| 1552 | Χαρ. Τρικούπης | Ο | Σπυρίδων Νοταρᾶς | ||
| 1553 | Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Γεώργιος Κούστας | ||
| 1554 | Γ. Σισμάνης | Ἀλέξανδρος Ἀντωνόπουλος | |||
| 1555 | Δ. Βουλπιώτης | Ο | Σωτήρ. Δανόπουλος | Ο | |
| 1556 | Ἀθ. Ἴσκος | Ἀναστ. Δημητριάδης | Ο | ||
| 1557 | Ν. Καλαντζόπουλος | Ο | Μιχαὴλ Νικηφοράκης | Ο | |
| 1558 | Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Δημήτρ. Πετρίδης | |||
| 1559 | Μ. Γουλιμῆς | Ο | Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | Ν | |
| 1560 | Μ. Ἰατρίδης | Ο | Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Ν | |
| 1561 | Δ. Χατζόπουλος | Ν | Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | ||
| 1562 | Γεώργιος Μίλησης | Ο | Χρῆστος Χριστόπουλος | ||
| 1563 | Φίλιπ. Βάρβογλης | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Ν | ||
| 1564 | Ἠλίας Φλέσσας | Ν | Γεώργιος Κόρπας | ||
| 1565 | Κωντ. Κωνσταντόπουλος | Στέφανος Σκουλούδης | Ο | ||
| 1566 | Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Ἀλοΐσιος Τόμαν | |||
| 1567 | Παναγ. Μανέτας | Ο | Χαρίλ. Προβελέγγιος | ||
| 1568 | Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος | Ν | Νικόλ. Νομικός | ||
| 1569 | Ἠλίας Παλαμήδης | Μίνως Μπογιατζόγλους | |||
| 1570 | Κωνστ. Κατσικόπουλος | Γεώργιος Μπούμπουρας | Ο | ||
| 1571 | Δ. Ζέγγελης | Λωρέντζος Δελαρόκας | Ο | ||
| 1572 | Δημ. Ν. Βότσαρης | Δημοσθένης Καΐρης | Ο | ||
| 1573 | Κωνστ. Γ. Καραπάνος | Γεώργ. Δρόσος | |||
| 1574 | Γεώργιος Χ. Παχὺς | Νικόλ. Κρίσπης | Ο | ||
| 1575 | Στέφανος Δραγούμης | Ο | Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς | ||
| 1576 | Δημ. Γ. Ράλλης | Ν | Κωνστ. Κοσσονάκος | Ο | |
| 1577 | Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας | Γεώργ. Μαυρομιχάλης | Ν | ||
| 1578 | Φωκίων Νέγρης | Ο | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | ||
| 1579 | Ἰω. Α. Γεωργαντᾶς | Ν | Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ο | |
| 1580 | Νικόλ. Μπουφίδης | Ο | Νικήτας Βαρβιτσιώτης | Ο | |
| 1581 | Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ο | Λεων. Καπετανάκος | ||
| 1582 | Δημ. Καλλιφρονᾶς | Ξανθὸς Πικουλάκης | Ο | ||
| 1583 | Νικ. Λεβίδης | Ν | Γ. Πετροπουλάκης | ||
| 1584 | Σπυρ. Κουκούλεζας | Ο | Κ. Παπαμιχαλόπουλος | Ν | |
| 1585 | Ὄθων Μακρυγιάννης | Ο | Ἰωάνν. Καρτάλης | ||
| 1586 | Τρύφ. Μουτσόπουλος | Ο | Ἀρ. Κανταρτζῆς | Ο | |
| 1587 | Θάνος Κανακάρης | Ο | Εὐάγ. Σταμούλης | Ο | |
| 1588 | Ἀθ. Πετιμεζᾶς | Ν. Κοκωσλῆς | |||
| 1589 | Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ο | ||
| 1590 | Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ν | Κ. Μαρκίδης | Ο | |
| 1591 | Α. Φωτήλας | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | |||
| 1592 | Ἀνδρ. Αὐγερινός | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ο | ||
| 1593 | Ἀντ. Ῥικάκης | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ο | ||
| 1594 | Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ν | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ο | |
| 1595 | Ἰω. Κρεστενίτης | Ἀχιλ. Λογιωτάτου | |||
| 1596 | Ν. Κουμανιώτης | Σωτ. Σωτηρόπουλος | Ν | ||
| 1597 | Χρ. Στεφανόπουλος | Ο | Κ. Κουμουνδοῦρος | Ν | |
| 1598 | Ἀλέξ. Ζαΐμης | Περικλῆς Πεῤῥωτὴς | |||
| 1599 | Ν. Καλογερόπουλος | Ο | Δημήτριος Τζάνες | Ο | |
| 1600 | Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Περικλῆς Μποῦτος | |||
| 1601 | Ν. Παπανικολάου | Ο | Παναγιώτης Σάκκης | ||
| 1602 | Ν. Καφετζόγλους | Ο | Νικόλαος Παπαλέξης | Ο | |
| 1603 | Ἰω. Πεζᾶς | Ο | Νικόλαος Μισυρλῆς | Ν | |
| 1604 | Κων. Σινέλης | Ο | Ν. Καράπαυλος | Ο | |
| 1605 | Βασίλ. Βουδούρης | Ο | Ἀσημάκης Χριστόπουλος | ||
| 1606 | Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Ο | Εὐστάθιος Κοκκέβης | Ο | |
| 1607 | Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο | Δημήτριος Κάρτσωνας | Ν | |
| 1608 | Ἀναστ. Ἐ. Λούντζης | Ο | Δημήτριος Π. Γουδῆς | Ο | |
| 1609 | Διον. Λομβάρδος | Ο | Σ. Χατζηγάκης | ||
| 1610 | Γεώργ. Θεοτόκης | Ο | Κ. Ζωγλοπίτης | Ο | |
| 1611 | Κωνστ. Βασιλάκης | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ο | ||
| 1612 | Ἀντ. Καποδίστριας | Γ. Φραγκίδης | |||
| 1613 | Ν. Βασιλάκης | Α. Τακιατζῆς | |||
| 1614 | Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | Γ. Τάκης | |||
| 1615 | Πολυχρ. Κωνσταντᾶς | Ν. Ταρμπάζης | Ν | ||
| 1616 | Σπυρ. Ἀλαμάνος | Ζ. Φαλιάγκας | |||
| 1617 | Θεόφιλος Προβατᾶς | Σταμάτιος Μπουντούρης | |||
| 1618 | Ἰωάννης Παδοβᾶς | Ο | Θεόδωρος Γκίκας | Ο | |
| 1619 | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | Ο | ||
| 1620 | Ἀγαμέμνων Μεταξᾶς | Ο | Κ. Χαλκιόπουλος | Ο | |
| 1621 | Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | |||
| 1622 | Νικόλ. Βαλσαμάκης | Ν. Κοντογιάννης | |||
| 1623 | Γεράσιμος Μουσούρης | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο | ||
| 1624 | Παναγ. Βενιεράτος | Γ. Λιδωρίκης | Ο | ||
| 1625 | Κ. Χατζῖσκος | Κ. Ἀναγνωστόπουλος | Ν | ||
| 1626 | Δ. Ζουλούμης | Θεμιστ. Κανάρης | Ν |
1888.12.30
1,652 rows · 12,211 words · 1 table · 102 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 51
Τῆς 30 Δεκεμβρίου 1888.
(Παρασκευή).
Ὥρα 3 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα. — Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς πρὸς τὰς ἀγορεύσεις αὑτοῦ, βεβαίως δύναται νὰ παραγγέλλῃ τοὺς συντάσσοντας τὰ πρακτικὰ, νὰ καταρτίζωσι τὰς περιλήψεις αὐτῶν, ὅπως αὐτὸς θέλει· ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰς ἀγορεύσεις τῶν κυρίων Βουλευτῶν, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, νὰ ἐκτίθενται τὰ πράγματα οὕτως, ὥστε ἄνευ κόπου τινὸς νὰ ἀναιρῶνται διὰ τῶν λόγων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νὰ μένωσι δὲ ἔκθετοι οἱ λόγοι καὶ τὰ ἐπιχειρήματα τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Λυποῦμαι δὲ, ὅτι κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον συνεχῶς ἀναγκάζονται οἱ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κύριοι συνάδελφοι νὰ λαμβάνωσι τὸν λόγον περὶ τοῦ τρόπου τῆς συντάξεως τῶν πρακτικῶν· καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι, ἐὰν τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς ἐγράφοντο ἐπὶ μαρμάρου, ὅπως τὰ ψηφίσματα τῶν ἀρχαίων, ἠθέλομεν καταντήσει νὰ ἐξαντλήσωμεν ὁλόκληρον τὸ Πεντελικόν, καταστρέφοντες καθ’ ἡμέραν τὰ πρακτικὰ, ἅτινα συντάττουσιν οἱ περὶ τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς. Ἐνταῦθα λέγεται ὅτι: «Ἔλαβεν εἶτα τὸν λόγον εἷς τῶν Βουλευτῶν Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ὅστις ἀνέπτυξε τὴν ἐπερώτησίν του κατὰ τοῦ Ἰωάννου Ντούνια καὶ κατέκρινε τὴν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ διατήρησιν αὐτοῦ». Ἐγὼ δὲν εἶπον τοιαῦτα πράγματα· πῶς ἐδυνάμην νὰ κατακρίνω τὴν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ διατήρησιν τοῦ Ἰωάννου Ντούνια, ἀφοῦ αὐτὸς εἶχεν ἀπολυθῆ ἀπὸ τῆς 15 Δεκεμβρίου; Ἑπομένως παρακαλῶ, τὰ πρακτικὰ νὰ διορθωθῶσιν ὡς ἑξῆς: «ἰσχυρίσθη δὲ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καίτοι προέβη ἄλλοτε εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ἐν λόγῳ ὑπαλλήλου ἀπὸ θέσεως ἐν τῷ Καπνοκοπτηρίῳ Σύρου, συνεπείᾳ διοικητικῆς ἀνακρίσεως, οὐχ ἧττον διώρισεν αὐτὸν γραφέα παρὰ τῇ Ἐφορίᾳ Σύρου, ἐνῷ ταὐτοχρόνως προεκάλει πληροφορίας καὶ ἐλάμβανεν ἐκθέσεις κατ’ αὐτοῦ, καὶ κατέκρινε τὸν διορισμὸν, διότι, ὡς εἶπεν, ὁ Ὑπουργὸς διετέλει ἐν γνώσει τῆς ὑπάρξεως δύο ἀποφάσεων τοῦ Κακουργιοδικείου Σύρου κατὰ τοῦ Ντούνια, δι’ ἔργα τῆς ὑπηρεσίας του». Αὐτὴ εἶναι ἡ περίληψις τῆς ἀγορεύσεώς μου, ἐνῷ ἐτέθη εἰς τὰ πρακτικὰ τοιαύτη τις, ὥστε νὰ νομίζῃ ἕκαστος, ὅτι ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν τί λέγομεν. Καὶ ὁ μὲν κ. Ὑπουργὸς δύναται νὰ γράφῃ ὅ,τι θέλει, ὡς πρὸς τὰς ἀγορεύσεις αὐτοῦ, ὡς πρὸς τοὺς λόγους ὅμως ἡμῶν, παρατηρῶ,—καὶ εὔχομαι τελευταίαν φορὰν νὰ γίνῃ τοῦτο—ὅτι οἱ συντάσσοντες τὰ πρακτικὰ πρέπει νὰ λαμβάνωσιν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἡμεῖς ἀναγινώσκομεν αὐτὰ, βλέπομεν μάλιστα καὶ μεταξὺ τῶν γραμμῶν τί γράφεται. Δὲν εἶναι δὲ ἐπιτετραμμένον αὐτοῖς, νὰ πλαστογραφήσωσι τὰ πράγματα, διότι, ὡς εἶναι γεγραμμένα, εἶναι καθαρὰ πλαστογραφία.
§3ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς παραπονεῖται περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν εἶναι ἐκτεθειμένα τὰ παρ’ αὐτοῦ ῥηθέντα. Ἀλλὰ καὶ τὰ παρ’ ἐμοῦ ῥηθέντα δὲν ἔχουσιν ἀκριβῶς καθ’ ὅλα· διότι εἴρηται, ὅτι «ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου, ἀντικρούων τὰ λεχθέντα, εἶπεν, ὅτι ὁ περὶ οὗ πρόκειται Ἰωάννης Ντούνιας εἶχε διορισθῆ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως· ἡ νῦν δὲ, ἀγνοοῦσα, ὅτι κατ’ αὐτοῦ ὑπῆρχον δικαστικαὶ ἀποφάσεις, τὸν διώρισεν εἰς τὸ Καπνεργοστάσιον Σύρου, λαβοῦσα δὲ γνῶσιν τῶν ἐν λόγῳ ἀποφάσεων, ἀντίγραφα τῶν ὁποίων ἐζήτησε, τὸν ἀπέλυσε τῆς ὑπηρεσίας.» Δὲν τὸν ἀπελύσαμεν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Καπνεργοστασίου Σύρου διότι ὑπῆρχε δικαστικὴ ἀπόφασις κατ’ αὐτοῦ· τὸν ἀπελύσαμεν τῆς θέσεως ταύτης, ὅτε δὲν εἴχομεν ἔτι γνῶσιν τῆς ἀποφάσεως ταύτης, κατόπιν διωρίσθη γραφεὺς παρὰ τῇ Ἐφορίᾳ, ὅτε δ’ ἐκεῖ διωρίσθη, κατηγγέλθη ὡς ἄλλοτε καταδικασθείς. Ἐλάβομεν τότε γνῶσιν τῆς κατ’ αὐτοῦ ἀποφάσεως, καὶ τὸν ἀπελύσαμεν. Ὥστε εἶναι ἀνάγκη νὰ διορθωθῶσι καὶ τὰ παρ’ ἐμοῦ ῥηθέντα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἔχω μόνον μίαν παρατήρησιν, ὅτι κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην δὶς ἢ τρὶς ἐγένοντο παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν. Κατὰ τὰς παρατηρήσεις τῶν κυρίων Βουλευτῶν, διωρθώθησαν τὰ πρακτικὰ ἄνευ πατάγου καὶ θορύβου. Καὶ ἐγὼ καθιστῶ προσεκτικόν, ἐννοεῖται, τὸν κ. Συντάκτην τῶν πρακτικῶν, νὰ μὴ λαμβάνωσι χώραν τὰ τοιαῦτα. Θέλουσι διορθωθῆ τὰ πρακτικὰ συμφώνως μὲ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτοῦ καὶ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εὐθὺς, ὡς κυρωθῶσι τὰ πρακτικὰ, πρὸ παντὸς ἄλλου, παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε τὸν λόγον, ὅπως εἴπω δύο λέξεις.
§6ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, δὲν ἠξεύρω κατὰ ποίαν σύμπτωσιν, γράφονται ἀκριβῶς, ὡς γράφεται ἕν φύλλον, ἐκδιδόμενον μετὰ μεσημβρίαν, ἡ «Παλιγγενεσία.» (Τὰ πρακτικὰ, διορθωθέντα συμφώνως ταῖς ἀνωτέρω παρατηρήσεσιν, ἐπικυροῦνται).
§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι πρόκειται νὰ ποιήσωμαι μνείαν ὑποθέσεως, ἀφορώσης εἰς τὴν περὶ καταθέσεως τῆς ἐκθέσεως τοῦ Γεν. Προξένου ἐν Παρισίοις ἐπερώτησίν μου. Ἐν τοῖς πρακτικοῖς, τοῖς σήμερον ἀναγνωσθεῖσι, φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ῥητῶς ἐδήλωσεν, ὅτι, καθ’ ἣν ἀνεκοίνωσεν εἰς αὐτὸν γνώμην ὁ κ. ἀνακριτὴς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἔκθεσις αὕτη, διότι τοῦτο ἀντιβαίνει εἰς τὰ ἀπόῤῥητα τῆς ἀνακρίσεως. Ἐνθυμοῦμαι ὅμως, ὅτι χθὲς, ὅτε περὶ τούτων ἐγένετο λόγος, εἶχε ζητηθῆ, ἵνα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἴπῃ εἰς ἡμᾶς τὴν γνώμην του, ἐὰν ὁ ἀνακριτὴς ἐνασκῇ νόμιμον δικαίωμα, ἀρνούμενος· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐξέφρασε γνώμην τινά. Εἶπον τοῦτο, διότι τὸ ἄρθρον 72 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν δίδει τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἰς τὸν κ. ἀνακριτήν. Ἐγὼ δὲν ζητῶ πρᾶξιν ἀνακρίσεως, δὲν ζητῶ ἔκθεσιν αὐτοψίας, ἢ ἔκθεσιν πραγματογνωμόνων, ἐγὼ ζητῶ ἔκθεσιν τοῦ ἐν Παρισίοις Προξένου, καὶ νομίζω, ὅτι ὁ ἀνακριτής, ἀρνούμενος ν’ ἀποστείλῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, λόγῳ ἀποῤῥήτου τῆς ἀνακρίσεως, προχωρεῖ πέραν τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος διαγράφει. Διὰ τοῦτο ἐζήτησα, ἵνα ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἴπῃ τὴν γνώμην του. Ἡ αἰτιολογία μάλιστα τοῦ κ. ἀνακριτοῦ ἀποδεικνύει τὴν ἀφέλειαν τῶν ἐπιχειρημάτων αὐτοῦ. «Τὰ ζητούμενα ἔγγραφα ἀποτελοῦσι μέρος τῆς δικογραφίας καὶ ἡ ἀνάκρισις εἶναι ἐκκρεμής». Ἀλλ’ ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι μέρος τῆς δικογραφίας, δὲν εἶναι ἔγγραφα καταρτίζοντα τὴν ἀνάκρισιν, εἶναι ὡρισμέναι αἱ πράξεις καὶ τὰ ἔγγραφα τῆς ἀνακρίσεως.
§8ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ἔγγραφον τοῦ ἀνακριτοῦ ἀνέγνων χθὲς, σήμερον δὲ παρήγγειλα αὐτῷ, νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ, ἐὰν ἡ δυσκολία τῆς προσαγωγῆς τοῦ ἐγγράφου προέρχηται ἐκ λόγων ὑπηρεσίας καὶ συμφέροντος τῆς ἀνακρίσεως, ἢ ἐξ ἄλλων, καὶ τίνων.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατοικοί τινες Ψαθοπύργου παραπονοῦνται, ὅτι τὰ κτήματά των κατέλαβεν ἡ δημοσία ὁδὸς καὶ δὲν τοῖς δίδεται ἀποζημίωσις. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορὰ των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Παρακαλῶ ἕνα τῶν κυρίων Ἀντιπροέδρων νὰ προσέλθῃ, ὅπως ἐπιτηρήσῃ εἰς τὴν κλήρωσιν τῆς Μεγάλης Πρεσβεύσεως τῆς Βουλῆς, ἥτις μετὰ τοῦ Προεδρείου θέλει παρουσιασθῆ εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα ἐπὶ τῇ ἑορτῇ τῆς πρώτης τοῦ νέου ἔτους. (Κληροῦται ἡ Μεγάλη Πρέσβευσις, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ Ἀντιπροέδρου κ. Βαρβιτσιώτη).
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μέλη τῆς Μεγάλης Πρεσβεύσεως, ὡς ἠκούσατε, ἐξελέγησαν οἱ ἑξῆς κύριοι Βουλευταί. Α. Παπαγιαννακόπουλος, Θάνος Κανακάρης, Κ. Κωνσταντόπουλος, Ι. Παδοβᾶς, Δ. Χατζόπουλος, Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς. Ἀθ. Καζαμπάκας, Κ. Καραπάνος, Β. Βουδούρης καὶ Ν. Βασιλάκης.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου ᾼΤΜΕʹ τῆς 9 Ἰανουαρίου 1886 περὶ συστάσεως εἰδικῶν ἁλαταποθηκῶν, καὶ ἕτερον περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ ᾼΦΚΗʹ νόμου περὶ στρατολογίας. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 203– 204).
