1889.01.23
2.305 στίχοι · 17.391 λέξεις · 181 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 65.
Τῆς 23 Ἰανουαρίου 1889.
(Δευτέρα)
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηλεγράφημα κατοίκων Φερσάλων, ἐκτιθέντων ὅτι ὁ Ἰωάννης Παπασωτηρίου, πρώην Εἰρηνοδίκης Φερσάλων, ἀπολυθεὶς τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1886, λόγῳ παραβάσεως τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου, καὶ καταδικασθεὶς εἰς πρόστιμον 3,500 δραχμῶν, διατελεῖ ἀκαταδίωκτος. Παραπέμπεται τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§2Δ. Μ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Παρακαλῶ, νὰ προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκτελέσεως ὑδραυλικῶν ἔργων εἰς τὸ λεκανοπέδιον Ἀθηνῶν.
§3ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι σπουδαιότατον, διότι ἀφορᾷ εἰς τὴν δι’ ὕδατος τροφοδότησιν τῆς πρωτευούσης· εἶναι νομοσχέδιον τῆς πρώτης ἀνάγκης, καὶ ἂν ὑπάρξῃ καιρὸς, βεβαίως θέλει προτιμηθῇ.
§4ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις οὔτε ἐντεῦθεν, οὔτε ἐκεῖθεν.
§5ΤΖΑΝΕΣ. Ἔλαβον ἐντολὴν ἐκ μέρους τῶν κατοίκων Μεσσήνης, νὰ ἐκφράσω τὰς εὐχαριστίας αὐτῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τὸ ὁποῖον εἰσήγαγε νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως Γυμνασίου αὐτόθι. Ἀπήντησα αὐτοῖς, ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς τοιαῦται εὐχαριστίαι νὰ ἀπευθύνωνται πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Οὗτοι δὲ μοὶ ἀπήντησαν, ὅτι ὑπέβαλον τὰς εὐχαριστίας των ἐγγράφως, ἀλλ’ ἔχουσιν ἀνάγκην τὰς εὐχαριστίας αὐτὰς καὶ εἷς Βουλευτὴς Μεσσηνίας, καὶ ἐγὼ ἰδίᾳ, νὰ τὰς ἐκφράσω πρὸς αὐτὴν ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἐγὼ εἶπον αὐτοῖς καὶ πάλιν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τῶν εὐχαριστιῶν νὰ ἐπιτευχθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητοῦσι, δηλ. νὰ ἐγγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἐν τοῖς πρώτοις τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι ἡ ἀριστερὰ δὲν ἐπιτρέπει τὴν συζήτησιν, διὰ λόγους, ἀφορῶντας εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Καὶ πράγματι, κύριοι Βουλευταὶ, τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ἵδρυσιν Γυμνασίου ἐν Μεσσήνῃ, εἶναι σπουδαῖον καὶ ἔδει νὰ συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ.
§6ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἀπὸ ἐκεῖ στραφεῖτε, εἰς τὴν πλειοψηφίαν· δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἡμᾶς ἡ ἡμερησία διάταξις.
§7ΤΖΑΝΕΣ. Τώρα θ’ ἀκούσητε, ἂν ἐξαρτᾶται ἀπὸ σᾶς, ἢ ὄχι...ὅπως ἦτο τῆς πρώτης ἀνάγκης νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τελωνιακῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον, καίπερ ἀναγραφὲν ἐν τοῖς πρώτοις ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, κατῆλθε πολὺ χαμηλὰ, καὶ τοῦτο, ἕνεκα ὑμῶν, ἕνεκα τῆς ἀριστερᾶς, διότι ὁ κ. Καραπάνος, καταγινόμενος εἰς τὰ οἰκονομικὰ αὐτοῦ γυμνάσματα, ὑποθέτει, ὅτι τῷ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναμιγνύηται εἰς ὅλα, καὶ ἐζήτησεν, ἕνεκα τούτου, τὸ νομοσχέδιον περὶ τελωνιακῆς διαιρέσεως νὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπὴν, ὅπερ δὲν εἶναι ἀναγκαῖον, διότι φρονῶ, ὅτι τὰ νομοσχέδια, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, τῶν ὁποίων μάλιστα ἡ οἰκονομία εἶναι σαφής, δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ παραπέμπωνται εἰς Ἐπιτροπήν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀφορᾷ εἰς σπουδαῖα συμφέροντα τῆς Μεσσηνίας. Ἔχω λοιπὸν δικαίωμα, διότι σεῖς γνωρίζετε τὴν ἰδέαν τοῦ Βουλευτοῦ καὶ τὴν μερικεύετε, ν’ ἀπευθυνθῶ πρὸς τοὺς Μεσσηνίους Βουλευτάς, καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶ κατ’ ἐκείνων, οἵτινες, παρακαθήμενοι ἐν τοῖς ἑδωλίοις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, σιγῶντες, ἀνέχονται τὴν παρακώλυσιν τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν νόμων τούτων. Τοῦτο δὲ θὰ γίνῃ ἀφορμή, ὅταν ἔλθωμεν ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων ἡμῶν, νὰ καταδειχθῇ, τίς ὑπηρέτησε τὸν τόπον κάλλιον, καὶ ὅτι τὸ περὶ ἱδρύσεως Γυμνασίου ἐν Μεσσήνῃ καὶ τὸ περὶ προαγωγῆς τοῦ Τελωνείου Καλαμῶν, ἀμφότερα σπουδαῖα νομοσχέδια, δὲν ἐψηφίσθησαν καὶ δὲν θὰ ψηφισθῶσι, διότι οἱ καυχηθέντες, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐκπληροῦμεν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ τὸ καθῆκον ἡμῶν, θὰ πεισθῶσιν, ὅτι οὗτοι τὸ ἠρνήθησαν.
§8ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι ὁ ζητήσας, νὰ διέλθῃ τὸ νομοσχέδιον διὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν τὸ ἔπραξα δὲ διὰ νὰ ἀντιπράξω εἰς τὴν Μεσσηνίαν, οὔτε διὰ νὰ παρακωλύσω τὴν συζήτησιν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουσιν εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ὑπέβαλον παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει ὁ Κανονισμός. Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς ὀργανισμὸν ὁλοκλήρου κλάδου καὶ δύναται νὰ περιέχῃ σπουδαίας συνεπείας καὶ ὡς πρὸς τὰς δαπάνας καὶ ὡς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, νομοσχέδιον, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου προὐτάθησαν τόσαι τροπολογίαι, νομοσχέδιον τοιοῦτον πρέπει νὰ συζητηθῇ σπουδαίως ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐκτὸς ἐὰν νομίζῃ ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι Δημοτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον δίδει ἁπλῶς τὴν ψῆφόν του ἐπὶ τῶν ὑποβαλλομένων ζητημάτων. Πρέπει τὸ νομοσχέδιον νὰ συζητηθῇ, ἀφοῦ σταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, καὶ τότε νὰ ψηφισθῇ. Τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἀπαιτεῖ, νὰ μὴ παραγνωρίζηται ἡ θέσις τῆς Βουλῆς, καὶ πολὺ καλῶς ἔπραξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νὰ θέσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν οἰκείαν θέσιν, ὅπως μελετηθῇ καὶ συζητηθῇ.
§9ΤΖΑΝΕΣ. Ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις ὑπέκυψαν εἰς τὴν ἀνάγκην, ἥτις προέρχεται ἀπὸ ἐκεῖ (δεικνύει τὴν ἀριστεράν). Ὁ Πρωθυπουργός, διὰ νὰ εἰσαγάγῃ τὸν νόμον περὶ τελωνιακῆς διαιρέσεως, τὸν ἐμελέτησε καὶ τὸν ἐσκέφθη. Ὁ κ. Ρικάκης ὅμως νομίζει, ὅτι ὅλα αὐτὰ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ τὰ προδιασκέπτηται καὶ νὰ τὰ προβασανίζῃ, καθ’ ὃν τρόπον οὗτος φρονεῖ ὀρθόν. Οἱ νόμοι οὗτοι ὅμως εἰσὶ σαφεῖς, ἀφορῶντες εἰς συμφέροντα ὡρισμένα καὶ ἐναργῆ, καὶ οὐδεμίαν παρέχουσιν ἀφορμὴν πρὸς συζήτησιν. Ὅλοι ἀναγνωρίζομεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη τῆς προαγωγῆς τοῦ Τελωνείου Καλαμῶν. Ἡ ἀνάγκη εἶναι ἐπείγουσα καὶ ὁμολογουμένη. Δὲν ἐγνώριζον, ὅ,τι ὁ κ. Ρικάκης ἀντέταξε καὶ ἀντιτάσσει εἰς τὴν συζήτησιν τῶν τοιούτων νομοσχεδίων, περὶ τῶν ὁποίων εἶπον, καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐγκατάλειψις θὰ ἐπιφέρῃ μεγίστας ζημίας εἰς τὸ ἐμπόριον τῶν Καλαμῶν.
§10ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ὁ κ. Τζάνες εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπέσυρε τὸ νομοσχέδιον ἕνεκα τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ρικάκη. Δὲν ὑπέθετον τὸν κ. Βουλευτὴν τόσον ἁπλοῦν, ὥστε νὰ πιστεύῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, πεισθεῖσα εἰς τὸν κ. Ρικάκην, ἀπέσυρε τὸ νομοσχέδιον....
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν τὸ ἀπεσύραμεν διόλου· αὔριον πιθανὸν νὰ τὸ προτάξωμεν.
§12ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἀδικεῖ δὲ πολὺ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὰς σκέψεις αὐτῆς περὶ τῆς τοποθετήσεως τῶν νομοσχεδίων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἂν νομίζῃ, ὅτι διευθύνει ταύτας ἁπλῆ παρατήρησις Βουλευτοῦ τινος, εἴτε ἐντεῦθεν, εἴτε ἐκεῖθεν. Ὁ κ. Βουλευτὴς πρέπει νὰ παραπονεθῇ κατὰ τῆς πλειοψηφίας καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἡγεῖται αὐτῆς καὶ οὐχὶ κατὰ τῆς μειοψηφίας, οὐδὲν δυναμένης.
§13ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρετήρησα, ὅτι ἐπὶ τοῦ οἰκείου κεφαλαίου καὶ ἄρθρου τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887 καὶ 1888 ἀνεγράφησαν πιστώσεις διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν Ἀνακτόρων ἐκ δραχμῶν 400,000. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, νὰ προσαγάγητε λεπτομερῆ κατάστασιν τῶν μέχρι τοῦδε πραγματοποιηθεισῶν ἐπὶ τῶν πιστώσεων τούτων πληρωμῶν.
§14ΧΡ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ δύο περίπου μηνῶν συνέστη Ἐπιτροπὴ παρ’ ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε, πρὸς σύνταξιν νομοσχεδίου περὶ ποιμνιοβοσκῆς· ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη οὐδόλως εἰργάσθη. Θὰ παρακαλέσω, νὰ συστήσητε εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, νὰ ἐργασθῇ καὶ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον.
§15ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὴν αἴτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας. Τὸ ζήτημα τῆς κτηνοτροφίας, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ διὰ τῆς ποιμνιοβοσκῆς τελούμενα ἀδικήματα, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει ὁλοκλήρους ἐπαρχίας. Πλεῖστα ὅσα μοὶ ὑπεβλήθησαν παράπονα, ὅτι, ὡς ἔχουσι νῦν τὰ πράγματα, μυρίαι καταχρήσεις λαμβάνουσι χώραν, εἰς τρόπον, ὥστε οἱ κτηνοτρόφοι θὰ ἀναγκασθῶσι νὰ παραιτηθῶσι τῆς κτηνοτροφίας. Κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν, πρέπει δὲ ἰδίως ἡ Κυβέρνησις, νὰ μὴ περιορισθῇ μόνον εἰς τὴν ἐπιζήτησιν θεραπείας νομοθετικῆς, ἀλλὰ νὰ μεριμνήσῃ καὶ διοικητικῶς περὶ τῆς προσηκούσης ἐκτελέσεως τοῦ περὶ ποιμνιοβοσκῆς νόμου, ἵνα προλάβῃ οὕτω τὰς καταχρήσεις, αἵτινες ὠθοῦσι τοὺς ἀνθρώπους μέχρις ἐγκλημάτων. Νομίζω, ὅτι ἡ διοικητικὴ ἐποπτεία, ἡ αὐστηρὰ ἐπιτήρησις τῶν ὀργάνων, εἰς ἃ ἀνατίθεται ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου, πολλὰς καταχρήσεις δύναται νὰ προλάβῃ· ἄλλως ἡ κτηνοτροφία ἐν Ἑλλάδι ἀπειλεῖται μὲ πλήρη καταστροφὴν ἐκ τῆς παρατάσεως τῆς παρούσης καταστάσεως.
§16ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀντικατασταθῇ ἡ Ἐπιτροπή.
§17ΧΡ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω τροπολογίαν ὡς πρὸς τὰ σύλληπτρα, τὰ ὁποῖα νομίζω, ὅτι ἐπιφέρουν ὅλα τὰ κακά. Ὑποβάλλω δὲ τροπολογίαν, διότι βλέπω, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ ἐργασθῇ.
§18ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δηλαδὴ ὑποβάλλετε πρότασιν νόμου.
§19ΧΡ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 259).
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνῆλθεν ἡ Ἐπιτροπὴ ἅπαξ καὶ δὶς, συγκροτουμένη ἀπὸ τοὺς κυρίους Σιμόπουλον, Βαλσαμάκην, Σωτηρόπουλον καὶ Κωνσταντόπουλον.
§21ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Μάλιστα, συνήλθομεν καὶ διωρίσαμεν εἰσηγητὴν τὸν κ. Σιμόπουλον, ἵνα οὗτος, συνενοούμενος καὶ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐξασφαλίσῃ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ δὲ κ. Σιμόπουλος, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἐργάζεται.
§22Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶχον φθάσει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε ὡμίλει ὁ κ. Τζάνες· ὅτε ἦλθον, ἐπληροφορήθην, ὅτι προεκλήθη συζήτησις παρ’ αὐτοῦ, προκειμένου περὶ τῶν νομοσχεδίων, περὶ συστάσεως Γυμνασίου ἐν Μεσσήνῃ καὶ περὶ τελωνιακῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι ἐμέμφθη τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ ἡμᾶς, οἵτινες παρακαθήμεθα καὶ ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύωμεν τὸν νομόν Μεσσηνίας, ἐμέμφθη δὲ ἡμᾶς, ὡς παρεμβάλλοντας προσκόμματα εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ τελωνιακοῦ νομοσχεδίου καὶ τοῦ περὶ συστάσεως Γυμνασίου ἐν Μεσσήνῃ. Νομίζω, ὅτι ἡ μομφὴ, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Τζάνες ἐζήτησε νὰ ἐπιῤῥίψῃ καθ’ ὅλης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, πρὸ πάντων δὲ καθ’ ἡμῶν, οἵτινες ἀποτελοῦμεν μέρος αὐτῆς, ὄχι μόνον ἄδικος εἶναι, ἀλλὰ καὶ ἀπρεπής· διότι ὁ κ. Τζάνες, φίλος ὢν τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω, ὅτι ἔχει τὸ καθῆκον καὶ τὸ δικαίωμα νὰ παραστῇ ἐνώπιον τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅστις κανονίζει τὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ τὸν παρακαλέσῃ, ὅπως τὸν παρακαλεῖ καὶ δι’ ἄλλα, νὰ προτάξῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Ἄλλως τε δὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ τελωνιακῆς διαιρέσεως δὲν ἀφορᾷ εἰς τὸν νομὸν Μεσσηνίας καὶ ἑπομένως εἰς τὸ Τελωνεῖον Καλαμῶν· αὐτὸ εἶναι γενικῆς σημασίας. Ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν συζητηθῇ κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον, εἰς τοῦτο πταίει ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅστις ἀνατρέπει ἄρδην νομοθεσίαν τελωνιακὴν, ἡ ὁποία ἰσχύει ἀπὸ πεντήκοντα ἐτῶν. Θὰ τῷ παρατηρήσω δὲ, ὅτι ὀφείλει εἰς τὸ μέλλον, προκειμένου περὶ συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν περίβολον τοῦτον, καὶ δυστυχῶς νὰ ταχθῇ εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην, νὰ ἦναι προσεκτικώτερος.
§23ΤΖΑΝΕΣ. Ἂν ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἐξ Ὀλυμπίας συνετέλεσε νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐγὼ συνετέλεσα νὰ εἰσέλθῃ καὶ οὗτος. Θὰ ἴδωμεν ὅμως εἰς τὸ μέλλον, ποῖος θὰ συντελέσῃ νὰ εἰσέλθῃ ὁ ἄλλος, ἂν πολεμῶμεν τοιουτοτρόπως, ἐκ τοῦ φράκτου βάλλοντες, τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν εἰς τὸ συμφέρον τῆς Μεσσηνίας. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι τὸ πολεμεῖτε σεῖς, κύριε Χριστόπουλε, ἀλλ’ ἀνέχεσθε νὰ πολεμοῦν τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἄλλοι, παρακαθήμενοι, ὅπου καὶ σεῖς. Ἐγὼ πρώτην φορὰν ἤκουσα νὰ λέγῃ ὁ συνάδελφος, ὅτι συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς συστάσεως Γυμνασίου ἐν Μεσσήνῃ καὶ ὑπὲρ ψηφίσεως τοῦ τελωνιακοῦ νομοσχεδίου. Τὸ πιστεύω, καὶ τὸ ἠξεύρω, διατὶ σιγᾷ οὕτω· διότι ἐκεῖ, ὅπου ἠπείλησε χθὲς ἢ προχθὲς ἡμᾶς, ὅτι θὰ εὑρεθῶμεν μίαν ἡμέραν, ἡμεῖς δὲν πτοούμεθα νὰ εὑρεθῶμεν, καί περ διαβληθέντες, ὅτι δὲν ὑπεστηρίξαμεν τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου· εἰς ταῦτα ἡμεῖς ἀπαξιοῦμεν νὰ προσέξωμεν, διότι ἡ Μεσσηνία ἠξεύρει, τίς μεταξὺ ὑμῶν ὑποστηρίζει τὰ ἀγαθὰ συμφέροντα αὐτῆς. Ἔχω μάλιστα ἐντολὴν παρ’ ὅλων τῶν ἐμπόρων ἐν Καλάμαις, νὰ συστήσω νὰ ψηφισθῇ ὁ τελωνιακὸς νόμος, διότι ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς αὐτοῦ ἐξετέθησαν διὰ παραγγελιῶν, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, εἰς προφανεῖς ζημίας Οὐδέποτε ἠρνήθην, ὅτι προσέρχομαι πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ζητῶν παρ’ αὐτοῦ τὴν θεραπείαν ἀναγκῶν πολλῶν· ἤδη ἡ ἀνάγκη ἄγει εἰς τὴν Βουλήν.
§24ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν εὐαρεστῆται, νὰ δώσῃ πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν, τίνα μέτρα ἔλαβε περὶ τοῦ φορολογικοῦ καταλόγου τῶν ἐπιτηδευμάτων τοῦ δήμου Ἀθηναίων.
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπήντησα κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, ὅτι συνέστησα Ἐπιτροπὴν, ὅπως ἐξετάσῃ τὰ περὶ τοῦ καταλόγου τούτου. Ἡ Ἐπιτροπὴ εὗρεν, ὅτι ὁ κατάλογος εἶχε πλαστογραφηθῆ. Παρεπέμφθη ἑπομένως ὁ κατάλογος εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν διὰ τὰ περαιτέρω.
§26ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Παρὰ τίνος;
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ἐκαλούμην ἐγὼ νὰ ἐφαρμόσω τὸν νόμον, δὲν θὰ παρέπεμπον τὸν κατάλογον εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν. Ἤδη ὁ κατάλογος εὑρίσκεται ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως.
§28ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποίου εἴδους πλαστογραφία ἐγένετο;
§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἰδίως περὶ ἐμπόρου τινὸς, περὶ οὗ ἐγένετο λόγος καὶ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, καὶ παρεστήθη, ὅτι ἐφορολογήθη λίαν ἐλαφρῶς, ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ ἀναγεγραμμένη φορολογία δὲν ἦτο ἡ πραγματική. Ἡ πραγματικὴ ἦτο ἀνάλογος, ἀλλ’ ἐκ πλαστογραφίας παρεστήθη, ὡς φορολογηθεὶς ἐλαφρότερον.
§30ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὅτι ἡ ἐπερώτησις αὕτη ἦλθε κατὰ πρῶτον εἰς τὴν Βουλὴν προχθὲς, ἀπεδείξαμεν, ὅτι οὐχὶ περὶ τοῦ κ. Θεοφίλου Εὐθυμίου, ἀλλὰ περὶ πολλῶν ἑκατοντάδων προσώπων ἐλήφθη πρόνοια, ὅπως ταῦτα, ἐὰν ὦσι φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, σημειωθῶσι μὲ φόρον ἐπιεικῆ· ἀνέγνωμεν δὲ τὴν ἑπομένην ἡμέραν, ἤτοι χθές, ἐν τῷ τύπῳ, τῷ φίλα φρονοῦντι τῇ Κυβερνήσει, ὅτι πρὸ ἡμερῶν δῆθεν ἐσκόπει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ λάβῃ μέτρα σύντονα περὶ τῆς διορθώσεως τοῦ φορολογικοῦ καταλόγου τῶν ἐπιτηδευμάτων τοῦ δήμου Ἀθηναίων. Δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν καὶ ἐκτὸς καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἀπαντῶμεν τὸ σύστημα τοῦτο. Ὁσάκις γίνηται ἐπερώτησίς τις πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ πρὸ πάντων πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, εὑρίσκεται, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εἶχε λάβει πρόνοιαν δῆθεν πρὸ τῆς ἐρωτήσεως. Τοιουτοτρόπως ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ἐνῷ ἀπεδείξαμεν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐγνώριζεν, ὅτι ὁ Ἰωάννης Ντούνιας εἶχε δὶς καταδικασθῆ παρὰ τῶν ἐν Σύρῳ Κακουργιοδικῶν διὰ πράξεις περὶ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐβεβαίου τὴν Βουλὴν, ὅτι πρὶν ἢ ἐγὼ ποιήσωμαι τὴν ἐπερώτησιν περὶ τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου, εἶχε λάβει δῆθεν πρόνοιαν, ἵνα ἀπολύσῃ αὐτὸν ἐκ τῆς θέσεως, εἰς ἣν εἶχε διορίσει αὐτὸν, ἐνῷ ἐπανειλημμένως εἶχεν τηλεγραφήσει πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα Σύρου, ἵνα μάθῃ, ἂν ὁ ῥηθεὶς ὑπάλληλος ὑπῆρξε δὶς κατάδικος, καὶ ἐνῷ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐπληροφόρησε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἀληθῶς δὲ ἦτο κατάδικος. Καὶ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίζετο, ὅτι, οὐχὶ συνεπείᾳ τῆς ἐμῆς ἐπερωτήσεως, ἀλλὰ συνεπείᾳ τῶν πληροφοριῶν τοῦ Εἰσαγγελέως προέβη εἰς τὴν παῦσιν τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου, ὃν ἐνθυμεῖσθε, ὅτι διώριζε, καίτοι ἐπληροφορεῖτο, ὅτι εἶχε δὶς καταδικασθῆ. Τὸ σύστημα αὐτὸ ἀληθῶς εἶναι ἐφεύρεσις αὐτῆς τῆς Συνόδου, καὶ εἰσήχθη τοῦτο, διότι συνέπεσε τοσαῦτα γεγονότα νὰ καταγγελθῶσιν, ὥστε ἔπρεπε νὰ γίνῃ νέα ἐφεύρεσις πρὸς ἀντίκρουσιν αὐτῶν. Εἶναι λοιπὸν ἐντελῶς ψευδὲς, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε δῆθεν προνοήσει πρὸ ἡμερῶν πρὸς διόρθωσιν τοῦ φορολογικοῦ τούτου καταλόγου. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι εὐθὺς, ὡς ἐγένετο ἡ ἐπερώτησίς μου προχθὲς, ἐξαπέστειλαν ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς παντοίους Ἀστυνόμους καὶ ἀστυνομικοὺς κλητῆρας εἰς τὰ καφφενεῖα τῆς πόλεως, καὶ εἰς τὰ οἰνοπωλεῖα, καὶ εἰς τὰ ζαχαροπλαστεῖα, καὶ ὅπου γενικῶς συνέρχονται ἄνθρωποι, ἵνα βεβαιώσωσι τοὺς ἐπιτηδευματίας, ὅτι αὔριον τὸ πρωΐ, δηλαδὴ χθές, θέλουσι λάβει πρόνοιαν περὶ τοῦ καταλόγου. Καὶ τῳόντι, μόλις χθὲς πρὸ μεσημβρίας, τῇ 10 ὥρᾳ ἀκριβῶς ἐζήτησαν ἀπὸ τοῦ Δημάρχου νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τοὺς ἐν λόγῳ καταλόγους. Ἑπομένως εἶναι ἐντελῶς ἀνύπαρκτον τὸ προβληθὲν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ ἡμερῶν δῆθεν ἐσκέπτετο περὶ διορθώσεως τοῦ καταλόγου. Ἡ ἐντύπωσις ἀληθῶς ἐκ τοῦ πραξικοπήματος τούτου, τοῦ φορολογικοῦ, τοῦ γενομένου, ὡς εἶπον καὶ ἐπαναλέγω, πρὸς ἄγραν ψήφων, ἦτο τοιαύτη, ὥστε ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ μέσον, πολὺ ἰσχυρὸν, ἵνα ἐξαλείψῃ τῆς βαθείας καὶ λυπηρᾶς ἐντυπώσεις τῆς πράξεως ταύτης τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὸ νέον σύστημα, ἐφευρέθη, ὅτι πλαστογραφία τάχα ἐγένετο ἐν τῷ καταλόγῳ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ λέξις ἦτο ἀόριστος, ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ καὶ τὸ πλαστογραφηθὲν ὄνομα ὡς καὶ τὸ πλαστογραφηθέν ποσὸν. Καὶ ἐπειδὴ τὸ ὄνομα τοῦ κ. Θεοφίλου Εὐθυμίου προὐξένησε τὴν μεγαλειτέραν ἐντύπωσιν, ἔπρεπεν ἀπὸ αὐτοῦ τοῦ ὀνόματος νὰ ἄρξηται ἡ ἐνέργεια τῆς ἐφευρέσεως, δηλαδὴ τὸ ποσὸν, μὲ τὸ ὁποῖον κατελογίσθη ὁ Θεόφιλος Εὐθυμίου, αὐτὸ νὰ προβληθῇ ὡς δῆθεν πλαστογραφημένον. Σημειώσατε ὅμως ὅτι ὁ κ. Θεόφιλος Εὐθυμίου τυγχάνει εἷς τῶν μεγαλειτέρων ἐμπόρων τῶν Ἀθηνῶν. Ὅτε πρό τινων ἐτῶν ἀπέθανεν ὁ ἀδελφὸς καὶ συνέταιρος αὐτοῦ, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι διεδόθη, ὅτι εὑρέθησαν 100,000 δραχμῶν εἰς χαλκὸν ἐν τῷ καταστήματι αὐτοῦ, διότι εἶχε φαίνεται τὴν ἰδιοτροπίαν νὰ ἔχῃ στοργὴν πρὸς τὸν χαλκόν. Εἶναι δὲ ὑπέρπλουτος ὁ κ. Θεόφιλος Εὐθυμίου καὶ ἐντιμότατος συγχρόνως. Ἐν τούτοις τὸν φορολογούμενον τοῦτον εὕρομεν φορολογούμενον μὲ δραχ. 198.
