐτησίως 25,000,000, πρέπει νὰ προμηθεύηται τὸ μεταλλικὸν, ἀγοράζουσα αὐτὸ, διότι μεταλλικὸν δὲν κυκλοφορεῖ ἐν τῇ χώρᾳ, δὲν εἰσπράττει τὸ Δημόσιον τὰ εἰς αὐτὸ ἀποδιδόμενα εἰς μεταλλικὸν, ἀλλ’ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Καὶ ὅμως ἑκάστοτε, ὁσάκις ὑποβάλληται πρότασις περὶ προμηθείας μεταλλικοῦ, ἀναθρώσκουσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, παριστῶντες, ὅτι ἀνεκάλυψαν τὸν σκοπὸν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι σκοπὸς αὐτῆς εἶναι ἡ διὰ δανείου ἀναπλήρωσις τοῦ ἀναγκαιοῦντος πρὸς πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων χρήματος. Χρήματος ἡ Κυβέρνησις δὲν στερεῖται, ἔχει εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια πᾶν τὸ ἀναγκαιοῦν πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ ὀφειλομένου μεταλλικοῦ, ἤτοι 25 ἑκατομμυρίων ἐτησίως, ἔρχεται δ’ ἑκάστοτε, προτείνουσα εἰς τὴν Βουλὴν τρόπους πρὸς προμήθειαν αὐτοῦ. Ἀλλὰ τίνα ἔχουσι ταῦτα σχέσιν πρὸς τὰ παραστηθέντα παρὰ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ; Σπουδαιολογεῖ ὁ κ. Βουλευτής, ἀξιῶν, ὅτι ἔχει ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις νὰ προσφύγῃ εἰς λαχεῖον, ἵνα ἀποκτήσῃ τὸ μεταλλικὸν σήμερον, ἐνῷ πρῶτον ἤδη βλέπομεν τοὺς ξένους κεφαλαιούχους, συναγωνιζομένους, τίς νὰ προτιμηθῇ παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως πραγματοποιήσῃ δάνειον πρὸς αὐτήν; Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ἔτεινε τὸ οὖς εἰς τοιαύτας προτάσεις, τῇ ἐγένετο καὶ αὕτη, περὶ ἧς σήμερον πραγματευόμεθα, περὶ δανείου, συνδυαζομένου πρὸς λαχεῖον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Καὶ σχετικῶς πρὸς τὸ δάνειον τοῦτο τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἤκουσα πάλιν ἄλλα παράδοξα· ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ μόλυσμα τῶν λαχείων· ἐῤῥήθη δὲ τοῦτο πρὸς ἡμᾶς, τοὺς νομοθετήσαντας πρὸς περιορισμὸν τῶν λαχείων, νομοθετοῦντας δὲ καὶ νῦν πρὸς περιορισμὸν αὐτῶν. Δὲν ἐξετάζω, τί ἡ νομοθεσία καθώριζεν, ἀλλ’, ἀφορῶν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, λέγω, ὅτι τὰ λαχεῖα ἦσαν ἐλεύθερα ἐντελῶς, καὶ ἐκυκλοφόρουν ἐν Ἑλλάδι ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν περὶ αὐτῶν νόμων, ὧν τὰς περιοριστικὰς διατάξεις κατώρθουν οἱ θέτοντες εἰς κυκλοφορίαν τὰ λαχεῖα νὰ παρακάμπτωσιν. Εἶχον κατορθώσει οἱ μεσῖται καὶ οἱ τραπεζῖται, οἱ διαπράττοντες τὰ τῶν λαχείων, ν’ ἀποχωρίζωσιν ἀπὸ τῶν λαχειοφόρων δανείων τὰ τοῦ λαχνοῦ καὶ νὰ πωλῶσιν αὐτὰ αὐτοτελῶς. Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας, ὅτι τὸ λαχειοφόρον δάνειον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν εἶναι τὸ αὐτὸ καὶ τὸ λαχειοφόρον τοῦτο δάνειον. Βεβαίως ἔχει διαφοράν, διότι ἐν τῷ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀποχωριζόμενα τὰ τοῦ λαχνοῦ ἀπὸ παντὸς τοῦ παρομαρτοῦντος, ἀπέληγον εἰς λαχεῖον καθαρόν....
§116ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἦτο κατάχρησις.
§117ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατάχρησις ὅμως σήμερον δὲν χωρεῖ, διότι πάντα, τὸν σήμερον ἐπιχειροῦντα νὰ πράξῃ τὸ αὐτό, καταδιώκομεν δυνάμει τοῦ νόμου περὶ λαχείων, τοῦ εἰσαχθέντος παρ’ ἡμῶν, οὓς εὑρέθησαν οἱ νομίσαντες, ὅτι ἔπρεπε νὰ διδάξωσι τὰ κακὰ τῶν λαχείων, ἀρυόμενοι τὴν σοφίαν ἐξ ἐγκυκλοπαιδικῶν λεξικῶν. Ἡμεῖς, εἰς οὓς τοιαύτη γίνεται διδασκαλία, εἴχομεν νομοθετήσει περὶ τούτου, καὶ εἰς ἡμᾶς ὀφείλεται, ὅτι ὑπάρχει θεσμὸς ἐπαρκὴς, προλαμβάνων τὴν κεχωρισμένην ἀπὸ τῆς ὁμολογίας τοῦ λαχειοφόρου δανείου τῆς Ἐθν. Τραπέζης πώλησιν τῆς πρὸς αὐτὸ συνδεομένης τύχης. Χάρις εἰς τὸν νόμον τῆς 30 Δεκεμβρίου 1887, τῇ ἡμετέρᾳ πρωτοβουλίᾳ ψηφισθέντα, ὁ ἀποχωρίζων σήμερον τὸ λαχεῖον ἀπὸ τῆς ὁμολογίας καὶ πωλῶν αὐτὸ κεχωρισμένως καταδιώκεται, καὶ διὰ τῆς καταδιώξεως ἐπετεύχθη ἡ παρεμπόδισις τῆς τοιαύτης ἐμπορίας, ἐμπορίας οὐχὶ ἐν καταστήμασι διενεργουμένης, ἀλλ’ ἐν ταῖς ὁδοῖς διὰ τῶν ἐφημεριδοπωλῶν καὶ διὰ τῶν ἁγυιοπαίδων, φερόντων τὰ λαχεῖα εἰς τὴν θύραν τῶν ἀπορωτέρων, οὓς, προκαλοῦντες οὕτω, ἐξεβίαζον ἠθικῶς εἰς ἀγορὰν αὐτῶν. Ταῦτα, τελούμενα ἐν μέσαις Ἀθήναις, ἠμποδίσθησαν παρ’ ἡμῶν, εἰς οὓς οἱ εἰρημένοι Κύριοι ἀποτείνουσι νουθεσίας περὶ λαχείων. Εἰσαγαγόντες τὸν νόμον τῆς 30 Δεκεμβρίου 1887, ἐθεωρήσαμεν ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλωμεν τὴν ἀπαγορευτικὴν τῶν λαχείων διάταξιν εἰς μίαν μόνην ἐπιφύλαξιν, ἐξαιροῦντες αὐτῆς τὸ λαχεῖον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Ἡ Ἑταιρία αὕτη κυριωδέστερον πόρον εἶχε τὸ λαχεῖον αὐτῆς· ἐθεωρήσαμεν δὲ, ὅτι, ἀφοῦ ἐν τῷ μέλλοντι θὰ ἀπηγορεύετο ἡ ἐν Ἑλλάδι κυκλοφορία τῶν λαχείων, τῶν τε ξένων καὶ τῶν ἐγχωρίων, δὲν θὰ ἦτο ἀδικαιολόγητος ἐξαίρεσις ὑπὲρ μόνης τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἀφοῦ καὶ ἐν ταῖς χώραις, ἔνθα ἡ κυκλοφορία τῶν λαχείων ἀπαγορεύεται, δὲν ἐκρίθη πάντοτε σκόπιμος ἡ ἀπόλυτος ἀπαγόρευσις, ἀλλ’ ἐπιτρέπονταί τινες ἐξαιρέσεις ὑπὲρ εἰδικῶν σκοπῶν, ἐντὸς ὅμως ὁρίων λίαν στενῶν, ἵνα παρέχηταί τις ἱκανοποίησις εἰς τοὺς κατεχομένους ὑπὸ σφοδρᾶς ἐπιθυμίας κατοχῆς λαχείων, ἥτις, ἐλλείψει τοιαύτης προνοίας, ἄγει αὐτοὺς ἐνίοτε εἰς ἐπιζήτησιν γραμματίων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ἡ ἐν τῷ νόμῳ περιληφθεῖσα διάταξις ἡ ἐπιτρέψασα τὸν διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων κανονισμὸν λαχείων ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἔλαβε πραγματικὴν διατύπωσιν, ἐκδοθέντος Διατάγματος ἐκ τῶν προνοουμένων ὑπὸ τοῦ νόμου κατὰ τὴν 7 Ὀκτωβρίου 1888, κανονίζοντος τὰ τῆς ἐκδόσεως λαχείου ὑπὲρ τοῦ μόνου ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιτετραμμένου σκοποῦ. Καταδιωχθείσης δὲ τῆς κυκλοφορίας παντὸς ἄλλου λαχείου, ξένου ἢ ἐγχωρίου, ἡ ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἐξαίρεσις ὑπόσχεται αὐτῇ σπουδαιότερον πόρον. Τὸ Διάταγμα τοῦ Ὀκτωβρίου 1888 ἐκανόνιζε λαχεῖον, ὅπερ, ἐὰν διετίθετο ὁλόκληρον, ἤθελε πραγματοποιήσει ὑπὲρ τῆς Ἑταιρίας ἀκαθάριστον ἔσοδον ἐτήσιον 1,200,000 δραχμῶν, τουτέστι διὰ τοῦ Διατάγματος, ἐπέχοντος θέσιν νόμου, ὡς στηριζομένου εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου περὶ λαχείων, ἐπετρέπετο ἡ ἐτησία παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἴσπραξις διὰ λαχείου ποσοῦ 1,200,000. Τοῦτο ἦτο τὸ καθεστός. Ἐπετρέπετο δὲ ἡ εἴσπραξις τοῦ ποσοῦ τούτου διὰ γραμματίων μικροτάτου ποσοῦ, προσιτοῦ καὶ εἰς τὸν ἀπορώτερον, διὰ γραμματίων δύο δραχμῶν. Ἔναρξις τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Διατάγματος θὰ ἐγίνετο κατὰ τὸ 1889, ὡς ἐν αὐτῷ ἐκανονίζετο, ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι κατειχόμεθα ὑπὸ ἀμφιβολιῶν, ἂν δὲν ἦτο ὑπερβολικὸν τὸ ποσὸν, οὗτινος ἐπετρέπετο ἡ διάθεσις παρὰ τῷ κοινῷ ἐτησίως, καὶ ἂν δὲν ἦτο πολὺ μικρὰ ἡ τιμὴ ἑκάστου γραμματίου, ἐπιτρέπουσα τὴν ἀγορὰν παρὰ τῶν ἰδίως δεομένων τῆς προστασίας τῆς Πολιτείας κατὰ τῶν δελεασμάτων τῶν λαχείων. Ἐν τούτοις τὸ Διάταγμα τὸ δημοσιευθὲν οὐδεμίαν προεκάλεσεν ἀντίῤῥησιν ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, οὐδὲ ἐν τῇ Βουλῇ, ἕνεκα τῶν παρομαρτούντων εἰς τὰ λαχεῖα ἀτοπημάτων, ἀπετέλει δὲ τὸ νόμιμον καθεστὸς, ὅτε ἐγένετο πρὸς ἡμᾶς ἐκ Βιέννης ἡ πρότασις, ἡ προκαλέσασα τὴν σύνταξιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ἡ πρότασις αὕτη κατὰ τί ἤθελε μεταβάλει τὸ καθεστός; Ἡ πρότασις αὕτη, γινομένη δεκτὴ, θὰ εἶχεν ὡς πρῶτον ἀποτέλεσμα τὴν κατάργησιν τοῦ Διατάγματος, τοῦ ἐπιτρέποντος, ὅπως ἐτησίως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀποδίδῃ ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ποσὸν 1,200,000. Τί δὲ ἀντικαθιστᾷ εἰς αὐτό; ἀντικαθιστᾷ εἰς τὸ καταργούμενον λαχεῖον ἄλλο, οὗτινος τὰ γραμμάτια δὲν εἶναι δύο δραχμῶν, ἀλλὰ 10 κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, καθισταμένης οὕτως ἀνεφίκτου τῆς ἀγορᾶς γραμματίων παρὰ τῶν πολιτῶν ἐκείνων, οὓς ὀφείλει ἡ Πολιτεία νὰ περιφρουρῇ κατὰ τῶν δελεασμάτων, δηλαδὴ τῶν ἀπορωτέρων, εἰς οὓς δὲν εἶναι προσιτὰ τὰ γραμμάτια, τὰ χρῄζοντα καταβολῆς, ἀνωτέρας τῆς δραχμῆς, ἢ τῶν 2 δραχμῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο τὸ κυριωδέστερον· τὰ λαχειοφόρα γραμμάτια δὲν θέλουσι πραγματοποιηθῆ τὸ πλεῖστον ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ, διότι συνομολογεῖται τὸ δάνειον ὑπὸ Τραπέζης ξένης, ἐν χώρᾳ ξένῃ, εἰθισμένῃ πρὸς τὰ τοιαῦτα λαχεῖα, καὶ λαμβανομένης προνοίας, καθ’ ἃ καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγράφεται, περὶ κανονισμοῦ τῶν τῆς κυκλοφορίας. Βεβαίως πρέπει νὰ ἔχῃ κυκλοφορίαν ἐν Ἑλλάδι τὸ λαχειοφόρον τοῦτο ἄτοκον δάνειον, ἵνα ἐπιτραπῇ αὐτῷ ἡ κυκλοφορία