Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΑ · Session Γ› Sitting 47

1888.12.26

2,268 rows · 17,334 words · 2 tables · 54 turns

Date
1888.12.26
Presidency
ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ
Period
ΙΑ
Session
Γ
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1889)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 47.

Τῆς 26 Δεκεμβρίου 1888.

(Δευτέρα)

Ὥρᾳ 3 μ. μ.

(Προεδρεύοντος τοῦ Ἀντιπροέδρου κ. Καΐρη).

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον; (Οὐδεὶς ἀποκρίνεται). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.—Ἐξακολούθησις τῆς γʹ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1888 ἐκ δραχμῶν 335,110.

§2ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῦ ἦσθε πρίν, κύριε Γεροκωστόπουλε; Εἰσήλθομεν ἤδη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφήσατε, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε.

§5ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προχθὲς εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὑπ’ ἀριθ. 60,965 τοῦ 1887 ἐπισημειωτικὴν διαταγήν του πρὸς τὸ Βʹ Ἀρχηγεῖον στρατοῦ. Τὴν παράκλησίν μου ταύτην ὑπέβαλον καὶ ἐγγράφως....

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σήμερον διεβιβάσθη.

§7ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν παραπονοῦμαι κατὰ τῆς βραδύτητος, ἀλλ’ ἄνευ τῆς προσαγωγῆς τοῦ ἐγγράφου τούτου εἶναι ἀδύνατον, κατὰ τὴν κρίσιν μου, νὰ ἐξακριβωθῇ τελείως ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὸν προβιβασμὸν τοῦ κ. Ντάη· διότι, κατὰ τὰς πληροφορίας μου, ἐκ τοῦ ἐγγράφου τούτου προκύπτει ἡ ὑπέρβασις, ἧς ἐποιήσατο χρῆσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, προβιβάζων τὸν εἰρημένον ἀξιωματικόν, καθόσον ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ ἐκτίθενται ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ οἱ λόγοι καὶ τὰ ἐκ τοῦ νόμου κωλύματα πρὸς τὸν προβιβασμὸν τοῦ κ. Ντάη. Τοσοῦτον μάλιστα ἐθεωρήθη παράτολμος ἡ περὶ προβιβασμοῦ αἴτησις τοῦ κ. Ντάη, ὥστε τὸ Βʹ Ἀρχηγεῖον στρατοῦ διετάχθη νὰ μὴ δεχθῇ πλέον ἄλλην ἀναφορὰν τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου περὶ προαγωγῆς του, προφανῶς μὴ ἐπιτρεπομένης ὑπὸ τῶν κειμένων νόμων. Ἐννοεῖτε, λοιπὸν, Κύριοι, τὴν σπουδαιότητα τοῦ αἰτουμένου ἐγγράφου, διότι ἐκ τούτου θὰ πεισθῆτε, ὅτι ἐνῷ δι’ αὐτοῦ τοῦ στόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐχαρακτηρίσθη παράτολμος ἡ αἴτησις περὶ προαγωγῆς του, ἣν ὁ κ. Ντάης ἐτόλμησε νὰ ζητήσῃ, ἐν τούτοις μετ’ ὀλίγας ἡμέρας αὐτὸς ὁ ἴδιος Ὑπουργὸς παραδόξως προέβη εἰς τὸν προβιβασμόν. Τούτου ἕνεκεν ἐπιμένω, παρακαλῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ καὶ προσαγάγῃ τὸ εἰρημένον ἔγγραφον. Ἐν τούτοις καὶ ἄνευ αὐτοῦ θὰ εἴπω ἀπὸ τοῦδε ὀλίγας λέξεις περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἐπιφυλασσόμενος, ὅταν προσαχθῇ τὸ ἔγγραφον, νὰ ὁμιλήσω εὐρύτερον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον, ἂν κατὰ τὴν γνώμην τινῶν ἦναι ἀσήμαντον, καθ’ ἡμᾶς ὅμως πολλὴν ἐνέχει τὴν σπουδαιότητα, καίτοι ἔχω ὑπ’ ὄψει, ὅτι σήμερον ἐξωκειώθημεν μὲ τὰς παραβάσεις τῶν νόμων, διότι τὸ φαινόμενον τοῦτο κατέστη σύνηθες, καὶ ἡ πολιτικὴ αἰσθητικότης μας ἠμβλύνθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε δὲν ἐξεγείρεται πλέον τὸ αἴσθημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζωηρὸν ἄλλοτε ἀνεπτύσσετο, ὁσάκις κατηγγέλλετο καὶ ἡ ἐλαχίστη παραβίασις. Ἡ παραβίασις τῶν κειμένων νόμων παρ’ οἱουδήποτε ὑπαλλήλου, δικαίως ἐπισύρει τὴν κατάκρισιν, ἀλλ’ ὅταν αὕτη διαπράττηται ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν, δικαίως ἐφελκύει τὸν δριμύτερον τῶν ἐλέγχων. Οἱ Ὑπουργοὶ, τυγχάνοντες οἱ προϊστάμενοι τῶν διαφόρων κλάδων τῆς δημοσίας διοικήσεως, ὀφείλουσιν, ὡς ἐκ τοῦ ὕψους τῆς θέσεώς των, μετ’ εὐλαβείας νὰ ἐκτελῶσι τοὺς νόμους, δίδοντες οὕτω τὸ καλὸν παράδειγμα εἰς τοὺς κατωτέρους ὑπαλλήλους περὶ τοῦ ὀφειλομένου πρὸς τοὺς νόμους σεβασμοῦ. Προκειμένου μάλιστα περὶ τοῦ στρατοῦ, ὁ Ὑπουργὸς πρέπει μετ’ ἄκρας δικαιοσύνης καὶ νομιμότητος νὰ κανονίζῃ πάσας τὰς πράξεις αὐτοῦ, ὅπως συντηρῆται ἀκμαῖον τὸ φρόνημα τοῦ στρατοῦ καὶ κραταιῶται ἐν ζήλῳ καὶ πειθαρχίᾳ. Ἀλλὰ βεβαίως τὰ ἀγαθὰ ταῦτα δὲν δύνανται νὰ ἐπιτευχθῶσιν ἐν τῷ στρατῷ, ὅταν ῥίπτωμεν ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ τὸν δισταγμὸν, ὅταν κλονίζωμεν τὴν πεποίθησιν αὐτοῦ. Πῶς θέλετε, Κύριοι, νὰ ἔχωμεν στρατὸν ἄξιον τῆς ὑψηλῆς ἀποστολῆς του, ὅταν αὐτὸς βλέπῃ, ὅτι ὁ φατριασμὸς καὶ ἡ αὐθαιρεσία τὸν διέπουσι, καὶ ὅτι οἱ προβιβασμοὶ δὲν εἶναι τὸ βραβεῖον τῶν στρατιωτικῶν ἀρετῶν καὶ τῆς εὐδοκίμου ὑπηρεσίας κατὰ τοὺς νόμους, ἀλλ’ ὅτι οὗτοι ἀπονέμονται αὐθαιρέτως καὶ ἐκτὸς παντὸς νόμου ἐπὶ τῇ βάσει προσωπικῶν συμπαθειῶν, ἢ ἄλλων ἐκνόμων ὑπολογισμῶν; Ἡ σπουδαιότης ἄρα τοῦ θέματος μᾶς καλεῖ νὰ ἐπιτελέσωμεν τὸ καθῆκον τοῦ ἐλέγχου, καίτοι δὲν θὰ λείψουν καὶ πάλιν αἱ μομφαί, ὅτι ἡμεῖς οὐχὶ πρὸς τοῦτο, ἀλλὰ πρὸς παρακώλυσιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου ἀνερχόμεθα τὸ βῆμα....

§8ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι συκοφαντία αὐτή;

§9ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως συκοφαντία, καὶ βαρυτάτη μάλιστα. Ἡμεῖς, Κύριοι, παρακωλύομεν τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ συντελοῦμεν εἰς τὸν δυσφημισμὸν τοῦ πολιτεύματος, οἵτινες διὰ παντὸς τρόπου, καὶ δι’ ὧν πράττομεν καὶ δι’ ὧν λέγομεν, προσπαθοῦμεν, ἀντιτασσόμενοι ἐπιμόνως, νὰ μὴ συντελῶνται αἱ παρανομίαι, αἱ ὁποῖαι διαδέχονται ἡ μία τὴν ἄλλην; Καὶ δύνανται νὰ προσάψωσι τὴν αἰτίασιν ταύτην καθ’ ἡμῶν, τῶν μετὰ τόσης ἐγκαρτερήσεως προσπαθούντων νὰ ἀποτρέψωμεν καὶ ἑτέραν παρανομίαν, συντελουμένην ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, στηριζομένης ἐπὶ τῆς ἀριθμητικῆς δυνάμεώς της; Ποῖοι, σᾶς παρακαλῶ, συντελοῦσιν εἰς τὴν μείωσιν τοῦ πολιτεύματος καὶ τὴν ἐξουθένωσιν τοῦ Κοινοβουλίου; Ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπεψήφισαν ἀνεξετάστως σωρείαν ἀντισυνταγματικῶν νόμων, οὐ μόνον παραβιάσαντες τοὺς θεμελιώδεις ἡμῶν νόμους, ἀλλ’ ἐπενεγκόντες τὸ χάος καὶ τὴν σύγχυσιν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ, περιαχθείσῃ εἰς ἀληθῆ κυκεῶνα καὶ λαβύρινθον, ἢ ἡμεῖς, οἵτινες ἀντέστημεν εὐθαρσῶς, ἀγωνισθέντες πάσῃ δυνάμει πρὸς ἀποτροπὴν τῶν τελεσθέντων; Ἐκεῖνοι, οἵτινες διὰ τῆς παραδοχῆς τῆς εὐρείας περιφερείας ἐξήρθρωσαν τὰς ἐπαρχίας καὶ κατέστησαν τὸ Κοινοβούλιον, οἷον τὸ βλέπετε, βωβὸν καὶ ὑποχείριον καὶ εἰς τὰς παραβολωτέρας ὀρέξεις τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ἡμεῖς, οἵτινες ἀντετάχθημεν ἐῤῥωμένως κατὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοιούτου νόμου, οὐ μόνον ὑποσκάπτοντος ὑπούλως τὰ θεμέλια τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ καὶ συντελοῦντος εἰς τὴν ὑποδούλωσιν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τὴν νοθείαν τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ συστήματος; Ἡμεῖς εἴμεθα ἄξιοι κατακρίσεως, οἵτινες ἐλέγχομεν ἀνεπιεικῶς τὰς ἀκολασίας, τὰς ὁποίας ἐν παντὶ βήματι τῆς κυβερνητικῆς πορείας ἀπαντῶμεν, ἢ ἐκεῖνοι, οἵτινες διὰ τῆς ψήφου των ἐπιδοκιμάζουσι καὶ τὰς καταφορωτέρας καὶ βαρυτέρας παραβάσεις τῶν κυβερνώντων; Ἐστὲ, Κύριοι, δικαιότεροι, καὶ μὴ ἐπιῤῥίπτετε τὴν εὐθύνην σας εἰς ἄλλους, ἀγωνισθέντας νὰ σᾶς σταματήσωσιν ἐν τῇ κατωφερείᾳ, ἐν τῇ ὁποίᾳ φέρεσθε, ἀκολουθοῦντες σύστημα, ὅπερ καὶ τὸ Κοινοβούλιον ἐξουθένωσε, καὶ εἰς ἐρείπια μετέβαλε πάσας τὰς ἐθνικὰς δυνάμεις, ὡς προσφυέστατα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἶπεν ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος. Ἀλλὰ τὸ ἐπιῤῥίπτειν τὴν εὐθύνην ἐπ’ ἄλλους ἀποτελεῖ μέρος τοῦ συστήματος καὶ τῆς τακτικῆς, τὴν ὁποίαν μετέρχεται ἐν τῇ πολεμικῇ του ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἡ τακτικὴ αὕτη εἶναι τῳόντι εὐφυής, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ λίαν πονηρὰ καὶ ὀλεθριωτάτη. Θὰ ἦτο ἀξία συγχαρητηρίων, ἂν δὲν ἦτο κακῆς πίστεως καὶ ἂν δὲν συνετέλει εἰς παραπλάνησιν τοῦ δημοσίου φρονήματος. Τὴν τακτικὴν ταύτην τὴν εἴδομεν, Κύριοι, πανηγυρικῶς λειτουργοῦσαν κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας· εἰς τί δὲ αὕτη συνίσταται, εὐκόλως θὰ ἐννοήσητε, ἂν εὐαρεστηθῆτε νὰ μὴ κουρασθῆτε ἐν τῇ εὐμενεῖ προσοχῇ, μεθ’ ἧς μὲ ἀκούετε. Πρὸ πολλῶν ἤδη ἡμερῶν μᾶς ἀπησχόλει καὶ θέλει εἰσέτι μᾶς ἀπασχολήσει ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιψηφίσεως πιστώσεως 10,000 λιρῶν, πληρωτέων τῷ κ. Σπάρταλῃ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, πεισθεῖσα, ὅτι ἡ αἰτουμένη πίστωσις ἔπρεπε ν’ ἀποκρουσθῇ, ἀντετάχθη σθεναρῶς εἰς τὴν ἐπιψήφισίν της, καὶ ἀπέδειξε, στηριζομένη εἰς ἔγγραφα καὶ εἰς σαφεῖς νόμους, ὅτι οὐδὲν ὀφείλεται τῷ κ. Σπάρταλῃ. Ἀνεγνώσαμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰς γνώμας τῶν νομικῶν συμβούλων, τῶν διαφόρων Ἐπιτροπῶν, τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ ἀπεδείξαμεν, ὅτι ἡ πίστωσις δὲν στηρίζεται εἰς κἀνένα νόμον καὶ εἰς καμμίαν ὑποχρέωσιν τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ μόνον αἰτίαν ἔχει ἰδιαιτέρους λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὧν τὴν ἀνάλυσιν δὲν ἐπαναλαμβάνω, ἀλλ’ ἀξίους σφοδρᾶς κατακρίσεως. Τὴν πίστωσιν ἄρα ἀπεκρούσαμεν καὶ ἀποκρούομεν, οὐ μόνον διότι πρόκειται νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἱκαναὶ χιλιάδες δραχμῶν ἐκ τοῦ ἱδρῶτος καὶ τοῦ ὑστερήματος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅπως δοθῶσιν εἰς πρόσωπα, μεθ’ ὧν οὐδεὶς δεσμὸς συμπαθείας μᾶς συνδέει, ἀλλὰ καὶ διότι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν αὕτη ζητεῖται καὶ ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῶν ξένων, προσκρούει εἰς τὸ αἴσθημα τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν τιμῆς καὶ αὐτοτελείας. Ἡ ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης παραχθεῖσα ἀλγεινὴ ἐντύπωσις καὶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ ἐν τῇ Ἑλληνικῇ κοινωνίᾳ δὲν διέλαθε τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἀμέσως προσέφυγεν εἰς τὴν τακτικήν του· ἐσκέφθη, ὅτι ἔπρεπε νὰ προξενήσῃ περισπασμόν τινα ἐν τῇ κοινῇ γνώμῃ, διὰ νὰ ἐξασθενίσῃ τὴν ἐκ τῆς ὑποθέσεως Σπάρταλη ἐντύπωσιν, καὶ ἀμέσως ἐνεθυμήθη, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις τοῦ κ. Δηλιγιάννη εἶχε δαπανήσει κατὰ τὴν ἐπιστρατείαν 12,000 δραχμὰς ἄνευ δικαιολογητικῶν· δὲν ἔχασε καιρὸν, ἀλλ’ εὐθὺς, ἀναβὰς τὸ βῆμα, διὰ προσπεποιημένης ἀγανακτήσεως ἐζήτησε τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, τῶν δικαιολογούντων τὴν μνησθεῖσαν δαπάνην. Ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὡς ἦν ἑπόμενον, ἠρνήθη τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, καὶ πάνυ δικαίως, διότι δυνάμει εἰδικοῦ νόμου τῆς παρελθούσης Βουλῆς ἀπηλλάσσετο τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἠγνόει τοῦτο, ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἐγείρῃ ἓν ζήτημα, ἔστω καὶ σολοικότατον, τὸ ἤγειρε, καὶ μᾶς ἀπησχόλησεν ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας, τὰς ὁποίας ὅμως δὲν κλαίουσιν ὡς ματαίως ἀπολεσθείσας. Ποῖον τὸ κέρδος ἐκ τῆς συζητήσεως ἐκείνης; Κατ’ οὐσίαν μηδὲν, ἀλλ’ ὡς εἶπον, ἦτο ἀνάγκη νὰ περισπασθῇ ἡ προσοχὴ, νὰ ῥιφθῇ ὁ δισταγμὸς εἰς τὴν κοινωνίαν, καὶ νὰ πιστεύσουν οἱ ἁπλοϊκοὶ, ὅτι δῆθεν κατάχρησίς τις ἐγένετο καὶ ἐπὶ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἐλαττωθῇ ἡ ἐντύπωσις ἐκ τῆς καταχρήσεως, ἥτις διὰ τῆς πιστώσεως Σπάρταλη ἐπιδιώκεται, καὶ νὰ εἴπῃ ὁ κόσμος, «ὅ,τι κάμνει ὁ Τρικούπης, τὰ ἴδια ἔκαμνε καὶ ὁ Δηλιγιάννης.» Ἐννοεῖται, ὅτι διὰ τοὺς γνωρίζοντας τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα, τὰ τετριμμένα πλέον ταῦτα τεχνάσματα δὲν ἔχουσι καμμίαν σημασίαν, προκαλοῦσι μόνον τὸ μειδίαμα εἰς βάρος τῶν μετερχομένων αὐτά. Καθόσον δὲ ἀφορᾷ εἰς τὸν κ. Δηλιγιάννην, οὐδεὶς φίλος ἢ ἐχθρὸς θὰ τολμήσῃ νὰ διαμφισβητήσῃ τὴν διαχειριστικήν του ἀκρίβειαν· ἐὰν δ’ ἐπρόκειτό ποτε νὰ προσωποποιηθῇ δι’ ἀγαλματικῆς παραστάσεως ἡ ἁγνότης τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων χρημάτων, βεβαίως ὁ ἀνδριὰς οὗτος ἔπρεπε νὰ φέρῃ τὴν μορφὴν τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Τὴν αὐτὴν τακτικὴν μετεχειρίσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅταν διὰ τοῦ ἐλέγχου κατεδείχθη ὡς ἀπροκαλύπτως παραβιάσας τὸν νόμον ἐν τῇ προαγωγῇ τοῦ κ. Ντάη. Καὶ δύναται νὰ ὑπάρξῃ, Κύριοι, ἀμφιβολία περὶ τῆς συντελεσθείσης παραβιάσεως ἐν τῷ θέματι τούτῳ; Ἂς ἀναπολήσωμεν, παρακαλῶ, τὰ περὶ αὐτοῦ δι’ ὀλίγων λέξεων, ἐξετάζοντες τὸ ζήτημα ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν, διότι οὐδὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ κ. Ντάη, ὃν, καίτοι δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζω προσωπικῶς, δὲν δυσκολεύομαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι δύναται νὰ ἦναι ἄξιος πάσης ὑπολήψεως καὶ νὰ περικοσμῆται ὑπὸ προσωπικῶν καὶ στρατιωτικῶν ἀρετῶν. Ὁ κ. Ντάης κατελαμβάνετο ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας τὴν 7 Νοεμβρίου 1887, φέρων τότε τὸν βαθμὸν τοῦ Ἀντιμοιράρχου· συνεπῶς ἔπρεπε νὰ τεθῇ εἰς ἀποστρατείαν, εἴτε τῇ αἰτήσει του, συνεπείᾳ προσκλήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, εἴτε αὐτεπαγγέλτως ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, κατὰ τὸ ῥητὸν γράμμα καὶ πνεῦμα τοῦ ἄρθρ. 2 τοῦ ΑΛΡʹ τοῦ 1882 νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας. Ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρέλειψε νὰ προκαλέσῃ κατὰ τὴν 7 Νοεμβρίου τὸ περὶ ἀποστρατεύσεως Διάταγμα, ἐνῷ ὁ νόμος εἶναι ἐπιτακτικός, οὐδεμίαν ἐπιτρέπων ἀμφιβολίαν. Τὸ γεγονὸς τῆς ἀποστρατεύσεως ἅμα συμπληρωθῇ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, ἐπέρχεται, οὕτως εἰπεῖν, ἐκ τοῦ νόμου, καὶ δὲν ἀφίεται εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅστις ὀφείλει νὰ προκαλέσῃ τὸ Β. Διάταγμα, διότι τὴν ἀποστρατείαν τὴν ἐπιφέρει ὁ νόμος, καὶ οὐχὶ τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει τὸ ἐκ τοῦ νόμου ἐπελθὸν γεγονὸς, ἵνα κανονισθῶσιν αἱ συνέπειαι περὶ τὴν νέαν κατάστασιν τοῦ ἀξιωματικοῦ. Ὁ χρόνος λοιπὸν τῆς ἀποστρατεύσεως συνεπείᾳ ὁρίου ἡλικίας ὁρίζεται κατά τινα τρόπον ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ νόμου, καθ’ ἣν ἡμέραν συμπληροῦται τὸ ὅριον, καὶ δὲν ἔχει τὴν δύναμιν, οὔτε τὸ δικαίωμα, ὁ Ὑπουργός, νὰ παρατείνῃ τὴν κατάστασιν τῆς ἐνεργείας τοῦ ἀξιωματικοῦ μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ὁρίου ἡλικίας. Μ’ ὅλα ταῦτα ὁ κ. Ὑπουργὸς οὐ μόνον δὲν προὐκάλεσε κατὰ τὸν νόμιμον χρόνον τὸ περὶ ἀποστρατεύσεως Β. Διάταγμα, ἀλλὰ καὶ προέβη εἰς τὸν προβιβασμὸν αὐτοῦ, ὡς ἀποδεικνύει τὸ εἰς χεῖράς μου ἀπὸ 15 Νοεμβρίου 1887 Β. Διάταγμα. Ἠδύνατο, σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι, νὰ προβῇ νομίμως ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὸν τοιοῦτον προβιβασμόν; Ἀναντιῤῥήτως οὐχί, ἀφοῦ ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀξιωματικός, δυνάμει τοῦ νόμου, εἶχε καταληφθῆ ὑπὸ τοῦ ὁρίου ἡλικίας τὴν 7 Νοεμβρίου. Ἀλλά, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὁρίου ἡλικίας, ἠδύνατο ὁ κ. Ντάης νὰ προβιβασθῇ κατ’ ἐκλογήν; Ὁ προβιβασμὸς κατ’ ἐκλογὴν δὲν ἀφέθη ἄνευ περιορισμοῦ εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐξηρτήθη ἐξ ὅρων ῥητῶς ἀναγραφομένων ἐν τῷ νόμῳ. Ἀκούσατε, Κύριοι, τὸ ἄρθρον 21 τοῦ ἀπὸ 16 Ὀκτωβρίου 1861 Β. Διατάγματος περὶ ἐκτελέσεως τοῦ νόμου περὶ προβιβασμῶν (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρ. 21. Οὐδεὶς ἀξιωματικὸς προβιβάζεται κατ’ ἐκλογήν, ἂν δὲν διατελῇ ἐν ἐνεργείᾳ, ἂν διὰ τῶν γνώσεων, τῶν προσπαθειῶν καὶ τῆς δραστηριότητός του δὲν διέπρεψεν ἀποδεδειγμένως εἰς ὃ ὑπηρετεῖ σῶμα, ἢ ἂν κατά τινα περίστασιν δὲν διέπρεψεν ὡσαύτως ἐπὶ στρατιωτικῇ ἀρετῇ, καὶ κατὰ συνέπειαν τούτων, ἂν κατὰ τὴν τελευταίαν γενικὴν ἐπιθεώρησιν δὲν ἀνεγράφη εἰς τὸν πίνακα τῶν ὑποψηφίων προβιβασμοῦ κατ’ ἐκλογήν, ἐπὶ τῇ ἀναφορᾷ τοῦ Διοικητοῦ τοῦ σώματος καὶ μετὰ προηγουμένην παρὰ τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ ἐξέλεγξιν τῶν προσόντων.» Συνέτρεχε λοιπὸν ὅρος τις ἐκ τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτουμένων, ὅπως δύνηται ὁ Ὑπουργὸς νὰ προβιβάσῃ τὸν κ. Ντάην κατ’ ἐκλογήν; Ἐν πρώτοις νόμῳ ὁ κ. Ντάης τὴν 15 Νοεμβρίου δὲν διετέλει ἐν ἐνεργείᾳ, ὡς καταληφθεὶς ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας τὴν 7 Νοεμβρίου. Ἀλλὰ πλὴν τοῦ κωλύματος τούτου συνέτρεχεν ἄλλο τι τῶν προσόντων τοῦ ἄρθρου 21; Ἀπολύτως οὐδέν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐδίστασε νὰ ἐπικαλεσθῇ σύστασίν τινα, ἣν ἐποιήσατο ὁ ὑποστράτηγος κ. Καραϊσκάκης, ὑποβαλὼν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον αἴτησιν τοῦ κ. Ντάη, αἰτουμένου τὸν προβιβασμόν του. Ἀλλ’ ἀκούσατε παρακαλῶ καὶ τὸ κείμενον τῆς συστάσεως ταύτης, διὰ νὰ κρίνητε, ἂν αὕτη ἀνταποκρίνηται εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 21 τοῦ μνησθέντος Διατάγματος (ἀναγινώσκει): «Ἀριθ. 5788. Μεσολόγγιον, τῇ 3 Ὀκτωβρίου 1887.

ΤΟ Βʹ ΑΡΧΗΓΕΙΟΝ ΣΤΡΑΤΟΥ

Πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. (Τμῆμα Προσωπικοῦ). Ἀθήνας. «Ὑποβάλλοντες τὴν παρακειμένην, παρακαλοῦμεν νὰ εὐαρεστηθῇ, ἀπέναντι τῆς πολυετοῦς τῷ ὄντι ὑπηρεσίας τοῦ ἀναφερομένου, ἀποστρατευθησομένου προσεχῶς, ἕνεκεν ὁρίου ἡλικίας, καὶ προβιβάσῃ τοῦτον εἰς ταγματάρχην, ἵνα διὰ τοῦ βαθμοῦ τούτου ἐν τῷ ἰδιωτικῷ αὐτοῦ βίῳ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς οἰκογενειακάς του ἀνάγκας. Σ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ (Ὑποστράτηγος).» Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 21 τοῦ Διατάγματος ἀναγνωρίζει, Κύριοι, τὴν πολυετῆ ὑπηρεσίαν καὶ τὰς οἰκογενειακὰς ἀνάγκας, ὡς λόγους προβιβασμοῦ κατ’ ἐκλογήν; Ἔναυλοι εἶναι εἰς τὰ ὦτά σας αἱ λέξεις τοῦ ἄρθρου 21, ἐν ᾧ οὐδεὶς γίνεται λόγος περὶ πολυετοῦς ὑπηρεσίας καὶ περὶ οἰκογενειακῶν ἀναγκῶν. Καὶ ἐν τούτοις ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν διστάζει νὰ ἐπικαλεσθῇ πρὸς δικαιολογίαν τῆς ἀδικαιολογήτου ἐνεργείας του τὴν φιλάνθρωπον, ἀλλὰ μὴ νόμιμον σύστασιν τοῦ κ. Καραϊσκάρη· τὸ δὲ παραδοξότερον, ἐπικαλεῖται ταύτην σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ ἀμηχανίᾳ του, ἐνῷ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 60,965 τοῦ 1887 πρὸς τὸ Βʹ Ἀρχηγεῖον ἐγγράφῳ του, τοῦ ὁποίου ἐπιμόνως ζητῶ τὴν προσαγωγήν, ἀποκρούει τὴν αἴτησιν περὶ προβιβασμοῦ τοῦ κ. Ντάη, καὶ τὴν σύστασιν τοῦ Ἀρχηγείου, παριστῶν αὐτὸς ὁ ἴδιος κ. Τρικούπης, ὅτι ὁ αἰτούμενος προβιβασμὸς ἀντιβαίνει εἰς τὸν νόμον, καὶ ὅτι οἱ λόγοι, οὓς προτείνει τὸ Ἀρχηγεῖον, δὲν στηρίζονται εἰς αὐτόν. Τὸ παράνομον ἄρα τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ κ. Ντάη ὁμολογεῖ αὐτὸς ὁ ἐνεργήσας τὴν παρανομίαν Ὑπουργὸς ἐν τῷ μνημονευθέντι ἐγγράφῳ, τὸ ὁποῖον ἀποκρύπτουν...

§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλομεν τὸ προσαγάγει.

§11ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀμφιβάλλω· ἀλλ’ ἂν τὸ προσαγάγητε, θέλουσιν ἰδεῖ ἐν τούτῳ τὴν ὁμολογίαν σας περὶ τοῦ παρανόμου τῆς ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνεργείας σας. Τοσοῦτον δὲ, Κύριοι, εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ ὑπ’ ἀριθ. 60,965 ἔγγραφον ἀπέκρουεν, ὡς παράνομον, τὴν αἴτησιν τοῦ κ. Ντάη περὶ προβιβασμοῦ του, ὥστε ὁ ἀρχηγὸς κ. Καραϊσκάκης μετὰ δυσκολίας ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μεταγενεστέραν αἴτησιν τοῦ αὐτοῦ ἀξιωματικοῦ, ὡς θὰ κρίνητε ἐκ τοῦ ἑξῆς ἐγγράφου του, δι’ οὗ συνώδευσε τὴν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ὑποβολήν της (ἀναγινώσκει): Ἀριθ. 6,129. Μεσολόγγιον, τῇ 20 Ὀκτωβρίου 1887.

ΤΟ Βʹ ΑΡΧΗΓΕΙΟΝ ΣΤΡΑΤΟΥ

Πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. (Τμῆμα Προσωπικοῦ) Ἀθήνας. «Ὑποβάλλομεν εὐπειθῶς τὴν ἔναντι τοῦ παρ’ ἡμῖν μοιράρχου Ντάη Ἰωάννου, λαμβάνοντες τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι πράττομεν τοῦτο κατόπιν τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 60,965 ἐ. ἔ. ἐπισημειωτικῆς διαταγῆς σας, τῇ ἐπιμόνῳ αἰτήσει τοῦ ἀναφερομένου, καὶ δεόντως ἐπεξηγήσαμεν τούτῳ τὴν εἰρημένην διαταγὴν περὶ τοῦ ἀδυνάτου τοῦ προβιβασμοῦ του, ἵνα μὴ ἀποδείξωμεν ἀποστροφήν, τῆς αἰτήσεώς του ταύτης οὔσης τελευταίας ἐν τῇ ἐνεργῷ ὑπηρεσίᾳ τοῦ στρατοῦ, ἐξ οὗ προσεχέστατα ἐξέρχεται. Σ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ.»

§12ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί εἶναι αὐτά!