§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). 108.
§32ΛΕΒΙΔΗΣ. 108, ἐνῷ ἄλλους ἐμπόρους, οὔτε κατὰ τὸ τέταρτον ἔχοντας τὴν ἐμπορικὴν κυκλοφορίαν τοῦ κ. Θεοφίλου Εὐθυμίου, εὕρομεν σημειουμένους μὲ δρ. 600, 700, 1000, ὡς τὸν Διονύσιον Ζαχαρίαν καὶ πολλοὺς ἄλλους. Εὗρον λοιπὸν ἓν ψεῦδος, ὅτι τὸ ἀρχικὸν ποσὸν διὰ τὸν κ. Θεόφιλον Εὐθυμίου δὲν ἦτο ἐκ δραχμῶν 108, ἀλλ’ 198. Ἄρα τὸ 9 ἐγένετο 0, εἶπον οἱ περὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα πλασθῇ ῥεῦμα κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἔκ τινος φίλου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, προβάντος δῆθεν εἰς αὐτὴν τὴν πλαστογραφίαν. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι μωρὸν, διότι ἢ 108 ἢ 198 δραχμὰς σημειώσετε διὰ τὸν Θεόφιλον Εὐθυμίου, πάντοτε εὑρίσκεσθε ἐν τῷ συστήματι τῆς συναλλαγῆς. Καὶ 200 καὶ 400 δραχμὰς ἐὰν σημειώσητε, πάλιν δὲν εἶσθε ἐν τῇ ἀληθείᾳ, διότι ὁ κ. Εὐθυμίου εἶναι ὁ ἔχων τὴν μεγίστην κυκλοφορίαν εἰς τὸ εἶδος, ὅπερ ἐμπορεύεται. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ εὑρεθῇ εὐτελές τι ἐπιχείρημα, ἵνα καταπλήξωσι τὸν κόσμον καὶ κατὰ τὸ σύστημα αὐτῶν νὰ ἐπιῤῥίψωσι κατὰ φίλου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἴτε ἐντὸς εἴτε ἐκτὸς τοῦ Δημαρχείου, τὴν τοιαύτην πλημμέλειαν τοῦ καταλόγου, — τί λέγω; — τὴν πλαστογραφίαν. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ προχθὲς ἔλεγον, καὶ ἀδιαφορῶ, ἐὰν εὑρέθησαν ἄλλοι, διαφωνοῦντες καὶ ὡς πρὸς τοῦτο, τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ὁ κατάλογος τῶν ἐπιτηδευματιῶν εἶναι θέμα δι’ οὗ δύναταί τις ἀληθῶς, ὅταν δὲν σέβηται τὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως τῶν συμπολιτῶν αὐτοῦ, πολλὰς ψήφους νὰ ἀγρεύσῃ· διότι ὑπάρχουσι τὰ πρακτορεῖα, ἅτινα εἰσέρχονται εἰς τὰ καταστήματα καὶ τὰς οἰκίας τῶν φορολογουμένων καὶ θέτουσι τὸ δίλημμα: «ἢ γίνεσαι ὑπουργικός, καὶ ὁ φόρος σου καταβιβάζεται, ἢ μένεις ἀντιπολιτευόμενος καὶ πληρόνεις ἄδικον φόρον». Εἶναι λοιπὸν τὸ θέμα λίαν χρήσιμον πρὸς περισυλλογὴν ψήφων. Τοῦτο βεβαίως ἐγνώριζον οἱ συντάξαντες τὸν κατάλογον, καὶ κατήρτισαν αὐτὸν ὡς κατηρτίσθη. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἐφωράθησαν, ἡ λεοντῆ κατέπεσε, καὶ ἀπεδείχθησαν, ὁποῖοι ἦσαν, οἱ συντάξαντες καὶ οἱ ἐντειλάμενοι. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ὑπάρξῃ τρόπος τις, δι’ οὗ νὰ ἀκυρωθῶσιν αἱ φρικώδεις ἐντυπώσεις ἐκ τοῦ καταλόγου ἐκείνου, καὶ εὑρέθη τὸ πρόστυχον μέσον, νὰ προβάλωσι τὸν κατάλογον, ὡς δῆθεν πλαστογραφηθέντα ἐν τῷ Δημαρχείῳ ὑπὸ ἐχθρῶν τῇ Κυβερνήσει, διατί; Διότι ὁ Θ. Εὐθυμίου ἀπὸ 198 ἐγένετο 108, δηλαδὴ τὸ 9 ἐγένετο 0!
§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ 9. Εἰδοποιῶ τὴν Βουλὴν, οὐχὶ ὑμᾶς, διότι ἀδιαφορῶ περὶ ὑμῶν ἐντελῶς, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ 198, τὸ ὁποῖον ἐγένετο 108· εἶναι ἄλλο.
§34ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἀδιαφορῶ περισσότερον περὶ ὑμῶν, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν διαπράττω ἐγκλήματα, ὡς ὑμεῖς διαπράττετε, ἵνα κατάσχητε καὶ ἔχητε τὴν ἐξουσίαν, καὶ τὸ ἔγκλημα, ἐκτὸς ἄλλων, εἶναι ὅτι ὁ Ἔφορος Ἀττικῆς, τὸ αἴσχιστον αὐτὸ ὄργανον τῆς ὑμετέρας φατρίας, εἶναι ὁ ἐργάτης τοῦ φορολογικοῦ καταλόγου τῶν ἐπιτηδευμάτων, τῇ εἰσηγήσει ὑμῶν. Ὥστε, ἐὰν ἀδιαφορῆτε περὶ ἡμῶν, πολὺ περισσότερον ἀδιαφοροῦμεν ἡμεῖς περὶ ὑμῶν, οἵτινες ἐβασίσατε τὴν ὑμετέραν ἐπιῤῥοὴν, ναὶ μὲν καὶ εἰς ἄλλους εὐγενεῖς λόγους, ἀλλὰ καὶ εἰς πολλὰ ῥυπαρὰ ἐγκλήματα.
§35ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἔντιμος φίλος μου, ὅστις πρὸ μικροῦ ἠγόρευσε, νομίζω, ὅτι ἔσφαλε καὶ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς σήμερον καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου, παραβαλὼν, ὅτι τὰ γενόμενα κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ καταλόγου τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐν τῷ δήμῳ Ἀθηναίων, κατεδήλουν συναλλαγὴν, διαπραττομένην μεταξὺ τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως καὶ τῶν πολιτῶν. Μοὶ φαίνεται, λέγω, ὅτι ἔσφαλε, διότι συναλλαγὴ εἶναι συμφωνία δύο ἀτόμων συνεννοουμένων, ἅτινα ἀμοιβαίως πράττουσι παραχωρήσεις, ἀλλὰ πράττουσιν αὐτὰς ἑκουσίως. Τὴν συναλλαγὴν κατήγγειλεν ἄλλοτε ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, ὡς συντελουμένην τότε μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Οἱ κκ. Βουλευταὶ ἑκουσίως, κατὰ τοὺς ἰσχυρισμοὺς τότε τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, ἔτεινον τὴν χεῖρα καὶ ἐλάμβανον παροχὴν ἀπὸ τὴν Διοίκησιν, ἑκουσίως δ’ ὡς ἀντάλλαγμα αὐτῆς ἔδιδον τὴν ψῆφον αὐτῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ τώρα δὲν πρόκειται περὶ συναλλαγῆς, πρόκειται περὶ πράξεως, ἥτις ἔχει χαρακτῆρα ἐγκληματικόν, πρόκειται περὶ ἐκβιάσεως. Τὰ ὄργανα τῆς Διοικήσεως ἀποπειρῶνται νὰ ἐπιβάλωσι φόρον ἀνώτερον εἰς πολίτας, καὶ ἐκβιάζουσιν αὐτοὺς, διὰ νὰ ἀπαλλαγῶσι τῆς ἐκ τούτου ζημίας, νὰ παραιτήσωσι τὰς ἰδίας αὐτῶν γνώμας περὶ τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. συνάδελφον, νὰ μὴ ποιῆται χρῆσιν ἐπὶ παραπλησίων περιπτώσεων τοῦ ὅρου τῆς συναλλαγῆς. Δυστυχῶς, ἐὰν ἄλλοτέ ποτε συνετελεῖτο αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὁ Πρωθυπουργὸς κατήγγειλε τότε κατὰ τῶν τότε κυβερνώντων, ἀπὸ τῆς ἐμφανίσεως τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως εἰς τὴν Πολιτείαν συντελεῖται πλήρης ἡ πρᾶξις τῆς ἐκβιάσεως. Καὶ ἡ ἐκβίασις δὲν συντελεῖται πανταχοῦ; Συντελεῖται ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, συντελεῖται ἐν ταῖς ἀγροτικαῖς περιφερείαις, συντελεῖται ἐν ταῖς πόλεσι, συντελεῖται ἐν αὐτῇ τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Κράτους. Καὶ ὅτε ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν περὶ τοῦ καταλόγου τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, τοιαύτην τινὰ ἐκβίασιν ἐσκόπει νὰ καταγγείλῃ, διότι ῥητῶς ἔλεγεν, ὅτι αἱ Ἀρχαὶ, αἱ ἐπιτετραμμέναι τὴν σύνταξιν τοῦ, περὶ οὗ ὁ λόγος, καταλόγου τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἀντὶ νὰ προσδιορίζωσι κατὰ συνείδησιν τὸν φόρον, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῇ, προσδιώρισαν φόρον ἀνώτερον ἐπὶ ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἦσαν φίλοι τοῦ Ὑπουργείου, ἢ ποσὸν εὐτελὲς ἐπὶ ἐκείνων, οἵτινες ἦσαν φίλοι αὐτοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε τότε, ὅτι θέλει ἐξετάσει καὶ λάβει τὰ κατάλληλα μέτρα. Καὶ δὲν γνωρίζω μὲν, τί ἔπραξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, οὔτε ἀσχολοῦμαι νὰ μανθάνω, τί αἱ ἐφημερίδες τοῦ Ὑπουργείου ἀναγγέλλουσι περὶ τῶν μέτρων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ ἤκουσα αὐτοῦ σήμερον, ὅτι ἔστειλε τὸν κατάλογον εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, διότι εὑρέθη πλαστογραφημένος ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ φόρου ἑνὸς τῶν ἐν αὐτῷ ἐγγεγραμμένων φορολογουμένων. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο μόνον ἦτο τὸ ἐλάττωμα τοῦ φορολογικοῦ καταλόγου, τοῦτο ἦτο εὔκολον νὰ διορθωθῇ διὰ τῆς συνήθους κατὰ νόμους ἁπλῆς διαδικασίας. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς δὲν κατήγγειλεν ἓν μόνον ἐλάττωμα τοῦ καταλόγου, ἀλλ’ ἀνέφερε σωρείαν ὀνομάτων φορολογουμένων, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀδικηθῆ, διότι εἶχε προσδιορισθῆ φόρος βαρὺς εἰς αὐτούς, καὶ ἄλλων, οἵτινες εἶχον εὐεργετηθῆ, διότι προσδιωρίσθη δι’ αὐτοὺς ποσὸν εὐτελέστατον. Λοιπὸν ἡ παραπομπὴ τοῦ καταλόγου εἰς τὸν Εἰσαγγελέα διὰ τὴν πλαστογραφίαν ἐπὶ ἑνὸς ὀνόματος φορολογουμένου, ἐὰν τοιαύτη συνέβη, δὲν εἶναι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον περιεμένομεν ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὡς μᾶς εἶχεν ἀναγγείλει προχθὲς, πρὸς διόρθωσιν τῶν πολλῶν ἀτόπων, τὰ ὁποῖα περιεῖχεν ὁ κατάλογος. Διορθουμένου τοῦ ἀτόπου τούτου, τοῦ πλαστογραφηθέντος κατὰ τὸν Πρωθυπουργὸν ἑνὸς ὀνόματος φορολογουμένου, ὁ κατάλογος κατὰ τὰ ἄλλα θέλει διατρέξει τὴν προσήκουσαν διαδικασίαν, ἢ πρόκειται νὰ ληφθῇ μέτρον ῥιζικὸν περὶ αὐτοῦ; Ὡς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν ἀνακοινώσει περὶ τούτου, ἐπρόκειτο νὰ ληφθῇ ἐν ἀνάγκῃ ῥιζικὸν μέτρον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἦτο ἀνεπαρκής. Ὅσα ἄλλα εἶπεν ὁ Πρωθυπουργὸς περὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς, ἢ ὅσα ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς ἀπήντησε πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν, νομίζω, ὅτι δὲν ἦσαν ἄξια συζητήσεως τῆς Βουλῆς. Οἱ συναντώμενοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἰσέρχονται εἰς αὐτὴν, κομίζοντες ἕνα τίτλον, τὸν τίτλον τοῦ Ἀντιπροσώπου τοῦ Ἔθνους. Ὁποιανδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ ἕκαστος ἡμῶν γνώμην περὶ τοῦ χαρακτῆρος, ἢ περὶ τῆς κοινωνικῆς θέσεως, ἢ τῆς οἰκογενειακῆς τάξεως, ἢ τῶν ἠθικῶν προσόντων ἑνὸς συναδέλφου, ὀφείλει νὰ σέβηται αὐτὸν, διότι εἶναι κομιστὴς τοῦ τίτλου τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ Ἔθνους. Ἀνεξαρτήτως δὲ τοῦ σεβασμοῦ, τὸν ὁποῖον ὀφείλει εἰς αὐτὸν, ὀφείλει ἕκαστος, καὶ πρὸ πάντων ὁ Πρωθυπουργὸς, νὰ προσέχῃ εἰς τὰ παρ’ αὐτοῦ λεγόμενα, καὶ εἰς οὐδένα εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀδιαφορεῖ εἰς ὅσα λέγει τις τῶν Βουλευτῶν, εἴτε ἂν ταῦτα ἦναι ὀρθὰ, εἴτε ἂν ταῦτα δὲν ἦναι ὀρθά. Ἐὰν συνέβη, νὰ εἴπῃ τις μὴ ὀρθὰ, ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀνασκευάζῃ τὰ μὴ ὀρθῶς λεγόμενα.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν λέγῃ ὑβριστικὰ, τότε ἀδιαφορῶ.
§37ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν λέγῃ ὑβριστικὰ, ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ Κανονισμῷ, ἡ ὁποία περιστέλλει τὴν ὕβριν.
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἡ ἀδιαφορία μου.
§39ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πολλάκις δὲ τὴν ὑβριστικὴν γλῶσσαν αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις προεκάλεσεν. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι ἡ τοιαύτη πλημμελὴς σύνταξις τοῦ καταλόγου ἐγένετο ἐν γνώσει, διὰ νὰ ἀσκηθῇ πίεσις ἐπὶ τῶν ἐγγεγραμμένων εἰς τὸν κατάλογον, μὴ φίλων τοῦ Ὑπουργείου, ὅπως ὑποταχθῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Τοῦτο δὲ δὲν εἶναι ὕβρις, ἀλλ’ ἔρευνα καὶ ἔλεγχος πράξεως ὑπουργικῆς, πράξεως τῆς Διοικήσεως, ὅταν δέ τις ἐλέγχῃ πρᾶξίν τινα τῆς Διοικήσεως, πρέπει τάχα νὰ πανηγυρίσῃ, ἢ νὰ ὑμνήσῃ αὐτήν; Ἐλέγχει αὐτὴν, διότι εὑρίσκει αὐτὴν ἀσυνείδητον, ἢ ἄδικον, ἢ ἀντιβαίνουσαν εἰς τοὺς νόμους· καὶ ὅταν ἐλέγχωνται πράξεις διοικητικαὶ ὡς τοιαῦται, ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαντᾶτε, ὅτι ὁ ἔλεγχος οὗτος εἶναι ὑβριστικὸς καὶ διὰ τοῦτο ἀδιαφορεῖτε διὰ τὰ λεγόμενα; Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀδιαφοροῦσι δι’ ὅσα ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ λέγονται ὑπὸ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι δικαίωμα νὰ ὁμιλῶσι, καὶ διὰ τοὺς ἐλέγχους, τοὺς ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ γενομένους ὑπὸ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπὸ τοῦ Συντάγματος περιεβλήθησαν τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγχωσι, αὐτοὶ, ὅταν μάλιστα ἦναι Ὑπουργοὶ, παραβαίνουσι τὸ κυριώτερον καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχουσι, νὰ δικαιολογῶσι τὰς πράξεις των, καὶ ἀποδεικνύωσιν αὐτὰς νομίμους, ἢ δικαίας ἢ συμφώνους μὲ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας.
§40ΙΩΑΝ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει βλέπω νομοσχέδιον, ὑπ’ ἀριθ. 54, περὶ μὴ ὑπαγωγῆς τῶν ὑπαρχόντων λογιστῶν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου ΑΡΞΒʹ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου πρόκειται νὰ ἐπανορθωθῇ ἓν ἀδίκημα. Κατὰ τὸ ἄρθρον 7ον τοῦ νόμου τούτου, οὐδεὶς προβιβάζεται εἰς ἀνθυποφροντιστήν, ἐὰν μετὰ πενταετίαν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου ἐκείνου δὲν εὐδοκιμήσῃ εἰς ἐξετάσεις ἐν τινι τῶν ξένων γλωσσῶν. Ἀλλ’ ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶχεν ὑπ’ ὄψει οὐχὶ τοὺς ὑπάρχοντας ἤδη ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ λογιστὰς, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐν τῷ μέλλοντι καταταχθησομένους. Παρῆλθε δὲ πενταετία καὶ οἱ ὑπάρχοντες λογισταὶ εἰσέτι δὲν προὐβιβάσθησαν. Ὑπέθετον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅστις ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον πρὸς ἐπανόρθωσιν τοῦ ἀδικήματος, ἤθελε ζητήσει νὰ προταχθῇ τοῦτο ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὅπως ψηφισθῇ. Ἐλπίζω ἑπομένως, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίῤῥησιν, ἐὰν ζητήσω νὰ προταχθῇ πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· καὶ τοῦτο ζητῶ παρ’ αὐτοῦ.
§41ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Παρατηρῶ, ὅτι, ὄχι μόνον τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα, τὰ παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντα, εἶναι κατεπείγοντα, καὶ καλὸν εἶναι νὰ ψηφισθῶσι κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην. Βεβαίως, ἐὰν αἱ περιστάσεις τὸ ἐπιτρέψωσι, θέλει ψηφισθῆ πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ τοῦτο, νομίζω, δὲν ἐξαρτᾶται μόνον ἐξ ἡμῶν. Γινώσκετε, ὅτι μεταξὺ τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων ὑπάρχουσι καὶ τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν, τὰ ὁποῖα βεβαίως πρέπει νὰ προταχθῶσιν, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τοῦτο ἐξήρτηται καὶ ἐκ τῆς προθυμίας, ἡ ὁποία θὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων.
§42Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐγὼ ἐλάλησα εἰδικῶς περὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀνέφερον, ἀλλὰ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν κανονίζει ἡ Κυβέρνησις. Ἐγὼ προτείνω τοῦτο σήμερον. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζῃ, ὅτι εἶναι πράγματι ἀναγκαῖον τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἔχει ἢ νὰ τὸ προτάξῃ. Δὲν ἐννοῶ δὲ τὸν δεσμὸν μεταξὺ τούτου καὶ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα, ἐὰν θέλῃ, δύναται νὰ τὰ προτάξῃ.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τακτοποιήσεως ἐνταλμάτων τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν).
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1888.
§45ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐζήτησε νὰ προσαγάγω κατάστασιν περὶ τῶν δαπανῶν, τῶν γενομένων ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς ὃ ἀφορᾷ ἡ πίστωσις, καὶ νὰ ἐξηγήσω τὸν λόγον, δι’ ὃν δὲν ἐπήρκεσαν αἱ χορηγηθεῖσαι διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πιστώσεις, καὶ ζητοῦνται ἤδη ἀναπληρωματικαὶ, ἰδίως δὲ ἐζήτησε τοιαύτην ἐξήγησιν περὶ πιστώσεώς τινος ἐκ 1500 δραχμῶν ἥτις ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου ἀναφέρεται εἰς φύλαξιν συλλογῶν καὶ δενδροστοιχιῶν τῶν πέριξ τῆς Ἀκροπόλεως δένδρων. Πᾶσαι αἱ πιστώσεις, αἱ ἀναφερόμεναι εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀνάγονται εἰς ἓν καὶ μόνον ἄρθρον, τὸ ἄρθρον 12 τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ περιλαμβάνον τὰ ἔξοδα τῆς Ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν περὶ ἑνὸς ἑκάστου ἐδαφίου τῶν ἄρθρων τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ δίδωται πρόχειρος κατάστασις περὶ τῶν δαπανηθέντων ἐξ ἑκάστου αὐτῶν, διότι ἐν τοῖς ἐντάλμασι πολλάκις περιλαμβάνονται πολλαὶ δαπάναι ὁμοειδεῖς, καὶ δὲν εἶναι εὔκολον προχείρως, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἐξακριβωθῇ, τί ἐδαπανήθη δι’ ἕκαστον ἐδάφιον· ὅλα τὰ ἐδάφια ἑκάστου ἄρθρου λαμβάνονται συλλήβδην καὶ εἶναι δυνατὸν, μετ’ ἀκριβῆ ἔρευναν τῶν καταστάσεων, νὰ ἐξακριβωθῇ ἐκ τῶν γενομένων δαπανῶν, ποία πίστωσις ἐπερίσσευσε καὶ ποία ὑπελείφθη τῶν προϋπολογισθέντων. Γενικώτερον δύναμαι νὰ ἐξηγήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς Ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας, τὰ σημειωθέντα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους 1888, δὲν ἐπήρκεσαν, καὶ διὰ τοῦτο ἐπέστη ἀνάγκη τῆς ζητουμένης ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως· δὲν ἐπήρκεσαν δὲ αἱ χορηγηθεῖσαι πιστώσεις, πρῶτον μὲν διότι κατὰ τὰς ἐνεργουμένας ἀνασκαφὰς ἐν τῇ Ἀκροπόλει, αἱ ὁποῖαι ἐνεργοῦνται δαπάναις τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, παρουσιάσθη ἀνάγκη, ἵνα καὶ τὸ Δημόσιον δαπανήσῃ, καὶ δι’ οἰκοδομικὰς ἐργασίας πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἐπιχωματώσεως, διὰ κατασκευὴν βάθρων πρὸς τοποθέτησιν τῶν εὑρεθέντων ἀγαλμάτων, καὶ δι’ ἄλλας δαπάνας τῶν ἀνευρεθέντων ἀρχαίων, τὰς ὁποίας δαπάνας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προβλέψωμεν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ νὰ σημειώσωμεν ἀνάλογον πίστωσιν· πλὴν τούτου, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ παρελθόντος ἔτους ἐλάβομεν πληροφορίας, ὅτι τὴν Τανάγραν κατέκλυσαν τυμβωρύχοι, οἱ ὁποῖοι ἀνέσκαπτον λάθρα τάφους, τούτου δ’ ἕνεκα ἐνομίσαμεν ἀναγκαῖον καὶ κατεπεῖγον, ἵνα τὸ Δημόσιον ἐνεργήσῃ ἀνασκαφὴν εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, διότι διὰ τοῦ μέσου τούτου ἐνομίσαμεν, ὅτι θέλομεν ματαιώσει τὸ ἔργον τῶν τυμβωρύχων· πράγματι δὲ ἐξηκολούθησαν αἱ ἀνασκαφαὶ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, καὶ τὰ ἀποτελέσματα ὑπῆρξαν λίαν εὐχάριστα, διότι πληθὺν εἰδωλίων συνεκύμισεν ἡ Ἀρχαιολογικὴ ὑπηρεσία διὰ τῆς ἀνασκαφῆς ταύτης, ὧν πλεῖστα καὶ ἐτοποθετήθησαν ἐν τῷ Ἀρχαιολογικῷ Μουσείῳ, καὶ εἶναι ἐκτεθειμένα εἰς τὴν ἐπίσκεψιν πάντων. Ἕνεκα λοιπὸν τῶν ἐκτάκτων τούτων ἐργασιῶν, τὰς ὁποίας δὲν ἠδυνάμεθα νὰ προΐδωμεν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, αἱ πιστώσεις, αἱ σημειωθεῖσαι ὑπὸ τὸ κεφάλαιον Γʹ, ἄρθρον 12, δὲν ἐπήρκεσαν, ἀλλὰ ζητεῖται ἡ ἀναπληρωματικὴ αὕτη πίστωσις· αὕτη δὲ διακρίνεται εἰς ἐδάφια, συμφώνως μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν, διότι ὑπηρεσία ἀναλόγως τῶν αἰτήσεων, τὰς ὁποίας εἶχε, πρὸς πληρωμὴν δαπανῶν, ἐσημείωσε τὰ αἰτούμενα ποσὰ συμφώνως πρὸς τὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ διακρίσεις. Ἐπίσης ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε πληροφορίας, ἐὰν ἐψηφίσθη νόμος περὶ τῆς οἰκοδομῆς τοῦ Κεντρικοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου, λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τῆς ζητουμένης πιστώσεως πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς οἰκοδομῆς αὐτοῦ ἐκ δραχμῶν 6,000. Ὡς γνωρίζει καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, οὐδέποτε ἐψηφίσθη νόμος τις πρὸς οἰκοδομὴν τοιούτου καταστήματος, οὔτε ἦτο ἀνάγκη, νομίζω, νὰ ψηφισθῇ, τοιοῦτος νόμος· δὲν ὑπεβλήθη δὲ ποτὲ οὔτε Προϋπολογισμὸς εἰς τὴν Βουλὴν, διότι τὸ κατ’ ἀρχὰς ἡ οἰκοδομὴ τοῦ Μουσείου τούτου ἤρξατο διὰ δωρεῶν καὶ συνδρομῶν ὁμογενῶν, βραδύτερον τὸ Δημόσιον κατέβαλε μὲν πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς οἰκοδομῆς, ἀλλ’ αὕτη ἐγένοντο τμηματικῶς καὶ προϋπολογισμὸς ἐγίνετο ἑκάστοτε κατὰ τμήματα, ἀναλόγως τῆς ἐκτελουμένης ἐργασίας, καὶ δὲν ὑπῆρξε ποτὲ εἷς προϋπολογισμὸς πλήρης τῆς ὅλης οἰκοδομῆς. Ἤδη γίνεται ἐργασία τις, διὰ τὴν ὁποίαν ἔχει συνταχθῆ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον ἐζήτησα νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ εὑρίσκεται εἰς τὸ Τμῆμα τῶν Δημοσίων ἔργων, τὸ ὁποῖον ἐπιτηρεῖ τὴν ἐργασίαν, ἅμα δὲ τὸν λάβω, θέλω τὸν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ τὸ βραδύτερον εἰς τὴν γʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου θέλω τὸν προσαγάγει.