καὶ ἐν Αὐστροουγγρίᾳ, ὅπου ἑδρεύει ἡ Τράπεζα, ἥτις τὸ συνομολογεῖ, ἀλλὰ λαμβάνεται πᾶσα πρόνοια διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως κατ’ ἀναλογίαν γενῇ ἡ διάθεσις αὐτοῦ καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν Αὐστροουγγρίᾳ, καὶ ἑπομένως, καὶ ἂν αὐτὰ τὰ πράγματα δὲν καθίστων ἐκ προιμίων βέβαιον, ὅτι ὅλα ἢ τὰ πλεῖστα τῶν γραμματίων, ἀξίας 20,000,000 ἐν συνόλῳ, θὰ ἐτοποθετοῦντο ἐν τῇ χώρᾳ, τῇ συνειθισμένῃ εἰς τὴν κυκλοφορίαν τοιούτων δανείων, ἐξασφαλίζεται τοῦτο ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, τῶν προνοουσῶν περὶ κανονισμοῦ τῶν τῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τοῦ δανείου. Τί ἀντικαθιστῶμεν ἄρα εἰς τὸ λαχεῖον τὸ ὑφιστάμενον; Ἀντικαθιστῶμεν λαχεῖον, πραγματοποιηθησόμενον κατὰ τὸ πλεῖστον, ὑποθέτω κατὰ τὰ 19|20, ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Αἱ ἀναλογίαι τοῦ πληθυσμοῦ τοῦτο μαρτυροῦσι, διότι ὁ πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδος εἶναι 2,000,000, ἐνῷ ὁ τῆς Αὐστροουγγρίας εἶναι 37,000,000, ὁ δὲ πληθυσμὸς οὗτος εἶναι συνειθισμένος ν’ ἀγοράζῃ λαχεῖα, ἐνῷ οἱ παρ’ ἡμῖν οὐδὲν γινώσκουσι περὶ αὐτῶν, οὐδὲ περιεργάζανται τοὺς μηχανισμοὺς τῶν λαχειοφόρων γραμματίων, οὓς, ὡς ἀντελήφθητε, καὶ οἱ μᾶλλον ἀνεπτυγμένοι δυσκόλως ἐννοοῦσιν. Ἀλλ’, ὡς εἶπον, ἐὰν αἱ ἀναλογίαι τῶν πληθυσμῶν ἤθελον ἀποδειχθῆ ἀνεπαρκὴς ἐγγύησις, ἐλήφθη πρόνοια ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ θὰ ληφθῇ πρόνοια ἐν τῇ συμβάσει, ὅπως ἡ κυκλοφορία μὴ ἀποβῇ ὑπερτέρα τοῦ πρέποντος ἐν Ἑλλάδι. Ὥστε, εἶναι μὲν τὸ λαχειοφόρον δάνειον, δάνειον Ἑλληνοαυστριακὸν, ἡ κυκλοφορία ὅμως τῶν γραμματίων ἔσται κυρίως ἐξωτερικὴ, ἀντικαθιστᾷ δὲ λαχεῖον, οὗτινος ἡ κυκλοφορία θὰ ἦτο ἐσωτερική. Τὸ λαχειοφόρον δάνειον, κατὰ τὰ παρατηρηθέντα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, παρέχει εἰς τὸν κάτοχον γραμματίου πλεονεκτήματα, ἅτινα δὲν παρέχουσι τὰ γραμμάτια τοῦ διὰ Β. Διατάγματος κανονισθέντος λαχείου. Τοῦτο μικρὰν ἔχει σημασίαν, διότι μικρὰν ἀπεκδέχομαι κυκλοφορίαν τῶν λαχειοφόρων γραμματίων ἐν Ἑλλάδι, καὶ ὀλίγον φροντίζω περὶ τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ κατόχων γραμματίων· οὐχ ἧττον χάριν ἀκριβείας παρατηρῶ, ὅτι τὸ διὰ τοῦ νομοσχεδίου κανονιζόμενον λαχειοφόρον δάνειον μετέχει ὀλιγώτερον τῶν κακῶν τῶν λαχείων, ἢ τὸ ὑφιστάμενον λαχεῖον, διότι τοῦτο εἶναι αὐτόχρημα λαχεῖον, παρέχον εἰς τὸν φέροντα τὸ γραμμάτιον βραβεῖον καὶ ἕτερον οὐδὲν, ἐνῷ τὸ κατὰ τὸ νομοσχέδιον γραμμάτιον πλὴν τοῦ βραβείου ἐξασφαλίζει καὶ τὴν πλήρη ἀπόδοσιν τοῦ κεφαλαίου, μετὰ τοῦ κεφαλαίου δὲ καὶ ἀπόδοσιν σταθερᾶς τινος προσαυξήσεως, ὥστε ὁ κάτοχος τοῦ γραμματίου θὰ ἀνακτήσῃ πάντως τὸ κεφάλαιον, θὰ εἰσπράξῃ δὲ καὶ μικρόν τινα τόκον ἐπὶ τῇ ἀποδόσει τοῦ κεφαλαίου, ἐκ τῆς τύχης δ’ ἀπεκδέχεται τὴν ἀπόκτησιν βραβείου....
§118ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δάνειον εἶναι ἄτοκον.
§119ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἄτοκον ὑπὸ τὴν συνήθη ἔννοιαν τοῦ τόκου, ἤτοι ἐτησίου, ἀλλὰ τὸ κεφάλαιον, θέλει ἀποδοθῆ προσηυξημένον· αὕτη δὲ, ἡ ἐφάπαξ προσαύξησις, δύναται νὰ ὀνομασθῇ τόκος, διότι θέλει ὁρισθῆ ἐπὶ ἀναλογίᾳ τινὶ πρὸς τὸ κεφάλαιον· τουτέστιν, ἐὰν τὸ γραμμάτιον ἦναι 10 δραχμῶν, θέλει ἀποδοθῆ ἐπὶ τῇ ἐξοφλήσει πλὴν τῶν 10 δραχμῶν καὶ ποσοστόν τι ἐπὶ πλέον.
§120ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πόσον πλέον;
§121ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν ὅρων τῶν συμφωνιῶν. Ἐὰν δὲν ἐπεφυλάττετο ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ὑπὲρ τοῦ Κράτους τὸ δικαίωμα, ἵνα δεχθῇ συμφερωτέρους ὅρους, ἠθέλομεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν τὴν σύμβασιν· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ σύμβασις δὲν εἶναι ὁριστικὴ, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις διατηρεῖ τὸ δικαίωμα, ὅπως δεχθῇ συμφερωτέρους ὅρους, ὑποχρεούμεθα εἰς μὴ δημοσίευσιν τῶν ἐν αὐτῇ, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ συμβάσεις τοιούτου εἴδους περιέχουσι πολλὴν τὴν ἐπινόησιν, ἧς τὰ πορίσματα ἡ Τράπεζα δὲν παραδίδει εἰς τὴν δημοσιότητα, ἐνόσῳ δὲν εἶναι ἐξησφαλισμένη ὑπὲρ αὐτῆς διὰ τῆς ὁριστικότητος τῆς συμβάσεως ἡ κάρπωσις τῶν ὠφελειῶν...
§122ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι μὲ ὅλους τοὺς κανόνας.
§123ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἐπινόησις ἀποῤῥέει ἐξ ἐνδελεχοῦς συνοικειώσεως πρὸς τοὺς κανόνας τῆς λογιστικῆς καὶ εἶναι δεδικαιολογημένοι οἱ ἐκπονήσαντες σύστημα χρεωλυτικῆς μετὰ προσαυξήσεως καὶ βραβείων ἀποτίσεως ἀτόκου δανείου, νὰ μὴ ἀποκαλύπτωσι τὸ προιὸν τῆς διανοητικῆς αὑτῶν ἐργασίας καὶ τῆς πείρας περὶ τὸν χειρισμὸν τῶν ἀριθμῶν εἰς τοὺς πρὸς αὑτοὺς συναγωνιζομένους. Δέν μοι ἐπιτρέπεται ἄρα νὰ ὁρίσω τὸ ποσοστὸν τῆς προσαυξήσεως τοῦ κεφαλαίου· ἀρκεῖ δὲ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἀναγραφὴ τῆς ὑποχρεώσεως περὶ ἀποδόσεως τοῦ κεφαλαίου προσηυξημένου καὶ περὶ βραβείων, ὑπὸ τῆς τύχης διανεμηθησομένων. Τοιαῦτα εἶναι τὰ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἀντικαθιστῶντα τὸ καθεστώς· τουτέστι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου περιστέλλεται ἡ ὑφισταμένη ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἄδεια ἐκδόσεως λαχείου. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ὀλίγον ὠφελεῖτο ἐκ τοῦ παλαιοῦ λαχείου, κυκλοφοροῦντος καθ’ ὁλοκληρίαν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἐνῷ ἐκ τοῦ κατὰ τὸ νομοσχέδιον δανείου, οὗτινος τὰ λαχειοφόρα γραμμάτια ἐλάχιστον θὰ κυκλοφορῶσιν ἐν τῇ χώρᾳ, θέλει εἰσπράξει ποσὸν ἄξιον λόγου. Ἀλλά, κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κεφαλληνίας, τὸ λαχειοφόρον δάνειον δὲν συνομολογεῖται πρὸς ὄφελος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἀλλὰ πρὸς ὄφελος τοῦ Δημοσίου, προτάσσοντος τὴν Ἑταιρίαν κατ’ ἐπίφασιν, ἵνα καλύψῃ ἑαυτό, μὴ θέλον νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι διὰ λαχείου δανείζεται. Ἐν τούτῳ οὐδὲ κόκκος ὑπάρχει ἀκριβείας, διότι ὁλόκληρον τὸ τίμημα τοῦ λαχείου ἀποδίδεται εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, οὐδὲ ὑπάρχει ἡ ἐλαχίστη διαφορὰ μεταξὺ τοῦ συστήματος τοῦ λαχείου τούτου καὶ τῶν μνημονευθέντων παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐστάλη σημείωσις περὶ τῶν ὑπαρχόντων ἀλλαχοῦ ἀτόκων λαχειοφόρων δανείων τοῦ αὐτοῦ καὶ τὸ διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινόμενον συστήματος, καὶ ἡ σημείωσις ἦτο ἀκριβής, ἀλλ’ ἐνόμισεν ἀναγκαῖον ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἐπιπροσθέσῃ ἐξ ἰδίων, ὅτι ἐν Ἰταλίᾳ δὲν ὑπάρχουσιν ἤδη ἄλλα λαχεῖα, καὶ ὅτι παρέστη μάρτυς σπαρακτικῶν σκηνῶν ἐκεῖ ἄλλοτε, ὅτε ὑφίσταντο τὰ λαχεῖα. Ἐγὼ δὲ λέγω εἰς αὐτόν, ὅτι αἱ αὐταὶ σκηναὶ παριστῶνται ἔτι καὶ νῦν, διότι τὰ λαχεῖα καὶ σήμερον ἀκμάζουσιν ἐν Ἰταλίᾳ....
§124ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐπεχείρησαν νὰ τὰ καταργήσωσι καὶ ἐπανέστη ὁ λαός.
§125ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶχεν εἰπεῖ ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ἡ Ἰταλία κατήργησε τ’ ἄλλα λαχεῖα, καὶ ὅτι ἓν μόνον ὑπάρχει ἐκεῖ λαχεῖον, ὁμοιάζον μὲν πρὸς τὸ διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινόμενον, ἀλλὰ καὶ διαφέρον, διότι τὸ Ἰταλικὸν λαχεῖον, τὸ ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τῆς Κυβερνήσεως διατελοῦν, παρέχει ὁλόκληρον τὴν ὠφέλειαν εἰς τὸν Ἐρυθρὸν Σταυρόν, ἐνῷ τὸ λαχεῖον, τὸ ὁποῖον προτείνομεν ἡμεῖς, κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν δὲν παρέχει ὠφέλειαν εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, ἀλλ’ εἰς τὸ Κράτος. Καὶ ὅμως ἡ Ἰταλία, ἡ διατηροῦσα ὑπὸ τὴν εἰδεχθεστάτην αὐτῶν μορφὴν πάντα τ’ ἄλλα λαχεῖα, τ’ ἀνέκαθεν ἐκεῖ ὑπάρχοντα, ἔχει καὶ ἄτοκον λαχειοφόρον δάνειον, ὁποῖον τὸ προτεινόμενον παρ’ ἡμῶν. Δάνειον τοιοῦτο, οἷον τὸ παρ’ ἡμῶν προτεινόμενον καὶ κατὰ τὰς ἐπικρίσεις, ἃς ἠκούσαμεν, ἐγκολάπτον κηλῖδα εἰς τὴν ἀρχαιολογίαν ἐν Ἑλλάδι, ἧς ἐν ὀνόματι πραγματοποιεῖται, ἐθεώρησαν ἕτερα Κράτη ὡς δυνάμενον νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὰ ἱερώτερα. Ἐν τῇ Αὐστροουγγρίᾳ μετεχειρίσθησαν αὐτὸ, διὰ τοῦ αὐτοῦ ἀκριβῶς συστήματος, ὑπὲρ οἰκοδομῆς ἐκκλησιῶν· μοὶ φαίνεται, ὅτι ἱερώτερον τούτου δὲν ὑπάρχει, οὐδὲ δυνάμεθα νὰ χαρακτηρίσωμεν τοὺς ἐν Αὐστροουγγαρίᾳ ὡς μὴ σέβοντας τὰ ἱερά....
§126ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ μετεχειρίσθησαν σωματεῖα.
§127ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ποῖα σωματεῖα;
§128ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κληρικά.
