1889.01.12
2.197 στίχοι · 16.842 λέξεις · 138 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 56.
Τῆς 12 Ἰανουαρίου 1889.
(Πέμπτη).
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ Ἀντιπροέδρου κ. Κοκκέβη).
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, προτείνω δύο παρατηρήσεις ἐπὶ τῆς συντάξεως τῶν πρακτικῶν, ἐν τῇ σελίδι 18. Ἐν τῇ παραγράφῳ βʹ τῆς σελίδος 18 ἐκτίθενται τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα οὕτω: «διεδέξατο τοῦτον ἐπὶ τὸ βῆμα εἷς τῶν Βουλευτῶν Ἀρκαδίας, ὅστις ὑπεστήριξε διὰ πολλῶν τὴν μὴ ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου»....
§2ΜΠΟΥΝΤΟΥΡΗΣ (Γραμματεύς). Ἐγένετο ἡ διόρθωσις: «Εἷς τῶν Βουλευτῶν Μεσσηνίας καὶ εἷς τῶν Βουλευτῶν Ἀρκαδίας, οἵτινες ὑπεστήριξαν κτλ.».
§3ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ἀφορῶν εἰς ἐμὲ, δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἐγὼ δὲν ὑπεστήριξα τὴν μὴ ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι κατὰ τὴν 7ην πρωϊνὴν ὥραν τῆς τελευταίας ἡμέρας τῶν συζητήσεων ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου Σπάρταλη, δὲν ἦτο σπουδαῖον, ἐὰν ἠγειρόμην νὰ ἀγορεύσω, ἵνα συμβουλεύσω τὴν μὴ ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ ἀνέβην εἰς τὸ βῆμα, ἵνα ἀναιρέσω, ὅσα ὁ κύριος Σιμόπουλος, ὡς Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶχεν εἰπεῖ περὶ ἐμοῦ, ὅτι δῆθεν ἐγὼ, διατελῶν ἄλλοτε Ὑπουργὸς, παρητήθην τῆς ἐνστάσεως τῆς παραγραφῆς ἐπὶ τῆς ἀξιώσεως τοῦ κ. Βαλαωρίτου. Διὰ νὰ ἀναιρέσω τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Σιμοπούλου λεχθέντα περὶ ἐμοῦ, τὰ ὁποῖα εἶχον πλασθῆ ὑπ’ αὐτοῦ, δι’ αὐτὸ ἠγέρθην τότε νὰ ἀγορεύσω, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ φροντίσητε νὰ διορθωθῶσι τὰ πρακτικά, ὡς ἑξῆς: «Διεδέξατο τοῦτον ἐπὶ τὸ βῆμα εἷς τῶν Βουλευτῶν Ἀρκαδίας, ἀντικρούων τὰ λεχθέντα πρὸ ἑβδομάδων ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς περὶ αὐτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὸ 1879, παραιτηθέντος δῆθεν τῆς ἐνστάσεως τῆς παραγραφῆς ἐπὶ τῆς ἀξιώσεως τοῦ Σπ. Βαλαωρίτου». Ἡ δευτέρα παρατήρησις, τὴν ὁποίαν σᾶς προβάλλω, εἶναι ἐπὶ τῆς γʹ παραγράφου ἐν τῇ αὐτῇ σελίδι 18, ἔνθα λέγεται: «συνήχθη μετὰ τὴν διαλογήν, ὅτι ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου διὰ ψήφων 78, ἀποσχόντων τῶν λοιπῶν παρόντων τῆς ψηφοφορίας». Σᾶς παρακαλῶ νὰ καταστήσητε τὴν φράσιν πλέον σαφῆ, καὶ νὰ θέσητε: «Μηδεμίαν ἀποφηναμένων ψῆφον τῶν λοιπῶν παρόντων κατὰ τὴν ψηφοφορίαν Βουλευτῶν». Ἡ ψῆφος, κατὰ τὸν Κανονισμόν, εἶναι τριῶν εἰδῶν. Ψηφοφοροῦσιν οἱ Βουλευταὶ ἢ ΝΑΙ, ἢ ΟΧΙ, ἢ ἀρνοῦνται ψῆφον. Μηδεμίαν τῶν τριῶν τούτων εἰδῶν ψήφου ἀπεφήναντο οἱ Βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Σπάρταλη.
§4ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐν τῇ σελίδι 6ῃ καὶ παραγράφῳ προτελευταίᾳ ἀναφέρονται τὰς ἑξῆς: «Τὴν γνώμην, ὅτι οἱ ἐν τοῖς παρακειμένοις δωματίοις Βουλευταὶ δὲν πρέπει νὰ θεωρῶνται ὡς παρόντες, ὑπεστήριξαν καὶ ἄλλοι Βουλευταί, ἀξιώσαντες, ὅτι ὁ Κανονισμὸς ἀφεώρα τὰ συνεχόμενα δωμάτια πρὸς τὴν αἴθουσαν τῶν συνεδριάσεων τοῦ πρώην Βουλευτηρίου». Παρακαλῶ, ὅπως ἐν τῷ τέλει τῆς βʹ παραγράφου τεθῶσιν ὡρισμένως τὰ ἑξῆς: «Ἕτερος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἐπεκαλέσθη τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς τοῦ 1865, καὶ ἰδίᾳ τὰ λεχθέντα ὑπὸ Δεληγεώργη καὶ Λομβάρδου κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 17ου τοῦ Κανονισμοῦ».
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά· θὰ διορθωθῶσι. (Τὰ πρακτικά, διορθωθέντα συμφώνως ταῖς ἀνωτέρω παρατηρήσεσιν, ἐπικυροῦνται).
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἀριστείδης Δημητριάδης δι’ ἀναφορᾶς του παρακαλεῖ νὰ ψηφισθῇ τὸ πρὸ διετίας ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ ὑποχρεωτικῆς καταβολῆς εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον πάντων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων. Παραπέμπεται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν.
§7ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ἔλαβον, κύριοι Βουλευταί, τηλεγράφημα ἐκ Λευκάδος, δι’ οὗ ὁ Σπυρίδων Μπαμπακούλης παραπονεῖται, ὅτι χωροφύλακες, μεταβάντες εἰς τὸ ποιμνιοστάσιόν του, ἐκάκωσαν αὐτόν, ἀφαιρέσαντες καὶ διάφορα πράγματά του....
§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶσθαι βέβαιος, ὅτι εἶναι ἀληθῆ ταῦτα;
§9ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ βεβαιώσω, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψει τὸ τηλεγράφημα καὶ νὰ δώσητε τὰς δεούσας διαταγὰς, ἐὰν ἦναι ἀληθῆ τὰ ἐν αὐτῷ ἀναφερόμενα.
§10ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ εἰς ἐμὲ ἀπεστάλη τηλεγράφημα, λέγον τὰ ἑξῆς: «Προχθὲς ἐλθὸν ἀπόσπασμα χωροφυλάκων ποιμνιοστάσιόν μου δεκάτην νυκτὸς, μὲ ἔδεσεν ἀδίκως, μὲ ἐῤῥάπισεν ἀνηλεῶς, μοὶ ἀφήρεσαν ἕνα τράγον. δακτυλίδιον χρυσοῦν, ὅπερ ἤρεσεν ἀποσπασματάρχου Γρηγοροπούλου. Παρακαλῶ ὑψώσατε φωνὴν Βουλὴν. Ποῦ Εἴμεθα; Ῥαγιάδες;» Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως προνοήσῃ περὶ τῆς ἀναφερομένης πράξεως.
§11ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συνεπείᾳ ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ καὶ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς κατέθετο εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπ’ ἀριθ. 72,048, τῆς 11ης Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους, ἐκ τοῦ ὁποίου καὶ τῆς ἐν αὐτῷ περιλήψεως ἐξάγονται τὰ ἑξῆς. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐπρόκειτο νὰ λάβῃ ἐνέργειάν τινα ἐπὶ αἰτήσεως, διαβιβασθείσης αὐτῷ ὑπὸ τοῦ ἐν Τριπόλει κυρίου Εἰσαγγελέως, δι’ ἧς οὗτος παρεκάλει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐπιδώσῃ κλητήριον θέσπισμα τοῦ ἰδιώτου κατηγόρου Ἀθανασίου Χριστοπούλου πρὸς τὸν Μοίραρχον Γεώργιον Λευκάδιον, διοικητὴν τῆς Μοιραρχίας Τρικκάλων, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀντὶ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν αἴτησιν ταύτην, ἐπέστρεψεν αὐτὴν δι’ ἐγγράφου, ἀρνηθὲν νὰ ἐκτελέσῃ τὴν αἴτησιν τοῦ κ. Εἰσαγγελέως, διότι, λέγει, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀπομάκρυνσις τοῦ κλητευομένου ἀπὸ τῆς ἐνεστώσης διαμονῆς του, ἕνεκα κωλύματος, προερχομένου ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Ἡ τοιαύτη, Κύριοι, ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ γεννήσῃ διαφόρους σκέψεις. Ἐπρόκειτο περὶ κλητηρίου θεσπίσματος, ἐκδοθέντος ὑπὸ ἰδιώτου κατηγόρου, κατηγοροῦντος τὸν Μοίραρχον Λευκάδιον δι’ ἐπεμβάσεις κατὰ τὰς ἐκλογάς. Ὁ ἰδιώτης κατήγορος εἶχε δικαίωμα νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐκδίκασιν αὐτῆς τῆς καταγγελίας, διὰ τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἔχει ὅλην τὴν εὐθύνην, ἀλλὰ βλέπετε, ὅτι εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτὴν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης παρεμβάλλεται ἓν πρόσκομμα ἀνυπέρβλητον ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Κύριοι, μεταξὺ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ὁ νομοθέτης ἐθεώρησε συντελεστικὰ διὰ τὴν τακτικὴν καὶ νόμιμον διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν, ἦτο καὶ τοῦτο, τὸ νὰ δώσῃ δικαίωμα ἰδιωτικῆς κατηγορίας εἰς πάντα πολίτην, ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν τιμωρίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρακωλύουσι τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἐκλογῶν, καὶ αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος θέλει νὰ κάμῃ χρῆσιν ὁ ἀναφερόμενος· καὶ ὅμως διὰ τῆς ἀρνήσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ματαιοῦται καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἰδιώτου κατηγόρου, καὶ ἡ διάταξις αὕτη ἀκόμη τοῦ περὶ ἐκλογῶν νόμου. Ἐπεθύμουν λοιπὸν, νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δώσῃ διασαφήσεις τινὰς, πόθεν ἐνόμιζεν, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παρακωλύῃ τὴν τοιαύτην λειτουργίαν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ἀρνούμενος νὰ κοινοποιήσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα διὰ τὴν διεξαγωγὴν αὐτῆς. Μία ἐπανάληψις τοιούτων ἐνεργειῶν, εἰς ἄλλας περιστάσεις, ὅπου δύναται νὰ ὑπάρξῃ μεγαλείτερον συμφέρον, ἤθελε ματαιώσει καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν καταδίωξιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὰς ἐκλογὰς παρεκτρέπονται εἰς πράξεις ἀξιοποίνους. Νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἔχει δικαίωμα ν’ ἀρνῆται τὴν κοινοποίησιν τοιούτων ἐγγράφων, ἁπλῶς μόνον ἐπικαλούμενος λόγους ὑπηρεσίας; Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τίνες ἆρά γε αὐτοὶ οἱ λόγοι τῆς ὑπηρεσίας, οἵτινες παρεκώλυον τὴν εἰς τὸν κατηγορούμενον κοινοποίησιν τοῦ κλητηρίου θεσπίσματος; Νομίζω, ὅτι ὀφείλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δώσῃ πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τούτου· διότι, κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἔχω, καθ’ ὃν χρόνον ἔγραφεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι ὑπῆρχον τοιοῦτοι λόγοι, ὁ Μοίραρχος παραδόξως εὑρίσκετο ἐν Τριπόλει δι’ ἰδιαιτέραν ὑπόθεσιν!
§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ δοθεῖσα ἀπάντησις εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Τριπόλεως εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν ἐπικρατοῦσαν γενικὴν ἀρχὴν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τοῦτο κατόπιν ἐγκυκλίων, ἐκδοθεισῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπανειλημμένως καὶ ἀπὸ πολλῶν ἤδη ἐτῶν δόντος ὁδηγίας εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς, νὰ φροντίζωσιν, ὅπως μὴ κλητεύωνται μάρτυρες στρατιωτικοί, εἰμὴ ἐν ἀπολύτῳ ἀνάγκῃ, ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει, νὰ ὑποβάλλωνται οὗτοι καὶ ἐν τῇ προανακρίσει εἰς ἔνορκον κατάθεσιν, ὥστε, ἐὰν αἱ ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας δὲν ἐπιτρέπωσι τὴν μετάβασιν αὐτῶν, νὰ μὴ δίδεται ἡ ἄδεια, ἐκτὸς ἐὰν ἡ αὐτοπρόσωπος αὐτῶν παρουσία ἦναι ἀπολύτως ἀναγκαία. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἑπομένως, ὁσάκις αἱ ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας ὑπαγορεύωσι τοῦτο, δὲν ἐπιτρέπει τὴν μετάβασιν εἴτε τῶν μαρτύρων, εἴτε τῶν κατηγορουμένων, ἐπὶ τῇ αἰτήσει τῶν ἰδιωτῶν κατηγόρων, εἰμὴ μόνον, ὅταν ὁ Εἰσαγγελεὺς παραστήσῃ, ὅτι ἡ μὴ παράστασις αὐτῶν ἐπάγεται συνεπείας ὡς πρὸς τὴν δίκην. Διὰ τοῦτο ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ, τοῦ Εἰσαγγελέως μηδόλως συστήσαντος τὴν αἴτησιν τοῦ ἰδιώτου κατηγόρου, τὸ Ὑπουργεῖον ἀπήντησεν ἀποφατικῶς. Ἐὰν ὅμως ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐπανήρχετο εἰς τὸ ζήτημα, παριστῶν, ὅτι ἦτο ἀναγκαία ἡ προσέλευσις τοῦ κλητευθέντος, τὸ Ὑπουργεῖον, κατὰ τὸ ἐπικρατοῦν ἔθιμον, ἤθελε παραδεχθῆ τὴν αἴτησιν. Ἀλλ’ ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν εἶχε συστήσει τοῦτο, οὔτε διαβιβάζων τὴν αἴτησιν, οὔτε κατόπιν τῆς ἀρνήσεως τοῦ Ὑπουργείου.
§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ὑπόθεσις, δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἐγένετο καταληπτὴ ὑπὸ τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Πρόκειται περὶ ἐπιδόσεως κατηγορητηρίου, τὸ ὁποῖον ἰδιώτης κατήγορος ἐπεθύμει νὰ κοινοποιηθῇ εἰς ἀξιωματικὸν τῆς χωροφυλακῆς. Ὁ ἰδιώτης κατήγορος ἐκπληροῖ ἔργα Εἰσαγγελέως. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε τὸ κατηγορητήριον, ζητήσας νὰ διατάξῃ τὴν ἐπίδοσίν του εἰς τὸν κατηγορούμενον Μοίραρχον Λευκάδου, δὲν ἐνέκρινε νὰ ἐπιδοθῇ τὸ κατηγορητήριον τοῦτο, διότι, ὡς ἠτιολόγησε τὴν ἄρνησίν του, ἔκρινεν ἀναγκαίαν τὴν παρουσίαν τοῦ Μοιράρχου ἐν Τρικάλοις. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς ἐξήγησε τὴν αἰτίαν. Σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἐνέκρινε νὰ κοινοποιηθῇ τὸ κατηγορητήριον εἰς τὸν ἀξιωματικὸν τῆς χωροφυλακῆς, διότι ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν εἶχε συστήσει, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ κοινοποιηθῇ εἰς αὐτὸν, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ἐνόμιζεν ἀναγκαίαν τὴν ἐπίδοσιν, διότι ὁ ἀξιωματικὸς ἔπρεπε νὰ μένῃ ἐν Τρικάλοις χάριν ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ ἡ ἐπίδοσις τοῦ κατηγορητηρίου δὲν εἶναι πρᾶξις ἀναγκαία. Ἐὰν δὲν ἤθελε γίνει ἡ ἐπίδοσις τοῦ κατηγορητηρίου, ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη σταματᾷ, οὐδ’ ὁ Μοίραρχος εἶναι δυνατὸν νὰ δικασθῇ ποτέ. Καὶ ἐν ὅσῳ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἤθελεν εὐδοκήσει νὰ διατάξῃ νὰ ἐπιδοθῇ τὸ κατηγορητήριον εἰς τὸν Μοίραρχον Λευκάδιον, οὗτος θέλει μένει ἀτιμώρητος καὶ ἀνώτερος παντὸς νόμου. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ δικαιολογία τοῦ Πρωθυπουργοῦ εἶναι παράδοξος, διότι ποία ἡ ἀνάγκη τῆς γνώμης τοῦ Εἰσαγγελέως, προκειμένου περὶ ἐπιδόσεως κατηγορητηρίου; Καὶ ταῦτα γίνονται ἐν χρόνῳ καὶ ἐν περιστάσεσιν, αἵτινες μεταδίδουσιν εἰς τὸν λαὸν οὐχὶ τὴν ὑπόνοιαν, ἀλλὰ τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν λειτουργεῖ πλέον ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη· διότι ἐνῷ ὁ Μοίραρχος Λευκάδιος κατέλιπε τὴν ἕδραν του ἐν Τρικάλοις, εἴτε δι’ ἀδείας τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, εἴτε ἄνευ ἀδείας, διὰ νὰ μεταβῇ εἰς Τρίπολιν, ἔνθα κατεδιώκετο ἐπὶ ἀναιρέσει ἀνεψιὸς αὐτοῦ, καὶ ἐπρόκειτο νὰ δικασθῇ ἐν Τριπόλει, ἐζητήθη ἡ ἐπίδοσις τοῦ κατηγορητηρίου εἰς αὐτὸν ἐν ᾧ χρόνῳ διέμενεν ἔτι ἐν Τριπόλει, ἠρνήθη νὰ διατάξῃ τὴν ἐπίδοσίν του, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ παρουσία του ἐκεῖ. Λοιπὸν ἦτο ἀναγκαία ἡ παρουσία του εἰς Τρίκκαλα, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπιδοθῇ τὸ κατηγορητήριον, ἐπετρέπετο ὅμως νὰ ἔλθῃ εἰς Τρίπολιν διὰ νὰ ὑπερασπίσῃ τὸν ἀνεψιόν του. Οἱ πολῖται δὲ τῆς Τριπόλεως, καὶ πρὸ πάντων οἱ χωροφύλακες, συναντῶσι τὸν Μοίραρχον Λευκάδιον ἐν ταῖς πλατείαις τῆς Τριπόλεως καὶ χαιρετῶσιν αὐτὸν, καὶ μανθάνουσιν, ὅτι ἦλθε, διότι δικάζεται ὁ ἀνεψιός του. Ἀλλὰ μανθάνουσι μετ’ ὀλίγον, ὅτι ζητεῖ τὸ Δικαστήριον τὸν Λευκάδιον, διὰ νὰ δικάσῃ αὐτὸν, ὡς κατηγορούμενον ἐπὶ ἐκλογικαῖς παραβάσεσιν, ὁ Λευκάδιος ὅμως ἀναχωρεῖ εἰς Τρίκκαλα, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀρνεῖται νὰ ἐπιδώσῃ εἰς αὐτὸν τὸ κατηγορητήριον. Καὶ οὕτω διδάσκομεν καὶ τοὺς χωροφύλακας, πῶς πρέπει νὰ σέβωνται τοὺς νόμους, καὶ τοὺς πολίτας, τί ἐστὶ παρ’ ἡμῖν ποινικὴ δικαιοσύνη. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας εἶχον καθῆκον νὰ ἀνακοινώσω, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐνδεχόμενον νὰ ἦναι ἐν ἀγνοίᾳ, ἢ νὰ εἶχε λησμονήσει, ὅτι εἶχε δώσει ἄδειαν εἰς τὸν Λευκάδιον ὀλίγον χρόνον πρὶν ἢ ἀποφανθῇ, ὅτι κρίνει ἀναγκαίαν τὴν παρουσίαν του ἐν Τρικκάλοις. Ἀλλ’ εἶχον καὶ ἄλλο καθῆκον, νὰ δηλώσω, ὅτι ἡ ἐγκύκλιος, ἐφ’ ἧς ἐστηρίχθη ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀρνηθεὶς τὴν ἐπίδοσιν τοῦ κατηγορητηρίου, δὲν εἶναι νόμιμος, διότι ἀναστέλλει τὴν πρόοδον τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης.
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐγκύκλιος ἀφορᾷ εἰς τοὺς μάρτυρας· εἶπον δὲ, ὅτι ἡ ἐγκύκλιος αὕτη ἐφηρμόσθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐπὶ ἀξιωματικῶν, κλητευομένων ὑπὸ ἰδιωτῶν κατηγόρων. Ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, ἐὰν ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν συστήσῃ τὴν μετάβασιν τοῦ ἀξιωματικοῦ, τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἐντέλλεται αὐτὴν, εὐθὺς δὲ, ὡς ὁ Εἰσαγγελεὺς ζητήσῃ τὴν μετάβασιν τοῦ κλητευομένου ἀξιωματικοῦ, τὸ Ὑπουργεῖον φροντίζει περὶ ἀναπληρώσεως αὐτοῦ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ ἐπιτρέπει τὴν μετάβασιν.
§15ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμοῦμαι ἀληθῶς, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐγκύκλιοι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, προκληθεῖσαι ἕνεκα τῶν καταχρήσεων, αἵτινες ἐγίνοντο ἐκ μέρους διαδίκων, ἢ δικηγόρων, εὐμενῶς διακειμένων ὑπὲρ στρατιωτικῶν, ἐπιθυμούντων νὰ μεταβῶσιν, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῶν μαρτύρων, ἔνθα εἶχον ἰδιαιτέρας ὑποθέσεις ἢ σχέσεις. Πρὸς περιστολὴν αὐτῆς τῆς καταχρήσεως ἐπεστήθη λίαν ἡ προσοχὴ τῶν Εἰσαγγελέων εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, ἐὰν πράγματι οἱ ὡς μάρτυρες καλούμενοι στρατιωτικοὶ δύνανται θεωρηθῶσιν ἀναγκαῖοι πρὸς ἐκδίκασιν τῆς δίκης, δι’ ἣν καλοῦνται· ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν πληροφοριῶν, ἃς οἱ Εἰσαγγελεῖς διεβίβαζον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, προέβαινε τοῦτο, ἢ μὴ, εἰς τὴν κοινοποίησιν τῶν κλήσεων. Ἀπέκειτο δὲ εἰς τὰ Δικαστήρια, νὰ διατάξωσι δι’ ἀποφάσεως τὴν προσαγωγὴν τῶν μαρτύρων, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐθεώρουν αὐτοὺς ἀναγκαίους εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῶν ὑποθέσεων. Ἀλλὰ ταῦτα, τὰ περὶ μαρτύρων διαταχθέντα, καὶ διαταχθέντα πρὸς Εἰσαγγελεῖς, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσι νὰ ἐκτελῶσι τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου, δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐφαρμογὴν, ὅταν πρόκηται περὶ ἰδιωτῶν κατηγόρων, καὶ ἰδίως ὅταν πρόκηται περὶ κλητεύσεως κατηγορουμένων. Ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ πολίτης, ὑπὸ βαρεῖαν εὐθύνην καὶ ἰδίαις δαπάναις, νὰ καταδιώκῃ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον θεωρεῖ παραβάτην τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Αὐτὸς δὲ ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα νὰ προσδιορίσῃ καὶ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν συζητηθήσεται ἡ κατηγορία· ἑπομένως αἱ διαταγαὶ, αἵτινες δύνανται νὰ διαβιβασθῶσιν εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς, δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ἐφαρμογήν. Ἄλλως τὸ Ὑπουργεῖον, ἀρνούμενον τὴν ἐπίδοσιν τοῦ κλητηρίου θεσπίσματος, δύναται νὰ προκαλέσῃ ἐπὶ τέλους καὶ αὐτὴν τὴν παραγραφὴν τῆς ὑποθέσεως. Διὰ τοῦτο οὐχὶ ὀρθῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐστηρίχθη εἰς τοιαύτην ἐγκύκλιον. Ἀρκετὰς δυσκολίας ἔχει ὁ πολίτης, ἵνα ὑποστηρίξῃ κατηγορίαν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ἑπομένως ὀφείλει ἡ Ἐξουσία νὰ παράσχῃ αὐτῷ τὰ μέσα, ἢ μᾶλλον νὰ μὴ τῷ παρεμβάλλῃ προσκόμματα· καὶ ἐννοεῖτε, ὅτι τὸ μέγιστον τῶν προσκομμάτων εἶναι ἡ ἄρνησις τῆς ἐπιδόσεως τοῦ κλητηρίου. Ὥστε καὶ κατ’ ἀρχὴν οὐδόλως εἶναι ὀρθὰ τὰ ἐπιχειρήματα, ἅτινα ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς ἀνέφερεν. Ἀλλ’ ὅταν ἔχωμεν βεβαιωμένον τὸ γεγονὸς, ὅτι ὁ κατηγορούμενος εὑρίσκετο εἰς τὸν τόπον τῆς δίκης, τότε οὔτε βάσιμος κατ’ οὐσίαν ἦτο ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι κωλύματα τῆς ὑπηρεσίας ἠμπόδιζον τὴν κοινοποίησιν τοῦ κλητηρίου θεσπίσματος...
§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἦτο εἰς τὸν τόπον, ποίαν ἐπιῤῥοὴν ἔχει ἐπὶ τῆς οὐσίας;
§17ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν οὐ μόνον ἐγένετο κατάχρησις, ἀλλ’ ἐγένετο καὶ ἄνευ οὐδενὸς λόγου. Παρακαλοῦμεν λοιπὸν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ διατάξῃ ὅ,τι πρέπει.
