1889.01.24
1.898 στίχοι · 14.320 λέξεις · 155 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 66
τῆς 24 Ἰανουαρίου 1889
(Τρίτη)
Ὥρα 3 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκ Δημητσάνης Δημήτριος Σπηλιοτόπουλος παρακαλεῖ νὰ τῷ δοθῇ μηνιαία ἀποζημίωσις διὰ τὴν χορηγηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ πυρίτιδα κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα.
§2ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς ἐμὲ γράφει ὁ ἀναφερόμενος, ὅτι καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς τοῦ 1884 εἶχεν ὑποβάλει ὁμοίαν ἀναφοράν, περὶ τῆς ὁποίας ἡ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν Ἐπιτροπὴ ἐγνωμοδότησεν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψει τὰ ἀναφερόμενα, χορηγήσῃ αὐτῷ ἀνάλογον σύνταξιν, συμφώνως πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις του, ζητεῖ δὲ ἤδη καὶ διὰ τῆς ἀναφορᾶς του, καὶ δι’ ἐπιστολῆς πρὸς ἐμέ, τὴν ὁποίαν εἶμαι ἐντεταλμένος ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, νὰ μὴ παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορά του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τῆς ἀποζημιώσεως, τὴν ὁποίαν τῷ ὀφείλει τὸ Ἔθνος διὰ τὰς ἐκδουλεύσεις τοῦ πατρός του.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ προτείνῃ, ἀλλὰ μόνον νὰ συστήσῃ.
§4ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἠξεύρω, ἀλλὰ τὸ λέγω, διὰ νὰ ἐκπληρώσω τὴν ἐντολήν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ συστηθῇ ἡ ἀναφορὰ τοῦ Δημ. Σπηλιωτοπούλου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν;
§6ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Οἱ ἔμποροι Καλαμῶν τηλεγραφικῶς ἱκετεύουσι τὴν Βουλὴν, νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸ ταχύτερον τὸν νόμον περὶ τελωνιακῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Ὁ Ν. Περδικέας, ἐκ Πύλου τηλεγραφεῖ, ὅτι τὰ ἀνενεχθέντα περὶ διαταράξεως τῆς τάξεως ἐν τῷ δεσμωτηρίῳ Πύλου μετὰ τὴν ἐκεῖθεν μετάθεσιν τοῦ πρώην φρουράρχου δὲν εἶναι ἀκριβῆ.
§8ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ κατέθεσα μίαν ἐπιστολὴν, ἡ ὁποία μοὶ ἐστάλη ἀπὸ 70 φυλακισμένους· οἱ κατάδικοι αὐτοὶ παραπονοῦνται, καὶ εἶναι γεγονὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναφέρουσιν. Αὐτὸς, ὁ ὁποῖος τηλεγραφεῖ, εἶναι ἀρτοποιὸς καὶ παντοπώλης, καὶ ἑπομένως ἕκαστος ἐννοεῖ, τί συμβαίνει εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Βουλὴν, νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως διατάξῃ ἐξέτασιν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, πρὸς θεραπείαν τῶν παραπόνων τῶν φυλακισμένων.
§9ΤΖΑΝΕΣ. Ἐγὼ ἀπαξιῶ ν’ ἀπαντήσω εἰς τὴν διάψευσιν αὐτὴν, ἀρκούμενος εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πικουλάκης καὶ δὲν ἀδικῶ τὴν Βουλὴν, ὥστε νὰ μὴ ἐννοήσῃ τί τρέχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου· εὔχομαι ὅμως, νὰ διατελῶσιν ἐν εἰρήνῃ οἱ φυλακισμένοι, ἀλλ’ ἂς ἀναμείνωμεν τὸ μέλλον διὰ τοῦτο.
§10ΣΑΚΚΗΣ. Καὶ εἰς ἐμὲ ἐστάλη τηλεγραφικῶς διάψευσις τῶν διαβεβαιώσεων, τὰς ὁποίας ἔδωκαν ὁ κ. Πικουλάκης καὶ ὁ κ. Τζάνες. Ἀλλ’ ἐὰν ἔχωνται ἀληθείας τὰ τοιαῦτα, ἐγὼ δὲν γνωρίζω, τὸ τηλεγράφημα ὅμως τοῦτο ἔχω ἐντολὴν νὰ τὸ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν· ἐκ τούτου δὲ ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ λοχαγὸς Σκορδιᾶς συμπεριφέρεται πολὺ καλῶς καὶ ὅτι ἡ τάξις καὶ ἡ ὁμόνοια εἶναι πληρεστάτη ἐν ταῖς φυλακαῖς Πύλου.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Χρῆστος Καλφιώτης ὑπενθυμίζει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀναφοράν του, δι’ ἧς ἐπρότεινε τὴν ὑπαγωγὴν τῶν διδασκάλων καὶ καθηγητῶν εἰς τὸν περὶ ὑπαλλήλων νόμον. Παραπέμπεται ἡ αἴτησίς του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας.
§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἀμοιβῆς τῶν καταμηνυόντων, ἢ συλλαμβανόντων λαθρεμπόρια. Ἕτερον περὶ ἀποζημιώσεως καὶ ὁδοιπορικῶν ἐξόδων τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιθεωρητῶν. Ἕτερον περὶ παραχωρήσεως ἐθνικῶν, ἐπισκοπικῶν ἢ εἰς διαλελυμένας μονὰς ἀνηκόντων γηπέδων, οἰκοπέδων καὶ κτιρίων. Καὶ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως γηπέδων ἐν Πάτραις εἰς τοὺς ἐπ’ αὐτῶν οἰκοδομήσαντας. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 263–266).
§13ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ἐμὲ, κύριοι Βουλευταὶ, καὶ εἰς τοὺς συναδέλφους μου, τοὺς ἐκ τοῦ νομοῦ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος ἐστάλη τηλεγράφημα ἐκ μέρους 250 περίπου συμπολιτῶν μου, κατοίκων τοῦ δήμου Λαρύμνης τῆς ἐπαρχίας Λοκρίδος, οἱ ὁποῖοι καλλιεργοῦσιν ἐντὸς τῆς περιφερείας τῆς Κωπαΐδος λίμνης καὶ βόσκουσι τὰ ζῶά των εἰς τὰς γαίας, τὰς ἐν τῇ Κωπαΐδι λίμνῃ περιλαμβανομένας, δι’ οὗ τηλεγραφήματος ἀνακοινοῦσιν ἡμῖν, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ δύναμις συνέλαβε πολλὰ ζῶα τῶν κατοίκων αὐτῶν, τῶν καλλιεργητῶν, καὶ τὰ μετέφερεν εἰς μέρη τῆς Λεβαδείας, ἐκεῖ δὲ ὑπεχρεώθησαν καὶ ἐπλήρωσαν οἱ ἰδιοκτῆται τῶν ζώων δικαιώματα συλλήψεως εἰς τοὺς ἀγροφύλακας, διότι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Λεβαδείας ἰσχύει ὁ νόμος περὶ ποιμνιοβοσκῆς, ὁ τελευταῖον ψηφισθεὶς, ἐνῷ ἐν Λοκρίδι δὲν ἐφαρμόζεται. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι πάντα ταῦτα λαμβάνουσι χώραν ἐκ μέρους τῆς Ἑταιρίας, τῆς πρὸς ἀποξήρανσιν τῆς λίμνης, ἐπὶ τῷ σκοπῷ καὶ τῷ τέλει, τοῦ νὰ ἐξαναγκάσωσι τοὺς ἐν λόγῳ γεωργοὺς καὶ ποιμένας, ἵνα ἀναγνωρίσωσι διὰ συμβολαίων τὰς ἐπὶ τῶν μνησθεισῶν γαιῶν ἀξιώσεις τῆς Ἑταιρίας, ἥτις, φρονῶ, δὲν ἔχει οὐδὲν δικαίωμα ἐπ’ αὐτῶν, πρὶν ἢ ἀποξηρανθῇ ἐντελῶς ἡ λίμνη. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει της τὸ τηλεγράφημα, διότι ὑποθέτω, ὅτι θὰ ἔχῃ γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης λεπτομερῶς, καθόσον ἐγὼ καὶ ἰδιαιτέρως ἐποιησάμην παραστάσεις εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν μεθ’ ὅλων τῶν συναδέλφων μου, καὶ ἐζητήσαμεν ἀπὸ πρωΐας, μόλις λαβόντες τὸ τηλεγράφημα, νὰ ἐξετάσῃ, τί συμβαίνει ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως καὶ νὰ προλάβῃ ἐνδεχομένην ῥῆξιν,—διότι, νομίζω, ἀναφέρει καὶ τοῦτο τὸ τηλεγράφημά των,—καὶ νὰ περιστείλῃ τὰς τυχὸν παρεκτροπὰς ἐκ μέρους τῆς Ἑταιρίας τῆς Κωπαΐδος, ἐὰν λαμβάνωσι πραγματικῶς χώραν τοιαῦται παρεκτροπαί. Δὲν γνωρίζω, ποίας πληροφορίας ἔλαβε μέχρι τοῦδε ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ἀναμένω νὰ τὰς ἀνακοινώσῃ, ἐὰν ἔλαβε τοιαύτας· ἐκ προοιμίων ὅμως παρακαλῶ καὶ αὖθις τὴν Κυβέρνησιν, νὰ σπεύσῃ νὰ λάβῃ πάντα τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως μὴ παρενοχλῶνται οἱ ἀναφερόμενοι, καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι πιθανὸν νὰ μὴ ἀναφέρωνται, ἀπὸ τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων των, καὶ νὰ περισταλῇ ἡ Ἑταιρία ἐντὸς τῶν δικαιωμάτων της, τὰ ὁποῖα βεβαίως τὰ γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν της ἅπαντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα καὶ τὰ σχεδιαγράμματα τῆς Κωπαΐδος.
§14ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς περὶ τῆς ἰδίας ὑποθέσεως, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ προλαλήσας, ζητήσας παρὰ τοῦ κυρίου Προέδρου τὸν λόγον, πρόκειται νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγώ, χαίρω δὲ πολύ, διότι ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου κ. Χαλκιόπουλος πρῶτος ὡμίλησε περὶ ὑποθέσεως, ἀφορώσης εἰς τὰ συμφέροντα τῆς ἰδιαιτέρας αὐτοῦ ἐπαρχίας τῆς Λοκρίδος. Τὸ τηλεγράφημα, μέρος τοῦ ὁποίου ἀνέγνωσεν ὁ ἔντιμος, συνάδελφος, ἀπηυθύνθη ἐκ μέρους πολλῶν, διακοσίων δεκαπέντε περίπου, κατοίκων τοῦ δήμου Λαρύμνης πρὸς πάντας τοὺς Βουλευτὰς τῆς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ εἰς τὸν κύριον Κοντογιάννην καὶ εἰς ἐμὲ, ἀντιπολιτευομένους. Μετὰ τὴν ἐπισταμένην ἀνάγνωσιν, ἣν ἔκαμα, τοῦ τηλεγραφήματος τούτου, καὶ μεθ’ ὅσα ἄλλοτε ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς περὶ τῶν κατὰ καιροὺς καταπιέσεων, τὰς ὁποίας ἐνασκεῖ ἡ Ἑταιρία τῆς Κωπαΐδος πρὸς τοὺς γείτονας αὐτῆς διὰ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, δὲν δύναμαι, ἢ νὰ θεωρήσω ἀνεξήγητον πλέον τὴν στοργὴν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Ἑταιρίαν τῆς Κωπαΐδος, εἰς τὴν ὁποίαν τοὺς στρατιώτας τῆς Ἑλλάδος τίποτε περισσότερον, τίποτε ὀλιγώτερον, ἢ ὑπηρέτας καὶ ἀγροφύλακας κατέστησε, διότι διὰ τῶν στρατιωτῶν αὐτῶν τίποτε ἄλλο δὲν κάμνει ἡ Ἑταιρία τῆς Κωπαΐδος, ἢ νὰ καταπιέζῃ τοὺς γείτονας αὐτῆς καὶ νὰ κατακτᾷ τὰς ἰδιοκτησίας των. Ἐπειδὴ τὸ ἐν λόγῳ τηλεγράφημα, λίαν ἐκφραστικὸν, εἶναι ἀρκετὸν, ὅπως δώσῃ τὴν ἀληθῆ εἰκόνα τῶν δεινοπαθημάτων, ἅτινα οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Λαρύμνης ὑφίστανται παρὰ τῆς Ἑταιρίας τῆς Κωπαΐδος διὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἀναγκάζομαι, συμπληρῶν τὸν ἔντιμον συνάδελφόν μου, νὰ ἀναγνώσω ἐγὼ τοῦτο ὁλόκληρον. (Ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα).
§15Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, εἶχον τηλεγράφημα, δι’ οὗ μὲ παρακαλοῦσι νὰ λάβω γνῶσιν τοῦ πρὸς τοὺς Βουλευτὰς Φθιώτιδος ἀποσταλέντος τηλεγραφήματος καὶ συντελέσω ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ ὑπὲρ τῶν δικαίων τῶν παραπονουμένων. Συγχρόνως ὅμως, λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, εἰσάγω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν, ἣν πρὸ ἡμερῶν ἔχω εἰς χεῖρας μου, ἐκ Κοκκίνου. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης τὰ αὐτὰ παράπονα ἐγείρονται, τὰ ὁποῖα οἱ συνάδελφοι πρὸ ὀλίγου ἐξέθηκαν ὡς πρὸς τὴν Λάρυμναν, ἔχει δὲ αὕτη ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει τὴν ἀναφοράν). Τοιαῦτα, Κύριοι, καθ’ ἑκάστην συμβαίνουσι περὶ τὴν Κωπαΐδα, ὡς καὶ ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ εἴπω. Δὲν ἀδικῶ τὴν Ἑταιρίαν· ἡ Ἑταιρία ἀξιοῖ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις παρεχώρησε πρὸς αὐτήν. Ἑπομένως ἐν τῷ δικαίω της ζητεῖ συνδρομὴν, ὅπως καθέξῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος τῇ παραχώρησεν. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως, νομίζω, ὅτι ἐν τῇ προκειμένῃ ὑποθέσει ἐνεργεῖ ὑπὲρ τὰ δικαιώματα αὐτῆς, ἐκτελοῦσα χρέη δικαστικοῦ κλητῆρος, ἐνῷ ἀπόφασις δικαστικὴ δὲν ὑπάρχει, δικαιοῦσα τὴν Ἑταιρίαν εἰς τὰς ἀξιώσεις της ἐπὶ τῶν μερῶν ἐκείνων. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν, τὴν λαβοῦσαν χώραν πρό τινων ἡμερῶν, ὅτε ἐγένετο λόγος περὶ τῶν παραπόνων τούτων, ἤκουσα καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἄλλων μελῶν τῆς Συμπολιτεύσεως, ἰσχυριζομένων, ὅτι πρόκειται περὶ γαιῶν ἐθνικῶν, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται ποσῶς δὲν ἠνωχλήθησαν ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν δικαιωμάτων αὑτῶν, καὶ ἄλλα παρόμοια· ἀλλ’ εἰς ἀπάντησιν τῶν τοιούτων προσήγαγον ἐνώπιόν σας ἀπόφασιν τῶν Ἐφετῶν, ἐξ ἧς ἀπεδεικνύετο, ὅτι καὶ κατὰ πολιτῶν, ἀξιούντων δικαιώματα ἰδιοκτησίας, τὰ αὐτὰ συνέβησαν, ὅτι ἀπεβλήθησαν ἐκ τῶν γαιῶν των, καὶ ὅτι κατόπιν διὰ τῆς ῥηθείσης δικαστικῆς ἀποφάσεως ἐδικαιώθησαν οὗτοι, καταδικασθείσης τῆς Ἑταιρίας εἰς ἀποζημιώσεις, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν αὕτη ἐκ νέου διαταράξει τὴν κατοχήν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἔλαβον καὶ σήμερον τηλεγράφημα, ἀπευθυνόμενον πρὸς πρόσωπον, πρὸς ὅ λίαν συμπαθῶς διάκειται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ διὰ τοῦτο θὰ τὸ διαβιβάσω πρὸς αὐτὸν, καὶ θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ τὸ ἀναγνώσῃ, διὰ τοῦ ὁποίου παραπονεῖται ὁ ἐνοικιαστὴς τῆς βοσκῆς ἰδιοκτήτου χωρίου, Ἀπόστολος Ἀρβανίτης, ὅτι δι’ ὀργάνων τῆς ἐξουσίας ἐξεδιώχθη τὸ ποίμνιόν του ἐκ τῶν παρ’ αὐτοῦ ἐκμεμισθωμένων ἰδιοκτήτων γαιῶν, ἀπειλεῖ δὲ, ὅτι θέλει ἀρνηθῆ νὰ πληρώσῃ τὰ δικαιώματα τῆς ἐνοικιάσεως, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι παρημποδίσθη ἡ βόσκησις. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ λάβῃ σοβαρὸν μέτρον ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τούτων, ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ, παρέχουσα τοὺς στρατιώτας αὑτῆς ὡς ἀγροφύλακας τῆς Ἑταιρίας, διότι, καὶ ἐὰν μέχρι τοῦδε δὲν συνέβη δυστύχημά τι, δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἐν τῷ μέλλοντι δύνηταί τις νὰ ἦναι ἀσφαλὴς, ὅταν καθ’ ἑκάστην συμβαίνωσιν, ὅσα ἠκούσατε. Διαβιβάζω τὸ τηλεγράφημα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, καταθέτω δὲ τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§16ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Αἱ δύο ὑποθέσεις εἶναι ἄσχετοι πρὸς ἀλλήλας, τοῦτο μόνον ἔχουσαι τὸ κοινὸν, ὅτι καὶ αἱ δύο ἔδαφος ἔχουσι τὴν Κωπαΐδα. Τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας περὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ χωρίου Κοκκίνου, εἶχον ἀφορμὴν πρὸ ἡμερῶν νὰ ἐξετάσω, διότι ἀναφορὰ κατοίκων τοῦ χωρίου Κοκκίνου, τοῦ χωρίου Καρδίτσης καὶ τοῦ χωρίου Τοπόλιας, τῆς ἐπαρχίας Θηβῶν, τῆς περιφερείας τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, εἶχε προσαχθῆ πρὸς ἐμὲ πρὸ 10 περίπου ἡμερῶν, ἔχουσα κομιστὴν μάλιστα καὶ ἕνα ἐκ τῶν προκρίτων τοῦ δήμου Ἀκραιφνίου καὶ, κατὰ σύμπτωσιν ἀγαθὴν, τὸν ἀντιπρόσωπόν μου ἐπὶ τῆς κάλπης κατὰ τὸν δῆμον ἐκεῖνον, ὅτε εἶχον τὴν τύχην νὰ λάβω ἐν αὐτῷ μόνον 6 μελαίνας ψήφους κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς. Ὁ ἀντιπρόσωπος τῶν τριῶν ἐκείνων χωρίων ἐξέθηκεν τὰ παράπονα τῶν χωρικῶν, ἀναπτύξας τὰ ἐν ταῖς ἀναφοραῖς, καὶ ἐζήτει θεραπείαν αὐτῶν, αἱ δὲ ἀναφοραὶ περιεῖχον, ὅ,τι καὶ ἡ ἀναγνωσθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Ἐρωτῶ τὸν ἔντιμον ἐκεῖνον ἀντιπρόσωπον: αἱ γαῖαι, περὶ ὧν πρόκειται, εἶναι ἰδιόκτητοι ἢ ἐθνικαί; ἐκεῖνος δὲ μοὶ λέγει εἰλικρινῶς, ὅτι εἶναι ἀναντιῤῥήτως ἐθνικαί, ἐκ τῶν ἐξηρημένων τῆς διανομῆς καὶ μὴ δηλωθεισῶν· τότε εἶπον πρὸς αὐτὸν, ὅτι, ὅσον καὶ ἂν ἔχω τὴν ἐπιθυμίαν, νὰ φανῶ εὐάρεστος πρὸς αὐτὸν καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους, οἵτινες τοιαύτην μοὶ ἔδωκαν ὑποστήριξιν, τὸ καθῆκον δέν μοι ἐπιτρέπει νὰ τοὺς ὑποστηρίξω, ἐὰν ὅμως ὑπάρχωσι παρεκτροπαὶ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός της ἐν τῇ περιφερείᾳ ἐκείνῃ, θέλω φροντίσει, νὰ περιστείλω τὰς παρεκτροπὰς ταύτας. Καὶ ἀμέσως διηύθυνα εἰς τὸν ἁρμόδιον Μοίραρχον τὴν ἀναφορὰν, διὰ νὰ ἐξετάσῃ καὶ τιμωρήσῃ πᾶσαν παρεκτροπὴν, ἀλλ’ ἄνευ μεταβολῆς τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν εἶχον δώσει πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον τῶν χωρίων. Εἶναι ὅμως ἐντελῶς διάφορος ἡ προκειμένη ὑπόθεσις· διότι, ὡς ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁλόκληρον ὁ δεύτερος ἐκ τῶν Βουλευτῶν Φθιώτιδος, προκύπτει, δὲν πρόκειται πλέον περὶ ἀνθρώπων, ἰσχυριζομένων, ὅτι ἔχουσι δικαιώματα ἐπὶ τῶν γαιῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐζήτησαν νὰ βοσκήσωσι τὰ ζῶά των, ἀλλὰ περὶ ἀνθρώπων, ὁμολογούντων αὐτῶν τῶν ἰδίων, ὡς θέλετε ἰδεῖ προκύπτον ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος αὐτοῦ, ὅταν μάλιστα ἀντιπαραβληθῇ πρὸς ἃς ἔχω ἐπισήμους πληροφορίας, ἀνθρώπων ἀξιούντων νὰ βοσκήσωσι τὰ ποίμνια αὐτῶν ἐπὶ περιφερείας ξένης, ἐν τῇ ὁποίᾳ καὶ δημοτικῶς καὶ προσωπικῶς οὐδὲν δικαίωμα ἔχουσι, διότι οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων τῶν ἀναφερομένων καὶ ὑπογραψάντων τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, ἀνήκουσιν εἰς τὸν δῆμον Λαρύμνης, εἶναι δημόται Λαρύμνης, παραπονοῦνται δὲ, ὅτι ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ δήμου Ὀρχομενοῦ συλλαμβάνονται τὰ ποίμνια αὐτῶν καὶ ὑποβάλλονται εἰς τὸν δρακόντειον νόμον, τὸν περὶ βοσκῆς, ὁ ὁποῖος, λέγουσιν, ἐν τῇ ἰδίᾳ αὑτῶν περιφερείᾳ δὲν ἰσχύει. Καὶ ἀληθῶς τοῦτο συμβαίνει, ὡς προκύπτει ἐξ ὧν ἔχω πληροφοριῶν, ὅτι οὗτοι μεταβαίνουσι μετὰ τῶν ποιμνίων αὐτῶν πέραν τῶν ὁρίων τοῦ δήμου Λαρύμνης, εἰσέρχονται εἰς τὰ ὅρια τοῦ δήμου Ὀρχομενοῦ, καὶ ζητοῦσι νὰ καρπωθῶσι δικαιωμάτων, ἅτινα ἔχουσι μόνοι οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Ὀρχομενοῦ, οἱ δὲ κάτοικοι τοῦ δήμου Ὀρχομενοῦ, καὶ ἰδιαιτέρως οἱ κάτοικοι τῶν δύο χωρίων Σκριποῦς καὶ Πετρομαγούλας, προδιαθέντες τὰ ἑαυτῶν δικαιώματα, καὶ ὡς κάτοικοι τῶν χωρίων ἐκείνων δικαιούμενοι ἴσως ἐν μέρει εἰς νομὴν, καὶ ὡς ἔχοντες σχέσιν ἐνοικιαστῶν τῆς νομῆς παρὰ τῆς Ἑταιρίας Κωπαΐδος, μεταχειρίζονται τοὺς ἀγροφύλακας τῶν χωρίων καὶ τοὺς τῆς Ἑταιρίας καὶ, συμπράττοντες μετ’ αὐτῶν, ἀποκρούουσι τοὺς εἰσβάλλοντας ἐκ τοῦ ἑτέρου δήμου, καὶ συλλαμβάνουσι τὰ ποίμνια αὐτῶν, τὰ βόσκοντα ἐπὶ γαιῶν, μὴ ἀνηκουσῶν εἰς τοὺς ἀναφερομένους, ἀλλὰ, κατὰ τὸ δικαίωμα τῆς βοσκῆς, εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ δήμου Ὀρχομενοῦ. Ἰδοὺ, Κύριοι, εὐθὺς, ὡς ἔλαβον τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη πρὸ ὀλίγου, ποίαν ἐρώτησιν ἀπέτεινα πρὸς τὸν ἁρμόδιον Ὑπομοίραρχον, καθόσον ἠναγκάσθην ν’ ἀποταθῶ πρὸς αὐτὸν ἐν Λεβαδείᾳ, ἀποδειχθέντος, ὅτι ὁ Νομάρχης Φθιώτιδος καὶ ἡ ἐκεῖ Μοιραρχία ἠγνόουν παντελῶς τὰ τῆς ὑποθέσεως, καὶ εἰκότως, ἀφοῦ ἡ πρᾶξις ἐγένετο ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ δήμου Ὀρχομενοῦ, ἀνήκοντος εἰς τὸν νομὸν Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας. (Ἀναγινώσκει τηλεγράφημα πρὸς τὸν Ὑπομοίραρχον Λεβαδείας). Ἰδοὺ δὲ καὶ ἡ ἀπάντησις τοῦ Ὑπομοιράρχου κ. Κασβίκη. (Ἀναγινώσκει αὐτήν). Βλέπετε, ὅτι ἐπεξηγεῖται οὕτως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐν ἀρχῇ τοῦ τηλεγραφήματος τῶν κατοίκων Λαρύμνης ἀναφέρεται μὲ τοσαύτας ἐκφράσεις διαμαρτυρήσεως, τοσοῦτον σκληρὰς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἀποδεικνύεται, ὅτι πρόκειται περὶ πράξεων κατοίκων, ἀξιούντων οὐχὶ δικαιώματα ἰδιοκτησίας, ἀλλὰ δικαιώματα βοσκῆς ἐπὶ γαιῶν, ἐφ’ ὧν οὐδὲν ἔχουσι δικαίωμα οὔτε ἀπέναντι τῆς Ἑταιρίας, οὔτε ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου, οὔτε ἀπέναντι τῶν περιοίκων τῆς λίμνης, καὶ διὰ τοῦτο τὸ τηλεγράφημα ἐν ἀρχῇ λέγει: «μετέφερον τὰ ζῶα εἰς Λεβαδείαν»· διότι ἐκεῖ ἰσχύει ὁ περὶ βοσκῆς νόμος, ἐν τῇ περιφερείᾳ δὲ αὐτῆς οἱ κάτοικοι Λαρύμνης οὐδὲν ἔχουσι δικαίωμα βοσκῆς, οὔτε κτήματα.
