Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΑ · Σύνοδος Γ› Συνεδρίαση 55

1889.01.10

7.821 στίχοι · 57.104 λέξεις · 7 πίνακες · 325 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1889.01.10
Προεδρεία
ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ
Περίοδος
ΙΑ
Σύνοδος
Γ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1889)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 55.

Τῆς 10 Ἰανουαρίου 1889

(Τρίτη)

Ὥρᾳ 3 μ. μ.

(Προεδρεύοντος τοῦ Ἀντιπροέδρου κ. Καΐρη).

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηλεγράφημα Ι. Χατζηγάκη, αἰτουμένου νὰ συμπληρωθῇ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τοῦ δήμου Τρικκαίων διὰ τοῦ διορισμοῦ τοῦ ἀμέσως παραπληρωματικοῦ Συμβούλου.

§2ΣΑΚΚΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς θέλω εἴπει δύο λέξεις. Ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Νομάρχης, ἐνῷ ἐκενώθη μία θέσις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Τρικκαίων, ὡς ἐκλεχθέντος ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβούλου καὶ ἀποδεχθέντος τὴν νέαν αὐτοῦ θέσιν, ἐπιμένει νὰ μὴ συμπληρώσῃ τὴν θέσιν ταύτην, παρὰ τὸν νόμον· πράττει δὲ τοῦτο, ὡς πληροφοροῦμαι, διότι ὡς συμπληρωτικὸς Σύμβουλος ἔρχεται ὁ κ. Γεωργόπουλος, ἀντίπαλος τῆς ἐκεῖ ἰσχυούσης φατρίας, ἣν προστατεύει ὁ κ. Νομάρχης.

§3ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἀπήντησα ἤδη πρὸ ἡμερῶν, καὶ εἶπον, ὅτι ὁ κ. Γεωργόπουλος δὲν προσέρχεται, ὅπως ὁρκισθῇ ὡς ἀναπληρωτής. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ αὐτὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἐνταῦθα ἀνεγνώσθη, ἦλθε καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐφρόντισα καὶ ἐτηλεγράφησα χθὲς εἰς τὸν κ. Νομάρχην, νὰ καλέσῃ τὸν κ. Γεωργόπουλον καὶ ὁρκίσῃ αὐτόν.

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηλεγράφημα τοῦ Δημαστυνόμου Καλαμῶν, ἀναφέροντος, ὅτι τὰ μεταξὺ Σαράβα καὶ Κοντέα συμβάντα οὐδόλως ἐτάραξαν τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ἐν Καλάμαις.

§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ φαίνεται παράδοξον, Δημοτικὸς Ἀστυνόμος νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας περὶ δημοσίας ἀσφαλείας. Αὐτὸ μοὶ ἐμποιεῖ ἀληθῆ ἔκπληξιν, καὶ ὑποθέτω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει ἀπευθύνει τὰς προσηκούσας παρατηρήσεις πρὸς τὸν κ. Ἀστυνόμον.

§6ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Βεβαίως δὲν λησμονεῖτε, ὅτι αἱ Δημοτικαὶ Ἀστυνομίαι εἶναι ἐλεύθεραι.

§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ ἐξηγήσῃ, τί ἐννοεῖ, λέγων, ὅτι αἱ Δημοτικαὶ Ἀστυνομίαι εἰσὶν ἐλεύθεραι. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι αὐταί εἰσιν ἀρχαί, λειτουργοῦσαι κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, οἱ δὲ νόμοι τοῦ Κράτους καὶ οἱ Κανονισμοὶ δὲν ἐπιτρέπουσιν εἰς τοὺς Ἀστυνόμους νὰ ἀναφέρωνται περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας πρὸς τὴν Βουλήν.

§8ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπανειλημμένως εἶχον ἀπευθύνει ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διατὶ δὲν διετάχθη ἐκλογὴ εἰς τὸν δῆμον Ἀπεραντίων. Καὶ ἤδη μανθάνω, ὅτι ἀκόμη δὲν διετάχθη τι.

§9Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶχον λάβει ἀπάντησιν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν εἶχον ἀπευθύνει αὐτῷ, ὅτε ἠρώτησα, ἐὰν ἔλαβε γνῶσιν ἐγκυκλίου τινὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Αἰγύπτου περὶ ἰθαγενείας. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μοὶ ἀπήντησε τότε, ὅτι ἔλαβε γνῶσιν τῆς ἐγκυκλίου. Παρακαλῶ αὐτὸν καὶ νῦν ὡσαύτως, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἔλαβε γνῶσιν ἄλλης ἐγκυκλίου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ Ἰσθμοῦ τοῦ Σουέζ, δημοσιευθείσης ἐν τῇ Ἐπισήμῳ Ἐφημερίδι τῆς Αἰγύπτου, πραγματευομένης δὲ περὶ ἰθαγενείας.

§10ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Μάλιστα, ἔχω πληρεστάτην γνῶσιν τῆς ἐγκυκλίου ταύτης, καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ὑπόθεσις, περὶ ἧς ἐρωτᾶτε, ἐξακολουθεῖ οὖσα ὑπὸ διαπραγμάτευσιν. Εἰς τὴν ἐγκύκλιον, τὴν ὁποίαν ἀναφέρετε, τοῦ Χεδίβου, δύναται ν’ ἀντιτάξῃ τις τὴν ἐγκύκλιον τοῦ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Πολιτικοῦ ἡμῶν Πράκτορος, τῆς ὁποίας τὴν ἔννοιαν ἴσως ἀνέγνωσεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἐν ταῖς ἐφημερίσι τῆς Ἀλεξανδρείας. Ἐγὼ δὲ τοῦτο μόνον δύναμαι νὰ προσθέσω, ὅτι, ἂν τὰ πράγματα ἐξακολουθήσωσι βαίνοντα ὡς νῦν, ἔχομεν ἐλπίδας λύσεως καλλίστης τῆς διαφορᾶς.

§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἔλαβε γνῶσιν, ὅτι ἐλιποτάκτησαν ἐκ πολεμικοῦ τινος πλοίου ὀθωμανικοῦ, ναυλοχοῦντος ἐν Πρεβέζῃ, δύο ναῦται, καὶ ἐὰν αὐτῶν τῶν ναυτῶν ἐζητήθη ἡ παράδοσις, καί τί ἀπεφάσισεν ἡ Κυβέρνησις.

§12ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐλιποτάκτησαν δύο ναῦται τοῦ Ὀθωμανικοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, καὶ ἡμεῖς, ἐκτελοῦντες τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 21 τῆς συνθήκης τοῦ Καλιντζᾶ, ἀπεδώκαμεν αὐτούς.

§13ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου τούτου τῆς συνθήκης δὲν εἶναι τοιαύτη, ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς παραδέχεται, ἀναγγέλλω, ὅτι θέλω προκαλέσει συζήτησιν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν.

§14Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὑποβάλλω ἔγγραφον τὴν ἑπομένην ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει. «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ὑποβάλῃ κατάστασιν λεπτομερῆ τῶν διαφόρων εἰδῶν ἱματισμοῦ, τῶν ἀγορασθέντων παρὰ τῆς ἐν Πειραιεῖ Γενικῆς ἀποθήκης καὶ λοιπῶν ἀποθηκῶν ἱματισμοῦ τοῦ στρατοῦ κατὰ τὰ ἔτη 1887 καὶ 1888, τὰς σχετικὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου, καὶ τὰ ὀνόματα, πρὸς ἃ ἐπληρώθη ἡ ἀξία τῶν ἀγορασθέντων. «Ἐπίσης νὰ ὑποβάλῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τῆς ἐνεργηθείσης δημοπρασίας ἐν Κερκύρᾳ περὶ τῆς ἐπισκευῆς τῶν πυριτιδαποθηκῶν Λευκάδος».

§15ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔν τινι διανεμηθέντι φυλλαδίῳ ἀνέγνωσα καταγγελίαν, ἀπευθυνομένην ἐξ ὀνόματος τοῦ δημοσιεύσαντος αὐτὸ κ. Σβορώνου κατὰ τῶν διευθυνόντων τὰ Μουσεῖα τοῦ Κράτους. Ἔχω πλήρη πεποίθησιν εἰς τὸν σήμερον διευθύνοντα τὰ Μουσεῖα ἡμῶν, καὶ δὲν δίδω πίστιν εἰς τὰ κατ’ αὐτοῦ λεγόμενα. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ καταγγελία εἶναι ῥητὴ καὶ καθαρὰ, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐὰν ἔχῃ γνῶσιν ταύτης, καὶ ἂν δὲν ἔχῃ, νὰ φροντίσῃ ἤδη, ὅτε ἔμαθε τὰ κατ’ αὐτὴν, ὅπως ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα.

§16ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Χθὲς τὴν ἑσπέραν ἔλαβον καὶ ἐγὼ κατὰ πρῶτον γνῶσιν τοῦ φυλλαδίου, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κ. Βουλευτής· ἐπειδὴ δὲ, ὡς σημειοῦται ἐν τῇ σχετικῇ παραγράφῳ, ἡ πιστοποίησις τῶν ἀρχαιοπωλῶν θέλει ἀπευθυνθῆ πρὸς τὸν δικηγόρον τοῦ συντάκτου τοῦ φυλλαδίου κ. Κωστῆν, ἔσπευσα σήμερον τὴν πρωΐαν νὰ ἐρωτήσω αὐτὸν, δι’ ἐπιστολῆς μου, ἐὰν ἔλαβε τοιαύτην πιστοποίησιν, ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης οὐδεμίαν ἔχω ἀπάντησιν ἀπὸ τὸν κ. Κωστῆν. Ἐθεώρησα δὲ ἀναγκαῖον νὰ ἀπευθυνθῶ πρῶτον πρὸς αὐτὸν, ἵνα γνωρίσω τὸ περιεχόμενον τῆς πιστοποιήσεως καὶ ὁδηγηθῶ ἐξ αὐτοῦ εἰς τὰς περαιτέρω ἐνεργείας μου.

§17ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιορισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς μόνην τὴν πιστοποίησιν ταύτην, ἡ ὁποία ἐνδέχεται καὶ νὰ μὴ ἀποσταλῇ. Ἐπειδὴ ἡ καταγγελία εἶναι ῥητὴ, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προσκληθῇ καὶ ἡ ἐν Παρισίοις Πρεσβεία νὰ ἐνεργήσῃ ἐπ’ αὐτῆς.

§18ΜΑΝΕΤΑΣ. Πρὸ τούτου ἐνόμισα, ὅτι πρέπει νὰ περιμείνω τὴν πιστοποίησιν.

§19ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ ὑπόθεσις, Κύριοι, ἥτις ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας συνεδριάσεις, εἶναι τμῆμα μεγάλης τινὸς ἄλλης ὑποθέσεως, διεξαχθείσης ὀλίγῳ πρὸ τῶν Βουλευτικῶν ἐκλογῶν τῆς 4ης Ἰανουαρίου. Ἡ ὑπόθεσις τοῦ τηλεγραφήματος Παπαχριστοφιλοπούλου, ἢ ἡ ὑπόθεσις τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀδιάφορον, καὶ αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἐξεταζομένη, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, εἶναι σπουδαία, καὶ δέεται συζητήσεως, διότι ἀποδεικνύεται, ὅτι πράγματι ἡ κατηγορουμένη πρᾶξις ἔλαβε χώραν. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ καὶ ὡς τμῆμα ὅλης ἐκείνης τῆς μεγάλης καὶ ῥυπαρᾶς ἱστορίας τῶν χαρίτων, τῆς κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν Βουλευτικῶν ἐκλογῶν τῆς 4ης Ἰανουαρίου φιλοτεχνηθείσης. Ἐξετάζοντες τὴν ὑπόθεσιν τοῦ τηλεγραφήματος πρὸς τὸν Παπαχριστοφιλόπουλον ἀνεξαρτήτως παντὸς ἄλλου ζητήματος, καὶ ἀνεξαρτήτως πρὸς τὰ γενόμενα κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 4ης Ἰανουαρίου, ἡμεῖς τοὐλάχιστον πειθόμεθα, ὅτι πράγματι τὸ τηλεγράφημα, περὶ οὗ τοσοῦτος ἐγένετο λόγος, ἔλαβε χώραν. Ἀλλ’ ἰδίᾳ περὶ τούτου θέλω ὁμιλήσει μετ’ ὀλίγον· νομίζω ὅμως, ὅτι, ἵνα καλῶς κατανοήσωμεν τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος ἱστορίαν, εἶναι ἀνάγκη γενικῶς νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἡ πρᾶξις αὕτη δύναται εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ ἀποκρουσθῇ, ὡς δῆθεν μὴ δυναμένη τάχα νὰ ἐκτελεσθῇ, ὡς ἀπολύτως ἀδύνατος. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς πάνθ’ ὅσα ἐγένοντο κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 4ης Ἰανουαρίου, καὶ σχετικῶς πρὸς τὰς ἀπονεμηθείσας χάριτας καὶ σχετικῶς πρὸς τὰ ἀπονεμηθέντα παράσημα, ἵνα πείσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, ἐὰν δικαιούμεθα ἀπὸ τοιαύτης κατηγορίας ν’ ἀποστρέψωμεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὸ πρόσωπον, ἢ ἐὰν τοὐναντίον δὲν ἔχωμεν καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ἀναλύσωμεν συστηματικῶς τὰς διαμειφθείσας ἐπιστολὰς, ἵνα εὕρωμεν, ἂν ὄντως ἐγένετο τὸ ἐν λόγῳ τηλεγράφημα, ἢ τοὐναντίον. Διότι ἡμεῖς οὐδένα σκοποῦμεν ν’ ἀδικήσωμεν, εἴτε τοὺς κυρίους Βουλευτὰς τῶν ἐπιστολῶν, εἴτε τὴν Κυβέρνησιν. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ πείσωμεν καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, ὅτι ταῦτα, ἅτινα ἐπὶ τοσαύτας ἡμέρας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀκούονται, εἰσὶ πράγματα, ἀφ’ ὧν δὲν δικαιοῦταί τις, οὔτε καθῆκον ἔχει εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ ἀποστρέψῃ τὸ πρόσωπον, εἰσὶ γεγονότα, περὶ ὧν πρέπει τις, πρὶν ἢ ἀποφανθῇ ἀρνητικῶς, βαθέως νὰ σκεφθῇ καὶ βαθέως νὰ μελετήσῃ. Δι’ ἐκείνους μὲν ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων, ἢ ἐκ τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, (ἐὰν ὑπάρχωσι συμπολῖται πιστεύοντες, ὅτι τὸ τηλεγράφημα τοῦτο δὲν ἔλαβε χώραν, διότι ἐγὼ οὐδένα τοιοῦτον γνωρίζω,) δι’ ἐκείνους ἐκ τῶν συναδέλφων, οἵτινες ὑποθέτουσιν, ὅτε ἡ Διοίκησις δὲν ἦτο ἱκανὴ νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην πρᾶξιν πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 4ης Ἰανουαρίου, βεβαίως ἡ παροῦσα συζήτησις εἶναι ὅλως περιττή. Ἀλλὰ δι’ ἡμᾶς, οἵτινες καὶ πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 4ης Ἰανουαρίου κατεδείξαμεν τὰ τότε τελεσθέντα, καὶ μετὰ τὰς ἐκλογὰς ταύτας ἐπίσης ἀνελύσαμεν τὰ τολμηθέντα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη κατὰ τὰς ἐκλογὰς, δι’ ἡμᾶς, λέγω, ἡ πρᾶξις ἀναμφισβητήτως ἐτελέσθη. Καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου θέλω ἐπ’ ὀλίγον καταγίνει. Ἡ βάσις τῆς ὑποθέσεως εἶναι, ὡς ἐνοήσατε, ὅτι συνετάχθη τηλεγράφημα ἐν Ἀθήναις, ὅτι δύο ἡμέρας πρὸ τῶν Βουλευτικῶν ἐκλογῶν τῆς 4ης Ἰανουαρίου ἀπεστάλη εἰς Ζάκυνθον, καὶ ὅτι ὁ ἐκεῖ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν μετὰ τοῦ Νομάρχου, ἢ τοῦ Νομαρχεύοντος, ἐπέδειξαν τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸν ἐν ταῖς αὐτόθι φυλακαῖς διαμένοντα κατάδικον Παπαχριστοφιλόπουλον, ἵνα οὗτος διαθέσῃ τοὺς οἰκείους ὑπὲρ τῶν ὑπουργικῶν ὑποψηφίων. Ἐὰν λάβητε τοῦτο ὡς δεδομένον καὶ ὡς ἀποδεδειγμένον, ὑπὸ τρεῖς περιστάσεις δυνατὸν νὰ ἐγένετο. Πρώτη περίστασις: ἢ πράγματι ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς Λομβάρδος ὑπέγραψε καὶ ἀπέστειλε τὸ τηλεγράφημα πρὸς τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τὸν Νομάρχην Ζακύνθου· ἢ, δευτέρα περίστασις: πιθανόν τις τῶν ὑπαλλήλων τοῦ τότε Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, (δὲν ἐξετάζω ποῖος ἐκ τῶν κυρίων τμηματαρχῶν, οἱοσδήποτε,) αὐτὸς νὰ ἔστειλε τὸ τηλεγράφημα πρὸς τὰς ἐν λόγῳ ἀρχάς. Ἡ πρᾶξις δ’ αὕτη, ἐὰν ὑπ’ αὐτὴν τὴν δευτέραν περίστασιν ἔλαβε χώραν, εἶναι δυνατὸν, νὰ ἐγένετο κατὰ δύο τρόπους· ἢ ὁ ῥηθεὶς ὑπάλληλος ἔθηκε τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἢ ἐξηπάτησεν αὐτὸν, καὶ ὁ Ὑπουργὸς, μὴ γνωρίζων τί ὑπέγραφεν ἐν τῇ σωρείᾳ τῶν ἐγγράφων, ὑπέγραψε καὶ τὸ ἐν λόγῳ τηλεγράφημα. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ καὶ τρίτη περίστασις· δυνατὸν, εἴτε δι’ ἐπιστολῆς, εἴτε δι’ ἄλλου τρόπου, νὰ ἐνετάλησαν αἱ ἐκεῖ Ἀρχαὶ νὰ ἐπιδείξωσι τοιοῦτο τηλεγράφημα πρὸς τὸν Παπαχριστοφιλόπουλον, οὗτινος τὴν σύνταξιν οὐδεὶς ἐκ τῶν ἐν Ἀθήναις νὰ εἶχεν ἀναλάβει. Διότι, Κύριοι, ἐὰν πραγματικῶς θελήσητε νὰ λεπτολογήσητε ἐπὶ τῆς πράξεως ταύτης, ἵνα μὴ εἴπω ἐπὶ τοῦ ἐγκλήματος, δὲν εἶναι δυνατὸν, εἰμὴ μία ἐκ τῶν τριῶν τούτων περιστάσεων νὰ συνέβη. Δι’ ἡμᾶς, οἱανδήποτε ἐκ τῶν περιπτώσεων τούτων θελήσητε νὰ λάβητε, εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον. Θέλετε τὴν πρώτην; Εἶναι ἡ ἐπιβαρυντικωτέρα. Θέλετε τὴν δευτέραν; Ἐπίσης ἐπιβαρύνουσα. Θέλετε τὴν τρίτην; Ἐπίσης βαρεῖα. Ἡμεῖς ἀδιαφοροῦμεν. Ἡμεῖς ἐπιστεύομεν, ὅτι, ἀφοῦ τὰ πράγματα ἐγνώσθησαν ἔκτοτε, ὡς λαβόντα χώραν, ἐπιστεύομεν, λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καθῆκον εἶχε νὰ διατάξῃ τὴν βεβαίωσιν τῶν πραγμάτων, καὶ καθῆκον εἶχε νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔρευναν, ἐὰν πραγματικῶς ὁ Πρόεδρος τῶν ἐν Ζακύνθῳ Πρωτοδικῶν, ὁ κ. Μακρῆς, ἐγένετο τὸ ὄργανον τοιαύτης ῥυπαρᾶς ὑποθέσεως. Ἀλλ’ ὡς ἠκούσαμεν, μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἐκ τῆς Κυβερνήσεως ἐνηργήθη. Λέγουσιν, ὅτι ἐθεώρησαν τὴν ὑπόθεσιν ὡς ἀνυπόστατον καὶ γελοίαν, καὶ ὅτι διὰ τοῦτο οὐδὲν ἔπραξαν. Ἀλλὰ περὶ τοῦ ἂν δύναται νὰ θεωρηθῇ τοιαύτη, καὶ οἱ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες ἱκανὰ εἶπον, καὶ ἐγὼ ἐπίσης νομίζω, ὅτι θέλω δυνηθῆ νὰ ἀποδείξω, ὅτι τὰ πράγματα ἐγένοντο, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀδίκημα ἀποδεδειγμένον, εἶναι ἡ περὶ ἧς πρόκειται πρᾶξις. Ἐν τούτοις, Κύριοι, ὡς γνωρίζετε, ἐνῷ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἦσαν ἐν γνώσει τῶν διαδιδομένων τότε, ἐνῷ οἱ φίλοι αὐτῶν προεκινδύνευον ὑπὲρ τῆς ὑπολήψεως τῶν κκ. Ὑπουργῶν, οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἀγρὸν ἠγόρασαν, καὶ δὲν ἐζήτουν νὰ βεβαιώσωσι τὸ ἀδίκημα, κατὰ τὸ καθῆκον, ὅπερ ἔχουσι καὶ ἀπέναντι τοῦ νόμου καὶ ἀπέναντι τῆς ὑπολήψεως αὐτῶν. Καὶ λέγων ταῦτα, παντάπασι δὲν ἐννοῶ νὰ μειώσω τὴν ὑπόληψιν, ἣν καὶ ἐγὼ καὶ οἱ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες ἔχομεν πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, τὸν ἐκ Μεσσηνίας βουλευτὴν κ. Τζάνεν καὶ τὸν ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Μπουφίδην. Ἐὰν βεβαίως ὁ κ. Τζάνες, ἢ ὁ κ. Μπουφίδης, συνελαμβάνοντο οὕτω συντελοῦντες εἰς τὸ νὰ πείσωσι τὸν Παπαχριστοφιλόπουλον νὰ μεταβάλῃ τὰ πολιτικὰ αὑτοῦ φρονήματα πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 4ης Ἰανουαρίου, ἐντελῶς διάφορος ἤθελεν εἶσθαι ἡ θέσις τῶν κκ. συναδέλφων. Ἀλλ’ αὐτοὶ εἰς τοῦτο οὐδαμῶς ἐνεπλέχθησαν, αὐτοὶ, ἐὰν ἐνήργησάν τι, ἐνήργησαν αὐτὸ, ἵνα σώσωσι τὴν ὑπόληψιν τῶν πολιτικῶν αὐτῶν φίλων. Ἐδύνατό τις ἴσως νὰ κατηγορήσῃ αὐτοὺς ὡς πολὺ ἀγαθούς. Δύναταί τις νὰ εἴπῃ περὶ αὐτῶν, ὅτι ἐποιήσαντο, οὕτως εἰπεῖν, ἄρνησιν ἑαυτῶν, συντελοῦντες νὰ διασώσωσι τοὺς κινδυνεύοντας Ὑπουργούς. Ἀλλὰ βεβαίως οὐδαμῶς δύναταί τις νὰ κατηγορήσῃ τοὺς Βουλευτὰς τούτους, ὅταν ἦναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι πρὸ τῶν ἐκλογῶν οὐδαμῶς συνετέλεσαν, (τοὐλάχιστον δὲν φαίνονται συντελοῦντες), ἵνα ὁ Παπαχριστοφιλόπουλος μεταβάλῃ τὸ πολιτικὸν αὐτοῦ φρόνημα. Εἶπον, Κύριοι, ὅτι ἡ ὑπόθεσις τοῦ Παπαχριστοφιλοπούλου, ἀναλυομένη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κατατεθειμένων ἐπιστολῶν, οὐδεμίαν ἀφίνει ἀμφιβολίαν εἰς ἐκείνους, οἵτινες θέλουσιν ἀμερολήπτως νὰ κρίνωσι τὰ πράγματα, ὅτι τὸ ἐν λόγῳ τηλεγράφημα ἔχει ὑπόστασιν, πράγματι δὲ ἐπεδείχθη εἰς τὸν Παπαχριστοφιλόπουλον. Νομίζω, ὅτι, ὡς ἀνελύθησαν αἱ ἐπιστολαὶ καὶ ὡς θέλουσιν ἀναλυθῆ, πρέπει τις νὰ θέλῃ νὰ μὴ πεισθῇ, ἵνα κατορθώσῃ τοῦτο. Ἀλλ’ ἐὰν ἦναι τοσοῦτον δύσπιστος, ὥστε νὰ μὴ ἀρκῆται εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς πράξεως αὐτῆς καθ’ ἑαυτήν, ἂς ἀνατρέξῃ οὗτος, παρακαλῶ, εἰς ὅλην ἐκείνην τὴν ἱστορίαν, τὴν ἐνεργηθεῖσαν πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῶν Βουλευτικῶν τῆς 4ης Ἰανουαρίου, ἂς ἀνερευνήσῃ καὶ ἂς ἐξετάσῃ, τί τότε ἐγένετο πρὸς περισυλλογὴν καὶ ἄγραν ψήφων, καὶ ὅταν ἀνέλθῃ εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, καὶ οὕτως ἐρευνήσῃ τὰ πράγματα, νομίζω, ὅτι καὶ αὐτὸς, ὁ μᾶλλον δύσπιστος, θέλει πεισθῆ, ὅτι πρέπει νὰ ἐγκύψῃ εἰς τὴν μελέτην τῆς παρούσης ὑποθέσεως. Καὶ ἀφοῦ ἐγκύψῃ, δὲν θέλει ἔχει, μετὰ τὸ πέρας τῆς μελέτης αὐτοῦ, οὐδεμίαν πλέον ἀμφιβολίαν, ὅτι πρέπει νὰ δώσῃ τὴν ψῆφον αὐτοῦ εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἰσχυρίζονται, ὅτι εἰς τὸν Παπαχριστοφιλόπουλον ἐπεδείχθη τὸ ἐν λόγῳ τηλεγράφημα. Ὑπῆρξεν ἀνάγκη νὰ τιμωρηθῇ ἡ Βουλὴ τῆς 7ης Ἀπριλίου, ἡ Βουλὴ ἐκείνη, ἥτις ἐπὶ πολὺν χρόνον εἶχε κατηγορούμενον τὸν τότε ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Τίνι τρόπῳ ἡ Βουλὴ τῆς 7ης Ἀπριλίου ἐτιμωρήθη, πάντες γινώσκομεν. Ἔπλασαν νόμον, συναρωγοὺς ἔχοντες τοὺς ξένους, καὶ διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ηὔρυναν τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν. Εὑρόνοντες δ’ αὐτήν, ἐσκέπτοντο νὰ προβῶσιν εἰς τὴν διάλυσιν τῆς τότε Βουλῆς. Ὁ Πρωθυπουργὸς, ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς εὐρείας περιφερείας, ἐβεβαίου τότε, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ Βουλὴ, ἥτις δὲν θέλει διαλυθῆ, ἥτις δικαιοῦται νὰ διανύσῃ ὁλόκληρον τὸν χρόνον τῆς νόμῳ ὑπάρξεως αὐτῆς, ἦτο ἡ Βουλὴ τῆς 7ης Ἀπριλίου, ἐκείνη, ἥτις ἐψήφισε τὸν νόμον τῆς εὐρείας περιφερείας. Ἡμεῖς βεβαίως δὲν ἐπιστεύομεν εἰς τὰς τοιαύτας διαβεβαιώσεις, καὶ εὐθὺς, ὡς ἠκούσαμεν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, βεβαιοῦντος, ὅτι, ἂν ἔχῃ δικαίωμα εἰς μὴ διάλυσιν Βουλὴ, ἦτο ἡ τῆς Περιόδου ἐκείνης, ἐβεβαιώσαμεν, ὅτι, ἂν θέλῃ διαλυθῆ Βουλὴ, θέλει εἶσθαι ἡ τῆς Περιόδου ἐκείνης. Ἐδέησε λοιπὸν, λέγω, νὰ τιμωρήσωσι τὴν Βουλὴν τῆς 7ης Ἀπριλίου, ἐτιμώρησαν δὲ αὐτήν, νομοθετήσαντες τὴν εὐρεῖαν περιφέρειαν, καὶ διαλύσαντες τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ αἰσθανόμενοι, ὅτι αἱ δυνάμεις αὐτῶν δὲν ἦσαν ἐπαρκεῖς πρὸς ἐπιτυχῆ ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, προέβησαν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, καὶ ὡς βεβαίως οὐδεὶς εἰσέτι ἐλησμόνησεν, εἰς τοιαύτας πράξεις, ὧν ὁμοίας οὐδέποτε ἡ Ἑλληνικὴ χώρα εἶχεν ἰδεῖ ἐνεργουμένας κατὰ τὰς ἐκλογάς. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἄλλοτε, διαλυομένων τῶν Βουλῶν, διὰ τὴν ἐλαχίστην παράβασιν τῶν νόμων, διὰ τὴν ἐλαχίστην πρᾶξιν τῶν Ὑπουργῶν, τὴν ἐνδεικνύουσαν πνεῦμα συναλλαγῆς, ἐξηγείροντο καὶ οἱ πολιτευταὶ τοῦ Ἔθνους καὶ οἱ πολῖται. Εἶναι περιττὸν νὰ ἀναφέρω παραδείγματα, διότι πάντες γινώσκετε τὴν σύγχρονον ἱστορίαν τοῦ τόπου. Ἀλλὰ βεβαίως πάντα τὰ ἀνομήματα, ἅτινα ἐγένοντο κατὰ τὰς Βουλευτικὰς ἐκλογὰς ἀπὸ τοῦ 1843 ἔτους, συγκεντρούμενα καὶ τιθέμενα ἐν πλάστιγγι, δὲν δύνανται νὰ ἰσοζυγίσωσι πρὸς ὅσα διεπράχθησαν ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 4ης Ἰανουαρίου. Δὲν ἀφῆκαν μέσον, ὅπερ νὰ μὴ διεχειρίσθησαν, καὶ δὲν ἀφῆκαν τέχνασμα, ὅπερ νὰ μὴ ἐτεχνάσθησαν. Τὰ πάντα ἀνέτρεψαν, καὶ τοὺς νόμους καὶ τὴν ἠθικὴν, δὲν ἐσεβάσθησαν τὰ ἱερώτερα δικαιώματα τότε τῶν πολιτῶν. Προέβησαν εἰς πράξεις, ὧν ὅμοιαι οὐδέποτε, ἀφ’ ἧς ἡ Ἑλλὰς κυβερνᾶται κοινοβουλευτικῶς, ἔλαβον χώραν, καὶ ἐξετέλεσαν πράξεις, ὧν ὁμοίας οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἴδῃ ἐν τῷ μέλλοντι ἡ Ἑλλὰς, ἐκτὸς ἐὰν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἐπιχειρήσωσι νὰ καταρτίσωσι δευτέραν ἔκδοσιν τῶν τότε τολμηθέντων. Ποῖον νὰ μνημονεύσῃ τις καὶ ποῖον νὰ παραλείψῃ; Τὴν ἀναστάτωσιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, τὴν ἀναστάτωσιν τοῦ στρατοῦ, ἢ τὴν ἀναστάτωσιν τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους! Οὐδενὸς ἐφείσθησαν, ἀρκεῖ νὰ εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ θέτωσι τὴν ὑπογραφὴν ὡς Ὑπουργοὶ, εἴτε ὑπὸ Διάταγμα, εἴτε ὑπὸ ὑπουργικὴν διαταγήν. Οὐδὲν ἐκώλυε τοὺς Ὑπουργοὺς, ἵνα συναλλάττωνται πρὸς καταρτισμὸν τοῦ Κοινοβουλίου, ὡς κατήρτισαν αὐτό. Καὶ ἐπὶ κορυφῆς ὅλων τῶν τότε συντελεσθέντων καὶ ὡς ἐπιστέγασμα ὅλων τῶν τότε διαπραχθέντων εἴχομεν, Κύριοι, τὴν ἄσεμνον καὶ ἄκοσμον ἀπονομὴν τῶν χιλιάδων ἐκείνων παρασήμων, καὶ ὡς κορύφωμα, καλύπτον τὰ παράσημα, τὴν ἀσκηθεῖσαν προνομίαν τῆς χάριτος. Οὕτω πως ἂν ἐξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις Παπαχριστοφιλοπούλου, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ ἐν ὅλῳ τῷ μεγέθει αὐτῆς. Ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι, καὶ καθ’ ἑαυτὴν ἐξεταζομένη, εἶναι ἱκανὴ νὰ ἀποδείξῃ τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἐν λόγῳ τηλεγραφήματος, ἀλλὰ θέλω παρακαλέσει ὑμᾶς πρὸς στιγμὴν νὰ παύσωμεν ἐξετάζοντες καὶ ἀναλύοντες τὰς ἐπιστολὰς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἡμῶν, νὰ ἀνέλθωμεν εἰς τὴν ἐποχὴν, τὴν ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς 4ης Ἰανουαρίου, νὰ ἴδωμεν καὶ νὰ ἐπισκοπήσωμεν γενικῶς, τί τότε ἐγένετο καὶ ὡς πρὸς πάντας τοὺς ἄλλους κλάδους τῆς διοικήσεως καὶ τῆς κυβερνήσεως, ἰδίᾳ δὲ ὡς πρὸς τὴν ἀπονομὴν τῶν χαρίτων, καὶ ὅταν τοιουτοτρόπως τὰ πράγματα ἐξετάσωμεν, τότε θέλω ἐρωτήσει ὑμᾶς, ἀφοῦ κατόπιν ἀναλύσω καὶ τὰς ἐπιστολὰς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἂν θέλητε ἐπιμένει ὑποστηρίζοντες, ὅτι συκοφαντία εἶναι καὶ τὰ περὶ Παπαχριστοφιλοπούλου ἀποκαλυφθέντα. Δι’ ἑνὸς καὶ μόνου Βασιλικοῦ Διατάγματος, καθ’ ἑκατοντάδας—τί λέγω καθ’ ἑκατοντάδας;—κατὰ τρεῖς ὅλας, ἢ τρεῖς καὶ ἡμίσειαν χιλιάδας προέβησαν εἰς ἀπονομὴν χαρίτων· ἠρημώθησαν, οὕτως εἰπεῖν, αἱ φυλακαὶ τοῦ Κράτους, καὶ ἐκινδυνεύσαμεν νὰ ἔχωμεν φυλακὰς ἄνευ καταδίκων, διότι πάντες σχεδὸν εἶχον ἐξέλθει διὰ χαρίτων ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 4ης Ἰανουαρίου. Καὶ γνωρίζετε κατὰ τίνα τρόπον ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ νῦν, ὅστις ἦν καὶ ὁ τότε, ἐξῆγε τοὺς καταδίκους ἐκ τῶν φυλακῶν, ἢ ἠλάττου τὰς ποινὰς αὐτῶν. Δὲν ἀφῆκεν ἄνθρωπον, πρὸς ὃν, ἂν ἐπίστευεν, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι φίλος αὐτῶν, ἢ τοὐλάχιστον, ὅτι δὲν ἤθελεν εἶσθαι φίλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ μὴ ἔδωσε χάριν. Ἐβλέπομεν ἄρα ἀνὰ τὰς ὁδοὺς καθ’ ἑκατοντάδας ἐκείνους, οὓς ἐγνωρίζομεν, ὅτι ὤφειλον, δυνάμει δικαστικῶν ἀποφάσεων, νὰ διανύσωσι μακρὰν ἐν ταῖς φυλακαῖς περίοδον χρόνου. Ἐξεπληττόμεθα ὅταν ἐβλέπομεν τοὺς πατροκτόνους καὶ τοὺς ἀδελφοκτόνους, τοὺς κλέπτας καὶ τοὺς λῃστὰς, περιφερομένους εἰς τὰς ὁδοὺς τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῶν ἄλλων πόλεων τῆς Ἑλλάδος, σκεπτόμενοι, ὁποία θέλει εἶσθαι ἐν τῷ μέλλοντι ἡ ἀσφάλεια τοῦ Κράτους, καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπονομὴν τοσούτων χιλιάδων χαρίτων καὶ περὶ καταδίκων, περὶ ὧν πᾶσαι αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαὶ εἶχον γνωμοδοτήσει ἀντιθέτως, διότι οἱ εἰς οὓς ἀπενεμήθησαν ἦσαν ἀληθῶς ἀνάξιοι χάριτος. Ἔχω, Κύριοι, ἐνώπιόν μου ἀγόρευσίν μου τινα, γενομένην ἐν τῇ ἑνδεκάτῃ Περιόδῳ καὶ τῇ πρώτῃ Συνόλῳ, δηλ. ἐν τῇ Συνόδῳ ἐκείνῃ τῆς Βουλῆς, ἥτις πρώτη ἐπηκολούθησε μετὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς 4ης Ἰανουαρίου, καὶ οὐχὶ πάντα, ὅσα ἐν ἐκείνῃ τῇ ἀγορεύσει λέγονται, ἀλλὰ τινὰ μόνον ἐξ αὐτῶν ἂν ἀκούσητε, θέλετε πεισθῆ, ὅτι δὲν ἦτο ἀδύνατον, οὐδ’ ἄγνωστον πρᾶγμα, οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ προβαίνωσιν εἰς συναλλαγὰς μετὰ καταδίκων, περὶ ἀπονομῆς χαρίτων ἐπὶ ἐκλογικῷ σκοπῷ. Ἔχω ἐνταῦθα τὰ συμπεράσματα καὶ τὰς περιλήψεις ἑκατοντάδων δικογραφιῶν, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ἐπὶ σκοπῷ καθαρῷ συναλλαγῆς ἐκλογικῆς ἀπένειμαν χάριτας εἰς ἀνθρώπους, περὶ ὧν καὶ Εἰσαγγελεῖς καὶ Πρόεδροι Δικαστηρίων εἶχον γνωμοδοτήσει, ῥηταῖς λέξεσιν, ὅτι ἦσαν ἀνάξιοι χάριτος. Τί ἐγκλήματα; Ἀδελφοκτονίαι, πατροκτονίαι, κλοπαί, ληστεῖαι, ἀναιρέσεις, πλαστογραφίαι! Καὶ εἰς πάντα ταῦτα τὰ ἐγκλήματα ἔδωκαν χάριν, ἐναντίον, ἐπαναλέγω, ῥητῶν γνωμοδοτήσεων Προέδρων καὶ Εἰσαγγελέων τῶν δικασάντων Δικαστηρίων. Ποίαν ἐκ τούτων τῶν δικογραφιῶν νὰ λάβω καὶ ποίαν νὰ παραλείψω; Θέλετε νὰ ἴδωμεν, τί ἐγένετο περὶ τοῦ Γεωργίου Στεφάνου; Οὗτος κατεδικάσθη εἰς πέντε ἐτῶν εἱρκτὴν τῇ 7 Ἰουνίου 1884 ἐπὶ ψευδορκίᾳ! Τῇ 1 Δεκεμβρίου 1886, ὀλίγῳ πρὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τῇ προφάσει δῆθεν ἐνηλικιώσεως τῆς Α. Υ. τοῦ Διαδόχου, δίδεται αὐτῷ χάρις δύο ἐτῶν, ἄνευ οὐδενὸς δικαιολογητικοῦ.— Ἀθανάσιος Στεργιόπουλος. Κατεδικάσθη εἰς τριῶν μόνον ἐτῶν πρόσκαιρα δεσμὰ τῇ 16 Μαΐου 1885 (ληφθέντος ὑπ’ ὄψει τοῦ ὀθωμανικοῦ νόμου) ἐπὶ ληστείᾳ! Χάρις τῇ 1 Δεκεμβρίου 1886, ἐνῷ καὶ ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐγνωμοδότουν: «δὲν πρέπει νὰ γίνῃ τῆς ποινῆς ἐλάττωσις, διότι ἐξηντλήθη πᾶσα ὑπὲρ τοῦ καταδικασθέντος τούτου ἐπιείκεια».— Κωνστ. Παπαγγελῆς. Κατεδικάσθη τῇ 19ῃ Ἀπριλίου 1884 ἐπὶ ἀποπείρᾳ ἀναιρέσεως, παραπεμφθεὶς ὅμως ἐπὶ ἀποπείρᾳ φόνου, εἰς τεσσάρων μόνον ἐτῶν φυλάκισιν. Χάρις τῇ 1 Δεκεμβρίου 1886, καίτοι καὶ Εἰσαγγελεὺς καὶ Πρόεδρος ἐγνωμοδότουν: «ἐπειδὴ πᾶσα μετρίασις ἢ μεταβολὴ τῆς ποινῆς, τῆς ἐπιβληθείσης αὐτῷ, θεωρεῖται μὴ εὔλογος, καθόσον οἱ ἔνορκοι ἐξήντλησαν τὴν ἐπιείκειαν αὑτῶν, καὶ τὸ Δικαστήριον τῶν Συνέδρων κατέγνω σχεδὸν τὸν ἐλάχιστον ὅρον τῆς ποινῆς, ὥστε ἐξηντλήθη πᾶσα ἐπιείκεια, ἐφ’ ᾧ θεωροῦντες τὸν κατάδικον τοῦτο ἀνάξιον πάσης χάριτος, γνωμοδοτοῦμεν, νὰ μὴ μεταβληθῇ ποσῶς ἡ καταγνωσθεῖσα αὐτῷ ποινή».—Δημήτριος Π. Δαμάσκος. Κατεδικάσθη εἰς πρόσκαιρα δεσμὰ 15½ ἐτῶν τῇ 6 Ἰουνίου 1885 ἐπὶ ἀναιρέσει! Τῇ 1 Ἰανουαρ. 1886 χάρις, καίτοι καὶ ὁ Πρόεδρος τῶν Συνέδρων θεωρεῖ αὐτὸν ἀνάξιον πάσης ἐλαττώσεως τῆς ποινῆς, καὶ ὁ παρ’ Ἐφέταις Ἀντεισαγγελεὺς οὐχὶ ἅπαξ, ἀλλὰ δὶς δι’ ἐκθέσεων συμφωνεῖ τῷ Προέδρῳ: «Εἰς ἐκτέλεσιν τῆς παραγγελίας τοῦ Ὑπουργείου, λέγει ὁ κ. Εἰσαγγελεύς, ἐσχημάτισα καὶ κατὰ τὴν ἐπ’ ἀκροατηρίῳ συζήτησιν τὴν πεποίθησιν καὶ ἐκ τῆς μελέτης τῆς δικογραφίας, ὅτι ἡ πρᾶξις ἐγένετο πρὸς ἐκδίκησιν!.... Ἡ πρᾶξις ἔφερε στυγερὸν χαρακτῆρα! κλπ.» — Δημήτριος Βαρθαλάμης καὶ Γεώρ. Τζαφέρης ἢ Παπαβασιλείου. Κατεδικάσθησαν τῇ 23 Ὀκτωβρίου 1884 ἐπὶ φόνῳ εἰς θάνατον. Χάρις καὶ εἰς αὐτοὺς τότε, καίτοι ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελεὺς κ. Μπένσης ἔγραφον: «Γνωμοδοτοῦμεν, ὅτι οἱ ἀνωτέρω κατάδικοι εἶναι ἀνάξιοι χάριτος, διότι ἡ δολοφονία ἦτο στυγερά, ὁ δὲ Τζαφέρης προέβη εἰς τὴν ἐκτέλεσίν της κατὰ παραγγελίαν τοῦ πρώτου, καταβαλόντος αὐτῷ χρήματα, καὶ ἀφοῦ οὐδεμίαν ἀπολύτως εἶχε προσωπικὴν ἀφορμὴν κατὰ τοῦ παθόντος».— Ἀλέξανδρος Σούλιας. Κατεδικάσθη τῇ 24 Μαρτίου 1884 ἐπὶ ἀναιρέσει, παραπεμφθεὶς ἐπὶ φόνῳ! Χάρις καὶ εἰς αὐτὸν τῇ 1 Δεκεμ-1886, καίτοι Πρόεδρος καὶ Εἰσαγγελεὺς ἐγνωμοδότουν: «οὐδεμία περίστασις συντρέχει νὰ μετριασθῇ ἡ ἐπιβληθεῖσα αὐτῷ ποινή, διότι ἀμφότερα τὰ Δικαστήρια ἐξήντλησαν πᾶσαν ὑπὲρ αὐτοῦ ἐπιείκειαν». Γνωρίζω, ὅτι δυσαρεστεῖ ὑμᾶς νὰ ἀκούητε πάλιν τὰ ὀνόματα τῶν ἀνθρώπων τούτων, καὶ τί περὶ ἑκάστου αὐτῶν ἐγνωμοδότησαν οἱ Εἰσαγγελεῖς καὶ τὰ δικάσαντα Δικαστήρια. Ἀλλ’ ἐγὼ θέλω ἀναφέρει, οὐχὶ ὁλόκληρον τὸν κατάλογον, ἀκόμη ὅμως ὀνόματά τινα, ἵνα παραστήσω οἷα ἐτεχνουργοῦντο καὶ οἷα ἐγίγνοντο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καὶ μόνον ὑπὸ τὴν ἐξέτασιν ταύτην θέλω εἰσέλθει εἰς τὴν ὑπόθεσιν Παπαχριστοφιλοπούλου, οὐχὶ διότι θέλω ν’ ἀποδείξω διὰ τοιούτου γενικοῦ ἐπιχειρήματος, τὰ αὐταπόδεικτα γεγονότα ἐν τῇ ὑποθέσει Παπαχριστοφιλοπούλου, ἀλλὰ διότι πιστεύω, ὅτι, ἵνα ἐρευνήσωμεν καλῶς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν, ἵνα εὕρωμεν τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἡ χάρις ἐδόθη, ἵνα εὕρωμεν, ἂν τοιαύτη πρᾶξις πρώτην τότε φορὰν ἔλαβε χώραν, ἢ καὶ ἄλλοτε, εἶναι ἀνάγκη νὰ προσφύγωμεν εἰς ὅσα κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀπὸ τοῦ βήματος ὑπομιμνήσκω (ἀναγινώσκει): «Κριαντέρης καὶ Νταΐλας. Κατεδικάσθησαν εἰς 2½ ἐτῶν φυλάκισιν ἐπὶ κλοπῇ! Χάρις τῇ 1 Δεκεμβρίου 1886, καίτοι ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐγνωμοδότουν: «οὐδεμία ἑπομένως συντρέχει ἐλαφρυντικὴ περίστασις, δικαιολογοῦσα τὴν μετρίασιν τῆς ποινῆς». Καὶ ἐνθυμοῦμαι τὸν μακαρίτην Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, πόσον ἐφρικία, ὡς ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ἐπὶ τῷ ἐγκλήματι τῆς κλοπῆς, καὶ μάλιστα τῆς ζωοκλοπῆς. Τοσοῦτον ἐφρικία, ὥστε ἔλεγεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη τέλος πάντων, νὰ μεταβληθῶσιν οἱ ἐκλογικοὶ νόμοι, νὰ εὐρυνθῇ ἡ ἐκλογικὴ περιφέρεια, νὰ ἐλαττωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν, ἵνα μὴ ἔρχωνται ὡς Βουλευταὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ζωοκλόπων τοῦ Κράτους! Καὶ ὅμως ἐδόθη καὶ εἰς τοὺς κλέπτας τούτους Βασιλικὴ χάρις, ἵνα ἔχωσιν αὐτοὺς ὡς ὄργανα κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 4ης Ἰανουαρίου. Θεόδωρος Κυριαζῆς. Κατεδικάσθη τῇ 2 Φεβρουαρίου 1883 ἐπὶ τραύματι θανατηφόρῳ! Χάρις πλήρης καὶ εἰς αὐτὸν τῇ 1 Δεκεμβρίου 1886. Καὶ διὰ τίνος ὀργάνου ἐπῆλθεν ὁ θάνατος; Διὰ πελέκεως! Καὶ κατὰ τίνος; Κατὰ τοῦ ἰδίου ἀδελφοῦ! Ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἔλεγον: «οὐδεὶς λόγος, ὅπως προκληθῇ Βασιλικὴ χάρις περὶ μετριάσεως τῆς ποινῆς, διότι καὶ οἱ ἔνορκοι καὶ τὸ Δικαστήριον ἐξήντλησαν πᾶσαν ἐπιείκειαν». Καὶ τί νὰ προχωρήσω, Κύριοι, περαιτέρω; Εἶναι ἀνεξάντλητος ὁ θησαυρὸς οὗτος τῶν ἀνομημάτων τῆς τότε καὶ νῦν Κυβερνήσεως. Οὐδεμία λοιπὸν ἀπομένει ἀμφιβολία, ὅτι πλάσαντες ἐν τῇ Βουλῇ ἐκείνῃ τὴν εὐρεῖαν περιφέρειαν, συντελούντων τῶν ξένων, προέβησαν εἰς τὴν διάλυσιν τῆς τότε Βουλῆς, καὶ φοβούμενοι νὰ κινδυνεύσωσιν ἐν τῷ ἐκλογικῷ ἀγῶνι, ἐνόμισαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὁπλισθῶσι, καὶ ὡπλίσθησαν διὰ τῶν μαχαιρῶν καὶ τῶν πυροβόλων ὅπλων δολοφόνων καὶ ἀναιρετῶν, ἀκόμη καὶ διὰ τῶν παρασήμων, καὶ κατῆλθον εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα τοιαύτην πανοπλίαν φρικώδη καὶ γελοίαν φέροντες, διότι μωροί εἰσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες διὰ τῶν παρασήμων ἐδελεάσθησαν καὶ μετέστησαν ἐκ τῶν πολιτικῶν φρονημάτων εἰς τὴν φάλαγγα τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναί τι, ἵνα εἴπω οὕτως ὀξύμωρον ἡ ἐκλογὴ ἐκείνη. Μετεχειρίσθησαν τοὺς μωροὺς καὶ τοὺς δολοφόνους, ἵνα ὑπερισχύσωσι κατὰ τὰς Βουλευτικὰς ἐκλογάς· καὶ δολοφόνοι καὶ κακοῦργοι ἦσαν ἐκεῖνοι, οὓς κατὰ χιλιάδας ἀπέλυον ἐκ τῶν φυλακῶν, ἐναντίον ῥητῶν γνωμοδοτήσεων Εἰσαγγελέων καὶ Προέδρων καὶ μωροὶ ἦσαν ἐκεῖνοι, οἵτινες, ἵνα ἀναρτήσωσι ψευδές τι καὶ νόθον παράσημον ἀπὸ τοῦ στήθους, μετέβαλλον τὰ πολιτικὰ αὐτῶν φρονήματα, καὶ ἐτάσσοντο πρὸς τὰς φάλαγγας τῶν Ὑπουργῶν. Τοιαῦτα ἔπραξαν κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 4ης Ἰανουαρίου καὶ ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν, καθ’ ὅλους τοὺς κλάδους αὐτῆς, καὶ ὡς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, καὶ διὰ τῶν παρασήμων ἀκόμη καὶ διὰ τῶν χαρίτων. Ὥστε δύναμαι μετὰ πεποιθήσεως νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι πάντα τὰ ἀνομήματα τὰ ἐκλογικὰ, τὰ ἀπὸ τοῦ 1843 ἔτους μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἐὰν συγκεντρωθῶσι, δὲν θέλουσιν ἀποτελέσει τὸ βάρος καὶ τὸν ὄγκον τῶν ἐκλογικῶν ἀνομημάτων, εἰς ἃ προέβησαν οἱ Ὑπουργοὶ ὀλίγας ἡμέρας μόλις πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 4ης Ἰανουαρίου τοῦ 1886 ἔτους. Ἐκινδύνευσέ τις νὰ πιστεύσῃ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅτι δίκαιον εἶχεν ὁ Ποινικὸς Νόμος τῆς Γαλλίας τοῦ 1791 ἔτους, ὅστις ἀφήρεσε τὴν προνομίαν τῆς χάριτος ἀπὸ τοῦ Στέμματος, ἐκινδύνευσέ τις νὰ δεχθῇ, ὅτι δίκαιον εἶχον οἱ συγγραφεῖς ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐγνωμάτευσαν, ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνον καὶ μωρὸν προνόμιον τὸ τῆς χάριτος. Καὶ ἀποτέλεσμα πάντων τῶν τοιούτων τολμημάτων ὑπῆρξε μὲν ἡ νίκη τῶν Ὑπουργῶν κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 4ης Ἰανουαρίου, ὑπῆρξεν ὅμως καὶ ἕτερον· τὸ ἔγκλημα θρασῦναν ἔκτοτε ἤγειρε τὴν κεφαλὴν, καὶ ἀπειλεῖ τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας. Ὁμιλοῦσι κατὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τῆς δημοσίας τάξεως προκαλοῦντες τὸν θεσμὸν τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας. Ἀλλὰ τίνες εἰσὶν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐκλόνισαν τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν; Οἱ Ὑπουργοὶ τῆς 4ης Ἰανουαρίου, οἵτινες κατώρθωσαν, ὁλόκληρος ὁ ἐγκληματικὸς κόσμος τῆς χώρας ταύτης νὰ ἔχῃ ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι οὐδαμῶς κινδυνεύει, ἂν ἐγκληματήσῃ, ὅτι θέλει εὑρεθῆ ἐποχή τις, ἢ γεγονός τι, ἀληθὲς ἢ ψευδὲς, δὲν ἐξετάζω, ὅτε θέλουσι δυνηθῆ νὰ ἐπανίδωσι τὸ φῶς τῆς κοινωνίας, ἐξερχόμενοι ἐκ τῶν κατέργων, εἰς ἃ οἱ νόμοι ἤθελον καταδικάσει αὐτούς. Οἱ Ὑπουργοὶ οὗτοί εἰσιν οἱ αἴτιοι τῶν κατὰ χιλιάδας ἀπορφανιζομένων Ἑλληνικῶν οἰκογενειῶν καθ’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους. Δὲν ὑπάρχει πλέον, οὐχὶ ἀσφάλεια τῆς περιουσίας, ἀλλ’ οὐδὲ τῆς τιμῆς, οὐδὲ ἀσφάλεια τῆς ζωῆς ἀκόμη. Ταῦτα πάντα, τὰ τότε διὰ τῶν χαρίτων γενόμενα, ἠνάγκασαν Βουλευτάς τινας κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς παρούσης Περιόδου —μεταξὺ δὲ τούτων εἰμὶ καὶ ἐγὼ—νὰ ὑποβάλωσιν ἐν τῇ Βουλῇ προτάσεις νόμου περὶ κανονισμοῦ τοῦ προνομίου τῆς χάριτος. Καὶ δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι δὲν ἀπέχει πολὺ ἡ ἐποχὴ, ἀφ’ ἧς ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία τοῦ Ἔθνους βεβαίως θέλει ἀναγκασθῆ νὰ προνοήσῃ, ὅπως κανονίσῃ τὴν ἀπονομὴν τῆς χάριτος. Οὐδὲ θέλει εἶσθαι πρωτοφανὲς τοῦτο. Ἐν ἄλλοις Κράτεσιν, ἔνθα ἐκανονίσθη ὁ τρόπος τῆς ἀπονομῆς τῆς χάριτος, δὲν συνέβησαν τοσαῦτα, ὅσα διέπραξαν οἱ Ὑπουργοὶ ὀλίγῳ πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 4ης Ἰανουαρίου. Καὶ ὅμως τὰ Κράτη ἐκεῖνα, σκεπτόμενα νὰ ἐξασφαλίσωσι καὶ τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν ὕπαρξιν τῆς Κοινωνίας, ἐνομοθέτησαν νόμους, δι’ ὧν ὑπέβαλον εἰς ὡρισμένας διατυπώσεις, αὐστηράς, τὴν ἀπονομὴν τῆς χάριτος. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀχαλίνωτος εἶχε τραπῆ, ἵνα κερδίσῃ τὰς ἐκλογὰς τῆς 4ης Ἰανουαρίου. Δὲν ὠπισθοχώρει οὐδὲ πρὸ τῶν νόμων τοῦ Κράτους, παραβαινομένων, οὐδὲ πρὸ τῶν νόμων τῆς ἠθικῆς, ἀσυστόλως καταπατουμένων· ὡς δόγμα ἐν τῇ σημαίᾳ αὑτῆς ἀνέγραψε τὴν νίκην, καὶ πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ δόγματος καθιέρωσαν ἑτέραν ἀρχὴν, τὴν ἐπονείδιστον συναλλαγήν. Καὶ ὑπὸ τὸν κανόνα τοῦτον τῆς ἐπονειδίστου συναλλαγῆς δέον νὰ τάξωμεν καὶ νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Παπαχριστοφιλοπούλου. Ἡ ὑπόθεσις Παπαχριστοφιλοπούλου, ὅσῳ καὶ ἂν ἠθέλησαν νὰ εἰρωνευθῶσιν αὐτὴν ἐκεῖνοι, οὓς οὐδαμῶς ποτε ἔλαβέ τις ἐκ τῶν βουληφόρων τοῦ Ἔθνους ὑπ’ ὄψει, ὅσῳ καὶ ἂν ἠθέλησαν νὰ ἐλαττώσωσι τὴν δύναμιν αὐτῆς, παρ’ ἡμῶν τουλάχιστον θεωρεῖται ἐκ τῶν σημαντικωτέρων, λόγῳ ἐλέγχου κατὰ τῶν Ὑπουργῶν. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη, λέγω, Κύριοι, ἐξεταζομένη αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτῆς, ὑποβαλλομένη δὲ εἰς τοιοῦτον ἔλεγχον, ὁποῖος καὶ παρ’ ἄλλων καὶ παρ’ ἐμοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος γίγνεται, εἰς τὸν ἔλεγχον τουτέστι τῶν τότε ὁμοίων πράξεων τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἡ ὑπόθεσις αὕτη, λέγω, οὑτωσὶ ἐξεταζομένη, οὐδεμίαν ἀφίνει ἀμφιβολίαν εἰς ἐκείνους, οἵτινες δὲν εἶναι προκατειλημμένοι, ὅτι ἔλαβε χώραν, ὡς ἐξηγήθη ἐπανειλημμένως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν ἐνασκῶ ἐνταῦθα τὰ καθήκοντα τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς, οὐδὲ ἐνήσκησαν ταῦτα οἱ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες, ἵνα εὕρωμεν ὡρισμένως καὶ νὰ καταγγείλωμεν ὡρισμένως παρὰ τίνος ἀκριβῶς ἐστάλη τὸ καταγγελλόμενον τηλεγράφημα. Θέλετε, ὅτι ἐστάλη παρὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν; Τὸ δεχόμεθα. Θέλετε, ὅτι ἐστάλη παρά τινος ἐμπίστου ὑπαλλήλου τοῦ τότε ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ; — νομίζω δὲ ὅτι καλοῦσιν αὐτὸν Βαρελίδην.—Τὸ δεχόμεθα. Θέλετε ὅτι, ἢ ὁ εἷς, ἢ ὁ ἕτερος αὐτῶν παρήγγειλεν ἐν Ζακύνθῳ νὰ κατασκευασθῇ τοιοῦτον τηλεγράφημα, καὶ νὰ ἐπιδειχθῇ εἰς τὸν ἐκεῖ κατάδικον, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς μεταστάσεως αὐτοῦ πρὸς τὰ φρονήματα τῆς Συμπολιτεύσεως; Τὸ δεχόμεθα. Δὲν εἴμεθα ἀνακριτικὴ ἀρχὴ, ἵνα βεβαιώσωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὁποία τις ἐκ τῶν τριῶν τούτων περιπτώσεων συνέβη, οὐδὲ ἐφρόντισαν οἱ κυβερνῶντες τὸν τόπον νὰ ἀποπειραθῶσι τοὐλάχιστον νὰ βεβαιώσωσι, τίνι τρόπῳ ἔλαβε χώραν τὸ ἐν λόγῳ ἀδίκημα, ἢ τοὐλάχιστον νὰ βεβαιώσωσιν, ὅτι δὲν ἔλαβε χώραν. Καὶ ἐδύναντο νὰ πράξωσι τοῦτο καὶ ὤφειλον, διότι τὸ ὄνομα τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν Μακρῆ εὐθὺς ἔκτοτε εἶχε ῥιφθῆ ἐν τῷ μέσῳ, καὶ ἐγνώριζον τοῦτο οἱ Ὑπουργοί. Ἀλλ’ ὁποίαν τάχα ἀνακριτικὴν πρᾶξιν ἐνήργησαν κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου τῆς Δικαιοσύνης; Μετεκαλέσατο ἆρά γε αὐτὸν ὁ Ὑπουργὸς, ἵνα βεβαιωθῇ περὶ ἐκείνων, δι’ ἅπερ κατηγόρουν τὸν ῥηθέντα Πρόεδρον; Παρήγγειλεν ἆρά γε ἀρχήν τινα τοῦ Κράτους, νὰ μετακαλέσηται παρ’ ἑαυτῇ τὸν ἐν λόγῳ Πρόεδρον, ἵνα αὕτη τοὐλάχιστον πεισθῇ, ὅτι δὲν ἐγένετο ἡ πρᾶξις; Οὐδὲν ἐκ τούτων συνέβη, ἐν ᾧ ὁμολογούμενον εἶναι, ὅτι, καθ’ ὃ καθῆκον εἶχεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ λόγῳ τοῦ νόμου, καὶ λόγῳ τῆς ἑαυτῆς φιλοτιμίας, ὤφειλε τότε ἀμέσως νὰ προβῇ εἰς πρᾶξιν, τείνουσαν εἰς τὸ νὰ βεβαιώσῃ τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἐν λόγῳ ἀδικήματος, ἢ εἰς τὸ νὰ βεβαιώσῃ τὴν μὴ ὕπαρξιν τούτου. Διὰ τοῦτο ἡμεῖς, Κύριοι, παντάπασι δὲν εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ ὁρίσωμεν ἀκριβῶς ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὁποία τις ἐκ τῶν περιστάσεων ἐκείνων συνέβη. Μήπως ἠπάτησαν τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἢ μήπως τάχα δὲν ἔχωμεν παραδείγματα, ὅτι καὶ Ὑπουργοὶ, καὶ Βουλευταὶ, καὶ Πατριάρχαι ἀκόμη ἠπατήθησαν, καὶ ἔδωκαν τὴν ὑπογραφὴν αὑτῶν; Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, τὸ ἑξῆς ἱστορικὸν ἀνέκδοτον. Ὑπῆρχε περὶ τὸ 931 ἔτος μετὰ Χριστὸν ἐν Κωνσταντινουπόλει Αὐτοκράτωρ ὁ Ῥωμανός. Ὁ Αὐτοκράτωρ εἶχεν υἱὸν Θεοφύλακτον, δέκα καὶ τεσσάρων μόλις ἐτῶν ἡλικίαν ἄγοντα. Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Τρύφων δὲν ἦτο ἐντελῶς σύμφωνος πρὸς τὰς διαθέσεις τοῦ Ῥωμανοῦ. Ἀλλ’ ὡς γνωρίζετε, ἡ ἀποπομπὴ τοῦ Πατριάρχου καὶ σήμερον εἶναι δύσκολος, (δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἔχω ἐντελῶς σύμφωνον τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν,) ἀλλὰ καὶ τότε βεβαίως ἦτο δυσκολωτάτη. Ἐν τούτοις ὁ αὐτοκράτωρ Ῥωμανὸς ἔσχεν ἀπόφασιν ἀμετάκλητον, νὰ καταβιβάσῃ ἀπὸ τοῦ Πατριαρχικοῦ θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὸν Τρύφωνα, νὰ ἀνυψώσῃ δὲ εἰς αὐτὸν τὸν δεκατετραετῆ αὐτοῦ υἱὸν Θεοφύλακτον! Ἔπρεπεν ὅμως νὰ εὕρῃ ὄργανον, ἱκανὸν νὰ ἐκτελέσῃ τοὺς σκοποὺς αὐτοῦ· εὗρε λοιπὸν ἐπίσκοπόν τινα Θεοφάνην, Μητροπολίτην Καισαρείας, ὅστις ἔμενε τότε ἐν Κωνσταντινουπόλει.—Σημειώσατε, ὅτι ὁ ἐπίσκοπος αὐτὸς καὶ Μητροπολίτης Καισαρείας Θεοφάνης δὲν εἶναι γνωστὸς ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦτο ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῶν βυζαντινῶν, ἀλλ’ ὑπὸ τὸ ὄνομα Χοῖρος. Τουλάχιστον οἱ βυζαντινοὶ συγγραφεῖς οὕτως αὐτὸν ἀναφέρουσιν. Ἐλέγετο δὲ Χοῖρος, διότι πρὸ οὐδεμιᾶς ῥυπαρᾶς πράξεως ὠπισθοχώρει. Μετεκαλέσατο λοιπὸν αὐτὸν ὁ Αὐτοκράτωρ, καὶ εἶπεν αὐτῷ: «ἀπαιτῶ, ἐντὸς ὀλιγίστου χρόνου νὰ ἔχωμεν τὴν παραίτησιν τοῦ Πατριάρχου Τρύφωνος, τὴν ἀναβίβασιν δὲ εἰς τὸν Πατριαρχικὸν θρόνον τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ δεκατετραετοῦς υἱοῦ μου Θεοφυλάκτου». Ὁ Χοῖρος ἀμέσως συνέλαβε τὸ σχέδιον, δι’ οὗ ἤθελε κατορθώσει νὰ καταβιβάσῃ τὸν Πατριάρχην ἀπὸ τοῦ θρόνου. Καὶ ἐμφανίζεται πρὸ τοῦ Πατριάρχου λοιπὸν καὶ λέγει πρὸς αὐτόν: «Οἱ περὶ τὴν Αὐλὴν τοῦ αὐτοκράτορος μένεα πνέουσιν ἐναντίον σου, οὐχὶ διότι παραβαίνεις τυχὸν τοὺς νόμους τοὺς θρησκευτικούς, ἢ δι’ ἄλλην τινὰ αἰτίαν, ἀλλὰ διότι πιστεύουσιν, ὅτι εἶσαι ἀγράμματος, Πατριάρχα μου». Ἐξεπλάγη ὁ Πατριάρχης! «Ἐγὼ ἀγράμματος;» — «Καὶ τί ἀγράμματος; ἀπαντᾷ πρὸς αὐτὸν ὁ Χοῖρος· οἱ περὶ τὴν Αὐλὴν ἔπεισαν τὸν αὐτοκράτορα Ῥωμανὸν, ὅτι οὔτε τὴν ὑπογραφήν σου κἂν νὰ θέσῃς δύνασαι». Καὶ πάλιν ἔτι μᾶλλον ἔκπληκτος ὁ Πατριάρχης. «Καὶ εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη, λέγει ὁ Χοῖρος, νὰ μετακαλέσῃς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, καὶ ἐνώπιον αὐτῆς νὰ θέσῃς τὴν ὑπογραφήν σου». Ὁ Πατριάρχης βεβαίως δὲν ἀνέμενε νὰ ἔλθῃ ἡ Σύνοδος, ἵνα θέσῃ ἐνώπιον αὐτῆς τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ· λαμβάνει χάρτην καὶ γράφει ἐπ’ αὐτοῦ: «Τρύφων, ἐλέῳ Θεοῦ Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ῥώμης καὶ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης», μὲ ὅλας ἐκείνας, ἠξεύρετε, τὰς πατριαρχικὰς περιστροφὰς τῆς ὑπογραφῆς.—«Δὸς, λέγει πρὸς τὸν Χοῖρον, τὸν χάρτην τοῦτον εἰς τὸν Αὐτοκράτορα, ἵνα πείσῃ τοὺς αὐλικοὺς αὐτοῦ, ὅτι δὲν εἶμαι ἀγράμματος». Ὁ Αὐτοκράτωρ λαμβάνει τὸν χάρτην, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ συντάσσει τὴν παραίτησιν τοῦ Πατριάρχου! Τὴν πρωΐαν ὁ Πατριάρχης παρῃτημένος! Μετὰ δύο ἔτη ἀναβιβάζεται ὁ δεκαεξαετὴς τότε υἱὸς τοῦ Ῥωμανοῦ Θεοφύλακτος εἰς τὸν Πατριαρχικὸν θρόνον, καὶ πατριαρχεύει Κύριοι, ἐπὶ 24 περίπου ἔτη, καπηλευόμενος τὸ πατριαρχικὸν ἀξίωμα, καὶ πάντα τὰ ἀξιώματα τὰ ἐκκλησιαστικὰ πωλῶν, καὶ δισχιλίους κατὰ τοὺς ἱστορικοὺς διατρέφων ἵππους! Φαντάσθητε, ἐὰν ὁ Πατριάρχης αὐτὸς ἦτο καὶ Πρωθυπουργὸς, πόσον εὐκόλως ἤθελε καταρτίζει τὴν ἀπαρτίαν τῆς Βουλῆς, ἔχων ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὐτοῦ δύο χιλιάδας ἄλογα. Μὴ τυχὸν, ὅ,τι ὁ Χοῖρος ἔπραξεν ἀπέναντι τοῦ Πατριάρχου Τρύφωνος, ἔπραξεν ὑπάλληλός τις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν βεβαίως ἀπέναντι τοῦ τότε Ὑπουργοῦ μακαρίτου Λομβάρδου; Ἡμεῖς, ἐπαναλέγω, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐνδιατρίψωμεν εἰς τὴν βεβαίωσιν μιᾶς ἐκ τῶν τριῶν ἐκείνων περιπτώσεων· ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην, νὰ ἐξετάσωμεν καὶ γενικῶς καὶ εἰδικῶς τὸ ζήτημα, ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην, ἀνερχόμενοι εἰς ὑψηλοτέραν σφαῖραν, εἰς τὴν σφαῖραν τῶν πρὸ τῆς 4ης Ἰανουαρίου γενικῶς τολμηθέντων, νὰ σκεφθῶμεν, ἐὰν οἱ Ὑπουργοὶ ἦσαν ἀνίκανοι νὰ προβαίνωσιν εἰς τοιαύτας ἐγκληματικὰς πράξεις. Ἀφοῦ τοῦτο ἐρευνήσωμεν, εἶναι ἀνάγκη νὰ κατέλθωμεν εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν ἐπιστολῶν, ἵνα βεβαιώσωμεν, ὅτι οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι τὸ ἐν λόγῳ ἀδίκημα ἔλαβε χώραν. Καὶ πρῶτον, Κύριοι, ἐρωτᾶται, ποία τις σύμπτωσις εἶναι αὕτη, ὥστε, ἐνῷ ὁ Παπαχριστοφιλόπουλος μέχρι τῆς 3ης Ἰανουαρίου 1886 ἔτους ἐφρόνει τὰ πολιτικὰ φρονήματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εὐθὺς μετὰ τὴν 3ην Ἰανουαρίου πρὸς τὴν 4ην τηλεγραφικῶς νὰ ἐνεργῇ τὴν μετάστασιν τῆς πολυπροσώπου αὐτοῦ οἰκογενείας, ὡς ὠνόμασεν αὐτὴν ὁ ἐκ Μεσσηνίας ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Σωτηρόπουλος, πρὸς τὰς φάλαγκας τῆς Συμπολιτεύσεως; Βεβαίως, Κύριοι, ἐὰν εἴχομεν ἐνταῦθα νὰ ἐπιδείξωμεν ὑμῖν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ μακαρίτου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, οὐδὲ ἡμεῖς ἠθέλομεν ἀγωνίζεσθαι νὰ πείσωμεν ὑμᾶς, οὐδὲ ὑμεῖς ἠθέλετε βασανίζει τὴν συνείδησιν ὑμῶν, ἵνα εὕρητε ἐπιχειρήματα, δι’ ὧν νὰ μὴ πεισθῆτε. Ἀλλ’ ἐν ἐλλείψει τῆς ὑπογραφῆς, ἧς ἡ ἀφαίρεσις γνωρίζομεν κατὰ τίνα τρόπον ἐνηργήθη, θέλομεν καταφύγει εἰς τεκμήρια καὶ συμπεράσματα. Τί λέγω τεκμήρια καὶ συμπεράσματα; Θέλομεν καταφύγει καὶ εἰς ἀποδείξεις ἀκόμη, ἵνα βεβαιώσωμεν, ὅτι ταῦτα, ὅσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ πρῶτον ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτοῦ κατηγγέλθησαν, δὲν εἶναι πλαστουργήματα τῆς φαντασίας ἡμῶν, οὐδὲ κατεσκευάσθησαν πρὸς συκοφαντίαν, ἀλλ’ εἰσὶ μία πτυχὴ ἐξ ὅλης ἐκείνης τῆς μεγάλης αὐλαίας, ἥτις ἐνομίσατε, ὅτι δύναται νὰ καλύψῃ τὴν σκηνὴν τῆς 4ης Ἰανουαρίου. Ἡμεῖς λέγομεν καὶ βεβαιοῦμεν, καὶ ἀναντίῤῥητον εἶναι, καὶ προκαλοῦμεν τοὺς ἐκ Μεσσηνίας συμπολιτευομένους Βουλευτὰς νὰ ἀρνηθῶσιν αὐτὸ, ὅτι ὁ Παπαχριστοφιλόπουλος μέχρι τῆς 3ης Ἰανουαρίου 1886 ἔτους ἦτο ἀντιπολιτευόμενος. Καὶ λέγομεν, ὅτι ἐγένετο συμπολιτευόμενος, καὶ αὐτὸς καὶ ἡ πολυπρόσωπος αὐτοῦ οἰκογένεια, διατί; Ἕνεκα τῆς ἐπιδείξεως ἐκείνου τοῦ κατηραμένου τηλεγραφήματος! Εἴπετε τώρα ὑμεῖς τοὺς λόγους τῆς πολιτικῆς ταύτης μεταστάσεως, ἵνα πείσητε ἡμᾶς καὶ τὴν κοινωνίαν. Ἀλλὰ μέχρι τοῦδε, Κύριοι, οὐδένα ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συμπολιτευομένων συναδέλφων ἤκουσα, κομίζοντα λόγους καὶ ἐπιχειρήματα ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, δι’ ὧν νὰ πείσῃ καὶ ἡμᾶς καὶ τὸν ἔξω κόσμον, ὅτι ὑπῆρχον δῆθεν ἄλλοι λόγοι, δι’ οὓς ὁ Παπαχριστοφιλόπουλος μετέστη πρὸς τὰ φρονήματα τῆς Συμπολιτεύσεως. Ἀλλὰ ποίαν τινὰ ἐξήγησιν δύναται νὰ δώσῃ τις εἰς τὸ ἐνδιαφέρον, ὅπερ δεικνύουσιν ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν Μακρῆς καὶ ὁ Νομάρχης; Ἐδῶ, Κύριοι, δὲν ἔχομεν ἓν καὶ μόνον ἀποδεικνύον γεγονός· ἐνταῦθα ἔχομεν σειρὰν γεγονότων, τεινόντων εἰς αὐτόδηλον σκοπὸν, εἰς τὸ νὰ καταδείξωσι προδηλότατα καὶ ἀναμφισβητήτως τὴν ὕπαρξιν καὶ ἀποστολὴν τοῦ τοιούτου τηλεγραφήματος· δώσατε ἡμῖν, παρακαλῶ, τὸν λόγον, δι’ ὃν τοσοῦτον ἐνδιαφέρον ἐδείκνυεν ὁ Πρόεδρος Μακρῆς καὶ ὁ Νομάρχης ὑπὲρ τοῦ Παπαχριστοφιλοπούλου, καὶ τὸν λόγον, δι’ ὃν ὁ Πρόεδρος Μακρῆς μάλιστα, ἵνα βάλῃ εἰς χεῖρας αὐτοῦ, ἢ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, τὸ ἐν λόγῳ τηλεγράφημα, τοσοῦτον κατεγίνετο. Ἀμέσως, Κύριοι, ἔχομεν τὸ τηλεγράφημα πρὸς τὸν Λομβάρδον, Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν Μακρῆ καὶ τοῦ Νομάρχου (ἀναγινώσκει): «Κύριον Κωνσταντῖνον Λομβάρδον, Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν.—Γνωστοποιήσατε, παρακαλοῦμεν, τί ἐγένετο ἡ περὶ ἀπονομῆς χάριτος δοθεῖσα ὑπόσχεσις τῷ πάσχοντι καταδίκῳ Θεμιστοκλεῖ Παπαχριστοφιλοπούλῳ. Ὁ Νομάρχης. Ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν». Ἄλλη ἐπιστολή. «Φίλτατε Ἰωάννη», (γράφει ὁ Πρόεδρος τοῦ Πρωτοδικείου Μακρῆς πρὸς τὸν Πυλιώτην, συγγενῆ τοῦ Παπαχριστοφιλοπούλου). «Ἐν Λουτρακίῳ τὴν 25ην Αὐγούστου 1887. «Εἶναι ἀνάγκη μεγίστη, διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἀποτέλεσμα διὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ συγγενοῦς, ὅστις μένει εἰς τὸν οἶκόν σου, νὰ στείλῃς εἰς ἐμὲ εἰς Ἀθήνας, ὅπου θὰ ὑπάγω εἰς τὰ μέσα τῆς ἑβδομάδος, τὸ τηλεγράφημα, ἢ ἀντίγραφον ἐπίσημον τοῦ τηλεγραφήματος κλπ. Ὁ σὸς Ι. Μακρῆς.» Ποία εἶναι ἡ ἐσωτέρα αἰτία τοῦ ἐνδιαφέροντος τοῦ Προέδρου Μακρῆ; Εἶναι αὐτόδηλον· διότι, ἐὰν τὸ τηλεγράφημα πρὸς τὸν Παπαχριστοφιλόπουλον ἐῤῥίπτετο εἰς τὴν δημοσιότητα, πρῶτος πάντων ἐξετίθετο ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν Μακρῆς. Καὶ ἰδοὺ πῶς ἐξηγεῖται τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Προέδρου ὑπὲρ τοῦ ἐν λόγῳ καταδίκου. Ἀλλά, Κύριοι, ἐγὼ πρὸς τὸ παρὸν τίθημι κατὰ μέρος τὴν ἐπιστολὴν ταύτην τοῦ Μακρῆ, καὶ ἔχω ἄλλας ἀποδείξεις, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Προέδρου Μακρῆ. Καὶ ποῖαι εἶναι αἱ ἀποδείξεις αὗται; Εἰσὶν αἱ ἀντλούμεναι ἐκ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ κ. Τζάνε. Γράφει πρὸς τὸν Παπαχριστοφιλόπουλον ὁ κ. Τζάνες (ἀναγινώσκει): «Ἐν Καλάμαις, 27 Ἰανουαρίου 1888. «Ἐνταῦθα εἶναι ὁ κ. Μακρῆς, Πρόεδρος, ὅστις ἀναχωρεῖ δι’ Ἀθήνας μετ’ ὀλίγας ἡμέρας. Ὑπομονὴν συνιστᾷ καὶ οὗτος, ὑποσχόμενος νὰ μεταβῇ, ἅμα ἀφιχθῇ, εἰς τὸν Ὑπουργόν, πρὸς ὃν νὰ ὑποδείξῃ τὸν κίνδυνον, ὃν ἡ ὑπόληψις τῆς Κυβερνήσεως διατρέχει, ἐν περιπτώσει δημοσιεύσεως τοῦ τηλεγραφήματος». Ἐπιστολὴ δευτέρα τοῦ κ. Τζάνε πρὸς τὸν Παπαχριστοφιλόπουλον ἐκ Καλαμῶν, τῆς 9 Μαρτίου 1888 (ἀναγινώσκει): «.... Ἐδῶ, ὡς δὲν ἀγνοεῖς, ἐδῶ εὑρίσκεται ὡς Πρόεδρος ὁ κ. Μακρῆς, μεθ’ οὗ εἶπον καὶ παρ’ οὗ ἔμαθον πολλὰ, περὶ ὧν εἶπον δι’ ἐπιστολῆς μου πρὸς τὸν Ὑπουργὸν καὶ αὐτὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, δυσπιστήσαντα τότε περὶ τοῦ γνησίου τοῦ τηλεγραφήματος». Τί ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἐπιστολῶν τούτων τοῦ κ. Τζάνε; Ἀκόμη μίαν φορὰν τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Προέδρου Μακρῆ, λέγοντος πρὸς τὸν κ. Τζάνεν, ὅτι θέλει μεταβῆ εἰς Ἀθήνας, ὅπως ὑποδείξῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸν κίνδυνον, ὃν διατρέχει ἡ ὑπόληψις αὐτῆς ἐκ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ ἐν λόγῳ τηλεγραφήματος. Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε μόνον ἡ ἐπιστολὴ αὕτη τοῦ κ. Τζάνε, ἥτις ἀποδεικνύει τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ κ. Μακρῆ; Ἔχομεν, ὡς ἠκούσατε, καὶ τὴν ἐπιστολὴν τῆς 9 Μαρτίου ἐκ Καλαμῶν τοῦ κ. Τζάνε, ὅστις γράφει πρὸς τὸν Παπαχριστοφιλόπουλον (ἀναγινώσκει): «.... Ὁ Μακρῆς, μεθ’ οὗ εἶπον καὶ παρ’ οὗ ἔμαθον πολλά, περὶ ὧν εἶπον δι’ ἐπιστολῆς μου πρὸς τὸν Ὑπουργὸν καὶ αὐτὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, δυσπιστήσαντα τότε....» Δυνάμεθα νὰ ἐξαγάγωμεν ἐξ ἀντιδιαστολῆς «οὐχὶ νῦν δυσπιστοῦντα περὶ τοῦ γνησίου τοῦ τηλεγραφήματος». Καὶ μάλιστα ἐκ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ κ. Τζάνε περὶ τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν Μακρῆ βλέπομεν βεβαιούμενον, ὅτι ὁ κύριος αὐτὸς ἔρχεται καὶ εἰς Ἀθήνας, ἵνα ἐργασθῇ ὑπὲρ τῆς χάριτος τοῦ Παπαχριστοφιλοπούλου. Ποῖον, παρακαλῶ, ἐνδιαφέρον δύνασθε ὑμεῖς νὰ ἐξηγήσητε, ὅτι ἐδύνατο νὰ ἔχῃ ὁ ἐν Καλάμαις Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν κ. Ἰω. Μακρῆς περὶ ἑνὸς Παπαχριστοφιλοπούλου, καταδίκου ἐν ταῖς φυλακαῖς Ζακύνθου; Ποῖον ἐνδιαφέρον; Εἶχε ἆρά γε συγγένειάν τινα ὁ Μακρῆς πρὸς τὸν Παπαχριστοφιλόπουλον; Ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι ἐκ Μεσσηνίας. Βεβαίως οὐχί. Ἦν ἆρά γε συμπολίτης αὐτοῦ ἐκ Μεσσηνίας ὁ Μακρῆς, ἐκ τοῦ δήμου, ἐξ οὗ καὶ ὁ Παπαχριστοφιλόπουλος; Νομίζω οὐχί. Ὡς ἐκ τοῦ ἐπιτηδεύματος αὐτοῦ, Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν ποίαν συνάφειαν καὶ σχέσιν δύναται νὰ ἔχῃ πρὸς ἁπλοῦν τινα κατάδικον ἐν Ζακύνθῳ; Ἢ μήπως ταῦτα πάντα, ἅτινα ἀπὸ τοῦ βήματος λέγω, δὲν εἶναι ἀποδείξεις εὔγλωττοι, ζωνταναί, οὕτως εἰπεῖν, ἀποδεικνύουσαι, ὅτι μέγα ἐνδιαφέρον παρίσταται ἔχων ὁ Μακρῆς ὑπὲρ τοῦ Παπαχριστοφιλοπούλου; Καὶ ἐκτὸς τοῦ ἐνδιαφέροντος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἰσχυρωτάτη ἀπόδειξις ὑπὲρ τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἐν λόγῳ τηλεγραφήματος, ἔχομεν αὐτὰς τὰς λέξεις τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Μακρῆ, δεικνυούσας καθαρώτατα, ὅτι πρόκειται οὐχὶ περί τινος ἀγνώστου αὐτῷ τηλεγραφήματος, ἀλλὰ περὶ τηλεγραφήματος ὡρισμένου, ὅπερ καὶ αὐτὸς ἐννοεῖ, ὅταν γράφῃ, καὶ ἐκεῖνοι, πρὸς οὓς γράφει, ἐννοοῦσι περὶ τίνος πρόκειται. Διότι ἡ ἐπιστολὴ τοῦ κ. Μακρῆ ῥητῶς λέγει, ὡς ἠκούσατε: «Θὰ ὑπάγω εἰς τὰ μέσα τῆς ἑβδομάδος.... νὰ στείλῃς εἰς ἐμὲ τὸ τηλεγράφημα, ἢ ἀντίγραφον ἐπίσημον τοῦ τηλεγραφήματος». Καὶ ποῖον εἶναι τὸ ἐπίσημον ἀντίγραφον τοῦ τηλεγραφήματος, καὶ ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ, ἀπὸ τοῦ βήματος ἀγορεύσαντες, ἐξήγησαν, καὶ ἐγὼ εὐθὺς ἀμέσως ἐξηγῶ, τὸ πρᾶγμα. Ἐδῶ κατηγοροῦνται, ὅτι ἔστειλαν τηλεγράφημα, ἵνα ἐπιδειχθῇ πρὸς τὸν Παπαχριστοφιλόπουλον ἐν ταῖς φυλακαῖς. Τοῦ τηλεγραφήματος τὸ πρωτότυπον δὲν ἤθελον οἱ κύριοι ἐκεῖνοι νὰ ἀφήσωσιν εἰς τὸν Παπαχριστοφιλόπουλον· συνέταξαν λοιπὸν ἀντίγραφον ἐκ τοῦ πρωτοτύπου, ὅπερ ἐπεκύρωσαν διὰ τῶν ἰδίων ὑπογραφῶν, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ τηλεγράφημα. Ποῖον εἶναι τὸ ἐπίσημον ἀντίγραφον (ὅπερ ζητεῖ ὁ Μακρῆς) τοῦ τηλεγραφήματος; Ἐννοεῖ, ὅτι ὁ Παπαχριστοφιλόπουλος δέον νὰ μεταβῇ πρὸς τὸν ἐπιστάτην τῶν φυλακῶν, νὰ ἐπιδείξῃ τὸ ἐπικεκυρωμένον ἀντίγραφον, τὸ γενόμενον πλέον οἱονεὶ πρωτότυπον, καὶ ἐξ αὐτοῦ νὰ λάβῃ ἐπίσημον ἀντίγραφον, ὅπερ νὰ στείλῃ εἰς τὸν Μακρῆν. Διατί; Διότι ἐχρησίμευε τῷ Μακρῇ τὸ ἀντίγραφον τοῦτο. Εἰς τί ἐχρησίμευεν αὐτῷ; Ἵνα ἐπιδείξῃ τοῦτο τοῖς Ὑπουργοῖς, καὶ βεβαιώσῃ αὐτοὺς, ὅτι πράγματι αὐτὸς εἶχεν ἐνταλθῆ, εἴτε παρὰ τοῦ μακαρίτου Λομβάρδου, εἴτε παρὰ, δὲν ἠξεύρω τίνος, νὰ δώσῃ ἐπίσημον ἀντίγραφον πρὸς τὸν Παπαχριστοφιλόπουλον. Ἐκτὸς λοιπὸν τῆς μεταστάσεως τοῦ Παπαχριστοφιλοπούλου πρὸς τὸν ὑπουργικὸν συνδυασμὸν, ἧς οὐδεὶς δύναται νὰ δώσῃ ἄλλον τινὰ λόγον, ἢ τὴν δοθεῖσαν ὑπόσχεσιν περὶ ἀπονομῆς χάριτος, καὶ ἥτις μετάστασις εἶναι γεγονὸς σπουδαιότατον, πρὸς ἀπόδειξιν τῆς προκειμένης πράξεως, ἔχομεν, Κύριοι, τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Μακρῆ, προκύπτον ἔκ τε τῆς ἐπιστολῆς αὐτοῦ τοῦ κ. Μακρῆ καὶ ἐκ τῶν ἐπιστολῶν τοῦ κ. Τζάνε, δεικνυουσῶν καθαρώτατα τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Προέδρου Μακρῆ. Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, τὸ τηλεγράφημα ἦναι ἀνύπαρκτον, πῶς θέλομεν ἐξηγήσει τὸ ἐνδιαφέρον τῶν φίλων τῇ Κυβερνήσει Βουλευτῶν ὑπὲρ τοῦ νὰ λάβωσιν εἰς χεῖρας αὐτῶν τὸ ἐν λόγῳ τηλεγράφημα; Ἐπλανήθησαν ἆρά γε οἱ κύριοι οὗτοι; Ἀλλ’ ὁ κ. Τζάνες καὶ ὁ κ. Μπουφίδης δὲν εἶναι μικρὰ παιδιά. Αὐτοί εἰσι βουληφόροι! Καὶ τί βουληφόροι; Νομομαθεῖς, καταγινόμενοι εἰς τὴν συζήτησιν ἀδικημάτων, καὶ δυνάμενοι νὰ σχηματίσωσι γνώμην περὶ τῶν ἐγκλημάτων, ἂν ταῦτα ἔχωσιν ὑπόστασιν, ἢ δὲν ἔχωσι τοιαύτην. Δὲν εἶναι ἰατροί τινες, οὐδὲ φιλόλογοι. Αὐτοί εἰσιν ἄνδρες νομικοὶ καὶ πρακτικοὶ ἄνδρες, οὐχὶ τῆς θεωρίας μόνον. Ὁ κ. Μπουφίδης, νομίζω, ὅτι 30 ἔτη τῆς ζωῆς αὐτοῦ ἔχει καταναλώσει, ὑπερασπιζόμενος παρομοίας ὑποθέσεις ἐνώπιον τῶν Κακουργιοδικείων, καὶ δὲν ἠξεύρω, ἂν δὲν ἔχῃ 50 ὁ κ. Τζάνες. Λοιπὸν δὲν εἶναι ἄνδρες οὗτοι, δυνάμενοι νὰ πλανηθῶσι καὶ νὰ πιστεύσωσιν, ὅτι ὑπῆρξε τηλεγράφημα, ἐνῷ πράγματι δὲν ὑπῆρξε. Τὸ ἐνδιαφέρον λοιπὸν τῶν κυρίων συναδέλφων, ἵνα σώσωσι τὴν κινδυνεύουσαν ὑπόληψιν τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, οὓς ὑποστηρίζουσιν, ἀποδεικνύει ὡς ἐπιχείρημα ἰσχυρώτατον τὴν ὕπαρξιν τοῦ τοιούτου τηλεγραφήματος. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἀναγνώσω πρὸς ὑμᾶς ἁπάσας τὰς μακρὰς ἐπιστολὰς τοῦ κ. Τζάνε, ἵνα ἀποδείξω τὸ ἐνδιαφέρον, ὅπερ εἶχεν ὁ κ. συνάδελφος, ἵνα λάβῃ εἰς χεῖρας αὐτοῦ τὸ ἐν λόγῳ τηλεγράφημα διότι τὰς ἐπιστολὰς ταύτας ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνέγνωσαν. Ἀλλὰ τί ὁμιλῶ, Κύριοι, περὶ ἐνδιαφέροντος τῶν κυρίων συναδέλφων εἰς τὸ νὰ λάβωσιν εἰς χεῖρας αὐτῶν τὸ τηλεγράφημα; Οἱ κύριοι συνάδελφοι οὐχὶ ἁπλοῦν ἐνδιαφέρον, ἀλλὰ συναγωνισμὸν ἔταξαν πρὸς ἀλλήλους, τίς πρῶτος νὰ λάβῃ τὸ τηλεγράφημα. Διατί; Ἵνα προσφέρωσιν ὑπηρεσίας εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργούς. Καὶ δὲν λέγω ταῦτα, θέλων νὰ ἀδικήσω τοὺς κυρίους συναδέλφους· διότι οἱοσδήποτε Βουλευτὴς, ὑποστηρίζων Κυβέρνησίν τινα, βεβαίως αὐτὸ τοῦτο ἤθελε πράξει. Νὰ βλέπητε τοὺς Ὑπουργοὺς ἐπ’ αὐτοφώρῳ, οὕτως εἰπεῖν, συλλαμβανομένους, κατὰ τίνα τρόπον ἐτεχνούργησαν τὰς ἐκλογὰς τῆς 4ης Ἰανουαρίου, νὰ βλέπητε αὐτοὺς δι’ ἐγγράφων ἐπισήμων συλλαμβανομένους ὡς συναλλαττομένους πρὸς τοὺς ἐν ταῖς φυλακαῖς καταδίκους, καὶ θέλετε μοὶ εἴπει, ὅτι ἤθελεν εὑρεθῆ τις ἐκ τῆς φάλαγγος, εἰς ἣν καὶ ἐγὼ ἀνήκω, ὅστις νὰ μὴ προσέφερε τοιαύτην βοήθειαν, τοιαύτην τέλος πάντων χριστιανικὴν ὑπηρεσίαν πρὸς κινδυνεύοντας ἀνθρώπους; Λοιπὸν δὲν κατηγορῶ τοὺς κυρίους Βουλευτάς· ἀλλὰ λέγω, ὅτι οὐχὶ μόνον ἐνδιαφέρον εἶχον, ἵνα βάλωσιν εἰς χεῖρας αὑτῶν τὸ τηλεγράφημα τοῦ Παπαχριστοφιλοπούλου, ἀλλὰ καὶ συνηγωνίσθησαν πρὸς ἀλλήλους, τίς πρῶτος νὰ προσφέρῃ τὴν τοιαύτην ὑπηρεσίαν εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργούς. Καὶ θέλω ἀποδείξει αὐτὸ ἀμέσως, ἀναγινώσκων καὶ συσχετίζων δύο ἐπιστολὰς αὐτῶν. Ὁ κ. Τζάνες γράφει πρὸς τὸν Παπαχριστοφιλόπουλον ἐκ Καλαμῶν τῇ 9 Μαρτίου 1888 ἔτους, καί, οὕτως εἰπεῖν, παραπονεῖται, διότι καὶ ἄλλοι ἄνθρωποι ἐπελήφθησαν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἐξ ἧς ἤθελον ἀντλήσει ἴσως αἰσθήματα εὐγνωμοσύνης ἐκ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν. Λοιπὸν γράφει ὁ κ. Τζάνες: «Ἐξ Ἀθηνῶν μοὶ γράφουσιν, ὅτι γίνεται ἀνόητος ἐνέργεια». Ἀμέσως ἀμέσως ῥίπτει τὴν λέξιν ἀνόητος, ἵνα καταστήσῃ τὸν Παπαχριστοφιλόπουλον προσεκτικὸν, μὴ τύχῃ καὶ τραπῇ τὴν ὁδὸν, τὴν πρὸς τὴν Λεβαδείαν ἄγουσαν, ἀντὶ τῆς πρὸς τὴν Μεσσηνίαν. «Ἐκ Λεβαδείας ἄνθρωποι ἐνεργοῦν ἀπρεπῶς». (Ἄλλη λέξις, ἵνα λάβῃ τὰ μέτρα αὐτοῦ ὁ κ. Παπαχριστοφιλόπουλος). «Ὁ Βουλευτὴς Μπουφίδης, καί τινες ἄλλοι, ὧν τὰ ὀνόματα λησμονῶ. Ἡ τοιαύτη ἐνέργεια δὲν εἶναι καλή, τὸ ἐννοεῖς.» Καὶ ἐνῷ ὁ κ. Τζάνες τῇ 9 Μαρτίου ἀγωνίζεται αὐτὸς νὰ βάλῃ εἰς χεῖρας τὸ τηλεγράφημα, ὁ κ. Μπουφίδης, ὁ ἐκ Λεβαδείας, τῇ 25 Μαΐου 1888 ἔτους ἀγωνίζεται καὶ αὐτὸς νὰ βάλῃ εἰς χεῖρας αὐτοῦ τὸ τηλεγράφημα, καὶ γράφει λοιπὸν πρὸς τὸν Πυλιώτην, τὸν συγγενῆ τοῦ Παπαχριστοφιλοπούλου, ἐξ Ἀθηνῶν εἰς Ζάκυνθον (ἀναγινώσκει): «Ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Διατάγματος δὲν ἔλαβον ἐπιστολήν σου, ἂν καὶ ἀνέμενον τοιαύτην, μετὰ τὴν διαβεβαίωσιν μάλιστα καὶ ὑμῶν καὶ τοῦ ἐνδιαφερομένου περὶ τῆς ἀποστολῆς εἰς ἐμὲ τῶν γνωστῶν ἐγγράφων». Δηλαδή: Πρόσεξε καλῶς, μὴ τύχῃ καὶ στείλῃς τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸν κ. Τζάνεν, ἢ ἄλλον τινὰ, διότι ἔχεις ὑποσχεθῆ, εἰς ἐμὲ νὰ στείλῃς τὰ ἔγγραφα.

§20ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ....

§21ΛΕΒΙΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ τελειώσω (ἀναγινώσκει): «Νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν διὰ τοῦτο, καὶ νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ λησμονήσητε τὴν τοιαύτην ἀποστολήν. Ἐννοεῖτε, ὅτι τοιαύτην διαβεβαίωσιν ἔδωκα, καὶ δὲν πρέπει νὰ φανῶ ψευδόμενος. Σᾶς ἀσπάζομαι.

Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ».

Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι προβάλλει ὁ κ. Μπουφίδης τὴν φιλοτιμίαν αὑτοῦ, ἐκτεθειμένην ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως, λέγει δὲ πρὸς αὐτόν: «Εἰς ἐμὲ ὑπεσχέθης νὰ στείλῃς τὰς ἐπιστολάς· πρόσεξε καλῶς, μὴ τυχὸν στείλῃς αὐτὰς εἰς ἄλλον τινά. Ἐγὼ ἔδωκα ὑπόσχεσιν νὰ παρουσιάσω αὐτάς, καὶ ἐκθέτεις τὴν φιλοτιμίαν μου.» Ἀλλὰ πρὸς ποῖον ἔδωκε, παρακαλῶ, ὑπόσχεσιν; Πρὸς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, δὲν ἠξεύρω τίνος ἐπαρχίας; Αὐτὸς δὲν ἀπονέμει χάριτας. Ἰδού, τοὺς βλέπετε ποῖοι τὰς δίδουσι (δεικνύει τοὺς Ὑπουργοὺς), καὶ τοὺς γνωρίζετε· καὶ τὰς δίδουσι διὰ σάκκων! Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν ἐκεῖνο, ὅπερ κατ’ ἀρχὰς ἐλέγετο, ὅτι ἐνδιαφέρον ἁπλοῦν εἶχον οἱ κύριοι συνάδελφοι νὰ βάλωσιν εἰς χεῖρας τὸ τηλεγράφημα, ἢ ἀντίγραφον τοῦ τηλεγραφήματος, ὡς πρωτοπορείαν, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ πρωτοτύπου, ὅπερ κατεῖχεν ὁ Παπαχριστοφιλόπουλος. Αὐτοὶ ἡμιλλῶντο ὡς παλαισταὶ ὑπὲρ τῆς διεκδικήσεως πλέον τίτλῳ! Καὶ ὅταν, Κύριοι, ἔχωμεν δύο Βουλευτάς, καὶ οὐχὶ τυχαίους ἄνδρας,—διότι, ἐγὼ ὁμολογῶ ὑμῖν, ὅτι, καίτοι εἰμὶ τεταγμένος ἐν τῇ ἀντιθέτῳ πρὸς τοὺς κυρίους τούτους πτέρυγι, τρέφω αἰσθήματα πρὸς μὲν τὸν κ. Μπουφίδην καὶ φιλίας καὶ ὑπολήψεως, τὸν δὲ κ. Τζάνεν (δὲν ἠξεύρω ἂν μὲ θεωρῇ φίλον, ἐγὼ ὅμως δὲν ἔχω προσωπικόν τινα λόγον κατ’ αὐτοῦ, θεωρῶ ἄνδρα ἐντιμότατον καὶ χρηστότατον, νομίζω δὲ καὶ λίαν πεπειραμένον, ἵνα σχηματίζῃ συνείδησιν καὶ πεποίθησιν, ἂν ὑπάρχῃ ἐγκληματική τις πρᾶξις, ἢ ἂν δὲν ὑπάρχῃ.— Λοιπὸν αὐτοὶ εἶναι νομικοὶ ἄνδρες, δικηγόροι, καταγινόμενοι ἰδίως εἰς τὰ ποινικά, δὲν εἶναι, ὡς εἶπον, ἰατροφιλόσοφοί τινες, ἢ ποιηταί. Καὶ ὅταν, Κύριοι, τοιοῦτοι ἄνδρες δεικνύωσιν ἐνδιαφέρον ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ τηλεγραφήματος, καὶ ὅταν τοιοῦτοι ἄνδρες ἁμιλλῶνται, καὶ δικαίως, τίς ἐκ τῶν δύο πρῶτος νὰ προσφέρῃ τοιαύτην, ὁμολογουμένως τιμιωτάτην, ὑπηρεσίαν εἰς τοὺς κινδυνεύοντας Ὑπουργούς, ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις θὰ δυνηθῇ νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι αὐτὸ καὶ μόνον τὸ ἐπιχείρημα δὲν εἶναι ἀρκοῦν, ἵνα πείσῃ καὶ Βουλὴν καὶ Ποινικὸν Δικαστήριον, ἂν ἡ ὑπόθεσις ἐδύνατό ποτε νὰ φθάσῃ μέχρις αὐτοῦ, ὅτι πράγματι ἀπεστάλη τὸ τηλεγράφημα, εἴτε παρὰ τοῦ μακαρίτου Ὑπουργοῦ, εἴτε παρὰ τοῦ κ. Τμηματάρχου, εἴτε παρ’ οἱουδήποτε ἄλλου;—ἐγὼ ἀδιαφορῶ, διότι δὲν ἐνασκῶ ἐντεῦθεν τὰ καθήκοντα ἀνακριτοῦ. Ἐνθυμοῦμαι τὸν κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴν ἐν τοῖς Κακουργιοδικείοις....

§22ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μᾶς ἀδικεῖτε, κύριε συνάδελφε....

§23ΛΕΒΙΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε.... Καὶ ἓν ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων, ὅπερ συνεχῶς μεταχειρίζεται, ἵνα πείσῃ τοὺς ἐνόρκους, ὅπερ δὲ καὶ εἰς ἐμέ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐπεχείρησε νὰ διδάξῃ, ὡς νεώτερον, εἶναι, νὰ καταλαμβάνῃ αὐτόν, ἐν ἐλλείψει ἐπιχειρημάτων, ἓν εἶδος εὐθυμίας, δι’ ἧς γελῶν, ἀλλὰ αὐτὸς ἠξεύρει, πῶς γελῶν, (ἱλαρότης) προσπαθεῖ νὰ πείσῃ τοὺς ἐνόρκους, ὅτι περὶ μηδαμινοῦ δῆθεν πράγματος εἶναι ὁ ἀγὼν τῆς ὑπερασπίσεως, ὅτι δὲ καὶ ἄνευ ὑπερασπίσεως ἐδύνατο ὁ κατηγορούμενος νὰ λάβῃ τὸ δίκαιον αὐτοῦ παρὰ τῶν κυρίων ἐνόρκων. Καὶ ἀκριβῶς, Κύριοι, ὅτε προχθὲς ἔβλεπον τὸν κ. συνάδελφον ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εὐθυμοῦντα, ἀνεμιμνησκόμην τοῦ κανόνος, ὃν μοὶ ἔδιδε, κατὰ τίνα τουτέστι τρόπον, ὅταν δὲν ἔχω ἐπιχειρήματα, νὰ πείθω τοὺς ἐνόρκους. Καὶ ἦτο βεβιασμένη ἡ εὐθυμία αὐτοῦ· διότι τότε δὲν εἶναι βεβιασμένη ἡ εὐθυμία, ὅταν συναρπάζῃ καὶ τὴν εὐθυμίαν τῶν ἄλλων. Βεβιασμένη δὲν ἦτο ἡ τοῦ κ. Κατσικοπούλου, διότι καὶ ἡμεῖς συνηυθυμοῦμεν καὶ ὑμεῖς συνηυθυμεῖτε μετ’ ἐκείνου ἑσπέραν τινά, ὅτε πράγματι δι’ ὕφους ἱλαροῦ, ἀλλὰ καὶ ἐννοιῶν σοβαρωτάτων, ἐκαυτηρίαζεν ἐπὶ ζητήματός τινος τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τὴν εὐθυμίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτοῦ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἢ ἐξ ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι, συνεμερίσθη. Ἔμεινεν ἀκριβῶς μόνος εὐθυμῶν ἀπὸ τοῦ βήματος. Καὶ τί ἔλεγεν; Ὅτι μετέβη ἐπανειλημμένως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ εἶπεν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους (εἰσὶν αἱ λέξεις αὐτοῦ): «Τί κάθησθε καὶ ἰσχυρίζεσθε, ὅτι δὲν ἐστάλη αὐτὸ τὸ τηλεγράφημα; Εἰς ἐμὲ γράφουσιν ἐκ Ζακύνθου ὁ Παπαχριστοφιλόπουλος καὶ δὲν ἠξεύρω τίς ἄλλος, ὅτι ἔχουσιν εἰς χεῖρας αὐτῶν τὸ τηλεγράφημα». Καὶ ἐβεβαίωσεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι οὐχὶ ἅπαξ, ἀλλ’ ἐπανειλημμένως μετέβη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐπισκεπτόμενος τοὺς ὑπαλλήλους, καὶ καθιστῶν προσεκτικοὺς αὐτούς, μὴ τυχὸν ἐστάλη τοιοῦτο τηλεγράφημα, ἀδιάφορον παρὰ τίνος. Καὶ ὅταν, Κύριοι, ἔχητε ἄνδρα, ὡς τὸν κ. Μπουφίδην, ἐκκινοῦντα ἐκ τῆς Νεαπόλεως καὶ κατερχόμενον τὴν ὁδὸν Σταδίου καὶ ἀναβαίνοντα ἐκείνας τὰς μακρὰς κλίμακας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀλλεπαλλήλως, ἵνα καταστήσῃ προσεκτικοὺς τοὺς ὑπαλλήλους, μὴ τυχὸν ἐστάλη τοιοῦτο τηλεγράφημα, νομίζετε, ὅτι τοῦτο, οὐχὶ μονομερῶς, ἀλλὰ προστιθέμενον εἰς πλεῖστα ἄλλα ἐπιχειρήματα, ἅτινα καὶ παρ’ ἄλλων καὶ παρ’ ἐμοῦ ἠκούσατε, δὲν ἀποτελεῖ βεβαίωσιν τῆς ὑπάρξεως τοῦ τηλεγραφήματος, ἐκ τῆς πεποιθήσεως, ἣν ἀνὴρ δικανικὸς, καὶ ἔμπειρος περὶ τὴν ὕπαρξιν ἢ μὴ ὕπαρξιν τῶν ἀδικημάτων, ἐσχημάτισεν; Εἰς ἐμὲ ἀρκεῖ, ὅτι φίλος, ἀφωσιωμένος τῇ Κυβερνήσει, οὐχὶ δὲ ἁπλοῦς τις ἄνθρωπος, ἀλλὰ πεπειραμένος καὶ εὐφυής, ὡς ὁ κ. Μπουφίδης, ἐκλονίσθη, —καὶ τί λέγω ἐκλονίσθη;— ἐσχημάτισε πεποίθησιν, ὅτι ἐστάλη παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ τηλεγράφημα, καὶ ὅτι κατεγίνετο πρῶτος αὐτὸς νὰ προσφέρῃ τὴν τιμιωτάτην ὁμολογουμένως ὑπηρεσίαν πρὸς τὸ κόμμα καὶ τὸν ἀρχηγὸν αὐτοῦ διὰ τῆς κατοχῆς παρ’ αὐτοῦ, οὐχὶ δὲ παρὰ τοῦ κ. Τζάνε, τοῦ ἐν λόγῳ τηλεγραφήματος. Τέλος πάντων ἐννοῶ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ κ. Τζάνε, ὅστις ἐκ Μεσσηνίας ἕλκει τὴν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καταγωγὴν αὑτοῦ. Ἀλλὰ τί κοινὸν μεταξὺ ἡμῶν, τῶν ἐκ τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος, καὶ τοῦ ἐκ Μεσσηνίας Παπαχριστοφιλοπούλου, ὥστε νὰ ἀφήσῃ ὁ κ. Μπουφίδης ὅλον ἐκεῖνον τὸν συρφετὸν τῶν θεσιθηρῶν καὶ ὅλην ἐκείνην τὴν σωρείαν τῶν πελατῶν, οἵτινες ἀκολουθοῦσιν αὐτὸν ἐκ τῆς Ἀττικῆς καὶ τῆς Βοιωτίας, ἵνα καταγίνηται περὶ ὑποθέσεώς τινος ξένης, Μεσσηνιακῆς, ἂν ἡ ὑπόθεσις αὕτη δὲν μετεῖχε σπουδαιότητος καὶ δὲν ἦτο ἀληθὴς καὶ πραγματική; Ἀλλ’ ὁ κ. Μπουφίδης, κατὰ τὸ σύστημα αὐτοῦ, τὸ εὔθυμον, ἐπιδεικνύων τὸ τηλεγράφημα καὶ κινδυνεύων νὰ παραδώσῃ αὐτὸ καὶ εἰς τὸ πῦρ τοῦ κηρίου, ἔλεγεν: «Ἔχει ὑπογραφήν;» Ἀπήντα δὲ μόνος του: «Δὲν ἔχει». Καὶ ποῖος λέγει ὅτι ἔχει; Ἀλλ’ ἐὰν εἶχεν ὑπογραφήν, βεβαίως δὲν ἠθέλομεν εἶσθαι οὐδ’ ἡμεῖς τοσοῦτον μωροί, νὰ συζητῶμεν πρὸς ὑμᾶς, οὐδ’ ὑμεῖς τοσοῦσον θαῤῥαλέοι, ὥστε νὰ ἐπιμένητε ἀκόμη, ὅτι τὸ ἐν λόγῳ τηλεγράφημα δὲν ἔλαβε χώραν. Καὶ ποῖον ἔγκλημα, καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν φοβερωτάτων, ἔρχεται, οὕτως εἰπεῖν, διὰ τῶν ποδῶν καὶ διὰ τοῦ σώματος αὐτοῦ ὅλου ἐνώπιον ὑμῶν, ἵνα εἴπῃ: «Ἰδοὺ ἐγώ»; Ἀλλ’ ἡ φύσις, ἢ ὁ Θεὸς, ἔδωκαν νοῦν καὶ κρίσιν τοῖς ἀνθρώποις, καὶ ἡ ἐπιστήμη ἔδωκε μέσα ἑρμηνευτικά, δι’ ὧν κανονίζεται ἡ κρίσις τῶν ἀνθρώπων· καὶ διὰ τοῦ νοὸς καὶ διὰ τῶν μέσων τῆς ἐπιστήμης βεβαιοῦταί τις περὶ τοῦ ἐγκλήματος, ἀκόμη καὶ ὅταν δὲν ἔχῃ αὐτὸ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν. Εἰσὶ τὰ τεκμήρια, αἱ συῤῥέουσαι ἐνδείξεις, καὶ ταῦτα πάντα ὁμοῦ συντελοῦσιν εἰς τὸ νὰ σχηματίζηται ἑδραία πεποίθησις περὶ τῆς ὑπάρξεως ἢ μὴ ὑπάρξεως ἀδίκου τινὸς πράξεως. Καὶ δὲν εἶναι μόνον, Κύριοι, οἱ συνάδελφοι, οἱ τοσοῦτον ἐνδιαφέρον ἐπιδειξάμενοι, ὅπως τὸ τηλεγράφημα περιέλθῃ εἰς χεῖρας τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἑτέρου ἐξ αὐτῶν· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδειξε μέγα ἐνδιαφέρον, ἀποδεικνυόμενον ἐξ αὐτῶν τῶν ἐπιστολῶν, ἵνα λάβῃ εἰς χεῖρας αὑτοῦ τὸ τηλεγράφημα. Καὶ ὅταν ἀκούσητε μίαν καὶ μόνον ἐκ τῶν ἐπιστολῶν τούτων, οὐχὶ ἀναλυομένην, ἀλλ’ ἀναγινωσκομένην ἁπλῶς, θέλετε πεισθῆ, ὅτι πλαστὴ ἦτο καὶ ἐκείνη ἡ παράστασις, ἣν κατά τινα τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων ἐποιήσατο ἐντεῦθεν ὁ Πρωθυπουργός, λέγων πρὸς ὑμᾶς, ὅτι εὐθὺς, ὡς ἐπεδείχθη πρὸς αὐτὸν ἀντίγραφον τοῦ τηλεγραφήματος αὐτοῦ παρὰ τοῦ κ. Τζάνε, ἔστρεψε δῆθεν τοὺς ὀφθαλμοὺς, εἰπών, ὅτι εἶναι πλαστόν. Ἔχομεν λοιπὸν τὴν ἐπιστολὴν φίλου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δεικνύουσαν καθαρώτατα τὸ ἐνδιαφέρον, ὅπερ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδειξεν ὑπὲρ τοῦ νὰ ληφθῇ τὸ τηλεγράφημα παρὰ τοῦ κ. Τζάνε. Ἀκούσατε, παρακαλῶ τί γράφει ὁ κ. Τζάνες ἐκ Καλαμῶν πρὸς τὸν Παπαχριστοφιλόπουλον τῇ 27 Ἰανουαρίου 1888 ἔτους (ἀναγινώσκει): «Μὴ φοβῆσαι, μὴ μὲ ὑποπτεύῃς, στεῖλε νὰ ἔλθῃ συγγενής σου, δι’ οὗ νὰ μοῦ στείλῃς τὰ ἔγγραφα. Ὁ κ. Τρικούπης ἀναμένει βεβαίωσίν μου περὶ αὐτῶν, διότι ἐθεώρησε μὴ γνήσιον τὸ τηλεγράφημα». Λέγει μὲν, ὅτι ἐθεώρησε μὴ γνήσιον τὸ τηλεγράφημα, ἀλλὰ δὲν κάμνει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκεῖνο, ὅπερ εἶπεν ἡμῖν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ ἑαυτοῦ, ὅτι ἔστρεψε τουτέστι τὴν κεφαλήν. Ἐδῶ ἔχομεν φίλον τῆς Κυβερνήσεως πιστὸν, ἐργαζόμενον ὑπὲρ τῆς φιλοτιμίας καὶ τῆς τιμῆς αὐτῆς, καὶ βεβαιοῦντα διὰ τῆς ὑπογραφῆς αὐτοῦ, τί; Ὅτι «ὁ κ. Τρικούπης ἀναμένει βεβαίωσιν περὶ αὐτῶν». Ἐπῆλθε λοιπὸν συζήτησις μεταξὺ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Τζάνε, καὶ ἐζήτησε βεβαιώσεις περὶ τῶν ἐγγράφων τούτων. Ὑπάρχει περὶ τούτων ἀμφιβολία; Αὐτά εἰσι κείμενα, εἰς Ἑλληνικὴν γλῶσσαν γεγραμμένα καὶ σαφέστατα. Τί εἶναι λοιπὸν τὸ ἐνδιαφέρον τοῦτο τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἢ ἀπόδειξις ἀσφαλής, ὅτι δὲν ἐσχημάτισε πεποίθησιν περὶ τῆς μὴ ὑπάρξεως τοῦ τηλεγραφήματος, ἀλλ’ ἀκριβῶς τοὐναντίον περὶ τῆς ὑπάρξεως αὐτοῦ; Ἀλλὰ θέλει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτὴς νὰ φέρωμεν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ μακαρίτου Λομβάρδου. Αἴ! ἂν εἴχομεν τὴν ὑπογραφὴν, δὲν ἠθέλομεν συζητεῖ περὶ τούτου ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Καὶ μήπως ἔχωμεν τὸ ἐνδιαφέρον μόνον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Εἶναι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πάλιν ἐδῶ. Καὶ πῶς τοῦτο ἀποδεικνύεται; Καταφαίνεται ἐκ τῶν ἐπιστολῶν. Ἔχω, Κύριοι, τὴν ἐπιστολὴν τοῦ κ. Καραβίτου. Καὶ περὶ τοῦ κ. Καραβίτου εἶναι ἀνάγκη νὰ γένηται καὶ ἐξήγησίς τις. Ὁ κ. Καραβίτης δὲν εἶναι φίλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἢ μήπως ἔχω ἄδικον, κύριοι Βουλευταὶ ἐκ Μεσσηνίας; Εἶναι φίλος τῆς Κυβερνήσεως......

§24ΣΑΚΚΗΣ. Μάλιστα. Κατόπιν συναλλαγῆς.

§25ΛΕΒΙΔΗΣ. Μὰ εἶναι δύσκολον νὰ εὕρῃ τις πρὸς τίνα δὲν συνηλλάχθη αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις. Ἵνα εὕρητε πρὸς τίνα συνηλλάχθη, δὲν ἔχετε ἢ νὰ ἁπλώσητε τὴν χεῖρα, καὶ ὅντινα εὕρητε καὶ συλλάβητε, οὗτος συνηλλάχθη μετὰ τῆς τῆς Κυβερνήσεως. Μάλιστα φθάνουσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ συναλλάττωνται καὶ μετ’ ἀντιπολιτευομένων τινῶν ἐνίοτε, ἐν πεποιθήσει μὲν, ὅτι δὲν δύνανται νὰ μεταβάλωσιν οὗτοι πεποιθήσεις, ἀλλὰ λέγουσι: «κόσμος εἶναι αὐτός· πιθανὸν καὶ νὰ ἐξαπατηθῶσι· πρᾶξον τὸ ἀγαθὸν, καὶ δὲν χάνεις». Λοιπὸν ἄλλος φίλος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ δήμαρχος κ. Καραβίτης τί γράφει; Εἶναι ἀνάγκη καὶ πάλιν ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ ἐπιστολὴ, διότι ἀναμφισβητήτως θέλει ἀποδειχθῆ τὸ γεγονὸς, ὅτι ὁ κ. Καραβίτης καὶ εἶδε τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης· ἂς διαμαρτύρηται δὲ ὅσον θέλει ὁ κ. Ὑπουργός. Δὲν εἶναι πρώτη φορὰ αὕτη, καθ’ ἣν βλέπω τὸν κ. Ὑπουργὸν διαμαρτυρόμενον, κατόπιν δὲ ἀποδεικνυόμενον καὶ ἀποκαλυπτόμενον, ὅτι τοὐλάχιστον δὲν ἐνεθυμεῖτο. Ἐφέρομεν αὐτῷ ἐπιστολὴν ἐκ Κερκύρας, καὶ ἐλέγομεν αὐτῷ: «ὁ ἀδελφός σου προέτεινε τὴν καταδίκην τοῦ Τάκη ἐπὶ ἁπλῇ ἀναιρέσει μόνον, ἐνῷ εἶχε παραπεμφθῆ οὗτος ἐπὶ φόνῳ καὶ ἑνώσει», ὁ δὲ Ὑπουργὸς ἠρνεῖτο. Δὲν λέγω τώρα, ὅτι ἐπίτηδες ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶδε τὸν κ. Καραβίτην· εἶναι δυνατὸν καὶ νὰ μὴ ἐνθυμῆται! Ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ κ. Καραβίτου, φίλου τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὸν Παπαχριστοφιλόπουλον, θέλω ἀποδείξει πασιφανέστατα, ὅτι ὁ κ. Καραβίτης εἶδε τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ συνωμίλησεν αὐτῷ περὶ τοῦ ἐν λόγῳ τηλεγραφήματος· καὶ ἀκούσατε (ἀναγινώσκει): «Ἀθῆναι, 9 Μαρτίου 1887. «Ἀδελφὲ Θεμιστοκλῆ. «Τὴν ἐπιστολήν σας ἔλαβον· δὲν σᾶς ἔγραψα ἀμέσως, διότι ἤθελον ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ μάθω τὰς διαθέσεις καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης». Λοιπὸν ἔχετε Δήμαρχον οὐ τὸν τυχόντα ἄνθρωπον, φίλον τῆς Κυβερνήσεως, εὑρισκόμενον ἐν Ἀθήναις δι’ αὐτὴν ταύτην τὴν ὑπόθεσιν, βεβαιοῦντα τί; Ὅτι θέλει νὰ μάθῃ τὰς διαθέσεις καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ θέλετε τώρα νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι, ὅπως ὁ Πάπας τῆς Ῥώμης, ἀόρατος, καὶ πρέπει νὰ μεταχειρισθῆτε, δὲν ἠξεύρω πόσα μέσα, καὶ ὑποδήματα νὰ ἀλλάξητε, ἵνα ἴδητε αὐτόν; Ἀλλὰ δὲν εἶναι Πάπας τῆς Ῥώμης ὁ κύριος Ὑπουργὸς, διότι εἴδομεν ἐδῶ τόμον ὁλόκληρον συναλλαγῆς περὶ χαρίτων, ἥτις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγένετο τηλεγραφικῶς. Καὶ γνωρίζετε, ἵνα δοθῇ μία καὶ μόνη χάρις, ποσάκις εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναβῆτε τὰς κλίμακας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ νὰ εἰσέλθητε εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ τοῦ ἁρμοδίου τμηματάρχου, καὶ τοῦ συγγενοῦς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Λοιπὸν ὁ κ. Καραβίτης ἦλθε μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ ἴδῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸν κ. Παπαφράγκον. Καὶ ἐξακολουθεῖ (ἀναγινώσκει): «Καθόσον ὅμως ἦλθον, μὲ ἐνεθάῤῥυνεν ὁ κ. Βαρελίδης, ὅτι θὰ γίνῃ κατὰ τὰς 25 Μαρτίου, ἀλλὰ δὲν ἔδωκα πίστιν· μοὶ ἔλεγεν, ὅτι ἀνεβλήθη, ἐξ ἑνὸς μὲν, διότι ὁ τύπος ἔκαμε λόγον καὶ ἐξετραχηλίσθη κατὰ τῆς καταχρήσεως τῶν χαρίτων, ἐξ ἄλλου δὲ, διότι τὸ τηλεγράφημα πρὸς Νομάρχην καὶ Πρόεδρον περιῆλθεν εἰς χεῖρας τοῦ Πυλιώτου, καὶ ἐξ ἀκριτομυθίας αὐτοῦ ἐγένετο γνωστὸν εἰς πολλοὺς, καὶ ἐπεθύμει ὁ Ὑπουργὸς νὰ παρέλθωσιν αἱ ἐντυπώσεις. Ὁ Παπαφράγκος καὶ ὁ Βουλπιώτης εἶπον, ὅτι θὰ τελειώσῃ, παρὰ θὰ παρέλθῃ μικρὸς χρόνος, διότι εὑρίσκονται, κατὰ τὴν ἔκφρασίν των, εἰς τὴν φωτιά.» Ταῦτα ἔλεγε πρὸς αὐτὸν ὁ Βαρελίδης. Ὅτι δὲ πράγματι στενοχωρίαν εἶχον οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ κατὰ τὴν τότε ἐποχὴν, ἕνεκα τῶν χαρίτων, ἀπόδειξις τὰ τότε πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, διότι ἀκριβῶς τῇ 25 καὶ 26 Φεβρουαρίου 1887 ἔτους ἐποιούμην ἐγὼ λόγον ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τῶν παρανόμως ἀπονεμηθεισῶν χαρίτων, καὶ ἐζήτουν τὰς δικογραφίας ἀπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἡ δὲ ἐπιστολὴ τοῦ κ. Καραβίτη εἶναι τῇ 9 Μαρτίου 1887 ἔτους, δηλ. μετὰ δέκα μόλις ἡμέρας. Λοιπὸν «εὑρίσκονται κατὰ τὴν ἔκφρασίν των», δηλ. αὐτῶν. Καὶ ὁ κ. Καραβίτης ἐξακολουθεῖ: «Ὡς πρὸς τὴν προαγωγὴν ὅμως τοῦ Σωτηρίου μὲ ἀπέλπισαν.... Τὸν Τρικούπην δὲν εἶδον ἀκόμη. Πεντάκις ὑπῆγον καὶ δὲν ἠδυνήθην νὰ τὸν ἴδω». Πρόκειται ἐδῶ περὶ δικαστικοῦ τινος ἀξιώματος, Πρωτοδίκου, ἢ δικαστικοῦ κλητῆρος, δὲν ἠξεύρω. Καὶ ἐνῷ λέγει ἀνωτέρω, ὅτι θέλει προσπαθήσει νὰ ἴδῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἔπειτα λέγει: «τὸν Τρικούπην δὲν εἶδον ἀκόμη». Τί ἐξάγεται καὶ ἐκ τούτου μόνον, κατὰ τὸν γνωστὸν ἑρμηνευτικὸν κανόνα; Ὅτι εἶδε τὸν Βουλπιώτην. Μένει πλέον ἀμφιβολία τις, ὅτι ὁ κ. Καραβίτης εἶδε τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης; Καὶ ὅταν εἶδε τὸν Ὑπουργὸν, μένει ἀμφιβολία, ὅτι συνηλλάχθη μετ’ αὐτοῦ; Οὐδεμία. Παρακαλῶ πάντα τίμιον ἄνθρωπον, εἴτε ἀκούοντα τὰ ἐνταῦθα ἀναλυόμενα, εἴτε μέλλοντα νὰ ἀναγνώσῃ αὐτὰ, νὰ εἴπῃ ἐν τῇ συνειδήσει αὐτοῦ, μακρὰν τῶν πολιτικῶν κομμάτων καὶ τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, ἐὰν καὶ μόνη ἡ ἐπιστολὴ τοῦ κ. Καραβίτου, ἀναγινωσκομένη, δὲν θέλει πείσει τὴν συνείδησιν αὐτοῦ, ὅτι πρόδηλος εἶναι ἡ συνέντευξις τοῦ κ. Καραβίτου μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ἐνταῦθα, Κύριοι, ἀνέλυσα τὸ ἐνδιαφέρον ἑνὸς ἑκάστου τῶν κυρίων Ὑπουργῶν διακεκριμένως. Ἀλλ’ ἔχομεν τὸ ἐνδιαφέρον, ἀποδεικνυόμενον καὶ διὰ τοὺς δύο συγχρόνως, ἐξ ἄλλων ἐπιστολῶν τοῦ κ. Τζάνε, ὅπως ἡ ἐξ Ἀθηνῶν τῆς 18 Ἰανουαρίου 1888 πρὸς τὸν Παπαχριστοφιλόπουλον (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἔγγραφα ταῦτα στεῖλέ μου δι’ ἐμπιστευμένων συγγενῶν σου εἰς Καλάμας. Θὰ μοῦ χρησιμεύσωσιν ὡς ὁδηγὸς καὶ ὅπλον κατὰ πάσης δυσχερείας καὶ ἀρνήσεως ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων· ἄλλως ἔδωκα ὑπόσχεσιν νὰ γίνω ἐγὼ ὁ θεματοφύλαξ». Ποῖοί εἰσιν οἱ ἁρμόδιοι; Μήπως εἶναι ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος Ἀττικῆς, ἢ ὁ Πρόεδρος τῆς ἐπὶ τῶν Ὀλυμπίων Ἐπιτροπῆς; Ποῖος εἶναι ὁ ἁρμόδιος; Ἐκεῖνος, ὅστις δίδει τὴν χάριν: «Ἄλλως ἔδωκα ὑπόσχεσιν, νὰ γίνω ἐγὼ ὁ θεματοφύλαξ». Ὅταν ἔχητε ἁρμοδίους ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέρους, καὶ ὑπόσχεσιν ἀπὸ τοῦ ἑτέρου, καὶ ταῦτα πάντα γραφόμενα παρὰ τοῦ κ. Τζάνε, ὅστις γνωρίζει καὶ τίνες οἱ ἁρμόδιοι καὶ πρὸς τίνας αἱ ὑποσχέσεις, τότε μένει, παρακαλῶ, εἰς τὸν νοῦν καὶ τοῦ δυσπιστωτάτου ἀνθρώπου ἀμφιβολία, ὅτι ἔλαβον γνῶσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῆς καταγγελλομένης πράξεως; Πῶς δίδεται αὐτὴ ἡ ὑπόσχεσις; Ἐπέρχεται συζήτησις, καὶ μετὰ τὴν συζήτησιν συμφωνία, καὶ μετὰ τὴν συμφωνίαν συντελεῖται τὸ συνάλλαγμα διὰ τῆς ὑποσχέσεως. Ταῦτα πάντα νομίζω, ὅτι προδηλότατα ἔτι προκύπτουσιν ἐκ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ κ. Τζάνε πρὸς τὸν Παπαχριστοφιλόπουλον ἐκ Καλαμῶν τῆς 22 Μαρτίου 1888 ἔτους (ἀναγινώσκει): «Λησμόνησες ὅ,τι σοῦ εἶπον ἐπανειλημμένως· ἅμα πεισθοῦν, ὡς συνεφωνήθη, ὅτι κατέχω τὰ ἔγγραφα, θὰ σπεύσουν νὰ περαιώσουν τὴν ὑπόθεσίν σου, μεθ’ ὃ θὰ παραδώσω τὰ ἔγγραφα. Σὺ δὲν μὲ ἐμπιστεύεσαι, ὅπως ἐκεῖνοι». Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι τὸ ἐνδιαφέρον καὶ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν φαίνεται πάνοπλον, καὶ ἐξέρχεται, ὅπως ἡ Ἀθηνᾶ πάνοπλος ἐκ τῆς κεφαλῆς τοῦ Διὸς, καὶ φωτίζει καὶ τὸν τυφλώτερον τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλ’ ἔρχεται, Κύριοι, ἄλλος λόγος, προστιθέμενος εἰς τοσούτους ἄλλους, πείθων ἡμᾶς περὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἐν λόγῳ τηλεγραφήματος, πείθων ἡμᾶς, ὅτι εἴτε Ὑπουργός, εἴτε Βαρελίδης, εἴτε οἱοσδήποτε ἄλλος ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔπεμψε βεβαίως τὸ τηλεγράφημα τοῦτο πρὸς τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν ἐν Ζακύνθῳ καὶ τὸν Νομάρχην, σὺν τῇ ῥητῇ ἐντολῇ, ὅπως ἐπιδείξωσιν αὐτὸ εἰς τὸν Παπαχριστοφιλόπουλον, ἵνα κατωρθώσωσι τὴν μετάστασιν αὐτοῦ πρὸς τὸν ὑπουργικὸν συνδυασμόν. Βεβαίως οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἦσαν ἐν γνώσει τῶν ἀπειλῶν τοῦ Παπαχριστοφιλοπούλου, διότι αὐτὸς ὁ κ. Τζάνες ἐπανειλημμένως ἐν ταῖς ἐπιστολαῖς αὐτοῦ λέγει, ὅτι καὶ ὡμίλησε καὶ ἔγραψε πρὸς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς περὶ τῶν κινδύνων, οὓς διέτρεχεν ἡ ὑπόληψις τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ὁ Παπαχριστοφιλόπουλος ἐδημοσίευε τυχὸν τὸ ἐν λόγῳ τηλεγράφημα. Πῶς ἀπένειμον τὴν χάριν, ἐνῷ αὐτὸς ἦτο βεβαίως ἀνάξιος χάριτος; Διότι ἄνθρωπος, ὅστις, κατάδικος ὢν καὶ μένων ἐν τῷ δεσμωτηρίῳ, τολμᾷ νὰ ἀπειλῇ τοὺς Ὑπουργοὺς διὰ τῆς δημοσιεύσεως τηλεγραφήματος, φέροντος δῆθεν τὴν ὑπογραφὴν ἑνὸς τῶν συναδέλφων αὐτῶν, βεβαίως δὲν ἔχει λόγον νὰ εὕρῃ χάριν παρὰ ταῖς συνειδήσεσι τῶν κυρίων Ὑπουργῶν. Ἔδωκαν λοιπὸν τὴν χάριν, διότι ἐφοβοῦντο, διότι αἱ ἀπειλαὶ ἐδύναντο νὰ γίνωσι πρᾶγμα, καὶ τὸ πρᾶγμα νὰ συντρίψῃ τὰς κεφαλὰς τῶν κυρίων Ὑπουργῶν. Ἢ μήπως κατέλαβεν αὐτοὺς τὸ φιλάνθρωπον ἐκεῖνο αἴσθημα, (περὶ οὗ μακρὸν λόγον ἐποιήσατο πέρυσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης) μὴ τυχὸν ὁ Παπαχριστοφιλόπουλος ἀποθάνῃ ἐν ταῖς φυλακαῖς; Ἀλλ’ ἀπεδείχθη, ὅτι τοιοῦτος κίνδυνος δὲν ὑπῆρχε, διότι εἶχε ληφθῆ φροντίς, ὁ κατάδικος νὰ μένῃ ἐν οἰκήματι συγγενοῦς αὐτοῦ, τοῦ Πυλιώτου. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὁ Παπαχριστοφιλόπουλος ἦτο ἄξιος χάριτος. Ἐγὼ, βεβαιῶ ἡμᾶς, ὅτι ἐντελῶς ἀγνοῶ τὸν ἄνθρωπον· οὔτε συμπολίτης μου εἶναι, οὔτε ποτὲ εἶδον αὐτὸν εἰς τὸν οἶκόν μου, ἀλλ’ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι καθῆκον ἔχομεν, σεβόμενοι τὴν ἀλήθειαν, νὰ εἴπωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι, ὅτε ἀπένειμον χάριτας εἰς τὸν Τάκην καὶ τὸν Ῥοκόφυλλον καὶ εἰς πεντακοσίους, καὶ χιλίους, καὶ τρισχιλίους κακούργους, ὧν τὰ ὀνόματα καὶ τὰ ἐγκλήματα ἠκούσατε ἐν ἀρχῇ τῆς ἀγορεύσεώς μου ταύτης, δολοφόνους, ἀδελφοκτόνους, κλέπτας, λῃστὰς, βεβαίως ἦτο ἄξιος χάριτος ὁ Παπαχριστοφιλόπουλος, ὅστις εἶχεν ὑπὲρ ἑαυτοῦ ἔκθεσιν, ἧς σειράς τινας θέλω ἀναγνώσει, πρῶτον μὲν, ἵνα δικαιωθῇ ὁ ἀνὴρ, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι, μικρὸς ἢ μέγας, καὶ νὰ εὕρῃ τέλος πάντων ἡσυχίαν τινὰ καὶ ἠρεμίαν ἡ ψυχὴ αὐτοῦ, ἀπέναντι τῶν λοιδοριῶν, ἃς ἤκουσε καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ ὑπὸ τοῦ τύπου· οὔτε σημαίνει ἔπειτα, διότι τις ἅπαξ ἐγένετο ἔνοχος ἐγκλήματος, ὅτι δυνάμεθα αἰωνίως νὰ μυκτηρίζωμεν αὐτόν. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ γνωμοδότησις τοῦ Δικαστηρίου τῶν Συνέδρων τοῦ δικάσαντος αὐτὸν Δικαστηρίου (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ πολλὰ ἔτη διατελέσας Τελώνης, ἦτο οὐ μόνον χρηστῆς διαγωγῆς, ἀλλὰ καὶ ἀμείλικτος διώκτης τῶν λαθρεμπορίων· πολλάκις τῷ παρουσιάσθησαν περιστάσεις καὶ εὐκαιρίαι νὰ ὠφεληθῇ σημαντικὰ ποσὰ ἐκ χιλιάδων δραχμῶν, αἵτινες τῷ προσεφέρθησαν ὑπὸ λαθρεμπόρων, καὶ ἃς ἀπέκρουσεν οὗτος, καταδιώξας αὐτοὺς, καὶ ἰδίως Νικητόπουλόν τινα, ὅστις τῷ προσέφερε χίλια τάλληρα, ἅτινα ἀπέῤῥιψε, καταδικάσας αὐτὸν εἰς τὸ ὀκταπλοῦν τέλος, πρὸς ὄφελος τοῦ Δημοσίου εἰσπραχθέν. 2) Ὁ κατηγορούμενος οὗτος οὐδεμίαν ἔχει περιουσίαν, καίτοι ἐπὶ δεκαετίαν ὡς Τελώνης εἰς κεντρικὰ Τελωνεῖα διετέλεσεν, ἐκτὸς μικρᾶς κτηματικῆς, ἣν ἐκτήσατο ἐκ προικὸς καὶ κληρονομίας, ἣν καὶ βεβαρυμένην μὲ ὑποθήκας ἔχει. Ἀποβλέπον δὲ (τὸ Δικαστήριον) ἐξ ἄλλου εἰς τὴν ἀγαθότητα αὐτοῦ, ἥτις μᾶλλον κουφότης δύναται νὰ θεωρηθῇ, καὶ ἧς ἕνεκα, κατὰ προφανῆ παράβασιν τῶν καθηκόντων του, πιθανὸν νὰ ἐγένετο θῦμα τῆς εὐπιστίας αὐτοῦ, ἐμπιστευθεὶς ἀπολύτως τὴν ὕπαρξιν καὶ βεβαίωσιν τῶν λιμενικῶν κλπ. Ἐν Τριπόλει τῇ 19 Ἰανουαρίου 1886. «Οἱ Δικασταί. Ὁ Εἰσαγγελεύς.» Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ φρικαλέου τινὸς κακούργου, ὡς ἠθέλησαν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ καὶ οἱ φίλοι αὐτῶν καὶ ὁ ὑποστηρίζων αὐτοὺς τύπος νὰ ἀποδείξωσι, διότι ὁ ἄνθρωπος ἔχει ὑπὲρ ἑαυτοῦ ἔκθεσιν, οἵαν ἀμφιβάλλω ἐὰν ἔχῃ εἷς ἐκ τῶν καταδίκων ἐκείνων, πρὸς οὓς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπένειμε χάριν. Ἀπόδειξις λοιπὸν, ὅτι ἦτο ἄξιος χάριτος, εἶναι, πρῶτον μὲν ἡ ἔκθεσις τοῦ δικάσαντος αὐτὸν Δικαστηρίου, ἔπειτα δὲ ἡ ἀπονομὴ τῆς χάριτος παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις δὲν πιστεύω νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἀπένειμε τὴν χάριν εἰς ἄνθρωπον ἀνάξιον αὐτῆς. Ἀλλ’ ἂν ὁ Παπαχριστοφιλόπουλος ἦτο ἄξιος Βασιλικῆς χάριτος, διατὶ δὲν ἐδόθη αὕτη πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 4ης Ἰανουαρίου; Διατὶ, ἐνῷ ἐδόθησαν τετρακισχίλιαι χάριτες πρὸ τῶν τότε ἐκλογῶν, δὲν εὑρέθη οὔτε μία στιγμή, ἵνα σκεφθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ὑπὲρ παροχῆς χάριτος εἰς τὸν Παπαχριστοφιλόπουλον; Διότι ἦτο ἀνάγκη νὰ τελεσθῇ ἡ συναλλαγή, διότι ἦτο ἀνάγκη νὰ μεταστῇ ὁ Παπαχριστοφιλόπουλος ἐκ τῆς φάλαγγος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὴν τοῦ συμπολιτευομένου συνδυασμοῦ, καὶ διότι ἦτο βέβαιον, ὅτι, λαμβάνων τὴν χάριν πρὸ τῶν ἐκλογῶν, δὲν ἤθελεν ἀκολουθήσει αὐτούς· ἀπόδειξις δὲ τούτου, ὅτι καὶ σήμερον, λαβὼν τὴν χάριν, δὲν ἀκολουθεῖ αὐτοὺς, ἀλλὰ τοσοῦτον εἶναι ἀφωσιωμένος εἰς τὰ φρονήματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὥστε παρέσχεν εἰς τὸν ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτὴν τὰς ἐπιστολὰς ἐκείνας, δι’ ὧν ἐλέγχεται σήμερον ἡ εὐθύνη οὐχὶ πλέον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως. Τοιαῦτα λοιπὸν ἔπραττον πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 4ης Ἰανουαρίου, καὶ ὑπὸ τοιαῦτα κατορθώματα καὶ ὑπὸ τοιαῦτα μέσα ἔστησαν τὸ τρόπαιον τῆς 4ης Ἰανουαρίου. Ἡ ὑπόθεσις τοῦ Παπαχριστοφιλοπούλου εἶναι πρᾶξίς τις συντομωτάτη ὁλοκλήρου τοῦ δράματος, ὅπερ ἐφιλοτέχνησαν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, ἵνα πλάσωσι τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν τῆς 4ης Ἰανουαρίου. Ἀλλὰ καὶ τοιαύτη οὖσα ἡ ὑπόθεσις Παπαχριστοφιλοπούλου, βεβαίως εἶναι ἱκανὴ νὰ παραστήσῃ τὴν εἰκόνα τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἐνόησαν νὰ κατασκευάσωσι τὴν Βουλὴν τῆς εὐρείας περιφερείας, νὰ διδάξῃ δὲ ἡμᾶς καὶ τοὺς μεθ’ ἡμᾶς, ὅτι οὐδαμῶς ὀφείλομεν νὰ πιστεύωμεν εἰς τοὺς μεγάλους λόγους, οἵτινες πάντοτε ἦσαν ἀπάτη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἦλθεν ἐνταῦθα, φέρων πλειονοψηφίαν, ἣν, ἵνα ἀποκτήσωμεν, ὑπῆρξεν ἀνάγκη νὰ πλάττωμεν ψευδῆ γεγονότα, ἦτο ἀνάγκη νὰ συγκαλῶμεν ἐνταῦθα τοὺς Δημάρχους τοῦ Κράτους, περιϋβρίζοντες τὴν Βουλήν, ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀπονέμωμεν παράσημα· καὶ ταῦτα μέν εἰσι γελοῖα. Ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη νὰ κλονίσωμεν αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τὴν κοινωνικὴν τῆς Ἑλλάδος, ἀπολύοντες ἀνὰ τὰς ὁδοὺς καὶ ἀνὰ τὰ καφφενεῖα, καὶ ἀνὰ τὰς πόλεις καὶ τὰς κώμας τῆς Ἑλλάδος ἀνθρώπους, ὧν ὁ ἔσχατος ἴσως ἦτο ἄξιος φοβεροῦ κατέργου. Καὶ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἔλεγεν, ὅτι μάχεται ὑπὲρ ἰδεῶν, ὅτι τὰ νομοσχέδια τῆς εὐρείας περιφερείας οὐδένα ἄλλο σκοπὸν ἔχουσιν, εἰμὴ νὰ ἀναδείξωσι τὰς ὑψηλὰς αὐτοῦ ἰδέας· καὶ παρέσυρε τὴν Βουλὴν τότε, παντοῖα τεχνάσματα μηχανώμενος, ἵνα ψηφίσῃ τοὺς νόμους ἐκείνους, τοὺς ἀντισυνταγματικούς, οὓς βεβαίως δὲν ἀνέχεται ὁ Ἑλληνικὸς λαός. «Αἱ ὑψηλαὶ ἰδέαι», ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τῇ 23ῃ Μαΐου 1886 ἔτους, συζητῶν περὶ ἐκλογικῶν νομοσχεδίων, «αἱ ὑψηλαὶ ἰδέαι, αἱ περιλαμβανόμεναι ἐν τοῖς νομοσχεδίοις τούτοις, τί δύνανται νὰ παράσχωσιν εἰς τὸν θέλοντα νὰ συντάξῃ ἔκθεσιν ἐπεξηγηματικήν!» Καὶ κατωτέρω: «Πρέπει νὰ ἀνυψώσητε τὸ Βουλευτήριον, πρέπει νὰ ἀνυψώσητε αὐτὸ, διότι ἡ λειτουργία αὐτοῦ, ἐπ’ ἐσχάτων μάλιστα, κατέστη τόσῳ ὑψηλὴ, ὥστε, ὅ, τι καὶ ἂν πράξωμεν, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον τοῦ ὕψους, τὸ ὁποῖον τὸ πολίτευμα ὑποθέτει. Τί δὲ πρὸς τοῦτο προτείνομεν; Προτείνομεν τὴν εὔρυνσιν τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας, ὡς καθιστῶσαν τὸν Βουλευτὴν μᾶλλον ἀνεξάρτητον ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων αὐτοῦ.» «Μᾶλλον ἀνεξάρτητον». Καὶ πρόκειται περὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν Βουλευτῶν, ὅταν καταφεύγωσιν εἰς τοιαύτην ἐπονείδιστον συναλλαγὴν πρὸς ἀνθρώπους, βιοῦντας ἐν τοῖς κατέργοις! «Ὡς καθιστῶσαν, ἐξακολουθεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὴν ἐκλογὴν μᾶλλον συναφῆ πρὸς τὴν ἰδέαν, παρὰ πρὸς τὸ πρόσωπον. Ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι, στηριζομένῳ ἐπὶ τῆς διαφορᾶς τῶν ἰδεῶν, στηριζομένῳ ἐπὶ τοῦ ἀγῶνος μεταξὺ τῶν ἀντιθέτων ἰδεῶν, πρέπει αἱ ἐκλογαὶ νὰ κατοπτρίζωσι ταύτην τῶν ἰδεῶν τὴν κατάστασιν». Καὶ ἠκούσατε τὰς ἰδέας τὰς πολιτικάς, ὁτὲ μὲν ἐν τῇ ὑποθέσει τοῦ Τάκη, ὁτὲ δ’ ἐν τῇ τοῦ Ῥοκοφύλλου, νῦν μὲν ἐν τῇ ὑποθέσει τοῦ Παπαχριστοφιλοπούλου, ἄλλοτε δὲ ἐν τῇ τοῦ Ντούνια, ὃν καταδικασθέντα δὶς διώρισεν ὑπάλληλον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ἔχῃ αὐτὸν συνάδελφον ἐν κατωτέρᾳ βαθμίδι, ἐνῷ αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν προσεκάλεσε τὸν Εἰσαγγελέα Σύρου νὰ βεβαιώσῃ, ἐὰν ὁ Ντούνιας εἶχέ ποτε καταδικασθῆ, ὁ δὲ Εἰσαγγελεὺς καταφατικῶς ἀπήντησε. «Πρόκειται, ὅταν καλῆται τὸ Ἔθνος νὰ καταρτίσῃ τὸ Κοινοβούλιον, ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τότε, νὰ ἀναδείξῃ οὐχὶ πρόσωπα, ἀλλὰ ἰδέας, νὰ ἐκλέξῃ οὐχὶ τοὺς ὑπηρετήσοντας τοπικὰ ἢ προσωπικὰ συμφέροντα, ἀλλὰ τοὺς ὑπηρετήσοντας ἰδέας πολιτικάς». Ὤ! αὐταὶ αἱ ἰδέαι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πῶς ἐξηυτελίσθησαν καὶ πῶς θέλουσιν ἐξευτελίζεσθαι αἰωνίως! Καὶ κατόπιν, ὁμιλῶν περὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Ὁ σκοπὸς καὶ τούτου καὶ ἐκείνου τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, ὅσον τὸ δυνατὸν, ν’ ἀποχωρισθῇ ὁ Βουλευτὴς ἀπὸ τοῦ ἐκλογέως, νὰ ἦναι ἀπ’ αὐτοῦ προσωπικῶς ἀνεξάρτητος, νὰ συνδέηται δὲ μετ’ αὐτοῦ μόνον διὰ τῶν κοινῶν ἰδεῶν!» (Πρακτικὰ Βουλῆς Περιόδου 10ης, Συνόδου 2ας, σελ. 59 καὶ ἑπ.). Ὅπως συνεδέοντο διὰ τῶν κοινῶν ἰδεῶν μόνον οἱ φίλοι τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ πρὸς τὸν Παπαχριστοφιλόπουλον, καὶ ὡς συνδέεται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης πρὸς τὸν Τάκην. Αὐταὶ ἦσαν αἱ ὑψηλαὶ ἰδέαι, δι’ ὧν ἠπάτησαν καὶ Βασιλείαν, καὶ ἔσω καὶ ἔξω Ἑλληνισμόν, καὶ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ κατήρτισαν τὴν Βουλήν, ἣν βλέπετε, πειθήνιον εἰς τὰ νεύματα αὐτῶν, ἐκ φόβου καὶ ἐκ μνήμης πρὸς τὴν καταγωγὴν αὐτῆς. Μετέβαλε τοὺς ἐκλογικοὺς θεσμοὺς, οὐχὶ ἵνα βελτιώσῃ τὸ Κοινοβούλιον, ὡς ἄλλος Ὑπουργὸς, ἀφ’ ἡμῶν μεταστὰς, ἐδογμάτιζεν, ἀλλ’ ἵνα ἐν τῇ ἐκλογικῇ συγχύσει, τῇ ἐκ τοῦ νέου ἐκλογικοῦ καθεστῶτος, κατισχύσῃ, τοῦθ’ ὅπερ καὶ κατώρθωσε, πλαστογραφῶν ὅμως τὴν ἀκριβῆ θέλησιν τοῦ Ἔθνους. Καὶ τώρα θέλει νὰ μεταβάλῃ τὴν Δημοτικὴν Ἀστυνομίαν εἰς Ἀστυνομίαν Διοικητικήν, διότι θέλει ἀποπειραθῆ καὶ πάλιν νὰ πλαστογραφήσῃ τὴν θέλησιν τοῦ Ἔθνους. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἀστυνομίας θέλει πολεμηθῆ, εἴπερ τι καὶ ἄλλο. Βεβαίως ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον ἔχει, πάσῃ δυνάμει νὰ ἀμυνθῇ κατὰ νόμου, ὅστις, ψηφιζόμενος, θέλει καταστήσει τὸ Κοινοβούλιον εὐτελές τι σῶμα, κινούμενον εἰς τὴν ἐλαχίστην πνοὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐγὼ δὲ προσωπικῶς φρονῶ, ὅτι, ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἀποκρούσῃ πάσῃ δυνάμει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, θέλει ἀρνηθῆ ἑαυτὴν, διότι πέποιθα, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς πιστώσεως ὑπὲρ Σπάρταλη, τὸ ζήτημα τοῦ Τάκη καὶ τοῦ Παπαχριστοφιλοπούλου εἶναι ζητήματα, δυνάμενα τέλος πάντων νὰ παρέλθωσιν· ἀλλ’ εὐθὺς, ὡς παραδώσητε τὴν ἐκλογικὴν ὑμῶν ψῆφον εἰς ἀνθρώπους, ὁμοίους πρὸς τοὺς Ἀστυνόμους τῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἀπόλλυνται αἱ ἐλευθερίαι, αὐτὴ ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ Ἔθνους. Νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θέλει πολεμηθῆ, διότι ἀντιβαίνει πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Τόπου καὶ τὰς παραδόσεις αὐτοῦ· καὶ λέγω τὰς παραδόσεις, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι καὶ ἐπὶ Τουρκοκρατίας ἀκόμη τὸ ἀστυνομεῖν ἦτο δικαίωμα τῶν Ἑλληνικῶν κοινοτήτων. Καὶ ἡ Ἑλλὰς εἶχεν ὑπὸ βάρβαρον κατακτητὴν ἐκεῖνο, ὅπερ βουλεύεται ν’ ἀφαιρέσῃ ὁ πεπολιτισμένος Πρωθυπουργὸς τῆς ἐποχῆς ταύτης. Λέγω, ὅτι μετέβαλον τοὺς ἐκλογικοὺς νόμους, ἵνα νοθεύσωσι τὸ φρόνημα τοῦ τόπου, τίνες; Ἐκεῖνοι, οἵτινες ὠνόμαζον πάσας τὰς πρὸ αὐτῶν Κυβερνήσεις κακοήθεις, (διότι αὐτὴ εἶναι ἡ λέξις) ὡς νοθευούσας δῆθεν τὰς ἐκλογάς. (Ἀναγινώσκει): «Βιαιότερον καὶ ἀδεξιώτερον (εἶναι τὸ «τίς πταίει») μετῆλθον τὰ Ὑπουργεῖα τοῦ κ. Βούλγαρη τὰς κυβερνητικὰς ἐπεμβάσεις, ὑπουλώτερον δὲ καὶ ἐπιτυχέστερον τὰ τοῦ κ. Ζαΐμη καὶ τοῦ κ. Δεληγιώργη, κατ’ οὐσίαν ὅμως ἐπίσης κακοήθης ὑπῆρξεν ὑφ’ ὅλα τὰ ἀπὸ τοῦ 1868 καὶ μέχρι τῆς σήμερον Ὑπουργεῖα ἡ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐνέργεια». Ταῦτα ἔγραφεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτὴς περὶ ἀνδρῶν, οὓς ἐσεβάσθη ἡ σύγχρονος ἱστορία, θέλει δὲ σεβασθῆ καὶ ἡ μέλλουσα. Καὶ ὠνόμαζε τοὺς πρώτους ἄνδρας τῆς Ἑλλάδος κακοήθεις ἐκεῖνος, ὅστις συνηλλάττετο μετὰ τῶν Παπαχριστοφιλοπούλων καὶ τῶν Τάκηδων, ἵνα πλάσῃ τὴν Βουλευτικὴν πλειονοψηφίαν. Κατήρτισε τοὺς συνδυασμοὺς ἐν Ἀθήναις καὶ οὐχὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις· οἱ Βουλευταὶ ἔσπευσαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα καταρτίσωσι τοὺς συνδυασμοὺς αὑτῶν· καὶ παρέλυσε τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου καὶ κατέστρεψε τὸ στρατιωτικὸν φρόνημα, ἵνα νοθεύσῃ τὰς ἐκλογὰς τῆς 4ης Ἰανουαρίου. Καὶ θέλετε τὴν εἰκόνα τῶν πράξεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὰς ἐκλογάς; Ἐφρόντισε νὰ γράψῃ αὐτὴν πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ὁ ἴδιος· καὶ ἀκούσατε (ἀναγινώσκει): «Ἀμέσως μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς τελευταίας Βουλῆς, (εἶναι πάλιν τὸ «τίς πταίει») ἀντὶ νὰ ἴδωμεν τοὺς πολιτευομένους σπεύδοντας πρὸς τὰς ἐπαρχίας αὑτῶν, ὅπως προκαλέσωσι τὴν περὶ αὑτῶν ψῆφον τοῦ λαοῦ, εἴδομεν ἀπ’ ἐναντίας τοὺς ἀξιοῦντας νὰ ἀντιπροσωπεύσωσι τὰς ἐπαρχίας, σπεύδοντας εἰς Ἀθήνας, ὅπως λάβωσιν ἐνταῦθα τὸ χρίσμα τῆς ὑπουργικῆς ὑποψηφιότητος. Ἐκτὸς ὀλιγίστων, μοναδικῶν ἴσως, ἐξαιρέσεων, πάντες ἐλησμόνησαν καὶ πολιτικὰς σχέσεις καὶ ἀτομικὴν ἀξιοπρέπειαν, ἐκλιπαροῦντες τὴν ἄνωθεν κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἀντίληψιν, ἡ δὲ Κυβέρνησις κατήρτιζε, διέλυε, μετεῤῥύθμιζε τοὺς ἐπαρχιακοὺς συνδυασμούς, ὡς κηδεμὼν τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ. Ἤρξατο ἡ δευτέρα πρᾶξις, καὶ εἴδομεν τοὺς ὑπουργικοὺς ὑποψηφίους ἐπανερχομένους εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ κύπτοντας ὑπὸ τὸ βάρος τῶν πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς ὑπουργικῶν δώρων, εἴδομεν τὴν ὑπηρεσίαν ὅλην ἀνάστατον, τὸν στρατὸν εἰς πλήρη παράλυσιν, ὑπακούοντα, ἀπὸ τοῦ Διοικητοῦ ἕως τοῦ ἐσχάτου στρατιώτου, εἰς τὰ νεύματα τοῦ ὑπουργικοῦ ὑποψηφίου καὶ γενόμενον τὸ ὄργανον τῆς καταπατήσεως τοῦ νόμου καὶ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ πολίτου... Καλοῦνται εἰς τὴν ἐξουσίαν Κυβερνήσεις, ἀποκρουόμεναι παρὰ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Ἔθνους, χορηγεῖται εἰς αὐτὰς ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς καὶ συνάμα πᾶν μέσον ἐπηρεασμοῦ τῶν συνειδήσεων τοῦ λαοῦ καὶ νοθεύσεως τῶν ἐκλογῶν, καὶ λέγομεν ὕστερον, ὅτι πταίει ὁ λαὸς διὰ τὴν τοιαύτην κατάστασιν. Τί δύναται ὁ λαὸς κατ’ αὐτῆς; Οὐδὲν ἄλλο, ἢ νὰ ἐπαναστατήσῃ.» Ποῖα εἶναι τὰ μέσα, περὶ ὧν ὡμίλει τότε ὁ κ. Τρικούπης; Εἶναι ταῦτα, ἅτινα ἐπὶ τοσαύτας ἡμέρας ἀκούομεν ἀνελισσόμενα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Αὐτὴ εἶναι ἡ εἰκὼν τῶν πράξεων, οὐχὶ τῶν τότε, περὶ ὧν ἔγραφεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ἀλλὰ τῶν νῦν, ἅστινας αὐτὸς οὗτος διενήργησεν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὰ πάντα ὁμολογουμένως ἐλησμόνησεν· ἐλησμόνησεν ἀκόμη, ὅτι ὑπῆρξεν ἐποχὴ, ὀλίγον ἀπέχουσα ἡμῶν, καθ’ ἣν, κατὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, ὤφειλε νὰ παραιτηθῇ. Διατί; Ἀκούσατε. Πρόκειται περὶ τῆς ἐκλογῆς τῆς Βουλευτικῆς τοῦ 1874 ἔτους, ἣν εἶχεν ἐνεργήσει ὁ Βούλγαρης. Καὶ λοιπὸν ἔγραφε τότε ὁ κ. Τρικούπης ἐν τῷ «Τίς πταίει»: (ἀναγινώσκει) «Παρήγορον ὅμως φαινόμενον, μαρτυροῦν τῆς κοινῆς γνώμης τὴν ἀνάπτυξιν παρ’ ἡμῖν, παρουσιάζει ἡ ἐκλογὴ τῆς πρωτευούσης. Ὁ λυσσώδης πόλεμος, ὃν ἐκήρυξε κατὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Τιμ. Φιλήμονος Αὐλὴ καὶ Ὑπουργεῖον, διετράνωσαν τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τῆς ὑποψηφιότητος αὐτοῦ· ὁ κ. Φιλήμων ἐξέθηκε κάλπην οὐχὶ ἐν ἰδίῳ ὀνόματι, ἀλλ’ ὡς ἀντιπρόσωπος ἰδέας. Διὸ ἀπέσχε συστηματικῶς καὶ ἀπὸ πάσης ἐκλογικῆς ἐνεργείας κατὰ τὴν ἐκλογήν. Οἱ θιασῶται τῆς ἰδέας, ἣν ἐκπροσωπεῖ ἡ κάλπη τοῦ κυρίου Φιλήμονος, ἔπραξαν ὑπὲρ αὐτοῦ ὅσα πᾶς ἄλλος ὑποψήφιος ἁπανταχοῦ τοῦ Κράτους ἀνεξαιρέτως εἶναι ἠναγκασμένος νὰ πράττῃ αὐτὸς ὑπὲρ ἑαυτοῦ. Ὁποία δὲ ἡ ἰδέα; Ὁ κ. Φιλήμων διὰ τοῦ «Αἰῶνος» ὑπερεμάχησεν ἐκθύμως ὑπὲρ πολλῶν ἐθνικῶν ζητημάτων. Κατήγγειλε τὰς καταχρήσεις τῶν προνομιῶν τοῦ Στέμματος, τὰς προσωπικὰς Κυβερνήσεις, τὰς ἀδικαιολογήτους διαλύσεις τῶν Βουλῶν, τὰς ἐπεμβάσεις τὰς διαφόρων Ὑπουργείων εἰς τὰς ἐκλογὰς, τὴν ἐθνικὴν ἀξιοπρέπειαν πάσχουσαν ἐκ τῆς παρεισαγωγῆς εἰς τὴν Αὐλὴν προσώπων δυνάμει διορισμοῦ ξένου Ἡγεμόνος... Ἡ ἰδέα αὕτη, μανιωδῶς πολεμηθεῖσα παρὰ τῆς Ἐξουσίας, ἤρατο νίκην περιφανῆ... Θὰ νοηθῇ ἆρά γε ἡ σημασία αὐτῆς; Τὸ εὐχόμεθα, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐλπίζομεν.» Καὶ λοιπὸν, ἐνῷ παρεπονεῖτο ὁ κ. Τρικούπης κατὰ τὸ 1874 ἔτος, ὅτι δὲν θὰ νοηθῇ ἡ τότε ψῆφος τοῦ λαοῦ τῶν Ἀθηνῶν ὑπὲρ τοῦ κ. Φιλήμονος, ἀναδειχθέντος Βουλευτοῦ, εἰς πεῖσμα τῆς τότε Κυβερνήσεως Βούλγαρη κλπ., βλέπομεν σήμερον αὐτὸν τοῦτον τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, λησμονοῦντα τὰ τότε γραφέντα, καὶ μὴ ἐνθυμούμενον, ὅτι ἔχει, οὕτως εἰπεῖν, συνάλλαγμα πρὸς ἑαυτὸν, ὅτι ὤφειλε νὰ παραιτηθῇ ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως εὐθὺς, ὡς ἠναγκάσθη νὰ φρουρήσῃ τὴν οἰκίαν αὐτοῦ δι’ ἁπάσης τῆς ἐν Ἀθήναις φρουρᾶς, ὅπως μὴ ὁρμήσας ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν συντρίψῃ αὐτόν τε καὶ τοὺς οἰκείους καὶ τὴν οἰκίαν, ὅτε ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν ἤρατο τὴν περιφανῆ ἐκείνην νίκην ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ κ. Φιλήμονος κατὰ τὴν τελευταίαν Δημοτικὴν ἐκλογήν. Ἐν τῇ ἐποχῇ ἄρα ταύτῃ τὰ πάντα ἐλησμονήθησαν καὶ ἀνεστράφησαν οἱ ὅροι. Ἐὰν τολμῶσι νὰ λέγωσιν ἀκόμη, ὅτι συκοφαντοῦμεν αὐτοὺς, ἂς διαλύσωσι τὴν Βουλὴν· ἀλλὰ δὲν τολμῶσιν. Ἐξ ἐναντίας λέγουσιν οἱ φίλοι αὐτῶν: «ἡσυχάσατε, διότι δὲν διαλύομεν τὴν Βουλήν.» Ἀλλ’ ἡμεῖς προκαλοῦμεν ὑμᾶς, νὰ διαλύσητε τὴν Βουλὴν, καὶ τότε θέλομεν ἰδεῖ, ἂν ἦναι συκοφαντία, ὅσα ἐπὶ ἕνα ἤδη καὶ ἥμισυν μῆνα ἀναλύονται ἀπὸ τοῦ βήματος, ὧν ὅμοια οὐδέποτε εἶδεν ἡ Ἑλλὰς, οὐδὲ ἠκούσθησαν ἐν κοινοβουλευτικῷ καὶ πεπολιτισμένῳ Κράτει. Διαλύσατε τὴν Βουλὴν, καὶ τότε θέλομεν μετρηθῆ, ἔχοντες δικαστὴν ἀνώτερον καὶ ὑμῶν καὶ ἡμῶν, τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἀλλ’ ἔχετε καὶ καθῆκον νὰ διαλύσητε τὴν Βουλὴν, διότι ἡ διεύθυνσις αὐτῆς ἤδη πρὸ πολλοῦ ἐξέφυγε τῶν ὑμετέρων χειρῶν.

§26ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων ἀφηγήθην ἱστορικῶς τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν, ἥτις μᾶς ἀπασχολεῖ, ἐπεφυλάχθην νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου μετὰ τὰς ἀπαντήσεις τῶν ἐνδιαφερομένων, καὶ ἰδίως τοῦ κ. Μπουφίδου καὶ τοῦ κ. Τζάνε. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι, καίτοι ἡ ἀνάπτυξις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐγένετο μακρὰ, ἔχω οὐχ ἧττον τὸ καθῆκον, νὰ ἐκφράσω ὁριστικῶς τὴν γνώμην μου. Ὁμολογῶ, ὅτι οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, οὔτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας βουλευτὴς κ. Τζάνες, οὔτε ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Μπουφίδης, δι’ ὅσων εἶπον, ἠδυνήθησαν νὰ κλονίσωσι τὴν πεποίθησίν μου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διὰ τίνων ὀργάνων της, μοὶ εἶναι ἀδιάφορον, διέπραξεν ἐπονείδιστον πρᾶξιν, ἤτοι προέβη εἰς συναλλαγὴν μετὰ καταδίκου πρὸς ἐξώνησιν καὶ διαφθορὰν τῶν συνειδήσεων τῶν ἐκλογέων κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν τῆς 4 Ἰανουαρίου. Δὲν θὰ ἐνδιατρίψω λοιπὸν περὶ τὴν ἐκτύλιξιν τῶν λεπτομερειῶν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, πρὸς ἀπόδειξιν, ὅτι ἔλαβε χώραν ἡ συναλλαγὴ, διότι οὐδεὶς σωφρονῶν καὶ σπουδαίως σκεπτόμενος δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀπόδειξιν αὐτὴν, ἐκτὸς ἐὰν ὑπὸ τὸ ἀκατάσχετον ῥεῦμα τῶν μεταῤῥυθμίσεων μεταῤῥυθμισθῶσι καὶ οἱ κανόνες τῆς λογικῆς. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξετάσω, εἶναι τοῦτο, ὅτι δηλαδὴ πρέπει νὰ ἐγκύψωμεν βαθύτερον ἐπὶ τοῦ χαρακτῆρος τῆς πάλης, ἣν διεξάγει ἡ Ἀντιπολίτευσις κατὰ τῆς κυβερνητικῆς ἐπιδρομῆς. Ὁ χαρακτὴρ οὗτος δὲν εἶναι συνήθης καὶ μικρᾶς προσοχῆς ἄξιος. Εἶναι ἐξ ἐναντίας ἐκτάκτου σοβαρότητος καὶ σπουδαιότητος ἐνδεικτικός. Ἡμεῖς φρονοῦμεν ἀδιστάκτως, ὅτι προσπαθοῦμεν ν’ ἀνυψώσωμεν τὸ Κοινοβούλιον ἐκ τῆς ταπεινῆς θέσεως, εἰς ἣν τὸ ἔῤῥιψεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ εἰς ἣν προσπαθεῖ νὰ τὸ κρατῇ. Ὁ κυβερνῶν σήμερον τὴν Πολιτείαν, ἀφοῦ ἐξέλιπον πολλοὶ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἵτινες ἐνόμιζεν, ὅτι τῷ παρενέβαλλον προσκόμματα, ἐπετέθη κατὰ τοῦ Κοινοβουλίου, εὑρεθεὶς δὲ πρὸ εὐνοϊκῶν περιστάσεων, διεῖδεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν του, καὶ ἐσκέφθη νὰ ἐφαρμόσῃ σχέδια, ἃ ἔτεινον μόνον καὶ μόνον εἰς τὴν οὐδετέρωσιν τῶν πολιτικῶν τοῦ τόπου ἐλευθεριῶν, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐπικρατήσῃ ἐν τῇ πολιτικῇ σκηνῇ. Εἰς αὐτὰς τὰς σκέψεις ὀφείλεται ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νόμου περὶ εὐρείας περιφερείας. Ἔλεγε τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ συζητήσει τοῦ νόμου ἐκείνου διὰ τῶν δημοσιογραφικῶν του ὀργάνων, ὅτι, ἄν τι κακὸν ἐγένετο ἐν τῷ τόπῳ, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Καὶ ἐπειδὴ πάντων τῶν κακῶν παραίτιος εἶναι ἡ Βουλὴ, πρέπει νὰ μεταῤῥυθμισθῇ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα οὕτως, ὥστε οἱ Βουλευταὶ νὰ θεωρῶνται ἀνίκανοι νὰ πράττωσι τὸ κακόν. Θέλω, ἔλεγε, νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ Βουλευτοκρατία δὲν ἀφίνει τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐργασθῇ ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ τόπου. (Ἀναγινώσκει).... Καὶ εὑρέθησαν τότε φιλοπάτριδες Βουλευταί, οἵτινες ἐπίστευσαν εἰς τὰς ὡραίας ἐπαγγελίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ εἶπον: «ἀφοῦ ὁ κλῆρος ἔπεσεν εἰς ἡμᾶς, νὰ ψηφίσωμεν τὸν νόμον, δι’ οὗ ἐξοστρακιζόμεθα ἑκουσίως ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου, ἂς τὸν ψηφίσωμεν». Καὶ τὸν ἐψήφισαν. Καὶ εἶπε τότε ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι οὐδεμία Βουλὴ ἔδειξε μεγαλείτερον πατριωτισμόν. Καὶ ὅμως δὲν παρῆλθε πολὺς καιρός, καὶ διέλυσε τὴν Βουλὴν ἐκείνην κατὰ τρόπον ὑβριστικώτατον. Ἰδοὺ τί ἐλέγετο τότε. (Ἀναγινώσκει)....

§27ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ποῖος τὰ ἔλεγεν αὐτά;

§28ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ τὰ ἔλεγον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καὶ σήμερον ἀκόμη ἐξακολουθοῦν νὰ ἐξυβρίζουν τὸ Κοινοβούλιον, ἤτοι οἱ γνωστοὶ φίλοι καὶ ὑποστηρικταὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.

§29ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐλέγοντο ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς;

§30ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Τὰ ἔλεγον οἱ φίλοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ποία ἔπρεπεν ἐπὶ τέλους νὰ ἦναι ἡ ἀπαραίτητος συνέπεια τοῦ, ὅτι μία Κυβέρνησις, μετὰ τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν καὶ τῆς εὐρείας περιφερείας, ἀπηλλάγη πάσης πιέσεως ἐκ μέρους τῆς Βουλευτικῆς πλειοψηφίας; Νὰ κυβερνήσῃ ὅσον οἷόν τε χρηστότερον καὶ τιμιώτερον. Ἀντὶ τούτου ὅμως τί βλέπομεν; Μόλις διελύθη τότε ἡ Βουλή, πρῶτον ἔργον τῆς Κυβερνήσεως ἦτο, νὰ ἀπονείμῃ 2,000 καὶ ἐπέκεινα χαρίτων εἰς πολιτικοὺς καταδίκους, καὶ ν’ ἀνοίξῃ τὰς φυλακάς, ὅπως ἐξέλθωσιν οἱ κατάδικοι, ὅσοι δὲν ἔλαβον χάριν, πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ὑπουργικῶν ὑποψηφίων! Εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι 70 κατάδικοι ἐξῆλθον τῶν φυλακῶν τῶν Πατρῶν. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν συζητήσεων, αἵτινες ἐγένοντο ἐπὶ τόσας ἡμέρας ἐπὶ τῶν διαφόρων ἐπερωτήσεων, τί βλέπομεν; Ἐν τῷ ἐλέγχῳ τούτῳ ἀνεκινήθησαν καὶ ἠρευνήθησαν ζητήματα, ἐν οἷς οὐδόλως ἀνεμίχθησαν Βουλευταί. Ἀπεδείχθη, ὅτι εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Ντάη ἐγένετο παράνομος προβιβασμὸς, ὅστις εἶναι τραῦμα κατὰ τῆς στρατιωτικῆς ἱεραρχίας. Ἐπραγματεύθημεν ζήτημα ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἀφεώρα εἰς τὴν χορηγίαν τῆς νομῆς διὰ τοὺς ἵππους καὶ τοὺς ἡμιόνους τοῦ στρατοῦ, ἀπεδείχθη δὲ, ὅτι καὶ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ ὠφελήσῃ πρόσωπα ὡρισμένα, καὶ ἐζημίωσε τὸ Δημόσιον. Τίς τῶν Βουλευτῶν ἐπίεσε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ διαπράξῃ τὰς παρανομίας καὶ τ’ ἀδικήματα ταῦτα κατὰ τῆς Πολιτείας; Οὐδείς. Ἐπραγματεύθημεν τὸ ζήτημα τοῦ Τάκη, καὶ προέκυψεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐξῆλθεν ἀλώβητος ἐκ τῆς συζητήσεως ἐκείνης. Ἐπραγματεύθημεν ἕτερον ζήτημα, ἑνὸς ὑπαλλήλου ταμιακοῦ, ὁ ὁποῖος, καίτοι ἀπεδείχθη, ὅτι ἐπλαστογράφησε τὰ δημόσια βιβλία καὶ ἐσφετερίσθη πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν τοῦ δημοσίου ταμείου, οὐ μόνον δὲν κατεδιώχθη ποινικῶς, ἀλλὰ καὶ διετηρήθη ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, διότι συνεδέετο διὰ συγγενικῶν καὶ ἄλλων δεσμῶν μὲ πρόσωπα, ἀσκοῦντα μεγίστην παρὰ τῷ κ. Πρωθυπουργῷ ἐπιῤῥοήν. Τίς τῶν Βουλευτῶν ἀνεμίχθη εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα; Τί τῶν Βουλευτῶν ἀνεμίχθη εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ; Ποῦ ἦτο ἡ Βουλή, ὅτε ἐγένετο ἡ ἐπαίσχυντος μεθ’ ἑνὸς καταδίκου συναλλαγή; Συμπέρασμα τῶν λεγομένων μου εἶναι, ὅτι ἀληθῶς ἀνεστράφησαν οἱ ὅροι. Διαπράττει σήμερον ἡ Κυβέρνησις ἄνευ οὐδεμιᾶς πιέσεως ἀκριβῶς ἐκεῖνα τὰ αἴσχη καὶ ὄργια, τὰ ὁποῖα ἐπέῤῥιπτεν ἄλλοτε, κατὰ τρόπον συκοφαντικόν, εἰς τοὺς Βουλευτάς. Καὶ ἐν ᾧ διαπράττει ταῦτα, νομίζετε, ὅτι εἶσθε ὑπόχρεοι εἰς τὸ ἑξῆς νὰ τὴν ἀκολουθῆτε; Πρέπει νὰ τὸ ἐννοήσωμεν καλῶς. Τὸ Κοινοβούλιον ὑφίσταται δεινὴν δοκιμασίαν, πρέπει δὲ νὰ γίνῃ διάκρισις μεταξὺ τῆς Νομοθετικῆς καὶ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ὅπως ἑκατέρα φέρῃ τὴν εὐθύνην, ἥτις τῇ ἀνήκει. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ἐπράξαμεν τὸ καθῆκόν μας, καταδείξαντες τὰ ἀτοπήματα καὶ τὰς ἀκολασίας τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ὑμᾶς δὲ ἀπόκειται νὰ κρίνητε ἐν συνειδήσει καὶ ὑπὸ τὰς ὑπαγορεύσεις τοῦ καθήκοντός σας, ἐὰν πρέπῃ καὶ συμφέρῃ νὰ παράσχητε αὐτῇ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, τοῦθ’ ὅπερ ἰσοδυναμεῖ πρὸς ἐξευτελισμὸν οἰκτρὸν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἡμεῖς δὲν ἀνεχόμεθα τοιαύτην κατάστασιν καὶ θὰ τὴν πολεμήσωμεν. Εἶναι, Κύριοι, ἀπελπιστικὸν, νὰ ἀκολουθῆτε τυφλῶς Κυβέρνησιν, ἥτις φωρᾶται, τοιαῦτα διαπράττουσα. Ἀρνεῖσθε ὑμᾶς αὐτοὺς, καὶ ἀποξενοῦσθε τῆς ἐλευθερίας ὑμῶν περὶ τὸ κρίνειν καὶ σκέπτεσθαι. Αὐτὴ δυστυχῶς εἶναι ἡ ἀλήθεια.

§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερος τὸν λόγον;

§32Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε.

§33ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ περιωπὴ, εἰς τὴν ὁποίαν θέλουσι νὰ ἀνυψώσωσι τὸ Κοινοβούλιον!

§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κκ. Καλογεροπούλου καὶ Σάκκη.)

§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 76. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.

§36ΣΑΚΚΗΣ. Δὲν προτίθεμαι, Κύριοι, νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῆς ὅλης ὑποθέσεως, τῆς ἀφορώσης τὸ τηλεγράφημα, διὰ τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν σήμερον· ἁπλῶς μόνον θέλω παρατηρήσει, ὅτι ἡ τοιαύτη ἐνέργεια τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας ἀποδεικνύει τὴν διοικητικὴν ἔκλυσιν, εἰς ἣν τὸ Κράτος ἡμῶν ἤγαγον οἱ σήμερον κυβερνῶντες. Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ἀποδεικνύεται ἀληθέστατον ἐκ τῶν ἐπιστολῶν, τῶν ἀποσταλεισῶν ὑπὸ τῶν συναδέλφων Βουλευτῶν πρὸς τὸν Παπαχριστοφιλόπουλον, καὶ οἵτινες οὐδένα σκοπὸν βεβαίως εἶχον νὰ προστατεύσωσι τὸν ἄνθρωπον τοῦτον, τοσαύτην προθυμίαν καὶ ἐνδιαφέρον ὑπὲρ αὐτοῦ δείξαντες, ἀλλὰ διὰ τῶν ἐνεργειῶν των ἐκείνων προσεπάθουν νὰ ἀφαιρέσωσιν ἐκ τῶν χειρῶν του τὸ ἀπαίσιον διὰ τοὺς φίλους αὐτῶν ἐπίσημον τοῦτο ἔγγραφον, καὶ δυνηθῶσι νὰ καλύψωσι τὰς διὰ τούτου ἐκδηλουμένας ἐκνόμους ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως. Ὡς ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος ἐκείνου βλέπετε, ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ προσκτήσῃ φίλον τοιοῦτον εἰς τὴν μερίδα, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριζε κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 4ης Ἰανουαρίου, ἵνα δυνηθῇ διὰ τῆς ὑποστηρίξεως αὐτοῦ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ συνδυασμοῦ, ὃν ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ νομῷ Μεσσηνίας ὑπέδειξεν. Ἂν δὲ δὲν κατώρθωσε τοῦτο, δὲν τὸ κατώρθωσε διότι οἱ ἀποτελοῦντες τὸν ἀντιπολιτευόμενον συνδυασμὸν εἶχον τοσαύτην ἐπιῤῥοὴν ἐν τῷ νομῷ, εἴτε διὰ τὰς ἐκδουλεύσεις των ἐν τῷ τόπῳ, εἴτε διὰ τὴν προσωπικότητα, εἴτε καὶ δι’ ἄλλους λόγους, ὥστε ν’ ἀντεπεξέλθωσι κατὰ παντοίων ἐκνόμων ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἐξ ὧν μία εἶναι καὶ ἡ ὑπὸ συζήτησιν, δείξαντος τοῦ Μεσσηνιακοῦ λαοῦ, ὅτι τὸ φρόνημα αὐτοῦ, οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον δύναται νὰ μεταβάλῃ ἡ πίεσις, ἣν Κυβέρνησις παρανομοῦσα ἠθέλησε νὰ ἐξασκήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ ἀποστείλαντος εἰς τὴν Βουλὴν ἐκείνους, οὓς ἐνόμιζεν ἀξίους ν’ ἀντιπροσωπεύσωσιν αὐτόν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι, ἂν ἀναμνησθῇ τις τὰ ὄργια, τὰ τελεσθέντα ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν ἐκείνων, θέλει μειδιάσει διὰ τὸν θόρυβον, ὃν ἡ ὑπὸ συζήτησιν ὑπόθεσις ἐγέννησεν, ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει ν’ ἀφήσωμεν ἀπαρατήρητον ἔστω καὶ τὴν μικρὰν ταύτην κυβερνητικὴν παρανομίαν, καὶ νὰ μὴ καταδείξωμεν ἔτι ἅπαξ, ὅτι ὁ σήμερον τὸ Κράτος ἡμῶν κυβερνῶν πάντοτε ἐστήριξε τὴν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ δύναμίν του ἐν τῇ συναλλαγῇ καὶ ταῖς παραβάσεσι τῶν νόμων. Τί ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ, ἐκτὸς ἐὰν θέλῃ ν’ ἀγνοῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη, ὅτε τὸ πρῶτον εἰς τὴν ἐξουσίαν ἀνῆλθεν, ἐκήρυξε τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἐκλογῶν, ἡ αὐτὴ δὲ Κυβέρνησις ἔρχεται σήμερον, ἵνα ἀνατρέψῃ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ἄλλοτε ἐπηγγείλατο περὶ τῆς ἐλευθερίας καὶ νομιμότητος τῶν ἐκλογῶν, καὶ δείξῃ εἰς τὸν λαὸν, ὅτι αἱ ἐπαγγελίαι της ἐκεῖναι δὲν εἶχον ἄλλον σκοπὸν, εἰμὴ τὴν δημοκοπίαν καὶ τὴν δι’ αὐτῆς ἄνοδον εἰς τὴν ἐξουσίαν; Κύριοι, ἔλαβον τὸν λόγον, οὐ μόνον διὰ νὰ ἐπικρίνω τὴν παρανομίαν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ διαμαρτυρηθῶ, ὡς μέλος τοῦ συνδυασμοῦ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον διὰ τῶν τοιούτων ἐκνόμων μέσων αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε ν’ ἀποκλείσῃ τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ τὸν ὁποῖον ἀπετέλουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καὶ τὴν ἱκανότητα εἶχον καὶ τὴν ἀγάπην τοῦ λαοῦ, ὅπως ἔλθωσιν ἐνταῦθα καὶ ἀντιπροσωπεύσωσιν αὐτόν. Τοιαύτη λοιπὸν εἶναι ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ, ἡ ὁποία ἄλλοτε διεμαρτύρετο διὰ τὴν τοιαύτην κατάστασιν τῶν θεσμῶν, καὶ κατέκρινε τὴν συναλλαγὴν, καὶ ἡ ὁποία ἔρχεται σήμερον διὰ τῆς συναλλαγῆς νὰ ἀποκτήσῃ πλειοψηφίαν καὶ ἐπιβάλῃ εἰς τὸν τόπον τὴν θέλησίν της καὶ τὰς γνώμας της. Ἡ Κυβέρνησις αὕτη, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἐκπροσωπεῖ τὸ ἐλεύθερον φρόνημα τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ τὸ φρόνημα, τὸ ἐκ τῆς συναλλαγῆς, τῆς καταπιέσεως καὶ διαφόρων ἄλλων ἀθεμίτων ἐνεργειῶν προερχόμενον· καὶ τὸ τηλεγράφημα τοῦ Παπαχριστοφιλοπούλου οὐδὲν ἄλλο ἀποδεικνύει, ἢ ἓν τῶν ἐκνόμων τούτων μέσων, τὰ ὁποῖα ἔθεσεν εἰς ἐνέργειαν ἡ Κυβέρνησις αὕτη, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ τὴν ὑφισταμένην πλειοψηφίαν (θόρυβος). Ἂν δὲ εἶχον πρόχειρα τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων ἐκείνων, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ Πρωθυπουργὸς διεῤῥήγνυε τὰ ἱμάτια αὐτοῦ καὶ ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις τοῦ παρελθόντος δὲν ἦσαν ἀπόῤῥοια τῆς ἐλευθέρας θελήσεως τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἀπόῤῥοια τῆς καταπιέσεως καὶ τῆς ἀθετήσεως τῶν νόμων, βεβαίως δὲν ἤθελον μὲ διακόπτει οἱ πρὸ ὀλίγου διακόψαντές με, διότι ἐκ τῆς ἀναγνώσεως αὐτῶν θὰ διέβλεπον, ὅτι, ὅ,τι ἀνωτέρω εἶπον περὶ τῶν κατὰ τὸ παρελθὸν ἐπαγγελιῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἶναι ἀκριβές....

§37ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἀρκετὰ, ἀρκετά!

§38ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Προστατεύσατε τὸν ἀγορεύοντα, κύριε Πρόεδρε. (Γέλωτες).

§39ΣΑΚΚΗΣ. Καταπαύων τὸν λόγον, ἓν μόνον θὰ προσθέσω, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι, ἐὰν αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις ποιοῦνται χρῆσιν τῆς ἐξουσίας αὑτῶν, ὅπως ἡ νῦν Κυβέρνησις, τότε εἶναι περιττὴ ἡ ὕπαρξις τοῦ ὑπάρχοντος πολιτεύματος· ἐῤῥέτωσαν οἱ ἐλεύθεροι θεσμοὶ καὶ ἡ πρωτοβουλία τοῦ λαοῦ· ἐπικατάρατοι δ’ ἔστωσαν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἠγωνίσθησαν διὰ τοῦ λόγου, ἢ προέταξαν τὰ στήθη αὐτῶν, καταστήσαντες ἡμᾶς ἐλευθέρους πολίτας. Ἂς μάθωσιν ὅμως οἱ οὕτω σκεπτόμενοι, ὅτι ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος ἔχει ἀκόμη γνῶσιν τῆς ἱστορίας καὶ τῶν παραδόσεών του.

§40ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Εὖγε! εὖγε! (ἱλαρότης).

§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς γʹ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τῆς χρήσεως 1888 ἐκ δραχμῶν 335,110. Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.

§42ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅσοι ἐμελέτησαν τὴν ὑπόθεσιν, ἐξ ἧς πηγάζει ἡ ὑποχρέωσις, ἥτις πρόκειται νὰ πληρωθῇ διὰ τῆς ἐκτάκτου πιστώσεως, ἣν συζητοῦμεν, καὶ ὅσοι ἤκουσαν μετὰ προσοχῆς τὰ ἐντεῦθεν ἀναπτυχθέντα περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, δὲν δύνανται νὰ ἀπορήσωσι διὰ τὴν εὐρεῖαν συζήτησιν, ἣν ἔλαβεν αὕτη. Δὲν πρόκειται περὶ ἁπλῆς πιστώσεως, σκοπούσης, νὰ παρέξῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ μέσα τῆς πληρωμῆς κανονικῆς ὑποχρεώσεως τοῦ Δημοσίου. Ἡ συζητουμένη πίστωσις παρουσιάζει γενικώτερον χαρακτῆρα. Θίγει τὸ σέβας καὶ τὴν εὐλάβειαν, τὴν ὀφειλομένην εἰς τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν· θίγει τὸ ζήτημα τῆς ἐκτιμήσεως τῶν πρὸς τὸ Ἔθνος ὑπηρεσιῶν· θίγει ὡσαύτως τὴν ἀπέναντι τῶν ἄλλων Ἐθνῶν θέσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Τοιαύτην θεωρῶν τὴν πίστωσιν, ἐνόμισα, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἐκθέσω τὴν περὶ αὐτῆς γνώμην μου, καὶ μεθ’ ὅλην τὴν γενομένην ἀνάπτυξιν τῶν λεπτομεριῶν αὐτῆς. Ἡ ὑπόθεσις Σπάρταλη δύναται νὰ διαιρεθῇ εἰς τρία στάδια καὶ τρεῖς περιόδους, καθαρῶς διακρινομένας ἀλλήλων. Τὸ πρῶτον στάδιον αὐτῆς ἄρχεται κατὰ τὸ 1867 καὶ λήγει κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1875. Τὸ δεύτερον ἄρχεται κατὰ τὸ 1875 καὶ λήγει τὸ 1886, τότε δὲ ἄρχεται τὸ τρίτον στάδιον, ὅπερ λήγει κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1888. Κατὰ τὸ 1867 ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ἀναγκαῖον, ἕνεκα τῶν συμβαινόντων ἐν Κρήτῃ, νὰ ἀγοράσῃ πλοῖα· ἐνέκρινε δὲ νὰ προμηθευθῇ ταῦτα ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἐγκρίνασα τοῦτο, ἐθεώρησε φυσικῶς ὡς κατάλληλον πρόσωπον πρὸς ἀγορὰν αὐτῶν τὸν ἐκεῖ Πρόξενον τῆς Ἑλλάδος κ. Σπάρταλην. Ἀνέθηκε δ’ εἰς αὐτὸν τὴν ἀγοράν των, καὶ συγχρόνως σχεδὸν ἔπεμψεν αὐτῷ τὸ ἀναγκαῖον χρηματικὸν ποσόν. Ὁ κ. Σπάρταλης ἐξετέλεσε τὴν δοθεῖσαν εἰς αὐτὸν παραγγελίαν. Πῶς δ’ ἐξετέλεσε ταύτην, δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ κρίνωμεν σήμερον ἐν γνώσει πασῶν τῶν λεπτομερειῶν. Κατὰ τὸ 1868 ἐπεκρίθη ὁ τρόπος τῆς ἐκτελέσεως αὐτῆς. Πολλοὶ τότε ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ ἐπέκριναν αὐτήν, ἐγένετο δὲ μακρὰ συζήτησις, καθ’ ἣν κατετέθησαν εἰς τὸ Κοινοβούλιον τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν δοθεῖσαν παραγγελίαν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἐχάθησαν. Ὅλαι δὲ αἱ προσπάθειαι, ἃς κατέβαλον αἱ διάφοροι Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις πρὸς εὕρεσιν αὐτῶν, ἀπέβησαν μάταιαι. Δὲν γνωρίζομεν, τίς τὰ ὑπεξήρεσεν. Οὐδεμία ὅμως δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι δὲν ὑπεξήρεσεν αὐτὰ μήτε τὸ Δημόσιον, μήτε τις ἐνδιαφερόμενος ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Ἡ ὑπεξαίρεσις τῶν ἐγγράφων τούτων μᾶς θέτει σήμερον εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ κρίνωμεν ἐν ὅλαις αὐτοῦ ταῖς λεπτομερείαις τὸν τρόπον τῆς ἐκτελέσεως τῆς δοθείσης παραγγελίας. Εὑρίσκομεν ἐν τοῖς ἐγγράφοις, ἅτινα ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις κατέθεσεν εἰς τὴν Βουλήν, πληροφορίας περί τινων γεγονότων, ἀναφερομένων εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ταύτης, ἐξ ὧν δυνάμεθα μέχρι βαθμοῦ τινος νὰ μορφώσωμεν γνώμην περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐξετελέσθη αὕτη. Οἱ ὑπὲρ τῆς πιστώσεως δὲ ἀγορεύσαντες καὶ ὑποστηρίξαντες αὐτὴν ἠθέλησαν νὰ ἀρυσθῶσιν ἐκ τῶν κατατεθεισῶν πληροφοριῶν ἐπιχειρήματα, καὶ παραστήσωσι τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς, ὡς γενομένην μετ’ αὐταπαρνήσεως, ζήλου καὶ πατριωτισμοῦ. Ὁ κ. Σπάρταλης, λέγουσι, καίπερ μὴ λαβὼν ἐντολὴν νὰ ἀσφαλίσῃ τὸ πλοῖον «Μπουμπουλίνα», οὐχ ἧττον ἠσφάλισεν αὐτό, μετὰ δὲ τὸ ναυάγιόν του εἰσέπραξε τὴν ἀσφαλισθεῖσαν ἀξίαν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐκ τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων δὲν ἐξάγεται, ὅτι ὁ Σπάρταλης δὲν εἶχε τοιαύτην ἐντολήν. Ἀπεναντίας ἐξ αὐτῶν μανθάνομεν, ὅτι διὰ τὸ πλοῖον ὁ «Βασιλεὺς Γεώργιος» ἐντὸς τοῦ τιμήματος, ὅπερ ἐπληρώθη διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ, συμπεριελαμβάνοντο ὡσαύτως καὶ τὰ ἀσφάλιστρα. Ἐκ τούτου δὲ δυνάμεθα νὰ εἰκάσωμεν, ὅτι καὶ μεταξὺ τοῦ τιμήματος τῆς «Μπουμπουλίνας» συμπεριελαμβάνοντο ὡσαύτως καὶ τὰ ἀσφάλιστρα διὰ τὸν ἀπὸ Ἀγγλίας εἰς Ἑλλάδα πλοῦν αὐτῆς. Δὲν ἔχομεν οὐδεμίαν μαρτυρίαν, δεικνύουσαν τὸ ἐναντίον, ἢ ὅτι δὲν ἐδόθη ἐντολὴ, ἵνα ἀσφαλισθῇ τὸ πλοῖον τοῦτο. Ἀλλὰ, καὶ ἂν ἀκόμη ὑποθέσωμεν, ὅτι διὰ τὴν «Μπουμπουλίναν» δὲν συμπεριελαμβάνοντο τὰ ἀσφάλιστρα ἐντὸς τοῦ τιμήματος αὐτῆς, καὶ ὅτι δὲν ἐδόθη ἐντολὴ εἰς τὸν Σπάρταλην, ἵνα ἀσφαλίσῃ αὐτὴν, πάλιν δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ὁ κ. Σπάρταλης, ἀσφαλίσας τὸ πλοῖον τοῦτο, ἔπραξέ τι πλειότερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἤθελε πράξει πᾶς παραγγελιοδόχος, ἀποστέλλων πλοῖον ἐξ Ἀγγλίας εἰς Ἑλλάδα, ἐν ἐποχῇ μάλιστα χειμῶνος. Ἂν δὲν ἠσφάλιζεν αὐτὸ, ἤθελε παραβιάσει τὸ στοιχειωδέστερον καθῆκον τοῦ παραγγελιοδόχου. Δὲν δυνάμεθα ἑπομένως νὰ χαρακτηρίσωμεν ὡς ἔργον πατριωτισμοῦ καὶ αὐταπαρνήσεως τὴν γενομένην ἀσφάλειαν τῆς ναυαγησάσης «Μπουμπουλίνας»...

§43Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας. Τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι οὐσιωδέστατον, καὶ μὲ δέκα Βουλευτὰς δὲν συζητεῖται.

§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Μισυρλῆ).

§45ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι καιρὸς νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμός· νὰ καλέσητε τοὺς Βουλευτὰς οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐν τοῖς δωματίοις, καὶ ἂν δὲν ἔλθωσι, νὰ θεωρηθῶσιν ὡς παρόντες.

§46Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν λέγει αὐτὸ ὁ Κανονισμός.

§47ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Διὰ τοῦ Κανονισμοῦ θὰ σώσωμεν τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον σεῖς καταργεῖτε.

§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν Κανονισμόν.

§49ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ἰδική σας ἐκτίμησις, τὴν ὁποίαν δὲν συμμερίζεται τὸ Ἔθνος.

§50ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἐκτίμησις τῆς κοινωνίας.

§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Καΐρης). Τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Κανονισμοῦ λέγει, ὅτι οἱ ἐν τοῖς δωματίοις προσκαλοῦνται, καὶ ἂν δὲν ἔλθωσι, θεωροῦνται παρόντες.

§52ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ἡ δευτέρα πρᾶξις, δι’ ἧς θέλετε νὰ ἐκβιάσητε τὴν Βουλήν. Θὰ φέρητε καὶ ταύτης τὴν εὐθύνην. Ἠθελήσατε νὰ ἐκβιάσητε ἡμᾶς, παρατείναντες τὰς συνεδριάσεις μέχρι τῆς πρωΐας. Σήμερον θέλετε νὰ ἐφαρμόσητε καὶ ἕτερον μέσον ἐκβιάσεως. Δύνασθε νὰ πράξητε τοῦτο, ἀλλὰ μὴ ἀρνῆσθε, ὅτι σεῖς δὲν εἶσθε οἱ ὠθοῦντες τὰ πράγματα, καὶ φέροντες τὸ Κοινοβούλιον εἰς τὴν ἀνώμαλον θέσιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται.

§53ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐφαρμόσητε καὶ τὴν ἑτέραν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, καθ’ ἣν δὲν δύναται νὰ ἀγορεύῃ τις πλέον τῶν δύο φορῶν ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς.

§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐν τοῖς παρακειμένοις δωματίοις εὑρισκόμενοι Βουλευταὶ θὰ σημειωθῶσιν ὡς παρόντες. Παρακαλεῖται ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Βαρβιτσιώτης, ὅπως μεταβῇ μεθ’ ἑνὸς Γραμματέως εἰς τὰ παρακείμενα τῇ αἰθούσῃ δωμάτια καὶ προσκαλέσῃ τοὺς ἐν αὐτοῖς εὑρισκομένους Βουλευτὰς νὰ προσέλθωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ. (Ὁ κ. Βαρβιτσιώτης ἀπέρχεται πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς παραγγελίας).

§55ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ (ἐπανερχόμενος ἐν τῇ αἰθούσῃ). Μεταβὰς εἰς τὰ παρακείμενα δωμάτια, εὗρον μόνον τὸν κ. Θ. Π. Δηλιγιάννην, ὃν καὶ προσεκάλεσα ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου νὰ προσέλθῃ ἐντὸς τῆς αἰθούσης, ἀλλ’ οὗτος μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἔχει ὁ κ. Πρόεδρος νὰ τὸν καλέσῃ.

§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει σημειωθῆ ὡς παρών.

§57ΜΙΣΥΡΛΗΣ (Ψηφολέκτης). Ἐγὼ διαμαρτύρομαι, κύριε Πρόεδρε.

§58ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Νὰ διαμαρτυρηθῆτε ἐνυπογράφως.

§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 79 Βουλευτῶν κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου.

§60ΜΙΣΥΡΛΗΣ. 78 μόνον.

§61ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἔχομεν ἀπαρτίαν καὶ ἄνευ τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη.

§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπάνος παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.

§63ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔλεγον, Κύριοι, ὅτι ὡς ἀπόδειξιν τῆς μετὰ ζήλου δῆθεν καὶ αὐταπαρνήσεως ἐκτελέσεως τῆς ἐντολῆς, τῆς δοθείσης εἰς τὸν κ. Σπάρταλην, ἔφερον οἱ ὑποστηρίζοντες τὸ βάσιμον τῆς συζητουμένης πιστώσεως, τὸ μὴ ἀποδεικνυόμενον γεγονός, ὅτι οὗτος ἄνευ ἐντολῆς ἐξετέλεσε στοιχειῶδες καθῆκον παραγγελιοδόχου, ἀσφαλίσας τὸ ναυαγῆσαν πλοῖον ἡ «Μπουμπουλίνα». Εἰς τοῦτο προσθέτουσιν, ὅτι μετὰ τὸ ναυάγιον αὐτῆς εἰσέπραξε 35,000 λίρας, ἐν ᾧ ἡ Κυβέρνησις ὑπελόγιζεν ὡς ἀξίαν τοῦ πλοίου τούτου 20,000 λίρας μόνον. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο φυσικῶς νὰ ὑπολογίσῃ ὡς ἀξίαν αὐτοῦ ποσὸν ἀνώτερον τοῦ τιμήματος, ὅπερ ἀνέγραφε δι’ αὐτό, κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς εἶχε λάβει μέχρι τότε παρὰ τοῦ κ. Σπάρταλη, καὶ καθ’ ἃς δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπολογίσῃ διὰ τὴν «Μπουμπουλίναν» τίμημα ἀνώτερον τῶν 20,000 λιρῶν. Ἂν δ’ ὁ κ. Σπάρταλης εἰσέπραξε 35,000 λίρας, εἰσέπραξε ταύτας, διότι διὰ τοσοῦτον ποσὸν εἶχεν ἀσφαλίσει αὐτήν. Γεννᾶται ἑπομένως ἡ ἀπορία, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις, κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς δοθείσας εἰς αὐτὴν παρὰ τοῦ Σπάρταλη, ὑπολογίζει τὴν ἀξίαν τοῦ πλοίου «Μπουμπουλίνας», εἰς 20,000 λιρῶν, πῶς ὁ Σπάρταλης ἠσφάλισεν αὐτὸ διὰ 35,000 λίρας; Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἀκολούθως ὁ κ. Σπάρταλης ὑπελόγισεν εἰς 35,000 λίρας τὸ τίμημα τοῦ πλοίου τούτου, ἡ ἀντίφασις ὅμως, ἡ ὑπάρχουσα μεταξὺ τοῦ τιμήματος, ὅπερ ἀρχικῶς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὑπελόγιζε διὰ τὸ πλοῖον τοῦτο, καὶ ἐκείνου, ὅπερ ὑπελογίσθη δι’ αὐτὸ μετὰ τὸ ναυάγιόν του, γεννᾷ εἰς πάντα ἀμερόληπτον ἀπορίαν περὶ τοῦ ἀληθῶς ἀρχικοῦ τιμήματος τοῦ πλοίου τούτου. Ἡ ἀπορία δὲ αὕτη ἐπιτείνεται καὶ ἐκ τοῦ χρονικοῦ διαστήματος, ὅπερ παρῆλθε μεταξὺ τοῦ ναυαγίου τῆς «Μπουμπουλίνας» καὶ τῆς πληρωμῆς τῆς ἀξίας αὐτῆς. Γνωρίζομεν, ὅτι αἱ σοβαραὶ ἀσφαλιστικαὶ ἑταιρίαι, οἵα εἶναι καὶ ἡ ἀσφαλίσασα τὴν «Μπουμπουλίναν», δὲν παρατείνουσιν ἐπὶ 5 ἕως 6 ἔτη τὴν πληρωμὴν τῆς ἀξίας τῶν ναυαγούντων πλοίων, ἀλλὰ πληρόνουσιν αὐτήν, ἅμα ἀποδειχθῇ τὸ ναυάγιον, ἡ ἀπόδειξις δὲ τοῦ ναυαγίου τῆς «Μπουμπουλίνας» δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀπαιτήσῃ πενταετὲς ἢ ἑξαετὲς διάστημα. Ἐναυάγησεν αὕτη κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1868, ἡ δὲ ἀξία αὐτῆς εἰσεπράχθη κατὰ τὸ 1873 ἢ 1874. Καὶ τὸ γεγονὸς τοῦτο ἑπομένως δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἔνδειξις πατριωτισμοῦ καὶ αὐταπαρνήσεως κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς εἰς τὸν κ. Σπάρταλην δοθείσης παραγγελίας. Ἑτέραν ἀπόδειξιν τούτου ἔφερον, ὅτι ὁ κ. Σπάρταλης ἐπλήρωσε διὰ τὰς ἐπισκευὰς τοῦ πλοίου «ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος» λίρας 6,000 περίπου ὀλιγώτερον τοῦ ποσοῦ, ὅπερ εἶχεν ἀνακοινώσει προηγουμένως εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὡς τίμημα τοῦ πλοίου τούτου. Ὅταν ὅμως ἐξετάσῃ τις τὸν τρόπον, καθ’ ὃν κατεσκευάσθη τὸ πλοῖον τοῦτο, τὰς ἐλλείψεις, ἃς ἐπαρουσίασε μετὰ τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ, καὶ τὰς δυσκολίας, ἃς οἱ Ἕλληνες ἀξιωματικοί, οἱ ἀποσταλέντες πρὸς παραλαβήν του, ἀπήντησαν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐπισκευῆς τῶν ἐλλείψεων τούτων, δύναται μᾶλλον νὰ ἀπορήσῃ, πῶς οἱ κατασκευάσαντες τὸ πλοῖον δὲν ὑπεχρεώθησαν νὰ δώσωσιν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, διὰ τὰς παρ’ αὐτῶν γενομένας σπουδαίας παραβιάσεις εἰς τοὺς ὅρους τῆς κατασκευῆς αὐτοῦ, ἀποζημιώσεις, πολὺ ἀνωτέρας τῶν 6,000 λιρῶν, εἰς ἃς περιωρίσθη ἡ ἐλάττωσις τοῦ τιμήματος τοῦ «Γεωργίου». Οἱ ὑπερασπισθέντες τὴν πίστωσιν ἠδύναντο ἴσως νὰ ἐπικαλεσθῶσιν ἓν ἕτερον γεγονὸς ὑπὲρ τῆς γνώμης αὑτῶν. Ἠδύναντο νὰ εἴπωσιν, ὅτι ὁ κ. Σπάρταλης ὑπηρέτησε τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἄνευ προμηθείας. Δὲν ἐπεκαλέσθησαν ὅμως τοῦτο, διὰ δύο ἰσχυροὺς λόγους. Τὰ μεγάλα ἐργοστάσια δίδουσιν εἰς τοὺς παραγγελιοδόχους προμήθειαν, ἥτις, κατὰ γενικὸν κανόνα, ὃν ὡμολόγησαν καὶ οἱ ὑπερασπισθέντες τὴν πίστωσιν, ἀνέρχεται εἰς 5% περίπου. Τὰ τοιαῦτα ἐργοστάσια συνήθως δὲν πωλοῦσι λιανικῶς εἰς καταναλωτὰς, ἀλλὰ χονδρικῶς εἰς ἐμπόρους, ἢ εἰς παραγγελιοδόχους. Εἰς τοὺς τελευταίους δὲ τούτους δίδουσι προμήθειαν. Οἱ παραγγελιοδόχοι δὲ, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἀρκοῦνται εἰς τὴν προμήθειαν ταύτην, καὶ δὲν λαμβάνουσι τοιαύτην παρὰ τῶν διδόντων εἰς αὐτοὺς παραγγελίας. Ἐνίοτε δὲ οἱ παραγγελιοδόχοι μέρος τῆς προμηθείας, ἣν λαμβάνουσι παρὰ τῶν ἐργοστασιαρχῶν, ἀποδίδουσιν εἰς τοὺς δίδοντας τὴν παραγγελίαν. Ὁ οἶκος Σπάρταλη, ἐκτελῶν τὴν παραγγελίαν, τὴν δοθεῖσαν εἰς αὐτὸν παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἠρκέσθη εἰς τὴν προμήθειαν τῶν 5%, ἅτινα φυσικῶς, νομίμως καὶ ἐντίμως ἔλαβε παρὰ τῶν ἐργοστασιαρχῶν...