§12ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καταθέτω τὸ τηλεγράφημα, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθην χθές, καὶ τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῆς 10ης Δεκεμβρίου μηνὸς ἔλαβον, περὶ μιᾶς ἐκ τῶν πράξεων, αἵτινες ἀναφέρονται εἰς τὴν ἐπιστολὴν, τὴν ὁποίαν ἀνέγνω χθὲς ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος. Διὰ τοῦ τηλεγραφήματος αὐτοῦ βεβαιοῦται, ὅτι κατηγγέλθη αὐτὴ ἡ πρᾶξις, καὶ ὅτι, συνεπείᾳ παραγγελίας τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν, μετέβησαν τὴν ἰδίαν ἡμέραν ἐπὶ τόπου, πρὸς βεβαίωσιν τῆς πράξεως καὶ ἀνακάλυψιν τῶν αὐτουργῶν, ἐκ Πύργου ὁ ἀνακριτὴς Διγενόπουλος μετὰ τοῦ Ἀνθυπομοιράρχου Ἠλείας, πρὸς δὲ ὁ Νομάρχης μετὰ τοῦ Μοιράρχου Πατρῶν, καὶ μετὰ πολλῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως. Πρὸς καθησύχασιν δὲ τῶν ὁπωσδήποτε ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ δραματικοῦ ἐκείνου ἐγγράφου συγκινηθέντων προεκάλεσα, συνεδριαζούσης χθὲς τῆς Βουλῆς, μετὰ τοῦ συναδέλφου μου, τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, πληροφορίας περὶ πάντων τῶν λεχθέντων καὶ καταγγελθέντων, καὶ περὶ περὶ τῆς στάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται αἱ ὑποθέσεις· ἔσχον δὲ πρὸ ὀλίγης ὥρας τὴν ἑξῆς ἀπάντησιν τοῦ Εἰσαγγελέως, τοῦ Μοιράρχου καὶ τοῦ Νομάρχου Πατρῶν. (Ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα). Ὅμοιον τηλεγράφημα ἀπηύθυνα καὶ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ἠλείᾳ Πλημμελειοδικῶν, ὡς τὸν ἁρμοδιώτερον πάντων, ὅστις περίπου ταὐτὰ ἀπαντᾷ....
§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖος εἶναι Εἰσαγγελεύς;
§14ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. Δημητριάδης. Συγκεκριμένως, ὡς πρὸς τὴν καταγγελίαν ἐπὶ λῃστείᾳ παρ’ ἀγνώστων, θεωρῶ πρέπον νὰ δώσω καὶ τὴν ἑξῆς ἀκόμη πρὸς τὴν Βουλὴν πληροφορίαν· ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἦλθε τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο, ἀκαταπαύστως τὸ Ὑπουργεῖον παρακολουθεῖ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἀρχῶν, ἕνεκα τοῦ τρόπου, ὑφ’ ὃν διετυπώθη ἡ καταγγελία ἐκείνη. Καταθέτω δὲ τηλεγραφήματα ἀλεπάλληλα καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἰδίως πρὸς τὰς ἀρχὰς, καὶ τὰς ἀπαντήσεις αὐτῶν. Ἡ τελευταία τῶν ἀπαντήσεων πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει οὕτω. (Ἀναγινώσκει). Τὰ τηλεγραφήματα ταῦτα καὶ τὰ ἔγγραφα ἐθεώρησα, ὅτι ἦτο πρέπον καὶ νὰ ἀναγνώσω πρὸς τὴν Βουλὴν, ἵνα μὴ ἐξακολουθήσῃ τις πιστεύων, ὅτι ἀληθῶς πρόκειται περὶ συμμορίας ὠργανωμένης καὶ ἐμφωλευούσης ἐν ὡρισμένῳ δήμῳ τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας, ἐπὶ μῆνας διαπραττούσης λῃστείας, καὶ περὶ τῆς ὁποίας ἐν τοσούτῳ οὐδεμίαν ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν εἴδησιν καὶ εἰς οὐδεμίαν προέβη ἐνέργειαν, οὐδὲν δὲ καὶ παρὰ τῶν Βουλευτῶν, τῶν ἐκ τοῦ νομοῦ ἐκείνου, εἰς τὴν Βουλὴν ἀνηγγέλθη. Ἐκ τούτων φαίνεται, ὅτι αἱ πράξεις εἶναι ἐκ τῶν ἀδικημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα συνήθως ἁπανταχοῦ διαπράττονται, ὅτι δραστηρίως προεκλήθη καὶ ἐγένετο ἡ καταδίωξις, καὶ ὅτι ἑπομένως καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της, καὶ αἱ ἀρχαὶ αἱ ἁρμόδιαι οὔτε στιγμὴν ἀφῆκαν νὰ παρέλθῃ, χωρὶς νὰ ἐνεργήσωσι τὸ ἑαυτῶν, καὶ οἱ Βουλευταὶ, οἱ ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων, οὐδεμίαν ἔχουσιν εὐθύνην, ὡς δῆθεν ἀποσιωπήσαντες ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον κατάστασιν τοσοῦτον ἔκρυθμον.
§15ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, καὶ καὶ πᾶσα ἡ Βουλὴ, ἥτις χθὲς ἠκροάσθη τῆς ἀναγνώσεως τῆς ἐπιστολῆς, θὰ συνομολογήσῃ, πιστεύω, μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ὁ χαρακτηρισμὸς, ὃν ἀπέδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν ἁπλῆν ἀνάγνωσιν τῆς ἐπιστολῆς, δὲν ἦτο ἀκριβὴς, διότι ποσῶς δὲν μετεχειρίσθην δραματικὸν ὕφος....
§16ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ ἔγγραφον, εἶπεν, ἦτο δραματικόν.
§17ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, ὡς ἐνθυμεῖσθε, κύριε Πρόεδρε, περιωρίσθην ἁπλούστατα εἰς τὴν ἁπλῆν, τὴν ἀθόρυβον καὶ γαληνιαίαν ἀνάγνωσιν τῆς ἐπιστολῆς, διὰ τοιούτου τρόπου μάλιστα, ὥστε καὶ παράπονα ἠκούσθησαν, ὅτι δὲν ἠκουόμην. Εἶπον δὲ, ὅτι οὐδὲν πλειότερον γνωρίζω περὶ τῶν ἐν αὐτῇ ἐκτιθεμένων, ἢ μόνον, ὅτι ὁ κ. Ἰω. Κοροντζῆς εἶναι ἄνθρωπος, κατὰ τὰς πληροφορίας μου, καὶ εὐπορίας ὑλικῆς καὶ ἐντίμου χαρακτῆρος. Ἑπομένως αἱ ὑπόνοιαι τῶν ἀρχῶν, ὅτι ἐπίτηδες ὁ κ. Κοροντζῆς ἐδημιούργησεν εἰκονικὴν ληστείαν, πρὸς σκοπὸν καταδολιεύσεως τῶν δανειστῶν του, δέν μοι φαίνονται βάσιμοι. Περιπλέον δὲ, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ τὰς ὑπονοίας τῶν ἀρχῶν ἀπιθάνους, εἶναι, ὅτι ὁ δυστυχὴς Κοροντζῆς ἐπυροβολήθη ὑπὸ τῶν ληστῶν. Δύνασθε λοιπὸν νὰ πιστεύσητε, ὅτι καὶ οἱ πυροβολισμοὶ εἶναι εἰκονικοὶ, καὶ ὅτι πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ δόλου του ἔθεσεν εἰς κίνδυνον τὴν ζωήν του; Ἀλλὰ ποίου δόλου του; παρακαλῶ. Αὐτὸς λέγει, ὅτι οἱ ἐπιτεθέντες κατ’ αὐτοῦ τοῦ ἀφῄρεσαν 4,000 δραχμάς· ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν εἶναι ἱκανὸν νὰ κλονίσῃ τὴν ἐμπορικὴν θέσιν του, οὔτε ἐπτώχευσεν ὁ ἄνθρωπος, ὥστε νὰ προβάλῃ τὴν λήστευσιν πρὸς δικαιολόγησίν του....
§18ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ ἐπιστολῇ του ἀναφέρει, ὅτι ἐπληγώθη;
§19ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς. Ἀλλὰ ἐπὶ πλέον ἡ ἐπιστολὴ περιγράφει τελεσθείσας ὑπὸ τῶν αὐτῶν φυγοδίκων πέντε ἢ ἓξ ἐγκληματικὰς πράξεις, τὰς ὁποίας ἀπογυμνόνουσι μὲν αἱ ἀρχαὶ τοῦ σοβαροῦ χαρακτῆρός των, τουτέστι τοῦ πραγματικοῦ, βεβαιοῦσιν ὅμως, ὅτι ἐγένοντο. Ὥστε ποίαν σημασίαν ἔχουσιν αἱ ὑπόνοιαι περὶ τοῦ ὑπαρκτοῦ τῆς κατὰ Κοροντζῆ ληστείας, ἀφοῦ ἔχομεν ὡμολογημένην σειρὰν ἄλλων ἐγκληματικῶν πράξεων; Δὲν ἀρκοῦσιν αὗται νὰ χαρακτηρίσωσι τὴν κατάστασιν, καὶ νὰ σᾶς ἐπιβάλωσι τὸ καθῆκον πρὸς λῆψιν δραστηρίων μέτρων;
§20ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἀναγινώσκοντα τὰ τηλεγραφήματα, ἐνόμιζον, ὅτι θὰ κατέληγεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι οὐδεμία ἐγκληματικὴ πρᾶξις ἔλαβε χώραν ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἀπηρίθμησε χθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας συνάδελφος. Ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς συνωμολόγησεν, ἐὰν ὄχι ὅλας, τοὐλάχιστον τὰς ἡμίσεις τῶν πράξεων ἐκείνων, ἃς ἀναφέρει ἡ ἐπιστολὴ, ἡ ἐκ Δερβιτσελεπῆ. Δὲν εὗρον ἑπομένως δεδικαιολογημένην τὴν ἀπορίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπὶ τῷ ὅτι εὑρέθη ἄνθρωπος νὰ γράψῃ καὶ διαβιβάσῃ διὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ γεγονότα, τὰ ὁποῖα μόνον εἰς τὴν φαντασίαν τοῦ δῆθεν ἐγεννήθησαν. Εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι τὰ τηλεγραφήματα, τὰ προερχόμενα ἔκ τε τοῦ κ. Μοιράρχου, τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, διαβεβαιοῦσιν, ὅτι αἱ πράξεις ἐκεῖναι, αἵτινες χαρακτηρίζονται ὡς ληστεῖαι, μετὰ τὴν ἀνάκρισιν ἐχαρακτηρίσθησαν, ἄλλαι μὲν ὡς ἄδικοι ἐπιθέσεις, ἄλλαι δὲ ὡς κλοπαὶ, ἀλλὰ τοῦτο, νομίζω, δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι ἐν Ἠλείᾳ εἶναι εὐχάριστος ἡ δημοσία τάξις καὶ ἀσφάλεια· τοὐναντίον ἀποδεικνύει, ὅτι διατελεῖ αὕτη εἰς χαλαρότητα. Ὁ κ. Κοροντζῆς εἶναι εὔπορος καὶ ἔντιμος ἔμπορος, ἐκ Καλαβρύτων, δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ πλάσῃ διὰ τῆς φαντασίας του γεγονότα ἀνύπαρκτα· ἀλλά, καὶ ἂν ὑπετίθετο, ὅτι ταῦτα εἶναι ἀληθῆ, ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ν’ ἀναγινώσκῃ ἀπὸ τοῦ βήματος ἔγγραφα, διὰ τῶν ὁποίων ἐκφέρονται γνῶμαι περὶ πράξεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάκρισις; Ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς, νὰ προκαταλαμβάνωσι τὴν ἀνάκρισιν, λέγοντες, ὅτι εἶναι εἰκονικὴ ἢ ἀξιόποινος πρᾶξις, ἣν καταγγέλλει οὗτος ἢ ἐκεῖνος ὁ πολίτης; Συμπεραίνων λέγω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δι’ ὧν εἶπεν, ὄχι μόνον δὲν διεσκέδασε τὰς ὑποψίας, ἢ μᾶλλον τὰς μέχρι βεβαιότητος πιθανότητας, ὅτι ἡ ἐν Ἠλείᾳ δημοσία τάξις καὶ ἀσφάλεια διατελεῖ σεσαλευμένη, ἀλλὰ καὶ ἐπεκύρωσε καὶ ἐνίσχυσεν αὐτάς.
§21ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Χθές, Κύριοι, ἀνεγνώσθη ἐνταῦθα ἐπιστολή, καταγγέλλουσα ὡς τελεσθείσας ἐν Ἠλείᾳ δέκα τρεῖς πράξεις, αἵτινες κατὰ τὸ πλεῖστον, εἶχον χαρακτῆρα λῃστρικόν, καὶ προεκλήθη ἡ Κυβέρνησις, οὐχὶ μόνον νὰ φέρῃ πληροφορίας, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀπαντήσῃ ἐντὸς τῆς συνεδριάσεως, διότι ἡ σιωπὴ αὐτῆς ἀπέναντι τῶν καταγγελλομένων ἐθεωρήθη ἀναλγησία. Ἠναγκάσθημεν δὲ ἡμεῖς, καίτοι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πρόχειρα εἰς τὴν μνήμην τὰ πράγματα, διότι καὶ μόνον ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι λῃστρικαὶ πράξεις δὲν ἐγένοντο, ἠναγκάσθημεν νὰ ὁμιλήσωμεν ἀπὸ τῆς χθὲς, ὅπως βεβαιώσωμεν, ὅτι οὐδόλως διεταράχθη ἡ δημοσία ἀσφάλεια, δόντες τὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι θὰ φροντίσωμεν νὰ ἐξακριβώσωμεν τὰ καταγγελλόμενα. Ἐρχόμεθα σήμερον καὶ φέρομεν πληροφορίας, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐκ τῶν 13 καταγγελθεισῶν λῃστρικῶν πράξεων οὐδεμία ἐτελέσθη, πλὴν μόνον μιᾶς, ἥτις καὶ αὕτη θεωρεῖται ὕποπτος. Ἐκ δὲ τῶν ἄλλων 12 καταγγελιῶν μόνον τρεῖς φαίνονται ἀναγόμεναι εἰς ἀξιοποίνους πράξεις, τελεσθείσας μὲν ἀληθῶς, ἀλλὰ μὴ φερούσας τὸν δεινὸν χαρακτῆρα, ὅστις ἀπεδόθη αὐταῖς, διότι πρόκειται περὶ ἐλαφροτάτων ἀδικημάτων, ἐξ ἐκείνων, ἅτινα συχνάκις δυστυχῶς καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἁπανταχοῦ τοῦ κόσμου συμβαίνουσιν. Ἐρχόμεθα νῦν καὶ ἀναγινώσκομεν τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα πρὸς καθησύχασιν τῶν ἀνησυχησάντων Βουλευτῶν προεκαλέσαμεν, καὶ εὑρίσκομεν καὶ ἐνταῦθα κατηγορίαν, διότι ἀνεγνώσαμεν τὰ τηλεγραφήματα, ἐκτελέσαντες τὸ καθῆκον. Ἐὰν ἐσιωπῶμεν, θὰ ἠκούομεν πάλιν κατηγορίας. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, τί πρέπει εἰς τὸ ἑξῆς νὰ πράττωσιν οἱ Ὑπουργοὶ ἐν Ἑλλάδι. Ἐλέγετο χθὲς περὶ μιᾶς τῶν καταγγελθεισῶν πράξεων, ὅτι ἑξαετὴς παῖς ἀπήχθη εἰς τὰ ὄρη, αἰχμαλωτισθεὶς, καὶ κατηγορεῖτο ἡ ἀρχή, ὅτι οὐδεμίαν ἔλαβε πρόνοιαν, ἀποδεικνύεται δὲ ἀπ’ ἐναντίας σήμερον, ὅτι πάντα τὰ ἁρμόδια Ὑπουργεῖα εἶχον ἐγκαίρως γνῶσιν τοῦ πράγματος. Πρόκειται περὶ πράξεως τελεσθείσης τὴν 10.............ἐ. ἔ. ἦτο δὲ αὕτη στραγγαλισμὸς ἑξαετοῦς παιδὸς ὑπὸ τῆς μητρὸς αὐτοῦ. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ τηλεγράφημα. (Ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα): Ἀπεδείχθη δηλαδή, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐγένετο αἰχμαλωσία, ἀλλὰ καὶ ὅτι διὰ τὴν ἄλλην πρᾶξιν, τὴν φοβερὰν μὲν, ἥτις ὅμως δὲν ἀνήκει εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν πράξεων, δι’ ἃς δύναται νὰ φέρῃ εὐθύνην οἱανδήποτε ἡ Κυβέρνησις, ὡς προστάτης τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἀπεδείχθη, λέγω, ὅτι καὶ δι’ αὐτὴν τὴν πρᾶξιν αἱ ἀρχαί, ἐγκαίρως ἐνεργήσασαι, συνέλαβον, οὐχὶ μόνον τὸν αὐτουργὸν, ἀλλὰ καὶ τὸν συνεργὸν, καὶ ἐφυλάκισαν αὐτούς. Ἀντὶ νὰ κατακρίνητε τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἀνέγνωσε τὰ τηλεγραφήματα, μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν αὐτῶν ἡ ἀπάντησις ἔπρεπε νὰ ἦναι ἡ σιωπή, διότι ἐπαίνους βεβαίως παρ’ ὑμῶν δὲν ἀναμένομεν.
§22ΦΩΤΗΛΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§23ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν γνωρίζω τίποτε, οὔτε βεβαιῶ τίποτε ἀπ’ ἐμαυτοῦ, οὐδεμίαν δὲ ἄλλην πληροφορίαν ἔχω, πλὴν τῆς ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν καὶ ἀνέγνωσα. Δὲν εἶπον ἐγώ, ὅτι ἐξ ἰδιαιτέρων πληροφοριῶν πείθομαι, ὅτι συμμορία λῃστρικὴ λυμαίνεται τὸν τόπον· εἶπον μόνον, ὅτι ἔλαβον μίαν ἐπιστολὴν, καὶ ἐζήτησα τὴν ἄδειαν νὰ ἀναγνώσω αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὴν ἀνέγνωσα. Τὰ πρακτικὰ τὰ ἐπίσημα τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως ἐνθυμοῦνται καλλίτερον τὰ λεχθέντα, καὶ μὲ ἀναγκάζετε νὰ τὰ ἀναγνώσω. (Ἀναγινώσκει τὰ παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα ἐν τῇ χθεσινῇ συνεδριάσει, κατὰ τὰ ἐπίσημα πρακτικά).
§24ΦΩΤΗΛΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§25ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Χαίρω διότι ἔδωσα ἀφορμὴν εἰς τὸν κύριον συνάδελφον νὰ ἐπιληφθῇ τῆς εὐκαιρίας νὰ ἐπιδαψιλεύσῃ ἐπαίνους πρὸς τὸν κ. Δαλλιάνην, ὃν ἐγὼ δὲν κατηγόρησα, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ὁ Δήμαρχος Ἤλιδος εὐαρέστως θέλει ἀποδεχθῇ τοὺς ἐπαίνους τούτους, καὶ εὐγνωμόνως θέλει ἀναμνησθῇ αὐτῶν μίαν ἡμέραν. Ὡς πρὸς τὸν Κοροντζῆν, δὲν εἶπον ἐγὼ, ὅτι εἶναι μυριόπλουτος, ἀλλ’ ὅτι εἶναι, σχετικῶς πρὸς τὸν τόπον, εἰς καλὴν κατάστασιν ἐμπορικῶς, καὶ ὅτι ἀπολαμβάνει ὑπολήψεως, ὡς ἔντιμος ἄνθρωπος. Τοῦτο μόνον προσθέτω, χάριν ἀκριβείας τοῦ λόγου μου, ὅτι ἐν τῇ ἐπιστολῇ, ἣν ἐπίτηδες ἀνέγνωσα καὶ αὖθις, δὲν ἀναφέρεται, ὅτι ἐπληγώθη, ἀλλὰ μόνον, ὅτι ἐπυροβολήθη, καθὼς καὶ ἐγὼ ἔλεγον πρὸς ὑμᾶς.