§17Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Τί λέγετε περὶ τοῦ ἑτέρου τηλεγραφήματος;
§18ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο ἦτο ἰδιωτικὸν, καὶ καλλίτερον ἴσως θὰ ἦτο, νὰ μὴ ἐγίνετο κἀμμία χρῆσις αὐτοῦ.
§19Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐγὼ τὸ ἀνέγνωσα.
§20ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν τῷ τηλεγραφήματι τούτῳ λέγεται, ὅτι κάποιος Ἀποστόλης.......ἀναφέρει, ὅτι ἐκωλύετο ὑπὸ τῆς Ἑταιρίας νὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν λειβαδίων. Δὲν ἔχω εἴδησιν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ θέλω ἐξετάσει.
§21Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ χωρίου Μάζι, ὅπου γίνονται τὰ αὐτὰ πράγματα, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἰδιοκτησία.
§22ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤκουσα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερῶν, ἀνακοινοῦντος τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔλαβε, παρακαλῶ ὅμως, νὰ ἐξετάσῃ εὐρύτερον τὴν ὑπόθεσιν καὶ νὰ μὴ περιορισθῇ εἰς τὸ τηλεγράφημα τοῦ Ὑπομοιράρχου, ἵνα μὴ τυχὸν ἄλλο τι συμβαίνῃ, διότι οἱ τηλεγραφοῦντες παραπονοῦνται, ὅτι συλλαμβάνονται τὰ ζῶα ἐντὸς τῆς περιφερείας τοῦ δήμου Λαρύμνης. Πιθανὸν ὁ συντάξας τὸ τηλεγράφημα νὰ μὴ διετύπωσε καλῶς τὴν ἰδέαν τῶν ἀνθρώπων. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι τίμιοι, οἰκοκυραῖοι, καλλιεργηταὶ γαιῶν, συνεισφέρουν εἰς τὸ Δημόσιον καὶ φαίνεται, ὅτι ἀδικοῦνται. Κἄτι τι θὰ συμβαίνῃ· πιθανὸν ἀγροφύλακες νὰ συνέλαβον βιαίως τὰ ζῶα καὶ νὰ τὰ μετέφερον εἰς ἑτέραν ἐπαρχίαν, ἵνα λάβωσι τὰ σύλληπτρα· ὅπως δήποτε, ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξετάσῃ, ἵνα ἀποκαλυφθῇ ἡ ἀλήθεια, διότι ὁ κ. Ὑπομοίραρχος δὲν ἀναφέρει λεπτομερῶς τὴν ὑπόθεσιν.
§23ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν προσβάλλωνται δικαιώματα τῶν κατοίκων τῆς Λοκρίδος διὰ τῶν ἐκνόμων, ὡς προεῖπον, ἐνεργειῶν τῆς Ἑταιρίας Κωπαΐδος, ὁ ἔντιμος συνάδελφός μας κύριος Χαλκιόπουλος εἶναι ἁρμοδιώτερος νὰ φέρῃ γνώμην καὶ φωτίσῃ τὴν Βουλήν, ὡς κάτοικος τῆς Λοκρίδος, ἐγὼ ὅμως ἐκ τῆς ἐπισταμένης ἀναγνώσεως τοῦ τηλεγραφήματος ἐξήγαγον, ὅτι καταπατοῦνται συμφέροντα τῶν κατοίκων διὰ τῶν ἐκνόμων ἐνεργειῶν τῆς Ἑταιρίας, ἐπιδιωκούσης διὰ τοῦ στρατοῦ τὴν ἔξωσίν των ἐκ τῶν ἰδιοκτησιῶν των· ἰδοὺ δὲ τί λέγουσιν οὗτοι (ἀναγινώσκει): «Μᾶς ἀναγκάζουσι νὰ πληρώσωμεν σύλληπτρα πρὸς τὴν Ἑταιρίαν καὶ συντάξωμεν συμβόλαια, ὡς κυρίαν δῆθεν ἀπὸ τοῦδε πασῶν τῶν γαιῶν μας, ἃς καλλιεργοῦμεν καὶ νεμόμεθα διὰ τῆς βοσκῆς τῶν ζώων μας πέριξ τῶν Κωπαϊδικῶν πεδίων, εἴτε τυγχάνουσι κείμεναι ἐντὸς τῆς ζώνης, εἴτε μή». Ἀλλ’ ὁ κύριος Χαλκιόπουλος, ἀναγνώσας πρὸ ἐμοῦ μέρος τοῦ τηλεγραφήματος, ὡμολόγησεν, ὅτι ὁ στρατὸς ἀνεμίχθη, ὡς μὴ ὤφειλεν, εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν, καὶ ὅταν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, καὶ δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ, ἀφοῦ τὸ βεβαιοῖ εἷς συμπολιτευόμενος μάλιστα Βουλευτής, ὁ ἔντιμος προλαλήσας, δικαιοῦμαι νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τὸν στρατὸν νὰ ἀναμιγνύηται εἰς τοιούτου εἴδους ὑποθέσεις, ἀναγομένας καθαρῶς εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Δικαστηρίων.
§24ΣΑΚΚΗΣ. Μοὶ ἐνεχείρισαν ἀναφορὰν ἐκ Σύρου, ἀπευθυνομένην πρὸς τὴν Βουλήν, ἐν ᾗ ὁ ἀναφερόμενος παραπονεῖται κατὰ τοῦ διευθύνοντος τὸ αὐτόθι καπνεργοστάσιον, ὅτι διέπραξε διαφόρους καταχρήσεις, τὰς ὁποίας καὶ κατήγγειλαν πρὸ πολλοῦ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διετάχθη δὲ ὁ ἐπιθεωρητὴς κ. Λεωτσάκος νὰ ἐξετάσῃ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς καταγγελλομένας πράξεις, ἐκ τῶν ἐξετάσεων δὲ ἐκείνων ἀπεδείχθη, ὅτι διεπράχθησαν ὄντως καταχρήσεις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μετέθεσε, συνεπείᾳ τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Ἐπιθεωρητοῦ, τὸν Διευθυντὴν τοῦ καπνεργοστασίου εἰς Πάτρας, ἀλλὰ κατόπιν ἀνεκάλεσε τὴν μετάθεσιν ταύτην, καὶ ὁ Διευθυντὴς τοῦ καπνεργοστασίου Ζέρβας ἐξακολουθεῖ διαμένων ἐν Σύρῳ, διαπράττων τὰς αὐτὰς καταχρήσεις. Διετάχθησαν δὲ καὶ νέαι ἀνακρίσεις, συνεπείᾳ νέων καταγγελιῶν, καὶ ἐνηργήθησαν αὗται παρὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ κ. Μουκάκου, ὅστις καὶ ὑπέβαλε τὴν δέουσαν ἔκθεσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Θὰ παρακαλέσω, λοιπὸν, τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἂν ἔχωνται ἀληθείας αἱ καταγγελθεῖσαι καταχρήσεις, νὰ καταθέσῃ δὲ καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Πρὸ πολλοῦ καιροῦ εἶχον ἀπευθύνει ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ τελωνοφύλακος Χριστοπούλου. Συνεπείᾳ τῆς ἐπερωτήσεώς μου ταύτης κατέθεσε τὰ σχετικὰ ἔγγραφα· ἀλλὰ, ὡς καὶ ὁ ἀπολυθεὶς ἰσχυρίζεται καὶ τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἀποδεικνύουσιν, ἡ ἀπόλυσίς του δὲν εἶναι νόμιμος· ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἐγένετο ὄργανον ἐκδικήσεως τῶν προϊσταμένων τοῦ ἀπολυθέντος τελωνοφύλακος. Ὡς δὲ ἀναφέρει τὸ πρωτόκολλον τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων, ἡ κοινοποίησις τῆς μεταθέσεώς του εἰς τὸν σταθμὸν Ἁλυκῶν Ποταμοῦ ἐγένετο τὴν 22 Ὀκτωβρίου, ἐνῷ ἡ πρότασις τῆς ἀπολύσεώς του ἐγένετο 10 ἡμέρας πρίν· φαίνεται δὲ τοῦτο ἐκ τῆς ὄπισθεν τοῦ φύλλου πορείας πράξεως τοῦ Δεκάρχου, τοῦ κοινοποιήσαντος τοῦτο εἰς τὸν εἰρημένον τελωνοφύλακα· ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει δὲν παρέβη οὗτος τὸν νόμον, καὶ κακῶς ἐπεβλήθη εἰς αὐτὸν καὶ δευτέρα πειθαρχικὴ ποινὴ, ἥτις σκοπὸν εἶχε τὴν ἐπελθοῦσαν ἀπόλυσιν τοῦ εἰρημένου τελωνοφύλακος. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἐπανορθώσῃ τὴν πρᾶξιν τοῦ ταύτην, ἥτις οὔτε νόμιμος εἶναι, οὔτε δικαία. Ἔχω καὶ ἑτέραν ἐπερώτησιν ν’ ἀπευθύνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ὑπόθεσίν τινα τοῦ ἐμπόρου Καλαμῶν Ἰωάννου Καραγιαννάκη. Οὗτος πρὸ ἐτῶν, ἤτοι κατὰ τὴν ἑβδόμην Φεβρουαρίου τοῦ 1885, παρεκατέθεσεν εἰς τὸ κατάστημα τῆς Οἰκονομικῆς Ἐφορίας Καλαμῶν 287 δέσμας παιγνιοχάρτων ἐσφραγισμένας, ἐντὸς κιβωτίου, καὶ ἐζήτησε τὴν πληρωμὴν τοῦ ἀντιτίμου αὐτῶν, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον. Παρῆλθον ἔκτοτε τέσσαρα ὁλόκληρα ἔτη, καὶ ὁ εἰρημένος ἔμπορος εἰσέτι δὲν ἀπεζημιώθη. Ὁ ἁρμόδιος Τμηματάρχης, πρὸς ὃν ἀνεκοίνωσα τὰ παράπονα τοῦ εἰρημένου ἐμπόρου, μοὶ εἶπεν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς φρονεῖ, ὅτι δὲν δικαιοῦται ν’ ἀποζημιωθῇ, διότι ἐκ τοῦ νόμου ὑπεχρεοῦτο νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς διαθέσεως τοῦ ποσοῦ τούτου πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι ὑπάρχει ἐγκύκλιος, ἡ ὁποία ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ καταθέτωσιν ἁρμοδίως οἱ ἔχοντες εἴδη τῶν μονοπωλείων, πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ εἰρημένου νόμου. Ἀντίγραφον δὲ τῆς ἀναφορᾶς αὐτοῦ, ἐξ ἧς ἀποδεικνύεται, ὅτι συνεμορφώθη πρὸς τὸν νόμον, καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν, παρακαλῶν νὰ διευθυνθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ἐνεργηθῶσι τὰ δέοντα. Πρὶν ἢ ὅμως καταβῶ τοῦ βήματος, ἤθελον ἐρωτήσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ἠκυρώθη ἡ δημοπρασία τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Πύλου εἰς Γιάλοβαν, καὶ διατί, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δὲν διετάχθη νέα δημοπρασία. Ἡ ὁδὸς αὕτη ὑπέστη πολλὰς δημοπρασίας· εἶναι ἴσως ἡ τετάρτη δημοπρασία, ἡ ὁποία γίνεται. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ μᾶς δώσῃ τὰς δεούσας πληροφορίας περὶ τούτου. Τὸ σχεδιάγραμμα τῆς ὁδοῦ ἔχει γίνει πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ἡ δὲ δαπάνη εἶναι μικρὰ, προκειμένου μάλιστα περὶ ὁδοῦ, ἥτις θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τριῶν δήμων, οἵτινες διὰ τῆς ὁδοῦ ταύτης θέλουσι συγκοινωνεῖ μὲ τὴν Πύλον, θὰ συνδέσῃ πρὸς τούτοις καὶ τὰς ἐπαρχίας Τριφυλίας καὶ Πυλίας.
§25ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐκτελῶν ὑπόσχεσιν, ἣν ἔδωκα προχθὲς τῷ ἀξιοτίμῳ ἐκ Λακωνίας Βουλευτῇ κ. Παπαμιχαλοπούλῳ, καταθέτω τὴν ἀπάντησιν, συνταχθεῖσαν ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, εἰς τὰ διάφορα ἐρωτήματα, ἅτινα περιέχει ἡ ἐπερώτησίς του. Ἐπὶ ἑνὸς ἐρωτήματος λείπει ἡ ἀπάντησις, διότι δὲν συνελέχθησαν μέχρι τοῦδε αἱ πληροφορίαι. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἐπιθυμία, δύναται καὶ νὰ τυπωθῇ ἡ ἐπὶ τῶν λοιπῶν ἀπάντησις. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 267).
§26ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἔχω καθῆκον, νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν συμβαινόντων εἰς τὸν δῆμον τῆς Ἐπιδαύρου. Ἐκεῖ τὰ πάθη τελευταῖον ἐτραχύνθησαν τοσοῦτον, ὥστε ἐνεργοῦνται ἀποκλεισμοὶ ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ δήμου διὰ πυροβολισμῶν, καὶ ἀπειλεῖται θάνατος κατ’ ἀνθρώπων ἐντίμων, κατεχόντων θέσιν κοινωνικήν. Ἔχω τηλεγράφημα τοῦ κ. Γεωργίου Ζέρβα, ἐξ Ἐπιδαύρου, ἀνακοινοῦντός μοι, ὅτι, κατὰ διαταγὴν τοῦ Δημάρχου, τὴν νύκτα τῆς 18 πρὸς τὴν 19 ὑπερμεσοῦντος Ἰανουαρίου ἄνθρωποι, ἀνήκοντες εἰς τὸν Δήμαρχον, ἐπυροβόλησαν κατὰ τῆς οἰκίας αὐτοῦ (τοῦ Ζέρβα) καὶ διέτρησαν τὴν θύραν, μένουσι δὲ ἀκαταδίωκτοι. Ὁ κ. Ζέρβας εἶναι ἐκ τῶν ἐγκρίτων ἐκεῖ πολιτῶν, ἔχει καὶ πολιτικὴν δύναμιν καὶ τιμᾶται ἰδιαιτέρως ἀπὸ τὴν κοινωνίαν, διότι ἦτο καὶ πρώην ἀστυνόμος, καὶ ὑποψήφιος Δήμαρχος ἀποτυχών· εἶναι δὲ ἄνθρωπος ζωηρὸς καὶ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ λάβωσι τὸ δίκαιόν των μόνοι, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἀποδειχθῇ ὀλιγωροῦσα. Ἐπειδὴ δὲ ἐκεῖ τὰ πάθη ἔχουσι κορυφωθῆ καὶ ἀπειλοῦνται φόνοι καὶ ἀντεκδικήσεις, ἕνεκα ἐλλείψεως προνοίας, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ διατάξῃ, ὅπως μεταβῇ ἐκεῖ τακτικὸς ἀνακριτὴς καὶ ἐνισχυθῇ ἡ αὐτόθι δημοσία δύναμις· διότι, ἂν τὰ πράγματα ἀφεθῶσιν, ὡς ἔχουσι, θὰ συμβῶσι δυσάρεστα ἐκεῖ δὲ ὑπάρχουσι καὶ προηγούμενα δυσάρεστα, καὶ τὰ ἐγκλήματα εἶναι συχνά. Ἡ κατάστασις τῆς κοινωνίας ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἐγκλήματος δὲν εἶναι εὐάρεστος. Τὸ ἔγκλημα ὕψωσε θρασυτάτην τὴν κεφαλήν του ὑπὲρ τὸν νόμον. Δὲν γνωρίζω, ἂν προέρχηται τοῦτο ἐκ τῆς κοινωνικῆς ἐν γένει καταστάσεως καὶ τῆς ἀγριότητος τῶν ἠθῶν, ἢ ἐκ τῆς βραδείας ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, ἢ καὶ ἕνεκα ὀλιγωρίας τῶν Ἀρχῶν, ἢ καὶ ἐκ φατριασμοῦ. Οὐχ ἧττον παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ δήμου Ἐπιδαύρου.