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω περιττὴν τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ θέματος. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἀπαγορεύει αὐτογνωμόνως τὴν μετάβασιν τῶν κλητευομένων. Παραδέχομαι, ὅτι τὸ ἐπικρατῆσαν ἔθιμον, ὀρθὸν προκειμένου περὶ μαρτύρων, δὲν εἶναι ἐπίσης ὀρθὸν προκειμένου περὶ κατηγορουμένων, κλητευομένων μάλιστα παρ’ ἰδιώτου κατηγόρου. Τὸ Ὑπουργεῖον ἐθεώρησεν, ὅτι ὁ τακτικὸς Εἰσαγγελεὺς καὶ οὐχὶ ὁ ἔκτακτος Εἰσαγγελεὺς, τουτέστιν ὁ ἰδιώτης κατήγορος, ἤθελε πάντοτε ἐκφράσει γνώμην περὶ μεταβάσεως τοῦ κλητευομένου, ἂν ἦτο ἀναγκαία ἡ μετάβασις αὐτοῦ. Παραδέχομαι ὅμως, ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ τὸ ἔθιμον, τὸ κρατοῦν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ὡς πρὸς τοὺς κατηγορουμένους, νὰ ἐξακολουθήσῃ δὲ ὑφιστάμενον ὡς πρὸς τοὺς μάρτυρας, συμφώνως πρὸς τὰς ἐγκυκλίους. Σχετικῶς πρὸς τὴν ἐπερώτησιν, παρέστησα τί συνήθως γίνεται, ἀλλὰ θεωρῶ ἐνδεικνυμένην τὴν διάκρισιν, καὶ ἐπὶ μὲν τῶν μαρτύρων νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ τέως γινόμενον, ἐπὶ δὲ τῶν κατηγορουμένων νὰ ἀποστέλλωνται οὗτοι ἐν πάσῃ περιπτώσει.
§19ΡΑΛΛΗΣ. Φρονῶ ὅτι τὸ ζήτημα, ἀνεξαρτήτως τῆς εἰδικῆς περιπτώσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας παρουσιάσθη, ἔχει μεγάλην σπουδαιότητα, διότι, εἴτε πρόκειται περὶ μαρτύρων, εἴτε περὶ κατηγορουμένων, ἤθελον ἐξαρτήσει, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τὴν πρόοδον τῆς δικαιοσύνης ἐκ τῆς αὐθαιρέτου θελήσεως αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἠμπορεῖ σήμερον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὸ μέτρον τοῦτο νὰ ἐφαρμόσῃ ἔν τινι λογικῇ δικαιολογίᾳ, ἀλλ’ αὔριον ἕτερος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ κάμῃ κατάχρησιν αὐτοῦ· τί δὲ θὰ συμβῇ; ὅτι ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη θὰ ἐξαρτηθῇ ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Τὸ μέτρον, τοῦ νὰ μὴ ἐπιδίδωνται αἱ κλήσεις εἰς τοὺς μάρτυρας, ἐλήφθη εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις, καθ’ ἃς ἤθελεν ἐπέλθει ἐθνικὴ ζημία, διότι διὰ μιᾶς κλήσεως ἠδύνατο, ὅστις ἤθελε, ν’ ἀποσπάσῃ ὅντινα ἤθελεν ἐκ τῶν σωμάτων τοῦ στρατοῦ, χάριν δῆθεν τῆς ἐξετάσεώς του. Αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι ἦσαν αἱ τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ἀλλ’ εἰς ὁμαλὰς περιστάσεις ἐπιτρέποντες εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀναστέλλῃ τὴν πρόοδον τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, διότι φρονεῖ, εἴτε ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιδοθῇ κλῆσις εἰς μάρτυρα, εἴτε ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιδοθῇ ἐγκλητήριον εἰς κατηγορούμενον, θέλομεν ἀνατρέψει ἐντελῶς τὸν τρόπον τῆς ἀπονομῆς τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Κατὰ μείζονα δὲ λόγον δὲν ἐπιτρέπεται τὸ μέτρον τοῦτο, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν πρόκηται νὰ ἐνασκηθῇ, ὅταν πρόκηται περὶ δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ὁ ἰδιώτης κατήγορος ἐνασκεῖ ὡς Εἰσαγγελεύς, διότι πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἔχει ἀνάγκην ὁ ἰδιώτης κατήγορος τῆς παρεμβάσεως τοῦ Εἰσαγγελέως, εἰμὴ διὰ τὴν θεώρησιν τοῦ ἐγκλητηρίου, τῆς κλήσεως. Ἠθέλομεν δὲ ματαιώσει διὰ τῆς νομολογίας, τὴν ὁποίαν ἐτήρησε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ τιμαλφέστατον τῶν δικαιωμάτων, τὸ ὁποῖον ἡ δικαιοσύνη ἐπεφυλάξατο εἰς τὸν πολίτην, διότι τότε ἐμφανίζεται τὸ δικαίωμα τοῦτο, ὅταν ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν θέλῃ νὰ ἐνασκήσῃ τὸ καθῆκόν του. Νομίζω, ὅτι ἡ περίστασις ἡ προκειμένη πρέπει νὰ χρησιμεύσῃ, ὅπως ὁδηγήσῃ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὸ μέλλον καὶ ὡς πρὸς τὴν κλῆσιν τῶν μαρτύρων καὶ ὡς πρὸς τὴν κλῆσιν τῶν κατηγορουμένων.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς πρὸς τὴν κλῆσιν τῶν κατηγορουμένων, εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ τὸ ἔθιμον, ὡς πρὸς τὴν κλῆσιν ὅμως τῶν μαρτύρων, πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἐνεργοῦντες κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε παρ’ ἡμῶν καὶ τῶν πρώην Ὑπουργῶν κεκανονισμένα. Ἡ ἐγκύκλιος φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Ῥάλλη, εἶναι ἐγκύκλιος τῆς 14 Φεβρουαρίου 1883, δὲν ἐπρόκειτο δὲ περὶ ἐπιστρατεύσεως. Ἀναγράφει δὲ τοὺς κανόνας, οὓς ἀνεκοίνωσα καὶ πρότερον, καὶ προσκαλεῖ τὰς Ἀρχὰς, ἵνα ἐξετάζωσι τοὺς μάρτυρας ἐνόρκως κατὰ τὴν προανάκρισιν, διότι λέγει, εἶναι πιθανὸν νὰ μὴ ἀποσταλῶσι κλητευόμενοι εἰς τὴν ἐπ’ ἀκροατηρίῳ συζήτησιν. Νομίζω, ὅτι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ κ. Ῥάλλης εἶχεν ἄλλοτε καὶ ἡμεῖς ἐξακολουθοῦμεν ἔχοντες ἔτι καὶ νῦν, εἶναι ὀρθὴ προκειμένου περὶ μαρτύρων, δὲν εἶναι ὅμως ἡ πρέπουσα προκειμένου περὶ κατηγορουμένων.
§21ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἐγκύκλιος αὕτη ἀπέβλεπεν εἰς ἕτερον, εἶχε μάλιστα σκοπὸν ἀκριβῶς νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν δικαιοσύνην νὰ λειτουργήσῃ, καὶ διὰ τοῦτο παρήγγελλεν εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς, ὡς πρὸς τὴν προανάκρισιν, νὰ λαμβάνωνται ἐνόρκως αἱ μαρτυρίαι. Εἰς τοῦτο ἀπέβλεπε, καὶ ὄχι εἰς τὸ δῆθεν δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ παρεμποδίζῃ τὴν κλῆσιν τῶν μαρτύρων. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν κατὰ τὴν προανάκρισιν ἤθελε ληφθῆ ἡ ἔνορκος κατάθεσις τοῦ μάρτυρος, ἀποβαίνει περιττὴ ἡ κλῆσις. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἐνόει ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξελέγξῃ, ἂν ἡ κλῆσις τοῦ Εἰσαγγελέως καλῶς ἢ κακῶς ἐξεδόθη, διότι τοιουτοτρόπως θὰ μετεθέτομεν τὰ δικαιώματα τοῦ Εἰσαγγελέως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, θὰ ἐξηρτᾶτο δὲ ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ματαιώσῃ τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην. Διότι ὑποθέσατε, ὅτι ἀπὸ σκοποῦ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἐπιτρέπει τὴν κλῆσιν τῶν μαρτύρων, τὸ Δικαστήριον θὰ ἀναβάλῃ ἅπαξ, δὶς τρὶς, δεκάκις. (Ἀναγινώσκει τὴν ἐγκύκλιον)... Περὶ αὐτοῦ ἐπρόκειτο τότε, δηλαδὴ ἐσκόπουν νὰ συμβιβάσω τὸ συμφέρον τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας μὲ τὸ συμφέρον τῆς δικαιοσύνης, ἔλεγον δὲ εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς: φροντίσατε, κατὰ τὴν προανάκρισιν, οἱ στρατιωτικοὶ, συμφώνως μὲ τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 122 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, νὰ ἐξετάζωνται ἐνόρκως, διὰ νὰ μὴ γίνηται ἀναγκαία ἡ μετατόπισις αὐτῶν κατόπιν. Ἀλλ’ ὅτε ὁπωσδήποτε δὲν ἐπετεύχθη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρήγγελλεν ἡ ἐγκύκλιος, δὲν ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ἐπιτρέψῃ, ἢ μὴ, τὴν κλήτευσιν τῶν μαρτύρων. Ἡ κλήτευσις εἶναι ἀναπόφευκτος ἀνάγκη, τὸ δὲ ἀναγκαῖον αὐτῆς κρίνεται ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα, καὶ ὄχι ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἀρνεῖται ἀπολύτως, ἀλλ’ ἂν κατὰ τὴν πρώτην αἴτησιν δὲν ὑπάρχῃ εἰδικὴ σύστασις τοῦ Εἰσαγγελέως περὶ τῆς ἀνάγκης, δὲν ἐντέλλεται τὴν μετάβασιν, ἐπιμένοντος ὅμως τοῦ Εἰσαγγελέως, πάντοτε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀποστέλλει τὸν κλητευόμενον.
§23ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ διὰ τοὺς ἀνακριθέντας μάρτυρας;
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πάντοτε τὸ Ὑπουργεῖον ἀρνεῖται κατὰ τὴν πρώτην αἴτησιν, ὅταν δὲ ὁ Εἰσαγγελεὺς θεωρῇ, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία ἡ παρουσία τοῦ μάρτυρος, τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ τῇ δευτέρᾳ αἰτήσει ἐκτελεῖ αὐτήν.
§25ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ νὰ γνωρίσωμεν τὴν πλήρη ἔννοιαν τῆς ἐγκυκλίου μου, ὄπισθεν τῆς ὁποίας ἠθέλησε νὰ ὀχυρωθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀναγινώσκω ταύτην (ἀναγινώσκει): «... Κοινοποιοῦντες ὑμῖν καὶ πάλιν κατωτέρω τὴν προσημειωθεῖσαν ὑπ’ ἀριθ. 11,073 ἐγκύκλιον, ἐφιστῶμεν ἰδιαζόντως τὴν προσοχὴν ὑμῶν καὶ πάντων τῶν ἀνακριτικῶν ὑπαλλήλων ἐπὶ τῶν ἐν αὐτῇ καὶ τῇ παρούσῃ ἐκτιθεμένων, καὶ ἀξιοῦμεν, ὅπως παραγγείλητε τοῖς ἀνακριτικοῖς ὑπαλλήλοις, πρὸς οὓς θέλετε διαβιβάσει τὴν παροῦσαν, νὰ ἐξετάζωσι πάντοτε ἐν τῇ ἀνακρίσει ἐνόρκως ὡς μάρτυρας τοὺς στρατιωτικούς, κατὰ τὰ ἐπιστελλόμενα διὰ τῆς εἰρημένης ἐγκυκλίου, ἀποκειμένου τῇ Εἰσαγγελικῇ ἀρχῇ, νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν κλήτευσιν αὐτῶν ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ, ὅταν σπουδαία ὑφίσταται πρὸς τοῦτο ἀνάγκη.» Δηλαδή, οὐ μόνον ζητῶ νὰ ἐξετάζωνται ἐνόρκως, ἀλλὰ λέγω διὰ τῆς ἐγκυκλίου μου, ὅτι ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς Εἰσαγγελίας νὰ κλητεύσῃ καὶ τοὺς μάρτυρας ἐκείνους, τοὺς ὁποίους, καίπερ ἐξετασθέντας ἐνόρκως κατὰ τὴν προανάκρισιν, νομίζει ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσῃ ἐπ’ ἀκροατηρίῳ.
§26ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν γνωρίζω, ποῖοι λόγοι ὑπηγόρευσαν τὴν ἔκδοσιν τῆς ἐγκυκλίου κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην· ἀλλ’ ὅταν πρόκηται νὰ τεθῇ μία ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν πρόκειται ν’ ἀκολουθήσωμεν καὶ εἰς τὸ μέλλον, νομίζω, ὅτι τὸ μέτρον δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται ἀπολύτως. Εἶναι ἀληθές, ὅτι κατὰ τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν δύνανται νὰ ἐξετασθῶσιν ἐνόρκως ἐν τῇ ἀνακρίσει πρόσωπα, τῶν ὁποίων ἡ ἐμφάνισις ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου εἶναι ἀνέφικτος, εἴτε λόγῳ ἀσθενείας, εἴτε δι’ ἄλλα κωλύματα· ὅταν δηλ. ὁ ἀνακριτικὸς ὑπάλληλος προβλέπῃ, ὅτι ὁ μάρτυς, ὁ ὁποῖος θὰ ἐξετασθῇ, δὲν θὰ ἐμφανισθῇ, καὶ ἔχει ὑπ’ ὄψει του τὰ περιστατικὰ ταῦτα, ἐξετάζει τὸν μάρτυρα ἐνόρκως. Ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν τῆς ἐγκυκλίου, θέλομεν καθιερώσει τὸ μέτρον, τοῦ νὰ μὴ ἐμφανίζωνται εἰς τὸ Δικαστήριον οἱ στρατιωτικοὶ ὡς μάρτυρες, ἐνῷ, ὅπως στερήσωμεν τὸν κατηγορούμενον τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ παρασταθῇ κατὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ μάρτυρος, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ σπουδαία ἀνάγκη. Ἀλλὰ, κατὰ γενικὸν κανόνα, δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀρχὴ αὕτη. Διότι εἶναί τις στρατιωτικός, διὰ τοῦτο ἴσα ἴσα ὑπάρχει ἡ πρόληψις, ὅτι, διαμένων ἐντὸς τοῦ Κράτους καὶ ὑποβαλλόμενος εἰς τὴν πειθαρχίαν, θέλει προσέλθει κατὰ τὴν δικάσιμον· ἑπομένως κατ’ ἀρχὴν δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ἕνα κανόνα, ὁ ὁποῖος ἀφαιρεῖ ἓν δικαίωμα τοῦ κατηγορουμένου, τοῦ νὰ ἀποτείνῃ ἐρωτήσεις, πολλάκις σπουδαιοτάτας, ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου πρὸς τοὺς μάρτυρας· ὥστε φρονῶ, ὅτι ἡ τοιαύτη ἐγκύκλιος δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ ἰσχὺν, οὔτε νὰ ἐφαρμόζηται εἰς τὸ μέλλον.
§27ΡΑΛΛΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὑπερασπίσω τὴν ἐγκύκλιόν μου. Ἂν ὁ κ. Ρικάκης εἶχεν ὑπ’ ὄψιν αὑτοῦ τὸ ἄρθρον 121, θὰ ἔβλεπεν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἔνορκος προανάκρισις μόνον δι’ οὓς λόγους ἀνέφερε, ἀλλὰ «καὶ δι’ ἄλλα τοιαῦτα κωλύματα». Ἐξαρτᾶται λοιπὸν ἐκ τῆς κρίσεως τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς, ἂν πρέπῃ νὰ γίνῃ ἔνορκος, ἢ ὄχι, ἡ προανάκρισις. Ἐπὶ αὐτῆς τῆς διατάξεως τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ἐστήριξα τὴν ἐγκύκλιον ἐκείνην, εἶναι δ’ ἐντελῶς νόμιμος. Ἀλλ’ ἡ ἐγκύκλιος ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν οἱ Εἰσαγγελεῖς, πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ὁμαλῆς λειτουργίας τῆς δικαιοσύνης, δηλαδή, καὶ μὲ ὅλην τὴν ἔνορκον κατάθεσιν, νὰ δύνανται νὰ κλητεύωνται οἱ μάρτυρες, τῶν ὁποίων ἡ αὐτοπρόσωπος παράστασις ἤθελε θεωρηθῆ ἀναγκαία. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν λόγος, νὰ καταργηθῇ ἡ ἐγκύκλιος· τὰ δικαιώματα τῶν κατηγορουμένων μένουσιν ἀκέραια, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὁ Εἰσαγγελεὺς ἤθελε κρίνει, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ αὐτοπρόσωπος παράστασις τοῦ μάρτυρος, δύναται νὰ τὸν καλέσῃ, καὶ αὐτὸς δὲ ὁ κατηγορούμενος, καὶ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελε προβάλει νόμιμον λόγον περὶ προσκλήσεως αὐτοῦ, βεβαίως ἤθελεν εἰσακουσθῆ παρὰ τοῦ Δικαστηρίου.
§28ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ νόμος δὲν ἀφίνει εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ Εἰσαγγελέως, ἂν πρέπῃ νὰ καλέσῃ τὸν μάρτυρα, ἢ ὄχι· ὁ Εἰσαγγελεὺς ὀφείλει νὰ καλῇ τοὺς μάρτυρας, καὶ οἱ μάρτυρες νὰ προσέρχωνται. Μία περίπτωσις ὑπάρχει, ἡ τῆς ἐνόρκου προανακρίσεως, ὅταν ἦναι ἀνέφικτος ἡ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου προσέλευσις τοῦ μάρτυρος, λόγῳ ἀσθενείας, ἢ δι’ ἄλλα κωλύματα, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ ἀνακριτοῦ. Ἀλλὰ ποῖον κώλυμα θὰ ἔχῃ ὁ στρατιωτικός, εἰμὴ τὸ κώλυμα, τὸ ὁποῖον ἔχουν ὅλοι οἱ ἄλλοι μάρτυρες, δηλαδὴ ἀσθένειαν κτλ.; Λοιπὸν δὲν δύναμαι νὰ δώσω εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τοιοῦτον δικαίωμα, ἂν τὸ θεωρῇ ἀναγκαῖον, νὰ καλῇ τὸν μάρτυρα, ἄλλως νὰ μὴ τὸν καλῇ· καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ποίαν ἀσφάλειαν ἔχῃ ἡ δικαιοσύνη; Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἂν ὑπάρχῃ τοιαύτη ἐγκύκλιος ἐν ἐνεργείᾳ ἀκόμη, νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ.
§29ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ θὰ παρεκάλουν τὸν προαγορεύσαντα, πρὶν ἢ ὁμιλῇ προκειμένου περὶ κειμένου νόμου, νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψει του τὸ κείμενον τοῦ νόμου. Τὸ ἀνέφικτον ἐκεῖνο μίαν περίστασιν περιλαμβάνει, ἤτοι τὴν ἐκ τῆς εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἀπουσίας, ἀλλὰ τὰ ἄλλα κωλύματα εἶναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητα τοῦ ἀνέφικτου, δηλαδὴ τῆς προηγουμένης περιστάσεως, καθὼς καὶ ἡ διαμονὴ ἐν ἀλλοδαπῇ εἶναι ἀνεξάρτητος τῆς ἀσθενείας καὶ τοῦ γήρατος. Ἡ ἐγκύκλιος εἶναι ἐντελῶς νόμιμος, καὶ ὁ κ. Ῥικάκης φαίνεται, ὅτι πρὸ χρόνων πολλῶν δὲν ἀσκεῖται εἰς τὴν ὑπεράσπισιν κατηγορουμένων, ὥστε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι τοὺς μάρτυρας τοὺς καλεῖ ἡ Εἰσαγγελία, καὶ μόνον ἡ Εἰσαγγελία δύναται νὰ κρίνῃ, τίνες εἶναι οἱ μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀναγκαῖοι, ἢ ὄχι, ὁ δὲ Εἰσαγγελεὺς κατὰ τεκμήριον δὲν εἶναι κατήγορος, ὁ Εἰσαγγελεὺς προστατεύει τὴν δικαιοσύνην, ἐκεῖνος παρίσταται ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς κοινωνίας. Πρὸς τοιούτους Εἰσαγγελεῖς ἀποτεινόμενος, ἔγραφον κατὰ τὸ 1883, ἂν ὅμως πρόκηται περὶ Εἰσαγγελέων φατριαστῶν, ἔχει ἐντελῶς δίκαιον ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀχαΐας.
§30ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πρὸς συμπλήρωσιν καὶ ὑποστήριξιν τῆς ὀρθοτάτης γνώμης τοῦ κ. Ῥικάκη προθέτω ὀλίγα. Προφανῶς ὁ νόμος δὲν ἀφίνει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἀνακριτικὴν ἀρχὴν νὰ κρίνῃ αὐτὴ τὸν λόγον, δι’ ὃν πρέπει νὰ ἐξετάσῃ ἐνόρκως τὸν μάρτυρα κατὰ τὴν προδικασίαν· προσδιορίζονται μὲν ἐν τῷ νόμῳ αἱ περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἐξετασθῇ ἐνόρκως, ἀλλὰ περὶ τοῦ κύρους τῆς τοιαύτης ἐξετάσεως ἔχει πάντοτε δικαίωμα νὰ κρίνῃ τὸ Δικαστήριον. Ἂν λοιπὸν τὸ Δικαστήριον εὑρίσκῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις, ὥστε νὰ θεωρηθῇ ἀνέφικτος ἡ προσέλευσις τοῦ μάρτυρος, θὰ ζητήσῃ νὰ προσαχθῇ καὶ ἐξετασθῇ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, διότι οἱ μάρτυρες, ἐξεταζόμενοι εἰς τὸ Δικαστήριον, δύνανται ἀληθῶς τότε καὶ μόνον νὰ διαφωτίσωσι τὴν δικαιοσύνην, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ στηριχθῇ εἰς τὴν ἔνορκον κατάθεσιν, τὴν ὁποίαν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον κατώρθωσε νὰ λάβῃ ἡ ἀνακριτικὴ ἀρχή· καὶ ὅτι ἡ γνώμη αὕτη εἶναι ἡ ὀρθὴ καὶ ἡ ἐφαρμοζομένη εἰς τὰ Δικαστήρια, ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ τούτου τοῦ πατρὸς τῆς ἐγκυκλίου, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε πολλάκις εἰς τὰ Δικαστήρια τὴν ἀκύρωσιν τοιούτων καταθέσεων, καθόσον ἐφικτὴ ἦτο εἰς τὰ Δικαστήρια ἡ ἐμφάνισις τοῦ ἐνόρκως ἐξετασθέντος μάρτυρος, τὰ δὲ Δικαστήρια ἠκύρωσαν ἀπειράκις τοιαύτας καταθέσεις. Λοιπόν, ἀφοῦ τοῦτο εἶναι ἀκριβές, καὶ ἀφοῦ τὸ κῦρος τῆς ἐνόρκου καταθέσεως θὰ τὸ κρίνῃ τὸ Δικαστήριον, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, ἂν ἡ ἰδιότης τοῦ στρατιωτικοῦ ἦναι λόγος, δι’ ὃν πρέπει οὗτος νὰ ἐξετάζηται κατὰ τὴν προανάκρισιν ἐνόρκως; Ὄχι· ἀπεναντίας, ἡ ἰδιότης τοῦ στρατιωτικοῦ καθιστᾷ ἐκ τῶν προτέρων ἄκυρον τὴν κατὰ τὴν προδικασίαν ἔνορκον αὐτοῦ ἐξέτασιν, διότι εἶναι περισσότερον παντὸς ἄλλου ἐφικτὴ ἡ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου ἐμφάνισις αὐτοῦ, τοῦ πειθαρχοῦντος στρατιώτου. Ἑπομένως ἡ ἐγκύκλιος αὕτη ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον, καὶ δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, χωρὶς νὰ παραβλάψῃ τὰ δικαιώματα τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης· πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὰ δικαιώματα καὶ τῆς κατηγορίας καὶ τῆς ὑπερασπίσεως, ὅταν δὲ ὁ νόμος ἀπαιτῇ νὰ ἐξετάζωνται οἱ μάρτυρες ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρακάμψωμεν τὸν νόμον, ἀναγινώσκοντες ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου ὀλίγας λέξεις, αἵτινες καθ’ οἱονδήποτε τρόπον καὶ κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ ἀνακρίνοντος κατεχωρίσθησαν ἔν τινι φύλλῳ χάρτου, ἐνῷ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου καὶ ἡ παράστασις τοῦ μάρτυρος, καὶ ὁ τρόπος αὐτοῦ, καὶ αἱ κινήσεις του καὶ ἡ στάσις του δύνανται νὰ δώσωσιν εἰς τὸ Δικαστήριον στοιχεῖα, δυνάμενα νὰ συντελέσωσιν εἰς τὸν καταρτισμὸν δικαστικῆς πεποιθήσεως. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἡ ἐγκύκλιος ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον, καὶ παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ μὴ ἐξακολουθῇ ἐφαρμόζων αὐτήν.