§13ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοῶ τὴν βαθεῖαν αἴσθησιν, ἣν τὰ λεγόμενα ἐμποιοῦσιν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὐδεὶς, ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου, οὐχὶ ἐπιστήμων, ἀλλ’ ἁπλῶς δυνάμενος νὰ ἀναγνώσῃ τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους, οὓς ἀνέφερα, θὰ εὑρεθῇ ἔχων ἀντίθετον γνώμην. Καὶ οἱ κύριοι ἀξιωματικοί, οἵτινες ἐκ τοῦ θεωρείου των μᾶς ἀκούουσι, καὶ αὐτοί, εἶμαι βέβαιος, ἀλγεινὴν αἰσθάνονται ἐντύπωσιν. Μεταξὺ ἡμῶν, Κύριοι, (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ὑπάρχουσι πολλοὶ ἐπιστήμονες, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ εὑρεθῇ εἷς, ἐν ὀνόματι τῆς ἐπιστήμης καλούμενος, ὅστις νὰ ἐκφράσῃ ἄλλην γνώμην. Βεβαίως διὰ τῆς ψήφου, διδομένης ὑπὸ πολιτικὴν ἔννοιαν, ἄλλην γνώμην θὰ ἐκφράσητε, ἀλλ’ οὐδεὶς, ἐπαναλαμβάνω, ἐν συνειδήσει ἐπιστήμονος ἀποφαινόμενος, δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὸ κατάφωρον τῆς παραβάσεως, διότι τοῦτο εἶναι πασίδηλον. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ θέματι τούτῳ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατέφυγεν εἰς τὴν τακτικὴν, περὶ ἧς ἀρτίως σᾶς ὡμίλησα. Αἰσθανθεὶς τὸ ἔδαφος σαλευόμενον, καὶ ἀντιληφθεὶς τῆς θλιβερᾶς ἐντυπώσεως, ἣν γενικῶς παρήγαγεν ἡ ἐκτύλιξις τῆς παρανομίας του, ἀναδιφήσας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀνεκάλυψεν ἔγγραφα, ἀποδεικνύοντα δῆθεν παρομοίαν ἐνέργειαν τοῦ προκατόχου του Ὑπουργοῦ κ. Μαυρομιχάλη, ταῦτα δὲ προσκομίσας, μετὰ χαρᾶς ἀνέβη τὸ βῆμα, κράζων: «Ἰδοὺ, καὶ σεῖς τὰ ἴδια ἐπράξατε.» Εὐλόγως παρετηρήθη, ὅτι τὰ προηγούμενα δὲν καλύπτουσι τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν· ἄλλως τε τίνα εὐθύνην δύνανται νὰ φέρωσιν ὁ κ. Δηλιγιάννης καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐὰν εἷς πρώην Ὑπουργὸς, ἐν τῇ σφαίρᾳ τῆς ἰδιαιτέρας του ἐνεργείας, παρέβη τὸν νόμον; Ὁ ἴδιος κ. Πρωθυπουργὸς δὲν σᾶς εἶπε πρὸ μικροῦ, ὅτι τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῆς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐθεώρησεν ἀφορῶντα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἀνεμίχθη εἰς τὴν συζήτησιν; Εἶναι ἄπορον, πῶς μετὰ μίαν στιγμὴν, παραδόξως, καὶ ἐν τῇ αὐτῇ ἀγορεύσει του μετέβαλε θεωρίαν, καὶ ἐκήρυξεν ἀλληλεγγύην, ὑφισταμένην μεταξὺ τοῦ κ. Μαυρομιχάλη καὶ ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως, μεθ’ ἧς συνειργάζετο, καὶ ἐπετέθη κατὰ τοῦ κ. Δηλιγιάννη, διὰ τὴν δῆθεν παρανομίαν τοῦ κ. Μαυρομιχάλη. Ἀλλ’ εἶναι τάχα ἀκριβὲς, ὅτι ὁ κ. Μαυρομιχάλης ὑπέπεσεν εἰς παρομοίαν παρανομίαν, ἐφ’ ᾗ συνελήφθη ἐπ’ αὐτοφώρῳ ὁ κ. Τρικούπης; Οὐ μόνον ἀνάλογον παρανομίαν δὲν ἐνήργησεν οὗτος, ἀλλ’ ἀπολύτως οὐδεμίαν· ἀπεναντίας ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῶν ἐγγράφων ἀπεδείχθη, οὐ μόνον ἡ ἄκρα νομιμότης τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ στοργὴ αὐτοῦ πρὸς τὸν στρατὸν, διότι τὰ ἔγγραφα ἐμαρτύρησαν, ὅτι ὁ κ. Μαυρομιχάλης δὲν προὐβίβασε παρανόμως, ἀλλ’ ἐπρότεινεν εἰς ἀξιωματικοὺς, ὧν τὴν ἀπομάκρυνσιν ἐκ τοῦ στρατοῦ ἐθεώρει χρήσιμον, νὰ τοὺς προβιβάσῃ κατὰ νόμον, ἐὰν συνήνουν νὰ λάβωσι τὴν ἀποστρατείαν των, ὅπερ οὗτοι δὲν ἐδέχθησαν, καὶ ἀπέτυχεν ἡ ἀξιέπαινος πρόνοιά του. Θὰ μὲ ἐρωτήσητε: τί κοινὸν ἔχει ἡ νόμιμος καὶ ἐκ στοργῆς ὑπηρεσιακὴ ἐνέργεια αὕτη τοῦ κ. Μαυρομιχάλη μὲ τὴν παρανομίαν τοῦ κ. Τρικούπη; Σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οὐδὲν κοινὸν ἔχει, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἴδιον τῆς ἐφαρμοζομένης τακτικῆς νὰ κάμνῃ τοιαύτας τινὰς σκέψεις: «Ἀπεδείχθημεν παρανομήσαντες ἐν τῷ προβιβασμῷ τοῦ κ. Ντάη· εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐλαττώσωμεν τὴν παραχθεῖσαν ἐντύπωσιν, παριστῶντες, ὅτι καὶ ἄλλος Ὑπουργὸς τὰ αὐτὰ ἔπραξεν· ἂν δὲν ἐξελεγχθοῦν τὰ ἔγγραφα, πολλοὶ θὰ τὸ πιστεύσουν, ἀλλὰ καὶ ἂν ἐξελεγχθοῦν, θὰ συγχύσωμεν τὰ πράγματα, καὶ κἄποιος θὰ πλανηθῇ· ὁπωσδήποτε ἔχομεν κέρδος, περισπᾶται ἡ προσοχὴ τῶν ἀκουόντων καὶ τὰ βλέμματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐστραμμένα ἐφ’ ἡμῶν, τὰ στρέφομεν, ἔστω καὶ ἐπὶ στιγμὴν, ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου». Αὐτὴ εἶναι ἡ τακτική των ἐπὶ παντὸς ζητήματος, ἅμα στενοχωρηθῶσιν. Ἀρκετὰ, Κύριοι, σᾶς ἐκούρασα καὶ ἐκουράσθην, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταλίπω τὸ βῆμα, χωρὶς νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ὡς πρὸς τὴν ἐπιτετηδευμένην θλίψιν, ἣν ἐξέφρασεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτε ἔλεγεν: «Ἐπεθύμουν νὰ βλέπω τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ ἵσταται ὑψηλὰ, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἵστανται τόσον χαμηλὰ ἐκεῖνοι, πρὸς οὓς παλαίω, καὶ ἵστανται χαμηλὰ ἕνεκεν τῆς ἀδεξίου διευθύνσεως τοῦ ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ». Δὲν εἶναι πρέπον εἰς ἐμὲ, μέλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ κρίνω περὶ τῆς δεξιότητος τῆς διευθύνσεως αὐτῆς· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀδιστάκτως δύναμαι νὰ βεβαιώσω, εἶναι, ὅτι δὲν ἐκφράζει τὸν ἀληθῆ πόθον του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, λέγων, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ βλέπῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν πολὺ ὑψηλά. Δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ βλέπῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὑψηλὰ ἐκεῖνος, ὅστις, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν ἀρχηγὸν αὐτῆς, εἰς ὃν ὁλόκληρον κόμμα μετὰ σεβασμοῦ προσβλέπει, τολμᾷ νὰ λέγῃ πρὸς αὐτόν: «δὲν ἔχει κῦρος ἡ γνώμη σου.» Δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ βλέπῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὑψηλὰ ἐκεῖνος, ὅστις διὰ πάντων τῶν λόγων του καὶ διὰ πάντων τῶν ἔργων του προσπαθεῖ νὰ δυσφημήσῃ αὐτὴν, παριστῶν τὴν ἐνέργειάν της ἐστερημένην σπουδαιότητος καὶ σοβαρότητος». Δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ βλέπῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὑψηλὰ ἐκεῖνος, ὅστις, ἀπευθυνόμενος πρὸς γηραιὸν πολιτευτὴν, τὸν κ. Σωτηρόπουλον, τὸν Νέστορα τοῦ Κοινοβουλίου, τῷ λέγει: «δὲν προσέχω εἰς τοὺς λόγους σου, οἱ δὲ ψόγοι σου εἶναι ἔπαινοι δι’ ἐμέ». Δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ βλέπῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὑψηλὰ ἐκεῖνος, ὅστις, εὐθὺς, ὡς παρατηρήσῃ ἐν τοῖς κόλποις αὐτῆς ἀσήμαντον διαφωνίαν ἐπὶ δευτερεύοντός τινος ζητήματος, ἀμέσως σπεύδει νὰ κηρύξῃ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις διῃρέθη, ἅμα δὲ διακρίνῃ πλήρη σύμπνοιαν καὶ ἁρμονίαν ἐν ταῖς τάξεσιν αὐτῆς, ἀμέσως ἐπιτίθεται κατὰ τῆς Διευθύνσεως, ὅπως ἐπιτύχῃ, ἂν δυνηθῇ, δισταγμούς τινας, ἵνα πάλιν ἐπαναρχίσῃ τοὺς κλαυθμούς του ἐπὶ τῇ διῃρημένῃ στάσει τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ βλέπῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὑψηλὰ ἐκεῖνος, ὅστις καὶ διὰ τοῦ ἰδίου του στόματος ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ διὰ τῶν ὀργάνων του ἐν τῷ τύπῳ, ἀποδίδει εἰς τὰ πρόσωπα καὶ τοὺς λόγους τῶν ἀντιπολιτευομένων τοιούτους χαρακτηρισμοὺς, οὓς ἡ εὐπρέπεια καὶ τὸ ὕψος τῆς θέσεως ἀπηγόρευον εἰς αὐτὸν νὰ μεταχειρίζηται. Ὡραία τῳόντι ἀρχὴ καὶ ὑψηλὸς ὁ πόθος μιᾶς Κυβερνήσεως, νὰ ἐπιθυμῇ τὴν Ἀντιπολίτευσιν πολὺ ὑψηλὰ, ἀλλ’ ὑμεῖς, δι’ ὧν πράττετε καὶ δι’ ὧν λέγετε, ἀποδεικνύεσθε μὴ ἐμφορούμενοι τῶν μεγάλων τούτων αἰσθημάτων. Ἀλλ’ ἐὰν μοὶ ἦναι ἐπιτετραμμένον νὰ μαντεύσω τοὺς μυχίους στοχασμοὺς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τὸ ἀληθὲς νόημα τῶν λόγων αὐτοῦ, ἄγομαι νὰ πιστεύσω, ὅτι ἡ ἀγανάκτησις ἐκείνη, μεθ’ ἧς παρεστάθη ὁμιλῶν περὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, προήρχετο μᾶλλον ἐκ τῆς στενοχωρίας, εἰς ἣν αὕτη τὸν περιήγαγε, δεξιῶς ὑπὸ τοῦ κ. Δηλιγιάννη διευθυνομένη, ἀκριβῶς δὲ πείθομαι, ὅτι εἴπερ ποτὲ δεξιῶς διευθύνεται καὶ ὑψηλὰ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἵσταται· μολονότι δὲ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἀποδείξεως, ἡ ἐπὶ ἀδεξιότητι τῆς διευθύνσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως αἰτίασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀποτελεῖ δι’ ἐμὲ ἄκουσαν ὁμολογίαν, του περὶ τοῦ ἐναντίου. Οὕτω πως ἐδιδάχθημεν ἐκ τῆς τακτικῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ ἑρμηνεύωμεν τοὺς λόγους αὐτοῦ, ἂν καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ὁ ἀρχηγὸς αὐτῆς δὲν ἀναμένουσι παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὴν πιστοποίησιν περὶ τῆς δεξιότητος τῶν ἀγώνων των. Ἐπιφυλάσσομαι ἐς ἄλλοτε ν’ ἀπαντήσω εἴς τινας λέξεις, ῥιφθείσας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ τοῦ χαρακτῆρος τῆς ἐπερωτήσεως, ἥτις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν συνεζητήθη περὶ τῆς χορηγηθείσης ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τῷ λῃστάρχῳ Τάκῃ προστασίας, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπαντήσω, διότι πολλάκις ἐῤῥίφθη ἡ λέξις «συκοφαντία», ἔν τινι μάλιστα ἐφημερίδι, ἐν τῇ ὁποίᾳ καὶ ἐξ ἰδιαιτέρων λόγων ἠδύναντο πιστῶς ν’ ἀναγραφῶσι τὰ ἐν τῇ Βουλῇ γενόμενα, ἐγράφη, ὅτι προέβησαν οἱ ἐπερωτήσαντες καὶ εἰς αἴτησιν ταπεινῆς συγγνώμης παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἕως οὗ ἔλθῃ ἡ ἡμέρα τῆς συζητήσεως ταύτης, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν δικογραφίαν καὶ πάντα τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ἀπονεμηθεῖσαν χάριτα τῷ Θεοδώρῳ Εὐσταθίου ἢ Βαλσάμῃ, καταδικασθέντι ἐσχάτως εἰς τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου παρὰ τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐν Πάτραις Συνέδρων ἐπὶ λῃστείᾳ καὶ φόνῳ. Ἔχω ἀνάγκην τῆς δικογραφίας ταύτης, διότι ὁ Βαλσάμης οὗτος, ὡς θὰ ἀκούσητε ἐν καιρῷ, ἐξετέλεσε πρᾶξιν φοβερὰν, ἣν περιληπτικῶς καὶ νῦν ἀναφέρω. Ἦτο ὑπενωμοτάρχης καὶ σταθμάρχης ἐν τῇ ὁδῷ τῇ δημοσίᾳ, τῇ ἀγούσῃ ἀπὸ Πατρῶν εἰς Αἴγιον, συνεννοηθεὶς δὲ μετά τινων ἄλλων, ἀπετέλεσε λῃστρικὴν συμμορίαν καὶ συνέλαβεν ἐν τῇ ὁδῷ ταύτῃ, ἐν τῇ ὁποίᾳ, ἐπαναλαμβάνω, ἦτο σταθμάρχης, δύο ἢ τρεῖς Αἰγιεῖς, τοὺς ὁποίους ἐλήστευσεν· ἀλλὰ δὲν ἤρκεσε τοῦτο. Αὐτὸς ὁ ὑπενωμοτάρχης, εἰς ὃν εἶχεν ἀνατεθῆ ἡ φρούρησις τῆς ἀσφαλείας τοῦ μέρους ἐκείνου, ἰδίᾳ χειρὶ ἐφόνευσεν ἕνα ἐκ τῶν ληστευθέντων Αἰγιέων, διὰ τρόπου στυγερωτάτου, δηλαδὴ διεμέλισεν αὐτὸν καὶ διεσκόρπισε τὰ μέλη αὐτοῦ, ἵνα ἐξαλειφθῇ πᾶν ἴχνος τοῦ ἐγκλήματος. Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης γνωρίζω ἐξωδίκως, ὅτι εἷς πρώην Εἰσαγγελεὺς, καίπερ παρ’ ἰσχυρῶν ἐπανειλημμένως ἐνοχλούμενος, ἀντετάχθη ἐπιμόνως εἰς τὸ νὰ δώσῃ σύστασιν περὶ ἀπονομῆς χάριτος. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἡ ἄρνησίς του ἐκείνη συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ ἀπολυθῇ ὀλίγον μετέπειτα, γνωρίζω ὅμως ἀκριβῶς, χωρὶς νὰ κινδυνεύω νὰ χαρακτηρισθῶ, ὅτι λέγω ἀναληθῆ, ὅτι εἷς ἐκ τῶν λόγων τῆς δυσμενείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τοῦ ἀπολυθέντος Εἰσαγγελέως ἦτο καὶ οὗτος, διότι ὁ ἐγκληματίας Βαλσάμης εἶχε τὴν εὐτυχίαν νὰ ἦναι συγχώριος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καταγόμενος ἀπὸ τὸ Βοὔλπι τῆς Εὐρυτανίας. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ αὖθις τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ προσκομίσῃ τὴν δικογραφίαν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὸν Θεόδωρον Εὐσταθίου ἢ Βαλσάμην, ὡς καὶ τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀνταλλαγέντα διὰ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ πρώην Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν κ. Λυκούρη, διότι περὶ αὐτοῦ τοῦ Εἰσαγγελέως ἐνόουν, ὅτε ἔλεγον, ὅτι ἀντετάχθη εἰς τὴν αἰτουμένην σύστασιν. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ, ὅταν παρουσιασθῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα, νὰ συζητήσω εὐρύτατα ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τούτων, καίτοι εἶμαι βέβαιος ἀπὸ τοῦδε, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέλει ἐξέλθει καὶ ἀπὸ τὰς αἰτιάσεις ταύτας ἀθῶος, ὡς περιστερὰ, χάρις εἰς τὴν δύναμιν τῆς ἀριθμητικῆς πλειοψηφίας τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἀπό τινος, ὡς φαίνεται, ἔπαυσε λειτουργοῦσα ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ πᾶσα ἄλλη μέθοδος τοῦ σκέπτεσθαι καὶ τοῦ ἀποφαίνεσθαι, πλὴν τῆς ἀριθμητικῆς.

§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ἔχει τὸν λόγον. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.— Ἐξακολούθησις τῆς γʹ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1888 ἐκ δραχμῶν 335,110. Ὁ κ. Σιμόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§15ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, περὶ χορηγίας πιστώσεως, ἀφορώσης εἰς ἐξόφλησιν ὀφειλῆς τοῦ Κράτους πρὸς τὸν Μ. Σπάρταλην, ἐξήγειρεν, ἀφ’ ἧς στιγμῆς κατετέθη εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν ἰδιαιτάτην προσοχὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἵνα μὴ, χρώμενος λέξει, τῆς ὁποίας ἐγένετο μεγάλη ἐν τῇ Βουλῇ κατάχρησις, εἴπω τὴν ἰδιαιτάτην στοργὴν αὐτῆς. Μόλις κατετέθησαν τὰ σχετικὰ πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔγγραφα ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἔγκριτα μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔσπευσαν νὰ μελετήσωσιν αὐτὰ, καὶ νὰ προκαλέσωσι προκαταρκτικάς τινας συζητήσεις, οἱονεὶ ἁψιμαχίας, ὑποδηλούσας τὸν κρατερὸν ἀγῶνα, ὃν ἐσχεδίασεν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἀγωνισθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχεδίου. Καὶ τὰ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὴν μειονοψηφίαν ἀποτελοῦντα ἀξιότιμα μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ δύο ὅλας συνεδριάσεις συνεζήτησαν τὴν προκειμένην πίστωσιν, ἐπιχειρήσαντα νὰ σαγηνεύσωσιν ὑπὲρ τῆς γνώμης αὐτῶν καὶ μέλη τῆς Συμπολιτεύσεως. Εἰς τὸν ἀγῶνα αὐτὸν δὲν καθυστέρησαν καὶ αἱ ἐν τῇ δημοσιότητι ἀντιπροσωπεύουσαι τὰς ἰδέας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐφημερίδες, διότι καὶ αὗται προανήγγειλαν τὴν μελετωμένην πολιτικὴν πάλην. Ταῦτα πάντα ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις, στερουμένη ἄλλης εὐκαιρίας, ἐνόμισε κατάλληλον τὴν παρεχομένην ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης, διὰ νὰ παραπείσῃ, ἐὰν ὄχι τὴν Βουλήν, τοὐλάχιστον τοὺς ἁπλουστέρους τῶν ἡμετέρων συμπολιτῶν, ὅτι ὁ διαχειριζόμενος τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, οὐ μόνον δὲν δεικνύει τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὸν ἐκ τῆς θέσεώς του κῆδος ὑπὲρ τῶν δημοσίων συμφερόντων, ἀλλὰ δωρεῖται εὐχὶ εὐκαταφρόνητον ποσότητα ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, διὰ νὰ φανῇ εὐχάριστος εἰς ξένην πολιτικήν. Ὅτε δὲ ἡ ἡμερησία διάταξις ἤγαγεν εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, πρῶτος ἔλαβε τὸν λόγον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς κ. Κωνσταντόπουλος, ὅστις μετὰ μακρὰν ἀγόρευσιν κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ Βουλή, καταδηλοῦσα μομφὴν εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ τῇ ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ ἐνεργείᾳ του, ὀφείλει νὰ ἄρῃ τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτῆς ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Μετὰ τὴν μεσολαβήσασαν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνῆλθε τὸ βῆμα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτὴς, ὅστις κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὰ ἐν τῇ προκειμένῃ ὑποθέσει γενόμενα ἀπέδειξαν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐζήτησε νὰ ἐξευτελίσῃ καὶ ἐξηυτέλισε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἐξηυτέλισε τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ζητεῖ δὲ νῦν νὰ ἐξευτελίσῃ καὶ τὴν Βουλήν. Διεδέχθη αὐτὸν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς καὶ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅστις ἐπραγματεύθη τὸ θέμα ὑπὸ διπλωματικὴν μᾶλλον ἔποψιν, καὶ ὅστις προέτεινεν εἰς τὴν Βουλήν, νὰ καταψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τῆς Ἀντιπολιτεύσεως συγκατανευούσης νὰ μὴ χαρακτηρίσῃ τὸ ζήτημα ὡς πολιτικὸν, ἀρκεῖ μόνον νὰ ἐκδηλώσῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἑαυτῆς ἀποδοκιμασίαν ἐπὶ ταῖς ἐνεργείαις τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐν τῇ, περὶ ἧς πρόκειται, ὑποθέσει. Ἐπῆλθεν ἡ γνωστὴ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου ψηφοφορία τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ τέλος τῆς πρώτης συζητήσεως. Πολλοὶ ἐκ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ ἁπλουστέρων ὑπελάβομεν τὸν ἀγῶνα λήξαντα, ἅτε ἀγνοοῦντες, ὅτι πρὸ κατάρτισιν τοῦ σχεδίου τῆς μάχης συνέπραξαν ἅπαντα τὰ τμήματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Κατὰ τὴν δευτέραν ὅμως συζήτησιν ἀνῆλθε τὸ βῆμα ὁ ἐκ Μεσσηνίας ἀξιότιμος Βουλευτὴς καὶ σεβαστός μοι φίλος κ. Σωτηρόπουλος, ὁ ὁποῖος, παρὰ τὴν συνήθειάν του, ἐπὶ πολλὴν ὥραν ἐκράτησε τὸ βῆμα καὶ ὁ ὁποῖος διὰ τῆς χαρακτηριζούσης αὐτὸν διαλεκτικῆς πειστικότητος προσεπάθησε νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἐν ταῖς ἐνεργείαις τῆς Κυβερνήσεως, ταῖς σχετιζομέναις πρὸς τὴν πίστωσιν ταύτην, παρεβιάσθησαν πάντες οἱ ἰσχύοντες παρ’ ἡμῖν σχετικοὶ νόμοι, καὶ ὅτι ὀφειλὴ τοῦ Κράτους δὲν ὑφίσταται. Μετὰ τὸν κ. Σωτηρόπουλον, κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, καὶ ἰδίως κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν, ἠγόρευσαν πάντες σχεδὸν οἱ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ῥήτορες κατὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, προσπαθήσαντες νὰ παραστήσωσιν αὐτὸ ὡς παραβλάπτον καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ τὴν ἐθνικὴν τιμὴν καὶ ἀξιοπρέπειαν. Εἰς ἐμὲ, ὡς Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας αὐτῆς, ῥητὴν ἐκδηλώσαντα γνώμην ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐπεβάλλετο ἡ ὑποχρέωσις νὰ μεταδώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς παρατηρήσεις καὶ γνώμας μου ἐπὶ τῶν ἐντεῦθεν λεχθέντων κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐκωλύθην ἐκ τῆς ἀκαταμαχήτου ὁρμῆς τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, παρ’ οἷς παρετηρήθη ἅμιλλα, νὰ μὴ ὑποληφθῇ οὐδεὶς τούτων ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ· παρεκωλύθην δὲ καὶ ἐκ τῆς ἀτόπως ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπιδιωχθείσης παρελκύσεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου κατὰ τὸ μεσολαβῆσαν δεκαπενθήμερον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ κατεδικάσθη εἰς ἀεργίαν. Ὁπωσδήποτε, διατελῶ εὐχαριστημένος, διότι, ἔστω καὶ μετὰ δεκαπενθήμερον, μοὶ ἐπετράπη νὰ μεταδώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἰδέας μου. Δὲν θέλω παρακολουθήσει τοὺς προαγορεύσαντας, ὧν ἕκαστος ὑπὸ ἰδίαν ἔποψιν ἐπραγματεύθη τὸ θέμα. Πρὸς διαφώτισιν δὲ τῆς Βουλῆς, ὀφείλω πρώτιστα νὰ ἀφηγηθῶ εἰς αὐτὴν ἱστορικῶς τὰ γεγονότα, τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὴν προκειμένην δοσοληψίαν τοῦ Κράτους· διότι ἀκριβῶς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀφορᾷ εἰς κανονισμὸν ληψοδοσίας τοῦ Κράτους, ἀφορᾷ εἰς ζήτημα σύνηθες τῇ νομοθετικῇ ἐργασίᾳ. Κατόπιν δὲ θέλω συζητήσει ἐπὶ τῶν προβληθεισῶν παρατηρήσεων καὶ περὶ τοῦ πολιτικοῦ χαρακτῆρος, τὸν ὁποῖον οἱ ἀξιότιμοι ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἠθέλησαν νὰ δώσωσιν εἰς τὸ θέμα τοῦτο. Κατὰ τὸ 1867 ἐτύγχανε Γενικὸς Πρόξενος ἐν Λονδίνῳ ὁ Μ. Σπάρταλης, ὅτε, δι’ ὕψιστα ἐθνικὰ συμφέροντα, ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος περὶ τοῦ δανείου τῶν 25 ἑκατομμυρίων. Διὰ τοῦ νόμου τούτου προσδιωρίζοντο τὰ ⅔ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τούτου ἀποκλειστικῶς πρὸς προμηθείας ἢ κατασκευὴν πλοίων καὶ προμήθειαν πολεμικοῦ ὑλικοῦ. Εὐθὺς, ὡς ὁ νόμος οὗτος ἐψηφίσθη, ἐπειδὴ, ὡς γνωστὸν, τότε ἡ Κρητικὴ ἐπανάστασις ἦτο ἐν πληρεστάτῃ ἀκμῇ, κληροδοτηθεῖσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὑπὸ τῆς προκατόχου, ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσε νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἐπιβαλλομένων εἰς αὐτὴν ὑπὸ τοῦ νόμου τούτου καὶ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς ὑποχρεώσεων. Ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἔκρινεν, ὅτι οὐδεὶς ἕτερος τοῦ ἐν Λονδίνῳ διατελοῦντος τότε Γενικοῦ Προξένου ἦτο καταλληλότερος διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν ἀναγκαίων πλοίων, διὰ τὴν προμήθειαν πολεμικοῦ ὑλικοῦ καὶ τὴν κατασκευὴν πλοίων νέων. Κατὰ Ἰούνιον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ 1867 ἐδόθησαν εἰς αὐτὸν αἱ ἀπαιτούμεναι ὁδηγίαι, συμπραττόντων τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ναυτικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν. Τοσαύτην δὲ εἶχεν ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸν Μ. Σπάρταλην, ὡς Γενικὸν Πρόξενον, ὥστε οὐχὶ μόνον ἀπόλυτον παρέσχεν εἰς αὐτὸν ἐμπιστοσύνην περὶ τῶν προμηθειῶν τούτων, ἀλλὰ καὶ τὸν συνεβουλεύετο ἐπὶ γενικωτέρων ζητημάτων, ἀφορώντων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνος. Ὁ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διατελῶν Πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος ἐν Λονδίνῳ ἐπεδοκίμασε πληρέστατα τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν τότε Γεν. Πρόξενον, ὅστις πράγματι ἐπελάβετο τοῦ ἔργου δραστηρίως...

§16ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΤΙΣ. Τίς ἦτο ὁ Πρέσβυς;

§17ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὁ μακαρίτης Βράϊλας.

§18ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΤΙΣ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν;

