1889.01.13
2,406 rows · 18,449 words · 150 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 57.
Τῆς 13 Ἰανουαρίου 1889.
(Παρασκευή)
Ὥρα 3 μ. μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ Ἀντιπροέδρου κ. Κοκκέβη).
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ πρακτικὰ ἀτελῶς ἔχουσιν ὡς πρὸς τὴν συζήτησιν, ἥτις ἐγένετο χθὲς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ κατὰ τοῦ Μοιράρχου Λευκαδίου κλητηρίου κλπ. Διὸ ἐν τῇ σελ. 2 § βʹ, μετὰ τὰς λέξεις «ὅτε ἤθελε τῷ ἐπιδοθῇ ἡ κλῆσις» καὶ πρὸ τῆς λέξεως «Φρονεῖ», δέον νὰ προστεθῶσι τὰ ἑξῆς, ὡς εἶναι τὸ ἀκριβὲς (ἀναγινώσκει): «Ἀντέταξεν εἰς ταῦτα ὁ Βουλευτὴς Ἀρκαδίας, ὅτι τὸ ἐπικρατοῦν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν μέτρον δὲν εἶναι νόμιμον, διότι ἀναστέλλει τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἀξιοποίνων πράξεων, ἀναιροῦν οὕτως ἐμμέσως τὰς διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, οὐδ’ ὑπῆρχεν ἀνάγκη συστάσεως τοῦ Εἰσαγγελέως, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ ἐπίδοσις τοῦ κατηγορητηρίου εἰς τὸν κατηγορούμενον Μοίραρχον, ἐν ᾧ μάλιστα ὁ ἀπευθύνων τὸ κατηγορητήριον ἰδιώτης κατήγορος ἐξεπλήρου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ἔργα Εἰσαγγελέως».
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θὰ διορθωθῶσι. (Τὰ πρακτικὰ, διορθωθέντα συμφώνως ταῖς παρατηρήσεσι τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ἐπικυροῦνται).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Σπυρίδων Ταμπάκης δι’ ἀναφορᾶς του ζητεῖ νὰ διαταχθῇ ἡ ἔκδοσις νέου ἐντάλματος πρὸς πληρωμὴν ἀπαιτήσεώς του, διότι τὸ ἤδη ἐκδοθὲν ἐξηργυρώθη κατὰ πλάνην παρὰ τοῦ ταμείου Καλαβρύτων, πλαστογραφηθείσης τῆς ὑπογραφῆς του. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ Βασίλειος Μπερλῆς ἐξ Αἰγίου ἐκθέτει, ὅτι οἱ ἐν τῇ πόλει ταύτῃ ἀδελφοὶ Παναγόπουλοι κατέλαβον αὐθαιρέτως πρὸ πολλοῦ καὶ κατέχουσιν ἐθνικὸν οἰκόπεδον μεγάλης ἐκτάσεως. Παραπέμπεται καὶ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔλαβον δύο τηλεγραφήματα τὴν νύκτα ταύτην. Τὸ πρῶτον εἶναι γεγραμμένον τὴν ὥραν 5 καὶ ¼ μ. μ. τῆς χθὲς ἐν Τριπόλει, τὸ δεύτερον εἶναι τὴν 9 καὶ ½ μ. μ. τῆς χθὲς ὡσαύτως ἐν Τριπόλει. Διὰ τοῦ πρώτου τηλεγραφήματος μοὶ ἀναγγέλλονται τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Λαὸς, βαρυθυμήσας ἐπὶ ἐπιψηφίσει πιστώσεως Σπάρταλη, προέβη εἰς σύνταξιν καὶ ὑπογραφὴν ἀναφορᾶς, δι’ ἧς ἱκετεύει Αὐτοῦ Μεγαλειότητα, νὰ ποιήσηται χρῆσιν δικαιώματος ἀρνησικυρίας τοῦ τοιούτου ἐξευτελίζοντος Ἔθνος νομοσχεδίου. Ἡ οὕτως ἐκδηλουμένη θέλησις τοῦ λαοῦ ἀπήρεσεν εἰς τὰ ὄργανα κρατούσης φατρίας, καὶ δι’ ἀστυνομικῆς διατάξεως, δημοσιευθείσης διὰ τυμπανοκρουσίας καὶ κηρύκων, ἠπείλησαν ποινὴν φυλακίσεως καὶ ἄλλων κακώσεων κατὰ τῶν ὑπογραφόντων ἀναφοράν. Κήρυκες μετὰ τυμπάνων ἐξακολουθοῦσι περιφερόμενοι ἀνὰ τὴν πόλιν, καὶ ἀναγινώσκοντες διάταξιν, ἐν ᾧ λαὸς ἀθρόος σπεύδει, ἵνα ὑπογράψῃ ἀναφοράν». Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο φέρει τὰς ἑξῆς ὑπογραφάς: «Ἀθανάσιος Χριστόπουλος, πολίτης λίαν ἔγκριτος, ἐκ τῶν τὰ πρῶτα φερόντων ἐν τῇ πρωτευούσῃ ἐκείνῃ. Γεώργιος Λαδόπουλος, δικηγόρος. Χ. Κ. Βοζίκης, δικηγόρος. Γεώργιος Βασιλείου, δικηγόρος, καὶ Κ. Κωνσταντόπουλος, ἰατρός.» Καὶ ταῦτα μὲν ἐτηλεγράφησαν ἐκ Τριπόλεως τὴν 5 καὶ 1¼ μ. μ. τῆς χθές· τὴν 9ην δὲ καὶ 1½ τῆς ἑσπέρας ἔπεμψαν πρός με ἕτερον τηλεγράφημα τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Διευθύνων Τηλεγραφεῖον ἠρνήθη νὰ παραλάβῃ τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν, πρὸς Βασιλέα ἀπευθυνομένην, παρὰ πολλῶν ἑκατοντάδων πολιτῶν ὑπογεγραμμένην, δι’ ἧς ἐκφράζονται παράπονα πολιτῶν ἐπὶ ψηφίσει πιστώσεως Σπάρταλη. Ἐξ ἀνάγκης ἀναφορὰ σταλήσεται ταχυδρομικῶς. «Γ. ΛΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, δικηγόρος». Διὰ τῶν τηλεγραφημάτων λοιπὸν τούτων ἀναγγέλλονται δύο πράξεις, μία τῆς Ἀστυνομίας τοῦ τόπου ἐκείνου, ἥτις ἐξέδωκε διάταξιν ἀστυνομικὴν, τὴν ὁποίαν ἐδημοσίευσεν ἀνὰ τὴν πόλιν διὰ κηρύκων καὶ τυμπανοκρουσίας, δι’ ἧς ἀπηγόρευσεν εἰς τοὺς πολίτας νὰ ὑπογράψωσι τὴν ἀναφοράν. Διὰ νὰ ἐκδοθῇ δὲ ἀστυνομικὴ διάταξις, αὕτη εἶχε βεβαίως τύχει τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Νομάρχου· ἑπομένως ὁ Ἀστυνόμος τῇ ἐγκρίσει τοῦ Νομάρχου προέβη εἰς μέτρον, τὸ ὁποῖον ἀναντιῤῥήτως εἶναι παράνομον. Ἡ δευτέρα πρᾶξις εἶναι, ὅτι ὁ τηλεγραφητὴς ἠρνήθη νὰ δεχθῇ καὶ μεταβιβάσῃ τηλεγραφικῶς εἰς τὸν Βασιλέα τὴν ἀναφορὰν, ἕνεκα δὲ τούτου ἠναγκάσθησαν νὰ τὴν ἀποστείλωσι ταχυδρομικῶς. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τί περὶ τούτων γνωρίζει.
§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ μὲν τοῦ πρώτου τηλεγραφήματος δὲν γνωρίζω τι ἔτι, καίτοι ἐζητήσαμεν πληροφορίας ἐπὶ εἰδοποιήσεως, δοθείσης εἰς ἡμᾶς, ὅτι ὑπάρχουσι τοιαῦτα παράπονα· εὐθὺς, ὡς λάβωμεν τὴν ἀπάντησιν, θέλομεν ἀνακοινώσει αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπὶ δὲ τοῦ δευτέρου τηλεγραφήματος, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν ἄρνησιν τοῦ τηλεγραφητοῦ Τριπόλεως, ὅπως διαβιβάσῃ τηλεγράφημά τι, ἐκεῖθεν ἀποστελλόμενον, δύναμαι νὰ σᾶς ἀνακοινώσω τὴν ἀπάντησιν τοῦ ἐν Τριπόλει τηλεγραφητοῦ, προκληθέντος, ἵνα δώσῃ ἐξηγήσεις, ἀφοῦ πρότερον ἐπιτρέψῃ τὴν ἀποστολὴν τοῦ τηλεγραφήματος, οἱουδήποτε. Τηλεγραφεῖ ὁ ἐκεῖ τηλεγραφητὴς πρὸς τὸν Ὑποδιευθυντὴν τοῦ Τηλεγραφείου ἐνταῦθα. (Ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα).
§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν διεβιβάσθη λοιπὸν, διότι αὐτοὶ δὲν ἠθέλησαν νὰ τὸ διαβιβάσωσιν· ὥστε αὐτοὶ, ψευδόμενοι εἰς ἐμὲ, καταγγέλλουσιν, ὅτι ὁ τηλεγραφητὴς δὲν τὸ ἐδέχθη.
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑποθέτω, ὅτι τὸ ὑμέτερον τηλεγράφημα εἶναι προηγούμενον τούτου. Ἐγὼ, μαθὼν ὅτι ἠρνήθη ἐν Τριπόλει ὁ τηλεγραφητὴς νὰ διαβιβάσῃ τηλεγράφημα, εὐθὺς ἐπέστειλα εἰς τὸν τηλεγραφητὴν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀρνηθῇ νὰ διαβιβάσῃ οἱονδήποτε τηλεγράφημα, ὅ,τι δήποτε καὶ ἄν περιεῖχε· συνεπείᾳ δὲ τῆς ἐντολῆς μου ταύτης ἐστάλη τὸ τηλεγράφημα τοῦτο.
§8ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτοὶ λοιπὸν ἠξίουν νὰ στείλωσι τὴν ἀναφοράν των ταχυδρομικῶς, ἀφοῦ ὁ τηλεγραφητὴς ἠρνήθη νὰ τὴν δεχθῇ.
§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πιθανόν. Κατὰ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, ἡ μὴ διαβίβασις τῆς ἀναφορᾶς των τηλεγραφικῶς προέρχεται ἐξ ἀρνήσεώς των νὰ τὴν ἀποστείλωσιν, ἴσως τῇ προηγουμένῃ ἀρνήσει τοῦ τηλεγραφητοῦ.
§10Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζετε, ἐὰν ὁ τηλεγραφητὴς ἠρνήθη;
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν γινώσκομεν ἔτι, ἐὰν ὑπῆρξεν ἄρνησις τοῦ τηλεγραφητοῦ, ὅπως ἀποστείλῃ τὴν ἀναφοράν των· διότι, καθ’ ἃ φαίνεται ἐντεῦθεν, ὁ τηλεγραφητὴς ἐζήτησε, κατὰ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νόμου ΑΦϚʹ νὰ ἐπιδειχθῇ τὸ τηλεγράφημα πρῶτον εἰς τὴν Διοικητικὴν Ἀρχὴν, ἐκεῖνοι δὲ ἠρνήθησαν νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τούτου, καὶ ἐπὶ τούτοις, φαίνεται, ὁ τηλεγραφητὴς ἠρνήθη νὰ διαβιβάσῃ τὸ τηλεγράφημα· ἤδη ὅμως τοὺς εἰδοποίησεν, ὅτι καὶ ἄνευ τῆς ἐκτελέσεως τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 7 θέλει διαβιβασθῆ τὸ τηλεγράφημα.
§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω τὴν διάταξιν τοῦ νόμου ΑΦϚʹ. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ νόμος οὗτος ἦναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη κατὰ τὸ 1858, ἢ 1859, ἢ 1860, δὲν εἶναι δὲ ἐκ τῶν νόμων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐψηφίζοντο ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον κατ’ ὁρμαθούς, καὶ τοὺς ὁποίους διὰ τοῦτο δὲν γνωρίζω, ἐὰν, λέγω, ἡ μνημονευομένη διάταξις ἦναι τοῦ νόμου τοῦ 1858 ἢ 1859, ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐπιτρέπει εἰς τοὺς τηλεγραφητὰς, νὰ ἀρνῶνται νὰ μεταβιβάσωσι τηλεγραφήματα, ὑπὸ ἰδιωτῶν διδόμενα, μόνον ἐὰν κρίνωσιν αὐτὰ ἀντιβαίνοντα εἰς τὰ χρηστὰ ἤθη, ἢ τὴν δημοσίαν τάξιν, καὶ ὅτι μόνον, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ ἀποστολεὺς ἀμφισβητεῖ τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦτον τοῦ τηλεγραφήματός του, γίνεται ἔκκλησις ἐνώπιον τῆς Διοικητικῆς Ἀρχῆς, ἡ ὁποία κρίνει, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἠρνήθη ὁ τηλεγραφητὴς νὰ μεταβιβάσῃ τὸ τηλεγράφημα. Πρόκειται τάχα περὶ τοιαύτης τινὸς διαφωνίας; Ἐκρίθη τὸ τηλεγράφημα τῶν Τριπολιτῶν, ὡς ἀντιβαῖνον εἰς τὰ χρηστὰ ἤθη, ἢ τὴν δημοσίαν τάξιν, καὶ ὁ τηλεγραφητὴς δὲν ἔστερξε νὰ τὸ μεταβιβάσῃ, οἱ δὲ ἀποστολεῖς ἐπέμενον, καὶ τότε ὁ τηλεγραφητὴς ἐζήτησε νὰ ὑποβάλῃ αὐτὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Νομάρχου; Οὐδὲν γνωρίζω, καὶ παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ τὰ περὶ τούτου.
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐξετασθῶσιν ὅλα ταῦτα, καὶ θὰ δώσω ἀπάντησιν.
§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ νόμος;
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νόμος ΑΦϚʹ.
§16ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τίνος ἔτους;
§17ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τοῦ 1887, ὑποθέτω.
§18ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι ἀπορῶ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ διάταξις νόμου, καθ’ ἣν δὲν δύναται νὰ σταλῇ τηλεγράφημα προτοῦ ὁ Νομάρχης ἐγκρίνῃ αὐτό.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τυπάλδος ἔχει τὸν λόγον.
§20ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ τοῦ κ. Τυπάλδου, παρακαλῶ. Εὑρέθη ὁ νόμος, καὶ μοὶ ἐδόθη πρὸς ἀνάγνωσιν. Τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος εἶναι τῆς 27ης Μαΐου 1887, λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀπαγορεύεται ἡ μεταβίβασις τηλεγραφημάτων, ὧν τὸ περιεχόμενον προφανῶς ἀντιβαίνει εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἠθικήν. Τὰ δὲ Τηλεγραφεῖα δηλοῦσι παραχρῆμα τὸ ἀπαράδεκτον αὐτῶν εἰς τοὺς ἀποστολεῖς ἢ κομιστὰς, οἵτινες, ἂν ἐπιμένωσιν εἰς τὴν ἀποστολήν των, δύνανται νὰ προκαλέσωσιν ἐν μὲν τῇ πρωτευούσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Γεν. Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, ἀλλαχοῦ δὲ τὴν τῆς Διοικητικῆς ἀρχῆς, καὶ ἐλλείψει αὐτῆς τοῦ Εἰρηνοδίκου». Λοιπὸν ὁ τηλεγραφητὴς Τριπόλεως ἔκρινεν, ὅτι ἀντιβαίνει τὸ τηλεγράφημα εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὴν ἠθικήν; Αὐτὸ παρακαλῶ νὰ ἐξετάσητε, ἵνα γνωσθῇ, ἐὰν καλῶς ἔκρινε τοῦτο.
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς διετάξαμεν, ὁπωσδήποτε νὰ τὸ διαβιβάσῃ.
§22Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ αὐτὴν τὴν στιγμὴν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, νὰ βεβαιώσωσιν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀναγνωσθέντος σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ νόμου καὶ τοῦ τηλεγραφήματος, ἐὰν τῳόντι τὸ τηλεγράφημα, περὶ οὗ πρόκειται, ἀντιβαίνει εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν.
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν γινώσκομεν τὸ περιεχόμενον τοῦ τηλεγραφήματος.
§24Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατετέθη.
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι.
§26ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν κατετέθη.
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ παρήγγειλα νὰ διαβιβασθῇ τὸ τηλεγράφημα, εἴτε ἀντιβαίνει εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν, εἴτε μή.
§28ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κακῶς.
§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πιθανὸν κακῶς, ἐγὼ ὅμως τοῦτο παρήγγειλα.
§30ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐναντίον τοῦ νόμου.
§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι· διότι ἀνήκει εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς Διοικητικῆς Ἀρχῆς· ἑπομένως ἡ ἐμὴ ἐκτίμησις ἦτο, νὰ μεταβιβασθῇ τὸ τηλεγράφημα, καὶ ἂν ἀντιβαίνῃ εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν.
§32ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ καὶ πάλιν παρεβίασαν τὴν διαταγήν σας· διότι, ἀφοῦ διετάξατε νὰ διαβιβασθῇ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὁ τηλεγραφητὴς ἀπῄτησε νὰ τὸ ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Διοικητικῆς Ἀρχῆς, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς τηλεγραφεῖ ὁ τηλεγραφητὴς, ὅτι δὲν ἔστερξαν αὐτοὶ νὰ τὸ δώσωσι.
§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Προδήλως ἀπατᾶσθε· διότι ἀρκεῖ ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ τηλεγράφημα, διὰ ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι τὰ πράγματα ἔχουσιν ἀντιθέτως. (Ἀναγινώσκει τὸ πρότερον ἀναγνωσθὲν τηλεγράφημα).
§34ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τότε δὲν ὑπάρχει δευτέρα παράβασις, ἀλλὰ θὰ ὑπάρχῃ ἡ πρώτη, καὶ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν ἀντιβαίνῃ εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν ἢ ἠθικήν.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τυπάλδος ἔχει τὸν λόγον.
§36ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Αἱ πρακτικαὶ δυσχέρειαι τῆς πολιτικῆς δὲν πιστεύω νὰ κάμνουν, ὥστε νὰ θεωρηθῇ ἀνάξιον τῆς προσοχῆς ὑμῶν τὸ περιστατικόν, τὸ ὁποῖον θέλω σᾶς ἀναφέρει. Λυπηρότατον γεγονὸς ἀνήγγειλαν σήμερον πρωΐ αἱ ἐφημερίδες. Ὑπάρχει ἐπιστολὴ προσώπου ἁρμοδίου, ἐν ᾗ ἀναγινώσκω τὰ ἑξῆς ἐν τῇ «Νέᾳ Ἐφημερίδι» τῆς σήμερον (ἀναγινώσκει):
«Η ΜΟΝΗ ΤΟΥ ΔΑΦΝΙΟΥ.
«Ὁ Παντοκράτωρ τῆς μονῆς Δαφνίου ἔπεσεν! Ὁ θόλος ὅλος, μετὰ τὰς γενομένας ἐπισκευὰς, ἐσχίσθη εἰς δύο, καὶ τὸ ὅλον οἰκοδόμημα ἔπαθε, χωρὶς πλέον νὰ δύναταί τις νὰ τὸ βοηθήσῃ. «Τὰ ἀνηλεῆ κτυπήματα βαρβάρων μαστόρων, οἱ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιστημονικῆς ἐπιτηρήσεως γενόμεναι ἀνεκφράστως ἀμαθέσταται ἐπισκευαὶ, καὶ ἀφαίρεσις ὅλων τῶν ἀρχαίων κεράμων τῆς στέγης, ἡ ὡς ἐκ τῶν νέων δῆθεν τούτων ἐπισκευῶν φρικαλέα διατάραξις ὅλου τοῦ οἰκοδομήματος, ἡ ἀφαίρεσις, τίνος νομίζετε; τῶν ἀρχαίων προαιωνίων καὶ στερεωτάτων ὑποχρισμάτων, καὶ ἡ ἀντικατάστασις αὐτῶν δι’ ὀλίγης σημερινῆς ἄμμου καὶ ἀσβέστου, ἰδοὺ τὰ αἴτια τῆς ἀνεπανορθώτου ταύτης συμφορᾶς! «Ταῦτα προϊδόντες, ἐγράψαμεν καὶ θερμῶς τοὺς ἁρμοδίους, ἂν ὑπάρχωσι, παρεκαλέσαμεν, ὅπως αἱ ἐπισκευαὶ αὗται μείνωσιν ἕως ἐδῶ, ἀλλ’ ἀτυχῶς δὲν ἔμειναν! «Ἀγνοῶ, πῶς τινες ἐξέλαβον ἡμᾶς αἰωνίως περὶ τῆς Μονῆς Δαφνίου γράφοντας· ἂς ἔλθωσιν ὅμως οἱ κατειρωνευσάμενοι ἡμῶν, ὅπως ἐπανορθώσωσι τὸ μέγεθος τῆς προσγενομένης ταύτης συμφορᾶς. «Ἐπειδὴ δὲ δι’ ἡμᾶς, τοὺς τὴν Ἑλλάδα οἰκοῦντας, ὁ ναὸς οὗτος τῆς Μονῆς Δαφνίου ἐστὶν ἴσος μὲ τὸν ναὸν τῆς Ἁγίας Σοφίας, δὲν νομίζομεν ἄκαιρον νὰ παραθέσωμεν ἐνταῦθα, ὅ,τι ποτὲ ὁ Προκόπιος εἰς τὴν αὐτὴν περίστασιν ἔγραψε περὶ τῆς Ἁγίας Σοφίας, παθούσης ὑπὸ σεισμοῦ· «ἥν,» ἐν τῇ μονῳδίᾳ αὑτοῦ γράφει ὁ Προκόπιος, «ἥν καὶ συμφορὰ συμφορᾶς, καὶ πάθος πάθους, καὶ λύπη λύπης, καὶ οἰμωγὴ οἰμωγῆς, καὶ θρῆνος θρήνου μείζων τε καὶ ἀργαλεώτερος, καὶ τὰ μὲν ἄλλα τῶν παθημάτων, ὅσα καὶ βίβλοι καὶ μνῆμαι φέρουσι πόλεων κατασκαφὰς, ναῶν ἐρημώσεις, οἰκιῶν ἐρειπώσεις, ἀγαλμάτων συμπτώσεις, μεταναστάσεις, ἀπαγωγὰς, αἰχμαλωσίας, ἔγνωμέν τε καὶ οἴδαμεν. Εἴδαμέν τε, ἃ οὐκ ἂν ἠλπίσαμεν, οὐκ ἂν προσεδοκήσαμεν, οὐκ ἂν εἰς νοῦν ποτε ἀνετυπώσαμεν καὶ οὐ μεῖζον οὐκ ἦν κακὸν ἢ ἰδεῖν ἢ ἀκοῦσαι, καὶ οὐ προαποθανεῖν πᾶς ἂν ηὔξατο· τί τοῦτο; τὸν κόσμον ἡμῶν, τὸν οὐρανὸν ἡμῶν, τὸν ἥλιον, τὴν σκέπην, τὴν καταφυγὴν, τὴν ἐλπίδα, τὴν μόνην ψυχαγωγίαν, τὴν μόνην ἀντίληψιν, τὸ ἔρεισμα, τὸ ἱλαστήριον, τὸν περικαλλῆ ναὸν, τὸν ἀσύγκριτον οἶκον, ὃν ᾠκοδόμησεν ἡ Σοφία ἐπὶ τῷ ἑαυτῆς ὀνόματι.... ὁ διώνυμος ἔπεσεν.... Ὤ τοῦ πάθους! ὢ τῆς συμφορᾶς! ὢ τοῦ μεγέθους, τῶν κακῶν! ὢ τῆς Ἰλιάδος! Τίς οὐκ ἂν τὴν γλῶσσαν ἐνδάκοι, ὥστε μοὶ εἰπεῖν;...» (Προκ. Γάζης τόμ. Γʹ. στ. 2,840). Καὶ ταῦτα μὲ μόνην τὴν διαφορὰν, ὅτι ἐν Βυζαντίῳ κατεβάλλετο πᾶσα ὑπὲρ τῆς Ἁγίας Σοφίας φροντὶς, ἐνῷ ἐνταῦθα ἀνέκαθεν ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων κατεβλήθη πᾶσα ἡ φρικαλέα ὑπὲρ τῆς μονῆς ταύτης ἐγκατάλειψις. «Ὅ,τι ἦτο δυνατὸν ὡς ἄτομον νὰ πράξωμεν, τὸ ἐπράξαμεν. Λυποῦμαι, διότι ἡ φωτογραφία, ἣν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐλάβομεν, τοῦ πεσόντος Παντοκράτορος, δὲν ἐπέτυχεν ὅσῳ ἐπεθυμοῦμεν, καὶ περισσότερον λυποῦμαι, ὅτι μετ’ οὐ πολὺ δὲν θὰ σώζηται πλέον οὐδὲν ἄλλο περὶ τῆς Μονῆς Δαφνίου, ἢ ἡ ἱστορικὴ ἀρχιτεκτονικὴ.... περὶ τῆς μονῆς Δαφνίου πραγματεία ἡμῶν, ἧς τὴν τύπωσιν πρὸ ἡμερῶν ἤδη καὶ ἠρξάμεθα. Γ. ΛΑΜΠΑΚΗΣ». Σπεύδω ἀμέσως νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὸ περιστατικὸν τοῦτο ἀποτελεῖ πραγματικὸν δυστύχημα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν καλλιτεχνικῶν καὶ ἐθνικῶν κειμηλίων. Δὲν εἶναι γεγονὸς, ἀντικείμενον, ἀνάξιον τῆς προσοχῆς τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, ὅτι μνημεῖα ἀρχαιότατα καὶ λαμπρότατα, τὰ ὁποῖα ἐσεβάσθησαν οἱ αἰῶνες, καταστρέφονται σήμερον ἕνεκα ἀκηδίας ἡμῶν. Τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἔπεσε καὶ κατεστράφη ἀνεπανορθώτως, θεωρεῖται παρὰ τῶν ἁρμοδίων ἐν Εὐρώπῃ ὡς ἓν τῶν καλλίστων τοῦ εἴδους τούτου. Κατὰ τὸν Buchon, τὸν γνωστὸν ἔξοχον συγγραφέα τῆς Μεσαιωνικῆς Ἱστορίας τῆς Ἑλλάδος, δύο μόνον τοιαῦται κεφαλαὶ τοῦ Χριστοῦ μωσαϊκαὶ τοιαύτης ἀξίας ὑπάρχουσιν, ἡ ἐν τῇ Μονῇ τοῦ Δαφνίου καὶ ἡ ἐν Σεφαλοῦ τῆς Σικελίας. Ἤδη ὑπάρχει μόνον ἡ ἐν Σικελίᾳ, τὴν ὁποίαν σώζει ἡ τέχνη καὶ ἡ ἐπιμέλεια τῶν Ἰταλῶν. Πρὸ καιροῦ προεβλέπετο ἡ καταστροφὴ αὕτη, καὶ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ἔρχομαι νὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἐπί τινα λεπτὰ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Τὸ 1881 εἶχον παραστήσει ἐγὼ τὸν κίνδυνον τῆς καταπτώσεως τοῦ ἀριστουργήματος τούτου, περὶ τοῦ ὁποίου δύνασθε νὰ ἀναγνώσητε λεπτομερείας εἰς συγγράμματα εἰδικὰ, τὰς ὁποίας εἶμαι πρόθυμος νὰ ἀνακοινώσω ἐντεῦθεν, ὅταν θὰ ἔχητε διάθεσιν νὰ ἀκούσητε. Ὁ ἐπικείμενος κίνδυνος τῆς καταστροφῆς τοῦ ἀριστουργήματος τούτου μ’ ἔκαμε ν’ ἀποταθῶ τὸ 1881 πρὸς τὸν φίλον