§31ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις θὰ προσθέσω. Ἐν πρώτοις φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, δι’ ἧς ἐπεστήθη ἡ προσοχὴ τῶν Εἰσαγγελέων ὡς πρὸς τὴν κλήτευσιν τῶν στρατιωτικῶν ὡς μαρτύρων, διὰ νὰ διεξαχθῇ ἐπ’ ἀκροατηρίου ἡ δίκη, ἡ ἐγκύκλιος, λέγω, ἐκείνη προεκλήθη ὑπὸ ἀνάγκης κατεπειγούσης. Ἕκαστος διάδικος εἰς ποινικὴν δίκην ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καλέσῃ μάρτυρας. Ὡς ἐκ τούτου δὲ πᾶς στρατιωτικός, θέλων νὰ μεταβῇ ὁπουδήποτε τῆς Ἐπικρατείας, δύναται νὰ εὕρῃ εὐχερῶς τοιοῦτον διάδικον, συναινοῦντα νὰ τὸν κλητεύσῃ ὡς μάρτυρα, καὶ οὕτως ὁ στρατιώτης θέλει ἀφήσει τὰς τάξεις του ὄχι διὰ μαρτυρίαν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὰς ἰδιαιτέρας του ὑποθέσεις. Πρὸς ἀποτροπὴν τῶν καταχρήσεων τούτων ἐξεδόθησαν αἱ ἐγκύκλιοι ἐκεῖναι, καὶ ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ὀρθὸν εἶναι νὰ ἐξελέγχῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς τὴν ὕπαρξιν ἀνάγκης κλητεύσεως τῶν στρατιωτικῶν, ὡς μαρτύρων. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν ἀκριβῶς, ποῖον εἶναι τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Νομίζω, ὅτι τότε μόνον δύναται οὗτος νὰ ἀρνηθῇ τὴν κλήτευσιν τοῦ μάρτυρος, ὅταν ὑπάρχῃ ἀληθὲς κώλυμα. Εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν κλητεύεται ὁ Μοίραρχος ὡς κατηγορούμενος, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀπαντᾷ, ὅτι ἡ ὑπηρεσία δὲν ἐπιτρέπει τὴν μετάβασίν του, ἐνῷ οὐδόλως ὑπῆρχε τοιοῦτον κώλυμα.
§32ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ παρεδέχθη ὡς ἄτοπον.
§33ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον παρεδέχθη ὡς ἄτοπον ὡς πρὸς τοὺς κατηγορουμένους, πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ὡς πρὸς τοὺς μάρτυρας.
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ὑπηρεσία θεωρεῖ, ὅτι πᾶς στρατιωτικὸς εἶναι ἀναγκαῖος εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Τοῦ στρατιώτου ἡ παρουσία ἐν ταῖς τάξεσιν εἶναι ἀναγκαία, ἂν μὴ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ, τοὐλάχιστον διὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ἄσκησιν. Ἑπομένως εὐθὺς, ὡς δὲν ὑπάρχει εἰδικὴ σύστασις τοῦ Εἰσαγγελέως, ἀρνεῖται ἡ ὑπηρεσία τὴν ἀποστολήν· ἂν δὲ ἐπανέλθῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς, παριστῶν, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ προσέλευσις, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν οὐδέποτε ἀρνεῖται τὴν ἐκτέλεσιν τῆς δευτέρας αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως.
§35ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἂν καλῆται τις νὰ μεταβῇ ἐκ τοῦ Ναυπλίου εἰς τὸ Ἄργος, ἢ ἐκ Πειραιῶς εἰς Ἀθήνας, νὰ μαρτυρήσῃ, δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ νὰ μὴ ἐπιτραπῇ ἡ μετάβασις τοῦ μάρτυρος. Ὅπως δήποτε ἀναγνωρίζεται ἡ ἀνάγκη, τοῦ νὰ μὴ κοινοποιῶνται πάντοτε αἱ κλήσεις τῶν στρατιωτικῶν ἕνεκα κωλυμάτων τῆς ὑπηρεσίας. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἐξεταστέον, δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν ἕτερόν τι μέτρον, καθιστῶν περιττὴν τὴν μετάβασιν τῶν στρατιωτικῶν, ἵνα μαρτυρήσωσιν εἰς τὰ ἀκροατήρια; Περὶ τούτου παρατηρῶ, ὅτι ἔχομεν ἐν τῇ Ποινικῇ Δικονομίᾳ γενικὴν διάταξιν, ἐπιτρέπουσαν εἰς τοὺς ἀνακριτικοὺς ὑπαλλήλους, νὰ ἐξετάζωσιν ἐνόρκως τοὺς μάρτυρας, ὅταν πείθωνται περὶ τοῦ ἀδυνάτου τῆς ἐμφανίσεως αὐτῶν ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου, καὶ τὸ ἀδύνατον δὲ τοῦτο εἶναι ὄχι ἀπόλυτον, ἀλλὰ σχετικὸν, ὥστε εἰς τὴν κρίσιν αὐτῶν τῶν ἰδίων, τῶν ἀνακριτικῶν ὑπαλλήλων, ἐναπόκειται νὰ ἐκτιμήσωσι μίαν ἑκάστην τῶν περιστάσεων τῆς ἀδυναμίας τῆς ἐμφανίσεως. Ὅταν ἑπομένως λάβωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπιτρέπει, χάριν τοῦ δημοσίου συμφέροντος, τὴν ἐκ τῆς Θεσσαλίας, φερ’ εἰπεῖν, ἔνθα εἶναι ὁ στρατὸς, εἰς τὰς Καλάμας μετάβασιν τοῦ στρατιωτικοῦ, διὰ νὰ μαρτυρήσῃ, δὲν βλέπω διατὶ τὴν περίστασιν ταύτην νὰ μὴ ἐκτιμήσῃ ὁ ἀνακριτικὸς ὑπάλληλος ὡς ἀδυναμίαν ἐμφανίσεως, ἐπιτρέπουσαν τὴν ἔνορκον ἐξέτασιν. Τὴν τοιαύτην ἐκτίμησιν ὑποδεικνύει εἰς τοὺς ἀνακριτικοὺς ὑπαλλήλους ἡ ἐγκύκλιος, δὲν ἐπιβάλλει δὲ εἰς αὐτοὺς, διότι ἡ ἐγκύκλιος οὐδεμίαν ὑποχρεωτικὴν ἔχει ἰσχὺν διὰ τοὺς ἀνακριτικοὺς ὑπαλλήλους. Ἐκ τῶν τοιούτων ἐνόρκων ἐξετάσεων δύνανται βεβαίως νὰ ἐπέλθωσιν αἱ ἐπιβλαβεῖς ἐκεῖναι συνέπειαι, ὧν τὴν πρόληψιν ἐπιδιώκει ἡ αὐτοπρόσωπος παρουσία τῶν μαρτύρων εἰς τὸ ἀκροατήριον ἀλλ’ αὐταὶ αἱ συνέπειαι δὲν ἐπέρχονται πάντοτε, διότι ἐνδέχεται νὰ μὴ ᾖναι οὐσιώδης, ἢ νὰ μὴ χρήζῃ οὐδεμιᾶς διασαφήσεως ἡ κατάθεσις τοῦ μάρτυρος. Ἀλλὰ, καὶ ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, τὰ δικάζοντα τὴν ὑπόθεσιν Δικαστήρια ἔχουσι πλῆρες τὸ δικαίωμα νὰ διατάξωσι τὴν αὐτοπρόσωπον ἐμφάνισιν τῶν μαρτύρων. Δύνανται μάλιστα καὶ πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς ὑποθέσεως εἰς τὸ Δικαστήριον καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ πολιτικὸς ἐνάγων καὶ ὁ κατηγορούμενος νὰ ἐξετάσωσι, μήπως τυχὸν δὲν ἐπαρκῇ αὐτὴ ἡ ἔνορκος ἐξέτασις καὶ χρειάζηται νὰ ἐμφανισθῇ αὐτοπροσώπως εἰς τὸ ἀκροατήριον ὁ μάρτυς, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ προκαλέσωσι τὴν κλήτευσιν καὶ ἐμφάνισιν αὐτοῦ. Ὡς ἐκ τούτου ἐγκρίνω τὸ μέτρον, ὅπερ ἔλαβεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νὰ συστήσῃ τὴν ἔνορκον ἐξέτασιν τῶν ὡς μαρτύρων ἐξεταζομένων στρατιωτικῶν, ὡς ἐκ τῆς ἐντεῦθεν προκυπτούσης ἀδυναμίας, τοῦ νὰ ἐμφανισθῶσιν εἰς τὸ ἀκροατήριον. Φρονῶ, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο οὔτε εἰς τὸν νόμον ἀντίκειται, οὔτε προσκόμματα παρεμβάλλει εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων, διότι πρόχειρα εἶναι τὰ μέσα τῶν ἄρσεων τῶν τοιούτων δυσχερειῶν. Τουναντίον νομίζω, ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ τῆς ἐγκυκλίου ὑποδεικνυομένου μέτρου ἐπιτυγχάνεται ἡ ταχυτέρα διεξαγωγὴ πλείστων ὑποθέσεων ἄνευ δαπάνης καὶ ἄνευ βλάβης τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας.
§36ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἰσχυρίσθη, ὅτι ἐγὼ ὑποστηρίζω ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων τὴν ἔνστασιν ἀκυρότητος τοιούτων ἐνόρκων καταθέσεων, κατώρθωσα δὲ νὰ κάμω νὰ κατισχύσῃ ἡ γνώμη μου, καὶ ἠκυρώθησαν αἱ καταθέσεις. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Ὁ δικηγόρος ὀφείλει νὰ ὑποβάλλῃ ὅλας τὰς ἐνστάσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου, καὶ ὑπέβαλον τοιαύτας, ἀλλ’ ἅπασαι, κατὰ τὴν νομολογίαν τῶν Δικαστηρίων, ἀπεῤῥίφθησαν· τοῦτο ἠδυνάμην νὰ ἀπαντήσω ἀμέσως, ἀλλ’ ἤθελον νὰ ἔχω καὶ τὸ κῦρος συγγραφέως, καὶ τὸ κῦρος τοῦτο εὗρον εἰς τὸ σύγγραμμα τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου, ὁ ὁποῖος μνημονεύει ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, κυροῦσαν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν κυροῖ ἡ ἐγκύκλιός μου· ἰδοὺ τί λέγει. (Ἀναγινώσκει). Ἐπὶ τῆς νομολογίας ταύτης καὶ ἐπὶ τῆς ὀρθῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 124 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ἐξεδόθη ἡ ἐγκύκλιος ἐκείνη, προστατεύουσα ἐντελῶς τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου καὶ τοῦ κατηγορουμένου, ἀφίνουσα δὲ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τὸ καθῆκον νὰ κρίνῃ, ἐὰν ἡ αὐτοπρόσωπος παράστασις τοῦ μάρτυρος κατὰ τὴν διαδικασίαν τὴν προφορικὴν ἦναι ἀναγκαία.
§37ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη ὁ προαγαρεύσας ἀφορᾷ εἰς τὸ ἑξῆς ζήτημα. Τὸ Δικαστήριον, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ὑπεβλήθη ἡ περὶ τῆς ἐνόρκου ἐξετάσεως ἔνστασις ἀκυρότητος ἔλυσε τὸ ζήτημα συμφώνως μὲ τὴν ἐγκύκλιον, ἐδέχθη τουτέστιν, ὅτι ὑπῆρχε λόγος νὰ ἐξετασθῇ ὁ μάρτυς ἐνόρκως, ἐνώπιον δὲ τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ἦτο δυνατόν, παρὰ νὰ ἐπικυρωθῇ, ἡ ἀπόφασις, διότι κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἡ λύσις ἀπόκειται, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ζητήματος οὐσιαστικοῦ, εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου τῆς οὐσίας, τοῦ δικάζοντος τὴν ὑπόθεσιν· ἑπομένως ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὴν οὐσίαν. Ἀλλ’ ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὁ συνάδελφος πολλάκις ἐπρότεινεν, (ὀρθότατα δὲ ἐπρότεινεν) ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐξετασθῇ ἐνόρκως ὁ μάρτυς, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἦτο στρατιωτικός, καὶ ἑπομένως ἦτο ἀνέφικτος ἡ ἐπ’ ἀκροατηρίῳ παρουσία του, καὶ τὸ Δικαστήριον, εὑρίσκον ὀρθὴν τὴν ἐναντίον τῆς ἐγκυκλίου του ὑποστηριζομένην γνώμην τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἠκύρωσε τοιαύτας ἐξετάσεις, καὶ διέταξε τὴν ἐπ’ ἀκροατηρίῳ προσέλευσιν τοῦ μάρτυρος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθὴ λύσις τοῦ ζητήματος, καὶ κατὰ τὸ πλεῖστον αὐτὴν δέχονται τὰ Δικαστήρια. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, ἡ ἐγκύκλιος οὐ μόνον ὑποστηρίζει γνώμην ἐναντίαν τοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ ἄνευ πρακτικοῦ ἀποτελέσματος ἀποβαίνει, διότι ἡ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος, ἐὰν ἦναι ἢ δὲν ἦναι ἀνέφικτος ἡ προσέλευσις τοῦ μάρτυρος εἰς τὸ Δικαστήριον, ἐναπόκειται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου, πάντοτε δὲ τὸ Δικαστήριον, ὀρθῶς σκεπτόμενον, θὰ δέχηται, ὅτι, προκειμένου περὶ στρατιωτικοῦ, ἡ προσέλευσις αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου δὲν εἶναι ἀνέφικτος. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, δὲν θὰ ἔχῃ ἡ ἐγκύκλιος οὐδένα πρακτικὸν λόγον. Διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, μία τοιαύτη ἐγκύκλιος, ἀντικειμένη προφανῶς εἰς τὸν νόμον καὶ τὸ συμφέρον τῆς Δικαιοσύνης, δὲν πρέπει νὰ μένῃ ἐν ἰσχύει.
§38ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 124 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ἐφαρμόζεται ἐπὶ τῶν ἐνόρκων καταθέσεων τῶν χωροφυλάκων ἢ δασοφυλάκων· πάντες δὲ οἱ συνάδελφοι, ὅσοι εἶναι δικηγόροι, γνωρίζουσιν, ὅτι οὐδεὶς χωροφύλαξ ἢ δασοφύλαξ προσέρχεται εἰς τὸ ἀκροατήριον· ὅλων αἱ καταθέσεις εἶναι ἔνορκοι. Ἐν τούτοις ἐπ’ αὐτῶν τῶν καταθέσεων στηρίζεται πάντοτε, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ κἂν περίπτωσις ἐξαιρέσεως, τὸ Δικαστήριον καὶ ἀποφασίζει διατί; Παρανομοῦσι τάχα ὅλα τὰ Δικαστήρια τῆς Ἑλλάδος, καὶ παρανομοῦσι κατ’ ἀρχὴν πλέον; Ὄχι. Διότι τοιαύτη εἶναι ἡ ἑρμηνεία ἡ λογική, ἡ ὁποία πρέπει νὰ δοθῇ, καὶ ἡ ὁποία ἐδόθη παρὰ τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων εἰς τὸ ἄρθρον 124 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας· δηλαδὴ ἀφίνουν εἰς τὸν ἀνακριτικὸν ὑπάλληλον νὰ κρίνῃ, ἐὰν ὑπάρχῃ περίπτωσις ἐνόρκου καταθέσεως κατὰ τὴν προανάκρισιν, αὐτὸ δὲ τοῦτο λέγει καὶ ἡ ἐγκύκλιος τοῦ 1883.
§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ συνομολογήσεως λαχειοφόρου ἀτόκου δανείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 211). Ἐπερωτήσεις τινὲς ὑπεβλήθησαν πρό τινων ἡμερῶν. Ὑποβάλλω ἀπαντήσεις καὶ πληροφορίας. Ἐπερώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Σάκκη, διατὶ ὁ τηλεγραφητὴς Γεώργιος Χριστόφορος ἐπαύθη. Ὑποβάλλω τὸν περὶ τούτου φάκελλον μετ’ ἐκθέσεως περὶ τῶν ἐν τῷ φακέλλῳ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἐζήτησε σημείωσιν τῶν κατὰ τὰ ἔτη 1886, 1887 καὶ 1888 δαπανηθέντων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς συνδρομὰς ἐφημερίδων καὶ συγγραμμάτων. Ὑποβάλλω πίνακα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ἐζήτησεν, ὅπως ὑποβληθῶσι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τῆς ἐνεργηθείσης δημοπρασίας ἐν Κερκύρᾳ περὶ τῆς οἰκοδομῆς τῶν πυριτιδαποθηκῶν Λευκάδος. Ὑποβάλλω τὸν περὶ τούτου φάκελλον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας ἐζήτησεν ἐπανειλημμένως, ὅπως ὑποβληθῶσιν οἱ πίνακες τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ παθητικοῦ τοῦ Κράτους κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Ὑποβάλλω τοιούτους πίνακας ἐντύπους, διανεμηθησομένους μετ’ ὀλίγον. Ὡς πρὸς μὲν τὸ 1882 οἱ πίνακες οὗτοι περιλαμβάνουσι μόνον τοὺς μῆνας Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον, διότι ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1882 εἰσήχθη τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα, ἑπομένως ἐγένετο ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νέα λογιστικὴ κατάταξις. Δὲν ἐσημείωσα, καίτοι εἴχομεν κατεστρωμένα, τὰ ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου, διότι θέλουσι περιληφθῆ ἐν ἑτέροις πίναξιν. Ἔχομεν ἄρα πρῶτον, πίνακα τοῦ Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου τοῦ 1882, ἔπειτα δὲ ἰδίους πίνακας δι’ ἕκαστον ἔτος μέχρι καὶ τοῦ ἔτους 1887. Ὡς πρὸς δὲ τὸ ἔτος 1888, εἶχον ἀπαντήσει πρὸς τὸν κ. Βουλευτήν, ὅτι δὲν εἴχομεν τὰ στοιχεῖα ἐκκαθαρισμένα· ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτής, κατόπιν τῆς ἀπαντήσεώς μου ταύτης, ἐζήτησεν ὅπως ὑποβληθῶσί τινα τῶν ἀπαρτιζόντων τὸ ἐνεργητικὸν καὶ τὸ παθητικόν. Ταῦτα, τὰ εἰδικῶς ζητηθέντα, ὑποβάλλονται ἐντύπως μετὰ τῶν λοιπῶν. Πλὴν τούτου ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅπως πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ἐὰν καὶ πότε ἀπεστάλησαν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 12 τοῦ ἀπὸ 28 Μαΐου 1887 νόμου, τὰ στοιχεῖα τῆς ληψοδοσίας τῶν διαφόρων ὑπολόγων διὰ τὸ ἔτος 1887. Τὰ στοιχεῖα ταῦτα διὰ τὰ ἔτη 1885, 1886 καὶ 1887 παρεσκευάσθησαν ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ καὶ εἰδοποιήθη περὶ τούτου τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὅπερ ὅμως ἀπήντησεν ὅτι δὲν δύναται νὰ τὰ δεχθῇ, πρὶν ἢ τακτοποιήσῃ τὸ ἀρχεῖον αὑτοῦ καὶ ἴδῃ, ἐὰν ὑπάρχῃ χῶρος, ὅπως κατατεθῶσιν ὅλα τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Ἐκ τῆς ἀναβολῆς ὅμως οὐδεμία ἐπέρχεται βραδύτης εἰς τὰς ἐργασίας, διότι ὀφείλει, κατὰ τὸν νόμον ΑΥΟΖʹ τοῦ 1887, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον νὰ ἀρχίσῃ τὴν ἐργασίαν ἀπὸ τοῦ 1883, τὰ δὲ στοιχεῖα διὰ τὰ ἔτη 1883 καὶ 1884 εἶναι παραδεδομένα κανονικῶς εἰς αὐτό. Ἑπομένως ἔχει ἤδη ὕλην πρὸς ἐργασίαν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, τὸ δὲ Γενικὸν Λογιστήριον ἑτοίμασε τὰ στοιχεῖα τῆς ἐργασίας διὰ τὰ ἔτη 1885, 1886 καὶ 1887, καὶ ἔχει αὐτὰ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅπερ θέλει τὰ χρησιμοποιήσει εὐθύς, ὡς δυνηθῶμεν νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τοῦ ἀνεπαρκοῦς πρὸς τοιαύτην ἐργασίαν χώρου. Ἐπίσης τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἡτοίμασε καὶ τὰ στοιχεῖα τῆς δοσοληψίας τῶν ἐτῶν 1876, 1877 καὶ 1878 διότι προβαίνομεν καὶ ἐκ τῆς παρελθούσης ἐποχῆς πρὸς τὴν παροῦσαν, ὥστε, φθάνοντες ἐν τῇ καταστρώσει εἰς τὸ ἔτος 1882, νὰ ἑνώσωμεν τὰς δύο ταύτας ἐργασίας. Ἠρώτησε προσέτι ὁ κ. Βουλευτής, πόσοι καὶ τίνες ἔκτακτοι ὑπάλληλοι προσελήφθησαν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον κατὰ τὸ ἄρθρον 21 τοῦ αὐτοῦ νόμου, καὶ μέχρι τίνος προέβη ἡ καθυστερουμένη ἐξέλεγξις τῶν λογαριασμῶν τῶν δημοσίων ὑπολόγων. Μέχρι τοῦδε οὐδεὶς προσελήφθη κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον, οὔτε τακτικός, οὔτε ἔκτακτος ὑπάλληλος, θέλουσι δὲ προσλαμβάνεσθαι ὑπάλληλοι συμφώνως πρὸς τὸν νόμον ἐκεῖνον κατὰ λόγον τῆς αὐξήσεως τῆς ὑπηρεσίας· ἐλπίζομεν ὅτι θέλομεν εὑρεῖ τὸν χῶρον, ὅπως οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι δύνανται νὰ ἐργάζωνται, διότι σήμερον ἐν τῷ ὑπάρχοντι χώρῳ εἶναι περιττὸν νὰ προσλαμβάνωμεν προσθέτους ὑπαλλήλους, ἀφοῦ οὗτοι δὲν ἔχουσι ποῦ νὰ ἐργασθῶσιν....
§40ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἐφηρμόσθη, καθόσον οὐδεμία ἐργασία ἐγένετο διὰ τὰ καθυστερούμενα ἔτη.
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ῥητῶς εἶπον, ὅτι ἐφαρμόζεται ὁ νόμος διότι κατὰ τὸν νόμον ἡ ἔναρξις τῆς ἐργασίας πρέπει νὰ γενῇ ἀπὸ τοῦ 1883, διὰ δὲ τὰ ἔτη 1883 καὶ 1884 ἔχει ἤδη τὰ στοιχεῖα τῆς ἐργασίας τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον· ἴσως θὰ ἐβαίνομεν ταχύτερον, ἐὰν ὑπῆρχε χῶρος, ἰδίως δὲ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐργαζώμεθα καὶ εἰς τὰ τῶν παρῳχημένων ἐποχῶν, ἀρχόμενοι ἀπὸ τοῦ 1876, 1877 καὶ 1878. Προσπαθοῦμεν ἤδη νὰ κανονίσωμεν τὰ τοῦ προσθέτου χώρου, καὶ ἐλπίζω, ὅτι προσεχῶς θὰ δυνηθῶμεν νὰ ὑποβάλωμεν πρότασίν τινα εἰς εἰς τὴν Βουλήν....
§42ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὸ Συνέδριον, αὐτὸ εὑρίσκεται σήμερον εἰς τὰ ἔτη 1875 καὶ 1876, καὶ σήμερον προέβλεψεν ὁ νόμος νὰ διορίζωνται ἔκτακτοι ὑπάλληλοι. Ἕως τώρα οὐδεὶς διωρίσθη;
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδείς, οὔτε τακτικός, οὔτε ἔκτακτος.
§44ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ τακτικοὶ εἶναι διὰ τὴν τρέχουσαν ὑπηρεσίαν ἀπὸ τοῦ 1883 καὶ ἐντεῦθεν, νομίζω δὲ, ὅτε οὔτε διὰ τὸ 1883 ἔκαμε τὸ Συνέδριον ὅ,τι ἔπρεπε νὰ κάμῃ.
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ Συνέδριον ἐδέχθη τὴν παρασκευασθεῖσαν ἐργασίαν ὑπὸ τοῦ Λογιστηρίου διὰ τὸ 1883 καὶ 1884.
§46ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπενθυμίζω τὴν ἐπερώτησίν μου περὶ τοῦ ἐγγράφου εἰς τὴν ὑπόθεσιν Ντάη.
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶχον εἰπεῖ ὅτι ἠναγκάσθην νὰ τηλεγραφήσω εἰς Μεσολόγγιον· ἔλαβον δὲ ἀπάντησιν, πρῶτον μὲν τηλεγραφικὴν, εἶτα δὲ ταχυδρομικήν. Εἶχον τηλεγραφήσει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει). «Ὑποβάλετε διὰ πρώτου ταχυδρομείου ὑπ’ ἀριθ. 60965 π. ἔ. ἡμετέραν σημειωτικὴν διαταγὴν, ἐὰν αὕτη ὑπάρχῃ ἐν γραφείῳ ὑμῶν, καὶ ἀναφέρετε ἐκτέλεσιν». Ὁ Ἀρχηγὸς ἀπήντησε πρῶτον τηλεγραφικῶς: «Ἐπὶ ὑπ’ ἀριθ. 75643 τηλεγραφικῆς διαταγῆς ἀναφέρομεν σήμερον ταχυδρομικῶς». Ἐλήφθη ἤδη ἡ ταχυδρομικὴ αὕτη ἀπάντησις, ἔχουσα ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Σὺν τῇ ἐπιστροφῇ τῆς συνημμένης ὑπ’ ἀριθ. 75643 τηλεγραφικῆς διαταγῆς του καὶ κατόπιν ταὐταρίθμου τῆς παρούσης σημερινῆς τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς μας, ἀναφέρομεν εὐπειθῶς, ὅτι ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 60965 παρελθόντος ἔτους ἐπισημειωτικὴ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου διεβιβάσθη πρὸς τὸν τότε Μοίραρχον καὶ νῦν ἀπόστρατον ταγματάρχην τῆς Χωροφυλακῆς Ντάην, εἰς ἀπάντησιν τῆς ἀναφορᾶς του». Ἑπομένως τώρα πρέπει νὰ φροντίσωμεν, ἵνα τὸ λάβωμεν ἐκεῖθεν.