§19ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο ὁ ἀοίδιμος Κεχαγιᾶς, Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὁ κ. Γρίβας. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, καὶ Πρωθυπουργὸς ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος. Εὐθὺς, ὡς ἔλαβε τὰς ὁδηγίας καὶ διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως ὁ κ. Σπάρταλης, προέβη ἀμέσως εἰς τὴν προμήθειαν τριῶν πλοίων, τῆς «Κρήτης», τῆς «Μπουμπουλίνας» καὶ τῆς «Ἀμφιτρίτης». Μάλιστα ἡ προμήθεια τῆς «Κρήτης», ἡ ὁποία ἔφερεν ἀρχικῶς ἕτερον ὄνομα, ἐγένετο ἐν διαστήματι ὀλίγων ἡμερῶν, καὶ ἡ «Κρήτη» ἐντὸς μηνὸς, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἀφίκετο ἐνταῦθα καὶ ἐχρησιμοποιήθη πρὸς ὃν σκοπὸν ἦν προωρισμένη. Ἡ «Ἀμφιτρίτη» ἐπίσης καὶ ἡ «Μπουμπουλίνα» ἐντὸς τοῦ 1867 εἶχον ἤδη ἀγορασθῆ καὶ ἐξοπλισθῆ. Συνάμα παρηγγέλθη καὶ ἡ κατασκευὴ τοῦ θωρηκτοῦ «ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος» ἐπὶ συμφωνίαις, αἵτινες ἐθεωρήθησαν τότε ὑπὸ τῶν δοκιμωτέρων περὶ τὰ ναυτικά, ὡς λίαν συμφέρουσαι εἰς τὸ Δημόσιον. Οὐχὶ δὲ μόνον ἡ τιμή, εἰς τὴν ὁποίαν συνεφωνήθη ἡ κατασκευὴ τοῦ «Γεωργίου», ἐθεωρήθη καλή, ἀλλὰ καὶ τὸ σχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ «Γεώργιος» κατεσκευάσθη, ἐθεωρήθη ὡς ἐκτάκτως ἐπιτυχές. Ἦτο μάλιστα νέον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τὸ σχέδιον τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο βραδύτερον καὶ ἄλλαι Κυβερνήσεις τὸ ἐμιμήθησαν. Ὁ τύπος τοῦ «Γεωργίου» εἶχέ τι καινοφανὲς, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης γνωστὰ θωρηκτά. Κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1867 ἐξέπλευσε τοῦ λιμένος τοῦ Λιβερποὺλ ἡ «Μπουμπουλίνα», ἀλλ’ ἐν τῷ ἔκπλῳ αὐτῆς ἐναυάγησεν. Εἰς τὸ Λιβερποὺλ ὑπῆρχον δύο ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ ἡμῶν, οἱ μακαρίται Παλάσκας καὶ Κουμελᾶς, οἱ ὁποῖοι διηύθυναν τότε τὰ τοῦ ἐξοπλισμοῦ καὶ τὰ τοῦ ἔκπλου τοῦ πλοίου. Ἡ «Μπουμπουλίνα» εἶχεν ἀπαιτήσει δαπάνην 35,000 λιρῶν. Οὐδεμίαν ὁδηγίαν εἶχεν ὁ κ. Σπάρταλης, ὡς Γεν. Πρόξενος, νὰ ἀσφαλίσῃ οὐδὲν ἐκ τῶν πλοίων τούτων. Οἱ ἀξιωματικοὶ ἐπίσης, οἱ ἐν Λιβερποὺλ διαμένοντες, οὐδεμίαν ἐνήργησαν ἀσφάλειαν. Ἀλλ’ ὁ Σπάρταλης ἐδείχθη προνοητικώτερος ὅλων, καὶ τὴν τελευταίαν στιγμὴν προέλαβε καὶ ἠσφάλισε τὸ πλοῖον. Κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1868 ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκετο ἠναγκασμένη νὰ ἀποστείλῃ χρήματα εἰς τὸν ἐν Βιέννῃ Πρέσβυν, ἵνα πληρωθῇ μέρος τοῦ τιμήματος τῆς «Ὄλγας», τῆς κατασκευαζομένης ἐν Τεργέστῃ. Ὑπέλαβεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι εἰσέπραξεν ἤδη ὁ κ. Σπάρταλης τὰ ἀσφάλιστρα τῆς «Μπουμπουλίνας» καὶ εἶχε παρ’ ἑαυτῷ πλεονάζοντα χρήματα, καὶ τὸν παρήγγειλε νὰ ἀποστείλῃ εἰς Βιέννην 6,000 λίρας. Οὗτος ἐτηλεγράφησεν, ἐβεβαίωσε δὲ τὰ τοῦ τηλεγραφήματος αὑτοῦ καὶ ὁ Πρέσβυς ὁ ἐν Λονδίνῳ, ὅτι ἐκράτει ἕνα καὶ μόνον λογαριασμὸν, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐχρέωνε τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν δι’ ὧν ἐνήργει πληρωμῶν, καὶ ἐν τῷ ὁποίῳ τὴν ἐπίστωνε δι’ ὧν ἐλάμβανε χρημάτων, εἴτε ἀπεστέλλοντο ταῦτα ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, εἴτε εἰσεπράττοντο παρὰ τῶν Ἀσφαλιστικῶν Ἑταιριῶν, καὶ ὅτι τότε δὲν εἶχεν εἰσπράξει τὸ ποσὸν, τὸ ὀφειλόμενον ὑπὸ τῶν Ἀσφαλιστικῶν Ἑταιριῶν διὰ τὴν «Μπουμπουλίναν» καὶ δὲν εἶχε παρ’ ἑαυτῷ περισσεύοντα χρήματα. Ἐν τούτοις βραδύτερον, ἐπειδὴ καὶ πάλιν ἐτηλεγράφησεν ἡ Κυβέρνησις εἰς αὐτὸν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποστείλῃ χρηματικὸν ποσὸν εἰς τὴν Βιέννην, ἀπέστειλε 12,000 λίρας. Κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1868 ἀπέστειλε τὸν πρῶτον λογαριασμόν. Ὁ λογαριασμὸς οὗτος βεβαίως δὲν ἔφερε τὸν τύπον τῶν λογαριασμῶν, τῶν ἰσολογισμῶν, τοὺς ὁποίους ἀποστέλλουσιν οἱ Ταμίαι πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶχε τύπον ἐντελῶς ἐμπορικόν. Ἐσημείου ἐν τῷ λογαριασμῷ τούτῳ, ὅσα ἐμβάσματα ἐγένοντο πρὸς αὐτὸν καὶ συνάμα, ὅσας εἶχεν ἐνεργήσει πληρωμάς. Διὰ τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον συνώδευσε τὸν λογαριασμὸν τοῦτον, λογαριασμὸν, ὁ ὁποῖος ἐδείκνυε τὴν Κυβέρνησιν πρὸς τὸν Σπάρταλην ὀφειλέτριαν 21,000 λιρῶν, διότι κατὰ τὸν λογαριασμὸν τοῦτον εἶχε δαπανήσει 151,000 λίρας, εἶχον δὲ σταλῆ εἰς αὐτὸν μόνον 129,000 λίραι, προσέθετεν, ὅτι «προετιθέμην νὰ ἀποστείλω καὶ πάντα τὰ παρομαρτοῦντα πρὸς τὸν λογαριασμὸν τοῦτον δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, ἀλλὰ δὲν γινώσκω τοὺς τύπους, κατὰ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἐπιθεώρησις καὶ ἐπικύρωσις τῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, καὶ παρακαλῶ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ μοὶ δώσῃ ὁδηγίας περὶ τούτου». Τὸ Ὑπουργεῖον ἐσιώπησε, μηδὲν ἀπαντῆσαν εἰς αὐτόν. Κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ ἰδίου ἔτους καὶ πάλιν διὰ νεωτέρου του ἐγγράφου ᾐτήσατο παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸν ὁδηγίας περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἀποστείλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα. Ἀλλὰ καὶ πάλιν τὸ Ὑπουργεῖον ἐσιώπησεν. Ἀντὶ τούτου τὸ Ὑπουργεῖον συνέστησε μίαν Ἐπιτροπὴν ἐξ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς. Ἐκ τῶν ἐγγράφων δὲν δεικνύεται ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ταύτῃ ἀπετέλεσε μέρος καὶ ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς. Φαίνεται ὅμως ἔκ τινος ἄλλου γεγονότος ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ταύτῃ συμμετοχὴν τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς. Ὀλίγους μῆνας πρότερον ἐν συνεδριάσει τῆς Βουλῆς ἐγένετο λόγος περὶ τῶν προμηθειῶν τοῦ Ὑπουργείου τοῦ 1867. Ἴσως οἱ ἀρχαιότεροι μεταξὺ τῶν συναδέλφων ἐνθυμεῖσθε, ὅτι τότε ἡ Ἀντιπολίτευσις κατηγόρει τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, ὡς προμηθεύσαντας εἰς τὸ Κράτος σαπιοκάραβα. Ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νὰ καταθέσῃ πάντα τὰ ἔγγραφα, ὅσα εὑρίσκοντο ἐν τοῖς ὑπουργικοῖς Ἀρχείοις, καὶ πάσας τὰς ἐντολὰς καὶ ὁδηγίας, τὰς ὁποίας εἶχε δώσει εἰς τὸν Γεν. Πρόξενον, καὶ τὰς ἀπαντήσεις αὐτοῦ. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἶχον κατατεθῆ εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν κ. Γρίβα, ὅστις ἐπανέλαβεν αὐτά, κατὰ τὰς πληροφορίας τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν ἐπανήγαγεν εἰς τὸ Ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου· τὰ ἔγγραφα ἐθεωρήθησαν ἀπολεσθέντα, πράγματι δὲ δὲν ἐπανευρέθησαν. Ὑπελάμβανε λοιπὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι, ἂν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ταύτην μετεῖχε καὶ ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς, ἀπέβαινε πιθανὴ ἡ ἀνεύρεσις τῶν ἐγγράφων τούτων. Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπή, συνελθοῦσα ἐπανειλημμένως, ὡς φαίνεται ἔκ τινος σημειώματος, εὑρισκομένου ἐν τῇ δικογραφίᾳ, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀνεύρῃ ταῦτα. Παρεκάλεσε τὸν Ὑπουργὸν νὰ εἴπῃ, ποῦ εὑρίσκονται τὰ ἔγγραφα· οὗτος ἠρνήθη νὰ δώσῃ πληροφορίαν. Ἡ συστηθεῖσα δὲ πρὸς ἔλεγχον Ἐπιτροπή, ἀντὶ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν δοθεῖσαν εἰς αὐτὴν ἐντολὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἠρκέσθη νὰ δώσῃ σημείωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῶν δοθεισῶν διὰ νόμου πιστώσεων διά τε τὰ πλοῖα καὶ τὴν προμήθειαν πολεμικοῦ ὑλικοῦ. Περὶ τοῦ λογαριασμοῦ, ὃν ὁ κ. Σπάρταλης ὑπέβαλε κατὰ Ἰούλιον 1868, ἐγένετο λόγος ὑπὸ ἑνὸς τῶν προαγορευσάντων ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἰσχυρισθέντος, ὅτι δὲν ἐνδεικνύει τὰ πράγματι δαπανηθέντα ποσά, διότι, κατ’ αὐτὸν, ἐν μηνὶ Ἰουλίῳ τοῦ 1868 δὲν ἦτο περατωμένη ἡ κατασκευὴ τοῦ θωρηκτοῦ «Γεωργίου», καὶ ἑπομένως δὲν ἀπέβαινε πιθανὴ ἡ χάριν τοῦ πλοίου τούτου διάθεσις 54,000 λιρῶν. Προσέθηκε δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτής, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ πληρωμῶν, γενομένων ὑπὸ τοῦ Σπάρταλη, ἀλλὰ περὶ ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν ὁ Σπάρταλης, τοῦθ’ ὅπερ ἐνδεικνύει, κατ’ αὐτὸν, καὶ ἕτερόν τι, ὅτι οὐδεμίαν ἐξ ἰδίων προκαταβολὴν ὁ Σπάρταλης ἐνήργησε διὰ λογαριασμὸν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τοὐναντίον, ὅτι πάντοτε παρ’ αὐτῷ ὑπῆρχον χρήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου περισσότερα, ἀφ’ ὅσα ἡ κατασκευὴ τοῦ πλοίου καὶ αἱ προμήθειαι ἐν γένει ἀπῄτουν. Δὲν εἶχεν, ὡς φαίνεται, τὴν ὑπομονὴν, ἢ τὸν καιρὸν, νὰ ἀναγνώσῃ πάντα τὰ ἐν τῇ δικογραφίᾳ ἔγγραφα, διότι ἐξ αὐτῶν ἤθελεν ἐξαγάγει ἀντίθετον ἀριθμητικὸν ἐξαγόμενον, ἤτοι ὅτι, ὅσα ποσὰ ἐσημείωνεν εἰς τὸν λογαριασμὸν τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1868 ὁ Σπάρταλης, ὡς δαπανηθέντα, πάντα εἶχον δαπανηθῆ, τὸ δὲ ποσὸν τῶν 54,000 λιρῶν πράγματι εἶχε καταβληθῆ διὰ τίμημα τοῦ πλοίου «ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος». Κατὰ τὰς γενομένας συμφωνίας διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ πλοίου «Γεώργιος», συνεφωνήθη ὡς τίμημα αὐτοῦ τὸ ποσὸν λιρῶν 69,000, καταβλητέον ὡς ἑξῆς:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Τὸ ⅒ προκαταβολικῶς ἐκ λιρῶν 6,900
Τὸ ¼ τῶν 9/10 ἅμα τελειωθῇ ὁ σκελετὸς » 15,525
Τὸ ἕτερον ¼ εἰς μετρητὰ μὲν » 13,225
Εἰς ὁμολογίας δὲ τοῦ δανείου ἅμα τελειωθῇ
τὸ ἐσωτερικὸν τοῦ πλοίου » 3,300
Τὸ ἕτερον ¼ ἐπὶ ταῖς αὐταῖς ἀναλο-
γίαις, ἅμα ὡς καθελκυσθῇ τὸ πλοῖον » 15,525
Ἤτοι ποσὸν λιρῶν53,475

Τὸ δὲ ὑπόλοιπον μετὰ τὴν ὁριστικὴν παραλαβὴν τοῦ πλοίου ὑπὸ τῶν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀντιπροσώπων. Ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν τῆς συμφωνίας ταύτης ἐπληρώθησαν εἰς τὴν ἀναλαβοῦσαν τὴν κατασκευὴν Ἑταιρίαν ὑπὸ τοῦ κ. Σπάρταλη:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Τῇ 15Ἰουλίου 1867λίραι 2,000
» 29Αὐγούστου » » 4,900
» 4Ὀκτωβρίου » » 12,000
» 19» » » 3,525
» 29Νοεμβρίου » » 13,225
» 30Δεκεμβρίου » » 10,925
» 24» » » 6,900
Ἤτοι ἐν ὅλῳ λίραι53,475

ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκδιδομένων ὑπὸ τῶν ἐπιτηρούντων τὴν κατασκευὴν ἡμετέρων ἀξιωματικῶν πιστοποιήσεων. Ὑπελείπετο ἡ τετάρτη καὶ τελευταία δόσις, ἐκ λιρῶν 15,525, ὅτε κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1868 τὸ θωρηκτὸν «Γεώργιος» καθειλκύσθη. Ὑπῆρχον δὲ ἐν Λονδίνῳ, ὡς ἐμνημόνευσα, οἱ δύο ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ Παλάσκας καὶ Κουμελᾶς. Ὑπῆρχε δὲ καὶ ἡμέτερος ναυπηγὸς, ὁ κ. Γιαλούσης, ἢ ὁ κ. Μόστρας. Κατὰ τὰς γενομένας δοκιμὰς, τὸ πλοῖον ἐθεωρήθη ὑπὸ τῶν ἡμετέρων μηχανικῶν ὡς καθυστερῆσαν ὡς πρὸς τὰς συμφωνίας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐπὶ τῇ κατασκευῇ αὐτοῦ, ἐθεωρήθη ὡς καθυστερῆσαν ὡς πρὸς τὴν μηχανὴν καί τινας λεπτομερείας, τὰς ὁποίας περιττὸν νὰ μνημονεύσω· ἐθεωρήθη ὡς καθυστερῆσαν καὶ ὡς πρὸς τὴν ταχύτητα. Τὸ γεγονὸς ἀνηνέχθη τότε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ὅπερ παρήγγειλεν, αὐστηρῶς νὰ τηρηθῶσιν οἱ ὅροι τῶν γενομένων συμφωνιῶν. Ἀνεκοινώθη μετὰ τοῦτο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ἡ Ἑταιρία ἡ ναυπηγικὴ, ἡ ἀναλαβοῦσα τὴν κατασκευὴν τοῦ «Γεωργίου», προσεφέρετο νὰ ἀναπληρώσῃ τὰς ἐλλείψεις, ὅσαι εἶχον καταδειχθῆ, ὑπὸ τὸν ὅρον, νὰ πληρωθῶσιν εἰς αὐτὴν 15,525 λίραι, αἱ ὁποῖαι ἀπετέλουν τὴν τελευταίαν δόσιν, καὶ πλέον αὐτῶν 1050 λίραι. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐνέκρινε τὴν γενομένην πρότασιν, ἀνέθηκε δὲ εἰς τὸν Σπάρταλην, νὰ διαπραγματευθῇ μετὰ τῆς Ἑταιρίας ταύτης καὶ κλείσῃ συμφωνίαν συμβιβαστικήν. Ὁ Σπάρταλης κατώρθωσεν, ἐν τῇ ἐπαναλήψει τῶν συνεννοήσεων καὶ διαπραγματεύσεων μετὰ τῆς Ἑταιρίας ταύτης, οὐχὶ μόνον νὰ μὴ πληρώσῃ ὁλόκληρον τὴν τελευταίαν δόσιν, οὐχὶ μόνον νὰ μὴ πληρώσῃ τὰς 1050 λίρας, αἵτινες πλέον τῆς τελευταίας δόσεως εἶχον ζητηθῆ, ἀλλὰ καὶ νὰ περιορίσῃ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ κατασκευαστοῦ εἰς ποσὸν κατώτερον καὶ τοῦ ἀρχικῶς συμπεφωνημένου τῶν 69,000 λιρῶν κατὰ 5,000 λίρας, ἤτοι, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψει καὶ τῆς πλέον τῆς συμπεφωνημένης ἀξιώσεως τοῦ κατασκευαστοῦ ἐκ λιρῶν 1000, κατώρθωσε νὰ ἀποφέρῃ εἰς τὸ Δημόσιον μίαν οἰκονομίαν 6,000 λιρῶν. Μετὰ τὰς γενομένας συμφωνίας ἐπανελήφθησαν αἱ ἐργασίαι ἐπὶ τοῦ «Γεωργίου»· ἐξηκολούθησε δὲ τὸ πλοῖον κατασκευαζόμενον, καὶ κατὰ τὸ 1870 ἐπερατώθη ἡ κατασκευὴ αὐτοῦ καὶ ὁ ἐξοπλισμός του, καὶ ἐστάλη εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλ’ εἰς τὸν Σπάρταλην, ὡς Γενικὸν Πρόξενον, δὲν εἶχον ἀνατεθῇ μόνον αἱ προμήθειαι αὗται τῶν πλοίων. Εἰς αὐτὸν ἀνετέθησαν καὶ ἀνετίθεντο κατ’ ἐξακολούθησιν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν προμήθειαι ἄλλου ὑλικοῦ. Ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν προμήθειαι ἄλλου ὑλικοῦ, ἀνεξαρτήτως τῶν πλοίων τούτων. Ὑπὸ τῶν Ὑπουργείων τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν ἐδίδοντο ὡσαύτως παραγγελίαι πρὸς προμήθειαν ὑλικῶν, χρησίμων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν των. Ὡς ἐκ τούτου δὲ ὁ οἶκος Σπάρταλη διετέλει εἰς ἀένναον, οὕτως εἰπεῖν, κίνησιν καὶ ἐργασίαν, πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν διδομένων εἰς αὐτὸν ἑκάστοτε παραγγελιῶν. Διὰ τοῦτο ἐκ τοῦ λογαριασμοῦ τις ἐξάγει, ὅτι ἐκ τῶν 172,000 λιρῶν, τὰς ὁποίας ἐδαπάνησε, 40,000 περίπου ἀναφέρονται εἰς τοιαύτας προμηθείας. Βεβαίως ἐξηκολούθει τηρῶν τὸ λογιστικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον καὶ πρότερον εἶχεν ἀκολουθήσει, δηλαδὴ τὸ σύστημα τῆς ἐμπορικῆς καταστιχώσεως καὶ οὐχὶ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἷς ταμίας, ἢ εἷς δημόσιος λογιστὴς ἡμῶν ἠδύνατο καὶ ὤφειλε ν’ ἀκολουθῇ ἐν ταῖς ἀφορῶσι τὴν διαχείρισιν αὐτοῦ. Καὶ διὰ τοῦτο συνεῖχε πάσας τὰς παραγγελίας, αἱ ὁποῖαι ἐδίδοντο εἰς αὐτὸν, εἴτε ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εἴτε ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, εἴτε ὑπὸ ἄλλων Ὑπουργείων, εἴτε ἂν ἐπλήρονε τοὺς ἀξιωματικοὺς ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι διέμενον ἐν Λονδίνῳ, εἴτε ἂν ἐπλήρονε τοὺς ἡμετέρους δοκίμους, οἱ ὁποῖοι ἔμενον ἐντὸς ἀγγλικῶν πλοίων, εἴτε ἂν ἔστελλε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, εἴτε ἂν ἔστελλε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, εἴτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὡς γινώσκετε, ὅσοι ἤλθετε εἰς σχέσεις πρὸς Ἀσφαλιστικὰς Ἑταιρίας ἐπὶ ποσότητι μεγάλῃ, δὲν περατοῦνται εὐκόλως αἱ διαπραγματεύσεις καὶ αἱ μετ’ αὐτῶν δοσοληψίαι τῶν ἀσφαλισάντων. Καὶ τῷ ὄντι ἡ ὑπόθεσις τῆς «Μπουμπουλίνας», ἡ ὁποία ἦτο σπουδαιοτάτη, ἀπησχόλησε τὸν Σπάρταλην μέχρι τοῦ 1874. Ἡ ἀπασχόλησις δὲ αὕτη δὲν ἀπέβη ἀνωφελὴς εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, διότι κατώρθωσεν, ἐνῷ οἱ ἡμέτεροι ἀξιωματικοὶ ἔγραψαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ὁ Σπάρταλης ἠσφάλισε τὴν «Μπουμπουλίναν» ἀντὶ 20,000 λιρῶν, καὶ ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἔπρεπε νὰ ὑπολαμβάνῃ ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν ὡς εἰσπραχθησόμενον παρὰ τῆς Ἀσφαλιστικῆς Ἑταιρίας, ὁ Σπάρταλης κατώρθωσε ἀπὸ τὴν ἀσφάλειαν, ἡ ὁποία εἶχεν ὑπ’ αὐτοῦ ἐνεργηθῆ, νὰ εἰσπράξῃ, ἀντὶ 20,000 λιρῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἐχρεοῦτο εἰς τὰ βιβλία τῶν ἡμετέρων Ὑπουργείων, 35,000 λίρας, δηλαδὴ νὰ εἰσπράξῃ καί τι πλέον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχε δαπανηθῆ διὰ τὴν ἀγορὰν καὶ τὸν ἐξοπλισμὸν τῆς «Μπουμπουλίνας». Ἀλλ’ ἵνα κατορθώσῃ τοῦτο, ἀναγκαίως ἔπρεπε καὶ πολλοὶ ὑπ’ αὐτοῦ νὰ καταβληθῶσι κόποι, καὶ ἐπαρκὴς χρόνος νὰ μεσολαβήσῃ, ἀποδεδειγμένον δὲ εἶναι, ὅτι αἱ μετὰ τῶν ἀσφαλιστῶν δοσοληψίαι καὶ ἐκκαθαρίσεις ἐπερατώθησαν κατὰ τὸ ἔτος 1874. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ 1874 ἠσθάνετο τὴν ἀνάγκην νὰ τακτοποιήσῃ τὰ τῆς διαχειρίσεως ταύτης πάντα δὲ ταῦτα ἀναφέρονται εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ δανείου τῶν 25,000,000, καθόσον τὰ τῶν δανείων, ὡς γινώσκετε, ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἀσχολεῖσθε εἰς τὰ λογιστικὰ καὶ τὰ οἰκονομικὰ, δὲν ἀνάγονται εἰς τὰ τῆς χρήσεως, ἀνάγονται εἰς τὰ τῆς διαχειρίσεως. Ἑπομένως ἐν τῷ βιβλίῳ τῶν δοσοληψιῶν τοῦ Κράτους ἀναγράφονται αἱ διάφοροι μερίδες, ἀναγράφονται τὰ ἐκ τῶν δανείων εἰσπραττόμενα ποσὰ, ὡς καὶ τὰ ἐξ αὐτῶν δαπανώμενα. Ἐπειδὴ δὲ πάντα τὰ δαπανηθέντα ὑπὸ τοῦ Σπάρταλη ἀνήγοντο ἀκριβῶς εἰς τὸ δάνειον τῶν 25,000,000, ὑπῆρχεν ἡ μετ’ αὐτοῦ δοσοληψία ἀνοικτή· φαίνεται δὲ, ὅτι πρότερον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔσπευδε, διότι ὑπῆρχον εἰσέτι ἐκκρεμῆ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ δανείου τῶν 25,000,000, διότι εἶχον γίνει ἐγγραφαὶ εἰς διάφορα μέρη ἐξωτερικά, εἰς Ἀγγλίαν, εἰς Αἴγυπτον, εἰς Ῥουμανίαν, εἰς Τεργέστην καὶ ἀλλαχοῦ, καὶ δὲν εἶχον μεταβιβασθῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν πάντα τὰ χρήματα καὶ πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Ὡς ὅμως πείθεταί τις, μελετῶν τὰ τῶν ὀγκωδῶν τούτων σχετικῶν φακέλλων ἔγγραφα, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ μᾶλλον τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, δὲν εἶχε τακτικὰς καὶ ἀκριβεῖς ἐγγραφάς, ὡς πρὸς τὴν μετὰ τοῦ κ. Σπάρταλη ληψοδοσίαν. Ὡς ἐκ τούτου ἐπανειλημμένως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἔγραφεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ ἐζήτει παρ’ αὐτοῦ πληροφορίας περὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπέστειλεν εἰς τὸν Σπάρταλην καὶ περὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον κατὰ τὰς πληροφορίας αὐτοῦ ἐδαπανήθη. Ἀλλ’ ἀκριβῶς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἀρχομένου τοῦ 1874, ἢ περὶ τὸ τέλος τοῦ 1873, ἔλαβε χώραν καὶ ἕτερόν τι ἐπεισόδιον, σχετικὸν πρὸς τοὺς λογαριασμοὺς τούτους. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε παραγγείλει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, νὰ ἀποστείλῃ εἰς τὸν Σπάρταλην, διὰ νὰ χρησιμοποιηθῇ πρὸς πληρωμὴν τοῦ ἑνὸς δεκατημορίου διὰ τὴν ἀξίαν τοῦ «Γεωργίου», ἓν ποσὸν 862 ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τούτου, τῶν ὁποίων τὸ ἀντίτιμον ἀνήρχετο εἰς 6,900 λίρας, ἤτοι τὸ δεκατημόριον ἀκριβῶς τῆς ἀξίας τοῦ «Γεωργίου». Ὅτε δὲ ἀπέστειλε τὴν διαταγὴν ταύτην εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐχρέωσεν αὐτὴν διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου, εἰδοποίησε δὲ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀπέστειλε τὸ ποσὸν τῶν ὁμολογιῶν εἰς τὸν Σπάρταλην, καὶ ἐχρέωσεν αὐτὸν ἐν τῷ παρ’ αὐτῇ τηρουμένῳ λογαριασμῷ. Βραδύτερον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀπέστειλε λογαριασμὸν εἰς τὸν Σπάρταλην, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐχρέωνεν αὐτὸν διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν 6,900 λιρῶν. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία ἀποστέλλει συνήθως τοὺς λογαριασμούς της εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους, ἀπέστειλεν ἐπίσης τὸν ἑαυτῆς λογαριασμόν, ὁ δὲ Σπάρταλης βλέπει, ὅτι χρεοῦται παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν μὲ τὸ αὐτὸ ποσόν. Ἀμέσως γράφει εἰς τὴν Τράπεζαν, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζει τὴν χρέωσιν ταύτην, διότι διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν 6,900 λιρῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπετέλουν τὸ τίμημα τῶν 862 ὁμολογιῶν, εἶχε χρεωθῆ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ζητεῖ νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ γενομένη παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν χρέωσις αὐτῆς διὰ τὸ ποσὸν τοῦτο, ἀλλὰ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον εὑρίσκετο ἐν τοιαύτῃ ἀνωμαλίᾳ, ὥστε δὲν ἤθελε νὰ ἀναγνωρίσῃ τοῦτο. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἠναγκάσθη, κατόπιν αἰτήσεως θεραπείας, νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου. Ἐν τῇ ἐποχῇ ἐκείνῃ δὲν ὑπῆρχε Νομικὸν Συμβούλιον, ἀλλ’ ὑπῆρχεν εἷς Δικαστικὸς Σύμβουλος, ἀλλά, φαίνεται, δὲν ἐδόθησαν εἰς αὐτὸν τὰ στοιχεῖα, ὅσα ἀπῃτοῦντο, ὅπως μορφώσῃ οὗτος γνώμην βάσιμον. Οὕτως ἀνετέθη ἡ ὑπεράσπισις τοῦ Δημοσίου ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ ἐνώπιον τοῦ πολιτικοῦ Δικαστηρίου εἴς τινα δικηγόρον Μοσχοβάκην, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Ὅπως συμβαίνει συνήθως, καὶ συνέβαινεν ἰδίως κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην παρὰ τοῖς δικηγόροις, ὁσάκις ὑπερασπίζωνται ὑπόθεσιν τοῦ Δημοσίου ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, οὗτος ἠρνήθη τὴν βάσιν τῆς ἀγωγῆς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Τὸ Δικαστήριον ἐξέδοτο ἀπόφασιν, διὰ τῆς ὁποίας ὑπεχρέου τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅπως προσαγάγῃ εἰς αὐτὸ πάντα τὰ ἑαυτῆς βιβλία. Ἡ Διοίκησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εὑρέθη εἰς δυσχερῆ θέσιν, διότι, ἐὰν πάντα τὰ βιβλία αὐτῆς μετέφερεν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον, ἐπί τινα χρόνον ἐξ ἀνάγκης ἡ λογιστικὴ ὑπηρεσία τῆς Τραπέζης ἤθελεν ἀργεῖ. Διὰ τοῦτο προέβη εἰς νέας παραστάσεις πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν μακαρίτην Παπαμιχαλόπουλον, προσθεῖσα, ὅτι, ἀντὶ νὰ προσαγάγῃ εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον τὰ βιβλία της, εἶναι διατεθειμένη νὰ ἐπαγάγῃ ὅρκον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα βεβαιώσῃ οὗτος, ἂν ἔχῃ δίκαιον ἡ Τράπεζα, ἢ ὄχι. Οὗτος μετεκαλέσατο τὸν Διευθυντὴν τοῦ Λογιστηρίου, ἐνήργησεν ἐξετάσεις, καὶ ἐπείσθη, ὅτι ἀληθῶς ἡ Τράπεζα εἶχε δίκαιον. Οὕτω διέταξε τὸν δικηγόρον νὰ καταργήσῃ τὴν δίκην. Ἀλλὰ συνάμα ἐν τοῖς λογαριασμοῖς, οἵτινες ἐκρατοῦντο παρὰ τῷ Λογιστηρίῳ, φυσικὸν ἦτο, ὅτι ἡ μερὶς τοῦ Σπάρταλη ἤθελεν ἐπιβαρυνθῆ διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν 6,900 λιρῶν. Παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἶχε ζητηθῆ, ὡς προεῖπον, λογαριασμὸς τῶν παρ’ αὐτοῦ ἀναγνωριζομένων ποσοτήτων, τὸ Ὑπουργεῖον δὲ τοῦτο, μετὰ μεσολαβήσασαν βραδύτητα, δικαιολογηθεῖσαν ἐκ τῆς ἀπουσίας ἀξιωματικοῦ τινος ἁρμοδίου, ἀπέστειλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς καταργήσεως τῆς μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δίκης, λογαριασμόν τινα, ἀποδεικνύοντα, ὅτι δὲν ἦτο ἐν γνώσει οὐδενὸς τῶν γενομένων ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ, πρὸ πάντων δὲ δὲν ἦτο ἐν γνώσει τῆς ἀποστολῆς τῶν 12,000 λιρῶν, τῆς γενομένης ὑπὸ τοῦ Σπάρταλη πρὸς τὴν ἐν Βιέννῃ ἡμετέραν Πρεσβείαν. Τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, προέβη, κατ’ ἐμὲ, ὅλως αὐθαιρέτως, διότι προκειμένου νὰ προβῇ εἰς τὸ μέτρον, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ὁμιλήσω, ἔπρεπε νὰ συγκεντρώσῃ καὶ ἐξελέγξῃ πάντα τὰ στοιχεῖα, προέβη ἀμέσως εἰς τὴν κατάσχεσιν περιουσίας τοῦ Σπάρταλη. Εἶχεν, ὡς φαίνεται, πληροφορηθῆ, ὅτι παρὰ τῇ Ἐθν. Τραπέζῃ ὑπάρχει χρηματικὸν ποσὸν, ἀνῆκον τῷ Σπάρταλῃ, ἀνερχόμενον εἰς 7,000 ἢ 8,000 λίρας, καὶ διέταξε τὸν Κεντρικὸν Ταμίαν νὰ κατάσχῃ καὶ εἰσπράξῃ τὴν περιουσίαν ταύτην τοῦ Σπάρταλη. Ὡς γινώσκετε, τὰ τῶν ἐνεργουμένων ὑπὸ τῶν Ταμιῶν κατασχέσεων δὲν ὑποβάλλονται εἰς τὰς κοινὰς διατάξεις· ἀρκεῖ ὁ Ταμίας νὰ κοινοποιήσῃ ἓν κατασχετήριον εἴτε εἰς Τράπεζαν, εἴτε εἰς οἱονδήποτε ἰδιώτην, ὡς τρίτον· τὸ κατασχετήριον τοῦτο ἐπάγεται πάσας τὰς συνεπείας, ὅσας ἐπάγεται ὡς πρὸς ἕτερόν τινα, ἐνεργοῦντα τοιαύτην κατάσχεσιν, μία δικαστικὴ ἀπόφασις. Μετὰ τὴν κατάσχεσιν ὁ Ταμίας ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράξῃ τὰ κατεσχημένα ἄνευ ἑτέρας διατυπώσεως· τοῦτο ἐγένετο καὶ ἐνταῦθα. Μετὰ τὴν κατάσχεσιν ταύτην, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐδήλωσεν, ὁποῖον ποσὸν, ἀνῆκον τῷ Σπάρταλη, ἦτο κατατεθειμένον παρ’ αὐτῇ. Τὸ Ὑπουργεῖον ἐνετείλατο ἐκ νέου τὸν Ταμίαν νὰ τὸ εἰσπράξῃ, πράγματι δὲ ὁ Ταμίας τὸ εἰσέπραξε καὶ τὸ εἰσήγαγεν εἰς τὸ Ταμεῖον κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1874. Μετὰ τοῦτο ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ πέμψῃ ἓν ἔγγραφον δριμύτατον, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη ἐντεῦθεν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος βουλευτοῦ κ. Γεροκωστοπούλου, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου, πρὸς τὸ ἐν Λονδίνῳ ἡμέτερον Πρεσβευτὴν ἀποτεινόμενος ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπῄτει τὴν ἄμεσον ἀποστολὴν τῶν λογαριασμῶν τοῦ Σπάρταλη. Εὐθὺς, ὡς ἐλήφθη τὸ ἔγγραφον τοῦτο εἰς Λονδῖνον, ὁ Πρεσβευτὴς ἀπήντησεν, ὅτι ὁ Σπάρταλης, εὐθὺς, ὡς ἐπανέλθῃ ὁ τότε ἀπουσιάζων ἁρμόδιος ὑπάλληλός του, θὰ ὑποβάλῃ ἐντὸς ὀλίγου τοὺς λογαριασμοὺς τούτους. Πράγματι κατὰ τὸν Μάρτιον τοῦ 1875 ἀπέστειλε τοὺς λογαριασμοὺς μεθ’ ὅλων τῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, ἀπέστειλεν εἰδικοὺς λογαριασμοὺς 9 καὶ ἕνα γενικὸν λογαριασμόν. Σημειωτέον, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρήγγειλε διὰ τοῦ Πρέσβεως, νὰ δοθῇ εἰς αὐτὸν λογαριασμὸς περὶ τῆς διαχειρίσεως 151,000 λιρῶν, διότι κατὰ τὰ βιβλία του τὸ ποσὸν τοῦτο εἶχε σταλῆ εἰς τὸν Σπάρταλην. Ἐκ τῶν λογαριασμῶν ὅμως, τοὺς ὁποίους ἀπέστειλεν ὁ Σπάρταλης, ἀποδεικνύεται, ὅτι εἰς τὸν Σπάρταλην εἶχον ἐμβασθῆ 171,000 λίραι, δηλαδὴ 20,000 περισσότερον. Εἶναι καὶ τοῦτο μία ἀπόδειξις τῆς μεγάλης ἀκριβείας, μεθ’ ἧς τὸ ἡμέτερον Λογιστήριον τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διεχειρίζετο τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Οἱ λογαριασμοί, τοὺς ὁποίους ἀπέστειλεν ὁ Σπάρταλης, ἦσαν ὡς οἷόν τε τακτικοί, ἢ μᾶλλον ἀπολύτως τακτικοί, προκειμένου περὶ ἐμπορικῶν λογαριασμῶν· τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα ἦσαν ἐπίσης πλήρη, ἀλλ’ ὁ κ. Σπάρταλης ὑπελάμβανεν, ὅτι δὲν ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ ἀποστείλῃ τὰ πρωτότυπα τῶν ἐγγράφων, καὶ ἀπέστειλεν ἀντίγραφα, ἐπικεκυρωμένα ὑπὸ τοῦ ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ τοῦ Ναυτικοῦ, τοῦ μακαρίτου Κουμελᾶ, εὑρισκομένου ἐν Λονδίνῳ, καθ’ ἣν ἐποχὴν εἶχε ζητήσει ὁδηγίας παρὰ τοῦ Ὑπουργείου περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ὤφειλε ν’ ἀποστείλῃ τὰ δικαιολογητικά. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εὗρεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο ἐπ’ αὐτῶν καὶ μόνων νὰ στηριχθῇ, καὶ παρήγγειλε νὰ σταλῶσι τὰ πρωτότυπα· ὁ Σπάρταλης, ὡς ἔμπορος, διϊσχυρίζετο ἐν ἀρχῇ, ὅτι τὰ πρωτότυπα διέτρεχον κίνδυνον, καὶ ἔπρεπε νὰ σταλῶσι τὰ ἀντίγραφα· κατόπιν ὅμως ἔστειλε τὰ πρωτότυπα διά τινος εὐκαιρίας, ἣν παρεῖχεν ἡ ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἀποστολὴ εἰς Ἀθήνας διπλωματικοῦ τινος ὑπαλλήλου. Κατὰ τὸν γενικὸν λοιπὸν λογαριασμόν, τὸν μετὰ τῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων συνοδευθέντα, ὁ Σπάρταλης ἐφαίνετο ἔχων λαμβάνειν παρὰ τοῦ Δημοσίου 12 χιλιάδας λιρῶν, ὡς ἦτο δὲ φυσικὸν, ἐν τῷ λογαριασμῷ τούτῳ περιέλαβε καὶ τὸ ποσόν, τὸ κατασχεθὲν καὶ εἰσπραχθὲν παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον ὅμως αὐτὸς, διότι φαίνεται, ὅτι οἱ λογαριασμοὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν εἶχον τακτοποιηθῆ, ὑπελάμβανεν ὡς ἀνερχόμενον εἰς 8,000 λιρῶν ἀντὶ 6,000. Εὐθὺς, ὡς ἐλήφθησαν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὰ πρωτότυπα τῶν δικαιολογητικῶν καὶ οἱ λογαριασμοὶ πλήρεις, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν προέβη εἰς τὴν σύστασιν Ἐπιτροπῆς, καταρτισθείσης ἀπὸ δύο ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς τοῦ Ναυτικοῦ καὶ ἀπὸ τὸν Διευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ἐξήλεγξε τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ Σπάρταλη, ἐπειδὴ ὅμως εὕρισκεν ἀναγραφόμενα ποσά τινα, τὰ ὁποῖα ἀνεφέροντο εἰς διάφορα Ὑπουργεῖα, ἀπέσπασεν ἐκ τῶν λογαριασμῶν τοῦ Σπάρταλη σημείωσιν τῶν ποσῶν τούτων, καὶ ἀπηυθύνθη πρὸς ἕκαστον τῶν Ὑπουργείων διὰ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ζητοῦσα παρὰ τῶν Ὑπουργείων αὐτῶν πληροφορίας, ἂν ἔδωκαν τῷ ὄντι τὰς ἀναφερομένας ἐντολὰς καὶ διατὶ δὲν ἐπλήρωσαν τὸ τίμημα τῶν ληφθέντων ὑπ’ αὐτῶν, ὡς ἐσημειοῦτο εἰς τὸν λογαριασμὸν τοῦ κ. Σπάρταλη. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἀφίκετο εἰς πλῆρες λογιστικὸν συμπέρασμα, καθ’ ὃ ἀνεδείκνυε τὸν Σπάρταλην πιστωτὴν ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου ποσοῦ 5,000 λιρῶν ἢ 5,600. Ἀλλὰ καίτοι τῆς Ἐπιτροπῆς τὸ ἔργον ἐθεωρήθη περατωθὲν, οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια περὶ τῆς πληρωμῆς τῶν ὀφειλομένων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου· ὡς ἐκ τούτου κατὰ τὸ 1877, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ πληρεξούσιος τοῦ Σπάρταλη ἐν Ἀθήναις, ὁ κ. Καλλιγᾶς, ἐκοινοποίησεν αἴτησιν θεραπείας, ζητῶν ν’ ἀποδοθῶσιν ἐπὶ τέλους, ὅσα ὀφείλονται εἰς τὸν Σπάρταλην. Μετὰ τὴν αἴτησιν θεραπείας τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν προέβη εἰς νεωτέρας ἐνεργείας· ἐν τῷ φακέλλῳ εὑρίσκω μίαν ἔκθεσιν τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου κατὰ τὸ ἔτος 1878 πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀνακεφαλαιοῖ καὶ ὅσα ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς εἶχον βεβαιωθῆ πρότερον καὶ ὅσα αὐτὸς, κατόπιν τῶν πληροφοριῶν, αἵτινες ἐδόθησαν ἀπὸ τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα, ἐξηκρίβωσεν ὡς ἀποδεδειγμένα, καὶ ἐπροκάλει τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προέλθῃ εἰς πρόκλησιν τῆς ἀναγκαίας πιστώσεως πρὸς πληρωμὴν τῆς πρὸς τὸν Σπάρταλην ὀφειλῆς, ἀνερχομένης εἰς τὸ ποσὸν τῶν 5,600 ἢ 5,300 λιρῶν. Τὰ Ὑπουργεῖα, ἰδίως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήγετο τὸ μεγαλείτερον μέρος τῆς δαπάνης, ἀνεγνώρισε τὰ ποσὰ αὐτὰ, καὶ κατὰ τὸ 1879 μετὰ μεσολαβήσασαν αἰσθητὴν βραδύτητα, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν εἰς τὴν ἀπουσίαν ἑνὸς ἀξιωματικοῦ, δὲν ἠξεύρω ποῦ εὑρισκομένου, ἐγνώρισεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι εἶναι σύμφωνον νὰ προκληθῇ ἡ ἀναγκαία πίστωσις. Ὑποθέτω, ὅτι κατὰ τὸ 1880, ἐὰν δὲν ἐπήρχετο μεταβολὴ ὑπουργικὴ, τὰ πράγματα ἐφαίνοντο ἐκ τῶν ἐγγράφων παρεσκευασμένα πρὸς πρόκλησιν τῆς ἀπαιτουμένης πιστώσεως. Τὸ ἀνελθὸν ἐπὶ τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν κατὰ τὸ 1880 Ὑπουργεῖον δὲν διετηρήθη ἐπὶ πολὺν χρόνον, τὸ δὲ διαδεχθὲν αὐτὸ ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον Κουμουνδοῦρον ἀπησχολήθη μὲ τὴν ἐπιστράτευσιν καὶ μὲ τὴν ἕνωσιν τῶν νέων Ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν, οἱ δὲ λογαριασμοὶ τοῦ Σπάρταλη παρέμεινον παρὰ τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ μέχρι τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1882, ὅτε ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν τὸ ὑπὸ τὸν καὶ νῦν Πρωθυπουργὸν Ὑπουργεῖον· τότε ἐν τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὸ ἔτος 1883 εἰδικῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὑπὸ τὸν συνήθη τίτλον, τὸν ἀφορῶντα εἰς τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων ἢ διαγεγραμμένων χρήσεων, ἀνεγράφη πίστωσις καὶ διὰ τὸ εἰς τὸν κ. Σπάρταλη ὀφειλόμενον ποσὸν, ὅπερ εἶναι περίπου τὸ αὐτὸ, τὸ καὶ ἐν τῇ αἰτουμένῃ νῦν πιστώσει ἀναγραφόμενον, καὶ διὰ τὸ ποσὸν, ὅπερ ἀνεγνωρίσθη, ὡς κατὰ λογιστικοὺς τύπους ὀφειλόμενον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν· τὸ γεγονὸς δὲ τοῦτο, ὅτι ἐν τῇ πιστώσει ἐκείνῃ περιελαμβάνετο καὶ ποσόν τι, δι’ ὃ ἐζητεῖτο πίστωσις πρὸς λογιστικὴν τακτοποίησιν, ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴν κ. Κωνσταντόπουλον νὰ ἐκδηλώσῃ ἀπορίας, ἅτε μὴ δυνάμενον νὰ κατανοήσῃ αὐτὸν τὸν λογιστικὸν μηχανισμόν. Δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ καινοφανοῦς λογιστικοῦ μηχανισμοῦ, ἀλλὰ περὶ τῶν παραδεδεγμένων ἀνέκαθεν λογιστικῶν διατυπώσεων, πρὸς τακτοποίησιν τῶν εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν διαφόρων Ὑπουργείων ἀνηκουσῶν πιστώσεων. Ἐπεβάλλετο εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἡ τακτοποίησις τῆς ληψοδοσίας, τῆς ἀφορώσης εἰς τὸ δάνειον τῶν 25,000,000 καὶ σχετιζομένης πρὸς τοὺς λογαριασμοὺς Σπάρταλη, ἐπεβάλλετο δὲ συνάμα καὶ ἡ τῶν λογαριασμῶν αὐτῶν τοῦ Σπάρταλη ὁριστικὴ διευθέτησις. Ὁ Σπάρταλης ἐδικαιοῦτο λαμβάνειν, κατὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἧς τὸ ἀποτέλεσμα εἶχεν ἀποδεχθῆ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ποσὸν 255,000 δραχμῶν περίπου. Ἀλλὰ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς τακτοποίησιν τοῦ λογαριασμοῦ, ἔπρεπε νὰ λάβῃ ἓν χρηματικὸν ἔνταλμα, ἐκδεδομένον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ βαρύνον τὸν εἰδικὸν Προϋπολογισμὸν αὐτοῦ ἐκ δραχμῶν 170,000 δι’ ἀξίαν τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τούτου, χρησιμοποιηθεισῶν ἀντὶ τοῦ τιμήματος τοῦ πλοίου «ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος.» Ὡς ἐκ τούτου ἐν τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ Νοέμβριον ἢ Δεκέμβριον τοῦ 1882 Προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους 1883 ἐσημειώθησαν ὑπὸ τὸ αὐτὸ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον τῶν κεκλεισμένων χρήσεων δραχμαὶ μὲν 255,000 δι’ ὀφειλὴν πρὸς Σπάρταλην, δραχμαὶ δὲ 170,000 δι’ ὀφειλὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐσημειώθησαν ἀμφότερα τὰ ποσὰ ὑπὸ τὸ αὐτὸ ἄρθρον, ὡς δικαιοῦχος δὲ ἐν τῷ εἰδικῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐνεγράφη δι’ ἀμφότερα τὰ ποσὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διότι καὶ τὰ δύο ποσὰ ἀνεφέροντο εἰς τὴν αὐτὴν αἰτίαν, καὶ διότι, ἂν ἡ πίστωσις ἐχορηγεῖτο ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, τὸ ἐκδοτέον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἔνταλμα ἤθελεν ἀναγράφει ὡς δικαιοῦχον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ γένηται καὶ ἡ πρὸς τὸν Σπάρταλην πληρωμὴ διὰ συναλλαγματικῶν, καὶ ἡ ὁριστικὴ τακτοποίησις τῆς δοσοληψίας τοῦ δανείου τῶν 25,000,000. Ἀνάγκη ὅμως νὰ ἐπαναληφθῇ, ὅτι ὡς πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ εἰς τὸν Σπάρταλην ἀνῆκον, ἤτοι τὸ ποσὸν τῶν 255,000 δραχμῶν, ῥητῶς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1883 ἐσημειοῦτο τὸ ὄνομα «Σπάρταλης». Εἶπον ἀνωτέρω, ὅτι τὸ ποσὸν, δι’ ὃ ἐζητήθη πίστωσις διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883, δὲν διαφέρει σχεδὸν κατ’ οὐσίαν τοῦ ποσοῦ, δι’ ὃ ζητεῖται σήμερον πίστωσις πρὸς ἐξόφλησιν τῆς αὐτῆς ὀφειλῆς. Ἡ φαινομένη διαφορὰ προέρχεται ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος μεταξὺ τῆς κρατούσης κατὰ Νοέμβριον 1882 καὶ τῆς σήμερον κρατούσης, προέρχεται δὲ συνάμα καὶ ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ χρόνου, δι’ ὃν ὑπελογίσθη τότε ἡ ὀφειλομένη εἰς τὸν Σπάρταλην ἀποζημίωσις ἐπὶ τῇ κατασχεθείσῃ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ καὶ εἰσαχθείσῃ εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον χρηματικῇ περιουσίᾳ τοῦ Σπάρταλη ἐκ λιρῶν 6,268, διότι τότε μὲν εἶχεν ὑπολογισθῇ ὁ ἀντὶ ἀποζημιώσεως ἀποδιδόμενος τόκος μέχρι τῆς 31 Μαρτίου 1883, νῦν δὲ ὑπολογίζεται μέχρι τῆς 31 λήγοντος μηνὸς Δεκεμβρίου, ἤτοι ὑφίσταται διαφορὰ ἑξαετοῦς σχεδὸν χρονικοῦ διαστήματος. Παρετηρήθη ὅμως ὑπό τε τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ καὶ ἑτέρων ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι δὲν λαμβάνεται νῦν πρόνοιά τις διὰ τὸ ποσὸν, περὶ οὗ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1883 ἐζητήθη πίστωσις πρὸς τακτοποίησιν τῆς ὀφειλῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν πρὸς τὸ τῶν Οἰκονομικῶν. Τοῦτο δὲ προκαλεῖ εὐλόγως τὴν ἀπορίαν αὐτῶν. Ἀληθῶς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον προβλέπει μόνον διὰ τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν πρὸς ἐξόφλησιν τῆς πρὸς τὸν Σπάρταλην ὀφειλῆς, καθόσον μόνη ἡ πίστωσις αὕτη εἶναι ἀναγκαία ἀπαραιτήτως πρὸς πραγματοποίησιν πληρωμῆς εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἡ ἑτέρα πίστωσις, ἡ χρησιμεύουσα εἰς μόνην τὴν τακτοποίησιν τοῦ λογαριασμοῦ μεταξὺ τῶν Ὑπουργείων Οἰκονομικῶν καὶ Ναυτικῶν, δὲν ἐκρίθη κατεπείγουσα. Πιθανῶς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον νὰ ἐνεργήσῃ τὴν τακτοποίησιν ταύτην διὰ τοῦ βιβλίου τῶν δοσοληψιῶν. Κατ’ ἐμὲ ὅμως, ὀρθότερον εἶναι, νὰ προκληθῇ καὶ πρὸς τὴν τακτοποίησιν ταύτην τῶν πιστώσεων ἕτερος εἰδικὸς νόμος, εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὁποίου θέλει κληθῇ ἡ Βουλὴ βραδύτερον. Ὅπως δήποτε, γεγονὸς εἶναι, ὅτι ἀπομένει εἰσέτι ἐκκρεμὴς παρὰ τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ ὁ λογαριασμὸς τοῦ δανείου τῶν 25,000,000, ἡ ὁριστικὴ δὲ αὐτοῦ διαῤῥύθμισις γενήσεται μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχεδίου....