μου, τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, μακαρίτην Παπαμιχαλόπουλον. Ὁ Παπαμιχαλόπουλος ἐδέχθη προθύμως τὴν ἰδέαν, ἣν τῷ ἐξέφρασα, νὰ ἀποταθῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς εἰδικὸν οἶκον, τὸν μόνον ἴσως κατάλληλον νὰ ἐπιδιορθώσῃ τοιοῦτον ἀριστούργημα, ὅστις εἶναι ὁ οἶκος τῶν Salviati ἐν Μαράνῳ, παρὰ τὴν Βενετίαν. Ὁ οἶκος τῶν Salviati διώρθωσεν ὅλα σχεδὸν τὰ Μωσαϊκὰ ἀριστουργήματα τῆς Ἰταλίας, καὶ ὑπάρχει τέχνη ἰδιαιτέρα, δι’ ἧς κατορθοῦται ἡ τοιαύτη ἐπιδιόρθωσις, χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ μεγαλειτέρα καταστροφή. Ἀκριβῶς τοῦτο συνέβη εἰς τὴν περίστασιν ταύτην. Κατεστράφη δηλαδὴ τὸ Μωσαϊκὸν τοῦτο, διότι ἐδοκιμάσθη ἡ διόρθωσις αὐτοῦ παρ’ ἀνθρώπων ἀπείρων τῆς τέχνης ταύτης. Ὁ μακαρίτης Παπαμιχαλόπουλος ἐνήργησε τὰ δέοντα τότε, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον ἀπεχώρησε τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ διαπραγμάτευσις, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀρχίσει μετὰ τοῦ οἴκου Salviati διὰ τοῦ ἐν Βενετίᾳ ἡμετέρου Προξένου κ. Τυπάλδου Φορέστη, διεκόπη. Ἡ γενομένη καταστροφή, πιστεύω, ὅτι δὲν δύναται νὰ διορθωθῇ, τοὐλάχιστον μὲ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἔχομεν. Διότι, διὰ νὰ τεθῇ ἐκ νέου εἰς τὴν θέσιν του τὸ Μωσαϊκὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐνθυμεῖσθε πάντες, ὅτι εἶναι, ὡς ἐκ τοῦ μεγέθους του καὶ τῆς θέσεώς του, πολὺ δύσκολον νὰ τοποθετηθῇ, πρέπει νὰ ψηφοθετηθῇ ἐκ νέου ὁλόκληρον. Βεβαίως τὸ ἔργον δὲν εἶναι ἀκατόρθωτον, ἀλλὰ θ’ ἀπαιτήσῃ δαπάνην ἴσως εἰκοσαπλασίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν θ’ ἀπῄτει ἡ ἁπλῆ ἐπιδιόρθωσις αὐτοῦ. Πιθανὸν νὰ ὑπάρχωσιν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, (μολονότι δὲν θέλω νὰ τὸ πιστεύσω) ἢ μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, πρόσωπα, τὰ ὁποῖα πιστεύουν, ὅτι θέλω ν’ ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν δι’ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ἐγώ, ὅμως, κύριοι Βουλευταὶ, ἔχω τὴν στερεὰν πεποίθησιν, ὅτι ὀλίγα θέματα δύνανται νὰ σᾶς ἀπασχολήσωσιν ἀπὸ τοῦ θέματος τούτου, τὰ ὁποῖα νὰ ἔχωσι τόσην σημασίαν ἐθνικὴν, ὅσην ἐκεῖνο, περὶ οὗ σᾶς ὁμιλῶ ἤδη. Ἡ καταστροφὴ ἀριστουργήματος Μεσαιωνικοῦ, κατασκευασθέντος κατὰ τὸν δέκατον τρίτον αἰῶνα ἐν ταῖς Ἀθήναις, εἶναι, κατ’ ἐμὲ, ἓν τῶν μεγίστων δυστυχημάτων, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ μᾶς συμβῶσι, καὶ ὑποθέτω, ὅτι τῆς γνώμης ταύτης εἶναι ὁ εἰς ἐμὲ γνωστὸς ὡς φιλόκαλος καὶ φίλος τῆς ἀρχαιότητος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ θεωρῶ δυστύχημα μέγα, δυστύχημα, τὸ ὁποῖον ἠδυνάμεθα νὰ προλάβωμεν, ἐὰν ἐγκαίρως ἐνηργεῖτο, ὅ,τι ἔπρεπε νὰ ἐνεργηθῇ, ἄνευ φειδοῦς ὀλίγων χρημάτων. Ἐκ τῆς περιστάσεως ταύτης λαμβάνων ἀφορμήν, σᾶς λέγω, ὅτι ἀνάλογα δυστυχήματα, ἴσως καὶ μεγαλείτερα τούτου, ἐπίκεινται ἤδη. Διότι ἀπό τινος κρατεῖ ἐν τῇ ἐπιμελείᾳ τῶν ἀρχαιοτήτων καὶ τῶν καλλιτεχνικῶν κειμηλίων τῆς πρωτευούσης παράδοξος ἀτυχία, ἵνα μὴ εἴπω τι αὐστηρότερον. Ἀφίνω τὴν καταστροφὴν τοῦ Νομισματικοῦ Μουσείου, διότι τοῦτο δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς μία περίπτωσις, μὴ σχετιζομένη πρὸς τὴν ἄλλην ἡμῶν ἀκηδείαν. Ἀλλὰ τὰ μνημεῖα τὰ ἀρχαῖα τῆς πρωτευούσης ἀπό τινος τρέχουσι κινδύνους σοβαρωτάτους. Φρονῶ, ὅτι καὶ τὰ ἐν τῇ Ἀκροπόλει ἀπό τινος γινόμενα εἶναι ἄξια τῆς μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως. Φρονῶ, ὅτι ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως, ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ Ἐθνικοῦ Κοινοβουλίου, δύναμαι νὰ εἴπω, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιτρέπηται νὰ τίθηται χεὶρ ἀδέξιος ἐπὶ τῆς Ἀκροπόλεως. Ἡ Ἀκρόπολις ἀπό τινος χρόνου κατέστη ἀγνώριστος, ἀφῃρέθησαν ἀπ’ αὐτῆς γραφικώτατα μεσαιωνικὰ ἱστορικὰ μνημεῖα, ἐπὶ τῇ προφάσει, ὅτι δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὴν κλασικὴν ἀρχαιότητα, καὶ ἐὰν ἡ ἀρχὴ αὕτη ἐφηρμόζετο κατὰ γράμμα, κύριοι Βουλευταὶ, μέγα μέρος τῆς Ἀκροπόλεως ἔπρεπε νὰ καταστραφῇ, διότι καὶ ἄλλα ὑπάρχουσι μνημεῖα ἐν τῇ Ἀκροπόλει, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὴν κλασικὴν ἀρχαιότητα, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα εὐτυχῶς μέχρι τοῦδε δὲν κατεστράφησαν. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἱστορικοὶ λόφοι τῶν Ἀθηνῶν καθ’ ἑκάστην καταστρέφονται, διότι οὐδὲν μέτρον περὶ τοῦ οὐσιώδους τούτου ἀντικειμένου ἐλήφθη ποτέ. Περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου πρὸ δύο ἐτῶν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλαβεν ἀναφορὰν ἔντυπον παρὰ προσώπου ἁρμοδιωτάτου, τοῦ κυρίου Κοντοπούλου, ὅστις ἐξέθετε τὰ περὶ τούτου λεπτομερῶς, καὶ παρεκάλει τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνόμισεν, ὅτι ἦτο τὸ ἀντικείμενον ἄξιον τῆς προσοχῆς αὐτῆς καὶ τῆς Βουλῆς, πρὸς ἣν νομίζω ἀπετείνετο ἡ ἀναφορὰ, δὲν ἤξιζε τὸν κόπον, νὰ ἀσχοληθῇ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ ἑπομένως οὐδεμίαν εἴδομεν πρόνοιαν, ἐκ τῆς Κυβερνήσεως προκύπτουσαν, ἀφορῶσαν εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο. Μετ’ ὀλίγα ἔτη θὰ ἴδωμεν καταστρεφομένας πολλὰς ἀρχαιότητας, θέλομεν ἰδεῖ ἀνατρεπομένην τὴν τοπογραφίαν τὴν κλασικὴν τῶν Ἀθηνῶν. Σᾶς φέρω μόνον ἓν παράδειγμα: Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἄνδρες λίαν εἰδήμονες μὲ ἐβεβαίωσαν, ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ μνημεῖον τοῦ Φιλοπάππου τρέχει τὸν κίνδυνον τῆς καταστροφῆς, διότι περὶ αὐτὸ γίνεται ἀνηλεὴς ἐκμετάλλευσις λατομείων καὶ ἐντὸς βραχέος θέλομεν ἰδεῖ τὴν καταστροφὴν αὐτοῦ.... (διάλογοι). Ἤκουσα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λέγοντος, ἐὰν δὲν μὲ ἠπάτησε τὸ οὖς, τὴν φράσιν: «ἐν ᾧ ἡμεῖς ἐνεργοῦμεν, αὐτὸς ὁμιλεῖ». Ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὸν ἐρωτῶ, τί ἐνήργησεν ἐπὶ τόσα ἔτη, ὅπως προληφθῇ ἡ καταστροφὴ τοῦ ἀριστουργήματος τοῦ Δαφνίου καὶ τόσαι καταστροφαὶ τῶν λόφων τῆς Ἀττικῆς;
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τούτου ἀκριβῶς ἔλεγον.
§38ΚΟΖΑΚΗΣ. Καὶ μόλις τώρα ἤρχισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐνεργῇ. Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ ὑποδείξω καὶ ἄλλο τι εἰς τὴν πρόνοιαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅπως ἐνεργήσῃ. Μάθετε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὸν ἔσχατον κίνδυνον τρέχει ὁ δυτικὸς θριγγὸς τοῦ ναοῦ τοῦ Θησέως. Πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἀπειλεῖται διὰ καταπτώσεως, διότι ὑπάρχει σπόνδυλος, ὅστις ὑποβαστάζει ὁλόκληρον τὸν θριγγὸν, ὅστις εἶναι συντετριμμένος καὶ συνέχεται διὰ στεφάνης σιδηρᾶς ἀσθενοῦς. Ἀρχιτέκτονες διακεκριμένοι μὲ διαβεβαίωσαν, ἐκτὸς ἄλλων καὶ εἷς, εἰς τοῦ ὁποίου τὰς γνώσεις ἔχω ἄπειρον ἐμπιστοσύνην, ὅτι ἓν συμβεβηκὸς, μία ἰσχυρὰ ἐκπυρσοκρότησις ἐκεῖ πλησίον, εἷς σεισμὸς, δύναται νὰ φέρῃ διατάραξιν εἰς τὸν σπόνδυλον, ἥτις θὰ ἐπιφέρῃ τὴν κατάπτωσιν ὅλου τοῦ θριγγοῦ. Καὶ τοῦτο συνιστῶ εἰς τὴν πρόνοιαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις, ἐν ᾧ ἐγὼ λαλῶ, ἐνεργεῖ, ἵνα σώζῃ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τόσα ἔτη καταστρέφονται. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀπαίσιον νὰ ῥηθῇ, ὅτι, ὅπερ οἱ αἰῶνες δὲν ἀνέτρεψαν, ὅπερ οἱ βάρβαροι δὲν κατέστρεψαν, τὸ κατεστρέψαμεν ἡμεῖς. Ἡμεῖς, παραλαβόντες παρὰ τῆς ἱερᾶς γενεᾶς τῶν ἀγωνιστῶν τὴν γῆν ταύτην ἐλευθέραν, δὲν ἐστάθημεν ἱκανοὶ νὰ σώσωμεν τὴν κλασικὴν τοπογραφίαν τῆς χώρας ταύτης, οὔτε τὰ κειμήλια, τὰ ὁποῖα τόσοι βάρβαροι ἐσεβάσθησαν ἐπὶ τόσους αἰῶνας. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος κατὰ ταύτην τὴν στιγμὴν ἐνεργεῖ, ὡς λέγει, ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῶν ἐθνικῶν μνημείων, πιστεύω ὅτι θέλει ἐπεκτείνει τὴν μέριμνάν του καὶ ἐπὶ τῶν μνημείων, τὰ ὁποῖα ὑπέδειξα αὐτῷ. Ἐὰν ἔζη ὁ Λόρδος Βύρων, ἤθελε συμπληρώσει τοὺς περιφήμους ἐκείνους στίχους, οὓς ἔγραψε κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ αἰῶνος τούτου, στηλιτεύων τὴν κατὰ τῶν μνημείων τῆς ἀρχαιότητος βαρβαρότητα τοῦ Λόρδου Elgin. Ἤθελεν ὁ ἀθάνατος ποιητὴς χαράξει ἐπὶ ἑνὸς τῶν διὰ τῆς πυρίτιδος καθ’ ἑκάστην συντριβομένων βράχων: Ὅ,τι δὲν ἔκαμαν οἱ Γότθοι Τὸ ἔκαμαν οἱ Σκῶτοι. Καὶ ὅ,τι ἀφῆκαν οἱ Σκῶτοι Τὸ ἀπετελείωσαν οἱ νεώτεροι Ἕλληνες.
§39ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δέν μοι ἀνεκοινώθη τι περὶ δυστυχήματος συμβάντος ἐν τῷ ναῷ τοῦ Δαφνίου· ὅ,τι ὅμως δύναμαι νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, εἶναι, ὅτι περὶ τῆς διασώσεως τοῦ κτιρίου τούτου, τὸ ὁποῖον ἀπὸ μακροῦ χρόνου διατελεῖ εἰς κατάστασιν οὐχὶ εὐάρεστον, καὶ ἤδη καὶ προγενεστέρως πολλαὶ ἐνέργειαι ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ἐγένοντο καὶ ἐζητήθησαν τεχνῖται κατάλληλοι, ἵνα ἐξασφαλίσωσι τὴν διατήρησιν τοῦ μνημείου τούτου. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν αὐτὴν τὴν στιγμήν, διότι δὲν προέβλεπον τὴν ἐρώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ἵνα ἐξηγήσω πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν ἐνέργειαν, τὴν ὁποίαν πρὸς τοῦτο κατέβαλον. Εἶμαι ὅμως πρόθυμος νὰ προσαγάγω ἔγγραφα, ἐξ ὧν θέλει πεισθῆ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κύριος συνάδελφος, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ, ἐγένετο πρὸς διάσωσιν τοῦ κειμηλίου ἐκείνου τῆς Βυζαντινῆς ἀρχαιότητος. Μὲ ἀπορίαν μου ἤκουσα τὸν κύριον συνάδελφον, μεμφόμενον τῆς ἀδρανείας τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν διάσωσιν καὶ περιφρούρησιν καὶ τῶν λοιπῶν ἀρχαιοτήτων. Λυποῦμαι διότι συνάδελφος λόγιος καὶ ἐραστὴς τῆς ἀρχαιότητος οὕτω πως ἐξεφράσθη περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἀρχαιοτήτων, ἐνῷ πασίγνωστον εἶναι, ὅτι πρό τινος χρόνου μεγάλη δραστηριότης καὶ ἐπιμέλεια καταβάλλεται διά τε τὴν ἐξασφάλισιν καὶ διατήρησιν τῶν κειμηλίων τῆς ἀρχαίας τέχνης, καὶ διὰ τὸν καλλωπισμὸν τῶν Μουσείων καὶ τῶν ἀρχαιολογικῶν τόπων. Ὡς πρὸς τὰ ὑψώματα, περὶ τῶν ὁποίων ὁ κ. συνάδελφος ὡμίλησεν, εἰπὼν, ὅτι ἀφίνονται εἰς τὴν καταστροφὴν, πληροφορῶ αὐτὸν, ὅτι καὶ περὶ τούτων ἐμερίμνησα, ἵνα τὰ διασώσω ἐκ τῆς καταστροφῆς, καὶ πρό τινος κατέληξα εἰς συμφωνίας μετὰ ἰδιωτῶν, κεκτημένων δικαιώματα ἰδιοκτησίας, ἀναγνωρισθέντα καὶ διὰ δικαστικῶν ἀποφάσεων. Τοῦτο δὲ ἔπραξα, ἵνα θέσω τέρμα εἰς τὴν καταστροφὴν, ἡ ὁποία ἐγίνετο διὰ τῆς λατομίας πετρῶν εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα.
§40ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἔλαβον ἐκ Χαλκίδος τηλεγράφημα, ὅπερ θέλω ἀναγνώσει πρὸς τὴν Βουλὴν, καίτοι δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸ ἀληθὲς τῆς καταγγελλομένης πράξεως, δὲν δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω καὶ τὸ μὴ ἀληθὲς (ἀναγινώσκει): «Νέον ἆθλον Ὑπουργοῦ Δικαιοσύνης. Ἀρτοδοσία φυλακῶν ἐχορηγήθη ἐκνόμως. Τὴν 7 Ἰανουαρίου ἐδόθη τῷ Νομάρχῃ μειοδοτικὴ προσφορὰ διὰ λεπτὰ 24. Τὴν ἰδίαν ἡμέραν Ὑπουργεῖον χορηγεῖ αὐτὴν πρὸς Στέργιον Λυμπερίου πρὸς λεπτὰ 25, δι’ ἰδιαιτέρας συμφωνίας καὶ ἄνευ δημοπρασίας, καὶ ἄνευ γνώσεως τῶν διενεργουσῶν τὰς δημοπρασίας Ἀρχῶν. Ἑτέρα προσφορὰ ἐδόθη πρὸς 23 λεπτὰ, καὶ ἂν ἐγίνετο δημοπρασία, ἴσως ἔφθανε τὰ 21, ὡς πέρυσι. Ἐκ τοιαύτης σκανδαλώδους ἐνεργείας Ὑπουργοῦ, Δημόσιον ἐζημιώθη πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν». Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν φάκελλον τῆς ὑποθέσεως ταύτης, εἰδικῶς δὲ, παρακαλῶ, νὰ κατατεθῇ ἡ μειοδοτικὴ προσφορὰ τῶν 24 λεπτῶν· δεύτερον, ἡ πρὸς τὸν Στέργιον Λυμπερέαν παραχώρησις διὰ λεπτὰ 25· τρίτον, ἡ προσφορὰ τῶν λεπτῶν 23 κατ’ ὀκὰν, καὶ τέταρτον, νὰ βεβαιώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐὰν πράγματι πέρυσιν ὁ ἄρτος, γενομένης δημοπρασίας, κατεκυρώθη πρὸς 21 λεπτὰ κατ’ ὀκάν.
§41ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἔχω μετ’ ἐμοῦ καὶ καταθέτω τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, διότι, ὅτε τὴν τρίτην ἢ τὴν τετάρτην ἡμέραν ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως τῆς ἐγκρίσεως μοὶ ἀπηυθύνθη ἐκεῖθεν τηλεγραφικῶς ἐπὶ ἔλαττον προσφορὰ, δὲν εἶχον ἀμφιβολίαν, ὅτι μοὶ ἀπευθύνετο οὐχὶ σπουδαίως, ἀλλ’ ἵνα γίνῃ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον νῦν γίνεται, νὰ δημιουργηθῇ δηλαδὴ ἀφορμὴ πρὸς ἐπερώτησιν...
§42Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι οἱ προσενεγκόντες τὰς προσφορὰς εἶναι φίλοι ἡμέτεροι, καὶ δὲν εἶχον συμφέρον νὰ προκαλέσωσι τοιοῦτόν τι.
§43ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Αὐτὸ νὰ τὸ εἴπητε πρὸς τὸν ἐπερωτῶντα κ. Λεβίδην. Τρεῖς λοιπὸν ἢ τέσσαρες ἡμέρας μετὰ τὴν ἔγκρισιν τῆς δημοπρασίας, ἔλαβον τηλεγράφημα ἥττονος προσφορᾶς. Ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα καταθέτω, ἀποδεικνύεται, ὅτι διὰ τὴν χορήγησιν τοῦ ἄρτου εἰς τὰς ἐν Χαλκίδι φυλακὰς τῶν καταδίκων προεκηρύχθη νομίμως δημοπρασία τῇ 1ῃ τοῦ Νοεμβρίου μηνὸς, προσδιωρίσθη ἡ ἐκτέλεσις αὐτῆς διὰ τὴν 11, 12 καὶ 13 ἰδίου μηνός. Κατὰ τὴν 11 οὐδεὶς προσῆλθε, κατὰ τὴν 12 οὐδεὶς, κατὰ τὴν 13 ἐγένετο συναγωνισμὸς, καὶ κατέληξεν εἰς τὸν Κωνσταντῖνον Οἰκονομίδην, προσφερθέντα νὰ παράσχῃ τὸν ἄρτον πρὸς 27 λεπτὰ τὴν μερίδα ἐκ 300 δραμίων. Ὑποβαλόντες ὁ Νομάρχης καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐγνωμοδότησαν ὑπὲρ τῆς ἐγκρίσεως αὐτῆς, ἐπικαλούμενοι ὡς ἐπιχείρημα καὶ τὸ ὅτι ἀπὸ τῆς 13 Νοεμβρίου, καθ’ ἣν ἐπερατώθη ἡ δημοπρασία, μέχρι τῆς 26 Νοεμβρίου, καθ’ ἣν συνετάχθη ἡ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον γνωμοδοτικὴ ἀναφορά των, οὐδεμία ἐδόθη αὐτοῖς ἐλάσσων προσφορά. Τὸ Ὑπουργεῖον ὅμως δὲν προέβη εἰς ἔγκρισιν, ἀλλὰ τὴν 1ην Δεκεμβρίου, ἐτηλεγράφησα πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα Χαλκίδος, ζητῶν πληροφορίας περὶ τῆς ἀγοραίας τιμῆς τοῦ ἄρτου, ἵνα συγκρίνῃ ταύτην πρὸς τὴν προσφερθεῖσαν ἴσην τιμὴν τῶν 27 λεπτῶν· τηλεγραφικῶς δ’ ἐπληροφορήθην, ὅτι ἡ ἀγοραία τιμὴ τοῦ ἄρτου τῆς δευτέρας ποιότητος ἦτο 35 λεπτὰ κατ’ ὀκάν. Ἠρώτησα νὰ μάθω, ἀντὶ πόσου λαμβάνει τὸν ἄρτον ἡ φρουρὰ ἐν Χαλκίδι, καὶ μοὶ ἀπήντησαν, ὅτι λαμβάνει ἄρτον τρίτης ποιότητος ἀντὶ λεπ. 21 καὶ ¾ κατὰ μερίδα. Μετὰ τὰς πληροφορίας ταύτας ἐτηλεγράφησα πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα καὶ Νομάρχην ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Καλέσατε χορηγοῦντας ἄρτον εἰς φρουρὰν, καὶ προτρέψατε μειοδοτῆσαι ἐπὶ ἀποτελέσματος δημοπρασίας χορηγίας εἰς φυλακὰς, διότι εὑρίσκομεν ὑπερβολικὴν προσφερθεῖσαν τιμὴν ἐν σχέσει πρός τε τὴν νῦν καὶ τὴν ἀγοραίαν». Τὸ τηλεγράφημα ἀπηύθυνα τὴν 5ην Δεκεμβρίου, μέχρι δὲ τῆς 15 δὲν εἶχον ἀπάντησιν. Τὴν 15 ὑπέμνησα τὴν διαταγὴν ταύτην, καὶ προεκάλεσα ἀπάντησιν, τὴν δὲ 17 ἔλαβον τηλεγραφικὴν τοιαύτην τοῦ Νομάρχου καὶ Εἰσαγγελέως, ἔχουσαν οὕτω (ἀναγινώσκει): «Συνεπείᾳ τηλεγραφικῆς ὑμῶν διαταγῆς ἐκαλέσαμεν ἐνώπιον ἡμῶν τοὺς Ἐμμ. Γ. Ἀναστασίου, χορηγητὴν ἄρτου εἰς ἐνταῦθα φρουρὰν, Π. Ν. Παύλου, χορηγητὴν ἄρτου εἰς ἐνταῦθα φυλακὰς καὶ Κ. Τραγωδάραν, ἐργοστασιάρχην ἀλευροπωλείου, καὶ προετρέψαμεν αὐτοὺς, ὅπως μειοδοτήσωσιν ἐπὶ τελευταίου ἀποτελέσματος δημοπρασίας περὶ χορηγίας ἄρτου εἰς ἐνταῦθα φυλακὰς δι’ ἐπιὸν ἔτος 1889· ἀλλ’ οὗτοι ἐδήλωσαν, ὅτι δὲν μειοδοτοῦσι, διότι δὲν θεωροῦσι συμφέρουσαν τὴν ἐλάττωσιν τῆς τιμῆς. Εἰς Ὑπουργεῖον δ’ ἀπόκειται νὰ διατάξῃ ὅ,τι ἐγκρίνῃ». Καὶ μετ’ αὐτὸ τὸ τηλεγράφημα δὲν προέβην εἰς ἔγκρισιν τῶν πρακτικῶν, ἀλλ’ ἔπραξα τὸ ἀντίθετον, διότι εὕρισκον τὴν διαφορὰν μεταξὺ τῆς προσφερθείσης τιμῆς καὶ τῆς ἀγοραίας ἀξίας τοῦ ἄρτου μεγάλην, καὶ μοὶ ἔκαμεν αἴσθησιν ἡ ἐπιμονὴ τῶν τῇ διαταγῇ μου προσκληθέντων νὰ προσέλθωσιν. Ἠκύρωσα λοιπὸν τὴν δημοπρασίαν δι’ ἀποφάσεώς μου τὴν 20 Δεκεμβρίου, ἐχούσης οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ἀσύμφορον κρίνοντες τὴν προσφερθεῖσαν τιμὴν τῶν λεπτῶν 27 κατὰ μερίδα πρὸς χορηγίαν τοῦ ἄρτου εἰς τὰς αὐτόθι φυλακὰς κατὰ τὸ 1889 καθόσον ἤδη λαμβάνει τοῦτον τὸ Δημόσιον ἀντὶ λεπτῶν 21 μόνον κατὰ μερίδα, οὐδεὶς δὲ λόγος ὑψώσεως τῆς τιμῆς τῶν σιτηρῶν ὑπάρχει, ἀφοῦ ἡ κατὰ τὸ λῆγον ἔτος ἐσοδεία ἐπέτυχεν, ἀκυροῦμεν τὰ πρακτικὰ τῆς ἐνεργηθείσης δημοπρασίας, καὶ ἐντελλόμεθα, ἵνα ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ Εἰσαγγελέως ἐπαναλάβητε συντόμως ταύτην, καθ’ ἣν δέον νὰ λάβητε πάντα τὰ προσήκοντα μέτρα, ὅπως διασπάσητε τὴν μεταξὺ τῶν ἐργολάβων τοῦ εἴδους τούτου, καὶ ἰδίως τῶν νῦν συναγωνισθέντων καὶ τοῦ χορηγητοῦ τῆς φρουρᾶς ὑφισταμένην, ὡς πληροφορούμεθα, συμπαιγνίαν πρὸς ζημίαν τοῦ Δημοσίου». Ταύτην τὴν διαταγὴν ἐκοινοποίησα καὶ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, ἐφιστῶν τὴν προσοχὴν αὐτοῦ, ὅπως διασπάσῃ τὴν συμπαιγνίαν καὶ προτρέψῃ τοὺς δυναμένους νὰ συναγωνισθῶσιν, ὅπως προσέλθωσιν εἰς τὴν δημοπρασίαν. Προεκηρύχθη λοιπὸν δευτέρα δημοπρασία, ἥτις ἐξετελέσθη τὴν 25, 26 καὶ 27 Δεκεμβρίου. Τῇ μὲν 25 καὶ 26 οὐδεὶς προσέρχεται, τῇ 27 δὲ εἷς μόνον, ὁ Χρῆστος Οἰκονόμου, μειοδοτήσας κατὰ λεπτὸν, καὶ προσφερθεὶς νὰ χορηγήσῃ τὸν ἄρτον πρὸς 26 λεπτὰ τὴν μερίδα. Τὰ πρακτικὰ αὐτῆς μοὶ ὑπέβαλον ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ Νομάρχης τῇ 2 Ἰανουαρίου 1889, ἀνέμεινα δὲ μέχρι τῆς 6, ὅτε ἤμην ἕτοιμος νὰ ἐπικυρώσω αὐτὴν, ἔστω καὶ μὲ τὴν μικρὰν ὠφέλειαν τοῦ ἑνὸς λεπτοῦ κατὰ μερίδα, ὅτε τῇ 6 περιῆλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀναφορὰ Στεργίου Λυμπεροπούλου, προσφερθέντος ὑπὸ ἀξιόχρεων ἐγγύησιν νὰ ἀναλάβῃ τὴν χορηγίαν πρὸς 25 λεπτὰ τὴν μερίδα, ἤτοι ἓν λεπτὸν ἔλασσον, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ γίνῃ νέος συναγωνισμὸς, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἄλλως ἐπρόκειτο νὰ σκεφθῇ τὸ Ὑπουργεῖον, ἐθεώρει μὴ ὑποβληθεῖσαν τὴν ἀναφοράν του. Τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου δέν μοι ἐπέτρεπε μείζονα πολυπραγμοσύνην, δι’ ὃ καὶ ἐνέκρινα τὴν κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὑποβληθεῖσαν προσφορὰν, καὶ τῇ 7 Ἰανουαρίου διέταξα τὴν σύνταξιν τοῦ συμβολαίου, τὴν 10 δὲ Ἰανουαρίου ἔλαβον τὰς δύο ἐπὶ ἐλάσσονι προσφορᾷ αἰτήσεις, τὸ περὶ ὧν τηλεγράφημα ἀνέγνωσεν ὁ κ. συνάδελφος....