§27ΚΟΡΠΑΣ. Παρακαλῶ τὸν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν αἱ κοσμήτριαι τῶν Δημοτικῶν Σχολείων χρησιμεύωσιν ἀκόμη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν, ἢ ὄχι. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι χρησιμεύουσιν, ἀφοῦ διατηροῦνται. Ἀλλ’ ἤθελον ἐρωτήσει, διατὶ δὲν πληρόνονται; Τὸ Ταμεῖον τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως ἀρνεῖται τὴν πληρωμὴν εἰς αὐτάς. Οἱ Δήμαρχοι ἐπίσης δὲν πληρόνουσι καὶ δὲν ἔχουσιν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσωσιν, ἀφοῦ καταβάλλει ἕκαστος δῆμος τὴν ἀναλογίαν του, τὸ Δημόσιον οὐδὲν κοινὸν ἔχει μὲ τὰ Σχολεῖα ταῦτα, καὶ οὐδὲν ἄλλο παραχωρεῖ, ἐκτὸς τοῦ ποσοῦ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον παρέχει διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Κυρίως δὲ εἰς τὰ Δημοτικὰ Σχολεῖα Σύρου οὐδὲν ποσὸν ἐπληρώθη πρὸ ἑνὸς ἔτους εἰς τὰς κοσμητρίας ταύτας.
§28ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κατὰ τὸν πέρυσι ψηφισθέντα νόμον περὶ συστάσεως Ταμείου τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως, τὸ ταμεῖον τοῦτο ἀνέλαβε τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως συμφώνως πρὸς τὸν νόμον περὶ Δημοτικῶν Σχολείων· ἐν τούτῳ δὲ δὲν ὑπάρχουσι θέσεις κοσμητριῶν ἐν Δημοτικοῖς Σχολείοις, ἀλλὰ θέσεις διδασκαλισσῶν. Ἑπομένως δὲν δύναται τὸ Ταμεῖον τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ ἐπιβαρυνθῇ μὲ βάρη προσωπικοῦ, μὴ ἀναφερομένου ἐν τῷ νόμῳ τῶν Δημοτικῶν Σχολείων.
§29ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἐκτὸς τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ κ. Σάκκης, περὶ τῆς ἀκυρώσεως τῆς δημοπρασίας τῆς ὁδοῦ Γιαλόβης, καὶ δι’ ἃς προσθέτω καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησίν μου, ὅπως ὡς τάχιστα προσαχθῶσι, προκειμένου περὶ ὁδοῦ, ἥτις ἐστὶ χρησιμωτάτη καὶ ἀναγκαιοτάτη, παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ μᾶς φέρῃ πληροφορίας καὶ περὶ τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Μεσσήνης εἰς Πύλον. Περὶ ταύτης, ὡς καὶ περὶ τῆς ῥηθείσης ἀπὸ Γιαλόβης εἰς Πύλον, καὶ ἄλλοτε ὡμίλησα εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὑπέδειξα τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς κατασκευῆς αὐτῆς. Ἡ ὁδὸς αὕτη, ἡ ἀπὸ Μεσσήνης εἰς Πύλον δηλαδὴ, θέλει ἑνώσει τὴν ἐπαρχίαν Πυλίας μετὰ τῶν Καλαμῶν, ἔνθα ἡ ἕδρα τοῦ νομοῦ, ὡς γνωρίζετε, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἡ ἕδρα τοῦ Δικαστηρίου, εἰς ὃ ὑπάγεται ἡ ἐπαρχία Πυλίας. Ἕκαστος λοιπὸν δύναται νὰ ἐννοήσῃ τὴν ἀνάγκην τῆς συντονωτάτης μερίμνης περὶ αὐτῆς, καθισταμένης τὸν χειμῶνα ἀδιαβάτου. Ἕκαστος δύναται νὰ ἐννοήσῃ, πόσον εἶναι δίκαια τὰ παράπονα τῶν συμπολιτῶν μου, ἀρκετὰ φορολογουμένων, ὥστε νὰ μὴ στερῶνται τῆς ἀναγκαιοτέρας ὁδοῦ, μελλούσης ἄλλως νὰ ἐξυπηρετήσῃ σπουδαίως καὶ τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν γεωργίαν. Ἀναμένω τὰς πληροφορίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι καὶ πάλιν θέλω ἐπανέλθει, ἐν ἀνάγκῃ. Ἔχω καὶ ἐντολὴν καὶ καθῆκον νὰ ἐλέγξω τὴν ἀδράνειαν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἐν Πυλίᾳ ὁδοποιΐαν.
§30ΚΟΡΠΑΣ. Ἐγὼ παρεκάλεσα τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν διορίζωνται αἱ κοσμήτριαι παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, ἢ τοῦ Δήμου, διότι νομίζω, ὅτι αἱ θέσεις αὗται εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖαι εἰς τὰ Δημοτικὰ Σχολεῖα, διότι τίς θὰ καθαρίσῃ τὸ Σχολεῖον, τίς θὰ μείνῃ ἐν αὐτῷ, ὅταν αἱ μαθήτριαι καὶ διδασκάλισσαι ἀναχωρῶσιν; Αἱ γυναῖκες αὗται εἶναι λίαν ἀναγκαῖαι, καὶ δὲν ἐννοῶ, διατὶ τὸ Ταμεῖον τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως δὲν πληρόνει αὐτάς.
§31ΜΑΝΕΤΑΣ. Ὡς ἤδη ἐννοῶ, ὁ κ. συνάδελφος ὁμιλεῖ περὶ τοῦ ὑπηρετικοῦ προσωπικοῦ ἐν τοῖς Σχολείοις· ὡς πρὸς τοῦτο δὲ πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ταμείου τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως περιέχει πίστωσιν περὶ ὑπηρετικοῦ προσωπικοῦ, καὶ εἴς τινα Σχολεῖα εἶναι διωρισμένοι.
§32ΚΟΡΠΑΣ. Εἶναι ἓν ἔτος, καθ’ ὃ δὲν ἐπληρώθησαν.
§33ΜΑΝΕΤΑΣ. Δὲν ἐφρόντισαν, φαίνεται, νὰ ὑποβάλωσι κατάστασιν. Δὲν εἶχον ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω περὶ τούτου· ἤδη, ὅτε μοὶ δίδεται ἀφορμὴ, θέλω ἐξετάσει.
§34ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, τί σκοπεῖ νὰ ἐνεργήσῃ, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ὁδὸν Βελανιδιᾶς ἀπὸ τοῦ χωρίου Κυβέρι μέχρι τῆς ἐπαρχίας Κυνουρίας· παρῆλθον δὲ ἀρκεταὶ ἡμέραι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εὐηρεστήθη νὰ δώσῃ ἀπάντησίν τινα.
§35ΤΖΑΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἐλαμβάνετε ὑπ’ ὄψει σπουδαίως τὴν ἀναφορὰν, περὶ ἧς εἶπον, ἠθέλετε ἰδεῖ, ὅτι εἶναι ὑπογεγραμμένος ὅλος ὁ ἐμπορικὸς κόσμος, καὶ ἠθέλετε ἐρωτήσει τὴν Βουλὴν, τί ἀποφασίζει περὶ αὐτῆς· δὲν πρόκειται ὅμως περὶ τούτου μόνον, διότι τὸ νομοσχέδιον περὶ τελωνιακῆς διαιρέσεως εἰσήχθη καὶ ἀνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀπεσύρθη ὅμως, διότι ἐκεῖθεν (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ἐγένετο ἔνστασις. Ὁ κ. Κοκκέβης ὑπέβαλε τροπολογίαν, δὲν ἐσκόπει ὅμως καὶ νὰ παραπέμψῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς Ἐπιτροπήν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀπευθύνητε πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν τὴν ἐρώτησιν, τί φρονεῖ περὶ τῶν λεχθέντων.
§36ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Τζάνες ἔχει δίκαιον νὰ ἐπιμένῃ, ὅπως τὸ νομοσχέδιον περὶ τελωνιακῆς διαιρέσεως προταχθῇ, διότι τοῦτο πρὸ πάντων ἀπαιτεῖ τὸ συμφέρον τῆς πόλεως Καλαμῶν, ἀλλ’ ἔχει ἄδικον νὰ ἐπιῤῥίπτῃ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν τὴν εὐθύνην, διὰ τὴν μὴ ἀναγραφὴν τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει μεταξὺ τῶν πρώτων. Ἐλησμόνησε, φαίνεται, ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι τὴν ἡμερησίαν διάταξιν συντάσσει ἡ Κυβέρνησις καὶ οὐχὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις· ἐὰν δὲ ὑποτεθῇ, ὅτι εὐθύνεται διὰ τοῦτο καὶ ἡ Βουλή, ἡ εὐθύνη οὐδόλως βαρύνει τοὺς Βουλευτὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἵτινες οὐδεμίαν συνάφειαν ἔχουσι μὲ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ τοὺς τῆς Συμπολιτεύσεως, οἵτινες ἠδύναντο ν’ ἀπαιτήσωσι καὶ ἐπιμείνωσιν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον προταχθῇ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι, ὅτε τὸ νομοσχέδιον ἦλθεν εἰς πρώτην συζήτησιν, εἷς τῶν Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπρότεινε νὰ ἀποσταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, ἀλλὰ καὶ διὰ πολλὰ ἄλλα νομοσχέδια ἐγένετο ἀπὸ Βουλευτὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τοιαύτη πρότασις, πλὴν ἡ Κυβέρνησις ἀντέτεινε, καὶ τοῦτο ἤρκεσεν, ὅπως μὴ ἀποσταλῶσι. Πολὺ δ’ ὀλιγώτερον ἤθελεν ἀκουσθῆ ἡ τοιαύτη πρότασις διὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἀφοῦ καὶ εἰς τὴν πτέρυγα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑπάρχουσι Βουλευταί, οἵτινες ὑπεστήριξαν τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἀντίστασιν καὶ διὰ τοῦτο ἐψηφίσθη εἰς αʹ ἀνάγνωσιν. Ἄλλος τις τῶν Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐζήτησε νὰ μάθῃ, ἂν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ Δημόσιον, ἢ θὰ ἐλαφρυνθῇ. Ἡ περιέργεια καὶ τούτου ἦτο εὔκολον νὰ ἱκανοποιηθῇ, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς ἐπαρουσίαζε πίνακα τῶν ὑφισταμένων κατὰ τοὺς κειμένους νόμους θέσεων καὶ τῶν θέσεων, αἵτινες δημιουργοῦνται διὰ τοῦ νέου νόμου· τοῦτο ἦτο εὐκολώτατον· τὸ ἔκαμα ἐγὼ προχείρως καὶ ἔχω πίνακα, ὃν θέλω καταθέσει, ἐξ οὗ ἀποδεικνύεται, ὅτι κατὰ τοὺς κειμένους νόμους τὸ προσωπικὸν τῶν τελωνιακῶν ὑπαλλήλων, πλὴν τῶν τελωνοφυλάκων, ἀνέρχεται εἰς 343 ἄτομα, κατὰ δὲ τὸ νομοσχέδιον περιορίζονται εἰς 286, ὥστε ἐλαττοῦνται αἱ θέσεις κατὰ 57 πρόσωπα, καὶ κἀμμία ζημία δὲν ἐπέρχεται.....
§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸν Προϋπολογισμόν.
§38ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν δὲν δύνανται ν’ ἀφαιρεθῶσι καὶ ἀπὸ τὰς θέσεις, αἵτινες δημιουργοῦνται; Δὲν ἕπεται, ὅτι θ’ ἀναγράφωνται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πᾶσαι αἱ νομοθετούμεναι θέσεις. Δύνανται νὰ μένωσι τινὲς κεναί, ὅπως μένουσι καὶ ἤδη. Τὸ συμπέρασμα εἶναι, ὅτι κατὰ τοὺς νόμους ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ διορίσῃ 343 ἄτομα, κατὰ δὲ τὸ νομοσχέδιον δὲν δύναται νὰ διορίσῃ, εἰμὴ μόνον 286 καὶ ταῦτα, ἐὰν ἡ ἀνάγκη τὸ ἀπαιτήσῃ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν θὰ ἀπαιτήσῃ οὐδεμίαν ἀντίστασιν, καὶ παρακαλῶ, νὰ ἀναγραφῇ μεταξὺ τῶν πρώτων εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§39ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πεποιθὼς εἰς τὰς ἐκδηλωθείσας ἀγαθὰς προαιρέσεις τῆς πλειοψηφίας ὡς πρὸς τὰς ὑποβλητέας τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τελωνιακῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, ὑποβάλω καὶ ἐγὼ τροπολογίαν, δι’ ἧς προτείνω, ὅπως ἡ τελωνιακὴ ἀρχὴ ἐν Κάτω Ἀχαΐᾳ προαχθῇ ἀπὸ τελωνιακοῦ σταθμοῦ εἰς Ὑποτελωνεῖον γʹ τάξεως, διότι, ὡς θέλει συμφωνήσει μετ’ ἐμοῦ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ λόγῳ τοῦ ἐπικαίρου τῆς θέσεως καὶ λόγῳ τοῦ, ὅτι ἐκεῖθεν ἐξάγεται μέγα ποσὸν σταφιδοκάρπου καὶ βαλανιδοκάρπου, καὶ ἕνεκεν τῆς ἐν γένει ἀναπτύξεως τῶν συναλλαγῶν, ἡ προαγωγὴ αὕτη εἶναι χρήσιμος καὶ διὰ τὸν τόπον ἐκεῖνον καὶ διὰ τὸ Δημόσιον, ὅπερ ἄλλως δραστικώτερον θὰ δυνηθῇ νὰ καταστρέψῃ τὸ λαθρεμπόριον, ὅπερ ἐνησκήθη κατὰ τὰ παράλια ἐκεῖνα εἰς εὐρυτάτας ἐνίοτε διαστάσεις. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ καὶ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν, πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου, ὁλόκληρον τὸν φάκελλον, τὸν σχετιζόμενον πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπικυρώσεως τῆς προσθέτου συμβάσεως περὶ κατασκευῆς τοῦ λιμένος Πατρῶν, διότι φρονῶ, ὅτι ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν σπουδαίων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα περιέχονται ἐν τῷ φακέλλῳ τούτῳ, καὶ τῆς ἐκθέσεως ἄλλων γεγονότων, τὰ ὁποῖα γνωρίζω ἐξ ἰδίων πληροφοριῶν, θέλουσιν ἀναπτυχθῆ σπουδαιόταται ἐπόψεις τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ θέλουσιν ἀποκαλυφθῆ ἐπεισόδια λυπηρά, συντελοῦντα πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῆς πεποιθήσεως καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ περὶ τῆς συμβάσεως, δι’ ἧς πρόκειται νὰ δοθῶσιν εἰς τὸν ἐργολάβον τρία ἔτι ἑκατομμύρια, πλέον τῶν ἀρχικῶς συμφωνηθέντων. Καὶ ἂν, ὅπου περιῆλθον τὰ πράγματα, ἡ ἐπικύρωσις τῆς συμβάσεως δὲν πρέπῃ νὰ ἀποκρουσθῇ, οὐχ ἧττον χρήσιμον ἀποβαίνει, ν’ ἀποκαλυφθῶσι σχετικά τινα γεγονότα, ἄξια ἀνεπιεικοῦς στιγματισμοῦ.
§40ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν, νὰ καταθέσω αὔριον ὁλόκληρον τὸν φάκελλον, τὸν ὀγκωδέστατον, περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ἀπὸ τῆς σήμερον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, δὲν σκοπεῖ τὴν ἐπικύρωσιν τῆς συμβάσεως, καθ’ ὅσον ἡ σύμβασις περιέχει ὑποχρεώσεις τοῦ ἐργολάβου πρὸς τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον, καὶ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου πρὸς τὸν ἐργολάβον, διότι ἡ ἔγκρισις αὕτη εἶναι ἤδη δεδομένη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲ ὑπῆρχεν ἀνάγκη νομοθετικῆς ἀδείας πρὸς τοῦτο. Πρόκειται περὶ συμβολαίου τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς τὸν ἐργολάβον, σκοπὸν ἔχοντος τὴν συνομολόγησιν τῆς ἐξακολουθήσεως τῶν ἐργασιῶν, τὸ συμβόλαιον δὲ τοῦτο εἶναι ἐξ ἐκείνων, ἅτινά εἰσιν ἀνατεθειμένα εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν, φέρουσαν πᾶσαν τὴν δι’ αὐτὰ εὐθύνην. Σήμερον δὲ πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τοῦτο εἰδικῶς, τὴν ὑπεγγυότητα τῶν εἰσπράξεων τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς διὰ τοῦ συμβολαίου ἀνέλαβεν ἡ Ἐπιτροπὴ πρὸς τὸν ἐργολάβον. Κατὰ τοῦτο, ἐὰν εἰσέλθωμεν εἰς συζητήσεις περὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως, αἱ συζητήσεις αὗται οὐδὲν ἄλλο θὰ ἔχωσιν ἀποτέλεσμα, ἢ νὰ ἐμποδίσωσι τὴν ψήφισιν τῆς ὑπεγγυότητος, ἐνῷ ἡ οὐσία εἶναι ἤδη λελυμένη καὶ οὐδένα ἄλλον ἔχει χαρακτῆρα, ἢ ἐπερωτήσεως καὶ συζητήσεως περὶ τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως.
§41ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν αἱ κρίσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἦναι ἐντελῶς ἀκριβεῖς, διότι, δι’ ὅσων ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε, περιορίζει εἰς λίαν στενὰ ὅρια τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλει εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς, ἔχει ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει τὸ νομοσχέδιον περὶ προσθέτου λιμενικῆς συμβάσεως). Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου προκύπτει, ὅτι ζητεῖται παρὰ τῆς Βουλῆς ἡ ἔγκρισις τῆς ὅλης συμβάσεως καὶ οὐχὶ τῶν ἀφορώντων μόνον εἰς τὴν ἐγγυοδοσίαν. Ἀλλὰ, καὶ ἂν πρὸς στιγμὴν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ δικαιοδοσία τοῦ Κοινοβουλίου περικλείεται εἰς τὰ στενώτατα ὅρια, τὰ ὁποῖα διεχάραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ πάλιν, ἐπαναλαμβάνω, ὁ φάκελλος εἶναι χρήσιμος, διότι ἡ ἐξακρίβωσις τῶν σχετικῶν γεγονότων καὶ ὁ ἔλεγχος, τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας δὲν θὰ ἦναι κατὰ πάντα μάταιος, τοὐλάχιστον θὰ περιστείλῃ τάσεις ἐνίων, ὅπως κερδοσκοπῶσιν ἐπὶ τρισμεγίστῃ ζημίᾳ ὑψίστων συμφερόντων τοῦ τόπου, ὑλικῶν καὶ ἠθικῶν.
§42ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἔχει γενικὴν διατύπωσιν τὸ νομοσχέδιον, ἀναφερόμενον εἰς πάντα τὰ ἄρθρα τῆς συμβάσεως, ἀλλ’ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, ἐὰν ἀνεγινώσκετο μετὰ προσοχῆς, ἤθελε δείξει, ὅτι, καίτοι οὕτως ἔχει τὸ νομοσχέδιον, περιορίζεται ἀληθῶς μόνον εἰς τὴν ὑπεγγυότητα, διότι, καθὼς βλέπετε, ἐν τέλει τῆς ἐκθέσεως τοῦτο λέγεται σαφῶς (ἀναγινώσκει): «... Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τοῦ προσήκοντος νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ταύτης, πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ὑπεγγυότητος τῶν λιμενικῶν δικαιωμάτων μέχρι τῆς ὁλοσχεροῦς περατώσεως τοῦ ἔργου κλπ.» Πολλάκις εἰς τὴν Βουλὴν ἐπαρουσιάσθησαν νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα, οὕτω γενικῶς διατετυπωμένα, εἶχον ἐν τούτοις σκοπὸν εἰδικὸν τοιοῦτό τι καὶ σήμερον πραχθὲν, δὲν μεταβάλλει τὴν φύσιν τῆς ὑποθέσεως, δὲν ἀναιρεῖ τὸ γεγονὸς, ὅτι ἤδη ὑπάρχει νομίμως ἡ ἔγκρισις, δὲν μεταβάλλει τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, ἧς ἡ λύσις κατὰ τὰ λοιπὰ, πλὴν τῆς ὑπεγγυότητος, κεφάλαια ἐξηρτήθη ἐκ τῆς ἐγκρίσεως τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας καὶ οὐχὶ ἐκ τῆς ἐγκρίσεως τῆς Νομοτελεστικῆς. Θὰ ἦτο μάλιστα οὐχὶ ὀρθὸν, νὰ μετετίθετο ἀπὸ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας εἰς τὴν Νομοθετικὴν ἡ εὐθύνη....