§46Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν φαίνεται, ὅτι δὲν ἦτο παρὼν κατά τινα συζήτησιν, ἥτις ἐγένετο ἐν μιᾷ τῶν ἡμερῶν τῆς παρελθούσης ἑβδομάδος, ἐπὶ νομοσχεδίου περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως, ζητουμένης ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς πιστώσεως ἐκείνης, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης παρετήρησεν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ αὕτη δι’ εἰδικοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ὅτι, ἐπειδὴ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐζητεῖτο ἡ ἔκτακτος ἐκείνη πίστωσις, δὲν ἐψηφίσθη εἰσέτι, ἔπρεπεν, ἀντὶ νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον εἰδικῆς πιστώσεως, νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889 ἡ ἔκτακτος ἐκείνη πίστωσις· ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, εἶπεν, ὅτι, κατὰ τὸν νόμον περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ, ὤφειλε νὰ πράξῃ ὡς ἔπραξε, διότι, ἐὰν περιελαμβάνετο ἡ ἔκτακτος πίστωσις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἤθελε ψηφισθῆ ἅπαξ, ἐνῷ τὸ εἰσαχθὲν νομοσχέδιον διὰ τὴν ἔκτακτον ἐκείνην πίστωσιν ἤθελεν ὑποβληθῆ εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι δὲ τοῦτο εἶχε σκοπὸν ὁ νόμος περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ, ὅστις ἐν ἄρθρῳ 29 διατάσσει (ἀναγινώσκει): «Κατασκευὴ ὁδοῦ, διώρυγος, γεφύρας, λιμένος, δημοσίου καταστήματος, ἢ ἄλλου οἱουδήποτε δημοσίου ἔργου, ὑπερβαίνουσα τὸ ποσὸν δραχ. 3,000, δὲν ἐκτελεῖται δαπάνῃ τοῦ Δημοσίου, εἰμὴ δυνάμει εἰδικοῦ νόμου, ἢ πιστώσεως, χορηγηθείσης ἐπὶ εἰδικοῦ κεφαλαίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου. Ἡ αἴτησις περὶ τῆς πρώτης πιστώσεως δι’ ἔξοδα τοιαύτης κατασκευῆς, πρέπει νὰ συνοδεύηται μὲ τακτικὸν ὑπολογισμὸν τῆς ὁλικῆς δαπάνης». Ἐπειδὴ δὲ εἶχον ἀκούσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ταῦτα λέγοντος, διέγνων, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἶχε διάφορον ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν γνώμην, διότι οὗτος, ἐν ᾧ εἶχε λάβει πίστωσιν 30,000 δραχμῶν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888, ὅπως οἰκοδομήσῃ μίαν πτέρυγα εἰς τὸ Ἀρχαιολογικὸν Μουσεῖον, οὐδὲ τότε, ὅτε ἐζήτησε τὴν εἰρημένην πίστωσιν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, προέτεινεν εἰδικὸν νόμον, ἢ ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ὁλικὸν ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ δαπανηθῇ διὰ τὴν οἰκοδομὴν ταύτην, οὐδὲ τώρα, ζητῶν ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν 6,000 δραχμῶν, ὑποβάλλει τὸν εἰδικὸν τοῦτον νόμον, ἀλλὰ εἰσάγει ἁπλοῦν νομοσχέδιον πιστώσεως. Ἕνεκα τούτου ἀπηύθυνα τὴν παρατήρησιν ταύτην εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Περὶ δὲ τῆς πρώτης παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα πρὸς αὐτὸν, καὶ ἡ ὁποία ἀνάγεται εἰς τὴν ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν τῶν 1500 δραχμῶν, τὴν ὁποίαν ζητεῖ ἐπὶ ἄρθρου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου εἶχε χορηγηθῆ πίστωσις 16,000 δραχμῶν, παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἔλαβε τὰ προσήκοντα μέτρα διὰ νὰ κατασκευάσῃ βάθρα ἐν τῷ Μουσείῳ τῆς Ἀκροπόλεως, οὐδ’ ἀμφισβητῶ, ὅτι ἔλαβε τὰ προσήκοντα μέτρα, ἵνα περισώσῃ τὰ ἀνευρισκόμενα ἐν Τανάγρᾳ εἰδώλια καὶ νὰ διασώσῃ αὐτὰ καὶ μεταφέρῃ ἐνταῦθα, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ δαπάνη, τὴν ὁποίαν εἶχε προσδιορίσει ἐκ τῆς πιστώσεως τῶν 16,000 δραχμῶν διὰ τὴν συντήρησιν καὶ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν τοιούτων ἐργασιῶν καὶ συλλογῶν, δὲν ἐπήρκεσε, καὶ ζητεῖ πίστωσιν 1500 δραχμῶν ἀναπληρωτικὴν, παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, πόσον ἐδαπάνησεν ἐκ τῆς πιστώσεως τῶν 16,000 δραχμῶν διὰ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ἐργασιῶν καὶ τῶν συλλογῶν· ἐὰν δὲν ἐδαπάνησεν οὐδὲν ἐκ τῆς εἰρημένης πιστώσεως τῶν δραχμῶν 16,000, δύναται νὰ μᾶς τὸ βεβαιώσῃ, ἐὰν ὅμως ἐδαπάνησε ποσόν τι ἐκ ταύτης, ἐρωτῶμεν, πόσα εἶναι τὰ δαπανηθέντα ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης δι’ ἐπιτήρησιν τῶν ἐργασιῶν καὶ συλλογῶν; Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀντίῤῥησιν, τὴν ὁποίαν ἔφερεν, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ πίστωσις τῶν 16,000 ἐδαπανήθη διὰ ποικίλας ἀνάγκας, ὅσας προβλέπει τὸ ἄρθρον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνάγεται ἡ πίστωσις, τῷ εἶναι δύσκολον ν’ ἀνεύρῃ πόσον ἐδαπανήθη δι’ ἐπιτήρησιν τῶν ἐργασιῶν καὶ συλλογῶν, προθύμως εὐκολύνω αὐτὸν, ἐνδεικνύων, ὅτι δύναται νὰ φέρῃ τὸν κατάλογον τῶν δαπανηθέντων δι’ ὅλας τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας προβλέπει τὸ ἄρθρον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως). (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: Περὶ τοῦ χρόνου ὑπηρεσίας τῶν κατὰ τὸν ᾼΛΒʹ νόμον προβιβαζομένων εἰς ἀνθυπασπιστάς. Περὶ προβιβασμοῦ ὑπαξιωματικῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ καὶ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ).
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 5 καὶ 7 τοῦ νόμου ᾼΦΝϚʹ περὶ Νομαρχιακῶν Συμβούλων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν.)
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1.
§49ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1ου, ἔχουσαν οὕτω (ἀναγινώσκει): «Δὲν δύνανται νὰ ἀνακηρυχθῶσιν ὑποψήφιοι Νομαρχιακοὶ Σύμβουλοι, πλὴν τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 τοῦ Νόμου ᾼΦΝϚʹ ἀναφερομένων, καὶ οἱ ἔκ τινος τῶν Δημοτικῶν ἢ Λιμενικῶν ταμείων τοῦ νομοῦ λαμβάνοντες μισθὸν οἱονδήποτε». Δεύτερον δὲ ἐδάφιον θὰ προστεθῇ ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου δὲν δίδεται ἀναδρομικὴ δύναμις εἰς τὸν νόμον. Ἴσως ἀκριβέστερον ἦτο νὰ μείνῃ καὶ ἡ λέξις «ἀποζημίωσις», ἐὰν ἡ γενικωτέρα ἔννοια τῆς φράσεως «ἐπὶ οἱῳδήποτε λόγῳ» δὲν ἔφερεν εἰς τὸ ἄτοπον, νὰ ἐρωτῶμεν, μήπως καὶ ὁ λαμβάνων ἀποζημίωσιν διὰ καταδάφισιν τῆς οἰκίας αὐτοῦ θεωρῆται ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβούλου· ἡ λέξις «ἀμοιβὴ» ἔχει ἐνταῦθα τὴν ἔννοιαν τῆς ἀποζημιώσεως ὑπηρεσιῶν ἰατρικῶν ἢ δικηγορικῶν, ἢ ἄλλων οἱωνδήποτε, παρεχομένων ὑπὸ τοῦ δήμου, τοῦ ὁποίου τὸν ἔλεγχον ἔχει τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον, εἰς ὃ ἀνήκει ὁ τοιαύτας ὑπηρεσίας παρασχών...
§50ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν αὐτό.
§51ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὅπως διατυποῦται τὸ ἄρθρον, νομίζω, ὅτι δὲν ἐκφράζει τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ παραδεχθῶμεν· πρῶτον, ἡ λέξις «ἀμοιβὴ» εἶναι τόσον ἀόριστος, ὥστε νομίζω, ὅτι θὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς ἀπείρους συζητήσεις, προκειμένου μάλιστα περὶ προσόντων· δεύτερον, λέγει «οἱ λαμβάνοντες ἀμοιβήν»· πότε λαμβάνοντες ἀμοιβήν; Ὑποθέσατε, ὅτι εἷς ἰατρὸς ἢ δικηγόρος κατὰ τὸ διάστημα τοῦ ἔτους προσεκλήθη διὰ μίαν δημοτικὴν ὑπηρεσίαν καὶ προσέφερε τὴν ὑπηρεσίαν του, ἀποζημιωθεὶς, μετὰ ταῦτα ἔρχεται ἐκλογή, θὰ ἀποκλεισθῇ αὐτός;
§52ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὄχι.
§53ΡΙΚΑΚΗΣ. Λοιπὸν «οἱ λαμβάνοντες ἀμοιβήν». Ἀλλὰ πότε λαμβάνοντες;
§54ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως ἔχει τὸ νομοσχέδιον, καὶ πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἐὰν ἀνέλαβέ τις ὑπηρεσίαν, θὰ ἀποκλεισθῇ.
§55ΡΙΚΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν, νὰ δοθῇ μεγαλειτέρα προσοχὴ, καὶ νὰ διατυπωθῇ σαφέστερον, ὥστε ν’ ἀνταποκρίνηται εἰς τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν νομίζω, ὅτι καὶ ὁ ἴδιος κ. Ὑπουργὸς ἔχει, καὶ ἡμεῖς ἐννοοῦμεν νὰ παραδεχθῶμεν.
§56ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως ἡ φράσις «λαμβάνοντες ἀμοιβὴν» δὲν δύναται νὰ ἰσχύσῃ, διὰ ν’ ἀποκλείσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρὸ τῆς ἐκλογῆς ἔλαβον ἀμοιβήν· πρόκειται περὶ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος, καθ’ ὃν χρόνον διατελεῖ Νομαρχιακὸς Σύμβουλος, ἀναλαμβάνει ὑπηρεσίαν πρὸς τὸν δῆμον ἐπ’ ἀμοιβῇ, ἢ ἀποζημιώσει, ἢ ἐπὶ μισθῷ. Τούτους καὶ μόνους ἐννοεῖ ν’ ἀποκλείσῃ τὸ νομοσχέδιον, εἰς αὐτοὺς καὶ μόνους νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ, ὥστε, ὄντες Νομαρχιακοὶ Σύμβουλοι, νὰ ἀναλαμβάνωσιν ἐν τούτῳ τοιαύτην ὑπηρεσίαν ἐπ’ ἀμοιβῇ. Αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια, καί, ἐὰν νομίζητε ἀναγκαῖον, δύναται νὰ σημειωθῇ ἡ ἐξήγησις εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά· ὁ διατελῶν Νομαρχιακὸς Σύμβουλος βεβαίως πρέπει ν’ ἀπαγορεύσῃ εἰς ἑαυτὸν πᾶσαν ἀνάμιξιν εἰς ὑπηρεσίαν πρὸς τὸν δῆμον, ἐφ’ οἱαδήποτε ἀμοιβῇ, ἢ ἀποζημιώσει, ἢ μισθῷ.
§57ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ ἀπορία δύναται νὰ προκύψῃ μόνον, προκειμένου περὶ τῆς ἐννοίας τῆς διατάξεως. Φρονῶ δέ, ὅτι ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως εἶναι ἡ ἑπομένη, ὅτι, ὅταν τις πρόκηται νὰ ἀνακηρυχθῇ Νομαρχιακὸς Σύμβουλος, πρέπει νὰ προσέξῃ, ὥστε, ἐὰν ἔχῃ ὑπηρεσίαν τινὰ δημοτικὴν ἢ ὑπεράσπισίν τινα ὑποθέσεως δημοτικῆς ἐπὶ ἀντιμισθίᾳ, πρὶν ἢ ὑποβληθῇ ἡ περὶ ἀνακηρύξεως αἴτησις, νὰ παραιτηθῇ.
§58ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀπὸ πότε ἄρχεται;
§59ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς θέλει οὗτος, ὤν ἐν τῇ προθεσμίᾳ τῇ νομίμῳ, νὰ θέσῃ κάλπην.
§60ΜΙΛΗΣΗΣ. Ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ παρελθόν;
§61ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι· ὅπως ὁ δημόσιος ὑπάλληλος, πρὶν ἢ ἐκτεθῇ εἰς τὰς ἐκλογὰς, τόσας ἡμέρας πρότερον ὀφείλει ν’ ἀποσυρθῇ ἐκ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, οὕτω καὶ ἐνταῦθα, ὁ παρέχων τοιαύτην ὑπηρεσίαν ὀφείλει ἐγκαίρως ν’ ἀποσυρθῇ ἐξ αὐτῆς, ὥστε νὰ μὴ φαίνηται ἐξηρτημένος ἀπὸ τοῦ δήμου, τὸν ὁποῖον κέκληται νὰ ἐλέγχῃ· αὕτη εἶναι σαφῶς ἡ πρόθεσις τοῦ νόμου· τὸ βʹ δὲ ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον προσετέθη, σκοπεῖ τοῦτο μόνον, νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ τοῦδε ἡ διάταξις αὕτη εἰς τοὺς ἤδη ἐκλελεγμένους, φέρουσα οὕτω τὴν νάγκην νέας ἐκλογῆς.
§62ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εὐηρεστήθη, νὰ δώσῃ ἐξήγησιν τοῦ νόμου, ὅπως αὐτὸς τὸν ἐννοεῖ, ἀλλ’ ὁ νόμος ἔχει ἔννοιαν, ἡ ὁποία ἐξάγεται πρὸ πάντων ἐκ τῶν φράσεων, τῶν ἐν αὐτῷ περιεχομένων. Ἐκ τῶν φράσεων λοιπὸν τοῦ νόμου πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀποδίδει. Καὶ πρῶτον, καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἔκφρασιν «ἀμοιβή», τί εἶναι ἀμοιβή; εἶναι ἀμοιβή, ἡ παρεχομένη εἰς τὸν παρέχοντα εἰς τὸν δῆμον διοικητικήν τινα ἐργασίαν, οἷον ἰατρὸν ἢ δικηγόρον, ἢ δύναται νὰ κληθῇ ἀμοιβὴ καὶ ἡ παρεχομένη εἰς ἐργάτας; Εἶναι μία λέξις, τόσον ἀόριστος, ὥστε ἐντεῦθεν θὰ καταστῇ ἀμφίβολος ἡ ἑρμηνεία τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, πότε πρέπει νὰ λάβῃ χώραν αὐτὴ ἡ ἀμοιβή, ἵνα καταστήσῃ τὸν λαμβάνοντα αὐτὴν ἀνίκανον, ἵνα γίνῃ Νομαρχιακὸς Σύμβουλος; Ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς εἶπε: ὅταν ἔλαβε τὴν ἀμοιβὴν μετὰ τὴν ἀνακήρυξιν αὐτοῦ ὡς ὑποψηφίου. Τοῦτο, φαίνεται, θέλει νὰ ἐννοήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον λέγει: «δὲν δύνανται ν’ ἀνακηρυχθῶσιν ὑποψήφιοι οἱ λαμβάνοντες ἀμοιβήν». Ἕπεται λοιπόν, ὅτι καὶ ἀμοιβή, ἡ ὁποία ἐδόθη πρὸ τῆς ἀνακηρύξεως λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει, καὶ καθιστᾷ ἄκυρον τὴν ἀνακήρυξιν...
§63ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγει «οἱ λαμβάνοντες», δὲν λέγει «οἱ λαβόντες».
§64ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμὴ τῆς ἀνακηρύξεως, τὸ Πρωτοδικεῖον, ἀνακηρύσσον αὐτοὺς, θέλει ἐξετάσει, ἂν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι λαμβάνωσιν ἀμοιβήν. Τὴν ἀμοιβὴν ταύτην ἔλαβον βεβαίως πρὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης, τῆς ἀνακηρύξεως, ἀλλὰ ποῖον τὸ χρονικὸν ὅριον, πέραν τοῦ ὁποίου ἡ ἀμοιβὴ, ληφθεῖσα, δὲν συνεπάγει ἀνικανότητα; εἷς μὴν πρὸ τῆς ἀνακηρύξεως, ἢ ἓν ἔτος, ἢ δύο; Ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον καὶ προχθὲς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν· τὸ ἄρθρον τοῦτο θὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς αὐθαιρέτους καὶ ἀντιφατικὰς ἑρμηνείας.
§65ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν)... Κατόπιν τῶν παρατηρήσεων τούτων, εὕρομεν τὸν τρόπον, νὰ διατυπώσωμεν τὴν διάταξιν κατὰ τρόπον, ὅστις νὰ μὴ ἀφίνῃ ἀμφιβολίαν καὶ μὴ ἀνατρέχωμεν, προκειμένου περὶ ἀμοιβῆς, εἰς τὸν χρόνον τῆς ἀνακηρύξεως. Ἰδοὺ πῶς διετύπωσα τὸ ἄρθρον ἐκ νέου (ἀναγινώσκει): «Δὲν δύνανται νὰ ἀνακηρυχθῶσιν ὑποψήφιοι Νομαρχιακοὶ Σύμβουλοι, πλὴν τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 τοῦ Νόμου ΑΦΝϚʹ ἀναφερομένων καὶ οἱ ἔκ τινος τῶν Δημοτικῶν ἢ Λιμενικῶν ταμείων τοῦ νομοῦ λαμβάνοντες μισθὸν ἐφ’ οἱῳδήποτε λόγῳ. «Δὲν δύνανται δὲ νὰ διατελῶσι Νομαρχιακοὶ Σύμβουλοι οἱ λαμβάνοντες μισθὸν ἢ ἀμοιβὴν παρὰ τῶν εἰρημένων ταμείων δι’ οἱονδήποτε λόγον, μεταγενέστερον τῆς ἐκλογῆς. «Οἱ κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου Νομαρχιακοὶ Σύμβουλοι δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν διάταξιν ταύτην»...
§66ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ νὰ μὴ ὑπάγωνται;
§67ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι σήμερον, διδομένης ἀναδρομικῆς δυνάμεως εἰς τὸν νόμον τοῦτον, θέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διατάξωμεν νέας ἐκλογὰς· νομίζω δὲ, ὅτι, ἀφοῦ κατὰ τὸν κείμενον νόμον τοιοῦτόν τι ἀσυμβίβαστον δὲν ὑπάρχει, ἐνόμισε δὲ ὁ νομοθέτης, ὅτι δὲν ἦτο ἀπαραίτητον νὰ τὸ νομοθετήσῃ, σήμερον, ὅτε νομίζομεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ καὶ τοῦτο τὸ ἀσυμβίβαστον, δὲν εἶναι συμφέρον νὰ ἐκτεθῶμεν εἰς τὴν δυσχέρειαν τῆς ἀντικαταστάσεως.
§68ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὸ βʹ ἐδάφιον, ἀπὸ τοῦδε ἀπευθύνω μίαν παρατήρησιν, ὅτι ἀνίκανοι πρέπει νὰ κηρυχθῶσιν οἱ διατελοῦντες Νομαρχιακοὶ Σύμβουλοι, ὅταν λάβωσι μισθὸν ἢ ἀμοιβὴν, δι’ ὑπηρεσίαν, χορηγηθεῖσαν μετὰ τὴν ἐκλογήν των. Διότι, ἂν ἔχῃ τις λαμβάνειν ἀπὸ τὸν δῆμον ἀμοιβήν, ἢ μισθὸν, διὰ προγενεστέραν τῆς ἐκλογῆς ἐργασίαν, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀποκλεισθῇ.
§69ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως, αὐτὸ εἶναι φυσικόν.
§70ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι διόλου φυσικόν.
§71ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ καταθέσω τὴν τροπολογίαν, θὰ τυπωθῇ καὶ κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν τὴν συζητοῦμεν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 260).
§72ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ ἐγεννήθησαν διάφοροι ἰδέαι περὶ τούτου, παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ ἡ βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου δι’ αὔριον, ὥστε νὰ δοθῇ καιρὸς εἰς τοὺς Βουλευτὰς νὰ μελετήσωσιν.
§73ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἂς ἀναβληθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ στρατολογίας ΑΦΚΗʹ νόμου.
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶχον ὑποβάλει τινὰς τροπολογίας κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν, καὶ πάλιν δὲ ἐγένοντο παρατηρήσεις καὶ ὑπεβλήθησαν καὶ ἄλλαι τροπολογίαι. Ἐκ τῶν τροπολογιῶν τούτων παρεδέχθην πάλιν τρεῖς, ἃς περιλαμβάνω ἐν ταῖς προτάσεσιν, ἐφρόντισα δὲ, ἵνα τυπωθῇ ἐκ νέου τὸ ὅλον τῶν προτεινομένων παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τροπολογιῶν τοῦ νομοσχεδίου, τυπωθῇ δ’ ἐπίσης καὶ τὸ νομοσχέδιον, ὅπως τροποποιεῖται ἤδη. Αἱ τροπολογίαι, ἃς ἀπεδέχθην ἐκ τῶν προταθεισῶν κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, εἶναι αἱ ἑπόμεναι. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 82 ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι δὲν διεγράφησαν αἱ λέξεις «τοὺς ἀποβιώσαντας, λιποτακτήσαντας, ἐξαιρεθέντας ἢ ἀπαλλαγέντας» καὶ ὅτι ἔμεινε καὶ ἡ λέξις «καλοῦνται», ἐνῷ ἔπρεπε νὰ τεθῇ ἡ λέξις «τηροῦνται». Ἑπομένως ἐν τῇ τροπολογίᾳ ἀντικατέστησεν ἡ λέξις «τηροῦνται» τὴν λέξιν «καλοῦνται», καὶ διεγράφησαν αἱ λέξεις «λιποτακτήσαντας, ἐξαιρεθέντας ἢ ἀπαλλαγέντας».