§20ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διατὶ νὰ μὴ ἀφαιρεθοῦν μόνα τὰ κονδύλια, τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὸν Σπάρταλην;

§21ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι, ὡς εἶπον, καὶ τὰ δύο ποσὰ ἀνεφέροντο εἰς τὴν αὐτὴν αἰτίαν, ἤτοι τὴν τακτοποίησιν τοῦ λογαριασμοῦ τοῦ δανείου τῶν 25,000,000.

§22ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν ψηφισθέντα Προϋπολογισμὸν τοῦ 1883, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψει, ἀφῃρέθησαν ἀμφότερα τὰ ποσά.

§23ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τούτου ἐγένετο καὶ ἄλλοτε συζήτησις. Ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς Βουλῆς τοῦ 1882 ῥητῶς καταφαίνεται ἡ συναίνεσις τοῦ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ ἀπαλείψεως τῆς ἀναγραφείσης πιστώσεως. Βουλευταί τινες, ἐκ τῶν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀνηκόντων, ἀντετάχθησαν τότε κατὰ τῆς ἀναγραφομένης πιστώσεως, καὶ προέβαλον διαφόρους ἀντιῤῥήσεις ἀορίστους, καὶ προεκάλεσαν συζήτησιν. Ὁ Ὑπουργὸς παρετήρησεν εἰς αὐτοὺς, ὅτι ἡ πίστωσις ζητεῖται ἐπὶ τῇ βάσει ἐπεξεργασίας, ἡ ὁποία ἐγένετο ὄχι ὑπ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ὑπὸ τῶν προκατόχων Ὑπουργείων, ἐπεξεργασίας πληρεστάτης, λογιστικῆς. Ἡ ἐπεξεργασία ἦν τοιαύτη, ὥστε, ἂν εἶχε πίστωσιν, ἤθελε προβῆ εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν προσηκόντων χρηματικῶν ἐνταλμάτων· μὴ ἔχων ὅμως πίστωσιν, ἐζήτησε νὰ λάβῃ αὐτὴν παρὰ τῆς Βουλῆς διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐπέμεινεν εἰς τὰς ἀντιῤῥήσεις αὑτῆς, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης συνῄνεσεν εἰς τὴν ἀπάλειψιν, κακῶς ποιῶν, κατ’ ἐμέ· διότι ἐπρόκειτο περὶ πιστώσεως, ἧς χρῆσις ἤθελε γίνει διὰ τῆς τηρήσεως τῶν κεκανονισμένων διατυπώσεων, καὶ ἐν ἀνάγκῃ καὶ διὰ νεωτέρας λογιστικῆς ἐπεξεργασίας· ἐπειδὴ ὅμως συνέβαινε νὰ ἦναι συγγενὴς καὶ πληρεξούσιος τοῦ Σπάρταλη, εὗρεν, ὅτι δὲν ἦτο δι’ αὐτὸν ἀξιοπρεπὲς νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς πιστώσεως, ἐποιήσατο δὲ τὴν ἑπομένην πρὸς τὴν Βουλὴν δήλωσιν, ἀναγεγραμμένην ἐν τοῖς πρακτικοῖς. «Καθόσον γεννᾶται δισταγμός, καὶ τοιοῦτος δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, ὅταν πρόκηται περὶ χρημάτων τοῦ Δημοσίου, ἀποδέχεται νὰ γίνῃ νεωτέρα ἐπεξεργασία». Ἀλλ’ ἀφοῦ συνῄνεσε νὰ μὴ ἐπιψηφισθῇ ἡ πίστωσις, ἡ ἀναγραφεῖσα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1883, ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ συστήσῃ Ἐπιτροπὴν, εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ὁποίας παρέπεμψε τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἔγγραφα. Τὴν Ἐπιτροπὴν συνεκρότησεν ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀπὸ τὸν νομικὸν σύμβουλον κ. Πετρόπουλον, καὶ ἀπὸ ἕνα ἀξιωματικὸν οἰκονομικὸν τοῦ Ναυτικοῦ, τὸν κ. Ἐργαστηριάρην. Ἀλλ’ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δὲν ἐδέχθη, ῥητῶς δηλώσας, ὅτι, ἐπειδὴ φυσικὸς δικαστὴς ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ Σπάρταλη εἶναι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, οὗτινος εἶναι αὐτὸς ὁ Πρόεδρος, δὲν νομίζει ἐπιτρεπόμενον αὐτῷ νὰ λάβῃ μέρος εἰς Ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία προκαταρκτικῶς πρόκειται νὰ ἐξετάσῃ τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν· ἀλλὰ τὰ ἄλλα μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, ὡς φαίνεται, ἔκριναν ἀναγκαῖον νὰ ἀναθέσωσι τὸν καθαρῶς λογιστικὸν ἔλεγχον εἰς ἕνα τῶν Λογιστῶν τοῦ Συνεδρίου· ὡς τοιοῦτος ἐξελέγη, ὡς φαίνεται ἐκ τῶν ἐγγράφων, ὁ λογιστὴς Βουγιούκας, ὁ ὁποῖος ἐξακολουθεῖ νὰ ἦναι καὶ νῦν λογιστής· (ἀναγκαῖον νὰ σημειωθῇ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ κ. Βουγιούκα, τοῦ τέως Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν,) αὐτὸς δὲ, ἐν διαστήματι ὀλίγων ἡμερῶν, χωρὶς νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του πάντα τὰ ἔγγραφα, χωρὶς νὰ κατανοήσῃ καλῶς τὴν φύσιν τῆς ὑποθέσεως, ὑπέβαλε μίαν ἔκθεσιν, καθ’ ἣν ἐπαρουσίαζε τὸν Σπάρταλην ὀφειλέτην 50,000 λιρῶν. Ποιοῦμαι μνείαν τῆς εἰς τὴν ὑπόθεσιν παρεμβάσεως τοῦ λογιστοῦ Βουγιούκα, διότι οἱ προαγορεύσαντες ἀνηνέχθησαν εἰς τὴν ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθεῖσαν ἔκθεσιν. Ἀλλ’ ὅτε παρῃτήθη ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠναγκάσθη νὰ ἀντικαταστήσῃ αὐτὸν διὰ τοῦ τότε Δικαστικοῦ Συμβούλου, τοῦ μακαρίτου Ταταράκη, οὗτινος ὁμολογουμένη ἦτο ἡ ἀκρίβεια, ἡ δραστηριότης καὶ ἡ νομομάθεια, προσέθηκε δὲ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν καὶ ἕτερον σύμβουλον, τὸν κ. Πάγκαλον, καὶ τὸν τμηματάρχην ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν κ. Νικολόπουλον· οὗτοι ἐπελήφθησαν τῆς ἐξετάσεως τῶν τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, ἀπεδείχθη δὲ, ὅτι ἡ ἔκθεσις τοῦ λογιστοῦ τούτου ἦτο προϊὸν πλάνης, διότι ὁ λογιστὴς οὗτος πρῶτον ἐχρέωνε τὸν Σπάρταλην δὶς μὲ τὸ ποσὸν τῶν 6,900 λιρῶν, τὴν ἀξίαν τῶν 862 ὁμολογιῶν, δὲν ἐπίστωνε δὲ τὸν Σπάρταλην μὲ τὸ ποσὸν, τὸ δαπανηθὲν διὰ τὴν ἀγορὰν τῆς «Κρήτης», διότι ὑπέθετεν, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ πλοῖον ὠνομάσθη «Κρήτη», ἄρα ἐκ τῶν χρημάτων τῆς Κρητικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπρομηθεύθη τὸ πλοῖον αὐτὸ, ἐνῷ ἦτο ἄσχετος ἡ προμήθεια ἑτέρου πλοίου, ἡ γενομένη διὰ λογαριασμὸν τῆς Κρητικῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν ἐπίστωνε τὸν Σπάρταλην μὲ τὸ ποσὸν τῶν 12,000 λιρῶν, ἃς εἶχεν οὗτος στείλει εἰς τὴν Βιέννην. Ἡ ἔκθεσις λοιπὸν τοῦ λογιστοῦ Βουγιούκα δὲν ἐκρίθη ἀξία μνείας, οὐδ’ ἐθεωρήθη ὡς ἀφετηρία ἐν τῇ γενομένῃ βραδύτερον ἐπεξεργασίᾳ. Ἡ Ἐπιτροπὴ λοιπὸν, ἡ ὡς ἀνωτέρω καταρτισθεῖσα, τελείως καὶ ὁριστικῶς ἐπελάβετο τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, καὶ, ὡς φαίνεται ἐκ τῆς πολυσελίδου ἐκθέσεώς της, τὴν ὁποίαν, εὑρισκομένην ἐν τῷ φακέλλῳ, πάντες οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες διῆλθον καὶ ἐξήτασαν, ἡ ἐπεξεργασία, ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς, εἶναι ἀληθῶς πληρεστάτη, ἐπισταμένη καὶ σπουδαιοτάτη· ἀφοῦ ἐξετάζει τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἱστορικῶς, ἀφοῦ ἐξετάζει τὰ τῆς διαχειρίσεως ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ, καταλήγει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ Σπάρταλης δικαιοῦται νὰ λάβῃ παρὰ τοῦ Δημοσίου τὸ ποσὸν 6,300 περίπου λιρῶν...

§24ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι ἐξέλεγξιν διαχειρίσεως, ἀλλὰ μόνον τῶν ἀθροίσεων.