§43Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦτο ἰδίως πράττετε.
§44ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπεβάλομεν νομοσχέδιον μετὰ γενικῆς διατυπώσεως, ἀλλ’ ἐξήγησα ἤδη, ὅτι δὲν ἔχει τοιαύτην ἔννοιαν μεταθέσεως δικαιώματος καὶ εὐθύνης, τὸ νομοσχέδιον, καὶ διὰ τοῦτο οὐδεμίαν ἤθελον ἔχει δυσκολίαν, νὰ δεχθῶ τὴν τροποποίησιν τῆς φράσεως. Προχθὲς ἔτι ἐψηφίζομεν νομοσχέδιον περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, περὶ οὗ ὑπῆρχεν ἤδη ἐψηφισμένος νόμος, πρὸ ὀλίγων δὲ ἡμερῶν ἐγένετο ἐνταῦθα λόγος περὶ τῆς ἐκπτώσεως τῆς Ἑταιρίας τῆς Στυμφαλίας, δι’ ἣν ἐπίσης ἐπεφυλάξαμεν τὸ δικαίωμα καὶ τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως.
§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δύο δικαιώματα, τὰ ὁποῖα καλούμεθα νὰ ἐκπληρώσωμεν, πρέπει νὰ μὴ τὰ συγχέωμεν. Ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγχωμεν διὰ τῶν ἐπερωτήσεων τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τὸ καθῆκον νὰ νομοθετῶμεν ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων, τὰς ὁποίας ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κανονίζῃ δι’ ἰδίων αὐτῆς πράξεων, ἐὰν δὲ φρονῶμεν, ὅτι κακῶς ἐκανόνισεν αὐτὰς, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγξωμεν αὐτὴν, ζητοῦντες πληροφορίας καὶ κρίνοντες, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξεν ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία. Διὰ τοῦτο, ἐὰν ἡ σύμβασις ᾖναι ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξέθηκεν, ἑπομένως ἐὰν δὲν ᾖναι ἀναγκαία τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας ἡ σύμπραξις, εἰμὴ μόνον διὰ τὴν ἐγγυοδοσίαν, βεβαίως πρέπει νὰ μεταβληθῇ τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου.
§46ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπαραίτητον δὲν εἶναι.
§47ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπαραίτητον εἶναι. Διότι οὐδέποτε ἐπιτρέπεται νὰ ζητῆται παρὰ τῆς Βουλῆς νόμος πρὸς κύρωσιν πράξεων τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, αἵτινες δὲν χρήζουσι τῆς νομοθετικῆς κυρώσεως.
§48ΡΑΛΛΗΣ. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔδωκε χθὲς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ κατάλογος τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐστάλη εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν. Ἐρωτῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, θεωρεῖ τὸν κατάλογον αὐτὸν ὡς δεδημοσιευμένον καὶ ἐκτεθειμένον; Διότι τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νόμου ὁρίζει δεκαπενθήμερον προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας οἱ ἐπιτηδευματίαι ὀφείλουσι νὰ ὑποβάλωσι τὰς κατὰ τοῦ καταλόγου ἐνστάσεις των.
§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κατάλογος δὲν θεωρεῖται ὡς δεδημοσιευμένος καὶ ἐκτεθειμένος· εἶναι δὲ πιθανὸν νὰ ὑποβάλω πρότασίν τινα εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τούτου.
§50ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ ν’ ἀποσυρθῇ ὁ κατάλογος, ἅπαξ ἐκτεθεὶς, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἔγγραφον, ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως, ἐὰν ἔχῃ τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ δεδημοσιευμένος καὶ ἐκτεθειμένος ὁ κατάλογος οὗτος, μὴ ὀκνήσῃ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν νὰ γίνῃ αὐτὸ τὸ ἔγγραφον. Ἐὰν δὲ πρόκηται νὰ φέρῃ νόμον περὶ τοῦ καταλόγου τούτου, τὸν παρακαλῶ, νὰ μὴ λησμονήσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο περὶ τοῦ φόρου οἰκοδομῶν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη· διότι καὶ ἐνταῦθα οἱ ἐπιτηδευματίαι θὰ ἦναι ὑπόχρεοι, νὰ πληρώσωσι τριῶν ἐτῶν ἐπιτηδεύματα ἀδίκως.
§51ΧΡ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν πρότασίν μου περὶ ποιμνιοβοσκῆς.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διενεμήθη ἡ πρότασίς σας.
§53ΙΩ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὑπενθυμίζω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐπερώτησίν μου περὶ ἐκείνων, οἵτινες ὑπεχρεώθησαν νὰ πληρώσωσι φόρον οἰκοδομῶν δι’ ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον τοιαύτας.
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ ἐκείνων, διὰ τοὺς ὁποίους μοὶ ἐδόθη ἐν τῇ Βουλῇ σημείωσις, καὶ περὶ ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων ἐλάβομεν παράπονα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, γίνεται ἐξέτασις.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τακτοποιήσεως ἐνταλμάτων τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας.
§56ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, πότε ἦλθον τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἤργησεν ἡ ἔλευσις αὐτῶν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ καταστήσῃ ἀναγκαίαν τὴν διὰ νομοθετικοῦ μέτρου τακτοποίησιν τῶν λογαριασμῶν, καὶ ἀδύνατον τὴν ἔγκαιρον τακτοποίησιν αὐτῶν ἄνευ τοιούτου μέτρου;
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτε ἐδίδοντο αἱ σχετικαὶ παραγγελίαι, συνέβη αἱ ἀντίστοιχοι δαπάναι νὰ ὑπερβαίνωσιν ἐπὶ ἄρθρων τινῶν τὰς πιστώσεις, ὅπως ἐπὶ ἄλλων ἄρθρων αἱ δαπάναι ὑπῆρξαν ἐλάσσονες τῶν πιστώσεων· ἐπειδὴ ὅμως αἱ δαπάναι ἐν συνόλῳ δὲν ὑπερέβησαν τὸ σύνολον τῶν χορηγηθεισῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς πιστώσεων, καίτοι δὲν ἠδύναντο νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς κανονικῶς γενόμεναι, παρίσταται ἀνάγκη, ἵνα διὰ νέας πιστώσεως κανονισθῶσι.
§58ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πότε ἦλθον τὰ δικαιολογητικά; μετὰ τὴν καταβολήν;
§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν τῇ στρατιωτικῇ ὑπηρεσίᾳ αἱ δαπάναι ἐκτελοῦνται προκαταβολικῶς καὶ τὰ δικαιολογητικὰ ἀποστέλλονται μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς δαπάνης.
§60Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διατὶ δὲν προετιμήθη ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἄλλη μέθοδος, νὰ ζητηθῇ ἀναπληρωτικὴ πίστωσις ἐφ’ ἑκάστης πιστώσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐγένετο ὑπέρβασις;
§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διότι ἤθελεν ἐξογκωθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς, προστιθεμένων μὲν τῶν ἐπὶ πλέον δαπανῶν, μὴ ἀφαιρουμένων δὲ τῶν ἐπὶ ἔλαττον, καὶ διότι, καταλογισθεισῶν τῶν δαπανῶν ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἄνευ τῆς χορηγήσεως ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων, δὲν εἶναι δυνατὸν ἤδη, μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Ἀπολογισμοῦ, νὰ κανονισθῶσιν ἄλλως αἱ δαπάναι ἢ ὅπως ἀνεγράφησαν.
§62ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ὁ Ἀπολογισμὸς ἤθελε δείξει, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐξόγκωσις.
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ Ἀπολογισμὸς κατηρτίσθη, καθ’ ὃν τρόπον τὸ προκείμενον νομοσχέδιον καθιστᾷ κανονικόν. Τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἀνέγραψε τὰς πληρωμὰς, ὡς ἔχουσιν ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ, ἀλλὰ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δὲν ἀναγνωρίζει αὐτάς, ὡς κανονικῶς καταλογισθείσας.
§64ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε τὸ παρὸν νομοσχέδιον εἶναι ἓν εἶδος μομφῆς πρὸς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον.
§65ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§66ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν τὸ Γενικὸν Λογιστήριον συντάσσῃ Ἀπολογισμούς, τοὺς ὁποίους καθυπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐβασίσαμεν τὰς περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Δημοσίου σκέψεις καὶ κρίσεις ἡμῶν, κατὰ τρόπον ἄτακτον, ἕπεται, ὅτι τὸ Γενικὸν Λογιστήριον δὲν εὑρίσκεται ἐν πλήρει τάξει. Τὸ μέτρον, ὅπερ ἐπρότεινεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νομίζω, ὅτι εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον ὑπέπιπτεν εἰς τὰς αἰσθήσεις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ὁ λόγος δὲ τῆς μὴ ἐξογκώσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅστις ἐψηφίσθη καὶ ἐλειτούργησεν ἤδη, δὲν μοι φαίνεται, δικαιολογῶν τὴν διὰ νομοθετικοῦ μέτρου καθιέρωσιν τοιούτων ἐξαιρέσεων εἰς θεμελιώδεις διατάξεις τῆς νομοθεσίας ἡμῶν.
§67ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προτείνει νὰ διορθωθῇ ἡ ἀταξία, ἥτις ἔλαβε χώραν, δὲν εἶναι ὁ κανονικός. Ἀφοῦ ἀνεκαλύφθη, ὅτι ἐπί τινων ἄρθρων ἐγένετο ὑπέρβασις, παρουσιάζεται ἡ περίπτωσις τῶν συμπληρωτικῶν πιστώσεων· ἔπρεπεν ἑπομένως διὰ Διατάγματος νὰ λάβῃ πίστωσιν συμπληρωτικὴν, διὰ νὰ καλύψῃ τὰς ὑπερβάσεις, τὰ δὲ Διατάγματα νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἴδῃ ἡ Βουλὴ εἰς ποῖα ἄρθρα ἐγένοντο αἱ ὑπερβάσεις.
§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι πρόδηλον, ὅτι ἐγένετο ἀταξία ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ, ἐγένετο δὲ ἡ ἀταξία πρὸς διευκόλυνσιν τῆς ὑπηρεσίας. Αἱ κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν δαπάναι, ἐκτελούμεναι διὰ τῆς προκαταβολῆς, ἐτακτοποιοῦντο ἐπὶ τῇ προσαγωγῇ τῶν δικαιολογητικῶν, μὴ λαμβανομένης ὑπ’ ὄψει τῆς διακρίσεως τῶν ἄρθρων τῶν πιστώσεων, μηδὲ ἀναβαλλομένης τῆς ἐγγραφῆς, λόγῳ ὑπερβάσεως ἐν ἄρθρῳ τινὶ, ἀλλὰ περιοριζομένης τῆς ἐξετάσεως εἰς τὸ σύνολον τῶν ἀδειῶν δαπάνης. Ὁ ἁπλούστερος τρόπος τοῦ κανονισμοῦ τῆς τυπικῆς ταύτης ἀταξίας εἶναι ἡ συγχώνευσις ἁπασῶν τῶν πιστώσεων. Θὰ ἠδύνατο νὰ γενῇ καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον ἡ τακτοποίησις, ἤτοι διὰ συμπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τῶν ἄρθρων, ἐφ’ ὧν αἱ ὑπερβάσεις, ἀλλὰ συμπληρωματικαὶ πιστώσεις ὑποθέτουσι τὴν ψήφισιν Ἀπολογισμῶν, ἥτις παρ’ ἡμῖν καθυστερεῖ. Ἄλλως ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ μέτρου, τοῦ προταθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας, καὶ ὅπερ θὰ ἦτο τὸ ὀρθότερον, ὑποθέτει τὸν Ἀπολογισμὸν μήπω καταρτισθέντα. Ἀλλ’ ἀφοῦ κατηρτίσθη ὁ Ἀπολογισμὸς δι’ ἀναγραφῆς, οὕτως ἀκανονίστου, ὁ μόνος ἐφικτὸς τρόπος τυπικῆς τακτοποιήσεως εἶναι ὁ παρ’ ἡμῶν προτεινόμενος. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας προτεινόμενον μέτρον, θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ θεωρήσωμεν τὸν Ἀπολογισμὸν, ὡς μὴ ἐγκύρως συνταχθέντα, καὶ νὰ προκαλέσωμεν τὴν σύνταξιν νέου Ἀπολογισμοῦ. Φρονῶ, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀναγκαῖον, ἀφοῦ διὰ τοῦ προτεινομένου ἁπλουστέρου μέτρου καθιστῶμεν κανονικὰ τὰ ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα.
§69Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μία μόνον ἀπορία ὑπάρχει, πῶς συνέβη νὰ συνταχθῇ ὁ Ἀπολογισμὸς, πρὶν ἢ ὑποβληθῶσι τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα. Τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα ὑποβάλλονται, γίνονται ἐν τοῖς βιβλίοις τοῦ Γεν. Λογιστηρίου αἱ ἐγγραφαὶ τῶν ἐξόδων, ἀναγνωρίζονται, ὅτι ἐγένοντο καλῶς, καὶ εἶτα συντάσσεται ὁ Ἀπολογισμὸς τοῦ Κράτους. Ἐπὶ τοῦ παρόντος, πρὶν ἢ ἐξετασθῶσιν αἱ δαπάναι, συνετάχθη ὁ Ἀπολογισμὸς, τοῦτο δ’ εἶναι ὅλως πρωθύστερον.
§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ δικαιολογητικὰ ὑπῆρχον, καὶ ἀνεγράφησαν ἐν τοῖς βιβλίοις αἱ δαπάναι, ἀλλ’ ἡ συσχέτισις αὐτῶν πρὸς τὰς κατ’ ἄρθρον πιστώσεις δὲν ἐγένετο. Θὰ ἦτο βεβαίως προτιμότερον νὰ ἐγίνετο ἡ ἀναγραφὴ μετὰ τὸν τυπικὸν κανονισμὸν τῶν πιστώσεων, ἀλλ’ ὁ κανονισμὸς οὗτος θὰ ἐπήγετο ἀναβολὴν τῶν ἀναγραφῶν καὶ νεωτέραν σύγχυσιν καὶ περιπλοκὰς, διὸ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον προέβη εἰς τὰς ἐγγραφὰς ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἐψήφιζε βραδύτερον τὴν συγχώνευσιν τῶν πιστώσεων. Ἂν ἠδύνατο ἡ συμπληρωματικὴ πίστωσις, ὅπως ἡ ἔκτακτος, νὰ κανονισθῇ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς διὰ Β. Διατάγματος, ἐπιφυλαττομένης τῆς ἐγκρίσεως αὐτῆς, θὰ ἦτο ἐνδεδειγμένη ἡ ἔκδοσις τοιούτου Βασιλικοῦ Διατάγματος κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Ἀπολογισμοῦ καὶ πρὸ τοῦ καταρτισμοῦ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἡ συμπληρωματικὴ πίστωσις χορηγεῖται κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Ἀπολογισμοῦ μόνον ἐν αἷς περιπτώσεσι χορηγεῖται ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις, αἱ δὲ δαπάναι, ὧν πρόκειται ἤδη ὁ κανονισμός, δὲν ἀνάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ χορηγουμένων.
§71ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ......
§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ Λογιστικὸς Νόμος, ὃν ἐγὼ συμβουλεύομαι, διακρίνει τὰς ἀναπληρωματικὰς καὶ τὰς ἐκτάκτους πιστώσεις, αἵτινες ἀνάγονται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ἀπὸ τῶν συμπληρωματικῶν, αἵτινες ἀνάγονται εἰς τὸν Ἀπολογισμόν. Καὶ περὶ μὲν τῶν ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων κανονίζει κατὰ τίνα τρόπον αὗται διὰ Β. Διατάγματος ἐκδίδονται ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς· περὶ συμπληρωματικῶν ὅμως περιλαμβάνει τοιαύτην διάταξιν μόνον περὶ τῶν ἀνταποκρινομένων πρὸς τὰς ἀναπληρωματικὰς, οὐχὶ δὲ καὶ περὶ τῶν ἀνταποκρινομένων πρὸς τὰς ἐκτάκτους, ὁποῖαι εἶναι αἱ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τακτοποιούμεναι.
§73Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ Ἀπολογισμὸς δὲν ἔχει ἐξελεγχθῆ ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, οὐδὲ ὑπάρχει κεκυρωμένος ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, ἔμελλε νὰ θεωρηθῇ, ὡς μὴ γενόμενος. Ἑπομένως ἠδύναντο ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις νὰ χορηγηθῶσι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Αὗται δὲ ἤθελον χορηγηθῆ διὰ νόμου καὶ οὐχὶ διὰ Διατάγματος. Καὶ τοιαύτας ἐνόησα ἐγὼ, ὅτε ἰσχυρίσθην, ὅτι ἡ ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐκτεθεῖσα δυσκολία ἔπρεπε νὰ ἀρθῇ, οὐχὶ καθ’ ὃν ζητεῖται νῦν νὰ ἀρθῇ τρόπον, ἀλλὰ δι’ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων.
§74ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, εἶναι, ὅτι εἶναι καλὸν εἰς θεμελιώδεις διατάξεις τῆς νομοθεσίας ἡμῶν, νὰ ἀποφεύγωμεν τὴν εἰσαγωγὴν τῶν τοιούτων ἐξαιρέσεων. Ἐὰν οἱ ἐκτελοῦντες τὰς διατάξεις ταύτας ὑποθέσωσιν, ὅτι δύνανται διὰ νόμου νὰ διορθώνωσι πᾶσαν αὐτῶν παραβίασιν, θὰ ἔχωμεν βεβαίως ἀποτελέσματα, οὐ μόνον τυπικῶς, ἀλλὰ καὶ οὐσιαστικῶς δυσάρεστα. Τὴν ἔλλειψιν, ἣν ζητεῖ νὰ διορθώσῃ τὸ νομοσχέδιον, ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ κανονίσῃ ἐγκαίρως δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, οὐχὶ δὲ διὰ συμπληρωματικῶν, αἵτινες δίδονται διὰ νόμου, ὑποβαλλομένου εἰς τὴν Βουλὴν σὺν τῷ Ἀπολογισμῷ.
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ναί· ἀλλὰ διὰ συμπληρωματικῆς καὶ οὐχὶ δι’ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως κανονίζονται αἱ δαπάναι, συντασσομένου καὶ τοῦ Ἀπολογισμοῦ. Ἑπομένως, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ δικαιολογητικῶν δαπανῶν τοῦ 1885, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν, νὰ γίνῃ ὁ κανονισμὸς, ἢ καθ’ ὃν τρόπον ὑπέδειξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, ἀλλὰ καὶ τοῦτο, συντασσομένου τοῦ Ἀπολογισμοῦ καὶ οὐχὶ μετὰ τὸν καταρτισμὸν αὐτοῦ.
§76ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ μεταβίβασιν πιστώσεως.
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αἱ δαπάναι ἀνήκουσιν εἰς τὸ 1885, καὶ θὰ ἠδύναντο νὰ κανονισθῶσι δι’ ἀναπληρωματικῆς ἢ ἐκτάκτου πιστώσεως, ἐφ’ ὅσον ἀνήγοντο εἰς τὰς κατηγορίας τοιούτων πιστώσεων καὶ τὰ δικαιολογητικὰ προσήγοντο ἐγκαίρως. Ἐφ’ ὅσον ὅμως προσήγοντο τὰ δικαιολογητικὰ, συντασσομένου τοῦ Ἀπολογισμοῦ, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ ἡ θεραπεία, ἢ διὰ συμπληρωματικῆς πιστώσεως. Ἀλλ’, ὡς εἶπον, προκειμένου περὶ συμπληρωματικῆς πιστώσεως, ὑπῆρχε πρόσκομμα ἡ ἀπουσία τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ αἱ δαπάναι δὲν ἦσαν ἐκ τῶν κατονομαζομένων κατὰ τὸ ἄρθρον 15 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου. Πρέπει δὲ πάντως νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὸ Λογιστήριον προέβη εἰς τὰς ἐγγραφὰς, καθ’ ὃν ὁ Ἀπολογισμὸς μαρτυρεῖ τρόπον, ἐν τῇ ἐπικρατούσῃ ὡς ἐκ τῆς ἐπιστρατεύσεως γενικῇ ἀνωμαλίᾳ, διὰ τὸ δυσανάλογον τῶν μέσων πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν περιστάσεων, κατηρτισμένης οὔσης τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ ἀνεπαρκῶς καὶ πρὸς αὐτὰς τὰς κανονικὰς ἀνάγκας τῆς εἰρήνης, πολλῷ δὲ μᾶλλον πρὸς τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τῶν τότε καιρῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1888).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τῆς χρήσεως 1888.
§79Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Χθὲς ἔμεινε νὰ καταθέσῃ τι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.
§80ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Πληροφορῶ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφον, ὅτι ἡ κατάστασις, ἥν μοι ἐζήτησε, καὶ ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὡς μὲ ἐπληροφόρησαν πρὸ ὀλίγου, δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ ἀποπερατωθῇ μέχρι τῆς στιγμῆς.
§81ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λυποῦμαι, διότι ἐγὼ εἶχον προλάβει τοιαύτην περίπτωσιν, καὶ πρὶν ἢ συζητηθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ἐζήτησα τὰς πληροφορίας. Δὲν σκοπῶ μὲν νὰ παρεμβάλω πρόσκομμα, ὅπως μὴ ψηφισθῇ ἡ πίστωσις, ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη τὰ Γραφεῖα τῆς Νομοτελεστικῆς Ἐξουσίας νὰ ᾖναι ἀκριβέστερα.