§48ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἰδιαίτεραι πληροφορίαι ἐκ τοῦ νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας καὶ φύλλα δημοσιογραφικὰ, ἐκδιδόμενα εἰς τὸν τόπον, παριστῶσι τὴν κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῷ νομῷ ἐκείνῳ, δύναμαι νὰ εἴπω, οἰκτράν. Ἐγὼ δὲν λέγω τοῦτο, ἵνα ἐκ προοιμίων ἐπιφέρω κατάκρισιν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι βεβαίως καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα καὶ πᾶσα Κυβέρνησις δὲν θέλει νὰ φονεύωνται οἱ ἄνθρωποι· ἀλλὰ πρὸ παντὸς θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν ἰδιάζουσαν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδίᾳ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.... Ἀκούω τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, λέγοντος ταύτην τὴν στιγμήν, ὅτι ἡ κατάστασις εἶναι ἀρίστη· θέλω νὰ ἠξεύρω, ἐὰν αὐτὴ ἡ περιγραφὴ γεγονότων συγκεκριμένων συντελῇ ὑπὲρ τῆς ἰδέας του. Ἰδοὺ, λόγου χάριν, προχείρως μία ἐφημερὶς, ἐκδιδομένη ἐν Μεσολογγίῳ· προχείρως ἀναφέρω τινὰ ἐγκλήματα, συμβάντα κατὰ ἓν δεκαήμερον καὶ μόνον, καὶ ἐκεῖ, εἰς τὰ πέριξ σχεδὸν τοῦ Μεσολογγίου. (Ἀναγινώσκει)....
§49ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία ἐφημερὶς εἶναι;
§50ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ «Ἀκαρνανία».
§51ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑπομένως πρέπει νὰ ἦναι καλῶς πληροφορημένη, ἀφοῦ πρόκειται περὶ τοῦ νομοῦ Ἀκαρνανίας.
§52ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐὰν ταῦτα ἦναι ἀληθῆ, νὰ σκεφθῇ κἄπως σπουδαιότερον· δὲν ἀρκεῖ, ὅτι δὲν θέλει νὰ φονεύωνται οἱ ἄνθρωποι, πρέπει νὰ μὴ θέλῃ καὶ τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα φέρουσι τὴν κατάστασιν αὐτήν. Εἰς δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν θέλω νὰ ὑπενθυμίσω ὅ,τι καὶ προχθὲς τὸν ἐπηρώτησα, καὶ ὑπεσχέθη νὰ μοὶ δώσῃ ἀπάντησιν, περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκλογῆς εἰς τὸν δῆμον Ἀποδοτίας.
§53ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐτηλεγράφησα εἰς Μεσολόγγιον, καὶ ἔλαβον τηλεγραφικὴν ἀπάντησιν τοῦ Νομάρχου, ὅτι ἡ ἐκλογὴ δὲν διετάχθη εἰσέτι, διότι ὁ δῆμος Ἀποδοτίας σύγκειται ἀπὸ πολλὰ χωρία, μεμακρυσμένα καὶ μὴ συγκοινωνοῦντα μὲ τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου, ἕνεκα τοῦ βαρυτάτου χειμῶνος καὶ τῆς χιόνος.
§54ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀποχρῶν ὁ λόγος αὐτός· διότι, ἐὰν παρατείνωμεν ἐπ’ ἀόριστον τὴν ἀναβολὴν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, θὰ φθάσωμεν εἰς ἀτοπήματα· τώρα διότι εἶναι χειμὼν, αὔριον διότι εἶναι θέρος, καὶ μεθαύριον διότι συμβαίνει ἄλλο τι, πρέπει ν’ ἀναβάλληται ἡ δημοτικὴ ἐκλογή!
§55ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ ἐπισπεύσῃ ὁ Νομάρχης τὸν προσδιορισμὸν τῆς ἐκλογῆς, διότι, καίτοι ὁ νόμος δὲν ὁρίζει προθεσμίαν, ἐπεκράτησε, καὶ ὀρθῶς ἐπεκράτησε, νὰ μὴ ἀναβάλλωνται αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ ἄνευ σπουδαίων λόγων. Ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι πρόκειται περὶ δήμου μεγάλου, συγκειμένου ἐκ 18 χωρίων, ἀπεχόντων πολὺ ἀπ’ ἀλλήλων, καὶ περὶ τόπου, ὅστις δυσχερῶς συγκοινωνεῖ, ὡς γνωρίζετε. Ἐὰν λοιπὸν τὰ μέρη ταῦτα, τὰ ὀρεινὰ, κατέχωνται ὑπὸ χιόνων καὶ δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ προσέλθωσιν οἱ ἐκλογεῖς, δὲν βλέπω διὰ τίνας θέλει ἐνεργηθῆ ἡ δημοτικὴ ἐκλογή. Ἀνάγκη νὰ περιμένηται νὰ βελτιωθῇ ὁ καιρὸς, ἔστε δὲ βέβαιος, ὅτι θέλει ἐνεργηθῆ ἡ ἐκλογὴ εὐθὺς ἀμέσως.
§56ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος πρέπει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου αὐτοῦ δὲν εὑρίσκονται ὅλοι ἐκεῖ, ἀλλὰ παραχειμάζουσιν εἰς ἄλλα μέρη, λόγῳ τοῦ χειμῶνος.
§57ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω διὰ ποίους λόγους ὁ κ. Καλαντζόπουλος ἐπιθυμεῖ τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐκλογῆς· πιθανὸν ὁ χειμὼν νὰ δυσκολεύῃ καὶ αὐτὸν νὰ παρευρίσκηται αὐτοπροσώπως ἐκεῖ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὰ τοιαῦτα οὐδεμίαν ἔχουσιν ἐπιῤῥοὴν, ὅταν πρόκηται περὶ δημοτικῆς ἐκλογῆς, διὰ τὴν ὁποίαν ἀληθῶς μὲν οἱ νόμοι δὲν ἔταξαν προθεσμίαν, ἀλλ’ οἱ νόμοι, καὶ οἱ ὑπὸ τὴν Μοναρχίαν ὑπάρχοντες, οἱ πρῶτοι νόμοι, λέγουσιν ὅτι, εὐθὺς, ἅμα κενωθῇ θέσις, εὐθὺς νὰ διατάσσηται νέα ἐκλογή.... Κύριοι, περὶ τίνος πρόκειται; μήπως, ὅταν διατάσσηται ἐκλογὴ καὶ προκύπτῃ ἓν ἀποτέλεσμα, ὑποτίθεται ἄρα, ὅτι δὲν ἐκωλύθησάν τινες, ἢ πολλοὶ ἐκ τῶν ἐκλογέων, νὰ μεταβῶσι, καὶ ὅτι ἡ ἐποχὴ, καθ’ ἣν μία ἐκλογὴ, εἴτε Δημοτικὴ εἴτε Βουλευτικὴ, ἐνηργήθη, ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ στερηθῶσι δῆμοι ὁλόκληροι τῆς εὐκολίας νὰ προσέλθωσι καὶ ψηφοφορήσωσιν; Οὐδαμῶς τοιαῦτα ὑποτίθενται. Ὁ νόμος δημιουργεῖ βεβαίως νομικὰ πλάσματα, καὶ θεωρεῖ, ὅτι ἐκεῖνοι, ὁ ὁποῖοι κατὰ τινα δεδομένην ἐποχὴν ἐψηφοφόρησαν, εἶναι ἡ πλειονοψηφία, ἥτις παριστᾷ τὴν θέλησιν τοῦ τόπου· περὶ ἑνὸς νομικοῦ πλάσματος πρόκειται. Βεβαίως εἶναι πιθανὸν, τὸ νομικὸν πλᾶσμα ἐν τῇ συγκεκριμένῃ περιπτώσει νὰ μὴ ἐκφράζῃ τὴν ἀλήθειαν, διότι ἴσως χωρία τινὰ δύνανται ν’ ἀπουσιάζωσιν, ἢ ἐν Βουλευτικαῖς ἐκλογαῖς δῆμοι ὁλόκληροι, ὅπως συμβαίνει εἰς πολλὰς ἐπαρχίας, ἐνεργουμένης ἐκλογῆς ἐν καιρῷ χειμῶνος, δῆμοι ὁλόκληροι νὰ παραχειμάζωσιν εἰς ἄλλας ἐπαρχίας· καὶ πολλάκις ἀληθῶς ἐπὶ Βουλευτικῆς ἐκλογῆς τὸ ἀποτέλεσμα ἐπηρεάσθη ἐκ τοιούτων. Ἀλλ’ ἀπέναντι τοῦ νομικοῦ πλάσματος καὶ τῶν γενικῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ τηρῶνται, δύνανται ποτὲ νὰ χωρῶσι τοιαῦται δικαιολογίαι; βεβαίως ὑπάρχουσι λόγοι, νὰ μὴ ἐνεργηθῇ ἡ ἐκλογή· ἀλλ’ ἄλλοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τοῦ προκειμένου συντελοῦσιν, ὅπως ἐπ’ ἀόριστον ἀναβάλληται ἡ ἐκλογή, καὶ εὗρον μίαν αἰτίαν, ἡ ὁποία θὰ ἦτο ἡ πλέον ἀβλαβὴς καὶ διὰ τοὺς ἀντιπολιτευομένους καὶ διὰ τοὺς ὑπουργικούς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν γνωρίζει, ὅτι καὶ ἄλλοτε ἔκαμα λόγον περὶ τούτου, καὶ τότε μοὶ εἶπεν, ὅτι θὰ διατάξῃ τὸν Νομάρχην νὰ προσδιορίσῃ τὴν ἐκλογήν· τώρα ἀνακαλύπτεται, ὅτι εἶναι χειμὼν, καὶ ὅτι δύνανται νὰ λείπωσι καί τινες τῶν κατοίκων· αὔριον δύναται νὰ φέρῃ τὴν πρόφασιν, ὅτι εἶναι καύσωνες, καὶ πάλιν ν’ ἀναβάλῃ τὴν ἐκλογήν. Ὁ νόμος λέγει, ὅτι, ἅμα κενωθῇ διὰ τοῦ θανάτου θέσις Δημάρχου, πρέπει νὰ διαταχθῇ εὐθὺς νέα ἐκλογή. Τὰ περὶ χειμῶνος καὶ θέρους εἶναι προφάσεις, τὰς ὁποίας ἐπινοοῦσιν αἱ Κυβερνήσεις, ὅταν δὲν θέλωσι νὰ ἐκτελέσουν τὸν νόμον. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ ἐκτελέσῃ τὸν νόμον καὶ νὰ διατάξῃ τὴν ἐκλογὴν, καὶ θέλει ἰδεῖ, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀρκετοὶ ἐκλογεῖς, καὶ ὅσοι ἀπουσιάζουν καὶ ἔχουν ὄρεξιν θὰ προσέλθουν νὰ ὑποστηρίξωσι τὸν ὑποψήφιον κ. Καλαντζόπουλον, ὅπως μεταβαίνουσι καὶ εἰς τὰς Βουλευτικὰς ἐκλογάς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔφερε τὴν δικαιολογίαν τοῦ χειμῶνος ἴσως ἐν καλῇ πίστει, ἀλλ’ ἐν κακῇ βεβαίως πίστει τῷ ἐχορήγησαν τὴν δικαιολογίαν αὐτήν. Ἐπαναλαμβάνω ἤδη τὴν προηγουμένην μου ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι, καθ’ ἃ μοὶ γράφουσιν, ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας τάξεως ἐν τῷ νομῷ εἶναι οἰκτρά. Μοὶ γράφουσι, πῶς συνέβη τὸ ἔγκλημα κατὰ τοῦ Σ. Μαρκέτου, ἐν τῇ πλατείᾳ τῆς κωμοπόλεως Νεοχωρίου. Ὁ δυστυχὴς Μαρκέτος ἦτο ἐκ τῶν τὰ πρῶτα ἐν τῇ κωμοπόλει φερόντων, ἦτο τύπος φιλονόμου πολίτου, ἦτο μέλισσα παραγωγὸς ἐν τῇ ἐκεῖ κοινωνίᾳ, ἄνθρωπος ἐργατικός. Ἐπωλήθη εἷς ἀγρὸς, καὶ προκειμένου περὶ τόπου δέκα πήχεων, ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου ἐπωλήθη ὁ ἀγρὸς εἰς τὸν Μαρκέτον, ὁπλίζεται μὲ μίαν μάχαιραν καὶ παρόντος πλήθους ἀνθρώπων φονεύει τὸν δυστυχῆ Μαρκέτον ἐν τῇ πλατείᾳ. Ἕκαστος θὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ὁ φονεὺς συνελήφθη παραχρῆμα εἰς τὴν πλατεῖαν, ὅπου παρίσταντο ἴσως καὶ χωροφύλακες καὶ κλητῆρες, καὶ ἐν τούτοις δὲν συνελήφθη. Ἐγνώριζον πολὺ καλῶς τὸν δυστυχῆ Μαρκέτον, τὸν ἐγνώριζε δὲ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὁ Μαρκέτος ἦτο καὶ κουμπάρος μου, συνέπεσε δὲ νὰ ἦναι καὶ ἀντιπρόσωπός μου εἰς τὴν Βουλευτικὴν ἐκλογήν. Δὲν λέγω ταῦτα, ἵνα ὁμιλήσω εἰδικῶς περὶ πράξεως, ἧς ἡ ἐκτίμησις ἀπόκειται εἰς τὰ Δικαστήρια. Δὲν πρόκειται οὐδὲ περὶ τοῦ ἐγκληματίου, πρόκειται περὶ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἐγκλημάτων, καὶ ὀρθῶς ὁ κ. Τυπάλδος προεκάλεσε τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι τὸ ἔγκλημα τῆς ἀνθρωποκτονίας ἔλαβε διαστάσεις φρικώδεις. Μοὶ γράφουσιν ἐκ τοῦ νομοῦ, ὅτι οὐδὲ κἂν ἔχουσιν ἰδέαν ποινικῆς δικαιοσύνης. Ὁσάκις ὁμιλοῦμεν περὶ τούτου ἐνταῦθα, θεωροῦσιν ἴσως τινὲς, ὅτι ἄτοπόν τι πράττομεν, διότι εἶναι δυνατὸν αἱ Κυβερνήσεις νὰ θέλουν νὰ διαπράττωνται ἐγκλήματα; Ὄχι, δὲν θέλουν ταῦτα, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ θέλουν καὶ τὰ αἴτια. Καὶ δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις, προκειμένου περὶ τῶν αἰτίων, εἶναι ἔνοχοι καὶ ἠθικῶς ὑπεύθυνοι, ὡς συνεργοὶ τῶν ἐγκλημάτων· δὲν ἀρκεῖ νὰ λέγωσιν, ὅτι λυποῦνται διότι ἔγεινε τὸ ἔγκλημα, πρέπει νὰ δίδωσι προσοχὴν, ὅταν γίνηται λόγος περὶ τῶν τοιούτων, νὰ δίδωσι προσοχὴν καὶ νὰ ἀνευρίσκωσι τὰ αἴτια. Ὅταν ὅλη ἡ διοίκησις διεξάγηται φατριαστικῶς, πῶς ἀπορεῖτε διότι αὐξάνουν ἐπὶ τέλους τὰ ἐγκλήματα; Ἀλλὰ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἀδιαφοροῦσιν, ὅσοι δὲ κάμνουν λόγον περὶ τούτου, θεωροῦνται ἴσως ἰδεολόγοι. Σᾶς λέγουν πολλάκις καὶ ἐν τῷ τύπῳ: μὴ ἀεροβατῆτε, μὴ παρακωλύετε τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς διὰ θεωριῶν κλπ. Ἔλθετε εἰς τὰ πράγματα. Ποῖα εἶναι τὰ πράγματα; Ψηφίσατε τὰ νομοσχέδια τοῦ Σπάρταλη, (θόρυβος) ψηφίσατε ταχέως ἄλλα νομοσχέδια, μὴ τυχὸν φορολογηθῇ ὁ πολίτης, χωρὶς νὰ ἦναι ἐψηφισμένος ὁ Προϋπολογισμὸς, διότι τὸ ἠκούσατε πολλάκις τοῦτο, ὡς μέγαν κίνδυνον τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος. Ἂν ἦναι ἐψηφισμένος ὁ Προϋπολογισμὸς, ἡ οἰκογένεια τοῦ Μαρκέτου, ἡ ὁποία ἐκ τῶν κόπων αὐτῆς ἐσχημάτισε περιουσίαν καὶ πρόκειται νὰ πληρώσῃ φόρους, θὰ μείνῃ φαίνεται εὐχαριστημένη, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς ἐψηφίσθη. Τὸ μόνον μέλημα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, νὰ εἰσπράξῃ φόρους· περὶ τοῦ λαοῦ ἀδιαφορεῖ ἐντελῶς.
§58Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τρεῖς ἐπερωτήσεις μου, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνα, καὶ τὰς ὁποίας, φαίνεται, ἐλησμόνησε, διότι σήμερον ἀπήντησεν εἰς πληθὺν ἄλλων καὶ δὲν ἀπήντησεν εἰς αὐτάς. Τὸν παρεκάλεσα νὰ μὲ πληροφορήσῃ, πόσα κατὰ τὸ 1887 εἰσεπράχθησαν ἐκ τῶν δήμων τοῦ Κράτους, καὶ ἂν ἀπεδόθησαν τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὴν Διεθνῆ Τηλεγραφικὴν Ἑταιρίαν κατὰ τὸ 1887, καὶ ἐπὶ τέλους πόσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1887 ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας.
§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδώσατε ἐγγράφως τὰς ἐπερωτήσεις σας;
§60ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὄχι.
§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διὰ τοῦτο ἴσως ἐλησμονήθησαν.
§62ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὑμεῖς μοῦ εἴχετε ἀπαντήσει τότε.
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι τόσον πολλαὶ αἱ ἐπερωτήσεις, ὥστε καλὸν εἶναι νὰ τὰς ἔχω ἐγγράφως.
§64ΚΟΡΠΑΣ. Τὸ Δημοτικὸν Σχολεῖον τῆς Μυκόνου, καίπερ ἔχον περὶ τοὺς 180 μαθητὰς, ἀργεῖ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ τρέχοντος σχολικοῦ ἔτους· οἱ κάτοικοι διαμαρτύρονται, ὑπέβαλον καὶ ἀναφορὰς, παριστῶντες τὴν ἀνάγκην τῆς ἀποστολῆς διδασκάλου, καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τοὺς ἐκ Σύρου Βουλευτὰς, ἀλλὰ διδάσκαλος δὲν ἀποστέλλεται. Ἀπελπισθέντες, ζητοῦσιν ἤδη τὴν μεσολάβησιν τῆς Βουλῆς, καὶ ἀπέστειλαν τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, νὰ συστήσῃ τὴν αἴτησίν των εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι 180 παῖδες περιφέρονται εἰς τὴν ἀγορὰν τῆς Μυκόνου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἀποστολῆς δημοδιδασκάλου ἐκεῖ. Ἐπειδὴ ἔλαβον τὸν λόγον, θὰ ἀναφέρω πάλιν περὶ τῶν ἀντισηκωμάτων, τῶν καταβληθέντων ὑπὸ τῶν διαθεσίμων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπεχρεώθησαν εἰς διετῆ θητείαν, καὶ θέλω παρακαλέσει τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἢ μᾶλλον τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, νὰ διατάξῃ τὴν ἐπιστροφὴν τῶν χρημάτων τούτων, καθόσον, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Γεωργαντᾶν, βουλευτὴν Ἀργολιδοκορινθίας, εἶπεν, ὅτι ἡ πρόφασις, ὅτι ἡ πίστωσις δὲν ὑπῆρχε, δὲν εἶναι ἰσχυρά· ἐν τούτοις τὴν πρόφασιν ταύτην προτείνει καὶ νῦν.
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Τώρα εἶναι ἰσχυρὰ, ἀλλὰ διέταξα τὴν πληρωμὴν ὑπ’ εὐθύνην μου.
§66ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὡς εἶναι γνωστὸν, ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαρχόντων δημοδιδασκάλων ὑπολείπεται πολὺ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν συνεστημένων Σχολείων, ἐλλείπουσι δὲ περὶ τοὺς πεντακοσίους· τούτου ἕνεκα δὲν ἔχομεν διδάσκαλον νὰ διορίσωμεν εἰς τὴν Μύκονον· ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς γνωρίζῃ τινὰ διαθέσιμον παρακαλῶ, νὰ μοὶ τὸν ὀνομάσῃ, καὶ θέλω σπεύσει νὰ τὸν διορίσω.
§67ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας μᾶς δίδει πληροφορίαν γνωστὴν, ὅτι λείπει μέγας ἀριθμὸς δημοδιδασκάλων. Μᾶς εἶπεν, ὅτι λείπουν πεντακόσιοι, ἑπομένως, ἐὰν δὲν πλανῶμαι, περίπου τὸ ἓν τρίτον τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ, τοῦ ἀπαιτουμένου, ὅπως λειτουργήσῃ καθ’ ὁλοκληρίαν ἡ δημοσία ἐκπαίδευσις τοῦ λαοῦ. Καὶ ὅμως συμβαίνει τοῦτο τὸ παράδοξον, ὅτι δημοδιδάσκαλοι διακεκριμένοι, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ πολλὰ ἔτη διεκρίθησαν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐπαύθησαν ἄνευ λόγου, ἐπὶ τῇ ἀπαιτήσει προσώπων πολιτικῶν ἐνδιαφερομένων, καὶ ἑπομένως, ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἂν ἦναι δίκαιον, ἀφοῦ στερεῖται τοῦ ἀναγκαίου ἀριθμοῦ δημοδιδασκάλων, νὰ δέχηται τοιαύτας εἰσηγήσεις, καὶ στερῇ τὴν δημοσίαν ἐκπαίδευσιν ἀνδρῶν δεδοκιμασμένων. Καὶ δύναμαι νὰ τῷ ἀναφέρω πρόσωπον, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ φιλικῶς πρὸ ἡμερῶν τῷ ἔκαμα λόγον. Γνωρίζω ἀξιόλογον ἄνδρα δημοδιδάσκαλον, ὅστις ἐπὶ δεκατέσσαρα ἔτη ὑπηρέτησε καὶ ὁ ὁποῖος, βεβαιῶ (διότι καλῶς μοὶ εἶναι γνωστὸν τὸ προσωπικὸν τῶν δημοδιδασκάλων, διότι ἐξ αὐτῶν γνωρίζω πλείστους), ὅτι εἶναι ἐκ τῶν μᾶλλον διακεκριμένων. Αὐτὸς ἐπαύθη, διατί; Διότι ζητήσας ἄδειαν ἁρμοδίως παρὰ τῆς Διοικητικῆς ἀρχῆς ἐν Κεφαλληνίᾳ, ὅπως μεταβῇ ἐπὶ 7 ἡμέρας παρὰ τῇ οἰκογενείᾳ αὐτοῦ εἰς Ἰθάκην διὰ τὰς ἑορτὰς τῆς πρώτης τοῦ ἔτους, ἐθεωρήθη δῆθεν ὡς παρατείνας τὴν ἀπουσίαν καὶ ὡς ἐγκαταλιπὼν τὴν θέσιν του. Ἀλλὰ δὲν τὴν ἐγκατέλιπεν, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχον τότε μαθηταὶ εἰς Ἀργοστόλιον. Ἀλλ’ αὐτὸς ἐπαύθη, διότι ἐθεωρήθη ὡς ἐνδιαφερόμενος ὑπὲρ ὡρισμένου προσώπου εἰς τὰς ἐκλογὰς τῆς 4ης Ἰανουαρίου 1887. Αὐτὴ ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων δὲν εἶναι πρέπουσα, καὶ ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἀπολογεῖται φαιδρῶς διότι 180 Ἑλληνόπαιδες ἐκ Μυκόνου εὑρίσκονται ἄνευ δημοδιδασκάλου, τέκνα γονέων φορολογουμένων, καλὸν εἶναι νὰ μὴ δέχηται τοιαύτας εἰσηγήσεις, καὶ νὰ θελήσῃ νὰ ἐπαναφέρῃ καὶ αὐτὸν τὸν παυθέντα καὶ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἐπαύθησαν.
§68Κ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἦναι συνεπὴς πρὸς τὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκε πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν Κυκλάδων, εἰπὼν αὐτῷ, ὅτι, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελε τῷ παρουσιάσει δημοδιδάσκαλον διαθέσιμον, ἤθελε προβῆ εἰς τὸν διορισμὸν αὐτοῦ, βεβαίως θὰ ἐκληρώσῃ τὴν ὑποσχεσίν του ταύτην. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας τὴν πρό τινος γενομένην πρὸς αὐτὸν ἐπερώτησίν μου, ἀφορῶσαν εἰς τὸ Σχολεῖον τοῦ Παλαιοζαρίου τῆς Δωρίδος, τὸ ὁποῖον μένει ἄνευ δημοδιδασκάλου πρὸ πολλοῦ, μολονότι εἰς Δωρίδα ὑπάρχει δημοδιδάσκαλος ἄνευ θέσεως, εἶναι δὲ οὗτος ὁ Παναγιωτόπουλος, περὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ ὁποίου ἔκαμα καὶ ἄλλοτε ἐπερώτησιν. Ὑπενθυμίζων λοιπὸν τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ διορίσῃ τὸν διαθέσιμον τοῦτον δημοδιδάσκαλον εἰς τὴν θέσιν τοῦ Σχολείου Παλαιοζαρίου, διότι εἶναι λυπηρὸν νὰ ἔχωμεν δημοδιδασκάλους ἄνευ θέσεως, καὶ Σχολεῖα ἄνευ δημοδιδασκάλων.
§69ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εἰς ἕτερον συνάδελφον εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι, ἂν γνωρίζῃ δημοδιδάσκαλον διαθέσιμον, νὰ μοὶ τὸν ὀνομάσῃ, διὰ νὰ τὸν διορίσω, οὕτω δὲ θέλω ἐνεργεῖ, ὅταν πρόκηται περὶ συστάσεων, συμφώνων πρὸς τὸν νόμον καὶ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας. Φαίνεται ὅμως, ὅτι ὁ δημοδιδάσκαλος περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ προλαλήσας, παρέσχεν ἀφορμὰς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν νὰ τὸν ἀπολύσῃ, εἴτε ὡς ἀναμιχθέντα εἰς τὰ πολιτικὰ, εἴτε ὡς ἀσχολούμενον εἰς τὰς ἰδιαιτέρας του ὑποθέσεις, εἴτε δι’ ἄλλον πειθαρχικὸν λόγον.