§44ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνεκρίνατε λοιπὸν τὴν προσφορὰν τὴν πρώτην;
§45ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἐνέκρινα τὴν προσφορὰν τὴν τελευταίαν, τῶν λεπτῶν 25, τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ἐγκριθῇ ἄνευ διαγωνισμοῦ. Πρέπει δὲ νὰ εἴπω καὶ τοῦτο, ὅτι δὶς καὶ τρὶς μοὶ συνέβησαν παρόμοια, ἠκύρωσα δημοπρασίας, διέταξα νέας, δὶς ἢ τρὶς ἔσχον χείρονα ἀποτελέσματα, καὶ ἐπείσθην, ὅτι οἱ ὑποβάλλοντες τοιαύτας ἀναφορὰς ὑποβάλλουσι συνήθως ταύτας ἐν συνεννοήσει μετὰ τῶν τελευταίων μειοδοτῶν ἐπὶ βλάβῃ τοῦ Δημοσίου. Καὶ ἐκ τῆς πείρας λοιπὸν ταύτης ὁδηγούμενος, καὶ ἔχων τὴν συνηγορίαν τῶν ἀρχῶν ὑπὲρ ἐγκρίσεως τῆς δημοπρασίας δι’ 27 λεπτὰ, μετ’ ἀποτυχοῦσαν διττὴν δημοπρασίαν, καταλήξασαν εἰς 26 λεπτὰ, ἐθεώρησα, ὅτι συμφερωτάτη ἦτο εἰς τὸ Δημόσιον ἡ ἔγκρισις τοιαύτης προσφορᾶς, λεπτῶν δηλ. 25 κατὰ μερίδα.
§46ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀσχέτως πρὸς τὸ ζήτημα, ἂν ἐζημιώθη, ἢ μὴ, τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου, νομίζω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς, δὲν εἶχε δικαίωμα, κατὰ τὸν περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ νόμον, νὰ ἐγκρίνῃ δημοπρασίαν ἄνευ δημοσίου συναγωνισμοῦ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐγένετο δημοπρασία, ἀλλ’ ἐματαιώθη. Μετὰ τοῦτο δὲ ἡ χορηγία τοῦ ἄρτου ἐνεκρίθη κατόπιν ἰδιαιτέρας μειοδοτικῆς προσφορᾶς, χωρὶς νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ δημοπρασία. Ἂν εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι παρεβίασε τὸν νόμον, ἵνα ὠφελήσῃ τὸ Δημόσιον, διαφέρει τὸ πρᾶγμα. Ἀλλ’ ὅταν τις θέλῃ ὑπὸ τοιοῦτο πρόσχημα νὰ παραβιάζῃ τοὺς νόμους, τότε δὲν ἠξεύρω, ποῦ θὰ σταματήσωμεν.
§47ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τὸ ἐδάφιον 8ον τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου ἐπιτρέπει καὶ τὴν δι’ ἰδιαιτέρων συμφωνιῶν ἄνευ δημοσίου συναγωνισμοῦ παροχὴν προμηθειῶν, δι’ ἃς ἢ οὐδεμία ἐγένετο προσφορὰ, ἢ προσεφέρθησαν ἀπαράδεκτοι τιμαὶ, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ὅ,τι ἐγένετο ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐγένετο νομιμώτατα. Καὶ ἂν δὲ δὲν ὑπῆρχε τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, ἐγὼ θ’ ἀναλαμβάνον τὴν εὐθύνην τοιαύτης ἐγκρίσεως, ὀφείλων νὰ περιφρουρήσω τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου.
§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς κατὰ νόμον ἐξουσίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ· ἑπομένως ἐπιφυλασσόμεθα, μὴ ἔχοντες τὸν νόμον πρόχειρον καὶ τὰ ἔγγραφα, νὰ ἐξετάσωμεν τοὺς ἰσχυρισμούς του.
§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἷς τῶν Βουλευτῶν ἐκ τοῦ νομοῦ Κερκύρας ἀνέγνωσε χθὲς πρὸς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα, ἔχον οὕτω (ἀναγινώσκει): «Προχθές, ἐλθὸν ἀπόσπασμα χωροφυλάκων ποιμνιοστάσιόν μου δωδεκάτην νυκτὸς, μὲ ἔδεσαν ἀδίκως, μὲ ἐῤῥάπισαν ἀνηλεῶς, μοὶ ἀφήρεσαν ἕνα τράγον, δακτυλίδιον χρυσοῦν, ὅπερ ἤρεσεν ἀποσπασματάρχου Γρηγοροπούλου. Παρακαλῶ,
ὑψώσατε φωνὴν Βουλήν. Ποῦ εἴμεθα; ῥαγιάδες;
«ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΣΚΛΗΡΟΣ ΜΠΑΜΠΑΚΑΛΗΣ».
Ἐπὶ τῇ ἀναγνώσει τοῦ τηλεγραφήματος τούτου ἠρώτησα τὸν κύριον Βουλευτὴν, ἂν βεβαιοῖ ὡς ἀληθῆ τὰ διαβιβαζόμενα· διότι τοιαῦτα τηλεγραφήματα δὲν εἶναι πρέπον ν’ ἀναγινώσκωνται, ἂν μὴ ὑπάρχῃ πιθανότης περὶ τῆς ἀληθείας αὐτῶν. Ἔλαβον τηλεγράφημα περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὸν Σπυρίδωνα Σκληρὸν ἢ Μπαμπακούλην τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Σπυρίδων Σκληρὸς ἢ Μπαμπακάλης, καταγγελθεὶς εἰς ἡμέτερον ἀπόσπασμα ὡς ζωοκλέπτης καὶ ὡς ὑποθάλπων τοὺς φυγοδίκους Ἰωάννην καὶ Πέτρον Σκλαβανίτην εἰς ποιμνιοστάσιόν του, περιεκυκλώθη νύκτωρ ὑπὸ ἀποσπάσματος, διὰ τὴν σύλληψιν αὐτῶν καὶ ἀνακάλυψιν κλαπέντων ζώων. Μὴ κατορθωθέντων τούτων, κατεσχέθη εἰς χεῖράς του ὅπλον ἄνευ ἀδείας. Καταγγελθὲν δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ ἀνωτέρω ζωοκλέπτης ἐδάρη καὶ τῷ ἀφῃρέθη χρυσοῦν δακτυλίδιον καὶ εἷς τράγος, οὐδὲ καταγγελία ἐδόθη ἐναντίον ἀποσπασματάρχου Γρηγοροπούλου· κατὰ συνέπειαν πάντα τὰ ἀναφερθέντα εἰσὶ πάντῃ ἀνυπόστατα καὶ συκοφαντίαι. Ταῦτα ἐπὶ ὑπ’ ἀριθ. 2212 διαταγῆς του. «Ὑπομοιραρχία Λευκάδος «ΓΚΙΚΑΣ ἀνθυπομοίραρχος». Παρατηρῶ δὲ, ὅτι ἡ καταδίωξις αὕτη εἶχε συστηθῆ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, τοῦ χθὲς ἀνακοινώσαντος τὸ τηλεγράφημα. Ὡς ἐπληροφορήθην ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς εἶχε συστήσει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἰδιαιτέρως τὴν καταδίωξιν τῶν φυγοδίκων τούτων.
§50ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ἀνέγνωσα τὸ τηλεγράφημα, χωρὶς νὰ τὸ βεβαιώσω, διότι μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν νὰ βλέπω, ὅτι εἷς συμπολίτης μου ἐδέρετο καὶ ἐκακομεταχειρίζετο. Γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὅτι τοιαῦτα συμβαίνουσι, καὶ δὲν ἤθελον νὰ ἐπαναληφθῶσιν. Ὡς πρὸς τοὺς φυγοδίκους, δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε. Προβλέπω μόνον, καὶ τὸ λέγω, ὅτι θὰ γίνῃ φόνος.
§51ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω σχέδιον νόμου περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου ΨΝΕʹ περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεών τινων τῶν περὶ ἐκλογῆς τῶν Βουλευτῶν νόμων. Διὰ τοῦ νόμου τούτου προτείνεται, διὰ λόγους κυρίως οἰκονομικούς, ἡ μεταῤῥύθμισις τοῦ νόμου ἐκείνου εἰς τρόπον, ὥστε εἰς τὸ ἑξῆς ἡ ἐκλογὴ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, ὡς ἐποπτῶν καὶ ἀνακριτῶν κατὰ τὰς ἐκλογάς, νὰ γίνηται κατὰ περιφερείας Ἐφετείων. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 212).
§52ΑΣ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλαβον ἐπιστολήν, ὑπογεγραμμένην παρὰ πολλῶν συμπολιτῶν μου, διὰ τῆς ὁποίας οὗτοι παραπονοῦνται, ὅτι ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ἰουνίου στεροῦνται διδασκάλου· οἱ δὲ συμπολῖταί μου οὗτοι ἀνήκουσιν εἰς τὴν κωμόπολιν Ζούρτσης τοῦ δήμου Φιγαλίας. Ἡ κωμόπολις αὕτη, κύριε Πρόεδρε, κατοικεῖται ἀπὸ κατοίκους πλείονας τῶν 2,000, οἵτινες εἶναι λίαν φιλόπονοι, καὶ συνεισφέρουσι πολλὰ εἰς τὰ δημόσια βάρη· καὶ τὸ εὐτύχημα εἶναι, ὅτι εἶναι καὶ λίαν φιλομαθεῖς. Καὶ ἐν τούτοις, μεθ’ ὅλα αὐτὰ τὰ προσόντα τῶν κατοίκων τούτων, ἰδίως μάλιστα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τῆς φιλομαθείας αὐτῶν, ὁ κ. Ὑπουργὸς, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνα λόγον, καὶ πρὸ ἀκόμη τοῦ μηνὸς Αὐγούστου, καθ’ ὃν ἐνεργοῦνται αἱ δημοδιδασκαλικαὶ μεταβολαί, μετέθεσεν ἢ ἔπαυσε τὸν δημοδιδάσκαλον τῆς κωμοπόλεως ταύτης. Χθὲς συνέπεσε νὰ μὴ ἦμαι παρὼν ἐν τῇ αἰθούσῃ, ὅτε συνάδελφοί τινες ἐπηρώτησαν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας περὶ δημοδιδασκάλων. Εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅμως ἀνέγνων καὶ παρὰ συναδέλφων ἐπληροφορήθην, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ὕψωσε τοὺς ὤμους του, προβάλλων τὴν ἔνστασιν τοῦ Μενίππου, ὅτι «οὐκ ἂν λάβοις παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος». Γνωρίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀπαντῶν καὶ εἰς τὴν ἐμὴν ἐπερώτησιν, τοῦτ’ αὐτὸ θὰ προβάλῃ· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οὐδὲ τὴν ἀνάγκην τῶν κατοίκων θέλει θεραπεύσει, οὐδὲ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός του θέλει ἐκτελέσει ὁ κ. Ὑπουργὸς, προβάλλων τὴν συνήθη ἀντίῤῥησιν, τὴν ὁποίαν καὶ χθὲς, εἴτε εἰς παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, προέβαλεν ἐπὶ ἐπερωτήσεως συναδέλφων. Ἐπίστευον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, λαμβάνων ὑπ’ ὄψει τὸ πολυπληθὲς τῶν κωμοπόλεων, πόλεων καὶ χωρίων, θὰ μεταθέσῃ εἰς τὰ μέρη ταῦτα δημοδιδασκάλους, λαμβάνων αὐτοὺς ἀπὸ χωρία, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐλάχιστον πληθυσμόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, μολονότι ἐγὼ, καὶ μετὰ τὴν ἀντίῤῥησιν, τὴν ὁποίαν θὰ προβάλῃ σήμερον, θὰ ἐξακολουθήσω ἐπιμένων, ὅπως φροντίσῃ νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἀνάγκην αὐτὴν, ὑποχρεοῦται νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ ἐμφαίνηται ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοδιδασκάλων, τὸ χωρίον, ἡ κωμόπολις, ἢ ἡ πόλις, εἰς τὴν ὁποίαν διδάσκουσι, συνάμα δὲ καὶ ὁ πληθυσμὸς ἑκάστου χωρίου, πόλεως ἢ κωμοπόλεως· διότι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πίνακος τούτου θὰ συζητήσω, καὶ θ’ ἀποδείξω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅ,τι πρὸ ὀλίγου εἶπον· ὅτι δηλ. ὁ κ. Ὑπουργὸς, μὴ ἀποστέλλων δημοδιδασκάλους εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα μεγίστη ἀνάγκη ὑπάρχει, νομίζω ὅτι δὲν πράττει ὀρθῶς.
§53ΠΑΠΑΛΕΞΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον καὶ συμπολίτην μου, νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι αἱ πληροφορίαι του δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, διότι ἡ κωμόπολις Ζούρτσα δὲν ἐστερεῖτο δημοδιδασκάλου, ἀλλ’ ἐσχάτως ὁ ὑπάρχων ἐκεῖ δημοδιδάσκαλος δι’ αἰτήσεώς του ἐζήτησε μετάθεσιν, ἐγένετο δ’ αὕτη συνεπείᾳ τῆς αἰτήσεώς του ταύτης, καὶ ἤδη, εὑρεθέντος ἄλλου, ἐνεργεῖται ἡ μετάθεσις αὐτοῦ, πρὸς ἀντικατάστασιν ἐκείνου. Ἐὰν δὲ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψει τὴν ὑπάρχουσαν ἔλλειψιν δημοδιδασκάλων, ἡ ἐπαρχία τῆς Ὀλυμπίας, ἐν συγκρίσει πρὸς ἄλλας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, εὑρίσκεται εἰς κρείττονα τούτων θέσιν, διότι ἅπαντα τὰ Σχολεῖα αὐτῆς εἶναι πεπληρωμένα καὶ λειτουργοῦσι διὰ δημοδιδασκάλων, πλὴν ὀλιγίστων, ἅτινα ἐπίσης δὲν ἀργοῦσιν, ἀλλὰ καὶ ταῦτα, μέχρις οὗ εὑρεθῶσι δημοδιδάσκαλοι, λειτουργοῦσι διὰ γραμματοδιδασκάλων.
§54Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ἐνόμιζον μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς εὑρίσκεται πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο (δεικνύει τὰ ἐδώλια τῶν Ὑπουργῶν). Ἠξίουν, ὅπως ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐπισήμως ἀπαντήσῃ εἰς τὸν ἐπερωτῶντα Βουλευτήν· ἠπόρησα ὅμως, ἰδὼν τὸν κ. συνάδελφον, ἀναστάντα καὶ ἀναλαβόντα καθήκοντα καὶ δικαιώματα, ἅτινα πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν μετεβίβασεν εἰς αὐτόν. Ἐὰν τῷ ὄντι τὰ Σχολεῖα τῆς Ὀλυμπίας ἦναι πεπληρωμένα, ἢ οὔ, βεβαίως ὁ κ. συνάδελφος δὲν εἶναι ἕτοιμος νὰ βεβαιώσῃ. Ἐγὼ ἐκ προσφάτων καὶ αὐθεντικῶν πληροφοριῶν, ἃς ἔχω ὡρισμένως περὶ τοῦ Σχολείου τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου Φιγαλίας, βεβαιῶ, ὅτι ἡ κωμόπολις, περὶ ἧς πρόκειται, στερεῖται δημοδιδασκάλου.
§55ΠΑΠΑΛΕΞΗΣ. Καθῆκον ἔχων νὰ φροντίζω περὶ τῶν κατὰ τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην, ὡς Ἀντιπρόσωπος αὐτῆς, εἰμὶ εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω ἐν λεπτομερείᾳ τὰ κατ’ αὐτήν.
§56ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἤμην ἕτοιμος νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. συνάδελφον καὶ ἀνακοινώσω αὐτῷ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἠδυνάμην νὰ δώσω πρὸς αὐτὸν, ἀλλὰ προλαβὼν ὁ μετ’ αὐτὸν λαλήσας συνάδελφος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τὴν κατάστασιν τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἐξ ἧς κατάγεται, ἔδωκε τὴν προσήκουσαν ἀπάντησιν, καὶ θεωρῶ περιττὸν νὰ προσθέσω τι εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος οὗτος συνάδελφος, βεβαιώσας ὅτι πάντα τὰ Σχολεῖα τῆς Ὀλυμπίας εἰσὶ πλήρη, πλὴν τοῦ Σχολείου Ζούρτσης, ὅπερ κατ’ αὐτὰς πρόκειται νὰ πληρωθῇ.
§57Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ὁ τρόπος σας εἶναι περίεργος.
§58ΜΑΝΕΤΑΣ. Διατί;
§59ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα θὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω. Διότι, ἐπωφεληθεὶς ἐκ πληροφορίας, τὴν ὁποίαν συνάδελφος ἀνευθύνως ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλὴν ἀνθ’ ὑμῶν, ἐνομίσατε, ὅτι ἐξεπληρώσατε τὴν ὑποχρέωσίν σας ὡς Ὑπουργὸς, τοῦ νὰ δώσητε πληροφορίας ἐν ἐπιγνώσει τῆς ὑπηρεσίας σας καὶ τῆς εὐθύνης σας. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ τρόπος οὗτος δὲν εἶναι ὁ πρέπων, ὡς ἀπομακρυνόμενος πολὺ ἀπὸ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ Ὑπουργοὶ, ὁσάκις ἐπερωτῶνται. Καὶ ἂν δὲν ἔχωσι πληροφορίας, ὀφείλουσι νὰ ζητῶσιν οὐχὶ παρὰ τῶν παρακαθημένων ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ, (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ἀλλὰ παρὰ τῶν ὑπαλλήλων των. Λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ, νὰ μοὶ φέρητε τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας σᾶς ἐζήτησα, ἀλλὰ νὰ μοὶ τὰς φέρητε συμβουλευόμενος τὸ Γραφεῖόν σας.
§60Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ζήτημα, ἂν ἀργῇ τὸ ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ δήμου Φιγαλίας τῆς ἐπαρχίας Ὀλυμπίας Δημοτικὸν Σχολεῖον, ἢ ὄχι, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι εὐκόλως δύναται νὰ λυθῇ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως δύναται νὰ μᾶς πληροφορήσῃ τοῦτο εἰς μίαν τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων, ἀναφέρων πότε διωρίσθη ὁ δημοδιδάσκαλος ἐν τῷ Σχολείῳ τούτῳ, καὶ ἂν ὑπάρχῃ εἰς τὴν ἕδραν του, ἢ ὄχι. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τοῦ ζητήματος τούτου, ἡ ὑπόθεσις αὕτη μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἀξία τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς, καὶ ἰδίως ἀξία τῆς ἰδιαιτέρας μελέτης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Χθὲς νομίζω, ἢ κατ’ ἄλλην τινὰ συνεδρίασιν προηγηθεῖσαν, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων προέβαλεν ἐπερώτησιν καὶ παρέστησεν, ὅτι Δημοτικὸν Σχολεῖον τῆς πρωτευούσης δήμου μιᾶς νήσου, τῆς Μυκόνου, ἂν δὲν σφάλλω, ἑπομένως κεχωρισμένης ἀπὸ τῆς Στερεᾶς, πολυπληθοῦς, ἐν ᾗ ὑπάρχουσιν 180 μαθηταί, τὸ Σχολεῖον τοῦτο μένει ἀργὸν, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἀπήντησεν, ὅτι μένει ἀργὸν διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαρχόντων δημοδιδασκάλων δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν Δημοτικῶν Σχολείων. Περαιτέρω δὲ ἠκούσαμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως. ἀνακοινοῦντα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὑπάρχουσι πλὴν τῶν ὑπαρχόντων ἐν ἐνεργείᾳ δημοδιδασκάλων, καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἀπελύθησαν τῆς ὑπηρεσίας, τοὺς ὁποίους ὅμως δὲν δύναται νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, διότι ὑπῆρξαν λόγοι, οἵτινες προεκάλεσαν τὴν ἀπόλυσιν αὐτῶν. Μεταξὺ δὲ τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι προεκάλεσαν τὴν ἀπόλυσιν τῶν δημοδιδασκάλων τούτων ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας, δὲν ἦσαν μόνον πράξεις ἀξιόποινοι, ἢ παραβάσεις πειθαρχικαί, ἢ περίπτωσις ἀνικανότητος ἢ ἀμελείας, ἀλλ’ ἦτο καὶ ἡ ἀνάμιξις αὐτῶν εἰς τὴν πολιτικήν. Ἐὰν δημοδιδάσκαλός τις ἀνεμιγνύετο εἰς τὴν πολιτικὴν τὴν τοπικὴν ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπάρχει τὸ Σχολεῖον, τοῦ ὁποίου εἶναι διδάσκαλος, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως καλῶς ἔπραξε νὰ ἀπομακρύνῃ αὐτόν. Ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἄλλα Δημοτικὰ Σχολεῖα, μακρὰν κείμενα, ἀφιστάμενα ἐντελῶς τῶν πολιτικῶν σχέσεων τοῦ δήμου ἐκείνου, εἰς τὰ ὁποῖα δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ ὁ δημοδιδάσκαλος, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται. Ἐκτὸς δὲ τούτου ὑπάρχει καὶ ἄλλη παρατήρησις, ἣν ὀφείλω νὰ ἀπευθύνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Καὶ ἂν ἤθελε γενῇ ἀποδεκτόν, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι τόσοι δημοδιδάσκαλοι, ὅσα εἶναι τὰ Δημοτικὰ Σχολεῖα, ἔπρεπε κατὰ πρῶτον λόγον νὰ προτιμῶνται τὰ Σχολεῖα τῶν τόπων ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν εἶναι μεγαλύτερος. Ὅταν ὑπάρχῃ Δημοτικὸν Σχολεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει 180 μαθητάς, εἶναι ἀδικαιολόγητον νὰ μένῃ τὸ Σχολεῖον τοῦτο ἀργόν, διότι δὲν ὑπάρχει δημοδιδάσκαλος. Πρέπει νὰ ἐξευρεθῇ ὁ δημοδιδάσκαλος, καὶ νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ ἄλλου Δημοτικοῦ Σχολείου, τοῦ ὁποίου οἱ μαθηταί εἰσι μόνον 12, διότι ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως δημοδιδασκάλου ἐν τῷ Σχολείῳ, ἔνθα ὑπάρχουσιν 180 μαθηταί, γίνεται μεγαλειτέρα ζημία, ἢ ὅση προσγίνεται ὠφέλεια ἐκ τῆς διδασκαλίας τοῦ δημοδιδασκάλου ἐν Σχολείῳ, ἔχοντι μόνον 12 μαθητάς. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἐνόμισα καθῆκόν μου ν’ ἀπευθύνω παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει ταύτας.
§61ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Εἰς κύρωσιν τῶν λόγων τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπανέρχομαι εἰς ὅ,τι εἶπον χθὲς ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος, καὶ ὡρισμένως θὰ ἀναφέρω τὸ ὄνομα τοῦ δημοδιδασκάλου ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἀνέφερα, διότι πιστεύω, ὅτι εἶναι χρήσιμον νὰ ὁρίσωμεν ἀκριβῶς καὶ τὸ ὄνομα καὶ τὴν περίπτωσιν, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει, ὅτι, ὡς μὴ ὤφειλεν, ἡ πολιτικὴ ἐπεμβαίνει διὰ τρόπου ἐπιζημιωτάτου διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν παίδων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐν Ἀργοστολίῳ ἦτο διωρισμένος εἷς τῶν μᾶλλον διακεκριμένων δημοδιδασκάλων τοῦ Κράτους, ὁ Γεώργιος Καλλίνικος, Ἰθακήσιος. Αὐτὸς φέρει δεκαπενταετῆ ὑπηρεσίαν καὶ θεωρεῖται παρὰ πάντων, καὶ παρὰ τῶν διοικητικῶν καὶ τῶν ἀνωτάτων ἐκπαιδευτικῶν Ἀρχῶν, θεωρεῖται καὶ ἐν αὐτῷ τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας, ὡς εἷς τῶν μᾶλλον διακεκριμένων δημοδιδασκάλων τοῦ Κράτους. Οὗτος λοιπὸν, ὁ Γεώργιος Καλλίνικος, ἐπαύθη μόνον διότι ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρας κατὰ τὰς ἑορτὰς τῆς πρώτης τοῦ ἔτους 1887 μετέβη ἀπὸ Ἀργοστολίου, ἔνθα ἦτο διδάσκαλος, εἰς Ἰθάκην. Εἶναι δὲ πασίγνωστον εἰς ὅλην τὴν κοινωνίαν Ἀργοστολίου καὶ εἰς τὴν Ἰθάκην, ὅτι ὁ μόνος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀναιτίως καὶ ἐπὶ προφάσει ἀναξίᾳ Κυβερνήσεως, ἐπαύθη ὁ ἄριστος δημοδιδάσκαλος, εἶναι, διότι ἐθεωρήθη, ὅτι μετέβη εἰς τὴν Ἰθάκην, δηλαδὴ μακράν, εἰς ἄλλην ἐπαρχίαν ἐκείνης, εἰς ἣν ἦτο διωρισμένος δημοδιδάσκαλος, (διότι αὐτὸς ἦτο διωρισμένος καὶ ἐξήσκει τὸ ἔργον του ἐν Ἀργοστολίῳ) ὅτι μετέβη, λέγω, εἰς τὴν Ἰθάκην, τὴν ἰδιαιτέραν αὐτοῦ πατρίδα, ὅπως ὑποστηρίξῃ ἄλλην μερίδα ἐκείνης, ἣν ὑπεστήριζεν ἡ Κυβέρνησις καὶ μετέβη δῆθεν ἐκεῖ, ὅπως ὑποστηρίξῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, καὶ μεταξὺ τῶν ὑποψηφίων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐμέ. Οὗτος ὑπῆρξεν ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀπῃτήθη παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας ἡ παῦσις τοῦ ἀρίστου τούτου δημοδιδασκάλου. Ἡ πρόφασις, ἡ ὁποία προεβλήθη, εἶναι, ὅτι ἐγκατέλιπεν ἄνευ ἀδείας τὴν θέσιν του, ὅπερ δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι ἔλαβε τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς ἁρμοδίας Διοικητικῆς Ἀρχῆς καὶ ἀπεμακρύνθη τῆς θέσεως αὐτοῦ τὸ ἥμισυ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ἤργει τὸ ἐν Ἀργοστολίῳ Σχολεῖον ἕνεκα τῶν ἑορτῶν. Ἑπομένως ἁπλῆ ἐκδίκησις ὑπῆρξεν ἡ παῦσις τοῦ ἀρίστου τούτου δημοδιδασκάλου καὶ συγγραφέως διακεκριμένου εἰς τὸ εἶδος αὐτοῦ. Ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας χθὲς μᾶς εἶπε γεγονός, εἰς ἐμὲ γνωστόν, ὅτι λείπουν πεντακόσιοι δημοδιδάσκαλοι, ὅπως λειτουργήσῃ τὸ σύστημα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τοῦ ἐπιουσίου τούτου ἄρτου τοῦ λαοῦ, ὅταν μᾶς εἶπε τοῦτο, ἔπρεπε νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι πρὸ πάντων ἀπέναντι τοιαύτης ἐλλείψεως, ἐκτὸς τῶν ἄλλων μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται εἰς τὴν πρόνοιαν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως κατορθωθῇ νὰ ὑπάρξῃ ὁ ἐπαρκὴς ἀριθμὸς τῶν δημοδιδασκάλων, πρὸ πάντων, λέγω, ἔπρεπε νὰ προσέξῃ, ὅπως μὴ ἐνδίδῃ εἰς εἰσηγήσεις, ἐχούσας ἀφορμὴν πολιτικὰς ἀντεκδικήσεις ἀδικαιολογήτους. Καὶ διὰ τοῦτο ἔδωκα τὰς πληροφορίας ταύτας περὶ τοῦ ἀρίστου δημοδιδασκάλου Γεωργίου Καλλινίκου, διὰ τῆς παύσεως τοῦ ὁποίου ἐστερήθη ἑκατοντὰς παίδων τοῦ λαοῦ τῆς διδασκαλίας ἀρίστου δημοδιδασκάλου, χάριν πολιτικῶν ἐκδικήσεων.