§26ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, λίαν δυσχερὲς ἔργον ἔχω νὰ ἐκπληρώσω τὴν στιγμὴν ταύτην, διότι πρόκειται περὶ ἀντικειμένου σοβαροτάτου, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν δύναμαι δυστυχῶς νὰ παράσχω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας κατέχω. Πρόκειται περὶ τῶν δυστυχῶν ὁμογενῶν μας, τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Κωνσταντινουπόλεως πρὸ μηνῶν καθειργμένων, τοῦ Φιλιππίδου καὶ τοῦ Πασχίδου. Παρετηρήσατε βεβαίως ἐκ τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους δὶς μᾶς ἐπανέλαβεν ἐνταῦθα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως τοὐλάχιστον ἡμεῖς ἀντελήφθημεν, ὅτι ἐλάχιστα γνωρίζει περὶ αὐτῶν. Καὶ γνωρίζει ἐλάχιστα, διότι, κατὰ τὰς θετικὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἔχομεν καὶ τὰς ὁποίας μόνον ἐμπιστευτικῶς δυνάμεθα νὰ κοινοποιήσωμεν εἰς αὐτὸν, ἐλάχιστα γνωρίζει ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλληνικὴ Πρεσβεία. Οἱ ἀτυχεῖς οὗτοι περιῆλθον εἰς κατάστασιν, ἡ ὁποία ἤθελε σᾶς ἐμποιήσει φρίκην, ἐὰν ἐγνωρίζετε τὰς λεπτομερείας. Ἔχομεν ἀξιοπίστους ἐπιστολὰς, καὶ ἀρκούντως ἐκτεταμένας, περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τοὺς δύο δυστυχεῖς τούτους, καὶ περὶ τῶν ἐνεργειῶν, αἱ ὁποῖαι παρὰ φιλοχρήστων ὁμογενῶν ἐγένοντο ὑπὲρ αὐτῶν, ἀπέναντι τῆς τελείας ἀδιαφορίας τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλληνικῶν ἀρχῶν, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὴν λίαν σοβαρὰν ταύτην κατηγορίαν ἀπευθύνω οὐ μόνον πρὸς τὰς ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλληνικὰς ἀρχὰς καὶ ἰδίως πρὸς τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλληνικὴν Πρεσβείαν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ κατ’ ἐξοχὴν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Δηλῶ αὐτῷ, ὅτι πρόθυμοι εἴμεθα, ὑπὸ ἐμπιστοσύνην βεβαίως, διότι πλήρη τοιαύτην ἔχομεν πρὸς αὐτὸν, νὰ τῷ ἀνακοινώσωμεν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας αὐτὸς προδήλως δὲν ἔχει. Δύσκολον νὰ κατανοήσητε τὴν κατάστασιν τῶν δύο τούτων ἀτυχῶν· ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὁ εἷς τῶν δύο, ὁ Πασχίδης, παρεφρόνησεν εἰς τὰς φυλακὰς, ὁ ἕτερος, ὁ Φιλιππίδης, μετὰ βαρεῖαν ἀσθένειαν, εἶχεν ἀνάγκην ἐνδυμάτων, διότι τὰ ἐνδύματα αὐτοῦ ἦσαν ἐσχισμένα, ἀπέθνησκεν, οὕτως εἰπεῖν, ἐκ τοῦ ψύχους, καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐνδύσεως αὐτοῦ ἦτο ζήτημα ἑκατὸν δραχμῶν, ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐξοικονομήθη μετὰ πολλοὺς κόπους ὑπὸ τοῦ προσώπου, παρὰ τοῦ ὁποίου ἔχομεν τὰς πληροφορίας. Καὶ τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο ἀπετάθη πρὸς τὸν Πρέσβυν καὶ πρὸς τὸ Γενικὸν Προξενεῖον τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἔλαβεν ὡς ἀπάντησιν, «νὰ μὴ ἀνακατόνεται εἰς τοιαύτας ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν τὸν ἀφορῶσι.» Τοιαύτη εἶναι, Κύριοι, ἡ κατάστασις δύο ὁμογενῶν ἀνδρῶν, ἀνδρῶν λογίων καὶ ἐξόχων πατριωτῶν, τῶν ὁποίων ἡ τύχη ἐθεωρήθη παρὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλληνικῆς Πρεσβείας καὶ παρεστάθη εἰς τὰς Ἀθήνας πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ὡς ἀναξία τῆς μερίμνης αὐτοῦ! Διότι βεβαίως ἡ μέριμνα αὐτοῦ περισπᾶται πρὸς τὴν γενικὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους μῆνας εἴδομεν, καὶ τὴν ὁποίαν, διὰ νὰ ἐκτιμήσῃ τις, ἀρκεῖ νὰ ἐνθυμηθῇ τὴν παῦσιν τῶν Μητροπολιτῶν καὶ ἄλλα γεγονότα συναφῆ, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς ἀγνοεῖ, οὔτε οἱ ἐπιπολαίως μόνον τὰς ἐφημερίδας ἀναγινώσκοντες. Οἱ συμπαθοῦντες πρὸς τοὺς ἀτυχεῖς δύο ὁμογενεῖς μας ἂς μάθωσιν, ὅτι ἀφέθησαν ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους νὰ ὑποστῶσι φοβερὰς βασάνους ἐν ταῖς φυλακαῖς τῆς Τουρκίας. Ὡς γινώσκετε, τὸ Τουρκικὸν Κράτος δὲν μετέβαλε τὸ σύστημα τῶν φυλακῶν του, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ παραβληθῇ δυστυχῶς πρὸς τὰς φυλακὰς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἀλλὰ καὶ χείρων τῶν ἡμετέρων εἶναι ἡ κατάστασις τῶν ἐν Τουρκίᾳ φυλακῶν, ὅταν πρόκηται περὶ ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους ἡ Τουρκικὴ ἐξουσία νομίζει, ὅτι δύναται νὰ θέσῃ ἐκποδὼν, φονεύουσα αὐτοὺς διὰ βασάνων, καὶ περίπου ἐπέτυχε τοῦτο, διότι, ὡς εἶπον, ὁ Πασχίδης παρεφρόνησεν, ὁ δὲ Φιλιππίδης, ἀναῤῥωνύων ἀπὸ ἀσθενείας μακρᾶς, ἐκινδύνευσε ν’ ἀποθάνῃ ἐκ τοῦ ψύχους εἰς τὴν φυλακὴν, διότι οἱ πτωχοὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ ἀναλάβωσι τὴν ἀνακούφισιν τῶν δυστυχῶν τούτων, δὲν εὕρισκον αὐτὰς τὰς ἑκατὸν δραχμὰς εἰς τοὺς ἀντιπροσωπεύοντας τὸ Ἔθνος ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι διατελεῖ εἰς πλήρη ἄγνοιαν τῶν αὐτόθι πραγμάτων, διότι βεβαίως πρέπει νὰ διατελῇ εἰς ἄγνοιαν, καθόσον, ἂν δὲν διετέλει εἰς τοιαύτην, ἤθελον εἴπει, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶναι ἔνοχος εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, ὄχι ἔνοχος διότι στερεῖται ἐπιβολῆς καὶ γοήτρου πρὸς τὴν ὅμορον Ἐπικράτειαν, μεθ’ ὅλας τὰς ἀνταλλαγὰς τῶν διαφόρων παρασήμων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσιν ὅλην τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ δύο ἤδη ἔτη. Λέγω, ὅτι ἔνοχον θὰ ἐθεώρουν τὴν Κυβέρνησιν, ὄχι διότι δὲν ἐπιτυγχάνει οὐδὲν ὑπὲρ τῶν δυστυχῶν τούτων ἀνθρώπων, τῶν καθειργμένων ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἀλλὰ διότι δὲν εἶχε τὴν φιλανθρωπίαν, ἢ τὴν ἱκανότητα, νὰ προσπορίσῃ τοὐλάχιστον ἐνδύματα καὶ τροφὴν εἰς τοὺς δυστυχεῖς τούτους, οἵτινες διὰ τοῦ ἐλέους τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει χριστιανῶν μόλις ἀποζῶσιν ἐν ταῖς Τουρκικαῖς τρώγλαις. Ἰδοὺ ποῖον εἶναι τὸ ἔγκλημα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως· καὶ δὲν φοβοῦμαι διάψευσιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Θέλομεν δώσει ἀμέσως εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τὰς ἐπιστολὰς, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ γίνωσιν ἐκ μέρους αὐτοῦ, ὡς πρὸς τὰ πράγματα αὐτὰ, ἀντικείμενον ἀναιρέσεως. Θὰ μάθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἐψωρίασαν, ὅτι ἐπείνασαν, ὅτι ἐγυμνήτευσαν, ὅτι ἔπαθον τὰς φοβερωτέρας βασάνους οἱ ἀτυχεῖς οὗτοι, καὶ ὅτι δὲν εὑρέθησαν ἑκατὸν δραχμαὶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Πρεσβείαν διὰ τοὺς ἀτυχεῖς, ὅτι ἐδόθησαν συμβουλαὶ εἰς τοὺς ζητήσαντας συνδρομὴν ὑπὲρ αὐτῶν, «νὰ μὴ ἀνακατόνωνται, διότι ταῦτα ἐκθέτουν τὴν Ἑλληνικὴν Πρεσβείαν». Οἱ ὀλίγοι λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐῤῥήθησαν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν καὶ εἰς τοὺς ὁποίους συμμετέσχον καὶ ἐγώ, αὐτοὶ ἔφεραν ἀνακούφισιν εἰς αὐτοὺς τοὺς δυστυχεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ εὕρωσιν ἑκατὸν δραχμάς, δηλ. τὸ διακοσιοστὸν τῆς ἀξίας τοῦ ἀδαμαντοκολλήτου μεγαλοσταύρου, τὸν ὁποῖον ἐστείλατε πρὸ ὀλίγου εἰς τὸν Σουλτάνον· ἐὰν δηλ. ἀφῃρῆτε 100 δραχμὰς ἐκ τῆς ἀξίας τοῦ μεγαλοσταύρου ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἐστείλατε μὲ πομπώδη Πρεσβείαν, ἠδύνασθε νὰ δώσητε ἑκατὸν δραχμὰς, αἱ ὁποῖαι συνελέχθησαν μεταξὺ τῶν πτωχῶν καὶ τῶν ἀχθοφόρων τοῦ Γαλατᾶ. Ἀλλά, κύριοι Βουλευταί, βεβαίως δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀντικείμενα ἀνώτερα νὰ σκεφθῇ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν γενικὴν πολιτικὴν, καὶ δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον νὰ κατέλθῃ ἀῤῥωγὸς εἰς δύο δυστυχεῖς ὁμοεθνεῖς, κρατουμένους εἰς τὰς φυλακάς. Ὅταν αἱ σχέσεις ἡμῶν πρὸς τὴν Τουρκίαν διατελῶσι τόσον λαμπραί, ὅταν τόσα παράσημα ἀντηλλάγησαν, ὅταν τῇ ἐπινεύσει τοῦ Σουλτάνου ἐπανῆλθεν ὁ κ. Πανουργιᾶς εἰς τὴν θέσιν του, ὅπως διατελῇ ἐκεῖ πολιορκημένος, ὅταν τὰ γενικὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος τυγχάνωσι τοσαύτης ἐπιτυχίας, ὥστε οὐδέποτε ἄλλοτε οὔτε τὰ συμφέροντα τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, οὔτε τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὑπῆρξαν εἰς λαμπροτέραν κατάστασιν, χάρις εἰς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, χάρις εἰς τὴν δεξιότητα τῆς ἡμετέρας διπλωματίας, χάρις πρὸ πάντων εἰς τὴν μεγάλην ἐπιῤῥοὴν καὶ ἐμπειρίαν, τὴν ὁποίαν δεικνύει ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβεία, περὶ τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν αὐτὴν πιστεύω γνώμην, τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς, εἰς τὴν ἀριστερὰν, ὅταν, λέγω, ἡ Κυβέρνησις τοσαύτας συλλέγῃ ἐπιτυχίας, ὥστε εἰς οὐδεμίαν ἄλλην περίστασιν βεβαίως ἡ σημαία ἡ Ἑλληνικὴ εὑρίσκετο εἰς ὑψηλότερον ἔδαφος, παρὰ εἰς ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἀπὸ δύο ἐτῶν, τότε βεβαίως τόσον μικρὸν ζήτημα, ὁποῖον ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς Κωνσταντινουπόλεως διὰ βασάνων καὶ ψύχους καὶ πείνης θάνατος δύο ὁμοεθνῶν, εἶναι πράγματι ἀντικείμενον ἀνάξιον τῆς προσοχῆς τοιαύτης Κυβερνήσεως, τόσον ὑψηλὰ ἐνεργούσης. Ταῦτα εἶχον νὰ σᾶς εἴπω, κύριοι Βουλευταί, καὶ ἄνευ ἐνδοιασμοῦ τὰ εἶπον, διότι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι εἰς τὴν παναθλίαν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκονται αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς, ἂν ζῶσιν εἰσέτι, βεβαίως αὐτοὶ οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἐξήνεγκον ἐνώπιον τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας, δὲν δύνανται πλέον νὰ τοὺς βλάψωσι. Μάλιστα θέλει πληροφορηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἀνακούφισίς τις ἐπῆλθεν εἰς αὐτοὺς μετὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἴπομεν ἡμεῖς πρὸ ἡμερῶν ἐνταῦθα. Ἐν τούτοις ἂς σκεφθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁποίας ἠθικὰς συνεπείας θὰ ἔχῃ δι’ ἡμᾶς πάντας, καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν ἰδίως, ἐὰν τὸ τέλος τοῦ δράματος αὐτοῦ ὑπάρξῃ ὁ ἐκ πείνης καὶ ψύχους θάνατος τῶν δύο τούτων ἀτυχῶν ὁμοεθνῶν μας.
§27ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἂν καὶ φρονῶ, ὅτι ζήτημα, ὁποῖον ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ πάλιν ἐγένετο, διὰ τοῦ τρόπου, τὸν ὁποῖον ἠκούσατε, λόγος σήμερον εἰς τὴν Βουλήν, δὲν εἶναι παντάπασιν ὠφέλιμον νὰ ἔρχηται ἐνταῦθα, καθ’ ὃν μάλιστα τρόπον ἔρχεται ἐπανειλημμένως, οὐχ ἧττον θέλω σπεύσει νὰ δώσω σύντομον ἀπάντησιν εἰς τὸν ἐπερωτήσαντα, ἀνάλογον δὲ πρὸς τὸ ὕφος τῆς ἐπερωτήσεως, ἣν ἠδύνατο, ὀρθότερον σκεπτόμενος, νὰ διατυπώσῃ ἄνευ σχολίων. Ἀλλ’ ὁ τόνος, τὸν ὁποῖον μετεχειρίσθη ὁ ἐπερωτήσας, καὶ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐπὶ τοιούτου ζητήματος προσηνέχθη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἰδιαιτέρως, μὲ δικαιοῖ νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν συνᾴδει πρὸς τὸν χαρακτῆρα, τὸν χλιαρὸν καὶ χαλαρὸν, τὸν ὁποῖον ἐπὶ ἔτος ὁλόκληρον ὁ τέως Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνέδειξεν ἐν τῷ εἰρημένῳ Ὑπουργείῳ, εἰς ὃ ἐδέησε νὰ εἰσέλθῃ διὰ καταργήσεως τῶν προσόντων...
§28ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Τὰ προσόντα σας εἶναι γελοῖα.
§29ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διότι γνωρίζετε βεβαίως, Κύριοι, ὅτι, ὅπως ἀνατεθῇ εἰς τὸν ἐπερωτήσαντα ἐκείνη ἡ ὑπηρεσία, ὑπῆρξεν ἀνάγκη νὰ κατηργηθῶσι τὰ διὰ τὴν θέσιν ἐκείνην ἀπαιτούμενα ὑπὸ τοῦ νόμου προσόντα...
§30ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Οὔτε διὰ νὰ ἦσθε ἀκόλουθος, ἔχετε σεῖς προσόντα, ὄχι Ὑπουργός.
§31ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ, μὴ ἐμβαθύνετε πάρα πολὺ, διότι δὲν ἠξεύρω ἐπὶ τέλους ποῦ θέλομεν φθάσει. Ὁ τρόπος ὅμως οὗτος, λέγω, δὲν ἐδικαιολογεῖτο, διότι, ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς αὐτὸν νὰ δειχθῇ τόσον ἀπότομος καὶ ἐπιμόνως ἐπιθετικὸς, ὅσον ἐφάνη ἐπὶ τοιούτου θέματος ὁ προαγορεύσας, ἔδει τουλάχιστον νὰ ἔχῃ ἀποδεδειγμένον ζωηρότερον χαρακτῆρα, ὅτε διηύθυνε τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου. Ἀλλὰ, Κύριοι, τί καὶ τίνας κατηγόρησεν ὁ Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας; Κατηγόρησε κατὰ κύριον καὶ πρῶτον λόγον τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείαν, τὴν Πρεσβείαν, τὴν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἀποτελουμένην ὑπ’ αὐτῶν ἐκείνων τῶν προσώπων, διὰ τῶν ὁποίων ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, τοιαύτην ἔχουσα περὶ αὐτῶν ἰδέαν, ὁποίαν πρὸ μικροῦ ἐξέφρασε διὰ δριμυτάτου ὕφους ὁ Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας, διεξήγαγε τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα, κατὰ ποίαν ἐποχήν; ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν αἱ σχέσεις ἡμῶν μετὰ τῆς Κωνσταντινουπόλεως εὑρίσκοντο εἰς οἵαν γινώσκετε θέσιν. Δι’ αὐτῶν τούτων τῶν προσώπων, πρὸς τὰ ὁποῖα δὲν ἔτρεφεν ἡ τότε Κυβέρνησις ἐμπιστοσύνην, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας περιφρόνησιν, ὁποίαν ἐξέφρασεν ἐντεῦθεν πρὸ μικροῦ ὁ προαγορεύσας, δι’ αὐτῶν διεπραγματεύθη ἐν Κωνσταντινουπόλει τὰ σπουδαιότατα τῶν ζητημάτων ἐν περιπλοκῇ, ἥτις ἀπέληξεν εἰς τὸν ἀποκλεισμὸν, καὶ εἰς τὴν ἀνάγκην, νὰ ἀνατραπῇ ἡ τότε Κυβέρνησις ὑπ’ αὐτῶν ἐκείνων, οἵτινες σήμερον ὑποστηρίζουσι τὰς γνώμας αὐτῆς, ἀναγκασθέντων τότε νὰ προσφύγωσι, πρὸς σωτηρίαν, εἰς τὴν ἱκανότητα τοῦ Προέδρου τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως...
§32ΡΑΛΛΗΣ. Ὡς εἰς personnam gratam.