§64ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ἔχετε βεβαιωμένον;

§65ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ὑποθέτω.

§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐξάγεται ἐκ τῶν ἐγγράφων ὅλων, ὅτι δὲν ἔλαβε.

§67ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἐνώπιόν μας, δὲν ἐξάγεται.

§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐξάγεται.

§69ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἀρκεῖ νὰ τὸ βεβαιώσητε, πρέπει καὶ νὰ τὸ ἀποδείξητε. Ἐκ τῶν ἐγγράφων δὲν ἐξάγεται, μήτε ὅτι ἔλαβε, μήτε ὅτι δὲν ἔλαβεν. Εἶναι ὅμως παραδεδεγμένον, καὶ δύναμαι νὰ σᾶς φέρω χιλιάδας παραδειγμάτων, ὅτι ὅλα τὰ μεγάλα ἐργοστάσια δίδουν 5% προμήθειαν. Καὶ αὐτὸς δὲ ὁ ὑποστηρίξας τὴν πίστωσιν κ. Βουλευτὴς Φθιώτιδος ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἐργοστασιάρχης τις ἐν Ἀγγλίᾳ, μεθ’ οὗ ἦλθεν εἰς συμφωνίαν πρό τινος καιροῦ Ἕλλην ἀξιωματικὸς διὰ τὴν κατασκευὴν πλοίου διὰ λογαριασμὸν Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, εἶπεν εἰς τὸν ἀξιωματικὸν τοῦτον, μετὰ τὸ πέρας τῶν συμφωνιῶν, ὅτι δικαιοῦται νὰ λάβῃ προμήθειαν 5%....

§70ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀλλὰ δὲν τὴν ἐδέχθη.

§71ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν τὴν ἐδέχθη δι’ ἴδιον αὑτοῦ ὄφελος, ἀλλὰ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἐδέχθη αὐτὴν εἰς ὄφελος τῆς Ἑταιρίας, ἥτις τὸν εἶχε πέμψει εἰς Ἀγγλίαν. Ὁ οἶκος Σπάρταλη, ὡς οἶκος ἐμπορικὸς, γνωρίζων κάλλιστα τὰ συμφέροντά του, ἐκτελέσας τὴν εἰς τὸν Πρόξενον Σπάρταλην δοθεῖσαν παραγγελίαν, ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ ὠφέλειάν τινα, πρὸς ἀμοιβὴν τῆς ἐργασίας αὐτοῦ. Τὴν ὠφέλειαν ταύτην εὗρεν ἐν τῇ προμηθείᾳ, ἣν ἐπλήρωσαν αὐτῷ οἱ κατασκευάσαντες τὰ πλοῖα ἐργοστασιάρχαι. Ὁ δὲ κ. Σπάρταλης, οὐχὶ ὡς Πρόξενος, ἀλλ’ ὡς ἀρχηγὸς τοῦ οἴκου Σπάρταλη καὶ Σας, ἐδέχθη τὴν ἄνευ προμηθείας ἐκτέλεσιν τῆς ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως δοθείσης αὐτῷ παραγγελίας. Τὴν ὕπαρξιν τοιαύτης συνεννοήσεως βεβαιοῖ ἡ ἐπιστολὴ τοῦ κ. Σπάρταλη, διὰ τῆς ὁποίας δὲν λέγει, ὅτι χαρίζει τὴν προμήθειάν του, ἀλλ’ ἀπολύτως, ὅτι δὲν λαμβάνει τοιαύτην παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως...

§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Λέγει χωρὶς νὰ λαμβάνῃ προμήθειαν ἀπολύτως.

§73ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο ἀκριβῶς λέγει ἐν τῇ ἐπιστολῇ του.

§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐδέχθη ὀβολὸν ὡς δικαίωμα προμηθείας, ἄνευ διακρίσεως δικαιώματος προμηθείας παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἢ παρ’ ἄλλου τινός.

§75ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ νὰ ἑρμηνεύσητε τὴν φράσιν ταύτην ἐμπορικῶς, διότι ἐμπορικὴ εἶναι καὶ ἡ ἐπιστολὴ τοῦ κ. Σπάρταλη. Ἀποτεινόμενος πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ὁ κ. Σπάρταλης, δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ εἴπῃ τί ἔπραξε μετ’ ἄλλων. Λέγει, ὅτι δὲν λαμβάνει προμήθειαν παρ’ αὐτῆς...

§76ΜΙΛΗΣΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;

§77ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι.

§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπαγορεύονται αἱ διακοπαί, Κύριοι.

§79ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐκ τῶν γενικῶς παραδεδεγμένων κρίνοντες, εἰκάζομεν, ὅτι ὁ κ. Σπάρταλης ἠρκέσθη εἰς τὴν προμήθειαν, ἣν ἔλαβε παρὰ τῶν ἐργοστασιαρχῶν. Ἐκτὸς δὲ τούτων, δὲν ἐποιήσαντο χρῆσιν τοῦ ἐπιχειρήματος τῆς προμηθείας οἱ ὑπερασπισθέντες τὴν πίστωσιν, διότι ὁ ἴδιος Σπάρταλης κατέστρεψεν αὐτό. Ὁ κύριος Σπάρταλης, ὅστις κατὰ τὸ 1868 ἔγραφε πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν λαμβάνει οὐδεμίαν προμήθειαν, ὅτε κατὰ τὸ 1874 ἐπιέσθη νὰ στείλῃ τοὺς λ)σμούς του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, μετέβαλε γνώμην, καὶ ἐκεῖνο, ὅπερ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἀνεγνώριζεν, ὡς μὴ ἀνῆκον αὐτῷ, τὴν προμήθειαν δηλαδή, τὴν παριστᾶ ὡς κεκτημένον αὐτοῦ δικαίωμα. Μεταχειρίζεται δ’ αὐτὴν ὡς δέλεαρ χάριν τῆς ἐξελέγξεως τῶν λ)σμῶν του, προσφέρων αὐτὴν εἰς εὐεργετικὰ καταστήματα. Τῆς τοιαύτης δ’ αὐτοῦ γενναιοδωρίας ὄργανον ἠθέλησε νὰ μεταχειρισθῇ τὸν Βασιλέα, ἀφήσας εἰς τὴν Α. Μ. νὰ ὁρίσῃ τὰ καταστήματα, ἅτινα ἤθελον λάβει τὸ ποσὸν τῆς προμηθείας, ἣν, κατὰ τὴν ῥητὴν αὐτοῦ ὁμολογίαν, οὐδέποτε ἀπέκτησεν. Ἐκτὸς τῶν δύο τούτων λόγων, τὸ ἐκ τῆς προμηθείας ἐπιχείρημα κατέστρεψε καὶ τρίτος, διότι ὁ κ. Σπάρταλης δι’ ἀτάκτου καὶ ἀδίκου σημειώσεως ἐν ἰδιαιτέρῳ τινὶ βιβλίῳ αὑτοῦ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ μεταγραφῇ ἡ ὁπωσδήποτε παρ’ αὐτοῦ μὴ ἀποκτηθεῖσα προμήθεια, ὡς κέρδος κτηθὲν παρ’ αὐτοῦ, ἐν τοῖς βιβλίοις τοῦ ἐμπορικοῦ αὐτοῦ οἴκου, τοῖς μεταβιβασθεῖσιν εἰς τοὺς δανειστὰς αὐτοῦ μετὰ τὴν πτώχευσίν του, καὶ χρησιμεύσῃ ὡς μία ἐκ τῶν βάσεων, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθησαν αἱ ἀπαιτήσεις τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ἀρνητικῶν τούτων γεγονότων, εὑρίσκομεν ἐν τοῖς κατατεθεῖσιν ἐγγράφοις καὶ θετικὰ γεγονότα, ἅτινα μᾶς δίδουσι τὸν ἀληθῆ χαρακτηρισμὸν τοῦ τρόπου τῆς ἐκτελέσεως τῆς εἰς τὸν κ. Σπάρταλην δοθείσης ἐντολῆς. Κατὰ τὸ 1868 ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἐλθοῦσα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πληρώσῃ 10 ἢ 12 χιλιάδες λιρῶν εἰς Βιέννην χάριν τοῦ ἐν Τεργέστῃ κατασκευαζομένου πλοίου «Ὄλγας», ἔγραψεν εἰς τὸν κ. Σπάρταλην, νὰ πέμψῃ τὸ ποσὸν τοῦτο. Ὁ κ. Σπάρταλης ὅμως ἠρνήθη νὰ πράξῃ τοῦτο, καίπερ ἔχων εἰς χεῖράς του ποσὸν χρημάτων, ἀνῆκον εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἀνερχόμενον εἰς 50,000 λίρας περίπου. Τοῦτο ὡμολόγησεν ὁ ἴδιος, ἀρνηθεὶς νὰ ἐκτελέσῃ τὴν παραγγελίαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, διότι εἶχεν ἀναλάβει ὑποχρεώσεις διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ πλοίου «Βασιλέως Γεωργίου», καὶ ἐνόει νὰ κρατῇ τὰ εἰς αὐτὸν σταλέντα μέχρι τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεων τούτων. Τοῦτο παριστᾷ καθαρῶς τὸν κ. Σπάρταλην ὡς ἔμπορον, τακτικὸν ἴσως καὶ τίμιον, ἀλλὰ μὴ ἔχοντα ἐμπιστοσύνην, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ πέμψῃ εἰς αὐτὸν ἐγκαίρως τὰ ἀναγκαῖα χρήματα διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διὰ λ]σμὸν αὐτῆς ληφθεισῶν ὑποχρεώσεων, καὶ μὴ ἐννοοῦντα νὰ πράξῃ τι ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν αἰσθημάτων πατριωτισμοῦ καὶ αὐταπαρνήσεως. Ὁ κ. Σπάρταλης ἔπεμψεν ἀργότερον εἰς Βιέννην τὸ ῥηθὲν ποσὸν, ἀλλ’ ἔπραξε τοῦτο πιεσθεὶς ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπὸ τῆς ἐν Λονδίνῳ Ἑλληνικῆς Πρεσβείας. Κατὰ τὴν αὐτὴν περίπου ἐποχὴν ἐστάλη διὰ τοῦ κ. Σπάρταλη εἰς τὴν ἐν Λονδίνῳ Ἑλληνικὴν Πρεσβείαν ποσὸν 5,000 λιρῶν, ἵνα δοθῇ εἰς τηλεγραφικήν τινα ἑταιρίαν πρὸς ἐκτέλεσιν συμβάσεως, ἥν εἶχε συνομολογήσει μετ’ αὐτῆς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις· ὁ κ. Σπάρταλης ὅμως, τὸ ποσὸν τοῦτο, ἀντὶ νὰ τὸ δώσῃ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Πρεσβείαν, τὸ ἐκράτησεν, ὑπολογίσας αὐτὸ εἰς ὅσα ἔμελλε νὰ πληρώσῃ διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ «Βασιλέως Γεωργίου». Γνωρίζω πολὺ ὀλίγον τὸν κ. Σπάρταλην· οὐδεμίαν δὲ ἔχω ἀφορμὴν νὰ ἐπαινέσω, ἢ κατηγορήσω αὐτόν. Ἦτο ἔμπορος, καὶ ἐπεδίωκε τὸ συμφέρον του, τακτικῶς ἴσως καὶ ἐντίμως. Τὰ γεγονότα ὅμως, ἅτινα μανθάνομεν ἐκ τῶν κατατεθέντων ἐπισήμων ἐγγράφων, δὲν μᾶς ἐπιτρέπουσι νὰ παραδεχθῶμεν τὴν γενομένην ἐκτίμησιν τοῦ τρόπου τῆς ἐκτελέσεως τῶν εἰς αὐτὸν δοθεισῶν παραγγελιῶν, ὡς τρόπου δεικνύοντος ζῆλον, αὐταπάρνησιν καὶ πατριωτισμόν. Ἐπιβλαβῆ δὲ νομίζω τὸν τοιοῦτον χαρακτηρισμὸν, διότι, ἂν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δεδομένων, ἅτινα ἀνέπτυξα, χαρακτηρίσωμεν ὡς πατριωτικὴν τὴν ἐργασίαν τοῦ κ. Σπάρταλη, δὲν ἠξεύρω πῶς θὰ ἐκτιμήσωμεν τὰς ὑπηρεσίας, ἃς παρέχουσιν εἰς τὸ Ἔθνος ἐκεῖνοι, οἵτινες πράγματι ὑπηρετοῦσιν αὐτὸ μετ’ αὐταπαρνήσεως καὶ μετὰ πατριωτισμοῦ. Ἐκτὸς ὅμως τούτων, ἔχομεν καὶ ἓν ἕτερον πασίγνωστον γεγονός· τὴν ἄρνησιν τοῦ κ. Σπάρταλη νὰ πέμψῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα καὶ τοὺς λ)σμούς του, ὅπως καὶ αὐτὸς τεθῇ ἐν τάξει ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον τακτοποιήσῃ τὴν μερίδα αὐτοῦ. Τὸ κυριώτερον μέρος τῶν δοθεισῶν παραγγελιῶν εἰς τὸν κ. Σπάρταλην ἐξετελέσθη κατὰ τὸ 1868, αἱ ἐπισκευαὶ δὲ τοῦ «Βασιλέως Γεωργίου» διήρκεσαν μέχρι τοῦ 1870. Ὁ κ. Σπάρταλης ὅμως μέχρι τοῦ 1875 δὲν ἔστειλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εἰμὴ ἁπλῆν σημείωσιν καὶ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα διὰ 6,000 λίρας περίπου. Κατ’ ἔτος ἐζητοῦντο παρ’ αὐτοῦ διὰ τῆς ἐν Λονδίνῳ Ἑλληνικῆς Πρεσβείας οἱ λ)σμοί του καὶ τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, ἀλλ’ οὗτος ἀπέφευγε τοῦτο, προφασιζόμενος, ὁτὲ μὲν τὸ πολυάσχολον αὐτοῦ, ὁτὲ δὲ τὴν ἀπουσίαν τοῦ διευθυντοῦ τοῦ λογιστηρίου του. Δὲν εἶναι δὲ ὀρθὸν τὸ λεχθὲν ἐντεῦθεν, ὅτι ὁ κ. Σπάρταλης, ὡς ἔμπορος, δὲν ἠδύνατο νὰ πέμψῃ δικαιολογητικὰ, κατατεταγμένα καὶ συντεταγμένα κατὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου ἀπαιτουμένην τάξιν, ὡς ἤθελε πράξει τοῦτο εἷς Ταμίας, ἢ ἄλλος λογιστικὸς ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Οὐδέποτε ἐζητήθη παρ’ αὐτοῦ τοιαύτη κατάταξις τῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, ὁ δὲ κ. Σπάρταλης, ὡς ἔμπορος, δὲν ἠδύνατο νὰ ἀγνοῇ, ὡς ἀπέδειξε τοῦτο ἀργότερον, τίνα ἦσαν τὰ ἔγγραφα καὶ οἱ λ)σμοὶ, οὓς ὤφειλε νὰ πέμψῃ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ἡ τοιαύτη ἄρνησις αὐτοῦ, ἡ διαρκέσασα ἓξ ὅλα ἔτη, ἠνάγκασε τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἥτις, ἐκ τῶν πληροφοριῶν, ἃς εἶχε λάβει παρ’ αὐτοῦ, εὕρισκεν αὐτὸν χρεώστην 23,000 λιρῶν περίπου, νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, καὶ προβῇ εἰς τὴν κατάσχεσιν τῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ εὑρισκομένων 6,000 λιρῶν περίπου, ἀνηκουσῶν τῷ κ. Σπάρταλῃ. Ὁ τότε δὲ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔγραψε κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1874 πρὸς τὸν Πρέσβυν τῆς Ἑλλάδος ἐν Λονδίνῳ καὶ πικρὰν διὰ τὸν κ. Σπάρταλην ἐπιστολὴν, δι’ ἧς ἠπείλει τοῦτον, ὅτι, ἂν δὲν στείλῃ ἀμέσως τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, θὰ τὸν ἐναγάγῃ ἐνώπιον τῶν Ἀγγλικῶν Δικαστηρίων. Τὴν τοιαύτην ἀπειλὴν συνησθάνθη ὁ κύριος Σπάρταλης, καὶ ὑπεσχέθη νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ὑποχρέωσίν του. Δὲν ἔστειλεν ὅμως ἀμέσως τὰ ζητούμενα ἔγγραφα, προφασισθεὶς καὶ τότε, ὅτι ἔλειπεν ὁ εἰδικὸς ὑπάλληλός του. Μετὰ τρεῖς δὲ ἢ τέσσαρας μῆνας, δηλ. περὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1875, ἔπεμψε ταῦτα. Καὶ ἐνταῦθα δύναται νὰ ἐγερθῇ μία νέα ἀπορία: Ὁ κύριος Σπάρταλης εἶχε τὰ δικαιολογητικὰ ταῦτα ἔγγραφα ἀπὸ τοῦ 1868, ἢ ἐπρομηθεύθη ταῦτα κατὰ τὸ διάστημα, τὸ μεσολαβῆσαν ἀπὸ τῆς γενομένης πρὸς αὐτὸν ἀπειλῆς μέχρι τῆς ἀποστολῆς τῶν ἐγγράφων; Καὶ ἂν μὲν εἶχεν αὐτὰ, διατὶ ἀπέφευγεν ἐπὶ 6 ὅλα ἔτη τὴν ἀποστολήν των; Ἐὰν δὲ δὲν τὰ εἶχε, τίνα δύνανται νὰ ἔχωσι ταῦτα ἀποδεικτικὴν ἀξίαν; Εἰς τὴν ἀπορίαν ταύτην οὐδεμίαν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν λύσιν, στηριζομένην ἐπὶ ἐπισήμων πληροφοριῶν. Ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, εἶναι, ὅτι ὁ κ. Σπάρταλης ἔπεμψεν εἰς Ἀθήνας τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, μόνον μετὰ τὴν γενομένην πρὸς αὐτὸν ἀπειλὴν κατὰ τὸ 1874 ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν μακαρίτου Νικολοπούλου. Ἐντεῦθεν ἄρχεται τὸ δεύτερον στάδιον τῆς ὑποθέσεως. Τὰ ἔγγραφα ἔφθασαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1875, ἤρξατο δὲ ἡ ἐξέλεγξις αὐτῶν. Οἱ κατὰ διαφόρους ἐποχὰς ἐξελέγξαντες αὐτὰ ἔφθασαν εἰς διάφορα συμπεράσματα. Οἱ μὲν εὗρον τὸν κ. Σπάρταλην ὀφειλέτην τοῦ Δημοσίου διὰ 4–5 χιλιάδας λιρῶν, τινὲς δὲ καὶ 23,000 λιρῶν, εἷς δὲ καὶ μέχρι τῶν 50,000 λιρῶν. Ἄλλοι δὲ εὕρισκον αὐτὸν πιστωτὴν 4 ἢ 5 χιλιάδων λιρῶν. Τίνες ἐξ αὐτῶν εἶχον δίκαιον, δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ κρίνωμεν, διότι ἡ ἐξέλεγξις τῶν λογαριασμῶν αὐτοῦ δὲν εἶναι ἔργον, δυνάμενον νὰ γίνῃ παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ γνωρίζομεν, εἶναι, ὅτι, καθ’ ὅλον τὸ ἀπὸ τοῦ 1875 μέχρι τοῦ 1886 διάστημα, ἡ ἀπαίτησις Σπάρταλη ἠμφισβητεῖτο μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, ἐὰν δὲ πιστεύσωμεν τοὺς ἀγορεύσαντας ὑπὲρ τῆς πιστώσεως, τὴν ἀμφισβήτησιν ταύτην ὀφείλομεν ν’ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν δυστροπίαν καὶ τὴν κακὴν πίστιν τῶν κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο διαδεχθέντων ἀλλήλους Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν, οἵτινες πάντες ἠθέλησαν νὰ ὠφελήσωσι τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, ἀδικοῦντες τὸν κ. Σπάρταλην. Τὴν τοιαύτην ἐκτίμησιν τῶν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου φροντίδων τῶν διαφόρων Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν εὑρίσκω οὐ μόνον ἄδικον, ἀλλὰ καὶ ἀντιπατριωτικήν. Ἐκ τῶν δοθεισῶν εἰς ἡμᾶς πληροφοριῶν οὐδεμία ἐξάγεται δυστροπία καὶ ἄδικος πρὸς τὸν κ. Σπάρταλην διάθεσις. Ἀπεναντίας πάντα τὰ κατατεθέντα ἔγγραφα καὶ τὸ τελευταῖον παρουσιασθὲν τοιοῦτον, τοῦ νῦν μὲν ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατὰ δὲ τὸ 1879 Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, δεικνύει, ὅτι καὶ οὗτος συνιστᾷ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ταχεῖαν ἐξέλεγξιν καὶ τακτοποίησιν τῆς ἀπαιτήσεως Σπάρταλη. Ὑπαίτιος δὲ τῆς τοιαύτης ἀμφισβητήσεως ἀποδεικνύεται αὐτὸς ὁ κ. Σπάρταλης, ὅστις ἀνέβαλλεν ἐπὶ πολλὰ ἔτη τὴν ἀποστολὴν τῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, ἔπεμψε δὲ τοιαῦτα, μὴ ὑποστηρίζοντα ἀσφαλῶς τοὺς λογαριασμοὺς καὶ τὰς ἀπαιτήσεις αὐτοῦ. Τὸ γεγονὸς τῆς ἀμφισβητήσεως τῆς ἀπαιτήσεως οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, διότι, ἂν δὲν ἠμφισβητεῖτο αὕτη, ἤθελεν ἐκκαθαρισθῆ καὶ πληρωθῆ ἐγκαίρως. Ὁ κ. Σπάρταλης δὲ, γνωρίζων τοῦτο, δὲν ἠδύνατο νὰ ἀγνοῇ καὶ τὸν τρόπον, δι’ οὗ ὤφειλε νὰ ἐξασφαλίσῃ πᾶν δικαίωμά του κατὰ τῆς ὑπὸ τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου ἐπιβαλλομένης πενταετοῦς παραγραφῆς εἰς πᾶσαν κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀπαίτησιν, μὴ ἀναγνωρισθεῖσαν, ἢ μὴ πληρωθεῖσαν. Καὶ ἂν ἠγνόει αὐτὸ, τὸ ἔμαθε βεβαίως παρὰ τῶν ἐνταῦθα ἀντιπροσώπων αὐτοῦ. Ἀπόδειξιν δὲ τούτου ἔχομεν τὴν πρᾶξιν τοῦ ἀντιπροσώπου του, ἑνὸς τῶν πρωτίστων παρ’ ἡμῖν νομομαθῶν, καὶ τοῦ ὁποίου οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ κῦρος, τοῦ κ. Καλλιγᾶ, ὅστις, γνωρίζων τὸν ἐκ τῆς παραγραφῆς κίνδυνον, ἀπηύθυνεν αἴτησιν θεραπείας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Σπάρταλης δὲν ἠθέλησε νὰ συμπληρώσῃ δι’ ἀγωγῆς τὴν γενομένην αἴτησιν θεραπείας, διότι, καίπερ γνωρίζων, ὅτι ἡ ἀγωγὴ ἦτο τὸ μόνον μέσον, ὅπερ ἠδύνατο νὰ σώσῃ τὴν ἀπαίτησιν αὐτοῦ ἐκ τῆς παραγραφῆς, δὲν εὕρισκε, φαίνεται, συμφέρουσαν αὐτῷ τὴν δικαστικὴν ἐκκαθάρισιν τῶν ἀπαιτήσεών του. Ἐπροτίμησε νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν διοικητικὴν καὶ φιλικὴν ἐκκαθάρισιν αὐτῆς, τρέχων τὸν κίνδυνον τῆς παραγραφῆς. Οὕτω δὲ ἡ ἀπαίτησίς του παρεγράφη, κατὰ τὸ ἄρθρον 69 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, ὅπερ λέγει ῥητῶς (ἀναγινώσκει): «Παραγράφεται πρὸς ὄφελος τοῦ Κράτους καὶ ἐξαλείφεται πᾶν χρέος δημόσιον, ἐὰν δι’ ἔλλειψιν ἀποχρώσης δικαιολογήσεως δὲν ἀνεγνωρίσθη, ἢ δὲν διετάχθη ἡ πληρωμὴ αὐτοῦ, καὶ δὲν ἐπληρώθη ἐντὸς πέντε ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς χρήσεως. Ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἰσχύει εἰς τὰς περιστάσεις, διὰ τὰς ὁποίας νόμοι, εἰδικὰ διατάγματα ἢ συμβόλαια προσδιώρισαν μακρυτέραν ἢ συντομωτέραν προθεσμίαν ἐκπτώσεως.» Τὸ ἄρθρον τοῦτο κύριον σκοπὸν ἔχει, νὰ σώσῃ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν, καὶ τὴν τακτικὴν λειτουργίαν τοῦ Δημοσίου Λογιστικοῦ, οὐχὶ ἐκ τῶν ἀπαιτήσεων τῶν ἐκκεκαθαρισμένων, ὡς εἶπον οἱ ὑπερασπισθέντες τὴν πίστωσιν, διότι ἐλάχιστος ἤθελεν εἶσθαι ὁ ἐκ τῶν τοιούτων ἀπαιτήσεων κίνδυνος, ἀλλ’ ἐκ τῶν περιπλοκῶν τῶν μὴ ἐκκεκαθαρισμένων ἀπαιτήσεων, καὶ ἐκ τῶν κινδύνων, οὓς παρουσιάζουσι τοιαῦται ἀπαιτήσεις, ἐξελεγχόμεναι μετὰ παρέλευσιν δεκάδων ἐτῶν. Τὸ Δημόσιον, οὗτινος οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι συνεχῶς ἀλλάσσουσι, δυσκόλως δύναται νὰ κρατήσῃ ἐπὶ δεκάδας ἐτῶν ὅλα τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα, καὶ πλήρη τὴν γνῶσιν τῶν λεπτομερειῶν, τῶν ἀναγκαίων πρὸς ἐκκαθάρισιν καὶ τακτοποίησιν τῶν τοιούτων ἀπαιτήσεων. Οἱ ἰδιῶται ὅμως, ἐπιμελέστεροι πάντοτε τοῦ Δημοσίου, εὐκολώτερον δύνανται καὶ νὰ κρατήσωσι ταῦτα καὶ νὰ εὕρωσι καὶ ἕτερα, δυσκόλως ἐξελεγχόμενα, μετὰ παρέλευσιν δεκάδων ἐτῶν, καὶ εὐκολύνωσι τὴν ὑπὲρ αὑτῶν καὶ κατὰ τοῦ Δημοσίου ἐκκαθάρισιν τῶν τοιούτων ἀπαιτήσεων. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς, ὅτι εἰς τὸν κ. Σπάρταλην ἦσαν κεκλεισμένα τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια. Ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν βεβαίως δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον χάσμα, θέτον τοὺς πιστωτὰς τοῦ Δημοσίου, καὶ ὅταν ἀκόμη οὗτοί εἰσιν ὑπόλογοι διαχειρισταὶ, εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ ἐξασφαλίσωσι τὰ δικαιώματά των ἐναντίον τῆς πενταετοῦς παραγραφῆς. Ὁ κ. Σπάρταλης δὲ, ἐκτὸς τῆς ἰδιότητός του ὡς ὑπολόγου, εἶχε καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἁπλοῦ δικαιούχου διὰ τὰς 6,000 λίρας, τὰς κατασχεθείσας παρὰ τῇ Ἐθν. Τραπέζῃ καὶ δι’ ἃς ἀναντιῤῥήτως ἠδύνατο νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ Δικαστήρια. Τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια βεβαίως δὲν ἦσαν κεκλεισμένα εἰς τὸν κ. Σπάρταλην, ἐγνώριζε δ’ οὗτος, ὅτι ἡ ἀπαίτησίς του ἠμφισβητεῖτο, διότι, ἐὰν δὲν ἠμφισβητεῖτο, ἤθελεν ἐκκαθαρισθῆ καὶ πληρωθῆ. Ἀλλ’, ὡς εἶπον, ἀντὶ τοῦ δικαστικοῦ ἀγῶνος, ἐπροτίμησε τὴν παραγραφήν. Νομίζω δὲ ὅλως ἀβάσιμον τὴν σύγκρισιν, ἣν ἠθέλησαν νὰ ποιήσωσι, τῆς πιστώσεως Σπάρταλη μὲ ἄλλας πιστώσεις, καὶ ἰδίως μὲ τὴν πρὸ ἐτῶν ψηφισθεῖσαν πίστωσιν, πρὸς κανονισμὸν τῶν ἀπαιτήσεων τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, καὶ μὲ τὴν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ψηφισθεῖσαν τοιαύτην διὰ τὴν τακτοποίησιν τῶν προσωρινῶν δανείων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία ἐξηκολούθει παρέχουσα ὑπηρεσίας εἰς τὸ Δημόσιον διαρκῶς καὶ ἄνευ διακοπῆς. Ἐλάμβανε δὲ παρ’ αὐτοῦ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν χρήματα, καὶ αἱ ἀπαιτήσεις αὐτῆς εἶχον χαρακτῆρα διαρκοῦς τρεχουμένου λογαριασμοῦ. Ὅτε δὲ διά τινας ἀπαιτήσεις αὐτῆς ἐγεννήθη ὁ κίνδυνος τῆς παραγραφῆς, ἔσπευσεν αὕτη νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, κατόπιν τῆς ὁποίας ἐπῆλθεν ὁ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς Ἑταιρίας συμβιβασμὸς, καὶ ἡ τακτοποίησις τῶν ἀπαιτήσεων αὐτῆς. Τὰ προσωρινὰ δὲ δάνεια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν παραγραφὴν τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, ὡς στηριζόμενα ἐπὶ νόμου καὶ συμβάσεως, καὶ ἐξαιρούμενα τῆς πενταετοῦς παραγραφῆς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 69 τοῦ νόμου τούτου. Οὐδεὶς λόγος περὶ παραγραφῆς δύναται νὰ γίνῃ διὰ τὸ κεφάλαιον τῶν δανείων τούτων. Οἱ τόκοι δ’ αὐτῶν οὐδέποτε ἠμφισβητήθησαν παρὰ τοῦ Δημοσίου. Ἂν δὲ παρουσιάσθη δυσκολία τις εἰς τὸν κανονισμὸν αὐτῶν, τοῦτο προῆλθε, διότι τὸ Γενικὸν Λογιστήριον τὰς ὑπὸ τῆς Τραπέζης γενομένας εἰσπράξεις διὰ λογαριασμὸν τῶν δανείων τούτων κατελόγισε παρανόμως ἀπέναντι τῶν κεφαλαίων, ἀντὶ νὰ τὰς καταλογίσῃ ἀπέναντι τῶν τόκων. Οὐδεμία βάσιμος σύγκρισις δύναται νὰ γίνῃ μεταξὺ τῶν πιστώσεων τούτων καὶ τῆς πιστώσεως Σπάρταλη, ἥτις παρεγράφη πολὺ πρὸ τοῦ 1886. Μετὰ τὴν παραγραφὴν αὐτῆς ἄρχεται τὸ τρίτον στάδιον τῆς ὑποθέσεως Σπάρταλη. Κατὰ τὸ 1885 ἢ 1886 οὗτος ἐπτώχευσεν, ἡ δὲ περιουσία αὐτοῦ περιῆλθεν εἰς χεῖρας τῶν δανειστῶν του. Συμβιβασθεὶς δὲ μετ’ αὐτῶν, ἐξεχώρησε, σὺν ἄλλοις, καὶ τὴν κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ἀπαίτησίν του. Δὲν γνωρίζομεν ἀκριβῶς εἰς τίνας ἐξεχώρησε ταύτην, διότι ἡ Κυβέρνησις, πολλάκις ἐρωτηθεῖσα, δὲν μᾶς εἶπε τοῦτο. Ἠκούσαμεν ὅμως, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ βεβαιώσωμεν τοῦτο, ὅτι ἡ ἐκχώρησις αὐτῆς ἐγένετο πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας τῆς ἰσχυρᾶς καὶ μεγάλης ἐφημερίδος τῶν «Times». Οἱοιδήποτε δὲ καὶ ἂν ὦσιν οἱ ἐκδοχεῖς τῆς ἀπαιτήσεως ταύτης, οὗτοί εἰσιν ὑπήκοοι Ἄγγλοι. Ὡς τοιοῦτοι δὲ κατέφυγον εἰς τὴν Κυβέρνησίν των, καὶ ἐζήτησαν τὴν ὑπὲρ τῆς ἀπαιτήσεώς των ἐπέμβασιν καὶ ὑποστήριξιν αὐτῆς. Ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἐπενέβη οὐχὶ ὡς ἰδιωτικὸς τῶν δικαιοδόχων Σπάρταλη ἀντιπρόσωπος, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ὡς Κυβέρνησις, μεθ’ ὅλου αὐτῆς τοῦ ὄγκου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ὁ Πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας παρέστη ἐνώπιον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀντιπροσωπεύων τοὺς ἐκδοχεῖς Σπάρταλη. Ἡ θέσις τοῦ ἀντιπροσώπου ξένης Δυνάμεως δὲν συμβιβάζεται μὲ τὰ ἔργα καὶ τὰ καθήκοντα ἰδιώτου ἀντιπροσώπου. Ἀλλὰ, καὶ ἄν, κατὰ μεγάλην ἐξαίρεσιν, ὑποθέσωμεν ὡς δυνατὸν τοιοῦτόν τι διὰ τὸ πρόσωπον τοῦ Πρέσβεως, βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι τὸ ἠθικὸν πρόσωπον τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας δύναται νὰ παραστῇ ὡς ἰδιώτης ἀντιπρόσωπος. Αἱ Πρεσβεῖαι, κατὰ τὸ διεθνὲς δίκαιον, χαίρουσι προνομίας καὶ δικαιώματα, ἅτινα θέτουσιν αὐτὰς ἐκτὸς καὶ ἄνω τῶν νόμων τῆς χώρας, ἐν ᾗ ἑδρεύουσι, καὶ ἅτινα καθιστῶσιν ἀδύνατον τὴν παρ’ αὐτῶν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων καὶ τῶν καθηκόντων τοῦ ἰδιώτου ἀντιπροσώπου καὶ πληρεξουσίου τῶν ὑπηκόων αὐτῶν. Ἔχομεν δ’ ἐνώπιον ἡμῶν τὰς πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν διακοινώσεις τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, ἐν αἷς, αὕτη ὁμιλεῖ, οὐχὶ ἐν ὀνόματι τῶν ἐκδοχέων τοῦ Σπάρταλη, ἀλλ’ ἐν ὀνόματι τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Ἐν ὀνόματι δὲ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Κυβερνήσεως διαβιβάζει παρατηρήσεις καὶ ἐκφράσεις εὐαρεσκείας ἢ λύπης πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἐδικαιοῦτο ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις νὰ ἐπέμβῃ διπλωματικῶς, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἀπαιτήσεως Σπάρταλη κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου; Κατὰ τὸ διεθνὲς δίκαιον, ἐπέμβασις Κυβερνήσεως πρὸς ὑποστήριξιν ἀπαιτήσεως ὑπηκόου αὑτῆς κατ’ ἄλλου Κράτους, ἐπιτρέπεται, ἄνευ οὐδενὸς ὅρου, μόνον εἰς τὰ Κράτη, τὰ μὴ ἀποτελοῦντα μέρος τῆς χορείας τῶν πεπολιτισμένων Ἐθνῶν, τὰ ὡς βάρβαρα θεωρούμενα καὶ μὴ διεπόμενα ὑπὸ τοῦ διεθνοῦς δικαίου. Εἰς τὰ πεπολιτισμένα ὅμως Κράτη, τὰ ἀναγνωρίζοντα καὶ διεπόμενα ὑπὸ τῶν κανόνων καὶ διατάξεων τοῦ διεθνοῦς δικαίου, τοιαύτη ἐπέμβασις δὲν ἐπιτρέπεται, εἰμὴ εἰς ὡρισμένας περιστάσεις. Τοιαῦται δέ εἰσιν, ἡ παραβίασις ἀνεγνωρισμένων κανόνων τοῦ διεθνοῦς δικαίου, ἢ παραβίασις συνθηκῶν καὶ εἰδικώτερον ἡ ἀρνησιδικία. Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως Σπάρταλη δὲν φαίνεται καθαρῶς τοιαύτη τις περίπτωσις. Οὐδεμία ὑπάρχει παραβίασις ἀνεγνωρισμένης τινὸς διατάξεως τοῦ διεθνοῦς δικαίου, ἢ συνθήκης. Οὐδεὶς δὲ ἠρνήθη εἰς τοὺς δικαιοδόχους τοῦ κ. Σπάρταλη τὸ δικαίωμα νὰ καταφύγωσιν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια, πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἀπαιτήσεών των. Ποῦ ἐστηρίχθη λοιπὸν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ὅπως ἐπέμβῃ μετὰ τοιαύτης ἐπιμονῆς; Ἐστηρίχθη εἰς εἶδός τι ἀρνησιδικίας, τὴν ἑξῆς: Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔδωκεν εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν τὴν βεβαίωσιν, ὅτι ἡ ἀπαίτησις Σπάρταλη εἶναι βάσιμος, καὶ ὅτι οὗτος δικαιοῦται νὰ λάβῃ καὶ κεφάλαια, καὶ προμήθειαν, καὶ τόκους. Τοιαύτην δὲ δώσας βεβαίωσιν, δὲν ἐξετέλει αὐτήν. Δὲν γνωρίζομεν ἐπισήμως, πότε καὶ πῶς ἐδόθη εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν ἡ τοιαύτη βεβαίωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὅτι ὅμως καὶ αὕτη ἐχρησίμευσεν ὡς βάσις τῆς διπλωματικῆς ἐπεμβάσεως τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, μαρτυροῦσιν αἱ ἀλλεπάλληλοι διακοινώσεις αὐτῆς πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐν τῇ διακοινώσει αὐτοῦ τῆς 6ης Δεκεμβρίου 1887 ὁ ἐπιτετραμμένος τῆς Ἀγγλίας Haggart λέγει: «ὁ κ. Σπράρταλης ἀναντιῤῥήτως δικαιοῦται εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν χρημάτων, ἅτινα κατὰ τὴν ὁμολογίαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀδίκως κατεσχέθησαν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ», ὅτι οὐδεμία ἀμφισβήτησις ἢ παραγραφὴ δύναται νὰ προταθῇ κατὰ τῆς ὀφειλῆς 10,499 λιρῶν, διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ὁποίων οὐδὲν ἄλλο ἀπαιτεῖται, ἢ ἡ ἐγγραφὴ τῆς πιστώσεως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κατὰ λάθος γενομένης κατασχέσεως παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Ὁ ἴδιος κ. Haggart ἐν τῇ διακοινώσει αὐτοῦ τῆς 9 Δεκεμβρίου 1887 ἀναφέρει, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν εἰς τὸν κ. Ῥούμβωλδ, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἐξεφράσθη, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἁρμόδιον νὰ καταλογίσῃ τόκους, ἀλλ’ ὅτι ἐν τῇ ἀποφάσει του θ’ ἀναφέρῃ τὴν ἀναρμοδιότητά του κατὰ τρόπον, δεικνύοντα, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Συνεδρίου ὁ κ. Σπάρταλης δικαιοῦται νὰ λάβῃ τόκους. Ἐξίσταται δὲ ὁ κ. Haggart, μαθών, ὅτι τὸ Συνέδριον δὲν ἔπραξε τοῦτο. Ἐν ἑτέρᾳ διακοινώσει του, τῆς 20 Δεκεμβρίου, διαβιβάζει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν: «Ὅτι τηλεγραφικῶς ἔλαβεν ὁδηγίας παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἀγγλίας λόρδου Σώλσβαρυ, ἵνα ἐκφράσῃ πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὴν μεγάλην δυσαρέσκειαν καὶ λύπην τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, διότι, καὶ μετὰ τὰς δοθείσας εἰς τὸν κ. Ῥούμβωλδ βεβαιώσεις κατὰ τὴν 31 Μαΐου καὶ 16 Νοεμβρίου, δὲν ἐλήφθη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἡ περὶ τῆς ἀπαιτήσεως Σπάρταλη δέουσα πρόνοια.... Ὅτι εἰς τὴν προσδοκίαν, ἣν ὁ κ. Ῥούμβωλδ ἐν ὀνόματι τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἐξέφρασεν, ὅτι ἡ ἀπαίτησις Σπάρταλη ἤθελε διέλθει διὰ τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν τελευταίαν αὐτῆς Σύνοδον, ὁ κ. Τρικούπης, ἀπαντῶν αὐτῷ, εἶπεν, ὅτι, εἰς ἣν εὑρίσκεται θέσιν ἡ ἀπαίτησις αὕτη, ὁ περὶ παραγραφῆς νόμος ἐμποδίζει τὴν πληρωμὴν αὐτῆς. Ἑπομένως, «ἂν ὑποβληθῇ αὕτη εἰς τὴν Βουλήν, ἀνάγκη νὰ εἰσαχθῇ εἰς μυστικὴν συνεδρίασιν καὶ νὰ ψηφισθῇ τρίς». Διὰ τῆς ἐκφράσεως ταύτης, ἣν ἔν τινι προηγουμένῃ συνεδριάσει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐχαρακτήρισεν ὡς μωράν, ἐνόει βεβαίως, ὅτι ἡ πίστωσις πρὸς πληρωμὴν τῆς παραγεγραμμένης ἀπαιτήσεως Σπάρταλη ἔχει χαρακτῆρα προσωπικῆς δωρεᾶς, καὶ ἔδει ἑπομένως, κατὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, νὰ ὑποβληθῇ εἰς τρεῖς μυστικὰς ψηφοφορίας καὶ οὐχὶ εἰς μυστικὴν συνεδρίασιν, ὡς κακῶς ἀντελήφθη ὁ Ἐπιτετραμμένος τῆς Ἀγγλίας. Ἐξακολουθεῖ δ’ ἐν τῇ διακοινώσει του ὁ κύριος Haggart, ὅτι «ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρέπεμψε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον μετ’ ἐκθέσεως, παριστώσης αὐτὴν ὡς ἀπαίτησιν, προκύπτουσαν ἐκ συναλλαγῆς μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἐν Λονδίνῳ Ἕλληνος Προξένου. Τοιουτοτρόπως δὲ δὲν θέλει ἐφαρμοσθῆ ὁ περὶ παραγραφῆς νόμος. Ἡ Α. Ἐξ. (ὁ Πρωθυπουργὸς) μετ’ εὐχαριστήσεως προσέθηκεν, ὅτι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἦτο σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην αὐτοῦ, οὕτω δὲ εἰς τὴν προσεχῆ Σύνοδον τῆς Βουλῆς, κατὰ Νοέμβριον, θ’ ἀναγράψῃ τακτικῶς τὴν πίστωσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ,.... ὅτι τὸν Νοέμβριον ὁ κ. Τρικούπης εἶπεν εἰς τὸν κ. Ῥούμβωλδ, ὅτι ἀφέθη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ θέσις διὰ τὴν ἀπαίτησιν, καὶ ἔδωκεν εἰς αὐτὸν νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν τόκων θέλει κανονισθῆ ὑπὲρ τοῦ Σπάρταλη». Ταῦτα δὲν ἐξετελέσθησαν, ὁ δὲ κ. Ῥούμβωλδ, ἐπανελθὼν ἐκ ταξειδίου, κατὰ Μάρτιον τοῦ 1888, ἀπηύθυνε πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν ἔντονον διακοίνωσιν τῆς 20 Μαρτίου, δι’ ἧς, ἐν ὀνόματι τοῦ λόρδου Σώλσβωρυ καὶ ἐν ἰδίῳ ὀνόματι, βεβαιοῖ τὸ περιεχόμενον τῶν προηγουμένων διακοινώσεων τοῦ κ. Haggart, ἀπαιτεῖ δὲ, «ὅπως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπὶ τέλους κανονίσῃ ὁριστικῶς τὴν ἀπαίτησιν διὰ τῆς πληρωμῆς λιρῶν στερλινῶν 11,029, ἃς ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις θεωρεῖ, ὅτι εἶναι τὸ ἐλάχιστον ποσόν, τὸ ὀφειλόμενον εἰς τοὺς ἐκδοχεῖς τοῦ Σπάρταλη,.... ὅτι τὸ ὀρθὸν καὶ δίκαιον τῆς πληρωμῆς ταύτης ἀνεγνωρίσθη παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰδικώτερον παρὰ τοῦ ἐξόχου ἀνδρός, ὅστις προΐσταται αὐτῆς,.... ὅτι ἐκτὸς τούτων ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι σοβαροὶ καὶ ἐπείγοντες λόγοι, συνδεόμενοι μὲ τὴν στάσιν, ἣν δύνανται νὰ λάβωσιν οἱ πιστωταὶ τοῦ Σπάρταλη.» Τίνες δέ εἰσιν οἱ ἐπείγοντες καὶ σοβαροὶ οὗτοι λόγοι, ἐξηγεῖ ὁ κ. Ῥούμβωλδ ἐν τῇ γνωστῇ ἐμπιστευτικῇ ἐπιστολῇ αὐτοῦ, δι’ ἧς, πέμπων εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀντίγραφον τῆς ἀπὸ 20 Μαρτίου ἐπισήμου διακοινώσεώς του, ζητεῖ τὸν δι’ οἱουδήποτε τρόπου ἐγκρίνει ὁ ἴδιος, ἀδιαφορῶν δηλ. ἂν τοῦτο θὰ γίνῃ διὰ τῆς Βουλῆς, διὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἢ διὰ Β. Διατάγματος, κανονισμὸν τῆς ἀπαιτήσεως Σπάρταλη, ὃν ὁρίζει ἐν τῇ ἐπισήμῳ αὐτοῦ διακοινώσει, καὶ ὅστις συνίσταται εἰς τὴν ἄφευκτον πληρωμὴν τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει ὡς ὀφειλόμενον εἰς αὐτόν. Προσθέτει δὲ, ὅτι οἱ ἰσχυροὶ ἐνδιαφερόμενοι εἰς τὴν ἀπαίτησιν ταύτην, ἀνυπομονοῦντες, ἀπειλοῦσι νὰ φέρωσι τὸ ζήτημα ἐνώπιον τοῦ Ἀγγλικοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἀναγκάσωσι τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς Ἀγγλίας νὰ καταθέσῃ ἔγγραφα, ἅτινα οὔτε αὐτὸς θέλει, οὔτε εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν συμφέρει νὰ κατατεθῶσιν. Ἡ ἐπίσημος ἐπέμβασις τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως μεθ’ ὅλου τοῦ ὄγκου αὐτῆς εἶναι πασιφανής. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι εἰς τὸν κ. Πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας ἐδήλωσεν, ὅτι, ἂν ἐννοῇ ἐπέμβασιν καὶ πίεσιν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, πρέπει νὰ πέμψῃ στόλον εἰς Πειραιᾶ. Ἂν καὶ οὐδὲν ἴχνος εὑρίσκωμεν ἐν τοῖς κατατεθεῖσιν ἐγγράφοις τῆς τοιαύτης δηλώσεως, οὐχ ἧττον ὀφείλομεν νὰ πιστεύσωμεν αὐτήν, ἐπισήμως βεβαιουμένην παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ποῖον ὅμως ἀποτέλεσμα ἔφερεν ἡ τοιαύτη ἀνδρικὴ στάσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως; Οὐδέν. Μήτε μνείαν κἂν αὐτῆς εὑρίσκομεν ἐν ταῖς διακοινώσεσι τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, ἥτις, φαίνεται, δὲν ἔλαβεν αὐτὴν ὑπ’ ὄψει. Βλέπομεν δὲ συνάμα καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, λησμονήσαντα τὴν τοιαύτην ἀνδρικὴν αὐτοῦ στάσιν, καὶ παραδεχθέντα ἀσυζητητεὶ τὴν ἐπέμβασιν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Καθ’ ὅλην δὲ τὴν πορείαν τῆς ἐπεμβάσεως βλέπομεν αὐτὸν ἀσχολούμενον, οὐχὶ τίνι τρόπῳ ν’ ἀποκρούσῃ αὐτήν, ἀλλὰ τίνι τρόπῳ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν ἀπαίτησιν τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, καλύπτων τὴν εὐθύνην του ἀπέναντι τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἔθνους. Πρὸς τὸν σκοπὸν δὲ τοῦτον κατέφυγεν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, οὐχὶ ὅπως ζητήσῃ τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ, ὡς ἀνεξαρτήτου δικαστικοῦ σώματος, ἀλλ’ ὅπως λάβῃ παρ’ αὐτοῦ, ὡς παρ’ ἁπλοῦ Λογιστηρίου, τὴν ἀναγνώρισιν καὶ παραδοχὴν τῆς ἀπαιτήσεως τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας. Τοῦτο δὲ, ἐξετάσαν τὴν ἀπαίτησιν τοῦ κ. Σπάρταλη ὑπὸ τοὺς εὐνοϊκωτέρους δι’ αὐτὸν ὅρους, εὗρεν, ὅτι δὲν δύνανται νὰ πληρωθῶσιν εἰς τοὺς δικαιοδόχους αὐτοῦ, εἰμὴ τρεῖς περίπου χιλιάδες λίραι. Ἀλλ’ αἱ τρεῖς χιλιάδες λίραι δὲν ἦσαν αἱ 10,400 ἢ 11,000, ἃς ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἐθεώρει ὡς τὸν ἐλάχιστον ὅρον τῶν πρὸς τοὺς δικαιοδόχους τοῦ Σπάρταλη ὀφειλομένων παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἦτο ἀνάγκη νὰ συμπληρωθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο. Ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέδειξε διὰ τῆς Ἑλληνικῆς ἐν Λονδίνῳ Πρεσβείας, ὅτι οἱ δικαιοδόχοι τοῦ κ. Σπάρταλη δικαιοῦνται νὰ ζητήσωσιν ἀναθεώρησιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συνεδρίου. Οἱ δικαιοδόχοι ὅμως οὗτοι οὐδεμίαν ἔδωκαν προσοχὴν εἰς τὴν τοιαύτην ὑπόδειξιν, ἡ δὲ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία ἐξηκολούθει γράφουσα πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἀδιαφορεῖ κατὰ τίνα τρόπον θὰ κανονισθῇ ἡ ἀπαίτησις Σπάρταλη, ἀπαιτεῖ δὲ τὴν πληρωμὴν τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, στηριζομένη εἰς τὰς βεβαιώσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, θεωρεῖ ὀφειλόμενον εἰς τοὺς δικαιοδόχους αὐτοῦ. Ἀπέναντι τῆς τοιαύτης στάσεως τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠναγκάσθη νὰ ζητήσῃ ἀπ’ εὐθείας παρὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου τὴν ἀναθεώρησιν τῆς ἀποφάσεώς του, χαρακτηρίσας ὡς αἴτησιν τὴν ἀπαίτησιν τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, καὶ ὑποβαλὼν καὶ αὐτὸ εἰς τὴν παρ’ αὐτῆς ἐνεργουμένην διπλωματικὴν πίεσιν. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἔπραξεν, ὅ,τι ἦτο δυνατὸν εἰς αὐτὸ νὰ πράξῃ, χωρὶς νὰ παρανομήσῃ καθαρῶς. Ἀνεθεώρησε τὴν πρώτην αὑτοῦ ἀπόφασιν, παραδεχθὲν τὰ δύο ἐκ τῶν τριῶν νέων κονδυλίων, ἅτινα ὑπεβλήθησαν αὐτῷ, καὶ ἀποῤῥίψαν τὸ ἓν, διότι τὸ ἀνυπόστατον αὐτοῦ ἀποδεικνύεται ἐξ αὐτῶν τῶν πρὸς ὑποστήριξίν του ὑποβληθέντων ἐγγράφων, καθ’ ἃ ὁ Σπάρταλης δὲν ὑπελόγιζεν εἰς χρέωσίν του χρήματα, ἅτινα εἶχεν εἰσπράξει. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, κατὰ τὸν Λογιστικὸν Νόμον, δὲν ἠδύνατο νὰ παραδεχθῇ προμήθειαν. Διωρθώθη καὶ τοῦτο κατ’ ἄλλον τρόπον. Παρεδέχθη αὐτὴν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου, τὸ δὲ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀνέγραψε καὶ ταύτην, οὐχὶ ὡς προκύπτουσαν ἐκ τῆς ἐξελέγξεως τῆς διαχειρίσεως Σπάρταλη, ἀλλ’ ὡς νέαν ὀφειλὴν πρὸς αὐτὸν, ἀναγνωριζομένην παρὰ τοῦ Δημοσίου, ὡς ὀφειλέτου. Οὕτω δὲ διὰ νέας ἀποφάσεώς του ἀνεγνώρισε τὸν Σπάρταλην καὶ τοὺς δικαιούχους αὐτοῦ ὡς πιστωτὰς τοῦ Δημοσίου διὰ λίρας 6,423. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ἤρκει πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, τὸ δὲ Συνέδριον δὲν ἠδύνατο, χωρὶς νὰ παραβιάσῃ ῥητὴν τοῦ νόμου διάταξιν, νὰ παραδεχθῇ τὴν εἰς τὸν Σπάρταλην πληρωμὴν τόκων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὗρε καὶ εἰς τοῦτο τρόπον θεραπείας, οὐχὶ νομικὸν, ἀλλὰ φιλολογικόν. Ὁ νόμος ἀπαγορεύει τὴν πληρωμὴν τόκου, οὐχὶ ὅμως καὶ τὴν πληρωμὴν ἀποζημιώσεως. Παραδέχεται λοιπὸν νὰ πληρώσῃ εἰς τοὺς δικαιοδόχους Σπάρταλη ἀποζημίωσιν διὰ τὴν στέρησιν τῆς χρήσεως τῶν χρημάτων, ἅτινα εἶχον κατασχεθῆ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Ἀλλὰ τί εἶναι ἡ τοιαύτη ἀποζημίωσις, ἂν δὲν ἦναι τόκος; Τί δὲ εἶναι ὁ τόκος, ἂν δὲν ἦναι ἀποζημίωσις, ἣν πληρόνει ὁ δανειζόμενος χρήματα πρὸς τὸν δανείζοντα αὐτὰ καὶ στερούμενον τῆς χρήσεώς των; Ἡ πίεσις ὅμως τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐπέτρεπεν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ σταματήσῃ ἐνώπιον τοιούτων λεπτολογιῶν. Παραδεχθεὶς δὲ τὴν πληρωμὴν ἀποζημιώσεως λιρῶν 4,388, ἐσχημάτισε τὸ ποσὸν λιρῶν 10,810, ὅπερ ἀναγράφεται ἐν τῇ συζητουμένῃ πιστώσει, καὶ ὅπερ ἱκανοποιεῖ τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν· οὕτω δὲ λήγει καὶ τὸ τρίτον στάδιον τῆς ὑποθέσεως Σπάρταλη. Εὑρισκόμεθα δὲ σήμερον ἀπέναντι τετελεσμένου γεγονότος, ὅπερ δὲν εἶναι πλέον ἢ ἀνυπόστατος καὶ παραγεγραμμένη ἀπαίτησις τοῦ κ. Σπάρταλη, ἀλλ’ ἀπαίτησις διεθνὴς, ἀναληφθεῖσα παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, οὐχὶ πρὸς τοὺς δικαιούχους τοῦ Σπάρταλη, ἀλλὰ πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐκοινοποίησεν ἐπισήμως πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν τὴν νέαν ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ὁ δὲ Πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας κ. Ἐδμόνδος Μόνσον ἀπαντᾷ διὰ τῆς πρὸς τὸν κ. Δραγούμην, Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, διακοινώσεώς του τῆς 6 Αὐγούστου, ὅτι ἔλαβε σημείωσιν τῆς εἰς αὐτὸν ἐπισήμως σταλείσης τελευταίας ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τῆς ἀναγνωριζούσης τὸ πρὸς τὸν Σπάρταλην χρέος τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Τῆς ἀπαιτήσεως ταύτης οὐδεμία Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δύναται πλέον ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν πληρωμὴν, χωρὶς νὰ τρέξῃ τὸν κίνδυνον δικαιολογημένης ἐπεμβάσεως, οὐ μόνον διπλωματικῆς, ἀλλὰ καὶ πραγματικῆς ἀπὸ μέρους τοῦ Ἀγγλικοῦ Κράτους, ὅπερ, ὡς γνωρίζομεν, δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν Κρατῶν, ἅτινα ὀπισθοχωροῦσιν ἀπέναντι τοιούτων ἐπεμβάσεων. Τὴν πρὸς πληρωμὴν τῆς τοιαύτης ἀπαιτήσεως πίστωσιν δύναται νὰ ψηφίσῃ ἡ πλειοψηφία, ἡ ὑποστηρίζουσα τὴν Κυβέρνησιν. Ὀφείλει ὅμως νὰ ψηφίσῃ αὐτὴν εἰλικρινῶς καὶ καθαρῶς τοιαύτην, οἵα πράγματι εἶναι, δίδουσα δηλ. ψῆφον ἀφέσεως εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν διὰ τὴν πορείαν, ἣν ἠκολούθησε, καὶ ἥτις, δικαιολογήσασα τὴν ἐπέμβασιν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ἐδημιούργησε τὴν νέαν ἀπαίτησιν, τῆς ὁποίας τὴν πληρωμὴν δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν. Ψηφίζοντες τὴν πίστωσιν ὡς νομοσχέδιον ἀφέσεως, κυροῦτε τὴν ἄδικον πληρωμὴν 335,000 δραχμῶν. Ψηφίζοντες ὅμως αὐτήν, καθ’ ὃν τρόπον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ὡς στηριζομένην ἐπὶ τῶν ἐπιχειρημάτων καὶ τῶν δικαιολογιῶν, αἵτινες ἀνεπτύχθησαν ὑπὲρ αὐτῆς, δὲν ψηφίζετε μόνον τὴν ἄδικον ταύτην πληρωμήν, ἀλλὰ παραδέχεσθε προηγούμενον πλῆρες ἀτοπημάτων, πολὺ σπουδαιοτέρων καὶ πολὺ βαρυτέρων τῆς τοιαύτης πληρωμῆς. Παραδέχεσθε τὴν παράβασιν θεμελιωδῶν διατάξεων τῆς νομοθεσίας ἡμῶν, τὴν ἄτοπον ἐκτίμησιν τῶν πρὸς τὸ Ἔθνος παρεχομένων ὑπηρεσιῶν καὶ τὴν μείωσιν τῆς ἀλληλεθνοῦς θέσεως τῆς Ἑλλάδος. Ψηφίζοντες τὴν πίστωσιν, ὅπως ὑπεβλήθη καὶ ὑπεστηρίχθη, παραδέχεσθε, ὅτι ἡ ἀπαίτησις Σπάρταλη δὲν εἶναι παραγεγραμμένη, καὶ δίδετε τὸ δικαίωμα εἰς πάντα, ἔχοντα ἀπαίτησιν κατὰ τοῦ Δημοσίου, μὴ ἐξελεγχθεῖσαν ἐπὶ δεκάδας ἐτῶν, νὰ μὴ θεωρῇ αὐτὴν ὡς παραγεγραμμένην, καὶ ν’ ἀπαιτῇ τὸν κανονισμὸν καὶ τὴν πληρωμὴν αὐτῆς. Θέτετε δ’ οὕτως εἰς σπουδαῖον κίνδυνον τὴν τακτικὴν λειτουργίαν τοῦ Δημοσίου Λογιστικοῦ καὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Παραδεχόμενοι, ὅτι ὠφείλετο προμήθεια εἰς τὸν κ. Σπάρταλην, καθιεροῦτε προηγούμενον, ὅπερ θὰ δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ πᾶς συμβαλλόμενος μετὰ τοῦ Δημοσίου, ὅταν ἀπαιτῇ πλέον τῶν δυνάμει συμβάσεως ὀφειλομένων αὐτῷ. Παραδεχόμενοι τὴν πληρωμὴν τόκων διὰ τοῦ χαρακτηρισμοῦ αὐτῶν ὡς ἀποζημιώσεως, θὰ ἀναγκασθῆτε ἄλλοτε νὰ παραδεχθῆτε τὸν ἴδιον χαρακτηρισμὸν πρὸς πληρωμὴν τοιούτων καὶ πρὸς πολλοὺς ἄλλους, μὴ δικαιουμένους, κατὰ τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν, ν’ ἀπαιτήσωσι τοῦτο. Ψηφίζοντες τὴν πίστωσιν, ὅπως ὑπεστηρίχθη, παραδέχεσθε, ὅτι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐξετέλεσε τὴν εἰς αὐτὸν ἀνατεθεῖσαν παραγγελίαν ὁ κ. Σπάρταλης, δεικνύει πατριωτικὴν αὐταπάρνησιν καὶ ζῆλον ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, καὶ ὅτι οἱ ἐπὶ 15 ἔτη ἀλληλοδιαδόχως διευθύναντες τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὁρμώμενοι ἐξ αἰσθημάτων στρεψοδικίας, ἠδίκησαν τὸν κ. Σπάρταλην, μὴ πληρώσαντες τὰ εἰς αὐτὸν ὀφειλόμενα. Ταῦτα δὲ παραδεχόμενοι ἀδικεῖτε καὶ τοὺς μετὰ κήδους καὶ ζήλου διαχειριζομένους τὰ δημόσια χρήματα, καὶ τοὺς μετὰ πατριωτισμοῦ καὶ αὐταπαρνήσεως ὑπηρετοῦντας τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ψηφίζοντες αὐτήν, καθ’ ὃν τρόπον ὑπεβλήθη καὶ ἐδικαιολογήθη, παραδέχεσθε, ὅτι οὐδεμία ἐγένετο διπλωματικὴ ἐπέμβασις, καὶ ὅτι πᾶσα ἡ ἐνέργεια τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας εἶναί τι ἀθῶον καὶ ἁπλῆ φιλικὴ σύστασις καὶ παράκλησις. Καθιεροῦτε δὲ προηγούμενον, ὅπερ δύναται ν’ ἀποβῇ ὀλέθριον, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν μεγάλη τις Δύναμις θελήσῃ νὰ ὑποστηρίξῃ ἀπαιτήσεις ὑπηκόων της, μὴ στηριζομένας ἐπὶ τῆς νομοθεσίας ἡμῶν. Τοῦτο δὲ πράττοντες, θέτετε τὴν Ἑλλάδα ἐκτὸς τῆς χορείας τῶν πεπολιτισμένων Ἐθνῶν, τῶν διεπομένων ὑπὸ τοῦ διεθνοῦς δικαίου, ὅπερ τὴν γενομένην ἐνέργειαν ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας χαρακτηρίζει, οὐχὶ ὡς φιλικὴν συμβουλήν, ἀλλ’ ὡς διπλωματικὴν ἐπέμβασιν, ἐπιτρεπομένην μόνον ἐν ὡρισμέναις ὑπ’ αὐτοῦ περιστάσεσιν. Ἐὰν ψηφίσητε τὴν πίστωσιν ὡς νομοσχέδιον ἀφέσεως, θέλετε μὲν παραδεχθῆ τὴν ἠθικὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν πορείαν αὐτῆς, θέλετε ὅμως ἀπαλλάξει αὐτὴν τῆς νομικῆς εὐθύνης, ἣν φέρει σήμερον. Θέλετε δὲ συγχρόνως ἀποφύγει τὰ τρία σπουδαῖα διὰ τὸν τόπον ἀτοπήματα, ἅτινα ἀνέπτυξα. Ἐὰν δὲ ψηφίσητε αὐτήν, οἵα ὑπεβλήθη, καὶ παραδεχθῆτε τὰς ὑπὲρ αὐτῆς ἐκτεθείσας δικαιολογίας, οὐ μόνον δὲν ἀπαλλάττετε τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἠθικῆς εὐθύνης, ἣν ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος ἐπιῤῥίπτει εἰς αὐτήν, ἀλλ’ ἀφίνετε πλήρη καὶ ἀκεραίαν τὴν νομικὴν αὐτῆς εὐθύνην, καὶ καθιεροῦτε προηγούμενον παραβιάσεως θεμελιωδῶν διατάξεων τῆς νομοθεσίας ἡμῶν, κακῆς ἐκτιμήσεως τῶν πρὸς τὸ Ἔθνος καὶ τὸ Δημόσιον ὑπηρεσιῶν, καὶ μειώσεως τῆς διεθνοῦς θέσεως τῆς Ἑλλάδος.

§80ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ βαρυθυμήσητε κατ’ ἐμοῦ, ἐὰν ἐκ τρίτου λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως. Τὴν ἔλλειψιν, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη, εἶναι δίκαιον ν’ ἀποδώσητε εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν τελευταίαν τῆς συζητήσεως στιγμὴν ἀνέρχονται εἰς τὸ βῆμα καὶ ὑποβάλλουσι, πρὸς ὑποστήριξιν τῶν γνωμῶν, ἃς ὑπερασπίζονται, νέους λόγους, καὶ νέα ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀντικρούσῃ τις ἐκ τῶν προτέρων, διότι οὔτε νὰ ὑποθέσῃ ἦτο δυνατόν, ὅτι ἤθελον προταθῆ τοιαῦτα ἐπιχειρήματα. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι ἓν τῶν σπουδαιοτάτων ζητημάτων τῆς προκειμένης ὑποθέσεως εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ἀναγόμενον εἰς τὴν παραγραφὴν τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ Σπάρταλη. Περὶ τοῦ ζητήματος οὐδὲ λέξιν εὑρίσκομεν εἰς τὴν ἔκθεσιν, διὰ τῆς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλεν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὴν πίστωσιν τοῦ Σπάρταλη. Πρῶτος ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειοψηφίας, ἐνόμισεν, ὅτι δύναται ν’ ἀποκρούσῃ τὸ ζήτημα τῆς παραγραφῆς διὰ λόγων τινῶν, ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ ἀναγραφομένων. Ἔλαβον, Κύριοι, καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλα μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὸν λόγον, καὶ ἀπέδειξαν, ὅτι ἅπαντα ἐκεῖνα τὰ ἐπιχειρήματα οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην εἶχον ὑπόστασιν. Ὁ αὐτὸς Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἔλαβε τὸν λόγον καὶ ὑπεστήριξε τὴν γνώμην του καὶ διὰ νέων ἐπιχειρημάτων, ἀλλὰ καὶ ταῦτα ἐπὶ τοσοῦτον ἦσαν ἀνυπόστατα, ὥστε εὐχερῶς ἀντέκρουσα ταῦτα, λαβὼν ἐκ δευτέρου τὸν λόγον. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυκλάδων βουλευτὴς κ. Μπογιατζόγλους, λαβὼν κατόπιν τὸν λόγον, προσεπάθησε ν’ ἀποκρούσῃ τὴν παραγραφὴν διὰ νέων ὅλως ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα μάλιστα καὶ ἡ Βουλὴ μετὰ προσοχῆς τινος ἠκροάσθη, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλους ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἐπροξένησαν ἐντύπωσίν τινα. Ἕνεκα τούτου ἐπιβάλλεται καὶ εἰς ἡμᾶς τὸ καθῆκον, νὰ προβῶμεν εἰς ἐξέτασίν τινα τῶν ἐπιχειρημάτων τούτων, νὰ ἴδωμεν, ἐὰν ἦσαν ἀληθῶς ἄξια νὰ ἐπισπάσωσι τὴν προσοχήν, εἴτε τῆς Βουλῆς, εἴτε ἄλλου τινός. Ἐγώ, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα, τὰ νεωστὶ προταθέντα, οὐ μόνον οὐδεμίαν εἶχον ὑπόστασιν, ἀλλὰ τοὐναντίον προέρχονται ἐκ μιᾶς ἀλλοκότου συγχύσεως καὶ τῶν νόμων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ τῶν νόμων, τῶν ἀναγομένων εἰς τὰ τῆς παραγραφῆς τῶν κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀγωγῶν. Θέλω λοιπὸν καὶ ζητῶ, Κύριοι, τὴν εὐμενῆ προσοχήν σας, ἵνα προβῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τινῶν τῶν ἐπιχειρημάτων τούτων, ἀλλὰ πρὸ πάντων θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ μὴ ἐκφράσω ἐπ’ αὐτῶν μόνον τὴν ἀτομικήν μου γνώμην, διότι ἕκαστος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δύναται νὰ ἐκφράζῃ οἱανδήποτε γνώμην θέλει, καὶ δὲν δικαιοῦται νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν νὰ θεωρηθῇ ἡ γνώμη του ὀρθοτέρα ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Νομίζω ὅτι οἱ θέλοντες νὰ πείσωσι τὴν Βουλὴν ὀφείλουσι νὰ ἐπικαλῶνται ὑπὲρ τῆς γνώμης των αὐθεντικὰς γνώμας ἄλλων ἀνθρώπων καὶ ἄλλων δικαστικῶν σωμάτων, ἐξέχουσαν κατεχόντων ἐν τῇ ἐπιστήμῃ θέσιν. Τώρα ἐπιχειρῶ νὰ ἐξετάσω τὰ ἐπιχειρήματα, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων. Καθὼς καὶ ἐκ τῆς ἐντύπου ἀγορεύσεώς του ἠδυνήθην νὰ ἐξαγάγω, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος τὴν ἑξῆς θέτει βάσιν τῶν συλλογισμῶν του. Διαρκούσης τῆς ἐξελέγξεως τῶν λογαριασμῶν τῶν ὑπολόγων μέχρι τῆς ἐκδόσεως ἀποφάσεως ἐπ’ αὐτῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τρέξῃ οὐδεμία παραγραφή, διότι οὐδὲν δικαίωμα ἀκόμη ἐγεννήθη ὑπὲρ τοῦ ὑπολόγου μέχρι τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου....

§81ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Διότι τὰ τακτικὰ Δικαστήρια εἶναι ἀναρμόδια ν’ ἀποφανθῶσι.

§82ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς τοῦτο, ἀλλὰ τὸ πρῶτον ἐπιχείρημά σας, ὅτι οὐδεμία παραγραφὴ δύναται νὰ τρέξῃ μέχρι τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διότι πρὸ αὐτῆς δὲν θεωρεῖται γεννηθὲν τὸ δικαίωμα τοῦ ὑπολόγου, τὸ ἐπιχείρημα, λέγω, τοῦτο εἶναι—καὶ ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος —νομικὸς σολοικισμός, διότι ἅπαντες οἱ συγγραφεῖς — καὶ ἠδυνάμην νὰ προσαγάγω ἐνταῦθα τὰ συγγράμματα ὅλων τῶν παρ’ ἡμῖν γραψάντων—ἀναγνωρίζουσιν ὁμοφώνως, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῶν κοινῶν ἢ διοικητικῶν Δικαστηρίων δὲν γεννῶσι δικαιώματα, ἀλλ’ ἀναγνωρίζουσι προϋπάρχοντα δικαιώματα, καὶ παρέχουσιν εἰς τοὺς δικαιούχους τὰ μέσα τῆς ἐκτελέσεως. Ὁ ἰσχυρισμὸς λοιπὸν, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου γεννᾷ δικαίωμα, εἶναι νομικὸς σολοικισμὸς, διότι τὸ δικαίωμα ὑπάρχει ἀφ’ ἧς στιγμῆς κατέβαλεν ὁ ὑπόλογος χρήματα ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Ἐννοῶ τὸν ἰσχυρισμὸν, ὃν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ὑπέβαλον, ὅτι διαρκούσης τῆς ἐξελέγξεως δὲν τρέχει ἡ παραγραφή, ἡ ἀρξαμένη ἅμα τῇ γεννήσει τοῦ δικαιώματος, ἀλλ’ ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι δὲν ἐγεννήθη δικαίωμα, διότι τοῦτο γεννᾶται μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, εἶναι ἰσχυρισμὸς ὅλως ἀνυπόστατος. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, ἐξεταστέον, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι, διαρκούσης τῆς ἐξελέγξεως ἐνώπιον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, δὲν τρέχει ἡ παραγραφή, εἴτε διότι δὲν ἐγεννήθη τὸ δικαίωμα, ὡς ἰσχυρίζεται ὁ κ. Μπογιατζόγλους, εἴτε διότι ἡ παραγραφὴ ἀναστέλλεται ἕνεκα τῆς γενομένης ἐξελέγξεως, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Σιμόπουλος; Ἅπαντες οἱ συγγραφεῖς, ὅσοι ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσωσι τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἰδίως τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τῆς Γαλλίας, ἀποφαίνονται, ὅτι οὐδόλως κωλύει τὴν πορείαν καὶ τὴν συμπλήρωσιν τῆς παραγραφῆς ἡ ἐνώπιον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἐξέλεγξις τῶν λογαριασμῶν τοῦ ὑπολόγου. Καὶ ἰδοὺ τί λέγει ὁ συγγραφεύς (ἀναγινώσκει): «Ἡ παραγραφὴ ἐφαρμόζεται ἐπίσης εἰς τὰς προκαταβολὰς καὶ προμηθείας, τὰς ἐνεργηθείσας ὑπὸ ὑπολόγων, καὶ ὅταν ἀκόμη αἱ προκαταβολαὶ αὗται δὲν ἀνεγνωρίσθησαν ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, εἰμὴ μεταγενεστέρως». (Ἀποφάσεις Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, 20 Νοεμβρίου 1816, 21 Ὀκτωβρίου 1818, 4 Αὐγούστου 1819, 26 Μαΐου 1824)...

§83ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ἐν Γαλλίᾳ ὁ ὑπόλογος ὑπάλληλος δικαιοῦται νὰ ἀναφερθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν, καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἀποφαίνεται κατὰ πρῶτον βαθμὸν, ἂν δὲ ὁ Ὑπουργὸς ἀρνηθῇ ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς, ἢ σιγήσῃ, ὁ ὑπόλογος ἔχει δικαίωμα νὰ προσφύγῃ ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, en déni de justice, καταγγέλλων τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ ἀρνησιδικίᾳ· ἑπομένως, ἅμα δὲν ἐπιχειρήσῃ τὴν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν διαδικασίαν, βεβαίως ἡ παραγραφὴ τρέχει. Παρ’ ἡμῖν ὅμως δὲν ἔχομεν αὐτὴν τὴν διαδικασίαν. Συγχέετε δύο νόμους, ἀνομοίους κατὰ πολλά.

§84ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν Γαλλίᾳ αἱ ἀπαιτήσεις κατὰ τοῦ Δημοσίου εἰσάγονται ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ κατ’ ἔφεσιν ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, διότι εἶναι ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, διεξαγόμεναι κατὰ τὴν διαδικασίαν ταύτην. Παρ’ ἡμῖν ὅμως αἱ ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ εἰσάγονται ἅπασαι εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια τοῦ Κράτους, ἑπομένως, ὡς ἐν Γαλλίᾳ ἡ ἐνώπιον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἐξέλεγξις δὲν ἐμποδίζει τὴν παραγραφὴν, ἂν δὲν εἰσαχθῶσι κατὰ τὴν ἐκεῖ διοικητικὴν διαδικασίαν, οὕτω καὶ παρ’ ἡμῖν, ἂν δὲν εἰσαχθῶσιν εἰς τὰ Δικαστήρια. Εἶναι τοῦτο τόσον σαφὲς, ὥστε ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Μπογιατζόγλους πίπτει εἰς τοιαύτην παρερμηνείαν.

§85ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ἔχω τόσην ὑπόληψιν εἰς σᾶς, ὡς ποινικολόγον, ὥστε δὲν θέλω νὰ τὴν χάσω, διότι πραγματεύεσθε ἀντικείμενον ἐκτὸς τῆς εἰδικότητός σας.

§86ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας τῆς Γαλλίας, κατὰ τὰς ὁποίας παραγράφονται αἱ ὑπὸ τῶν ὑπολόγων ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου προκαταβολαὶ, καὶ ἂν βραδύτερον ἀνεγνωρίσθησαν ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Μετ’ ὀλίγον θὰ ὑποβάλω καὶ ἄλλας γνώμας συγγραφέων, ἐξ ὧν θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι οὐδεμίαν ἀξίαν ἔχει ἡ διακοπὴ τοῦ κ. Μπογιατζόγλου. Ὅθεν συμπεραίνω, ὅτι οὐδέποτε ὁ ἔλεγχος ἐνώπιον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἔχει τὴν ἐλαχίστην ἐπιῤῥοὴν εἰς τὸ ζήτημα τῆς παραγραφῆς. Καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προστρέχωμεν εἰς ξένην νομολογίαν, διότι τὰ κείμενα τῶν νόμων τῶν Ἑλληνικῶν μᾶς πείθουσι περὶ τούτου. Τί λέγει τὸ ἄρθρον 69 τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον ἐπανειλημμένως ἀνεγνώσθη ἐνώπιον ὑμῶν; (ἀναγινώσκει): Ὅτι «παραγράφεται... πᾶν χρέος δημόσιος, ἐὰν... δὲν ἀνε«γνωρίσθη, δὲν διετάχθη ἡ πληρωμὴ αὐτοῦ καὶ δὲν ἐπληρώθη ἐντὸς πέντε ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς χρήσεως». Λέγει ὁ Λογιστικὸς Νόμος, ὅτι ἡ παραγραφὴ ἀρχίζει οὐχὶ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς χρήσεως, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅπως ὑπεστήριζε προχθὲς ὁ ἐκ Κυκλάδων συνάδελφος; Καὶ σημειώσατε, ὅτι ὁ Λογιστικὸς Νόμος πραγματεύεται κυρίως περὶ ὑπολόγων, καὶ προκειμένου νὰ καθιερώσῃ παραγραφὴν, ὤφειλε περὶ αὐτῆς νὰ διατάξῃ ῥητῶς, ὅτι ἡ παραγραφὴ ἄρχεται οὐχὶ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς χρήσεως, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συνεδρίου. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἑπόμενον ἄρθρον 70 ὑποστηρίζει τὴν γνώμην μου, διότι παραδέχεται ἀναστολὴν τῆς παραγραφῆς, ἕνεκεν ἐμποδίων τῶν ἀρχῶν, ἢ ἂν ἔγεινε προσφυγὴ εἰς τὰ Δικαστήρια. Τὸ Γαλλικὸν ἄρθρον προέβλεπε περὶ προσφυγῆς εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλ’, ὡς εἴρηται, παρ’ ἡμῖν ἡ ὑπόθεσις ὑπάγεται εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια, καὶ ὡς ἐκ τούτου τὸ ἡμέτερον ἄρθρον 70 λέγει: «δι’ ἀρξαμένην δίκην». Πῶς ἄρχεται παρ’ ἡμῖν ἡ δίκη; Διὰ τῆς αἰτήσεως θεραπείας καὶ δι’ ἀγωγῆς. Πῶς ἄρχονται ἐν Γαλλίᾳ αἱ τοιαῦται δίκαι; Διὰ τῆς ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ ὑποβολῆς τῶν ἀξιώσεων, καὶ διὰ τῆς προσφυγῆς ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ὅπως λοιπὸν ἐν Γαλλίᾳ ἀναστέλλει τὴν παραγραφὴν ἡ ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας προσφυγὴ, οὕτω καὶ παρ’ ἡμῖν ἡ προσφυγὴ εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια. Ἀλλ’ ἡ ἐξέλεγξις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου οὔτε ἐν Γαλλίᾳ οὔτε παρ’ ἡμῖν δύναται νὰ ἀναστείλῃ τὴν παραγραφήν. Τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσον σαφὲς, ὥστε ἀπορῶ, πῶς δὲν ἐννοεῖ αὐτὸ ὁ ἐκ Κυκλάδων Βουλευτής. Ἀλλ’ ὑποβάλλει ἄλλο ἐπιχείρημα, ὅπερ ἔχει τι τὸ εὐλογοφανές. Εἶπεν ὁ συνάδελφος, ὅτι ὁ ὑπόλογος δὲν δύναται νὰ προσφύγῃ εἰς Δικαστήριον, πρὶν ἢ ἐκδοθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.

§87ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Οὔτε μετὰ τὴν ἔκδοσιν αὐτῆς.

§88ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤδη προσθέτει, οὔτε μετά. Ἂν ὁ ὑπόλογος δὲν ἔχῃ οὐδὲν ἄλλο μέσον προσφυγῆς, ἵνα σώσῃ τὰ δικαιώματά του, ἢ τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἂν ἡ θύρα τῶν Δικαστηρίων ἦναι κεκλεισμένη ἑρμητικῶς, μέχρις οὗ ἐκδοθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ ἂν, ταύτης ἐκδοθείσης, ἡ διαφορὰ θεωρῆται ὁριστικῶς ἐκδικασθεῖσα, ἠδύνατο νὰ ἔχῃ δίκαιον ὁ συνάδελφος, ὑποστηρίζων, ὅτι δὲν δύναται νὰ τρέξῃ παραγραφὴ κατὰ τοῦ ὑπολόγου μέχρι τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἀλλὰ, λέγων ταῦτα ὁ κ. Μπογιατζόγλους, δὲν κατενόησεν ἐντελῶς τὴν σημασίαν τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἶναι Δικαστήριον ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, ἀλλ’ ἔχει δικαιοδοσίαν τόσον ἀκριβῶς περιωρισμένην, ὥστε δὲν ἐπιτρέπεται κατ’ ἐλάχιστον ἡ ἐπέκτασις τῆς δικαιοδοσίας αὐτοῦ. Ποία εἶναι ἡ δικαιοδοσία αὐτοῦ; Τὸ ἄρθρον 16 ὁρίζει, ὅτι ἐξετάζει τοὺς λογαριασμοὺς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἰσέπραξαν καὶ ἐδαπάνησαν δημόσια χρήματα, καὶ ἐξετάζει τοὺς λογαριασμοὺς, διὰ νὰ ἴδῃ, ἂν τὰ δημόσια χρήματα καλῶς εἰσεπράχθησαν καὶ ἐδαπανήθησαν. Δὲν ἔχει ἑπομένως δικαίωμα νὰ ἐξετάζῃ ἄλλας ἀπαιτήσεις τῶν ὑπολόγων κατὰ τοῦ Δημοσίου. Λαμβάνει πολλάκις ὑπ’ ὄψει πληρωμὰς τῶν ὑπολόγων, γενομένας ἐξ ἰδίων χρημάτων, ἀλλὰ μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι δὲν ὀφείλουσι πρὸς τὸ Δημόσιον. Καὶ μάλιστα εἶχεν ἀπαγορευθῆ ἄλλοτε εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον νὰ ἀναγνωρίζῃ τοὺς ὑπολόγους πιστωτὰς τοῦ Δημοσίου....

§89ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ἡ ἀπαγόρευσις δὲν ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν.

§90ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, διότι τὸ ἄρθρον 212 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου λέγει ῥητῶς, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Συνεδρίου βεβαιοῦσιν, ἂν ὑπάρχῃ ὑπόλοιπον εἰς πίστωσιν τοῦ ὑπολόγου. Ποία ὅμως ἡ ἔννοια τῆς φράσεως ταύτης; Περιορίζομαι νὰ ὑποβάλω τὴν ἑρμηνείαν, ἣν δίδει ὁ Audiffret, δηλαδὴ ὁ δημιουργὸς τοῦ λογιστικοῦ συστήματος τῆς Γαλλίας, ὁ συντάκτης καὶ τοῦ Διατάγματος τοῦ 1838 καὶ τοῦ 1862 καὶ μέλος ἤδη Ἐπιτροπῆς, εἰς ἣν ἀνετέθη ἡ ἀναθεώρησις τῶν λογιστικῶν νόμων ἐν Γαλλίᾳ. Ἰδοὺ τί λέγει (ἀναγινώσκει): «Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀναγνωρίζει ὅλας τὰς τακτικῶς δικαιολογουμένας δαπάνας πρὸς ἀπαλλαγὴν τῶν ὑπολόγων, καὶ ὅταν ἀκόμη αἱ δαπάναι αὐταὶ ἀποτελῶσι προκαταβολὰς εἰς βάρος τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ περιορίζεται μόνον νὰ βεβαιώσῃ αὐτὰς τὰς προκαταβολὰς, καὶ παραπέμπει τοὺς διαδίκους νὰ προσφύγωσιν, ὅπου προσήκει, ἵνα ἐπιτύχωσι τὴν πληρωμήν». Ῥητῶς, ὡς βλέπετε, λέγει ὁ συγγραφεὺς, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἡ ἀναγνωρίζουσα ποσόν τι εἰς πίστωσιν τοῦ ὑπολόγου, δὲν ἀποτελεῖ καταδίκην τοῦ Δημοσίου εἰς πληρωμὴν αὐτοῦ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν Γαλλίᾳ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ: ἡ ἀπαίτησις, ἣν ἀνεγνώρισεν ἡ ἀπόφασις τοῦ Συνεδρίου, εἶναι παραγεγραμμένη. Λοιπὸν, ἐρωτῶ, μένει τι ὀρθὸν καὶ βάσιμον ἐκ τοῦ ἰσχυρισμοῦ, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Συνεδρίου ἀποτελεῖ δεδικασμένον, καὶ ὅτι μετὰ τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ δὲν μένει δικαίωμα εἰς ἄλλην ἀρχὴν ν’ ἀποφανθῇ περὶ αὐτοῦ; Δὲν εἶναι πρόδηλον, ὅτι καὶ πρὸ καὶ μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συνεδρίου εἰς τὰ Δικαστήρια δύναται καὶ ὀφείλει νὰ προσφύγῃ ὁ ὑπόλογος, ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὰ δικαιώματά του, καὶ ἐπιτύχῃ τὴν ἱκανοποίησιν αὐτῶν; Ἕνεκα μάλιστα τῆς ἰδιοφυοῦς ἁρμοδιότητος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, δὲν εἶναι ἀληθὲς, οὔτε ὅτι αἱ ἀποφάσεις αὐτοῦ ἀποτελοῦσι δεδικασμένον, διότι ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν δύναται ὁ ὑπόλογος νὰ ὑποβάλῃ αἴτησιν πρὸς ἀναθεώρησιν τῆς ἀποφάσεως, καὶ δύναται νὰ ἀπαλλαγῇ· ὅμοια δὲ δικαιώματα ἔχει καὶ ὁ κ. Β. Ἐπίτροπος. Ὥστε οὔτε δεδικασμένον ἀποτελοῦσιν αὐταὶ αἱ ἀποφάσεις, διότι ὑπόκεινται εἰς ἀναθεώρησιν, καὶ ἐν τούτοις ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν ἀποφάσεων ἔρχονται νὰ μᾶς εἴπωσιν, ὅτι ὑπάρχει δεδικασμένον, καὶ πρέπει νὰ πληρώσωμεν τὸν Σπάρταλην! Αὐτὰ εἶναι τὰ κυριώτερα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον ὑμῶν, πρὸς ἀντίκρουσιν τῶν ἀντιφρονούντων, ὡς πρὸς τὴν παραγραφήν. Τώρα ὀφείλω νὰ προσθέσω τινὰ καὶ περὶ τοῦ ζητήματος τῆς προμηθείας. Ἤκουσα, ὅτι ἡ προμήθεια αὕτη ὀφείλεται εἰς τὸν ἐμπορικὸν οἶκον τοῦ Σπάρταλη. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι τοιοῦτος ἰσχυρισμὸς μόνον κατὰ τὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς συζήτησιν προετάθη, διότι ὁ Σπάρταλης οὐδέποτε ἰσχυρίσθη, ὅτι δὲν ὀφείλεται εἰς αὐτὸν προμήθεια, ἀλλ’ εἰς ἕτερόν τινα. Ὁ Σπάρταλης ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν θέλει προμήθειαν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐντολῆς, δὲν ἦτο ἑπομένως δυνατὸν νὰ ἀπαιτήσῃ τοιαύτην ὑπὲρ ἄλλου προσώπου, εἰς ὃ ἀνέθετο τὴν ἐντολὴν, διότι ἡ Κυβέρνησις εἰς αὐτὸν ἀνέθεσε τὴν ἐντολὴν καὶ ὄχι εἰς ἄλλον, καὶ δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ τὴν ἀναθέσῃ εἰς ἄλλον ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ ζητῇ ἤδη προμήθειαν ὑπὲρ τοῦ προσώπου ἐκείνου, ἐνῷ αὐτὸς ὁ ἴδιος παρῃτήθη τὸ πρῶτον πάσης προμηθείας, καὶ ἀνέθετο κατόπιν τὴν διάθεσιν αὐτῆς εἰς τὸν Βασιλέα, διὰ νὰ τὴν διαχειρισθῇ ὑπὲρ φιλανθρωπικῶν καταστημάτων. Ἂν εἰς ἄλλον, καὶ οὐχὶ εἰς τὸν ἴδιον Σπάρταλην, ὠφείλετο ἡ προμήθεια, πῶς δύναται νὰ ἐξηγηθῇ ἡ τοιαύτη παραίτησις, ἡ διάθεσις; Ἕνεκα τούτων φρονῶ, ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι εἰς ἄλλον ὀφείλεται ἡ προμήθεια, ἀποτελεῖ παραμόρφωσιν τῶν πραγμάτων, ἥτις οὔτε εἰς δικηγόρον τοῦ Σπάρταλη ἦτο ἐπιτετραμμένη, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον εἰς ἐκείνους, οἵτινες παρίστανται ὡς ὑπερασπισταὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου τῆς Ἑλλάδος. Τώρα, Κύριοι, οὕτως ἐχούσης τῆς ἀπαιτήσεως, ἐπῆλθε διπλωματικὴ παρέμβασις; Ἤκουσα τοὺς κκ. συναδέλφους λέγοντας, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις οὐδὲν ἕτερον ἔπραξεν, ἢ νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὰ δίκαια τῶν ὑπηκόων αὐτῆς, ὡς καὶ ἡμεῖς πολλάκις προέβημεν εἰς παρόμοια διαβήματα, προκειμένου περὶ ἡμετέρων ὑπηκόων. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ἀνέγνωσεν ὁ κ. Καραπάνος, ἀπέδειξαν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοιαύτης συστάσεως ἢ παρακλήσεως. Ὅταν τοιαῦται συστάσεις καὶ παρακλήσεις ὑποβάλλωνται, ἀφίνεται εἰς αὐτοὺς τοὺς ὑπηκόους ἡ φροντὶς περὶ τῆς ἐπιδιώξεως τῶν δικαιωμάτων των. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως οὐδεὶς ὑπήκοος Ἄγγλος ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν, ἀλλὰ μόνη ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία. Ἡ τοιαύτη διεκδίκησις ἀποτελεῖ κατάδηλον ἐπέμβασιν, ἣν ὤφειλεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐκ πρώτης ὄψεως ν’ ἀποκρούσῃ. Ἀλλὰ τέλος πάντων τί ποιητέον; Ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν τὴν ἀπαίτησιν ταύτην; Ἤκουσα τὸν κ. Καραπάνον, ὑποστηρίζοντα, ὅτι εἰς τοιοῦτον διπλωματικὸν σημεῖον εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ὥστε ἐπιβάλλεται ἡ πληρωμὴ αὐτῆς ὑπὸ ἕνα ἢ ἄλλον τύπον. Ἐγὼ διεφώνησα ἀνέκαθεν ὡς πρὸς τοῦτο, ὑποστηρίξας ὅτι πρέπει νὰ ἀποῤῥιφθῇ ἡ πίστωσις. Δὲν ἀποδέχομαι, ὅτι περιήλθομεν εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε δὲν ὑπολείπεται εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἢ νὰ πληρώσῃ, ὑφισταμένη τὰς συνεπείας τῆς ἀδεξιότητος τῶν κυβερνώντων. Κατ’ ἐμὲ, ὑπολείπεται πλῆρες τὸ στάδιον τῆς περαιτέρω διπλωματικῆς ἐρεύνης τοῦ ζητήματος, καὶ μία ἀπόῤῥιψις τῆς πιστώσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς θὰ δώσῃ νέα ὅπλα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ὑποστηρίξῃ, ὅτι, κατὰ τοὺς νόμους ἡμῶν, κατὰ τοὺς νόμους ὅλων τῶν Ἐθνῶν, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ πληρωμὴ ἀπαιτήσεως παραγεγραμμένης. Καὶ πλείστους δὲ ἄλλους λόγους δύναται νὰ ἀντιτάξῃ κατὰ τῆς παρεμβάσεως αὐτῆς, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ σχέσεων τῆς Ἑλλάδος πρὸς Ἄγγλον ὑπήκοον, ἀλλὰ πρὸς Ἕλληνα κτλ. κτλ. Ἐγὼ λοιπὸν ποσῶς δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην τοῦ κ. Καραπάνου. Ἐγὼ μάλιστα φρονῶ, ὅτι, καὶ ἂν ἐπὶ τέλους ὑποκύψωμεν, προτιμότερον νὰ ὑποκύψωμεν μόνον εἰς τὴν βίαν, διότι ἡ βία διαφυλάττει ἀλώβητον τὴν ἐθνικὴν φιλοτιμίαν. Προτιμότερον λοιπὸν νὰ ἔλθωσι καὶ πάλιν τὰ Ἀγγλικὰ πλοῖα εἰς τὸν Πειραιᾶ, ὡς καὶ ἄλλοτε ἦλθον. Καὶ τότε ὑπεβλήθημεν εἰς θυσίας, ἀλλ’ ἡμεῖς μὲν ἐκερδήσαμεν τὰς συμπαθείας ὅλης τῆς Εὐρώπης, γενικὴ δὲ ἀνὰ πᾶσαν τὴν Εὐρώπην ἐξηγέρθη ἀποδοκιμασία κατὰ τοῦ τοιούτου μέτρου τῆς Ἀγγλίας, καὶ κατέστησε λίαν δυσχερῆ τὴν ἐπανάληψιν αὐτοῦ. Προτιμῶ νὰ ὑποκύψωμεν καὶ πάλιν εἰς τὴν βίαν, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει τὸ Κοινοβούλιον τῆς Ἑλλάδος νὰ ψηφίσῃ τὴν πίστωσιν.

§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη....

§92ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§93ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὡμίλησε τρὶς ἐπὶ τοῦ θέματος ὁ κ. Χατζόπουλος· δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὁμιλήσῃ καὶ πάλιν.

§94ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή. Ἀλλὰ πρὸ τούτου ἔχομεν καὶ ἄλλο τι νὰ συζητήσωμεν, διότι ἐγείνατε στηλῖται ἀπόψε. (Θόρυβος).

§95ΛΕΒΙΔΗΣ. Νὰ ἀποδείξητε, ὅτι ὡμίλησε τρίς.

§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς Πρόεδρος σᾶς λέγω, ὅτι ἐκ τῶν πρακτικῶν ἀποδεικνύεται, ὅτι ὡμίλησε δίς.

§97ΡΑΛΛΗΣ. Ἀποδείξατέ το. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ θέσητε τὸ ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἀποδείξητε τὸν ἰσχυρισμόν σας.

§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά.

§99ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ νὰ τὰ ἀφήσετε κατὰ μέρος. Νὰ λάβητε τὰ ἐπίσημα πρακτικά.

§100ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ βεβαιοῦσι τὸ πρᾶγμα. Ἀρκοῦσι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά.

§101ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσι χώραν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀποδεικνύονται μόνον διὰ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν.

§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς 10 Δεκεμβρίου (ἀναγινώσκει): «Εἶτα ἔλαβε τὸν λόγον ὁ βουλευτὴς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας...» Ἰδοὺ καὶ τὰ πρακτικὰ τῆς 3 Ἰανουαρίου 1889 (ἀναγινώσκει): «Τοῦτον διεδέξατο ἐπὶ τὸ βῆμα εἷς τῶν Βουλευτῶν Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, ὅστις ἐπεχείρησε τὴν ἐξέτασιν τῆς ὑπὸ συζήτησιν πιστώσεως.....»

§103ΡΑΛΛΗΣ. Προβῆτε τώρα εἰς τὴν ψηφοφορίαν.

§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἀγορεύσῃ καὶ ἐκ τρίτου ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος ὁ βουλευτὴς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κ. Χατζόπουλος λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κκ. Κανάρη καὶ Καλογεροπούλου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Χαρίλ. Τρικούπης ΟΧρ. Στεφανόπουλος Ο
Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΟἈλέξ. Ζαΐμης
Γ. Σισμάνης ΟΝ. Καλογερόπουλος Ο
Δ. Βουλπιώτης ΟἈλέξ. Κοντόσταυλος Ο
Ἀθ. Ἴσκος Ν. Παπανικολάου
Ν. Καλαντζόπουλος ΟΝ. Καφετζόγλους Ο
Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Ἰω. Πεζᾶς Ο
Μ. Γουλιμῆς ΟΚων. Σινέλης Ο
Μ. Ἰατρίδης ΟΒασ. Βουδούρης Ο
Δ. Χατζόπουλος ΝΚ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ο
Γ. Μίλησης ΟΔιον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ο
Σπ. Νοταρᾶς Ἀναστ. Ε. Λούντζης Ο
Γ. Κούστας Διον. Λομβάρδος Ο
Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΟΓεώρ. Θεοτόκης Ο
Σωτ. Δανόπουλος ΟΚωνστ. Βασιλάκης
Ἀναστ. Δημητριάδης Ἀντ. Καποδίστριας
Μιχ. Νικηφοράκης ΟΝικόλ. Βασιλάκης
Δ. Πετρίδης ΝΕὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς
Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΝΠολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς
Θ. Π. Δηλιγιάννης ΝΣπυρ. Ἀλαμάνος
Θ. Β. Δηλιγιάννης Θεόφ. Προβατᾶς
Χρ. Χριστόπουλος ΝἸωάν. Παδοβᾶς Ο
Φίλιπ. Βάρβογλης Εὐάγγ. Μπασιᾶς
Ἠλ. Φλέσσας Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ο
Κ. Κωνσταντόπουλος ΝἈνδρ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΟ
Ἀρ. Σακελλαρόπουλος Ν. Βαλσαμάκης
Π. Μανέτας ΟΓερ. Μουσούρης
Ι. Ἀντωνόπουλος ΝΠ. Βενιεράτος Ο
Ἠλίας Παλαμήδης ΟΓ. Τυπάλδος Κοζάκης
Κ. Κατσικόπουλος Γ. Κόρπας
Δ. Ζέγγελης Στέφ. Σκουλούδης Ο
Δ. Ν. Βότσαρης Ἀλοΐσιος Τόμαν
Κ. Καραπάνος ΝΧαρίλ. Προβελέγγιος Ο
Γ. Παχύς ΟΝ. Νομικός
Στέφ. Δραγούμης ΟΜίνως Μπογιατζόγλους Ο
Δημήτρ. Γ.Ῥάλλης ΝΓ. Μπούμπουρας Ο
Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας ΟΛωρέντζος Δελαρόκας Ο
Φωκίων Νέγρης ΟΔημοσθ. Καΐρης Ο
Ἰωάννης Γεωργαντᾶς Γεώργ. Δρόσος Ο
Νικόλαος Μπουφίδης ΟΝικ. Κρίσπης Ο
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟΕὐστάθ. Κεχαγιᾶς
Δημ. Καλλιφρονᾶς Κων. Κοσσονάκος Ο
Νικ. Λεβίδης ΝΓεώρ. Μαυρομιχάλης
Σπυρ. Κουκούλεζας ΟἈριστ. Πετροπουλάκης
Ὄθων Μακρυγιάννης ΟΓιανν. Μαυρομιχάλης Ο
Τρ. Μουτσόπουλος ΟΝικήτ. Βαρβιτσιώτης Ο
Θάνος Κανακάρης Λ. Καπετανάκος
Ἀθ. Πετιμεζᾶς Ξανθὸς Πικουλάκης Ο
Νεοκλ. Πετιμεζᾶς Γεώρ. Πετροπουλάκης
Α. ΠαπαγιαννακόπουλοςΝΚωνστ. ΠαπαμιχαλόπουλοςΝ
Α. Φωτήλας ΟΙ. Καρτάλης
Ἀνδρ. Αὐγερινὸς Ἀργ. Κανταρτζῆς Ο
Ἀντ. Ῥικάκης Εὐάγγ. Σταμούλης Ο
Ἀχ. Γεροκωστόπουλος ΝΝ. Κοκωσλῆς
Ἰω. Κρεστενίτης Ι. Παπαδόπουλος Ο
Ν. Κουμανιώτης Κ. Μαρκίδης Ο
Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος ΟΚ. Ζωγλοπίτης Ο
Δ. Κουτσουμπλῆς ΟἈθ. Καζαμπάκας Ο
Εὐθ. Μπατζιᾶς ΟΓ. Φραγκίδης Ο
Ἀναστ. Ζαρμάνης ΟΑ. Τακιατζῆς Ο
Ἀχιλ. Λογιωτάτου Γ. Τάκης
Σωτ. Σωτηρόπουλος Ν. Ταρμπάζης
Κ. Κουμουνδοῦρος Ζ. Φαλιάγκας
Π. Πεῤῥωτὴς Σταμ. Μπουντούρης Ο
Δ. Τζάνες ΟΘεόδ. Γκίκας Ο
Περ. Μποῦτος Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ο
Παν. Σάκκης ΝΚ. Χαλκιόπουλος Ο
Ν. Παπαλέξης ΟὈδ. Πετρόπουλος Ο
Νικ. Μισυρλῆς ΝΝ. Κοντογιάννης
Ν. Καράπαυλος ΟἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ο
Ἀσημ. Χριστόπουλος ΝΓ. Λιδωρίκης Ο
Εὐστάθ. Κοκκέβης ΟΚ. Χατζῖσκος Ο
Δ. Κάρτσωνας Δ. Ζουλούμης Ο
Δ. Π. Γουδῆς ΟΚ. Ἀναγνωστόπουλος Ν
Σ. Χατζηγάκης Θεμιστοκλῆς Κανάρης Ν

§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 94 Βουλευταί· 77 κατὰ τῆς προτάσεως, καὶ 17 ὑπερ αὐτῆς. Ὥστε ὁ κ. Χατζόπουλος δὲν δύναται νὰ ἀγορεύσῃ καὶ ἐκ τρίτου.

§106ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, πρὶν ἢ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς πιστώσεως, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται, πρέπει νὰ λύσωμεν ἕν ζήτημα, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ ἀφορᾷ...

§107ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δὲν δύναται νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις...Κύριε Πρόεδρε, μὴ δίδετε τὸν λόγον. (Θόρυβος).

§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνει ἔνστασιν, ἀφορῶσαν εἰς τὸν Κανονισμόν.

§109ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, ἀφορᾷ εἰς τὴν νόμιμον συγκρότησιν τοῦ Σώματος, εἰς τὸ ζήτημα περὶ ἀπαρτίας...

§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἦσαν 79 παρόντες.

§111ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγένετο ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας· προκειμένου λοιπὸν νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος καὶ νὰ γνωσθῇ, πόσοι ἦσαν παρόντες Βουλευταί, ἵνα δειχθῇ, ἄν ὑπῆρχεν ἀπαρτία, ἐκτὸς τῶν παρόντων ἐν τῇ αἰθούσῃ, ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψει καὶ οἱ ἐν τοῖς δωματίοις... (θόρυβος).

§112ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ πρακτικὸν τῆς διαλογῆς.

§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐσημειώθη ὡς παρὼν εἷς μόνον.

§114ΡΑΛΛΗΣ. Τότε ἐπικαλούμεθα τὴν ἰδίαν σας μαρτυρίαν· ἐλάβετε ὑπ’ ὄψει τοὺς ἐν τοῖς δωματίοις;

§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔλαβον ὑπ’ ὄψει μόνον τὸν κ. Δηλιγιάννην, τὸν ὁποῖον ἐκάλεσα, ὄντα ἐν τῷ δωματίῳ, διότι οὐδεὶς ἄλλος ὑπῆρχεν ἐν αὐτῷ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης δὲν ἦλθεν εἰς τὴν συνεδρίασιν. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν λοιπὸν, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι, ὅσοι εἶναι εἰς τὰ παρακείμενα δωμάτια, καλοῦνται παρὰ τοῦ Προέδρου, καὶ ἄν δὲν προσέλθωσι, θεωροῦνται ὡς παρόντες, ἐθεώρησα αὐτὸν παρόντα. Οἱ Βουλευταὶ οἱ παρόντες ἦσαν 78, μετὰ τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη δὲ 79.

§116ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ Προεδρεῖον... (θόρυβος).

§117Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐν πρώτοις σᾶς παρακαλῶ νὰ συμβουλεύσητε τὴν πλειονοψηφίαν, νὰ μὴ διακόπτῃ τοὺς ἀγορεύοντας. Σεῖς διευθύνετε τὴν συζήτησιν.

§118ΑΣ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ παύσωσι διακόπτοντες... (θόρυβος).

§119ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Κατηντήσατε πλέον ἀηδία!....

§120ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σωφρονίσατε τὸν ἐκ Ζακύνθου Βουλευτήν....

§121ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Σᾶς πρέπει νὰ σωφρονίσῃ. (Θόρυβος).

§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπαγορεύονται αἱ διακοπαί.

§123ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ Προεδρεῖον....

§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες Βουλευταὶ ἦσαν, ἐπαναλαμβάνω, ἐν ὅλῳ 79 μετὰ τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο ἐν τῇ αἰθούσῃ ἀλλ’ ἦτο ἐν τῷ παρακειμένῳ δωματίῳ....

§125ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἴχετε δικαίωμα νὰ τὸν καταλογίσητε.

§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶχον τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Κανονισμοῦ λέγει ἐν τέλει (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἐν τοῖς παρακειμένοις τῇ αἰθούσῃ τῶν συνεδριάσεων δωματίοις Βουλευταί, καλούμενοι παρὰ τοῦ Προέδρου διὰ τῶν κλητήρων, «ἐπανέρχονται ἀμέσως εἰς τὴν αἴθουσαν, καὶ ἂν δὲν ἐπανέλθωσι, θεωροῦνται παρόντες....(Θόρυβος).

§127ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρᾶξις ἀφορᾷ σᾶς, διότι σεῖς, ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ ἐθεωρήσατε....

§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναδέχομαι τὴν εὐθύνην, διότι τὸ λέγει ὁ νόμος· ἐφήρμοσα τὸν Κανονισμόν.

§129ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ....

§130ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν δύναται, κύριε Πρόεδρε, νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις.

§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς λέγει ῥητῶς, ὅτι, ὅταν γίνηται ἔνστασις περὶ παραβάσεως τοῦ Κανονισμοῦ, αὕτη συζητεῖται.

§132ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, ἐδέχθητε, ὅτι μεταξὺ τῶν παρόντων ἐν τῇ αἰθούσῃ Βουλευτῶν ἐλάβετε ὑπ’ ὄψει καὶ τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ ὁποῖος εὑρίσκετο ἐν τῷ δωματίῳ....

§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, συμφώνως τῷ Κανονισμῷ, ὁ ὁποῖος εἶναι νόμος· ἀφοῦ τὸν ἐκάλεσα προηγουμένως.

§134ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἂν εἴχετε ἀπαρτίαν....

§135ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχει οὐδεμίαν σημασίαν τοῦτο.

§136ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ παρατηρήσω, εἶναι, ὅτι, ἅμα ἡ ἀρχὴ αὕτη καθιερωθῇ, δύνανται νὰ εὑρεθῶσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ 40 Βουλευταί, νὰ ληφθῶσι δὲ ὑπ’ ὄψει καὶ οἱ ἐν τοῖς παρακειμένοις τῇ αἰθούσῃ δωματίοις, καὶ τότε ἡ Βουλὴ θὰ ἦναι νομίμως συγκεκροτημένη.

§137ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Μάλιστα.

§138ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ στηριζόμενος, κύριε Πρόεδρε, θὰ καλέσητε τοὺς ἐν τοῖς δωματίοις Βουλευτάς;

§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Κανονισμοῦ.

§140ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Κανονισμοῦ τὸ ἀναγινώσκω (ἀναγινώσκει): «...Οἱ ἐν τοῖς παρακειμένοις τῇ αἰθούσῃ τῶν συνεδριάσεων δωματίοις Βουλευταί, καλούμενοι ὑπὸ τοῦ Προέδρου διὰ τῶν κλητήρων, ἐπανέρχονται ἀμέσως εἰς τὴν αἴθουσαν, καὶ ἂν δὲν ἐπανέλθωσι, θεωροῦνται παρόντες» (γέλως). Τὸ νὰ γελᾶτε ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἠξεύρετε τί λέγει ὁ Κανονισμός. Πρόκειται λοιπὸν, Κύριοι, περὶ δωματίων παρακειμένων τῇ αἰθούσῃ, δωματίων δηλαδὴ, ἐν οἷς εὑρισκόμενοι οἱ Βουλευταὶ, δύνανται νὰ λαμβάνωσι γνῶσιν τῶν συνεδριάσεων καὶ νὰ ἀκροῶνται τῶν λεγομένων ἀπὸ τοῦ βήματος.... (θόρυβος). Ἀλλὰ, σᾶς παρακαλῶ, εἶναι δωμάτιον παρακείμενον τῇ αἰθούσῃ τὸ παρακείμενον; (ἱλαρότης).

§141ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἀπόδειξις τοῦ ἐναντίου εἶναι, ὅτι οὐδέποτε ἐφηρμόσθη ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Κανονισμοῦ. Ὁ κ. Καΐρης ἔλαβε τὴν πρωτοβουλίαν.

§142ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ αὕτη, τότε δύνασθε ἀξιόλογα τοὺς κυρίους Βουλευτὰς τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν δεξιὰν), οἱ ὁποῖοι γευματίζουν εἰς τὸ ἀπέναντι ξενοδοχεῖον, νὰ τοὺς θεωρήσητε παρόντας.

§143ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι, ὄχι· εἶναι ῥητὸς ὁ Κανονισμός.

§144ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν μὲν καὶ τῶν δέ; Μὴ βλέπετε μόνον εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου. Ποῖον εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ Κανονισμοῦ; Εἶναι, ὅτι οἱ Βουλευταὶ, ἵνα δίδωσι ψῆφον, ὀφείλουσι νὰ ἦναι ἐν γνώσει τῶν λεγομένων καὶ τῶν ἀναπτύξεων αὐτῶν ἀπὸ τοῦ βήματος....

§145Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Πρόκειται περὶ ἀπαρτίας.

§146ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται, λέγει, περὶ ἀπαρτίας, καὶ δὲν πρόκειται περὶ συζητήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλουσι νὰ δώσωσι ψῆφον. Μάλιστα. Ἀλλ’ ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι εἷς τῶν Βουλευτῶν δὲν θέλει νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν, μένων εἰς τὸ δωμάτιον, νομίζετε, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δύνασθε νὰ ἔχητε ἀληθῆ ἀπαρτίαν;

§147ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μάλιστα, μάλιστα.

§148ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποχωρεῖ καὶ εἶναι εἰς τὸ δωμάτιον καὶ σᾶς λέγει: «ἐγὼ δὲν εἶμαι παρών»· θὰ τὸν θεωρήσητε ὡς νομικὸν πλάσμα, καὶ θὰ θεωρήσητε τὸ ἐπανωφόριον τοῦ Βουλευτοῦ, ὡς εἶπεν ἄλλοτε ἕτερος Πρόεδρος;....

§149ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ εἶπεν ὁμόφρων ὑμῶν, ὁ κ. Βαλσαμάκης.

§150ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἵνα τὸ ἐννοήσητε καλλίτερον, ὁ κ. Βουλευτής, ὁ ἐν τῷ δωματίῳ....

§151ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν ἔχουσι σημασίαν ταῦτα. Δὲν χωρεῖ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.

§152ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. ... ὁ κ. Βουλευτής, ὁ ἐν τῷ δωματίῳ, δηλοῖ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν· ὑποθέσατε, ὅτι εἶσθε 75 μόνον Βουλευταί· δύνασθε τότε νὰ ἔχητε ἀπαρτίαν;

§153ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως.

§154ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ποίους;

§155ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὲ τοὺς ἐν τοῖς δωματίοις. Τὸ λέγει ῥητῶς ὁ Κανονισμός.

§156ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς ἐννοεῖ, ὅτι, ἐὰν ὁ Βουλευτὴς εὑρίσκηται ἐν τῷ δωματίῳ καὶ κωλύηται πρὸς στιγμὴν νὰ ἔλθῃ, τότε δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς παρὼν, ἀλλὰ τῇ συναινέσει τοῦ Βουλευτοῦ. Ὑποθέσατε πρὸς στιγμὴν, ὅτι εἶναι εἰς τὸν διάδρομον· θὰ τὸν καταλογίσητε ὡς παρόντα καὶ θὰ κάμητε ἀπαρτίαν μὲ αὐτόν; Τὸ ἴδιον εἶναι, ὅταν λέγῃ ὁ Βουλευτής: «δὲν δύναμαι νὰ ἔλθω». Ἐν τῇ αἰθούσῃ τῶν συνεδριάσεων δὲν εὑρίσκεται, ἐν τῷ δωματίῳ εὑρισκόμενος, σᾶς λέγει, ὅτι ἔχει κώλυμα, τὸ ὁποῖον τὸν ἀποκωλύει νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν συνεδρίασιν. Πῶς δύνασθε σεῖς, βασιζόμενοι ἐπὶ ἑνὸς πλάσματος, νὰ τὸν θεωρήσητε ὡς παρόντα; Ἔχετε διάταξίν τινα ἐξαναγκαστικὴν, ἵνα τὸν ὑποχρεώσητε νὰ ἔλθῃ;

§157ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ λέγει ῥητῶς ὁ Κανονισμός.

§158ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς προϋποθέτει, ὅτι εἷς Βουλευτὴς, εὑρισκόμενος ἐν τῷ δωματίῳ, δύναται πρὸς στιγμὴν νὰ θέλῃ νὰ μεταβῇ πρὸς ἐκτέλεσιν φυσικῆς του ἀνάγκης καὶ νὰ εἴπῃ: «Κύριε Πρόεδρε, σημειώσατέ με παρόντα, καὶ ἔφθασα». Ὅταν ὅμως ῥητῶς λέγῃ, ὅτι δὲν θέλει νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν συνεδρίασιν, πῶς δύνασθε νὰ τον σημειώσητε ὡς παρόντα καὶ νὰ κάμητε ἀπαρτίαν μὲ 40 Βουλευτάς;

§159ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἂς ὑπάγῃ εἰς τὴν αὐλήν.

§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν θέλῃ νὰ ἀποχωρήσῃ, τὸ δηλοῖ εἰς τὸν Πρόεδρον καὶ φεύγει.

§161ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς προβλέπει τοῦτο, τὸ ὁποῖον σᾶς λέγω· ὅτι, ἐὰν πρὸς στιγμὴν ἐξέλθωσιν οἱ Βουλευταὶ εἰς τὰ δωμάτια, ὑποτίθεται, ὅτι ἐξέρχονται, ἵνα ἐπανέλθωσι, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θεωροῦνται παρόντες, διότι τεκμαίρονται ὡς παρόντες, ἐὰν δὲν δηλώσωσι τὸ ἐναντίον....

§162ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι, δὲν ἔχει οὕτω.

§163ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ὅμως σᾶς δηλοῖ ὁ ἴδιος, ὅτι δὲν θέλει νὰ ἦναι παρών, δὲν δύνασθε νὰ τὸν θεωρήσητε παρόντα. Τότε μόνον θεωρεῖται παρὼν, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ Βουλευτὴς εὑρίσκεται πρὸς στιγμὴν ἐν τῷ δωματίῳ χάριν ἀναπαύσεως. Ἐγὼ λαμβάνω τὸ ἐπανωφόρι μου, διότι εὑρίσκομαι ὑπὸ τὸ κράτος οἱασδήποτε περιστάσεως, καὶ ἐξέρχομαι εἰς τὸ δωμάτιον ἐπὶ πέντε λεπτὰ τῆς ὥρας· σᾶς λέγω, ὅτι ἀνεχώρησα· θὰ μὲ θεωρήσητε παρόντα; Βεβαίως ὅλα δύνασθε νὰ τὰ κάμητε, διότι ἔχετε πλειοψηφίαν, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, πρόκειται περὶ τοῦ ὅτι τοῦτο εἶναι παράνομον, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, καὶ ἂν στηρίζηται εἰς τὴν δύναμιν τῶν πλειόνων, δὲν δύναται νὰ κυρωθῇ ποτὲ, καὶ ἐὰν τὸ κυρώσητε, θὰ ἔλθῃ στιγμή, καθ’ ἣν θὰ μετανοήσητε, ὡς μετενόησαν καὶ ἄλλοι.... (Θόρυβος).

§164ΚΑΝΤΑΡΤΖΗΣ. Ὄχι δά!...

§165ΚΑΝΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὸς ὁ ἐκ Θεσσαλίας βουλευτὴς κύριος Κανταρτζῆς πρέπει νὰ κατανοήσῃ, ὅτι δὲν εὑρίσκεται ἐν τῇ Ὀθωμανικῇ Βουλῇ... (Θόρυβος) Οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν δύναται νὰ ἀποταθῇ πρὸ ἐμέ... Πρέπει λοιπὸν νὰ μάθῃ ὁ κύριος αὐτὸς, ὅτι ἡ θέσις του τῷ ἐπιβάλλει ὑποχρεώσεις, καὶ δὲν πρέπει νὰ παρεκτρέπηται.

§166ΚΑΝΤΑΡΤΖΗΣ. Εἶναι ἀνάξιον Βουλευτοῦ, νὰ ἐκστομίζῃ τοιαῦτα. Καὶ ἂν ὑπάρχῃ τις, μὴ γνωρίζων τὰς ὑποχρεώσεις του, βεβαίως δὲν εἶμαι ἐγώ. (Θόρυβος)

§167ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω καὶ ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Κανονισμοῦ τότε μόνον ἔχει ἐφαρμογὴν, ὁσάκις οἱ ἐν τοῖς δωματίοις εὑρισκόμενοι Βουλευταὶ ἐξέρχονται εἰς τὰ δωμάτια, ὄχι ἵνα μὴ ἐπανέλθωσιν, ἀλλ’ ἐξέρχονται πρὸς στιγμὴν, ἵνα κατόπιν λογίζονται ὡς παρόντες. Ὅταν ὅμως ὄχι μόνον τεκμαίρηται ἡ ἀναχώρησίς των πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ μὴ ἐπανέλθωσιν, ἀλλὰ καὶ ῥητῶς δηλοῦται ἡ πρόθεσις αὕτη, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου ῥητῶς ἐδηλώθη, δὲν δύναται ὁ Πρόεδρος νὰ σημειώσῃ αὐτοὺς ὡς παρόντας, ἄνευ τοῦ κινδύνου νὰ προσκρούσῃ εἰς τὸ Σύνταγμα. Δύνασθε νὰ τὸ πράξητε· τὸ ἔπραξαν καὶ ἄλλοι πρὸ ὑμῶν, ἀλλὰ μετενόησαν, καὶ ἦσαν πολὺ ἀνώτεροι ὑμῶν, καὶ ὅμως ἐρωτήσατε πῶς ὀνομάζονται, ὡς θὰ ἔλθῃ καιρὸς νὰ ὀνομασθῆτε ἐπίσης καὶ σεῖς, ἐὰν ὑπάρχῃ Ἔθνος.

§168ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ θέμα, Κύριοι, ὅπερ ἀνεφάνη πρὸς συζήτησιν, εἶναι, νομίζω, τοσοῦτον σπουδαῖον, ὥστε μοὶ φαίνεται, ὅτι κατ’ ἄλλον τινὰ τρόπον πρέπει νὰ δεχθῆτε νὰ συζητηθῇ, οὐχὶ δὲ καθ’ ὃν ἀπεπειράθητε νὰ συζητήσητε, δηλαδὴ ἐν μέσῳ κραυγῶν καὶ διακοπῶν καὶ ἀντεγκλήσεων καὶ ἐρωταποκρίσεων. Τὸ θέμα εἶναι σπουδαιότατον, καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὸν νόμιμον καταρτισμὸν τῶν συνεδριάσεων, ἐννοεῖτε δὲ, ὁποῖα δύνανται νὰ ὦσι τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀποφάσεων ὑμῶν, ἐὰν αὗται δὲν ἀποῤῥέωσιν ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἐκ τῆς ὀρθῆς ἑρμηνείας καὶ ἐφαρμογῆς αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ ὑμᾶς, ὅπως δεχθῆτε νὰ συζητήσωμεν ἔν τινι τοὐλάχιστον ψυχραιμίᾳ καὶ ἀταραξίᾳ, ὁπωσδήποτε, καίτοι βεβαίως, ἐὰν θελήσητε ὀχλαγωγικῶς νὰ συζητήσητε, ἡμεῖς δὲν θέλομεν παραιτηθῆ τοῦ λόγου, οὐδὲ παύσει ἀμυνόμενοι ὑπὲρ ζητήματος, ὅπερ ἐννοοῦμεν νὰ ὑποστηρίξωμεν πάσει δυνάμει ἀμυνόμενοι ὑπὲρ τοῦ νόμου καὶ τῶν ἐλευθεριῶν. Ἔπρεπε δὲ νὰ παρέλθωσι τρία καὶ εἴκοσιν ὅλα ἔτη ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἵνα εὑρεθῶσιν ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἵτινες νὰ ἀποπειρῶνται νὰ μεταβάλωσι τὸ καθεστὸς, τὸ ἀδιάκοπον καὶ τὸ μακροχρόνιον. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἔπρεπε νὰ παρέλθωσι τρία καὶ εἴκοσιν ὅλα ἔτη, νὰ διέλθωσι διὰ τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ δι’ ἄλλης, πλησίον αὐτῆς κειμένης πρό τινων ἐτῶν, ἔνθα ἐσυνεδρίαζεν ἡ Ἐθνοσυνέλευσις τοῦ 1863 ἔτους, πολλοὶ καὶ μεγάλοι ἄνδρες, ἵνα εὑρεθῶσι συνάδελφοι σήμερον, οἵτινες νὰ ἀμφισβητήσωσι πράγματα, ἀνέκαθεν ἐφαρμοζόμενα κατὰ τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἵνα εὕρωμεν, τί ἐννοεῖ ὁ Κανονισμὸς, λέγων, ὅτι θεωροῦνται παρόντες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ οἱ Βουλευταὶ, οἱ ἐν τοῖς παρακειμένοις τῇ αἰθούσῃ τῶν συνεδριάσεων δωματίοις, πρέπει νὰ ἐξηγήσωμεν, πότε ἐγένετο ὁ Κανονισμὸς, ἐν τίνι Κοινοβουλίῳ καὶ ἐν τίνι αἰθούσῃ κατηρτίσθη, ἂν ἐψηφίσθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἢ ἐν ἄλλῃ τινὶ, πῶς ἡρμηνεύθη ἀνέκαθεν, ἵνα οὕτω πως ἀσφαλῶς φθάσωμεν εἰς συμπέρασμα λογικὸν καὶ νόμιμον. Ἡμεῖς κατὰ πρῶτον δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν τὸ ἑξῆς, καὶ νὰ προσκαλέσωμεν ὑμᾶς, ἐν ὀνόματι τῶν ὑμετέρων συνειδήσεων, νὰ ἀπαντήσητε, ἂν ἐπὶ τρία καὶ εἴκοσιν ὅλα ἔτη ὑπάρχῃ ἀπόφασις, ἐγγεγραμμένη ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν οἱ ἐν τοῖς δωματίοις αὐτῆς τῆς Βουλῆς, αὐτοῦ τοῦ κτιρίου τῆς Βουλῆς, ἐθεωρήθησαν παρόντες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πρὸς ἀπαρτίαν. Οὐδέποτε θέλετε εὕρει ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς Βουλῆς, ἀφ’ ὅτου αὕτη συνεδριάζει ἐντὸς τοῦ κτιρίου τούτου, ἀπόφασιν, δεχομένην, ὅτι οἱ ἐν τοῖς δωματίοις αὐτῆς τῆς Βουλῆς, εἴτε τοῖς πρὸς τὰ δεξιὰ, εἴτε τοῖς πρὸς τὰ ἀριστερὰ, εὑρισκόμενοι Βουλευταὶ, μὴ θέλοντες δὲ νὰ δηλώσωσιν, ὅτι μετέχουσι τῆς ἀπαρτίας, ὅτι ἐθεωρήθησάν ποτε παρόντες. Καὶ δυνάμεθα μόνον ὄπισθεν αὐτοῦ τοῦ καθεστῶτος, τοῦ ἐπὶ τρία καὶ εἴκοσιν ὅλα ἔτη καθεστῶτος, νὰ ὀχυρωθῶμεν καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐκεῖνο, ὅπερ ζητεῖτε σήμερον νὰ ἐπιβάλητε διὰ τῆς βίας, εἶναι ἐναντίον τῶν πεποιθήσεων ὑμῶν, εἶναι ἐναντίον τῆς μακρᾶς συνηθείας τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται δεκτόν...(διακοπαί). Ἀλλ’ ὁ Κανονισμὸς, Κύριε,—καὶ ἀποτείνομαι πρὸς ὑμᾶς, ὅστις μὲ διακόπτετε,—δὲν εἶναι νεκρόν τι καὶ ἄψυχον γράμμα· ἵνα καταρτισθῇ, ἐγένετο συζήτησις, καὶ συζήτησις εὐρυτάτη καὶ λίαν πεφωτισμένη, καὶ ἔλαβον μέρος εἰς αὐτὴν, ἰδίᾳ δὲ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ, περὶ οὗ μαχόμεθα σήμερον, καὶ ἐν τοιαύτῃ μάλιστα ὥρᾳ, ἄνδρες περιφανέστατοι, ἀναδειχθέντες ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ ὧν τὰ ὀνόματα ἦσαν καὶ θέλουσιν εἶσθαι πάντοτε σεβαστὰ, ὡμίλησαν περὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἄνδρες, περὶ ὧν οὐδεὶς, οὐδὲ ἐξ ὑμῶν, οὐδὲ ἐξ ἡμῶν, Κύριοι, δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἀμφιβολίαν, ὅτι δὲν ἐξεπλήρωσαν τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον εὐσυνειδήτως καὶ νομίμως. Θέλετε ἰδεῖ, ὅτι, ἵνα καταρτισθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ Κανονισμοῦ, ἔλαβον ἀλλεπαλλήλως τὸν λόγον οἱ διαπρεπέστατοι τῶν τότε ῥητόρων, ὁ μέγας Ἰακωβάτος, ὁ ἀείμνηστος Ἐπαμεινώνδας Δεληγεώργης, ὁ Λομβάρδος. Καὶ ὅταν ἀναγνώσω ὑμῖν τὰς γνώμας ἑκάστου αὐτῶν, ἃς ἔχω ἐν τοῖς πρακτικοῖς, θέλετε πεισθῆ, ὅτι δὲν εἶναι τοσοῦτον εὔκολον νὰ ἀποφαίνησθε ὡς ἐκ τρίποδος, ὅτι «τὸ λέγει ὁ Κανονισμός.» Οὐδὲ εἶναι δυνατὸν, ὅταν ἀκούσητε τὰς γνώμας, αἵτινες ἀνεπτύχθησαν κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ τὸν καταρτισμὸν τοῦ ἄρθρου τούτου, τοῦ 17ου, νὰ ἔχητέ ποτε ἀμφιβολίαν, ὅτι ἐκεῖνο, ὅπερ ἰσχυριζόμεθα ἡμεῖς, εἶναι τὸ ἀληθὲς καὶ τὸ νόμιμον, εἶναι τὸ ἐλεύθερον, εἶναι τὸ λογικόν, εἶναι τὸ δίκαιον, εἶναι τὸ συμφέρον. Τί λέγει τὸ ἄρθρον 17ον τοῦ Κανονισμοῦ; Ἀναγινώσκω τὸν παράγραφον τὸν σχετικὸν μόνον (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἐν τοῖς παρακειμένοις τῇ αἰθούσῃ τῶν συνεδριάσεων δωματίοις Βουλευταί, καλούμενοι παρὰ τοῦ Προέδρου διὰ τῶν κλητήρων, ἐπανέρχονται ἀμέσως εἰς τὴν αἴθουσαν, καὶ ἂν δὲν ἐπανέλθωσι, θεωροῦνται παρόντες.» Λοιπὸν ποῦ ἐψηφίσθη αὐτὸ τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ; ἐν τίνι Συνόδῳ τῆς Βουλῆς; Ἐψηφίσθη, Κύριοι, κατὰ τὸ 1865 ἔτος, ἔχομεν δὲ ἐδῶ τὰ πρακτικὰ τῆς Περιόδου πρώτης. Ἐψηφίσθη λοιπὸν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ τούτῳ; Πάντες γινώσκετε, ὅτι οὐχί. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ Κανονισμοῦ ἐψηφίσθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ἐκείνῃ, ἄλλου κτιρίου, ἐν ᾗ συνεδρίαζεν ἡ ἐν Ἀθήναις Ἐθνικὴ Συνέλευσις τοῦ 1863 ἔτους, ἀριστερᾷ τῷ ἐξερχομένῳ τῆς Βουλῆς. Ὅσοι ἦσαν τότε Πληρεξούσιοι, ἢ ὅσοι ἐνθυμοῦνται τὸ κτίριον ἐκεῖνο, γινώσκουσι καλῶς, ὅτι ὑπῆρχεν εὐρεῖά τις καὶ μακρὰ αἴθουσα, πρὸς τὸ μέρος δὲ, τὸ ὄπισθεν τοῦ Προεδρείου, ὑπῆρχον δύο δωμάτια, ἢ τέσσαρα, ὧν αἱ θύραι ἦσαν ἀκριβῶς, ὅπως αἱ θύραι τῶν ἐξόδων ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης, αἱ ὄπισθεν τοῦ ἡμετέρου Προεδρείου. Αἱ τέσσαρες ἐκεῖναι θύραι ὡδήγουν εἰς τέσσαρα δωμάτια, συνεχόμενα τῇ αἰθούσῃ, δὲν εἶχον δὲ πρὸς τὸ ὄπισθεν μέρος τὰ δωμάτια ἐκεῖνα, εἰμὴ παράθυρα, οὐχὶ ὑψηλά, βλέποντα πρὸς τὴν αὐλήν, οὐχὶ δέ ποτε ἐξόδους. Ὁ Πρόεδρος λοιπὸν τῆς Βουλῆς, καθήμενος ἐκεῖ, ἔνθα κάθηται σήμερον ὁ Πρόεδρος ἡμῶν, δὲν εἶχεν ἢ νὰ στρέψῃ ὄπισθεν τὴν κεφαλήν, ἵνα ἴδῃ, ἐὰν καὶ τίνες ἦσαν ἐν τοῖς παρακειμένοις δωματίοις Βουλευταί....

§169ΤΙΝΕΣ. Πῶς ἠδύνατο νὰ τοὺς ἴδῃ;

§170ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἤρκει ὁ Πρόεδρος νὰ στρέψῃ τοὺς ὀφθαλμούς, νὰ διατάξῃ τοὺς κλητῆρας νὰ ἀνοίξωσι τὰς θύρας τῶν δωματίων ἐκείνων, ἵνα ἴδῃ ἐντὸς τῶν παρακειμένων τῇ αἰθούσῃ δωματίων. Ὅταν ἄρα ἡ Βουλὴ τοῦ 1865 ἔτους ἐψήφιζε τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Κανονισμοῦ, ἐψήφιζεν, οὕτως εἰπεῖν, τοπικῶς ὡμίλει περὶ τῆς Βουλῆς ἐκείνης, ὡς ἦτο ἐκείνη διεσκευασμένη ἀρχιτεκτονικῶς. Εἶπε λοιπὸν ὁ Κανονισμὸς, ὅτι, ἐπειδὴ ὑπῆρχεν αἴθουσα, καὶ δωμάτια παρακείμενα τῇ αἰθούσῃ, ὅτι, ἐπειδὴ οἱ Βουλευταί, οἱ ἐν τοῖς δωματίοις, τοῖς παρακειμένοις τῇ αἰθούσῃ εὑρισκόμενοι, ὑπήγοντο εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ Προεδρείου, αὐτοὶ βεβαίως θεωροῦνται παρόντες. Ποτὲ ὅμως δὲν ἐνόησεν ὁ Κανονισμὸς, οὐδὲ οἱ συντάξαντες αὐτὸν, οὐδὲ οἱ συζητήσαντες ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Κανονισμοῦ, ἐκεῖνο, ὅπερ ὑμεῖς σήμερον θέλετε. Καὶ θέλετε νὰ ἐπιτύχητε αὐτὸ, οὐχὶ ἐλευθέρως συζητοῦντες, ἀλλὰ διακόπτοντες, καγχάζοντες, καὶ περιορίζοντες, ἢ ἀποπειρώμενοι ἴσως νὰ περιορίσητε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, τὰ δωμάτια ταῦτα παράκεινται τῇ αἰθούσῃ; Βεβαίως οὐχί, διότι διαχωρίζει αὐτὰ διάδρομος. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἀφοῦ θέλετε οὕτω νὰ ἑρμηνεύσητε τὸν Κανονισμόν, τίνα εἰσὶ τὰ παρακείμενα δωμάτια; Ἐὰν ὑμεῖς εὑρίσκησθε ἐν τῷ δωματίῳ, ὅπου συναθροίζεσθε, ταῦτα παράκεινται τῇ αἰθούσῃ; Θέλετε νὰ εἴπητε, ὅτι παράκεινται. Ἐρωτῶ, ἡ αἴθουσα τοῦ Προέδρου παράκειται τῇ αἰθούσῃ; Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ αὐτὴ παράκειται. Ἡ αἴθουσα, ὅπου ἐργάζεται ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς, παράκειται καὶ αὕτη; Κατὰ τὸ δόγμα ὑμῶν, παράκειται. Ἀλλὰ προχωρῶ ἔξω τῆς θύρας τοῦ πρὸς τὰ ἀριστερὰ διαδρόμου· ἐκεῖ, ἀριστερά, εἶναι μία Βιβλιοθήκη, ἓν δωμάτιον· τί θέλετε εἴπει, ἐὰν εὑρίσκηται εἷς Βουλευτὴς ἐκεῖ; Ὅτι παράκειται τῇ αἰθούσῃ; Διότι δὲν γνωρίζω ποῖον μέτρον θέλετε μεταχειρισθῆ, ἵνα ὁρίσητε αὐτὸ τὸ παράκειται. Καὶ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐντελῶς ἐστερημένον ὑποστάσεως ἐκεῖνο, ὅπερ ἰσχυρίσθη ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος, ὅτι, καὶ ἂν φθάσωμεν εἰς τὸ ξενοδοχεῖον τοῦ κ. Σκουλούδη, καὶ ἐκεῖνο, ἐκεῖνο πρὸ πάντων, παράκειται τῇ αἰθούσῃ. Καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δύνασθε νὰ φθάσητε καὶ εἰς τὰ οἰκήματα ὑμῶν· καὶ ἐκεῖνα παράκεινται τῇ αἰθούσῃ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι αὐτὸ τὸ εὐλογημένον παράκειται καταντᾷ νὰ ἦναι ἐλαστικόν, καὶ δὲν ἔχει πλέον ἄκραν. Δύνασθε ὑμεῖς νὰ τὸ τεντώσητε καὶ νὰ τὸ φθάσητε μέχρι καὶ ἄλλης πόλεως ἀκόμη, εἰς τὸν Πειραιᾶ, διὰ τὸν κ. Μουτσόπουλον. Ὅταν λοιπὸν λάβητε ὑπ’ ὄψει τὸν τόπον, ἐν ᾧ ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον 17ον τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν θέλετε ἔχει οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι πρόεκειτο περὶ τῶν δωματίων ἐκείνων τῆς Συνελεύσεως, ἅτινα ἀληθῶς παρέκειντο τῇ αἰθούσῃ τῶν συνεδριάσεων...

§171Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὰ ἐνθυμεῖσθε καλῶς τὰ δωμάτια;

§172ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἔχω συμπεπληρωμένον τὸ τεσσαρακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας μου.

§173ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὰ 1875 ἦλθεν ἐδῶ ἡ Βουλή.

§174ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ὅτι, Κύριοι, ταῦτα ἅτινα σήμερον ἰσχυριζόμεθα, εἰσὶν ἀκριβῆ, δὲν ἔχετε ἢ νὰ ἀναγνώσητε τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς τοῦ 1865 ἔτους, ἵνα παραδεχθῆτε αὐτό· τί θέλετε τὰς συζητήσεις; Ἀλλ’ ἐνόμισα, ὅτι ἦτο ἀναγκαῖον νὰ εἴπω, ὅσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἠκούσατε, ἵνα, οὕτως εἰπεῖν, εἰσαγάγω ὑμᾶς εἰς τὸ ζήτημα, κατορθώσω δὲ νὰ μεταδώσω ὑμῖν ἐκεῖνο, ὅπερ εἶναι τὸ ἀληθές, καὶ ὅπερ ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν. Κατὰ τὸ 1865 ἔτος συνεζητήθη πρῶτον ὁ ἰσχύων καὶ σήμερον Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς· πολλοὶ καὶ μεγάλοι ῥήτορες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἔλαβον ἀλεπαλλήλως τὸν λόγον καὶ συνεζήτησαν διὰ μακρῶν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, περὶ οὗ νῦν συζητοῦμεν, τίνα τουτέστιν εἰσὶ τὰ παρακείμενα δωμάτια τῇ αἰθούσῃ τῆς Βουλῆς. Καὶ διὰ μακρῶν ἠγόρευσαν ὁ Ἐπαμεινώνδας Δεληγεώργης, ὁ Λομβάρδος, ὁ Κεχαγιᾶς. Καὶ ὅταν ἀκούσητε τὰς ἀγορεύσεις αὐτῶν, θέλετε πεισθῆ περὶ τίνος πρόκειται, καὶ δὲν θέλει μείνει ὑμῖν ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ὑμῖν, μετὰ εἴκοσι καὶ τρία ἔτη ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ Κανονισμοῦ, ἑρμηνευομένου κατὰ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες ἐψήφισαν αὐτὸν, νὰ ἔλθητε ὑμεῖς πρῶτον νῦν καὶ νὰ εἴπητε, ὅτι θέλετε ἄλλην ἑρμηνείαν, ἣν δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ δώσητε. Βεβαίως δικαίωμα ἔχετε νὰ εἴπητε: ζητοῦμεν τὴν μεταβολὴν τοῦ Κανονισμοῦ, ζητοῦμεν, οἱ ἐν τοῖς δωματίοις αὐτῆς τῆς Βουλῆς, αὐτοῦ τοῦ κτιρίου, νὰ θεωρῶνται ὡς παρόντες· ἀλλὰ πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ μεταβάλητε τὸν Κανονισμόν. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἔχετε ἰσχύοντα αὐτὸν τὸν Κανονισμὸν, ἵνα ἐφαρμόσητε αὐτόν, θέλετε ἀνατρέξει εἰς τὰς γνώμας ἐκείνων, οἵτινες ἐψήφισαν τὸν Κανονισμόν. Πᾶν ἄλλο ἐὰν πράξητε, θέλετε παρανομήσει. Καὶ βεβαίως δύνασθε νὰ παρανομήσητε· καὶ ἄλλοι παρηνόμησαν, ἀλλὰ πικρῶς μετενόησαν. Καὶ νομίζω, ὅτι ἐὰν ἀποβλέψητε εἰς τὸ τί ἔπαθον ἐκεῖνοι, ῥῖγος θέλει καταλάβει ὑμᾶς, καὶ δὲν θέλετε τολμήσει νὰ παραβῆτε Κανονισμόν, οὗτινος καὶ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα, ἐξηγούμενα, καὶ ὁ τοπολογικός, οὕτως εἰπεῖν, καταρτισμὸς αὐτοῦ, πείθουσι πάντα, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, ἣν ἡμεῖς δίδομεν, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθής, αὐτὴ εἶναι ἡ νόμιμος, αὐτὴ εἶναι ἡ πρέπουσα, αὐτὴ εἶναι ἡ ἁρμόζουσα εἰς ἐλεύθερα Κοινοβούλια...

§175Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποία συνεδρίασις ἦτο;

§176ΛΕΒΙΔΗΣ. Συνεδρίασις ἕκτη.

§177Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμερομηνία;

§178ΛΕΒΙΔΗΣ. 7 Ἰουνίου 1865. Ἡ τότε Κυβέρνησις ὑπεστήριζε τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ Κανονισμοῦ, ὅπερ καὶ ἐγένετο πραγματικὸς νόμος τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ κατὰ τῆς γνώμης ταύτης τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ὡς καὶ κατ’ ἄλλων γνωμῶν, ἀνίστανται ῥήτορες διαπρεπεῖς καὶ σεβαστοὶ, καὶ τότε καὶ νῦν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, πολλοὶ μὲν καὶ ἄλλοι, μεταξὺ δ’ ἐκείνων ὁ Γεώργιος Ἰακωβάτος καὶ ὁ Ἐπαμεινώνδας Δεληγεώργης. Ἀναγινώσκω ὑμῖν, Κύριοι, ὀλίγας μόνον γραμμὰς ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀειμνήστου Ἐπαμεινώνδα Δεληγεώργη, ἵνα ἴδητε, τί εἶπε περὶ τῆς προκειμένης συζητήσεως (ἀναγινώσκει): «Καὶ λυποῦμαι, Κύριοι, διότι αὐτὴ ἡ κεφαλὴ τῆς Κυβερνήσεως ἀνεδέχθη τὴν ὑπεράσπισιν μιᾶς προτάσεως, ἡ ὁποία, ψηφισθεῖσα παρὰ τῆς Βουλῆς, θέλει εἰς ἄκρον τὴν ἐξευτελίσει, χωρὶς νὰ φέρῃ οὐδεμίαν θεραπείαν τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα οἱ ὑπερασπιζόμενοι αὐτὴν ἐπρότεινον· θέλει τὴν ἐξευτελίσει, λέγω, διότι εἶναι ἐξευτελισμὸς μέγας, νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τοῦ κόσμου ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ καὶ νὰ εἴπῃ: ἀπεφάσισα ἐν τῷ Κανονισμῷ μου νὰ θεωρῶ παρόντας τοὺς Βουλευτὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὰ δωμάτια τῆς Βουλῆς, καὶ προσκαλούμενοι παρὰ τοῦ Προέδρου δὲν θέλουν νὰ προσέλθουν· εἶναι ἐξευτελισμὸς, Κύριοι, διότι αὐτὴ ἡ ἰδία διάταξις τὸ ἀποδεικνύει, καὶ διότι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ Προεδρεῖον θέλει ἐκτελέσει αὐτὴν, ἐπιδέχεται ἀπείρους νοθεύσεις. Ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Κεχαγιᾶν: Διὰ τίνος τρόπου θέλει βεβαιωθῇ, ὅτι ὁ δεῖνα Βουλευτής, ὃν ὁ Γραμματεὺς σημειοῖ εἰς τὰ πρακτικὰ ὡς παρόντα, εὑρίσκεται ἐντὸς τοῦ δωματίου; Ποῖον εἶναι τὸ πρόσωπον, εἰς τὸ ὁποῖον θέλει ἀναθέσει τὴν ἐντολὴν καὶ τὸ ὁποῖον θέλει ἔχει τὴν ἐξαιρετικὴν ἐμπιστοσύνην εἰς πᾶσαν περίστασιν, εἰς οἱανδήποτε πολιτικὴν χροιὰν καὶ ἂν ἀνήκῃ, καὶ εἴτε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶναι, εἴτε ἁπλοῦς Βουλευτής; Ὁ κ. Κεχαγιᾶς, φέρων τὴν πρότασίν του, δὲν ἐπρότεινε ποῖον θέλει εἶσθαι τὸ πρόσωπον, πιστεύω, ὅτι ἀφῆκε τὴν πληροφορίαν εἰς τοὺς κλητῆρας· ἰδοὺ διατὶ θεωρῶ ἐξευτελισμὸν τὴν πρότασίν του, καὶ ἀναξίαν τοῦ προτείναντος». (Πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, 7ης Ἰουνίου 1865, σελ. 46).

§179ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἐψηφίσθη ἐν τούτοις ὁ Κανονισμός;

§180ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι ἐψηφίσθη, ἀλλ’ ἐψηφίσθη πῶς νομίζετε; Διὰ ψήφων μόνον 64 κατὰ 50.

§181ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἐψηφίσθη λοιπόν.

§182ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ποῖος λέγει, ὅτι δὲν ἐψηφίσθη; (γέλως ἐν τῇ δεξιᾷ). Γελᾶτε, ἀλλὰ βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι ἐντὸς ὀλίγων στιγμῶν θέλετε αἰσθανθῆ τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετον αἴσθημα. Τώρα θὰ τὸ ἴδητε· μὴ βιάζεσθε, θὰ ὀλισθήσητε ἀμέσως καὶ θὰ πέσητε κάτω. Ὁ Λομβάρδος ἦτο ὑπὲρ τῆς τοιαύτης προτάσεως, δηλ. νὰ θεωρῶνται οἱ ἐν τοῖς παρακειμένοις τῇ αἰθούσῃ δωματίοις τῆς Βουλῆς ὡς παρόντες, ἀλλ’ ἰδοὺ, Κύριοι, πῶς ἡρμήνευσε τὸ «ἐν τοῖς παρακειμένοις δωματίοις» ὁ Λομβάρδος (ἀναγινώσκει): «Ἀλλὰ ποῖος θὰ ἐξακριβώσῃ τοὺς ἐν τοῖς δωματίοις παρόντας; εἶπεν ὁ κ. Δεληγεώργης. Ποῖος θὰ προλάβῃ τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἠμποροῦν νὰ γίνουν εἰς τοιαύτην περίπτωσιν; Τοῦτο εἰμποροῦσε νὰ ἐπισύρῃ στιγμήν τινα τὴν προσοχὴν ἑκάστου, καὶ εἶναι ἔνστασις, ἥτις κατὰ πρῶτον φαίνεται σοβαρὰ, ἀλλὰ δὲν φέρει τὴν σοβαρότητα, τὴν ὁποίαν ἔχει. Ἐὰν τὰ δωμάτια, τὰ παρακείμενα εἰς τὴν αἴθουσάν μας, τῶν συζητήσεων, ἐὰν ἐν γένει τὰ δωμάτια τοῦ Βουλευτηρίου μας ἦσαν καθὼς τὰ δωμάτια ἄλλων Βουλῶν, ἄλλων Ἐθνῶν, μὲ διαδρόμους, κλπ. πολύπλοκα,— καὶ ἴσως εἰς τὰ Βουλευτήρια ἐκεῖνα εἶχε τὸν νοῦν του ὁ κ. Δεληγεώργης, ὅτε ἠγόρευεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου,—ἡμεῖς δὲν πρέπει νὰ ἀποσπάσωμεν τὴν προσοχήν μας ἀπὸ τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρισκόμεθα· ἐὰν ἤθελον εἶναι τὰ δωμάτια κεκρυμμένα ἀπὸ τὰ ὄμματα τῆς Βουλῆς, τότε ποῖος ἤθελεν εἶναι ἱκανὸς νὰ ἴδῃ εἰς ἓν τῶν δωματίων τὸν κ. Α; ἀλλ’ ἐδῶ δύναται νὰ τὸ ἐξακριβώσῃ ὁ καθείς μας, ὅλοι οἱ Βουλευταὶ, καὶ ἂν ἐγὼ, παραδείγματος χάριν, ἤθελον ἔχει τὴν ἀνοησίαν νὰ εἴπω, ὅτι ὁ κ. Ῥηγόπουλος εἶναι ἐντὸς τοῦ δωματίου, καὶ δὲν ἤθελεν εἶναι παρὼν, ὁ ἄλλος, ὅστις ἐνδιαφέρεται νὰ μὴ ἦναι παρὼν, ἤθελε μοὶ εἴπει: δὲν εἶπες τὴν ἀλήθειαν, ὁ κ. Ῥηγόπουλος δὲν εἶναι ἐδῶ».

§183ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ.....

§184ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ σᾶς ἐρωτῶ, κύριε Κουκούλεζα, εἰς ποῖον δωμάτιον τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ Βιβλιοθήκη τοῦ Κούπα; Λοιπὸν θὰ ἴδητε, ὅτι δὲν ἠξεύρετε οὐδὲ τοῦτο, ὅτι δηλαδὴ ὑπάρχει Βιβλιοθήκη ἐδῶ Κούπα. Ἐὰν λοιπὸν ἔλθωσιν οἱ κλητῆρες ἐδῶ, καὶ εἴπωσιν ὑμῖν, ὅτι ὁ κ. Μισυρλῆς εἶναι ἐν τῷ δωματίῳ τῆς Βιβλιοθήκης τοῦ Κούπα, ὑμεῖς, κύριε Κουκούλεζα, θέλετε ἀνοίξει τὸ στόμα, διότι ἀμφιβάλλω, ἐὰν ἠξεύρητε, ὅτι ὁ Κούπας ἔχει δωρήσει Βιβλιοθήκην εἰς τὴν Βουλήν. Λοιπὸν δωμάτια πολύπλοκα, ἡ αἴθουσα ἐκεῖ ἔξω τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀπωτέρω ἡ αἴθουσα τοῦ Προέδρου, τὸ Γραφεῖον τοῦ Διευθυντοῦ, παρακάτω, ἐκεῖθεν τῶν κιγκλίδων, ἓν δωμάτιον τῆς Βιβλιοθήκης. Λοιπὸν πρέπει νὰ ἔχωμεν 50 κλητῆρας ἐδῶ, οἵτινες νὰ ἀπολύωνται ὡς κυνηγετικοὶ κύνες, ἵνα ἀγρεύωσι τοὺς Βουλευτάς. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐννοεῖτε νὰ καταρτίζητε τοὺς νόμους τοῦ Κράτους; Ἐννοεῖτε νὰ ἀναθέσητε εἰς εὐτελεστάτους κλητῆρας, οἵτινες καὶ αὐτοὶ, τίς ἠξεύρει διὰ ποίων μέσων διορίζονται ἐδῶ, νὰ βεβαιῶσι τὴν ἀπαρτίαν; Ταῦτα ζητεῖτε ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή; Δὲν θέλομεν ἔχει λοιπὸν, εἰμὴ συζητήσεις περὶ τοῦ ἀληθοῦς τῆς ἀπαρτίας, αἵτινες θέλουσι στρέφεσθαι πάλιν ἐναντίον ὑμῶν. Θέλομεν μεταθέσει ἄρα πραγματικῶς τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας ἀπὸ τῆς ἀσφαλείας βεβαίως, ἣν ἔχομεν παρὰ τοῦ Προέδρου, εἰς τὴν ποταπὴν καὶ πωλημένην βεβαίωσιν τῶν κλητήρων τῆς Βουλῆς· καὶ ἡμεῖς θέλομεν ἔρχεσθαι καθ’ ἑκάστην καὶ θέλομεν λέγει πρὸς ὑμᾶς: «ποῖος κλητὴρ ἐβεβαίωσεν, ὅτι ὁ κ. Κωνσταντόπουλος ἦτο ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ τοῦ Κούπα»; Καὶ θέλομεν φέρει ἐδῶ τὸν κλητῆρα, ἵνα συζητήσητε ὑμεῖς μετὰ τοῦ κλητῆρος, διότι ἡμεῖς δὲν θέλομεν συζητήσει μετ’ αὐτοῦ. Ταῦτα, Κύριοι, ἅτινα πράττετε, δὲν εἶναι σπουδαῖα πράγματα. Ἀλλοίμονον εἰς ἐκείνους τοὺς νόμους, οἵτινες κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, τὸν ἐλεεινὸν, τὸν ἀνάξιον ἐλευθέρας αἰθούσης, οἵα εἶναι αὕτη, καὶ ἐλευθέρων ἀνδρῶν, οἷοι ἐστὲ ὑμεῖς, ἀλλοίμονον εἰς νόμους οὕτω καταρτιζομένους, διὰ συνεργασίας μετὰ κλητήρων! (Ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ὅμως τὰ δωμάτια τοῦ Βουλευτηρίου ἦσαν μὲ διαδρόμους (ἐνταῦθα ὁ ἀγορεύων δεικνύει διὰ τῆς χειρὸς τοὺς διαδρόμους τοῦ Βουλευτηρίου) πολύπλοκα....

§185ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Πάλιν θὰ ἀναγνώσητε τὸν λόγον τοῦ Λομβάρδου; (Γέλως ἐν τῇ δεξιᾷ).

§186ΛΕΒΙΔΗΣ. Διὰ νὰ μάθητε τὸ μάθημά σας τὸ λέγω, διότι, βλέπω, δὲν τὸ ἐμάθετε μὲ μίαν φοράν. «Καὶ ἴσως (ἐξακολουθεῖ ὁ Λομβάρδος) εἰς τὸ Βουλευτήριον ἐκεῖνο εἶχε τὸν νοῦν του ὁ Δεληγεώργης, ὅταν ἠγόρευεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.» Ὁ μακαρίτης Λομβάρδος λέγει ταῦτα, ὁ ἐξ ὀνόματος τῆς Κυβερνήσεως συζητῶν καὶ τῆς πλειονοψηφίας....

§187ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ εἶναι ζήτημα αὐτό;

§188ΛΕΒΙΔΗΣ. Λοιπὸν τί ἔλεγεν ὁ Λομβάρδος; Ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀποσπάσωμεν τὴν προσοχὴν ἡμῶν ἀπὸ τοῦ τόπου, ἐν ᾧ εὑρισκόμεθα· ἐννοεῖ δηλαδὴ τὸ κτίριον τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, οὗτινος τὰ δωμάτια πραγματικῶς παρέκειντο τῇ αἰθούσῃ, ὧν δὲ τὴν ἐπιτήρησιν ἐδύνατο νὰ ἔχῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, χωρὶς νὰ καταφεύγῃ εἰς τοὺς κλητῆρας. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἦναί τις ἐντελῶς διεστραμμένος, (καὶ ἐὰν νομίζητε τὴν λέξιν βαρεῖαν, δύναμαι νὰ ἀνακαλέσω αὐτὴν,) θέλω νὰ εἴπω, ὅτι πρέπει νὰ ἦναί τις ἐντελῶς δύστροπος, ἵνα θέλῃ ἀκριβῶς νὰ εἴπῃ τὸ ἐναντίον ἐκείνου, ὅπερ εἶναι τὸ ἀληθὲς, καὶ νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὴν γνώμην, ἣν ὑμεῖς νομίζετε, ὅτι δικαιοῦσθε νὰ ὑποστηρίζητε. Ἐὰν ἄρα ἐξετάσητε τὸν Κανονισμὸν, ἵνα εἴπω τὴν ἀκριβῆ λέξιν, τοπολογικῶς,—αὐτὴ εἶναι ἡ λέξις— θέλετε πεισθῆ, ὅτι ὁ Κανονισμὸς, ἵνα ἐφαρμοσθῇ, πρέπει νὰ ἑρμηνευθῇ κατὰ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες εἰσηγήσαντο αὐτὸν, καὶ οἵτινες, ὅτε ἔλεγον «παρακείμενα δωμάτια», ἐνόουν τὰ δωμάτια ἐκείνης τῆς Βουλῆς, ἐκείνου τοῦ κτιρίου, ὧν τὴν ἐπιτήρησιν ἐδύνατο νὰ ἔχῃ ὁ Πρόεδρος, διότι συνείχοντο μετὰ τῆς αἰθούσης τῆς Βουλῆς, οὐχὶ δὲ μὲ τὰ δωμάτια τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς ἡμῶν καὶ τῆς Βιβλιοθήκης τοῦ Κούπα, καὶ μὲ τὸ Ἀναγνωστήριον, καὶ τὸ Ταμεῖον τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν ἠξεύρω ποῖον ἄλλο. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, Κύριοι, εἶναι ἀδύνατον ἐντίμως νὰ βεβαιώσητε τὴν ἀπαρτίαν· καὶ περὶ τὴν 7ην πρωϊνὴν ὥραν δύνασθε νὰ λέγητε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὅτι εἴχετε ἀπαρτίαν. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ παρέλθωσιν εἴκοσι καὶ τρία πλήρη ἔτη, ἵνα πρώτην ταύτην φορὰν τολμήσωσιν, οὐχὶ Βουλευταὶ, διότι δὲν ἀδικῶ αὐτοὺς, ἀλλ’ Ὑπουργοὶ, νὰ ἔλθωσι νὰ παρασύρωσιν εἰς τοιοῦτον ὄλεθρον τοὺς φίλους αὐτῶν, καὶ νὰ διακυβεύσωσι τὴν ὑπόληψιν αὐτῶν, ὡς ἀνθρώπων σεβομένων τοὺς νόμους....

§189ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). «Ὄχι! ὄχι! κύριε Βουλευτά».

§190ΛΕΒΙΔΗΣ. «Ἡμεῖς δὲν πρέπει ν’ ἀποσπάσωμεν τὴν προσοχήν μας, ἔλεγεν ὁ Λομβάρδος, ὁ ὑμέτερος, ἀπὸ τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρισκόμεθα». Ἀκούετε; Ὅταν λοιπὸν, Κύριοι, ἐκαγχάζετε, δὲν εἶχον δίκαιον νὰ εἴπω, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου θέλετε πάθει ἐντελῶς τὸ ἀντίθετον αἴσθημα;

§191ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Ἡμεῖς βλέπομεν τὸ ἐψηφισμένον.

§192ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ ἐψηφισμένον, κύριε ἰατρὲ καὶ Βουλευτὰ, θέλει ἐξετασθῆ ἱστορικῶς. Ἐὰν λοιπὸν λάβητε ὑπ’ ὄψει, τίνι τρόπῳ κατηρτίσθη τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Κανονισμοῦ, ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψει, ὅτι ὁ Λομβάρδος, ὅστις ἦτο ὑπὲρ τοῦ ἄρθρου τούτου, ἔδιδε τοιαύτην ἑρμηνείαν εἰς τὸν ἐψηφισμένον Κανονισμὸν, ἀφίνω ὑμᾶς νὰ κρίνητε, ἐὰν θέλητε εἶσθαι ἐν τῷ δικαίῳ, ἐν τῷ νομίμῳ καὶ τῷ ὀρθῷ, παραδεχόμενοι, ὅτι πάντες οἱ παρευρισκόμενοι ἐν τοῖς δωματίοις τῆς Βουλῆς ταύτης, ὧν οὐδὲν παράκειται τῇ αἰθούσῃ, εἰσὶ δῆθεν παρόντες.

§193ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι περιέμενον ἀπὸ αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα μετὰ μελέτην τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τῶν σχετικῶν πρακτικῶν, διότι δὲν φρονῶ, ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ συμφέρον, ὅπως τοιαύτη παραβίασις καὶ τοῦ γράμματος καὶ τοῦ πνεύματος τοῦ Κανονισμοῦ γίνῃ. Νομίζω μάλιστα, ὅτι πᾶν ἄλλο δύναται νὰ συμφέρῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, παρὰ νὰ γίνῃ μία τοιαύτη παραβίασις ἐπὶ τοιούτου ζητήματος. Κύριοι, πρέπει νὰ μὴ ἔδωσέ τις κἀμμίαν προσοχὴν, νὰ μὴ ἀνέγνωσε τὴν ἔκφρασιν «παρακειμένοις τῇ αἰθούσῃ δωματίοις», διὰ νὰ δώσῃ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν θέλουν νὰ δώσωσιν. Εἰς ὅλας τὰς οἰκοδομὰς ὑπάρχουσι δωμάτια, συνεχόμενα καὶ μὴ συνεχόμενα· τὸ παρακείμενα δὲν σημαίνει ἄλλο τι, παρὰ τὰ δωμάτια τὰ συνεχόμενα. Παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὅτι δὲν θὰ ἐξετάσωμεν τοὺς λόγους τῶν εἰσηγητῶν τοῦ νόμου, ἀλλὰ θὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸ γράμμα. Ἐγὼ παραδέχομαι κατ’ ἀρχὴν τοῦτο. Ἐὰν τυχὸν τὸ γράμμα ἑνὸς νόμου λύῃ ἓν ζήτημα εἰς τρόπον ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως, τότε δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι οἱ λόγοι τοῦ εἰσηγητοῦ ἀπέναντι τοῦ ἀνεπιδέκτου ἀμφισβητήσεως γράμματος οὐδεμίαν δύνανται νὰ ἔχωσιν ὑπόστασιν. Ἀλλ’ ὅταν δὲν ἀποδεικνύηται τοῦτο ὑπὸ τοῦ γράμματος ἑνὸς νόμου, οἱ λόγοι τῶν εἰσηγησαμένων τὸν νόμον ἔχουσι τὴν μεγαλειτέραν ἐπιῤῥοὴν πρὸς ἑρμηνείαν νόμου. Καὶ προκειμένου περὶ ἑρμηνείας, ὑπομιμνήσκω ὑμῖν, ὅτι ὑπάρχει ἑρμηνεία γραμματικὴ τοῦ νόμου, ἑρμηνεία λογικὴ, καὶ ἑρμηνεία ἱστορική. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐὰν καὶ τὰ τρία συστήματα τῶν ἑρμηνειῶν θέσητε εἰς ἐνέργειαν, φθάνετε εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα. Διὰ τῆς γραμματικῆς ἑρμηνείας παρακείμενα δωμάτια ὀνομάζονται τὰ συνεχόμενα, διότι ἄλλως δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἡ διάκρισις παρακείμενα καὶ μὴ παρακείμενα· πρέπει νὰ καταφύγητε εἰς καταμετρήσεις τότε, πόσα μέτρα ἀπέχουν. Ἡ λογικὴ ἑρμηνεία τείνει εἰς τὸ νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο νὰ θεωρηθῶσι Βουλευταὶ παρόντες, μόνον διότι συνέπεσε νὰ ἐπισκεφθῶσι τὸ κατάστημα τοῦ Βουλευτηρίου, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἦναι μέγα, νὰ ἔχῃ πολλὰ δωμάτια, ὡς εἶπε τότε εἷς τῶν εἰσηγητῶν τοῦ Κανονισμοῦ, πολύπλοκα, τῶν ὁποίων δηλ. ἕκαστον ἔχει ἴδιον προορισμόν. Λοιπὸν ἡ λογικὴ ἑρμηνεία μᾶς ἄγει, ὅπως ἡ γραμματικὴ, νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι παρακείμενα δωμάτια θεωροῦνται ἐκεῖνα, εἰς ἓν τῶν ὁποίων οἱ Βουλευταὶ καθήμενοι δύνανται καὶ νὰ ἀκούωσι καὶ ἀμέσως νὰ δεικνύωνται, ὅτι εὑρίσκονται ἐν αὐτοῖς, ἅμα ἀμφισβητεῖται. Ἄλλως θὰ ἐγίνοντο ἐπεισόδια γελοῖα πολλάκις, καὶ διὰ τοῦτο οὐδεμία Κυβέρνησις δύναται νὰ ἔχῃ τὸ ἐνδιαφέρον νὰ ὑποστηρίξῃ τοιαύτην ἑρμηνείαν, διὰ τὰς συνεπείας. Κατὰ τὸ σύστημα πάλιν τῆς ἑρμηνείας ἐκ τῶν λόγων τῶν εἰσηγησαμένων τὸν Κανονισμὸν, ἐπιτρέπεται ἆρά γε ἀμφιβολία περὶ τῆς ἑρμηνείας, ἅμα ἀνεγνώσθη ἡ ἀγόρευσις τοῦ μακαρίτου Λομβάρδου; Ἐκεῖνος σᾶς λέγει, ποῖα θεωρεῖ παρακείμενα δωμάτια. Δὲν πιστεύω ποτὲ, προκειμένου περὶ ἑρμηνείας νόμου, νὰ συνέβη αὐτὸ, τὸ ὁποῖον συμβαίνει ἤδη, δηλαδὴ ὁ νομοθέτης αὐτὸς, οὕτως εἰπεῖν, νὰ παρίσταται, καὶ νὰ σᾶς λέγῃ, αὐτὸ εἶναι τὸ ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως· προσέξατε, μὴ ἀποδώσητε μίαν παράλογον ἔννοιαν εἰς τὴν ἔκφρασιν παρακείμενα δωμάτια. Ἀλλὰ, Κύριοι, θὰ φθάσητε καὶ εἰς ἄλλα ἀκόμη ἀτοπήματα, θὰ ὑποχρεώσητε τοὺς Βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐννοοῦν νὰ ἦναι παρόντες, παρὰ ὅταν θέλωσι, νὰ μεταβαίνωσιν εἰς ἄλλα δωμάτια, καὶ τοῦτο δύναται νὰ συμβῇ καὶ εἰς ὑμᾶς. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀπορῶ, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀνέχηται ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅπως εἰς τοιοῦτον βαθμὸν παραβιασθῇ ὁ Κανονισμός; Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι μᾶλλον ὑπὸ πνεῦμα ἐνδιαφέροντος, ὅπως μὴ ὀλισθήσῃ ἡ Κυβέρνησις...

§194ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Σᾶς εἴμεθα εὐγνώμονες.

§195ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν περιμένω εὐγνωμοσύνην ἀπὸ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῆς σήμερον· δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ προσώπου σας, ὁμιλῶ περὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ τόπου ἐν γένει.

§196ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Τὸν νόμον εἰσηγήσατο ὁ μακαρίτης Κεχαγιᾶς, ὁ ὁποῖος ἦτο φίλος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης.

§197ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἑρμηνεία αὕτη γίνεται παρὰ προσώπου ἐπιφανοῦς ὁμοφρονοῦντος, καὶ δὲν ὑπῆρξεν ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν λόγων του. Τὸ ἄρθρον ἐψηφίσθη ὑπὸ τὸ κράτος αὐτῆς καὶ μόνης τῆς ἐννοίας. Ὅταν θέλητε, ἐναντίον τῶν φωνῶν, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ ἄρθρου, νὰ καθιερώσητε ἄλλην ἀρχὴν, καθιερώσατέ την, ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὑποπίπτετε εἰς ἓν ὀλίσθημα. Ποῖον συμφέρον ἔχετε ἐξ αὐτοῦ τοῦ ὀλισθήματος, δὲν τὸ ἐξετάζω.

§198ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ὁποίου οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι πραγματεύονται, ἐξετάζω ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, εἰς τὴν ὁποίαν διατελοῦμεν πάντοτε ἐν τῇ προκεχωρημένῃ ταύτῃ ὥρᾳ συζητοῦντες. Βεβαίως πάντες εἴμεθα καταπεπονημένοι. Τίνες δὲ οἱ αἴτιοι τοῦ καμάτου, δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας· ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ νομίζητε, ὅτι ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα κατατρίψω ὀλίγας στιγμὰς, ἀλλὰ διότι ἀνελογίσθην ἐκεῖ, ἀπὸ τῆς θέσεώς μου, ὅτι ὁ καταρτισμὸς τῆς ἀπαρτίας τοῦ Σώματος τούτου, εἰς οἵαν περιέστη θέσιν, ὡς ἐκ τῆς μειώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, εἶναι ζήτημα σοβαρὸν, ἂν ὄχι εἰς ἄλλην χώραν, ἀλλὰ βεβαίως εἰς τὴν ἡμετέραν, καὶ ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν, ἀνταγωνιζόμενοι πρὸς ἀλλήλους. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἠξίωσεν, ὅπως ἀπαρτισθῇ Κοινοβούλιον, ἤτοι σῶμα νομοθετικὸν πλῆρες, τὴν παρουσίαν 76 Βουλευτῶν. Τὸ ἥμισυ δὲ αὐτῶν, δηλαδὴ 39 ἄνθρωποι, ἀτελεῖς, ὅπως εἴμεθα πάντες, δύνανται νὰ κρίνωσι καὶ ν’ ἀποφασίζωσι τὰ ὕψιστα συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Ἔθνους· θέλετε καὶ τούτους νὰ τοὺς μειώσητε; Μεταβάλετε τότε τὸν Κανονισμόν. Εἴπατε, ὅτι ἡ ἀπαρτία πρέπει ν’ ἀποτελῆται ἐκ τεσσαράκοντα μόνον. Ἀλλὰ διὰ τοιαύτης ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ, βεβιασμένης, πρὸ τῆς ὁποίας ἀπεδειλίασαν πάντα τὰ μέχρι τοῦδε τῆς χώρας Κοινοβούλια, τουτέστι νὰ ζητῆτε νὰ ἀναθέσητε τὴν ἀρίθμησιν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους εἰς τὸν χαρακτῆρα τὸν ἠθικὸν, εἰς τὴν καλὴν πίστιν καὶ τὴν εἰλικρίνειαν ἑνὸς τυχόντος κλητῆρος τῆς Βουλῆς, ἢ τῶν ὑπηρετῶν τῆς Βουλῆς, μοὶ φαίνεται, ὅτι πολὺ καταβιβάζετε καὶ τὸ ζήτημα καὶ τὴν ἀξίαν τῆς ἀπαρτίας τοῦ Κοινοβουλίου, δι’ ὃ τοσαῦται ἐγγυήσεις μετὰ πάσης δυσπιστίας ἐζητήθησαν ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἔλθετε εἰς τὴν ἐφαρμογήν· ὑποθέσατε πρὸς στιγμήν, ὅτι ἡ γνώμη σας εἶναι ὀρθοτάτη, ὅτι ὁ νομοθέτης εἶχε τὴν γνώμην, ἡ ἀρίθμησις τῶν ἀπόντων ἀπὸ τῆς αἰθούσης τῆς Βουλῆς νὰ γίνηται εἰς τὰ παρακείμενα δωμάτια ὑπὸ τοῦ κλητῆρος, ἀφοῦ οὐδὲ εἰς τὸ Προεδρεῖον μόνον ἐνεπιστεύθη ταύτην· ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα; Ὑποθέσατε, ὅτι εἶναι παρόντες 45, εἰς τὸ παρακείμενον δωμάτιον ἀγγέλλονται, ὅτι διατρίβουσι 15, εἰς τὸ ἄλλο 10, εἰς τὸ ἄλλο 7 Βουλευταί. Ὁ Πρόεδρος, ἀθροίζων δυνάμει τῆς ἑρμηνείας ταύτης τοῦ Κανονισμοῦ, λέγει: «45 καὶ 32 εἰς τὰ δωμάτια ἀποτελοῦσιν 77, ἄρα συνετελέσθη ἡ ἀπαρτία. Ἰδοὺ ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ· τίς ἀγορεύειν βούλεται;» Νομίζετε, ὅτι σπουδαιολογεῖτε, τοιαῦτα συμπεραίνοντες; Δὲν νομίζω ποτὲ, ὅτι οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ἡ πλειοψηφία, ἡ ὑποστηρίζουσα αὐτὴν, θὰ θελήσωσι νὰ ἐξευτελίσωσιν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν τὴν συγκρότησιν τοῦ Σώματος, ὥστε νὰ ἀναθέσωσιν αὐτὴν, ὅπως εἶπον, εἰς τὴν καλὴν πίστιν τῶν κλητήρων τῆς Βουλῆς. Σεῖς βλέπετε, ὅτι πολλάκις, ἐπιθυμοῦντες νὰ σώσητε τὸ γράμμα τοῦ Κανονισμοῦ, ἀγωνιᾶτε, ἔχοντες δὲν ἠξεύρω καὶ ἐγὼ πόσα ὄργανα καὶ πόσας ἁμάξας εἰς ἐνέργειαν, ἵνα συγκαλέσητε ἀπόντας φίλους σας, ὥστε νὰ ἀπαρτισθῇ νόμιμος ἀπαρτία· ἐὰν πρόκηται διὰ τοιαύτης ἑρμηνείας, πρὸς τὴν ὁποίαν ἀπεδειλίασαν τὰ Κοινοβούλια ἐπὶ 23 ἔτη, νὰ λύσητε αὐτὴν τὴν δυσχέρειαν, καὶ νὰ ἀναθέσητε εἰς ἓν τῶν ὀργάνων σας, νὰ σᾶς ἀναγγέλλῃ, ὅτι εἰς τὴν βιβλιοθήκην τοῦ Κούπα διατρίβουσι πέντε Βουλευταὶ καὶ εἰς τὴν ἄλλην αἴθουσαν 6 καὶ εἰς τὴν ἄλλην 8, καὶ νὰ ἀποτελῆτε ἀπαρτίαν ἐξ αὐτῶν, τότε πρὸς τί ἡ τοιαύτη ῥαγδαία κίνησις τῶν ὀργάνων σας πρὸς συναγωγὴν τῶν Βουλευτῶν; Ὡς γινώσκετε, ἐν τῷ πολιτικῷ ἀνταγωνισμῷ εὑρίσκονται στιγμαὶ, καὶ ἴσως τοιαύτη εἶναι καὶ ἡ παροῦσα, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ πολιτικὸν συμφέρον ἐπισκιάζει καὶ παρακωλύει τὴν ὀρθὴν κρίσιν. Διὰ τοῦτο οἱ νομοθέται διὰ τοῦ Κανονισμοῦ ἔθεσαν ὅρια καὶ τὰς ἀναγκαίας γραμμὰς τῶν ἀνταγωνιζομένων, πέραν τῶν ὁποίων δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, ἐπὶ ὀλέθρῳ ἑκατέρων, νὰ προβῶσι. Διὰ τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον φαίνεται, ὅτι εἶναι μικρᾶς ἀξίας, ἢ μᾶλλον, ὡς ὑποθέτουσι πολλοὶ, ὅτι τὸ ἐπροτείναμεν στρεψοδίκως, διὰ νὰ ἀνακόψωμεν τὴν φαινομένην ὁρμὴν διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, καὶ ἔχοντες τοιαύτην γνώμην περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν συζητοῦμεν, δὲν λαμβάνουσι τοῦτο ὑπὸ σκέψιν μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς, καὶ ἐνδεχόμενον εἶναι, ἐκ τῆς τοιαύτης παθολογικῆς καταστάσεως, ν’ ἀποφασίσωσί τι, διὰ τὸ ὁποῖον πολλάκις θὰ δοθῇ ἀφορμὴ εἰς τὸ μέλλον νὰ μετανοήσωσι πικρῶς αὐτοὶ οὗτοι, διότι ἡ δύναμις τῆς ψήφου, ἡ ὁποία σήμερον εἶναι ἐν ταύτῃ τῇ πτέρυγι, αὔριον βεβαίως θὰ ἦναι ἐν τῇ ἄλλῃ· ἀλλὰ τί τὸ ὄφελος; Ἡμεῖς συμφέρον ἔχομεν πάντες, τὰς γραμμὰς, τὰς τεθείσας παρὰ τῶν νομοθετῶν τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ μὴ τὰς μεταβάλωμεν ἄνευ λόγου. Ἐὰν δὲ αὐτὴν τὴν μεταβολὴν ἠθέλετε νὰ φέρητε, διατί νὰ ἔχητε αὐτὸν τὸν ἀγῶνα πρὸ ἑνὸς ἤδη μηνὸς, καθ’ ὃν ἡμεῖς ἐξακολουθοῦμεν ἐλέγχοντες, καὶ νὰ μὴ τὴν ἐφαρμόσητε καὶ νὰ συνεδριάσητε ἄνευ ἀπαρτίας; Ἀλλὰ ἐνθυμήθητε, ὅτι, προτεινομένης ἐνστάσεως μὴ ἀπαρτίας, ὁ Κανονισμὸς δυσπίστως ἀξιοῖ νὰ παρίσταται καὶ ὁ ἐλέγχων καὶ αὐτὸ τὸ Προεδρεῖον. Σᾶς διηυκόλυνε καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἡ στρατηγικὴ, τὴν ὁποίαν μετήλθετε, νὰ καταπονῆτε ἡμᾶς μέχρι τῆς 11ης ὥρας, νὰ μᾶς ἀναγκάζητε ν’ ἀπερχώμεθα καὶ τότε νὰ ψηφίζητε ἐντὸς τριῶν συνεδριάσεων 180 νόμους! Ἀλλὰ βλέπετε, ὅτι ἡ πίεσις ἐκείνη ἠνάγκασεν ἡμᾶς νὰ γίνωμεν σοφώτεροι ἑαυτῶν, νὰ γίνωμεν, διδαχθέντες, πονηροί. Ἡμεῖς εἰλικρινῶς ἐνομίζομεν, ὅτι αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ διαρκοῦν 4–5 ὥρας, ὅσον δύνανται λογικὰ ὄντα νὰ σκέπτωνται ἐν διαυγείᾳ νοὸς, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι θέλουσι νὰ σκέπτωνται καὶ νὰ ἀποφασίζωσιν. Ἡ φύσις, ἡ κατασκευὴ τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος εἶναι τοιαύτη, ὥστε μετὰ 5 ὡρῶν συνεχῆ ἐργασίαν νὰ μὴ δύνηται νὰ ἔχῃ διαύγειαν. Σεῖς εἴπετε, ὅτι, «ὅταν καταπονῆσθε, ἀπέλθετε, καὶ ἡμεῖς τότε δυνάμεθα κάλλιον νὰ ἀποφασίζωμεν». Μᾶς ἀναγκάζετε λοιπὸν καταπεπονημένους νὰ ἀποχωρῶμεν, ἵνα εὑρίσκητε εὐκαιρίαν πρὸς ῥαγδαίαν ψήφισιν νόμων. Ἀλλ’ ἡ πίεσις ἐκείνη ἔφερε τοιαύτην ἀντίδρασιν, διὰ τὴν ὁποίαν, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ βραβεῖον τῆς ἀνακαλύψεως ταύτης, δὲν εἶναι εὐχαριστημένοι ἐκ τῆς μεθόδου, διότι ἤγαγε τὴν Ἀντιπολίτευσιν εἰς ἀντίδρασιν ἄλλην, τῆς ὁποίας γεύεσθε ἤδη τὰ ἀποτελέσματα. Καὶ λοιπὸν, ἂν σήμερον σᾶς παρασύρῃ πρὸς στιγμὴν τὸ συμφέρον τῆς ταχείας ἐπιψηφίσεως τῆς πιστώσεως ταύτης, εἰς τὸ νὰ δώσητε τοιαύτην ἑρμηνείαν, βεβαιωθῆτε, ὅτι θὰ ἔλθῃ στιγμὴ πικρᾶς μεταμελείας, καὶ στενοχωροῦμαι, ὅταν βλέπω, ὅτι αἴρονται οἱ ὅροι τοῦ ἀνταγωνισμοῦ, οἱ τεθειμένοι τόσον σοφῶς παρὰ τῶν προγενεστέρων ἡμῶν, διότι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε νὰ δώσητε, θὰ σᾶς φέρῃ εἰς τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἐξήγησα. Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμείνητε εἰς τοιαύτην ὀλεθρίαν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία θὰ ἐξαρτήσῃ τὴν ἀπαρτίαν τοῦ Σώματος ἀπὸ τὴν καλὴν πίστιν τῶν ὑπηρετῶν τῆς Βουλῆς.

§199ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων φρονῶ ἀληθῶς, ὅτι τὸ ζήτημα ἐξηντλήθη. Ἄλλως θεωρῶ λίαν σπουδαῖον τὸ ζήτημα αὐτὸ, διότι δὲν πρόκειται ἁπλῶς μόνον περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ Κανονισμοῦ. Τὸ ζήτημα ἐφάπτεται ἀμέσως αὐτῆς τῆς ἑρμηνείας τοῦ Συντάγματος, καὶ ἕνεκα τούτου ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ λάβω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον. Τὸ Σύνταγμα λέγει ῥητῶς, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεος καὶ ἑνὸς τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν. Ἐὰν ἐφαρμόσωμεν τὸν Κανονισμὸν, ὅπως σήμερον ἀτυχῶς κατὰ πρῶτον ἀπὸ τῆς ψηφίσεώς του ἐφηρμόσθη, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ διάταξις ἐκείνη τοῦ Συντάγματος καταστρέφεται. Ἐὰν συζητῇ ἡ Βουλὴ παρόντων ἐν τῇ αἰθούσῃ Βουλευτῶν ὀλιγωτέρων τοῦ ἡμίσεος τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ, ὑπολογίζονται δὲ εἰς τὸν ἀριθμὸν τοῦτον οἱ ἐν τοῖς δωματίοις εὑρισκόμενοι, τότε ἡ συζήτησις δὲν γίνεται παρουσίᾳ τῆς νομίμου ἀπαρτίας, ἣν τὸ Σύνταγμα ὁρίζει, ἀλλὰ παρουσίᾳ μόνον τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ὑπαρχόντων. Εἶχεν ἆρά γε αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ὁ ψηφισθεὶς τῷ 1865 Κανονισμός; Ἵνα ἑρμηνεύσωμεν πάντα νόμον, ἑπομένως καὶ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ὀφείλομεν νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν γένεσιν τοῦ νόμου, εἰς τὰς ἀφορμὰς, αἱ ὁποῖαι παρήγαγον αὐτὸν, εἰς τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ἐψηφίσθη, εἰς τοὺς λόγους τῶν ἀγορευσάντων κατὰ τὴν συζήτησιν, καὶ ἰδίως ὅταν οὗτοι ἦσαν μέλη τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἡγεῖται τῆς πλειοψηφίας, καὶ ἡ ὁποία θεωρεῖται ὑπεύθυνος διὰ πᾶν, ὅ,τι εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐπιψήφισιν. Ἐὰν ἀνατρέξωμεν εἰς ταῦτα πάντα, τί εὑρίσκομεν; Ὅτι ἡ Βουλὴ συνεδρίαζεν εἰς ἕτερον κατάστημα, εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ ὁποίου ὑπῆρχον δωμάτια, συνεχόμενα μετὰ τῆς αἰθούσης καὶ μὴ ἔχοντα ἔξοδον ἢ ἐντὸς τῆς αἰθούσης. Ὁ Κανονισμὸς, ὁ πραγματευόμενος περὶ τῆς αἰθούσης ἐκείνης καὶ τῶν δωματίων, ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, ὅτι οἱ ἐν τοῖς δωματίοις εὑρισκόμενοι θεωροῦνται παρόντες. Διατί; διότι οἱ ἐν τοῖς δωματίοις εὑρισκόμενοι δὲν ἠδύναντο νὰ ἐξέλθωσιν ἢ εἰς τὴν αἴθουσαν τῶν συνεδριάσεων, δὲν ἠδύναντο ν’ ἀποχωρήσωσιν ἀπὸ ἄλλης θύρας...

§200ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὑπῆρχον καὶ ἄλλα δωμάτια.

§201ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅμως κατὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἀντετάχθησάν τινες, λέγοντες, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὸ κατώτερον ὑπηρετικὸν τῆς Βουλῆς νὰ περιέρχηται τὰ δωμάτια, ἵνα βεβαιοῖ τὴν παρουσίαν τῶν Βουλευτῶν. Τί ἐλέχθη ὑπὲρ τῆς διατάξεως ταύτης ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν; Ὅτι ἡ ἀντίῤῥησις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, δὲν εἶναι βάσιμος. Διατί; Διότι ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν ἐκ τῆς αἰθούσης ἠδύνατο νὰ βλέπῃ τοὺς ἐν τοῖς δωματίοις Βουλευτὰς, ὧν ὁ κλητὴρ ἐβεβαίου τὴν παρουσίαν. Ταῦτα ἀντετάχθησαν ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ συνεπείᾳ τῶν παρατηρήσεων τούτων παρεδέχθη ἡ Βουλὴ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ ἑτέρου καταστήματος Βουλῆς, περὶ ἑτέρας αἰθούσης συνεδριάσεων, μὴ ἐχούσης συνεχόμενα δωμάτια, ὅταν τὰ ἐν τῷ καταστήματι δωμάτια χωρίζωνται ἀπὸ τῆς αἰθούσης διὰ διαδρόμων, τότε δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ γνώμη καὶ ἡ ἀντίῤῥησις τοῦ Ὑπουργοῦ; Καὶ σημειώσατε, ὅτι τὸ ἀρχαῖον ἐκεῖνο κατάστημα ἐκτὸς τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ δωματίων εἶχε καὶ ἄλλα, χωριζόμενα διὰ διαδρόμων, ἀλλ’ εἰς ταῦτα δὲν ἐφηρμόζετο ὁ Κανονισμὸς, ὡς ἐξάγεται ἐξ αὐτῆς τῆς ὁμιλίας τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ῥητῶς ἐξαιροῦντος τὰ δωμάτια ταῦτα. Περὶ τίνων λοιπὸν δωματίων προβλέπει ὁ Κανονισμός; Περὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐντὸς τῆς αἰθούσης καὶ δὲν χωρίζονται διὰ διαδρόμων ἀπ’ αὐτῆς, διότι περὶ τῶν τελευταίων οὐδὲ οἱ κλητῆρες τῆς Βουλῆς δύνανται νὰ βεβαιώσωσιν, ἂν ἐν αὐτοῖς ὑπάρχωσι Βουλευταὶ, διότι δύνανται οὗτοι νὰ ἀποχωρήσωσιν ἅμα τῇ ἀποχωρήσει τοῦ κλητῆρος, καὶ ἐν ἀγνοίᾳ αὐτοῦ· ὥστε ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ἐπὶ τῇ βάσει τοιαύτης βεβαιώσεως νὰ προχωρήσῃ, παραδεχομένη ἀπαρτίαν, ἄνευ παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος. Ἅμα λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὰς περιστάσεις, καὶ τὴν ἱστορίαν τῶν θεσμῶν, φθάνομεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι πράγματι περὶ ἐκείνων τῶν δωματίων ἐπρόκειτο, τὰ ὁποῖα συνείχοντο μετὰ τῆς αἰθούσης, καὶ περὶ Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδύναντο νὰ ἀπέλθωσι τῆς αἰθούσης, μὴ εἰσερχόμενοι εἰς αὐτήν. Καὶ αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν, τὴν λογικὴν, ἐσεβάσθησαν μέχρι τοῦδε ἅπασαι αἱ Κυβερνήσεις, καίτοι εἰς πολλὰς περιστάσεις εὑρέθησαν εἰς στενοχωρίαν διὰ τὴν ἔλλειψιν ἀπαρτίας. Αὐτὴ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις πολλάκις κατὰ τὰς προηγουμένας Συνόδους εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαλύῃ τὰς συνεδριάσεις ἕνεκεν ἐλλείψεως ἀπαρτίας. Διενοήθησαν κἄν οἱ τότε Πρόεδροι τῆς Βουλῆς Καλλιγᾶς, Βαλαωρίτης κλπ. νὰ ἐφαρμόσωσι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον πρωτοφανῶς ἐφαρμόζει σήμερον τὸ Προεδρεῖον; Οὐδείς· διότι ἤθελον παραβιάσει οὐ μόνον τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ τὸ Σύνταγμα. Ἐὰν δώσωμεν τοιαύτην ἔννοιαν εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, καθιστῶμεν ἀμφίβολον τὴν νόμιμον συγκρότησιν τοῦ Σώματος, καὶ προβληματικὴν τὴν ἰσχὺν τῶν ἀποφάσεων. Ἀλλὰ μήπως ἆρά γε θέλει κατορθωθῆ διὰ τῆς τοιαύτης ἑρμηνείας ταχυτέρα ἡ συγκρότησις τῆς ἀπαρτίας; Οὐχὶ βεβαίως, διότι οὐδὲν τὸ κωλύον τοὺς Βουλευτὰς νὰ ἀποχωρήσωσι καὶ τῶν δωματίων, ἢ νὰ μὴ ἐπιτρέψωσι τὴν ἐν αὐτοῖς εἴσοδον τῶν κλητήρων. Δι’ ὅλων τούτων οὐδὲν κερδίζετε, ἀλλὰ τὰ πάντα ἐνδέχεται νὰ κινδυνεύσητε, καθιστῶντες ἀμφιβόλους τοὺς κοινοβουλευτικοὺς θεσμοὺς, ὑπὲρ τῶν ὁποίων μείζονα ὀφείλει νὰ δεικνύῃ ἡ Κυβέρνησις σεβασμόν.

§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου.

§203ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὄχι, ὄχι!

§204ΛΕΒΙΔΗΣ. Μόνον διὰ τῆς βίας θὰ τὸ πάρητε (θόρυβος).

§205ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Πρὸς ἑρμηνείαν τοῦ Κανονισμοῦ, ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ τῶν πρακτικῶν τὴν γνώμην αὐτοῦ τοῦ πατρὸς τοῦ Κανονισμοῦ, τοῦ μακαρίτου Κεχαγιᾶ, ὁ ὁποῖος, ὅτε τῷ ἐγένετο ἡ παρατήρησις, τίνα δωμάτια ἐννοεῖ, εἶπεν, ὅτι ἐννοεῖ τὰ δωμάτια, τὰ ἐντὸς τῆς αἰθούσης.

§206ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω, διατὶ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἀνέτρεξαν εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Αʹ Συνόδου τῆς Αʹ Περιόδου τῆς Βουλῆς, ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον πρώτην φορὰν ἐμφανίζεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀπὸ τῆς 10ης Δεκεμβρίου, δηλ. πρὸ ἑνὸς μηνὸς, συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς πιστώσεως Σπάρταλη. Ἔκτοτε ὑπεβλήθησαν 100 ἐνστάσεις μὴ ἀπαρτίας, οἱ πλεῖστοι δὲ τῶν ἀντιπολιτευομένων εὑρίσκοντο ἐν τοῖς δωματίοις. Τίς ἐτόλμησε μέχρι σήμερον νὰ ὑπολογίσῃ τοὺς Βουλευτὰς τούτους ὡς παρόντας; Ἡ πρᾶξις ἡ σημερινὴ ἀποδεικνύει, ὅτι ζητεῖταί τι ἐντελῶς καινοφανὲς, ἐναντίον τῆς καθημερινῆς πράξεως τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἀνατρέξωμεν πέραν ἀκόμη τοῦ μηνὸς, καθ’ ὅλην τὴν ἐνεστῶσαν Σύνοδον καὶ κατὰ τὰς προηγουμένας, θέλομεν εὕρει μίαν καὶ τὴν αὐτὴν πρᾶξιν τῆς Βουλῆς, οὐδεὶς δὲ ἐτόλμησε νὰ ἐπικαλεσθῇ μέχρι σήμερον τὴν μωρὰν ἀληθῶς διάταξιν τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ὁποία ἀπέβλεπεν εἰς ἕνα ὡρισμένον σκοπὸν, καὶ εἰς ὡρισμένον κατάστημα τῆς Βουλῆς, διάταξιν, ἡ ὁποία ἴσως ἀπετέλεσε τὴν σύγχυσιν, ἡ ὁποία ἐπῆλθε μεταξὺ τῶν δικαιωμάτων τῆς Συνελεύσεως καὶ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἀμέσως διεδέχθη αὐτήν. Ἀλλὰ περὶ τίνος γίνεται ὁ ἀγὼν κατὰ τὰς ἐκλογάς; Γίνεται ὁ ἀγὼν περὶ πλειονοψηφίας, ἢ περὶ ἀπαρτίας; Καὶ τί μέχρι σήμερον καυχᾶται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καθὼς καὶ κατὰ τὸ 1884; Καυχᾶται, ὅτι ἔχει ἀπαρτίαν. Καὶ τί σημαίνει ἀπαρτία; Σημαίνει καταρτισμὸν τῆς Βουλῆς σύμφωνον μὲ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος καὶ ἄνευ τῆς συμπράξεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἀναμφισβήτητος πρᾶξις τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία κατήργησε τὴν μωρὰν ἐκείνην διάταξιν τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Κανονισμοῦ, ὡς ἀντικειμένην εἰς τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος. Μὴ λησμονεῖτε τὴν ἱστορίαν τοῦ ἄρθρου ἐκείνου, εὑρίσκεσθε πρὸ αὐτοῦ. Καὶ ἡ ἱστορία ἐκείνη εἶναι διδακτικὴ διὰ τὴν πλειοψηφίαν. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὁδηγοῦσι τὴν πλειοψηφίαν, ἔχουν καθῆκον, ἀναμιμνησκόμενοι τῆς ἱστορίας τοῦ ἄρθρου ἐκείνου, νὰ καταστέλλουν τὰς παραφοράς. Ἐὰν ἦτο ἀνάγκη ἓν περιπλέον ἐπιχείρημα νὰ προσθέσω εἰς ὅσα μετὰ τόσης ἀφελείας ἐξετέθησαν ἐνώπιον ὑμῶν, δὲν εἶχον παρὰ νὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἐξ αὐτοῦ προκύπτει ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἀνεῦρον οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐν τοῖς ἐστενογραφημένοις πρακτικοῖς τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς τοῦ 1865. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «....Οἱ ἐν τοῖς παρακειμένοις τῇ αἰθούσῃ τῶν συνεδριάσεων δωματίοις Βουλευταὶ, καλούμενοι παρὰ τοῦ Προέδρου διὰ τῶν κλητήρων, ἐπανέρχονται ἀμέσως εἰς τὴν αἴθουσαν, καὶ ἂν δὲν ἐπανέλθωσι, θεωροῦνται παρόντες.» Τί σημαίνει αὐτὸ τὸ «καλούμενοι παρὰ τοῦ Προέδρου»; Σημαίνει ὅτι ὁ Πρόεδρος εὑρίσκετο εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε ἠδύνατο νὰ καλέσῃ ὀνομαστὶ τοὺς ἐν τοῖς δωματίοις Βουλευτάς. Δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ πιστοποιηθῇ διὰ τῶν κλητήρων, ὅτι οἱ δεῖνα καὶ οἱ δεῖνα Βουλευταὶ εὑρίσκοντο ἐκ τοῖς παρακειμένοις δωματίοις, διότι τοῦτο τὸ ἀντελαμβάνετο ἐκ τῆς θέσεώς του ὁ Πρόεδρος. Ἀλλὰ σήμερον, διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ βεβαιώσωσι τὴν παρουσίαν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τί ἔπραξαν; ἔστειλαν ὁλόκληρον Ἐπιτροπὴν, Ἀντιπρόεδρον, Γραμματέα καὶ δὲν ἠξεύρω τίνα ἕτερον· καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ στρεψοδικήσωμεν ἐπὶ τῆς διατάξεως ἐκείνης, ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι κακῶς ἐγένετο ἡ διατύπωσις, διότι ὤφειλεν ὁ Πρόεδρος νὰ καλέσῃ τὸν κ. Δηλιγιάννην διὰ τῶν κλητήρων. Ταῦτα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι εὑρίσκεσθε ἐν τῇ περιπτώσει τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Κανονισμοῦ, ὅτι μετεβλήθησαν αἱ περιστάσεις, διότι μετεβλήθη ὁ τόπος, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἠθέλετε ἐφαρμόσει καὶ ἤδη τὰς διατάξεις ἐκείνας, ἠθέλετε καταπατήσει τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ τὴν παρουσίαν τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνὸς τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, διά τε τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ψηφοφορίαν. Ἐὰν δὲ θελήσητε νὰ θεωρήσητε παρόντας διὰ τὴν συζήτησιν τοὺς Βουλευτὰς, τοὺς ἐν τοῖς παρακειμένοις δωματίοις, πρέπει νὰ τοὺς θεωρήσητε παρόντας καὶ διὰ τὴν ψηφοφορίαν. Διότι ὑποθέσατε, ὅτι εἷς Βουλευτὴς δὲν ψηφίζει, ὑπολογίζεται ὅμως καὶ αὐτὸς εἰς τὴν ἀπαρτίαν. Τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος, πρὸ τοῦ ὁποίου εὑρισκόμεθα καὶ τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ σᾶς σταματήσῃ, θέτει εἰς ἴσην μοῖραν τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ψηφοφορίαν. Ἴσως ἔχετε ἀνάγκην νὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω. (Ἀναγινώσκει). Ἐὰν δύνασθε νὰ συζητήσητε ὑπολογίζοντες τοὺς ἐν τοῖς δωματίοις Βουλευτὰς διὰ τὴν ἀπαρτίαν, δύνασθε καὶ ν’ ἀποφασίσητε· ἀλλ’ ἤθελον νὰ σᾶς ἴδω νὰ τολμήσητε νὰ πράξητε τοῦτο. Προσέξετε! Ἡ δύναμις τῆς πλειονοψηφίας εἶναι μεγάλη, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἐλαστική, θραύεται καὶ συντρίβεται, καὶ τὰ παραδείγματα δὲν λείπουσιν ἐκ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ μας βίου. Καὶ πρὸς τίνα σκοπὸν ἐπιδιώκεται σήμερον ἡ τοιαύτη ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Κανονισμοῦ, ἀντικειμένου εἰς τὸ ῥητὸν γράμμα τοῦ Συντάγματος; Πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἁρπαγῆς 10,000 λιρῶν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου! Προσέξατε εἰς τὸ ἄρθρον 56, διότι ἡ περίστασις εἶναι τοιαύτη, ὥστε πρέπει νὰ προσέξητε. Ὑπῆρξαν πλειοψηφίαι, ἔχουσαι ἴσην μὲ τὴν ὑμετέραν ἰσχὺν, καὶ ὑπῆρξαν Κυβερνήσεις βαθυτάτας ἔχουσαι ῥίζας ἐν τῷ τόπῳ, καὶ αἱ μὲν πλειοψηφίαι ἐκεῖναι διεσπάρησαν, αἱ δὲ Κυβερνήσεις κατέπεσαν πρόῤῥιζα μετ’ ἤχου! Δὲν δύνασθε νὰ καυχηθῆτε, μήτε σεῖς οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν Κυβέρνησιν, μήτε ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δύνασθε νὰ ἀνθέξητε κατὰ τῆς λαίλαπος, ἣν ἤθελεν ἐγείρει ἡ παράβασις τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος. Σᾶς εἶδον πελιδνοὺς ἐν ὥρᾳ τοιαύτης λαίλαπος τὴν ἐπιοῦσαν τῆς δημοτικῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Ἀθηναίων... (Θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ). Ἂν δὲ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος σᾶς λαλεῖ, ἤθελε συναινέσει, ἠθέλετε ἁρπαγῆ ἐντεῦθεν... (Θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ). Πρόκειται περὶ σχεδίου πραγματοποιουμένου· ἀπὸ ἡμερῶν ἀνεγράφησαν ταῦτα εἰς τὰς ὑπουργικὰς ἐφημερίδας, ἀπὸ ἡμερῶν διεμηνύθησαν εἰς τοὺς ἀντιπολιτευομένους Βουλευτὰς, μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἤθελον πτοηθῆ. Προβῆτε, ἂν θέλετε· καὶ θέλετε. Ἰδοὺ τὰ ἀποτελέσματα. Ἤδη ἀπηγορεύσατε εἰς ἕνα τῶν Βουλευτῶν νὰ ὁμιλήσῃ. Προβῆτε εἰς τὸ δεύτερον βῆμα. Εἶναι τολμηρότερον καὶ ὀλισθηρότερον. Ἀλλ’ εἶναι καιρὸς νὰ σταματήσητε, οὐ μόνον διότι εὑρίσκεσθε πρὸ τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ καὶ διότι εἰς τοιαύτην ὥραν περὶ τοιούτου θέματος πρόκειται ἡ συζήτησις. Ἴσως εἶναι ἡ σταγὼν, δι’ ἧς πρόκειται νὰ πληρωθῇ τὸ ποτήριον· ῥίψατέ την· θέλει ὑπερχειλίσει! Ἐκαυχήθη ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἔπαινον ἑαυτῆς ἐθεώρει, διότι κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν πράξεών της δὲν εἴχομεν ἢ τὸ ζήτημα τοῦ Ντάη, τοῦ Παπαχριστοφιλοπούλου, τοῦ χόρτου· ἴσως θέλει καυχηθῆ, διότι θέλει παρασύρει τὴν πλειοψηφίαν εἰς τὸ νὰ νοθεύσῃ τὰς νεκρὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Κανονισμοῦ, καταργηθείσας δικαίως. Ὁ γενόμενος ἔλεγχος, ὅσον καὶ ἂν ἠθέλετε νὰ τὸν ἐμπαίξητε καὶ νὰ τὸν διασύρητε, ἀφῆκε βαθεῖαν ἐντύπωσιν παρὰ τῇ κοινῇ γνώμῃ. Σᾶς εἶδον συναλλαττομένους οἱ συμπολῖται ὑμῶν πρὸς εὐτελεῖς καταδίκους, πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ κατορθώσητε νὰ τσιμπήσητε μερικὰς ψήφους, σᾶς εἶδον ἀπολύοντας τοὺς καταδίκους, ὅπως καταρτίσητε πλειονοψηφίαν· καὶ δὲν θέλω ἐντεῦθεν νὰ κατακρίνω τὴν ἐκλογὴν ἐκείνην, διότι δυνατὸν νὰ ἦναι ὡς πρὸς τοὺς πλείστους ἀπαύγασμα τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ θέλω νὰ καταδείξω ὑπὸ τίνα τρόμον εὑρίσκετο ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 4 Ἰανουαρίου: ἡ πλειοψηφία, ἢ τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον· αὐτὴ ἦτο ἡ θέσις, εἰς ἣν εὑρίσκετο τότε· οἱ Ὑπουργοὶ αὐτοὶ τὸ ὡμολόγησαν. Ἄν, ἀντὶ ἐνώπιον τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου, κάθηται ἐπὶ τοῦ ἐδωλίου τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τοῦτο ὀφείλετε εἰς ἡμᾶς, καὶ εἰς τὰ μέσα τὰ ἀθέμιτα, τὰ ὁποῖα μετῆλθε καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ πλειοψηφία μετετράπη εἰς μειονοψηφίαν. Τοιοῦτον κίνδυνον διέτρεξε· καὶ σήμερον, ἂν δὲν ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ τὸν συγκρατήσῃ ἡ πλειοψηφία, πρέπει αὐτὸς νὰ συγκρατήσῃ ἑαυτόν. Ἄν δὲν τὸ πράξῃ, κακὸν τῆς κεφαλῆς του θὰ πράξῃ.