§70ΣΑΚΚΗΣ. Τὸν δημοδιδάσκαλον τοῦ δήμου Εὔας δὲν διωρίσατε· διωρίσατε ὅμως εἰς τὸν δῆμον Κολωνίδων τῇ συστάσει τοῦ κ. Καραπαύλου.
§71ΛΕΒΙΔΗΣ. Χωροφύλαξ, καλούμενος Χρῆστος Κούκης, νομίσας ὅτι εἶχε λόγον ἀπαλλαγῆς, κατέθεσε τὸ ποσὸν τῶν 100 δραχμῶν ἀπὸ τῆς 17 Ὀκτωβρίου παρελθόντος ἔτους. Μετέβη τελευταῖον εἰς τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς, ὅπως λάβῃ ὀπίσω τὸ ἀντισήκωμα, ἀλλὰ δὲν ἔλαβε τὰ χρήματα αὐτοῦ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 66,626 ἐγγράφου του ἔστειλε τὴν ἀναφορὰν αὐτοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, δηλ. ὁ αὐτὸς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔστειλε τὰ ἔγγραφα εἰς τὸν αὐτὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἐκδοθῇ τὸ ἔνταλμα καὶ πληρωθῇ ὁ στρατιώτης. Καὶ ἐπειδή ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐβεβαίωσεν, ὅτι θέλουσι πληρωθῆ οἱ στρατιῶται, παρακαλῶ νὰ λάβῃ σημείωσιν τοῦ ἐν λόγῳ στρατιώτου, καὶ διατάξῃ τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἐντάλματος, διότι, ἂν στείλωμεν ἡμεῖς αὐτὸν, βεβαίως δὲν θέλει πληρωθῆ, καὶ θέλει ἀναγκασθῆ νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ Δικαστήρια. Προχθὲς μετέβη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εἷς δ’ ἐκ τῶν ὑπαλλήλων εἶπεν εἰς αὐτὸν, ὅτι ἐξηντλήθη ἡ πίστωσις. Ἤδη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς βεβαιοῖ, ὅτι ὑπ’ εὐθύνην αὐτοῦ θέλει διατάξει τὴν πληρωμήν.
§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς πληρωμῆς.
§73ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρό τινων ἡμερῶν εἷς τῶν ἐξ Ἀχαΐας Βουλευτῶν εἶχεν ἀναγνώσει ἐπιστολὴν ἀπὸ Δερβιτσελεπῆ, διὰ τῆς ὁποίας ἐξετίθεντο ὡρισμέναι ἐγκληματικαὶ πράξεις, λαβοῦσαι χώραν ἐν Ἠλείᾳ. Τὴν ἐπιούσαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνέγνωσαν τηλεγράφημα, καὶ ἐξέφρασαν αἴσθημα ἀγανακτήσεως ἐπὶ τοῖς λεχθεῖσιν ὑπὸ τοῦ κ. ἐξ Ἀχαΐας Βουλευτοῦ, καθόσον, ὡς εἶπον, οὐδόλως διεσαλεύθη ἡ δημοσία ἀσφάλεια καὶ τάξις, πρὸς τοῦτο δὲ μάλιστα ἐπεκαλέσθησαν καὶ τὰ γνωστὰ ἐκεῖνα τηλεγραφήματα τῶν Ἀρχῶν, ἰδίως δὲ τοῦ Νομάρχου καὶ Φρουράρχου Ἀχαΐας, δι’ ὧν ἐλέγετο, ὅτι ἡ ληστεία κατὰ τοῦ ἐμπόρου Κοροντζῆ ἦτο εἰκονική. Δὲν παρῆλθον ἐν τούτοις πολλαὶ ἡμέραι, καὶ ἰδοὺ μοὶ ἀπεστάλη ἐπιστολὴ, ἡ ὁποία φέρει τὴν ὑπογραφὴν 40 εὐϋπολήπτων πολιτῶν, ἐμπόρων καὶ κτηματιῶν, διὰ τῆς ὁποίας οὗτοι ὁμολογοῦσιν, ὅτι ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἐκεῖ, ἂν δὲν ἐξέλιπεν ἐντελῶς, εἶναι οὐχ ἧττον εἰς πολὺ δυσάρεστον κατάστασιν. (Ἀναγινώσκει τὴν ἐπιστολήν.) Ταῦτα ἐγράφησαν ἀντὶ ἀπαντήσεως εἰς τὰς διαβεβαιώσεις τῶν ἐν Πάτραις καὶ Πύργῳ Ἀρχῶν. Πρέπει δὲ οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ νὰ πιστεύσωσιν, ὅτι, ὁσάκις ποιούμεθα λόγον περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, δὲν κάμνομεν τοῦτο ἐκ λόγων ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ θέλομεν νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχὴν καὶ μέριμναν αὐτῶν, ὅπως καταβάλωσι προσπάθειαν, νὰ ἑδραιωθῇ ἡ δημοσία ἀσφάλεια.
§74Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀναγνώσω ἓν τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔστειλαν ἐκ τῆς πόλεως Πύργου τοῦ δήμου Λετρίνων τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας, πραγματευόμενον περὶ τῆς δημοσίας κατὰ τὰ μέρη ἐκεῖνα ἀσφαλείας (ἀναγινώσκει): «Ἔξωθεν πόλεως Πύργου συμμορία ληστοφυγοδίκων, ἐλευθέρως ἐξασκούντων ἔντιμον ἐπάγγελμα, συνέλαβον Κυριακὴν ἑσπέρας ἅμαξαν, μεταφέρουσαν Πάτρας γαμβρόν μου Ἀλέξανδρον Ζώραν, ἔμπορον σταφίδος. Κρυβεὶς γαμβρός μου ἐνδύματα καὶ ἐπανωφόρια συνοδῶν καὶ ἄλλων χωρικῶν, ἐσώθη, πλὴν συμμορία οὔτε κατεδιώχθη, οὔτε καταδιώκεται, ἀλλὰ προστατεύεται, καὶ εὑρισκόμεθα ἀποκεκλεισμένοι καὶ περίφοβοι, μὴ ἔχοντες προστασίαν κυβερνητικήν. Προστατεύσατε ἐγκαταλειφθέντας πολίτας, ἁδρῶς πληρώνοντας φόρους.
«ΔΙΟΝ. ΒΟΓΑΣΑΡΗΣ.»
§75ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅπως καὶ περὶ τῶν ἀνακοινωθέντων τῇ Βουλῇ ὑπὸ τοῦ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος βουλευτοῦ κ. Γεροκωστοπούλου ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ πλανημένη πληροφορία, ἢ πολὺς ζῆλος καὶ λίαν ζωηρὰ φαντασία τῶν γραψάντων πρὸς αὐτὸν, εἶχον ἐξογκώσει τὰ πράγματα, διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐνῷ κατηγγέλλοντο αὐτῷ ἐκεῖθεν 15 βαρεῖαι ἐγκληματικαὶ πράξεις, ὀνομαστὶ ἀναφερομένων καὶ τῶν δραστῶν καὶ τῶν παθόντων, διὰ τῶν τηλεγραφημάτων τῶν Ἀρχῶν ἀπεδείχθη, ὅτι, ἀντὶ τῶν 15 ἀναφερομένων ἐγκλημάτων, μόλις 4 εἶχον καταγγελθῆ, ἐπὶ δὲ τοῦ παραπόνου, ὅτι οὐδεμία ἐγένετο ἐπὶ τῶν καταγγελιῶν ἐκείνων ἐνέργεια, αἱ Ἀρχαὶ ἐπισήμως ἐπληροφόρησαν, ὅτι διὰ τὰ πλεῖστα αὐτῶν αἱ ἀνακρίσεις ἐπερατώθησαν, καὶ βουλεύματα ἐξεδόθησαν, χαρακτηρίσαντα τὰς πράξεις πολὺ ἠπιωτέρας, ἢ ὅτι παρίσταντο ἐν ταῖς καταγγελίαις, οὕτω καὶ ἐπὶ τῆς προκειμένης περιπτώσεως, ὡς πρὸς τὴν αἰχμαλωσίαν ἢ τὴν ἀπόπειραν αἰχμαλωσίας τοῦ Ζώρα, φαίνεται, ὅτι συμβαίνει. Ἡ δηλονότι ἐκ πεπλανημένων πληροφοριῶν, ἢ ἐκ πολὺ ζωηρᾶς φαντασίας, ἢ ἐξ ὑπερμέτρου ζήλου πρὸς ἐξυπηρέτησιν συμφερόντων, ἀγνοῶ τίνων, καὶ αὐτὸς ὁ πενθερὸς τοῦ δῆθεν αἰχμαλωτισθέντος, διότι μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι πενθερὸς τοῦ Ζώρα ὁ τηλεγραφῶν....
§76ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§77ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. ... καὶ αὐτὸς ὁ πενθερός του φαίνεται, ὅτι παρεσύρθη καὶ ἐδημιούργησε πράγματα.—Ὁ ἔμπορος Ζώρας, ἐκ Πύργου ἀναχωρήσας, ἔφθασεν εἰς Πάτρας τὸ ἑσπέρας τῆς Κυριακῆς. Τὴν τρίτην δὲ προσῆλθεν ὁ Ζώρας οὗτος πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, διότι ἤκουσε καὶ αὐτὸς μετ’ ἀπορίας τὰ λεγόμενα, ἢ ἔλαβεν ἴσως γνῶσιν τοῦ πρὸς τὸν κύριον Δηλιγιάννην τηλεγραφήματος, τοῦ σταλέντος παρὰ τοῦ πενθεροῦ του, καὶ ἔσπευσεν αὐτόκλητος νὰ διαψεύσῃ τὰ κακοβούλως διαδοθέντα καὶ τηλεγραφηθέντα, καὶ νὰ ἐκθέσῃ ἐν ἀληθείᾳ τὰ κατὰ τὴν ὁδοιπορίαν του, ἅπερ, ὡς μετ’ ὀλίγον θ’ ἀκούσητε, στεροῦνται πάσης σπουδαιότητος, καὶ ἀποτελοῦσι πλήρη διάψευσιν τῶν πρὸς τὸν κ. Δηλιγιάννην τηλεγραφηθέντων. Προσελθὼν λοιπὸν ὁ Ζώρας πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, μετέβη μετ’ αὐτοῦ εἰς τὸν Νομάρχην, ὅπου ἐκάλεσαν καὶ τὸν Μοίραρχον, παρουσίᾳ δὲ τῶν τριῶν τούτων Ἀρχῶν, κατέθηκεν ὁ Ζώρας ταῦτα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀναγινώσκω καὶ τὴν ἀλήθειαν τῶν ὁποίων, κληθεὶς, ἐβεβαίωσε καὶ ὁ ἁμαξηλάτης, ὁ μεταγαγὼν τὸν Ζώραν καὶ τοὺς συνοδοὺς αὐτοῦ εἰς Πάτρας. Αἱ ἀρχαὶ λοιπὸν μετὰ τοιαύτην ἐξέτασιν αὐτοῦ τοῦ Ζώρα καὶ τῶν λοιπῶν, ἀνακοινοῦσιν ἡμῖν τὰ ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει).
§78ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν; Τὰ πρᾶγμα μοὶ φαίνεται φυσικόν. Ἡ πρᾶξις αὕτη, ἡ ὁποία παρίσταται ὡς λαβοῦσα χώραν, ἐτελέσθη ἐν Μεσολογκακίῳ· ὑμεῖς ἴσως δὲν γνωρίζετε τὴν Ἠλείαν, σᾶς πληροφορῶ δὲ ὅτι τὸ Μεσολογκάκιον δὲν εἶναι πλησίον τῆς πόλεως Πύργου, εἶναι ὀλίγον μακρὰν, ὁ δὲ τηλεγραφῶν κ. Βογάσαρης κατοικεῖ ἐν τῇ πόλει τοῦ Πύργου. Ὁ τηλεγραφῶν δὲν ἦτο αὐτόπτης τῶν συμβάντων, ἀλλ’ ἔμαθεν αὐτὰ ἐκ φήμης, ἔχων δὲ γαμβρὸν τὸν κ. Ζώραν, καὶ ἑπομένως ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς ἀσφαλείας αὐτοῦ, περιῆλθεν εἰς ἀνησυχίαν, καὶ ἐτηλεγράφησε. Τὰ πράγματα εἶναι σαφῆ. Δὲν ἔχω νὰ φέρω ἀντίῤῥησίν τινα, ὅταν ὁ κ. Ζώρας καταθέτῃ αὐτὸς οὗτος, ὅσα ἀνέγνω ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός. Παρατηρῶ ὅμως ὅτι ὁπωσδήποτε εἶναι ἀνάγκη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸ πάντων νὰ δώσῃ διαταγὰς εἰς τὰς Ἀρχὰς, τὰς ἐπιτετραμμένας τὴν πρόληψιν τῶν ἀξιοποίνων πράξεων, ἵνα ἐνεργῶσι δραστηριώτερον, ἀφοῦ καὶ κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Ζώρα ὑπῆρξαν δύο ἔνοπλοι ἄγνωστοι, οἱ ὁποῖοι συνήντησαν τὸ ὄχημα, ἠνέῳξαν τὴν θύραν αὐτοῦ, καὶ ἐθεώρησαν τοὺς ἐντὸς τοῦ ὀχήματος. Καὶ εἶναι μὲν ἐνδεχόμενον νὰ ἦσαν ἀγαθοὶ ἄνθρωποι, ἀλλ’ ἐνδεχόμενον νὰ ἦσαν καὶ κακοποιοὶ, περιφερόμενοι. Ἀνάγκη δὲ νὰ καταδιωχθῶσι τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα τυχὸν ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ, ἕνεκα τῶν ὁποίων φαίνεται, ὅτι εἶναι τεταραγμένη ἡ φαντασία τῶν ἀνθρώπων ἐκεῖ, καὶ ἀνησυχοῦσι.
§79ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τὴν δικαιολογίαν, ἣν ἐπεχειρήσατε ὡς πρὸς τὸν ἐπιστείλαντα τὸ τηλεγράφημα, οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶ. Πιθανὸν ἐκ πλάνης ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀνεκοίνωσεν εἰς ὑμᾶς ἀνύπαρκτον ἔγκλημα. Ὡς πρὸς τὴν ὑμετέραν δὲ σύστασιν, περὶ ἀνάγκης δραστηριωτέρας ἐνεργείας τῶν Ἀρχῶν, παρακαλῶ νὰ ἦσθε βέβαιος, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἐπέστησεν αὐστηρῶς τὴν προσοχὴν τῶν ἁρμοδίων, καίτοι αἱ ἐκεῖ Ἀρχαὶ μετὰ προθυμίας καὶ δραστηριότητος ἐργάζονται. Ὑμεῖς εἴχετε ἐκφράσει τὴν ἐπιθυμίαν, νὰ μάθητε, ἂν ὁ ὑπὸ στρατιωτικοῦ ἀποσπάσματος ἐν Βάλτῳ φονευθεὶς ἦτο ἀληθὴς φυγόδικος, καὶ ἐπὶ τίνι πράξει κατηγορεῖτο. Σᾶς πληροφορῶ, ὅτι οὗτος εἶχε παραπεμφθῆ εἰς τὸ Κακουργοδικεῖον ἐπὶ φόνῳ διὰ βουλεύματος...
§80Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἐφροντίσατε νὰ ἐξετάσητε, ἐὰν κατεδιώκετο διά τινα πρᾶξιν ὁ ὑπὸ χωροφυλάκων εἰς παραλίαν τῆς Πελοποννήσου, ἀντικρὺ τῆς Ὕδρας, φονευθεὶς, τὸν ὁποῖον, ἐν ᾧ ἦτο ἐν τῷ πλοιαρίῳ του καὶ ἡλίευε, χωροφύλακες ἐκ τῆς στερεᾶς ἐφόνευσαν, πυροβολοῦντες κατ’ αὐτοῦ.
§81ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὄχι· διότι δὲν προεκλήθην δι’ ἐπερωτήσεως.
§82ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶχε γίνει ἐπερώτησις, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶχεν εἰπεῖ, ὅτι ἐστάλη εἰς τὴν Ἀνάκρισιν ἡ ὑπόθεσις.
§83ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἄν μοὶ ἐδίδετε τὸ ὄνομα, ἐντὸς 24 ὡρῶν θὰ ἠδυνάμην νὰ σᾶς δώσω τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας.
§84ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἦτο εἰς τὴν παραλίαν τῆς Εἰδυλλίας, οὐχὶ τῆς Ὕδρας.
§85ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἠξεύρω. Ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἡ ἀναφερομένη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ζητοῦσα βοήθειαν, διότι ἐφονεύθη ὁ σύζυγός της, ἦτο ἐξ Ὕδρας.
§86ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
§87ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἵνα σᾶς δώσω πληροφορίας, ἀνάγκη νὰ δώσητε τὸ ὄνομα. Ὁ συμπολίτης μου καὶ βουλευτὴς Αἰτωλο–Ἀκαρνανίας κ. Σακελλαρόπουλος εἶχε παρακαλέσει, νὰ μάθῃ τὴν αἰτίαν διὰ τὴν ὁποίαν πολλαὶ καταγγελίαι, ὑποβληθεῖσαι ἁρμοδίως κατὰ τοῦ πρώην ἀνωτέρου διοικητοῦ καὶ ἐπόπτου τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων τοῦ νομοῦ ἐκείνου Γκιόκα, ἔμειναν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐνεργείας. Λυποῦμαι, ὅτι ὁ συνάδελφος ἡμῶν δὲν εἶναι σήμερον παρών, ἀλλὰ ὀφείλω καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν νὰ δώσω πληροφορίας, διότι τὸ πρᾶγμα, ὡς διετυπώθη, ὅτι πρὸ ἔτους καὶ πλέον ἐδόθησαν καταγγελίαι καὶ οὐδὲν ἐπ’ αὐτῶν ἐγένετο, ἦτο ἄξιον τῆς προσοχῆς μου, καὶ μοὶ ἐπέβαλλε τὸ καθῆκον, νὰ ζητήσω νὰ μάθω, ἂν αἱ πληροφορίαι αὗται ἦσαν ἀληθεῖς. Προεκάλεσα εἰς τοῦτο τηλεγραφικῶς τὸν Εἰσαγγελέα Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος εἰς ἀπάντησιν μοὶ λέγει τὰ ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει). Ὥστε καὶ ὁ συνάδελφός μου ἔπαθε τὸ ἴδιον πάθημα, πιστεύσας ἐκ πλάνης, ὅτι αἱ καταγγελίαι ἦσαν ἀναρίθμητοι, καὶ ὅτι ἡ δικαιοσύνη οὐδὲν ἐνήργησεν. Ἀποδεικνύεται δὲ, ἐπισήμως πλέον, ὅτι 7 καταγγελίαι ἐδόθησαν καὶ ἐπὶ πασῶν ἡ ἀνάκρισις δραστηρίως ἐνηργήθη, ἐπὶ τῶν 5 ἐξεδόθησαν ἀπαλλακτικὰ βουλεύματα, καὶ τῶν 2 εἶναι λίαν ἐγγὺς τὸ τέρμα.
§88Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐλπίζω, ὅτι τὰς ποινικὰς ταύτας δίκας δὲν διεξήγαγεν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν, ὁ προτείνας τὸ κατηγορητήριον ἐνώπιον τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου κατὰ τοῦ κ. Κωνστ. Στράτου, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωμεν ἐν ταῖς ἐφημερίσι. Τὸ κατηγορητήριον ἐκεῖνο μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν. Ἔχετε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ εἴπητε τὸν ἀριθμὸν τοῦ βουλεύματος, διὰ τοῦ ὁποίου παρεπέμφθη εἰς τὸ Κακουργοδικεῖον ὁ φονευθεὶς Διαμάντης;
§89ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν τὸν ἔχω. Δέν μοι ἐζητήθη.
§90ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ ποῖον ἐμάθετε, ὅτι παρεπέμφθη διὰ βουλεύματος;
§91ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα, τὸν ὁποῖον τηλεγραφικῶς ἠρώτησα, ἀλλὰ δὲν ἐζήτησα καὶ τὸν ἀριθμὸν τοῦ βουλεύματος.
§92ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλας πληροφορίας ἔχετε περὶ τοῦ τρόπου καὶ τῶν περιστάσεων, ὑφ’ ἃς ἐξετελέσθη ὁ φόνος;
§93ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν ἠρώτησα περὶ τούτου. Πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα ἀνεκοίνωσα τὸ πρῶτον τηλεγράφημα, καὶ τὸ πρῶτον τηλεγράφημα λέγει, ὅτι ἀπόσπασμα, συμπλακὲν μετὰ φυγοδίκου Διαμάντη, ἐφόνευσεν αὐτὸν, καὶ ὅτι διετάχθησαν ἀνακρίσεις· εἶχε δὲ μεταβῆ ἐπὶ τόπου ὁ ἀνακριτὴς, ὅπως ἐξετάσῃ τὰ τοῦ φόνου τούτου. Ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτε ταῦτα ἀνεκοινώθησαν ἀπὸ τὸν κ. Σακελλαρόπουλον, ἐζητήθησαν εἰδικαὶ πληροφορίαι, ἐπὶ τίνι πράξει κατηγορεῖτο, καὶ ἂν εἶχεν ἐκδοθῆ μόνον ἔνταλμα, ἢ ἂν εἶχεν ὁριστικῶς παραπεμφθῆ εἰς τὸ Κακουργοδικεῖον. Περὶ τούτου ἠρώτησα, καὶ ἡ ληφθεῖσα πληροφορία εἶναι σχετικὴ μὲ τὸ ἐρώτημα. Εἶχε λοιπὸν παραπεμφθῆ ἐπὶ φόνῳ διὰ βουλεύματος. Ὡς πρὸς τὴν πορείαν τῆς κατὰ τοῦ ἀποσπάσματος ἀνακρίσεως δὲν ἔχω ἀκόμη πληροφορίας. Καταθέτω τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτὴς, τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὸ ζήτημα, τὸ περὶ τοῦ Προέδρου τῶν ἐνταῦθα Πρωτοδικῶν κ. Ῥάγκου, καὶ ἐξ ὧν ἀποδείκνυται, ὅτι οὐδὲν ἐκ τοῦ νόμου ὑφίσταται κώλυμα εἰς τὸ νὰ ὑπηρετῇ ἐνταῦθα ὁ Πρόεδρος οὗτος.
§94ΣΑΚΚΗΣ. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν εἶχον παραστήσει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν ἔκρυθμον κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν Μεσσηνίᾳ. Εἰς ἐνίσχυσιν τῶν παραστάσεών μου τούτων, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς, τὴν ἀποσταλεῖσαν εἰς διαφόρους Ἀρχὰς τοῦ νομοῦ, νομίζω δὲ καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἀφορῶσαν τὸ ἔκρυθμον τῆς καταστάσεως ταύτης. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ συστήσω καὶ αὖθις, ὅπως ληφθῇ ἡ δέουσα μέριμνα περὶ τῆς καταστάσεως ταύτης.
§95ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν εἶχον ζητήσει πληροφορίας, σχετικὰς πρὸς τὰς πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι ἔρχονται πρῶται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Καὶ ὁ μὲν κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ὑποβάλῃ τινὰς ἐξ αὐτῶν· δὲν ὑπέβαλεν ὅμως τοιαύτας καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ τῆς ἐκτάκτου πιστώσεως, τῆς ἀφορώσης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον αὐτοῦ.
§96ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Πιστεύω, ὅτι αἱ ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας θέλω δώσει κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν πιστώσεων, κριθήσονται παρ’ ὑμῶν ἐπαρκεῖς. Οὐδὲν ἔχω σήμερον νὰ καταθέσω.
§97ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀπὸ τῆς 28 Δεκεμβρίου εἶχον παρακαλέσει δι’ ἐγγράφου ἐπερωτήσεως τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, τυπωθείσης δ’ ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης, νὰ φέρῃ τὰς ἑξῆς πληροφορίας, ἃς καὶ πάλιν ἀναγινώσκω, διότι πιθανὸν νὰ ἐλησμόνησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς (ἀναγινώσκει): «Νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν πάσας τὰς ἐκθέσεις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν Προξενείων κ. Σακελλαροπούλου περὶ τοῦ ἐν Βάρνῃ προξένου Πόγγη, καὶ πρὸ πάντων τὰς ἀφορώσας εἰς τὰς δύο προηγουμένας περιόδους, καθ’ ἃς ὁ Πόγγης διετέλεσεν ἐκεῖ Πρόξενος, ὡς καὶ τὴν τελευταίαν.» κλπ. κλπ. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ καταθέσῃ πάντα τὰ ἔγγραφα, ἅτινα ἐζήτησα, καθόσον πολλοὶ Ἕλληνες ἐκ Βάρνης μοὶ ἔστειλαν ἐπανειλημμένως ἐπιστολὰς, ἃς ἔχω ἐνταῦθα, καταγγέλλοντες καὶ τὴν διαχείρισιν τοῦ ἐν λόγῳ κληροδοτήματος Σουλήνη, καὶ τὴν διαγωγὴν τοῦ ἐκεῖ Προξένου, λέγουσι δὲ, ὅτι οὗτος, ὁ πρόξενος Πόγγης, ἔχει ἀφορμὰς, κακῶς νὰ διαχειρίζηται τὸ κληροδότημα, ἕνεκα τῶν στενῶν σχέσεων, εἰς ἃς διατελεῖ μετὰ τοῦ διαχειριστοῦ τοῦ κληροδοτήματος, ἀνερχομένου, σημειώσατε καλῶς, τοῦ ἐν λόγῳ κληροδοτήματος εἰς 26,000 τουρκικὰς λίρας. Εἶναι δὲ γνωστὸν τὸ πρόσωπον τοῦ προξένου κ. Πόγγη, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα, ὅπως κατατεθῶσι καὶ αἱ ἐκθέσεις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν Προξενείων κ. Σακελλαροπούλου, ἵνα ἴδωμεν, ἐὰν πράγματι εἰς τοιούτους ἀνθρώπους δέον ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐμπιστεύηται τὰ συμφέροντα τῶν ὑπηκόων αὑτῆς, πρὸ πάντων δὲ ἐν χώραις, ἐν αἷς καθῆκον ἔχομεν νὰ ὑπάρχωσι Πρόξενοι διαφόρου ποιότητος τῆς τοῦ κ. Πόγγη. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχῃ λόγους νὰ μὴ καταθέσῃ τὰς ἐκθέσεις τοῦ κ. Ἐπιθεωρητοῦ περὶ τοῦ Προξένου. Ἴσως ἐν ταῖς ἐκθέσεσι ταύταις ὑπάρχουσιν ἀντικείμενα, ἅτινα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωσθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἂς καταθέσῃ ἀπόσπασμα τῶν ἐκθέσεων σχετικῶς πρὸς τὴν πολιτείαν τοῦ ἐν Βάρνῃ Προξένου· διότι, ἐὰν τὰ καταγγελλόμενα ἐν ταῖς ἐπιστολαῖς ταύταις, παρ’ ἀνθρώπων λίαν εὐυπολήπτων, σημειώσατε, καὶ οὐχὶ ὀλιγαρίθμων, ὦσιν ἀληθῆ, βεβαίως ὁ κύριος οὗτος δὲν δύναται νὰ διατελῇ δημόσιος ὑπάλληλος.