§62ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κατὰ τὴν γενομένην χθὲς συζήτησιν περὶ τῶν Δημοτικῶν Σχολείων ἀληθῶς ἐλέχθη, ὅτι πλὴν τῶν ἐν ἀργίᾳ δημοδιδασκάλων ὑπάρχουσι καί τινες διαθέσιμοι. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶπον ἐγώ, ὡς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου παρετήρησε πρὸ ὀλίγου, ἀλλ’ ἄλλοι τινὲς ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων, θέλοντες νὰ παραστήσωσι τὸν ἰσχυρισμόν, τὸν ὁποῖον ἐξέθηκα ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι πολλὰ Σχολεῖα ἀργοῦσιν, ἕνεκα ἐλλείψεως δημοδιδασκάλων, θέλοντες λέγω νὰ παραστήσωσι τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον οὐχὶ βάσιμον. Δύο τῶν κυρίων συναδέλφων, ὁ πρὸ ὀλίγου λαλήσας καὶ ὁ κ. Ἀναγνωστόπουλος ἐκ Δωρίδος, παρέστησεν, ὅτι ὑπάρχουσι δύο δημοδιδάσκαλοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐν ἀργίᾳ. Ἡ βεβαίωσις, Κύριοι, αὕτη, ἡ παρὰ τῶν ἀντιλεξάντων συναδέλφων γενομένη, ὅτι δύο μόνον δημοδιδάσκαλοι ὠνομάσθησαν ὡς ὑπάρχοντες διαθέσιμοι, ἀποδεικνύει τὸ βάσιμον τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου, ὁ ὁποῖος προκύπτει ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων, ἅτινα ἔχετε ὑπ’ ὄψει. Δὲν εἶναι δὲ ἄπορον, ὅτι μεταξὺ 1500 δημοδιδασκάλων ὑπάρχουσι 2 ἢ 5, οἵτινες δι’ οἱονδήποτε λόγον πειθαρχικὸν εἰσιν ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας.
§63ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὑπενθύμισα χθὲς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν ἄλλοτε γενομένην πρὸς αὐτὸν ἐπερώτησίν μου, ὅπως λάβῃ μέριμναν περὶ διορισμοῦ δημοδιδασκάλου εἰς τὸ χωρίον Παλαιοξάριον, πρωτεύουσαν τοῦ δήμου Ποτιδανείας· εἶναι δὲ τὸ Παλαιοξάριον ἓν τῶν πολυπληθεστέρων χωρίων τῆς Δωρίδος. Ὑπενθύμισα δὲ εἰς αὐτὸν καὶ ἄλλοτε καὶ χθές, ὅτι ὑπάρχει διαθέσιμος διδάσκαλος ὁ Παναγιωτόπουλος, ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν ἐπαύθη διὰ πειθαρχικοὺς λόγους, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς πολιτικῆς, διότι δὲν ἀνήκει εἰς τὴν μερίδα τῶν συμπολιτευομένων.
§64ΜΑΝΕΤΑΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές· ὑπάρχει καὶ ἔκθεσις τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Σχολείων.
§65ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει. Ὁ Παναγιωτόπουλος κατάγεται ἐκ τοῦ δήμου Ὑαίας· ὥστε, ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἔχει συμφέροντα πολιτικὰ εἰς τὸν δῆμον τοῦτον, πιθανὸν νὰ ἠδύνατο ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν δύναται νὰ διορίσῃ αὐτὸν εἰς τὸν δῆμον Ὑαίας, διότι ἐκεῖ ἐνασκεῖ τὰ πολιτικὰ αὐτοῦ δικαιώματα, καὶ ἑπομένως ἐπεμβαίνει εἰς τὰ πολιτικὰ ὡς δημοδιδάσκαλος· ἀλλ’ ἐγὼ ἐσύστησα νὰ διορίσῃ τοῦτον εἰς τὸ Παλαιοξάριον, τὸ ὁποῖον εἶναι πρωτεύουσα τοῦ δήμου Ποτιδανείας, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς φαίνεται, ὅτι κανονίζει τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ τὰ τῶν διορισμῶν τῶν δημοδιδασκάλων κατὰ τὰ πολιτικὰ συμφέροντα τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ φίλων, καὶ πρὸς τοῦτο μάλιστα πρὸ ἡμερῶν γραμματοδιδάσκαλον τοῦ χωρίου Περιθιωτίσσης πολὺ καλὸν τὸν ἀπέλυσε, καὶ διώρισεν ἐκεῖ ἕνα ἱερέα γραμματοδιδάσκαλον, ἐφημέριον ἄλλου χωρίου, Λουτσόβου καλουμένου, ἀπέχοντος ἐκ τοῦ χωρίου Περιθιωτίσσης 4 ὥρας καὶ διαχωριζομένου ἀπὸ ταύτης δι’ ἑνὸς ποταμοῦ, τοῦ Μόρνου, ἀδιαβάτου τὸν χειμῶνα. Λοιπὸν ὁ ἐφημέριος τοῦ χωρίου Λουτσόβου εἶναι γραμματοδιδάσκαλος εἰς τὴν Περιθιώτισσαν, ἀπέχουσαν 4 ὥρας· ἐὰν ἦναι δυνατόν, νὰ συμβιβάζωνται αὐτά. Περὶ τούτου δὲ ἐστάλη καὶ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐκ μέρους τῶν κατοίκων Περιθιωτίσσης, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι νὰ ἐπαναφέρῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τὸν πρώην γραμματοδιδάσκαλον ἐκεῖ, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἄλλος καταλληλότερος. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ διορθώσῃ τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν εἰς τοὺς κατοίκους Περιθιωτίσσης, διότι σὺν τοῖς ἄλλοις ὁ διορισθεὶς γραμματοδιδάσκαλος ἱερεύς, πλὴν τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἐκκλησιαστικῶν βιβλίων, τίποτε πλειότερον δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ διορθώσῃ τὸ ἄτοπον τοῦτο.
§66ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνεξαρτήτως τῶν λεχθέντων περὶ ἐλλείψεως δημοδιδασκάλων εἴς τινα μέρη, τὰ ὁποῖα συγκεκριμένως ὠνόμασαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ἀνεξαρτήτως καὶ τοῦ ἂν ὑπάρχωσι 5 ἢ 10, ἢ καὶ μικρόν τι πλείονες τοῦ ἀριθμοῦ τούτου, διαθέσιμοι δημοδιδάσκαλοι, τὸ ζήτημα εἶναι σοβαρώτερον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Παιδείας προὐκλήθη ἐπανειλημμένως, παρεκλήθη μᾶλλον ὑπὸ διαφόρων συναδέλφων, νὰ διορίσῃ δημοδιδασκάλους εἰς Σχολεῖα χωρίων τινῶν, ὧν τινα παρεστάθησαν σπουδαιότατα, ὡς ἐκ τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν, οἱ ὁποῖοι μένουσιν ἄνευ διδασκάλου· ἐδήλωσε δ’ ἐπανειλημμένως, ὅτι 500 καὶ πλέον Σχολεῖα μένουσι κενά. Ἡ δήλωσις αὕτη ἐμποιεῖ μεγάλην θλίψιν εἰς ἕκαστον ἐξ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ὀφείλομεν πρώτιστα πάντων νὰ φροντίζωμεν περὶ τῆς ὑπάρξεως πανταχοῦ δημοδιδασκάλων, πρὸς ἐκπαίδευσιν τῶν τέκνων τοῦ λαοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λοιπόν, φρονῶ, ὅτι ὀφείλει νὰ σκέπτηται, ὀφείλει νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς ἐξευρέσεως τρόπου τινός, δι’ οὗ τὸ μέγα τοῦτο κενὸν θὰ ἠδύνατο νὰ διορθωθῇ. Ἤθελον δὲ παρακαλέσει αὐτόν, νὰ δηλώσῃ, πρὸς παρηγορίαν τοὐλάχιστον διὰ τὸ μέλλον, ἀφοῦ κατὰ τὸ παρὸν δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ πλήρωσις τῶν χηρευόντων Σχολείων, νὰ δηλώσῃ, ἐὰν εἰς προσεχές τι μέλλον, ἢ καὶ εἰς ἀπώτερον ἔτι, ἦναι πιθανὴ ἡ πλήρωσις τῶν κενῶν Σχολείων, διότι ὁμολογουμένως τὸ κακὸν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν καθίσταται μεῖζον.
§67ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ξυλέμποροί τινες ἐκ Πατρῶν μὲ παρεκάλεσαν νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν περὶ ἑνὸς ἀτόπου, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν γνώμην καὶ αὐτῶν καὶ ἐμοῦ, συμβαίνει εἰς τὴν δασμολόγησιν τῆς ξυλείας. Παρατηρῶ δηλ. εἰς τὸ δασμολόγιον, ὅτι εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν τῆς 50ῆς κλάσεως λέγονται τὰ ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει). Ἐν τούτοις οὗτοι, φέροντες ξυλείαν ἀπὸ Γαλάζιον, πληρόνουσι δασμὸν 3½ λεπτὰ ἀντὶ 2½. Ἐπανειλημμένως παρέστησαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ γίνεται τοῦτο. Ἐν τούτοις οὗτος ἐπιμένει, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι μέχρι τοῦδε κατέβαλον πλέον τοῦ νενομισμένου δασμοῦ 14 χιλιάδας δραχμάς. Νομίζω δὲ μάλιστα, ὅτι τοῦτο τὸ γνωρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργός...
§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ζήτημα, ὅτι εἶναι εἰς γνῶσίν μου.
§69ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω λοιπὸν νὰ ἐρωτήσω, διατὶ ἐπιμένετε νὰ φορολογῆτε αὐτοὺς πρὸς 3½ λεπτὰ, ἐνῷ ὁ νόμος ὁρίζει 2½;
§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ δασμολόγιον ποιεῖται διάκρισιν ξυλείας Γαλαζίου καὶ Τουρκίας. Ἀλλ’ ἡ διάκρισις αὕτη, ἡ κατ’ ὄνομα, τοπικόν, πράγματι δὲν εἶναι διάκρισις, ὡς ἐκ τῆς προελεύσεως, οὐδὲ ἠδύνατο νὰ ᾖναι τοιαύτη, ἀφοῦ αἱ ἐμπορικαὶ συμβάσεις δὲν ἐπιτρέπουσι δασμολογικὰς διακρίσεις, ἐπὶ τῆς προελεύσεως στηριζομένας, ὡς παραχωροῦσαι τὰ πλεονεκτήματα τῶν μᾶλλον εὐνοουμένων Ἐθνῶν εἰς τὰς προελεύσεις τῶν συμβληθέντων πρὸς τὴν Ἑλλάδα Κρατῶν· γίνεται ὅμως χρῆσις ἐν τῷ δασμολογίῳ τῶν διακριτικῶν Γαλαζίου καὶ Τουρκίας, ὅπως ἐν τῷ ἐμπορίῳ καὶ τούτων γίνεται χρῆσις καὶ ἄλλων, οἷον Σουηδίας ἢ Γαλλίας, διότι αἱ τυπικαὶ αὗται λέξεις ἔχουσιν ἐπὶ ξυλείας ἔννοιαν οὐσιαστικήν· ἡ δὲ ἔννοια ἐπὶ ξυλείας τῶν προσδιορισμῶν Γαλαζίου καὶ Τουρκίας εἶναι ἡ διακρίνουσα τὴν πλωτὴν ξυλείαν ἀπὸ τῆς μὴ πλωτῆς. Πλωτὴ ξυλεία εἶναι ἡ διὰ τῶν ποταμῶν μεταφερομένη, ξυλεία δὲ Γαλαζίου καλεῖται παρ’ ἡμῖν ἡ ξυλεία, ἡ μεταφερομένη διὰ τοῦ ποταμοῦ, ἤτοι τοῦ Δουνάβεως, καὶ ἥτις ἐν ἄλλαις γλώσαις φέρει ὄνομα μεταφραζόμενον Ἑλληνιστὶ διὰ τῆς λέξεως πλωτή. Ἐδόθησαν ἑπομένως εἰς τὰς Τελωνιακὰς Ἀρχὰς ὁδηγίαι, ὅπως διακρίνηται ἡ ξυλεία εἰς πλωτὴν καὶ εἰς μὴ πλωτήν καὶ ἐπὶ μὲν τῆς πλωτῆς νὰ ἐπιβάλληται ὁ δασμὸς τῶν 2½ λεπτῶν, ἐπὶ δὲ τῆς μὴ πλωτῆς νὰ ἐπιβάλληται ὁ δασμὸς τῶν 3½ λεπτῶν. Ἀλλὰ συνεχῶς ὑποβάλλονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν παράπονα παρὰ τῶν εἰσαγόντων ξυλείαν ἐκ Γαλαζίου, μὴ πλωτήν, ὡς ὑποχρεωθέντων εἰς πληρωμὴν δασμοῦ 3½ λεπτῶν, ἐνῷ ἡ ξυλεία αὐτῶν ἦτο ξυλεία Γαλαζίου. Πράγματι ἦτο ξυλεία Γαλαζίου ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν γραμματικὴν τῆς λέξεως, δὲν ἦτο ξυλεία Γαλαζίου ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν δασμολογικήν, δηλαδὴ δὲν ἦτο ξυλεία πλωτή· ἔχοντες δὲ ὑπ’ ὄψει ταῦτα, ἐν τῷ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίῳ περὶ τροποποιήσεων εἰς τὸ τελωνιακὸν δασμολόγιον ἀνεθεωρήσαμεν καὶ τὰ τῆς κλάσεως ταύτης...
§71ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν διενεμήθη ὅμως.
§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν διενεμήθη, ὡς παρατηρεῖτε, καὶ διὰ τοῦτο ἀνακοινῶ, ὅτι κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν μετεῤῥυθμίσθησαν οὐ μόνον τὰ τῆς κλάσεως, τῆς ἀφορώσης εἰς τὴν διάκρισιν τῆς ξυλείας, ἀλλὰ καὶ τὰ τοῦ τρόπου τῆς φορολογίας, ἀντικατασταθείσης εἰς τὴν φορολογίαν τῆς ξυλείας κατὰ τὸ βάρος τῆς φορολογίας κατὰ μέτρον. Τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διότι ἡ ξυλεία εἶναι λίαν ὑγρομετρική, καὶ μεταβάλλεται τὸ βάρος αὐτῆς κατὰ τὴν κατάστασιν τῆς ἀτμοσφαίρας, καὶ ἐκ περιστάσεων τυχαίων, οἷον ἐκ τῆς μεταφορᾶς διὰ ποταμοῦ. Ἐὰν δασμολογηθῇ τὸ ξύλον κατὰ βάρος, ἐνόσῳ εἶναι ὑγρὸν, θὰ πληρώσῃ περισσότερον, ἢ ἐὰν ἐδασμολογεῖτο στεγνόν. Ὁ δασμὸς, ἵνα ᾖ δίκαιος, πρέπει νὰ βεβαιῶται πάντοτε ἐπὶ τῇ αὐτῇ ἀναλογίᾳ. Εἶναι δὲ ἡ βεβαίωσις πάντοτε ἡ αὐτὴ ἐπὶ τῆς ξυλείας, ὅταν ἐφαρμόζηται ὁ δασμὸς διὰ τοῦ μέτρου. Ἑπομένως ἐν τῷ ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ τροποποιοῦνται τὰ τῆς δασμολογήσεως τῆς ξυλείας, ἀντικαθισταμένης τῆς διὰ καταμετρήσεως δασμολογίας εἰς τὴν δασμολογίαν διὰ τοῦ βάρους, καὶ προσέτι καταργουμένης τῆς διακρίσεως, καθ’ ἧς παραπονοῦνται οἱ ἀξιότιμοι φίλοι τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ.
§73ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνδέχεται νὰ ἔχῃ δίκαιον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, φρονῶν ὅσα φρονεῖ, ἀλλὰ καὶ οἱ ἔμποροι τῶν Πατρῶν δὲν ἔχουσιν ἄδικον παραπονούμενοι κατὰ τῆς γενομένης ἐφαρμογῆς, διότι ὁ ἔμπορος δὲν γνωρίζει, οὐδὲ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ γνωρίζῃ, τί ἔχει εἰς τὸν νοῦν του ὁ συντάττων τὸ δασμολόγιον· λαμβάνει ὑπ’ ὄψει τὸ γράμμα τοῦ δασμολογίου, καὶ κατὰ τὸ γράμμα τοῦτο κανονίζει τὰ συμφέροντά του. Ἑπομένως οἱ ἔμποροι τῶν Πατρῶν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὸ δασμολόγιον ὑποβάλλει εἰς εἰσαγωγικὸν τέλος κατώτερον τὴν ξυλείαν τοῦ Γαλαζίου, δικαιοῦνται ν’ ἀπαιτήσωσιν, ὅπως πᾶσα ἡ ξυλεία, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ τὰ μέρη ἐκεῖνα, εἴτε εἶναι πλωτὴ, εἴτε δὲν εἶναι, ὑποβληθῇ εἰς τὸ κατώτερον τέλος, διότι πᾶς ἔμπορος, πρὶν ἢ δώσῃ παραγγελίαν τινὰ, λαμβάνει ὑπ’ ὄψει καὶ τὸ δασμολόγιον, καὶ κανονίζει τὰς τιμὰς, τὰς ὁποίας θέλει προσφέρει. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐφρόνει, ὅτι ἐδικαιοῦτο νὰ ὑποβάλῃ εἰς τέλη ἀνώτερα τὴν μὴ πλωτὴν ξυλείαν, ἔπρεπε νὰ ὁρίσῃ τοῦτο ῥητῶς εἰς τὸ δασμολόγιον. Ἀφοῦ δὲ δὲν τὸ ἔπραξε, δὲν ἔχει δίκαιον νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἀνωτέραν δασμολογίαν, μέχρις ὅτου διὰ νέου νόμου δοθῇ ἡ ἀπαιτουμένη ἑρμηνεία.
§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς γινώσκει, ὅτι, κατὰ τὸν νόμον περὶ δασμολογίου, τὰ ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ δασμολογίου συμπληροῦνται δι’ εὑρετηρίου, ἐκδιδομένου διὰ Β. Διατάγματος, ἢ μᾶλλον διὰ Β. Διαταγμάτων. Οὕτω δὲ ἡρμηνεύθησαν διὰ τοῦ εὑρετηρίου τὰ ἐν τῷ δασμολογίῳ, ἡρμηνεύθησαν ἄρα κατὰ νόμον· διότι ὁ νόμος προβλέπει τὴν διὰ τοῦ εὑρετηρίου ἑρμηνείαν. Ἀλλὰ καὶ κατ’ οὐσίαν καλῶς ἐκανονίσθησαν τὰ περὶ τούτου, προκειμένου περὶ ξυλείας, ὅπως καὶ περὶ ἄλλων εἰδῶν, ὧν ἐπικρατεῖ ἐν τῷ ἐμπορίῳ καὶ τῇ κοινῇ συνηθείᾳ ἡ διάκρισις διὰ τοπικῶν ὀνομάτων. Περὶ τῆς χρήσεως τοπικοῦ προσδιορισμοῦ εἰς διάκρισιν, μὴ ἀφορῶσαν εἰς τὴν προέλευσιν, ἀλλ’ εἰς τὸ εἶδος, πείθεται ὁ κ. Βουλευτὴς, διατρέχων τὰς εἰδοποιήσεις τῶν ἐφημερίδων, χαρακτηριζούσας διὰ τοπικῶν ὀνομάτων ξυλείαν, προερχομένην καὶ ἐκ χωρῶν ἄλλων πλὴν τῆς κατονομαζομένης. Οὕτω σήμερον τυχαίως ἀνεγίνωσκον εἰδοποίησιν περὶ ξυλείας Σουηδικῆς, ἐν παρενθέσει δὲ Γαλλικῆς, διότι τὴν αὐτὴν ξυλείαν, τὴν εἴς τινας γνωστὴν ὡς Σουηδικὴν, ἄλλοι ὀνομάζουσι Γαλλικὴν, μηδόλως ἀφορῶντες εἰς τὴν χώραν τῆς προελεύσεως αὐτῆς. Διὰ τοῦ εἰσαχθησομένου νέου συστήματος δασμολογίας ἀποφεύγομεν τὴν ἀνάγκην τῆς διὰ τοπικῶν ὀνομασιῶν διακρίσεως τῶν κλάσεων, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἰσχύει τὸ σύστημα τοῦ κειμένου νόμου, τοῦ καθιεροῦντος διακρίσεις, μὴ δυναμένας νὰ ἐκφρασθῶσιν ἄλλως ἢ διὰ τοπικῶν ὀνομασιῶν, μόνον διὰ τοῦ εὑρετηρίου ἠδύνατο νὰ ἑρμηνευθῇ ἡ ἄσχετος πρὸς τὴν ἐξ ὡρισμένων χωρῶν προέλευσιν ἔννοια τῶν ὀνομασιῶν τούτων.
§75ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τόσον εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ δασμολόγησις δὲν γίνεται ὁμοιομόρφως, ὥστε ὁ Τελώνης Πειραιῶς τὴν ἰδίαν ξυλείαν φορολογεῖ πρὸς 2½ λεπτὰ κατ’ ὀκάν.
§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ αὐτὸ μέτρον ἐτηρήθη.
§77ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι δὲν ἐτηρήθη τὸ αὐτὸ μέτρον, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἀποδεικνύει ἡ ἐγκύκλιος πρὸς τὰς Τελωνειακὰς Ἀρχὰς, δι’ ἧς λέγετε, ὅτι κακῶς πράττουσιν οἱ Τελῶναι, ὅσοι δασμολογοῦσι πρὸς 2½ λεπτὰ τὴν ξυλείαν Γαλαζίου.
§78ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν δὲν ἦναι πλωτή.
§79ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Τελώνης Πειραιῶς ἐξακολουθεῖ νὰ δασμολογηθῇ πρὸς 2½ λεπτὰ.
§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι· καὶ μάλιστα ἀφοῦ ἐξεδόθη ἡ ἐγκύκλιος, δὲν εἶναι δυνατόν. Ἐὰν ἦναι πλωτὴ ἡ ξυλεία, πληρόνει 2½ λεπτά, ἐὰν ἦναι μὴ πλωτή, πληρόνει 3½.
§81ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἄλλοτε εἶχον παρακαλέσει τὸ Προεδρεῖον, νὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ τύπου, τοὺς παρισταμένους κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Ἀληθῶς εἰς τὸ θεωρεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκονται σήμερον, ὑφίστανται μαρτύριον καὶ ἀληθῆ καταδίκην, διότι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἶναι στενοχωρημένοι, ἀφ’ ἑτέρου εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀντιληφθῶσιν ἀκριβῶς, τί συμβαίνει. Λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ παρατηρήσω ταῦτα, διότι βλέπω, ὅτι τὰ χθὲς λαβόντα χώραν, σχετικῶς πρὸς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας, ὡς πρὸς τὴν μὴ ἐπίδοσιν τοῦ κλητηρίου θεσπίσματος πρὸς τὸν κ. Λευκάδιον, ἐντελῶς ἐσφαλμένως ἀνεγράφησαν εἰς τὴν «Ὥραν», ἡ ὁποία ἀληθῶς διακρίνεται διὰ τὴν ἀξιοπιστίαν, μεθ’ ἧς πάντα, ὅσα λαμβάνουσι χώραν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀναγράφει. Οὕτω λ. χ. ἡ «Ὥρα» ἀναγράφει, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπέδειξε μίαν ἐγκύκλιον, διὰ τῆς ὁποίας ἀπεδείχθη, ὅτι ἐγὼ αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἀπέδειξα παράνομον τὴν πρᾶξιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐγὼ αὐτὸς ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ ἐκείνῃ εἶχον χαρακτηρίσει ὡς ἐντελῶς νόμιμον τὴν πρᾶξιν ταύτην. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀληθῶς ἐκράτει χάρτην, τὸν ὁποῖον ἐπέδειξεν, ὡς περιλαμβάνοντα ἐγκύκλιον. Παρεκάλεσα νὰ ἀναγνώσῃ τὴν ἐγκύκλιον, ἀλλὰ δὲν τὴν ἀνέγνωσε, καὶ ὅτε ἐλάβομεν τὸν χάρτην αὐτὸν εἰς χεῖράς μας, εἴδομεν, ὅτι οὐδὲν ἔλεγε περὶ τῆς παρεμποδίσεως τῆς ἐκδόσεως τῶν κλήσεων ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν· ἐξ ἐναντίας διέγραφε πρὸς τὰς Εἰσαγγελικὰς καὶ ἀνακριτικὰς ἀρχὰς ἓν μέτρον, διὰ τοῦ ὁποίου ἤθελε συμβιβασθῆ ἡ ὑπηρεσία καὶ αἱ ἀνάγκαι τῆς δικαιοσύνης πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, δηλαδὴ παρήγγελλε πρὸς τοὺς ἀνακριτικοὺς ὑπαλλήλους, ὅταν ὑπάρχῃ ἡ περίστασις τοῦ ἄρθρου 114, νὰ ἐξετάζωνται ἐνόρκως οἱ μάρτυρες οἱ στρατιωτικοί, οἵτινες ὅμως πάντοτε ἠδύναντο παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως νὰ κληθῶσι καὶ εἰς τὴν ἐπ’ ἀκροατηρίῳ δίκην. Τί ὑπεστήριξεν ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν; Ὅτι ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς αὐθαιρέτου θελήσεως τῶν Ὑπουργοῦ νὰ παρεμποδίσῃ, ἢ μή, τὴν ἐπίδοσιν κλήσεως καὶ κλητηρίου θεσπίσματος πρὸς τὸν ἀξιωματικόν. Τί κακὸν εἶχεν ἡ ἐγκύκλιος ἐκείνη ὡς πρὸς τὴν παρεμπόδισιν αὐτὴν, τὴν γενομένην; Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, κατὰ τὴν συνήθειάν του, ἠθέλησε νὰ ἐπικαλεσθῇ κἄτι τι, ὄπισθεν τοῦ ὁποίου ν’ ἀποκρύψῃ παράνομον καὶ αὐθαίρετον πρᾶξιν, ἀποδειχθεῖσαν. Ἐννοεῖται, ὅτι ὁ πρακτικογράφος τῆς «Ὥρας», μὴ εὑρισκόμενος ἐντὸς τῆς αἰθούσης, ἐπίστευσεν εἰς τὴν ἐπίδειξιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ χάρτου. Ἐντεῦθεν λαμβάνων ἀφορμήν, νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ παρακαλέσω ἐκ νέου τὸ Προεδρεῖον, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῶν πρακτικογράφων τῶν ἐφημερίδων, ὅπως δοθῇ αὐτοῖς θέσις τοιαύτη, ὥστε νὰ δύνανται νὰ ἀντιλαμβάνωνται ἀκριβῶς, τί συμβαίνει ἐντὸς τῆς αἰθούσης, διότι ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ τύπος δύναται νὰ φέρῃ οἱανδήποτε κρίσιν ἐπὶ τῶν πράξεων καὶ τῶν λόγων ἑνὸς ἑκάστου, καὶ ἰδίως τῶν Βουλευτῶν, ἀλλ’ ἔχω ἐπίσης τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ τύπος, ἐὰν τῷ παρέχωμεν τὰ μέσα, βεβαίως δὲν θὰ διαστρέφῃ τὰς ἰδέας ἑκάστου. Ἡ διαστροφὴ αὕτη ἀποτελεῖ οἱονεὶ πλαστογραφίαν, καὶ ἐὰν εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ πρακτικὰ ταῦτα ἐγράφησαν παρ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος τὰ γράφει συνήθως καὶ ὁ ὁποῖος, καίτοι Οἰκονομικὸς Ἐπιθεωρητὴς, εὑρίσκεται αἰωνίως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δὲν ἤθελον διστάσει οὐδαμῶς νὰ χαρακτηρίσω ὡς κακοήθειαν τὴν πρᾶξιν ταύτην· ἔχω ὅμως πεποίθησιν, ὅτι ἐκ κακῆς ἀντιλήψεως καὶ ἐκ τῆς προθυμίας, τὴν ὁποίαν ἔχει, νὰ θεωρῇ ὡς εὐαγγέλιον πάντας τοὺς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀνεγράφησαν ἐσφαλμένως τὰ πράγματα, καὶ διὰ τοῦτο δὲν κατακρίνω οὐδένα.