§207ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἐπιμένει, ὑποθέτομεν, ἡ Κυβέρνησις.

§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.

§209ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὄχι, ὄχι.

§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει πρότασις.

§211ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει πρότασις, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ὀφείλομεν νὰ κανονίσωμεν τὸ ζήτημα διὰ τὸ μέλλον. Θὰ ἐξακολουθῇ τὸ Προεδρεῖον μετερχόμενον τὴν αὐτὴν τακτικὴν, ὁσάκις πρόκηται νὰ καταρτίζῃ τὴν ἀπαρτίαν, μὴ παρόντων Βουλευτῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ τόσων, ὅσοι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἀπαρτίαν; Δὲν ὑπάρχει πρότασις πρὸς ψηφοφορίαν, ἀλλ’ ὑπάρχει ζήτημα σπουδαιότατον κατὰ τὴν μεσονύκτιον ταύτην ὥραν, ἐν χειμερινῇ ἐποχῇ, ζήτημα, ἀφορῶν εἰς τὴν νομιμότητα τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Σώματος. Ὑμεῖς δὲ, ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, δὲν ἔπρεπε νὰ παρέλθητε τοῦτο μετὰ τοσαύτης ψυχρότητος. Ὑπάρχει ζήτημα σπουδαιότατον, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον σπουδαῖον, καθόσον κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας πολλὰ ἐλέγοντο, πολλὰ διετυμπανίζοντο, καὶ πολλὰ ἐσύροντο εἰς τὰς ὁδοὺς κατὰ τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον τὰς δύο τελευταίας ἑβδομάδας διετέλεσεν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ὑπὸ τὴν ὑμετέραν προεδρείαν. Πολλὰ ἐλέγοντο ὡς σχεδιαζόμενα καὶ κατὰ τοῦ πολιτεύματος, καὶ τούτων εἶναι ἀρχὴ, ὅ,τι ἐπιχειρεῖ σήμερον ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς. Σᾶς ἀνέφερον ῥητὸν ἄρθρον οἱ προαγορεύσαντες μὲ τὰς ῥητὰς ἐκείνας ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἔπρεπε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψει ὡς Πρόεδρος...

§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἀπετάθητε εἰς ἐμὲ, καὶ λέγετε, ὅτι εἰς τὰς ὁδοὺς διατρέχουσιν αὗται αἱ φῆμαι, σᾶς λέγω, ὅτι ὁ Πρόεδρος δὲν ἐξετάζει, τί λέγεται εἰς τὰς ὁδοὺς, ἀλλὰ τί γίνεται ἐντὸς τῆς Βουλῆς.

§213ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω λόγους ν’ ἀπευθύνωμαι εἰς ὑμᾶς, ὡς προεδρεύσαντα κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας, καθ’ ἃς τόσα συνέβησαν.

§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν συνέβη τίποτε. Συνέβησαν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐπαναλαμβάνετε καὶ σήμερον. Ἐν ᾧ σᾶς εἶπον, ὅτι ἦσαν παρόντες 78 καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης 79ος, σεῖς ἐπαναλαμβάνετε τὰ αὐτά.

§215ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγω, ὅτι καθιεροῦτε ἀπόψε μίαν ἀρχὴν ὀλεθρίαν, δὲν θὰ παρέλθωμεν δὲ ἀπὸ τῆς ὥρας ταύτης, ἐὰν δὲν διαλευκανθῇ τὸ ζήτημα καὶ ἐὰν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσι νὰ ὁμιλήσωσι, δὲν ὁμιλήσωσι, διὰ νὰ δώσωσι τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἐννοοῦσιν, ἔστω καὶ παράλογον. Ἔλεγον λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἀρκετὰ εἶναι τὰ λεγόμενα κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς κατὰ τοῦ Κοινοβουλίου, ἀρκετὰ εἶναι τὰ λεγόμενα πρὸ πάντων κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἀρκετὰ τὰ κατὰ πολλῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· μὴ θελήσῃ λοιπὸν τὸ ἐπίσημον μέρος τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ Προεδρεῖον, ἀκόμη δὲ καὶ ἡ πλειονοψηφία αὐτοῦ, νὰ προσθέσῃ μίαν ἔτι κηλίδα κατὰ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ὑπὲρ τῆς καταργήσεως αὐτοῦ, «ὡς δένδρου σκωληκοβρώτου», ὅπως λέγει μία ἐφημερὶς ὑπουργικὴ σήμερον.

§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Καΐρης). Ἀπὸ τοῦ 1882 εἶμαι Βουλευτὴς καὶ οἱ κατὰ καιροὺς Πρόεδροι, ὁ μακαρίτης Βαλαωρίτης, ὁ κύριος Καλλιγᾶς, πάντοτε παρήγγελλον τοὺς κλητῆρας νὰ βεβαιώσωσι τοὺς ἐν τοῖς δωματίοις Βουλευτὰς, καὶ ἐσημείουν αὐτοὺς παρόντας, οὐδέποτε δὲ ἀνεφύη τοιοῦτο ζήτημα.

§217ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἐπὶ ζητήματος τοσοῦτον σπουδαίου, ἐπὶ ζητήματος, ἀφορῶντος εἰς αὐτὸν τὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος, ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἡγουμένη τῆς πλειονοψηφίας, ὀφείλει νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της. Ἄλλως τε, κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐσημειώθη παρὼν ἐν τῷ καταλόγῳ· ἔχω ἔνστασιν περὶ τούτου, καὶ προτείνω νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Προτείνω λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν ἦτο παρὼν ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὁ ὁποῖος εὑρίσκετο ἐν τῷ δωματίῳ, ἢ ὄχι.

§218ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τοιούτου ζητήματος δὲν ἐρωτᾶται ἡ Βουλή· ἐπὶ τοιούτου ζητήματος δὲν δύνασθε νὰ προχωρήσητε, ἐὰν πρότερον δὲν διαγράψητε τὸ ὄνομα... (Θόρυβος).

§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ ἐφαρμόσω τὸν Κανονισμόν. Ἐγὼ, καὶ ἂν προεδρεύσω εἰς τὸ μέλλον, τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, τοὺς ἐν τοῖς δωματίοις εὑρισκομένους, θὰ τοὺς θεωρήσω παρόντας, ἐν ὅσῳ δὲν δηλώσωσιν, ὅτι ἀποχωροῦσιν ἀπὸ τῶν δωματίων.

§220ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶσαι στηλίτης τότε.

§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφαρμόζω τὸν Κανονισμόν.

§222ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ τίς θὰ σᾶς βεβαιώσῃ περὶ τῆς παρουσίας των;

§223ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμεῖς ἐδηλώσατε, ὅτι θέλετε τὸ πράξει. Ἐπιθυμῶ νὰ μοὶ παράσχητε τὴν ἐξήγησιν περὶ τῶν ὄχι ἐνδεχομένων, ἀλλὰ βεβαίως συμβησομένων. Θὰ στείλητε ἕνα κλητῆρα εἰς τὰ δωμάτια, διὰ νὰ σᾶς πληροφορήσῃ, τίνες εἶναι ἐν αὐτοῖς, καὶ ὑμεῖς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πληροφορίας ταύτης θὰ ἀποφανθῆτε, ὅτι θεωρεῖτε παρόντας, τοὺς δεῖνα, δεῖνα καὶ δεῖνα. Θὰ γίνεται ἀντίῤῥησις, ἢ ὅτι κακῶς ἀντελήφθη ὁ κλητὴρ, ἢ ὅτι δὲν ἀνεγνώρισε τὸν δεῖνα Βουλευτὴν, ἢ ὅτι ὁπωσδήποτε πλανᾶται, θὰ γίνεται ἀνάκρισις, καὶ διὰ τῆς ἀνακρίσεως θὰ βεβαιῶται τοῦ λοιποῦ, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν ἕνα νόμον.

§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς βεβαιῶ, κύριε Βουλευτὰ, ὅτι αὐτὸ δὲν θὰ συμβῇ ποτέ.

§225ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπορῶ, πῶς, ἐνῷ ἠγέρθη τοιοῦτο ζήτημα, ἡ Κυβέρνησις ἐξακολουθεῖ νὰ σιωπᾷ, διότι ἕν ἐκ τῶν δύο, ἢ ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει σιωπηρῶς, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀντιλέξῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἢ ἄλλως πρέπει νὰ δοθῇ μία ἐξήγησις τῆς σιωπῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τούτου. Ἡ Κυβέρνησις ἴσως ἐννοεῖ ν’ ἀντιτάξῃ παρεκτροπὴν κατὰ ὑποτιθεμένης παρεκτροπῆς, ἀλλ’ ἐὰν δὲν ὑπονοῇ τοῦτο, καὶ ἐξακολουθῇ νὰ σιωπᾷ, τότε ἡ ἰδία αὐτὴ διακηρύττει, ὅτι παίζομεν ἐνταῦθα. Καὶ ὅταν, Κύριοι, οὕτω πως θεωρήσωμεν, ὅτι διεξάγομεν ἐνταῦθα τὴν πάλην, τί σπουδαῖον ἐνεργοῦμεν;

§226ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε βεβαίως, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρωθυπουργὸς, ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐξέφραζε ζωηρὸν πόθον, ὅπως ἴδῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἱσταμένην ὑψηλὰ, διότι κατὰ τὸ λέγειν του δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ βλέπῃ χαμηλὰ ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους ἀντιπαλαίει. Ταῦτα δὲ κηρύττων, ἀπηυθύνετο πρὸς ὁλόκληρον τὴν μερίδα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἰδιαιτέρως πρὸς τὸν ἀρχηγὸν αὐτῆς. Ἐπεθύμουν νὰ μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον, ἀντιστρέφοντι τοὺς ὅρους, τὸν αὐτὸν πόθον νὰ ἐκφράσω, ἀπευθυνόμενος οὐχὶ πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, ἀλλὰ πρὸς αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ δικαιοῦται ἡ Ἀντιπολίτευσις, φρονῶ, οὐ μόνον πόθον νὰ ἐκφράσῃ, ἀλλὰ καὶ παραίνεσιν ν’ ἀπευθύνῃ, μετὰ τὰ κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας διὰ τοῦ ἐλέγχου ἀποκαλυφθέντα εἰς βάρος τῶν κυβερνώντων. Ὅταν τις ἀναπολήσῃ τὴν σειρὰν τῶν ἐκτρόπων κυβερνητικῶν πράξεων, ἵνα μὴ εἴπω ἀκολασιῶν, βεβαίως εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ αἰσθανθῇ αἴσθημα, ἀλγεινὸν μὲν ἐπὶ τοῖς τελεσθεῖσιν, ἱλαρὸν δὲ ἐπὶ ταῖς πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν προτροπαῖς τῆς Κυβερνήσεως; Καὶ λέγω τοῦτο, Κύριοι, διότι δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησις καθ’ ἑκάστην λησμονεῖ ἑαυτήν. Ἐλησμόνησε τὴν θέσιν της ἐν ὅσοις ζητήμασι προηγουμένως ἐγένετο λόγος, λησμονεῖ καὶ σήμερον ἀκόμη ἑαυτήν. Ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις δύναται νὰ ἐλεγχθῇ ἐπὶ ὑπερβολῇ, φρονῶ, ὅτι ἡ ὑπερβολὴ ἔγκειται κατά τινα τρόπον ἐν τῷ χαρακτῆρι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐν τῷ χαρακτῆρι τῆς Συμπολιτεύσεως. Αἱ Ἀντιπολιτεύσεις, δύναταί τις εἰπεῖν, ὅτι ἐν τῷ κοινοβουλευτικῷ ὀργανισμῷ παριστῶσι ζωηρότητα, ἐνῷ τὰς Συμπολιτεύσεις πρέπει νὰ διακρίνῃ ἡ μετριοπάθεια. Αἱ ἰδιότητες αὗται, ὡς τὰς διέκρινα, προσιδιάζουσι μᾶλλον εἰς τὸν χαρακτῆρα τῶν καθηκόντων ἑκατέρας τῶν ἀντιμαχομένων μερίδων. Ὥστε ἀναμιμνησκόμενος τῶν προτροπῶν, ἃς ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει ἔδιδε πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, λέγω, ὅτι ἥκιστα ἐδικαιοῦτο ν’ ἀπευθύνῃ αὐτὰς πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, καὶ νὰ προκαλῇ αὐτὴν ἐν τῇ ὁδῷ τοῦ καθήκοντος, ἐκ τῆς ὁποίας αὐτὸς μὲν ἐξετράπη, ἡ δὲ Ἀντιπολίτευσις ἀσαλεύτως μένει. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ θέμα, περὶ οὗ συζητοῦμεν, τοῦτο, κατ’ ἐμὲ, ἐνέχει, ἐὰν ἐξετασθῇ προσεκτικῶς, βαθυτέραν ἔννοιαν, ἢ ὅσην παρουσιάζει ἐξεταζόμενον ἐπιπολαίως, ὡς ἁπλοῦν ζήτημα Κανονισμοῦ. Καθὼς ἀνέπτυξε διὰ λίαν ἰσχυρῶν ἐπιχειρημάτων ὁ προλαλήσας ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, δὲν πρόκειται μόνον περὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, πρόκειται περὶ διατάξεως, συνδεομένης μὲ τὴν νόμιμον συγκρότησιν τοῦ Σώματος, καὶ πρέπει νὰ ἤμεθα προσεκτικώτεροι, διότι εὐθὺς, ὡς γίνῃ χαλάστρα εἰς ἓν μέρος, τότε τετέλεσται, δὲν ὑπάρχει πλέον οὐδὲν ὅριον ἐν τῇ αὐθαιρεσίᾳ καὶ τῇ αὐθαιρέτῳ ἑρμηνείᾳ τὸ πρῶτον βῆμα εἶναι τὸ πολὺ δυσχερὲς, τὰ μετὰ ταῦτα εἶναι συνέπειαι, καὶ θὰ ἐπέλθωσιν ἀναγκαίως. Καλὸν εἶναι ἑπομένως, νὰ σταματήσωμεν ἐν τῷ πρώτῳ βήματι, πρὸ πάντων δὲ ἡ Κυβέρνησις, σκεπτομένη, ὄχι μόνον δι’ αὐτὴν τὴν ὡρισμένην περίπτωσιν, διὰ τὸ κέρδος μιᾶς ψήφου, ἀλλὰ περὶ τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος τῶν κοινοβουλευτικῶν ἡμῶν θεσμῶν, καθῆκον ἔχει, ὡς ἀντιπροσωπεύουσα τὴν πλειοψηφίαν, νὰ ἀποτρέψῃ αὐτὴν ἀπὸ βαρυτάτου ὀλισθήματος, λίαν ἐπικινδύνου διὰ τὸ μέλλον τῶν κοινοβουλευτικῶν ἡμῶν θεσμῶν, ὧν ἡ ἀκεραία παραφύλαξις ἀποτελεῖ πολύτιμον ἐγγύησιν τῆς πολιτειακῆς ἡμῶν ὑποστάσεως. Δὲν θεωρῶ ἀναγκαῖον, μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν, νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας· ἀρκεῖ νὰ συνδυάσῃ τις τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος μὲ τὰ ἄρθρ. 15 καὶ 17 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ πεισθῇ, ἂν ὑπάρχῃ τις, εἰλικρινῶς ἀμφιβάλλων, ὅτι τὸ ὑπολογίζειν ὡς παρόντας τοὺς ἐν τοῖς παρακειμένοις δωματίοις Βουλευτὰς, εἶναι οὐ μόνον ἀντισυνταγματικὸν, οὐ μόνον ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλ’ ἀποτελεῖ καὶ ὀλεθρίαν ἀρχὴν, ἥτις ἐὰν ἐπικρατήσῃ, τετέλεσται· Θὰ ἔχωμεν νέαν περίοδον ἀπαισίας ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἄλλοι ὅμοια ἀπεπειράθησαν, καὶ τὰ ὁποῖα εὐτυχῶς ἐστιγματίσθησαν, συντριβέντων τῶν ἐνόχων τῶν ἀντισυνταγματικῶν ἐκείνων ἀποπειρῶν. Ἂς συνέλθωμεν, Κύριοι, ἐπὶ τέλους καὶ ἂς τρίψωμεν τοὺς ὀφθαλμούς μας, διὰ νὰ ἴδωμεν εἰς ποίαν κατάστασιν περιήλθομεν· ἐνῷ ταύτῃ τῇ ὥρᾳ, μὲ θυσίαν τῆς ὑγείας μας, καθήμεθα ἐνταῦθα ἐπὶ δώδεκα περίπου ὥρας, καὶ συζητοῦμεν, ἕνεκεν ἀλόγου κυβερνητικοῦ πείσματος, δὲν δυνάμεθα οὐδὲ ἓν βῆμα νὰ χωρήσωμεν εἰς τὰ κύρια ἡμῶν ἔργα, ἅπερ εἰσὶ τὸ νομοθετεῖν καὶ τὸ ἐλέγχειν· ταῦτα δὲ πάντα χάριν ἑνὸς κυρίου Σπάρταλη, ἢ χάριν τῶν ὑπὲρ αὐτοῦ ἐνδιαφερομένων. Ἔπρεπεν ἐπὶ τέλους νὰ ἔχῃ μεγαλειτέραν στοργὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δι’ αὐτὸ τὸ Ἔθνος, διότι εἶναι ὄντως φοβερὸν, νὰ ἀναλογισθῇ τις, εἰς ποῖον ἠθικὸν ἐξευτελισμὸν τὸ ὑπέβαλεν ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν πίστωσιν ταύτην, πρὸς ἣν τόσην τρέφει ἀκατονοήτως στοργήν. Ἀνεστατώθησαν τὰ ἀρχεῖα τῶν Ὑπουργείων, ἐξηυτελίσθησαν οἱ Νομικοὶ Σύμβουλοι, ἐπιέσθη τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ νῦν ἐπὶ ἕνα ἤδη μῆνα βασανίζεται τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον, παριστῶν τὸν ἔσχατον τῶν ἐξευτελισμῶν! Σταματήσατε ἐπὶ τέλους, κύριε Πρωθυπουργέ! Ὅστις ἀναλογισθῇ τὴν ἔκτροπον κατάστασιν, εἰς ἣν τὸ Κοινοβούλιον περιῆλθεν, ἂν δὲν γνωρίζῃ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἀπασχολοῦσι καὶ οἱ ὁποῖοι παρήγαγον αὐτὸ τὸ φαινόμενον, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ φαντασθῇ, ὅτι ἓν Ἔθνος εὑρίσκεται ἐν ἀναστατώσει, ἡ δὲ Βουλὴ εἰς ὁλονυκτίας, χάριν ἑνὸς ἐντελῶς ἰδιαιτέρου χρηματικοῦ συμφέροντος· ὅστις μάθῃ τὰ συμβαίνοντα, βεβαίως θέλει λυπηθῇ, ἂν ἦναι Ἕλλην, καὶ πᾶς μὴ Ἕλλην ἀκόμη, πονῶν αὐτὸν τὸν τόπον, ἐὰν ἔβλεπεν, ὅτι ἐξ αὐτῆς τῆς αἰτίας περιῆλθεν εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ αἰσθανθῇ ὀδυνηρὸν αἴσθημα. Ἤδη ἐφθάσατε νὰ παραβιάσητε Κανονισμὸν καὶ Σύνταγμα, ὅπως ἐπιτύχητε τὴν ψήφισιν τῆς πιστώσεως, ἡμεῖς δὲ κατ’ αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ νομίζομεν, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ ἀντιταχθῶμεν. Σεῖς στηρίζεσθε εἰς ἓν ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον τυπικῶς παρίσταται εὔλογον· «εἴμεθα, λέγετε, πλειοψηφία, πρέπει νὰ ὑποταχθῆτε.» Αὐτὸ εἶναι τὸ κυριώτερον ἐπιχείρημά σας, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ σταθῶμεν βωβοί. Ἡμεῖς ἀφ’ ἑτέρου ἔχομεν ἄλλην ἰδέαν, ὅτι ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ τοῦ Σπάρταλη δὲν ἀντιπροσωπεύετε τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Ἔθνους. Περαίνων τὰς παρατηρήσεις, ἃς ἔκρινα καλὸν νὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Βουλὴν, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ σταματήσωμεν πρὸ τοιαύτης ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ὁποία δύναται νὰ μᾶς φέρῃ εἰς σπουδαιότερα ἄτοπα, ἔχομεν δὲ συμφέρον πάντες, νὰ σταματήσωμεν καὶ προλάβωμεν ταῦτα, διότι πρόκειται, ἐπαναλαμβάνω, περὶ ζητήματος σχετιζομένου μὲ τὴν ἀκεραιότητα τῶν κοινοβουλευτικῶν ἡμῶν θεσμῶν, οὓς πρέπει νὰ προασπίσωμεν. Ἂς ἀνανήψωμεν, Κύριοι, καὶ ἂς μὴ τυφλώττωμεν, τὰ πάντα θυσιάζοντες εἰς τὸν βωμὸν τοῦ φατριασμοῦ. Ἂς σταματήσωμεν ἐν τῇ κατωφερείᾳ, εἰς ἣν φερόμεθα, ἀναλογιζόμενοι τὴν εὐθύνην, ἣν ἀπέναντι τῆς συνειδήσεώς μας καὶ τῆς ἱστορίας φέρομεν. Ἂς μὴ λησμονῶμεν τὸ ὑψηλὸν ἀξίωμα, δι’ οὗ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μᾶς περιέβαλε, καὶ ἂς δειχθῶμεν ἄξιοι τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτοῦ, οὐχὶ προδίδοντες, ἀλλὰ προστατεύοντες τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, οὐχὶ παραβιάζοντες, ἀλλὰ ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ φυλάσσοντες τοὺς νόμους τῆς πατρίδος μας. Φοβηθῶμεν τὴν κατάραν αὐτῆς!

§227Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ πρὸ μικροῦ ἀνάγνωσις τοῦ βουλευτικοῦ καταλόγου, πρὸς βεβαίωσιν τῆς νομίμου ἀπαρτίας τῆς Βουλῆς, ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, ἥτις μοὶ φαίνεται, ὅτι γίνεται περὶ σπουδαιοτάτου θέματος. Ἀφ’ ἧς, κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους καιροὺς, ἡ αἴθουσα αὕτη μετετράπη ἀπὸ αἰθούσης προωρισμένης καὶ χρησιμευούσης εἰς πνευματικοὺς ἀγῶνας, εἰς αἴθουσαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ οἱ ἀγῶνες μετεβλήθησαν εἰς σωματικοὺς, ἀπὸ τοῦ χρόνου τούτου ἔπαυσα πλέον νὰ γεύωμαι ἐν τῇ οἰκίᾳ μου, γεύομαι δὲ ἐν τῷ παρακειμένῳ δωματίῳ τῆς Βουλῆς. Σήμερον δὲ, καθ’ ἣν ὥραν ἐγευόμην, εἶχον τελειώσει ἴσως τὸ γεῦμά μου, ἦλθεν εἷς τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὁ ὁποῖος τυγχάνει καὶ Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς, μετ’ ἄλλου τινός, τὸν ὁποῖον δὲν διέκρινα, καὶ ἀπετάθησαν πρὸς ἐμὲ, εἰπόντες, ὅτι, κατ’ ἐντολὴν τοῦ Προέδρου, μὲ καλοῦσι νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς· ἀπήντησα εἰς αὐτούς, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζω εἰς τὸν Πρόεδρον ἐξουσίαν τοιαύτην, οὗτοι δὲ ἀπῆλθον, καὶ ἐπανελθόντες εἰς τὴν αἴθουσαν, ἀνήγγειλαν ταῦτα εἰς τοὺς Γραμματεῖς, τοὺς ἐγγράφοντας τοὺς παρόντας ἐν τῷ καταλόγῳ κυρίους Βουλευτάς, οὗτοι δὲ μὲ ἐνέγραψαν παρόντα εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ ἐγγραφὴ αὕτη ἐμοῦ ὡς παρόντος οὐδεμίαν ἐνασκεῖ ἐπιῤῥοήν, διότι καὶ ἄνευ ἐμοῦ ὑπῆρχε βεβαιωμένη ἀπαρτία, ἀφοῦ ἐβεβαιώθη, ὅτι παρευρίσκοντο ἐν τῇ αἰθούσῃ 78 Βουλευταί. Ἑπομένως ἡ ἐγγραφὴ ἐμοῦ ὡς παρόντος ἦτο ὅλως περιττή· ὑπῆρχεν ὅμως ὁ σκοπὸς, ἂν καὶ δὲν ἦτο ἀναγκαία ἡ ἐγγραφή μου ὡς παρόντος, ὅπως ἀποτελεσθῇ ἡ νόμιμος ἀπαρτία, διὰ νὰ γένηται αὕτη, ὁ σκοπὸς δ’ ἦτο, νὰ τεθῇ χεὶρ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Κανονισμοῦ, διότι καὶ πρὸ 5 ἡμερῶν εἷς τῶν κυρίων Ἀντιπροέδρων, καθήμενος ἐπὶ τῆς ἕδρας τοῦ Προέδρου, τοιαύτην ἀνήγγειλεν ἀπειλὴν πρὸς ἡμᾶς. Ἐσταμάτησα μὲν αὐτὸν τότε, προκαλέσας αὐτὸν νὰ ἐξηγήσῃ, ἂν σκοπῇ νὰ τὴν ἐφαρμόσῃ, ἀπέσχε δ’ οὗτος νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὴν τότε, ἀπεφάσισε δὲ νὰ τὴν ἐφαρμόσῃ σήμερον. Φυσικὸν ἦτο, νὰ γένηται παρατήρησις ἐπὶ τῆς ἐγγραφῆς μου ὡς παρόντος ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν Βουλευτῶν, ἡ δὲ παρατήρησις αὕτη ἔφερε τὴν συζήτησιν. Οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἵτινες πρῶτοι ἠγόρευσαν περὶ τούτου, εἶχον τὴν ἐλπίδα, ὅτι ὁ Πρόεδρος ἤθελε συναινέσει νὰ διαγράψῃ τὸ ὄνομά μου ἀπὸ τοῦ καταλόγου τῶν παρόντων. Ἀλλ’ ὁ Πρόεδρος ἐπέμεινε, καὶ μάλιστα πρὸ μικροῦ μᾶς ἀνήγγειλεν, ὅτι ὄχι μόνον τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἀλλὰ πάντοτε, ἐνόσῳ προεδρεύει, οὕτω θέλει ἐκτελεῖ τὸν Κανονισμόν. Ἕκαστος βεβαίως ἔχει τὴν ἐξουσίαν νὰ πράττῃ ὅ,τι θέλει, ἀλλ’ ἡ ἐξουσία αὐτοῦ αὕτη περιορίζεται ἀπὸ τὸ καθῆκον, τὸ δὲ καθῆκον τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι, νὰ πράττῃ ὅ,τι θέλει, ἀλλ’ ὅ,τι ἐπιτρέπεται αὐτῷ νὰ πράξῃ. Ἡμεῖς δὲ φρονοῦμεν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ἀριθμῇ ὡς παρόντας τοὺς μὴ ὑπάρχοντας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλ’ ἐν τοῖς παρακειμένοις δωματίοις διατρίβοντας. Καὶ δὲν φρονοῦμεν τοῦτο αὐθαιρέτως. Ἠκούσατε πρὸ ἐμοῦ συναδέλφους, εὐγλώττως ἀποδείξαντας τὸ βάσιμον τοῦ συλλογισμοῦ ἡμῶν διὰ τῶν βιβλίων, τῶν ἐντύπων τῶν ἐπισήμων, προσελθόντας ἐνώπιον ἡμῶν καὶ ζητήσαντας νὰ πείσωσιν ὑμᾶς, ἀναγινώσκοντες τοὺς λόγους ἐκείνων, οἵτινες συνεζήτησαν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τούτου, τοῦ ὁποίου τοιαύτην ἐφαρμογὴν ζητεῖ ὁ Πρόεδρος νὰ ἐκτελέσῃ νῦν. Καὶ ἄν τις δύναται νὰ κρίνῃ ἀπαθῶς, δὲν θέλει βεβαίως δικαιολογήσει οὔτε τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, οὔτε τὴν πλειοψηφίαν, ἂν ἤθελεν ἐμμείνει νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ Κανονισμοῦ. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἀληθῶς νεκρὰ, οὐδέποτε δ’ ἐξετελέσθη, ἀφ’ ἧς τὸ Βουλευτήριον μετετέθη εἰς τὸ κατάστημα τοῦτο. Ἐξετελεῖτο ἀπὸ τοῦ 1865, ὅτε ὁ Κανονισμὸς ἐψηφίσθη, μέχρι τοῦ 1875, μέχρι τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ συνεδρίαζεν ἐν τῷ ἄλλῳ καταστήματι, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1875, ὅτε ἡ Βουλὴ μετετέθη εἰς τὸ παρὸν κατάστημα, μέχρι τοῦδε οὐδέποτε ἡ διάταξις αὕτη ἐφηρμόσθη. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅστις προήδρευε πρὸ τοῦ κ. Καΐρη, ὅτι ὁ Βαλαωρίτης ἢ ὁ Καλλιγᾶς ἐφήρμοσαν τὴν διάταξιν ταύτην, δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἀφοῦ δ’ ἡ διάταξις εἶναι νεκρὰ, δὲν εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, οὔτε τῆς πλειοψηφίας, νὰ δώσῃ εἰς αὐτὴν ζωήν. Ἂν δὲ ἤθελον δώσει ζωὴν εἰς αὐτὴν, ἤθελον ἀθετήσει τὸν σκοπὸν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνομοθέτησαν τὴν διάταξιν ταύτην ἤθελον δὲ ἐκθέσει εἰς προφανῆ κίνδυνον ἄλλην διάταξιν συνταγματικήν, τὴν τοῦ ἄρθρου 56, τὴν κανονίζουσαν τὴν ἱκανότητα τῆς Βουλῆς πρὸς τὸ συζητεῖν καὶ νομοθετεῖν. Δὲν ἤκουσα εὐαρέστως τῶν συναδέλφων ἐκείνων, οἵτινες ἠξίωσαν τῆς τιμῆς ἐφημερίδας τινὰς, καὶ ἐμνημόνευσαν τοῦ ὀνόματος αὐτῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Αἱ ἐφημερίδες, αἱ συνδεόμεναι διὰ σχέσεων πολιτικῶν μετὰ τοῦ Ὑπουργείου, δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ἐξύβρισαν τὴν Βουλὴν τῆς Ἑλλάδος, δὲν εἶναι πρώτη φορὰν, καθ’ ἣν ἠπείλησαν τὸ Κοινοβουλευτικὸν σύστημα, καὶ ἐζήτησαν νὰ ἐξευτελίσωσι πρὸ τῶν ὀμμάτων τοῦ λαοῦ τὸ Σύνταγμα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ζῶμεν. Τῶν ἐφημερίδων ἐκείνων οἱ Συντάκται δὲν εὐγνωμονοῦσιν εἰς τὴν νόμιμον τάξιν, ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς ὁποίας ζῶσιν ἐν Ἀθήναις καὶ κερδαίνουσι, δημοσιογραφοῦντες, χρήματα. Ἐπιδιώκουσι τὴν ἀνατροπὴν τῆς νομίμου τάξεως, καὶ δὲν συλλογίζονται, ὅτι, ἂν ἡ νόμιμος τάξις ἀνατραπῇ, αὐτοὶ πρῶτοι θέλουσι καταπατηθῇ, ὡς τὰ ἐλάχιστα ζωύφια, τὰ ἐπὶ τῶν ὁδῶν κυλιόμενα! Ἡμεῖς δὲν καταδεχόμεθα νὰ μνημονεύσωμεν τοιούτων καθαρμάτων, ἀφοῦ ἔχομεν ὑπ’ ὄψει ἡμῶν Ὑπουργοὺς ὑπευθύνους, καὶ ὅταν βλέπωμεν αὐτοὺς σιωπῶντας καθ’ ἣν ὥραν ἐφαρμόζει τὸ Προεδρεῖον διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ νεκρὰν, ἐπὶ κινδύνῳ συνταγματικῆς διατάξεως, ἐννοοῦμεν τί σκέπτονται οἱ Ὑπουργοί! Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι ζήτημα οὐ μόνον δημοσίας τάξεως, ἀλλὰ καὶ συνδεόμενον μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος. Εἶναι ζήτημα θεμελιῶδες, οἱ πρῶτοι δὲ, οἵτινες εἶχον καθῆκον ν’ ἀναβῶσι τὸ βῆμα καὶ ὑποστηρίξωσι τὴν καθεστυκυῖαν τάξιν καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, τὴν μέχρι τοῦδε γενομένην, ζητοῦντες νὰ συντηρήσωσι καὶ τὴν ἀπειλουμένην διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἔπρεπε νὰ ἦναι οἱ Ὑπουργοί. Ἀλλ’ οἱ Ὑπουργοὶ σιωπῶσι, καὶ σιωπῶσιν ἀφοῦ προεκλήθησαν δὶς ἀπὸ τὸν Βουλευτὴν Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας. Τοῦτο δὲν ἀρκεῖ, ἵνα δώσῃ ἡμῖν νὰ ἐννοήσωμεν, τί σκέπτονται οἱ Ὑπουργοί; Καὶ ὅταν ἔχωμεν Ὑπουργοὺς, περὶ τῶν σκοπῶν τῶν ὁποίων πληροφορεῖ ἡμᾶς ἡ τοιαύτη σιωπή των, πρέπει νὰ προσφεύγωμεν ἐκτὸς τοῦ Βουλευτηρίου εἰς ἀνδράρια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάξια νὰ φέρωσι τὸ ὄνομα τοῦ Ἕλληνος, διὰ νὰ ἀντλήσωμεν παρὰ τῶν ὑπ’ αὐτῶν γραφομένων πληροφορίας περὶ τῶν σκοπῶν καὶ σχεδίων καὶ τῶν σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως; Ἀλλ’ εὐτυχῶς πολιτευόμεθα ἀκόμη ὑπὸ ἐλεύθερον πολίτευμα, καὶ ἡ πολιτεία ἡμῶν συντελεῖται δημοσίᾳ καὶ ὑπὸ τὰς ὄψεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· ὁμιλοῦμεν καὶ ψηφοφοροῦμεν, ἕκαστος δὲ φέρει τὴν εὐθύνην τῶν ἰδίων αὑτοῦ συλλογισμῶν καὶ πράξεων. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν οἱ Ὑπουργοὶ καταμετρῶσι τὸ βάρος τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνουσιν. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν καταμετρῶσιν αὐτὸ, θέλει ἐλθεῖ στιγμὴ, καθ’ ἣν θέλουσιν ἐνθυμηθῆ, τί σήμερον πράττουσιν. Ἔχω δὲ δι’ ἐλπίδος, ὅτι αἱ παραβιάσεις τῆς θελήσεως τοῦ Ἔθνους, διότι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἀποτελοῦσι τὴν θέλησιν τοῦ Ἔθνους, καὶ ἂν συντελῶνται στιγμιαίως, τάχιστα ἐξαλείφονται, καὶ οἱ ἐργάται αὐτῶν τυγχάνουσι τοῦ μισθοῦ, ὁ ὁποῖος ὀφείλεται εἰς αὐτούς. Ἡμεῖς, καὶ ἐκ τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παραμένοντες, ὀφείλομεν νὰ ἀγρυπνῶμεν ὑπὲρ τοῦ πολιτεύματος. Καὶ δὲν ἔχομεν τὸ καθῆκον τοῦτο μόνον ὡς Βουλευταὶ, ἀλλὰ καὶ ὡς πολῖται, ἐνδιαφερόμενοι καὶ μεριμνῶντες ὑπὲρ τῆς πατρίδος ἡμῶν. Καταδεικνύομεν σήμερον τὴν παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἧς ἕνεκα περιέρχεται εἰς κίνδυνον ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος, ἐλπίζομεν δ’ ὅτι τὴν φωνὴν ἡμῶν θέλουσι κατανοήσει πάντες, ὅσοι θέλουσι μᾶς ἀκούσει. Ἂν δὲ δὲν ἔχωμεν κατὰ νόμον τὸ δικαίωμα νὰ διαμαρτυρηθῶμεν κατὰ τῆς ἐνδεχομένης ἀποδοχῆς τῆς τοιαύτης ἑρμηνείας ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἀπαγγέλλομεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἶναι λόγοι ἀληθοῦς διαμαρτυρίας, εἶναι λόγοι, οἵτινες ἐπὶ τοῦ παρόντος μὲν ἀπαλλάττουσιν ἡμᾶς τῆς εὐθύνης, θέλει δὲ προσεχῶς ἐπιστῆ ὁ καιρός, ὡς ἐλπίζομεν, καθ’ ὃν θέλει μᾶς δοθῆ ἡ δύναμις νὰ συντρίψωμεν καὶ τὴν ἀσεβῆ ταύτην παράβασιν τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ὡς καὶ τοὺς ἐργάτας αὐτῆς.

§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσομεν περατωμένην τὴν συζήτησιν.

§229ΡΑΛΛΗΣ. Προτείνω τὴν ἀναβολήν.

§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦ παρεμπίπτοντος αὐτοῦ ζητήματος;

§231ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα.

§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται ἡ πρότασις ὑπὸ 10 Βουλευτῶν;

§233ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μάλιστα. (Ἐγείρονται πλείονες τῶν 10).

§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ἀσημ. Χριστοπούλου καὶ Καλογεροπούλου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Χαρ. Τρικούπης ΟΣπυρ. Κουκούλεζας Ο
Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΟὌθων Μακρυγιάννης Ο
Γ. Σισμάνης ΟΤρύφων Μουτσόπουλος Ο
Δ. Βουλπιώτης ΟΘάνος Κανακάρης
Ἀθ. Ἴσκος Ἀθ. Πετιμεζᾶς
Ν. Καλαντζόπουλος ΟΝεοκλ. Πετιμεζᾶς
Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Α. Παπαγιαννακόπουλος Ν
Μ. Γουλιμῆς ΟΑ. Φωτήλας Ο
Μ. Ἰατρίδης ΟἈνδρ. Αὐγερινὸς
Δ. Χατζόπουλος ΝἈντ. Ῥικάκης
Γεώργιος Μίλησης ΟἈχ. Γεροκωστόπουλος Ν
Σπυρίδων Νοταρᾶς Ἰω. Κρεστενίτης
Γεώργιος Κούστας Ν. Κουμανιώτης
Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΟΧρ. Στεφανόπουλος Ο
Σωτήριος Δανόπουλος Ἀλέξ. Ζαΐμης
Ἀναστ. Δημητριάδης Νικόλ. Καλογερόπουλος Ο
Μιχαὴλ Νικηφοράκης ΟἈλέξ. Κοντόσταυλος Ο
Δημήτριος Πετρίδης ΝΝ. Παπανικολάου
Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΝΝικόλ. Καφετζόγλους Ο
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝἸωάννης Πεζᾶς Ο
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Κωνστ. Σινέλης Ο
Χρῆστος Χριστόπουλος Βασίλειος Βουδούρης Ο
Φίλιππος Βάρβογλης ΝΚ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ο
Ἠλίας Φλέσσας Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ο
Κων. Κωνσταντόπουλος Ἀναστ. Ε. Λούντζης Ο
Ἀρ. Σακελλαρόπουλος Διον. Λομβάρδος Ο
Παναγιώτης Μανέτας ΟΓεώργιος Θεοτόκης Ο
Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος ΝΚωνστ. Βασιλάκης
Ἠλίας Παλαμήδης ΟἈντ. Καποδίστριας
Κωνστ. Κατσικόπουλος Νικόλαος Βασιλάκης
Δ. Ζέγγελης Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς
Δημ. Ν. Βότσαρης Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς
Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΝΣπυρ. Ἀλαμάνος
Γεώργιος Χ. Παχὺς ΟΘεόφιλος Προβατᾶς
Στέφανος Δραγούμης ΟἸωάννης Παδοβᾶς Ο
Δημήτρ. Γ. Ῥάλλης ΝΕὐάγγ. Μπασιᾶς
Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας ΟἈγαμέμνων Μεταξᾶς Ο
Φωκίων Νέγρης ΟἈνδρ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΟ
Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς Νικόλ. Βαλσαμάκης
Νικόλ. Μπουφίδης ΟΓεράσιμος Μουσούρης
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟΠαναγ. Βενιεράτος Ο
Δημ. Καλλιφρονᾶς Γ. Τυπάλδος Κοζάκης
Νικόλ. Δ. Λεβίδης Γεώργιος Κόρπας
Στέφανος Σκουλούδης ΟΚων. Κουμουνδοῦρος
Ἀλοΐσιος Τόμαν Περ. Πεῤῥωτὴς
Χαρίλ. Προβελέγγιος ΟΔημ. Τζάνες Ο
Νικόλαος Νομικὸς Περ. Μποῦτος
Μίνως Μπογιατζόγλους ΟΠαν. Σάκκης
Γεώργιος Μπούμπουρας ΟΝικ. Παπαλέξης Ο
Λωρέντζος Δελαρόκας ΟΝικ. Μισυρλῆς Ν
Δημοσθένης Καΐρης ΟΝ. Καράπαυλος Ο
Γεώργιος Δρόσος ΟἈσημ. Χριστόπουλος Ν
Νικόλαος Κρίσπης ΟΕὐστάθ. Κοκκέβης Ο
Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς Δημ. Κάρτσωνας
Κωνστ. Κοσσονάκος ΟΔημ. Π. Γουδῆς Ο
Γεώρ. Μαυρομιχάλης Σ. Χατζηγάκης
Ἀριστ. Πετροπουλάκης Κ. Ζωγλοπίτης Ο
Γιανν. Μαυρομιχάλης ΟἈθ. Καζαμπάκας Ο
Νικήτας Βαρβιτσιώτης ΟΓ. Φραγκίδης Ο
Λεων. Καπετανάκος Α. Τακιατζῆς Ο
Ξανθὸς Πικουλάκης ΟΓ. Τάκης
Γεώρ. Πετροπουλάκης Ν. Ταρμπάζης
Κων. Παπαμιχαλόπουλος Ζ. Φαλιάγκας
Ἰωάν. Καρτάλης Σταμ. Μπουντούρης Ο
Ἀργ. Κανταρτζῆς ΟΘεόδωρος Γκίκας Ο
Εὐάγ. Σταμούλης ΟἈνάργ. Σιμόπουλος Ο
Ν. Κοκωσλῆς Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
Ἰω. Παπαδόπουλος ΟὈδυσσεὺς Πετρόπουλος Ο
Κωνστ. Μαρκίδης ΟΝικόλ. Κοντογιάννης
Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος ΟἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ο
Δημ. Κουτσουμπλῆς ΟΓεώργ. Λιδωρίκης Ο
Εὐθ. Μπατζιᾶς ΟΚωνστ. Χατζῖσκος Ο
Ἀναστ. Ζαρμάνης ΟΔημ. Ζουλούμης Ο
Α. Λογιωτάτου Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος
Σωτ. Σωτηρόπουλος Θεμιστοκλῆς Κανάρης Ν

§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς ἀπεῤῥίφθη διὰ ψήφων 76 κατὰ 13, ψηφοφορησάντων ἐν ὅλῳ 89.

§236ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πόρισμα τῆς γενομένης συζητήσεως, καὶ κατὰ τὴν ὀρθὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 17, ἡ ὁποία ἀκριβῶς ἀνεπτύχθη ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων καὶ δι’ ἀκαταμαχήτων ἐπιχειρημάτων, πόρισμα λέγω τῆς συζητήσεως ταύτης εἶναι, ὅτι τὸ ὄνομα τοῦ κ. Δηλιγιάννη, τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ ἐκ τῶν παρόντων.

§237ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Πῶς εἶναι πόρισμα;

§238ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Βεβαίως, ἀφοῦ ἡρμηνεύθη τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Κανονισμοῦ, ὅτι οἱ ἐν τοῖς δωματίοις Βουλευταὶ δὲν εἶναι παρόντες. Ἐγὼ λέγω τὴν γνώμην μου, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ὅτι πρέπει τὸ ὄνομα τοῦ κ. Δηλιγιάννη ν’ ἀπαλειφθῇ ἐκ τῶν παρόντων. Τοῦτο βεβαίως παραδεχομένη ἡ Βουλή, νομίζω, ὅτι δίδει τὴν ἀληθῆ καὶ ὀρθὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Κανονισμοῦ.

§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πόρισμα τῆς συζητήσεως εἶναι, ἐὰν τὸ Προεδρεῖον ἐφήρμοσε τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἐφήρμοσε τὸ Προεδρεῖον, ἦναι ἐν χρήσει, ἢ οὔ.

§240ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ τὴν ἀντιλαμβάνεσθε σεῖς ἄλλως, ἀφ’ ὅτι ἡμεῖς· ὀφείλετε λοιπὸν νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας αὐτοῦ, καὶ προτείνω νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν, ποίαν γνώμην παραδέχεται.

§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν τὴν Βουλήν, ἐὰν τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Κανονισμοῦ ἦναι ἐν ἰσχύϊ, ἢ οὔ.

§242ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν ἰδικήν σας πρότασιν, θὰ θέσητε τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν οἱοσδήποτε Βουλευτὴς θέλει ὑποβάλει· ὁ κ. Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος πρὸ ὀλίγου ὡμίλει, δύναται νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν, ὁ ἄλλος Βουλευτὴς δύναται νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν, ἡ πρότασις αὕτη θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία θὰ τὴν παραδεχθῇ, ἢ θὰ τὴν ἀποῤῥίψῃ· οἱ καταψηφίσοντες δὲ αὐτῆς θέλουσι τὴν καταψηφίσει διὰ διαφόρους λόγους, εἴτε διότι θεωροῦσιν, ὅτι ὄχι ἐν δέοντι ὑποβάλλεται, εἴτε διότι θεωροῦσιν, ὅτι κατ’ οὐσίαν κακῶς ὑποβάλλεται.

§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατυπώσατε τὴν πρότασίν σας, κύριε Μισυρλῆ.

§244ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Προτείνω, ἵνα τὸ ὄνομα τοῦ κ. Δηλιγιάννη ἀπαλειφθῇ ἐκ τοῦ καταλόγου τῶν παρόντων. Περὶ τούτου θὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν, διότι κακῶς ἐθεωρήθη ὡς παρὼν, εὑρισκόμενος ἐν τῷ δωματίῳ.

§245ΡΑΛΛΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπαναλάβω πράγματα, τὰ ὁποῖα τόσῳ διεξοδικῶς ἀνεπτύχθησαν, διότι νομίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, ἐκ τοῦ ὅτι θέλει συγκεκριμένως ἐπ’ αὐτῆς τῆς περιπτώσεως τεθῇ τὸ ζήτημα, ὅτι οὕτω θέλει ἀποφύγει τοῦ νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι καὶ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, καὶ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς θέλετε νὰ ὑποδείξητε εἰς τὴν Βουλὴν, ταὐτίζονται· τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ᾖναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ θέλω ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τοῦ ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε ψηφίσει εἴτε τὴν μίαν, εἴτε τὴν ἄλλην τῶν προταθεισῶν προτάσεων, θέλομεν ἔχει καθαρῶς τὴν κατάφωρον παράβασιν τοῦ ἄρθρου 17, θέλομεν δεχθῆ, ὅτι δύνανται νὰ θεωρῶνται μεταξὺ τῶν παρόντων, εἴτε εἰς τὴν συζήτησιν, εἴτε εἰς τὴν ψηφοφορίαν, Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι παρόντες, περὶ τῆς παρουσίας τῶν ὁποίων δὲν δύναται ὁ διευθύνων τὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, ὁ κατὰ καιροὺς Πρόεδρος, νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι εἶναι πράγματι παρόντες· διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν ἐκείνας τὰς συζητήσεις περὶ τῆς διευθύνσεως τῶν συνεδριάσεων. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποφαίνεται πάντοτε κατὰ τὸν Κανονισμὸν περὶ τοῦ ἂν ὑπάρχῃ, ἢ δὲν ὑπάρχῃ ἀπαρτία, περὶ τοῦ ἂν ὑπάρχῃ πλειοψηφία ἐπὶ ὡρισμένου ζητήματος, ἢ ὄχι· καὶ θέλω νὰ μάθω, ἐὰν πρόκηται εἰς τὸ ἑξῆς νὰ ἀποφαίνησθε περὶ τῆς ἀπαρτίας, ἢ περὶ τῆς πλειοψηφίας, διὰ τῶν διόπτρων οἱουδήποτε κλητῆρος. Δὲν γνωρίζω διατί ἐξελέγη ὁ Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἤθελε βεβαιώσει, ἐὰν ὁ ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς εὑρίσκεται ἐν τῷ δωματίῳ· θαυμάζω, ὅτι ὁ Βουλευτὴς Λακωνίας ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἢ ἁπλῶς Βουλευτὴς, κατεδέχθη νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνέθηκε τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Κανονισμοῦ εἰς τοὺς κλητῆρας, διότι ἀκριβῶς περὶ τοιούτων καθηκόντων ἐπρόκειτο. Ἀλλ’ ὅτε τὰ καθήκοντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παραδόξως ἀνέλαβε νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ Βουλευτὴς Λακωνίας, ἀνέθηκεν εἰς τοὺς κλητῆρας ὁ Κανονισμὸς, τὰ ἀνέθηκε διότι δὲν ἐπρόκειτο ἢ νὰ ἐκτελῶσι τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει ἡ διαταγὴ τοῦ Προέδρου, διότι ὁ Πρόεδρος, ἕνεκα τοῦ τόπου, τὸν ὁποῖον προέβαλεν ὁ Κανονισμὸς ἐκεῖ, ὁ Πρόεδρος ἠδύνατο νὰ ἀντιληφθῇ, ἐὰν ὁ δεῖνα ἢ δεῖνα Βουλευτὴς ἦτο ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, καὶ ἠδύνατο νὰ διατάξῃ ἐντεῦθεν τὸν κλητῆρα νὰ προσκαλέσῃ αὐτὸν νὰ εἰσέλθῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ. Τὸ συμπέρασμα εἶναι, ὅτι, οἱαδήποτε ἐκ τῶν δύο προτάσεων ψηφισθῇ, θὰ ἀποτελέσῃ, ὡς ἡ ἐγγραφὴ τοῦ Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας ἐν τῷ καταλόγῳ ὡς παρόντος, παράβασιν τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος· καὶ βεβαίως, κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ψηφίσει ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἑτέρας προτάσεως, δὲν δύνανται νὰ ἀναγραφῶσιν ὡς στηλῖται, ἀλλ’ εἶναι τοῦτο τὸ πρῶτον βῆμα πρὸς τὸν στηλιτισμόν· ἐὰν δ’ ἐπρόκειτο νὰ χρησιμεύσῃ αὐτὸ τὸ πρῶτον βῆμα εἰς δεύτερον ἢ εἰς ἕτερον, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ τυχὸν μὴ ἀπαρτία ἤθελε συμπληρωθῆ διὰ τῶν μὴ παρόντων Βουλευτῶν, δὲν θὰ ἐχρησίμευεν εἰς οὐδὲν τὸ πρῶτον βῆμα. Ἐὰν ἐπιμένουν εἰς αὐτὸ τὸ βῆμα, ἐπιμένουν διότι εἶναι πρόθυμοι νὰ προβῶσι καὶ εἰς τὸ δεύτερον, διότι αὔριον σκέπτονται ὅτι δύνανται νὰ ἔλθωσι καὶ εἰς μίαν ἀπαρτίαν· ἂς μὴ κρύπτεται ὄπισθεν τοῦ δακτύλου του ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἂς ἐκφέρῃ καθαρὰ τὴν γνώμην του, ἂς εἴπῃ ὅτι ἐννοεῖ νὰ παραβῇ τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν, μεταξὺ τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Κανονισμοῦ,—ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ ἑρμηνευθῇ, ὅπως θέλουσι νὰ τὸ ἑρμηνεύσωσι καὶ ὅπως ἐτολμήσατε σεῖς ὁ ἴδιος, κύριε Πρόεδρε, νὰ τὸ ἑρμηνεύσητε,—ἐννοοῦν νὰ ἐκλέξωσι τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἂς τὸ εἴπωσι καθαρά· ἀλλ’ εἴτε τὸ εἴπωσιν, εἴτε δὲν τὸ εἴπωσιν, ἂς μὴ ἔχῃ κἀνεὶς ἀμφιβολίαν, ὅτι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν τὸ πρῶτον βῆμα ἤθελε τοὺς ὁδηγήσει εἰς δεύτερον, ἤθελον δὲ ἐν τῇ ἀπαρτίᾳ καταλογίσει ὡς παρόντας Βουλευτὰς τοὺς ἀντιπολιτευομένους τοὺς μὴ παρόντας ἐν τῇ αἰθούσῃ, καὶ ἤθελον ἐντεῦθεν καταρτίσει ἀπαρτίαν, βεβαίως ἤθελον εἰσέλθει ἐν τῷ στηλιτισμῷ. Περὶ αὐτοῦ πρέπει νὰ ἐννοήσῃ ἡ Βουλή, ὅτι πρόκειται. Πρόκειται, νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα, νὰ παραβιασθῇ τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος, πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ ἐκλογή, ψηφοφορουμένης εἴτε τῆς μιᾶς εἴτε τῆς ἑτέρας προτάσεως, μεταξὺ τῶν δύο ἄρθρων, τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος, καὶ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ θεωρηθῇ δὲ ἡ διάταξις ἐκείνη, ἡ ὁποία εἶναι νεκρὰ ἐπὶ 25ετίαν ὅλην, νὰ θεωρηθῇ ὡς κατισχύουσα τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος. Θέσατε οἱανδήποτε πρότασιν εἰς ψηφοφορίαν τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό.

§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας εἶναι αὕτη, ὅτι κακῶς ἐνεγράφη τὸ ὄνομα τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας κ. Δηλιγιάννη, ὄντος ἐν τῷ παρακειμένῳ δωματίῳ τῆς Βουλῆς, εἰς τὸν κατάλογον τῆς ἀπαρτίας, καὶ προτείνει νὰ διαγραφῇ.

§247ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ, βεβαίως ψηφοφορία δὲν χωρεῖ· ἐπειδὴ ὅμως ὑμεῖς ἀμφισβητεῖτε τοῦτο, ἐγὼ ἀποτείνομαι πρὸς ὑμᾶς, ὡς ἐκτελεστὴν τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, σεῖς δὲ θὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν.

§248Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μοὶ φαίνεται, ὅτι τὰ ζητήματα εἰσὶ καθαρά. Ὑπάρχουσί τινες, οἵτινες θέλουσι ν’ ἀποφύγωσι τὴν ἀνάγκην ν’ ἀποφανθῶσι ῥητῶς καὶ νὰ δηλώσωσι τὴν γνώμην των, ζητοῦσι δὲ νὰ καλυφθῶσι, λέγοντες, ὅτι ἡ ψηφοφορία ἀφορᾷ εἰς τὴν διατήρησιν τῆς ἐγγραφῆς τοῦ ὀνόματός μου ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν παρόντων. Ταῦτα εἰσὶ σοφίσματα τοῦ ζητήματος, ἂν ἰσχύῃ ἢ δὲν ἰσχύῃ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐὰν ἰσχύῃ ἡ διάταξις αὕτη, καλῶς ἐνεγράφην ἐν τῷ καταλόγῳ ὡς παρών, ἐὰν ὅμως δὲν ἐνεγράφην καλῶς ὡς παρών, τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Κανονισμοῦ δὲν ἰσχύει. Καὶ δὲν ἰσχύει, ὡς ἡμεῖς φρονοῦμεν, διότι ἡ διάταξις εἶναι νεκρὰ, καὶ διότι, ἐὰν ἤθελεν ἰσχύει, ἤθελεν ἀναιρεῖ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος. Λοιπὸν τὸ ζήτημα, τιθέμενον, εἴτε ὅπως τὸ προέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, εἴτε ὅπως ἀντιτάττουσιν, εἶναι ἀδιάφορον. Τὸ ζήτημα, τιθέμενον, θέλει ψηφοφορηθῆ, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἀποφανθῆ, ὅτι, καίπερ εὑρισκόμενος ἐν τῷ παρακειμένῳ δωματίῳ, καλῶς ἐνεγράφην ὡς παρὼν ἐν τῇ αἰθούσῃ, αὐτοὶ ἀποφαίνονται, ὅτι ἰσχύει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ ὅτι ἔχει δικαίωμα τὸ Προεδρεῖον νὰ ἐγγράφῃ ὡς παρόντας τοὺς ἐν τοῖς δωματίοις εὑρισκομένους, ἀναλαμβάνουσι δὲ τὴν εὐθύνην τῆς γνώμης των ταύτης.

§249Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν διασάφησιν, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Ἐὰν εὑρίσκωμαι εἰς τὸν διάδρομον, θὰ μὲ θεωρήσητε ὡς παρόντα;

§250ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Βεβαίως.

§251Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς ὅμως δὲν λέγει διὰ τὸν διάδρομον.

§252ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐρωτῶσι, τίς κατήργησε τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ. Τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ ἔθεσεν εἰς ἀχρηστίαν ἡ μεταβολὴ τοῦ καταστήματος τῆς αἰθούσης τῆς Βουλῆς.... (διακοπαί).

§253Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως τὸ κατάστημα, καὶ διὰ τοῦτο οὐδέποτε ἐφηρμόσθη ἡ διάταξις αὕτη.

§254ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅτε ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ οὐδὲν περιεῖχε τὸ ἀντιτιθέμενον εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, διότι τὰ παρακείμενα δωμάτια τότε ἀπετέλουν μέρος τῆς αἰθούσης τῶν συνεδριάσεων, ἡ δὲ ἐξέλεγξις τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀπαιτουμένου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν πρὸς σχηματισμὸν ἀπαρτίας ἠδύνατο νὰ γίνῃ καὶ παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Μετὰ τὴν ἀλλαγὴν ὅμως τοῦ καταστήματος τῆς Βουλῆς ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἄρθρου τούτου ἀντίκειται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, διότι περιέχει τὴν παράλογον ἰδέαν, τοῦ νὰ ἀναθέτωμεν τὴν βεβαίωσιν τῆς παρουσίας τῶν Βουλευτῶν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ καὶ τῆς ἀπαρτίας εἰς τοὺς κλητῆρας τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ὁ συντάξας τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Κανονισμοῦ ἔδιδεν εἰς αὐτὸ ἔννοιαν τοσοῦτον παράλογον καὶ γελοίαν. Ἐξ ὅσων ἀνεπτύχθησαν σήμερον προκύπτει, ὅτι ἡ κατὰ γράμμα ἐφαρμογὴ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Κανονισμοῦ, ὅπερ ἔπεσεν εἰς ἀχρηστίαν μετὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σημερινοῦ Βουλευτηρίου, εἶναι κατάργησις σχεδὸν τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, τῆς ἀπαιτούσης τὴν παρουσίαν τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν ἐν πάσῃ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς. Οὐδεὶς δύναται νὰ παραδεχθῇ, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀναθέσωμεν τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἀπαρτίας εἰς τοὺς κλητῆρας τῆς Βουλῆς, ἀπόδειξις δὲ εἶναι καὶ ἐκεῖνο, ὅπερ ὑμεῖς ἐπράξατε πρὸ ὀλίγου, ἀναθέσαντες, ἐναντίον τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 17, τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἐν τοῖς δωματίοις παρουσίας Βουλευτῶν οὐχὶ εἰς τοὺς κλητῆρας τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ εἰς τὸν Ἀντιπρόεδρον αὐτῆς, συνοδευόμενον καὶ ὑπὸ ἑτέρου Βουλευτοῦ. Ὁ Βουλευτής, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἐξέλεγξιν ταύτην, ἡ μαρτυρία δὲ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας, τοῦ ἐρευνήσαντος τὰ δωμάτια, δὲν ἔχει κῦρος, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, ὅστις ἀναθέτει εἰς τοὺς κλητῆρας τὴν τοιαύτην ἔρευναν. Ἐπὶ τῆς μαρτυρίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας δὲν δύνασθε νὰ στηριχθῆτε, ὅπως ἐγγράψητε τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας ὡς παρόντα. Ἡ μόνη μαρτυρία, ἐφ’ ἧς δύνασθε νὰ στηριχθῆτε, εἶναι ἡ τῶν κλητήρων. Φαντασθῆτε, εἰς ποῖον παραλογισμὸν θέλετε φθάσει, ἐφαρμόζοντες διάταξιν, ἥτις σᾶς ἀπαγορεύει νὰ δώσητε πίστιν εἰς τὴν μαρτυρίαν Βουλευτῶν, καὶ σᾶς ἐπιβάλλει νὰ δώσητε τοιαύτην εἰς μόνην τὴν μαρτυρίαν τῶν κλητήρων τῆς Βουλῆς! Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσῃ τοιοῦτόν τι ἡ Βουλή, λογικῶς σκεπτομένη.

§255ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Θέσατε εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν, κύριε Πρόεδρε.

§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας εἶναι αὕτη (ἀναγινώσκει): «Προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως τὸ ὄνομα τοῦ κ. Θ. Π. Δηλιγιάννη, βουλευτοῦ Ἀρκαδίας, εὑρισκομένου ἐν τῷ δωματίῳ κατὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ καταλόγου, ἀπαλειφθῇ ἐκ τῶν παρόντων, ὡς κακῶς σημειωθέντος μεταξὺ τῶν τοιούτων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσιν Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κκ. Σάκκη καὶ Καλογεροπούλου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Χαρ. Τρικούπης ΟἈντ. Ῥικάκης
Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΟἈχ. Γεροκωστόπουλος Ν
Γ. Σισμάνης Ἰω. Κρεστενίτης
Δ. Βουλπιώτης ΟΝ. Κουμανιώτης
Ἀθ. Ἴσκος Χρ. Στεφανόπουλος Ο
Ν. Καλαντζόπουλος ΟἈλέξ. Ζαΐμης
Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Νικόλ. Καλογερόπουλος Ο
Μ. Γουλιμῆς ΟἈλέξ. Κοντόσταυλος Ο
Μ. Ἰατρίδης ΟΝ. Παπανικολάου
Δ. Χατζόπουλος ΝΝικόλ. Καφετζόγλους Ο
Γεώργιος Μίλησης ΟἸωάννης Πεζᾶς Ο
Σπυρίδων Νοταρᾶς Κωνστ. Σινέλης Ο
Γεώργιος Κούστας Βασίλειος Βουδούρης Ο
Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΟΚ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ο
Σωτήριος Δανόπουλος Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ο
Ἀναστ. Δημητριάδης Ἀναστ. Ε. Λούντζης Ο
Μιχαὴλ Νικηφοράκης ΟΔιον. Λομβάρδος Ο
Δημήτριος Πετρίδης ΝΓεώργιος Θεοτόκης Ο
Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΝΚωνστ. Βασιλάκης
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝἈντ. Καποδίστριας
Θεοδ. Β. Δηλιγιάννης Νικόλαος Βασιλάκης
Χρῖστος Χριστόπουλος ΝΕὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς
Φίλιππος Βάρβογλης ΝΠολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς
Ἠλίας Φλέσσας Σπυρ. Ἀλαμάνος
Κων. Κωνσταντόπουλος Θεόφιλος Προβατᾶς
Ἀρ. Σακελλαρόπουλος Ἰωάννης Παδοβᾶς Ο
Παναγ. Μανέτας ΟΕὐάγγ. Μπασιᾶς
Ἰωάνν. Ἀντωνόπουλος ΝἈγαμέμνων Μεταξᾶς Ο
Ἠλίας Παλαμήδης ΟἈνδρ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΟ
Κωνστ. Κατσικόπουλος Νικόλ. Βαλσαμάκης
Δ. Ζέγγελης Γεράσιμος Μουσούρης
Δημ. Ν. Βότσαρης Παναγ. Βενιεράτος Ο
Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΝΓ. Τυπάλδος Κοζάκης
Γεώρ. Χ. Παχὺς ΟΓεώργιος Κόρπας
Στέφανος Δραγούμης ΟΣτέφανος Σκουλούδης Ο
Δημ. Γ. Ῥάλλης ΝἈλοΐσιος Τόμαν
Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας ΟΧαρίλ. Προβελέγγιος Ο
Φωκίων Νέγρης ΟΝικόλαος Νομικὸς
Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς Μίνως Μπογιατζόγλους Ο
Νικόλ. Μπουφίδης ΟΓεώργιος Μπούμπουρας Ο
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟΛωρέντζος Δελαρόκας Ο
Δημ. Καλλιφρονᾶς Δημοσθένης Καΐρης Ο
Νικόλ. Δ. Λεβίδης ΝΓεώργιος Δρόσος Ο
Σπυρ. Κουκούλεζας ΟΝικόλαος Κρίσπης
Ὄθων Μακρυγιάννης ΟΕὐστάθιος Κεχαγιᾶς
Τρύφων Μουτσόπουλος ΟΚωνστ. Κοσσονάκος Ο
Θάνος Κανακάρης Γεώργ. Μαυρομιχάλης
Ἀθ. Πετιμεζᾶς Ἀριστ. Πετροπουλάκης
Νεοκλ. Πετιμεζᾶς Γιανν. Μαυρομιχάλης Ο
Α. ΠαπαγιαννακόπουλοςΝΝικήτας Βαρβιτσιώτης Ο
Α. Φωτήλας ΟΛεων. Καπετανάκος
Ἀνδρ. Αὐγερινός Ξανθὸς Πικουλάκης Ο
Γ. Πετροπουλάκης Εὐστάθ. Κοκκέβης Ο
Κ. Παπαμιχαλόπουλος ΝΔημ. Κάρτσωνας
Ἰωάν. Καρτάλης Δημ. Π. Γουδῆς Ο
Ἀργ. Κανταρτζῆς ΟΣ. Χατζηγάκης
Εὐάγ. Σταμούλης ΟΚ. Ζωγλοπίτης Ο
Ν. Κοκωσλῆς Ἀθ. Καζαμπάκας Ο
Ἰωάνν. Παπαδόπουλος ΟΓ. Φραγκίδης Ο
Κ. Μαρκίδης ΟΑ. Τακιατζῆς Ο
Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος ΟΓ. Τάκης
Δ. Κουτσουμπλῆς ΟΝ. Ταρμπάζης
Εὐθ. Μπατζιᾶς ΟΖ. Φαλιάγκας
Ἀναστ. Ζαρμάνης ΟΣταμάτ. Μπουντούρης Ο
Ἀχιλ. Λογιωτάτου Θεόδωρος Γκίκας Ο
Σωτ. Σωτηρόπουλος Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ο
Κ. Κουμουνδοῦρος Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
Περικλῆς Πεῤῥωτὴς Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος Ο
Δ. Τζάνες ΟΝικόλ. Κοντογιάννης
Περικλῆς Μποῦτος Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς Ο
Παναγ. Σάκκης ΝΓεώργιος Λιδωρίκης Ο
Ν. Παπαλέξης ΟΚωνστ. Χατζῖσκος Ο
Νικ. Μισυρλῆς ΝΔημ. Ζουλούμης Ο
Ν. Καράπαυλος ΟΚων. Ἀναγνωστόπουλος Ν
Ἀσημ. Χριστόπουλος Θεμ. Κανάρης Ν

§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 92 Βουλευταί. Ἐκ τούτων 17 εἶπον Ναί, καὶ 75 εἶπον Ὄχι. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συζήτησις.

§258ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Αὔριον.

§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥάλλης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου.

§260ΡΑΛΛΗΣ. Ὅτε κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς προκειμένης πιστώσεως ἔλαβον τὸν λόγον μεταξὺ τῶν πρώτων ἀγορευσάντων, εἶπον, ὅτι χάριν τῆς ἀπαιτήσεως τοῦ κ. Σπάρταλη ἐξηυτελίσθη τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἐξηυτελίσθη ἡ Κυβέρνησις, ἐξηυτελίσθη τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ἐπιδιώκεται δὲ, χάριν τῆς αὐτῆς πιστώσεως, καὶ ὁ ἐξευτελισμὸς τῆς Βουλῆς. Ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ μου προῤῥήσει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Φθιώτιδος μὲ ἤλεγξεν· εἶσθε ὅμως εἰς θέσιν, καὶ μάλιστα κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, νὰ κρίνητε, ἐὰν ἡ πρόῤῥησις ἐκείνη δὲν ἦτο ἀληθὴς προφητεία· ἡ ἱστορία δὲ τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς ἀπὸ ἑνὸς ὅλου μηνὸς ἀποδεικνύει τοῦτο. Βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ θεωρήσῃ, ὅτι σπουδαίως ἐργάζεται ἡ Βουλὴ, ἢ ὅτι σπουδαίως εἰργάσθη ἡ Βουλή. Κατὰ τὰς παννυχίδας ἐκείνας, ὡς καὶ κατὰ τὴν ἀποψινὴν, τὴν 5½ ὥραν τῆς πρωΐας κατωρθώσαμεν νὰ φθάσωμεν συζητοῦντες ἐπὶ τῆς προκειμένης πιστώσεως, κατόπιν διαδραματισθεισῶν σκηνῶν, αἱ ὁποῖαι βεβαίως ἦσαν ἀνάξιαι τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ τῶν ὁποίων τὴν εὐθύνην βεβαίως δὲν φέρει ἡ ἀριστερά. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του, τὴν διεύθυνσιν τῆς πλειοψηφίας, ἐντεῦθεν δὲ καὶ τὴν διεύθυνσιν τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου, ἠδύνατο ν’ ἀπαλλάξῃ ἡμᾶς πασῶν τῶν ἀτυχῶν ἐκείνων σκηνῶν, ὧν ἐγενόμεθα καὶ μάρτυρες καὶ θύματα. Καὶ τοῦτο ἦτο εὐκολώτατον, καὶ ἐκ μέρους τῆς μειοψηφίας ὑπεδείχθη αὐτῷ ὁ τρόπος, ὅπως, ἀφοῦ συνέτριψε τὰ πάντα, ἀφοῦ ἐξηυτέλισε τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου, ἀφοῦ ἐξηυτέλισε καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ πᾶσαν Ἀρχὴν, σώσῃ τουλάχιστον τὴν ὑπόληψιν τῆς Βουλῆς. Τὸν παρεκαλέσαμεν ὅπως προτάξῃ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, προτάσσων αὐτὸν τῆς ἐπαράτου πιστώσεως. Πράττων τοῦτο, βεβαίως ἤθελεν ἀπαλλάξει καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν τόπον πασῶν ἐκείνων τῶν κατακρίσεων, ὧν ἠκροάσθημεν ἐπὶ ὁλόκληρον μῆνα. Ἀλλὰ εἶχε συμφέρον βεβαίως ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξευτελίσῃ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, διότι τὸ ὅλον σύστημα αὐτῆς δὲν ἀποβλέπει ἢ εἰς τὴν εἰκονικὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος· ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἀναστηλώσεώς της, κατὰ Μάϊον τοῦ 1886, τὸ ὅλον πολίτευμα ἀπεδείχθη ἐντελῶς εἰκονικὸν, εἶχε δὲ συμφέρον, ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν εἰκονικὴν λειτουργίαν αὐτοῦ διὰ τοῦ ἐξευτελισμοῦ καὶ τοῦ Κοινοβουλίου. Ἔπραξε δὲ πᾶν τὸ ἐφικτὸν, ὅπως κατορθώσῃ τοῦτο· ἐνταῦθα μὲν αὐτὸς καὶ οἱ φίλοι του προὐκάλουν τὰς ἀγρίας σκηνὰς, ἐν δὲ τῇ δημοσιογραφίᾳ οἱ φίλοι παρίστων ὡς ὑπαιτίους τῶν ἀγρίων σκηνῶν αὐτοὺς τοὺς Βουλευτὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἵτινες οὐδὲν ἕτερον ἔπραττον μετὰ πάσης μετριοπαθείας, ἢ νὰ ἐνασκῶσι τὸ δικαίωμα τὸ συνταγματικὸν καὶ τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν εἶχον. Δὲν παρεστάθη τάχα ὁ μετριοπαθέστατος μεταξὺ πάντων ἡμῶν, ὡς φέρων διαρκῶς ἐν θυλακίῳ πολύκροτον Γκαλὰν καὶ μαχαίρας λῃστοῦ καὶ βλαχόσκαλτσαις καὶ τσαρούχια; Ταῦτα ἐγράφησαν χθὲς ἀκόμη ἐν ὑπουργικῷ φύλλῳ κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Μεσσηνίας, τοῦ κ. Σωτηροπούλου, τοῦ ἀληθῶς ἐντελῶς ἀκάκου μεταξὺ ἡμῶν, τοῦ ἐντελῶς μετριοπαθοῦς· παρεστάθη δὲ ὁ Βουλευτὴς Μεσσηνίας ὡς ἱστάμενος πρὸ τοῦ βήματος καὶ διὰ τοῦ πολυκρότου του ἀπειλῶν τὸν ἀγορεύοντα, ὡς εἰ οἱ ἀγορεύοντες εἶσθε ὑμεῖς, ἡμεῖς δὲ οἱ σιωπῶντες καὶ ἀποτρέποντες ὑμᾶς ἀπὸ τοῦ ἀγορεύειν. Ταῦτα βεβαίως γράφονται εἰς φύλλα, φίλα φρονοῦντα τῇ Κυβερνήσει, κατ’ ἔμπνευσιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι πᾶσαι αἱ προῤῥήσεις τῶν φύλλων ἐκείνων πραγματοποιοῦνται ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλην. Ὑπέμνησαν τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, διὰ τῆς ὁποίας ἤθελον ἀπαγορεύσει, ἔστω καὶ ἁπλῆν παρατήρησιν, εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τοῦ θέματος εἶχε λάβει ἤδη τὸν λόγον, καὶ ἡ ὑπόμνησις ἐκείνη ἐπραγματοποιήθη δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς σήμερον. Ὑπέμνησαν τὴν μικρὰν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ ἄρθρου 17, καὶ αὕτη ἐκυρώθη δι’ ἀποφάσεως τῆς πλειοψηφίας. Αὐτὸ καὶ μόνον ἀποδεικνύει, ὅτι πάντα, ὅσα γράφονται εἰς τὰς ἐφημερίδας ἐκείνας, αἵτινες φίλα φρονοῦσι τῇ Κυβερνήσει, γράφονται κατ’ ἔμπνευσιν αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο καταλογίζω εἰς βάρος αὐτῆς πάντα, ὅσα ἐγράφησαν καθ’ ὁλοκλήρου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ καθ’ ἑνὸς ἑκάστου ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς. Παρεστήθημεν ἡμεῖς ὡς ἀληθῆ θηρία, ὡς δολοφόνοι, εὕρομεν δέ τινα χάριν παρ’ αὐτοῖς καὶ παρὰ τοῖς φίλοις τῆς Κυβερνήσεως ἐν γένει, διότι δὲν εἶχον πρόχειρα τὰ μέσα ν’ ἀποδείξουν καὶ ἡμᾶς συνεννοουμένους μετὰ καταδίκων, ἢ ἀπατῶντας τοὐλάχιστον τοὺς καταδίκους. Ταῦτα πάντα καὶ ἡ ἱστορία τῶν 30 τελευταίων συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς ἀποδεικνύει. Λοιπὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθην ἀπὸ τῆς πρώτης συνεδριάσεως, ὁ ἐξευτελισμὸς, συνεπληρώθη διὰ τοῦ ἐξευτελισμοῦ καὶ αὐτοῦ τοῦ Κοινοβουλίου. Ὑπαίτιος δὲ εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐξηυτέλισε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἐξηυτέλισε τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ἐξηυτέλισε πρὸ τῶν ξένων πᾶσαν Ἀρχὴν ἐν τῷ Κράτει, καὶ ἐξηυτέλισεν αὐτὸς ἑαυτὸν, ἀποδειχθεὶς οὐχὶ κυβερνήτης ἀνεξαρτήτου Κράτους, ἀλλ’ εὐτελέστατος τοποτηρητὴς ξένης Δυνάμεως. Ἡ ὅλη ἱστορία τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἀπαιτήσεως, εἴτε διὰ τὸ κεφάλαιον, εἴτε διὰ τὴν προμήθειαν, εἴτε διὰ τοὺς τόκους, ἀποδεικνύει τὸν ἐξευτελισμὸν τοῦτον· εἰς ὃ δὲ σημεῖον ἔφθασεν ἡ συζήτησις, βεβαίως δὲν ἐννοῶ νὰ παραιτήσω πλέον αὐτήν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν της μέχρι κεραίας· σήμερον συζητεῖ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ καταδείξῃ τὸν τέλειον ἐξευτελισμόν, εἰς τὸν ὁποῖον, χάριν τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν φίλων τοῦ κ. Τρικούπη, ἐφθάσαμεν· ἀντέστη ὅσον ἠδυνήθη· ἀπέναντι ὅμως τῆς ἀμέμπτου σιγῆς, δὲν δύναται ἡ ἀντίστασις νὰ προβῇ περαιτέρω. — Παρεπονέθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Φθιώτιδος, καταλήγων τὸν λόγον του, διότι δὲν εἶχε δυνηθῇ νὰ λάβῃ ταχύτερον τὸν λόγον, συναγωνιζομένων τῶν ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τίς πρῶτος νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, ἀλλ’ ἐλησμόνησεν, ὅτι παρῆλθον δύο συζητήσεις ἐπὶ τῆς προκειμένης πιστώσεως καὶ ὁσάκις ἔδειξε διαθέσεις, ὅπως λάβῃ τὸν λόγον, ἀμέσως τῷ ἔνευσαν καὶ παρῃτήθη. Ἐὰν ἐξακολουθῶμεν συζητοῦντες ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης «κατὰ μονοπώλιον,» ὅπως ἐτηλεγραφήθη, συζητοῦμεν διότι ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ περιορισθῶμεν εἰς μονολόγους. Ὅτε ὅμως εἴδετε, ὅτι ὁ μονόλογος ἐκεῖνος ἐτράπετο καθ’ ὑμῶν, τότε ἐπετρέψατε εἰς φίλους σας νὰ ὁμιλήσουν. Ὡμίλησαν δὲ πῶς; Διαστρέφοντες τὰ πάντα καὶ χαρακτηρίσαντες τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, ὅπως ἐχαρακτήρισεν αὐτὸ διὰ τῶν ὑπαλλήλων του ὁ κ. Σπάρταλης, ὡς στρεψόδικον, ὡς δόλιον καὶ ἀρνούμενον νὰ πληρώσῃ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας δῆθεν προσήνεγκε πρὸς αὐτὸ ὁ κ. Σπάρταλης. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Φθιώτιδος μὲ ἤλεγξεν ἀληθῶς, διότι ἐθεώρησα ὡς κακῆς πίστεως τοὺς λογαριασμοὺς, τοὺς πεμφθέντας κατὰ τὸ 1868 ὑπὸ τοῦ κ. Σπάρταλη, ἀλλ’ ἐλησμόνησε πῶς ἔφθασα εἰς τὸ νὰ ἐπικρίνω τοὺς λογαριασμοὺς ἐκείνους. Τοὺς λογαριασμοὺς ἐκείνους τοὺς ἐπέκρινα, ἀπαντῶν εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἰσχυρίζετο, ὅτι ὑπῆρξεν εὐτυχὴς ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1867, δυνηθεῖσα νὰ ἀναθέσῃ τὴν προμήθειαν τοῦ ὑλικοῦ καὶ τὴν κατασκευὴν τῶν πλοίων εἰς ὁμογενῆ, ὁποῖος ὁ κ. Σπάρταλης, ὅστις ἐξ ἰδίων προκατέβαλε καὶ πρὸς τὴν ἀγορὰν καὶ πρὸς τὴν κατασκευήν. Εἰς τὸν ἰσχυρισμὸν ἐκεῖνον, τὸν ἐντελῶς ἀνυπόστατον, τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀπαντῶν, κατέδειξα τίνες οἱ λογαριασμοὶ, οἱ ἀποσταλέντες ἐκ μέρους τοῦ κ. Σπάρταλη. Δὲν γνωρίζω, πόθεν ἤντλησε τοὺς ἀριθμοὺς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐξέθηκεν ἐνώπιον ἡμῶν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Φθιώτιδος, ἀλλὰ βεβαίως οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ἐκλόνισε τὴν πεποίθησίν μου, ὅτι οὐ μόνον δὲν προκατέβαλεν ὁ κ. Σπάρταλης, ἔστω καὶ ἐλάχιστον ποσὸν, ἐξ ἰδίων του, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἐνέμετο μεγάλα χρηματικὰ ποσὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς, τοὺς ὁποίους ἀντέταξεν ὁ κ. Βουλευτὴς Φθιώτιδος, θέλω ἀντιτάξει καὶ ἐγὼ οὐχὶ ὑπολογισμοὺς ἰδίους, ἀλλὰ τὴν ὁμολογίαν αὐτοῦ τοῦ κ. Σπάρταλη, ὁμολογίαν εὑρισκομένην ἐν τῇ ἀπὸ 12 Μαΐου 1868 ἐπιστολῇ του. Ὁ κ. Βουλευτὴς Φθιώτιδος εἶπεν ὅτι δῆθεν εἶχε καταβληθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Σπάρταλη οὐ μόνον ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀποσταλῇ πρὸς αὐτὸν διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν πλοίων, ἀλλ’ ὅτι εἶχεν οὗτος καταβάλει καὶ περιπλέον, ἐκτὸς τῶν προκαταβολῶν ἐκείνων. Θέλω ἀντιτάξει εἰς τοῦτο τὴν ἐπιστολὴν τῆς 12 Μαΐου 1868, καὶ οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον δύνασθε νὰ κλονίσητε τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὁ κ. Σπάρταλης εἶχεν εἰς χεῖράς του μέγα χρηματικὸν ποσὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Ἰδοὺ ἀληθῶς τί γράφει. (Ἀναγινώσκει). Ἡ φράσις αὕτη τοῦ κ. Σπάρταλη ἀποδεικνύει, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην οὐ μόνον δὲν εἶχε καταβάλει ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ εἶχεν εἰς χεῖράς του καὶ χρηματικὸν ποσὸν μέγα, δὲν ἐγνώριζε δὲ, ἐὰν μέχρι τέλους, δηλ. μέχρι πέρατος τῆς κατασκευῆς τῆς κανονιοφόρου, ἤθελεν ἀποδειχθῆ χρεώστης ἢ πιστωτὴς, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀπέστειλε τὰς 12,000 λιρῶν, τὰς ὁποίας εἶχε λάβει ἐντολὴν νὰ ἀποστείλῃ εἰς Τεργέστην διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς θωρακοβάριδος «Βασιλίσσης Ὄλγας». (Ἀναγινώσκει)....... Πότε ἐμβάσθησαν αἱ λίραι αὗται; Πολὺ κατόπιν τῆς 4)16 Ἰουλίου 1868. Καὶ τὸ ἔμβασμα τοῦτο τί ἀποδεικνύει; Ἀποδεικνύει, ὅτι πάντες οἱ ὑπολογισμοί σας, ὅσον καὶ ἂν ὑπῆρξαν εἰλικρινεῖς αἱ προθέσεις σας, ἀντλούμενοι ὅμως ἐκ τοιούτων πηγῶν, δὲν ἠδύναντο παρὰ νὰ ἦναι ἐντελῶς ἐσφαλμένοι. Ἀποδεικνύει, ὅτι τὴν 4 Ἰανουαρίου, ὅτε ἀπέστειλε τοὺς λογαριασμοὺς, οὓς σᾶς ἐπέδειξα, εἶχεν εἰς χεῖράς του ὁ Σπάρταλης μέγα χρηματικὸν ποσὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, τοσοῦτον, ὥστε, χωρὶς νὰ φοβῆται, ὅτι ἤθελε μείνει ἐκτεθειμένος, ἕνεκα τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀναλάβει διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς κανονιοφόρου «Βασιλέως Γεωργίου», ἠδυνήθη ν’ ἀποστείλῃ 12,000 λίρας εἰς Τεργέστην. Λοιπὸν οὐδὲν ἐγὼ ψευδὲς ἰσχυρίσθην, ἐξ ἐναντίας ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ἀνυπόστατος. Ἐπὶ δεδομένων δὲ σφαλερῶν ἐστηρίχθη καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Φθιώτιδος, ἵνα ἀποδείξῃ τοὺς ἰσχυρισμούς μου ἐσφαλμένους. Ὅπως ἐννοήσῃ τις τὸν χαρακτῆρα τοῦ ὑπολόγου, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, δὲν πρέπει μόνον νὰ λάβῃ γνῶσιν τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου τῆς 30 Δεκεμβρίου 1874 τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅμοιον τοῦ ὁποίου δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὰ ἀρχεῖα τὰ Ἑλληνικὰ, ἢ ἄλλου Κράτους, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀπάντησιν τοῦ Σπάρταλη εἰς τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο. Ἠθέλετε ὑποθέσει, ὅτι εἰς τοὺς ὑπαινιγμοὺς ἐκείνους, ἕνεκα τῶν ὁποίων θεωρεῖται ὑπόλογος ὁ Σπάρταλης, αὐτὸς ὁ ἀνεξάρτητος ἤθελεν ὑποβάλει τὴν παραίτησίν του, ἢ ὅτι ἤθελεν ἐκφέρει μίαν κραυγὴν ἀγανακτήσεως κατὰ τοῦ Ἕλληνος Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος τοιούτους ὑπαινιγμοὺς ἐξετόξευσεν ἐναντίον του. Ἀπαντῶν εἰς τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο τὴν 24 Φεβρουαρίου 1875 ὁ Σπάρταλης, ἀφοῦ δικαιολογεῖται, διότι μετὰ ἐπανειλημμένας προσκλήσεις δὲν ὑπέβαλε τοὺς λογαριασμούς, λέγει περαίνων: «Κύριε Πρέσβυ, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐκφράσω τὰς εὐχαριστίας μου διὰ τοὺς κόπους, οὓς ἀνελάβετε ὑπὲρ ἐμοῦ· ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν ὑμετέραν συνδρομὴν διὰ τὴν ταχυτέραν ἐξόφλησιν τοῦ προκειμένου λογαριασμοῦ.» Δὲν ἔχω πρόχειρον τὸ ἔγγραφον, ἵνα σᾶς τὸ ἀναγνώσω κατὰ λέξιν. Ἐπισυνάπτει δὲ εἰς τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο τοὺς πρώτους λογαριασμοὺς ὁ τότε Πρέσβυς ἡμῶν ἐν Λονδίνῳ, ὁ ὁποῖος ἐθεώρησε κατόρθωμα καὶ ὅτι ἠδυνήθη ν’ ἀποστείλῃ τὰ ἀντίγραφα τῶν ἐγγράφων ἐκείνων εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὁ Πρέσβυς ἐκεῖνος ἐπιβεβαιοῖ, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Φθιώτιδος, πάσας τὰς ἐκεῖ εὐεργεσίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Σπάρταλης εἶχε προσφέρει, ἐζήτησε δὲ, ὅπως σταλῶσι 12,000 λίραι, τὸ ὑπόλοιπον τοῦ λογαριασμοῦ. Δύναμαι δὲ νὰ σᾶς ἀποδείξω, οὐχὶ ὅτι δὲν ἦσαν εἰλικρινῆ τὰ ἔγγραφα τῶν Πρέσβεων ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθητε, ἀλλ’ ὅτι πᾶν, ὅ,τι ἐγράφετο ἐν τοῖς ἐγγράφοις ἐκείνοις, ἦσαν ἁπλοῖ ἰσχυρισμοὶ αὐτοῦ τοῦ κ. Σπάρταλη, ὧν ἐγίνοντο ἠχὼ οἱ κατὰ καιροὺς Πρεσβευταὶ ἡμῶν. Ἀληθῶς ἀπέναντι ληψοδοσίας 3 ἢ 4 ἢ 5 ἐτῶν, ἢ μᾶλλον 8, διότι ἤρχισεν ἀπὸ τοῦ 1867 καὶ ἐπερατώθη τῷ 1875, ὑπῆρξαν δύο ἢ τρεῖς Πρέσβεις κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἐν Λονδίνῳ· πῶς οὗτοι ἠδύναντο νὰ πιστοποιήσωσι περὶ τῶν λογαριασμῶν τοῦ κ. Σπάρταλη, ἢ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψει αὐτοὺς τοὺς ἰσχυρισμούς του; καὶ τούτους δ’ ἐπεκαλέσθην, ἵνα ἀποδείξω ψευδόμενον αὐτὸν, ὅτε εἶπον, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ Ἰουδαίου τοκογλύφου, ὁ ὁποῖος τὴν τέχνην του δὲν ἐλησμόνησεν ἀπέναντι τῆς Πατρίδος του, εἰς τὰς δεινοτάτας ἐκείνας περιστάσεις εὑρισκομένης. Βεβαίως τὰ ἔγγραφα τῶν ἐν Λονδίνῳ Πρέσβεων δὲν ἠδύναντο νὰ περιέχωσιν, ἢ ὅ,τι ἐσφύριζεν ὁ κ. Σπάρταλης, καὶ διὰ τοῦτο ἀναγράφουσιν αὐτὸν μέγαν εὐεργέτην, καὶ διὰ τοῦτο χαρακτηρίζουσι τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ὡς ὀφειλέτην 12,000 λιρῶν. Καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν εἶχεν ἐπέλθει ἡ κατάσχεσις τῶν 6,000 λιρῶν τοῦ κ. Σπάρταλη. Ἐπὶ τοιούτων λοιπὸν ἐγγράφων ἐστηρίχθησαν, ὅπως θεωρήσωσι ψευδεῖς τοὺς ἰσχυρισμοὺς ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐβασίζοντο ἐπὶ αὐτογράφων ἐπιστολῶν τοῦ κ. Σπάρταλη. Ἀλλ’ ἀληθῶς μέγα τὸ κατόρθωμα! ἐξησφάλισεν ἄνευ ἐντολῆς τὴν «Μπουμπουλίναν». Πόθεν ἐξάγεται; διότι τὸ λέγει εἰς τοὺς λογαριασμούς του· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι διὰ τοῦ ἐγγράφου, διὰ τοῦ ὁποίου τῷ ἀνετέθη ἡ ἐντολὴ περὶ ἀγορᾶς τῶν πλοίων καὶ τῆς κατασκευῆς ἑτέρων, καὶ ἡ διεξαγωγὴ τῶν διαπραγματεύσεων, τῷ ἐνεπιστεύθη καὶ ἡ ἐξασφάλισις τῆς «Μπουμπουλίνας», ἀφοῦ ἐξησφάλισεν ἕτερα πλοῖα, ὡς τὸν «Βασιλέα Γεώργιον». Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι παράδοξον καὶ ἐπὶ τοῦ ναυαγίου τῆς «Μπουμπουλίνας», συμβάντος ἀκριβῶς, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ἐκπλεύσῃ, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἐνδιαφέρον τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον νὰ ἐξετάσῃ, ἀλλ’ οἱ ἀσφαλισταί, τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι πάντοτε ὁ κ. Σπάρταλης ἠρνήθη εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον νὰ χορηγήσῃ τὰ μέσα, ὅπως ἐξελέγξῃ, ποῖα ἦσαν τὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα εἶχε φορτώσει ἐπὶ τῆς «Μπουμπουλίνας». Ἐνῷ δὲ εἰσέπραττεν ἐξ ἀσφαλίστρων μέγα ποσὸν κατὰ τὸ 1868, ἀκριβῶς ὅτε ἔπεμπε τοὺς λογαριασμούς, δὲν ἀνέγραφε πάντα τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἶχεν εἰσπράξει. Ἀληθῶς ἡ ὅλη ἀσφάλεια τῶν 35,000 λιρῶν δὲν εἰσεπράχθη ἢ πολὺ ὕστερον, ἀλλὰ μέγα ποσὸν ἐκ 14,000 λιρῶν εἶχεν εἰσπραχθῆ, ὅτε ἔπεμπε τοὺς λογαριασμούς, τῷ 1868. Τοιοῦτος ἦτο ὁ ἠθικὸς χαρακτήρ, τὸν ὁποῖον παριστᾷ ἀπὸ τῆς πρώτης γεννήσεώς της ἡ ἀπαίτησις τοῦ κ. Σπάρταλη. Πῶς ἔφθασε μέχρις αὐτοῦ, εἶναι γνωστόν· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, εἶνε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὴν πρώτην εἰσαγωγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883 ἡ σχετικὴ πίστωσις παρίστατο ὡς πίστωσις κανονισμοῦ λογαριασμῶν ἐν γένει τοῦ Κράτους, τῶν λογαριασμῶν τοῦ δανείου τῶν 25,000,000, σήμερον ἀπέβαλε τὸ προσωπεῖον καὶ παρίσταται ὡς πίστωσις ὀφειλῆς τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τοῦ Σπάρταλη. Αὐτὸ καὶ μόνον ἠδύνατο νὰ καταστήσῃ ὕποπτον τὴν πίστωσιν εἰς τὰ ὄμματα τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἤθελε νὰ κρίνῃ περὶ αὐτῆς, ὡς ὤφειλεν. Ἀπὸ τοῦ 1883 συνιστῶνται Ἐπιτροπαὶ ἐπὶ Ἐπιτροπῶν, ἀλλ’ οὐδεὶς σκέπτεται περὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου· ἀπὸ τοῦ 1875 ἀπεστάλησαν οἱ λογαριασμοὶ τοῦ κ. Σπάρταλη, παρέρχεται τὸ 1875, τὸ 1876 καὶ λοιπὰ, τὸ 1886 καὶ τὸ 1888 σκέπτονται περὶ ὑπολόγου καὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Τίς ἐχαρακτήρισεν ὑπόλογον τὸν Σπάρταλην; ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· καὶ διατί; διὰ τὸν σκοπόν, ὃν ἐξέφρασε πρὸς τὸν Ἀντιπρόσωπον τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, τοῦ καταστρατηγῆσαι τῆς ἐνστάσεως τῆς παραγραφῆς τοῦ ἄρθρου 69 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, καὶ σᾶς λέγει, ὅτι ἡ διάταξις ἐκείνη δὲν ἐφαρμόζεται, διότι πρόκειται περὶ ὑπολόγου, ἀλλ’ ὑπολόγου ὡς πρὸς ποῖον ποσόν; ὡς πρὸς τὸ ἐκκαθαρισθὲν, ὡς πρὸς τὴν προμήθειαν, τὴν ὁποίαν τῷ ἀνεγνώρισε τῷ 1887, ὡς πρὸς τοὺς τόκους, τοὺς μήπω ἀναγνωρισθέντας. Καὶ διατὶ ὡς πρὸς πάντα τὰ ποσὰ ἦσαν ἀναρμόδια τὰ τακτικὰ Δικαστήρια, ἐνῷ εἶναι ἐντελῶς ἁρμόδια, καὶ μάλιστα μετὰ τὴν πρώτην ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου; Κατὰ τὴν πρώτην δὲ ταύτην ἀπόφασιν ἀπεῤῥίφθη ἡ αἴτησις περὶ προμηθείας καὶ περὶ πληρωμῆς τόκων. Ἦσαν ἁρμόδια τὰ τακτικὰ Δικαστήρια; Παρακαλῶ τὸν κύριον Βουλευτὴν Κυκλάδων, νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ. Ἐπὶ εἰκοσαετίαν ὅλην ἐταλανίζοντο τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα, ὅπως κατορθώσωσι νὰ φθάσωσιν εἰς ἀθροιστικὴν ἐξέλεγξιν, διότι εἶναι ἐντελῶς ἐσφαλμένον, ὅ,τι εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Φθιώτιδος, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1865 ἔστειλε τοὺς λογαριασμούς· ἔστελλε πάντοτε ἀντίγραφα, καὶ ταῦτα μετ’ ἐπανειλημμένας προσκλήσεις· οὐδέποτε ἐστάλησαν πρωτότυποι λογαριασμοί. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀντιγράφων τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἔκαμε μίαν ἀθροιστικὴν ἐξέλεγξιν τῶν λογαριασμῶν τοῦ κ. Σπάρταλη. Πῶς ἦτο δυνατὸν δὲ νὰ ὑπάρξῃ οὐσιαστικὴ ἐξέλεγξις τῶν λογαριασμῶν; Ἀπὸ τοῦ 1867–1870, ὅτε ἐπερατώθησαν πᾶσαι αἱ προμήθειαι, εἶχον ἀγορασθῆ καὶ τὰ 3 πλοῖα, εἶχεν ἐπισκευασθῆ δὲ καὶ τὸ πλοῖον «Γεώργιος». Ἀλλὰ εἰπέτε μοι, μέχρι τότε ποῖος τῶν ὑπαλλήλων τῆς Κυβερνήσεως εἶχε μείνει εἰς τὴν θέσιν του, καὶ τίς αὐτῶν ἠδύνατο νὰ ἐξελέγξῃ οὐσιαστικῶς τοὺς λογαριασμούς; τίς ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ δεῖνα εἶδος, τὸ ἀναφερόμενον ὡς ἀποσταλὲν, ἀπεστάλη; Διὰ τοῦτο εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πᾶσαι αἱ Ἐπιτροπαὶ αἱ συστηθεῖσαι μέχρι τοῦ 1887, δὲν κατέγιναν ἢ εἰς ἀθροιστικὴν ἐξέλεγξιν τῶν λογαριασμῶν τοῦ κ. Σπάρταλη. Ἂν ὑπῆρξε δὲ διαφωνία, τοῦτο προῆλθε διότι πάντες οἱ λογαριασμοὶ τοῦ κ. Σπάρταλη ἦσαν εἰς πλήρη σύγχυσιν, διότι ἐνεγράφοντο ποσὰ, τὰ ὁποῖα δὲν ὠφείλοντο. Μεθ’ ὅσα ἐξετέθησαν τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς παραγραφῆς, μένει ἀμφιβολία, ὅτι αὕτη ἐφαρμόζεται ἐπὶ πασῶν τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ κ. Σπάρταλη; Ἰδοὺ τί λέγει ὁ Dalloz. (Ἀναγινώσκει). Περὶ τούτου ἀκριβῶς πρόκειται ἐνταῦθα· πρόκειται περὶ ὑπολόγου τοῦ Κράτους. Εἶναι ἀκριβῶς ἡ περίπτωσις αὕτη, καὶ εἶναι καταφανεστέρα, ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψει, ὅτι πρόκειται περὶ ἀπαιτήσεως τοῦ Σπάρταλη, ἀναγνωρισθείσης ἤδη, οἵα εἶναι ἡ ἀπαίτησις τῆς προμηθείας καὶ τῶν τόκων. Ἡ προμήθεια ἀληθῶς πότε ἀνεγνωρίσθη εἰς τὸν Σπάρταλην; Κατὰ τὸ 1887, καὶ ἀπεῤῥίφθη διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 400 ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀνεγνωρίσθη δὲ κατ’ ἐντολὴν τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, αἰτηθεῖσα ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ εἶχε τὸ δικαίωμα τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τοῦ 1887 νὰ ἐκκαθαρίσῃ ἔξοδον τοῦ 1867; Τί ἐγνώριζον ὅλοι αὐτοὶ οἱ Κύριοι περὶ τῶν προμηθειῶν ἐκείνων; Σεῖς δὲ, ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τί ἐνθυμεῖσθε ἐκ τῆς συμφωνίας ἐκείνης; Ἀληθῶς ὁ περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ νόμος ἀναθέτει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν ἐξόδων τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐφ’ οὗ ἐγένετο ἡ δαπάνη, ἢ εἰς τὸ ἀμέσως διάδοχον. Βεβαίως ὅμως δὲν ἔδωκε τοιοῦτον δικαίωμα εἰς τὸ μετὰ 25 ἔτη ἐρχόμενον Ὑπουργεῖον, νὰ ἐκκαθαρίσῃ δικαιώματα, μηδέποτε ζητηθέντα, καὶ προμήθειαν, ἐξ ἧς εἶχε παραιτηθῆ ὁ δικαιοῦχος διὰ ῥητοῦ ἐγγράφου. Καὶ μᾶς λέγετε σήμερον, ὅτι τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ δωρεάν. Ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους τῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου, δὲν ἔχομεν κἀμμίαν ἀσφάλειαν, διότι ἕκαστος Ὑπουργὸς αὐθαιρέτως θέλει ἐκκαθαρίζει ὀφειλὰς τοῦ Δημοσίου καὶ ἔξοδα πρὸ εἰκοσαετίας γενόμενα, καὶ θὰ βεβαιοῖ, ἂν ὑφίστανται, ἢ ὄχι. Καὶ τοῦτο ἐγένετο σήμερον· διότι κατὰ τὴν δευτέραν ἀπόφασιν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον οὐδὲν ἕτερον ἔπραξεν, ἢ νὰ γίνῃ ὁ εὐτελὴς ἐκτελεστὴς τῶν διαταγῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὡς πρὸς δὲ τοὺς τόκους, πῶς ἀνεγνωρίσθησαν οὗτοι; Σᾶς εἶπον, ὅτι πρόκειται περὶ ἀποζημιώσεως ἀντὶ τόκων· διὰ τίνα λόγον; διότι ποσὸν χρηματικὸν, ἀνῆκον εἰς τὸν κ. Σπάρταλην, κατεσχέθη καὶ εἰσήχθη εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Εἶναι τοῦτο ἀληθές; ἠδύνατό τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἐν μέρει εἶναι ἀληθὲς, ὅτι μέρος τῶν 6,000 λιρῶν κακῶς εἰσῆλθεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐὰν λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὰς σήμερον γενομένας ἀναγνωρίσεις· καὶ τὸ ποσὸν αὐτὸ ἀνέρχεται εἰς 6,000 λιρῶν, δηλαδὴ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνεγνωρίσθη μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἀλλ’ ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ περιπλέον, πῶς εὑρίσκετε, ὅτι ὀφείλεται ἀποζημίωσις ἀντὶ τόκων; Εἴπατέ μοι, σᾶς παρακαλῶ. Περὶ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ τῶν 6,000 λιρῶν δὲν εὑρίσκετε οἱανδήποτε μνείαν ἐν τοῖς λογαριασμοῖς τοῦ κ. Σπάρταλη, τὸ ποσὸν αὐτὸ ἀνεγράφη ἀπ’ ἀρχῆς εἰς τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ κ. Σπάρταλη, ἐθεώρησε δηλαδὴ ὁ κ. Σπάρταλης, ὅτι, ἀντὶ νὰ ἔχῃ νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον 6,000 λιρῶν περιπλέον, ἔχει νὰ λάβῃ 6,000 λιρῶν ὀλιγώτερον. Περὶ αὐτοῦ ἐπρόκειτο. Νομίζετε, ὅτι ὁ κ. Σπάρταλης εἶχε καταθέσει χρήματα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν; Ὁ κ. Σπάρταλης εἶχε παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐλάμβανε διὰ τῆς Τραπέζης παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, ἐκ τῶν χρημάτων δὲ τούτων εἶχε μείνει ποσόν, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐζήτησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ κατασχέσεως νὰ ἀναλάβῃ, καὶ διὰ τοῦτο οὐδόλως ἐπειράχθη διὰ τῆς κατασχέσεως ὁ κ. Σπάρταλης, οὐδὲ ἤγειρεν ἀγωγήν, ἀλλὰ περιωρίσθη ν’ ἀναγράψῃ εἰς χρέωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου τὸ ποσὸν αὐτό, διότι δι’ αὐτὸν τὸ πρᾶγμα ἦτο ἁπλούστατον, δὲν εἶχε τὴν σοφίαν τῶν Νομικῶν Συμβούλων καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, δὲν ἠδύνατο νὰ σκεφθῇ νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν ἀντὶ τόκων. Ἐπὶ τοῦ ποσοῦ ἐκείνου, καὶ ἐπὶ τῶν τόκων τοῦ ποσοῦ ἐκείνου ἔκρινεν ἢ δὲν ἔκρινε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον; ἀπεφάνθη ἢ δὲν ἀπεφάνθη; Ἠδυνάμην νὰ ἐπαναλάβω τὴν σταδιοδρομίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος διὰ τῆς ἀποφάσεως ὑπ’ ἀριθμὸν 400 εἰς χεῖρας καὶ νὰ τῷ ἀποδείξω, ὅτι ἀπεφάνθη τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἀλλὰ θεωρῶ, ὅτι τοῦτο εἶναι μάταιον, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀπεφάνθη ἐπὶ τῶν ἀναγραφομένων τόκων εἰς τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ κ. Σπάρταλη, καὶ μεταξὺ τούτων εἶναι καὶ ὁ τόκος τοῦ ποσοῦ τῶν 6,000 λιρῶν, τῶν κατασχεθεισῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Εἴπατέ μοι, τώρα, σᾶς παρακαλῶ, ποῦ εὕρετε, ὅτι, ἀφοῦ ὑπάρχῃ μία ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν κάθε στιγμὴν μᾶς κτυπᾶτε, ὑπὲρ τοῦ κ. Σπάρταλη, ὅταν πρόκηται νὰ βεβαιώσητέ τι ὑπὲρ αὐτοῦ, ἡ ὁποία ἀποῤῥίπτει τὴν αἴτησιν περὶ τόκων, πῶς ἔρχεσθε σεῖς καὶ ἀναγνωρίζετε τὴν αἴτησιν ταύτην; τίς σᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ πράξητε τοῦτο; Σεῖς, ὅταν πρόκηται περὶ ἀπαιτήσεων τοῦ κ. Σπάρταλη κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, λέγετε, ὅτι μόνον ἁρμόδιον ἦτο τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἵνα ἐξελέγξῃ τοὺς λογαριασμούς, ὅταν δὲ πρόκηται νὰ βεβαιώσωμεν, ὅτι δὲν δικαιοῦται ὁ κ. Σπάρταλης εἰς πληρωμὴν τόκων, δυνάμει αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, δὲν τὴν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψει, ἀλλὰ λαμβάνετε ὑπ’ ὄψει τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλ’ ἡ γνωμοδότησις τῶν Νομικῶν Συμβούλων ἔχει ἰσχύν τινα, ἀποτελεῖ τὴν ἐκκαθάρισιν, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει τὸ ἄρθρον 26 τοῦ περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ νόμου; Βεβαίως ὄχι. Ὑπῆρξε περίπτωσις ἐνταῦθα συμβιβασμοῦ;—ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἀγορεύσει του κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν;—πρὸς τίνα; πρὸς τὸν Σπάρταλην; ὁ Σπάρταλης εἶναι ἐν πτωχεύσει. Πρὸς τοὺς δανειστάς του; οἱ δανεισταί του δὲν ἔχουσιν ἀντιπρόσωπον ἐνταῦθα. Πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν; πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν; Αὕτη παρενέβη ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τὴν διπλωματικήν, ὅπως ἐπανειλημμένως ἀπεδείχθη ἐντεῦθεν. Λοιπὸν πρὸς τίνα συνεβιβάσθητε καὶ ἐπὶ τίνι; Συνεβιβάσθημεν ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου! Εἶναι ἀληθῶς παράδοξος καὶ πρωτότυπος ἡ ἱστορία τῆς προκειμένης πιστώσεως. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβῃ τις ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην περὶ τοῦ ἐντελῶς ἀνυποστάτου τῶν ἰσχυρισμῶν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κυκλάδων, σχετικῶς πρὸς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν τακτικῶν Δικαστηρίων διὰ τὴν ὅλην ἀπαίτησιν, ἀλλὰ κυρίως διὰ τὴν προμήθειαν καὶ διὰ τοὺς τόκους. Ἀπὸ τοῦ 1874 μέχρι τοῦ 1887 οὐδεὶς ἐσκέφθη νὰ παραπέμψῃ τὸν λογαριασμὸν τοῦ κ. Σπάρταλη εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, οὐδέποτε ὁ κ. Σπάρταλης ἐχαρακτήρισεν ἑαυτὸν ὡς ὑπόλογον, ἐὰν δὲ λάβητε ὑπ’ ὄψει τὰ ἔγγραφα τῶν ἐν Λονδίνῳ Πρέσβεων ἡμῶν, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι γράφουσι περὶ τοῦ κ. Σπάρταλη, ὅτι δὲν εἶναι ἐκ τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων, οἵτινες δύνανται νὰ ὑποταχθῶσιν εἰς τὴν ἱεραρχίαν τὴν ὑπαλληλικὴν, ὅτι δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ὑπόλογος. Ἀφοῦ δὲ ὡς τοιοῦτος ὑπάλληλος, ὡς οὐχὶ ὑπόλογος ἐχαρακτηρίσθη ἐπὶ εἰκοσαετίαν ὅλην, σᾶς λέγουσιν, ὅτι αἱ ἀπαιτήσεις τοῦ Σπάρταλη δὲν ἠδύναντο νὰ παραγραφῶσι, διότι ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς, ἀπὸ τοῦ 1867, ἦσαν προωρισμένοι οἱ λογαριασμοὶ τοῦ Σπάρταλη, ὅπως ὑποβληθῶσιν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1867 ἕως τοῦ 1887, ὅτε, πρὸς ἀποφυγὴν τῆς ἐνστάσεως περὶ παραγραφῆς, παραπέμπεται ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, παρῆλθον 20 ἔτη. Δηλαδὴ τετράκις συνεπληρώθη ἡ παραγραφὴ τοῦ ἄρθρου 29 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου. Τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον οὐδέποτε ἐσκέφθη νὰ ὑποβάλῃ τοὺς λογαριασμοὺς ἐκείνους εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, διότι ἐθεώρει, ὅτι ἐπρόκειτο οὐχὶ περὶ ὑπολόγου, ἀλλὰ περὶ ἐμπόρου, ὅστις εἶχεν ἐν ἑαυτῷ καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ Ἕλληνος Προξένου, ἥτις ὅμως ἰδιότης οὐδόλως καθιστᾷ αὐτὸν ὑπόλογον. Ὁ κ. Σπάρταλης διατὶ δὲν ὑπέβαλε τοὺς λογαριασμούς; Ὁ κ. Σπάρταλης, λέγει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, δὲν ἐγνώριζε περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ· ἀλλ’ ὁ κ. Σπάρταλης εἶχεν ἀντιπρόσωπον ἐνταῦθα, καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ὁ κ. Καλλιγᾶς ἦτο ἐν πλήρει γνώσει τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ. Καὶ ὅμως οὐδέποτε ἐφρόντισεν οὗτος νὰ ζητήσῃ νὰ ὑποβληθῶσιν οἱ λογαριασμοὶ τοῦ ἐντολέως του εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ τοῦτο διότι οὐδέποτε ὁ κ. Σπάρταλης ἐχαρακτήρισεν ἢ ἐδέχθη τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ δημοσίου ὑπολόγου. Λοιπὸν ἀναγνωρίζεται προμήθεια μετὰ εἰκοσαετίαν ὅλην, ἐναντίον τῶν ῥητῶν δηλώσεων, τῶν πρὸ εἴκοσιν ἐτῶν, τοῦ κ. Σπάρταλη, ἀναγνωρίζονται τόκοι, ἐνῷ ὑπάρχει ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀποῤῥίπτουσα αὐτούς· ἡ ἔνστασις τῆς παραγραφῆς τετράκις συνεπληρώθη, καὶ ἡ παραγραφὴ τίθεται κατὰ μέρος, ἐφευρίσκομεν δὲ, ὅπως περιγράψωμεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 29 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, τὴν ἰδιότητα τοῦ ὑπολόγου μετὰ εἰκοσαετίαν. Τοιαύτη εἶναι ἡ ὑπόθεσις καὶ κατέστη τοιαύτη, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔδωκε τοιαύτας ὑποσχέσεις πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν. Γνωρίζετε ἤδη τὴν ἱστορίαν καὶ τὴν ὁμολογίαν τοῦ ἡμετέρου Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Καὶ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑποδείξῃ μίαν μόνην περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἢ ὁπωσδήποτε ἡ Κυβέρνησις, νὰ ἐξῆλθεν ἐκείνης τῆς ἐπιφυλάξεως, διὰ τῆς ὁποίας πάντοτε ἠδυνήθη νὰ σώσῃ τὸν δημόσιον θησαυρὸν ἀπέναντι τῶν ἁρπακτικῶν ὀρέξεων τῶν ξένων. Εἰς τὴν περίπτωσιν τὴν προκειμένην δὲν παρίσταται ὁ Πρωθυπουργὸς ἡμῶν, ὡς ἀντιλήπτωρ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, παρίσταται ὡς ἀντιλήπτωρ τοῦ κ. Σπάρταλη. Χάριν αὐτοῦ τὰ πάντα πρέπει ν’ ἀναστραφῶσι, χάριν αὐτοῦ ἐκκαθαρίζεται μετὰ εἰκοσαετίαν ὅλην προμήθεια, χάριν αὐτοῦ παρατρέχεται τὸ δεδικασμένον, χάριν αὐτοῦ γίνεται ἐκκαθάρισις, μὴ ζητουμένη παρὰ τοῦ ὑπολόγου καὶ μὴ προβλεπομένη ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 21 τοῦ νόμου περὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Καὶ σᾶς λέγουσιν, ὅτι κακῶς πράττετε, ἀνθιστάμενοι εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοιαύτης πιστώσεως! Ἀνθιστάμενοι εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς τοιαύτης πιστώσεως, προσφέρομεν τὴν μόνην ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ προσφέρωμεν πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, θὰ ἔλθῃ δὲ στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀντίστασις ἡμῶν θὰ ἐκτιμηθῇ. Θὰ ἔλθωσιν ἄλλαι ἀπαιτήσεις ξένων, αἵτινες θὰ ὀχυρωθῶσιν ὄπισθεν τοῦ προηγουμένου, τὸ ὁποῖον σεῖς κατεστήσατε κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ ἂν δὲν θὰ ἤμεθα ἡμεῖς ἐνταῦθα, θὰ ὑπάρξωσιν ἄλλοι Ἀντιπρόσωποι, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἀναμνησθῆ τὸ παράδειγμα ἡμῶν, καὶ ἐλπίζω, ὅτι μετ’ ἴσης μὲν καρτερικότητος, ἀλλὰ μετὰ μεγαλειτέρας ὑπηρεσίας θὰ ὑπερασπισθῶσι τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα.

§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;

§262ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐξημέρωσε! ν’ ἀναβάλωμεν.

§263ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι, κύριε Πρόεδρε, νὰ προχωρήσωμεν.

§264ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Προτείνομεν τὴν ἀναβολήν.

§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κκ. Σάκκη καὶ Καλογεροπούλου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Χαρ. Τρικούπης ΟΘεόδ. Β. Δηλιγιάννης
Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΟΧρῆστος Χριστόπουλος Ν
Γ. Σισμάνης ΟΦίλιππος Βάρβογλης Ν
Δ. Βουλπιώτης ΟἨλίας Φλέσσας
Ἀθ. Ἴσκος Κωνστ. Κωνσταντόπουλος
Ν. Καλαντζόπουλος ΟἈριστ. Σακελλαρόπουλος
Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Παναγ. Μανέτας Ο
Μ. Γουλιμῆς ΟἸωάννης Ἀντωνόπουλος Ν
Μ. Ἰατρίδης ΟἨλίας Παλαμήδης Ο
Δ. Χατζόπουλος ΝΚωνστ. Κατσικόπουλος
Γεώργιος Μίλησης ΟΔ. Ζέγγελης
Σπυρίδων Νοταρᾶς Δημ. Ν. Βότσαρης
Γεώργιος Κούστας Κωνστ. Γ. Καραπάνος Ν
Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΟΓεώρ. Χ. Παχὺς Ο
Σωτήριος Δανόπουλος ΟΣτέφανος Δραγούμης Ο
Ἀναστ. Δημητριάδης Δημ. Γ. Ῥάλλης Ν
Μιχαὴλ Νικηφοράκης ΟἈνδρέας Γ. Ψύλλας Ο
Δημ. Πετρίδης ΝΦωκίων Νέγρης Ο
Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΝἸω. Α. Γεωργαντᾶς
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝΝικόλ. Μπουφίδης Ο
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟΝικόλαος Κρίσπης Ο
Δημ. Καλλιφρονᾶς Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς
Νικόλ. Δ. Λεβίδης Κωνστ. Κοσσονάκος Ο
Σπυρ. Κουκούλεζας ΟΓεώργιος Μαυρομιχάλης
Ὄθων Μακρυγιάννης ΟἈριστ. Πετροπουλάκης
Τρύφων Μουτσόπουλος ΟΓιανν. Μαυρομιχάλης Ο
Θάνος Κανακάρης Νικήτας Βαρβιτσιώτης Ο
Ἀθ. Πετιμεζᾶς Λεων. Καπετανάκος
Νεοκλ. Πετιμεζᾶς Ξανθὸς Πικουλάκης Ο
Α. Παπαγιαννακόπουλος ΝΓεώργ. Πετροπουλάκης
Α. Φωτήλας ΟΚων. Παπαμιχαλόπουλος Ν
Ἀνδρ. Αὐγερινὸς Ἰωάν. Καρτάλης
Ἀντ. Ῥικάκης Ἀργ. Κανταρτζῆς Ο
Ἀχ. Γεροκωστόπουλος ΝΕὐάγ. Σταμούλης Ο
Ἰω. Κρεστενίτης Ν. Κοκωσλῆς
Ν. Κουμανιώτης Ἰω. Παπαδόπουλος Ο
Χρ. Στεφανόπουλος ΟΚωνστ. Μαρκίδης Ο
Ἀλέξ. Ζαΐμης Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος Ο
Νικόλ. Καλογερόπουλος ΟΔημ. Κουτσουμπλῆς Ο
Ἀλέξ. Κοντόσταυλος ΟΕὐθ. Μπατζιᾶς Ο
Ν. Παπανικολάου Ἀναστ. Ζαρμάνης Ο
Νικόλ. Καφετζόγλους ΟἈχιλ. Λογιωτάτου
Ἰωάννης Πεζᾶς ΟΣωτήριος Σωτηρόπουλος
Κωνσταντ. Σινέλης ΟΚ. Κουμουνδοῦρος
Βασίλειος Βουδούρης ΟΠερικλῆς Πεῤῥωτὴς
Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος ΟΔημήτρ. Τζάνες Ο
Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς ΟΠερικλῆς Μποῦτος
Ἀναστ. Ἐ. Λούντζης ΟΠαναγ. Σάκκης Ν
Διον. Λομβάρδος ΟΝικόλ. Παπαλέξης Ο
Γεώργιος Θεοτόκης ΟΝικόλ. Μισυρλῆς Ν
Κωνστ. Βασιλάκης Ν. Καράπαυλος Ο
Ἀντ. Καποδίστριας Ἀσημ. Χριστόπουλος Ν
Νικόλαος Βασιλάκης Εὐστ. Κοκκέβης Ο
Εὐάγγελος Τσαρλαμπᾶς Δημήτρ. Κάρτσωνας
Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς Δημήτρ. Π. Γουδῆς Ο
Σ. Ἀλαμάνος Σ. Χατζηγάκης
Θεόφιλος Προβατᾶς Κ. Ζωγλοπίτης Ο
Ἰωάννης Παδοβᾶς ΟἈθ. Καζαμπάκας Ο
Εὐάγγελος Μπασιᾶς Γ. Φραγκίδης Ο
Ἀγαμέμνων Μεταξᾶς ΟΑ. Τακιατζῆς Ο
Ἀνδρ. Ἄν. ΚαβαλλιεράτοςΟΓ. Τάκης
Νικόλ. Βαλσαμάκης Ν. Ταρμπάζης
Γεράσιμος Μουσούρης Ζ. Φαλιάγκας
Παναγ. Βενιεράτος ΟΣταμάτ. Μπουντούρης Ο
Γ. Τυπάλδος Κοζάκης ΝΘεόδωρος Γκίκας Ο
Γεώργιος Κόρπας Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ο
Στέφανος Σκουλούδης ΟΚ. Χαλκιόπουλος Ο
Ἀλοΐσιος Τόμαν Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος Ο
Χαρίλ. Προβελέγγιος ΟΝ. Κοντογιάννης
Νικόλαος Νομικὸς Ἀλκ. Παπαλουκᾶς Ο
Μίνως Μπογιατζόγλους ΟΓεώργ. Λιδωρίκης Ο
Γεώργιος Μπούμπουρας ΟΚ. Χατζῖσκος Ο
Λωρέντζος Δελαρόκας ΟΔημήτρ. Ζουλούμης Ο
Δημοσθένης Καΐρης ΟΚωνστ. ἈναγνωστόπουλοςΝ
Γεώργιος Δρόσος ΟΘεμιστοκλῆς Κανάρης Ν

§266ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 95 Βουλευταί. Ἐκ τούτων 18 εἶπον Ναί, καὶ 77 εἶπον Ὄχι. Ἑπομένως ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς ἀπεῤῥίφθη. Ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.

§267ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἐπὶ τόσας ἡμέρας θέμα δὲν ἔλαβον τὸν λόγον, διότι οἱ μέχρι τοῦδε ἀγορεύσαντες ἐπ’ αὐτοῦ ἀνέλυσαν καὶ ἀνέπτυξαν αὐτὸ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν καὶ ἐν ὅλῃ αὐτοῦ τῇ ἐκτάσει τε καὶ τῇ ἐντάσει, καὶ φρονῶ, ὅτι οὐδὲν ἔμεινε τὸ ἀνεξέλεγκτον, τὸ χρῇζον ἀναπτύξεώς τινος, ἢ διαφωτίσεως. Ὀφείλω ὅμως, ὡς παρακολουθήσας μετὰ προσοχῆς ὅλην τὴν γενομένην συζήτησιν, ἢ μᾶλλον τὴν ἐκ μέρους τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως γενομένην ἀνάπτυξιν τοῦ πράγματος, (διότι ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως δύο μόνον ἠξίωσαν τὸ θέμα τῆς ἀναμίξεως αὐτῶν εἰς τὴν συζήτησιν) ὀφείλω νὰ δηλώσω, καὶ δηλῶ πρὸ τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν τυχὸν θὰ κληθῶ νὰ δώσω ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ὅταν αὐτὸ τεθῇ εἰς ψήφισιν τῆς Βουλῆς, δι’ ὀλίγων λέξεων ἐκπεφρασμένων τὴν ἐπ’ αὐτοῦ γνώμην μου. Ἔχω ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τὰ μέγιστα ἀδικεῖ, δὲν λέγω, ἑαυτὴν, διότι τοῦτο ἀφορᾷ εἰς αὐτὴν μόνον, ἀλλὰ τὰ μέγιστα ἀδικεῖ τὴν Ἑλλάδα, ὑπὸ τὴν ἰδέαν τοῦ Κράτους, διὰ τοῦ κακοῦ προηγουμένου, ὅπερ καθιεροῖ, κρίνουσα ἄξιον τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς θέμα, ὅπερ μόνον ἐν τοῖς Δικαστηρίοις τῆς χώρας θὰ εὕρισκε τὴν οἰκείαν καὶ πρέπουσαν θέσιν. Ἀδικεῖ λοιπὸν τὰ μέγιστα ἡ Κυβέρνησις τὸ Κράτος, ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην. Ἀδικεῖ τὸ Κράτος προσέτι καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν χρηματικὴν, δωρουμένη ποσὸν οὐχὶ εὐκαταφρόνητον διὰ πᾶν Κράτος, πολλῷ δὲ μᾶλλον διὰ τὴν Ἑλλάδα, εὑρισκομένην ἐν οἰκονομικαῖς στενοχωρίαις, περὶ τῶν ὁποίων πολὺς ἐγένετο λόγος ἐντεῦθεν, διὰ τὴν Ἑλλάδα, τὴν ἀντλοῦσαν τοὺς πόρους αὑτῆς ἐκ φόρων βαρυτάτων καὶ ἐξαντλούντων τὸν τόπον μέχρι τοῦ ἐσχάτου σημείου. Ἀδικεῖ λοιπὸν καὶ κατὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις τὴν Ἑλλάδα ὑπὸ τὴν χρηματικὴν καθαρῶς ἔποψιν. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὄντως ἀδικεῖ· διότι οὐδὲ τὸ ἐλάχιστον μόριον δικαίου περιέχεται ἐν τῇ ἀπαιτήσει τοῦ Σπάρταλη. Κυρίως ὅμως εἰπεῖν, δὲν εἶναι ἀπαίτησις τοῦ Σπάρταλη, διότι ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα, ἐπὶ δεκαετηρίδας ὁλοκλήρους ὁ Σπάρταλης δὲν ἐτόλμα νὰ διατυπώσῃ τὴν ἀπαίτησιν ταύτην, νὰ ἐγείρῃ ἀξιώσεις περὶ πληρωμῆς τῶν χρημάτων τούτων. Ἐῤῥήθη ἐντεῦθεν καὶ ἀνεπτύχθη, καὶ φρονῶ, ὅτι δι’ ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ Σπάρταλης καὶ κακῶς διεχειρίσθη τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτῷ ἐντολὴν, κακῶς ἐκτελέσας τὴν παραγγελίαν τῆς ναυπηγήσεως ἢ ἀγορᾶς τῶν πλοίων, καὶ κακῶς ἐφρόντισε καὶ περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, κακῶς δ’ ὕστερον ἤγειρεν ἢ ὑπεψιθύριζεν ἀξιώσεις, ἃς ἡ Κυβέρνησις υἱοθέτησε καὶ ἀνεβίβασεν εἰς ἀπαίτησιν καὶ ἐπισημοποίησε διὰ τῆς ὑποβολῆς ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου πιστώσεως πρὸς πληρωμὴν αὐτῆς. Ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ Σπάρταλης οὐδὲν ἐδικαιοῦτο λαμβάνειν ἐκ προμηθείας, τὸ μὲν διότι ἐκεῖνος ἔσπευσεν ἀμέσως τότε νὰ παραιτηθῇ τοῦ δικαιώματος τῆς προμηθείας, καὶ ἂν τυχὸν ἤθελε τῷ δοθῇ, δωρούμενος αὐτὴν ὑπὲρ ἀγαθοεργῶν καταστημάτων ἐν Ἑλλάδι, τὸ δὲ διότι, καὶ ἂν ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ προμήθειάν τινα, αὕτη ἔπρεπε νὰ ἦναι πολὺ ὀλιγωτέρα τῆς ἀναγραφείσης ὑπὲρ αὐτοῦ. Εἶμαι πεπεισμένος λοιπὸν, ὅτι κακῶς ἐγγράφεται ἓν κονδύλιον ἐν τῇ πιστώσει πρὸς ἀπότισιν προμηθείας. Ἀλλὰ καὶ τὸ ζήτημα τῶν τόκων ἐπίσης ἀνεπτύχθη ἐκτενῶς· φαίνεται δὲ τὸ ἄδικον τῆς ἀπαιτήσεως καὶ τῶν τόκων ἐκ τοῦ τρόπου, μεθ’ οὗ ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς ἐκφράζεται καὶ διατυποῖ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν. Δίδεται αὐτῷ οὐχὶ τόκος, διότι δὲν δικαιοῦται κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους πρὸς ἀπόληψιν τόκων, ὡς ὑπόλογος, ἀλλὰ δίδοται αὐτῷ ἀποζημίωσις, λέγουσι, διὰ τὴν κατάσχεσιν χρηματικῶν ποσοτήτων αὐτοῦ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Εἶτα δὲ τὸ ζήτημα τῆς παραγραφῆς συμπληροῖ καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν μηδαμινότητα, τὸ ἀνυπόστατον τῆς ἀπαιτήσεως Σπάρταλη· διότι ἤδη αὕτη ἔχει ἀποσβεσθῆ καθ’ ὁλοκληρίαν· ἐδέησε δὲ νὰ γίνωσιν, ὅσα ἐγένοντο καὶ ὅσα ἀνεπτύχθησαν διὰ τῶν ἐγγράφων τούτων, ἰδίως νὰ πειθαναγκασθῇ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, νὰ ἀνακαλέσῃ ἐκδοθεῖσαν ἀπόφασιν, νὰ ἐκδώσῃ δὲ δευτέραν, πιεζόμενον καὶ ἀπειλούμενον διὰ διπλωματικῶν περιπλοκῶν, τὰς ὁποίας ἐπέσειε πρὸ αὐτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δι’ ἐπανειλημμένων ἐγγράφων πρὸς αὐτό. Οὐδὲν λοιπὸν ἀπέμεινεν ἐκ τοῦ ὅλου ὄγκου τῆς ἀπαιτήσεως τοῦ Σπάρταλη, καὶ τοῦ δῆθεν δικαίου, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσι ταύτην ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ προμήθεια καὶ τόκοι ἔπεσαν, πίπτουσιν ἀφ’ ἑαυτῶν, ἀποσβέννυνται δὲ τελείως, καὶ ἂν ὑπάρχωσι, διὰ τῆς παραγραφῆς. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει νὰ δοθῇ ἡ πίστωσις αὕτη πρὸς τὸν Σπάρταλην· ἐπιμένει δὲ ἐπὶ θυσίᾳ μεγίστῃ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους. Μετὰ πεποιθήσεως φρονῶ, ὅτι καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους βλάπτονται, οὐχὶ τὰ νῦν, οὐχὶ τὰ χρηματικὰ διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ δημοσίου πλούτου κατὰ δραχμὰς 335,110, οὐχὶ καὶ ὡς πρὸς τὸ ἄλλο, ὅπερ ἀνέφερα, τοῦ κακοῦ προηγουμένου, τὸ ὁποῖον καθιεροῦται διὰ τῆς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεως τῆς προτάσεως ταύτης, ἀλλὰ καὶ κακὸν μεγαλείτερον θεωρῶ τὴν ἐπελθοῦσαν εἰς τὰ συμφέροντα τὰ ἐθνικὰ ζημίαν ἐκ τοῦ κλονισμοῦ, ὃν ὑπέστη τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην. Ἐκ πεποιθήσεως φρονῶ, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἐβλάβη ἐκ τῶν συζητήσεων τούτων, καὶ ἐκ τοῦ τρόπου, μεθ’ οὗ ἡ Κυβέρνησις εἰσήγαγε, καὶ ἐπέμεινε καὶ ἐπιμένει πρὸς ψήφισιν τῆς πιστώσεως Σπάρταλη. Κατηγοροῦσιν ἡμᾶς ἐπὶ ἑβδομάδας ὁλοκλήρους, καὶ φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ εἴπῃ, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἀμέτοχος εἰς τὴν κατὰ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ κατὰ τοῦ συνταγματικοῦ ἔτι πολιτεύματος κινηθεῖσαν ἐκστρατείαν τῶν ὑπουργικῶν ἐφημερίδων. Κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας βλέπομεν καθ’ ἑκάστην πρωΐαν τὰ φύλλα ταῦτα, ἐξερχόμενα ἐκ τῶν γραφείων καὶ τῶν τυπογραφείων των, ἀναγράφοντα ὅλα ἓν θέμα, ἐφ’ οὗ εὑρίσκονται ὅλα σύμφωνα· τὸ θέμα ἐκεῖνο ἔχει βεβαίως ὑπαγορευθῇ αὐτοῖς παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἄλλως δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ συμφωνῶσι καθ’ ἑκάστην πρωΐαν τόσον ἀκριβῶς. Τὸ θέμα ἐκεῖνο ἐμπνέεται, ἂν μὴ δίδηται καθ’ ὁλοκληρίαν, εἰς τὰ φύλλα ταῦτα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ὑβρίζεται λοιπὸν τὸ Κοινοβούλιον ἐπὶ ἑβδομάδας ὁλοκλήρους. Τί δὲν ἐγράφη! Ἐξηντλήθησαν ὅλαι αἱ στῆλαι τοῦ λεξικοῦ τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, αἱ περιέχουσαι δυσωνύμους καὶ — ἐπιτρέψατέ μοι τὴν λέξιν — ῥυπαρὰς φράσεις, τὰς ὁποίας πάσας μετεχειρίσθησαν καὶ μεταχειρίζονται καθ’ ἡμῶν. Ἐπετέθησαν κατὰ τοῦ Κοινοβουλίου· ἰδιαζόντως ἐπιτίθενται καθ’ ἑκάστην κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ λέξις Ἀντιπολίτευσις φαίνεταί τι ἀφῃρημένον, φαίνεταί τι γενικόν, σατυρίζονται καὶ ὀνομαστὶ καθ’ ἑκάστην μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ δὲν παρέρχεται ἡμέρα, καθ’ ἣν νὰ μὴ ἴδωμεν 3, ἢ 5, ἢ 10, ἢ καὶ πλείονα ὀνόματα ἐκ τῶν ἀντιπολιτευομένων Βουλευτῶν καὶ δὴ ἐκείνων ἀκριβῶς, οἵτινες ἀναπτύσσουσι ζωηρότερον καὶ χαρακτηριστικώτερον τὸ ἄδικον τῆς ἐπιμονῆς τῆς Κυβερνήσεως, διασυρόμενα καὶ συνοδευόμενα ὑπὸ τῶν χειροτέρων ἐπιθέτων τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Τὴν ἐπίθεσιν ταύτην ἠδύνατο, καὶ ἔπρεπε, καὶ ὤφειλε νὰ ἀνακόψῃ ἡ Κυβέρνησις, ν’ ἀνακόψῃ ἰδίᾳ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Οὗτος ὅμως ἐννοεῖ νὰ παραβῇ ὅλας ἐκείνας τὰς ὡραίας ἐπαγγελίας, ἃς ἔδιδεν ἄλλοτε, πρὸς κατάληψιν τῆς ἀρχῆς, ἢ μόλις ἀνερχόμενος εἰς αὐτήν. Ὅλα τὰ δόγματα ὅλας τὰς θεωρίας αὐτοῦ ἐποδοπάτησε καὶ ἀπέναντι ἡμῶν ἐνταῦθα, διὰ κακοτροπίας ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, διὰ τῆς δυσφημίσεως δὲ ὅλων ἡμῶν ἐν τῷ τύπῳ καὶ τῇ κοινωνίᾳ. Ἀλλ’ ἐὰν ἔπταιε τὸ Κοινοβούλιον, τὸ ἀποτελούμενον ἐξ 150 Βουλευτῶν, ἐὰν ἔπταιεν ἡ Ἀντιπολίτευσις μόνη, ἡ ἀποτελουμένη ἐκ μελῶν ἐλασσόνων τοῦ ἡμίσεος τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἔπταιεν ἔστω καὶ καθ’ ἓν ἕκαστον τῶν ἀποτελούντων τὴν Ἀντιπολίτευσιν μελῶν, τὸ κακὸν θὰ ἦτο ἴσως ὀλιγώτερον, θὰ ἐζημιοῦτο δὲ μόνον ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῆς ἐκλύσεως τῆς ἐπισήμου γλώσσης κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐντεῦθεν. Ἀλλὰ τὸ χείριστον εἶναι, ὅτι ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, διὰ τοῦ τύπου, ἐπεχείρησαν πλὴν τοῦ δυσφημισμοῦ ἡμῶν καὶ προσβολὴν κατὰ τοῦ πολιτεύματος. «Τὸ πολίτευμα πταίει»! οὐχὶ πλέον τὸ Κοινοβούλιον, ἀλλὰ τὸ πολίτευμα! «Τὸ πολίτευμα πταίει! πρέπει νὰ καταργηθῇ»! «Τὸ πολίτευμα αὐτὸ εἶναι δένδρον, παράγον σκωληκοβρώτους καρποὺς», ἀνεγίνωσκον εἰς μίαν τῶν μεγαλοσχήμων ἐφημερίδων σήμερον....

§268ΛΕΒΙΔΗΣ. Δηλαδὴ χθὲς πλέον. Μὴ λησμονῆτε, ὅτι ἐξημέρωσε σχεδόν.

§269ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τοῦτο ἐζημίωσε πλειότερον ἡ Κυβέρνησις τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, κλονίζουσα τὴν πεποίθησιν καὶ τὴν πίστιν τοῦ λαοῦ ἐπὶ τοῦ πολιτεύματός του. Ἀλλὰ, λέγω ὑμῖν, κύριοι Ὑπουργοί, πρῶτοι ὑμεῖς θὰ αἰσθανθῆτε τὰς θλιβερὰς συνεπείας. Ἐσκέφθητε, τί ἐπιχειρεῖτε νὰ κλονίσητε; Ἐσκέφθητε, ὅτι τὸ πολίτευμα — καὶ ἀξιῶ τὸ θέμα τοῦτο, Κύριοι, μακροτέρου λόγου, διότι δὲν ἐθεώρησα, οὐδὲ θεωρῶ παροδικὰς τὰς γενομένας κατὰ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ μετ’ αὐτὸ κατὰ τοῦ πολιτεύματος δημοσιεύσεις, διότι νομίζω, ὅτι δὲν περιορίζονται εἰς ἀπειλὰς μόνον· ἔχομεν δὲ καὶ τὴν ἀπόδειξιν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτι τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος ἐπειράθησαν νὰ παραβιάσωσι....

§270ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸ παρεβίασαν.

§271ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐσκέφθησαν νὰ κλονίσωσι τὸ πολίτευμα, χωρὶς νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψει τὴν ἱστορίαν. Σχεδὸν δὲν κρίνω ἀναγκαῖον ν’ ἀνατρέξω εἰς τοὺς ἀρχαιοτέρους χρόνους, ἵνα πείσω ὑμᾶς, πῶς πάντοτε διῳκεῖτο ἡ Ἑλλάς, καὶ πῶς πάντοτε ἐπεδίωξε τὰ φιλελεύθερα πολιτεύματα. Δὲν ἀπέβλεψαν διόλου εἰς τὴν ἱστορίαν, ἵνα ἴδωσιν, ὅτι ὁ φιλελεύθερος καὶ φιλόπολις καὶ ἀκεραιότατος καὶ λίαν φιλόπατρις βασιλεὺς Κόδρος ἔμεινεν ἄνευ διαδόχου, οὐχὶ διότι δὲν εὑρίσκετο ἕτερος, ἄξιος ἵνα τὸν ἀντικαταστήσῃ, ἀλλ’ ἔμεινεν ἄνευ διαδόχου διότι τὸ τέως μοναρχικὸν πολίτευμα διεδέχθη ἄλλο φιλελευθερώτερον· εὐγενῶς δὲ οἱ Ἀθηναῖοι περιέβαλον διὰ τῆς ὡραίας καὶ λεπτοτάτης ταύτης δικαιολογίας τὴν μεταβολὴν τοῦ πολιτεύματος. Πολλὰ θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀναφέρω ἐκ τῆς ἀρχαίας ἱστορίας, προχείρως ἐνθυμούμενος αὐτά· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἔλθωμεν ἐπὶ τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν. Μόλις ἀνέκυψεν ἐκ τῆς δουλείας, ἐκ φοβερᾶς καὶ ἐκνευριζούσης δουλείας, τὸ Ἔθνος ἐσκέφθη ἀμέσως περὶ τοῦ πολιτεύματός του· καὶ τέσσαρες ἀλλεπάλληλοι Συνελεύσεις, ἀπὸ τοῦ 1821 καὶ ἐντεῦθεν συνελθοῦσαι, πρώτην φροντίδα ἔσχον, νὰ θέσωσι φιλελεύθερον πολίτευμα, νὰ ἐπικυρώσωσι δ’ αὐτὸ ἀλλεπαλλήλως, καὶ νὰ τὸ ἐφαρμόσωσι καὶ ὑπὸ τὰς χεῖρας τοῦ Κυβερνήτου καὶ μετ’ αὐτὸν μέχρι τῆς ἐποχῆς τοῦ Ὄθωνος. Ἦλθεν ὁ Ὄθων, καὶ εἶχε τὸ δικαίωμα, ὡς ἐκεῖνος ἐνόμιζε, νὰ φέρῃ τὴν μοναρχίαν, ἐρχόμενος ἐκ χώρας μοναρχουμένης, περιβεβλημένος αἴγλην βασιλικὴν ἐπιβάλλουσαν, πλοῦτον πολλῶν καὶ ἀκολουθίαν σοφὴν καὶ τόσα ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἐδικαίουν πως τὴν ἵδρυσιν μοναρχίας ὑπ’ αὐτόν. Ἀλλὰ δὲν παρῆλθε δεκαετία καὶ εὑρέθη ἠναγκασμένος νὰ ὑπογράψῃ τὸν Συνταγματικὸν Χάρτην, διότι ἐγένετο ἐπανάστασις· ἀλλὰ καὶ πάλιν δὲν ἐτήρησεν, ὡς τοὐλάχιστον τὸ Ἔθνος ἠξίου τότε, τὰς διατάξεις τοῦ Χάρτου ἐκείνου, καὶ ἀμέσως ἀνετράπη. Εὐτυχῶς εὑρισκόμεθα σήμερον ὑπὸ Βασιλείαν καλῶς ἑδραιωμένην ἐν τῷ τόπῳ· ἀλλὰ σεῖς θὰ κλονίσητε αὐτὴν, ἂν ἐπιχειρήσητε τὸ ἀνόσιον ἐγχείρημα, νὰ θίξητε τὸ πολίτευμα, μεθ’ ὅσα ἤδη πράττετε, ἵνα κλονίσητε τὴν πεποίθησιν τοῦ κόσμου, καὶ ἐξευτελίσητε αὐτὸ ἀπέναντι τῶν ὀμμάτων τοῦ λαοῦ. Καὶ θὰ φέρητε σεῖς τὴν εὐθύνην διὰ τὰς ἀτασθαλίας, αἱ ὁποῖαι θὰ προκύψωσιν ἐκ τοῦ κλονισμοῦ τῆς πεποιθήσεως ταύτης μίαν ἡμέραν· διότι δὲν παρέρχονται τοιαῦτα γεγονότα ἄνευ ἀποτελεσμάτων βλαβερῶν καὶ θλιβερῶν. Οἱ αἰώνιοι ἠθικοὶ νόμοι εἰσὶ πάντοτε ἐν ἀκμῇ, οἱ ἠθικοὶ νόμοι οὗτοι θὰ προκαλέσωσι τὰ ἀναπότρεπτα ἀποτελέσματα, καὶ θὰ καταφέρωσι ταῦτα κατὰ τῆς κεφαλῆς τῶν ἐργατῶν αὐτῶν, κατὰ τῶν προκαλεσάντων αὐτά. Κατὰ τοῦτο ἐζημίωσε, φρονῶ, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις τὸν τόπον, ἐπιμένουσα εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου Σπάρταλη, μεθ’ ὅσα ἐξετυλίχθησαν ἐντεῦθεν, ἐκ τῶν ὁποίων ἀπεδείχθη καθ’ ὁλοκληρίαν, ὡς εἶπον ἤδη, τὸ ἄδικον καὶ ἀβάσιμον καὶ ἀνυπόστατον τῆς ἀπαιτήσεως. Ἐπιμένουσι δὲ μεταχειριζόμενοι ὅσον ἠδυνήθησαν περισσότερα μέσα πρὸς ἐξευτελισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς ἐξευτελισμὸν τοῦ ἑαυτῶν ἀξιώματος. Δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατί νὰ συνεδριάζωμεν τὴν 5ην, σχεδὸν 6ην πρωϊνὴν ὥραν! δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ παραμελῶσι τὰς ἄλλας ὑποθέσεις τοῦ Κράτους, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὤφειλον νὰ ἐργάζωνται κατὰ τὰς ἑσπερινὰς ὥρας... Γελᾷ, βλέπω, ὁ κύριος Μπουφίδης!

§272ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Γελῶ, διότι δὲν βλέπετε τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον βλέπει ὅλος ὁ κόσμος.

§273ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲ περιμένω, βλέπετε, νὰ τελειώσῃ ὁ γέλως σας... Νὰ ἐξοδεύωσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τὰ τρία τέταρτα τοῦ ἡμερονυκτίου ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, παραμελοῦντες τὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους, νὰ κάθηνται ἐκεῖ, (δεικνύει τὰς θέσεις τῶν Ὑπουργῶν) καὶ τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον κατέχουσι, καταβιβάζοντες, καὶ ἑαυτοὺς προσωπικῶς, ὡς μέλη ἐξέχοντα τῆς κοινωνίας, ἐξευτελίζοντες, τρώγοντες ἐκεῖ ἀνὰ μίαν κουλούραν! ἵνα καταδαμάσωσι τὴν πεῖνάν των. Καὶ δὲν εἶναι ἐξευτελισμὸς τοῦτο καὶ τοῦ ἀξιώματος καὶ τῶν ἀτόμων των; Ἀλλὰ πιθανὸν τὸ μὲν ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον φέρουσι, νὰ θεωρῶσι κτῆμά των, καὶ νὰ διαχειρίζωνται αὐτὸ ὡς ἂν βούλωνται, περὶ δὲ ἑαυτῶν νὰ ἦναι μᾶλλον ἁρμόδιοι αὐτοὶ νὰ κρίνωσιν. Ἀλλ’ ἐπιμένουσιν ἐνταῦθα, καὶ διὰ παρανομιῶν ἔτι προσπαθοῦντες νὰ ἐπιτύχωσι τὴν ψήφισιν τῆς πιστώσεως· καὶ ἐγενόμεθα κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην μάρτυρες σκηνῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνατρέπουσι καὶ Κανονισμοὺς καὶ Νόμους καὶ Σύνταγμα ἀκόμη. Διὰ τοιούτων μέσων ἐπιμένει ἡ Κυβέρνησις ἐν μεσονυκτίαις ὥραις, ἐν ὀρθριζούσαις πλέον ὥραις, νὰ λάβῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ψῆφον κεκμηκυῖαν, ψῆφον νυσταλέαν, ψῆφον οὐχὶ πλέον διαυγῆ καὶ ἀποῤῥέουσαν ἐκ καθαρᾶς συνειδήσεως μετὰ πεφωτισμένην συζήτησιν, ἀλλὰ ψῆφον βίας, ἀποσπωμένην ἐκ κεκμηκότων στομάτων καὶ ἡμικλείστων ἐκ τῆς κοπώσεως καὶ τοῦ ὕπνου ὀμμάτων....

§274ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕνα μῆνα ἤδη καὶ πλέον συζητεῖτε, καὶ δὲν ἐφωτίσθητε ἀκόμη;

§275ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διὰ τοιαύτης ψήφου ἂν μέλλῃ νὰ κυρωθῇ ἡ πίστωσις, ἐγὼ θὰ ἔδιδον τὴν συγκατάθεσίν μου νὰ ψηφισθῇ ἀμέσως τὴν ἑσπέραν ταύτην, αὐτὴν μάλιστα τὴν στιγμήν, ἂν ἐξηρτᾶτο ἀπ’ ἐμοῦ ἡ κατάπαυσις τοῦ ἀηδοῦς τούτου ἀγῶνος, διότι φρονῶ, ὅτι ὑποχρεοῦμαι, καὶ ὡς πολίτης Ἕλλην, καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, νὰ θέσω τέρμα εἰς αὐτήν, καὶ νὰ ἴδω οὕτως ἢ ἄλλως ἐξοβελιζόμενον ἐκ τοῦ Βουλευτηρίου τὸ ζήτημα τοῦ Σπάρταλη, διὰ νὰ καθαρισθῇ καὶ ἡ ἀτμόσφαιρα τοῦ Κοινοβουλίου, διὰ νὰ ἡσυχάσῃ καὶ ὁ τόπος....

§276ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐχρειάζετο καὶ ἁγιασμός! (Ἱλαρότης).

§277ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. .. διὰ νὰ ἐπανέλθῃ δὲ εἰς τὴν τροχιάν της καὶ ἡ κυβερνητικὴ μηχανή, ἧς ἡ ἄτακτος λειτουργία, φρονῶ μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι βλάπτει τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου· καὶ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ἐκλονίσθησαν καὶ ἐξετροχιάσθησαν τὰ πάντα, χάριν τοῦ ζητήματος τούτου. Ἰδοὺ διατὶ ἤθελον νὰ ἴδω αὐτὸ ἐξερχόμενον ἐντεῦθεν, οὕτως ἢ ἄλλως. Χάριν τοῦ ζητήματος τούτου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀφιερώθη καθ’ ὁλοκληρίαν ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐνταῦθα, καὶ συνεκεντρώθησαν ὅλαι αἱ πνευματικαὶ καὶ σωματικαὶ αὐτῆς δυνάμεις ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου εἰς πολλαπλᾶς καὶ ποικίλας ἐνεργείας πρὸς συγκρότησιν ἀπαρτίας, πρὸς συγκράτησιν, πρὸς ψηφοφορίας καὶ ὀνομαστικὰς κλήσεις, ἕνεκα τούτου καὶ τῆς ἀναγκαίως ἐπελθούσης εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως ἀταξίας καὶ παραλυσίας, βλέπομεν, ὅτι κατὰ τὸν ἔσχατον τοῦτον μῆνα τὸ πᾶν περιῆλθεν εἰς πλήρη παραλυσίαν ἔν τε τῇ πρωτευούσῃ καὶ ἐν τῷ Κράτει ὁλοκλήρῳ· βλέπομεν καὶ ἀκούομεν καθ’ ἡμέραν φόνους, τελουμένους ἀλλεπαλλήλως ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, φόνους, ὧν τὸ πλεῖστον μέρος ἐκτελεῖται διὰ τῶν ἐπισήμων ὅπλων, διὰ τῶν ὅπλων τοῦ στρατοῦ, ἄνευ λόγου καὶ αἰτίας· ἐν τῇ πρωτευούσῃ βλέπομεν τὴν ἀταξίαν, τὰς κλοπὰς, τὰς ὑπονομεύσεις, τὰς λωποδυσίας, τὰς λαθροχειρίας καὶ τόσας ἄλλας κακουργίας, σωρηδὸν ἐκτελουμένας, καὶ καθ’ ὁρμαθοὺς ἀνὰ πᾶσαν πρωΐαν ὑπ’ αὐτῶν τῶν ὑπουργικῶν ἐφημερίδων ἀναγραφομένας. Καταχρήσεις δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ἐδῶ καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, σφετερισμοὶ δημοσίων χρημάτων διαδέχονται ἀλλήλους. Καὶ τούτων πάντων τὴν αὔξησιν, διότι ἡ ὕπαρξις ποτὲ δὲν ἠμφισβητήθη ὑπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, τούτων πάντων, λέγω, τὴν αὔξησιν ἀποδίδω, ἐγὼ τοὐλάχιστον, εἰς τὴν κατάστασιν αὐτήν· διότι εἴμεθα τὸ Κοινοβούλιον, εἴμεθα οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ τόπου, εἴμεθα τὸ κέντρον αὐτοῦ· νόμος δέ τις λανθάνων, ἀκατάληπτος, μὴ παρέχων κἂν οὐδὲ τὴν συνείδησιν αὐτοῦ εἰς ἐκείνους, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπιδρᾷ, νόμος τις οὐχ ἧττον τοιοῦτος ἐπιδρᾷ ἐπὶ τοῦ ὅλου, ἀναλόγως τῆς καταστάσεως τοῦ κέντρου. «Ἡ Ἀντιπολίτευσις πταίει»! «Τὸ Κοινοβούλιον πταίει»! συνείθισαν νὰ λέγωσιν οἱ Ὑπουργοὶ καὶ οἱ φίλοι των. Ἐνταῦθα δὲ ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον Συνάδελφον, ὅστις μὲ διέκοψε πρὸ μικροῦ. Λέγουσιν, ὅτι ἡμεῖς βασανίζομεν τὴν Βουλήν, συζητοῦντες ἐπὶ ἕνα μῆνα. Τὸ Κοινοβούλιον πταίει· καὶ εἰδικώτερον, ἡ Ἀντιπολίτευσις πταίει! «Ἡ Ἀντιπολίτευσις —ἐδέησε νὰ πλασθῇ καὶ λέξις ἐπὶ τούτῳ—ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐνέφραξε τὰς συνεδριάσεις τοῦ Κοινοβουλίου». Συνεζητήσαμεν διὰ μακρῶν τὴν πίστωσιν τοῦ Σπάρταλη· ἀπεδείχθη δὲ ἐκ τῶν λόγων τῶν προαγορευσάντων ἀξιοτίμων μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡλίου φαεινότερον, τὸ ἄδικον καὶ τὸ ἀνυπόστατον τῆς ἀπαιτήσεως, φρονῶ δὲ, ὅτι ἐλάχιστοι ἴσως καὶ ἐκ τῶν συμπολιτευομένων συναδέλφων ἡμῶν ὑπολείπονται, οἱ μὴ πεισθέντες καθ’ ὁλοκληρίαν περὶ τοῦ ἀδίκου τῆς πιστώσεως. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι κομματικῆς ἀνάγκης, οὐδὲ κατηγορῶ τινα ἐξ αὐτῶν, διότι ἐνέμεινεν εἰς τὰς τάξεις του καὶ ὑπεστήριξε τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τί ὅμως ἔπταισεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ζητήσασα διὰ μακρῶν καὶ πείσασα ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ἀδίκου, ὡς εἶπον, τῆς πιστώσεως; Ἀπηντήσατε ὑμεῖς, διὰ νὰ ἀναιρέσητε τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; διὰ νὰ πείσητε τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ἐναντίου; Ἀπεπειράθητε, πλὴν δύο μόνον ἀγορευσάντων, οἱ ὁποῖοι καὶ αὐτοὶ περιώρισαν τὰς ἀγορεύσεις των, τεχνικὰς καὶ δεινὰς ἴσως ὑπὸ ῥητορικὴν ἔποψιν, ἀλλ’ ὑπὸ πρακτικήν, ὑπὸ οὐσιαστικὴν ἐστερημένας ἐπιχειρημάτων, περιώρισαν, λέγω, αὐτὰς εἰς συγχύσεις καὶ ἀναμίξεις τῶν πραγμάτων πρὸς σαγήνευσιν διὰ τῆς συγχύσεως τῆς γνώμης τινῶν τυχὸν τῶν ἁπλουστέρων; Εἰσῆλθεν ἡ πλευρὰ αὕτη εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος, ἵνα καταπείσῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν; Ἠδυνήθη ἡ πλευρὰ αὕτη (δεικνύει τὴν δεξιὰν) νὰ κλονίσῃ τὴν πεποίθησιν τοῦ κόσμου, τοῦ κοινοῦ ἐν τῇ πρωτευούσῃ, καὶ τοῦ κοινοῦ ἐν ὅλαις ταῖς ἐπαρχίαις τοῦ Κράτους, ὅτι ὁ ὑπὲρ Σπάρταλη ἀγὼν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι ἄδικος; Συνεζήτησεν ἡ δεξιὰ νὰ πείσῃ τὸ κοινὸν περὶ τοῦ δικαίου τοῦ ἀγῶνος καὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει; Ἐν τῷ μεταξὺ παρενεβλήθησαν αἱ συνήθεις καὶ ἐπιτρεπόμεναι καὶ μάλιστα ἐπιβαλλόμεναι εἰς τὸ Κοινοβούλιον ἐπερωτήσεις, αἱ ἐπιβαλλόμεναι ἐκ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου, τὸ ὁποῖον ἔχει. Συνεζήτησε διὰ μακρῶν πλείστας καὶ βαρυτάτας ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ κατηγορίας κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἢ ἠρκέσθη εἰς τὴν σιωπήν, ἢ ἐπετέθη δι’ ἀνοικείου τρόπου κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἢ ἀνεσκάλισε τὰ ἀρχεῖα τῶν Ὑπουργείων, διὰ νὰ ἀνεύρῃ ὁμοίας πράξεις προκατόχων Κυβερνήσεων, διὰ νὰ ἀποκρούσῃ τὴν ἐπίθεσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως! Ἐπλάσαμεν ἡμεῖς τὰς κατηγορίας ἐκείνας, ὡς καὶ ἕτερος συνάδελφος ἠρώτησεν ὑμᾶς; Ἐχαλκεύσαμεν ἡμεῖς τι ἐκ τῶν ζητημάτων ἐκείνων, καὶ διεσύραμεν ἡμεῖς τὴν ὑπόληψιν τῆς Κυβερνήσεως, ἔστω ἐπὶ ἑνὸς τῶν ζητημάτων ἐκείνων; Ἐσυκοφαντήσαμεν ἡμεῖς τὴν Κυβέρνησιν; Οὐδὲν ἐξ αὐτῶν! Ἐξησκήσαμεν δικαίωμα, ἐπιβαλλόμενον εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ἐθέτομεν δὲ ἐπὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐδάφους τὸ ἕτερον σκέλος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, διὰ νὰ βαδίζῃ καλῶς, διὰ νὰ μὴ χωλαίνῃ, διὰ νὰ μὴ πέσῃ ἢ ἐκτραπῇ εἰς τρίβους ὀλισθηρὰς καὶ ἀνόμους· διότι πᾶσα Κυβέρνησις ἐκτρέπεται, ὅταν ἀφίηται ἀνεξέλεγκτος, ἰδίᾳ δὲ ἡ παροῦσα, ἥτις ἀπέδειξε πόσον ἐλαφρῶς καὶ ἀλογίστως μεταχειρίζεται καὶ τοὺς νόμους καὶ τοὺς θεσμοὺς καὶ τὰ χρήματα τῆς χώρας, προκειμένου περὶ τῆς θέσεώς της καὶ περὶ ἐμπεδώσεως τῆς ἐπιῤῥοῆς της ἢ τῶν φίλων αὐτῆς. Εἴμεθα τὸ ἕτερον σκέλος τοῦ πολιτεύματος, καὶ πατοῦμεν ἐπὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐδάφους, διὰ νὰ βαδίζῃ αὐτὸ κάλλιον, ἀλλὰ τοῦτο δὲν συμφέρει εἰς τὴν πλευρὰν αὐτήν, (δεικνύει τὴν δεξιὰν) καὶ ἔπρεπεν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ δυσφημῆται. Ἐντεῦθεν πηγάζουσιν αἱ κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατηγορίαι, περὶ τῶν ὁποίων ἐν ἀρχῇ εἶπον. Ἀλλ’ αἱ φωναὶ καὶ αἱ ἐπιθέσεις καὶ αἱ ὕβρεις καθ’ ἡμῶν οὐδόλως ἐκλόνισαν τὴν πεποίθησιν τοῦ κοινοῦ περὶ τοῦ δικαίου τῆς ἐπιθέσεως ἡμῶν καὶ τῆς ἐγκαρτερήσεως· τοῦτο ὅμως ἔπρεπε, κατὰ τοὺς φίλους τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐπιφέρῃ τὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ, ταύτης δὲ μὴ ἐπιτευχθείσης, νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἀνατροπὴν ἄλλου θεμελιωδεστέρου! Ἀλλ’ οὐδένα κατώρθωσαν νὰ πείσωσι! Θὰ μείνῃ δὲ ὡς κηλὶς μέλαινα ἐν τῇ πολιτικῇ ἱστορίᾳ αὐτῶν τὸ ζήτημα τοῦτο, θὰ μείνῃ κηλίς, ἡ ὁποία θὰ φέρηται ὡς ἐν ξυνωρίδι μετὰ τοῦ ὀνόματος τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία βιάζει, πειθαναγκάζει, προκαλεῖ, ἡ ὁποία θὰ ἀποσπάσῃ ἐπὶ τέλους τὰς ψήφους τῆς Βουλῆς πρὸς ἑαυτήν· καὶ θὰ συνοδεύηται πάντοτε τὸ ζήτημα τῆς πιστώσεως τοῦ Σπάρταλη, τὸ ζήτημα τῶν 10 χιλιάδων λιρῶν, ὑπὸ τοῦ ὀνόματος τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν προσώπων· δὲν λέγω τι περὶ τῆς πλειοψηφίας, διότι αὐτὴ ἐκτελεῖ καθῆκον κομματικῆς τιμιότητος, ἀλλὰ θὰ φέρηται εἰς τὸ μέλλον, ὡς αἱ περιώνυμοι ἐκεῖναι πράξεις ἄλλης Κυβερνήσεως, ἥτις ἠθέλησε διὰ τῆς βίας, καὶ διὰ τῆς παραβιάσεως τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ διὰ τῆς ἀποπείρας κατὰ τοῦ πολιτεύματος νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην της ἐπὶ τοῦ Ἔθνους, ὅπερ ὅμως ἀπέκρουσε καὶ ἀνέτρεψεν αὐτήν· θὰ συνοδεύηται τὸ ὄνομα αὐτῶν δι’ ἀναλόγου τινὸς ἐπιθέτου πρὸς τὰ στηλιτικὰ, καὶ οἱ ὀπαδοὶ αὐτῆς θὰ παραδοθῶσιν, ὡς καὶ ἐκεῖνοι παρεδόθησαν, εἰς τὸ ἀνάθεμα καὶ εἰς τὴν ἐκδίκησιν τοῦ Ἔθνους. Καὶ θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, καθ’ ἣν θὰ δειλιάσητε νὰ ἀτενίσητε καὶ τὸν λαὸν καὶ τὴν συνείδησίν σας! Θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, καθ’ ἣν θὰ παρέλθῃ ἡ θέρμη, μετὰ τῆς ὁποίας ὑποστηρίζετε τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, καὶ θὰ ἴδητε μετὰ δυσκολίας καὶ εἰς αὐτὴν τὴν συνείδησίν σας. Ἀλλὰ πολὺ περισσότερον θὰ προβάλητε μετὰ φρίκης ἀπέναντι τοῦ μεγάλου ἐκείνου κριτοῦ, τοῦ λαοῦ, ὅστις μᾶς περιμένει μίαν ἡμέραν. Θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, καθ’ ἣν θὰ μετανοήσητε διὰ τὰς πράξεις σας! Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἔργον ἰδικόν σας. Ἐγὼ, κατερχόμενος ἐντεῦθεν, δηλῶ καὶ αὖθις, ὅτι κατὰ πεποίθησιν στερεὰν καὶ ἀκλόνητον θὰ καταψηφίσω τοῦ νομοσχεδίου. (Εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§278ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλοῦμεν μίαν ἀναβολήν.

§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεῤῥίφθη ἡ πρότασις ἀναβολῆς προηγουμένως. Νὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν ψηφοφορίαν;

§280ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα, νὰ λάβωμεν ἀναψυχήν.

§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Κανάρη καὶ Καλογεροπούλου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Χαρ. Τρικούπης ΟΔημ. Ν. Βότσαρης
Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΟΚωνστ. Γ. Καραπάνος
Γ. Σισμάνης ΟΓεώργιος Χ. Παχὺς Ο
Δ. Βουλπιώτης ΟΣτέφανος Δραγούμης Ο
Ἀθ. Ἴσκος Δημ. Γ. Ῥάλλης Ν
Ν. Καλαντζόπουλος ΟἈνδρέας Γ. Ψύλλας Ο
Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Φωκίων Νέγρης Ο
Μ. Γουλιμῆς ΟἸω. Α. Γεωργαντᾶς
Μ. Ἰατρίδης ΟΝικόλ. Μπουφίδης Ο
Δ. Χατζόπουλος ΝΔημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ο
Γεώργιος Μίλησης ΟΔημ. Καλλιφρονᾶς
Σπυρίδων Νοταρᾶς Νικ. Λεβίδης Ν
Γιώργιος Κούστας Σπυρ. Κουκούλεζας Ο
Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΟὌθων Μακρυγιάννης Ο
Σωτήρ. Δανόπουλος ΟΤρύφ. Μουτσόπουλος Ο
Ἀναστ. Δημητριάδης Θάνος Κανακάρης
Μιχαὴλ Νικηφοράκης ΟἈθ. Πετιμεζᾶς
Δημήτρ. Πετρίδης ΝΝεοκλ. Πετιμεζᾶς
Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΝΑ. ΠαπαγιαννακόπουλοςΝ
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝΑ. Φωτήλας Ο
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Ἀνδρ. Αὐγερινός
Χρῆστος Χριστόπουλος ΝἈντ. Ῥικάκης
Φίλιπ. Βάρβογλης Ἀχ. Γεροκωστόπουλος Ν
Ἠλίας Φλέσσας Ἰω. Κρεστενίτης
Κωντ. Κωνσταντόπουλος Ν. Κουμανιώτης
Ἀρ. Σακελλαρόπουλος Χρ. Στεφανόπουλος Ο
Παναγ. Μανέτας ΟἈλέξ. Ζαΐμης
Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος ΝΝ. Καλογερόπουλος Ο
Ἠλίας Παλαμήδης Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Ο
Κωνστ. Κατσικόπουλος ΟΝ. Παπανικολάου
Δ. Ζέγγελης Ν. Καφετζόγλους Ο
Ἰω. Πεζᾶς ΟἸωάνν. Καρτάλης
Κων. Σινέλης ΟἈρ. Κανταρτζῆς Ο
Βασίλ. Βουδούρης ΟΕὐάγ. Σταμούλης Ο
Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος ΟΝ. Κοκωσλῆς
Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς ΟἸω. Παπαδόπουλος Ο
Ἀναστ. Ἐ. Λούντζης ΟΚ. Μαρκίδης Ο
Διον. Λομβάρδος ΟἈριστ. Ἀργυρόπουλος Ο
Γεώργ. Θεοτόκης ΟΔημ. Κουτσουμπλῆς Ο
Κωνστ. Βασιλάκης Εὐθ. Μπατζιᾶς Ο
Ἀντ. Καποδίστριας Ἀναστ. Ζαρμάνης Ο
Ν. Βασιλάκης Ἀχιλ. Λογιωτάτου
Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Σωτ. Σωτηρόπουλος
Πολυχρ. Κωνσταντᾶς Κ. Κουμουνδοῦρος
Σπυρ. Ἀλαμάνος Περικλῆς Πεῤῥωτὴς
Θεόφιλος Προβατᾶς Δημήτριος Τζάνες Ο
Ἰωάννης Παδοβᾶς ΟΠερικλῆς Μποῦτος
Εὐάγγ. Μπασιᾶς Παναγιώτης Σάκκης
Ἀγαμέμνων Μεταξᾶς ΟΝικόλαος Παπαλέξης Ο
Ἀνδρ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΟΝικόλαος Μισυρλῆς Ν
Νικόλ. Βαλσαμάκης Ν. Καράπαυλος Ο
Γεράσιμος Μουσούρης Ἀσημάκης Χριστόπουλος
Παναγ. Βενιεράτος ΟΕὐστάθιος Κοκκέβης Ο
Γ. Τυπάλδος Κοζάκης Δημήτριος Κάρτσωνας
Γεώργιος Κόρπας Δημήτριος Π. Γουδῆς Ο
Στέφανος Σκουλούδης ΟΣ. Χατζηγάκης
Ἀλοΐσιος Τόμαν Κ. Ζωγλοπίτης Ο
Χαρίλ. Προβελέγγιος ΟἈθ. Καζαμπάκας Ο
Νικόλ. Νομικός Γ. Φραγκίδης Ο
Μίνως Μπογιατζόγλους ΟΑ. Τακιατζῆς Ο
Γεώργιος Μπούμπουρας ΟΓ. Τάκης
Λωρέντζος Δελαρόκας ΟΝ. Ταρμπάζης
Δημοσθένης Καΐρης ΟΖ. Φαλιάγκας
Γεώργ. Δρόσος ΟΣταμάτιος ΜπουντούρηςΟ
Νικόλ. Κρίσπης ΟΘεόδωρος Γκίκας Ο
Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ο
Κωνστ. Κοσσονάκος ΟΚ. Χαλκιόπουλος Ο
Γεώργ. Μαυρομιχάλης Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος Ο
Ἀριστ. Πετροπουλάκης Ν. Κοντογιάννης
Γιανν. Μαυρομιχάλης ΟἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ο
Νικήτας Βαρβιτσιώτης ΟΓ. Λιδωρίκης Ο
Λεων. Καπετανάκος Κ. Χατζῖσκος Ο
Ξανθὸς Πικουλάκης ΟΔ. Ζουλούμης Ο
Γ. Πετροπουλάκης Κ. Ἀναγνωστόπουλος Ν
Κ. Παπαμιχαλόπουλος Θεμιστ. Κανάρης Ν

§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς ἀπεῤῥίφθη διὰ ψήφων 77 κατὰ 13, ψηφοφορησάντων ἐν ὅλῳ 90.

§283ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§284ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά· ὁμιλήσατε.

§285ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπεφασίσατε νὰ ἐπιψηφίσητε τὴν πίστωσιν. Ἀπέναντι τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς, τῆς ἀνεκκλήτου, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν νὰ ἀντιτάξωμεν, παρὰ διαμαρτυρίας μέχρις ἐσχάτων. Ἂν ἤθελέ τις νὰ ἐρευνήσῃ καὶ εὕρῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς τόσον πολὺ σπεύδετε νὰ ψηφίσητε τὴν πίστωσιν αὐτήν, ματαίως ἤθελε πράξει τοῦτο, διότι οὐδένα θὰ εὕρισκε τοιοῦτον λόγον. Δὲν πρόκειται πλέον περὶ ἁπλῆς ὑποψίας, ὅσον ἀφορᾷ τὴν στοργήν, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξε καὶ ἐπιδεικνύει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τὴν πίστωσιν αὐτήν, ἀλλὰ περὶ ἀποδείξεων μέχρις ἐναργείας. Τόσον εἶναι βέβαιον αὐτό, ὥστε μέχρι τοῦδε ἐγένοντο ἰδιαίτεραι διασκέψεις περὶ τὰς δέκα, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ μείνητε μίαν νύκτα ὁλόκληρον καὶ ψηφίσητε αὐτὸ τὸ πεφιλημένον νομοσχέδιον, πιέζοντες κατὰ τρόπον πρωτοφανῆ καὶ ἀνήκουστον τὴν μειονοψηφίαν. Καὶ ἀπηγορεύσατε εἰς ἕνα Βουλευτὴν, νὰ εἴπῃ δύο λέξεις ἐκ τῆς θέσεώς του, διότι εἶχεν ὁμιλήσει δίς. Ἀλλὰ διατὶ τέλος πάντων θέλετε νὰ χορηγήσητε αὐτὰ τὰ χρήματα; Τὰ ὀφείλομεν;.... Ὁ κ. Μίλησης νεύει καταφατικῶς. Ἀλλὰ ποῦ στηρίζεται ἡ ἀπαίτησις; Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἐρευνήσω τὴν ὑπόθεσιν ἐξ ἀρχῆς. Θὰ ἐξετάσω τὸν τίτλον, τὸν ὁποῖον ἀπέκτησαν οἱ δῆθεν δικαιοῦχοι ἀπὸ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Πόσον ποσὸν ἐπεδίκασε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον; Τρεῖς χιλιάδας ἑκατὸν ἑξήκοντα λίρας. Τὸ μέχρι 10,300 ὑπόλοιπον πόθεν τὸ ὀφείλομεν; Ἐγὼ ἠμφισβήτησα καὶ τὰς 3,160, νομίζω δὲ, ὅτι ἀπέδειξα, ὅτι δὲν ἔχει νὰ λάβῃ τίποτε· ἀλλὰ παραδέχομαι πρὸς στιγμὴν, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον παρεδέχθη τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἶναι βέβαιον καὶ ἀκριβές. Πόσον λοιπὸν εἶναι τὸ ποσὸν αὐτό; Τρεῖς χιλιάδες ἑκατὸν ἑξήκοντα λίραι, λέγουσι δὲ οἱ περὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὸ ὑπόλοιπον προέρχεται πρῶτον, ἀπὸ τὴν προμήθειαν. Ἀλλὰ τὸ Συνέδριον ἀπεφάσισεν, ὅτι δὲν δικαιοῦται ὁ Σπάρταλης νὰ λάβῃ τοιαύτην. Ποίαν ἄλλην ἀρχὴν ἔχετε, ἡ ὁποία σᾶς εἶπε τὸ ἐναντίον; Ἐξελέγχονται οἱ λογαριασμοὶ ἑνὸς ὑπολόγου, καὶ ἡ ἐξέλεγξις φέρει ὡς ἀποτέλεσμα, ὅτι εἰς πίστωσιν τοῦ ὑπολόγου αὐτοῦ ἀναγράφεται ἓν ποσὸν 3,160 λιρῶν. Τὸ Συνέδριον εἶπε, προμήθεια δὲν ὀφείλεται. Ἀλλὰ μετὰ ταῦτα προκαλεῖται ἀναθεώρησις. Τὴν ἀναθεώρησιν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δύναται νὰ τὴν κάμῃ ἐπὶ τῇ αἰτήσει εἴτε τοῦ ὑπολόγου, εἴτε ἐξ ἐπαγγέλματος, ἀλλ’ ἐξ ἐπαγγέλματος μόνον εἰς μίαν περίστασιν, ἤτοι ὅταν ὑπάρχῃ λογιστικὸν λάθος, ἢ παρελείφθη ἀναγραφὴ κονδυλίων. Ὁ ὑπόλογος ἔκαμεν ἐνταῦθα αἴτησιν ἀναθεωρήσεως; Ὄχι. Ἀλλ’ ὑπάρχει μία αἴτησις ἀναθεωρήσεως τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας, ὁ ὁποῖος δὲν ἠξεύρομεν, πῶς ἀναμιγνύεται καὶ ποίους δανειστὰς ἀντιπροσωπεύει. Ἀντιπροσωπεύει ἆρά γε τὴν ὁμάδα τῶν δανειστῶν τοῦ Σπάρταλη, ὡς ἐξ ἀρχῆς ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὁ Πρωθυπουργός; Ἀλλ’ ὁ Σπάρταλης ὀλίγον μετὰ τὴν πτώχευσίν του συνεβιβάσθη, μετὰ δὲ τὸν συμβιβασμὸν ὁμὰς δανειστῶν δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Μήπως ἔλαβε χώραν ἐκχώρησις; Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει μόνοι οἱ ἐκδοχεῖς Ἄγγλοι θὰ ἠδύναντο νὰ ζητήσωσι τὴν ἀναθεώρησιν τῆς ἀποφάσεως. Τὸ νὰ ἔρχηται ὅμως ὁ Πρέσβυς νὰ ζητῇ τὴν ἀναθεώρησιν, τοῦτο εἶναι ὄχι μόνον ἔκτροπον καὶ παράνομον, ἀλλὰ καὶ αὐτόχρημα ἀνατρεπτικὸν τῆς αὐτονομίας καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Κράτους, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὁ Πρεσβευτὴς δὲν ὑπέβαλεν ἁπλῆν αἴτησιν ἀναθεωρήσεως, ἀλλὰ διετύπωσεν ἔντονον καὶ ἐπιβλητικὴν ἀπαίτησιν. Ἔχω μάλιστα ἓν πρόχειρον ἔγγραφον τοῦ ἀντιπροσώπου τούτου τῆς Ἀγγλίας, ὁ ὁποῖος λέγει. (Ἀναγινώσκει)....

§286ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη, ἡ πεποίθησις τοῦ Πρέσβεως.

§287ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοῶ, τί θέλετε νὰ εἴπητε, κύριε Μίληση. Μήπως ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι γνώμη τοῦ Πρέσβεως; Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ: εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπιβάλλωσιν οἱ Πρέσβεις ἑκάστοτε τὰς γνώμας των εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὰ Δικαστήρια δι’ ἀπειλῶν, ὅταν μάλιστα αἱ γνῶμαι αὗται δὲν ἦναι οὔτε νόμιμοι, οὔτε δίκαιαι; Ἔπειτα νομίζετε, ὅτι εἶναι μόνον αὐτὸ τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον εὗρον προχείρως ἐδῶ; Δὲν ἐνθυμεῖσθε τὴν ἐπιστολὴν ἐκείνην, δι’ ἧς λέγει ὁ Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλίας πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν, ὅτι ὀφείλει νὰ δώσῃ πέρας εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν ὑπὲρ τοῦ Σπάρταλη, διότι ἄλλως θὰ εὑρεθῇ εἰς θέσιν ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἀγγλικὴ ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, τὴν Ἀγγλικὴν, τὴν ἀλληλογραφίαν μεταξὺ τοῦ κ. Τρικούπη καὶ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως; Εἶναι ἁπλῆ γνώμη αὐτὴ πλέον; Καὶ ὅμως ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις ἀναγνωρίζετε ἀνύπαρκτον πρὸς τὸν Σπάρταλην ὀφειλὴν, καὶ ἐπιμένετε ὑποστηρίζοντες τὴν περὶ τούτου ὕποπτον προαίρεσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀξιοῦντος νὰ πληρωθῇ προμήθεια, ἥτις οὐ μόνον δὲν ἀναγνωρίζεται, ἀλλὰ καὶ διαῤῥήδην ἀπεκρούσθη ἀπὸ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, διότι γνωστὸν εἶναι, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ μετὰ τὴν αἴτησιν ἀναθεωρήσεως, καὶ μετὰ τὴν προσαγωγὴν ἀποσπασμάτων τοῦ βιβλίου τοῦ Σπάρταλη, τοῦ ἐμπόρου Σπάρταλη, ἐνεδοίαζε ν’ ἀποδεχθῇ κονδύλιον προμηθείας. Τότε εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ προκαλέσῃ ἔγγραφον ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν περὶ ὀφειλομένης δῆθεν κατ’ ἔθιμον προμηθείας, πλὴν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀπήντησεν, ὅτι οὐδέποτε ἐπληρώθη προμήθεια δι’ ὅσα πλοῖα ἠγοράσθησαν, ἢ ἐναυπηγήθησαν ἐν Γαλλίᾳ, ἢ ἀλλαχοῦ. Ἐσχάτως δὲ μόνον ἐπληρώθη προμήθεια 180 λιρῶν ἐπὶ ποσοῦ εἰκοσιμιᾶς χιλιάδων λιρῶν, αἵτινες ἐδόθησαν διὰ τὴν «Μυκάλην» καὶ τὴν «Σφακτηρίαν». Καὶ ἐν τούτοις, μετὰ τοιαύτην ἀπάντησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συγκαλεῖ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ζητεῖ τὴν γνώμην τῶν λοιπῶν Ὑπουργῶν, καὶ καταστρόνει πρακτικὸν, δι’ οὗ δηλοῦται, ὅτι ὁ Σπάρταλης δικαιοῦται νὰ λάβῃ προμήθειαν 2%! Εἶναι λοιπὸν δίκαιον νὰ πληρώσωμεν αὐτὴν τὴν προμήθειαν; Ὁ Σπάρταλης ἦτο Πρόξενος, ἤτοι δημόσιος ὑπάλληλος, ὡς τοιοῦτος δ’ ἐνήργησε. Πῶς λοιπὸν θὰ λάβῃ προμήθειαν; Ἔπειτα ὁ ἴδιος εἶπε δι’ ἐγγράφου του, ὅτι οὐδέποτε ἐζήτησεν ἢ ζητεῖ προμήθειαν, ὡς ὑπηρετῶν τὴν πατρίδα του δωρεάν. Καὶ ὅμως, κατὰ παράδοξον τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι, ἐπιμένετε, μεθ’ ὅλα ταῦτα, νὰ πληρώσητε προμήθειαν 3,000 λιρῶν. Ἀλλὰ, τέλος πάντων, δέχεσθε τὴν προμήθειαν· ἔστω. Δὲν ἀρκεῖ ὅμως αὕτη, διότι μετὰ τοῦ ἀναγνωρισθέντος κεφαλαίου ἀνέρχεται εἰς 6,000 περίπου λιρῶν, εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 10,800, διότι τόσας ζητεῖ ὁ Πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας. Πῶς λοιπὸν νὰ φθάσωμεν εἰς αὐτὸ τὸ ποσόν; Δέον νὰ ὑπολογίσωμεν καὶ τόκον. Μὰ διὰ τὸν τόκον σᾶς εἶπε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὅτι δὲν ὀφείλεται τοιοῦτος, ἔχετε δὲ καὶ ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου, ὅστις λέγει, ὅτι οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ λάβῃ τόκον, ἐὰν δὲ ἐγείρῃ ἀγωγὴν, ἢ δὲν ἦναι συμπεφωνημένος τοιοῦτος, ἢ δὲν ἐπιβάλλεται ἐξ εἰδικῆς τοῦ νόμου διατάξεως. Οὐδεμία τούτων τῶν περιπτώσεων συντρέχει ἐνταῦθα. Διὰ ποῖον λοιπὸν λόγον θέλετε νὰ πληρώσητε τόκον; Εὑρέθη ἡ δικαιολογία. Πρέπει νὰ πληρώσωμεν τόκον, διότι χωρὶς νὰ ἔχωμεν δικαίωμά τι ἐλάβομεν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν 6,000 λιρῶν τοῦ Σπάρταλη, τὰς ὁποίας, ἐὰν αὐτὸς μετεχειρίζετο, θὰ εἶχε βεβαίως κέρδος, ἐπειδὴ δὲ ἡμεῖς τὸν ἐστερήσαμεν τοῦ κέρδους τούτου, τὸν ἐζημιώσαμεν, πρὸς ἀποζημίωσιν δὲ πρέπει νὰ τῷ πληρώσωμεν τόκον. Αὐτὸς εἶναι ὁ συλλογισμὸς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζουν τὴν ἀπαίτησιν τῶν τόκων, ἀλλ’ ὁ τοιοῦτος συλλογισμὸς στερεῖται πάσης σοβαρότητος. Ἐὰν ἔχῃ ἀπαίτησιν πρὸς ἀποζημίωσιν ὁ Σπάρταλης, πρέπει νὰ τὴν ἐπιδιώξῃ δικαστικῶς, διότι, καὶ ἂν ὑποτεθῇ κατ’ ἀρχὴν ὡς βάσιμος τοιαύτη ἀξίωσις, τίς δύναται νὰ γνωρίζῃ, πόση θὰ ἦναι ἡ ἀποζημίωσις; Ἐὰν τῳόντι ἐστερήθη κέρδους τινὸς ἐξ οἱουδήποτε λόγου ὁ Σπάρταλης, εἶναι ζήτημα πραγματικὸν, ζήτημα ἐκτιμήσεως, ὅπερ δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ἐξετάσωμεν. Πῶς λοιπὸν ἔρχεσθε σεῖς, καὶ ἀφ’ ἑνὸς μὲν δέχεσθε, ὅτι ὀφείλομεν κατ’ ἀρχὴν ἀποζημίωσιν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὁρίζετε αὐθαιρέτως τὴν ἀποζημίωσιν εἰς τόκον 5% ἐπὶ ὅλου τοῦ κεφαλαίου; Δὲν πρέπει δὲ νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητος καὶ ἡ ἑξῆς περίστασις. Διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 10,800 λιρῶν, ὑπολογίζεται τόκος 5% ἐπὶ τοῦ ὅλου κατασχεθέντος ποσοῦ, πλὴν τοῦτο εἶναι πρόδηλος ἁρπαγή. Ὁ Σπάρταλης ἐδικαιώθη νὰ λάβῃ, δυνάμει τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, 3,160 λίρας. Πόσας ἐλάβομεν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν; Ἕξ χιλιάδας τριακοσίας, πλὴν αὗται εἶναι σημειωμέναι εἰς χρέωσιν ἡμῶν εἰς τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ Σπάρταλη, ὥστε, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐλάβομεν τὰς 6,000 λίρας, ὁ Σπάρταλης ἦτο ὀφειλέτης τοῦ Δημοσίου 3,000 λιρῶν. Καὶ ὅμως σεῖς ὑπολογίζετε τόκον ἐπὶ 6,000, ἤτοι καὶ ἐπὶ τοῦ ποσοῦ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶχε νὰ δώσῃ καὶ ὄχι νὰ λάβῃ. Ἐὰν ὑπολογίζετε σήμερον τόκον 5% ἐπὶ τοῦ ἡμίσεος ποσοῦ, διότι, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐλάβετε τὰς 6,000 λίρας, ὤφειλε 3,000, τὸ ἐννοῶ· ἀλλὰ τὸ νὰ ὑπολογίζητε τόκον καὶ ἐπὶ τῶν 6,000 λιρῶν, τοῦτο δὲν εἶναι πλέον σφάλμα, ἀλλ’ ἔγκλημα. Παρεκτὸς ὅλων αὐτῶν, διατὶ θέλετε νὰ παρακάμψητε τὸν σκόπελον τῆς παραγραφῆς; Παραγραφὴ δὲν χωρεῖ, λέγετε, διότι ἡ ὑπόθεσις ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ ἀφ’ ἧς στιγμῆς τοῦτο ἐνέγραψεν εἰς πίστωσιν τοῦ Σπάρταλη τὸ γνωστὸν ποσὸν, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἄρχεται ὁ πρὸς παραγραφὴν χρόνος. Ἀλλὰ διὰ ποῖον ποσὸν ἐνέγραψε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἰς ὁριστικὴν πίστωσιν τοῦ Σπάρταλη; Μόνον τὸ ποσὸν τῶν 3,160 λιρῶν· ὥστε, καὶ ἂν ἦτο ὀρθὴ ἡ γνώμη σας, πάλιν διὰ τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν θὰ ὑπῆρχε παραγραφή. Πῶς λοιπὸν ὑποστηρίζετε, ὅτι καὶ ἡ ἀπαίτησις τῆς προμηθείας καὶ τῶν τόκων δὲν εἶναι παραγεγραμμένη; Ἐὰν παραδεχθῆτε, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου εἶναι τίτλος, ὅστις χρησιμεύει ὡς ἐφετηρία πρὸς ἔναρξιν τῆς παραγραφῆς, θὰ τὴν παραδεχθῆτε μόνον διὰ τὸ κεφάλαιον τῶν 3,160 λιρῶν. Προμήθειαν δὲν εἶπεν, ὅτι ὀφείλομεν, ἀλλὰ τὴν ἐνέγραψεν ὅτε τὴν ἀνεγνώρισεν ἡ Κυβέρνησις· ὥστε δι’ αὐτὴν ἔπρεπε νὰ εἴπητε τοὐλάχιστον, ὅτι παρεγράφη. Τὶ δὲ νὰ εἴπω διὰ τοὺς τόκους; Ἐπεδικάσθησαν τοιοῦτοι ἀπὸ τὸ Συνέδριον; Ὄχι. Ποῦ στηρίζεσθε λοιπὸν καὶ λέγετε, ὅτι ὡς πρὸς αὐτοὺς δὲν ὑπάρχει παραγραφή; Καὶ ἂν δεχθῆτε ὡς ὀρθὴν τὴν ἀρχὴν, ὅτι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐκαθαρίσθη ἡ ἀπαίτησις ἀπὸ τὸ Συνέδριον, ἔκτοτε ἄρχεται ἡ παραγραφή, τοῦτο δὲν δύνασθε ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ τὸ εἴπητε καὶ διὰ τόκους, ἀφοῦ τὸ Συνέδριον διαῤῥήδην ἀποφαίνεται, ὅτι τοιοῦτοι δὲν ὀφείλονται. Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε ὀρθὴ ἡ γνώμη, ὅτι ὁ πρὸς παραγραφὴν χρόνος ἄρχεται ἀφ’ ἧς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐκαθάρισε τὴν ἀπαίτησιν; Θὰ ἠδίκουν καὶ ὑμᾶς καὶ τοὺς ἀξιοτίμους προαγορεύσαντας, οἱ ὁποῖοι ἄριστα ἀνέπτυξαν τὸ θέμα τοῦτο, ἐὰν ἐπεχείρουν νὰ εἴπω τι ἐπὶ πλέον. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μὴ ἀφήσω ἀπαρατήρητον, εἶναι τοῦτο. Σᾶς εἶπον μεταξὺ ἄλλων καὶ ὅτι εἶναι ἀναξιοπρεπὲς νὰ προβάλῃ τὸ Δημόσιον παραγραφήν. Νομίζω, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο εἶναι λίαν παρακεκινδυνευμένον, διότι οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τάξῃ ἑαυτὸν ὑπεράνω τοῦ νόμου, καὶ νὰ λέγῃ, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ συμμορφῶται πρὸς αὐτόν...

§288ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ σημειώσατε καλῶς, ὅτι τὸ Δημόσιον ἔχει βραχυτέραν παραγραφὴν ἀπὸ τὴν κοινήν.

§289ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτὴς μᾶς εἶπε προχθὲς, πολὺ ἀφελῶς, ὅτι ὑπάρχει διάκρισις μεταξὺ λογιστικῆς καὶ ἀστικῆς παραγραφῆς· ἀλλὰ τοιαύτη διάκρισις εἰς ἡμᾶς εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστος. Δύο εἰδῶν παραγραφὴν ἔχομεν. Ἡ μία εἶναι ἡ ποινικὴ, ἡ ἄλλη ἀστική· οὐδεμία δ’ ἑτέρα διάκρισις ὑπάρχει, πλὴν τῆς διαφορᾶς τοῦ χρόνου. Ἐν τούτοις ὁ κ. Σιμόπουλος ἠθέλησε καὶ εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα νὰ ἐκφράσῃ ἰδίαν γνώμην, ἀλλὰ τῷ κάμνω τὴν παρατήρησιν, ὅτι δέον νὰ μὴ ἐξέρχηται τοῦ κύκλου τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, εἰς οὓς ἀναμφισβητήτως εὐδοκιμεῖ. Νομίζετε, μεθ’ ὅλα ταῦτα, Κύριοι, ὅτι ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσωμεν τὴν ἀπαίτησιν τῶν 335,000 δραχμῶν; Τὸ νὰ λέγητε, ὅτι ὑπῆρξε πίεσις ἐκ μέρους τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας καὶ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποφύγῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, τὸ ἐννοῶ. Ἀλλ’ ὀφείλετε νὰ τὸ λέγητε φανερὰ, καὶ ὄχι ἰδιαιτέρως. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει πίεσις Ἀγγλικὴ, καὶ ὅμως σεῖς λέγετε: «μὰ τί! θέλετε νὰ σᾶς τὸ εἴπῃ φανερὰ ὁ κ. Πρωθυπουργός; Σεῖς τὸ βλέπετε ἀπὸ τὰ ἔγγραφα». Ναί, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἦσθε εἰλικρινεῖς, διὰ νὰ δυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν τὴν συζήτησιν εἰς μόνην τὴν ἐξωτερικὴν ἐπέμβασιν, διότι δὲν ἐννοοῦμεν, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ, νὰ ὑποκύψωμεν εἰς τὴν πίεσιν τῶν ξένων. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῆς ζημίας μόνον τοῦ Δημοσίου, βεβαιωθῆτε, ὅτι τὸ κακὸν θὰ ἦτο μικρὸν, ἢ ἐλάχιστον, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τῆς ζημίας ταύτης μόνον. Πρῶτον φαίνεται, ὅτι ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία δίδει τρόπον τινὰ τὸ σύνθημα εἰς τὴν ἀθέτησιν τῶν νόμων. Ὅταν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου ἐκτίθηνται ἰδέαι περὶ τοῦ ὅτι εἶναι ἀναξιοπρεπὲς νὰ συμμορφώμεθα πρὸς τοὺς νόμους, πῶς θέλετε οἱ ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου νὰ σέβωνται τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους σεῖς οἱ ἴδιοι παραβιάζετε; Ἔπειτα δὲν σᾶς κάμνει ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ ἀπαίτησις αὕτη ἐπιβάλλεται ὑπὸ ξένης Δυνάμεως; Καὶ δύνασθε σήμερον νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐπιβολὴ ἐκ μέρους ξένων, μετὰ τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ὅλοι ἐλάβετε γνῶσιν; Καὶ τότε ποῦ εἶναι ἡ ἐθνικὴ αὐτονομία, καὶ πῶς χαρακτηρίζετε τὸ ἀξιοθρήνητον περιστατικὸν, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐξέδοτο ἀπόφασιν κατὰ διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν; Ὑποθέσατε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διατάσσει ἓν Δικαστήριον, νὰ ἐκδώσῃ κατὰ τοιοῦτον ἢ τοιοῦτον τρόπον μίαν ἀπόφασιν. Νομίζετε, ὅτι ὑπάρχει πλέον Δικαστικὴ Ἐξουσία; Ποῦ πλέον ἡ τῶν ἐξουσιῶν διάκρισις, ἐπὶ τῆς ὁποίας πρέπει πρὸ πάντων νὰ ἑδράζηται, ὡς ἐπὶ θεμελίου ἀσαλεύτου, ἡ λειτουργία τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος; Ἐὰν καθιερώσητε τοιαύτην ἀρχὴν, νὰ διατάσσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὰ Δικαστήρια, νὰ ἐκδίδωσιν ἀποφάσεις κατὰ τὰς ἐνδείξεις οἱουδήποτε Ἔθνους, ἔχοντος ἀξιώσεις, τότε μὴ λέγετε, ὅτι εἴμεθα Ἔθνος, καὶ μάλιστα Ἔθνος αὐτόνομον. Παρομοία κατάστασις, ἀμφιβάλλω, ἐὰν ὑπάρχῃ εἰς ἄλλο μέρος, ὁπωσοῦν εὐνομούμενον. Πῶς θεωρεῖτε τὰς διαταγὰς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔδιδεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ τῷ ἔλεγεν, ὅτι ἡ διακοίνωσις τῆς Ἀγγλίας, ἡ ἔντονος, πραγματεύεται καὶ περὶ τόκου, καὶ ὅτι ὤφειλεν ἑπομένως καὶ περὶ τόκου ν’ ἀποφασίσῃ; Καὶ ὅταν ἔχωμεν πρὸ ἡμῶν τόσῳ αὐθάδη ξενικὴν ἐπέμβασιν εἰς ἐσωτερικὴν ὑπόθεσιν, νομίζετε, ὅτι πράττει πατριωτικὸν ἔργον ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, νὰ ἀναγνωρίσῃ τρόπον τινὰ ἐπισήμως αὐτὴν τὴν ἐπέμβασιν, καὶ ν’ ἀναιρέσῃ οὕτω τὰ κυριαρχικὰ τῆς χώρας δικαιώματα; Καὶ νομίζετε, ὅτι τὸ προηγούμενον τοῦτο δύναται νὰ μὴ ἔχῃ συνεπείας δυσάρεστους; Ὅταν ἄλλη τις Δύναμις βραδύτερον νομίσῃ, ὅτι τῇ ἐπιβάλλεται νὰ προστατεύσῃ ὑπήκοόν της, διατὶ νὰ μὴ δώσητε τὸ δικαίωμα καὶ εἰς αὐτὴν νὰ πράξῃ, ὅ,τι νῦν, πράττει ἡ Ἀγγλία; Ὑπῆρξαν προηγούμενα, καὶ τὰ προηγούμενα ταῦτα ἔπρεπε νὰ σᾶς χρησιμεύσωσιν ὡς παραδείγματα. Ἠθέλησε νὰ ἐπιμείνῃ ἄλλοτε ἡ Γαλλία εἰς τὰ Λαυριακὰ, καὶ ἀπεκρούσθη ἡ ἐπιμονή της· ἡ τότε σθεναρὰ ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀπόκρουσις ἔφερε τὸ εὐάρεστον ἀποτέλεσμα, ὅτι ἐπῆλθεν ὁ συμβιβασμὸς ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον γνωρίζετε. Ὑπῆρξεν ἄλλη ἐποχὴ, ἀτυχὴς διὰ τὴν Ἑλλάδα, καθ’ ἣν ἡ Ἀγγλία ἀπήτει νὰ πληρώσωμεν 10,000 λιρῶν εἰς συγγενεῖς τῶν φονευθέντων ὑπὸ τῶν λῃστῶν, τότε δὲ ἦτο λίαν δεδικαιολογημένη ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔλεγε «πρέπει νὰ πληρώσωμεν αὐτὸ τὸ ποσὸν», καθόσον ὑπὸ περιστάσεις δυσμενεῖς διὰ τὴν Ἑλλάδα ἐγεννήθη τὸ ζήτημα ἐκεῖνο. Καὶ ὅμως εὑρέθησαν τότε Βουλευταὶ, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑπῆρχε καὶ ὁ κ. Μίλησης, οἵτινες ἀπέκρουσαν καὶ αὐτὴν, τὴν ὄχι τόσῳ ἄδικον ἀξίωσιν τῆς Ἀγγλίας, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι δὲν ἀφίνετο ἐλεύθερον τὸ Ἔθνος νὰ πληρώσῃ, ὅ,τι ἔκρινε πρέπον. Δι’ αὐτὸ ἐπέμεινα ἐξ ἀρχῆς καὶ ἐπιμένω. Ἂς ἐξευρεθῇ εἷς ἄλλος τρόπος ἐπὶ τέλους, καὶ ἂς πληρωθῶσιν αἱ δραχμαὶ αὗται, ἀφοῦ δὲν πείθεσθε νὰ πράξητε ἄλλως, ἀλλὰ μὴ ἐπιψηφίζετε τὴν πίστωσιν, διότι ἀναγνωρίζετε ἐπισήμως τὴν ξένην ἐπέμβασιν, καὶ ἀναιρεῖτε τὰ κυριαρχικὰ τῆς χώρας δικαιώματα. Ἄφετε τὴν Κυβέρνησιν νὰ πληρώσῃ δι’ ἄλλου τρόπου, ἂν ἡ πίεσις ἦναι τόσον ἐπιτακτική, ὥστε δὲν ἐπιτρέπει ἄλλην λύσιν, ἀλλὰ μὴ παρεμβάλλετε τὴν θέλησιν τοῦ Κοινοβουλίου, διότι εἶναι ὀλέθριον προηγούμενον. Ἰδοὺ διατὶ φρονῶ, ὅτι ἔπρεπεν ἐκ παντὸς τρόπου ν’ ἀποφύγωμεν τὴν ἐπιψήφισιν τῆς πιστώσεως. Ὅσῳ καὶ ἂν μοὶ λέγητε, ὅτι πείθεσθε περὶ τοῦ δικαίου τῆς ἀπαιτήσεως, εἶναι ἀδύνατον νὰ πιστεύσω τοῦτο. Ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι σᾶς κάμνουν νὰ ἀκολουθῆτε τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα; Περὶ τούτου, εἶπον ἤδη τὴν γνώμην μου. Νομίζετε, ὅτι ὑπάρχει ἴσως τόσον ἰσχυρὰ πίεσις, ὥστε δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποκρούσωμεν τὴν πίστωσιν. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὰ μικρὰ Κράτη πρέπει πρὸ πάντων νὰ φροντίζωσι περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας των. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι διαπράττετε μέγα ἀδίκημα κατὰ τῆς Πατρίδος. Καλὸν εἶναι νὰ ἐνθυμηθῶμεν ἐπὶ τέλους, ὅτι, πρὶν ἀναλάβωμεν τὰ καθήκοντά μας, ὁρκιζόμεθα, νὰ τηρήσωμεν πίστιν εἰς τὴν Πατρίδα καὶ ὑπακοὴν εἰς τοὺς νόμους, νὰ ἐκπληρῶμεν δ’ εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά μας. Πρέπει νὰ μὴ λησμονῶμεν τὴν βεβαίωσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν δίδομεν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, τὸν ὁποῖον δὲν ἐπικαλούμεθα μόνον μάρτυρα τοῦ ὅρκου μας, ἀλλὰ καὶ τιμωρὸν ἡμῶν, ὁσάκις παραβαίνωμεν τὸν ὅρκον τοῦτον. Ἐῤῥήθη πρὸ ἡμερῶν, ὅτι ἡμεῖς διὰ τῆς τακτικῆς μας ἐκθέτομεν τὴν ὑπόληψιν τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἐργαζόμεθα πρὸς ἐξουθένωσιν καὶ ἴσως πρὸς κατάργησιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: Ἡμεῖς εἴμεθα οἱ τοιαῦτα διαπράττοντες, ἢ ὑμεῖς, οἱ ἀκολουθοῦντες τυφλῶς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐπιδοκιμάζοντες πάσας αὐτῆς τὰ παρανομίας καὶ ἀκολασίας; Τίς ἡ ἀνάγκη, παρακαλῶ, νὰ χαρακτηρίσητε τὸ προκείμενον ζήτημα ὡς πολιτικόν; Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἁπλῆς πιστώσεως, εἶναι δὲ τὰ πράγματα τόσῳ διηκριβωμένα, ὥστε ἂν ὄχι ὅλοι, οἱ πλεῖστοι ὅμως ἐξ ὑμῶν θὰ κατεψηφίζετε τὴν ἄδικον καὶ παράνομον πίστωσιν, ἐὰν ἐκ τῆς ψήφου σας δὲν ἐξηρτᾶτο ἡ τύχη τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ὅμως, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα ἄνευ ἀνάγκης ἔλαβε χροιὰν πολικὴν, ἐδεσμεύθη ἡ θέλησίς σας, καὶ ἐτέθη εἰς πλήρη ἀδράνειαν ἡ συνείδησίς σας. Καὶ διὰ τί τοῦτο; Διότι θεωρεῖ ἑαυτὸν ὑπόχρεων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπέναντι τῆς Ἀγγλίας καὶ ἀπέναντι τοῦ Σπάρταλη καὶ τῶν περὶ αὐτόν. Εἶναι τοῦτο καὶ λέγεται λειτουργία κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος; Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἀδικεῖτε μεγάλως τὴν Πατρίδα.