§25ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔκαμε καὶ λογιστικὴν ἔρευναν· διότι, ἂν θελήσητε νὰ ἐξετάσητε τὸν πίνακα, ὁ ὁποῖος εἶναι προσηρτημένος εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι εἶναι μία ἐπεξεργασία τῶν τῆς ὑποθέσεως, κατ’ οὐδὲν διαφέρουσα τῆς ἐπεξεργασίας, τὴν ὁποίαν ἀπεφήνατο τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον βραδύτερον· θέλετε ἰδεῖ πάσας τὰς δαπάνας, πάσας τὰς ἀποστολὰς, ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ καὶ μετὰ ὑπολογισμὸν τόκου, καταλογιζομένου ἀμοιβαίως, καὶ καθεξῆς, ὅπως ἐγένετο βραδύτερον ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου. Ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, χωρὶς νὰ συστήσῃ τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν, νὰ παραπέμψῃ ἀμέσως τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Συνέδριον, διότι τὸ Συνέδριον, κατὰ τὸ Καταστατικὸν αὐτοῦ, ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάζῃ τὴν διαχείρισιν παντὸς ὑπαλλήλου καὶ μὴ ὑπαλλήλου, ὅταν ἦναι διαχειριστὴς δημοσίων χρημάτων. Εὐθὺς, ὡς λοιπὸν παρεδίδοντο τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ Συνέδριον, δὲν εἶχε νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ἐγένετο πληρωμή τις, ἢ ἐκκαθάρισις, παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ ὄχι, ὤφειλε, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Καταστατικοῦ αὐτοῦ, νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Τὸ ἄρθρον 16 τοῦ νόμου περὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει): «Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἔχει χρέος νὰ ἐξετάζῃ καὶ νὰ ἐλέγχῃ τοὺς λογαριασμοὺς ὅλων, ὅσοι, δυνάμει τῆς ὑπηρεσίας των, ἢ δυνάμει εἰδικῆς παραγγελίας, ἢ δυνάμει ἀμφοτέρων τούτων, εἰσπράττουν ἢ ἐξοδεύουν δημόσια χρήματα». Διαχειριστὴς δὲ ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι ἀπέναντι τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ὁ Μ. Σπάρταλης, ὡς Γενικὸς Πρόξενος, ἤτοι ὡς δημόσιος ὑπάλληλος, διαχειρισθεὶς δημόσια χρήματα, δυνάμει εἰδικῆς παραγγελίας. Ἡ εὐθύνη δὲ αὐτοῦ ἀπομένει κατὰ τοὺς νόμους ἀμείωτος, ὡς ἐκ τῆς παρεμβάσεως τοῦ τραπεζικοῦ οἴκου «Σπάρταλη καὶ Σα», καθόσον ἐγένετο μὲν διὰ τοῦ οἴκου τούτου πᾶσα διαχείρισις, ἀλλ’ ἐγένετο ὑπὸ τὴν εὐθύνην τοῦ Γενικοῦ Προξένου Σπάρταλη, ὅστις ἤθελεν εἶσθαι ὡσαύτως ὑπεύθυνος ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου, καὶ ἂν ἀνετίθη τὰ τῆς διαχειρίσεως εἰς ἕτερον τραπεζικὸν οἶκον, μὴ φέροντα τὸ ὄνομα αὐτό. Ἑπομένως ἐὰν παραπέμπετο ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, τὸ Συνέδριον δὲν ἠδύνατο νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐξέλεγξιν αὐτῆς, καὶ ἠδύνατο καὶ ἐν ἀρχῇ νὰ πράξῃ, ὅ,τι ἔπραξε βραδύτερον. Μετὰ τὴν ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως Σπάρταλη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ ὑπόθεσις παρημελήθη αὖθις, διότι καὶ πάλιν ἐπῆλθεν Ὑπουργικὴ μεταβολή. Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ Σπάρταλης ἐπτώχευσε, τὰ δικαιώματα δ’ αὐτοῦ μετεβιβάσθησαν ἀναγκαίως εἰς ὁμάδα δανειστῶν. Συνέβη ὅμως ἡ ὁμὰς αὕτη τῶν δανειστῶν ν’ ἀποτελῆται ἐξ Ἄγγλων, καὶ αὐτοὶ ἐπεκαλέσθησαν τὴν μεσολάβησιν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Ὡς ἐκ τούτου κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1888 ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία ἔγραψεν εἰς τὸ ἡμέτερον Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, συνιστῶσα τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀπαιτήσεων τῶν ὑπηκόων της. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠδύνατο νὰ προέλθῃ εἰς τὴν πρόκλησιν τῆς πιστώσεως αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ζητεῖ σήμερον, καὶ ἄνευ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀλλ’ ἔκρινεν, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐπὶ πολὺν χρόνον παρέμεινεν ἐκκρεμής, ἦτο προτιμότερον πρὶν ἢ προκληθῇ ἡ πίστωσις, νὰ προηγηθῇ ἡ δικαστικὴ καὶ ὁριστικὴ ἐξέλεγξις καὶ ἐκκαθάρισις ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου, τοῦ Σώματος ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναγκαίως ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἔπρεπε νὰ παραπεμφθῇ, καὶ ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς ἐνήργει οἴκοθεν τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς δαπάνης καὶ προεκάλει τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν. Ἀπέστειλε λοιπὸν πάντα τὰ τῆς ὑποθέσεως ἔγγραφα εἰς τὸ Συνέδριον, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκε μίαν ἀπόφασιν κατὰ τὸ 1887· αὕτη ἐκοινοποιήθη εἰς ἐκεῖνον, ὅστις ἐφαίνετο διεκδικῶν, ἢ προστατεύων τὰ συμφέροντα τῶν δανειστῶν· ἐζητήθη ἡ ἀναθεώρησις τῆς ἀποφάσεως ἐπὶ τῇ προσαγωγῇ νέων ἐγγράφων, ἐγένετο ἡ ἀναθεώρησις καὶ ἐξεδόθη νεωτέρα ἀπόφασις, δι’ ἧς ἐπιδικάζεται ὑπὲρ τοῦ Σπάρταλη ὁριστικῶς τὸ ποσὸν λιρῶν 6,423. Ἀλλ’ ἀπέμενεν ἓν ζήτημα ἀκόμη ἐκκρεμὲς, τὸ ζήτημα τῆς ὀφειλομένης εἰς τὸν Σπάρταλην ἀποζημιώσεως διὰ τὴν κατασχεθεῖσαν καὶ δημευθεῖσαν περιουσίαν αὐτοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν εἶχεν ἁρμοδιότητα τὸ Συνέδριον, διότι οὐδεὶς νόμος ὑπάγει τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ὁ Ὑπουργὸς λοιπὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὤφειλε νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τῶν ἁρμοδίων· ἁρμόδιον πρὸς τοῦτο εἶναι, κατὰ τὸν σχετικὸν νόμον, τὸ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν Νομικὸν Συμβούλιον, καὶ τούτου τὴν γνώμην ἔχων ὑπ’ ὄψει συνεπλήρωσε τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, καὶ κατήρτισε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καλεῖται νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή. Σημειωτέον, ὅτι τὸ Νομικὸν Συμβούλιον εἶναι πλῆρες καὶ ὁμόφωνον ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ, περιλαμβάνεται δὲ, ἔχων τὴν αὐτὴν ὑπὲρ τῆς ἀποζημιώσεως γνώμην, καὶ ὁ νομικὸς σύμβουλος κ. Πετρόπουλος, τοῦ ὁποίου τὴν γνώμην εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ 1884 ἐπεκαλέσθησαν οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες. Αὕτη εἶναι ἡ ἱστορικὴ ἀφήγησις τῶν τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἐξ ὅσων εἶπον ὑμῖν ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ Σπάρταλης, ὡς Γενικὸς Πρόξενος, ἐλάμβανεν ἐντολὰς ἐπανειλημμένας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως περὶ προμηθείας πλοίων, περὶ προμηθείας πολεμικοῦ ὑλικοῦ, περὶ κατασκευῆς πλοίων· εἶχε ἀνάγκην ἑνὸς τραπεζικοῦ οἴκου, διὰ νὰ διεξαχθῶσιν ἅπασαι αἱ ὑποθέσεις αὗται, διότι ὁ Γενικὸς Πρόξενος βεβαίως δὲν ἐκπληροῖ καθήκοντα τραπεζίτου· φυσικὸν ἦτο, νὰ προτιμήσῃ τὸν ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν αὐτοῦ τραπεζικὸν οἶκον, διότι παρ’ αὐτῷ εἶχε προχείρους πάσας τὰς εὐκολίας καὶ μᾶλλον πρόθυμον πᾶσαν τὴν ἐργασίαν, ἥτις ἀπῃτεῖτο διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν παραγγελιῶν. Ἀπετάθη λοιπὸν εἰς τὸν οἶκον «Σπάρταλη καὶ Συντροφία», καὶ παρὰ τοῦ οἴκου τούτου διεξήχθησαν πᾶσαι αἱ σχετικαὶ πράξεις τῶν προμηθειῶν καὶ τῆς διαχειρίσεως. Ὅταν τις ἐξετάσῃ τὰ κατὰ τὴν διαχείρισιν αὐτὴν, δὲν δύναται νὰ μὴ ὁμολογήσῃ, ὅτι αὕτη ὑπῆρξεν ἀκριβὴς καὶ ἄμεμπτος, κατεβλήθη δὲ ἰδιάζουσα ἐπ’ αὐτῇ δραστηριότης καὶ προσοχὴ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν παραγγελιῶν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως· εἰς δύο μάλιστα σημεῖα τῆς διαχειρίσεως αὐτοῦ διαβλέπει τις ἔκτακτον ζῆλον πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου: εἰς τὸν συμβιβασμὸν, τὸν γενόμενον μετὰ τῆς Ἑταιρίας, τῆς ἀναλαβούσης τὴν κατασκευὴν τοῦ «Γεωργίου», ἐν τῷ ὁποίῳ κατώρθωσε νὰ οἰκονομήσῃ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου περίπου 6,000 λιρῶν, καὶ ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ἀσφάλειαν τῆς «Μπουμπουλίνας», εἰς τὴν ὁποίαν βλέπομεν, ὅτι μόνη ἡ πρόνοια αὐτοῦ, ἄνευ οὐδεμιᾶς ὁδηγίας, μόνη ἡ αὐτοβουλία αὐτοῦ προσήνεγκεν εἰς τὸ Δημόσιον περίπου 35,000 λιρῶν. Ἀποδεικνύεται δὲ ἐκ τῆς γενομένης ἐξελέγξεως αὐτοῦ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι πράγματι οὗτος ἐνήργει προκαταβολὰς, ἤτοι κατέβαλλεν ἐξ ἰδίων διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διδομένων αὐτῷ παραγγελιῶν χρήματα περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐλάμβανεν ἐντεῦθεν, ἐνῷ τοὐναντίον ἀκριβῶς ἰσχυρίσθη ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικοβοιωτίας Βουλευτής. Ὁ Σπάρταλης, καὶ κατὰ τοὺς Πρέσβεις ἡμῶν ἐν Λονδίνῳ, προσήνεγκε πολυτίμους ὑπηρεσίας. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὸ ἀνέγραψεν εἰς τὴν ἔκθεσίν της, διότι ὤφειλε νὰ τὸ ἀναγράψῃ, ἀλλ’ οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες τὸ ἠρνήθησαν, καὶ οἱ δύο Πρέσβεις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, εἶναι δὲ καὶ οἱ δύο μακαρῖται, ὁ Μπράϊλας καὶ ὁ Βαλαωρίτης, γράφουσιν, ὁ μὲν Μπράϊλας κατὰ Μάϊον τοῦ 1868: «Διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 163 ἀπὸ 2)14 Μαΐου 1868 ἐγγράφου του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν βεβαιοῖ, ὅτι ὁ κ. Σπάρταλης, τόσον ἔντιμος καὶ ἀκριβὴς καὶ τόσον πρόθυμος καὶ γενναῖος εἰς πᾶν ἔργον ἐθνικὸν ἐδείχθη, ὥστε δὲν δύναται ν’ ἀμφιβάλλῃ περὶ τῆς ἀληθείας τῶν ὑπ’ αὐτοῦ ἀναφερομένων.» Ὁ αὐτὸς Πρέσβυς διὰ συγχρόνου ἐπιστολῆς του πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν προστίθησιν (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἐν Ἀγγλίᾳ Πρόξενοι, ὑπηρετοῦντες ἀμίσθως καὶ πολλὰς συνεισφορὰς ποιοῦντες καθ’ ἑκάστην δι’ ἐθνικὰ ἀντικείμενα, δὲν δύνανται νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν αὐστηρὰν πειθαρχίαν τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων, καὶ ἐμπορικῶς μᾶλλον ἢ πολιτικῶς διεξάγουσι τὰς εἰς αὐτοὺς ἀνατεθειμένας ὑποθέσεις.» Ὁ ἕτερος Πρέσβυς, ὁ κ. Βαλαωρίτης, μεταβιβάζων τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ κ. Σπάρταλη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 80 τῆς 5 Μαρτίου 1875 ἐγγράφου του, ῥητῶς ἐσημείου ἐν αὐτῷ: «Ὁ κ. Σπάρταλης ἀξιοῦται τῆς εὐαρεσκείας τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸν ζῆλον, τὴν ἔκτακτον ἱκανότητα καὶ τὴν σπανίαν αὐταπάρνησιν, μεθ’ ὧν ἠδυνήθη οὗτος νὰ ὑπηρετήσῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ἐν δειναῖς περιστάσεσι.» Παραλείπω τὰ σημειωθέντα καὶ ἀνομολογηθέντα ὑπὸ τῶν διαχειριζομένων τὰ κοινὰ ἡμῶν πράγματα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅτι ἡ προμήθεια τῆς «Ἀμφιτρίτης» ἐγένετο ὑπὸ συμφερωτάτην τιμὴν, ὀφείλεται δὲ τοῦτο εἰς τὴν ἐμπορικὴν ὑπόληψιν καὶ ἐπιῤῥοὴν τοῦ οἴκου Σπάρταλη. Τὸ πλοῖον ὁ «Βασιλεὺς Γεώργιος» καὶ σήμερον ἀκόμη ὑπὸ τῶν τῶν δοκίμων περὶ τὰ τοιαῦτα ἀνδρῶν θεωρεῖται ὡς ἓν τῶν ἀρίστων πλοίων, οὐχὶ μόνον μεταξὺ τῶν ἡμετέρων πολεμικῶν πλοίων, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τῶν ξένων. Ὅμοιον πλοῖον ἑτέρας Ἐπικρατείας κατεσκευάσθη ἀντὶ 100,000 λιρῶν, ἀντὶ 64,000, ὅσαι ἐδαπανήθησαν ὑφ’ ἡμῶν. Ὅτε δὲ κατὰ τὴν καθέλκυσιν ἀπεδείχθησαν ὑφιστάμεναι ἐλλείψεις τινὲς, παρὰ τὰ συμπεφωνημένα, ἡ παρέμβασις τοῦ κ. Σπάρταλη ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα, οὐχὶ μόνον τὴν πλήρη ἐπανόρθωσιν τῶν ἐλλείψεων, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπιτυχίαν ἐκπτώσεως ἐκ τοῦ συμπεφωνημένου τιμήματος ἐκ λιρῶν 5,000, αἵτινες ἀπετέλεσαν πραγματικὸν κέρδος τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Ἐποιησάμην δὲ μνείαν τούτων, ἵνα παραστήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ Σπάρταλης διεχειρίσθη τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτῷ ὑπηρεσίαν καὶ διαχείρισιν μετ’ ἀκριβείας. Ἀλλ’ εἰς ἓν καὶ μόνον καθυστέρησεν. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ὠνόμασε τὸν κ. Σπάρταλην Γενικὸν Πρόξενον, (νομίζω δὲ, ὅτι ἦτο ἡ τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου,) δὲν ἐζήτησε παρ’ αὐτοῦ, ὡς δὲν ζητεῖται καὶ παρὰ τῶν ἄλλων Προξένων, τὸ προσὸν τοῦ ταμιακοῦ ὑπαλλήλου, δὲν ἐζήτησε παρ’ αὐτοῦ πιστοποιητικόν, ὅτι ὑπηρέτησε προηγουμένως ὡς γραφεὺς ἢ γραμματεὺς ταμείου ἢ ταμίας. Αὐτὸ ἠξίωσεν ὁ σεβαστός μοι φίλος κ. Σωτηρόπουλος, ἰσχυρισθείς, ὅτι ὤφειλε νὰ γινώσκῃ ὁ Σπάρταλης τὸν Λογιστικὸν ἡμῶν Νόμον καὶ τὰς λογιστικὰς διατυπώσεις, καὶ νὰ ὑποβάλλῃ τοὺς λογαριασμούς του, ὡς οἱ ταμίαι. Ὡς πρὸς τοῦτο καθυστέρησε, διότι τοὺς λογαριασμοὺς αὐτοῦ ἐτήρει κατὰ σύστημα ἐμπορικόν, καὶ οὐχὶ κατὰ τὸ σύστημα, ὅπερ ἀκολουθοῦσιν οἱ δημόσιοι ταμίαι. Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι οἱ ἔμποροι, ἐν ὅσῳ εὑρίσκονται εἰς δοσοληψίας μετά τινος, ἀποστέλλουσιν ἀποσπάσματα τῶν λογαριασμῶν των, δεικνύοντα τὸ ἐξαγόμενον τῆς χρεώσεως ἢ πιστώσεως ἐν ὡρισμένῳ χρονικῷ σημείῳ. Τοῦτο ἔπραξε καὶ ὁ Σπάρταλης· ὅτε δὲ αἱ δοσοληψίαι αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀσφαλιστικῶν ἑταιριῶν ἐπερατώθησαν, ἀπέστειλε τὸν γενικὸν λογαριασμὸν πλήρη. Εἶπον πρότερον, ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτὴν, ἰσχυρισθέντα, ὅτι κατὰ τὸ 1868 ὁ Σπάρταλης ἠξίου ἑαυτὸν πιστωτὴν τοῦ Δημοσίου, ἐνῷ δὲν ἦτο τοιοῦτος, αἱ προβαλλόμεναι δὲ ὑπ’ αὐτοῦ ἀξιώσεις ὅτι ἐνήργησε προκαταβολὰς, δὲν εἶναι βάσιμοι, διότι ὁ Σπάρταλης ἐφάνη ἔχων εἰς χεῖράς του καθ’ ὅλην τὴν διαχείρισιν αὐτοῦ χρήματα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀνώτερα τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐδαπάνα. Ἐπειδὴ δὲ ἐμνήσθη εἰδικῶς τῆς γενομένης μέχρις Ἰουλίου 1868 καταβολῆς διὰ τὸ πλοῖον «Γεώργιος», ἀπέδειξα διὰ τῶν χρονολογιῶν τῶν γενομένων καταβολῶν, ὅτι κατὰ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1868 εἶχε πράγματι πληρώσει 54,000 λίρας, ὥστε ἀπεδείχθη ἀκριβέστατος ὁ ὑποβληθεὶς τότε ὑπὸ τοῦ Σπάρταλη λογαριασμὸς, καθ’ οὗ μετὰ δριμύτητος, ἐπετέθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἑτέρα ἀπόδειξις, ἐπισήμως κεκυρωμένη περὶ τοῦ, ὅτι ὁ κ. Σπάρταλης προκατέβαλε καὶ εἰς λογαριασμὸν τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως ἐκ τῶν ἰδίων αὐτοῦ χρημάτων. Κατὰ τοὺς ὁποίους οὗτος ὑπέβαλε λογαριασμούς, ἐν οἷς κατελόγιζεν ἀμοιβαῖον τόκον ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὸ σύστημα, τὸ κρατοῦν εἰς πάντας τοὺς ἀλληλοχρέους ἀνοικτοὺς λογαριασμοὺς, ἀναγράφεται πλεονάζον ποσὸν τόκων μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1884, καταλογιζόμενον εἰς πίστωσιν αὐτοῦ, ἐκ λιρῶν 881. 1. 6. Πᾶσαι αἱ συσταθεῖσαι πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν λογαριασμῶν τούτων Ἐπιτροπαὶ, πάντες οἱ ἀσχοληθέντες εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν λογαριασμῶν τούτων λογισταὶ δὲν ἀμφισβήτησαν τὴν ἀκρίβειαν τῶν λογαριασμῶν τοῦ Σπάρταλη ὡς πρὸς τὸ καταλογιζόμενον ὑπὲρ αὐτοῦ πλεονάζον τῆς ἀμοιβαιότητος ποσὸν τόκου ἐκ λιρῶν 881. 1. 6. Τί δὲ ἀποδεικνύει τοῦτο; ἀποδεικνύει προδήλως καὶ ἀναμφισβητήτως, ὅτι ὁ ἐμπορικὸς οἶκος «Σπάρταλη καὶ Σα» προκατέβαλε διὰ λογαριασμὸν τῆς Ἑλλην. Κυβερνήσεως καὶ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν παραγγελιῶν αὐτῆς χρηματικὰ ποσὰ, ὑπερβαίνοντα τὰς γενομένας πρὸς αὐτὸν ἀποστολὰς χρημάτων. Νομίζω δὲ, ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐν τῇ πρώτῃ αὐτοῦ ἀποφάσει, ὑπ’ ἀριθ. 400 τοῦ 1887, ἀναγνωρίζει ὑπὲρ τοῦ Σπάρταλη τὸ μετὰ τὸν καταλογισμὸν ἀμοιβαίου τόκου προκῦπτον εἰς πίστωσιν αὐτοῦ πλεόνασμα τόκου ἐκ λιρῶν 881. 1. 6. Κατὰ τοῦτο δὲ δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ συνοδεύουσα τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον Ὑπουργικὴ ἔκθεσις, ἡ ὑπὸ τοῦ Γεν. Λογιστηρίου συνταχθεῖσα, ὅτι ἀναγράφει ὡς ἀναγνωρισθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ καταλογισθεῖσαν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου διαφορὰν ἐκ τόκων λιρῶν 881. 1. 6, ἐνῷ ἀκριβὲς καὶ ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι ἐκ τοῦ ἐλέγχου ἀνεγνωρίσθη διαφορὰ ἐκ τόκων τοσούτου ποσοῦ, οὐχὶ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ὑπὲρ τοῦ Σπάρταλη....

§26ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὺς ἀποῤῥίπτει τὸ Συνέδριον.

§27ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δώσατέ μοι, σᾶς παρακαλῶ, τὴν ἀπόφασιν, διὰ νὰ σᾶς δείξω τὸ σχετικὸν μέρος. (Ὁ κ. Σιμόπουλος δεικνύει εἰς τὸν κ. Σωτηρόπουλον τὸ σχετικὸν τμῆμα τῆς ἐκθέσεως.)

§28ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἱστορικόν.

§29ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἀπεφάσισε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, δὲν ἐπηρεάζεται ἐκ τῆς ἀποφάσεως αὐτοῦ ὁ ἰσχυρισμὸς ἐμοῦ. Ἐγὼ ἐγνώρισα εἰς τὴν Βουλὴν τὰ περὶ πλεονάσματος τόκων ὑπὲρ Σπάρταλη ὡς ἐνδεικτικὸν ἑνὸς γεγονότος, ὅτι ὁ Σπάρταλης ἐποιήσατο προκαταβολὰς ἀνωτέρας τῶν γενομένων πρὸς αὐτὸν ἐμβασμάτων. Καὶ ἂν παραδεχθῶ πρὸς στιγμὴν, ὅτι ἔχετε δίκαιον, ὀφείλετε νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι ἔχω δίκαιον, ἰσχυριζόμενος, ὅτι ὁ Σπάρταλης ἐνήργησε προκαταβολὰς, πρὶν ἢ λάβῃ χρήματα ὑπὸ τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει, ὅτι ὑπεβλήθη εἰς θυσίας, ἕνεκα τῶν δοθεισῶν παραγγελιῶν. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτὴς ἀνέγνωσεν ὑμῖν ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, σταλὲν κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1884 πρὸς τὸν ἐν Λονδίνῳ ἡμέτερον Πρεσβευτὴν, ἠθέλησε δὲ νὰ ἐξαγάγῃ ἐξ αὐτοῦ τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ Σπάρταλης ἦτο κακῆς πίστεως, ἐνῷ οὐδαμῶς ἐπιστώθη ἡ κακὴ πίστις, ὅτι ὁ Σπάρταλης ἦτο ἐστερημένος παντὸς αἰσθήματος φιλοπατρίας, ὡς καταφυγὼν εἰς ξένην προστασίαν, ἵνα λάβῃ τὸ δίκαιόν του, ἐνῷ ὤφειλεν ὁ ἴδιος νὰ καταφύγῃ ἐνώπιον τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων, ἢ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἵνα διεκδικήσῃ τὸ δίκαιόν του. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς δὲν ἦτο ἐν δικαίῳ, ἀποδίδων μομφὴν εἰς τὸν Σπάρταλην, καὶ λαμβάνων ἀφετηρίαν τὰς περιεχομένας εἰς ἓν ἔγγραφον, γραφὲν ὑπὸ ὑπαλλήλου τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, παρεισφρησάσας ἀτόπως ἐκφράσεις. Ὤφειλε, πρὶν ἢ ἐπιῤῥίψῃ μομφὴν εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ κ. Σπάρταλη, νὰ μὴ στηριχθῇ εἰς ἓν ἔγγραφον, οὗ σκοπὸς ἦτο ἡ ἐκβίασις τοῦ Σπάρταλη πρὸς ταχεῖαν ὑποβολὴν τῶν ἑαυτοῦ λογαριασμῶν. Ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ πάντα τὰ συνιστῶντα τὴν διαχείρισιν αὐτοῦ ἔγγραφα, διότι ἐξ αὐτῶν ἤθελε πεισθῆ, ὅτι ὁ κ. Σπάρταλης, οὐ μόνον δὲν εἶναι ἄξιος μομφῆς ἐπὶ τῇ ἀνατεθείσῃ εἰς αὐτὸν διαχειρίσει δημοσίων χρημάτων, ἀλλὰ τοὐναντίον εἶναι ἄξιος ἐπαίνων ἐπὶ τῇ ἀκριβείᾳ αὐτοῦ ἐν τῇ διαχειρίσει, ἐπὶ τῇ δραστηριότητι αὐτοῦ ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν διδομένων εἰς αὐτὸν παραγγελιῶν ὑπὸ τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν ἡ ταχεῖα ἐκτέλεσις ὑπηγορεύετο ὑπὸ ὑψίστων ἐθνικῶν συμφερόντων, συνάμα δὲ καὶ ἐπὶ τῷ ζήλῳ καὶ τῇ δεξιότητι αὐτοῦ πρὸς τὴν οἰκονομικωτέραν ἐκτέλεσιν τῶν δοθεισῶν εἰς αὐτὸν παραγγελιῶν. Ὡσαύτως ἄδικος ὑπῆρξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ἐπιῤῥίψας μομφὴν κατὰ τοῦ Σπάρταλη, διότι δὲν κατέφυγεν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια πρὸς διεκδίκησιν τῶν δικαίων του, ἀλλ’ ἐπεκαλέσθη τὴν προστασίαν ξένης Κυβερνήσεως. Δὲν ἔπρεπε νὰ λησμονήσῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὅτι εἰς τὸν Σπάρταλην ἦσαν κεκλεισμέναι αἱ θύραι τῶν πολιτικῶν ἡμῶν Δικαστηρίων, καθόσον οὗτος, ὡς ὑπόλογος διαχειριστὴς, δὲν ἠδύνατο νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ πολιτικὰ Δικαστήρια, πρὶν ἢ ἐλεγχθῶσιν οἱ λογαριασμοὶ αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τοῦ μόνου ἁρμοδίου ἐν τῷ ἐλέγχῳ καὶ ἐν τῇ ἐκκαθαρίσει τῶν λογαριασμῶν τῶν δημοσίων ὑπολόγων. Οὐδὲ εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι ὁ Σπάρταλης ἐπεκαλέσθη τὴν συνδρομὴν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, καθόσον ταύτην ἐπεκαλέσθη ἡ ὁμὰς τῶν δανειστῶν αὐτοῦ, ὡς ἐκδοχεὺς τῶν δικαιωμάτων του, τὴν ὁμάδα δὲ ταύτην ἀπετέλουν Ἄγγλοι ὑπήκοοι, τοῦ Σπάρταλη μὴ δικαιουμένου μετὰ τὴν πτώχευσίν του νὰ διεκδικήσῃ τὰ δικαιώματά του ἀπέναντι οἱουδήποτε τῶν ὀφειλετῶν του. Οὕτως ἔχουσιν ἱστορικῶς τὰ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως. Ἔχομεν ἀποδεδειγμένον, ὅτι ὁ Σπάρταλης ἐν τῇ διαχειρήσει του ταύτῃ κατ’ οὐδὲν ἐδολιεύθη τὰ τοῦ Δημοσίου συμφέροντα, τοὐναντίον τὰ ἐξυπηρέτησε σκοπιμώτερον καὶ λυσιτελέστερον, παρ’ ὅσον ἤθελε τὰ ἐξυπηρετήσει οἱοσδήποτε ἄλλος δημόσιος λειτουργὸς, μὴ ἀσκῶν, ἣν οὗτος ἤσκει ἐν Λονδίνῳ ἐπιῤῥοὴν, προσήνεγκε δὲ πολυτίμους εἰς τὸ Κράτος ὑπηρεσίας, καὶ οἱ λογαριασμοὶ αὐτοῦ ὑπῆρξαν ἀκριβεῖς, ἀκριβέστεροι τῶν τοῦ ἡμετέρου Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὡς ἀπέδειξεν ὁ γενόμενος δικαστικὸς ἔλεγχος. Ἀλλὰ προβάλλονται ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τρεῖς παρατηρήσεις, ἢ ἀντιῤῥήσεις, ἐν τῇ ἐξετάσει τῆς πιστώσεως. Προβάλλεται πρωτίστως ἡ παραγραφή. Προβάλλεται μετ’ αὐτὴν ἀμφισβήτησις ὡς πρὸς τὴν ὀφειλομένην τῷ Σπάρταλῃ προμήθειαν. Προβάλλεται τελευταία ἀμφισβήτησις ἐπὶ τῆς ὀφειλομένης αὐτῷ ἀποζημιώσεως ἐπὶ τῇ δημευθείσῃ χρηματικῇ περιουσίᾳ. Τινὲς τῶν προαγορευσάντων ῥητόρων παρεδέχθησαν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ὡς πρὸς πάντα τὰ λοιπὰ, πλὴν τῆς προμηθείας καὶ τῆς ἀποζημιώσεως, ἀλλὰ καὶ εἰς τοῦτο ἀριθμητικῶς περιέπεσαν εἰς ἀνακρίβειαν, διότι εἶπον, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον παρεδέχθη μόνον 3,161 λίρας, ὡς ὀφειλομένας εἰς τὸν Σπάρταλην, τὰ ὑπόλοιπα δὲ, προέρχονται ἀπὸ τόκους καὶ ἀπὸ προμήθειαν, ἐνῷ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον παραδέχεται, ὡς ὀφειλομένας εἰς τὸν Σπάρταλην, 4,114 λίρας ἐκ καθαρᾶς ληψοδοσίας, ἤτοι ἐξ ὅσων οὗτος κατέβαλε διὰ λ)σμὸν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, παρεδέχθη δὲ συνάμα καὶ τὴν προμήθειαν ἐκ 2,309 λιρῶν, τοῦ ὑπολοίπου, μέχρι λιρῶν 10,800, ἀποτελοῦντος τὴν ἀποζημίωσιν, ἤτοι ἐκ λιρῶν 4,387, ἀποζημίωσιν, ὑπολογιζομένην ἐπὶ τῇ βάσει τόκου πρὸς 5% ἐπὶ 14 ἔτη καὶ ἐπὶ ποσοῦ ὀφειλῆς ἐκ λιρῶν 6,423. Ἔγκριτα δέ τινα μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶπον, ὅτι, ἐὰν ἐπρόκειτο εἰς αὐτὸ τὸ ποσὸν τῶν 4,000 λιρῶν νὰ περιορισθῇ ἡ ἀπαίτησις τοῦ κ. Σπάρταλη, ἦσαν διατεθειμένοι νὰ μὴ προβάλωσι τὴν ἔνστασιν τῆς παραγραφῆς. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται. Εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς προβληθείσης ἐνστάσεως τῆς παραγραφῆς. Οἱ προαγορεύσαντες ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀνεβίβασαν τὸν θεσμὸν τῆς παραγραφῆς εἰς τὸ ὕψος τῶν θεμελιωδῶν θεσμῶν, ἄνευ τῶν ὁποίων εἶναι ἀδύνατον νὰ λειτουργήσῃ καὶ ὑπάρξῃ κοινωνία. Καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ἀνέγνωσεν ἐντεῦθεν περικοπὰς συγγραφέων, ἐπιτιμώντων τοὺς Ὑπουργοὺς, οἵτινες δὲν ἤθελον προβάλει τὴν ἔνστασιν τῆς παραγραφῆς εἰς τὰς ὑποβαλλομένας ἀπαιτήσεις κατὰ τοῦ Δημοσίου. Ἔχομεν δύο παραγραφὰς, τὴν τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, τὴν τριακονταετῆ, καὶ τὴν λογιστικήν. Ἡ λογιστικὴ παραγραφὴ εἶναί τι περισσότερον τῆς ἀστικῆς, εἶναι ἔκπτωσις τῶν δικαιωμάτων, διότι δὲν παραδέχεται, ὡς ἡ συνήθης, ἡ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου, τὴν ἕνεκα ἀδρανείας ὡρισμένων προσώπων μὴ ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ δικαιούχου. Ἡ λογιστικὴ παραγραφὴ, ἡ πενταετὴς, οὐδεμίαν παραδέχεται διακοπὴν ἕνεκεν ἀδρανείας, ἢ νομικῆς ἀνικανότητος τῶν δικαιούχων. Ἀλλὰ, πρὶν ἢ εἰσέλθω εἰς τὴν νομικὴν ἐξέτασιν τῆς λογιστικῆς παραγραφῆς, περὶ ἧς ἐνταῦθα πρόκειται, νομίζω, ὅτι δέον νὰ ἐξετασθῇ, ἂν δύναται ἡ λογιστικὴ παραγραφὴ νὰ προβληθῇ κατὰ τῶν δημοσίων ὑπολόγων. Ὑποθέσατε ἕνα ταμίαν, ὁ ὁποῖος ἐξ οἱουδήποτε σφάλματος ἐπλήρωσε ποσὸν ἀνώτερον τῶν εἰσπραχθέντων, καὶ ὑπέβαλε τοὺς λογαριασμούς του εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον· ὡς ἔχουσι δὲ παρ’ ἡμῖν τὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, πιθανὸν μετὰ δεκαετίαν ν’ ἀνακαλυφθῇ, ὅτι ἐπλήρωσεν ἐκ τοῦ ἰδίου του βαλαντίου 1000 δραχμὰς ἐπὶ πλέον τῶν ὑπ’ αὐτοῦ εἰσπραχθέντων δημοσίων χρημάτων. Ἐρωτῶ, εἶναι νόμιμον, εἶναι λογικὸν, εἶναι ὀρθὸν νὰ προβληθῇ κατ’ αὐτοῦ ἡ ἔνστασις τῆς παραγραφῆς; Κατ’ ἐμὲ, ὄχι. Δὲν ἐξετάζω τὸ θέμα ὑπὸ μόνον τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου καὶ τῆς λογικῆς, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν καθαρὰν νομικὴν αὐτοῦ ἔποψιν. Ὑπῆρχεν εἰς τὸν ὑπόλογον αὐτὸν νόμιμόν τι μέσον πρὸς διεκδίκησιν τοῦ δικαίου του; ἠδύνατο οὗτος νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ πολιτικὰ Δικαστήρια καὶ νὰ αἰτήσηται τὴν ἀπόδοσιν τῶν πληρωθέντων ὑπ’ αὐτοῦ διὰ δημοσίας δαπάνας, πλέον τῶν ὑπ’ αὐτοῦ εἰσπραχθέντων; Ἐὰν ἤγειρεν ἀγωγὴν ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν Δικαστηρίων, νομίζετε, ὅτι ἠδύναντο ταῦτα ν’ ἀποδώσωσιν εἰς αὐτὸν τὸ ἀξιούμενον ὑπ’ αὐτοῦ δίκαιον; Πῶς ἠδύνατο τὸ πολιτικὸν Δικαστήριον νὰ ἐπιδικάσῃ ὑπὲρ αὐτοῦ τὸ αἰτούμενον χρηματικὸν ποσὸν, πρὶν ἢ οἱ λογαριασμοὶ αὐτοῦ ἐκκαθαρισθῶσι καὶ ἐλεγχθῶσιν ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου; Τὸ πολιτικὸν Δικαστήριον, εἰς ὃ ἤθελεν οὗτος προσφύγει, βεβαίως θ’ ἀπέῤῥιπτε τὴν ἀγωγὴν αὐτοῦ, λόγῳ ἀναρμοδιότητος. Διὰ τοὺς δημοσίους ὑπολόγους, τὰ πολιτικὰ Δικαστήρια πρὸ τοῦ δικαστικοῦ ἐλέγχου τῶν λογαριασμῶν των εἰσὶν ἀναμφισβητήτως ἀναρμόδια, μόνον δὲ ἁρμόδιον ὡς πρὸς αὐτοὺς εἶναι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον· ἀφοῦ δὲ τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων ὑπολόγων ὑπάγονται ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἐλεγκτικὴν καὶ δικαστικὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, πότε γεννᾶται ὡς πρὸς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα τῆς κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀγωγῆς ἐπὶ ἀποδόσει ποσοῦ, ὀφειλομένου εἰς αὐτοὺς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἐκ τῆς διαχειρίσεώς των; Ἀναντιῤῥήτως τὸ δικαίωμα τῆς ἀγωγῆς ἄρχεται, ἀφ’ ἧς ἡμέρας κοινοποιηθῇ εἰς τοὺς δημοσίους ὑπολόγους ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἡ ἐπιδικάζουσα ὑπὲρ αὐτῶν ὡρισμένον ποσὸν, διότι πρὸ ταύτης οὐδὲν εἶχον νόμιμον μέσον πρὸς διεκδίκησιν τῶν δικαιωμάτων των. Ἄρα καὶ ἡ τῆς παραγραφῆς ἔνστασις δὲν δύναται νὰ ἐπιμετρηθῇ ὡς πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν δημοσίων ὑπολόγων, εἰμὴ μόνον ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐδημοσιεύθη ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Καὶ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ὑπολόγου, διαχειρισαμένου δημόσια χρήματα, ἤτοι περὶ ὑπολόγου διαχειριστοῦ, κατὰ τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ προβληθῇ ἡ ἔνστασις παραγραφῆς, εἰμὴ μετὰ τὸν ἔλεγχον τῶν λογαριασμῶν του ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἐὰν δὲ μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συνεδρίου δὲν ἐφρόντιζε νὰ ζητήσῃ τὴν ἔκδοσιν τοῦ χρηματικοῦ ἐντάλματος, ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς νὰ προβάλῃ τὴν παραγραφήν, ἀλλὰ πρὸ τούτου δὲν χωρεῖ παραγραφή. Ἀλλ’ ἐξετάσωμεν τὰ τῆς παραγραφῆς ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν. Ἡ παραγραφή, καὶ μάλιστα ἡ λογιστική, εἶναι τοῦ ἐξαιρετικοῦ δικαίου καὶ πρέπει νὰ ἐξετάζηται καὶ ἑρμηνεύηται ἐντὸς τῶν στενωτέρων τῆς ἑρμηνευτικῆς κανόνων. Ἡ λογιστικὴ παραγραφὴ ἐκρίθη ἀναγκαία εἰς τὰς περιουσίας τοῦ Κράτους νὰ καθιερωθῇ, διότι τὸ Κράτος δὲν δύναται οὐδὲ πρέπει νὰ τηρῇ τοὺς λογαριασμούς του ἐκκρεμεῖς ἐπὶ πολλὰ ἔτη. Τὸ Κράτος εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ γινώσκῃ ἐγκαίρως, ὁποῖα εἶναι τὰ βαρύνοντα τὸν Προϋπολογισμὸν αὐτοῦ βάρη· ἂν δὲν καθιεροῦτο ἡ λογιστικὴ παραγραφή, ἦτο πιθανόν, ἐν ᾧ χρόνῳ τὸ Κράτος ὑπελάμβανεν, ὅτι ἐκανόνισε τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν ἰσοζυγίῳ, νὰ προκύψῃ ἀπαίτησις, ἔχουσα παλαιὰν καταγωγήν, καὶ ἐντελῶς νὰ καταστρέψῃ τὸ ἰσοζύγιον. Ὡς ἐκ τούτου ὁ νόμος περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ ἀνέγραψεν ἐν ἄρθρῳ 69 τὴν πενταετῆ παραγραφήν. Σημειωτέον δέ, ὅτι, ἐνῷ ὁ νόμος περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ ἐξεδόθη κατὰ τὸ 1852, ἡ περὶ παραγραφῆς διάταξις αὐτοῦ δὲν ἤρξατο λειτουργοῦσα παρ’ ἡμῖν, εἰμὴ ἀπὸ τοῦ 1865 καὶ ἐντεῦθεν, καθόσον οἱ διαχειριζόμενοι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ἔκρινον αὐστηράν, ἐθεώρουν δημευτικὴν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 69, καὶ δὲν ἐπεκαλοῦντο τὴν παραγραφὴν πρὸς ἀπόκρουσιν τῶν κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀπαιτήσεων. Ὁπωσδήποτε, βραδύτερον ἤρξατο προβαλλομένη ἡ παραγραφὴ ὑπὸ τῶν ὑπερασπιζομένων τὸ Δημόσιον ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν Δικαστηρίων. Ἵνα κρίνωμεν, ὁποία ἡ ἔννοια τοῦ θεσμοῦ τῆς λογιστικῆς παραγραφῆς, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ προσέξητε εἰς τὸ κείμενον τῶν δύο σχετικῶν ἄρθρων. Τὸ ἄρθρον 69 ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Παραγράφεται πρὸς ὄφελος τοῦ Κράτους καὶ ἐξαλείφεται πᾶν χρέος δημόσιον, ἐὰν δι’ ἔλλειψιν ἀποχρώσης δικαιολογήσεως δὲν ἀνεγνωρίσθη, δὲν διετάχθη ἡ πληρωμὴ αὐτοῦ καὶ δὲν ἐπληρώθη ἐντὸς πέντε ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς χρήσεως. Ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἰσχύει εἰς τὰς περιστάσεις, διὰ τὰς ὁποίας νόμοι, εἰδικὰ Διατάγματα, ἢ συμβόλαια ὥρισαν μακροτέραν ἢ συντομωτέραν προθεσμίαν ἐκπτώσεως». Τὸ δὲ ἄρθρον 70 ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Δὲν ἰσχύει προσέτι (ἡ παραγραφὴ) ὡς πρὸς τὰ χρέη, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπληρώθησαν ἐντὸς τῆς προσδιωρισμένης προθεσμίας δι’ ἐμπόδια, προελθόντα ἐκ μέρους τῶν ἀρχῶν, ἢ τῶν ὁποίων ἡ πληρωμὴ ἀνεβλήθη δι’ ἀρξαμένην δίκην.—Ἔκαστος πιστωτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν ἀποδεικτικὸν περὶ ἐμπροθέσμου αἰτήσεώς του καὶ τῆς παρουσιάσεως τῶν τίτλων τοῦ δικαιώματός του». Σημειωτέον, ὅτι ὁ Λογιστικὸς Νόμος εἶναι ἀντιγραφὴ τοῦ Γαλλικοῦ. Τὸ ἄρθρον 303 τοῦ Γαλλικοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου μετεφράσθη τὸ ἄρθρον 70, δὲν περιέχει τὴν φράσιν «δι’ ἀρξαμένην δίκην»

§30ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Περιέχει «ἐνώπιον τοῦ Conseil d’ État».