§129ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οἱ κληρικοὶ ἄρα, οἱ εἰς τὰ θεῖα ἀφιερωμένοι, ἐθεώρησαν ὅτι δὲν κηλιδοῦσιν ἑαυτοὺς καὶ δὲν προσβάλλουσι τὴν θρησκείαν, διὰ τοιούτων μέσων, ἀνεγείροντες ἐκκλησίας. Ὅσην δὲ καὶ ἂν ἔχωμεν πάντες — καὶ ἔχομεν ἴσην πάντες — λατρείαν, πρὸς τ’ ἀρχαιολογικὰ, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξάρωμεν αὐτὴν, ὑπεράνω τῆς πρὸς τὸ θεῖον ὀφειλομένης. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τοῦτο, παραδέχεται, ὅτι δὲν προσβάλλομεν τὴν ἀρχαιολογίαν, διότι οὐδὲν δίδομεν εἰς τὴν ἀρχαιολογίαν, τῆς ἐκ τοῦ δανείου ὠφελείας περιερχομένης εἰς τὸ Δημόσιον. Δυστυχῶς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἡ ἐπιεικὴς γνώμη δὲν μᾶς χρησιμεύει· διότι, ἂν ἡ ἐκ τοῦ ἀτόκου λαχειοφόρου δανείου ὠφέλεια φέρῃ προσβολὴν εἰς τὸν ὠφελούμενον, ἐπιπίπτει ἡ προσβολὴ εἰς τὴν ἀρχαιολογίαν, εἰσπράττουσαν ὁλόκληρον τὸ ἐκ τῆς ἐπιχειρήσεως κέρδος. Διὰ τοῦ δανείου τούτου παρέχεται εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν δωρεὰ 4,000,000· τοῦτο οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι ὠφέλεια, τοῦτο δὲ εἶναι ἡ ὅλη ἐκ τοῦ δανείου ὠφέλεια. Ἡ Κυβέρνησις ποίαν μετοχὴν ἔχει ἐν τῇ ἐπιχειρήσει; Εἶναι θεματοφύλαξ τοῦ κεφαλαίου, ἀποδίδουσα ἐπὶ τῇ χρήσει αὐτοῦ τόκους καὶ χρεωλύσια ἐπαρκῆ πρὸς πληρωμὴν τῶν λαχνῶν τῶν ἀμοιβῶν καὶ τοῦ χρεωλυσίου τοῦ δανείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Ἀντὶ τῆς χρήσεως τοῦ κεφαλαίου τούτου ἀποτίνει τὸ Δημόσιον ἐτησίως ποσὸν ἴσον σχεδὸν, ἢ κατ’ ἐλάχιστον κατώτερον τοῦ συνήθους τόκου, ἐνῷ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία οὐδένα ἀποδίδει τόκον ἀντὶ τῶν 4 ἑκατομμυρίων, ἅτινα λαμβάνει ὡς δῶρον, οὐδεμίαν ἐπαγόμενον αὐτῇ ἐπιβάρυνσιν. Τὸ Δημόσιον θὰ λάβῃ ὡς θεματοφύλαξ ποσὸν 9,000,000 ἢ 10,000,000, κατὰ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ διαγωνισμοῦ, ὃν προκαλεῖ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ Δημόσιον λαμβάνει 9,000,000, τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θ’ ἀποτίνῃ ἐτησίως, ἀντιστοιχεῖ πρὸς χρεωλυτικὴν δόσιν 5,70· ἐὰν δ’ ὑποτεθῇ, ὅτι λαμβάνει 10,000,000, θ’ ἀντιστοιχῇ πρὸς χρεωλυτικὴν δόσιν 5,13, ἤτοι πρὸς τὸν συνήθη τόκον, ἢ πρὸς τόκον, ὀλίγῳ κατώτερον τοῦ συνήθους. Ἐπὶ τοιαύταις τιμαῖς, ὀλίγον ἴσως αὐξανομέναις, θὰ ἠδύνατο τὸ Δημόσιον νὰ δανεισθῇ καὶ ἄλλοθεν· οὐδεμίαν ἄρα λόγου ἀξίαν ὠφέλειαν ἀρύεται τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ δανείου τούτου· ὠφέλειαν ἀρύεται ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, ὑπὲρ ἧς ἡ δωρεὰ, προσέτι δὲ καὶ ἡ χώρα, διότι ἡ χώρα εἰσπράττει ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ τὸ πλεῖστον τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου τοῦ δανείου. Τὸ πραγματικὸν κεφάλαιον ἐὰν καταστῇ ὁριστικὴ ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Τραπέζης «Union», θὰ συνίσταται εἰς 13 ἑκατομμύρια φράγκων, δύναται ὅμως τὸ ποσὸν ν’ αὐξήσῃ ἐν τῷ συναγωνισμῷ, ὡς δὲ προεῖπον, τὰ 19 εἰκοστὰ τοῦ ποσοῦ τούτου θὰ καταβληθῶσιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἐλάχιστον δ’ ἔσται τὸ ὑπολειφθησόμενον πρὸς πραγματοποίησιν ἐν τῇ χώρᾳ. Πραγματοποιεῖται ἄρα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγωγὴ χρήματος εἰς τὴν Ἑλλάδα, προσεγγίζοντος εἰς τὸ πραγματικὸν κεφάλαιον τοῦ δανείου, ὅπερ πάντως δὲν θὰ ἦναι κατώτερον τῶν 13 ἑκατομμυρίων, ἡ δ’ ἐτησία ἐπιβάρυνσις τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῶν ἐκ τοῦ δανείου ἐν συνόλῳ εἰσπραχθησομένων ἔσται πολὺ κατωτέρα τῆς συνήθους. Τρεῖς δραχμαὶ καὶ ἐννενήκοντα τέσσαρα ἑκατοστὰ θ’ ἀναλογῶσιν εἰς τόκον καὶ χρεωλύσιον, ἂν τὰ εἰσπραχθησόμενα μὴ ὑπερβῶσι τὰ 13 ἑκατομμύρια, ἂν δὲ ὁ συναγωνισμὸς αὐξήσῃ τὸ πραγματικὸν κεφάλαιον, ἡ χρεωλυτικὴ δόσις ἔσται κατ’ ἀναλογίαν κατωτέρα. Ἐνῷ δὲ τὸ Δημόσιον δανείζεται σήμερον ἐπὶ τόκῳ 6%, ἐὰν τὸ Κράτος δυνηθῇ νὰ εἰσαγάγῃ χρῆμα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὑποβαλλόμενον εἰς καταβολὴν τόκου μετὰ τοῦ χρεωλυσίου 3,94 ἢ 3,66%, ἀντὶ τόκου 6%, προδήλως ὠφελεῖται ἡ Πολιτεία ὑπὲρ τῶν συναλλαγῶν αὐτῆς τὸ ἐπὶ ἔλαττον τοῦ συνήθους τόκου ἐξαγόμενον ποσὸν μετάλλου, ἀντὶ τοῦ εἰσαχθέντος κεφαλαίου. Παρέχει ἄρα τὸ δάνειον ὠφέλειαν εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν καὶ εἰς τὴν συναλλαγὴν τῆς χώρας, ἥτις, ἀντὶ νὰ ἐξάγῃ τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου τούτου ἐπὶ τῷ ὅρῳ τῶν 6%, θὰ ἐξάγῃ ἐτησίαν χρεωλυτικὴν δόσιν 3,94 ἢ 3,66%. Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι λίαν σπουδαῖον, ἔχει ὅμως σημασίαν τινὰ, καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος, ἀφοῦ τὸν ἠθικὸν ἀπέδειξα μηδόλως ὑπάρχοντα, ἵνα μὴ δεχθῶμεν συμφωνίαν, παρέχουσαν, εἰς μὲν τὸ Δημόσιον δάνειον ἀντὶ τοῦ συνήθους τόκου, εἰς δὲ τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν δωρεὰν 4 ἑκατομμυρίων, καὶ εἰς τὴν κυκλοφορίαν τῆς χώρας πιθανώτατα 14,000,000 ἐπὶ τόκῳ 3,20 καὶ χρεωλυσίῳ 46 λεπτῶν τοῖς ἑκατὸν. Τίνος ἕνεκα λόγου θ’ ἀπεκρούομεν τοιοῦτον δάνειον; Αἱ ἐξ αὐτοῦ ὑλικαὶ ὠφέλειαι εἶναι ἀναμφήριστοι, ὁ δὲ ἠθικὸς λόγος τοῦ κατ’ ἀρχὴν ἀπαραδέκτου τοῦ λαχείου δὲν ἔχει ὑπόστασιν, ἀφοῦ ἡ ἀρχὴ τοῦ λαχείου εἶναι διὰ Β. Διατάγματος ἐγκεκριμένη ἀκριβῶς ὑπὲρ τοῦ αὐτοῦ σωματείου, ὑπὲρ οὗ συνομολογεῖται τὸ τοῦ νομοσχεδίου δάνειον, καὶ ἔχει πολὺ εὐρυτέραν, ἢ ὡς διὰ τοῦ νομοσχεδίου κανονίζεται, τὴν ἐφαρμογὴν, ἐπιβαρύνοντος τοῦ λαχείου ὁλοκλήρου τὴν χώραν ἡμῶν, ἐνῷ τοῦ κατὰ τὸ νομοσχέδιον λαχειοφόρου δανείου τὸ βάρος ἐπιπίπτει εἰς χώραν ξένην. Τιθεμένων οὕτως ἐκποδὼν τῶν κατὰ τῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐνστάσεων, ἡ περὶ τὰ καθ’ ἕκαστον συζήτησις θὰ εἶχε πολλὴν τὴν σπουδαιότητα, ἐὰν ὑπεβάλλοντο εἰς κύρωσιν οἱ ὅροι συμβάσεως ὁριστικῆς· ὅταν ὅμως κανονίζωνται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὅροι κατώτατοι, ἐφ’ οἷς ἐπιτρέπεται ἡ συνομολόγησις τῆς συμφωνίας μετὰ συναγωνισμὸν, ἡ περὶ τῶν κατωτάτων ὅρων συζήτησις δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν σπουδαιότητα συζητήσεως περὶ διατάξεων, ὁριστικῶς καταρτιζουσῶν τὸ δάνειον. Τίνες δὲ οἱ κατώτατοι οὗτοι ὅροι; Οἱ κατώτατοι οὗτοι ὅροι, ὧν ἄνευ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ συνομολόγησις συμφωνίας, περιλαμβάνουσι χρεωλυτικὴν δόσιν, μὴ ὑπερβαίνουσαν τὰ 4% τοῦ ὅλου πραγματοποιηθησομένου κεφαλαίου. Ὅταν ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἐπὶ τοιούτῳ τόκῳ εἴσπραξιν χρήματος, δὲν πράττομέν τι οἰκονομικῶς ἐπιβλαβὲς, δανειζόμενοι. Εἶναι πιθανὸν, ὅτι θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ πραγματοποίησις τῆς ἐπιχειρήσεως δι’ ἐπιβαρύνσεως κατωτέρας, ἀλλ’ ὑποτιθεμένου ἔτι, ὅτι δὲν ἐπιτυγχάνεταί τι βέλτιον, πάντως κατὰ τὸ νομοσχέδιον, πραγματοποιουμένου τοῦ δανείου, θὰ εἰσπραχθῇ κεφάλαιον τοὐλάχιστον 13,000,000, ἀντὶ χρεωλυτικῆς δόσεως 4%. Ὅσον καὶ ἂν βελτιωθῶσιν οἱ ὅροι κατὰ τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας προεκτεθέντα, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ περιστείλωμεν τὴν χρεωλυτικὴν δόσιν εἰς τὸ μηδὲν, ἐκτὸς ἐὰν, κατὰ τὰ ὑπὸ τοῦ ἑτέρου Βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας λεχθέντα, ἐπιτύχωμεν, ὅπως ὁ δανειστὴς καταβάλῃ πρὸς τὸ Δημόσιον, ἀντὶ τὸ Δημόσιον νὰ καταβάλῃ πρὸς τὸν δανειστὴν χρεωλυτικὴν δόσιν...
§130ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐξηγήθη τοῦτο.