§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰωάννης Γεωργαντᾶς ἔχει τὸν λόγον....

§291ΚΑΝΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀναβολήν.

§292ΡΑΛΛΗΣ. Ἢ τοὐλάχιστον διακοπήν.

§293ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Νὰ ἀναβληθῇ.

§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.

§295ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§296ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κκ. Κανάρη καὶ Καλογεροπούλου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Χαρ. Τρικούπης ΟἈντ. Ῥικάκης
Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΟἈχ. Γεροκωστόπουλος Ν
Γ. Σισμάνης ΟἸω. Κρεστενίτης
Δ. Βουλπιώτης ΟΝ. Κουμανιώτης
Ἀθ. Ἴσκος Χρ. Στεφανόπουλος Ο
Ν. Καλαντζόπουλος ΟἈλέξ. Ζαΐμης
Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Νικόλ. Καλογερόπουλος Ο
Μ. Γουλιμῆς ΟἈλέξ. Κοντόσταυλος Ο
Μ. Ἰατρίδης ΟΝ. Παπανικολάου
Δ. Χατζόπουλος Νικόλ. Καφετζόγλους Ο
Γεώργιος Μίλησης ΟἸωάννης Πεζᾶς
Σπυρίδων Νοταρᾶς Κωνσταντ. Σινέλης Ο
Γεώργιος Κούστας Βασίλειος Βουδούρης Ο
Ἀλέξανδρος ἈντωνόπουλοςΟΚ. Ἀργασάρης ΛομβάρδοςΟ
Σωτήριος Δανόπουλος ΟΔιον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ο
Ἀναστ. Δημητριάδης Ἀναστ. Ε. Λούντζης Ο
Μιχαὴλ Νικηφοράκης ΟΔιον. Λομβάρδος Ο
Δημήτριος Πετρίδης ΝΓεώργιος Θεοτόκης Ο
Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΝΚωνστ. Βασιλάκης
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝἈντ. Καποδίστριας
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Νικόλαος Βασιλάκης
Χρ. Χριστόπουλος Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς
Φίλιππος Βάρβογλης ΝΠολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς
Ἠλίας Φλέσσας Σπυρ. Ἀλαμάνος
Κων. Κωνσταντόπουλος Θεόφιλος Προβατᾶς
Ἀρ. Σακελλαρόπουλος Ἰωάννης Παδοβᾶς Ο
Παναγιώτης Μανέτας ΟΕὐάγγ. Μπασιᾶς
Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος ΝἈγαμέμνων Μεταξᾶς Ο
Ἠλίας Παλαμήδης ΟἈνδ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΟ
Κωνστ. Κατσικόπουλος Νικόλ. Βαλσαμάκης
Δ. Ζέγγελης Γεράσιμος Μουσούρης
Δημ. Ν. Βότσαρης Παναγ. Βενιεράτος Ο
Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΝΓ. Τυπάλδος Κοζάκης
Γεώργιος Χ. Παχὺς ΟΓεώργιος Κόρπας
Στέφανος Δραγούμης ΟΣτέφανος Σκουλούδης Ο
Δημήτρ. Γ. Ῥάλλης ΝἈλοΐσιος Τόμαν
Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας ΟΧαρίλ. Προβελέγγιος Ο
Φωκίων Νέγρης ΟΝικόλαος Νομικὸς
Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς ΝΜίνως Μπογιατζόγλους Ο
Νικόλ. Μπουφίδης ΟΓεώργιος Μπούμπουρας Ο
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟΛωρέντζος Δελαρόκας Ο
Δημ. Καλλιφρονᾶς Δημοσθένης Καΐρης Ο
Νικόλ. Δ. Λεβίδης ΝΓεώργιος Δρόσος Ο
Σπυρ. Κουκούλεζας ΟΝικόλαος Κρίσπης Ο
Ὄθων Μακρυγιάννης ΟΕὐστάθιος Κεχαγιᾶς
Τρύφων Μουτσόπουλος ΟΚωνστ. Κοσσονάκος Ο
Θάνος Κανακάρης Γεώργιος Μαυρομιχάλης
Ἀθ. Πετιμεζᾶς Ἀριστ. Πετροπουλάκης
Νεοκλ. Πετιμεζᾶς Γιανν. Μαυρομιχάλης Ο
Α. Παπαγιαννακόπουλος ΝΝικήτας Βαρβιτσιώτης Ο
Α. Φωτήλας ΟΛεων. Καπετανάκος
Ἀνδ. Αὐγερινὸς Ξανθὸς Πικουλάκης Ο
Γεώρ. Πετροπουλάκης Εὐστάθιος Κοκκέβης Ο
Κων. Παπαμιχαλόπουλος ΝΔημήτριος Κάρτσωνας
Ἰωάν. Καρτάλης Δημήτριος Π. Γουδῆς Ο
Ἀργ. Κανταρτζῆς ΟΣ. Χατζηγάκης
Εὐάγ. Σταμούλης ΟΚ. Ζωγλοπίτης Ο
Ν. Κοκωσλῆς Ἀθ. Καζαμπάκας Ο
Ἰω. Παπαδόπουλος ΟΓ. Φραγκίδης Ο
Κωνστ. Μαρκίδης ΟΑ. Τακιατζῆς Ο
Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος ΟΓ. Τάκης
Δημ. Κουτσουμπλῆς ΟΝ. Ταρμπάζης
Εὐθ. Μπατζιᾶς ΟΖ. Φαλιάγκας
Ἀναστ. Ζαρμάνης ΟΣταμάτιος Μπουντούρης Ο
Ἀχιλ. Λογιωτάτου Θεόδωρος Γκίκας Ο
Σωτήριος Σωτηρόπουλος Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ο
Κωνστ. Κουμουνδοῦρος Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
Περικλῆς Πεῤῥωτὴς Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος Ο
Δημήτριος Τζάνες ΟΝικόλ. Κοντογιάννης
Περικλῆς Μποῦτος Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς Ο
Παναγιώτης Σάκκης Γεώργ. Λιδωρίκης Ο
Νικόλαος Παπαλέξης ΟΚωνστ. Χατζῖσκος Ο
Νικόλαος Μισυρλῆς Δημήτρ. Ζουλούμης Ο
Ν. Καράπαυλος ΟΚωνστ. Ἀναγνωστόπουλος
Ἀσημάκης Χριστόπουλος Θεμιστοκλῆς Κανάρης Ν

§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 90. Ἐκ τούτων 13 εἶπον Ναὶ καὶ 77 εἶπον Ὄχι. Ἑπομένως ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς ἀπεῤῥίφθη. Ὁ κ. Ι. Γεωργαντᾶς ἔχει τὸν λόγον.

§298Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐνόμισα, Κύριοι, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ λάβω τὸν λόγον ἐν τῇ προκειμένῃ συζητήσει, ὡς ἀποτελῶν μέρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Νομίζω δὲ, ὅτι τὰ μέλη τῶν Ἐπιτροπῶν ὀφείλουσι πάντοτε νὰ φωτίζωσι τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα συζητοῦνται ἐν αὐταῖς ἀναλυτικώτερον. Τὸ ζήτημα τῆς πιστώσεως τῶν 335,000 δραχμῶν θεωροῦμεν ζήτημα πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, συστήματος τῆς διοικήσεως αὐτῆς, καὶ οὐχὶ ἁπλῆς πιστώσεως, ἐκ τῶν συνήθως εἰσαγομένων εἰς τὴν Βουλὴν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ὅθεν ὀφείλει νὰ ἐλέγξῃ αὐτὴν αὐστηρῶς. Ἄλλοτε, Κύριοι, οὐχὶ πρὸ πολλῶν ἐνιαυτῶν, τὸ κύριον θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠσχολοῦντο αἱ Βουλαὶ, ἐλέγχουσαι τὰς πράξεις τῶν Κυβερνήσεων καὶ ἀνατρέπουσαι πολλάκις αὐτὰς, ἦν ἡ διοίκησις τῆς χώρας, διότι, καὶ δικαίως, πᾶσαι αἱ λοιπαὶ πράξεις ἐθεωροῦντο ὡς μέσα καὶ οὐχὶ ὡς σκοπὸς, ἡ δὲ διοίκησις ἐλογίζετο ὡς τὸ τέρμα τῆς ἰσότητος, τῆς τάξεως καὶ τῆς εὐημερίας τοῦ πολίτου. Ἀπό τινων ὅμως ἐνιαυτῶν, κυρίως ἀφ’ ἧς ἐποχῆς κρατεῖ ἡ πολιτικὴ τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, τὸ ἔδαφος τοῦ ἀγῶνος μετεβλήθη, ἡ διοίκησις ὑπεχώρησε, σχεδὸν λησμονηθεῖσα, τὸ δὲ οἰκονομικὸν ζήτημα κατέλαβε τὴν πρωτεύουσαν θέσιν, ἐξαφανίσαν διὰ τῆς ἰσχυρᾶς λάμψεώς του πᾶν ἄλλο φωτεινὸν σημεῖον, δυνάμενον νὰ προδίδῃ τὴν αὐθαιρεσίαν ἢ τὴν ἀδράνειαν τῶν Κυβερνήσεων, κατέστη δὲ τὸ κύριον σημεῖον, ἐφ’ οὗ κρίνεται καὶ ἀποφασίζεται ἡ ἀξία καὶ ἡ εἰλικρίνεια αὐτῶν. Καὶ δὲν θέλω νὰ ἀρνηθῶ μὲ τοῦτο τὸ μέγεθος τῆς σοβαρότητος τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, οὐδὲ κατὰ πόσον τοῦτο ἐπιδρᾷ ἐπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς ὑπάρξεως τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καθίσταται ἀκατανόητον, εἶναι, πῶς ἐπιτηδείως κατωρθώθη νὰ μεταβληθῇ τὸ ἔδαφος τοῦ ἀγῶνος, νὰ τραπῇ δὲ ἡ προσοχὴ πᾶσα ἐπὶ μόνου τούτου τοῦ θέματος, ἡ δὲ λοιπὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως νὰ θεωρηθῇ ὡς δευτερευούσης ἀξίας, ἐνῷ καὶ τοῦτο κατ’ ἐπιείκειαν ἔπρεπεν ἐξ ἴσου τουλάχιστον νὰ βαρύνωσιν ἀμφότερα τὰ ζητήματα ταῦτα εἰς τὴν πλάστιγγα τῆς κοινῆς ἐκτιμήσεως. Καὶ τῇ ἀληθείᾳ, Κύριοι, τί θὰ ἐσήμαινεν, ἐὰν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις Κράτους τινὸς ἤθελεν εἶσθαι ἀνθηροτάτη, ἐὰν ὁ χρυσὸς καὶ ὁ ἄργυρος ἤθελον ῥέει εἰς τὰς ὁδούς, ὁπόταν περὶ δικαιοσύνης οὐδὲν ἤθελε λαμβάνεσθαι μέτρον; ὁπόταν αἱ φυλακαὶ τοῦ Κράτους, ἀντὶ νὰ χρησιμεύωσιν ὡς μέσον σωφρονισμοῦ καὶ ἠθικοποιήσεως, ἤθελον καθίστασθαι ἑστία βαρβαρότητος καὶ διαφθορᾶς; ὁπόταν οἱ φόνοι καὶ τὰ ἐγκλήματα ἤθελον λυμαίνεσθαι τὴν κοινωνίαν, ἕνεκα ἀνεπαρκείας τῆς διοικήσεως νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἔννομον τάξιν; ὁπόταν ὁ πολίτης, ἕνεκα ἀδυναμίας τοῦ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς πρὸς τὸ Δημόσιον ὑποχρεώσεις του, ἤθελε μεταβάλλεσθαι εἰς ἐλεεινὸν ἀνδράποδον, συρόμενον ἀπὸ τοῦ τραχήλου καὶ ὁδηγούμενον ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰσπράκτορος ἐνώπιον τῆς κάλπης τοῦ προστάτου αὐτοῦ; ὁπόταν, καταβάλλων οὗτος ἐν ἀγῶνι καὶ ἱδρῶτι τοὺς βαρεῖς αὐτοῦ φόρους, ἤθελε βλέπει αὐτοὺς κατασπαταλωμένους εἰς πολυτελῆ καὶ ἄχρηστον ὑπαλληλίαν, κατάλληλον μόνον ἐνίοτε πρὸς προμεμελετημένην παρασκευὴν χειροκροτημάτων καὶ ποδοκροτημάτων; ὁπόταν ἤθελε βλέπει τὸν οὕτω συλλεγόμενον πλοῦτον δωρούμενον εἰς τοὺς εὐνοουμένους τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας; ὁπόταν ὁ κλῆρος, παραμελούμενος, ἀντὶ νὰ συντελῇ εἰς τὴν διαμόρφωσιν τοῦ πολίτου, ἤθελε καθίστασθαι καὶ οὗτος μία ἐκ τῶν πολλῶν κοινωνικῶν πληγῶν; ὁπόταν περὶ ἐκπαιδεύσεως οὐδὲν πρακτικὸν ἤθελε λαμβάνεσθαι μέτρον, ἀνάλογον πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς προόδου καὶ τοῦ πολιτισμοῦ; ὁπόταν τέλος οἱ πολῖται, παριστάμενοι ἐνώπιον τῶν δημοσίων ἀρχῶν, ἤθελον διακρίνεσθαι εἰς δύο κεχωρισμένα ἀπ’ ἀλλήλων στρατόπεδα, τοῦ τῶν φίλων τῆς φατρίας, καὶ τοῦ τῶν ἐχθρῶν αὐτῆς; Ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, τοιαύτη οἰκονομικὴ εὐεξία ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἀξίαν τινά; οἱ κυβερνῆται δὲ τοιούτου Κράτους καὶ ὑπὸ τοιούτους ὅρους διοικουμένου θὰ ἐδικαιοῦντο νὰ ἐπιζητῶσι τὰ συγχαρητήρια τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν; Καὶ ὅμως ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ ἡμετέρου Κράτους, ὅστις, ἂν δὲν ἠδυνήθη νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν χώραν πηγὰς χρυσοῦ καὶ ἀργύρου, κατώρθωσεν ὅμως ἀναντιῤῥήτως νὰ καταστήσῃ τὴν διοίκησιν ὁμοίαν ἐκείνης, ἣν πρὸ ὀλίγου ἐξεικόνισα, δὲν ἐδίστασε νὰ προκαλέσῃ τὸν θαυμασμὸν καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην παντὸς Ἕλληνος, εἴτε ἐντὸς, εἴτε ἐκτὸς τοῦ Βασιλείου οἰκοῦντος. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι ἐπιτήδειος, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ γενναῖος παλαιστής. Ἐνόησεν, ὅτι, ἐὰν περιεστρέφετο ἅπας ὁ ἔλεγχος καὶ πᾶσα ἡ προσοχὴ ἐντὸς μόνων τῶν ὁρίων τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, ὅτι θὰ εἶχε τὴν εὐχέρειαν, θὰ εἶχε τὴν ἐπιτηδειότητα, εἰσάγων λογαριασμοὺς οἰκτρῶς διεστραμμένους καὶ ἀκαταλήπτους, οὐ μόνον εἰς τοὺς πολλούς, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς εἰδικῶς περὶ τὰ οἰκονομικὰ καταγινομένους, θὰ ἠδύνατο ν’ ἀφίνῃ τοὺς σχολαστικοὺς νὰ καταγίνωνται εἰς τὸν ἔλεγχον αὐτῶν πρὸς ἀνακάλυψιν τοῦ φιλοσοφικοῦ λίθου, αὐτὸς δὲ μετά τε τῶν μεμυημένων καὶ τῶν πεπλανημένων φίλων του θὰ ἠδύνατο ν’ ἀπολαμβάνῃ τοὺς καρποὺς τῶν κόπων του, διὰ τῶν ὁποίων, τὰ πάντα διαστρέφων, ἐνόμισεν, ὅτι κατώρθωσε νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἐπέφερε τὴν οἰκονομικὴν εὐημερίαν ἐν τῷ Κράτει, ἐνόμισεν, ὅτι κατώρθωσε νὰ πείσῃ τὸν λαὸν, ὅτι αἱ προῤῥήσεις του ἐπηλήθευσαν, καὶ ὅτι δῆθεν οὗτος, ἀγαλλόμενος ἐπὶ τοῖς οἰκονομικοῖς θριάμβοις του, ἀδιαφορεῖ, ἂν, διὰ νὰ προμηθευθῇ 10,000,000 φρ. εἰς χρυσὸν, παρεχώρησεν ἡ Κυβέρνησις τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν ἀντὶ 120,000 φρ. κατὰ χιλιόμετρον, ἐνῷ οἱ ἀναλαβόντες τὴν ἐπιχείρησιν παρεχώρησαν ταύτην ἀντὶ 85,000 δραχ. μὲ προφανῆ ζημίαν 35,000 φρ, εἰς ἕκαστον χιλιόμετρον, ἤτοι μὲ ζημίαν καθαρὰν τοῦ Δημοσίου 7,000,000 διὰ 200 χιλιόμετρα. Ἀδιαφορεῖ, ἂν, διὰ νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ δάνειον τῶν 135,000, ἐξηναγκάσθη παρὰ τῆς ὁμάδος τῶν δανειστῶν νὰ παραγγείλῃ τὴν ναυπήγησιν πλοίων, ἐνῷ τὸ Κράτος εὑρίσκετο εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν δυσχέρειαν, νὰ παραγγείλῃ δὲ μάλιστα ταῦτα καὶ εἰς ὡρισμένον κατάστημα, διότι τοῦτο ἀπῄτει τὸ Comptoir d’ Escompte, ὅπερ, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἐμμέσων ὠφελειῶν, εἶχε καὶ τὸ μέγα κέρδος, νὰ ὠφεληθῇ τὴν προμήθειαν τῶν 4%, ἤτοι 1,000,000 φράγκων, ἐνῷ τὸ ποσὸν τοῦτο ἠδύνατο νὰ ὠφεληθῇ ἡ Κυβέρνησις, μειουμένου τοῦ τιμήματος, ἂν ἡ παραγγελία ἐδίδετο ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸ κατάστημα, καὶ οὐχὶ διὰ μεσιτῶν. Ἀδιαφορεῖ, ἂν πᾶσαι αἱ παρακαταθῆκαι τῶν κληροδοτημάτων μετεβλήθησαν εἰς ἔντοκα γραμμάτια, τὸ προϊὸν τῶν ὁποίων ἐχρησίμευσε διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας. Ἀδιαφορεῖ, ἂν τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους, ἐπαισθητῶς κατ’ ἔτος αὐξάνῃ, γινομένων καθ’ ἑκάστην δανείων πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων· ἀδιαφορεῖ ἂν, ἐνῷ κατὰ τὸ 1887 ἐπληρώθησαν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, 26,000,000, διὰ τὸ 1889 θὰ πληρωθῶσι, 40,000,000, καίτοι πολλὰ τῶν δανείων κατέστησαν πάγια. Ἀδιαφορεῖ, ἂν ἀντὶ δικαστικῶν καταστημάτων ἔχῃ τρώγλας, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τοιαῦτα, ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοὐλάχιστον, ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, μὲ ποσὸν ἀνώτερον τῶν ἤδη πληρονομένων ἐνοικίων. Ἀδιαφορεῖ, ἂν χάριν πολιτικῆς κερδοσκοπίας διαλύωνται ἱστορικαὶ Μοναὶ χάριν τοῦ φίλου μου κ. Μπουφίδου, ὅστις τὴν στιγμὴν ταύτην δυσανασχετεῖ....

§299ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Οὔτε σὲ ἐσυλλογίσθην· ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι εἶχον νὰ κάμω μὲ ἄνθρωπον σεβόμενον ἑαυτόν· δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀκούω ἀηδίας!

§300ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἡ καλὴ συμπεριφορὰ δὲν ἀποκτᾶται ἀμέσως, διὰ νὰ λέγητε δὲ πρὸς ἐμὲ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε, ἀποδεικνύετε, ὅτι στερεῖσθε ἀνατροφῆς.

§301ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν περιμένω μαθήματα ἀπὸ σᾶς.

§302ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἀδιαφορεῖ, ἐπαναλέγω, ἂν χάριν τοῦ κ. Μπουφίδου διαλύηται χιλίων ἐτῶν Μονὴ, ἡ δὲ περιουσία αὐτῆς συγχωνεύηται μετ’ ἐκείνης ἄλλης Μονῆς, ὥρας πολλὰς ἀπεχούσης ἐκείνης, διότι τοῦτο συνετέλει εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Μπουφίδου καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν....

§303ΛΕΒΙΔΗΣ. Πῶς συνετέλει;

§304ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Συνετέλει διότι ἐνόμισαν, ὅτι ἡ διαλυθεῖσα Μονὴ συνεπάθει πρὸς τοὺς ἀντιθέτους αὐτῶν· ὑπέθετον δὲ, ὅτι ἦτο κέντρον πολιτικὸν, διότι μὲ ἐφιλοξένει, ὁσάκις μετέβαινον ἐκεῖ· διὰ τοῦτο διέλυσαν τὴν Μονὴν, καὶ τὴν συνεχώνευσαν μὲ μίαν ἄλλην, κειμένην πλησίον τῆς Θίσβης. Τοιαῦτα συμβαίνουσι, καὶ δυσανασχετεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι παρατείνομεν τὰς συνεδριάσεις, καὶ παρακωλύομεν τὰς ἐργασίας. Ἀδιαφορεῖ, ἂν τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον ἑτέρας Μονῆς, ἐγγύτατα τῆς πρωτευούσης κειμένης, διότι ἠρνήθη νὰ τροφοδοτήσῃ μίαν ὁμάδα τῆς φατρίας εἰς βάρος τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας, ἐῤῥίφθη εἰς τὰς φυλακὰς, ἵνα ἔλθῃ ἕτερον συμβούλιον, ὄργανον τῆς φατρίας, ὅπερ νὰ ἐγκρίνῃ τὴν πρᾶξιν αὐτὴν, ὅπως καὶ τὴν ἐνέκρινε....

§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ, κύριε Βουλευτὰ, εἶναι ἄσχετα πρὸς τὸ θέμα.

§306ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Εἶναι λίαν σχετικά· δὲν θὰ κανονίσητε ὑμεῖς τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως. Δὲν εἰσῆλθον ἀκόμη εἰς τὸ θέμα. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν εἰσαγωγήν.

§307ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ζητεῖτε νὰ φέρῃ τὸν φάκελλον τοῦ Γέρακα;

§308ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἀδιαφορεῖ, ἂν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, ἀρκούμενοι εἰς τὰς τιμὰς, ἃς ἀπολαμβάνουσιν, ἕνεκα τοῦ ἀξιώματος αὐτῶν, δὲν ἔχωσι καιρὸν νὰ καταγίνωνται καὶ ἐργάζωνται πρὸς ἀνάπλασιν τῶν ὀργανικῶν νόμων ἐπὶ τὸ ἁπλούστερον καὶ οἰκονομικώτερον, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν ἀνάγκην 112 ὑπαλλήλων διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ νὰ ἀρκῶσι μόνον 40 ἢ 50. Ἀδιαφορεῖ, ἂν τὸ Πανεπιστήμιον στερῆται ὀργανισμοῦ καταλλήλου, δι’ οὗ νὰ δύνηται νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν ὑψηλὸν αὐτοῦ προορισμόν. Ἀδιαφορεῖ, ἂν περὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου κλάδου τῆς Παιδείας, οὐδὲν λαμβάνηται μέτρον πρακτικόν, δι’ οὗ νὰ ἦναι δυνατὸν, διαιρουμένων τῶν Γυμνασίων εἰς δύο διάφορα εἴδη συστήματος, τὰ μὲν νὰ χρησιμεύωσι διὰ τοὺς προωρισμένους διὰ τὸ Πανεπιστήμιον, τὰ δὲ δι’ ἐκείνους, οἵτινες πρόκειται νὰ γίνωσι βιομήχανοι, ἢ ἐπαγγελματίαι. Ἀδιαφορεῖ, ἂν αἱ φυλακαὶ τοῦ Κράτους χρησιμεύωσι πρὸς ἐντελεστέραν διαφθορὰν τῶν καταδίκων, καὶ ἂν οἱ ἔφηβοι, συμβιοῦντες μετὰ τῶν κεκηρυγμένων κακούργων, ἐξέρχωνται αὐτῶν μὲ δίπλωμα καθηγητοῦ τῆς κακοηθείας. Ἀδιαφορεῖ, ἂν τὰ δάση, ἡ πολύτιμος αὕτη περιουσία τοῦ Κράτους, χρησιμεύωσι μόνον πρὸς παράνομον πλουτισμὸν τῶν φίλων τῆς φατρίας, συννενοημένων μετὰ τῶν ἐπιφορτισμένων τὴν διαφύλαξιν αὐτῶν. Ἀδιαφορεῖ, ἂν ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς, μὲ τὴν λόγχην εἰς τὰς χεῖρας, διατάσσηται ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τοὺς ἀγροὺς τῶν χωρικῶν, καὶ καταστρέφων τὴν σπορὰν καὶ ἐκδιώκων τὰ ποίμνια, νὰ μεταβάλλῃ τοὺς ἐνάγοντας εἰς ἐναγομένους, καὶ τοὺς ἐναγομένους εἰς ἐνάγοντας. Ἀδιαφορεῖ, ἂν, ἐνῷ ἐδάνεισε τὸ Κράτος εἰς χρυσὸν, προσκαλῆται ἤδη αὐθαιρέτως νὰ πληρωθῇ εἰς χαρτονόμισμα λίαν ἐκπεσμένον. Ἀδιαφορεῖ, ἂν τὰ προνόμια τῶν δήμων ἀφαιρῶνται ἀπ’ αὐτῶν, τὸ ἓν κατόπιν τοῦ ἄλλου, καὶ μεταβιβάζωνται εἰς χεῖρας τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας. Ἀδιαφορεῖ, ἂν οἱ Ὑπουργοί του, ἢ τῇ ἐντολῇ αὐτῶν οἱ Γενικοὶ Γραμματεῖς, συνδιαλέγωνται μετὰ τῶν καταδίκων ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς καλοὶ φίλοι, ἵνα τοὺς ἐξαναγκάσωσι νὰ μεταβιβάσωσι τὴν πολιτικήν των δύναμιν πρὸς τὴν ἀντίθετον μερίδα, χάριν τῆς ἐλευθερίας τῶν ἐκλογῶν, καὶ μάλιστα ἐξαπατῶντες αὐτούς. Ἀδιαφορεῖ τέλος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἂν τὸ βῆμα τοῦτο ἐθεωρήθη ὡς τὸ καταλληλότερον σημεῖον τῆς ἐκτοξεύσεως πάσης ὑπουργικῆς ἀναληθείας, ποτὲ μὲν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης παριστάνοντος τοὺς κακούργους ὡς μειράκια παρεκτραπέντα, ἐνῷ κατόπιν ἀποδεικνύεται δι’ ἐγγράφων τὸ ψεῦδος αὐτοῦ, ποτὲ δὲ τοῦ Πρωθυπουργοῦ λέγοντος, ὅτι καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἀγγλικοῦ στόλου ἤθελεν ἀντιστῆ, διὰ ν’ ἀποκρούσῃ πᾶσαν πίεσιν, ὑπερασπιζόμενος τὰ δικαιώματα τοῦ ἀνεξαρτήτου Ἑλληνικοῦ Κράτους· ἐνῷ δὲ ταῦτα ἔλεγε, περιβεβλημένος περικεφαλαίαν στρατάρχου, αἴφνης ἀναγινώσκονται ἔγγραφα, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται, ὅτι τρόμος κατέλαβεν αὐτὸν καὶ ὅτι ἔγραφεν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον νὰ ἐγκρίνῃ πᾶν, ὅ,τι ζητεῖται ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, διότι ἐπέκειτο διπλωματικὴ ἔρις. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδωκε καὶ ἑτέραν ἐπίσημον καὶ ἔγγραφον διαβεβαίωσιν, ἥτις ἀποδεικνύεται ἀναληθής. Ὁ Πρωθυπουργὸς διὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεώς του πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως Σπάρταλη λέγει ῥητῶς, ὅτι «τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον (ἀπόφ. 400) ἀνεγνώρισε τὸν μετὰ τοῦ Σπάρταλη λογαριασμὸν, ὡς τρέχοντα ἐπὶ ἀμοιβαίῳ τόκῳ, καὶ ἐχρέωσεν αὐτὸν μὲ τὴν ἐκ τούτου ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου διαφορὰν λιρῶν 811. Τοῦ τύπου τούτου τοῦ λογαριασμοῦ ἀποδεκτοῦ γενομένου, ὁ τόκος δέον νὰ ἐξακολουθήσῃ μέχρις ἐξοφλήσεως, ὅτε ὁριστικῶς ἐξισοῦται ὁ λογαριασμός.» Καὶ ὅμως τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ῥητῶς ἀποκρούει τὴν ἐν γένει ἀναγνώρισιν ἀμοιβαίου τόκου, ὡρισμένως δὲ διαγράφει τὸ ποσὸν τῶν 881 λιρῶν. Ἡ ὑπόθεσις, Κύριοι, τοῦ Σπάρταλη δύναται νὰ θεωρηθῇ εἰς 4 κεχωρισμένα κεφάλαια. Τὸ πρῶτον ἀποτελεῖ τὴν κυρίαν ἀπαίτησιν, τὴν προερχομένην ἐκ τῆς ληψοδοσίας μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Δημοσίου καὶ ἐφ’ ἧς ἐξεδόθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 400 τοῦ 1887 ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, δι’ ἧς ἀνεγνωρίσθη τὸ ποσὸν τῶν 3,200 λιρῶν περίπου· ἀλλ’ εἰς τοῦτο τὸ ποσὸν δέον νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ 800 λίραι, αἵτινες ἀνεγνωρίσθησαν διὰ τῆς δευτέρας ἀποφάσεως, ὡς πηγάζουσαι ἐκ τῆς πληρωμῆς τοῦ μισθοῦ τοῦ πλοιάρχου ἑνὸς τῶν πλοίων καί τινος ἄλλης πληρωμῆς· τὸ δεύτερον ἀποτελεῖται ἐκ τοῦ ποσοῦ τῆς προμηθείας, τὸ τρίτον ἐκ τοῦ τόκου τῶν 4.000 λιρῶν, καὶ τὸ τέταρτον ἐκ τοῦ τόκου τῆς προμηθείας. Ὅτε, Κύριοι, συνεζητεῖτο ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ ὑπόθεσις αὕτη, πάντες οἱ ἀποτελοῦντες τὴν μειονοψηφίαν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐγνωματεύσαμεν, ὅτι, ἂν ἐπρόκειτο νὰ πληρωθῶσιν εἰς τὸν Σπάρταλην τὰ ποσά, ἅτινα ἀνεγνωρίσθησαν ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τῶν 4,000 λιρῶν, οὐδεμία ἀντίῤῥησις θὰ ἐγίνετο. Ἀλλὰ μακρὰ ἐγένετο συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς προμηθείας καὶ τοῦ τόκου τῶν τε 4,000 λιρῶν, τῆς κυρίας δηλαδὴ ἀπαιτήσεως, καὶ τῶν τόκων τῆς προμηθείας. Καὶ ἂν, Κύριοι, ἐνταῦθα ἐγένετο μακρὰ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου μεταξὺ 150 βουλευομένων, κατ’ ἀναλογίαν ἐγένετο πολὺ μεγαλειτέρα ἡ συζήτησις ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ἀποτελουμένῃ ἐξ ὀλίγων μελῶν, καὶ ἥτις κατηνάλωσε δύο ὅλας συνεδριάσεις. Ἀπεκρούσαμεν τότε τὴν προμήθειαν, ὡς ἀδικαιολόγητον καὶ ὡς λαμβάνουσαν χαρακτῆρα καθαρᾶς δωρεᾶς ἐκ μέρους τοῦ Κράτους. Ἀπεδείχθη δὲ τρανῶς, ὅτι δικαίωμα προμηθείας δὲν ἔχει οὔτε ὁ Σπάρταλης, οὔτε οἱ ἐκδοχεῖς τῶν δικαιωμάτων του, ἂν ὑπάρχωσι τοιοῦτοι, διότι αὐτὸς ἐνήργει κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος αὐτῆς, ὡς Γενικὸς Πρόξενος. Ὁ δὲ νόμος δὲν ἐπιτρέπει εἰς τοὺς ὑπαλλήλους αὐτοῦ νὰ λαμβάνωσι προμηθείας παρὰ τοῦ Κράτους, ὅπερ ἀντιπροσωπεύουσι. Καὶ ὑποθέσατε, Κύριοι, ὅταν καθ’ ἑκάστην καὶ πρὸ ὀλίγου ἔτι ἐδίδοντο παραγγελίαι δεκάδων ἑκατομμυρίων εἰς τοὺς Πρεσβευτὰς ἡμῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, καὶ οἱ Πρέσβεις οὗτοι, οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Κυβερνήσεως, ἐζήτουν δικαίωμα προμηθείας, πόσα θὰ εἴχομεν νὰ πληρώσωμεν. Ὁ ἐν Παρισίοις Πρεσβευτὴς ἔλαβε κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπιστράτευσιν παραγγελίας 20 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Φρονεῖτε, ὅτι εἶχεν οὗτος δικαίωμα νὰ λάβῃ προμήθειαν ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τούτου; Ἀλλοίμονον, ἐὰν θέσωμεν τὴν ἀρχὴν ταύτην, ὅτι καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἐκτελοῦντες ἐντολὰς τῶν Κυβερνήσεων, δικαιοῦνται νὰ λαμβάνωσι παρ’ αὐτῶν προμήθειαν! Δὲν γνωρίζω, ἐὰν αὔριον, καὶ δικαίως, δὲν θὰ δικαιῶνται νὰ ἐγείρωσιν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου καὶ ζητήσωσι δικαίωμα προμηθείας, ἀφοῦ ἡμεῖς ἀναγνωρίζομεν δικαίωμα τοιοῦτον εἰς τὸν Σπάρταλην. Ἀλλά, Κύριοι, καὶ ἂν ἀποδειχθῇ διὰ τοῦ τρόπου, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ περικαλύψῃ τὴν ἀναγνώρισιν τῆς προμηθείας, ὅτι δικαιοῦται νὰ λάβῃ ταύτην ὁ Σπάρταλης, ῥητῶς οὗτος δι’ ἐγγράφου του διέθεσεν αὐτὴν ὑπὲρ ἄλλου σκοποῦ, καὶ παρεκάλεσε τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα νὰ διαθέσῃ τὸ ἐκ τῆς προμηθείας ποσὸν ὑπὲρ τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων. Καὶ λέγουσι μὲν οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν πίστωσιν, ὅτι δὲν συνήφθη τὸ συνάλλαγμα τῆς δωρεᾶς, διότι δὲν ἐγένετο ἡ ἀποδοχὴ αὐτῆς. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀγνοῆτε, ὅτι ὑπάρχουσι καί τινες δωρεαί, αἵτινες δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην ἀποδοχῆς, καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ προκειμένη. Εὐθὺς, ὡς ὁ Σπάρταλης ἐδήλωσε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὰ δικαιώματά του, τὰ προερχόμενα ἐκ τῆς προμηθείας, τὰ παρεχώρησεν ὑπὲρ φιλανθρωπικῶν καταστημάτων, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης συνήφθη τὸ συνάλλαγμα, καὶ δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ῥητῆς ἀποδοχῆς, ἵνα θεωρηθῇ τοῦτο ὡς ἀδιάῤῥηκτον. Ὅταν λοιπὸν, ἀφ’ ἑνὸς ἔχωμεν ὑπὲρ ἡμῶν τὸν σπουδαιότατον λόγον, ὅτι εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, τοὺς ἐκτελοῦντας τὰς ἐντολὰς τῶν Κυβερνήσεων, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ πληρωθῇ προμήθεια, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἔχομεν τὸν ἕτερον ἐπίσης σπουδαιότατον λόγον, τῆς δηλώσεως αὐτοῦ τούτου, τοῦ ἀξιοῦντος τὴν προμήθειαν, παραιτουμένου ταύτης καὶ διαθέτοντος αὐτὴν ὑπὲρ ἀγαθοεργῶν σκοπῶν, καὶ παρακαλοῦντος τὸν Βασιλέα νὰ διαθέσῃ ταύτην ὑπὲρ τῶν σκοπῶν ἐκείνων, νομίζετε, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐξεύρωμεν δικαιολογίαν σοβαρὰν ἀξίαν λόγου, διὰ νὰ εἴπωμεν, ὅτι, καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα, δικαιοῦται νὰ λάβῃ προμήθειαν ὁ Σπάρταλης; Ἀλλ’ ἐκτὸς, Κύριοι, τῆς προμηθείας, πρέπει νὰ πληρώσωμεν καὶ τόκον, καὶ πρέπει νὰ πληρώσωμεν τόκον, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐδήλωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἤθελε μετ’ ἀπαθείας προσβλέψει καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν Ἀγγλικὸν στόλον, τρέμων ἐνώπιον τοῦ ἐγγράφου τοῦ κ. Πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας, ζητοῦντος καὶ τὴν ἀναγνώρισιν τόκων, σπεύδει πρὸς πᾶσαν Ἀρχὴν, ζητῶν τὴν ἀναγνώρισιν καὶ τούτων. Τὴν ἀρνεῖται τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, στηριζόμενον εἰς τὰς διατάξεις τῶν νόμων, τρέχει πρὸς τοὺς Νομικοὺς Συμβούλους, καὶ θέτει πρὸς αὐτοὺς ἓν ζήτημα ἀόριστον: «Ἐὰν τις παρανόμως στερηθῇ τῆς περιουσίας του, δικαιοῦται ν’ ἀποζημιωθῇ;» Βεβαίως δικαιοῦται. Τίς ἀρνεῖται τοῦτο; Ἀλλὰ διατὶ ἐστερήθη παρανόμως τῆς περιουσίας του ὁ Σπάρταλης; Ποίαν φέρετε πρᾶξιν, δυναμένην νὰ ἀποδείξῃ τοῦτο; Καὶ ὁ τόκος τί ἄλλο εἶναι, ἢ ἀποζημίωσις; Καὶ ἡ ἀποζημίωσις, παρακαλῶ, τί ἄλλο εἶναι, ἢ τόκος, προκειμένου μάλιστα περὶ κεφαλαίων, περὶ χρημάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστὸν τί ἀποδίδουσιν; Ἀλλὰ συνέβη τοιοῦτόν τι ἐν τῇ προκειμένῃ ὑποθέσει; ἐξετέλεσε πρᾶξίν τινα παράνομον ἡ Κυβέρνησις, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ζητῆσαν καὶ κατασχὸν τὰ ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ εὑρισκόμενα χρηματικὰ ποσὰ τοῦ Σπάρταλη; Ὑπῆρξε πρόθεσις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως; ὑπῆρξε δόλος; Τὸ Ὑπουργεῖον, φρονοῦν, ἕνεκα τῆς μὴ ὑποβολῆς τῶν λογαριασμῶν ἐκ μέρους τοῦ Σπάρταλη, ὅτι εἶχε λαμβάνειν παρ’ αὐτοῦ 12,000 λιρῶν, ἀφοῦ μάλιστα συνέπεσε κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν νὰ ἐκδοθῇ καὶ τὸ δάνειον τῶν 25,000,000 φρ. καὶ εἶχεν ἀνατεθῆ εἰς τὸν Σπάρταλην ἡ ἐγγραφὴ καὶ εἴσπραξις χρημάτων, ἀποσταλεισῶν μάλιστα καὶ ὁμολογιῶν πρὸς αὐτὸν, καὶ ἐπὶ ὅλων τούτων ὁ Σπάρταλης ἠρνεῖτο νὰ δώσῃ λογαριασμὸν καὶ λογοδοσίαν, προέβη καὶ κατέσχε τὸ ἐν τῇ Τραπέζῃ εὑρισκόμενον ποσόν. Καὶ μετὰ τὴν λῆψιν τοῦ χρηματικοῦ τούτου ποσοῦ τῶν 6,000 λιρῶν καὶ μετὰ παρέλευσιν πολλῶν ἔτι ἐνιαυτῶν, καλεῖται τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον κατὰ τὸ 1887, καὶ δι’ ἀποφάσεως του, —καὶ ὁμολογουμένως ἔλυσε τὰ ζητήματα—συμφώνως μὲ τοὺς νόμους καὶ τὸ δίκαιον, ἀναγνωρίζει δι’ αὐτῆς ὑπὲρ τοῦ Σπάρταλη ποσὸν 3,200 λιρῶν περίπου, ἐνῷ κατεσχέθησαν 6,100 λίραι, αἵτινες καὶ ἐλήφθησαν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Τί ἀποδεικνύει τοῦτο; Ὅτι εἶχε λαμβάνειν ἡ Κυβέρνησις παρὰ τοῦ Σπάρταλη. Διότι, ἐνῷ αἱ 6,000 λιρῶν, αἱ κατασχεθεῖσαι παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, περιελήφθησαν ὑπὸ τοῦ Σπάρταλη εἰς τοὺς λογαριασμοὺς αὐτοῦ, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀπεφάνθη, ὅτι ὁ Σπάρταλης δὲν εἶχε λαμβάνειν, εἰμὴ μόνον 3,200 λίρας περίπου· ἑπομένως ὁ Ὑπουργὸς, ὁ κατασχὼν, ἐνήργησε νομίμως καὶ καλῇ τῇ πίστει, καὶ οὐδεμία διὰ τοῦτο ὀφείλεται ἀποζημίωσις. Ἀλλὰ, καὶ ἐὰν, Κύριοι, πρὸς στιγμὴν δεχθῶμεν, ὅτι ὁ Σπάρταλης, ἢ οἱ δικαιοῦχοι αὐτοῦ δικαιοῦνται νὰ λάβωσι τόκον, νομίζετε, ὅτι θὰ ἦναί ποτε δικαιολογημένον νὰ λάβωσι τόκον καὶ δι’ αὐτὴν τὴν προμήθειαν; Καὶ ἂν ἀναγνωρίσητε τὸν τόκον ἐν τῇ ἀπαιτήσει ταύτῃ, δεχόμενοι τὴν πίστωσιν, ὡς ἔχει, μὴ λησμονῆτε, ὅτι ἀναγνωρίζετε τόκον καὶ αὐτῆς τῆς προμηθείας. Καὶ δὲν ἀρκεῖ τάχα, ὅτι παραχωροῦμεν καὶ δίδομεν παρανόμως πρὸς δημόσιον ὑπάλληλον προμήθειαν διὰ παραγγελίας, τὰς ὁποίας ἐνήργησεν οὗτος, διαταχθεὶς παρὰ τῆς Κυβερνήσεώς του, καὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα ταύτην, δὲν ἀρκεῖ, ὅτι, μολονότι οὗτος παρῃτήθη καὶ παρεχώρησε τὴν προμήθειαν, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ ταύτην, πρὸς ἄλλους σκοποὺς ἀγαθοεργούς, καὶ συνήφθη καὶ τὸ συνάλλαγμα τῆς δωρεᾶς σιωπηρῶς, προκειμένου περὶ ἀγαθοεργοῦ σκοποῦ, δὲν ἀρκεῖ, ὅτι προβλέπομεν ὅλα ταῦτα, ἀλλὰ πρέπει νὰ πληρώσωμεν συγχρόνως εἰς τὸν Σπάρταλην καὶ τόκον διὰ τὴν προμήθειαν, τὴν ὁποίαν δὲν δικαιοῦται νὰ λάβῃ; Κατ’ ἀρχὰς, Κύριοι, καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ καὶ ἐνταῦθα, πολλοὶ ἐνόμισαν διὰ τοῦ χρωματισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔδωκεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ κ. εἰσηγητὴς καὶ πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι πᾶσα ἡ βάσις τῆς ὑποθέσεως ταύτης εἶναι ἡ κατάσχεσις τῶν ἕξ χιλιάδων λιρῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ· πολλοὶ δὲ συνάδελφοι ἔλεγον, ὅτι αἱ 6,000 λίραι δὲν περιελαμβάνοντο κἄν ἐν τοῖς λογαριασμοῖς τοῦ ὑπολόγου, τοῖς ἐξελεγχθεῖσιν ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ ἡ κατάσχεσις αὕτη δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως. Ἂν οὕτως ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, τίς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ὀφείλεται τόκος καὶ ἀποζημίωσις; Ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ αὐτοὶ οἱ Νομικοὶ Σύμβουλοι, πρὸς τοὺς ὁποίους προσέτρεξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τί σᾶς λέγουσι περὶ τῶν τόκων; ὅτι ὁ τόκος δὲν δύναται νὰ πληρωθῇ, ἢ δυνάμει ἀγωγῆς, τοιαύτη δὲ ἀγωγὴ δὲν ἐγένετο· ἵνα εὐχαριστήσωσιν ὅμως τὸν Πρωθυπουργὸν, ἐδικαιολόγησαν τὴν γνώμην των, λέγοντες, ὅτι δύναται νὰ πληρωθῇ ἀποζημίωσις. Ὅλα ταῦτα, Κύριοι, εἶναι ἔκρυθμα καὶ παράνομα καὶ εἰς ἕν μόνον τείνοντα, εἰς τὴν μεταβίβασιν τῆς εὐθύνης εἰς τρίτους, ἵνα κατορθώσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐξέλθῃ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἰσχυριζόμενος, ὅτι ἐτηρήθησαν πάντες οἱ τύποι. Πρόκειται λοιπὸν, Κύριοι, νὰ πληρώσωμεν ὄχι μόνον προμήθειαν, ἀλλὰ καὶ τόκον τῆς προμηθείας· τὸ τοιοῦτον δὲ τὸ θεωρῶ φοβερόν· διότι, ἐὰν πρὸς πληρωμὴν τόκου ἐπὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώρισε τὸ Συνέδριον, τῶν 4,000 λιρῶν, μολονότι ἀποκρούω τὴν ἰδέαν ταύτην, διότι ὁ λογαριασμὸς ἦτο ἀλληλόχρεως, τὸ δὲ ποσὸν τῶν 6,000 λιρῶν, τὸ κατασχεθὲν, συμπεριελήφθη ἐντὸς τῶν λογαριασμῶν, τοὺς ὁποίους ἐξήλεγξε τὸ Συνέδριον, δύνηται ἴσως νὰ ὑπάρξῃ δικαιολογία τις, ὅτι δῆθεν ὁ ὑπόλογος ἐστερήθη τοῦ κατασχεθέντος ποσοῦ τῶν 4,000 λιρῶν, πρὸς ἀναγνώρισιν ὅμως τόκων καὶ δι’ αὐτὴν τὴν προμήθειαν, τὴν ὁποίαν οὔτε δικαιοῦται, οὔτε δύναται νὰ λάβῃ, διότι, καὶ ἐὰν ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ, τὴν παρεχώρησεν ὑπὲρ φιλανθρωπικῶν σκοπῶν, οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ δικαιολογία, ἡ δὲ χορήγησις τοιούτου ὑπερβαίνει τὰ ὅρια πάσης αὐθαιρεσίας. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ ἀναγνωριζόμενος τόκος 5% εἶναι μικρὸς, ἐνῷ, Κύριοι, τὰ κατασχεθέντα χρήματα τῶν 6,000 λιρῶν ἦσαν κατατεθειμένα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐπὶ τόκῳ 3%. Ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἄλλα ἀνακριβῆ ἐλέχθησαν πρὸς δικαιολόγησιν τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς πιστώσεως. Ἐνώπιόν μου ἔχω, Κύριοι, τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Προέδρου καὶ εἰσηγητοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἥτις μεταξὺ τῶν ἄλλων λέγει, ὅτι «τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εὗρεν, ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ ἡ πρὸς τὸν Σπάρταλην προμήθεια, ἀλλ’ ὡς συμβαίνει εἰς τὰ ἐλεγκτικὰ σώματα, ὑπελήφθη ὡς πρὸς αὐτὸ ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ποσοῦ αὐθαίρετος». Κατὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς ὅθεν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εὗρεν, ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ προμήθεια πρὸς τὸν Σπάρταλην, ἀλλ’ ἰδοὺ τί λέγει τὸ Συνέδριον: «Ἐπειδὴ τὰ διὰ προμήθειαν ἀναγραφόμενα ποσὰ εἶναι ἀπαίτησις ἐμπορικῆς φύσεως, καὶ ἑπομένως διαφεύγει τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Συνεδρίου....» Καὶ ἐνῷ τοιαῦτα οὕτω πως ἀποφαίνεται τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον....

§309ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐν τῇ ἀναθεωρήσει τί ἀποφαίνεται;

§310Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἀφοῦ ἠναγκάσθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο, δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἀναγνωρίσῃ αὐτὸ, ἀλλ’ ἡ γνώμη τοῦ Συνεδρίου, αὐτή, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου σᾶς ἀνέγνωσα, εἶναι, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ πληρωθῇ προμήθεια, διότι τότε θὰ ἐπρόκειτο περὶ ἀπαιτήσεως ἐμπορικῆς φύσεως, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Βεβαίως, ὅταν ἡ Κυβέρνησις, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, διὰ πράξεώς του ἀναγνωρίζῃ τὰ ποσὰ ταῦτα, τί ἠδύνατο νὰ πράξῃ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον; Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δὲν ἐξήλεγχε πλέον, ἐξετέλει ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις εἶναι ὁ διατάκτης. Ἀλλά, κατὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εὗρεν, ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ πρὸς τὸν Σπάρταλην ἡ προμήθεια, ἀλλ’ ἐπεθύμει μόνον νὰ μάθῃ τὸ ποσὸν, καὶ περὶ τούτου ἠρώτησε τὴν Κυβέρνησιν, μάλιστα καὶ ἐστενοχώρησε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸ ἔκαμε νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν χωρὶς νὰ θέλῃ, διότι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβῃ μέρος καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Θέλον λοιπὸν καὶ μὴ θέλον ἀνεμίχθη τοῦτο εἰς τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἠναγκάσθη νὰ συντάξῃ καὶ ἓν πρακτικὸν, ἵνα μὴ δυσαρεστήσῃ τὸ Συνέδριον, ἠναγκάσθη νὰ ἀναγνωρίσῃ καὶ τὴν προμήθειαν, κατόπιν δὲ εἶπεν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον: «τώρα κάμε σὺ, ὅ,τι θέλεις. Ἐγὼ ἀναγνωρίζω ταύτην». Καὶ κατόπιν μᾶς λέγουσιν, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀνεγνώρισε κατ’ ἀρχὴν τὸ δικαίωμα τῆς προμηθείας, καὶ ὅτι μόνον ὡς πρὸς τὸ ποσὸν ἐζήτησε πληροφορίας παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἀναγράψῃ αὐτό. Ἀλλὰ διατὶ, Κύριοι, νὰ μὴ λέγωνται ταῦτα, ὅταν ὁ Πρωθυπουργὸς ἔρχηται καὶ διὰ τῆς αἰτιολογικῆς πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκθέσεώς του λέγῃ ῥητῶς, ὅτι τὸ Συνέδριον διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 400 ἀποφάσεώς του ἀνεγνώρισεν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου τόκον ἐξ 881, ἐνῷ τοὐναντίον τὸ Συνέδριον ἀπέκρουσε κατ’ ἀρχὴν τὴν ἀναγνώρισιν τόκων, ῥητῶς δὲ ἀφήρεσε τὸ ποσὸν τῶν 884 λιρῶν καὶ ἐκ τοῦ λογαριασμοῦ τοῦ Δημοσίου καὶ ἐκ τοῦ λογαριασμοῦ τοῦ Σπάρταλη; Ὁ Σπάρταλης ἐν τῷ λογαριασμῷ του ἀναγράφει: «μὲ ὅσα χρεοῦμαι διὰ τόκους, λίραι 881»... τὸ δὲ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον λέγει ῥητῶς: «ἐκπίπτονται αἱ 881 λίραι λόγῳ τόκων». Ἑπομένως ῥητῶς τὸ Συνέδριον ἀφήρεσε τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 881 λιρῶν, καὶ ἐνῷ δὲν ἀνεγνώρισε τόκους καὶ ἐξῄρεσε τὸ ποσὸν τοῦτο, ἔρχεται ὁ Πρωθυπουργὸς διὰ τῆς ἐκθέσεώς του καί, ἵνα πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑποχρεοῦται νὰ ἀναγνωρίσῃ τοὺς τόκους, λέγει: πῶς θέλετε νὰ πράξωμεν ἄλλως, ἀφοῦ τὸ Συνέδριον ἀνεγνώρισε τὸν ἀλληλόχρεων λογαριασμόν, ἐπὶ ἀμοιβαίῳ τόκῳ, καὶ ἐπίστωσε τὸν Δημόσιον μὲ 881 λίρας, πῶς θέλετε, ἡμεῖς νὰ μὴ ἀναγνωρίσωμεν τὸν αὐτὸν τόκον διὰ τὸν Σπάρταλην; Καὶ ἐν τούτοις, Κύριοι, τὸ Συνέδριον ῥητῶς, ὡς σᾶς ἀνέφερον, ἐξῄρεσε τὸ ποσὸν τοῦτο. Διὰ σκέψεώς του δὲ ἑτέρας ῥητῶς ἀποφαίνεται, ὅτι: «ἐπειδὴ κατὰ τὸ ἄρθρον 16 τοῦ Β. Δ. περὶ συστάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τοῦτο ἔχει χρέος νὰ ἐξετάζῃ καὶ νὰ ἐλέγχῃ τοὺς λογαριασμοὺς κτλ. δὲν ἐπιτρέπει δὲ τὴν ἀναγνώρισιν τόκων...» Ὅταν λοιπὸν, Κύριοι, καὶ διὰ τῆς γενικῆς σκέψεώς του καὶ ὡρισμένως ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν 881 λιρῶν τὸ Συνέδριον ἀποφαίνεται, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀναγνωρίσῃ αὐτὸ εἴτε ὑπὲρ τοῦ Σπάρταλη εἴτε ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, πῶς δυνάμεθα νὰ μὴ ἀγανακτήσωμεν, ὅταν βλέπωμεν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσάγοντα εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον καὶ διὰ τῆς εἰσηγητικῆς αὐτοῦ ἐκθέσεως λέγοντα πρὸς τὴν Βουλὴν, ἵνα τὴν ἐξαναγκάσῃ εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, ὅτι ἀνεγνωρίσθη ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ποσὸν, τὸ ὁποῖον τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὡς ἀπέδειξα, ἠτιολογημένως ἀποκρούει; Ἐν τῇ προκειμένῃ, Κύριοι, ὑποθέσει ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐνόμισεν, ὅτι ἐξετέλει ἐπιβαλλόμενον αὐτῇ καθῆκον, ἀνθισταμένη καὶ συζητοῦσα διὰ πάσης εὐρύτητος, καθῆκον, τὸ ὁποῖον θεωρεῖ σωτήριον οὐ μόνον διὰ τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν, ἀλλὰ πρὸ πάντων διότι θὰ δώσῃ ἓν παράδειγμα, ἓν μάθημα, ὥστε ἐν τῷ μέλλοντι αἱ Κυβερνήσεις πολὺ νὰ συλλογίζωνται, ὁσάκις πρόκηται νὰ εἰσάγωσιν εἰς τὴν Βουλὴν ὑποθέσεις ὁμοίας φύσεως. Καὶ δύναται μὲν ἡ Συμπολίτευσις, ἢ μᾶλλον τινὰ ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς, νὰ ἀγανακτῶσι καὶ νὰ θορυβῶσι καὶ νὰ ταράσσωνται, διότι δῆθεν δὲν ἀφίνομεν νὰ προοδεύσωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἡμεῖς τοὐναντίον νομίζομεν, ὅτι ἐξετελέσαμεν ὕψιστον καθῆκον. Πολλοὶ πλανῶνται δὲ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουσι, ζῶντες ἐν ἀτμοσφαίρᾳ οὐχὶ καθαρᾷ, ἕνεκα τοῦ φανατισμοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον οἱ πολιτευόμενοι συνήθως ὑποπίπτουσιν, ἐὰν νομίζωσιν, ὅτι ἡμεῖς τόσον παραλογιζόμεθα, ὥστε οὕτω πως πολιτευόμενοι καὶ οὕτως ἐνεργοῦντες, δὲν λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, καθ’ ἣν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν θὰ δώσῃ λόγον, καὶ ὅτι, ὅταν ἔλθῃ ἡ ἡμέρα ἐκείνη, θὰ διατρέξωμεν ἴσως τὸν κίνδυνον νὰ εὑρεθῶμεν πεπλανημένοι, μὴ προβλέποντες, ὁποία ἔσται ἡ ψῆφος τῶν ἐντολέων ἡμῶν. Ἡμεῖς, Κύριοι, ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ πλειοψηφία τῶν ἐκλογέων εἶναι ὑπὲρ ἡμῶν· ἀκριβῶς δὲ ἡ πεποίθησις ἡμῶν, ὅτι σήμερον ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς μόνον τύπῳ ἐκπροσωπεῖ τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Ἔθνους, ὄχι δὲ καὶ κατ’ οὐσίαν, μόνη ἡ πεποίθησις αὕτη μᾶς ὑποχρεοῖ νὰ διεξάγωμεν τόσον πεισμόνως τὸν ἀγῶνα. Ἂν νομίζητε, ὅτι ἐκπροσωπεῖτε ἀληθῶς τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Ἔθνους, διατὶ δὲν διαλύετε τὴν Βουλὴν; Διαλύσατε τὴν Βουλήν· ἂς ἐρωτηθῇ δὲ ὁ λαὸς, ὁ καταλληλότερος κριτὴς, καὶ ἂν ἀποφανθῇ, ὅτι ἡμεῖς κακῶς ἐπολιτεύθημεν, ὅτι παρεξετράπημεν τῶν καθηκόντων ἡμῶν, νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὐδεὶς πλέον θὰ τεθῇ φραγμὸς εἰς τὴν πορείαν ὑμῶν. Ἂν ἔχητε τὸ θάῤῥος, πράξατέ το.

§311ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Αὐτὸ εἶναι μωρία.

§312Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἡ μωρία εἶναι ἰδικόν σου προνόμιον, καὶ μάλιστα εἶναι ἀνθηροτάτη. Οὐδέποτε θὰ γηράσῃ.

§313ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγερθεὶς καὶ σήμερον, κατὰ τὴν συνήθειάν μου, λίαν πρωῒ, (ἱλαρότης παρατεταμένη) μετ’ ἀπορίας ἤκουσα, ὅτι ἐξακολουθεῖ ἡ Βουλὴ συνεδριάζουσα. Ἀντὶ δὲ νὰ ἀποσυρθῶ εἰς τὸ σπουδαστήριόν μου, ἐνόμισα ὀρθότερον νὰ ἔλθω εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ μάθω καὶ ἐγὼ, ποῖον εἶναι τὸ σπουδαῖον ἀντικείμενον καὶ ποῖος ὁ ἀπειλῶν τὴν πατρίδα κίνδυνος καὶ ἀναγκάζων τὴν Βουλὴν νὰ διανυκτερεύσῃ καὶ νὰ παρατείνῃ τὴν συνεδρίασιν αὐτῆς μέχρι τῆς πρωΐας. Ἐλθὼν ἐνταῦθα, εἶδον, ὅτι ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως Σπάρταλη, ἐνόμισα δὲ, ὅτι, ἀφοῦ ἦλθον, ἔχω καθῆκον νὰ λάβω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, ὄχι διὰ νὰ παρελκύσω τὴν συνεδρίασιν, ἀλλὰ διὰ ν’ ἀντικρούσω ἐν ὀλίγοις ἓν ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων, εἰς τὸ ὁποῖον ἐστηρίχθησαν κυρίως οἱ δύο ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῆς δεξιᾶς ἐνόμισαν πρέπον νὰ ἔλθωσιν εἰς ἐπικουρίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν ὑπὸ συζήτησιν πίστωσιν. Ἡ ὑπόθεσις τοῦ Σπάρταλη ἐθεωρήθη λίαν σκανδαλώδης, ἀλλ’ οἱ καθήμενοι εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, (δεικνύει τὴν δεξιὰν) καὶ ὁ τύπος, ὁ φρονῶν φίλα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ πολλοὶ ἄλλοι, ὑποθέτουσιν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπιμένει εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῆς, καὶ λαμβάνουσιν οἱ ἀντιπολιτευόμενοι Βουλευταὶ ἀλληλοδιαδόχως τὸν λόγον, οὐχὶ διότι εἶναι πεπεισμένοι, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶναι ἄδικος καὶ πρέπει νὰ ἐξαντληθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν, ἀλλὰ διότι θέλουσι μόνον καὶ μόνον νὰ φέρωσι πρόσκομμα εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Τοῦτο, Κύριοι, εἶναι πλάνη· διότι, ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἤθελε νὰ φέρῃ κώλυμα εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ σταματήσῃ ἐπὶ ἑνὸς καὶ μόνου ἀντικειμένου· ἠδύνατο, ἀφοῦ κατηνάλωσεν εἰς τοῦτο ἀρκετὰς συνεδριάσεις, νὰ μεταβῇ εἰς ἄλλο ἀντικείμενον, καὶ νὰ πράττῃ τὸ ἴδιον εἰς ἕκαστον τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐγγεγραμμένα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀλλ’ ἐπέμεινε κυρίως εἰς τὴν πρότασιν, τὴν περὶ Σπάρταλη, διότι φρονεῖ, ὅτι ἡ ἀπαίτησις αὕτη εἶναι ἐντελῶς ἄδικος, εἶναι ἐντελῶς ἀνυποστήρικτος, καὶ νομίζει, ὅτι ἔχει καθῆκον, ἀφοῦ βλέπει τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς φίλους αὐτῆς ἐπιμένοντας, χωρὶς ἄλλο νὰ ψηφισθῇ, νομίζει, λέγω, ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ ἐξαντλήσῃ ὅλα τὰ δυνατὰ ἐπιχειρήματα, καὶ νὰ φωτίσῃ, ἂν ὄχι τὴν Βουλήν, τουλάχιστον τὴν κοινωνίαν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Γνωρίζετε, ἐξ ὅσων ἕως τώρα ἐῤῥήθησαν, πόθεν πηγάζει ἡ ἀπαίτησις τοῦ Σπάρταλη· ἡ ἀπαίτησις αὕτη πηγάζει ἐκ τοῦ ὅτι κατὰ τὸ 1867 ἡ Κυβέρνησις ἀνέθηκεν εἰς αὐτὸν τὴν ἐκτέλεσιν διαφόρων παραγγελιῶν, καὶ ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ ἀπέστειλεν εἰς αὐτὸν 172 χιλιάδας λίρας. Ἂν ὁ Σπάρταλης ἔπραττεν ὡς πράττουσι πάντες οἱ διαχειριζόμενοι ξένα χρήματα, ἂν δηλαδὴ ἐφρόντιζε νὰ ἀποστέλλῃ τακτικῶς καὶ ἐγκαίρως τοὺς λογαριασμούς του εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὐδεμία περιπλοκὴ ἤθελεν ἐπέλθει· ἀλλὰ, καθὼς εἴδετε, παρῆλθον πολλὰ ἔτη ἀπὸ τῆς ἐκτελέσεως τῶν παραγγελιῶν τούτων καὶ ὁ Σπάρταλης δὲν ἔστειλεν οὐδένα λογαριασμόν· προσεκλήθη ἐπανειλημμένως εἰς τοῦτο, ἠπειλήθη καὶ διὰ ποινικῆς καταδιώξεως, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἐκώφευε. Πότε δὲ ἐξύπνησεν; Ὅτε εἶδεν, ὅτι εὑρέθη εἷς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος, χρώμενος τῷ δικαιώματι, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος τῷ χορηγεῖ, ἐκήρυξεν αὐτὸν ὑπόλογον διὰ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐμβασθῆ εἰς αὐτὸν, ἀφαιρουμένων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐκ πρώτης ἐξελέγξεως ἐφαίνοντο, ὅτι εἶχε δαπανήσει, καὶ τὸν ἐκήρυξεν ὑπόλογον διὰ 20 καὶ ἐπέκεινα χιλιάδας λίρας. Καὶ δὲν περιωρίσθη εἰς τοῦτο καὶ μόνον, ἀλλὰ, συμφώνως μὲ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν, ἐνήργησε καὶ κατάσχεσιν 6 χιλιάδων λιρῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνῆκον εἰς τὸν Σπάρταλην καὶ εὑρίσκοντο εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Τότε μόνον, ὅτε ἔγεινεν ἡ κατάσχεσις αὕτη, τότε ἐξύπνησεν ὁ Σπάρταλης καὶ ἀπέστειλε τοὺς λογαριασμούς του, ἀλλὰ ποίους λογαριασμούς; Εἴδετε, ὅτι οἱ ἀποσταλέντες λογαριασμοὶ ἦσαν τοσοῦτον ἀτελεῖς καὶ περιπεπλεγμένοι, ὥστε ἐπὶ 10 ἔτη ἀσχολούμενοι εἰς τὴν ἐξέλεγξιν αὐτῶν Ἐπιτροπαὶ καὶ πολλοὶ λογισταὶ, δὲν ἠδύναντο νὰ εὕρουν οὔτε ἀρχὴν, οὔτε τέλος. Εἴδετε, ὅτι καὶ μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν, ἣν ἔκαμε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἐξακολουθεῖ αὐτὸς νὰ δημιουργῇ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, καὶ νὰ τὰ ἀποστέλλῃ, καὶ ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νέων τούτων ἐγγράφων ἐπιστώθη ἀκόμη καὶ μὲ 700 λίρας. Ἐὰν λοιπὸν συνέβησαν περιπλοκαὶ εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, ἐὰν εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις νὰ κατάσχῃ χρήματα, ἀνήκοντα εἰς τὸν Σπάρταλην, παραίτιος εἶναι αὐτὸς καὶ μόνος, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο ἀνάγκη, ὡς εἶπεν ὁ κ. Σιμόπουλος, νὰ γνωρίζῃ τὸν Λογιστικὸν Νόμον, ἤρκει μόνον νὰ πράξῃ, ὅ,τι πράττουσιν οἱ κοινότεροι ἄνθρωποι, δὲν λέγω οἱ συστηματικοὶ ἔμποροι, ἀλλ’ οἱ κοινότεροι παντοπῶλαι, οἱ ὁποῖοι, ὅταν ἔχουν δοσοληψίας μὲ οἱονδήποτε, κρατοῦν ἕνα λογαριασμὸν χωριστὸν, καὶ εἶναι εἰς κατάστασιν, εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ εἴπωσιν, ἂν ἔχουν νὰ λάβουν, ἢ νὰ δώσουν. Ὁ Σπάρταλης ἔλαβεν ἀπὸ τὸ Δημόσιον 172,000 λίρας, καὶ ὤφειλε βεβαίως νὰ κρατῇ ἀκριβῆ λογαριασμὸν τῆς ληψοδοσίας ταύτης, καὶ νὰ ἀποστέλλῃ περίληψιν τοῦ λογαριασμοῦ αὐτοῦ ἑκάστοτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ παρημέλησε τὸ καθῆκον τοῦτο ἐπὶ 6–7 ὁλόκληρα ἔτη, καὶ δὲν ἐνεθυμήθη νὰ τὸ πράξῃ, εἰμὴ ὅτε ἐγένετο ἡ κατάσχεσις τῶν χρημάτων αὐτοῦ, τῶν εὑρισκομένων εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ ὅτε ἀκόμη ἠπειλήθη μὲ ποινικὴν καταδίωξιν. Καὶ τί προκύπτει τέλος πάντων ἀπὸ τοὺς λογαριασμούς του καὶ τὴν ἐξέλεγξιν; Προκύπτει, ὅτι, καθ’ ὃν καιρὸν ἐγένετο ἡ κατάσχεσις εἰς τὴν Τράπεζαν, ὁ Σπάρταλης ἦτο ὀφειλέτης τριῶν ἢ τεσσάρων χιλιάδων λιρῶν· καὶ λέγω, ἦτο ὀφειλέτης, διότι δὲν εἶχε δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ προμήθειαν, οὐδὲ ἐνόει αὐτὸς ἐξ ὑπαρχῆς νὰ ζητήσῃ τοιαύτην. Δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τοιαύτην. Δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ζητήσῃ προμήθειαν, διότι ἦτο δημόσιος ὑπάλληλος, ὡς ἐκ περισσοῦ δὲ παρητήθη καὶ ὁ ἴδιος τῆς προμηθείας, δηλ. ὄχι παρητήθη, ἀλλ’ ἐδήλωσεν, ὡς ἐκ περισσοῦ, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ λάβῃ προμήθειαν, μολονότι, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, καὶ ἄνευ τῆς δηλώσεως ταύτης δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ τοιαύτην. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, προκειμένου περὶ τῆς ἀπαιτήσεως ταύτης, ἐπρότεινε κυρίως δύο τινά· πρῶτον, ὅτι ὑπάρχει παραγραφὴ, καὶ δεύτερον, ὅτι δὲν ὀφείλεται τόκος. Πρὸς ἀντίκρουσιν αὐτῶν τῶν δύο ἰσχυρισμῶν οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως ἀντέταξαν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀντιταχθῇ κατὰ τοῦ Σπάρταλη ἡ ἔνστασις τῆς παραγραφῆς, οὐδὲ ἠδυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς τὸν Σπάρταλην τὴν πληρωμὴν τόκου, διότι ὁ Σπάρταλης πρὸ τῆς ἐξελέγξεως τῶν λογαριασμῶν αὐτοῦ δὲν ἠδύνατο νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ Δικαστήρια, ἡ δὲ ἀπαίτησις αὐτοῦ κατὰ τοῦ Δημοσίου ἔλαβεν ἀρχὴν καὶ ὑπόστασιν ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συνεδρίου. Πρὶν ἐκδοθῇ, εἶπον, ἡ ἀπόφασις αὕτη, ὁ Σπάρταλης δὲν εἶχε δικαίωμα ἀγωγῆς κατὰ τοῦ Δημοσίου, ἡ ἀπαίτησις αὐτοῦ δὲν ὑφίστατο· ἑπομένως, μὴ ὑφισταμένης τῆς ἀπαιτήσεως, δὲν ἠδύνατο νὰ κινηθῇ ἀγωγή, ὅταν δὲ δὲν ἠδύνατο νὰ κινηθῇ ἀγωγή, βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἀντιταχθῇ κατ’ αὐτοῦ ἡ ἔνστασις παραγραφῆς, ἀλλ’ οὔτε νὰ πολεμήσῃ τὴν ἀπαίτησιν αὐτοῦ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν τόκον τῶν χρημάτων. Ἀλλὰ πόθεν προκύπτει ἡ ἀπαίτησις τοῦ Σπάρταλη κατὰ τοῦ Δημοσίου; Προκύπτει ἐκ τοῦ ὅτι ὁ Σπάρταλης ἦτο ὑπόλογος πρὸς τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ ἦτο ὑπόλογος καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον ἀπέστειλεν εἰς αὐτόν. Οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ οἱ ἐν γένει ὑπόλογοι θεωροῦνται καὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ δίδουν λογαριασμὸν διὰ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα λαμβάνουν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, καὶ τὰ ὁποῖα, ὅπως ὁ νόμος καὶ ὁ ὀρθὸς λόγος ἀπαιτεῖ, ὀφείλουν νὰ φυλάττουν χωριστά. Ἂν λοιπὸν ἡ ἀπαίτησις τοῦ Σπάρταλη προήρχετο ἀπὸ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἀπέστελλε τὸ Κράτος εἰς αὐτὸν, ἐννοεῖται, ὅτι ὁ Σπάρταλης δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ λαμβάνειν, διότι οἱ ὑπόλογοι οὐδέποτε δίδουν ἐξ ἰδίων των, λαμβάνουν χρήματα τοῦ Δημοσίου, τὰ διαχειρίζονται, καὶ πληρόνουν τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα διατάσσονται νὰ πληρώσουν, ἑπομένως μένει ἓν ὑπόλοιπον εἰς χεῖράς των, καὶ οἱ ὑπόλογοι εἶναι πάντοτε χρεῶσται πρὸς τὸ Δημόσιον· ἑπομένως, ἂν ὁ Σπάρταλης, λαμβάνων χρήματα ἀπὸ τὸ Δημόσιον, ἐκράτει δι’ αὐτὰ, ὅπως ὤφειλε νὰ κρατῇ, ἰδιαιτέραν μερίδα, καὶ ἐδαπάνα ἐξ αὐτῶν πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν παραγγελιῶν, αἱ ὁποῖαι τῷ ἐδίδοντο, ὁ Σπάρταλης δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸ Δημόσιον, τὸ Δημόσιον θὰ εἶχε νὰ λάβῃ ἀπ’ αὐτόν, καὶ τὸ Δημόσιον βεβαίως δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ Δικαστήρια, τὸ Δημόσιον ἤθελεν ἐξελέγξει διοικητικῶς τὴν διαχείρισιν, καὶ ἤθελε τὸν χρεώσει μὲ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἔμεινεν εἰς χεῖράς του, τότε δὲ αὐτὸς δὲν εἶχε νὰ κάμῃ ἄλλο, παρὰ νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ζητήσῃ τὴν ὁριστικὴν ἐκδίκασιν τῶν λογαριασμῶν του. Ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ ἀπαίτησις τοῦ Σπάρταλη πηγάζει ἐκ τῆς κατασχέσεως τῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ χρημάτων αὐτοῦ. Ἡ κατάσχεσις αὕτη δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ Σπάρταλη ὡς ὑπολόγου, εἶναι πρᾶξις, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη τὸ Δημόσιον κατὰ τοῦ Σπάρταλη, διότι ἐνόμιζεν, ὅτι ἔχει νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸν Σπάρταλην. Ἂν δὲ ὁ Σπάρταλης ἐφρόνει τὸ ἐναντίον, ἠδύνατο νὰ ἀντιταχθῇ ἀμέσως κατὰ τῆς κατασχέσεως καὶ νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια, τότε δὲ τὸ Δημόσιον ἦτο ἠναγκασμένον νὰ παρουσιάσῃ τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ Σπάρταλη, νὰ κάμῃ ἀνταγωγὴν κατ’ αὐτοῦ, καὶ νὰ ἀπαιτήσῃ συμψηφισμὸν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον κατέσχεσε. Ὑποθέσατε, Κύριοι, ὅτι ταμίου τινὸς, ὁ ὁποῖος διαχειρίζεται χρήματα τοῦ Δημοσίου, ἔρχεται εἰς τὴν ἰδέαν ἑνὸς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ, λόγῳ ὅτι αὐτὸς ὀφείλει εἰς τὸ Δημόσιον, νὰ κατασχεθῶσι τὰ κτήματά του· ὁ ὑπόλογος αὐτὸς δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ περιμείνῃ, ὅπως δικάσῃ τοὺς λογαριασμούς του τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, διότι ἡ κατάσχεσις εἶναι πρᾶξις ἄσχετος μὲ τὴν ληψοδοσίαν του, ἑπομένως ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ δικαστικῶς τὴν ἄρσιν αὐτῆς, καὶ νὰ ἀναγκάσῃ τὸ Δημόσιον ν’ ἀποδείξῃ τὴν ἀπαίτησίν του. Ὤφειλε λοιπὸν ὁ Σπάρταλης, ἀφοῦ ἐνόμιζεν, ὅτι ἀδίκως κατεσχέθησαν αἱ ἕξ χιλιάδες λίραι εἰς τὴν Τράπεζαν, ὤφειλεν ἀμέσως νὰ παραπονεθῇ διὰ τοῦτο, καὶ ἂν δὲν ἠκούετο τὸ παράπονόν του, νὰ κινήσῃ ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου. Ὅθεν τὸ ἐπιχείρημα, εἰς τὸ ὁποῖον κυρίως ἐστηρίχθησαν οἱ συνάδελφοι τῆς Συμπολιτεύσεως, ὅτι αὐτὸς δὲν ἠδύνατο νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, πίπτει ἀφ’ ἑαυτοῦ, διότι ἠδύνατο κάλλιστα, ὄχι ὡς ὑπόλογος, ἀλλὰ διὰ τὴν κατάσχεσιν, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὴν Τράπεζαν, νὰ κινήσῃ ἀγωγήν· ἡ κατάσχεσις αὕτη, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἄσχετος μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ ὑπολόγου. Ἐὰν ἡ ὑπόθεσις εἰσήγετο εἰς τὰ Δικαστήρια, τὸ Δημόσιον ἤθελεν ἀναγκασθῇ νὰ ἀντιτάξῃ μίαν ἀπόφασιν διοικητικὴν ἢ δικαστικὴν, ὥστε ἦτο ὑποχρεωμένον νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν λογαριασμῶν. Ἀλλοίμονον, ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι δύναται πᾶς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ κατάσχῃ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε τὴν περιουσίαν τῶν ὑπολόγων, καὶ ἀφοῦ τὴν κατάσχῃ, νὰ τοὺς παραπέμπῃ ἔπειτα εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται τοσοῦτον ὀπισθήμερον! Ὁ ὑπόλογος, ὅστις φρονεῖ, ὅτι ἀδίκως καὶ παραλόγως κατεσχέθη ἡ περιουσία του, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παραπονεθῇ, καὶ ἐὰν δὲν ἀκουσθῇ, οὐδόλως κωλύεται νὰ κινήσῃ ἀγωγὴν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, δὲν δύναται δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἰσχυρισθῇ ἁπλῶς, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ ἐνάγων εἶναι ὑπόλογος, δικαιοῦται τὸ Δημόσιον νὰ κατάσχῃ πᾶσαν αὐτοῦ τὴν περιουσίαν· ὀφείλει νὰ παρουσιάσῃ ἀπόφασιν, εἴτε διοικητικὴν, εἴτε τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἐὰν δὲν παρουσιάσῃ τοιαύτην ἀπόφασιν, βεβαίως τὰ Δικαστήρια θὰ δικαιώσωσι τὸν ὑπόλογον, καὶ θὰ ἄρωσι τὴν κατάσχεσιν. Ἑπομένως, ἀφοῦ ὁ Σπάρταλης, μετὰ τὴν γενομένην κατάσχεσιν τῶν εἰς τὴν Τράπεζαν εὑρισκομένων αὐτοῦ χρημάτων, δὲν ἐκινήθη δικαστικῶς, ἕπεται ἀναγκαίως, ὅτι δύναται νὰ προταθῇ κατ’ αὐτοῦ ἡ ἔνστασις τῆς παραγραφῆς. Πολὺ δὲ μᾶλλον δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσῃ τόκον, διότι, κατὰ τὸν νόμον τὸ Δημόσιον, δὲν ὑποχρεοῦται εἰς τόκον, καὶ ὅταν ἀκόμη ἔπραξε τὴν μᾶλλον ἄδικον πρᾶξιν. Ἐὰν κατέσχε περιουσίαν τινὸς, ἐὰν ἀφῄρεσεν αὐθαιρέτως τὴν ἰδιοκτησίαν του, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ἰδιώτης νὰ ζητήσῃ τόκον, εἰμὴ ἀπὸ τῆς ἐγέρσεως τῆς ἀγωγῆς. Ἀφοῦ λοιπὸν διὰ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατεσχέθη εἰς τὴν Τράπεζαν, ὁ Σπάρταλης δὲν ἐκίνησεν ἀγωγὴν, καίπερ δυνάμενος νὰ κινήσῃ τοιαύτην ἀγωγὴν, δὲν δικαιοῦται νὰ λάβῃ τόκον, ἑπομένως μένουσιν ἀκέραια τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀντέταξεν εἰς τὴν πίστωσιν ταύτην, μένει ἀκεραία ἡ ἔνστασις τῆς παραγραφῆς. Ἀφοῦ δὲ τὴν ἔνστασιν ταύτην ἐπικαλεῖται καθ’ ἑκάστην τὸ Δημόσιον καὶ διὰ τὰς πλέον μηδαμινὰς ὑποθέσεις, ἀφοῦ βλέπομεν, ὅτι πολλοὶ πτωχοὶ ἐπαγγελματίαι, πολλοὶ πτωχοὶ ἰδιοκτῆται οἰκοδομῶν ὑποχρεοῦνται νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος, ἢ τῆς οἰκοδομῆς, λόγῳ ὅτι δὲν ἔκαμον ἐγκαίρως τὰς ἐνστάσεις των, δὲν θὰ ἤμεθα διόλου δεδικαιολογημένοι, ἐὰν παραβλέψωμεν τὴν ἔνστασιν ταύτην διὰ τὸν Σπάρταλην. Ὁ Σπάρταλης ὤφειλεν ἐγκαίρως νὰ κινήσῃ τὴν ἀγωγήν του· μὴ πράξας τοῦτο, ὑπέπεσεν εἰς παραγραφὴν, καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ Δημόσιον τῆς Ἑλλάδος ἔχουσιν οὐ μόνον πλῆρες δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον, νὰ ἀντιτάξωσι κατ’ αὐτοῦ τὴν παραγραφήν. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου φαίνεται δικαιούμενος ὁ Σπάρταλης νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν προμήθειαν, ἐῤῥήθησαν πολλὰ, καὶ θεωρῶ περιττὸν νὰ τὰ ἐπαναλάβω· ὅ,τι ἀδικώτερον, ὅ,τι ἀτοπώτερον εἶναι, τὸ νὰ ἔρχηται εἷς ὑπάλληλος τοῦ Κράτους, νὰ ζητῇ ἀπὸ τὸ Κράτος προμήθειαν. Ἐὰν ὁ Σπάρταλης, ὅτε παρηγγέλθη νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, ἔγραφεν, ὅτι δὲν ἔχει τὴν ἱκανότητα ἢ τὸν καιρὸν νὰ τὴν ἐκτελέσῃ, καὶ ὅτι θὰ τὴν ἀναθέσῃ εἰς τὸν ἐμπορικὸν αὐτοῦ οἶκον, ὅστις ὅμως ἀπαιτεῖ νὰ λάβῃ προμήθειαν, καὶ προμήθειαν ἀναβαίνουσαν εἰς 2,500 περίπου λίρας, ἡ Κυβέρνησις ἤθελε φροντίσει, ἢ νὰ συμφωνήσῃ μετ’ αὐτοῦ, ὅπως ἡ προμήθεια ὁρισθῇ εἰς ποσὸν κατώτερον, ἢ ἤθελε πράξει, ὅ,τι πράττουσι συνήθως αἱ Κυβερνήσεις, θὰ ἔστελλεν ἕνα ἢ δύο ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἐκτελέσει τὰς παραγγελίας ταύτας, ὅπως τὰς ἐξετέλεσε καὶ ὁ Σπάρταλης, καὶ τοιουτοτρόπως ἤθελεν ἀποφύγει τὴν πληρωμήν· οὐδὲ εἶναι ἀποδεδειγμένον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθησαν, ἀποδίδοντες ἔκτακτον πατριωτισμὸν εἰς τὸν Σπάρταλην, ὅτι δῆθεν αὐτὸς προκατέβαλεν ἐξ ἰδίων του χρήματα. Λάβετε ὑπ’ ὄψει τὸν λογαριασμὸν, τὸν ὁποῖον ὁ ἴδιος συνέταξε, τὸν λογαριασμὸν τῆς πιστοχρεώσεως, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι αὐτὸς οὐδὲν πλέον κατέβαλεν ἐξ ἰδίων του· καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι, ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὑπολογίζει μετὰ τόκου τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐλάμβανε, καὶ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐπλήρονεν, εὑρίσκει, ὅτι δικαιοῦται νὰ λάβῃ 800 λίρας διὰ τόκον. Ἀλλὰ πῶς ἐξάγει τοῦτο; Διότι θέτει εἰς ὄφελός του καὶ τὴν προμήθειαν καὶ πολλὰ ἄλλα κονδύλια, τὰ ὁποῖα ἀπέῤῥιψε τὸ Συνέδριον. Αὐτὸς ἐφρόνει, ὅτι κατὰ τὸν λογαριασμόν του ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ 12 ἢ 15 χιλιάδας λιρῶν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ εὕρισκεν, ὅτι ὁ τόκος τῆς μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Δημοσίου ληψοδοσίας ἔφερε πρὸς ὄφελος αὐτοῦ 800 λίρας. Ἀλλ’ ἅμα λάβητε ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἀντὶ τῶν 12 ἢ 13 χιλιάδων λιρῶν, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν, εὑρέθη ὅτι τῷ ὀφείλονται μόνον 3,000, τότε θέλετε ἰδεῖ, ὅτι μεταβάλλεται ὁ λογαριασμὸς, καὶ ἀντὶ νὰ λάβῃ ἐκ τόκων, θὰ εὑρεθῇ, ὅτι ἔχει νὰ δώσῃ· τοῦτο δὲ ἀποδεικνύει, ὅτι αὐτὸς οὐδὲν οὐδέποτε ἐξ ἰδίων του κατέβαλεν, εἶχε πάντοτε εἰς χεῖράς του χρήματα τοῦ Δημοσίου, διότι τὸ Δημόσιον, δὸν εἰς αὐτὸν παραγγελίαν, νὰ κατασκευάσῃ πλοῖα καὶ νὰ προμηθεύσῃ διάφορα ὑλικὰ, ἐφρόντιζε νὰ τὸν ἐφοδιάζῃ μὲ τὰ ἀναγκαῖα χρηματικὰ ποσά. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι οὐδεμίαν εἶχεν ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν συνδρομὴν τοῦ Σπάρταλη διότι, καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὰ χρήματα, οὐδὲν ἐξ ἰδίων του κατέβαλε, καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἱκανότητα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν παραγγελθέντων, χωρὶς νὰ ἀμφισβητῶ οὔτε τὴν ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου, οὔτε νὰ ἐπαναλάβω πολλά, τὰ ὁποῖα περὶ αὐτοῦ ἐῤῥήθησαν, ἀρκοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι, ἐὰν ἀντὶ τοῦ Σπάρταλη ἀνετίθετο ἡ ὑπηρεσία αὕτη εἰς τὸν μακαρίτην Μπαλάσκαν, ἢ ἄλλον ἀξιωματικὸν τοῦ Ναυτικοῦ, ἤθελε, κατ’ ἐμὲ, ἐκτελεσθῆ πολὺ καλλίτερον ἢ ὅπως ἐξετελέσθη ἀπὸ τὸν Σπάρταλην. Ἡ προμήθεια εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος, καὶ ἀναγνωρίζοντες σήμερον εἰς τὸν Σπάρταλην τοιαύτην, δὲν κάμνομεν τίποτε ἄλλο, παρὰ δίδομεν εἰς αὐτὸν μίαν δωρεὰν, καὶ τὴν δίδομεν ὄχι διὰ τὴν καλήν του ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ διότι περιέπλεξε τοὺς λογαριασμοὺς εἰς τρόπον, ὥστε ἐδέησε νὰ ἀσχοληθῶσιν Ἐπιτροπαὶ καὶ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ Νομικὸν Συμβούλιον καὶ ἡ διπλωματία, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ καθαρισθῇ ἡ κόπρος τοῦ Αὐγείου, τὴν ὁποίαν αὐτὸς παρεσκεύασεν. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ τόκου, εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον, καὶ ἐγὼ θαυμάζω, πῶς εὑρίσκονται ἄνθρωποι, νὰ τὸ ὑποστηρίξωσι. Πόθεν ὀφείλεται ὁ τόκος; ὀφείλεται ὁ τόκος διὰ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὡς ὑπόλογος διεχειρίζετο; Ἀλλὰ τὰ ποσὰ ταῦτα ἦσαν δημόσια χρήματα. Τόκος ἠδύνατο νὰ ζητηθῇ μόνον διὰ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα κατεσχέθησαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἀλλὰ δι’ αὐτὰ εἶχε δικαίωμα νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ ἀφοῦ δὲν ἔπραξε τοῦτο, δὲν δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ τόκον. Διατὶ δὲ δὲν ἤγειρε τὴν ἀγωγήν; διότι ἦτο βέβαιος, ὅτι δὲν ἤθελε δικαιωθῆ. Ὅτε ἐγένετο ἡ κατάσχεσις, δὲν ὑπῆρχεν ἄλλη ἀπόφασις, παρὰ ἡ διοικητικὴ ἀπόφασις τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ἧς τὸν ἐκήρυττεν ὑπόλογον διὰ 20,000 λιρῶν. Ἐὰν ἡ ἀπόφασις αὕτη ἐπαρουσιάζετο εἰς τὸ Δικαστήριον, βεβαίως ἡ ἀγωγή του ἤθελεν ἀποῤῥιφθῆ, διότι κατὰ τὸ νόμον αἱ ἀποφάσεις αἱ διοικητικαὶ εἶναι ὁριστικαὶ καὶ ἐκτελεσταί· πάντες οἱ ὑπόλογοι, δυνάμει διοικητικῶν ἀποφάσεων καταδιώκονται καὶ ὄχι δυνάμει ἀποφάσεων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διότι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον βραδύνει νὰ ἐξελέγξῃ τοὺς λογαριασμοὺς, καὶ θὰ ἦτο βεβαίως μεγάλη ζημία εἰς τὸ Δημόσιον, ἐὰν ἐπερίμενε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅπως καταδιώξῃ ἕνα ὑπόλογον. Καθ’ ὃν καιρὸν λοιπὸν ἐγένετο ἡ κατάσχεσις αὕτη, ὑπῆρχεν ἀπόφασις διοικητική, ἡ ὁποία τὸν ἐχρέονε μὲ 20,000 λιρῶν, καὶ ἤρκει νὰ παρουσιασθῇ ἡ ἀπόφασις αὕτη εἰς τὰ Δικαστήρια, διὰ νὰ ἀποῤῥιφθῇ ἡ ἀγωγή του· δι’ αὐτὸ δὲν ἐκίνησεν ἀγωγὴν, διὰ τοῦτο ὁ ἀντιπρόσωπός του κ. Καλλιγᾶς, μολονότι ἠπείλησεν, ὅτι θὰ κινήσῃ ἀγωγήν, δηλαδὴ μολονότι ἔκαμεν αἴτησιν θεραπείας, δὲν ἐτόλμησε νὰ κινήσῃ ἀγωγήν, διότι ἤξευρεν, ὅτι ἤθελεν ἀποῤῥιφθῇ ἡ ἀγωγὴ αὕτη ἀπὸ τὸ Δικαστήριον. Αὐτὰ τὰ ὀλίγα, Κύριοι, εἶχον νὰ παρατηρήσω σχετικῶς μὲ τὴν πίστωσιν ταύτην, διότι δὲν θέλω νὰ μένῃ ἡ ἰδέα, ὅτι ἀδίκως καὶ ἀπὸ σκοποῦ ἡ Ἀντιπολίτευσις πολεμεῖ τὴν πίστωσιν ταύτην· τὴν πολεμεῖ ἐκ πεποιθήσεως, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἄδικος καὶ ἀδικαιολόγητος, καὶ ἑπομένως, ὅτι δὲν πρέπει τὸ Δημόσιον νὰ ὑποχρεωθῇ εἰς αὐτὴν τὴν πληρωμήν. Ἐξ ὅλης αὐτῆς τῆς ἱστορίας οὐδὲν ἄλλο προκύπτει, εἰμὴ, ὅτι αὐτὸς δικαιοῦται νὰ λάβῃ 3,000 λιρῶν, τὸ ποσὸν δηλ. τὸ ὁποῖον περιέχεται εἰς τὴν πρώτην ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν ἀπόφασιν, αὕτη δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ καθόλου ὑπ’ ὄψει, διότι δὲν ἐζητήθη νομίμως ἡ ἀναθεώρησις· ὁ Σπάρταλης δὲν ἐζήτησεν ἀναθεώρησιν, ὁ δὲ Πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας, ὁ ὁποῖος ἐπαρουσιάσθη καὶ ἐζήτησε τὴν ἀναθεώρησιν, δὲν εἶχε τοιοῦτον δικαίωμα, καθόσον δὲν ἦτο διωρισμένος πληρεξούσιος· οὐδὲ ἠδύνατο, καθὼς ἰσχυρίσθη ὁ κ. Σιμόπουλος, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ αὐτεπαγγέλτως, ἢ κατ’ αἴτησιν τοῦ Ἐπιτρόπου, νὰ ἀναθεωρήσῃ τὴν ἀπόφασίν του, διότι ἡ αὐτεπάγγελτος ἀναθεώρησις περιορίζεται εἰς ὀλίγας μόνον περιστάσεις· γίνεται τοιαύτη ἀναθεώρησις μόνον, ὅταν ὑπάρχῃ λᾶθος πραγματικόν, ἢ ὅταν ὑπάρχωσι διπλαῖ ἐγγραφαὶ, ἢ ἄλλο τι τοιοῦτον, ὄχι ὅμως ὅταν παρουσιάζωνται ἄλλα ἔγγραφα, ὁπότε πρέπει νὰ κάμῃ τὴν αἴτησίν του αὐτὸς ὁ ὑπόλογος· ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ ὁ ὑπόλογος δὲν ἔκαμε τοιαύτην αἴτησιν. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι τὸ μόνον ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐδικαιοῦτο νὰ ζητήσῃ, ἐὰν ἐγκαίρως τὸ ἐζήτει, ἦτο τὸ ποσὸν τῶν 3,000 χιλιάδων λιρῶν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τοῦ ποσοῦ τούτου ὑπάρχει ἡ ἔνστασις τῆς παραγραφῆς, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ παραβλέψωμεν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἄλλα ποσὰ, τὴν προμήθειαν τόκου καὶ ἐπὶ τοῦ πρώτου ποσοῦ καὶ ἐπὶ τῆς προμηθείας, εἶναι κἄτι τι, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ὀφείλει καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς νὰ σκεφθῇ καλῶς, ἐὰν πρέπει νὰ τὸ ψηφίσῃ.

§314Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἤθελον προθύμως παραλίπει τὸ ἀηδὲς ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀναγκάζομαι νὰ ἐκπληρώσω, ἀναβαίνων ταύτην τὴν ὥραν τὸ βῆμα, ἐὰν δὲν μὲ ὑπεχρέωνεν εἰς τοῦτο ἀναδρομὴ μέχρις ἐμοῦ ἀπερίσκεπτος, τὴν ὁποίαν ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐποιήσατο πρὸ ἑβδομάδων, ὅτε ἠγόρευσεν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς πιστώσεως τοῦ Σπάρταλη. Ὁ Βουλευτὴς Φθιώτιδος ἐνόμισεν, ὅτι ἐπενόησε τρόπον, καθ’ ὃν ἠδύνατο νὰ παρακάμψῃ τὸν σκόπελον τῆς παραγραφῆς, ἐὰν ἀνέτρεχε μέχρις ἐμοῦ, καὶ παρίστα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἐὰν τὸ ἐνεστὸς Ὑπουργεῖον, τὸ προτεῖναν τὸ νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως τοῦ Σπάρταλη, παρῃτήθη τῆς ἐνστάσεως τῆς παραγραφῆς κατὰ τῆς ἀξιώσεως τοῦ Σπάρταλη, καὶ ἄλλα Ὑπουργεῖα πρὸ αὐτοῦ εἶχον παραιτήσει τὴν ἔνστασιν τῆς παραγραφῆς, καὶ μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἐγώ, ὡς ἀναγνωρίσας παραγεγραμμένην ἀπαίτησιν τοῦ ἀποθανόντος Σπυρίδωνος Βαλαωρίτου ἐκ 10 περίπου χιλιάδων δραχμῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, παρακάμπτων τὸ σκόπελον τῆς παραγραφῆς, ἀπέστειλε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὡς ἔλεγε πρὸς τὸν Πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας. Καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος ἐζήτει νὰ εὐκολύνῃ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διὰ νὰ παρακάμψῃ τὸν σκόπελον τῆς παραγραφῆς καὶ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, ἀκολουθῶν τὴν μέθοδον, τὴν ὁποίαν συνειθίζει πάντοτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἀκολουθῇ, τῶν ἀντεγκλήσεων καὶ τῆς ἀναδρομῆς ἐπὶ τοὺς προκατόχους του. Ἐὰν ἐγκαλέσητε τὴν Κυβέρνησιν, ὡς παρανόμως προβιβάσασαν τὸν Ντάην, σᾶς λέγει, ὅτι καὶ ὁ Μαυρομιχάλης, Ὑπουργὸς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, διενοήθη νὰ διαπράξῃ παρανόμους προβιβασμούς· ἐὰν ἐγκαλῶσι τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἐργολαβίαν πρὸς προμήθειαν χόρτου, τοῦ ἀναγκαίου πρὸς τροφὴν τῶν κτηνῶν, σᾶς προβάλλουσιν, ὅτι καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις διεχειρίσθη κακῶς τὸν σανὸν, τὸν ὁποῖον συνεκόμισεν ἐκ τῶν ἀγρῶν τοῦ Δημοσίου παρὰ τὸ κτῆμα τοῦ Ῥούφ. Ἐὰν ἐγκαλέσωσι τὴν Κυβέρνησιν, διατὶ, χωρὶς νὰ ἔχῃ δικαίωμα, παρέλιπε τὴν ἔνστασιν τῆς παραγραφῆς, σᾶς προβάλλουσιν, ὅτι καὶ ἄλλοι Ὑπουργοὶ παρῄτησαν τὴν ἔνστασιν τῆς παραγραφῆς, καὶ μεταξὺ αὐτῶν καὶ σεῖς, οἵτινες ἐγκαλεῖτε σήμερον τὸν Πρωθυπουργόν. Τὴν τακτικὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶχε δικαίωμα βεβαίως νὰ μιμηθῇ καὶ νὰ ἀκολουθῇ ὁ κ. Βουλευτὴς Φθιώτιδος, ὅστις τοσοῦτον πιστῶς ὄπισθεν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ βαίνει. Καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος ἐκόμισεν ἀποδείξεις εἰς τὴν Βουλὴν, ἔφερεν ἀναφορὰν τοῦ Σπυρίδωνος Βαλαωρίτου πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὑπάρχει γεγραμμένη τῇ ἐμῇ χειρὶ ἡ ἐντολὴ, νὰ περιληφθῇ εἰς τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἠξίου ὁ Βαλαωρίτης νὰ λάβῃ. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, πῶς ἐθίζουσι κατὰ τοὺς χρόνους τούτους νὰ παρέχωσι τὰ δημόσια ἀρχεῖα εἰς ἀνθρώπους, οἵτινες δὲν συνεδέθησαν διὰ τοῦ ὅρκου τοῦ ὑπαλλήλου μετὰ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Δὲν θέλω ὡσαύτως νὰ ἐξετάσω, πῶς τολμῶσι νὰ ποιῶνται χρῆσιν ἐπισήμων ἐγγράφων ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ λάθρα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει, διότι δὲν κατετέθησαν, καὶ τὰ ὁποῖα μόλις δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ἀπὸ τὰς χεῖρας τούτων, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ ἀμυνθῶμεν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ αὐτοὺς, οἵτινες ἐποιήσαντο χρῆσιν τοῦ ἐγγράφου τούτου, δὲν ἀνεγίνωσκον αὐτὸ, πρὶν ἢ τὸ ἐπικαλεσθῶσι; καὶ ἐὰν ἀνέγνων αὐτὸ, διατὶ δὲν ἐζήτησαν νὰ λύσωσι τὰς ἀπορίας, τὰς ὁποίας ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ἐγγράφου τούτου εὐλόγως ἔπρεπε νὰ ἐγείρῃ ἐν τῇ συνειδήσει αὐτῶν; (Ἀναγινώσκει τὴν ἀπὸ 10 Ὀκτωβρίου 1879 ἀναφορὰν τοῦ Σ. Βαλαωρίτου πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον): «Ὑπενθυμίζων ὑμῖν τὴν ἐκ Παρισίων κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἀπευθυνθεῖσαν παράκλησίν μου περὶ τῶν ὀφειλομένων μοι μισθῶν, ὡς Πρέσβεως ἐν Λονδίνῳ, ἀπὸ 1 Ἀπριλίου 1875 μέχρι τῆς 18 Ἰουνίου ἰδίου ἔτους, ὅτε ἔπαυσα τῶν καθηκόντων τοῦ Πρέσβεως, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς παρακαλέσω κτλ....» Τί εἶχον πράξει περὶ τῆς παρακλήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ Βαλαωρίτης εἶχεν ἀπευθύνει πρὸς ἐμὲ, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐκ Παρισίων; Ποία τάχα ὑπῆρξε μεταξὺ ἐμοῦ καὶ αὐτοῦ περὶ ταύτης τῆς ὑποθέσεως συνεννόησις; Ὁ Βαλαωρίτης ἐζήτει νὰ πληρωθῇ παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου μισθοὺς, τοὺς ὁποίους τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν ἐπλήρονεν εἰς αὐτόν. Ἀλλὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν ἐπλήρονε μισθοὺς, ὄχι μόνον εἰς τὸν Βαλαωρίτην, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν Βράϊλαν, καὶ εἰς τὸν Λεωνίδαν Μελετόπουλον, καὶ εἰς τὸν κ. Γεώργιον Ἀργυρόπουλον. Διατὶ αὐτὴ ἡ δυστροπία τοῦ δημοσίου ταμείου; Πρέπει νὰ σᾶς ἀφηγηθῶ τὴν ὑπόθεσιν, διότι καὶ εἰς ταύτην ἐνέχεται ὁ Πρωθυπουργὸς, διότι καὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης τυγχάνει ὁ ἥρως, πρὶν ἢ κληθῇ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν κατὰ τὸ 1875, διὰ πρώτην φορὰν, διαδεχόμενος τὸ παραιτηθὲν τότε Ὑπουργεῖον τοῦ Βούλγαρη. Τὸ Ὑπουργεῖον Βούλγαρη εἶχε διορίσει Πρέσβεις τὸν κ. Μελετόπουλον, τὸν Βαλαωρίτην, τὸν Βράϊλαν, ἂν καὶ δὲν ὑπῆρχεν ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πίστωσις πρὸς μισθοδοσίαν Πρέσβεων. Τὸ διάδοχον Ὑπουργεῖον, τὸ σχηματισθὲν ὑπὸ τοῦ καὶ νῦν Πρωθυπουργοῦ, ἦλθε ν’ ἀποκαταστήσῃ τὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἦλθε νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ Σύνταγμα ὑπὸ τὴν μᾶλλον φιλελευθέραν ἑρμηνείαν. Μεταξὺ δὲ τῶν πρώτων πράξεων αὐτοῦ ἦτο, νὰ καταστείλῃ τὴν παρανομίαν τῶν προκατόχων, οἵτινες εἶχον διορίσει Πρέσβεις καὶ ἐνῷ δὲν ὑπῆρχε πίστωσις. Ὅθεν τοὺς Πρέσβεις τούτους ἀνεκάλεσε, καὶ κατὰ τρόπον τοσοῦτον ἥκιστα διπλωματικὸν, τοσοῦτον ἀσυνήθη, ὥστε κατέλιπε διπλωματικὰς χασμῳδίας ὄπισθεν αὑτοῦ. Ὅτε παρῄτησε τὴν ἀρχὴν, μετὰ σπασμωδικῆς ταχύτητος ἔσπευσε νὰ ἀνακαλέσῃ τὸν Βαλαωρίτην, δι’ ἑνὸς τηλεγραφήματος, ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ Πρέσβεως ἐν Λονδίνῳ· ἀλλ’ ὁ Βαλαωρίτης ἦτο ἐμπεπιστευμένος καὶ παρὰ τῷ Βασιλεῖ τῆς Ὀλλανδίας, δὲν ἐνεθυμήθη ὅμως ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ τὸν ἀνακαλέσῃ ἀπὸ τὴν Αὐλὴν τῆς Ὀλλανδίας. Ὁ Βαλαωρίτης, ἀνακληθεὶς ἀπὸ τοῦ Λονδίνου ὡς Πρέσβυς, ἀπῆλθεν ἐκεῖθεν, ἡ δὲ Αὐλὴ τοῦ Βασιλέως τῆς Ὀλλανδίας ἐξηκολούθει καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1876, τὸ 1877 καὶ 1878 νὰ ἀναγνωρίζῃ αὐτὸν ὡς Πρέσβυν τοῦ Βασιλέως, καὶ νὰ καλῇ αὐτὸν εἰς τὰς τελετὰς καὶ τὰς πανηγύρεις· καὶ συνέβη νὰ ἐπανέλθῃ ὁ Βαλαωρίτης εἰς Ἀθήνας, νὰ λαμβάνῃ δ’ ἀκόμη ἐνταῦθα προσκλητήρια ἀπὸ τὴν Αὐλὴν τοῦ Βασιλέως τῆς Ὀλλανδίας. Ὅτε δὲ ὁ Βασιλεὺς τῆς Ὀλλανδίας ἔμαθεν, ὅτι ὁ Βαλαωρίτης δὲν διετέλει πλέον Πρέσβυς, ἔκρινεν, ὅτι ἐπράχθη πρὸς αὐτὸν παράλειψις ὀφειλομένου σεβασμοῦ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἀπηύθυνεν εἰς τὸν τότε Διευθύνοντα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ τοῦ ἐν Ἑλλάδι ἀντιπροσώπου του, παράπονα, τὰ ὁποῖα ὁ διάδοχος τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐδέησε νὰ θεραπεύσῃ, διότι ἦσαν παράπονα εὔλογα, τὰ ὁποῖα παρήγαγεν ἡ ἔλλειψις εὐλαβείας πρὸς ἐστεμμένην κεφαλήν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἠναγκάσθην νὰ ἀποστείλω τότε τὸν Γεννάδιον ἀπὸ τοῦ Λονδίνου εἰς Ὀλλανδίαν, ἵνα δικαιολογήσῃ παράλειψιν, ἡ ὁποία εἶναι τοσοῦτον ἀσυνήθης εἰς τὴν διπλωματικὴν ὑπηρεσίαν, ὥστε βεβαίως ἀπέβαινεν ἀδικαιολόγητος. Ἀλλὰ δὲν εἶχεν ἀρκεσθῆ ὁ Πρωθυπουργὸς μόνον ν’ ἀνακαλέσῃ τοὺς Πρέσβεις, ἐπέμεινε καὶ νὰ μὴ πληρώσῃ τὸν μισθὸν αὐτῶν. Ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ, ὅταν δὲν ἔχωσι πιστώσεις, ὀφείλουσι ν’ ἀφίνωσιν ἐν ἀργίᾳ τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἔχουσι, τοῦ νὰ προβάλλωσιν εἰς τὸν Βασιλέα διορισμοὺς πρὸς πλήρωσιν θέσεων, διὰ τὰς ὁποίας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δὲν ἀνεγράφησαν πιστώσεις. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὁμολογουμένη ἀνάγκη, ἵνα λάβωσιν ὑπ’ εὐθύνην αὑτῶν τὸν διορισμὸν εἰς θέσεις τοιούτων ὑπαλλήλων, ἀλλὰ τότε πρέπει ἀμέσως νὰ σπεύσωσι νὰ προκαλέσωσι τὰς ἀναγκαίας πιστώσεις, εἴτε, ἐὰν ἦναι ἔκτακτοι, παρὰ τοῦ Βασιλέως, εἴτε, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἦναι παροῦσα, παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐνῷ ἔχω τὴν γνώμην ταύτην, δὲν φρονῶ, ὅτι οἱ οὕτω διορισθέντες δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ λάβωσιν μισθόν. Ὁ πολίτης, ὁ καλούμενος νὰ ἀναλάβῃ δημοσίαν ὑπηρεσίαν, δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ γνωρίζῃ, ἐὰν ἐν τοῖς διαφόροις κεφαλαίοις καὶ ἄρθροις τοῦ Προϋπολογισμοῦ περιελήφθησαν πιστώσεις, προωρισμέναι εἰς μισθοδοσίαν αὐτοῦ καὶ ἀρκοῦσαι εἰς τοῦτο, ἔχουσι δὲ δικαίωμα νὰ θεωρῶσι κακῆς πίστεως τοὺς κυβερνήτας ἐκείνους, οἵτινες ἀρνοῦνται νὰ πληρώσωσιν εἰς αὐτοὺς τὸν μισθὸν, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι δὲν εἶχον περιληφθῆ πιστώσεις, ὅτε διωρίσθησαν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐκείνην. Καὶ ἡ γνώμη αὕτη δὲν εἶναι μόνον γνώμη ἐμὴ, ἀφοῦ αὐτὴν τὴν γνώμην ἐξήνεγκον τὰ Δικαστήρια· διότι πλὴν τοῦ Βαλαωρίτου καὶ ὁ Βράϊλας, εἰς τὸν ὁποῖον ἠρνοῦντο νὰ πληρώσωσι τὸν μισθὸν, καὶ ὁ κ. Λεωνίδας Μελετόπουλος, εἰς ὃν ἠρνοῦντο νὰ πληρώσωσι ἐπίσης τὸν μισθὸν, προσέφυγον εἰς τὰ Δικαστήρια. Ἐπειδὴ δ’ εἶχον δικασθῆ αἱ δίκαι αὐτῶν ἀπὸ τὸ Πρωτοδικεῖον καὶ ἐπιδικασθῆ αἱ ἀγωγαὶ αὐτῶν, ὑπῆρχον ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῶν Ἐφετῶν, καθ’ ὃν χρόνον ὁ Βαλαωρίτης μοὶ ἐζήτησε δι’ ἀναφορᾶς κατὰ τὸ 1878 ἐκ Παρισίων νὰ πληρωθῇ. Ὁ Βαλαωρίτης τότε μοὶ ἐποίησε γνωστόν, ὅτι ἡ ἀξίωσίς του ἔτρεχε τὸν κίνδυνον νὰ παραγραφῇ κατὰ τὸ 1878, καίπερ γεννηθεῖσα κατὰ τὸ 1875, διότι ἡ ἀξίωσις αὐτοῦ εἶχε πλέον περιέλθει ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νόμου τοῦ 1877, κατὰ δὲ τὸν νόμον τοῦτον, αἱ ἀξιώσεις ἀπολαυῆς μισθοῦ πολιτῶν ὑπαλλήλων παραγράφονται ἐντὸς διετίας, ὑπολογίζεται δ’ ὁ χρόνος τῆς ἐνάρξεως τῆς παραγραφῆς ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου. Ὁ νόμος τοῦ 1877 ἐξεδόθη τὴν 27 Ἰουνίου, ἑπομένως τὴν 27 Ἰουνίου 1879 ἐπρόκειτο νὰ παραγραφῇ ἡ ἀξίωσις τοῦ Βαλαωρίτου. Διὰ τοῦτο κατὰ τὸ 1878 ἀπετάθη πρὸς ἐμὲ ὁ Βαλαωρίτης καὶ ἐζήτησε τὰ ὀφειλόμενα αὐτῷ, ἀναγγείλας μοι, ὅτι ἄλλως ἐσκόπει νὰ κινήσῃ ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου. Τότε, ὡς εἶπον, ὑπῆρχον τρεῖς δίκαι ἐκκρεμεῖς κατὰ τοῦ Δημοσίου, αἱ ὁποῖαι εἶχον δικασθῆ ἀπὸ τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν, ἀπὸ τὸ ὁποῖον εἶχε καταδικασθῆ τὸ Δημόσιον, αἵτινες δ’ ἦσαν ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν. Ἀπήντησα τότε εἰς τὸν Βαλαωρίτην, νὰ μὴ κινήσῃ ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, ὑπεσχέθην δ’ αὐτῷ, ἐὰν τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν ἐπιδικάσῃ τὰς ἀξιώσεις τοῦ Βράϊλα καὶ τοῦ κ. Μελετοπούλου, νὰ πληρώσω τὰ πρὸς αὐτὸν ὀφειλόμενα. Ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἐναγάγῃ τὸ Δημόσιον ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, διότι ἡ ἀξίωσίς του ἦτο τῆς αὐτῆς φύσεως, ἑπομένως, ἐὰν τὰ Δικαστήρια ἐπεδίκαζον τὰς ἀξιώσεις τῶν ἄλλων, βεβαίως ἤθελεν ἐπιδικασθῆ καὶ ἡ ἀξίωσις τοῦ Βαλαωρίτου ἄν δ’ ἄφινον αὐτὸν νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ Δικαστήρια, ἤθελε ζημιωθῆ τὸ Δημόσιον, διότι ἤθελε καταδικασθῆ νὰ πληρώσῃ δικαστικὰ ἔξοδα καὶ τόκους. Ἐὰν ἐν τοῖς ἐγγράφοις τοῦ Σπυρίδωνος Βαλαωρίτου ἤθελε γίνει ἔρευνα, ἤθελεν εὑρεθῆ ἡ ἐπιστολή μου πρὸς αὐτὸν, διὰ τῆς ὁποίας ἀπέτρεψα αὐτὸν νὰ κινήσῃ ἀγωγὴν, ὑποσχεθείς, ὅτι, ἄν ἐπιδικασθῶσιν ὑπὸ τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν αἱ ἀξιώσεις τοῦ Βράϊλα καὶ τοῦ κ. Μελετοπούλου, θέλω πληρώσει εἰς αὐτὸν, ὅσα ἠξίου, καὶ ἄν παρεγράφετο ἡ ἀξίωσίς του. Ἀπέτρεψα δ’ αὐτὸν νὰ κινήσῃ ἀγωγὴν, πράξας τοῦτο, ἵνα ἀπαλλάξω τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀπὸ πληρωμῆς δικαστικῶν ἐξόδων καὶ τόκων. Καὶ ἐπλήρωσε τὸ Δημόσιον καὶ δικαστικὰ ἔξοδα καὶ τόκους, ἕνεκα τῆς δυστροπίας τῆς Κυβερνήσεως, νὰ πληρώσῃ τοὺς μισθοὺς εἰς τὸν Βράϊλαν καὶ τὸν κ. Μελετόπουλον. Καὶ ἐπλήρωσε διὰ τόκους εἰς τὸν κ. Μελετόπουλον 1027 δραχμὰς, ὡς ἐπλήρωσε καὶ εἰς τὸν Γεώργιον Ἀργυρόπουλον 352 καὶ 20)00 διὰ τόκους, καὶ εἰς τὸν Βράϊλαν ἄλλο ποσόν. Ἀφοῦ δὲ κατὰ τὸ 1879 ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐφετείου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Βράϊλα, καὶ περιελήφθη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1879 ποσὸν δραχ. 5670, πρὸς ἐξόφλησιν τῆς ἀπαιτήσεως αὐτοῦ, δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1801 ἀπὸ 29 Μαΐου 1876 ἀποφάσεως τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν καὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 598 ἀπὸ 19 Μαΐου 1878 ἀποφάσεως τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, ἔπρεπε καὶ ἡ ὑπόθεσις τοῦ Βαλαωρίτου νὰ λυθῇ πλέον, περιέλαβον δὲ διὰ τοῦτο ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1880 τὴν ἀπαιτουμένην πίστωσιν τῶν 10,400 δραχμῶν πρὸς πληρωμὴν τοῦ Βαλαωρίτου. Καὶ τὸ ποσὸν τῶν 10,400 δραχμῶν ἀντιπροσωπεύει ἁπλῶς μισθὸν ἀπὸ 1 Ἀπριλίου μέχρι 18 Ἰουνίου 1875, δὲν περιλαμβάνει δὲ μήτε τόκους, μήτε δικαστικὰ ἔξοδα, διότι δὲν ἐκινήθη ἀγωγὴ κατὰ τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ μήπως εἰς τὸν κ. Λ. Μελετόπουλον ἐπληρώθησαν μόνον οἱ μισθοί; Ἐπληρώθησαν μὲν 3,490 δραχμαὶ διὰ μισθὸν, καὶ δρ. 2,000 δι’ ἔξοδα ἐπανόδου, ἀλλ’ ἐπληρώθησαν καὶ τόκοι 1027 δραχμῶν, ὡς ἐπληρώθησαν καὶ εἰς τὸν κ. Ἀργυρόπουλον, ὄχι μόνον οἱ μισθοί, ἐκ δρ. 1,116 καὶ 80)00, ἀλλὰ καὶ οἱ τόκοι, ἐκ δραχ. 352 καὶ 20)00. Δὲν παρήτησα λοιπὸν τὴν ἔνστασιν τῆς παραγραφῆς ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Δημοσίου, διότι δὲν εἶχον δικαίωμα ὡς Ὑπουργὸς ὑπεύθυνος νὰ παραιτήσω δικαιώματα, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ἐπιβαρύνω τὸ Δημόσιον μὲ πληρωμὴν τόκων καὶ ἐξόδων, ἀπέτρεψα πολίτην, ζητοῦντα τὸ δίκαιόν του, νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ Δικαστήριον, καὶ ὑπεσχέθην εἰς αὐτὸν, ἐὰν τὸ Δικαστήριον ἤθελε δεχθῆ τὴν βάσιν τῆς ἀγωγῆς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον ὁμοίαν ἀξίωσιν μὲ αὐτὸν, ν’ ἀναγνωρίσω καὶ ἐγὼ τὰς ἀξιώσεις αὐτοῦ καὶ προκαλέσω τὴν πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων εἰς αὐτόν. Ἐπλήρωσε δὲ, ὡς σᾶς εἶπον, τὸ Δημόσιον 24,056 δρ. διὰ τὰς ὑποθέσεις ταύτας, πρόστιμον, τὸ ὁποῖον βεβαίως πρέπει νὰ καταλογισθῇ εἰς τὴν εὐθύνην οὐ μόνον ἐκείνων, οἵτινες διώρισαν ἄνευ πιστώσεως τοὺς εἰρημένους διπλωματικοὺς ὑπαλλήλους, ἀλλὰ καὶ ἐκείνων, οἵτινες ἠρνήθησαν νὰ πληρώσωσιν αὐτούς. Ἀληθῶς ἡ στάσις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς πιστώσεως τοῦ Σπάρταλη ἐστενοχώρησε τοὺς Ὑπουργοὺς ἐν τῇ Βουλῇ, ἐστενοχώρησε τοὺς φίλους αὐτῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἐστενοχώρησε τοὺς δημοσιογράφους, ὅσοι εἶναι φίλοι τοῦ Ὑπουργείου καὶ ὑποστηρίζουσιν αὐτὸ, ἀλλὰ, κατὰ παράξενον τρόπον, ἐστενοχώρησε καὶ ἄλλους, οἵτινες δὲν ἔχουσι κοινὴν τύχην μὲ τοὺς Ὑπουργοὺς, καὶ οἵτινες λειτουργοῦσιν ἐν ἄλλῃ σφαίρᾳ, ἐκτελοῦντες μὲν καὶ ἐκεῖ ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, ὀφείλοντες ὅμως νὰ μὴ ἀναμιγνύωνται εἰς τὰ τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Εἷς ἐκ τούτων, ἕνεκα τοιαύτης στενοχωρίας, περιήρχετο τὴν πόλιν κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, καὶ διέδιδε ποικίλας διαδόσεις. Μεταξὺ δὲ τῶν διαδόσεων τούτων ἦτο καὶ ἡ ἑξῆς, ὅτι Ὑπουργοὶ, οἵτινες ἀποτέλουν μέρος τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1885, εἶχον δηλώσει, ὅτι εἶχον πεποίθησιν, ὅτι τὸ Κράτος ὤφειλεν ἀληθῶς χρήματα εἰς τὸν Σπάρταλην. Ἡ διάδοσις, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναφέρομαι, ἤθελεν εἶσθαι ἀναξία προσοχῆς, ἐὰν δὲν εἶχε περιέλθει εἰς τὰ ὦτα μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐπειδὴ δ’ εἰμὶ πεπεισμένος, ὅτι μέλη τοῦ Κοινοβουλίου ἤκουσαν τὴν διάδοσιν ταύτην, διὰ τοῦτο ἀξιῶ νὰ ποιήσωμαι μνείαν αὐτῆς καὶ ν’ ἀναιρέσω αὐτὴν, ὡς ψευδῆ, καὶ νὰ τὴν ἀναιρέσω οὐχὶ λόγοις, ἀλλὰ δι’ ἐπιστολῆς τοῦ Ὑπουργοῦ, τὸν ὁποῖον ὠνόμαζεν, ὅτι εἶχεν ἀναφέρει, ὅτι εἶχε πεποίθησιν, ὅτι τὸ Κράτος ὤφειλεν εἰς τὸν Σπάρταλην χρήματα. Ὁ ἀξιότιμος κ. Μπούμπουλης, περὶ οὗ πρόκειται, Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν διορισθεὶς κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1885, ἰδοὺ τί μοι ἔγραψε τὴν δευτέραν Ἰανουαρίου 1889 (ἀναγινώσκει): «Μανθάνω, ὅτι διαδίδεται, ὅτι ἐγὼ εἶπον περὶ τῆς συζητουμένης πιστώσεως διὰ τὸν κ. Σπάρταλην, ὅτι οὗτος δικαιοῦται λαμβάνειν παρὰ τοῦ Δημοσίου τὴν εἰρημένην πίστωσιν. Τοῦτο οὐδόλως εἶναι ἀληθές, καθόσον ἐγὼ εἰς οὐδένα ἔκαμον λόγον περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἐκεῖνο δὲ, ὅπερ ἐγὼ γινώσκω περὶ τῆς ὑποθέσεως Σπάρταλη, εἶναι τὸ ἑξῆς. Κατὰ τὰς δύο τελευταίας περιόδους τῆς ὑπουργείας μου, ὑπὸ τὴν πρωθυπουργείαν τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν τρεῖς ἢ τέσσαρας φορὰς, καθόσον ἐνθυμοῦμαι, ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὡς πληρεξούσιος τοῦ κ. Σπάρταλη, καὶ μὲ παρεκάλεσεν ἵνα τὸ Λογιστήριον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐξελέγξῃ καὶ διαβιβάσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τοὺς μεταξὺ τοῦ εἰρημένου κ. Σπάρταλη καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν λογαριασμούς. Ἐγὼ δὲ ἐκ καθήκοντος διέταξα τὸ Λογιστήριον νὰ ἐπιληφθῇ ἀμέσως τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ εἰρημένου λογαριασμοῦ, καὶ τὴν μετὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τακτοποίησιν αὐτῶν. Τὸ Λογιστήριον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, μετὰ μακρὰν ἐξέλεγξιν τῶν λογαριασμῶν, συνενοήθη μετὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τὴν τακτοποίησιν αὐτῶν, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀπήντησεν, ὅτι ἡ δοσοληψία τοῦ Σπάρταλη μετὰ τοῦ Δημοσίου δὲν ἀφεώρα μόνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἀλλ’ εἶχε σχέσιν καὶ μὲ δοσοληψίαν τῶν ἄλλων Ὑπουργείων τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι κατὰ τὴν γενικὴν αὐτοῦ μετὰ τοῦ Δημοσίου δοσοληψίαν, ὄχι μόνον ὁ κ. Σπάρταλης δὲν εἶχε λαμβάνειν, ἀλλ’ ὅτι ἔμεινεν ὀφειλέτης πέντε περίπου χιλιάδων λιρῶν. Τὸ γεγονὸς τοῦτο ἐνθυμούμενος κατὰ τὸ 1883, ὅτε ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους ἐκείνου, σᾶς ἔκαμον τότε, ἀξιότιμε φίλε, μὲ ἀπορίαν μου τὴν παρατήρησιν, ὅτι εἰς τὸν πίνακα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ὑπῆρχον κονδύλια ὑπὲρ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Σπάρταλη, ἐνῷ ἐγώ, Ὑπουργὸς ὤν, εἶχον τὴν πληροφορίαν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὁ κ. Σπάρταλης ἦτο χρεώστης τοῦ Δημοσίου, καὶ οὐχὶ πιστωτής.—Ταῦτα ἔκρινα καθῆκόν μου κτλ.» Καὶ παρεστάθη ὁ κ. Μπούμπουλης, ὅστις, καθ’ ἃ ἠκούσατε ἐκ τῆς ἐπιστολῆς αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν ἀνέγνων, εἶχε τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὁ Σπάρταλης εἶναι χρεώστης τοῦ Δημοσίου, καὶ ὄχι πιστωτὴς αὐτοῦ, παρεστάθη, λέγω, ὁ κ. Μπούμπουλης, ὡς δῆθεν πληροφορήσας, ἢ εἰπὼν, ἢ ἀνακοινώσας, ὅτι αὐτὸς ἐφρόνει, ὅτι ὁ κ. Σπάρταλης εἶναι πιστωτὴς τοῦ Δημοσίου, καὶ ὅτι τὸ Κράτος ὀφείλει εἰς αὐτὸν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ζητοῦσι σήμερον νὰ πληρώσωμεν εἰς αὐτὸν, διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Τὸ ὄντι ἡ ὑπόθεσις τοῦ Σπάρταλη εἶναι ὑπόθεσις, τὴν ὁποίαν δὲν γνωρίζω, ἐὰν μοὶ ἦναι ἐπιτετραμμένον, νὰ ὀνομάσω ῥυπαρὰν, ἀλλὰ βεβαίως δύναμαι νὰ χαρακτηρίσω σκανδαλώδη. Καὶ ἐγενόμεθα μάρτυρες, οὐχὶ μόνον τοῦ ἀδικήματος, ὅπερ ὁ κ. Σιμόπουλος ἀπερισκέπτως προσῆψεν εἰς ἐμὲ, ἀλλ’ ἐγενόμεθα αὐτήκοοι μάρτυρες ἄλλου μεγάλου, πρὸς τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος, ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον Βουλευταὶ ἔπραξαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀναβιβάσαντες τὸν Σπάρταλην μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆλθον οἱ ἄνδρες, εἰς τοὺς ὁποίους τὸ Ἔθνος ὀφείλει ἐθνικὴν τιμήν. Ὀφείλει τὸ Ἔθνος τιμὴν εἰς τὸν ἥρωα τῆς Κλείσοβας, ὀφείλει τὸ Ἔθνος τιμὴν εἰς ἐκείνους οἵτινες ἐκλείσθησαν εἰς τὴν πολιορκίαν τοῦ Μεσολογγίου, ὀφείλει τὸ Ἔθνος τιμὴν εἰς τοὺς ἥρωας τοῦ Λάλα καὶ τοῦ Βαλτετσίου, εἰς τοὺς μεγάλους πατριώτας Καπλάνας, εἰς τὸν Βαρβάκην εἰς τοὺς Ζωσιμάδας, εἰς τὸν Ἀρσάκην, εἰς τὸν Σίνα. Ὀφείλει καὶ εἰς τὸν Σπάρταλην! Διατί; Διότι ἔλαβεν εἰς χεῖρας ἑκατὸν χιλιάδας λιρῶν τῆς πτωχῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐδυστρόπει νὰ δώσῃ λογαριασμὸν τῆς διαχειρίσεώς του τοσαῦτα ἔτη. Καὶ ἠνάγκασεν Ὑπουργὸν τῆς Ἑλλάδος, νὰ μετέλθῃ πρὸς αὐτὸν γλῶσσαν, ἥτις δὲν εἶναι εἰθισμένη εἰς τὰς ἐπισήμους σχέσεις τῶν Ὑπουργῶν πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους αὐτῶν. Καὶ ὀφείλομεν τιμὴν εἰς τὸν Σπάρταλην, διότι περιεβλήθη τὰ σήματα τοῦ Γενικοῦ Προξένου τῆς Ἑλλάδος, καὶ διὰ τῶν σημάτων τούτων ἠδυνήθη νὰ ἀξιωθῇ νὰ εἰσέρχηται εἰς τὰς αἰθούσας τὰς ἀριστοκρατορικὰς τοῦ Λονδίνου, αὐτὸς, ὁ βιῶν ἐν τῷ ἄστει καὶ ἀγωνιζόμενος νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὸ βαλάντιόν του, εἴτε ἐκ δικαίων, εἴτε ἐξ ἀδίκων ἐπιχειρήσεων, ὀλίγα δηνάρια. Καὶ δὲν ἤρκεσεν εἰς αὐτὸν, ὅτι ἠξιώθη νὰ περιβληθῇ ὁ τράχηλός του διὰ τοῦ παρασήμου τῆς Συνελεύσεως τοῦ Ἄργους, τοῦ παρασήμου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ Ἀνδρέας Λόντος, ὁ στρατηγὸς τοῦ Αἰγίου, διὰ τοῦ παρασήμου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον κατ’ ἀρχὰς εἶχε λάβει ὁ Ἀνδρέας Ζαήμης, καὶ ἔρχονται ἀκόμη νὰ μᾶς ζητῶσι ν’ ἀναγράψωμεν αὐτὸν ὡς εὐεργέτην τῆς Ἑλλάδος! Καὶ δὲν διστάζουσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, νὰ μᾶς εἴπωσιν, ὅτι ὀφείλεται ἐθνικὴ τιμὴ εἰς τὸν ἄνδρα, τὸν ὁποῖον εὐλόγως ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος βουλευτὴς ὠνόμασε τοκογλύφον Ἰουδαῖον! Δὲν εἶναι αὐτὸς, ὅστις ἐκαιροφυλάκτησε δεινὰς τῆς πατρίδος ἀνάγκας, καθ’ ὃν χρόνον αὕτη ἠγωνίζετο νὰ κατασκευάσῃ σκάφη τινὰ, διὰ νὰ ἔλθῃ ἐπίκουρος εἰς ἀδελφοὺς, ἀγωνιζομένους ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας των, ἐκαιροφυλάκτησεν ὅπως κερδοσκοπήσῃ καὶ εἰσαγάγῃ καὶ ἐκ τοῦ χρήματος ἐκείνου τοῦ πενιχροῦ δηνάριά τινα εἰς τὸ ταμεῖόν του; Δὲν εἶναι αὐτὸς, ὅστις εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ ὑβρίσῃ τὴν πατρίδα του, καταδηλώσας, ὅτι δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ Δικαστήρια αὐτῆς, ὅτι δὲν σέβεται τοὺς νόμους αὐτῆς, ἀλλὰ ζητεῖ ξένην συνδρομὴν, ξένην προστασίαν, καὶ δι’ αὐτῆς ἐπιτυγχάνει μὲν νὰ λάβῃ τὰς 335 χιλιάδας δραχμὰς ἀπὸ τὸ πτωχὸν ταμεῖον τῆς Ἑλλάδος διὰ τῆς συνδρομῆς τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ τὸ ἐπιτυγχάνει ἀφοῦ ὁ Πρωθυπουργὸς προσέφυγεν εἰς μέσα καὶ τρόπους ἀκατονομάστους; Εἶπον, ὅτι εἶναι ἀηδὲς τὸ ἔργον, ὃ ἀνέλαβον, ἵνα ἐκπληρώσω, ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἀηδὲς, εἶναι καὶ λυπηρόν. Λυπηρὸν εἶναι νὰ ἀναμιμνησκώμεθα, ὅσα ὁ φάκελλος ἐκεῖνος, ὁ ὀγκώδης, ὁ κατατεθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπληροφόρησεν ἡμᾶς. Οἱ ἐπιτραπέντες νὰ μεριμνῶσι περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου ταμείου ἐγένοντο πολέμιοι αὐτοῦ καὶ μετέβαλον ἑαυτοὺς ἀπὸ ἐπιμελητῶν τῶν δημοσίων συμφερόντων εἰς πράκτορας τοῦ ἀνθρώπου, τὸν ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἀνέφερα. Οἱ κυβερνῆται τῆς πατρίδος ἡμῶν, διὰ νὰ κατορθώσωσι νὰ παράσχωσι τὴν ἄδικον ταύτην χορηγίαν πρὸς τὸν Σπάρταλην, ἠσέβησαν πρὸς αὐτὴν τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ Κράτους. Καὶ ἐνῷ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἀσεβοῦντες πρὸς τὴν ἐμπεπιστευμένην αὐτοῖς τιμὴν τῆς πατρίδος, συνεννοοῦντο ἐπονειδίστως μετὰ τῶν ξένων, πῶς νὰ εὐκολύνωσι τὴν πληρωμὴν τῶν ζητουμένων ὑπὸ τοῦ Σπάρταλη χρημάτων, ἐνεφανίσθησαν εἰς τὴν Βουλὴν κομποῤῥημονοῦντες, ὅτι αὐτοὶ δῆθεν εἶπον εἰς τοὺς ξένους, ὅτι δὲν θέλουσι ν’ ἀναγνωρίσωσι τὴν πίεσιν αὐτῶν, καὶ ὅτι, ἐὰν σκοπῶσι νὰ ποιήσωνται χρῆσιν τῆς διπλωματικῆς αὐτῶν ἰδιότητος, πρέπει νὰ φέρωσι πάλιν στόλους, διὰ νὰ λάβωσι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ζητοῦσι. Ναὶ, οἱ στόλοι! Δὲν γνωρίζω ποῖον αἴσθημα γεννᾶται εἰς τὰς ψυχάς των, ὅταν ἐνθυμῶνται τοὺς στόλους, ἀλλὰ βεβαίως, ὅτε ἔλεγον ταῦτα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, δὲν θὰ εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ ἀτενίζωσι κατὰ πρόσωπον σᾶς, πρὸς τοὺς ὁποίους ἐλάλουν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔλαβε τὴν στάσιν, ἣν εἴδετε κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς πιστώσεως ταύτης, οὐχὶ διότι ἐσκόπει ἢ ἐπεθύμει νὰ παρακωλύσῃ τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου, διότι ἐνδιαφέρεται ὑπὲρ τῶν θεσμῶν καὶ τυγχάνει πρὸς τούτοις πιστὴ, ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην ἀρχὴν καὶ Ἐξουσίαν, οὔτε διὰ νὰ προκαλέσῃ κοινοβουλευτικὴν κρίσιν, διότι δύναται νὰ μετρῇ τοὺς παλμοὺς, οὓς ἐν τῇ καρδίᾳ του αἰσθάνεται ἕκαστος τῶν Ὑπουργῶν, ἀναλογιζόμενος τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καθ’ ἣν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει κληθῆ νὰ δώσῃ τὴν ψῆφόν του καὶ κρίνῃ μεταξὺ ὑμῶν καὶ ἡμῶν. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ὑπολάβῃ, ὅτι ἦτο ἐνδεχόμενον, οἱαιδήποτε καὶ ἂν ἐδημιουργοῦντο περιπλοκαὶ, ὅτι ἦτο ἐνδεχόμενον, οἱ Ὑπουργοὶ τοῦ Βασιλέως νὰ προτείνωσιν εἰς τὸ Στέμμα τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς; Ἐγνώριζον οἱ παρόντες Ὑπουργοὶ νὰ προτείνωσι τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς κατὰ τὸν Μάρτιον τοῦ 1886, προφασιζόμενοι, ὅτι εἶχον ἀπέλθει οἱ Βουλευταὶ μίαν τῶν ἡμερῶν τῆς αἰθούσης καὶ δὲν εἶχε μείνει τὸ Σῶμα ἐν ἀπαρτίᾳ. Χιλιάκις ἐὰν ἀπήρχεσθε ἐφέτος τῆς αἰθούσης, καὶ χιλιάκις ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἔμενεν ἐν ἀπαρτίᾳ, ἔστε βέβαιοι, ὅτι οὐδεὶς τῶν Ὑπουργῶν ἤθελε διανοηθῇ νὰ πράξῃ, ὅ,τι ἔπραξαν κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1886. Ἀλλὰ καὶ ἄλλως κατοικοῦμεν πάντες ἐν Σαμαρείᾳ, καὶ γνωρίζομεν, τί γίνεται καὶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ὑπὸ ποίους ὅρους ἐγκαινιάζεται δύο ἤδη ἔτη ἑκάστης Βουλευτικῆς Συνόδου ἡ ἔναρξις. Ἠθέλομεν δὲ περιπέσει εἰς ἀσύγγνωστον πλάνην, ἂν ὑπελαμβάνομεν πιθανὴν τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς κατὰ τοὺς χρόνους τούτους. Ἀλλ’ εἴχομεν καθῆκον νὰ λάβωμεν, ἣν ἐλάβομεν στάσιν. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συζητήσωμεν καὶ ψηφίσωμεν νὰ δωρηθῇ ποσὸν 100 ἢ 500 χιλιάδων δραχμῶν εἰς πάντα οἱονδήποτε, ἠθέλομεν πεισθῆ, ὅτι ἐξεπληροῦμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν, ἐὰν ἐλέγομεν λέξεις τινὰς κατὰ τοῦ μὴ εὐλόγως προτεινομένου δώρου καὶ ἐὰν ἐῤῥίπτομεν μίαν μέλαιναν ψῆφον κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ πιστώσεως τοῦ Σπάρταλη δὲν ἐπρόκειτο περὶ δαπάνης 335 χιλ. δραχμῶν, ὡς ἀναγράφεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Τὸ νομοσχέδιον φαίνεται νομοσχέδιον ἁπλῆς πιστώσεως, ἀλλὰ περικαλύπτει τοιαύτην πολιτείαν τῶν κυβερνώντων, τοιαύτας πράξεις αὐτῶν, ὥστε καθῆκον εἴχομεν νὰ διατρανώσωμεν διὰ παντὸς τρόπου τὴν ἀποδοκιμασίαν ἡμῶν πρὸς ταύτας, ἀφοῦ ἡ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἀριθμητικὴ δύναμις ἡμῶν δὲν μᾶς παρέχει τὴν ἐξουσίαν νὰ πράξωμεν, ὅ,τι τὸ καθῆκον ἡμῶν μᾶς ἐπέβαλλε. Καὶ τὸ καθῆκον ἡμῶν δὲν μᾶς ἐπέβαλλε νὰ δώσωμεν μόνον μέλαιναν ψῆφον κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, μᾶς ἐπέβαλλε νὰ πράξωμεν καὶ ἄλλο τι. Ἡ μέλαινα ψῆφος ἡμῶν, διδομένη, ἤθελεν εἶσθαι ἀτελὴς ἔκφρασις τῶν αἰσθημάτων, τὰ ὁποῖα κυριεύουσι τὰς ψυχάς μας, ἤθελεν εἶσθαι ἀτελὴς ἐκπλήρωσις τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα, ὡς πολῖται Συνταγματικοῦ Κράτους, αἰσθανόμεθα, ὅτι ἔχομεν. Ἀλλὰ προσδοκῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔλθῃ καιρός, κατὰ τὸν ὁποῖον θέλει μᾶς ἐπιτραπῆ νὰ μεριμνήσωμεν καὶ περὶ τῆς τοιαύτης ἐκπληρώσεως τῶν ἡμετέρων καθηκόντων. Σήμερον ὅμως νομίζω, καὶ ταύτην θαῤῥῶ νὰ δώσω γνώμην εἰς τοὺς ἐμοὺς ἑταίρους, ὅτι, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐκδηλώσωμεν πληρέστερον τὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν καθῆκον νὰ αἰσθανώμεθα ἐν ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν, πρέπει νὰ μείνωμεν σιωπηλοὶ ἐκεῖ, (δεικνύει τὰ θρανία τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος) καθ’ ἣν ὥραν θέλει ψηφοφορεῖσθαι τὸ νομοσχέδιον. Ἂς δίδῃ λευκὴν ψῆφον ἡ πλειονοψηφία ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἡ σιωπὴ ἡμῶν θὰ ἦναι δριμεῖα διαμαρτυρία, μὴ ἐκδηλοῦσα μόνον τὴν ἄρνησιν ἡμῶν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἐκδηλοῦσα καὶ τὴν θλίψιν ἡμῶν ἐπὶ τοῖς γιγνομένοις, καὶ τὴν ἀποδοκιμασίαν ἡμῶν, τουλάχιστον ἐπὶ τοῦ παρόντος, κατὰ τῶν πράξεων ἐκείνων. (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).

§315ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος εἶναι ἐγγεγραμμένος. Κηρύσσομεν περατωμένην τὴν συζήτησιν. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.

§316ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§317ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.

§318ΛΕΒΙΔΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, διὰ νὰ μείνωσι τὰ ὀνόματα τῶν Βουλευτῶν ἐκεῖ γεγραμμένα.

§319Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μάλιστα, κύριε Πρόεδρε, καὶ νὰ δημοσιευθῇ τὸ πρωτόκολλον τῆς ψηφοφορίας.

§320ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ἡμεῖς θὰ τὸ δημοσιεύσωμεν.

§321ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κκ. Μισυρλῆ καὶ Καλογεροπούλου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Χαρ. Τρικούπης ΝΙ. Πεζᾶς Ν
Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΝΚ. Σινέλης Ν
Γ. Σισμάνης ΝΒ. Βουδούρης Ν
Δ. Βουλπιώτης ΝΚ. Ἀργασάρ. Λομβάρδος Ν
Ἀθ. Ἴσκος Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ν
Ν. Καλαντζόπουλος ΝἈναστ. Ἐ. Λούντζης Ν
Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Διον. Λομβάρδος Ν
Μ. Γουλιμῆς ΝΓ. Θεοτόκης Ν
Μ. Ἰατρίδης ΝΚ. Βασιλάκης
Δ. Χατζόπουλος Ἀντ. Καποδίστριας
Γεώργ. Μίλησης ΝΝ. Βασιλάκης
Σπυρ. Νοταρᾶς Εὐάγ. Τσαρλαμπᾶς
Γ. Κούστας Πολυχ. Β. Κωνσταντᾶς
Ἀλέξανδρος ἈντωνόπουλοςΝΣ. Ἀλαμάνος
Σωτήριος Δανόπουλος ΝΘεόφ. Προβατᾶς
Ἀναστ. Δημητριάδης Ἰωάν. Παδοβᾶς Ν
Μιχαὴλ Νικηφοράκης ΝΕὐάγ. Μπασιᾶς
Δημήτριος Πετρίδης Ἀγαμέμνων Μεταξᾶς Ν
Ἄγγελος Γεωργαντᾶς Ἀνδρ. Ἄν. ΚαβαλιεράτοςΝ
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ν. Βαλσαμάκης
Θεοδ. Β. Δηλιγιάννης Γεράσιμος Μουσούρης
Χρῖστος Χριστόπουλος Παν. Βενιεράτος Ν
Φίλιππος Βάρβογλης Γ. Τυπάλδος Κοζάκης
Ἠλίας Φλέσσας Γ. Κόρπας
Κ. Κωνσταντόπουλος Στέφανος Σκουλούδης Ν
Ἀρ. Σακελλαρόπουλος Ἀλοΐσιος Τόμαν
Παναγιώτης Μανέτας ΝΧαρίλ. Προβελέγγιος Ν
Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος Ν. Νομικὸς
Ἠλίας Παλαμήδης ΝΜίνως Μπογιατζόγλους Ν
Κωνστ. Κατσικόπουλος Γεώργιος Μπούμπουρας Ν
Δ. Ζέγγελης ΝΛωρέντζος Δελαρόκας Ν
Δημ. Ν. Βότσαρης Δημοσθένης Καΐρης Ν
Κωνστ. Γ. Καραπάνος Γεώργιος Δρόσος Ν
Γεώργ. Χ. Παχὺς ΝΝιόλαος Κρίσπης Ν
Στέφανος Δραγούμης ΝΕὐστάθιος Κεχαγιᾶς
Δημήτρ. Γ. Ῥάλλης Κωνστ. Κοσσονάκος Ν
Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας ΝΓεώργιος Μαυρομιχάλης
Φωκίων Νέγρης ΝἈριστ. Πετροπουλάκης
Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς Γιανν. Μαυρομιχάλης Ν
Νικόλ. Μπουφίδης ΝΝικήτας Βαρβιτσιώτης Ν
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΝΛεων. Καπετανάκος
Δημ. Καλλιφρονᾶς Ξανθὸς Πικουλάκης Ν
Νικόλ. Δ. Λεβίδης Γεώργ. Πετροπουλάκης
Σπυρ. Κουκούλεζας ΝΚ. Παπαμιχαλόπουλος
Ὄθων Μακρυγιάννης ΝἸωάννης Καρτάλης
Τρύφων Μουτσόπουλος ΝἈργ. Κανταρτζῆς Ν
Θάνος Κανακάρης Εὐάγ. Σταμούλης Ν
Ἀθ. Πετιμεζᾶς Ν. Κοκωσλῆς
Νεοκλ. Πετιμεζᾶς Ἰω. Παπαδόπουλος Ν
Α. Παπαγιαννακόπουλος Κωνστ. Μαρκίδης Ν
Α. Φωτήλας ΝἈριστ. Ἀργυρόπουλος Ν
Ἀνδρ. Αὐγερινὸς Δημ. Κουτσουμπλῆς Ν
Ἀντ. Ῥικάκης Εὐθ. Μπατζιᾶς Ν
Ἀχ. Γεροκωστόπουλος Ἀναστ. Ζαρμάνης Ν
Ἰω. Κρεστενίτης Ἀχιλ. Λογιωτάτου
Ν. Κουμανιώτης Σωτήριος Σωτηρόπουλος
Χρ. Στεφανόπουλος ΝΚωνστ. Κουμουνδοῦρος
Ἀλέξ. Ζαΐμης Περικλῆς Πεῤῥωτὴς
Νικόλ. Καλογερόπουλος ΝΔημήτριος Τζάνες Ν
Ἀλέξ. Κοντόσταυλος ΝΠερικλῆς Μποῦτος
Ν. Παπανικολάου Παναγιώτης Σάκκης
Ν. Καφετζόγλους ΝΝικάλαος Παπαλέξης Ν
Νικόλαος Μισυρλῆς Ζ. Φαλιάγκας
Ν. Καράπαυλος ΝΣταμάτιος Μπουντούρης Ν
Ἀσημάκης Χριστόπουλος Θεόδωρος Γκίκας Ν
Εὐστάθιος Κοκκέβης ΝἈνάργ. Σιμόπουλος Ν
Δημήτριος Κάρτσωνας Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ν
Δημήτριος Π. Γουδῆς ΝὈδυσσεὺς Πετρόπουλος Ν
Σ. Χατζηγάκης Νικόλ. Κοντογιάννης
Κ. Ζωγλοπίτης ΝἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ν
Ἀθ. Καζαμπάκας ΝΓεώργιος Λιδωρίκης Ν
Γ. Φραγκίδης ΝΚωνστ. Χατζῖσκος Ν
Α. Τακιατζῆς ΝΔημήτρ. Ζουλούμης Ν
Γ. Τάκης Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος
Ν. Ταρμπάζης Θεμιστοκλῆς Κανάρης

§322ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 78 Βουλευταί, οἵτινες εἶπον Ναί. Ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχήν. Ψηφοφορεῖται ἤδη τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου.

§323ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον μόνον. Ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως 1888 χορηγεῖται ἔκτακτος πίστωσις ἐκ δραχμῶν τριακοσίων τριάκοντα πέντε χιλιάδων ἑκατὸν δέκα (ἀριθ. 335,110), καταλογιζομένη ὑπὸ τὸ κεφάλαιον ΙΓʹ, κατὰ τὴν ἑπομένην κατάστασιν.»

§324ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).