§82ΜΑΝΕΤΑΣ. Αὔριον θὰ σᾶς φέρω τὰς πληροφορίας.
§83ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Τότε θὰ ἦναι κατόπιν ἑορτῆς. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§84Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐλπίζω, ὅτι, ἂν καὶ ἐψηφίσθη ἡ πίστωσις, δὲν θέλετε ἀποφύγει, κύριε Ὑπουργέ, νὰ καταθέσητε τὴν κατάστασιν.
§85ΜΑΝΕΤΑΣ. Βεβαίως αὔριον θὰ κατατεθῇ.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 5 καὶ 7 τοῦ νόμου ᾼΦΝϚʹ περὶ Νομαρχιακῶν Συμβούλων. Ἄρθρον 1ον. (Ἀναγιγνώσκεται).
§87ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου, νομίζω, ὅτι ἀφίνει δύο κενά, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας θὰ ὑποβάλω, καὶ ἂν ᾖναι ἀνάγκη, νὰ συμπληρωθῇ τὸ ἄρθρον. Πρῶτον, οἱ λαμβάνοντες μισθὸν ἀποκλείονται ἀπολύτως τοῦ νὰ ἀνακηρυχθῶσι, καὶ δὲν δύνανται ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας πρὸ τῆς ἀνακηρύξεως νὰ παραιτηθῶσι; Περὶ τούτου ὁ νόμος δὲν ὁμιλεῖ, ἐνῷ, καθ’ ὅλους τοὺς ἐκλογικοὺς νόμους, προκειμένου περὶ προσόντων, περὶ ἱκανότητος τοῦ ἐκλέγεσθαι, χορηγεῖται ὡρισμένη προθεσμία, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ὑπάλληλος, ἢ ὁ ἔχων ἰδιότητα, ἡ ὁποία τῷ ἀπαγορεύει νὰ ἐκλεχθῇ, δύναται νὰ παραιτηθῇ ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας. Δεύτερον, γεννᾶται ἡ ἑξῆς ἀπορία. Πρόκειται οὐχὶ περὶ δικαιώματος ἐκλογῆς, δηλαδὴ περὶ ἱκανότητος τοῦ ἐκλέγεσθαι, ὥστε κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς νὰ ἐξετασθῇ, ἂν εἶχε τὴν ἱκανότητα, ἢ ὄχι, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἀνακηρύξεως. Δίδεται ἀναφορὰ περὶ ἀνακηρύξεως τοῦ Α. ὁ Πρόεδρος, τὸ Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ τὸν ἀνακηρύξῃ, ποῖον νόμον, ποίαν διαδικασίαν θὰ τηρήσῃ, ἵνα ἐξακριβώσῃ, ἐὰν ὁ προτεινόμενος ἔχῃ ἔμμισθον θέσιν ἔν τινι τῶν δήμων τοῦ νομοῦ, ἢ παρά τινι Λιμενικῇ Ἐπιτροπῇ; Πῶς θὰ φωτισθῇ καὶ θὰ δυνηθῇ νὰ ἀποφασίσῃ ἐν γνώσει, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἀνακηρύξῃ τὸν προτεινόμενον ἢ ὄχι; Πρέπει, νομίζω, νὰ κανονισθῇ εἷς τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δύνηται τὸ Πρωτοδικεῖον ν’ ἀποφασίζῃ περὶ τούτων ἐν γνώσει· διότι δύναται νὰ συμβῶσιν ἄπειρα λάθη, δύναται νὰ ἀνακηρυχθῶσι καὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀποκλείονται, ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Δικαστηρίου. Τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει, καὶ ἂν τὸ νομίζῃ ἀναγκαῖον, νὰ ἐπενέγκῃ τὴν ἀναγκαίαν διόρθωσιν.
§88ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς τὴν παρατήρησιν ταύτην ἀντιπαρατηρῶ, ὅτι θὰ συμβῇ καὶ ἐνταῦθα, ὅ,τι συμβαίνει, προκειμένου περὶ τῶν προσώπων ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ ἀρχικοῦ νόμου, εἰς τὸ ὁποῖον παραπέμπει τὸ ἄρθρον τοῦτο. Ὅ,τι θὰ συμβῇ δηλαδὴ διὰ τὸν δημοτικὸν ἀστυνόμον καὶ τὸν δημοτικὸν εἰσπράκτορα, τοῦτο θὰ συμβῇ καὶ διὰ τὸν δημοτικὸν γραμματέα καὶ διὰ τὸν δημοτικὸν ἰατρὸν κτλ. Καθ’ ὃν τρόπον πρὸ τῆς ἀνακηρύξεως θὰ ἦναι εἰς θέσιν ἡ Δικαστικὴ Ἀρχὴ νὰ γνωρίζῃ, ἂν ἦναί τις εἰσπράκτωρ δημοτικός, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον θὰ γνωρίζῃ καὶ ἂν ἦναί τις ἰατρὸς δημοτικὸς ἢ γραμματεὺς δημοτικός. Ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει ὑπάρξῃ πλάνη περὶ τούτου, βεβαίως ὁ οὕτω κακῶς ἀνακηρυχθεὶς ἀκύρως θέλει ἐκλεχθῇ. Ἄλλος τρόπος δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Καὶ διὰ τοῦτο ὁ ἀρχικὸς νόμος οὐδένα ἄλλον τρόπον πληροφορίας περιλαμβάνει ἢ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἡ πεῖρα καταδεικνύει ὡς δυνατὸν καὶ διὰ τοῦτο ἀπαραίτητον. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν ἄλλην παρατήρησιν, τὴν σχετιζομένην πρὸς τὴν ἀνακήρυξιν, εἶπον ἤδη, ὅτι ὁ νόμος περὶ Συμβούλων ἔχει διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας παραπέμπει ὡς πρὸς τὰ τῆς ἐκλογῆς εἰς τὰς διατάξεις τοῦ γενικοῦ ἐκλογικοῦ νόμου.
§89ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἠδύνατο νὰ εὑρεθῇ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ πρώτη ἀταξία νὰ κανονισθῇ, καὶ προληφθῇ τὸ ἄτοπον, νὰ ὁρισθῇ ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν πρὸ τῆς ἀνακηρύξεως ὀφείλουσιν οἱ Δήμαρχοι, καὶ οἱ προϊστάμενοι τῶν λιμενικῶν Ἐπιτροπῶν, νὰ ὑποβάλλωσιν εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Δικαστηρίου κατάλογον τῶν προσώπων τῶν ἐμμίσθων, τῶν ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν των διατελούντων...
§90ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι γενικὴ διάταξις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς τὸν γενικὸν νόμον.
§91ΡΙΚΑΚΗΣ. Τότε λοιπὸν πρέπει νὰ δώσητε τὴν ἐξήγησιν, ὅτι θὰ ἐξακολουθῇ τὸ σύστημα ἐκεῖνο, καὶ τότε προλαμβάνεται τὸ ἄτοπον. Ἐπειδὴ εἶναι ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις, σᾶς εἶπον ταῦτα, ὅπως εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν σκεφθῆτε, ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ γίνῃ τροπολογία τις.
§92Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ὑπάρχοντες Δημοτικοὶ Σύμβουλοι δύνανται νὰ διορίζωνται εἰς ἄλλην θέσιν;
§93ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι, δὲν δύνανται.
§94ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις...
§95ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα, σήμερον δὲν ὑπάρχει ἀσυμβίβαστον.
§96Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προηγουμένως δὲν εἶχον θέσιν, τώρα δύνανται νὰ λάβουν;
§97ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ λύσωμεν ἐνταῦθα. Σήμερον δὲν ὑπάχει ἀσυμβίβαστον, μέχρι τῆς προσεχοῦς ἐκλογῆς Δημοτικῶν Συμβούλων.
§98ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομοθετοῦμεν λοιπὸν διὰ τὰ τέσσαρα ἔτη;
§99ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
§100Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀπέκρυψα τὴν γνώμην, ἣν ἔχω ἐπὶ τοῦ θεσμοῦ τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων. Διὰ τοῦτο δὲ δὲν δίδω κἀμμίαν προσοχὴν εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ψηφιζόμενον. Ἀλλὰ, ἂν ἐγὼ ἐκαλούμην νὰ συντάξω τοῦτο, ἤθελον συντάξει τὴν πρώτην παράγραφον κατ’ ἄλλον τρόπον. Δὲν ἤθελον γράψει, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἀνακηρυχθῶσιν, ἀλλ’ ἤθελον γράψει, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐκλεχθῶσι, διότι κατὰ τὸ ἐκλογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἰσχύει παρ’ ἡμῖν, κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἀνακηρύξεως δὲν ἐξετάζονται ἄλλα προσόντα τῶν ἐκλεγομένων, ἢ μόνον ἂν ἦναι μέλη τῆς κοινωνίας ἐκείνης, ἐν τῇ ὁποίᾳ γίνεται ἡ ἐκλογή, καὶ ἂν ἦναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸν κατάλογον, ὅλα δὲ τὰ ἄλλα προσόντα αὐτῶν δικάζονται ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ὑπὸ τοῦ νόμου ἐτάχθη, ὅπως δικάζῃ τὸ κῦρος τῶν ἐκλογῶν καὶ τὰ προσόντα τῶν ἐκλεγομένων.....
§101ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ χρῆσις τῆς φράσεως ταύτης ὑπάρχει καὶ εἰς τὸν γενικὸν νόμον.
§102ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐπὶ τοῦ νόμου ἐκείνου καὶ ἐπὶ τοῦ νόμου τούτου. Ἤθελον δώσει λοιπὸν γνώμην, νὰ γραφῇ «νὰ ἐκλεχθῶσι». Τοῦτο εἶναι τὸ ὀρθόν· ἂν δέ τις ἤθελεν ἐκλεχθῆ, καίπερ ὑπαγόμενος εἰς τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην, ἤθελε τιμωρηθῆ, ὅταν δικάσῃ τὸ Δικαστήριον, διότι ἤθελεν ἀκυρωθῆ ἡ ἐκλογή του, ἑπομένως δὲν θὰ ἐκτεθῇ, ἵνα μὴ τιμωρηθῇ, στερούμενος τῶν ἐξόδων καὶ τῶν κόπων αὐτοῦ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως εἰς τὸ ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς τελωνιακὸν δασμολόγιον.
§104ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δι’ οὓς λόγους καὶ χθὲς ἐζήτησα τὴν ἀναβολὴν εἰς τὴν σήμερον συζήτησιν, ζητῶ καὶ σήμερον τὴν ἀναβολὴν εἰς τὴν αὔριον.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως δραχμῶν 3,208,798 ἐπὶ τῆς χρήσεως 1889.
§106ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ θέμα, ὅπερ συζητοῦμεν, συνδέεται μετ’ ἀμφοτέρων τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων, τῶν ἀναφερομένων εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1889. Τὸ ζήτημα δὲ, ὅπερ ἐγείρουσιν αὗται, δὲν εἶναι μήτε τὸ τῶν ὅρων τῆς νομιμότητος τῆς ἀναγραφῆς τῶν πιστώσεων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, μήτε τὸ τῆς ὑπάρξεως δαπανῶν, ἐκτελουμένων δι’ ἐκτάκτων πόρων τοῦ Δημοσίου, ὅπως ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὅπως ἐπίστευσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, νομίσας μάλιστα, ὅτι εὗρε καὶ ἀντίφασιν εἰς ὅσα ἐγὼ εἶπον. Τὸ ἐκ τῶν πιστώσεων τούτων ἐγειρόμενον ζήτημα, εἶναι, ἂν ἡ νομοθεσία ἡμῶν καὶ τὸ θετικὸν συμφέρον τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν ἐπιτρέπωσι νὰ ἔχωμεν, ἐκτὸς τοῦ τακτικοῦ καὶ γενικοῦ ἡμῶν Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἕτερον Προϋπολογισμὸν, ἔκτακτον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου νὰ καταστήσωμεν δαπάνας, ἃς κατὰ τὴν ἰδίαν ἡμῶν ἐκτίμησιν ἠθέλομεν χαρακτηρίσει ὡς ἐκτάκτους. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος δὲ τούτου ἐπεκαλέσθην τὰς διατάξεις τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου καὶ τοῦ Συντάγματος, ὅπερ ἐσκανδάλισε τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὑποθέσαντα, ὅτι ζητῶ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τούτων, αὐστηρότερον μὲν ἐπὶ τοῦ ναυτικοῦ, χαλαρότερον δὲ ἐπὶ τῶν χερσαίων ἔργων, οἷοί εἰσιν οἱ σιδηρόδρομοι. Τὸ ζήτημα τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς αἱ διάφοροι πιστώσεις πρέπει νὰ ἀναγράφωνται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, συνεζητήθη πολλάκις, ἐλύθη δὲ ὑπὸ διαφόρων Βουλῶν καὶ Κυβερνήσεων. Δὲν ἀμφισβητεῖται δὲ σήμερον, ὅτι αἱ ἀναγραφόμεναι πιστώσεις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, πρέπει νὰ στηρίζωνται καὶ ἐπὶ νόμου. Καὶ τὸ πνεῦμα ἐν γένει τοῦ Λογιστικοῦ ἡμῶν Νόμου, καὶ ῥηταὶ αὐτοῦ διατάξεις, οἵα ἡ τοῦ ἄρθρου 38, ὑποστηρίζουσι τὴν τοιαύτην λύσιν. Ἀλλὰ ἐπὶ τίνος εἴδους νόμου ἐννοεῖ ὁ Λογιστικὸς Νόμος, ὅτι πρέπει νὰ στηρίζωνται αἱ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμεναι πιστώσεις; Βεβαίως, δὲν ἐννοεῖ τοὺς νόμους, τοὺς παρέχοντας τὴν πίστωσιν. Ἂν ἐνόει τοιοῦτόν τι, ἔπρεπε τότε νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν ἁπλῆν ἀναγραφὴν τῶν πιστώσεων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, διότι καὶ οὗτος, ὅπως ὁ μετ’ αὐτοῦ ψηφιζόμενος οἰκονομικὸς νόμος, ἂν καὶ ψηφίζωνται διὰ μιᾶς μόνον ἀναγνώσεως, χαρακτηρίζονται οὐχ ἧττον καὶ παρὰ τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου καὶ παρὰ τοῦ Συντάγματος ὡς νόμοι, ὅπως καὶ οἱ διὰ τριῶν ἀναγνώσεων ψηφιζόμενοι. Ὁ Λογιστικὸς Νόμος, ἀπαιτῶν, κατὰ τὴν δοθεῖσαν εἰς αὐτὸν ἑρμηνείαν, τὴν ὕπαρξιν νόμου, ἐφ’ οὗ νὰ στηρίζηται πᾶσα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένη πίστωσις, ἐννοεῖ φυσικῶς νὰ παράσχῃ ἐπιπρόσθετον ἐγγύησιν εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων χρημάνων. Τοιαύτην δ’ ἐγγύησιν παρέχει ὁ νόμος, ὅστις ἀναγνωρίζει οὐχὶ τὴν πίστωσιν, ἀλλὰ τὴν ἀνάγκην, χάριν τῆς ὁποίας πρέπει νὰ γίνῃ ἡ δαπάνη, εἰς ἣν ἀναφέρεται ἡ πίστωσις. Ὅταν καθαρώτερον ἐξηγήσω τὴν ἰδέαν μου, θὰ λάβω ὡς παράδειγμα μίαν ἐκ τῶν συζητουμένων πιστώσεων, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν συμμετοχὴν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Παγκόσμιον Ἔκθεσιν τῶν Παρισίων. Ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ ἀναγραφὴ τῆς πιστώσεως ταύτης, διὰ τοῦ παρέχοντος αὐτὴν νόμου, ὃν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, συμπληροῖ τὴν ἀπαίτησιν τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, ἐγκαταλιμπάνομεν τὴν ἰδέαν τῆς ἐπιπροσθέτου ἐγγυήσεως, ἥν παρέχει ἡ συζήτησις καὶ ἡ ψήφισις, οὐχὶ τῆς πληρωμῆς τῆς δαπάνης, ἀλλὰ τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἀνάγκης, χάριν τῆς ὁποίας πρέπει νὰ πληρωθῇ ἡ δαπάνη αὕτη. Ἐπὶ τοῦ παραδείγματος δὲ τούτου, ἂν θέλωμεν νὰ σεβασθῶμεν τὴν δοθεῖσαν λύσιν περὶ τῶν διατάξεων τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, τῶν σχετικῶν μὲ τὴν ἀναγραφὴν τῶν πιστώσεων, ὀφείλομεν νὰ ψηφίσωμεν νόμον, παραδεχόμενοι κατ’ ἀρχὴν τὴν συμμετοχὴν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Παγκόσμιον Ἔκθεσιν τῶν Παρισίων, ἐπὶ τοῦ νόμου δὲ τούτου νὰ στηρίξωμεν τὴν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφὴν τῆς δαπάνης, ἣν ἡ συμμετοχὴ αὕτη θὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸ Δημόσιον. Ὅπως τὴν ἀναγραφὴν πιστώσεως, ἀφορώσης εἰς τὴν μισθοδοσίαν ἑνὸς οἱουδήποτε ὑπαλλήλου, στηρίζομεν ἐπὶ τοῦ νόμου, τοῦ παραδεχομένου τὴν ἀνάγκην τοῦ διορισμοῦ τοῦ ὑπαλλήλου τούτου, οὕτω καὶ ἐπὶ τῶν πιστώσεων, τῶν ἀφορωσῶν εἰς ἄλλας πληρωμὰς, πρέπει νὰ στηρίζωμεν τὴν ἀναγραφὴν αὐτῶν ἐπὶ νόμου, ἀναγνωρίζοντος τὴν ἀνάγκην τῶν πληρωμῶν τούτων. Οὐδέποτε δὲ ἠμφισβητήσαμεν, ὅτι ὑπάρχουσι δαπάναι, ἃς δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκτελέσωμεν διὰ τῶν τακτικῶν πόρων τοῦ Δημοσίου καὶ αἵτινες πρέπει νὰ πληρωθῶσιν ἐξ ἐκτάκτων πόρων. Δὲν ὑπῆρχε δὲ νόμος, ὅπως ὑποθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ἐγώ, ἀνήκων εἰς τὴν μερίδα ἐκείνην, (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ἠθέλησα νὰ χαρακτηρίσω ὡς δαπάνας, μὴ βαρυνούσας τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου, τὰς γενομένας διὰ τὴν ἐπιστράτευσιν. Τὸ ἔκτακτον καὶ ἐξαιρετικὸν τῶν δαπανῶν ἐκείνων ἀνεγνωρίσθη παρὰ πάντων, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀμφισβητήσεως. Τοσοῦτον δὲ ἀναγκαίας καὶ ἐπιβαλλομένας ὑπὸ ὑψηλοτέρων ἐθνικῶν συμφερόντων εἴχομεν χαρακτηρήσει ταύτας, ὥστε χάριν αὐτῶν παρεδέχθημεν καὶ μέτρον, ὅπερ ἀδικαιολογήτως ἐφηρμόσθη μετὰ ταῦτα, τὸ μέτρον δηλαδὴ τῆς ἀπαλλοτριώσεως καὶ μέρους τῆς διοικητικῆς ἡμῶν ἀνεξαρτησίας δι’ ὑποθηκεύσεως, πρὸς εὕρεσιν δανείου, εἰσοδημάτων τοῦ Δημοσίου, οἷά εἰσι τὰ μονοπώλια, καὶ ἐκχωρήσεως εἰς τρίτους τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν. Οὐδέποτε δὲ ἠμφισβήτησα, ὅτι αἱ δαπάναι, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου κατασκευὴν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν καὶ πλοίων, ὡς καὶ τῶν τελευταῖον ψηφισθέντων ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ, δύνανται νὰ μὴ ἐπιβαρύνωσι τοὺς τακτικοὺς πόρους τοῦ Δημοσίου. Ἐκ τῶν δαπανῶν τούτων δὲν πρόκειται νὰ ὠφεληθῇ μία τις χρῆσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, ἀλλὰ πολλαὶ χρήσεις αὐτοῦ καὶ πολλαὶ ἴσως γενεαί. Εἶναι δίκαιον ἑπομένως νὰ ἐκτελεσθῶσιν αὗται διὰ δανείου, οὗτινος ὁ τόκος καὶ τὸ χρεωλύσιον θὰ βαρύνωσι τοὺς Προϋπολογισμοὺς καὶ τὰς γενεὰς, ἃς πρόκειται νὰ ὠφελήσωσι. Τὴν τοιαύτην δ’ ἐκτέλεσιν τῶν δαπανῶν τούτων ὁ Λογιστικὸς ἡμῶν Νόμος οὐ μόνον δὲν ἀποκρούει, ἀλλὰ καὶ καθιεροῖ. Τὸ ἄρθρον 24, ὅπερ πολλάκις ἀνεγνώσθη κατὰ τὴν παροῦσαν συζήτησιν, παραδέχεται τὴν ὕπαρξιν δαπανῶν, αἵτινες δύνανται νὰ ψηφισθῶσιν, εἴτε δι’ εἰδικοῦ νόμου, εἴτε καὶ ἐν εἰδικῷ κεφαλαίῳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἡ ψήφισις δὲ τοῦ νόμου, τοῦ κυροῦντος τὴν σύμβασιν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐνόμισεν ὡς ἀντιφάσκουσαν πρὸς τὴν γνώμην, ἣν ὑποστηρίζω, εἶναι ψήφισις τοιούτου εἰδικοῦ νόμου, καὶ δὲν