§76ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διόρθωσις, ὄχι τροπολογία.
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ τροπολογία εἶναι διόρθωσις. Ἐπίσης ἐγένετο παρατήρησις, ὅτι ἡ ἀπαίτησις τῶν διαμονητηρίων ἴσως δὲν θὰ ἦτο πάντοτε δεδικαιολογημένη, διότι πολλάκις δὲν ἔχουσιν οἱ διαμένοντες ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διαμονητήρια, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ συμπληρωθῇ ἡ διάταξις, ἐπιτρεπομένης τῆς ἀποδείξεως καὶ διὰ πιστοποιητικοῦ τῶν Προξενικῶν Ἀρχῶν. Τοῦτο ἀποδεχθεὶς, περιέλαβον πρόσθετον διάταξιν ἐν δυσὶν ἄρθροις τοῦ νόμου· ἐν τῷ ἄρθρῳ 100 προσέθεσα «ἐπὶ τῇ προσαγωγῇ τῶν διαμονητηρίων των, ἢ ἐπισήμων πιστοποιητικῶν τῆς ἁρμοδίας Προξενικῆς Ἀρχῆς», περιέλαβον δὲ τὴν αὐτὴν διάταξιν καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ 150, λαμβάνοντι ἀριθμὸν 146 «....διαμονητήρια ἢ ἐπίσημα πιστοποιητικὰ τῆς ἁρμοδίας Προξενικῆς Ἀρχῆς». Ἑτέρα παρατήρησις ἐγένετο, ὅτι ἡ καταβολὴ τοῦ ἀντισηκώματος εἰς μόνον τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον καὶ τὰ Ἐπαρχιακὰ Ταμεῖα παρέχει τινὰς δυσχερείας, καὶ ὅτι θὰ ἦτο λυσιτελὲς νὰ προστεθῶσι καὶ οἱ εἰσπράκτορες, ὅπου δὲν ὑπάρχουσιν Ἐπαρχιακὰ Ταμεῖα. Κατ’ ἐμὴν ὅμως γνώμην, δυνάμεθα νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν καταβολὴν πανταχοῦ, εἰς τὰ Ἐπαρχιακὰ Ταμεῖα, εἰς τὰ Ὑποταμεῖα καὶ εἰς τοὺς δημοσίους εἰσπράκτορας, διαγράφοντες τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον, ἀφοῦ ἐνταῦθα ὑπάρχει Ἐπαρχιακὸν Ταμεῖον. Κατὰ ταῦτα ἐτροπολογήθη τὸ ἄρθρον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ, νὰ ψηφοφορηθῇ τὸ ἀνατυπωθὲν, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, κείμενον;
§79ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς καὶ τὰ τροποποιοῦντα τὸν κείμενον νόμον ἄρθρα, 29 (τελευταία παράγραφος), 33 (ἐδάφιον πρόσθετον), 24 (τελευταία παράγραφος), 36, 44 (πρώτη παράγραφος), 57 (ἐδάφιον 2 καὶ 3), 60 καὶ 67.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 82. (Ἀναγινώσκεται, ὡς ἐτροποποιήθη).
§82ΧΡ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ τροποποιουμένῳ 82ῳ ἄρθρῳ, νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν, νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ φράσις «καί, εἰ δυνατόν, χωρίου».
§83ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ μείνῃ, ὅπως μὴ ἀδικηθῶσι τὰ ἄλλα χωρία. Ἐὰν χωρίον τι ἔχῃ πολλοὺς ἀνυποτάκτους, διατί νὰ ἐπιβαρύνῃ ἡ ἀναπλήρωσις αὐτῶν τὰ ἄλλα χωρία τοῦ δήμου;
§84ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Φρονῶ, ὅτι ὀρθὸν εἶναι, εἰς τὸ ἄρθρον 82 νὰ προστεθῇ ἡ ἑξῆς διάταξις, ὅτι ὁ ἀνυπότακτος εἶναι ὑπόχρεως εἰς ἀποζημίωσιν πρὸς τὸν ὑπηρετοῦντα δι’ αὐτὸν διαθέσιμον ἀνὰ δύο δραχμὰς καθ’ ἡμέραν. Διότι εἶναι ἄδικον νὰ φεύγῃ ὁ ἀνυπότακτος, καὶ νὰ ὑπηρετῇ ἀντ’ αὐτοῦ ὁ διαθέσιμος ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνταμοιβῆς.
§85ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἰδέα τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι ἀξία μελέτης, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συζητήσωμεν περὶ αὐτῆς ἤδη ἐκ τοῦ προχείρου, προκειμένου μάλιστα περὶ τροπολογίας, οὐχὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ τοῦ ἀρχικοῦ νόμου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 82, ὡς ἐτροποποιήθη, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 100. (Ἀναγινώσκεται, ὡς ἐτροποποιήθη).
§87ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον 100, ὡς ἔχει σήμερον, ὑποβάλλει τοὺς ἐν αὐτῷ ἀναφερομένους εἰς τὴν ὑποχρέωσιν, εἰς ἣν ὑποβάλλονται καὶ οἱ ἐθελονταί, ἐὰν δὲ μείνῃ τοιουτοτρόπως τὸ ἄρθρον, ἐννοεῖται, ὅτι οὗτοι θ’ ἐξακολουθῶσι νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τῶν ἐθελοντῶν, ἐνῷ διὰ τῶν τροπολογιῶν εἶχε προταθῆ νὰ ὑποχρεῶνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάγονται δυνάμει τοῦ Στρατολογικοῦ Νόμου, ἤτοι, ἐὰν ἦναι διαθέσιμοι, νὰ ὑπηρετῶσιν ὡς διαθέσιμοι, κτλ.
§88ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρόκειται περὶ ἐθελοντῶν, ὧν αἱ ὑποχρεώσεις κανονίζονται ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου, περιοριζόμεναι εἰς τὰς ἐπιβαλλομένας ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας οὐχὶ εἰς τὸν ἐθελοντὴν, ἀλλ’ εἰς τὸν κληρωτόν. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐξήγησις αὕτη εἶναι ἐπαρκής.
§89ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἡ δοθεῖσα ἑρμηνεία αὕτη εἶναι βεβαίως ἐπαρκής. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 100, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 119, ὡς ἐτροποποιήθη).
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 121. (Ἀναγινώσκεται).
§91ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 121 ὑπέβαλα τροπολογίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὡς καὶ προχθὲς ἀνέπτυξα, ἀπαλλάσσονται τῆς προσθέτου φορολογίας (ἀπὸ τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀπαλλάσσονται οἱ ὀρφανοὶ) καὶ οἱ ἔχοντες ἀδελφὸν ὑπηρετοῦντα ἢ ἀποθανόντα ἐν τῷ στρατῷ. Νομίζω, ὅτι οὗτοι πληρόνουσιν ἤδη ἀρκετὰ ἁδρῶς τὸν φόρον, ὥστε δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρυνθῶσι καὶ δι’ ἄλλης προσθέτου φορολογίας, ἢ τοὐλάχιστον νὰ πληρόνωσι μόνον τὸ ἥμισυ, κατὰ τὸ ἄρθρον 122, εἰς ὃ ὑπάγονται καὶ οἱ ὀρφανοί, καίπερ μὴ φορολογούμενοι. Δὲν ἐννοῶ, διατὶ ἡ διπλῆ αὕτη φορολογία, ἡ ἄδικος, ἡ καταπιεστική. Θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω, ὅσα ἀνέπτυξα, εἰσάγων τὴν πρότασιν προχθές.
§92ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει διπλῆ φορολογία, ὑπάρχει ἡ κανονικὴ φορολογία, προκειμένου δὲ περὶ τοῦ ὀρφανοῦ· αὕτη περιορίζεται εἰς τὸ ἥμισυ. Ὁ κ. Βουλευτὴς φρονεῖ, ὅτι δὲν δικαιολογεῖται μείζων μέριμνα περὶ τοῦ ὀρφανοῦ· ἀλλὰ χάριν ἀφομοιώσεως τῶν ὀρφανῶν πρὸς τοὺς ἄλλους, δὲν δυνάμεθα νὰ μειώσωμεν τὸν γενικὸν ὅρον, θὰ ἠναγκαζόμεθα ἄρα ν’ αὐξήσωμεν τὸν ὅρον ὡς πρὸς τοὺς ὀρφανούς, ὅπερ οὐδεὶς ἐπιθυμεῖ.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μισυρλῆ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 121, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 122, 126 (λαμβάνον ἀριθ. 123), καὶ 127 (λαμβάνον ἀριθ. 124).
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 128 (λαμβάνον ἀριθ. 125). (Ἀναγινώσκεται ὡς ἐτροποποιήθη).
§95ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ φορολογία ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς οἰκογενείας, καὶ ἑπομένως, ἀφοῦ αὕτη δίδει ἕν τῶν τέκνων αὑτῆς ἐν τῷ στρατῷ, εἶναι ἄδικον, νὰ θέλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐπιβάλλῃ καὶ τὴν πρόσθετον αὐτὴν τροπολογίαν. Δὲν πρέπει, Κύριοι, ν’ ἀποβλέψωμεν μόνον εἰς τὸ αὐστηρὸν ταμιευτικὸν πνεῦμα· πρέπει νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψει καὶ τὴν κατάστασιν τοῦ λαοῦ. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἔλαβεν ὑπὸ τὴν προστασίαν αὑτοῦ τοὺς ὀρφανοὺς, οἱ ὁποῖοι οὐδένα φόρον πληρόνουσιν, οὕτω πρέπει νὰ λάβει ὑπ’ ὄψει καὶ τὰς οἰκογενείας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι τέκνον, ὑπηρετοῦν ἐν τῷ στρατῷ, ἢ ἀπώλεσαν ἐν τῷ στρατῷ τοιοῦτον. Ὅπως ἀνέπτυξα, ὅτε ὑπέβαλον τὴν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 128, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τούτου ἀποβαίνει πολὺ καταπιεστική. Διότι εἶναί τινες, διὰ τοὺς ὁποίους οἱ λόγοι τῆς ἀπαλλαγῆς ἐπῆλθον μετὰ τὴν κατάταξιν, εἶναι δὲ δυνατὸν οὗτοι, νὰ μὴ ἦναι εἰς θέσιν νὰ καταβάλωσιν ἀμέσως τὸ τίμημα τοῦ ἀντισηκώματος. Προτείνω ὅθεν, ὅπως εἰς τοὺς τοιούτους παρέχηται προθεσμία ἕξ μηνῶν, ἵνα δύνωνται νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰς πατρίδας των, ὅπως, εἴτε δι’ ἐργασίας, εἴτε ὁπωσδήποτε, δυνηθῶσι νὰ οἰκονομήσωσι τὸ ποσὸν καὶ καταβάλωσιν αὐτό. Δὲν ὑπάρχει δὲ φόβος, μήπως δὲν εἰσπραχθῶσι τὰ χρήματα, διότι ὁ νόμος περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, τὸν ὁποῖον περιλαμβάνω ἐν τῇ τροπολογίᾳ μου, ὡς ἰσχύοντα, εἶναι ἀρκετὰ αὐστηρὸς, εἶναι δρακόντειος.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μισυρλῆ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 128 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 128, ὡς ἀνεγνώσθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 150, λαμβάνον ἀριθ. 147, ὡς ἐτροποποιήθη. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 2, 3 καὶ 4 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεων εἰς τὸ ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς τελωνιακὸν δασμολόγιον.
§98ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὸ σωματεῖον τῶν ξυλουργῶν ὑπέβαλέ τινας παρατηρήσεις, αἵτινες μελετῶνται ἤδη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Τούτου ἕνεκα παρακαλῶ, νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν αὔριον.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.—Ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως δραχμῶν 3,208,978, ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1889.
§100ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, τὰ ζητήματα, ἃ προεκάλεσεν ἡ συζήτησις τῆς προκειμένης πιστώσεως, ἔχουσι κατ’ ἐμὲ μεγίστην σπουδαιότητα, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου τοῦ Κράτους, καὶ μάλιστα καὶ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, ἀφ’ ἑτέρου, ἡ λύσις αὐτῶν συνδέεται στενῶς πρὸς τὴν ἀκριβῆ καὶ εὔρυθμον διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Ἐν τούτοις αἱ γνῶμαι καὶ αἱ ἰδέαι, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν περὶ τῶν ζητημάτων τούτων, μοὶ ἐφάνησαν τοσοῦτον πλημμελεῖς καὶ τοσοῦτον συγκεχυμέναι, ὥστε ἐνόμισα, ὅτι ἠδυνάμην ν’ ἀναιρέσω αὐτὰς ἐγὼ, ὁ μὴ ἐγκύψας ἰδίως εἰς τὴν μελέτην τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων καὶ μὴ ἔχων εἰς τὴν διάθεσίν μου τὰ φῶτα τῆς ὑπηρεσίας, ἐκ τῶν ὁποίων εὐχερῶς δύναται νὰ φωτισθῇ ὁ προϊστάμενος αὐτῆς κ. Πρωθυπουργός. Τὰ ζητήματα, τὰ ἀναφυέντα, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἀνάγονται, ἐν γένει μὲν εἰς τὸν τρόπον τῆς συντάξεως τῶν Προϋπολογισμῶν τοῦ Κράτους, ἰδιαιτέρως δὲ εἰς τὸν προσήκοντα τρόπον τῆς χορηγίας τῶν πιστώσεων. Περὶ τοῦ ζητήματος τούτου προὐνόησεν αὐτὸ τὸ Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 60, ἔνθα διέταξε ῥητῶς, ὅτι ἡ Βουλὴ κατ’ ἔτος ψηφίζει, μεταξὺ ἄλλων, καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν, ὅτι ἐν τούτῳ πρέπει νὰ ἀναφέρωνται ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου, καὶ ὅτι ἐξετάζεται ὑπὸ ἰδίας Ἐπιτροπῆς καὶ ψηφίζεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἅπαξ. Κατὰ τὰς διατάξεις ταύτας, ῥητῶς ἀπαιτεῖται, νὰ σημειῶνται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους. Ἐπειδὴ δὲ οὐδεμία γίνεται διάκρισις περὶ τοῦ ἰδιαιτέρου προορισμοῦ ἢ τοῦ εἴδους τῶν διαφόρων ἐξόδων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν χρῆσιν πρέπει νὰ δαπανηθῶσιν, ἐξάγεται τὸ συμπέρασμα, ὅτι πάντα τὰ ἔξοδα πρέπει ν’ ἀναφέρωνται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ ὅτι, ἂν ἔξοδόν τι δὲν ἀναφέρηται ἐν αὐτῷ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πληρωθῇ. Πρὸς τὰς διατάξεις ταύτας τοῦ Συντάγματος συμφωνεῖ ὁ Λογιστικὸς ἡμῶν Νόμος. Ἐν αὐτῷ, ἐν ἄρθρῳ 2, ἀναφέρεται, ὅτι τὰ δημόσια ἔξοδα ἑκάστης χρήσεως προσδιορίζονται διὰ τῶν ἐνιαυσίων οἰκονομικῶν νόμων, καὶ ἀποτελοῦσι τὸν γενικὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 8 ἀναφέρονται τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ οἰκονομικὸς νόμος χορηγεῖ τὰς ἀναγκαίας πιστώσεις διὰ τὰ προϋπολογισθέντα ἔξοδα ἑκάστης χρήσεως, τὰ ὁποῖα πληρόνονται ἐκ τῶν χρηματικῶν πόρων, τῶν διαλαμβανομένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων». Βλέπετε, ὅτι ὁ Λογιστικὸς Νόμος ἀναφέρεται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον, περὶ οὗ προέβλεψε τὸ Σύνταγμα, καὶ ἐν ᾧ ἀναφέρονται ὅλα τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως. Ἀλλ’ ἐνδεχόμενον ἦτο δαπάνη τις νὰ μὴ προβλεφθῇ ἐπαρκῶς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἢ νὰ μὴ προβλεφθῇ ποσῶς. Ἀνάγκη λοιπὸν ἦτο νὰ ληφθῇ καὶ περὶ τούτου πρόνοια ὑπὸ τοῦ νόμου. Δι’ ὃ ὁ Λογιστικὸς Νόμος διέταξεν, ὅτι ἡ μὲν πρώτη ἀνάγκη, τῆς μὴ ἐπαρκοῦς προνοίας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἱκανοποιεῖται δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, ἡ δὲ ἔλλειψις πάσης προνοίας θεραπεύεται δι’ ἐκτάκτων πιστώσεων. Καὶ πρέπει, Κύριοι, νὰ ἐννοήσωμεν καλῶς καὶ σαφῶς, ποία ἡ ἔννοια τῆς ἐκτάκτου ταύτης πιστώσεως. Πότε ὑπάρχει ἔκτακτος πίστωσις; Καὶ περὶ τούτου σαφῶς διέταξεν ὁ Λογιστικὸς Νόμος ἐν τῷ ἄρθρῳ 18, λέγων: «Διὰ τὰς ἐκτάκτους καὶ κατεπειγούσας ὑπηρεσίας, τὰς μὴ προβλεφθείσας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, χορηγοῦνται ἔκτακτοι πιστώσεις...». Ῥητῶς πράγματι τὸ ἄρθρον 18 προβλέπει περὶ δαπανῶν, μὴ προβλεφθεισῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Τοῦτο εἶναι τὸ κύριον καὶ οὐσιῶδες τῆς ἐκτάκτου πιστώσεως, ὅτι δίδεται πρὸς ἐκτέλεσιν δαπανῶν, μὴ προβλεφθεισῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Δὲν προσδιορίζει λοιπὸν τὴν ἔκτακτον πίστωσιν ἡ φύσις τῆς δαπάνης, περὶ ἧς πρόκειται, ὅπως ὑπέθεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν εἶναι δηλ. ἔκτακτος πίστωσις, ἡ ἀφορῶσα εἰς ἔκτακτον δαπάνην, καὶ τακτικὴ πίστωσις, ἡ ἀφορῶσα εἰς τακτικὴν δαπάνην. Ποσῶς. Πᾶσα δαπάνη, προβλεπομένη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, εἴτε συνήθως ἀναφύεται, εἴτε ἐκτάκτως, ἱκανοποιεῖται πάντοτε διὰ τακτικῆς πιστώσεως, καὶ πᾶσα δαπάνη, μὴ προβλεπομένη, εἴτε τακτικὴ, εἴτε ἔκτακτος, ἱκανοποιεῖται δι’ ἐκτάκτου πιστώσεως. Τὰ περὶ τούτου εἶναι λίαν σαφῆ. Ἀλλὰ πῶς δίδονται αὐταὶ αἱ ἔκτακτοι πιστώσεις; Καὶ περὶ τούτου εἶναι ῥητὸς ὁ νόμος. Αὗται δίδονται, παρούσης μὲν τῆς Βουλῆς, ὑπ’ αὐτῆς, ἀπούσης δὲ, διὰ Βασιλ. Διατάγματος, ὑποβαλλομένου εἰς τὴν κύρωσιν αὐτῆς. Θὰ μὲ ἐρωτήσῃ τις: δύναται λοιπὸν νὰ δοθῇ ἔκτακτος πίστωσις καὶ πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι δύναται. Εἰς τοῦτο ἴσως ἀντίκεινται αἱ λέξεις, προβλεφθεῖσα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὅπερ ὑποδεικνύει ψηφισθέντα τὸν Προϋπολογισμόν. Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι αὕτη ἡ ἔννοια τῆς ἐκφράσεως, ἐτέθη δὲ αὕτη, διότι κατὰ τὸ Σύνταγμα, ὁ Προϋπολογισμὸς ψηφίζεται πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς χρήσεως, καὶ ἑπομένως ὑποτίθεται ἐψηφισμένος, ὅταν ἐντὸς τῆς χρήσεως ἀναφύηται ἡ ἀνάγκη τῆς ἐκτάκτου πιστώσεως. Ἀλλ’ ὁ Προϋπολογισμὸς ἐνδέχεται, διὰ πολλοὺς λόγους, νὰ μὴ ψηφισθῇ πρὸ τῆς χρήσεως, ἐνδέχεται δὲ νὰ ἀναφυῇ ἀνάγκη δαπάνης λίαν κατεπειγούσης, ἧς ἡ ἀναβολὴ μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δύναται νὰ διακινδυνεύσῃ δημόσια συμφέροντα. Ἕνεκα τούτου, φρονῶ, ὅτι δύναται νὰ δοθῇ ἔκτακτος πίστωσις, καίπερ μὴ ἐψηφισμένου τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀλλὰ τοῦτο οὐδαμῶς ἀντίκειται ἢ ἀναιρεῖ τὴν γνώμην, ὅτι πᾶσα δαπάνη πρέπει νὰ ἀναγράφηται εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, διότι αὐτὸς ὁ Λογιστικὸς Νόμος ἐμερίμνησε, νὰ διατάξῃ ῥητῶς, ὅτι καὶ αὐταὶ αἱ ἔκτακτοι πιστώσεις, αἱ διδόμεναι διὰ δαπάνας, μὴ προβλεφθείσας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, πρέπει ν’ ἀναγραφῶσιν εἰς αὐτόν. Τὸ ἄρθρον 19 λέγει ῥητῶς (ἀναγινώσκει): «Διὰ πᾶσαν ἔκτακτον πίστωσιν, χορηγουμένην εἰς Ὑπουργὸν δ’ ὑπηρεσίαν, μὴ προβλεφθεῖσαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου του, προστίθεται κεφάλαιον ἰδιαίτερον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ εἰς τὸν Ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει». Ἕνεκα λοιπὸν τοῦ ἐνδεχομένου κινδύνου τῶν δημοσίων συμφερόντων ἐπέτρεψεν ὁ νομοθέτης, νὰ ἐκδίδωνται πιστώσεις διὰ δαπάνας, μὴ προβλεπομένας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀλλ’ ἔλαβε καὶ τὴν πρόνοιαν τῆς προσεχοῦς ἐγγραφῆς τῶν πιστώσεων εἰς ἰδιαίτερον κεφάλαιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὥστε οὕτως οὐδέποτε παύει ὁ Προϋπολογισμός, νὰ ᾖναι ὁ καθρέπτης, ἐν ᾧ καταφαίνεται πᾶν ἔσοδον καὶ ἔξοδον τοῦ Κράτους. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐκ τῆς ἁπλῆς αὐτῆς ἑρμηνείας τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, καὶ τοῦ συνδυασμοῦ πρὸς ἄλληλα, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι πᾶσα δαπάνη πρέπει νὰ ᾖναι ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ ὅτι δαπάνη, μὴ ἐγγραφεῖσα ἐν αὐτῷ, δὲν δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ. Ἀλλ’ ἠκούσατε, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀντικρούει τὸ συμπέρασμα τοῦτο, λέγων, ὅτι δὲν δίδονται ὅλαι αἱ πιστώσεις διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τοὐναντίον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπεστήριξεν, ὅτι ὑπάρχουσι δαπάναι, ὧν ἡ πραγματοποίησις ὑποθέτει νόμον προϋπάρχοντα· ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, ἡ πίστωσις διὰ τὴν τοιαύτην δαπάνην πρέπει νὰ χορηγῆται διὰ νόμου.
§101ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πᾶσα δαπάνη πρέπει νὰ στηρίζηται ἐπὶ νόμου, δὲν ἀρκεῖ ν’ ἀναγράφηται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ.
§102ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ ἰσχυρισμός, ὃν εἶπε καὶ τώρα ἐπαναλαμβάνει ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἶναι ἐσφαλμένος. Αἱ πλεῖσται τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένων δαπανῶν στηρίζονται ἐπὶ νόμων.
§103ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅλαι.
§104ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ νόμων, διοργανιζόντων τὰς ὑπηρεσίας, ὑπὲρ ὧν καταβάλλονται αἱ δαπάναι· ὥστε, ἐν ἐλλείψει τῶν τοιούτων νόμων, ἡ ἁπλῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐγγραφὴ τῆς δαπάνης δὲν δίδει δικαίωμα νὰ πραγματοποιηθῇ αὕτη. Ἄν, φέρ’ εἰπεῖν, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφῇ δαπάνη 100,000 δραχμῶν διὰ διοικητικὰ δικαστήρια καὶ δὲν ἐπέλθῃ νόμος, διοργανίζων τὰ κατ’ αὐτά, ἡ ἐγγραφὴ τῆς δαπάνης ἐπὶ ματαίῳ ἐγένετο. Ἀλλ’ ἕπεται ἐντεῦθεν, ὅτι αἱ δαπάναι, αἱ στηριζόμεναι εἰς νόμον, δὲν πρέπει νὰ δίδωνται διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ δι’ ἰδιαιτέρου νόμου.
§105ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πᾶσα δαπάνη, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένη, πρέπει νὰ στηρίζηται ἐπὶ νόμου.
§106ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναταί τις ν’ ἀπαντήσῃ καταφατικῶς, διότι συμπέρασμα ἤθελεν εἶσθαι, ὅτι πρέπει νὰ διαγράψωμεν τὸ πλεῖστον τῶν δαπανῶν, διότι πράγματι, αἱ πλεῖσται στηρίζονται ἐπὶ νόμων, οἵτινες διοργανίζουσι τὰς ὑπηρεσίας, ἑπομένως ἡ ἰδέα, ὅτι, ὑπαρχόντων νόμων, κανονιζόντων τὴν δαπάνην, δύναται ἡ πίστωσις νὰ δοθῇ δι’ ἰδιαιτέρου νόμου καὶ οὐχὶ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶναι ἐσφαλμένη. Αἱ πιστώσεις δίδονται, ἢ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἢ δι’ ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων.