§98ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κατὰ σύμπτωσιν, ὁ Ἐπιθεωρητὴς τῶν Προξενείων κατὰ τὰς δύο μεγάλας περιοδείας, τὰς πρὸς ἐπιθεώρησιν γενομένας ὑπ’ αὐτοῦ πρὸ τῆς καταργήσεως τῆς θέσεως, πρὸ τοῦ 1885 δηλ. καὶ ἐφέτος, κατὰ τὸ 1888, δὲν συνέπεσε νὰ συναντήσῃ εἰς τὰ μέρη, τὰ ὁποῖα ἐπεθεώρησε, τὸν πρόξενον κ. Πόγγην. Ἐπεθεώρησε μὲν τὴν Βάρναν, ἀλλ’ ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν δὲν ὑπηρέτει πρόξενος ἐκεῖ ὁ κ. Πόγγης, ὅστις καὶ ἄλλοτε ὑπηρέτησεν ἐκεῖ. Ἐπειδὴ δὲ αἱ ἐκθέσεις περὶ τοῦ ἐν Βάρνῃ Προξενείου ἀφορῶσιν εἰς ἄλλον Πρόξενον καὶ οὐχὶ τὸν κ. Πόγγην, οὐδὲν περιέχουσιν εἰδικῶς περὶ τούτου. Κατόπιν τῆς ἐπερωτήσεως ἐκάλεσα τὸν Ἐπιθεωρητὴν καὶ ἠρώτησα εἰδικῶς περὶ τοῦ κ. Πόγγη, μοὶ εἶπε δὲ, ὅτι ἀκριβῶς ἡ ἐπιθεώρησις, ἣν ἐνήργησεν ἐν Βάρνῃ, πανταχόθεν καὶ περὶ πάντων συλλέγων πληροφορίας, ἔπεισεν αὐτὸν, ὅτι ἡ πρὸ τῆς μεταβάσεως αὐτοῦ ἐκεῖ ὑπηρεσία τοῦ κ. Πόγγη ἦτο ἀξία παντὸς ἐπαίνου, καὶ ὅτι ἐκ τούτου μόνον ἐπαίνους ἠδύνατο νὰ μεταδώσῃ πρὸς ἐμὲ περὶ τοῦ κ. Πόγγη. Ἔκθεσις, ὡς εἶπον, δὲν ὑπάρχει κἀμμία περὶ τοῦ κ. Πόγγη. Προσεχῶς ὅμως θέλει ἐπαναληφθῇ ἡ ἐπιθεώρησις, διότι ἐπὶ ὀκτὼ μῆνας τὸ ἔτος περιοδεύει, ὡς γινώσκετε, ὁ Ἐπιθεωρητὴς, ἐξελέγχων τὰ Προξενεῖα. Θέλει περιοδεύσει μετ’ ὀλίγον ἐκ νέου ὁ κ. Σακελλαρόπουλος, καὶ βεβαίως νῦν θέλει εὕρει τὸν κ. Πόγγην, εἴτε ἐν Βάρνῃ, εἴτε ἀλλαχοῦ, ὅτε καὶ θέλομεν ἔχει ἔγγραφον ἐκτίμησιν ὑπ’ αὐτοῦ τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ κ. Πόγγη. Ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἔχει περὶ τοῦ κ. Πόγγη ἰδέαν ἀλλοίαν ἐκείνης, ἣν ἠκούσαμεν ἐνταῦθα. Καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ἀδικαιολόγητος ἡ ἐμπιστοσύνη, τὴν ὁποίαν τρέφει ἡ ὑπηρεσία πρὸς αὐτὸν, ἐὰν ἐξετασθῇ εἰδικῶς ἡ συμπεριφορὰ αὐτοῦ ἐν τῇ ὑποθέσει τοῦ κληροδοτήματος Σουλήνη, περὶ ἧς οὐδὲν δύναμαι νὰ καταθέσω ἄλλο, ἢ ὅ,τι ἔχω ἐνταῦθα, διότι ὁ ὀγκωδέστατος φάκελλος, ὁ ἀφορῶν εἰς τὸ κληροδότημα τοῦτο καὶ ἀπό τινων μηνῶν ἀπασχολῶν τὴν ὑπηρεσίαν, δὲν εἶναι συμφέρον νὰ ἀνακοινωθῇ. Ἡ ὑπόθεσις, περὶ ἧς ὁ φάκελλος οὗτος, ὅστις δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κατατεθῇ, εἶναι ἀληθῶς σπουδαία. Ἐπειδὴ δ’ ἐδείχθη περιέργεια περὶ τὰ τῆς διαθήκης καὶ ἐζητήθη νὰ κατατεθῇ αὕτη, προσάγω αὐτήν. Ὁ Σουλήνης ἦτο Θεσσαλὸς πλουσιώτατος καὶ λίαν φιλόπατρις, ὡς ἀποδεικνύει ἡ διαθήκη αὐτοῦ, Θεσσαλὸς ὅμως μὴ κατοικῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, περὶ οὗ, ἐὰν ἔζη, ἦτο δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ περίστασις νὰ ἀκούσωμεν ἀμφισβητουμένην τὴν Ἑλληνικὴν αὐτοῦ ἰθαγένειαν. Διὰ τῆς διαθήκης του ἀφῆκε περιουσίαν ὑπὲρ διαφόρων ἀγαθοεργῶν σκοπῶν ἔν τε τῇ Βάρνῃ, ἔνθα ἦτο ἐγκατεστημένος, καὶ ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἀφῆκε δὲ ἐκτελεστὰς καὶ τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν εἰς τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος δὲν ἔχει ἄμεσον ἀνάμιξιν εἰς τὰ τοῦ κληροδοτήματος. Ὁ Πρόξενος ὅμως τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει ὅτι πρόκειται περὶ περιουσίας Ἑλληνικῆς, εἰς ἣν ἐνδιαφέρεται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, εὐλόγως παρακολουθεῖ τὰ τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας ταύτης, ἂν δὲ τελευταῖον ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, τοῦτο ἀκριβῶς ὀφείλεται εἰς τὴν μεγάλην ἐπιμονὴν, ἣν ἔδειξεν ὁ κ. Πόγγης, ἵνα ἐξελέγξῃ τὰ τῆς διαχειρίσεως αὐτῆς. Καὶ ἡ ἐνέργεια αὕτη τοῦ κ. Πόγγη ἔφερεν εἰς φῶς πράγματα, εἰς ἡμᾶς ἄγνωστα, ὅτι ἀπὸ ἐτῶν οὐδεμία λογοδοσία εἶχε δοθῆ καὶ οὐδεμία ἐξέλεγξις εἶχε γίνει. Ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Πόγγη ἐκίνησε τὸ ἐνδιαφέρον καὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τῶν Ἀθηνῶν. Καὶ οἱ ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ οἱ ἐν Ἀθήναις ἔχοντες κοινὰ συμφέροντα, ἔχουσιν ὅμως καὶ ἀντίθετα· συνεφώνησαν δὲ καὶ συνεννοοῦνται σήμερον, ἵνα κανονίσωσι τὰ τοῦ κληροδοτήματος τούτου. Σπουδαιότατον ζήτημα, ἀναγόμενον εἰς τὸν κανονισμὸν τοῦτον, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς πληρωμῆς τῶν ὀφειλομένων εἰς τὴν κληρονομίαν. Εἶπον ὅτι εἶναι σπουδαιότατον, διότι οἱ ὀφειλέται, μὴ ἔχοντες, λέγουσι, χρήματα, ἵνα πληρώσωσι, προσφέρουσιν ἀντὶ χρημάτων κτήματα. Ἐγεννήθησαν δὲ δύο γνῶμαι· γνώμη, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ γίνωσι δεκτὰ τὰ κτήματα, καὶ ἄλλη, ἀποκρούουσα τὴν δι’ αὐτῶν ἐξόφλησιν, αὕτη δὲ ἡ γνώμη μέχρι τοῦδε ἐπικρατεῖ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ λόγους ἀναφερομένους ἐν τοῖς ἐγγράφοις, ἅτινα ἀντηλλάξαμεν μετὰ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἔχω δὲ περὶ τούτων πάντων σημειώσεις ἐνταῦθα, τὰς ὁποίας οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν ν’ ἀφήσω εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω νὰ ἀναγνωσθῶσι μόνον ὑπὸ οἱουδήποτε τῶν Βουλευτῶν, νὰ μὴ ζητηθῇ δὲ ἡ τύπωσις αὐτῶν.
§99ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει καὶ κληροδότημα διὰ τὸ Ἀμαλίειον Ὀρφανοτροφεῖον;
§100ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως· καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἐνδιαφέρεται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις· εἰς δὲ τῶν λόγων, διὰ τοὺς ὁποίους διστάζομεν νὰ δεχθῶμεν ἀντὶ χρημάτων κτήματα, εἶναι, ὅτι κτήματα ἐν Βάρνῃ δὲν δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ὑπὲρ τῶν ἐνταῦθα ἱδρυμάτων, θέλομεν δὲ ν’ ἀσφαλίσωμεν ὑπὲρ τῶν ἱδρυμάτων τούτων, ὅπως οἱ ἐν Κωνσταντινουπόλει θέλουσι ν’ ἀσφαλίσωσιν ὑπὲρ τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἱδρυμάτων, μείζονας πόρους ἐκείνων, τοὺς ὁποίους θέλομεν ἔχει ἐκ κτημάτων, ἅτινα θέλουσι χρησιμεύσει ἀποκλειστικῶς εἰς ὄφελος τοῦ Σουληνείου Διδασκαλείου, τοῦ εὑρισκομένου ἐν Βάρνῃ.
§101ΛΕΒΙΔΗΣ. Περὶ μὲν τοῦ ζητήματος, ὅτι κινδυνεύει καὶ ὁ Σουλήνης ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν ἐδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς Ἕλλην, δύναμαι νὰ εἴπω μόνον τὸ ἑξῆς: ὅτι πρὸς τὸ παρὸν θὰ ἦναι ὁ δέκατος ἢ ὁ δέκατος πέμπτος, διότι ἐπανειλημμένως ἤκουσα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, βεβαιοῦντος, ὁτὲ μὲν περὶ Φιλιππίδου, ὅτι δύναται νὰ γίνῃ ἀμφισβήτησις, ἐὰν ἦναι Ἕλλην, ὁτὲ δὲ περὶ τοῦ Πασχίδου, ὁτὲ δὲ, ὅτι ὁ πλοίαρχος Παρασκευᾶς δὲν εἶναι Ἕλλην. Καὶ δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Ὑπουργὸς διευθύνει τὰ πράγματα, θέλουσι κινδυνεύσει ὁλόκληροι Ἑλληνικοὶ πληθυσμοὶ νὰ θεωρηθῶσιν ἐντὸς ὀλίγου χρόνου ὡς μὴ Ἑλληνικοί. Καὶ δὲν ἀπορῶ διὰ τοῦτο, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν πρό τινων ἡμερῶν, συζητουμένου ἄλλου ζητήματος, ἵνα πλάσῃ ἐπιχειρήματα περὶ τῆς ὑποθέσεως, ῥητῶς ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν καὶ ὅλον τὸν κόσμον, ὅτι κακῶς πράττομεν ἐκτιμῶντες τὴν πολιτείαν αὐτοῦ ὡς πρὸς τὸν Φιλιππίδην καὶ τὸν Πασχίδην, διότι αὐτοί, δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ μετὰ πολλῆς ζωηρότητος, ὅτι δὲν εἶναι Ἕλληνες. Εἰδικῶς ὅμως ἐπεθύμουν νὰ μάθω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, σὺν ταῖς σημειώσεσιν, ἃς πρὸ ὀλίγου κατέθεσεν, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ γένηται δημοσίᾳ χρῆσις αὐτῶν, ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ κατατεθῇ καὶ κατάστασις τῆς διαχειρίσεως τοῦ κληροδοτήματος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζει, ὅτι ζημιοῦνται τὰ συμφέροντα τῆς περιουσίας, ἐάν τις τῶν κυρίων Βουλευτῶν δὲν ἐμπιστευθῇ εἰς τὴν ἐποπτείαν τοῦ κ. Προξένου, ὅταν μάλιστα περὶ τοῦ κ. Προξένου ἐντελῶς διάφορον γνώμην ἔχῃ ἡ Κοινότης, καθ’ ἃς ἔχω ἐπιστολὰς ἐκεῖθεν, ἃς θέλω ζητήσει τὴν ἄδειαν παρὰ τῶν ἐπιστελλόντων μοι, νὰ καταθέσω, ἵνα ἴδῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, τίνες Ἕλληνές εἰσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες φρονοῦσι περὶ τοῦ κυρίου αὐτοῦ, ὅτι εἶναι ἀνάξιος ν’ ἀντιπροσωπεύῃ τὰ συμφέροντα οἱασδήποτε Ἐπικρατείας, πρὸ πάντων δὲ τῆς Ἑλλάδος. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι οὐδαμῶς εἶναι ὁ ἀληθὴς λόγος αὐτὸς, ὃν δίδει ὁ κ. Ὑπουργός· ἀλλ’ ἴσως ἡ λογοδοσία δὲν κατατίθεται, ἵνα μὴ βεβαιωθῶσιν ἐκεῖνα, ἅτινα κατήγγειλαν οἱ ὑπήκοοι Ἕλληνες.
§102Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπαντῶν εἰς ἐρώτησίν μου, ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι διέταξε τὴν παράδοσιν δύο λιποτακτῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ τῆς Τουρκίας, ἐκτελῶν διάταξιν τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας ἐμπορικῆς συνθήκης τοῦ 1854. Παρετήρησα αὐτῷ τότε, ὅτι, ἐπειδὴ ἐγὼ ἑρμηνεύω ἄλλως τὴν διάταξιν ἐκείνην, σκοπῶ νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, συζητῶν περὶ τούτου κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν, ἤτοι τὴν σημερινήν. Ἑπομένως αὐτὸ, τὸ ὁποῖον θέλω πράξει, εἶχον ἀναγγείλει ἀπὸ τῆς παρελθούσης συνεδριάσεως. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐν πρώτοις νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν ὑπάρχῃ προηγούμενον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπὸ τοῦ 1854 μέχρι τοῦδε, καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῶν 35 ἐτῶν, προηγούμενον ἑρμηνείας τοιαύτης, ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔδωκεν εἰς τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος διάταξιν. Προσέτι παρακαλῶ αὐτὸν, νὰ ἑρμηνεύσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ κείμενον τῆς συνθήκης, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηριχθεὶς, προέβη εἰς τὴν παράδοσιν τῶν λιποτακτῶν.
§103ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Περὶ μὲν τῶν προηγουμένων θὰ ἐρευνήσω καὶ θὰ φέρω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅσα βεβαίως εὑρεθῶσι, περὶ δὲ τῆς γνώμης μου, ἐξέθηκα ἤδη αὐτήν· φρονῶ, ὅτι ἡ συνθήκη ὑπεχρέου τὴν Ἑλλάδα νὰ παραδώσῃ τοὺς λιποτάκτας. Ἐννοεῖται, ὅτι ὁ ἔχων ἐναντίαν γνώμην δύναται νὰ συζητήσῃ, ὅτε καὶ θέλω ἀπαντήσει.
§104Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν, ὅτι θέλει ἀσχοληθῆ, διὰ νὰ ἀνεύρῃ, ἐὰν ὑπάρχῃ προηγούμενον τοιαύτης ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως τῆς συνθήκης. Ὑπέθετον, ὅτι, πρὶν ἢ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἑρμηνείας αὐτῆς, εἶχε ζητήσει τὰ ὑπάρχοντα προηγούμενα, ὅπως ὁδηγηθῇ ἐξ αὐτῶν. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι δὲν ἔπραξε τοῦτο, καὶ ὅτι ἠρκέσθη εἰς τὴν γνώμην τὴν ἰδίαν αὐτοῦ περὶ τῆς ἐννοίας τῆς συνθήκης. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι σκοπεῖ νὰ διατάξῃ τώρα ἔρευναν ἐν τοῖς ἀρχείοις, σπεύδω νὰ ἀπαλλάξω αὐτὸν τοῦ κόπου, καὶ νὰ τὸν προτρέψω, νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ἔρευναν ταύτην, διότι οὐδὲν προηγούμενον θέλει εὑρεῖ ἑρμηνείας τοιαύτης, οἵαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔδωκε. Καὶ ἐγὼ μὲν δὲν κατέχω τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, τοῦτο δὲ, τὸ ὁποῖον θέλω εἰπεῖ, ἠμπορεῖ νὰ ἀποβῇ παράτολμον, δὲν διστάζω ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι εἰμὶ βέβαιος, ὅτι ποτὲ δὲν εὑρέθη Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος νὰ ἔδωκε τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Θέλω σᾶς ἀναγνώσει τὴν διάταξιν, τῆς ὁποίας τὸ κείμενον μοὶ φαίνεται ἀνεπίδεκτον ἑρμηνείας ἄλλης, καὶ οὐχὶ ἐκείνης, τὴν ὁποίαν πάντες οἱ Ὑπουργοὶ μέχρι τοῦδε ἔδωκαν. Τὸ ἄρθρον 21 τῆς κατὰ τὴν 27 Μαΐου 1855 συνομολογηθείσης μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας συνθήκης διατάσσει τάδε (ἀναγινώσκει): «Οἱ εἰρημένοι Γενικοὶ Πρόξενοι, Πρόξενοι, Ὑποπρόξενοι καὶ Προξενικοὶ Πράκτορες ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλῶνται τὴν συνδρομὴν τῶν ἐγχωρίων Ἀρχῶν διὰ τὴν ἀνεύρεσιν, τὴν σύλληψιν, τὴν κράτησιν καὶ τὴν φυλάκισιν τῶν λιποτακτῶν τῶν πολεμικῶν καὶ ἐμπορικῶν πλοίων τοῦ τόπου των. Πρὸς τοῦτο θέλουσιν ἀπευθύνεσθαι πρὸς τὰς ἁρμοδίας Ἀρχὰς, καὶ θέλουσιν ἀπαιτεῖ ἐγγράφως τοὺς εἰρημένους λιποτάκτας, ὧν ἡ ταυτότης δύναται νὰ ἀποδειχθῇ, ἐν περιπτώσει ἀμφισβητήσεως ἢ ἀμφιβολίας, διὰ τῆς κοινοποιήσεως τῶν βιβλίων τῶν πλοίων, ἢ τῶν ναυτολογίων, ἅτινα βεβαιοῦσιν, ὅτι τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος ἄτομα ἀπετέλεσαν μέρος τῶν εἰρημένων πληρωμάτων. Τῆς δὲ ἀπαιτήσεως οὕτως ἀποδειχθείσης, ἡ ἀπόδοσις δὲν θέλει ἀρνεῖσθαι.» Ἡ διάταξις αὕτη συνωμολογήθη μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας διὰ τὴν ἑξῆς ὡρισμένην καὶ εἰδικὴν περίπτωσιν, τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἐμπορικὰ ἢ πολεμικὰ πλοῖα, ἑλληνικὰ ἢ τουρκικὰ, ἤθελον καταπλεύσει εἰς τὸν λιμένα τῆς ἑτέρας Ἐπικρατείας, καὶ ἐν ᾧ ἐναυλόχουν ἐκεῖ ναῦται τῶν πλοίων αὐτῶν, ἐλιποτάκτησαν. Ἐν τῇ τοιαύτῃ περιπτώσει ἦτο ἐνδεχόμενον ὁ ἀριθμὸς τῶν λιποτακτησάντων νὰ ἦναι τοιοῦτος, ὥστε τὰ πλοῖα νὰ μείνωσιν ἄνευ πληρωμάτων, ἢ νὰ μὴ δύνανται νὰ ἀποπλεύσωσιν. Ἑπομένως παρεστάθη ἀνάγκη, νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς Προξένους τῆς Ἐπικρατείας, ἐν τῷ λιμένι τῆς ὁποίας ἐλιποτάκτησαν οἱ ναῦται, νὰ ζητήσωσι τὴν σύλληψιν αὐτῶν, διὰ νὰ ἀποδώσωσιν αὐτοὺς εἰς τὰ πλοῖα. Διὰ τοῦτο ῥητῶς διατάσσει τὸ ἄρθρον τῆς συνθήκης, ὅτι, ἐὰν ἤθελεν ἀμφισβητηθῆ ἡ ἰδιότης τοῦ λιποτάκτου ναύτου, νὰ ζητῶνται τὰ ναυτολόγια τῶν πλοίων, καὶ νὰ πιστοποιῆται δι’ αὐτῶν ἡ ταυτότης τῶν λιποτακτῶν, ὅπως παραδίδωνται. Οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ συνομολογηθῇ διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ὑποχρέωσις ἑκατέρας τῶν Ἐπικρατειῶν, νὰ παραδίδῃ πάντα λιποτάκτην ναύτην, διότι ἡ Ἑλλὰς ἦτο ἀδύνατον νὰ δεχθῇ τοιαύτην ὑποχρέωσιν. Πρὸς ἀπόδειξιν τούτου, σᾶς φέρω ἄλλας διεθνεῖς πράξεις, αἵτινες εἶχον συνομολογηθῆ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, καὶ αἵτινες ἀποδεικνύουσι, μετὰ ποίας φειδοῦς οἱ νομοθετήσαντες αὐτὰς ἐκανόνισαν τὰ τῆς παραδόσεως τῶν λιποτακτῶν. Γνωρίζετε, ὅτι μέχρι τοῦ 1870 τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἐμάστιζεν ἡ λῃστεία, ἡ δὲ μάστιξ αὕτη ἦτο τοσοῦτον καταστρεπτικὴ, ὥστε ἡ Ἑλλὰς παρεπονεῖτο πάντοτε εἰς τὴν Εὐρώπην κατὰ τῆς Τουρκίας, διότι αἱ λῃστρικαὶ συμμορίαι, ἐκ Τουρκίας ὁρμώμεναι, ἐπήρχοντο εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐλήστευον, καταδιωκόμεναι δὲ, κατέφευγον πάλιν ἐκεῖ, ἔνθα εὕρισκον ἄσυλον. Ἡ Εὐρώπη εἶχε τέλος πεισθῆ, ὅτι αἱ παραστάσεις τῆς Ἑλλάδος ἦσαν ἀκριβεῖς, ἐπίεσε δὲ τὴν Τουρκίαν, νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ὅπως παύσῃ τὸ λειτουργοῦν ἐλαττωματικὸν τῆς Τουρκίας σύστημα, τῆς φυλακῆς τῶν ὁρίων ὑπὸ Δερβεναγάδων. Οἱ Δερβεναγάδες οὗτοι ἀνελάμβανον τότε ἐργολαβικῶς τὴν φυλακὴν τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν καὶ τῶν ὁρίων. Ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἔδιδεν εἰς αὐτοὺς χρήματα, ἵνα στρατολογῶσιν ὡρισμένον ἀριθμὸν στρατιωτῶν, αὐτοὶ δὲ ἐστρατολόγουν πάντοτε ὀλιγωτέρους, ἐκέρδαινον δὲ τὴν διαφορὰν τῶν χρημάτων. Οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλ’ ὑπῆρξαν καὶ Δερβεναγάδες, οἱ ὁποῖοι ἀπέστελλον τοὺς φρουρούς των αὐτοὺς εἰς Ἑλλάδα, ἵνα λῃστεύωσιν, ὅταν δ’ οὗτοι ἐπέστρεφον, ἐγίνετο ἡ διανομὴ τῶν λαφύρων μεταξὺ τῶν ἀποστειλάντων Δερβεναγάδων καὶ τῶν ἀποσταλέντων στρατιωτῶν των. Ἡ κατάστασις αὕτη ἔπρεπε νὰ παύσῃ, καὶ ἔπρεπεν ἡ φύλαξις τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς νὰ ἀνατεθῇ καὶ ἐν Τουρκίᾳ εἰς τακτικὸν στρατόν. Ὅθεν ἐπείσθη τέλος πάντων περὶ τούτου ἡ Πύλη νὰ ἐνδώσῃ, καὶ οὕτω συνωμολογήθη ἡ περὶ καταδιώξεως τῆς λῃστείας μεταξὺ τῶν δύο ὁμόρων Κρατῶν σύμβασις τῆς 8 Ἀπριλίου 1856. Ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις προέλαβεν ὅμως μετὰ λόγου τὴν ἀντίῤῥησιν, ὅτι δὲν ἠδύνατο ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸ διὰ Δερβεναγάδων σύστημα τῆς καταδιώξεως τῆς ληστείας ἐν ταῖς μεθορίοις ἐπαρχίαις διὰ τουρκικοῦ στρατοῦ, διότι ἤθελον λιποτακτήσει ὅλοι, καὶ ἤθελε παραλύσει ὁ στρατός. Ὅθεν ἡ Τουρκία ἐζήτησε, νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Ἑλλὰς νὰ παραδίδῃ τοὺς τοιούτους λιποτάκτας. Καὶ ἐπρόκειτο, Κύριοι, περὶ Ὀθωμανῶν, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶχε συμφέρον τοιοῦτον, ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ περὶ ἄλλων ἄλλης καταγωγῆς καὶ ἄλλου θρησκεύματος. Ἀλλ’ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀνελογίζετο, ὅτι ἡ τιμωρία τῶν λιποτακῶν ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ γίνηται ἐν Τουρκίᾳ κατ’ ἄλλον τρόπον καὶ οὐχὶ κατ’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος γίνεται ἐν τοῖς ἄλλοις Κράτεσιν. Ἠρνεῖτο λοιπὸν νὰ λάβῃ ὑποχρέωσίν τινα, καὶ ἐν τῇ συμβάσει τῆς 8ης Ἀπριλίου τοῦ 1856 περιελήφθη τὸ βον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον θέλετε μοὶ δώσει τὴν ἄδειαν νὰ ἀναγνώσω (ἀναγινώσκει): «Οἱ λιποτάκται τοῦ στρατοῦ θατέρας τῶν δύο Ἐπικρατειῶν, παρουσιαζόμενοι ἢ καταφεύγοντες εἰς τὴν ἄλλην, ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει θέλουσι γίνεσθαι δεκτοί. Ἐξ ἐναντίας, θέλουσιν ὑποχρεωθῆ νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν χώραν, καὶ θέλουσιν εἰδοποιηθῆ, ὅτι, ἐὰν ποτε ἀνακαλυφθῶσι κατοικοῦντες κρυφίως ἐν ἐκείνῃ τῶν δύο Ἐπικρατειῶν, ἐξ ἧς ἤθελον ἀποπεμφθῆ, θέλουσι συλληφθῆ καὶ ἀποδοθῆ.» Κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην, οὐδ’ ἐπὶ τῆς περιπτώσεως τῆς λιποταξίας τῶν ἀνδρῶν τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ τῆς Τουρκίας, ὅστις ἔμελλε τότε νὰ σταλῇ, ἵνα φρουρῇ τὴν ὁροθετικὴν γραμμήν, οὐδ’ ἐπὶ ταύτης ἀνέλαβεν ἡ Ἑλλὰς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παραδίδῃ τοὺς λιποτάκτας, ἀλλὰ μόνον νὰ μὴ δέχηται αὐτοὺς, καὶ, ἄν ἤθελον μείνει ἐν τῷ Κράτει, ὅταν ἀνεκαλύπτοντο, ἤθελον ἀπειλεῖσθαι, ὅτι, ἐὰν δὲν ἔφευγον, ἤθελον παραδίδοσθαι. Ἀφοῦ δὲ μετὰ τοσαύτης φειδοῦς ἐκανονίσθησαν τὰ περὶ λιποτακτῶν τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, ἦτο δυνατὸν οἱ συνομολογήσαντες τὴν συνθήκην τοῦ 1854 νὰ κανονίσωσι τὴν παράδοσιν τῶν λιποτακτῶν τοῦ ἐμπορικοῦ καὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ τῆς Τουρκίας μετὰ τοιαύτης ἐλευθεριότητος, ὥστε εὐθὺς, ὡς ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἤθελε ζητήσει τὴν παράδοσιν τῶν λιποτακτῶν, ἔστω καὶ ἀπὸ πλοίου, ναυλοχοῦντος ἐν Ἰόππῃ, ἢ ἐν ἄλλῳ κατὰ τὴν Ἀσίαν ἢ τὴν Ἀφρικὴν τουρκικῷ λιμένι, νὰ ὑποχρεῶται νὰ παραδίδῃ τοὺς λιποτάκτας; Τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν δίδει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, βεβαίως δὲν εἶχον οἱ νομοθετήσαντες τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι, ἄν καὶ δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὑπάρχῃ προηγούμενον τοιαύτης ἑρμηνείας κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν 35 ἐτῶν, ἀφ’ ἧς ἡ συνθήκη συνωμολογήθη, ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ βεβαιώσω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ προηγούμενον τοιαύτης ἑρμηνείας, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ποτε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἑρμηνεύσας τὴν συνθήκην, καθ’ ὅν τρόπον ἡρμήνευσεν αὐτὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Λυποῦμαι, ἀναγκαζόμενος νὰ ἀναμνήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πολλὰ ἐδόθησαν ἡμῖν νὰ διορῶμεν ἐν τῇ πολιτείᾳ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὰς σχέσεις αὐτοῦ πρὸς τὰ ἄλλα Κράτη, ὡς εἰ κατέχει αὐτὸν τὸ πάθος, νὰ μὴ ἀρνῆται, ὅ,τι ἂν ζητήσωσι παρ’ αὐτοῦ, ὑποχωρῶν εἰς πάσας τὰς ἀξιώσεις τῶν ξένων. Πράττει τάχα τοῦτο, ὅπως γένηται εὐάρεστος εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ξένων Δυνάμεων; Ἀλλ’ αὐτὴν τὴν ἐπιθυμίαν του ἔχομεν συμφέρον νὰ καταστείλωμεν, ὅπως μάθῃ νὰ περιορίζηται ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι ἐπιτρέπουσιν εἰς αὐτόν. Καὶ προβλέπω μὲν, ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἔχει ἀπόφασιν νὰ δίδῃ πάντοτε λευκὴν ψῆφον εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, ἐπειδὴ ὅμως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὡμολόγησεν, ὅτι ἔδωκε διαταγὴν πρὸς παράδοσιν τῶν λιποτακτῶν, τοῦτο δ’ ἐνδέχεται ἐν τῷ μέλλοντι νὰ χρησιμεύσῃ ὡς προηγούμενον, εἶχον καθῆκον, ἐν ὀνόματι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν δεχόμεθα τὴν ἑρμηνείαν ταύτην καὶ ὅτι τὸ γενόμενον δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὰς διατάξεις τῆς συνθήκης.