δύναται νὰ ἐξομοιωθῇ μὲ τὴν ψήφισιν τῶν πιστώσεων, ἃς συζητοῦμεν. Ὁ περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν νόμος εἶναι ὁ εἰδικὸς νόμος τοῦ ἄρθρου 24, ὅστις συμπληροῖ τὸν πέρυσι περὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος ψηφισθέντα, τὸν ἀναγνωρίζοντα τὴν ἀνάγκην τῆς κατασκευῆς ὡρισμένου δημοσίου ἔργου. Ὡς τοιοῦτος δὲ ἠδύνατο νὰ συμπεριλάβῃ καὶ μέρος, ἢ ὅλον τῆς πιστώσεως, τῆς ἀναγκαίας διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου τούτου. Ἀλλὰ πῶς ἐκτελοῦνται τὰ ἔργα ταῦτα, τὰ μὴ πληρονόμενα ἐκ τῶν τακτικῶν πόρων τοῦ Δημοσίου; Καὶ τὸ πνεῦμα ἐν γένει τοῦ Λογιστικοῦ ἡμῶν Νόμου καὶ ἡ ῥητὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου 9 δεικνύουσι τοῦτο. Τὸ ἄρθρον 9 λέγει: «Πᾶσα αἴτησις πιστώσεως δι’ ἔξοδον, μὴ προβλεφθὲν ἐν τῷ οἰκονομικῷ νόμῳ, πρέπει νὰ καταδεικνύῃ καὶ τὸν χρηματικὸν πόρον, ἐκ τοῦ ὁποίου θέλει πληρωθῆ». Αἱ δαπάναι αὗται, ἃς δυνάμεθα νὰ ὀνομάσωμεν εἰδικὰς καὶ ἐξαιρετικὰς, πρὸς διάκρισιν τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν καὶ πιστώσεων τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, αἱ μὴ ἐκτελούμεναι διὰ τῶν τακτικῶν πόρων τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ διὰ δανείων, κανονίζονται διὰ τοῦ εἰδικοῦ νόμου, ὅστις, ὁρίζων τὴν ἀνάγκην, τὸ ἔργον δηλαδὴ, χάριν τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ γίνῃ ἡ δαπάνη, ὁρίζει συγχρόνως καὶ τὸν ἔκτακτον πόρον, τὸ δάνειον δηλαδὴ, ἐξ οὗ θὰ πληρωθῇ ἡ δαπάνη αὕτη. Τοῦτο δὲ πράγματι ἐφαρμόζομεν εἰς ὅλας τὰς τοιούτου εἴδους δαπάνας. Ὅτε ἀπεφασίσαμεν τὴν κατασκευὴν τῶν πλοίων, ἐψηφίσαμεν συνάμα καὶ τὸν πόρον, ἐξ οὗ ἔδει νὰ πληρωθῶσι. Τὸ αὐτὸ ἐπράξαμεν καὶ ὅτε ἐψηφίσαμεν τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν Μύλων–Καλαμῶν καὶ Μεσολογγίου–Ἀγρινίου, καὶ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων Θεσσαλίας. Τοῦτο οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ. Δὲν ἀμφισβητοῦμεν δ’ ὡσαύτως, ὅτι, ἂν ἀνώτερον συμφέρον τοῦ Κράτους καὶ ἐπείγουσά τις ἀνάγκη ἀπαιτῇ νὰ ψηφίσωμεν κατεπειγόντως πίστωσίν τινα, ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν τοῦτο, διότι ἀπέναντι ἀνωτέρων τοῦ Κράτους συμφερόντων δύνανται προσκαίρως νὰ σιγήσωσι καὶ οἱ νόμοι. Τοιαύτη ὅμως περίπτωσις βεβαίως δὲν ὑπάρχει ἐπὶ τῶν συζητουμένων πιστώσεων. Τὸ ζήτημα, ὅπερ κυρίως ἐγείρουσιν αἱ συζητούμεναι πιστώσεις, ὡς εἶπον, εἶναι, ἂν κατὰ τὸν Λογιστικὸν ἡμῶν Νόμον καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα ἔχωμεν ἕνα ἢ πλειοτέρους Προϋπολογισμούς, καὶ ἂν τὸ ἀληθὲς συμφέρον τῆς καλῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν συνάδῃ μὲ τὴν ὕπαρξιν ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ. Τὸ ἄρθρον 60 τοῦ Συντάγματος καὶ αἱ συμπληροῦσαι αὐτὸ διατάξεις τῶν ἄρθρων 2, 5, 8, 54 καὶ 56 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, καθιεροῦσιν ἀναμφισβητήτως τὸ ἑνιαῖον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Τοῦτο δ’ ἀναντιῤῥήτως ἀπαιτεῖ καὶ ἡ καλὴ διαχείρισις τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν, ἐν οἷς ἤθελε φέρει σύγχυσιν ἡ ὕπαρξις ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ, δι’ οὓς λόγους ἀνέπτυξα κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν. Παρουσιάζεται ὅμως ἓν ἕτερον ζήτημα. Τίνες εἰσὶν αἱ δαπάναι, αἵτινες, καίπερ τυπικῶς ἀναγραφόμεναι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, πρέπει οὐχ ἧττον, δι’ οὓς ἀνέπτυξα λόγους, νὰ ἐκτελῶνται δι’ ἐκτάκτων πόρων, δηλ. διὰ δανείων; Τοῦτο εἶναι πραγματικὸν ζήτημα, πρὸς λύσιν τοῦ ὁποίου ἡ νομοθεσία ἡμῶν δίδει βάσεις τινὰς ἐν ταῖς διατάξεσι τῶν ἄρθρων 24 καὶ 9 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου. Ὁ συνδυασμὸς τῶν δύο τούτων ἄρθρων μᾶς ὁδηγεῖ, ὅτι μεταξὺ τῶν δαπανῶν, αἵτινες δὲν πρέπει νὰ βαρύνωσι τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου, ὀφείλομεν νὰ κατατάξωμεν ἐκείνας, ἅστινας ἐκτελοῦμεν δυνάμει εἰδικοῦ νόμου, ψηφιζομένου συμφώνως μὲ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, καὶ ὁρίζοντος ἐκ τῶν προτέρων, κατὰ τὸ ἄρθρον 9, τὸν εἰδικὸν πόρον, ἐξ οὗ θέλουσι πληρωθῆ. Πάσας δὲ τὰς ἄλλας δαπάνας, διὰ τὰς ὁποίας δὲν ἐψηφίσθη εἰδικὸς πόρος κατὰ τὴν νομοθέτησιν τῆς ἀνάγκης, ἣν πρόκειται νὰ θεραπεύσωσιν, ὀφείλομεν νὰ κατατάξωμεν μεταξὺ τῶν τακτικῶν δαπανῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τῶν πληρονομένων ἐκ τῶν γενικῶν πόρων τοῦ Δημοσίου, τῶν τε τακτικῶν καὶ τῶν ἐκτάκτων. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ ταύτῃ κρίνοντες τὰς διὰ τῶν νομοσχεδίων ζητουμένας πιστώσεις, εὑρίσκομεν, ὅτι, ἐν μὲν τῷ νομοσχεδίῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ὑπάρχει δαπάνη, πληρωθησομένη ἐξ εἰδικοῦ πόρου, καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ τῶν δόσεων ἀπέναντι τοῦ τιμήματος τῶν θωρηκτῶν, ὅπερ πληρόνεται διὰ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, αἵτινες προσδιωρίσθησαν διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτῶν. Ὑπάρχουσι συνάμα καὶ ἕτεραι δαπάναι, διὰ τὰς ὁποίας οὐδεὶς ὡρίσθη εἰδικὸς πόρος. Τοιαῦται δέ εἰσιν αἱ τῶν μισθῶν, τῶν ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως σταλέντων ναυπηγῶν πρὸς ἐπίβλεψιν τῆς κατασκευῆς τῶν πλοίων, αἱ τῆς παραλαβῆς καὶ μεταφορᾶς αὐτῶν καὶ αἱ λοιπαὶ τοιαῦται, αἵτινες, διαιρούμεναι εἰς δύο ἄρθρα, ἀνέρχονται εἰς 500,000 δραχμῶν. Τοιαῦταί εἰσιν ὡσαύτως αἱ δαπάναι τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν συμμετοχὴν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν παγκόσμιον Ἔκθεσιν τῶν Παρισίων, τὴν σιδηρᾶν γέφυραν τοῦ Ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου, καὶ τὰς μελέτας καὶ τὴν καταμέτρησιν σιδηροδρομικῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, διὰ τὰς ὁποίας οὐδεὶς ἐψηφίσθη εἰδικὸς νόμος. Ἂν θέλωμεν νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὴν αὐθαίρετον ἡμῶν κρίσιν τὸν χαρακτηρισμὸν καὶ τὴν κατάταξιν τῶν τοιούτων δαπανῶν, χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν ὕπαρξιν, ἢ μὴ, εἰδικοῦ δι’ αὐτὰς πόρου, θὰ φθάσωμεν βεβαίως εἰς πλήρη σύγχυσιν καὶ πλάνην ἐν τῇ διαχειρίσει των οἰκονομικῶν τοῦ Δημοσίου. Ἀπόδειξις δ’ ἔστω ἡ ἰδέα, ἣν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξέφρασε κατὰ τὴν παροῦσαν συζήτησιν, ὅτι δηλ. τακτικαὶ δαπάναι εἶναι ἐκεῖναι, ἃς δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν διὰ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου, ἔκτακτοι δὲ ἐκεῖναι, ἃς δὲν δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν δι’ αὐτῶν.
§107ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει.
§108ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ «δυνάμεθα» διορθόνει σήμερον διὰ τοῦ «πρέπει» ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τοῦτο δὲ ἀρκεῖ ν’ ἀποδείξῃ, πόσον εὐκόλως δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἡ σύγχυσις, ὅταν λείπῃ ἐκ τῶν προτέρων ὡρισμένος κανὼν τῆς κατατάξεως τῶν δαπανῶν. Ὅλας τὰς δαπάνας, αἵτινες μᾶς ἐνοχλοῦσι εἰς τὴν ἐπίτευξιν τοῦ ἰσοζυγίου, θὰ χαρακτηρίζωμεν ὡς ἐκτάκτους, καὶ εἰδικάς, καὶ δὲν θὰ τὰς ἀναφέρωμεν μεταξὺ τῶν πληρωθησομένων ἐκ τῶν γενικῶν πόρων τοῦ Δημοσίου. Τὴν τοιαύτην δὲ σύγχυσιν παρατηροῦμεν καὶ ἐν αὐτῇ ἀκόμη τῇ τυπικῇ κατατάξει τῶν κεφαλαίων καὶ ἄρθρων, ἐν οἷς κατατάσσονται αἱ ζητούμεναι πιστώσεις. Ἡ ἐπίδειξις εἰκονικῶν ἰσοζυγίων καὶ περισσευμάτων, ἥτις ἐπιτυγχάνεται διὰ τοιούτων συγχύσεων, δὲν εἶναι ἀνταξία τῆς βλάβης, ἣν αὗται φέρουσιν εἰς τὸ Δημόσιον Λογιστικόν. Ἡ μέριμνα δὲ περὶ τῆς καλῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Δημοσίου μᾶς ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον, ν’ ἀποκρούσωμεν τὴν, χάριν προσκαίρων ὠφελημάτων, διατάραξιν τοῦ Λογιστικοῦ αὐτοῦ.
§109ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἴπετε, ὅτι εἶναι κακῶς καταλογισμέναι αἱ πιστώσεις;
§110ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα.
§111ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀνάγονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν· τοῦ δ’ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ Προϋπολογισμὸς λήγει εἰς κεφάλαιον 11. Ἑπομένως προστίθεται 12ον καὶ 13ον.
§112ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀφοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν πρόκειται νὰ καταλογισθῶσιν αἱ πιστώσεις αὗται, διατὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ὑπέβαλεν εἰς ὑμᾶς, καὶ δὲν συνυπέγραψε μεθ’ ὑμῶν, τὴν συνοδεύουσαν τὸ νομοσχέδιον ἔκθεσιν; Ἡ πίστωσις ζητεῖται ἀπ’ εὐθείας παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§113ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν σώζεσθε διὰ τοιαύτης ὑπεκφυγῆς.
§114ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§115ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν λέγῃ «ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν;...»
§116ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ τοῦτο ἀκόμη ἀποδεικνύει, εἰς ποίαν πλάνην δύναται νὰ φέρῃ τὸ σύστημα αὐτό.
§117ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβάλλονται αἱ πιστώσεις ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν αἴτησις τοῦ οἰκείου Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ αἱ πιστώσεις εἰσάγονται εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περιέλαβεν, ὅτι ἡ πίστωσις αὕτη ἀνάγεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὑμεῖς ἀνεζητήσατε τὰ τοῦ νόμου ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀπελήξατε εἰς παράχορδα λίαν, εὐθύνοντα τοὺς σπεύδοντας εἰς ἐπικρίσεις καὶ οὐχὶ ἡμᾶς.
§118Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑποβάλλει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον αἱ πιστώσεις ἀνάγονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, αὐτός, ὡς προϊστάμενος τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, ὑποβάλλων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον, φέρει καὶ τὴν εὐθύνην. Ὅταν ὅμως πρόκηται περὶ πιστώσεως ἄλλων Ὑπουργείων, τότε πρέπει νὰ συνοδεύσῃ τὸ ὑποβαλλόμενον μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὁποίου ἀνάγεται ἡ πίστωσις, διότι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἶναι ὑπεύθυνοι ὅλοι οἱ Ὑπουργοὶ καὶ ὄχι μόνος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§119ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἀνέγνωσα τὴν σύντομον ἐπικεφαλίδα.
§120ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τίνα ἐπικεφαλίδα φέρει;
§121ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἀνέγνωσα τὸν πίνακα. Ἂν δὲν ἔδωκα προσοχὴν εἰς τὴν ἐπικεφαλίδα τοῦ πίνακος, ἔπραξα τοῦτο, διότι δὲν ὑπώπτευσα, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἠδύνατο νὰ πράξῃ τι, τὸ ὁποῖον εἶναι οὐσιαστικῶς καὶ τυπικῶς ἐσφαλμένον, ἄνευ δηλ. ἐκθέσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· ὤφειλε νὰ συνοδεύσῃ αὐτὸ μὲ ἔκθεσιν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὅπως καὶ εἰς ἄλλα νομοσχέδια ἐκτάκτων ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων. Ἰδοὺ ἔχομεν τὸ νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, συνοδευόμενον μὲ ἔκθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ἄλλως τε τὸ ζήτημα τοῦτο ἐχαρακτήρισα, ὡς μὴ ἔχον σπουδαίαν σημασίαν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐλλείψεως τῆς ἐκθέσεως ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς κατατάξεως τῶν κεφαλαίων, διότι εἶπον, ὅτι, καὶ ἂν οὕτως εἶχον, πάλιν δὲν θὰ ἦτο, ἢ ἁπλῆ παραδρομή.
§122ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ πράγματι οὕτω δὲν εἶχον, τί εἶναι;
§123ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ἴσως ἰδική μου παραδρομή, διότι ἐμπιστευθεὶς εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, ὑπέθεσα αὐτὸν τακτικὸν καὶ ἐνόμισα, ὅτι, ὑποβάλλων ὁ ἴδιος τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐζήτει πίστωσιν διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Βλέπω τώρα, ὅτι ἐν τῇ ἐπικεφαλίδι ἔθεσεν «Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν». Τοῦτο κυρόνει τὴν ἰδέαν μου, ὅτι αἱ συγχύσεις εἰσὶν εὔκολοι, ὅταν διὰ τοιούτου τρόπου ψηφίζωμεν πιστώσεις καὶ κατατάσσωμεν τὰς δαπάνας τοῦ Δημοσίου.
§124ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τέλος ὑπάρχει σύγχυσις, ἀλλὰ πόθεν προέρχεται, τοῦτο εἶναι ζήτημα, ὅπερ συνιστῶ εἰς τὴν μελέτην τοῦ κ. Βουλευτοῦ. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως δραχμῶν 680,000 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1889.
§126Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ, νὰ μοὶ δοθῶσι πληροφορίαι τινὲς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἑκατὸν χιλιάδες δραχμῶν ζητοῦνται ὡς δόσεις διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς γεφύρας ἐπὶ τῆς διώρυγος τοῦ ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου. Μέχρι τοῦδε ἐπληρώθη τι ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου; (ἀναγινώσκει): «Ἐκ τῆς διὰ τοῦ νόμου ΑΦϚΗʹ τοῦ 1887 χορηγηθείσης πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 70,000 διὰ μελέτας, παραλαβὰς καὶ ἄλλας δαπάνας, ἀναγκαίας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τοὺς σιδηροδρόμους, κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, θέλει μείνει ἀδιάθετον ποσόν». Παρακαλῶ νὰ μὲ πληροφορήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, διατὶ ἀναμιγνύεται ἡ πίστωσις, ἡ χορηγηθεῖσα διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, μὲ τὴν ζητουμένην πίστωσιν...
§127ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι λᾶθος τυπογραφικόν.
§128ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προσέτι «διὰ τὴν καταμέτρησιν καὶ τὸν καθαρισμὸν τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ἐκτελεσθησομένων ὑδραυλικῶν ἔργων» δὲν προωρίσθησαν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα δυνάμει εἰδικοῦ νόμου εἰσεπράχθησαν διὰ μελέτας περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ; Ἂν τὰ χρήματα ἐκεῖνα ἦσαν προωρισμένα καὶ διὰ τὴν ἀνάγκην ταύτην, τότε ἡ πίστωσις αὕτη δὲν θέλει βαρύνει τὸ Δημόσιον ἀλλὰ τὸ πόρισμα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἂν ὅμως δὲν προωρίζοντο διὰ τὰς ἀνάγκας ταύτας, νὰ μᾶς δοθῇ σημείωσις, ποῦ ἐδαπανήθησαν τὰ χρήματα αὐτά.
§129ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἐνταῦθα παρατηρῶ, ὅτι ἡ χρονολογία εἶναι ἐσφαλμένη.
§130ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ ἔξοδα τῶν μελετῶν, ἅτινα ἐγένοντο κατὰ τὸ 1888, ἐπληρώθησαν διὰ πιστώσεως, χορηγηθείσης διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888. Ἀλλὰ, κατὰ τὰς διασαφήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τώρα, πρόκειται περὶ μελετῶν κατὰ τὸ 1889. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ διασαφήσῃ κάλλιον τὴν φράσιν, ἧς ἐποιήσατο χρῆσιν ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ «τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ ἀναγκαίου προσωπικοῦ». Διότι, ὅταν πρόκηται περὶ ἀποζημιώσεως προσώπων, ἀκριβέστερον ἦτο νὰ προσδιορισθῶσι λεπτομερέστερον τὰ περὶ τούτου.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον θὰ δώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συνομολογήσεως λαχειοφόρου δανείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.