§33ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐξηγήθησαν τότε σαφῶς τὰ πράγματα, καὶ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ εἶναι ἐδῶ, μαρτυροῦντα περὶ τῆς θέσεως τῶν προσώπων κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, ἀναμιμνήσκοντα τὰ σχήματα τοῦ τε λόγου καὶ τῶν χειρῶν, ἅτινα ἀπέδειξαν τότε τὴν μεταξὺ ὑμῶν ὁμοφωνίαν, καὶ καταδεικνύοντα τοὺς λόγους, οἵτινες ἔπεισαν ὑμᾶς εἰς ἀνατροπὴν τοῦ τότε κυβερνῶντος, νῦν καὶ τότε ἀρχηγοῦ ὑμῶν. Κύριοι, δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι ὑπὸ τὸν ἔντιμον ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτὴν κ. Ἀνδρέαν Κουντουριώτην, εἶναι ἀδύνατον νὰ τείνῃ Ἕλλην φυλακισμένος χεῖρα πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Πρεσβείαν, καὶ νὰ μὴ λάβῃ ἐκεῖθεν τὴν ἀπαιτουμένην βοήθειαν· διὸ παραμερίζω ἀμέσως τὴν πρώτην κατηγορίαν, καὶ λέγω μετὰ θάῤῥους, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγράφη πρὸς τὸν ἐπερωτήσαντα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπετάθη πρὸς αὐτὸν ὁ ἐν λόγῳ φυλακισμένος, καὶ ὁ Ἀνδρέας Κουντουριώτης, ὁ υἱὸς τοῦ Κουντουριώτου, νὰ ἠρνήθη τοιαύτην συνδρομὴν, καὶ ἂν προέκειτο ἐκ τοῦ ἰδίου βαλαντίου νὰ παράσχῃ αὐτήν· διότι εἶναι γνωστὴ ἡ οἰκογένεια τῶν Κουντουριωτῶν διὰ τὰς ἐκτάκτους αὐτῆς γενναιοδωρίας. Ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ καὶ διότι ἡ Ἑλληνικὴ Πρεσβεία ἔχει πρόχειρα τὰ μέσα παροχῆς, οὐχὶ ἑκατὸν δραχμῶν, ἀλλὰ καὶ πολὺ μειζόνων συνδρομῶν, καὶ τὴν ἐλευθερίαν νὰ δαπανᾷ εἰς τοιαῦτα βοηθήματα, μὴ ἐρωτῶσα κἂν τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβευτής, ὅστις γράφει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης τακτικώτατα, οὐδέποτε ἀνέφερε τοιοῦτόν τι· καὶ ὅταν πρόκηται νὰ ἀντιτάξω τὸν Ἀνδρέαν Κουντουριώτην πρὸς τὸν γράψαντα τὴν πρὸς τὸν ἐπερωτήσαντα ἐπιστολήν, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι οὗτος, λέγω, ὅτι ἡ ἀλήθεια εἶναι παρὰ τῷ Ἀνδρέᾳ Κουντουριώτη καὶ οὐχὶ παρ’ ἐκείνῳ. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὴν ἄλλην κατηγορίαν. Εἶπεν ὁ ἐπερωτήσας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Πρεσβεία οὐδὲν γνωρίζουσι περὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως. Τῷ ἀπαντῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀκριβεστάτας περὶ αὐτῶν πληροφορίας, τοιαύτας, ὥστε δύναμαι καὶ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι οὐδεμίαν ἔχω ἀνάγκην τῶν πληροφοριῶν τῆς ἐπιστολῆς, ἣν θέλει νὰ μοὶ ἐμπιστευθῇ, καὶ ὅτι αὐτὸ τὸ σχῆμα τῆς ἐπιστολῆς, ἢ μᾶλλον τῶν ἐπιστολῶν, τὰς ὁποίας ἔχει, δύναμαι νὰ προσδιορίσω,— διότι ἔχει καὶ μικροτέρου καὶ μεγαλειτέρου σχήματος.—Δὲν δύναμαι νὰ εἴπω περισσότερα· ἔχομεν ἀκριβεστάτας πληροφορίας, οὐδεμίαν δὲ ἀνάγκην τῶν πληροφοριῶν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι μέχρι κεραίας γινώσκω πάσας τὰς εἰδήσεις, τὰς πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἀνακοινωθείσας. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ ἀξιώσῃ παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, εἴτε ταύτης, εἴτε ἄλλης, οἱασδήποτε, κυρία τοῦ πεδίου γενομένη, νὰ ἐλευθερώσῃ ὁμογενεῖς ἐκ τῶν φυλακῶν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅταν μάλιστα οὗτοι δὲν ἔχωσιν ἀναμφισβήτητον παρὰ τῆς Ὀθωμανικῆς ἀρχῆς τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν. Ἂν εἴχομεν ἐνώπιον ἡμῶν Ἕλληνας πολίτας ἐκ γενετῆς, ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἦτο μεγαλειτέρα· ὅταν ὅμως ἀπέναντι ἡμῶν ἔχομεν ὁμογενεῖς, τῶν ὁποίων ἡ διὰ πολιτογραφήσεως ἀποκτηθεῖσα Ἑλληνικὴ ἰθαγένεια προσκρούει εἰς ἀντιῤῥήσεις τοῦ γείτονος Κράτους, στηριζομένας ἐπὶ τῆς προτέρας αὐτῶν ἰδιότητος, Ὀθωμανῶν πολιτῶν, ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πολὺ μικροτέρα ἢ ὥστε νὰ δικαιολογῇ τὰς εὐθύνας, ἃς καταγγέλλει ὁ τόνος καὶ ὁ τρόπος, ὃν μετεχειρίσθη ἐνταῦθα ὁ ἔντιμος ἐκ Κεφαλληνίας Βουλευτής. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶναι πεπεισμένη, ὅτι ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως ἐξετέλεσε τὸ καθῆκον αὐτῆς, ἐξακολουθεῖ δὲ νὰ τὸ ἐκτελῇ, καὶ ὅτι ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβεία οὐδένα παρέλιπεν ἐκ τῶν συνήθως ἐν τοιαύταις περιστάσεσιν ἐν χρήσει τιθεμένων τρόπων, ὅπως φθάσῃ εἰς τὴν σωτηρίαν τῶν δύο δυστυχῶν φυλακισμένων. Οὐδὲν πλειότερον δύναμαι νὰ εἴπω ἐνταῦθα, ἄνευ κιδύνου νὰ ἐπιφέρω μᾶλλον βλάβην εἰς τὴν ὑπόθεσιν.
§34ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ὕφος, τὸ ὁποῖον ἐτήρησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπαντῶν εἰς τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν Κεφαλληνίας, ἀπέδειξεν, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς πρέπει νὰ φροντίσῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ νόμον περὶ προσόντων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι βεβαίως, ἐξ οἱασδήποτε ἀγανακτήσεως καὶ ἂν κατείχετο, ἂν καὶ οὐδεμία περίπτωσις τοιαύτη ὑπῆρξε, δὲν ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσῃ, ὡς ὡμίλησε, καὶ πρὸς Ἀντιπρόσωπον, ὁ ὁποῖος πάντοτε ἐτήρησεν, οὐχὶ τὴν δέουσαν, ἀλλὰ ὑπὲρ τὴν δέουσαν ἁβροφροσύνην καὶ ἁβρότητα. Φαίνεται ὅμως, ὅτι διὰ τὴν Κυβέρνησιν ἤρξατο ἡ στιγμή, καθ’ ἣν ἐξαντλεῖται ἡ ὑπομονή, ἕνεκεν τῆς στενοχωρίας, εἰς ἣν θέτει αὐτὴν ἡ ἀνικανότης της. Διότι, ἐνῷ πρὸ ὀλίγου σᾶς ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι γνωρίζει καὶ τὸ σχῆμα τῶν ἐπιστολῶν, τὰς ὁποίας κατέχομεν, δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι, ἂν δὲν μετεδίδοντο τὰ συμβαίνοντα πρὸς τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείαν παρ’ ἐκείνου, ὅστις γράφει τὰς ἐπιστολάς, οὐδὲν θὰ ἐγνώριζε, δύναμαι δὲ νὰ στοιχηματήσω, ὅτι, οἱονδήποτε μῦθον καὶ ἂν πλάσωμεν ἐνταῦθα, θὰ σᾶς ἔλθῃ δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων ἐκ Κωνσταντινουπόλεως. Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις. Θέλω δὲ σᾶς ἀποδείξει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι δὲν γνωρίζει δηλαδή, ἂν ὁ Φιλιππίδης ἦναι ἰθαγενής. (Ἀναγινώσκει τεμάχιον ἐπιστολῆς, ἀναφερούσης, ὅτι πιστοποιητικὸν τῆς ἰθαγενείας τοῦ Φιλιππίδου, παραδοθὲν ἐγκαίρως εἰς τὸ Διεθνὲς Γραφεῖον, ἀπωλέσθη, δὲν ἐλήφθη δὲ φροντίς, ὅπως ἀποσταλῇ ἕτερον). Ἀκούσατε ταῦτα καὶ φρίξατε. Ἀλλὰ δυστυχῶς δέν μοι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ κάμω χρῆσιν τοῦ ὅλου κειμένου τῆς ἐπιστολῆς, δέν μοι εἶναι δὲ ἐπιτετραμμένον, νὰ δώσω τὴν ἐπιστολὴν ταύτην καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν...
§35ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Μήτε τὴν δέχομαι.
§36ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἂν ἠθέλετε τὴν δεχθῆ, δὲν ἠθέλετε τὴν λάβει, διότι, ἐνόσῳ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐννοεῖ νὰ ἔχῃ τοσαύτην ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ ὄργανά του, τὰ ὁποῖα διέπουν τὰ ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλληνικὰ συμφέροντα, δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ μὴ ἔχῃ τις ἐμπιστοσύνην καὶ εἰς αὐτόν. Αὐτὴ εἶναι ἀκριβῶς ἡ θέσις τῶν πραγμάτων, ὅπως τὴν περιγράφει ἡ περικοπή, ἣν σᾶς ἀνέγνωσα· πρόκειται περὶ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι κρατοῦνται ἐπὶ τρία περίπου ἔτη εἰς τὰς φυλακὰς, ἀκόμη δὲ δὲν ἐξηκριβώθη παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος μετὰ τόσης τόλμης, ἂν ὄχι μετὰ τόσου θράσους, εἶπεν, ὅτι δὲν ἐξηκριβώθη, ποίας ἐθνικότητος εἶναι ὁ φυλακισμένος, ἄν, διότι τὸ πιστοποιητικὸν ἀπωλέσθη, ἔπρεπεν ὁ ἰδιώτης ἐκεῖνος νὰ δώσῃ καὶ ἕτερον πιστοποιητικὸν ἀντίγραφον τοῦ πρώτου.—Ἀρχόμενος τοῦ λόγου, εἶπον περὶ τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ νομοθετηθῶσι διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρετήρησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὡς πρὸς τὴν κατὰ τὰς ἀτυχεῖς τοῦ Μαΐου τοῦ 1886 περιστάσεις πολιτείαν μου, ἀποδεικνύουν προσθέτως τὴν ἀνάγκην τοιούτων. Πλανᾶται ὅμως, νομίζων ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι προσεφύγομεν εἰς αὐτὸν, εἴτε εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, κατ’ ἐποχὴν ἀληθῶς δυστυχῆ, διότι εἴχομεν πεποίθησιν εἰς αὐτόν. Προσεφύγομεν διότι ἐγνωρίζομεν, ὅτι ἦτο personna grata τῶν ξένων, καὶ τοῦτο τὸ εἴπομεν τότε, καὶ τὸ ἐπαναλέγομεν, ὅτι μίαν παρ’ ἡμῶν καὶ διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν ἔλαβεν ἐντολὴν, διὰ τῶν σχέσεων, ἃς εἶχεν, οἱαιδήποτε καὶ ἂν ἦσαν αὗται, νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ τοῦ ἀποκλεισμοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐπέλθει.
§37ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ προαγορεύσας συνείθισε τὴν Βουλὴν, νὰ λέγῃ, ὁσάκις, ὁμιλῇ, ὅσα ἔρχονται αὐτῷ εἰς τὸ στόμα, κατόπιν δὲ μετὰ μεγάλης εὐκολίας νὰ τὰ ἀνακαλῇ, διότι φωτίζεται. Πρὸ ὀλίγου εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν γνωρίζει τὴν Ἑλληνικὴν ἐθνικότητα τοῦ Φιλιππίδου, καὶ ὅτι τὸ πιστοποιητικὸν τὸ ὁποῖον ἐδόθη εἰς αὐτὴν, ἀπωλέσθη· ἐλησμόνησε βεβαίως, ἢ δὲν ἔδειξε προσοχὴν, ὅτε τὸ πρῶτον ἐγένετο συζήτησις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ ἐπὶ τῇ παρατηρήσει τοῦ ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ, ἐβεβαιώθη ἐνταῦθα ὑπ’ ἐμοῦ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔλαβε πιστοποιητικὸν τοῦ Δημάρχου Ἀθηναίων, βεβαιοῦν, ὅτι ὁ Φιλιππίδης ἐπολιτογραφήθη Ἕλλην κατὰ τὸ 1868, δηλαδὴ ἓν ἔτος πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νέου ὀθωμανικοῦ νόμου περὶ τῆς ἰθαγενείας, ὅτι τὸ πιστοποιητικὸν τοῦτο ἐστάλη ὑπ’ αὐτῆς εἰς Κωνσταντινούπολιν καὶ καθὼς προκύπτει καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς ἐπιστολῆς, ἧς μία περίοδος πρὸ μικροῦ ἀνεγνώσθη, παρεδόθη ὑπὸ τῆς Πρεσβείας εἰς τὸ Γραφεῖον τῶν ἐθνικοτήτων. Κατελόγισεν εἰς βάρος τῆς Πρεσβείας τὸ λεγόμενον ἐν τῇ ἐπιστολῇ, ὅτι τὸ πιστοποιητικὸν ἀπωλέσθη ἐν τῷ εἰρημένῳ γραφείῳ· ἀλλὰ Γραφεῖον τῶν ἐθνικοτήτων δὲν εἶναι, ὡς ἐνόμισεν ἐν τῇ ἀγνοίᾳ, ἣν πάσχει παντὸς, ὅ,τι ἐξωτερικὸν, διὸ καὶ αὐτὸς κυρίως ἔχει ἀνάγκην προσόντων, δὲν εἶναι Ἑλληνικὸν, εἶναι Γραφεῖον τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως, ἐν τῷ ὁποίῳ προσαγόμενοι ἐξελέγχονται οἱ τίτλοι τῆς ἰθαγενείας πάντων, ὅσοι ἰσχυρίζονται, ὅτι δὲν εἶναι Ὀθωμανοὶ, ἀλλ’ ἢ Ἕλληνες, ἢ ἄλλοι ξένοι, Γάλλοι ἢ Ἰταλοί. Ἐξετέλεσε λοιπὸν τὸ καθῆκον αὐτῆς ἡ Πρεσβεία, παραδοῦσα ἐγκαίρως τὸ πιστοποιητικὸν πρὸς ἐξέλεγξιν· ἂν δὲ τυχὸν, ὅπερ διστάζω νὰ πιστεύσω, καθ’ ἣν ὥραν μετέβη εἰς τὴν Πρεσβείαν ὁ κύριος, ὁ γράψας τὴν ἐπιστολὴν, διὰ νὰ ἐρωτήσῃ περὶ τῆς τύχης τοῦ Φιλιππίδου, ἐβεβαιώθη, ὅτι ἀπωλέσθη τὸ πιστοποιητικὸν, καὶ ὁ Πρέσβυς, μαθὼν, ὅτι ἔχει αὐτὸς ἀντίγραφον τοῦ τίτλου ἐκείνου, ἐζήτησε παρ’ αὐτοῦ τὸ ἀντίγραφον τοῦτο, ποῦ εὑρίσκετε, παρακαλῶ, ἀμέλειαν ἐνταῦθα;
§38ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἀμέλεια ἀκριβῶς προκύπτει διότι, ἐνῷ εἶχεν ἀπολεσθῆ τὸ πιστοποιητικὸν, οὐδεμία εἶχε ληφθῆ φροντὶς, ὅπως ληφθῇ ἕτερον. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπληροφορήθη ὁ ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὴν συνδιάλεξιν, τὴν ἀναφερομένην ἐν τῇ ἐπιστολῇ, ἐπληροφορήθη, λέγομεν, ὅτι ἀπωλέσθη ὁπωσδήποτε τὸ πιστοποιητικὸν, ὤφειλε ν’ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ νὰ ζητήσῃ ἕτερον. Δὲν ἔπρεπε δὲ ν’ ἀναμείνῃ νὰ συμπέσῃ ἡ τυχαία ἐκείνη ἐπίσκεψις τοῦ ἰδιώτου, καὶ ὁ ἰδιώτης ἐκεῖνος νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἀφορμὴ τῆς προνοίας τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλ’ αὕτη ὤφειλεν αὐτοβούλως νὰ χορηγήσῃ τὸ ἀντίγραφον τοῦ πιστοποιητικοῦ, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀναποφεύκτως ἀναγκαῖον, διὰ νὰ βεβαιωθῇ, τίς ἦτο ἐκεῖνος, ὅστις πρὸ ἐτῶν κρατεῖται ἐν ταῖς φυλακαῖς· ἐπὶ τέλους ἐπρόκειτο νὰ βεβαιωθῇ, καὶ διὰ τοῦ πιστοποιητικοῦ ἐκείνου θὰ ἐβεβαιοῦτο, ὅ,τι ἐβεβαιώθη ἤδη, ἐκεῖνο δηλαδὴ, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἠρνεῖτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ὁ Φιλιππίδης εἶναι ὑπηκοότητος Ἑλληνικῆς.
§39ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν εἶπον τοῦτο· εἶπον, ὅτι ἀμφισβητεῖται, καὶ ὅτι εἶναι ἐκ τῶν ὑποθέσεων ἐκείνων, ἐν αἷς ἡ ἀμφισβήτησις γεννᾷ δυσχερείας.
§40ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι ἀρκετὰ, διὰ νὰ καταστρέψωσι τὸ ζήτημα.
§41ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ὅταν ὁμολογῆτε αὐτὸ ἀπὸ τοῦ βήματος, κύριε Ὑπουργὲ, δίδετε ὅπλα εἰς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν.
§42ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1868 εἶναι πολίτης Ἕλλην· λοιπὸν εἶναι ἐκ τῶν Ἑλλήνων ἐκείνων, ὡς πρὸς τοὺς ὁποίους δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις· ὡς πρὸς δὲ τὸν ἕτερον, τὸν δυστυχῆ παράφρονα Πασχίδην, τρία διαβατήρια κατετέθησαν εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλληνικῆς Πρεσβείας...
§43ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὄχι ὅμως πιστοποιητικόν.
§44ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ πιστοποιητικὸν ἔπρεπε νὰ φροντίσητε ὑμεῖς νὰ τὸ στείλητε, διότι ἔπρεπε νὰ ἐννοήσητε, ὅτι μήτε ὁ Πασχίδης, μήτε ὁ Φιλιππίδης, κρατούμενοι ἐν ταῖς φυλακαῖς, δύνανται νὰ ἔχωσι τὰ μέσα νὰ ὑπερασπίσωσιν ἑαυτοὺς καὶ τὰ συμφέροντά των καὶ τὴν προσωπικήν των ἐλευθερίαν· καὶ ἀκριβῶς αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ Ἀντιπροσώπων· ἐὰν δὲ πρόκηται οἱ ἰδιῶται νὰ φροντίζωσι περὶ τῆς ἀποδείξεως τῆς ὑπηκοότητός των, ὅταν κρατῶνται ἐν φυλακαῖς καὶ ὅταν ἡ ὑπηκοότης των ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἦναι ἀνεγνωρισμένη ἐκ τῆς Πρεσβείας καὶ ἐκ τοῦ Προξενείου, τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει, τότε εἶναι περιττὴ ἡ Πρεσβεία· δὲν λέγω διὰ τὸ Προξενεῖον, ὅτι εἶναι περιττὸν, διότι εὐτυχῶς καθιστᾷ ἐξαίρεσιν ἡ διεύθυνσις αὐτοῦ.
§45ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Καὶ πρόσθετον ἀπόδειξιν τῆς ἀγνοίας, ἣν ἔχει, τῶν πραγμάτων ὁ ἐπίδοξος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἔδωκεν ἐνταῦθα, ὅτε εἶπεν, ὅτι ἀρκοῦσι τὰ διαβατήρια εἰς πιστοποίησιν τῆς ἐθνικότητος, διότι ἀγνοεῖ παντελῶς, ὅτι ἀκριβῶς τὰ διαβατήρια εἶναι ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου, καὶ διὰ αὐτὰ κυρίως ἔχομεν ἀπὸ ἐτῶν πεπλασμένον τὸ ζήτημα τῆς ἰθαγενείας, διότι τὰ διαβατήρια δὲν εἶναι πάντοτε ἐστηριγμένα ἐπὶ πιστοποιητικοῦ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, ἀλλ’ ὑπάρχουσι πολλάκις ἐκδεδομένα ὑπὸ τῶν ἔξω ἀρχῶν, ἄνευ βεβαιώσεως περὶ τοῦ ἐὰν ὁ ὑπὲρ οὗ ἐξεδόθησαν ἦναι ἐγγεγραμμένος ἔν τινι δήμῳ τοῦ Βασιλείου.... Ἀλλὰ τὰ ζητήματα ταῦτα εἶναι ἐπιβλαβέστατον νὰ ἔρχωνται οὕτως εἰς συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ.
§46ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀγνοεῖ τὸ ζήτημα, διότι τὸ διαβατήριον τοῦ Φιλιππίδου ἐξεδόθη ἀπὸ τοῦ 1868 ἀπὸ τὸν δῆμον Ἀθηναίων· ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ὑφίσταται περίπτωσις ἐκδόσεως διαβατηρίου διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν.