§131ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐξηγήθη τοῦτο ἐναργῶς· ἐπανερχόμενος ἄρα εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, τοῦ ἀξιώσαντος βελτίωσιν τῶν ὅρων τοῦ τόκου, καὶ οὐχὶ ἀνατροπὴν τῶν βάσεων αὐτῶν, παρατηρῶ, ὅτι τὸ λαχειοφόρον τῆς ὁμολογίας ἐπιτρέπει ἐλάττωσιν τοῦ συνήθους τόκου τῶν μὴ λαχειοφόρων ὁμολογιῶν, σπουδαία δὲ εἶναι ἡ ἐλάττωσις, ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφομένη ὡς ἀπαραίτητος, ἴσως δ’ ὁ συναγωνισμὸς καταστήσῃ αὐτὴν ἔτι σπουδαιοτέραν. Ἀλλὰ καὶ τούτου ὄντος, ἠρωτήθημεν, διατὶ τὸ πραγματοποιηθησόμενον κεφάλαιον νὰ μὴ εἰσπραχθῇ ὁλόκληρον ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας, ὁ σήμερον ἀγορεύσας, εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις φέρει πράγματι τὸ χρῆμα ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου· τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές, ἡ Κυβέρνησις φέρει ἐκ τῶν 13 ἢ 14 ἑκατομμυρίων εἰς τὸ Δημόσιον ὡς δάνειον, ὅ,τι ὑπολείπεται μετὰ τὴν ἀπόδοσιν ὡς δώρου τῶν 4,000,000 εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν. Ἀλλ’ ἐνταῦθα ἕτερος Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας ἠρώτησε, διατὶ εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν καὶ ὄχι εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους; καὶ προέβη μάλιστα εἰς σκέψεις περὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ὡς δῆθεν μὴ καταλλήλως κατηρτισμένης. Ἀπαντῶμεν, ὅτι εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν δίδονται ὡς δῶρον τὰ 4,000,000, διότι εἶναι ἄριστα κατηρτισμένη. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, δι’ ὧν ἔπραξε μέχρι τοῦδε, ἀπεδείχθη ἀρωγὸς ἄριστος τῆς Κυβερνήσεως περὶ τ’ ἀρχαιολογικὰ, ἄλλως τε ἀρκεῖ ἡ μνεία τῶν διευθυνόντων αὐτήν, πρὸς παροχὴν πάσης πεποιθήσεως, ὅτι τ’ ἀρχαιολογικὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας, τὰ διὰ τοῦ δανείου ἐπιδιωχθησόμενα, δύνανται ὑπὸ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας νὰ ὑπηρετηθῶσιν ὡς ἄριστα. Ταῦτα λέγω, ἀποκρούων ἣν ἐξέφρασεν ὁ κύριος Βουλευτὴς γνώμην, ὅτι, ὅταν ἀποκτᾷ τὸ Δημόσιον πόρους διὰ τῶν ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου κανονιζομένων τρόπων, πρέπει τὸ προϊὸν αὐτῶν νὰ διατίθηται διὰ τῆς κεντρικῆς διοικήσεως. Δὲν εἶμαι θιασώτης ἀπόλυτος τῆς συγκεντρώσεως, ἀλλ’ οὐδὲ καὶ τῆς ἀποκεντρώσεως· τὴν ἀποκέντρωσιν ἐν πολλοῖς θεωρῶ χρήσιμον ὅπως καὶ τὴν συγκέντρωσιν, ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἀποκέντρωσις, ἔχῃ χρησιμότητα, ἰδίως εἶναι αὕτη ἐνδεδειγμένη ἐπὶ ἐπιστημονικῶν ἐργασιῶν, ὡς τὰς ἀρχαιολογικάς. Ὅταν ἐπιστήμονες διακεκριμένοι, συνιστῶντες σωματεῖον, τὰ φῶτα αὐτῶν προσφέρουσιν ὑπὲρ τῆς Πολιτείας, ὀρθῶς πράττει αὕτη, ἐρχομένη ἀρωγὸς εἰς τὴν δρᾶσιν τοῦ σωματείου, πολλῷ δὲ μᾶλλον ὅταν τοῦτο ἔχῃ τὸ παρελθὸν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Ἔχομεν καὶ ἄλλα τοιαῦτα σωματεῖα. Μήπως εἰς τὴν Φιλεκπαιδευτικὴν Ἑταιρίαν, εἰς τὸ Ἀρσάκειον, δὲν παρέσχεν ἡ Πολιτεία, εἴτε διὰ νόμων, εἴτε διὰ πράξεων τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἀρωγήν, πλὴν τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτειακῶν, ἅτινα ἀνεγνώρισεν ὑπὲρ αὐτῆς; Οὕτω καὶ εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν δύνανται καὶ πολιτειακὰ δικαιώματα νὰ παραχωρηθῶσι, διότι πολλὴ ἐργασία ἀρχαιολογικὴ δύναται παρὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας νὰ διεξαχθῇ κάλλιον, ἢ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Τυγχάνουσα ἄρα ἡ Κυβέρνησις τῆς εὐκαιρίας νὰ πορισθῇ δῶρον ὑπὲρ τῆς ἀρχαιολογίας ἐκ λαχειοφόρου δανείου, ὑπηρετεῖ τὴν ἐπιστήμην, ὑπὲρ ἧς προώρισται τὸ δῶρον, μεταβιβάζουσα αὐτὸ εἰς σωματεῖον ἀνεξάρτητον, τελεσφόρως ἐργαζόμενον, ἡ δὲ τοιαύτη πρὸς τὸ σωματεῖον τοῦτο συνδρομὴ συνάδει πρὸς τὰς γενικὰς ἀρχάς, τὰς ὑπαγορευούσας τὴν ἐν μέτρῳ ἀποκέντρωσιν. Τὸ δάνειον ἄρα, πραγματοποιοῦν διὰ τὸν χαρακτῆρα αὐτοῦ, ὡς λαχειοφόρου, ὠφέλειαν 4,000,000, παρέχει αὐτὴν πᾶσαν εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, καὶ καλῶς παρέχει αὐτὴν εἰς τὴν Ἑταιρίαν ταύτην. Προσπορίζει προσέτι χάριν τῆς ἐγγυήσεως τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ὅρων τοῦ λαχείου δάνειον εἰς τὴν Κυβέρνησιν 9,000,000, ἢ 10,000,000, ἐπὶ τόκῳ ἐλαφροτέρῳ κατ’ ἐλάχιστον τοῦ συνήθους, ἐπειδὴ δὲ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία δὲν θέλει νὰ δαπανήσῃ τὸ κεφάλαιον τοῦ εἰς αὐτὴν παραχωρουμένου χρήματος, ἀλλὰ θέλει νὰ χρησιμοποιήσῃ αὐτὸ πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ μέλλοντος τῆς Ἑταιρίας καὶ τῆς διηνεκοῦς αὐτῆς δράσεως, διὰ τῆς καταθέσεως τοῦ κεφαλαίου παρὰ τῷ Δημοσίῳ ἐπὶ τόκῳ πέντε τοῖς ἑκατόν, προσαυξάνει καὶ τὸ κεφάλαιον τοῦτο τὸ δάνειον, ὅπερ προσπορίζεται ἡ Κυβέρνησις. Δανειζομένη οὕτως ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἐπιβαρύνει τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ τοὐναντίον ἀνακουφίζει αὐτό, διότι ὁ τόκος καὶ τὸ χρεωλύσιον, ἐφ’ οἷς ὑποχρεοῦται, οὕτω δανειζομένη, εἶναι κατώτερα τῶν χρεωλυτικῶν δόσεων τῶν παλαιοτέρων δανείων, εἰς ἃ τὰ νεώτερα δάνεια θέλουσιν ὑποκατασταθῆ. Συνάμα μετὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑποβάλλεται εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς καὶ ἕτερον νομοσχέδιον, ἐπιτρέπον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνομολογῇ δάνεια, ἄνευ εἰδικῶν ἐγγυήσεων, ἄνευ χρεωλυσίου καὶ ἐπὶ τόκῳ, οὐχὶ ἀνωτέρῳ τῶν 6%, ἐπὶ τῷ ὅρῳ τῆς δι’ αὐτῶν ἐξαγορᾶς ὑφισταμένων δανείων, ἐκ τῶν συνοδευομένων ὑπὸ ἐγγυήσεων εἰδικῶν, τῶν ἐπαγομένων τὴν πληρωμὴν χρεωλυσίου καὶ τῶν ἀποφερόντων τόκον, οὐχὶ ἀνώτερον τοῦ ὑποκαθιστῶντος αὐτά. Τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐξήγησα, ὅτε ὡμίλησα γενικώτερον περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, εἰπὼν, ὅτι πρέπει νὰ κατορθώσωμεν τὴν διαγραφὴν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους ὅλων, ἢ τοὐλάχιστον τῶν πλείστων χρεωλυσίων. Τούτων τῶν χρεωλυσίων τὴν διαγραφὴν ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχωμεν ἄλλως, εἰμὴ δι’ οἰκονομικῶν συνδυασμῶν. Εἰς οἰκονομικὸν συνδυασμὸν πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν θὰ συντελέσῃ καὶ τὸ ἐκ τοῦ λαχειοφόρου δανείου εἰσπραχθησόμενον ὑπὸ τοῦ Δημοσίου κεφάλαιον. Ἄλλο δὲ κεφάλαιον, δι’ ἄλλου συνδυασμοῦ προσποριζόμενον, ἠθέλομεν διαθέσει πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν, ἄν μὴ συνέπιπτεν ἡ εὐκαιρία τοῦ λαχειοφόρου δανείου. Ποῖος δὲ εἶναι ὁ οἰκονομικὸς συνδυασμὸς, εἰς ὃν θέλομεν προβῆ διὰ τοῦ δανείου τούτου; Κατὰ τὴν ἰδέαν ἡμῶν, ὁ πρῶτος ἐνδεικνύμενος συνδυασμὸς εἶναι ὁ πρὸς κατάργησιν τοῦ χρεωλυσίου τῶν μετατραπέντων δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825. Τὰ δάνεια ταῦτα σήμερον ἐπιβάλλουσιν εἰς τὸ Δημόσιον πληρωμὴν χρεωλυσίου 1,066,000 δραχμῶν, ἐνῷ τὸ μήπω ἀπεσβεσμένον κεφάλαιον τῶν δανείων τούτων εἶναι κατώτερον τῶν 16,000,000. Ἐὰν ἐξαγοράσωμεν τὸ δάνειον τοῦτο δι’ ἑτέρου δανείου, παγίου, ἢ βαρυνομένου διὰ μικροῦ χρεωλυσίου, ἀπαλαττόμεθα τῆς καταβολῆς τοῦ ὅλου, ἢ τοῦ πλείστου τοῦ χρεωλυσίου τῶν 1,066,000 δραχμῶν. Δὲν κερδαίνει ἡ Πολιτεία τὸ χρεωλύσιον, ἀλλά, ἀπαλλαττομένη τῆς πληρωμῆς αὐτοῦ, ἀνακουφίζεται καθ’ ὅλην τὴν σειρὰν τῶν ἐτῶν, τῶν μέχρι τῆς ἀποσβέσεως τοῦ δανείου, ἐκ τοῦ ἐπιπροστιθεμένου εἰς τὸν τόκον, λόγῳ τοῦ χρεωλυσίου, ποσοῦ. Τῆς ἀνακουφίσεως ταύτης ἀπολαύει ἡ Πολιτεία, ὑποχρεουμένη, ὅπως ἐξακολουθῇ, καταβάλλουσα ἐτησίως τὸν τόκον μετὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν, ἂν ἀπετίνετο κανονικῶς τὸ χρεωλύσιον, θὰ ἔπαυε πᾶσα πληρωμή, εἴτε λόγῳ τόκου, εἴτε λόγῳ χρεωλυσίου, ὡς ἀποσβεσθέντος τοῦ χρέους. Ἡ κατάργησις ἄρα τοῦ χρεωλυσίου εἶναι μεταφορὰ βάρους ἀπὸ χρόνων, καθ’ οὓς εἶναι ἐπαισθητότερον, εἰς χρόνους, καθ’ οὓς ἐλπίζεται, ὅτι θὰ ἦναι ὀλιγώτερον ἐπαισθητὸν, ἀποτελεῖ δὲ ἡ μεταφορὰ αὕτη κέρδος, ἐφ’ ὅσον τὸ χρῆμα ἀποκτᾶται εὐθηνότερον κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν μεταφέρεται ἡ ὀφειλή, ἢ κατὰ τὴν ἐποχὴν, εἰς ἣν τὸ χρεωλύσιον θ’ ἀπεσβέννυεν αὐτήν.
§132ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν τὸ ἐνοήσαμεν αὐτό.
§133ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐφαρμόζοντες ταῦτα εἰς τὴν διὰ τοῦ συνδυασμοῦ τοῦ λαχειοφόρου δανείου πρὸς τὸ τετραμμένον δάνειον τοῦ 1824 καὶ 1825, τὸ ἄλλως καλούμενον δάνειον τῆς ἀνεξαρτησίας, ἢ δάνειον τοῦ ἀγῶνος, ἐπιτυγχανομένην τροπὴν τοῦ δανείου, ἔχομεν ἐκ τῆς πράξεως, τὰ ἑξῆς οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα. Διὰ τῆς τροπῆς τοῦ δανείου τοῦ ἀγῶνος καταργεῖται τὸ χρεωλύσιον αὐτοῦ, καὶ διατηρεῖται μόνος ὁ τόκος, ἀλλὰ παγιούμενος, ἡ δὲ παγίωσις ἐπάγεται τὴν ἐξακολούθησιν τῆς πληρωμῆς αὐτοῦ καὶ μετὰ παρέλευσιν τῆς δωδεκαετίας, ὅτε θὰ ἐσβεννύετο τὸ ἐκ τοῦ δανείου χρέος, ἂν μὴ ἔπαυε καταβαλλόμενον τὸ χρεώλυτρον. Οἰκονομία ἄρα ἀφ’ ἑνὸς 1,068,000 δραχμῶν ἐπὶ δωδεκαετίαν ἀπὸ τοῦ νῦν, ὡς ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ χρεωλύτρου, ἐπιβάρυνσις ἀφ’ ἑτέρου παγία τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκ δραχμῶν 750,000, ἀρχομένη μετὰ παρέλευσιν δωδεκαετίας. Ἀφοῦ, ἂν μὴ ἐγίνετο ἡ τροπή, θ’ ἀπεσβεννύετο τὸ χρέος μετὰ δωδεκαετίαν διὰ τοῦ συστήματος τῆς συνθέτου χρεωλυσίας, ἤτοι διὰ τῆς ἑκάστοτε προσθήκης εἰς τὸ χρεώλυτρον τοῦ τόκου τῶν προηγουμένων χρεωλυτικῶν καταβολῶν, φαίνεται κατὰ πρώτην ὄψιν ἰσοφαρίζουσα ἡ ἐκ τῆς παγιώσεως τοῦ τόκου ἐπιβάρυνσις πρὸς τὴν ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ χρεωλύτρου οἰκονομίαν, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἔχει οὕτω. Ἡ ἀξία τοῦ χρήματος, δι’ οὗ πληρόνονται τὰ χρεωλύσια, δὲν εἶναι ἡ αὐτὴ σήμερον καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν, οὐδὲ φαίνεται πιθανὸν, ὅτι θὰ ᾖναι ἡ αὐτὴ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι· τοὐναντίον, ὁ τόκος διηνεκῶς ἐλαττοῦται, πᾶσα δὲ δαπάνη, ἀναβαλλομένη εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὁ τόκος θὰ ᾖναι ἐλάσσων, ἐπάγεται κέρδος εἰς τὸν ἀναβάλλοντα. Τὸ ἐν τῷ παρελθόντι καταβληθὲν χρῆμα εἰς ἀπότισιν χρεωλυσίων τοῦ δανείου τοῦ ἀγῶνος ἀπεκτήθη ἐπὶ τόκῳ 8% καὶ 7%, ἐνῷ, ἂν σήμερον ἐγίνετο ἡ καταβολὴ, θ’ ἀπεκτᾶτο ἐπὶ τόκῳ 6%, καὶ θὰ ἐπραγματοποιεῖτο ἀντίστοιχον κέρδος, οὕτω δὲ καὶ νῦν, καταργοῦντες τὴν ἀπότισιν τοῦ ἐκ δραχμῶν 1,068,000 χρεωλύτρου, οἰκονομοῦμεν χρῆμα, ἐπιβαρύνον τὸ Δημόσιον διὰ τόκου 6% ἐτησίως, ἐνῷ, ὑποχρεούμενοι εἰς καταβολὴν τῶν ἐκ δραχμῶν 750,000 ἐτησίων τόκων, μετὰ τὴν δωδεκαετίαν, εἶναι ἐλπιζόμενον, ὅτι θὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸ Δημόσιον διὰ τόκου ἐλάσσονος τῶν 6% ἐπὶ τῶν καταβολῶν τούτων. Ἑπομένως, καταργοῦντες τὸ χρεωλύσιον τοῦ δανείου τοῦ ἀγῶνος, ἐρχόμεθα ἐπίκουροι εἰς τὸ Δημόσιον, οὐ μόνον ἀνακουφίζοντες αὐτὸ ἐν τῷ παρόντι δι’ ἀναλόγου ἐπιβαρύνσεως τοῦ μετὰ δωδεκαετίαν μέλλοντος, ἀλλὰ καὶ πεποιθότως ἀπεκδεχόμεθα πραγματοποίησιν ὑπὲρ αὐτοῦ κέρδους διὰ τῆς καταβολῆς τοῦ ἀντιστοίχου πρὸς τὸ νῦν οἰκονομούμενον χρῆμα ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν τοῦτο θὰ ᾖναι εὐθηνότερον.
§134ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ ὠφέλεια εἶναι λογιστική.
§135ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ὠφέλεια εἶναι μεταλλικὴ καὶ ἠχηρὰ (ἱλαρότης).
§136ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λησμονεῖτε ὅμως, ὅτι μετὰ 12 ἔτη θὰ ἐξακολουθῆτε, νὰ πληρόνητε 750,000 δραχ. κατ’ ἔτος.