§31ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ σπεύδετε· δὲν ἔχω μὲν τὴν δικανικὴν εἰδικότητα ὑμῶν, ἀλλὰ δύναμαι νὰ ἐκθέσω σαφῶς τὰς ἰδέας μου, καὶ δύναμαι νὰ γινώσκω κρεῖσσον ὑμῶν τὴν κρατοῦσαν παρ’ ἄλλοις Ἔθνεσιν οἰκονομικὴν νομοθεσίαν. Ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ νόμου τοῦ Γαλλικοῦ ἀναφέρεται τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, εἰς ὃ εἰσάγονται πᾶσαι αἱ διαφοραὶ καὶ δίκαι, αἱ ὑπαγόμεναι εἰς τὴν κατατηγορίαν τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, εἰς ταύτας δὲ ἀνάγονται καὶ αἱ κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀπαιτήσεις τῶν ἰδιωτῶν. Ἡμεῖς ὅμως δὲν ἔχομεν Συμβούλιον Ἐπικρατείας, καὶ διὰ τοῦτο ὁ νομοθέτης ἐσημείωσεν «ἀρξαμένην δίκην». Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔχει σημασίαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἐμνήσθην αὐτοῦ λόγῳ ἱστορικῷ. Ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, εἶναι ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 70 (ἀναγινώσκει): «Ἕκαστος πιστωτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν ἀποδεικτικὸν περὶ τῆς ἐμπροθέσμου αἰτήσεώς του καὶ τῆς παρουσιάσεως τῶν τίτλων τοῦ δικαιώματός του». Ἀνεξαρτήτως τῆς νομολογίας, ἥτις κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη καθιερώθη παρ’ ἡμῖν, καὶ ἥτις δὲν εἶναι σταθερὰ, ὡς θέλω σᾶς ἀποδείξει, ἐρωτῶ ὑμᾶς, νὰ μοὶ εἴπητε, ἐπὶ μὲν τοῦ ἄρθρου 69 αἱ λέξεις «δι’ ἔλλειψιν ἀποχρώσης δικαιολογήσεως» ἐτέθησαν ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε; Ἂν ἔχωσιν ἔννοιάν τινα, ἡ ἔννοια αὐτῶν εἶναι, ὅτι ἡ παραγραφὴ ἔχει ἐφαρμογὴν κατὰ τῶν ἀπαιτήσεων, δι’ ἃς δὲν προσήχθησαν ἀποχρῶσαι δικαιολογίαι ἐντὸς πενταετίας. Ἐπὶ δὲ τοῦ ἄρθρου 70 ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς ἰσχυρίσθη, ὅτι τοῦτο δὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀναγνώρισιν, ἀλλὰ μόνον εἰς τὴν πληρωμὴν, διότι ἡ νομολογία, ἡ κρατοῦσα παρ’ ἡμῖν, οὕτω παρεδέχθη. Ἰδοὺ δὲ πόσον ῥητῶς καὶ σαφῶς διετύπωσε τὴν ἑαυτοῦ γνώμην ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς κ. Κωνσταντόπουλος. Ἀναγινώσκω τοὺς ἰδίους αὐτοῦ λόγους, ἔχοντας ὡς ἑξῆς: «Ἅμα τις παραβάλῃ τὰ δύο ταῦτα ἄρθρα πρὸς ἄλληλα, θέλει πεισθῆ, ὅτι τὸ ἄρθρον 70 δὲν πραγματεύεται περὶ τῶν τριῶν περιπτώσεων, περὶ ὧν προέβλεψε τὸ ἄρθρον 69, ἀλλὰ μόνον περὶ τῆς τελευταίας περιπτώσεως, καθ’ ἣν ἐξεδόθη μὲν τὸ ἔνταλμα τῆς πληρωμῆς, ἀλλ’ ἡ ἀπαίτησις δὲν ἐπληρώθη, ἕνεκα ἐμποδίων, προελθόντων ἐκ μέρους τῶν ἀρχῶν· συνεπῶς θέλει συμπεράνει, ὅτι οὐδέποτε παρεμποδίζεται ἡ παραγραφὴ ἕνεκα μὴ δικαιολογήσεως καὶ ἀναγνωρίσεως τῶν ἀπαιτήσεων, ὅτι οὐδέποτε παρεμποδίζεται ἡ παραγραφὴ λόγῳ μὴ ἐκδόσεως τοῦ ἐντάλματος τῆς πληρωμῆς, καὶ ὅτι δύναται ν’ ἀνασταλῇ ἡ παραγραφὴ, ὅταν ἐξεδόθη μὲν τὸ ἔνταλμα, ἀλλ’ ἡ πληρωμὴ δὲν ἐπραγματοποιήθη ἕνεκεν ἐμποδίων, ἐκ τῶν ἀρχῶν προελθόντων». Ἀλλ’ ἂν τοιαύτη, ὁποίαν ἰσχυρίζεται ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς, ὁ καὶ διεξοδικώτερον πραγματευθεὶς τὰ τῆς παραγραφῆς, ἦναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 70, τίνα ἔννοιαν θὰ εἶχον αἱ λέξεις «ἕκαστος πιστωτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν πιστοποιητικὸν περὶ τῆς ἐμπροθέσμου παρουσιάσεως τῶν τίτλων τοῦ δικαιώματός του»; Πείθεσθε δὲ βεβαίως, ὅτι τὸ ἄρθρον 70 ἔδωκεν εἰς τὸν πιστωτὴν τὸ δικαίωμα, νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν ἀπόδειξιν, ὅτι ἐπαρουσίασεν εἰς αὐτὸν τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἀπαιτήσεώς του ἔγγραφα, πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν νὰ διακόπτηται ἡ παραγραφὴ, ὅταν τὰ ἀναγκαῖα ἔγγραφα προσήχθησαν ἐμπροθέσμως. Ἐξετάσωμεν δὲ ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει, ἂν ὁ Σπάρταλης ὑπέβαλε τοὺς λογαριασμοὺς καὶ τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφά του ἐμπροθέσμως, ἤτοι πρὶν ἢ παρέλθῃ πενταετία. Αἱ πράξεις τῆς μετὰ τοῦ Κράτους ληψοδοσίας, αἱ μισθοδοσίαι, αἱ γενόμεναι πρὸς αὐτὸν χρηματικαὶ ἀποστολαὶ κλπ. ἐξηκολούθησαν οὐχὶ μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1874, ἀλλὰ μέχρι τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1875· ὁ Σπάρταλης κατὰ τὸ 1875 ὑπέβαλε τοὺς λογαριασμοὺς αὐτοῦ, ὑπέβαλε πάντα τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, τ’ ἀποτελοῦντα τοὺς τίτλους τῶν δικαιωμάτων του. Ἔκτοτε οὐδὲν ἐζητήθη νὰ ὑποβάλῃ ἔγγραφον· εἰς οὐδὲν δὲ καθυστέρησε, καὶ οὐδεμίαν ὑπέχει πλέον εὐθύνην ἐπὶ τῇ βραδύτητι, τῇ πέραν τῆς πενταετίας. Ἐνταῦθα ὑπάρχει ὁμολογουμένως τὸ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου προβλεπόμενον ἐμπόδιον τῶν ἀρχῶν. Αἱ ἀπαιτήσεις αὐτοῦ ἀνεγνωρίσθησαν καὶ ἐξεκαθαρίσθησαν κατὰ τὰ ἔτη 1878 καὶ 1879 ὑπὸ τῶν συσταθεισῶν Ἐπιτροπῶν, ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὑπὸ τῶν ἐγγράφων, ἅτινα ἀντηλλάγησαν μεταξὺ τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, ἰδίως δὲ μεταξὺ τῶν Ὑπουργείων Οἰκονομικῶν καὶ Ναυτικῶν. Τὰ Ὑπουργεῖα καὶ αἱ Ἐπιτροπαὶ ἀνεγνώρισαν, πρὶν ἢ παρέλθῃ πενταετία, ἤτοι πρὸ τοῦ 1880, ὅτι ὠφείλετο εἰς τὸν Σπάρταλην τὸ ποσὸν 6,000 λιρῶν, καὶ ὅτι ὁ Σπάρταλης εἶχεν ἤδη ὑποβάλει ἅπαντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀποδεικτικὰ καὶ παραστατικὰ τοῦ δικαιώματός του. Ἐὰν γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ γνώμη τοῦ ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ, καθ’ ἣν ὡς ἐμπόδιον ἐκ τῶν ἀρχῶν ἀνεγνώρισε τὸ ἄρθρον 70, μόνον τὸ κατὰ τὴν πληρωμὴν παρεμβαλλόμενον, οὐχὶ τὸ κατὰ τὴν ἀναγνώρισιν, τότε τὸ Δημόσιον ἔσεται ὁ διδάσκαλος τῆς κακῆς πίστεως, διότι ἡ Ἀρχὴ, εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελε πολίτης τις προσαγάγει πάντα τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, τὰ ὑποστηρίζοντα μίαν νόμιμον ἀπαίτησίν του, δύναται νὰ παρεμβάλλῃ δυσκολίας, δύναται ν’ ἀναβάλλῃ ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν τὴν ἔκδοσιν τοῦ χρηματικοῦ ἐντάλματος, μέχρις οὗ λήξῃ ἡ πενταετία, ὅτε ἐπέρχεται ἡ παραγραφή. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ἀνέγνωσε τὸ σκεπτικὸν μιᾶς ἢ δύο ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἵνα σᾶς πείσῃ ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπικρατοῦσα παρ’ ἡμῖν νομολογία. Ἔχω ἄπειρον σεβασμὸν εἰς τὴν νομολογίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ εἰς τὰ φῶτα τῶν μελῶν αὐτοῦ, δύναμαι ὅμως νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μαρτυρίαν πάντων τῶν ἐν τῇ Βουλῇ νομικῶν, ἂν ἡ νομολογία τοῦ Ἀρείου Πάγου ὑπῆρξε πάντοτε σταθερὰ ὡς πρὸς οἱονδήποτε νομικὸν ζήτημα. Σᾶς ἔφερε μίαν ἀπόφασιν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, καθ’ ἣν ὡς ἐμπόδιον, παρεμβαλλόμενον ὑπὸ τῶν Ἀρχῶν, εἶναι τὸ κατὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐντάλματος καὶ οὐχὶ κατὰ τὴν ἀναγνώρισιν τῆς ἀπαιτήσεως· ἀλλ’ ἔχω καὶ ἐγὼ ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ὁποία τὴν ἀντίθετον καθιεροῖ νομολογίαν. Ἡ ἀπόφασις φέρει ἀριθμὸν 49 τοῦ ἔτους 1870, ἔχει δὲ οὕτω (ἀναγινώσκει):

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

τῆς ὑπ’ ἀριθ. 49 ἔτους 1870 ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου. «Ἐπειδὴ ἐμπόδιον, προερχόμενον ὑπὸ τῶν ἀρχῶν, εἶναι, κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ νόμου, καὶ ἡ περίπτωσις, καθ’ ἣν τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον, δι’ ἔλλειψιν νομίμου πιστώσεως, κατὰ τὰ ἐν τῷ αὐτῷ νόμῳ κεκανονισμένα, δὲν ἐκδίδει τὸ περὶ πληρωμῆς ἔνταλμα, καὶ ὑπάρχοντος τοιούτου ἐμποδίου, δὲν χωρεῖ ἡ πενταετὴς παραγραφή. «Ἐπειδή, ὁμολογοῦντος τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ διὰ τοῦ αὐτοῦ πιστοποιητικοῦ, ὅτι ὀφείλονται τῷ Π. δρ. 422 δι’ ἔξοδα τῶν κατὰ τὸ 1861 γενομένων αὐτοῦ μεταθέσεων, τὰ δὲ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα ἐγκαίρως ἀπὸ τοῦ 1861 ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, τὸ Δικαστήριον τῶν Πρωτοδικῶν ὀρθῶς ἀπέῤῥιψε τὴν ἔνστασιν τοῦ Δημοσίου κατὰ τῶν προσαχθέντων δικαιολογητικῶν ἐγγράφων περὶ μὴ ἀναγνωρίσεως δῆθεν αὐτῶν καὶ περὶ ἐλλείψεως τῆς δεούσης ἐπικυρώσεώς των, διότι ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἐξόδων, οἷά εἰσι τὰ παρὰ τοῦ Π. αἰτούμενα, εἶναι ἀνατεθειμένη διὰ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ νόμου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπερ διέταξε τὴν δαπάνην ταύτην, τὸ δὲ προκαλέσαν τὴν δαπάνην ταύτην Ὑπουργεῖον βεβαιοῖ, ὅτι ἐμπροθέσμως ὑπεβλήθη ἡ δικαιολόγησις τῆς δαπάνης καὶ ἀνεγνώρισε τὴν ὀφειλὴν αὐτήν»....

§32ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐμπόδια περὶ τὴν πληρωμὴν ἕνεκα ἐλλείψεως πιστώσεως.

§33ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς τὸ αὐτὸ συμβαίνει ἐνταῦθα, διότι ἐνταῦθα, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε πίστωσιν κατὰ τὸ ἔτος 1875, ὅτε ὑπέβαλε τοὺς λογαριασμούς του ὁ Σπάρταλης, βεβαίως ἤθελεν ἐκδώσει τὸ ἔνταλμα, διότι ὑπῆρχον πάντα τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, ὅσα ἐδικαιολόγουν τὴν πληρωμήν. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὰ τῆς νομολογίας, περὶ ἧς ἐμνήσθην, ἀποβαίνουσιν ἀντικείμενον ἐξετάσεως, ὅταν ὑπόθεσίς τις ἐκδικάζηται ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν Δικαστηρίων, δὲν εἶναι δὲ ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μεταβληθῇ εἰς Δικαστήριον. Εἰς ἡμᾶς, ὡς μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἐπιβάλλεται νὰ ἐξετάσωμεν, πῶς τὸ ἄρθρον 69 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου ἐφηρμόσθη μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῶν κατὰ καιροὺς Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων, ἐὰν δηλαδὴ αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις ἀνεγνώρισαν ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους αὐτὸ τοῦτο τὸ δικαίωμα, τὸ παραγόμενον ἐκ τοῦ ἄρθρου 69, ὡς δικαίωμα, πρὸς ἄρνησιν τῶν κατ’ αὐτοῦ βασίμων καὶ δεδικαιολογημένων ἀπαιτήσεων τῶν ἰδιωτῶν. Ὁσάκις ἐπαρουσιάσθησαν τοιαῦται ἀπαιτήσεις, μὴ ἀμφισβητούμεναι ἐν τῇ δικαστικῇ αὐτῶν ὑποστάσει, ὡς εἶναι ἡ τοῦ Σπάρταλη, πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις οὐδέποτε προέβαλλον τὴν ἔνστασιν τῆς παραγραφῆς, ἀλλὰ περιωρίζοντο μόνον νὰ ἀναγράφωσιν εἰς τοὺς Προϋπολογισμούς, ὑπὸ τὸ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, τὰ ποσὰ ταῦτα, ἢ νὰ προκαλῶσιν εἰδικὸν περὶ πιστώσεως νόμον, καὶ νὰ τὰ πληρόνωσι. Μίαν μόνον ὑποχρέωσιν ὑπελάμβανον αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις, ὡς ἐπιβαλλομένην αὐταῖς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 69, τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ ζητῶσιν, ὁσάκις ἐπρόκειτο περὶ πληρωμῆς χρέους τοιούτου, τὴν ἄδειαν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Οἱ κατὰ τὸ παρελθὸν Ὑπουργοὶ ἔκρινον, ὅτι, προκειμένου περὶ ἀπαιτήσεως, ἡ ὁποία ἐγεννήθη πρὸ 5 ἐτῶν, ὤφειλον νὰ μὴ προβαίνωσιν αὐτοὶ εἰς τὴν ἄμεσον ἐκκαθάρισιν καὶ πληρωμὴν καὶ δι’ ἕτερον λόγον, διότι ἀνάγεται ἡ τοιαύτη δαπάνη εἰς κεκλεισμένην ἢ διαγεγραμμένην χρῆσιν. Οὕτως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς καὶ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1879, ὅτε ὁ μακαρίτης Σ. Βαλαωρίτης εἶχε μίαν ἀπαίτησιν μισθοῦ, ἀναγομένην εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ 1875, προφανῶς δυνάμει τοῦ ἀπὸ 27 Ἰουνίου 1877 νόμου παραγεγραμμένην, ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς ἁπλουστάτης ἀναφορᾶς, ὁ Ὑπουργὸς οὗτος ἔγραψεν ἐπ’ αὐτῆς τῆς αἰτήσεως, ὡς ἐντολὴν πρὸς τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλόν του, τὰ ἑξῆς: «Περιληφθήτω εἰς τὰ ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων. 30 Νοεμβρίου 1879. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν Θ. Π. Δηλιγιάννης». Καὶ οὕτως ἀνεγράφη τὸ αἰτούμενον ποσὸν, συνεπείᾳ μόνης τῆς ἀναφορᾶς ἐκείνης τοῦ Σ. Βαλαωρίτου, ἐκ δραχμῶν 10,400, εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, καὶ ἐπληρώθη. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἔλαβον ἐκ τοῦ Ὑπουργείου, διότι ἔλαβον ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἀναγραφείσης ἐπὶ τούτῳ πιστώσεως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1880 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν· ὅπως ὅμως καλῶς ἀντιληφθῆτε τὰ τῆς παραγραφῆς ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, εἶναι ἀναγκαῖον νὰ γνωρίσω ὑμῖν, ὅτι ὡς πρὸς τὴν λογιστικὴν παραγραφὴν δὲν ἔχομεν μόνον τὸν νόμον περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ, ἔχομεν καὶ ἕτερον νόμον, φέροντα χρονολογίαν 27 Ἰουνίου 1877, στοιχ. ΧΛʹ, περὶ παραγραφῆς τῶν κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀγωγῶν. Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον 2 τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νόμου (ἀναγινώσκει): «Αἱ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν ἀγωγαὶ κατὰ τοῦ Δημοσίου, ἕνεκα καθυστερήσεως μισθῶν καὶ ἄλλων ἀποδοχῶν, παραγράφονται μετὰ διετίαν, ἀφ’ ἧς κατὰ πρῶτον ἐγεννήθη τὸ πρὸς ἀγωγὴν δικαίωμα, ἐκτὸς ἐὰν ἡ ἀπαίτησις ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ὁπότε παραγράφονται μετὰ πενταετίαν ἀπὸ τῆς ἀναγνωρίσεως.»....

§34ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἔχει ἀναδρομικὴν δύναμιν.

§35ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ εἰδικὴν διάταξιν τοῦ αὐτοῦ νόμου, τὸ πρὸς παραγραφὴν δικαίωμα ἄρχεται καὶ ὡς πρὸς τὰς ὑφισταμένας κατὰ τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ ἀπαιτήσεις, ἀφ’ ἧς ἐγεννήθη τὸ πρὸς ἀγωγὴν δικαίωμα, κατὰ τοῦτο δὲ ἐτροποποιήθη τὸ ἄρθρον 69 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, καθ’ ὃ ἡ πενταετία ἐμετρᾶτο ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς χρήσεως, εἰς ἣν ἀνήγετο ἡ δαπάνη. Μετὰ τὸν νόμον τοῦ 1877 ἔχομεν πολλοὺς Προϋπολογισμούς, οἱ ὁποῖοι ἀναγράφουσιν εἰς τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων πολλὰς ἀπαιτήσεις παραγεγραμμένας, καθ’ ὅλον δὲ τὸ διάστημα τοῦτο δὲν διεχειρίζετο ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, διεχειρίζοντα αὐτὰ καὶ ἄλλοι. Ὡς παράδειγμα δὲ σᾶς φέρω τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, ἐν τῷ ὁποίῳ θὰ εὕρητε ἀναγεγραμμένας πολλὰς παραγεγραμμένας ἀπαιτήσεις κατὰ τοῦ Δημοσίου ἐκ μισθῶν ὑπαλλήλων καὶ ἄλλων ἀποδοχῶν....

§36ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζετε, ἐὰν δὲν εἶχε διακοπῆ ἡ παραγραφὴ αὐτῶν;

§37ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς ῥητῶς γίνεται μνεία, ὁσάκις ὑπάρχωσι δικαστικαὶ ἀποφάσεις. Εἰς τὰς ἀπαιτήσεις ὅμως, περὶ ὧν ποιοῦμαι μνείαν, οὐδεμία σημείωσις περὶ δικαστικῶν ἀποφάσεων ὑπάρχει.

§38ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δύναται νὰ διακοπῇ ἡ παραγραφὴ καὶ μόνον δι’ ἀγωγῆς.

§39ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε, παρακαλῶ. Ἐγὼ ὑπέλαβον, ὅτι, προκειμένου περὶ παραγραφῆς, δι’ ἣν ἐποιήσατε τοσοῦτον πάταγον, ἠθέλετε μελετήσει τοὺς Προϋπολογισμοὺς τοῦ Κράτους, καὶ ἠθέλετε εὕρει ὅσα ἐγὼ σᾶς ἀναφέρω. Παρατηρῶ λοιπὸν, ὅτι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, Προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ εὕρητε ἀναφερομένας πολλὰς ἀπαιτήσεις, καθ’ ὧν νομίμως ἠδύνατο νὰ προβληθῇ ἡ τῆς παραγραφῆς ἔνστασις· ἐπὶ παραδείγματι, ὁ νῦν ἐν Λονδίνῳ Πρέσβυς κ. Γεννάδιος ὑπῆρξε Γραμματεὺς Πρεσβείας εἰς παλαιὰς ἐποχὰς καὶ ἠξίου μισθὸν ἀπὸ 25 Ἀπριλίου μέχρι 18 Ἰουνίου 1881, ἤτοι δραχμὰς 1148. Οὐδεμία δίκη ἐγένετο, οὐδεμία ἀγωγὴ ἐκοινοποιήθη, ἡ διετὴς παραγραφὴ ἦτο ὡμολογημένη, ὁ τότε ὅμως Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέγραψε τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὸ ἐπλήρωσε. Πλὴν τούτου ἔχομεν «διὰ τὸ δαπανηθὲν ὑπ’ αὐτοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1879 χάριν ἐθνικοῦ σκοποῦ ποσὸν λιρ. 36,15, ἐκ δραχ. 956», καθ’ ἧς ἀπαιτήσεως ἐχώρει καὶ ἡ διετὴς παραγραφή. Ἐν τούτοις καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνεγράφη εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 καὶ ἐπληρώθη. Εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν μάλιστα τοῦ 1885 θὰ εὕρητε καὶ τὴν λογιστικὴν παραγραφὴν τοῦ νόμου τοῦ 1887, καὶ τὴν παραγραφὴν τοῦ ἄρθρου 69 τοῦ νόμου περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ. Ἐν παραδείγματι θὰ εὕρητε καὶ πληρωμὴν Βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως εἴς τινας Βουλευτάς, π. χ. πρὸς τὸν Θ. Τζανετάκην ἡ Βουλευτικὴ ἀποζημίωσις τοῦ 1870 ἐκ δραχ. 2,000 ἐπληρώθη τὸ 1885, πρὸς τὸν Λ. Βούλγαρην, ὡς βουλευτὴν Ἄργους, ἀποζημίωσις τοῦ 1874, πρὸς τὸν Α. Ἰακωβάτον ἐπληρώθη κατὰ τὸ 1885 Βουλευτικὴ ἀποζημίωσις τοῦ 1866. Θὰ εὕρητε συνάμα καὶ πολλὰ ἕτερα ποσὰ, ὑπαγόμενα εἰς τὴν λογιστικὴν παραγραφήν. Δὲν εἶναι ὅμως μόνον αὐτὰ τὰ μικρὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσιν ἀναμφισβητήτως, ὅτι αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις, οὕτω πως ἐνόησαν καὶ ἐφήρμοσαν τὴν παραγραφήν· ἐνόησαν ὡς ὑποχρέωσιν αὑτῶν, νὰ ζητῶσι τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, δὲν ὑπέθετον δὲ ποτὲ, ὅτι τὸ ἄρθρον 69 δημιουργεῖ ὑπὲρ τῆς Ἑλλην. Κυβερνήσεως δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἠδύναντο νὰ προβάλωσι, διὰ νὰ καταργήσωσιν ἰδιωτικὰς ἀπαιτήσεις, ἢ νὰ καταστήσωσι πάντας τοὺς μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως συναλλαττομένους περιδεεῖς εἰς τὰς μετ’ αὐτῆς σχέσεις των. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλη ὑπόθεσις, οὐ μόνον σπουδαιοτέρα, ἀλλὰ καὶ ὁμοιάζουσα πρὸς τὴν προκειμένην. Ἡ Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοΐα εἶχεν ἕνα λογαριασμὸν ἐκκρεμῆ μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἀνεφέρετο εἰς διαχείρισιν ἀπὸ τοῦ 1871 ἕως τοῦ 1878. Ἦτο καὶ αὐτὸς λογαριασμὸς ἐμπορικὸς, ὡς ἦτο ὁ τοῦ κ. Σπάρταλη· ὅπως δὲ συμβαίνει εἰς ὅλους, οἵτινες, συναλλασσόμενοι ἐν μεγάλῃ ποσότητι μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐννοοῦσι νὰ καταφεύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια πρὸς διεκδίκησιν τῶν δικαιωμάτων των, οὕτω συνέβη καὶ εἰς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν, ἥτις οὐδέποτε ὑπελάμβανεν ὡς ἐνδεχομένην τὴν κατ’ αὐτῆς ἔνστασιν τῆς παραγραφῆς ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία λοιπὸν δὲν κατέφυγεν εἰς τὰ Δικαστήρια, ἀλλὰ κατέφυγεν εἰς ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον καταφεύγουσιν ὅλοι, ὅσοι ἔχουσι πεποίθησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, προσῆλθεν εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ παρέστησεν εἰς αὐτὸν, ὅπερ εἶχε δίκαιον. Ἦτο καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁ καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐδέχθη νὰ ἔλθῃ μετὰ τῆς Διευθύνσεως τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας εἰς μίαν ἐκκαθάρισιν, καὶ ἀφοῦ διωρίσθησαν ἁρμόδια πρόσωπα πρὸς ἔλεγχον τῶν λογαριασμῶν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ μακαρίτης Λομβάρδος, συνωμολόγησε συμβόλαιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεγνώρισεν ἐκ τῆς ἀπαιτήσεως αὐτῆς τὸ ποσὸν 800,000 δραχμῶν περίπου. Προέβη δὲ μόνον εἰς τὴν ἀναγνώρισιν, δὲν ἀνέλαβε δὲ οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν περὶ τῆς ἀμέσου πληρωμῆς, διότι τὰ τῆς πληρωμῆς ἄφησε νὰ κανονισθῶσι βραδύτερον, ὅταν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἤθελε τὸ ἐπιτρέψει. Ἀλλ’ ἡ διάδοχος Κυβέρνησις, ἡ ὑπὸ τὸν ἡγέτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εὐθὺς, ὡς ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, προὐκάλεσε διὰ Β. Διατάγματος ἐκτάκτους πιστώσεις, διὰ τῶν ὁποίων ἐνήργησε τὴν πληρωμήν· ἐπρόκειτο δὲ περὶ ἀπαιτήσεως, ἀρχομένης, ὡς εἶπον, ἀπὸ τοῦ 1871 καὶ ληγούσης τὸ 1878. Μάλιστα κατὰ τὴν πληρωμὴν ἐπῆλθε καὶ ἀταξία τις λογιστικὴ, διότι, ἐνῷ ἐξεδόθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Β. Διάταγμα διὰ 300,000 δραχμῶν τὸν Μάρτιον τοῦ 1885, καὶ βραδύτερον αἱ παραστάσεις τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας ἔπεισαν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προβῇ εἰς τὴν πληρωμὴν καὶ ἑτέρων 200,000 δραχμῶν, κατὰ τὸν Ὀκτώβριον, ὅτε πλέον δὲν ἠδύνατο νὰ προέλθῃ εἰς τὴν πρόκλησιν Διατάγματος ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1884, τὸ ἐξέδωκεν εἰς βάρος τοῦ 1885, ὅτε δὲ βραδύτερον ἔφερεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς δύο ταύτας πιστώσεις, ἔῤῥιψεν ἀμφοτέρας εἰς βάρος τοῦ 1884, καὶ τοιουτοτρόπως ἀνέτρεψεν ὅ,τι τὸ πρῶτον εἶχεν ἀποφασισθῆ διὰ τῶν Διαταγμάτων. Κατὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ἀπαιτήσεων τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας δύο ὑπῆρχον παραγραφαὶ, εὐλόγως παροραθεῖσαι ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων τοῦ 1881 καὶ τοῦ 1885. Αἱ ἀπαιτήσεις αὗται ἐστηρίζοντο ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς τὸ ἐνιαύσιον χορήγημα, τὸ παρεχόμενον κατὰ τὴν σχετικὴν σύμβασιν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Ἑταιρίαν ταύτην. Αἱ ἀπαιτήσεις τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, αἱ ἐκ κεφαλαίου προερχόμεναι, ἔληξαν κατὰ τὸ 1875, καθόσον αἱ μετὰ ταῦτα μέχρι τοῦ 1878 ἀπαιτήσεις αὐτῆς ἀνεφέροντο εἰς τόκους. Ἐν τούτοις κατὰ τὸ 1881, κατὰ μῆνα Ἀπρίλιον, διευθύνοντος τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ κ. Σωτηροπούλου, προεκλήθη Β. Διάταγμα, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἔκτακτος πίστωσις ἐκ δραχμῶν 400,000 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1881, ὑπὸ τὸν τίτλον «ἀπόδοσις τῶν πρὸς τὴν Ἑταιρίαν τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας ὀφειλομένων». Τὸ ποσὸν τοῦτο ἐπληρώθη μετὰ τὸ ἐκδοθὲν Διάταγμα, καίτοι ἀνεφέρετο εἰς ἀπαιτήσεις ἢ ὑπηρεσίας τῆς Ἑταιρίας πρὸ τοῦ ἔτους 1875, καίτοι οὐδεμία ἀγωγὴ ἢ δίκη ἠγέρθη ἐπὶ τούτῳ. Τοῦτ’ αὐτὸ ἐγένετο καὶ κατὰ τὸ 1885, καθ’ ὃ ἐπληρώθη τὸ ὑπόλοιπον τῶν ἀπαιτήσεων τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας ἐκ δραχμῶν 850 χιλιάδων, καίτοι ἀνεφέρετο εἰς ὑπηρεσίας, ἢ ἀπαιτήσεις, λαβούσας χώραν πρὸ πενταετίας. Ὑπῆρξεν ὅμως καὶ ἑτέρα ὀφειλὴ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν ἐν Λονδίνῳ ἐμπορικὸν οἶκον «Μελᾶ καὶ Μαυρογιάννη» διὰ καταβολὰς τοῦ οἴκου τούτου, γενομένας κατὰ τὸ 1859 εἰς τὴν ἀγορὰν τοῦ πλοίου «ἡ Ἑλλάς», καὶ ἐκ τόκων ἐπὶ τῶν καταβολῶν τοῦ οἴκου τούτου. Ἐκ τῆς δοσοληψίας ταύτης ἀπέμεινεν ὀφειλὴ 500 λιρῶν, δι’ ἔλλειψιν, ὑποθέτω, πιστώσεως. Ἠναγκάσθησαν δὲ οἱ δικαιοῦχοι, μετὰ παρέλευσιν πολλῶν ἐτῶν, νὰ καταφύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια, ἐφεσιβαλόντος δὲ τοῦ Δημοσίου τὴν ὑπὲρ αὑτῶν πρωτόδικον ἀπόφασιν, τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 712 τῆς 11 Μαΐου 1872 ἀποφάσεώς του ἀποφαίνεται (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ ὀρθῶς ἀπεῤῥίφθη ἡ ἔνστασις τῆς πενταετοῦς ἐκ τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου παραγραφῆς, διότι δὲν προσβάλλει τὸ ἀπὸ 18 Μαρτίου 1868 ἔγγραφον τοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ, διὰ δὲ τοῦ ἐγγράφου τούτου ἀποδεικνύεται, ὅτι ἀνεγνωρίσθη τὸ περὶ οὗ νῦν πρόκειται χρέος τοῦ Δημοσίου. Ἑπομένως διεκόπη τοιουτοτρόπως ἡ εἰρημένη παραγραφή». Ἰδοὺ δὲ καὶ ἄλλη σκέψις τῆς αὐτῆς ἀποφάσεως (ἀναγινώσκει): «Ὑπολογιστέοι δὲ εἶναι καὶ οἱ ὀφειλόμενοι τόκοι, τὸ δὲ περὶ τοῦ ἐναντίου παράπονον τοῦ Δημοσίου, διά τε ταῦτα καὶ τοὺς ἐν τῇ προσβαλλομένῃ ἀποφάσει ἐκτεθειμένους σχετικοὺς περὶ τούτου λόγους, δὲν εἶναι βάσιμον», Δηλαδὴ καὶ τὴν ἄλλην ἔνστασιν τοῦ Δημοσίου ὡς πρὸς τοὺς τόκους ἐπίσης ἀπέῤῥιψεν. Εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ἡ ὑπόθεσις αὕτη συνεβιβάσθη διὰ πρακτικοῦ, καὶ τὸ Δημόσιον, λαβὸν πίστωσιν, ἐπλήρωσε τὸ ποσὸν αὐτὸ, καίτοι ἀπὸ τοῦ 1859 μέχρι τοῦ χρόνου τῆς πληρωμῆς ἐμεσολάβησαν πολλὰ ἔτη, καίτοι, προκειμένου περὶ ἀπαιτήσεως τοῦ 1859, ἡ ἀγωγὴ ἠγέρθη τὸ 1867. Ταῦτα πάντα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις παρεδέχθησαν τὴν ἀρχὴν, ὅτι αἱ τοιαῦται ἀπαιτήσεις δὲν πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν πενταετῆ παραγραφὴν, διότι ἡ τοιαύτη παραγραφὴ δὲν συντελεῖ εἰς ἐπίῤῥωσιν τῆς δημοσίας πίστεως. Ἀλλά, Κύριοι, μὴ ὑπολάβητε, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔχουσι τῷ ὄντι περὶ παραγραφῆς αὐτὴν τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν τοσοῦτον ἐνθέρμως ὑποστηρίζουσιν ἐν τῇ προκειμένῃ ὑποθέσει. Ἀφίνω ὅσα εἶπον, ἀφορῶντα εἰς τὸ παρελθὸν, καὶ ὑπομιμνήσκω ὑμῖν γεγονὸς νεώτατον καὶ προσφατώτατον, λαβὸν χώραν ἐν τῇ παρούσῃ Συνόδῳ τῆς Βουλῆς. Συνάμα μὲ τὴν πίστωσιν, περὶ ἧς συζητοῦμεν, ὑπεβλήθη καὶ μία ἄλλη πίστωσις, πίστωσις περὶ κανονισμοῦ προσωρινῶν δανείων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Καὶ ἐν τῇ πιστώσει ταύτῃ ὑπῆρχεν ἀκριβῶς ἡ πενταετὴς παραγραφὴ, καὶ οὐ μόνον ὑπῆρχεν ἡ πενταετὴς παραγραφὴ, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ῥητῶς εἶπεν ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ, ὅτι μόνον ἡ ἔνστασις τῆς παραγραφῆς τῆς πενταετοῦς ἠδύνατο νὰ προταθῇ, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἄρθρον 70 ἡ ἀναβολὴ τῆς πληρωμῆς προῆλθεν ἀπὸ ἐμπόδια τῶν ἀρχῶν, διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰς τὸ τέλος ἑκάστου ἔτους ἀπέστελλε τακτικῶς τοὺς λογαριασμούς της, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐξέδιδε τὰ προσήκοντα ἐντάλματα. Τί ἄλλο ἔπραξε καὶ ὁ Σπάρταλης; ἀπέστελλε τοὺς λογαριασμούς του, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐξέδιδε τὰ χρηματικὰ ἐντάλματα...