§47Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν οἱ κύριοι Ὑπουργοί, ἐπερωτώμενοι, δίδουσι πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν, ἥκιστα συντελεῖ εἰς τὴν διαφώτισιν τῆς Βουλῆς, συντελεῖ δὲ πρὸ πάντων εἰς τὴν δημιουργίαν παρεμπιπτόντων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα τραχύνουσι τὰς μεταξὺ ὑμῶν καὶ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν σχέσεις. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς μεταξὺ τῶν παρεμπιπτόντων ζητημάτων ὑπάρχει ἓν σύνηθες, αἱ αἰτιάσεις κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως· διὰ τοῦτο, ζητεῖται ἀπὸ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς λόγος, «διατὶ διεξηγάγετε οὕτω τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Σπάρταλη, καὶ κατελήξατε εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλετε, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς πολεμοῦμεν;» οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ σᾶς λέγουσιν: «ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις δὲν μᾶς ἔδωκε δικαιολογητικὰ διὰ 12,500 δραχμάς.» Ζητεῖται λόγος, «διατὶ προβιβάζεται ὁ Ντάης», καὶ σᾶς λέγουσιν, ὅτι «ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις συνωμολόγησε σύμβασιν μετὰ ἀξιωματικῶν, διὰ νὰ προβιβασθῶσιν ἐναντίον τοῦ νόμου». Ζητεῖται λόγος, «διατὶ ἐγένετο τοιαύτη διαχείρισις τῆς ὑποθέσεως τοῦ ἀναγκαίου πρὸς νομὴν τῶν κτηνῶν χόρτου ἢ γρασιδίου», καὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἀπαντῶντες σᾶς λέγουσιν, ὅτι «ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἀφῆκε τὸν σανὸν νὰ σαπῇ.» Ζητεῖται λόγος, «διατὶ δὲν δίδεται πέρας, τέλος πάντων, εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Φιλιππίδου καὶ τοῦ Πασχίδου», καὶ πάλιν ἐν τῷ μέσῳ «ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις», τῆς ὁποίας ἡ χλιαρότης ἐπὶ ἓν ἔτος, τῆς ὁποίας δὲν ἠξεύρω τὶ, κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ ἐκυβέρνησε, κατέληξεν εἰς τὸ ἐπεισόδιον τοῦ ἀποκλεισμοῦ, ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἡ ὁποία διετήρησεν αὐτὴν τὴν Πρεσβείαν καὶ ἐνῷ ἐγνώριζε τί ἐφρόνει ἡ Πρεσβεία αὕτη περὶ αὐτῆς. Μοὶ φαίνεται, ὅτι δικαιοῦμαι ν’ ἀντιτάσσω εἰς τὸ μέλλον πρὸς τὰς τοιαύτας ἐνστάσεις σιωπὴν, σιωπὴν ὄχι ἐστηρημένην ἐννοίας. Λέγω ὄχι ἐστερημένην ἐννοίας, διότι πρέπει νὰ γνωρίζωσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοί, ὡς γνωρίζομεν πάντες, ὅτι, ὅταν διαχειρίζωνται τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὡς ὄργανα αὐτῆς, χρεωστοῦν νὰ δίδωσι πληροφορίας, ἐρωτώμενοι, δὲν δικαιοῦνται δὲ νὰ ἐπιτίθενται κατ’ ἄλλων, οὐδὲ δικαιοῦνται νὰ ἐπικαλεσθῶσι παραπτώματα ἢ παραβάσεις προηγουμένων Κυβερνήσεων, διὰ νὰ καλύψωσι τὰς παραβάσεις των, ἢ τὰς ἐλλείψεις των, ἐν τοῖς παραπτώμασιν ἢ ταῖς παραβάσεσι τῶν προκατόχων των. Βεβαίως δὲν ἀνέβην εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν ἄλλην συζήτησιν, τὴν ἐπεισοδιακήν. Ἂν συνάδελφοι Βουλευταὶ, ἀποτελοῦντες μέρος τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς τοῦ 1885, ἐψήφισαν καθ’ ἡμῶν, ὡς κυβερνητῶν τότε, διὰ δὲ τῆς ψήφου των συνετέλεσαν νὰ ἀναβῶσιν εἰς τὴν ἀρχὴν οἱ νῦν κυβερνῶντες, τὸ ζήτημα δὲν ἀφορᾷ εἰς ἐμέ. Ὁσάκις ὅμως ἀνακαλῶσι τοῦτο εἰς τὴν μνήμην μου, ἐγείρουσιν ἐν τῇ ψυχῇ μου αἰσθήματα λύπης, ὄχι διότι κατέβημεν τῆς ἀρχῆς,—διότι εἴχομεν τότε καταβῆ, ἂν καὶ προέτρεπεν ἡμᾶς ἡ Εὐρώπη νὰ μὴ καταβῶμεν. Ἡμεῖς εἴχομεν καταβῆ τῆς ἀρχῆς, ἂν καὶ ἠδυνάμεθα νὰ διατηρήσωμεν τὴν ἀρχὴν, διότι τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους ἐπέβαλλεν ἡμῖν, νὰ καταβῶμεν αὐτῆς. Καὶ ὅτε ἐψηφοφορεῖτο τὸ ἐμὸν ὄνομα, ὡς Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅτε ἡ ψῆφος τῶν κυρίων ἐῤῥίφθη κατ’ ἐμοῦ, καὶ τότε ἀκόμη δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐκδηλωθῇ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ὑπὲρ ἡμῶν, ἵνα διατηρήσωμεν ἡμεῖς τὴν ἀρχὴν, ἢ ἵνα ἀνέλθωμεν ἡμεῖς εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἑπομένως δὲν ἐγείρονται αἰσθήματα λύπης ἐν τῇ ψυχῇ μου, διότι ἡ φιλοδοξία μου, ἢ κατὰ τὴν τότε Ἀντιπολίτευσιν ἡ φιλαρχία μου, ἐὰν οἱ κύριοι νομίζωσιν, ὅτι ἔχω φιλαρχίαν, δὲν ἐθεραπεύθη, ἢ ἐπολεμήθη ὑπὸ τῶν φίλων ἐκείνων, οἵτινες τότε ἐγκατέλιπον τὰς τάξεις των, ψηφοφορήσαντες κατ’ ἐμοῦ, ἀλλὰ ἐγείρονται ἐν ἐμοὶ αἰσθήματα λύπης, διότι μοὶ ἀναμιμνήσκουσι διὰ τίνων μέσων ταπεινῶν, μέσων ὀλεθρίων εἰς κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, κατώρθωσαν οἱ πολεμοῦντες τότε ἡμᾶς ν’ ἀποπλανήσωσι μέλη τῆς πλειοψηφίας, νὰ διεγείρωσι ταῦτα κατὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν μέχρι τῆς παραμονῆς ὑπεστήριζον, νὰ ὑποκλέψωσι τὰς ψήφους αὐτῶν, ὅπως δυνηθῶσι, βοηθούμενοι ὑπ’ αὐτῶν, νὰ κατορθώσωσι τὴν ἀνάβασιν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν τῶν νῦν κυβερνώντων. Εἰσὶ σελίδες τῆς ἱστορίας τῆς συγχρόνου, τὰς ὁποίας πρὸ πρὸ παντὸς ἄλλου οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἔχουσι συμφέρον νὰ τηρῶσι κεκλεισμένας, ἀφοῦ ἐγὼ ἐκ μεγαλοφροσύνης ἐτήρησα αὐτὰς κεκλεισμένας, ὄχι χάριν τινὸς προσώπου, ἀλλὰ χάριν τῶν μεγάλων συμφερόντων τῆς πατρίδος, τὰ ὁποῖα ἐνεπαίχθησαν μὲ τὰς πλεκτάνας καὶ τὰς σκευωρίας ἐκείνας. Ἀλλὰ λέγουσι, διατὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις διετήρησε τὸ προσωπικὸν τῆς Πρεσβείας, ὁποῖον ἦτο; Ἀπορῶ, πῶς ὁ διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπηύθυνε τοιαύτην αἰτίασιν, ἀφοῦ αὐτὸς ἀνωμολόγησεν, ὅτι, ἀναβάντες τὸ 1885 ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, ὀλίγους μῆνας μόλις ἠδυνήθημεν νὰ διοικήσωμεν, διότι μετὰ τὰ συμβάντα τῆς Φιλιππουπόλεως δὲν ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς μεταβολὰς τοῦ προσωπικοῦ τῆς Πρεσβείας, ἵνα ἐκθέσωμεν τὴν ἀξιοπρέπειαν τὴν ἐθνικὴν εἰς ἀρνήσεις τῆς Ὑ. Πύλης, νὰ μὴ στέρξῃ τὰ παρ’ ἡμῶν γινόμενα. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν δηλοῖ, ὅτι ἡμεῖς εἴχομεν πεποίθησιν ἐπὶ τὴν δραστηριότητα ἢ τὴν δεξιότητα τῆς διοικήσεως τοῦ μεγάλου ἐκείνου Ἑλληνικοῦ καταστήματος, τῆς Ἑλληνικῆς Πρεσβείας, ἐξ ἐναντίας ἡμεῖς δὲν ἐκρύψαμεν τὴν γνώμην ἡμῶν οὐδὲ πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἐτάχθησαν ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Νομοτελεστικῆς Ἐξουσίας, τῆς ὁποίας ἐξουσίας ἐτυγχάνομεν τότε ὄργανα. Κατὰ τὴν διάρκειαν μάλιστα τοῦ ζητήματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀπέληξεν εἰς τὸν ἀποκλεισμὸν τῆς Ἑλλάδος, ἐλάβομεν καὶ σοβαρὰς ἀφορμὰς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῆς Ἑλληνικῆς ἐν Κων) πόλει Πρεσβείας, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐν πάσῃ ἄλλῃ περιπτώσει, καθ’ ἣν ἠδυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν εἰς συνεννόησιν μετὰ τῆς Ὑ. Πύλης, ἠθέλομεν προβῆ εἰς μεταβολὰς καὶ ἐν τῇ περὶ ἧς ὁ λόγος Πρεσβείᾳ. Ἀλλὰ τί κοινὸν ἔχουσι ταῦτα πρὸς τὴν ὑπόθεσιν τῶν δυστυχῶν Φιλιππίδου καὶ Πασχίδου; Διατὶ παρενεβλήθησαν ταῦτα, εἴτε ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐπράξαμεν ἡμεῖς, διατηρήσαντες τὸ προσωπικὸν τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλληνικῆς Πρεσβείας, εἴτε ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐπολιτεύθημεν, διαχειριζόμενοι τὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, καθ’ ὃν τρόπον διεχειρίσθημεν αὐτήν; Τί κοινὸν ταῦτα ἔχουσι πρὸς τὴν πολιτείαν ἡμῶν; Ἢ τί κοινὸν ταῦτα ἔχουσι πρὸς τὰς ἰδιότητας καὶ τὰ προσόντα τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Κεφαλληνίας, περὶ τῶν ὁποίων καὶ σήμερον ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἔκρινεν, ὅτι τῷ ἐπετρέπετο νὰ ἀσχοληθῇ, ὅπως καταγγείλῃ, ὅτι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ τὴν θέσιν τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως, ἐὰν δὲν κατηργεῖτο ὁ νόμος, ὁ ἀπαιτῶν προσόντα καὶ διὰ τὴν θέσιν τοῦ Γεν. Γραμματέως; Ἡμεῖς μετεβάλομεν τὸν νόμον περὶ προσόντων τῶν προξενικῶν καὶ διπλωματικῶν ὑπαλλήλων, ζητήσαντες διὰ τοῦ νέου νόμου, τὸν ὁποῖον τότε ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ, νὰ ἀφεθῇ πλήρης ἐλευθερία εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἵνα προτείνῃ εἰς τὸ Στέμμα, οἵους ἂν ἐγκρίνῃ διὰ τὴν θέσιν τοῦ Γεν. Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ οἵους ἂν ἐγκρίνῃ διὰ τὴν θέσιν τῶν Τμηματαρχῶν τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου· καὶ τὸ ἐπράξαμεν, ὄχι σκοποῦντες νὰ προβάλωμεν τὸν διορισμὸν τοῦ κ. Τυπάλδου, ὅστις δὲν ἐζήτησε παρ’ ἡμῶν νὰ διορισθῇ εἰς τὴν θέσιν τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀνορθώσωμεν παραλογισμόν, ὁ ὁποῖος εἶχεν εἰσχωρήσει εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Καὶ ὑπάρχει μεγαλείτερος παραλογισμός; Ἐρευνήσατε τὰς ξένας νομοθεσίας. Δὲν ὑπάρχει Κράτος, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ ἀπαιτῶνται προσόντα διὰ τὴν θέσιν τοῦ Γεν. Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Μόνον ἐν τῷ προτύπῳ τούτῳ Βασιλείῳ ἐξεδόθη νόμος, ἀναγράφων προσόντα διὰ τὴν θέσιν ταύτην, προσόντα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀναγκάζουσι νὰ μὴ δύνασθε νὰ πορισθῆτε τὸν Γεν. Γραμματέα, εἰμὴ ἀπὸ γέροντας Γενικοὺς Προξένους, ἢ ἀπὸ γέροντας Προξένους Αʹ τάξεως, ἢ ἀπὸ ἕνα ἢ δύο τμηματάρχας, διότι οὐδὲ πολλοὶ ὑπάρχουσι τμηματάρχαι, οἱ ἔχοντες τὰ προσόντα τοῦ Γεν. Γραμματέως. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὸ 1879 καὶ 1878 δὲν ἠδυνάμην νὰ σκεφθῶ περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ τότε Γενικοῦ Γραμματέως, διότι ἀναγκαίως ἔπρεπε νὰ ἀντικαταστήσω αὐτὸν διὰ τοῦ γέροντος Πάκμωρος, διότι οὐδεὶς ἄλλος εἶχε τὰ κατὰ τὸν νόμον ἀπαιτούμενα προσόντα. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, ταῦτα εἶναι ἐντελῶς ἀλλότρια τοῦ προκειμένου. Ἡμεῖς, οἱ παριστάμενοι ἐν τῇ Βουλῇ, μίαν ἐδηλώσαμεν ἐπιθυμίαν, νὰ μάθωμεν, τί τέλος πάντων γίνεται ἡ ὑπόθεσις, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸν Φιλιππίδην καὶ τὸν Πασχίδην. Ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι ἡ ἐπιθυμία αὕτη ἐκίνησε καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κεφαλληνίας, νὰ ἀνέλθῃ τὸ βῆμα καὶ νὰ ἀναγγείλῃ τὴν ἐπερώτησιν αὐτοῦ. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μάθωμεν, ἐὰν ὁ κ. Τυπάλδος ἔπρεπεν, ἢ δὲν ἔπρεπε, νὰ διορισθῇ Γεν. Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν ὁ κ. Κουντουριώτης καλῶς ἢ κακῶς διατηρεῖται ἐν Κων)πόλει, ἢ ἐὰν τὰ ἄλλα πρόσωπα τῆς Πρεσβείας ἐπαρκῶσιν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῶν, πολλῷ δ’ ἧσσον δὲν ἐπρόκειτο νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ, διατὶ ἡμεῖς, ὅτε ἐκυβερνήσαμεν, ἐπολιτεύθημεν ὡς ἐπολιτεύθημεν, καὶ διατὶ δὲν προέβημεν εἰς μεταβολὰς τοῦ προσωπικοῦ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας. Εἴχομεν δὲ τοσούτῳ μᾶλλον ἐπιθυμίαν νὰ μάθωμεν, τί γίνεται ἡ ὑπόθεσις τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς κρατουμένων Φιλιππίδου καὶ Πασχίδου, διότι σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι μετὰ λύπης ἤκουσα πρὸ 15 ἡμερῶν, ὅτε πάλιν ἐγένετο συζήτησις περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰπόντος τότε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι περὶ τοῦ Πασχίδου οὐδεὶς δύναται νὰ γίνῃ λόγος, διότι δὲν εἶναι πολίτης Ἕλλην, ὡς καὶ μετὰ λύπης ἐπίσης ἤκουσα σήμερον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰπόντος, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ ἐθνικότης τοῦ Φιλιππίδου δύναται νὰ τεθῇ ἐν ἀμφιβολίᾳ. Καὶ ὄντως, ἐὰν ἐτέθη ἐν ἀμφιβολίᾳ ὑπὸ τῆς Ὑ. Πύλης ἡ ἐθνικότης εἴτε τοῦ ἑνός, εἴτε τοῦ ἄλλου, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐστερεῖτο ἐπιχειρημάτων, διὰ νὰ ἄρῃ τὴν ἀμφιβολίαν ταύτην, ἢ διὰ νὰ παραστήσῃ εἰς τοὺς ἀμφιβάλλοντας, ὅτι ἡ ἀμφιβολία αὐτῶν δὲν ἦτο εὔλογος, ἀλλὰ προτείνουσιν, ὅτι ἀμφιβάλλουσιν, εἴτε ἐκ σκαιότητος, εἴτε ἐξ ἐπιθυμίας νὰ ἀμφιβάλλωσιν. Ὁμολογῶ, ὅτι, ὅτε ὡμίλησα ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, προσεπάθησα νὰ μὴ δώσω τὴν ἐλαχίστην ἀφορμὴν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ ἐνοχληθῇ ἐκ τῆς ἐπερωτήσεώς μου, ἢ νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἠδύνατο αὕτη νὰ ἐπιφέρῃ βλάβην εἰς τὴν ὑπόθεσιν. Ἀλλὰ μετὰ λύπης εἶδον, ὅτι αἱ ἀπαντήσεις, τὰς ὁποίας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔδωκε, δὲν ἦσαν τοιαῦται, πολλὴν δὲ δύνανται νὰ ἐπιφέρωσι βλάβην καὶ εἰς τὴν μίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην τῶν δύο τούτων ὑποθέσεων. Ἡ ὑπόθεσις τοῦ δυστυχοῦς Φιλιππίδου εἶναι ἀνωτέρα παντὸς δισταγμοῦ καὶ πάσης ἀμφιβολίας. Ὁ Φιλιππίδης εἶναι κομιστὴς ἐγγράφων δημοσίων ἀρχῶν, βεβαιουσῶν, ὅτι αὐτὸς ἐνεγράφη ὡς δημότης τοῦ δήμου Ἀθηναίων κατὰ τὸ 1868, δηλ. καθ’ ὃν χρόνον ἠδύναντο οἱ ὑπήκοοι Τοῦρκοι νὰ ἀπαλλοτριώσωσι τὴν ἐθνικότητα αὐτῶν, τὴν ὀθωμανικήν. Καὶ ἐνεγράφη τότε, ἂν καὶ πράγματι καὶ πρὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου ἦτο πολίτης Ἕλλην, διότι ὁ πατήρ του εἶχεν ἀποκατασταθῆ εἰς τὴν Εὐρυτανίαν καὶ εἴς τινα ἄλλην ἐπαρχίαν. Ἀλλὰ μήπως ἀμφισβητῇ ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις τὸ πιστὸν τοῦ ἐγγράφου; Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιτρέψῃ τοιαύτην ἀμφισβήτησιν, διότι, ἐὰν ἀφίνῃ ἐν ἀμφιβολίᾳ τὴν πίστιν ἐγγράφου δημοσίας ἀρχῆς, νομίμως καθεστηκυίας, νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον οὐδεμία ἀσφάλεια, οὐδεμία βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας δύναται νὰ ὑφίσταται καὶ νὰ λειτουργῇ. Τελευταῖον, ἕνεκεν ἀσθενείας, κατέπλευσα εἰς Κωνσταντινούπολιν, ὅτε δ’ ἦλθον εἰς ἐπίσκεψίν μου διάφοροι τῶν ὑπαλλήλων τῆς ἐκεῖ Ἑλληνικῆς Πρεσβείας καὶ τοῦ ἐκεῖ Ἑλληνικοῦ Προξενείου, μόνην ἀπηύθυνα ἐρώτησιν πρός τινα ἐξ αὐτῶν περὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Φιλιππίδου, ἀλλ’ αὐτὸς μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν γνωρίζει τίποτε. «Δὲν γνωρίζετε τίποτε! εἶπον αὐτῷ. Ἀλλ’ ἐγὼ γνωρίζω, ἐν Ἀθήναις διαμένων, ὅτι ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Ἰανουαρίου εἶχεν ὑποβληθῆ πιστοποιητικὸν τοῦ Δημάρχου Ἀθηναίων, διὰ τοῦ ὁποίου ἐβεβαιοῦτο, ὅτι ὁ Φιλιππίδης ἦτο ἐγγεγραμμένος ἐν τῷ δημοτολογίῳ τοῦ δήμου Ἀθηναίων ἀπὸ τοῦ 1868. Δὲν περιῆλθε τὸ πιστοποιητικὸν τοῦτο εἰς χεῖράς σας;» «Ὄχι» ἀπήντησεν ὁ ὑπάλληλος. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τὸ πρᾶγμα μοὶ ἐνεποίησεν ἐντύπωσιν. Καὶ δὲν εἶπον μὲν εἴς τινά τι, διότι δὲν ἐπεθύμουν νὰ συντελέσω εἰς τὴν βλάβην οὐδενὸς ὑπαλλήλου, διότι ἤμην βέβαιος, ὅτι, ἐὰν ἔλεγόν τι, ἤθελον ἐκθέσει αὐτὸν εἰς τὴν ὀργὴν τῶν κυβερνώντων, οἵτινες τιμωροῦσι τοὺς ὑπαλλήλους, ἐὰν ἐπισκέπτωνται πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἠρώτησα δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν τῇ Βουλῇ, ἐὰν τὸ πιστοποιητικὸν τοῦτο διεβιβάσθη εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν. Ἀφοῦ δ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐβεβαίωσεν, ὅτι εἶχεν ἐπικαλεσθῆ τὸ πιστοποιητικὸν τοῦτο πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἰθαγενείας τοῦ Φιλιππίδου, οὐδεμίαν εἶχον ἀφορμὴν νὰ εἴπω τι. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπεκαλέσθη τὸ πιστοποιητικόν, ἐξηκολούθει οὐχ ἧττον νὰ μένῃ δεδεσμευμένος ἐν ταῖς φυλακαῖς ὁ Φιλιππίδης. Ἔλαβον ἐπιστολὴν ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, δι’ ἧς μοὶ ἀνηγγέλλετο, ὅτι πρὸ 50 ἡμερῶν περίπου ἔλαβον χώραν ἐν ταῖς φυλακαῖς πράγματα, ἄξια ἰδίας προσοχῆς. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ γράφων μοὶ ἔλεγεν, ὅτι περιῆλθεν ἤδη εἰς χεῖρας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἔκθεσις περὶ τούτου, οὐδὲ λόγον εἶπον, διότι ὑπέλαβον, ὅτι, ἀφοῦ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔμαθε τὸ γενόμενον τότε, θὰ ἔπραξεν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ πράξῃ. Ἐν τούτοις ἡ φυλάκισις τοῦ δυστυχοῦς Φιλιππίδου παρατείνεται, καὶ βεβαίως πρέπει νὰ ἐκπλησσώμεθα, διότι, ἐὰν τοῦτο συνέβαινε καθ’ ὃν χρόνον ἡμεῖς μετηρχόμεθα τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπιστρατείας, καθ’ ὃν χρόνον ἡ δυσπιστία τῆς Πύλης πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἦτο εὔλογος καὶ δεδικαιολογημένη, δὲν εἶχέ τις νὰ ἀπορήσῃ· ἀλλ’ ὅταν ταῦτα συμβαίνωσι, καθ’ ὃν χρόνον φιλία ὁπωσδήποτε καὶ ἀμοιβαία ἐμπιστοσύνη πλήρης κρατεῖ ἐν ταῖς σχέσεσι τῶν δύο Κυβερνήσεων, βεβαίως πρέπει νὰ ἀπορήσῃ τις, καὶ ὁ ἀπορῶν εἶναι δεδικαιολογημένος νὰ ἐρωτήσῃ: ἔπραξε τάχα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὅ,τι ὤφειλε νὰ πράξῃ; καὶ ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔδωκε τὰς ἀναγκαίας ὁδηγίας, τάχα οἱ ὑπάλληλοι ἐξετέλεσαν ταύτας; Μήπως τυχὸν παρέλειψάν τι, καὶ ἕνεκα τούτου ἐπέρχεται ἡ βραδεῖα αὕτη διεξαγωγὴ καὶ περάτωσις τῆς ὑποθέσεως τοῦ Φιλιππίδου; Μὲ τὸν Φιλιππίδην οὐδεὶς μὲ συνδέει δεσμός. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔχω περὶ αὐτοῦ, εἶναι, ὅτι εἶναι ἄνθρωπος γλωσσομαθὴς καὶ Ἑλληνομαθής· ἔχω καθῆκον, ὄχι μόνον ὡς συμπολίτης του νὰ συντελέσω εἰς τὴν διάσωσιν αὐτοῦ, πολίτου Ἕλληνος, τυραννουμένου οὕτω, ἀλλὰ καὶ ὡς ἄνθρωπος νὰ οἰκτείρω τὴν τύχην αὐτοῦ, καὶ μάλιστα, ἐὰν αὐτὸς ὑποβάλληται εἰς τοιαύτας στερήσεις, οἵας περιγράφουσιν αἱ ἐπιστολαὶ, αἱ εἰς χεῖρας τοῦ φίλου μου ἐκ Κεφαλληνίας Βουλευτοῦ. Τὸ ὄνομα τοῦ Κουντουριώτου εἶναι σεβαστόν. Ὁ Λάζαρος Κουντουριώτης καὶ ὁ Γεώργιος Κουντουριώτης εἰσὶ πρότυπα πατριωτισμοῦ. Ἐθυσίασιν πλούτη ἀμύθητα διὰ τὴν πατρίδα, καὶ προθύμως ἐθυσίαζον καὶ αὐτὴν τὴν ὕπαρξίν των. Ὁ Ἀνδρέας Κουντουριώτης εἶναι ἔντιμος ἄνθρωπος· οὐδαμῶς ἀμφιβάλλω περὶ τούτου. Ἀλλὰ διότι ὁ Ἀνδρέας Κουντουριώτης εἶναι υἱὸς τοῦ Γεωργίου καὶ ἀνεψιὸς τοῦ Λαζάρου, διότι ὁ Ἀνδρέας Κουντουριώτης εἶναι ἔντιμος ἄνθρωπος, καὶ θὰ ἔχῃ τὴν προθυμίαν νὰ εἰσφέρῃ 100 καὶ 200 δραχμὰς ὑπὲρ ἑνὸς συμπολίτου του, πάσχοντος ἐν ταῖς φυλακαῖς, εἶναι τάχα διὰ τοῦτο ψευδὲς, ὅτι ὁ Φιλιππίδης περιῆλθεν εἰς τοιαύτην στέρησιν, εἰς οἵαν περιγράφει ἡ ἐπιστολή, ἢ εἰς χεῖρας τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας; καὶ ἐν ᾗ ἂν περιπτώσει περιῆλθεν εἰς τοιαύτην στέρησιν, ἐνδεχόμενον αἱ φωναί του νὰ μὴ ἔφθασαν μέχρι τῶν ὤτων τοῦ Πρέσβεως, ἀφοῦ μάλιστα τυγχάνει γνωστὸν, ὅτι ὁ Πρέσβυς, ἕνεκεν ὑγείας ἢ ἡλικίας, σπανίως ἐξέρχεται τῶν δωμάτων αὐτοῦ. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔδωκε πρὸς τὸν κ. Τυπάλδον, μοὶ ἐμποιοῦσι τὴν ἐπιθυμίαν, νὰ μάθω, ἂν ἡ ἔκθεσις, ἧς ἐμνημόνευσα ἀνωτέρω, περιῆλθεν εἰς χεῖρας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἂν ἐξ αὐτῆς ἔμαθε τὰ ἐν ταῖς εἱρκταῖς τῆς Κωνσταντινουπόλεως πρὸ 50 ἡμερῶν λαβόντα χώραν. Τὴν ἐπιθυμίαν μου ταύτην δὲν ἐκφράζω μετὰ ζωηρότητος, διότι γνωρίζω, ὅτι δὲν θὰ τύχῃ τοσαύτης ὑποστηρίξεως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅσην ἔπρεπε νὰ εὕρῃ. Διὰ τοῦτο δὲν ἐντείνω τὴν θερμότητα τῆς περιεργείας μου, δύναμαι ὅμως νὰ ἐκφράσω αὐτὴν ἀσθενῶς. Ζητῶ λοιπὸν ἁπλῶς νὰ μάθω, ἂν ἡ ἔκθεσις περιῆλθεν εἰς χεῖρας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἂν ἔλαβε γνῶσιν τῶν πρὸ 50 ἡμερῶν γενομένων ἐν ταῖς εἱρκταῖς τοῦ Γαλατᾶ. Δὲν ζητῶ τι περισσότερον νὰ μάθω· δὲν ζητῶ νὰ μάθω τί ἐνήργησε, διότι ἐνδέχεται ἐκ τούτου νὰ διακινδυνεύσωσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Δὲν ζητῶ νὰ μάθω μετὰ τίνων συνενοήθη, διὰ νὰ μὴ ἐλαττωθῶσιν αἱ πιθανότητες τῆς ἐπιτυχοῦς ἐκβάσεως τῆς ὑποθέσεως, ἀλλὰ μόνον, ἐὰν περιῆλθεν εἰς χεῖρας αὐτοῦ ἡ ἔκθεσις αὕτη. Ἐπιθυμῶ προσέτι νὰ μάθω, ἐὰν αἱ τελευταῖαι πληροφορίαι τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας ἐνθαῤῥύνωσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ νὰ ἐξακολουθῇ ἐλπίζων, ὅτι θέλει φθάσει εἰς αἴσιον πέρας ἡ ὑπόθεσις αὕτη. Χρεωστῶ δὲ νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι οἱ ἰσχυρισμοὶ, τοὺς ὁποίους προέταξεν, ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κεφαλληνίας Βουλευτὴν, περὶ τῶν τίτλων, διὰ τῶν ὁποίων βεβαιοῦται ἡ ἰθαγένεια τοῦ Πασχίδου, ὅτι οἱ τίτλοι δὲν εἶναι ἰσχυροί...
§48ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν ἰσχυρίσθην τοιοῦτόν τι. Ἐγὼ ὡμίλησα περὶ διαβατηρίων.
§49ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πασχίδης ὡς τίτλον τῆς ἰθαγενείας του προβάλλει διαβατήριον. Τὰ διαβατήρια δὲ ἰδίως, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐγέννησαν ἐν τοῖς γραφείοις τῆς Ὑ. Πύλης δυσπιστίας καὶ ἀμφιβολίας περὶ τῆς ἀξιοπιστίας τῶν ἐν αὐτοῖς βεβαιουμένων. Αὐτὰ εἴπετε.
§50ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
§51ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἕνεκα τούτου ἡ Πύλη κρατεῖ τὸν κ. Πασχίδην εἰς τὰς φυλακὰς, ἰσχυριζομένη, ὅτι τὸ διαβατήριόν του δὲν βεβαιοῖ ἀληθῆ πράγματι, διότι δὲν εἶναι πιστοποιητικὸν Δημοσίας ἀρχῆς, ἀλλ’ εἶναι ἁπλοῦν διαβατήριον. Καὶ, ὡς φαίνεται, ἕνεκα τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, πρὸ 15 ἡμερῶν ὁμιλῶν, ἔλεγεν, ὅτι περὶ Πασχίδου εἶναι τὸ ζήτημα ἄλλο, διότι κατὰ δυστυχίαν δὲν ἀποδεικνύεται ἡ ὑπηκοότης αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι ἰσχυρὸς, δὲν εἶναι ὀρθὸς ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος· διότι, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι βεβαίως ἐντριβέστερος τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας, ἀφοῦ ἐκεῖνος δὲν εἶχε τὰ προσόντα διὰ νὰ γίνῃ Γενικὸς Γραμματεὺς, ὁ ὁποῖος ἀξιοῖ ὡσαύτως, ὅτι εἶναι πολὺ ἐντριβέστερος καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Ῥάλλη, ἀνατρέξῃ εἰς τὰς ὁδηγίας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἐκδοθῆ εἰς τὰς Διοικητικὰς ἀρχὰς πρὸ 50 ἐτῶν περὶ τῆς ἐκδόσεως τῶν ἐξωτερικῶν διαβατηρίων, καὶ μελετήσῃ αὐτὰς, θέλει ὁδηγηθῆ καὶ αὐτὸς, ὅτι τὰ ἐξωτερικὰ διαβατήρια ἐκδίδουσιν αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαί, ἀφοῦ πεισθῶσιν, ὅτι ἐκεῖνοι, πρὸς τοὺς ὁποίους ἐκδίδουσιν αὐτὰ, εἰσὶν ὑπήκοοι Ἕλληνες· διὰ νὰ πεισθῶσι δὲ περὶ τούτου, διατάσσουσιν αἱ εἰρημέναι ὁδηγίαι, ὅτι πρέπει, πρὶν ἢ ἐκδώσωσι τὸ διαβατήριον, νὰ ζητῶσι πιστοποιητικὸν τῆς Δημοτικῆς ἀρχῆς τοῦ δήμου, ἐν τῷ ὁποίῳ τυγχάνουσιν ἐγγεγραμμένοι ὡς δημόται, δι’ οὗ νὰ βεβαιόνηται, ὅτι εἰσὶν ἐγγεγραμμένοι δημόται αὐτοῦ, νὰ μὴ ἀρκεσθῶσι δὲ οὐδ’ εἰς τοῦτο μόνον, ἀλλὰ νὰ βεβαιωθῶσι προσέτι, ἐὰν εἶχον τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, ὅτε ἐνεγράφησαν ἐν τῷ δήμῳ, ἐν τῷ ὁποίῳ εἰσὶν ἐγγεγραμμένοι. Ἐὰν λοιπὸν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἐμάνθανεν ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, ὅτι διὰ τὸν κ. Πασχίδην ἡ δυσκολία ὑπάρχει διότι φέρει διαβατήριον, καὶ ὄχι πιστοποιητικὸν Δημοτικῆς ἀρχῆς, ὡς ὁ κ. Φιλιππίδης, ἐὰν, μανθάνουσα τοῦτο ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐζήτει ἀμέσως παρὰ τῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία ἐξέδωκε τὸ διαβατήριον αὐτοῦ κατὰ τὸ 1856, νὰ πληροφορήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον, ποῦ στηριχθεῖσα ἐκείνη ἐξέδωκε τὸ διαβατήριον, τότε ἤθελε μάθει τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον, ἐπὶ τίνων ἐστηρίχθη ἀποδείξεων ἡ ἀρχὴ ἐκείνη, καὶ ἂν αἱ ἀποδείξεις, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθη, ἐβεβαίουν τὴν ἑλληνικὴν ὑπηκοότητα αὐτοῦ, καὶ τὴν κατάταξίν του εἰς ἕνα τῶν δήμων τοῦ Βασιλείου. Οὕτω δὲ ἤθελε δυνηθῆ νὰ ἀντιτάξῃ τὰς εἰρημένας πληροφορίας καὶ πείσῃ πάντα, ὅτι ὁ κ. Πασχίδης εἶναι πολίτης Ἕλλην. Κύριοι, μοὶ καθίσταται ἀναπόφευκτον νὰ ἐκφράσω εὐχὴν, ὅπως ἀποφασίσωσι τέλος πάντων οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, νὰ ἐγκαταλείψωσι τὸ σύστημα τῶν ἀντεγκλήσεων, διότι τοῦτο ἥκιστα εὐκολύνει τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν των, ἐξ ἐναντίας παράγει ἀφορμὰς, ἃς οὐδέποτε θέλομεν παραλίπει, διὰ νὰ ἀμφισβητήσωμεν τὰ ὑπ’ αὐτῶν λεγόμενα, διὰ νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι εἶναι ἀβάσιμα τὰ ἀποκαλυπτόμενα, ὅτι ἐν πᾶσι τούτοις δὲν ὑπάρχει ἢ μία μόνον ἐπιθυμία, ἡ ἐπιθυμία νὰ συκοφαντῶσι τοὺς ἀντιπάλους, διότι ἔχουσιν ἐπιθυμίαν νὰ συγκρατῶσιν ὁπωσδήποτε τὸ χαρτοφυλάκιον, ὃ ἔχουσιν ἐν χερσίν.
§52ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Περικλῆς Ῥαυτόπουλος, ὁ παραπεμφθεὶς διὰ τὴν κλοπὴν τοῦ Νομισματικοῦ Μουσείου, εἶχε διαπράξει πρὸ πολλῶν χρόνων ἄλλην τινὰ κλοπὴν κατὰ τοῦ Κωνστ. Καπράλου, δι’ ἣν εἶχε γίνει ποινικὴ καταδίωξις, καὶ ἐξεδόθησαν βουλεύματα τοῦ τε Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ τοῦ τῶν Ἐφετῶν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ καταθέσῃ ἀντίγραφα τῶν βουλευμάτων τούτων, περιπλέον δὲ νὰ δώσῃ πληροφορίας περὶ τοῦ, ἂν μετὰ τὸ ὁριστικὸν βούλευμα, τὸ ὁποῖον ἐχαρακτήρισε τὴν πρᾶξιν ὡς πλημμέλημα, εἰσήχθη ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου, καὶ ἐδικάσθη ἐρήμην, ἢ κατ’ ἀντιμωλίαν, ἐν περιπτώσει δὲ, καθ’ ἣν ἐδικάσθη ἐρήμην, ἂν ἔκαμεν ἀνακοπὴν, καὶ ἂν ἐξεδικάσθη αὕτη, ἢ μένῃ ἔτι ἐκκρεμής. Ὡς σχετικὸν ζήτημα θεωρῶ καὶ τὸ ἑξῆς, περὶ οὗ θὰ ἦναι ἴσως εἰς θέσιν ἀπὸ τοῦδε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ δώσῃ πληροφορίας. Κατὰ τὸν νόμον ΦΜʹ τῆς 11ης Νοεμβρίου 1875, ἀπαγορεύεται νὰ διορίζωνται ὑπάλληλοι, μεταξὺ τῶν ὁποίων καταλέγονται καὶ οἱ Πρόεδροι τῶν Πρωτοδικῶν, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἐξ ἧς κατάγονται, ἢ ἐξ ἧς ἔλαβον σύζυγον. Ἔλαβον πληροφορίας, ὅτι ὁ ἐνταῦθα Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν κύριος Ῥάγκος ἔλαβε σύζυγον, καταγομένην ἐντεῦθεν, διότι ὁ πατήρ της Ἰωάννης Κορφίτης εἶναι Ἀθηναῖος, τόσον αὐτὸς, καθὼς καὶ οἱ γονεῖς του. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι δὲν δύναται ὁ ἐν λόγῳ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν νὰ μένῃ ἐνταῦθα, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον καὶ οἱ ἀδελφοὶ τῆς συζύγου του Δημήτριος καὶ Γεώργιος εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸ δημοτολόγιον Ἀθηνῶν καὶ εἰς τὸν ἐκλογικὸν κατάλογον, ἐξασκοῦντες ἐνταῦθα τὰ πολιτικά των δικαιώματα.
§53ΛΕΒΙΔΗΣ. Κατὰ τὸ 1884 ἔτος ἐκληρώθη τις στρατεύσιμος ἐκ τοῦ δήμου Θεσπιῶν, χωρίου Βελίων, ὀνόματι Σεραφεὶμ Ἰωάννης Θεοδώρου, ὅστις προσῆλθε καὶ ὑπηρέτησεν ἓξ μῆνας εἰς τὸν στρατὸν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐθεωρήθη ἱκανὸς μόνον διὰ βοηθητικὰς ὑπηρεσίας, δυνάμει ἀποφάσεως τῆς Ἀνωτάτης Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀπηλλάγη τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ στρατιώτου καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν ἑστίαν αὐτοῦ. Πρό τινων ἡμερῶν ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐνόμισεν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἔχει ἀνάγκην νὰ μετατεθῇ εἰς Θήβας ὁ Ἀνθυπομοίραρχος ἐκεῖνος, ὅστις, ὑπηρετῶν ἐν τῇ Ἀττικῇ, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐκρέμασεν ἀνθρώπους ἀνάποδα, καὶ ἀνῆψεν ἄχυρα ὑπὸ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν, ἵνα καταθέσωσιν ὅ,τι δῆθεν ἐγνώριζον περὶ δῆθεν φυγοδίκων. Παραλείπω ἄλλας πράξεις αὐτοῦ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Θηβῶν, διότι φαίνεται, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ λάβωσι γνῶσιν τῆς ποιότητος αὐτοῦ ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι τοῦ Κράτους, ἢ ἴσως ὁ νομὸς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας. Ὁ ῥηθεὶς λοιπὸν Ἀνθυπομοίραρχος συλλαμβάνει τὸν ἀπαλλαγέντα στρατιώτην, καὶ ἀποστέλλει αὐτὸν δέσμιον εἰς Ἀθήνας. Χθὲς δὲ γέρων τις, σύρων αὐτὸν ἐκ τῆς χειρὸς, διότι πάσχει τραχώματα, ὡδήγησεν αὐτὸν εἰς τὸ 3ον σύνταγμα τοῦ ἱππικοῦ ἐν Ἀθήναις, ὅπου καὶ κατετάχθη, ἐνῷ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς σχεδὸν εἶναι ἀόμματος, ἔχει δὲ ὑπὲρ ἑαυτοῦ γνωμοδότησιν καὶ ἀπόφασιν τῆς Ἀνωτάτης Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ 1884 ἔτους. Σήμερον ἔφερον αὐτὸν εἰς τὴν οἰκίαν μου, καὶ βεβαιῶ ὑμᾶς ὅτι δὲν εἶναι ἱκανὸς, οὐχὶ νὰ ἱππεύσῃ, ἀλλ’ οὐδὲ νὰ διακρίνῃ κἂν τὸν ἵππον. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προνοήσῃ περὶ αὐτοῦ, διότι, ὡς κατέστη ἡ ὑπηρεσία, ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ προσφέρωμεν τὴν συνδρομὴν ἡμῶν εἰς τοὺς συμπολίτας, διότι ἀρκεῖ νὰ μεταβῇ τις ἐκ τῶν ἀντιπολιτευομένων Βουλευτῶν, ἵνα συστήσῃ τοιαύτην νόμιμον πρᾶξιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ δύνασθε νὰ φαντασθῆτε, τί δύναται νὰ ὑποφέρῃ ὁ συσταθησόμενος, ἐφ’ ὅσον θέλομεν ἔχει τὴν ἀτυχίαν νὰ προΐσταται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος. Διὰ τοῦτο καταφεύγομεν εἰς ἐπερωτήσεις, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως ἐντὸς τῆς αὔριον φροντίσῃ νὰ εὕρῃ τὸν Σεραφεὶμ Ἰωάννου Θεοδώρου, ἵνα λάβῃ περὶ αὐτοῦ πᾶσαν πρόνοιαν.