§137ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν δὲν πληρόνωνται τὰ χρεωλύσια, ἀντισηκόνεται διὰ τῆς καταργήσεως αὐτῶν τὸ βάρος ἐκεῖνο καὶ ἀπομένει ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου κέρδος, ὁποῖον ἐξέθηκα, ἐκ τῆς πιθανῆς μετὰ παρέλευσιν τοσούτου χρόνου μειώσεως τοῦ ὅρου τοῦ τόκου. Αἱ χρεωλυτικαὶ δόσεις, αἱ μὴ καταβληθεῖσαι, εἶναι τοκοφόρον κεφάλαιον, ὅπερ κατηναλώθη, ἀρίστη δὲ περιουσία εἶναι ἡ καταναλωθεῖσα (ἱλαρότης). Τοῦ χρήματος ἄρα, ὅπερ θέλει εἰσπράξει τὸ Δημόσιον, παρὰ μὲν τῆς Τραπέζης, τῆς συνομολογούσης τὸ δάνειον, 9 ἢ 10 ἑκατομμύρια, παρὰ δὲ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας 4 ἑκατομμύρια, ἐν συνόλῳ 13 ἢ 14 ἑκατομμύρια, θὰ γένηται χρῆσις, ὅπως προσκληθῶσιν οἱ κάτοχοι τῶν ὁμολογιῶν τοῦ μετατραπέντος δανείου τοῦ 1824 καὶ 1825, ἵνα δεχθῶσι τὴν κατάργησιν τοῦ χρεωλυσίου, ἢ τὴν ἐξόφλησιν τοῦ κεφαλαίου. Καθ’ ἃς ἔχομεν πληροφορίας, δὲν θὰ ζητηθῇ ἡ ἐξόφλησις, εἰμὴ ἐλαχίστου ποσοῦ. Πάντοτε ὑπάρχουσί τινες τῶν κατόχων τρεπομένων ὁμολογιῶν, ζητοῦντες τὴν ἀπόδοσιν τοῦ κεφαλαίου καὶ ἐὰν ἡ τροπὴ ᾖναι προφανῶς ἐπωφελεστέρα τῆς ἐξοφλήσεως, ἀλλ’ εἰκάζεται, ὅτι ἐλάχιστος θὰ ᾖναι ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν, καὶ ὅτι ἐκ τῶν 13 ἢ 14 ἑκατομ. δὲν θέλει ἀπαιτηθῆ εἰς ἐξόφλησιν ὁμολογιῶν ποσὸν ἄξιον λόγου· ἀλλὰ, καὶ ἀνυποτεθῇ, ὅτι οὐδεὶς θὰ δεχθῇ τὴν τροπὴν, ὅτι οὐδεὶς θὰ συναινέσῃ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ χρεωλυσίου καὶ ἑπομένως, ὅτι πάντες οἱ κάτοχοι ὁμολογιῶν τοῦ τετραμμένου δανείου τοῦ 1824 καὶ 1825 θ’ ἀπαιτήσωσι τὴν ἀπόδοσιν τοῦ κεφαλαίου, ἀποτέλεσμα θὰ ἦναι ἡ εἰς τὸ τετραμμένον δάνειον τοῦ 1824 καὶ 1825 ὑποκατάστασις τοῦ λαχειοφόρου δανείου, ἀποφέροντος χρεωλυτικὴν δόσιν, ἴσην περίπου πρὸς τὸν ἁπλοῦν τόκον τοῦ δανείου τοῦ ἀγῶνος· περισσεύει ἄρα, ἀποτελοῦν ἐλάττωσιν τῶν δαπανῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ ἐκ δραχμῶν 1,066,000 χρεωλύσιον τοῦ δανείου τοῦ ἀγῶνος. Ἀλλὰ πλὴν τῆς κατὰ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐλαττώσεως τῶν βαρῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἂν αἱ πληροφορίαι ἡμῶν ἀποδειχθῶσιν ἀκριβεῖς, καὶ μὴ ζητηθῇ πρὸς ἐξόφλησιν ὁμολογιῶν ὁλόκληρον τὸ πραγματοποιηθὲν κεφάλαιον τοῦ λαχειοφόρου δανείου, ἢ μέρος τοῦ κεφαλαίου τούτου, θὰ πραγματοποιηθῇ ἀντίστοιχος περαιτέρα ἐλάττωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων. Διότι, ἐφ’ ὅσον δεχθῶσιν οἱ κάτοχοι τοῦ δανείου τοῦ 1824 καὶ 1825 τὴν τροπήν, θὰ περισσεύσῃ κεφάλαιον ἐκ τοῦ λαχειοφόρου δανείου· ἐχρησίμευσε πρὸς τὴν τροπὴν καὶ τὸ περισσεῦσαν ποσόν, διότι παρέσχε τὸ μέσον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα, προτείνουσα τὴν ἐξόφλησιν, ἐπιτύχῃ τὴν κατάργησιν τοῦ χρεωλυσίου· ἀλλά, τούτου ἐπιτευχθέντος, μένουσι διαθέσιμα, ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, τὰ 13 ἢ 14 ἑκατομμύρια. Διὰ τῶν διαθεσίμων τούτων κεφαλαίων θέλει ἐξοφληθῆ ἕτερον δάνειον, ἵνα ἐκλείψωσι τὰ παρομαρτοῦντα χρεωλύσια καὶ αἱ εἰδικαὶ ἐγγυήσεις. Ἐκ τούτου, ὡς προεῖπον, περαιτέρα ὠφέλεια τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι, πλὴν τῆς ἐκ τῆς ἐξαφανίσεως τῶν χρεωλυσίων ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων, καὶ ἡ λύτρωσις τῶν ὑπεγγύων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων προσόδων ἀποτελεῖ οὐ μόνον ἠθικὴν ἀποκατάστασιν, ἀλλὰ καὶ ἄρσιν θετικῆς ζημίας, διότι τὸ ἐκ τῶν ὑπεγγύων προσόδων χρῆμα δὲν διατελεῖ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ κατατίθεται εἰς τὰς Τραπέζας, ἀναγκάζεται δὲ τὸ Δημόσιον δι’ ἐκδόσεως ἐντόκων γραμματίων, ἢ ἄλλως, πάντοτε ὅμως ἐπιβαρυνόμενον διὰ τόκων, ν’ ἀναπληροῖ τὴν στέρησιν αὐτοῦ.
§138ΡΑΛΛΗΣ. Τότε θὰ μετατρέψητε ὅλα τὰ δάνεια.
§139ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἄλλο δάνειον, ἐφ’ οὗ δυνάμεθα κατὰ τοιοῦτο σύστημα ἤδη νὰ ἐργασθῶμεν, εἰμὴ μόνον τὸ τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ δὲν ἐπαρκοῦσι τὰ 14 ἑκατομμύρια, ὑπολειπομένων ἑτέρων 46 ἑκατομμυρίων (ἱλαρότης). Ἐλπίζω ὅμως, ὅτι κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον, ἂν μὴ τὴν ἔκτακτον, τοὐλάχιστον τὴν τακτικήν, θέλετε ἀκούσει τι καὶ περὶ τούτου (ἱλαρότης).
§140ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ ἄλλο, ὅλα δύνανται.
§141ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὁμιλεῖ περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Κατὰ τὸ ἄλλο, βεβαίως πολλὰ δυνάμεθα, καὶ μάλιστα χθὲς ἑσπέρας διεπραγματευόμην περὶ ἐξοφλήσεως ὅλων τῶν δανείων, τουτέστι περὶ ἑνοποιήσεως αὐτῶν. Βεβαίως τοῦτο δὲν δύναται νὰ γενῇ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀλλ’ ἐπιτρέπεται διὰ τοῦ ἄλλου. Ὡς πρὸς τὸ ἄλλο δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι εὐρεῖαν παρέχει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἄδειαν, καὶ εἰς τὴν ἱκανότητα αὐτῆς ἀπόκειται νὰ ἐπωφεληθῇ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, πρὸς ἐπίτευξιν μειώσεως τῶν βαρῶν τοῦ Κράτους. Ἐκ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου δύο μόνον δυνάμεθα ν’ ἀπεκδεχώμεθα πράξεις, τουτέστι, πρῶτον τὴν τροπὴν ἢ ἐξαγορὰν τοῦ δανείου τοῦ ἀγῶνος ἐπὶ μειώσει τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ 1,068,000, ἤτοι τοῦ χρεωλυσίου τοῦ δανείου ἐκείνου, καὶ ἐπὶ λυτρώσει τῶν ὑπεγγύων εἰς αὐτὸ προσόδων τοῦ τελωνείου Κερκύρας, καὶ δεύτερον τὴν διὰ τῶν μὴ χρησιμοποιηθέντων εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς πρώτης πράξεως χρημάτων τοῦ λαχειοφόρου δανείου ἐξαγορὰν ἑτέρου δημοσίου χρέους, ἐπὶ περαιτέρᾳ μειώσει τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἐπὶ λυτρώσει ἑτέρων ὑπεγγύων προσόδων. Ἀναπτύσσων τὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν δανείου, ἐδέησε νὰ ἀνακοινώσω καὶ τὰ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, τοῦ δίδοντος εἰς τὴν Κυβέρνησιν εὐρυτέραν ἄδειαν συνομολογήσεως δανείων, ἵνα καταστήσω ψηλαφητὸν, ὅτι, καίτοι τὸ λαχειοφόρον δάνειον εὑρίσκει θέσιν ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ γενικωτέρου σχεδίου, δὲν ἦτο ὅμως ἀναγκαῖος παράγων τοῦ σχεδίου τούτου, οὐδ’ ἐπεζητήθη ἡ συνομολόγησις αὐτοῦ παρ’ ἡμῶν, ἐπωφεληθέντων ἁπλῶς ἐκ συμπεσούσης εὐκαιρίας. Ἡ εὐκαιρία πραγματοποιήσεως δανείου λαχειοφόρου παρουσιάσθη εἰς ἡμᾶς, σταθμίσαντες δὲ τὰ κατ’ αὐτὸ, ἀνεγνωρίσαμεν, ὅτι ἀπολήγει εἰς ὄφελος τοῦ Δημοσίου, εἰς ὄφελος τῶν παρ’ ἡμῖν ἀρχαιολογικῶν ἐργασιῶν, εἰς ὄφελος τῆς χρηματικῆς κυκλοφορίας ἐν τῇ χώρᾳ. Ἐνομίσαμεν ἄρα, ὅτι ἐπετρέπετο νὰ δεχθῶμεν πρότασιν περὶ οἰκονομικῆς συμφωνίας, ὁποίαν ἀπεδέχθησαν καὶ ἄλλα Κράτη. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας, ἔχων ὑπ’ ὄψει σημείωσιν περὶ τῶν ἄλλων Κρατῶν, τῶν συνομολογησάντων τοιαῦτα δάνεια, ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι τὰ δάνεια ταῦτα ἄλλως κατηρτίσθησαν παρὰ τοῖς Κράτεσιν ἐκείνοις. Ἀκριβῶς κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον κατηρτίσθησαν ἐκεῖ, ὡς καὶ ἐδῶ. Ἐδόθη προίκισις εἰς τὸν Ἐρυθρὸν Σταυρὸν, ἢ εἰς τὸ Ταμεῖον τῶν Ἐκκλησιῶν, ἔλαβε δὲ καὶ τὸ Κράτος ὡς δάνειον κεφάλαιον, οὗτινος ἡ χρεωλυτικὴ δόσις ἀνελόγει πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν γραμματίων τοῦ λαχείου.
§142ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Κυρίως τὰ ἐπεκαλέσθην, ἵνα καταδείξω τὴν ἄλλην ὠφέλειαν, τὴν ὁποίαν λαμβάνουν οἱ συνομολογοῦντες τὰ δάνεια.
§143ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐνόμισα, ὅτι παρητήθητε τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου, διατρανωθέντος, ὅτι δὲν ὑπεστηρίζετο ἐξ ὧν ἀνεγνώσατε σημειώσεων, διότι εἴδομεν, ὅτι γραμμάτια, ἐκδοθέντα πρὸς 8, τιμῶνται σήμερον 7, ἡ δὲ ὑπάρχουσα ὠφέλεια καταλογίζεται ἐν τῷ προσήκοντι μέτρῳ, ὑπὸ τοῦ συναγωνισμοῦ ἐξευρεθησομένῳ, ὑπὲρ τῆς χώρας· εἰς τὸν καταλογισμὸν τῆς ὠφελείας ταύτης ὀφείλεται ἡ συνομολόγησις δανείου ἀντὶ χρεωλυτικῆς δόσεως, ἀντιστοιχούσης ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου εἰς 3 καὶ 66%. Ὁ δανείζων ἐπὶ τοιούτῳ τόκῳ βεβαίως ἀπεκδέχεται ὠφελείας ἐκ τῶν γραμματίων ἀνωτέρας τῶν συνήθων. Δάνειον ἐπὶ τόκῳ ἐλάσσονι κατὰ 2½% τοῦ ἀγοραίου, προδίδει δέλεαρ ἐν τῷ τύπῳ τοῦ δανείου, ἐπιτρέπον τοιαύτην ἔκπτωσιν. Αἱ ἀγοραῖαι τιμαὶ τῶν λαχειοφόρων δανείων εἶναι ἀνώτεραι τῶν τιμῶν τῶν ἄλλων δανείων· ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται, ὅτι ἡ χώρα δὲν πραγματοποιεῖ τὸ ἀνάλογον κέρδος. Θὰ εἶχε σημασίαν ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἐὰν ἐπραγματοποίουν τὰ κέρδη οἱ τραπεζῖται, δανείζοντες εἰς τὸ Κράτος ἐπὶ τῷ συνήθει τόκῳ· θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν τοιαῦτα κέρδη εἰς Ἑταιρίαν, δανείζουσαν ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας· ὅταν ὅμως, κερδίζουσα ἡ Ἑταιρία, διαθέτῃ τὸ πλεῖστον τῆς ὠφελείας, ὅπως δανείσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ χρεωλυτικῇ δόσει 3,66%, ἤτοι ἐπὶ τόκῳ 3,20%, νομίζω, ὅτι εἴμεθα ἱκανοποιημένοι, ἀφοῦ καὶ τὸ σύνολον τῆς πράξεως ἀναντιῤῥήτως εἶναι ὠφέλιμον εἰς τὴν χώραν. Μόνον τὸ ἠθικὸν ζήτημα, τὸ ἐκ τοῦ λαχειοφόρου τοῦ δανείου, προεκάλει ἐξέτασιν, τούτου δ’ ἕνεκα χθὲς καὶ κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς συζητήσεως εἰς τοῦτο εἶχον περιορισθῆ οἱ ἀγορεύσαντες, ἀλλὰ πᾶσα ἔνστασις καταπίπτει ἀπέναντι τοῦ καθεστῶτος, ἐπιτρέποντος τὴν συνομολόγησιν λαχείων ἐπὶ ὅροις πολὺ εὐρυτέροις τῶν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἐπιτρέπει τὸ λαχειοφόρον δάνειον ὑπὲρ Ἑταιρίας, νεμομένης ἤδη ἐγκεκριμένον λαχεῖον. Εἰς τὸ λαχεῖον τοῦτο ὑποκαθίσταται, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ λαχειοφόρον δάνειον, οὗτινος ἡ πραγματοποίησις μικρὸν θὰ βαρύνῃ τὴν χώραν, κατὰ τὸ πλεῖστον δὲ τὸ ἐξωτερικόν.