§325ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεδρίασιν ἔχομεν αὔριον εἰς τὰς 3 μ. μ. Λύεται ἡ συνεδρίασις Ὥρᾳ 9 π. μ. τῆς ἐπιούσης, 11 Ἰανουαρίου.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 55.
2Τῆς 10 Ἰανουαρίου 1889
3(Τρίτη)
4Ὥρᾳ 3 μ. μ.
5(Προεδρεύοντος τοῦ Ἀντιπροέδρου κ. Καΐρη).
6(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται
7τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηλεγράφημα Ι. Χατζηγάκη, αἰτουμέ-
9νου νὰ συμπληρωθῇ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τοῦ δήμου
10Τρικκαίων διὰ τοῦ διορισμοῦ τοῦ ἀμέσως παραπληρωματι-
11κοῦ Συμβούλου.
12§2ΣΑΚΚΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς θέλω εἴπει δύο λέ-
13ξεις. Ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Νομάρχης, ἐνῷ ἐκενώθη μία θέσις
14τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Τρικκαίων, ὡς ἐκλε-
15χθέντος ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβούλου
16καὶ ἀποδεχθέντος τὴν νέαν αὐτοῦ θέσιν, ἐπιμένει νὰ μὴ
17συμπληρώσῃ τὴν θέσιν ταύτην, παρὰ τὸν νόμον· πράττει
18δὲ τοῦτο, ὡς πληροφοροῦμαι, διότι ὡς συμπληρωτικὸς Σύμ-
19βουλος ἔρχεται ὁ κ. Γεωργόπουλος, ἀντίπαλος τῆς ἐκεῖ
20ἰσχυούσης φατρίας, ἣν προστατεύει ὁ κ. Νομάρχης.
21§3ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπὶ τῆς
22ὑποθέσεως ταύτης ἀπήντησα ἤδη πρὸ ἡμερῶν, καὶ εἶπον,
23ὅτι ὁ κ. Γεωργόπουλος δὲν προσέρχεται, ὅπως ὁρκισθῇ ὡς
24ἀναπληρωτής. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ αὐτὸ τηλεγράφημα, τὸ
25ὁποῖον ἐνταῦθα ἀνεγνώσθη, ἦλθε καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
26τῶν Ἐσωτερικῶν ἐφρόντισα καὶ ἐτηλεγράφησα χθὲς εἰς τὸν
27κ. Νομάρχην, νὰ καλέσῃ τὸν κ. Γεωργόπουλον καὶ ὁρκίσῃ
28αὐτόν.
29§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηλεγράφημα τοῦ Δημαστυνόμου Καλα-
30μῶν, ἀναφέροντος, ὅτι τὰ μεταξὺ Σαράβα καὶ Κοντέα
31συμβάντα οὐδόλως ἐτάραξαν τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ἐν
32Καλάμαις.
33§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ φαίνεται παράδοξον, Δη-
34μοτικὸς Ἀστυνόμος νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφο-
35ρίας περὶ δημοσίας ἀσφαλείας. Αὐτὸ μοὶ ἐμποιεῖ ἀληθῆ
36ἔκπληξιν, καὶ ὑποθέτω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν
37θέλει ἀπευθύνει τὰς προσηκούσας παρατηρήσεις πρὸς τὸν κ.
38Ἀστυνόμον.
39§6ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Βεβαίως
40δὲν λησμονεῖτε, ὅτι αἱ Δημοτικαὶ Ἀστυνομίαι εἶναι ἐλεύ-
41θεραι.
42§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν,
43νὰ ἐξηγήσῃ, τί ἐννοεῖ, λέγων, ὅτι αἱ Δημοτικαὶ Ἀστυνομίαι
44εἰσὶν ἐλεύθεραι. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι αὐταί εἰσιν ἀρχαί, λει-
45τουργοῦσαι κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, οἱ δὲ νόμοι τοῦ
46Κράτους καὶ οἱ Κανονισμοὶ δὲν ἐπιτρέπουσιν εἰς τοὺς Ἀστυ-
47νόμους νὰ ἀναφέρωνται περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας πρὸς
48τὴν Βουλήν.
49§8ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπανειλημμένως εἶχον ἀπευθύνει
50ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διατὶ
51δὲν διετάχθη ἐκλογὴ εἰς τὸν δῆμον Ἀπεραντίων. Καὶ ἤδη
52μανθάνω, ὅτι ἀκόμη δὲν διετάχθη τι.
53§9Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶχον λάβει ἀπάντησιν ἀπὸ
54τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν
55εἶχον ἀπευθύνει αὐτῷ, ὅτε ἠρώτησα, ἐὰν ἔλαβε γνῶσιν ἐγ-
56κυκλίου τινὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Αἰ-
57γύπτου περὶ ἰθαγενείας. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μοὶ
58ἀπήντησε τότε, ὅτι ἔλαβε γνῶσιν τῆς ἐγκυκλίου. Παρα-
59καλῶ αὐτὸν καὶ νῦν ὡσαύτως, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν,
60ἐὰν ἔλαβε γνῶσιν ἄλλης ἐγκυκλίου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως
61τοῦ Ἰσθμοῦ τοῦ Σουέζ, δημοσιευθείσης ἐν τῇ Ἐπισήμῳ Ἐφη-
62μερίδι τῆς Αἰγύπτου, πραγματευομένης δὲ περὶ ἰθαγενείας.
63§10ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Μάλιστα,
64ἔχω πληρεστάτην γνῶσιν τῆς ἐγκυκλίου ταύτης, καὶ
65ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ὑπόθεσις, περὶ ἧς ἐρωτᾶτε,
66ἐξακολουθεῖ οὖσα ὑπὸ διαπραγμάτευσιν. Εἰς τὴν ἐγκύκλιον,
67τὴν ὁποίαν ἀναφέρετε, τοῦ Χεδίβου, δύναται ν’ ἀντιτάξῃ τις
68τὴν ἐγκύκλιον τοῦ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Πολιτικοῦ ἡμῶν Πρά-
69κτορος, τῆς ὁποίας τὴν ἔννοιαν ἴσως ἀνέγνωσεν ὁ ἀξιότι-
70μος προαγορεύσας ἐν ταῖς ἐφημερίσι τῆς Ἀλεξανδρείας.
71Ἐγὼ δὲ τοῦτο μόνον δύναμαι νὰ προσθέσω, ὅτι, ἂν τὰ
72πράγματα ἐξακολουθήσωσι βαίνοντα ὡς νῦν, ἔχομεν ἐλπί-
73δας λύσεως καλλίστης τῆς διαφορᾶς.
74§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν Ὑπουρ-
75γὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν
76ἔλαβε γνῶσιν, ὅτι ἐλιποτάκτησαν ἐκ πολεμικοῦ τινος πλοίου
77ὀθωμανικοῦ, ναυλοχοῦντος ἐν Πρεβέζῃ, δύο ναῦται, καὶ ἐὰν
78αὐτῶν τῶν ναυτῶν ἐζητήθη ἡ παράδοσις, καί τί ἀπεφάσι-
79σεν ἡ Κυβέρνησις.
80§12ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐλιποτά-
81κτησαν δύο ναῦται τοῦ Ὀθωμανικοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ,
82καὶ ἡμεῖς, ἐκτελοῦντες τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν,
83δυνάμει τοῦ ἄρθρου 21 τῆς συνθήκης τοῦ Καλιντζᾶ, ἀπεδώ-
84καμεν αὐτούς.
85§13ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου τούτου
86τῆς συνθήκης δὲν εἶναι τοιαύτη, ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς
87παραδέχεται, ἀναγγέλλω, ὅτι θέλω προκαλέσει συζήτησιν
88ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν.
89§14Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὑποβάλλω ἔγγραφον τὴν ἑπομέ-
90νην ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ
91λάβῃ ὑπ’ ὄψει.
92«Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ
93ὑποβάλῃ κατάστασιν λεπτομερῆ τῶν διαφόρων εἰδῶν ἱμα-
94τισμοῦ, τῶν ἀγορασθέντων παρὰ τῆς ἐν Πειραιεῖ Γενικῆς
95ἀποθήκης καὶ λοιπῶν ἀποθηκῶν ἱματισμοῦ τοῦ στρατοῦ
96κατὰ τὰ ἔτη 1887 καὶ 1888, τὰς σχετικὰς διαταγὰς τοῦ
97Ὑπουργείου, καὶ τὰ ὀνόματα, πρὸς ἃ ἐπληρώθη ἡ ἀξία
98τῶν ἀγορασθέντων.
99«Ἐπίσης νὰ ὑποβάλῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τῆς ἐνεργη-
100θείσης δημοπρασίας ἐν Κερκύρᾳ περὶ τῆς ἐπισκευῆς τῶν πυ-
101ριτιδαποθηκῶν Λευκάδος».
102§15ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔν τινι διανεμηθέντι φυλλαδίῳ ἀνέ-
103γνωσα καταγγελίαν, ἀπευθυνομένην ἐξ ὀνόματος τοῦ δημο-
104σιεύσαντος αὐτὸ κ. Σβορώνου κατὰ τῶν διευθυνόντων τὰ
105Μουσεῖα τοῦ Κράτους. Ἔχω πλήρη πεποίθησιν εἰς τὸν σή-
106μερον διευθύνοντα τὰ Μουσεῖα ἡμῶν, καὶ δὲν δίδω πίστιν
107εἰς τὰ κατ’ αὐτοῦ λεγόμενα. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ καταγγελία
108εἶναι ῥητὴ καὶ καθαρὰ, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν
109τῆς Παιδείας νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐὰν ἔχῃ γνῶσιν ταύτης, καὶ ἂν
110δὲν ἔχῃ, νὰ φροντίσῃ ἤδη, ὅτε ἔμαθε τὰ κατ’ αὐτὴν, ὅπως
111ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα.
112§16ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως).
113Χθὲς τὴν ἑσπέραν ἔλαβον καὶ ἐγὼ κατὰ πρῶτον γνῶσιν τοῦ
114φυλλαδίου, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κ. Βουλευτής· ἐπειδὴ δὲ,
115ὡς σημειοῦται ἐν τῇ σχετικῇ παραγράφῳ, ἡ πιστοποίησις
116τῶν ἀρχαιοπωλῶν θέλει ἀπευθυνθῆ πρὸς τὸν δικηγόρον τοῦ
117συντάκτου τοῦ φυλλαδίου κ. Κωστῆν, ἔσπευσα σήμερον τὴν
118πρωΐαν νὰ ἐρωτήσω αὐτὸν, δι’ ἐπιστολῆς μου, ἐὰν ἔλαβε
119τοιαύτην πιστοποίησιν, ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης
120οὐδεμίαν ἔχω ἀπάντησιν ἀπὸ τὸν κ. Κωστῆν. Ἐθεώρησα δὲ
121ἀναγκαῖον νὰ ἀπευθυνθῶ πρῶτον πρὸς αὐτὸν, ἵνα γνωρίσω
122τὸ περιεχόμενον τῆς πιστοποιήσεως καὶ ὁδηγηθῶ ἐξ αὐτοῦ
123εἰς τὰς περαιτέρω ἐνεργείας μου.
124§17ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιο-
125ρισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς μόνην τὴν πιστοποίησιν ταύτην, ἡ
126ὁποία ἐνδέχεται καὶ νὰ μὴ ἀποσταλῇ. Ἐπειδὴ ἡ καταγ-
127γελία εἶναι ῥητὴ, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προσκληθῇ καὶ ἡ
128ἐν Παρισίοις Πρεσβεία νὰ ἐνεργήσῃ ἐπ’ αὐτῆς.
129§18ΜΑΝΕΤΑΣ. Πρὸ τούτου ἐνόμισα, ὅτι πρέπει νὰ περι-
130μείνω τὴν πιστοποίησιν.
131§19ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ ὑπόθεσις, Κύριοι, ἥτις ἀπασχολεῖ τὴν
132Βουλὴν κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας συνεδριάσεις, εἶναι
133τμῆμα μεγάλης τινὸς ἄλλης ὑποθέσεως, διεξαχθείσης ὀλίγῳ
134πρὸ τῶν Βουλευτικῶν ἐκλογῶν τῆς 4ης Ἰανουαρίου. Ἡ
135ὑπόθεσις τοῦ τηλεγραφήματος Παπαχριστοφιλοπούλου, ἢ ἡ
136ὑπόθεσις τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς ἐποχῆς
137ἐκείνης, ἀδιάφορον, καὶ αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἐξεταζομένη, κατὰ
138τὴν γνώμην ἡμῶν, εἶναι σπουδαία, καὶ δέεται συζητήσεως,
139διότι ἀποδεικνύεται, ὅτι πράγματι ἡ κατηγορουμένη πρᾶξις
140ἔλαβε χώραν. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ καὶ ὡς
141τμῆμα ὅλης ἐκείνης τῆς μεγάλης καὶ ῥυπαρᾶς ἱστορίας τῶν
142χαρίτων, τῆς κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν Βουλευτικῶν ἐκ-
143λογῶν τῆς 4ης Ἰανουαρίου φιλοτεχνηθείσης.
144Ἐξετάζοντες τὴν ὑπόθεσιν τοῦ τηλεγραφήματος πρὸς τὸν
145Παπαχριστοφιλόπουλον ἀνεξαρτήτως παντὸς ἄλλου ζητή-
146ματος, καὶ ἀνεξαρτήτως πρὸς τὰ γενόμενα κατὰ τὰς ἐκ-
147λογὰς τῆς 4ης Ἰανουαρίου, ἡμεῖς τοὐλάχιστον πειθόμεθα,
148ὅτι πράγματι τὸ τηλεγράφημα, περὶ οὗ τοσοῦτος ἐγένετο λό-
149γος, ἔλαβε χώραν. Ἀλλ’ ἰδίᾳ περὶ τούτου θέλω ὁμιλήσει
150μετ’ ὀλίγον· νομίζω ὅμως, ὅτι, ἵνα καλῶς κατανοήσωμεν
151τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος ἱστορίαν, εἶναι ἀνάγκη γενικῶς νὰ
152ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἡ πρᾶξις αὕτη δύναται εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ
153ἀποκρουσθῇ, ὡς δῆθεν μὴ δυναμένη τάχα νὰ ἐκτελεσθῇ, ὡς
154ἀπολύτως ἀδύνατος. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς
155πάνθ’ ὅσα ἐγένοντο κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 4ης Ἰανουαρίου,
156καὶ σχετικῶς πρὸς τὰς ἀπονεμηθείσας χάριτας καὶ σχετι-
157κῶς πρὸς τὰ ἀπονεμηθέντα παράσημα, ἵνα πείσωμεν ἡμᾶς
158αὐτοὺς, ἐὰν δικαιούμεθα ἀπὸ τοιαύτης κατηγορίας ν’ ἀπο-
159στρέψωμεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὸ πρόσωπον, ἢ ἐὰν τοὐναντίον
160δὲν ἔχωμεν καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ἀναλύσωμεν συ-
161στηματικῶς τὰς διαμειφθείσας ἐπιστολὰς, ἵνα εὕρωμεν, ἂν
162ὄντως ἐγένετο τὸ ἐν λόγῳ τηλεγράφημα, ἢ τοὐναντίον.
163Διότι ἡμεῖς οὐδένα σκοποῦμεν ν’ ἀδικήσωμεν, εἴτε τοὺς κυ-
164ρίους Βουλευτὰς τῶν ἐπιστολῶν, εἴτε τὴν Κυβέρνησιν.
165Ἡμεῖς θέλομεν νὰ πείσωμεν καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς
166συμπολίτας ἡμῶν, ὅτι ταῦτα, ἅτινα ἐπὶ τοσαύτας ἡμέρας
167ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀκούονται, εἰσὶ πράγματα, ἀφ’ ὧν
168δὲν δικαιοῦταί τις, οὔτε καθῆκον ἔχει εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ
169ἀποστρέψῃ τὸ πρόσωπον, εἰσὶ γεγονότα, περὶ ὧν πρέπει τις,
170πρὶν ἢ ἀποφανθῇ ἀρνητικῶς, βαθέως νὰ σκεφθῇ καὶ βα-
171θέως νὰ μελετήσῃ.
172Δι’ ἐκείνους μὲν ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων, ἢ ἐκ τῶν
173συμπολιτῶν ἡμῶν, (ἐὰν ὑπάρχωσι συμπολῖται πιστεύοντες,
174ὅτι τὸ τηλεγράφημα τοῦτο δὲν ἔλαβε χώραν, διότι ἐγὼ οὐ-
175δένα τοιοῦτον γνωρίζω,) δι’ ἐκείνους ἐκ τῶν συναδέλφων, οἵ-
176τινες ὑποθέτουσιν, ὅτε ἡ Διοίκησις δὲν ἦτο ἱκανὴ νὰ προβῇ
177εἰς τοιαύτην πρᾶξιν πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 4ης Ἰανουαρίου,
178βεβαίως ἡ παροῦσα συζήτησις εἶναι ὅλως περιττή. Ἀλλὰ
179δι’ ἡμᾶς, οἵτινες καὶ πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 4ης Ἰανουαρίου
180κατεδείξαμεν τὰ τότε τελεσθέντα, καὶ μετὰ τὰς ἐκλογὰς
181ταύτας ἐπίσης ἀνελύσαμεν τὰ τολμηθέντα παρὰ τῆς Κυ-
182βερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη κατὰ τὰς ἐκλογὰς, δι’ ἡμᾶς,
183λέγω, ἡ πρᾶξις ἀναμφισβητήτως ἐτελέσθη. Καὶ πρὸς ἀπό-
184δειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου θέλω ἐπ’ ὀλίγον καταγίνει.
185Ἡ βάσις τῆς ὑποθέσεως εἶναι, ὡς ἐνοήσατε, ὅτι συνε-
186τάχθη τηλεγράφημα ἐν Ἀθήναις, ὅτι δύο ἡμέρας πρὸ τῶν
187Βουλευτικῶν ἐκλογῶν τῆς 4ης Ἰανουαρίου ἀπεστάλη εἰς
188Ζάκυνθον, καὶ ὅτι ὁ ἐκεῖ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν μετὰ
189τοῦ Νομάρχου, ἢ τοῦ Νομαρχεύοντος, ἐπέδειξαν τὸ τηλε-
190γράφημα εἰς τὸν ἐν ταῖς αὐτόθι φυλακαῖς διαμένοντα κατά-
191δικον Παπαχριστοφιλόπουλον, ἵνα οὗτος διαθέσῃ τοὺς οἰ-
192κείους ὑπὲρ τῶν ὑπουργικῶν ὑποψηφίων. Ἐὰν λάβητε τοῦτο
193ὡς δεδομένον καὶ ὡς ἀποδεδειγμένον, ὑπὸ τρεῖς περιστάσεις
194δυνατὸν νὰ ἐγένετο. Πρώτη περίστασις: ἢ πράγματι ὁ τότε
195Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐκ Ζακύνθου βουλευ-
196τὴς Λομβάρδος ὑπέγραψε καὶ ἀπέστειλε τὸ τηλεγράφημα
197πρὸς τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τὸν Νομάρχην Ζα-
198κύνθου· ἢ, δευτέρα περίστασις: πιθανόν τις τῶν ὑπαλλήλων
199τοῦ τότε Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, (δὲν ἐξετάζω
200ποῖος ἐκ τῶν κυρίων τμηματαρχῶν, οἱοσδήποτε,) αὐτὸς νὰ
201ἔστειλε τὸ τηλεγράφημα πρὸς τὰς ἐν λόγῳ ἀρχάς. Ἡ πρᾶ-
202ξις δ’ αὕτη, ἐὰν ὑπ’ αὐτὴν τὴν δευτέραν περίστασιν ἔλαβε
203χώραν, εἶναι δυνατὸν, νὰ ἐγένετο κατὰ δύο τρόπους· ἢ ὁ
204ῥηθεὶς ὑπάλληλος ἔθηκε τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἢ
205ἐξηπάτησεν αὐτὸν, καὶ ὁ Ὑπουργὸς, μὴ γνωρίζων τί ὑπέ-
206γραφεν ἐν τῇ σωρείᾳ τῶν ἐγγράφων, ὑπέγραψε καὶ τὸ ἐν
207λόγῳ τηλεγράφημα. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ καὶ
208τρίτη περίστασις· δυνατὸν, εἴτε δι’ ἐπιστολῆς, εἴτε δι’ ἄλλου
209τρόπου, νὰ ἐνετάλησαν αἱ ἐκεῖ Ἀρχαὶ νὰ ἐπιδείξωσι τοιοῦτο
210τηλεγράφημα πρὸς τὸν Παπαχριστοφιλόπουλον, οὗτινος τὴν
211σύνταξιν οὐδεὶς ἐκ τῶν ἐν Ἀθήναις νὰ εἶχεν ἀναλάβει.
212Διότι, Κύριοι, ἐὰν πραγματικῶς θελήσητε νὰ λεπτολογή-
213σητε ἐπὶ τῆς πράξεως ταύτης, ἵνα μὴ εἴπω ἐπὶ τοῦ ἐγκλή-
214ματος, δὲν εἶναι δυνατὸν, εἰμὴ μία ἐκ τῶν τριῶν τούτων
215περιστάσεων νὰ συνέβη. Δι’ ἡμᾶς, οἱανδήποτε ἐκ τῶν περι-
216πτώσεων τούτων θελήσητε νὰ λάβητε, εἶναι ἐντελῶς ἀδιά-
217φορον. Θέλετε τὴν πρώτην; Εἶναι ἡ ἐπιβαρυντικωτέρα.
218Θέλετε τὴν δευτέραν; Ἐπίσης ἐπιβαρύνουσα. Θέλετε τὴν
219τρίτην; Ἐπίσης βαρεῖα. Ἡμεῖς ἀδιαφοροῦμεν. Ἡμεῖς ἐπι-
220στεύομεν, ὅτι, ἀφοῦ τὰ πράγματα ἐγνώσθησαν ἔκτοτε, ὡς
221λαβόντα χώραν, ἐπιστεύομεν, λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κα-
222θῆκον εἶχε νὰ διατάξῃ τὴν βεβαίωσιν τῶν πραγμάτων, καὶ
223καθῆκον εἶχε νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔρευναν, ἐὰν πραγματικῶς
224ὁ Πρόεδρος τῶν ἐν Ζακύνθῳ Πρωτοδικῶν, ὁ κ. Μακρῆς, ἐγέ-
225νετο τὸ ὄργανον τοιαύτης ῥυπαρᾶς ὑποθέσεως. Ἀλλ’ ὡς
226ἠκούσαμεν, μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἐκ τῆς Κυβερνήσεως ἐνηρ-
227γήθη. Λέγουσιν, ὅτι ἐθεώρησαν τὴν ὑπόθεσιν ὡς ἀνυπόστα-
228τον καὶ γελοίαν, καὶ ὅτι διὰ τοῦτο οὐδὲν ἔπραξαν. Ἀλλὰ
229περὶ τοῦ ἂν δύναται νὰ θεωρηθῇ τοιαύτη, καὶ οἱ πρὸ ἐμοῦ
230ἀγορεύσαντες ἱκανὰ εἶπον, καὶ ἐγὼ ἐπίσης νομίζω, ὅτι θέλω
231δυνηθῆ νὰ ἀποδείξω, ὅτι τὰ πράγματα ἐγένοντο, ὅτι, ἐὰν
232ὑπάρχῃ ἀδίκημα ἀποδεδειγμένον, εἶναι ἡ περὶ ἧς πρόκειται
233πρᾶξις. Ἐν τούτοις, Κύριοι, ὡς γνωρίζετε, ἐνῷ οἱ κύριοι
234Ὑπουργοὶ ἦσαν ἐν γνώσει τῶν διαδιδομένων τότε, ἐνῷ οἱ
235φίλοι αὐτῶν προεκινδύνευον ὑπὲρ τῆς ὑπολήψεως τῶν κκ.
236Ὑπουργῶν, οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἀγρὸν ἠγόρασαν, καὶ δὲν
237ἐζήτουν νὰ βεβαιώσωσι τὸ ἀδίκημα, κατὰ τὸ καθῆκον, ὅπερ
238ἔχουσι καὶ ἀπέναντι τοῦ νόμου καὶ ἀπέναντι τῆς ὑπολήψεως
239αὐτῶν.
240Καὶ λέγων ταῦτα, παντάπασι δὲν ἐννοῶ νὰ μειώσω τὴν
241ὑπόληψιν, ἣν καὶ ἐγὼ καὶ οἱ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες ἔχο-
242μεν πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, τὸν ἐκ Μεσσηνίας βου-
243λευτὴν κ. Τζάνεν καὶ τὸν ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ.
244Μπουφίδην. Ἐὰν βεβαίως ὁ κ. Τζάνες, ἢ ὁ κ. Μπουφίδης,
245συνελαμβάνοντο οὕτω συντελοῦντες εἰς τὸ νὰ πείσωσι τὸν
246Παπαχριστοφιλόπουλον νὰ μεταβάλῃ τὰ πολιτικὰ αὑτοῦ
247φρονήματα πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 4ης Ἰανουαρίου, ἐντελῶς
248διάφορος ἤθελεν εἶσθαι ἡ θέσις τῶν κκ. συναδέλφων. Ἀλλ’
249αὐτοὶ εἰς τοῦτο οὐδαμῶς ἐνεπλέχθησαν, αὐτοὶ, ἐὰν ἐνήργη-
250σάν τι, ἐνήργησαν αὐτὸ, ἵνα σώσωσι τὴν ὑπόληψιν τῶν πο-
251λιτικῶν αὐτῶν φίλων. Ἐδύνατό τις ἴσως νὰ κατηγορήσῃ
252αὐτοὺς ὡς πολὺ ἀγαθούς. Δύναταί τις νὰ εἴπῃ περὶ αὐτῶν,
253ὅτι ἐποιήσαντο, οὕτως εἰπεῖν, ἄρνησιν ἑαυτῶν, συντελοῦντες
254νὰ διασώσωσι τοὺς κινδυνεύοντας Ὑπουργούς. Ἀλλὰ βε-
255βαίως οὐδαμῶς δύναταί τις νὰ κατηγορήσῃ τοὺς Βουλευ-
256τὰς τούτους, ὅταν ἦναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι πρὸ τῶν ἐκλο-
257γῶν οὐδαμῶς συνετέλεσαν, (τοὐλάχιστον δὲν φαίνονται συν-
258τελοῦντες), ἵνα ὁ Παπαχριστοφιλόπουλος μεταβάλῃ τὸ πο-
259λιτικὸν αὐτοῦ φρόνημα.
260Εἶπον, Κύριοι, ὅτι ἡ ὑπόθεσις τοῦ Παπαχριστοφιλοπούλου,
261ἀναλυομένη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κατατεθειμένων ἐπιστολῶν,
262οὐδεμίαν ἀφίνει ἀμφιβολίαν εἰς ἐκείνους, οἵτινες θέλουσιν
263ἀμερολήπτως νὰ κρίνωσι τὰ πράγματα, ὅτι τὸ ἐν λόγῳ τη-
264λεγράφημα ἔχει ὑπόστασιν, πράγματι δὲ ἐπεδείχθη εἰς τὸν
265Παπαχριστοφιλόπουλον. Νομίζω, ὅτι, ὡς ἀνελύθησαν αἱ ἐπι-
266στολαὶ καὶ ὡς θέλουσιν ἀναλυθῆ, πρέπει τις νὰ θέλῃ νὰ μὴ
267πεισθῇ, ἵνα κατορθώσῃ τοῦτο. Ἀλλ’ ἐὰν ἦναι τοσοῦτον
268δύσπιστος, ὥστε νὰ μὴ ἀρκῆται εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς πρά-
269ξεως αὐτῆς καθ’ ἑαυτήν, ἂς ἀνατρέξῃ οὗτος, παρακαλῶ, εἰς
270ὅλην ἐκείνην τὴν ἱστορίαν, τὴν ἐνεργηθεῖσαν πρὸ τῶν ἐκλο-
271γῶν τῶν Βουλευτικῶν τῆς 4ης Ἰανουαρίου, ἂς ἀνερευνήσῃ
272καὶ ἂς ἐξετάσῃ, τί τότε ἐγένετο πρὸς περισυλλογὴν καὶ
273ἄγραν ψήφων, καὶ ὅταν ἀνέλθῃ εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, καὶ
274οὕτως ἐρευνήσῃ τὰ πράγματα, νομίζω, ὅτι καὶ αὐτὸς, ὁ μᾶλ-
275λον δύσπιστος, θέλει πεισθῆ, ὅτι πρέπει νὰ ἐγκύψῃ εἰς τὴν
276μελέτην τῆς παρούσης ὑποθέσεως. Καὶ ἀφοῦ ἐγκύψῃ, δὲν θέ-
277λει ἔχει, μετὰ τὸ πέρας τῆς μελέτης αὐτοῦ, οὐδεμίαν πλέον
278ἀμφιβολίαν, ὅτι πρέπει νὰ δώσῃ τὴν ψῆφον αὐτοῦ εἰς ἐκεί-
279νους, οἵτινες ἰσχυρίζονται, ὅτι εἰς τὸν Παπαχριστοφιλόπου-
280λον ἐπεδείχθη τὸ ἐν λόγῳ τηλεγράφημα.
281Ὑπῆρξεν ἀνάγκη νὰ τιμωρηθῇ ἡ Βουλὴ τῆς 7ης Ἀπρι-
282λίου, ἡ Βουλὴ ἐκείνη, ἥτις ἐπὶ πολὺν χρόνον εἶχε κατηγο-
283ρούμενον τὸν τότε ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν ἐντὸς τῆς
284αἰθούσης ταύτης. Τίνι τρόπῳ ἡ Βουλὴ τῆς 7ης Ἀπριλίου
285ἐτιμωρήθη, πάντες γινώσκομεν. Ἔπλασαν νόμον, συναρω-
286γοὺς ἔχοντες τοὺς ξένους, καὶ διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ηὔρυ-
287ναν τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν. Εὑρόνοντες δ’ αὐτήν, ἐσκέ-
288πτοντο νὰ προβῶσιν εἰς τὴν διάλυσιν τῆς τότε Βουλῆς. Ὁ
289Πρωθυπουργὸς, ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς εὐρείας περι-
290φερείας, ἐβεβαίου τότε, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ Βουλὴ, ἥτις δὲν
291θέλει διαλυθῆ, ἥτις δικαιοῦται νὰ διανύσῃ ὁλόκληρον τὸν
292χρόνον τῆς νόμῳ ὑπάρξεως αὐτῆς, ἦτο ἡ Βουλὴ τῆς 7ης
293Ἀπριλίου, ἐκείνη, ἥτις ἐψήφισε τὸν νόμον τῆς εὐρείας περι-
294φερείας. Ἡμεῖς βεβαίως δὲν ἐπιστεύομεν εἰς τὰς τοιαύ-
295τας διαβεβαιώσεις, καὶ εὐθὺς, ὡς ἠκούσαμεν τοῦ Πρωθυπουρ-
296γοῦ, βεβαιοῦντος, ὅτι, ἂν ἔχῃ δικαίωμα εἰς μὴ διάλυσιν
297Βουλὴ, ἦτο ἡ τῆς Περιόδου ἐκείνης, ἐβεβαιώσαμεν, ὅτι, ἂν
298θέλῃ διαλυθῆ Βουλὴ, θέλει εἶσθαι ἡ τῆς Περιόδου ἐκείνης.
299Ἐδέησε λοιπὸν, λέγω, νὰ τιμωρήσωσι τὴν Βουλὴν τῆς 7ης
300Ἀπριλίου, ἐτιμώρησαν δὲ αὐτήν, νομοθετήσαντες τὴν εὐ-
301ρεῖαν περιφέρειαν, καὶ διαλύσαντες τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ αἰ-
302σθανόμενοι, ὅτι αἱ δυνάμεις αὐτῶν δὲν ἦσαν ἐπαρκεῖς πρὸς
303ἐπιτυχῆ ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, προέβησαν, ὡς ἐνθυμεῖσθε,
304καὶ ὡς βεβαίως οὐδεὶς εἰσέτι ἐλησμόνησεν, εἰς τοιαύτας
305πράξεις, ὧν ὁμοίας οὐδέποτε ἡ Ἑλληνικὴ χώρα εἶχεν ἰδεῖ
306ἐνεργουμένας κατὰ τὰς ἐκλογάς. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἄλλοτε,
307διαλυομένων τῶν Βουλῶν, διὰ τὴν ἐλαχίστην παράβασιν
308τῶν νόμων, διὰ τὴν ἐλαχίστην πρᾶξιν τῶν Ὑπουργῶν, τὴν
309ἐνδεικνύουσαν πνεῦμα συναλλαγῆς, ἐξηγείροντο καὶ οἱ πολι-
310τευταὶ τοῦ Ἔθνους καὶ οἱ πολῖται. Εἶναι περιττὸν νὰ ἀνα-
311φέρω παραδείγματα, διότι πάντες γινώσκετε τὴν σύγχρονον
312ἱστορίαν τοῦ τόπου. Ἀλλὰ βεβαίως πάντα τὰ ἀνομήματα,
313ἅτινα ἐγένοντο κατὰ τὰς Βουλευτικὰς ἐκλογὰς ἀπὸ τοῦ
3141843 ἔτους, συγκεντρούμενα καὶ τιθέμενα ἐν πλάστιγγι,
315δὲν δύνανται νὰ ἰσοζυγίσωσι πρὸς ὅσα διεπράχθησαν ὀλί-
316γας ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 4ης Ἰανουαρίου. Δὲν ἀφῆ-
317καν μέσον, ὅπερ νὰ μὴ διεχειρίσθησαν, καὶ δὲν ἀφῆκαν τέ-
318χνασμα, ὅπερ νὰ μὴ ἐτεχνάσθησαν. Τὰ πάντα ἀνέτρεψαν,
319καὶ τοὺς νόμους καὶ τὴν ἠθικὴν, δὲν ἐσεβάσθησαν τὰ ἱε-
320ρώτερα δικαιώματα τότε τῶν πολιτῶν. Προέβησαν εἰς πρά-
321ξεις, ὧν ὅμοιαι οὐδέποτε, ἀφ’ ἧς ἡ Ἑλλὰς κυβερνᾶται κοι-
322νοβουλευτικῶς, ἔλαβον χώραν, καὶ ἐξετέλεσαν πράξεις, ὧν
323ὁμοίας οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἴδῃ ἐν τῷ μέλλοντι ἡ
324Ἑλλὰς, ἐκτὸς ἐὰν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἐπιχειρήσωσι νὰ κα-
325ταρτίσωσι δευτέραν ἔκδοσιν τῶν τότε τολμηθέντων. Ποῖον
326νὰ μνημονεύσῃ τις καὶ ποῖον νὰ παραλείψῃ; Τὴν ἀναστά-
327τωσιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, τὴν ἀναστάτωσιν τοῦ στρα-
328τοῦ, ἢ τὴν ἀναστάτωσιν τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους! Οὐ-
329δενὸς ἐφείσθησαν, ἀρκεῖ νὰ εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ θέτωσι
330τὴν ὑπογραφὴν ὡς Ὑπουργοὶ, εἴτε ὑπὸ Διάταγμα, εἴτε ὑπὸ
331ὑπουργικὴν διαταγήν. Οὐδὲν ἐκώλυε τοὺς Ὑπουργοὺς, ἵνα
332συναλλάττωνται πρὸς καταρτισμὸν τοῦ Κοινοβουλίου, ὡς
333κατήρτισαν αὐτό.
334Καὶ ἐπὶ κορυφῆς ὅλων τῶν τότε συντελεσθέντων καὶ ὡς
335ἐπιστέγασμα ὅλων τῶν τότε διαπραχθέντων εἴχομεν, Κύριοι,
336τὴν ἄσεμνον καὶ ἄκοσμον ἀπονομὴν τῶν χιλιάδων ἐκείνων
337παρασήμων, καὶ ὡς κορύφωμα, καλύπτον τὰ παράσημα,
338τὴν ἀσκηθεῖσαν προνομίαν τῆς χάριτος. Οὕτω πως ἂν ἐξε-
339τασθῇ ἡ ὑπόθεσις Παπαχριστοφιλοπούλου, εἶναι δυνατὸν νὰ
340ἐννοηθῇ ἐν ὅλῳ τῷ μεγέθει αὐτῆς. Ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι,
341καὶ καθ’ ἑαυτὴν ἐξεταζομένη, εἶναι ἱκανὴ νὰ ἀποδείξῃ τὴν
342ὕπαρξιν τοῦ ἐν λόγῳ τηλεγραφήματος, ἀλλὰ θέλω παρα-
343καλέσει ὑμᾶς πρὸς στιγμὴν νὰ παύσωμεν ἐξετάζοντες καὶ
344ἀναλύοντες τὰς ἐπιστολὰς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἡμῶν,
345νὰ ἀνέλθωμεν εἰς τὴν ἐποχὴν, τὴν ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς
3464ης Ἰανουαρίου, νὰ ἴδωμεν καὶ νὰ ἐπισκοπήσωμεν γενικῶς,
347τί τότε ἐγένετο καὶ ὡς πρὸς πάντας τοὺς ἄλλους κλάδους
348τῆς διοικήσεως καὶ τῆς κυβερνήσεως, ἰδίᾳ δὲ ὡς πρὸς τὴν
349ἀπονομὴν τῶν χαρίτων, καὶ ὅταν τοιουτοτρόπως τὰ πράγ-
350ματα ἐξετάσωμεν, τότε θέλω ἐρωτήσει ὑμᾶς, ἀφοῦ κατόπιν
351ἀναλύσω καὶ τὰς ἐπιστολὰς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἂν
352θέλητε ἐπιμένει ὑποστηρίζοντες, ὅτι συκοφαντία εἶναι καὶ τὰ
353περὶ Παπαχριστοφιλοπούλου ἀποκαλυφθέντα.
354Δι’ ἑνὸς καὶ μόνου Βασιλικοῦ Διατάγματος, καθ’ ἑκα-
355τοντάδας—τί λέγω καθ’ ἑκατοντάδας;—κατὰ τρεῖς ὅλας,
356ἢ τρεῖς καὶ ἡμίσειαν χιλιάδας προέβησαν εἰς ἀπονομὴν χα-
357ρίτων· ἠρημώθησαν, οὕτως εἰπεῖν, αἱ φυλακαὶ τοῦ Κράτους,
358καὶ ἐκινδυνεύσαμεν νὰ ἔχωμεν φυλακὰς ἄνευ καταδίκων,
359διότι πάντες σχεδὸν εἶχον ἐξέλθει διὰ χαρίτων ὀλίγας ἡμέ-
360ρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 4ης Ἰανουαρίου. Καὶ γνωρίζετε
361κατὰ τίνα τρόπον ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ νῦν,
362ὅστις ἦν καὶ ὁ τότε, ἐξῆγε τοὺς καταδίκους ἐκ τῶν φυλα-
363κῶν, ἢ ἠλάττου τὰς ποινὰς αὐτῶν. Δὲν ἀφῆκεν ἄνθρωπον,
364πρὸς ὃν, ἂν ἐπίστευεν, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι φίλος αὐτῶν, ἢ
365τοὐλάχιστον, ὅτι δὲν ἤθελεν εἶσθαι φίλος τῆς Ἀντιπολιτεύ-
366σεως, νὰ μὴ ἔδωσε χάριν. Ἐβλέπομεν ἄρα ἀνὰ τὰς ὁδοὺς
367καθ’ ἑκατοντάδας ἐκείνους, οὓς ἐγνωρίζομεν, ὅτι ὤφειλον,
368δυνάμει δικαστικῶν ἀποφάσεων, νὰ διανύσωσι μακρὰν ἐν
369ταῖς φυλακαῖς περίοδον χρόνου. Ἐξεπληττόμεθα ὅταν ἐβλέ-
370πομεν τοὺς πατροκτόνους καὶ τοὺς ἀδελφοκτόνους, τοὺς κλέ-
371πτας καὶ τοὺς λῃστὰς, περιφερομένους εἰς τὰς ὁδοὺς τῶν
372Ἀθηνῶν καὶ τῶν ἄλλων πόλεων τῆς Ἑλλάδος, σκεπτόμε-
373νοι, ὁποία θέλει εἶσθαι ἐν τῷ μέλλοντι ἡ ἀσφάλεια τοῦ Κρά-
374τους, καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις νὰ προβῇ
375εἰς τὴν ἀπονομὴν τοσούτων χιλιάδων χαρίτων καὶ περὶ
376καταδίκων, περὶ ὧν πᾶσαι αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαὶ εἶχον γνωμο-
377δοτήσει ἀντιθέτως, διότι οἱ εἰς οὓς ἀπενεμήθησαν ἦσαν ἀλη-
378θῶς ἀνάξιοι χάριτος. Ἔχω, Κύριοι, ἐνώπιόν μου ἀγόρευσίν μου
379τινα, γενομένην ἐν τῇ ἑνδεκάτῃ Περιόδῳ καὶ τῇ πρώτῃ Συ-
380νόλῳ, δηλ. ἐν τῇ Συνόδῳ ἐκείνῃ τῆς Βουλῆς, ἥτις πρώτη ἐπη-
381κολούθησε μετὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς 4ης Ἰανουαρίου, καὶ οὐχὶ
382πάντα, ὅσα ἐν ἐκείνῃ τῇ ἀγορεύσει λέγονται, ἀλλὰ τινὰ μό-
383νον ἐξ αὐτῶν ἂν ἀκούσητε, θέλετε πεισθῆ, ὅτι δὲν ἦτο ἀδύ-
384νατον, οὐδ’ ἄγνωστον πρᾶγμα, οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ προβαί-
385νωσιν εἰς συναλλαγὰς μετὰ καταδίκων, περὶ ἀπονομῆς χα-
386ρίτων ἐπὶ ἐκλογικῷ σκοπῷ. Ἔχω ἐνταῦθα τὰ συμπερά-
387σματα καὶ τὰς περιλήψεις ἑκατοντάδων δικογραφιῶν, ἐξ ὧν
388ἀποδεικνύεται, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ἐπὶ σκοπῷ καθαρῷ συναλ-
389λαγῆς ἐκλογικῆς ἀπένειμαν χάριτας εἰς ἀνθρώπους, περὶ ὧν
390καὶ Εἰσαγγελεῖς καὶ Πρόεδροι Δικαστηρίων εἶχον γνωμο-
391δοτήσει, ῥηταῖς λέξεσιν, ὅτι ἦσαν ἀνάξιοι χάριτος. Τί ἐγ-
392κλήματα; Ἀδελφοκτονίαι, πατροκτονίαι, κλοπαί, ληστεῖαι,
393ἀναιρέσεις, πλαστογραφίαι! Καὶ εἰς πάντα ταῦτα τὰ ἐγ-
394κλήματα ἔδωκαν χάριν, ἐναντίον, ἐπαναλέγω, ῥητῶν γνω-
395μοδοτήσεων Προέδρων καὶ Εἰσαγγελέων τῶν δικασάντων
396Δικαστηρίων.
397Ποίαν ἐκ τούτων τῶν δικογραφιῶν νὰ λάβω καὶ ποίαν νὰ
398παραλείψω; Θέλετε νὰ ἴδωμεν, τί ἐγένετο περὶ τοῦ Γεωργίου
399Στεφάνου; Οὗτος κατεδικάσθη εἰς πέντε ἐτῶν εἱρκτὴν τῇ 7
400Ἰουνίου 1884 ἐπὶ ψευδορκίᾳ! Τῇ 1 Δεκεμβρίου 1886, ὀλί-
401γῳ πρὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς,
402ἐπὶ τῇ προφάσει δῆθεν ἐνηλικιώσεως τῆς Α. Υ. τοῦ Διαδό-
403χου, δίδεται αὐτῷ χάρις δύο ἐτῶν, ἄνευ οὐδενὸς δικαιολογη-
404τικοῦ.— Ἀθανάσιος Στεργιόπουλος. Κατεδικάσθη εἰς τριῶν
405μόνον ἐτῶν πρόσκαιρα δεσμὰ τῇ 16 Μαΐου 1885 (ληφθέντος
406ὑπ’ ὄψει τοῦ ὀθωμανικοῦ νόμου) ἐπὶ ληστείᾳ! Χάρις τῇ 1
407Δεκεμβρίου 1886, ἐνῷ καὶ ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς
408ἐγνωμοδότουν: «δὲν πρέπει νὰ γίνῃ τῆς ποινῆς ἐλάττωσις,
409»διότι ἐξηντλήθη πᾶσα ὑπὲρ τοῦ καταδικασθέντος τούτου
410»ἐπιείκεια».— Κωνστ. Παπαγγελῆς. Κατεδικάσθη τῇ 19ῃ
411Ἀπριλίου 1884 ἐπὶ ἀποπείρᾳ ἀναιρέσεως, παραπεμφθεὶς ὅμως
412ἐπὶ ἀποπείρᾳ φόνου, εἰς τεσσάρων μόνον ἐτῶν φυλάκισιν.
413Χάρις τῇ 1 Δεκεμβρίου 1886, καίτοι καὶ Εἰσαγγελεὺς καὶ
414Πρόεδρος ἐγνωμοδότουν: «ἐπειδὴ πᾶσα μετρίασις ἢ μετα-
415»βολὴ τῆς ποινῆς, τῆς ἐπιβληθείσης αὐτῷ, θεωρεῖται μὴ
416»εὔλογος, καθόσον οἱ ἔνορκοι ἐξήντλησαν τὴν ἐπιείκειαν
417»αὑτῶν, καὶ τὸ Δικαστήριον τῶν Συνέδρων κατέγνω σχεδὸν
418»τὸν ἐλάχιστον ὅρον τῆς ποινῆς, ὥστε ἐξηντλήθη πᾶσα
419»ἐπιείκεια, ἐφ’ ᾧ θεωροῦντες τὸν κατάδικον τοῦτο ἀνά-
420»ξιον πάσης χάριτος, γνωμοδοτοῦμεν, νὰ μὴ μεταβληθῇ πο-
421»σῶς ἡ καταγνωσθεῖσα αὐτῷ ποινή».—Δημήτριος Π. Δα-
422μάσκος. Κατεδικάσθη εἰς πρόσκαιρα δεσμὰ 15½ ἐτῶν τῇ 6
423Ἰουνίου 1885 ἐπὶ ἀναιρέσει! Τῇ 1 Ἰανουαρ. 1886 χάρις, καίτοι
424καὶ ὁ Πρόεδρος τῶν Συνέδρων θεωρεῖ αὐτὸν ἀνάξιον πάσης
425ἐλαττώσεως τῆς ποινῆς, καὶ ὁ παρ’ Ἐφέταις Ἀντεισαγ-
426γελεὺς οὐχὶ ἅπαξ, ἀλλὰ δὶς δι’ ἐκθέσεων συμφωνεῖ τῷ Προέ-
427δρῳ: «Εἰς ἐκτέλεσιν τῆς παραγγελίας τοῦ Ὑπουργείου, λέ-
428»γει ὁ κ. Εἰσαγγελεύς, ἐσχημάτισα καὶ κατὰ τὴν ἐπ’ ἀκροα-
429»τηρίῳ συζήτησιν τὴν πεποίθησιν καὶ ἐκ τῆς μελέτης τῆς
430»δικογραφίας, ὅτι ἡ πρᾶξις ἐγένετο πρὸς ἐκδίκησιν!.... Ἡ
431»πρᾶξις ἔφερε στυγερὸν χαρακτῆρα! κλπ.» — Δημήτριος
432Βαρθαλάμης καὶ Γεώρ. Τζαφέρης ἢ Παπαβασιλείου. Κατεδι-
433κάσθησαν τῇ 23 Ὀκτωβρίου 1884 ἐπὶ φόνῳ εἰς θάνατον.
434Χάρις καὶ εἰς αὐτοὺς τότε, καίτοι ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ παρ’ Ἐφέ-
435ταις Εἰσαγγελεὺς κ. Μπένσης ἔγραφον: «Γνωμοδοτοῦμεν, ὅτι
436»οἱ ἀνωτέρω κατάδικοι εἶναι ἀνάξιοι χάριτος, διότι ἡ δο-
437»λοφονία ἦτο στυγερά, ὁ δὲ Τζαφέρης προέβη εἰς τὴν ἐκ-
438»τέλεσίν της κατὰ παραγγελίαν τοῦ πρώτου, καταβαλόν-
439»τος αὐτῷ χρήματα, καὶ ἀφοῦ οὐδεμίαν ἀπολύτως εἶχε
440»προσωπικὴν ἀφορμὴν κατὰ τοῦ παθόντος».— Ἀλέξανδρος
441Σούλιας. Κατεδικάσθη τῇ 24 Μαρτίου 1884 ἐπὶ ἀναιρέσει,
442παραπεμφθεὶς ἐπὶ φόνῳ! Χάρις καὶ εἰς αὐτὸν τῇ 1 Δεκεμ-
4431886, καίτοι Πρόεδρος καὶ Εἰσαγγελεὺς ἐγνωμοδότουν:
444«οὐδεμία περίστασις συντρέχει νὰ μετριασθῇ ἡ ἐπιβληθεῖσα
445»αὐτῷ ποινή, διότι ἀμφότερα τὰ Δικαστήρια ἐξήντλησαν
446»πᾶσαν ὑπὲρ αὐτοῦ ἐπιείκειαν».
447Γνωρίζω, ὅτι δυσαρεστεῖ ὑμᾶς νὰ ἀκούητε πάλιν τὰ ὀνό-
448ματα τῶν ἀνθρώπων τούτων, καὶ τί περὶ ἑκάστου αὐτῶν
449ἐγνωμοδότησαν οἱ Εἰσαγγελεῖς καὶ τὰ δικάσαντα Δικαστή-
450ρια. Ἀλλ’ ἐγὼ θέλω ἀναφέρει, οὐχὶ ὁλόκληρον τὸν κατά-
451λογον, ἀκόμη ὅμως ὀνόματά τινα, ἵνα παραστήσω οἷα ἐτε-
452χνουργοῦντο καὶ οἷα ἐγίγνοντο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην,
453καὶ μόνον ὑπὸ τὴν ἐξέτασιν ταύτην θέλω εἰσέλθει εἰς τὴν
454ὑπόθεσιν Παπαχριστοφιλοπούλου, οὐχὶ διότι θέλω ν’ ἀποδείξω
455διὰ τοιούτου γενικοῦ ἐπιχειρήματος, τὰ αὐταπόδεικτα γε-
456γονότα ἐν τῇ ὑποθέσει Παπαχριστοφιλοπούλου, ἀλλὰ διότι
457πιστεύω, ὅτι, ἵνα ἐρευνήσωμεν καλῶς τὴν προκειμένην ὑπό-
458θεσιν, ἵνα εὕρωμεν τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἡ χάρις ἐδόθη, ἵνα εὕ-
459ρωμεν, ἂν τοιαύτη πρᾶξις πρώτην τότε φορὰν ἔλαβε χώ-
460ραν, ἢ καὶ ἄλλοτε, εἶναι ἀνάγκη νὰ προσφύγωμεν εἰς ὅσα
461κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀπὸ τοῦ βήματος ὑπομιμνήσκω
462(ἀναγινώσκει): «Κριαντέρης καὶ Νταΐλας. Κατεδικάσθησαν
463εἰς 2½ ἐτῶν φυλάκισιν ἐπὶ κλοπῇ! Χάρις τῇ 1 Δεκεμβρίου
4641886, καίτοι ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐγνωμοδότουν:
465«οὐδεμία ἑπομένως συντρέχει ἐλαφρυντικὴ περίστασις, δικαιο-
466»λογοῦσα τὴν μετρίασιν τῆς ποινῆς».
467Καὶ ἐνθυμοῦμαι τὸν μακαρίτην Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσω-
468τερικῶν, πόσον ἐφρικία, ὡς ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ἐπὶ τῷ
469ἐγκλήματι τῆς κλοπῆς, καὶ μάλιστα τῆς ζωοκλοπῆς. Το-
470σοῦτον ἐφρικία, ὥστε ἔλεγεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη τέλος πάν-
471των, νὰ μεταβληθῶσιν οἱ ἐκλογικοὶ νόμοι, νὰ εὐρυνθῇ ἡ
472ἐκλογικὴ περιφέρεια, νὰ ἐλαττωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευ-
473τῶν, ἵνα μὴ ἔρχωνται ὡς Βουλευταὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν
474ζωοκλόπων τοῦ Κράτους! Καὶ ὅμως ἐδόθη καὶ εἰς τοὺς
475κλέπτας τούτους Βασιλικὴ χάρις, ἵνα ἔχωσιν αὐτοὺς ὡς ὄρ-
476γανα κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 4ης Ἰανουαρίου.
477Θεόδωρος Κυριαζῆς. Κατεδικάσθη τῇ 2 Φεβρουαρίου
4781883 ἐπὶ τραύματι θανατηφόρῳ! Χάρις πλήρης καὶ εἰς αὐ-
479τὸν τῇ 1 Δεκεμβρίου 1886. Καὶ διὰ τίνος ὀργάνου ἐπῆλθεν
480ὁ θάνατος; Διὰ πελέκεως! Καὶ κατὰ τίνος; Κατὰ τοῦ ἰδίου
481ἀδελφοῦ! Ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἔλεγον: «οὐδεὶς
482»λόγος, ὅπως προκληθῇ Βασιλικὴ χάρις περὶ μετριάσεως τῆς
483»ποινῆς, διότι καὶ οἱ ἔνορκοι καὶ τὸ Δικαστήριον ἐξήντλησαν
484»πᾶσαν ἐπιείκειαν».
485Καὶ τί νὰ προχωρήσω, Κύριοι, περαιτέρω; Εἶναι ἀνεξάν-
486τλητος ὁ θησαυρὸς οὗτος τῶν ἀνομημάτων τῆς τότε καὶ νῦν
487Κυβερνήσεως.
488Οὐδεμία λοιπὸν ἀπομένει ἀμφιβολία, ὅτι πλάσαντες ἐν
489τῇ Βουλῇ ἐκείνῃ τὴν εὐρεῖαν περιφέρειαν, συντελούντων τῶν
490ξένων, προέβησαν εἰς τὴν διάλυσιν τῆς τότε Βουλῆς, καὶ
491φοβούμενοι νὰ κινδυνεύσωσιν ἐν τῷ ἐκλογικῷ ἀγῶνι, ἐνόμι-
492σαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὁπλισθῶσι, καὶ ὡπλίσθησαν διὰ τῶν
493μαχαιρῶν καὶ τῶν πυροβόλων ὅπλων δολοφόνων καὶ ἀναι-
494ρετῶν, ἀκόμη καὶ διὰ τῶν παρασήμων, καὶ κατῆλθον εἰς
495τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα τοιαύτην πανοπλίαν φρικώδη καὶ γε-
496λοίαν φέροντες, διότι μωροί εἰσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες διὰ τῶν
497παρασήμων ἐδελεάσθησαν καὶ μετέστησαν ἐκ τῶν πολιτι-
498κῶν φρονημάτων εἰς τὴν φάλαγγα τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναί
499τι, ἵνα εἴπω οὕτως ὀξύμωρον ἡ ἐκλογὴ ἐκείνη. Μετεχειρί-
500σθησαν τοὺς μωροὺς καὶ τοὺς δολοφόνους, ἵνα ὑπερισχύσωσι
501κατὰ τὰς Βουλευτικὰς ἐκλογάς· καὶ δολοφόνοι καὶ κακοῦρ-
502γοι ἦσαν ἐκεῖνοι, οὓς κατὰ χιλιάδας ἀπέλυον ἐκ τῶν φυλα-
503κῶν, ἐναντίον ῥητῶν γνωμοδοτήσεων Εἰσαγγελέων καὶ Προέ-
504δρων καὶ μωροὶ ἦσαν ἐκεῖνοι, οἵτινες, ἵνα ἀναρτήσωσι ψευ-
505δές τι καὶ νόθον παράσημον ἀπὸ τοῦ στήθους, μετέβαλλον
506τὰ πολιτικὰ αὐτῶν φρονήματα, καὶ ἐτάσσοντο πρὸς τὰς
507φάλαγγας τῶν Ὑπουργῶν. Τοιαῦτα ἔπραξαν κατὰ τὰς ἐκ-
508λογὰς τῆς 4ης Ἰανουαρίου καὶ ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν, καθ’
509ὅλους τοὺς κλάδους αὐτῆς, καὶ ὡς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς
510χώρας, καὶ διὰ τῶν παρασήμων ἀκόμη καὶ διὰ τῶν χαρί-
511των. Ὥστε δύναμαι μετὰ πεποιθήσεως νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι
512πάντα τὰ ἀνομήματα τὰ ἐκλογικὰ, τὰ ἀπὸ τοῦ 1843
513ἔτους μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἐὰν συγκεντρωθῶσι, δὲν θέ-
514λουσιν ἀποτελέσει τὸ βάρος καὶ τὸν ὄγκον τῶν ἐκλογικῶν
515ἀνομημάτων, εἰς ἃ προέβησαν οἱ Ὑπουργοὶ ὀλίγας ἡμέρας
516μόλις πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 4ης Ἰανουαρίου τοῦ 1886
517ἔτους. Ἐκινδύνευσέ τις νὰ πιστεύσῃ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκεί-
518νην, ὅτι δίκαιον εἶχεν ὁ Ποινικὸς Νόμος τῆς Γαλλίας τοῦ
5191791 ἔτους, ὅστις ἀφήρεσε τὴν προνομίαν τῆς χάριτος ἀπὸ
520τοῦ Στέμματος, ἐκινδύνευσέ τις νὰ δεχθῇ, ὅτι δίκαιον εἶχον
521οἱ συγγραφεῖς ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐγνωμάτευσαν, ὅτι εἶναι ἐπι-
522κίνδυνον καὶ μωρὸν προνόμιον τὸ τῆς χάριτος.
523Καὶ ἀποτέλεσμα πάντων τῶν τοιούτων τολμημάτων
524ὑπῆρξε μὲν ἡ νίκη τῶν Ὑπουργῶν κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς
5254ης Ἰανουαρίου, ὑπῆρξεν ὅμως καὶ ἕτερον· τὸ ἔγκλημα
526θρασῦναν ἔκτοτε ἤγειρε τὴν κεφαλὴν, καὶ ἀπειλεῖ τὴν ὕπαρ-
527ξιν αὐτῆς τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας. Ὁμιλοῦσι κατὰ τῆς
528δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τῆς δημοσίας τάξεως προκαλοῦν-
529τες τὸν θεσμὸν τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας. Ἀλλὰ τίνες εἰ-
530σὶν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐκλόνισαν τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὴν
531δημοσίαν ἀσφάλειαν; Οἱ Ὑπουργοὶ τῆς 4ης Ἰανουαρίου,
532οἵτινες κατώρθωσαν, ὁλόκληρος ὁ ἐγκληματικὸς κόσμος τῆς
533χώρας ταύτης νὰ ἔχῃ ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι οὐδα-
534μῶς κινδυνεύει, ἂν ἐγκληματήσῃ, ὅτι θέλει εὑρεθῆ ἐποχή
535τις, ἢ γεγονός τι, ἀληθὲς ἢ ψευδὲς, δὲν ἐξετάζω, ὅτε θέλουσι
536δυνηθῆ νὰ ἐπανίδωσι τὸ φῶς τῆς κοινωνίας, ἐξερχόμενοι ἐκ
537τῶν κατέργων, εἰς ἃ οἱ νόμοι ἤθελον καταδικάσει αὐτούς. Οἱ
538Ὑπουργοὶ οὗτοί εἰσιν οἱ αἴτιοι τῶν κατὰ χιλιάδας ἀπορφα-
539νιζομένων Ἑλληνικῶν οἰκογενειῶν καθ’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας
540τοῦ Κράτους. Δὲν ὑπάρχει πλέον, οὐχὶ ἀσφάλεια τῆς περιου-
541σίας, ἀλλ’ οὐδὲ τῆς τιμῆς, οὐδὲ ἀσφάλεια τῆς ζωῆς ἀκόμη.
542Ταῦτα πάντα, τὰ τότε διὰ τῶν χαρίτων γενόμενα, ἠνάγ-
543κασαν Βουλευτάς τινας κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς πα-
544ρούσης Περιόδου —μεταξὺ δὲ τούτων εἰμὶ καὶ ἐγὼ—νὰ ὑπο-
545βάλωσιν ἐν τῇ Βουλῇ προτάσεις νόμου περὶ κανονισμοῦ τοῦ
546προνομίου τῆς χάριτος. Καὶ δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι δὲν
547ἀπέχει πολὺ ἡ ἐποχὴ, ἀφ’ ἧς ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία τοῦ
548Ἔθνους βεβαίως θέλει ἀναγκασθῆ νὰ προνοήσῃ, ὅπως κανο-
549νίσῃ τὴν ἀπονομὴν τῆς χάριτος. Οὐδὲ θέλει εἶσθαι πρωτο-
550φανὲς τοῦτο. Ἐν ἄλλοις Κράτεσιν, ἔνθα ἐκανονίσθη ὁ τρό-
551πος τῆς ἀπονομῆς τῆς χάριτος, δὲν συνέβησαν τοσαῦτα, ὅσα
552διέπραξαν οἱ Ὑπουργοὶ ὀλίγῳ πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 4ης
553Ἰανουαρίου. Καὶ ὅμως τὰ Κράτη ἐκεῖνα, σκεπτόμενα νὰ
554ἐξασφαλίσωσι καὶ τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ καὶ
555τὴν ὕπαρξιν τῆς Κοινωνίας, ἐνομοθέτησαν νόμους, δι’ ὧν
556ὑπέβαλον εἰς ὡρισμένας διατυπώσεις, αὐστηράς, τὴν ἀπονο-
557μὴν τῆς χάριτος.
558Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀχαλίνωτος
559εἶχε τραπῆ, ἵνα κερδίσῃ τὰς ἐκλογὰς τῆς 4ης Ἰανουαρίου.
560Δὲν ὠπισθοχώρει οὐδὲ πρὸ τῶν νόμων τοῦ Κράτους, παρα-
561βαινομένων, οὐδὲ πρὸ τῶν νόμων τῆς ἠθικῆς, ἀσυστόλως
562καταπατουμένων· ὡς δόγμα ἐν τῇ σημαίᾳ αὑτῆς ἀνέγραψε
563τὴν νίκην, καὶ πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ δόγματος καθιέρωσαν ἑτέ-
564ραν ἀρχὴν, τὴν ἐπονείδιστον συναλλαγήν. Καὶ ὑπὸ τὸν κα-
565νόνα τοῦτον τῆς ἐπονειδίστου συναλλαγῆς δέον νὰ τάξω-
566μεν καὶ νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Παπαχριστοφι-
567λοπούλου.
568Ἡ ὑπόθεσις Παπαχριστοφιλοπούλου, ὅσῳ καὶ ἂν ἠθέ-
569λησαν νὰ εἰρωνευθῶσιν αὐτὴν ἐκεῖνοι, οὓς οὐδαμῶς ποτε ἔλαβέ
570τις ἐκ τῶν βουληφόρων τοῦ Ἔθνους ὑπ’ ὄψει, ὅσῳ καὶ ἂν
571ἠθέλησαν νὰ ἐλαττώσωσι τὴν δύναμιν αὐτῆς, παρ’ ἡμῶν
572τουλάχιστον θεωρεῖται ἐκ τῶν σημαντικωτέρων, λόγῳ ἐλέγ-
573χου κατὰ τῶν Ὑπουργῶν. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη, λέγω, Κύ-
574ριοι, ἐξεταζομένη αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν καὶ ἐν ταῖς λεπτομε-
575ρείαις αὐτῆς, ὑποβαλλομένη δὲ εἰς τοιοῦτον ἔλεγχον, ὁποῖος
576καὶ παρ’ ἄλλων καὶ παρ’ ἐμοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος γίγνεται,
577εἰς τὸν ἔλεγχον τουτέστι τῶν τότε ὁμοίων πράξεων τῆς
578παρούσης Κυβερνήσεως, ἡ ὑπόθεσις αὕτη, λέγω, οὑτωσὶ ἐξε-
579ταζομένη, οὐδεμίαν ἀφίνει ἀμφιβολίαν εἰς ἐκείνους, οἵτινες
580δὲν εἶναι προκατειλημμένοι, ὅτι ἔλαβε χώραν, ὡς ἐξηγήθη
581ἐπανειλημμένως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐγὼ, Κύριοι,
582δὲν ἐνασκῶ ἐνταῦθα τὰ καθήκοντα τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς,
583οὐδὲ ἐνήσκησαν ταῦτα οἱ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες, ἵνα εὕρω-
584μεν ὡρισμένως καὶ νὰ καταγγείλωμεν ὡρισμένως παρὰ τίνος
585ἀκριβῶς ἐστάλη τὸ καταγγελλόμενον τηλεγράφημα. Θέλετε,
586ὅτι ἐστάλη παρὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν;
587Τὸ δεχόμεθα. Θέλετε, ὅτι ἐστάλη παρά τινος ἐμπίστου
588ὑπαλλήλου τοῦ τότε ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ; — νο-
589μίζω δὲ ὅτι καλοῦσιν αὐτὸν Βαρελίδην.—Τὸ δεχόμεθα. Θέ-
590λετε ὅτι, ἢ ὁ εἷς, ἢ ὁ ἕτερος αὐτῶν παρήγγειλεν ἐν Ζακύνθῳ
591νὰ κατασκευασθῇ τοιοῦτον τηλεγράφημα, καὶ νὰ ἐπιδειχθῇ
592εἰς τὸν ἐκεῖ κατάδικον, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς μεταστάσεως αὐ-
593τοῦ πρὸς τὰ φρονήματα τῆς Συμπολιτεύσεως; Τὸ δεχόμεθα.
594Δὲν εἴμεθα ἀνακριτικὴ ἀρχὴ, ἵνα βεβαιώσωμεν ἀπὸ τοῦ
595βήματος τούτου, ὁποία τις ἐκ τῶν τριῶν τούτων περιπτώ-
596σεων συνέβη, οὐδὲ ἐφρόντισαν οἱ κυβερνῶντες τὸν τόπον
597νὰ ἀποπειραθῶσι τοὐλάχιστον νὰ βεβαιώσωσι, τίνι τρόπῳ
598ἔλαβε χώραν τὸ ἐν λόγῳ ἀδίκημα, ἢ τοὐλάχιστον νὰ
599βεβαιώσωσιν, ὅτι δὲν ἔλαβε χώραν. Καὶ ἐδύναντο νὰ
600πράξωσι τοῦτο καὶ ὤφειλον, διότι τὸ ὄνομα τοῦ Προέδρου
601τῶν Πρωτοδικῶν Μακρῆ εὐθὺς ἔκτοτε εἶχε ῥιφθῆ ἐν τῷ
602μέσῳ, καὶ ἐγνώριζον τοῦτο οἱ Ὑπουργοί. Ἀλλ’ ὁποίαν
603τάχα ἀνακριτικὴν πρᾶξιν ἐνήργησαν κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου
604ἐκείνου τῆς Δικαιοσύνης; Μετεκαλέσατο ἆρά γε αὐτὸν ὁ
605Ὑπουργὸς, ἵνα βεβαιωθῇ περὶ ἐκείνων, δι’ ἅπερ κατηγόρουν
606τὸν ῥηθέντα Πρόεδρον; Παρήγγειλεν ἆρά γε ἀρχήν τινα
607τοῦ Κράτους, νὰ μετακαλέσηται παρ’ ἑαυτῇ τὸν ἐν λόγῳ
608Πρόεδρον, ἵνα αὕτη τοὐλάχιστον πεισθῇ, ὅτι δὲν ἐγένετο ἡ
609πρᾶξις; Οὐδὲν ἐκ τούτων συνέβη, ἐν ᾧ ὁμολογούμενον εἶ-
610ναι, ὅτι, καθ’ ὃ καθῆκον εἶχεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ λόγῳ τοῦ
611νόμου, καὶ λόγῳ τῆς ἑαυτῆς φιλοτιμίας, ὤφειλε τότε ἀμέ-
612σως νὰ προβῇ εἰς πρᾶξιν, τείνουσαν εἰς τὸ νὰ βεβαιώσῃ
613τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἐν λόγῳ ἀδικήματος, ἢ εἰς τὸ νὰ βεβαιώσῃ
614τὴν μὴ ὕπαρξιν τούτου. Διὰ τοῦτο ἡμεῖς, Κύριοι, παντά-
615πασι δὲν εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ ὁρίσωμεν ἀκριβῶς ἀπὸ τῆς θέ-
616σεως ταύτης, ὁποία τις ἐκ τῶν περιστάσεων ἐκείνων συνέβη.
617Μήπως ἠπάτησαν τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερι-
618κῶν, ἢ μήπως τάχα δὲν ἔχωμεν παραδείγματα, ὅτι καὶ
619Ὑπουργοὶ, καὶ Βουλευταὶ, καὶ Πατριάρχαι ἀκόμη ἠπατήθη-
620σαν, καὶ ἔδωκαν τὴν ὑπογραφὴν αὑτῶν; Ἐνθυμοῦμαι, Κύ-
621ριοι, τὸ ἑξῆς ἱστορικὸν ἀνέκδοτον. Ὑπῆρχε περὶ τὸ 931
622ἔτος μετὰ Χριστὸν ἐν Κωνσταντινουπόλει Αὐτοκράτωρ ὁ
623Ῥωμανός. Ὁ Αὐτοκράτωρ εἶχεν υἱὸν Θεοφύλακτον, δέκα
624καὶ τεσσάρων μόλις ἐτῶν ἡλικίαν ἄγοντα. Ὁ Πατριάρχης
625Κωνσταντινουπόλεως Τρύφων δὲν ἦτο ἐντελῶς σύμφωνος πρὸς
626τὰς διαθέσεις τοῦ Ῥωμανοῦ. Ἀλλ’ ὡς γνωρίζετε, ἡ ἀπο-
627πομπὴ τοῦ Πατριάρχου καὶ σήμερον εἶναι δύσκολος, (δὲν
628ἠξεύρω, ἐὰν ἔχω ἐντελῶς σύμφωνον τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτε-
629ρικῶν Ὑπουργὸν,) ἀλλὰ καὶ τότε βεβαίως ἦτο δυσκολω-
630τάτη. Ἐν τούτοις ὁ αὐτοκράτωρ Ῥωμανὸς ἔσχεν ἀπόφασιν
631ἀμετάκλητον, νὰ καταβιβάσῃ ἀπὸ τοῦ Πατριαρχικοῦ θρό-
632νου τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὸν Τρύφωνα, νὰ ἀνυψώσῃ δὲ
633εἰς αὐτὸν τὸν δεκατετραετῆ αὐτοῦ υἱὸν Θεοφύλακτον! Ἔπρε-
634πεν ὅμως νὰ εὕρῃ ὄργανον, ἱκανὸν νὰ ἐκτελέσῃ τοὺς σκο-
635ποὺς αὐτοῦ· εὗρε λοιπὸν ἐπίσκοπόν τινα Θεοφάνην, Μητρο-
636πολίτην Καισαρείας, ὅστις ἔμενε τότε ἐν Κωνσταντινουπό-
637λει.—Σημειώσατε, ὅτι ὁ ἐπίσκοπος αὐτὸς καὶ Μητροπολί-
638της Καισαρείας Θεοφάνης δὲν εἶναι γνωστὸς ὑπὸ τὸ ὄνομα
639τοῦτο ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῶν βυζαντινῶν, ἀλλ’ ὑπὸ τὸ ὄνομα
640Χοῖρος. Τουλάχιστον οἱ βυζαντινοὶ συγγραφεῖς οὕτως αὐ-
641τὸν ἀναφέρουσιν. Ἐλέγετο δὲ Χοῖρος, διότι πρὸ οὐδεμιᾶς ῥυ-
642παρᾶς πράξεως ὠπισθοχώρει. Μετεκαλέσατο λοιπὸν αὐτὸν
643ὁ Αὐτοκράτωρ, καὶ εἶπεν αὐτῷ: «ἀπαιτῶ, ἐντὸς ὀλιγίστου
644»χρόνου νὰ ἔχωμεν τὴν παραίτησιν τοῦ Πατριάρχου Τρύ-
645»φωνος, τὴν ἀναβίβασιν δὲ εἰς τὸν Πατριαρχικὸν θρόνον τῆς
646»Κωνσταντινουπόλεως τοῦ δεκατετραετοῦς υἱοῦ μου Θεο-
647»φυλάκτου». Ὁ Χοῖρος ἀμέσως συνέλαβε τὸ σχέδιον, δι’ οὗ
648ἤθελε κατορθώσει νὰ καταβιβάσῃ τὸν Πατριάρχην ἀπὸ τοῦ
649θρόνου. Καὶ ἐμφανίζεται πρὸ τοῦ Πατριάρχου λοιπὸν καὶ
650λέγει πρὸς αὐτόν: «Οἱ περὶ τὴν Αὐλὴν τοῦ αὐτοκράτορος
651»μένεα πνέουσιν ἐναντίον σου, οὐχὶ διότι παραβαίνεις τυ-
652»χὸν τοὺς νόμους τοὺς θρησκευτικούς, ἢ δι’ ἄλλην τινὰ αἰ-
653»τίαν, ἀλλὰ διότι πιστεύουσιν, ὅτι εἶσαι ἀγράμματος, Πα-
654»τριάρχα μου». Ἐξεπλάγη ὁ Πατριάρχης! «Ἐγὼ ἀγράμ-
655»ματος;» — «Καὶ τί ἀγράμματος; ἀπαντᾷ πρὸς αὐτὸν ὁ
656»Χοῖρος· οἱ περὶ τὴν Αὐλὴν ἔπεισαν τὸν αὐτοκράτορα Ῥω-
657»μανὸν, ὅτι οὔτε τὴν ὑπογραφήν σου κἂν νὰ θέσῃς δύνα-
658»σαι». Καὶ πάλιν ἔτι μᾶλλον ἔκπληκτος ὁ Πατριάρχης.
659«Καὶ εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη, λέγει ὁ Χοῖρος, νὰ μετακαλέσῃς
660»τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, καὶ ἐνώπιον αὐτῆς νὰ θέσῃς τὴν ὑπο-
661»γραφήν σου». Ὁ Πατριάρχης βεβαίως δὲν ἀνέμενε νὰ ἔλθῃ
662ἡ Σύνοδος, ἵνα θέσῃ ἐνώπιον αὐτῆς τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ·
663λαμβάνει χάρτην καὶ γράφει ἐπ’ αὐτοῦ: «Τρύφων, ἐλέῳ
664Θεοῦ Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ῥώμης καὶ
665Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης», μὲ ὅλας ἐκείνας, ἠξεύρετε, τὰς
666πατριαρχικὰς περιστροφὰς τῆς ὑπογραφῆς.—«Δὸς, λέγει
667»πρὸς τὸν Χοῖρον, τὸν χάρτην τοῦτον εἰς τὸν Αὐτοκράτορα,
668»ἵνα πείσῃ τοὺς αὐλικοὺς αὐτοῦ, ὅτι δὲν εἶμαι ἀγράμμα-
669»τος». Ὁ Αὐτοκράτωρ λαμβάνει τὸν χάρτην, καὶ ἐπ’ αὐ-
670τοῦ συντάσσει τὴν παραίτησιν τοῦ Πατριάρχου! Τὴν
671πρωΐαν ὁ Πατριάρχης παρῃτημένος! Μετὰ δύο ἔτη ἀναβι-
672βάζεται ὁ δεκαεξαετὴς τότε υἱὸς τοῦ Ῥωμανοῦ Θεοφύλα-
673κτος εἰς τὸν Πατριαρχικὸν θρόνον, καὶ πατριαρχεύει Κύριοι,
674ἐπὶ 24 περίπου ἔτη, καπηλευόμενος τὸ πατριαρχικὸν ἀξίωμα,
675καὶ πάντα τὰ ἀξιώματα τὰ ἐκκλησιαστικὰ πωλῶν, καὶ
676δισχιλίους κατὰ τοὺς ἱστορικοὺς διατρέφων ἵππους! Φαντά-
677σθητε, ἐὰν ὁ Πατριάρχης αὐτὸς ἦτο καὶ Πρωθυπουργὸς, πό-
678σον εὐκόλως ἤθελε καταρτίζει τὴν ἀπαρτίαν τῆς Βουλῆς,
679ἔχων ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὐτοῦ δύο χιλιάδας ἄλογα.
680Μὴ τυχὸν, ὅ,τι ὁ Χοῖρος ἔπραξεν ἀπέναντι τοῦ Πατριάρ-
681χου Τρύφωνος, ἔπραξεν ὑπάλληλός τις τοῦ Ὑπουργείου τῶν
682Ἐσωτερικῶν βεβαίως ἀπέναντι τοῦ τότε Ὑπουργοῦ μακα-
683ρίτου Λομβάρδου; Ἡμεῖς, ἐπαναλέγω, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην
684νὰ ἐνδιατρίψωμεν εἰς τὴν βεβαίωσιν μιᾶς ἐκ τῶν τριῶν ἐκεί-
685νων περιπτώσεων· ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην, νὰ ἐξετάσωμεν
686καὶ γενικῶς καὶ εἰδικῶς τὸ ζήτημα, ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην,
687ἀνερχόμενοι εἰς ὑψηλοτέραν σφαῖραν, εἰς τὴν σφαῖραν τῶν
688πρὸ τῆς 4ης Ἰανουαρίου γενικῶς τολμηθέντων, νὰ σκεφθῶ-
689μεν, ἐὰν οἱ Ὑπουργοὶ ἦσαν ἀνίκανοι νὰ προβαίνωσιν εἰς
690τοιαύτας ἐγκληματικὰς πράξεις. Ἀφοῦ τοῦτο ἐρευνήσωμεν,
691εἶναι ἀνάγκη νὰ κατέλθωμεν εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν ἐπι-
692στολῶν, ἵνα βεβαιώσωμεν, ὅτι οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει,
693ὅτι τὸ ἐν λόγῳ ἀδίκημα ἔλαβε χώραν.
694Καὶ πρῶτον, Κύριοι, ἐρωτᾶται, ποία τις σύμπτωσις εἶ-
695ναι αὕτη, ὥστε, ἐνῷ ὁ Παπαχριστοφιλόπουλος μέχρι τῆς
6963ης Ἰανουαρίου 1886 ἔτους ἐφρόνει τὰ πολιτικὰ φρονήματα
697τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εὐθὺς μετὰ τὴν 3ην Ἰανουαρίου πρὸς
698τὴν 4ην τηλεγραφικῶς νὰ ἐνεργῇ τὴν μετάστασιν τῆς πο-
699λυπροσώπου αὐτοῦ οἰκογενείας, ὡς ὠνόμασεν αὐτὴν ὁ ἐκ
700Μεσσηνίας ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Σωτηρόπουλος, πρὸς
701τὰς φάλαγκας τῆς Συμπολιτεύσεως; Βεβαίως, Κύριοι, ἐὰν
702εἴχομεν ἐνταῦθα νὰ ἐπιδείξωμεν ὑμῖν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ
703μακαρίτου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, οὐδὲ ἡμεῖς ἠθέ-
704λομεν ἀγωνίζεσθαι νὰ πείσωμεν ὑμᾶς, οὐδὲ ὑμεῖς ἠθέλετε
705βασανίζει τὴν συνείδησιν ὑμῶν, ἵνα εὕρητε ἐπιχειρήματα,
706δι’ ὧν νὰ μὴ πεισθῆτε.
707Ἀλλ’ ἐν ἐλλείψει τῆς ὑπογραφῆς, ἧς ἡ ἀφαίρεσις γνω-
708ρίζομεν κατὰ τίνα τρόπον ἐνηργήθη, θέλομεν καταφύγει εἰς
709τεκμήρια καὶ συμπεράσματα. Τί λέγω τεκμήρια καὶ συμπε-
710ράσματα; Θέλομεν καταφύγει καὶ εἰς ἀποδείξεις ἀκόμη, ἵνα
711βεβαιώσωμεν, ὅτι ταῦτα, ὅσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ
712πρῶτον ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτοῦ κατηγ-
713γέλθησαν, δὲν εἶναι πλαστουργήματα τῆς φαντασίας ἡμῶν,
714οὐδὲ κατεσκευάσθησαν πρὸς συκοφαντίαν, ἀλλ’ εἰσὶ μία
715πτυχὴ ἐξ ὅλης ἐκείνης τῆς μεγάλης αὐλαίας, ἥτις ἐνομί-
716σατε, ὅτι δύναται νὰ καλύψῃ τὴν σκηνὴν τῆς 4ης Ἰανουα-
717ρίου. Ἡμεῖς λέγομεν καὶ βεβαιοῦμεν, καὶ ἀναντίῤῥητον
718εἶναι, καὶ προκαλοῦμεν τοὺς ἐκ Μεσσηνίας συμπολιτευομέ-
719νους Βουλευτὰς νὰ ἀρνηθῶσιν αὐτὸ, ὅτι ὁ Παπαχριστοφι-
720λόπουλος μέχρι τῆς 3ης Ἰανουαρίου 1886 ἔτους ἦτο ἀντι-
721πολιτευόμενος. Καὶ λέγομεν, ὅτι ἐγένετο συμπολιτευόμενος,
722καὶ αὐτὸς καὶ ἡ πολυπρόσωπος αὐτοῦ οἰκογένεια, διατί;
723Ἕνεκα τῆς ἐπιδείξεως ἐκείνου τοῦ κατηραμένου τηλεγραφή-
724ματος! Εἴπετε τώρα ὑμεῖς τοὺς λόγους τῆς πολιτικῆς ταύ-
725της μεταστάσεως, ἵνα πείσητε ἡμᾶς καὶ τὴν κοινωνίαν.
726Ἀλλὰ μέχρι τοῦδε, Κύριοι, οὐδένα ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συμ-
727πολιτευομένων συναδέλφων ἤκουσα, κομίζοντα λόγους καὶ
728ἐπιχειρήματα ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, δι’ ὧν νὰ πείσῃ
729καὶ ἡμᾶς καὶ τὸν ἔξω κόσμον, ὅτι ὑπῆρχον δῆθεν ἄλλοι λό-
730γοι, δι’ οὓς ὁ Παπαχριστοφιλόπουλος μετέστη πρὸς τὰ φρο-
731νήματα τῆς Συμπολιτεύσεως.
732Ἀλλὰ ποίαν τινὰ ἐξήγησιν δύναται νὰ δώσῃ τις εἰς τὸ
733ἐνδιαφέρον, ὅπερ δεικνύουσιν ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν
734Μακρῆς καὶ ὁ Νομάρχης; Ἐδῶ, Κύριοι, δὲν ἔχομεν ἓν καὶ
735μόνον ἀποδεικνύον γεγονός· ἐνταῦθα ἔχομεν σειρὰν γεγονό-
736των, τεινόντων εἰς αὐτόδηλον σκοπὸν, εἰς τὸ νὰ καταδεί-
737ξωσι προδηλότατα καὶ ἀναμφισβητήτως τὴν ὕπαρξιν καὶ
738ἀποστολὴν τοῦ τοιούτου τηλεγραφήματος· δώσατε ἡμῖν,
739παρακαλῶ, τὸν λόγον, δι’ ὃν τοσοῦτον ἐνδιαφέρον ἐδείκνυεν
740ὁ Πρόεδρος Μακρῆς καὶ ὁ Νομάρχης ὑπὲρ τοῦ Παπαχριστο-
741φιλοπούλου, καὶ τὸν λόγον, δι’ ὃν ὁ Πρόεδρος Μακρῆς μά-
742λιστα, ἵνα βάλῃ εἰς χεῖρας αὐτοῦ, ἢ τοῦ ἀξιοτίμου συνα-
743δέλφου, τὸ ἐν λόγῳ τηλεγράφημα, τοσοῦτον κατεγίνετο.
744Ἀμέσως, Κύριοι, ἔχομεν τὸ τηλεγράφημα πρὸς τὸν Λομ-
745βάρδον, Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ Προέδρου τῶν
746Πρωτοδικῶν Μακρῆ καὶ τοῦ Νομάρχου (ἀναγινώσκει): «Κύ-
747ριον Κωνσταντῖνον Λομβάρδον, Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερι-
748κῶν.—Γνωστοποιήσατε, παρακαλοῦμεν, τί ἐγένετο ἡ περὶ
749ἀπονομῆς χάριτος δοθεῖσα ὑπόσχεσις τῷ πάσχοντι καταδίκῳ
750Θεμιστοκλεῖ Παπαχριστοφιλοπούλῳ. Ὁ Νομάρχης. Ὁ Πρόε-
751δρος τῶν Πρωτοδικῶν».
752Ἄλλη ἐπιστολή.
753«Φίλτατε Ἰωάννη», (γράφει ὁ Πρόεδρος τοῦ Πρωτοδι-
754κείου Μακρῆς πρὸς τὸν Πυλιώτην, συγγενῆ τοῦ Παπαχρι-
755στοφιλοπούλου).
756«Ἐν Λουτρακίῳ τὴν 25ην Αὐγούστου 1887.
757«Εἶναι ἀνάγκη μεγίστη, διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἀποτέλεσμα διὰ
758»τὴν ὑπόθεσιν τοῦ συγγενοῦς, ὅστις μένει εἰς τὸν οἶκόν σου,
759»νὰ στείλῃς εἰς ἐμὲ εἰς Ἀθήνας, ὅπου θὰ ὑπάγω εἰς τὰ
760»μέσα τῆς ἑβδομάδος, τὸ τηλεγράφημα, ἢ ἀντίγραφον ἐπίση-
761»μον τοῦ τηλεγραφήματος κλπ. Ὁ σὸς Ι. Μακρῆς.»
762Ποία εἶναι ἡ ἐσωτέρα αἰτία τοῦ ἐνδιαφέροντος τοῦ Προέ-
763δρου Μακρῆ; Εἶναι αὐτόδηλον· διότι, ἐὰν τὸ τηλεγράφημα
764πρὸς τὸν Παπαχριστοφιλόπουλον ἐῤῥίπτετο εἰς τὴν δημοσιό-
765τητα, πρῶτος πάντων ἐξετίθετο ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν
766Μακρῆς. Καὶ ἰδοὺ πῶς ἐξηγεῖται τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Προέδρου
767ὑπὲρ τοῦ ἐν λόγῳ καταδίκου. Ἀλλά, Κύριοι, ἐγὼ πρὸς τὸ
768παρὸν τίθημι κατὰ μέρος τὴν ἐπιστολὴν ταύτην τοῦ Μακρῆ,
769καὶ ἔχω ἄλλας ἀποδείξεις, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται τὸ ἐνδιαφέ-
770ρον τοῦ Προέδρου Μακρῆ. Καὶ ποῖαι εἶναι αἱ ἀποδείξεις αὗ-
771ται; Εἰσὶν αἱ ἀντλούμεναι ἐκ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ κ. Τζάνε.
772Γράφει πρὸς τὸν Παπαχριστοφιλόπουλον ὁ κ. Τζάνες (ἀνα-
773γινώσκει):
774«Ἐν Καλάμαις, 27 Ἰανουαρίου 1888.
775«Ἐνταῦθα εἶναι ὁ κ. Μακρῆς, Πρόεδρος, ὅστις ἀναχωρεῖ
776»δι’ Ἀθήνας μετ’ ὀλίγας ἡμέρας. Ὑπομονὴν συνιστᾷ καὶ
777»οὗτος, ὑποσχόμενος νὰ μεταβῇ, ἅμα ἀφιχθῇ, εἰς τὸν Ὑπουρ-
778»γόν, πρὸς ὃν νὰ ὑποδείξῃ τὸν κίνδυνον, ὃν ἡ ὑπόληψις τῆς
779»Κυβερνήσεως διατρέχει, ἐν περιπτώσει δημοσιεύσεως τοῦ
780»τηλεγραφήματος».
781Ἐπιστολὴ δευτέρα τοῦ κ. Τζάνε πρὸς τὸν Παπαχριστο-
782φιλόπουλον ἐκ Καλαμῶν, τῆς 9 Μαρτίου 1888 (ἀναγινώ-
783σκει): «.... Ἐδῶ, ὡς δὲν ἀγνοεῖς, ἐδῶ εὑρίσκεται ὡς Πρόε-
784»δρος ὁ κ. Μακρῆς, μεθ’ οὗ εἶπον καὶ παρ’ οὗ ἔμαθον πολ-
785»λὰ, περὶ ὧν εἶπον δι’ ἐπιστολῆς μου πρὸς τὸν Ὑπουργὸν
786»καὶ αὐτὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, δυσπιστή-
787»σαντα τότε περὶ τοῦ γνησίου τοῦ τηλεγραφήματος».
788Τί ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἐπιστολῶν τούτων τοῦ κ. Τζάνε;
789Ἀκόμη μίαν φορὰν τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Προέδρου Μακρῆ,
790λέγοντος πρὸς τὸν κ. Τζάνεν, ὅτι θέλει μεταβῆ εἰς Ἀθήνας,
791ὅπως ὑποδείξῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸν κίνδυνον, ὃν διατρέ-
792χει ἡ ὑπόληψις αὐτῆς ἐκ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ ἐν λόγῳ
793τηλεγραφήματος. Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε μόνον ἡ ἐπιστολὴ αὕ-
794τη τοῦ κ. Τζάνε, ἥτις ἀποδεικνύει τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ κ.
795Μακρῆ; Ἔχομεν, ὡς ἠκούσατε, καὶ τὴν ἐπιστολὴν τῆς 9
796Μαρτίου ἐκ Καλαμῶν τοῦ κ. Τζάνε, ὅστις γράφει πρὸς τὸν
797Παπαχριστοφιλόπουλον (ἀναγινώσκει): «.... Ὁ Μακρῆς,
798»μεθ’ οὗ εἶπον καὶ παρ’ οὗ ἔμαθον πολλά, περὶ ὧν εἶπον
799»δι’ ἐπιστολῆς μου πρὸς τὸν Ὑπουργὸν καὶ αὐτὸν τὸν κ.
800»Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, δυσπιστήσαντα τότε....»
801Δυνάμεθα νὰ ἐξαγάγωμεν ἐξ ἀντιδιαστολῆς «οὐχὶ νῦν δυσ-
802»πιστοῦντα περὶ τοῦ γνησίου τοῦ τηλεγραφήματος». Καὶ
803μάλιστα ἐκ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ κ. Τζάνε περὶ τοῦ Προέδρου
804τῶν Πρωτοδικῶν Μακρῆ βλέπομεν βεβαιούμενον, ὅτι ὁ κύ-
805ριος αὐτὸς ἔρχεται καὶ εἰς Ἀθήνας, ἵνα ἐργασθῇ ὑπὲρ τῆς
806χάριτος τοῦ Παπαχριστοφιλοπούλου. Ποῖον, παρακαλῶ, ἐν-
807διαφέρον δύνασθε ὑμεῖς νὰ ἐξηγήσητε, ὅτι ἐδύνατο νὰ ἔχῃ
808ὁ ἐν Καλάμαις Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν κ. Ἰω. Μακρῆς
809περὶ ἑνὸς Παπαχριστοφιλοπούλου, καταδίκου ἐν ταῖς φυλα-
810καῖς Ζακύνθου; Ποῖον ἐνδιαφέρον; Εἶχε ἆρά γε συγγένειάν
811τινα ὁ Μακρῆς πρὸς τὸν Παπαχριστοφιλόπουλον; Ἐρωτῶ
812ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι ἐκ Μεσσηνίας. Βεβαίως οὐχί. Ἦν
813ἆρά γε συμπολίτης αὐτοῦ ἐκ Μεσσηνίας ὁ Μακρῆς, ἐκ τοῦ
814δήμου, ἐξ οὗ καὶ ὁ Παπαχριστοφιλόπουλος; Νομίζω οὐχί.
815Ὡς ἐκ τοῦ ἐπιτηδεύματος αὐτοῦ, Πρόεδρος τῶν Πρωτοδι-
816κῶν ποίαν συνάφειαν καὶ σχέσιν δύναται νὰ ἔχῃ πρὸς
817ἁπλοῦν τινα κατάδικον ἐν Ζακύνθῳ; Ἢ μήπως ταῦτα πάν-
818τα, ἅτινα ἀπὸ τοῦ βήματος λέγω, δὲν εἶναι ἀποδείξεις εὔ-
819γλωττοι, ζωνταναί, οὕτως εἰπεῖν, ἀποδεικνύουσαι, ὅτι μέγα
820ἐνδιαφέρον παρίσταται ἔχων ὁ Μακρῆς ὑπὲρ τοῦ Παπαχρι-
821στοφιλοπούλου;
822Καὶ ἐκτὸς τοῦ ἐνδιαφέροντος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἰσχυρωτάτη
823ἀπόδειξις ὑπὲρ τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἐν λόγῳ τηλεγραφήματος,
824ἔχομεν αὐτὰς τὰς λέξεις τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Μακρῆ, δεικνυ-
825ούσας καθαρώτατα, ὅτι πρόκειται οὐχὶ περί τινος ἀγνώστου
826αὐτῷ τηλεγραφήματος, ἀλλὰ περὶ τηλεγραφήματος ὡρι-
827σμένου, ὅπερ καὶ αὐτὸς ἐννοεῖ, ὅταν γράφῃ, καὶ ἐκεῖνοι, πρὸς
828οὓς γράφει, ἐννοοῦσι περὶ τίνος πρόκειται. Διότι ἡ ἐπιστολὴ
829τοῦ κ. Μακρῆ ῥητῶς λέγει, ὡς ἠκούσατε: «Θὰ ὑπάγω εἰς
830»τὰ μέσα τῆς ἑβδομάδος.... νὰ στείλῃς εἰς ἐμὲ τὸ τηλε-
831»γράφημα, ἢ ἀντίγραφον ἐπίσημον τοῦ τηλεγραφήματος».
832Καὶ ποῖον εἶναι τὸ ἐπίσημον ἀντίγραφον τοῦ τηλεγραφήμα-
833τος, καὶ ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ, ἀπὸ τοῦ βήματος ἀγορεύσαντες,
834ἐξήγησαν, καὶ ἐγὼ εὐθὺς ἀμέσως ἐξηγῶ, τὸ πρᾶγμα. Ἐδῶ
835κατηγοροῦνται, ὅτι ἔστειλαν τηλεγράφημα, ἵνα ἐπιδειχθῇ
836πρὸς τὸν Παπαχριστοφιλόπουλον ἐν ταῖς φυλακαῖς. Τοῦ τη-
837λεγραφήματος τὸ πρωτότυπον δὲν ἤθελον οἱ κύριοι ἐκεῖνοι
838νὰ ἀφήσωσιν εἰς τὸν Παπαχριστοφιλόπουλον· συνέταξαν
839λοιπὸν ἀντίγραφον ἐκ τοῦ πρωτοτύπου, ὅπερ ἐπεκύρωσαν
840διὰ τῶν ἰδίων ὑπογραφῶν, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ τηλεγράφημα.
841Ποῖον εἶναι τὸ ἐπίσημον ἀντίγραφον (ὅπερ ζητεῖ ὁ Μακρῆς)
842τοῦ τηλεγραφήματος; Ἐννοεῖ, ὅτι ὁ Παπαχριστοφιλόπου-
843λος δέον νὰ μεταβῇ πρὸς τὸν ἐπιστάτην τῶν φυλακῶν, νὰ
844ἐπιδείξῃ τὸ ἐπικεκυρωμένον ἀντίγραφον, τὸ γενόμενον πλέον
845οἱονεὶ πρωτότυπον, καὶ ἐξ αὐτοῦ νὰ λάβῃ ἐπίσημον ἀντί-
846γραφον, ὅπερ νὰ στείλῃ εἰς τὸν Μακρῆν. Διατί; Διότι ἐχρη-
847σίμευε τῷ Μακρῇ τὸ ἀντίγραφον τοῦτο. Εἰς τί ἐχρησί-
848μευεν αὐτῷ; Ἵνα ἐπιδείξῃ τοῦτο τοῖς Ὑπουργοῖς, καὶ βε-
849βαιώσῃ αὐτοὺς, ὅτι πράγματι αὐτὸς εἶχεν ἐνταλθῆ, εἴτε
850παρὰ τοῦ μακαρίτου Λομβάρδου, εἴτε παρὰ, δὲν ἠξεύρω
851τίνος, νὰ δώσῃ ἐπίσημον ἀντίγραφον πρὸς τὸν Παπαχρι-
852στοφιλόπουλον.
853Ἐκτὸς λοιπὸν τῆς μεταστάσεως τοῦ Παπαχριστοφιλο-
854πούλου πρὸς τὸν ὑπουργικὸν συνδυασμὸν, ἧς οὐδεὶς δύνα-
855ται νὰ δώσῃ ἄλλον τινὰ λόγον, ἢ τὴν δοθεῖσαν ὑπόσχεσιν
856περὶ ἀπονομῆς χάριτος, καὶ ἥτις μετάστασις εἶναι γεγονὸς
857σπουδαιότατον, πρὸς ἀπόδειξιν τῆς προκειμένης πράξεως,
858ἔχομεν, Κύριοι, τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Μακρῆ, προκύπτον ἔκ τε
859τῆς ἐπιστολῆς αὐτοῦ τοῦ κ. Μακρῆ καὶ ἐκ τῶν ἐπιστολῶν
860τοῦ κ. Τζάνε, δεικνυουσῶν καθαρώτατα τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ
861Προέδρου Μακρῆ. Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, τὸ τηλεγράφημα ἦναι
862ἀνύπαρκτον, πῶς θέλομεν ἐξηγήσει τὸ ἐνδιαφέρον τῶν φίλων
863τῇ Κυβερνήσει Βουλευτῶν ὑπὲρ τοῦ νὰ λάβωσιν εἰς χεῖρας
864αὐτῶν τὸ ἐν λόγῳ τηλεγράφημα; Ἐπλανήθησαν ἆρά γε οἱ
865κύριοι οὗτοι; Ἀλλ’ ὁ κ. Τζάνες καὶ ὁ κ. Μπουφίδης δὲν
866εἶναι μικρὰ παιδιά. Αὐτοί εἰσι βουληφόροι! Καὶ τί βουλη-
867φόροι; Νομομαθεῖς, καταγινόμενοι εἰς τὴν συζήτησιν ἀδι-
868κημάτων, καὶ δυνάμενοι νὰ σχηματίσωσι γνώμην περὶ τῶν
869ἐγκλημάτων, ἂν ταῦτα ἔχωσιν ὑπόστασιν, ἢ δὲν ἔχωσι
870τοιαύτην. Δὲν εἶναι ἰατροί τινες, οὐδὲ φιλόλογοι. Αὐτοί εἰσιν
871ἄνδρες νομικοὶ καὶ πρακτικοὶ ἄνδρες, οὐχὶ τῆς θεωρίας μόνον.
872Ὁ κ. Μπουφίδης, νομίζω, ὅτι 30 ἔτη τῆς ζωῆς αὐτοῦ
873ἔχει καταναλώσει, ὑπερασπιζόμενος παρομοίας ὑποθέσεις ἐνώ-
874πιον τῶν Κακουργιοδικείων, καὶ δὲν ἠξεύρω, ἂν δὲν ἔχῃ 50
875ὁ κ. Τζάνες. Λοιπὸν δὲν εἶναι ἄνδρες οὗτοι, δυνάμενοι νὰ
876πλανηθῶσι καὶ νὰ πιστεύσωσιν, ὅτι ὑπῆρξε τηλεγράφημα,
877ἐνῷ πράγματι δὲν ὑπῆρξε. Τὸ ἐνδιαφέρον λοιπὸν τῶν κυρίων
878συναδέλφων, ἵνα σώσωσι τὴν κινδυνεύουσαν ὑπόληψιν τῶν
879κυρίων Ὑπουργῶν, οὓς ὑποστηρίζουσιν, ἀποδεικνύει ὡς ἐπι-
880χείρημα ἰσχυρώτατον τὴν ὕπαρξιν τοῦ τοιούτου τηλεγρα-
881φήματος.
882Νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἀναγνώσω πρὸς
883ὑμᾶς ἁπάσας τὰς μακρὰς ἐπιστολὰς τοῦ κ. Τζάνε, ἵνα ἀπο-
884δείξω τὸ ἐνδιαφέρον, ὅπερ εἶχεν ὁ κ. συνάδελφος, ἵνα λάβῃ
885εἰς χεῖρας αὐτοῦ τὸ ἐν λόγῳ τηλεγράφημα διότι τὰς ἐπι-
886στολὰς ταύτας ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες ἀπὸ τοῦ βή-
887ματος τούτου ἀνέγνωσαν.
888Ἀλλὰ τί ὁμιλῶ, Κύριοι, περὶ ἐνδιαφέροντος τῶν κυρίων
889συναδέλφων εἰς τὸ νὰ λάβωσιν εἰς χεῖρας αὐτῶν τὸ τηλε-
890γράφημα; Οἱ κύριοι συνάδελφοι οὐχὶ ἁπλοῦν ἐνδιαφέρον,
891ἀλλὰ συναγωνισμὸν ἔταξαν πρὸς ἀλλήλους, τίς πρῶτος νὰ
892λάβῃ τὸ τηλεγράφημα. Διατί; Ἵνα προσφέρωσιν ὑπηρε-
893σίας εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργούς. Καὶ δὲν λέγω ταῦτα, θέλων
894νὰ ἀδικήσω τοὺς κυρίους συναδέλφους· διότι οἱοσδήποτε Βου-
895λευτὴς, ὑποστηρίζων Κυβέρνησίν τινα, βεβαίως αὐτὸ τοῦτο
896ἤθελε πράξει. Νὰ βλέπητε τοὺς Ὑπουργοὺς ἐπ’ αὐτοφώρῳ,
897οὕτως εἰπεῖν, συλλαμβανομένους, κατὰ τίνα τρόπον ἐτε-
898χνούργησαν τὰς ἐκλογὰς τῆς 4ης Ἰανουαρίου, νὰ βλέπητε
899αὐτοὺς δι’ ἐγγράφων ἐπισήμων συλλαμβανομένους ὡς συναλ-
900λαττομένους πρὸς τοὺς ἐν ταῖς φυλακαῖς καταδίκους, καὶ
901θέλετε μοὶ εἴπει, ὅτι ἤθελεν εὑρεθῆ τις ἐκ τῆς φάλαγγος,
902εἰς ἣν καὶ ἐγὼ ἀνήκω, ὅστις νὰ μὴ προσέφερε τοιαύτην
903βοήθειαν, τοιαύτην τέλος πάντων χριστιανικὴν ὑπηρεσίαν
904πρὸς κινδυνεύοντας ἀνθρώπους; Λοιπὸν δὲν κατηγορῶ τοὺς
905κυρίους Βουλευτάς· ἀλλὰ λέγω, ὅτι οὐχὶ μόνον ἐνδιαφέρον
906εἶχον, ἵνα βάλωσιν εἰς χεῖρας αὑτῶν τὸ τηλεγράφημα τοῦ
907Παπαχριστοφιλοπούλου, ἀλλὰ καὶ συνηγωνίσθησαν πρὸς
908ἀλλήλους, τίς πρῶτος νὰ προσφέρῃ τὴν τοιαύτην ὑπηρεσίαν
909εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργούς. Καὶ θέλω ἀποδείξει αὐτὸ ἀμέ-
910σως, ἀναγινώσκων καὶ συσχετίζων δύο ἐπιστολὰς αὐτῶν. Ὁ
911κ. Τζάνες γράφει πρὸς τὸν Παπαχριστοφιλόπουλον ἐκ Κα-
912λαμῶν τῇ 9 Μαρτίου 1888 ἔτους, καί, οὕτως εἰπεῖν, παρα-
913πονεῖται, διότι καὶ ἄλλοι ἄνθρωποι ἐπελήφθησαν τῆς ὑπο-
914θέσεως ταύτης, ἐξ ἧς ἤθελον ἀντλήσει ἴσως αἰσθήματα εὐ-
915γνωμοσύνης ἐκ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν. Λοιπὸν γράφει ὁ κ.
916Τζάνες: «Ἐξ Ἀθηνῶν μοὶ γράφουσιν, ὅτι γίνεται ἀνόητος
917ἐνέργεια». Ἀμέσως ἀμέσως ῥίπτει τὴν λέξιν ἀνόητος, ἵνα
918καταστήσῃ τὸν Παπαχριστοφιλόπουλον προσεκτικὸν, μὴ
919τύχῃ καὶ τραπῇ τὴν ὁδὸν, τὴν πρὸς τὴν Λεβαδείαν ἄγου-
920σαν, ἀντὶ τῆς πρὸς τὴν Μεσσηνίαν. «Ἐκ Λεβαδείας ἄνθρω-
921ποι ἐνεργοῦν ἀπρεπῶς». (Ἄλλη λέξις, ἵνα λάβῃ τὰ μέτρα
922αὐτοῦ ὁ κ. Παπαχριστοφιλόπουλος). «Ὁ Βουλευτὴς Μπου-
923»φίδης, καί τινες ἄλλοι, ὧν τὰ ὀνόματα λησμονῶ. Ἡ τοι-
924»αύτη ἐνέργεια δὲν εἶναι καλή, τὸ ἐννοεῖς.»
925Καὶ ἐνῷ ὁ κ. Τζάνες τῇ 9 Μαρτίου ἀγωνίζεται αὐτὸς νὰ
926βάλῃ εἰς χεῖρας τὸ τηλεγράφημα, ὁ κ. Μπουφίδης, ὁ ἐκ
927Λεβαδείας, τῇ 25 Μαΐου 1888 ἔτους ἀγωνίζεται καὶ αὐ-
928τὸς νὰ βάλῃ εἰς χεῖρας αὐτοῦ τὸ τηλεγράφημα, καὶ γράφει
929λοιπὸν πρὸς τὸν Πυλιώτην, τὸν συγγενῆ τοῦ Παπαχριστο-
930φιλοπούλου, ἐξ Ἀθηνῶν εἰς Ζάκυνθον (ἀναγινώσκει): «Ἀπὸ
931»τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Διατάγματος δὲν ἔλαβον ἐπιστολήν
932»σου, ἂν καὶ ἀνέμενον τοιαύτην, μετὰ τὴν διαβεβαίωσιν μά-
933»λιστα καὶ ὑμῶν καὶ τοῦ ἐνδιαφερομένου περὶ τῆς ἀποστο-
934»λῆς εἰς ἐμὲ τῶν γνωστῶν ἐγγράφων». Δηλαδή: Πρόσεξε
935καλῶς, μὴ τύχῃ καὶ στείλῃς τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸν κ.
936Τζάνεν, ἢ ἄλλον τινὰ, διότι ἔχεις ὑποσχεθῆ, εἰς ἐμὲ νὰ
937στείλῃς τὰ ἔγγραφα.
938§20ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ....
939§21ΛΕΒΙΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ τελειώσω (ἀναγινώσκει):
940«Νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν διὰ τοῦτο,
941»καὶ νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ λησμονήσητε τὴν τοιαύτην
942»ἀποστολήν. Ἐννοεῖτε, ὅτι τοιαύτην διαβεβαίωσιν ἔδωκα,
943»καὶ δὲν πρέπει νὰ φανῶ ψευδόμενος. Σᾶς ἀσπάζομαι.
944Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ».
945Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι προβάλλει ὁ κ. Μπουφίδης τὴν φιλο-
946τιμίαν αὑτοῦ, ἐκτεθειμένην ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως, λέ-
947γει δὲ πρὸς αὐτόν: «Εἰς ἐμὲ ὑπεσχέθης νὰ στείλῃς τὰς ἐπι-
948»στολάς· πρόσεξε καλῶς, μὴ τυχὸν στείλῃς αὐτὰς εἰς ἄλλον
949»τινά. Ἐγὼ ἔδωκα ὑπόσχεσιν νὰ παρουσιάσω αὐτάς, καὶ
950»ἐκθέτεις τὴν φιλοτιμίαν μου.» Ἀλλὰ πρὸς ποῖον ἔδωκε,
951παρακαλῶ, ὑπόσχεσιν; Πρὸς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, δὲν
952ἠξεύρω τίνος ἐπαρχίας; Αὐτὸς δὲν ἀπονέμει χάριτας. Ἰδού,
953τοὺς βλέπετε ποῖοι τὰς δίδουσι (δεικνύει τοὺς Ὑπουργοὺς),
954καὶ τοὺς γνωρίζετε· καὶ τὰς δίδουσι διὰ σάκκων!
955Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν ἐκεῖνο, ὅπερ κατ’
956ἀρχὰς ἐλέγετο, ὅτι ἐνδιαφέρον ἁπλοῦν εἶχον οἱ κύριοι συ-
957νάδελφοι νὰ βάλωσιν εἰς χεῖρας τὸ τηλεγράφημα, ἢ ἀντίγρα-
958φον τοῦ τηλεγραφήματος, ὡς πρωτοπορείαν, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ
959πρωτοτύπου, ὅπερ κατεῖχεν ὁ Παπαχριστοφιλόπουλος. Αὐτοὶ
960ἡμιλλῶντο ὡς παλαισταὶ ὑπὲρ τῆς διεκδικήσεως πλέον τί-
961τλῳ! Καὶ ὅταν, Κύριοι, ἔχωμεν δύο Βουλευτάς, καὶ οὐχὶ
962τυχαίους ἄνδρας,—διότι, ἐγὼ ὁμολογῶ ὑμῖν, ὅτι, καίτοι εἰμὶ
963τεταγμένος ἐν τῇ ἀντιθέτῳ πρὸς τοὺς κυρίους τούτους πτέρυγι,
964τρέφω αἰσθήματα πρὸς μὲν τὸν κ. Μπουφίδην καὶ φιλίας
965καὶ ὑπολήψεως, τὸν δὲ κ. Τζάνεν (δὲν ἠξεύρω ἂν μὲ θεωρῇ
966φίλον, ἐγὼ ὅμως δὲν ἔχω προσωπικόν τινα λόγον κατ’ αὐτοῦ,
967θεωρῶ ἄνδρα ἐντιμότατον καὶ χρηστότατον, νομίζω δὲ καὶ
968λίαν πεπειραμένον, ἵνα σχηματίζῃ συνείδησιν καὶ πεποίθησιν,
969ἂν ὑπάρχῃ ἐγκληματική τις πρᾶξις, ἢ ἂν δὲν ὑπάρχῃ.—
970Λοιπὸν αὐτοὶ εἶναι νομικοὶ ἄνδρες, δικηγόροι, καταγινόμενοι
971ἰδίως εἰς τὰ ποινικά, δὲν εἶναι, ὡς εἶπον, ἰατροφιλόσοφοί τι-
972νες, ἢ ποιηταί. Καὶ ὅταν, Κύριοι, τοιοῦτοι ἄνδρες δεικνύωσιν
973ἐνδιαφέρον ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ τηλεγραφήματος, καὶ ὅταν τοιοῦτοι
974ἄνδρες ἁμιλλῶνται, καὶ δικαίως, τίς ἐκ τῶν δύο πρῶτος
975νὰ προσφέρῃ τοιαύτην, ὁμολογουμένως τιμιωτάτην, ὑπηρε-
976σίαν εἰς τοὺς κινδυνεύοντας Ὑπουργούς, ποῖος εἶναι ἐκεῖνος,
977ὅστις θὰ δυνηθῇ νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι αὐτὸ καὶ μόνον τὸ ἐπι-
978χείρημα δὲν εἶναι ἀρκοῦν, ἵνα πείσῃ καὶ Βουλὴν καὶ Ποι-
979νικὸν Δικαστήριον, ἂν ἡ ὑπόθεσις ἐδύνατό ποτε νὰ φθάσῃ
980μέχρις αὐτοῦ, ὅτι πράγματι ἀπεστάλη τὸ τηλεγράφημα,
981εἴτε παρὰ τοῦ μακαρίτου Ὑπουργοῦ, εἴτε παρὰ τοῦ κ. Τμη-
982ματάρχου, εἴτε παρ’ οἱουδήποτε ἄλλου;—ἐγὼ ἀδιαφορῶ,
983διότι δὲν ἐνασκῶ ἐντεῦθεν τὰ καθήκοντα ἀνακριτοῦ.
984Ἐνθυμοῦμαι τὸν κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴν ἐν τοῖς Κα-
985κουργιοδικείοις....
986§22ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μᾶς ἀδικεῖτε, κύριε συνάδελφε....
987§23ΛΕΒΙΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε.... Καὶ ἓν ἐκ τῶν ἐπιχειρη-
988μάτων, ὅπερ συνεχῶς μεταχειρίζεται, ἵνα πείσῃ τοὺς ἐνόρ-
989κους, ὅπερ δὲ καὶ εἰς ἐμέ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐπεχείρησε νὰ
990διδάξῃ, ὡς νεώτερον, εἶναι, νὰ καταλαμβάνῃ αὐτόν, ἐν ἐλ-
991λείψει ἐπιχειρημάτων, ἓν εἶδος εὐθυμίας, δι’ ἧς γελῶν, ἀλλὰ
992αὐτὸς ἠξεύρει, πῶς γελῶν, (ἱλαρότης) προσπαθεῖ νὰ πείσῃ
993τοὺς ἐνόρκους, ὅτι περὶ μηδαμινοῦ δῆθεν πράγματος εἶναι ὁ
994ἀγὼν τῆς ὑπερασπίσεως, ὅτι δὲ καὶ ἄνευ ὑπερασπίσεως ἐδύ-
995νατο ὁ κατηγορούμενος νὰ λάβῃ τὸ δίκαιον αὐτοῦ παρὰ
996τῶν κυρίων ἐνόρκων. Καὶ ἀκριβῶς, Κύριοι, ὅτε προχθὲς ἔβλε-
997πον τὸν κ. συνάδελφον ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἀπὸ τοῦ
998βήματος τούτου εὐθυμοῦντα, ἀνεμιμνησκόμην τοῦ κανόνος,
999ὃν μοὶ ἔδιδε, κατὰ τίνα τουτέστι τρόπον, ὅταν δὲν ἔχω ἐπι-
1000χειρήματα, νὰ πείθω τοὺς ἐνόρκους. Καὶ ἦτο βεβιασμένη ἡ
1001εὐθυμία αὐτοῦ· διότι τότε δὲν εἶναι βεβιασμένη ἡ εὐθυμία,
1002ὅταν συναρπάζῃ καὶ τὴν εὐθυμίαν τῶν ἄλλων. Βεβιασμένη
1003δὲν ἦτο ἡ τοῦ κ. Κατσικοπούλου, διότι καὶ ἡμεῖς συνηυθυ-
1004μοῦμεν καὶ ὑμεῖς συνηυθυμεῖτε μετ’ ἐκείνου ἑσπέραν τινά,
1005ὅτε πράγματι δι’ ὕφους ἱλαροῦ, ἀλλὰ καὶ ἐννοιῶν σοβαρω-
1006τάτων, ἐκαυτηρίαζεν ἐπὶ ζητήματός τινος τὴν εὐθύνην τῆς
1007Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τὴν εὐθυμίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττι-
1008κῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτοῦ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἢ ἐξ ὑμῶν,
1009κύριοι συνάδελφοι, συνεμερίσθη. Ἔμεινεν ἀκριβῶς μόνος εὐ-
1010θυμῶν ἀπὸ τοῦ βήματος. Καὶ τί ἔλεγεν; Ὅτι μετέβη
1011ἐπανειλημμένως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ
1012εἶπεν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους (εἰσὶν αἱ λέξεις αὐτοῦ): «Τί κά-
1013»θησθε καὶ ἰσχυρίζεσθε, ὅτι δὲν ἐστάλη αὐτὸ τὸ τηλεγρά-
1014»φημα; Εἰς ἐμὲ γράφουσιν ἐκ Ζακύνθου ὁ Παπαχριστοφι-
1015»λόπουλος καὶ δὲν ἠξεύρω τίς ἄλλος, ὅτι ἔχουσιν εἰς χεῖ-
1016»ρας αὐτῶν τὸ τηλεγράφημα». Καὶ ἐβεβαίωσεν ὁ κ. συνά-
1017δελφος, ὅτι οὐχὶ ἅπαξ, ἀλλ’ ἐπανειλημμένως μετέβη εἰς τὸ
1018Ὑπουργεῖον, ἐπισκεπτόμενος τοὺς ὑπαλλήλους, καὶ καθι-
1019στῶν προσεκτικοὺς αὐτούς, μὴ τυχὸν ἐστάλη τοιοῦτο τηλε-
1020γράφημα, ἀδιάφορον παρὰ τίνος. Καὶ ὅταν, Κύριοι, ἔχητε
1021ἄνδρα, ὡς τὸν κ. Μπουφίδην, ἐκκινοῦντα ἐκ τῆς Νεαπόλεως
1022καὶ κατερχόμενον τὴν ὁδὸν Σταδίου καὶ ἀναβαίνοντα ἐκεί-
1023νας τὰς μακρὰς κλίμακας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερι-
1024κῶν ἀλλεπαλλήλως, ἵνα καταστήσῃ προσεκτικοὺς τοὺς
1025ὑπαλλήλους, μὴ τυχὸν ἐστάλη τοιοῦτο τηλεγράφημα, νο-
1026μίζετε, ὅτι τοῦτο, οὐχὶ μονομερῶς, ἀλλὰ προστιθέμενον εἰς
1027πλεῖστα ἄλλα ἐπιχειρήματα, ἅτινα καὶ παρ’ ἄλλων καὶ
1028παρ’ ἐμοῦ ἠκούσατε, δὲν ἀποτελεῖ βεβαίωσιν τῆς ὑπάρξεως
1029τοῦ τηλεγραφήματος, ἐκ τῆς πεποιθήσεως, ἣν ἀνὴρ δικανι-
1030κὸς, καὶ ἔμπειρος περὶ τὴν ὕπαρξιν ἢ μὴ ὕπαρξιν τῶν ἀδι-
1031κημάτων, ἐσχημάτισεν; Εἰς ἐμὲ ἀρκεῖ, ὅτι φίλος, ἀφωσιω-
1032μένος τῇ Κυβερνήσει, οὐχὶ δὲ ἁπλοῦς τις ἄνθρωπος, ἀλλὰ
1033πεπειραμένος καὶ εὐφυής, ὡς ὁ κ. Μπουφίδης, ἐκλονίσθη,
1034—καὶ τί λέγω ἐκλονίσθη;— ἐσχημάτισε πεποίθησιν, ὅτι
1035ἐστάλη παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ τηλε-
1036γράφημα, καὶ ὅτι κατεγίνετο πρῶτος αὐτὸς νὰ προσφέρῃ
1037τὴν τιμιωτάτην ὁμολογουμένως ὑπηρεσίαν πρὸς τὸ κόμμα
1038καὶ τὸν ἀρχηγὸν αὐτοῦ διὰ τῆς κατοχῆς παρ’ αὐτοῦ, οὐχὶ
1039δὲ παρὰ τοῦ κ. Τζάνε, τοῦ ἐν λόγῳ τηλεγραφήματος.
1040Τέλος πάντων ἐννοῶ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ κ. Τζάνε, ὅστις
1041ἐκ Μεσσηνίας ἕλκει τὴν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καταγωγὴν αὑ-
1042τοῦ. Ἀλλὰ τί κοινὸν μεταξὺ ἡμῶν, τῶν ἐκ τῆς Στερεᾶς
1043Ἑλλάδος, καὶ τοῦ ἐκ Μεσσηνίας Παπαχριστοφιλοπούλου,
1044ὥστε νὰ ἀφήσῃ ὁ κ. Μπουφίδης ὅλον ἐκεῖνον τὸν συρφετὸν
1045τῶν θεσιθηρῶν καὶ ὅλην ἐκείνην τὴν σωρείαν τῶν πελατῶν,
1046οἵτινες ἀκολουθοῦσιν αὐτὸν ἐκ τῆς Ἀττικῆς καὶ τῆς Βοιω-
1047τίας, ἵνα καταγίνηται περὶ ὑποθέσεώς τινος ξένης, Μεσση-
1048νιακῆς, ἂν ἡ ὑπόθεσις αὕτη δὲν μετεῖχε σπουδαιότητος καὶ
1049δὲν ἦτο ἀληθὴς καὶ πραγματική;
1050Ἀλλ’ ὁ κ. Μπουφίδης, κατὰ τὸ σύστημα αὐτοῦ, τὸ εὔθυ-
1051μον, ἐπιδεικνύων τὸ τηλεγράφημα καὶ κινδυνεύων νὰ παρα-
1052δώσῃ αὐτὸ καὶ εἰς τὸ πῦρ τοῦ κηρίου, ἔλεγεν: «Ἔχει ὑπο-
1053γραφήν;» Ἀπήντα δὲ μόνος του: «Δὲν ἔχει». Καὶ ποῖος
1054λέγει ὅτι ἔχει; Ἀλλ’ ἐὰν εἶχεν ὑπογραφήν, βεβαίως δὲν
1055ἠθέλομεν εἶσθαι οὐδ’ ἡμεῖς τοσοῦτον μωροί, νὰ συζητῶμεν
1056πρὸς ὑμᾶς, οὐδ’ ὑμεῖς τοσοῦσον θαῤῥαλέοι, ὥστε νὰ ἐπιμέ-
1057νητε ἀκόμη, ὅτι τὸ ἐν λόγῳ τηλεγράφημα δὲν ἔλαβε χώ-
1058ραν. Καὶ ποῖον ἔγκλημα, καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν φοβερωτάτων,
1059ἔρχεται, οὕτως εἰπεῖν, διὰ τῶν ποδῶν καὶ διὰ τοῦ σώμα-
1060τος αὐτοῦ ὅλου ἐνώπιον ὑμῶν, ἵνα εἴπῃ: «Ἰδοὺ ἐγώ»;
1061Ἀλλ’ ἡ φύσις, ἢ ὁ Θεὸς, ἔδωκαν νοῦν καὶ κρίσιν τοῖς ἀν-
1062θρώποις, καὶ ἡ ἐπιστήμη ἔδωκε μέσα ἑρμηνευτικά, δι’ ὧν
1063κανονίζεται ἡ κρίσις τῶν ἀνθρώπων· καὶ διὰ τοῦ νοὸς καὶ
1064διὰ τῶν μέσων τῆς ἐπιστήμης βεβαιοῦταί τις περὶ τοῦ ἐγ-
1065κλήματος, ἀκόμη καὶ ὅταν δὲν ἔχῃ αὐτὸ πρὸ τῶν ὀφθαλ-
1066μῶν. Εἰσὶ τὰ τεκμήρια, αἱ συῤῥέουσαι ἐνδείξεις, καὶ ταῦτα
1067πάντα ὁμοῦ συντελοῦσιν εἰς τὸ νὰ σχηματίζηται ἑδραία
1068πεποίθησις περὶ τῆς ὑπάρξεως ἢ μὴ ὑπάρξεως ἀδίκου τινὸς
1069πράξεως.
1070Καὶ δὲν εἶναι μόνον, Κύριοι, οἱ συνάδελφοι, οἱ τοσοῦτον
1071ἐνδιαφέρον ἐπιδειξάμενοι, ὅπως τὸ τηλεγράφημα περιέλθῃ
1072εἰς χεῖρας τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἑτέρου ἐξ αὐτῶν· ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1073γὸς ἔδειξε μέγα ἐνδιαφέρον, ἀποδεικνυόμενον ἐξ αὐτῶν τῶν
1074ἐπιστολῶν, ἵνα λάβῃ εἰς χεῖρας αὑτοῦ τὸ τηλεγράφημα.
1075Καὶ ὅταν ἀκούσητε μίαν καὶ μόνον ἐκ τῶν ἐπιστολῶν
1076τούτων, οὐχὶ ἀναλυομένην, ἀλλ’ ἀναγινωσκομένην ἁπλῶς,
1077θέλετε πεισθῆ, ὅτι πλαστὴ ἦτο καὶ ἐκείνη ἡ παράστασις,
1078ἣν κατά τινα τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων ἐποιήσατο
1079ἐντεῦθεν ὁ Πρωθυπουργός, λέγων πρὸς ὑμᾶς, ὅτι εὐθὺς, ὡς
1080ἐπεδείχθη πρὸς αὐτὸν ἀντίγραφον τοῦ τηλεγραφήματος αὐ-
1081τοῦ παρὰ τοῦ κ. Τζάνε, ἔστρεψε δῆθεν τοὺς ὀφθαλμοὺς, εἰ-
1082πών, ὅτι εἶναι πλαστόν. Ἔχομεν λοιπὸν τὴν ἐπιστολὴν φί-
1083λου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δεικνύουσαν καθαρώτατα τὸ ἐν-
1084διαφέρον, ὅπερ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδειξεν ὑπὲρ τοῦ νὰ λη-
1085φθῇ τὸ τηλεγράφημα παρὰ τοῦ κ. Τζάνε.
1086Ἀκούσατε, παρακαλῶ τί γράφει ὁ κ. Τζάνες ἐκ Καλα-
1087μῶν πρὸς τὸν Παπαχριστοφιλόπουλον τῇ 27 Ἰανουαρίου
10881888 ἔτους (ἀναγινώσκει): «Μὴ φοβῆσαι, μὴ μὲ ὑπο-
1089»πτεύῃς, στεῖλε νὰ ἔλθῃ συγγενής σου, δι’ οὗ νὰ μοῦ στεί-
1090»λῃς τὰ ἔγγραφα. Ὁ κ. Τρικούπης ἀναμένει βεβαίωσίν μου
1091»περὶ αὐτῶν, διότι ἐθεώρησε μὴ γνήσιον τὸ τηλεγράφημα».
1092Λέγει μὲν, ὅτι ἐθεώρησε μὴ γνήσιον τὸ τηλεγράφημα,
1093ἀλλὰ δὲν κάμνει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκεῖνο, ὅπερ εἶπεν ἡμῖν
1094ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ ἑαυτοῦ, ὅτι ἔστρεψε τουτέστι τὴν
1095κεφαλήν. Ἐδῶ ἔχομεν φίλον τῆς Κυβερνήσεως πιστὸν, ἐρ-
1096γαζόμενον ὑπὲρ τῆς φιλοτιμίας καὶ τῆς τιμῆς αὐτῆς, καὶ
1097βεβαιοῦντα διὰ τῆς ὑπογραφῆς αὐτοῦ, τί; Ὅτι «ὁ κ. Τρικούπης
1098ἀναμένει βεβαίωσιν περὶ αὐτῶν». Ἐπῆλθε λοιπὸν συζήτη-
1099σις μεταξὺ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Τζάνε, καὶ
1100ἐζήτησε βεβαιώσεις περὶ τῶν ἐγγράφων τούτων. Ὑπάρχει
1101περὶ τούτων ἀμφιβολία; Αὐτά εἰσι κείμενα, εἰς Ἑλληνικὴν
1102γλῶσσαν γεγραμμένα καὶ σαφέστατα. Τί εἶναι λοιπὸν τὸ
1103ἐνδιαφέρον τοῦτο τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἢ ἀπόδειξις ἀσφα-
1104λής, ὅτι δὲν ἐσχημάτισε πεποίθησιν περὶ τῆς μὴ ὑπάρξεως
1105τοῦ τηλεγραφήματος, ἀλλ’ ἀκριβῶς τοὐναντίον περὶ
1106τῆς ὑπάρξεως αὐτοῦ; Ἀλλὰ θέλει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀτ-
1107τικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτὴς νὰ φέρωμεν τὴν ὑπογραφὴν
1108τοῦ μακαρίτου Λομβάρδου. Αἴ! ἂν εἴχομεν τὴν ὑπογρα-
1109φὴν, δὲν ἠθέλομεν συζητεῖ περὶ τούτου ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
1110Καὶ μήπως ἔχωμεν τὸ ἐνδιαφέρον μόνον τοῦ κ. Πρωθυ-
1111πουργοῦ; Εἶναι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πάλιν
1112ἐδῶ. Καὶ πῶς τοῦτο ἀποδεικνύεται; Καταφαίνεται ἐκ τῶν
1113ἐπιστολῶν. Ἔχω, Κύριοι, τὴν ἐπιστολὴν τοῦ κ. Καραβί-
1114του. Καὶ περὶ τοῦ κ. Καραβίτου εἶναι ἀνάγκη νὰ γένηται
1115καὶ ἐξήγησίς τις. Ὁ κ. Καραβίτης δὲν εἶναι φίλος τῆς
1116Ἀντιπολιτεύσεως. Ἢ μήπως ἔχω ἄδικον, κύριοι Βουλευταὶ
1117ἐκ Μεσσηνίας; Εἶναι φίλος τῆς Κυβερνήσεως......
1118§24ΣΑΚΚΗΣ. Μάλιστα. Κατόπιν συναλλαγῆς.
1119§25ΛΕΒΙΔΗΣ. Μὰ εἶναι δύσκολον νὰ εὕρῃ τις πρὸς τίνα
1120δὲν συνηλλάχθη αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις. Ἵνα εὕρητε πρὸς τίνα
1121συνηλλάχθη, δὲν ἔχετε ἢ νὰ ἁπλώσητε τὴν χεῖρα, καὶ
1122ὅντινα εὕρητε καὶ συλλάβητε, οὗτος συνηλλάχθη μετὰ τῆς
1123τῆς Κυβερνήσεως. Μάλιστα φθάνουσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ
1124νὰ συναλλάττωνται καὶ μετ’ ἀντιπολιτευομένων τινῶν
1125ἐνίοτε, ἐν πεποιθήσει μὲν, ὅτι δὲν δύνανται νὰ μεταβάλω-
1126σιν οὗτοι πεποιθήσεις, ἀλλὰ λέγουσι: «κόσμος εἶναι αὐ-
1127τός· πιθανὸν καὶ νὰ ἐξαπατηθῶσι· πρᾶξον τὸ ἀγαθὸν, καὶ
1128δὲν χάνεις».
1129Λοιπὸν ἄλλος φίλος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ δήμαρχος κ.
1130Καραβίτης τί γράφει; Εἶναι ἀνάγκη καὶ πάλιν ν’ ἀναγνω-
1131σθῇ ἡ ἐπιστολὴ, διότι ἀναμφισβητήτως θέλει ἀποδειχθῆ
1132τὸ γεγονὸς, ὅτι ὁ κ. Καραβίτης καὶ εἶδε τὸν κ. Ὑπουργὸν
1133ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης· ἂς διαμαρτύρηται δὲ ὅσον θέλει ὁ κ.
1134Ὑπουργός. Δὲν εἶναι πρώτη φορὰ αὕτη, καθ’ ἣν βλέπω τὸν
1135κ. Ὑπουργὸν διαμαρτυρόμενον, κατόπιν δὲ ἀποδεικνυό-
1136μενον καὶ ἀποκαλυπτόμενον, ὅτι τοὐλάχιστον δὲν ἐνεθυμεῖτο.
1137Ἐφέρομεν αὐτῷ ἐπιστολὴν ἐκ Κερκύρας, καὶ ἐλέγομεν αὐ-
1138τῷ: «ὁ ἀδελφός σου προέτεινε τὴν καταδίκην τοῦ Τάκη ἐπὶ
1139ἁπλῇ ἀναιρέσει μόνον, ἐνῷ εἶχε παραπεμφθῆ οὗτος ἐπὶ φόνῳ
1140καὶ ἑνώσει», ὁ δὲ Ὑπουργὸς ἠρνεῖτο. Δὲν λέγω τώρα, ὅτι ἐπί-
1141τηδες ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶδε τὸν κ. Καραβίτην·
1142εἶναι δυνατὸν καὶ νὰ μὴ ἐνθυμῆται! Ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐπιστο-
1143λῆς τοῦ κ. Καραβίτου, φίλου τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὸν
1144Παπαχριστοφιλόπουλον, θέλω ἀποδείξει πασιφανέστατα, ὅτι
1145ὁ κ. Καραβίτης εἶδε τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης
1146καὶ συνωμίλησεν αὐτῷ περὶ τοῦ ἐν λόγῳ τηλεγραφήματος·
1147καὶ ἀκούσατε (ἀναγινώσκει):
1148«Ἀθῆναι, 9 Μαρτίου 1887.
1149«Ἀδελφὲ Θεμιστοκλῆ.
1150«Τὴν ἐπιστολήν σας ἔλαβον· δὲν σᾶς ἔγραψα ἀμέσως,
1151»διότι ἤθελον ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ μάθω τὰς διαθέσεις καὶ
1152»τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης».
1153Λοιπὸν ἔχετε Δήμαρχον οὐ τὸν τυχόντα ἄνθρωπον, φίλον
1154τῆς Κυβερνήσεως, εὑρισκόμενον ἐν Ἀθήναις δι’ αὐτὴν ταύτην
1155τὴν ὑπόθεσιν, βεβαιοῦντα τί; Ὅτι θέλει νὰ μάθῃ τὰς δια-
1156θέσεις καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ θέλετε
1157τώρα νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης
1158εἶναι, ὅπως ὁ Πάπας τῆς Ῥώμης, ἀόρατος, καὶ πρέπει νὰ μετα-
1159χειρισθῆτε, δὲν ἠξεύρω πόσα μέσα, καὶ ὑποδήματα νὰ ἀλ-
1160λάξητε, ἵνα ἴδητε αὐτόν; Ἀλλὰ δὲν εἶναι Πάπας τῆς Ῥώ-
1161μης ὁ κύριος Ὑπουργὸς, διότι εἴδομεν ἐδῶ τόμον ὁλόκληρον
1162συναλλαγῆς περὶ χαρίτων, ἥτις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγέ-
1163νετο τηλεγραφικῶς. Καὶ γνωρίζετε, ἵνα δοθῇ μία καὶ μόνη
1164χάρις, ποσάκις εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναβῆτε τὰς κλίμακας
1165τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ νὰ εἰσέλθητε εἰς τὰ
1166γραφεῖα τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ Εἰσαγ-
1167γελέως τῶν Ἐφετῶν καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειο-
1168δικῶν καὶ τοῦ ἁρμοδίου τμηματάρχου, καὶ τοῦ συγγενοῦς
1169τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Λοιπὸν ὁ κ. Καρα-
1170βίτης ἦλθε μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ ἴδῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ
1171τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸν κ. Παπαφράγκον. Καὶ ἐξακολου-
1172θεῖ (ἀναγινώσκει): «Καθόσον ὅμως ἦλθον, μὲ ἐνεθάῤῥυνεν ὁ
1173»κ. Βαρελίδης, ὅτι θὰ γίνῃ κατὰ τὰς 25 Μαρτίου, ἀλλὰ
1174»δὲν ἔδωκα πίστιν· μοὶ ἔλεγεν, ὅτι ἀνεβλήθη, ἐξ ἑνὸς μὲν,
1175»διότι ὁ τύπος ἔκαμε λόγον καὶ ἐξετραχηλίσθη κατὰ τῆς
1176»καταχρήσεως τῶν χαρίτων, ἐξ ἄλλου δὲ, διότι τὸ τηλε-
1177»γράφημα πρὸς Νομάρχην καὶ Πρόεδρον περιῆλθεν εἰς χεῖ-
1178»ρας τοῦ Πυλιώτου, καὶ ἐξ ἀκριτομυθίας αὐτοῦ ἐγένετο
1179»γνωστὸν εἰς πολλοὺς, καὶ ἐπεθύμει ὁ Ὑπουργὸς νὰ παρέλ-
1180»θωσιν αἱ ἐντυπώσεις. Ὁ Παπαφράγκος καὶ ὁ Βουλπιώ-
1181»της εἶπον, ὅτι θὰ τελειώσῃ, παρὰ θὰ παρέλθῃ μικρὸς χρό-
1182»νος, διότι εὑρίσκονται, κατὰ τὴν ἔκφρασίν των, εἰς τὴν
1183»φωτιά.»
1184Ταῦτα ἔλεγε πρὸς αὐτὸν ὁ Βαρελίδης. Ὅτι δὲ πράγματι
1185στενοχωρίαν εἶχον οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ κατὰ τὴν τότε ἐπο-
1186χὴν, ἕνεκα τῶν χαρίτων, ἀπόδειξις τὰ τότε πρακτικὰ τῆς
1187Βουλῆς, διότι ἀκριβῶς τῇ 25 καὶ 26 Φεβρουαρίου 1887
1188ἔτους ἐποιούμην ἐγὼ λόγον ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τῶν παρανό-
1189μως ἀπονεμηθεισῶν χαρίτων, καὶ ἐζήτουν τὰς δικογραφίας
1190ἀπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἡ δὲ ἐπιστολὴ
1191τοῦ κ. Καραβίτη εἶναι τῇ 9 Μαρτίου 1887 ἔτους, δηλ.
1192μετὰ δέκα μόλις ἡμέρας. Λοιπὸν «εὑρίσκονται κατὰ τὴν
1193ἔκφρασίν των», δηλ. αὐτῶν.
1194Καὶ ὁ κ. Καραβίτης ἐξακολουθεῖ: «Ὡς πρὸς τὴν προα-
1195»γωγὴν ὅμως τοῦ Σωτηρίου μὲ ἀπέλπισαν.... Τὸν Τρικού-
1196»πην δὲν εἶδον ἀκόμη. Πεντάκις ὑπῆγον καὶ δὲν ἠδυνήθην
1197»νὰ τὸν ἴδω». Πρόκειται ἐδῶ περὶ δικαστικοῦ τινος ἀξιώ-
1198ματος, Πρωτοδίκου, ἢ δικαστικοῦ κλητῆρος, δὲν ἠξεύρω.
1199Καὶ ἐνῷ λέγει ἀνωτέρω, ὅτι θέλει προσπαθήσει νὰ ἴδῃ τὸν
1200κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἔπειτα λέγει: «τὸν Τρι-
1201κούπην δὲν εἶδον ἀκόμη». Τί ἐξάγεται καὶ ἐκ τούτου μό-
1202νον, κατὰ τὸν γνωστὸν ἑρμηνευτικὸν κανόνα; Ὅτι εἶδε τὸν
1203Βουλπιώτην. Μένει πλέον ἀμφιβολία τις, ὅτι ὁ κ. Καρα-
1204βίτης εἶδε τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης; Καὶ ὅταν
1205εἶδε τὸν Ὑπουργὸν, μένει ἀμφιβολία, ὅτι συνηλλάχθη μετ’
1206αὐτοῦ; Οὐδεμία. Παρακαλῶ πάντα τίμιον ἄνθρωπον, εἴτε
1207ἀκούοντα τὰ ἐνταῦθα ἀναλυόμενα, εἴτε μέλλοντα νὰ ἀνα-
1208γνώσῃ αὐτὰ, νὰ εἴπῃ ἐν τῇ συνειδήσει αὐτοῦ, μακρὰν τῶν
1209πολιτικῶν κομμάτων καὶ τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, ἐὰν
1210καὶ μόνη ἡ ἐπιστολὴ τοῦ κ. Καραβίτου, ἀναγινωσκομένη,
1211δὲν θέλει πείσει τὴν συνείδησιν αὐτοῦ, ὅτι πρόδηλος εἶναι ἡ
1212συνέντευξις τοῦ κ. Καραβίτου μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ
1213τῆς Δικαιοσύνης.
1214Καὶ ἐνταῦθα, Κύριοι, ἀνέλυσα τὸ ἐνδιαφέρον ἑνὸς ἑκάστου
1215τῶν κυρίων Ὑπουργῶν διακεκριμένως. Ἀλλ’ ἔχομεν τὸ ἐν-
1216διαφέρον, ἀποδεικνυόμενον καὶ διὰ τοὺς δύο συγχρόνως, ἐξ
1217ἄλλων ἐπιστολῶν τοῦ κ. Τζάνε, ὅπως ἡ ἐξ Ἀθηνῶν τῆς
121818 Ἰανουαρίου 1888 πρὸς τὸν Παπαχριστοφιλόπουλον
1219(ἀναγινώσκει): «Τὰ ἔγγραφα ταῦτα στεῖλέ μου δι’ ἐμπι-
1220»στευμένων συγγενῶν σου εἰς Καλάμας. Θὰ μοῦ χρησιμεύ-
1221»σωσιν ὡς ὁδηγὸς καὶ ὅπλον κατὰ πάσης δυσχερείας καὶ
1222»ἀρνήσεως ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων· ἄλλως ἔδωκα ὑπόσχε-
1223»σιν νὰ γίνω ἐγὼ ὁ θεματοφύλαξ».
1224Ποῖοί εἰσιν οἱ ἁρμόδιοι; Μήπως εἶναι ὁ Οἰκονομικὸς
1225Ἔφορος Ἀττικῆς, ἢ ὁ Πρόεδρος τῆς ἐπὶ τῶν Ὀλυμπίων
1226Ἐπιτροπῆς; Ποῖος εἶναι ὁ ἁρμόδιος; Ἐκεῖνος, ὅστις δίδει
1227τὴν χάριν: «Ἄλλως ἔδωκα ὑπόσχεσιν, νὰ γίνω ἐγὼ ὁ θεμα-
1228τοφύλαξ». Ὅταν ἔχητε ἁρμοδίους ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέρους,
1229καὶ ὑπόσχεσιν ἀπὸ τοῦ ἑτέρου, καὶ ταῦτα πάντα γραφό-
1230μενα παρὰ τοῦ κ. Τζάνε, ὅστις γνωρίζει καὶ τίνες οἱ ἁρμό-
1231διοι καὶ πρὸς τίνας αἱ ὑποσχέσεις, τότε μένει, παρακαλῶ,
1232εἰς τὸν νοῦν καὶ τοῦ δυσπιστωτάτου ἀνθρώπου ἀμφιβολία,
1233ὅτι ἔλαβον γνῶσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῆς καταγγελλομέ-
1234νης πράξεως; Πῶς δίδεται αὐτὴ ἡ ὑπόσχεσις; Ἐπέρχεται
1235συζήτησις, καὶ μετὰ τὴν συζήτησιν συμφωνία, καὶ μετὰ τὴν
1236συμφωνίαν συντελεῖται τὸ συνάλλαγμα διὰ τῆς ὑποσχέσεως.
1237Ταῦτα πάντα νομίζω, ὅτι προδηλότατα ἔτι προκύπτου-
1238σιν ἐκ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ κ. Τζάνε πρὸς τὸν Παπαχριστο-
1239φιλόπουλον ἐκ Καλαμῶν τῆς 22 Μαρτίου 1888 ἔτους (ἀνα-
1240γινώσκει): «Λησμόνησες ὅ,τι σοῦ εἶπον ἐπανειλημμένως·
1241»ἅμα πεισθοῦν, ὡς συνεφωνήθη, ὅτι κατέχω τὰ ἔγγραφα,
1242»θὰ σπεύσουν νὰ περαιώσουν τὴν ὑπόθεσίν σου, μεθ’ ὃ θὰ
1243»παραδώσω τὰ ἔγγραφα. Σὺ δὲν μὲ ἐμπιστεύεσαι, ὅπως
1244»ἐκεῖνοι». Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι τὸ
1245ἐνδιαφέρον καὶ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν φαίνεται πάνοπλον,
1246καὶ ἐξέρχεται, ὅπως ἡ Ἀθηνᾶ πάνοπλος ἐκ τῆς κεφαλῆς
1247τοῦ Διὸς, καὶ φωτίζει καὶ τὸν τυφλώτερον τῶν ἀνθρώπων.
1248Ἀλλ’ ἔρχεται, Κύριοι, ἄλλος λόγος, προστιθέμενος εἰς
1249τοσούτους ἄλλους, πείθων ἡμᾶς περὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἐν
1250λόγῳ τηλεγραφήματος, πείθων ἡμᾶς, ὅτι εἴτε Ὑπουργός,
1251εἴτε Βαρελίδης, εἴτε οἱοσδήποτε ἄλλος ὑπάλληλος τοῦ
1252Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔπεμψε βεβαίως τὸ τηλεγρά-
1253φημα τοῦτο πρὸς τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν ἐν Ζακύν-
1254θῳ καὶ τὸν Νομάρχην, σὺν τῇ ῥητῇ ἐντολῇ, ὅπως ἐπιδεί-
1255ξωσιν αὐτὸ εἰς τὸν Παπαχριστοφιλόπουλον, ἵνα κατωρθώ-
1256σωσι τὴν μετάστασιν αὐτοῦ πρὸς τὸν ὑπουργικὸν συνδυασμόν.
1257Βεβαίως οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἦσαν ἐν γνώσει τῶν ἀπειλῶν
1258τοῦ Παπαχριστοφιλοπούλου, διότι αὐτὸς ὁ κ. Τζάνες ἐπα-
1259νειλημμένως ἐν ταῖς ἐπιστολαῖς αὐτοῦ λέγει, ὅτι καὶ ὡμί-
1260λησε καὶ ἔγραψε πρὸς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς περὶ τῶν
1261κινδύνων, οὓς διέτρεχεν ἡ ὑπόληψις τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν
1262ὁ Παπαχριστοφιλόπουλος ἐδημοσίευε τυχὸν τὸ ἐν λόγῳ
1263τηλεγράφημα. Πῶς ἀπένειμον τὴν χάριν, ἐνῷ αὐτὸς ἦτο
1264βεβαίως ἀνάξιος χάριτος; Διότι ἄνθρωπος, ὅστις, κατάδι-
1265κος ὢν καὶ μένων ἐν τῷ δεσμωτηρίῳ, τολμᾷ νὰ ἀπειλῇ
1266τοὺς Ὑπουργοὺς διὰ τῆς δημοσιεύσεως τηλεγραφήματος,
1267φέροντος δῆθεν τὴν ὑπογραφὴν ἑνὸς τῶν συναδέλφων αὐτῶν,
1268βεβαίως δὲν ἔχει λόγον νὰ εὕρῃ χάριν παρὰ ταῖς συνειδή-
1269σεσι τῶν κυρίων Ὑπουργῶν. Ἔδωκαν λοιπὸν τὴν χάριν,
1270διότι ἐφοβοῦντο, διότι αἱ ἀπειλαὶ ἐδύναντο νὰ γίνωσι
1271πρᾶγμα, καὶ τὸ πρᾶγμα νὰ συντρίψῃ τὰς κεφαλὰς τῶν κυ-
1272ρίων Ὑπουργῶν. Ἢ μήπως κατέλαβεν αὐτοὺς τὸ φιλάνθρω-
1273πον ἐκεῖνο αἴσθημα, (περὶ οὗ μακρὸν λόγον ἐποιήσατο πέ-
1274ρυσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης) μὴ τυχὸν ὁ Πα-
1275παχριστοφιλόπουλος ἀποθάνῃ ἐν ταῖς φυλακαῖς; Ἀλλ’
1276ἀπεδείχθη, ὅτι τοιοῦτος κίνδυνος δὲν ὑπῆρχε, διότι εἶχε λη-
1277φθῆ φροντίς, ὁ κατάδικος νὰ μένῃ ἐν οἰκήματι συγγενοῦς αὐ-
1278τοῦ, τοῦ Πυλιώτου.
1279Ἀλλὰ, Κύριοι, ὁ Παπαχριστοφιλόπουλος ἦτο ἄξιος χά-
1280ριτος. Ἐγὼ, βεβαιῶ ἡμᾶς, ὅτι ἐντελῶς ἀγνοῶ τὸν ἄνθρωπον·
1281οὔτε συμπολίτης μου εἶναι, οὔτε ποτὲ εἶδον αὐτὸν εἰς τὸν
1282οἶκόν μου, ἀλλ’ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι καθῆκον ἔχομεν,
1283σεβόμενοι τὴν ἀλήθειαν, νὰ εἴπωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι,
1284ὅτε ἀπένειμον χάριτας εἰς τὸν Τάκην καὶ τὸν Ῥοκόφυλλον
1285καὶ εἰς πεντακοσίους, καὶ χιλίους, καὶ τρισχιλίους κακούρ-
1286γους, ὧν τὰ ὀνόματα καὶ τὰ ἐγκλήματα ἠκούσατε ἐν ἀρχῇ
1287τῆς ἀγορεύσεώς μου ταύτης, δολοφόνους, ἀδελφοκτόνους,
1288κλέπτας, λῃστὰς, βεβαίως ἦτο ἄξιος χάριτος ὁ Παπαχρι-
1289στοφιλόπουλος, ὅστις εἶχεν ὑπὲρ ἑαυτοῦ ἔκθεσιν, ἧς σειράς
1290τινας θέλω ἀναγνώσει, πρῶτον μὲν, ἵνα δικαιωθῇ ὁ ἀνὴρ,
1291οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι, μικρὸς ἢ μέγας, καὶ νὰ εὕρῃ τέλος
1292πάντων ἡσυχίαν τινὰ καὶ ἠρεμίαν ἡ ψυχὴ αὐτοῦ, ἀπέναντι
1293τῶν λοιδοριῶν, ἃς ἤκουσε καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ ὑπὸ
1294τοῦ τύπου· οὔτε σημαίνει ἔπειτα, διότι τις ἅπαξ ἐγένετο
1295ἔνοχος ἐγκλήματος, ὅτι δυνάμεθα αἰωνίως νὰ μυκτηρίζωμεν
1296αὐτόν. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ γνωμοδότησις τοῦ Δικαστηρίου τῶν
1297Συνέδρων τοῦ δικάσαντος αὐτὸν Δικαστηρίου (ἀναγινώσκει):
1298«Ἐπὶ πολλὰ ἔτη διατελέσας Τελώνης, ἦτο οὐ μόνον χρη-
1299»στῆς διαγωγῆς, ἀλλὰ καὶ ἀμείλικτος διώκτης τῶν λαθρεμ-
1300»πορίων· πολλάκις τῷ παρουσιάσθησαν περιστάσεις καὶ εὐ-
1301»καιρίαι νὰ ὠφεληθῇ σημαντικὰ ποσὰ ἐκ χιλιάδων δραχ-
1302»μῶν, αἵτινες τῷ προσεφέρθησαν ὑπὸ λαθρεμπόρων, καὶ ἃς
1303»ἀπέκρουσεν οὗτος, καταδιώξας αὐτοὺς, καὶ ἰδίως Νικητό-
1304»πουλόν τινα, ὅστις τῷ προσέφερε χίλια τάλληρα, ἅτινα
1305»ἀπέῤῥιψε, καταδικάσας αὐτὸν εἰς τὸ ὀκταπλοῦν τέλος, πρὸς
1306»ὄφελος τοῦ Δημοσίου εἰσπραχθέν. 2) Ὁ κατηγορούμενος
1307»οὗτος οὐδεμίαν ἔχει περιουσίαν, καίτοι ἐπὶ δεκαετίαν ὡς
1308»Τελώνης εἰς κεντρικὰ Τελωνεῖα διετέλεσεν, ἐκτὸς μικρᾶς
1309»κτηματικῆς, ἣν ἐκτήσατο ἐκ προικὸς καὶ κληρονομίας, ἣν
1310»καὶ βεβαρυμένην μὲ ὑποθήκας ἔχει. Ἀποβλέπον δὲ (τὸ
1311»Δικαστήριον) ἐξ ἄλλου εἰς τὴν ἀγαθότητα αὐτοῦ, ἥτις
1312»μᾶλλον κουφότης δύναται νὰ θεωρηθῇ, καὶ ἧς ἕνεκα, κατὰ
1313»προφανῆ παράβασιν τῶν καθηκόντων του, πιθανὸν νὰ ἐγέ-
1314»νετο θῦμα τῆς εὐπιστίας αὐτοῦ, ἐμπιστευθεὶς ἀπολύτως
1315»τὴν ὕπαρξιν καὶ βεβαίωσιν τῶν λιμενικῶν κλπ.
1316Ἐν Τριπόλει τῇ 19 Ἰανουαρίου 1886.
1317«Οἱ Δικασταί. Ὁ Εἰσαγγελεύς.»
1318Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ φρικαλέου
1319τινὸς κακούργου, ὡς ἠθέλησαν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ καὶ οἱ
1320φίλοι αὐτῶν καὶ ὁ ὑποστηρίζων αὐτοὺς τύπος νὰ ἀποδεί-
1321ξωσι, διότι ὁ ἄνθρωπος ἔχει ὑπὲρ ἑαυτοῦ ἔκθεσιν, οἵαν ἀμφι-
1322βάλλω ἐὰν ἔχῃ εἷς ἐκ τῶν καταδίκων ἐκείνων, πρὸς οὓς ὁ
1323κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπένειμε χάριν. Ἀπόδειξις
1324λοιπὸν, ὅτι ἦτο ἄξιος χάριτος, εἶναι, πρῶτον μὲν ἡ ἔκθεσις
1325τοῦ δικάσαντος αὐτὸν Δικαστηρίου, ἔπειτα δὲ ἡ ἀπονομὴ
1326τῆς χάριτος παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις
1327δὲν πιστεύω νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἀπένειμε τὴν χάριν εἰς
1328ἄνθρωπον ἀνάξιον αὐτῆς. Ἀλλ’ ἂν ὁ Παπαχριστοφιλόπου-
1329λος ἦτο ἄξιος Βασιλικῆς χάριτος, διατὶ δὲν ἐδόθη αὕτη πρὸ
1330τῶν ἐκλογῶν τῆς 4ης Ἰανουαρίου; Διατὶ, ἐνῷ ἐδόθησαν
1331τετρακισχίλιαι χάριτες πρὸ τῶν τότε ἐκλογῶν, δὲν εὑρέθη
1332οὔτε μία στιγμή, ἵνα σκεφθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ὑπὲρ πα-
1333ροχῆς χάριτος εἰς τὸν Παπαχριστοφιλόπουλον; Διότι ἦτο
1334ἀνάγκη νὰ τελεσθῇ ἡ συναλλαγή, διότι ἦτο ἀνάγκη νὰ
1335μεταστῇ ὁ Παπαχριστοφιλόπουλος ἐκ τῆς φάλαγγος τῆς
1336Ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὴν τοῦ συμπολιτευομένου συνδυασμοῦ,
1337καὶ διότι ἦτο βέβαιον, ὅτι, λαμβάνων τὴν χάριν πρὸ τῶν
1338ἐκλογῶν, δὲν ἤθελεν ἀκολουθήσει αὐτούς· ἀπόδειξις δὲ τού-
1339του, ὅτι καὶ σήμερον, λαβὼν τὴν χάριν, δὲν ἀκολουθεῖ αὐ-
1340τοὺς, ἀλλὰ τοσοῦτον εἶναι ἀφωσιωμένος εἰς τὰ φρονήματα
1341τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὥστε παρέσχεν εἰς τὸν ἐκ Μεσσηνίας
1342Βουλευτὴν τὰς ἐπιστολὰς ἐκείνας, δι’ ὧν ἐλέγχεται σήμερον
1343ἡ εὐθύνη οὐχὶ πλέον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύ-
1344νης, ἀλλ’ ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως.
1345Τοιαῦτα λοιπὸν ἔπραττον πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 4ης Ἰα-
1346νουαρίου, καὶ ὑπὸ τοιαῦτα κατορθώματα καὶ ὑπὸ τοιαῦτα
1347μέσα ἔστησαν τὸ τρόπαιον τῆς 4ης Ἰανουαρίου. Ἡ ὑπόθεσις
1348τοῦ Παπαχριστοφιλοπούλου εἶναι πρᾶξίς τις συντομωτάτη
1349ὁλοκλήρου τοῦ δράματος, ὅπερ ἐφιλοτέχνησαν οἱ κύριοι
1350Ὑπουργοὶ, ἵνα πλάσωσι τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν τῆς
13514ης Ἰανουαρίου. Ἀλλὰ καὶ τοιαύτη οὖσα ἡ ὑπόθεσις Πα-
1352παχριστοφιλοπούλου, βεβαίως εἶναι ἱκανὴ νὰ παραστήσῃ
1353τὴν εἰκόνα τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἐνόη-
1354σαν νὰ κατασκευάσωσι τὴν Βουλὴν τῆς εὐρείας περιφερείας,
1355νὰ διδάξῃ δὲ ἡμᾶς καὶ τοὺς μεθ’ ἡμᾶς, ὅτι οὐδαμῶς ὀφεί-
1356λομεν νὰ πιστεύωμεν εἰς τοὺς μεγάλους λόγους, οἵτινες πάν-
1357τοτε ἦσαν ἀπάτη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
1358Ἦλθεν ἐνταῦθα, φέρων πλειονοψηφίαν, ἣν, ἵνα ἀποκτή-
1359σωμεν, ὑπῆρξεν ἀνάγκη νὰ πλάττωμεν ψευδῆ γεγονότα, ἦτο
1360ἀνάγκη νὰ συγκαλῶμεν ἐνταῦθα τοὺς Δημάρχους τοῦ Κρά-
1361τους, περιϋβρίζοντες τὴν Βουλήν, ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀπονέμωμεν
1362παράσημα· καὶ ταῦτα μέν εἰσι γελοῖα. Ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη νὰ
1363κλονίσωμεν αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τὴν κοινωνικὴν τῆς Ἑλ-
1364λάδος, ἀπολύοντες ἀνὰ τὰς ὁδοὺς καὶ ἀνὰ τὰ καφφενεῖα,
1365καὶ ἀνὰ τὰς πόλεις καὶ τὰς κώμας τῆς Ἑλλάδος ἀνθρώ-
1366πους, ὧν ὁ ἔσχατος ἴσως ἦτο ἄξιος φοβεροῦ κατέργου. Καὶ
1367ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου,
1368ἔλεγεν, ὅτι μάχεται ὑπὲρ ἰδεῶν, ὅτι τὰ νομοσχέδια τῆς εὐ-
1369ρείας περιφερείας οὐδένα ἄλλο σκοπὸν ἔχουσιν, εἰμὴ νὰ
1370ἀναδείξωσι τὰς ὑψηλὰς αὐτοῦ ἰδέας· καὶ παρέσυρε τὴν Βου-
1371λὴν τότε, παντοῖα τεχνάσματα μηχανώμενος, ἵνα ψηφίσῃ
1372τοὺς νόμους ἐκείνους, τοὺς ἀντισυνταγματικούς, οὓς βεβαίως
1373δὲν ἀνέχεται ὁ Ἑλληνικὸς λαός.
1374«Αἱ ὑψηλαὶ ἰδέαι», ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τῇ 23ῃ
1375Μαΐου 1886 ἔτους, συζητῶν περὶ ἐκλογικῶν νομοσχεδίων,
1376«αἱ ὑψηλαὶ ἰδέαι, αἱ περιλαμβανόμεναι ἐν τοῖς νομοσχεδίοις
1377»τούτοις, τί δύνανται νὰ παράσχωσιν εἰς τὸν θέλοντα νὰ
1378»συντάξῃ ἔκθεσιν ἐπεξηγηματικήν!» Καὶ κατωτέρω: «Πρέ-
1379»πει νὰ ἀνυψώσητε τὸ Βουλευτήριον, πρέπει νὰ ἀνυψώσητε
1380»αὐτὸ, διότι ἡ λειτουργία αὐτοῦ, ἐπ’ ἐσχάτων μάλιστα,
1381»κατέστη τόσῳ ὑψηλὴ, ὥστε, ὅ, τι καὶ ἂν πράξωμεν, δὲν θὰ
1382»δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον τοῦ ὕψους, τὸ ὁποῖον
1383»τὸ πολίτευμα ὑποθέτει. Τί δὲ πρὸς τοῦτο προτείνομεν;
1384»Προτείνομεν τὴν εὔρυνσιν τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας, ὡς
1385»καθιστῶσαν τὸν Βουλευτὴν μᾶλλον ἀνεξάρτητον ἀπέναντι
1386»τῶν ἐκλογέων αὐτοῦ.»
1387«Μᾶλλον ἀνεξάρτητον». Καὶ πρόκειται περὶ τῆς ἀνεξαρ-
1388τησίας τῶν Βουλευτῶν, ὅταν καταφεύγωσιν εἰς τοιαύτην
1389ἐπονείδιστον συναλλαγὴν πρὸς ἀνθρώπους, βιοῦντας ἐν τοῖς
1390κατέργοις! «Ὡς καθιστῶσαν, ἐξακολουθεῖ ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1391»γὸς, τὴν ἐκλογὴν μᾶλλον συναφῆ πρὸς τὴν ἰδέαν, παρὰ
1392»πρὸς τὸ πρόσωπον. Ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι,
1393»στηριζομένῳ ἐπὶ τῆς διαφορᾶς τῶν ἰδεῶν, στηριζομένῳ ἐπὶ
1394»τοῦ ἀγῶνος μεταξὺ τῶν ἀντιθέτων ἰδεῶν, πρέπει αἱ ἐκλο-
1395»γαὶ νὰ κατοπτρίζωσι ταύτην τῶν ἰδεῶν τὴν κατάστασιν».
1396Καὶ ἠκούσατε τὰς ἰδέας τὰς πολιτικάς, ὁτὲ μὲν ἐν τῇ
1397ὑποθέσει τοῦ Τάκη, ὁτὲ δ’ ἐν τῇ τοῦ Ῥοκοφύλλου, νῦν μὲν
1398ἐν τῇ ὑποθέσει τοῦ Παπαχριστοφιλοπούλου, ἄλλοτε δὲ ἐν
1399τῇ τοῦ Ντούνια, ὃν καταδικασθέντα δὶς διώρισεν ὑπάλλη-
1400λον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ἔχῃ αὐτὸν συνά-
1401δελφον ἐν κατωτέρᾳ βαθμίδι, ἐνῷ αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ
1402τῶν Οἰκονομικῶν προσεκάλεσε τὸν Εἰσαγγελέα Σύρου νὰ
1403βεβαιώσῃ, ἐὰν ὁ Ντούνιας εἶχέ ποτε καταδικασθῆ, ὁ δὲ
1404Εἰσαγγελεὺς καταφατικῶς ἀπήντησε.
1405«Πρόκειται, ὅταν καλῆται τὸ Ἔθνος νὰ καταρτίσῃ τὸ
1406»Κοινοβούλιον, ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τότε, νὰ ἀνα-
1407»δείξῃ οὐχὶ πρόσωπα, ἀλλὰ ἰδέας, νὰ ἐκλέξῃ οὐχὶ τοὺς
1408»ὑπηρετήσοντας τοπικὰ ἢ προσωπικὰ συμφέροντα, ἀλλὰ
1409»τοὺς ὑπηρετήσοντας ἰδέας πολιτικάς». Ὤ! αὐταὶ αἱ ἰδέαι
1410τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πῶς ἐξηυτελίσθησαν καὶ πῶς θέλουσιν
1411ἐξευτελίζεσθαι αἰωνίως!
1412Καὶ κατόπιν, ὁμιλῶν περὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐλαττώ-
1413σεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, ἔλεγεν (ἀναγινώσκει):
1414«Ὁ σκοπὸς καὶ τούτου καὶ ἐκείνου τοῦ νομοσχεδίου εἶναι,
1415»ὅσον τὸ δυνατὸν, ν’ ἀποχωρισθῇ ὁ Βουλευτὴς ἀπὸ τοῦ ἐκλο-
1416»γέως, νὰ ἦναι ἀπ’ αὐτοῦ προσωπικῶς ἀνεξάρτητος, νὰ
1417»συνδέηται δὲ μετ’ αὐτοῦ μόνον διὰ τῶν κοινῶν ἰδεῶν!»
1418(Πρακτικὰ Βουλῆς Περιόδου 10ης, Συνόδου 2ας, σελ. 59
1419καὶ ἑπ.). Ὅπως συνεδέοντο διὰ τῶν κοινῶν ἰδεῶν μόνον οἱ
1420φίλοι τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ πρὸς τὸν Πα-
1421παχριστοφιλόπουλον, καὶ ὡς συνδέεται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ
1422τῆς Δικαιοσύνης πρὸς τὸν Τάκην.
1423Αὐταὶ ἦσαν αἱ ὑψηλαὶ ἰδέαι, δι’ ὧν ἠπάτησαν καὶ Βασι-
1424λείαν, καὶ ἔσω καὶ ἔξω Ἑλληνισμόν, καὶ τὸν κόσμον ὅλον,
1425καὶ κατήρτισαν τὴν Βουλήν, ἣν βλέπετε, πειθήνιον εἰς τὰ
1426νεύματα αὐτῶν, ἐκ φόβου καὶ ἐκ μνήμης πρὸς τὴν κατα-
1427γωγὴν αὐτῆς. Μετέβαλε τοὺς ἐκλογικοὺς θεσμοὺς, οὐχὶ ἵνα
1428βελτιώσῃ τὸ Κοινοβούλιον, ὡς ἄλλος Ὑπουργὸς, ἀφ’ ἡμῶν
1429μεταστὰς, ἐδογμάτιζεν, ἀλλ’ ἵνα ἐν τῇ ἐκλογικῇ συγχύσει,
1430τῇ ἐκ τοῦ νέου ἐκλογικοῦ καθεστῶτος, κατισχύσῃ, τοῦθ’
1431ὅπερ καὶ κατώρθωσε, πλαστογραφῶν ὅμως τὴν ἀκριβῆ θέ-
1432λησιν τοῦ Ἔθνους.
1433Καὶ τώρα θέλει νὰ μεταβάλῃ τὴν Δημοτικὴν Ἀστυνο-
1434μίαν εἰς Ἀστυνομίαν Διοικητικήν, διότι θέλει ἀποπειραθῆ
1435καὶ πάλιν νὰ πλαστογραφήσῃ τὴν θέλησιν τοῦ Ἔθνους.
1436Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἀστυνομίας θέλει πολεμηθῆ,
1437εἴπερ τι καὶ ἄλλο.
1438Βεβαίως ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον
1439ἔχει, πάσῃ δυνάμει νὰ ἀμυνθῇ κατὰ νόμου, ὅστις, ψηφιζό-
1440μενος, θέλει καταστήσει τὸ Κοινοβούλιον εὐτελές τι σῶμα,
1441κινούμενον εἰς τὴν ἐλαχίστην πνοὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
1442Ἐγὼ δὲ προσωπικῶς φρονῶ, ὅτι, ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν
1443ἀποκρούσῃ πάσῃ δυνάμει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, θέλει
1444ἀρνηθῆ ἑαυτὴν, διότι πέποιθα, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς πιστώ-
1445σεως ὑπὲρ Σπάρταλη, τὸ ζήτημα τοῦ Τάκη καὶ τοῦ Πα-
1446παχριστοφιλοπούλου εἶναι ζητήματα, δυνάμενα τέλος πάν-
1447των νὰ παρέλθωσιν· ἀλλ’ εὐθὺς, ὡς παραδώσητε τὴν ἐκλο-
1448γικὴν ὑμῶν ψῆφον εἰς ἀνθρώπους, ὁμοίους πρὸς τοὺς Ἀστυνό-
1449μους τῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἀπόλλυνται αἱ
1450ἐλευθερίαι, αὐτὴ ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ Ἔθνους. Νομίζω,
1451ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θέλει πολεμηθῆ, διότι ἀντιβαί-
1452νει πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Τόπου καὶ τὰς παραδόσεις αὐτοῦ·
1453καὶ λέγω τὰς παραδόσεις, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι
1454καὶ ἐπὶ Τουρκοκρατίας ἀκόμη τὸ ἀστυνομεῖν ἦτο δικαίωμα
1455τῶν Ἑλληνικῶν κοινοτήτων. Καὶ ἡ Ἑλλὰς εἶχεν ὑπὸ
1456βάρβαρον κατακτητὴν ἐκεῖνο, ὅπερ βουλεύεται ν’ ἀφαιρέσῃ
1457ὁ πεπολιτισμένος Πρωθυπουργὸς τῆς ἐποχῆς ταύτης.
1458Λέγω, ὅτι μετέβαλον τοὺς ἐκλογικοὺς νόμους, ἵνα νο-
1459θεύσωσι τὸ φρόνημα τοῦ τόπου, τίνες; Ἐκεῖνοι, οἵτινες
1460ὠνόμαζον πάσας τὰς πρὸ αὐτῶν Κυβερνήσεις κακοήθεις,
1461(διότι αὐτὴ εἶναι ἡ λέξις) ὡς νοθευούσας δῆθεν τὰς ἐκλο-
1462γάς. (Ἀναγινώσκει): «Βιαιότερον καὶ ἀδεξιώτερον (εἶναι
1463»τὸ «τίς πταίει») μετῆλθον τὰ Ὑπουργεῖα τοῦ κ. Βούλ-
1464»γαρη τὰς κυβερνητικὰς ἐπεμβάσεις, ὑπουλώτερον δὲ καὶ
1465»ἐπιτυχέστερον τὰ τοῦ κ. Ζαΐμη καὶ τοῦ κ. Δεληγιώργη,
1466»κατ’ οὐσίαν ὅμως ἐπίσης κακοήθης ὑπῆρξεν ὑφ’ ὅλα τὰ
1467»ἀπὸ τοῦ 1868 καὶ μέχρι τῆς σήμερον Ὑπουργεῖα ἡ τῆς
1468»Κυβερνήσεως κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐνέργεια».
1469Ταῦτα ἔγραφεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτὴς περὶ ἀνδρῶν,
1470οὓς ἐσεβάσθη ἡ σύγχρονος ἱστορία, θέλει δὲ σεβασθῆ καὶ ἡ
1471μέλλουσα. Καὶ ὠνόμαζε τοὺς πρώτους ἄνδρας τῆς Ἑλλά-
1472δος κακοήθεις ἐκεῖνος, ὅστις συνηλλάττετο μετὰ τῶν Πα-
1473παχριστοφιλοπούλων καὶ τῶν Τάκηδων, ἵνα πλάσῃ τὴν Βου-
1474λευτικὴν πλειονοψηφίαν. Κατήρτισε τοὺς συνδυασμοὺς ἐν
1475Ἀθήναις καὶ οὐχὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις· οἱ Βουλευταὶ ἔσπευ-
1476σαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα καταρτίσωσι
1477τοὺς συνδυασμοὺς αὑτῶν· καὶ παρέλυσε τὴν διοίκησιν τοῦ
1478τόπου καὶ κατέστρεψε τὸ στρατιωτικὸν φρόνημα, ἵνα νοθεύσῃ
1479τὰς ἐκλογὰς τῆς 4ης Ἰανουαρίου. Καὶ θέλετε τὴν εἰκόνα
1480τῶν πράξεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὰς ἐκλογάς;
1481Ἐφρόντισε νὰ γράψῃ αὐτὴν πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ὁ ἴδιος· καὶ
1482ἀκούσατε (ἀναγινώσκει): «Ἀμέσως μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς
1483»τελευταίας Βουλῆς, (εἶναι πάλιν τὸ «τίς πταίει») ἀντὶ νὰ
1484»ἴδωμεν τοὺς πολιτευομένους σπεύδοντας πρὸς τὰς ἐπαρχίας
1485»αὑτῶν, ὅπως προκαλέσωσι τὴν περὶ αὑτῶν ψῆφον τοῦ
1486»λαοῦ, εἴδομεν ἀπ’ ἐναντίας τοὺς ἀξιοῦντας νὰ ἀντιπροσω-
1487»πεύσωσι τὰς ἐπαρχίας, σπεύδοντας εἰς Ἀθήνας, ὅπως λά-
1488»βωσιν ἐνταῦθα τὸ χρίσμα τῆς ὑπουργικῆς ὑποψηφιότητος.
1489»Ἐκτὸς ὀλιγίστων, μοναδικῶν ἴσως, ἐξαιρέσεων, πάντες ἐλη-
1490»σμόνησαν καὶ πολιτικὰς σχέσεις καὶ ἀτομικὴν ἀξιοπρέ-
1491»πειαν, ἐκλιπαροῦντες τὴν ἄνωθεν κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἀντί-
1492»ληψιν, ἡ δὲ Κυβέρνησις κατήρτιζε, διέλυε, μετεῤῥύθμιζε
1493»τοὺς ἐπαρχιακοὺς συνδυασμούς, ὡς κηδεμὼν τῆς ψήφου τοῦ
1494»λαοῦ. Ἤρξατο ἡ δευτέρα πρᾶξις, καὶ εἴδομεν τοὺς ὑπουρ-
1495»γικοὺς ὑποψηφίους ἐπανερχομένους εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ
1496»κύπτοντας ὑπὸ τὸ βάρος τῶν πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς ὑπουργι-
1497»κῶν δώρων, εἴδομεν τὴν ὑπηρεσίαν ὅλην ἀνάστατον, τὸν
1498»στρατὸν εἰς πλήρη παράλυσιν, ὑπακούοντα, ἀπὸ τοῦ Διοι-
1499»κητοῦ ἕως τοῦ ἐσχάτου στρατιώτου, εἰς τὰ νεύματα τοῦ
1500»ὑπουργικοῦ ὑποψηφίου καὶ γενόμενον τὸ ὄργανον τῆς κατα-
1501»πατήσεως τοῦ νόμου καὶ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ πολίτου...
1502»Καλοῦνται εἰς τὴν ἐξουσίαν Κυβερνήσεις, ἀποκρουόμεναι
1503»παρὰ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Ἔθνους, χορηγεῖται εἰς αὐ-
1504»τὰς ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς καὶ συνάμα πᾶν μέσον ἐπηρεα-
1505»σμοῦ τῶν συνειδήσεων τοῦ λαοῦ καὶ νοθεύσεως τῶν ἐκλο-
1506»γῶν, καὶ λέγομεν ὕστερον, ὅτι πταίει ὁ λαὸς διὰ τὴν τοι-
1507»αύτην κατάστασιν. Τί δύναται ὁ λαὸς κατ’ αὐτῆς; Οὐ-
1508»δὲν ἄλλο, ἢ νὰ ἐπαναστατήσῃ.»
1509Ποῖα εἶναι τὰ μέσα, περὶ ὧν ὡμίλει τότε ὁ κ. Τρικού-
1510πης; Εἶναι ταῦτα, ἅτινα ἐπὶ τοσαύτας ἡμέρας ἀκούομεν
1511ἀνελισσόμενα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Αὐτὴ εἶναι ἡ εἰκὼν
1512τῶν πράξεων, οὐχὶ τῶν τότε, περὶ ὧν ἔγραφεν ὁ ἐκ Μεσο-
1513λογγίου Βουλευτὴς, ἀλλὰ τῶν νῦν, ἅστινας αὐτὸς οὗτος διε-
1514νήργησεν.
1515Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὰ πάντα ὁμολογουμένως ἐλη-
1516σμόνησεν· ἐλησμόνησεν ἀκόμη, ὅτι ὑπῆρξεν ἐποχὴ, ὀλίγον
1517ἀπέχουσα ἡμῶν, καθ’ ἣν, κατὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ τοῦ ἰδίου,
1518ὤφειλε νὰ παραιτηθῇ. Διατί; Ἀκούσατε. Πρόκειται περὶ τῆς
1519ἐκλογῆς τῆς Βουλευτικῆς τοῦ 1874 ἔτους, ἣν εἶχεν ἐνεργήσει
1520ὁ Βούλγαρης. Καὶ λοιπὸν ἔγραφε τότε ὁ κ. Τρικούπης ἐν τῷ
1521«Τίς πταίει»: (ἀναγινώσκει) «Παρήγορον ὅμως φαινόμενον,
1522»μαρτυροῦν τῆς κοινῆς γνώμης τὴν ἀνάπτυξιν παρ’ ἡμῖν,
1523»παρουσιάζει ἡ ἐκλογὴ τῆς πρωτευούσης. Ὁ λυσσώδης πό-
1524»λεμος, ὃν ἐκήρυξε κατὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Τιμ. Φιλήμονος
1525»Αὐλὴ καὶ Ὑπουργεῖον, διετράνωσαν τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τῆς
1526»ὑποψηφιότητος αὐτοῦ· ὁ κ. Φιλήμων ἐξέθηκε κάλπην οὐχὶ
1527»ἐν ἰδίῳ ὀνόματι, ἀλλ’ ὡς ἀντιπρόσωπος ἰδέας. Διὸ ἀπέσχε
1528»συστηματικῶς καὶ ἀπὸ πάσης ἐκλογικῆς ἐνεργείας κατὰ
1529»τὴν ἐκλογήν. Οἱ θιασῶται τῆς ἰδέας, ἣν ἐκπροσωπεῖ ἡ κάλ-
1530»πη τοῦ κυρίου Φιλήμονος, ἔπραξαν ὑπὲρ αὐτοῦ ὅσα πᾶς
1531»ἄλλος ὑποψήφιος ἁπανταχοῦ τοῦ Κράτους ἀνεξαιρέτως εἶ-
1532»ναι ἠναγκασμένος νὰ πράττῃ αὐτὸς ὑπὲρ ἑαυτοῦ. Ὁποία
1533»δὲ ἡ ἰδέα; Ὁ κ. Φιλήμων διὰ τοῦ «Αἰῶνος» ὑπερεμάχησεν
1534»ἐκθύμως ὑπὲρ πολλῶν ἐθνικῶν ζητημάτων. Κατήγγειλε τὰς
1535»καταχρήσεις τῶν προνομιῶν τοῦ Στέμματος, τὰς προσωπι-
1536»κὰς Κυβερνήσεις, τὰς ἀδικαιολογήτους διαλύσεις τῶν Βου-
1537»λῶν, τὰς ἐπεμβάσεις τὰς διαφόρων Ὑπουργείων εἰς τὰς ἐκ-
1538»λογὰς, τὴν ἐθνικὴν ἀξιοπρέπειαν πάσχουσαν ἐκ τῆς παρει-
1539»σαγωγῆς εἰς τὴν Αὐλὴν προσώπων δυνάμει διορισμοῦ ξέ-
1540»νου Ἡγεμόνος... Ἡ ἰδέα αὕτη, μανιωδῶς πολεμηθεῖσα
1541»παρὰ τῆς Ἐξουσίας, ἤρατο νίκην περιφανῆ... Θὰ νοηθῇ
1542»ἆρά γε ἡ σημασία αὐτῆς; Τὸ εὐχόμεθα, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐλπί-
1543»ζομεν.»
1544Καὶ λοιπὸν, ἐνῷ παρεπονεῖτο ὁ κ. Τρικούπης κατὰ τὸ
15451874 ἔτος, ὅτι δὲν θὰ νοηθῇ ἡ τότε ψῆφος τοῦ λαοῦ τῶν
1546Ἀθηνῶν ὑπὲρ τοῦ κ. Φιλήμονος, ἀναδειχθέντος Βουλευτοῦ,
1547εἰς πεῖσμα τῆς τότε Κυβερνήσεως Βούλγαρη κλπ., βλέπομεν
1548σήμερον αὐτὸν τοῦτον τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, λησμονοῦντα τὰ
1549τότε γραφέντα, καὶ μὴ ἐνθυμούμενον, ὅτι ἔχει, οὕτως εἰπεῖν,
1550συνάλλαγμα πρὸς ἑαυτὸν, ὅτι ὤφειλε νὰ παραιτηθῇ ἀπὸ
1551τῆς Κυβερνήσεως εὐθὺς, ὡς ἠναγκάσθη νὰ φρουρήσῃ τὴν
1552οἰκίαν αὐτοῦ δι’ ἁπάσης τῆς ἐν Ἀθήναις φρουρᾶς, ὅπως μὴ
1553ὁρμήσας ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν συντρίψῃ αὐτόν τε καὶ τοὺς
1554οἰκείους καὶ τὴν οἰκίαν, ὅτε ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν ἤρατο τὴν
1555περιφανῆ ἐκείνην νίκην ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ κ. Φιλήμονος
1556κατὰ τὴν τελευταίαν Δημοτικὴν ἐκλογήν. Ἐν τῇ ἐποχῇ
1557ἄρα ταύτῃ τὰ πάντα ἐλησμονήθησαν καὶ ἀνεστράφησαν
1558οἱ ὅροι.
1559Ἐὰν τολμῶσι νὰ λέγωσιν ἀκόμη, ὅτι συκοφαντοῦμεν
1560αὐτοὺς, ἂς διαλύσωσι τὴν Βουλὴν· ἀλλὰ δὲν τολμῶσιν.
1561Ἐξ ἐναντίας λέγουσιν οἱ φίλοι αὐτῶν: «ἡσυχάσατε, διότι
1562δὲν διαλύομεν τὴν Βουλήν.» Ἀλλ’ ἡμεῖς προκαλοῦμεν
1563ὑμᾶς, νὰ διαλύσητε τὴν Βουλὴν, καὶ τότε θέλομεν ἰδεῖ,
1564ἂν ἦναι συκοφαντία, ὅσα ἐπὶ ἕνα ἤδη καὶ ἥμισυν μῆνα ἀνα-
1565λύονται ἀπὸ τοῦ βήματος, ὧν ὅμοια οὐδέποτε εἶδεν ἡ Ἑλ-
1566λὰς, οὐδὲ ἠκούσθησαν ἐν κοινοβουλευτικῷ καὶ πεπολιτι-
1567σμένῳ Κράτει. Διαλύσατε τὴν Βουλὴν, καὶ τότε θέλομεν
1568μετρηθῆ, ἔχοντες δικαστὴν ἀνώτερον καὶ ὑμῶν καὶ ἡμῶν,
1569τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἀλλ’ ἔχετε καὶ καθῆκον νὰ διαλύ-
1570σητε τὴν Βουλὴν, διότι ἡ διεύθυνσις αὐτῆς ἤδη πρὸ πολλοῦ
1571ἐξέφυγε τῶν ὑμετέρων χειρῶν.
1572§26ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε κατά τινα τῶν
1573παρελθουσῶν συνεδριάσεων ἀφηγήθην ἱστορικῶς τὰ κατὰ
1574τὴν ὑπόθεσιν, ἥτις μᾶς ἀπασχολεῖ, ἐπεφυλάχθην νὰ ἐκθέσω
1575τὴν γνώμην μου μετὰ τὰς ἀπαντήσεις τῶν ἐνδιαφερομένων,
1576καὶ ἰδίως τοῦ κ. Μπουφίδου καὶ τοῦ κ. Τζάνε. Νομίζω ἑπο-
1577μένως, ὅτι, καίτοι ἡ ἀνάπτυξις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης
1578ἐγένετο μακρὰ, ἔχω οὐχ ἧττον τὸ καθῆκον, νὰ ἐκφράσω ὁρι-
1579στικῶς τὴν γνώμην μου. Ὁμολογῶ, ὅτι οὔτε ὁ κ. Ὑπουρ-
1580γὸς τῆς Δικαιοσύνης, οὔτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας βου-
1581λευτὴς κ. Τζάνες, οὔτε ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς
1582κ. Μπουφίδης, δι’ ὅσων εἶπον, ἠδυνήθησαν νὰ κλονίσωσι τὴν
1583πεποίθησίν μου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διὰ
1584τίνων ὀργάνων της, μοὶ εἶναι ἀδιάφορον, διέπραξεν ἐπονεί-
1585διστον πρᾶξιν, ἤτοι προέβη εἰς συναλλαγὴν μετὰ καταδί-
1586κου πρὸς ἐξώνησιν καὶ διαφθορὰν τῶν συνειδήσεων τῶν ἐκλο-
1587γέων κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν τῆς 4 Ἰανουαρίου.
1588Δὲν θὰ ἐνδιατρίψω λοιπὸν περὶ τὴν ἐκτύλιξιν τῶν λεπτομε-
1589ρειῶν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, πρὸς ἀπόδειξιν, ὅτι ἔλαβε χώ-
1590ραν ἡ συναλλαγὴ, διότι οὐδεὶς σωφρονῶν καὶ σπουδαίως
1591σκεπτόμενος δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀπόδειξιν αὐτὴν,
1592ἐκτὸς ἐὰν ὑπὸ τὸ ἀκατάσχετον ῥεῦμα τῶν μεταῤῥυθμίσεων
1593μεταῤῥυθμισθῶσι καὶ οἱ κανόνες τῆς λογικῆς. Ἐκεῖνο, τὸ
1594ὁποῖον θὰ ἐξετάσω, εἶναι τοῦτο, ὅτι δηλαδὴ πρέπει νὰ ἐγκύ-
1595ψωμεν βαθύτερον ἐπὶ τοῦ χαρακτῆρος τῆς πάλης, ἣν διε-
1596ξάγει ἡ Ἀντιπολίτευσις κατὰ τῆς κυβερνητικῆς ἐπιδρομῆς.
1597Ὁ χαρακτὴρ οὗτος δὲν εἶναι συνήθης καὶ μικρᾶς προσο-
1598χῆς ἄξιος. Εἶναι ἐξ ἐναντίας ἐκτάκτου σοβαρότητος καὶ
1599σπουδαιότητος ἐνδεικτικός. Ἡμεῖς φρονοῦμεν ἀδιστάκτως,
1600ὅτι προσπαθοῦμεν ν’ ἀνυψώσωμεν τὸ Κοινοβούλιον ἐκ τῆς
1601ταπεινῆς θέσεως, εἰς ἣν τὸ ἔῤῥιψεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ εἰς ἣν
1602προσπαθεῖ νὰ τὸ κρατῇ. Ὁ κυβερνῶν σήμερον τὴν Πολι-
1603τείαν, ἀφοῦ ἐξέλιπον πολλοὶ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἵτινες
1604ἐνόμιζεν, ὅτι τῷ παρενέβαλλον προσκόμματα, ἐπετέθη κατὰ
1605τοῦ Κοινοβουλίου, εὑρεθεὶς δὲ πρὸ εὐνοϊκῶν περιστάσεων,
1606διεῖδεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν του, καὶ ἐσκέ-
1607φθη νὰ ἐφαρμόσῃ σχέδια, ἃ ἔτεινον μόνον καὶ μόνον εἰς τὴν
1608οὐδετέρωσιν τῶν πολιτικῶν τοῦ τόπου ἐλευθεριῶν, πρὸς τὸν
1609σκοπὸν τοῦ νὰ ἐπικρατήσῃ ἐν τῇ πολιτικῇ σκηνῇ. Εἰς αὐτὰς
1610τὰς σκέψεις ὀφείλεται ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νόμου περὶ εὐρείας
1611περιφερείας. Ἔλεγε τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ συζη-
1612τήσει τοῦ νόμου ἐκείνου διὰ τῶν δημοσιογραφικῶν του ὀρ-
1613γάνων, ὅτι, ἄν τι κακὸν ἐγένετο ἐν τῷ τόπῳ, τοῦτο ὀφείλε-
1614ται εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Καὶ ἐπειδὴ πάντων τῶν κακῶν
1615παραίτιος εἶναι ἡ Βουλὴ, πρέπει νὰ μεταῤῥυθμισθῇ τὸ κοι-
1616νοβουλευτικὸν πολίτευμα οὕτως, ὥστε οἱ Βουλευταὶ νὰ θεω-
1617ρῶνται ἀνίκανοι νὰ πράττωσι τὸ κακόν. Θέλω, ἔλεγε, νὰ
1618περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι
1619ἡ Βουλευτοκρατία δὲν ἀφίνει τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐργασθῇ
1620ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ τόπου. (Ἀναγινώσκει)....
1621Καὶ εὑρέθησαν τότε φιλοπάτριδες Βουλευταί, οἵτινες ἐπί-
1622στευσαν εἰς τὰς ὡραίας ἐπαγγελίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
1623καὶ εἶπον: «ἀφοῦ ὁ κλῆρος ἔπεσεν εἰς ἡμᾶς, νὰ ψηφίσωμεν
1624τὸν νόμον, δι’ οὗ ἐξοστρακιζόμεθα ἑκουσίως ἐκ τοῦ Κοινο-
1625βουλίου, ἂς τὸν ψηφίσωμεν». Καὶ τὸν ἐψήφισαν. Καὶ εἶπε
1626τότε ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι οὐδεμία Βουλὴ ἔδειξε μεγα-
1627λείτερον πατριωτισμόν. Καὶ ὅμως δὲν παρῆλθε πολὺς και-
1628ρός, καὶ διέλυσε τὴν Βουλὴν ἐκείνην κατὰ τρόπον ὑβριστι-
1629κώτατον. Ἰδοὺ τί ἐλέγετο τότε. (Ἀναγινώσκει)....
1630§27ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ποῖος τὰ ἔλεγεν αὐτά;
1631§28ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ τὰ ἔλεγον ἐκεῖνοι,
1632οἱ ὁποῖοι καὶ σήμερον ἀκόμη ἐξακολουθοῦν νὰ ἐξυβρίζουν
1633τὸ Κοινοβούλιον, ἤτοι οἱ γνωστοὶ φίλοι καὶ ὑποστηρικταὶ
1634τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
1635§29ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐλέγοντο ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς;
1636§30ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Τὰ ἔλεγον οἱ φίλοι
1637τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
1638Ποία ἔπρεπεν ἐπὶ τέλους νὰ ἦναι ἡ ἀπαραίτητος συνέπεια
1639τοῦ, ὅτι μία Κυβέρνησις, μετὰ τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ
1640τῶν Βουλευτῶν καὶ τῆς εὐρείας περιφερείας, ἀπηλλάγη
1641πάσης πιέσεως ἐκ μέρους τῆς Βουλευτικῆς πλειοψηφίας;
1642Νὰ κυβερνήσῃ ὅσον οἷόν τε χρηστότερον καὶ τιμιώτερον.
1643Ἀντὶ τούτου ὅμως τί βλέπομεν; Μόλις διελύθη τότε ἡ
1644Βουλή, πρῶτον ἔργον τῆς Κυβερνήσεως ἦτο, νὰ ἀπονείμῃ
16452,000 καὶ ἐπέκεινα χαρίτων εἰς πολιτικοὺς καταδίκους, καὶ
1646ν’ ἀνοίξῃ τὰς φυλακάς, ὅπως ἐξέλθωσιν οἱ κατάδικοι, ὅσοι
1647δὲν ἔλαβον χάριν, πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ὑπουργικῶν ὑπο-
1648ψηφίων! Εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι 70 κατάδικοι ἐξῆλθον
1649τῶν φυλακῶν τῶν Πατρῶν. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν συζητήσεων,
1650αἵτινες ἐγένοντο ἐπὶ τόσας ἡμέρας ἐπὶ τῶν διαφόρων ἐπερω-
1651τήσεων, τί βλέπομεν; Ἐν τῷ ἐλέγχῳ τούτῳ ἀνεκινήθησαν
1652καὶ ἠρευνήθησαν ζητήματα, ἐν οἷς οὐδόλως ἀνεμίχθησαν
1653Βουλευταί. Ἀπεδείχθη, ὅτι εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Ντάη
1654ἐγένετο παράνομος προβιβασμὸς, ὅστις εἶναι τραῦμα κατὰ
1655τῆς στρατιωτικῆς ἱεραρχίας. Ἐπραγματεύθημεν ζήτημα
1656ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἀφεώρα εἰς τὴν χορηγίαν τῆς νομῆς διὰ
1657τοὺς ἵππους καὶ τοὺς ἡμιόνους τοῦ στρατοῦ, ἀπεδείχθη δὲ, ὅτι
1658καὶ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε
1659νὰ ὠφελήσῃ πρόσωπα ὡρισμένα, καὶ ἐζημίωσε τὸ Δημό-
1660σιον. Τίς τῶν Βουλευτῶν ἐπίεσε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ
1661διαπράξῃ τὰς παρανομίας καὶ τ’ ἀδικήματα ταῦτα κατὰ
1662τῆς Πολιτείας; Οὐδείς. Ἐπραγματεύθημεν τὸ ζήτημα τοῦ
1663Τάκη, καὶ προέκυψεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐξῆλθεν ἀλώ-
1664βητος ἐκ τῆς συζητήσεως ἐκείνης. Ἐπραγματεύθημεν ἕτε-
1665ρον ζήτημα, ἑνὸς ὑπαλλήλου ταμιακοῦ, ὁ ὁποῖος, καίτοι
1666ἀπεδείχθη, ὅτι ἐπλαστογράφησε τὰ δημόσια βιβλία καὶ ἐσφε-
1667τερίσθη πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν τοῦ δημοσίου ταμείου,
1668οὐ μόνον δὲν κατεδιώχθη ποινικῶς, ἀλλὰ καὶ διετηρήθη ἐν
1669τῇ ὑπηρεσίᾳ, διότι συνεδέετο διὰ συγγενικῶν καὶ ἄλλων δε-
1670σμῶν μὲ πρόσωπα, ἀσκοῦντα μεγίστην παρὰ τῷ κ. Πρω-
1671θυπουργῷ ἐπιῤῥοήν. Τίς τῶν Βουλευτῶν ἀνεμίχθη εἰς τὰ
1672ζητήματα ταῦτα; Τί τῶν Βουλευτῶν ἀνεμίχθη εἰς τὸ
1673ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ; Ποῦ ἦτο ἡ Βουλή,
1674ὅτε ἐγένετο ἡ ἐπαίσχυντος μεθ’ ἑνὸς καταδίκου συναλλαγή;
1675Συμπέρασμα τῶν λεγομένων μου εἶναι, ὅτι ἀληθῶς ἀνε-
1676στράφησαν οἱ ὅροι. Διαπράττει σήμερον ἡ Κυβέρνησις ἄνευ
1677οὐδεμιᾶς πιέσεως ἀκριβῶς ἐκεῖνα τὰ αἴσχη καὶ ὄργια, τὰ
1678ὁποῖα ἐπέῤῥιπτεν ἄλλοτε, κατὰ τρόπον συκοφαντικόν, εἰς
1679τοὺς Βουλευτάς.
1680Καὶ ἐν ᾧ διαπράττει ταῦτα, νομίζετε, ὅτι εἶσθε ὑπόχρεοι
1681εἰς τὸ ἑξῆς νὰ τὴν ἀκολουθῆτε; Πρέπει νὰ τὸ ἐννοήσωμεν
1682καλῶς. Τὸ Κοινοβούλιον ὑφίσταται δεινὴν δοκιμασίαν, πρέ-
1683πει δὲ νὰ γίνῃ διάκρισις μεταξὺ τῆς Νομοθετικῆς καὶ τῆς
1684Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ὅπως ἑκατέρα φέρῃ τὴν εὐθύνην,
1685ἥτις τῇ ἀνήκει.
1686Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ἐπράξαμεν τὸ καθῆκόν μας, κατα-
1687δείξαντες τὰ ἀτοπήματα καὶ τὰς ἀκολασίας τῆς Κυβερνή-
1688σεως, εἰς ὑμᾶς δὲ ἀπόκειται νὰ κρίνητε ἐν συνειδήσει καὶ
1689ὑπὸ τὰς ὑπαγορεύσεις τοῦ καθήκοντός σας, ἐὰν πρέπῃ καὶ
1690συμφέρῃ νὰ παράσχητε αὐτῇ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, τοῦθ’ ὅπερ
1691ἰσοδυναμεῖ πρὸς ἐξευτελισμὸν οἰκτρὸν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ
1692πολιτεύματος. Ἡμεῖς δὲν ἀνεχόμεθα τοιαύτην κατάστασιν
1693καὶ θὰ τὴν πολεμήσωμεν.
1694Εἶναι, Κύριοι, ἀπελπιστικὸν, νὰ ἀκολουθῆτε τυφλῶς
1695Κυβέρνησιν, ἥτις φωρᾶται, τοιαῦτα διαπράττουσα. Ἀρνεῖ-
1696σθε ὑμᾶς αὐτοὺς, καὶ ἀποξενοῦσθε τῆς ἐλευθερίας ὑμῶν περὶ
1697τὸ κρίνειν καὶ σκέπτεσθαι. Αὐτὴ δυστυχῶς εἶναι ἡ ἀλήθεια.
1698§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερος τὸν λόγον;
1699§32Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε Πρό-
1700εδρε.
1701§33ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ περιωπὴ, εἰς τὴν ὁποίαν
1702θέλουσι νὰ ἀνυψώσωσι τὸ Κοινοβούλιον!
1703§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
1704(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπι-
1705τήρησιν τῶν βουλευτῶν κκ. Καλογεροπούλου καὶ Σάκκη.)
1706§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 76. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.
1707§36ΣΑΚΚΗΣ. Δὲν προτίθεμαι, Κύριοι, νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν
1708ἀνάλυσιν τῆς ὅλης ὑποθέσεως, τῆς ἀφορώσης τὸ τηλεγρά-
1709φημα, διὰ τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν σήμερον· ἁπλῶς μόνον
1710θέλω παρατηρήσει, ὅτι ἡ τοιαύτη ἐνέργεια τῆς κεντρικῆς
1711ὑπηρεσίας ἀποδεικνύει τὴν διοικητικὴν ἔκλυσιν, εἰς ἣν τὸ
1712Κράτος ἡμῶν ἤγαγον οἱ σήμερον κυβερνῶντες. Τὸ τηλεγρά-
1713φημα τοῦτο ἀποδεικνύεται ἀληθέστατον ἐκ τῶν ἐπιστολῶν,
1714τῶν ἀποσταλεισῶν ὑπὸ τῶν συναδέλφων Βουλευτῶν πρὸς τὸν
1715Παπαχριστοφιλόπουλον, καὶ οἵτινες οὐδένα σκοπὸν βεβαίως
1716εἶχον νὰ προστατεύσωσι τὸν ἄνθρωπον τοῦτον, τοσαύτην
1717προθυμίαν καὶ ἐνδιαφέρον ὑπὲρ αὐτοῦ δείξαντες, ἀλλὰ διὰ
1718τῶν ἐνεργειῶν των ἐκείνων προσεπάθουν νὰ ἀφαιρέσωσιν ἐκ
1719τῶν χειρῶν του τὸ ἀπαίσιον διὰ τοὺς φίλους αὐτῶν ἐπίση-
1720μον τοῦτο ἔγγραφον, καὶ δυνηθῶσι νὰ καλύψωσι τὰς διὰ
1721τούτου ἐκδηλουμένας ἐκνόμους ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως.
1722Ὡς ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος ἐκείνου βλέπετε, ἡ Κυβέρνη-
1723σις ἠθέλησε νὰ προσκτήσῃ φίλον τοιοῦτον εἰς τὴν μερίδα,
1724τὴν ὁποίαν ὑπεστήριζε κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 4ης Ἰανου-
1725αρίου, ἵνα δυνηθῇ διὰ τῆς ὑποστηρίξεως αὐτοῦ νὰ συντελέσῃ
1726εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ συνδυασμοῦ, ὃν ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ
1727νομῷ Μεσσηνίας ὑπέδειξεν. Ἂν δὲ δὲν κατώρθωσε τοῦτο, δὲν
1728τὸ κατώρθωσε διότι οἱ ἀποτελοῦντες τὸν ἀντιπολιτευόμενον
1729συνδυασμὸν εἶχον τοσαύτην ἐπιῤῥοὴν ἐν τῷ νομῷ, εἴτε διὰ
1730τὰς ἐκδουλεύσεις των ἐν τῷ τόπῳ, εἴτε διὰ τὴν προσωπι-
1731κότητα, εἴτε καὶ δι’ ἄλλους λόγους, ὥστε ν’ ἀντεπεξέλθωσι
1732κατὰ παντοίων ἐκνόμων ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἐξ ὧν μία
1733εἶναι καὶ ἡ ὑπὸ συζήτησιν, δείξαντος τοῦ Μεσσηνιακοῦ λαοῦ,
1734ὅτι τὸ φρόνημα αὐτοῦ, οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον δύναται νὰ με-
1735ταβάλῃ ἡ πίεσις, ἣν Κυβέρνησις παρανομοῦσα ἠθέλησε νὰ
1736ἐξασκήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ ἀποστείλαντος εἰς τὴν Βουλὴν
1737ἐκείνους, οὓς ἐνόμιζεν ἀξίους ν’ ἀντιπροσωπεύσωσιν αὐτόν.
1738Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι, ἂν ἀναμνησθῇ τις τὰ ὄργια, τὰ τελε-
1739σθέντα ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως κατὰ τὴν ἐνέργειαν
1740τῶν ἐκλογῶν ἐκείνων, θέλει μειδιάσει διὰ τὸν θόρυβον, ὃν ἡ
1741ὑπὸ συζήτησιν ὑπόθεσις ἐγέννησεν, ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει
1742ν’ ἀφήσωμεν ἀπαρατήρητον ἔστω καὶ τὴν μικρὰν ταύτην κυβερ-
1743νητικὴν παρανομίαν, καὶ νὰ μὴ καταδείξωμεν ἔτι ἅπαξ,
1744ὅτι ὁ σήμερον τὸ Κράτος ἡμῶν κυβερνῶν πάντοτε ἐστήριξε
1745τὴν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ δύναμίν του ἐν τῇ συναλλαγῇ καὶ
1746ταῖς παραβάσεσι τῶν νόμων. Τί ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ, ἐκτὸς ἐὰν
1747θέλῃ ν’ ἀγνοῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη, ὅτε
1748τὸ πρῶτον εἰς τὴν ἐξουσίαν ἀνῆλθεν, ἐκήρυξε τὴν ἐλευθε-
1749ρίαν τῶν ἐκλογῶν, ἡ αὐτὴ δὲ Κυβέρνησις ἔρχεται σήμερον,
1750ἵνα ἀνατρέψῃ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ἄλλοτε ἐπηγγείλατο
1751περὶ τῆς ἐλευθερίας καὶ νομιμότητος τῶν ἐκλογῶν, καὶ δεί-
1752ξῃ εἰς τὸν λαὸν, ὅτι αἱ ἐπαγγελίαι της ἐκεῖναι δὲν εἶχον
1753ἄλλον σκοπὸν, εἰμὴ τὴν δημοκοπίαν καὶ τὴν δι’ αὐτῆς ἄνο-
1754δον εἰς τὴν ἐξουσίαν;
1755Κύριοι, ἔλαβον τὸν λόγον, οὐ μόνον διὰ νὰ ἐπικρίνω τὴν
1756παρανομίαν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ
1757διαμαρτυρηθῶ, ὡς μέλος τοῦ συνδυασμοῦ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον
1758διὰ τῶν τοιούτων ἐκνόμων μέσων αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις ἠθέ-
1759λησε ν’ ἀποκλείσῃ τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ τὸν ὁποῖον ἀπε-
1760τέλουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καὶ τὴν ἱκανότητα εἶχον καὶ τὴν
1761ἀγάπην τοῦ λαοῦ, ὅπως ἔλθωσιν ἐνταῦθα καὶ ἀντιπροσωπεύ-
1762σωσιν αὐτόν.
1763Τοιαύτη λοιπὸν εἶναι ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ, ἡ ὁποία ἄλ-
1764λοτε διεμαρτύρετο διὰ τὴν τοιαύτην κατάστασιν τῶν θεσμῶν,
1765καὶ κατέκρινε τὴν συναλλαγὴν, καὶ ἡ ὁποία ἔρχεται σήμερον
1766διὰ τῆς συναλλαγῆς νὰ ἀποκτήσῃ πλειοψηφίαν καὶ ἐπι-
1767βάλῃ εἰς τὸν τόπον τὴν θέλησίν της καὶ τὰς γνώμας της.
1768Ἡ Κυβέρνησις αὕτη, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἐκπροσωπεῖ
1769τὸ ἐλεύθερον φρόνημα τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ τὸ φρόνημα, τὸ ἐκ
1770τῆς συναλλαγῆς, τῆς καταπιέσεως καὶ διαφόρων ἄλλων ἀθε-
1771μίτων ἐνεργειῶν προερχόμενον· καὶ τὸ τηλεγράφημα τοῦ
1772Παπαχριστοφιλοπούλου οὐδὲν ἄλλο ἀποδεικνύει, ἢ ἓν τῶν
1773ἐκνόμων τούτων μέσων, τὰ ὁποῖα ἔθεσεν εἰς ἐνέργειαν ἡ
1774Κυβέρνησις αὕτη, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ τὴν ὑφισταμένην πλειο-
1775ψηφίαν (θόρυβος). Ἂν δὲ εἶχον πρόχειρα τὰ πρακτικὰ τῶν
1776συνεδριάσεων ἐκείνων, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ Πρωθυπουργὸς
1777διεῤῥήγνυε τὰ ἱμάτια αὐτοῦ καὶ ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ βήματος,
1778ὅτι αἱ Κυβερνήσεις τοῦ παρελθόντος δὲν ἦσαν ἀπόῤῥοια τῆς
1779ἐλευθέρας θελήσεως τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἀπόῤῥοια τῆς καταπιέ-
1780σεως καὶ τῆς ἀθετήσεως τῶν νόμων, βεβαίως δὲν ἤθελον μὲ
1781διακόπτει οἱ πρὸ ὀλίγου διακόψαντές με, διότι ἐκ τῆς ἀνα-
1782γνώσεως αὐτῶν θὰ διέβλεπον, ὅτι, ὅ,τι ἀνωτέρω εἶπον περὶ
1783τῶν κατὰ τὸ παρελθὸν ἐπαγγελιῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
1784εἶναι ἀκριβές....
1785§37ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἀρκετὰ, ἀρκετά!
1786§38ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Προστατεύσατε τὸν ἀγορεύοντα, κύριε
1787Πρόεδρε. (Γέλωτες).
1788§39ΣΑΚΚΗΣ. Καταπαύων τὸν λόγον, ἓν μόνον θὰ προσθέ-
1789σω, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι, ἐὰν αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις ποι-
1790οῦνται χρῆσιν τῆς ἐξουσίας αὑτῶν, ὅπως ἡ νῦν Κυβέρνησις,
1791τότε εἶναι περιττὴ ἡ ὕπαρξις τοῦ ὑπάρχοντος πολιτεύμα-
1792τος· ἐῤῥέτωσαν οἱ ἐλεύθεροι θεσμοὶ καὶ ἡ πρωτοβουλία τοῦ
1793λαοῦ· ἐπικατάρατοι δ’ ἔστωσαν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἠγωνίσθη-
1794σαν διὰ τοῦ λόγου, ἢ προέταξαν τὰ στήθη αὐτῶν, καταστή-
1795σαντες ἡμᾶς ἐλευθέρους πολίτας. Ἂς μάθωσιν ὅμως οἱ οὕτω
1796σκεπτόμενοι, ὅτι ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος ἔχει ἀκόμη γνῶσιν
1797τῆς ἱστορίας καὶ τῶν παραδόσεών του.
1798§40ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Εὖγε! εὖγε! (ἱλαρότης).
1799§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
1800Ἐξακολούθησις τῆς γʹ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ
1801χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τῆς χρήσεως 1888 ἐκ
1802δραχμῶν 335,110.
1803Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.
1804§42ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅσοι ἐμελέτησαν τὴν ὑπόθεσιν, ἐξ ἧς
1805πηγάζει ἡ ὑποχρέωσις, ἥτις πρόκειται νὰ πληρωθῇ διὰ τῆς
1806ἐκτάκτου πιστώσεως, ἣν συζητοῦμεν, καὶ ὅσοι ἤκουσαν
1807μετὰ προσοχῆς τὰ ἐντεῦθεν ἀναπτυχθέντα περὶ τῆς ὑποθέ-
1808σεως ταύτης, δὲν δύνανται νὰ ἀπορήσωσι διὰ τὴν εὐρεῖαν
1809συζήτησιν, ἣν ἔλαβεν αὕτη. Δὲν πρόκειται περὶ ἁπλῆς πι-
1810στώσεως, σκοπούσης, νὰ παρέξῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ μέσα
1811τῆς πληρωμῆς κανονικῆς ὑποχρεώσεως τοῦ Δημοσίου. Ἡ
1812συζητουμένη πίστωσις παρουσιάζει γενικώτερον χαρακτῆρα.
1813Θίγει τὸ σέβας καὶ τὴν εὐλάβειαν, τὴν ὀφειλομένην εἰς τὴν
1814νομοθεσίαν ἡμῶν· θίγει τὸ ζήτημα τῆς ἐκτιμήσεως τῶν πρὸς
1815τὸ Ἔθνος ὑπηρεσιῶν· θίγει ὡσαύτως τὴν ἀπέναντι τῶν
1816ἄλλων Ἐθνῶν θέσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Τοιαύτην
1817θεωρῶν τὴν πίστωσιν, ἐνόμισα, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἐκθέσω
1818τὴν περὶ αὐτῆς γνώμην μου, καὶ μεθ’ ὅλην τὴν γενομένην
1819ἀνάπτυξιν τῶν λεπτομεριῶν αὐτῆς.
1820Ἡ ὑπόθεσις Σπάρταλη δύναται νὰ διαιρεθῇ εἰς τρία στά-
1821δια καὶ τρεῖς περιόδους, καθαρῶς διακρινομένας ἀλλήλων.
1822Τὸ πρῶτον στάδιον αὐτῆς ἄρχεται κατὰ τὸ 1867 καὶ λή-
1823γει κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1875. Τὸ δεύτερον ἄρχεται κατὰ
1824τὸ 1875 καὶ λήγει τὸ 1886, τότε δὲ ἄρχεται τὸ τρίτον
1825στάδιον, ὅπερ λήγει κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1888.
1826Κατὰ τὸ 1867 ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ἀναγ-
1827καῖον, ἕνεκα τῶν συμβαινόντων ἐν Κρήτῃ, νὰ ἀγοράσῃ
1828πλοῖα· ἐνέκρινε δὲ νὰ προμηθευθῇ ταῦτα ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἐγ-
1829κρίνασα τοῦτο, ἐθεώρησε φυσικῶς ὡς κατάλληλον πρόσω-
1830πον πρὸς ἀγορὰν αὐτῶν τὸν ἐκεῖ Πρόξενον τῆς Ἑλλάδος κ.
1831Σπάρταλην. Ἀνέθηκε δ’ εἰς αὐτὸν τὴν ἀγοράν των, καὶ
1832συγχρόνως σχεδὸν ἔπεμψεν αὐτῷ τὸ ἀναγκαῖον χρηματικὸν
1833ποσόν. Ὁ κ. Σπάρταλης ἐξετέλεσε τὴν δοθεῖσαν εἰς αὐτὸν
1834παραγγελίαν. Πῶς δ’ ἐξετέλεσε ταύτην, δὲν δυνάμεθα νὰ
1835τὸ κρίνωμεν σήμερον ἐν γνώσει πασῶν τῶν λεπτομερειῶν.
1836Κατὰ τὸ 1868 ἐπεκρίθη ὁ τρόπος τῆς ἐκτελέσεως αὐτῆς.
1837Πολλοὶ τότε ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ ἐπέκριναν αὐτήν,
1838ἐγένετο δὲ μακρὰ συζήτησις, καθ’ ἣν κατετέθησαν εἰς τὸ
1839Κοινοβούλιον τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν δοθεῖσαν
1840παραγγελίαν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα
1841ἐχάθησαν. Ὅλαι δὲ αἱ προσπάθειαι, ἃς κατέβαλον αἱ διά-
1842φοροι Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις πρὸς εὕρεσιν αὐτῶν, ἀπέ-
1843βησαν μάταιαι. Δὲν γνωρίζομεν, τίς τὰ ὑπεξήρεσεν. Οὐδε-
1844μία ὅμως δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι δὲν ὑπεξήρε-
1845σεν αὐτὰ μήτε τὸ Δημόσιον, μήτε τις ἐνδιαφερόμενος ὑπὲρ
1846τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Ἡ ὑπεξαίρεσις τῶν ἐγγρά-
1847φων τούτων μᾶς θέτει σήμερον εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ κρί-
1848νωμεν ἐν ὅλαις αὐτοῦ ταῖς λεπτομερείαις τὸν τρόπον τῆς
1849ἐκτελέσεως τῆς δοθείσης παραγγελίας. Εὑρίσκομεν ἐν τοῖς
1850ἐγγράφοις, ἅτινα ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις κατέθεσεν εἰς τὴν
1851Βουλήν, πληροφορίας περί τινων γεγονότων, ἀναφερομένων
1852εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ταύτης, ἐξ ὧν δυνάμεθα μέχρι βαθμοῦ
1853τινος νὰ μορφώσωμεν γνώμην περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐξε-
1854τελέσθη αὕτη. Οἱ ὑπὲρ τῆς πιστώσεως δὲ ἀγορεύσαντες
1855καὶ ὑποστηρίξαντες αὐτὴν ἠθέλησαν νὰ ἀρυσθῶσιν ἐκ τῶν
1856κατατεθεισῶν πληροφοριῶν ἐπιχειρήματα, καὶ παραστήσωσι
1857τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς, ὡς γενομένην μετ’ αὐταπαρνήσεως,
1858ζήλου καὶ πατριωτισμοῦ.
1859Ὁ κ. Σπάρταλης, λέγουσι, καίπερ μὴ λαβὼν ἐντολὴν
1860νὰ ἀσφαλίσῃ τὸ πλοῖον «Μπουμπουλίνα», οὐχ ἧττον ἠσφά-
1861λισεν αὐτό, μετὰ δὲ τὸ ναυάγιόν του εἰσέπραξε τὴν ἀσφα-
1862λισθεῖσαν ἀξίαν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐκ τῶν κατατεθέντων ἐγγρά-
1863φων δὲν ἐξάγεται, ὅτι ὁ Σπάρταλης δὲν εἶχε τοιαύτην ἐν-
1864τολήν. Ἀπεναντίας ἐξ αὐτῶν μανθάνομεν, ὅτι διὰ τὸ πλοῖον
1865ὁ «Βασιλεὺς Γεώργιος» ἐντὸς τοῦ τιμήματος, ὅπερ ἐπλη-
1866ρώθη διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ, συμπεριελαμβάνοντο
1867ὡσαύτως καὶ τὰ ἀσφάλιστρα. Ἐκ τούτου δὲ δυνάμεθα νὰ
1868εἰκάσωμεν, ὅτι καὶ μεταξὺ τοῦ τιμήματος τῆς «Μπουμπου-
1869λίνας» συμπεριελαμβάνοντο ὡσαύτως καὶ τὰ ἀσφάλιστρα
1870διὰ τὸν ἀπὸ Ἀγγλίας εἰς Ἑλλάδα πλοῦν αὐτῆς.
1871Δὲν ἔχομεν οὐδεμίαν μαρτυρίαν, δεικνύουσαν τὸ ἐναντίον,
1872ἢ ὅτι δὲν ἐδόθη ἐντολὴ, ἵνα ἀσφαλισθῇ τὸ πλοῖον τοῦτο.
1873Ἀλλὰ, καὶ ἂν ἀκόμη ὑποθέσωμεν, ὅτι διὰ τὴν «Μπουμπου-
1874λίναν» δὲν συμπεριελαμβάνοντο τὰ ἀσφάλιστρα ἐντὸς τοῦ
1875τιμήματος αὐτῆς, καὶ ὅτι δὲν ἐδόθη ἐντολὴ εἰς τὸν Σπάρ-
1876ταλην, ἵνα ἀσφαλίσῃ αὐτὴν, πάλιν δὲν δυνάμεθα νὰ πα-
1877ραδεχθῶμεν, ὅτι ὁ κ. Σπάρταλης, ἀσφαλίσας τὸ πλοῖον
1878τοῦτο, ἔπραξέ τι πλειότερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἤθελε πρά-
1879ξει πᾶς παραγγελιοδόχος, ἀποστέλλων πλοῖον ἐξ Ἀγγλίας
1880εἰς Ἑλλάδα, ἐν ἐποχῇ μάλιστα χειμῶνος. Ἂν δὲν ἠσφά-
1881λιζεν αὐτὸ, ἤθελε παραβιάσει τὸ στοιχειωδέστερον καθῆκον
1882τοῦ παραγγελιοδόχου. Δὲν δυνάμεθα ἑπομένως νὰ χαρακτη-
1883ρίσωμεν ὡς ἔργον πατριωτισμοῦ καὶ αὐταπαρνήσεως τὴν
1884γενομένην ἀσφάλειαν τῆς ναυαγησάσης «Μπουμπουλίνας»...
1885§43Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω ἔνστασιν
1886περὶ μὴ ἀπαρτίας. Τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι οὐσιωδέστατον,
1887καὶ μὲ δέκα Βουλευτὰς δὲν συζητεῖται.
1888§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
1889(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος, ὑπὸ τὴν
1890ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Μισυρλῆ).
1891§45ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι καιρὸς νὰ ἐφαρμοσθῇ
1892ὁ Κανονισμός· νὰ καλέσητε τοὺς Βουλευτὰς οἱ ὁποῖοι
1893εἶναι ἐν τοῖς δωματίοις, καὶ ἂν δὲν ἔλθωσι, νὰ θεωρηθῶσιν ὡς
1894παρόντες.
1895§46Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν λέγει αὐτὸ ὁ Κανονισμός.
1896§47ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Διὰ τοῦ
1897Κανονισμοῦ θὰ σώσωμεν τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον σεῖς κα-
1898ταργεῖτε.
1899§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν
1900Κανονισμόν.
1901§49ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ἰδική σας ἐκτίμησις, τὴν ὁποίαν
1902δὲν συμμερίζεται τὸ Ἔθνος.
1903§50ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἐκτίμησις τῆς κοινωνίας.
1904§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Καΐρης). Τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Κανονισμοῦ
1905λέγει, ὅτι οἱ ἐν τοῖς δωματίοις προσκαλοῦνται, καὶ ἂν δὲν ἔλ-
1906θωσι, θεωροῦνται παρόντες.
1907§52ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ἡ δευτέρα πρᾶξις, δι’ ἧς θέλετε
1908νὰ ἐκβιάσητε τὴν Βουλήν. Θὰ φέρητε καὶ ταύτης τὴν εὐ-
1909θύνην. Ἠθελήσατε νὰ ἐκβιάσητε ἡμᾶς, παρατείναντες τὰς
1910συνεδριάσεις μέχρι τῆς πρωΐας. Σήμερον θέλετε νὰ ἐφαρμό-
1911σητε καὶ ἕτερον μέσον ἐκβιάσεως. Δύνασθε νὰ πράξητε
1912τοῦτο, ἀλλὰ μὴ ἀρνῆσθε, ὅτι σεῖς δὲν εἶσθε οἱ ὠθοῦντες τὰ
1913πράγματα, καὶ φέροντες τὸ Κοινοβούλιον εἰς τὴν ἀνώμα-
1914λον θέσιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται.
1915§53ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐφαρμόσητε καὶ τὴν ἑτέ-
1916ραν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, καθ’ ἣν δὲν δύναται νὰ ἀγο-
1917ρεύῃ τις πλέον τῶν δύο φορῶν ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς.
1918§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐν τοῖς παρακειμένοις δωματίοις εὑρι-
1919σκόμενοι Βουλευταὶ θὰ σημειωθῶσιν ὡς παρόντες.
1920Παρακαλεῖται ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Βαρβιτσιώτης, ὅπως
1921μεταβῇ μεθ’ ἑνὸς Γραμματέως εἰς τὰ παρακείμενα τῇ αἰ-
1922θούσῃ δωμάτια καὶ προσκαλέσῃ τοὺς ἐν αὐτοῖς εὑρισκομένους
1923Βουλευτὰς νὰ προσέλθωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ.
1924(Ὁ κ. Βαρβιτσιώτης ἀπέρχεται πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς πα-
1925ραγγελίας).
1926§55ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ (ἐπανερχόμενος ἐν τῇ αἰθούσῃ). Με-
1927ταβὰς εἰς τὰ παρακείμενα δωμάτια, εὗρον μόνον τὸν κ.
1928Θ. Π. Δηλιγιάννην, ὃν καὶ προσεκάλεσα ἐκ μέρους τοῦ κ.
1929Προέδρου νὰ προσέλθῃ ἐντὸς τῆς αἰθούσης, ἀλλ’ οὗτος μοὶ
1930ἀπήντησεν, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἔχει ὁ κ. Πρόεδρος νὰ τὸν
1931καλέσῃ.
1932§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει σημειωθῆ ὡς παρών.
1933§57ΜΙΣΥΡΛΗΣ (Ψηφολέκτης). Ἐγὼ διαμαρτύρομαι, κύριε
1934Πρόεδρε.
1935§58ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Νὰ δια-
1936μαρτυρηθῆτε ἐνυπογράφως.
1937§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων
193879 Βουλευτῶν κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου.
1939§60ΜΙΣΥΡΛΗΣ. 78 μόνον.
1940§61ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἔχομεν ἀπαρτίαν καὶ ἄνευ
1941τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη.
1942§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπάνος παρακαλεῖται νὰ συνε-
1943χίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
1944§63ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔλεγον, Κύριοι, ὅτι ὡς ἀπόδειξιν τῆς
1945μετὰ ζήλου δῆθεν καὶ αὐταπαρνήσεως ἐκτελέσεως τῆς ἐν-
1946τολῆς, τῆς δοθείσης εἰς τὸν κ. Σπάρταλην, ἔφερον οἱ ὑπο-
1947στηρίζοντες τὸ βάσιμον τῆς συζητουμένης πιστώσεως, τὸ μὴ
1948ἀποδεικνυόμενον γεγονός, ὅτι οὗτος ἄνευ ἐντολῆς ἐξετέλεσε
1949στοιχειῶδες καθῆκον παραγγελιοδόχου, ἀσφαλίσας τὸ ναυα-
1950γῆσαν πλοῖον ἡ «Μπουμπουλίνα». Εἰς τοῦτο προσθέτουσιν,
1951ὅτι μετὰ τὸ ναυάγιον αὐτῆς εἰσέπραξε 35,000 λίρας, ἐν ᾧ
1952ἡ Κυβέρνησις ὑπελόγιζεν ὡς ἀξίαν τοῦ πλοίου τούτου
195320,000 λίρας μόνον. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο φυσικῶς νὰ
1954ὑπολογίσῃ ὡς ἀξίαν αὐτοῦ ποσὸν ἀνώτερον τοῦ τιμήματος,
1955ὅπερ ἀνέγραφε δι’ αὐτό, κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς εἶχε λά-
1956βει μέχρι τότε παρὰ τοῦ κ. Σπάρταλη, καὶ καθ’ ἃς δὲν
1957ἠδύνατο νὰ ὑπολογίσῃ διὰ τὴν «Μπουμπουλίναν» τίμημα
1958ἀνώτερον τῶν 20,000 λιρῶν. Ἂν δ’ ὁ κ. Σπάρταλης εἰσέ-
1959πραξε 35,000 λίρας, εἰσέπραξε ταύτας, διότι διὰ τοσοῦ-
1960τον ποσὸν εἶχεν ἀσφαλίσει αὐτήν. Γεννᾶται ἑπομένως ἡ
1961ἀπορία, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις, κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς
1962δοθείσας εἰς αὐτὴν παρὰ τοῦ Σπάρταλη, ὑπολογίζει τὴν
1963ἀξίαν τοῦ πλοίου «Μπουμπουλίνας», εἰς 20,000 λιρῶν,
1964πῶς ὁ Σπάρταλης ἠσφάλισεν αὐτὸ διὰ 35,000 λίρας;
1965Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἀκολούθως ὁ κ. Σπάρταλης ὑπελόγισεν
1966εἰς 35,000 λίρας τὸ τίμημα τοῦ πλοίου τούτου, ἡ ἀντίφα-
1967σις ὅμως, ἡ ὑπάρχουσα μεταξὺ τοῦ τιμήματος, ὅπερ ἀρχι-
1968κῶς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὑπελόγιζε διὰ τὸ πλοῖον τοῦτο,
1969καὶ ἐκείνου, ὅπερ ὑπελογίσθη δι’ αὐτὸ μετὰ τὸ ναυάγιόν
1970του, γεννᾷ εἰς πάντα ἀμερόληπτον ἀπορίαν περὶ τοῦ ἀλη-
1971θῶς ἀρχικοῦ τιμήματος τοῦ πλοίου τούτου. Ἡ ἀπορία δὲ
1972αὕτη ἐπιτείνεται καὶ ἐκ τοῦ χρονικοῦ διαστήματος, ὅπερ
1973παρῆλθε μεταξὺ τοῦ ναυαγίου τῆς «Μπουμπουλίνας» καὶ
1974τῆς πληρωμῆς τῆς ἀξίας αὐτῆς. Γνωρίζομεν, ὅτι αἱ σοβα-
1975ραὶ ἀσφαλιστικαὶ ἑταιρίαι, οἵα εἶναι καὶ ἡ ἀσφαλίσασα τὴν
1976«Μπουμπουλίναν», δὲν παρατείνουσιν ἐπὶ 5 ἕως 6 ἔτη τὴν
1977πληρωμὴν τῆς ἀξίας τῶν ναυαγούντων πλοίων, ἀλλὰ πλη-
1978ρόνουσιν αὐτήν, ἅμα ἀποδειχθῇ τὸ ναυάγιον, ἡ ἀπόδειξις
1979δὲ τοῦ ναυαγίου τῆς «Μπουμπουλίνας» δὲν ἦτο δυνατὸν
1980ν’ ἀπαιτήσῃ πενταετὲς ἢ ἑξαετὲς διάστημα. Ἐναυάγησεν
1981αὕτη κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1868, ἡ δὲ ἀξία αὐτῆς εἰσε-
1982πράχθη κατὰ τὸ 1873 ἢ 1874. Καὶ τὸ γεγονὸς τοῦτο
1983ἑπομένως δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἔνδειξις πατριωτι-
1984σμοῦ καὶ αὐταπαρνήσεως κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς εἰς τὸν
1985κ. Σπάρταλην δοθείσης παραγγελίας. Ἑτέραν ἀπόδειξιν
1986τούτου ἔφερον, ὅτι ὁ κ. Σπάρταλης ἐπλήρωσε διὰ τὰς ἐπι-
1987σκευὰς τοῦ πλοίου «ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος» λίρας 6,000 πε-