§133ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου προτεινόμενον λαχεῖον εἶναι νέα καὶ πικρὰ ἐμφάνισις τοῦ παρ’ ἡμῖν ἐφαρμοζομένου οἰκονομικοῦ συστήματος. Καὶ τὸ λαχεῖον τοῦτο εἶναι εἷς οἰκονομικὸς συνδυασμὸς, διὰ τοῦ ὁποίου, ὅπως καὶ διὰ τῶν ἄλλων, ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ νὰ προμηθευθῇ χρήματα. Κατὰ τὰς δοθείσας ἐξηγήσεις ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δι’ αὐτοῦ πρόκειται νὰ λάβῃ 13,000,000, ἢ καὶ πλειότερα, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ 9,000,000 ὁριστικῶς ἐπὶ ἐτησίᾳ πληρωμῇ ἐπὶ 65 ἔτη, 520 φράγκων περίπου, ἀναγκαίων διὰ χρεωλύσιον, ἀμοιβὰς καὶ λαχνοὺς τοῦ λαχείου, καὶ τὰ ἕτερα 4,000,000 ἄνευ οὐδεμιᾶς πληρωμῆς, πρὸς ὄφελος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο τῶν 13,000,000 περίπου θὰ χρησιμοποιήσῃ, διὰ νὰ μετατρέψῃ τὸ δάνειον τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ 1824 καὶ 1825, ἀπαλλάξῃ τὸ χρεωλύσιον αὐτοῦ, ἀνερχόμενον εἰς 1,066,000 φράγκων περίπου, καὶ δι’ αὐτοῦ σχηματίσῃ ἕτερον συνδυασμὸν, προωρισμένον νὰ φέρῃ εἰς τὸ Δημόσιον πλειότερα χρήματα. Ὑπὸ τὴν ταμιευτικὴν ταύτην ἔποψιν ὁ οἰκονομικὸς συνδυασμὸς τοῦ λαχείου στηρίζεται ἐπὶ τῶν γνωστῶν ἀρχῶν τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ἐνῷ οἱ ἄλλοι συνδυασμοὶ αὐτῆς ἐπέβαλον ἐπιπρόσθετα χρηματικὰ βάρη εἰς τὸ Δημόσιον, ὅπως ἐλάβομεν ἀφορμὴν πολλάκις νὰ ἐξηγήσωμεν τοῦτο, ὁ παρὼν συνδυασμὸς παρέχει χρηματικὴν ὠφέλειαν, διότι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διὰ τὰ δάνεια τοῦ Δημοσίου πληρονομένου σήμερον τόκου τῶν 6% μένει ἐκ τοῦ λαχείου, συνομολογουμένου πρὸς 4% περίπου κατ’ ἔτος, διὰ τόκον καὶ χρεωλύσιον κέρδος ἐτήσιον ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας 200,000 φράγκων περίπου. Παρέχον ὅμως τὸ κέρδος τοῦτο, τὸ λαχεῖον ἐπιβάλλει εἰς τὸν τόπον βάρος, ἀσυγκρίτως ἀνώτερον, διὰ τῆς ἐν αὐτῷ εἰσαγωγῆς θεσμοῦ, παρὰ πάντων ἀναγνωριζομένου ὡς ἀνηθίκου καὶ ὡς ἐπιβλαβοῦς εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ. Δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν παραδείγματα λαχείων Κυβερνήσεων, καὶ φιλανθρωπικῶν καὶ θρησκευτικῶν ἀκόμη καταστημάτων. Πανταχοῦ ὅμως καὶ ἡ ἐπιστήμη καὶ οἱ κηδόμενοι τῶν συμφερόντων τοῦ Ἔθνους αὐτῶν καταδικάζουσι τὰ λαχεῖα δικαίως καὶ ὀρθῶς. Ἐν τῇ καρδίᾳ τοῦ ἀνθρώπου ὑπάρχουσι δύο αἰσθήματα ἀντίθετα καὶ ἀλληλαναιρούμενα. Τὸ αἴσθημα τοῦ κέρδους καὶ τῶν ἐξ αὐτοῦ ἀπολαύσεων καὶ τὸ αἴσθημα τῆς ὀκνηρίας. Τὸ πρῶτον δὲν δύναται νὰ ἱκανοποιηθῇ ἄλλως, ἢ διὰ τῆς ἐργασίας. Πᾶς, ὁ θέλων νὰ κερδήσῃ, ὀφείλει νὰ ἐργασθῇ, πάντες οἱ ἐργαζόμενοι, ἐκτὸς ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, πράττουσι τοῦτο, οὐχὶ ἐξ ἔρωτος πρὸς τὴν ἐργασίαν, ἀλλὰ πρὸς ἀπόλαυσιν τοῦ ἐξ αὐτῆς προκύπτοντος κέρδους. Πᾶς δὲ μὴ ἐργαζόμενος καὶ παραδιδόμενος εἰς τὴν ὀκνηρίαν δυσκόλως δύναται νὰ προσδοκᾷ κέρδη. Ἕνεκα τούτου τὸ δεσπόζον αἴσθημα ἐν πάσῃ καλῶς ὠργανωμένῃ κοινωνίᾳ εἶναι ἡ φιλεργία, καὶ οὐχὶ ἡ ὀκνηρία. Τὸ λαχεῖον δὲ εἶναι ἰσχυρὸν μέσον, συμβιβάζον τὰ δύο ταῦτα αἰσθήματα, πρὸς βλάβην τῆς φιλεργίας καὶ πρὸς ὄφελος τῆς ὀκνηρίας. Οἱ πλεῖστοι τοῦ λαοῦ, μὴ δυνάμενοι νὰ ἐννοήσωσι τὸ ἀσήμαντον τῆς πιθανότητος κέρδος, ἥτις ὑπάρχει ἐν τοῖς λαχείοις, οἷόν ἐστι τὸ προτεινόμενον, ἑλκύονται ὑπὸ τῆς ἐλπίδος, ὅτι δύνανται νὰ κερδήσωσι τοὺς ἐν αὐτοῖς λαχνούς. Θεραπεύοντες δ’ οὕτω τὸ αἴσθημα τοῦ κέρδους, ἀποκρούουσι τὴν ἐργασίαν, ἥτις φύσει ἔχει τὸ δυσάρεστον, καὶ ἐπαφίνονται εἰς τὴν ὀκνηρίαν, ἥτις ἀποβαίνει τὸ δεσπόζον ἐν αὐτοῖς αἴσθημα. Διὰ ν’ ἀποκτήσωσι δὲ τὸ λαχεῖον, τὸ τοιαύτας γεννῶν εἰς αὐτοὺς ἐλπίδας, ἐξοδεύουσιν εἰς ἀγορὰς λαχνῶν τὸ προϊὸν τῆς ἐργασίας αὑτῶν, ὅπερ, ἄνευ τούτου, ἤθελον χρησιμοποιήσει διὰ τὴν βελτίωσιν καὶ ἀνάπτυξιν τοῦ ἐπαγγέλματός των. Συνήθως δὲ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ὠθοῦνται καὶ εἰς ἐγκληματικὰς πράξεις, ὅπως εὕρωσι τὰ πρὸς ἀγορὰν λαχείων ἀναγκαῖα χρήματα. Ταῦτα, Κύριοι, δὲν εἶναι ἁπλῆ θεωρία, ἀλλ’ ἀλήθεια, διὰ τῶν πραγμάτων ἀποδειχθεῖσα πανταχοῦ, ὅπου εἰσήχθησαν τὰ λαχεῖα, ἅτινα σήμερον ἀποδοκιμάζουσι πάντα τὰ πεπολιτισμένα Ἔθνη. Καὶ ἐκεῖνα μὲν, ἅτινα δὲν εἶχον τοιαῦτα, ὡς ἐν Ἀγγλίᾳ, τὰ ἀποκρούουσιν ὁλοσχερῶς. Ἐκεῖνα δὲ, ἅτινα εἶχον πρότερον, ὡς ἐν Γερμανίᾳ καὶ Γαλλίᾳ, ἀνέχονται μὲν κατ’ ἐξαίρεσιν τὰ ὑπάρχοντα, οὐχὶ καθαρῶς λαχεῖα, ὡς τὸ παρ’ ἡμῖν εἰσαγόμενον, ἀλλὰ λαχειοφόρα ἔντοκα δάνεια, ὡς τὰ τῆς Ἐθνικῆς ἡμῶν Τραπέζης, ἀπαγορεύουσι ὅμως τὴν σύστασιν νέων. Τὰ Κράτη δὲ, ἅτινα, ὡς ἡ Αὐστρία καὶ ἡ Ἰταλία ἐξακολουθοῦσι παραδεχόμενα τὴν ἔκδοσιν λαχείων, πράττουσι τοῦτο, διότι δὲν δύνανται ν’ ἀπαλλαγῶσιν αὐτῶν, ἅτινα μένουσιν ὡς συνέπεια προηγουμένης κακῆς τῶν οἰκονομικῶν αὑτῶν καταστάσεως. Τὸ μόλυσμα τοῦτο τῶν λαχείων θέλομεν νὰ εἰσάξωμεν εἰς τὸν τόπον, χάριν ἀσημάντου σχετικῶς κέρδους. Τὸ λαχεῖον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, τὸ ἱδρυθὲν κατὰ τὸ 1874, ὅπερ εἶχε χαρακτῆρα ἀθύρματος καὶ γενικῆς μᾶλλον πρὸς αὐτὴν συνδρομῆς, καὶ ἐξ οὗ μέχρι σήμερον μόλις ἐπωλήθησαν γραμμάτια ἀξίας ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ζητοῦμεν ν’ ἀντικαταστήσωμεν δι’ ἑτέρου, σχηματιζομένου καθ’ ὅλους τοὺς κανόνας τῆς τέχνης, καὶ προωρισμένου νὰ ἐξεγείρῃ τὰ κερδοσκοπικὰ αἰσθήματα τοῦ λαοῦ. Τὸν ἀνήθικον δὲ τοῦτον θεσμὸν θεμελιοῦμεν ἐπὶ τῶν ἀρχαιοτήτων ἡμῶν, ἃς ὀφείλομον νὰ θεωρῶμεν ὡς τὸ πολυτιμότερον ἐθνικὸν κειμήλιον. Πότε δὲ εἰσάγομεν ἐν τῷ τόπῳ τὸ μόλυσμα τοῦτο; Ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις παριστᾷ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ὡς ἀνθηρὰ μὲν ἐν τῷ παρόντι, αἴσια δὲ ἐν τῷ μέλλοντι. Ὅστις ἀναγνώσει τὰς ἀγορεύσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν καὶ γνωρίσει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, θὰ ἀπορήσῃ βεβαίως, καὶ θὰ ὑποθέσῃ, ἢ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εἶχε καθαρὰν καὶ ἀκριβῆ συνείδησιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ἢ ὅτι, ὑποβάλλων τὸ παρὸν νομοσχέδιον, μετὰ τὰς ἀγορεύσεις του ταύτας, ἐπίστευεν, ὅτι ἀπετείνετο πρὸς ἀκροατήριον, στερούμενον τῆς κοινῆς λογικῆς καὶ μὴ δυνάμενον νὰ κρίνῃ περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τόπου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι καθαρὰ καὶ ἀναμφισβήτητος διάψευσις τῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ἐὰν τὰ ἰσοζύγια καὶ τὰ περισσεύματα τῶν Προϋπολογισμῶν ἡμῶν ἦναι ἀληθῆ, ὡς βεβαιοῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διατὶ εἰσάγομεν εἰς τὸν τόπον τὸν ἀνήθικον καὶ ἐπιβλαβῆ θεσμὸν τῶν λαχείων, ὅπως οἰκονομήσωμεν ἐτησίως 200,000 φρ. ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, καὶ εὐκολύνωμεν τὴν εὕρεσιν τῶν ἀρχαιοτήτων, μολύνοντες αὐτὰς δι’ ἑνὸς τοιούτου θεσμοῦ; Τὸ θέμα παρίσταται τοσούτῳ καθαρὸν, ὥστε νομίζω περιττὸν, νὰ ἐκτείνω πλειότερον τὸν λόγον πρὸς ἀπόδειξιν τῆς διαψεύσεως, ἥν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δίδει εἰς τὰς ἐπαγγελίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἡμεῖς, οἱ τῆς πτέρυγος ταύτης, (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) καίπερ μὴ συμμεριζόμενοι τὰς γνώμας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, θέλομεν βεβαίως καταψηφίσει τὸ νομοσχέδιον, διότι, καίπερ μὴ θεωροῦντες αὐτὰ ἐν ἀνθηρᾷ καταστάσει, δὲν παραδεχόμεθα ὅμως, ὅτι περιῆλθον εἰς κατάστασιν, ἐπιβάλλουσαν ἡμῖν τὴν ἐν τῷ τόπῳ εἰσαγωγὴν τῶν λαχείων. Οἱ τῆς πτέρυγος ὅμως ἐκείνης, (δεικνύει τὴν δεξιὰν) οἱ πιστεύοντες τὰς ἐπαγγελίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὀφείλουσι κατὰ μείζονα λόγον νὰ καταψηφίσωσιν αὐτὸ, ὅπως ἀποδείξωσιν, ὅτι εἰλικρινῶς παραδέχονται ὡς ἀνθηρὰν τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, καὶ ὅτι, ψηφίζοντες ὑπὲρ τοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ἐπὶ τοιαύτης στηριζομένου καταστάσεως, πράττουσι τοῦτο ἐν γνώσει τῶν περιστάσεων τῆς χώρας καὶ τῶν πρὸς αὐτὴν καθηκόντων αὐτῶν.
§134ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ διατελῶ Πρόεδρος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, θεωρῶ καθῆκόν μου, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τῶν ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίων ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν συμφερόντων αὐτῆς. Ὁ κύριος λόγος τῆς κατακρίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἶναι, ὡς ἠκούσατε, ὅτι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία γίνεται ὄργανον τῆς Κυβερνήσεως ἡ ὁποία διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου οὐδὲν ἄλλο ζητεῖ, ἢ νὰ πορισθῇ χρήματα δι’ ἑαυτήν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία παρίσταται κατὰ τύπον μόνον ὡς συναλλαττόμενον μέρος εἰς τὴν μέλλουσαν νὰ συνομολογηθῇ σύμβασιν, διότι αὕτη κατ’ οὐσίαν καὶ πράγματι θὰ συνομολογηθῇ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ αὕτη πρόκειται νὰ ἐγγυηθῇ τὸ δάνειον καὶ νὰ ἀναλάβῃ πᾶσαν ἐξ αὐτοῦ εὐθύνην, ἀλλ’ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία θέλει πορισθῆ ἐκ τῆς συμβάσεως ταύτης τὴν πραγματικὴν καὶ καθ’ ἑαυτὴν μεγίστην ὠφέλειαν, ἀντὶ τοῦ ἀποκλειστικοῦ αὐτῆς δικαιώματος ἐπὶ τοῦ λαχείου, τὸ ὁποῖον, παραχωρεῖ, διότι θὰ λάβῃ ὡς τελείαν καὶ καθαρὰν περιουσίαν αὐτῆς τὸ ποσὸν τῶν 4,000,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον, κατατιθέμενον παρὰ τῷ Δημοσίῳ καὶ κανονιζόμενον πρὸς 5%, θὰ ἀποφέρῃ εἰς αὐτὴν εἰσόδημα καθαρὸν καὶ διαρκὲς ἐκ δραχμῶν 200,000 κατ’ ἔτος εἰς χρυσόν. Εἰσόδημα δὲ τοιοῦτον ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία δὲν κατορθοῖ ποτὲ, ὄχι μόνον νὰ ἀνεύρῃ, ἀλλ’ οὔτε νὰ φαντασθῇ κἄν μέχρι τοῦδε, μεθ’ ὅλας τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησε, καὶ μεθ’ ὅλας τὰς ἐνεργείας, εἰς ἃς προέβη πρὸς χρησιμοποίησιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος δικαιώματος αὐτῆς ἐπὶ τοῦ λαχείου, ἐξ οὗ μέχρι τοῦδε οὐδέποτε προσεπορίσθη ἐτησίως ποσὸν ἀνώτερον τῶν 40,000 μέχρι 45,000 δραχμῶν, κατὰ μέσον ὅρον, καθαρὸν, δηλαδὴ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἀμοιβῶν καὶ τῶν ἄλλων ἐξόδων. Ἀλλ’ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, ἡ ὁποία τοιουτοτρόπως ἀποκτᾷ τὸ κεφάλαιον τῶν 4,000,000 δραχμῶν καὶ τὸν ἐξ αὐτοῦ διαρκῆ καὶ σταθερὸν τόκον, μήπως ἀποβάλλῃ κἄν τὸ εἰσόδημα αὐτῆς ἐπὶ τοῦ μνησθέντος ἰδιαιτέρου αὐτῆς λαχείου; Ὄχι· διότι διατηρεῖ τὸ δικαίωμα αὐτῆς τοῦτο· ὁ μόνος δὲ σχετικὸς περιορισμὸς, ὅστις τίθεται κατὰ τὰς γενομένας οἰκείας διαπραγματεύσεις, εἶναι, ὅτι δὲν δύναται νὰ διαθέτῃ λαχνοὺς τοῦ λαχείου τούτου εἰς τὸ ἐξωτερικόν· ἀλλ’ ἡ ἐντεῦθεν ζημία θὰ ἦναι ἀσήμαντος, διότι μικρὸν μόνον σχετικῶς ποσὸν διατίθεται, κατὰ τὴν μέχρι τοῦδε πεῖραν τῆς Ἑταιρίας, εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ὁμιλῶν δὲ πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν, δὲν ἔχω βεβαίως ἀνάγκην νὰ παραστήσω τὴν σημασίαν τοῦ σκοποῦ, εἰς ὃν ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ νὰ ἐξάρω ἑπομένως τὴν χρησιμότητα αὐτοῦ, διότι δι’ ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας ἡ σημασία αὕτη, ἡ ὁποία γενικῶς καὶ πανταχοῦ ἀναγνωρίζεται, ἐνισχύεται καὶ ἀνυψοῦται ἔτι μᾶλλον καὶ δι’ ἕτερον διπλοῦν καὶ ἰδιαίτερον λόγον, ὅστις εἶναι ὁ ἑξῆς, ἤτοι ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸ καθῆκον τῆς εὐλαβείας, τὸ ὁποῖον ἔχομεν πρὸς τὰ ἔργα τῶν προγόνων, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ποριζόμεθα ἐν ταῖς ἀνευρέσεσι καὶ τῇ συντηρήσει τῶν ἔργων τούτων, χάριν τῶν ὁποίων προσέρχονται ἀθρόοι οἱ ξένοι εἰς τὴν Ἑλλάδα, πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως οὕτως ὠφελοῦντες τὸν τόπον. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς Ἄρτης ἤγειρε καὶ ἑτέραν αἰτίασιν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τουτέστι προέβαλε τὸ κατ’ ἀρχὴν ἀνήθικον αὐτοῦ, ὡς ἐκ τοῦ λαχείου, ὅπερ ἀποτελεῖ τὴν βάσιν αὐτοῦ, καὶ τὸ ὁποῖον θεωρεῖται πανταχοῦ, ὡς ἀντιστρατευόμενον εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς δημοσίας ἠθικῆς, προσθεὶς μάλιστα, ὅτι βεβηλοῦνται, οὕτως εἰπεῖν, δι’ αὐτοῦ καὶ αὐταὶ αἱ ἀρχαιότητες, ὅταν πρόκηται νὰ ἐξυπηρετηθῶσι διὰ μέτρου, προσκρούοντος εἰς τὸν σεβασμὸν, τὸν ὀφειλόμενον εἰς αὐτάς. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ὅμως, φρονῶ, ὅτι οὔτε ἀνάγκην, οὔτε δικαίωμα ἔχομεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν θεωριῶν τούτων, αἱ ὁποῖαι καθ’ ἑαυτὰς δύνανται νὰ ὦσιν ὀρθαί. Δὲν ἔχομεν δὲ τὸ δικαίωμα τοῦτο οὔτε σχετικῶς πρὸς ἡμᾶς, δηλ. σχετικῶς πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον, οὔτε σχετικῶς πρὸς τὸ Κράτος, παρὰ τῷ ὁποίῳ κυρίως θὰ λειτουργήσῃ τὸ λαχεῖον, δηλ. σχετικῶς πρὸς τὴν Αὐστρουγγαρίαν. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς ἡμᾶς, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα τοῦτο, διότι αὐτὴ αὕτη ἡ Βουλὴ, ἡ ὁποία προσκαλεῖται σήμερον παρὰ τοῦ κ. Καραπάνου, ν’ ἀποῤῥίψῃ τὴν σύμβασιν, λόγῳ τοῦ ἀνευθύνου δῆθεν αὐτῆς, αὐτὴ αὕτη ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ καθιέρωσε τὴν ἀρχὴν ταύτην διὰ τοῦ νόμου περὶ λαχείων, διὰ τοῦ ὁποίου ῥητῶς καὶ σαφῶς παρεδέχθη καὶ ἀνεγνώρισεν ἐξαιρετικῶς τὸ λαχεῖον τοῦτο, τὸ ὑπὲρ τῶν ἀρχαιοτήτων. Ἐπ’ οὐδενὶ δὲ λόγῳ μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον, νὰ ψηφίζωμεν μὲν τοὺς νόμους, νὰ παρεμποδίζωμεν δ’ ἔπειτα καὶ νὰ ματαιῶμεν τὴν ἐφαρμογὴν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ εἰς τὸ Κράτος, παρὰ τῷ ὁποίῳ κυρίως, ὡς εἶπον, θὰ λειτουργήσῃ τὸ λαχεῖον, δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς ἐξέτασιν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος θεωριῶν, διότι, ὡς γνωστὸν, εἰς τὴν Αὐστρουγγαρίαν ὅλα τὰ λαχεῖα ἐπιτρέπονται μέχρι τοῦδε, ὑπὸ τὸν τύπον τῶν λαχειοφόρων δανείων, διάφορα τῶν ὁποίων ἔχουσι συνομολογηθῆ καὶ μετὰ τῶν Ἑταιριῶν τοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ. Εἰς τὰς ὀλίγας ταύτας παρατηρήσεις ἀρκοῦμαι, διότι νομίζω, ὅτι εἶναι ἀποχρῶσαι πρὸς ἀπόδειξιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ὠφέλιμον, καὶ παρακαλῶ ἑπομένως τὴν Βουλὴν, νὰ ἐπιψηφίσῃ αὐτό.