§107ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αἱ πιστώσεις αὗται θ’ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ· δὲν ψηφίζονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ.
§108ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠναγκάσθη νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἡ ὕπαρξις νόμων, κανονιζόντων τὰ τῆς ὑπηρεσίας, ὑπὲρ ἧς ἡ δαπάνη, οὐδόλως ἐπιτρέπει τὴν ἐκτέλεσιν τῆς δαπάνης ἄνευ τῆς ἐγγραφῆς τῆς πιστώσεως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀλλ’ ἐνόμισεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ οὐδεμίαν δαπάνην ἄνευ νόμου, ψηφίζοντος αὐτήν, καὶ ἕνεκα τούτου ὑποστηρίζει, ὅτι καλῶς ζητεῖ τὴν δαπάνην διὰ νόμου, καίπερ μὴ ἐγγραφεῖσαν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Ἐπεκαλέσθη μάλιστα ὑπὲρ τῆς γνώμης ταύτης τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, καὶ μάλιστα εὐηρεστήθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἀπορίαν του, πῶς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὸ ἄρθρον 24, ἐνῷ ἐπεκαλέσθη προηγούμενα αὐτοῦ ἄρθρα. Ἐγώ, Κύριοι, ἐκφράζω τὴν ἀπορίαν μου, πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ λαβὼν ὑπ’ ὄψει καὶ ῥητῶς ἐπικαλεσθεὶς τὸ ἄρθρον 24, δὲν ἐνόησεν αὐτό. Εἶναι τὸ κυριώτατον ἐπιχείρημα, ὃ ἠδύνατο ν’ ἀντιτάξῃ τις κατὰ τῆς γνώμης του, διότι τὸ ἄρθρον 24 λέγει, ὅτι οὐχὶ ὅλαι αἱ πιστώσεις προϋποθέτουσι τὴν ὕπαρξιν νόμου, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καί τινες, αἵτινες δὲν προϋποθέτουσι τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ· ἁπλῆ ἀνάγνωσις τοῦ ἄρθρου δὲν ἀφίνει τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν. Τὸ ἄρθρον 24 διακρίνει δύο περιπτώσεις, δαπάνης ἀνωτέρας τῶν 3,000 δραχμῶν, καὶ δαπάνης κατωτέρας τῶν 3,000. Ὅταν ἡ δαπάνη ἦναι κατωτέρα τῶν 3,000 δραχμῶν, οὐδὲν ἀπαιτεῖ ὁ νόμος πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῆς, ὅθεν ἀρκεῖ μόνη ἡ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφὴ τῆς πιστώσεως. Ὅταν ἡ δαπάνη ἦναι μεγαλειτέρα, πῶς τότε χορηγεῖται; Τί λέγει τὸ ἄρθρον 24; Δαπάναι, ἀνώτεραι τῶν 3 χιλ. δραχμῶν δὲν δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσιν, εἰμὴ κατὰ δύο τρόπους, ἢ δυνάμει εἰδικοῦ νόμου, ἢ δυνάμει πιστώσεως, ἀναγραφομένης εἰς εἰδικὸν κεφάλαιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Λοιπὸν ῥητῶς τὸ ἄρθρον ἀντικρούει τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἀπαιτεῖται πάντοτε νόμος. Ἀρκεῖ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ἄρθρου (ἀναγινώσκει): «Κατασκευὴ ὁδοῦ.... (κτλ.) ὑπερβαίνουσα τὸ ποσὸν δραχμῶν 3,000, δὲν ἐκτελεῖται δαπάνη τοῦ Δημοσίου, εἰμὴ δυνάμει εἰδικοῦ νόμου, ἢ πιστώσεως, χορηγηθείσης ἐπὶ εἰδικοῦ κεφαλαίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου». Δὲν ἀπαιτεῖται νόμος, καὶ ὅταν ἀκόμη πρόκηται νὰ ἐκτελεσθῇ ἔργον ἀξίας ἀνωτέρας τῶν 3 χιλιάδων δραχμῶν, διότι ἀρκεῖ πρὸς τοῦτο ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πίστωσις ἐπὶ εἰδικοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ, ὅπερ σημαίνει ἐπὶ κεφαλαίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, πραγματευομένου ῥητῶς περὶ τοῦ ἔργου, ὅπερ πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῇ. Δύναται ὅμως βεβαίως νὰ διαταχθῇ καὶ διὰ νόμου πᾶσα δαπάνη· ὅθεν ἐξεταστέον, ὑπάρχοντος τοιούτου νόμου, διατάσσοντος τὴν ἐκτέλεσιν ἔργου τινός, πῶς θὰ χορηγηθῇ ἡ πίστωσις περὶ τοῦ ἔργου τούτου; Βεβαίως διὰ τῆς ἐγγραφῆς τῆς πιστώσεως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἂν δὲ οὗτος δὲν προέβλεψε, καὶ ὑπάρχῃ κατεπείγουσα ἀνάγκη, δύναται νὰ χορηγηθῇ καὶ ὡς ἔκτακτος πίστωσις. Ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, προκύπτει καὶ ἐκ τοῦ ἀντιστοίχου ἄρθρου τοῦ Γαλλικοῦ νόμου, ἐξ οὗ μετεφράσθη τὸ ἡμέτερον, καὶ καθ’ ὃ «Nulle création.... ne peut avoir lieu qu'en vertu d'une loi spéciale, ou d'un crédit ouvert a un chapitre spécial du budget. Δὲν εἶναι λοιπὸν τοιαύτη ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 24, ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπέδιδεν εἰς αὐτὸ κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν· ἡ ἔννοια εἶναι ἀλλοία, καὶ ἀπορῶ, πῶς τοῦτο διέφυγε τὴν προσοχήν του. Ὁ νόμος διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου ἓν πρᾶγμα ἐπιζητεῖ, νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ προσδιορίζῃ αὐτή, ποῖα τὰ ἐκτελεσθησόμενα ἔργα. Ἀπήτησε τὴν περὶ αὐτῶν προηγουμένην ἔγκρισιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, ἥτις δύναται νὰ ἐπέλθῃ κατὰ δύο τρόπους, εἴτε ἐκδιδομένου εἰδικοῦ νόμου, εἴτε ἐγκρινούσης τῆς Βουλῆς πίστωσιν ἐπὶ εἰδικοῦ κεφαλαίου περὶ κατασκευῆς τοῦ ἔργου. Τί θὰ ἀντιτάξῃ εἰς ταῦτα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος μέχρι πρὸ ὀλίγου μὲ διέκοπτε, βεβαιῶν, ὅτι οὐδεμία δαπάνη δύναται νὰ γίνῃ ἄνευ νόμου; Λοιπὸν, βλέπετε, ὅτι ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε συζητήσεως ἀκλόνητον ὑπολείπεται τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχον ἀφιχθῆ, ὅτι πᾶσα δαπάνη πρέπει νὰ ἐγγράφηται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ ὅτι τότε μόνον δύναται νὰ ζητηθῇ ἔκτακτος πίστωσις, ὅταν οὐδόλως προὐνόησεν ὁ Προϋπολογισμὸς περὶ τῆς δαπάνης. Ἐγὼ μάλιστα, Κύριοι, περὶ τούτου τοῦ πράγματος οὐδαμοῦ ἀπήντησα ἀντίῤῥησιν ἢ ἀμφιβολίαν· εἶναι πρᾶγμα, ὅπερ οὐδέποτε ἠμφισβητήθη. Τοιαύτας ἀμφισβητήσεις ἀπήντησα περὶ ἑτέρου ζητήματος, ἀναγομένου εἰς τὸν προσήκοντα καταρτισμὸν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, περὶ τοῦ ζητήματος, ἂν ἡ ἀκρίβεια τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως καὶ ἡ εὐχερὴς διεξαγωγὴ τῆς λογιστικῆς ὑπηρεσίας ἀπαιτῶσι νὰ ἀναγράφωνται ἅπαντα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους εἰς ἕνα καὶ μόνον λογαριασμὸν, ἀποτελοῦντα τὸν Προϋπολογισμὸν, ἢ ἂν προτιμότερον ἦναι νὰ διαιρῶνται τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα εἰς διαφόρους κατηγορίας, καὶ ἑκάστη κατηγορία νὰ καταχωρίζηται εἰς ἰδιαίτερον λογαριασμόν. Καὶ ὑπάρχουσιν ἀληθῶς Προϋπολογισμοὶ, ἀποτελούμενοι ἐκ τοιούτων ἰδιαιτέρων λογαριασμῶν, καὶ εἷς μὲν τοιοῦτος περιλαμβάνει τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸ δημόσιον χρέος, ἕτερος τὰ ἀναγόμενα εἰς τὰ δημόσια ἔργα κτλ. Ἀλλαχοῦ δὲ προβαίνουσιν εἰς ἑτέραν διαίρεσιν τῶν δαπανῶν, καὶ συντάσσουσι λογαριασμοὺς, περιέχοντας τὰς ἐκτάκτους δαπάνας. Ἐπικαλοῦνται δὲ καὶ διάφορα ἐπιχειρήματα ὑπὲρ ἑκάστου τῶν τοιούτων συστημάτων. Οἱ ὑποστηρίζοντες, φέρ’ εἰπεῖν, τὴν διαίρεσιν προβάλλουσιν, ὅτι ἡ διάκρισις τῶν διαφόρων εἰδῶν τῶν ἐξόδων καὶ ἐσόδων δύναται νὰ παράσχῃ σαφεστέραν ἰδέαν περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, ἰδίως ἡ διάκρισις τῶν τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων δαπανῶν δύναται νὰ ἐφελκύσῃ μᾶλλον τὴν προσοχὴν τῶν Βουλευτῶν ἐπὶ τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς τακτικάς. Οἱ ἀντίθετοι τοὐναντίον προβάλλουσιν, ὅτι μόνον ἐν ἑνὶ καὶ τῷ αὐτῷ λογαριασμῷ δύναται ν’ ἀντιληφθῇ τις σαφῶς, ὁποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις, διότι ἡ διαίρεσις ἀπαιτεῖ τὸν συνδυασμὸν τῶν διαφόρων καταστάσεων, καὶ ἐντεῦθεν παρουσιάζονται δυσχέρειαι καὶ συγχύσεις. Προβάλλουσι καὶ ἕτερον σπουδαῖον ἐπιχείρημα κατὰ τῆς διαιρέσεως· λέγουσι δηλαδὴ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ὡρισμένος τις κανὼν, κανονίζων τὰ τῶν διαιρέσεων, ἤγουν τοῦ καταρτισμοῦ διαφόρων λογαριασμῶν. Τίνες, φέρ’ εἰπεῖν, αἱ τακτικαὶ καὶ τίνες αἱ ἔκτακτοι δαπάναι, αἱ εἰς ἰδιαίτερον λογαριασμὸν καταχωρισθησόμεναι; Ἕκαστος κατὰ τὴν κρίσιν του ἢ τὸ συμφέρον του δύναται νὰ χαρακτηρίσῃ ἐκτάκτους δαπάνας, ὡς τακτικὰς καὶ τ’ ἀνάπαλιν. Τακτικαὶ δαπάναι θεωροῦνται συνήθως αἱ κατὰ πᾶν ἔτος ἀναφυόμεναι, καὶ ὅμως ἐνδέχεται ν’ ἀναφυῶσι συνεχῶς κατ’ ἔτος ἔκτακτοι δαπάναι. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μάλιστα ἔχει διάφορον γνώμην περὶ τοῦ τακτικοῦ ἢ ἐκτάκτου τῆς δαπάνης. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς φρονεῖ, ὅτι τακτικὴ δαπάνη εἶναι ἡ πληρονομένη ἐκ τῶν τακτικῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, ἔκτακτος δὲ ἡ πληρονομένη ἐκ τῶν ἐκτάκτων. Ἀλλὰ καὶ ἡ γνώμη αὕτη δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις μιᾶς ἀκριβοῦς διαιρέσεως, διότι εἰς τὰ Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐλλείμματα, καὶ αἱ τακτικαὶ δαπάναι ἱκανοποιοῦνται ἐξ ἐκτάκτων ἐσόδων. Εἰς δὲ τὰ Κράτη, τὰ ἔχοντα πλεονάσματα, ὡς π. χ. εἰς τὴν Βόρειον Ἀμερικὴν, δι’ αὐτῶν ἐκτελοῦνται πλεῖσται ὅλως ἔκτακτοι δαπάναι. Ἀλλὰ δὲν ἐκτείνομαι εἰς τὰς τοιαύτας διακρίσεις, διότι δὲν ἔχουσι σημασίαν τινὰ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, εἴτε ἐν ἑνὶ λογαριασμῷ ἀναγράφονται πάντα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα, εἴτε ἐν πολλοῖς· πρόκειται περὶ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ἐνιαυσίου Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἐν ᾧ πρέπει ν’ ἀναφέρωνται ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο καὶ οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν διαίρεσιν συνομολογοῦσιν, ὅτι οἱ πλείονες λογαριασμοὶ ἀποτελοῦσιν ἐν συνόλῳ τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ συνεπῶς εἰσάγουσιν αὐτοὺς ἀπὸ κοινοῦ καὶ συγχρόνως εἰς τὴν Βουλήν. Ἕνεκα τούτου μάλιστα τὴν διαίρεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τακτικὸν καὶ ἔκτακτον οὐδόλως θεωρῶ ὡς ἀντιβαίνουσαν εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι τὸ Σύνταγμα ὁμιλεῖ περὶ συντάξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, περιέχοντος ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα, δὲν κανονίζει ὅμως καὶ τὸν τρόπον τοῦ καταρτισμοῦ αὐτῶν. Τοῦτο εἶναι ζήτημα τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας, ζήτημα χρησιμότητος καὶ τάξεως, ὅπερ οὐδεμίαν ἔχει ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν οὐσιαστικὴν ἔννοιαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Μετὰ τὰ ἐκτεθέντα, ἐρωτῶ, ἐφαρμόζομεν ἡμεῖς τὰς διατάξεις ταύτας τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου; Ἡμεῖς ἔχομεν ἕνα Προϋπολογισμὸν, εἰς τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἀναγράφει ὅσας δαπάνας αὐτὴ θεωρεῖ πρέπον ν’ ἀναγράψῃ ὡς τακτικάς. Ἔχομεν ἡμεῖς ἕτερον Προϋπολογισμὸν, ἀναγράφοντα τὰς λοιπὰς δαπάνας, τὰ λοιπὰ ἔξοδα; Δὲν ἔχομεν. Ποῦ λοιπὸν θέλομεν ἀναγράψει τὴν πίστωσιν, τὴν ζητουμένην διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου; Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ δαπάνης, τὴν ὁποίαν δὲν προέβλεψεν ὁ Προϋπολογισμὸς, ἠδυνάμεθα νὰ τὴν χαρακτηρίσωμεν ὡς ἔκτακτον πίστωσιν, ἐγγραπτέαν εἰς τὸν ψηφισθησόμενον Προϋπολογισμόν. Ἀλλ’ ὅταν δὲν πρόκηται περὶ τοιαύτης δαπάνης, παρουσιάζετε τὸν Λογιστικὸν Νόμον καὶ τὸ Σύνταγμα, χορηγοῦντες αὐτήν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, — διότι δὲν ἐδημοσιεύθη ὁ λόγος του— ἠθέλησε ν’ ἀναφέρῃ καὶ ἕτερα ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς γνώμης του, τὰ ὁποῖα μοὶ ἐφάνησαν συγκεχυμένα. Εἶπεν, ὅτι μετὰ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν αἱ Κυβερνήσεις ἐδίστασαν νὰ δαπανῶσι συμφώνως μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν, διότι τινὲς τῶν ἐν αὐτῷ πιστώσεων δὲν ἐστηρίζοντο εἰς νόμον, καὶ ἐνόμισαν, ὅτι ἀπαλλάσσονται πάσης ἐντεῦθεν εὐθύνης, περιλαμβάνουσαι εἰς τὸν οἰκονομικὸν νόμον ἄρθρον, ἐπιτρέπον ῥητῶς τὰς τοιαύτας δαπάνας. Τίνα σχέσιν ἔχει, Κύριοι, ἡ πορεία τῶν Κυβερνήσεων ἐκείνων, ἥτις βεβαίως κατ’ οὐδὲν μεταβάλλει τὴν εὐθύνην αὐτῶν διὰ τὰς τοιαύτας δαπάνας; διότι ὁ οἰκονομικὸς νόμος ἀποτελεῖ μέρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καί, ὡς οὗτος, ἅπαξ ψηφίζεται· ἑπομένως εἴτε ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ, εἴτε ἐν ταῖς λεπτομερείαις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀναγράφεται ἡ πίστωσις, οὐδόλως μεταβάλλεται ἡ θέσις τῶν πραγμάτων. Τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς ζήτημα εἶναι, ἂν καλῶς ζητῆτε τὴν πίστωσιν ταύτην ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889. Βεβαίως ὄχι. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἕτερόν τι· ἂν, εἶπεν, ἐγγράψῃ τὴν πίστωσιν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, θὰ ἐγγράψῃ ἐν αὐτῷ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, τὸ ἀπαιτηθησόμενον διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ κτιρίου, καὶ τοιουτοτρόπως, εἶπεν, ἂν ἐνόησα καλῶς, τὸ ἐνεστὸς θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ μέλλον ἄνευ δικαιώματος. Τοιαῦτά τινα εἶπεν. Ἀλλὰ βεβαίως, ἂν τοιαῦτα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι δυστυχῶς, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἐτυπώθη ὁ λόγος, καὶ παρῆλθον καὶ ἡμέραι, ὡς βλέπετε, ἀπὸ τῆς συζητήσεως ἐκείνης, λησμονεῖ ῥητὸν ἄρθρον τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, καθ’ ὅ, ἂν δὲν πραγματοποιηθῇ ἡ πίστωσις ἐντὸς τῆς χρήσεως, ἀκυροῦται καὶ ἐγγράφεται νέα εἰς τὸν μέλλοντα Προϋπολογισμὸν, εἰς τρόπον, ὥστε οὐδόλως ἐπιβαρύνεται τὸ μέλλον ἐν τῷ παρόντι. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, δὲν βλέπω καὶ τὸν λόγον, δι’ ὃν, ἀποφασισθέντος ἔργου τινὸς, νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ὁλόκληρος ἡ δαπάνη τοῦ ἔργου τούτου καὶ οὐχὶ ἡ δαπάνη ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ἀρκέσῃ διὰ τὴν χρῆσιν, καθ’ ἣν ἰσχύει ὁ Προϋπολογισμός. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐκ τῶν ἐκτεθέντων ἐννοεῖτε, ὁποίαν τινὰ ἔχω γνώμην περὶ τῆς εἰσαγομένης πιστώσεως, Ἡ πίστωσις πρέπει νὰ ἀποσυρθῇ, νὰ ἐγγραφῇ δὲ ἀμέσως εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, περὶ τοῦ ὁποίου μετ’ ὀλίγον θὰ συζητήσωμεν. Ἐὰν ἤθελεν ἐπικαλεσθῆ ἔκτακτόν τινα κίνδυνον τῆς Ἐπικρατείας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, βεβαίως ἡμεῖς ὠφείλομεν νὰ ψηφίσωμεν ἀπὸ τοῦδε τὴν πίστωσιν, φροντίζοντες ὅμως μεθαύριον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν νὰ ἀναγράψωμεν αὐτὴν ῥητῶς, ἵνα φαίνωνται, ποῖα εἶναι τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως δὲν δύναμαι, μὴ ἐπικαλουμένου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τοιαύτην τινὰ ἔκτακτον ἀνάγκην, δὲν δύναμαι νὰ θεωρήσω ὡς νόμιμον καὶ τακτικὴν τὴν τοιαύτην ψήφισιν τῆς εἰσαγομένης πιστώσεως. Καὶ, ὅπως, Κύριοι, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, εἶπον, δὲν πρόκειται μόνον περὶ μιᾶς παρερμηνείας καὶ παραβάσεως τοῦ Νόμου τοῦ Λογιστικοῦ καὶ τοῦ Συντάγματος ἀκόμη. Ὁ τοιοῦτος τρόπος τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν ἔχει ἐπιβλαβῆ ἐπιῤῥοὴν κατ’ οὐσίαν ὡς πρὸς τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, διότι ἀμέσως ἀφαιρεῖ τὴν εὐκολίαν τῆς κρίσεως καὶ ἐκτιμήσεως τῶν πραγμάτων. Γνωρίζετε, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετὰ μεγάλης σπουδῆς ἀνεκοίνωσεν ἀνὰ πᾶσαν τὴν ὑφήλιον, ὅτι ἐπέτυχεν ἰσοζύγιον. Θὰ ἦτο ἴσως φειδωλότερος εἰς τὰς τοιαύτας διαβεβαιώσεις, ἂν πάντα τὰ ἔξοδα καὶ πάντα τὰ ἔσοδα ἦσαν ἀκριβῶς ἐγγεγραμμένα εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Σημειωτέον δὲ, ὅτι ἐγὼ ἀμφισβητῶ καὶ τὴν μέχρι τοῦδε δοθεῖσαν ἔννοιαν εἰς τὴν λέξιν «ἰσοζύγιον». Κατ’ ἐμὲ, ἰσοζύγιον Προϋπολογισμοῦ θὰ εἴπῃ ἐξίσωσις τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα. Καὶ ἐπειδὴ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὡς ἀπέδειξα, πρέπει νὰ ἦναι ὅλα τὰ ἔξοδα ἐγγεγραμμένα, ἐννοεῖται, ὅτι τότε μόνον ὑπάρχει ἰσοζύγιον, ὅταν ὅλα τὰ ἔξοδα καὶ ὅλα τὰ ἔσοδα πράγματι ἀνέρχωνται εἰς τὸ αὐτὸ ποσόν. Ἐὰν λοιπὸν διὰ τῶν εἰσοδημάτων τοῦ Κράτους πληρώνωνται ὅλα τὰ ἔξοδά του, ὑπάρχει ἰσοζύγιον Προϋπολογισμοῦ, εἴτε εἰσάγεται εἰς ἕνα ἢ πλείονας λογαριασμοὺς, εἴτε διαιρεῖται, εἴτε δὲν διαιρεῖται εἰς τακτικὸν καὶ ἔκτακτον. Ὅταν ὅμως τὰ εἰσοδήματα δὲν φθάνωσιν, ὅταν πρὸς τοῦτο ἀνατρέχωμεν εἰς δάνεια, δὲν πρόκειται πλέον περὶ ἰσοζυγίου, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἐλλείμματος, καλυπτομένου ἐκ τῶν δανείων. Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ δάνειον εἶναι εἰσόδημα; Ἀπαντῶ, ὅτι εἶναι τὸ δάνειον εἰσόδημα, ἀλλὰ μόνον λογιστικῶς, οὐχὶ ὅμως καὶ οὐσιαστικῶς. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι εἰσόδημα εἶναι τὸ δάνειον, τότε, Κύριοι, πᾶς Προϋπολογισμὸς οἱουδήποτε Κράτους ἔχει ἰσοζύγιον. Διατί; διότι κάθε Κράτος φροντίζει, τὸ ἔλλειμμά του νὰ τὸ ἀναπληρώσῃ διὰ δανείου. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι οὐχὶ μόνον ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν εἶναι πλημμελὲς τὸ σύστημα, τὸ εἰσαγόμενον, ἀλλὰ καὶ εἰς ἀποτελέσματα λίαν ἐπιβλαβῆ δύναται νὰ ἀγάγῃ ἡμᾶς. Ἑπομένως οὐδὲν ἕτερον ἔχω νὰ προσθέσω, ἢ νὰ προτείνω νὰ ἀποσύρῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν πίστωσιν, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται, ἐκτὸς ἐὰν ἤθελε προτείνει λόγον τινὰ κατεπείγοντος, καὶ ἀναγράψει αὐτὴν εἰς τὸν προσεχῶς συζητηθησόμενον Προϋπολογισμόν.