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔχει τὴν ἀτυχίαν νὰ βλέπῃ προϊστάμενον τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος τὸν Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, καὶ ὄχι ἄλλον τινὰ, μάτην θὰ ἐλπίζῃ νὰ τύχῃ ἀκροάσεως ὑπὲρ παρανόμου ἀπαιτήσεως, ὁποία ἡ προκειμένη. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ἔχει βεβαιωμένην τὴν κατάστασιν αὐτοῦ ὁ εἰρημένος στρατιώτης, ὡς ἀνήκων εἰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας ἀπὸ τοῦ 1884, καὶ θαυμάζει, πῶς τὸ πιστοποιητικὸν τοῦτο δὲν λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψει σήμερον. Ὁ κ. Βουλευτὴς λησμονεῖ, ὅτι μετὰ τὸ 1884 ἐπῆλθε τὸ 1885 καὶ κατόπιν τὸ 1886 ἐν ἐπιστρατεύσει, ἐκτὸς ἐὰν, κατὰ τὸν κύριον Βουλευτὴν, ὅστις τὰ πάντα βλέπει ἀνάποδα, τὸ 1885 καὶ τὸ 1886 προτάσσονται τοῦ 1884. Μετὰ τὸ 1884, ὅτε ὁ στρατιώτης παρεπέμφθη εἰς τὰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας, ἐπῆλθεν ἡ ἐπιστράτευσις, διαρκούσης δὲ τῆς ἐπιστρατεύσεως, οἱ εἰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας παραπεμφθέντες ὀφείλουσιν ὑπηρεσίαν, ὅπως καὶ οἱ ἱκανοὶ πρὸς στράτευσιν· ἑπομένως ὁ στρατιώτης ἐκεῖνος ὤφειλε νὰ παρουσιασθῇ καὶ νὰ ὑπηρετήσῃ· μὴ παρουσιασθεὶς, εἶναι ἀνυπότακτος ἐπίστρατος, ἑπομένως δὲν δύναται ν’ ἀπαλλαγῇ τῆς ὑποχρεώσεως, ὅπως ἀναπληρώσῃ ἤδη, ἣν παρέλειψε ν’ ἀποτίσῃ τότε ὑπηρεσίαν. Τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, προσαγόμενος ἤδη εἰς τὰς τάξεις, θέλει ἐκτελέσει ἐν ταῖς βοηθητικαῖς ὑπηρεσίαις, καὶ οὐχὶ ἐν ταῖς τοῦ μαχίμου στρατοῦ. Ταῦτα οὕτω θέλουσι διεκπεραιωθῆ, ἂν ὁ εἰρημένος στρατιώτης ἐπικαλῆται σήμερον, ὡς λόγους ἐξαιρέσεως, τοὺς κριθέντας ἐν ἔτει 1884 ἀποχρῶντας, μόνον ὅπως παραπεμφθῇ εἰς τὰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας. Ἄν ὅμως ἤδη πάσχῃ ἐκ νοσήματος, καθιστῶντος αὐτὸν ἀνίκανον, ὅπως ὑπηρετήσῃ ἐν τῷ στρατῷ, ἔστω καὶ ἐν ταῖς βοηθητικαῖς ὑπηρεσίαις, ἂν ᾖναι τυφλὸς, θὰ συνταχθῇ ἔκθεσις περὶ τούτου ὑπὸ τοῦ ἰατροῦ τοῦ συντάγματος, καὶ θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἀνωτάτην Ὑγειονομικὴν Ἐπιτροπὴν, ἥτις θ’ ἀποφανθῇ περὶ ἀπολύσεως αὐτοῦ ἐκ τοῦ στρατοῦ.
§55ΛΕΒΙΔΗΣ. Αἱ βοηθητικαὶ ὑπηρεσίαι εἶναι, νὰ τὸν θέτουν ἐπὶ τοῦ ἵππου καὶ μὲ τὸ μαστίγιον νὰ τὸν διδάσκουν. Παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ, ζητήσατε πληροφορίας παρὰ τῆς ὑπηρεσίας.
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὡμιλήσατε περὶ τῆς κατατάξεως τοῦ κληρωτοῦ, ὡς ἀτόπως γενομένης· ἐὰν ἔχητε νὰ εἴπητέ τι περὶ τῶν κατόπιν τῆς κατατάξεως αὐτοῦ, ὅτι τουτέστιν ἡ Διοίκησις τοῦ συντάγματος δὲν φροντίζει, ὅπως ἀνατεθῶσιν αὐτῷ ὑπηρεσίαι ἀνάλογοι τῆς καταστάσεως αὐτοῦ, τῆς νοσηρᾶς, τοῦτο εἶναι ζήτημα διακεκριμένον, περὶ οὗ θέλω ἐξετάσει, καίτοι ἡ κατάταξις ἐγένετο νομίμως.
§57ΡΑΛΛΗΣ. Ἐνταῦθα γεννᾶται ἓν γενικώτερον ζήτημα, ἀφορῶν εἰς τοὺς ἀνυποτάκτους, οἱ ὁποῖοι, καίτοι ὤφειλον νὰ προσέλθωσι, δὲν προσῆλθον, διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἦσαν ἀπηλλαγμένοι τῆς ὑποχρεώσεως, καθόσον εἶχον καταταχθῆ εἰς τὰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας. Τοιαύτη εἶναι ἡ θέσις τοῦ ἐν λόγῳ ἐπιστράτου· εἶχε καταταχθῆ εἰς τὰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας, ἐνόμισεν, ὅτι ἦτο ἀπηλλαγμένος, ἑπομένως ὑφίσταται τὴν ποινὴν ἐκ τῶν νόμων, δηλαδὴ κατετάχθη νὰ ὑπηρετήσῃ, ὅσον χρόνον ἤθελον ὑπηρετήσει καὶ οἱ ἀπαλλαγέντες. Ἀλλὰ συμβαίνει ἐντεῦθεν τὸ ἑξῆς ἄτοπον· δὲν ἔχει ἀνάγκην ὁ στρατὸς βοηθητικῶν ὑπηρεσιῶν, καὶ σήμερον οἱ τοιοῦτοι, προσερχόμενοι, μήτε ἀπαλλάσσονται, μήτε ἐνδύονται· μεταβαίνουσιν εἰς τὸ σύνταγμα καὶ ζητοῦσι νὰ τοὺς ἐνδύσουν, ἀλλ’ ἀποπέμπονται· τοῦτο δὲ συμβαίνει καὶ ἐπὶ τοῦ ἐπιστράτου τούτου. Πρέπει νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον γενικόν, διότι τὸ συμβαῖνον ἀποδεικνύει ἀνωμαλίαν. Δὲν τὸν θέλετε; ἀποστείλατέ τον εἰς τὴν οἰκίαν του, εἰς τὴν οἰκογένειάν του· ἄλλως, διατηρήσατε αὐτὸν ὡς στρατιώτην. Καὶ δὲν εἶναι τὸ πρῶτον τοιοῦτο παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψει. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρέπει νὰ λάβῃ ἓν μέτρον, μίαν ἀπόφασιν γενικήν.
§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμίαν πρόκειται νὰ λάβω ἀπόφασιν, διότι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου ἡ ἀπόφασις εἶναι εἰλημμένη· ὁ νόμος δ’ ἔχει καλῶς. Ὁ κύριος Βουλευτὴς λέγει, ὅτι ὁ στρατεύσιμος, περὶ οὗ ὁ λόγος, ἠγνόει ὅτι καλεῖται εἰς τὰς τάξεις· ἀλλὰ πῶς δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἠγνόει τὰ τῆς ὑποχρεώσεως αὐτοῦ, ἀφοῦ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν, δι’ ἐγκυκλίων ἐπανειλημμένων ἐγνωστοποίησεν, ὅτι καὶ οἱ εἰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας παραπεμπόμενοι καὶ οἱ ἀπαλλαττόμενοι καλοῦνται εἰς ὑπηρεσίαν; Ἐγένετο μάλιστα τότε πολλὴ συζήτησις ἐν τῷ τύπῳ περὶ τῆς τοιαύτης προσκλήσεως, διότι πολλοὶ ἐφρόνουν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ κληθῶσιν οἱ εἰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας παραπεμπόμενοι καὶ ἀπαλλαττόμενοι. Ἀλλ’ ἡ τότε Κυβέρνησις, ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ καλέσῃ αὐτούς· ὀλίγοι δὲ μόνον δὲν προσῆλθον, καὶ πρέπει οὗτοι, χάριν τοῦ κύρους τῶν ἐν ἐπιστρατεύσει διατασσομένων καὶ χάριν τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητος, νὰ τιμωρηθῶσιν. Ἐὰν δ’ ἐφηρμόζοντο ἤδη αἱ διατάξεις τοῦ παλαιοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, ἔπρεπεν οὗτος νὰ φυλακισθῇ, ἀλλ’ ἐκρίθη πρέπον ν’ ἀντικαταστηθῇ ἡ φυλάκισις δι’ ὑπηρεσίας ἐν τῷ στρατῷ, Ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει, ὅτι οἱ εἰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας καλούμενοι δὲν δύνανται νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐν τῷ στρατῷ, δὲν εἶναι χρήσιμοι· τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές· Θὰ ἦτο ἀκριβὲς περὶ τῶν ἐξαιρουμένων ὡς ἀνικάνων· οὗτοι εἶναι ἄχρηστοι, οἱ εἰς βοηθητικὰς ὅμως ὑπηρεσίας παραπεμπόμενοι εἶναι χρήσιμοι πρὸς ἐργασίας εἰδικὰς, αἵτινες, παρ’ αὐτῶν ἐκτελούμεναι, ἐπιτρέπουσι τὴν ἀμέριστον εἰς τὰ τῆς μαχίμου ὑπηρεσίας ἐνασχόλησιν τῶν ἀρτίων στρατιωτῶν. Τὰ περὶ κρινομένων ἱκανῶν διὰ βοηθητικὰς ὑπηρεσίας καλῶς ἔχουσιν ἐν τῷ ἡμετέρῳ νόμῳ, ἀρυσθέντι ταῦτα ἐκ τῆς Γαλλικῆς καὶ τῆς Γερμανικῆς νομοθεσίας.
§59ΡΑΛΛΗΣ. Ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν μετέβαλε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχε περὶ ἀνυποτάκτων· ἀλλὰ καὶ ἐγὼ δὲν μετέβαλα τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχον περὶ τοῦ νόμου του. Εἶναι ἀληθές, ὅτι, ἀφοῦ ἐγένετο ἡ πρόσκλησις τῶν ἀνυποτάκτων, δεόντως ὑφίστανται τιμωρίαν, ὅτι καὶ ἐν λόγῳ στρατιώτης, γνωρίζων ἢ μὴ γνωρίζων τὰς διατάξεις, ὤφειλε νὰ παρουσιασθῇ· εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1886 περιλαμβάνει καὶ αὐτὸν εἰς τὴν ποινήν, τὴν ὁποίαν θεωρεῖ ὡς ἐπιεικεστέραν· ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθές, ὅτι αὐτοὶ εἶναι ἄχρηστοι εἰς τὸν στρατὸν, καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ἐὰν ἐκρατήθη τις εἰς τὸν στρατὸν διὰ βοηθητικὴν ὑπηρεσίαν.
§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὸν ἀρχικὸν νόμον ἐτηροῦντο καὶ ἐν εἰρήνῃ· κατὰ τὸν ψηφισθέντα δὲ πρὸ δύο ἐτῶν, ἐν εἰρήνῃ δὲν τηροῦνται, εἰμὴ μόνον λόγῳ ποινῆς, ὡς μὴ προσελθόντες κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν.
§61ΡΑΛΛΗΣ. Γνωρίζω κάλλιστα, ὅτι ὁ νεώτερος νόμος τοὺς παραπεμπομένους εἰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας, τοὺς ἀπαλλάττει τῆς ἐν εἰρήνῃ ὑπηρεσίας. Ἀκριβῶς τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι οἱ προσερχόμενοι ὡς ἀνήκοντες εἰς τὰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας, καίτοι ὀλίγοι, εὑρίσκουν ἐργασίαν· ὁ νόμος ἔπρεπε νὰ φροντίσῃ καὶ περὶ τῆς περιπτώσεως καθ’ ἣν ἤθελον ἐξαντληθῆ αὐτοὶ οἱ ἀνυπότακτοι, διότι δὲν θὰ ἐξακολουθήσουν ἐπ’ ἄπειρον. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι ἦτο περίπτωσις, νὰ ληφθῇ μέριμνα περὶ γενικωτέρου μέτρου· διότι σήμερον παρίσταται ἡ ἀνωμαλία αὕτη. Οἱ διοικηταὶ τῶν σωμάτων δὲν δέχονται τοὺς ἀνυποτάκτους αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι ὤφειλον νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ 10 μῆνας καὶ 12 ἡμέρας. Ὁ νόμος βεβαίως, εἶναι αὐτὸς, τὸν ὁποῖον λέγετε, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ παρατήρησίς μου εἶναι ἀξία νὰ ἐπισπάσῃ τὴν ὑμετέραν προσοχὴν, ἵνα λάβητε μέτρον τι, διότι εἶναι ἄτοπον νὰ προσέρχωνται πολῖται εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ νὰ μὴ ἐνδύωνται.
§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ἀμφιβολία, ὅτι ὁ ὁπλίτης θὰ λάβῃ καὶ ἐνδυμασίαν καὶ τροφὴν, ἀλλ’ ἐὰν ἡ κατάστασίς του ἦναι τοιαύτη, ὁποίαν περιέγραψεν αὐτὴν ὁ ἕτερος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, θ’ ἀπολυθῇ ἐντελῶς, ἀφοῦ ὅμως βεβαιωθῇ ἡ πάθησις αὐτοῦ ὑπὸ τῶν ὑγειονομικῶν ἀρχῶν διὰ τῆς κεκανονισμένης διαδικασίας.
§63Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Οἱ διὰ βοηθητικὰς ὑπηρεσίας ἑκάστης ἀπογραφῆς δὲν ὑπηρετοῦσιν ἐν τῷ στρατῷ, ἀλλὰ πέμπονται εἰς τὰς ἑστίας των ἐν εἰρήνῃ, καλοῦνται δὲ μόνον ἐν ἐπιστρατείᾳ καὶ ἐν πολέμῳ. Κατὰ συνέπειαν, θέσιν οἱ τοιοῦτοι ἐν τῷ στρατῷ σήμερον δὲν ἔχουσι, καὶ διὰ τοῦτο, φρονῶ, οἱ διοικηταὶ δὲν δίδουσιν εἰς αὐτοὺς ἱματισμὸν, καὶ οἱ ἀτυχεῖς ἐκεῖνοι ἀγνοοῦσι τί νὰ πράξωσι, στερούμενοι τοῦ πρὸς ἀπότισιν ἀντισηκώματος. Τὸ Ὑπουργεῖον δύναται νὰ θεραπεύσῃ τὸ κακὸν διὰ μιᾶς διαταγῆς, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἀπόρους τούτους, καὶ ἄνευ νέου νόμου.
§64ΣΑΚΚΗΣ. Ἐπειδὴ μετά τινας ἡμέρας ἀπολύονται οἱ ὑπηρετήσαντες ἐπὶ τρίμηνον εἰς τὸν στρατὸν, καὶ ἐπειδὴ ἐξ αὐτῶν πολλοὶ, εἴτε διότι δὲν ἔχουσι τὰ μέσα τῆς εὑρέσεως χρημάτων, εἴτε διότι οἱ γονεῖς των δὲν ἐμερίμνησαν νὰ εὕρωσι τοιαῦτα, ἀδυνατοῦσι νὰ πληρώσωσι τὸ ἀντισήκωμα, θὰ συστήσω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ἀποστείλῃ ἐγκυκλίους πρὸς τὰς στρατιωτικὰς ἀρχὰς καὶ χορηγήσῃ εἰς τούτους ἄδειαν δεκαήμερον, ἵνα μεριμνήσωσι περὶ τοῦ ἀντισηκώματος· διότι πολλοὶ τοιοῦτοι, ὡς γνωρίζω, ὑπηρετοῦσιν εἰς τὰ ἐδῶ συντάγματα. Εὑρισκόμενος δὲ ἤδη ἐπὶ τοῦ βήματος, νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ παρατηρήσω τινὰ, ἀφορῶντα τὸν χορηγητὴν τοῦ χόρτου εἰς τὰ κτήνη τοῦ στρατοῦ, ἀπαντῶν οὕτως εἰς τὰς πληροφορίας, ἃς, συνεπείᾳ σχετικῆς ἐπερωτήσεώς μου, ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ἔδωκεν εἰς ἀπάντησιν, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται, ὅτι οὐδεμία στρατιωτικὴ ἀρχὴ ἔχει πληροφορίας, ὅτι χορηγεῖται σανὸς ἀντὶ χόρτου. Ἀπαντῶν ὅμως ἐγὼ, λέγω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι αἱ στρατιωτικαὶ ἀρχαὶ, αἱ ἀνώτεραι, πιθανὸν νὰ μὴ γνωρίζωσιν. Ὁ ἀξιωματικὸς τῆς ὑπηρεσίας, ὅστις παραλαμβάνει τὸν σανὸν, εἶναι ὁ ἁρμοδιώτερος νὰ γνωρίζῃ τὸ τοιοῦτον. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ἐνεργήσῃ δραστηριώτερον περὶ τοῦ τοιούτου, διότι χθὲς ἀκόμη ἰδίοις ὄμμασιν εἶδον ἁμάξια, μεταφέροντα σανὸν, παρὰ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ χορηγητοῦ, εἰς τὸ 7ον πεζικὸν σύνταγμα.
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀγνοεῖ ἴσως, ὅτι ὁ σανὸς εἶναι ἀκριβώτερος τοῦ χόρτου. Ἂν τυχὸν ἐγένετο τοῦτο, ὅπερ ὑποπτεύει ὁ κ. Βουλευτής, ἐγένετο ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ χορηγητοῦ, διότι ὁ χορηγητής, ὑπόχρεως ὢν νὰ παραδώσῃ χόρτον, λαμβάνων ἀντὶ ἑκάστης ὀκᾶς χόρτου 18 λεπτά, ἂν παραδώσῃ σανὸν, ἀντὶ τοῦ χόρτου, θὰ λάβῃ ἀντὶ ἑκάστης ὀκᾶς μόνον τὰ 18 λεπτά· διότι ἐν τῇ συμβάσει εἶναι τοῦτο ῥητῶς ἀναγεγραμμένον, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὁ ἐργολάβος δὲν παραδώσῃ ὅ,τι ὀφείλει, πρὸς διατροφὴν τῶν κτηνῶν τοῦ στρατοῦ, χορηγεῖται ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἀμέσως ἡ προσήκουσα τροφὴ, ἐπὶ πληρωμῇ τῆς ἐπὶ πλέον τιμῆς ὑπὸ τοῦ ἐργολάβου. Ἑπομένως, ἂν οὗτος παρέδωκε σανὸν καὶ ἐγένετο ὁ σανὸς δεκτὸς ὑπὸ τῆς Διοικήσεως, ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει θὰ λάβῃ πλέον τῶν 18 λεπτῶν κατ’ ὀκὰν, ἐὰν δὲ πάλιν παραδώσῃ χόρτον, ἢ σανὸν κακῆς ποιότητος, ἡ ὑπηρεσία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀγοράσῃ χόρτον εἰς οἱανδήποτε τιμὴν, εἰς αὐτὸν δὲ νὰ πληρώσῃ μόνον τὰ 18 λεπτά. Οὕτως ἔχουσι τὰ τοῦ συμβολαίου καὶ οὕτως ἐκτελοῦνται. Ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει, ὑπέθεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι θὰ ἐπληρόνετο ὁ ἐργολάβος περισσότερον διὰ πρᾶγμα, ἔχον ἀξίαν μικροτέραν, ἐνῷ θὰ ἐπληρόνετο ὀλιγώτερον διὰ πρᾶγμα, ἔχον ἀξίαν μεγαλειτέραν...