§135ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἐν πρώτοις, κύριοι Βουλευταὶ, ὁμολογῶ, ὅτι ἠσθάνθην ἐνδόμυχον εὐχαρίστησιν, ἠθικὴν ἱκανοποίησιν, ἀκούσας ὅσα ὁ κ. Καραπάνος εἶπεν ἐντεῦθεν. Συμμερίζομαι δὲ πληρέστατα τὴν ἀντιπάθειαν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασε τόσον εὐγλώττως πρὸς τὰ λαχειοφόρα δάνεια. Τὸ λαχεῖον εἶναί τι ἐν ἑαυτῷ ἀνήθικον, καὶ δὲν πιστεύω, ὅτι τὸ παράδειγμα ἄλλων Κρατῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ἐλειτούργησε καὶ λειτουργεῖ ὁ θεσμὸς οὗτος, ἀρκεῖ νὰ δικαιώσῃ καὶ ἡμᾶς, τοῦτο πράττοντας. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀρχὴν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν δικαιοῖ καὶ τὸν θεσμὸν τοῦτον, καὶ δὲν ἐμποδίζει τὸν κ. Καραπάνον, καὶ πάντα ἄλλον, τὰ αὐτὰ φρονοῦντα, νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του, καὶ νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ. Ἀλλ’ ὁ κύριος λόγος, δι’ ὃν ἀνῆλθον τὸ βῆμα, εἶναι ὁ ἑξῆς. Δὲν δύναμαι νὰ ἀντιληφθῶ, διατὶ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἔχει ὑπηρεσίαν ὠργανωμένην, ἀφορῶσαν εἰς τὰς ἀρχαιότητας, προκειμένου νὰ κάμῃ χρηματικήν τινα θυσίαν, νὰ ἐγγυηθῇ δάνειον, δὲν ἐνεργεῖ ὑπὲρ τῆς ἰδίας αὐτῆς ὑπηρεσίας, διατὶ δὲν παρέχει τὰ μέσα ταῦτα, τὰς 250,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος, εἰς τὴν ἰδίαν ἑαυτῆς ὑπηρεσίαν. Ἐὰν φρονῇ, ὅτι ἡ ὑπηρεσία αὕτη εἶναι ἀτελῶς ὠργανωμένη, ἂς τὴν τελειοποιήσῃ, ἂς μεταχειρισθῇ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα θέλει νὰ δώσῃ εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, πρὸς βελτίωσιν, πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἀρχαιολογικῆς ἑαυτῆς ὑπηρεσίας. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀντιληφθῶ, ἐπαναλαμβάνω, τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία ἔχει ἰδίαν ἀρχαιολογικὴν ὑπηρεσίαν, δὲν μεταχειρίζεται τὸ δάνειον αὐτό, διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας αὐτὴ θὰ κάμῃ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς εἶναι συγκεκροτημένη ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, ἀλλὰ δὲν δύναμαι, προκειμένου περὶ τόσον σπουδαίου δανείου, νὰ μὴ παρατηρήσω καὶ τὰ ἑξῆς. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἰς προγενεστέραν ἐποχὴν, ἐὰν δὲν πλανῶμαι, πρὸ 35 ἐτῶν, ἐγένετο εἰσβολή, οὕτως εἰπεῖν, ἑταίρων ἐν τῇ Ἀρχαιολογικῇ Ἑταιρίᾳ, πρὸς τὸν μόνον σκοπὸν, νὰ ἀνατρέψωσι τὰς καθεστηκυίας Ἀρχὰς τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Ἀγνοῶ ὑπὸ ποίους ὅρους σήμερον καταστατικοὺς λειτουργεῖ ἡ Ἑταιρία. Περὶ τούτου εἶναι ἁρμόδιος νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Ἐὰν ὅμως τὰ πράγματα ἔχωσιν, ὅπως εἶχον ἄλλοτε καὶ ὅπως δυστυχῶς ἔχουσι καὶ εἰς τὰς πλείστας παρ’ ἡμῖν Ἑταιρίας, ποίαν ἐγγύησιν ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν θέλει καταληφθῆ τυχὸν ἡ Ἑταιρία παρὰ προσώπων, ἥκιστα ἀρχαιολόγων; Καὶ μάλιστα δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι καὶ σήμερον ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, ἐκτὸς ἐξαιρέσεων, καὶ ἐξαιρέσεων δυστυχῶς ὀλίγων, δὲν συγκροτεῖται ἀπὸ ἀρχαιολόγους. Δὲν εἶναι καθαρῶς ἐπιστημονικὴ Ἑταιρία αὕτη, καὶ ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας μᾶς φέρῃ ἐνταῦθα τὸν κατάλογον τῶν μελῶν αὐτῆς, θὰ ἦναι εὔκολον νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει εἷς ἀρχαιολόγος ἐπὶ πλείστων μελῶν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Ἡ μεγάλη πλειονότης τῶν μελῶν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσι πράγματι, ἢ ὡς οἱ καλούμενοι amateurs. Εἶναι βεβαίως ἐντιμότατοι ἄνθρωποι, ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτοὶ, ἐν τῷ συνόλῳ λαμβανόμενοι, οἵτινες θὰ διευθύνωσι τὰς ἐργασίας, τὰς μεγάλας, τὰς ἐκτεταμένας, αἵτινες πρόκειται νὰ γίνωσι διὰ 250,000 φράγκων χρυσῶν, καθὼς μᾶς εἶπεν ὁ κ. Κοντόσταυλος, κατ’ ἔτος. Ἐὰν λοιπὸν αἱ ἐργασίαι αὗται θέλωσιν εἶσθαι τὸ ἀντικείμενον τῆς μελέτης ὀλίγων ἁρμοδίων καὶ διακεκριμένων προσώπων, ὅπως ὁμολογουμένως εἶναι ὁ Πρόεδρος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, τότε δὲν βλέπω, διατὶ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἔχει ὑπηρεσίαν ὠργανωμένην ἐκ προσώπων εἰδικῶν, νὰ μὴ συμπληρώσῃ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην καὶ ν’ ἀναθέσῃ εἰς αὐτὴν νὰ ἐκτελέσῃ διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου τὰς ἐργασίας, τὰς ὁποίας πρόκειται ν’ ἀναθέσῃ εἰς Ἑταιρίαν, ἀναρμοδίαν ὑπὸ ἐπιστημονικὴν ἔποψιν. Διότι, ὅπως εἶναι συγκεκροτημένη ἡ ἐν λόγῳ Ἑταιρία, δὲν εἶναι σῶμα ἐπιστημονικόν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπορία μου. Λέγω δὲ, ὅτι μετέχει καὶ κινδύνου τινὸς τὸ ζήτημα. Γνωρίζω ἓν περιστατικόν, τὸ ὁποῖον θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ ν’ ἀφηγηθῶ. Ὡς Ἔφορος τοῦ Ἀμαλιείου ἔλαβον ἀφορμὴν πλέον ἢ ἅπαξ κατὰ τὸ ὀκταετὲς διάστημα, καθ’ ὃ ἐφορεύω τοῦ καταστήματος τούτου, νὰ συσκεφθῶ μετὰ τῶν εὐγενῶν κυριῶν τῆς Διοικούσης Ἐπιτροπῆς, ἐὰν δὲν ἔπρεπε νὰ λάβωμεν μέτρον τι, ὅπως ἀποφύγωμεν πιθανὴν εἰσβολὴν, περὶ τῆς ὁποίας εἴχομεν λάβει νύξεις τινάς. Διὰ νὰ γίνῃ Κυρία τις μέλος τῆς φιλανθρωπικῆς ἑταιρίας τῶν Κυριῶν τοῦ Ἀμαλείου, ἀρκεῖ νὰ καταβάλῃ 40 φράγκα, διότι ὁ ἐλάχιστος ὅρος τῆς καταβολῆς τῆς ἐτησίας εἶναι 15 δραχμαὶ, καὶ ἡ ἐφ’ ἅπαξ συνδρομὴ, ὅπως λάβῃ τὸ δίπλωμα, εἶναι κατ’ ἐλάχιστον ὅρον δραχ. 25, ἑπομένως ἑταιρία λωποδυτῶν, ἔχουσα εἰς τὴν διάθεσίν της ὀλίγας χιλιάδας δραχμῶν, τέσσαρας μόνον χιλιάδας, θὰ ἠδύνατο, κατὰ θεωρίαν, τὴν ὁποίαν ἤκουσα ὑποστηριχθεῖσαν παρὰ νομικῶν ἀνδρῶν, νὰ καταλάβῃ τὴν Ἑταιρίαν. Ἀληθῶς οὔτε αἱ εὐγενεῖς Κυρίαι τῆς Διοικούσης Ἐπιτροπῆς, οὔτε ἐγὼ ἠσπάσθημεν τὴν θεωρίαν ταύτην. Καὶ εἰς γενομένας ἡμῖν ὑπόπτους προτάσεις ἀπηντήσαμεν αὐθαιρέτως, ὅτι δὲν δεχόμεθα τὰ μέλη ταῦτα. Ἀλλ’ ὅτι ὁ κίνδυνος οὗτος δὲν εἶναι ἄνευ ὑποστάσεως, ἀπόδειξις εἶναι αἱ ἀρχαιρεσίαι, αἱ γενόμεναι πρὸ ὀλίγων ἐτῶν εἰς μεγάλην Ἑταιρίαν, ἀποβλέπουσαν εἰς σπουδαιοτάτην λειτουργίαν· καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ τὴν ὀνομάσω, διότι πιστεύω, ὅτι τὰ πράγματα τὰ γνωρίζετε πάντες. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν πρὸς 37 ἐτῶν ἐνθυμοῦμαι ἀνάλογόν τι περιστατικὸν, διότι πρόσωπον, μεθ’ οὗ συνεδεόμην στενώτατα, ἦτο ἀντιπρόεδρος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Καὶ ἐκεῖ ἐγένετο τοιαύτη εἰσβολὴ, δηλαδὴ τὴν τελευταίαν στιγμὴν πρόσωπά τινα, τὰ ὁποῖα κατέβαλον τὸ ποσὸν, ἐγένοντο δεκτὰ ὡς ἑταῖροι καὶ κατέλαβον τὴν Ἑταιρίαν. Βεβαίως δὲν τὴν κατέλαβον διὰ νὰ λῃστεύσουν χρήματα. Ἦτο ἁπλῶς κομματικὴ ἐνέργεια, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τότε δὲν ἐγένετο διὰ λῃστρικὸν σκοπὸν, δύναται σήμερον νὰ γίνῃ διὰ σκοπὸν κερδοσκοπικὸν, διότι, ὅπως πιστεύω, πᾶς ὁ καταβάλλων ποσόν τι χρηματικὸν ἐλάχιστον δύναται νὰ γίνῃ μέλος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, καὶ, ὡς εἶπον καὶ προηγουμένως, τὸ σῶμα αὐτὸ σήμερον δὲν εἶναι σῶμα ἐπιστημονικόν....
§136ΜΙΑ ΦΩΝΗ. Σῶμα λωποδυτῶν!
§137ΚΟΖΑΚΗΣ. Δὲν γνωρίζω τίς με διακόπτει, ἀλλ’ ἀπαντῶ εἰς αὐτὸν, ὅτι ἡ διακοπή του δὲν εἶναι εὔσχημος, διότι οὐδέποτε ἐνόησα νὰ ἀπευθύνω ὕβριν πρὸς ἀξιοτίμους συμπολίτας, τῶν ὁποίων ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ ἦμαι ἀνώτερος. Καὶ ἐγὼ, ἐὰν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέρος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἤθελον θεωρήσει ἐμαυτὸν τόσον ἀναρμόδιον ὑπὸ ἐπιστημονικὴν ἔποψιν, ὅσον θεωρῶ ἀναρμοδίους τοὺς πλείστους ἐκ τῶν κυρίων, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι μέρος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, διότι δὲν εἶμαι ἀρχαιολόγος. Τοῦτο ἐνόουν νὰ εἴπω. Ἁπλῶς ἐννοῶ νὰ εἴπω, ὅτι, ἂν ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία—τὸ ὁποῖον ἀληθῶς δύναται νὰ τὸ κάμῃ εὐκόλως—ἤθελε λάβει μέτρον τι, τὸ ὁποῖον ν’ ἀσφαλίζῃ τὴν συγκρότησιν τοῦ σώματος τούτου παρὰ προσώπων εἰδικῶν, τότε βεβαίως.....
§138ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ Καταστατικὸν, ἀπαιτεῖται ἔγκρισις τοῦ Συμβουλίου, διὰ νὰ γίνῃ τις μέλος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας· δὲν ἀρκεῖ, νὰ καταβάλῃ μόνον.
§139ΚΟΖΑΚΗΣ. Τοῦτο ἐν μέρει μετριάζει τὸν κίνδυνον, καὶ χαίρω ἀκούων τοῦτο. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ κύριον ζήτημα, τὸ ὁποῖον μὲ ἔφερεν ἐπὶ τοῦ βήματος. Δὲν δύναμαι νὰ ἀντιληφθῶ τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις κάμνει τὴν θυσίαν ταύτην διὰ τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, ἀντὶ νὰ ποιῆται αὕτη χρῆσιν τῶν χρημάτων τούτων, ὅπως διὰ τῆς ὀργανουμένης αὐτῆς ὑπηρεσίας διευθύνῃ τὰς ἀρχαιολογικὰς ἐργασίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπορία μου, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Βεβαίως, ὅσα εἶπεν ὁ κ. Κοντόσταυλος εἶναι ἀλήθειαι, τὰς ὁποίας πάντες ἀνομολογοῦμεν, ὅτι ὁ σκοπὸς, ἡ λειτουργία τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, εἶναι ὕψιστος κατὰ τοῦτο, ὅτι ἀφορᾷ εἰς σκοπὸν, ὅστις ἁπανταχοῦ μὲν εἶναι σπουδαιότατον ἀντικείμενον ἐργασίας τῶν πεπολιτισμένων Ἐθνῶν, εἰδικῶς δὲ δι’ ἡμᾶς ἔχει καὶ μεγάλην ἐθνικὴν σημασίαν, καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι, ὅταν Κυβέρνησις ἐνεργῇ, ὅταν Κυβέρνησις ἐγγυᾶται δάνειον σπουδαῖον, ὅταν Κυβέρνησις πρόκηται νὰ κάμῃ θυσίαν χρηματικὴν, φυσικὸν εἶναι, νὰ τὴν κάμῃ διὰ τὴν ἰδίαν ἑαυτῆς ὑπηρεσίαν, διότι ταύτην δύναται νὰ τὴν διευθύνῃ, καὶ περὶ αὐτῆς δύναται νὰ ἐγγυηθῇ πολὺ καλλίτερον, παρὰ ὅταν αὕτη γίνεται ἐκ μέρους Ἑταιρίας, ἐφ’ ἧς ἐπὶ τέλους δὲν δύναται νὰ ἐξασκήσῃ, ἢ ἔμμεσον ἐπιτήρησιν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον).
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψηφοφορεῖται τὸ σύνολον.
§141Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου, ἐὰν ἦτο εὔκολον νὰ κατασταθῇ πλέον εὔληπτος ἡ σύνταξις τοῦ ἄρθρου 2, τοῦτο θὰ ἦτο ἀναγκαῖον.
§142ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ εὐαρεστηθῇ, πρὸ τῆς βʹ ἀναγνώσεως, νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας περὶ τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐκ μέρους τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως διὰ τὰς ἀνασκαφὰς ἐν Ὀλυμπίᾳ καὶ διὰ τὰς ἐν Δελφοῖς.
§143ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἔγειναν ἐν Δελφοῖς ἀνασκαφαί.
§144ΡΑΛΛΗΣ. Ἔγειναν.
§145ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀνασκαφαὶ, ἐπαγόμεναι δαπάνας, δὲν ἐγένοντο. Ὁ κ. Foucar ἐποιήσατο ἐν Δελφοῖς ἀνασκαφὰς, ὧν χάριν ἐγένετο ἐξαγορὰ οἰκίας, αἱ ἄλλαι ὅμως δαπάναι δὲν ἦσαν ἄξιαι λόγου.
§146ΡΑΛΛΗΣ. Ἐν γένει ἐπιθυμῶ νὰ κατατεθῇ πᾶσα πληροφορία περὶ δαπάνης, γενομένης ἐν Ἑλλάδι λόγῳ ἀνασκαφῆς παρὰ ξένων.
§147ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προσέτι νὰ προσαχθῶσι πληροφορίαι καὶ περὶ τῶν γενομένων δαπανῶν ὑπὸ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἀπὸ τοῦ 1874 μέχρι σήμερον.
§148ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τοῦτο βεβαίως εἶναι καλὸν, καὶ πρὸς τοῦτο δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν τὰ πρακτικὰ τὰ ἐτήσια τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, τὰ ὁποῖα δεικνύουσι καταλεπτῶς ὁποῖαι εἶναι αἱ δαπάναι, παρακαλοῦντες νὰ προσαχθῶσιν ὅσων ἐτῶν θέλετε. Πολὺ δὲ ἤθελε χρησιμεύσει ἡ μονογραφία, ἡ λεπτομερὴς, τοῦ καθηγητοῦ κ. Καστόρχη, περιγράφουσα ἐξ ἀρχῆς τὰ ἔργα τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἐπὶ τὰ μακρὰ ἐκεῖνα ἔτη, καθ’ ἃ ὁ σεβαστὸς οὗτος καθηγητὴς ὑπῆρξε σύμβουλος τῆς Ἑταιρίας. Ἐγὼ δὲ δύναμαι προχείρως ἐνταῦθα νὰ σημειώσω τινὰ μόνον ἔργα τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἥτις διεξήγαγε μεγάλας ἀνασκαφὰς, ὧν δύο ἐξακολουθοῦσιν ἔτι σήμερον, ἀνασκαφὰς ἐξ ἐκείνων, αἵτινες λογίζονται ἁπανταχοῦ ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῆς Ἀρχαιολογίας ἀρκοῦμαι δὲ ἀναφέρων τὴν τῆς Ἐπιδαύρου, ἔχουσαν ἀξίαν ἴσην πρὸς τὴν τῆς Ὀλυμπίας, εἰμὴ κατὰ τὰ κινητὰ εὑρήματα, βεβαίως ὅμως ἀρχαιολογικῶς καὶ ἐν γένει ἀρχιτεκτονικῶς· τὴν καὶ ταύτην τὴν ὥραν δαπάνῃ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας γινομένην ἀνασκαφὴν τῆς Ἀκροπόλεως, ἧς ἡ σημασία εἶναι μοναδική· τὴν ὡσαύτως ἐξακολουθοῦσαν ἀνασκαφὴν τῶν Μυκηνῶν, εἰς συνέχισιν τῆς ἐρεύνης τοῦ Σχλήμαν· τὴν τῆς Ἐλευσῖνος σπουδαιοτάτην ἀποκάλυψιν. Ταῦτα ἐκ τῶν πολλῶν ἔργων τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας τὰ σπουδαιότατα.
§149ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ λάβωμεν περιληπτικώτερον πίνακα ἀντὶ τῶν τευχῶν ὅλων, τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς ἦναι δύσκολα.
§150ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι πίνακες.
§151ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ζητῶ νὰ κατατεθῇ πίναξ, δεικνύων ἀπὸ τοῦ 1874 μέχρι σήμερον, τίνες εἰσὶν οἱ πόροι τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας καὶ τίνες αἱ δαπάναι αὐτῆς. Νομίζω, ὅτι δι’ ἄλλου μέσου δυνάμεθα νὰ δώσωμεν πόρους εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, ἂν ὑφίσταται ἐπείγουσα ἀνάγκη· πρέπει δὲ ν’ ἀποφύγωμεν τὴν διὰ τοῦ μέτρου τοῦ λαχείου παροχὴν τοιούτων πόρων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ὡμίλησεν οὐχὶ περὶ τοῦ θέματος, ὅπερ συζητοῦμεν, ἀλλὰ περὶ τῶν ἔργων καὶ τῆς ἀξίας αὐτῆς, ἣν ἀναγνωρίζω καὶ ἐγώ, ὅπως καὶ ὁ κ. Πρόεδρος αὐτῆς. Ἀκριβῶς δὲ εἷς ἐκ τῶν λόγων, δι’ οὓς λυποῦμαι, εἶναι, ὅτι τὸ μόλυσμα τῶν λαχείων εἰσάγεται παρ’ ἡμῖν διὰ τῆς θύρας τῆς Ἀρχαιολογίας. Ἐὰν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ἦναι εἰς ἣν θέσιν παρίστανται ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν φίλων αὐτοῦ, δυνάμεθα νὰ παράσχωμεν εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν πόρους, ἀρκοῦντας πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων αὐτῆς. Διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξετάσωμεν τοῦτο λεπτομερέστερον, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, δεικνύοντα τὰς εἰσπράξεις τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας καὶ τὰς δαπάνας αὐτῆς ἀπὸ τοῦ 1874 μέχρι σήμερον.
§152ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Μίαν πληροφορίαν, παρακαλῶ. Τί δαπανᾷ τὸ Δημόσιον κατ’ ἔτος διὰ τὰς ἀρχαιότητας ἐν τῷ συνόλῳ;
§153ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Προϋπολογισμὸς περιέχει ἔξοδα ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας, κατὰ μὲν τὸ 1888 138,000 δραχμῶν, κατὰ δὲ τὸ 1889, 99,000, ἀλλὰ πλὴν τούτων καὶ τὰ εἰς τὴν οἰκοδομὴν τοῦ Μουσείου δαπανώμενα.
§154ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ταῦτα κυροῦσι τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα, ὅτι, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δαπανᾷ ὑπὲρ τὰς 100,000 δραχμῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, πιστεύω ὅτι δύναται νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς τὴν ἰδίαν ὑπηρεσίαν καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ζητεῖ διὰ τὴν Ἑταιρίαν. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 καὶ 15′ μ. μ.