1988ρίπου ὀλιγώτερον τοῦ ποσοῦ, ὅπερ εἶχεν ἀνακοινώσει προη-
1989γουμένως εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὡς τίμημα τοῦ
1990πλοίου τούτου. Ὅταν ὅμως ἐξετάσῃ τις τὸν τρόπον, καθ’ ὃν
1991κατεσκευάσθη τὸ πλοῖον τοῦτο, τὰς ἐλλείψεις, ἃς ἐπαρου-
1992σίασε μετὰ τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ, καὶ τὰς δυσκολίας, ἃς
1993οἱ Ἕλληνες ἀξιωματικοί, οἱ ἀποσταλέντες πρὸς παραλα-
1994βήν του, ἀπήντησαν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐπισκευῆς τῶν
1995ἐλλείψεων τούτων, δύναται μᾶλλον νὰ ἀπορήσῃ, πῶς οἱ
1996κατασκευάσαντες τὸ πλοῖον δὲν ὑπεχρεώθησαν νὰ δώσωσιν
1997εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, διὰ τὰς παρ’ αὐτῶν γενομένας
1998σπουδαίας παραβιάσεις εἰς τοὺς ὅρους τῆς κατασκευῆς
1999αὐτοῦ, ἀποζημιώσεις, πολὺ ἀνωτέρας τῶν 6,000 λιρῶν,
2000εἰς ἃς περιωρίσθη ἡ ἐλάττωσις τοῦ τιμήματος τοῦ «Γε-
2001ωργίου».
2002Οἱ ὑπερασπισθέντες τὴν πίστωσιν ἠδύναντο ἴσως νὰ ἐπι-
2003καλεσθῶσιν ἓν ἕτερον γεγονὸς ὑπὲρ τῆς γνώμης αὑτῶν. Ἠδύ-
2004ναντο νὰ εἴπωσιν, ὅτι ὁ κ. Σπάρταλης ὑπηρέτησε τὴν Ἑλ-
2005ληνικὴν Κυβέρνησιν ἄνευ προμηθείας. Δὲν ἐπεκαλέσθησαν
2006ὅμως τοῦτο, διὰ δύο ἰσχυροὺς λόγους. Τὰ μεγάλα ἐργοστά-
2007σια δίδουσιν εἰς τοὺς παραγγελιοδόχους προμήθειαν, ἥτις,
2008κατὰ γενικὸν κανόνα, ὃν ὡμολόγησαν καὶ οἱ ὑπερασπι-
2009σθέντες τὴν πίστωσιν, ἀνέρχεται εἰς 5% περίπου. Τὰ τοι-
2010αῦτα ἐργοστάσια συνήθως δὲν πωλοῦσι λιανικῶς εἰς κατα-
2011ναλωτὰς, ἀλλὰ χονδρικῶς εἰς ἐμπόρους, ἢ εἰς παραγγελιο-
2012δόχους. Εἰς τοὺς τελευταίους δὲ τούτους δίδουσι προμήθειαν.
2013Οἱ παραγγελιοδόχοι δὲ, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἀρκοῦνται εἰς
2014τὴν προμήθειαν ταύτην, καὶ δὲν λαμβάνουσι τοιαύτην παρὰ
2015τῶν διδόντων εἰς αὐτοὺς παραγγελίας. Ἐνίοτε δὲ οἱ παραγ-
2016γελιοδόχοι μέρος τῆς προμηθείας, ἣν λαμβάνουσι παρὰ τῶν
2017ἐργοστασιαρχῶν, ἀποδίδουσιν εἰς τοὺς δίδοντας τὴν παραγ-
2018γελίαν. Ὁ οἶκος Σπάρταλη, ἐκτελῶν τὴν παραγγελίαν, τὴν
2019δοθεῖσαν εἰς αὐτὸν παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἠρ-
2020κέσθη εἰς τὴν προμήθειαν τῶν 5%, ἅτινα φυσικῶς, νομί-
2021μως καὶ ἐντίμως ἔλαβε παρὰ τῶν ἐργοστασιαρχῶν...
2022§64ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ἔχετε
2023βεβαιωμένον;
2024§65ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ὑποθέτω.
2025§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐξάγεται ἐκ τῶν ἐγ-
2026γράφων ὅλων, ὅτι δὲν ἔλαβε.
2027§67ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν
2028ἐνώπιόν μας, δὲν ἐξάγεται.
2029§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐξάγεται.
2030§69ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἀρκεῖ νὰ τὸ βεβαιώσητε, πρέπει καὶ
2031νὰ τὸ ἀποδείξητε. Ἐκ τῶν ἐγγράφων δὲν ἐξάγεται, μήτε
2032ὅτι ἔλαβε, μήτε ὅτι δὲν ἔλαβεν. Εἶναι ὅμως παραδεδεγμέ-
2033νον, καὶ δύναμαι νὰ σᾶς φέρω χιλιάδας παραδειγμάτων, ὅτι
2034ὅλα τὰ μεγάλα ἐργοστάσια δίδουν 5% προμήθειαν. Καὶ
2035αὐτὸς δὲ ὁ ὑποστηρίξας τὴν πίστωσιν κ. Βουλευτὴς Φθιώ-
2036τιδος ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἐργοστασιάρχης τις ἐν Ἀγγλίᾳ, μεθ’
2037οὗ ἦλθεν εἰς συμφωνίαν πρό τινος καιροῦ Ἕλλην ἀξιωμα-
2038τικὸς διὰ τὴν κατασκευὴν πλοίου διὰ λογαριασμὸν Ἑλληνικῆς
2039Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, εἶπεν εἰς τὸν ἀξιωματικὸν τοῦτον,
2040μετὰ τὸ πέρας τῶν συμφωνιῶν, ὅτι δικαιοῦται νὰ λάβῃ προ-
2041μήθειαν 5%....
2042§70ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀλλὰ δὲν
2043τὴν ἐδέχθη.
2044§71ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν τὴν ἐδέχθη δι’ ἴδιον αὑτοῦ ὄφελος,
2045ἀλλὰ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἐδέχθη αὐτὴν εἰς ὄφελος τῆς Ἑται-
2046ρίας, ἥτις τὸν εἶχε πέμψει εἰς Ἀγγλίαν. Ὁ οἶκος Σπάρτα-
2047λη, ὡς οἶκος ἐμπορικὸς, γνωρίζων κάλλιστα τὰ συμφέροντά
2048του, ἐκτελέσας τὴν εἰς τὸν Πρόξενον Σπάρταλην δοθεῖσαν
2049παραγγελίαν, ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ ὠφέλειάν τινα, πρὸς ἀμοι-
2050βὴν τῆς ἐργασίας αὐτοῦ. Τὴν ὠφέλειαν ταύτην εὗρεν ἐν τῇ
2051προμηθείᾳ, ἣν ἐπλήρωσαν αὐτῷ οἱ κατασκευάσαντες τὰ
2052πλοῖα ἐργοστασιάρχαι. Ὁ δὲ κ. Σπάρταλης, οὐχὶ ὡς Πρό-
2053ξενος, ἀλλ’ ὡς ἀρχηγὸς τοῦ οἴκου Σπάρταλη καὶ Σας, ἐδέ-
2054χθη τὴν ἄνευ προμηθείας ἐκτέλεσιν τῆς ὑπὸ τῆς Ἑλληνι-
2055κῆς Κυβερνήσεως δοθείσης αὐτῷ παραγγελίας. Τὴν ὕπαρξιν
2056τοιαύτης συνεννοήσεως βεβαιοῖ ἡ ἐπιστολὴ τοῦ κ. Σπάρ-
2057ταλη, διὰ τῆς ὁποίας δὲν λέγει, ὅτι χαρίζει τὴν προμή-
2058θειάν του, ἀλλ’ ἀπολύτως, ὅτι δὲν λαμβάνει τοιαύτην παρὰ
2059τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως...
2060§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Λέγει χωρὶς νὰ λαμβάνῃ
2061προμήθειαν ἀπολύτως.
2062§73ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο ἀκριβῶς λέγει ἐν τῇ ἐπιστο-
2063λῇ του.
2064§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐδέχθη ὀβολὸν ὡς δικαίωμα προμη-
2065θείας, ἄνευ διακρίσεως δικαιώματος προμηθείας παρὰ τῆς
2066Κυβερνήσεως, ἢ παρ’ ἄλλου τινός.
2067§75ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ νὰ ἑρμηνεύσητε
2068τὴν φράσιν ταύτην ἐμπορικῶς, διότι ἐμπορικὴ εἶναι καὶ ἡ
2069ἐπιστολὴ τοῦ κ. Σπάρταλη. Ἀποτεινόμενος πρὸς τὴν Ἑλλη-
2070νικὴν Κυβέρνησιν ὁ κ. Σπάρταλης, δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ
2071εἴπῃ τί ἔπραξε μετ’ ἄλλων. Λέγει, ὅτι δὲν λαμβάνει προ-
2072μήθειαν παρ’ αὐτῆς...
2073§76ΜΙΛΗΣΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
2074§77ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι.
2075§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπαγορεύονται αἱ διακοπαί, Κύριοι.
2076§79ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐκ τῶν γενικῶς παραδεδεγμένων κρί-
2077νοντες, εἰκάζομεν, ὅτι ὁ κ. Σπάρταλης ἠρκέσθη εἰς τὴν προ-
2078μήθειαν, ἣν ἔλαβε παρὰ τῶν ἐργοστασιαρχῶν.
2079Ἐκτὸς δὲ τούτων, δὲν ἐποιήσαντο χρῆσιν τοῦ ἐπιχειρήμα-
2080τος τῆς προμηθείας οἱ ὑπερασπισθέντες τὴν πίστωσιν, διότι
2081ὁ ἴδιος Σπάρταλης κατέστρεψεν αὐτό. Ὁ κύριος Σπάρταλης,
2082ὅστις κατὰ τὸ 1868 ἔγραφε πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνη-
2083σιν, ὅτι δὲν λαμβάνει οὐδεμίαν προμήθειαν, ὅτε κατὰ τὸ
20841874 ἐπιέσθη νὰ στείλῃ τοὺς λ)σμούς του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
2085τῶν Οἰκονομικῶν, μετέβαλε γνώμην, καὶ ἐκεῖνο, ὅπερ αὐτὸς
2086ὁ ἴδιος ἀνεγνώριζεν, ὡς μὴ ἀνῆκον αὐτῷ, τὴν προμήθειαν
2087δηλαδή, τὴν παριστᾶ ὡς κεκτημένον αὐτοῦ δικαίωμα. Με-
2088ταχειρίζεται δ’ αὐτὴν ὡς δέλεαρ χάριν τῆς ἐξελέγξεως τῶν
2089λ)σμῶν του, προσφέρων αὐτὴν εἰς εὐεργετικὰ καταστήματα.
2090Τῆς τοιαύτης δ’ αὐτοῦ γενναιοδωρίας ὄργανον ἠθέλησε νὰ
2091μεταχειρισθῇ τὸν Βασιλέα, ἀφήσας εἰς τὴν Α. Μ. νὰ ὁρίσῃ
2092τὰ καταστήματα, ἅτινα ἤθελον λάβει τὸ ποσὸν τῆς προ-
2093μηθείας, ἣν, κατὰ τὴν ῥητὴν αὐτοῦ ὁμολογίαν, οὐδέποτε
2094ἀπέκτησεν.
2095Ἐκτὸς τῶν δύο τούτων λόγων, τὸ ἐκ τῆς προμηθείας ἐπι-
2096χείρημα κατέστρεψε καὶ τρίτος, διότι ὁ κ. Σπάρταλης δι’
2097ἀτάκτου καὶ ἀδίκου σημειώσεως ἐν ἰδιαιτέρῳ τινὶ βιβλίῳ αὑ-
2098τοῦ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ μεταγραφῇ ἡ ὁπωσδήποτε παρ’ αὐ-
2099τοῦ μὴ ἀποκτηθεῖσα προμήθεια, ὡς κέρδος κτηθὲν παρ’ αὐ-
2100τοῦ, ἐν τοῖς βιβλίοις τοῦ ἐμπορικοῦ αὐτοῦ οἴκου, τοῖς με-
2101ταβιβασθεῖσιν εἰς τοὺς δανειστὰς αὐτοῦ μετὰ τὴν πτώχευ-
2102σίν του, καὶ χρησιμεύσῃ ὡς μία ἐκ τῶν βάσεων, ἐφ’ ὧν ἐ-
2103στηρίχθησαν αἱ ἀπαιτήσεις τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως.
2104Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ἀρνητικῶν τούτων γεγονότων, εὑρίσκο-
2105μεν ἐν τοῖς κατατεθεῖσιν ἐγγράφοις καὶ θετικὰ γεγονότα,
2106ἅτινα μᾶς δίδουσι τὸν ἀληθῆ χαρακτηρισμὸν τοῦ τρόπου τῆς
2107ἐκτελέσεως τῆς εἰς τὸν κ. Σπάρταλην δοθείσης ἐντολῆς. Κατὰ
2108τὸ 1868 ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἐλθοῦσα εἰς τὴν ἀνάγκην
2109νὰ πληρώσῃ 10 ἢ 12 χιλιάδες λιρῶν εἰς Βιέννην χάριν τοῦ ἐν
2110Τεργέστῃ κατασκευαζομένου πλοίου «Ὄλγας», ἔγραψεν εἰς
2111τὸν κ. Σπάρταλην, νὰ πέμψῃ τὸ ποσὸν τοῦτο. Ὁ κ. Σπάρτα-
2112λης ὅμως ἠρνήθη νὰ πράξῃ τοῦτο, καίπερ ἔχων εἰς χεῖράς του
2113ποσὸν χρημάτων, ἀνῆκον εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, καὶ
2114ἀνερχόμενον εἰς 50,000 λίρας περίπου. Τοῦτο ὡμολόγησεν ὁ
2115ἴδιος, ἀρνηθεὶς νὰ ἐκτελέσῃ τὴν παραγγελίαν τῆς Ἑλληνι-
2116κῆς Κυβερνήσεως, διότι εἶχεν ἀναλάβει ὑποχρεώσεις διὰ τὴν
2117πληρωμὴν τοῦ πλοίου «Βασιλέως Γεωργίου», καὶ ἐνόει νὰ
2118κρατῇ τὰ εἰς αὐτὸν σταλέντα μέχρι τῆς ἐκπληρώσεως τῶν
2119ὑποχρεώσεων τούτων. Τοῦτο παριστᾷ καθαρῶς τὸν κ. Σπάρ-
2120ταλην ὡς ἔμπορον, τακτικὸν ἴσως καὶ τίμιον, ἀλλὰ μὴ
2121ἔχοντα ἐμπιστοσύνην, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ πέμψῃ
2122εἰς αὐτὸν ἐγκαίρως τὰ ἀναγκαῖα χρήματα διὰ τὴν ἐκτέ-
2123λεσιν τῶν διὰ λ]σμὸν αὐτῆς ληφθεισῶν ὑποχρεώσεων, καὶ μὴ
2124ἐννοοῦντα νὰ πράξῃ τι ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν αἰσθημάτων πα-
2125τριωτισμοῦ καὶ αὐταπαρνήσεως. Ὁ κ. Σπάρταλης ἔπεμ-
2126ψεν ἀργότερον εἰς Βιέννην τὸ ῥηθὲν ποσὸν, ἀλλ’ ἔπραξε τοῦτο
2127πιεσθεὶς ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπὸ τῆς ἐν
2128Λονδίνῳ Ἑλληνικῆς Πρεσβείας.
2129Κατὰ τὴν αὐτὴν περίπου ἐποχὴν ἐστάλη διὰ τοῦ κ.
2130Σπάρταλη εἰς τὴν ἐν Λονδίνῳ Ἑλληνικὴν Πρεσβείαν
2131ποσὸν 5,000 λιρῶν, ἵνα δοθῇ εἰς τηλεγραφικήν τινα
2132ἑταιρίαν πρὸς ἐκτέλεσιν συμβάσεως, ἥν εἶχε συνομολο-
2133γήσει μετ’ αὐτῆς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις· ὁ κ. Σπάρ-
2134ταλης ὅμως, τὸ ποσὸν τοῦτο, ἀντὶ νὰ τὸ δώσῃ εἰς τὴν Ἑλ-
2135ληνικὴν Πρεσβείαν, τὸ ἐκράτησεν, ὑπολογίσας αὐτὸ εἰς ὅσα
2136ἔμελλε νὰ πληρώσῃ διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ «Βασιλέως
2137Γεωργίου». Γνωρίζω πολὺ ὀλίγον τὸν κ. Σπάρταλην· οὐδε-
2138μίαν δὲ ἔχω ἀφορμὴν νὰ ἐπαινέσω, ἢ κατηγορήσω αὐτόν.
2139Ἦτο ἔμπορος, καὶ ἐπεδίωκε τὸ συμφέρον του, τακτικῶς
2140ἴσως καὶ ἐντίμως. Τὰ γεγονότα ὅμως, ἅτινα μανθάνομεν ἐκ
2141τῶν κατατεθέντων ἐπισήμων ἐγγράφων, δὲν μᾶς ἐπιτρέπουσι
2142νὰ παραδεχθῶμεν τὴν γενομένην ἐκτίμησιν τοῦ τρόπου τῆς
2143ἐκτελέσεως τῶν εἰς αὐτὸν δοθεισῶν παραγγελιῶν, ὡς τρόπου
2144δεικνύοντος ζῆλον, αὐταπάρνησιν καὶ πατριωτισμόν. Ἐπι-
2145βλαβῆ δὲ νομίζω τὸν τοιοῦτον χαρακτηρισμὸν, διότι, ἂν ἐπὶ τῇ
2146βάσει τῶν δεδομένων, ἅτινα ἀνέπτυξα, χαρακτηρίσωμεν ὡς
2147πατριωτικὴν τὴν ἐργασίαν τοῦ κ. Σπάρταλη, δὲν ἠξεύρω πῶς
2148θὰ ἐκτιμήσωμεν τὰς ὑπηρεσίας, ἃς παρέχουσιν εἰς τὸ Ἔθνος
2149ἐκεῖνοι, οἵτινες πράγματι ὑπηρετοῦσιν αὐτὸ μετ’ αὐταπαρ-
2150νήσεως καὶ μετὰ πατριωτισμοῦ.
2151Ἐκτὸς ὅμως τούτων, ἔχομεν καὶ ἓν ἕτερον πασίγνωστον
2152γεγονός· τὴν ἄρνησιν τοῦ κ. Σπάρταλη νὰ πέμψῃ εἰς τὸ
2153Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα
2154καὶ τοὺς λ)σμούς του, ὅπως καὶ αὐτὸς τεθῇ ἐν τάξει ἀπέ-
2155ναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Δημό-
2156σιον τακτοποιήσῃ τὴν μερίδα αὐτοῦ. Τὸ κυριώτερον μέρος
2157τῶν δοθεισῶν παραγγελιῶν εἰς τὸν κ. Σπάρταλην ἐξετελέ-
2158σθη κατὰ τὸ 1868, αἱ ἐπισκευαὶ δὲ τοῦ «Βασιλέως Γεωρ-
2159γίου» διήρκεσαν μέχρι τοῦ 1870. Ὁ κ. Σπάρταλης ὅμως
2160μέχρι τοῦ 1875 δὲν ἔστειλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκο-
2161νομικῶν, εἰμὴ ἁπλῆν σημείωσιν καὶ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα
2162διὰ 6,000 λίρας περίπου. Κατ’ ἔτος ἐζητοῦντο παρ’ αὐτοῦ
2163διὰ τῆς ἐν Λονδίνῳ Ἑλληνικῆς Πρεσβείας οἱ λ)σμοί του
2164καὶ τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, ἀλλ’ οὗτος ἀπέφευγε τοῦτο,
2165προφασιζόμενος, ὁτὲ μὲν τὸ πολυάσχολον αὐτοῦ, ὁτὲ δὲ τὴν
2166ἀπουσίαν τοῦ διευθυντοῦ τοῦ λογιστηρίου του. Δὲν εἶναι δὲ ὀρ-
2167θὸν τὸ λεχθὲν ἐντεῦθεν, ὅτι ὁ κ. Σπάρταλης, ὡς ἔμπορος, δὲν ἠδύ-
2168νατο νὰ πέμψῃ δικαιολογητικὰ, κατατεταγμένα καὶ συντε-
2169ταγμένα κατὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου ἀπαιτου-
2170μένην τάξιν, ὡς ἤθελε πράξει τοῦτο εἷς Ταμίας, ἢ ἄλλος
2171λογιστικὸς ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
2172Οὐδέποτε ἐζητήθη παρ’ αὐτοῦ τοιαύτη κατάταξις τῶν
2173δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, ὁ δὲ κ. Σπάρταλης, ὡς ἔμπορος,
2174δὲν ἠδύνατο νὰ ἀγνοῇ, ὡς ἀπέδειξε τοῦτο ἀργότερον, τίνα
2175ἦσαν τὰ ἔγγραφα καὶ οἱ λ)σμοὶ, οὓς ὤφειλε νὰ πέμψῃ εἰς τὴν
2176Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν.
2177Ἡ τοιαύτη ἄρνησις αὐτοῦ, ἡ διαρκέσασα ἓξ ὅλα ἔτη,
2178ἠνάγκασε τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἥτις, ἐκ τῶν πλη-
2179ροφοριῶν, ἃς εἶχε λάβει παρ’ αὐτοῦ, εὕρισκεν αὐτὸν χρεώ-
2180στην 23,000 λιρῶν περίπου, νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς
2181ἐξασφαλίσεως τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, καὶ προβῇ
2182εἰς τὴν κατάσχεσιν τῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ εὑρι-
2183σκομένων 6,000 λιρῶν περίπου, ἀνηκουσῶν τῷ κ. Σπάρταλῃ.
2184Ὁ τότε δὲ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔγραψε κατὰ τὰ
2185τέλη τοῦ 1874 πρὸς τὸν Πρέσβυν τῆς Ἑλλάδος ἐν Λονδίνῳ
2186καὶ πικρὰν διὰ τὸν κ. Σπάρταλην ἐπιστολὴν, δι’ ἧς ἠπείλει
2187τοῦτον, ὅτι, ἂν δὲν στείλῃ ἀμέσως τὰ δικαιολογητικὰ
2188ἔγγραφα, θὰ τὸν ἐναγάγῃ ἐνώπιον τῶν Ἀγγλικῶν Δικαστη-
2189ρίων. Τὴν τοιαύτην ἀπειλὴν συνησθάνθη ὁ κύριος Σπάρ-
2190ταλης, καὶ ὑπεσχέθη νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ὑποχρέωσίν του. Δὲν
2191ἔστειλεν ὅμως ἀμέσως τὰ ζητούμενα ἔγγραφα, προφασισθεὶς
2192καὶ τότε, ὅτι ἔλειπεν ὁ εἰδικὸς ὑπάλληλός του. Μετὰ τρεῖς
2193δὲ ἢ τέσσαρας μῆνας, δηλ. περὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1875, ἔπεμ-
2194ψε ταῦτα. Καὶ ἐνταῦθα δύναται νὰ ἐγερθῇ μία νέα ἀπορία:
2195Ὁ κύριος Σπάρταλης εἶχε τὰ δικαιολογητικὰ ταῦτα ἔγγρα-
2196φα ἀπὸ τοῦ 1868, ἢ ἐπρομηθεύθη ταῦτα κατὰ τὸ διάστημα,
2197τὸ μεσολαβῆσαν ἀπὸ τῆς γενομένης πρὸς αὐτὸν ἀπειλῆς μέ-
2198χρι τῆς ἀποστολῆς τῶν ἐγγράφων; Καὶ ἂν μὲν εἶχεν αὐτὰ,
2199διατὶ ἀπέφευγεν ἐπὶ 6 ὅλα ἔτη τὴν ἀποστολήν των; Ἐὰν δὲ
2200δὲν τὰ εἶχε, τίνα δύνανται νὰ ἔχωσι ταῦτα ἀποδεικτικὴν
2201ἀξίαν; Εἰς τὴν ἀπορίαν ταύτην οὐδεμίαν δυνάμεθα νὰ δώ-
2202σωμεν λύσιν, στηριζομένην ἐπὶ ἐπισήμων πληροφοριῶν. Ἐκεῖνο
2203ὅμως, ὅπερ οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, εἶναι, ὅτι ὁ κ. Σπάρταλης
2204ἔπεμψεν εἰς Ἀθήνας τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, μόνον
2205μετὰ τὴν γενομένην πρὸς αὐτὸν ἀπειλὴν κατὰ τὸ 1874
2206ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν μακαρίτου Νικο-
2207λοπούλου.
2208Ἐντεῦθεν ἄρχεται τὸ δεύτερον στάδιον τῆς ὑποθέσεως.
2209Τὰ ἔγγραφα ἔφθασαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν
2210κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1875, ἤρξατο δὲ ἡ ἐξέλεγξις αὐτῶν.
2211Οἱ κατὰ διαφόρους ἐποχὰς ἐξελέγξαντες αὐτὰ ἔφθασαν εἰς
2212διάφορα συμπεράσματα. Οἱ μὲν εὗρον τὸν κ. Σπάρταλην
2213ὀφειλέτην τοῦ Δημοσίου διὰ 4–5 χιλιάδας λιρῶν, τινὲς δὲ
2214καὶ 23,000 λιρῶν, εἷς δὲ καὶ μέχρι τῶν 50,000 λιρῶν.
2215Ἄλλοι δὲ εὕρισκον αὐτὸν πιστωτὴν 4 ἢ 5 χιλιάδων λιρῶν.
2216Τίνες ἐξ αὐτῶν εἶχον δίκαιον, δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ κρίνω-
2217μεν, διότι ἡ ἐξέλεγξις τῶν λογαριασμῶν αὐτοῦ δὲν εἶναι
2218ἔργον, δυνάμενον νὰ γίνῃ παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἐκεῖνο ὅμως,
2219ὅπερ γνωρίζομεν, εἶναι, ὅτι, καθ’ ὅλον τὸ ἀπὸ τοῦ 1875
2220μέχρι τοῦ 1886 διάστημα, ἡ ἀπαίτησις Σπάρταλη ἠμφι-
2221σβητεῖτο μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, ἐὰν
2222δὲ πιστεύσωμεν τοὺς ἀγορεύσαντας ὑπὲρ τῆς πιστώσεως,
2223τὴν ἀμφισβήτησιν ταύτην ὀφείλομεν ν’ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν
2224δυστροπίαν καὶ τὴν κακὴν πίστιν τῶν κατὰ τὸ διάστημα
2225τοῦτο διαδεχθέντων ἀλλήλους Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν,
2226οἵτινες πάντες ἠθέλησαν νὰ ὠφελήσωσι τὸ Ἑλληνικὸν Δη-
2227μόσιον, ἀδικοῦντες τὸν κ. Σπάρταλην.
2228Τὴν τοιαύτην ἐκτίμησιν τῶν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου φρον-
2229τίδων τῶν διαφόρων Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν εὑρίσκω
2230οὐ μόνον ἄδικον, ἀλλὰ καὶ ἀντιπατριωτικήν. Ἐκ τῶν δο-
2231θεισῶν εἰς ἡμᾶς πληροφοριῶν οὐδεμία ἐξάγεται δυστροπία καὶ
2232ἄδικος πρὸς τὸν κ. Σπάρταλην διάθεσις. Ἀπεναντίας πάντα
2233τὰ κατατεθέντα ἔγγραφα καὶ τὸ τελευταῖον παρουσιασθὲν
2234τοιοῦτον, τοῦ νῦν μὲν ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατὰ
2235δὲ τὸ 1879 Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, δεικνύει, ὅτι καὶ
2236οὗτος συνιστᾷ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὴν τα-
2237χεῖαν ἐξέλεγξιν καὶ τακτοποίησιν τῆς ἀπαιτήσεως Σπάρταλη.
2238Ὑπαίτιος δὲ τῆς τοιαύτης ἀμφισβητήσεως ἀποδεικνύεται
2239αὐτὸς ὁ κ. Σπάρταλης, ὅστις ἀνέβαλλεν ἐπὶ πολλὰ ἔτη τὴν
2240ἀποστολὴν τῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, ἔπεμψε δὲ
2241τοιαῦτα, μὴ ὑποστηρίζοντα ἀσφαλῶς τοὺς λογαριασμοὺς
2242καὶ τὰς ἀπαιτήσεις αὐτοῦ.
2243Τὸ γεγονὸς τῆς ἀμφισβητήσεως τῆς ἀπαιτήσεως οὐδεὶς
2244δύναται ν’ ἀρνηθῇ, διότι, ἂν δὲν ἠμφισβητεῖτο αὕτη, ἤθε-
2245λεν ἐκκαθαρισθῆ καὶ πληρωθῆ ἐγκαίρως. Ὁ κ. Σπάρταλης
2246δὲ, γνωρίζων τοῦτο, δὲν ἠδύνατο νὰ ἀγνοῇ καὶ τὸν τρόπον,
2247δι’ οὗ ὤφειλε νὰ ἐξασφαλίσῃ πᾶν δικαίωμά του κατὰ τῆς
2248ὑπὸ τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου ἐπιβαλλομένης πενταετοῦς πα-
2249ραγραφῆς εἰς πᾶσαν κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀπαίτησιν, μὴ
2250ἀναγνωρισθεῖσαν, ἢ μὴ πληρωθεῖσαν. Καὶ ἂν ἠγνόει αὐτὸ,
2251τὸ ἔμαθε βεβαίως παρὰ τῶν ἐνταῦθα ἀντιπροσώπων αὐτοῦ.
2252Ἀπόδειξιν δὲ τούτου ἔχομεν τὴν πρᾶξιν τοῦ ἀντιπρο-
2253σώπου του, ἑνὸς τῶν πρωτίστων παρ’ ἡμῖν νομομαθῶν, καὶ
2254τοῦ ὁποίου οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ κῦρος, τοῦ κ.
2255Καλλιγᾶ, ὅστις, γνωρίζων τὸν ἐκ τῆς παραγραφῆς κίνδυ-
2256νον, ἀπηύθυνεν αἴτησιν θεραπείας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
2257Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Σπάρταλης δὲν ἠθέλησε νὰ συμ-
2258πληρώσῃ δι’ ἀγωγῆς τὴν γενομένην αἴτησιν θεραπείας,
2259διότι, καίπερ γνωρίζων, ὅτι ἡ ἀγωγὴ ἦτο τὸ μόνον μέσον,
2260ὅπερ ἠδύνατο νὰ σώσῃ τὴν ἀπαίτησιν αὐτοῦ ἐκ τῆς παρα-
2261γραφῆς, δὲν εὕρισκε, φαίνεται, συμφέρουσαν αὐτῷ τὴν δικα-
2262στικὴν ἐκκαθάρισιν τῶν ἀπαιτήσεών του. Ἐπροτίμησε νὰ
2263ἐπιδιώξῃ τὴν διοικητικὴν καὶ φιλικὴν ἐκκαθάρισιν αὐτῆς,
2264τρέχων τὸν κίνδυνον τῆς παραγραφῆς. Οὕτω δὲ ἡ ἀπαίτη-
2265σίς του παρεγράφη, κατὰ τὸ ἄρθρον 69 τοῦ Λογιστικοῦ
2266Νόμου, ὅπερ λέγει ῥητῶς (ἀναγινώσκει): «Παραγράφεται
2267πρὸς ὄφελος τοῦ Κράτους καὶ ἐξαλείφεται πᾶν χρέος δημό-
2268σιον, ἐὰν δι’ ἔλλειψιν ἀποχρώσης δικαιολογήσεως δὲν ἀνε-
2269γνωρίσθη, ἢ δὲν διετάχθη ἡ πληρωμὴ αὐτοῦ, καὶ δὲν ἐπλη-
2270ρώθη ἐντὸς πέντε ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς χρήσεως. Ἡ
2271διάταξις αὕτη δὲν ἰσχύει εἰς τὰς περιστάσεις, διὰ τὰς ὁποίας
2272νόμοι, εἰδικὰ διατάγματα ἢ συμβόλαια προσδιώρισαν μα-
2273κρυτέραν ἢ συντομωτέραν προθεσμίαν ἐκπτώσεως.»
2274Τὸ ἄρθρον τοῦτο κύριον σκοπὸν ἔχει, νὰ σώσῃ τὴν δια-
2275χείρισιν τῶν οἰκονομικῶν, καὶ τὴν τακτικὴν λειτουργίαν τοῦ
2276Δημοσίου Λογιστικοῦ, οὐχὶ ἐκ τῶν ἀπαιτήσεων τῶν ἐκκεκα-
2277θαρισμένων, ὡς εἶπον οἱ ὑπερασπισθέντες τὴν πίστωσιν, διότι
2278ἐλάχιστος ἤθελεν εἶσθαι ὁ ἐκ τῶν τοιούτων ἀπαιτήσεων κίν-
2279δυνος, ἀλλ’ ἐκ τῶν περιπλοκῶν τῶν μὴ ἐκκεκαθαρισμένων
2280ἀπαιτήσεων, καὶ ἐκ τῶν κινδύνων, οὓς παρουσιάζουσι τοιαῦται
2281ἀπαιτήσεις, ἐξελεγχόμεναι μετὰ παρέλευσιν δεκάδων ἐτῶν.
2282Τὸ Δημόσιον, οὗτινος οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι συνεχῶς ἀλ-
2283λάσσουσι, δυσκόλως δύναται νὰ κρατήσῃ ἐπὶ δεκάδας ἐτῶν
2284ὅλα τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα, καὶ πλήρη τὴν γνῶσιν τῶν λε-
2285πτομερειῶν, τῶν ἀναγκαίων πρὸς ἐκκαθάρισιν καὶ τακτο-
2286ποίησιν τῶν τοιούτων ἀπαιτήσεων. Οἱ ἰδιῶται ὅμως, ἐπι-
2287μελέστεροι πάντοτε τοῦ Δημοσίου, εὐκολώτερον δύνανται
2288καὶ νὰ κρατήσωσι ταῦτα καὶ νὰ εὕρωσι καὶ ἕτερα, δυσκό-
2289λως ἐξελεγχόμενα, μετὰ παρέλευσιν δεκάδων ἐτῶν, καὶ εὐ-
2290κολύνωσι τὴν ὑπὲρ αὑτῶν καὶ κατὰ τοῦ Δημοσίου ἐκκα-
2291θάρισιν τῶν τοιούτων ἀπαιτήσεων.
2292Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς, ὅτι εἰς τὸν κ. Σπάρταλην ἦσαν κε-
2293κλεισμένα τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια. Ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν
2294βεβαίως δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον χάσμα, θέτον τοὺς πιστωτὰς
2295τοῦ Δημοσίου, καὶ ὅταν ἀκόμη οὗτοί εἰσιν ὑπόλογοι διαχει-
2296ρισταὶ, εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ ἐξασφαλίσωσι τὰ δικαιώματά
2297των ἐναντίον τῆς πενταετοῦς παραγραφῆς. Ὁ κ. Σπάρτα-
2298λης δὲ, ἐκτὸς τῆς ἰδιότητός του ὡς ὑπολόγου, εἶχε καὶ τὴν
2299ἰδιότητα τοῦ ἁπλοῦ δικαιούχου διὰ τὰς 6,000 λίρας, τὰς
2300κατασχεθείσας παρὰ τῇ Ἐθν. Τραπέζῃ καὶ δι’ ἃς ἀναντιῤ-
2301ῥήτως ἠδύνατο νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ Δικαστήρια. Τὰ Ἑλ-
2302ληνικὰ Δικαστήρια βεβαίως δὲν ἦσαν κεκλεισμένα εἰς τὸν
2303κ. Σπάρταλην, ἐγνώριζε δ’ οὗτος, ὅτι ἡ ἀπαίτησίς του ἠμ-
2304φισβητεῖτο, διότι, ἐὰν δὲν ἠμφισβητεῖτο, ἤθελεν ἐκκαθαρι-
2305σθῆ καὶ πληρωθῆ. Ἀλλ’, ὡς εἶπον, ἀντὶ τοῦ δικαστικοῦ
2306ἀγῶνος, ἐπροτίμησε τὴν παραγραφήν.
2307Νομίζω δὲ ὅλως ἀβάσιμον τὴν σύγκρισιν, ἣν ἠθέλησαν νὰ
2308ποιήσωσι, τῆς πιστώσεως Σπάρταλη μὲ ἄλλας πιστώσεις,
2309καὶ ἰδίως μὲ τὴν πρὸ ἐτῶν ψηφισθεῖσαν πίστωσιν, πρὸς κα-
2310νονισμὸν τῶν ἀπαιτήσεων τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς
2311Ἑταιρίας, καὶ μὲ τὴν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ψηφισθεῖσαν τοι-
2312αύτην διὰ τὴν τακτοποίησιν τῶν προσωρινῶν δανείων τῆς
2313Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία ἐξηκολούθει
2314παρέχουσα ὑπηρεσίας εἰς τὸ Δημόσιον διαρκῶς καὶ ἄνευ δια-
2315κοπῆς. Ἐλάμβανε δὲ παρ’ αὐτοῦ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν
2316χρήματα, καὶ αἱ ἀπαιτήσεις αὐτῆς εἶχον χαρακτῆρα διαρ-
2317κοῦς τρεχουμένου λογαριασμοῦ. Ὅτε δὲ διά τινας ἀπαιτή-
2318σεις αὐτῆς ἐγεννήθη ὁ κίνδυνος τῆς παραγραφῆς, ἔσπευσεν
2319αὕτη νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, κατόπιν τῆς
2320ὁποίας ἐπῆλθεν ὁ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς Ἑταιρίας συμβι-
2321βασμὸς, καὶ ἡ τακτοποίησις τῶν ἀπαιτήσεων αὐτῆς.
2322Τὰ προσωρινὰ δὲ δάνεια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν ὑπά-
2323γονται εἰς τὴν παραγραφὴν τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, ὡς στη-
2324ριζόμενα ἐπὶ νόμου καὶ συμβάσεως, καὶ ἐξαιρούμενα τῆς
2325πενταετοῦς παραγραφῆς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 69 τοῦ νόμου
2326τούτου. Οὐδεὶς λόγος περὶ παραγραφῆς δύναται νὰ γίνῃ διὰ
2327τὸ κεφάλαιον τῶν δανείων τούτων. Οἱ τόκοι δ’ αὐτῶν οὐδέ-
2328ποτε ἠμφισβητήθησαν παρὰ τοῦ Δημοσίου. Ἂν δὲ παρου-
2329σιάσθη δυσκολία τις εἰς τὸν κανονισμὸν αὐτῶν, τοῦτο προ-
2330ῆλθε, διότι τὸ Γενικὸν Λογιστήριον τὰς ὑπὸ τῆς Τραπέζης
2331γενομένας εἰσπράξεις διὰ λογαριασμὸν τῶν δανείων τούτων
2332κατελόγισε παρανόμως ἀπέναντι τῶν κεφαλαίων, ἀντὶ νὰ
2333τὰς καταλογίσῃ ἀπέναντι τῶν τόκων. Οὐδεμία βάσιμος
2334σύγκρισις δύναται νὰ γίνῃ μεταξὺ τῶν πιστώσεων τούτων
2335καὶ τῆς πιστώσεως Σπάρταλη, ἥτις παρεγράφη πολὺ πρὸ
2336τοῦ 1886.
2337Μετὰ τὴν παραγραφὴν αὐτῆς ἄρχεται τὸ τρίτον στάδιον
2338τῆς ὑποθέσεως Σπάρταλη. Κατὰ τὸ 1885 ἢ 1886 οὗτος
2339ἐπτώχευσεν, ἡ δὲ περιουσία αὐτοῦ περιῆλθεν εἰς χεῖρας τῶν δα-
2340νειστῶν του. Συμβιβασθεὶς δὲ μετ’ αὐτῶν, ἐξεχώρησε, σὺν
2341ἄλλοις, καὶ τὴν κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ἀπαίτησίν
2342του. Δὲν γνωρίζομεν ἀκριβῶς εἰς τίνας ἐξεχώρησε ταύτην,
2343διότι ἡ Κυβέρνησις, πολλάκις ἐρωτηθεῖσα, δὲν μᾶς εἶπε τοῦτο.
2344Ἠκούσαμεν ὅμως, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ βεβαιώσωμεν τοῦτο,
2345ὅτι ἡ ἐκχώρησις αὐτῆς ἐγένετο πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας τῆς
2346ἰσχυρᾶς καὶ μεγάλης ἐφημερίδος τῶν «Times». Οἱοιδήποτε
2347δὲ καὶ ἂν ὦσιν οἱ ἐκδοχεῖς τῆς ἀπαιτήσεως ταύτης, οὗτοί
2348εἰσιν ὑπήκοοι Ἄγγλοι. Ὡς τοιοῦτοι δὲ κατέφυγον εἰς τὴν
2349Κυβέρνησίν των, καὶ ἐζήτησαν τὴν ὑπὲρ τῆς ἀπαιτήσεώς των
2350ἐπέμβασιν καὶ ὑποστήριξιν αὐτῆς. Ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις
2351ἐπενέβη οὐχὶ ὡς ἰδιωτικὸς τῶν δικαιοδόχων Σπάρταλη ἀν-
2352τιπρόσωπος, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ὡς Κυβέρ-
2353νησις, μεθ’ ὅλου αὐτῆς τοῦ ὄγκου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
2354παραδεχθῶμεν, ὅτι ὁ Πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας παρέστη ἐνώπιον
2355τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀντιπροσωπεύων τοὺς ἐκδο-
2356χεῖς Σπάρταλη. Ἡ θέσις τοῦ ἀντιπροσώπου ξένης Δυνάμεως
2357δὲν συμβιβάζεται μὲ τὰ ἔργα καὶ τὰ καθήκοντα ἰδιώτου
2358ἀντιπροσώπου. Ἀλλὰ, καὶ ἄν, κατὰ μεγάλην ἐξαίρεσιν, ὑπο-
2359θέσωμεν ὡς δυνατὸν τοιοῦτόν τι διὰ τὸ πρόσωπον τοῦ Πρέ-
2360σβεως, βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι τὸ ἠθι-
2361κὸν πρόσωπον τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας δύναται νὰ παρα-
2362στῇ ὡς ἰδιώτης ἀντιπρόσωπος. Αἱ Πρεσβεῖαι, κατὰ τὸ διε-
2363θνὲς δίκαιον, χαίρουσι προνομίας καὶ δικαιώματα, ἅτινα θέ-
2364τουσιν αὐτὰς ἐκτὸς καὶ ἄνω τῶν νόμων τῆς χώρας, ἐν ᾗ
2365ἑδρεύουσι, καὶ ἅτινα καθιστῶσιν ἀδύνατον τὴν παρ’ αὐτῶν
2366ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων καὶ τῶν καθηκόντων τοῦ ἰδιώτου ἀντι-
2367προσώπου καὶ πληρεξουσίου τῶν ὑπηκόων αὐτῶν. Ἔχομεν
2368δ’ ἐνώπιον ἡμῶν τὰς πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Ὑπουργεῖον τῶν
2369Ἐξωτερικῶν διακοινώσεις τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, ἐν αἷς,
2370αὕτη ὁμιλεῖ, οὐχὶ ἐν ὀνόματι τῶν ἐκδοχέων τοῦ Σπάρταλη,
2371ἀλλ’ ἐν ὀνόματι τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Ἐν ὀνόματι
2372δὲ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Κυβερνήσεως διαβιβάζει παρατηρήσεις
2373καὶ ἐκφράσεις εὐαρεσκείας ἢ λύπης πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυ-
2374βέρνησιν.
2375Ἀλλ’ ἐδικαιοῦτο ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις νὰ ἐπέμβῃ δι-
2376πλωματικῶς, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἀπαιτήσεως Σπάρταλη
2377κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου; Κατὰ τὸ διεθνὲς δίκαιον,
2378ἐπέμβασις Κυβερνήσεως πρὸς ὑποστήριξιν ἀπαιτήσεως ὑπηκόου
2379αὑτῆς κατ’ ἄλλου Κράτους, ἐπιτρέπεται, ἄνευ οὐδενὸς ὅρου,
2380μόνον εἰς τὰ Κράτη, τὰ μὴ ἀποτελοῦντα μέρος τῆς χορείας
2381τῶν πεπολιτισμένων Ἐθνῶν, τὰ ὡς βάρβαρα θεωρούμενα καὶ
2382μὴ διεπόμενα ὑπὸ τοῦ διεθνοῦς δικαίου. Εἰς τὰ πεπολιτι-
2383σμένα ὅμως Κράτη, τὰ ἀναγνωρίζοντα καὶ διεπόμενα ὑπὸ
2384τῶν κανόνων καὶ διατάξεων τοῦ διεθνοῦς δικαίου, τοιαύτη
2385ἐπέμβασις δὲν ἐπιτρέπεται, εἰμὴ εἰς ὡρισμένας περιστάσεις.
2386Τοιαῦται δέ εἰσιν, ἡ παραβίασις ἀνεγνωρισμένων κανόνων
2387τοῦ διεθνοῦς δικαίου, ἢ παραβίασις συνθηκῶν καὶ εἰδικώ-
2388τερον ἡ ἀρνησιδικία. Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως Σπάρταλη δὲν
2389φαίνεται καθαρῶς τοιαύτη τις περίπτωσις. Οὐδεμία ὑπάρ-
2390χει παραβίασις ἀνεγνωρισμένης τινὸς διατάξεως τοῦ διεθνοῦς
2391δικαίου, ἢ συνθήκης. Οὐδεὶς δὲ ἠρνήθη εἰς τοὺς δικαιοδό-
2392χους τοῦ κ. Σπάρταλη τὸ δικαίωμα νὰ καταφύγωσιν εἰς
2393τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια, πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἀπαιτή-
2394σεών των. Ποῦ ἐστηρίχθη λοιπὸν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις,
2395ὅπως ἐπέμβῃ μετὰ τοιαύτης ἐπιμονῆς; Ἐστηρίχθη εἰς εἶδός
2396τι ἀρνησιδικίας, τὴν ἑξῆς:
2397Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔδωκεν εἰς τὴν Ἀγγλι-
2398κὴν Κυβέρνησιν τὴν βεβαίωσιν, ὅτι ἡ ἀπαίτησις Σπάρταλη
2399εἶναι βάσιμος, καὶ ὅτι οὗτος δικαιοῦται νὰ λάβῃ καὶ κεφά-
2400λαια, καὶ προμήθειαν, καὶ τόκους. Τοιαύτην δὲ δώσας βε-
2401βαίωσιν, δὲν ἐξετέλει αὐτήν. Δὲν γνωρίζομεν ἐπισήμως, πότε
2402καὶ πῶς ἐδόθη εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν ἡ τοιαύτη
2403βεβαίωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὅτι ὅμως
2404καὶ αὕτη ἐχρησίμευσεν ὡς βάσις τῆς διπλωματικῆς ἐπεμ-
2405βάσεως τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, μαρτυροῦσιν αἱ ἀλλεπάλ-
2406ληλοι διακοινώσεις αὐτῆς πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Ὑπουργεῖον
2407τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐν τῇ διακοινώσει αὐτοῦ τῆς 6ης Δε-
2408κεμβρίου 1887 ὁ ἐπιτετραμμένος τῆς Ἀγγλίας Haggart
2409λέγει: «ὁ κ. Σπράρταλης ἀναντιῤῥήτως δικαιοῦται εἰς τὴν
2410πληρωμὴν τῶν χρημάτων, ἅτινα κατὰ τὴν ὁμολογίαν τῆς
2411Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀδίκως κατεσχέθησαν παρὰ τῇ
2412Ἐθνικῇ Τραπέζῃ», ὅτι οὐδεμία ἀμφισβήτησις ἢ παραγραφὴ
2413δύναται νὰ προταθῇ κατὰ τῆς ὀφειλῆς 10,499 λιρῶν, διὰ
2414τὴν πληρωμὴν τῶν ὁποίων οὐδὲν ἄλλο ἀπαιτεῖται, ἢ ἡ ἐγ-
2415γραφὴ τῆς πιστώσεως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἐπὶ τῇ βάσει
2416τῆς κατὰ λάθος γενομένης κατασχέσεως παρὰ τῇ Ἐθνικῇ
2417Τραπέζῃ.
2418Ὁ ἴδιος κ. Haggart ἐν τῇ διακοινώσει αὐτοῦ τῆς 9 Δε-
2419κεμβρίου 1887 ἀναφέρει, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν εἰς
2420τὸν κ. Ῥούμβωλδ, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνε-
2421δρίου ἐξεφράσθη, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἁρμόδιον νὰ καταλογίσῃ
2422τόκους, ἀλλ’ ὅτι ἐν τῇ ἀποφάσει του θ’ ἀναφέρῃ τὴν ἀναρ-
2423μοδιότητά του κατὰ τρόπον, δεικνύοντα, ὅτι κατὰ τὴν γνώ-
2424μην τοῦ Συνεδρίου ὁ κ. Σπάρταλης δικαιοῦται νὰ λάβῃ
2425τόκους. Ἐξίσταται δὲ ὁ κ. Haggart, μαθών, ὅτι τὸ Συνέ-
2426δριον δὲν ἔπραξε τοῦτο.
2427Ἐν ἑτέρᾳ διακοινώσει του, τῆς 20 Δεκεμβρίου, διαβιβά-
2428ζει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν: «Ὅτι τηλεγρα-
2429φικῶς ἔλαβεν ὁδηγίας παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἀγ-
2430γλίας λόρδου Σώλσβαρυ, ἵνα ἐκφράσῃ πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν
2431Κυβέρνησιν τὴν μεγάλην δυσαρέσκειαν καὶ λύπην τῆς Ἀγ-
2432γλικῆς Κυβερνήσεως, διότι, καὶ μετὰ τὰς δοθείσας εἰς τὸν κ.
2433Ῥούμβωλδ βεβαιώσεις κατὰ τὴν 31 Μαΐου καὶ 16 Νοεμ-
2434βρίου, δὲν ἐλήφθη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἡ περὶ τῆς ἀπαι-
2435τήσεως Σπάρταλη δέουσα πρόνοια.... Ὅτι εἰς τὴν προσδο-
2436κίαν, ἣν ὁ κ. Ῥούμβωλδ ἐν ὀνόματι τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνή-
2437σεως ἐξέφρασεν, ὅτι ἡ ἀπαίτησις Σπάρταλη ἤθελε διέλθει διὰ
2438τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν τελευταίαν αὐτῆς Σύνοδον, ὁ κ. Τρι-
2439κούπης, ἀπαντῶν αὐτῷ, εἶπεν, ὅτι, εἰς ἣν εὑρίσκεται θέσιν ἡ
2440ἀπαίτησις αὕτη, ὁ περὶ παραγραφῆς νόμος ἐμποδίζει τὴν
2441πληρωμὴν αὐτῆς. Ἑπομένως, «ἂν ὑποβληθῇ αὕτη εἰς τὴν
2442Βουλήν, ἀνάγκη νὰ εἰσαχθῇ εἰς μυστικὴν συνεδρίασιν καὶ
2443νὰ ψηφισθῇ τρίς».
2444Διὰ τῆς ἐκφράσεως ταύτης, ἣν ἔν τινι προηγουμένῃ συνε-
2445δριάσει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐχαρακτήρισεν ὡς μωράν, ἐνόει
2446βεβαίως, ὅτι ἡ πίστωσις πρὸς πληρωμὴν τῆς παραγεγραμ-
2447μένης ἀπαιτήσεως Σπάρταλη ἔχει χαρακτῆρα προσωπικῆς
2448δωρεᾶς, καὶ ἔδει ἑπομένως, κατὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βου-
2449λῆς, νὰ ὑποβληθῇ εἰς τρεῖς μυστικὰς ψηφοφορίας καὶ οὐχὶ
2450εἰς μυστικὴν συνεδρίασιν, ὡς κακῶς ἀντελήφθη ὁ Ἐπιτετραμ-
2451μένος τῆς Ἀγγλίας.
2452Ἐξακολουθεῖ δ’ ἐν τῇ διακοινώσει του ὁ κύριος Haggart,
2453ὅτι «ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρέπεμψε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ
2454Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον μετ’ ἐκθέσεως, παριστώσης αὐτὴν
2455ὡς ἀπαίτησιν, προκύπτουσαν ἐκ συναλλαγῆς μεταξὺ τῆς
2456Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἐν Λονδίνῳ Ἕλληνος
2457Προξένου. Τοιουτοτρόπως δὲ δὲν θέλει ἐφαρμοσθῆ ὁ περὶ
2458παραγραφῆς νόμος. Ἡ Α. Ἐξ. (ὁ Πρωθυπουργὸς) μετ’ εὐχα-
2459ριστήσεως προσέθηκεν, ὅτι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτι-
2460κοῦ Συνεδρίου ἦτο σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην αὐτοῦ, οὕτω
2461δὲ εἰς τὴν προσεχῆ Σύνοδον τῆς Βουλῆς, κατὰ Νοέμβριον,
2462θ’ ἀναγράψῃ τακτικῶς τὴν πίστωσιν ἐν τῷ Προϋπολογι-
2463σμῷ,.... ὅτι τὸν Νοέμβριον ὁ κ. Τρικούπης εἶπεν εἰς τὸν
2464κ. Ῥούμβωλδ, ὅτι ἀφέθη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ θέσις διὰ
2465τὴν ἀπαίτησιν, καὶ ἔδωκεν εἰς αὐτὸν νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι τὸ
2466ζήτημα τῶν τόκων θέλει κανονισθῆ ὑπὲρ τοῦ Σπάρταλη».
2467Ταῦτα δὲν ἐξετελέσθησαν, ὁ δὲ κ. Ῥούμβωλδ, ἐπανελθὼν
2468ἐκ ταξειδίου, κατὰ Μάρτιον τοῦ 1888, ἀπηύθυνε πρὸς τὸν
2469κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν ἔντονον διακοίνωσιν τῆς
247020 Μαρτίου, δι’ ἧς, ἐν ὀνόματι τοῦ λόρδου Σώλσβωρυ καὶ
2471ἐν ἰδίῳ ὀνόματι, βεβαιοῖ τὸ περιεχόμενον τῶν προηγουμέ-
2472νων διακοινώσεων τοῦ κ. Haggart, ἀπαιτεῖ δὲ, «ὅπως ἡ Ἑλ-
2473ληνικὴ Κυβέρνησις ἐπὶ τέλους κανονίσῃ ὁριστικῶς τὴν ἀπαίτη-
2474σιν διὰ τῆς πληρωμῆς λιρῶν στερλινῶν 11,029, ἃς ἡ Ἀγγλικὴ
2475Κυβέρνησις θεωρεῖ, ὅτι εἶναι τὸ ἐλάχιστον ποσόν, τὸ ὀφειλόμε-
2476νον εἰς τοὺς ἐκδοχεῖς τοῦ Σπάρταλη,.... ὅτι τὸ ὀρθὸν καὶ
2477δίκαιον τῆς πληρωμῆς ταύτης ἀνεγνωρίσθη παρὰ τῆς Ἑλ-
2478ληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰδικώτερον παρὰ τοῦ ἐξόχου
2479ἀνδρός, ὅστις προΐσταται αὐτῆς,.... ὅτι ἐκτὸς τούτων
2480ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι σοβαροὶ καὶ ἐπείγοντες λόγοι, συν-
2481δεόμενοι μὲ τὴν στάσιν, ἣν δύνανται νὰ λάβωσιν οἱ πιστω-
2482ταὶ τοῦ Σπάρταλη.»
2483Τίνες δέ εἰσιν οἱ ἐπείγοντες καὶ σοβαροὶ οὗτοι λόγοι, ἐξη-
2484γεῖ ὁ κ. Ῥούμβωλδ ἐν τῇ γνωστῇ ἐμπιστευτικῇ ἐπιστολῇ
2485αὐτοῦ, δι’ ἧς, πέμπων εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀντίγραφον
2486τῆς ἀπὸ 20 Μαρτίου ἐπισήμου διακοινώσεώς του, ζητεῖ τὸν
2487δι’ οἱουδήποτε τρόπου ἐγκρίνει ὁ ἴδιος, ἀδιαφορῶν δηλ. ἂν
2488τοῦτο θὰ γίνῃ διὰ τῆς Βουλῆς, διὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνε-
2489δρίου, ἢ διὰ Β. Διατάγματος, κανονισμὸν τῆς ἀπαιτήσεως
2490Σπάρταλη, ὃν ὁρίζει ἐν τῇ ἐπισήμῳ αὐτοῦ διακοινώσει, καὶ
2491ὅστις συνίσταται εἰς τὴν ἄφευκτον πληρωμὴν τοῦ ποσοῦ,
2492ὅπερ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει ὡς ὀφειλόμενον εἰς
2493αὐτόν. Προσθέτει δὲ, ὅτι οἱ ἰσχυροὶ ἐνδιαφερόμενοι εἰς τὴν
2494ἀπαίτησιν ταύτην, ἀνυπομονοῦντες, ἀπειλοῦσι νὰ φέρωσι
2495τὸ ζήτημα ἐνώπιον τοῦ Ἀγγλικοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἀναγ-
2496κάσωσι τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς Ἀγγλίας νὰ καταθέσῃ ἔγ-
2497γραφα, ἅτινα οὔτε αὐτὸς θέλει, οὔτε εἰς τὴν Ἑλληνικὴν
2498Κυβέρνησιν συμφέρει νὰ κατατεθῶσιν.
2499Ἡ ἐπίσημος ἐπέμβασις τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως
2500μεθ’ ὅλου τοῦ ὄγκου αὐτῆς εἶναι πασιφανής. Ὁ κ. Πρόεδρος
2501τῆς Κυβερνήσεως εἶπε κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νο-
2502μοσχεδίου, ὅτι εἰς τὸν κ. Πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας ἐδήλωσεν,
2503ὅτι, ἂν ἐννοῇ ἐπέμβασιν καὶ πίεσιν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις,
2504πρέπει νὰ πέμψῃ στόλον εἰς Πειραιᾶ. Ἂν καὶ οὐδὲν ἴχνος
2505εὑρίσκωμεν ἐν τοῖς κατατεθεῖσιν ἐγγράφοις τῆς τοιαύτης δη-
2506λώσεως, οὐχ ἧττον ὀφείλομεν νὰ πιστεύσωμεν αὐτήν, ἐπι-
2507σήμως βεβαιουμένην παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνή-
2508σεως. Ποῖον ὅμως ἀποτέλεσμα ἔφερεν ἡ τοιαύτη ἀνδρικὴ
2509στάσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως; Οὐδέν. Μήτε
2510μνείαν κἂν αὐτῆς εὑρίσκομεν ἐν ταῖς διακοινώσεσι τῆς Ἀγ-
2511γλικῆς Πρεσβείας, ἥτις, φαίνεται, δὲν ἔλαβεν αὐτὴν ὑπ’ ὄψει.
2512Βλέπομεν δὲ συνάμα καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως,
2513λησμονήσαντα τὴν τοιαύτην ἀνδρικὴν αὐτοῦ στάσιν, καὶ
2514παραδεχθέντα ἀσυζητητεὶ τὴν ἐπέμβασιν τῆς Ἀγγλικῆς
2515Κυβερνήσεως. Καθ’ ὅλην δὲ τὴν πορείαν τῆς ἐπεμβάσεως
2516βλέπομεν αὐτὸν ἀσχολούμενον, οὐχὶ τίνι τρόπῳ ν’ ἀποκρού-
2517σῃ αὐτήν, ἀλλὰ τίνι τρόπῳ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν ἀπαίτησιν
2518τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, καλύπτων τὴν εὐθύνην του ἀπέ-
2519ναντι τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἔθνους.
2520Πρὸς τὸν σκοπὸν δὲ τοῦτον κατέφυγεν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν
2521Συνέδριον, οὐχὶ ὅπως ζητήσῃ τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ, ὡς
2522ἀνεξαρτήτου δικαστικοῦ σώματος, ἀλλ’ ὅπως λάβῃ παρ’
2523αὐτοῦ, ὡς παρ’ ἁπλοῦ Λογιστηρίου, τὴν ἀναγνώρισιν καὶ
2524παραδοχὴν τῆς ἀπαιτήσεως τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας.
2525Τοῦτο δὲ, ἐξετάσαν τὴν ἀπαίτησιν τοῦ κ. Σπάρταλη ὑπὸ
2526τοὺς εὐνοϊκωτέρους δι’ αὐτὸν ὅρους, εὗρεν, ὅτι δὲν δύναν-
2527ται νὰ πληρωθῶσιν εἰς τοὺς δικαιοδόχους αὐτοῦ, εἰμὴ τρεῖς
2528περίπου χιλιάδες λίραι. Ἀλλ’ αἱ τρεῖς χιλιάδες λίραι δὲν
2529ἦσαν αἱ 10,400 ἢ 11,000, ἃς ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις
2530ἐθεώρει ὡς τὸν ἐλάχιστον ὅρον τῶν πρὸς τοὺς δικαιοδόχους
2531τοῦ Σπάρταλη ὀφειλομένων παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερ-
2532νήσεως. Ἦτο ἀνάγκη νὰ συμπληρωθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο.
2533Ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέδειξε διὰ τῆς Ἑλληνικῆς ἐν
2534Λονδίνῳ Πρεσβείας, ὅτι οἱ δικαιοδόχοι τοῦ κ. Σπάρταλη
2535δικαιοῦνται νὰ ζητήσωσιν ἀναθεώρησιν τῆς ἀποφάσεως
2536τοῦ Συνεδρίου. Οἱ δικαιοδόχοι ὅμως οὗτοι οὐδεμίαν ἔδω-
2537καν προσοχὴν εἰς τὴν τοιαύτην ὑπόδειξιν, ἡ δὲ Ἀγγλικὴ
2538Πρεσβεία ἐξηκολούθει γράφουσα πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυ-
2539βέρνησιν, ὅτι ἀδιαφορεῖ κατὰ τίνα τρόπον θὰ κανονισθῇ
2540ἡ ἀπαίτησις Σπάρταλη, ἀπαιτεῖ δὲ τὴν πληρωμὴν τοῦ πο-
2541σοῦ, ὅπερ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, στηριζομένη εἰς τὰς βε-
2542βαιώσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, θεωρεῖ ὀφειλόμενον
2543εἰς τοὺς δικαιοδόχους αὐτοῦ. Ἀπέναντι τῆς τοιαύτης στάσεως
2544τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς
2545τῶν Οἰκονομικῶν ἠναγκάσθη νὰ ζητήσῃ ἀπ’ εὐθείας παρὰ τοῦ
2546Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου τὴν ἀναθεώρησιν τῆς ἀποφάσεώς του,
2547χαρακτηρίσας ὡς αἴτησιν τὴν ἀπαίτησιν τῆς Ἀγγλικῆς
2548Πρεσβείας, καὶ ὑποβαλὼν καὶ αὐτὸ εἰς τὴν παρ’ αὐτῆς ἐνερ-
2549γουμένην διπλωματικὴν πίεσιν.
2550Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἔπραξεν, ὅ,τι ἦτο δυνατὸν εἰς
2551αὐτὸ νὰ πράξῃ, χωρὶς νὰ παρανομήσῃ καθαρῶς. Ἀνεθεώ-
2552ρησε τὴν πρώτην αὑτοῦ ἀπόφασιν, παραδεχθὲν τὰ δύο ἐκ
2553τῶν τριῶν νέων κονδυλίων, ἅτινα ὑπεβλήθησαν αὐτῷ, καὶ
2554ἀποῤῥίψαν τὸ ἓν, διότι τὸ ἀνυπόστατον αὐτοῦ ἀποδεικνύε-
2555ται ἐξ αὐτῶν τῶν πρὸς ὑποστήριξίν του ὑποβληθέντων
2556ἐγγράφων, καθ’ ἃ ὁ Σπάρταλης δὲν ὑπελόγιζεν εἰς χρέωσίν
2557του χρήματα, ἅτινα εἶχεν εἰσπράξει.
2558Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, κατὰ τὸν Λογιστικὸν Νόμον,
2559δὲν ἠδύνατο νὰ παραδεχθῇ προμήθειαν. Διωρθώθη καὶ
2560τοῦτο κατ’ ἄλλον τρόπον. Παρεδέχθη αὐτὴν τὸ Ὑπουργι-
2561κὸν Συμβούλιον διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου, τὸ δὲ
2562Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀνέγραψε καὶ ταύτην, οὐχὶ ὡς προ-
2563κύπτουσαν ἐκ τῆς ἐξελέγξεως τῆς διαχειρίσεως Σπάρταλη,
2564ἀλλ’ ὡς νέαν ὀφειλὴν πρὸς αὐτὸν, ἀναγνωριζομένην παρὰ
2565τοῦ Δημοσίου, ὡς ὀφειλέτου. Οὕτω δὲ διὰ νέας ἀποφάσεώς
2566του ἀνεγνώρισε τὸν Σπάρταλην καὶ τοὺς δικαιούχους αὐτοῦ
2567ὡς πιστωτὰς τοῦ Δημοσίου διὰ λίρας 6,423.
2568Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ἤρκει πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς
2569Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, τὸ δὲ Συνέδριον δὲν ἠδύνατο, χωρὶς
2570νὰ παραβιάσῃ ῥητὴν τοῦ νόμου διάταξιν, νὰ παραδεχθῇ
2571τὴν εἰς τὸν Σπάρταλην πληρωμὴν τόκων.
2572Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὗρε καὶ εἰς τοῦτο τρόπον θεραπείας,
2573οὐχὶ νομικὸν, ἀλλὰ φιλολογικόν. Ὁ νόμος ἀπαγορεύει τὴν
2574πληρωμὴν τόκου, οὐχὶ ὅμως καὶ τὴν πληρωμὴν ἀποζημιώ-
2575σεως. Παραδέχεται λοιπὸν νὰ πληρώσῃ εἰς τοὺς δικαιοδό-
2576χους Σπάρταλη ἀποζημίωσιν διὰ τὴν στέρησιν τῆς χρήσεως
2577τῶν χρημάτων, ἅτινα εἶχον κατασχεθῆ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ
2578Τραπέζῃ. Ἀλλὰ τί εἶναι ἡ τοιαύτη ἀποζημίωσις, ἂν δὲν
2579ἦναι τόκος; Τί δὲ εἶναι ὁ τόκος, ἂν δὲν ἦναι ἀποζημίωσις,
2580ἣν πληρόνει ὁ δανειζόμενος χρήματα πρὸς τὸν δανείζοντα
2581αὐτὰ καὶ στερούμενον τῆς χρήσεώς των; Ἡ πίεσις ὅμως τῆς
2582Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐπέτρεπεν εἰς τὸν κ. Πρωθυ-
2583πουργὸν νὰ σταματήσῃ ἐνώπιον τοιούτων λεπτολογιῶν.
2584Παραδεχθεὶς δὲ τὴν πληρωμὴν ἀποζημιώσεως λιρῶν 4,388,
2585ἐσχημάτισε τὸ ποσὸν λιρῶν 10,810, ὅπερ ἀναγράφεται ἐν
2586τῇ συζητουμένῃ πιστώσει, καὶ ὅπερ ἱκανοποιεῖ τὴν Ἀγγλι-
2587κὴν Πρεσβείαν· οὕτω δὲ λήγει καὶ τὸ τρίτον στάδιον τῆς
2588ὑποθέσεως Σπάρταλη.
2589Εὑρισκόμεθα δὲ σήμερον ἀπέναντι τετελεσμένου γεγονό-
2590τος, ὅπερ δὲν εἶναι πλέον ἢ ἀνυπόστατος καὶ παραγεγραμ-
2591μένη ἀπαίτησις τοῦ κ. Σπάρταλη, ἀλλ’ ἀπαίτησις διεθνὴς,
2592ἀναληφθεῖσα παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, οὐχὶ πρὸς τοὺς
2593δικαιούχους τοῦ Σπάρταλη, ἀλλὰ πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Κυ-
2594βέρνησιν. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐκοινοποίησεν ἐπισήμως
2595πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν τὴν νέαν ἀπόφασιν τοῦ
2596Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ὁ δὲ Πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας κ.
2597Ἐδμόνδος Μόνσον ἀπαντᾷ διὰ τῆς πρὸς τὸν κ. Δραγούμην,
2598Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, διακοινώσεώς του τῆς 6 Αὐ-
2599γούστου, ὅτι ἔλαβε σημείωσιν τῆς εἰς αὐτὸν ἐπισήμως στα-
2600λείσης τελευταίας ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου,
2601τῆς ἀναγνωριζούσης τὸ πρὸς τὸν Σπάρταλην χρέος τοῦ
2602Ἑλληνικοῦ Δημοσίου.
2603Τῆς ἀπαιτήσεως ταύτης οὐδεμία Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις
2604δύναται πλέον ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν πληρωμὴν, χωρὶς νὰ
2605τρέξῃ τὸν κίνδυνον δικαιολογημένης ἐπεμβάσεως, οὐ μόνον
2606διπλωματικῆς, ἀλλὰ καὶ πραγματικῆς ἀπὸ μέρους τοῦ Ἀγ-
2607γλικοῦ Κράτους, ὅπερ, ὡς γνωρίζομεν, δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων
2608τῶν Κρατῶν, ἅτινα ὀπισθοχωροῦσιν ἀπέναντι τοιούτων
2609ἐπεμβάσεων.
2610Τὴν πρὸς πληρωμὴν τῆς τοιαύτης ἀπαιτήσεως πίστωσιν
2611δύναται νὰ ψηφίσῃ ἡ πλειοψηφία, ἡ ὑποστηρίζουσα τὴν Κυ-
2612βέρνησιν. Ὀφείλει ὅμως νὰ ψηφίσῃ αὐτὴν εἰλικρινῶς καὶ κα-
2613θαρῶς τοιαύτην, οἵα πράγματι εἶναι, δίδουσα δηλ. ψῆφον
2614ἀφέσεως εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν διὰ τὴν πορείαν, ἣν ἠκολού-
2615θησε, καὶ ἥτις, δικαιολογήσασα τὴν ἐπέμβασιν τῆς Ἀγγλι-
2616κῆς Κυβερνήσεως, ἐδημιούργησε τὴν νέαν ἀπαίτησιν, τῆς
2617ὁποίας τὴν πληρωμὴν δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν. Ψη-
2618φίζοντες τὴν πίστωσιν ὡς νομοσχέδιον ἀφέσεως, κυροῦτε τὴν
2619ἄδικον πληρωμὴν 335,000 δραχμῶν. Ψηφίζοντες ὅμως
2620αὐτήν, καθ’ ὃν τρόπον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ὡς
2621στηριζομένην ἐπὶ τῶν ἐπιχειρημάτων καὶ τῶν δικαιολογιῶν,
2622αἵτινες ἀνεπτύχθησαν ὑπὲρ αὐτῆς, δὲν ψηφίζετε μόνον τὴν
2623ἄδικον ταύτην πληρωμήν, ἀλλὰ παραδέχεσθε προηγούμενον
2624πλῆρες ἀτοπημάτων, πολὺ σπουδαιοτέρων καὶ πολὺ βαρυ-
2625τέρων τῆς τοιαύτης πληρωμῆς. Παραδέχεσθε τὴν παράβα-
2626σιν θεμελιωδῶν διατάξεων τῆς νομοθεσίας ἡμῶν, τὴν ἄτο-
2627πον ἐκτίμησιν τῶν πρὸς τὸ Ἔθνος παρεχομένων ὑπηρεσιῶν
2628καὶ τὴν μείωσιν τῆς ἀλληλεθνοῦς θέσεως τῆς Ἑλλάδος.
2629Ψηφίζοντες τὴν πίστωσιν, ὅπως ὑπεβλήθη καὶ ὑπεστηρίχθη,
2630παραδέχεσθε, ὅτι ἡ ἀπαίτησις Σπάρταλη δὲν εἶναι παρα-
2631γεγραμμένη, καὶ δίδετε τὸ δικαίωμα εἰς πάντα, ἔχοντα
2632ἀπαίτησιν κατὰ τοῦ Δημοσίου, μὴ ἐξελεγχθεῖσαν ἐπὶ δε-
2633κάδας ἐτῶν, νὰ μὴ θεωρῇ αὐτὴν ὡς παραγεγραμμένην, καὶ
2634ν’ ἀπαιτῇ τὸν κανονισμὸν καὶ τὴν πληρωμὴν αὐτῆς. Θέτετε
2635δ’ οὕτως εἰς σπουδαῖον κίνδυνον τὴν τακτικὴν λειτουργίαν
2636τοῦ Δημοσίου Λογιστικοῦ καὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονο-
2637μικῶν τοῦ Κράτους. Παραδεχόμενοι, ὅτι ὠφείλετο προμή-
2638θεια εἰς τὸν κ. Σπάρταλην, καθιεροῦτε προηγούμενον, ὅπερ
2639θὰ δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ πᾶς συμβαλλόμενος μετὰ τοῦ
2640Δημοσίου, ὅταν ἀπαιτῇ πλέον τῶν δυνάμει συμβάσεως ὀφει-
2641λομένων αὐτῷ. Παραδεχόμενοι τὴν πληρωμὴν τόκων διὰ
2642τοῦ χαρακτηρισμοῦ αὐτῶν ὡς ἀποζημιώσεως, θὰ ἀναγκα-
2643σθῆτε ἄλλοτε νὰ παραδεχθῆτε τὸν ἴδιον χαρακτηρισμὸν
2644πρὸς πληρωμὴν τοιούτων καὶ πρὸς πολλοὺς ἄλλους, μὴ δι-
2645καιουμένους, κατὰ τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν, ν’ ἀπαιτήσωσι
2646τοῦτο.
2647Ψηφίζοντες τὴν πίστωσιν, ὅπως ὑπεστηρίχθη, παραδέ-
2648χεσθε, ὅτι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐξετέλεσε τὴν εἰς αὐτὸν ἀνατε-
2649θεῖσαν παραγγελίαν ὁ κ. Σπάρταλης, δεικνύει πατριωτικὴν
2650αὐταπάρνησιν καὶ ζῆλον ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημο-
2651σίου, καὶ ὅτι οἱ ἐπὶ 15 ἔτη ἀλληλοδιαδόχως διευθύναντες τὸ
2652Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὁρμώμενοι ἐξ αἰσθημάτων
2653στρεψοδικίας, ἠδίκησαν τὸν κ. Σπάρταλην, μὴ πληρώσαν-
2654τες τὰ εἰς αὐτὸν ὀφειλόμενα. Ταῦτα δὲ παραδεχόμενοι ἀδι-
2655κεῖτε καὶ τοὺς μετὰ κήδους καὶ ζήλου διαχειριζομένους τὰ
2656δημόσια χρήματα, καὶ τοὺς μετὰ πατριωτισμοῦ καὶ αὐτα-
2657παρνήσεως ὑπηρετοῦντας τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου.
2658Ψηφίζοντες αὐτήν, καθ’ ὃν τρόπον ὑπεβλήθη καὶ ἐδι-
2659καιολογήθη, παραδέχεσθε, ὅτι οὐδεμία ἐγένετο διπλωματι-
2660κὴ ἐπέμβασις, καὶ ὅτι πᾶσα ἡ ἐνέργεια τῆς Ἀγγλικῆς
2661Πρεσβείας εἶναί τι ἀθῶον καὶ ἁπλῆ φιλικὴ σύστασις καὶ
2662παράκλησις. Καθιεροῦτε δὲ προηγούμενον, ὅπερ δύναται
2663ν’ ἀποβῇ ὀλέθριον, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν μεγάλη τις Δύ-
2664ναμις θελήσῃ νὰ ὑποστηρίξῃ ἀπαιτήσεις ὑπηκόων της, μὴ
2665στηριζομένας ἐπὶ τῆς νομοθεσίας ἡμῶν. Τοῦτο δὲ πράττον-
2666τες, θέτετε τὴν Ἑλλάδα ἐκτὸς τῆς χορείας τῶν πεπολιτι-
2667σμένων Ἐθνῶν, τῶν διεπομένων ὑπὸ τοῦ διεθνοῦς δικαίου,
2668ὅπερ τὴν γενομένην ἐνέργειαν ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας
2669χαρακτηρίζει, οὐχὶ ὡς φιλικὴν συμβουλήν, ἀλλ’ ὡς διπλω-
2670ματικὴν ἐπέμβασιν, ἐπιτρεπομένην μόνον ἐν ὡρισμέναις ὑπ’
2671αὐτοῦ περιστάσεσιν.
2672Ἐὰν ψηφίσητε τὴν πίστωσιν ὡς νομοσχέδιον ἀφέσεως,
2673θέλετε μὲν παραδεχθῆ τὴν ἠθικὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως
2674διὰ τὴν πορείαν αὐτῆς, θέλετε ὅμως ἀπαλλάξει αὐτὴν τῆς
2675νομικῆς εὐθύνης, ἣν φέρει σήμερον. Θέλετε δὲ συγχρόνως
2676ἀποφύγει τὰ τρία σπουδαῖα διὰ τὸν τόπον ἀτοπήματα,
2677ἅτινα ἀνέπτυξα. Ἐὰν δὲ ψηφίσητε αὐτήν, οἵα ὑπεβλήθη,
2678καὶ παραδεχθῆτε τὰς ὑπὲρ αὐτῆς ἐκτεθείσας δικαιολογίας,
2679οὐ μόνον δὲν ἀπαλλάττετε τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἠθικῆς εὐ-
2680θύνης, ἣν ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος ἐπιῤῥίπτει εἰς αὐτήν, ἀλλ’
2681ἀφίνετε πλήρη καὶ ἀκεραίαν τὴν νομικὴν αὐτῆς εὐθύνην,
2682καὶ καθιεροῦτε προηγούμενον παραβιάσεως θεμελιωδῶν δια-
2683τάξεων τῆς νομοθεσίας ἡμῶν, κακῆς ἐκτιμήσεως τῶν πρὸς
2684τὸ Ἔθνος καὶ τὸ Δημόσιον ὑπηρεσιῶν, καὶ μειώσεως τῆς
2685διεθνοῦς θέσεως τῆς Ἑλλάδος.
2686§80ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί,
2687ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ βαρυθυμήσητε κατ’ ἐμοῦ, ἐὰν ἐκ
2688τρίτου λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως.
2689Τὴν ἔλλειψιν, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη, εἶναι
2690δίκαιον ν’ ἀποδώσητε εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν τελευ-
2691ταίαν τῆς συζητήσεως στιγμὴν ἀνέρχονται εἰς τὸ βῆμα
2692καὶ ὑποβάλλουσι, πρὸς ὑποστήριξιν τῶν γνωμῶν, ἃς ὑπερα-
2693σπίζονται, νέους λόγους, καὶ νέα ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα
2694δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀντικρούσῃ τις ἐκ τῶν προτέρων, διότι
2695οὔτε νὰ ὑποθέσῃ ἦτο δυνατόν, ὅτι ἤθελον προταθῆ τοιαῦτα
2696ἐπιχειρήματα.
2697Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι ἓν τῶν σπουδαιοτάτων ζητημάτων
2698τῆς προκειμένης ὑποθέσεως εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ἀναγόμενον
2699εἰς τὴν παραγραφὴν τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ Σπάρταλη. Περὶ
2700τοῦ ζητήματος οὐδὲ λέξιν εὑρίσκομεν εἰς τὴν ἔκθεσιν, διὰ
2701τῆς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλεν εἰς τὴν
2702ψῆφον τῆς Βουλῆς τὴν πίστωσιν τοῦ Σπάρταλη. Πρῶτος
2703ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολο-
2704γισμοῦ, ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειοψηφίας, ἐνόμισεν, ὅτι δύναται
2705ν’ ἀποκρούσῃ τὸ ζήτημα τῆς παραγραφῆς διὰ λόγων τινῶν,
2706ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ ἀναγραφομένων. Ἔλαβον, Κύριοι, καὶ
2707ἐγὼ καὶ ἄλλα μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὸν λόγον, καὶ
2708ἀπέδειξαν, ὅτι ἅπαντα ἐκεῖνα τὰ ἐπιχειρήματα οὐδὲ τὴν
2709ἐλαχίστην εἶχον ὑπόστασιν. Ὁ αὐτὸς Πρόεδρος τῆς Ἐπι-
2710τροπῆς ἔλαβε τὸν λόγον καὶ ὑπεστήριξε τὴν γνώμην του
2711καὶ διὰ νέων ἐπιχειρημάτων, ἀλλὰ καὶ ταῦτα ἐπὶ τοσοῦτον
2712ἦσαν ἀνυπόστατα, ὥστε εὐχερῶς ἀντέκρουσα ταῦτα, λαβὼν
2713ἐκ δευτέρου τὸν λόγον. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυκλάδων
2714βουλευτὴς κ. Μπογιατζόγλους, λαβὼν κατόπιν τὸν λόγον,
2715προσεπάθησε ν’ ἀποκρούσῃ τὴν παραγραφὴν διὰ νέων ὅλως
2716ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα μάλιστα καὶ ἡ Βουλὴ μετὰ προ-
2717σοχῆς τινος ἠκροάσθη, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλους ἐκτὸς τῆς Βου-
2718λῆς ἐπροξένησαν ἐντύπωσίν τινα. Ἕνεκα τούτου ἐπιβάλλε-
2719ται καὶ εἰς ἡμᾶς τὸ καθῆκον, νὰ προβῶμεν εἰς ἐξέτασίν τινα
2720τῶν ἐπιχειρημάτων τούτων, νὰ ἴδωμεν, ἐὰν ἦσαν ἀληθῶς
2721ἄξια νὰ ἐπισπάσωσι τὴν προσοχήν, εἴτε τῆς Βουλῆς, εἴτε
2722ἄλλου τινός.
2723Ἐγώ, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα,
2724τὰ νεωστὶ προταθέντα, οὐ μόνον οὐδεμίαν εἶχον ὑπόστασιν,
2725ἀλλὰ τοὐναντίον προέρχονται ἐκ μιᾶς ἀλλοκότου συγχύσεως
2726καὶ τῶν νόμων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ
2727Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ τῶν νόμων, τῶν ἀναγομένων εἰς τὰ
2728τῆς παραγραφῆς τῶν κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀγωγῶν. Θέλω
2729λοιπὸν καὶ ζητῶ, Κύριοι, τὴν εὐμενῆ προσοχήν σας, ἵνα
2730προβῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τινῶν τῶν ἐπιχειρημάτων τούτων,
2731ἀλλὰ πρὸ πάντων θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ μὴ ἐκφράσω ἐπ’
2732αὐτῶν μόνον τὴν ἀτομικήν μου γνώμην, διότι ἕκαστος
2733ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δύναται νὰ ἐκφράζῃ οἱανδή-
2734ποτε γνώμην θέλει, καὶ δὲν δικαιοῦται νὰ ἔχῃ τὴν
2735ἀξίωσιν νὰ θεωρηθῇ ἡ γνώμη του ὀρθοτέρα ὑπὸ τῆς
2736Βουλῆς. Νομίζω ὅτι οἱ θέλοντες νὰ πείσωσι τὴν Βουλὴν
2737ὀφείλουσι νὰ ἐπικαλῶνται ὑπὲρ τῆς γνώμης των αὐθεντικὰς
2738γνώμας ἄλλων ἀνθρώπων καὶ ἄλλων δικαστικῶν σωμάτων,
2739ἐξέχουσαν κατεχόντων ἐν τῇ ἐπιστήμῃ θέσιν.
2740Τώρα ἐπιχειρῶ νὰ ἐξετάσω τὰ ἐπιχειρήματα, ἐφ’ ὧν
2741ἐστηρίχθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων. Καθὼς
2742καὶ ἐκ τῆς ἐντύπου ἀγορεύσεώς του ἠδυνήθην νὰ ἐξαγάγω,
2743ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος τὴν ἑξῆς θέτει βάσιν τῶν συλλογι-
2744σμῶν του. Διαρκούσης τῆς ἐξελέγξεως τῶν λογαριασμῶν
2745τῶν ὑπολόγων μέχρι τῆς ἐκδόσεως ἀποφάσεως ἐπ’ αὐτῶν
2746τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τρέξῃ
2747οὐδεμία παραγραφή, διότι οὐδὲν δικαίωμα ἀκόμη ἐγεννήθη
2748ὑπὲρ τοῦ ὑπολόγου μέχρι τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ
2749Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου....
2750§81ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Διότι τὰ τακτικὰ Δικαστήρια
2751εἶναι ἀναρμόδια ν’ ἀποφανθῶσι.
2752§82ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς τοῦτο, ἀλλὰ
2753τὸ πρῶτον ἐπιχείρημά σας, ὅτι οὐδεμία παραγραφὴ δύνα-
2754ται νὰ τρέξῃ μέχρι τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ
2755Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διότι πρὸ αὐτῆς δὲν θεωρεῖται γεν-
2756νηθὲν τὸ δικαίωμα τοῦ ὑπολόγου, τὸ ἐπιχείρημα, λέγω,
2757τοῦτο εἶναι—καὶ ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος
2758—νομικὸς σολοικισμός, διότι ἅπαντες οἱ συγγραφεῖς —
2759καὶ ἠδυνάμην νὰ προσαγάγω ἐνταῦθα τὰ συγγράμματα
2760ὅλων τῶν παρ’ ἡμῖν γραψάντων—ἀναγνωρίζουσιν ὁμοφώνως,
2761ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῶν κοινῶν ἢ διοικητικῶν Δικαστηρίων
2762δὲν γεννῶσι δικαιώματα, ἀλλ’ ἀναγνωρίζουσι προϋπάρχοντα
2763δικαιώματα, καὶ παρέχουσιν εἰς τοὺς δικαιούχους τὰ μέσα
2764τῆς ἐκτελέσεως. Ὁ ἰσχυρισμὸς λοιπὸν, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ
2765Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου γεννᾷ δικαίωμα, εἶναι νομικὸς σο-
2766λοικισμὸς, διότι τὸ δικαίωμα ὑπάρχει ἀφ’ ἧς στιγμῆς κατέ-
2767βαλεν ὁ ὑπόλογος χρήματα ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Ἐννοῶ
2768τὸν ἰσχυρισμὸν, ὃν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ
2769κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ὑπέβαλον, ὅτι διαρκούσης τῆς
2770ἐξελέγξεως δὲν τρέχει ἡ παραγραφή, ἡ ἀρξαμένη ἅμα τῇ
2771γεννήσει τοῦ δικαιώματος, ἀλλ’ ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι δὲν ἐγεν-
2772νήθη δικαίωμα, διότι τοῦτο γεννᾶται μετὰ τὴν ἀπόφασιν
2773τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, εἶναι ἰσχυρισμὸς ὅλως ἀνυπό-
2774στατος. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, ἐξεταστέον, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι,
2775διαρκούσης τῆς ἐξελέγξεως ἐνώπιον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνε-
2776δρίου, δὲν τρέχει ἡ παραγραφή, εἴτε διότι δὲν ἐγεννήθη τὸ
2777δικαίωμα, ὡς ἰσχυρίζεται ὁ κ. Μπογιατζόγλους, εἴτε διότι
2778ἡ παραγραφὴ ἀναστέλλεται ἕνεκα τῆς γενομένης ἐξελέγ-
2779ξεως, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Σιμόπουλος;
2780Ἅπαντες οἱ συγγραφεῖς, ὅσοι ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσωσι
2781τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἰδίως τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρα-
2782τείας τῆς Γαλλίας, ἀποφαίνονται, ὅτι οὐδόλως κωλύει τὴν
2783πορείαν καὶ τὴν συμπλήρωσιν τῆς παραγραφῆς ἡ ἐνώπιον
2784τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἐξέλεγξις τῶν λογαριασμῶν τοῦ
2785ὑπολόγου. Καὶ ἰδοὺ τί λέγει ὁ συγγραφεύς (ἀναγινώσκει):
2786«Ἡ παραγραφὴ ἐφαρμόζεται ἐπίσης εἰς τὰς προκαταβολὰς
2787καὶ προμηθείας, τὰς ἐνεργηθείσας ὑπὸ ὑπολόγων, καὶ ὅταν
2788ἀκόμη αἱ προκαταβολαὶ αὗται δὲν ἀνεγνωρίσθησαν ὑπὸ τοῦ
2789Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, εἰμὴ μεταγενεστέρως». (Ἀποφάσεις
2790Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, 20 Νοεμβρίου 1816, 21 Ὀκτωβρίου
27911818, 4 Αὐγούστου 1819, 26 Μαΐου 1824)...
2792§83ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ἐν Γαλλίᾳ ὁ ὑπόλογος ὑπάλλη-
2793λος δικαιοῦται νὰ ἀναφερθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν, καὶ ὁ
2794Ὑπουργὸς ἀποφαίνεται κατὰ πρῶτον βαθμὸν, ἂν δὲ ὁ
2795Ὑπουργὸς ἀρνηθῇ ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς, ἢ σιγήσῃ,
2796ὁ ὑπόλογος ἔχει δικαίωμα νὰ προσφύγῃ ἐνώπιον τοῦ Συμ-
2797βουλίου τῆς Ἐπικρατείας, en déni de justice, καταγγέλ-
2798λων τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ ἀρνησιδικίᾳ· ἑπομένως, ἅμα δὲν ἐπι-
2799χειρήσῃ τὴν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν διαδικασίαν, βεβαίως ἡ
2800παραγραφὴ τρέχει. Παρ’ ἡμῖν ὅμως δὲν ἔχομεν αὐτὴν τὴν
2801διαδικασίαν. Συγχέετε δύο νόμους, ἀνομοίους κατὰ πολλά.
2802§84ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν Γαλλίᾳ αἱ ἀπαιτήσεις
2803κατὰ τοῦ Δημοσίου εἰσάγονται ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
2804Οἰκονομικῶν, καὶ κατ’ ἔφεσιν ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς
2805Ἐπικρατείας, διότι εἶναι ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου
2806διοικητικοῦ, διεξαγόμεναι κατὰ τὴν διαδικασίαν ταύτην.
2807Παρ’ ἡμῖν ὅμως αἱ ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικη-
2808τικοῦ εἰσάγονται ἅπασαι εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια τοῦ
2809Κράτους, ἑπομένως, ὡς ἐν Γαλλίᾳ ἡ ἐνώπιον τοῦ Ἐλεγκτι-
2810κοῦ Συνεδρίου ἐξέλεγξις δὲν ἐμποδίζει τὴν παραγραφὴν, ἂν
2811δὲν εἰσαχθῶσι κατὰ τὴν ἐκεῖ διοικητικὴν διαδικασίαν,
2812οὕτω καὶ παρ’ ἡμῖν, ἂν δὲν εἰσαχθῶσιν εἰς τὰ Δικαστήρια.
2813Εἶναι τοῦτο τόσον σαφὲς, ὥστε ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Μπογια-
2814τζόγλους πίπτει εἰς τοιαύτην παρερμηνείαν.
2815§85ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ἔχω τόσην ὑπόληψιν εἰς σᾶς,
2816ὡς ποινικολόγον, ὥστε δὲν θέλω νὰ τὴν χάσω, διότι πραγ-
2817ματεύεσθε ἀντικείμενον ἐκτὸς τῆς εἰδικότητός σας.
2818§86ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὑποβάλλω εἰς
2819τὴν Βουλὴν ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας
2820τῆς Γαλλίας, κατὰ τὰς ὁποίας παραγράφονται αἱ ὑπὸ τῶν
2821ὑπολόγων ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου προκαταβολαὶ, καὶ ἂν βρα-
2822δύτερον ἀνεγνωρίσθησαν ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.
2823Μετ’ ὀλίγον θὰ ὑποβάλω καὶ ἄλλας γνώμας συγγραφέων,
2824ἐξ ὧν θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι οὐδεμίαν ἀξίαν ἔχει ἡ διακοπὴ
2825τοῦ κ. Μπογιατζόγλου. Ὅθεν συμπεραίνω, ὅτι οὐδέποτε
2826ὁ ἔλεγχος ἐνώπιον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἔχει τὴν ἐλα-
2827χίστην ἐπιῤῥοὴν εἰς τὸ ζήτημα τῆς παραγραφῆς. Καὶ δὲν
2828εἶναι ἀνάγκη νὰ προστρέχωμεν εἰς ξένην νομολογίαν, διότι
2829τὰ κείμενα τῶν νόμων τῶν Ἑλληνικῶν μᾶς πείθουσι περὶ
2830τούτου. Τί λέγει τὸ ἄρθρον 69 τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον ἐπα-
2831νειλημμένως ἀνεγνώσθη ἐνώπιον ὑμῶν; (ἀναγινώσκει): Ὅτι
2832«παραγράφεται... πᾶν χρέος δημόσιος, ἐὰν... δὲν ἀνε-
2833«γνωρίσθη, δὲν διετάχθη ἡ πληρωμὴ αὐτοῦ καὶ δὲν ἐπλη-
2834»ρώθη ἐντὸς πέντε ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς χρήσεως». Λέ-
2835γει ὁ Λογιστικὸς Νόμος, ὅτι ἡ παραγραφὴ ἀρχίζει οὐχὶ
2836ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς χρήσεως, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς
2837ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅπως ὑπεστήριζε
2838προχθὲς ὁ ἐκ Κυκλάδων συνάδελφος; Καὶ σημειώσατε, ὅτι
2839ὁ Λογιστικὸς Νόμος πραγματεύεται κυρίως περὶ ὑπολό-
2840γων, καὶ προκειμένου νὰ καθιερώσῃ παραγραφὴν, ὤφειλε
2841περὶ αὐτῆς νὰ διατάξῃ ῥητῶς, ὅτι ἡ παραγραφὴ ἄρχεται
2842οὐχὶ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς χρήσεως, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως
2843τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συνεδρίου. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἑπόμενον ἄρ-
2844θρον 70 ὑποστηρίζει τὴν γνώμην μου, διότι παραδέχεται
2845ἀναστολὴν τῆς παραγραφῆς, ἕνεκεν ἐμποδίων τῶν ἀρχῶν,
2846ἢ ἂν ἔγεινε προσφυγὴ εἰς τὰ Δικαστήρια. Τὸ Γαλλικὸν ἄρ-
2847θρον προέβλεπε περὶ προσφυγῆς εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπι-
2848κρατείας, ἀλλ’, ὡς εἴρηται, παρ’ ἡμῖν ἡ ὑπόθεσις ὑπάγεται
2849εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια, καὶ ὡς ἐκ τούτου τὸ ἡμέτερον
2850ἄρθρον 70 λέγει: «δι’ ἀρξαμένην δίκην». Πῶς ἄρχεται παρ’
2851ἡμῖν ἡ δίκη; Διὰ τῆς αἰτήσεως θεραπείας καὶ δι’ ἀγωγῆς.
2852Πῶς ἄρχονται ἐν Γαλλίᾳ αἱ τοιαῦται δίκαι; Διὰ τῆς ἐνώ-
2853πιον τοῦ Ὑπουργοῦ ὑποβολῆς τῶν ἀξιώσεων, καὶ διὰ τῆς
2854προσφυγῆς ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.
2855Ὅπως λοιπὸν ἐν Γαλλίᾳ ἀναστέλλει τὴν παραγραφὴν ἡ
2856ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας προσφυγὴ, οὕτω
2857καὶ παρ’ ἡμῖν ἡ προσφυγὴ εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια.
2858Ἀλλ’ ἡ ἐξέλεγξις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου οὔτε ἐν Γαλ-
2859λίᾳ οὔτε παρ’ ἡμῖν δύναται νὰ ἀναστείλῃ τὴν παραγρα-
2860φήν. Τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσον σαφὲς, ὥστε ἀπορῶ, πῶς δὲν
2861ἐννοεῖ αὐτὸ ὁ ἐκ Κυκλάδων Βουλευτής. Ἀλλ’ ὑποβάλλει
2862ἄλλο ἐπιχείρημα, ὅπερ ἔχει τι τὸ εὐλογοφανές. Εἶπεν ὁ συνά-
2863δελφος, ὅτι ὁ ὑπόλογος δὲν δύναται νὰ προσφύγῃ εἰς Δικαστή-
2864ριον, πρὶν ἢ ἐκδοθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.
2865§87ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Οὔτε μετὰ τὴν ἔκδοσιν αὐτῆς.
2866§88ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤδη προσθέτει, οὔτε μετά.
2867Ἂν ὁ ὑπόλογος δὲν ἔχῃ οὐδὲν ἄλλο μέσον προσφυγῆς, ἵνα
2868σώσῃ τὰ δικαιώματά του, ἢ τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ Ἐλεγκτι-
2869κοῦ Συνεδρίου, ἂν ἡ θύρα τῶν Δικαστηρίων ἦναι κεκλει-
2870σμένη ἑρμητικῶς, μέχρις οὗ ἐκδοθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγ-
2871κτικοῦ Συνεδρίου, καὶ ἂν, ταύτης ἐκδοθείσης, ἡ διαφορὰ
2872θεωρῆται ὁριστικῶς ἐκδικασθεῖσα, ἠδύνατο νὰ ἔχῃ δίκαιον ὁ
2873συνάδελφος, ὑποστηρίζων, ὅτι δὲν δύναται νὰ τρέξῃ παρα-
2874γραφὴ κατὰ τοῦ ὑπολόγου μέχρι τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγ-
2875κτικοῦ Συνεδρίου. Ἀλλὰ, λέγων ταῦτα ὁ κ. Μπογιατζό-
2876γλους, δὲν κατενόησεν ἐντελῶς τὴν σημασίαν τῆς δικαιοδο-
2877σίας τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον
2878εἶναι Δικαστήριον ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, ἀλλ’ ἔχει
2879δικαιοδοσίαν τόσον ἀκριβῶς περιωρισμένην, ὥστε δὲν ἐπι-
2880τρέπεται κατ’ ἐλάχιστον ἡ ἐπέκτασις τῆς δικαιοδοσίας
2881αὐτοῦ. Ποία εἶναι ἡ δικαιοδοσία αὐτοῦ; Τὸ ἄρθρον 16 ὁρί-
2882ζει, ὅτι ἐξετάζει τοὺς λογαριασμοὺς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἰσέ-
2883πραξαν καὶ ἐδαπάνησαν δημόσια χρήματα, καὶ ἐξετάζει
2884τοὺς λογαριασμοὺς, διὰ νὰ ἴδῃ, ἂν τὰ δημόσια χρήματα
2885καλῶς εἰσεπράχθησαν καὶ ἐδαπανήθησαν. Δὲν ἔχει ἑπομέ-
2886νως δικαίωμα νὰ ἐξετάζῃ ἄλλας ἀπαιτήσεις τῶν ὑπολόγων
2887κατὰ τοῦ Δημοσίου. Λαμβάνει πολλάκις ὑπ’ ὄψει πληρω-
2888μὰς τῶν ὑπολόγων, γενομένας ἐξ ἰδίων χρημάτων, ἀλλὰ
2889μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι δὲν ὀφεί-
2890λουσι πρὸς τὸ Δημόσιον. Καὶ μάλιστα εἶχεν ἀπαγορευθῆ
2891ἄλλοτε εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον νὰ ἀναγνωρίζῃ τοὺς
2892ὑπολόγους πιστωτὰς τοῦ Δημοσίου....
2893§89ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ἡ ἀπαγόρευσις δὲν ὑπάρχει
2894παρ’ ἡμῖν.
2895§90ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, διότι τὸ ἄρθρον 212
2896τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου λέγει ῥητῶς, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τοῦ
2897Συνεδρίου βεβαιοῦσιν, ἂν ὑπάρχῃ ὑπόλοιπον εἰς πίστωσιν τοῦ
2898ὑπολόγου. Ποία ὅμως ἡ ἔννοια τῆς φράσεως ταύτης; Περιο-
2899ρίζομαι νὰ ὑποβάλω τὴν ἑρμηνείαν, ἣν δίδει ὁ Audiffret,
2900δηλαδὴ ὁ δημιουργὸς τοῦ λογιστικοῦ συστήματος τῆς Γαλ-
2901λίας, ὁ συντάκτης καὶ τοῦ Διατάγματος τοῦ 1838 καὶ
2902τοῦ 1862 καὶ μέλος ἤδη Ἐπιτροπῆς, εἰς ἣν ἀνετέθη ἡ ἀνα-
2903θεώρησις τῶν λογιστικῶν νόμων ἐν Γαλλίᾳ. Ἰδοὺ τί λέγει
2904(ἀναγινώσκει): «Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀναγνωρίζει ὅλας
2905»τὰς τακτικῶς δικαιολογουμένας δαπάνας πρὸς ἀπαλλαγὴν
2906»τῶν ὑπολόγων, καὶ ὅταν ἀκόμη αἱ δαπάναι αὐταὶ ἀποτελῶσι
2907»προκαταβολὰς εἰς βάρος τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ περιορίζεται
2908»μόνον νὰ βεβαιώσῃ αὐτὰς τὰς προκαταβολὰς, καὶ παρα-
2909»πέμπει τοὺς διαδίκους νὰ προσφύγωσιν, ὅπου προσήκει, ἵνα
2910»ἐπιτύχωσι τὴν πληρωμήν».
2911Ῥητῶς, ὡς βλέπετε, λέγει ὁ συγγραφεὺς, ὅτι ἡ ἀπόφα-
2912σις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἡ ἀναγνωρίζουσα ποσόν τι
2913εἰς πίστωσιν τοῦ ὑπολόγου, δὲν ἀποτελεῖ καταδίκην τοῦ
2914Δημοσίου εἰς πληρωμὴν αὐτοῦ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονο-
2915μικῶν ἐν Γαλλίᾳ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ: ἡ ἀπαίτησις,
2916ἣν ἀνεγνώρισεν ἡ ἀπόφασις τοῦ Συνεδρίου, εἶναι παραγε-
2917γραμμένη. Λοιπὸν, ἐρωτῶ, μένει τι ὀρθὸν καὶ βάσιμον ἐκ
2918τοῦ ἰσχυρισμοῦ, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Συνεδρίου ἀποτελεῖ δε-
2919δικασμένον, καὶ ὅτι μετὰ τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ δὲν μένει δι-
2920καίωμα εἰς ἄλλην ἀρχὴν ν’ ἀποφανθῇ περὶ αὐτοῦ; Δὲν
2921εἶναι πρόδηλον, ὅτι καὶ πρὸ καὶ μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ
2922Συνεδρίου εἰς τὰ Δικαστήρια δύναται καὶ ὀφείλει νὰ προσ-
2923φύγῃ ὁ ὑπόλογος, ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὰ δικαιώματά του, καὶ
2924ἐπιτύχῃ τὴν ἱκανοποίησιν αὐτῶν; Ἕνεκα μάλιστα τῆς ἰδιο-
2925φυοῦς ἁρμοδιότητος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, δὲν εἶναι
2926ἀληθὲς, οὔτε ὅτι αἱ ἀποφάσεις αὐτοῦ ἀποτελοῦσι δεδικασμέ-
2927νον, διότι ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν δύναται ὁ ὑπόλογος νὰ ὑπο-
2928βάλῃ αἴτησιν πρὸς ἀναθεώρησιν τῆς ἀποφάσεως, καὶ δύνα-
2929ται νὰ ἀπαλλαγῇ· ὅμοια δὲ δικαιώματα ἔχει καὶ ὁ κ. Β.
2930Ἐπίτροπος. Ὥστε οὔτε δεδικασμένον ἀποτελοῦσιν αὐταὶ αἱ
2931ἀποφάσεις, διότι ὑπόκεινται εἰς ἀναθεώρησιν, καὶ ἐν τούτοις
2932ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν ἀποφάσεων ἔρχονται νὰ μᾶς εἴπω-
2933σιν, ὅτι ὑπάρχει δεδικασμένον, καὶ πρέπει νὰ πληρώσωμεν
2934τὸν Σπάρταλην! Αὐτὰ εἶναι τὰ κυριώτερα, τὰ ὁποῖα
2935ἔπρεπε νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον ὑμῶν, πρὸς ἀντίκρουσιν τῶν
2936ἀντιφρονούντων, ὡς πρὸς τὴν παραγραφήν.
2937Τώρα ὀφείλω νὰ προσθέσω τινὰ καὶ περὶ τοῦ ζητήματος
2938τῆς προμηθείας. Ἤκουσα, ὅτι ἡ προμήθεια αὕτη ὀφείλεται
2939εἰς τὸν ἐμπορικὸν οἶκον τοῦ Σπάρταλη. Ὀφείλω νὰ παρα-
2940τηρήσω, ὅτι τοιοῦτος ἰσχυρισμὸς μόνον κατὰ τὴν ἐνώπιον
2941τῆς Βουλῆς συζήτησιν προετάθη, διότι ὁ Σπάρταλης οὐδέ-
2942ποτε ἰσχυρίσθη, ὅτι δὲν ὀφείλεται εἰς αὐτὸν προμήθεια,
2943ἀλλ’ εἰς ἕτερόν τινα. Ὁ Σπάρταλης ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν θέ-
2944λει προμήθειαν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐντολῆς, δὲν ἦτο ἑπο-
2945μένως δυνατὸν νὰ ἀπαιτήσῃ τοιαύτην ὑπὲρ ἄλλου προσώ-
2946που, εἰς ὃ ἀνέθετο τὴν ἐντολὴν, διότι ἡ Κυβέρνησις εἰς αὐ-
2947τὸν ἀνέθεσε τὴν ἐντολὴν καὶ ὄχι εἰς ἄλλον, καὶ δὲν εἶχε
2948δικαίωμα νὰ τὴν ἀναθέσῃ εἰς ἄλλον ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Κυβερ-
2949νήσεως, καὶ νὰ ζητῇ ἤδη προμήθειαν ὑπὲρ τοῦ προσώπου
2950ἐκείνου, ἐνῷ αὐτὸς ὁ ἴδιος παρῃτήθη τὸ πρῶτον πάσης προ-
2951μηθείας, καὶ ἀνέθετο κατόπιν τὴν διάθεσιν αὐτῆς εἰς τὸν
2952Βασιλέα, διὰ νὰ τὴν διαχειρισθῇ ὑπὲρ φιλανθρωπικῶν κατα-
2953στημάτων. Ἂν εἰς ἄλλον, καὶ οὐχὶ εἰς τὸν ἴδιον Σπάρτα-
2954λην, ὠφείλετο ἡ προμήθεια, πῶς δύναται νὰ ἐξηγηθῇ ἡ τοι-
2955αύτη παραίτησις, ἡ διάθεσις;
2956Ἕνεκα τούτων φρονῶ, ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι εἰς ἄλλον
2957ὀφείλεται ἡ προμήθεια, ἀποτελεῖ παραμόρφωσιν τῶν πραγ-
2958μάτων, ἥτις οὔτε εἰς δικηγόρον τοῦ Σπάρταλη ἦτο ἐπιτε-
2959τραμμένη, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον εἰς ἐκείνους, οἵτινες παρί-
2960στανται ὡς ὑπερασπισταὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου
2961τῆς Ἑλλάδος.
2962Τώρα, Κύριοι, οὕτως ἐχούσης τῆς ἀπαιτήσεως, ἐπῆλθε
2963διπλωματικὴ παρέμβασις; Ἤκουσα τοὺς κκ. συναδέλφους
2964λέγοντας, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις οὐδὲν ἕτερον ἔπρα-
2965ξεν, ἢ νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὰ δίκαια
2966τῶν ὑπηκόων αὐτῆς, ὡς καὶ ἡμεῖς πολλάκις προέβημεν εἰς
2967παρόμοια διαβήματα, προκειμένου περὶ ἡμετέρων ὑπη-
2968κόων. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλί-
2969γου ἀνέγνωσεν ὁ κ. Καραπάνος, ἀπέδειξαν, ὅτι δὲν πρόκει-
2970ται περὶ τοιαύτης συστάσεως ἢ παρακλήσεως. Ὅταν τοιαῦ-
2971ται συστάσεις καὶ παρακλήσεις ὑποβάλλωνται, ἀφίνεται εἰς
2972αὐτοὺς τοὺς ὑπηκόους ἡ φροντὶς περὶ τῆς ἐπιδιώξεως τῶν
2973δικαιωμάτων των. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως οὐδεὶς ὑπή-
2974κοος Ἄγγλος ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν,
2975ἀλλὰ μόνη ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία.
2976Ἡ τοιαύτη διεκδίκησις ἀποτελεῖ κατάδηλον ἐπέμβασιν, ἣν
2977ὤφειλεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐκ πρώτης ὄψεως ν’ ἀπο-
2978κρούσῃ. Ἀλλὰ τέλος πάντων τί ποιητέον; Ὀφείλομεν νὰ
2979πληρώσωμεν τὴν ἀπαίτησιν ταύτην; Ἤκουσα τὸν κ. Κα-
2980ραπάνον, ὑποστηρίζοντα, ὅτι εἰς τοιοῦτον διπλωματικὸν ση-
2981μεῖον εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ὥστε ἐπιβάλλεται ἡ πλη-
2982ρωμὴ αὐτῆς ὑπὸ ἕνα ἢ ἄλλον τύπον. Ἐγὼ διεφώνησα ἀνέ-
2983καθεν ὡς πρὸς τοῦτο, ὑποστηρίξας ὅτι πρέπει νὰ ἀποῤῥιφθῇ
2984ἡ πίστωσις. Δὲν ἀποδέχομαι, ὅτι περιήλθομεν εἰς τοιοῦτον
2985σημεῖον, ὥστε δὲν ὑπολείπεται εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἢ νὰ πλη-
2986ρώσῃ, ὑφισταμένη τὰς συνεπείας τῆς ἀδεξιότητος τῶν κυ-
2987βερνώντων. Κατ’ ἐμὲ, ὑπολείπεται πλῆρες τὸ στάδιον τῆς
2988περαιτέρω διπλωματικῆς ἐρεύνης τοῦ ζητήματος, καὶ μία
2989ἀπόῤῥιψις τῆς πιστώσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς θὰ δώσῃ νέα
2990ὅπλα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ὑποστηρίξῃ, ὅτι, κατὰ τοὺς
2991νόμους ἡμῶν, κατὰ τοὺς νόμους ὅλων τῶν Ἐθνῶν, δὲν ἐπι-
2992τρέπεται ἡ πληρωμὴ ἀπαιτήσεως παραγεγραμμένης. Καὶ
2993πλείστους δὲ ἄλλους λόγους δύναται νὰ ἀντιτάξῃ κατὰ τῆς
2994παρεμβάσεως αὐτῆς, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ σχέσεων τῆς
2995Ἑλλάδος πρὸς Ἄγγλον ὑπήκοον, ἀλλὰ πρὸς Ἕλληνα κτλ.
2996κτλ. Ἐγὼ λοιπὸν ποσῶς δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην τοῦ
2997κ. Καραπάνου. Ἐγὼ μάλιστα φρονῶ, ὅτι, καὶ ἂν ἐπὶ τέλους
2998ὑποκύψωμεν, προτιμότερον νὰ ὑποκύψωμεν μόνον εἰς τὴν
2999βίαν, διότι ἡ βία διαφυλάττει ἀλώβητον τὴν ἐθνικὴν φιλο-
3000τιμίαν. Προτιμότερον λοιπὸν νὰ ἔλθωσι καὶ πάλιν τὰ Ἀγ-
3001γλικὰ πλοῖα εἰς τὸν Πειραιᾶ, ὡς καὶ ἄλλοτε ἦλθον. Καὶ
3002τότε ὑπεβλήθημεν εἰς θυσίας, ἀλλ’ ἡμεῖς μὲν ἐκερδήσαμεν
3003τὰς συμπαθείας ὅλης τῆς Εὐρώπης, γενικὴ δὲ ἀνὰ πᾶσαν
3004τὴν Εὐρώπην ἐξηγέρθη ἀποδοκιμασία κατὰ τοῦ τοιούτου μέ-
3005τρου τῆς Ἀγγλίας, καὶ κατέστησε λίαν δυσχερῆ τὴν ἐπα-
3006νάληψιν αὐτοῦ. Προτιμῶ νὰ ὑποκύψωμεν καὶ πάλιν εἰς τὴν
3007βίαν, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει τὸ Κοινοβούλιον
3008τῆς Ἑλλάδος νὰ ψηφίσῃ τὴν πίστωσιν.
3009§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη....
3010§92ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
3011§93ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὡμί-
3012λησε τρὶς ἐπὶ τοῦ θέματος ὁ κ. Χατζόπουλος· δὲν ἠμπορεῖ
3013νὰ ὁμιλήσῃ καὶ πάλιν.
3014§94ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή. Ἀλλὰ πρὸ τούτου
3015ἔχομεν καὶ ἄλλο τι νὰ συζητήσωμεν, διότι ἐγείνατε στηλῖ-
3016ται ἀπόψε. (Θόρυβος).
3017§95ΛΕΒΙΔΗΣ. Νὰ ἀποδείξητε, ὅτι ὡμίλησε τρίς.
3018§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς Πρόεδρος σᾶς λέγω, ὅτι ἐκ τῶν πρα-
3019κτικῶν ἀποδεικνύεται, ὅτι ὡμίλησε δίς.
3020§97ΡΑΛΛΗΣ. Ἀποδείξατέ το. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ θέσητε τὸ
3021ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἀποδεί-
3022ξητε τὸν ἰσχυρισμόν σας.
3023§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά.
3024§99ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ νὰ τὰ ἀφή-
3025σετε κατὰ μέρος. Νὰ λάβητε τὰ ἐπίσημα πρακτικά.
3026§100ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ ἐστενογραφημένα
3027πρακτικὰ βεβαιοῦσι τὸ πρᾶγμα. Ἀρκοῦσι τὰ ἐστενογραφη-
3028μένα πρακτικά.
3029§101ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσι χώραν ἐν τῇ
3030Βουλῇ, ἀποδεικνύονται μόνον διὰ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν.
3031§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς 10 Δε-
3032κεμβρίου (ἀναγινώσκει): «Εἶτα ἔλαβε τὸν λόγον ὁ βου-
3033λευτὴς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας...» Ἰδοὺ καὶ τὰ
3034πρακτικὰ τῆς 3 Ἰανουαρίου 1889 (ἀναγινώσκει): «Τοῦτον
3035διεδέξατο ἐπὶ τὸ βῆμα εἷς τῶν Βουλευτῶν Αἰτωλίας καὶ
3036Ἀκαρνανίας, ὅστις ἐπεχείρησε τὴν ἐξέτασιν τῆς ὑπὸ συ-
3037ζήτησιν πιστώσεως.....»
3038§103ΡΑΛΛΗΣ. Προβῆτε τώρα εἰς τὴν ψηφοφορίαν.
3039§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἀγορεύσῃ καὶ ἐκ
3040τρίτου ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος ὁ βουλευτὴς Αἰτωλίας καὶ
3041Ἀκαρνανίας κ. Χατζόπουλος λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχό-
3042μενοι λέγουσιν Ὄχι.
3043(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
3044ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κκ. Κανάρη καὶ Καλογεροπού-
3045λου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3046Χαρίλ. Τρικούπης ΟΧρ. Στεφανόπουλος Ο
3047Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΟἈλέξ. Ζαΐμης
3048Γ. Σισμάνης ΟΝ. Καλογερόπουλος Ο
3049Δ. Βουλπιώτης ΟἈλέξ. Κοντόσταυλος Ο
3050Ἀθ. Ἴσκος Ν. Παπανικολάου
3051Ν. Καλαντζόπουλος ΟΝ. Καφετζόγλους Ο
3052Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Ἰω. Πεζᾶς Ο
3053Μ. Γουλιμῆς ΟΚων. Σινέλης Ο
3054Μ. Ἰατρίδης ΟΒασ. Βουδούρης Ο
3055Δ. Χατζόπουλος ΝΚ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ο
3056Γ. Μίλησης ΟΔιον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ο
3057Σπ. Νοταρᾶς Ἀναστ. Ε. Λούντζης Ο
3058Γ. Κούστας Διον. Λομβάρδος Ο
3059Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΟΓεώρ. Θεοτόκης Ο
3060Σωτ. Δανόπουλος ΟΚωνστ. Βασιλάκης
3061Ἀναστ. Δημητριάδης Ἀντ. Καποδίστριας
3062Μιχ. Νικηφοράκης ΟΝικόλ. Βασιλάκης
3063Δ. Πετρίδης ΝΕὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς
3064Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΝΠολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς
3065Θ. Π. Δηλιγιάννης ΝΣπυρ. Ἀλαμάνος
3066Θ. Β. Δηλιγιάννης Θεόφ. Προβατᾶς
3067Χρ. Χριστόπουλος ΝἸωάν. Παδοβᾶς Ο
3068Φίλιπ. Βάρβογλης Εὐάγγ. Μπασιᾶς
3069Ἠλ. Φλέσσας Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ο
3070Κ. Κωνσταντόπουλος ΝἈνδρ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΟ
3071Ἀρ. Σακελλαρόπουλος Ν. Βαλσαμάκης
3072Π. Μανέτας ΟΓερ. Μουσούρης
3073Ι. Ἀντωνόπουλος ΝΠ. Βενιεράτος Ο
3074Ἠλίας Παλαμήδης ΟΓ. Τυπάλδος Κοζάκης
3075Κ. Κατσικόπουλος Γ. Κόρπας
3076Δ. Ζέγγελης Στέφ. Σκουλούδης Ο
3077Δ. Ν. Βότσαρης Ἀλοΐσιος Τόμαν
3078Κ. Καραπάνος ΝΧαρίλ. Προβελέγγιος Ο
3079Γ. Παχύς ΟΝ. Νομικός
3080Στέφ. Δραγούμης ΟΜίνως Μπογιατζόγλους Ο
3081Δημήτρ. Γ.Ῥάλλης ΝΓ. Μπούμπουρας Ο
3082Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας ΟΛωρέντζος Δελαρόκας Ο
3083Φωκίων Νέγρης ΟΔημοσθ. Καΐρης Ο
3084Ἰωάννης Γεωργαντᾶς Γεώργ. Δρόσος Ο
3085Νικόλαος Μπουφίδης ΟΝικ. Κρίσπης Ο
3086Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟΕὐστάθ. Κεχαγιᾶς
3087Δημ. Καλλιφρονᾶς Κων. Κοσσονάκος Ο
3088Νικ. Λεβίδης ΝΓεώρ. Μαυρομιχάλης
3089Σπυρ. Κουκούλεζας ΟἈριστ. Πετροπουλάκης
3090Ὄθων Μακρυγιάννης ΟΓιανν. Μαυρομιχάλης Ο
3091Τρ. Μουτσόπουλος ΟΝικήτ. Βαρβιτσιώτης Ο
3092Θάνος Κανακάρης Λ. Καπετανάκος
3093Ἀθ. Πετιμεζᾶς Ξανθὸς Πικουλάκης Ο
3094Νεοκλ. Πετιμεζᾶς Γεώρ. Πετροπουλάκης
3095Α. ΠαπαγιαννακόπουλοςΝΚωνστ. ΠαπαμιχαλόπουλοςΝ
3096Α. Φωτήλας ΟΙ. Καρτάλης
3097Ἀνδρ. Αὐγερινὸς Ἀργ. Κανταρτζῆς Ο
3098Ἀντ. Ῥικάκης Εὐάγγ. Σταμούλης Ο
3099Ἀχ. Γεροκωστόπουλος ΝΝ. Κοκωσλῆς
3100Ἰω. Κρεστενίτης Ι. Παπαδόπουλος Ο
3101Ν. Κουμανιώτης Κ. Μαρκίδης Ο
3102Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος ΟΚ. Ζωγλοπίτης Ο
3103Δ. Κουτσουμπλῆς ΟἈθ. Καζαμπάκας Ο
3104Εὐθ. Μπατζιᾶς ΟΓ. Φραγκίδης Ο
3105Ἀναστ. Ζαρμάνης ΟΑ. Τακιατζῆς Ο
3106Ἀχιλ. Λογιωτάτου Γ. Τάκης
3107Σωτ. Σωτηρόπουλος Ν. Ταρμπάζης
3108Κ. Κουμουνδοῦρος Ζ. Φαλιάγκας
3109Π. Πεῤῥωτὴς Σταμ. Μπουντούρης Ο
3110Δ. Τζάνες ΟΘεόδ. Γκίκας Ο
3111Περ. Μποῦτος Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ο
3112Παν. Σάκκης ΝΚ. Χαλκιόπουλος Ο
3113Ν. Παπαλέξης ΟὈδ. Πετρόπουλος Ο
3114Νικ. Μισυρλῆς ΝΝ. Κοντογιάννης
3115Ν. Καράπαυλος ΟἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ο
3116Ἀσημ. Χριστόπουλος ΝΓ. Λιδωρίκης Ο
3117Εὐστάθ. Κοκκέβης ΟΚ. Χατζῖσκος Ο
3118Δ. Κάρτσωνας Δ. Ζουλούμης Ο
3119Δ. Π. Γουδῆς ΟΚ. Ἀναγνωστόπουλος Ν
3120Σ. Χατζηγάκης Θεμιστοκλῆς Κανάρης Ν
3121§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 94 Βουλευταί· 77
3122κατὰ τῆς προτάσεως, καὶ 17 ὑπερ αὐτῆς. Ὥστε ὁ κ. Χα-
3123τζόπουλος δὲν δύναται νὰ ἀγορεύσῃ καὶ ἐκ τρίτου.
3124§106ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε,
3125ὅτι, πρὶν ἢ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς πιστώ-
3126σεως, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται, πρέπει νὰ λύσωμεν ἕν ζή-
3127τημα, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ ἀφορᾷ...
3128§107ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δὲν δύναται νὰ διακοπῇ ἡ συ-
3129ζήτησις...Κύριε Πρόεδρε, μὴ δίδετε τὸν λόγον. (Θόρυβος).
3130§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνει ἔνστασιν, ἀφορῶσαν εἰς τὸν Κα-
3131νονισμόν.
3132§109ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ
3133ὁποίου πρόκειται, ἀφορᾷ εἰς τὴν νόμιμον συγκρότησιν τοῦ
3134Σώματος, εἰς τὸ ζήτημα περὶ ἀπαρτίας...
3135§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἦσαν 79 παρόντες.
3136§111ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγένετο ἔνστασις περὶ
3137μὴ ἀπαρτίας· προκειμένου λοιπὸν νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλο-
3138γος καὶ νὰ γνωσθῇ, πόσοι ἦσαν παρόντες Βουλευταί, ἵνα
3139δειχθῇ, ἄν ὑπῆρχεν ἀπαρτία, ἐκτὸς τῶν παρόντων ἐν τῇ
3140αἰθούσῃ, ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψει καὶ οἱ ἐν τοῖς δωματίοις...
3141(θόρυβος).
3142§112ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ πρακτικὸν τῆς
3143διαλογῆς.
3144§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐσημειώθη ὡς παρὼν εἷς μόνον.
3145§114ΡΑΛΛΗΣ. Τότε ἐπικαλούμεθα τὴν ἰδίαν σας μαρτυρίαν·
3146ἐλάβετε ὑπ’ ὄψει τοὺς ἐν τοῖς δωματίοις;
3147§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔλαβον ὑπ’ ὄψει μόνον τὸν κ. Δηλιγιάν-
3148νην, τὸν ὁποῖον ἐκάλεσα, ὄντα ἐν τῷ δωματίῳ, διότι οὐδεὶς
3149ἄλλος ὑπῆρχεν ἐν αὐτῷ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης δὲν ἦλθεν εἰς
3150τὴν συνεδρίασιν. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν λοιπὸν, ὁ ὁποῖος
3151λέγει, ὅτι, ὅσοι εἶναι εἰς τὰ παρακείμενα δωμάτια, κα-
3152λοῦνται παρὰ τοῦ Προέδρου, καὶ ἄν δὲν προσέλθωσι, θεω-
3153ροῦνται ὡς παρόντες, ἐθεώρησα αὐτὸν παρόντα. Οἱ Βου-
3154λευταὶ οἱ παρόντες ἦσαν 78, μετὰ τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη
3155δὲ 79.
3156§116ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ ζητή-
3157ματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ Προεδρεῖον... (θόρυβος).
3158§117Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐν πρώτοις
3159σᾶς παρακαλῶ νὰ συμβουλεύσητε τὴν πλειονοψηφίαν, νὰ
3160μὴ διακόπτῃ τοὺς ἀγορεύοντας. Σεῖς διευθύνετε τὴν συζή-
3161τησιν.
3162§118ΑΣ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ παύσωσι διακόπτοντες...
3163(θόρυβος).
3164§119ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Κατηντήσατε πλέον ἀηδία!....
3165§120ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σωφρονίσατε τὸν ἐκ
3166Ζακύνθου Βουλευτήν....
3167§121ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Σᾶς πρέπει νὰ σωφρονίσῃ. (Θόρυβος).
3168§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπαγορεύονται αἱ διακοπαί.
3169§123ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκει-
3170ται περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ Προεδρεῖον....
3171§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες Βουλευταὶ ἦσαν, ἐπαναλαμ-
3172βάνω, ἐν ὅλῳ 79 μετὰ τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο
3173ἐν τῇ αἰθούσῃ ἀλλ’ ἦτο ἐν τῷ παρακειμένῳ δωματίῳ....
3174§125ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἴχετε δικαίωμα νὰ τὸν καταλογίσητε.
3175§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶχον τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς
3176Βουλῆς. Τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Κανονισμοῦ λέγει ἐν τέλει (ἀνα-
3177γινώσκει): «Οἱ ἐν τοῖς παρακειμένοις τῇ αἰθούσῃ τῶν συνε-
3178δριάσεων δωματίοις Βουλευταί, καλούμενοι παρὰ τοῦ Προέ-
3179δρου διὰ τῶν κλητήρων, «ἐπανέρχονται ἀμέσως εἰς τὴν αἴθου-
3180σαν, καὶ ἂν δὲν ἐπανέλθωσι, θεωροῦνται παρόντες....(Θό-
3181ρυβος).
3182§127ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρᾶξις ἀφορᾷ σᾶς,
3183διότι σεῖς, ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ ἐθεωρήσατε....
3184§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναδέχομαι τὴν εὐθύνην, διότι τὸ λέγει
3185ὁ νόμος· ἐφήρμοσα τὸν Κανονισμόν.
3186§129ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ....
3187§130ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν δύναται, κύριε Πρόεδρε, νὰ
3188διακοπῇ ἡ συζήτησις.
3189§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς λέγει ῥητῶς, ὅτι, ὅταν γί-
3190νηται ἔνστασις περὶ παραβάσεως τοῦ Κανονισμοῦ, αὕτη
3191συζητεῖται.
3192§132ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπόν, κύριε Πρόεδρε,
3193ἐδέχθητε, ὅτι μεταξὺ τῶν παρόντων ἐν τῇ αἰθούσῃ Βουλευ-
3194τῶν ἐλάβετε ὑπ’ ὄψει καὶ τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τῆς
3195Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ ὁποῖος εὑρίσκετο ἐν τῷ δωματίῳ....
3196§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, συμφώνως τῷ Κανονισμῷ, ὁ
3197ὁποῖος εἶναι νόμος· ἀφοῦ τὸν ἐκάλεσα προηγουμένως.
3198§134ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἂν εἴχετε
3199ἀπαρτίαν....
3200§135ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχει οὐδεμίαν σημασίαν τοῦτο.
3201§136ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον
3202θέλω νὰ παρατηρήσω, εἶναι, ὅτι, ἅμα ἡ ἀρχὴ αὕτη καθιε-
3203ρωθῇ, δύνανται νὰ εὑρεθῶσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ 40 Βουλευταί,
3204νὰ ληφθῶσι δὲ ὑπ’ ὄψει καὶ οἱ ἐν τοῖς παρακειμένοις τῇ
3205αἰθούσῃ δωματίοις, καὶ τότε ἡ Βουλὴ θὰ ἦναι νομίμως συγ-
3206κεκροτημένη.
3207§137ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Μάλιστα.
3208§138ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ στηριζόμενος, κύριε
3209Πρόεδρε, θὰ καλέσητε τοὺς ἐν τοῖς δωματίοις Βουλευτάς;
3210§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Κανονισμοῦ.
3211§140ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Κανο-
3212νισμοῦ τὸ ἀναγινώσκω (ἀναγινώσκει): «...Οἱ ἐν τοῖς παρα-
3213κειμένοις τῇ αἰθούσῃ τῶν συνεδριάσεων δωματίοις Βουλευ-
3214ταί, καλούμενοι ὑπὸ τοῦ Προέδρου διὰ τῶν κλητήρων, ἐπα-
3215νέρχονται ἀμέσως εἰς τὴν αἴθουσαν, καὶ ἂν δὲν ἐπανέλθωσι,
3216θεωροῦνται παρόντες» (γέλως). Τὸ νὰ γελᾶτε ἀποδεικνύει,
3217ὅτι δὲν ἠξεύρετε τί λέγει ὁ Κανονισμός.
3218Πρόκειται λοιπὸν, Κύριοι, περὶ δωματίων παρακειμένων
3219τῇ αἰθούσῃ, δωματίων δηλαδὴ, ἐν οἷς εὑρισκόμενοι οἱ Βου-
3220λευταὶ, δύνανται νὰ λαμβάνωσι γνῶσιν τῶν συνεδριάσεων
3221καὶ νὰ ἀκροῶνται τῶν λεγομένων ἀπὸ τοῦ βήματος....
3222(θόρυβος). Ἀλλὰ, σᾶς παρακαλῶ, εἶναι δωμάτιον παρακεί-
3223μενον τῇ αἰθούσῃ τὸ παρακείμενον; (ἱλαρότης).
3224§141ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἀπόδειξις τοῦ ἐναντίου εἶναι, ὅτι οὐδέποτε
3225ἐφηρμόσθη ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Κανονισμοῦ. Ὁ κ. Καΐρης
3226ἔλαβε τὴν πρωτοβουλίαν.
3227§142ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ
3228αὕτη, τότε δύνασθε ἀξιόλογα τοὺς κυρίους Βουλευτὰς τῆς
3229πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν δεξιὰν), οἱ ὁποῖοι γευματίζουν
3230εἰς τὸ ἀπέναντι ξενοδοχεῖον, νὰ τοὺς θεωρήσητε παρόντας.
3231§143ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι, ὄχι· εἶναι ῥητὸς ὁ Κανο-
3232νισμός.
3233§144ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία διαφορὰ ὑπάρχει
3234μεταξὺ τῶν μὲν καὶ τῶν δέ; Μὴ βλέπετε μόνον εἰς τὸ γράμ-
3235μα τοῦ νόμου. Ποῖον εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ Κανονισμοῦ;
3236Εἶναι, ὅτι οἱ Βουλευταὶ, ἵνα δίδωσι ψῆφον, ὀφείλουσι νὰ
3237ἦναι ἐν γνώσει τῶν λεγομένων καὶ τῶν ἀναπτύξεων αὐτῶν
3238ἀπὸ τοῦ βήματος....
3239§145Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Πρόκειται περὶ ἀπαρτίας.
3240§146ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται, λέγει, περὶ
3241ἀπαρτίας, καὶ δὲν πρόκειται περὶ συζητήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν
3242ὀφείλουσι νὰ δώσωσι ψῆφον. Μάλιστα. Ἀλλ’ ἐὰν ὑποθέσω-
3243μεν, ὅτι εἷς τῶν Βουλευτῶν δὲν θέλει νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν συζή-
3244τησιν, μένων εἰς τὸ δωμάτιον, νομίζετε, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν
3245τρόπον δύνασθε νὰ ἔχητε ἀληθῆ ἀπαρτίαν;
3246§147ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μάλιστα, μάλιστα.
3247§148ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποχωρεῖ καὶ εἶναι εἰς
3248τὸ δωμάτιον καὶ σᾶς λέγει: «ἐγὼ δὲν εἶμαι παρών»· θὰ τὸν
3249θεωρήσητε ὡς νομικὸν πλάσμα, καὶ θὰ θεωρήσητε τὸ ἐπα-
3250νωφόριον τοῦ Βουλευτοῦ, ὡς εἶπεν ἄλλοτε ἕτερος Πρόεδρος;....
3251§149ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ εἶπεν
3252ὁμόφρων ὑμῶν, ὁ κ. Βαλσαμάκης.
3253§150ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου,
3254ἵνα τὸ ἐννοήσητε καλλίτερον, ὁ κ. Βουλευτής, ὁ ἐν τῷ δω-
3255ματίῳ....
3256§151ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν ἔχουσι σημασίαν ταῦτα. Δὲν χωρεῖ
3257συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.
3258§152ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ.... ὁ κ. Βουλευτής, ὁ ἐν
3259τῷ δωματίῳ, δηλοῖ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βου-
3260λήν· ὑποθέσατε, ὅτι εἶσθε 75 μόνον Βουλευταί· δύνασθε τότε
3261νὰ ἔχητε ἀπαρτίαν;
3262§153ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως.
3263§154ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ποίους;
3264§155ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὲ τοὺς ἐν τοῖς δωματίοις. Τὸ λέγει
3265ῥητῶς ὁ Κανονισμός.
3266§156ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς ἐννοεῖ,
3267ὅτι, ἐὰν ὁ Βουλευτὴς εὑρίσκηται ἐν τῷ δωματίῳ καὶ κωλύη-
3268ται πρὸς στιγμὴν νὰ ἔλθῃ, τότε δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς
3269παρὼν, ἀλλὰ τῇ συναινέσει τοῦ Βουλευτοῦ. Ὑποθέσατε πρὸς
3270στιγμὴν, ὅτι εἶναι εἰς τὸν διάδρομον· θὰ τὸν καταλογί-
3271σητε ὡς παρόντα καὶ θὰ κάμητε ἀπαρτίαν μὲ αὐτόν; Τὸ
3272ἴδιον εἶναι, ὅταν λέγῃ ὁ Βουλευτής: «δὲν δύναμαι νὰ ἔλθω».
3273Ἐν τῇ αἰθούσῃ τῶν συνεδριάσεων δὲν εὑρίσκεται, ἐν τῷ δω-
3274ματίῳ εὑρισκόμενος, σᾶς λέγει, ὅτι ἔχει κώλυμα, τὸ ὁποῖον
3275τὸν ἀποκωλύει νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν συνεδρίασιν. Πῶς δύνασθε
3276σεῖς, βασιζόμενοι ἐπὶ ἑνὸς πλάσματος, νὰ τὸν θεωρήσητε ὡς
3277παρόντα; Ἔχετε διάταξίν τινα ἐξαναγκαστικὴν, ἵνα τὸν
3278ὑποχρεώσητε νὰ ἔλθῃ;
3279§157ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ λέγει ῥητῶς ὁ Κανονισμός.
3280§158ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς προϋπο-
3281θέτει, ὅτι εἷς Βουλευτὴς, εὑρισκόμενος ἐν τῷ δωματίῳ, δύ-
3282ναται πρὸς στιγμὴν νὰ θέλῃ νὰ μεταβῇ πρὸς ἐκτέλεσιν φυ-
3283σικῆς του ἀνάγκης καὶ νὰ εἴπῃ: «Κύριε Πρόεδρε, σημειώ-
3284σατέ με παρόντα, καὶ ἔφθασα». Ὅταν ὅμως ῥητῶς λέγῃ,
3285ὅτι δὲν θέλει νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν συνεδρίασιν, πῶς δύνασθε νὰ
3286τον σημειώσητε ὡς παρόντα καὶ νὰ κάμητε ἀπαρτίαν μὲ
328740 Βουλευτάς;
3288§159ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἂς ὑπάγῃ εἰς τὴν αὐλήν.
3289§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν θέλῃ νὰ ἀποχωρήσῃ, τὸ δηλοῖ εἰς
3290τὸν Πρόεδρον καὶ φεύγει.
3291§161ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς προβλέ-
3292πει τοῦτο, τὸ ὁποῖον σᾶς λέγω· ὅτι, ἐὰν πρὸς στιγμὴν ἐξέλ-
3293θωσιν οἱ Βουλευταὶ εἰς τὰ δωμάτια, ὑποτίθεται, ὅτι ἐξέρ-
3294χονται, ἵνα ἐπανέλθωσι, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θεωροῦν-
3295ται παρόντες, διότι τεκμαίρονται ὡς παρόντες, ἐὰν δὲν δη-
3296λώσωσι τὸ ἐναντίον....
3297§162ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι, δὲν ἔχει οὕτω.
3298§163ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ὅμως σᾶς δηλοῖ
3299ὁ ἴδιος, ὅτι δὲν θέλει νὰ ἦναι παρών, δὲν δύνασθε νὰ τὸν
3300θεωρήσητε παρόντα. Τότε μόνον θεωρεῖται παρὼν, ἐὰν ὑπο-
3301τεθῇ, ὅτι ὁ Βουλευτὴς εὑρίσκεται πρὸς στιγμὴν ἐν τῷ δω-
3302ματίῳ χάριν ἀναπαύσεως. Ἐγὼ λαμβάνω τὸ ἐπανωφόρι μου,
3303διότι εὑρίσκομαι ὑπὸ τὸ κράτος οἱασδήποτε περιστάσεως,
3304καὶ ἐξέρχομαι εἰς τὸ δωμάτιον ἐπὶ πέντε λεπτὰ τῆς ὥρας·
3305σᾶς λέγω, ὅτι ἀνεχώρησα· θὰ μὲ θεωρήσητε παρόντα; Βε-
3306βαίως ὅλα δύνασθε νὰ τὰ κάμητε, διότι ἔχετε πλειοψηφίαν,
3307ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, πρόκειται περὶ τοῦ ὅτι
3308τοῦτο εἶναι παράνομον, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, καὶ ἂν στη-
3309ρίζηται εἰς τὴν δύναμιν τῶν πλειόνων, δὲν δύναται νὰ κυ-
3310ρωθῇ ποτὲ, καὶ ἐὰν τὸ κυρώσητε, θὰ ἔλθῃ στιγμή, καθ’ ἣν
3311θὰ μετανοήσητε, ὡς μετενόησαν καὶ ἄλλοι.... (Θόρυβος).
3312§164ΚΑΝΤΑΡΤΖΗΣ. Ὄχι δά!...
3313§165ΚΑΝΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὸς ὁ ἐκ Θεσσαλίας βου-
3314λευτὴς κύριος Κανταρτζῆς πρέπει νὰ κατανοήσῃ, ὅτι δὲν
3315εὑρίσκεται ἐν τῇ Ὀθωμανικῇ Βουλῇ... (Θόρυβος) Οὐδεὶς ἐξ
3316ὑμῶν δύναται νὰ ἀποταθῇ πρὸ ἐμέ... Πρέπει λοιπὸν νὰ
3317μάθῃ ὁ κύριος αὐτὸς, ὅτι ἡ θέσις του τῷ ἐπιβάλλει ὑπο-
3318χρεώσεις, καὶ δὲν πρέπει νὰ παρεκτρέπηται.
3319§166ΚΑΝΤΑΡΤΖΗΣ. Εἶναι ἀνάξιον Βουλευτοῦ, νὰ ἐκστο-
3320μίζῃ τοιαῦτα. Καὶ ἂν ὑπάρχῃ τις, μὴ γνωρίζων τὰς ὑπο-
3321χρεώσεις του, βεβαίως δὲν εἶμαι ἐγώ. (Θόρυβος)
3322§167ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω καὶ ὑπο-
3323στηρίζω, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Κανονισμοῦ
3324τότε μόνον ἔχει ἐφαρμογὴν, ὁσάκις οἱ ἐν τοῖς δωματίοις εὑρι-
3325σκόμενοι Βουλευταὶ ἐξέρχονται εἰς τὰ δωμάτια, ὄχι ἵνα μὴ
3326ἐπανέλθωσιν, ἀλλ’ ἐξέρχονται πρὸς στιγμὴν, ἵνα κατόπιν
3327λογίζονται ὡς παρόντες. Ὅταν ὅμως ὄχι μόνον τεκμαίρηται
3328ἡ ἀναχώρησίς των πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ μὴ ἐπανέλθωσιν,
3329ἀλλὰ καὶ ῥητῶς δηλοῦται ἡ πρόθεσις αὕτη, ὡς ἐπὶ τοῦ προ-
3330κειμένου ῥητῶς ἐδηλώθη, δὲν δύναται ὁ Πρόεδρος νὰ ση-
3331μειώσῃ αὐτοὺς ὡς παρόντας, ἄνευ τοῦ κινδύνου νὰ προσ-
3332κρούσῃ εἰς τὸ Σύνταγμα. Δύνασθε νὰ τὸ πράξητε· τὸ ἔπρα-
3333ξαν καὶ ἄλλοι πρὸ ὑμῶν, ἀλλὰ μετενόησαν, καὶ ἦσαν πολὺ
3334ἀνώτεροι ὑμῶν, καὶ ὅμως ἐρωτήσατε πῶς ὀνομάζονται, ὡς
3335θὰ ἔλθῃ καιρὸς νὰ ὀνομασθῆτε ἐπίσης καὶ σεῖς, ἐὰν ὑπάρχῃ
3336Ἔθνος.
3337§168ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ θέμα, Κύριοι, ὅπερ ἀνεφάνη πρὸς συζήτη-
3338σιν, εἶναι, νομίζω, τοσοῦτον σπουδαῖον, ὥστε μοὶ φαίνεται, ὅτι
3339κατ’ ἄλλον τινὰ τρόπον πρέπει νὰ δεχθῆτε νὰ συζητηθῇ, οὐχὶ
3340δὲ καθ’ ὃν ἀπεπειράθητε νὰ συζητήσητε, δηλαδὴ ἐν μέσῳ
3341κραυγῶν καὶ διακοπῶν καὶ ἀντεγκλήσεων καὶ ἐρωταποκρί-
3342σεων. Τὸ θέμα εἶναι σπουδαιότατον, καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὸν
3343νόμιμον καταρτισμὸν τῶν συνεδριάσεων, ἐννοεῖτε δὲ, ὁποῖα
3344δύνανται νὰ ὦσι τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀποφάσεων ὑμῶν,
3345ἐὰν αὗται δὲν ἀποῤῥέωσιν ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἐκ τῆς
3346ὀρθῆς ἑρμηνείας καὶ ἐφαρμογῆς αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο παρα-
3347καλῶ ὑμᾶς, ὅπως δεχθῆτε νὰ συζητήσωμεν ἔν τινι τοὐλάχι-
3348στον ψυχραιμίᾳ καὶ ἀταραξίᾳ, ὁπωσδήποτε, καίτοι βεβαίως,
3349ἐὰν θελήσητε ὀχλαγωγικῶς νὰ συζητήσητε, ἡμεῖς δὲν θέλο-
3350μεν παραιτηθῆ τοῦ λόγου, οὐδὲ παύσει ἀμυνόμενοι ὑπὲρ ζη-
3351τήματος, ὅπερ ἐννοοῦμεν νὰ ὑποστηρίξωμεν πάσει δυνάμει
3352ἀμυνόμενοι ὑπὲρ τοῦ νόμου καὶ τῶν ἐλευθεριῶν. Ἔπρεπε
3353δὲ νὰ παρέλθωσι τρία καὶ εἴκοσιν ὅλα ἔτη ἀπὸ τῆς ψηφί-
3354σεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἵνα εὑρεθῶσιν ἀξιότιμοι
3355συνάδελφοι, οἵτινες νὰ ἀποπειρῶνται νὰ μεταβάλωσι τὸ
3356καθεστὸς, τὸ ἀδιάκοπον καὶ τὸ μακροχρόνιον. Λέγω λοιπὸν,
3357ὅτι ἔπρεπε νὰ παρέλθωσι τρία καὶ εἴκοσιν ὅλα ἔτη, νὰ διέλ-
3358θωσι διὰ τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ δι’ ἄλλης, πλησίον αὐτῆς
3359κειμένης πρό τινων ἐτῶν, ἔνθα ἐσυνεδρίαζεν ἡ Ἐθνοσυνέλευ-
3360σις τοῦ 1863 ἔτους, πολλοὶ καὶ μεγάλοι ἄνδρες, ἵνα εὑρε-
3361θῶσι συνάδελφοι σήμερον, οἵτινες νὰ ἀμφισβητήσωσι πράγ-
3362ματα, ἀνέκαθεν ἐφαρμοζόμενα κατὰ τὴν γνώμην τῆς Ἀντι-
3363πολιτεύσεως.
3364Ἵνα εὕρωμεν, τί ἐννοεῖ ὁ Κανονισμὸς, λέγων, ὅτι θεω-
3365ροῦνται παρόντες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ οἱ Βουλευταὶ, οἱ ἐν
3366τοῖς παρακειμένοις τῇ αἰθούσῃ τῶν συνεδριάσεων δωματίοις,
3367πρέπει νὰ ἐξηγήσωμεν, πότε ἐγένετο ὁ Κανονισμὸς, ἐν τίνι
3368Κοινοβουλίῳ καὶ ἐν τίνι αἰθούσῃ κατηρτίσθη, ἂν ἐψηφίσθη
3369ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἢ ἐν ἄλλῃ τινὶ, πῶς ἡρμηνεύθη ἀνέ-
3370καθεν, ἵνα οὕτω πως ἀσφαλῶς φθάσωμεν εἰς συμπέρασμα
3371λογικὸν καὶ νόμιμον.
3372Ἡμεῖς κατὰ πρῶτον δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν τὸ ἑξῆς, καὶ
3373νὰ προσκαλέσωμεν ὑμᾶς, ἐν ὀνόματι τῶν ὑμετέρων συνειδή-
3374σεων, νὰ ἀπαντήσητε, ἂν ἐπὶ τρία καὶ εἴκοσιν ὅλα ἔτη
3375ὑπάρχῃ ἀπόφασις, ἐγγεγραμμένη ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς
3376Βουλῆς, καθ’ ἣν οἱ ἐν τοῖς δωματίοις αὐτῆς τῆς Βουλῆς,
3377αὐτοῦ τοῦ κτιρίου τῆς Βουλῆς, ἐθεωρήθησαν παρόντες ἐν τῇ
3378αἰθούσῃ ταύτῃ πρὸς ἀπαρτίαν. Οὐδέποτε θέλετε εὕρει ἐν
3379τοῖς πρακτικοῖς τῆς Βουλῆς, ἀφ’ ὅτου αὕτη συνεδριάζει ἐν-
3380τὸς τοῦ κτιρίου τούτου, ἀπόφασιν, δεχομένην, ὅτι οἱ ἐν τοῖς
3381δωματίοις αὐτῆς τῆς Βουλῆς, εἴτε τοῖς πρὸς τὰ δεξιὰ, εἴτε
3382τοῖς πρὸς τὰ ἀριστερὰ, εὑρισκόμενοι Βουλευταὶ, μὴ θέλον-
3383τες δὲ νὰ δηλώσωσιν, ὅτι μετέχουσι τῆς ἀπαρτίας, ὅτι ἐθεω-
3384ρήθησάν ποτε παρόντες. Καὶ δυνάμεθα μόνον ὄπισθεν αὐτοῦ
3385τοῦ καθεστῶτος, τοῦ ἐπὶ τρία καὶ εἴκοσιν ὅλα ἔτη καθεστῶ-
3386τος, νὰ ὀχυρωθῶμεν καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐκεῖνο, ὅπερ ζητεῖτε
3387σήμερον νὰ ἐπιβάλητε διὰ τῆς βίας, εἶναι ἐναντίον τῶν
3388πεποιθήσεων ὑμῶν, εἶναι ἐναντίον τῆς μακρᾶς συνηθείας τοῦ
3389Κοινοβουλίου, καὶ οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται
3390δεκτόν...(διακοπαί). Ἀλλ’ ὁ Κανονισμὸς, Κύριε,—καὶ ἀπο-
3391τείνομαι πρὸς ὑμᾶς, ὅστις μὲ διακόπτετε,—δὲν εἶναι νεκρόν
3392τι καὶ ἄψυχον γράμμα· ἵνα καταρτισθῇ, ἐγένετο συζήτη-
3393σις, καὶ συζήτησις εὐρυτάτη καὶ λίαν πεφωτισμένη, καὶ
3394ἔλαβον μέρος εἰς αὐτὴν, ἰδίᾳ δὲ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ, περὶ οὗ
3395μαχόμεθα σήμερον, καὶ ἐν τοιαύτῃ μάλιστα ὥρᾳ, ἄνδρες
3396περιφανέστατοι, ἀναδειχθέντες ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ ὧν
3397τὰ ὀνόματα ἦσαν καὶ θέλουσιν εἶσθαι πάντοτε σεβαστὰ,
3398ὡμίλησαν περὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἄνδρες, περὶ ὧν οὐδεὶς,
3399οὐδὲ ἐξ ὑμῶν, οὐδὲ ἐξ ἡμῶν, Κύριοι, δύναται νὰ ἔχῃ τὴν
3400ἀμφιβολίαν, ὅτι δὲν ἐξεπλήρωσαν τὸ πρὸς τὴν πατρίδα
3401καθῆκον εὐσυνειδήτως καὶ νομίμως. Θέλετε ἰδεῖ, ὅτι, ἵνα
3402καταρτισθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ Κανονισμοῦ, ἔλαβον ἀλλε-
3403παλλήλως τὸν λόγον οἱ διαπρεπέστατοι τῶν τότε ῥητόρων,
3404ὁ μέγας Ἰακωβάτος, ὁ ἀείμνηστος Ἐπαμεινώνδας Δελη-
3405γεώργης, ὁ Λομβάρδος. Καὶ ὅταν ἀναγνώσω ὑμῖν τὰς γνώ-
3406μας ἑκάστου αὐτῶν, ἃς ἔχω ἐν τοῖς πρακτικοῖς, θέλετε πει-
3407σθῆ, ὅτι δὲν εἶναι τοσοῦτον εὔκολον νὰ ἀποφαίνησθε ὡς ἐκ
3408τρίποδος, ὅτι «τὸ λέγει ὁ Κανονισμός.» Οὐδὲ εἶναι δυνατὸν,
3409ὅταν ἀκούσητε τὰς γνώμας, αἵτινες ἀνεπτύχθησαν κατὰ
3410τὴν συζήτησιν καὶ τὸν καταρτισμὸν τοῦ ἄρθρου τούτου,
3411τοῦ 17ου, νὰ ἔχητέ ποτε ἀμφιβολίαν, ὅτι ἐκεῖνο, ὅπερ
3412ἰσχυριζόμεθα ἡμεῖς, εἶναι τὸ ἀληθὲς καὶ τὸ νόμιμον, εἶναι τὸ
3413ἐλεύθερον, εἶναι τὸ λογικόν, εἶναι τὸ δίκαιον, εἶναι τὸ
3414συμφέρον.
3415Τί λέγει τὸ ἄρθρον 17ον τοῦ Κανονισμοῦ; Ἀναγινώσκω
3416τὸν παράγραφον τὸν σχετικὸν μόνον (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἐν
3417» τοῖς παρακειμένοις τῇ αἰθούσῃ τῶν συνεδριάσεων δωματίοις
3418» Βουλευταί, καλούμενοι παρὰ τοῦ Προέδρου διὰ τῶν κλη-
3419» τήρων, ἐπανέρχονται ἀμέσως εἰς τὴν αἴθουσαν, καὶ ἂν δὲν
3420» ἐπανέλθωσι, θεωροῦνται παρόντες.»
3421Λοιπὸν ποῦ ἐψηφίσθη αὐτὸ τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ;
3422ἐν τίνι Συνόδῳ τῆς Βουλῆς; Ἐψηφίσθη, Κύριοι, κατὰ τὸ
34231865 ἔτος, ἔχομεν δὲ ἐδῶ τὰ πρακτικὰ τῆς Περιόδου πρώ-
3424της. Ἐψηφίσθη λοιπὸν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ τούτῳ; Πάντες
3425γινώσκετε, ὅτι οὐχί. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ Κανονισμοῦ ἐψη-
3426φίσθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ἐκείνῃ, ἄλλου κτιρίου, ἐν ᾗ συνεδρίαζεν
3427ἡ ἐν Ἀθήναις Ἐθνικὴ Συνέλευσις τοῦ 1863 ἔτους, ἀριστερᾷ
3428τῷ ἐξερχομένῳ τῆς Βουλῆς. Ὅσοι ἦσαν τότε Πληρεξούσιοι,
3429ἢ ὅσοι ἐνθυμοῦνται τὸ κτίριον ἐκεῖνο, γινώσκουσι καλῶς,
3430ὅτι ὑπῆρχεν εὐρεῖά τις καὶ μακρὰ αἴθουσα, πρὸς τὸ μέρος
3431δὲ, τὸ ὄπισθεν τοῦ Προεδρείου, ὑπῆρχον δύο δωμάτια, ἢ
3432τέσσαρα, ὧν αἱ θύραι ἦσαν ἀκριβῶς, ὅπως αἱ θύραι τῶν
3433ἐξόδων ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης, αἱ ὄπισθεν τοῦ ἡμετέρου
3434Προεδρείου. Αἱ τέσσαρες ἐκεῖναι θύραι ὡδήγουν εἰς τέσσαρα
3435δωμάτια, συνεχόμενα τῇ αἰθούσῃ, δὲν εἶχον δὲ πρὸς τὸ ὄπι-
3436σθεν μέρος τὰ δωμάτια ἐκεῖνα, εἰμὴ παράθυρα, οὐχὶ ὑψηλά,
3437βλέποντα πρὸς τὴν αὐλήν, οὐχὶ δέ ποτε ἐξόδους. Ὁ Πρόε-
3438δρος λοιπὸν τῆς Βουλῆς, καθήμενος ἐκεῖ, ἔνθα κάθηται σή-
3439μερον ὁ Πρόεδρος ἡμῶν, δὲν εἶχεν ἢ νὰ στρέψῃ ὄπισθεν τὴν
3440κεφαλήν, ἵνα ἴδῃ, ἐὰν καὶ τίνες ἦσαν ἐν τοῖς παρακειμένοις
3441δωματίοις Βουλευταί....
3442§169ΤΙΝΕΣ. Πῶς ἠδύνατο νὰ τοὺς ἴδῃ;
3443§170ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἤρκει ὁ Πρόεδρος νὰ στρέψῃ τοὺς ὀφθαλ-
3444μούς, νὰ διατάξῃ τοὺς κλητῆρας νὰ ἀνοίξωσι τὰς θύρας τῶν
3445δωματίων ἐκείνων, ἵνα ἴδῃ ἐντὸς τῶν παρακειμένων τῇ αἰ-
3446θούσῃ δωματίων. Ὅταν ἄρα ἡ Βουλὴ τοῦ 1865 ἔτους
3447ἐψήφιζε τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Κανονισμοῦ, ἐψήφιζεν, οὕτως
3448εἰπεῖν, τοπικῶς ὡμίλει περὶ τῆς Βουλῆς ἐκείνης, ὡς ἦτο
3449ἐκείνη διεσκευασμένη ἀρχιτεκτονικῶς. Εἶπε λοιπὸν ὁ Κανο-
3450νισμὸς, ὅτι, ἐπειδὴ ὑπῆρχεν αἴθουσα, καὶ δωμάτια παρα-
3451κείμενα τῇ αἰθούσῃ, ὅτι, ἐπειδὴ οἱ Βουλευταί, οἱ ἐν τοῖς
3452δωματίοις, τοῖς παρακειμένοις τῇ αἰθούσῃ εὑρισκόμενοι, ὑπή-
3453γοντο εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ Προεδρείου, αὐτοὶ βεβαίως
3454θεωροῦνται παρόντες. Ποτὲ ὅμως δὲν ἐνόησεν ὁ Κανονισμὸς,
3455οὐδὲ οἱ συντάξαντες αὐτὸν, οὐδὲ οἱ συζητήσαντες ἐπὶ τοῦ
3456ἄρθρου 17 τοῦ Κανονισμοῦ, ἐκεῖνο, ὅπερ ὑμεῖς σήμερον θέλετε.
3457Καὶ θέλετε νὰ ἐπιτύχητε αὐτὸ, οὐχὶ ἐλευθέρως συζητοῦντες,
3458ἀλλὰ διακόπτοντες, καγχάζοντες, καὶ περιορίζοντες, ἢ ἀπο-
3459πειρώμενοι ἴσως νὰ περιορίσητε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου.
3460Ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, τὰ δωμάτια ταῦτα παράκεινται τῇ
3461αἰθούσῃ; Βεβαίως οὐχί, διότι διαχωρίζει αὐτὰ διάδρομος.
3462Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἀφοῦ θέλετε οὕτω νὰ ἑρμηνεύσητε τὸν
3463Κανονισμόν, τίνα εἰσὶ τὰ παρακείμενα δωμάτια; Ἐὰν
3464ὑμεῖς εὑρίσκησθε ἐν τῷ δωματίῳ, ὅπου συναθροίζεσθε,
3465ταῦτα παράκεινται τῇ αἰθούσῃ; Θέλετε νὰ εἴπητε, ὅτι
3466παράκεινται. Ἐρωτῶ, ἡ αἴθουσα τοῦ Προέδρου παράκει-
3467ται τῇ αἰθούσῃ; Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ αὐτὴ παρά-
3468κειται. Ἡ αἴθουσα, ὅπου ἐργάζεται ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γρα-
3469φείου τῆς Βουλῆς, παράκειται καὶ αὕτη; Κατὰ τὸ δόγμα
3470ὑμῶν, παράκειται. Ἀλλὰ προχωρῶ ἔξω τῆς θύρας τοῦ πρὸς
3471τὰ ἀριστερὰ διαδρόμου· ἐκεῖ, ἀριστερά, εἶναι μία Βιβλιοθήκη,
3472ἓν δωμάτιον· τί θέλετε εἴπει, ἐὰν εὑρίσκηται εἷς Βουλευτὴς
3473ἐκεῖ; Ὅτι παράκειται τῇ αἰθούσῃ; Διότι δὲν γνωρίζω ποῖον
3474μέτρον θέλετε μεταχειρισθῆ, ἵνα ὁρίσητε αὐτὸ τὸ παράκει-
3475ται. Καὶ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐντελῶς ἐστερημένον ὑπο-
3476στάσεως ἐκεῖνο, ὅπερ ἰσχυρίσθη ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος,
3477ὅτι, καὶ ἂν φθάσωμεν εἰς τὸ ξενοδοχεῖον τοῦ κ. Σκουλούδη,
3478καὶ ἐκεῖνο, ἐκεῖνο πρὸ πάντων, παράκειται τῇ αἰθούσῃ. Καὶ
3479κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δύνασθε νὰ φθάσητε καὶ εἰς τὰ οἰκή-
3480ματα ὑμῶν· καὶ ἐκεῖνα παράκεινται τῇ αἰθούσῃ. Βλέπετε
3481λοιπὸν, ὅτι αὐτὸ τὸ εὐλογημένον παράκειται καταντᾷ νὰ
3482ἦναι ἐλαστικόν, καὶ δὲν ἔχει πλέον ἄκραν. Δύνασθε ὑμεῖς
3483νὰ τὸ τεντώσητε καὶ νὰ τὸ φθάσητε μέχρι καὶ ἄλλης πό-
3484λεως ἀκόμη, εἰς τὸν Πειραιᾶ, διὰ τὸν κ. Μουτσόπουλον.
3485Ὅταν λοιπὸν λάβητε ὑπ’ ὄψει τὸν τόπον, ἐν ᾧ ἐψηφί-
3486σθη τὸ ἄρθρον 17ον τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν θέλετε ἔχει οὐδε-
3487μίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι πρόεκειτο περὶ τῶν δωματίων ἐκείνων
3488τῆς Συνελεύσεως, ἅτινα ἀληθῶς παρέκειντο τῇ αἰθούσῃ
3489τῶν συνεδριάσεων...
3490§171Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὰ ἐνθυμεῖσθε καλῶς τὰ δωμάτια;
3491§172ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἔχω συμπεπληρωμένον τὸ τεσσαρα-
3492κοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας μου.
3493§173ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὰ 1875 ἦλθεν ἐδῶ ἡ Βουλή.
3494§174ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ὅτι, Κύριοι, ταῦτα ἅτινα σήμερον ἰσχυ-
3495ριζόμεθα, εἰσὶν ἀκριβῆ, δὲν ἔχετε ἢ νὰ ἀναγνώσητε τὰ πρα-
3496κτικὰ τῆς Βουλῆς τοῦ 1865 ἔτους, ἵνα παραδεχθῆτε αὐτό·
3497τί θέλετε τὰς συζητήσεις; Ἀλλ’ ἐνόμισα, ὅτι ἦτο ἀναγ-
3498καῖον νὰ εἴπω, ὅσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἠκούσατε,
3499ἵνα, οὕτως εἰπεῖν, εἰσαγάγω ὑμᾶς εἰς τὸ ζήτημα, κατορ-
3500θώσω δὲ νὰ μεταδώσω ὑμῖν ἐκεῖνο, ὅπερ εἶναι τὸ ἀληθές,
3501καὶ ὅπερ ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν. Κατὰ τὸ 1865 ἔτος συνε-
3502ζητήθη πρῶτον ὁ ἰσχύων καὶ σήμερον Κανονισμὸς τῆς Βου-
3503λῆς· πολλοὶ καὶ μεγάλοι ῥήτορες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἔλα-
3504βον ἀλεπαλλήλως τὸν λόγον καὶ συνεζήτησαν διὰ μακρῶν
3505περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, περὶ οὗ νῦν συζητοῦμεν, τίνα
3506τουτέστιν εἰσὶ τὰ παρακείμενα δωμάτια τῇ αἰθούσῃ τῆς
3507Βουλῆς. Καὶ διὰ μακρῶν ἠγόρευσαν ὁ Ἐπαμεινώνδας Δελη-
3508γεώργης, ὁ Λομβάρδος, ὁ Κεχαγιᾶς. Καὶ ὅταν ἀκούσητε
3509τὰς ἀγορεύσεις αὐτῶν, θέλετε πεισθῆ περὶ τίνος πρόκειται,
3510καὶ δὲν θέλει μείνει ὑμῖν ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι δὲν
3511εἶναι ἐπιτετραμμένον ὑμῖν, μετὰ εἴκοσι καὶ τρία ἔτη ἀπὸ
3512τῆς ψηφίσεως τοῦ Κανονισμοῦ, ἑρμηνευομένου κατὰ τὴν
3513γνώμην ἐκείνων, οἵτινες ἐψήφισαν αὐτὸν, νὰ ἔλθητε ὑμεῖς
3514πρῶτον νῦν καὶ νὰ εἴπητε, ὅτι θέλετε ἄλλην ἑρμηνείαν, ἣν
3515δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ δώσητε. Βεβαίως δικαίωμα ἔχετε
3516νὰ εἴπητε: ζητοῦμεν τὴν μεταβολὴν τοῦ Κανονισμοῦ, ζη-
3517τοῦμεν, οἱ ἐν τοῖς δωματίοις αὐτῆς τῆς Βουλῆς, αὐτοῦ τοῦ
3518κτιρίου, νὰ θεωρῶνται ὡς παρόντες· ἀλλὰ πρὸς τοῦτο πρέπει
3519νὰ μεταβάλητε τὸν Κανονισμόν. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἔχετε ἰσχύ-
3520οντα αὐτὸν τὸν Κανονισμὸν, ἵνα ἐφαρμόσητε αὐτόν, θέλετε
3521ἀνατρέξει εἰς τὰς γνώμας ἐκείνων, οἵτινες ἐψήφισαν τὸν Κα-
3522νονισμόν. Πᾶν ἄλλο ἐὰν πράξητε, θέλετε παρανομήσει.
3523Καὶ βεβαίως δύνασθε νὰ παρανομήσητε· καὶ ἄλλοι παρηνό-
3524μησαν, ἀλλὰ πικρῶς μετενόησαν. Καὶ νομίζω, ὅτι ἐὰν ἀπο-
3525βλέψητε εἰς τὸ τί ἔπαθον ἐκεῖνοι, ῥῖγος θέλει καταλάβει
3526ὑμᾶς, καὶ δὲν θέλετε τολμήσει νὰ παραβῆτε Κανονισμόν,
3527οὗτινος καὶ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα, ἐξηγούμενα, καὶ ὁ
3528τοπολογικός, οὕτως εἰπεῖν, καταρτισμὸς αὐτοῦ, πείθουσι
3529πάντα, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, ἣν ἡμεῖς δίδομεν, αὐτὴ εἶναι ἡ
3530ἀληθής, αὐτὴ εἶναι ἡ νόμιμος, αὐτὴ εἶναι ἡ πρέπουσα, αὐτὴ
3531εἶναι ἡ ἁρμόζουσα εἰς ἐλεύθερα Κοινοβούλια...
3532§175Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποία συνεδρίασις ἦτο;
3533§176ΛΕΒΙΔΗΣ. Συνεδρίασις ἕκτη.
3534§177Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμερομηνία;
3535§178ΛΕΒΙΔΗΣ. 7 Ἰουνίου 1865.
3536Ἡ τότε Κυβέρνησις ὑπεστήριζε τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ Κα-
3537νονισμοῦ, ὅπερ καὶ ἐγένετο πραγματικὸς νόμος τῆς Βουλῆς.
3538Ἀλλὰ κατὰ τῆς γνώμης ταύτης τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης,
3539ὡς καὶ κατ’ ἄλλων γνωμῶν, ἀνίστανται ῥήτορες διαπρεπεῖς
3540καὶ σεβαστοὶ, καὶ τότε καὶ νῦν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, πολλοὶ
3541μὲν καὶ ἄλλοι, μεταξὺ δ’ ἐκείνων ὁ Γεώργιος Ἰακωβάτος
3542καὶ ὁ Ἐπαμεινώνδας Δεληγεώργης. Ἀναγινώσκω ὑμῖν,
3543Κύριοι, ὀλίγας μόνον γραμμὰς ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀει-
3544μνήστου Ἐπαμεινώνδα Δεληγεώργη, ἵνα ἴδητε, τί εἶπε περὶ
3545τῆς προκειμένης συζητήσεως (ἀναγινώσκει):
3546«Καὶ λυποῦμαι, Κύριοι, διότι αὐτὴ ἡ κεφαλὴ τῆς Κυ-
3547»βερνήσεως ἀνεδέχθη τὴν ὑπεράσπισιν μιᾶς προτάσεως, ἡ
3548»ὁποία, ψηφισθεῖσα παρὰ τῆς Βουλῆς, θέλει εἰς ἄκρον τὴν
3549»ἐξευτελίσει, χωρὶς νὰ φέρῃ οὐδεμίαν θεραπείαν τῶν κακῶν,
3550»τὰ ὁποῖα οἱ ὑπερασπιζόμενοι αὐτὴν ἐπρότεινον· θέλει
3551»τὴν ἐξευτελίσει, λέγω, διότι εἶναι ἐξευτελισμὸς μέγας, νὰ
3552»παρουσιασθῇ ἐνώπιον τοῦ κόσμου ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ καὶ
3553»νὰ εἴπῃ: ἀπεφάσισα ἐν τῷ Κανονισμῷ μου νὰ θεωρῶ πα-
3554»ρόντας τοὺς Βουλευτὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς
3555»τὰ δωμάτια τῆς Βουλῆς, καὶ προσκαλούμενοι παρὰ τοῦ
3556»Προέδρου δὲν θέλουν νὰ προσέλθουν· εἶναι ἐξευτελισμὸς, Κύ-
3557»ριοι, διότι αὐτὴ ἡ ἰδία διάταξις τὸ ἀποδεικνύει, καὶ διότι
3558»ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ Προεδρεῖον θέλει ἐκτελέσει
3559»αὐτὴν, ἐπιδέχεται ἀπείρους νοθεύσεις. Ἐρωτῶ τὸν ἀξιότι-
3560»μον κ. Κεχαγιᾶν: Διὰ τίνος τρόπου θέλει βεβαιωθῇ, ὅτι
3561»ὁ δεῖνα Βουλευτής, ὃν ὁ Γραμματεὺς σημειοῖ εἰς τὰ πρα-
3562»κτικὰ ὡς παρόντα, εὑρίσκεται ἐντὸς τοῦ δωματίου; Ποῖον
3563»εἶναι τὸ πρόσωπον, εἰς τὸ ὁποῖον θέλει ἀναθέσει τὴν ἐν-
3564»τολὴν καὶ τὸ ὁποῖον θέλει ἔχει τὴν ἐξαιρετικὴν ἐμπιστο-
3565»σύνην εἰς πᾶσαν περίστασιν, εἰς οἱανδήποτε πολιτικὴν
3566»χροιὰν καὶ ἂν ἀνήκῃ, καὶ εἴτε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶναι,
3567»εἴτε ἁπλοῦς Βουλευτής; Ὁ κ. Κεχαγιᾶς, φέρων τὴν πρό-
3568»τασίν του, δὲν ἐπρότεινε ποῖον θέλει εἶσθαι τὸ πρόσωπον,
3569»πιστεύω, ὅτι ἀφῆκε τὴν πληροφορίαν εἰς τοὺς κλητῆρας·
3570»ἰδοὺ διατὶ θεωρῶ ἐξευτελισμὸν τὴν πρότασίν του, καὶ
3571»ἀναξίαν τοῦ προτείναντος». (Πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, 7ης
3572Ἰουνίου 1865, σελ. 46).
3573§179ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἐψηφίσθη ἐν τούτοις ὁ Κανο-
3574νισμός;
3575§180ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι ἐψηφίσθη, ἀλλ’
3576ἐψηφίσθη πῶς νομίζετε; Διὰ ψήφων μόνον 64 κατὰ 50.
3577§181ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἐψηφίσθη λοιπόν.
3578§182ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ποῖος λέγει, ὅτι δὲν ἐψηφίσθη; (γέλως
3579ἐν τῇ δεξιᾷ). Γελᾶτε, ἀλλὰ βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι ἐντὸς ὀλίγων
3580στιγμῶν θέλετε αἰσθανθῆ τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετον αἴσθημα.
3581Τώρα θὰ τὸ ἴδητε· μὴ βιάζεσθε, θὰ ὀλισθήσητε ἀμέσως καὶ
3582θὰ πέσητε κάτω. Ὁ Λομβάρδος ἦτο ὑπὲρ τῆς τοιαύτης
3583προτάσεως, δηλ. νὰ θεωρῶνται οἱ ἐν τοῖς παρακειμένοις τῇ
3584αἰθούσῃ δωματίοις τῆς Βουλῆς ὡς παρόντες, ἀλλ’ ἰδοὺ, Κύ-
3585ριοι, πῶς ἡρμήνευσε τὸ «ἐν τοῖς παρακειμένοις δωματίοις»
3586ὁ Λομβάρδος (ἀναγινώσκει):
3587«Ἀλλὰ ποῖος θὰ ἐξακριβώσῃ τοὺς ἐν τοῖς δωματίοις πα-
3588»ρόντας; εἶπεν ὁ κ. Δεληγεώργης. Ποῖος θὰ προλάβῃ τὰ
3589»ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἠμποροῦν νὰ γίνουν εἰς τοιαύτην περί-
3590»πτωσιν; Τοῦτο εἰμποροῦσε νὰ ἐπισύρῃ στιγμήν τινα τὴν
3591»προσοχὴν ἑκάστου, καὶ εἶναι ἔνστασις, ἥτις κατὰ πρῶτον
3592»φαίνεται σοβαρὰ, ἀλλὰ δὲν φέρει τὴν σοβαρότητα, τὴν
3593»ὁποίαν ἔχει. Ἐὰν τὰ δωμάτια, τὰ παρακείμενα εἰς τὴν
3594»αἴθουσάν μας, τῶν συζητήσεων, ἐὰν ἐν γένει τὰ δωμάτια
3595»τοῦ Βουλευτηρίου μας ἦσαν καθὼς τὰ δωμάτια ἄλλων
3596»Βουλῶν, ἄλλων Ἐθνῶν, μὲ διαδρόμους, κλπ. πολύπλοκα,—
3597»καὶ ἴσως εἰς τὰ Βουλευτήρια ἐκεῖνα εἶχε τὸν νοῦν του ὁ
3598»κ. Δεληγεώργης, ὅτε ἠγόρευεν ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
3599»του,—ἡμεῖς δὲν πρέπει νὰ ἀποσπάσωμεν τὴν προσοχήν
3600»μας ἀπὸ τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρισκόμεθα· ἐὰν ἤθε-
3601»λον εἶναι τὰ δωμάτια κεκρυμμένα ἀπὸ τὰ ὄμματα τῆς
3602»Βουλῆς, τότε ποῖος ἤθελεν εἶναι ἱκανὸς νὰ ἴδῃ εἰς ἓν τῶν
3603»δωματίων τὸν κ. Α; ἀλλ’ ἐδῶ δύναται νὰ τὸ ἐξακρι-
3604»βώσῃ ὁ καθείς μας, ὅλοι οἱ Βουλευταὶ, καὶ ἂν ἐγὼ, πα-
3605»ραδείγματος χάριν, ἤθελον ἔχει τὴν ἀνοησίαν νὰ εἴπω, ὅτι
3606»ὁ κ. Ῥηγόπουλος εἶναι ἐντὸς τοῦ δωματίου, καὶ δὲν ἤθε-
3607»λεν εἶναι παρὼν, ὁ ἄλλος, ὅστις ἐνδιαφέρεται νὰ μὴ ἦναι
3608»παρὼν, ἤθελε μοὶ εἴπει: δὲν εἶπες τὴν ἀλήθειαν, ὁ κ. Ῥη-
3609»γόπουλος δὲν εἶναι ἐδῶ».
3610§183ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ.....
3611§184ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ σᾶς ἐρωτῶ, κύριε Κουκούλεζα, εἰς
3612ποῖον δωμάτιον τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ Βιβλιοθήκη τοῦ Κούπα;
3613Λοιπὸν θὰ ἴδητε, ὅτι δὲν ἠξεύρετε οὐδὲ τοῦτο, ὅτι δη-
3614λαδὴ ὑπάρχει Βιβλιοθήκη ἐδῶ Κούπα. Ἐὰν λοιπὸν ἔλθω-
3615σιν οἱ κλητῆρες ἐδῶ, καὶ εἴπωσιν ὑμῖν, ὅτι ὁ κ. Μισυρλῆς
3616εἶναι ἐν τῷ δωματίῳ τῆς Βιβλιοθήκης τοῦ Κούπα, ὑμεῖς,
3617κύριε Κουκούλεζα, θέλετε ἀνοίξει τὸ στόμα, διότι ἀμφι-
3618βάλλω, ἐὰν ἠξεύρητε, ὅτι ὁ Κούπας ἔχει δωρήσει Βιβλιο-
3619θήκην εἰς τὴν Βουλήν. Λοιπὸν δωμάτια πολύπλοκα, ἡ
3620αἴθουσα ἐκεῖ ἔξω τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀπωτέρω ἡ αἴ-
3621θουσα τοῦ Προέδρου, τὸ Γραφεῖον τοῦ Διευθυντοῦ, πα-
3622ρακάτω, ἐκεῖθεν τῶν κιγκλίδων, ἓν δωμάτιον τῆς Βι-
3623βλιοθήκης. Λοιπὸν πρέπει νὰ ἔχωμεν 50 κλητῆρας ἐδῶ,
3624οἵτινες νὰ ἀπολύωνται ὡς κυνηγετικοὶ κύνες, ἵνα ἀγρεύ-
3625ωσι τοὺς Βουλευτάς. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐννοεῖτε νὰ
3626καταρτίζητε τοὺς νόμους τοῦ Κράτους; Ἐννοεῖτε νὰ ἀνα-
3627θέσητε εἰς εὐτελεστάτους κλητῆρας, οἵτινες καὶ αὐτοὶ, τίς
3628ἠξεύρει διὰ ποίων μέσων διορίζονται ἐδῶ, νὰ βεβαιῶσι τὴν
3629ἀπαρτίαν; Ταῦτα ζητεῖτε ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή; Δὲν
3630θέλομεν ἔχει λοιπὸν, εἰμὴ συζητήσεις περὶ τοῦ ἀληθοῦς
3631τῆς ἀπαρτίας, αἵτινες θέλουσι στρέφεσθαι πάλιν ἐναντίον
3632ὑμῶν. Θέλομεν μεταθέσει ἄρα πραγματικῶς τὸ ζήτημα
3633τῆς ἀπαρτίας ἀπὸ τῆς ἀσφαλείας βεβαίως, ἣν ἔχομεν
3634παρὰ τοῦ Προέδρου, εἰς τὴν ποταπὴν καὶ πωλημένην
3635βεβαίωσιν τῶν κλητήρων τῆς Βουλῆς· καὶ ἡμεῖς θέλο-
3636μεν ἔρχεσθαι καθ’ ἑκάστην καὶ θέλομεν λέγει πρὸς ὑμᾶς:
3637«ποῖος κλητὴρ ἐβεβαίωσεν, ὅτι ὁ κ. Κωνσταντόπουλος
3638ἦτο ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ τοῦ Κούπα»; Καὶ θέλομεν φέρει
3639ἐδῶ τὸν κλητῆρα, ἵνα συζητήσητε ὑμεῖς μετὰ τοῦ κλητῆ-
3640ρος, διότι ἡμεῖς δὲν θέλομεν συζητήσει μετ’ αὐτοῦ.
3641Ταῦτα, Κύριοι, ἅτινα πράττετε, δὲν εἶναι σπουδαῖα
3642πράγματα. Ἀλλοίμονον εἰς ἐκείνους τοὺς νόμους, οἵτινες
3643κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, τὸν ἐλεεινὸν, τὸν ἀνάξιον ἐλευθέρας
3644αἰθούσης, οἵα εἶναι αὕτη, καὶ ἐλευθέρων ἀνδρῶν, οἷοι ἐστὲ
3645ὑμεῖς, ἀλλοίμονον εἰς νόμους οὕτω καταρτιζομένους, διὰ συν-
3646εργασίας μετὰ κλητήρων! (Ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ὅμως τὰ
3647δωμάτια τοῦ Βουλευτηρίου ἦσαν μὲ διαδρόμους (ἐνταῦθα ὁ
3648ἀγορεύων δεικνύει διὰ τῆς χειρὸς τοὺς διαδρόμους τοῦ Βου-
3649λευτηρίου) πολύπλοκα....
3650§185ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Πάλιν θὰ ἀναγνώσητε τὸν λόγον
3651τοῦ Λομβάρδου; (Γέλως ἐν τῇ δεξιᾷ).
3652§186ΛΕΒΙΔΗΣ. Διὰ νὰ μάθητε τὸ μάθημά σας τὸ λέγω,
3653διότι, βλέπω, δὲν τὸ ἐμάθετε μὲ μίαν φοράν. «Καὶ ἴσως
3654(ἐξακολουθεῖ ὁ Λομβάρδος) εἰς τὸ Βουλευτήριον ἐκεῖνο εἶχε
3655»τὸν νοῦν του ὁ Δεληγεώργης, ὅταν ἠγόρευεν ἀπὸ τοῦ βή-
3656»ματος τούτου.» Ὁ μακαρίτης Λομβάρδος λέγει ταῦτα, ὁ
3657ἐξ ὀνόματος τῆς Κυβερνήσεως συζητῶν καὶ τῆς πλειονοψη-
3658φίας....
3659§187ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ εἶναι ζήτημα αὐτό;
3660§188ΛΕΒΙΔΗΣ. Λοιπὸν τί ἔλεγεν ὁ Λομβάρδος; Ὅτι δὲν
3661πρέπει νὰ ἀποσπάσωμεν τὴν προσοχὴν ἡμῶν ἀπὸ τοῦ τόπου,
3662ἐν ᾧ εὑρισκόμεθα· ἐννοεῖ δηλαδὴ τὸ κτίριον τῆς Ἐθνοσυνε-
3663λεύσεως, οὗτινος τὰ δωμάτια πραγματικῶς παρέκειντο τῇ
3664αἰθούσῃ, ὧν δὲ τὴν ἐπιτήρησιν ἐδύνατο νὰ ἔχῃ ὁ Πρόεδρος
3665τῆς Βουλῆς, χωρὶς νὰ καταφεύγῃ εἰς τοὺς κλητῆρας. Ἀλλὰ
3666πρέπει νὰ ἦναί τις ἐντελῶς διεστραμμένος, (καὶ ἐὰν νομίζητε
3667τὴν λέξιν βαρεῖαν, δύναμαι νὰ ἀνακαλέσω αὐτὴν,) θέλω νὰ
3668εἴπω, ὅτι πρέπει νὰ ἦναί τις ἐντελῶς δύστροπος, ἵνα θέλῃ
3669ἀκριβῶς νὰ εἴπῃ τὸ ἐναντίον ἐκείνου, ὅπερ εἶναι τὸ ἀληθὲς,
3670καὶ νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὴν γνώμην, ἣν ὑμεῖς νομίζετε, ὅτι δι-
3671καιοῦσθε νὰ ὑποστηρίζητε.
3672Ἐὰν ἄρα ἐξετάσητε τὸν Κανονισμὸν, ἵνα εἴπω τὴν ἀκρι-
3673βῆ λέξιν, τοπολογικῶς,—αὐτὴ εἶναι ἡ λέξις— θέλετε πει-
3674σθῆ, ὅτι ὁ Κανονισμὸς, ἵνα ἐφαρμοσθῇ, πρέπει νὰ ἑρμηνευθῇ
3675κατὰ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες εἰσηγήσαντο αὐτὸν, καὶ
3676οἵτινες, ὅτε ἔλεγον «παρακείμενα δωμάτια», ἐνόουν τὰ δω-
3677μάτια ἐκείνης τῆς Βουλῆς, ἐκείνου τοῦ κτιρίου, ὧν τὴν ἐπι-
3678τήρησιν ἐδύνατο νὰ ἔχῃ ὁ Πρόεδρος, διότι συνείχοντο μετὰ
3679τῆς αἰθούσης τῆς Βουλῆς, οὐχὶ δὲ μὲ τὰ δωμάτια τοῦ
3680Γραφείου τῆς Βουλῆς ἡμῶν καὶ τῆς Βιβλιοθήκης τοῦ Κού-
3681πα, καὶ μὲ τὸ Ἀναγνωστήριον, καὶ τὸ Ταμεῖον τῆς Βουλῆς,
3682καὶ δὲν ἠξεύρω ποῖον ἄλλο. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, Κύριοι,
3683εἶναι ἀδύνατον ἐντίμως νὰ βεβαιώσητε τὴν ἀπαρτίαν· καὶ
3684περὶ τὴν 7ην πρωϊνὴν ὥραν δύνασθε νὰ λέγητε κατ’ αὐτὸν
3685τὸν τρόπον, ὅτι εἴχετε ἀπαρτίαν. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ παρέλ-
3686θωσιν εἴκοσι καὶ τρία πλήρη ἔτη, ἵνα πρώτην ταύτην φορὰν
3687τολμήσωσιν, οὐχὶ Βουλευταὶ, διότι δὲν ἀδικῶ αὐτοὺς, ἀλλ’
3688Ὑπουργοὶ, νὰ ἔλθωσι νὰ παρασύρωσιν εἰς τοιοῦτον ὄλεθρον
3689τοὺς φίλους αὐτῶν, καὶ νὰ διακυβεύσωσι τὴν ὑπόληψιν αὐτῶν,
3690ὡς ἀνθρώπων σεβομένων τοὺς νόμους....
3691§189ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). «Ὄχι! ὄχι! κύριε Βουλευτά».
3692§190ΛΕΒΙΔΗΣ. «Ἡμεῖς δὲν πρέπει ν’ ἀποσπάσωμεν τὴν
3693»προσοχήν μας, ἔλεγεν ὁ Λομβάρδος, ὁ ὑμέτερος, ἀπὸ τὸν τό-
3694»πον, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρισκόμεθα». Ἀκούετε; Ὅταν λοιπὸν,
3695Κύριοι, ἐκαγχάζετε, δὲν εἶχον δίκαιον νὰ εἴπω, ὅτι ἐντὸς
3696ὀλίγου θέλετε πάθει ἐντελῶς τὸ ἀντίθετον αἴσθημα;
3697§191ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Ἡμεῖς βλέπομεν τὸ ἐψηφισμένον.
3698§192ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ ἐψηφισμένον, κύριε ἰατρὲ καὶ Βουλευτὰ,
3699θέλει ἐξετασθῆ ἱστορικῶς. Ἐὰν λοιπὸν λάβητε ὑπ’ ὄψει, τίνι
3700τρόπῳ κατηρτίσθη τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Κανονισμοῦ, ἐὰν λά-
3701βητε ὑπ’ ὄψει, ὅτι ὁ Λομβάρδος, ὅστις ἦτο ὑπὲρ τοῦ ἄρθρου
3702τούτου, ἔδιδε τοιαύτην ἑρμηνείαν εἰς τὸν ἐψηφισμένον Κανο-
3703νισμὸν, ἀφίνω ὑμᾶς νὰ κρίνητε, ἐὰν θέλητε εἶσθαι ἐν τῷ δι-
3704καίῳ, ἐν τῷ νομίμῳ καὶ τῷ ὀρθῷ, παραδεχόμενοι, ὅτι πάν-
3705τες οἱ παρευρισκόμενοι ἐν τοῖς δωματίοις τῆς Βουλῆς ταύ-
3706της, ὧν οὐδὲν παράκειται τῇ αἰθούσῃ, εἰσὶ δῆθεν παρόντες.
3707§193ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι περιέ-
3708μενον ἀπὸ αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν
3709νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα μετὰ μελέτην τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τῶν
3710σχετικῶν πρακτικῶν, διότι δὲν φρονῶ, ὅτι δύναται ἡ Κυβέρ-
3711νησις νὰ ἔχῃ συμφέρον, ὅπως τοιαύτη παραβίασις καὶ τοῦ
3712γράμματος καὶ τοῦ πνεύματος τοῦ Κανονισμοῦ γίνῃ. Νο-
3713μίζω μάλιστα, ὅτι πᾶν ἄλλο δύναται νὰ συμφέρῃ εἰς τὴν
3714Κυβέρνησιν, παρὰ νὰ γίνῃ μία τοιαύτη παραβίασις ἐπὶ τοι-
3715ούτου ζητήματος. Κύριοι, πρέπει νὰ μὴ ἔδωσέ τις κἀμμίαν
3716προσοχὴν, νὰ μὴ ἀνέγνωσε τὴν ἔκφρασιν «παρακειμένοις τῇ
3717αἰθούσῃ δωματίοις», διὰ νὰ δώσῃ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν
3718θέλουν νὰ δώσωσιν. Εἰς ὅλας τὰς οἰκοδομὰς ὑπάρχουσι δω-
3719μάτια, συνεχόμενα καὶ μὴ συνεχόμενα· τὸ παρακείμενα δὲν
3720σημαίνει ἄλλο τι, παρὰ τὰ δωμάτια τὰ συνεχόμενα. Πα-
3721ρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὅτι δὲν θὰ ἐξετάσωμεν
3722τοὺς λόγους τῶν εἰσηγητῶν τοῦ νόμου, ἀλλὰ θὰ περιορισθῶ-
3723μεν εἰς τὸ γράμμα. Ἐγὼ παραδέχομαι κατ’ ἀρχὴν τοῦτο.
3724Ἐὰν τυχὸν τὸ γράμμα ἑνὸς νόμου λύῃ ἓν ζήτημα εἰς τρό-
3725πον ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως, τότε δύναται νὰ εἴπῃ τις,
3726ὅτι οἱ λόγοι τοῦ εἰσηγητοῦ ἀπέναντι τοῦ ἀνεπιδέκτου ἀμφι-
3727σβητήσεως γράμματος οὐδεμίαν δύνανται νὰ ἔχωσιν ὑπό-
3728στασιν. Ἀλλ’ ὅταν δὲν ἀποδεικνύηται τοῦτο ὑπὸ τοῦ γράμ-
3729ματος ἑνὸς νόμου, οἱ λόγοι τῶν εἰσηγησαμένων τὸν νόμον
3730ἔχουσι τὴν μεγαλειτέραν ἐπιῤῥοὴν πρὸς ἑρμηνείαν νόμου.
3731Καὶ προκειμένου περὶ ἑρμηνείας, ὑπομιμνήσκω ὑμῖν, ὅτι
3732ὑπάρχει ἑρμηνεία γραμματικὴ τοῦ νόμου, ἑρμηνεία λογικὴ,
3733καὶ ἑρμηνεία ἱστορική. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐὰν καὶ τὰ
3734τρία συστήματα τῶν ἑρμηνειῶν θέσητε εἰς ἐνέργειαν, φθά-
3735νετε εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα. Διὰ τῆς γραμματικῆς ἑρμη-
3736νείας παρακείμενα δωμάτια ὀνομάζονται τὰ συνεχόμενα,
3737διότι ἄλλως δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἡ διάκρισις παρακεί-
3738μενα καὶ μὴ παρακείμενα· πρέπει νὰ καταφύγητε εἰς κατα-
3739μετρήσεις τότε, πόσα μέτρα ἀπέχουν. Ἡ λογικὴ ἑρμηνεία
3740τείνει εἰς τὸ νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο νὰ θεω-
3741ρηθῶσι Βουλευταὶ παρόντες, μόνον διότι συνέπεσε νὰ ἐπισκε-
3742φθῶσι τὸ κατάστημα τοῦ Βουλευτηρίου, τὸ ὁποῖον δύναται
3743νὰ ἦναι μέγα, νὰ ἔχῃ πολλὰ δωμάτια, ὡς εἶπε τότε εἷς τῶν
3744εἰσηγητῶν τοῦ Κανονισμοῦ, πολύπλοκα, τῶν ὁποίων δηλ.
3745ἕκαστον ἔχει ἴδιον προορισμόν. Λοιπὸν ἡ λογικὴ ἑρμηνεία
3746μᾶς ἄγει, ὅπως ἡ γραμματικὴ, νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι παρα-
3747κείμενα δωμάτια θεωροῦνται ἐκεῖνα, εἰς ἓν τῶν ὁποίων οἱ
3748Βουλευταὶ καθήμενοι δύνανται καὶ νὰ ἀκούωσι καὶ ἀμέσως
3749νὰ δεικνύωνται, ὅτι εὑρίσκονται ἐν αὐτοῖς, ἅμα ἀμφισβη-
3750τεῖται. Ἄλλως θὰ ἐγίνοντο ἐπεισόδια γελοῖα πολλάκις, καὶ
3751διὰ τοῦτο οὐδεμία Κυβέρνησις δύναται νὰ ἔχῃ τὸ ἐνδιαφέ-
3752ρον νὰ ὑποστηρίξῃ τοιαύτην ἑρμηνείαν, διὰ τὰς συνεπείας.
3753Κατὰ τὸ σύστημα πάλιν τῆς ἑρμηνείας ἐκ τῶν λόγων τῶν
3754εἰσηγησαμένων τὸν Κανονισμὸν, ἐπιτρέπεται ἆρά γε ἀμφι-
3755βολία περὶ τῆς ἑρμηνείας, ἅμα ἀνεγνώσθη ἡ ἀγόρευσις τοῦ
3756μακαρίτου Λομβάρδου; Ἐκεῖνος σᾶς λέγει, ποῖα θεωρεῖ
3757παρακείμενα δωμάτια. Δὲν πιστεύω ποτὲ, προκειμένου περὶ
3758ἑρμηνείας νόμου, νὰ συνέβη αὐτὸ, τὸ ὁποῖον συμβαίνει ἤδη,
3759δηλαδὴ ὁ νομοθέτης αὐτὸς, οὕτως εἰπεῖν, νὰ παρίσταται,
3760καὶ νὰ σᾶς λέγῃ, αὐτὸ εἶναι τὸ ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητή-
3761σεως· προσέξατε, μὴ ἀποδώσητε μίαν παράλογον ἔννοιαν εἰς
3762τὴν ἔκφρασιν παρακείμενα δωμάτια. Ἀλλὰ, Κύριοι, θὰ φθά-
3763σητε καὶ εἰς ἄλλα ἀκόμη ἀτοπήματα, θὰ ὑποχρεώσητε
3764τοὺς Βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐννοοῦν νὰ ἦναι παρόντες,
3765παρὰ ὅταν θέλωσι, νὰ μεταβαίνωσιν εἰς ἄλλα δωμάτια, καὶ
3766τοῦτο δύναται νὰ συμβῇ καὶ εἰς ὑμᾶς. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀπορῶ,
3767καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀνέ-
3768χηται ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅπως εἰς τοιοῦτον βαθμὸν παρα-
3769βιασθῇ ὁ Κανονισμός; Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι μᾶλλον ὑπὸ πνεῦμα
3770ἐνδιαφέροντος, ὅπως μὴ ὀλισθήσῃ ἡ Κυβέρνησις...
3771§194ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Σᾶς εἴ-
3772μεθα εὐγνώμονες.
3773§195ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν περιμένω εὐγνωμοσύνην ἀπὸ τοὺς
3774κυρίους Ὑπουργοὺς τῆς σήμερον· δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ προ-
3775σώπου σας, ὁμιλῶ περὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ τόπου ἐν γένει.
3776§196ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Τὸν νόμον εἰσηγήσατο ὁ μακαρίτης Κε-
3777χαγιᾶς, ὁ ὁποῖος ἦτο φίλος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης.
3778§197ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἑρμηνεία αὕτη γίνεται παρὰ προ-
3779σώπου ἐπιφανοῦς ὁμοφρονοῦντος, καὶ δὲν ὑπῆρξεν ἀντίῤῥησις
3780κατὰ τῶν λόγων του. Τὸ ἄρθρον ἐψηφίσθη ὑπὸ τὸ κράτος
3781αὐτῆς καὶ μόνης τῆς ἐννοίας. Ὅταν θέλητε, ἐναντίον τῶν
3782φωνῶν, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ ἄρθρου, νὰ καθιερώσητε ἄλλην
3783ἀρχὴν, καθιερώσατέ την, ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὑποπίπτετε
3784εἰς ἓν ὀλίσθημα. Ποῖον συμφέρον ἔχετε ἐξ αὐτοῦ τοῦ ὀλισθή-
3785ματος, δὲν τὸ ἐξετάζω.
3786§198ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὸ ζήτημα περὶ τοῦ
3787ὁποίου οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι πραγματεύονται, ἐξετάζω
3788ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, εἰς τὴν ὁποίαν διατελοῦμεν πάντοτε ἐν
3789τῇ προκεχωρημένῃ ταύτῃ ὥρᾳ συζητοῦντες. Βεβαίως πάν-
3790τες εἴμεθα καταπεπονημένοι. Τίνες δὲ οἱ αἴτιοι τοῦ καμά-
3791του, δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας· ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακα-
3792λέσω νὰ μὴ νομίζητε, ὅτι ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα κατατρί-
3793ψω ὀλίγας στιγμὰς, ἀλλὰ διότι ἀνελογίσθην ἐκεῖ, ἀπὸ τῆς
3794θέσεώς μου, ὅτι ὁ καταρτισμὸς τῆς ἀπαρτίας τοῦ Σώματος
3795τούτου, εἰς οἵαν περιέστη θέσιν, ὡς ἐκ τῆς μειώσεως τοῦ
3796ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, εἶναι ζήτημα σοβαρὸν, ἂν ὄχι εἰς
3797ἄλλην χώραν, ἀλλὰ βεβαίως εἰς τὴν ἡμετέραν, καὶ ὑπὸ
3798τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν, ἀνταγωνι-
3799ζόμενοι πρὸς ἀλλήλους. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἠξίωσεν,
3800ὅπως ἀπαρτισθῇ Κοινοβούλιον, ἤτοι σῶμα νομοθετικὸν πλῆ-
3801ρες, τὴν παρουσίαν 76 Βουλευτῶν. Τὸ ἥμισυ δὲ αὐτῶν, δη-
3802λαδὴ 39 ἄνθρωποι, ἀτελεῖς, ὅπως εἴμεθα πάντες, δύνανται
3803νὰ κρίνωσι καὶ ν’ ἀποφασίζωσι τὰ ὕψιστα συμφέροντα τοῦ
3804Κράτους καὶ τοῦ Ἔθνους· θέλετε καὶ τούτους νὰ τοὺς μειώ-
3805σητε; Μεταβάλετε τότε τὸν Κανονισμόν. Εἴπατε, ὅτι ἡ
3806ἀπαρτία πρέπει ν’ ἀποτελῆται ἐκ τεσσαράκοντα μόνον.
3807Ἀλλὰ διὰ τοιαύτης ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ, βεβιασμέ-
3808νης, πρὸ τῆς ὁποίας ἀπεδειλίασαν πάντα τὰ μέχρι τοῦδε
3809τῆς χώρας Κοινοβούλια, τουτέστι νὰ ζητῆτε νὰ ἀναθέσητε
3810τὴν ἀρίθμησιν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους εἰς τὸν χα-
3811ρακτῆρα τὸν ἠθικὸν, εἰς τὴν καλὴν πίστιν καὶ τὴν εἰλι-
3812κρίνειαν ἑνὸς τυχόντος κλητῆρος τῆς Βουλῆς, ἢ τῶν ὑπη-
3813ρετῶν τῆς Βουλῆς, μοὶ φαίνεται, ὅτι πολὺ καταβιβάζετε
3814καὶ τὸ ζήτημα καὶ τὴν ἀξίαν τῆς ἀπαρτίας τοῦ Κοινοβου-
3815λίου, δι’ ὃ τοσαῦται ἐγγυήσεις μετὰ πάσης δυσπιστίας ἐζη-
3816τήθησαν ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἔλθετε εἰς τὴν ἐφαρμογήν·
3817ὑποθέσατε πρὸς στιγμήν, ὅτι ἡ γνώμη σας εἶναι ὀρθοτάτη,
3818ὅτι ὁ νομοθέτης εἶχε τὴν γνώμην, ἡ ἀρίθμησις τῶν ἀπόν-
3819των ἀπὸ τῆς αἰθούσης τῆς Βουλῆς νὰ γίνηται εἰς τὰ παρα-
3820κείμενα δωμάτια ὑπὸ τοῦ κλητῆρος, ἀφοῦ οὐδὲ εἰς τὸ Προε-
3821δρεῖον μόνον ἐνεπιστεύθη ταύτην· ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλε-
3822σμα; Ὑποθέσατε, ὅτι εἶναι παρόντες 45, εἰς τὸ παρακεί-
3823μενον δωμάτιον ἀγγέλλονται, ὅτι διατρίβουσι 15, εἰς τὸ
3824ἄλλο 10, εἰς τὸ ἄλλο 7 Βουλευταί. Ὁ Πρόεδρος, ἀθροίζων
3825δυνάμει τῆς ἑρμηνείας ταύτης τοῦ Κανονισμοῦ, λέγει: «45
3826καὶ 32 εἰς τὰ δωμάτια ἀποτελοῦσιν 77, ἄρα συνετελέσθη
3827ἡ ἀπαρτία. Ἰδοὺ ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ· τίς ἀγορεύειν βού-
3828λεται;» Νομίζετε, ὅτι σπουδαιολογεῖτε, τοιαῦτα συμπεραί-
3829νοντες; Δὲν νομίζω ποτὲ, ὅτι οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ἡ
3830πλειοψηφία, ἡ ὑποστηρίζουσα αὐτὴν, θὰ θελήσωσι νὰ ἐξευ-
3831τελίσωσιν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν τὴν συγκρότησιν τοῦ Σώμα-
3832τος, ὥστε νὰ ἀναθέσωσιν αὐτὴν, ὅπως εἶπον, εἰς τὴν κα-
3833λὴν πίστιν τῶν κλητήρων τῆς Βουλῆς. Σεῖς βλέπετε, ὅτι
3834πολλάκις, ἐπιθυμοῦντες νὰ σώσητε τὸ γράμμα τοῦ Κανονι-
3835σμοῦ, ἀγωνιᾶτε, ἔχοντες δὲν ἠξεύρω καὶ ἐγὼ πόσα ὄργανα
3836καὶ πόσας ἁμάξας εἰς ἐνέργειαν, ἵνα συγκαλέσητε ἀπόντας
3837φίλους σας, ὥστε νὰ ἀπαρτισθῇ νόμιμος ἀπαρτία· ἐὰν πρό-
3838κηται διὰ τοιαύτης ἑρμηνείας, πρὸς τὴν ὁποίαν ἀπεδειλία-
3839σαν τὰ Κοινοβούλια ἐπὶ 23 ἔτη, νὰ λύσητε αὐτὴν τὴν
3840δυσχέρειαν, καὶ νὰ ἀναθέσητε εἰς ἓν τῶν ὀργάνων σας, νὰ
3841σᾶς ἀναγγέλλῃ, ὅτι εἰς τὴν βιβλιοθήκην τοῦ Κούπα δια-
3842τρίβουσι πέντε Βουλευταὶ καὶ εἰς τὴν ἄλλην αἴθουσαν 6
3843καὶ εἰς τὴν ἄλλην 8, καὶ νὰ ἀποτελῆτε ἀπαρτίαν ἐξ αὐ-
3844τῶν, τότε πρὸς τί ἡ τοιαύτη ῥαγδαία κίνησις τῶν ὀργάνων
3845σας πρὸς συναγωγὴν τῶν Βουλευτῶν; Ὡς γινώσκετε, ἐν
3846τῷ πολιτικῷ ἀνταγωνισμῷ εὑρίσκονται στιγμαὶ, καὶ ἴσως
3847τοιαύτη εἶναι καὶ ἡ παροῦσα, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ πολι-
3848τικὸν συμφέρον ἐπισκιάζει καὶ παρακωλύει τὴν ὀρθὴν κρίσιν.
3849Διὰ τοῦτο οἱ νομοθέται διὰ τοῦ Κανονισμοῦ ἔθεσαν ὅρια
3850καὶ τὰς ἀναγκαίας γραμμὰς τῶν ἀνταγωνιζομένων, πέραν
3851τῶν ὁποίων δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, ἐπὶ ὀλέθρῳ ἑκατέρων,
3852νὰ προβῶσι. Διὰ τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Κυ-
3853βερνήσεως ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον φαίνεται, ὅτι εἶναι μικρᾶς
3854ἀξίας, ἢ μᾶλλον, ὡς ὑποθέτουσι πολλοὶ, ὅτι τὸ ἐπροτείνα-
3855μεν στρεψοδίκως, διὰ νὰ ἀνακόψωμεν τὴν φαινομένην ὁρμὴν
3856διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, καὶ ἔχοντες
3857τοιαύτην γνώμην περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν συζητοῦμεν, δὲν
3858λαμβάνουσι τοῦτο ὑπὸ σκέψιν μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς,
3859καὶ ἐνδεχόμενον εἶναι, ἐκ τῆς τοιαύτης παθολογικῆς κατα-
3860στάσεως, ν’ ἀποφασίσωσί τι, διὰ τὸ ὁποῖον πολλάκις θὰ δοθῇ
3861ἀφορμὴ εἰς τὸ μέλλον νὰ μετανοήσωσι πικρῶς αὐτοὶ οὗτοι,
3862διότι ἡ δύναμις τῆς ψήφου, ἡ ὁποία σήμερον εἶναι ἐν ταύτῃ
3863τῇ πτέρυγι, αὔριον βεβαίως θὰ ἦναι ἐν τῇ ἄλλῃ· ἀλλὰ τί
3864τὸ ὄφελος; Ἡμεῖς συμφέρον ἔχομεν πάντες, τὰς γραμμὰς,
3865τὰς τεθείσας παρὰ τῶν νομοθετῶν τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ μὴ
3866τὰς μεταβάλωμεν ἄνευ λόγου. Ἐὰν δὲ αὐτὴν τὴν μετα-
3867βολὴν ἠθέλετε νὰ φέρητε, διατί νὰ ἔχητε αὐτὸν τὸν ἀγῶνα
3868πρὸ ἑνὸς ἤδη μηνὸς, καθ’ ὃν ἡμεῖς ἐξακολουθοῦμεν ἐλέγ-
3869χοντες, καὶ νὰ μὴ τὴν ἐφαρμόσητε καὶ νὰ συνεδριάσητε ἄνευ
3870ἀπαρτίας; Ἀλλὰ ἐνθυμήθητε, ὅτι, προτεινομένης ἐνστάσεως
3871μὴ ἀπαρτίας, ὁ Κανονισμὸς δυσπίστως ἀξιοῖ νὰ παρίσταται
3872καὶ ὁ ἐλέγχων καὶ αὐτὸ τὸ Προεδρεῖον. Σᾶς διηυκόλυνε καὶ
3873κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἡ στρατηγικὴ, τὴν ὁποίαν μετήλ-
3874θετε, νὰ καταπονῆτε ἡμᾶς μέχρι τῆς 11ης ὥρας, νὰ μᾶς
3875ἀναγκάζητε ν’ ἀπερχώμεθα καὶ τότε νὰ ψηφίζητε ἐντὸς τριῶν
3876συνεδριάσεων 180 νόμους! Ἀλλὰ βλέπετε, ὅτι ἡ πίεσις
3877ἐκείνη ἠνάγκασεν ἡμᾶς νὰ γίνωμεν σοφώτεροι ἑαυτῶν, νὰ
3878γίνωμεν, διδαχθέντες, πονηροί. Ἡμεῖς εἰλικρινῶς ἐνομίζομεν,
3879ὅτι αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ διαρκοῦν 4–5
3880ὥρας, ὅσον δύνανται λογικὰ ὄντα νὰ σκέπτωνται ἐν διαυ-
3881γείᾳ νοὸς, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι θέλουσι νὰ σκέπτωνται καὶ νὰ
3882ἀποφασίζωσιν. Ἡ φύσις, ἡ κατασκευὴ τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύ-
3883ματος εἶναι τοιαύτη, ὥστε μετὰ 5 ὡρῶν συνεχῆ ἐργασίαν
3884νὰ μὴ δύνηται νὰ ἔχῃ διαύγειαν. Σεῖς εἴπετε, ὅτι, «ὅταν
3885καταπονῆσθε, ἀπέλθετε, καὶ ἡμεῖς τότε δυνάμεθα κάλλιον
3886νὰ ἀποφασίζωμεν». Μᾶς ἀναγκάζετε λοιπὸν καταπεπονη-
3887μένους νὰ ἀποχωρῶμεν, ἵνα εὑρίσκητε εὐκαιρίαν πρὸς ῥαγ-
3888δαίαν ψήφισιν νόμων. Ἀλλ’ ἡ πίεσις ἐκείνη ἔφερε τοιαύτην
3889ἀντίδρασιν, διὰ τὴν ὁποίαν, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις
3890καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ βραβεῖον τῆς ἀνα-
3891καλύψεως ταύτης, δὲν εἶναι εὐχαριστημένοι ἐκ τῆς μεθό-
3892δου, διότι ἤγαγε τὴν Ἀντιπολίτευσιν εἰς ἀντίδρασιν ἄλλην,
3893τῆς ὁποίας γεύεσθε ἤδη τὰ ἀποτελέσματα. Καὶ λοιπὸν, ἂν
3894σήμερον σᾶς παρασύρῃ πρὸς στιγμὴν τὸ συμφέρον τῆς τα-
3895χείας ἐπιψηφίσεως τῆς πιστώσεως ταύτης, εἰς τὸ νὰ δώσητε
3896τοιαύτην ἑρμηνείαν, βεβαιωθῆτε, ὅτι θὰ ἔλθῃ στιγμὴ πι-
3897κρᾶς μεταμελείας, καὶ στενοχωροῦμαι, ὅταν βλέπω, ὅτι
3898αἴρονται οἱ ὅροι τοῦ ἀνταγωνισμοῦ, οἱ τεθειμένοι τόσον σο-
3899φῶς παρὰ τῶν προγενεστέρων ἡμῶν, διότι ἡ ἑρμηνεία, τὴν
3900ὁποίαν ζητεῖτε νὰ δώσητε, θὰ σᾶς φέρῃ εἰς τὰ ἄτοπα, τὰ
3901ὁποῖα ἐξήγησα. Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμεί-
3902νητε εἰς τοιαύτην ὀλεθρίαν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία θὰ ἐξαρτήσῃ
3903τὴν ἀπαρτίαν τοῦ Σώματος ἀπὸ τὴν καλὴν πίστιν τῶν
3904ὑπηρετῶν τῆς Βουλῆς.
3905§199ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν
3906ἀξιοτίμων προαγορευσάντων φρονῶ ἀληθῶς, ὅτι τὸ ζήτημα
3907ἐξηντλήθη. Ἄλλως θεωρῶ λίαν σπουδαῖον τὸ ζήτημα αὐτὸ,
3908διότι δὲν πρόκειται ἁπλῶς μόνον περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ Κα-
3909νονισμοῦ. Τὸ ζήτημα ἐφάπτεται ἀμέσως αὐτῆς τῆς ἑρμη-
3910νείας τοῦ Συντάγματος, καὶ ἕνεκα τούτου ἐνόμισα ἀναγ-
3911καῖον νὰ λάβω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον. Τὸ Σύνταγμα λέγει
3912ῥητῶς, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ καὶ ἀπο-
3913φασίσῃ τι ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεος καὶ
3914ἑνὸς τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν. Ἐὰν ἐφαρμόσωμεν τὸν
3915Κανονισμὸν, ὅπως σήμερον ἀτυχῶς κατὰ πρῶτον ἀπὸ τῆς
3916ψηφίσεώς του ἐφηρμόσθη, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ διάταξις ἐκείνη
3917τοῦ Συντάγματος καταστρέφεται. Ἐὰν συζητῇ ἡ Βουλὴ
3918παρόντων ἐν τῇ αἰθούσῃ Βουλευτῶν ὀλιγωτέρων τοῦ ἡμί-
3919σεος τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ, ὑπολογίζονται δὲ εἰς τὸν ἀριθμὸν
3920τοῦτον οἱ ἐν τοῖς δωματίοις εὑρισκόμενοι, τότε ἡ συζήτησις
3921δὲν γίνεται παρουσίᾳ τῆς νομίμου ἀπαρτίας, ἣν τὸ Σύνταγ-
3922μα ὁρίζει, ἀλλὰ παρουσίᾳ μόνον τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ὑπαρ-
3923χόντων. Εἶχεν ἆρά γε αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ὁ ψηφισθεὶς τῷ
39241865 Κανονισμός; Ἵνα ἑρμηνεύσωμεν πάντα νόμον, ἑπο-
3925μένως καὶ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ὀφείλομεν νὰ ἀνα-
3926τρέξωμεν εἰς τὴν γένεσιν τοῦ νόμου, εἰς τὰς ἀφορμὰς, αἱ
3927ὁποῖαι παρήγαγον αὐτὸν, εἰς τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ἐψη-
3928φίσθη, εἰς τοὺς λόγους τῶν ἀγορευσάντων κατὰ τὴν συζή-
3929τησιν, καὶ ἰδίως ὅταν οὗτοι ἦσαν μέλη τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις
3930ἡγεῖται τῆς πλειοψηφίας, καὶ ἡ ὁποία θεωρεῖται ὑπεύθυνος
3931διὰ πᾶν, ὅ,τι εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐπιψήφισιν.
3932Ἐὰν ἀνατρέξωμεν εἰς ταῦτα πάντα, τί εὑρίσκομεν; Ὅτι ἡ
3933Βουλὴ συνεδρίαζεν εἰς ἕτερον κατάστημα, εἰς τὴν αἴθουσαν
3934τοῦ ὁποίου ὑπῆρχον δωμάτια, συνεχόμενα μετὰ τῆς αἰθού-
3935σης καὶ μὴ ἔχοντα ἔξοδον ἢ ἐντὸς τῆς αἰθούσης. Ὁ Κανο-
3936νισμὸς, ὁ πραγματευόμενος περὶ τῆς αἰθούσης ἐκείνης καὶ