§40ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν οὐδόλως ἀντελήφθην τὴν ἔνστασιν τῆς παραγραφῆς.

§41ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προκαλέσω τὴν ἀντίληψιν καὶ προσοχὴν ὑμῶν.

§42ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλειπον μίαν ἡμέραν. Δὲν ἤμην παρὼν τότε.

§43ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γινώσκω, εἶναι, ὅτι ὑμεῖς, ὁ ὁποῖος ὑπὲρ τῆς παραγραφῆς τοσοῦτον θερμῶς συνηγορήσατε, καὶ οἱ ἄλλοι νομικοὶ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἱ τοσοῦτον ἀγωνιζόμενοι κατὰ παντός, ὅ,τι παρουσιάζεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐπιψήφισιν, ἀνεγνώσατε ἢ ὠφείλετε νὰ ἀναγνώσητε ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου περὶ πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 1,700,000 εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν λόγω τόκων, ὀφειλομένων πρὸς αὐτὴν, ὅτι ὑπάρχει παραγραφὴ, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς εἶπεν, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ παραγραφὴ ἀποδίδεται εἰς ἐμπόδια, προελθόντα ἐκ μέρους τῶν ἀρχῶν, δι’ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου...

§44ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡμεῖς δὲν τὸ ἐψηφίσαμεν.

§45ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐψηφίσθη, καὶ εἶναι ἤδη νόμος τοῦ Κράτους, διακεκριμένον δὲ μέλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος εἶναι λίαν ἐντριβὴς εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὰς πιστώσεις, ἐπ’ αὐτῆς τῆς πιστώσεως ὡμίλησε, καὶ ἐζήτησε τὴν προσαγωγὴν τῆς διαμαρτυρίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐζήτησε τὸν λογαριασμὸν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀποδεικνύεται ἡ ὀφειλὴ αὕτη τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἐζήτει πολλὰς ἐξηγήσεις καὶ ἐτήρει ἀνὰ χεῖρας τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπέγραψε δὲ μετ’ ἄλλων τριῶν ἀξιοτίμων μελῶν τῆς ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ μειοψηφίας τὴν πρὸς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, δι’ ἧς αὕτη συνέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν παμψηφεὶ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου...

§46ΛΕΒΙΔΗΣ. Σύγκρισις ἐπ’ ἀνομοίων πραγμάτων. Ἄλλως τε δὲν ἐψηφίσαμεν ἡμεῖς αὐτὰ τὰ πράγματα.

§47ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ φέρει καὶ τὴν ὑπογραφὴν ὑμῶν· ἡμεῖς δὲ δὲν εἴχομεν οὐδένα λόγον νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τῆς παραγραφῆς. Ἡμεῖς εἴχομεν ἀντίθετον ἰδέαν περὶ παραγραφῆς ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ, διότι ἡμεῖς, καίτοι ἐνομίζομεν, ὅτι ὑπάρχει παραγραφὴ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 69, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ παραγραφὴ προῆλθεν ἐκ τῶν Ἀρχῶν, ἔπρεπε νὰ μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, κατὰ τὴν ὀρθὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 70, ὡς φρονοῦμεν καὶ ἐν τῇ ὑπὸ συζήτησιν ὑποθέσει. Ἐξ ὅσων εἶπον ἐπείσθητε, ὅτι καὶ τυπικῶς ἀκόμη ἡ παραγραφὴ δὲν χωρεῖ ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, καὶ ὁ γενόμενος ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ θόρυβος δὲν εἶχε σκοπὸν τὴν ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς παραγραφῆς συνηγορίαν, ἀλλὰ πολιτικὸν μόνον σκοπόν, καὶ ἅπασα ἡ πολυμάθεια καὶ εὐγλωττία τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατηναλώθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς παραγραφῆς ἄνευ πρακτικοῦ τινος ἀποτελέσματος. Συνεπλήρωσα ἤδη τὰς ὁποίας ὤφειλον νὰ μεταδώσω εἰς τὴν Βουλὴν παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς παραγραφῆς, ἣν προέβαλον οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Τελευταῖον ἐμνημόνευσα νομοσχεδίου τινὸς, τὸ ὁποῖον ἐν αὐτῇ ταύτῃ τῇ Συνόδῳ ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ, καὶ τὸ ὁποῖον μετεβλήθη ἤδη εἰς νόμον τοῦ Κράτους, τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν προσωρινῶν δανείων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐπειδὴ δὲ ἤκουσα ἀντιῤῥήσεις ἢ ἐνδοιασμοὺς περὶ τοῦ, ἂν καὶ ἐν τῷ κανονισμῷ τῶν χρεῶν ἐκείνων ὑπάρχῃ ἡ παραγραφὴ τοῦ ἄρθρου 69 τοῦ νόμου περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ, εἶπον, ὅτι περὶ τούτου ὁ εἰσαγαγὼν τὸ νομοσχέδιον Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ῥητῶς ἐν τῇ ἐκθέσει του ἐποιήσατο μνείαν. Δὲν εἶχον προηγουμένως πρόχειρον τὸ φυλλάδιον, τὸ ὁποῖον περιεῖχε καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν συνοδεύουσαν τὸ νομοσχέδιον. Ἰδοὺ ἡ παράγραφος, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸ θέμα τῆς παραγραφῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ τόκος τῶν ἀνωτέρω δανείων, ἀναγραφόμενος ὡς τακτικὸν δημόσιον ἔξοδον εἰς τοὺς Προϋπολογισμοὺς, ὑπήγετο εἰς τὴν παραγραφὴν τοῦ ἄρθρου 69 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου. Ἀπαλλάσσονται ὅμως τῆς παραγραφῆς ταύτης, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ αὐτοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, διότι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἐξέδιδε τὰ ἀναγκαῖα χρηματικὰ ἐντάλματα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπὸ τῆς Τραπέζης ὑποβαλλομένων καθ’ ἑξαμηνίαν λογαριασμῶν.» Οἱ ψηφίσαντες τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ὅπου ἐξ ἐμποδίου τῶν ἀρχῶν τοῦ Κράτους παρεμβάλλεται οἱονδήποτε πρόσκομμα, ἡ ἔνστασις τῆς παραγραφῆς δὲν χωρεῖ. Ἐν τῇ πεποιθήσει ταύτῃ εἰσηγήσατο καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο καὶ τὸ παρὸν ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν ὅμως οἱ ἀξιότιμοι ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶχον τὴν αὐτὴν γνώμην, ἣν ὑποστηρίζουσι νῦν, ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας τῆς πιστώσεως, τῆς ἀφορώσης εἰς ἐξόφλησιν ὀφειλῆς τοῦ Κράτους πρὸς τὸν Σπάρταλην, βεβαίως ὤφειλον καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νὰ προβάλωσι τὰς αὐτὰς παρατηρήσεις. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὸ ἕτερον θέμα, εἰς τὸ θέμα τῆς προμηθείας, διότι καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου πολλὰ ἐλέχθησαν....

§48ΤΙΝΕΣ. Θὰ ὁμιλήσητε πολύ;

§49ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν διακόπτετε;

§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ἐξακολουθήσωμεν αὔριον.

§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συζήτησις. (Οἱ Βουλευταὶ ἐγείρονται, ὅπως ἀπέλθωσιν).

§52ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπειδὴ θὰ γίνῃ εὐρεῖα συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν....

§53ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ φέρῃ τὴν ἀπάντησιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν διακοινώσεων τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι εἰς τὴν δικογραφίαν.