§105ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Μὴ ἐνθυμηθεὶς, ὅτι προέκειτο συζήτησις περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης σήμερον, δὲν ἔχω ἐνταῦθα τὰς πληροφορίας τὰς ἐγγράφους, τὰς σχετιζομένας πρὸς τὰ τῆς ἀποδόσεως τῶν εἰρημένων ναυτῶν. Ἐζήτησα ταύτας πρὸ ὀλίγου, ἀλλὰ δὲν τὰς ἔλαβον ἀκόμη. Ἀλλ’ ἐκ τῶν ἀνακοινωθέντων εἰς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Ἐξωτερικῶν προκύπτει, ὅτι πρόκειται περὶ λιποτακτῶν ναυτῶν, ἐγκαταλιπόντων πλοῖον ὀθωμανικὸν ἐν τῇ Ἑλληνικῇ θαλάσσῃ...
§106Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι ἐν Πρεβέζῃ.
§107ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐξ ὅσων ὑπέβαλεν εἰς ἐμὲ ἡ ὑπηρεσία...
§108ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, νὰ φέρητε τὰ ἔγγραφα.
§109ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν θέλητε, νὰ ἀναβάλωμεν....
§110ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§111ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διότι βεβαίως, οὕτως ἀντιληφθεὶς, διέταξα, ὅσα διέταξα. Βεβαίως δὲν ἐνόησε ποτὲ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅτι ἡ συνθήκη προβλέπει περὶ λιποταξιῶν ἔξω τῶν Ἑλληνικῶν ὑδάτων, διότι πᾶσαι αἱ διεθνεῖς συμβάσεις περὶ τοῦ θέματος τούτου εἶναι σύμφωνοι. Ὡς λιποτακτήσαντας ἐν Ἑλληνικοῖς ὕδασιν ἐκρίναμεν τοὺς ναύτας τούτους, καὶ ἀφοῦ ἐστάλησαν ἐκ Βονίτσης εἰς Μεσολόγγιον, συννενοηθέντες μετὰ τοῦ Νομάρχου Μεσολογγίου, διότι ἐζητήθησαν ἐπιμόνως ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων Προξένων, ἀπεστείλαμεν αὐτοὺς εἰς Πάτρας, ὅπου παρεδόθησαν εἰς τὸν ἐκεῖ Πρόξενον.
§112Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτε ἐπρότεινα τὴν ἐπερώτησιν, ἐδήλωσα, ὅτι ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν εἶχον, ἦτο ἡ ἑξῆς, ὅτι δύο ναῦται, ἀνήκοντες εἰς τὸ πολεμικὸν ναυτικὸν τῆς Τουρκίας, ἀποτελοῦντες δὲ μέρος τοῦ ἐν Πρεβέζῃ ναυλοχοῦντος πολεμικοῦ πλοίου τῆς Τουρκίας, ἐκατέλιπον τὰς τάξεις των καὶ προσέφυγον εἰς τὸ Ἄκτιον. Ὁ Φρούραρχος Ἀκτίου παρέπεμψεν αὐτοὺς εἰς τὸ Μεσολόγγιον, ἐκεῖθεν δ’ ἐστάλησαν εἰς Πάτρας, ἔνθα ἐδόθησαν διαταγαὶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως οἱ λιποτάκται σταλῶσιν εἰς Κωνσταντινούπολιν καὶ παραδοθῶσι. Λοιπὸν παρέστησα τότε, ὅτι ἡ λιποταξία ἐγένετο ἐκ πλοίου πολεμικοῦ, ναυλοχοῦντος ἐν Πρεβέζῃ, ὁ δὲ Ὑπουργὸς ὡμολόγησεν, ὅτι τοὺς λιποτάκτας τούτους ἐκ τοῦ ἐν Πρεβέζῃ πλοίου διέταξε νὰ παραδώσωσιν εἰς Τουρκίαν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προσαγάγῃ νῦν ἔγγραφα, βεβαιοῦντα, ὅτι οἱ ναῦται ἐλιποτάκτησαν ἐκ πλοίου, σταθμεύοντος ἐν τοῖς Ἑλληνικοῖς ὕδασιν; Ἄν οἱ παραδοθέντες λιποτάκται εἶχον λιποτακτήσει ἐκ πλοίου, ναυλοχοῦντος ἐν ἐν τοῖς Ἑλληνικοῖς ὕδασιν, ὁ Ὑπουργὸς ἤθελε προβάλει τοῦτο ἐν ἀρχῇ, ἀναιρῶν τὸ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθὲν τότε, ὅτι εἶχον λιποτακτήσει ἐκ πλοίου, ναυλοχοῦντος ἐν Πρεβέζῃ. Ἀλλ’ ἂς περιμείνωμεν νὰ κομίσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὑπόσχεται νὰ φέρῃ, ἵνα βεβαιώσῃ, ὅτι ἡ λιποταξία αὐτῶν ἔλαβε χώραν ἐν τοῖς Ἑλληνικοῖς ὕδασιν.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 70,845 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1888.
§114ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ δώσῃ πληροφορίας τινὰς περὶ τῆς διαθέσεως τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ. Δὲν ἔχω εἰς χεῖράς μου τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, ἐνθυμοῦμαι ὅμως, ὅτι ἀναφέρονται δαπάναι διὰ τὴν μετάβασιν διαφόρων ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλλάδος εἰς Βαυαρίαν καὶ εἰς Ἀμερικήν. Νομίζω, ὅτι διὰ 23 ἡμέρας ἐδόθησαν 8 χιλιάδες δραχμῶν εἰς τὸν κ. Βυζάντιον καὶ 600 λίραι διὰ τὴν μετάβασιν τοῦ κ. Γενναδίου εἰς Ἀμερικήν. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἐπὶ τίνι βάσει ἐπληρώθησαν τὰ ποσὰ ταῦτα.
§115ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Καὶ κατὰ τὴν ἀποστολὴν εἰς Βαυαρίαν καὶ κατὰ τὴν ἀποστολὴν εἰς Ἀμερικὴν ἐτηρήθη ὁ κανὼν, ὁ ἀνέκαθεν τηρούμενος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, δηλαδὴ ὡρίσθη ποσὸν καθ’ ἡμέραν, ὁποῖον περίπου ὡρίζετο ἄλλοτε· π. χ. ὅτε ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπεστάλη εἰδικῶς εἰς Λονδῖνον, ἵνα διαπραγματευθῇ τὰ τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου, ὡρίσθησαν, νομίζω, 125 φράγκα τὴν ἡμέραν. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἡ παρατήρησις ἀφορᾷ εἰς τὸν κ. Γεννάδιον, ἀποσταλέντα εἰς Ἀμερικὴν ἰδίως διὰ τὸ ζήτημα τῆς σταφίδος, ἐνομίσαμεν, ὅτι εἴχομεν καθῆκον, γινομένης ἐκεῖ συζητήσεως περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου, νὰ στείλωμεν ἐκεῖ ἀντιπρόσωπον. Ὁ μισθὸς αὐτοῦ δὲν ηὐξήθη, διότι ὢν ἐν Λονδίνῳ πρόσεδρος τῆς Ἑλλάδος Ὑπουργὸς, ἀπεστάλη μετὰ πλήρων τῶν ἀποδοχῶν αὐτοῦ εἰς Ἀμερικὴν· ἀλλ’ ἐδόθησαν ἔξοδα μεταβάσεως καὶ ἐπανόδου, καὶ τὰ λεγόμενα ἔξοδα κινήσεως, ἅτινα, ἐν Ἀμερικῇ μάλιστα, εἶναι μέγιστα, καὶ πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι τὰ δοθέντα εἰς αὐτὸν μόλις θὰ ἐκάλυψαν τὰς κυριωτάτας αὐτοῦ δαπάνας. Ὅ,τι δὲ ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἀποσταλέντας εἰς Μόναχον διὰ τὴν ἑκατονταετηρίδα τοῦ ἀειμνήστου φιλέλληνος ἡγεμόνος Λουδοβίκου, ὡς παρετηρήσατε βεβαίως ἐν τῷ πίνακι, ὑπάρχει διαφορά. Εἰς μὲν τὸν Πρεσβευτὴν τῆς Ἑλλάδος ἐν Βερολίνῳ κ. Βλάχον παρεχωρήθησαν ὀλιγώτερα, διότι ὁ κ. Βλάχος εὑρίσκετο ἐν Γερμανίᾳ καὶ ἐλάχιστα εἶχε νὰ δαπανήσῃ, ὅπως μεταβῇ ἐκ Βερολίνου εἰς Μόναχον, ἔμελλε δὲ καὶ νὰ διατρίψῃ ὀλιγώτερον ἐκεῖ. Ἔλαβε λοιπὸν τὰ ἔξοδα τῆς ἐκ Βερολίνου εἰς Μόναχον μεταβάσεως καὶ τῆς ἐπανόδου, καὶ τὴν ἡμερησίαν ἀποζημίωσιν, περὶ ἧς πρὸ ὀλίγου εἶπον. Ἀλλ’ ὁ κ. Βυζάντιος, ὁ δεύτερος ἀπεσταλμένος, ὅστις ἔμελλε ν’ ἀναχωρήσῃ ἐξ Ἀλεξανδρείας, ἔδει νὰ ἀποζημιῶται, κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἀπὸ Ἀλεξανδρείας εἰς Μόναχον πορείας, πλείονα τῆς ἑβδομάδος. Ἡ ἀποστολὴ αὐτοῦ ἤρξατο ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἀνεχώρησεν, ἐλάμβανε δ’ ἔκτοτε τὴν ἡμερησίαν ἀποζημίωσιν, πλὴν τῶν ἐξόδων μεταβάσεως καὶ ἐπανόδου. Ὁ δὲ κ. Βυζάντιος παρέμεινε περισσοτέρας ἡμέρας, πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς αὐτοῦ ἐν Μονάχῳ, διότι καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῶν κυρίως ἑορτῶν εἶχεν ἀναλάβει ὑποχρεώσεις ἐκεῖ ἐπισήμως, τὰς ὁποίας ὤφειλε νὰ ἐκπληρώσῃ, ἐνῷ ὁ κ. Βλάχος εἶχε σπεύσει νὰ ἀπέλθῃ, διὰ λόγους ὑπηρεσίας, εἰς Βερολῖνον. Οὐδὲ λεπτὸν ἄρα ἐκ τῶν καταβληθέντων εἶναι ἀδικαιολόγητον.
§116ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ὑπολογίσητε ὅλα αὐτὰ τὰ ποσὰ, δὲν δύνασθε νὰ φθάσητε εἰς τὸ ποσὸν τῶν 8,000 δραχμῶν· δὲν θέλω ν’ ἀμφισβητήσω, ἐννοεῖται, τὸ δίκαιον ἢ μὴ τῶν πληρωθέντων, ἀλλὰ θέλω νὰ μάθω, πῶς δικαιολογεῖται τὸ πληρωθὲν ποσόν.
§117ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς φέρω τοὺς λογαριασμοὺς αὔριον, ἀλλ’ εἶναι βέβαιον ὅτι ἐδόθησαν εἰς αὐτοὺς τὰ συνήθη ἔξοδα, ἅτινα, ὡς γινώσκετε, ὁρίζονται en bloc. Συνήθως εἰς τοὺς Πρέσβεις δίδονται 2,000 δραχμῶν διὰ τὴν μετάβασιν αὐτῶν ἀπὸ τοῦ τόπου τῆς διαμονῆς αὐτῶν πρὸς ἐγκατάστασιν εἰς τὴν ἕδραν τῆς Πρεσβείας, εἰς ἣν διωρίσθησαν. Εἰς τὸν κ. Βυζάντιον, νομίζω, ἀντὶ 2,000 δραχμῶν, ἐπληρώθησαν μόνον 1500. Ὁ κύριος Βλάχος εὑρίσκετο ἐν Γερμανίᾳ, καὶ οὐδὲν ἕτερον ἠδυνάμεθα νὰ δώσωμεν εἰς αὐτόν, ἢ τὰ καθαρὰ ἔξοδα τῆς κινήσεως αὐτοῦ. (Ἀναγινώσκει τὸν πίνακα). Τὸ ὅλον διὰ τοὺς δύο δρ. 6,096».
§118Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μίαν παρατήρησιν. Αἱ δαπάναι ἐγένοντο, καὶ οἱ λόγοι εἰσὶ μάταιοι, καὶ μάλιστα ἐν ᾗ εὑρισκόμεθα καταστάσει. Δύναταί τις ὅμως ν’ ἀπευθύνῃ παρατήρησιν. Τὰ ἔξοδα τὰ ὁδοιπορικὰ κανονίζονται ἀναλόγως τοῦ βαθμοῦ τῶν ὁδοιπορούντων, ἑπομένως διὰ τὸν κ. Βλάχον, ὁ ὁποῖος ἔχει βαθμὸν ἐκτάκτου ἀπεσταλμένου καὶ πληρεξουσίου Ὑπουργοῦ, ἠδύνατο νὰ προσδιορισθῇ ποσὸν ἀνώτερον δι’ ἔξοδα ὁδοιπορίας, ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπελογίσθη διὰ τὸν Πολιτικὸν ἡμῶν Πράκτορα ἐν Ἀλεξανδρείᾳ. Ἐὰν ὑπεχρεοῦντο ὁ κ. Βλάχος καὶ ὁ κ. Βυζάντιος, ὁ ἔκτακτος ἀπεσταλμένος καὶ πληρεξούσιος Ὑπουργὸς τοῦ Βασιλέως, καὶ ὁ Πολιτικὸς Πράκτωρ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, νὰ μεταβῶσιν ἀπὸ τῆς αὐτῆς πόλεως εἰς ἑτέραν, τὴν αὐτὴν πόλιν, εἰς τὸν κ. Βλάχον ἐπετρέπετο νὰ προσδιορισθῇ ἀνώτερον ποσὸν ὁδοιπορικῶν, διότι ἡ θέσις αὐτοῦ ἐπέβαλλεν εἰς αὐτὸν ὑποχρεώσεις μεγαλειτέρας ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐπέβαλλεν εἰς τὸν Πολιτικὸν Πράκτορα ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ἡ θέσις αὐτοῦ. Συνήθως προσδιορίζονται 2,000 δραχμῶν εἰς τοὺς ἐκτάκτους ἀπεσταλμένους καὶ πληρεξουσίους Ὑπουργοὺς, τοὺς μεταβαίνοντας εἰς τὰς θέσεις, εἰς ἃς διωρίσθησαν. Ἀλλ’ ἐνῷ, παραδείγματος χάριν, εἰς τὸν πληρεξούσιον Ὑπουργὸν ἐν Πετρουπόλει, μεταβάντα εἰς τὴν θέσιν του, ὑπελογίσθησαν 2,000 δραχμῶν, εἰς τὸν κ. Βυζάντιον ἐδόθησαν 1570 φράγκα, τὰ ὁποῖα, ἐὰν ὑπολογίσητε, θέλετε εὑρεῖ, ὅτι ὑπερβαίνουσι κατὰ πολὺ τὸ ποσὸν τῶν 2,000 δραχμῶν. Καὶ ὁ Πρέσβυς, ὁ διοριζόμενος, μεταβαίνει εἰς τὴν θέσιν του, ἔνθα μέλλει ν’ ἀποκατασταθῇ, ἑπομένως τὸ ποσὸν, τὸ διδόμενον εἰς αὐτὸν δι’ ὁδοιπορικὰ, περιλαμβάνει καὶ μέσα τινὰ πρὸς ἀποκατάστασίν του, ἐνῷ οἱ ἀποσταλμένοι εἰς Μόναχον, διὰ νὰ παραστῶσιν εἰς τὰς τελετὰς, δὲν εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην. Ἐπίσης μοὶ φαίνεται, ὅτι καὶ τὸ ποσὸν τῶν 150 φράγκων χρυσῶν δι’ ἡμερησίαν ἀποζημίωσιν, εἶναι ὑπέρογκον. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐγὼ, ὅτε μετέβην ἐξ Ἀθηνῶν εἰς Βερολῖνον καὶ εἰς διαφόρους ἄλλας πρωτευούσας τῆς Εὐρώπης, προσδιώρισα τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐδίδετο, εἰς δραχμὰς 170, ὑπῆρχε δὲ καὶ κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καὶ ἑπομένως ὁ χρυσὸς ἦτο ἐν ὑπερτιμήσει σεβαστῇ. Καὶ ἐγὼ εἶχον τὴν ἐπίσημον ἰδιότητα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος, μεταβαίνοντος ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ Ὑπουργοῦ δι’ ὑπηρεσίαν, καὶ εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἔχω ἔξοδα παραστάσεως περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἴσως εἶχον οἱ μεταβάντες διὰ νὰ παραστῶσιν εἰς τὰς τελετὰς τοῦ Μονάχου. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην συνεταξείδευε μετ’ ἐμοῦ καὶ ὁ κ. Ἄγγελος Βλάχος, ὡς Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐλάμβανεν ἀποζημίωσιν καθ’ ἡμέραν 50 δραχμῶν. Δι’ αὐτὸ διέκρινα μεγάλην ἐλευθεριότητα κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἐξόδων.
§119ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐὰν, καθὼς διαβεβαιοῖ ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς, μεταβὰς εἰς Βερολῖνον ὡς Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, προσδιώρισεν αὐτὸς εἰς ἑαυτὸν τὴν ἡμερησίαν ἀποζημίωσιν εἰς 170 παλαιὰς δραχμὰς, αἵτινες βεβαίως, ἕνεκα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀπέδιδον πολὺ ὀλιγώτερον ποσὸν εἰς χρυσὸν, ὁμολογῶ, ὅτι ἐδείχθη πολὺ φειδωλός. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ἐὰν τὰ ἔξοδα τότε ἐν Ἑλλάδι καὶ ἀλλαχοῦ ἦσαν κατώτερα, διότι καὶ ἂν δὲν ἦσαν μεγάλα, πάλιν φρονῶ, ὅτι ἡ ἀποζημίωσις, τὴν ὁποίαν προσδιώρισεν εἰς ἑαυτὸν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, ἦτο παρὰ πολὺ μικρά· εἶναι δὲ ἀξιέπαινος διὰ τὴν μεγάλην λιτότητα, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν. Ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι, ὁσάκις στέλλωνται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὑπὸ τοῦ Κράτους ἀπεσταλμένοι, εὐθὺς, ὡς ἀποφασισθῇ νὰ ἀποσταλῶσι, πρέπει νὰ παρέχωνται εἰς αὐτοὺς ἐπαρκῆ τὰ πρὸς εὐπρεπῆ παράστασιν.
§120ΜΙΣΥΡΛΗΣ. 150 φράγκα τὴν ἡμέραν!