§109ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ συζήτησις ἐξῆλθε τῶν ὁρίων, τῶν διαγραφομένων ὑπὸ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, ἀντὶ νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἡ πίστωσις ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφομένη, ἦναι ἔκτακτος, ἢ ὄχι, ἐγενίκευσε τὸ ζήτημα, καὶ ἠσχολήθη περὶ τακτικοῦ καὶ ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ, περὶ τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων, περὶ ἀντισυνταγματικότητος ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ, περὶ ἀντισυνταγματικότητος ἐκτάκτων πιστώσεων, καὶ, ἀκολουθῶν τὸ σύστημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀρέσκεται, ἵνα πάσας τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως χαρακτηρίζῃ ὡς ἀντισυνταγματικὰς, κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι καὶ ἡ προκειμένη πίστωσις εἶναι ἀντισυνταγματική, καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ἐγκριθῇ. Παρατηρῶ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἔπαθε κατὰ τὴν συζήτησιν ἓν περίεργον πάθημα. Διήρκεσεν ἡ ἀγόρευσίς του ἐπὶ πολὺ, καὶ περὶ τὰ μέσα τῆς ἀγορεύσεώς του ἐλησμόνησεν ἐντελῶς, τί εἶχεν ὑποστηρίξει κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἀγορεύσεως ταύτης, Ἀρχόμενος τοῦ λόγου ὑπεστήριξεν, ὅτι εἰς μόνον Προϋπολογισμὸς ὑπάρχει, ὅτι εἰδικὸς Προϋπολογισμὸς εἶναι ἀντισυνταγματικὸς, ὅτι ἔκτακτος πίστωσις εἶναι ἀντισυνταγματική. Ἀλλὰ περὶ τὰ μέσα τῆς ἀγορεύσεως ἠναγκάσθη νὰ ἀναγνωρίσῃ εἰδικὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ ἠναγκάσθη βεβαίως νὰ τὸν ἀναγνωρίσῃ, καθόσον θὰ ἐνεθυμήθη, ὅτι τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει, παρεδέξατο εἰδικὸν Προϋπολογισμὸν, παρεδέξατο τὸν εἰδικὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, παρεδέξατο τὸν εἰδικὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Καὶ ἠναγκάσθη ὁ κύριος Βουλευτὴς νὰ ἀναγνωρίσῃ περὶ τὰ μέσα τῆς ἀγορεύσεώς του, ὅτι αἱ ἔκτακτοι πιστώσεις εἶναι συνταγματικαὶ καὶ νόμιμοι, καθόσον ἴσως τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐνεθυμήθη, ὅτι κατ’ αὐτὴν ταύτην τὴν συνεδρίασιν, καθ’ ἣν ὡμίλει, εἶχε ψηφίσει ἔκτακτον πίστωσιν, τὴν πίστωσιν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν. Ἐν αὐτῇ ταύτῃ τῇ συνεδριάσει ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὴν πίστωσιν, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς δὶς ἔλαβε τὸν λόγον ἐπὶ τῆς πιστώσεως ταύτης, καὶ ὑποθέτω, ὅτι, ἂν ἐθεώρει τὰς ἐκτάκτους πιστώσεις ὡς ἀντισυνταγματικὰς, πρώτη ἔνστασις, τὴν ὁποίαν ἤθελε κάμει, συζητήσας τὴν πίστωσιν ταύτην, θὰ ἦτο ἡ τῆς ἀντισυνταγματικότητος τῆς πιστώσεως ταύτης. Τὸ νομοσχέδιον περὶ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν ἐν ἄρθρῳ 5 ῥητῶς λέγει (ἀναγινώσκει): «Συγχωρεῖται ἔκτακτος πίστωσις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1889, καταλογιζομένη ὡς ἑξῆς. Πρώτη ἀποζημίωσις κτλ. κτλ.» Λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε κατ’ αὐτὴν ταύτην τὴν συνεδρίασιν ψηφίσει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, παρεδέξατο ἔκτακτον πίστωσιν, καὶ ἔκτακτον πίστωσιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889. Ἀλλὰ καὶ ταῦτα πάλιν ἐλησμόνησε καὶ ὅταν ἔφθασεν εἰς τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεως, τότε ἐπανῆλθε πάλιν εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἀντισυνταγματικότητος, καὶ εἶπεν, ὅτι ζητεῖ τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς πιστώσεως, διότι εἶναι ἀντισυνταγματική. Αἱ ἀντιφάσεις αὗται τοῦ κυρίου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ δίδουσιν εἰς ἐμὲ τὸ δικαίωμα νὰ παρατηρήσω, ὅτι κατ’ αὐτὸν ὑπάρχει μία διαλείπουσα κατάστασις συνταγματικόττοης· συνταγματικότης πιστώσεων, ὅταν διέπῃ τὰ κοινὰ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, ἀντισυνταγματικότης, ὅταν Πρωθυπουργὸς ἦναι ὁ κ. Τρικούπης, καὶ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο· πρέπει καὶ ἄλλο τι νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι, κατ’ αὐτὸν, ὑπάρχει καὶ μία ἑτέρα συνταγματικὴ θεωρία, τὴν ὁποίαν συνοψίζω ὡς ἑξῆς· συνταγματικότης κατὰ ξηράν, ἀντισυνταγματικότης κατὰ θάλασσαν· διότι, ὅταν πρόκηται περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἢ ἔκτατος ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889 πίστωσις εἶναι συνταγματική, ὅταν πρόκηται περὶ τῆς κατασκευῆς πλοίου, καταντᾷ νὰ ἦναι ἀντισυνταγματική. Αὗται εἶναι αἱ θεωρίαι τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου, τὰς ὁποίας ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλετὴς ἀνέπτυξε. Κατὰ τῶν θεωριῶν τούτων ἀντεπεξῆλθεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὑποστηρίξας δύο ἀρχάς· ὑπεστήριξε πρῶτον, ὅτι ἡ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφὴ δαπάνης τινὸς ἀποτελεῖ ἄδειαν πρὸς δαπάνην, ἀλλ’ ὅτι, ὅπως ἡ δαπάνη ᾖ νόμιμος, καὶ ὅπως ἡ εὐθύνη τοῦ διατάκτου τῆς δαπάνης καλυφθῇ, ἀπαιτεῖται νόμος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ βασίζηται ἡ δαπάνη αὕτη. Τὴν ἀρχὴν ταύτην βεβαίως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐφήρμοσεν ἐπὶ τῆς προκειμένης πιστώσεως, καὶ δὲν ἐφήρμοσεν ἐπὶ τῆς προκειμένης πιστώσεως, καθόσον ἐπὶ ταύτης ὑπάρχει νόμος, καὶ ὑπάρχει οὐχὶ ὁ νόμος ἢ οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀκαρνανίας Βουλευτής, διότι οἱ νόμοι οὗτοι, τοὺς ὁποίους ἐκ τοῦ προχείρου ἔλαβεν ἐκ τῆς ἐκθέσεως, τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὃν πρὸ αὐτοῦ εἶχε, εἶναι νόμοι πιστώσεων· ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐπικαλεσθῇ νόμους πιστώσεων, ὅπως δικαιολογήσῃ νόμον πιστώσεως, καὶ ὅλως περιττὸν ἦτο, ν’ ἀντιτάξῃ ὁ κ. Βουλευτὴς τοὺς νόμους τούτους εἰς ὅσα ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ ὑπάρχει νόμος· ὑπάρχει ὁ νόμος ΑΥΙΑʹ, ὁ ψηφισθεὶς κατὰ τὸ 1887, ὁ ὁποῖος ἐν ἄρθρῳ 2ῳ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ῥητῶς ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Πᾶσαι αἱ πρόσοδοι αὗται, συμπληρούμεναι καὶ ἐξ ἄλλων πόρων τοῦ Δημοσίου ἐν ἀνάγκῃ, κατατίθενται ἐπὶ τόκῳ εἴς τινα τῶν ἐν Ἑλλάδι Τραπεζῶν, καὶ παραχωροῦνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν δανείου εἰς μεταλλικὸν ἐκ δραχμῶν 30,000,000 πραγματικοῦ κεφαλαίου, ὅπερ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δύναται νὰ συνομολογήσῃ ἢ ἐκδώσῃ καὶ ὅπερ ἀποκλειστικῶς περιορίζεται εἰς ναυπήγησιν ἢ ἀγορὰν πολεμικῶν πλοίων». Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὅτε ἐγένετο ἡ συζήτησις τοῦ νόμου τούτου, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτής, μὴ προσέξας, φαίνεται, εἰς τὴν λέξιν «συμπληρούμεναι καὶ ἐξ ἄλλων πόρων τοῦ Δημοσίου ἐν ἀνάγκῃ», ἔσκωψε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, λέγων: «μὲ τὴν πώλησιν τῆς «Μυκάλης,» μὲ τὴν πώλησιν τῶν κτηνῶν, μὲ τὴν πώλησιν παντὸς εἴδους κινητοῦ σκοπεῖτε νὰ κάμητε στόλον; ὁ στόλος οὗτος βεβαίως θὰ ἦναι τοῦ εἴδους τῆς «Κίχλης» κτλ». Εὐτυχῶς ὁ νόμος οὗτος, μὲ ὅλα τὰ σκώμματα τοῦ κ. ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτοῦ, ἐπέτρεψε τὴν ναυπήγησιν θωρηκτῶν. Μετὰ τὸν νόμον τοῦτον ἐξεδόθη δεύτερος νόμος, ὁ νόμος ΑΥΟΔʹ περὶ δανείου 150,000,000, ὁ ὁποῖος ἐν ἄρθρῳ 2ῳ λέγει: «Τὸ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον δάνειον συνομολογούμενον προσδιορίζεται ἀποκλειστικῶς εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου ΑΨΙΑʹ τῆς 18 Μαρτίου 1887 ἐπιτραπέντος δανείου». Ἰδοὺ ὁ νόμος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ἡ πίστωσις. Εἰς τὴν προκειμένην πίστωσιν λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐφήρμοσε τὴν ἀρχὴν, περὶ τῆς ὁποίας κατὰ πρῶτον ὡμίλησεν, ἀλλ’ ἐφήρμοσεν ἑτέραν ἀρχὴν, ὅτι ὁ τακτικὸς Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους περιλαμβάνει τὰς δαπάνας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ πληρωθῶσι διὰ τῶν τακτικῶν πόρων τοῦ Κράτους,— σημειώσατε, ὅτι εἶπον «πρέπει», καὶ οὐχὶ πληρόνονται, — αἱ ὁποῖαι πρέπει, λέγω, νὰ πληρωθῶσι διὰ τῶν τακτικῶν πόρων τοῦ Κράτους. Καὶ ὑπεστήριξεν, ὅτι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς ἄλλας δαπάνας, ἐκείνας, περὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχει ἔκτακτος πόρος, περὶ τῶν δαπανῶν τούτων ζητεῖται ἔκτακτος πίστωσις, ὅπως ἔτι μᾶλλον ἐξασφαλισθῇ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ προνόμιον τῆς Ἀντιπροσωπείας, νὰ ἐπιβλέπῃ τὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργείου, διότι κατὰ τρεῖς συνεδριάσεις ἡ ἔκτακτος πίστωσις ἀναγινώσκεται καὶ ἑπομένως τρὶς ὑποβάλλεται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Ἀντιπροσωπείας τοῦ λαοῦ, τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν, Κύριοι, τὰς θεωρίας καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὰ πράγματα. Ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος. Ἡ προκειμένη πίστωσις εἶναι ἔκτακτος ἢ ὄχι; καλῶς ἢ κακῶς ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἔκτακτος;...
§110ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αὐτὰ θεωρίαι εἶναι.
§111ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νὰ μερικεύσωμεν τὴν θεωρίαν καὶ νὰ τὴν ἐφαρμόσωμεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος. Ὡς εἶπον, Κύριοι, διὰ τῶν δύο νόμων, οὓς ἀνέφερον, ἐχορηγήθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα, ἵνα μέρος τοῦ συνομολογηθέντος δανείου χρησιμεύσῃ πρὸς ναυπήγησιν πλοίων. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοῦ νόμου τούτου σύμβασις συνήφθη μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἑταιρίας Forges et Chantieres, πρὸς ναυπήγησιν τριῶν θωρηκτῶν, δυνάμει τῆς ὁποίας ἀνελάμβανεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὑποχρεώσεις πρὸς πληρωμὴν τοῦ τιμήματος τῶν πλοίων εἰς δόσεις, ἀναλόγως τῶν ἐκτελουμένων ἔργων. Πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων τούτων ἐζητήσαμεν πρώτην πίστωσιν κατὰ τὰ 1887 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, καὶ ἐζητήσαμεν πίστωσιν 5,683,000 δραχμῶν. Ἀργότερον ἐζητήσαμεν δευτέραν πίστωσιν ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1888 δρ. 16,253,000. Αἱ δύο αὗται πιστώσεις ἀπετέλουν ὁλικὸν ποσὸν 21,936,000 δραχμῶν. Ἐκ τούτων τῶν πιστώσεων διετέθησαν 8,392,000 μόνον, ὑπελείφθησαν διαθέσιμα 13,544,000. Ἐπειδὴ δὲ, καθὼς ἀνέφερον εἰς ὑμᾶς, ὁ ἐπιτηρῶν τὴν ναυπήγησιν τῶν πλοίων ὑποθέτει, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1889 θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ δαπανήσωμεν ποσὸν 16,353,000, ἀφαιρουμένων τῶν 13,544,000, τὰ ὁποῖα ἔχομεν διαθέσιμα, μένει ποσὸν 2,709,000, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀνάγκην, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ζητοῦμεν διὰ τῆς ὑπὸ συζήτησιν πιστώσεως. Ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν Σύνοδον τοῦ 1887 ἐψήφισεν ἀμφοτέρας τὰς πιστώσεις, τῆς Ἀντιπολιτεύσεως παρούσης, οὐδεμία δὲ ἔνστασις ἀντισυνταγματικότητος ἐγένετο...
§112ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶχεν ἀποχωρήσει.
§113ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε’ ὁ νόμος ἐδημοσιεύθη τὴν 1ην Δεκεμβρίου 1887, ἐψηφίσθη ἄρα κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ Νοεμβρίου, τότε ἡ Ἀντιπολίτευσις ἦτο παροῦσα...
§114ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγένετο παρατήρησις, τότε. Ἐγὼ πρῶτος ἔκαμα τὴν παρατήρησιν καὶ ἐγένετο συζήτησις’ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνωμολόγησεν, ὅτι ἐγένετο κἄτι τι ἀνώμαλον. Ταῦτα πάντα ἀναφέρονται εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά.
§115ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁπωσδήποτε δὲν ἤκουσα τὴν ἰδέαν τῆς ἀντισυνταγματικότητος τότε. Τώρα, εἰς τὴν συζήτησιν τῆς τρίτης πιστώσεως γεννᾶται ἡ ἰδέα τῆς ἀντισυνταγματικότητος, γεννᾶται ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ πίστωσις αὕτη ἀντίκειται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἀντισυνταγματικότητος, δὲν ἔχω ἀνάγκην, πιστεύω, νὰ ἀσχοληθῶ, διότι καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, κατὰ τὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμον, ἐγκατέλειψαν τὴν ἰδέαν τῆς ἀντισυνταγματικότητος, τὴν ἐγκατέλειψαν δὲ, διότι παρεδέχθησαν, ὁ μὲν Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης τὴν πίστωσιν τὴν ἔκτακτον τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ὁ δὲ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας παραδέχεται καὶ γενικώτερόν τι. Εἶπε: παραδέχομαι τὰς ἐκτάκτους πιστώσεις, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ κατεπείγοντος, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς κατεπειγούσης ἀνάγκης· παραδέχομαι ταύτας, καίτοι δὲν περιελήφθησαν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, καίτοι δὲν ἐψηφίσθη εἰσέτι ὁ Προϋπολογισμὸς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦνται. Λοιπὸν περὶ ἀντισυνταγματικότητος δὲν πρόκειται....
§116ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐτέθη οὕτω τὸ ζήτημα.
§117ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, ἂν ἀντελήφθην καλῶς τὰ παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα, εἶπεν, ὅτι ἀναγνωρίζει, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἔκτακτος πίστωσις, μὴ προβλεφθεῖσα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καίτοι ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος δὲν ἐψηφίσθη εἰσέτι, ἀλλὰ παρεδέχθη τοῦτο, μόνον εἰς περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ κατεπεῖγον τῆς πιστώσεως δὲν ἐπιτρέπει νὰ περιμένῃ τις τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ· προσέθηκε μάλιστα, ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ δηλώσῃ, ὅτι πρόκειται περὶ τοιαύτης πιστώσεως, οὕτω δικαιολογουμένης, οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχει, ἵνα ψηφίσῃ ταύτην.
§118ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἀμφισβητῶ τοῦτο.
§119ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἄρα δὲν πρόκειται περὶ ἀντισυνταγματικότητος· διότι, ὅταν παραδέχησθε ὕπαρξιν ἐκτάκτου πιστώσεως, ἡ συνταγματικότης τῆς ὁποίας ἐξαρτᾶται μόνον ἐκ τοῦ, ἂν ὑπάρχῃ λόγος κατεπείγοντος ἢ ὄχι, παραδέχεσθε ἀναγκαίως, ὅτι ἡ ἔκτακτος πίστωσις δὲν εἶναι ἀντισυνταγματική.
§120ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ἀντισυνταγματικότητος τὸ ἔθεσα οὐχὶ ἐπὶ τῶν πιστώσεων, τὸ ἔθεσα ἐπὶ τοῦ ἑνιαίου ἢ μὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§121ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἰς αὐτὸ ὅμως δὲν εἰσῆλθεν ὁ κ. Κωνσταντόπουλος, ὁ ὁποῖος καὶ ῥητῶς εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντισυνταγματικότης.
§122ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μένει πάντοτε ὁ ὁρισμὸς τοῦ ζητήματος, τί εἶναι ἑνιαῖον.
§123ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπολαμβάνετε, ὅτι πρόκειται περὶ φυλλαδίων καὶ τευχῶν; Δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Πρόκειται περὶ τοῦ ἑνιαίου τῶν ἀποτελεσμάτων, τῆς συντάξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§124ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶπε τοιοῦτό τι ὁ κ. Κωνσταντόπουλος.
§125ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μόνον ζήτημα λοιπὸν ἐξεταστέον μένει, ἂν ὑπάρχωσι διατάξεις τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, ἡ ἐφαρμογὴ τῶν ὁποίων μᾶς ἄγει, εἰς τὸ νὰ κηρύξωμεν ἄνομον τὴν πίστωσιν ταύτην. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης καὶ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, ὑπεστήριξαν, ὅτι τὸ ἄρθρον 18 διὰ τῶν φράσεων: «μὴ προβλεφθεῖσα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ» ἀποδεικνύει, ὅτι πρόκειται περὶ πιστώσεων, τὰς ὁποίας δύναταί τις νὰ αἰτήσῃ, ὅταν ἤδη ἐψηφίσθη ὁ Προϋπολογισμός. Αὕτη τουλάχιστον εἶναι ἡ θεωρία τοῦ ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, διότι ὁ ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἔχει συγκεχυμένας κἄπως ἰδέας, καὶ ὁ ἴδιος μὴ πειθόμενος, ὅτι ἡ θεωρία τοῦ συναδέλφου του εἶναι ἀκριβής. Ὑπεστήριξεν ὁ ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς, ὅτι τὸ μὴ προβλεφθεῖσα» δύναται νὰ ἑρμηνευθῇ καὶ ἄλλως (ἱλαρότης). Ἄν θέλητε νὰ λάβητε τὸν κόπον νὰ ἀκούσητε μίαν στιγμὴν, θὰ ἴδητε ὅτι ἐγελάσετε πολὺ γρήγορα....
§126Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄν θέλητε νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, θὰ σᾶς δώσω ἐξήγησιν, διατὶ ἐγέλασα. Ἐγέλασα, διότι εἴπετε, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας δὲν ἔχει εὐκρινεῖς ἰδέας. Ἐπειδὴ δὲ τοῦτο συνεχῶς λέγετε περὶ τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διὰ τοῦτο ἐγέλασα.
§127ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος πρὸ ὀλίγου εἶπε τὴν αὐτὴν φράσιν περὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§128ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀγορεύων προχθὲς, εἶπε περὶ τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἔχει συγκεχυμένας ἰδέας.
§129ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ εἴπετε ὁ ἴδιος περὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§130ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πράγματι ἔχει συγκεχυμένας ἰδέας περὶ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου...
§131ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὡς νομίζετε.
§132ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τέλος πάντων, Κύριοι, ὅπως σᾶς ἡσυχάσω ἐπὶ τοῦ μικροῦ τούτου ἐπεισοδίου, λέγω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἔχει ἐντελῶς ἀντιθέτους ἰδέας πρὸς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἐξέφρασεν ὁ ἐξ Ἄρτης Βουλευτής.
§133ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ὑπῆρχεν ἀντίφασις.
§134ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ὑποστηρίζει, ὅτι ἔκτακτοι πιστώσεις δὲν δύνανται νὰ ψηφισθῶσιν, ἢ ἀφοῦ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμός. Τοῦτο ἔθεσεν ὡς ἀρχήν. Ἐὰν, εἶπεν, εἴχετε ψηφίσει τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889, εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἔλθητε, νὰ ζητήσητε ἔκτακτον πίστωσιν δι’ ἀνάγκας, μὴ προβλεφθείσας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ὁ δὲ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι δύνασθε, νὰ ζητήσητε νὰ ψηφίσητε ἔκτακτον πίστωσιν καὶ πρὶν ἢ ψηφίσητε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1809, ὑπὸ τὸν ὅρον, ἡ ἔκτακτος αὕτη πίστωσις νὰ δικαιολογῆται ἐκ τοῦ κατεπείγοντος....
§135ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸν Προϋπολογισμόν.
§136ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ὅτι ῥητῶς ὁ νόμος περὶ τῶν πιστώσεων λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν...» Ἑπομένως δὲν ἀποκλείομεν ἡμεῖς, ὅτι ἡ πίστωσις λαμβάνεται ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889, οὐδὲ ὑπεστηρίξαμεν ἡμεῖς ποτε, ὅτι ἡ πίστωσις αὕτη δὲν λαμβάνεται ἐπὶ τοῦ Κεφ. 11 τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν ἡ πίστωσις ἦναι νόμιμος, ἢ ὄχι, καὶ ἀπέδειξα, ὅτι εἶναι νόμιμος. Ἀπέδειξα, νομίζω, ὅτι ἡ πίστωσις δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικὴ, καὶ ἡ ἀπόδειξις ἦτο εὔκολος, διότι τὴν ἀντισυνταγματικότητα τὴν εἴχετε ἐντελῶς ἐγκαταλείψει ὑμεῖς οἱ ἴδιοι. Ἀπέδειξα, ὅτι ἡ πίστωσις δὲν ἀντιβαίνει εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου. Ἓν ἕτερον μένει νὰ ἴδωμεν· ἀντιβαίνει εἰς τὴν λογικήν; ἡ ὁποία λογικὴ κἄπως πρέπει νὰ ἐπικρατῇ ὅλων τῶν ἄλλων. Βεβαίως δὲν ἀντιβαίνει εἰς ταύτην· διότι δὲν πιστεύω, ὅτι ὑπάρχει μεταξὺ ὑμῶν τις, ὁ ὁποῖος φρονεῖ, ὅτι ἡ ναυπήγησις πλοίων δέον νὰ γίνῃ διὰ τῶν τακτικῶν πόρων τοῦ Κράτους. Δὲν ὑπάρχει δὲ οὐδεὶς μεταξὺ ὑμῶν, ὁ ὁποῖος νὰ φρονῇ, ὅτι ἡ ναυπήγησις πλοίων ἀποτελεῖ τακτικὴν δαπάνην τοῦ Κράτους, διότι δὲν πιστεύω κανείς, νὰ διατείνηται, ὅτι ἡ Ἑλλὰς κατ’ ἔτος θὰ ναυπηγῇ πλοῖα, διότι δὲν πιστεύω κἀνεὶς νὰ φρονῇ, ὅτι ἐκ τῶν τακτικῶν πόρων τοῦ Κράτους πρέπει νὰ πληρωθῶσι τὰ θωρηκτὰ, διότι ὑμεῖς οἱ ἴδιοι, ψηφίσαντες νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου χορηγεῖται ἓν μέρος τοῦ δανείου πρὸς ναυπήγησιν πλοίων, ἀνεγνωρίσατε, ὅτι ἡ ναυπήγησις αὕτη πρέπει νὰ γίνῃ εἰς βάρος τῶν 26,000,000 τοῦ δανείου. Ἑπομένως ἡ ἡ πίστωσις εἶναι καὶ Συνταγματικὴ καὶ νόμιμος καὶ λογική....
§137ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατεπείγουσα εἶναι τέλος πάντων;
§138ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τοῦτο καθ’ ὑμᾶς εἶναι ἀναγκαῖον, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ κατὰ τὸν κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτήν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τουλάχιστον ὑμᾶς θέλω νὰ ἀφήσω ἐκτὸς τῆς συζητήσεως, σᾶς λέγω, ὅτι εἶναι κατεπείγουσα. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τοῦ κατεπείγοντος, εἶπον, ὅτι ἡ πίστωσις κάλλιστα ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἔκτακτος. Ἀφοῦ ἀπέδειξα τοῦτο, καθῆκόν μου νομίζω, νὰ δώσω τὰς ζητηθείσας πληροφορίας παρά τινων τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν. Ἐν πρώτοις ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ἐζήτησε κατάλογον, ποῦ ἐδαπανήθησαν αἱ 140,000 δραχμαὶ, αἱ χορηγηθεῖσαι κατὰ τὸ 1888 διὰ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ἐν Γαλλίᾳ πλοίων...
§139Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. 165,000.
§140ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ εἶχον ἐννοήσει 140,000 καὶ ἑπομένως ἔκαμον τὸν πίνακα μόνον τῆς δαπάνης, τῆς γενομένης κατὰ τὸ 1888. Ἐὰν ὅμως ἐπιμένητε, δύναμαι κατὰ τὴν γʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ φέρω καὶ ἕτερον πίνακα, περιλαμβάνοντα τὰς δαπάνας τῆς χρήσεως 1887.
§141ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§142ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅπως δώσω δὲ μικράς τινας ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ πίνακος τούτου, καλὸν εἶναι νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἐπιτήρησις γίνεται ἀφ’ ἑνὸς παρὰ τοῦ ἀρχιναυπηγοῦ Δυπὸν καὶ τοῦ ὑποναυπηγοῦ Βίμπου καὶ μονίμου προσωπικοῦ, παραχωρηθέντος παρὰ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐπιτήρησιν τῆς κατασκευῆς τῶν πλοίων. Ἐκτὸς δὲ τοῦ μονίμου προσωπικοῦ, τοῦ παραχωρηθέντος παρὰ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, ὑπάρχει καὶ ἔκτακτον προσωπικὸν ἐκ Γάλλων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκτάκτως ἀσχολοῦνται περὶ τὴν παραλαβὴν τῶν εἰδῶν καὶ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς κατασκευῆς αὐτῶν. Ἑπομένως ὑπάρχουσι πλείονα κεφάλαια ἐν τῷ πίνακι: Αʹ) Ἀποζημίωσις Ἀρχιναυπηγοῦ Dupont. Βʹ) Ἀποζημίωσις ἀνθυποναυπηγοῦ Βίμπου. Γʹ) Ἀποζημίωσις τοῦ προσωπικοῦ, τοῦ ἀσχολουμένου ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἐπιτήρησιν. Δʹ) Ἀποζημίωσις τοῦ συνδραμόντος ἐκτάκτου προσωπικοῦ. Εʹ) Ἔξοδα γραφείου...