§144Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς δὲν συζητοῦμεν, Κύριοι, περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἡ Κυβέρνησις σκοπεῖ, νὰ διαθέσῃ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα θέλει πορισθῆ ἐκ τοῦ λαχειοφόρου δανείου, οὔτε ἀμφισβητοῦμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀνάγκην χρημάτων. Γνωρίζομεν, ὅτι καὶ ἀνάγκην χρημάτων ἔχει ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὅτι, ὅταν πορισθῇ χρήματα, ἔχει τρόπους νὰ διαθέσῃ αὐτὰ, καὶ ἀνάγκας, διὰ νὰ δαπανήσῃ τὰ χρήματα ταῦτα. Περὶ τούτου δὲν ἐπρόκειτο, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠσχολήθη νὰ μᾶς ἀποδείξῃ, ὅτι τὰ χρήματα δὲν θέλουσι μείνει νεκρὰ, ὅταν εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλ’ ὅτι θέλει διαθέσει αὐτὰ εἰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ἐπίσης δὲν συζητοῦμεν οὐδὲ περὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, οὐδὲ περὶ συγκεντρώσεως καὶ ἀποκεντρώσεως. Οἱανδήποτε γνώμην καὶ ἂν ἔχωμεν περὶ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν διοίκησιν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἡμεῖς οὐδὲν εἴπομεν, οὐδὲ ἐπρόκειτο νὰ ἀποφηνώμεθα γνώμην περὶ τῶν μελῶν, τῶν διοικούντων τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, οὐδὲ περὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ἔχει ἀνάγκην βεβαίως χρημάτων, καὶ ἐφ’ ὅσον τὰ μέσα τοῦ δημοσίου ταμείου τὸ ἐπέτρεπον, τὸ δημόσιον ταμεῖον παρεχώρησε μέχρι τοῦδε, ὅσα ἠδύνατο χρήματα εἰς αὐτήν. Δὲν ἰσχυριζόμεθα, ὅτι παρεχώρησεν εἰς αὐτὴν ἀρκετὰ ποσὰ ἐπαρκῆ, φρονοῦμεν ὅμως, ὅτι τὸ Κράτος, ἀναλόγως τῶν μέσων τοῦ δημοσίου ταμείου, δὲν παρέλιπε καὶ τὴν ὑποχρέωσίν του ταύτην. Ἀλλὰ, καὶ ἂν παρεχώρει ἄφθονα τὰ μέσα, δὲν γνωρίζω, ἂν ἐπὶ τῶν ἀρχαιοτέρων χρόνων, ἤτοι πρὸ 20 ἢ 30 ἐτῶν, ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία εἶχεν εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῆς τοσαῦτα ἐπιστημονικὰ μέσα, ὥστε νὰ ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιήσῃ ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς ἐπιστήμης, ποσὰ ἀνώτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἠδυνήθη τὸ Κράτος νὰ παραχωρήσῃ εἰς αὐτήν. Ἀλλὰ δὲν συζητοῦμεν οὐδὲ κἄν τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ συνομολογηθῇ τὸ λαχειοφόρον δάνειον, ὑποθέτομεν μάλιστα, ὅτι οἱ ὅροι εἶναι συμφέροντες, καὶ ὅτι, ὡς εἶπεν ὁ Πρωθυπουργὸς, πρόκειται νὰ πορισθῇ 4 ἑκατομμύρια δωρεὰν, τῶν ὁποίων τοὺς τόκους ἐτησίως θέλει δίδει εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀναγκάζει νὰ πολεμήσωμεν τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ἡ ἀνηθικότης τοῦ συστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συνομολογηθῇ τὸ δάνειον τοῦτο, διότι φρονοῦμεν ἀδιστάκτως, ὅτι τὸ δανείζεσθαι διὰ λαχείων εἶναι πρᾶξις ἀνήθικος. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπεκαλέσθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοὺς προσωπικοὺς τίτλους τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας προσέφερε μέχρι τοῦδε πρὸς περιστολὴν τῶν λαχείων, καὶ τῆς ἀνηθικότητος, ἥτις ἐξετελεῖτο πρὸ αὐτοῦ ἐν τῷ Κράτει, ἀλλὰ σφάλλει, διότι ὅσα περὶ τούτου εἶπε δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Πρὸ τοῦ 1843, ἐπὶ τῆς ἀπολύτου μοναρχίας, εἶχεν ἐκδοθῆ Διάταγμα Βασιλικὸν, τὸ ὁποῖον ἴσχυεν ὡς νόμος τοῦ Κράτους, δι’ οὗ ἀπηγορεύοντο τὰ λαχεῖα ἄνευ ἀδείας τῆς Ἀρχῆς, ἡ δὲ Ἀρχὴ, ἥτις διεχειρίζετο τότε καὶ τὴν νομοθετικὴν καὶ τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ ἥτις εἶχε τὸ δικαίωμα, κατὰ τὸ εἰρημένον Διάταγμα, νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν λαχείου, οὐδέποτε προσέφυγεν εἰς δάνειον διὰ λαχείου. Καὶ παρῆλθεν ὅλη ἡ πρώτη περίοδος ἀπὸ τοῦ 1833 ἕως τοῦ 1843, οὐδὲν δ’ ὑπάρχει παράδειγμα δανείου, ἐκδοθέντος τότε διὰ λαχείου. Εἰς τὴν δευτέραν περίοδον, καθ’ ἣν εἰσήχθησαν οἱ συνταγματικοὶ θεσμοὶ, ἀπὸ τοῦ 1843 μέχρι τοῦ 1862, δὲν ὑπάρχει ἐπίσης παράδειγμα δανείου, γενομένου διὰ λαχείου, διότι, ὡς κατὰ τὴν πρώτην περίοδον, οὕτω καὶ κατ’ αὐτήν, τὴν δευτέραν, ἡ Ἀρχὴ οὐδέποτε ἔδωκεν ἄδειαν ἐκδόσεως δανείου λαχειοφόρου. Ἀπὸ τοῦ 1863, ἀφ’ ἧς ἐτέθη ἐν ἐφαρμογῇ τὸ νέον Σύνταγμα, μέχρι τοῦ 1883, δὲν ὑπάρχει ἐπίσης παράδειγμα δανείου διὰ λαχείου. Ἀπὸ ποίαν λοιπὸν ἀνηθικότητα μᾶς ἔσωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐξέδωκε κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1887, καὶ ἐπικαλεῖται τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀπέκτησεν ἐπὶ τῆς πεποιθήσεως ἡμῶν, ἐπὶ τὰς ἀρχὰς τῆς ἠθικότητος, τὰς ὁποίας τηρεῖ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν νόμων; Τὸ πρῶτον δάνειον, τὸ ὁποῖον ἐνομοθετήθη διὰ λαχείου, εἶναι τὸ δάνειον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον ἐπέτρεψεν αὐτὸς οὗτος ὁ Πρωθυπουργός, ποιησάμενος πρῶτος χρῆσιν τοιαύτην τοῦ δικαιώματος, ὅπερ τὸ μνημονευθὲν Β. Διάταγμα παρεῖχεν εἰς τὴν Ἀρχήν, ἤτοι τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν, νὰ ἐπιτρέψῃ τοιοῦτον δάνειον. Ὅθεν πρῶτος ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπέτρεψε τοῦτο. Ὁ πρῶτος λοιπόν, ὁ εἰσαγαγὼν ἐν τῷ Κράτει τὰ λαχειοφόρα δάνεια, εἶναι ὁ Πρωθυπουργός. Καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις τότε ἐπολέμησε τὴν ἐπιτραπεῖσαν ἔκδοσιν τοῦ λαχειοφόρου δανείου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τῆς δημοσιογραφίας, ἀλλὰ κατετροπώθη ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, διότι οἱ ἔχοντες συμφέρον ἐκ τοῦ δανείου ἐκείνου διέθεσαν ὀγκώδη ποσά, ἐσύστησαν ἰδίας ἕνεκα τούτου ἐφημερίδας, διέφθειραν ἄλλας, ἐκδιδομένας τότε, καὶ κατετρόπωσαν τὴν Ἀντιπολίτευσιν δημοσιογραφικῶς. Ἀφοῦ δὲ ἐξεδόθη τὸ δάνειον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἤρχισεν ἔπειτα ἡ ἐμπορία τῶν promesses, ἤτοι τοῦ πρὸς μετοχὴν εἰς τὸ λαχεῖον δικαιώματος τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου, καὶ αὐτὴν τὴν ἐμπορίαν προὐνόησεν ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ ἐμποδίσῃ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1887. Ὁ Πρωθυπουργὸς λοιπὸν ἐπικαλεῖται τὸ μέτρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐνομοθέτησε πρὸς περιστολὴν καταχρήσεως, τὴν ὁποίαν αὐτὸς εἰσήγαγεν τῷ Κράτει!! Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπειράθη νὰ ἀνασκευάσῃ τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῶν κυρίων ἐκ Κεφαλληνίας καὶ Ἄρτης Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἐπέκρινεν αὐτούς, καὶ ἐπετέθη μάλιστα κατ’ αὐτῶν, διότι οἱ κύριοι Βουλευταὶ εἶπον, ὅτι ἡ συνομολόγησις δανείου τοιούτου, διὰ τὴν ὁποίαν ζητεῖ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, δὲν σκοπεῖ κυρίως νὰ συντρέξῃ τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, ἀλλὰ νὰ πορίσῃ χρήματα ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἐξηγῶν, ποῖα θέλουσιν εἶσθαι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ δανείου τούτου, εἶπεν, ὅτι θέλει εἰσπράξει 4 ἑκατομμύρια ἐν ὀνόματι τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, τὰ ὁποῖα θέλει κρατεῖ ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ, ἀποδιδοὺς εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν 200,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος, ὡς τόκον τῶν 4 ἑκατομμυρίων, καὶ ὅτι τὸ κεφάλαιον θέλει ἔχει ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ, διὰ νὰ ποιῆται χρῆσιν αὐτοῦ. Εἶπε προσέτι, ὅτι θέλει λάβει ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου ἐννέα ἄλλα ἑκατομμύρια ἐπὶ τόκῳ 5 καὶ 76% Ὅθεν κατὰ τί ἔσφαλον οἱ κύριοι Βουλευταί, οἱ εἰπόντες, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς προέβαλε τὸ νομοσχέδιον, ζητῶν δι’ αὐτοῦ τὴν ἄδειαν πρὸς ἔκδοσιν δανείου λαχειοφόρου, ὅπως πορισθῇ χρήματα διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον; Καὶ ἠγανάκτησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, διότι οἱ κύριοι Βουλευταὶ διέγνων καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ τὴν αὐτὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν ὁ Πρωθυπουργὸς μετῆλθε καὶ κατὰ τὰς παρελθούσας ἑξαμηνίας τῶν παρελθόντων ἐτῶν! Τί ἔπραξε κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν τοῦ 1887; Συνωμολόγησε τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ἐξ οὗ ἐπορίσθη καὶ τὰ ἀναγκαιοῦντα χρήματα διὰ τοὺς κατὰ τὴν ἑξαμηνίαν ἐκείνην πληρωτέους τόκους καὶ χρεωλύσια. Τί ἔκαμε κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ 1887; Ἐδανείσθη τὰ 10,200 000 φράγκα εἰς χρυσόν, δι’ ὧν ἐπλήρωσε τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια, καταβαλὼν ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων οὐχὶ τὸ ὅλον, ἀλλὰ μέρος τοῦ ἀντιτίμου τοῦ δανείου τούτου εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Τί ἔπραξε κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν τοῦ 1888; Συνωμολόγησε τὴν σύμβασιν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, διὰ νὰ πορισθῇ χρήματα πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων κατὰ τὴν ἑξαμηνίαν ἐκείνην, πρό τινων δ’ ἡμερῶν ἀφηγήθημεν ποίας εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐπήνεγκε διὰ τοῦ συνδυασμοῦ τούτου ζημίας. Τί ἔπραξε κατὰ τὴν βʹ ἑξαμηνίαν τοῦ 1888; Συνωμολόγησε δάνειον 400,000 λιρῶν ἀγγλικῶν, διὰ νὰ πληρώσῃ ἐπίσης τὰ τοκομερίδια τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1888. Ἀλλ’ ἐγγίζει καὶ ἡ πρώτη ἑξαμηνία τοῦ 