§121ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. 150 φράγκα τὴν ἡμέραν διὰ τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται νὰ παραστήσῃ ἀξιοπρεπῶς τὸ Κράτος, εἶναί τι ἱκανῶς περιωρισμένον, καὶ εἰς τοῦτο στηριζόμενος, λέγω, ὅτι θαυμάζω, πῶς ὁ κ. Δηλιγιάννης προσδιώρισεν εἰς ἑαυτὸν ποσὸν τόσῳ μικρόν. Δὲν ἐπιτρέπεται δὲ διάκρισις μεταξὺ ἀντιπροσώπου καὶ ἀντιπροσώπου. Ὁ κ. Βλάχος μετέβαινεν εἰς Μόναχον ὡς ἔκτακτος ἀπεσταλμένος, καὶ συνωδεύετο δι’ ἐπιστολῆς τοῦ Βασιλέως ἀπέναντι τοῦ κ. Βλάχου ὑπηρεσιακῶς ὁ κ. Βυζάντιος εὑρίσκετο εἰς ἥττονα θέσιν, καὶ οἱ δύο ἐξ ἴσου ἀντεπροσώπευον, ὡς εἰδικοὶ ἀπεσταλμένοι, τὴν Ἑλλάδα ἐκεῖ, καὶ οἱ δύο ἔπρεπε νὰ λάβωσι τὴν αὐτὴν ἀποζημίωσιν. Ὅτι δὲ ἀφορᾷ εἰς τὰ ἔξοδα τῆς μεταβάσεως καὶ τῆς ἐπανόδου, εἶναι δυνατὸν ἴσως ἐκ διαφορᾶς τοῦ νομίσματος νὰ ἐγεννήθη κατά τι ὑπέρβασις τῶν 4,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ παρατηρῶ πρῶτον, ὅτι ἡ διαφορὰ εἶναι μικρὰ, ἔπειτα λέγω τοῦτο, ὅτι ἡμεῖς ἐπείσθημεν νὰ διαθέσωμεν τὰ πράγματα οὕτω, διότι εἴχομεν ἐνώπιον ἡμῶν νόμον ἀλλοῖον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἐπικαλεῖται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας. Ἄλλοτε ὁ περὶ Πρεσβευτῶν νόμος οὐδεμίαν περιελάμβανε διάταξιν προσδιοριστικὴν τῶν ἐξόδων μεταβάσεως καὶ ἐγκαταστάσεως, καὶ ἴσως μὲν ἐγένετο ἐξαίρεσίς τις, ἀλλὰ κατὰ κανόνα ἐδίδοντο μόνον 2,000 δραχμῶν καὶ ἕτεραι 2,000 δι’ ἐπάνοδον. Ἀλλὰ σήμερον ἔχομεν νόμον, ὁ ὁποῖος, προϊδὼν τὸ ἄτοπον, ἐκανόνισεν ἄλλως τὰ πράγματα, καὶ προσδιορίζει εἰς τοὺς Πρεσβευτὰς ἐκτὸς τῶν ἐξόδων μεταβάσεως καὶ ἐπανόδου καὶ δι’ ἔξοδα ἐγκαταστάσεως ποσὸν ἴσον, πρὸς τὴν μισθοδοσίαν δύο μηνῶν, ἑπομένως ὁ σήμερον διοριζόμενος Πρέσβυς λαμβάνει ἐκτὸς τῶν ἐξόδων μεταβάσεως καὶ προκαταβολὴν ἴσην πρὸς δύο μηνῶν μισθοὺς, λόγῳ ἐξόδων ἐγκαταστάσεως. Τοιαύτην νομοθεσίαν ἔχοντες, δὲν ἐνομίσαμεν, ὅτι ἐφάνημεν σπάταλοι, προσδιορίζοντες, ὡς προσδιωρίσαμεν, τὰ ἔξοδα τῶν εἰδικῶν ἀποστολῶν, περὶ ὧν πρόκειται.
§122Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ εὐπρεπὴς παράστασις τοῦ Κράτους ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ὑπὸ τῶν ἀντιπροσωπευόντων αὐτὸ εἶναι ὁ πρῶτος ὅρος τῆς ἐκπληρήσεως τῶν καθηκόντων αὑτῶν. Οἱ Ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἐὰν δὲν δύνανται νὰ παρίστανται εὐπροσώπως, εἶναι ἐντελῶς ἀνίκανοι διὰ ν’ ἀντιπροσωπεύσωσιν αὐτήν. Ἐπειδὴ δὲ τὴν παρατήρησιν ταύτην ἀνεμίξατε μετὰ τοῦ εἰρημένου ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐγὼ προσδιώρισα εἰς ἐμαυτὸν, θαῤῥῶ νὰ σᾶς ἀποτείνω παρατήρησιν, ὅτι θὰ ἦτο ἄξιος θαυμασμοῦ ὁ κ. Βλάχος, ἐὰν παρίστα τὴν Ἑλλάδα ὡς αὕτη παρεστάθη τότε ὑπ’ ἐμοῦ εἰς τὴν Εὐρώπην. Καὶ ἐὰν ἤθελον ἐρωτήσει, πόσα γεύματα ἔδωκεν ὁ κ. Βλάχος ἐν Μονάχῳ, ἢ πόσα πρόσωπα ἐδέχθη εἰς τὸν οἶκόν του, νομίζω ὅτι ἠθέλετε εὑρεθῆ εἰς θέσιν, νὰ μὴ δύνασθε νὰ μοὶ ἀπαντήσητε. Σᾶς κάμω δὲ γνωστὸν, ὅτι, ἂν καὶ μετὰ τοσαύτης φειδοῦς προσδιώρισα εἰς ἐμαυτὸν τὰ ἔξοδα, δὲν διῆλθον ἐν τῇ Εὐρώπῃ μετὰ λιτότητος, διότι κατέλυσα εἰς τὰ μεγαλείτερα ἐν ἑκάστῃ πρωτευούσῃ ξενοδοχεῖα, ἐν τοῖς ὁποίοις καταλύουσι τὰ πρώτιστα πρόσωπα τῆς Εὐρώπης, ἐδεχόμην δ’ ἐν αὐτοῖς τὰ ἐπισημότερα πρόσωπα.
§123ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Μὲ ἀναγκάζει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα εἴπω, ὅτι μὲ ἀδικεῖ, νομίσας ὅτι ἐγὼ ἀνεμίχθην εἰς τὸν ἐξωτερικὸν τρόπον, καθ’ ὃν παρέστησε τὴν Ἑλλάδα ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Τοὐναντίον μάλιστα, εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὑπῆρξε πολὺ λιτὸς περὶ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ποσοῦ τῆς διὰ τὴν παράστασιν ἀποζημιώσεως. Ἐγὼ, ἐὰν ἤμην τότε Ὑπουργὸς, δὲν ἤθελον σᾶς προσδιορίσει 170 παλαιὰς δραχμὰς, ἤθελον σᾶς προσδιορίσει 200 νέας.
§124ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἐὰν τῷ ὄντι ἦναι ἀξιέπαινος ὁ κ. Δηλιγιάννης, διότι ὑπῆρξε τόσῳ λιτὸς ἐν τῷ προσδιορισμῷ τῆς ἡμερησίας χορηγίας, τὴν ὁποίαν προσδιώρισεν εἰς ἑαυτὸν, βεβαίως τὴν αὐτὴν φειδὼ δὲν ἔδειξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅταν ἄνευ οὐδεμιᾶς δεδικαιολογημένης ἀνάγκης προσέθηκεν 8,000 δραχμῶν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, διὰ νὰ ἀποστείλῃ τὸν κ. Βυζάντιον εἰς τὸ Μόναχον. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι εἰς τὴν περίστασιν, εἰς ἣν ἐστάλη ὁ κ. Βυζάντιος, ἤρκει ἡ ἀποστολὴ τοῦ ἐν Γερμανίᾳ Πρεσβευτοῦ ἡμῶν, συνδυαζομένη μάλιστα μετὰ τῆς ἀποστολῆς τοῦ Δημάρχου Ἀθηναίων, ὅστις ἀπεστάλη ἐντεῦθεν ὑπὸ τοῦ Δήμου. Ἦτο δὲ ὅλως περιττὸν νὰ ἀποσταλῇ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον εἶχε βαθμὸν κατώτερον, καὶ δὲν σχετίζεται οὔτε πρὸς τὴν διπλωματίαν. Τοῦτο δίδει εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν προέβη εἰς τὴν ἐκλογὴν ταύτην ἢ μόνον, ἵνα γενῇ εὐάρεστος εἰς τὸν κ. Βυζάντιον. Ὅταν δὲ τοσοῦτοι ἐπιβάλλονται φόροι πρὸς πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, νομίζω, ὅτι μετ’ αἰσθήματος, τὸ ὁμολογῶ, βδελυγμίας δύναταί τις νὰ βλέπῃ τὴν εὐκολίαν, μεθ’ ἧς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνέθηκεν εἰς τὸν κ. Βυζάντιον τὴν ἀποστολὴν ταύτην ἐπὶ δαπάνῃ 8,000 δραχμῶν.
§125ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Πολὺ εὐκόλως αἰσθάνεται βδελυγμίαν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας· δὲν γνωρίζω δὲ τί θέλει ὑπολειφθῆ εἰς αὐτὸν διὰ περιστάσεις καταλληλοτέρας εἰς τὸ αἴσθημα τοῦτο. Τοῦτο μόνον θέλω εἴπει, ὅτι, πρὶν ἢ φθάσῃ νὰ δείξῃ τοιοῦτο αἴσθημα βδελυγμίας ἐνώπιον πληθούσης τῆς Βουλῆς, ἐνταῦθα, ὤφειλε νὰ ἦναι καλλίτερον πληροφορημένος· ἤθελε δὲ μάθει, ὅτι ἡ Βαυαρία διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐζήτησεν ὡρισμένως δύο ἀντιπροσώπους παρὰ τῆς Ἑλλάδος, δηλώσασα ὅτι μεγάλην ἀποδίδει σημασίαν εἰς τὴν περίστασιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θέλει δείξει πρὸς τὸν ἀληθῆ ἐκεῖνον εὐεργέτην αὑτῆς, τὴν ἐστεμμένην κεφαλὴν, τὴν τοσοῦτον ἐργασθεῖσαν ὑπὲρ τῆς ἀπελευθερώσεως αὐτῆς καθ’ ὃν χρόνον ἔχυνε τὸ αἷμά της, θέλει δείξει τὴν εὐγνωμοσύνην, ὑφ’ ἧς κατέχεται, ἀποστέλλουσα ἀντιπροσώπους δύο, ἄλλους πλὴν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἡ Βαυαρία, δι’ ἄλλον λόγον, ἐζήτησεν εἰδικῶς ἀπ’ εὐθείας παρὰ τοῦ Δήμου Ἀθηναίων. Παρεστάθη δὲ καὶ ἡ σημασία, ἣν ἤθελον ἔχει τοιαύτη ἀποστολὴ, κατόπιν μακροχρονίου διακοπῆς τῶν ἐπισήμων σχέσεων. Ἐστείλαμεν, λέγει, ὁ κ. Βουλευτὴς, τὸν κ. Βυζάντιον, καὶ τὸ λέγει μετὰ μεγίστης περιφρονήσεως, καὶ ἀπορεῖ, πῶς ἀπεστείλαμεν διπλωματικῶς κατώτερον κατὰ δύο βαθμοὺς, ὡς ἂν ἀπῃτεῖτο ἀπαραιτήτως νὰ ἀποστείλωμεν ἄνθρωπον ἐκ τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἔχοντα μάλιστα τὸν πρῶτον ἐν αὐτῇ βαθμὸν, ὡς ἂν ἀπεστείλαμεν ἀνίκανόν τινα πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς τοιαύτης ἐντολῆς. Καὶ λέγει ταῦτα περὶ τίνος; περὶ τοῦ κυρίου Βυζαντίου, περὶ τοῦ ὁποίου εἶμαι εὐτυχὴς, ὅτι μοὶ παρέχεται ἀφορμὴ νὰ εἴπω ἐνταῦθα, ὅτι δύναται νὰ λογισθῇ εἰς τῶν ἀρίστων ἀνωτέρων διπλωματικῶν ὑπαλλήλων, ἐξ ἐκείνων, οἵτινες οὐ μόνον ἐν τῇ μικρᾷ Ἑλλάδι διακρίνονται, ἀλλὰ δύναμαι μετὰ θάῤῥους νὰ εἴπω, ὅτι καὶ ἐν τοῖς μεγαλειτέροις τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν τιμῶσι τὸ ἀξίωμα, εἰς ὃ ἀνεβιβάσθησαν.
§126Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει πᾶσαν εὐκαιρίαν νὰ ἐκδηλώσῃ ἐπισήμως τὴν ἀρίστην γνώμην, ἣν ἔχει περὶ τοῦ κ. Βυζαντίου. Ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δύναται νὰ προτείνῃ αὐτὸν εἰς τὸν ἡγεμόνα καὶ ἀναβιβάσῃ οὕτως αὐτὸν εἰς τὸν ἀξίωμα τοῦ Πρεσβευτοῦ, ἀφοῦ ὅλη ἡ Εὐρώπη ἔκθαμβος προσβλέπει τὸν Πολιτικὸν Πράκτορα ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, καὶ θαυμάζει αὐτόν. Δὲν εἶναι ὅμως εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐπιτετραμμένον, ὅταν πρόκηται νὰ συζητήσῃ περὶ χρημάτων καὶ περὶ τῆς ἀνάγκης ὡρισμένης δαπάνης, νὰ ζητῇ νὰ κρύπτηται, ὁτὲ μὲν ὑπὸ τὴν σκιὰν τοῦ ἀειμνήστου Λουδοβίκου, ὁτὲ δὲ ὑπὸ τὸν καθ’ ὅλην τὴν Εὐρώπην θαυμασμὸν τοῦ προσώπου τοῦ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Πολιτικοῦ Πράκτορος. Ἐὰν ἐπεθύμει ν’ ἀποστείλῃ δύο ἀντιπροσώπους, ὑπῆρχε Πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος ἐν Βιέννῃ καὶ ἐν Παρισίοις, ὁπόθεν αἱ δαπάναι ἤθελον εἶσθαι ὀλιγώτεραι. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον, ἀφοῦ οἱ ἀπεσταλμένοι οὗτοι οὐδεμίαν εἶχον νὰ ἐκπληρώσωσιν ἐν Μονάχῳ δύσκολον ὑπηρεσίαν. Ἑπομένως, ὅσον μικρὰν ἰδέαν καὶ ἂν ἔχῃ περὶ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ, τοῦ ἐν Βιέννῃ Πρεσβευτοῦ, ἠδύνατο ν’ ἀναθέσῃ εἰς αὐτὸν τὴν ἀντιπροσωπείαν ταύτην.
§127ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἐῤῥήθη ἐνταῦθα, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ποιήσω χρῆσιν τῆς λέξεως βδελυγμίας. Αὕτη δὲν ἀφορᾷ βεβαίως εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Βυζαντίου. Ἐγὼ δὲν θεωρῶ τὸν κ. Βυζάντιον ὡς ἕνα τῶν μεγίστων διπλωματῶν τῆς Εὐρώπης, ὅπως θεωροῦσιν αὐτὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, οὐχ ἧττον θεωρῶ αὐτὸν ὡς ἄνθρωπον ἐντιμότατον. Ἡ λέξις βδελυγμία ἀφεώρα εἰς τὴν σπατάλην, τὴν ὁποίαν ποιεῖται ἡ Κυβέρνησις. Ἡ λέξις βδελυγμία ἀφορᾷ εἰς τὴν περιφρόνησιν, τὴν ὁποίαν ἔχετε διὰ τὸ δημόσιον χρῆμα.
§128ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θ’ ἀπαντήσω δύο λέξεις, ἵνα πείσω τὸν προαγορεύσαντα, ὅτι δὲν γίνεται ἡ σπατάλη, περὶ ἧς ἐποιήσατο λόγον. Ὁ μὲν Ἀπολογισμὸς τοῦ 1886 ἀποδεικνύει ὅτι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐδαπανήθησαν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων, ὁ δὲ τοῦ 1887 καὶ τοῦ 1888 θέλουσιν ἀποδείξει καὶ οὗτοι, ὅτι καὶ κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα ἐδαπανήθησαν ὀλιγώτερα. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς ἅ συζήτησιν, τὰ νομοσχέδια: Περὶ χορηγήσεως πιστώσεων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως 1888. Περὶ τῆς ἄνευ δικαιολογητικῶν γενομένης ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δαπάνης ἐκ δραχμῶν 12,500 εἰς βάρος τῆς χρήσεως 1885).
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου ΑΥΚΔʹ περὶ διοικήσεως τῆς Ζαππείου περιουσίας.
§130ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, πῶς ἐγίνετο μέχρι τοῦδε ἡ διαχείρισις τῶν χρημάτων τοῦ Ζαππείου συμφώνως μὲ τὸν προηγούμενον νόμον, καὶ πρὸς θεραπείαν τίνων ἐλλείψεων προτείνει τὸ παρὸν νομοσχέδιον;
§131ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀφ’ ἧς ἀνέλαβεν ἡ νῦν Ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων τὴν διαχείρισιν, ἀμέσως παρετήρησεν, ὅτι τὸ σύστημα ἦτο ἐλλιπές. Φαίνεται, ὅτι, ὅτε συνετάχθη ὁ νόμος, ὁ νῦν ὑπάρχων, ἐνομίσθη ὅτι θὰ ἦτο δύσκολον εἰς Ἐπιτροπὴν ἀνεξάρτητον νὰ διαχειρίζηται τὰ τῆς περιουσίας, ὑποβαλλομένη καθ’ ὅλα εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, καὶ ἐγένετο διὰ τοῦτο περιωρισμένη ἡ ἐφαρμογὴ τῶν περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ διατάξεων. Εὐθὺς ὅμως, ὡς ἀνελάβομεν τὴν διαχείρισιν, παρετηρήσαμεν, ὅτι ἠδύναντο πάντες οἱ λογιστικοὶ τύποι, οἱ ἰσχύοντες διὰ τὰ δημόσια καταστήματα, νὰ ἐφαρμοσθῶσι καὶ εἰς τὸ Ζάππειον, καὶ ἔκτοτε παρεκαλέσαμεν τὸν δικαστικὸν σύμβουλον κ. Στεφάνου, νὰ παρασκευάσῃ σχέδιον μεταῤῥυθμίσεως. Ἀλλὰ δὲν προελάβομεν. Νῦν δὲ καταρτισθὲν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπεβάλομεν, διότι ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι θέλει διεξάγεσθαι λυσιτελέστερον ἡ ἐργασία καὶ ἡ διαχείρισις κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπερ ἐπλήρωσε καὶ κενά τινα τοῦ προηγουμένου νόμου. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν τὰ νομοσχέδια: Περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων διὰ τὸ ἔτος 1889. Περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1889. Περὶ τῆς κατὰ θάλασσαν στρατιωτικῆς δυνάμεως κατὰ τὸ ἔτος 1889).
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαχειρίσεως τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ βακουφίων.
§133ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἄν, συντάττων τὸ παρὸν νομοσχέδιον, εἶχεν ὑπ’ ὄψει του τὴν ὀθωμανικὴν νομοθεσίαν περὶ βακουφίων. Ὑπάρχουσι πολλὰ εἴδη βακουφίων ἐν Τουρκίᾳ, τὰ ὁποῖα ἐξασκοῦσιν ἄμεσον ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς πλήρους ἰδιοκτησίας μεγάλου μέρους κτημάτων. Ὑπάρχουσι τοιαῦτα βακούφια καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ; Ἄν ὑπάρχωσι τοιαῦτα, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐξηγηθῇ διὰ τοῦ νόμου ἡ μὴ καθιέρωσις τῶν ἐν Τουρκίᾳ ἐν γένει ἰσχυουσῶν διατάξεων περὶ βακουφίων, αἵτινες ἐλαττόνουσι τὴν πλήρη καὶ ἐλευθέραν διάθεσιν καὶ χρῆσιν τῆς ἰδιοκτησίας. Ἀνάγκη νὰ δοθῇ ἡ δέουσα προσοχὴ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νόμου, ὅπως μὴ ἡ καθιέρωσις βακουφίων ἄνευ διακρίσεώς τινος φέρῃ κίνδυνον εἰς τὴν πλήρη διάθεσιν τῶν ἰδιοκτησιῶν, τῶν ἐν Τουρκίᾳ χαρακτηριζομένων ὡς βακουφικῶν.
§134ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐμελετήθη ἐπὶ πολὺν χρόνον, ἐψηφίσθη δὲ καὶ πρότερον νόμος περὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, δὲν ἐπιλαμβάνεται ἑπομένως πρῶτον ἤδη ἡ Βουλὴ τοῦ θέματος. Κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νόμου εἴχομεν συμπράκτορας καὶ δύο Βουλευτὰς Ὀθωμανοὺς, καὶ συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην ἐκείνων ἐψηφίσθη ὁ νόμος, πρὸς ὅν κατὰ τὰ πλεῖστα εἶναι σύμφωνον καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κυρίως ἀφορῶν εἰς τροποποίησιν τῆς διατάξεως, τῆς ἀφορώσης εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ, ὅπως ἐκανονίζετο κατὰ τὸν νόμον, δὲν ἠδύνατο νὰ λειτουργήσῃ. Ἐθεωρήσαμεν ἄτοπον τὴν ἀργίαν τοῦ νόμου, καὶ ἐθέσαμεν ἐν τοῖς πρώτοις ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιον, περιλαμβάνον τὰς τροποποιήσεις, τὰς μετὰ συνεννόησιν πρὸς τοὺς Θεσσαλοὺς Μουσουλμάνους κριθείσας, ὡς δυναμένας νὰ καταστήσωσιν ἐφικτὴν τὴν λειτουργίαν τοῦ νόμου· ὡς πρὸς δὲ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἰδικῶς προέταξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, τουτέστι περὶ τῶν βακουφίων, τὰ ὁποῖα θέλουσι κανονισθῆ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὅν θέλουσι κανονισθῆ, παρατηρῶ, ὅτι ἐν αὐτῷ τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ ῥητῶς ἀναγράφεται, ποῖα εἶναι τὰ βακούφια, εἰς τὰ ὁποῖα ἐφαρμόζεται ὁ νόμος οὗτος· θέλει δὲ ἰδεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐν τῷ 3ῳ ἄρθρῳ, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ κανονίσωμεν τὰ περὶ τῶν βακουφίων, περὶ ὧν προενόησαν αἱ διαθῆκαι καὶ τὰ κείμενα, πρόκειται νὰ κανονίσωμεν μόνον τὰ περὶ τῶν βακουφίων, ὧν ἡ διαχείρισις ἀπαιτεῖ Ἐπιτροπήν. Ὁσάκις ἀπαιτῆται Ἐπιτροπὴ, ἔπρεπε νόμος νὰ κανονίσῃ, κατὰ τίνα τρόπον ἡ Ἐπιτροπὴ θέλει σχηματίζεσθαι, καὶ τίνα ἔσονται τὰ δικαιώματα καὶ ἡ δικαιοδοσία αὐτῆς. Εἰς τοῦτο καὶ μόνον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον. Ὁ νόμος τὴν Ἐπιτροπὴν κατήρτιζεν ἄλλως. Ὁ τρόπος τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς, ὡς κανονίζεται ἐν τῷ κειμένῳ νόμῳ, δὲν ἐπιτρέπει τὴν λειτουργίαν τοῦ νόμου. Ἤδη ἡ τροποποίησις, καὶ ἰδίως ὁ προσδιορισμὸς τοῦ Μουφτῆ ὡς Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς, αἴρει τὰ κωλύματα, καὶ ἐκ τούτου ἐλπίζομεν, ὅτι ψηφιζόμενον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον τυγχάνει τῆς ἐπιδοκιμασίας τῶν Μουσουλμάνων Θεσσαλῶν, θέλει δυνηθῆ νὰ λειτουργήσῃ. Ὡς ἐκ τούτου εἶναι λίαν κατεπεῖγον, καὶ συνιστῶ τὴν ταχεῖαν αὐτοῦ ἐπιψήφισιν.
§135ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὐδεμίαν ἔχω ἀντίῤῥησιν εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν βακουφίων ὑπὸ Ἐπιτροπῆς. Ἀκριβῶς δὲ, ἐπειδὴ πρόκειται νὰ ἀποβῇ καλλιτέρα καὶ ἀκριβεστέρα ἡ διαχείρισις αὐτῶν διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου, ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ ζήτημα τῶν βακουφίων ἐν γένει καὶ τῶν βακουφικῶν δικαιωμάτων, ἅτινα ἀνήκουσιν εἰς τεμένη Ὀθωμανικὰ, ἢ εἰς φιλανθρωπικὰ καταστήματα, ἐδρεύοντα ἐν Τουρκίᾳ ...
§136ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐφόσον δὲν πρόκειται νὰ διορισθῇ κατὰ τὰ κείμενα Ἐπιτροπὴ τῶν βακουφίων, ἡμεῖς δὲν νεωτερίζομεν.
§137ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ, ἡ διαχειριζομένη βακουφικὰ ἱδρύματα, θὰ ἔχῃ καθῆκον νὰ προφυλάξῃ τὰ δικαιώματα τοῦ ἱδρύματος τούτου. Ὅταν ἑπομένως ἵδρυμά τι τοιοῦτο κέκτηται δικαιώματα κατὰ τὴν Ὀθωμανικὴν νομοθεσίαν, ὡς π. χ. τὴν ἀπόκτησιν τῆς κυριότητος κτήματός τινος ἕνεκα ἐλλείψεως τοῦ κατὰ τὸ Ὀθωμανικὸν δίκαιον νομίμου κληρονόμου, ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ διεκδικήσῃ τὰ δικαιώματα ταῦτα. Δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τοὺς περιορισμοὺς τῶν κληρονομικῶν δικαιωμάτων, οὓς παραδέχεται ὁ ὀθωμανικὸς νόμος ἐπὶ τῶν κτημάτων, τῶν χαρακτηριζομένων ὡς βακουφικῶν; Ἡ μετὰ τῆς Τουρκίας συνθήκη δὲν μᾶς ἐπιβάλλει τοιαύτην ὑποχρέωσιν. Φοβοῦμαι δὲ μήπως, ἀναγνωρίζοντες ἄνευ περιορισμοῦ τινος τὴν ὕπαρξιν τῶν βακουφίων μεθ’ ὅλων αὐτῶν τῶν δικαιωμάτων, τρέχωμεν τὸν κίνδυνον, νὰ ἴδωμεν βακουφικὰ κτήματα, μὴ δυνάμενα νὰ κληρονομηθῶσι παρὰ προσώπων, ἅτινα ἤθελον κληρονομήσει ταῦτα δυνάμει τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας. Ἡ Ἐπιτροπὴ δὲ, ἡ ἐκλεχθησομένη συμφώνως μὲ τὸ παρὸν νομοσχέδιον, δὲν θ’ ἀμελήσῃ τὴν διεκδίκησιν τοιούτων δικαιωμάτων, ἂν θὰ ἔχῃ τοιαῦτα.
§138ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐμελετήθη πολὺ τὸ νομοσχέδιον, ὅπως καὶ ὁ νόμος ὁ κείμενος, σύμφωνος κατὰ τὰ κυριώδη πρὸς τὸ νομοσχέδιον. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως τῆς κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Μύλων– Καλαμῶν). Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 μ.μ.