§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν προτίθεμαι νὰ ὁμιλήσω ἰδίᾳ ἐπὶ τοῦ θέματος, περὶ οὗ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐποιήσατο λόγον, διότι δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γινώσκω οὔτε τίς συνέταξε τὰ πρακτικὰ τῆς ἐφημερίδος, οὔτε διὰ τίνα λόγον τὰ συνέταξεν οὕτως, οὔτε ἐὰν ὀρθῶς ἢ μὴ ὀρθῶς τὰ συνέταξεν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι ὀρθαὶ ὡς πρὸς τὸ ἐν γένει μὴ ἀκριβὲς τῶν πρακτικῶν τῶν ἐφημερίδων, καὶ ὅτι εἶναι ἄτοπον, νὰ ἀναγράφωσιν αἱ ἐφημερίδες τὰ λεγόμενα ἐν τῇ Βουλῇ, ὡς ἑκάστη θέλει, ἢ ὅπως ἱκανότητος ἔχει, διότι πολλάκις καὶ ἄνευ κακῆς προθέσεως ἀναγράφονται ἐν ταῖς ἐφημερίσι τὰ λεγόμενα ἀτελῶς, ἢ ἐσφαλμένως. Πολλάκις ἀνέγνων ἐν ἐφημερίσι, φιλικῶς πρός με διακειμέναις, τὰ παρ’ ἐμοῦ ῥηθέντα, ἐπιζημίως πρός με παραμεμορφωμένα. Τὸ κατ’ ἐμέ, θ’ ἀπέκλινον μᾶλλον ὑπὲρ τῆς ἀποδοχῆς τοῦ κρατοῦντος ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ συστήματος, τῆς συντάξεως παρ’ αὐτῆς τῆς Βουλῆς, ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Προεδρείου, πρακτικῶν συνοπτικῶν, ὧν καὶ μόνον νὰ ἐπιτρέπηται ἡ δημοσίευσις. Δικαίωμα τῶν ἐφημερίδων εἶναι, νὰ δημοσιεύωσιν ὅ,τι ἂν θέλωσι περὶ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεων, ὡς ἰδίαν αὐτῶν κρίσιν, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτάς, ν’ ἀναγράφωσιν ὡς ῥηθὲν παρὰ Βουλευτοῦ, ὅ,τι αὐτὸς δὲν εἶπε. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἐφημερίδα, νὰ συνοψίζῃ ἀνακριβῶς τὰ ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν λεγόμενα. Τὰ παρὰ τῶν Βουλευτῶν λεγόμενα πρέπει νὰ συνοψίζωνται ἐν εἰλικρινείᾳ, καὶ διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν, ἡ Βουλὴ νὰ συνεφώνει, ὅπως μὴ δημοσιεύηται ἄλλη περίληψις τῶν λεγομένων, εἰμὴ ἡ ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῆς Βουλῆς ἁπάσης συντασσομένη...
§83ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδὲν προτείνω, ἀλλ’ εἶπον ταῦτα, διότι ἐνόμισα, ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι θὰ ὑπῆρχεν ὁμοφωνία περὶ τοῦ θέματος. Τοιοῦτόν τι δὲν δύναται ν’ ἀποφασισθῇ, ἐὰν μὴ ὑπάρχῃ ὁμοφωνία, ἑπομένως οὐδεμίαν προτείνω ἀπόφασιν. Ὡμίλησα, ἵνα δώσω ἀφορμὴν, ἐὰν ἐθεώρει ἡ Βουλὴ ἀποδεκτὰ τὰ παρ’ ἐμοῦ λεγόμενα, ὅπως προκληθῇ τοιαύτη τις ἐνέργεια· ἐὰν ὅμως ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις ἐν τῇ Βουλῇ, οὐδόλως ἐπιμένω· τοὐναντίον θεωρῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἰσαχθῇ ἡ καινοτομία, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§85ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, κατὰ ἓν μόνον δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ἐπιβολὴν, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ κάμῃ εἰς τὰς ἐφημερίδας, τῶν συνοπτικῶν ἐπισήμων πρακτικῶν, ἢ ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, διότι νομίζω, ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης ἐπιβολῆς ἠθέλομεν ἐγκαταστήσει τὴν λογοδοσίαν· ἀλλὰ συμφωνῶ ἐντελῶς, καὶ ἐγὼ πρῶτος ἐπρότεινα τὸ μέτρον τοῦτο ἀπὸ χρόνου μακροῦ, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς αὐθεντικῆς συντάξεως τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, δὲν ἔχει δὲ κἀμμίαν σημασίαν, ἐὰν ἤθελον συνταχθῆ καὶ ἄλλα πρακτικὰ διάφορα, διότι ὁ ἰδιώτης ἤθελε καταφύγει ἀμέσως εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, καὶ ἤθελεν ἀντιληφθῆ, ἐὰν τὰ ἄλλα ἦναι ἀκριβῆ, ἢ ὄχι. Δυνάμεθα νὰ συμβιβάσωμεν τὸ πρᾶγμα, ἐὰν εὕρωμεν τὸν τρόπον τῆς ἀμέσου καὶ εἰλικρινοῦς συνοψίσεως τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, διότι ἔχομεν δύο δυσχερείας ν’ ἀντιμετωπίσωμεν ἐνταῦθα, πρῶτον τὴν δυσχέρειαν ἐκ τῆς ἐλλείψεως τοῦ χρόνου· δὲν δυνάμεθα, ἐννοεῖται, νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὰς ἐφημερίδας, νὰ δημοσιεύωσι τὰ πρακτικὰ μετὰ 2 ἢ 3 ἡμέρας. Αἱ ἐφημερίδες ἔχουσιν ἀνάγκην, τὴν πρωΐαν νὰ ἔχωσι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς. Λοιπὸν πρέπει νὰ κατορθωθῇ, ὅπως λειτουργήσῃ ἡ ὑπηρεσία τοιουτρόπως, ὥστε νὰ δύναται ἡ δημοσιογραφία νὰ τὰς λαμβάνῃ ἐγκαίρως. Δεύτερον κώλυμα, τὸ ὁποῖον θεωρῶ σπουδαιότερον, ἕνεκα τοῦ τρόπου, διὰ τοῦ ὁποίου τὰ πάντα διεξάγονται ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Βουλῆς, εἶναι τὸ πῶς νὰ κατορθώσωμεν αἱ συνόψεις αὗται νὰ ἦναι εἰλικρινεῖς, καὶ ἡ δυσκολία αὕτη ἀνεγνωρίσθη καὶ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος μετὰ τόσης εἰλικρινείας ὡμολόγησε τὴν ἀνακρίβειαν τῶν δημοσιευθέντων....
§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, δὲν ὡμολόγησα διόλου.
§87ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ κατορθώσωμεν, πῶς μετὰ τῆς δεούσης εἰλικρινείας νὰ γίνεται ἡ σύνταξις τῶν πρακτικῶν.
§88ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πιστεύω, ὅτι ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτῆς περισσότερον ἐμοῦ ἀναγινώσκει τὴν «Ὥραν», (ἱλαρότης) ὥστε εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ τὰ παρ’ αὐτῆς γραφόμενα κάλλιον ἐμοῦ· ἀλλὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, συμπληρούμενα, καταλήγουσι, νομίζω, εἰς ἣν πρότερον ἐξήνεγκον ἰδέαν· καὶ οὕτως ὅμως περιωρισμένα, ὡς παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξετέθησαν, πάλιν συντελοῦσι πρὸς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν. Ὁπωσδήποτε, νομίζω, ὅτι δὲν βλάπτει ἡ ἀνάθεσις εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς συστάσεως Ἐπιτροπῆς, ὅπως μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ ὑποβάλῃ περὶ αὐτοῦ πρότασιν εἰς τὴν Βουλήν.
§89ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§90Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀντιλέγω, ἵνα τὸ Προεδρεῖον συστήσῃ Ἐπιτροπὴν· προαγγέλλω ὅμως εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, τὴν συστηθησομένην ὑπὸ τοῦ Προεδρείου, ὅτι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ μικροῦ ἐξήνεγκεν, ἵνα ἐν τῇ Βουλῇ ὑπὸ τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς συντάσσηται περίληψις τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς, αὕτη δὲ ἐπιβάλληται εἰς τὴν δημοσιογραφίαν, οὐδέποτε ἡμεῖς, ἡ Ἀντιπολίτευσις, θέλομεν ἀποδεχθῆ. Καὶ δὲν πράττομεν τοῦτο ἐξ ἰδιοτροπίας, ἢ ἐξ ἐπιθυμίας νὰ ἐπιδείξωμεν δυσπιστίαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἢ πρὸς τὰ ὄργανα τοῦ Προεδρείου. Τὸ πράττομεν, ἵνα διασώσωμεν τὴν ἀλήθειαν τῶν γινομένων, ἡ ὁποία ἤδη πολλάκις διεστράφη. Δὲν παρέρχεται ἡμέρα, καθ’ ἣν δὲν ζητοῦμεν τὴν διόρθωσιν τῶν πρακτικῶν, τῶν γραφομένων ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ Προεδρείου, διότι διὰ τῶν πρακτικῶν τούτων, ὡς συντάσσονται ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Προεδρείου, παριστάμεθα πολλάκις ὡς παραλογιζόμενοι. Πρὸ ὀλίγου ἐζήτησα τὴν διόρθωσιν τῶν πρακτικῶν, ἐν οἷς ἐκτίθενται τὰ τῆς συζητήσεως, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Ῥάλλης, διότι δι’ αὐτῶν παριστάμεθα ἀγνοοῦντες τὸν νόμον. Ἐνῷ ἡμεῖς κατηγγέλλομεν τὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὡς παραβάντα τὸν νόμον, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠναγκάσθη νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἀληθῶς ἦτο παράλογον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχε διατάξει, ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς Βουλῆς παριστάμεθα, ὡς ἂν ἀπετελοῦμεν Δικηγορικὸν Συμβούλιον, ἐξετάζον τὸ ζήτημα, ἐν τῷ ὁποίῳ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, λαβὼν τὸν λόγον, ἀπέδειξεν ἡμᾶς σφάλλοντας. Λοιπὸν δὲν δυνάμεθα νὰ φρονῶμεν, ὅτι, ἐὰν ἤθελεν ἀνατεθῆ ἡ σύνταξις τῶν πρακτικῶν εἰς ἕνα ὑπάλληλον τοῦ Προεδρείου, τὰ δὲ πρακτικὰ ταῦτα ἤθελον ἐπιβληθῆ εἰς τὴν δημοσιογραφίαν πρὸς δημοσίευσιν, ὅτι τὰ πρακτικὰ ταῦτα ἤθελον εἶσθαι ἡ πιστὴ ἀφήγησις τῶν γινομένων. Βεβαίως τὰ ἀναγραφόμενα ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων περὶ τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς εἶναι ἥκιστα ἀκριβῆ, καὶ ἐν τῇ ἐλλείψει ταύτῃ τῆς ἀκριβείας ἡμεῖς εἴμεθα ἐν ζημίᾳ, διότι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ὠργανωμένην δημοσιογραφίαν. Ἐσμὲν Ἀντιπολίτευσις, καὶ δὲν ἔχομεν τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα διαθέτει ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει διοργανώσει δημοσιογραφίαν ὡς κλάδον δημοσίας ὑπηρεσίας. Πολλοὶ τῶν δημοσιογράφων εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι, λαμβάνοντες μισθόν. Ἡ Κυβέρνησις πλὴν τούτου ἔχει μέσα διάφορα, διὰ νὰ θεραπεύῃ τὰς ἀνάγκας τῆς δημοσιογραφίας. Ὅθεν περισσότερα ὄργανα τοῦ τύπου εἰσὶν ὑπουργικὰ, καὶ παριστῶσι τὰ πράγματα ἐπὶ ζημίᾳ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ εἴχομεν συμφέρον νὰ ληφθῇ μέτρον τι, οὐδέποτε ὅμως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεδείχθη.
§91ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται εἰς τὰς ἐφημερίδας, νὰ δημοσιεύωσιν ἄλλα πρακτικὰ, παρὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ συντάσσῃ τὸ Προεδρεῖον. Ἑπομένως νὰ καταδιώκωνται αἱ ἐφημερίδες, αἱ ὁποῖαι ἤθελον τολμήσει, νὰ παριστῶσι διαφόρως τὰ ἐνταῦθα λεγόμενα, παρὰ ὅπως θὰ τὰ παριστῶσι τὰ ἐπισήμως συνταχθησόμενα ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ Προεδρείου πρακτικά.
§92ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως, κύριε Πρόεδρε, ἡ ἰδέα δὲν δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ ἀμέσως. Βλέπετε, πόσαι δυσχέρειαι παρουσιάζονται. Ἡ μεγαλειτέρα δυσχέρεια παρουσιάζεται ἀκριβῶς ἐπὶ τῆς ἐλλείψεως πεποιθήσεως περὶ τῆς εἰλικρινείας τῆς ἐπισήμου συντάξεως, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, πῶς νὰ καταστήσωμεν τὰ πρακτικὰ ταῦτα ἀκριβῆ. Τὰ τώρα συντασσόμενα ἐπίσημα πρακτικὰ δύνανται νὰ φέρωσιν ἐγγύησίν τινα περὶ τῆς εἰλικρινείας αὐτῶν, διότι, πρὶν κυρωθῶσιν, ὑποβάλλονται εἰς συζήτησιν καὶ διορθοῦνται, διότι εἶναι δυνατὴ ἡ διόρθωσις. Ἀλλὰ τὰ πρακτικὰ ἐκεῖνα, ἅπαξ συνταχθέντα, δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὰ διορθώσεως. Ἐὰν ὅμως κατορθωθῇ, διὰ μιᾶς συσκέψεως ἀμφοτέρων τῶν μερίδων, νὰ εὑρεθῇ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δύναται νὰ ἐξασφαλισθῇ καὶ ἡ μὲν καὶ ἡ δὲ, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀποκρουσθῇ ἡ ἰδέα μιᾶς προόδου· διότι θὰ ἦναι ἀληθὴς πρόοδος, ἐὰν μὴ διαστρέφωνται οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐκφέρονται ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅταν δηλ. ὁ Βουλευτὴς λέγῃ Ναὶ, νὰ μὴ γράφηται, ὅτι λέγει Ὄχι· διότι μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου φθάνουν, καὶ φθάνουν οὐχὶ ἐκ κακῆς προαιρέσεως, ἀλλ’ ἐκ κακῆς ἀντιλήψεως. Λοιπὸν ἂς γίνῃ κἄποια προπάθεια. Βεβαίως δὲ δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῶμεν ὡς δεσμευόμενοι διὰ τοῦ μέτρου τούτου.
§93ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς εἶναι, ὅπως ἀνατεθῇ εἰς τὸν Πρόεδρον ὁ σχηματισμὸς Ἐπιτροπῆς, ἥτις θὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ θὰ προσπαθήσῃ, ὅπως διατυπώσῃ τὸ πόρισμα τῆς μελέτης ἐν προτάσει.
§94ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐργασία τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν θὰ φέρῃ χαρακτῆρα κομματικόν.
§95ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι!
§96ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ ὁρισθῇ, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ σχηματισθῇ ἐκ δύο μελῶν τῆς μιᾶς μερίδος καὶ δύο τῆς ἄλλης, καὶ μὴ ἀφεθῇ ὁ σχηματισμὸς αὐτῆς εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὅπερ ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς μίαν τῶν μερίδων τῆς Βουλῆς. Ἡ ἀπόφασις δὲ τῆς Ἐπιτροπῆς βεβαίως δὲν θὰ ἦναι ἀπόφασις δεσμεύουσα οὐδεμίαν τῶν μερίδων, ἀλλὰ θὰ προτίθηται πρακτικὸν σκοπὸν, ἀποδεκτὸν παρ’ ἀμφοτέρων τῶν μερίδων.
§97ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν,
§99Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι, παρακαλῶ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὑπάρχουσιν ἀναγεγραμμένα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπόκεινται εἰς συζήτησιν, ἀλλὰ πρὸ τούτου μένει ἐκκρεμὴς ὑπόθεσίς τις ἐκ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπεσχέθη νὰ φέρῃ τὰ ἔγγραφα τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὴν παράδοσιν τῶν δύο ναυτῶν.
§100ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἠναγκάσθην νὰ τηλεγραφήσω εἰς Μεσολόγγιον διὰ προσθέτους πληροφορίας. Αὔριον περιμένω τὴν ἀπάντησιν καὶ θὰ ἦμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω πληροφορίας.
§101ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀφοῦ τὰ ὑπάρχοντα ἔγγραφα δὲν σᾶς παρεῖχον πάσας τὰς πληροφορίας, πῶς διετάξετε τὴν παράδοσιν τῶν δύο ναυτῶν;
§102ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχω ἀνάγκην προσθέτων πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐζήτησα.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως πιστώσεως δραχμῶν 70,810 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888.
§104Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν ἀνάγκην ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ κεφαλαίου Αʹ ἐκ δραχμῶν 7,000 προεκάλεσε, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ ἡ ἀνανέωσις τῶν ἐπίπλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὸ 1885, ἤτοι πρὸ τριῶν ἐτῶν, ὅτε ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, μοὶ ἐζητήθη καὶ ἐνετειλάμην τὴν πληρωμὴν ἓξ καὶ πλέον περίπου χιλιάδων, δραχμῶν, αἵτινες εἶχον δαπανηθῆ πρὸς κατασκευὴν ἐπίπλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὰ ἔπιπλα τότε εἶχον ἀγορασθῆ ἄνευ πιστώσεως, καὶ ἠναγκάσθην νὰ ζητήσω πίστωσιν ἐγώ, μετὰ τὴν ἀγορὰν αὐτῶν, πρὸς πληρωμὴν τῆς δαπάνης, τῆς γενομένης. Ἡ πολυτέλεια τῶν ἐπίπλων τοῦ Ὑπουργείου συντελεῖ τὰ μέγιστα εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ εἰς τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλει εἰς τοὺς προσερχομένους ἡ παράστασις αὕτη, ἀλλὰ δὲν συμβιβάζεται ἐντελῶς μὲ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐπεσκέφθην Ὑπουργεῖα τῶν Ἐξωτερικῶν τῶν μεγαλειτέρων Κρατῶν τῆς Εὐρώπης, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, ὅτε ἐπεσκέφθην τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν π. χ. τῆς Αὐστρίας ἐν Βιέννῃ, ὁ κόμης Ἀνδράσης εἶχεν ἔπιπλα λιτότερα ἐν τῇ αἰθούσῃ του ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχε τὸ ἡμέτερον Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτε ἐγὼ ἤμην Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ὅτι οἱ τμηματάρχαι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Αὐστρίας εἶχον ἔπιπλα πολλῷ λιτότερα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ τμηματάρχαι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος. Δὲν θέλω νὰ κάμω μνείαν τοῦ γραφείου, εἰς τὸ ὁποῖον ἐργάζεται ὁ κύριος Γίρς. Ἡ λιτότης ἐκείνου τοῦ γραφείου μοὶ ἀφῆκεν ἐντύπωσιν. Ἀλλὰ καὶ τῆς Γερμανίας τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι λιτῶς διεσκευασμένον. Ἡμεῖς δὲ, ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν ἐπιβαρυνόμεθα μὲ τόσους φόρους, νομίζω, ὅτι ἔχομεν καθῆκον, νὰ ἤμεθα ὅσῳ τὸ δυνατὸν περιωρισμένοι εἰς τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας κάμνομεν. Ἡ δευτέρα πίστωσις, ἐκ δραχμῶν 30 χιλιάδων, δι’ ἀγορὰν παρασήμων, μοὶ φαίνεται ὡσαύτως ἀξία παρατηρήσεών τινων. Ἐπὶ πολλὰ ἔτη μέχρι τοῦ 1882 ἀνεγράφετο εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν πίστωσις ἐξ 9 χιλιάδων δραχμῶν διὰ παράσημα. Κατὰ τὸ 1888 εἶχεν ἐγγραφῆ πίστωσις 25 χιλιάδων δραχμῶν, καὶ δὲν ἐπήρκεσαν αἱ 25 χιλιάδες, ἀλλὰ ζητοῦνται καὶ ἕτεραι 30 χιλιάδες. Ἑπομένως ἐδαπανήσαμεν κατὰ τὸ 1888 δι’ ἀγορὰν παρασήμων 55 χιλιάδας δραχμῶν; Βεβαίως ἡ ἑορτὴ τῆς εἰκοσιπενταετηρίδος τοῦ Βασιλέως, τὰ ταξείδια αὐτοῦ εἰς τὴν Εὐρώπην, αἱ ἑορταὶ τῆς ἐνηλικιώσεως τοῦ Διαδόχου, ὅλαι αὐταὶ αἱ πανηγύρεις καὶ αἱ τελεταὶ ἐδικαιολόγουν τὴν ἀπονομὴν παρασήμων. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐκτὸς τῶν ἀναγκῶν τούτων ὑπάρχει τόση πληθὺς παρασήμων, ἀπονεμομένων καθ’ ἡμέραν, ὥστε φοβοῦμαι, ὅτι εἰς προσεχὲς ἔτος θὰ ἀναβιβασθῇ ἡ δαπάνη εἰς 80 καὶ 100 χιλιάδας. Εἶμαι λοιπὸν ὑποχρεωμένος, νὰ ἐκφράσω ἔκπληξιν διὰ τὴν ἄφθονον ἀπονομὴν τοῦ παρασήμου τοῦ Σωτῆρος, ἕνεκα τῆς ὁποίας ὑπετιμήθη ἡ ἀξία τοῦ παρασήμου αὐτοῦ ἐν Εὐρώπῃ, καὶ ἴσως ἐν Εὐρώπῃ θέλουσι καταντήσει νὰ ἔχωσι τὴν αὐτὴν γνώμην περὶ τοῦ παρασήμου αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν ἔχουσι διὰ τὸ παράσημον τοῦ Μετζιτιὲ τῆς Τουρκίας, ἢ τοῦ Francois Joseph, ἢ τοῦ Ἁγίου Στανισλάου. Ἀλλὰ καὶ ἐν Αὐστρίᾳ καὶ ἐν Ῥωσσίᾳ ὑπάρχουσι πολλὰ Τάγματα παρασήμων, καὶ οἱ ἡγεμόνες τῶν χωρῶν ἐκείνων δύνανται νὰ ἀπονέμωσι καὶ ἄλλα παράσημα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀξίαν, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν, εἰμὴ ἕν μόνον παράσημον, καὶ αὐτὸ σπεύδομεν νὰ τὸ ὑποτιμήσωμεν, ὥστε νὰ τὸ καταστήσωμεν ἐντελῶς ἄσημον; Ἐπίσης ζητεῖται πίστωσις δραχμῶν 7 χιλιάδων δι’ ἔξοδα μετακινήσεως ὑπαλλήλων. Διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶχε δοθῆ πίστωσις 15 χιλιάδων δραχμῶν, προστίθενται ἤδη καὶ 7 χιλιάδες· ὥστε κατὰ τὸ 1888 ἐδαπανήσαμεν 22 χιλιάδας δι’ ἔξοδα κινήσεως προξενικῶν ὑπαλλήλων. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν δαπάνην ταύτην δικαιολογεῖ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου οὕτως (ἀναγινώσκει): «Ἕνεκα τῆς μετακινήσεως διαφόρων προξενικῶν ὑπαλλήλων, τοῦτο μὲν πρὸς σκοπιμωτέραν τοποθέτησιν αὐτῶν, ὑπαγορευθεῖσαν ὑπὸ λόγων ὑπηρεσίας, τοῦτο δὲ πρὸς ἐγκατάστασιν νεοδιορισθέντων καὶ ἄλλων, συμφώνως τῷ νόμῳ ἀποσπασθέντων εἰς ἄλλας Προξενικὰς Ἀρχὰς, ἢ τὰς ἐν αἷς ἦσαν διωρισμένοι, παρίσταται ἀνάγκη ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως.» Βεβαίως αἱ μετακινήσεις ἐγένοντο, διότι, ἐὰν δὲν ἐγίνοντο, δὲν ἤθελε ζητηθῆ ἡ πίστωσις, καὶ ὅτε ἐγένοντο αἱ μετακινήσεις, ὁ ποιησάμενος αὐτὰς ἦτον ἕτοιμος νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι ἕνεκα τῆς ὑπηρεσίας ἐγένοντο αἱ μετακινήσεις. Τὰ γενόμενα βεβαίως οὐκ ἀπογίνονται. Συνιστῶμεν ὅμως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, οὐχὶ νὰ ὑποτάξῃ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας εἰς τὸ ταπεινὸν ταμιευτικὸν πνεῦμα, ἀλλὰ νὰ μὴ λησμονῇ, ὅταν μεταθέτῃ κατὰ σωρείαν τοὺς ὑπαλλήλους, ὅτι θέλει ἐλθεῖ ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν θέλει ζητηθῆ νὰ πληρώσῃ τὰ ἔξοδα, καὶ ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον συντηρεῖται ἀπὸ φόρους, οἱ ὁποῖοι εἰσπράττονται λίαν ἐπαχθῶς ἀπὸ τὸν λαὸν, ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι τοὺς πληρόνουσι, στενάζουσι.