3937τῶν δωματίων, ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, ὅτι οἱ ἐν τοῖς δωματίοις
3938εὑρισκόμενοι θεωροῦνται παρόντες. Διατί; διότι οἱ ἐν τοῖς
3939δωματίοις εὑρισκόμενοι δὲν ἠδύναντο νὰ ἐξέλθωσιν ἢ εἰς τὴν
3940αἴθουσαν τῶν συνεδριάσεων, δὲν ἠδύναντο ν’ ἀποχωρήσωσιν
3941ἀπὸ ἄλλης θύρας...
3942§200ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὑπῆρχον καὶ ἄλλα δωμάτια.
3943§201ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅμως κατὰ τῆς διατά-
3944ξεως ταύτης ἀντετάχθησάν τινες, λέγοντες, ὅτι δὲν εἶναι δυ-
3945νατὸν νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὸ κατώτερον ὑπηρετικὸν τῆς Βου-
3946λῆς νὰ περιέρχηται τὰ δωμάτια, ἵνα βεβαιοῖ τὴν παρου-
3947σίαν τῶν Βουλευτῶν. Τί ἐλέχθη ὑπὲρ τῆς διατάξεως ταύτης
3948ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν; Ὅτι ἡ ἀντίῤ-
3949ῥησις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, δὲν εἶναι βάσιμος. Διατί; Διότι
3950ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν ἐκ τῆς αἰθούσης ἠδύνατο νὰ βλέπῃ
3951τοὺς ἐν τοῖς δωματίοις Βουλευτὰς, ὧν ὁ κλητὴρ ἐβεβαίου
3952τὴν παρουσίαν. Ταῦτα ἀντετάχθησαν ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουρ-
3953γοῦ, καὶ συνεπείᾳ τῶν παρατηρήσεων τούτων παρεδέχθη ἡ
3954Βουλὴ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ ἑτέρου
3955καταστήματος Βουλῆς, περὶ ἑτέρας αἰθούσης συνεδριάσεων,
3956μὴ ἐχούσης συνεχόμενα δωμάτια, ὅταν τὰ ἐν τῷ καταστή-
3957ματι δωμάτια χωρίζωνται ἀπὸ τῆς αἰθούσης διὰ διαδρόμων,
3958τότε δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ γνώμη καὶ ἡ ἀντίῤῥησις τοῦ
3959Ὑπουργοῦ; Καὶ σημειώσατε, ὅτι τὸ ἀρχαῖον ἐκεῖνο κατά-
3960στημα ἐκτὸς τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ δωματίων εἶχε καὶ ἄλλα,
3961χωριζόμενα διὰ διαδρόμων, ἀλλ’ εἰς ταῦτα δὲν ἐφηρμόζετο
3962ὁ Κανονισμὸς, ὡς ἐξάγεται ἐξ αὐτῆς τῆς ὁμιλίας τοῦ τότε
3963Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ῥητῶς ἐξαιροῦντος τὰ δωμάτια
3964ταῦτα. Περὶ τίνων λοιπὸν δωματίων προβλέπει ὁ Κανονι-
3965σμός; Περὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐντὸς τῆς αἰθού-
3966σης καὶ δὲν χωρίζονται διὰ διαδρόμων ἀπ’ αὐτῆς, διότι περὶ
3967τῶν τελευταίων οὐδὲ οἱ κλητῆρες τῆς Βουλῆς δύνανται νὰ
3968βεβαιώσωσιν, ἂν ἐν αὐτοῖς ὑπάρχωσι Βουλευταὶ, διότι δύ-
3969νανται οὗτοι νὰ ἀποχωρήσωσιν ἅμα τῇ ἀποχωρήσει τοῦ
3970κλητῆρος, καὶ ἐν ἀγνοίᾳ αὐτοῦ· ὥστε ἡ Βουλὴ δὲν δύναται
3971ἐπὶ τῇ βάσει τοιαύτης βεβαιώσεως νὰ προχωρήσῃ, παρα-
3972δεχομένη ἀπαρτίαν, ἄνευ παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος.
3973Ἅμα λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὰς περιστάσεις, καὶ τὴν ἱστορίαν
3974τῶν θεσμῶν, φθάνομεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι πράγματι
3975περὶ ἐκείνων τῶν δωματίων ἐπρόκειτο, τὰ ὁποῖα συνείχοντο
3976μετὰ τῆς αἰθούσης, καὶ περὶ Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδύ-
3977ναντο νὰ ἀπέλθωσι τῆς αἰθούσης, μὴ εἰσερχόμενοι εἰς αὐτήν.
3978Καὶ αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν, τὴν λογικὴν, ἐσεβάσθησαν μέχρι
3979τοῦδε ἅπασαι αἱ Κυβερνήσεις, καίτοι εἰς πολλὰς περιστά-
3980σεις εὑρέθησαν εἰς στενοχωρίαν διὰ τὴν ἔλλειψιν ἀπαρτίας.
3981Αὐτὴ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις πολλάκις κατὰ τὰς προηγου-
3982μένας Συνόδους εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαλύῃ τὰς συνε-
3983δριάσεις ἕνεκεν ἐλλείψεως ἀπαρτίας. Διενοήθησαν κἄν οἱ τότε
3984Πρόεδροι τῆς Βουλῆς Καλλιγᾶς, Βαλαωρίτης κλπ. νὰ ἐφαρ-
3985μόσωσι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον πρωτοφανῶς ἐφαρμόζει σή-
3986μερον τὸ Προεδρεῖον; Οὐδείς· διότι ἤθελον παραβιάσει οὐ
3987μόνον τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ τὸ Σύνταγμα.
3988Ἐὰν δώσωμεν τοιαύτην ἔννοιαν εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονι-
3989σμοῦ, καθιστῶμεν ἀμφίβολον τὴν νόμιμον συγκρότησιν τοῦ
3990Σώματος, καὶ προβληματικὴν τὴν ἰσχὺν τῶν ἀποφάσεων.
3991Ἀλλὰ μήπως ἆρά γε θέλει κατορθωθῆ διὰ τῆς τοιαύτης
3992ἑρμηνείας ταχυτέρα ἡ συγκρότησις τῆς ἀπαρτίας; Οὐχὶ βε-
3993βαίως, διότι οὐδὲν τὸ κωλύον τοὺς Βουλευτὰς νὰ ἀποχωρή-
3994σωσι καὶ τῶν δωματίων, ἢ νὰ μὴ ἐπιτρέψωσι τὴν ἐν αὐτοῖς
3995εἴσοδον τῶν κλητήρων.
3996Δι’ ὅλων τούτων οὐδὲν κερδίζετε, ἀλλὰ τὰ πάντα ἐνδέ-
3997χεται νὰ κινδυνεύσητε, καθιστῶντες ἀμφιβόλους τοὺς κοινο-
3998βουλευτικοὺς θεσμοὺς, ὑπὲρ τῶν ὁποίων μείζονα ὀφείλει νὰ
3999δεικνύῃ ἡ Κυβέρνησις σεβασμόν.
4000§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου.
4001§203ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὄχι, ὄχι!
4002§204ΛΕΒΙΔΗΣ. Μόνον διὰ τῆς βίας θὰ τὸ πάρητε (θόρυβος).
4003§205ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Πρὸς ἑρμηνείαν τοῦ Κανονισμοῦ, ἀναφέρω
4004εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ τῶν πρακτικῶν τὴν γνώμην αὐτοῦ τοῦ
4005πατρὸς τοῦ Κανονισμοῦ, τοῦ μακαρίτου Κεχαγιᾶ, ὁ ὁποῖος,
4006ὅτε τῷ ἐγένετο ἡ παρατήρησις, τίνα δωμάτια ἐννοεῖ, εἶπεν,
4007ὅτι ἐννοεῖ τὰ δωμάτια, τὰ ἐντὸς τῆς αἰθούσης.
4008§206ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω, διατὶ οἱ ἀξιότιμοι συνά-
4009δελφοι ἀνέτρεξαν εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Αʹ Συνόδου τῆς Αʹ
4010Περιόδου τῆς Βουλῆς, ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος, τὸ
4011ὁποῖον πρώτην φορὰν ἐμφανίζεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
4012Ἀπὸ τῆς 10ης Δεκεμβρίου, δηλ. πρὸ ἑνὸς μηνὸς, συζητοῦ-
4013μεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς πιστώσεως Σπάρταλη.
4014Ἔκτοτε ὑπεβλήθησαν 100 ἐνστάσεις μὴ ἀπαρτίας, οἱ πλεῖ-
4015στοι δὲ τῶν ἀντιπολιτευομένων εὑρίσκοντο ἐν τοῖς δωμα-
4016τίοις. Τίς ἐτόλμησε μέχρι σήμερον νὰ ὑπολογίσῃ τοὺς Βου-
4017λευτὰς τούτους ὡς παρόντας; Ἡ πρᾶξις ἡ σημερινὴ ἀπο-
4018δεικνύει, ὅτι ζητεῖταί τι ἐντελῶς καινοφανὲς, ἐναντίον τῆς
4019καθημερινῆς πράξεως τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἀνατρέξωμεν πέραν
4020ἀκόμη τοῦ μηνὸς, καθ’ ὅλην τὴν ἐνεστῶσαν Σύνοδον καὶ
4021κατὰ τὰς προηγουμένας, θέλομεν εὕρει μίαν καὶ τὴν αὐτὴν
4022πρᾶξιν τῆς Βουλῆς, οὐδεὶς δὲ ἐτόλμησε νὰ ἐπικαλεσθῇ μέχρι
4023σήμερον τὴν μωρὰν ἀληθῶς διάταξιν τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ
4024Κανονισμοῦ, ἡ ὁποία ἀπέβλεπεν εἰς ἕνα ὡρισμένον σκοπὸν,
4025καὶ εἰς ὡρισμένον κατάστημα τῆς Βουλῆς, διάταξιν, ἡ ὁποία
4026ἴσως ἀπετέλεσε τὴν σύγχυσιν, ἡ ὁποία ἐπῆλθε μεταξὺ τῶν
4027δικαιωμάτων τῆς Συνελεύσεως καὶ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία
4028ἀμέσως διεδέχθη αὐτήν. Ἀλλὰ περὶ τίνος γίνεται ὁ ἀγὼν
4029κατὰ τὰς ἐκλογάς; Γίνεται ὁ ἀγὼν περὶ πλειονοψηφίας, ἢ
4030περὶ ἀπαρτίας; Καὶ τί μέχρι σήμερον καυχᾶται ὁ κ. Πρω-
4031θυπουργὸς, καθὼς καὶ κατὰ τὸ 1884; Καυχᾶται, ὅτι ἔχει
4032ἀπαρτίαν. Καὶ τί σημαίνει ἀπαρτία; Σημαίνει καταρτισμὸν
4033τῆς Βουλῆς σύμφωνον μὲ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος
4034καὶ ἄνευ τῆς συμπράξεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Τοιαύτη
4035ὑπῆρξεν ἡ ἀναμφισβήτητος πρᾶξις τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία
4036κατήργησε τὴν μωρὰν ἐκείνην διάταξιν τοῦ ἄρθρου 17
4037τοῦ Κανονισμοῦ, ὡς ἀντικειμένην εἰς τὴν ῥητὴν διά-
4038ταξιν τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος. Μὴ λησμο-
4039νεῖτε τὴν ἱστορίαν τοῦ ἄρθρου ἐκείνου, εὑρίσκεσθε πρὸ
4040αὐτοῦ. Καὶ ἡ ἱστορία ἐκείνη εἶναι διδακτικὴ διὰ τὴν πλειο-
4041ψηφίαν. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὁδηγοῦσι τὴν πλειοψηφίαν, ἔχουν
4042καθῆκον, ἀναμιμνησκόμενοι τῆς ἱστορίας τοῦ ἄρθρου ἐκείνου,
4043νὰ καταστέλλουν τὰς παραφοράς. Ἐὰν ἦτο ἀνάγκη ἓν
4044περιπλέον ἐπιχείρημα νὰ προσθέσω εἰς ὅσα μετὰ τόσης ἀφε-
4045λείας ἐξετέθησαν ἐνώπιον ὑμῶν, δὲν εἶχον παρὰ νὰ παρα-
4046καλέσω ὑμᾶς, νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας εἰς τὴν
4047ἀνάγνωσιν τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ θέλετε ἰδεῖ,
4048ὅτι ἐξ αὐτοῦ προκύπτει ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἀνεῦρον οἱ
4049κύριοι συνάδελφοι ἐν τοῖς ἐστενογραφημένοις πρακτικοῖς τῆς
4050συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς τοῦ 1865. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον
4051(ἀναγινώσκει): «....Οἱ ἐν τοῖς παρακειμένοις τῇ αἰθούσῃ τῶν
4052συνεδριάσεων δωματίοις Βουλευταὶ, καλούμενοι παρὰ τοῦ
4053Προέδρου διὰ τῶν κλητήρων, ἐπανέρχονται ἀμέσως εἰς
4054τὴν αἴθουσαν, καὶ ἂν δὲν ἐπανέλθωσι, θεωροῦνται παρόντες.»
4055Τί σημαίνει αὐτὸ τὸ «καλούμενοι παρὰ τοῦ Προέδρου»;
4056Σημαίνει ὅτι ὁ Πρόεδρος εὑρίσκετο εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε
4057ἠδύνατο νὰ καλέσῃ ὀνομαστὶ τοὺς ἐν τοῖς δωματίοις Βου-
4058λευτάς. Δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ πιστοποιηθῇ διὰ τῶν κλητήρων,
4059ὅτι οἱ δεῖνα καὶ οἱ δεῖνα Βουλευταὶ εὑρίσκοντο ἐκ τοῖς παρα-
4060κειμένοις δωματίοις, διότι τοῦτο τὸ ἀντελαμβάνετο ἐκ τῆς
4061θέσεώς του ὁ Πρόεδρος. Ἀλλὰ σήμερον, διὰ νὰ δυνηθῶσι
4062νὰ βεβαιώσωσι τὴν παρουσίαν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολι-
4063τεύσεως, τί ἔπραξαν; ἔστειλαν ὁλόκληρον Ἐπιτροπὴν, Ἀντι-
4064πρόεδρον, Γραμματέα καὶ δὲν ἠξεύρω τίνα ἕτερον· καὶ ἐὰν
4065ἐπρόκειτο νὰ στρεψοδικήσωμεν ἐπὶ τῆς διατάξεως ἐκείνης,
4066ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι κακῶς ἐγένετο ἡ διατύπωσις, διότι
4067ὤφειλεν ὁ Πρόεδρος νὰ καλέσῃ τὸν κ. Δηλιγιάννην διὰ τῶν
4068κλητήρων. Ταῦτα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι εὑρίσκεσθε ἐν τῇ περι-
4069πτώσει τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Κανονισμοῦ, ὅτι μετεβλήθησαν αἱ
4070περιστάσεις, διότι μετεβλήθη ὁ τόπος, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει
4071ἠθέλετε ἐφαρμόσει καὶ ἤδη τὰς διατάξεις ἐκείνας, ἠθέλετε
4072καταπατήσει τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἀπαι-
4073τεῖ τὴν παρουσίαν τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνὸς τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ
4074τῶν Βουλευτῶν, διά τε τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ψηφοφορίαν.
4075Ἐὰν δὲ θελήσητε νὰ θεωρήσητε παρόντας διὰ τὴν συζήτησιν
4076τοὺς Βουλευτὰς, τοὺς ἐν τοῖς παρακειμένοις δωματίοις,
4077πρέπει νὰ τοὺς θεωρήσητε παρόντας καὶ διὰ τὴν ψηφοφο-
4078ρίαν. Διότι ὑποθέσατε, ὅτι εἷς Βουλευτὴς δὲν ψηφίζει, ὑπο-
4079λογίζεται ὅμως καὶ αὐτὸς εἰς τὴν ἀπαρτίαν. Τὸ ἄρθρον 56
4080τοῦ Συντάγματος, πρὸ τοῦ ὁποίου εὑρισκόμεθα καὶ τὸ
4081ὁποῖον ὀφείλει νὰ σᾶς σταματήσῃ, θέτει εἰς ἴσην μοῖραν
4082τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ψηφοφορίαν. Ἴσως ἔχετε ἀνάγκην
4083νὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω. (Ἀναγινώσκει). Ἐὰν δύνασθε νὰ συ-
4084ζητήσητε ὑπολογίζοντες τοὺς ἐν τοῖς δωματίοις Βουλευτὰς
4085διὰ τὴν ἀπαρτίαν, δύνασθε καὶ ν’ ἀποφασίσητε· ἀλλ’ ἤθε-
4086λον νὰ σᾶς ἴδω νὰ τολμήσητε νὰ πράξητε τοῦτο. Προσέ-
4087ξετε! Ἡ δύναμις τῆς πλειονοψηφίας εἶναι μεγάλη, ἀλλὰ
4088δὲν εἶναι καὶ ἐλαστική, θραύεται καὶ συντρίβεται, καὶ τὰ
4089παραδείγματα δὲν λείπουσιν ἐκ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ μας
4090βίου. Καὶ πρὸς τίνα σκοπὸν ἐπιδιώκεται σήμερον ἡ τοιαύτη
4091ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Κανονισμοῦ, ἀντικειμένου εἰς
4092τὸ ῥητὸν γράμμα τοῦ Συντάγματος; Πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς
4093ἁρπαγῆς 10,000 λιρῶν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου! Προσέ-
4094ξατε εἰς τὸ ἄρθρον 56, διότι ἡ περίστασις εἶναι τοιαύτη,
4095ὥστε πρέπει νὰ προσέξητε. Ὑπῆρξαν πλειοψηφίαι, ἔχουσαι
4096ἴσην μὲ τὴν ὑμετέραν ἰσχὺν, καὶ ὑπῆρξαν Κυβερνήσεις
4097βαθυτάτας ἔχουσαι ῥίζας ἐν τῷ τόπῳ, καὶ αἱ μὲν πλειοψη-
4098φίαι ἐκεῖναι διεσπάρησαν, αἱ δὲ Κυβερνήσεις κατέπεσαν
4099πρόῤῥιζα μετ’ ἤχου! Δὲν δύνασθε νὰ καυχηθῆτε, μήτε σεῖς
4100οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν Κυβέρνησιν, μήτε ἡ Κυβέρνησις, ὅτι
4101δύνασθε νὰ ἀνθέξητε κατὰ τῆς λαίλαπος, ἣν ἤθελεν ἐγείρει ἡ
4102παράβασις τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος. Σᾶς εἶδον πε-
4103λιδνοὺς ἐν ὥρᾳ τοιαύτης λαίλαπος τὴν ἐπιοῦσαν τῆς δημοτι-
4104κῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Ἀθηναίων... (Θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ).
4105Ἂν δὲ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος σᾶς λαλεῖ, ἤθελε συναινέσει, ἠθέλετε
4106ἁρπαγῆ ἐντεῦθεν... (Θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ). Πρόκειται περὶ
4107σχεδίου πραγματοποιουμένου· ἀπὸ ἡμερῶν ἀνεγράφησαν
4108ταῦτα εἰς τὰς ὑπουργικὰς ἐφημερίδας, ἀπὸ ἡμερῶν διεμη-
4109νύθησαν εἰς τοὺς ἀντιπολιτευομένους Βουλευτὰς, μὲ τὴν
4110ἐλπίδα, ὅτι ἤθελον πτοηθῆ. Προβῆτε, ἂν θέλετε· καὶ θέλετε.
4111Ἰδοὺ τὰ ἀποτελέσματα. Ἤδη ἀπηγορεύσατε εἰς ἕνα τῶν
4112Βουλευτῶν νὰ ὁμιλήσῃ. Προβῆτε εἰς τὸ δεύτερον βῆμα. Εἶναι
4113τολμηρότερον καὶ ὀλισθηρότερον. Ἀλλ’ εἶναι καιρὸς νὰ
4114σταματήσητε, οὐ μόνον διότι εὑρίσκεσθε πρὸ τοῦ ἄρθρου 56
4115τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ καὶ διότι εἰς τοιαύτην ὥραν περὶ
4116τοιούτου θέματος πρόκειται ἡ συζήτησις. Ἴσως εἶναι ἡ
4117σταγὼν, δι’ ἧς πρόκειται νὰ πληρωθῇ τὸ ποτήριον· ῥίψατέ
4118την· θέλει ὑπερχειλίσει!
4119Ἐκαυχήθη ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἔπαινον ἑαυτῆς ἐθεώρει,
4120διότι κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν πράξεών της δὲν εἴχομεν ἢ τὸ
4121ζήτημα τοῦ Ντάη, τοῦ Παπαχριστοφιλοπούλου, τοῦ χόρ-
4122του· ἴσως θέλει καυχηθῆ, διότι θέλει παρασύρει τὴν πλειο-
4123ψηφίαν εἰς τὸ νὰ νοθεύσῃ τὰς νεκρὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου
412417 τοῦ Κανονισμοῦ, καταργηθείσας δικαίως. Ὁ γενόμενος
4125ἔλεγχος, ὅσον καὶ ἂν ἠθέλετε νὰ τὸν ἐμπαίξητε καὶ νὰ τὸν
4126διασύρητε, ἀφῆκε βαθεῖαν ἐντύπωσιν παρὰ τῇ κοινῇ γνώμῃ.
4127Σᾶς εἶδον συναλλαττομένους οἱ συμπολῖται ὑμῶν πρὸς εὐ-
4128τελεῖς καταδίκους, πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ κατορθώ-
4129σητε νὰ τσιμπήσητε μερικὰς ψήφους, σᾶς εἶδον ἀπολύοντας
4130τοὺς καταδίκους, ὅπως καταρτίσητε πλειονοψηφίαν· καὶ δὲν
4131θέλω ἐντεῦθεν νὰ κατακρίνω τὴν ἐκλογὴν ἐκείνην, διότι
4132δυνατὸν νὰ ἦναι ὡς πρὸς τοὺς πλείστους ἀπαύγασμα τῆς
4133θελήσεως τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ θέλω νὰ καταδείξω ὑπὸ τίνα
4134τρόμον εὑρίσκετο ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 4
4135Ἰανουαρίου: ἡ πλειοψηφία, ἢ τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον· αὐτὴ
4136ἦτο ἡ θέσις, εἰς ἣν εὑρίσκετο τότε· οἱ Ὑπουργοὶ αὐτοὶ τὸ
4137ὡμολόγησαν. Ἄν, ἀντὶ ἐνώπιον τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου,
4138κάθηται ἐπὶ τοῦ ἐδωλίου τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως,
4139τοῦτο ὀφείλετε εἰς ἡμᾶς, καὶ εἰς τὰ μέσα τὰ ἀθέμιτα, τὰ
4140ὁποῖα μετῆλθε καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ πλειοψηφία μετε-
4141τράπη εἰς μειονοψηφίαν. Τοιοῦτον κίνδυνον διέτρεξε· καὶ σή-
4142μερον, ἂν δὲν ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ τὸν συγκρατήσῃ ἡ πλειο-
4143ψηφία, πρέπει αὐτὸς νὰ συγκρατήσῃ ἑαυτόν. Ἄν δὲν τὸ
4144πράξῃ, κακὸν τῆς κεφαλῆς του θὰ πράξῃ.
4145§207ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἐπιμένει, ὑποθέτομεν, ἡ Κυβέρνησις.
4146§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ
4147νομοσχεδίου.
4148§209ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὄχι, ὄχι.
4149§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει πρότασις.
4150§211ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει πρότασις, ἀλλ’
4151ὁπωσδήποτε ὀφείλομεν νὰ κανονίσωμεν τὸ ζήτημα διὰ τὸ
4152μέλλον. Θὰ ἐξακολουθῇ τὸ Προεδρεῖον μετερχόμενον τὴν
4153αὐτὴν τακτικὴν, ὁσάκις πρόκηται νὰ καταρτίζῃ τὴν ἀπαρ-
4154τίαν, μὴ παρόντων Βουλευτῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ τόσων, ὅσοι
4155ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἀπαρτίαν; Δὲν ὑπάρχει πρότασις πρὸς
4156ψηφοφορίαν, ἀλλ’ ὑπάρχει ζήτημα σπουδαιότατον κατὰ
4157τὴν μεσονύκτιον ταύτην ὥραν, ἐν χειμερινῇ ἐποχῇ, ζήτημα,
4158ἀφορῶν εἰς τὴν νομιμότητα τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Σώμα-
4159τος. Ὑμεῖς δὲ, ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, δὲν ἔπρεπε νὰ
4160παρέλθητε τοῦτο μετὰ τοσαύτης ψυχρότητος. Ὑπάρχει ζή-
4161τημα σπουδαιότατον, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον σπουδαῖον, κα-
4162θόσον κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας πολλὰ ἐλέ-
4163γοντο, πολλὰ διετυμπανίζοντο, καὶ πολλὰ ἐσύροντο εἰς τὰς
4164ὁδοὺς κατὰ τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον τὰς δύο τελευ-
4165ταίας ἑβδομάδας διετέλεσεν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ὑπὸ τὴν
4166ὑμετέραν προεδρείαν. Πολλὰ ἐλέγοντο ὡς σχεδιαζόμενα καὶ
4167κατὰ τοῦ πολιτεύματος, καὶ τούτων εἶναι ἀρχὴ, ὅ,τι ἐπι-
4168χειρεῖ σήμερον ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς. Σᾶς ἀνέφερον
4169ῥητὸν ἄρθρον οἱ προαγορεύσαντες μὲ τὰς ῥητὰς ἐκείνας ἐξη-
4170γήσεις, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἔπρεπε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψει ὡς
4171Πρόεδρος...
4172§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἀπετάθητε εἰς ἐμὲ, καὶ λέγετε,
4173ὅτι εἰς τὰς ὁδοὺς διατρέχουσιν αὗται αἱ φῆμαι, σᾶς λέγω,
4174ὅτι ὁ Πρόεδρος δὲν ἐξετάζει, τί λέγεται εἰς τὰς ὁδοὺς,
4175ἀλλὰ τί γίνεται ἐντὸς τῆς Βουλῆς.
4176§213ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω λόγους ν’ ἀπευθύνω-
4177μαι εἰς ὑμᾶς, ὡς προεδρεύσαντα κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέ-
4178ρας, καθ’ ἃς τόσα συνέβησαν.
4179§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν συνέβη τίποτε. Συνέβησαν αὐτὰ, τὰ
4180ὁποῖα ἐπαναλαμβάνετε καὶ σήμερον. Ἐν ᾧ σᾶς εἶπον, ὅτι
4181ἦσαν παρόντες 78 καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης 79ος, σεῖς ἐπανα-
4182λαμβάνετε τὰ αὐτά.
4183§215ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγω, ὅτι καθιεροῦτε ἀπόψε
4184μίαν ἀρχὴν ὀλεθρίαν, δὲν θὰ παρέλθωμεν δὲ ἀπὸ τῆς ὥρας
4185ταύτης, ἐὰν δὲν διαλευκανθῇ τὸ ζήτημα καὶ ἐὰν ἐκεῖνοι,
4186οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσι νὰ ὁμιλήσωσι, δὲν ὁμιλήσωσι, διὰ νὰ
4187δώσωσι τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἐννοοῦσιν, ἔστω καὶ
4188παράλογον.
4189Ἔλεγον λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἀρκετὰ εἶναι τὰ λε-
4190γόμενα κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς κατὰ τοῦ Κοινοβουλίου,
4191ἀρκετὰ εἶναι τὰ λεγόμενα πρὸ πάντων κατὰ τῆς Ἀντιπο-
4192λιτεύσεως, καὶ ἀρκετὰ τὰ κατὰ πολλῶν μελῶν τῆς Ἀν-
4193τιπολιτεύσεως· μὴ θελήσῃ λοιπὸν τὸ ἐπίσημον μέρος τοῦ
4194Κοινοβουλίου, τὸ Προεδρεῖον, ἀκόμη δὲ καὶ ἡ πλειονοψη-
4195φία αὐτοῦ, νὰ προσθέσῃ μίαν ἔτι κηλίδα κατὰ τοῦ Κοινο-
4196βουλίου καὶ ὑπὲρ τῆς καταργήσεως αὐτοῦ, «ὡς δένδρου
4197σκωληκοβρώτου», ὅπως λέγει μία ἐφημερὶς ὑπουργικὴ σή-
4198μερον.
4199§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Καΐρης). Ἀπὸ τοῦ 1882 εἶμαι Βουλευ-
4200τὴς καὶ οἱ κατὰ καιροὺς Πρόεδροι, ὁ μακαρίτης Βαλαωρίτης,
4201ὁ κύριος Καλλιγᾶς, πάντοτε παρήγγελλον τοὺς κλητῆρας
4202νὰ βεβαιώσωσι τοὺς ἐν τοῖς δωματίοις Βουλευτὰς, καὶ ἐση-
4203μείουν αὐτοὺς παρόντας, οὐδέποτε δὲ ἀνεφύη τοιοῦτο ζήτημα.
4204§217ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἐπὶ ζητήματος τοσοῦτον
4205σπουδαίου, ἐπὶ ζητήματος, ἀφορῶντος εἰς αὐτὸν τὸν κα-
4206ταρτισμὸν τοῦ Σώματος, ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἡγουμένη τῆς
4207πλειονοψηφίας, ὀφείλει νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της. Ἄλλως
4208τε, κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐσημειώθη παρὼν ἐν τῷ
4209καταλόγῳ· ἔχω ἔνστασιν περὶ τούτου, καὶ προτείνω νὰ ἐρω-
4210τηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
4211Προτείνω λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή,
4212ἐὰν ἦτο παρὼν ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὁ ὁποῖος εὑρίσκετο ἐν τῷ
4213δωματίῳ, ἢ ὄχι.
4214§218ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τοιούτου ζητήματος δὲν ἐρωτᾶται ἡ
4215Βουλή· ἐπὶ τοιούτου ζητήματος δὲν δύνασθε νὰ προχωρή-
4216σητε, ἐὰν πρότερον δὲν διαγράψητε τὸ ὄνομα... (Θόρυβος).
4217§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ ἐφαρμόσω τὸν Κανονι-
4218σμόν. Ἐγὼ, καὶ ἂν προεδρεύσω εἰς τὸ μέλλον, τοὺς κυρίους
4219Βουλευτὰς, τοὺς ἐν τοῖς δωματίοις εὑρισκομένους, θὰ τοὺς
4220θεωρήσω παρόντας, ἐν ὅσῳ δὲν δηλώσωσιν, ὅτι ἀποχωροῦσιν
4221ἀπὸ τῶν δωματίων.
4222§220ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶσαι στηλίτης τότε.
4223§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφαρμόζω τὸν Κανονισμόν.
4224§222ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ τίς θὰ σᾶς βεβαιώσῃ περὶ τῆς πα-
4225ρουσίας των;
4226§223ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμεῖς ἐδηλώσατε, ὅτι θέλετε τὸ
4227πράξει. Ἐπιθυμῶ νὰ μοὶ παράσχητε τὴν ἐξήγησιν περὶ
4228τῶν ὄχι ἐνδεχομένων, ἀλλὰ βεβαίως συμβησομένων. Θὰ
4229στείλητε ἕνα κλητῆρα εἰς τὰ δωμάτια, διὰ νὰ σᾶς πληρο-
4230φορήσῃ, τίνες εἶναι ἐν αὐτοῖς, καὶ ὑμεῖς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς
4231πληροφορίας ταύτης θὰ ἀποφανθῆτε, ὅτι θεωρεῖτε παρόντας,
4232τοὺς δεῖνα, δεῖνα καὶ δεῖνα. Θὰ γίνεται ἀντίῤῥησις, ἢ ὅτι
4233κακῶς ἀντελήφθη ὁ κλητὴρ, ἢ ὅτι δὲν ἀνεγνώρισε τὸν δεῖνα
4234Βουλευτὴν, ἢ ὅτι ὁπωσδήποτε πλανᾶται, θὰ γίνεται ἀνά-
4235κρισις, καὶ διὰ τῆς ἀνακρίσεως θὰ βεβαιῶται τοῦ λοιποῦ,
4236ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν ἕνα νόμον.
4237§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς βεβαιῶ, κύριε Βουλευτὰ, ὅτι αὐτὸ
4238δὲν θὰ συμβῇ ποτέ.
4239§225ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπορῶ, πῶς, ἐνῷ ἠγέρθη τοιοῦτο
4240ζήτημα, ἡ Κυβέρνησις ἐξακολουθεῖ νὰ σιωπᾷ, διότι ἕν ἐκ
4241τῶν δύο, ἢ ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει σιωπηρῶς, ὅτι δὲν δύ-
4242ναται νὰ ἀντιλέξῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἢ ἄλλως πρέ-
4243πει νὰ δοθῇ μία ἐξήγησις τῆς σιωπῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ
4244τούτου. Ἡ Κυβέρνησις ἴσως ἐννοεῖ ν’ ἀντιτάξῃ παρεκτροπὴν
4245κατὰ ὑποτιθεμένης παρεκτροπῆς, ἀλλ’ ἐὰν δὲν ὑπονοῇ
4246τοῦτο, καὶ ἐξακολουθῇ νὰ σιωπᾷ, τότε ἡ ἰδία αὐτὴ διακη-
4247ρύττει, ὅτι παίζομεν ἐνταῦθα. Καὶ ὅταν, Κύριοι, οὕτω πως
4248θεωρήσωμεν, ὅτι διεξάγομεν ἐνταῦθα τὴν πάλην, τί σπου-
4249δαῖον ἐνεργοῦμεν;
4250§226ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε βεβαίως, κύριοι
4251συνάδελφοι, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρω-
4252θυπουργὸς, ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐξέφραζε ζωη-
4253ρὸν πόθον, ὅπως ἴδῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἱσταμένην ὑψηλὰ,
4254διότι κατὰ τὸ λέγειν του δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ βλέπῃ χαμηλὰ
4255ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους ἀντιπαλαίει. Ταῦτα δὲ κηρύτ-
4256των, ἀπηυθύνετο πρὸς ὁλόκληρον τὴν μερίδα τῆς Ἀντιπο-
4257λιτεύσεως καὶ ἰδιαιτέρως πρὸς τὸν ἀρχηγὸν αὐτῆς. Ἐπεθύ-
4258μουν νὰ μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον, ἀντιστρέφοντι τοὺς ὅρους,
4259τὸν αὐτὸν πόθον νὰ ἐκφράσω, ἀπευθυνόμενος οὐχὶ πρὸς τὴν
4260πλειονοψηφίαν, ἀλλὰ πρὸς αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ δι-
4261καιοῦται ἡ Ἀντιπολίτευσις, φρονῶ, οὐ μόνον πόθον νὰ ἐκ-
4262φράσῃ, ἀλλὰ καὶ παραίνεσιν ν’ ἀπευθύνῃ, μετὰ τὰ κατὰ
4263τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας διὰ τοῦ ἐλέγχου ἀποκαλυ-
4264φθέντα εἰς βάρος τῶν κυβερνώντων. Ὅταν τις ἀναπολήσῃ
4265τὴν σειρὰν τῶν ἐκτρόπων κυβερνητικῶν πράξεων, ἵνα μὴ
4266εἴπω ἀκολασιῶν, βεβαίως εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ αἰσθανθῇ
4267αἴσθημα, ἀλγεινὸν μὲν ἐπὶ τοῖς τελεσθεῖσιν, ἱλαρὸν δὲ ἐπὶ
4268ταῖς πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν προτροπαῖς τῆς Κυβερνήσεως;
4269Καὶ λέγω τοῦτο, Κύριοι, διότι δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησις καθ’
4270ἑκάστην λησμονεῖ ἑαυτήν. Ἐλησμόνησε τὴν θέσιν της ἐν
4271ὅσοις ζητήμασι προηγουμένως ἐγένετο λόγος, λησμονεῖ καὶ
4272σήμερον ἀκόμη ἑαυτήν. Ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις δύναται νὰ
4273ἐλεγχθῇ ἐπὶ ὑπερβολῇ, φρονῶ, ὅτι ἡ ὑπερβολὴ ἔγκειται
4274κατά τινα τρόπον ἐν τῷ χαρακτῆρι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως,
4275ἀλλ’ οὐδέποτε ἐν τῷ χαρακτῆρι τῆς Συμπολιτεύσεως. Αἱ
4276Ἀντιπολιτεύσεις, δύναταί τις εἰπεῖν, ὅτι ἐν τῷ κοινοβουλευ-
4277τικῷ ὀργανισμῷ παριστῶσι ζωηρότητα, ἐνῷ τὰς Συμπολι-
4278τεύσεις πρέπει νὰ διακρίνῃ ἡ μετριοπάθεια. Αἱ ἰδιότητες
4279αὗται, ὡς τὰς διέκρινα, προσιδιάζουσι μᾶλλον εἰς τὸν χαρα-
4280κτῆρα τῶν καθηκόντων ἑκατέρας τῶν ἀντιμαχομένων μερί-
4281δων. Ὥστε ἀναμιμνησκόμενος τῶν προτροπῶν, ἃς ἐν ἄλλῃ
4282συνεδριάσει ἔδιδε πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὁ κ. Πρωθυπουρ-
4283γὸς, λέγω, ὅτι ἥκιστα ἐδικαιοῦτο ν’ ἀπευθύνῃ αὐτὰς πρὸς
4284τὴν Ἀντιπολίτευσιν, καὶ νὰ προκαλῇ αὐτὴν ἐν τῇ ὁδῷ τοῦ
4285καθήκοντος, ἐκ τῆς ὁποίας αὐτὸς μὲν ἐξετράπη, ἡ δὲ Ἀντι-
4286πολίτευσις ἀσαλεύτως μένει. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ θέμα,
4287περὶ οὗ συζητοῦμεν, τοῦτο, κατ’ ἐμὲ, ἐνέχει, ἐὰν ἐξετασθῇ
4288προσεκτικῶς, βαθυτέραν ἔννοιαν, ἢ ὅσην παρουσιάζει ἐξετα-
4289ζόμενον ἐπιπολαίως, ὡς ἁπλοῦν ζήτημα Κανονισμοῦ. Καθὼς
4290ἀνέπτυξε διὰ λίαν ἰσχυρῶν ἐπιχειρημάτων ὁ προλαλήσας
4291ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, δὲν πρόκειται μόνον περὶ τοῦ
4292Κανονισμοῦ, ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, πρόκειται
4293περὶ διατάξεως, συνδεομένης μὲ τὴν νόμιμον συγκρότησιν
4294τοῦ Σώματος, καὶ πρέπει νὰ ἤμεθα προσεκτικώτεροι, διότι
4295εὐθὺς, ὡς γίνῃ χαλάστρα εἰς ἓν μέρος, τότε τετέλεσται, δὲν
4296ὑπάρχει πλέον οὐδὲν ὅριον ἐν τῇ αὐθαιρεσίᾳ καὶ τῇ αὐθαι-
4297ρέτῳ ἑρμηνείᾳ τὸ πρῶτον βῆμα εἶναι τὸ πολὺ δυσχερὲς, τὰ
4298μετὰ ταῦτα εἶναι συνέπειαι, καὶ θὰ ἐπέλθωσιν ἀναγκαίως.
4299Καλὸν εἶναι ἑπομένως, νὰ σταματήσωμεν ἐν τῷ πρώτῳ
4300βήματι, πρὸ πάντων δὲ ἡ Κυβέρνησις, σκεπτομένη, ὄχι μόνον
4301δι’ αὐτὴν τὴν ὡρισμένην περίπτωσιν, διὰ τὸ κέρδος μιᾶς
4302ψήφου, ἀλλὰ περὶ τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος τῶν
4303κοινοβουλευτικῶν ἡμῶν θεσμῶν, καθῆκον ἔχει, ὡς ἀντι-
4304προσωπεύουσα τὴν πλειοψηφίαν, νὰ ἀποτρέψῃ αὐτὴν ἀπὸ
4305βαρυτάτου ὀλισθήματος, λίαν ἐπικινδύνου διὰ τὸ μέλλον
4306τῶν κοινοβουλευτικῶν ἡμῶν θεσμῶν, ὧν ἡ ἀκεραία παρα-
4307φύλαξις ἀποτελεῖ πολύτιμον ἐγγύησιν τῆς πολιτειακῆς ἡμῶν
4308ὑποστάσεως.
4309Δὲν θεωρῶ ἀναγκαῖον, μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν, νὰ εἰσέλθω
4310εἰς λεπτομερείας· ἀρκεῖ νὰ συνδυάσῃ τις τὸ ἄρθρον 56 τοῦ
4311Συντάγματος μὲ τὰ ἄρθρ. 15 καὶ 17 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς
4312Βουλῆς, διὰ νὰ πεισθῇ, ἂν ὑπάρχῃ τις, εἰλικρινῶς ἀμφιβάλ-
4313λων, ὅτι τὸ ὑπολογίζειν ὡς παρόντας τοὺς ἐν τοῖς παρα-
4314κειμένοις δωματίοις Βουλευτὰς, εἶναι οὐ μόνον ἀντισυνταγ-
4315ματικὸν, οὐ μόνον ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλ’ ἀποτελεῖ
4316καὶ ὀλεθρίαν ἀρχὴν, ἥτις ἐὰν ἐπικρατήσῃ, τετέλεσται· Θὰ
4317ἔχωμεν νέαν περίοδον ἀπαισίας ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἄλλοι ὅμοια
4318ἀπεπειράθησαν, καὶ τὰ ὁποῖα εὐτυχῶς ἐστιγματίσθησαν,
4319συντριβέντων τῶν ἐνόχων τῶν ἀντισυνταγματικῶν ἐκείνων
4320ἀποπειρῶν.
4321Ἂς συνέλθωμεν, Κύριοι, ἐπὶ τέλους καὶ ἂς τρίψωμεν τοὺς
4322ὀφθαλμούς μας, διὰ νὰ ἴδωμεν εἰς ποίαν κατάστασιν περι-
4323ήλθομεν· ἐνῷ ταύτῃ τῇ ὥρᾳ, μὲ θυσίαν τῆς ὑγείας μας,
4324καθήμεθα ἐνταῦθα ἐπὶ δώδεκα περίπου ὥρας, καὶ συζητοῦ-
4325μεν, ἕνεκεν ἀλόγου κυβερνητικοῦ πείσματος, δὲν δυνάμεθα
4326οὐδὲ ἓν βῆμα νὰ χωρήσωμεν εἰς τὰ κύρια ἡμῶν ἔργα, ἅπερ
4327εἰσὶ τὸ νομοθετεῖν καὶ τὸ ἐλέγχειν· ταῦτα δὲ πάντα χάριν
4328ἑνὸς κυρίου Σπάρταλη, ἢ χάριν τῶν ὑπὲρ αὐτοῦ ἐνδιαφερο-
4329μένων. Ἔπρεπεν ἐπὶ τέλους νὰ ἔχῃ μεγαλειτέραν στοργὴν ὁ
4330κ. Πρωθυπουργὸς δι’ αὐτὸ τὸ Ἔθνος, διότι εἶναι ὄντως φοβε-
4331ρὸν, νὰ ἀναλογισθῇ τις, εἰς ποῖον ἠθικὸν ἐξευτελισμὸν τὸ
4332ὑπέβαλεν ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν πίστωσιν ταύτην, πρὸς ἣν τό-
4333σην τρέφει ἀκατονοήτως στοργήν. Ἀνεστατώθησαν τὰ ἀρ-
4334χεῖα τῶν Ὑπουργείων, ἐξηυτελίσθησαν οἱ Νομικοὶ
4335Σύμβουλοι, ἐπιέσθη τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ νῦν ἐπὶ
4336ἕνα ἤδη μῆνα βασανίζεται τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον,
4337παριστῶν τὸν ἔσχατον τῶν ἐξευτελισμῶν! Σταματήσατε
4338ἐπὶ τέλους, κύριε Πρωθυπουργέ!
4339Ὅστις ἀναλογισθῇ τὴν ἔκτροπον κατάστασιν, εἰς ἣν τὸ
4340Κοινοβούλιον περιῆλθεν, ἂν δὲν γνωρίζῃ τοὺς λόγους, οἱ
4341ὁποῖοι μᾶς ἀπασχολοῦσι καὶ οἱ ὁποῖοι παρήγαγον αὐτὸ τὸ
4342φαινόμενον, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ φαντασθῇ,
4343ὅτι ἓν Ἔθνος εὑρίσκεται ἐν ἀναστατώσει, ἡ δὲ Βουλὴ εἰς
4344ὁλονυκτίας, χάριν ἑνὸς ἐντελῶς ἰδιαιτέρου χρηματικοῦ συμ-
4345φέροντος· ὅστις μάθῃ τὰ συμβαίνοντα, βεβαίως θέλει λυπη-
4346θῇ, ἂν ἦναι Ἕλλην, καὶ πᾶς μὴ Ἕλλην ἀκόμη, πονῶν
4347αὐτὸν τὸν τόπον, ἐὰν ἔβλεπεν, ὅτι ἐξ αὐτῆς τῆς αἰτίας
4348περιῆλθεν εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ
4349αἰσθανθῇ ὀδυνηρὸν αἴσθημα. Ἤδη ἐφθάσατε νὰ παραβιά-
4350σητε Κανονισμὸν καὶ Σύνταγμα, ὅπως ἐπιτύχητε τὴν ψήφι-
4351σιν τῆς πιστώσεως, ἡμεῖς δὲ κατ’ αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ νομί-
4352ζομεν, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ ἀντιταχθῶμεν. Σεῖς στηρίζε-
4353σθε εἰς ἓν ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον τυπικῶς παρίσταται εὔλο-
4354γον· «εἴμεθα, λέγετε, πλειοψηφία, πρέπει νὰ ὑποταχθῆτε.»
4355Αὐτὸ εἶναι τὸ κυριώτερον ἐπιχείρημά σας, ἀπέναντι τοῦ
4356ὁποίου νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ σταθῶμεν βωβοί. Ἡμεῖς ἀφ’
4357ἑτέρου ἔχομεν ἄλλην ἰδέαν, ὅτι ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ τοῦ
4358Σπάρταλη δὲν ἀντιπροσωπεύετε τὴν πλειοψηφίαν τοῦ
4359Ἔθνους.
4360Περαίνων τὰς παρατηρήσεις, ἃς ἔκρινα καλὸν νὰ ὑπο-
4361βάλω πρὸς τὴν Βουλὴν, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ σταματήσω-
4362μεν πρὸ τοιαύτης ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ὁποία δύνα-
4363ται νὰ μᾶς φέρῃ εἰς σπουδαιότερα ἄτοπα, ἔχομεν δὲ συμ-
4364φέρον πάντες, νὰ σταματήσωμεν καὶ προλάβωμεν ταῦτα,
4365διότι πρόκειται, ἐπαναλαμβάνω, περὶ ζητήματος σχετιζο-
4366μένου μὲ τὴν ἀκεραιότητα τῶν κοινοβουλευτικῶν ἡμῶν
4367θεσμῶν, οὓς πρέπει νὰ προασπίσωμεν. Ἂς ἀνανήψωμεν, Κύ-
4368ριοι, καὶ ἂς μὴ τυφλώττωμεν, τὰ πάντα θυσιάζοντες εἰς τὸν
4369βωμὸν τοῦ φατριασμοῦ. Ἂς σταματήσωμεν ἐν τῇ κατω-
4370φερείᾳ, εἰς ἣν φερόμεθα, ἀναλογιζόμενοι τὴν εὐθύνην, ἣν
4371ἀπέναντι τῆς συνειδήσεώς μας καὶ τῆς ἱστορίας φέρομεν.
4372Ἂς μὴ λησμονῶμεν τὸ ὑψηλὸν ἀξίωμα, δι’ οὗ ὁ Ἑλληνι-
4373κὸς λαὸς μᾶς περιέβαλε, καὶ ἂς δειχθῶμεν ἄξιοι τῆς ἐμπιστο-
4374σύνης αὐτοῦ, οὐχὶ προδίδοντες, ἀλλὰ προστατεύοντες τὰ
4375ἐθνικὰ συμφέροντα, οὐχὶ παραβιάζοντες, ἀλλὰ ὡς κόρην
4376ὀφθαλμοῦ φυλάσσοντες τοὺς νόμους τῆς πατρίδος μας. Φο-
4377βηθῶμεν τὴν κατάραν αὐτῆς!
4378§227Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ πρὸ μικροῦ ἀνάγνωσις τοῦ
4379βουλευτικοῦ καταλόγου, πρὸς βεβαίωσιν τῆς νομίμου ἀπαρ-
4380τίας τῆς Βουλῆς, ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν συζήτησιν ταύ-
4381την, ἥτις μοὶ φαίνεται, ὅτι γίνεται περὶ σπουδαιοτάτου
4382θέματος. Ἀφ’ ἧς, κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους καιροὺς, ἡ
4383αἴθουσα αὕτη μετετράπη ἀπὸ αἰθούσης προωρισμένης καὶ
4384χρησιμευούσης εἰς πνευματικοὺς ἀγῶνας, εἰς αἴθουσαν, ἐν
4385τῇ ὁποίᾳ οἱ ἀγῶνες μετεβλήθησαν εἰς σωματικοὺς, ἀπὸ τοῦ
4386χρόνου τούτου ἔπαυσα πλέον νὰ γεύωμαι ἐν τῇ οἰκίᾳ μου,
4387γεύομαι δὲ ἐν τῷ παρακειμένῳ δωματίῳ τῆς Βουλῆς. Σή-
4388μερον δὲ, καθ’ ἣν ὥραν ἐγευόμην, εἶχον τελειώσει ἴσως τὸ
4389γεῦμά μου, ἦλθεν εἷς τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὁ ὁποῖος τυγ-
4390χάνει καὶ Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς, μετ’ ἄλλου τινός,
4391τὸν ὁποῖον δὲν διέκρινα, καὶ ἀπετάθησαν πρὸς ἐμὲ, εἰπόντες,
4392ὅτι, κατ’ ἐντολὴν τοῦ Προέδρου, μὲ καλοῦσι νὰ εἰσέλθω εἰς
4393τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς· ἀπήντησα εἰς αὐτούς, ὅτι δὲν
4394ἀναγνωρίζω εἰς τὸν Πρόεδρον ἐξουσίαν τοιαύτην, οὗτοι δὲ
4395ἀπῆλθον, καὶ ἐπανελθόντες εἰς τὴν αἴθουσαν, ἀνήγγειλαν
4396ταῦτα εἰς τοὺς Γραμματεῖς, τοὺς ἐγγράφοντας τοὺς παρόν-
4397τας ἐν τῷ καταλόγῳ κυρίους Βουλευτάς, οὗτοι δὲ μὲ ἐνέ-
4398γραψαν παρόντα εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ ἐγγραφὴ αὕτη ἐμοῦ
4399ὡς παρόντος οὐδεμίαν ἐνασκεῖ ἐπιῤῥοήν, διότι καὶ ἄνευ ἐμοῦ
4400ὑπῆρχε βεβαιωμένη ἀπαρτία, ἀφοῦ ἐβεβαιώθη, ὅτι παρευ-
4401ρίσκοντο ἐν τῇ αἰθούσῃ 78 Βουλευταί. Ἑπομένως ἡ ἐγ-
4402γραφὴ ἐμοῦ ὡς παρόντος ἦτο ὅλως περιττή· ὑπῆρχεν ὅμως
4403ὁ σκοπὸς, ἂν καὶ δὲν ἦτο ἀναγκαία ἡ ἐγγραφή μου ὡς
4404παρόντος, ὅπως ἀποτελεσθῇ ἡ νόμιμος ἀπαρτία, διὰ νὰ
4405γένηται αὕτη, ὁ σκοπὸς δ’ ἦτο, νὰ τεθῇ χεὶρ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου
440617 τοῦ Κανονισμοῦ, διότι καὶ πρὸ 5 ἡμερῶν εἷς τῶν κυρίων
4407Ἀντιπροέδρων, καθήμενος ἐπὶ τῆς ἕδρας τοῦ Προέδρου,
4408τοιαύτην ἀνήγγειλεν ἀπειλὴν πρὸς ἡμᾶς. Ἐσταμάτησα μὲν
4409αὐτὸν τότε, προκαλέσας αὐτὸν νὰ ἐξηγήσῃ, ἂν σκοπῇ νὰ
4410τὴν ἐφαρμόσῃ, ἀπέσχε δ’ οὗτος νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὴν τότε,
4411ἀπεφάσισε δὲ νὰ τὴν ἐφαρμόσῃ σήμερον.
4412Φυσικὸν ἦτο, νὰ γένηται παρατήρησις ἐπὶ τῆς ἐγγραφῆς
4413μου ὡς παρόντος ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν Βουλευτῶν, ἡ δὲ
4414παρατήρησις αὕτη ἔφερε τὴν συζήτησιν. Οἱ κύριοι συνά-
4415δελφοι, οἵτινες πρῶτοι ἠγόρευσαν περὶ τούτου, εἶχον τὴν
4416ἐλπίδα, ὅτι ὁ Πρόεδρος ἤθελε συναινέσει νὰ διαγράψῃ τὸ
4417ὄνομά μου ἀπὸ τοῦ καταλόγου τῶν παρόντων. Ἀλλ’ ὁ
4418Πρόεδρος ἐπέμεινε, καὶ μάλιστα πρὸ μικροῦ μᾶς ἀνήγγειλεν,
4419ὅτι ὄχι μόνον τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἀλλὰ πάντοτε, ἐνόσῳ
4420προεδρεύει, οὕτω θέλει ἐκτελεῖ τὸν Κανονισμόν.
4421Ἕκαστος βεβαίως ἔχει τὴν ἐξουσίαν νὰ πράττῃ ὅ,τι
4422θέλει, ἀλλ’ ἡ ἐξουσία αὐτοῦ αὕτη περιορίζεται ἀπὸ τὸ κα-
4423θῆκον, τὸ δὲ καθῆκον τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι,
4424νὰ πράττῃ ὅ,τι θέλει, ἀλλ’ ὅ,τι ἐπιτρέπεται αὐτῷ νὰ πρά-
4425ξῃ. Ἡμεῖς δὲ φρονοῦμεν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Πρόε-
4426δρον τῆς Βουλῆς νὰ ἀριθμῇ ὡς παρόντας τοὺς μὴ ὑπάρχον-
4427τας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλ’ ἐν τοῖς παρακειμένοις δω-
4428ματίοις διατρίβοντας. Καὶ δὲν φρονοῦμεν τοῦτο αὐθαιρέτως.
4429Ἠκούσατε πρὸ ἐμοῦ συναδέλφους, εὐγλώττως ἀποδείξαντας
4430τὸ βάσιμον τοῦ συλλογισμοῦ ἡμῶν διὰ τῶν βιβλίων, τῶν
4431ἐντύπων τῶν ἐπισήμων, προσελθόντας ἐνώπιον ἡμῶν καὶ
4432ζητήσαντας νὰ πείσωσιν ὑμᾶς, ἀναγινώσκοντες τοὺς λόγους
4433ἐκείνων, οἵτινες συνεζήτησαν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τούτου,
4434τοῦ ὁποίου τοιαύτην ἐφαρμογὴν ζητεῖ ὁ Πρόεδρος νὰ ἐκτε-
4435λέσῃ νῦν. Καὶ ἄν τις δύναται νὰ κρίνῃ ἀπαθῶς, δὲν θέλει
4436βεβαίως δικαιολογήσει οὔτε τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, οὔτε
4437τὴν πλειοψηφίαν, ἂν ἤθελεν ἐμμείνει νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν διάτα-
4438ξιν ταύτην τοῦ Κανονισμοῦ. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἀληθῶς
4439νεκρὰ, οὐδέποτε δ’ ἐξετελέσθη, ἀφ’ ἧς τὸ Βουλευτήριον
4440μετετέθη εἰς τὸ κατάστημα τοῦτο. Ἐξετελεῖτο ἀπὸ τοῦ
44411865, ὅτε ὁ Κανονισμὸς ἐψηφίσθη, μέχρι τοῦ 1875, μέχρι
4442τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ συνεδρίαζεν ἐν τῷ ἄλλῳ καταστήματι,
4443ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1875, ὅτε ἡ Βουλὴ μετετέθη εἰς τὸ παρὸν
4444κατάστημα, μέχρι τοῦδε οὐδέποτε ἡ διάταξις αὕτη
4445ἐφηρμόσθη. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Ἀντιπρόε-
4446δρος τῆς Βουλῆς, ὅστις προήδρευε πρὸ τοῦ κ. Καΐρη,
4447ὅτι ὁ Βαλαωρίτης ἢ ὁ Καλλιγᾶς ἐφήρμοσαν τὴν διάταξιν
4448ταύτην, δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἀφοῦ δ’ ἡ διάταξις εἶναι
4449νεκρὰ, δὲν εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς,
4450οὔτε τῆς πλειοψηφίας, νὰ δώσῃ εἰς αὐτὴν ζωήν. Ἂν δὲ
4451ἤθελον δώσει ζωὴν εἰς αὐτὴν, ἤθελον ἀθετήσει τὸν σκοπὸν
4452ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνομοθέτησαν τὴν διάταξιν ταύτην
4453ἤθελον δὲ ἐκθέσει εἰς προφανῆ κίνδυνον ἄλλην διάταξιν
4454συνταγματικήν, τὴν τοῦ ἄρθρου 56, τὴν κανονίζουσαν
4455τὴν ἱκανότητα τῆς Βουλῆς πρὸς τὸ συζητεῖν καὶ νομοθετεῖν.
4456Δὲν ἤκουσα εὐαρέστως τῶν συναδέλφων ἐκείνων, οἵτινες
4457ἠξίωσαν τῆς τιμῆς ἐφημερίδας τινὰς, καὶ ἐμνημόνευσαν τοῦ
4458ὀνόματος αὐτῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Αἱ ἐφημε-
4459ρίδες, αἱ συνδεόμεναι διὰ σχέσεων πολιτικῶν μετὰ τοῦ Ὑπουρ-
4460γείου, δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ἐξύβρισαν τὴν Βου-
4461λὴν τῆς Ἑλλάδος, δὲν εἶναι πρώτη φορὰν, καθ’ ἣν ἠπεί-
4462λησαν τὸ Κοινοβουλευτικὸν σύστημα, καὶ ἐζήτησαν νὰ ἐξευ-
4463τελίσωσι πρὸ τῶν ὀμμάτων τοῦ λαοῦ τὸ Σύνταγμα, ὑπὸ τὸ
4464ὁποῖον ζῶμεν. Τῶν ἐφημερίδων ἐκείνων οἱ Συντάκται δὲν
4465εὐγνωμονοῦσιν εἰς τὴν νόμιμον τάξιν, ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς
4466ὁποίας ζῶσιν ἐν Ἀθήναις καὶ κερδαίνουσι, δημοσιογραφοῦν-
4467τες, χρήματα. Ἐπιδιώκουσι τὴν ἀνατροπὴν τῆς νομίμου
4468τάξεως, καὶ δὲν συλλογίζονται, ὅτι, ἂν ἡ νόμιμος τάξις
4469ἀνατραπῇ, αὐτοὶ πρῶτοι θέλουσι καταπατηθῇ, ὡς τὰ ἐλά-
4470χιστα ζωύφια, τὰ ἐπὶ τῶν ὁδῶν κυλιόμενα! Ἡμεῖς δὲν κα-
4471ταδεχόμεθα νὰ μνημονεύσωμεν τοιούτων καθαρμάτων, ἀφοῦ
4472ἔχομεν ὑπ’ ὄψει ἡμῶν Ὑπουργοὺς ὑπευθύνους, καὶ ὅταν
4473βλέπωμεν αὐτοὺς σιωπῶντας καθ’ ἣν ὥραν ἐφαρμόζει τὸ
4474Προεδρεῖον διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ νεκρὰν, ἐπὶ κινδύνῳ
4475συνταγματικῆς διατάξεως, ἐννοοῦμεν τί σκέπτονται οἱ Ὑ-
4476πουργοί! Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι
4477ζήτημα οὐ μόνον δημοσίας τάξεως, ἀλλὰ καὶ συνδεόμενον
4478μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος. Εἶναι
4479ζήτημα θεμελιῶδες, οἱ πρῶτοι δὲ, οἵτινες εἶχον καθῆκον
4480ν’ ἀναβῶσι τὸ βῆμα καὶ ὑποστηρίξωσι τὴν καθεστυκυῖαν
4481τάξιν καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, τὴν μέχρι τοῦδε
4482γενομένην, ζητοῦντες νὰ συντηρήσωσι καὶ τὴν ἀπειλουμένην
4483διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἔπρεπε νὰ ἦναι οἱ Ὑπουργοί.
4484Ἀλλ’ οἱ Ὑπουργοὶ σιωπῶσι, καὶ σιωπῶσιν ἀφοῦ προεκλή-
4485θησαν δὶς ἀπὸ τὸν Βουλευτὴν Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας.
4486Τοῦτο δὲν ἀρκεῖ, ἵνα δώσῃ ἡμῖν νὰ ἐννοήσωμεν, τί σκέπτον-
4487ται οἱ Ὑπουργοί; Καὶ ὅταν ἔχωμεν Ὑπουργοὺς, περὶ τῶν
4488σκοπῶν τῶν ὁποίων πληροφορεῖ ἡμᾶς ἡ τοιαύτη σιωπή των,
4489πρέπει νὰ προσφεύγωμεν ἐκτὸς τοῦ Βουλευτηρίου εἰς ἀνδρά-
4490ρια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάξια νὰ φέρωσι τὸ ὄνομα τοῦ Ἕλλη-
4491νος, διὰ νὰ ἀντλήσωμεν παρὰ τῶν ὑπ’ αὐτῶν γραφομένων
4492πληροφορίας περὶ τῶν σκοπῶν καὶ σχεδίων καὶ τῶν σκέψεων
4493τῆς Κυβερνήσεως; Ἀλλ’ εὐτυχῶς πολιτευόμεθα ἀκόμη ὑπὸ
4494ἐλεύθερον πολίτευμα, καὶ ἡ πολιτεία ἡμῶν συντελεῖται δημο-
4495σίᾳ καὶ ὑπὸ τὰς ὄψεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· ὁμιλοῦμεν καὶ
4496ψηφοφοροῦμεν, ἕκαστος δὲ φέρει τὴν εὐθύνην τῶν ἰδίων αὑ-
4497τοῦ συλλογισμῶν καὶ πράξεων. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν οἱ Ὑπουρ-
4498γοὶ καταμετρῶσι τὸ βάρος τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἀνα-
4499λαμβάνουσιν. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν καταμετρῶσιν αὐτὸ, θέλει ἐλθεῖ
4500στιγμὴ, καθ’ ἣν θέλουσιν ἐνθυμηθῆ, τί σήμερον πράττουσιν.
4501Ἔχω δὲ δι’ ἐλπίδος, ὅτι αἱ παραβιάσεις τῆς θελήσεως τοῦ
4502Ἔθνους, διότι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἀποτελοῦσι
4503τὴν θέλησιν τοῦ Ἔθνους, καὶ ἂν συντελῶνται στιγμιαίως,
4504τάχιστα ἐξαλείφονται, καὶ οἱ ἐργάται αὐτῶν τυγχάνουσι
4505τοῦ μισθοῦ, ὁ ὁποῖος ὀφείλεται εἰς αὐτούς. Ἡμεῖς, καὶ ἐκ τῆς
4506ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παραμέ-
4507νοντες, ὀφείλομεν νὰ ἀγρυπνῶμεν ὑπὲρ τοῦ πολιτεύματος.
4508Καὶ δὲν ἔχομεν τὸ καθῆκον τοῦτο μόνον ὡς Βουλευταὶ,
4509ἀλλὰ καὶ ὡς πολῖται, ἐνδιαφερόμενοι καὶ μεριμνῶντες ὑπὲρ
4510τῆς πατρίδος ἡμῶν. Καταδεικνύομεν σήμερον τὴν παράβασιν
4511τοῦ Κανονισμοῦ, ἧς ἕνεκα περιέρχεται εἰς κίνδυνον ἡ διάτα-
4512ξις τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος, ἐλπίζομεν δ’ ὅτι τὴν
4513φωνὴν ἡμῶν θέλουσι κατανοήσει πάντες, ὅσοι θέλουσι μᾶς
4514ἀκούσει. Ἂν δὲ δὲν ἔχωμεν κατὰ νόμον τὸ δικαίωμα νὰ
4515διαμαρτυρηθῶμεν κατὰ τῆς ἐνδεχομένης ἀποδοχῆς τῆς
4516τοιαύτης ἑρμηνείας ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, οἱ λόγοι, τοὺς
4517ὁποίους ἀπαγγέλλομεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἶναι λό-
4518γοι ἀληθοῦς διαμαρτυρίας, εἶναι λόγοι, οἵτινες ἐπὶ τοῦ πα-
4519ρόντος μὲν ἀπαλλάττουσιν ἡμᾶς τῆς εὐθύνης, θέλει δὲ προ-
4520σεχῶς ἐπιστῆ ὁ καιρός, ὡς ἐλπίζομεν, καθ’ ὃν θέλει μᾶς
4521δοθῆ ἡ δύναμις νὰ συντρίψωμεν καὶ τὴν ἀσεβῆ ταύτην
4522παράβασιν τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ὡς καὶ
4523τοὺς ἐργάτας αὐτῆς.
4524§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσομεν περατωμένην τὴν συζήτησιν.
4525§229ΡΑΛΛΗΣ. Προτείνω τὴν ἀναβολήν.
4526§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦ παρεμπίπτοντος αὐτοῦ ζητήματος;
4527§231ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα.
4528§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται ἡ πρότασις ὑπὸ 10 Βου-
4529λευτῶν;
4530§233ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μάλιστα. (Ἐγείρονται πλείο-
4531νες τῶν 10).
4532§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσι
4533Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
4534(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ὑπὸ τὴν ἐπι-
4535τήρησιν τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ἀσημ. Χριστοπούλου καὶ Κα-
4536λογεροπούλου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
4537Χαρ. Τρικούπης ΟΣπυρ. Κουκούλεζας Ο
4538Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΟὌθων Μακρυγιάννης Ο
4539Γ. Σισμάνης ΟΤρύφων Μουτσόπουλος Ο
4540Δ. Βουλπιώτης ΟΘάνος Κανακάρης
4541Ἀθ. Ἴσκος Ἀθ. Πετιμεζᾶς
4542Ν. Καλαντζόπουλος ΟΝεοκλ. Πετιμεζᾶς
4543Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Α. Παπαγιαννακόπουλος Ν
4544Μ. Γουλιμῆς ΟΑ. Φωτήλας Ο
4545Μ. Ἰατρίδης ΟἈνδρ. Αὐγερινὸς
4546Δ. Χατζόπουλος ΝἈντ. Ῥικάκης
4547Γεώργιος Μίλησης ΟἈχ. Γεροκωστόπουλος Ν
4548Σπυρίδων Νοταρᾶς Ἰω. Κρεστενίτης
4549Γεώργιος Κούστας Ν. Κουμανιώτης
4550Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΟΧρ. Στεφανόπουλος Ο
4551Σωτήριος Δανόπουλος Ἀλέξ. Ζαΐμης
4552Ἀναστ. Δημητριάδης Νικόλ. Καλογερόπουλος Ο
4553Μιχαὴλ Νικηφοράκης ΟἈλέξ. Κοντόσταυλος Ο
4554Δημήτριος Πετρίδης ΝΝ. Παπανικολάου
4555Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΝΝικόλ. Καφετζόγλους Ο
4556Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝἸωάννης Πεζᾶς Ο
4557Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Κωνστ. Σινέλης Ο
4558Χρῆστος Χριστόπουλος Βασίλειος Βουδούρης Ο
4559Φίλιππος Βάρβογλης ΝΚ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ο
4560Ἠλίας Φλέσσας Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ο
4561Κων. Κωνσταντόπουλος Ἀναστ. Ε. Λούντζης Ο
4562Ἀρ. Σακελλαρόπουλος Διον. Λομβάρδος Ο
4563Παναγιώτης Μανέτας ΟΓεώργιος Θεοτόκης Ο
4564Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος ΝΚωνστ. Βασιλάκης
4565Ἠλίας Παλαμήδης ΟἈντ. Καποδίστριας
4566Κωνστ. Κατσικόπουλος Νικόλαος Βασιλάκης
4567Δ. Ζέγγελης Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς
4568Δημ. Ν. Βότσαρης Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς
4569Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΝΣπυρ. Ἀλαμάνος
4570Γεώργιος Χ. Παχὺς ΟΘεόφιλος Προβατᾶς
4571Στέφανος Δραγούμης ΟἸωάννης Παδοβᾶς Ο
4572Δημήτρ. Γ. Ῥάλλης ΝΕὐάγγ. Μπασιᾶς
4573Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας ΟἈγαμέμνων Μεταξᾶς Ο
4574Φωκίων Νέγρης ΟἈνδρ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΟ
4575Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς Νικόλ. Βαλσαμάκης
4576Νικόλ. Μπουφίδης ΟΓεράσιμος Μουσούρης
4577Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟΠαναγ. Βενιεράτος Ο
4578Δημ. Καλλιφρονᾶς Γ. Τυπάλδος Κοζάκης
4579Νικόλ. Δ. Λεβίδης Γεώργιος Κόρπας
4580Στέφανος Σκουλούδης ΟΚων. Κουμουνδοῦρος
4581Ἀλοΐσιος Τόμαν Περ. Πεῤῥωτὴς
4582Χαρίλ. Προβελέγγιος ΟΔημ. Τζάνες Ο
4583Νικόλαος Νομικὸς Περ. Μποῦτος
4584Μίνως Μπογιατζόγλους ΟΠαν. Σάκκης
4585Γεώργιος Μπούμπουρας ΟΝικ. Παπαλέξης Ο
4586Λωρέντζος Δελαρόκας ΟΝικ. Μισυρλῆς Ν
4587Δημοσθένης Καΐρης ΟΝ. Καράπαυλος Ο
4588Γεώργιος Δρόσος ΟἈσημ. Χριστόπουλος Ν
4589Νικόλαος Κρίσπης ΟΕὐστάθ. Κοκκέβης Ο
4590Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς Δημ. Κάρτσωνας
4591Κωνστ. Κοσσονάκος ΟΔημ. Π. Γουδῆς Ο
4592Γεώρ. Μαυρομιχάλης Σ. Χατζηγάκης
4593Ἀριστ. Πετροπουλάκης Κ. Ζωγλοπίτης Ο
4594Γιανν. Μαυρομιχάλης ΟἈθ. Καζαμπάκας Ο
4595Νικήτας Βαρβιτσιώτης ΟΓ. Φραγκίδης Ο
4596Λεων. Καπετανάκος Α. Τακιατζῆς Ο
4597Ξανθὸς Πικουλάκης ΟΓ. Τάκης
4598Γεώρ. Πετροπουλάκης Ν. Ταρμπάζης
4599Κων. Παπαμιχαλόπουλος Ζ. Φαλιάγκας
4600Ἰωάν. Καρτάλης Σταμ. Μπουντούρης Ο
4601Ἀργ. Κανταρτζῆς ΟΘεόδωρος Γκίκας Ο
4602Εὐάγ. Σταμούλης ΟἈνάργ. Σιμόπουλος Ο
4603Ν. Κοκωσλῆς Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
4604Ἰω. Παπαδόπουλος ΟὈδυσσεὺς Πετρόπουλος Ο
4605Κωνστ. Μαρκίδης ΟΝικόλ. Κοντογιάννης
4606Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος ΟἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ο
4607Δημ. Κουτσουμπλῆς ΟΓεώργ. Λιδωρίκης Ο
4608Εὐθ. Μπατζιᾶς ΟΚωνστ. Χατζῖσκος Ο
4609Ἀναστ. Ζαρμάνης ΟΔημ. Ζουλούμης Ο
4610Α. Λογιωτάτου Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος
4611Σωτ. Σωτηρόπουλος Θεμιστοκλῆς Κανάρης Ν
4612§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς ἀπεῤῥίφθη διὰ
4613ψήφων 76 κατὰ 13, ψηφοφορησάντων ἐν ὅλῳ 89.
4614§236ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πόρισμα τῆς
4615γενομένης συζητήσεως, καὶ κατὰ τὴν ὀρθὴν ἑρμηνείαν τοῦ
4616ἄρθρου 17, ἡ ὁποία ἀκριβῶς ἀνεπτύχθη ὑπὸ τῶν ἀξιοτί-
4617μων προλαλησάντων καὶ δι’ ἀκαταμαχήτων ἐπιχειρημά-
4618των, πόρισμα λέγω τῆς συζητήσεως ταύτης εἶναι, ὅτι τὸ
4619ὄνομα τοῦ κ. Δηλιγιάννη, τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύ-
4620σεως, πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ ἐκ τῶν παρόντων.
4621§237ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Πῶς εἶναι πόρισμα;
4622§238ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Βεβαίως, ἀφοῦ ἡρμηνεύθη τὸ ἄρθρον 17
4623τοῦ Κανονισμοῦ, ὅτι οἱ ἐν τοῖς δωματίοις Βουλευταὶ δὲν
4624εἶναι παρόντες. Ἐγὼ λέγω τὴν γνώμην μου, καὶ διὰ τοῦτο
4625προτείνω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ὅτι πρέπει τὸ ὄνομα τοῦ κ.
4626Δηλιγιάννη ν’ ἀπαλειφθῇ ἐκ τῶν παρόντων. Τοῦτο βεβαίως
4627παραδεχομένη ἡ Βουλή, νομίζω, ὅτι δίδει τὴν ἀληθῆ καὶ
4628ὀρθὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Κανονισμοῦ.
4629§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πόρισμα τῆς συζητήσεως εἶναι, ἐὰν τὸ
4630Προεδρεῖον ἐφήρμοσε τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ θὰ
4631ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ
4632ὁποῖον ἐφήρμοσε τὸ Προεδρεῖον, ἦναι ἐν χρήσει, ἢ οὔ.
4633§240ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ τὴν ἀντι-
4634λαμβάνεσθε σεῖς ἄλλως, ἀφ’ ὅτι ἡμεῖς· ὀφείλετε λοιπὸν
4635νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας αὐτοῦ,
4636καὶ προτείνω νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν, ποίαν γνώμην
4637παραδέχεται.
4638§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν τὴν Βουλήν, ἐὰν τὸ
4639ἄρθρον 17 τοῦ Κανονισμοῦ ἦναι ἐν ἰσχύϊ, ἢ οὔ.
4640§242ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ θέσητε εἰς ψηφο-
4641φορίαν ἰδικήν σας πρότασιν, θὰ θέσητε τὴν πρότασιν, τὴν
4642ὁποίαν οἱοσδήποτε Βουλευτὴς θέλει ὑποβάλει· ὁ κ. Βουλευ-
4643τὴς, ὁ ὁποῖος πρὸ ὀλίγου ὡμίλει, δύναται νὰ ὑποβάλῃ πρό-
4644τασιν, ὁ ἄλλος Βουλευτὴς δύναται νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν, ἡ
4645πρότασις αὕτη θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία θὰ
4646τὴν παραδεχθῇ, ἢ θὰ τὴν ἀποῤῥίψῃ· οἱ καταψηφίσοντες δὲ
4647αὐτῆς θέλουσι τὴν καταψηφίσει διὰ διαφόρους λόγους, εἴτε
4648διότι θεωροῦσιν, ὅτι ὄχι ἐν δέοντι ὑποβάλλεται, εἴτε διότι
4649θεωροῦσιν, ὅτι κατ’ οὐσίαν κακῶς ὑποβάλλεται.
4650§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατυπώσατε τὴν πρότασίν σας, κύριε
4651Μισυρλῆ.
4652§244ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Προτείνω, ἵνα τὸ ὄνομα τοῦ κ. Δηλιγιάννη
4653ἀπαλειφθῇ ἐκ τοῦ καταλόγου τῶν παρόντων. Περὶ τούτου
4654θὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν, διότι κακῶς ἐθεωρήθη ὡς παρὼν,
4655εὑρισκόμενος ἐν τῷ δωματίῳ.
4656§245ΡΑΛΛΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπαναλάβω πράγ-
4657ματα, τὰ ὁποῖα τόσῳ διεξοδικῶς ἀνεπτύχθησαν, διότι νο-
4658μίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, ἐκ τοῦ ὅτι θέ-
4659λει συγκεκριμένως ἐπ’ αὐτῆς τῆς περιπτώσεως τεθῇ τὸ
4660ζήτημα, ὅτι οὕτω θέλει ἀποφύγει τοῦ νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἐπὶ
4661τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι καὶ ἡ πρό-
4662τασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας,
4663καὶ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς θέλετε νὰ ὑποδείξητε εἰς
4664τὴν Βουλὴν, ταὐτίζονται· τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ᾖναι ἓν καὶ
4665τὸ αὐτὸ, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ θέλω ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τῆς
4666Βουλῆς, ἐπὶ τοῦ ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε ψηφίσει εἴτε
4667τὴν μίαν, εἴτε τὴν ἄλλην τῶν προταθεισῶν προτάσεων, θέ-
4668λομεν ἔχει καθαρῶς τὴν κατάφωρον παράβασιν τοῦ ἄρθρου
466917, θέλομεν δεχθῆ, ὅτι δύνανται νὰ θεωρῶνται μεταξὺ τῶν
4670παρόντων, εἴτε εἰς τὴν συζήτησιν, εἴτε εἰς τὴν ψηφοφορίαν,
4671Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι παρόντες, περὶ τῆς παρουσίας
4672τῶν ὁποίων δὲν δύναται ὁ διευθύνων τὴν συνεδρίασιν τῆς Βου-
4673λῆς, ὁ κατὰ καιροὺς Πρόεδρος, νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι εἶναι πράγ-
4674ματι παρόντες· διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν ἐκείνας
4675τὰς συζητήσεις περὶ τῆς διευθύνσεως τῶν συνεδριάσεων. Τὸ
4676Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποφαίνεται
4677πάντοτε κατὰ τὸν Κανονισμὸν περὶ τοῦ ἂν ὑπάρχῃ, ἢ δὲν
4678ὑπάρχῃ ἀπαρτία, περὶ τοῦ ἂν ὑπάρχῃ πλειοψηφία ἐπὶ ὡρι-
4679σμένου ζητήματος, ἢ ὄχι· καὶ θέλω νὰ μάθω, ἐὰν πρόκηται
4680εἰς τὸ ἑξῆς νὰ ἀποφαίνησθε περὶ τῆς ἀπαρτίας, ἢ περὶ τῆς
4681πλειοψηφίας, διὰ τῶν διόπτρων οἱουδήποτε κλητῆρος. Δὲν
4682γνωρίζω διατί ἐξελέγη ὁ Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας, διὰ νὰ
4683χρησιμεύσῃ ὡς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἤθελε βεβαιώσει, ἐὰν ὁ
4684ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς εὑρίσκεται ἐν τῷ δωματίῳ· θαυ-
4685μάζω, ὅτι ὁ Βουλευτὴς Λακωνίας ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἢ
4686ἁπλῶς Βουλευτὴς, κατεδέχθη νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντα
4687ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνέθηκε τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Κανονισμοῦ εἰς
4688τοὺς κλητῆρας, διότι ἀκριβῶς περὶ τοιούτων καθηκόντων
4689ἐπρόκειτο. Ἀλλ’ ὅτε τὰ καθήκοντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πα-
4690ραδόξως ἀνέλαβε νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ Βου-
4691λευτὴς Λακωνίας, ἀνέθηκεν εἰς τοὺς κλητῆρας ὁ Κανονι-
4692σμὸς, τὰ ἀνέθηκε διότι δὲν ἐπρόκειτο ἢ νὰ ἐκτελῶσι τὸ
4693καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει ἡ διαταγὴ τοῦ Προέδρου,
4694διότι ὁ Πρόεδρος, ἕνεκα τοῦ τόπου, τὸν ὁποῖον προέβαλεν ὁ
4695Κανονισμὸς ἐκεῖ, ὁ Πρόεδρος ἠδύνατο νὰ ἀντιληφθῇ, ἐὰν
4696ὁ δεῖνα ἢ δεῖνα Βουλευτὴς ἦτο ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου,
4697καὶ ἠδύνατο νὰ διατάξῃ ἐντεῦθεν τὸν κλητῆρα νὰ προσ-
4698καλέσῃ αὐτὸν νὰ εἰσέλθῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ. Τὸ συμπέρασμα
4699εἶναι, ὅτι, οἱαδήποτε ἐκ τῶν δύο προτάσεων ψηφισθῇ, θὰ ἀπο-
4700τελέσῃ, ὡς ἡ ἐγγραφὴ τοῦ Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας ἐν τῷ
4701καταλόγῳ ὡς παρόντος, παράβασιν τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συν-
4702τάγματος· καὶ βεβαίως, κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἐκεῖνοι, οἱ
4703ὁποῖοι ἤθελον ψηφίσει ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἑτέρας προτάσεως,
4704δὲν δύνανται νὰ ἀναγραφῶσιν ὡς στηλῖται, ἀλλ’ εἶναι τοῦτο τὸ
4705πρῶτον βῆμα πρὸς τὸν στηλιτισμόν· ἐὰν δ’ ἐπρόκειτο νὰ χρη-
4706σιμεύσῃ αὐτὸ τὸ πρῶτον βῆμα εἰς δεύτερον ἢ εἰς ἕτερον, διὰ
4707τοῦ ὁποίου ἡ τυχὸν μὴ ἀπαρτία ἤθελε συμπληρωθῆ διὰ
4708τῶν μὴ παρόντων Βουλευτῶν, δὲν θὰ ἐχρησίμευεν εἰς οὐδὲν
4709τὸ πρῶτον βῆμα. Ἐὰν ἐπιμένουν εἰς αὐτὸ τὸ βῆμα, ἐπι-
4710μένουν διότι εἶναι πρόθυμοι νὰ προβῶσι καὶ εἰς τὸ δεύτε-
4711ρον, διότι αὔριον σκέπτονται ὅτι δύνανται νὰ ἔλθωσι καὶ
4712εἰς μίαν ἀπαρτίαν· ἂς μὴ κρύπτεται ὄπισθεν τοῦ δακτύλου
4713του ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἂς ἐκφέρῃ καθαρὰ τὴν
4714γνώμην του, ἂς εἴπῃ ὅτι ἐννοεῖ νὰ παραβῇ τὸ ἄρθρον 56
4715τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν, μεταξὺ τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συν-
4716τάγματος καὶ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Κανονισμοῦ,—ἐὰν ἦναι
4717δυνατὸν νὰ ἑρμηνευθῇ, ὅπως θέλουσι νὰ τὸ ἑρμηνεύσωσι καὶ
4718ὅπως ἐτολμήσατε σεῖς ὁ ἴδιος, κύριε Πρόεδρε, νὰ τὸ ἑρμηνεύ-
4719σητε,—ἐννοοῦν νὰ ἐκλέξωσι τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἂς
4720τὸ εἴπωσι καθαρά· ἀλλ’ εἴτε τὸ εἴπωσιν, εἴτε δὲν τὸ εἴπω-
4721σιν, ἂς μὴ ἔχῃ κἀνεὶς ἀμφιβολίαν, ὅτι ἐν περιπτώσει, καθ’
4722ἣν τὸ πρῶτον βῆμα ἤθελε τοὺς ὁδηγήσει εἰς δεύτερον, ἤθε-
4723λον δὲ ἐν τῇ ἀπαρτίᾳ καταλογίσει ὡς παρόντας Βουλευτὰς
4724τοὺς ἀντιπολιτευομένους τοὺς μὴ παρόντας ἐν τῇ αἰθούσῃ, καὶ
4725ἤθελον ἐντεῦθεν καταρτίσει ἀπαρτίαν, βεβαίως ἤθελον εἰσέλ-
4726θει ἐν τῷ στηλιτισμῷ. Περὶ αὐτοῦ πρέπει νὰ ἐννοήσῃ
4727ἡ Βουλή, ὅτι πρόκειται. Πρόκειται, νὰ δοθῇ τὸ δικαίω-
4728μα, νὰ παραβιασθῇ τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος,
4729πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ ἐκλογή, ψηφοφορουμένης εἴτε τῆς μιᾶς
4730εἴτε τῆς ἑτέρας προτάσεως, μεταξὺ τῶν δύο ἄρθρων, τοῦ
4731ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος, καὶ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Κα-
4732νονισμοῦ, νὰ θεωρηθῇ δὲ ἡ διάταξις ἐκείνη, ἡ ὁποία εἶναι
4733νεκρὰ ἐπὶ 25ετίαν ὅλην, νὰ θεωρηθῇ ὡς κατισχύουσα τοῦ
4734ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος. Θέσατε οἱανδήποτε πρότασιν
4735εἰς ψηφοφορίαν τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό.
4736§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσση-
4737νίας εἶναι αὕτη, ὅτι κακῶς ἐνεγράφη τὸ ὄνομα τοῦ κ. Βου-
4738λευτοῦ Ἀρκαδίας κ. Δηλιγιάννη, ὄντος ἐν τῷ παρακειμένῳ
4739δωματίῳ τῆς Βουλῆς, εἰς τὸν κατάλογον τῆς ἀπαρτίας,
4740καὶ προτείνει νὰ διαγραφῇ.
4741§247ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τῆς ἐφαρμογῆς
4742τοῦ Κανονισμοῦ, βεβαίως ψηφοφορία δὲν χωρεῖ· ἐπειδὴ
4743ὅμως ὑμεῖς ἀμφισβητεῖτε τοῦτο, ἐγὼ ἀποτείνομαι πρὸς
4744ὑμᾶς, ὡς ἐκτελεστὴν τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, σεῖς
4745δὲ θὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν.
4746§248Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μοὶ φαίνεται, ὅτι
4747τὰ ζητήματα εἰσὶ καθαρά. Ὑπάρχουσί τινες, οἵτινες θέλουσι
4748ν’ ἀποφύγωσι τὴν ἀνάγκην ν’ ἀποφανθῶσι ῥητῶς καὶ νὰ δη-
4749λώσωσι τὴν γνώμην των, ζητοῦσι δὲ νὰ καλυφθῶσι, λέγον-
4750τες, ὅτι ἡ ψηφοφορία ἀφορᾷ εἰς τὴν διατήρησιν τῆς ἐγγραφῆς
4751τοῦ ὀνόματός μου ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν παρόντων. Ταῦτα
4752εἰσὶ σοφίσματα τοῦ ζητήματος, ἂν ἰσχύῃ ἢ δὲν ἰσχύῃ ἡ
4753διάταξις τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐὰν ἰσχύῃ ἡ
4754διάταξις αὕτη, καλῶς ἐνεγράφην ἐν τῷ καταλόγῳ ὡς
4755παρών, ἐὰν ὅμως δὲν ἐνεγράφην καλῶς ὡς παρών,
4756τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ
4757Κανονισμοῦ δὲν ἰσχύει. Καὶ δὲν ἰσχύει, ὡς ἡμεῖς φρο-
4758νοῦμεν, διότι ἡ διάταξις εἶναι νεκρὰ, καὶ διότι, ἐὰν ἤθελεν
4759ἰσχύει, ἤθελεν ἀναιρεῖ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ
4760Συντάγματος. Λοιπὸν τὸ ζήτημα, τιθέμενον, εἴτε ὅπως τὸ
4761προέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, εἴτε ὅπως ἀντι-
4762τάττουσιν, εἶναι ἀδιάφορον. Τὸ ζήτημα, τιθέμενον, θέλει ψη-
4763φοφορηθῆ, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἀποφανθῆ, ὅτι,
4764καίπερ εὑρισκόμενος ἐν τῷ παρακειμένῳ δωματίῳ, καλῶς
4765ἐνεγράφην ὡς παρὼν ἐν τῇ αἰθούσῃ, αὐτοὶ ἀποφαίνονται,
4766ὅτι ἰσχύει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ
4767ὅτι ἔχει δικαίωμα τὸ Προεδρεῖον νὰ ἐγγράφῃ ὡς παρόντας
4768τοὺς ἐν τοῖς δωματίοις εὑρισκομένους, ἀναλαμβάνουσι δὲ
4769τὴν εὐθύνην τῆς γνώμης των ταύτης.
4770§249Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν διασάφησιν, παρακαλῶ,
4771κύριε Πρόεδρε. Ἐὰν εὑρίσκωμαι εἰς τὸν διάδρομον, θὰ μὲ
4772θεωρήσητε ὡς παρόντα;
4773§250ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Βεβαίως.
4774§251Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς ὅμως δὲν λέγει
4775διὰ τὸν διάδρομον.
4776§252ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐρωτῶσι, τίς κατήργησε τὴν διάταξιν
4777τοῦ Κανονισμοῦ. Τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ ἔθεσεν εἰς
4778ἀχρηστίαν ἡ μεταβολὴ τοῦ καταστήματος τῆς αἰθούσης
4779τῆς Βουλῆς.... (διακοπαί).
4780§253Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως τὸ κατάστημα, καὶ
4781διὰ τοῦτο οὐδέποτε ἐφηρμόσθη ἡ διάταξις αὕτη.
4782§254ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅτε ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Κα-
4783νονισμοῦ, ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ οὐδὲν περιεῖχε τὸ ἀντιτιθέμε-
4784νον εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, διότι
4785τὰ παρακείμενα δωμάτια τότε ἀπετέλουν μέρος τῆς αἰ-
4786θούσης τῶν συνεδριάσεων, ἡ δὲ ἐξέλεγξις τῆς ὑπάρξεως τοῦ
4787ἀπαιτουμένου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν πρὸς σχηματισμὸν ἀπαρ-
4788τίας ἠδύνατο νὰ γίνῃ καὶ παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς.
4789Μετὰ τὴν ἀλλαγὴν ὅμως τοῦ καταστήματος τῆς Βουλῆς
4790ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἄρθρου τούτου ἀντίκειται εἰς τὴν διάτα-
4791ξιν τοῦ Συντάγματος, διότι περιέχει τὴν παράλογον ἰδέαν,
4792τοῦ νὰ ἀναθέτωμεν τὴν βεβαίωσιν τῆς παρουσίας τῶν Βου-
4793λευτῶν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ καὶ τῆς ἀπαρτίας εἰς τοὺς κλη-
4794τῆρας τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν,
4795ὅτι ὁ συντάξας τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Κανονισμοῦ ἔδιδεν εἰς
4796αὐτὸ ἔννοιαν τοσοῦτον παράλογον καὶ γελοίαν. Ἐξ ὅσων
4797ἀνεπτύχθησαν σήμερον προκύπτει, ὅτι ἡ κατὰ γράμμα
4798ἐφαρμογὴ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Κανονισμοῦ, ὅπερ ἔπεσεν εἰς
4799ἀχρηστίαν μετὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σημερινοῦ Βουλευτη-
4800ρίου, εἶναι κατάργησις σχεδὸν τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγ-
4801ματος, τῆς ἀπαιτούσης τὴν παρουσίαν τοῦ ἡμίσεος πλέον
4802ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν ἐν πάσῃ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς. Οὐδεὶς
4803δύναται νὰ παραδεχθῇ, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀναθέσωμεν τὴν
4804ἐξέλεγξιν τῆς ἀπαρτίας εἰς τοὺς κλητῆρας τῆς Βουλῆς,
4805ἀπόδειξις δὲ εἶναι καὶ ἐκεῖνο, ὅπερ ὑμεῖς ἐπράξατε πρὸ ὀλί-
4806γου, ἀναθέσαντες, ἐναντίον τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 17,
4807τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἐν τοῖς δωματίοις παρουσίας Βουλευτῶν
4808οὐχὶ εἰς τοὺς κλητῆρας τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ εἰς τὸν Ἀντι-
4809πρόεδρον αὐτῆς, συνοδευόμενον καὶ ὑπὸ ἑτέρου Βουλευτοῦ.
4810Ὁ Βουλευτής, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα
4811νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἐξέλεγξιν ταύτην, ἡ μαρτυρία δὲ τοῦ κ.
4812Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας, τοῦ ἐρευνήσαντος τὰ δωμάτια, δὲν
4813ἔχει κῦρος, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, ὅστις ἀνα-
4814θέτει εἰς τοὺς κλητῆρας τὴν τοιαύτην ἔρευναν. Ἐπὶ τῆς
4815μαρτυρίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας δὲν δύνασθε νὰ
4816στηριχθῆτε, ὅπως ἐγγράψητε τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀρκα-
4817δίας ὡς παρόντα. Ἡ μόνη μαρτυρία, ἐφ’ ἧς δύνασθε νὰ στη-
4818ριχθῆτε, εἶναι ἡ τῶν κλητήρων. Φαντασθῆτε, εἰς ποῖον
4819παραλογισμὸν θέλετε φθάσει, ἐφαρμόζοντες διάταξιν, ἥτις
4820σᾶς ἀπαγορεύει νὰ δώσητε πίστιν εἰς τὴν μαρτυρίαν Βου-
4821λευτῶν, καὶ σᾶς ἐπιβάλλει νὰ δώσητε τοιαύτην εἰς μόνην
4822τὴν μαρτυρίαν τῶν κλητήρων τῆς Βουλῆς! Δὲν εἶναι δυ-
4823νατὸν νὰ ψηφίσῃ τοιοῦτόν τι ἡ Βουλή, λογικῶς σκε-
4824πτομένη.
4825§255ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Θέσατε εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρό-
4826τασιν, κύριε Πρόεδρε.
4827§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσση-
4828νίας εἶναι αὕτη (ἀναγινώσκει): «Προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν,
4829ὅπως τὸ ὄνομα τοῦ κ. Θ. Π. Δηλιγιάννη, βουλευτοῦ Ἀρ-
4830καδίας, εὑρισκομένου ἐν τῷ δωματίῳ κατὰ τὴν ἐκφώνησιν
4831τοῦ καταλόγου, ἀπαλειφθῇ ἐκ τῶν παρόντων, ὡς κακῶς ση-
4832μειωθέντος μεταξὺ τῶν τοιούτων».
4833Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσιν Ναὶ, οἱ μὴ
4834παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
4835(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
4836ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κκ. Σάκκη καὶ Καλογεροπού-
4837λου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
4838Χαρ. Τρικούπης ΟἈντ. Ῥικάκης
4839Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΟἈχ. Γεροκωστόπουλος Ν
4840Γ. Σισμάνης Ἰω. Κρεστενίτης
4841Δ. Βουλπιώτης ΟΝ. Κουμανιώτης
4842Ἀθ. Ἴσκος Χρ. Στεφανόπουλος Ο
4843Ν. Καλαντζόπουλος ΟἈλέξ. Ζαΐμης
4844Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Νικόλ. Καλογερόπουλος Ο
4845Μ. Γουλιμῆς ΟἈλέξ. Κοντόσταυλος Ο
4846Μ. Ἰατρίδης ΟΝ. Παπανικολάου
4847Δ. Χατζόπουλος ΝΝικόλ. Καφετζόγλους Ο
4848Γεώργιος Μίλησης ΟἸωάννης Πεζᾶς Ο
4849Σπυρίδων Νοταρᾶς Κωνστ. Σινέλης Ο
4850Γεώργιος Κούστας Βασίλειος Βουδούρης Ο
4851Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΟΚ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ο
4852Σωτήριος Δανόπουλος Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ο
4853Ἀναστ. Δημητριάδης Ἀναστ. Ε. Λούντζης Ο
4854Μιχαὴλ Νικηφοράκης ΟΔιον. Λομβάρδος Ο
4855Δημήτριος Πετρίδης ΝΓεώργιος Θεοτόκης Ο
4856Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΝΚωνστ. Βασιλάκης
4857Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝἈντ. Καποδίστριας
4858Θεοδ. Β. Δηλιγιάννης Νικόλαος Βασιλάκης
4859Χρῖστος Χριστόπουλος ΝΕὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς
4860Φίλιππος Βάρβογλης ΝΠολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς
4861Ἠλίας Φλέσσας Σπυρ. Ἀλαμάνος
4862Κων. Κωνσταντόπουλος Θεόφιλος Προβατᾶς
4863Ἀρ. Σακελλαρόπουλος Ἰωάννης Παδοβᾶς Ο
4864Παναγ. Μανέτας ΟΕὐάγγ. Μπασιᾶς
4865Ἰωάνν. Ἀντωνόπουλος ΝἈγαμέμνων Μεταξᾶς Ο
4866Ἠλίας Παλαμήδης ΟἈνδρ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΟ
4867Κωνστ. Κατσικόπουλος Νικόλ. Βαλσαμάκης
4868Δ. Ζέγγελης Γεράσιμος Μουσούρης
4869Δημ. Ν. Βότσαρης Παναγ. Βενιεράτος Ο
4870Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΝΓ. Τυπάλδος Κοζάκης
4871Γεώρ. Χ. Παχὺς ΟΓεώργιος Κόρπας
4872Στέφανος Δραγούμης ΟΣτέφανος Σκουλούδης Ο
4873Δημ. Γ. Ῥάλλης ΝἈλοΐσιος Τόμαν
4874Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας ΟΧαρίλ. Προβελέγγιος Ο
4875Φωκίων Νέγρης ΟΝικόλαος Νομικὸς
4876Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς Μίνως Μπογιατζόγλους Ο
4877Νικόλ. Μπουφίδης ΟΓεώργιος Μπούμπουρας Ο
4878Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟΛωρέντζος Δελαρόκας Ο
4879Δημ. Καλλιφρονᾶς Δημοσθένης Καΐρης Ο
4880Νικόλ. Δ. Λεβίδης ΝΓεώργιος Δρόσος Ο
4881Σπυρ. Κουκούλεζας ΟΝικόλαος Κρίσπης
4882Ὄθων Μακρυγιάννης ΟΕὐστάθιος Κεχαγιᾶς
4883Τρύφων Μουτσόπουλος ΟΚωνστ. Κοσσονάκος Ο
4884Θάνος Κανακάρης Γεώργ. Μαυρομιχάλης
4885Ἀθ. Πετιμεζᾶς Ἀριστ. Πετροπουλάκης
4886Νεοκλ. Πετιμεζᾶς Γιανν. Μαυρομιχάλης Ο
4887Α. ΠαπαγιαννακόπουλοςΝΝικήτας Βαρβιτσιώτης Ο
4888Α. Φωτήλας ΟΛεων. Καπετανάκος
4889Ἀνδρ. Αὐγερινός Ξανθὸς Πικουλάκης Ο
4890Γ. Πετροπουλάκης Εὐστάθ. Κοκκέβης Ο
4891Κ. Παπαμιχαλόπουλος ΝΔημ. Κάρτσωνας
4892Ἰωάν. Καρτάλης Δημ. Π. Γουδῆς Ο
4893Ἀργ. Κανταρτζῆς ΟΣ. Χατζηγάκης
4894Εὐάγ. Σταμούλης ΟΚ. Ζωγλοπίτης Ο
4895Ν. Κοκωσλῆς Ἀθ. Καζαμπάκας Ο
4896Ἰωάνν. Παπαδόπουλος ΟΓ. Φραγκίδης Ο
4897Κ. Μαρκίδης ΟΑ. Τακιατζῆς Ο
4898Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος ΟΓ. Τάκης
4899Δ. Κουτσουμπλῆς ΟΝ. Ταρμπάζης
4900Εὐθ. Μπατζιᾶς ΟΖ. Φαλιάγκας
4901Ἀναστ. Ζαρμάνης ΟΣταμάτ. Μπουντούρης Ο
4902Ἀχιλ. Λογιωτάτου Θεόδωρος Γκίκας Ο
4903Σωτ. Σωτηρόπουλος Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ο
4904Κ. Κουμουνδοῦρος Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
4905Περικλῆς Πεῤῥωτὴς Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος Ο
4906Δ. Τζάνες ΟΝικόλ. Κοντογιάννης
4907Περικλῆς Μποῦτος Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς Ο
4908Παναγ. Σάκκης ΝΓεώργιος Λιδωρίκης Ο
4909Ν. Παπαλέξης ΟΚωνστ. Χατζῖσκος Ο
4910Νικ. Μισυρλῆς ΝΔημ. Ζουλούμης Ο
4911Ν. Καράπαυλος ΟΚων. Ἀναγνωστόπουλος Ν
4912Ἀσημ. Χριστόπουλος Θεμ. Κανάρης Ν
4913§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 92 Βουλευταί.
4914Ἐκ τούτων 17 εἶπον Ναί, καὶ 75 εἶπον Ὄχι. Ἑπομένως
4915ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη.
4916Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συζήτησις.
4917§258ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Αὔριον.
4918§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥάλλης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ
4919συζήτησιν νομοσχεδίου.
4920§260ΡΑΛΛΗΣ. Ὅτε κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομο-
4921σχεδίου περὶ τῆς προκειμένης πιστώσεως ἔλαβον τὸν λόγον
4922μεταξὺ τῶν πρώτων ἀγορευσάντων, εἶπον, ὅτι χάριν τῆς
4923ἀπαιτήσεως τοῦ κ. Σπάρταλη ἐξηυτελίσθη τὸ Ἐλεγκτικὸν
4924Συνέδριον, ἐξηυτελίσθη ἡ Κυβέρνησις, ἐξηυτελίσθη τὸ Νο-
4925μικὸν Συμβούλιον, ἐπιδιώκεται δὲ, χάριν τῆς αὐτῆς πιστώ-
4926σεως, καὶ ὁ ἐξευτελισμὸς τῆς Βουλῆς. Ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ
4927μου προῤῥήσει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Φθιώτιδος μὲ ἤλεγ-
4928ξεν· εἶσθε ὅμως εἰς θέσιν, καὶ μάλιστα κατὰ τὴν ὥραν ταύ-
4929την, νὰ κρίνητε, ἐὰν ἡ πρόῤῥησις ἐκείνη δὲν ἦτο ἀληθὴς
4930προφητεία· ἡ ἱστορία δὲ τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς ἀπὸ
4931ἑνὸς ὅλου μηνὸς ἀποδεικνύει τοῦτο. Βεβαίως δὲν δύναταί
4932τις νὰ θεωρήσῃ, ὅτι σπουδαίως ἐργάζεται ἡ Βουλὴ, ἢ
4933ὅτι σπουδαίως εἰργάσθη ἡ Βουλή. Κατὰ τὰς παννυχίδας
4934ἐκείνας, ὡς καὶ κατὰ τὴν ἀποψινὴν, τὴν 5½ ὥραν τῆς
4935πρωΐας κατωρθώσαμεν νὰ φθάσωμεν συζητοῦντες ἐπὶ τῆς
4936προκειμένης πιστώσεως, κατόπιν διαδραματισθεισῶν σκηνῶν,
4937αἱ ὁποῖαι βεβαίως ἦσαν ἀνάξιαι τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ τῶν
4938ὁποίων τὴν εὐθύνην βεβαίως δὲν φέρει ἡ ἀριστερά. Ἐκεῖνος,
4939ὁ ὁποῖος ἔχει, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του, τὴν διεύθυνσιν τῆς πλειο-
4940ψηφίας, ἐντεῦθεν δὲ καὶ τὴν διεύθυνσιν τῆς Βουλῆς ὁλοκλή-
4941ρου, ἠδύνατο ν’ ἀπαλλάξῃ ἡμᾶς πασῶν τῶν ἀτυχῶν ἐκεί-
4942νων σκηνῶν, ὧν ἐγενόμεθα καὶ μάρτυρες καὶ θύματα. Καὶ
4943τοῦτο ἦτο εὐκολώτατον, καὶ ἐκ μέρους τῆς μειοψηφίας ὑπε-
4944δείχθη αὐτῷ ὁ τρόπος, ὅπως, ἀφοῦ συνέτριψε τὰ πάντα,
4945ἀφοῦ ἐξηυτέλισε τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου, ἀφοῦ ἐξηυτέ-
4946λισε καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ πᾶσαν Ἀρχὴν, σώσῃ
4947τουλάχιστον τὴν ὑπόληψιν τῆς Βουλῆς. Τὸν παρεκαλέσαμεν
4948ὅπως προτάξῃ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸν Προϋπολογι-
4949σμὸν τοῦ Κράτους, προτάσσων αὐτὸν τῆς ἐπαράτου πιστώ-
4950σεως. Πράττων τοῦτο, βεβαίως ἤθελεν ἀπαλλάξει καὶ τὴν
4951Βουλὴν καὶ τὸν τόπον πασῶν ἐκείνων τῶν κατακρίσεων, ὧν
4952ἠκροάσθημεν ἐπὶ ὁλόκληρον μῆνα. Ἀλλὰ εἶχε συμφέρον
4953βεβαίως ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξευτελίσῃ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντι-
4954προσωπείαν, διότι τὸ ὅλον σύστημα αὐτῆς δὲν ἀποβλέπει ἢ
4955εἰς τὴν εἰκονικὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος· ἀπὸ τῆς
4956ἐποχῆς τῆς ἀναστηλώσεώς της, κατὰ Μάϊον τοῦ 1886, τὸ
4957ὅλον πολίτευμα ἀπεδείχθη ἐντελῶς εἰκονικὸν, εἶχε δὲ συμ-
4958φέρον, ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν εἰκονικὴν λειτουργίαν αὐτοῦ
4959διὰ τοῦ ἐξευτελισμοῦ καὶ τοῦ Κοινοβουλίου. Ἔπραξε δὲ
4960πᾶν τὸ ἐφικτὸν, ὅπως κατορθώσῃ τοῦτο· ἐνταῦθα μὲν αὐτὸς
4961καὶ οἱ φίλοι του προὐκάλουν τὰς ἀγρίας σκηνὰς, ἐν δὲ τῇ
4962δημοσιογραφίᾳ οἱ φίλοι παρίστων ὡς ὑπαιτίους τῶν ἀγρίων
4963σκηνῶν αὐτοὺς τοὺς Βουλευτὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἵτι-
4964νες οὐδὲν ἕτερον ἔπραττον μετὰ πάσης μετριοπαθείας, ἢ νὰ
4965ἐνασκῶσι τὸ δικαίωμα τὸ συνταγματικὸν καὶ τὴν ἐντολὴν,
4966τὴν ὁποίαν εἶχον. Δὲν παρεστάθη τάχα ὁ μετριοπαθέστατος
4967μεταξὺ πάντων ἡμῶν, ὡς φέρων διαρκῶς ἐν θυλακίῳ πολύ-
4968κροτον Γκαλὰν καὶ μαχαίρας λῃστοῦ καὶ βλαχόσκαλτσαις
4969καὶ τσαρούχια; Ταῦτα ἐγράφησαν χθὲς ἀκόμη ἐν ὑπουρ-
4970γικῷ φύλλῳ κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Μεσσηνίας, τοῦ
4971κ. Σωτηροπούλου, τοῦ ἀληθῶς ἐντελῶς ἀκάκου μεταξὺ
4972ἡμῶν, τοῦ ἐντελῶς μετριοπαθοῦς· παρεστάθη δὲ ὁ Βουλευ-
4973τὴς Μεσσηνίας ὡς ἱστάμενος πρὸ τοῦ βήματος καὶ διὰ τοῦ
4974πολυκρότου του ἀπειλῶν τὸν ἀγορεύοντα, ὡς εἰ οἱ ἀγορεύον-
4975τες εἶσθε ὑμεῖς, ἡμεῖς δὲ οἱ σιωπῶντες καὶ ἀποτρέποντες
4976ὑμᾶς ἀπὸ τοῦ ἀγορεύειν. Ταῦτα βεβαίως γράφονται εἰς φύλ-
4977λα, φίλα φρονοῦντα τῇ Κυβερνήσει, κατ’ ἔμπνευσιν τῆς Κυ-
4978βερνήσεως, καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι πᾶσαι αἱ προῤῥήσεις
4979τῶν φύλλων ἐκείνων πραγματοποιοῦνται ἡ μία μετὰ τὴν
4980ἄλλην. Ὑπέμνησαν τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, διὰ τῆς
4981ὁποίας ἤθελον ἀπαγορεύσει, ἔστω καὶ ἁπλῆν παρατήρησιν,
4982εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τοῦ θέματος εἶχε λάβει ἤδη τὸν
4983λόγον, καὶ ἡ ὑπόμνησις ἐκείνη ἐπραγματοποιήθη δι’ ἀπο-
4984φάσεως τῆς Βουλῆς σήμερον. Ὑπέμνησαν τὴν μικρὰν διά-
4985ταξιν τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ ἄρθρου 17, καὶ αὕτη ἐκυρώθη
4986δι’ ἀποφάσεως τῆς πλειοψηφίας. Αὐτὸ καὶ μόνον ἀποδει-
4987κνύει, ὅτι πάντα, ὅσα γράφονται εἰς τὰς ἐφημερίδας ἐκεί-
4988νας, αἵτινες φίλα φρονοῦσι τῇ Κυβερνήσει, γράφονται κατ’
4989ἔμπνευσιν αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο καταλο-
4990γίζω εἰς βάρος αὐτῆς πάντα, ὅσα ἐγράφησαν καθ’ ὁλοκλή-
4991ρου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ καθ’ ἑνὸς ἑκάστου ἐκ τῶν
4992μελῶν αὐτῆς. Παρεστήθημεν ἡμεῖς ὡς ἀληθῆ θηρία, ὡς δο-
4993λοφόνοι, εὕρομεν δέ τινα χάριν παρ’ αὐτοῖς καὶ παρὰ τοῖς
4994φίλοις τῆς Κυβερνήσεως ἐν γένει, διότι δὲν εἶχον πρόχειρα
4995τὰ μέσα ν’ ἀποδείξουν καὶ ἡμᾶς συνεννοουμένους μετὰ
4996καταδίκων, ἢ ἀπατῶντας τοὐλάχιστον τοὺς καταδίκους.
4997Ταῦτα πάντα καὶ ἡ ἱστορία τῶν 30 τελευταίων συνεδριά-
4998σεων τῆς Βουλῆς ἀποδεικνύει. Λοιπὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἰσχυρί-
4999σθην ἀπὸ τῆς πρώτης συνεδριάσεως, ὁ ἐξευτελισμὸς, συνε-
5000πληρώθη διὰ τοῦ ἐξευτελισμοῦ καὶ αὐτοῦ τοῦ Κοινοβου-
5001λίου. Ὑπαίτιος δὲ εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐξηυτέλισε τὸ
5002Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἐξηυτέλισε τὸ Νομικὸν Συμβούλιον,
5003ἐξηυτέλισε πρὸ τῶν ξένων πᾶσαν Ἀρχὴν ἐν τῷ Κράτει, καὶ
5004ἐξηυτέλισεν αὐτὸς ἑαυτὸν, ἀποδειχθεὶς οὐχὶ κυβερνήτης ἀνε-
5005ξαρτήτου Κράτους, ἀλλ’ εὐτελέστατος τοποτηρητὴς ξένης
5006Δυνάμεως. Ἡ ὅλη ἱστορία τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἀπαιτή-
5007σεως, εἴτε διὰ τὸ κεφάλαιον, εἴτε διὰ τὴν προμήθειαν, εἴτε
5008διὰ τοὺς τόκους, ἀποδεικνύει τὸν ἐξευτελισμὸν τοῦτον· εἰς ὃ
5009δὲ σημεῖον ἔφθασεν ἡ συζήτησις, βεβαίως δὲν ἐννοῶ νὰ
5010παραιτήσω πλέον αὐτήν.
5011Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν της μέχρι κεραίας·
5012σήμερον συζητεῖ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ καταδείξῃ τὸν τέλειον
5013ἐξευτελισμόν, εἰς τὸν ὁποῖον, χάριν τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν
5014φίλων τοῦ κ. Τρικούπη, ἐφθάσαμεν· ἀντέστη ὅσον ἠδυνήθη·
5015ἀπέναντι ὅμως τῆς ἀμέμπτου σιγῆς, δὲν δύναται ἡ ἀντί-
5016στασις νὰ προβῇ περαιτέρω. — Παρεπονέθη ὁ ἀξιότιμος Βου-
5017λευτὴς Φθιώτιδος, καταλήγων τὸν λόγον του, διότι δὲν εἶχε
5018δυνηθῇ νὰ λάβῃ ταχύτερον τὸν λόγον, συναγωνιζομένων
5019τῶν ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τίς πρῶτος νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ
5020τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, ἀλλ’ ἐλησμόνησεν, ὅτι παρῆλθον
5021δύο συζητήσεις ἐπὶ τῆς προκειμένης πιστώσεως καὶ ὁσάκις
5022ἔδειξε διαθέσεις, ὅπως λάβῃ τὸν λόγον, ἀμέσως τῷ ἔνευσαν καὶ
5023παρῃτήθη. Ἐὰν ἐξακολουθῶμεν συζητοῦντες ἐκ τῆς πτέ-
5024ρυγος ταύτης «κατὰ μονοπώλιον,» ὅπως ἐτηλεγραφήθη, συ-
5025ζητοῦμεν διότι ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ περιορισθῶμεν εἰς
5026μονολόγους. Ὅτε ὅμως εἴδετε, ὅτι ὁ μονόλογος ἐκεῖνος ἐτρά-
5027πετο καθ’ ὑμῶν, τότε ἐπετρέψατε εἰς φίλους σας νὰ ὁμι-
5028λήσουν. Ὡμίλησαν δὲ πῶς; Διαστρέφοντες τὰ πάντα καὶ
5029χαρακτηρίσαντες τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, ὅπως ἐχαρακτή-
5030ρισεν αὐτὸ διὰ τῶν ὑπαλλήλων του ὁ κ. Σπάρταλης, ὡς
5031στρεψόδικον, ὡς δόλιον καὶ ἀρνούμενον νὰ πληρώσῃ τὰς
5032ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας δῆθεν προσήνεγκε πρὸς αὐτὸ ὁ κ.
5033Σπάρταλης. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Φθιώτιδος μὲ ἤλεγξεν
5034ἀληθῶς, διότι ἐθεώρησα ὡς κακῆς πίστεως τοὺς λογαρια-
5035σμοὺς, τοὺς πεμφθέντας κατὰ τὸ 1868 ὑπὸ τοῦ κ. Σπάρ-
5036ταλη, ἀλλ’ ἐλησμόνησε πῶς ἔφθασα εἰς τὸ νὰ ἐπικρίνω τοὺς
5037λογαριασμοὺς ἐκείνους. Τοὺς λογαριασμοὺς ἐκείνους τοὺς ἐπέ-
5038κρινα, ἀπαντῶν εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως,
5039ὁ ὁποῖος ἰσχυρίζετο, ὅτι ὑπῆρξεν εὐτυχὴς ἡ Κυβέρνησις τοῦ
50401867, δυνηθεῖσα νὰ ἀναθέσῃ τὴν προμήθειαν τοῦ ὑλικοῦ καὶ
5041τὴν κατασκευὴν τῶν πλοίων εἰς ὁμογενῆ, ὁποῖος ὁ κ. Σπάρ-
5042ταλης, ὅστις ἐξ ἰδίων προκατέβαλε καὶ πρὸς τὴν ἀγο-
5043ρὰν καὶ πρὸς τὴν κατασκευήν. Εἰς τὸν ἰσχυρισμὸν ἐκεῖνον,
5044τὸν ἐντελῶς ἀνυπόστατον, τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνή-
5045σεως ἀπαντῶν, κατέδειξα τίνες οἱ λογαριασμοὶ, οἱ ἀποστα-
5046λέντες ἐκ μέρους τοῦ κ. Σπάρταλη. Δὲν γνωρίζω, πόθεν ἤν-
5047τλησε τοὺς ἀριθμοὺς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐξέθηκεν ἐνώ-
5048πιον ἡμῶν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Φθιώτιδος, ἀλλὰ βεβαίως
5049οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ἐκλόνισε τὴν πεποίθησίν μου, ὅτι οὐ
5050μόνον δὲν προκατέβαλεν ὁ κ. Σπάρταλης, ἔστω καὶ ἐλάχι-
5051στον ποσὸν, ἐξ ἰδίων του, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἐπὶ μακρὸν χρό-
5052νον ἐνέμετο μεγάλα χρηματικὰ ποσὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δη-
5053μοσίου. Εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς, τοὺς ὁποίους ἀντέταξεν ὁ
5054κ. Βουλευτὴς Φθιώτιδος, θέλω ἀντιτάξει καὶ ἐγὼ οὐχὶ ὑπο-
5055λογισμοὺς ἰδίους, ἀλλὰ τὴν ὁμολογίαν αὐτοῦ τοῦ κ. Σπάρ-
5056ταλη, ὁμολογίαν εὑρισκομένην ἐν τῇ ἀπὸ 12 Μαΐου 1868
5057ἐπιστολῇ του. Ὁ κ. Βουλευτὴς Φθιώτιδος εἶπεν ὅτι δῆθεν εἶχε
5058καταβληθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Σπάρταλη οὐ μόνον ὁλόκληρον τὸ πο-
5059σὸν, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀποσταλῇ πρὸς αὐτὸν διὰ τὴν ἀγορὰν
5060τῶν πλοίων, ἀλλ’ ὅτι εἶχεν οὗτος καταβάλει καὶ περιπλέον,
5061ἐκτὸς τῶν προκαταβολῶν ἐκείνων. Θέλω ἀντιτάξει εἰς τοῦτο
5062τὴν ἐπιστολὴν τῆς 12 Μαΐου 1868, καὶ οὐδὲ κατ’ ἐλάχι-
5063στον δύνασθε νὰ κλονίσητε τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι κατὰ τὴν
5064ἐποχὴν ἐκείνην ὁ κ. Σπάρταλης εἶχεν εἰς χεῖράς του μέγα
5065χρηματικὸν ποσὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Ἰδοὺ ἀληθῶς
5066τί γράφει. (Ἀναγινώσκει).
5067Ἡ φράσις αὕτη τοῦ κ. Σπάρταλη ἀποδεικνύει, ὅτι κατὰ
5068τὴν ἐποχὴν ἐκείνην οὐ μόνον δὲν εἶχε καταβάλει ὑπὲρ τοῦ
5069Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ εἶχεν εἰς χεῖράς του καὶ χρη-
5070ματικὸν ποσὸν μέγα, δὲν ἐγνώριζε δὲ, ἐὰν μέχρι τέλους, δηλ.
5071μέχρι πέρατος τῆς κατασκευῆς τῆς κανονιοφόρου, ἤθελεν
5072ἀποδειχθῆ χρεώστης ἢ πιστωτὴς, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀπέ-
5073στειλε τὰς 12,000 λιρῶν, τὰς ὁποίας εἶχε λάβει ἐντολὴν
5074νὰ ἀποστείλῃ εἰς Τεργέστην διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς θωρα-
5075κοβάριδος «Βασιλίσσης Ὄλγας». (Ἀναγινώσκει).......
5076Πότε ἐμβάσθησαν αἱ λίραι αὗται; Πολὺ κατόπιν τῆς
50774)16 Ἰουλίου 1868. Καὶ τὸ ἔμβασμα τοῦτο τί ἀποδεικνύει;
5078Ἀποδεικνύει, ὅτι πάντες οἱ ὑπολογισμοί σας, ὅσον καὶ ἂν
5079ὑπῆρξαν εἰλικρινεῖς αἱ προθέσεις σας, ἀντλούμενοι ὅμως ἐκ
5080τοιούτων πηγῶν, δὲν ἠδύναντο παρὰ νὰ ἦναι ἐντελῶς
5081ἐσφαλμένοι. Ἀποδεικνύει, ὅτι τὴν 4 Ἰανουαρίου, ὅτε ἀπέ-
5082στειλε τοὺς λογαριασμοὺς, οὓς σᾶς ἐπέδειξα, εἶχεν εἰς
5083χεῖράς του ὁ Σπάρταλης μέγα χρηματικὸν ποσὸν τοῦ Ἑλ-
5084ληνικοῦ Δημοσίου, τοσοῦτον, ὥστε, χωρὶς νὰ φοβῆται, ὅτι
5085ἤθελε μείνει ἐκτεθειμένος, ἕνεκα τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς
5086ὁποίας εἶχεν ἀναλάβει διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς κανονιο-
5087φόρου «Βασιλέως Γεωργίου», ἠδυνήθη ν’ ἀποστείλῃ 12,000
5088λίρας εἰς Τεργέστην. Λοιπὸν οὐδὲν ἐγὼ ψευδὲς ἰσχυ-
5089ρίσθην, ἐξ ἐναντίας ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Προέδρου τῆς
5090Κυβερνήσεως ἦτο ἀνυπόστατος. Ἐπὶ δεδομένων δὲ σφαλε-
5091ρῶν ἐστηρίχθη καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Φθιώτιδος, ἵνα ἀπο-
5092δείξῃ τοὺς ἰσχυρισμούς μου ἐσφαλμένους.
5093Ὅπως ἐννοήσῃ τις τὸν χαρακτῆρα τοῦ ὑπολόγου, περὶ
5094τοῦ ὁποίου πρόκειται, δὲν πρέπει μόνον νὰ λάβῃ γνῶσιν
5095τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου τῆς 30 Δεκεμβρίου 1874 τοῦ τότε
5096Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅμοιον τοῦ ὁποίου δὲν
5097πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὰ ἀρχεῖα τὰ Ἑλληνικὰ, ἢ ἄλλου
5098Κράτους, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀπάντησιν τοῦ Σπάρταλη εἰς τὸ
5099ἔγγραφον ἐκεῖνο. Ἠθέλετε ὑποθέσει, ὅτι εἰς τοὺς ὑπαινιγμοὺς
5100ἐκείνους, ἕνεκα τῶν ὁποίων θεωρεῖται ὑπόλογος ὁ Σπάρτα-
5101λης, αὐτὸς ὁ ἀνεξάρτητος ἤθελεν ὑποβάλει τὴν παραίτησίν
5102του, ἢ ὅτι ἤθελεν ἐκφέρει μίαν κραυγὴν ἀγανακτήσεως κατὰ
5103τοῦ Ἕλληνος Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος τοιούτους ὑπαινιγμοὺς
5104ἐξετόξευσεν ἐναντίον του. Ἀπαντῶν εἰς τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο
5105τὴν 24 Φεβρουαρίου 1875 ὁ Σπάρταλης, ἀφοῦ δικαιολο-
5106γεῖται, διότι μετὰ ἐπανειλημμένας προσκλήσεις δὲν ὑπέ-
5107βαλε τοὺς λογαριασμούς, λέγει περαίνων: «Κύριε Πρέσβυ,
5108ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐκφράσω τὰς εὐχαριστίας μου διὰ τοὺς
5109κόπους, οὓς ἀνελάβετε ὑπὲρ ἐμοῦ· ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν ὑμε-
5110τέραν συνδρομὴν διὰ τὴν ταχυτέραν ἐξόφλησιν τοῦ προκει-
5111μένου λογαριασμοῦ.» Δὲν ἔχω πρόχειρον τὸ ἔγγραφον,
5112ἵνα σᾶς τὸ ἀναγνώσω κατὰ λέξιν. Ἐπισυνάπτει δὲ εἰς τὸ
5113ἔγγραφον ἐκεῖνο τοὺς πρώτους λογαριασμοὺς ὁ τότε Πρέσβυς
5114ἡμῶν ἐν Λονδίνῳ, ὁ ὁποῖος ἐθεώρησε κατόρθωμα καὶ ὅτι
5115ἠδυνήθη ν’ ἀποστείλῃ τὰ ἀντίγραφα τῶν ἐγγράφων ἐκείνων
5116εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὁ Πρέσβυς ἐκεῖνος ἐπιβεβαιοῖ, ὡς εἶπεν ὁ
5117ἀξιότιμος Βουλευτὴς Φθιώτιδος, πάσας τὰς ἐκεῖ εὐεργεσίας,
5118τὰς ὁποίας ὁ κ. Σπάρταλης εἶχε προσφέρει, ἐζήτησε δὲ, ὅπως
5119σταλῶσι 12,000 λίραι, τὸ ὑπόλοιπον τοῦ λογαριασμοῦ. Δύ-
5120ναμαι δὲ νὰ σᾶς ἀποδείξω, οὐχὶ ὅτι δὲν ἦσαν εἰλικρινῆ τὰ
5121ἔγγραφα τῶν Πρέσβεων ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθητε, ἀλλ’ ὅτι πᾶν,
5122ὅ,τι ἐγράφετο ἐν τοῖς ἐγγράφοις ἐκείνοις, ἦσαν ἁπλοῖ ἰσχυ-
5123ρισμοὶ αὐτοῦ τοῦ κ. Σπάρταλη, ὧν ἐγίνοντο ἠχὼ οἱ κατὰ
5124καιροὺς Πρεσβευταὶ ἡμῶν. Ἀληθῶς ἀπέναντι ληψοδοσίας
51253 ἢ 4 ἢ 5 ἐτῶν, ἢ μᾶλλον 8, διότι ἤρχισεν ἀπὸ τοῦ 1867
5126καὶ ἐπερατώθη τῷ 1875, ὑπῆρξαν δύο ἢ τρεῖς Πρέσβεις
5127κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἐν Λονδίνῳ· πῶς οὗτοι ἠδύναντο
5128νὰ πιστοποιήσωσι περὶ τῶν λογαριασμῶν τοῦ κ. Σπάρταλη,
5129ἢ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψει αὐτοὺς τοὺς ἰσχυρισμούς του; καὶ
5130τούτους δ’ ἐπεκαλέσθην, ἵνα ἀποδείξω ψευδόμενον αὐτὸν,
5131ὅτε εἶπον, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ Ἰουδαίου τοκογλύφου, ὁ ὁποῖος
5132τὴν τέχνην του δὲν ἐλησμόνησεν ἀπέναντι τῆς Πατρίδος του,
5133εἰς τὰς δεινοτάτας ἐκείνας περιστάσεις εὑρισκομένης. Βεβαίως
5134τὰ ἔγγραφα τῶν ἐν Λονδίνῳ Πρέσβεων δὲν ἠδύναντο νὰ
5135περιέχωσιν, ἢ ὅ,τι ἐσφύριζεν ὁ κ. Σπάρταλης, καὶ διὰ τοῦτο
5136ἀναγράφουσιν αὐτὸν μέγαν εὐεργέτην, καὶ διὰ τοῦτο χαρα-
5137κτηρίζουσι τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ὡς ὀφειλέτην 12,000
5138λιρῶν. Καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν εἶχεν ἐπέλθει ἡ
5139κατάσχεσις τῶν 6,000 λιρῶν τοῦ κ. Σπάρταλη. Ἐπὶ
5140τοιούτων λοιπὸν ἐγγράφων ἐστηρίχθησαν, ὅπως θεωρήσωσι
5141ψευδεῖς τοὺς ἰσχυρισμοὺς ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐβασίζοντο ἐπὶ
5142αὐτογράφων ἐπιστολῶν τοῦ κ. Σπάρταλη.
5143Ἀλλ’ ἀληθῶς μέγα τὸ κατόρθωμα! ἐξησφάλισεν ἄνευ
5144ἐντολῆς τὴν «Μπουμπουλίναν». Πόθεν ἐξάγεται; διότι τὸ
5145λέγει εἰς τοὺς λογαριασμούς του· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι
5146ἀκριβὲς, διότι διὰ τοῦ ἐγγράφου, διὰ τοῦ ὁποίου τῷ ἀνετέθη
5147ἡ ἐντολὴ περὶ ἀγορᾶς τῶν πλοίων καὶ τῆς κατασκευῆς ἑτέ-
5148ρων, καὶ ἡ διεξαγωγὴ τῶν διαπραγματεύσεων, τῷ ἐνεπι-
5149στεύθη καὶ ἡ ἐξασφάλισις τῆς «Μπουμπουλίνας», ἀφοῦ
5150ἐξησφάλισεν ἕτερα πλοῖα, ὡς τὸν «Βασιλέα Γεώργιον».
5151Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι παράδοξον καὶ ἐπὶ τοῦ ναυαγίου τῆς
5152«Μπουμπουλίνας», συμβάντος ἀκριβῶς, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ
5153ἐκπλεύσῃ, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἐνδιαφέρον τὸ Ἑλληνικὸν
5154Δημόσιον νὰ ἐξετάσῃ, ἀλλ’ οἱ ἀσφαλισταί, τὸ περίεργον
5155εἶναι, ὅτι πάντοτε ὁ κ. Σπάρταλης ἠρνήθη εἰς τὸ Ἑλλη-
5156νικὸν Δημόσιον νὰ χορηγήσῃ τὰ μέσα, ὅπως ἐξελέγξῃ, ποῖα
5157ἦσαν τὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα εἶχε φορτώσει ἐπὶ τῆς «Μπουμ-
5158πουλίνας». Ἐνῷ δὲ εἰσέπραττεν ἐξ ἀσφαλίστρων μέγα πο-
5159σὸν κατὰ τὸ 1868, ἀκριβῶς ὅτε ἔπεμπε τοὺς λογαριασμούς,
5160δὲν ἀνέγραφε πάντα τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἶχεν εἰσπράξει.
5161Ἀληθῶς ἡ ὅλη ἀσφάλεια τῶν 35,000 λιρῶν δὲν εἰσε-
5162πράχθη ἢ πολὺ ὕστερον, ἀλλὰ μέγα ποσὸν ἐκ 14,000
5163λιρῶν εἶχεν εἰσπραχθῆ, ὅτε ἔπεμπε τοὺς λογαριασμούς,
5164τῷ 1868.
5165Τοιοῦτος ἦτο ὁ ἠθικὸς χαρακτήρ, τὸν ὁποῖον παριστᾷ
5166ἀπὸ τῆς πρώτης γεννήσεώς της ἡ ἀπαίτησις τοῦ κ. Σπάρ-
5167ταλη. Πῶς ἔφθασε μέχρις αὐτοῦ, εἶναι γνωστόν· ἀλλ’ ἐκεῖνο,
5168τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, εἶνε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
5169εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, ὅτι, ἐνῷ κατὰ
5170τὴν πρώτην εἰσαγωγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883 ἡ
5171σχετικὴ πίστωσις παρίστατο ὡς πίστωσις κανονισμοῦ λογα-
5172ριασμῶν ἐν γένει τοῦ Κράτους, τῶν λογαριασμῶν τοῦ δα-
5173νείου τῶν 25,000,000, σήμερον ἀπέβαλε τὸ προσωπεῖον
5174καὶ παρίσταται ὡς πίστωσις ὀφειλῆς τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ
5175τοῦ Σπάρταλη. Αὐτὸ καὶ μόνον ἠδύνατο νὰ καταστήσῃ
5176ὕποπτον τὴν πίστωσιν εἰς τὰ ὄμματα τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἤθελε
5177νὰ κρίνῃ περὶ αὐτῆς, ὡς ὤφειλεν. Ἀπὸ τοῦ 1883 συνιστῶν-
5178ται Ἐπιτροπαὶ ἐπὶ Ἐπιτροπῶν, ἀλλ’ οὐδεὶς σκέπτεται
5179περὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου· ἀπὸ τοῦ 1875 ἀπεστάλησαν
5180οἱ λογαριασμοὶ τοῦ κ. Σπάρταλη, παρέρχεται τὸ 1875,
5181τὸ 1876 καὶ λοιπὰ, τὸ 1886 καὶ τὸ 1888 σκέπτονται
5182περὶ ὑπολόγου καὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Τίς ἐχαρακτή-
5183ρισεν ὑπόλογον τὸν Σπάρταλην; ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς
5184Κυβερνήσεως· καὶ διατί; διὰ τὸν σκοπόν, ὃν ἐξέφρασε πρὸς
5185τὸν Ἀντιπρόσωπον τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, τοῦ κατα-
5186στρατηγῆσαι τῆς ἐνστάσεως τῆς παραγραφῆς τοῦ ἄρθρου
518769 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, καὶ σᾶς λέγει, ὅτι ἡ διάταξις
5188ἐκείνη δὲν ἐφαρμόζεται, διότι πρόκειται περὶ ὑπολόγου, ἀλλ’
5189ὑπολόγου ὡς πρὸς ποῖον ποσόν; ὡς πρὸς τὸ ἐκκαθαρισθὲν,
5190ὡς πρὸς τὴν προμήθειαν, τὴν ὁποίαν τῷ ἀνεγνώρισε τῷ
51911887, ὡς πρὸς τοὺς τόκους, τοὺς μήπω ἀναγνωρισθέντας.
5192Καὶ διατὶ ὡς πρὸς πάντα τὰ ποσὰ ἦσαν ἀναρμόδια τὰ
5193τακτικὰ Δικαστήρια, ἐνῷ εἶναι ἐντελῶς ἁρμόδια, καὶ μά-
5194λιστα μετὰ τὴν πρώτην ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνε-
5195δρίου; Κατὰ τὴν πρώτην δὲ ταύτην ἀπόφασιν ἀπεῤῥίφθη ἡ
5196αἴτησις περὶ προμηθείας καὶ περὶ πληρωμῆς τόκων. Ἦσαν
5197ἁρμόδια τὰ τακτικὰ Δικαστήρια; Παρακαλῶ τὸν κύριον
5198Βουλευτὴν Κυκλάδων, νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ. Ἐπὶ εἰκοσαετίαν
5199ὅλην ἐταλανίζοντο τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα, ὅπως κατορθώ-
5200σωσι νὰ φθάσωσιν εἰς ἀθροιστικὴν ἐξέλεγξιν, διότι εἶναι ἐν-
5201τελῶς ἐσφαλμένον, ὅ,τι εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Φθιώ-
5202τιδος, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1865 ἔστειλε τοὺς λογαριασμούς·
5203ἔστελλε πάντοτε ἀντίγραφα, καὶ ταῦτα μετ’ ἐπανειλημμέ-
5204νας προσκλήσεις· οὐδέποτε ἐστάλησαν πρωτότυποι λογαρια-
5205σμοί. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀντιγράφων τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέ-
5206δριον ἔκαμε μίαν ἀθροιστικὴν ἐξέλεγξιν τῶν λογαριασμῶν
5207τοῦ κ. Σπάρταλη. Πῶς ἦτο δυνατὸν δὲ νὰ ὑπάρξῃ οὐσια-
5208στικὴ ἐξέλεγξις τῶν λογαριασμῶν; Ἀπὸ τοῦ 1867–1870,
5209ὅτε ἐπερατώθησαν πᾶσαι αἱ προμήθειαι, εἶχον ἀγορασθῆ
5210καὶ τὰ 3 πλοῖα, εἶχεν ἐπισκευασθῆ δὲ καὶ τὸ πλοῖον «Γε-
5211ώργιος». Ἀλλὰ εἰπέτε μοι, μέχρι τότε ποῖος τῶν ὑπαλλή-
5212λων τῆς Κυβερνήσεως εἶχε μείνει εἰς τὴν θέσιν του, καὶ τίς
5213αὐτῶν ἠδύνατο νὰ ἐξελέγξῃ οὐσιαστικῶς τοὺς λογαρια-
5214σμούς; τίς ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ δεῖνα εἶδος, τὸ ἀναφε-
5215ρόμενον ὡς ἀποσταλὲν, ἀπεστάλη; Διὰ τοῦτο εἶπον
5216καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πᾶσαι αἱ Ἐπιτροπαὶ αἱ συστη-
5217θεῖσαι μέχρι τοῦ 1887, δὲν κατέγιναν ἢ εἰς ἀθροιστικὴν ἐξέ-
5218λεγξιν τῶν λογαριασμῶν τοῦ κ. Σπάρταλη. Ἂν ὑπῆρξε
5219δὲ διαφωνία, τοῦτο προῆλθε διότι πάντες οἱ λογαριασμοὶ
5220τοῦ κ. Σπάρταλη ἦσαν εἰς πλήρη σύγχυσιν, διότι ἐνεγρά-
5221φοντο ποσὰ, τὰ ὁποῖα δὲν ὠφείλοντο.
5222Μεθ’ ὅσα ἐξετέθησαν τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐπὶ τοῦ ζητή-
5223ματος τῆς παραγραφῆς, μένει ἀμφιβολία, ὅτι αὕτη ἐφαρ-
5224μόζεται ἐπὶ πασῶν τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ κ. Σπάρταλη;
5225Ἰδοὺ τί λέγει ὁ Dalloz. (Ἀναγινώσκει).
5226Περὶ τούτου ἀκριβῶς πρόκειται ἐνταῦθα· πρόκειται περὶ
5227ὑπολόγου τοῦ Κράτους. Εἶναι ἀκριβῶς ἡ περίπτωσις αὕτη,
5228καὶ εἶναι καταφανεστέρα, ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψει, ὅτι πρό-
5229κειται περὶ ἀπαιτήσεως τοῦ Σπάρταλη, ἀναγνωρισθείσης
5230ἤδη, οἵα εἶναι ἡ ἀπαίτησις τῆς προμηθείας καὶ τῶν τόκων.
5231Ἡ προμήθεια ἀληθῶς πότε ἀνεγνωρίσθη εἰς τὸν Σπάρταλην;
5232Κατὰ τὸ 1887, καὶ ἀπεῤῥίφθη διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 400
5233ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀνεγνωρίσθη δὲ
5234κατ’ ἐντολὴν τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, αἰ-
5235τηθεῖσα ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ εἶχε τὸ
5236δικαίωμα τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τοῦ 1887 νὰ ἐκκα-
5237θαρίσῃ ἔξοδον τοῦ 1867; Τί ἐγνώριζον ὅλοι αὐτοὶ οἱ Κύ-
5238ριοι περὶ τῶν προμηθειῶν ἐκείνων; Σεῖς δὲ, ὁ Πρόεδρος τῆς
5239Κυβερνήσεως, τί ἐνθυμεῖσθε ἐκ τῆς συμφωνίας ἐκείνης;
5240Ἀληθῶς ὁ περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ νόμος ἀναθέτει εἰς τὸ
5241Ὑπουργεῖον τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν ἐξόδων τοῦ Δημοσίου,
5242ἀλλ’ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐφ’ οὗ ἐγένετο ἡ δαπάνη, ἢ εἰς τὸ
5243ἀμέσως διάδοχον. Βεβαίως ὅμως δὲν ἔδωκε τοιοῦτον δικαίω-
5244μα εἰς τὸ μετὰ 25 ἔτη ἐρχόμενον Ὑπουργεῖον, νὰ ἐκκαθα-
5245ρίσῃ δικαιώματα, μηδέποτε ζητηθέντα, καὶ προμήθειαν, ἐξ
5246ἧς εἶχε παραιτηθῆ ὁ δικαιοῦχος διὰ ῥητοῦ ἐγγράφου. Καὶ
5247μᾶς λέγετε σήμερον, ὅτι τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ δωρεάν. Ὑπὸ
5248τοὺς ὅρους τούτους τῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου, δὲν ἔχομεν
5249κἀμμίαν ἀσφάλειαν, διότι ἕκαστος Ὑπουργὸς αὐθαιρέτως
5250θέλει ἐκκαθαρίζει ὀφειλὰς τοῦ Δημοσίου καὶ ἔξοδα πρὸ εἰ-
5251κοσαετίας γενόμενα, καὶ θὰ βεβαιοῖ, ἂν ὑφίστανται, ἢ ὄχι.
5252Καὶ τοῦτο ἐγένετο σήμερον· διότι κατὰ τὴν δευτέραν ἀπό-
5253φασιν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον οὐδὲν ἕτερον ἔπραξεν, ἢ νὰ
5254γίνῃ ὁ εὐτελὴς ἐκτελεστὴς τῶν διαταγῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ
5255Συμβουλίου.
5256Ὡς πρὸς δὲ τοὺς τόκους, πῶς ἀνεγνωρίσθησαν οὗτοι; Σᾶς
5257εἶπον, ὅτι πρόκειται περὶ ἀποζημιώσεως ἀντὶ τόκων· διὰ
5258τίνα λόγον; διότι ποσὸν χρηματικὸν, ἀνῆκον εἰς τὸν κ. Σπάρ-
5259ταλην, κατεσχέθη καὶ εἰσήχθη εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.
5260Εἶναι τοῦτο ἀληθές; ἠδύνατό τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἐν μέρει
5261εἶναι ἀληθὲς, ὅτι μέρος τῶν 6,000 λιρῶν κακῶς εἰσῆλθεν εἰς
5262τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐὰν λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὰς σήμερον γενο-
5263μένας ἀναγνωρίσεις· καὶ τὸ ποσὸν αὐτὸ ἀνέρχεται εἰς 6,000
5264λιρῶν, δηλαδὴ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνεγνωρίσθη μετὰ τὴν
5265ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἀλλ’ ὡς πρὸς αὐτὸ
5266τὸ περιπλέον, πῶς εὑρίσκετε, ὅτι ὀφείλεται ἀποζημίωσις ἀντὶ
5267τόκων; Εἴπατέ μοι, σᾶς παρακαλῶ. Περὶ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ
5268τῶν 6,000 λιρῶν δὲν εὑρίσκετε οἱανδήποτε μνείαν ἐν τοῖς
5269λογαριασμοῖς τοῦ κ. Σπάρταλη, τὸ ποσὸν αὐτὸ ἀνεγράφη
5270ἀπ’ ἀρχῆς εἰς τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ κ. Σπάρταλη, ἐθεώ-
5271ρησε δηλαδὴ ὁ κ. Σπάρταλης, ὅτι, ἀντὶ νὰ ἔχῃ νὰ λάβῃ
5272ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον 6,000 λιρῶν περιπλέον, ἔχει
5273νὰ λάβῃ 6,000 λιρῶν ὀλιγώτερον. Περὶ αὐτοῦ ἐπρόκειτο.
5274Νομίζετε, ὅτι ὁ κ. Σπάρταλης εἶχε καταθέσει χρήματα εἰς
5275τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν; Ὁ κ. Σπάρταλης εἶχε παρὰ τῇ
5276Ἐθνικῇ Τραπέζῃ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐλάμβανε διὰ τῆς
5277Τραπέζης παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, ἐκ τῶν χρημά-
5278των δὲ τούτων εἶχε μείνει ποσόν, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐζή-
5279τησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ κατασχέσεως νὰ
5280ἀναλάβῃ, καὶ διὰ τοῦτο οὐδόλως ἐπειράχθη διὰ τῆς κατα-
5281σχέσεως ὁ κ. Σπάρταλης, οὐδὲ ἤγειρεν ἀγωγήν, ἀλλὰ περιω-
5282ρίσθη ν’ ἀναγράψῃ εἰς χρέωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου
5283τὸ ποσὸν αὐτό, διότι δι’ αὐτὸν τὸ πρᾶγμα ἦτο ἁπλούστα-
5284τον, δὲν εἶχε τὴν σοφίαν τῶν Νομικῶν Συμβούλων καὶ τοῦ
5285Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, δὲν ἠδύνατο νὰ σκεφθῇ νὰ ζητήσῃ
5286ἀποζημίωσιν ἀντὶ τόκων. Ἐπὶ τοῦ ποσοῦ ἐκείνου, καὶ ἐπὶ
5287τῶν τόκων τοῦ ποσοῦ ἐκείνου ἔκρινεν ἢ δὲν ἔκρινε τὸ Ἐλεγ-
5288κτικὸν Συνέδριον; ἀπεφάνθη ἢ δὲν ἀπεφάνθη; Ἠδυνάμην νὰ
5289ἐπαναλάβω τὴν σταδιοδρομίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώ-
5290τιδος διὰ τῆς ἀποφάσεως ὑπ’ ἀριθμὸν 400 εἰς χεῖρας καὶ νὰ
5291τῷ ἀποδείξω, ὅτι ἀπεφάνθη τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἀλλὰ
5292θεωρῶ, ὅτι τοῦτο εἶναι μάταιον, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι
5293τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀπεφάνθη ἐπὶ τῶν ἀναγραφομέ-
5294νων τόκων εἰς τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ κ. Σπάρταλη, καὶ
5295μεταξὺ τούτων εἶναι καὶ ὁ τόκος τοῦ ποσοῦ τῶν 6,000
5296λιρῶν, τῶν κατασχεθεισῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Εἴ-
5297πατέ μοι, τώρα, σᾶς παρακαλῶ, ποῦ εὕρετε, ὅτι, ἀφοῦ ὑπάρ-
5298χῃ μία ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν κάθε στιγμὴν μᾶς κτυπᾶτε,
5299ὑπὲρ τοῦ κ. Σπάρταλη, ὅταν πρόκηται νὰ βεβαιώσητέ τι
5300ὑπὲρ αὐτοῦ, ἡ ὁποία ἀποῤῥίπτει τὴν αἴτησιν περὶ τόκων,
5301πῶς ἔρχεσθε σεῖς καὶ ἀναγνωρίζετε τὴν αἴτησιν ταύτην; τίς
5302σᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ πράξητε τοῦτο; Σεῖς, ὅταν πρό-
5303κηται περὶ ἀπαιτήσεων τοῦ κ. Σπάρταλη κατὰ τοῦ Ἑλ-
5304ληνικοῦ Δημοσίου, λέγετε, ὅτι μόνον ἁρμόδιον ἦτο τὸ Ἐλεγ-
5305κτικὸν Συνέδριον, ἵνα ἐξελέγξῃ τοὺς λογαριασμούς, ὅταν δὲ
5306πρόκηται νὰ βεβαιώσωμεν, ὅτι δὲν δικαιοῦται ὁ κ. Σπάρ-
5307ταλης εἰς πληρωμὴν τόκων, δυνάμει αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως
5308τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, δὲν τὴν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψει,
5309ἀλλὰ λαμβάνετε ὑπ’ ὄψει τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ
5310Συμβουλίου. Ἀλλ’ ἡ γνωμοδότησις τῶν Νομικῶν Συμβού-
5311λων ἔχει ἰσχύν τινα, ἀποτελεῖ τὴν ἐκκαθάρισιν, τὴν ὁποίαν
5312ἀναγράφει τὸ ἄρθρον 26 τοῦ περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ νό-
5313μου; Βεβαίως ὄχι. Ὑπῆρξε περίπτωσις ἐνταῦθα συμβιβα-
5314σμοῦ;—ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ
5315ἀγορεύσει του κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν;—πρὸς τίνα;
5316πρὸς τὸν Σπάρταλην; ὁ Σπάρταλης εἶναι ἐν πτωχεύσει.
5317Πρὸς τοὺς δανειστάς του; οἱ δανεισταί του δὲν ἔχουσιν ἀντι-
5318πρόσωπον ἐνταῦθα. Πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν; πρὸς τὴν
5319Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν; Αὕτη παρενέβη ὑπὸ τὴν ἰδιότητα
5320τὴν διπλωματικήν, ὅπως ἐπανειλημμένως ἀπεδείχθη ἐντεῦ-
5321θεν. Λοιπὸν πρὸς τίνα συνεβιβάσθητε καὶ ἐπὶ τίνι; Συνεβι-
5322βάσθημεν ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου!
5323Εἶναι ἀληθῶς παράδοξος καὶ πρωτότυπος ἡ ἱστορία τῆς
5324προκειμένης πιστώσεως. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβῃ τις
5325ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην
5326περὶ τοῦ ἐντελῶς ἀνυποστάτου τῶν ἰσχυρισμῶν τοῦ ἀξιοτί-
5327μου Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ
5328ἐκ Κυκλάδων, σχετικῶς πρὸς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν τακτι-
5329κῶν Δικαστηρίων διὰ τὴν ὅλην ἀπαίτησιν, ἀλλὰ κυρίως
5330διὰ τὴν προμήθειαν καὶ διὰ τοὺς τόκους. Ἀπὸ τοῦ 1874
5331μέχρι τοῦ 1887 οὐδεὶς ἐσκέφθη νὰ παραπέμψῃ τὸν λογα-
5332ριασμὸν τοῦ κ. Σπάρταλη εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον,
5333οὐδέποτε ὁ κ. Σπάρταλης ἐχαρακτήρισεν ἑαυτὸν ὡς ὑπόλο-
5334γον, ἐὰν δὲ λάβητε ὑπ’ ὄψει τὰ ἔγγραφα τῶν ἐν Λονδίνῳ
5335Πρέσβεων ἡμῶν, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι γράφουσι περὶ τοῦ κ. Σπάρ-
5336ταλη, ὅτι δὲν εἶναι ἐκ τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων, οἵτινες δύ-
5337νανται νὰ ὑποταχθῶσιν εἰς τὴν ἱεραρχίαν τὴν ὑπαλληλικὴν,
5338ὅτι δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ὑπόλογος. Ἀφοῦ δὲ
5339ὡς τοιοῦτος ὑπάλληλος, ὡς οὐχὶ ὑπόλογος ἐχαρακτηρίσθη
5340ἐπὶ εἰκοσαετίαν ὅλην, σᾶς λέγουσιν, ὅτι αἱ ἀπαιτήσεις τοῦ
5341Σπάρταλη δὲν ἠδύναντο νὰ παραγραφῶσι, διότι ἔπρεπε νὰ
5342ὑποβληθῶσιν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ ὅτι ἀπ’ ἀρ-
5343χῆς, ἀπὸ τοῦ 1867, ἦσαν προωρισμένοι οἱ λογαριασμοὶ τοῦ
5344Σπάρταλη, ὅπως ὑποβληθῶσιν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέ-
5345δριον. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1867 ἕως τοῦ 1887, ὅτε, πρὸς ἀπο-
5346φυγὴν τῆς ἐνστάσεως περὶ παραγραφῆς, παραπέμπεται ἡ
5347ὑπόθεσις εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, παρῆλθον 20 ἔτη.
5348Δηλαδὴ τετράκις συνεπληρώθη ἡ παραγραφὴ τοῦ ἄρθρου
534929 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου. Τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον οὐδέ-
5350ποτε ἐσκέφθη νὰ ὑποβάλῃ τοὺς λογαριασμοὺς ἐκείνους εἰς τὸ
5351Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, διότι ἐθεώρει, ὅτι ἐπρόκειτο οὐχὶ
5352περὶ ὑπολόγου, ἀλλὰ περὶ ἐμπόρου, ὅστις εἶχεν ἐν ἑαυτῷ
5353καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ Ἕλληνος Προξένου, ἥτις ὅμως ἰδιό-
5354της οὐδόλως καθιστᾷ αὐτὸν ὑπόλογον. Ὁ κ. Σπάρταλης
5355διατὶ δὲν ὑπέβαλε τοὺς λογαριασμούς; Ὁ κ. Σπάρταλης,
5356λέγει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, δὲν ἐγνώριζε περὶ
5357Δημοσίου Λογιστικοῦ· ἀλλ’ ὁ κ. Σπάρταλης εἶχεν ἀντιπρό-
5358σωπον ἐνταῦθα, καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ὁ
5359κ. Καλλιγᾶς ἦτο ἐν πλήρει γνώσει τῶν διατάξεων τοῦ νό-
5360μου περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ. Καὶ ὅμως οὐδέποτε ἐφρόν-
5361τισεν οὗτος νὰ ζητήσῃ νὰ ὑποβληθῶσιν οἱ λογαριασμοὶ τοῦ
5362ἐντολέως του εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ τοῦτο διότι
5363οὐδέποτε ὁ κ. Σπάρταλης ἐχαρακτήρισεν ἢ ἐδέχθη τὸν χα-
5364ρακτηρισμὸν τοῦ δημοσίου ὑπολόγου. Λοιπὸν ἀναγνωρίζε-
5365ται προμήθεια μετὰ εἰκοσαετίαν ὅλην, ἐναντίον τῶν ῥη-
5366τῶν δηλώσεων, τῶν πρὸ εἴκοσιν ἐτῶν, τοῦ κ. Σπάρταλη,
5367ἀναγνωρίζονται τόκοι, ἐνῷ ὑπάρχει ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγ-
5368κτικοῦ Συνεδρίου, ἀποῤῥίπτουσα αὐτούς· ἡ ἔνστασις τῆς
5369παραγραφῆς τετράκις συνεπληρώθη, καὶ ἡ παραγραφὴ τί-
5370θεται κατὰ μέρος, ἐφευρίσκομεν δὲ, ὅπως περιγράψωμεν τὴν
5371διάταξιν τοῦ ἄρθρου 29 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, τὴν ἰδιό-
5372τητα τοῦ ὑπολόγου μετὰ εἰκοσαετίαν. Τοιαύτη εἶναι ἡ
5373ὑπόθεσις καὶ κατέστη τοιαύτη, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
5374βερνήσεως ἔδωκε τοιαύτας ὑποσχέσεις πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν
5375Κυβέρνησιν.
5376Γνωρίζετε ἤδη τὴν ἱστορίαν καὶ τὴν ὁμολογίαν τοῦ ἡμε-
5377τέρου Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Καὶ ἤθελον παρακα-
5378λέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑποδείξῃ μίαν
5379μόνην περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξω-
5380τερικῶν, ἢ ὁπωσδήποτε ἡ Κυβέρνησις, νὰ ἐξῆλθεν ἐκείνης
5381τῆς ἐπιφυλάξεως, διὰ τῆς ὁποίας πάντοτε ἠδυνήθη νὰ σώσῃ
5382τὸν δημόσιον θησαυρὸν ἀπέναντι τῶν ἁρπακτικῶν ὀρέξεων
5383τῶν ξένων. Εἰς τὴν περίπτωσιν τὴν προκειμένην δὲν παρί-
5384σταται ὁ Πρωθυπουργὸς ἡμῶν, ὡς ἀντιλήπτωρ τοῦ Ἑλλη-
5385νικοῦ Δημοσίου, παρίσταται ὡς ἀντιλήπτωρ τοῦ κ. Σπάρ-
5386ταλη. Χάριν αὐτοῦ τὰ πάντα πρέπει ν’ ἀναστραφῶσι, χά-
5387ριν αὐτοῦ ἐκκαθαρίζεται μετὰ εἰκοσαετίαν ὅλην προμή-
5388θεια, χάριν αὐτοῦ παρατρέχεται τὸ δεδικασμένον, χάριν
5389αὐτοῦ γίνεται ἐκκαθάρισις, μὴ ζητουμένη παρὰ τοῦ ὑπολό-
5390γου καὶ μὴ προβλεπομένη ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 21 τοῦ νόμου
5391περὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Καὶ σᾶς λέγουσιν, ὅτι κακῶς
5392πράττετε, ἀνθιστάμενοι εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοιαύτης πιστώ-
5393σεως! Ἀνθιστάμενοι εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς τοιαύτης πιστώ-
5394σεως, προσφέρομεν τὴν μόνην ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν δυνά-
5395μεθα νὰ προσφέρωμεν πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, θὰ ἔλθῃ
5396δὲ στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀντίστασις ἡμῶν θὰ ἐκτι-
5397μηθῇ. Θὰ ἔλθωσιν ἄλλαι ἀπαιτήσεις ξένων, αἵτινες θὰ
5398ὀχυρωθῶσιν ὄπισθεν τοῦ προηγουμένου, τὸ ὁποῖον σεῖς κατε-
5399στήσατε κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ ἂν δὲν θὰ
5400ἤμεθα ἡμεῖς ἐνταῦθα, θὰ ὑπάρξωσιν ἄλλοι Ἀντιπρόσωποι,
5401οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἀναμνησθῆ τὸ παράδειγμα ἡμῶν, καὶ
5402ἐλπίζω, ὅτι μετ’ ἴσης μὲν καρτερικότητος, ἀλλὰ μετὰ με-
5403γαλειτέρας ὑπηρεσίας θὰ ὑπερασπισθῶσι τὰ Ἑλληνικὰ συμ-
5404φέροντα.
5405§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;
5406§262ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐξημέρωσε! ν’ ἀναβάλωμεν.
5407§263ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι, κύριε Πρόε-
5408δρε, νὰ προχωρήσωμεν.
5409§264ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Προτείνομεν τὴν ἀναβολήν.
5410§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχό-
5411μενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέ-
5412γουσιν Ὄχι.
5413(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
5414ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κκ. Σάκκη καὶ Καλογεροπού-
5415λου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
5416Χαρ. Τρικούπης ΟΘεόδ. Β. Δηλιγιάννης
5417Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΟΧρῆστος Χριστόπουλος Ν
5418Γ. Σισμάνης ΟΦίλιππος Βάρβογλης Ν
5419Δ. Βουλπιώτης ΟἨλίας Φλέσσας
5420Ἀθ. Ἴσκος Κωνστ. Κωνσταντόπουλος
5421Ν. Καλαντζόπουλος ΟἈριστ. Σακελλαρόπουλος
5422Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Παναγ. Μανέτας Ο
5423Μ. Γουλιμῆς ΟἸωάννης Ἀντωνόπουλος Ν
5424Μ. Ἰατρίδης ΟἨλίας Παλαμήδης Ο
5425Δ. Χατζόπουλος ΝΚωνστ. Κατσικόπουλος
5426Γεώργιος Μίλησης ΟΔ. Ζέγγελης
5427Σπυρίδων Νοταρᾶς Δημ. Ν. Βότσαρης
5428Γεώργιος Κούστας Κωνστ. Γ. Καραπάνος Ν
5429Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΟΓεώρ. Χ. Παχὺς Ο
5430Σωτήριος Δανόπουλος ΟΣτέφανος Δραγούμης Ο
5431Ἀναστ. Δημητριάδης Δημ. Γ. Ῥάλλης Ν
5432Μιχαὴλ Νικηφοράκης ΟἈνδρέας Γ. Ψύλλας Ο
5433Δημ. Πετρίδης ΝΦωκίων Νέγρης Ο
5434Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΝἸω. Α. Γεωργαντᾶς
5435Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝΝικόλ. Μπουφίδης Ο
5436Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟΝικόλαος Κρίσπης Ο
5437Δημ. Καλλιφρονᾶς Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς
5438Νικόλ. Δ. Λεβίδης Κωνστ. Κοσσονάκος Ο
5439Σπυρ. Κουκούλεζας ΟΓεώργιος Μαυρομιχάλης
5440Ὄθων Μακρυγιάννης ΟἈριστ. Πετροπουλάκης
5441Τρύφων Μουτσόπουλος ΟΓιανν. Μαυρομιχάλης Ο
5442Θάνος Κανακάρης Νικήτας Βαρβιτσιώτης Ο
5443Ἀθ. Πετιμεζᾶς Λεων. Καπετανάκος
5444Νεοκλ. Πετιμεζᾶς Ξανθὸς Πικουλάκης Ο
5445Α. Παπαγιαννακόπουλος ΝΓεώργ. Πετροπουλάκης
5446Α. Φωτήλας ΟΚων. Παπαμιχαλόπουλος Ν
5447Ἀνδρ. Αὐγερινὸς Ἰωάν. Καρτάλης
5448Ἀντ. Ῥικάκης Ἀργ. Κανταρτζῆς Ο
5449Ἀχ. Γεροκωστόπουλος ΝΕὐάγ. Σταμούλης Ο
5450Ἰω. Κρεστενίτης Ν. Κοκωσλῆς
5451Ν. Κουμανιώτης Ἰω. Παπαδόπουλος Ο
5452Χρ. Στεφανόπουλος ΟΚωνστ. Μαρκίδης Ο
5453Ἀλέξ. Ζαΐμης Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος Ο
5454Νικόλ. Καλογερόπουλος ΟΔημ. Κουτσουμπλῆς Ο
5455Ἀλέξ. Κοντόσταυλος ΟΕὐθ. Μπατζιᾶς Ο
5456Ν. Παπανικολάου Ἀναστ. Ζαρμάνης Ο
5457Νικόλ. Καφετζόγλους ΟἈχιλ. Λογιωτάτου
5458Ἰωάννης Πεζᾶς ΟΣωτήριος Σωτηρόπουλος
5459Κωνσταντ. Σινέλης ΟΚ. Κουμουνδοῦρος
5460Βασίλειος Βουδούρης ΟΠερικλῆς Πεῤῥωτὴς
5461Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος ΟΔημήτρ. Τζάνες Ο
5462Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς ΟΠερικλῆς Μποῦτος
5463Ἀναστ. Ἐ. Λούντζης ΟΠαναγ. Σάκκης Ν
5464Διον. Λομβάρδος ΟΝικόλ. Παπαλέξης Ο
5465Γεώργιος Θεοτόκης ΟΝικόλ. Μισυρλῆς Ν
5466Κωνστ. Βασιλάκης Ν. Καράπαυλος Ο
5467Ἀντ. Καποδίστριας Ἀσημ. Χριστόπουλος Ν
5468Νικόλαος Βασιλάκης Εὐστ. Κοκκέβης Ο
5469Εὐάγγελος Τσαρλαμπᾶς Δημήτρ. Κάρτσωνας
5470Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς Δημήτρ. Π. Γουδῆς Ο
5471Σ. Ἀλαμάνος Σ. Χατζηγάκης
5472Θεόφιλος Προβατᾶς Κ. Ζωγλοπίτης Ο
5473Ἰωάννης Παδοβᾶς ΟἈθ. Καζαμπάκας Ο
5474Εὐάγγελος Μπασιᾶς Γ. Φραγκίδης Ο
5475Ἀγαμέμνων Μεταξᾶς ΟΑ. Τακιατζῆς Ο
5476Ἀνδρ. Ἄν. ΚαβαλλιεράτοςΟΓ. Τάκης
5477Νικόλ. Βαλσαμάκης Ν. Ταρμπάζης
5478Γεράσιμος Μουσούρης Ζ. Φαλιάγκας
5479Παναγ. Βενιεράτος ΟΣταμάτ. Μπουντούρης Ο
5480Γ. Τυπάλδος Κοζάκης ΝΘεόδωρος Γκίκας Ο
5481Γεώργιος Κόρπας Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ο
5482Στέφανος Σκουλούδης ΟΚ. Χαλκιόπουλος Ο
5483Ἀλοΐσιος Τόμαν Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος Ο
5484Χαρίλ. Προβελέγγιος ΟΝ. Κοντογιάννης
5485Νικόλαος Νομικὸς Ἀλκ. Παπαλουκᾶς Ο
5486Μίνως Μπογιατζόγλους ΟΓεώργ. Λιδωρίκης Ο
5487Γεώργιος Μπούμπουρας ΟΚ. Χατζῖσκος Ο
5488Λωρέντζος Δελαρόκας ΟΔημήτρ. Ζουλούμης Ο
5489Δημοσθένης Καΐρης ΟΚωνστ. ἈναγνωστόπουλοςΝ
5490Γεώργιος Δρόσος ΟΘεμιστοκλῆς Κανάρης Ν
5491§266ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 95 Βουλευταί.
5492Ἐκ τούτων 18 εἶπον Ναί, καὶ 77 εἶπον Ὄχι. Ἑπομέ-
5493νως ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς ἀπεῤῥίφθη.
5494Ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
5495§267ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἐπὶ
5496τόσας ἡμέρας θέμα δὲν ἔλαβον τὸν λόγον, διότι οἱ μέχρι
5497τοῦδε ἀγορεύσαντες ἐπ’ αὐτοῦ ἀνέλυσαν καὶ ἀνέπτυξαν αὐτὸ
5498ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν καὶ ἐν ὅλῃ αὐτοῦ τῇ ἐκτάσει τε καὶ τῇ
5499ἐντάσει, καὶ φρονῶ, ὅτι οὐδὲν ἔμεινε τὸ ἀνεξέλεγκτον, τὸ
5500χρῇζον ἀναπτύξεώς τινος, ἢ διαφωτίσεως. Ὀφείλω ὅμως,
5501ὡς παρακολουθήσας μετὰ προσοχῆς ὅλην τὴν γενομένην
5502συζήτησιν, ἢ μᾶλλον τὴν ἐκ μέρους τῶν μελῶν τῆς Ἀντι-
5503πολιτεύσεως γενομένην ἀνάπτυξιν τοῦ πράγματος, (διότι ἐκ
5504τῆς Συμπολιτεύσεως δύο μόνον ἠξίωσαν τὸ θέμα τῆς ἀνα-
5505μίξεως αὐτῶν εἰς τὴν συζήτησιν) ὀφείλω νὰ δηλώσω, καὶ δη-
5506λῶ πρὸ τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν τυχὸν θὰ κληθῶ νὰ δώσω
5507ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ὅταν αὐτὸ τεθῇ εἰς ψήφισιν
5508τῆς Βουλῆς, δι’ ὀλίγων λέξεων ἐκπεφρασμένων τὴν ἐπ’ αὐτοῦ
5509γνώμην μου.
5510Ἔχω ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τὰ
5511μέγιστα ἀδικεῖ, δὲν λέγω, ἑαυτὴν, διότι τοῦτο ἀφορᾷ εἰς αὐ-
5512τὴν μόνον, ἀλλὰ τὰ μέγιστα ἀδικεῖ τὴν Ἑλλάδα, ὑπὸ τὴν
5513ἰδέαν τοῦ Κράτους, διὰ τοῦ κακοῦ προηγουμένου, ὅπερ καθιε-
5514ροῖ, κρίνουσα ἄξιον τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς θέμα, ὅπερ μόνον
5515ἐν τοῖς Δικαστηρίοις τῆς χώρας θὰ εὕρισκε τὴν οἰκείαν καὶ
5516πρέπουσαν θέσιν. Ἀδικεῖ λοιπὸν τὰ μέγιστα ἡ Κυβέρνησις
5517τὸ Κράτος, ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην. Ἀδικεῖ τὸ Κράτος
5518προσέτι καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν χρηματικὴν, δωρουμένη
5519ποσὸν οὐχὶ εὐκαταφρόνητον διὰ πᾶν Κράτος, πολλῷ δὲ μᾶλ-
5520λον διὰ τὴν Ἑλλάδα, εὑρισκομένην ἐν οἰκονομικαῖς στενο-
5521χωρίαις, περὶ τῶν ὁποίων πολὺς ἐγένετο λόγος ἐντεῦθεν, διὰ
5522τὴν Ἑλλάδα, τὴν ἀντλοῦσαν τοὺς πόρους αὑτῆς ἐκ φόρων
5523βαρυτάτων καὶ ἐξαντλούντων τὸν τόπον μέχρι τοῦ ἐσχάτου
5524σημείου. Ἀδικεῖ λοιπὸν καὶ κατὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις τὴν
5525Ἑλλάδα ὑπὸ τὴν χρηματικὴν καθαρῶς ἔποψιν. Ἔχω δὲ
5526τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὄντως ἀδικεῖ· διότι οὐδὲ τὸ ἐλάχιστον
5527μόριον δικαίου περιέχεται ἐν τῇ ἀπαιτήσει τοῦ Σπάρταλη.
5528Κυρίως ὅμως εἰπεῖν, δὲν εἶναι ἀπαίτησις τοῦ Σπάρταλη,
5529διότι ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα, ἐπὶ δεκαετηρίδας ὁλοκλήρους ὁ
5530Σπάρταλης δὲν ἐτόλμα νὰ διατυπώσῃ τὴν ἀπαίτησιν ταύ-
5531την, νὰ ἐγείρῃ ἀξιώσεις περὶ πληρωμῆς τῶν χρημάτων τού-
5532των. Ἐῤῥήθη ἐντεῦθεν καὶ ἀνεπτύχθη, καὶ φρονῶ, ὅτι δι’
5533ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ Σπάρταλης καὶ
5534κακῶς διεχειρίσθη τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτῷ ἐντολὴν, κακῶς
5535ἐκτελέσας τὴν παραγγελίαν τῆς ναυπηγήσεως ἢ ἀγορᾶς
5536τῶν πλοίων, καὶ κακῶς ἐφρόντισε καὶ περὶ τῶν συμφερόν-
5537των τοῦ Δημοσίου, κακῶς δ’ ὕστερον ἤγειρεν ἢ ὑπεψιθύρι-
5538ζεν ἀξιώσεις, ἃς ἡ Κυβέρνησις υἱοθέτησε καὶ ἀνεβίβασεν
5539εἰς ἀπαίτησιν καὶ ἐπισημοποίησε διὰ τῆς ὑποβολῆς ἐνώπιον
5540τοῦ Κοινοβουλίου πιστώσεως πρὸς πληρωμὴν αὐτῆς. Ἀπε-
5541δείχθη, ὅτι ὁ Σπάρταλης οὐδὲν ἐδικαιοῦτο λαμβάνειν ἐκ
5542προμηθείας, τὸ μὲν διότι ἐκεῖνος ἔσπευσεν ἀμέσως τότε νὰ
5543παραιτηθῇ τοῦ δικαιώματος τῆς προμηθείας, καὶ ἂν τυχὸν
5544ἤθελε τῷ δοθῇ, δωρούμενος αὐτὴν ὑπὲρ ἀγαθοεργῶν κατα-
5545στημάτων ἐν Ἑλλάδι, τὸ δὲ διότι, καὶ ἂν ἐδικαιοῦτο νὰ
5546λάβῃ προμήθειάν τινα, αὕτη ἔπρεπε νὰ ἦναι πολὺ ὀλιγω-
5547τέρα τῆς ἀναγραφείσης ὑπὲρ αὐτοῦ. Εἶμαι πεπεισμένος λοι-
5548πὸν, ὅτι κακῶς ἐγγράφεται ἓν κονδύλιον ἐν τῇ πιστώσει
5549πρὸς ἀπότισιν προμηθείας. Ἀλλὰ καὶ τὸ ζήτημα τῶν τό-
5550κων ἐπίσης ἀνεπτύχθη ἐκτενῶς· φαίνεται δὲ τὸ ἄδικον τῆς
5551ἀπαιτήσεως καὶ τῶν τόκων ἐκ τοῦ τρόπου, μεθ’ οὗ ἡ Κυ-
5552βέρνησις διὰ τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ
5553Ἐπιτροπῆς ἐκφράζεται καὶ διατυποῖ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν.
5554Δίδεται αὐτῷ οὐχὶ τόκος, διότι δὲν δικαιοῦται κατὰ τοὺς
5555νόμους τοῦ Κράτους πρὸς ἀπόληψιν τόκων, ὡς ὑπόλογος,
5556ἀλλὰ δίδοται αὐτῷ ἀποζημίωσις, λέγουσι, διὰ τὴν κατά-
5557σχεσιν χρηματικῶν ποσοτήτων αὐτοῦ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ
5558Τραπέζῃ. Εἶτα δὲ τὸ ζήτημα τῆς παραγραφῆς συμπληροῖ
5559καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν μηδαμινότητα, τὸ ἀνυπόστατον τῆς
5560ἀπαιτήσεως Σπάρταλη· διότι ἤδη αὕτη ἔχει ἀποσβεσθῆ
5561καθ’ ὁλοκληρίαν· ἐδέησε δὲ νὰ γίνωσιν, ὅσα ἐγένοντο καὶ ὅσα
5562ἀνεπτύχθησαν διὰ τῶν ἐγγράφων τούτων, ἰδίως νὰ πειθα-
5563ναγκασθῇ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, νὰ ἀνακαλέσῃ ἐκδοθεῖ-
5564σαν ἀπόφασιν, νὰ ἐκδώσῃ δὲ δευτέραν, πιεζόμενον καὶ ἀπει-
5565λούμενον διὰ διπλωματικῶν περιπλοκῶν, τὰς ὁποίας ἐπέσειε
5566πρὸ αὐτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δι’ ἐπανειλημμένων ἐγγρά-
5567φων πρὸς αὐτό.
5568Οὐδὲν λοιπὸν ἀπέμεινεν ἐκ τοῦ ὅλου ὄγκου τῆς ἀπαιτή-
5569σεως τοῦ Σπάρταλη, καὶ τοῦ δῆθεν δικαίου, ὑπὸ τὸ ὁποῖον
5570ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσι ταύτην ἐνώπιον τοῦ Κοινοβου-
5571λίου. Καὶ προμήθεια καὶ τόκοι ἔπεσαν, πίπτουσιν ἀφ’ ἑαυτῶν,
5572ἀποσβέννυνται δὲ τελείως, καὶ ἂν ὑπάρχωσι, διὰ τῆς παρα-
5573γραφῆς. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει νὰ δοθῇ ἡ πίστωσις
5574αὕτη πρὸς τὸν Σπάρταλην· ἐπιμένει δὲ ἐπὶ θυσίᾳ μεγίστῃ
5575τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους. Μετὰ πεποιθήσεως φρονῶ,
5576ὅτι καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους βλάπτονται, οὐχὶ τὰ νῦν,
5577οὐχὶ τὰ χρηματικὰ διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ δημοσίου πλού-
5578του κατὰ δραχμὰς 335,110, οὐχὶ καὶ ὡς πρὸς τὸ ἄλλο,
5579ὅπερ ἀνέφερα, τοῦ κακοῦ προηγουμένου, τὸ ὁποῖον καθιεροῦ-
5580ται διὰ τῆς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεως τῆς προτάσεως ταύτης,
5581ἀλλὰ καὶ κακὸν μεγαλείτερον θεωρῶ τὴν ἐπελθοῦσαν εἰς
5582τὰ συμφέροντα τὰ ἐθνικὰ ζημίαν ἐκ τοῦ κλονισμοῦ, ὃν ὑπέ-
5583στη τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα κατὰ τὴν περίστασιν
5584ταύτην. Ἐκ πεποιθήσεως φρονῶ, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν
5585πολίτευμα ἐβλάβη ἐκ τῶν συζητήσεων τούτων, καὶ ἐκ τοῦ
5586τρόπου, μεθ’ οὗ ἡ Κυβέρνησις εἰσήγαγε, καὶ ἐπέμεινε καὶ
5587ἐπιμένει πρὸς ψήφισιν τῆς πιστώσεως Σπάρταλη.
5588Κατηγοροῦσιν ἡμᾶς ἐπὶ ἑβδομάδας ὁλοκλήρους, καὶ φρονῶ,
5589ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ εἴπῃ, ὅτι αὐτὴ
5590εἶναι ἀμέτοχος εἰς τὴν κατὰ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ κατὰ
5591τοῦ συνταγματικοῦ ἔτι πολιτεύματος κινηθεῖσαν ἐκστρα-
5592τείαν τῶν ὑπουργικῶν ἐφημερίδων. Κατὰ τὰς τελευταίας
5593ἡμέρας βλέπομεν καθ’ ἑκάστην πρωΐαν τὰ φύλλα ταῦτα,
5594ἐξερχόμενα ἐκ τῶν γραφείων καὶ τῶν τυπογραφείων των,
5595ἀναγράφοντα ὅλα ἓν θέμα, ἐφ’ οὗ εὑρίσκονται ὅλα σύμφωνα·
5596τὸ θέμα ἐκεῖνο ἔχει βεβαίως ὑπαγορευθῇ αὐτοῖς παρὰ τῆς
5597Κυβερνήσεως, διότι ἄλλως δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ συμφωνῶσι
5598καθ’ ἑκάστην πρωΐαν τόσον ἀκριβῶς. Τὸ θέμα ἐκεῖνο ἐμ-
5599πνέεται, ἂν μὴ δίδηται καθ’ ὁλοκληρίαν, εἰς τὰ φύλλα
5600ταῦτα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ὑβρίζεται λοιπὸν τὸ Κοι-
5601νοβούλιον ἐπὶ ἑβδομάδας ὁλοκλήρους. Τί δὲν ἐγράφη! Ἐξην-
5602τλήθησαν ὅλαι αἱ στῆλαι τοῦ λεξικοῦ τῆς Ἑλληνικῆς
5603γλώσσης, αἱ περιέχουσαι δυσωνύμους καὶ — ἐπιτρέψατέ μοι
5604τὴν λέξιν — ῥυπαρὰς φράσεις, τὰς ὁποίας πάσας μετεχειρί-
5605σθησαν καὶ μεταχειρίζονται καθ’ ἡμῶν. Ἐπετέθησαν κατὰ
5606τοῦ Κοινοβουλίου· ἰδιαζόντως ἐπιτίθενται καθ’ ἑκάστην
5607κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ λέξις Ἀντι-
5608πολίτευσις φαίνεταί τι ἀφῃρημένον, φαίνεταί τι γενικόν,
5609σατυρίζονται καὶ ὀνομαστὶ καθ’ ἑκάστην μέλη τῆς Ἀντι-
5610πολιτεύσεως, καὶ δὲν παρέρχεται ἡμέρα, καθ’ ἣν νὰ μὴ ἴδω-
5611μεν 3, ἢ 5, ἢ 10, ἢ καὶ πλείονα ὀνόματα ἐκ τῶν ἀντιπο-
5612λιτευομένων Βουλευτῶν καὶ δὴ ἐκείνων ἀκριβῶς, οἵτινες
5613ἀναπτύσσουσι ζωηρότερον καὶ χαρακτηριστικώτερον τὸ ἄδι-
5614κον τῆς ἐπιμονῆς τῆς Κυβερνήσεως, διασυρόμενα καὶ συνο-
5615δευόμενα ὑπὸ τῶν χειροτέρων ἐπιθέτων τῆς Ἑλληνικῆς γλώσ-
5616σης. Τὴν ἐπίθεσιν ταύτην ἠδύνατο, καὶ ἔπρεπε, καὶ ὤφειλε
5617νὰ ἀνακόψῃ ἡ Κυβέρνησις, ν’ ἀνακόψῃ ἰδίᾳ ὁ κ. Πρωθυ-
5618πουργός. Οὗτος ὅμως ἐννοεῖ νὰ παραβῇ ὅλας ἐκείνας τὰς
5619ὡραίας ἐπαγγελίας, ἃς ἔδιδεν ἄλλοτε, πρὸς κατάληψιν τῆς
5620ἀρχῆς, ἢ μόλις ἀνερχόμενος εἰς αὐτήν. Ὅλα τὰ δόγματα
5621ὅλας τὰς θεωρίας αὐτοῦ ἐποδοπάτησε καὶ ἀπέναντι ἡμῶν
5622ἐνταῦθα, διὰ κακοτροπίας ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, διὰ τῆς
5623δυσφημίσεως δὲ ὅλων ἡμῶν ἐν τῷ τύπῳ καὶ τῇ κοινωνίᾳ.
5624Ἀλλ’ ἐὰν ἔπταιε τὸ Κοινοβούλιον, τὸ ἀποτελούμενον ἐξ 150
5625Βουλευτῶν, ἐὰν ἔπταιεν ἡ Ἀντιπολίτευσις μόνη, ἡ ἀποτε-
5626λουμένη ἐκ μελῶν ἐλασσόνων τοῦ ἡμίσεος τῆς Βουλῆς, ἐὰν
5627ἔπταιεν ἔστω καὶ καθ’ ἓν ἕκαστον τῶν ἀποτελούντων τὴν
5628Ἀντιπολίτευσιν μελῶν, τὸ κακὸν θὰ ἦτο ἴσως ὀλιγώτερον,
5629θὰ ἐζημιοῦτο δὲ μόνον ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῆς ἐκλύσεως τῆς
5630ἐπισήμου γλώσσης κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐντεῦθεν.
5631Ἀλλὰ τὸ χείριστον εἶναι, ὅτι ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, διὰ τοῦ
5632τύπου, ἐπεχείρησαν πλὴν τοῦ δυσφημισμοῦ ἡμῶν καὶ προσ-
5633βολὴν κατὰ τοῦ πολιτεύματος. «Τὸ πολίτευμα πταίει»!
5634οὐχὶ πλέον τὸ Κοινοβούλιον, ἀλλὰ τὸ πολίτευμα! «Τὸ πολί-
5635τευμα πταίει! πρέπει νὰ καταργηθῇ»! «Τὸ πολίτευμα αὐτὸ
5636εἶναι δένδρον, παράγον σκωληκοβρώτους καρποὺς», ἀνεγίνω-
5637σκον εἰς μίαν τῶν μεγαλοσχήμων ἐφημερίδων σήμερον....
5638§268ΛΕΒΙΔΗΣ. Δηλαδὴ χθὲς πλέον. Μὴ λησμονῆτε, ὅτι
5639ἐξημέρωσε σχεδόν.
5640§269ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τοῦτο ἐζημίωσε πλειό-
5641τερον ἡ Κυβέρνησις τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, κλονί-
5642ζουσα τὴν πεποίθησιν καὶ τὴν πίστιν τοῦ λαοῦ ἐπὶ τοῦ πο-
5643λιτεύματός του. Ἀλλὰ, λέγω ὑμῖν, κύριοι Ὑπουργοί, πρῶ-
5644τοι ὑμεῖς θὰ αἰσθανθῆτε τὰς θλιβερὰς συνεπείας. Ἐσκέ-
5645φθητε, τί ἐπιχειρεῖτε νὰ κλονίσητε; Ἐσκέφθητε, ὅτι τὸ
5646πολίτευμα — καὶ ἀξιῶ τὸ θέμα τοῦτο, Κύριοι, μακροτέρου
5647λόγου, διότι δὲν ἐθεώρησα, οὐδὲ θεωρῶ παροδικὰς τὰς γε-
5648νομένας κατὰ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ μετ’ αὐτὸ κατὰ τοῦ
5649πολιτεύματος δημοσιεύσεις, διότι νομίζω, ὅτι δὲν περιορίζον-
5650ται εἰς ἀπειλὰς μόνον· ἔχομεν δὲ καὶ τὴν ἀπόδειξιν κατὰ
5651τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτι τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος
5652ἐπειράθησαν νὰ παραβιάσωσι....
5653§270ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸ παρεβίασαν.
5654§271ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐσκέφθησαν νὰ κλονίσωσι
5655τὸ πολίτευμα, χωρὶς νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψει τὴν ἱστορίαν. Σχε-
5656δὸν δὲν κρίνω ἀναγκαῖον ν’ ἀνατρέξω εἰς τοὺς ἀρχαιοτέρους
5657χρόνους, ἵνα πείσω ὑμᾶς, πῶς πάντοτε διῳκεῖτο ἡ Ἑλλάς,
5658καὶ πῶς πάντοτε ἐπεδίωξε τὰ φιλελεύθερα πολιτεύματα.
5659Δὲν ἀπέβλεψαν διόλου εἰς τὴν ἱστορίαν, ἵνα ἴδωσιν, ὅτι ὁ
5660φιλελεύθερος καὶ φιλόπολις καὶ ἀκεραιότατος καὶ λίαν φι-
5661λόπατρις βασιλεὺς Κόδρος ἔμεινεν ἄνευ διαδόχου, οὐχὶ διότι
5662δὲν εὑρίσκετο ἕτερος, ἄξιος ἵνα τὸν ἀντικαταστήσῃ, ἀλλ’
5663ἔμεινεν ἄνευ διαδόχου διότι τὸ τέως μοναρχικὸν πολίτευμα
5664διεδέχθη ἄλλο φιλελευθερώτερον· εὐγενῶς δὲ οἱ Ἀθηναῖοι
5665περιέβαλον διὰ τῆς ὡραίας καὶ λεπτοτάτης ταύτης δικαιο-
5666λογίας τὴν μεταβολὴν τοῦ πολιτεύματος. Πολλὰ θὰ ἠδυ-
5667νάμην νὰ ἀναφέρω ἐκ τῆς ἀρχαίας ἱστορίας, προχείρως ἐν-
5668θυμούμενος αὐτά· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἔλθω-
5669μεν ἐπὶ τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν. Μόλις ἀνέ-
5670κυψεν ἐκ τῆς δουλείας, ἐκ φοβερᾶς καὶ ἐκνευριζούσης δου-
5671λείας, τὸ Ἔθνος ἐσκέφθη ἀμέσως περὶ τοῦ πολιτεύματός του·
5672καὶ τέσσαρες ἀλλεπάλληλοι Συνελεύσεις, ἀπὸ τοῦ 1821 καὶ
5673ἐντεῦθεν συνελθοῦσαι, πρώτην φροντίδα ἔσχον, νὰ θέσωσι φι-
5674λελεύθερον πολίτευμα, νὰ ἐπικυρώσωσι δ’ αὐτὸ ἀλλεπαλλήλως,
5675καὶ νὰ τὸ ἐφαρμόσωσι καὶ ὑπὸ τὰς χεῖρας τοῦ Κυβερνήτου
5676καὶ μετ’ αὐτὸν μέχρι τῆς ἐποχῆς τοῦ Ὄθωνος. Ἦλθεν ὁ
5677Ὄθων, καὶ εἶχε τὸ δικαίωμα, ὡς ἐκεῖνος ἐνόμιζε, νὰ φέρῃ
5678τὴν μοναρχίαν, ἐρχόμενος ἐκ χώρας μοναρχουμένης, περι-
5679βεβλημένος αἴγλην βασιλικὴν ἐπιβάλλουσαν, πλοῦτον πο-
5680λλῶν καὶ ἀκολουθίαν σοφὴν καὶ τόσα ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἐδι-
5681καίουν πως τὴν ἵδρυσιν μοναρχίας ὑπ’ αὐτόν. Ἀλλὰ δὲν
5682παρῆλθε δεκαετία καὶ εὑρέθη ἠναγκασμένος νὰ ὑπογράψῃ
5683τὸν Συνταγματικὸν Χάρτην, διότι ἐγένετο ἐπανάστασις·
5684ἀλλὰ καὶ πάλιν δὲν ἐτήρησεν, ὡς τοὐλάχιστον τὸ Ἔθνος
5685ἠξίου τότε, τὰς διατάξεις τοῦ Χάρτου ἐκείνου, καὶ ἀμέσως
5686ἀνετράπη. Εὐτυχῶς εὑρισκόμεθα σήμερον ὑπὸ Βασιλείαν
5687καλῶς ἑδραιωμένην ἐν τῷ τόπῳ· ἀλλὰ σεῖς θὰ κλονίσητε
5688αὐτὴν, ἂν ἐπιχειρήσητε τὸ ἀνόσιον ἐγχείρημα, νὰ θίξητε
5689τὸ πολίτευμα, μεθ’ ὅσα ἤδη πράττετε, ἵνα κλονίσητε τὴν
5690πεποίθησιν τοῦ κόσμου, καὶ ἐξευτελίσητε αὐτὸ ἀπέναντι
5691τῶν ὀμμάτων τοῦ λαοῦ. Καὶ θὰ φέρητε σεῖς τὴν εὐθύνην
5692διὰ τὰς ἀτασθαλίας, αἱ ὁποῖαι θὰ προκύψωσιν ἐκ τοῦ κλο-
5693νισμοῦ τῆς πεποιθήσεως ταύτης μίαν ἡμέραν· διότι δὲν πα-
5694ρέρχονται τοιαῦτα γεγονότα ἄνευ ἀποτελεσμάτων βλαβε-
5695ρῶν καὶ θλιβερῶν. Οἱ αἰώνιοι ἠθικοὶ νόμοι εἰσὶ πάντοτε ἐν
5696ἀκμῇ, οἱ ἠθικοὶ νόμοι οὗτοι θὰ προκαλέσωσι τὰ ἀναπότρε-
5697πτα ἀποτελέσματα, καὶ θὰ καταφέρωσι ταῦτα κατὰ τῆς
5698κεφαλῆς τῶν ἐργατῶν αὐτῶν, κατὰ τῶν προκαλεσάντων
5699αὐτά.
5700Κατὰ τοῦτο ἐζημίωσε, φρονῶ, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις τὸν
5701τόπον, ἐπιμένουσα εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου Σπάρταλη,
5702μεθ’ ὅσα ἐξετυλίχθησαν ἐντεῦθεν, ἐκ τῶν ὁποίων ἀπεδεί-
5703χθη καθ’ ὁλοκληρίαν, ὡς εἶπον ἤδη, τὸ ἄδικον καὶ ἀβάσι-
5704μον καὶ ἀνυπόστατον τῆς ἀπαιτήσεως. Ἐπιμένουσι δὲ με-
5705ταχειριζόμενοι ὅσον ἠδυνήθησαν περισσότερα μέσα πρὸς ἐξευ-
5706τελισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς ἐξευτελισμὸν τοῦ ἑαυτῶν
5707ἀξιώματος. Δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατί νὰ συνεδριάζωμεν
5708τὴν 5ην, σχεδὸν 6ην πρωϊνὴν ὥραν! δὲν βλέπω τὸν λόγον,
5709διατὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ παραμελῶσι τὰς ἄλλας ὑπο-
5710θέσεις τοῦ Κράτους, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὤφειλον νὰ ἐργάζων-
5711ται κατὰ τὰς ἑσπερινὰς ὥρας... Γελᾷ, βλέπω, ὁ κύριος
5712Μπουφίδης!
5713§272ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Γελῶ, διότι δὲν βλέπετε τὸν λόγον, τὸν
5714ὁποῖον βλέπει ὅλος ὁ κόσμος.
5715§273ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲ περιμένω, βλέπετε,
5716νὰ τελειώσῃ ὁ γέλως σας... Νὰ ἐξοδεύωσιν οἱ κύριοι
5717Ὑπουργοὶ τὰ τρία τέταρτα τοῦ ἡμερονυκτίου ἐν τῷ Κοι-
5718νοβουλίῳ, παραμελοῦντες τὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους, νὰ
5719κάθηνται ἐκεῖ, (δεικνύει τὰς θέσεις τῶν Ὑπουργῶν) καὶ τὸ
5720ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον κατέχουσι, καταβιβάζοντες, καὶ ἑαυτοὺς
5721προσωπικῶς, ὡς μέλη ἐξέχοντα τῆς κοινωνίας, ἐξευτελίζον-
5722τες, τρώγοντες ἐκεῖ ἀνὰ μίαν κουλούραν! ἵνα καταδαμάσωσι
5723τὴν πεῖνάν των. Καὶ δὲν εἶναι ἐξευτελισμὸς τοῦτο καὶ τοῦ
5724ἀξιώματος καὶ τῶν ἀτόμων των; Ἀλλὰ πιθανὸν τὸ μὲν
5725ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον φέρουσι, νὰ θεωρῶσι κτῆμά των, καὶ νὰ
5726διαχειρίζωνται αὐτὸ ὡς ἂν βούλωνται, περὶ δὲ ἑαυτῶν νὰ
5727ἦναι μᾶλλον ἁρμόδιοι αὐτοὶ νὰ κρίνωσιν. Ἀλλ’ ἐπιμένουσιν
5728ἐνταῦθα, καὶ διὰ παρανομιῶν ἔτι προσπαθοῦντες νὰ ἐπιτύ-
5729χωσι τὴν ψήφισιν τῆς πιστώσεως· καὶ ἐγενόμεθα κατὰ τὴν
5730συνεδρίασιν ταύτην μάρτυρες σκηνῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνατρέ-
5731πουσι καὶ Κανονισμοὺς καὶ Νόμους καὶ Σύνταγμα ἀκόμη.
5732Διὰ τοιούτων μέσων ἐπιμένει ἡ Κυβέρνησις ἐν μεσονυκτίαις
5733ὥραις, ἐν ὀρθριζούσαις πλέον ὥραις, νὰ λάβῃ τὴν ψῆφον
5734τῆς Βουλῆς, ψῆφον κεκμηκυῖαν, ψῆφον νυσταλέαν, ψῆφον
5735οὐχὶ πλέον διαυγῆ καὶ ἀποῤῥέουσαν ἐκ καθαρᾶς συνειδή-
5736σεως μετὰ πεφωτισμένην συζήτησιν, ἀλλὰ ψῆφον βίας, ἀπο-
5737σπωμένην ἐκ κεκμηκότων στομάτων καὶ ἡμικλείστων ἐκ
5738τῆς κοπώσεως καὶ τοῦ ὕπνου ὀμμάτων....
5739§274ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕνα μῆνα ἤδη καὶ πλέον συζη-
5740τεῖτε, καὶ δὲν ἐφωτίσθητε ἀκόμη;
5741§275ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διὰ τοιαύτης ψήφου ἂν
5742μέλλῃ νὰ κυρωθῇ ἡ πίστωσις, ἐγὼ θὰ ἔδιδον τὴν συγκατά-
5743θεσίν μου νὰ ψηφισθῇ ἀμέσως τὴν ἑσπέραν ταύτην, αὐτὴν
5744μάλιστα τὴν στιγμήν, ἂν ἐξηρτᾶτο ἀπ’ ἐμοῦ ἡ κατάπαυ-
5745σις τοῦ ἀηδοῦς τούτου ἀγῶνος, διότι φρονῶ, ὅτι ὑποχρεοῦ-
5746μαι, καὶ ὡς πολίτης Ἕλλην, καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ
5747λαοῦ, νὰ θέσω τέρμα εἰς αὐτήν, καὶ νὰ ἴδω οὕτως ἢ ἄλλως
5748ἐξοβελιζόμενον ἐκ τοῦ Βουλευτηρίου τὸ ζήτημα τοῦ Σπάρ-
5749ταλη, διὰ νὰ καθαρισθῇ καὶ ἡ ἀτμόσφαιρα τοῦ Κοινοβου-
5750λίου, διὰ νὰ ἡσυχάσῃ καὶ ὁ τόπος....
5751§276ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐχρειάζετο καὶ ἁγιασμός! (Ἱλα-
5752ρότης).
5753§277ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ... διὰ νὰ ἐπανέλθῃ δὲ εἰς
5754τὴν τροχιάν της καὶ ἡ κυβερνητικὴ μηχανή, ἧς ἡ ἄτακτος
5755λειτουργία, φρονῶ μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι βλάπτει τὰ συμ-
5756φέροντα τοῦ τόπου· καὶ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ἐκλονί-
5757σθησαν καὶ ἐξετροχιάσθησαν τὰ πάντα, χάριν τοῦ ζητή-
5758ματος τούτου. Ἰδοὺ διατὶ ἤθελον νὰ ἴδω αὐτὸ ἐξερχόμενον
5759ἐντεῦθεν, οὕτως ἢ ἄλλως. Χάριν τοῦ ζητήματος τούτου, εἰς
5760τὸ ὁποῖον ἀφιερώθη καθ’ ὁλοκληρίαν ἡ προσοχὴ τῆς Κυ-
5761βερνήσεως ἐνταῦθα, καὶ συνεκεντρώθησαν ὅλαι αἱ πνευματι-
5762καὶ καὶ σωματικαὶ αὐτῆς δυνάμεις ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου
5763εἰς πολλαπλᾶς καὶ ποικίλας ἐνεργείας πρὸς συγκρότησιν
5764ἀπαρτίας, πρὸς συγκράτησιν, πρὸς ψηφοφορίας καὶ ὀνομα-
5765στικὰς κλήσεις, ἕνεκα τούτου καὶ τῆς ἀναγκαίως ἐπελθού-
5766σης εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως ἀταξίας καὶ
5767παραλυσίας, βλέπομεν, ὅτι κατὰ τὸν ἔσχατον τοῦτον μῆνα
5768τὸ πᾶν περιῆλθεν εἰς πλήρη παραλυσίαν ἔν τε τῇ πρω-
5769τευούσῃ καὶ ἐν τῷ Κράτει ὁλοκλήρῳ· βλέπομεν καὶ ἀκούο-
5770μεν καθ’ ἡμέραν φόνους, τελουμένους ἀλλεπαλλήλως ἐν ταῖς
5771ἐπαρχίαις, φόνους, ὧν τὸ πλεῖστον μέρος ἐκτελεῖται διὰ τῶν
5772ἐπισήμων ὅπλων, διὰ τῶν ὅπλων τοῦ στρατοῦ, ἄνευ λόγου
5773καὶ αἰτίας· ἐν τῇ πρωτευούσῃ βλέπομεν τὴν ἀταξίαν, τὰς
5774κλοπὰς, τὰς ὑπονομεύσεις, τὰς λωποδυσίας, τὰς λαθροχει-
5775ρίας καὶ τόσας ἄλλας κακουργίας, σωρηδὸν ἐκτελουμένας,
5776καὶ καθ’ ὁρμαθοὺς ἀνὰ πᾶσαν πρωΐαν ὑπ’ αὐτῶν τῶν ὑπουρ-
5777γικῶν ἐφημερίδων ἀναγραφομένας. Καταχρήσεις δημοσίων
5778ὑπαλλήλων καὶ ἐδῶ καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, σφετερισμοὶ δη-
5779μοσίων χρημάτων διαδέχονται ἀλλήλους. Καὶ τούτων πάν-
5780των τὴν αὔξησιν, διότι ἡ ὕπαρξις ποτὲ δὲν ἠμφισβητήθη
5781ὑπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, τούτων πάντων, λέγω, τὴν
5782αὔξησιν ἀποδίδω, ἐγὼ τοὐλάχιστον, εἰς τὴν κατάστασιν
5783αὐτήν· διότι εἴμεθα τὸ Κοινοβούλιον, εἴμεθα οἱ Ἀντιπρόσω-
5784ποι τοῦ τόπου, εἴμεθα τὸ κέντρον αὐτοῦ· νόμος δέ τις λαν-
5785θάνων, ἀκατάληπτος, μὴ παρέχων κἂν οὐδὲ τὴν συνείδησιν
5786αὐτοῦ εἰς ἐκείνους, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπιδρᾷ, νόμος τις οὐχ
5787ἧττον τοιοῦτος ἐπιδρᾷ ἐπὶ τοῦ ὅλου, ἀναλόγως τῆς κατα-
5788στάσεως τοῦ κέντρου.
5789«Ἡ Ἀντιπολίτευσις πταίει»! «Τὸ Κοινοβούλιον πταίει»!
5790συνείθισαν νὰ λέγωσιν οἱ Ὑπουργοὶ καὶ οἱ φίλοι των. Ἐν-
5791ταῦθα δὲ ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον Συνά-
5792δελφον, ὅστις μὲ διέκοψε πρὸ μικροῦ. Λέγουσιν, ὅτι ἡμεῖς
5793βασανίζομεν τὴν Βουλήν, συζητοῦντες ἐπὶ ἕνα μῆνα. Τὸ
5794Κοινοβούλιον πταίει· καὶ εἰδικώτερον, ἡ Ἀντιπολίτευσις
5795πταίει! «Ἡ Ἀντιπολίτευσις —ἐδέησε νὰ πλασθῇ καὶ λέξις
5796ἐπὶ τούτῳ—ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐνέφραξε τὰς συνεδριάσεις
5797τοῦ Κοινοβουλίου». Συνεζητήσαμεν διὰ μακρῶν τὴν πίστω-
5798σιν τοῦ Σπάρταλη· ἀπεδείχθη δὲ ἐκ τῶν λόγων τῶν προα-
5799γορευσάντων ἀξιοτίμων μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡλίου
5800φαεινότερον, τὸ ἄδικον καὶ τὸ ἀνυπόστατον τῆς ἀπαιτή-
5801σεως, φρονῶ δὲ, ὅτι ἐλάχιστοι ἴσως καὶ ἐκ τῶν συμπολι-
5802τευομένων συναδέλφων ἡμῶν ὑπολείπονται, οἱ μὴ πεισθέντες
5803καθ’ ὁλοκληρίαν περὶ τοῦ ἀδίκου τῆς πιστώσεως. Ἀλλὰ τὸ
5804ζήτημα εἶναι κομματικῆς ἀνάγκης, οὐδὲ κατηγορῶ τινα ἐξ
5805αὐτῶν, διότι ἐνέμεινεν εἰς τὰς τάξεις του καὶ ὑπεστήριξε
5806τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τί ὅμως ἔπταισεν ἡ
5807Ἀντιπολίτευσις, ζητήσασα διὰ μακρῶν καὶ πείσασα ὁλό-
5808κληρον τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ἀδίκου, ὡς εἶπον, τῆς πιστώ-
5809σεως; Ἀπηντήσατε ὑμεῖς, διὰ νὰ ἀναιρέσητε τὰ λεχθέντα
5810ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; διὰ νὰ πείσητε τὴν Βουλὴν
5811περὶ τοῦ ἐναντίου; Ἀπεπειράθητε, πλὴν δύο μόνον ἀγορευ-
5812σάντων, οἱ ὁποῖοι καὶ αὐτοὶ περιώρισαν τὰς ἀγορεύσεις των,
5813τεχνικὰς καὶ δεινὰς ἴσως ὑπὸ ῥητορικὴν ἔποψιν, ἀλλ’ ὑπὸ
5814πρακτικήν, ὑπὸ οὐσιαστικὴν ἐστερημένας ἐπιχειρημάτων,
5815περιώρισαν, λέγω, αὐτὰς εἰς συγχύσεις καὶ ἀναμίξεις τῶν
5816πραγμάτων πρὸς σαγήνευσιν διὰ τῆς συγχύσεως τῆς γνώ-
5817μης τινῶν τυχὸν τῶν ἁπλουστέρων; Εἰσῆλθεν ἡ πλευρὰ
5818αὕτη εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος, ἵνα καταπείσῃ τὴν
5819Ἀντιπολίτευσιν; Ἠδυνήθη ἡ πλευρὰ αὕτη (δεικνύει τὴν
5820δεξιὰν) νὰ κλονίσῃ τὴν πεποίθησιν τοῦ κόσμου, τοῦ κοινοῦ
5821ἐν τῇ πρωτευούσῃ, καὶ τοῦ κοινοῦ ἐν ὅλαις ταῖς ἐπαρχίαις
5822τοῦ Κράτους, ὅτι ὁ ὑπὲρ Σπάρταλη ἀγὼν τῆς Ἀντιπολι-
5823τεύσεως εἶναι ἄδικος; Συνεζήτησεν ἡ δεξιὰ νὰ πείσῃ τὸ
5824κοινὸν περὶ τοῦ δικαίου τοῦ ἀγῶνος καὶ τοῦ θέματος, τὸ
5825ὁποῖον ὑποστηρίζει; Ἐν τῷ μεταξὺ παρενεβλήθησαν αἱ
5826συνήθεις καὶ ἐπιτρεπόμεναι καὶ μάλιστα ἐπιβαλλόμεναι εἰς
5827τὸ Κοινοβούλιον ἐπερωτήσεις, αἱ ἐπιβαλλόμεναι ἐκ τοῦ δι-
5828καιώματος τοῦ ἐλέγχου, τὸ ὁποῖον ἔχει. Συνεζήτησε διὰ μα-
5829κρῶν πλείστας καὶ βαρυτάτας ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ κατηγορίας
5830κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἢ ἠρκέσθη εἰς
5831τὴν σιωπήν, ἢ ἐπετέθη δι’ ἀνοικείου τρόπου κατὰ τῆς Ἀντι-
5832πολιτεύσεως, ἢ ἀνεσκάλισε τὰ ἀρχεῖα τῶν Ὑπουργείων, διὰ
5833νὰ ἀνεύρῃ ὁμοίας πράξεις προκατόχων Κυβερνήσεων, διὰ νὰ
5834ἀποκρούσῃ τὴν ἐπίθεσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως! Ἐπλά-
5835σαμεν ἡμεῖς τὰς κατηγορίας ἐκείνας, ὡς καὶ ἕτερος συνά-
5836δελφος ἠρώτησεν ὑμᾶς; Ἐχαλκεύσαμεν ἡμεῖς τι ἐκ τῶν
5837ζητημάτων ἐκείνων, καὶ διεσύραμεν ἡμεῖς τὴν ὑπόληψιν τῆς
5838Κυβερνήσεως, ἔστω ἐπὶ ἑνὸς τῶν ζητημάτων ἐκείνων; Ἐσυ-
5839κοφαντήσαμεν ἡμεῖς τὴν Κυβέρνησιν; Οὐδὲν ἐξ αὐτῶν!
5840Ἐξησκήσαμεν δικαίωμα, ἐπιβαλλόμενον εἰς τὴν Ἀντιπο-
5841λίτευσιν. Ἐθέτομεν δὲ ἐπὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐδάφους τὸ
5842ἕτερον σκέλος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, διὰ νὰ
5843βαδίζῃ καλῶς, διὰ νὰ μὴ χωλαίνῃ, διὰ νὰ μὴ πέσῃ ἢ ἐκ-
5844τραπῇ εἰς τρίβους ὀλισθηρὰς καὶ ἀνόμους· διότι πᾶσα Κυ-
5845βέρνησις ἐκτρέπεται, ὅταν ἀφίηται ἀνεξέλεγκτος, ἰδίᾳ δὲ ἡ
5846παροῦσα, ἥτις ἀπέδειξε πόσον ἐλαφρῶς καὶ ἀλογίστως μετα-
5847χειρίζεται καὶ τοὺς νόμους καὶ τοὺς θεσμοὺς καὶ τὰ χρή-
5848ματα τῆς χώρας, προκειμένου περὶ τῆς θέσεώς της καὶ περὶ
5849ἐμπεδώσεως τῆς ἐπιῤῥοῆς της ἢ τῶν φίλων αὐτῆς. Εἴμεθα
5850τὸ ἕτερον σκέλος τοῦ πολιτεύματος, καὶ πατοῦμεν ἐπὶ τοῦ
5851κοινοβουλευτικοῦ ἐδάφους, διὰ νὰ βαδίζῃ αὐτὸ κάλλιον,
5852ἀλλὰ τοῦτο δὲν συμφέρει εἰς τὴν πλευρὰν αὐτήν, (δεικνύει
5853τὴν δεξιὰν) καὶ ἔπρεπεν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ δυσφημῆται.
5854Ἐντεῦθεν πηγάζουσιν αἱ κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως
5855κατηγορίαι, περὶ τῶν ὁποίων ἐν ἀρχῇ εἶπον. Ἀλλ’ αἱ φω-
5856ναὶ καὶ αἱ ἐπιθέσεις καὶ αἱ ὕβρεις καθ’ ἡμῶν οὐδόλως ἐκλό-
5857νισαν τὴν πεποίθησιν τοῦ κοινοῦ περὶ τοῦ δικαίου τῆς ἐπι-
5858θέσεως ἡμῶν καὶ τῆς ἐγκαρτερήσεως· τοῦτο ὅμως ἔπρεπε,
5859κατὰ τοὺς φίλους τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐπιφέρῃ τὴν τροπο-
5860ποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ, ταύτης δὲ μὴ ἐπιτευχθείσης, νὰ
5861ἐπιφέρῃ τὴν ἀνατροπὴν ἄλλου θεμελιωδεστέρου! Ἀλλ’ οὐ-
5862δένα κατώρθωσαν νὰ πείσωσι! Θὰ μείνῃ δὲ ὡς κηλὶς μέ-
5863λαινα ἐν τῇ πολιτικῇ ἱστορίᾳ αὐτῶν τὸ ζήτημα τοῦτο, θὰ
5864μείνῃ κηλίς, ἡ ὁποία θὰ φέρηται ὡς ἐν ξυνωρίδι μετὰ τοῦ
5865ὀνόματος τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία βιάζει, πειθαναγκάζει,
5866προκαλεῖ, ἡ ὁποία θὰ ἀποσπάσῃ ἐπὶ τέλους τὰς ψήφους τῆς
5867Βουλῆς πρὸς ἑαυτήν· καὶ θὰ συνοδεύηται πάντοτε τὸ ζή-
5868τημα τῆς πιστώσεως τοῦ Σπάρταλη, τὸ ζήτημα τῶν 10
5869χιλιάδων λιρῶν, ὑπὸ τοῦ ὀνόματος τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυ-
5870βέρνησιν προσώπων· δὲν λέγω τι περὶ τῆς πλειοψηφίας, διότι
5871αὐτὴ ἐκτελεῖ καθῆκον κομματικῆς τιμιότητος, ἀλλὰ θὰ
5872φέρηται εἰς τὸ μέλλον, ὡς αἱ περιώνυμοι ἐκεῖναι πράξεις
5873ἄλλης Κυβερνήσεως, ἥτις ἠθέλησε διὰ τῆς βίας, καὶ διὰ
5874τῆς παραβιάσεως τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ διὰ τῆς ἀποπείρας
5875κατὰ τοῦ πολιτεύματος νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην της ἐπὶ
5876τοῦ Ἔθνους, ὅπερ ὅμως ἀπέκρουσε καὶ ἀνέτρεψεν αὐτήν· θὰ
5877συνοδεύηται τὸ ὄνομα αὐτῶν δι’ ἀναλόγου τινὸς ἐπιθέτου
5878πρὸς τὰ στηλιτικὰ, καὶ οἱ ὀπαδοὶ αὐτῆς θὰ παραδοθῶσιν,
5879ὡς καὶ ἐκεῖνοι παρεδόθησαν, εἰς τὸ ἀνάθεμα καὶ εἰς τὴν ἐκ-
5880δίκησιν τοῦ Ἔθνους. Καὶ θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, καθ’ ἣν θὰ δει-