§66ΣΑΚΚΗΣ. Ἔκαμα λόγον, διότι ἔχω πληροφορίας...
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ σανὸς ἔχει μεγαλειτέραν ἀξίαν, τιμᾶται 22 λεπτὰ κατ’ ὀκὰν, ὡς γινώσκετε, ἐνῷ ὁ χορηγητὴς πληρόνεται 18 λεπτὰ μόνον. Ὥστε, ἂν ἀληθεύωσιν αἱ πληροφορίαι τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀντὶ τροφῆς, ἀξίας 18 λεπτῶν, παραδίδει ὁ χορηγητὴς τροφὴν ἀξίας 22 λεπτῶν· ἴσως διὰ τοῦτο δὲν γίνεται καὶ παρατήρησις.
§68ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω νὰ συμπληρώσω τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Σάκκη. Δέον νὰ γίνῃ διάκρισις. Ὑποστηρίζουσιν, ὅτι ὁ σανὸς τιμᾶται πρὸς 15 μόνον λεπτὰ, ἐνῷ ὁ Καμπᾶς τὸν χορηγεῖ πρὸς 18¼. Δι’ αὐτὸ ἔγεινε, λόγος. Ἂν τώρα ἡ πληροφορία αὕτη ᾖναι ἀκριβής, ἢ μὴ, ἐγὼ δὲν ἐγγυῶμαι.
§69Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀφοῦ ὁ σανὸς εἶναι ἀκριβώτερος τοῦ χόρτου, δὲν ἔχει συμφέρον ὁ χορηγητής.
§70ΙΩ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐὰν, κύριε Πρόεδρε, ἐπανερχώμεθα ἐπὶ τῶν αὐτῶν θεμάτων, τοῦτο δὲν πράττομεν διότι ἐπιθυμοῦμεν νὰ παρέλκωμεν τὰς συνεδριάσεις, ἀλλὰ διότι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ δὲν τηροῦσι τὰς ὑποσχέσεις αὐτῶν, οἱ ἐνδιαφερόμενοι δὲ ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων, οἱ παρακολουθοῦντες τὰς συζητήσεις, βλέπουσι τί λέγουσιν οἱ Ὑπουργοὶ, τί ὑπόσχονται, καὶ κατόπιν ἀναφέρονται πάλιν πρὸς ἡμᾶς, παραπονούμενοι, ὅτι δὲν ἐξετελέσθησαν τὰ παρὰ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν ὑποσχεθέντα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτε ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις περὶ τῶν οἰκοπέδων, τῶν παρὰ τὸν Ἄγχεσμον, ὑπεσχέθη, ὅτι ἤθελε λάβει ἀμέσως μέτρα σύντονα, ὅτι ἤθελε παρατηρήσει τὴν διακήρυξιν τῆς δημοπρασίας καὶ τὰ πρακτικὰ αὐτῆς, καὶ ὅτι μάλιστα ἤθελε τὰ προσαγάγει εἰς τὴν Βουλήν, ζητηθέντα παρ’ ἡμῶν. Καὶ ἂν τοῦτο ἐγίνετο, δὲν θὰ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπανέλθωμεν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος. Ἐπιτροπεία ἐκ τῶν κατόχων οἰκοπέδων παρὰ τὸν Ἄγχεσμον, ἀπευθυνομένη πρὸς ἡμᾶς δι’ ἐπιστολῆς της ὑπὸ σημερινὴν ἡμερομηνίαν, ἰσχυρίζεται ῥητῶς ὅτι εἰς τὴν διακήρυξιν καὶ τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας ἀναφέρεται, ὅτι ἐπωλήθησαν πρὸς αὐτοὺς οἰκόπεδα καὶ οὐχὶ γήπεδα. Ἐκ τῶν προσαχθέντων παραχωρητηρίων ἀπεδείχθη, ὅτι ταῦτα εἶναι οἰκόπεδα, ῥητῶς δὲ ἀναφέρεται ἐν αὐτοῖς, ὅτι περιέχονται ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως. Καὶ ἐκ τοῦ διαγράμματος ἀκόμη, τὸ ὁποῖον ἔχω ἐνώπιόν μου, ἐμφαίνεται ἐπίσης, ὅτι εἶναι οἰκόπεδα. Τέλος πάντων ποῖα μέτρα ἔλαβεν ὁ κ. Πρωθυπουργός; Κατέθηκε τὴν διακήρυξιν καὶ τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας; διέταξεν ἀνακρίσεις, ὡς ἀνήγγειλε; Προέβη εἰς ταῦτα; Ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα;
§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνόμιζον, ὅτι ἐξηντλήθη τὸ ἐν τῇ Βουλῇ στάδιον τοῦ θέματος τούτου, διότι εἶχον παραστήσει, ὅτι τὸ ζήτημα περιορίζεται εἰς τοῦτο, ὅτι ὑπάρχουσί τινες, ἔχοντες παραχωρητήρια, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶναι γεγραμμένον «ἐντὸς τῆς πόλεως Ἀθηνῶν», ἐνῷ κατὰ τὴν διακήρυξιν προέκειτο περὶ γηπέδων ἐκτὸς τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, ὅ,τι δὲ ἤδη ὑπολείπεται, εἶναι ἡ ἐξέτασις, πόθεν προῆλθεν ἡ διαφορὰ αὕτη, τίς ὁ ἔνοχος, τίς ὁ ὠφεληθεὶς καὶ κατὰ τί τὸ Δημόσιον ζημιοῦται, καὶ δύναται νὰ ζητήσῃ τυχὸν ἱκανοποίησιν. Περὶ τούτου γίνεται ἐργασία ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Ἔχω μάλιστα ἀπὸ ἡμερῶν ἔγγραφά τινα ἐν τῷ χαρτοφυλακίῳ, τὰ ὁποῖα δύναμαι καὶ νὰ καταθέσω, ἤτοι τοὺς καταλόγους τῶν ἀγορασάντων κατόπιν τοιούτων διακηρύξεων, καὶ διακηρύξεις τινάς. Καταθέτω πάντα ταῦτα, ὥστε νὰ λάβωσι γνῶσιν οἱ κύριοι Βουλευταί· ἐὰν δὲ θέλῃ καὶ ἄλλος τις ἔγγραφα, παρακαλῶ, ὅπως καθορίσῃ τὰ ζητούμενα.
§72ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐκτὸς τῆς πόλεως;
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως, εἶναι ἐκτός.
§74ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ δὲν δύνανται νὰ οἰκοδομήσουν; εἶναι ἐν τῇ ζώνῃ;
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἐκτὸς τοῦ σχεδίου καὶ ἐπὶ τῆς ζώνης. Ἀφοῦ δὲν εἶναι ἐν τῷ σχεδίῳ, ἀλλ’ ἐκ τῶν παραπλεύρων πρὸς τὴν γραμμὴν τοῦ σχεδίου, ἐννοεῖται, ὅτι εἶναι ἐν τῇ ζώνῃ· ἀλλὰ καὶ ἡ ζώνη ὀνομάζεται «ἐκτὸς τῆς πόλεως Ἀθηνῶν» ἐν τῇ διακηρύξει. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ διακήρυξις ἔλεγεν «ἐκτὸς», πῶς συνέβη, ὥστε ἔν τισι τῶν παραχωρητηρίων, ἀντὶ «ἐκτὸς», νὰ ἀναγράφηται «ἐντὸς», τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον ἀνακρίσεως, διεξαγομένης ἤδη. Βέβαιον ὅμως εἶναι, ὅτι ἡ διακήρυξις ἀνέγραφεν «ἐκτός». Καθ’ ἡμᾶς δὲ, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι ἡ διακήρυξις ἀποτελεῖ τὸ συνάλλαγμα πρὸς τοὺς ἀποκτήσαντας τὰς γαίας. Ἑπομένως δὲν θεωροῦμεν, ὅτι δικαιοῦταί τις, διότι τὸ παραχωρητήριόν του λέγει «ἐντὸς», ἐνῷ ἡ διακήρυξις ἔλεγεν «ἐκτὸς», πράγματι δὲ εἶναι τὸ γήπεδον ἐκτὸς, ὡς ἀποδεικνύει τὸ σχέδιον τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, δὲν δικαιοῦται τις, λέγω, ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτου παραχωρητηρίου, νὰ ἀξιοῖ παρὰ τοῦ Δημοσίου, εἴτε ἀποζημίωσιν, εἴτε ἀπόδοσιν τῶν καταβληθέντων, εἴτε ἀποχὴν τοῦ Ταμίου ἀπὸ τῆς ἀπαιτήσεως, ὅπως καταβάλῃ καὶ τὰς ἐπιλοίπους δόσεις.....
§76ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποίαν σημασίαν εἶχε τότε ἡ λέξις οἰκόπεδον;
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐπωλήθησαν οἰκόπεδα, ἀλλ’ ἀκριβῶς τοῦτο λέγω, ὅτι ἐπωλήθησαν γήπεδα.
§78ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω τί προκύπτει ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατέθηκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν ἔσχε τὴν καλωσύνην νὰ μᾶς ἀναγνώσῃ· ἀλλὰ κατ’ ἐπιστολήν, ἣν ἔχω εἰς χεῖράς μου, ἐγένετο ἀληθῶς ἔρευνα ἐκ τῶν ἐνδιαφερομένων ἐν τῷ Γραφείῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐκεῖ δ’ ἐξηκριβώθη ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὑπώπτευεν, ὅτι ἔλαβε χώραν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δηλ. ἐξηκριβώθη, ὅτι οὐ μόνον εἰς τὰ παραχωρητήρια ταῦτα γίνεται μνεία περὶ οἰκοπέδων ἐντὸς τοῦ σχεδίου, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς διακηρύξεις καὶ εἰς τὰ πρακτικά.
§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δόσατε τὰ ὀνόματα, περὶ ὧν πρόκειται, ἵνα ἐξακριβώσωμεν....
§80ΡΑΛΛΗΣ. Ἐννοεῖται, ὅτι δὲν τὰ ἔχω μυστικά.
§81ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ μυστικῶν, ἀλλὰ περὶ ἀορίστων, διότι μόνον, ὅταν δηλώσητε ὡρισμένως τὸν κατέχοντα παραχωρητήριον «ἐντὸς τῆς πόλεως», οὗτινος ἡ ὑπηρεσία ἀμφισβητεῖ τὴν ἀξίωσιν, θὰ δυνηθῶ νὰ δώσω ὡρισμένην ἀπάντησιν. Ἐν ὅσῳ τίθενται ἀορίστως τὰ ζητήματα, προσάγω ἔγγραφα, ἀναγόμενα γενικῶς εἰς τὸ θέμα, ἀλλὰ ταῦτα ἐνδέχεται νὰ ἀνταποκρίνωνται πρὸς τὴν ἐρώτησιν, ἐνδέχεται ὅμως καὶ νὰ μὴ ἀνταποκρίνωνται.
§82ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχω κἀμμίαν δυσκολίαν νὰ δώσω τὰ ὀνόματα. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, κατόπιν τῶν ἐξηγήσεων, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μετέβησαν εἰς τὸ Γραφεῖον, ἐζήτασαν τὰ παραχωρητήρια, ἐζήτασαν τὰς διακηρύξεις καὶ τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας, καὶ εἶδον, ὅτι τὰ γήπεδα ταῦτα ἀναγνωρίζονται ὡς οἰκόπεδα.
§83ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παρακαλῶ νὰ διατυπωθῇ ἡ ἐπερώτησις, ἀναγράφουσα τὸ ὄνομα τοῦ κατόχου τοῦ παραχωρητηρίου, ὅπως δυνηθῶ νὰ δώσω πᾶσαν πληροφορίαν περὶ τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ.
§84Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν γνωρίζω, πῶς δύναται νὰ γνωρισθῇ καὶ διακριθῇ τὸ γήπεδον ἀπὸ τοῦ οἰκοπέδου, ὑποθέτω ὅμως, ὅτι τὰ γήπεδα δὲν δύνανται νὰ συγχυσθῶσι μὲ τὰ οἰκόπεδα, καὶ λόγῳ τῆς ἐκτάσεως καὶ λόγῳ τῆς τοποθεσίας αὐτῶν. Ὅταν ἡ διακήρυξις ὁμιλῇ περὶ οἰκοπέδων, πρόκειται, νομίζω, περὶ οἰκοπέδων.
§85ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχομεν γνῶσιν, ὅτι πρόκειται περὶ οἰκοπέδων· διὰ τοῦτο ζητῶ, ὅπως ἀνακοινώσητε τὰ ὀνόματα.
§86Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Θὰ καταθέσωμεν τὰ ὀνόματα τῶν ἀναφερομένων, ἀλλὰ πρόκειται τώρα περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνεφέρθησαν.
§87ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ, τί γίνεται ἡ κατασκευὴ τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Μεσσήνης εἰς Πύλον.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Τυπάλδος Κοζάκης ἔχει τὸν λόγον.
§89ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν πρότασιν ἀναβολῆς, κύριε Πρόεδρε.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§91Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ ἡμέραι, κύριε Πρόεδρε, τὰς ὁποίας διερχόμεθα, εἶναι τοιαῦται, ὥστε προτιμότερον θὰ ἦτο νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις, χωρὶς νὰ γίνῃ ψηφοφορία.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§93ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κκ. Παπαγιαννακοπούλου καὶ Κ. Ἀργασάρη Λομβάρδου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
| Χαρ. Τρικούπης | Ο | Σπυρίδων Νοταρᾶς | |
| Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Γεώργιος Κούστας | |
| Γ. Σισμάνης | Ἀλέξανδρος Ἀντωνόπουλος | ||
| Δ. Βουλπιώτης | Ο | Σωτήρ. Δανόπουλος | Ο |
| Ἀθ. Ἴσκος | Ἀναστ. Δημητριάδης | Ο | |
| Ν. Καλαντζόπουλος | Ο | Μιχαὴλ Νικηφοράκης | Ο |
| Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Δημήτρ. Πετρίδης | ||
| Μ. Γουλιμῆς | Ο | Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | Ν |
| Μ. Ἰατρίδης | Ο | Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Ν |
| Δ. Χατζόπουλος | Ν | Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | |
| Γεώργιος Μίλησης | Ο | Χρῆστος Χριστόπουλος | |
| Φίλιπ. Βάρβογλης | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Ν | |
| Ἠλίας Φλέσσας | Ν | Γεώργιος Κόρπας | |
| Κωντ. Κωνσταντόπουλος | Στέφανος Σκουλούδης | Ο | |
| Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Ἀλοΐσιος Τόμαν | ||
| Παναγ. Μανέτας | Ο | Χαρίλ. Προβελέγγιος | |
| Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος | Ν | Νικόλ. Νομικός | |
| Ἠλίας Παλαμήδης | Μίνως Μπογιατζόγλους | ||
| Κωνστ. Κατσικόπουλος | Γεώργιος Μπούμπουρας | Ο | |
| Δ. Ζέγγελης | Λωρέντζος Δελαρόκας | Ο | |
| Δημ. Ν. Βότσαρης | Δημοσθένης Καΐρης | Ο | |
| Κωνστ. Γ. Καραπάνος | Γεώργ. Δρόσος | ||
| Γεώργιος Χ. Παχὺς | Νικόλ. Κρίσπης | Ο | |
| Στέφανος Δραγούμης | Ο | Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς | |
| Δημ. Γ. Ράλλης | Ν | Κωνστ. Κοσσονάκος | Ο |
| Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας | Γεώργ. Μαυρομιχάλης | Ν | |
| Φωκίων Νέγρης | Ο | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | |
| Ἰω. Α. Γεωργαντᾶς | Ν | Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ο |
| Νικόλ. Μπουφίδης | Ο | Νικήτας Βαρβιτσιώτης | Ο |
| Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ο | Λεων. Καπετανάκος | |
| Δημ. Καλλιφρονᾶς | Ξανθὸς Πικουλάκης | Ο | |
| Νικ. Λεβίδης | Ν | Γ. Πετροπουλάκης | |
| Σπυρ. Κουκούλεζας | Ο | Κ. Παπαμιχαλόπουλος | Ν |
| Ὄθων Μακρυγιάννης | Ο | Ἰωάνν. Καρτάλης | |
| Τρύφ. Μουτσόπουλος | Ο | Ἀρ. Κανταρτζῆς | Ο |
| Θάνος Κανακάρης | Ο | Εὐάγ. Σταμούλης | Ο |
| Ἀθ. Πετιμεζᾶς | Ν. Κοκωσλῆς | ||
| Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ο | |
| Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ν | Κ. Μαρκίδης | Ο |
| Α. Φωτήλας | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | ||
| Ἀνδρ. Αὐγερινός | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ο | |
| Ἀντ. Ῥικάκης | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ο | |
| Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ν | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ο |
| Ἰω. Κρεστενίτης | Ἀχιλ. Λογιωτάτου | ||
| Ν. Κουμανιώτης | Σωτ. Σωτηρόπουλος | Ν | |
| Χρ. Στεφανόπουλος | Ο | Κ. Κουμουνδοῦρος | Ν |
| Ἀλέξ. Ζαΐμης | Περικλῆς Πεῤῥωτὴς | ||
| Ν. Καλογερόπουλος | Ο | Δημήτριος Τζάνες | Ο |
| Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Περικλῆς Μποῦτος | ||
| Ν. Παπανικολάου | Ο | Παναγιώτης Σάκκης | |
| Ν. Καφετζόγλους | Ο | Νικόλαος Παπαλέξης | Ο |
| Ἰω. Πεζᾶς | Ο | Νικόλαος Μισυρλῆς | Ν |
| Κων. Σινέλης | Ο | Ν. Καράπαυλος | Ο |
| Βασίλ. Βουδούρης | Ο | Ἀσημάκης Χριστόπουλος | |
| Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Ο | Εὐστάθιος Κοκκέβης | Ο |
| Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο | Δημήτριος Κάρτσωνας | Ν |
| Ἀναστ. Ἐ. Λούντζης | Ο | Δημήτριος Π. Γουδῆς | Ο |
| Διον. Λομβάρδος | Ο | Σ. Χατζηγάκης | |
| Γεώργ. Θεοτόκης | Ο | Κ. Ζωγλοπίτης | Ο |
| Κωνστ. Βασιλάκης | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ο | |
| Ἀντ. Καποδίστριας | Γ. Φραγκίδης | ||
| Ν. Βασιλάκης | Α. Τακιατζῆς | ||
| Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | Γ. Τάκης | ||
| Πολυχρ. Κωνσταντᾶς | Ν. Ταρμπάζης | Ν | |
| Σπυρ. Ἀλαμάνος | Ζ. Φαλιάγκας | ||
| Θεόφιλος Προβατᾶς | Σταμάτιος Μπουντούρης | ||
| Ἰωάννης Παδοβᾶς | Ο | Θεόδωρος Γκίκας | Ο |
| Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | Ο | |
| Ἀγαμέμνων Μεταξᾶς | Ο | Κ. Χαλκιόπουλος | Ο |
| Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | ||
| Νικόλ. Βαλσαμάκης | Ν. Κοντογιάννης | ||
| Γεράσιμος Μουσούρης | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο | |
| Παναγ. Βενιεράτος | Γ. Λιδωρίκης | Ο | |
| Κ. Χατζῖσκος | Κ. Ἀναγνωστόπουλος | Ν | |
| Δ. Ζουλούμης | Θεμιστ. Κανάρης | Ν |
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 81. Ἐκ τούτων 20 εἶπον Ναὶ, καὶ 61 εἶπον Ὄχι. Ἑπομένως ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς ἀπεῤῥίφθη.
§96ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσήλθομεν ἤδη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§98ΡΑΛΛΗΣ. Ἐξ ἐναντίας, ἐγένετο πρότασις ἀναβολῆς, ἵνα μὴ εἰσέλθωμεν. Ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς ἐγένετο ἐκ μέρους τοῦ κ. Γεροκωστοπούλου· ἐγένετο ἀκριβῶς, ἵνα μὴ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Καὶ ἐπειδὴ ἀπεῤῥίφθη, διὰ τοῦτο λαμβάνω τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§99ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ἀνέβη τις τῶν κκ. Βουλευτῶν, ἵνα ὁμιλήσῃ, καὶ ἐνῷ ἡτοιμάζετο νὰ ὁμιλήσῃ, ἐγένετο ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς, καὶ ἀπεῤῥίφθη. (Θόρυβος).
§100ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε. (Θόρυβος).
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κύριοι Βουλευταί· θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κκ. Βουλευτῶν).
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 74. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 καὶ 14′ μ. μ.