§105ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Αἱ πιστώσεις, αἱ ζητούμεναι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, φέρουσι ποσὸν δρ. 70,810· καὶ φαίνεται μὲν ἐκ πρώτης ὄψεως, ὅτι πρόκειται περὶ δαπάνης ἐπιπλέον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλ’ ὅπως καὶ χθὲς ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ εἴπω, ἡ μεταχείρισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπισχνεῖτο καὶ ἐφέτος, ὡς προσεχῶς θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτε θέλει ἔλθει ἡ ὥρα τοῦ ἀπολογισμοῦ, ὡς ἀποτέλεσμα δαπάνας ἐν συνόλῳ κατωτέρας τῶν προϋπολογισθεισῶν. Βεβαίως πρέπει νὰ ὑπάρχῃ φειδὼ περὶ τὰς δαπάνας, καὶ ταύτας καὶ τὰς ἄλλας, ἐν παντὶ Ὑπουργείῳ καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι αἱ γενόμεναι παρατηρήσεις δὲν ἀπέδειξαν, ὅτι δὲν ὑπῆρξε φειδώ. Ἄρχομαι ἀπὸ τῆς τελευταίας παρατηρήσεως, τῆς ἀναγομένης εἰς ἔξοδα κινήσεως τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων. Ὁ θέλων νὰ ἐρευνήσῃ τὰ τῆς κινήσεως τῶν ὑπαλλήλων τούτων θέλει ἰδεῖ, ὅτι ἐλάχισται μεταθέσεις ἐντὸς τοῦ ἔτους ἐγένοντο. Ἀλλ’ αἱ μεταθέσεις τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων εἶναι, ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν ἀποστάσεων, τοιαῦται, ὥστε δαπανῶνται δι’ αὐτὰς περισσότερα, παρὰ διὰ τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους, τὰ δὲ πρὸς τοῦτο ἔξοδα δίδονται ἐκ τοῦ νόμου μετά τινος μείζονος ἐλευθεριότητος, διότι ἀντιπροσωπεύουσιν οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι τὴν Ἑλλάδα ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ. Συχνὰ δὲ παρίσταται ἡ ἀνάγκη καὶ ν’ ἀποσπασθῶσιν ὑπάλληλοι εἰς προξενικὰς θέσεις, ὅπως ἐκτελέσωσιν ἐν αὐταῖς ὑπηρεσίαν, εἴτε διότι συμπίπτει νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀναπληρωτὴς, εἴτε διότι ὑπάρχει ἀνάγκη οὐχὶ τοῦ συνήθους ἀναπληρωτοῦ, τοῦ ἐν τῷ τόπῳ, ἀλλ’ εἰδικοῦ· ἀποσπῶνται δὲ ἢ προξενικοὶ ὑπάλληλοι, ἢ ὑπάλληλοι τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας προσωρινῶς, εἰς ἐκτέλεσιν τοιαύτης ἰδιαζούσης ὑπηρεσίας. Τοιαῦται περιστάσεις παρουσιάζονται πολλαί. Πρὸ ὀλίγου π. χ. ἠναγκάσθημεν ν’ ἀποσπάσωμεν εἰς Σουλινᾶν, ἀπολυθέντος τοῦ Ὑποπροξένου καὶ μὴ ὑπάρχοντος ἀναπληρωτοῦ. Ὑποπρόξενον ἐξ ἄλλης θέσεως. Ἐντεῦθεν δαπάνη πρόσθετος. Τελευταῖον ἠναγκάσθημεν νὰ παραγγείλωμέν τινα τῶν ἐν Αἰγύπτῳ Ὑποπροξένων, νὰ μεταβῇ εἰς Πὸρτ–Σαΐδ, πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ Προξένου. Ταῦτα ἀπαιτοῦσι δαπάνας, καὶ ταῦτα ἔφερον ἡμᾶς εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσωμεν τὴν πίστωσιν τῶν 7 χιλιάδων. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν παρατήρησιν, τὴν περὶ τῶν παρασήμων, ἔχω νὰ εἴπω ὀλίγα. Ἐντελῶς ἔκτακτοι περιστάσεις ἀπὸ τοῦ 1886 ἔφερον διατάραξιν εἰς τὰς δαπάνας τῶν παρασήμων, διότι πρῶτον ἡ ἐνηλικίωσις τοῦ Διαδόχου, ἥτις ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς παρασημοφορίαν εὐρυτέραν ἔν τε τῷ ἐσωτερικῷ καὶ τῷ ἐξωτερικῷ, ἔπειτα δὲ αἱ τελευταῖαι ἑορταὶ, καὶ κατόπιν αἱ ἐρχόμεναι κατὰ τὸν προσεχῆ Ὀκτώβριον, ἠνάγκασαν ἡμᾶς, μὴ ἔχοντας παντελῶς παρακαταθήκην παρασήμων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ προσφύγωμεν εἰς μείζονας δαπάνας· καὶ πρὸς τοῦτο δὲν ηὐξήσαμεν ποσὰ ὑπερβολικῶς ψηφισθέντα κατὰ τὸν τελευταῖον καιρὸν, ὡς ἐνόμισεν ὁ προαγορεύσας, ἀλλὰ ποσὰ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἀμεταβλήτως ψηφιζόμενα· διότι, ὡς καὶ πέρυσι παρετήρησα, κατέθηκα δὲ καὶ πίνακα ἔντυπον,—καὶ λυπηρὸν, ὅτι δὲν ἐχρησίμευσεν, ἵνα πληροφορήσῃ τὸν προαγορεύσαντα,—ἀπὸ τοῦ 1880, ἐπὶ Ὑπουργείου Κουμουνδούρου, ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ συμπλήρωσιν τῆς πιστώσεως ἀπὸ 15,000, ὁποία ὑπῆρχεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, εἰς 27,911, διότι δὲν εἶχον ἐπαρκέσει τὰ παράσημα· ἔκτοτε δὲ μέχρι τοῦ 1885 τὸ ποσὸν τῶν 30,000 ἀνεγράφετο τακτικῶς εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Κατὰ τὸ 1885, ἡ τότε Κυβέρνησις, ἐπιζητήσασα οἰκονομίας, καὶ νομίσασα, ὅτι ἦτο ὑπερβολικὴ ἡ πίστωσις αὕτη, περιέκοψεν αὐτὴν, ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐκ τούτου ἐπῆλθεν ἔλλειψις παρακαταθήκης ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Διὸ καὶ τὸ ἑπόμενον ἔτος, τὸ 1886, ὅτε δὲν ἠδυνήθημεν ν’ αὐξήσωμεν ἱκανῶς τὸ ποσὸν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἠναγκάσθημεν νὰ ζητήσωμεν ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν. Ἔκτοτε δ’ ἐπαρουσιάσθησαν αἱ ἔκτακτοι ἀνάγκαι, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα. Παρετήρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἐγένετο μεγάλη χρῆσις παρασήμων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, καὶ ἐκ τούτου κινδυνεύει νὰ ἐκπέσῃ τὸ παράσημον τοῦ Σωτῆρος. Δύναμαι νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι εἰς τὸ Ἑλληνικὸν παράσημον ἀποδίδεται ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τιμὴ, ἴση πρὸς τὰ παράσημα τῶν ἄλλων Κρατῶν, ὅπως καὶ εἰς τὸ παράσημον τὸ Γαλλικόν. Παρατηρῶ δὲ προσέτι, ὅτι δὲν εἴμεθα κύριοι, νὰ μὴ κάμωμεν χρῆσιν τοῦ παρασήμου τούτου ἐν περιστάσεσι, καθ’ ἃς ἡ διπλωματικὴ ἢ ἡ αὐλικὴ τάξις ἀπαιτεῖ τὴν ἀπονομὴν αὐτοῦ. Εἰς Ἀντιπροσώπους Μεγάλων Δυνάμεων καὶ Βασιλικῶν οἴκων, ἐρχομένους εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὡς θὰ ἔλθωσι διὰ τοὺς γάμους τοῦ Διαδόχου, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἀπονείμωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἥ τε διπλωματικὴ καὶ ἡ αὐλικὴ τάξις ἐπιβάλλει. Ταῦτα δὲ, τὰ οὕτω διδόμενα παράσημα, φέρουσι τὴν μεγάλην δαπάνην. Τὰ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ εἶναι ὀλιγοδάπανα, συνήθως ἀργυροῖ Σταυροί, δι’ οὓς ἡ δαπάνη ἐλαχίστη, ἀλλὰ τὰ παράσημα, τὰ εἰς τοὺς ξένους διδόμενα, ἀπαιτοῦσι δαπάνην μεγάλην. Κατὰ τὸ 1888 οἱ Μεγαλόσταυροι, οἱ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν δοθέντες, ἀπῄτησαν δαπάνην 5,219 δραχμῶν, ἐν τῷ ἐσωτερικῷ εἷς μόνος ἐδόθη. Τὸ αὐτὸ καὶ περὶ τῶν Ἀνωτέρων Ταξιαρχῶν, δι’ οὓς ἔχομεν, διὰ μὲν τοὺς ξένους δαπάνην 3,600 δραχμῶν, ἐνῷ δι’ ἡμεδαποὺς ἔχομεν μόνον 600 δραχ. Τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τοὺς Ταξιάρχας, καὶ οὕτω καθεξῆς. Κατὰ κανόνα, ἡ δαπάνη εἰς παράσημα διὰ τὸ ἐξωτερικὸν εἶναι τριπλασία τῆς δαπάνης, τῆς διὰ τὸ ἐσωτερικόν. Ἠναγκάσθημεν λοιπὸν νὰ δαπανήσωμεν περισσότερα, διότι εἴχομεν ὑπ’ ὄψει τὰς ἑορτὰς τῆς εἰκοσιπενταετηρίδος, αἱ ὁποῖαι δὲν προϋπελογίσθησαν καθ’ ὃν χρόνον ἐψηφίζετο ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ παρελθόντος ἔτους· ἔχομεν δὲ σήμερον ὑπ’ ὄψει τὰς ἑορτὰς τῶν γάμων τοῦ Διαδόχου, αἵτινες θέλουσι φέρει εἰς τὴν Ἑλλάδα πολὺ μείζονα συῤῥοὴν ξένων, κατεχόντων ὑψηλὰς θέσεις ἐν Εὐρώπῃ. Εἶναι δὲ γενικῶς παραδεδεγμένη ἐν τοιαύταις περιστάσεσιν ἡ ἀπονομὴ παρασήμων. Εἴχομεν ἐπὶ πλέον ἐφέτος καὶ τὸ γεγονός, τὸ ἐντελῶς ἀπρόβλεπτον, τῆς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ γεννήσεως Βασιλόπαιδος, ἡ ὁποία ἐπηύξησε τὴν εἰς παράσημα δαπάνην. Ὅ,τι δὲν ἀφορᾷ εἰς τὰ τῶν ἐπίπλων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπέστησε τὴν προσοχὴν αὑτοῦ ὁ προαγορεύσας, θέλω εἰπεῖ τοῦτο, ὅτι δὲν εἶναι καλὸν νὰ παραβάλλωμεν τὴν ἁπλότητα τῶν εἰδικῶν μας ἐπίπλων καὶ κτιρίων καὶ αἰθουσῶν πρὸς τὰς αἰθούσας τῶν Ὑπουργείων τῶν μεγάλων Κρατῶν, ἴσως δὲ καὶ πρὸς τὰ τῶν πολὺ μικροτέρων, τῶν ἴσων πρὸς ἡμᾶς. Ἡμεῖς ἐνταῦθα ἔχομεν ἁπλούστατα πράγματα, δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω τὸν προαγορεύσαντα, ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἐγένετο προσθήκη ἐπίπλων πολυτελῶν· εἷς τάπης ἀντικατεστάθη, διότι εἶχε καταστῆ ῥάκος, καὶ ἓν ἑρμάριον κατεσκευάσθη διὰ τὰ ἀρχεῖα, νομίζω δὲ, ὅτι καὶ διὰ τὸ ἀέριον ἐγένετο δαπάνη τις συμπληρωτική. Ὡμίλησεν ὁ προαγορεύσας περὶ τῆς ἁπλότητος τοῦ γραφείου τοῦ κ. Γίρς. Κατὰ σύμπτωσιν, ἐφέτος ἐπεσκέφθην τὸ γραφεῖον τοῦ Ῥώσσου Ὑπουργοῦ· σύγκειται ἐκ 5 ἢ 6 αἰθουσῶν, πολυτελέστατα ηὐτρεπισμένων, ἑκάστη τῶν ὁποίων εἶναι ἱκανὴ νὰ περιλάβῃ ἴσως ὁλόκληρον τὸ ἡμέτερον Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Διὰ νὰ φθάσῃ τις ἀπὸ τῆς πρώτης εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς ὑποδοχῆς τοῦ Ὑπουργοῦ, πρέπει νὰ διέλθῃ ἀπόστασιν, ἴσην σχεδὸν πρὸς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος!....
§106ΡΑΛΛΗΣ. Ἐμετρήσατε πόσα βήματα εἶναι ἀπὸ τὴν Ὀδησσὸν ἕως τὴν Πετρούπολιν;
§107ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἄρα περιττὸν νὰ γίνεται παραβολὴ τῶν ἐδικῶν μας πρὸς τὰ τῆς Ῥωσσίας καὶ Αὐστρίας ἢ ἄλλου Κράτους, διότι ἡμεῖς οὔτε πρέπει νὰ ἔχωμεν, οὔτε ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ προσεγγίσωμεν, ἔστω καὶ πόῤῥωθεν εἰς τὰ ἐκεῖ γινόμενα. Δαπάνη 7 χιλιάδων δραχμῶν ἐκεῖ προκαλεῖ τὸ μειδίαμα· ἡμεῖς ἐδῶ, καὶ περὶ χιλίων δραχμῶν δαπάνης ἐὰν πρόκηται, ὀφείλομεν πολὺ νὰ συλλογισθῶμεν, μήπως ἐπὶ ματαίῳ δαπανηθῇ.
§108Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐσκόπουν νὰ αἰτιαθῶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι διεσκεύασε τὴν αἴθουσάν του πολυτελῶς, οὔτε εἶχον ὑπ’ ὄψει μου τὰ ἔπιπλα, τὰ ὁποῖα προσδιώρισε δι’ ἰδίαν αὑτοῦ χρῆσιν. Ὡμίλησα ἐν γένει περὶ ἐπίπλων, διότι μοὶ ἐφάνη παράδοξον, ἀφοῦ ἐδαπανήσαμεν κατὰ τὸ 1884 τόσα ποσὰ δι’ ἀγορὰν ἐπίπλων, νὰ ζητῆται νέα πίστωσις πρὸς ἀγορὰν ἐπίπλων. Τῷ ὄντι ἡ ἐρώτησις, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ κ. Ῥάλλης, ἥρμοζε πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ τοῦ γραφείου τοῦ κυρίου Γίρς. Βεβαίως ὁ κ. Δραγούμης θὰ ἐμέτρησε τὰ βήματα, τὰ ὁποῖα ἔκαμεν ἀπὸ τῆς εἰσόδου τοῦ Ὑπουργείου μέχρι τοῦ γραφείου τοῦ κυρίου Γίρς, καὶ αὐτὸ τὸ μέγα μῆκος παρέστησεν ἐνταῦθα. Ἐγὼ δὲν συνεβούλευσα τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ λάβῃ ὡς παράδειγμα τὴν Αὐστρίαν καὶ τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Ἐξωτερικῶν τῶν μεγάλων Κρατῶν τῆς Εὐρώπης, ἐξ ἐναντίας τὸν ἀπέτρεψα, καὶ εἶπον αὐτῷ, ὅτι, ἂν εἰς τὰ γραφεῖα ἐκεῖνα ὑπάρχῃ λιτότης, πῶς θέλομεν δικαιολογηθῆ ἡμεῖς, καθιστῶντες τὴν πολυτέλειαν ἐν τοῖς δωματίοις, ἐν οἷς ἐργαζόμεθα; Περὶ τῶν παρασήμων μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἦσαν ἀκριβῆ τὰ λεχθέντα. Ἀνέμιξε τὰ παράσημα, τὰ ἀπονεμηθέντα κατὰ τὴν ἐνηλικίωσιν τοῦ Διαδόχου, μὲ τὰ παράσημα, τὰ ἀπονεμηθέντα κατὰ τὴν εἰκοσιπενταετηρίδα τοῦ Βασιλέως. Ἀλλὰ διὰ τὰ παράσημα, τὰ διὰ τὴν ἐνηλικίωσιν τοῦ Διαδόχου, ἔλαβε πίστωσιν, καὶ ἐτελείωσεν ἡ ὑπόθεσις ἐκείνη. Τώρα ζητοῦμεν παράσημα διὰ τὸ 1888, εἰς δὲ τὸ 1888 ἐτελοῦμεν τὴν εἰκοσιπενταετηρίδα τοῦ Βασιλέως. Μοὶ φαίνεται δὲ συνηγοροῦν ὑπὲρ τῶν λόγων μου εὐγλωττότατα αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι, διὰ νὰ ἀγοράσῃ παράσημα Μεγαλοσταύρων, ἐδαπάνησε 4,500 δραχμὰς, καὶ Ἀνωτέρων Ταξιαρχῶν 4,200, λοιπὸν ἐδαπανήθησαν 9,000 διὰ τὰ παράσημα τοῦ Μεγαλοσταύρου καὶ τῶν Ἀνωτέρων Ταξιαρχῶν. Ἀλλὰ ταῦτα ἀπενεμήθησαν εἰς τοὺς εὐγενεῖς ξένους διὰ τὴν ἑορτὴν τοῦ Βασιλέως. Λοιπὸν δαπάνην 9,000 δραχμῶν διὰ παράσημα ἐπήνεγκον αἱ ἑορταί. Ἀλλὰ ζητοῦνται 55,000. Ἑπομένως 55,000 δραχμαὶ θέλουσι δαπανηθῆ διὰ τὰ ἀγορασθέντα παράσημα, τὰ ἀπονεμηθέντα. Καὶ ἂν ἀναγνώσητε τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, θέλετε ἰδεῖ, ποῦ ἀπενεμήθησαν τὰ μικρὰ ταῦτα παράσημα. Δὲν ὑπάρχει ἐφημεριδογράφος τῆς Εὐρώπης, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἐπαρασημοφορήθῃ, καὶ δὲν γνωρίζω, ἂν ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἐφημεριδογράφοι κινοῦσι τὴν γραφίδα αὐτῶν πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς τιμῆς τῆς Ἑλλάδος, ἢ διὰ νὰ ἐπαινῶσι καὶ θαυμάζωσι τοὺς Ὑπουργούς.
§109ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μᾶς φέρῃ σημείωσιν τῶν Μεγαλοσταύρων, τῶν ἀπονεμηθέντων ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς εἰκοσιπενταετηρίδος τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος, καὶ ἐπίσης τῶν ἀπονεμηθέντων ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς εἰκοσιπενταετηρίδος τοῦ Γεωργίου, διότι ἡ αὐλικὴ ἐθιμοτυπία πιστεύω, ὅτι ἦτο ἴσως αὐστηροτέρα ἐπὶ τῆς Βασιλείας τοῦ Ὄθωνος ἢ σήμερον· τοὐλάχιστον τοιαύτην φήμην ἀφῆκε καὶ τοιαύτην ὑπόληψιν. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι συντελεῖ εἰς τὴν ὑπόληψιν τῆς Βασιλείας καὶ τὴν ὑπόληψιν τῆς Βουλῆς τὸ σκόρπισμα τῶν παρασήμων τῶν Ἑλληνικῶν. Ἡ κατάχρησις αὕτη θὰ φέρῃ εἰς ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἔφερε καὶ τὰ ἄλλα Κράτη, δηλ. μετ’ ὀλίγον θὰ ἐκπέσῃ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν τὸ παράσημον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι κατέχει τὴν πρώτην θέσιν, θὰ ἐκπέσῃ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε ἀναγκαίως θὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὸ σημεῖον, νὰ δημιουργήσωμεν ἄλλο παράσημον, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸ παράσημον σήμερον, ἔχουν παρὰ πάντα ἄλλον τὸ συμφέρον νὰ διατηρήσουν τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτοῦ.
§110ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Βλέπω ὅτι πρὸς δικαιολόγησιν τοῦ κεφαλαίου φέρονται οἱ διαγωνισμοί. Πόσα εἶναι τὰ ἔξοδα διὰ τοὺς διαγωνισμούς;
§111ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Προσλαμβάνομεν ἐξεταστάς· λ. χ. προσλαμβάνεται καλλιγράφος, καθηγητὴς τῆς Γαλλικῆς, καθηγητὴς τῆς Ἰταλικῆς, τῆς Ἀγγλικῆς, οἱ ὁποῖοι πληρόνονται ἀνὰ 50 ἢ 100 δραχμὰς τὴν ἡμέραν.
§112ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Χρειάζεται μεγαλειτέρα φειδὼ εἰς τὰ δημόσια χρήματα· 100 δραχμὰς τὴν ἡμέραν! Μοὶ φαίνεται, ὅτι χρειάζεται περισσότερος πόθος εἰς τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου Ἐπίσης παρακαλῶ, νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ποῖοι εἶναι οἱ ἀπεσταλμένοι, οἱ ὁποῖοι ἐξήντλησαν τὴν ἐκ 15 χιλιάδων δραχμῶν πίστωσιν, τὴν ἐγγεγραμμένην ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ.
§113ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐξήγησα χθὲς, ποῖοι εἶναι οἱ ἀπεσταλμένοι, οἱ ὁποῖοι ἐξήντλησαν τὴν πίστωσιν.
§114ΡΑΛΛΗΣ. Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, ὅταν ἔχουν τὴν εὐκαιρίαν καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐπιδικάσουν δικαιώματα εἰς ὑπαλλήλους κυρίως, οἱ ὁποῖοι προσφέρουσιν ἔκτακτον ὑπηρεσίαν, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶσι τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐκανονίσθησαν αἱ μισθοδοσίαι τῶν ὑπαλλήλων ἐν τῷ Κράτει, καὶ κατὰ λόγον τῶν μισθοδοσιῶν ἐκείνων νὰ κανονίζωνται καὶ τὰ δικαιώματα τῶν ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι προσφέρονται εἰς τὸ Δημόσιον, διότι βεβαίως θὰ παραξενευθῇ πᾶς Καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, λαμβάνων 400 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ἂν διὰ μίαν ἡμέραν λαμβάνῃ ἀμοιβὴν ἑκατὸν δραχμάς. Νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσον ὑπερβολικὸν, ὥστε πρέπει νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι βεβαίως δύναται ν’ ἀποδοθῇ πλάγιος σκοπὸς, ὅτι δίδονται χαριστικῶς, ἕνεκα προσωπικῶν λόγων.
§115ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ κ. Φλογαΐτης προχθὲς εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μᾶς βοηθήσῃ· εἶναι ἀντιπολιτευόμενος.
§116ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλ’ οἱονδήποτε καὶ ἂν εἴχετε ὡς ἐξεταστὴν, δὲν εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ τῷ χορηγήσητε ἀμοιβὴν ἑκατὸν δραχμὰς τὴν ἡμέραν· εἶναι κἄτι τι ἐντελῶς παράλογον, ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ λαμβάνῃ τὴν ἡμέραν 30 δραχμὰς, εἷς δὲ ἐξεταστὴς 100 δραχμάς· καὶ ἂν τὴν γενναιοδωρίαν σας θέλητε νὰ τὴν ἐκτείνητε μέχρι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, θὰ εἰπῇ, ὅτι θέλετε νὰ τὴν δωροδοκήσητε (ἱλαρότης).
§117ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἡ δαπάνη, ἡ διὰ διαγωνισμοὺς, εἶναι τοιαύτη, ὥστε εἶναι ἀνάξιον τοῦ κόπου νὰ ἀπόλλυται τόση ὥρα δι’ αὐτήν.
§118ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπιθυμῶ νὰ γνωρίζω, ἂν δύναται νὰ βεβαιώσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἐτηρήθησαν πάντες οἱ τύποι, οἱ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενοι κατὰ τὸν τελευταῖον διαγωνισμὸν, διότι ἀνεκοινώθησαν εἰς πολλοὺς τῶν κυρίων Βουλευτῶν καὶ εἰς ἐμὲ περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι, ἂν ἦναι ἀκριβεῖς, ἤθελον ἀποδείξει τὸ ἐναντίον. Κατ’ ἀρχὴν, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶμαι θαυμαστὴς τοῦ συστήματος τῶν διαγωνισμῶν, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἔχομεν, ἀλλ’ ὅπως δήποτε, ἀφοῦ ὑπάρχῃ νόμος, δέον νὰ λειτουργῇ, καὶ κατ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον εἰς ἐμὲ, ἐγένοντο οὐσιώδεις παρατυπίαι εἰς τὸν τελευταῖον διαγωνισμὸν, διότι μαθήματα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον προσδιωρισμένα δι’ ἐξέτασιν ἐν τῇ προγράμματι, δὲν ἐγένοντο ἀντικείμενα διαγωνισμοῦ. Ἐπίσης φαίνεται, ὅτι μεταξὺ τῶν διαγωνισθέντων ὑπῆρχον καὶ νέοι, οἵτινες δὲν εἶχον συμπληρώσει τὴν τακτικὴν ὑπηρεσίαν. Σπεύδω νὰ δηλώσω, ὅτι οὐδὲν ἔχω νὰ εἴπω κατὰ τοῦ ἀποτελέσματος τοῦ διαγωνισμοῦ. Γνωρίζω, ὅτι ὁ ἐπιτυχὼν εἶναι εἷς τῶν ἄριστα συγκεκροτημένων νέων. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ προσώπου, πρόκειται ὅμως περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, καὶ σπουδαιότατα παράπονα ἠγέρθησαν, ὅτι κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην δὲν ἐφηρμόσθησαν τὰ κεκανονισμένα.
§119ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ διαγωνισμὸς διεξήχθη μετὰ πάσης τάξεως, ἀκριβείας καὶ ἀμεροληψίας, ἡ διαφορὰ δὲ μεταξὺ τοῦ ἐπιτυχόντος καὶ τῶν ἄλλων εἶναι τοιαύτη, ὥστε, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν ἐγένετο ἐξέτασις ἐπί τινος τμήματος μαθήματος, καὶ δώσητε εἰς τὸν δεύτερον ἢ τὸν τρίτον, τὸν τέταρτον ἢ τὸν πέμπτον, τὸν ἄριστον βαθμὸν, τὸν μείζονα ἀριθμὸν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπερτερήσῃ τὸν ἐπιτυχόντα. Παράπονον εἶναι, ὅτι ὁ ἐξεταστὴς ἐπὶ τοῦ μαθήματος τοῦ διεθνοῦς δικαίου, τοῦ τε ἰδιωτικοῦ καὶ τοῦ δημοσίου, δὲν ἔθεσε θέμα ἐπὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ διεθνοῦς δικαίου, ἀλλὰ περιωρίσθη μόνον ἐπὶ τοῦ δημοσίου. Ἀλλὰ, καὶ ἂν τὸ παράπονον ἦτο βάσιμον, ἐπαναλέγω, ὅτι, διδομένου ἰδιαιτέρως εἰς τὸ ἰδιωτικὸν δίκαιον τοῦ μεγίστου ἀριθμοῦ, δὲν καλύπτεται ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ πρώτου καὶ τοῦ δευτέρου, πολλῷ δ’ ἧσσον ἡ μεταξὺ τοῦ πρώτου καὶ τοῦ τελευταίου, ὅστις καὶ μόνος ὑπέβαλε τὴν ἔνστασιν ταύτην. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως 1888. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§121Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ μικροῦ λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ θεωρίας, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξε συντόμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶπον ὅτι ἡ θεωρία αὕτη ἀνήκει εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι ἀνέγνων ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὑπὸ ἡμερομηνίαν 12 Δεκεμβρίου 1888, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ πιστώσεως, τὸ ὁποῖον προβάλλεται πρὸς συζήτησιν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ζητεῖται πίστωσις δραχ. 270,000. Ἡ δ’ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐξετάσασα αὐτὸ, ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν, τὴν ἑπομένην γνώμην, ἣν ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω (ἀναγινώσκει): «... συνίστησιν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, καθόσον οἱ προκαλοῦντες ταύτας λόγοι, οἱ ἀναφερόμενοι ἐν τῇ συνοδευούσῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκθέσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἐνδεικνύουσιν, ὅτι πρόκειται μᾶλλον περὶ λογιστικῆς τακτοποιήσεως τῶν διὰ τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ κεχορηγημένων πιστώσεων, ἀφοῦ αἱ μὲν πλεονάζουσαι ἐξ αὐτοῦ ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 211,594, αἱ δὲ ζητούμεναι διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἀνέρχονται εἰς 270,000, ἤτοι ἐπὶ πλέον κατὰ δραχ. 58,406». Λογιστικὴ τακτοποίησις τοῦ λοιποῦ ἔχει αὐτὴν τὴν ἔννοιαν. Ἐφαρμόζοντες τὸν Προϋπολογισμὸν, ἠδυνήθητε νὰ μὴ δαπανήσητε ὅλην τὴν πίστωσιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔδωκεν ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἐπί τινων ἄρθρων καὶ κεφαλαίων, τότε ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ δαπανήσητε περισσότερα ἐπὶ ἄλλων ἄρθρων, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐδαπανήσατε ἐπί τινων ἄρθρων καὶ κεφαλαίων ὅλην τὴν πίστωσιν, δικαιολογεῖσθε νὰ ζητήσητε πίστωσιν περισσοτέραν εἰς ἄλλα ἄρθρα τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Αὐτὸ μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἀκατανόητον. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι, ὅταν τις δὲν δαπανᾷ ὅλην τὴν πίστωσιν, τὴν ὁποίαν περιέλαβον ἄρθρα ἢ κεφάλαια τοῦ Προϋπολογισμοῦ, προσφέρει ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Κράτος, διότι συντελεῖ εἰς οἰκονομίαν τῶν χρημάτων τοῦ Δημοσίου, τοῦτο δὲ εἶναι ἀληθὴς ὑπηρεσία εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ, διότι συνέβη νὰ μὴ δαπανηθῇ ὅλη ἡ πίστωσις ἑνὸς ἄρθρου, οὐδὲν παρέχεται ἐκ τούτου δικαίωμα, ὅπως δοθῇ πίστωσις περισσοτέρα εἰς ἄλλο ἄρθρον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον προβλέπει περὶ ἄλλης ἀνάγκης. Καὶ τοῦτο λέγετε λογιστικὴν τακτοποίησιν; Ἐπέπρωτο νὰ διδαχθῶμεν τοιαύτην οἰκονομικὴν σοφίαν κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην! Ἐν τοσούτῳ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ εὐκρινέστερον τὴν αἰτιολογίαν, τὴν ὁποίαν προβάλλει πρὸς δικαιολογίαν τῆς ζητουμένης πιστώσεως τῶν 40,000 δραχμῶν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου περὶ πληρωμάτων πλοίων. Ἡ αἰτιολογία αὕτη ἐν τῇ ἐκθέσει ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει): «Ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν ἐπήρκεσεν ἡ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπὶ τοῦ ἀνωτέρω ἄρθρου χορηγηθεῖσα πίστωσις, εἶναι ἡ ἐκ τούτου ἀφαίρεσις, λόγῳ ἱματισμοῦ. 160,000 δραχμῶν, αἵτινες, περιληφθεῖσαι εἰς τὸ Κεφ. Βʹ, ἄρθρ. 1, δὲν διετέθησαν ἅπασαι, καθόσον ἐκ μὲν τῶν παλαιῶν ναυτῶν τινες εἶχον μέρος τοῦ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ληφθέντος ἱματισμοῦ των, καὶ συνεπῶς δὲν ἔλαβον πλήρη τὸν κεκανονισμένον σάκκον ἱματισμοῦ, ἐκ δὲ τῶν προσελθόντων κληρωτῶν οἱ πλεῖστοι εἶχον τὰ ἐσωτερικά των ἱμάτια, καὶ ἑπομένως οὗτοι δὲν ἔλαβον πλήρη σάκκον ἱματισμοῦ, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἐπρομηθεύθη ἱματισμὸς ἀξίας κατὰ 63,576 δραχ. ἐλάσσονος τῆς προϋπολογισθείσης.» Πῶς, διότι θὰ μείνῃ ἀδιάθετος πίστωσις 63,576 δραχμῶν ἐκ τῆς πιστώσεως, τῆς προσδιωρισμένης δι’ ἱματισμὸν στρατοῦ, πῶς δικαιολογεῖται ἡ αὔξησις τῆς δαπάνης, τῆς προσδιοριζομένης διὰ πληρώματα πλοίων, κατὰ 40,000 δραχμὰς, ἐνῷ ἐν τῇ πιστώσει ταύτῃ δὲν περιλαμβάνεται ἱματισμός;
§122ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλούστατον. Γίνεται κράτησις ἐπὶ τῶν μισθῶν δι’ ἱματισμὸν, καὶ καθόσον αἱ κρατήσεις λόγῳ ἱματισμοῦ εἶναι μεγαλύτεραι, ἐννοεῖται, ὅτι τὸ πληρονόμενον ποσὸν λόγῳ μισθοῦ εἶναι μικρότερον, καθόσον δ’ αἱ κρατήσεις δι’ ἱματισμὸν εἶναι μικρότεραι, τὸ πληρονόμενον ποσὸν διὰ μισθὸν εἶναι μεγαλύτερον· ἑπομένως σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δύο ποσῶν. Ἐκ τούτου ἕπεται, ὅτι, ἐπειδὴ αἱ κρατήσεις δι’ ἱματισμὸν ὑπῆρξαν πολὺ μικρότεραι ἐκείνων, τὰς ὁποίας προεβλέπομεν, ἀναγκαίως ἀνεβιβάσθη τὸ ποσὸν, τὸ λόγῳ μισθοδοσίας περιληφθὲν ἐν τῷ ἄρθρῳ τῷ σχετικῷ εἰς τὰ πληρώματα τοῦ στόλου. Ἐπὶ τῆς μισθοδοσίας τῶν ναυτῶν γίνεται κράτησις δι’ ἱματισμόν. Ὑποθέσατε, ὅτι ὁ ναύτης θὰ λάβῃ 25 δραχμὰς κατὰ μῆνα, καὶ ὅτι 7 δραχμὰς ἔλαβεν εἰς ἱματισμόν· ἀπὸ τὰς 25 ἀφαιροῦνται αἱ 7, καὶ μένουσιν αἱ 18. Ἐὰν ὑποθέσητε ὅτι αὐτὸς δὲν ἔλαβεν 7, ἀλλὰ 3 δραχμῶν ἱματισμόν, ἀφαιροῦνται ἀπὸ τὰς 25 αἱ 3, καὶ μένουσιν 22, αἵτινες πληρόνονται λόγῳ μισθοῦ· ὥστε, καθ’ ὅσον ἀφαιροῦνται περισσότερα δι’ ἱματισμόν, βεβαίως ἐλαττοῦται τὸ ποσὸν, τὸ σχετικὸν εἰς τὴν μισθοδοσίαν τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου, καθ’ ὅσον ἀπ’ ἐναντίας ἐλαττοῦνται αἱ κρατήσεις, κατὰ τοσοῦτον αὐξάνει τὸ ποσὸν ἐκεῖνο. Ἐπειδὴ δὲ ἐδῶ αἱ κρατήσεις ὑπῆρξαν ὀλιγώτεραι, καθ’ ὅσον ὀλιγωτέρα δαπάνη ἱματισμοῦ ἐγένετο, βεβαίως εἶναι μεγαλείτερον τὸ ποσὸν, τὸ ἀπαιτούμενον λόγῳ μισθοδοσίας, καὶ ἕνεκα τούτου προῆλθεν ἡ ἀνάγκη πιστώσεως ἀναπληρωματικῆς.