5881λιάσητε νὰ ἀτενίσητε καὶ τὸν λαὸν καὶ τὴν συνείδησίν σας!
5882Θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, καθ’ ἣν θὰ παρέλθῃ ἡ θέρμη, μετὰ τῆς
5883ὁποίας ὑποστηρίζετε τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐν τῷ ζητήματι
5884τούτῳ, καὶ θὰ ἴδητε μετὰ δυσκολίας καὶ εἰς αὐτὴν τὴν συνεί-
5885δησίν σας. Ἀλλὰ πολὺ περισσότερον θὰ προβάλητε μετὰ
5886φρίκης ἀπέναντι τοῦ μεγάλου ἐκείνου κριτοῦ, τοῦ λαοῦ, ὅστις
5887μᾶς περιμένει μίαν ἡμέραν. Θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, καθ’ ἣν θὰ
5888μετανοήσητε διὰ τὰς πράξεις σας! Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἔργον
5889ἰδικόν σας. Ἐγὼ, κατερχόμενος ἐντεῦθεν, δηλῶ καὶ αὖθις,
5890ὅτι κατὰ πεποίθησιν στερεὰν καὶ ἀκλόνητον θὰ καταψη-
5891φίσω τοῦ νομοσχεδίου. (Εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
5892§278ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλοῦμεν μίαν ἀναβολήν.
5893§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεῤῥίφθη ἡ πρότασις ἀναβολῆς προη-
5894γουμένως. Νὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν ψηφοφορίαν;
5895§280ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα, νὰ λάβωμεν ἀναψυχήν.
5896§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσι
5897Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
5898(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
5899ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Κανάρη καὶ Καλογεροπού-
5900λου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
5901Χαρ. Τρικούπης ΟΔημ. Ν. Βότσαρης
5902Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΟΚωνστ. Γ. Καραπάνος
5903Γ. Σισμάνης ΟΓεώργιος Χ. Παχὺς Ο
5904Δ. Βουλπιώτης ΟΣτέφανος Δραγούμης Ο
5905Ἀθ. Ἴσκος Δημ. Γ. Ῥάλλης Ν
5906Ν. Καλαντζόπουλος ΟἈνδρέας Γ. Ψύλλας Ο
5907Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Φωκίων Νέγρης Ο
5908Μ. Γουλιμῆς ΟἸω. Α. Γεωργαντᾶς
5909Μ. Ἰατρίδης ΟΝικόλ. Μπουφίδης Ο
5910Δ. Χατζόπουλος ΝΔημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ο
5911Γεώργιος Μίλησης ΟΔημ. Καλλιφρονᾶς
5912Σπυρίδων Νοταρᾶς Νικ. Λεβίδης Ν
5913Γιώργιος Κούστας Σπυρ. Κουκούλεζας Ο
5914Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΟὌθων Μακρυγιάννης Ο
5915Σωτήρ. Δανόπουλος ΟΤρύφ. Μουτσόπουλος Ο
5916Ἀναστ. Δημητριάδης Θάνος Κανακάρης
5917Μιχαὴλ Νικηφοράκης ΟἈθ. Πετιμεζᾶς
5918Δημήτρ. Πετρίδης ΝΝεοκλ. Πετιμεζᾶς
5919Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΝΑ. ΠαπαγιαννακόπουλοςΝ
5920Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝΑ. Φωτήλας Ο
5921Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Ἀνδρ. Αὐγερινός
5922Χρῆστος Χριστόπουλος ΝἈντ. Ῥικάκης
5923Φίλιπ. Βάρβογλης Ἀχ. Γεροκωστόπουλος Ν
5924Ἠλίας Φλέσσας Ἰω. Κρεστενίτης
5925Κωντ. Κωνσταντόπουλος Ν. Κουμανιώτης
5926Ἀρ. Σακελλαρόπουλος Χρ. Στεφανόπουλος Ο
5927Παναγ. Μανέτας ΟἈλέξ. Ζαΐμης
5928Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος ΝΝ. Καλογερόπουλος Ο
5929Ἠλίας Παλαμήδης Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Ο
5930Κωνστ. Κατσικόπουλος ΟΝ. Παπανικολάου
5931Δ. Ζέγγελης Ν. Καφετζόγλους Ο
5932Ἰω. Πεζᾶς ΟἸωάνν. Καρτάλης
5933Κων. Σινέλης ΟἈρ. Κανταρτζῆς Ο
5934Βασίλ. Βουδούρης ΟΕὐάγ. Σταμούλης Ο
5935Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος ΟΝ. Κοκωσλῆς
5936Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς ΟἸω. Παπαδόπουλος Ο
5937Ἀναστ. Ἐ. Λούντζης ΟΚ. Μαρκίδης Ο
5938Διον. Λομβάρδος ΟἈριστ. Ἀργυρόπουλος Ο
5939Γεώργ. Θεοτόκης ΟΔημ. Κουτσουμπλῆς Ο
5940Κωνστ. Βασιλάκης Εὐθ. Μπατζιᾶς Ο
5941Ἀντ. Καποδίστριας Ἀναστ. Ζαρμάνης Ο
5942Ν. Βασιλάκης Ἀχιλ. Λογιωτάτου
5943Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Σωτ. Σωτηρόπουλος
5944Πολυχρ. Κωνσταντᾶς Κ. Κουμουνδοῦρος
5945Σπυρ. Ἀλαμάνος Περικλῆς Πεῤῥωτὴς
5946Θεόφιλος Προβατᾶς Δημήτριος Τζάνες Ο
5947Ἰωάννης Παδοβᾶς ΟΠερικλῆς Μποῦτος
5948Εὐάγγ. Μπασιᾶς Παναγιώτης Σάκκης
5949Ἀγαμέμνων Μεταξᾶς ΟΝικόλαος Παπαλέξης Ο
5950Ἀνδρ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΟΝικόλαος Μισυρλῆς Ν
5951Νικόλ. Βαλσαμάκης Ν. Καράπαυλος Ο
5952Γεράσιμος Μουσούρης Ἀσημάκης Χριστόπουλος
5953Παναγ. Βενιεράτος ΟΕὐστάθιος Κοκκέβης Ο
5954Γ. Τυπάλδος Κοζάκης Δημήτριος Κάρτσωνας
5955Γεώργιος Κόρπας Δημήτριος Π. Γουδῆς Ο
5956Στέφανος Σκουλούδης ΟΣ. Χατζηγάκης
5957Ἀλοΐσιος Τόμαν Κ. Ζωγλοπίτης Ο
5958Χαρίλ. Προβελέγγιος ΟἈθ. Καζαμπάκας Ο
5959Νικόλ. Νομικός Γ. Φραγκίδης Ο
5960Μίνως Μπογιατζόγλους ΟΑ. Τακιατζῆς Ο
5961Γεώργιος Μπούμπουρας ΟΓ. Τάκης
5962Λωρέντζος Δελαρόκας ΟΝ. Ταρμπάζης
5963Δημοσθένης Καΐρης ΟΖ. Φαλιάγκας
5964Γεώργ. Δρόσος ΟΣταμάτιος ΜπουντούρηςΟ
5965Νικόλ. Κρίσπης ΟΘεόδωρος Γκίκας Ο
5966Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ο
5967Κωνστ. Κοσσονάκος ΟΚ. Χαλκιόπουλος Ο
5968Γεώργ. Μαυρομιχάλης Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος Ο
5969Ἀριστ. Πετροπουλάκης Ν. Κοντογιάννης
5970Γιανν. Μαυρομιχάλης ΟἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ο
5971Νικήτας Βαρβιτσιώτης ΟΓ. Λιδωρίκης Ο
5972Λεων. Καπετανάκος Κ. Χατζῖσκος Ο
5973Ξανθὸς Πικουλάκης ΟΔ. Ζουλούμης Ο
5974Γ. Πετροπουλάκης Κ. Ἀναγνωστόπουλος Ν
5975Κ. Παπαμιχαλόπουλος Θεμιστ. Κανάρης Ν
5976§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς ἀπεῤῥίφθη διὰ
5977ψήφων 77 κατὰ 13, ψηφοφορησάντων ἐν ὅλῳ 90.
5978§283ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω τὸν λόγον, κύριε
5979Πρόεδρε.
5980§284ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά· ὁμιλήσατε.
5981§285ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπεφασίσατε νὰ ἐπι-
5982ψηφίσητε τὴν πίστωσιν. Ἀπέναντι τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς,
5983τῆς ἀνεκκλήτου, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν νὰ ἀντιτάξωμεν, παρὰ
5984διαμαρτυρίας μέχρις ἐσχάτων. Ἂν ἤθελέ τις νὰ ἐρευνήσῃ
5985καὶ εὕρῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς τόσον πολὺ σπεύδετε νὰ ψη-
5986φίσητε τὴν πίστωσιν αὐτήν, ματαίως ἤθελε πράξει τοῦτο,
5987διότι οὐδένα θὰ εὕρισκε τοιοῦτον λόγον. Δὲν πρόκειται πλέον
5988περὶ ἁπλῆς ὑποψίας, ὅσον ἀφορᾷ τὴν στοργήν, τὴν ὁποίαν
5989ἐπέδειξε καὶ ἐπιδεικνύει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τὴν πίστω-
5990σιν αὐτήν, ἀλλὰ περὶ ἀποδείξεων μέχρις ἐναργείας. Τόσον
5991εἶναι βέβαιον αὐτό, ὥστε μέχρι τοῦδε ἐγένοντο ἰδιαίτεραι
5992διασκέψεις περὶ τὰς δέκα, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ μείνητε
5993μίαν νύκτα ὁλόκληρον καὶ ψηφίσητε αὐτὸ τὸ πεφιλημένον
5994νομοσχέδιον, πιέζοντες κατὰ τρόπον πρωτοφανῆ καὶ ἀνήκου-
5995στον τὴν μειονοψηφίαν. Καὶ ἀπηγορεύσατε εἰς ἕνα Βουλευ-
5996τὴν, νὰ εἴπῃ δύο λέξεις ἐκ τῆς θέσεώς του, διότι εἶχεν ὁμι-
5997λήσει δίς. Ἀλλὰ διατὶ τέλος πάντων θέλετε νὰ χορηγήσητε
5998αὐτὰ τὰ χρήματα; Τὰ ὀφείλομεν;.... Ὁ κ. Μίλησης νεύει
5999καταφατικῶς. Ἀλλὰ ποῦ στηρίζεται ἡ ἀπαίτησις; Ἐγὼ
6000δὲν θέλω νὰ ἐρευνήσω τὴν ὑπόθεσιν ἐξ ἀρχῆς. Θὰ ἐξετάσω
6001τὸν τίτλον, τὸν ὁποῖον ἀπέκτησαν οἱ δῆθεν δικαιοῦχοι ἀπὸ
6002τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Πόσον ποσὸν ἐπεδίκασε τὸ Ἐλεγ-
6003κτικὸν Συνέδριον; Τρεῖς χιλιάδας ἑκατὸν ἑξήκοντα λίρας.
6004Τὸ μέχρι 10,300 ὑπόλοιπον πόθεν τὸ ὀφείλομεν; Ἐγὼ ἠμ-
6005φισβήτησα καὶ τὰς 3,160, νομίζω δὲ, ὅτι ἀπέδειξα, ὅτι
6006δὲν ἔχει νὰ λάβῃ τίποτε· ἀλλὰ παραδέχομαι πρὸς στιγμὴν,
6007ὅτι ἐκεῖνο τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον παρεδέχθη τὸ Ἐλεγκτικὸν
6008Συνέδριον εἶναι βέβαιον καὶ ἀκριβές. Πόσον λοιπὸν εἶναι τὸ
6009ποσὸν αὐτό; Τρεῖς χιλιάδες ἑκατὸν ἑξήκοντα λίραι, λέγουσι
6010δὲ οἱ περὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὸ ὑπόλοιπον προέρχεται
6011πρῶτον, ἀπὸ τὴν προμήθειαν. Ἀλλὰ τὸ Συνέδριον ἀπεφά-
6012σισεν, ὅτι δὲν δικαιοῦται ὁ Σπάρταλης νὰ λάβῃ τοιαύτην.
6013Ποίαν ἄλλην ἀρχὴν ἔχετε, ἡ ὁποία σᾶς εἶπε τὸ ἐναντίον;
6014Ἐξελέγχονται οἱ λογαριασμοὶ ἑνὸς ὑπολόγου, καὶ ἡ ἐξέλεγ-
6015ξις φέρει ὡς ἀποτέλεσμα, ὅτι εἰς πίστωσιν τοῦ ὑπολόγου
6016αὐτοῦ ἀναγράφεται ἓν ποσὸν 3,160 λιρῶν. Τὸ Συνέδριον εἶπε,
6017προμήθεια δὲν ὀφείλεται. Ἀλλὰ μετὰ ταῦτα προκαλεῖται
6018ἀναθεώρησις. Τὴν ἀναθεώρησιν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον
6019δύναται νὰ τὴν κάμῃ ἐπὶ τῇ αἰτήσει εἴτε τοῦ ὑπολόγου,
6020εἴτε ἐξ ἐπαγγέλματος, ἀλλ’ ἐξ ἐπαγγέλματος μόνον εἰς μίαν
6021περίστασιν, ἤτοι ὅταν ὑπάρχῃ λογιστικὸν λάθος, ἢ παρε-
6022λείφθη ἀναγραφὴ κονδυλίων. Ὁ ὑπόλογος ἔκαμεν ἐνταῦθα
6023αἴτησιν ἀναθεωρήσεως; Ὄχι. Ἀλλ’ ὑπάρχει μία αἴτησις
6024ἀναθεωρήσεως τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας, ὁ ὁποῖος δὲν
6025ἠξεύρομεν, πῶς ἀναμιγνύεται καὶ ποίους δανειστὰς ἀντιπρο-
6026σωπεύει. Ἀντιπροσωπεύει ἆρά γε τὴν ὁμάδα τῶν δανειστῶν
6027τοῦ Σπάρταλη, ὡς ἐξ ἀρχῆς ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὁ
6028Πρωθυπουργός; Ἀλλ’ ὁ Σπάρταλης ὀλίγον μετὰ τὴν πτώ-
6029χευσίν του συνεβιβάσθη, μετὰ δὲ τὸν συμβιβασμὸν ὁμὰς δα-
6030νειστῶν δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Μήπως ἔλαβε χώραν ἐκ-
6031χώρησις; Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει μόνοι οἱ ἐκδοχεῖς
6032Ἄγγλοι θὰ ἠδύναντο νὰ ζητήσωσι τὴν ἀναθεώρησιν τῆς
6033ἀποφάσεως. Τὸ νὰ ἔρχηται ὅμως ὁ Πρέσβυς νὰ ζητῇ τὴν
6034ἀναθεώρησιν, τοῦτο εἶναι ὄχι μόνον ἔκτροπον καὶ παράνο-
6035μον, ἀλλὰ καὶ αὐτόχρημα ἀνατρεπτικὸν τῆς αὐτονομίας καὶ
6036τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Κράτους, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον
6037ὁ Πρεσβευτὴς δὲν ὑπέβαλεν ἁπλῆν αἴτησιν ἀναθεωρήσεως,
6038ἀλλὰ διετύπωσεν ἔντονον καὶ ἐπιβλητικὴν ἀπαίτησιν. Ἔχω
6039μάλιστα ἓν πρόχειρον ἔγγραφον τοῦ ἀντιπροσώπου τούτου
6040τῆς Ἀγγλίας, ὁ ὁποῖος λέγει. (Ἀναγινώσκει)....
6041§286ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη, ἡ πεποίθησις τοῦ
6042Πρέσβεως.
6043§287ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοῶ, τί θέλετε νὰ
6044εἴπητε, κύριε Μίληση. Μήπως ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι γνώμη
6045τοῦ Πρέσβεως; Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ: εἶναι ἐπιτετραμμένον
6046νὰ ἐπιβάλλωσιν οἱ Πρέσβεις ἑκάστοτε τὰς γνώμας των εἰς
6047τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὰ Δικαστήρια δι’ ἀπειλῶν, ὅταν
6048μάλιστα αἱ γνῶμαι αὗται δὲν ἦναι οὔτε νόμιμοι, οὔτε δί-
6049καιαι; Ἔπειτα νομίζετε, ὅτι εἶναι μόνον αὐτὸ τὸ ἔγγραφον,
6050τὸ ὁποῖον εὗρον προχείρως ἐδῶ; Δὲν ἐνθυμεῖσθε τὴν ἐπιστο-
6051λὴν ἐκείνην, δι’ ἧς λέγει ὁ Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλίας πρὸς
6052τὸν Πρωθυπουργὸν, ὅτι ὀφείλει νὰ δώσῃ πέρας εἰς αὐτὴν τὴν
6053ὑπόθεσιν ὑπὲρ τοῦ Σπάρταλη, διότι ἄλλως θὰ εὑρεθῇ εἰς θέσιν
6054ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἀγγλικὴ ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, τὴν
6055Ἀγγλικὴν, τὴν ἀλληλογραφίαν μεταξὺ τοῦ κ. Τρικούπη
6056καὶ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως; Εἶναι ἁπλῆ γνώμη αὐτὴ
6057πλέον; Καὶ ὅμως ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις ἀναγνωρίζετε
6058ἀνύπαρκτον πρὸς τὸν Σπάρταλην ὀφειλὴν, καὶ ἐπιμένετε
6059ὑποστηρίζοντες τὴν περὶ τούτου ὕποπτον προαίρεσιν τοῦ κ.
6060Πρωθυπουργοῦ, ἀξιοῦντος νὰ πληρωθῇ προμήθεια, ἥτις οὐ
6061μόνον δὲν ἀναγνωρίζεται, ἀλλὰ καὶ διαῤῥήδην ἀπεκρούσθη
6062ἀπὸ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, διότι γνωστὸν εἶναι, ὅτι τὸ
6063Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ μετὰ τὴν αἴτησιν ἀναθεωρή-
6064σεως, καὶ μετὰ τὴν προσαγωγὴν ἀποσπασμάτων τοῦ βιβλίου
6065τοῦ Σπάρταλη, τοῦ ἐμπόρου Σπάρταλη, ἐνεδοίαζε ν’ ἀπο-
6066δεχθῇ κονδύλιον προμηθείας. Τότε εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην
6067ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ προκαλέσῃ ἔγγραφον ἀπὸ τὸ Ὑπουρ-
6068γεῖον τῶν Ναυτικῶν περὶ ὀφειλομένης δῆθεν κατ’ ἔθιμον
6069προμηθείας, πλὴν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀπήν-
6070τησεν, ὅτι οὐδέποτε ἐπληρώθη προμήθεια δι’ ὅσα πλοῖα
6071ἠγοράσθησαν, ἢ ἐναυπηγήθησαν ἐν Γαλλίᾳ, ἢ ἀλλαχοῦ.
6072Ἐσχάτως δὲ μόνον ἐπληρώθη προμήθεια 180 λιρῶν ἐπὶ πο-
6073σοῦ εἰκοσιμιᾶς χιλιάδων λιρῶν, αἵτινες ἐδόθησαν διὰ τὴν
6074«Μυκάλην» καὶ τὴν «Σφακτηρίαν». Καὶ ἐν τούτοις, μετὰ
6075τοιαύτην ἀπάντησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὁ κ.
6076Πρωθυπουργὸς συγκαλεῖ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ζητεῖ
6077τὴν γνώμην τῶν λοιπῶν Ὑπουργῶν, καὶ καταστρόνει πρα-
6078κτικὸν, δι’ οὗ δηλοῦται, ὅτι ὁ Σπάρταλης δικαιοῦται νὰ
6079λάβῃ προμήθειαν 2%! Εἶναι λοιπὸν δίκαιον νὰ πλη-
6080ρώσωμεν αὐτὴν τὴν προμήθειαν; Ὁ Σπάρταλης ἦτο Πρό-
6081ξενος, ἤτοι δημόσιος ὑπάλληλος, ὡς τοιοῦτος δ’ ἐνήργησε.
6082Πῶς λοιπὸν θὰ λάβῃ προμήθειαν; Ἔπειτα ὁ ἴδιος εἶπε δι’
6083ἐγγράφου του, ὅτι οὐδέποτε ἐζήτησεν ἢ ζητεῖ προμήθειαν,
6084ὡς ὑπηρετῶν τὴν πατρίδα του δωρεάν. Καὶ ὅμως, κατὰ
6085παράδοξον τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι, ἐπιμένετε, μεθ’ ὅλα
6086ταῦτα, νὰ πληρώσητε προμήθειαν 3,000 λιρῶν. Ἀλλὰ, τέ-
6087λος πάντων, δέχεσθε τὴν προμήθειαν· ἔστω. Δὲν ἀρκεῖ ὅμως
6088αὕτη, διότι μετὰ τοῦ ἀναγνωρισθέντος κεφαλαίου ἀνέρχε-
6089ται εἰς 6,000 περίπου λιρῶν, εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ φθάσωμεν
6090εἰς τὸ ποσὸν τῶν 10,800, διότι τόσας ζητεῖ ὁ Πρέσβυς τῆς
6091Ἀγγλίας. Πῶς λοιπὸν νὰ φθάσωμεν εἰς αὐτὸ τὸ ποσόν;
6092Δέον νὰ ὑπολογίσωμεν καὶ τόκον. Μὰ διὰ τὸν τόκον σᾶς
6093εἶπε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὅτι δὲν ὀφείλεται τοιοῦτος,
6094ἔχετε δὲ καὶ ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου, ὅστις λέγει, ὅτι
6095οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ λάβῃ τόκον, ἐὰν δὲ ἐγείρῃ ἀγωγὴν, ἢ
6096δὲν ἦναι συμπεφωνημένος τοιοῦτος, ἢ δὲν ἐπιβάλλεται ἐξ
6097εἰδικῆς τοῦ νόμου διατάξεως. Οὐδεμία τούτων τῶν περι-
6098πτώσεων συντρέχει ἐνταῦθα. Διὰ ποῖον λοιπὸν λόγον θέλετε
6099νὰ πληρώσητε τόκον; Εὑρέθη ἡ δικαιολογία. Πρέπει νὰ
6100πληρώσωμεν τόκον, διότι χωρὶς νὰ ἔχωμεν δικαίωμά τι
6101ἐλάβομεν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν 6,000 λιρῶν τοῦ Σπάρταλη,
6102τὰς ὁποίας, ἐὰν αὐτὸς μετεχειρίζετο, θὰ εἶχε βεβαίως κέρ-
6103δος, ἐπειδὴ δὲ ἡμεῖς τὸν ἐστερήσαμεν τοῦ κέρδους τούτου,
6104τὸν ἐζημιώσαμεν, πρὸς ἀποζημίωσιν δὲ πρέπει νὰ τῷ πλη-
6105ρώσωμεν τόκον. Αὐτὸς εἶναι ὁ συλλογισμὸς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου
6106στηρίζουν τὴν ἀπαίτησιν τῶν τόκων, ἀλλ’ ὁ τοιοῦτος συλ-
6107λογισμὸς στερεῖται πάσης σοβαρότητος. Ἐὰν ἔχῃ ἀπαίτη-
6108σιν πρὸς ἀποζημίωσιν ὁ Σπάρταλης, πρέπει νὰ τὴν ἐπι-
6109διώξῃ δικαστικῶς, διότι, καὶ ἂν ὑποτεθῇ κατ’ ἀρχὴν ὡς
6110βάσιμος τοιαύτη ἀξίωσις, τίς δύναται νὰ γνωρίζῃ, πόση θὰ
6111ἦναι ἡ ἀποζημίωσις; Ἐὰν τῳόντι ἐστερήθη κέρδους τινὸς
6112ἐξ οἱουδήποτε λόγου ὁ Σπάρταλης, εἶναι ζήτημα πραγμα-
6113τικὸν, ζήτημα ἐκτιμήσεως, ὅπερ δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ
6114ἐξετάσωμεν. Πῶς λοιπὸν ἔρχεσθε σεῖς, καὶ ἀφ’ ἑνὸς μὲν δέ-
6115χεσθε, ὅτι ὀφείλομεν κατ’ ἀρχὴν ἀποζημίωσιν, ἀφ’ ἑτέρου
6116δὲ ὁρίζετε αὐθαιρέτως τὴν ἀποζημίωσιν εἰς τόκον 5%
6117ἐπὶ ὅλου τοῦ κεφαλαίου; Δὲν πρέπει δὲ νὰ παρέλθῃ ἀπαρα-
6118τήρητος καὶ ἡ ἑξῆς περίστασις. Διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ
6119ποσὸν τῶν 10,800 λιρῶν, ὑπολογίζεται τόκος 5%
6120ἐπὶ τοῦ ὅλου κατασχεθέντος ποσοῦ, πλὴν τοῦτο εἶναι πρό-
6121δηλος ἁρπαγή. Ὁ Σπάρταλης ἐδικαιώθη νὰ λάβῃ, δυνάμει
6122τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, 3,160 λίρας.
6123Πόσας ἐλάβομεν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν; Ἕξ χιλιάδας τριακο-
6124σίας, πλὴν αὗται εἶναι σημειωμέναι εἰς χρέωσιν ἡμῶν εἰς
6125τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ Σπάρταλη, ὥστε, καθ’ ἣν ἐποχὴν
6126ἐλάβομεν τὰς 6,000 λίρας, ὁ Σπάρταλης ἦτο ὀφειλέτης
6127τοῦ Δημοσίου 3,000 λιρῶν. Καὶ ὅμως σεῖς ὑπολογίζετε τό-
6128κον ἐπὶ 6,000, ἤτοι καὶ ἐπὶ τοῦ ποσοῦ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον
6129εἶχε νὰ δώσῃ καὶ ὄχι νὰ λάβῃ. Ἐὰν ὑπολογίζετε σήμε-
6130ρον τόκον 5% ἐπὶ τοῦ ἡμίσεος ποσοῦ, διότι, καθ’ ἣν
6131ἐποχὴν ἐλάβετε τὰς 6,000 λίρας, ὤφειλε 3,000, τὸ ἐν-
6132νοῶ· ἀλλὰ τὸ νὰ ὑπολογίζητε τόκον καὶ ἐπὶ τῶν 6,000
6133λιρῶν, τοῦτο δὲν εἶναι πλέον σφάλμα, ἀλλ’ ἔγκλημα.
6134Παρεκτὸς ὅλων αὐτῶν, διατὶ θέλετε νὰ παρακάμψητε
6135τὸν σκόπελον τῆς παραγραφῆς; Παραγραφὴ δὲν χωρεῖ, λέ-
6136γετε, διότι ἡ ὑπόθεσις ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέ-
6137δριον, καὶ ἀφ’ ἧς στιγμῆς τοῦτο ἐνέγραψεν εἰς πίστωσιν τοῦ
6138Σπάρταλη τὸ γνωστὸν ποσὸν, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης
6139ἄρχεται ὁ πρὸς παραγραφὴν χρόνος. Ἀλλὰ διὰ ποῖον πο-
6140σὸν ἐνέγραψε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἰς ὁριστικὴν πί-
6141στωσιν τοῦ Σπάρταλη; Μόνον τὸ ποσὸν τῶν 3,160 λιρῶν·
6142ὥστε, καὶ ἂν ἦτο ὀρθὴ ἡ γνώμη σας, πάλιν διὰ τὸ ποσὸν
6143αὐτὸ δὲν θὰ ὑπῆρχε παραγραφή. Πῶς λοιπὸν ὑποστηρίζετε,
6144ὅτι καὶ ἡ ἀπαίτησις τῆς προμηθείας καὶ τῶν τόκων δὲν
6145εἶναι παραγεγραμμένη; Ἐὰν παραδεχθῆτε, ὅτι ἡ ἀπόφασις
6146τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου εἶναι τίτλος, ὅστις χρησιμεύει
6147ὡς ἐφετηρία πρὸς ἔναρξιν τῆς παραγραφῆς, θὰ τὴν παραδε-
6148χθῆτε μόνον διὰ τὸ κεφάλαιον τῶν 3,160 λιρῶν. Προμή-
6149θειαν δὲν εἶπεν, ὅτι ὀφείλομεν, ἀλλὰ τὴν ἐνέγραψεν ὅτε
6150τὴν ἀνεγνώρισεν ἡ Κυβέρνησις· ὥστε δι’ αὐτὴν ἔπρεπε νὰ
6151εἴπητε τοὐλάχιστον, ὅτι παρεγράφη. Τὶ δὲ νὰ εἴπω διὰ
6152τοὺς τόκους; Ἐπεδικάσθησαν τοιοῦτοι ἀπὸ τὸ Συνέδριον;
6153Ὄχι. Ποῦ στηρίζεσθε λοιπὸν καὶ λέγετε, ὅτι ὡς πρὸς
6154αὐτοὺς δὲν ὑπάρχει παραγραφή; Καὶ ἂν δεχθῆτε ὡς ὀρθὴν
6155τὴν ἀρχὴν, ὅτι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐκαθαρίσθη ἡ ἀπαίτησις
6156ἀπὸ τὸ Συνέδριον, ἔκτοτε ἄρχεται ἡ παραγραφή, τοῦτο
6157δὲν δύνασθε ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ τὸ εἴπητε καὶ διὰ τόκους,
6158ἀφοῦ τὸ Συνέδριον διαῤῥήδην ἀποφαίνεται, ὅτι τοιοῦτοι δὲν
6159ὀφείλονται.
6160Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε ὀρθὴ ἡ γνώμη, ὅτι ὁ πρὸς παραγρα-
6161φὴν χρόνος ἄρχεται ἀφ’ ἧς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐκα-
6162θάρισε τὴν ἀπαίτησιν; Θὰ ἠδίκουν καὶ ὑμᾶς καὶ τοὺς ἀξιο-
6163τίμους προαγορεύσαντας, οἱ ὁποῖοι ἄριστα ἀνέπτυξαν τὸ
6164θέμα τοῦτο, ἐὰν ἐπεχείρουν νὰ εἴπω τι ἐπὶ πλέον. Ἐκεῖνο,
6165τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μὴ ἀφήσω ἀπαρατήρητον, εἶναι τοῦτο.
6166Σᾶς εἶπον μεταξὺ ἄλλων καὶ ὅτι εἶναι ἀναξιοπρεπὲς νὰ προ-
6167βάλῃ τὸ Δημόσιον παραγραφήν. Νομίζω, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα
6168τοῦτο εἶναι λίαν παρακεκινδυνευμένον, διότι οὐδεὶς ἔχει τὸ
6169δικαίωμα νὰ τάξῃ ἑαυτὸν ὑπεράνω τοῦ νόμου, καὶ νὰ λέγῃ,
6170ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ συμμορφῶται πρὸς αὐτόν...
6171§288ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ σημειώσατε καλῶς, ὅτι τὸ Δημόσιον
6172ἔχει βραχυτέραν παραγραφὴν ἀπὸ τὴν κοινήν.
6173§289ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἐκ Φθιώτιδος Βουλευ-
6174τὴς μᾶς εἶπε προχθὲς, πολὺ ἀφελῶς, ὅτι ὑπάρχει διάκρισις με-
6175ταξὺ λογιστικῆς καὶ ἀστικῆς παραγραφῆς· ἀλλὰ τοιαύτη
6176διάκρισις εἰς ἡμᾶς εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστος. Δύο εἰδῶν
6177παραγραφὴν ἔχομεν. Ἡ μία εἶναι ἡ ποινικὴ, ἡ ἄλλη ἀστι-
6178κή· οὐδεμία δ’ ἑτέρα διάκρισις ὑπάρχει, πλὴν τῆς διαφορᾶς
6179τοῦ χρόνου. Ἐν τούτοις ὁ κ. Σιμόπουλος ἠθέλησε καὶ εἰς
6180αὐτὸ τὸ ζήτημα νὰ ἐκφράσῃ ἰδίαν γνώμην, ἀλλὰ τῷ κά-
6181μνω τὴν παρατήρησιν, ὅτι δέον νὰ μὴ ἐξέρχηται τοῦ κύ-
6182κλου τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, εἰς οὓς ἀναμφισβητή-
6183τως εὐδοκιμεῖ.
6184Νομίζετε, μεθ’ ὅλα ταῦτα, Κύριοι, ὅτι ἔχομεν ὑποχρέω-
6185σιν νὰ πληρώσωμεν τὴν ἀπαίτησιν τῶν 335,000 δραχ-
6186μῶν; Τὸ νὰ λέγητε, ὅτι ὑπῆρξε πίεσις ἐκ μέρους τῆς Ἀγ-
6187γλικῆς Πρεσβείας καὶ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, τὴν
6188ὁποίαν δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποφύγῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις,
6189τὸ ἐννοῶ. Ἀλλ’ ὀφείλετε νὰ τὸ λέγητε φανερὰ, καὶ ὄχι
6190ἰδιαιτέρως. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει
6191πίεσις Ἀγγλικὴ, καὶ ὅμως σεῖς λέγετε: «μὰ τί! θέλετε νὰ
6192σᾶς τὸ εἴπῃ φανερὰ ὁ κ. Πρωθυπουργός; Σεῖς τὸ βλέπετε
6193ἀπὸ τὰ ἔγγραφα». Ναί, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἦσθε εἰλικρινεῖς,
6194διὰ νὰ δυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν τὴν συζήτησιν εἰς μόνην
6195τὴν ἐξωτερικὴν ἐπέμβασιν, διότι δὲν ἐννοοῦμεν, ἐπ’ οὐδενὶ
6196λόγῳ, νὰ ὑποκύψωμεν εἰς τὴν πίεσιν τῶν ξένων. Ἐὰν ἐπρό-
6197κειτο περὶ τῆς ζημίας μόνον τοῦ Δημοσίου, βεβαιωθῆτε, ὅτι
6198τὸ κακὸν θὰ ἦτο μικρὸν, ἢ ἐλάχιστον, ἀλλὰ δὲν πρόκειται
6199περὶ τῆς ζημίας ταύτης μόνον. Πρῶτον φαίνεται, ὅτι ἡ Νομο-
6200θετικὴ Ἐξουσία δίδει τρόπον τινὰ τὸ σύνθημα εἰς τὴν ἀθέτησιν
6201τῶν νόμων. Ὅταν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου ἐκτίθηνται ἰδέαι
6202περὶ τοῦ ὅτι εἶναι ἀναξιοπρεπὲς νὰ συμμορφώμεθα πρὸς τοὺς
6203νόμους, πῶς θέλετε οἱ ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου νὰ σέβωνται
6204τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους σεῖς οἱ ἴδιοι παραβιάζετε; Ἔπειτα
6205δὲν σᾶς κάμνει ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ ἀπαίτησις αὕτη ἐπιβάλ-
6206λεται ὑπὸ ξένης Δυνάμεως; Καὶ δύνασθε σήμερον νὰ εἴ-
6207πητε, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐπιβολὴ ἐκ μέρους ξένων, μετὰ τὰ
6208ἔγγραφα ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ὅλοι ἐλάβετε γνῶσιν; Καὶ τότε
6209ποῦ εἶναι ἡ ἐθνικὴ αὐτονομία, καὶ πῶς χαρακτηρίζετε τὸ
6210ἀξιοθρήνητον περιστατικὸν, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον
6211ἐξέδοτο ἀπόφασιν κατὰ διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰ-
6212κονομικῶν; Ὑποθέσατε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης
6213διατάσσει ἓν Δικαστήριον, νὰ ἐκδώσῃ κατὰ τοιοῦτον ἢ τοι-
6214οῦτον τρόπον μίαν ἀπόφασιν. Νομίζετε, ὅτι ὑπάρχει πλέον
6215Δικαστικὴ Ἐξουσία; Ποῦ πλέον ἡ τῶν ἐξουσιῶν διάκρισις,
6216ἐπὶ τῆς ὁποίας πρέπει πρὸ πάντων νὰ ἑδράζηται, ὡς ἐπὶ θε-
6217μελίου ἀσαλεύτου, ἡ λειτουργία τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πο-
6218λιτεύματος; Ἐὰν καθιερώσητε τοιαύτην ἀρχὴν, νὰ διατάσ-
6219σῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον,
6220καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὰ Δικαστήρια, νὰ ἐκδί-
6221δωσιν ἀποφάσεις κατὰ τὰς ἐνδείξεις οἱουδήποτε Ἔθνους,
6222ἔχοντος ἀξιώσεις, τότε μὴ λέγετε, ὅτι εἴμεθα Ἔθνος, καὶ
6223μάλιστα Ἔθνος αὐτόνομον. Παρομοία κατάστασις, ἀμφι-
6224βάλλω, ἐὰν ὑπάρχῃ εἰς ἄλλο μέρος, ὁπωσοῦν εὐνομούμενον.
6225Πῶς θεωρεῖτε τὰς διαταγὰς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔδιδεν ὁ
6226κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ τῷ
6227ἔλεγεν, ὅτι ἡ διακοίνωσις τῆς Ἀγγλίας, ἡ ἔντονος, πραγμα-
6228τεύεται καὶ περὶ τόκου, καὶ ὅτι ὤφειλεν ἑπομένως καὶ περὶ
6229τόκου ν’ ἀποφασίσῃ;
6230Καὶ ὅταν ἔχωμεν πρὸ ἡμῶν τόσῳ αὐθάδη ξενικὴν ἐπέμ-
6231βασιν εἰς ἐσωτερικὴν ὑπόθεσιν, νομίζετε, ὅτι πράττει πα-
6232τριωτικὸν ἔργον ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, νὰ ἀναγνωρίσῃ
6233τρόπον τινὰ ἐπισήμως αὐτὴν τὴν ἐπέμβασιν, καὶ ν’ ἀναιρέσῃ
6234οὕτω τὰ κυριαρχικὰ τῆς χώρας δικαιώματα; Καὶ νομίζετε,
6235ὅτι τὸ προηγούμενον τοῦτο δύναται νὰ μὴ ἔχῃ συνεπείας
6236δυσάρεστους; Ὅταν ἄλλη τις Δύναμις βραδύτερον νομίσῃ,
6237ὅτι τῇ ἐπιβάλλεται νὰ προστατεύσῃ ὑπήκοόν της, διατὶ νὰ
6238μὴ δώσητε τὸ δικαίωμα καὶ εἰς αὐτὴν νὰ πράξῃ, ὅ,τι νῦν,
6239πράττει ἡ Ἀγγλία; Ὑπῆρξαν προηγούμενα, καὶ τὰ προη-
6240γούμενα ταῦτα ἔπρεπε νὰ σᾶς χρησιμεύσωσιν ὡς παρα-
6241δείγματα. Ἠθέλησε νὰ ἐπιμείνῃ ἄλλοτε ἡ Γαλλία εἰς τὰ
6242Λαυριακὰ, καὶ ἀπεκρούσθη ἡ ἐπιμονή της· ἡ τότε σθεναρὰ
6243ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀπόκρουσις ἔφερε
6244τὸ εὐάρεστον ἀποτέλεσμα, ὅτι ἐπῆλθεν ὁ συμβιβασμὸς ἐκεῖ-
6245νος, τὸν ὁποῖον γνωρίζετε. Ὑπῆρξεν ἄλλη ἐποχὴ, ἀτυχὴς
6246διὰ τὴν Ἑλλάδα, καθ’ ἣν ἡ Ἀγγλία ἀπήτει νὰ πληρώ-
6247σωμεν 10,000 λιρῶν εἰς συγγενεῖς τῶν φονευθέντων ὑπὸ
6248τῶν λῃστῶν, τότε δὲ ἦτο λίαν δεδικαιολογημένη ἡ Κυβέρ-
6249νησις, ἡ ὁποία ἔλεγε «πρέπει νὰ πληρώσωμεν αὐτὸ τὸ πο-
6250σὸν», καθόσον ὑπὸ περιστάσεις δυσμενεῖς διὰ τὴν Ἑλλάδα
6251ἐγεννήθη τὸ ζήτημα ἐκεῖνο. Καὶ ὅμως εὑρέθησαν τότε Βου-
6252λευταὶ, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑπῆρχε καὶ ὁ κ. Μίλησης, οἵτινες
6253ἀπέκρουσαν καὶ αὐτὴν, τὴν ὄχι τόσῳ ἄδικον ἀξίωσιν τῆς
6254Ἀγγλίας, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι δὲν ἀφίνετο ἐλεύθερον τὸ Ἔθνος
6255νὰ πληρώσῃ, ὅ,τι ἔκρινε πρέπον.
6256Δι’ αὐτὸ ἐπέμεινα ἐξ ἀρχῆς καὶ ἐπιμένω. Ἂς ἐξευρεθῇ
6257εἷς ἄλλος τρόπος ἐπὶ τέλους, καὶ ἂς πληρωθῶσιν αἱ δραχ-
6258μαὶ αὗται, ἀφοῦ δὲν πείθεσθε νὰ πράξητε ἄλλως, ἀλλὰ μὴ
6259ἐπιψηφίζετε τὴν πίστωσιν, διότι ἀναγνωρίζετε ἐπισήμως
6260τὴν ξένην ἐπέμβασιν, καὶ ἀναιρεῖτε τὰ κυριαρχικὰ τῆς χώ-
6261ρας δικαιώματα. Ἄφετε τὴν Κυβέρνησιν νὰ πληρώσῃ δι’
6262ἄλλου τρόπου, ἂν ἡ πίεσις ἦναι τόσον ἐπιτακτική, ὥστε δὲν
6263ἐπιτρέπει ἄλλην λύσιν, ἀλλὰ μὴ παρεμβάλλετε τὴν θέλη-
6264σιν τοῦ Κοινοβουλίου, διότι εἶναι ὀλέθριον προηγούμενον.
6265Ἰδοὺ διατὶ φρονῶ, ὅτι ἔπρεπεν ἐκ παντὸς τρόπου ν’ ἀπο-
6266φύγωμεν τὴν ἐπιψήφισιν τῆς πιστώσεως. Ὅσῳ καὶ ἂν μοὶ
6267λέγητε, ὅτι πείθεσθε περὶ τοῦ δικαίου τῆς ἀπαιτήσεως, εἶναι
6268ἀδύνατον νὰ πιστεύσω τοῦτο. Ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι
6269σᾶς κάμνουν νὰ ἀκολουθῆτε τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ προ-
6270κείμενον ζήτημα; Περὶ τούτου, εἶπον ἤδη τὴν γνώμην μου.
6271Νομίζετε, ὅτι ὑπάρχει ἴσως τόσον ἰσχυρὰ πίεσις, ὥστε δὲν
6272δυνάμεθα ν’ ἀποκρούσωμεν τὴν πίστωσιν. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ
6273ἔχητε ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὰ μικρὰ Κράτη πρέπει πρὸ πάντων νὰ
6274φροντίζωσι περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας των. Δι’ αὐτὸ νομίζω,
6275ὅτι διαπράττετε μέγα ἀδίκημα κατὰ τῆς Πατρίδος.
6276Καλὸν εἶναι νὰ ἐνθυμηθῶμεν ἐπὶ τέλους, ὅτι, πρὶν ἀνα-
6277λάβωμεν τὰ καθήκοντά μας, ὁρκιζόμεθα, νὰ τηρήσωμεν
6278πίστιν εἰς τὴν Πατρίδα καὶ ὑπακοὴν εἰς τοὺς νόμους, νὰ
6279ἐκπληρῶμεν δ’ εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά μας. Πρέπει νὰ
6280μὴ λησμονῶμεν τὴν βεβαίωσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν δίδομεν
6281ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, τὸν ὁποῖον δὲν ἐπικαλούμεθα μόνον μάρ-
6282τυρα τοῦ ὅρκου μας, ἀλλὰ καὶ τιμωρὸν ἡμῶν, ὁσάκις παρα-
6283βαίνωμεν τὸν ὅρκον τοῦτον. Ἐῤῥήθη πρὸ ἡμερῶν, ὅτι ἡμεῖς
6284διὰ τῆς τακτικῆς μας ἐκθέτομεν τὴν ὑπόληψιν τοῦ Κοινο-
6285βουλίου, καὶ ἐργαζόμεθα πρὸς ἐξουθένωσιν καὶ ἴσως πρὸς
6286κατάργησιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: Ἡμεῖς εἴμεθα οἱ τοιαῦτα
6287διαπράττοντες, ἢ ὑμεῖς, οἱ ἀκολουθοῦντες τυφλῶς τὴν Κυ-
6288βέρνησιν καὶ ἐπιδοκιμάζοντες πάσας αὐτῆς τὰ παρανομίας
6289καὶ ἀκολασίας; Τίς ἡ ἀνάγκη, παρακαλῶ, νὰ χαρακτηρί-
6290σητε τὸ προκείμενον ζήτημα ὡς πολιτικόν; Ἐδῶ πρόκειται
6291περὶ ἁπλῆς πιστώσεως, εἶναι δὲ τὰ πράγματα τόσῳ διη-
6292κριβωμένα, ὥστε ἂν ὄχι ὅλοι, οἱ πλεῖστοι ὅμως ἐξ ὑμῶν θὰ
6293κατεψηφίζετε τὴν ἄδικον καὶ παράνομον πίστωσιν, ἐὰν ἐκ
6294τῆς ψήφου σας δὲν ἐξηρτᾶτο ἡ τύχη τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ
6295ὅμως, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα ἄνευ ἀνάγκης ἔλαβε χροιὰν πολι-
6296κὴν, ἐδεσμεύθη ἡ θέλησίς σας, καὶ ἐτέθη εἰς πλήρη ἀδρά-
6297νειαν ἡ συνείδησίς σας. Καὶ διὰ τί τοῦτο; Διότι θεωρεῖ ἑαυ-
6298τὸν ὑπόχρεων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπέναντι τῆς Ἀγγλίας
6299καὶ ἀπέναντι τοῦ Σπάρταλη καὶ τῶν περὶ αὐτόν. Εἶναι τοῦτο
6300καὶ λέγεται λειτουργία κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος;
6301Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἀδικεῖτε μεγάλως τὴν Πατρίδα.
6302§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰωάννης Γεωργαντᾶς ἔχει τὸν λό-
6303γον....
6304§291ΚΑΝΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀναβολήν.
6305§292ΡΑΛΛΗΣ. Ἢ τοὐλάχιστον διακοπήν.
6306§293ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Νὰ ἀναβληθῇ.
6307§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
6308§295ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
6309§296ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσι
6310Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
6311(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
6312ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κκ. Κανάρη καὶ Καλογεροπού-
6313λου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
6314Χαρ. Τρικούπης ΟἈντ. Ῥικάκης
6315Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΟἈχ. Γεροκωστόπουλος Ν
6316Γ. Σισμάνης ΟἸω. Κρεστενίτης
6317Δ. Βουλπιώτης ΟΝ. Κουμανιώτης
6318Ἀθ. Ἴσκος Χρ. Στεφανόπουλος Ο
6319Ν. Καλαντζόπουλος ΟἈλέξ. Ζαΐμης
6320Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Νικόλ. Καλογερόπουλος Ο
6321Μ. Γουλιμῆς ΟἈλέξ. Κοντόσταυλος Ο
6322Μ. Ἰατρίδης ΟΝ. Παπανικολάου
6323Δ. Χατζόπουλος Νικόλ. Καφετζόγλους Ο
6324Γεώργιος Μίλησης ΟἸωάννης Πεζᾶς
6325Σπυρίδων Νοταρᾶς Κωνσταντ. Σινέλης Ο
6326Γεώργιος Κούστας Βασίλειος Βουδούρης Ο
6327Ἀλέξανδρος ἈντωνόπουλοςΟΚ. Ἀργασάρης ΛομβάρδοςΟ
6328Σωτήριος Δανόπουλος ΟΔιον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ο
6329Ἀναστ. Δημητριάδης Ἀναστ. Ε. Λούντζης Ο
6330Μιχαὴλ Νικηφοράκης ΟΔιον. Λομβάρδος Ο
6331Δημήτριος Πετρίδης ΝΓεώργιος Θεοτόκης Ο
6332Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΝΚωνστ. Βασιλάκης
6333Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝἈντ. Καποδίστριας
6334Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Νικόλαος Βασιλάκης
6335Χρ. Χριστόπουλος Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς
6336Φίλιππος Βάρβογλης ΝΠολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς
6337Ἠλίας Φλέσσας Σπυρ. Ἀλαμάνος
6338Κων. Κωνσταντόπουλος Θεόφιλος Προβατᾶς
6339Ἀρ. Σακελλαρόπουλος Ἰωάννης Παδοβᾶς Ο
6340Παναγιώτης Μανέτας ΟΕὐάγγ. Μπασιᾶς
6341Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος ΝἈγαμέμνων Μεταξᾶς Ο
6342Ἠλίας Παλαμήδης ΟἈνδ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΟ
6343Κωνστ. Κατσικόπουλος Νικόλ. Βαλσαμάκης
6344Δ. Ζέγγελης Γεράσιμος Μουσούρης
6345Δημ. Ν. Βότσαρης Παναγ. Βενιεράτος Ο
6346Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΝΓ. Τυπάλδος Κοζάκης
6347Γεώργιος Χ. Παχὺς ΟΓεώργιος Κόρπας
6348Στέφανος Δραγούμης ΟΣτέφανος Σκουλούδης Ο
6349Δημήτρ. Γ. Ῥάλλης ΝἈλοΐσιος Τόμαν
6350Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας ΟΧαρίλ. Προβελέγγιος Ο
6351Φωκίων Νέγρης ΟΝικόλαος Νομικὸς
6352Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς ΝΜίνως Μπογιατζόγλους Ο
6353Νικόλ. Μπουφίδης ΟΓεώργιος Μπούμπουρας Ο
6354Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟΛωρέντζος Δελαρόκας Ο
6355Δημ. Καλλιφρονᾶς Δημοσθένης Καΐρης Ο
6356Νικόλ. Δ. Λεβίδης ΝΓεώργιος Δρόσος Ο
6357Σπυρ. Κουκούλεζας ΟΝικόλαος Κρίσπης Ο
6358Ὄθων Μακρυγιάννης ΟΕὐστάθιος Κεχαγιᾶς
6359Τρύφων Μουτσόπουλος ΟΚωνστ. Κοσσονάκος Ο
6360Θάνος Κανακάρης Γεώργιος Μαυρομιχάλης
6361Ἀθ. Πετιμεζᾶς Ἀριστ. Πετροπουλάκης
6362Νεοκλ. Πετιμεζᾶς Γιανν. Μαυρομιχάλης Ο
6363Α. Παπαγιαννακόπουλος ΝΝικήτας Βαρβιτσιώτης Ο
6364Α. Φωτήλας ΟΛεων. Καπετανάκος
6365Ἀνδ. Αὐγερινὸς Ξανθὸς Πικουλάκης Ο
6366Γεώρ. Πετροπουλάκης Εὐστάθιος Κοκκέβης Ο
6367Κων. Παπαμιχαλόπουλος ΝΔημήτριος Κάρτσωνας
6368Ἰωάν. Καρτάλης Δημήτριος Π. Γουδῆς Ο
6369Ἀργ. Κανταρτζῆς ΟΣ. Χατζηγάκης
6370Εὐάγ. Σταμούλης ΟΚ. Ζωγλοπίτης Ο
6371Ν. Κοκωσλῆς Ἀθ. Καζαμπάκας Ο
6372Ἰω. Παπαδόπουλος ΟΓ. Φραγκίδης Ο
6373Κωνστ. Μαρκίδης ΟΑ. Τακιατζῆς Ο
6374Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος ΟΓ. Τάκης
6375Δημ. Κουτσουμπλῆς ΟΝ. Ταρμπάζης
6376Εὐθ. Μπατζιᾶς ΟΖ. Φαλιάγκας
6377Ἀναστ. Ζαρμάνης ΟΣταμάτιος Μπουντούρης Ο
6378Ἀχιλ. Λογιωτάτου Θεόδωρος Γκίκας Ο
6379Σωτήριος Σωτηρόπουλος Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ο
6380Κωνστ. Κουμουνδοῦρος Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
6381Περικλῆς Πεῤῥωτὴς Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος Ο
6382Δημήτριος Τζάνες ΟΝικόλ. Κοντογιάννης
6383Περικλῆς Μποῦτος Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς Ο
6384Παναγιώτης Σάκκης Γεώργ. Λιδωρίκης Ο
6385Νικόλαος Παπαλέξης ΟΚωνστ. Χατζῖσκος Ο
6386Νικόλαος Μισυρλῆς Δημήτρ. Ζουλούμης Ο
6387Ν. Καράπαυλος ΟΚωνστ. Ἀναγνωστόπουλος
6388Ἀσημάκης Χριστόπουλος Θεμιστοκλῆς Κανάρης Ν
6389§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 90. Ἐκ τούτων
639013 εἶπον Ναὶ καὶ 77 εἶπον Ὄχι. Ἑπομένως ἡ πρότασις
6391περὶ ἀναβολῆς ἀπεῤῥίφθη.
6392Ὁ κ. Ι. Γεωργαντᾶς ἔχει τὸν λόγον.
6393§298Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐνόμισα, Κύριοι, ὅτι εἶχον καθῆ-
6394κον νὰ λάβω τὸν λόγον ἐν τῇ προκειμένῃ συζητήσει, ὡς
6395ἀποτελῶν μέρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Νο-
6396μίζω δὲ, ὅτι τὰ μέλη τῶν Ἐπιτροπῶν ὀφείλουσι πάντοτε
6397νὰ φωτίζωσι τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα
6398συζητοῦνται ἐν αὐταῖς ἀναλυτικώτερον. Τὸ ζήτημα τῆς πι-
6399στώσεως τῶν 335,000 δραχμῶν θεωροῦμεν ζήτημα πολι-
6400τικῆς τῆς Κυβερνήσεως, συστήματος τῆς διοικήσεως αὐτῆς,
6401καὶ οὐχὶ ἁπλῆς πιστώσεως, ἐκ τῶν συνήθως εἰσαγομένων εἰς
6402τὴν Βουλὴν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ὅθεν ὀφείλει νὰ ἐλέγξῃ αὐ-
6403τὴν αὐστηρῶς. Ἄλλοτε, Κύριοι, οὐχὶ πρὸ πολλῶν ἐνιαυ-
6404τῶν, τὸ κύριον θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠσχολοῦντο αἱ
6405Βουλαὶ, ἐλέγχουσαι τὰς πράξεις τῶν Κυβερνήσεων καὶ ἀνα-
6406τρέπουσαι πολλάκις αὐτὰς, ἦν ἡ διοίκησις τῆς χώρας, διότι,
6407καὶ δικαίως, πᾶσαι αἱ λοιπαὶ πράξεις ἐθεωροῦντο ὡς μέσα
6408καὶ οὐχὶ ὡς σκοπὸς, ἡ δὲ διοίκησις ἐλογίζετο ὡς τὸ τέρμα
6409τῆς ἰσότητος, τῆς τάξεως καὶ τῆς εὐημερίας τοῦ πολίτου.
6410Ἀπό τινων ὅμως ἐνιαυτῶν, κυρίως ἀφ’ ἧς ἐποχῆς κρατεῖ ἡ
6411πολιτικὴ τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, τὸ ἔδαφος τοῦ ἀγῶνος
6412μετεβλήθη, ἡ διοίκησις ὑπεχώρησε, σχεδὸν λησμονηθεῖσα,
6413τὸ δὲ οἰκονομικὸν ζήτημα κατέλαβε τὴν πρωτεύουσαν θέ-
6414σιν, ἐξαφανίσαν διὰ τῆς ἰσχυρᾶς λάμψεώς του πᾶν ἄλλο φω-
6415τεινὸν σημεῖον, δυνάμενον νὰ προδίδῃ τὴν αὐθαιρεσίαν ἢ τὴν
6416ἀδράνειαν τῶν Κυβερνήσεων, κατέστη δὲ τὸ κύριον σημεῖον,
6417ἐφ’ οὗ κρίνεται καὶ ἀποφασίζεται ἡ ἀξία καὶ ἡ εἰλικρίνεια
6418αὐτῶν. Καὶ δὲν θέλω νὰ ἀρνηθῶ μὲ τοῦτο τὸ μέγεθος τῆς
6419σοβαρότητος τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, οὐδὲ κατὰ πόσον
6420τοῦτο ἐπιδρᾷ ἐπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς ὑπάρξεως τοῦ Κρά-
6421τους, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καθίσταται ἀκατανόητον, εἶναι,
6422πῶς ἐπιτηδείως κατωρθώθη νὰ μεταβληθῇ τὸ ἔδαφος τοῦ
6423ἀγῶνος, νὰ τραπῇ δὲ ἡ προσοχὴ πᾶσα ἐπὶ μόνου τούτου
6424τοῦ θέματος, ἡ δὲ λοιπὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως νὰ
6425θεωρηθῇ ὡς δευτερευούσης ἀξίας, ἐνῷ καὶ τοῦτο κατ’ ἐπι-
6426είκειαν ἔπρεπεν ἐξ ἴσου τουλάχιστον νὰ βαρύνωσιν ἀμφό-
6427τερα τὰ ζητήματα ταῦτα εἰς τὴν πλάστιγγα τῆς κοινῆς
6428ἐκτιμήσεως. Καὶ τῇ ἀληθείᾳ, Κύριοι, τί θὰ ἐσήμαινεν, ἐὰν
6429ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις Κράτους τινὸς ἤθελεν εἶσθαι ἀν-
6430θηροτάτη, ἐὰν ὁ χρυσὸς καὶ ὁ ἄργυρος ἤθελον ῥέει εἰς τὰς
6431ὁδούς, ὁπόταν περὶ δικαιοσύνης οὐδὲν ἤθελε λαμβάνεσθαι
6432μέτρον; ὁπόταν αἱ φυλακαὶ τοῦ Κράτους, ἀντὶ νὰ χρησιμεύω-
6433σιν ὡς μέσον σωφρονισμοῦ καὶ ἠθικοποιήσεως, ἤθελον κα-
6434θίστασθαι ἑστία βαρβαρότητος καὶ διαφθορᾶς; ὁπόταν οἱ
6435φόνοι καὶ τὰ ἐγκλήματα ἤθελον λυμαίνεσθαι τὴν κοινω-
6436νίαν, ἕνεκα ἀνεπαρκείας τῆς διοικήσεως νὰ ἐπιβάλῃ τὴν
6437ἔννομον τάξιν; ὁπόταν ὁ πολίτης, ἕνεκα ἀδυναμίας τοῦ νὰ
6438ἐκπληρώσῃ τὰς πρὸς τὸ Δημόσιον ὑποχρεώσεις του, ἤθελε
6439μεταβάλλεσθαι εἰς ἐλεεινὸν ἀνδράποδον, συρόμενον ἀπὸ τοῦ
6440τραχήλου καὶ ὁδηγούμενον ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰσπράκτορος
6441ἐνώπιον τῆς κάλπης τοῦ προστάτου αὐτοῦ; ὁπόταν, κατα-
6442βάλλων οὗτος ἐν ἀγῶνι καὶ ἱδρῶτι τοὺς βαρεῖς αὐτοῦ φό-
6443ρους, ἤθελε βλέπει αὐτοὺς κατασπαταλωμένους εἰς πολυτελῆ
6444καὶ ἄχρηστον ὑπαλληλίαν, κατάλληλον μόνον ἐνίοτε πρὸς
6445προμεμελετημένην παρασκευὴν χειροκροτημάτων καὶ ποδο-
6446κροτημάτων; ὁπόταν ἤθελε βλέπει τὸν οὕτω συλλεγόμενον
6447πλοῦτον δωρούμενον εἰς τοὺς εὐνοουμένους τῆς Ἀγγλικῆς
6448Πρεσβείας; ὁπόταν ὁ κλῆρος, παραμελούμενος, ἀντὶ νὰ συν-
6449τελῇ εἰς τὴν διαμόρφωσιν τοῦ πολίτου, ἤθελε καθίστασθαι
6450καὶ οὗτος μία ἐκ τῶν πολλῶν κοινωνικῶν πληγῶν; ὁπόταν
6451περὶ ἐκπαιδεύσεως οὐδὲν πρακτικὸν ἤθελε λαμβάνεσθαι μέ-
6452τρον, ἀνάλογον πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς προόδου καὶ τοῦ πολι-
6453τισμοῦ; ὁπόταν τέλος οἱ πολῖται, παριστάμενοι ἐνώπιον τῶν
6454δημοσίων ἀρχῶν, ἤθελον διακρίνεσθαι εἰς δύο κεχωρισμένα
6455ἀπ’ ἀλλήλων στρατόπεδα, τοῦ τῶν φίλων τῆς φατρίας,
6456καὶ τοῦ τῶν ἐχθρῶν αὐτῆς; Ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, τοιαύτη
6457οἰκονομικὴ εὐεξία ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἀξίαν τινά; οἱ κυβερνῆται
6458δὲ τοιούτου Κράτους καὶ ὑπὸ τοιούτους ὅρους διοικουμένου
6459θὰ ἐδικαιοῦντο νὰ ἐπιζητῶσι τὰ συγχαρητήρια τῶν συμ-
6460πολιτῶν αὐτῶν; Καὶ ὅμως ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ ἡμετέρου
6461Κράτους, ὅστις, ἂν δὲν ἠδυνήθη νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν χώραν
6462πηγὰς χρυσοῦ καὶ ἀργύρου, κατώρθωσεν ὅμως ἀναντιῤῥήτως
6463νὰ καταστήσῃ τὴν διοίκησιν ὁμοίαν ἐκείνης, ἣν πρὸ ὀλί-
6464γου ἐξεικόνισα, δὲν ἐδίστασε νὰ προκαλέσῃ τὸν θαυμασμὸν
6465καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην παντὸς Ἕλληνος, εἴτε ἐντὸς, εἴτε
6466ἐκτὸς τοῦ Βασιλείου οἰκοῦντος. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι
6467ἐπιτήδειος, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ γενναῖος παλαιστής. Ἐνόησεν,
6468ὅτι, ἐὰν περιεστρέφετο ἅπας ὁ ἔλεγχος καὶ πᾶσα ἡ προσοχὴ
6469ἐντὸς μόνων τῶν ὁρίων τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, ὅτι θὰ
6470εἶχε τὴν εὐχέρειαν, θὰ εἶχε τὴν ἐπιτηδειότητα, εἰσάγων λο-
6471γαριασμοὺς οἰκτρῶς διεστραμμένους καὶ ἀκαταλήπτους, οὐ
6472μόνον εἰς τοὺς πολλούς, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς εἰδικῶς
6473περὶ τὰ οἰκονομικὰ καταγινομένους, θὰ ἠδύνατο ν’ ἀφίνῃ
6474τοὺς σχολαστικοὺς νὰ καταγίνωνται εἰς τὸν ἔλεγχον αὐτῶν
6475πρὸς ἀνακάλυψιν τοῦ φιλοσοφικοῦ λίθου, αὐτὸς δὲ μετά τε
6476τῶν μεμυημένων καὶ τῶν πεπλανημένων φίλων του θὰ ἠδύ-
6477νατο ν’ ἀπολαμβάνῃ τοὺς καρποὺς τῶν κόπων του, διὰ
6478τῶν ὁποίων, τὰ πάντα διαστρέφων, ἐνόμισεν, ὅτι κατώρθωσε
6479νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἐπέφερε τὴν οἰκονομικὴν εὐημερίαν ἐν
6480τῷ Κράτει, ἐνόμισεν, ὅτι κατώρθωσε νὰ πείσῃ τὸν λαὸν,
6481ὅτι αἱ προῤῥήσεις του ἐπηλήθευσαν, καὶ ὅτι δῆθεν οὗτος,
6482ἀγαλλόμενος ἐπὶ τοῖς οἰκονομικοῖς θριάμβοις του, ἀδιαφορεῖ,
6483ἂν, διὰ νὰ προμηθευθῇ 10,000,000 φρ. εἰς χρυσὸν, παρε-
6484χώρησεν ἡ Κυβέρνησις τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου
6485Μύλων–Καλαμῶν ἀντὶ 120,000 φρ. κατὰ χιλιόμετρον, ἐνῷ
6486οἱ ἀναλαβόντες τὴν ἐπιχείρησιν παρεχώρησαν ταύτην ἀντὶ
648785,000 δραχ. μὲ προφανῆ ζημίαν 35,000 φρ, εἰς ἕκαστον
6488χιλιόμετρον, ἤτοι μὲ ζημίαν καθαρὰν τοῦ Δημοσίου 7,000,
6489000 διὰ 200 χιλιόμετρα. Ἀδιαφορεῖ, ἂν, διὰ νὰ πραγμα-
6490τοποιήσῃ τὸ δάνειον τῶν 135,000, ἐξηναγκάσθη παρὰ τῆς
6491ὁμάδος τῶν δανειστῶν νὰ παραγγείλῃ τὴν ναυπήγησιν
6492πλοίων, ἐνῷ τὸ Κράτος εὑρίσκετο εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν
6493δυσχέρειαν, νὰ παραγγείλῃ δὲ μάλιστα ταῦτα καὶ εἰς ὡρι-
6494σμένον κατάστημα, διότι τοῦτο ἀπῄτει τὸ Comptoir d’
6495Escompte, ὅπερ, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἐμμέσων ὠφελειῶν, εἶχε
6496καὶ τὸ μέγα κέρδος, νὰ ὠφεληθῇ τὴν προμήθειαν τῶν 4%,
6497ἤτοι 1,000,000 φράγκων, ἐνῷ τὸ ποσὸν τοῦτο ἠδύνατο νὰ
6498ὠφεληθῇ ἡ Κυβέρνησις, μειουμένου τοῦ τιμήματος, ἂν ἡ
6499παραγγελία ἐδίδετο ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸ κατάστημα, καὶ
6500οὐχὶ διὰ μεσιτῶν. Ἀδιαφορεῖ, ἂν πᾶσαι αἱ παρακαταθῆ-
6501και τῶν κληροδοτημάτων μετεβλήθησαν εἰς ἔντοκα γραμ-
6502μάτια, τὸ προϊὸν τῶν ὁποίων ἐχρησίμευσε διὰ τὰς ἀνάγκας
6503τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας. Ἀδιαφορεῖ, ἂν τὸ κεφάλαιον τοῦ
6504δημοσίου χρέους, ἐπαισθητῶς κατ’ ἔτος αὐξάνῃ, γινομένων
6505καθ’ ἑκάστην δανείων πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων· ἀδιαφο-
6506ρεῖ ἂν, ἐνῷ κατὰ τὸ 1887 ἐπληρώθησαν διὰ τὴν ὑπηρε-
6507σίαν τοῦ δημοσίου χρέους, 26,000,000, διὰ τὸ 1889 θὰ
6508πληρωθῶσι, 40,000,000, καίτοι πολλὰ τῶν δανείων κα-
6509τέστησαν πάγια. Ἀδιαφορεῖ, ἂν ἀντὶ δικαστικῶν κατα-
6510στημάτων ἔχῃ τρώγλας, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τοιαῦτα, ἐν
6511τῇ πρωτευούσῃ τοὐλάχιστον, ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τοῦ Προϋ-
6512πολογισμοῦ, μὲ ποσὸν ἀνώτερον τῶν ἤδη πληρονομένων ἐνοι-
6513κίων. Ἀδιαφορεῖ, ἂν χάριν πολιτικῆς κερδοσκοπίας διαλύ-
6514ωνται ἱστορικαὶ Μοναὶ χάριν τοῦ φίλου μου κ. Μπουφίδου,
6515ὅστις τὴν στιγμὴν ταύτην δυσανασχετεῖ....
6516§299ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Οὔτε σὲ ἐσυλλογίσθην· ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι
6517εἶχον νὰ κάμω μὲ ἄνθρωπον σεβόμενον ἑαυτόν· δὲν ἠμπορῶ
6518νὰ ἀκούω ἀηδίας!
6519§300ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἡ καλὴ συμπεριφορὰ δὲν ἀποκτᾶται
6520ἀμέσως, διὰ νὰ λέγητε δὲ πρὸς ἐμὲ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε,
6521ἀποδεικνύετε, ὅτι στερεῖσθε ἀνατροφῆς.
6522§301ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν περιμένω μαθήματα ἀπὸ σᾶς.
6523§302ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἀδιαφορεῖ, ἐπαναλέγω, ἂν χάριν τοῦ
6524κ. Μπουφίδου διαλύηται χιλίων ἐτῶν Μονὴ, ἡ δὲ περιουσία
6525αὐτῆς συγχωνεύηται μετ’ ἐκείνης ἄλλης Μονῆς, ὥρας πολ-
6526λὰς ἀπεχούσης ἐκείνης, διότι τοῦτο συνετέλει εἰς τὴν πο-
6527λιτικὴν τοῦ κ. Μπουφίδου καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσω-
6528τερικῶν....
6529§303ΛΕΒΙΔΗΣ. Πῶς συνετέλει;
6530§304ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Συνετέλει διότι ἐνόμισαν, ὅτι ἡ διαλυ-
6531θεῖσα Μονὴ συνεπάθει πρὸς τοὺς ἀντιθέτους αὐτῶν· ὑπέθετον
6532δὲ, ὅτι ἦτο κέντρον πολιτικὸν, διότι μὲ ἐφιλοξένει, ὁσάκις
6533μετέβαινον ἐκεῖ· διὰ τοῦτο διέλυσαν τὴν Μονὴν, καὶ τὴν
6534συνεχώνευσαν μὲ μίαν ἄλλην, κειμένην πλησίον τῆς Θίσβης.
6535Τοιαῦτα συμβαίνουσι, καὶ δυσανασχετεῖ ὁ κ. Πρωθυπουρ-
6536γὸς, διότι παρατείνομεν τὰς συνεδριάσεις, καὶ παρακωλύο-
6537μεν τὰς ἐργασίας. Ἀδιαφορεῖ, ἂν τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον
6538ἑτέρας Μονῆς, ἐγγύτατα τῆς πρωτευούσης κειμένης, διότι
6539ἠρνήθη νὰ τροφοδοτήσῃ μίαν ὁμάδα τῆς φατρίας εἰς βάρος
6540τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας, ἐῤῥίφθη εἰς τὰς φυλακὰς, ἵνα
6541ἔλθῃ ἕτερον συμβούλιον, ὄργανον τῆς φατρίας, ὅπερ νὰ ἐγ-
6542κρίνῃ τὴν πρᾶξιν αὐτὴν, ὅπως καὶ τὴν ἐνέκρινε....
6543§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ, κύριε Βουλευτὰ, εἶναι ἄσχετα πρὸς
6544τὸ θέμα.
6545§306ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Εἶναι λίαν σχετικά· δὲν θὰ κανονίσητε
6546ὑμεῖς τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως. Δὲν εἰσῆλθον ἀκόμη εἰς
6547τὸ θέμα. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν εἰσαγωγήν.
6548§307ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ζητεῖτε νὰ φέρῃ τὸν φάκελλον τοῦ Γέ-
6549ρακα;
6550§308ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἀδιαφορεῖ, ἂν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ,
6551ἀρκούμενοι εἰς τὰς τιμὰς, ἃς ἀπολαμβάνουσιν, ἕνεκα τοῦ
6552ἀξιώματος αὐτῶν, δὲν ἔχωσι καιρὸν νὰ καταγίνωνται καὶ
6553ἐργάζωνται πρὸς ἀνάπλασιν τῶν ὀργανικῶν νόμων ἐπὶ τὸ
6554ἁπλούστερον καὶ οἰκονομικώτερον, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν ἀνάγ-
6555κην 112 ὑπαλλήλων διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν,
6556ἀλλὰ νὰ ἀρκῶσι μόνον 40 ἢ 50. Ἀδιαφορεῖ, ἂν τὸ Πα-
6557νεπιστήμιον στερῆται ὀργανισμοῦ καταλλήλου, δι’ οὗ νὰ δύ-
6558νηται νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν ὑψηλὸν αὐτοῦ προορισμόν. Ἀδια-
6559φορεῖ, ἂν περὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, τοῦ σπουδαιοτάτου
6560τούτου κλάδου τῆς Παιδείας, οὐδὲν λαμβάνηται μέτρον πρα-
6561κτικόν, δι’ οὗ νὰ ἦναι δυνατὸν, διαιρουμένων τῶν Γυμνα-
6562σίων εἰς δύο διάφορα εἴδη συστήματος, τὰ μὲν νὰ χρησι-
6563μεύωσι διὰ τοὺς προωρισμένους διὰ τὸ Πανεπιστήμιον, τὰ
6564δὲ δι’ ἐκείνους, οἵτινες πρόκειται νὰ γίνωσι βιομήχανοι, ἢ
6565ἐπαγγελματίαι. Ἀδιαφορεῖ, ἂν αἱ φυλακαὶ τοῦ Κράτους
6566χρησιμεύωσι πρὸς ἐντελεστέραν διαφθορὰν τῶν καταδίκων,
6567καὶ ἂν οἱ ἔφηβοι, συμβιοῦντες μετὰ τῶν κεκηρυγμένων κα-
6568κούργων, ἐξέρχωνται αὐτῶν μὲ δίπλωμα καθηγητοῦ τῆς
6569κακοηθείας. Ἀδιαφορεῖ, ἂν τὰ δάση, ἡ πολύτιμος αὕτη
6570περιουσία τοῦ Κράτους, χρησιμεύωσι μόνον πρὸς παράνομον
6571πλουτισμὸν τῶν φίλων τῆς φατρίας, συννενοημένων μετὰ τῶν
6572ἐπιφορτισμένων τὴν διαφύλαξιν αὐτῶν. Ἀδιαφορεῖ, ἂν ὁ Ἑλ-
6573ληνικὸς στρατὸς, μὲ τὴν λόγχην εἰς τὰς χεῖρας, διατάσσηται
6574ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τοὺς
6575ἀγροὺς τῶν χωρικῶν, καὶ καταστρέφων τὴν σπορὰν καὶ ἐκ-
6576διώκων τὰ ποίμνια, νὰ μεταβάλλῃ τοὺς ἐνάγοντας εἰς ἐνα-
6577γομένους, καὶ τοὺς ἐναγομένους εἰς ἐνάγοντας. Ἀδιαφορεῖ,
6578ἂν, ἐνῷ ἐδάνεισε τὸ Κράτος εἰς χρυσὸν, προσκαλῆται ἤδη
6579αὐθαιρέτως νὰ πληρωθῇ εἰς χαρτονόμισμα λίαν ἐκπεσμένον.
6580Ἀδιαφορεῖ, ἂν τὰ προνόμια τῶν δήμων ἀφαιρῶνται ἀπ’ αὐ-
6581τῶν, τὸ ἓν κατόπιν τοῦ ἄλλου, καὶ μεταβιβάζωνται εἰς χεῖ-
6582ρας τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας. Ἀδιαφορεῖ, ἂν οἱ Ὑπουργοί
6583του, ἢ τῇ ἐντολῇ αὐτῶν οἱ Γενικοὶ Γραμματεῖς, συνδιαλέ-
6584γωνται μετὰ τῶν καταδίκων ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσω-
6585τερικῶν, ὡς καλοὶ φίλοι, ἵνα τοὺς ἐξαναγκάσωσι νὰ μεταβι-
6586βάσωσι τὴν πολιτικήν των δύναμιν πρὸς τὴν ἀντίθετον με-
6587ρίδα, χάριν τῆς ἐλευθερίας τῶν ἐκλογῶν, καὶ μάλιστα ἐξα-
6588πατῶντες αὐτούς. Ἀδιαφορεῖ τέλος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἂν
6589τὸ βῆμα τοῦτο ἐθεωρήθη ὡς τὸ καταλληλότερον σημεῖον
6590τῆς ἐκτοξεύσεως πάσης ὑπουργικῆς ἀναληθείας, ποτὲ μὲν
6591τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης παριστάνοντος τοὺς κα-
6592κούργους ὡς μειράκια παρεκτραπέντα, ἐνῷ κατόπιν ἀποδει-
6593κνύεται δι’ ἐγγράφων τὸ ψεῦδος αὐτοῦ, ποτὲ δὲ τοῦ Πρωθυ-
6594πουργοῦ λέγοντος, ὅτι καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἀγγλικοῦ στόλου
6595ἤθελεν ἀντιστῆ, διὰ ν’ ἀποκρούσῃ πᾶσαν πίεσιν, ὑπερασπι-
6596ζόμενος τὰ δικαιώματα τοῦ ἀνεξαρτήτου Ἑλληνικοῦ Κρά-
6597τους· ἐνῷ δὲ ταῦτα ἔλεγε, περιβεβλημένος περικεφαλαίαν
6598στρατάρχου, αἴφνης ἀναγινώσκονται ἔγγραφα, ἐξ ὧν ἀπο-
6599δεικνύεται, ὅτι τρόμος κατέλαβεν αὐτὸν καὶ ὅτι ἔγραφεν εἰς
6600τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον νὰ ἐγκρίνῃ πᾶν, ὅ,τι ζητεῖται ὑπὸ
6601τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, διότι ἐπέκειτο διπλωματικὴ ἔρις.
6602Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδωκε καὶ ἑτέραν ἐπίσημον καὶ
6603ἔγγραφον διαβεβαίωσιν, ἥτις ἀποδεικνύεται ἀναληθής. Ὁ
6604Πρωθυπουργὸς διὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεώς του πρὸς τὴν
6605Βουλὴν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως Σπάρταλη λέγει ῥητῶς, ὅτι «τὸ
6606Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον (ἀπόφ. 400) ἀνεγνώρισε τὸν μετὰ
6607τοῦ Σπάρταλη λογαριασμὸν, ὡς τρέχοντα ἐπὶ ἀμοιβαίῳ
6608τόκῳ, καὶ ἐχρέωσεν αὐτὸν μὲ τὴν ἐκ τούτου ὑπὲρ τοῦ Δη-
6609μοσίου διαφορὰν λιρῶν 811. Τοῦ τύπου τούτου τοῦ λογα-
6610ριασμοῦ ἀποδεκτοῦ γενομένου, ὁ τόκος δέον νὰ ἐξακολου-
6611θήσῃ μέχρις ἐξοφλήσεως, ὅτε ὁριστικῶς ἐξισοῦται ὁ λογαρια-
6612σμός.» Καὶ ὅμως τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ῥητῶς ἀπο-
6613κρούει τὴν ἐν γένει ἀναγνώρισιν ἀμοιβαίου τόκου, ὡρισμέ-
6614νως δὲ διαγράφει τὸ ποσὸν τῶν 881 λιρῶν. Ἡ ὑπόθεσις,
6615Κύριοι, τοῦ Σπάρταλη δύναται νὰ θεωρηθῇ εἰς 4 κεχωρι-
6616σμένα κεφάλαια. Τὸ πρῶτον ἀποτελεῖ τὴν κυρίαν ἀπαίτη-
6617σιν, τὴν προερχομένην ἐκ τῆς ληψοδοσίας μεταξὺ αὐτοῦ καὶ
6618τοῦ Δημοσίου καὶ ἐφ’ ἧς ἐξεδόθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 400 τοῦ 1887
6619ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, δι’ ἧς ἀνεγνωρίσθη τὸ
6620ποσὸν τῶν 3,200 λιρῶν περίπου· ἀλλ’ εἰς τοῦτο τὸ ποσὸν
6621δέον νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ 800 λίραι, αἵτινες ἀνεγνωρί-
6622σθησαν διὰ τῆς δευτέρας ἀποφάσεως, ὡς πηγάζουσαι ἐκ τῆς
6623πληρωμῆς τοῦ μισθοῦ τοῦ πλοιάρχου ἑνὸς τῶν πλοίων καί
6624τινος ἄλλης πληρωμῆς· τὸ δεύτερον ἀποτελεῖται ἐκ τοῦ
6625ποσοῦ τῆς προμηθείας, τὸ τρίτον ἐκ τοῦ τόκου τῶν 4.000
6626λιρῶν, καὶ τὸ τέταρτον ἐκ τοῦ τόκου τῆς προμηθείας.
6627Ὅτε, Κύριοι, συνεζητεῖτο ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπο-
6628λογισμοῦ, ἡ ὑπόθεσις αὕτη, πάντες οἱ ἀποτελοῦντες τὴν
6629μειονοψηφίαν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐγνωματεύσαμεν, ὅτι, ἂν ἐπρό-
6630κειτο νὰ πληρωθῶσιν εἰς τὸν Σπάρταλην τὰ ποσά, ἅτινα
6631ἀνεγνωρίσθησαν ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τῶν 4,000
6632λιρῶν, οὐδεμία ἀντίῤῥησις θὰ ἐγίνετο. Ἀλλὰ μακρὰ ἐγένετο
6633συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς προμηθείας καὶ τοῦ τόκου
6634τῶν τε 4,000 λιρῶν, τῆς κυρίας δηλαδὴ ἀπαιτήσεως, καὶ
6635τῶν τόκων τῆς προμηθείας. Καὶ ἂν, Κύριοι, ἐνταῦθα ἐγέ-
6636νετο μακρὰ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου μεταξὺ 150
6637βουλευομένων, κατ’ ἀναλογίαν ἐγένετο πολὺ μεγαλειτέρα ἡ
6638συζήτησις ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ἀποτελουμένῃ ἐξ ὀλίγων μελῶν,
6639καὶ ἥτις κατηνάλωσε δύο ὅλας συνεδριάσεις. Ἀπεκρούσα-
6640μεν τότε τὴν προμήθειαν, ὡς ἀδικαιολόγητον καὶ ὡς λαμ-
6641βάνουσαν χαρακτῆρα καθαρᾶς δωρεᾶς ἐκ μέρους τοῦ Κρά-
6642τους. Ἀπεδείχθη δὲ τρανῶς, ὅτι δικαίωμα προμηθείας δὲν
6643ἔχει οὔτε ὁ Σπάρταλης, οὔτε οἱ ἐκδοχεῖς τῶν δικαιωμάτων
6644του, ἂν ὑπάρχωσι τοιοῦτοι, διότι αὐτὸς ἐνήργει κατ’ ἐντολὴν
6645τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος αὐτῆς, ὡς Γενικὸς
6646Πρόξενος. Ὁ δὲ νόμος δὲν ἐπιτρέπει εἰς τοὺς ὑπαλλήλους
6647αὐτοῦ νὰ λαμβάνωσι προμηθείας παρὰ τοῦ Κράτους, ὅπερ
6648ἀντιπροσωπεύουσι. Καὶ ὑποθέσατε, Κύριοι, ὅταν καθ’ ἑκάστην
6649καὶ πρὸ ὀλίγου ἔτι ἐδίδοντο παραγγελίαι δεκάδων ἑκατομ-
6650μυρίων εἰς τοὺς Πρεσβευτὰς ἡμῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, καὶ οἱ
6651Πρέσβεις οὗτοι, οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Κυβερνήσεως, ἐζήτουν
6652δικαίωμα προμηθείας, πόσα θὰ εἴχομεν νὰ πληρώσωμεν. Ὁ ἐν
6653Παρισίοις Πρεσβευτὴς ἔλαβε κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπιστρά-
6654τευσιν παραγγελίας 20 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Φρονεῖτε, ὅτι
6655εἶχεν οὗτος δικαίωμα νὰ λάβῃ προμήθειαν ἐπὶ τοῦ ποσοῦ
6656τούτου; Ἀλλοίμονον, ἐὰν θέσωμεν τὴν ἀρχὴν ταύτην, ὅτι καὶ
6657οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἐκτελοῦντες ἐντολὰς τῶν Κυβερνήσεων,
6658δικαιοῦνται νὰ λαμβάνωσι παρ’ αὐτῶν προμήθειαν! Δὲν γνω-
6659ρίζω, ἐὰν αὔριον, καὶ δικαίως, δὲν θὰ δικαιῶνται νὰ ἐγεί-
6660ρωσιν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου καὶ ζητήσωσι δικαίωμα
6661προμηθείας, ἀφοῦ ἡμεῖς ἀναγνωρίζομεν δικαίωμα τοιοῦτον
6662εἰς τὸν Σπάρταλην. Ἀλλά, Κύριοι, καὶ ἂν ἀποδειχθῇ διὰ
6663τοῦ τρόπου, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ περι-
6664καλύψῃ τὴν ἀναγνώρισιν τῆς προμηθείας, ὅτι δικαιοῦται νὰ
6665λάβῃ ταύτην ὁ Σπάρταλης, ῥητῶς οὗτος δι’ ἐγγράφου του
6666διέθεσεν αὐτὴν ὑπὲρ ἄλλου σκοποῦ, καὶ παρεκάλεσε τὴν Α.
6667Μ. τὸν Βασιλέα νὰ διαθέσῃ τὸ ἐκ τῆς προμηθείας ποσὸν
6668ὑπὲρ τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων. Καὶ λέγουσι μὲν
6669οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν πίστωσιν, ὅτι δὲν συνήφθη τὸ συνάλ-
6670λαγμα τῆς δωρεᾶς, διότι δὲν ἐγένετο ἡ ἀποδοχὴ αὐτῆς.
6671Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀγνοῆτε, ὅτι ὑπάρχουσι καί τινες δω-
6672ρεαί, αἵτινες δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην ἀποδοχῆς, καὶ τοιαύτη
6673εἶναι ἡ προκειμένη. Εὐθὺς, ὡς ὁ Σπάρταλης ἐδήλωσε πρὸς
6674τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὰ δικαιώματά του, τὰ προερχόμενα
6675ἐκ τῆς προμηθείας, τὰ παρεχώρησεν ὑπὲρ φιλανθρωπικῶν
6676καταστημάτων, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης συνήφθη τὸ
6677συνάλλαγμα, καὶ δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ῥητῆς ἀποδοχῆς, ἵνα
6678θεωρηθῇ τοῦτο ὡς ἀδιάῤῥηκτον. Ὅταν λοιπὸν, ἀφ’ ἑνὸς
6679ἔχωμεν ὑπὲρ ἡμῶν τὸν σπουδαιότατον λόγον, ὅτι εἰς τοὺς
6680δημοσίους ὑπαλλήλους, τοὺς ἐκτελοῦντας τὰς ἐντολὰς τῶν
6681Κυβερνήσεων, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ πληρωθῇ προμήθεια, ἀφ’
6682ἑτέρου δὲ ἔχομεν τὸν ἕτερον ἐπίσης σπουδαιότατον λόγον,
6683τῆς δηλώσεως αὐτοῦ τούτου, τοῦ ἀξιοῦντος τὴν προμήθειαν,
6684παραιτουμένου ταύτης καὶ διαθέτοντος αὐτὴν ὑπὲρ ἀγα-
6685θοεργῶν σκοπῶν, καὶ παρακαλοῦντος τὸν Βασιλέα νὰ δια-
6686θέσῃ ταύτην ὑπὲρ τῶν σκοπῶν ἐκείνων, νομίζετε, ὅτι δυ-
6687νάμεθα νὰ ἐξεύρωμεν δικαιολογίαν σοβαρὰν ἀξίαν λόγου,
6688διὰ νὰ εἴπωμεν, ὅτι, καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα, δικαιοῦται νὰ
6689λάβῃ προμήθειαν ὁ Σπάρταλης; Ἀλλ’ ἐκτὸς, Κύριοι, τῆς
6690προμηθείας, πρέπει νὰ πληρώσωμεν καὶ τόκον, καὶ πρέπει νὰ
6691πληρώσωμεν τόκον, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος μᾶς
6692ἐδήλωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἤθελε μετ’ ἀπαθείας
6693προσβλέψει καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν Ἀγγλικὸν στόλον, τρέμων
6694ἐνώπιον τοῦ ἐγγράφου τοῦ κ. Πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας, ζη-
6695τοῦντος καὶ τὴν ἀναγνώρισιν τόκων, σπεύδει πρὸς πᾶσαν
6696Ἀρχὴν, ζητῶν τὴν ἀναγνώρισιν καὶ τούτων. Τὴν ἀρνεῖται
6697τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, στηριζόμενον εἰς τὰς διατάξεις
6698τῶν νόμων, τρέχει πρὸς τοὺς Νομικοὺς Συμβούλους, καὶ θέ-
6699τει πρὸς αὐτοὺς ἓν ζήτημα ἀόριστον: «Ἐὰν τις παρανόμως
6700στερηθῇ τῆς περιουσίας του, δικαιοῦται ν’ ἀποζημιωθῇ;»
6701Βεβαίως δικαιοῦται. Τίς ἀρνεῖται τοῦτο; Ἀλλὰ διατὶ ἐστε-
6702ρήθη παρανόμως τῆς περιουσίας του ὁ Σπάρταλης; Ποίαν
6703φέρετε πρᾶξιν, δυναμένην νὰ ἀποδείξῃ τοῦτο; Καὶ ὁ τόκος
6704τί ἄλλο εἶναι, ἢ ἀποζημίωσις; Καὶ ἡ ἀποζημίωσις, παρα-
6705καλῶ, τί ἄλλο εἶναι, ἢ τόκος, προκειμένου μάλιστα περὶ κε-
6706φαλαίων, περὶ χρημάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστὸν τί ἀπο-
6707δίδουσιν; Ἀλλὰ συνέβη τοιοῦτόν τι ἐν τῇ προκειμένῃ ὑπο-
6708θέσει; ἐξετέλεσε πρᾶξίν τινα παράνομον ἡ Κυβέρνησις, τὸ
6709Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ζητῆσαν καὶ κατασχὸν τὰ
6710ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ εὑρισκόμενα χρηματικὰ ποσὰ τοῦ
6711Σπάρταλη; Ὑπῆρξε πρόθεσις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως;
6712ὑπῆρξε δόλος; Τὸ Ὑπουργεῖον, φρονοῦν, ἕνεκα τῆς μὴ ὑπο-
6713βολῆς τῶν λογαριασμῶν ἐκ μέρους τοῦ Σπάρταλη, ὅτι εἶχε
6714λαμβάνειν παρ’ αὐτοῦ 12,000 λιρῶν, ἀφοῦ μάλιστα συνέπεσε
6715κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν νὰ ἐκδοθῇ καὶ τὸ δάνειον τῶν
671625,000,000 φρ. καὶ εἶχεν ἀνατεθῆ εἰς τὸν Σπάρταλην ἡ
6717ἐγγραφὴ καὶ εἴσπραξις χρημάτων, ἀποσταλεισῶν μάλιστα
6718καὶ ὁμολογιῶν πρὸς αὐτὸν, καὶ ἐπὶ ὅλων τούτων ὁ Σπάρτα-
6719λης ἠρνεῖτο νὰ δώσῃ λογαριασμὸν καὶ λογοδοσίαν, προέβη
6720καὶ κατέσχε τὸ ἐν τῇ Τραπέζῃ εὑρισκόμενον ποσόν. Καὶ
6721μετὰ τὴν λῆψιν τοῦ χρηματικοῦ τούτου ποσοῦ τῶν 6,000
6722λιρῶν καὶ μετὰ παρέλευσιν πολλῶν ἔτι ἐνιαυτῶν, καλεῖται τὸ
6723Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον κατὰ τὸ 1887, καὶ δι’ ἀποφάσεως
6724του, —καὶ ὁμολογουμένως ἔλυσε τὰ ζητήματα—συμφώνως μὲ
6725τοὺς νόμους καὶ τὸ δίκαιον, ἀναγνωρίζει δι’ αὐτῆς ὑπὲρ τοῦ
6726Σπάρταλη ποσὸν 3,200 λιρῶν περίπου, ἐνῷ κατεσχέθησαν
67276,100 λίραι, αἵτινες καὶ ἐλήφθησαν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Τί
6728ἀποδεικνύει τοῦτο; Ὅτι εἶχε λαμβάνειν ἡ Κυβέρνησις παρὰ
6729τοῦ Σπάρταλη. Διότι, ἐνῷ αἱ 6,000 λιρῶν, αἱ κατασχε-
6730θεῖσαι παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, περιελήφθησαν ὑπὸ τοῦ
6731Σπάρταλη εἰς τοὺς λογαριασμοὺς αὐτοῦ, τὸ Ἐλεγκτικὸν
6732Συνέδριον ἀπεφάνθη, ὅτι ὁ Σπάρταλης δὲν εἶχε λαμβάνειν,
6733εἰμὴ μόνον 3,200 λίρας περίπου· ἑπομένως ὁ Ὑπουργὸς, ὁ
6734κατασχὼν, ἐνήργησε νομίμως καὶ καλῇ τῇ πίστει, καὶ οὐ-
6735δεμία διὰ τοῦτο ὀφείλεται ἀποζημίωσις. Ἀλλὰ, καὶ ἐὰν,
6736Κύριοι, πρὸς στιγμὴν δεχθῶμεν, ὅτι ὁ Σπάρταλης, ἢ οἱ δι-
6737καιοῦχοι αὐτοῦ δικαιοῦνται νὰ λάβωσι τόκον, νομίζετε,
6738ὅτι θὰ ἦναί ποτε δικαιολογημένον νὰ λάβωσι τόκον καὶ δι’
6739αὐτὴν τὴν προμήθειαν; Καὶ ἂν ἀναγνωρίσητε τὸν τόκον ἐν
6740τῇ ἀπαιτήσει ταύτῃ, δεχόμενοι τὴν πίστωσιν, ὡς ἔχει, μὴ
6741λησμονῆτε, ὅτι ἀναγνωρίζετε τόκον καὶ αὐτῆς τῆς προμη-
6742θείας. Καὶ δὲν ἀρκεῖ τάχα, ὅτι παραχωροῦμεν καὶ δίδομεν
6743παρανόμως πρὸς δημόσιον ὑπάλληλον προμήθειαν διὰ πα-
6744ραγγελίας, τὰς ὁποίας ἐνήργησεν οὗτος, διαταχθεὶς παρὰ τῆς
6745Κυβερνήσεώς του, καὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα ταύτην, δὲν ἀρκεῖ,
6746ὅτι, μολονότι οὗτος παρῃτήθη καὶ παρεχώρησε τὴν προ-
6747μήθειαν, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ ταύτην, πρὸς
6748ἄλλους σκοποὺς ἀγαθοεργούς, καὶ συνήφθη καὶ τὸ συνάλ-
6749λαγμα τῆς δωρεᾶς σιωπηρῶς, προκειμένου περὶ ἀγαθοερ-
6750γοῦ σκοποῦ, δὲν ἀρκεῖ, ὅτι προβλέπομεν ὅλα ταῦτα, ἀλλὰ
6751πρέπει νὰ πληρώσωμεν συγχρόνως εἰς τὸν Σπάρταλην καὶ
6752τόκον διὰ τὴν προμήθειαν, τὴν ὁποίαν δὲν δικαιοῦται νὰ
6753λάβῃ;
6754Κατ’ ἀρχὰς, Κύριοι, καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ καὶ ἐνταῦθα,
6755πολλοὶ ἐνόμισαν διὰ τοῦ χρωματισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔδωκεν ἡ
6756Κυβέρνησις καὶ ὁ κ. εἰσηγητὴς καὶ πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς,
6757ὅτι πᾶσα ἡ βάσις τῆς ὑποθέσεως ταύτης εἶναι ἡ κατάσχε-
6758σις τῶν ἕξ χιλιάδων λιρῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ· πολ-
6759λοὶ δὲ συνάδελφοι ἔλεγον, ὅτι αἱ 6,000 λίραι δὲν περιελαμ-
6760βάνοντο κἄν ἐν τοῖς λογαριασμοῖς τοῦ ὑπολόγου, τοῖς ἐξε-
6761λεγχθεῖσιν ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ ἡ κατάσχε-
6762σις αὕτη δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὴν οὐσίαν τῆς ὑπο-
6763θέσεως. Ἂν οὕτως ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, τίς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι
6764δὲν ὀφείλεται τόκος καὶ ἀποζημίωσις; Ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ
6765αὐτοὶ οἱ Νομικοὶ Σύμβουλοι, πρὸς τοὺς ὁποίους προσέτρεξεν
6766ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τί σᾶς λέγουσι περὶ τῶν τόκων; ὅτι
6767ὁ τόκος δὲν δύναται νὰ πληρωθῇ, ἢ δυνάμει ἀγωγῆς, τοιαύτη
6768δὲ ἀγωγὴ δὲν ἐγένετο· ἵνα εὐχαριστήσωσιν ὅμως τὸν Πρω-
6769θυπουργὸν, ἐδικαιολόγησαν τὴν γνώμην των, λέγοντες, ὅτι
6770δύναται νὰ πληρωθῇ ἀποζημίωσις. Ὅλα ταῦτα, Κύριοι,
6771εἶναι ἔκρυθμα καὶ παράνομα καὶ εἰς ἕν μόνον τείνοντα, εἰς τὴν
6772μεταβίβασιν τῆς εὐθύνης εἰς τρίτους, ἵνα κατορθώσῃ ὁ κ.
6773Πρωθυπουργὸς νὰ ἐξέλθῃ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἰσχυριζό-
6774μενος, ὅτι ἐτηρήθησαν πάντες οἱ τύποι. Πρόκειται λοιπὸν,
6775Κύριοι, νὰ πληρώσωμεν ὄχι μόνον προμήθειαν, ἀλλὰ καὶ
6776τόκον τῆς προμηθείας· τὸ τοιοῦτον δὲ τὸ θεωρῶ φοβερόν· διότι,
6777ἐὰν πρὸς πληρωμὴν τόκου ἐπὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώ-
6778ρισε τὸ Συνέδριον, τῶν 4,000 λιρῶν, μολονότι ἀποκρούω τὴν
6779ἰδέαν ταύτην, διότι ὁ λογαριασμὸς ἦτο ἀλληλόχρεως, τὸ δὲ
6780ποσὸν τῶν 6,000 λιρῶν, τὸ κατασχεθὲν, συμπεριελήφθη ἐντὸς
6781τῶν λογαριασμῶν, τοὺς ὁποίους ἐξήλεγξε τὸ Συνέδριον, δύνη-
6782ται ἴσως νὰ ὑπάρξῃ δικαιολογία τις, ὅτι δῆθεν ὁ ὑπόλογος
6783ἐστερήθη τοῦ κατασχεθέντος ποσοῦ τῶν 4,000 λιρῶν, πρὸς
6784ἀναγνώρισιν ὅμως τόκων καὶ δι’ αὐτὴν τὴν προμήθειαν, τὴν
6785ὁποίαν οὔτε δικαιοῦται, οὔτε δύναται νὰ λάβῃ, διότι, καὶ
6786ἐὰν ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ, τὴν παρεχώρησεν ὑπὲρ φιλανθρω-
6787πικῶν σκοπῶν, οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ δικαιολογία, ἡ
6788δὲ χορήγησις τοιούτου ὑπερβαίνει τὰ ὅρια πάσης αὐθαιρε-
6789σίας. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι
6790ὁ ἀναγνωριζόμενος τόκος 5% εἶναι μικρὸς, ἐνῷ, Κύριοι,
6791τὰ κατασχεθέντα χρήματα τῶν 6,000 λιρῶν ἦσαν κατα-
6792τεθειμένα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐπὶ τόκῳ 3%. Ἀλλὰ
6793καὶ πολλὰ ἄλλα ἀνακριβῆ ἐλέχθησαν πρὸς δικαιολόγησιν
6794τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς πιστώσεως. Ἐνώπιόν μου ἔχω, Κύριοι,
6795τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Προέδρου καὶ εἰσηγητοῦ τῆς Ἐπιτρο-
6796πῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἥτις μεταξὺ τῶν ἄλλων λέγει,
6797ὅτι «τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εὗρεν, ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἔπρεπε
6798νὰ πληρωθῇ ἡ πρὸς τὸν Σπάρταλην προμήθεια, ἀλλ’ ὡς
6799συμβαίνει εἰς τὰ ἐλεγκτικὰ σώματα, ὑπελήφθη ὡς πρὸς
6800αὐτὸ ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ποσοῦ αὐθαίρετος». Κατὰ τὸν κ.
6801Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς ὅθεν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον
6802εὗρεν, ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ προμήθεια πρὸς
6803τὸν Σπάρταλην, ἀλλ’ ἰδοὺ τί λέγει τὸ Συνέδριον: «Ἐπειδὴ
6804τὰ διὰ προμήθειαν ἀναγραφόμενα ποσὰ εἶναι ἀπαίτησις
6805ἐμπορικῆς φύσεως, καὶ ἑπομένως διαφεύγει τὴν ἁρμοδιότητα
6806τοῦ Συνεδρίου....» Καὶ ἐνῷ τοιαῦτα οὕτω πως ἀποφαίνεται
6807τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον....
6808§309ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐν τῇ ἀναθεωρήσει τί ἀποφαίνεται;
6809§310Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἀφοῦ ἠναγκάσθη ὑπὸ τῆς Κυβερ-
6810νήσεως νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο, δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ
6811ἀναγνωρίσῃ αὐτὸ, ἀλλ’ ἡ γνώμη τοῦ Συνεδρίου, αὐτή, τὴν
6812ὁποίαν πρὸ ὀλίγου σᾶς ἀνέγνωσα, εἶναι, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ
6813πληρωθῇ προμήθεια, διότι τότε θὰ ἐπρόκειτο περὶ ἀπαιτή-
6814σεως ἐμπορικῆς φύσεως, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι τῆς ἁρμο-
6815διότητος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Βεβαίως, ὅταν ἡ Κυ-
6816βέρνησις, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, διὰ πράξεώς του ἀνα-
6817γνωρίζῃ τὰ ποσὰ ταῦτα, τί ἠδύνατο νὰ πράξῃ τὸ Ἐλεγ-
6818κτικὸν Συνέδριον; Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δὲν ἐξήλεγχε
6819πλέον, ἐξετέλει ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις εἶναι ὁ δια-
6820τάκτης. Ἀλλά, κατὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ
6821Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εὗρεν, ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἔπρεπε νὰ
6822πληρωθῇ πρὸς τὸν Σπάρταλην ἡ προμήθεια, ἀλλ’ ἐπεθύμει
6823μόνον νὰ μάθῃ τὸ ποσὸν, καὶ περὶ τούτου ἠρώτησε τὴν Κυ-
6824βέρνησιν, μάλιστα καὶ ἐστενοχώρησε τὸ Ὑπουργικὸν Συμ-
6825βούλιον, τὸ ἔκαμε νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν
6826χωρὶς νὰ θέλῃ, διότι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐνόμισεν, ὅτι
6827ἔπρεπε νὰ λάβῃ μέρος καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Θέ-
6828λον λοιπὸν καὶ μὴ θέλον ἀνεμίχθη τοῦτο εἰς τὴν ὑπόθεσιν
6829καὶ ἠναγκάσθη νὰ συντάξῃ καὶ ἓν πρακτικὸν, ἵνα μὴ δυσα-
6830ρεστήσῃ τὸ Συνέδριον, ἠναγκάσθη νὰ ἀναγνωρίσῃ καὶ τὴν
6831προμήθειαν, κατόπιν δὲ εἶπεν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον:
6832«τώρα κάμε σὺ, ὅ,τι θέλεις. Ἐγὼ ἀναγνωρίζω ταύτην».
6833Καὶ κατόπιν μᾶς λέγουσιν, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον
6834ἀνεγνώρισε κατ’ ἀρχὴν τὸ δικαίωμα τῆς προμηθείας, καὶ
6835ὅτι μόνον ὡς πρὸς τὸ ποσὸν ἐζήτησε πληροφορίας παρὰ
6836τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἀναγράψῃ αὐτό. Ἀλλὰ διατὶ, Κύ-
6837ριοι, νὰ μὴ λέγωνται ταῦτα, ὅταν ὁ Πρωθυπουργὸς ἔρχη-
6838ται καὶ διὰ τῆς αἰτιολογικῆς πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκθέσεώς
6839του λέγῃ ῥητῶς, ὅτι τὸ Συνέδριον διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 400
6840ἀποφάσεώς του ἀνεγνώρισεν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου τόκον ἐξ
6841881, ἐνῷ τοὐναντίον τὸ Συνέδριον ἀπέκρουσε κατ’ ἀρχὴν
6842τὴν ἀναγνώρισιν τόκων, ῥητῶς δὲ ἀφήρεσε τὸ ποσὸν τῶν
6843884 λιρῶν καὶ ἐκ τοῦ λογαριασμοῦ τοῦ Δημοσίου καὶ ἐκ
6844τοῦ λογαριασμοῦ τοῦ Σπάρταλη; Ὁ Σπάρταλης ἐν τῷ λογαριασμῷ
6845του ἀναγράφει: «μὲ ὅσα χρεοῦμαι διὰ τόκους, λίραι 881»...
6846τὸ δὲ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον λέγει ῥητῶς: «ἐκπίπτονται αἱ
6847881 λίραι λόγῳ τόκων». Ἑπομένως ῥητῶς τὸ Συνέδριον
6848ἀφήρεσε τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 881 λιρῶν, καὶ ἐνῷ δὲν ἀνε-
6849γνώρισε τόκους καὶ ἐξῄρεσε τὸ ποσὸν τοῦτο, ἔρχεται ὁ
6850Πρωθυπουργὸς διὰ τῆς ἐκθέσεώς του καί, ἵνα πείσῃ τὴν Βου-
6851λὴν, ὅτι ὑποχρεοῦται νὰ ἀναγνωρίσῃ τοὺς τόκους, λέγει:
6852πῶς θέλετε νὰ πράξωμεν ἄλλως, ἀφοῦ τὸ Συνέδριον ἀνε-
6853γνώρισε τὸν ἀλληλόχρεων λογαριασμόν, ἐπὶ ἀμοιβαίῳ τόκῳ,
6854καὶ ἐπίστωσε τὸν Δημόσιον μὲ 881 λίρας, πῶς θέλετε, ἡμεῖς
6855νὰ μὴ ἀναγνωρίσωμεν τὸν αὐτὸν τόκον διὰ τὸν Σπάρτα-
6856λην; Καὶ ἐν τούτοις, Κύριοι, τὸ Συνέδριον ῥητῶς, ὡς σᾶς
6857ἀνέφερον, ἐξῄρεσε τὸ ποσὸν τοῦτο. Διὰ σκέψεώς του δὲ ἑτέ-
6858ρας ῥητῶς ἀποφαίνεται, ὅτι: «ἐπειδὴ κατὰ τὸ ἄρθρον 16
6859τοῦ Β. Δ. περὶ συστάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου,
6860τοῦτο ἔχει χρέος νὰ ἐξετάζῃ καὶ νὰ ἐλέγχῃ τοὺς λογαριασμοὺς
6861κτλ. δὲν ἐπιτρέπει δὲ τὴν ἀναγνώρισιν τόκων...» Ὅταν λοι-
6862πὸν, Κύριοι, καὶ διὰ τῆς γενικῆς σκέψεώς του καὶ ὡρισμέ-
6863νως ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν 881 λιρῶν τὸ Συνέδριον ἀποφαί-
6864νεται, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀναγνωρίσῃ αὐτὸ εἴτε ὑπὲρ τοῦ
6865Σπάρταλη εἴτε ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, πῶς δυνάμεθα νὰ μὴ
6866ἀγανακτήσωμεν, ὅταν βλέπωμεν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκο-
6867νομικῶν, εἰσάγοντα εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον καὶ διὰ
6868τῆς εἰσηγητικῆς αὐτοῦ ἐκθέσεως λέγοντα πρὸς τὴν Βουλὴν,
6869ἵνα τὴν ἐξαναγκάσῃ εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, ὅτι ἀνεγνωρίσθη
6870ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ποσὸν, τὸ ὁποῖον τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέ-
6871δριον, ὡς ἀπέδειξα, ἠτιολογημένως ἀποκρούει;
6872Ἐν τῇ προκειμένῃ, Κύριοι, ὑποθέσει ἡ Ἀντιπολίτευσις
6873ἐνόμισεν, ὅτι ἐξετέλει ἐπιβαλλόμενον αὐτῇ καθῆκον, ἀνθι-
6874σταμένη καὶ συζητοῦσα διὰ πάσης εὐρύτητος, καθῆκον, τὸ
6875ὁποῖον θεωρεῖ σωτήριον οὐ μόνον διὰ τὴν προκειμένην ὑπό-
6876θεσιν, ἀλλὰ πρὸ πάντων διότι θὰ δώσῃ ἓν παράδειγμα, ἓν
6877μάθημα, ὥστε ἐν τῷ μέλλοντι αἱ Κυβερνήσεις πολὺ νὰ συλ-
6878λογίζωνται, ὁσάκις πρόκηται νὰ εἰσάγωσιν εἰς τὴν Βουλὴν
6879ὑποθέσεις ὁμοίας φύσεως. Καὶ δύναται μὲν ἡ Συμπολίτευ-
6880σις, ἢ μᾶλλον τινὰ ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς, νὰ ἀγανακτῶσι
6881καὶ νὰ θορυβῶσι καὶ νὰ ταράσσωνται, διότι δῆθεν δὲν ἀφί-
6882νομεν νὰ προοδεύσωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἡμεῖς
6883τοὐναντίον νομίζομεν, ὅτι ἐξετελέσαμεν ὕψιστον καθῆκον.
6884Πολλοὶ πλανῶνται δὲ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουσι, ζῶντες
6885ἐν ἀτμοσφαίρᾳ οὐχὶ καθαρᾷ, ἕνεκα τοῦ φανατισμοῦ, εἰς τὸν
6886ὁποῖον οἱ πολιτευόμενοι συνήθως ὑποπίπτουσιν, ἐὰν νομίζω-
6887σιν, ὅτι ἡμεῖς τόσον παραλογιζόμεθα, ὥστε οὕτω πως πολι-
6888τευόμενοι καὶ οὕτως ἐνεργοῦντες, δὲν λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψει,
6889ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, καθ’ ἣν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν θὰ δώσῃ λό-
6890γον, καὶ ὅτι, ὅταν ἔλθῃ ἡ ἡμέρα ἐκείνη, θὰ διατρέξωμεν
6891ἴσως τὸν κίνδυνον νὰ εὑρεθῶμεν πεπλανημένοι, μὴ προβλέ-
6892ποντες, ὁποία ἔσται ἡ ψῆφος τῶν ἐντολέων ἡμῶν. Ἡμεῖς,
6893Κύριοι, ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ πλειοψηφία τῶν ἐκλο-
6894γέων εἶναι ὑπὲρ ἡμῶν· ἀκριβῶς δὲ ἡ πεποίθησις ἡμῶν, ὅτι
6895σήμερον ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς μόνον τύπῳ ἐκπροσωπεῖ
6896τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Ἔθνους, ὄχι δὲ καὶ κατ’ οὐσίαν, μόνη
6897ἡ πεποίθησις αὕτη μᾶς ὑποχρεοῖ νὰ διεξάγωμεν τόσον πει-
6898σμόνως τὸν ἀγῶνα. Ἂν νομίζητε, ὅτι ἐκπροσωπεῖτε ἀλη-
6899θῶς τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Ἔθνους, διατὶ δὲν διαλύετε τὴν
6900Βουλὴν; Διαλύσατε τὴν Βουλήν· ἂς ἐρωτηθῇ δὲ ὁ λαὸς, ὁ
6901καταλληλότερος κριτὴς, καὶ ἂν ἀποφανθῇ, ὅτι ἡμεῖς κακῶς
6902ἐπολιτεύθημεν, ὅτι παρεξετράπημεν τῶν καθηκόντων ἡμῶν,
6903νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὐδεὶς πλέον θὰ
6904τεθῇ φραγμὸς εἰς τὴν πορείαν ὑμῶν. Ἂν ἔχητε τὸ θάῤῥος,
6905πράξατέ το.
6906§311ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Αὐτὸ εἶναι μωρία.
6907§312Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἡ μωρία εἶναι ἰδικόν σου προνό-
6908μιον, καὶ μάλιστα εἶναι ἀνθηροτάτη. Οὐδέποτε θὰ γηράσῃ.
6909§313ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγερθεὶς καὶ σήμερον, κατὰ τὴν
6910συνήθειάν μου, λίαν πρωῒ, (ἱλαρότης παρατεταμένη) μετ’
6911ἀπορίας ἤκουσα, ὅτι ἐξακολουθεῖ ἡ Βουλὴ συνεδριάζουσα.
6912Ἀντὶ δὲ νὰ ἀποσυρθῶ εἰς τὸ σπουδαστήριόν μου, ἐνόμισα
6913ὀρθότερον νὰ ἔλθω εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ μάθω καὶ ἐγὼ,
6914ποῖον εἶναι τὸ σπουδαῖον ἀντικείμενον καὶ ποῖος ὁ ἀπει-
6915λῶν τὴν πατρίδα κίνδυνος καὶ ἀναγκάζων τὴν Βουλὴν νὰ
6916διανυκτερεύσῃ καὶ νὰ παρατείνῃ τὴν συνεδρίασιν αὐτῆς μέ-
6917χρι τῆς πρωΐας. Ἐλθὼν ἐνταῦθα, εἶδον, ὅτι ἐξακολουθεῖ ἡ
6918συζήτησις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως Σπάρταλη, ἐνόμισα δὲ, ὅτι,
6919ἀφοῦ ἦλθον, ἔχω καθῆκον νὰ λάβω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, ὄχι
6920διὰ νὰ παρελκύσω τὴν συνεδρίασιν, ἀλλὰ διὰ ν’ ἀντικρούσω
6921ἐν ὀλίγοις ἓν ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων, εἰς τὸ ὁποῖον ἐστηρί-
6922χθησαν κυρίως οἱ δύο ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῆς
6923δεξιᾶς ἐνόμισαν πρέπον νὰ ἔλθωσιν εἰς ἐπικουρίαν τοῦ κ.
6924Πρωθυπουργοῦ, καὶ νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν ὑπὸ συζήτησιν
6925πίστωσιν. Ἡ ὑπόθεσις τοῦ Σπάρταλη ἐθεωρήθη λίαν σκαν-
6926δαλώδης, ἀλλ’ οἱ καθήμενοι εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, (δει-
6927κνύει τὴν δεξιὰν) καὶ ὁ τύπος, ὁ φρονῶν φίλα πρὸς τὴν Κυ-
6928βέρνησιν, καὶ πολλοὶ ἄλλοι, ὑποθέτουσιν, ὅτι ἡ Ἀντιπολί-
6929τευσις ἐπιμένει εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῆς, καὶ λαμβάνουσιν
6930οἱ ἀντιπολιτευόμενοι Βουλευταὶ ἀλληλοδιαδόχως τὸν λόγον,
6931οὐχὶ διότι εἶναι πεπεισμένοι, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶναι ἄδικος
6932καὶ πρέπει νὰ ἐξαντληθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν, ἀλλὰ διότι θέ-
6933λουσι μόνον καὶ μόνον νὰ φέρωσι πρόσκομμα εἰς τὰς ἐργα-
6934σίας τῆς Βουλῆς. Τοῦτο, Κύριοι, εἶναι πλάνη· διότι, ἐὰν ἡ
6935Ἀντιπολίτευσις ἤθελε νὰ φέρῃ κώλυμα εἰς τὰς ἐργασίας τῆς
6936Κυβερνήσεως, δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ σταματήσῃ ἐπὶ ἑνὸς
6937καὶ μόνου ἀντικειμένου· ἠδύνατο, ἀφοῦ κατηνάλωσεν εἰς
6938τοῦτο ἀρκετὰς συνεδριάσεις, νὰ μεταβῇ εἰς ἄλλο ἀντικείμε-
6939νον, καὶ νὰ πράττῃ τὸ ἴδιον εἰς ἕκαστον τῶν νομοσχεδίων,
6940τὰ ὁποῖα εἶναι ἐγγεγραμμένα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
6941Ἀλλ’ ἐπέμεινε κυρίως εἰς τὴν πρότασιν, τὴν περὶ Σπάρ-
6942ταλη, διότι φρονεῖ, ὅτι ἡ ἀπαίτησις αὕτη εἶναι ἐντελῶς
6943ἄδικος, εἶναι ἐντελῶς ἀνυποστήρικτος, καὶ νομίζει, ὅτι ἔχει
6944καθῆκον, ἀφοῦ βλέπει τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς φίλους αὐ-
6945τῆς ἐπιμένοντας, χωρὶς ἄλλο νὰ ψηφισθῇ, νομίζει, λέγω, ἡ
6946Ἀντιπολίτευσις, ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ ἐξαντλήσῃ ὅλα τὰ δυ-
6947νατὰ ἐπιχειρήματα, καὶ νὰ φωτίσῃ, ἂν ὄχι τὴν Βουλήν,
6948τουλάχιστον τὴν κοινωνίαν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
6949Γνωρίζετε, ἐξ ὅσων ἕως τώρα ἐῤῥήθησαν, πόθεν πηγάζει
6950ἡ ἀπαίτησις τοῦ Σπάρταλη· ἡ ἀπαίτησις αὕτη πηγάζει ἐκ
6951τοῦ ὅτι κατὰ τὸ 1867 ἡ Κυβέρνησις ἀνέθηκεν εἰς αὐτὸν τὴν
6952ἐκτέλεσιν διαφόρων παραγγελιῶν, καὶ ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ
6953ἀπέστειλεν εἰς αὐτὸν 172 χιλιάδας λίρας. Ἂν ὁ Σπάρτα-
6954λης ἔπραττεν ὡς πράττουσι πάντες οἱ διαχειριζόμενοι ξένα
6955χρήματα, ἂν δηλαδὴ ἐφρόντιζε νὰ ἀποστέλλῃ τακτικῶς καὶ
6956ἐγκαίρως τοὺς λογαριασμούς του εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὐδε-
6957μία περιπλοκὴ ἤθελεν ἐπέλθει· ἀλλὰ, καθὼς εἴδετε, παρῆλ-
6958θον πολλὰ ἔτη ἀπὸ τῆς ἐκτελέσεως τῶν παραγγελιῶν τού-
6959των καὶ ὁ Σπάρταλης δὲν ἔστειλεν οὐδένα λογαριασμόν·
6960προσεκλήθη ἐπανειλημμένως εἰς τοῦτο, ἠπειλήθη καὶ διὰ
6961ποινικῆς καταδιώξεως, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἐκώφευε. Πότε δὲ
6962ἐξύπνησεν; Ὅτε εἶδεν, ὅτι εὑρέθη εἷς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
6963νομικῶν, ὁ ὁποῖος, χρώμενος τῷ δικαιώματι, τὸ ὁποῖον ὁ νό-
6964μος τῷ χορηγεῖ, ἐκήρυξεν αὐτὸν ὑπόλογον διὰ τὰ ποσὰ, τὰ
6965ὁποῖα εἶχον ἐμβασθῆ εἰς αὐτὸν, ἀφαιρουμένων ἐκείνων, τὰ
6966ὁποῖα ἐκ πρώτης ἐξελέγξεως ἐφαίνοντο, ὅτι εἶχε δαπανή-
6967σει, καὶ τὸν ἐκήρυξεν ὑπόλογον διὰ 20 καὶ ἐπέκεινα χιλιά-
6968δας λίρας. Καὶ δὲν περιωρίσθη εἰς τοῦτο καὶ μόνον, ἀλλὰ,
6969συμφώνως μὲ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν, ἐνήργησε καὶ
6970κατάσχεσιν 6 χιλιάδων λιρῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνῆκον εἰς τὸν
6971Σπάρταλην καὶ εὑρίσκοντο εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν.
6972Τότε μόνον, ὅτε ἔγεινεν ἡ κατάσχεσις αὕτη, τότε ἐξύπνησεν
6973ὁ Σπάρταλης καὶ ἀπέστειλε τοὺς λογαριασμούς του, ἀλλὰ
6974ποίους λογαριασμούς; Εἴδετε, ὅτι οἱ ἀποσταλέντες λογαρια-
6975σμοὶ ἦσαν τοσοῦτον ἀτελεῖς καὶ περιπεπλεγμένοι, ὥστε ἐπὶ
697610 ἔτη ἀσχολούμενοι εἰς τὴν ἐξέλεγξιν αὐτῶν Ἐπιτροπαὶ
6977καὶ πολλοὶ λογισταὶ, δὲν ἠδύναντο νὰ εὕρουν οὔτε ἀρχὴν,
6978οὔτε τέλος. Εἴδετε, ὅτι καὶ μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν, ἣν ἔκαμε
6979τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἐξακολουθεῖ αὐτὸς νὰ δημιουργῇ
6980δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, καὶ νὰ τὰ ἀποστέλλῃ, καὶ ὅτι
6981ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νέων τούτων ἐγγράφων ἐπιστώθη ἀκόμη
6982καὶ μὲ 700 λίρας. Ἐὰν λοιπὸν συνέβησαν περιπλοκαὶ εἰς
6983τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, ἐὰν εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ Κυβέρ-
6984νησις νὰ κατάσχῃ χρήματα, ἀνήκοντα εἰς τὸν Σπάρταλην,
6985παραίτιος εἶναι αὐτὸς καὶ μόνος, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο ἀνάγκη,
6986ὡς εἶπεν ὁ κ. Σιμόπουλος, νὰ γνωρίζῃ τὸν Λογιστικὸν Νό-
6987μον, ἤρκει μόνον νὰ πράξῃ, ὅ,τι πράττουσιν οἱ κοινότεροι
6988ἄνθρωποι, δὲν λέγω οἱ συστηματικοὶ ἔμποροι, ἀλλ’ οἱ κοι-
6989νότεροι παντοπῶλαι, οἱ ὁποῖοι, ὅταν ἔχουν δοσοληψίας μὲ
6990οἱονδήποτε, κρατοῦν ἕνα λογαριασμὸν χωριστὸν, καὶ εἶναι
6991εἰς κατάστασιν, εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ εἴπωσιν, ἂν ἔχουν
6992νὰ λάβουν, ἢ νὰ δώσουν. Ὁ Σπάρταλης ἔλαβεν ἀπὸ τὸ
6993Δημόσιον 172,000 λίρας, καὶ ὤφειλε βεβαίως νὰ κρατῇ
6994ἀκριβῆ λογαριασμὸν τῆς ληψοδοσίας ταύτης, καὶ νὰ ἀπο-
6995στέλλῃ περίληψιν τοῦ λογαριασμοῦ αὐτοῦ ἑκάστοτε εἰς
6996τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ παρημέλησε τὸ καθῆκον τοῦτο
6997ἐπὶ 6–7 ὁλόκληρα ἔτη, καὶ δὲν ἐνεθυμήθη νὰ τὸ πράξῃ,
6998εἰμὴ ὅτε ἐγένετο ἡ κατάσχεσις τῶν χρημάτων αὐτοῦ,
6999τῶν εὑρισκομένων εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ ὅτε
7000ἀκόμη ἠπειλήθη μὲ ποινικὴν καταδίωξιν. Καὶ τί προκύπτει
7001τέλος πάντων ἀπὸ τοὺς λογαριασμούς του καὶ τὴν ἐξέλεγ-
7002ξιν; Προκύπτει, ὅτι, καθ’ ὃν καιρὸν ἐγένετο ἡ κατάσχεσις
7003εἰς τὴν Τράπεζαν, ὁ Σπάρταλης ἦτο ὀφειλέτης τριῶν ἢ τεσ-
7004σάρων χιλιάδων λιρῶν· καὶ λέγω, ἦτο ὀφειλέτης, διότι δὲν
7005εἶχε δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ προμήθειαν, οὐδὲ ἐνόει αὐτὸς
7006ἐξ ὑπαρχῆς νὰ ζητήσῃ τοιαύτην. Δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ζη-
7007τήσῃ τοιαύτην. Δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ζητήσῃ προμήθειαν,
7008διότι ἦτο δημόσιος ὑπάλληλος, ὡς ἐκ περισσοῦ δὲ παρη-
7009τήθη καὶ ὁ ἴδιος τῆς προμηθείας, δηλ. ὄχι παρητήθη, ἀλλ’
7010ἐδήλωσεν, ὡς ἐκ περισσοῦ, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ λάβῃ προμήθειαν,
7011μολονότι, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, καὶ ἄνευ τῆς δηλώσεως
7012ταύτης δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ τοιαύτην. Ἡ Ἀντιπολί-
7013τευσις, προκειμένου περὶ τῆς ἀπαιτήσεως ταύτης, ἐπρότεινε
7014κυρίως δύο τινά· πρῶτον, ὅτι ὑπάρχει παραγραφὴ, καὶ δεύ-
7015τερον, ὅτι δὲν ὀφείλεται τόκος. Πρὸς ἀντίκρουσιν αὐτῶν τῶν
7016δύο ἰσχυρισμῶν οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως
7017ἀντέταξαν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀντιταχθῇ κατὰ τοῦ Σπάρ-
7018ταλη ἡ ἔνστασις τῆς παραγραφῆς, οὐδὲ ἠδυνάμεθα νὰ ἀρ-
7019νηθῶμεν εἰς τὸν Σπάρταλην τὴν πληρωμὴν τόκου, διότι ὁ
7020Σπάρταλης πρὸ τῆς ἐξελέγξεως τῶν λογαριασμῶν αὐτοῦ δὲν
7021ἠδύνατο νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ Δικαστήρια, ἡ δὲ ἀπαίτησις
7022αὐτοῦ κατὰ τοῦ Δημοσίου ἔλαβεν ἀρχὴν καὶ ὑπόστασιν
7023ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συνεδρίου. Πρὶν ἐκ-
7024δοθῇ, εἶπον, ἡ ἀπόφασις αὕτη, ὁ Σπάρταλης δὲν εἶχε δι-
7025καίωμα ἀγωγῆς κατὰ τοῦ Δημοσίου, ἡ ἀπαίτησις αὐτοῦ δὲν
7026ὑφίστατο· ἑπομένως, μὴ ὑφισταμένης τῆς ἀπαιτήσεως, δὲν
7027ἠδύνατο νὰ κινηθῇ ἀγωγή, ὅταν δὲ δὲν ἠδύνατο νὰ κινηθῇ
7028ἀγωγή, βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἀντιταχθῇ κατ’ αὐτοῦ ἡ
7029ἔνστασις παραγραφῆς, ἀλλ’ οὔτε νὰ πολεμήσῃ τὴν ἀπαίτη-
7030σιν αὐτοῦ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν τόκον τῶν χρημάτων. Ἀλλὰ
7031πόθεν προκύπτει ἡ ἀπαίτησις τοῦ Σπάρταλη κατὰ τοῦ Δη-
7032μοσίου; Προκύπτει ἐκ τοῦ ὅτι ὁ Σπάρταλης ἦτο ὑπόλο-
7033γος πρὸς τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ ἦτο ὑπόλογος καθ’ ὅσον ἀφορᾷ
7034τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον ἀπέστειλεν εἰς αὐτόν.
7035Οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ οἱ ἐν γένει ὑπόλογοι θεωροῦνται
7036καὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ δίδουν λογαριασμὸν διὰ τὰ χρή-
7037ματα, τὰ ὁποῖα λαμβάνουν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου,
7038καὶ τὰ ὁποῖα, ὅπως ὁ νόμος καὶ ὁ ὀρθὸς λόγος ἀπαιτεῖ,
7039ὀφείλουν νὰ φυλάττουν χωριστά. Ἂν λοιπὸν ἡ ἀπαίτησις
7040τοῦ Σπάρταλη προήρχετο ἀπὸ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα
7041ἀπέστελλε τὸ Κράτος εἰς αὐτὸν, ἐννοεῖται, ὅτι ὁ Σπάρτα-
7042λης δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ λαμβάνειν, διότι οἱ ὑπόλο-
7043γοι οὐδέποτε δίδουν ἐξ ἰδίων των, λαμβάνουν χρήματα τοῦ
7044Δημοσίου, τὰ διαχειρίζονται, καὶ πληρόνουν τὰ ποσὰ, τὰ
7045ὁποῖα διατάσσονται νὰ πληρώσουν, ἑπομένως μένει ἓν ὑπό-
7046λοιπον εἰς χεῖράς των, καὶ οἱ ὑπόλογοι εἶναι πάντοτε χρεῶ-
7047σται πρὸς τὸ Δημόσιον· ἑπομένως, ἂν ὁ Σπάρταλης, λαμ-
7048βάνων χρήματα ἀπὸ τὸ Δημόσιον, ἐκράτει δι’ αὐτὰ, ὅπως
7049ὤφειλε νὰ κρατῇ, ἰδιαιτέραν μερίδα, καὶ ἐδαπάνα ἐξ αὐτῶν
7050πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν παραγγελιῶν, αἱ ὁποῖαι τῷ ἐδίδοντο, ὁ
7051Σπάρταλης δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸ Δη-
7052μόσιον, τὸ Δημόσιον θὰ εἶχε νὰ λάβῃ ἀπ’ αὐτόν, καὶ τὸ
7053Δημόσιον βεβαίως δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ
7054Δικαστήρια, τὸ Δημόσιον ἤθελεν ἐξελέγξει διοικητικῶς τὴν
7055διαχείρισιν, καὶ ἤθελε τὸν χρεώσει μὲ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον
7056ἔμεινεν εἰς χεῖράς του, τότε δὲ αὐτὸς δὲν εἶχε νὰ κάμῃ ἄλλο,
7057παρὰ νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, εἰς τὸ
7058ὁποῖον νὰ ζητήσῃ τὴν ὁριστικὴν ἐκδίκασιν τῶν λογαρια-
7059σμῶν του. Ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ ἀπαίτησις τοῦ
7060Σπάρταλη πηγάζει ἐκ τῆς κατασχέσεως τῶν παρὰ τῇ
7061Ἐθνικῇ Τραπέζῃ χρημάτων αὐτοῦ. Ἡ κατάσχεσις αὕτη
7062δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ Σπάρταλη ὡς ὑπο-
7063λόγου, εἶναι πρᾶξις, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη τὸ Δημόσιον
7064κατὰ τοῦ Σπάρταλη, διότι ἐνόμιζεν, ὅτι ἔχει νὰ λάβῃ ἀπὸ
7065τὸν Σπάρταλην. Ἂν δὲ ὁ Σπάρταλης ἐφρόνει τὸ ἐναντίον,
7066ἠδύνατο νὰ ἀντιταχθῇ ἀμέσως κατὰ τῆς κατασχέσεως καὶ
7067νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια, τότε δὲ τὸ Δημό-
7068σιον ἦτο ἠναγκασμένον νὰ παρουσιάσῃ τοὺς λογαριασμοὺς
7069τοῦ Σπάρταλη, νὰ κάμῃ ἀνταγωγὴν κατ’ αὐτοῦ, καὶ νὰ
7070ἀπαιτήσῃ συμψηφισμὸν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον κατέσχεσε.
7071Ὑποθέσατε, Κύριοι, ὅτι ταμίου τινὸς, ὁ ὁποῖος διαχει-
7072ρίζεται χρήματα τοῦ Δημοσίου, ἔρχεται εἰς τὴν ἰδέαν ἑνὸς
7073Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ, λόγῳ ὅτι αὐτὸς
7074ὀφείλει εἰς τὸ Δημόσιον, νὰ κατασχεθῶσι τὰ κτήματά του·
7075ὁ ὑπόλογος αὐτὸς δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ περιμείνῃ, ὅπως
7076δικάσῃ τοὺς λογαριασμούς του τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον,
7077διότι ἡ κατάσχεσις εἶναι πρᾶξις ἄσχετος μὲ τὴν ληψοδοσίαν
7078του, ἑπομένως ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ δικαστικῶς τὴν
7079ἄρσιν αὐτῆς, καὶ νὰ ἀναγκάσῃ τὸ Δημόσιον ν’ ἀποδείξῃ τὴν
7080ἀπαίτησίν του.
7081Ὤφειλε λοιπὸν ὁ Σπάρταλης, ἀφοῦ ἐνόμιζεν, ὅτι ἀδίκως
7082κατεσχέθησαν αἱ ἕξ χιλιάδες λίραι εἰς τὴν Τράπεζαν, ὤφει-
7083λεν ἀμέσως νὰ παραπονεθῇ διὰ τοῦτο, καὶ ἂν δὲν ἠκούετο
7084τὸ παράπονόν του, νὰ κινήσῃ ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου.
7085Ὅθεν τὸ ἐπιχείρημα, εἰς τὸ ὁποῖον κυρίως ἐστηρίχθησαν οἱ
7086συνάδελφοι τῆς Συμπολιτεύσεως, ὅτι αὐτὸς δὲν ἠδύνατο νὰ
7087ἐγείρῃ ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, πίπτει ἀφ’ ἑαυτοῦ,
7088διότι ἠδύνατο κάλλιστα, ὄχι ὡς ὑπόλογος, ἀλλὰ διὰ τὴν
7089κατάσχεσιν, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὴν Τράπεζαν, νὰ κινήσῃ
7090ἀγωγήν· ἡ κατάσχεσις αὕτη, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἄσχε-
7091τος μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ ὑπολόγου. Ἐὰν ἡ ὑπόθεσις εἰσή-
7092γετο εἰς τὰ Δικαστήρια, τὸ Δημόσιον ἤθελεν ἀναγκασθῇ νὰ
7093ἀντιτάξῃ μίαν ἀπόφασιν διοικητικὴν ἢ δικαστικὴν, ὥστε
7094ἦτο ὑποχρεωμένον νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν λο-
7095γαριασμῶν. Ἀλλοίμονον, ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι δύναται
7096πᾶς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ κατάσχῃ εἰκῇ καὶ ὡς
7097ἔτυχε τὴν περιουσίαν τῶν ὑπολόγων, καὶ ἀφοῦ τὴν κατά-
7098σχῃ, νὰ τοὺς παραπέμπῃ ἔπειτα εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέ-
7099δριον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται τοσοῦτον ὀπισθήμερον! Ὁ ὑπό-
7100λογος, ὅστις φρονεῖ, ὅτι ἀδίκως καὶ παραλόγως κατεσχέθη
7101ἡ περιουσία του, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παραπονεθῇ, καὶ ἐὰν
7102δὲν ἀκουσθῇ, οὐδόλως κωλύεται νὰ κινήσῃ ἀγωγὴν ἐνώπιον
7103τῶν Δικαστηρίων, δὲν δύναται δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
7104νομικῶν νὰ ἰσχυρισθῇ ἁπλῶς, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ ἐνάγων εἶναι ὑπό-
7105λογος, δικαιοῦται τὸ Δημόσιον νὰ κατάσχῃ πᾶσαν αὐτοῦ
7106τὴν περιουσίαν· ὀφείλει νὰ παρουσιάσῃ ἀπόφασιν, εἴτε διοικη-
7107τικὴν, εἴτε τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἐὰν δὲν παρουσιάσῃ
7108τοιαύτην ἀπόφασιν, βεβαίως τὰ Δικαστήρια θὰ δικαιώσωσι
7109τὸν ὑπόλογον, καὶ θὰ ἄρωσι τὴν κατάσχεσιν. Ἑπομένως,
7110ἀφοῦ ὁ Σπάρταλης, μετὰ τὴν γενομένην κατάσχεσιν τῶν εἰς
7111τὴν Τράπεζαν εὑρισκομένων αὐτοῦ χρημάτων, δὲν ἐκινήθη
7112δικαστικῶς, ἕπεται ἀναγκαίως, ὅτι δύναται νὰ προταθῇ
7113κατ’ αὐτοῦ ἡ ἔνστασις τῆς παραγραφῆς. Πολὺ δὲ μᾶλλον
7114δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσῃ τόκον, διότι, κατὰ τὸν
7115νόμον τὸ Δημόσιον, δὲν ὑποχρεοῦται εἰς τόκον, καὶ ὅταν
7116ἀκόμη ἔπραξε τὴν μᾶλλον ἄδικον πρᾶξιν. Ἐὰν κατέσχε
7117περιουσίαν τινὸς, ἐὰν ἀφῄρεσεν αὐθαιρέτως τὴν ἰδιοκτησίαν
7118του, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ἰδιώτης νὰ ζητήσῃ τόκον, εἰμὴ
7119ἀπὸ τῆς ἐγέρσεως τῆς ἀγωγῆς. Ἀφοῦ λοιπὸν διὰ τὸ ποσὸν,
7120τὸ ὁποῖον κατεσχέθη εἰς τὴν Τράπεζαν, ὁ Σπάρταλης δὲν
7121ἐκίνησεν ἀγωγὴν, καίπερ δυνάμενος νὰ κινήσῃ τοιαύτην
7122ἀγωγὴν, δὲν δικαιοῦται νὰ λάβῃ τόκον, ἑπομένως μένουσιν
7123ἀκέραια τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἡ Ἀντιπολίτευσις
7124ἀντέταξεν εἰς τὴν πίστωσιν ταύτην, μένει ἀκεραία ἡ ἔνστα-
7125σις τῆς παραγραφῆς. Ἀφοῦ δὲ τὴν ἔνστασιν ταύτην ἐπικα-
7126λεῖται καθ’ ἑκάστην τὸ Δημόσιον καὶ διὰ τὰς πλέον μηδα-
7127μινὰς ὑποθέσεις, ἀφοῦ βλέπομεν, ὅτι πολλοὶ πτωχοὶ ἐπαγ-
7128γελματίαι, πολλοὶ πτωχοὶ ἰδιοκτῆται οἰκοδομῶν ὑποχρεοῦν-
7129ται νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος, ἢ τῆς οἰ-
7130κοδομῆς, λόγῳ ὅτι δὲν ἔκαμον ἐγκαίρως τὰς ἐνστάσεις των,
7131δὲν θὰ ἤμεθα διόλου δεδικαιολογημένοι, ἐὰν παραβλέψωμεν
7132τὴν ἔνστασιν ταύτην διὰ τὸν Σπάρταλην. Ὁ Σπάρταλης
7133ὤφειλεν ἐγκαίρως νὰ κινήσῃ τὴν ἀγωγήν του· μὴ πράξας
7134τοῦτο, ὑπέπεσεν εἰς παραγραφὴν, καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ Δη-
7135μόσιον τῆς Ἑλλάδος ἔχουσιν οὐ μόνον πλῆρες δικαίωμα,
7136ἀλλὰ καὶ καθῆκον, νὰ ἀντιτάξωσι κατ’ αὐτοῦ τὴν παρα-
7137γραφήν.
7138Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν
7139ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου φαίνεται δικαιούμενος
7140ὁ Σπάρταλης νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον.
7141Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν προμήθειαν, ἐῤῥήθησαν πολλὰ, καὶ
7142θεωρῶ περιττὸν νὰ τὰ ἐπαναλάβω· ὅ,τι ἀδικώτερον, ὅ,τι
7143ἀτοπώτερον εἶναι, τὸ νὰ ἔρχηται εἷς ὑπάλληλος τοῦ Κρά-
7144τους, νὰ ζητῇ ἀπὸ τὸ Κράτος προμήθειαν. Ἐὰν ὁ Σπάρ-
7145ταλης, ὅτε παρηγγέλθη νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην,
7146ἔγραφεν, ὅτι δὲν ἔχει τὴν ἱκανότητα ἢ τὸν καιρὸν νὰ τὴν
7147ἐκτελέσῃ, καὶ ὅτι θὰ τὴν ἀναθέσῃ εἰς τὸν ἐμπορικὸν αὐτοῦ
7148οἶκον, ὅστις ὅμως ἀπαιτεῖ νὰ λάβῃ προμήθειαν, καὶ προ-
7149μήθειαν ἀναβαίνουσαν εἰς 2,500 περίπου λίρας, ἡ Κυβέρ-
7150νησις ἤθελε φροντίσει, ἢ νὰ συμφωνήσῃ μετ’ αὐτοῦ, ὅπως
7151ἡ προμήθεια ὁρισθῇ εἰς ποσὸν κατώτερον, ἢ ἤθελε πράξει,
7152ὅ,τι πράττουσι συνήθως αἱ Κυβερνήσεις, θὰ ἔστελλεν ἕνα ἢ
7153δύο ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἐκτελέσει τὰς παραγ-
7154γελίας ταύτας, ὅπως τὰς ἐξετέλεσε καὶ ὁ Σπάρταλης, καὶ
7155τοιουτοτρόπως ἤθελεν ἀποφύγει τὴν πληρωμήν· οὐδὲ εἶναι
7156ἀποδεδειγμένον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθησαν, ἀποδίδοντες
7157ἔκτακτον πατριωτισμὸν εἰς τὸν Σπάρταλην, ὅτι δῆθεν αὐτὸς
7158προκατέβαλεν ἐξ ἰδίων του χρήματα. Λάβετε ὑπ’ ὄψει
7159τὸν λογαριασμὸν, τὸν ὁποῖον ὁ ἴδιος συνέταξε, τὸν λογαρια-
7160σμὸν τῆς πιστοχρεώσεως, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι αὐτὸς οὐδὲν
7161πλέον κατέβαλεν ἐξ ἰδίων του· καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι,
7162ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὑπολογίζει μετὰ τόκου τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα
7163ἐλάμβανε, καὶ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐπλήρονεν, εὑρίσκει, ὅτι
7164δικαιοῦται νὰ λάβῃ 800 λίρας διὰ τόκον. Ἀλλὰ πῶς ἐξά-
7165γει τοῦτο; Διότι θέτει εἰς ὄφελός του καὶ τὴν προμήθειαν
7166καὶ πολλὰ ἄλλα κονδύλια, τὰ ὁποῖα ἀπέῤῥιψε τὸ Συνέ-
7167δριον. Αὐτὸς ἐφρόνει, ὅτι κατὰ τὸν λογαριασμόν του ἐδι-
7168καιοῦτο νὰ λάβῃ 12 ἢ 15 χιλιάδας λιρῶν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει
7169ταύτῃ εὕρισκεν, ὅτι ὁ τόκος τῆς μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Δη-
7170μοσίου ληψοδοσίας ἔφερε πρὸς ὄφελος αὐτοῦ 800 λίρας.
7171Ἀλλ’ ἅμα λάβητε ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἀντὶ τῶν 12 ἢ 13 χιλιάδων
7172λιρῶν, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν, εὑρέθη ὅτι τῷ ὀφείλονται μόνον
71733,000, τότε θέλετε ἰδεῖ, ὅτι μεταβάλλεται ὁ λογαριασμὸς,
7174καὶ ἀντὶ νὰ λάβῃ ἐκ τόκων, θὰ εὑρεθῇ, ὅτι ἔχει νὰ δώσῃ·
7175τοῦτο δὲ ἀποδεικνύει, ὅτι αὐτὸς οὐδὲν οὐδέποτε ἐξ ἰδίων του
7176κατέβαλεν, εἶχε πάντοτε εἰς χεῖράς του χρήματα τοῦ
7177Δημοσίου, διότι τὸ Δημόσιον, δὸν εἰς αὐτὸν παραγγελίαν,
7178νὰ κατασκευάσῃ πλοῖα καὶ νὰ προμηθεύσῃ διάφορα
7179ὑλικὰ, ἐφρόντιζε νὰ τὸν ἐφοδιάζῃ μὲ τὰ ἀναγκαῖα χρημα-
7180τικὰ ποσά. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι οὐδεμίαν εἶχεν ἀνάγκην ἡ
7181Κυβέρνησις νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν συνδρομὴν τοῦ Σπάρταλη
7182διότι, καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὰ χρήματα, οὐδὲν ἐξ ἰδίων του
7183κατέβαλε, καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἱκανότητα πρὸς ἐκτέ-
7184λεσιν τῶν παραγγελθέντων, χωρὶς νὰ ἀμφισβητῶ οὔτε τὴν
7185ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου, οὔτε νὰ ἐπαναλάβω πολλά, τὰ
7186ὁποῖα περὶ αὐτοῦ ἐῤῥήθησαν, ἀρκοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι, ἐὰν
7187ἀντὶ τοῦ Σπάρταλη ἀνετίθετο ἡ ὑπηρεσία αὕτη εἰς τὸν
7188μακαρίτην Μπαλάσκαν, ἢ ἄλλον ἀξιωματικὸν τοῦ Ναυτι-
7189κοῦ, ἤθελε, κατ’ ἐμὲ, ἐκτελεσθῆ πολὺ καλλίτερον ἢ ὅπως
7190ἐξετελέσθη ἀπὸ τὸν Σπάρταλην. Ἡ προμήθεια εἶναι ἐντε-
7191λῶς ἀδικαιολόγητος, καὶ ἀναγνωρίζοντες σήμερον εἰς τὸν
7192Σπάρταλην τοιαύτην, δὲν κάμνομεν τίποτε ἄλλο, παρὰ
7193δίδομεν εἰς αὐτὸν μίαν δωρεὰν, καὶ τὴν δίδομεν ὄχι διὰ τὴν
7194καλήν του ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ διότι περιέπλεξε τοὺς λογαρια-
7195σμοὺς εἰς τρόπον, ὥστε ἐδέησε νὰ ἀσχοληθῶσιν Ἐπιτροπαὶ
7196καὶ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ Νομικὸν Συμβούλιον καὶ ἡ
7197διπλωματία, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ καθαρισθῇ ἡ κόπρος τοῦ
7198Αὐγείου, τὴν ὁποίαν αὐτὸς παρεσκεύασεν.
7199Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ τόκου, εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον,
7200καὶ ἐγὼ θαυμάζω, πῶς εὑρίσκονται ἄνθρωποι, νὰ τὸ ὑπο-
7201στηρίξωσι. Πόθεν ὀφείλεται ὁ τόκος; ὀφείλεται ὁ τόκος διὰ
7202τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὡς ὑπόλογος διεχειρίζετο; Ἀλλὰ τὰ
7203ποσὰ ταῦτα ἦσαν δημόσια χρήματα. Τόκος ἠδύνατο νὰ
7204ζητηθῇ μόνον διὰ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα κατεσχέθη-
7205σαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἀλλὰ δι’ αὐτὰ εἶχε
7206δικαίωμα νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ
7207ἀφοῦ δὲν ἔπραξε τοῦτο, δὲν δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ τόκον.
7208Διατὶ δὲ δὲν ἤγειρε τὴν ἀγωγήν; διότι ἦτο βέβαιος,
7209ὅτι δὲν ἤθελε δικαιωθῆ. Ὅτε ἐγένετο ἡ κατάσχεσις, δὲν
7210ὑπῆρχεν ἄλλη ἀπόφασις, παρὰ ἡ διοικητικὴ ἀπόφασις
7211τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ἧς τὸν ἐκήρυττεν
7212ὑπόλογον διὰ 20,000 λιρῶν. Ἐὰν ἡ ἀπόφασις αὕτη ἐπα-
7213ρουσιάζετο εἰς τὸ Δικαστήριον, βεβαίως ἡ ἀγωγή του ἤθε-
7214λεν ἀποῤῥιφθῆ, διότι κατὰ τὸ νόμον αἱ ἀποφάσεις αἱ διοι-
7215κητικαὶ εἶναι ὁριστικαὶ καὶ ἐκτελεσταί· πάντες οἱ ὑπόλογοι,
7216δυνάμει διοικητικῶν ἀποφάσεων καταδιώκονται καὶ ὄχι
7217δυνάμει ἀποφάσεων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διότι τὸ
7218Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον βραδύνει νὰ ἐξελέγξῃ τοὺς λογαρια-
7219σμοὺς, καὶ θὰ ἦτο βεβαίως μεγάλη ζημία εἰς τὸ Δημόσιον,
7220ἐὰν ἐπερίμενε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅπως
7221καταδιώξῃ ἕνα ὑπόλογον. Καθ’ ὃν καιρὸν λοιπὸν ἐγένετο ἡ
7222κατάσχεσις αὕτη, ὑπῆρχεν ἀπόφασις διοικητική, ἡ ὁποία
7223τὸν ἐχρέονε μὲ 20,000 λιρῶν, καὶ ἤρκει νὰ παρουσιασθῇ ἡ
7224ἀπόφασις αὕτη εἰς τὰ Δικαστήρια, διὰ νὰ ἀποῤῥιφθῇ ἡ ἀγω-
7225γή του· δι’ αὐτὸ δὲν ἐκίνησεν ἀγωγὴν, διὰ τοῦτο ὁ ἀντι-
7226πρόσωπός του κ. Καλλιγᾶς, μολονότι ἠπείλησεν, ὅτι θὰ κι-
7227νήσῃ ἀγωγήν, δηλαδὴ μολονότι ἔκαμεν αἴτησιν θεραπείας,
7228δὲν ἐτόλμησε νὰ κινήσῃ ἀγωγήν, διότι ἤξευρεν, ὅτι ἤθελεν
7229ἀποῤῥιφθῇ ἡ ἀγωγὴ αὕτη ἀπὸ τὸ Δικαστήριον.
7230Αὐτὰ τὰ ὀλίγα, Κύριοι, εἶχον νὰ παρατηρήσω σχετικῶς
7231μὲ τὴν πίστωσιν ταύτην, διότι δὲν θέλω νὰ μένῃ ἡ ἰδέα,
7232ὅτι ἀδίκως καὶ ἀπὸ σκοποῦ ἡ Ἀντιπολίτευσις πολεμεῖ τὴν
7233πίστωσιν ταύτην· τὴν πολεμεῖ ἐκ πεποιθήσεως, ὅτι εἶναι ἐν-
7234τελῶς ἄδικος καὶ ἀδικαιολόγητος, καὶ ἑπομένως, ὅτι δὲν πρέ-
7235πει τὸ Δημόσιον νὰ ὑποχρεωθῇ εἰς αὐτὴν τὴν πληρωμήν.
7236Ἐξ ὅλης αὐτῆς τῆς ἱστορίας οὐδὲν ἄλλο προκύπτει, εἰμὴ,
7237ὅτι αὐτὸς δικαιοῦται νὰ λάβῃ 3,000 λιρῶν, τὸ ποσὸν δηλ.
7238τὸ ὁποῖον περιέχεται εἰς τὴν πρώτην ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγ-
7239κτικοῦ Συνεδρίου. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν ἀπόφασιν,
7240αὕτη δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ καθόλου ὑπ’ ὄψει, διότι δὲν ἐζη-
7241τήθη νομίμως ἡ ἀναθεώρησις· ὁ Σπάρταλης δὲν ἐζήτησεν
7242ἀναθεώρησιν, ὁ δὲ Πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας, ὁ ὁποῖος ἐπαρου-
7243σιάσθη καὶ ἐζήτησε τὴν ἀναθεώρησιν, δὲν εἶχε τοιοῦτον δι-
7244καίωμα, καθόσον δὲν ἦτο διωρισμένος πληρεξούσιος· οὐδὲ
7245ἠδύνατο, καθὼς ἰσχυρίσθη ὁ κ. Σιμόπουλος, τὸ Ἐλεγκτικὸν
7246Συνέδριον καὶ αὐτεπαγγέλτως, ἢ κατ’ αἴτησιν τοῦ Ἐπι-
7247τρόπου, νὰ ἀναθεωρήσῃ τὴν ἀπόφασίν του, διότι ἡ αὐτεπάγ-
7248γελτος ἀναθεώρησις περιορίζεται εἰς ὀλίγας μόνον περιστά-
7249σεις· γίνεται τοιαύτη ἀναθεώρησις μόνον, ὅταν ὑπάρχῃ λᾶ-
7250θος πραγματικόν, ἢ ὅταν ὑπάρχωσι διπλαῖ ἐγγραφαὶ, ἢ
7251ἄλλο τι τοιοῦτον, ὄχι ὅμως ὅταν παρουσιάζωνται ἄλλα ἔγ-
7252γραφα, ὁπότε πρέπει νὰ κάμῃ τὴν αἴτησίν του αὐτὸς ὁ
7253ὑπόλογος· ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ ὁ ὑπόλογος δὲν ἔκαμε
7254τοιαύτην αἴτησιν. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι τὸ μόνον ποσὸν, τὸ
7255ὁποῖον ἐδικαιοῦτο νὰ ζητήσῃ, ἐὰν ἐγκαίρως τὸ ἐζήτει, ἦτο
7256τὸ ποσὸν τῶν 3,000 χιλιάδων λιρῶν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τοῦ
7257ποσοῦ τούτου ὑπάρχει ἡ ἔνστασις τῆς παραγραφῆς, τὴν
7258ὁποίαν δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ παραβλέψωμεν. Καθ’ ὅσον
7259ἀφορᾷ τὰ ἄλλα ποσὰ, τὴν προμήθειαν τόκου καὶ ἐπὶ τοῦ
7260πρώτου ποσοῦ καὶ ἐπὶ τῆς προμηθείας, εἶναι κἄτι τι, τὸ
7261ὁποῖον βεβαίως ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω, καὶ περὶ τοῦ
7262ὁποίου ὀφείλει καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς νὰ σκεφθῇ
7263καλῶς, ἐὰν πρέπει νὰ τὸ ψηφίσῃ.
7264§314Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἤθελον προθύμως παραλίπει
7265τὸ ἀηδὲς ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀναγκάζομαι νὰ ἐκπληρώσω,
7266ἀναβαίνων ταύτην τὴν ὥραν τὸ βῆμα, ἐὰν δὲν μὲ ὑπε-
7267χρέωνεν εἰς τοῦτο ἀναδρομὴ μέχρις ἐμοῦ ἀπερίσκεπτος, τὴν
7268ὁποίαν ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ
7269ἐποιήσατο πρὸ ἑβδομάδων, ὅτε ἠγόρευσεν ὑπὲρ τοῦ νομοσχε-
7270δίου περὶ τῆς πιστώσεως τοῦ Σπάρταλη. Ὁ Βουλευτὴς
7271Φθιώτιδος ἐνόμισεν, ὅτι ἐπενόησε τρόπον, καθ’ ὃν ἠδύνατο
7272νὰ παρακάμψῃ τὸν σκόπελον τῆς παραγραφῆς, ἐὰν ἀνέ-
7273τρεχε μέχρις ἐμοῦ, καὶ παρίστα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἐὰν
7274τὸ ἐνεστὸς Ὑπουργεῖον, τὸ προτεῖναν τὸ νομοσχέδιον περὶ
7275πιστώσεως τοῦ Σπάρταλη, παρῃτήθη τῆς ἐνστάσεως τῆς
7276παραγραφῆς κατὰ τῆς ἀξιώσεως τοῦ Σπάρταλη, καὶ ἄλλα
7277Ὑπουργεῖα πρὸ αὐτοῦ εἶχον παραιτήσει τὴν ἔνστασιν τῆς
7278παραγραφῆς, καὶ μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἐγώ, ὡς ἀναγνωρίσας
7279παραγεγραμμένην ἀπαίτησιν τοῦ ἀποθανόντος Σπυρίδωνος
7280Βαλαωρίτου ἐκ 10 περίπου χιλιάδων δραχμῶν.
7281Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, παρακάμπτων τὸ σκόπελον τῆς
7282παραγραφῆς, ἀπέστειλε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν
7283Συνέδριον, ὡς ἔλεγε πρὸς τὸν Πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας. Καὶ ὁ
7284κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος ἐζήτει νὰ εὐκολύνῃ τὸν κ. Πρω-
7285θυπουργὸν, διὰ νὰ παρακάμψῃ τὸν σκόπελον τῆς παρα-
7286γραφῆς καὶ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, ἀκολουθῶν τὴν μέθοδον, τὴν
7287ὁποίαν συνειθίζει πάντοτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἀκολουθῇ,
7288τῶν ἀντεγκλήσεων καὶ τῆς ἀναδρομῆς ἐπὶ τοὺς προκατό-
7289χους του. Ἐὰν ἐγκαλέσητε τὴν Κυβέρνησιν, ὡς παρανόμως
7290προβιβάσασαν τὸν Ντάην, σᾶς λέγει, ὅτι καὶ ὁ Μαυρομι-
7291χάλης, Ὑπουργὸς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, διενοήθη
7292νὰ διαπράξῃ παρανόμους προβιβασμούς· ἐὰν ἐγκαλῶσι τὴν
7293Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἐργολαβίαν πρὸς προμήθειαν χόρτου,
7294τοῦ ἀναγκαίου πρὸς τροφὴν τῶν κτηνῶν, σᾶς προβάλ-
7295λουσιν, ὅτι καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις διεχειρίσθη κακῶς
7296τὸν σανὸν, τὸν ὁποῖον συνεκόμισεν ἐκ τῶν ἀγρῶν τοῦ Δημο-
7297σίου παρὰ τὸ κτῆμα τοῦ Ῥούφ. Ἐὰν ἐγκαλέσωσι τὴν
7298Κυβέρνησιν, διατὶ, χωρὶς νὰ ἔχῃ δικαίωμα, παρέλιπε τὴν
7299ἔνστασιν τῆς παραγραφῆς, σᾶς προβάλλουσιν, ὅτι καὶ ἄλλοι
7300Ὑπουργοὶ παρῄτησαν τὴν ἔνστασιν τῆς παραγραφῆς, καὶ
7301μεταξὺ αὐτῶν καὶ σεῖς, οἵτινες ἐγκαλεῖτε σήμερον τὸν
7302Πρωθυπουργόν. Τὴν τακτικὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶχε
7303δικαίωμα βεβαίως νὰ μιμηθῇ καὶ νὰ ἀκολουθῇ ὁ κ. Βου-
7304λευτὴς Φθιώτιδος, ὅστις τοσοῦτον πιστῶς ὄπισθεν τοῦ κ.
7305Πρωθυπουργοῦ βαίνει.
7306Καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος ἐκόμισεν ἀποδείξεις εἰς
7307τὴν Βουλὴν, ἔφερεν ἀναφορὰν τοῦ Σπυρίδωνος Βαλαωρίτου
7308πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὑπάρ-
7309χει γεγραμμένη τῇ ἐμῇ χειρὶ ἡ ἐντολὴ, νὰ περιληφθῇ εἰς
7310τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον
7311ἠξίου ὁ Βαλαωρίτης νὰ λάβῃ. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, πῶς
7312ἐθίζουσι κατὰ τοὺς χρόνους τούτους νὰ παρέχωσι τὰ δημό-
7313σια ἀρχεῖα εἰς ἀνθρώπους, οἵτινες δὲν συνεδέθησαν διὰ τοῦ
7314ὅρκου τοῦ ὑπαλλήλου μετὰ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Δὲν
7315θέλω ὡσαύτως νὰ ἐξετάσω, πῶς τολμῶσι νὰ ποιῶνται χρῆ-
7316σιν ἐπισήμων ἐγγράφων ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ λάθρα, τὰ
7317ὁποῖα ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει, διότι δὲν κατετέθησαν,
7318καὶ τὰ ὁποῖα μόλις δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ἀπὸ τὰς χεῖρας
7319τούτων, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ ἀμυνθῶμεν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ αὐτοὺς,
7320οἵτινες ἐποιήσαντο χρῆσιν τοῦ ἐγγράφου τούτου, δὲν ἀνε-
7321γίνωσκον αὐτὸ, πρὶν ἢ τὸ ἐπικαλεσθῶσι; καὶ ἐὰν ἀνέγνων
7322αὐτὸ, διατὶ δὲν ἐζήτησαν νὰ λύσωσι τὰς ἀπορίας, τὰς
7323ὁποίας ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ἐγγράφου τούτου εὐλόγως ἔπρεπε
7324νὰ ἐγείρῃ ἐν τῇ συνειδήσει αὐτῶν; (Ἀναγινώσκει τὴν ἀπὸ
732510 Ὀκτωβρίου 1879 ἀναφορὰν τοῦ Σ. Βαλαωρίτου πρὸς
7326τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον):
7327«Ὑπενθυμίζων ὑμῖν τὴν ἐκ Παρισίων κατὰ τὸ παρελθὸν
7328»ἔτος ἀπευθυνθεῖσαν παράκλησίν μου περὶ τῶν ὀφειλομένων
7329»μοι μισθῶν, ὡς Πρέσβεως ἐν Λονδίνῳ, ἀπὸ 1 Ἀπριλίου
7330»1875 μέχρι τῆς 18 Ἰουνίου ἰδίου ἔτους, ὅτε ἔπαυσα τῶν
7331»καθηκόντων τοῦ Πρέσβεως, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς
7332»παρακαλέσω κτλ....»
7333Τί εἶχον πράξει περὶ τῆς παρακλήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ Βα-
7334λαωρίτης εἶχεν ἀπευθύνει πρὸς ἐμὲ, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ἐξω-
7335τερικῶν, ἐκ Παρισίων; Ποία τάχα ὑπῆρξε μεταξὺ ἐμοῦ
7336καὶ αὐτοῦ περὶ ταύτης τῆς ὑποθέσεως συνεννόησις; Ὁ Βα-
7337λαωρίτης ἐζήτει νὰ πληρωθῇ παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου
7338μισθοὺς, τοὺς ὁποίους τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν ἐπλήρονεν εἰς
7339αὐτόν. Ἀλλὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν ἐπλήρονε μισθοὺς,
7340ὄχι μόνον εἰς τὸν Βαλαωρίτην, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν Βράϊλαν,
7341καὶ εἰς τὸν Λεωνίδαν Μελετόπουλον, καὶ εἰς τὸν κ. Γεώρ-
7342γιον Ἀργυρόπουλον. Διατὶ αὐτὴ ἡ δυστροπία τοῦ δημοσίου
7343ταμείου; Πρέπει νὰ σᾶς ἀφηγηθῶ τὴν ὑπόθεσιν, διότι καὶ
7344εἰς ταύτην ἐνέχεται ὁ Πρωθυπουργὸς, διότι καὶ τῆς ὑπο-
7345θέσεως ταύτης τυγχάνει ὁ ἥρως, πρὶν ἢ κληθῇ ἐπὶ τὴν
7346ἀρχὴν κατὰ τὸ 1875, διὰ πρώτην φορὰν, διαδεχόμενος τὸ
7347παραιτηθὲν τότε Ὑπουργεῖον τοῦ Βούλγαρη. Τὸ Ὑπουρ-
7348γεῖον Βούλγαρη εἶχε διορίσει Πρέσβεις τὸν κ. Μελετόπου-
7349λον, τὸν Βαλαωρίτην, τὸν Βράϊλαν, ἂν καὶ δὲν ὑπῆρχεν
7350ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πίστωσις πρὸς μι-
7351σθοδοσίαν Πρέσβεων. Τὸ διάδοχον Ὑπουργεῖον, τὸ σχηματι-
7352σθὲν ὑπὸ τοῦ καὶ νῦν Πρωθυπουργοῦ, ἦλθε ν’ ἀποκατα-
7353στήσῃ τὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος,
7354ἦλθε νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ Σύνταγμα ὑπὸ τὴν μᾶλλον φιλελευ-
7355θέραν ἑρμηνείαν. Μεταξὺ δὲ τῶν πρώτων πράξεων αὐτοῦ
7356ἦτο, νὰ καταστείλῃ τὴν παρανομίαν τῶν προκατόχων, οἵ-
7357τινες εἶχον διορίσει Πρέσβεις καὶ ἐνῷ δὲν ὑπῆρχε πίστωσις.
7358Ὅθεν τοὺς Πρέσβεις τούτους ἀνεκάλεσε, καὶ κατὰ τρόπον
7359τοσοῦτον ἥκιστα διπλωματικὸν, τοσοῦτον ἀσυνήθη, ὥστε
7360κατέλιπε διπλωματικὰς χασμῳδίας ὄπισθεν αὑτοῦ. Ὅτε πα-
7361ρῄτησε τὴν ἀρχὴν, μετὰ σπασμωδικῆς ταχύτητος ἔσπευσε
7362νὰ ἀνακαλέσῃ τὸν Βαλαωρίτην, δι’ ἑνὸς τηλεγραφήματος,
7363ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ Πρέσβεως ἐν Λονδίνῳ· ἀλλ’ ὁ Βα-
7364λαωρίτης ἦτο ἐμπεπιστευμένος καὶ παρὰ τῷ Βασιλεῖ τῆς
7365Ὀλλανδίας, δὲν ἐνεθυμήθη ὅμως ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ τὸν
7366ἀνακαλέσῃ ἀπὸ τὴν Αὐλὴν τῆς Ὀλλανδίας. Ὁ Βαλαωρί-
7367της, ἀνακληθεὶς ἀπὸ τοῦ Λονδίνου ὡς Πρέσβυς, ἀπῆλθεν
7368ἐκεῖθεν, ἡ δὲ Αὐλὴ τοῦ Βασιλέως τῆς Ὀλλανδίας ἐξηκο-
7369λούθει καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1876, τὸ 1877 καὶ 1878 νὰ ἀνα-
7370γνωρίζῃ αὐτὸν ὡς Πρέσβυν τοῦ Βασιλέως, καὶ νὰ καλῇ
7371αὐτὸν εἰς τὰς τελετὰς καὶ τὰς πανηγύρεις· καὶ συνέβη νὰ
7372ἐπανέλθῃ ὁ Βαλαωρίτης εἰς Ἀθήνας, νὰ λαμβάνῃ δ’ ἀκόμη
7373ἐνταῦθα προσκλητήρια ἀπὸ τὴν Αὐλὴν τοῦ Βασιλέως τῆς
7374Ὀλλανδίας. Ὅτε δὲ ὁ Βασιλεὺς τῆς Ὀλλανδίας ἔμα-
7375θεν, ὅτι ὁ Βαλαωρίτης δὲν διετέλει πλέον Πρέσβυς, ἔκρινεν,
7376ὅτι ἐπράχθη πρὸς αὐτὸν παράλειψις ὀφειλομένου σεβασμοῦ
7377ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος, καὶ
7378ἀπηύθυνεν εἰς τὸν τότε Διευθύνοντα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
7379Ἐξωτερικῶν, διὰ τοῦ ἐν Ἑλλάδι ἀντιπροσώπου του, παρά-
7380πονα, τὰ ὁποῖα ὁ διάδοχος τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐν τῷ
7381Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐδέησε νὰ θεραπεύσῃ, διότι
7382ἦσαν παράπονα εὔλογα, τὰ ὁποῖα παρήγαγεν ἡ ἔλλειψις
7383εὐλαβείας πρὸς ἐστεμμένην κεφαλήν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι
7384ἠναγκάσθην νὰ ἀποστείλω τότε τὸν Γεννάδιον ἀπὸ τοῦ
7385Λονδίνου εἰς Ὀλλανδίαν, ἵνα δικαιολογήσῃ παράλειψιν, ἡ
7386ὁποία εἶναι τοσοῦτον ἀσυνήθης εἰς τὴν διπλωματικὴν ὑπη-
7387ρεσίαν, ὥστε βεβαίως ἀπέβαινεν ἀδικαιολόγητος.
7388Ἀλλὰ δὲν εἶχεν ἀρκεσθῆ ὁ Πρωθυπουργὸς μόνον ν’ ἀνα-
7389καλέσῃ τοὺς Πρέσβεις, ἐπέμεινε καὶ νὰ μὴ πληρώσῃ τὸν
7390μισθὸν αὐτῶν. Ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ, ὅταν
7391δὲν ἔχωσι πιστώσεις, ὀφείλουσι ν’ ἀφίνωσιν ἐν ἀργίᾳ τὸ
7392δικαίωμα, ὅπερ ἔχουσι, τοῦ νὰ προβάλλωσιν εἰς τὸν Βασι-
7393λέα διορισμοὺς πρὸς πλήρωσιν θέσεων, διὰ τὰς ὁποίας ἐν
7394τῷ Προϋπολογισμῷ δὲν ἀνεγράφησαν πιστώσεις. Πρέπει νὰ
7395ὑπάρχῃ ὁμολογουμένη ἀνάγκη, ἵνα λάβωσιν ὑπ’ εὐθύνην
7396αὑτῶν τὸν διορισμὸν εἰς θέσεις τοιούτων ὑπαλλήλων, ἀλλὰ
7397τότε πρέπει ἀμέσως νὰ σπεύσωσι νὰ προκαλέσωσι τὰς ἀναγ-
7398καίας πιστώσεις, εἴτε, ἐὰν ἦναι ἔκτακτοι, παρὰ τοῦ Βασι-
7399λέως, εἴτε, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἦναι παροῦσα, παρὰ τῆς Βουλῆς.
7400Ἀλλ’ ἐνῷ ἔχω τὴν γνώμην ταύτην, δὲν φρονῶ, ὅτι οἱ οὕτω
7401διορισθέντες δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ λάβωσιν μισθόν. Ὁ πο-
7402λίτης, ὁ καλούμενος νὰ ἀναλάβῃ δημοσίαν ὑπηρεσίαν, δὲν
7403εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ γνωρίζῃ, ἐὰν ἐν τοῖς διαφόροις κε-
7404φαλαίοις καὶ ἄρθροις τοῦ Προϋπολογισμοῦ περιελήφθησαν
7405πιστώσεις, προωρισμέναι εἰς μισθοδοσίαν αὐτοῦ καὶ ἀρκοῦ-
7406σαι εἰς τοῦτο, ἔχουσι δὲ δικαίωμα νὰ θεωρῶσι κακῆς πί-
7407στεως τοὺς κυβερνήτας ἐκείνους, οἵτινες ἀρνοῦνται νὰ πλη-
7408ρώσωσιν εἰς αὐτοὺς τὸν μισθὸν, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι δὲν εἶχον
7409περιληφθῆ πιστώσεις, ὅτε διωρίσθησαν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως εἰς
7410τὴν ὑπηρεσίαν ἐκείνην. Καὶ ἡ γνώμη αὕτη δὲν εἶναι μόνον
7411γνώμη ἐμὴ, ἀφοῦ αὐτὴν τὴν γνώμην ἐξήνεγκον τὰ Δικαστή-
7412ρια· διότι πλὴν τοῦ Βαλαωρίτου καὶ ὁ Βράϊλας, εἰς τὸν
7413ὁποῖον ἠρνοῦντο νὰ πληρώσωσι τὸν μισθὸν, καὶ ὁ κ. Λεω-
7414νίδας Μελετόπουλος, εἰς ὃν ἠρνοῦντο νὰ πληρώσωσι ἐπίσης
7415τὸν μισθὸν, προσέφυγον εἰς τὰ Δικαστήρια. Ἐπειδὴ δ’ εἶχον
7416δικασθῆ αἱ δίκαι αὐτῶν ἀπὸ τὸ Πρωτοδικεῖον καὶ ἐπιδι-
7417κασθῆ αἱ ἀγωγαὶ αὐτῶν, ὑπῆρχον ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῶν
7418Ἐφετῶν, καθ’ ὃν χρόνον ὁ Βαλαωρίτης μοὶ ἐζήτησε δι’
7419ἀναφορᾶς κατὰ τὸ 1878 ἐκ Παρισίων νὰ πληρωθῇ. Ὁ
7420Βαλαωρίτης τότε μοὶ ἐποίησε γνωστόν, ὅτι ἡ ἀξίωσίς του
7421ἔτρεχε τὸν κίνδυνον νὰ παραγραφῇ κατὰ τὸ 1878, καίπερ
7422γεννηθεῖσα κατὰ τὸ 1875, διότι ἡ ἀξίωσις αὐτοῦ εἶχε πλέον
7423περιέλθει ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νόμου τοῦ 1877, κατὰ δὲ τὸν
7424νόμον τοῦτον, αἱ ἀξιώσεις ἀπολαυῆς μισθοῦ πολιτῶν ὑπαλ-
7425λήλων παραγράφονται ἐντὸς διετίας, ὑπολογίζεται δ’ ὁ χρό-
7426νος τῆς ἐνάρξεως τῆς παραγραφῆς ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νό-
7427μου. Ὁ νόμος τοῦ 1877 ἐξεδόθη τὴν 27 Ἰουνίου, ἑπομένως
7428τὴν 27 Ἰουνίου 1879 ἐπρόκειτο νὰ παραγραφῇ ἡ ἀξίωσις
7429τοῦ Βαλαωρίτου. Διὰ τοῦτο κατὰ τὸ 1878 ἀπετάθη πρὸς
7430ἐμὲ ὁ Βαλαωρίτης καὶ ἐζήτησε τὰ ὀφειλόμενα αὐτῷ, ἀναγ-
7431γείλας μοι, ὅτι ἄλλως ἐσκόπει νὰ κινήσῃ ἀγωγὴν κατὰ
7432τοῦ Δημοσίου. Τότε, ὡς εἶπον, ὑπῆρχον τρεῖς δίκαι ἐκκρε-
7433μεῖς κατὰ τοῦ Δημοσίου, αἱ ὁποῖαι εἶχον δικασθῆ ἀπὸ τὸ
7434Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν, ἀπὸ τὸ ὁποῖον εἶχε καταδικασθῆ
7435τὸ Δημόσιον, αἵτινες δ’ ἦσαν ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τοῦ Ἐφε-
7436τείου Ἀθηνῶν. Ἀπήντησα τότε εἰς τὸν Βαλαωρίτην, νὰ μὴ
7437κινήσῃ ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, ὑπεσχέθην δ’ αὐτῷ,
7438ἐὰν τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν ἐπιδικάσῃ τὰς ἀξιώσεις τοῦ Βράϊ-
7439λα καὶ τοῦ κ. Μελετοπούλου, νὰ πληρώσω τὰ πρὸς αὐτὸν
7440ὀφειλόμενα. Ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἐναγάγῃ τὸ Δημόσιον ἐνώ-
7441πιον τῶν Δικαστηρίων, διότι ἡ ἀξίωσίς του ἦτο τῆς αὐτῆς
7442φύσεως, ἑπομένως, ἐὰν τὰ Δικαστήρια ἐπεδίκαζον τὰς ἀξιώ-
7443σεις τῶν ἄλλων, βεβαίως ἤθελεν ἐπιδικασθῆ καὶ ἡ ἀξίωσις
7444τοῦ Βαλαωρίτου ἄν δ’ ἄφινον αὐτὸν νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ
7445Δικαστήρια, ἤθελε ζημιωθῆ τὸ Δημόσιον, διότι ἤθελε κατα-
7446δικασθῆ νὰ πληρώσῃ δικαστικὰ ἔξοδα καὶ τόκους. Ἐὰν ἐν
7447τοῖς ἐγγράφοις τοῦ Σπυρίδωνος Βαλαωρίτου ἤθελε γίνει ἔρευ-
7448να, ἤθελεν εὑρεθῆ ἡ ἐπιστολή μου πρὸς αὐτὸν, διὰ τῆς ὁποίας
7449ἀπέτρεψα αὐτὸν νὰ κινήσῃ ἀγωγὴν, ὑποσχεθείς, ὅτι, ἄν ἐπι-
7450δικασθῶσιν ὑπὸ τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν αἱ ἀξιώσεις τοῦ
7451Βράϊλα καὶ τοῦ κ. Μελετοπούλου, θέλω πληρώσει εἰς αὐ-
7452τὸν, ὅσα ἠξίου, καὶ ἄν παρεγράφετο ἡ ἀξίωσίς του. Ἀπέ-
7453τρεψα δ’ αὐτὸν νὰ κινήσῃ ἀγωγὴν, πράξας τοῦτο, ἵνα ἀπαλ-
7454λάξω τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀπὸ πληρωμῆς δικαστικῶν ἐξό-
7455δων καὶ τόκων. Καὶ ἐπλήρωσε τὸ Δημόσιον καὶ δικαστι-
7456κὰ ἔξοδα καὶ τόκους, ἕνεκα τῆς δυστροπίας τῆς Κυβερνή-
7457σεως, νὰ πληρώσῃ τοὺς μισθοὺς εἰς τὸν Βράϊλαν καὶ τὸν κ.
7458Μελετόπουλον. Καὶ ἐπλήρωσε διὰ τόκους εἰς τὸν κ. Μελε-
7459τόπουλον 1027 δραχμὰς, ὡς ἐπλήρωσε καὶ εἰς τὸν Γεώρ-
7460γιον Ἀργυρόπουλον 352 καὶ 20)00 διὰ τόκους, καὶ εἰς τὸν
7461Βράϊλαν ἄλλο ποσόν. Ἀφοῦ δὲ κατὰ τὸ 1879 ἐξεδόθη ἡ
7462ἀπόφασις τοῦ Ἐφετείου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Βράϊλα,
7463καὶ περιελήφθη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1879 ποσὸν
7464δραχ. 5670, πρὸς ἐξόφλησιν τῆς ἀπαιτήσεως αὐτοῦ, δυνά-
7465μει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1801 ἀπὸ 29 Μαΐου 1876 ἀποφάσεως
7466τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν καὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 598 ἀπὸ
746719 Μαΐου 1878 ἀποφάσεως τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν,
7468ἔπρεπε καὶ ἡ ὑπόθεσις τοῦ Βαλαωρίτου νὰ λυθῇ πλέον, πε-
7469ριέλαβον δὲ διὰ τοῦτο ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1880 τὴν
7470ἀπαιτουμένην πίστωσιν τῶν 10,400 δραχμῶν πρὸς πλη-
7471ρωμὴν τοῦ Βαλαωρίτου. Καὶ τὸ ποσὸν τῶν 10,400 δραχ-
7472μῶν ἀντιπροσωπεύει ἁπλῶς μισθὸν ἀπὸ 1 Ἀπριλίου μέ-
7473χρι 18 Ἰουνίου 1875, δὲν περιλαμβάνει δὲ μήτε τόκους,
7474μήτε δικαστικὰ ἔξοδα, διότι δὲν ἐκινήθη ἀγωγὴ κατὰ τοῦ
7475Δημοσίου. Ἀλλὰ μήπως εἰς τὸν κ. Λ. Μελετόπουλον ἐπλη-
7476ρώθησαν μόνον οἱ μισθοί; Ἐπληρώθησαν μὲν 3,490 δραχ-
7477μαὶ διὰ μισθὸν, καὶ δρ. 2,000 δι’ ἔξοδα ἐπανόδου, ἀλλ’
7478ἐπληρώθησαν καὶ τόκοι 1027 δραχμῶν, ὡς ἐπληρώθησαν
7479καὶ εἰς τὸν κ. Ἀργυρόπουλον, ὄχι μόνον οἱ μισθοί, ἐκ δρ.
74801,116 καὶ 80)00, ἀλλὰ καὶ οἱ τόκοι, ἐκ δραχ. 352 καὶ
748120)00.
7482Δὲν παρήτησα λοιπὸν τὴν ἔνστασιν τῆς παραγραφῆς ἐπὶ
7483ζημίᾳ τοῦ Δημοσίου, διότι δὲν εἶχον δικαίωμα ὡς Ὑπουρ-
7484γὸς ὑπεύθυνος νὰ παραιτήσω δικαιώματα, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ
7485ἐπιβαρύνω τὸ Δημόσιον μὲ πληρωμὴν τόκων καὶ ἐξόδων,
7486ἀπέτρεψα πολίτην, ζητοῦντα τὸ δίκαιόν του, νὰ προσφύγῃ
7487εἰς τὸ Δικαστήριον, καὶ ὑπεσχέθην εἰς αὐτὸν, ἐὰν τὸ Δικα-
7488στήριον ἤθελε δεχθῆ τὴν βάσιν τῆς ἀγωγῆς ἐκείνων, οἱ
7489ὁποῖοι εἶχον ὁμοίαν ἀξίωσιν μὲ αὐτὸν, ν’ ἀναγνωρίσω καὶ
7490ἐγὼ τὰς ἀξιώσεις αὐτοῦ καὶ προκαλέσω τὴν πληρωμὴν τῶν
7491ὀφειλομένων εἰς αὐτόν. Ἐπλήρωσε δὲ, ὡς σᾶς εἶπον, τὸ Δη-
7492μόσιον 24,056 δρ. διὰ τὰς ὑποθέσεις ταύτας, πρόστιμον, τὸ
7493ὁποῖον βεβαίως πρέπει νὰ καταλογισθῇ εἰς τὴν εὐθύνην οὐ
7494μόνον ἐκείνων, οἵτινες διώρισαν ἄνευ πιστώσεως τοὺς εἰρη-
7495μένους διπλωματικοὺς ὑπαλλήλους, ἀλλὰ καὶ ἐκείνων, οἵτι-
7496νες ἠρνήθησαν νὰ πληρώσωσιν αὐτούς.
7497Ἀληθῶς ἡ στάσις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὴν συζή-
7498τησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς πιστώσεως τοῦ Σπάρταλη
7499ἐστενοχώρησε τοὺς Ὑπουργοὺς ἐν τῇ Βουλῇ, ἐστενοχώρησε
7500τοὺς φίλους αὐτῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἐστενοχώρησε τοὺς
7501δημοσιογράφους, ὅσοι εἶναι φίλοι τοῦ Ὑπουργείου καὶ ὑπο-
7502στηρίζουσιν αὐτὸ, ἀλλὰ, κατὰ παράξενον τρόπον, ἐστενοχώ-
7503ρησε καὶ ἄλλους, οἵτινες δὲν ἔχουσι κοινὴν τύχην μὲ τοὺς Ὑ-
7504πουργοὺς, καὶ οἵτινες λειτουργοῦσιν ἐν ἄλλῃ σφαίρᾳ, ἐκτελοῦν-
7505τες μὲν καὶ ἐκεῖ ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, ὀφείλοντες ὅμως νὰ
7506μὴ ἀναμιγνύωνται εἰς τὰ τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Εἷς
7507ἐκ τούτων, ἕνεκα τοιαύτης στενοχωρίας, περιήρχετο τὴν πόλιν
7508κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, καὶ διέδιδε ποικίλας διαδόσεις.
7509Μεταξὺ δὲ τῶν διαδόσεων τούτων ἦτο καὶ ἡ ἑξῆς, ὅτι
7510Ὑπουργοὶ, οἵτινες ἀποτέλουν μέρος τοῦ Ὑπουργείου τοῦ
7511Ἀπριλίου τοῦ 1885, εἶχον δηλώσει, ὅτι εἶχον πεποίθησιν, ὅτι
7512τὸ Κράτος ὤφειλεν ἀληθῶς χρήματα εἰς τὸν Σπάρταλην. Ἡ
7513διάδοσις, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναφέρομαι, ἤθελεν εἶσθαι ἀναξία
7514προσοχῆς, ἐὰν δὲν εἶχε περιέλθει εἰς τὰ ὦτα μελῶν τοῦ Κοι-
7515νοβουλίου. Ἐπειδὴ δ’ εἰμὶ πεπεισμένος, ὅτι μέλη τοῦ Κοινο-
7516βουλίου ἤκουσαν τὴν διάδοσιν ταύτην, διὰ τοῦτο ἀξιῶ νὰ ποιή-
7517σωμαι μνείαν αὐτῆς καὶ ν’ ἀναιρέσω αὐτὴν, ὡς ψευδῆ, καὶ νὰ
7518τὴν ἀναιρέσω οὐχὶ λόγοις, ἀλλὰ δι’ ἐπιστολῆς τοῦ Ὑπουρ-
7519γοῦ, τὸν ὁποῖον ὠνόμαζεν, ὅτι εἶχεν ἀναφέρει, ὅτι εἶχε πε-
7520ποίθησιν, ὅτι τὸ Κράτος ὤφειλεν εἰς τὸν Σπάρταλην χρήματα.
7521Ὁ ἀξιότιμος κ. Μπούμπουλης, περὶ οὗ πρόκειται, Ὑπουρ-
7522γὸς τῶν Ναυτικῶν διορισθεὶς κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1885,
7523ἰδοὺ τί μοι ἔγραψε τὴν δευτέραν Ἰανουαρίου 1889 (ἀνα-
7524γινώσκει): «Μανθάνω, ὅτι διαδίδεται, ὅτι ἐγὼ εἶπον περὶ
7525» τῆς συζητουμένης πιστώσεως διὰ τὸν κ. Σπάρταλην, ὅτι
7526» οὗτος δικαιοῦται λαμβάνειν παρὰ τοῦ Δημοσίου τὴν εἰρη-
7527» μένην πίστωσιν. Τοῦτο οὐδόλως εἶναι ἀληθές, καθόσον ἐγὼ
7528» εἰς οὐδένα ἔκαμον λόγον περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
7529» Ἐκεῖνο δὲ, ὅπερ ἐγὼ γινώσκω περὶ τῆς ὑποθέσεως Σπάρ-
7530» ταλη, εἶναι τὸ ἑξῆς. Κατὰ τὰς δύο τελευταίας περιό-
7531» δους τῆς ὑπουργείας μου, ὑπὸ τὴν πρωθυπουργείαν τοῦ
7532» ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
7533» τῶν Ναυτικῶν τρεῖς ἢ τέσσαρας φορὰς, καθόσον ἐνθυ-
7534» μοῦμαι, ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὡς πληρεξούσιος τοῦ κ. Σπάρτα-
7535» λη, καὶ μὲ παρεκάλεσεν ἵνα τὸ Λογιστήριον τοῦ Ὑπουρ-
7536» γείου τῶν Ναυτικῶν ἐξελέγξῃ καὶ διαβιβάσῃ εἰς τὸ Ὑ-
7537» πουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τοὺς μεταξὺ τοῦ εἰρημένου κ.
7538» Σπάρταλη καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν λογαρια-
7539» σμούς. Ἐγὼ δὲ ἐκ καθήκοντος διέταξα τὸ Λογιστήριον νὰ
7540» ἐπιληφθῇ ἀμέσως τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ εἰρημένου λογαρια-
7541» σμοῦ, καὶ τὴν μετὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τα-
7542» κτοποίησιν αὐτῶν. Τὸ Λογιστήριον τοῦ Ὑπουργείου τῶν
7543» Ναυτικῶν, μετὰ μακρὰν ἐξέλεγξιν τῶν λογαριασμῶν, συν-
7544» ενοήθη μετὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τὴν
7545» τακτοποίησιν αὐτῶν, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν
7546» ἀπήντησεν, ὅτι ἡ δοσοληψία τοῦ Σπάρταλη μετὰ τοῦ Δη-
7547» μοσίου δὲν ἀφεώρα μόνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν,
7548» ἀλλ’ εἶχε σχέσιν καὶ μὲ δοσοληψίαν τῶν ἄλλων Ὑπουρ-
7549» γείων τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι κατὰ τὴν γενικὴν αὐτοῦ μετὰ
7550» τοῦ Δημοσίου δοσοληψίαν, ὄχι μόνον ὁ κ. Σπάρταλης δὲν
7551» εἶχε λαμβάνειν, ἀλλ’ ὅτι ἔμεινεν ὀφειλέτης πέντε περίπου
7552» χιλιάδων λιρῶν. Τὸ γεγονὸς τοῦτο ἐνθυμούμενος κατὰ τὸ
7553» 1883, ὅτε ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
7554» ἔτους ἐκείνου, σᾶς ἔκαμον τότε, ἀξιότιμε φίλε, μὲ ἀπορίαν
7555» μου τὴν παρατήρησιν, ὅτι εἰς τὸν πίνακα τῶν κεκλεισμέ-
7556» νων χρήσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ὑπῆρχον
7557» κονδύλια ὑπὲρ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Σπάρταλη, ἐνῷ ἐγώ,
7558» Ὑπουργὸς ὤν, εἶχον τὴν πληροφορίαν παρὰ τοῦ Ὑπουρ-
7559» γείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὁ κ. Σπάρταλης ἦτο χρεώ-
7560» στης τοῦ Δημοσίου, καὶ οὐχὶ πιστωτής.—Ταῦτα ἔκρινα
7561» καθῆκόν μου κτλ.»
7562Καὶ παρεστάθη ὁ κ. Μπούμπουλης, ὅστις, καθ’ ἃ ἠκού-
7563σατε ἐκ τῆς ἐπιστολῆς αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν ἀνέγνων, εἶχε
7564τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὁ Σπάρταλης εἶναι χρεώστης τοῦ Δη-
7565μοσίου, καὶ ὄχι πιστωτὴς αὐτοῦ, παρεστάθη, λέγω, ὁ κ.
7566Μπούμπουλης, ὡς δῆθεν πληροφορήσας, ἢ εἰπὼν, ἢ ἀνακοι-
7567νώσας, ὅτι αὐτὸς ἐφρόνει, ὅτι ὁ κ. Σπάρταλης εἶναι πιστω-
7568τὴς τοῦ Δημοσίου, καὶ ὅτι τὸ Κράτος ὀφείλει εἰς αὐτὸν τὸ
7569ποσὸν, τὸ ὁποῖον ζητοῦσι σήμερον νὰ πληρώσωμεν εἰς αὐτὸν,
7570διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Τὸ ὄντι ἡ ὑπό-
7571θεσις τοῦ Σπάρταλη εἶναι ὑπόθεσις, τὴν ὁποίαν δὲν γνωρίζω,
7572ἐὰν μοὶ ἦναι ἐπιτετραμμένον, νὰ ὀνομάσω ῥυπαρὰν, ἀλλὰ
7573βεβαίως δύναμαι νὰ χαρακτηρίσω σκανδαλώδη. Καὶ ἐγενό-
7574μεθα μάρτυρες, οὐχὶ μόνον τοῦ ἀδικήματος, ὅπερ ὁ κ. Σι-
7575μόπουλος ἀπερισκέπτως προσῆψεν εἰς ἐμὲ, ἀλλ’ ἐγενόμεθα
7576αὐτήκοοι μάρτυρες ἄλλου μεγάλου, πρὸς τὴν τιμὴν τῆς πα-
7577τρίδος, ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον Βουλευταὶ ἔπραξαν ἀπὸ τοῦ
7578βήματος τούτου, ἀναβιβάσαντες τὸν Σπάρταλην μέχρι τοῦ
7579σημείου ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆλθον οἱ ἄνδρες, εἰς τοὺς
7580ὁποίους τὸ Ἔθνος ὀφείλει ἐθνικὴν τιμήν. Ὀφείλει τὸ Ἔθνος
7581τιμὴν εἰς τὸν ἥρωα τῆς Κλείσοβας, ὀφείλει τὸ Ἔθνος τιμὴν
7582εἰς ἐκείνους οἵτινες ἐκλείσθησαν εἰς τὴν πολιορκίαν τοῦ Με-
7583σολογγίου, ὀφείλει τὸ Ἔθνος τιμὴν εἰς τοὺς ἥρωας τοῦ Λάλα
7584καὶ τοῦ Βαλτετσίου, εἰς τοὺς μεγάλους πατριώτας Καπλά-
7585νας, εἰς τὸν Βαρβάκην εἰς τοὺς Ζωσιμάδας, εἰς τὸν Ἀρσά-
7586κην, εἰς τὸν Σίνα. Ὀφείλει καὶ εἰς τὸν Σπάρταλην! Διατί;
7587Διότι ἔλαβεν εἰς χεῖρας ἑκατὸν χιλιάδας λιρῶν τῆς πτωχῆς
7588Ἑλλάδος, καὶ ἐδυστρόπει νὰ δώσῃ λογαριασμὸν τῆς διαχει-
7589ρίσεώς του τοσαῦτα ἔτη. Καὶ ἠνάγκασεν Ὑπουργὸν τῆς
7590Ἑλλάδος, νὰ μετέλθῃ πρὸς αὐτὸν γλῶσσαν, ἥτις δὲν εἶναι
7591εἰθισμένη εἰς τὰς ἐπισήμους σχέσεις τῶν Ὑπουργῶν πρὸς
7592τοὺς ὑπαλλήλους αὐτῶν. Καὶ ὀφείλομεν τιμὴν εἰς τὸν Σπάρ-
7593ταλην, διότι περιεβλήθη τὰ σήματα τοῦ Γενικοῦ Προξένου
7594τῆς Ἑλλάδος, καὶ διὰ τῶν σημάτων τούτων ἠδυνήθη νὰ
7595ἀξιωθῇ νὰ εἰσέρχηται εἰς τὰς αἰθούσας τὰς ἀριστοκρατορι-
7596κὰς τοῦ Λονδίνου, αὐτὸς, ὁ βιῶν ἐν τῷ ἄστει καὶ ἀγωνιζό-
7597μενος νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὸ βαλάντιόν του, εἴτε ἐκ δικαίων,
7598εἴτε ἐξ ἀδίκων ἐπιχειρήσεων, ὀλίγα δηνάρια. Καὶ δὲν ἤρκε-
7599σεν εἰς αὐτὸν, ὅτι ἠξιώθη νὰ περιβληθῇ ὁ τράχηλός του
7600διὰ τοῦ παρασήμου τῆς Συνελεύσεως τοῦ Ἄργους, τοῦ
7601παρασήμου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ Ἀνδρέας Λόντος, ὁ
7602στρατηγὸς τοῦ Αἰγίου, διὰ τοῦ παρασήμου ἐκείνου, τὸ
7603ὁποῖον κατ’ ἀρχὰς εἶχε λάβει ὁ Ἀνδρέας Ζαήμης, καὶ ἔρ-
7604χονται ἀκόμη νὰ μᾶς ζητῶσι ν’ ἀναγράψωμεν αὐτὸν ὡς
7605εὐεργέτην τῆς Ἑλλάδος! Καὶ δὲν διστάζουσιν ἀπὸ τοῦ βή-
7606ματος τούτου, νὰ μᾶς εἴπωσιν, ὅτι ὀφείλεται ἐθνικὴ τιμὴ εἰς
7607τὸν ἄνδρα, τὸν ὁποῖον εὐλόγως ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος
7608βουλευτὴς ὠνόμασε τοκογλύφον Ἰουδαῖον! Δὲν εἶναι αὐτὸς,
7609ὅστις ἐκαιροφυλάκτησε δεινὰς τῆς πατρίδος ἀνάγκας, καθ’
7610ὃν χρόνον αὕτη ἠγωνίζετο νὰ κατασκευάσῃ σκάφη τινὰ,
7611διὰ νὰ ἔλθῃ ἐπίκουρος εἰς ἀδελφοὺς, ἀγωνιζομένους ὑπὲρ τῆς
7612ἐλευθερίας των, ἐκαιροφυλάκτησεν ὅπως κερδοσκοπήσῃ καὶ
7613εἰσαγάγῃ καὶ ἐκ τοῦ χρήματος ἐκείνου τοῦ πενιχροῦ δηνά-
7614ριά τινα εἰς τὸ ταμεῖόν του; Δὲν εἶναι αὐτὸς, ὅστις εἶχε
7615τὸ θάῤῥος νὰ ὑβρίσῃ τὴν πατρίδα του, καταδηλώσας, ὅτι
7616δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ Δικαστήρια αὐτῆς, ὅτι δὲν σέ-
7617βεται τοὺς νόμους αὐτῆς, ἀλλὰ ζητεῖ ξένην συνδρομὴν, ξέ-
7618νην προστασίαν, καὶ δι’ αὐτῆς ἐπιτυγχάνει μὲν νὰ λάβῃ
7619τὰς 335 χιλιάδας δραχμὰς ἀπὸ τὸ πτωχὸν ταμεῖον τῆς
7620Ἑλλάδος διὰ τῆς συνδρομῆς τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ τὸ
7621ἐπιτυγχάνει ἀφοῦ ὁ Πρωθυπουργὸς προσέφυγεν εἰς μέσα καὶ
7622τρόπους ἀκατονομάστους;
7623Εἶπον, ὅτι εἶναι ἀηδὲς τὸ ἔργον, ὃ ἀνέλαβον, ἵνα ἐκπλη-
7624ρώσω, ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἀηδὲς, εἶναι καὶ λυπηρόν. Λυ-
7625πηρὸν εἶναι νὰ ἀναμιμνησκώμεθα, ὅσα ὁ φάκελλος ἐκεῖνος,
7626ὁ ὀγκώδης, ὁ κατατεθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπληροφόρησεν
7627ἡμᾶς. Οἱ ἐπιτραπέντες νὰ μεριμνῶσι περὶ τῶν συμφερόντων
7628τοῦ δημοσίου ταμείου ἐγένοντο πολέμιοι αὐτοῦ καὶ μετέ-
7629βαλον ἑαυτοὺς ἀπὸ ἐπιμελητῶν τῶν δημοσίων συμφερόντων
7630εἰς πράκτορας τοῦ ἀνθρώπου, τὸν ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἀνέ-
7631φερα. Οἱ κυβερνῆται τῆς πατρίδος ἡμῶν, διὰ νὰ κατορθώ-
7632σωσι νὰ παράσχωσι τὴν ἄδικον ταύτην χορηγίαν πρὸς τὸν
7633Σπάρταλην, ἠσέβησαν πρὸς αὐτὴν τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ
7634Κράτους. Καὶ ἐνῷ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἀσεβοῦντες πρὸς τὴν
7635ἐμπεπιστευμένην αὐτοῖς τιμὴν τῆς πατρίδος, συνεννοοῦντο
7636ἐπονειδίστως μετὰ τῶν ξένων, πῶς νὰ εὐκολύνωσι τὴν πλη-
7637ρωμὴν τῶν ζητουμένων ὑπὸ τοῦ Σπάρταλη χρημάτων, ἐνε-
7638φανίσθησαν εἰς τὴν Βουλὴν κομποῤῥημονοῦντες, ὅτι αὐτοὶ
7639δῆθεν εἶπον εἰς τοὺς ξένους, ὅτι δὲν θέλουσι ν’ ἀναγνωρίσωσι
7640τὴν πίεσιν αὐτῶν, καὶ ὅτι, ἐὰν σκοπῶσι νὰ ποιήσωνται χρῆ-
7641σιν τῆς διπλωματικῆς αὐτῶν ἰδιότητος, πρέπει νὰ φέρωσι
7642πάλιν στόλους, διὰ νὰ λάβωσι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ζη-
7643τοῦσι. Ναὶ, οἱ στόλοι! Δὲν γνωρίζω ποῖον αἴσθημα γεννᾶ-
7644ται εἰς τὰς ψυχάς των, ὅταν ἐνθυμῶνται τοὺς στόλους,
7645ἀλλὰ βεβαίως, ὅτε ἔλεγον ταῦτα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς
7646Βουλῆς, δὲν θὰ εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ ἀτενίζωσι κατὰ πρόσω-
7647πον σᾶς, πρὸς τοὺς ὁποίους ἐλάλουν.
7648Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔλαβε τὴν στάσιν, ἣν εἴδετε κατὰ τὴν
7649συζήτησιν τῆς πιστώσεως ταύτης, οὐχὶ διότι ἐσκόπει ἢ ἐπε-
7650θύμει νὰ παρακωλύσῃ τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου, διότι
7651ἐνδιαφέρεται ὑπὲρ τῶν θεσμῶν καὶ τυγχάνει πρὸς τούτοις
7652πιστὴ, ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην ἀρχὴν καὶ Ἐξουσίαν, οὔτε διὰ
7653νὰ προκαλέσῃ κοινοβουλευτικὴν κρίσιν, διότι δύναται νὰ
7654μετρῇ τοὺς παλμοὺς, οὓς ἐν τῇ καρδίᾳ του αἰσθάνεται ἕκα-
7655στος τῶν Ὑπουργῶν, ἀναλογιζόμενος τὴν ἡμέραν ἐκείνην,
7656καθ’ ἣν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει κληθῆ νὰ δώσῃ τὴν ψῆ-
7657φόν του καὶ κρίνῃ μεταξὺ ὑμῶν καὶ ἡμῶν. Πῶς εἶναι δυνα-
7658τὸν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ὑπολάβῃ, ὅτι ἦτο ἐνδεχόμενον,
7659οἱαιδήποτε καὶ ἂν ἐδημιουργοῦντο περιπλοκαὶ, ὅτι ἦτο
7660ἐνδεχόμενον, οἱ Ὑπουργοὶ τοῦ Βασιλέως νὰ προτείνωσιν εἰς
7661τὸ Στέμμα τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς; Ἐγνώριζον οἱ πα-
7662ρόντες Ὑπουργοὶ νὰ προτείνωσι τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς
7663κατὰ τὸν Μάρτιον τοῦ 1886, προφασιζόμενοι, ὅτι εἶχον ἀπέλ-
7664θει οἱ Βουλευταὶ μίαν τῶν ἡμερῶν τῆς αἰθούσης καὶ δὲν εἶχε
7665μείνει τὸ Σῶμα ἐν ἀπαρτίᾳ. Χιλιάκις ἐὰν ἀπήρχεσθε ἐφέ-
7666τος τῆς αἰθούσης, καὶ χιλιάκις ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἔμενεν ἐν
7667ἀπαρτίᾳ, ἔστε βέβαιοι, ὅτι οὐδεὶς τῶν Ὑπουργῶν ἤθελε
7668διανοηθῇ νὰ πράξῃ, ὅ,τι ἔπραξαν κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ
76691886. Ἀλλὰ καὶ ἄλλως κατοικοῦμεν πάντες ἐν Σαμαρείᾳ,
7670καὶ γνωρίζομεν, τί γίνεται καὶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ ἐκτὸς
7671τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ὑπὸ ποίους ὅρους ἐγκαινιάζεται δύο
7672ἤδη ἔτη ἑκάστης Βουλευτικῆς Συνόδου ἡ ἔναρξις. Ἠθέλο-
7673μεν δὲ περιπέσει εἰς ἀσύγγνωστον πλάνην, ἂν ὑπελαμβά-
7674νομεν πιθανὴν τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς κατὰ τοὺς χρόνους
7675τούτους.
7676Ἀλλ’ εἴχομεν καθῆκον νὰ λάβωμεν, ἣν ἐλάβομεν στά-
7677σιν. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συζητήσωμεν καὶ ψηφίσωμεν νὰ δω-
7678ρηθῇ ποσὸν 100 ἢ 500 χιλιάδων δραχμῶν εἰς πάντα οἱον-
7679δήποτε, ἠθέλομεν πεισθῆ, ὅτι ἐξεπληροῦμεν τὸ καθῆκον
7680ἡμῶν, ἐὰν ἐλέγομεν λέξεις τινὰς κατὰ τοῦ μὴ εὐλόγως προτει-
7681νομένου δώρου καὶ ἐὰν ἐῤῥίπτομεν μίαν μέλαιναν ψῆφον κατὰ
7682τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ πιστώσεως
7683τοῦ Σπάρταλη δὲν ἐπρόκειτο περὶ δαπάνης 335 χιλ. δραχ-
7684μῶν, ὡς ἀναγράφεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Τὸ νομοσχέδιον φαίνε-
7685ται νομοσχέδιον ἁπλῆς πιστώσεως, ἀλλὰ περικαλύπτει τοιαύ-
7686την πολιτείαν τῶν κυβερνώντων, τοιαύτας πράξεις αὐτῶν,
7687ὥστε καθῆκον εἴχομεν νὰ διατρανώσωμεν διὰ παντὸς τρό-
7688που τὴν ἀποδοκιμασίαν ἡμῶν πρὸς ταύτας, ἀφοῦ ἡ ἐν τῷ
7689Κοινοβουλίῳ ἀριθμητικὴ δύναμις ἡμῶν δὲν μᾶς παρέχει τὴν
7690ἐξουσίαν νὰ πράξωμεν, ὅ,τι τὸ καθῆκον ἡμῶν μᾶς ἐπέβαλλε.
7691Καὶ τὸ καθῆκον ἡμῶν δὲν μᾶς ἐπέβαλλε νὰ δώσωμεν μόνον
7692μέλαιναν ψῆφον κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, μᾶς ἐπέβαλλε νὰ
7693πράξωμεν καὶ ἄλλο τι. Ἡ μέλαινα ψῆφος ἡμῶν, διδομένη,
7694ἤθελεν εἶσθαι ἀτελὴς ἔκφρασις τῶν αἰσθημάτων, τὰ ὁποῖα
7695κυριεύουσι τὰς ψυχάς μας, ἤθελεν εἶσθαι ἀτελὴς ἐκπλήρω-
7696σις τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα, ὡς πολῖται Συνταγματικοῦ
7697Κράτους, αἰσθανόμεθα, ὅτι ἔχομεν. Ἀλλὰ προσδοκῶ, ὅτι δὲν
7698εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔλθῃ καιρός, κατὰ τὸν ὁποῖον θέλει μᾶς
7699ἐπιτραπῆ νὰ μεριμνήσωμεν καὶ περὶ τῆς τοιαύτης ἐκπληρώ-
7700σεως τῶν ἡμετέρων καθηκόντων. Σήμερον ὅμως νομίζω, καὶ
7701ταύτην θαῤῥῶ νὰ δώσω γνώμην εἰς τοὺς ἐμοὺς ἑταίρους, ὅτι,
7702διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐκδηλώσωμεν πληρέστερον τὰ αἰσθή-
7703ματα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν καθῆκον νὰ αἰσθανώμεθα ἐν ταῖς
7704ψυχαῖς ἡμῶν, πρέπει νὰ μείνωμεν σιωπηλοὶ ἐκεῖ, (δεικνύει
7705τὰ θρανία τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος) καθ’ ἣν ὥραν θέλει ψη-
7706φοφορεῖσθαι τὸ νομοσχέδιον. Ἂς δίδῃ λευκὴν ψῆφον ἡ πλειο-
7707νοψηφία ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἡ σιωπὴ ἡμῶν θὰ ἦναι δριμεῖα δια-
7708μαρτυρία, μὴ ἐκδηλοῦσα μόνον τὴν ἄρνησιν ἡμῶν κατὰ
7709τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἐκδηλοῦσα καὶ τὴν θλίψιν ἡμῶν ἐπὶ
7710τοῖς γιγνομένοις, καὶ τὴν ἀποδοκιμασίαν ἡμῶν, τουλάχιστον
7711ἐπὶ τοῦ παρόντος, κατὰ τῶν πράξεων ἐκείνων. (Εὖγε! εὖγε!
7712ἐξ ἀριστερῶν).
7713§315ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος εἶναι ἐγγεγραμμένος. Κηρύσ-
7714σομεν περατωμένην τὴν συζήτησιν.
7715Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχε-
7716δίου.
7717§316ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
7718§317ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
7719§318ΛΕΒΙΔΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, διὰ νὰ μείνωσι τὰ
7720ὀνόματα τῶν Βουλευτῶν ἐκεῖ γεγραμμένα.
7721§319Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μάλιστα, κύριε Πρόεδρε, καὶ νὰ δη-
7722μοσιευθῇ τὸ πρωτόκολλον τῆς ψηφοφορίας.
7723§320ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ἡμεῖς θὰ τὸ δημοσιεύσωμεν.
7724§321ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομο-
7725σχεδίου λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
7726(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
7727ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κκ. Μισυρλῆ καὶ Καλογεροπού-
7728λου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
7729Χαρ. Τρικούπης ΝΙ. Πεζᾶς Ν
7730Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΝΚ. Σινέλης Ν
7731Γ. Σισμάνης ΝΒ. Βουδούρης Ν
7732Δ. Βουλπιώτης ΝΚ. Ἀργασάρ. Λομβάρδος Ν
7733Ἀθ. Ἴσκος Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ν
7734Ν. Καλαντζόπουλος ΝἈναστ. Ἐ. Λούντζης Ν
7735Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Διον. Λομβάρδος Ν
7736Μ. Γουλιμῆς ΝΓ. Θεοτόκης Ν
7737Μ. Ἰατρίδης ΝΚ. Βασιλάκης
7738Δ. Χατζόπουλος Ἀντ. Καποδίστριας
7739Γεώργ. Μίλησης ΝΝ. Βασιλάκης
7740Σπυρ. Νοταρᾶς Εὐάγ. Τσαρλαμπᾶς
7741Γ. Κούστας Πολυχ. Β. Κωνσταντᾶς
7742Ἀλέξανδρος ἈντωνόπουλοςΝΣ. Ἀλαμάνος
7743Σωτήριος Δανόπουλος ΝΘεόφ. Προβατᾶς
7744Ἀναστ. Δημητριάδης Ἰωάν. Παδοβᾶς Ν
7745Μιχαὴλ Νικηφοράκης ΝΕὐάγ. Μπασιᾶς
7746Δημήτριος Πετρίδης Ἀγαμέμνων Μεταξᾶς Ν
7747Ἄγγελος Γεωργαντᾶς Ἀνδρ. Ἄν. ΚαβαλιεράτοςΝ
7748Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ν. Βαλσαμάκης
7749Θεοδ. Β. Δηλιγιάννης Γεράσιμος Μουσούρης
7750Χρῖστος Χριστόπουλος Παν. Βενιεράτος Ν
7751Φίλιππος Βάρβογλης Γ. Τυπάλδος Κοζάκης
7752Ἠλίας Φλέσσας Γ. Κόρπας
7753Κ. Κωνσταντόπουλος Στέφανος Σκουλούδης Ν
7754Ἀρ. Σακελλαρόπουλος Ἀλοΐσιος Τόμαν
7755Παναγιώτης Μανέτας ΝΧαρίλ. Προβελέγγιος Ν
7756Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος Ν. Νομικὸς
7757Ἠλίας Παλαμήδης ΝΜίνως Μπογιατζόγλους Ν
7758Κωνστ. Κατσικόπουλος Γεώργιος Μπούμπουρας Ν
7759Δ. Ζέγγελης ΝΛωρέντζος Δελαρόκας Ν
7760Δημ. Ν. Βότσαρης Δημοσθένης Καΐρης Ν
7761Κωνστ. Γ. Καραπάνος Γεώργιος Δρόσος Ν
7762Γεώργ. Χ. Παχὺς ΝΝιόλαος Κρίσπης Ν
7763Στέφανος Δραγούμης ΝΕὐστάθιος Κεχαγιᾶς
7764Δημήτρ. Γ. Ῥάλλης Κωνστ. Κοσσονάκος Ν
7765Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας ΝΓεώργιος Μαυρομιχάλης
7766Φωκίων Νέγρης ΝἈριστ. Πετροπουλάκης
7767Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς Γιανν. Μαυρομιχάλης Ν
7768Νικόλ. Μπουφίδης ΝΝικήτας Βαρβιτσιώτης Ν
7769Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΝΛεων. Καπετανάκος
7770Δημ. Καλλιφρονᾶς Ξανθὸς Πικουλάκης Ν
7771Νικόλ. Δ. Λεβίδης Γεώργ. Πετροπουλάκης
7772Σπυρ. Κουκούλεζας ΝΚ. Παπαμιχαλόπουλος
7773Ὄθων Μακρυγιάννης ΝἸωάννης Καρτάλης
7774Τρύφων Μουτσόπουλος ΝἈργ. Κανταρτζῆς Ν
7775Θάνος Κανακάρης Εὐάγ. Σταμούλης Ν
7776Ἀθ. Πετιμεζᾶς Ν. Κοκωσλῆς
7777Νεοκλ. Πετιμεζᾶς Ἰω. Παπαδόπουλος Ν
7778Α. Παπαγιαννακόπουλος Κωνστ. Μαρκίδης Ν
7779Α. Φωτήλας ΝἈριστ. Ἀργυρόπουλος Ν
7780Ἀνδρ. Αὐγερινὸς Δημ. Κουτσουμπλῆς Ν
7781Ἀντ. Ῥικάκης Εὐθ. Μπατζιᾶς Ν
7782Ἀχ. Γεροκωστόπουλος Ἀναστ. Ζαρμάνης Ν
7783Ἰω. Κρεστενίτης Ἀχιλ. Λογιωτάτου
7784Ν. Κουμανιώτης Σωτήριος Σωτηρόπουλος
7785Χρ. Στεφανόπουλος ΝΚωνστ. Κουμουνδοῦρος
7786Ἀλέξ. Ζαΐμης Περικλῆς Πεῤῥωτὴς
7787Νικόλ. Καλογερόπουλος ΝΔημήτριος Τζάνες Ν
7788Ἀλέξ. Κοντόσταυλος ΝΠερικλῆς Μποῦτος
7789Ν. Παπανικολάου Παναγιώτης Σάκκης
7790Ν. Καφετζόγλους ΝΝικάλαος Παπαλέξης Ν
7791Νικόλαος Μισυρλῆς Ζ. Φαλιάγκας
7792Ν. Καράπαυλος ΝΣταμάτιος Μπουντούρης Ν
7793Ἀσημάκης Χριστόπουλος Θεόδωρος Γκίκας Ν
7794Εὐστάθιος Κοκκέβης ΝἈνάργ. Σιμόπουλος Ν
7795Δημήτριος Κάρτσωνας Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ν
7796Δημήτριος Π. Γουδῆς ΝὈδυσσεὺς Πετρόπουλος Ν
7797Σ. Χατζηγάκης Νικόλ. Κοντογιάννης
7798Κ. Ζωγλοπίτης ΝἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ν
7799Ἀθ. Καζαμπάκας ΝΓεώργιος Λιδωρίκης Ν
7800Γ. Φραγκίδης ΝΚωνστ. Χατζῖσκος Ν
7801Α. Τακιατζῆς ΝΔημήτρ. Ζουλούμης Ν
7802Γ. Τάκης Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος
7803Ν. Ταρμπάζης Θεμιστοκλῆς Κανάρης
7804§322ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 78 Βουλευταί, οἵ-
7805τινες εἶπον Ναί. Ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο δεκτὸν
7806κατ’ ἀρχήν.
7807Ψηφοφορεῖται ἤδη τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου.
7808§323ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον μόνον. Ἐπὶ
7809τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς
7810χρήσεως 1888 χορηγεῖται ἔκτακτος πίστωσις ἐκ δραχμῶν
7811τριακοσίων τριάκοντα πέντε χιλιάδων ἑκατὸν δέκα (ἀριθ.
7812335,110), καταλογιζομένη ὑπὸ τὸ κεφάλαιον ΙΓʹ, κατὰ
7813τὴν ἑπομένην κατάστασιν.»
7814§324ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον παρακαλοῦν-
7815ται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ πα-
7816ρεδέχθη.
7817(Ἀκολούθως γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομο-
7818σχεδίου).
7819§325ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεδρίασιν ἔχομεν αὔριον εἰς τὰς 3 μ. μ.
7820Λύεται ἡ συνεδρίασις
7821Ὥρᾳ 9 π. μ. τῆς ἐπιούσης, 11 Ἰανουαρίου.