§143ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν μᾶς λέγετε τὰς δαπάνας ἑκάστης στήλης;
§144ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα. Ὁ ὑποβληθεὶς πίναξ περιλαμβάνει ἁπάσας τὰς δαπάνας ἀπὸ 13 Ἰουλίου 1887, μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1888. Ἐν τῇ πρώτῃ στήλῃ, τῇ σχετικῇ τῷ κ. Dupont, ἐγγράφονται δαπάναι 46,000· ἐν τῇ δευτέρᾳ, τῇ σχετικῇ τῷ κ. Βίμπῳ, 6,645· ἐν τῇ τρίτῃ, τῇ ἀναφερομένῃ εἰς τὸ προσωπικὸν, τὸ ἀσχολούμενον ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἐπιτήρησιν, 349,000· ἐν τῇ τετάρτῃ, τῇ σχετικῇ πρὸς τὸ ἔκτακτον προσωπικὸν, 19,036· ἐν τῇ πέμπτῃ, ἔξοδα γραφείου 14,133· τέλος, ὁδοιπορικὰ 21,000. Ὅπως δώσω δὲ πληρεστέρας πληροφορίας περὶ τῆς ἐπιτηρήσεως τῆς κατασκευῆς τῶν πλοίων, ἀναφέρω, ὅτι μέχρι 18 Μαΐου, κατὰ σημείωσιν, τὴν ὁποίαν καταθέτω, ἠσχολήθησαν διὰ τὴν ἐπιτήρησιν 53 ἄτομα, ἀνήκοντα εἰς τὸν ναυπηγικὸν κλάδον τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ τῆς Γαλλίας, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἴκοσιν ἀξιωματικοί· ἀπὸ 16 Μαΐου καὶ ἐντεῦθεν οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι ἐπαισθητῶς ηὔξησαν....
§145ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅλοι αὐτοὶ ἐπετήρησαν;
§146ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως. Διαιρεῖται ἡ ἐπιτήρησις εἰς δύο κατηγορίας, εἰς προσωπικὸν διαρκὲς, ἀσχολούμενον εἰς τὴν ἐπιτήρησιν, καὶ εἰς προσωπικὸν, τὸ ὁποῖον δίδει τὴν συνδρομήν του. Κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ἐπικρατοῦν ἐν Γαλλίᾳ, ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, ὅταν πρόκηται περὶ ναυπηγήσεως ἰδίων πλοίων, ἐπιβλέπει ὅλην τὴν κατασκευήν· δὲν ὑπάρχει στοιχεῖον, ἔστω καὶ τὸ ἐλάχιστον, τὸ ὁποῖον νὰ τεθῇ εἰς χρῆσιν, πρὶν ἔλθῃ ὁ ὑπάλληλος τοῦ ναυπηγείου καὶ θέσῃ ἐπ’ αὐτοῦ τὸ σημεῖον, δι’ οὗ ἐγκρίνεται, ὅτι δύναται νὰ γίνῃ χρῆσις αὐτοῦ, μετὰ δὲ τὴν σήμανσιν ταύτην δύναται νὰ τὸ παραλάβῃ ὁ ναυπηγός. Ἐν Γερμανίᾳ καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ ἀφίεται ἐλευθέρα ἡ κατασκευὴ, γίνονται δὲ γενικαὶ δοκιμαὶ τῶν πλοίων κατὰ τὴν παραλαβήν. Ἐν Γαλλίᾳ τοὐναντίον, ἐπιτηρεῖται ἕκαστον στοιχεῖον χωριστὰ καὶ πρὸ τῆς χρησιμοποιήσεως αὐτοῦ εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ πλοίου.
§147Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Dupont, ἐκτὸς τοῦ μισθοῦ του, λαμβάνει καὶ ἄλλην ἀμοιβήν;
§148ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι. Μόνον ἔξοδα γραφείου ἔχει.
§149ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μεταξὺ τῶν 53 μελῶν, ἅτινα προσεκλήθησαν εἰς ἐπιτήρησιν, ἀνεφέρατε, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ εἴκοσιν ἀξιωματικοί. Πληρόνετε τοὺς ἀξιωματικούς;
§150ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτοὶ λαμβάνουσιν ἀποζημίωσιν. Ὀφείλω δὲ νὰ παρατηρήσω, καὶ δημοσίᾳ ἐκφράζω τὴν εὐγνωμοσύνην μου ἐπὶ τούτῳ πρὸς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἀποζημίωσιν δὲν λαμβάνουσιν ὁσάκις μεταβαίνωσιν εἴς τι μέρος πρὸς ἐκτέλεσιν διαταγῆς τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως καὶ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ταξειδίου αὐτοῦ ἐπιτηρήσωσιν εἰς τὴν ναυπήγησιν τῶν πλοίων.
§151Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πληρόνονται κατὰ κανονισμὸν τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως;
§152ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως ὅλα αὐτὰ τὰ ἐκανόνισεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τῆς Γαλλίας· ἔκαμε πίνακα, καὶ κατ’ αὐτὸν συντάσσονται οἱ λογαριασμοὶ, ἐπὶ τῶν ὁποίων γίνονται αἱ πληρωμαὶ τῶν ἀποζημιώσεων.
§153ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ τυπωθῇ, παρακαλῶ, ἡ σημείωσις, ἵνα τὴν ἔχωμεν αὔριον.
§154ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δευτέρα ἐρώτησις, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, εἶναι, νὰ διασαφήσω, ποῖαι ἰδίως ἀνάγκαι περιλαμβάνονται εἰς τὰς λέξεις «προετοιμασίαι πρὸς ἀπόπλουν τῶν πλοίων». Διὰ τῆς πιστώσεως ταύτης πρόκειται νὰ ἀγορασθῶσι γαιάνθρακες καὶ τὰ εἴδη πρὸς κίνησιν τῆς μηχανῆς, περιλαμβάνεται δὲ καὶ ἡ δαπάνη, ἡ ἀπαιτουμένη πρὸς μεταφορὰν τῶν πληρωμάτων. Ἐννοεῖται, ὅτι τὰ πληρώματα πρέπει νὰ σταλῶσι πρὶν, καὶ ὄχι μόνον τὰ πληρώματα, ἀλλὰ καὶ μηχανικοὶ, μόλις ἀρχίσῃ ἡ συναρμολόγησις τῆς μηχανῆς. Ἑπομένως περιελάβομεν αὐτὸ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον, ἐννοεῖται, ὡρίσθη κατὰ προσέγγυσιν. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἠρώτησε κατὰ μίαν τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων, πόσον ποσὸν ἐκ τῶν 300,000 δραχμῶν θὰ δαπανηθῇ εἰς ξένους καὶ πόσον δι’ ἐντοπίους. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἔδωκα, ἀρκεῖ. Ἄλλως διέταξα τὴν σύνταξιν πίνακος, ὅπως ἀπαντήσω εἰδικώτερον εἰς τὴν ἐρώτησιν· εἰς τὸν πίνακα τοῦτον περιέλαβον τὰς θετικὰς, οὕτως εἰπεῖν, δαπάνας, δηλ. 30,000 διὰ τὸν Dupont, 9,600 δι’ ἔξοδα γραφείου, 5490 τοῦ ὑποναυπηγοῦ Βίμπου· ἐν τούτοις δέον νὰ προσθέσωμεν τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος. Τῶν ποσῶν τούτων ὅλων ἀφαιρουμένων ἐκ τοῦ ὁλικοῦ ποσοῦ τῆς ζητουμένης πιστώσεως, τὸ ὑπόλοιπον θέλει χρησιμεύσει, ὅπως πληρώσωμεν τὰς δαπάνας τοῦ προσωπικοῦ, τοῦ ἐκτάκτως ἀσχολουμένου εἰς τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ἐργασιῶν τῶν ναυπηγουμένων πλοίων καὶ τὰς δαπάνας τῶν δοκιμῶν τῶν πλακῶν, τὰ ὁποῖα πιστεύω, ὅτι θὰ ἀνέλθωσιν εἰς ἀρκετὰ μέγα ποσόν, διότι τώρα δοκιμάζομεν τὰς πλάκας διὰ τοὺς θώρακας, καὶ ἐννοεῖται, ὅτι εἶναι μία δαπάνη ἀρκετὰ μεγάλη· διότι, ἂν ἡ πλὰξ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἔχει τὰ προσόντα, ἡ πρὸς δοκιμὴν ἀπαιτουμένη δαπάνη βαρύνει τὸ Δημόσιον, ὡς βαρύνει τὸν ἐργολάβον ἡ ἀξία τῆς πλακὸς, ἐὰν ἡ δοκιμὴ ἤθελεν ἀποδείξει, ὅτι ἡ πλὰξ δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τοὺς ὅρους τοῦ συμβολαίου. Μένει νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς ἐρωτήσεις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀκαρνανίας· ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ καταθέσω τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν κατασκευὴν τῶν πλοίων ἔγγραφα. Καθὼς γινώσκετε, Κύριοι, τὰ ἔγγραφα ταῦτα κατέθεσα καὶ πέρυσιν· εἴδετε δὲ, πόσον οἱ φάκελλοι εἶναι ὀγκώδεις, ἔκτοτε δὲ ἐγένοντο ὀγκωδέστεροι ἔτι. Ὡς ἐξήγησα δὲ, ἐν τοῖς φακέλλοις ἐκείνοις ὑπάρχουσιν ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα, καλὸν εἶναι νὰ μὴ γίνωσι γνωστά, τῶν ὁποίων ὅμως δύνανται νὰ λάβωσιν γνῶσιν οἱ κύριοι Βουλευταί. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἀποτελοῦσιν ἴδιον ἀρχεῖον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν μὲ ἀνακεφαλαιωτικὸν πίνακα, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ διευκολύνῃ τὰς ἐρεύνας τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ἑπομένως ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Βουλευτὴν, νὰ μὴ μεταφέρω τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἐδῶ, καὶ ἐπέλθη σύγχυσις αὐτῶν, ὡς πέρυσιν ἡ μεταφορὰ αὐτῶν ἐνταῦθα ὑπῆρξεν αἰτία τῆς ἀπωλείας, δὲν γνωρίζω πως, ἑνὸς σπουδαίου ἐγγράφου. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Βουλευτὴν, νὰ ἐξετάσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, δύναμαι δὲ νὰ θέσω εἰς τὴν διάθεσίν του καὶ ὑπάλληλον ἁρμόδιον, ὅπως τὸν βοηθήσῃ εἰς τὰς ἐρεύνας του, ἕτοιμος νὰ πράξω τοῦτο καὶ δι’ οἱονδήποτε ἄλλον Βουλευτὴν, ὅστις ἐπιθυμεῖ νὰ μελετήσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Ἂν ὅμως ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ μεταφερθῶσι τὰ ἔγγραφα, θέλω παραγγείλει τὴν μεταφορὰν αὐτῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς, δεύτερον, ζητεῖ νὰ πληροφορήσω αὐτὸν, ἂν τὸ κατάστημα Forges et Chantiers ἐδήλωσεν, ὅτι οὐδεμίαν εὐθύνην ἀναλαμβάνει περὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἐκτελέσεως. Ἀπ’ ἐναντίας, τὸ κατάστημα τοῦτο συνειργάσθη μετὰ τοῦ Dupont εἰς τὴν σύνταξιν τῶν σχεδίων. Εἶναι δὲ βέβαιον, ὅτι ναυπηγεῖον μέγα δὲν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὰ σχέδια, χωρὶς νὰ τὰ ἴδῃ, ἑπομένως οὔτε τοιαύτην δήλωσιν ἔκαμεν, οὔτε ἦτο δυνατὸν τοιαύτη δήλωσις νὰ γίνῃ. Τρίτον, ζητεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς, νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, εἰς ποῖα ἐργοστάσια κατασκευάζονται τὰ πυροβόλα καὶ εἰς ποῖα ὁ χάλυψ. Ἅπαντα τὰ στοιχεῖα πρὸς κατασκευὴν τῶν πυροβόλων παρηγγέλθησαν εἰς διάφορα ἐργοστάσια ἐν Γαλλίᾳ, Ἀγγλίᾳ καὶ Γερμανίᾳ. Εἰσὶ δὲ τὰ ἐργοστάσια ταῦτα. Ἐν Γαλλίᾳ Marrel frères. Les forges de St. Ehénnes. Les forges de Ereming. Ἐν Ἀγγλίᾳ Firth καὶ Sir Wethwirth. Ἐν Γερμανίᾳ Les forges de Witten (Wessphalie). Ἀλλὰ μετὰ τὸ ἐπεισόδιον τοῦ Schnoebele ἐπειδὴ ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ μεταβῇ ἐκεῖ ὁ ὑπάλληλος, διὰ νὰ ἐκτελέσῃ τὰ τῆς ἐπιβλέψεως καθήκοντα, ἠκύρωσε τὸ συμβόλαιον, ὥστε ἔμειναν τὰ Γαλλικὰ καὶ τὰ Ἀγγλικὰ καταστήματα. Δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω, ὅτι αὐστηρότατα ἀσκεῖται ἡ ἐπιτήρησις τῶν στοιχείων, ἰδίως δὲ τοῦ χάλυβος. Ἔχομεν δὲ ἀποδείξεις, ὅτι ὁ ἔλεγχος ἐξασκεῖται μετὰ πάσης αὐστηρότητος, διότι πολλαὶ ὗλαι, τὰς ὁποίας εἶχε κατασκευάσει οἶκός τις, ἀπεῤῥίφθησαν ἀπολύτως, καίτοι τὸ ἴδιον ἐργοστάσιον δίδει εἰς ἄλλην Κυβέρνησιν τὰς αὐτὰς ὕλας, καὶ ἡ ἄλλη Κυβέρνησις ἐπειδὴ δὲν ἔχει τὸν ὅρον τῆς ἐξετάσεως τῶν ὑλῶν, εἶναι ἠναγκασμένη νὰ δεχθῇ αὐτάς. Ἑπομένως δύναται νὰ καθησυχάσῃ ὁ κ. Βουλευτής. Δὲν λησμονῶ, ὅτι ἠθέλησε νὰ δώσω πληροφορίας περὶ διαδόσεων ἐφημερίδων ὡς πρὸς συμβάν τι εἰς πυροβόλον Bange, καὶ ἐξέφρασε τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ συμβὰν τοῦτο ἔπρεπε νὰ μᾶς σταματήσῃ. Παρατηρῶ, ὅτι παρόμοια συμβάντα ἔλαβον χώραν ἐσχάτως ἐν Ῥωσσίᾳ, πολὺ σπουδαῖα, εἰς πυροβόλα Κρούπ, καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ εἰς πυροβόλα Ἄρμστρογκ. Ἂν λοιπὸν τοῦτο τὸ συμβὰν εἰς τὸ πυροβόλον Bange ἔπρεπε νὰ μᾶς σταματήσῃ, οὐδὲν ἕτερον ἀπέμενεν εἰς ἡμᾶς, ἢ νὰ σταυρώσωμεν τὰς χεῖρας, καὶ νὰ περιμένωμεν μέχρις οὗ εὑρεθῇ ἔκτακτόν τι σύστημα, καὶ παρέλθῃ ἀρκετὸς καιρὸς μέχρις οὗ δοκιμασθῇ, καὶ πεισθῶμεν, ὅτι οὐδὲν ἀπευκταῖον συμβαίνει. Πιστεύω, ὅτι τοιαύτην ἀναβολὴν καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἐπιθυμεῖ.
§155ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ κύριον θέμα τῆς συζητήσεως ταύτης περὶ τοῦ συνταγματικοῦ καὶ κανονικοῦ τῆς ἐκτάκτου πιστώσεως, ἥτις συζητεῖται, δύναται βεβαίως νὰ συζητῆται μεταξὺ τῶν δύο πτερύγων ἐν πάσῃ ἀπαθείᾳ, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶχε συμφέρον νὰ παραβιασθῇ τὸ Σύνταγμα· ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ παραστήσῃ, καὶ παρέστησεν, ὅτι ἡ ψήφισις τῆς δαπάνης δι’ ἐκτάκτου πιστώσεως εἶναι ἡ παρέχουσα πλειοτέρας ἐγγυήσεις, παρὰ ἡ ψήφισις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὁ ὁποῖος ὑφίσταται μίαν μόνον ἀνάγνωσιν. Ὥστε κακῶς ἠδύνατο νὰ δοθῇ ἄλλη ἐξήγησις. Ἐξεταστέον λοιπὸν μόνον, ποῖον εἶναι τὸ κανονικὸν, προκειμένου μάλιστα περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον δύναται πολλάκις νὰ ἐπανέλθῃ. Τὸ ἐνδιαφέρον δὲν παύει ἐκ τῆς τυχὸν ὑπαρχούσης παρά τισιν ἰδέας, ὅτι δὲν ἔχει ἤδη πρακτικὴν σημασίαν ἡ λύσις τοῦ ζητήματος. Ἐκεῖνο, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἔχει πρακτικωτέραν χρησιμότητα, τὸ ἑνιαῖον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν εἶναι βεβαίως διὰ νὰ βλέπωμεν ἰσοζύγιον, περίσσευμα, ἢ ἔλλειμμα· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ, κατ’ ἐμὴν γνώμην, νὰ συζητῶνται ὅλαι αἱ δαπάναι, καὶ αἱ ἔκτακτοι δαπάναι ἐν τῇ συζητήσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶναι ἡ ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ Βουλευτής, ὅπως κανονίζῃ καὶ τὰς περὶ τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν σκέψεις του ἐν τῇ ἐπισκοπήσει τῆς ὅλης οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου. Δὲν εἶναι δυνατὸν, φρονῶ, νὰ συλλαμβάνῃ πλήρη ἰδέαν περὶ τῆς ἀναγκαιότητος καὶ τῆς ἐκτάσεως, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ παράσχῃ εἰς μίαν ἔκτακτον δαπάνην, ἂν ἐν συναφείᾳ πρὸς τὰς τοιαύτας σκέψεις δὲν ἔχῃ τὴν γενικὴν ἐξέτασιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τόπου. Αὐτὴ εἶναι, κατ’ ἐμὲ, πρὸ πάντων ἡ πρακτικὴ χρησιμότης, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐπιβάλλῃ εἰς ἡμᾶς, ὅπως μὴ ἀποχωρίζωμεν εἰς ἐκτάκτους πιστώσεις τὰς δαπάνας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς ἐκτάκτους ἀνάγκας. Ἀλλ’ ὅταν, ὡς ἐκ περισσοῦ, διότι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ δικαιολογηθῶσιν εἰς ἑκάστην συγκεκριμένην περίστασιν αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ὡς ἐκ περισσοῦ ἀναφέρωμεν τὰς διατάξεις καὶ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου ἰδίως, ἀπορῶ, πῶς γεννᾶται τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖο ἐγεννήθη, καὶ νομίζω, ὅτι οὔτε αὐτοὶ οἱ Ὑπουργοὶ ἤθελον προβῆ εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἐξέφεραν ἐντεῦθεν, ἂν δὲν ἐνεθάῤῥυνεν αὐτοὺς ἡ ἰδέα βεβαίως τῆς καλῆς πίστεως, καὶ τῆς ἀθωότητος, μεθ’ ἧς γίνεται ἡ παρεκτροπὴ αὕτη ἀπὸ τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου. Καὶ ἀληθῶς ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου σύγχυσις ἰδεῶν, ὑπάρχει δηλαδὴ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πολλάκις ἐφέτος παρετηρήθη ἐνταῦθα ἑκατέρωθεν ἐκ μέρους ἀξιοτίμων συναδέλφων. Λ. χ. ὑπετέθη, ὅτι τὸ ζήτημα, πότε ἀπαιτεῖται ἔκτακτος πίστωσις, λύεται ἐκ τοῦ ἐκτάκτου τῆς ἀνάγκης ἢ ἐκ τοῦ κατεπείγοντος. Τὸ ἔκτακτον τῆς ἀνάγκης, εἶναι ἁπλῶς μία δικαιολόγησις, καὶ σχεδὸν ἡ λέξις παρέλκει, μία δικαιολόγησις τῆς παραλείψεως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ποῖον εἶναι τὸ οὐσιῶδες; τὸ «μὴ προβλεφθεῖσα». Ὅταν ἡ ἀνάγκη ᾖναι ἔκτακτος, πρέπει λέγουσι νὰ ψηφισθῇ ἔκτακτος πίστωσις· ἀλλ’ ἂν τοῦτο ᾖναι ἀκριβὲς, νομίζω, ὅτι ἀμέσως ὀφείλετε νὰ διαιρέσητε τὸν Προϋπολογισμὸν εἰς δύο, διότι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ θὰ εὕρητε πολλὰς ἐκτάκτους δαπάνας, δαπάνας δηλαδὴ, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπαναλαμβάνονται ἀνὰ πᾶν ἔτος, δαπάνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐξαιρετικαὶ, ἀπαιτούμεναι μόνον διὰ μίαν χρῆσιν. Τότε λοιπὸν, διὰ νὰ ἦσθε συνεπεῖς, ἔπρεπε νὰ παραλάβητε ὅλας ἐκείνας τὰς δαπάνας, τὰς ἐκτάκτους, ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ τὰς ἑνώσητε μὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἢ νὰ ὑποβάλητε εἰς εἰδικὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὴν ἐξέτασιν τῶν δαπανῶν, ὅσαι εἶναι ἐκτάκτου φύσεως. Λοιπὸν τὸ ἔκτακτον τῆς δαπάνης πολὺ ὀλίγον ὠφελεῖ, διὰ νὰ χαρακτηρισθῇ, ποία πίστωσις εἶναι ἔκτακτος· καὶ πρὸς τοῦτο φέρω καὶ ἄλλο παράδειγμα, ὅτι διὰ δαπάνην τακτικὴν δύναται νὰ συμβῇ κατ’ ἀνάγκην νὰ ψηφισθῇ ἔκτακτος πίστωσις. Ὑποτεθείσθω, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς, ὁ ψηφισθεὶς, παρέλειψε νὰ ὁρίσῃ μίαν τακτικὴν δαπάνην, τὸν μισθὸν τῶν Νομαρχῶν λ. χ., καὶ εὑρισκόμεθα ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους· τί θὰ γίνῃ; Θὰ ψηφισθῇ βεβαίως μία ἔκτακτος πίστωσις διὰ τακτικωτάτην δαπάνην. Λοιπὸν μεγάλη πλάνη εἶναι, νὰ θέλητε νὰ λύσητε τὸ ζήτημα τοῦ, πότε ἀπαιτεῖται καὶ ἐπιτρέπεται ἔκτακτος πίστωσις, ἐκ τῆς ἐξετάσεως μόνον τοῦ ἐκτάκτου τῆς δαπάνης. Τὸ ἔκτακτον τῆς δαπάνης ἀναφέρεται ἐν τῷ Λογιστικῷ Νόμῳ, ὅπως ἀναφέρεται καὶ εἰς πολλοὺς νόμους, μάλιστα τοὺς ἀρχαιοτέρους, ὡς μία δικαιολόγησις τοῦ «μὴ προβλεφθεῖσα», διότι δὲν ὑποτίθεται, ὅτι, προκειμένου περὶ τακτικῆς δαπάνης, ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν προέβλεψε. Λοιπὸν ὁ νομοθέτης ἠθέλησε νὰ τηρήσῃ, οὕτως εἰπεῖν, εὐλάβειάν τινα, δικαιολογῶν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συμβῇ, ὅ,τι δὲν προέβλεψεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία, καὶ δικαιολογῶν λέγει, ὅτι ἦτο μία δαπάνη ἔκτακτος ἐκ τῶν μὴ ἐπαναλαμβανομένων κατ’ ἔτος. Κατόπιν ἔρχεται τὸ κατεπεῖγον. Διατὶ ἀναγράφεται καὶ τὸ κατεπεῖγον; Διὰ νὰ δικαιολογήσῃ, πῶς δὲν ἀναβάλλεται ἡ ἐγγραφὴ τῆς δαπάνης ταύτης εἰς τὸν προσεχῆ Προϋπολογισμὸν, ὅπως, συμφώνως μὲ τὸν Λογιστικὸν Νόμον, κανονισθῶσι τὰ τῆς δαπάνης ταύτης. Δηλαδὴ ὁ Λογιστικὸς Νόμος σᾶς λέγει, ἂν δὲν ᾖναι κατεπεῖγον, μὴ προστρέχητε εἰς τὸ ἔκτακτον τοῦτο, νὰ ψηφίσητε ἔκτακτον πίστωσιν, ἀλλὰ ἀναβάλετε εἰς τὸν μέλλοντα Προϋπολογισμὸν, ὅπως ἦσθε ἐν τῇ τάξει. Λοιπὸν τὸ ζήτημα θὰ λυθῇ μόνον ἐκ τῆς φράσεως, «μὴ προβλεφθείσας». Ἀλλ’ ὡς πρὸς τοῦτο εἶδον ἀληθῶς τὴν πλέον παράδοξον μεταβολὴν τῆς σημασίας τῶν λέξεων· τὸ «προβλεφθείσας» ὄχι μόνον, ὡς ἐκ τοῦ χρόνου καὶ τῆς προθέσεως πρὸ, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἐννοίας αὐτοῦ, ἐθεωρήθη, ὅτι δύναται νὰ ἀνάγηται καὶ εἰς μέλλοντα χρόνον! «Μὴ προβλεφθείσας» σημαίνει κατὰ τὴν Κυβέρνησιν «μὴ προβλεφθησομένας». Προκύπτει πλέον σύγχυσις ἰδεῶν, καὶ σύγχυσις λογικῆς διὰ νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι τὸ μὴ «προβλεφθείσας» περιέχει καὶ τὴν ἔννοιαν τοῦ «μὴ προβλεφθησομένας». Τοῦτο θὰ ἦτο, ὡσεὶ ἔλεγεν ἡ Βουλή: διὰ δαπάνας, τὰς ὁποίας γνωρίζω, ἀλλὰ τὰς ὁποίας δὲν θέλω νὰ προβλέψω ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ψηφίζω ἔκτακτον πίστωσιν. Ἀλλὰ διὰ νὰ δικαιολογήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι ἠσθάνετο τὴν λογικὴν ἀντίφασιν ἐν τῇ τοιαύτῃ ἑρμηνείᾳ τῆς λέξεως, διὰ νὰ ἀποτρέψῃ αὐτὴν τὴν ἀντίφασιν, ἔπλασεν ἓν ἄλλο εἶδος Προϋπολογισμοῦ. Ἐγένετο λόγος χθὲς περὶ Προϋπολογισμῶν ἐκτάκτων καὶ Προϋπολογισμῶν τακτικῶν. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἐδημιούργησε καὶ τρίτον εἶδος Προϋπολογισμοῦ, τὸν ἰδανικὸν Προϋπολογισμόν, ἢ τὸν κυοφορούμενον Προϋπολογισμόν. Εἶπεν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν εἶναί τι ὡρισμένον, συγκεκριμένον, ἀλλ’ εἶναι μία ἰδέα, ἡ ὁποία ἔχει συνέχειαν, εἶναι μία ἐξακολούθησις ὁ Προϋπολογισμός. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἐν τῇ συνεχείᾳ ταύτῃ τῆς ἰδανικῆς ταύτης ὑπάρξεως καὶ μία περίοδος, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ νέος Προϋπολογισμὸς ὑπάρχει ἀκόμη ἐν τῇ κεφαλῇ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Λοιπὸν ἡ δαπάνη αὕτη, πῶς λέγουν δὲν προεβλέφθη ἐν τῷ μήπω ψηφισθέντι Προϋπολογισμῷ, δηλαδὴ ἐν τῇ κεφαλῇ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν; Χρειάζεται λοιπὸν ἔκτακτος πίστωσις. Εἰς αὐτὴν τὴν περίοδον εἴμεθα ταύτην τὴν στιγμήν, δηλ. ἔχομεν Προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Προϋπολογισμὸν ὅμως, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει, καὶ τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ θὰ μελετήσῃ καὶ θὰ ψηφίσῃ, Προϋπολογισμόν, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τοῦ παρόντος ὑπάρχει ἐν τῇ κεφαλῇ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐν αὐτῷ λοιπὸν τῷ Προϋπολογισμῷ δὲν προεβλέφθη δαπάνη τις. Πῶς θὰ τὸν εὕρῃ τις τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦτον; Βεβαίως πρὸς τοῦτο θὰ ἀπῃτεῖτο, ὅ,τι ἔπραξεν ὁ Ἥφαιστος ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ Δίος. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τοιαῦται τολμηραὶ ὁπωσοῦν ἐγχειρίσεις εἰς τοὺς νεωτέρους χρόνους δὲν ἐπιτρέπονται. Ἀληθῶς δὲν ὑπάρχει χρονικὸν σημεῖον, κατὰ τὸ ὁποῖον νὰ ὑποτίθηται, ὅτι μένει τὸ Κράτος ἄνευ Προϋπολογισμοῦ, καὶ κατὰ τοῦτο ἠδύνατο νὰ ἔχῃ δίκαιον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, παριστῶν τὴν ἔννοιαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ὡς τι διηνεκές· δὲν ὑποτίθεται, ὅτι ὑπάρχει οὐδεμία περίοδος κενὴ, ἄνευ τινὸς ἐψηφισμένου Προϋπολογισμοῦ. Ἑπομένως τὸ «προβλεφθείσας» καλῶς βεβαίως ἐτέθη, καὶ διότι ὑπάρχει ὁ κανὼν οὗτος τῆς ὑπάρξεως Προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται νὰ τηρῆται. Δὲν δύνασθε λοιπὸν νὰ εἴπητε, ὅτι, διότι δὲν ἐψηφίσθη ὁ Προϋπολογισμός, εἰσάγομεν ἔκτακτον πίστωσιν, διὰ νὰ προνοήσωμεν περὶ μιᾶς ἐκτάκτου δαπάνης. Ἀλλὰ δὲν ἀρνοῦμαι, Κύριοι, ὅτι ἠδύνατο νὰ συμβαίνῃ πρακτικῶς τοὐλάχιστον τὸ ἑξῆς, καὶ τότε ἠδύνατό τις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει καὶ νὰ στηριχθῇ εἰς τὸ κατεπεῖγον. Εἰσήχθη ὁ Προϋπολογισμὸς εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἕνεκα λόγων οἱωνδήποτε δὲν κατορθοῦται ἡ ἐπιψήφισις ταχέως· ἐν τούτοις μία δαπάνη, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, δύναται νὰ ᾖναι τοσοῦτον κατεπείγουσα, ὥστε πᾶσα ἀναβολὴ ἤθελε φέρει ζημίαν εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα. Τί λοιπὸν θὰ γίνῃ; Νομίζω, ὅτι οὐδὲν ἄλλο κατ’ ἀνάγκην δύναται νὰ πραχθῇ, ἢ νὰ ἀποσπασθῇ, οὕτως εἰπεῖν, ἀπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, λόγῳ τοῦ κατεπείγοντος, ἡ δαπάνη καὶ νὰ ψηφισθῇ ἰδιαιτέρως. Ἅμα δὲν πρόκηται περὶ τοιαύτης περιπτώσεως, ὀφείλετε νὰ σεβασθῆτε τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ὅπως ἐπλάσθη νέον σύστημα Προϋπολογισμοῦ, οὕτως ἐπλάσθη καὶ νέον εἶδος πιστώσεων, ἐκτάκτων λεγομένων, ἐκείνων, λέγουσιν, αἵτινες ἀφορῶσιν εἰς τὰς δαπάνας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ γίνωσιν ἐκ τῶν συνήθων πόρων τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ ἐὰν, κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἔχωμεν περισσεύματα, ἢ ὅτι θὰ ἔχωμεν τοιαῦτα ὁσονούπω, διατὶ νὰ καθιερώσωμεν τοιαύτην ἀρχὴν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται, ὅταν πρόκηται περὶ πλοίων, λόγου χάριν, νὰ τὰ πληρώσωμεν ἐκ τῶν συνήθων πόρων; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὸ γιγνόμενον, λέγει, ὅτι πρέπει πᾶσα δαπάνη, νὰ στηρίζηται εἰς νόμον. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν τοῦτο συμβαίνῃ εἰς ὅλας τὰς δαπάνας, διότι πολλαὶ ὑπάρχουσι δαπάναι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, αἱ ὁποῖαι δὲν στηρίζονται εἰς νόμον· ψηφίζεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ λ. χ. μία δαπάνη πρὸς περίθαλψιν παθόντων ἐκ πλημμύρας ἢ πυρκαϊᾶς κλπ. Ὑπάρχουσι μὲν περὶ πολλῶν γενικοὶ νόμοι, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ἑκάστη δαπάνη ἔχει πάντοτε στήριγμα ἕνα νόμον. Βεβαίως δὲν με ἐνδιαφέρει ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ν’ ἀναιρέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, λέγοντα, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ πάντοτε καὶ νόμος, καὶ δὲν ἀρκεῖ ὁ Προϋπολογισμὸς διὰ τινας δαπάνας· ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τοῦτο ὑπάρχει καὶ κατὰ πλεόνασμα. Ὑπάρχει πρῶτον ἡ ἐγγύησις τῆς νομοθετικῆς ἀναγνωρίσεως τῆς δαπάνης δι’ αὐτῶν τῶν προηγηθεισῶν πιστώσεων. Βεβαίως αἱ πιστώσεις ἐκεῖναι ἀπώλεσαν τὴν ἰσχύν των ὡς πιστώσεις, ἀλλὰ δὲν ἀπώλεσαν βεβαίως καὶ τὴν δύναμιν μιᾶς νομοθετικῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ὅλης ἀνάγκης. Ἡ νομοθετικὴ ἀναγνώρισις, ἡ ὁποία ἐγένετο διὰ τῶν πιστώσεων ἐκείνων, τῶν προηγηθεισῶν, περὶ τῶν πλοίων, δὲν ἀνεφέρετο εἰς τὴν πληρωμὴν μόνον μιᾶς δόσεως, ἀλλ’ ἐπὶ τὴν ὅλην ἀγορὰν τῶν πλοίων, καὶ διὰ τοῦτο, προκειμένου περὶ κατασκευῆς δημοσίου τινὸς ἔργου, ὁ Λογιστικὸς Νόμος λέγει, ὅτι ἡ ὅλη δαπάνη λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται ἡ πληρωμὴ μιᾶς δόσεως, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ καὶ σχέδιον τοῦ ὅλου ἔργου καὶ ἡ ἀναγνώρισις τῆς ὅλης δαπάνης. Εἶπον λοιπὸν καὶ χθὲς εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἀκριβῶς ἡ πίστωσις ἔχει πολλὰ στηρίγματα νομοθετικὰ, ἔχει αὐτὰς τὰς δύο πιστώσεις τὰς προηγηθείσας, ἀλλ’ ἔχει καὶ τοὺς προηγηθέντας νόμους περὶ τῶν πλοίων, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο ἄλλοτε τόση συζήτησις· εἰς ἐκείνας τὰς συζητήσεις ἔλαβον καὶ ἐγὼ μέρος τι καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀγνοῶ, ὅτι ὑπῆρξαν νόμοι σχετικοί. Ὑπῆρξε νόμος περὶ πωλήσεως τῆς «Μυκάλης» καὶ τῆς «Σφακτηρίας» καὶ σχηματισμοῦ ταμείου εἰδικοῦ πρὸς ἀγορὰν θωρηκτῶν· ἐπῆλθε κατόπιν νόμος περὶ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ὁ ὁποῖος ἀνεγνώρισε πάλιν τὴν ἀνάγκην τῆς προμηθείας τῶν πλοίων. Οὐδόλως λοιπὸν ὑφίσταται πλέον ἡ ἀνάγκη νέας νομοθετικῆς ἀναγνωρίσεως τῆς δαπάνης, καὶ θὰ ἤρκει ἡ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐγγραφή. Τὸ ἤδη γενόμενον ἴσως εἶναι πλέον ἀδιόρθωτον, ἀλλὰ τουλάχιστον ἂς μὴ ἐπαναλαμβάνηται τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου καὶ ἐναντίον τοῦ πρακτικοῦ συμφέροντος, ὅπως ἐν τῇ ἐγκρίσει πάσης δαπάνης οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ εὑρίσκωνται εἰς θέσιν νὰ ἐπισκοπῶσι τὴν ὅλην οἰκονομικὴν κατάστασιν, ψηφίζοντες ἐκτάκτους δαπάνας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν παρέσχε τινὰς τῶν πληροφοριῶν, αἱ ὁποῖαι ἐζητήθησαν...
§156ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅλας.
§157ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεφυλάχθητε, νὰ φέρητε ἀκόμη τινάς. Βεβαίως δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν, οὐδὲ ἕτερος, νομίζω, ἔχει ἐνταῦθα τὴν ἀξίωσιν τῶν εἰδικῶν γνώσεων περὶ κατασκευῆς πλοίων, περὶ πυροβόλων, ἢ περὶ χάλυβος. Ἁπλῶς περιστρεφόμεθα εἰς τὴν ἐξέτασιν ἐκείνων τῶν δυνατῶν ἐγγυήσεων, ἃς παρέχουσιν αἱ γνώσεις τῶν ἁρμοδίων καὶ ἡ πεῖρα ἄλλων Κρατῶν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ σύστημα τῶν πυροβόλων καὶ τὴν ἐκλογὴν μεταξὺ διαφόρων συστημάτων. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποφανθῶμεν ἐν ἐπιγνώσει ἀμέσῳ τοῦ πράγματος, ἀλλὰ βεβαίως ἕκαστος, μελετῶν, δύναται νὰ προστρέξῃ εἰς παρατηρήσεις καὶ μελέτας ἄλλων καὶ νὰ εὕρῃ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους τὸ σύστημα τῶν πυροβόλων Bange θεωρεῖται καὶ ἀποδεικνύεται κατώτερον τοῦ συστήματος τῶν πυροβόλων Κρούπ. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὰς γνωστὰς πληροφορίας, νομίζω, ὅτι δικαίως πρέπει νὰ ἀνησυχῶμεν διὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐξελέξαμεν, ἴσως ἀκουσίως. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ἀτυχήματα συνέβησαν καὶ εἰς ἄλλα συστήματα· ἀλλὰ, καθὼς ἤκουσα, καθὼς ἀνέγνωσα καὶ εἰς περιοδικὰ, δὲν συνέβησαν τοιαῦται σειραὶ ἀτυχημάτων, πολὺ θορυβούντων καὶ αὐτοὺς τοὺς Γάλλους, ὁποῖαι ἐν τῷ συστήματι τοῦ Bange. Ἐπεθύμουν νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἂν δύνηται νὰ ἀναφέρῃ τόσα ἀτυχήματα, προκειμένου περὶ τοῦ συστήματος τοῦ Κροὺπ, ὅσα περὶ τοῦ συστήματος τοῦ πυροβόλου Bange. Καὶ Γάλλοι ἐπιστήμονες ἠναγκάσθησαν νὰ γράψωσιν, ὅτι πρέπει νὰ προσέχωσιν, ὅπως μὴ παρασύρωνται τὰ Κράτη ὑπὸ τοῦ πατριωτισμοῦ, διότι τοῦτο κυρίως ἤγαγε τοὺς Γάλλους, νὰ δεχθῶσι τὸ σύστημα τοῦ Bange....
§158ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Καὶ ἐν Ἱσπανίᾳ ἐδέχθησαν αὐτό.
§159ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εὔχομαι νὰ μὴ ἦναι ἀκριβὲς, ὅτι σειρὰ φαινομένης καταστροφῆς τῶν πυροβόλων τοῦ Bange ἔλαβε χώραν ἐν Γαλλίᾳ. Ἀλλ’ ἰδοὺ ἀποσπάσματα ἐκ Γαλλικῶν ἐφημερίδων. Γαλλικὴ ἐφημερὶς λέγει, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀδεξιότητος τῶν χειριστῶν τοῦ πυροβόλου, ἀλλὰ περὶ κακῆς κατασκευῆς, περὶ ἐλαττωματικοῦ συστήματος ἐν τοῖς πυροβόλοις, τὰ ὁποῖα διεῤῥάγησαν. Λέγει ὁ γράφων ταῦτα, ὁ βεβαίως πολὺ εἰδικὸς περὶ τὰ τοιαῦτα, ὅτι δὲν προῆλθεν ἕνεκα κακοῦ χειρισμοῦ τοῦ πυροβόλου, ἀλλὰ διότι εἶναι ἀτελὲς τὸ ὄπισθεν μέρος, τὰ culasse, διότι δὲν ἔχει ἓν εἰδικὸν μηχάνημα. Εἰδικῶς δὲ, προκειμένου μάλιστα περὶ πυροβόλων τοῦ ναυτικοῦ, ἀναφέρει διὰ μακρῶν ἕτερα δυστυχήματα. Εἶναι 5 ἢ 6 κατὰ σειράν. Τελευταίως δὲ συνέβη εἰς τὸ πυργωτὸν «Duperet» ἄλλη διάῤῥηξις πυροβόλου, καὶ οἱ Γάλλοι θορυβοῦνται, παρατηροῦντες, ὅτι δυνατὸν οἱ ναῦται νὰ ὑποπίπτωσιν εἰς ἀποθάῤῥυνσιν. Καὶ βεβαίως εἶναι φοβερὸν, τὸ νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἁπλῆ ἰδία, ὅτι πυροβόλον τι εἶναι συστήματος ἀκροσφαλοῦς. Ἐὰν ἔλεγον τὰ τοιαῦτα ξένοι πρὸς τὴν Γαλλίαν, ἐχθροὶ τῆς Γαλλίας, ἴσως ἠδύνατο νὰ εἴπῃ τις, ὅτι συκοφαντεῖται τὸ σύστημα τοῦτο, μολονότι πρόκειται περὶ εἰδικῶν γεγονότων, μνημονευομένων. Λοιπὸν προέβημεν καὶ ἡμεῖς εἰς καινοτομίαν· ἀλλὰ Κράτη, ὡς τὸ ἡμέτερον, δὲν πρέπει νὰ ἦναι πολὺ πρόθυμα εἰς τὴν ἀποδοχὴν νεωτερισμῶν. Εὔχομαι βεβαίως νὰ ἦναι ἀνακριβεῖς αἱ πληροφορίαι αὗται, ἀλλ’ ἠθέλησα κυρίως ἔτι μᾶλλον νὰ ἐνισχύσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι βεβαίως οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ αἰσθανθῇ εὐχαρίστησιν, ἐὰν ἐπέλθωσι καταστροφαί. Ἠρώτησα πρὸ ἡμερῶν, εἰς ποῖα ἐργοστάσια κατασκευάζεται ὁ χάλυψ, διότι ἀποδίδεται καὶ εἰς τοῦτο ἀκόμη τὸ ἀκροσφαλὲς τῶν πυροβόλων, ὅτι δηλαδὴ ὁ χάλυψ δὲν εἶναι κατεσκευασμένος εἰς τὰ αὐτὰ ἐργοστάσια, καὶ παρατηροῦσιν οἱ περὶ τούτων γράφοντες, ὅτι οὐδὲν εἶναι ἐπικινδυνωδέστερον διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῶν πυροβόλων, ἢ τὸ νὰ ἦναι ὁ χάλυψ εἰς διαφορετικὰ καταστήματα κατεσκευασμένος!...
§160ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν θὰ ὑποθέσητε, ὅτι ἄλλα στοιχεῖα ἑνὸς πυροβόλου κατασκευάζονται εἰς ἓν ἐργοστάσιον, καὶ ἄλλα εἰς ἕτερον.
§161ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ διὰ τὴν παρατήρησίν σας, ἥτις μοὶ δίδει εὐκαιρίαν, νὰ ἐξηγήσω τὴν ἰδέαν μου, ἡ ὁποία ἠδύνατο ἔπειτα νὰ παραστηθῇ ὡς παράλογος.
§162ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπειδὴ ἓν πυροβόλον ἀπαρτίζεται ἀπὸ πολλὰ στοιχεῖα, καίτοι ἐκτελοῦνται τὰ στοιχεῖα ταῦτα εἰς πέντε ἐργοστάσια, δὲν ὑπάρχει δυσκολία νὰ ὑποθέσητε, ὅτι κατασκευάζονται τὰ στοιχεῖα τοῦ Α καὶ Β πυροβόλου εἰς τὸ δεῖνα ἐργοστάσιον, καὶ τὰ στοιχεῖα τοῦ Δ καὶ Γ εἰς τὸ ἕτερον.
§163ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι, ἐὰν καθ’ ὑπόθεσιν τὸ περίβλημα, τὸ λεγόμενον «frete», κατασκευάζηται εἰς ἓν ἐργοστάσιον, καὶ τὸ ἄλλο τεμάχιον εἰς ἄλλο,— καὶ τοῦτο νομίζω γίνεται ἐπὶ τοῦ προκειμένου—εἶναι ἐπικίνδυνα. Ἐγὼ κυρίως σᾶς δίδω ἀφορμήν, κύριε Ὑπουργέ, ἵνα ἐφοδιασθῆτε ἔτι πλειότερον διὰ τῶν ἀπαιτουμένων πληροφοριῶν, ὅπως μεριμνήσητε πρὸς ἀποτροπὴν παντὸς ἀπευκταίου καὶ ἀπαντήσητε κάλλιον ἐφωδιασμένος. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπασχολήσω πλειότερον τὴν Βουλήν. Ἄλλως τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἔχει ἴσως ἄμεσον σχέσιν ἰδίως μὲ τὸ ζήτημα τῆς πιστώσεως. Οὔτε ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν, ὅπως δηλονότι ἀποκρούσω τὴν πίστωσιν, ἐποιησάμην λόγον. Συνέπεσε καὶ νὰ ἀναγνώσω καὶ νὰ ἀκούσω τὰ τοιαῦτα καὶ νὰ πληροφορηθῶ, καὶ νὰ ἀνησυχήσω· καὶ ἐνόμιζον καθῆκόν μου καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, νὰ καταστήσω αὐτὸν προσεκτικόν, ὅπως κατὰ τὸ δυνατὸν ἀποτραπῇ ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον ἴσως αὐτὴ ἡ ἀρχὴ τῆς προμηθείας καὶ τῶν πλοίων καὶ τῶν πυροβόλων παρήγαγε, διότι, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, ἠγοράσκαμεν πλοῖα καὶ πυροβόλα κυρίως, χωρὶς νὰ θέλωμεν, διότι οὕτω παρήγγειλαν οἱ δανεισταὶ ἡμῶν.
§164ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ὄχι! διαμαρτύρομαι! Δὲν ὑπάρχει τίποτε τοιοῦτον. Σᾶς εἶχον διακόψει εἰς ἄλλην συνεδρίασιν καὶ σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ σύμβασις περὶ ναυπηγήσεως εἶναι ὅλως ἄσχετος πρὸς τὸ δάνειον, ὅτι, ὅτε ἐγένετο ἡ σύμβασις περὶ ναυπηγήσεως πλοίων, οὐδὲ λόγος περὶ δανείου εἶχε γίνει. Εἶχε κλείσει ἡ σύμβασις, καὶ ἀφοῦ ἔκλεισεν, ἕνεκα λόγων ἐξηρτημένων ἐκ τῆς θελήσεως τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν ἠθελήσαμεν νὰ δεχθῶμεν μερικούς ὅρους, οὓς ἀπῄτει ἡ Ἑταιρία, ἠκυρώσαμεν τὴν σύμβασιν. Ἀκολούθως, ὅτε ἐγένετο τὸ δάνειον, ἐπανήλθομεν εἰς τὴν προτέραν σύμβασιν, κερδήσαντες 2,000,000. Ἀφοῦ ἀνέπτυξα αὐτά, οὐδεὶς ἦλθε νὰ μὲ ἀντικρούσῃ. Τώρα ἐπανέρχεσθε, καὶ λέγετε, ὅτι εἴμεθα ἠναγκασμένοι ἐκ τῶν δανειστῶν μας. Σᾶς λέγω καὶ τρίτην φοράν, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές.
§165ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαναφέρωμεν ἤδη τὴν συζήτησιν.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπάνος.
§167ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θ’ ἀγορεύσητε πολλὴν ὥραν;
§168ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα· ἔχω πολλὰ νὰ εἴπω.
§169ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Τότε νὰ ἀναβάλωμεν.
§170ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πάλιν ν’ ἀναβάλωμεν!
§171ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν βλέπω τὸ ἐπεῖγον.
§172ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Μεταξὺ τῶν αἰτηθεισῶν ποσῶν ὑπάρχει καὶ ἓν ποσὸν δι’ ἔξοδα ἐπιτηρήσεως καὶ δοκιμῶν. Τώρα ἐγένοντο δοκιμαὶ πλακῶν. Χρεωστοῦμεν τὸ ποσὸν αὐτὸ, καὶ πρέπει νὰ πληρώσωμεν εἰς τὰς 8 Φεβρουαρίου ἔτους νέου· διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ τελειώσωμεν.
§173Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἡ πίστωσις αὕτη ἤθελε προταχθῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἤθελεν εἶναι ἤδη παραδεδεγμένη, ἀλλὰ προετάχθησαν ἄλλα ἀντικείμενα. Τώρα εἶναι 9 παρὰ τέταρτον ἡ ὥρα· διὰ τοῦτο εἴπομεν ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον, καὶ ἂς προταχθῇ αὔριον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§174ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἂς ψηφισθῇ τώρα εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§175ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως δὲν θὰ ἀντιταχθῶμεν, ἐὰν ὑπάρχῃ κατεπεῖγον λόγος, εἰς τὴν ψήφισιν δαπάνης. Ἂν θέλητε νὰ φέρητε πίστωσιν, δίδουσαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα, νὰ πληρώσῃ δαπάνην 10 ἢ 20 χιλιάδας δραχμῶν, δὲν θὰ ἦμαι ἐναντίος. Ἀπέναντι ἀνωτέρου συμφέροντος τῆς Πολιτείας, μιᾶς raison d'Etat, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις. Μὴ ὑπάρχοντος ὅμως τοιούτου λόγου, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον ν’ ἀντιταχθῶ εἰς τὴν ψήφισιν τῶν πιστώσεων, ὅπως ὑποβάλλονται. Περὶ τούτου δὲ ἔχω νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν.
§176ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§177Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶμαι διατεθειμένος καὶ ἐγὼ νὰ ὁμιλήσω.
§178ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§179ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἠμποροῦμεν νὰ φέρωμεν ἄλλας πάλιν προτάσεις, ἀφοῦ συζητηθῇ ἡ πίστωσις διὰ μακρῶν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§180ΤΙΝΕΣ. Ἂς ἀναβληθῇ.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 καὶ 45′ μ. μ.