§123ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ὀφείλω δύο λέξεις εἰς ἀπάντησιν τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἐποιήσατο πρὸ ὀλίγου ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀπέδωκεν εἰς ἐμὲ θεώρημα οἰκονομολογικὸν, ἢ θεωρίαν οἰκονομολογικὴν, κατασκευασθεῖσαν ἐν τῇ ἐκθέσει, ἐνῷ τὸ προνόμιον τῶν θεωριῶν ἄλλοι ἔχουσι, καὶ ὄχι ἐγώ. Ἐγὼ οὐδεμίαν καθιέρωσα θεωρίαν νέαν, διότι δὲν εἶπον, ὅτι, ὅταν συμβαίνῃ ἐν τῇ αὑτῇ πιστώσει νὰ ὑπάρχῃ ἔλλειμμα, δύναται νὰ αὐξήσῃ ἡ ἄλλη πίστωσις. Εἶπον, ὅτι ἐν τῇ εἰδικῇ ταύτῃ περιπτώσει συμβαίνει, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ πίνακος, ὅστις προσήρτηται ἐν τῷ ὑποβληθέντι ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν νομοσχεδίῳ, νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῇ χρησιμοποιήσει τῶν κεχορηγημένων πιστώσεων, ἀλλοῦ μὲν πλεόνασμα, ἀλλοῦ δὲ ἔλλειμμα, ἐπειδὴ δέ εἰσι σχετικαὶ αἱ πιστώσεις, γίνεται ἐνταῦθα μᾶλλον λογιστικὴ τακτοποίησις ἢ παροχὴ νέας πιστώσεως. Νομίζω ὅτι παρεξήγησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀρκαδίας ὅ,τι ἀνέγνωσε, καὶ διὰ τοῦτο ἀπέδωκεν εἰς ἐμὲ θεωρίαν, ὑπὲρ ἧς οὐδέποτε συνηγόρησα.
§124Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρόκειται, λέγουσι, περὶ σχετικῶν πιστώσεων. Σχετικὴ πίστωσις ἀφῆκε περίσσευμα, εἰς σχετικὴν πίστωσιν ζητεῖται ἡ ἀναπληρωτικὴ πίστωσις. Καὶ φέρει εἰς ἀπόδειξιν ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι αἱ σχετικαὶ πιστώσεις ἔφεραν οἰκονομίαν 211,594 δραχμῶν· διὰ τοῦτο εἰς σχετικὰς πιστώσεις ζητεῖται αὔξησις 270,000. Ἂς ἴδωμεν τὰς σχέσεις τῶν πιστώσεων. Δὲν ἐδαπανήθη ὅλη ἡ πίστωσις, ἡ ὁποία ἐζητήθη διὰ μισθοὺς τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἔμεινε ποσὸν ἀδιάθετον 11,519 δραχμῶν· διὰ τοῦτο πρέπει νὰ χορηγήσωμεν ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν δραχ. 2,000 δι’ ἔξοδα γραφείων τῶν καταστημάτων τῶν ναυτικῶν; Εἶναι σχετικὴ πίστωσις; Διότι δὲν ἐξηντλήθη ὅλη ἡ πίστωσις διὰ μισθὸν τῶν ναυτῶν, καὶ ἔμεινεν ἀδιάθετον ποσὸν δραχ. 14,510, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ δώσωμεν ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν δραχ. 156,000, διὰ τροφὰς πληρωμάτων πλοίων; Διότι δὲν ἐδαπανήθη ὅλη ἡ πίστωσις, ἡ προσδιοριζομένη εἰς μισθοδοσίαν ὑπασπιστῶν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, καὶ ἔμεινεν ἀδιάθετον ποσὸν δραχ. 12,960, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ πληρώσωμεν 70,000 δραχ. ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν δι’ ἀγορὰν γαιανθράκων; Εἶναι σχετικὴ πίστωσις; Αὐταὶ εἶναι αἱ σχέσεις τῶν πιστώσεων τῶν περισσευσασῶν καὶ τῶν πιστώσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ζητεῖται ἀναπλήρωσις;
§125ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὑπέβαλον πίνακα τῆς καταστάσεως τῶν διαφόρων πιστώσεων, χωρὶς οὐδαμοῦ νὰ λέγω, ὅτι ὑπάρχει σχέσις μεταξὺ τῶν ἀπαιτουμένων ἐπιπροσθέτων πιστώσεων καὶ ἐκείνων, αἵτινες θὰ μείνωσιν ἀδιάθετοι.
§126ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι ὑμεῖς, ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς.
§127ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω δὲ, ὅτι καὶ τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Σιμοπούλου δὲν ἐσκόπουν τοῦτο, ἀλλ’ ἐσκόπουν μόνον νὰ ἀναφέρωσι γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἐξάγεται ἐκ τοῦ πίνακος, ὅτι ἐπί τινων δηλαδὴ κεφαλαίων ἐπῆλθεν αὔξησις δαπάνης καὶ ἐπί τινων ἄλλων ἐλάττωσις δαπάνης· καὶ ἀνέφερε τὸ γεγονὸς τοῦτο ὁ κ. Σιμόπουλος, καὶ συνεπέρανεν, ὅτι ἐν τῷ συνόλῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν δὲν ὑπάρχει διαφορὰ 270,000 δραχμῶν, ἀλλὰ μόνον 70,000· ἁπλούστατα αὐτὸ ἀνέφερεν. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐκθέσει τῇ ἐδικῇ μου δικαιολογῶ μίαν ἑκάστην τῶν πιστώσεων, ἐφ’ ὧν ζητεῖται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις, χωρὶς οὐδόλως νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ὑπάρχει πλεόνασμα ἐν ἄλλοις ἄρθροις τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§128ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἁπλουστάτη. Ζητεῖται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις, ἔχομεν δὲ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν τὴν δικαιολογίαν τῆς ζητουμένης πιστώσεως, δηλ. τὴν παράστασιν τῆς ἀνάγκης, ἕνεκα τῆς ὁποίας δὲν ἐπήρκεσεν ἡ χορηγηθεῖσα πίστωσις καὶ ἐζητήθη ἀναπληρωτική. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἀσχολεῖται εἰς τοῦτο· ἰδοὺ εἰς τί ἠσχολήθη. Ἐγὼ δὲν συζητῶ μεθ’ ὑμῶν.
§129ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀναφέρει ἐν τῇ ἐκθέσει της: «καὶ οἱ λόγοι οἱ ἀναφερόμενοι ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ».
§130ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (ἀναγινώσκει). «... πρόκειται μᾶλλον περὶ λογιστικῆς τακτοποιήσεως τῶν διὰ τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ κεχορηγημένων πιστώσεων, ἀφοῦ αἱ μὲν πλεονάζουσαι ἐξ αὐτῶν ἀνέρχονται εἰς δραχ. 211,594, αἱ δὲ ζητούμεναι διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἀνέρχονται εἰς 270,000». Ὅθεν, ὅταν ὑπάρχωσιν ἔν τινι Προϋπολογισμῷ πιστώσεις ἄρθρων τινῶν πλεονάζουσαι, ἡ αἴτησις ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐπὶ ἄλλων ἄρθρων ἀποτελεῖ λογιστικὴν τακτοποίησιν; Ἀλλὰ ποῖα λογιστικὴ τακτοποίησις ἐγένετο, διότι ζητοῦνται δι’ ἀγορὰν γαιανθράκων 70,000, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἐπερίσσευσαν ἀπὸ τὴν πίστωσιν, τὴν προσδιοριζομένην εἰς πληρωμὴν μισθῶν τῶν ὑπασπιστῶν τοῦ Βασιλέως, δραχμαὶ 12,960; (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: Περὶ τῆς ἄνευ δικαιολογητικῶν γενομένης ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δαπάνης ἐκ δραχ. 12,500 εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1885. Περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου ΑΥΚΔʹ περὶ διοικήσεως τῆς Ζαππείου περιουσίας).
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων διὰ τὸ ἔτος 1889. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§132ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ μικροῦ νομοσχεδίου τούτου, τοῦ περιέχοντος ἓν μόνον ἄρθρον, ὡς παρατηρεῖτε, καὶ ὀλίγους, 5 μόνον στίχους....
§133Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τέσσαρας καὶ ἥμισυν.
§134ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. .. ἔχω νὰ ποιήσω παρατηρήσεις τινάς· οὐδὲ πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἀσυζητητεὶ τοιοῦτο νομοσχέδιον, ὅπερ προώρισται, καθιστάμενον προσεχῶς νόμος τοῦ Κράτους, νὰ κανονίσῃ πολλὰ ἑκατομμύρια δραχμῶν, προερχομένων ἐκ φόρων, οὓς καλεῖται νὰ πληρώσῃ ὁ λαός. Καὶ γενικῶς, διότι πρόκειται περὶ φόρων, οἵτινες συχνάκις ἀπασχολοῦσιν ἡμᾶς ἐνταῦθα, ἰδίᾳ δὲ διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπαναλαμβάνεται καὶ αὖθις ἀνισότης πληρωμῆς φόρου, ἥτις καὶ κατὰ τὰ δύο παρελθόντα ἔτη ἐπεκράτησε διά τινα μέρη τοῦ Κράτους, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω τινὰ ἐπ’ αὐτοῦ ἐν ὀλίγοις. Ἡ νῦν Κυβέρνησις καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην Περίοδον, καθ’ ἣν κατεῖχε τὴν ἀρχὴν, πρὸ τοῦ 1885, καὶ ἀφ’ ὅτου κατὰ τὸ 1886 ἀνέλαβε πάλιν τὴν ἐξουσίαν, ὑπέβαλεν ἐπανειλημμένως πολλοὺς καὶ μεγάλους φόρους. Τὴν ἐπιβολὴν δὲ τούτων ἔκαμεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐναντίον τῶν ὅσα ἄλλοτε ὁ ἴδιος ἔλεγε περὶ φόρων· ἐλησμόνησε δηλ. καθ’ ὁλοκληρίαν τοὺς ἰσχυρισμούς, οὓς πρὸ 6–8 ἐτῶν ἐξέφερεν ἐντεῦθεν, ὅτι ὁ λαὸς δὲν δύναται πλέον νὰ βαστάσῃ νέα βάρη· τότε δὲ, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, ἀνεξαρτήτως τῆς μετὰ ταῦτα προσθήκης τῆς Θεσσαλίας, ἦτο κατὰ τὸ ἥμισυ μικρότερος τοῦ σημερινοῦ· καὶ εἰς τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκηρύσσετο, ὡς Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, λίαν ἐντόνως κατὰ τῶν φόρων, προέκειτο περὶ ἐπιβολῆς ποσοῦ ἐλαχίστου, μάλιστα σχετικῶς πρὸς τὰ βάρη ἐκεῖνα, ἅτινα μετὰ ταῦτα ἐπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς χονδρικῶς, κατὰ δεκατημόρια καὶ εἰκοστημόρια, ἐπὶ προϋπαρχόντων φόρων. Εἰς τὴν περίστασιν ἐκείνην, ἀφοῦ διὰ τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ τῇ 24 Φεβρουαρίου 1880 ὥρισεν ὁ κ. Τρικούπης μετὰ μεγάλης φειδοῦς τοὺς ἐπιβλητέους φόρους, παρετήρησεν, ὅτι «πέραν τοῦ ποσοῦ τούτου δὲν δύναται ἡ χώρα νὰ βαστάσῃ ἄλλα νέα φορολογικὰ βάρη.» Εἶναι δὲ ἀξιοπαρατήρητος ἡ λέξις, ἣν μετεχειρίσθη πρὸς χαρακτηρισμὸν τοῦ βάρους τοῦ λαοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅστις συνήθως ὁμιλεῖ εἰς καθαρεύουσαν γλῶσαν κατὰ τὰς εὐγλώττους ἀγορεύσεις του. Εἰς τὴν περίστασιν ταύτην μετεχειρίσθη τὴν φράσιν «νὰ βαστάσῃ», διότι ὁ ἀντιπολιτευόμενος Τρικούπης ἔκρινεν ὡς ὑπερβολικὸν τὸ ἄχθος τῶν φόρων, τὸ ἐπιβεβλημένον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἀλλὰ μετὰ ταῦτα, γενόμενος Πρωθυπουργὸς, ἐλησμόνησε ταῦτα· ἐλησμόνησε δὲ καὶ ὅτι πλὴν τῶν φόρων ἐπεβάρυνε τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον καὶ διὰ βαρυτάτων χρεῶν, ἅτινα καὶ αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ ἔβλαψαν τὸν τόπον καὶ διὰ τῆς προσθήκης μεγάλου ποσοῦ εἰς τοὺς ἐτησίους Προϋπολογισμοὺς πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων αὐτῶν καθιστῶσιν ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου δεινοτέραν. Πῶς δὲ δαπανῶνται τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου, καὶ ποῦ διατίθενται κατ’ ἔτος ποσὰ 100,000,000 δραχμῶν, εἰς ἃ ἀνεβιβάσθη βαθμηδὸν ὁ Προϋπολογισμὸς, οὐ τῆς παρούσης ὥρας. Ἔκ τινος ἄκρας τοῦ πέπλου, ὅστις καλύπτει τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἄκρας ἀνασυρθείσης κατ’ αὐτὰς ἐν παρενθεντικαῖς συζητήσεσιν, ὡς π. χ. εἰς τὸ ζήτημα τῆς πιστώσεως τῶν 10,810 λιρῶν, εἰς τὸ ζήτημα τῆς πιστώσεως τῶν 70,845 δραχμῶν, περὶ ἧς πρὸ μικροῦ ὁ λόγος, ὡς καὶ εἰς ἕτερά τινα ζητήματα, ἀπεδείχθη, ὅτι τὸ πλεῖστον ἡ διάθεσις τοῦ δημοσίου χρήματος γίνεται ἐφ’ ἃ μὴ δεῖ. Ἐν τούτοις ἡ κατάστασις αὕτη, ἐν ᾗ σήμερον εὑρισκόμεθα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ εὐκόλως. Εἶναι κατάστασις δύσκολος, δημιουργηθεῖσα ὑπὸ τῆς νῦν Κυβερνήσεως, ἡ δὲ καταβολὴ φόρων, ὁμολογοῦμεν καὶ ἡμεῖς, εἶναι ἀναγκαία. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβάλῃ νῦν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ οἰκονομικὸν σύστημα αὑτοῦ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἑδράζεται ἡ ὅλη πολιτική του· δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως νὰ προβῇ εἰς σοβαρὰς οἰκονομίας, ἃς ἄλλοτε συνίστα λίαν ἐνθέρμως, ὡς τὰς μόνας δυναμένας νὰ ῥυθμίσωσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ἔλεγε τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ ἀγορεύσει, ἧς ἀνωτέρω ἐμνημόνευσα, τὰ ἑξῆς: «Οἰκονομίας ῥιζικὰς θὰ ἠδυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν μεταῤῥυθμίζοντες τὸν ὀργανισμὸν τῆς ὑπηρεσίας. Ἤδη ὅμως δὲν ὑπάρχει ὁ ὑλικὸς καιρὸς πρὸς τοιαύτην ἐργασίαν. Ἀλλὰ διατί δὲν ὑπάρχει; Διότι ἡ Κυβέρνησις, διατελοῦσα ἐν τῇ ἐξουσίᾳ πλέον ἢ διετίαν, οὐδὲν παρουσίασε». Τοιαῦτα ἔλεγε τότε ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀλλὰ ταῦτα ἐφαρμόζονται νῦν ἐπ’ αὐτοῦ μετ’ ἐπιβαρυντικῶν περιπτώσεων. Ἡμεῖς δὲ ὁμολογοῦμεν, ὅτι ῥιζικὰς οἰκονομίας δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν, ἀλλὰ μικράς τινας οἰκονομίας φρονῶ, ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποστῇ καὶ ὁ ἐφετεινὸς Προϋπολογισμὸς, ἐλαττουμένου κατά τι τοῦ ποσοῦ, τοῦ διατιθεμένου ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν διοίκησιν, εἴς τινας τουλάχιστον κλάδους αὐτῆς, διὰ νὰ δυνηθῶμεν οὕτω νὰ ἐπενέγκωμεν καὶ τὴν ἐλάττωσιν φόρων τινῶν. Τουναντίον ὅμως, καὶ προχθὲς ἔτι, ἐν τῇ ἐνεστώσῃ Συνόδῳ τῆς Βουλῆς, ἐψηφίσθη καὶ πρόσθετος φόρος ἐπὶ τῶν ζώων καὶ ἐπί τινων ἐπιτηδευμάτων, δικαιολογηθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διὰ τῆς καταργήσεως τῶν διοδίων. Καὶ τότε λαβὼν τὴν τιμὴν νὰ ποιήσω παρατηρήσεις τινὰς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶπον, ὅτι κατέστη πλέον τὸ μόνον ὄνειρον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἡ ἐλάττωσις τῶν φόρων, ἢ τουλάχιστον ἡ ἀνακοπὴ τῆς αὐξήσεως αὐτῶν διὰ τῆς ἐπιβολῆς νέων. Καὶ εἶναι καιρὸς, κύριοι συνάδελφοι, νὰ γίνῃ σοβαρὰ πλέον σκέψις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐλαττώσεως τῶν φόρων ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς· πρέπει δὲ καὶ τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀπασχολήσῃ σπουδαίως τὸ σοβαρώτατον τοῦτο ζήτημα, διότι ὁ λαὸς ἔφθασεν εἰς τὸ μὴ περαιτέρω τῆς ἀνεχείας! Καὶ ἐν ᾧ ὁ λαὸς δὲν ἀντέχει πλέον, καταβάλλων φόρους, καὶ σχεδὸν ἀπολύτως δὲν δύται νὰ πληρώσῃ, ἀφ’ ἑτέρου βλέπομεν, ὡς μετὰ δικαίας ἀγανακτήσεως παρετήρει πρὸ ὀλίγων στιγμῶν ὁ ἔντιμος συνάδελφος κ. Μισυρλῆς, ὅτι τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου σπαταλῶνται ἀστόργως, καὶ πετῶνται δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ, ὡς ἐὰν ἦσαν ἄχρηστόν τι χρῆμα. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου κανονίζεται πλὴν τῶν ἄλλων καὶ ἡ πληρωμὴ φόρου ἐπὶ τῆς ῥητίνης, τῆς ἀσβέστου καὶ λοιπῶν δασικῶν προϊόντων. Ἰδίως ἐπὶ τῆς φορολογίας τῆς ῥητίνης ἔχω νὰ παρατηρήσω τινά· ἀλλὰ πρὸ τούτου ὀλίγας λέξεις περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἑκάστοτε ὁ νόμος «περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων» δι’ ἕκαστον ἔτος. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπερ αὔριον ἢ μεθαύριον, μεταβαλλόμενον εἰς νόμον, θὰ φέρῃ τὸ σύνηθες ἐκεῖνο στοιχεῖον, κατὰ τὴν κακῶς ἐπικρατήσασαν ἀρχὴν, δι’ οὗ διακρίνονται οἱ νόμοι παρ’ ἡμῖν, τὸ νομοσχέδιον, λέγω, τοῦτο οὐδὲν λέγει καθ’ ἑαυτὸ, οὐδὲν ὁρίζει, ἀλλ’ ἀρκεῖται τοῦ 1883 ᾼΡΚΓʹ, τοῦ 1883 ΥΗΘʹ εἰς τὴν παραπομπὴν εἰς ἄλλους προγενεστέρους νόμους, ἵνα ἐξ αὐτῶν λάβῃ τὴν ἰσχύν του. Ἰδοὺ τὸ κείμενον αὐτοῦ (ἀναγινώσκει): «Περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων διὰ τὸ ἔτος 1889. «Ἄρθρον μοναδικόν. Αἱ διατάξεις τοῦ ἀπὸ 17 Δεκεμβρίου 1887 ᾼΦϞΔʹ νόμου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς διὰ τὸ ἔτος 1888 καὶ τοῦ ἀπὸ 22 Δεκεμβρίου 1887 ᾼΧΛΑʹ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ζώων διὰ τὸ ἔτος 1888 ἰσχύουσι καὶ διὰ τὸ ἔτος 1889». Διὰ νὰ μάθῃ λοιπὸν ἕκαστος πολίτης, τί ὀφείλει νὰ πληρώσῃ κατὰ τὸν νόμον τοῦτον,—καὶ θὰ εἰσπραχθῶσιν, ἐπαναλαμβάνω, δι’ αὐτοῦ πολλὰ ἑκατομμύρια δραχμῶν—πρέπει νὰ καταφύγῃ εἰς τοὺς νόμους ᾼΦϞΔʹ τῆς 17 Δεκεμβρίου 1887 καὶ ΑΧΛΑʹ τῆς 22 Δεκεμβρίου 1887. Ἐγὼ κατέφυγον εἰς αὐτοὺς, ἀλλὰ δὲν κατώρθωσα νὰ φωτισθῶ, διότι καὶ οὗτοι μὲ παρέπεμπον εἰς ἄλλους. Ἐξακολουθῶν τὴν ἔρευναν εἰς τὸ ἀχανὲς τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας, ἔφθασα εἰς τὸν νόμον ᾼΥΙΘʹ τῆς 12 Ἀπριλίου 1887, ἐκεῖνος μὲ παρέπεμπεν εἰς τὸν νόμον ᾼΤΚϚʹ τῆς 21 Δεκεμβρίου 1885, πλὴν ἄρθρου τινὸς αὐτοῦ. Ὁ νόμος ᾼΤΚϚʹ μὲ παρέπεμπεν εἰς τὸν νόμον ὑπὸ στοιχεῖον ᾼΣΛΓʹ τῆς 24 Ἰουλίου 1885, πλὴν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 4, οὗτος δὲ πάλιν εἰς τὸν νόμον ΑΡΛΗʹ τῆς 14 Μαΐου 1885, πλὴν τῆς ἰσχύος ἑνὸς ἄρθρου αὐτοῦ, ἀλλὰ συγχρόνως, διακόπτων τὴν μονοτονίαν τῶν συναδέλφων αὐτοῦ, παραπέμπει καὶ εἰς ἄλλους, ὡς τὸν ΥΗΘʹ τῆς 23 Μαρτίου 1874, ὡς πρὸς τοὺς σικυῶνας (μποστάνια) τῶν γεωργῶν κλπ. Ὁ νόμος ᾼΡΛΗʹ παραπέμπει εἰς τοὺς νόμους... (γέλως). Μὴ γελᾶτε ἀκόμη, κύριοι συνάδελφοι, διότι θ’ ἀκούσητε πολλά! Ὁ νόμος λοιπὸν αὐτὸς μὲ παρέπεμψεν εἰς τοὺς προκατόχους αὐτοῦ ᾼϞϚʹ τοῦ 1874 καὶ ΚΒʹ τοῦ 1863! Ἐδέησε λοιπὸν νὰ καταρτίσω ὁλόκληρον βίβλον γενέσεως νόμων, κατὰ τὸ Αʹ Κεφάλαιον τῆς Καινῆς Διαθήκης, καὶ μάλιστα οὐχὶ μίαν, ἀλλὰ πολλὰς, ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
ΒΙΒΛΟΙ ΓΕΝΕΣΕΩΣ ΝΟΜΩΝ.