1889. Τί πράττει ὁ Πρωθυπουργός; Ζητεῖ τὴν ἄδειαν πρὸς ἔκδοσιν λαχειοφόρου δανείου, πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ αὐτῆς τῆς ἑξαμηνίας, καὶ ἂν δὲν χρησιμεύσωσιν αὐτῷ τοῦ δανείου τούτου τὰ χρήματα πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων, νὰ μεταχειρισθῇ τοῦ δανείου τούτου τὰ χρήματα πρὸς μετατροπὴν τοῦ δανείου τῶν 1824 καὶ 1825. Ἀλλ’ εἴτε τοῦτο, εἴτε ἐκεῖνο θέλετε νὰ ἐπιχειρήσητε, ζητήσατε ἀπὸ ἡμᾶς τὴν ἄδειαν νὰ συνομολογήσητε δάνεια ὁμαλὰ, μὴ στηριζόμενα ἐπὶ λαχείων. Ποῖον ὄφελος προσπορίζεσθε ἐκ τοῦ δανείου τούτου; Διὰ μὲν τὰ 9 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θέλει λάβει τὸ δημόσιον ταμεῖον, θέλετε πληρόνει 5 καὶ 76% τόκον, ἀλλ’ ὑμεῖς καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐκαυχήθητε, ὅτι δύνασθε νὰ πληρόνητε τόκον ὀλιγώτερον τοῦ 6% ἄνευ ἐγγυήσεως· λοιπὸν τί ὠφελεῖσθε περιπλέον; Μόνον τὸν τόκον τῶν 4 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα καὶ ταῦτα θέλετε διαθέσει εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους ἐπὶ τῇ ὑποχρεώσει τῆς ἀποδόσεως 200 χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἔτος εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, μόνον λέγω τὸν τόκον τοῦτον ἀποφεύγετε. Ἀλλὰ συναινοῦμεν νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ ἐτήσιος Προϋπολογισμὸς δι’ αὐτοῦ. Προτιμότερον τοῦτο, παρὰ νὰ προσφύγητε εἰς δάνειον λαχειοφόρον. Καὶ τίνος ἕνεκα τοσαύτην ἐκδηλοῦμεν ἀντιπάθειαν εἰς τὰ λαχεῖα; Δὲν ὑπολείπεται πλέον εἰς τὸ Κράτος τοῦτο, εἰμὴ νὰ δώσητε ἄδειαν καὶ εἴς τινα Ἑταιρίαν, νὰ συστήσῃ ἕν Μονακὸ εἰς Κέρκυραν, διὰ νὰ πορίζησθε χρήματα, ἡ Ἑλλὰς δὲ κινδυνεύει νὰ καταντήσῃ ὑπὸ τὴν κυβέρνησίν σας ἡ χώρα, ἡ δακτυλοδεικτουμένη ἐν Εὐρώπῃ. Δὲν σώζονται πλέον λαχειοφόρα δάνεια, εἰμὴ ἐν Ἰταλίᾳ καὶ Αὐστρίᾳ, ἀμφιβάλλω, ἂν ἐν Ὁλανδίᾳ δὲν κατηργήθησαν, εἰς ἅπαντα τὰ ἄλλα Κράτη τῆς Εὐρώπης ἀπηγορεύθησαν, σεῖς δὲ μᾶς εἰσάγετε αὐτὰ ἐν Ἑλλάδι. Διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1836 κατηργήθησαν ἐν Γαλλίᾳ, καὶ ἂν ἀναγνώσητε τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, τοῦ εἰσαγαγόντος εἰς τὴν Βουλὴν τὸ περὶ καταργήσεως αὐτῶν νομοσχέδιον, θέλετε ἰδεῖ, πῶς ἐξετίμησαν τὰ λαχειοφόρα δάνεια ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ προσφύγητε εἰς τὴν ἐπίσημον ἐφημερίδα τῆς Γαλλίας, τὸν «Moniteur Universel» τῆς 13 Μαΐου 1836, ἐν σελίδι 1076, ἵνα ἀνεύρητε τὴν μνημονευθεῖσαν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, τοῦ εἰσαγαγόντος τὸ νομοσχέδιον, ἐν ᾗ θέλετε ἀναγνώσει ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἵδρυσις ταμιευτηρίων διὰ τὰ ἀποταμιεύματα τοῦ λαοῦ, ἢ καταστημάτων, σκοπούντων τὴν ἐν τῷ μέλλοντι προστασίαν τῶν συνιστώντων αὐτὰ, ἐγείρει ἐν τῇ κοινωνίᾳ τὸ πνεῦμα τῆς τάξεως καὶ τῆς οἰκονομίας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαῖον καὶ εἰς τοὺς λαοὺς καὶ εἰς τὰς οἰκογενείας, ἐνισχύει τὴν ἐργασίαν τοῦ ἀτόμου διὰ τοῦ κοινωνικοῦ συμφέροντος τῆς ἰδιοκτησίας, καὶ τὸ συμφέρον τοῦτο τῆς ἰδιοκτησίας διὰ τῆς πρὸς συντήρησιν αὐτῆς παρεχομένης ὑπὸ τῆς κοινωνίας ἐγγυήσεως. Ἡ κατάργησις τῶν λαχείων ἀποτελεῖ καταστολὴν τῆς φιλοκερδείας, ἣν ἐμπνέουσι τὰ πάθη καὶ τὰ ἐλατώματα, ζητοῦντα ἀπὸ τὴν τύχην ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μόνη ἡ ἐργασία δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ. Ὑπὸ τοιούτων εὐγενῶν σκέψεων ἀπεφάσισεν ἡ Κυβέρνησις νὰ θυσιάσῃ ἓν κεφάλαιον τῶν δημοσίων ἐσόδων. Τὰ λαχεῖα καταργοῦνται.» Καὶ μήπως ἐν Γαλλίᾳ τὰ λαχεῖα δὲν εἰσήχθησαν κατ’ ἀρχὰς διά τινα εἰδικὸν εὐγενῆ σκοπὸν, ἀγαθοεργὸν ἢ καὶ θρησκευτικόν; Κατὰ τὸ 1762 τὸν Σεπτέμβριον ἐξεδόθη λαχεῖον ἐν Γαλλίᾳ ὑπὲρ φιλανθρωπικοῦ σκοποῦ. Κατὰ τὸ 1754 τὸν Δεκέμβριον ἐξεδόθη λαχεῖον ὑπὲρ τῶν ἐκθέτων τέκνων. Κατόπιν κατὰ τὸ 1758 ἐξεδόθη τοιοῦτο πρὸς σύστασιν Στρατιωτικῆς Σχολῆς. Οὕτως ἤρχισαν δικαιολογούμενα, ἐπροβάλλετο εἷς εὐγενὴς ἢ ἱερὸς σκοπὸς, ἀλλὰ κατόπιν προέβησαν τοσοῦτον, ὥστε ὑπάρχει ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ Γαλλικοῦ Ἔθνους Βασιλικὸν Διάταγμα, τὸ ὁποῖον μόνον αὐτὸ ἀρκεῖ, διὰ νὰ στιγματίσῃ τὴν πολιτικὴν καὶ ἠθικὴν κατάστασιν τῆς Γαλλίας κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους. Σᾶς ἀναγινώσκω τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος Β. Διάταγμα, ἐκδοθὲν κατὰ τὸ 1800 (ἀναγινώσκει): «Ἡ Α. Μεγαλειότης, πληροφορηθεῖσα περὶ τῆς φυσικῆς κλίσεως τῶν ὑπηκόων της, νὰ τοποθετῶσι τὸ χρῆμά των εἰς ἰδιωτικὰ λαχεῖα, καὶ ἐπιθυμοῦσα νὰ παράσχῃ αὐτοῖς μέσον εὐχάριστον καὶ εὔκολον, ὅπως παρασκευάσωσιν εἰσόδημα ἀσφαλὲς καὶ ἄξιον λόγου διὰ τὸ ὑπόλοιπον τῆς ζωῆς των, μάλιστα νὰ πλουτίσῃ τὴν οἰκογένειάν των διὰ τῆς τύχης, ἔκρινε κατάλληλον νὰ καθιδρύσωσιν ἐν τῷ Διοικητηρίῳ τῆς πόλεως τῶν Παρισίων (Hôtel de ville de Paris) λαχεῖον Βασιλικὸν 10 ἑκατομμυρίων.» Μήπως οἱ Ὑπουργοὶ σκέπτωνται νὰ μᾶς ἀγάγωσιν εἰς τοιοῦτο σημεῖον; Βεβαίως θέλετε θεωρήσει μακαρίαν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν θέλετε δυνηθῆ νὰ μᾶς ἀγάγητε εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, ἀφοῦ νομίζετε, ὡς εἴπετε πρὸ μικροῦ, ὅτι τὸ χρῆμα τοῦ δημοσίου ταμείου τῆς Ἑλλάδος, τὸ καταναλισκόμενον, καταναλίσκεται ἄριστα, λησμονοῦντες, ποῖος εἶναι ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ ποία εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ ποῖαι εἶναι αἱ ὑποχρεώσεις, αἱ βαρύνουσαι αὐτὸ, ποῖα δὲ συμφέροντα συνδέονται μετὰ τῆς τιμῆς τοῦ Ἔθνους. Ἐνθυμεῖσθε τὴν τιμὴν τοῦ Ἔθνους καὶ ἐπικαλεῖσθε αὐτὴν, ὅταν ζητῆτε νὰ παραστήσητε τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὡς προκαλοῦσαν τὴν χρεωκοπίαν. Λησμονεῖτε ὅμως τὴν τιμὴν τοῦ Ἔθνους, ὅταν προτείνητε δάνεια λαχειοφόρα, διὰ νὰ πορισθῆτε 4 ἑκατομμύρια ἄνευ τόκου, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι θέλετε πληρόνει κατ’ ἔτος εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν τὸν τόκον τοῦ ποσοῦ τούτου, ἐπὶ τῷ σκοπῷ ὅμως νὰ πορισθῆτε 4 ἑκατομμύρια διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου. Τυγχάνει ἱκανῶς δηλωτικὸν τῆς χρηστότητος τῆς πολιτικῆς, ἥτις προσφεύγει εἰς τὸ μέσον τῶν λαχείων, τὸ ὄνομα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρῶτοι εἰσήγαγον τὸ μέσον τοῦτο ἐν τῇ Εὐρώπῃ. Εἰσὶ δύο βασιλεῖς τῆς Ῥώμης, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα διατελοῦσιν ὑπὸ τὴν κατάραν τῆς ἱστορίας, τὸ ὄνομα τοῦ Νέρωνος καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Ἡλιογαβάλου. Αὐτοὶ ἐπενόησαν τὰ λαχεῖα, καὶ εἰσήγαγον αὐτὰ εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅπως διαφθείρωσι τοὺς λαοὺς, εἰς τοὺς ὁποίους ἔδιδον μικρὰ χαρίσματα διὰ τῶν λαχείων. Σᾶς ἀναγινώσκω συγγραφέως γνωστοῦ γνώμην περὶ λαχείων, ἂν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δύναται νὰ εἴπῃ καὶ περὶ ἐμοῦ παραπλήσιον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶπε περὶ τοῦ Βουλευτοῦ Κεφαλληνίας. Ἰδοὺ ποία ἡ περὶ τῶν λαχείων γνώμη τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος συγγραφέως: «Ces jeux, qui dans le principe n’ étaient que de pures largesses, devinrent dans les temps modernes des institutions désastreuses, une cause de ruine pour les classes pauvres, un moyen honteux de speculation, d’ abord entre les mains des «particuliers, ensuite dans celles de l'Etat, qui, à differentes époques, en tira des grandes ressources: Cet usage, resté sans doute en Italie comme tradition, s’ y introduisit plus tard dans l’ admini«stration». Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, τὴν ἀρχαιοτάτην, δὲν ἐτόλμων νὰ ἐπιτρέψωσι τὰ λαχεῖα ἄνευ προφάσεως. Ἐπενόουν δὲ πάντοτε τοιαύτην, καὶ τοιαύτην ἐπρότεινον οἱ ἡγεμόνες τῶν χρόνων ἐκείνων. Εἶχον καὶ αὐτοὶ συνείδησιν τοῦ ἀνηθίκου τῆς ἐπιχειρήσεως, ἐζήτουν δὲ πρόφασιν, ὅπως καλύψωσιν αὐτήν. Ὁ Φραγκῖσκος Αʹ ἐπρότεινε τὰ μεγάλα ἔξοδα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθη ἕνεκα τῶν πολέμων, τοὺς ὁποίους εἶχεν, ὁ Λουδοβῖκος ΙΕʹ τὸ αὐτὸ ἔπραττε. Καὶ ὑμεῖς, κατὰ μίμησιν ἐκείνων, ἀνεύρετε πρόφασιν τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, εἶπεν ὁ Πρωθυπουργός, ἔχει ἀνάγκην μέσων, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἐκπληρώσῃ ἣν ἔχει ἀποστολήν, βοηθοῦσα οὕτω τὴν Ἐπικράτειαν. Αὕτη θέλει λαμβάνει ἐκ τοῦ δανείου τούτου 200,000 κατ’ ἔτος. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο προθύμως δίδομεν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, ὅπως ἀποφύγωμεν τὸ προτεινόμενον λαχεῖον. Αἱ 200 χιλιάδες δραχμῶν θέλουσιν ἐπιβαρύνει τὰ οἰκονομικὰ τοῦ τόπου, ἀλλὰ τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν νὰ πορισθῶμεν ἐκ τῆς κατὰ τοιοῦτον τρόπον εὑρέσεως τῶν 4 ἑκατομμυρίων ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἄνευ πληρωμῆς τόκου καὶ χρεωλυσίου, εἶναι κέρδος ἄξιον περιφρονήσεως, ἀπέναντι τοῦ μεγάλου κακοῦ, τὸ ὁποῖον θέλομεν εἰσαγάγει ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι ἥκιστα ἁρμόδιος, νὰ ὁμιλήσῃ περὶ ἀποκεντρώσεως καὶ συγκεντρώσεως. Εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀπολύτως θιασώτης τῆς ἀποκεντρώσεως, ὡς δὲν εἶναι καὶ ἀπολύτως θιασώτης τῆς συγκεντρώσεως. Ἀλλ’ ὁ ἐρευνῶν τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν ὑπὸ ταύτης ὑπὸ τὴν ἐπιμέλειαν αὐτοῦ, θέλει ἀναζητεῖ μάτην νὰ μάθῃ, ποῦ ὑπῆρξεν, εἴτε ἀπολύτως, εἴτε ὑπὸ περιορισμούς, θιασώτης τῆς ἀποκεντρώσεως. Θέλει ὅμως εὑρεῖ αὐτὸν ἀπόλυτον θιασώτην τῆς συγκεντρώσεως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπερ εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐφέτος, δι’ οὗ ζητεῖ νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τοὺς δήμους τὰ ἔσοδα αὐτῶν, καὶ νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὰ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Θέλει εὑρεῖ αὐτὸν θιασώτην ἀπολύτου συγκεντρώσεως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δι’ οὗ ζητεῖ τὰ εἰσοδήματα τῶν Λιμενικῶν ταμείων νὰ εἰσαγάγῃ καὶ ταῦτα ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ. Θέλετε εὑρεῖ αὐτὸν ὀπαδὸν ἀπολύτου συγκεντρώσεως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δι’ οὗ ζητεῖ νὰ ἀφαιρέσῃ τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας, καὶ νὰ καταργήσῃ τὰς δημοτικὰς ἀστυνομίας, ἵνα ἀντικαταστήσῃ αὐτὰς διὰ στρατιωτικῶν. Θέλετε εὑρεῖ αὐτὸν τοιοῦτον ἐν τῷ νόμῳ, ὅστις ἐξεδόθη, καὶ δι’ οὗ ἀφῃρέθη ἀπὸ τὰς Δημοτικὰς Ἀρχὰς ἡ φροντὶς τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοτικῶν ἐσόδων, καὶ αὐτὴ ἡ φροντὶς τῆς δαπάνης αὐτῶν, καὶ ἀνετέθη εἰς τοὺς ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ διοριζομένους Ὑποταμίας. Καὶ ὁμιλοῦσι περὶ ἀποκεντρώσεως ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι, ὅταν ἐγκαταλίπωσι τὴν ἐξουσίαν, ἐὰν στρέψωσι τὰ βλέμματα αὐτῶν πρὸς τὰ ὀπίσω, καὶ ἐρευνήσωσι, τί ἔπραξαν κατὰ τὴν ἑπταετίαν, καθ’ ἣν ἐκυβέρνησαν, θέλουσιν εὑρεῖ, ὅτι οὐδὲν ἔπραξαν ἄλλο, εἰμὴ ἐζήτησαν διὰ παντὸς μέσου νὰ συγκεντρώσωσι πᾶσαν ἐξουσίαν ἐν χερσὶν αὐτῶν, ἀφοῦ καὶ αὐτὴν τὴν αὐτοτελῆ ἐξουσίαν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, καὶ αὐτὴν ἰδιοποιήθησαν, ἀναλαβόντες αὐτοὶ τὴν φροντίδα νὰ ἐρευνήσωσιν, ἐὰν οἱ Ἐπίσκοποι ἢ οἱ Ἀρχιεπίσκοποι δύνανται ἢ δὲν δύνανται νὰ ἐκπληρώνωσι τὰ ἑαυτῶν καθήκοντα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀφοῦ παρέστησεν ἑαυτὸν ἀμείλικτον πολέμιον τοῦ συστήματος τῶν λαχείων, ἐζήτησε νὰ πείσῃ ἡμᾶς, ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκδόσεως δανείου λαχειοφόρου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, καὶ αὐτὸ σκοπεῖ τὴν καταπολέμησιν τοῦ συστήματος τῶν λαχείων. Ἠρώτα ὑμᾶς ὁ Πρωθυπουργὸς, πρὸ τοῦ νομοσχεδίου ποῖον ἦτο τὸ καθεστώς; Τὸ καθεστὼς τυγχάνει τὸ ὑπάρχον λαχεῖον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, δι’ οὗ ἐπρόκειτο νὰ πορίζηται 1,200,000 κατ’ ἔτος, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἔμελλε νὰ πορίζηται τὰ χρήματα ταῦτα παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι τὰ γραμμάτια τοῦ λαχείου εἶχον προσδιορισθῆ εἰς δύο δραχμάς. Βεβαίως ὁ ἐκδότης τοῦ Διατάγματος, δι’ οὗ ἐσυστήθη τὸ εἰρημένον λαχεῖον, ἐσκόπει ν’ ἀποταθῇ εἰς τὴν ἄπορον τάξιν, διὰ τοῦτο ἐζήτησε νὰ καταστήσῃ προσιτὴν τὴν ἀγορὰν τοῦ λαχείου εἰς τὰς ἀπόρους τάξεις, προσδιορίσας τόσῳ μικρὰν τὴν τιμὴν τῶν γραμματίων τοῦ λαχείου τούτου. Ἀλλὰ ποῖος ἐξέδωκε τὸ Διάταγμα τοῦτο; Καὶ αὐτὸ ἐξέδωκεν ὁ Πρωθυπουργός. Καὶ ὅμως αὐτὸς οὗτος ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπικαλεῖται τὸ Διάταγμα τοῦτο ὡς κακὸν καθεστὼς, ἰσχυριζόμενος, ὅτι ζητεῖ νὰ μᾶς σώσῃ ἀπὸ τοῦ κακοῦ τούτου διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον προτείνει σήμερον. Ὑπῆρξεν ἀληθῶς εὐτύχημα, ὅτι τὰ σχέδια τοῦ Πρωθυπουργοῦ δὲν ἦσαν πάντοτε ἐκτελέσιμα. Τὸ σχέδιον τοῦτο τοῦ λαχείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐκτελεσθῇ. Διὰ τῆς φαντασίας αὐτοῦ ὁ Πρωθυπουργὸς δημιουργεῖ ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσιν, ἕνεκα τῶν περιστάσεων τοῦ τόπου, τὸν ὁποῖον ἀγνοεῖ. Ἐπειδὴ δὲ ἀρέσκουσιν αὐτῷ πάντοτε τὰ μεγάλα, ἀποβλέπει πάντοτε εἴτε εἰς δάνειον πεντακοσίων ἑκατομμυρίων, εἴτε εἰς βιομηχανίαν οἰνοπνευματικὴν μεγάλην, καὶ διὰ τοῦτο καταστρέφει τὴν μικρὰν βιομηχανίαν τῆς οἰνοπνευματοποιΐας τῶν κωμῶν καὶ τῶν πόλεων. Οὕτως ἐδωρήσατο καὶ εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν 1,200,000 κατ’ ἔτος διὰ τοῦ εἰρημένου λαχείου. Ἀλλὰ τὸ δῶρον ἦτο ἄδωρον, διότι τὰ δωρηθέντα ἐδωρήθησαν διὰ λαχείου, δι’ οὗ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ τοσοῦτο ποσὸν χρήματος. Καὶ ἂν τὸ Διάταγμα τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἤθελεν ἰσχύει ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη, δὲν ἤθελε δυνηθῆ νὰ πορισθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει εἰδικότητα ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν νομοθετεῖ. Ἀλλ’ εὐτυχῶς τὸ καθεστὼς, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησεν, ἦτο ἀβλαβὲς, ἐνῷ τὸ καθεστὼς, τὸ ὁποῖον σήμερον προτείνει, ὅπως ἀντικαταστήσῃ τὸ δημιούργημά του ἐκεῖνο, εἶναι καθεστὼς ἐπικίνδυνον. Ἐὰν ἐκδοθῇ τὸ δάνειον τοῦτο τὸ λαχειοφόρον, ἐβεβαίου ὑμᾶς πρὸ μικροῦ ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν θέλουσι τοποθετηθῆ ἐν Ἑλλάδι οὐδὲ τὰ δεκαενέα εἰκοστὰ τοῦ δανείου, ἀλλ’ ἅπαν τοῦτο τὸ ποσὸν θέλει διατεθῆ ἐν Αὐστρίᾳ. Ὑπέλαβεν, ὅτι ἀγνοοῦμεν, ὅτι ὁ Αὐστριακὸς λαὸς ἔχει πληθὺν λαχειοφόρων δανείων, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἐπαρκεῖ, μὲ ὅλην τὴν μέχρι πάθους θερμότητα τῶν τελευταίων τάξεων τοῦ λαοῦ ἐν Βοεμίᾳ, ἢ ἐν Γαλλικίᾳ, ἢ ἐν Σιλεσίᾳ. Ἐνοσηλευόμην πρὸ χρόνων ἔν τινι πόλει τῆς Βοεμίας, ἐν τῇ πόλει τῶν λουτρῶν τοῦ Τέπλιτς. Εἶχον Βοημὸν ὑπηρέτην, ὁ ὁποῖος ἔσυρε τροχοφόρον ὀχημάτιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐκοίμην. Ἐπλήρονον εἰς αὐτὸν καθ’ ἑβδομάδα τὸ ἡμερομίσθιον. Ἀλλὰ κατὰ πᾶσαν ἑβδομάδα ἀπὸ τῆς ἑσπέρας τῆς Παρασκευῆς μέχρι τῆς ἑσπέρας τοῦ Σαββάτου ἦτο ἔξω φρενῶν. Δὲν ἐκοιμᾶτο παντάπασι τὴν νύκτα, ἔβλεπε καθ’ ὕπνους ὄνειρα, ὅτι τὰ ἡμερομίσθια, τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ πληρώσω αὐτῷ, ἤθελεν αὐτὸς τοποθετήσει εἰς λαχεῖα, ὅτι ἤθελε κερδίσει, καὶ ὅτι διὰ τοῦ κέρδους ἤθελεν ἀγοράσει ὄχημα, ἐξοχάς, ὅτι ἤθελε γίνει διευθυντὴς καφενείου, καὶ τὰ τοιαῦτα. Ὁ λαὸς τῆς Αὐστρίας ἔχει λαχεῖα ἐν τῇ χώρᾳ αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα προτιμᾷ, καὶ εὐλόγως, διότι ἐκ τῆς πόλεως, ἐν ᾗ κατοικεῖ, δὲν ἔχει εἰμὴ νὰ ὁδοιπορήσῃ τρεῖς ὥρας, διὰ νὰ λάβῃ τὸ βραβεῖον, τὸ ὁποῖον ἤθελε κερδήσει. Ἀλλ’ αἱ Ἀθῆναι κεῖνται πολὺ μακρὰν αὐτοῦ, εἰς τὰ μεσόγεια μάλιστα μέρη τῆς Αὐστρίας, οὐδὲ εἶδον οἱ ἐκεῖ κατοικοῦντες τὴν θάλασσαν. Καὶ ὅταν ἀκούσῃ τις, ὅτι θέλει πλεύσει πέντε ἡμέρας, ἵνα φθάσῃ εἰς Πειραιᾶ, ἀπελπίζεται. Τὸ λαχεῖον λοιπὸν θέλει τοποθετηθῆ ἐν Ἑλλάδι, ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ, ἐν ᾧ εἶναι γνωστὸν τὸ ῥιψοκίνδυνον τοῦ χαρακτῆρος τῶν κατοίκων, ἐν ᾧ μετεδόθη εἰς αὐτοὺς κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἡ διδασκαλία, ὅτι δύνανται νὰ πλουτίσωσιν ἄνευ κόπου, καὶ ἡ ἐπιθυμία δι’ ἑνὸς ἢ δύο ἁλμάτων καὶ ἄνευ ἐργασίας ἀπὸ πενήτων νὰ γένωνται πλούσιοι. Ἡ διδασκαλία αὕτη ἠλλοίωσε τὰ πάτρια ἤθη, ὁ δὲ λαὸς ἐδιδάχθη νὰ γένηται φίλος τοῦ διὰ τῆς τύχης ἀποκτωμένου πλούτου. Δυστυχῶς κατωρθώθη τοῦτο κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τοῦ πολιτικοῦ βίου ἡμῶν. Ποῖοι φέρουσι τὴν εὐθύνην τοῦ μεγάλου τούτου κακοῦ, δὲν πρόκειται νὰ ἐγκαλέσωμεν αὐτοὺς σήμερον, ἄλλως τε θέλει πάντως ὁμιλήσει ἡ ἱστορία περὶ αὐτῶν. Ὀφείλω ὅμως νὰ βεβαιώσω ἓν γεγονὸς, ὅτι πρὸ δέκα καὶ δεκαπέντε χρόνων οὐδεὶς ἤλπιζεν, ὅτι διὰ μιᾶς πράξεως ἠδύνατο νὰ ἀποκτήσῃ τὰ πλούτη τοῦ Συγγροῦ, οὐδεὶς προσεδόκα δι’ ἑνὸς συμβεβηκότος νὰ γένηται κύριος ἑκατομμυρίων. Πάντες δ’ ἐτρέποντο εἰς ἔργα, καὶ ἐζήτουν διὰ τῆς φιλοπονίας αὐτῶν, διὰ τῆς λιτότητος τοῦ βίου, διὰ τῆς οἰκονομίας, μεθ’ ἧς διήρχοντο τὰς ἡμέρας, νὰ ἀποκτήσωσι μικρὸν κεφάλαιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ θεραπεύσωσι τὰς ἀνάγκας τοῦ οἰκογενειακοῦ των βίου. Σήμερον πάντες ζητοῦσι τὸν πλοῦτον, διότι εἶδόν τινας νὰ πλουτίσωσι κατὰ τὸν εἰρημένον τρόπον, τὸ δὲ παράδειγμα αὐτῶν ἐσκανδάλισε τοὺς συμπολίτας ἡμῶν. Καὶ εἶδον ἀνθρώπους, οἵτινες εἶχον λαχειοφόρους ὁμολογίας, κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς κληρώσεως, ὅτε ἔμαθον, ὅτι δὲν ἐκέρδησαν τὸ λαχεῖον, εἶδον αὐτοὺς περιλύπους ἐν τῷ οἴκῳ των, καὶ φανταζομένους τὸ συμβεβηκὸς, ὡς ἓν ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον διεπράττετο εἰς αὐτοὺς, ὡς ἂν εἶχον δικαίωμα νὰ λάβωσι τὰς 100 χιλιάδας ἢ τὰς 10 χιλιάδας τοῦ λαχείου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Οὐχὶ λοιπὸν 20 ἑκατομμυρίων γραμμάτια τοῦ λαχειοφόρου δανείου, περὶ οὗ πρόκειται, ἀλλὰ καὶ πεντήκοντα ἑκατομμυρίων γραμμάτια ἂν ῥιφθῶσιν ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν, θέλουσι τοποθετηθῆ, ἐπὶ δυστυχίᾳ τῶν πενήτων, ἐπὶ καταστροφῇ ἠθικῇ τῆς χώρας, ἐπὶ ὀλεθρίῳ παραδειγματισμῷ εἰς τὴν ἀργίαν, καὶ ἐπὶ πλήρει διαφθορᾷ τῶν πολιτικῶν ἡμῶν ἠθῶν. Μέγα κακὸν διαπράττομεν ὅσοι ὑπονομεύομεν διὰ τοιούτων μέσων τὰ πολιτικὰ ἤθη τοῦ τόπου. Καὶ ὄντως ὁ τόπος οὗτος ἦτο γῆ παρθένος μέχρι χθὲς, εἶχεν οἰκογενειακὰ ἤθη, τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν οὐχὶ μόνον τοῦ οἰκογενειακοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ κοινωνικοῦ, καὶ τοῦ πολιτικοῦ βίου τῆς χώρας ἀρίστην βάσιν. Εἶχε πολιτικὰ ἤθη ἄριστα, καὶ πολλάκις εἴδομεν ἐν αὐτῷ παραδείγματα αὐταπαρνήσεως καὶ θυσιῶν. Αὐτὴν τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου ζητοῦσι διὰ ποικίλων μέσων, καὶ δι’ αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, νὰ κηλιδώσωσιν, ὑπονομεύοντες τὰς βάσεις, ἐφ’ ὧν ἑδράζεται ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία καὶ πρὸ πάντων ἡ Ἑλληνικὴ οἰκογένεια.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 μ. μ.