Αʹ. Ἐπέτειοι φορολογικοὶ νόμοι. Νόμος ᾼΦϞΔʹ ἀπὸ 17 Δεκεμβρίου 1887. Νόμος ΑΥΙΘʹ ἀπὸ 12 Ἀπριλίου 1887. Νόμος ᾼΤΚϚʹ ἀπὸ 21 Δεκεμβρίου 1885. Νόμος ᾼΣΛΓʹ ἀπὸ 24 Ἰουλίου 1885. Νόμος ᾼΡΛΗʹ ἀπὸ 14 Μαρτίου 1884. Νόμος ᾼΠϚʹ ἀπὸ 19 Μαρτίου 1883. Νόμος ϠΜΘʹ ἀπὸ 7 Μαΐου 1882. Νόμος ϠΝʹ ἀπὸ 6 Μαΐου 1882. Νόμος ϠΕʹ ἀπὸ 7 Φεβρουαρίου 1881. Β. Διάταγμα ἀπὸ 29 Ἰουνίου 1881 (περὶ ἐκτελέσεως τοῦ ϠΕʹ νόμου). Νόμος ῼΛΕʹ ἀπὸ 30 Ἀπριλίου 1880. Νόμος ῼΚΔʹ ἀπὸ 25 Ἀπριλίου 1880. Νόμος ῼΙʹ ἀπὸ 16 Ἀπριλίου 1880. Νόμος ΨΙΗʹ ἀπὸ 30 Νοεμβρίου 1878. Νόμος ΧΝΘʹ ἀπὸ 24 Δεκεμβρίου 1877. Νόμος ΦΠΕʹ ἀπὸ 21 Δεκεμβρίου 1876. Νόμος ΦΞϚʹ ἀπὸ 24 Δεκεμβρίου 1875. Νόμος ΦΜΘʹ ἀπὸ 18 Νοεμβρίου 1875. Νόμος ΥϞΘʹ ἀπὸ 23 Μαρτίου 1874. Βʹ. Πάγιοι φορολογικοὶ νόμοι. Νόμος ᾼΤΜΔʹ ἀπὸ 30 Δεκεμβρίου 1885. Νόμος ῼΛΕʹ ἀπὸ 29 Ἀπριλίου 1880. Νόμος ᾼΤΝʹ ἀπὸ 21 Ἰανουαρίου 1886. Νόμος ΥΜʹ ἀπὸ 19 Φεβρουαρίου 1858. Νόμος ΨΚΕʹ ἀπὸ 30 Νοεμβρίου 1878. Νόμος ΧΞΗʹ ἀπὸ 31 Δεκεμβρίου 1877. Νόμος ΨΜΕʹ ἀπὸ 13 Δεκεμβρίου 1878. Ψήφισμα ΛΔʹ ἀπὸ 24 Μαΐου 1863. Νόμος ΣΟΖʹ ἀπὸ 7 Ἀπριλίου 1855. Νόμος ΩΙΓʹ ἀπὸ 28 Νοεμβρίου 1878. Β. Διάταγμα ἀπὸ 30 Ἀπριλίου 1855. Β. Διάταγμα ἀπὸ 10 Μαρτίου 1878. Β. Διάταγμα ἀπὸ 14 Φεβρουαρίου 1879. Αἱ δύο αὗται βίβλοι ἀνάγονται εἰς τὴν φορολογίαν τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων. Ἕπεται ἑτέρα, ἡ ἑξῆς: Γʹ. Περὶ φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Νόμος ῼΙʹ ἀπὸ 15 Ἀπριλίου 1880. Νόμος ϠΜʹ ἀπὸ 19 Μαρτίου 1882. Νόμος ϠΝʹ ἀπὸ 6 Μαΐου 1882. Νόμος ᾼΡΚΖʹ ἀπὸ 28 Δεκεμβρίου 1883. Νόμος ᾼΤΚϚʹ ἀπὸ 21 Δεκεμβρίου 1885. Δʹ. Περὶ τῆς αὐτῆς φορολογίας. Ἐγκύκλιος 109,502 ἀπὸ 6 Δεκεμβρίου 1885. Ἐγκύκλιος 22,511 ἀπὸ 22 Ἀπριλίου 1880. Ἐγκύκλιος 27,116 ἀπὸ 26 Ἰουλίου 1882. Ἐγκύκλιος 35,526 ἀπὸ 27 Ἀπριλίου 1885. Ἐγκύκλιος 58,732 ἀπὸ 29 Ἰουνίου 1885. Ἐγκύκλιος 83, 730 ἀπὸ 17 Σεπτεμβρίου 1885. Εʹ. Διάφοροι νόμοι ἀναμίξ, ἐπιβάλλοντες προσθέτους φόρους, ἢ ποσοστὰ ἐξ αὐτῶν ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, τῶν ζώων καὶ ἄλλων εἰδῶν ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας: Νόμος ΣΚϚʹ τοῦ 1867. Νόμος ΥΛΑʹ τοῦ 1871. Νόμος ΨΙΓʹ τοῦ 1878. Νόμος ῼΚΑʹ τοῦ 1880. Νόμος ΣΞΓʹ τοῦ 1867. Νόμος ᾼΧΛΓʹ τοῦ 1887. Ἔχομεν λοιπὸν 18 ἐπετείους φορολογικοὺς νόμους, οἵτινες σὺν τῷ ὑπὸ συζήτησιν καὶ σὺν τῷ Β. Διατάγματι τῆς 29 Ἰουνίου 1881 περὶ ἐκτελέσεως τοῦ ϠΕʹ νόμου, γίνονται 20! Ἔχομεν 9 παγίους φορολογικοὺς νόμους μεθ’ ἑνὸς ψηφίσματος τῆς Βʹ Ἐθνικῆς Συνελεύσεως καὶ τριῶν Β. Διαταγμάτων περὶ ἐκτελέσεως αὐτῶν, ἐν ὅλῳ 13! Ἔχομεν 5 νόμους περὶ φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἔχομεν 6 ἐκτενεῖς ἐγκυκλίους διαταγὰς περὶ ἐφαρμογῆς αὐτῶν. Ἔχομεν 6 νόμους, ἐπιβάλλοντας προσθέτους φόρους ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας. Ἐν ὅλῳ νόμους, ψηφίσματα, Β. Διατάγματα καὶ ἐγκυκλίους διαταγὰς 50 τὸν ἀριθμὸν, οἵτινές εἰσι πάντες σχετικοὶ, ἀλληλένδετοι, καὶ οὐδενὸς τούτων δυνάμεθα νὰ ποιήσωμεν χρῆσιν, ἂν μὴ ἀνατρέξωμεν εἰς ἄλλον προηγούμενον, ἢ εἰς πλείονας, ἢ καὶ εἰς πάντας τοὺς προηγουμένους ὁμοῦ. Ἀδυνατεῖ λοιπὸν νὰ γινώσκῃ τις, τί ὀφείλει νὰ πληρώσῃ, οὐδ’ εὑρίσκεται οἰκονομικὸς ὑπάλληλος τόσον ἐντριβὴς, ὥστε νὰ γινώσκῃ ἅπαντας τούτους καὶ νὰ δύνηται νὰ ὁδηγῇ καὶ φωτίζῃ τοὺς ἐρωτῶντας. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὸ 1885–86, διέταξε τὴν ἔκδοσιν τῶν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐκδεδομένων παντοίων τούτων νομοθετημάτων εἰς δύο τεύχη, ἐπιγραφόμενα: 1) «Φορολογία τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν», 2) «Φορολογία τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων», προτάξας τοῦ δευτέρου τούτου ἐκτενῆ ἐγκύκλιον εἰς 9 σελίδας in follio, τὴν ὑπ’ ἀριθ. 17735|31 ἀπὸ 6 Μαρτίου 1886, δι’ ἧς ἔδωκεν ἐξηγήσεις καὶ διασαφήσεις τινὰς, πολὺ εὐκολυνούσας τάς τε ἀρχὰς καὶ τοὺς πολίτας. Ἀλλὰ τὸ κακὸν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ περιορισθῇ, διότι καὶ μετὰ ταῦτα ἐξεδόθησαν ἕτεροι νόμοι, ἐπιβάλλοντες παγίους καὶ προσθέτους φόρους, ὡς καὶ ἐκεῖνος, ὃν ἐπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις προχθές. Ταῦτα πάντα καθιστῶσι τὴν χρῆσιν τῶν νόμων λίαν δύσκολον. Ἡ φορολογικὴ νομοθεσία ἡμῶν εἶναι λαβύρινθος, εἰς ὃν ὀφείλει νὰ εἰσέλθῃ ὁ πολίτης, ἀλλ’ ἀντὶ μίτου πρέπει νὰ κρατῇ χρήματα καὶ πάλιν χρήματα, ἐν ᾧ δὲν ἠξεύρει κἂν πόσα πρέπει νὰ πληρώσῃ καὶ πῶς θὰ δυνηθῇ νὰ ἐξέλθῃ. Εὐχῆς δ’ ἔργον θὰ ἦτο, ἂν πάντες οὗτοι οἱ πολυώνυμοι νόμοι, ἐπέτειοι, καὶ πάγιοι, καὶ ψηφίσματα, καὶ Β. Διατάγματα κλπ. κλπ., συγχωνευόμενοι καὶ τακτοποιούμενοι, ἀπετέλουν ἕνα μόνον, εἰς ὃν νὰ προσφεύγῃ ὁ πολίτης καὶ νὰ μανθάνῃ τί ὀφείλει νὰ πληρώσῃ· διότι, ἐπαναλαμβάνω, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, ὅπερ πρὸ μικροῦ ἀνέγνωσα ὑμῖν, οὐδεὶς πολίτης δύναται νὰ πληροφορηθῇ, τίνες εἰσὶν αἱ ὑποχρεώσεις, αἵτινες ἐπιβάλλονται αὐτῷ. Κατὰ τὸ 1887 ἐψηφίσθη ὁ νόμος ᾼΥΙΘʹ «περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων». Ὁ νόμος οὗτος εἰσήγαγε καὶ μίαν καινοτομίαν ἐν σχέσει πρὸς τοὺς προηγουμένους. Μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐπεκράτει, ὡς καὶ ὁ φορολογικὸς νόμος ᾼΤΚϚʹ τοῦ 1886 περιέλαβεν ἐν ἄρθρῳ 4, τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ τιμὴ τῆς ῥητίνης προσδιορίζεται διὰ πρωτοκόλλου, συντασσομένου ὑπὸ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου, τοῦ ἀρχαιοτέρου τῶν Εἰρηνοδικῶν τῆς πρωτευούσης καὶ τοῦ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἑκάστου τῶν ῥητινοφόρων δήμων». Καὶ τοῦτο ἦτο λίαν ὀρθόν· διότι αἱ δημόσιαι αὗται Ἀρχαὶ καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἀποβλέποντες καὶ εἰς καιρικὰς περιστάσεις καὶ εἰς ἐμπορικὰς καὶ ἄλλας τοιαύτας σχέσεις, προσδιώριζον τὴν τιμὴν τῆς ῥητίνης δικαίως. Ἀλλ’ ὁ νόμος τοῦ 1887 ἐνόμισε καλὸν νὰ ὁρίσῃ αὐτὸς τὴν τιμὴν τοῦ δασικοῦ τούτου προϊόντος, καὶ προσδιώρισε ταύτην λίαν ἀνίσως, ὡς καὶ ἐν ἀρχῇ εἶπον· διότι, ἐνῷ οἱ δῆμοι Εἰδυλλίας καὶ Ἐρυθρῶν τῆς Μεγαρίδος—τῆς ἰδιαιτέρας ἐπαρχίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν—πληρόνουσιν 29 λεπτά, ὁ δῆμος Σκυρίων τῆς Καρυστίας πληρόνει 27 λεπτά, ἄλλοι τινὲς δῆμοι τῆς Μεγαρίδος 32–33 λεπτά, ἡ Λοκρὶς καὶ ἡ Χαλκὶς 30 λεπτά, τοὐναντίον τινὲς δῆμοι τῶν Πατρῶν πληρόνουσι λεπτὰ 51, ὁ δῆμος Βουρῶν τῆς Αἰγιαλείας 49–52 λεπτά, καὶ οἱ δῆμοι Θεραπνῶν καὶ Οἰνοῦντος τῆς Λακεδαίμονος 52 λεπτά, ἤτοι τὸν ἀνώτατον ὅρον καθ’ ὅλον τὸ Κράτος! Βεβαίως ἡ διαφορὰ αὕτη προέρχεται ἐκ τῆς διαφορᾶς κατά τι τῆς ποιότητος τῆς ῥητίνης.....
§135ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τῆς τιμῆς.
§136ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ θὰ προετίμων νὰ προήρχετο καθ’ ὁλοκληρίαν ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς ποιότητος, ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει μόνον τῆς τιμῆς. Ἂν προήρχετο ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς ποιότητος, τὸ τιμολόγιον τοῦ νόμου θὰ ἦτο δικαιότερον· ἀλλὰ προέρχεται ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς τοῦ νόμου, οὕτω δὲ οἱ ῥητινοσυλλέκται τοῦ ἑνὸς τόπου ὠφελοῦνται, οἱ δὲ τοῦ ἑτέρου ζημιοῦνται, ὡς θ’ ἀποδείξω. Ἡ ἀνωτάτη τιμὴ τοῦ φόρου ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς δήμους Θεραπνῶν καὶ Οἰνοῦντος. Ἀλλ’ ὑπολογίσωμεν ἐν ὀλίγοις τί στοιχίζει ἡ ῥητίνη εἰς τὸν συλλέκτην αὐτῆς. Οὗτος πληρόνει 27% ἐπὶ τοῦ ποσοῦ, ὅπερ συλλέγει, δηλαδὴ ἐπὶ 100 ὀκάδων πληρόνει 27 ὀκάδων τίμημα, πρὸς 52 λ. τὴν ὀκᾶν, πρὸς τὸ Δημόσιον, ἤτοι 15% δικαίωμα ἐπικαρπίας καὶ 12% δι’ ἔγγειον φόρον, ἤτοι δρ. 14,04. Εἰς τὸν δῆμον τῆς ἐξαγωγῆς δημοτικὸν φόρον δρ. 1,16· ἕτερον δημοτικὸν φόρον εἰς τὸν δῆμον τῆς εἰσαγωγῆς πρὸς κατανάλωσιν· δαπάνην δραχμῶν 6 διὰ τὰ δέρματα, ἐν οἷς τίθεται ἡ ῥητίνη· δαπάνη λεπτῶν 10 καθ’ ἑκάστην ὀκᾶν δι’ ἀγώγιον ἐκ τῶν ἄκρων τῆς ἐπαρχίας Λακεδαίμονος, ἐκ τῶν συνόρων τῆς Κυνουρίας, ὅπου γίνεται συλλογή, πρὸς τοὺς δήμους Σπάρτης, Γερονθρῶν, Φάριδος, Κροκεῶν κλπ. ὅπου καταναλίσκεται ἡ ῥητίνη. Ὥστε ἐκ τῶν 52 δραχμῶν, τῆς ἀξίας δηλαδὴ τῶν 100 ὀκάδων, ἐδαπανήθησαν ἤδη 32 περίπου· ὑπολείπονται δὲ δραχμαὶ 20 πρὸς ἀμοιβὴν τῶν ἡμεραργιῶν τοῦ ῥητινοσυλλέκτου καὶ τῆς οἰκογενείας του— καὶ ἀπαιτοῦνται 15 περίπου ἡμερομίσθια πρὸς συλλογὴν 100 ὀκ. ῥητίνης.— Ἀλλὰ πωλεῖται τοὐλάχιστον ἡ ῥητίνη πρὸς 52 λεπτά; Πάντες γινώσκομεν, ὅτι κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα ἐξέπεσεν εἰς μέγαν βαθμόν· καὶ ἀφ’ ἑτέρου διὰ τὴν Λακεδαίμονα συμβαίνει καὶ τὸ ἑξῆς ἄδικον ἐκ τῆς ἀνισότητος τοῦ πληρονομένου φόρου· ῥητινοσυλλέκται ἄλλων μερῶν, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπιβεβλημένος φόρος κατὰ τὸ ἥμισυ ὀλιγώτερος τοῦ πληρονομένου ἐν τοῖς δήμοις Θεραπνῶν καὶ Οἰνοῦντος, ἔχοντες τὸ μέγα τοῦτο εὐεργέτημα καὶ εὐκολίας περὶ τὴν μεταφοράν, πωλοῦσιν εἰς τοὺς αὐτοὺς τόπους ῥητίνην πρὸς 10 ἢ καὶ 15 λεπτά ὀλιγώτερον. Δὲν εἶναι τοῦτο ἀδικία; Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀπαλείψῃ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου, δι’ οὗ ὁρίζεται ἡ τιμὴ τῆς ῥητίνης, καὶ ν’ ἀναθέσῃ τὸν προσδιορισμὸν αὐτῆς εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, τὸν Εἰρηνοδίκην καὶ τὸν Πρόεδρον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, οἱ ὁποῖοι θὰ ὁρίσωσι τιμὴν δικαίαν καὶ πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῶν ῥητινοσυλλεκτῶν καὶ τῶν καταναλωτῶν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου κανονίζεται καὶ ἐπιβάλλεται ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐξ ὅλων, ὅσα καὶ αὐτὴ δύναται νὰ γνωρίζῃ, ἐσχημάτισε τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ ἐλαττώσῃ κατὰ τι τὸν φόρον τοῦτον, ἐξοικονομοῦσα δι’ ἄλλου τρόπου φορολογίας τὸ ἐλαττούμενον ποσὸν τῶν ἐσόδων. Ἐγὼ μάλιστα προτείνω τὴν καθ’ ὁλοκληρίαν κατάργησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὁμολογουμένως δὲ ἤθελεν εὐεργετήσει σπουδαίως τὴν κοινωνίαν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἥτις ἤθελε λάβει τοιαύτην πρόνοιαν· διότι ὁ φόρος οὗτος καὶ ἄνισος καὶ ἐπαχθὴς εἶναι. Πρέπει νὰ ληφθῇ ἡ πατρικὴ αὕτη πρόνοια. Μέχρις ὅτου δὲ ἡ Κυβέρνησις λάβῃ καιρὸν νὰ σκεφθῇ περὶ καταλληλοτέρας ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου τούτου, καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἐλαττώσῃ κατὰ τι αὐτόν· διότι εἶναι καιρὸς νὰ δοθῇ μικρά τις ἀνακούφισις εἰς τὴν γεωργικὴν τάξιν. Ὁ λαός, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἀντέχει πλέον· καὶ δὲν λέγω τοῦτο ἐξ ἀντιπολιτεύσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐσχάτως ἦλθον εἰς μεγάλην ἀνάμιξιν πρὸς τὸν λαὸν πολλῶν ἐπαρχιῶν καὶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως καὶ αὖθις ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν περὶ τῆς δεινῆς καταστάσεως αὐτοῦ. Ἂν ἦτο δὲ ἀνάγκη, ἤθελον βεβαιώσει τὴν Κυβέρνησιν, ἐπὶ τῇ προσωπικῇ μου τιμῇ, ὅτι ὁ λαὸς δὲν ἀντέχει. Πολλοὶ ἐπώλησαν μέρος τῶν προβάτων των, διὰ νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον· ἄλλοι ἐπώλησαν τὸν ἕνα βοῦν, διὰ νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον τῶν δύο, δηλαδὴ καταβάλλουσι μέρος τοῦ παραγωγικοῦ κεφαλαίου πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς καταστάσεως ταύτης ἐγκαίρως, διότι βραδύτερον οὔτε φόρους θὰ δύναται νὰ εἰσπράττῃ, οὐδὲ ἀνθρώπους θὰ εὕρῃ ἐν τῷ τόπῳ! Ἐπίσης βαρύτατος καταντᾷ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ ἐλαίου. Δὲν δύναταί τις δὲ νὰ ἐννοήσῃ τὸ βάρος τοῦ φόρου τούτου, ἐὰν μὴ παρακολουθήσῃ, οὕτως εἰπεῖν, κατὰ πόδας τὸ εἰσόδημα τῆς ἐλαίας. Κρατῶ ἀνὰ χεῖρας σημείωσιν, σταλεῖσάν μοι ἐκ Σπάρτης παρὰ πολίτου καὶ πολιτευομένου προσώπου λίαν ἀξιοτίμου, ἀνεξαρτήτου ὑλικῶς, κτηματίου, καὶ ἑπομένως λίαν ἀξιοπίστου, τοῦ κ. Θεοφίλου Γκικοπούλου. Κατὰ τὴν σημείωσιν ταύτην, «ὁ ἐλαιοκτήμων λαμβάνει ἔλαττον τῶν 45% ἐκ τοῦ συλλεγομένου ἐλαιοκάρπου· τουτέστιν ἐκ 300 ὀκάδων ἐλαιοκάρπου (αἵτινες ἀποτελοῦσιν ἓν γέϊαμα) 60 θὰ λάβωσιν οἱ συλλέκται τῶν ἐλαιῶν, 30 οἱ ἐλαιοτρίβαι, 33 θὰ διατεθῶσιν εἰς ἔγγειον φόρον, πρόσθετον ὑπὲρ τῆς ὁδοποιίας, δημοτικὸν κλπ., πρὸς δὲ θὰ πληρώσῃ ὁ ἐλαιοκτήμων πρὸς τροφὴν τῶν ἐλαιοτριβῶν δραχ. 3, ἤτοι ἀντίτιμον 25 ὀκάδων ἐλαιοκάρπου. Οὕτω δὲ ἀπομένουσιν εἰς αὐτὸν 152 ὀκάδες· ἐκ τούτων δὲ πάλιν θὰ ἐκπεσθῇ ἡ φύρα, ἥτις ἐπέρχεται ἀπὸ τῆς συλλογῆς μέχρι τῆς ἐκθλίψεως, καὶ οὕτως ὑπολείπονται τῷ ἰδιοκτήτῃ ὀκάδες μόλις 140· ἐκ τούτων δέον ν’ ἀφαιρεθῇ ποσόν τι διὰ τὰς δαπάνας τῆς καλλιεργείας, ὥστε τί ἀπομένει εἰς τὸν ἐλαιοκτήμονα; κλπ.» Ἡ μικρὰ ἐλάττωσις, ἥτις ἐγένετο παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, ἐπήγαγεν ἀνακούφισίν τινα εἰς τοὺς ἐλαιοκτήμονας, καὶ τοιοῦτοί εἰσιν ἐν Ἑλλάδι ἅπαντες σχεδὸν οἱ γεωργοί. Τὸ ἔλαιον, ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους διαιτᾶται ὁ πολὺς Ἑλληνικὸς λαός, εἶναι ἡ κυριωτάτη οὐσία, δι’ ἧς καὶ τρέφεται καὶ ἐργάζεται καὶ φωτίζεται. Ἀλλὰ κατόπιν, ἐπὶ τῆς νῦν Κυβερνήσεως, ἕνεκα τοῦ γενικοῦ σχεδίου τῶν οἰκονομικῶν μέτρων αὐτῆς, ηὐξήθη πάλιν καὶ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ ἐλαίου. Συνιστῶ θερμότατα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν οὐχὶ ἐκ λόγων δημοκοπίας, ἀλλ’ ἐξ ἐνδιαφέροντος εἰλικρινοῦς ὑπὲρ τοῦ τόπου, ὑπὲρ τῶν συμπολιτῶν μου ἐπὶ τέλους, νὰ σκεφθῇ ὡρίμως, σπουδαίως, πατρικῶς, καὶ νὰ φέρῃ, ὡς κυβερνήτης τοῦ τόπου, μικρὰν ἀνακούφισιν. Εἰ δυνατόν, ἂς ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐκ τῆς σημερινῆς συζητήσεως — καὶ εἶναι εὐτυχῶς αὕτη ἡ δευτέρα, ἔχομεν δὲ καιρὸν μέχρι τῆς τρίτης — ἂς φέρῃ δὲ μικράν τινα τροποποίησιν, ἂς ἀφαιρέσῃ τοὐλάχιστον τὰ 20%, τὰ δύο δεκατημόρια, τὰ ὁποῖα ἐσχάτως προσέθηκε, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὁ λαὸς ἔχει ἀνάγκην ἀνακουφίσεως.
§137ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψει ἡ καταστροφή, τὴν ὁποίαν ἡ παραγωγὴ τῆς ῥητίνης φέρει εἰς τὰ δάση, καὶ ἂν ἐγένετο μελέτη συγκριτικὴ τῆς ἀξίας τοῦ παραγομένου ποσοῦ ῥητίνης καὶ τῆς εἰς τὰ δάση προξενουμένης βλάβης ἐκ τῆς παραγωγῆς αὐτῆς. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ποῖον εἶναι τὸ ὅλον ποσὸν τῆς ῥητίνης, τὸ παραγόμενον ἐν τῷ Κράτει.
§138ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Διότι συμπίπτει νὰ ἀνήκω εἰς νομόν, τοῦ ὁποίου ἡ ἰδιαιτέρα μου ἐπαρχία, ἡ τῆς Μεγαρίδος, παράγει ῥητίνην, θέλω νὰ εἴπω τοῦτο ἐπὶ τῆς παρατηρήσεως, τῆς ἀναγομένης εἰς τὴν καταστροφὴν τῶν δασῶν, ὅτι ἀκριβῶς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεγαρίδος, καθὼς καὶ ἐν τῇ τῆς Κορινθίας, ὅπου ἔν τισι δήμοις καλλιεργοῦνται αἱ πεῦκαι, ἡ καλλιέργεια αὐτῶν χάριν τῆς συλλογῆς τῆς ῥητίνης σώζει τὰ δάση. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεγαρίδος εἶναι παρατηρημένον, ὅτι ἐν τῷ μόνῳ δήμῳ, ἐν τῷ ὁποίῳ δὲν γίνεται συστηματικῶς συλλογὴ ῥητίνης, ἐν τῷ δήμῳ Μεγάρων, καταστρέφονται δάση, ἐνῷ τὰ τῶν ἄλλων δήμων συντηροῦνται, οἱ δὲ κάτοικοι, μὴ ἀρκούμενοι εἰς τοὺς δημοσίους δασοφύλακας, διορίζουσι καὶ ἰδιωτικούς, κατὰ κοινὴν συμφωνίαν, καὶ οὐδέποτε συμβαίνει πυρκαϊά, ἤ, ἂν κατὰ τύχην συμβῇ, περιορίζεται ἀμέσως. Ἐὰν κανονισθῇ ἡ καλλιέργεια τῆς ῥητίνης εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἐκβιάζηται τὸ δένδρον εἰς παραγωγήν, καὶ ἐκ τούτου φθείρηται ταχύτερον, ἡ καλλιέργεια τῆς ῥητίνης θέλει καταλογισθῆ μεταξὺ τῶν συντελεστικωτέρων προφυλακτικῶν τῶν δασῶν.
§139ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐνδεχόμενον ἡ παραγωγὴ τῆς ῥητίνης νὰ συντελῇ εἰς τὴν διάσωσιν τῶν δασῶν, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἑτέρα προφύλαξις αὐτῶν. Ἐν γένει ὅμως αἱ πεῦκαι, αἱ παράγουσαι ῥητίνην, δὲν ἀφίνονται ν’ ἀναπτυχθῶσιν, ὅπως ἀποτελέσωσι δάσος, καὶ καταντῶσι σχεδὸν θάμνοι. Ἐὰν πρόκηται τὴν παραγωγὴν τῆς ῥητίνης νὰ θεωρήσωμεν ὡς μέσον προφυλάξεως καὶ διατηρήσεως τῶν δένδρων, δὲν ἔχω τι νὰ ἀντείπω· νομίζω ὅμως, ὅτι τὸ Δημόσιον ὀφείλει νὰ φροντίσῃ ἄλλως περὶ τῆς διατηρήσεως τῶν δασῶν. Ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ὑποσχεθῆ ἄλλοτε, ὅτι ἤθελε φέρει νομοσχέδιον, κανονίζον τὰ μέσα τῆς διατηρήσεως τῶν δασῶν. Καὶ ἡ μέθοδος δὲ, καθ’ ἣν συλλέγεται παρ’ ἡμῖν ἡ ῥητίνη, συντελεῖ εἰς τὴν μεγαλειτέραν βλάβην τῶν δένδρων. Καὶ ὁ τρόπος ἑπομένως τῆς συλλογῆς αὐτῆς πρέπει νὰ κανονισθῇ οὕτως ὥστε νὰ περιορισθῇ ἡ γιγνομένη βλάβη διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως π. χ. τῆς ἐξαγωγῆς ῥητίνης ἐκ δένδρων μικρῶν καὶ ἀσθενῶν κτλ. Περὶ τοῦ ζητήματος τούτου νομίζω καλὸν νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ λάβῃ τὰ ἀναγκαῖα μέτρα.
§140ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρέλειψα νὰ προσθέσω, ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν δήμων Θεραπνῶν καὶ Οἰνοῦντος δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον ἐζήτησαν τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου τῆς ῥητίνης, τὸ δὲ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον συνέστησε τὴν ἐλάττωσιν ταύτην εἰς τὴν Κυβέρνησιν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§141Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δηλοῦμεν, ὅτι ἐργαζόμεθα εὐχαρίστως μέχρι τῆς 8ης ὥρας, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἀνάγκην ν’ ἀναπαυθῶμεν καὶ ἡμεῖς καὶ νὰ γευθῶμεν. Διὰ τοῦτο πέραν τῆς 8ης ὥρας δὲν δυνάμεθα νὰ μείνωμεν, καὶ ἑπομένως δικαιούμεθα, ἐὰν ἐπιμένῃ ἡ Συμπολίτευσις, νὰ ἀμυνθῶμεν.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἑπόμενα δύο νομοσχέδια δὲν ἔχουν ἀντίῤῥησιν, ὑποθέτω· εἶναι τὸ περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ...
§143ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Ἐπὶ τούτου δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις.
§144Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ μελετήσωμεν τὰ νομοσχέδια. Ἐμελετήσαμεν 6, 8, 9 νομοσχέδια, ἀλλὰ βλέπω, ὅτι προβαίνετε πρὸς τὰ πρόσω. Πῶς δυνάμεθα νὰ γνωρίσωμεν, ἂν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα δὲν ἐμελετήσαμεν, ὑπάρχῃ ἢ δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις;
§145ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Προτεταγμένα τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι τὰ νομοσχέδια, ἐφ’ ὧν ὑποτίθεται, ὅτι ἔρχονται οἱ Βουλευταὶ μεμελετημένοι.
§146ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂς ἀναγνωσθῶσι τὰ στρατιωτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: Περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1889 Περὶ τῆς κατὰ θάλασσαν στρατιωτικῆς δυνάμεως κατὰ τὸ ἔτος 1889).
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαχειρίσεως τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ βακουφίων.
§148Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐὰν ἐξακολουθήσητε τὴν συζήτησιν, καταθλιβόμεθα.
§149ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8½ μ. μ.