§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον εἰς τὰς 3 μ. μ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 47.
2Τῆς 26 Δεκεμβρίου 1888.
3(Δευτέρα)
4Ὥρᾳ 3 μ. μ.
5(Προεδρεύοντος τοῦ Ἀντιπροέδρου κ. Καΐρη).
6(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται
7τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον; (Οὐδεὶς ἀποκρίνε-
9ται). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.—Ἐξακο-
10λούθησις τῆς γʹ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας
11ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως
121888 ἐκ δραχμῶν 335,110.
13§2ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμε-
14ρησίας διατάξεως.
15§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῦ ἦσθε πρίν, κύριε Γεροκωστόπουλε;
16Εἰσήλθομεν ἤδη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
17§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφήσατε, παρακαλῶ,
18κύριε Πρόεδρε.
19§5ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προχθὲς εἶχον παρακαλέσει
20τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος
21προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὑπ’ ἀριθ. 60,965 τοῦ 1887
22ἐπισημειωτικὴν διαταγήν του πρὸς τὸ Βʹ Ἀρχηγεῖον στρα-
23τοῦ. Τὴν παράκλησίν μου ταύτην ὑπέβαλον καὶ ἐγγράφως....
24§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σήμερον διεβιβάσθη.
25§7ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν παραπονοῦμαι κατὰ τῆς
26βραδύτητος, ἀλλ’ ἄνευ τῆς προσαγωγῆς τοῦ ἐγγράφου τού-
27του εἶναι ἀδύνατον, κατὰ τὴν κρίσιν μου, νὰ ἐξακριβωθῇ
28τελείως ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν
29ἐπὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὸν προβιβασμὸν τοῦ κ. Ντάη· διότι,
30κατὰ τὰς πληροφορίας μου, ἐκ τοῦ ἐγγράφου τούτου προ-
31κύπτει ἡ ὑπέρβασις, ἧς ἐποιήσατο χρῆσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς
32τῶν Στρατιωτικῶν, προβιβάζων τὸν εἰρημένον ἀξιωματικόν,
33καθόσον ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ ἐκτίθενται ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κ.
34Ὑπουργοῦ οἱ λόγοι καὶ τὰ ἐκ τοῦ νόμου κωλύματα πρὸς
35τὸν προβιβασμὸν τοῦ κ. Ντάη. Τοσοῦτον μάλιστα ἐθεω-
36ρήθη παράτολμος ἡ περὶ προβιβασμοῦ αἴτησις τοῦ κ. Ντάη,
37ὥστε τὸ Βʹ Ἀρχηγεῖον στρατοῦ διετάχθη νὰ μὴ δεχθῇ
38πλέον ἄλλην ἀναφορὰν τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου περὶ προα-
39γωγῆς του, προφανῶς μὴ ἐπιτρεπομένης ὑπὸ τῶν κειμένων
40νόμων. Ἐννοεῖτε, λοιπὸν, Κύριοι, τὴν σπουδαιότητα τοῦ
41αἰτουμένου ἐγγράφου, διότι ἐκ τούτου θὰ πεισθῆτε, ὅτι ἐνῷ
42δι’ αὐτοῦ τοῦ στόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιω-
43τικῶν ἐχαρακτηρίσθη παράτολμος ἡ αἴτησις περὶ προαγω-
44γῆς του, ἣν ὁ κ. Ντάης ἐτόλμησε νὰ ζητήσῃ, ἐν τούτοις
45μετ’ ὀλίγας ἡμέρας αὐτὸς ὁ ἴδιος Ὑπουργὸς παραδόξως
46προέβη εἰς τὸν προβιβασμόν. Τούτου ἕνεκεν ἐπιμένω, παρα-
47καλῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως εὐαρε-
48στηθῇ καὶ προσαγάγῃ τὸ εἰρημένον ἔγγραφον. Ἐν τούτοις
49καὶ ἄνευ αὐτοῦ θὰ εἴπω ἀπὸ τοῦδε ὀλίγας λέξεις περὶ τῆς
50ὑποθέσεως ταύτης, ἐπιφυλασσόμενος, ὅταν προσαχθῇ τὸ ἔγ-
51γραφον, νὰ ὁμιλήσω εὐρύτερον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου,
52τὸ ὁποῖον, ἂν κατὰ τὴν γνώμην τινῶν ἦναι ἀσήμαντον,
53καθ’ ἡμᾶς ὅμως πολλὴν ἐνέχει τὴν σπουδαιότητα, καίτοι
54ἔχω ὑπ’ ὄψει, ὅτι σήμερον ἐξωκειώθημεν μὲ τὰς παραβά-
55σεις τῶν νόμων, διότι τὸ φαινόμενον τοῦτο κατέστη σύνη-
56θες, καὶ ἡ πολιτικὴ αἰσθητικότης μας ἠμβλύνθη ἐπὶ τοσοῦ-
57τον, ὥστε δὲν ἐξεγείρεται πλέον τὸ αἴσθημα ἐκεῖνο, τὸ
58ὁποῖον ζωηρὸν ἄλλοτε ἀνεπτύσσετο, ὁσάκις κατηγγέλλετο
59καὶ ἡ ἐλαχίστη παραβίασις.
60Ἡ παραβίασις τῶν κειμένων νόμων παρ’ οἱουδήποτε
61ὑπαλλήλου, δικαίως ἐπισύρει τὴν κατάκρισιν, ἀλλ’ ὅταν
62αὕτη διαπράττηται ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν, δικαίως ἐφελκύει
63τὸν δριμύτερον τῶν ἐλέγχων. Οἱ Ὑπουργοὶ, τυγχάνοντες οἱ
64προϊστάμενοι τῶν διαφόρων κλάδων τῆς δημοσίας διοική-
65σεως, ὀφείλουσιν, ὡς ἐκ τοῦ ὕψους τῆς θέσεώς των, μετ’ εὐλα-
66βείας νὰ ἐκτελῶσι τοὺς νόμους, δίδοντες οὕτω τὸ καλὸν πα-
67ράδειγμα εἰς τοὺς κατωτέρους ὑπαλλήλους περὶ τοῦ ὀφει-
68λομένου πρὸς τοὺς νόμους σεβασμοῦ. Προκειμένου μάλιστα
69περὶ τοῦ στρατοῦ, ὁ Ὑπουργὸς πρέπει μετ’ ἄκρας δικαιοσύνης
70καὶ νομιμότητος νὰ κανονίζῃ πάσας τὰς πράξεις αὐτοῦ,
71ὅπως συντηρῆται ἀκμαῖον τὸ φρόνημα τοῦ στρατοῦ καὶ κρα-
72ταιῶται ἐν ζήλῳ καὶ πειθαρχίᾳ. Ἀλλὰ βεβαίως τὰ ἀγαθὰ
73ταῦτα δὲν δύνανται νὰ ἐπιτευχθῶσιν ἐν τῷ στρατῷ, ὅταν
74ῥίπτωμεν ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ τὸν δισταγμὸν, ὅταν κλονί-
75ζωμεν τὴν πεποίθησιν αὐτοῦ. Πῶς θέλετε, Κύριοι, νὰ ἔχω-
76μεν στρατὸν ἄξιον τῆς ὑψηλῆς ἀποστολῆς του, ὅταν αὐτὸς
77βλέπῃ, ὅτι ὁ φατριασμὸς καὶ ἡ αὐθαιρεσία τὸν διέπουσι,
78καὶ ὅτι οἱ προβιβασμοὶ δὲν εἶναι τὸ βραβεῖον τῶν στρατιω-
79τικῶν ἀρετῶν καὶ τῆς εὐδοκίμου ὑπηρεσίας κατὰ τοὺς νό-
80μους, ἀλλ’ ὅτι οὗτοι ἀπονέμονται αὐθαιρέτως καὶ ἐκτὸς
81παντὸς νόμου ἐπὶ τῇ βάσει προσωπικῶν συμπαθειῶν, ἢ ἄλ-
82λων ἐκνόμων ὑπολογισμῶν;
83Ἡ σπουδαιότης ἄρα τοῦ θέματος μᾶς καλεῖ νὰ ἐπιτελέ-
84σωμεν τὸ καθῆκον τοῦ ἐλέγχου, καίτοι δὲν θὰ λείψουν καὶ
85πάλιν αἱ μομφαί, ὅτι ἡμεῖς οὐχὶ πρὸς τοῦτο, ἀλλὰ
86πρὸς παρακώλυσιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου ἀνερχό-
87μεθα τὸ βῆμα....
88§8ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι συκοφαντία αὐτή;
89§9ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως συκοφαντία, καὶ βα-
90ρυτάτη μάλιστα. Ἡμεῖς, Κύριοι, παρακωλύομεν τὰς ἐργα-
91σίας τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ συντελοῦμεν εἰς τὸν δυσφημισμὸν
92τοῦ πολιτεύματος, οἵτινες διὰ παντὸς τρόπου, καὶ δι’ ὧν
93πράττομεν καὶ δι’ ὧν λέγομεν, προσπαθοῦμεν, ἀντιτασσόμε-
94νοι ἐπιμόνως, νὰ μὴ συντελῶνται αἱ παρανομίαι, αἱ ὁποῖαι
95διαδέχονται ἡ μία τὴν ἄλλην; Καὶ δύνανται νὰ προσάψωσι
96τὴν αἰτίασιν ταύτην καθ’ ἡμῶν, τῶν μετὰ τόσης ἐγκαρτε-
97ρήσεως προσπαθούντων νὰ ἀποτρέψωμεν καὶ ἑτέραν παρα-
98νομίαν, συντελουμένην ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, στηριζομένης
99ἐπὶ τῆς ἀριθμητικῆς δυνάμεώς της;
100Ποῖοι, σᾶς παρακαλῶ, συντελοῦσιν εἰς τὴν μείωσιν τοῦ
101πολιτεύματος καὶ τὴν ἐξουθένωσιν τοῦ Κοινοβουλίου; Ἐκεῖ-
102νοι, οἵτινες ἐπεψήφισαν ἀνεξετάστως σωρείαν ἀντισυνταγμα-
103τικῶν νόμων, οὐ μόνον παραβιάσαντες τοὺς θεμελιώδεις ἡμῶν
104νόμους, ἀλλ’ ἐπενεγκόντες τὸ χάος καὶ τὴν σύγχυσιν ἐν τῇ
105νομοθεσίᾳ, περιαχθείσῃ εἰς ἀληθῆ κυκεῶνα καὶ λαβύρινθον,
106ἢ ἡμεῖς, οἵτινες ἀντέστημεν εὐθαρσῶς, ἀγωνισθέντες πάσῃ
107δυνάμει πρὸς ἀποτροπὴν τῶν τελεσθέντων; Ἐκεῖνοι, οἵτινες
108διὰ τῆς παραδοχῆς τῆς εὐρείας περιφερείας ἐξήρθρωσαν τὰς
109ἐπαρχίας καὶ κατέστησαν τὸ Κοινοβούλιον, οἷον τὸ βλέπετε,
110βωβὸν καὶ ὑποχείριον καὶ εἰς τὰς παραβολωτέρας ὀρέξεις
111τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ἡμεῖς, οἵτινες ἀντετάχθημεν ἐῤῥωμέ-
112νως κατὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοιούτου νόμου, οὐ μόνον ὑπο-
113σκάπτοντος ὑπούλως τὰ θεμέλια τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ
114καὶ συντελοῦντος εἰς τὴν ὑποδούλωσιν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ
115τὴν νοθείαν τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ συστήματος; Ἡμεῖς
116εἴμεθα ἄξιοι κατακρίσεως, οἵτινες ἐλέγχομεν ἀνεπιεικῶς τὰς
117ἀκολασίας, τὰς ὁποίας ἐν παντὶ βήματι τῆς κυβερνητικῆς
118πορείας ἀπαντῶμεν, ἢ ἐκεῖνοι, οἵτινες διὰ τῆς ψήφου των
119ἐπιδοκιμάζουσι καὶ τὰς καταφορωτέρας καὶ βαρυτέρας πα-
120ραβάσεις τῶν κυβερνώντων; Ἐστὲ, Κύριοι, δικαιότεροι, καὶ
121μὴ ἐπιῤῥίπτετε τὴν εὐθύνην σας εἰς ἄλλους, ἀγωνισθέντας
122νὰ σᾶς σταματήσωσιν ἐν τῇ κατωφερείᾳ, ἐν τῇ ὁποίᾳ φέ-
123ρεσθε, ἀκολουθοῦντες σύστημα, ὅπερ καὶ τὸ Κοινοβούλιον
124ἐξουθένωσε, καὶ εἰς ἐρείπια μετέβαλε πάσας τὰς ἐθνικὰς δυ-
125νάμεις, ὡς προσφυέστατα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἶπεν ἔντιμος
126ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος.
127Ἀλλὰ τὸ ἐπιῤῥίπτειν τὴν εὐθύνην ἐπ’ ἄλλους ἀποτελεῖ
128μέρος τοῦ συστήματος καὶ τῆς τακτικῆς, τὴν ὁποίαν μετέρ-
129χεται ἐν τῇ πολεμικῇ του ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἡ τακτικὴ
130αὕτη εἶναι τῳόντι εὐφυής, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ λίαν πονηρὰ
131καὶ ὀλεθριωτάτη. Θὰ ἦτο ἀξία συγχαρητηρίων, ἂν δὲν
132ἦτο κακῆς πίστεως καὶ ἂν δὲν συνετέλει εἰς παραπλάνησιν
133τοῦ δημοσίου φρονήματος. Τὴν τακτικὴν ταύτην τὴν εἴ-
134δομεν, Κύριοι, πανηγυρικῶς λειτουργοῦσαν κατὰ τὰς τε-
135λευταίας ταύτας ἡμέρας· εἰς τί δὲ αὕτη συνίσταται, εὐκόλως
136θὰ ἐννοήσητε, ἂν εὐαρεστηθῆτε νὰ μὴ κουρασθῆτε ἐν τῇ
137εὐμενεῖ προσοχῇ, μεθ’ ἧς μὲ ἀκούετε.
138Πρὸ πολλῶν ἤδη ἡμερῶν μᾶς ἀπησχόλει καὶ θέλει εἰ-
139σέτι μᾶς ἀπασχολήσει ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
140ἐπιψηφίσεως πιστώσεως 10,000 λιρῶν, πληρωτέων τῷ κ.
141Σπάρταλῃ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, πεισθεῖσα, ὅτι ἡ αἰτουμένη
142πίστωσις ἔπρεπε ν’ ἀποκρουσθῇ, ἀντετάχθη σθεναρῶς εἰς τὴν
143ἐπιψήφισίν της, καὶ ἀπέδειξε, στηριζομένη εἰς ἔγγραφα καὶ
144εἰς σαφεῖς νόμους, ὅτι οὐδὲν ὀφείλεται τῷ κ. Σπάρταλῃ.
145Ἀνεγνώσαμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰς γνώμας τῶν νομικῶν
146συμβούλων, τῶν διαφόρων Ἐπιτροπῶν, τὰς ἀποφάσεις τοῦ
147Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ ἀπεδείξαμεν, ὅτι ἡ πίστωσις
148δὲν στηρίζεται εἰς κἀνένα νόμον καὶ εἰς καμμίαν ὑποχρέωσιν
149τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ μόνον αἰτίαν ἔχει ἰδιαιτέρους λόγους
150τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὧν τὴν ἀνάλυσιν δὲν ἐπαναλαμβάνω,
151ἀλλ’ ἀξίους σφοδρᾶς κατακρίσεως. Τὴν πίστωσιν ἄρα ἀπε-
152κρούσαμεν καὶ ἀποκρούομεν, οὐ μόνον διότι πρόκειται νὰ
153ἀφαιρεθῶσιν ἱκαναὶ χιλιάδες δραχμῶν ἐκ τοῦ ἱδρῶτος καὶ
154τοῦ ὑστερήματος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅπως δοθῶσιν εἰς
155πρόσωπα, μεθ’ ὧν οὐδεὶς δεσμὸς συμπαθείας μᾶς συνδέει,
156ἀλλὰ καὶ διότι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν αὕτη ζητεῖται καὶ ἐπι-
157βάλλεται ὑπὸ τῶν ξένων, προσκρούει εἰς τὸ αἴσθημα τῆς
158ἐθνικῆς ἡμῶν τιμῆς καὶ αὐτοτελείας. Ἡ ἐκ τῆς συζητή-
159σεως ταύτης παραχθεῖσα ἀλγεινὴ ἐντύπωσις καὶ ἐν τῷ
160Κοινοβουλίῳ καὶ ἐν τῇ Ἑλληνικῇ κοινωνίᾳ δὲν διέλαθε τὴν
161ἀντίληψιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἀμέσως προσέφυγεν
162εἰς τὴν τακτικήν του· ἐσκέφθη, ὅτι ἔπρεπε νὰ προξενήσῃ
163περισπασμόν τινα ἐν τῇ κοινῇ γνώμῃ, διὰ νὰ ἐξασθενίσῃ
164τὴν ἐκ τῆς ὑποθέσεως Σπάρταλη ἐντύπωσιν, καὶ ἀμέσως
165ἐνεθυμήθη, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις τοῦ κ. Δηλι-
166γιάννη εἶχε δαπανήσει κατὰ τὴν ἐπιστρατείαν 12,000
167δραχμὰς ἄνευ δικαιολογητικῶν· δὲν ἔχασε καιρὸν, ἀλλ’
168εὐθὺς, ἀναβὰς τὸ βῆμα, διὰ προσπεποιημένης ἀγανακτή-
169σεως ἐζήτησε τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, τῶν δικαιολο-
170γούντων τὴν μνησθεῖσαν δαπάνην. Ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὡς
171ἦν ἑπόμενον, ἠρνήθη τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, καὶ
172πάνυ δικαίως, διότι δυνάμει εἰδικοῦ νόμου τῆς παρελθούσης
173Βουλῆς ἀπηλλάσσετο τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης. Ὁ κ. Πρω-
174θυπουργὸς δὲν ἠγνόει τοῦτο, ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη, ἐπαναλαμ-
175βάνω, νὰ ἐγείρῃ ἓν ζήτημα, ἔστω καὶ σολοικότατον, τὸ
176ἤγειρε, καὶ μᾶς ἀπησχόλησεν ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας, τὰς ὁποίας
177ὅμως δὲν κλαίουσιν ὡς ματαίως ἀπολεσθείσας. Ποῖον τὸ
178κέρδος ἐκ τῆς συζητήσεως ἐκείνης; Κατ’ οὐσίαν μηδὲν,
179ἀλλ’ ὡς εἶπον, ἦτο ἀνάγκη νὰ περισπασθῇ ἡ προσοχὴ, νὰ
180ῥιφθῇ ὁ δισταγμὸς εἰς τὴν κοινωνίαν, καὶ νὰ πιστεύσουν οἱ
181ἁπλοϊκοὶ, ὅτι δῆθεν κατάχρησίς τις ἐγένετο καὶ ἐπὶ τῆς
182προηγουμένης Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἐλαττωθῇ ἡ ἐντύπωσις
183ἐκ τῆς καταχρήσεως, ἥτις διὰ τῆς πιστώσεως Σπάρταλη
184ἐπιδιώκεται, καὶ νὰ εἴπῃ ὁ κόσμος, «ὅ,τι κάμνει ὁ Τρι-
185κούπης, τὰ ἴδια ἔκαμνε καὶ ὁ Δηλιγιάννης.» Ἐννοεῖται,
186ὅτι διὰ τοὺς γνωρίζοντας τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα,
187τὰ τετριμμένα πλέον ταῦτα τεχνάσματα δὲν ἔχουσι καμ-
188μίαν σημασίαν, προκαλοῦσι μόνον τὸ μειδίαμα εἰς βάρος
189τῶν μετερχομένων αὐτά. Καθόσον δὲ ἀφορᾷ εἰς τὸν κ. Δη-
190λιγιάννην, οὐδεὶς φίλος ἢ ἐχθρὸς θὰ τολμήσῃ νὰ διαμφισβη-
191τήσῃ τὴν διαχειριστικήν του ἀκρίβειαν· ἐὰν δ’ ἐπρόκειτό
192ποτε νὰ προσωποποιηθῇ δι’ ἀγαλματικῆς παραστάσεως ἡ
193ἁγνότης τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων χρημάτων, βεβαίως
194ὁ ἀνδριὰς οὗτος ἔπρεπε νὰ φέρῃ τὴν μορφὴν τοῦ κ. Δη-
195λιγιάννη.
196Τὴν αὐτὴν τακτικὴν μετεχειρίσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς,
197ὅταν διὰ τοῦ ἐλέγχου κατεδείχθη ὡς ἀπροκαλύπτως παρα-
198βιάσας τὸν νόμον ἐν τῇ προαγωγῇ τοῦ κ. Ντάη. Καὶ δύνα-
199ται νὰ ὑπάρξῃ, Κύριοι, ἀμφιβολία περὶ τῆς συντελεσθείσης
200παραβιάσεως ἐν τῷ θέματι τούτῳ; Ἂς ἀναπολήσωμεν, πα-
201ρακαλῶ, τὰ περὶ αὐτοῦ δι’ ὀλίγων λέξεων, ἐξετάζοντες τὸ
202ζήτημα ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν, διότι οὐδὲν δύναταί τις νὰ εἴ-
203πῃ κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ κ. Ντάη, ὃν, καίτοι δὲν ἔχω
204τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζω προσωπικῶς, δὲν δυσκολεύομαι νὰ
205παραδεχθῶ, ὅτι δύναται νὰ ἦναι ἄξιος πάσης ὑπολήψεως καὶ
206νὰ περικοσμῆται ὑπὸ προσωπικῶν καὶ στρατιωτικῶν ἀρετῶν.
207Ὁ κ. Ντάης κατελαμβάνετο ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας
208τὴν 7 Νοεμβρίου 1887, φέρων τότε τὸν βαθμὸν τοῦ Ἀντι-
209μοιράρχου· συνεπῶς ἔπρεπε νὰ τεθῇ εἰς ἀποστρατείαν, εἴτε
210τῇ αἰτήσει του, συνεπείᾳ προσκλήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
211Στρατιωτικῶν, εἴτε αὐτεπαγγέλτως ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ,
212κατὰ τὸ ῥητὸν γράμμα καὶ πνεῦμα τοῦ ἄρθρ. 2 τοῦ ΑΛΡʹ
213τοῦ 1882 νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας. Ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουρ-
214γὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρέλειψε νὰ προκαλέσῃ κατὰ τὴν
2157 Νοεμβρίου τὸ περὶ ἀποστρατεύσεως Διάταγμα, ἐνῷ ὁ νό-
216μος εἶναι ἐπιτακτικός, οὐδεμίαν ἐπιτρέπων ἀμφιβολίαν. Τὸ
217γεγονὸς τῆς ἀποστρατεύσεως ἅμα συμπληρωθῇ τὸ ὅριον τῆς
218ἡλικίας, ἐπέρχεται, οὕτως εἰπεῖν, ἐκ τοῦ νόμου, καὶ δὲν
219ἀφίεται εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅστις
220ὀφείλει νὰ προκαλέσῃ τὸ Β. Διάταγμα, διότι τὴν ἀποστρα-
221τείαν τὴν ἐπιφέρει ὁ νόμος, καὶ οὐχὶ τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον
222ἀναγράφει τὸ ἐκ τοῦ νόμου ἐπελθὸν γεγονὸς, ἵνα κανονισθῶ-
223σιν αἱ συνέπειαι περὶ τὴν νέαν κατάστασιν τοῦ ἀξιωματικοῦ.
224Ὁ χρόνος λοιπὸν τῆς ἀποστρατεύσεως συνεπείᾳ ὁρίου ἡλι-
225κίας ὁρίζεται κατά τινα τρόπον ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ νόμου, καθ’ ἣν
226ἡμέραν συμπληροῦται τὸ ὅριον, καὶ δὲν ἔχει τὴν δύναμιν,
227οὔτε τὸ δικαίωμα, ὁ Ὑπουργός, νὰ παρατείνῃ τὴν κατά-
228στασιν τῆς ἐνεργείας τοῦ ἀξιωματικοῦ μετὰ τὴν συμπλή-
229ρωσιν τοῦ ὁρίου ἡλικίας. Μ’ ὅλα ταῦτα ὁ κ. Ὑπουργὸς οὐ
230μόνον δὲν προὐκάλεσε κατὰ τὸν νόμιμον χρόνον τὸ περὶ
231ἀποστρατεύσεως Β. Διάταγμα, ἀλλὰ καὶ προέβη εἰς τὸν
232προβιβασμὸν αὐτοῦ, ὡς ἀποδεικνύει τὸ εἰς χεῖράς μου ἀπὸ
23315 Νοεμβρίου 1887 Β. Διάταγμα. Ἠδύνατο, σᾶς ἐρωτῶ,
234Κύριοι, νὰ προβῇ νομίμως ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὸν τοιοῦτον προ-
235βιβασμόν; Ἀναντιῤῥήτως οὐχί, ἀφοῦ ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀξιω-
236ματικός, δυνάμει τοῦ νόμου, εἶχε καταληφθῆ ὑπὸ τοῦ ὁρίου
237ἡλικίας τὴν 7 Νοεμβρίου.
238Ἀλλά, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὁρίου ἡλικίας, ἠδύνατο ὁ κ.
239Ντάης νὰ προβιβασθῇ κατ’ ἐκλογήν; Ὁ προβιβασμὸς κατ’
240ἐκλογὴν δὲν ἀφέθη ἄνευ περιορισμοῦ εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξου-
241σίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐξηρτήθη ἐξ ὅρων ῥητῶς ἀναγραφομέ-
242νων ἐν τῷ νόμῳ. Ἀκούσατε, Κύριοι, τὸ ἄρθρον 21 τοῦ ἀπὸ
24316 Ὀκτωβρίου 1861 Β. Διατάγματος περὶ ἐκτελέσεως τοῦ
244νόμου περὶ προβιβασμῶν (ἀναγινώσκει):
245«Ἄρθρ. 21. Οὐδεὶς ἀξιωματικὸς προβιβάζεται κατ’ ἐκλο-
246γήν, ἂν δὲν διατελῇ ἐν ἐνεργείᾳ, ἂν διὰ τῶν γνώσεων, τῶν
247προσπαθειῶν καὶ τῆς δραστηριότητός του δὲν διέπρεψεν ἀπο-
248δεδειγμένως εἰς ὃ ὑπηρετεῖ σῶμα, ἢ ἂν κατά τινα περίστα-
249σιν δὲν διέπρεψεν ὡσαύτως ἐπὶ στρατιωτικῇ ἀρετῇ, καὶ κατὰ
250συνέπειαν τούτων, ἂν κατὰ τὴν τελευταίαν γενικὴν ἐπιθεώ-
251ρησιν δὲν ἀνεγράφη εἰς τὸν πίνακα τῶν ὑποψηφίων προβι-
252βασμοῦ κατ’ ἐκλογήν, ἐπὶ τῇ ἀναφορᾷ τοῦ Διοικητοῦ τοῦ
253σώματος καὶ μετὰ προηγουμένην παρὰ τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ
254ἐξέλεγξιν τῶν προσόντων.»
255Συνέτρεχε λοιπὸν ὅρος τις ἐκ τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαι-
256τουμένων, ὅπως δύνηται ὁ Ὑπουργὸς νὰ προβιβάσῃ τὸν κ.
257Ντάην κατ’ ἐκλογήν;
258Ἐν πρώτοις νόμῳ ὁ κ. Ντάης τὴν 15 Νοεμβρίου δὲν διε-
259τέλει ἐν ἐνεργείᾳ, ὡς καταληφθεὶς ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλι-
260κίας τὴν 7 Νοεμβρίου. Ἀλλὰ πλὴν τοῦ κωλύματος τούτου
261συνέτρεχεν ἄλλο τι τῶν προσόντων τοῦ ἄρθρου 21; Ἀπο-
262λύτως οὐδέν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐδίστασε νὰ ἐπι-
263καλεσθῇ σύστασίν τινα, ἣν ἐποιήσατο ὁ ὑποστράτηγος κ.
264Καραϊσκάκης, ὑποβαλὼν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον αἴτησιν τοῦ
265κ. Ντάη, αἰτουμένου τὸν προβιβασμόν του. Ἀλλ’ ἀκούσατε
266παρακαλῶ καὶ τὸ κείμενον τῆς συστάσεως ταύτης, διὰ νὰ
267κρίνητε, ἂν αὕτη ἀνταποκρίνηται εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου
26821 τοῦ μνησθέντος Διατάγματος (ἀναγινώσκει):
269«Ἀριθ. 5788.
270Μεσολόγγιον, τῇ 3 Ὀκτωβρίου 1887.
271ΤΟ Βʹ ΑΡΧΗΓΕΙΟΝ ΣΤΡΑΤΟΥ
272Πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.
273(Τμῆμα Προσωπικοῦ).
274Ἀθήνας.
275«Ὑποβάλλοντες τὴν παρακειμένην, παρακαλοῦμεν νὰ
276εὐαρεστηθῇ, ἀπέναντι τῆς πολυετοῦς τῷ ὄντι ὑπηρεσίας τοῦ
277ἀναφερομένου, ἀποστρατευθησομένου προσεχῶς, ἕνεκεν ὁρίου
278ἡλικίας, καὶ προβιβάσῃ τοῦτον εἰς ταγματάρχην, ἵνα διὰ
279τοῦ βαθμοῦ τούτου ἐν τῷ ἰδιωτικῷ αὐτοῦ βίῳ ἐπαρκέσῃ εἰς
280τὰς οἰκογενειακάς του ἀνάγκας.
281Σ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ (Ὑποστράτηγος).»
282Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 21 τοῦ Διατάγματος ἀναγνωρίζει, Κύριοι,
283τὴν πολυετῆ ὑπηρεσίαν καὶ τὰς οἰκογενειακὰς ἀνάγκας, ὡς
284λόγους προβιβασμοῦ κατ’ ἐκλογήν; Ἔναυλοι εἶναι εἰς τὰ
285ὦτά σας αἱ λέξεις τοῦ ἄρθρου 21, ἐν ᾧ οὐδεὶς γίνεται λόγος
286περὶ πολυετοῦς ὑπηρεσίας καὶ περὶ οἰκογενειακῶν ἀναγκῶν.
287Καὶ ἐν τούτοις ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν διστάζει νὰ ἐπικα-
288λεσθῇ πρὸς δικαιολογίαν τῆς ἀδικαιολογήτου ἐνεργείας του
289τὴν φιλάνθρωπον, ἀλλὰ μὴ νόμιμον σύστασιν τοῦ κ. Κα-
290ραϊσκάρη· τὸ δὲ παραδοξότερον, ἐπικαλεῖται ταύτην σή-
291μερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ ἀμηχανίᾳ του, ἐνῷ αὐτὸς
292ὁ ἴδιος ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 60,965 τοῦ 1887 πρὸς τὸ Βʹ Ἀρ-
293χηγεῖον ἐγγράφῳ του, τοῦ ὁποίου ἐπιμόνως ζητῶ τὴν προ-
294σαγωγήν, ἀποκρούει τὴν αἴτησιν περὶ προβιβασμοῦ τοῦ κ.
295Ντάη, καὶ τὴν σύστασιν τοῦ Ἀρχηγείου, παριστῶν αὐτὸς
296ὁ ἴδιος κ. Τρικούπης, ὅτι ὁ αἰτούμενος προβιβασμὸς ἀντι-
297βαίνει εἰς τὸν νόμον, καὶ ὅτι οἱ λόγοι, οὓς προτείνει τὸ Ἀρ-
298χηγεῖον, δὲν στηρίζονται εἰς αὐτόν. Τὸ παράνομον ἄρα τοῦ
299προβιβασμοῦ τοῦ κ. Ντάη ὁμολογεῖ αὐτὸς ὁ ἐνεργήσας τὴν
300παρανομίαν Ὑπουργὸς ἐν τῷ μνημονευθέντι ἐγγράφῳ, τὸ
301ὁποῖον ἀποκρύπτουν...
302§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλομεν τὸ προσαγάγει.
303§11ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀμφιβάλλω· ἀλλ’ ἂν τὸ προ-
304σαγάγητε, θέλουσιν ἰδεῖ ἐν τούτῳ τὴν ὁμολογίαν σας περὶ
305τοῦ παρανόμου τῆς ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνεργείας σας.
306Τοσοῦτον δὲ, Κύριοι, εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ ὑπ’ ἀριθ. 60,
307965 ἔγγραφον ἀπέκρουεν, ὡς παράνομον, τὴν αἴτησιν τοῦ
308κ. Ντάη περὶ προβιβασμοῦ του, ὥστε ὁ ἀρχηγὸς κ. Καραϊ-
309σκάκης μετὰ δυσκολίας ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μετα-
310γενεστέραν αἴτησιν τοῦ αὐτοῦ ἀξιωματικοῦ, ὡς θὰ κρίνητε
311ἐκ τοῦ ἑξῆς ἐγγράφου του, δι’ οὗ συνώδευσε τὴν πρὸς τὸ
312Ὑπουργεῖον ὑποβολήν της (ἀναγινώσκει):
313Ἀριθ. 6,129.
314Μεσολόγγιον, τῇ 20 Ὀκτωβρίου 1887.
315ΤΟ Βʹ ΑΡΧΗΓΕΙΟΝ ΣΤΡΑΤΟΥ
316Πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.
317(Τμῆμα Προσωπικοῦ)
318Ἀθήνας.
319«Ὑποβάλλομεν εὐπειθῶς τὴν ἔναντι τοῦ παρ’ ἡμῖν μοι-
320ράρχου Ντάη Ἰωάννου, λαμβάνοντες τὴν τιμὴν νὰ γνω-
321ρίσωμεν, ὅτι πράττομεν τοῦτο κατόπιν τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 60,
322965 ἐ. ἔ. ἐπισημειωτικῆς διαταγῆς σας, τῇ ἐπιμόνῳ αἰτήσει
323τοῦ ἀναφερομένου, καὶ δεόντως ἐπεξηγήσαμεν τούτῳ τὴν
324εἰρημένην διαταγὴν περὶ τοῦ ἀδυνάτου τοῦ προβιβασμοῦ
325του, ἵνα μὴ ἀποδείξωμεν ἀποστροφήν, τῆς αἰτήσεώς του
326ταύτης οὔσης τελευταίας ἐν τῇ ἐνεργῷ ὑπηρεσίᾳ τοῦ στρα-
327τοῦ, ἐξ οὗ προσεχέστατα ἐξέρχεται. Σ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ.»
328§12ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί εἶναι αὐτά!
329§13ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοῶ τὴν βαθεῖαν αἴσθησιν,
330ἣν τὰ λεγόμενα ἐμποιοῦσιν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ εἶμαι βέ-
331βαιος, ὅτι οὐδεὶς, ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου, οὐχὶ
332ἐπιστήμων, ἀλλ’ ἁπλῶς δυνάμενος νὰ ἀναγνώσῃ τοὺς στρα-
333τιωτικοὺς νόμους, οὓς ἀνέφερα, θὰ εὑρεθῇ ἔχων ἀντίθετον
334γνώμην. Καὶ οἱ κύριοι ἀξιωματικοί, οἵτινες ἐκ τοῦ θεω-
335ρείου των μᾶς ἀκούουσι, καὶ αὐτοί, εἶμαι βέβαιος, ἀλγει-
336νὴν αἰσθάνονται ἐντύπωσιν. Μεταξὺ ἡμῶν, Κύριοι, (δεικνύει
337τὴν δεξιὰν) ὑπάρχουσι πολλοὶ ἐπιστήμονες, καὶ εἶναι ἀδύ-
338νατον νὰ εὑρεθῇ εἷς, ἐν ὀνόματι τῆς ἐπιστήμης καλούμενος,
339ὅστις νὰ ἐκφράσῃ ἄλλην γνώμην. Βεβαίως διὰ τῆς ψήφου,
340διδομένης ὑπὸ πολιτικὴν ἔννοιαν, ἄλλην γνώμην θὰ ἐκφρά-
341σητε, ἀλλ’ οὐδεὶς, ἐπαναλαμβάνω, ἐν συνειδήσει ἐπιστή-
342μονος ἀποφαινόμενος, δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὸ κατάφωρον τῆς
343παραβάσεως, διότι τοῦτο εἶναι πασίδηλον.
344Ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ θέματι τούτῳ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κα-
345τέφυγεν εἰς τὴν τακτικὴν, περὶ ἧς ἀρτίως σᾶς ὡμίλησα.
346Αἰσθανθεὶς τὸ ἔδαφος σαλευόμενον, καὶ ἀντιληφθεὶς τῆς θλι-
347βερᾶς ἐντυπώσεως, ἣν γενικῶς παρήγαγεν ἡ ἐκτύλιξις τῆς
348παρανομίας του, ἀναδιφήσας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρα-
349τιωτικῶν, ἀνεκάλυψεν ἔγγραφα, ἀποδεικνύοντα δῆθεν πα-
350ρομοίαν ἐνέργειαν τοῦ προκατόχου του Ὑπουργοῦ κ. Μαυ-
351ρομιχάλη, ταῦτα δὲ προσκομίσας, μετὰ χαρᾶς ἀνέβη τὸ
352βῆμα, κράζων: «Ἰδοὺ, καὶ σεῖς τὰ ἴδια ἐπράξατε.» Εὐλό-
353γως παρετηρήθη, ὅτι τὰ προηγούμενα δὲν καλύπτουσι τὴν
354εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν· ἄλλως τε τίνα εὐθύνην δύνανται
355νὰ φέρωσιν ὁ κ. Δηλιγιάννης καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐὰν εἷς
356πρώην Ὑπουργὸς, ἐν τῇ σφαίρᾳ τῆς ἰδιαιτέρας του ἐνερ-
357γείας, παρέβη τὸν νόμον; Ὁ ἴδιος κ. Πρωθυπουργὸς δὲν
358σᾶς εἶπε πρὸ μικροῦ, ὅτι τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῆς ἐνεργείας τοῦ
359Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐθεώρησεν ἀφορῶντα εἰς
360τὴν Κυβέρνησιν, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἀνεμίχθη εἰς τὴν συζή-
361τησιν; Εἶναι ἄπορον, πῶς μετὰ μίαν στιγμὴν, παραδόξως,
362καὶ ἐν τῇ αὐτῇ ἀγορεύσει του μετέβαλε θεωρίαν, καὶ ἐκή-
363ρυξεν ἀλληλεγγύην, ὑφισταμένην μεταξὺ τοῦ κ. Μαυρομι-
364χάλη καὶ ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως, μεθ’ ἧς συνειργά-
365ζετο, καὶ ἐπετέθη κατὰ τοῦ κ. Δηλιγιάννη, διὰ τὴν δῆθεν
366παρανομίαν τοῦ κ. Μαυρομιχάλη. Ἀλλ’ εἶναι τάχα ἀκρι-
367βὲς, ὅτι ὁ κ. Μαυρομιχάλης ὑπέπεσεν εἰς παρομοίαν παρα-
368νομίαν, ἐφ’ ᾗ συνελήφθη ἐπ’ αὐτοφώρῳ ὁ κ. Τρικούπης;
369Οὐ μόνον ἀνάλογον παρανομίαν δὲν ἐνήργησεν οὗτος, ἀλλ’
370ἀπολύτως οὐδεμίαν· ἀπεναντίας ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῶν ἐγ-
371γράφων ἀπεδείχθη, οὐ μόνον ἡ ἄκρα νομιμότης τοῦ πρώην
372ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ στοργὴ
373αὐτοῦ πρὸς τὸν στρατὸν, διότι τὰ ἔγγραφα ἐμαρτύρησαν,
374ὅτι ὁ κ. Μαυρομιχάλης δὲν προὐβίβασε παρανόμως, ἀλλ’
375ἐπρότεινεν εἰς ἀξιωματικοὺς, ὧν τὴν ἀπομάκρυνσιν ἐκ τοῦ
376στρατοῦ ἐθεώρει χρήσιμον, νὰ τοὺς προβιβάσῃ κατὰ νόμον,
377ἐὰν συνήνουν νὰ λάβωσι τὴν ἀποστρατείαν των, ὅπερ οὗτοι
378δὲν ἐδέχθησαν, καὶ ἀπέτυχεν ἡ ἀξιέπαινος πρόνοιά του. Θὰ
379μὲ ἐρωτήσητε: τί κοινὸν ἔχει ἡ νόμιμος καὶ ἐκ στοργῆς
380ὑπηρεσιακὴ ἐνέργεια αὕτη τοῦ κ. Μαυρομιχάλη μὲ τὴν
381παρανομίαν τοῦ κ. Τρικούπη; Σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οὐ-
382δὲν κοινὸν ἔχει, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἴδιον τῆς ἐφαρμοζομένης τα-
383κτικῆς νὰ κάμνῃ τοιαύτας τινὰς σκέψεις: «Ἀπεδείχθημεν
384παρανομήσαντες ἐν τῷ προβιβασμῷ τοῦ κ. Ντάη· εἶναι
385ἀνάγκη νὰ ἐλαττώσωμεν τὴν παραχθεῖσαν ἐντύπωσιν, πα-
386ριστῶντες, ὅτι καὶ ἄλλος Ὑπουργὸς τὰ αὐτὰ ἔπραξεν· ἂν
387δὲν ἐξελεγχθοῦν τὰ ἔγγραφα, πολλοὶ θὰ τὸ πιστεύσουν,
388ἀλλὰ καὶ ἂν ἐξελεγχθοῦν, θὰ συγχύσωμεν τὰ πράγματα, καὶ
389κἄποιος θὰ πλανηθῇ· ὁπωσδήποτε ἔχομεν κέρδος, περισπᾶ-
390ται ἡ προσοχὴ τῶν ἀκουόντων καὶ τὰ βλέμματα, τὰ ὁποῖα
391εἶναι ἐστραμμένα ἐφ’ ἡμῶν, τὰ στρέφομεν, ἔστω καὶ ἐπὶ
392στιγμὴν, ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου». Αὐτὴ εἶναι ἡ τακτική
393των ἐπὶ παντὸς ζητήματος, ἅμα στενοχωρηθῶσιν.
394Ἀρκετὰ, Κύριοι, σᾶς ἐκούρασα καὶ ἐκουράσθην, ἀλλὰ
395νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταλίπω τὸ βῆμα, χωρὶς νὰ
396εἴπω ὀλίγας λέξεις ὡς πρὸς τὴν ἐπιτετηδευμένην θλίψιν,
397ἣν ἐξέφρασεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτε ἔλεγεν: «Ἐπεθύμουν
398νὰ βλέπω τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ ἵσταται ὑψηλὰ, διότι
399δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἵστανται τόσον χαμηλὰ ἐκεῖνοι, πρὸς οὓς
400παλαίω, καὶ ἵστανται χαμηλὰ ἕνεκεν τῆς ἀδεξίου διευθύν-
401σεως τοῦ ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ».
402Δὲν εἶναι πρέπον εἰς ἐμὲ, μέλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ
403κρίνω περὶ τῆς δεξιότητος τῆς διευθύνσεως αὐτῆς· ἀλλ’ ἐκεῖνο,
404τὸ ὁποῖον ἀδιστάκτως δύναμαι νὰ βεβαιώσω, εἶναι, ὅτι δὲν
405ἐκφράζει τὸν ἀληθῆ πόθον του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, λέγων,
406ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ βλέπῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν πολὺ ὑψηλά.
407Δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ βλέπῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὑψηλὰ ἐκεῖνος,
408ὅστις, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν ἀρχηγὸν αὐτῆς, εἰς ὃν ὁλό-
409κληρον κόμμα μετὰ σεβασμοῦ προσβλέπει, τολμᾷ νὰ λέγῃ
410πρὸς αὐτόν: «δὲν ἔχει κῦρος ἡ γνώμη σου.» Δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ
411βλέπῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὑψηλὰ ἐκεῖνος, ὅστις διὰ πάντων
412τῶν λόγων του καὶ διὰ πάντων τῶν ἔργων του προσπαθεῖ
413νὰ δυσφημήσῃ αὐτὴν, παριστῶν τὴν ἐνέργειάν της ἐστερη-
414μένην σπουδαιότητος καὶ σοβαρότητος». Δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ
415βλέπῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὑψηλὰ ἐκεῖνος, ὅστις, ἀπευθυνό-
416μενος πρὸς γηραιὸν πολιτευτὴν, τὸν κ. Σωτηρόπουλον, τὸν
417Νέστορα τοῦ Κοινοβουλίου, τῷ λέγει: «δὲν προσέχω εἰς
418τοὺς λόγους σου, οἱ δὲ ψόγοι σου εἶναι ἔπαινοι δι’ ἐμέ».
419Δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ βλέπῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὑψηλὰ ἐκεῖ-
420νος, ὅστις, εὐθὺς, ὡς παρατηρήσῃ ἐν τοῖς κόλποις αὐτῆς
421ἀσήμαντον διαφωνίαν ἐπὶ δευτερεύοντός τινος ζητήμα-
422τος, ἀμέσως σπεύδει νὰ κηρύξῃ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις διῃ-
423ρέθη, ἅμα δὲ διακρίνῃ πλήρη σύμπνοιαν καὶ ἁρμονίαν
424ἐν ταῖς τάξεσιν αὐτῆς, ἀμέσως ἐπιτίθεται κατὰ τῆς Δι-
425ευθύνσεως, ὅπως ἐπιτύχῃ, ἂν δυνηθῇ, δισταγμούς τινας,
426ἵνα πάλιν ἐπαναρχίσῃ τοὺς κλαυθμούς του ἐπὶ τῇ
427διῃρημένῃ στάσει τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ
428βλέπῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὑψηλὰ ἐκεῖνος, ὅστις καὶ διὰ τοῦ
429ἰδίου του στόματος ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ διὰ τῶν ὀργά-
430νων του ἐν τῷ τύπῳ, ἀποδίδει εἰς τὰ πρόσωπα καὶ τοὺς λό-
431γους τῶν ἀντιπολιτευομένων τοιούτους χαρακτηρισμοὺς,
432οὓς ἡ εὐπρέπεια καὶ τὸ ὕψος τῆς θέσεως ἀπηγόρευον εἰς
433αὐτὸν νὰ μεταχειρίζηται. Ὡραία τῳόντι ἀρχὴ καὶ ὑψηλὸς
434ὁ πόθος μιᾶς Κυβερνήσεως, νὰ ἐπιθυμῇ τὴν Ἀντιπολίτευσιν
435πολὺ ὑψηλὰ, ἀλλ’ ὑμεῖς, δι’ ὧν πράττετε καὶ δι’ ὧν λέγετε,
436ἀποδεικνύεσθε μὴ ἐμφορούμενοι τῶν μεγάλων τούτων αἰσθη-
437μάτων.
438Ἀλλ’ ἐὰν μοὶ ἦναι ἐπιτετραμμένον νὰ μαντεύσω τοὺς
439μυχίους στοχασμοὺς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τὸ ἀληθὲς
440νόημα τῶν λόγων αὐτοῦ, ἄγομαι νὰ πιστεύσω, ὅτι ἡ ἀγα-
441νάκτησις ἐκείνη, μεθ’ ἧς παρεστάθη ὁμιλῶν περὶ τῆς Ἀν-
442τιπολιτεύσεως, προήρχετο μᾶλλον ἐκ τῆς στενοχωρίας, εἰς
443ἣν αὕτη τὸν περιήγαγε, δεξιῶς ὑπὸ τοῦ κ. Δηλιγιάννη διευ-
444θυνομένη, ἀκριβῶς δὲ πείθομαι, ὅτι εἴπερ ποτὲ δεξιῶς διευ-
445θύνεται καὶ ὑψηλὰ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἵσταται· μολονότι δὲ
446δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἀποδείξεως, ἡ ἐπὶ ἀδεξιότητι τῆς διευ-
447θύνσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως αἰτίασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ
448ἀποτελεῖ δι’ ἐμὲ ἄκουσαν ὁμολογίαν, του περὶ τοῦ ἐναντίου.
449Οὕτω πως ἐδιδάχθημεν ἐκ τῆς τακτικῆς τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
450γοῦ νὰ ἑρμηνεύωμεν τοὺς λόγους αὐτοῦ, ἂν καὶ ἡ Ἀντιπο-
451λίτευσις καὶ ὁ ἀρχηγὸς αὐτῆς δὲν ἀναμένουσι παρὰ τοῦ κ.
452Πρωθυπουργοῦ τὴν πιστοποίησιν περὶ τῆς δεξιότητος τῶν
453ἀγώνων των.
454Ἐπιφυλάσσομαι ἐς ἄλλοτε ν’ ἀπαντήσω εἴς τινας λέξεις,
455ῥιφθείσας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ τοῦ χαρακτῆρος
456τῆς ἐπερωτήσεως, ἥτις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν συνεζητήθη περὶ
457τῆς χορηγηθείσης ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τῷ
458λῃστάρχῳ Τάκῃ προστασίας, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπαν-
459τήσω, διότι πολλάκις ἐῤῥίφθη ἡ λέξις «συκοφαντία», ἔν τινι
460μάλιστα ἐφημερίδι, ἐν τῇ ὁποίᾳ καὶ ἐξ ἰδιαιτέρων λόγων
461ἠδύναντο πιστῶς ν’ ἀναγραφῶσι τὰ ἐν τῇ Βουλῇ γενόμενα,
462ἐγράφη, ὅτι προέβησαν οἱ ἐπερωτήσαντες καὶ εἰς αἴτησιν τα-
463πεινῆς συγγνώμης παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
464Ἀλλ’ ἕως οὗ ἔλθῃ ἡ ἡμέρα τῆς συζητήσεως ταύτης, θὰ
465παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ εὐαρεστηθῇ
466καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν δικογραφίαν καὶ πάντα
467τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ἀπονεμηθεῖσαν χάριτα τῷ Θεοδώρῳ Εὐ-
468σταθίου ἢ Βαλσάμῃ, καταδικασθέντι ἐσχάτως εἰς τὴν ποι-
469νὴν τοῦ θανάτου παρὰ τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐν Πάτραις
470Συνέδρων ἐπὶ λῃστείᾳ καὶ φόνῳ. Ἔχω ἀνάγκην τῆς δικο-
471γραφίας ταύτης, διότι ὁ Βαλσάμης οὗτος, ὡς θὰ ἀκούσητε ἐν
472καιρῷ, ἐξετέλεσε πρᾶξιν φοβερὰν, ἣν περιληπτικῶς καὶ νῦν
473ἀναφέρω. Ἦτο ὑπενωμοτάρχης καὶ σταθμάρχης ἐν τῇ ὁδῷ
474τῇ δημοσίᾳ, τῇ ἀγούσῃ ἀπὸ Πατρῶν εἰς Αἴγιον, συνεννοηθεὶς
475δὲ μετά τινων ἄλλων, ἀπετέλεσε λῃστρικὴν συμμορίαν καὶ
476συνέλαβεν ἐν τῇ ὁδῷ ταύτῃ, ἐν τῇ ὁποίᾳ, ἐπαναλαμβάνω,
477ἦτο σταθμάρχης, δύο ἢ τρεῖς Αἰγιεῖς, τοὺς ὁποίους ἐλήστευσεν·
478ἀλλὰ δὲν ἤρκεσε τοῦτο. Αὐτὸς ὁ ὑπενωμοτάρχης, εἰς ὃν εἶχεν
479ἀνατεθῆ ἡ φρούρησις τῆς ἀσφαλείας τοῦ μέρους ἐκείνου, ἰδίᾳ
480χειρὶ ἐφόνευσεν ἕνα ἐκ τῶν ληστευθέντων Αἰγιέων, διὰ τρό-
481που στυγερωτάτου, δηλαδὴ διεμέλισεν αὐτὸν καὶ διεσκόρπισε
482τὰ μέλη αὐτοῦ, ἵνα ἐξαλειφθῇ πᾶν ἴχνος τοῦ ἐγκλήματος.
483Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης γνωρίζω ἐξωδίκως, ὅτι εἷς
484πρώην Εἰσαγγελεὺς, καίπερ παρ’ ἰσχυρῶν ἐπανειλημμένως
485ἐνοχλούμενος, ἀντετάχθη ἐπιμόνως εἰς τὸ νὰ δώσῃ σύστασιν
486περὶ ἀπονομῆς χάριτος. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἡ ἄρνησίς του
487ἐκείνη συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ ἀπολυθῇ ὀλίγον μετέπειτα, γνω-
488ρίζω ὅμως ἀκριβῶς, χωρὶς νὰ κινδυνεύω νὰ χαρακτηρισθῶ,
489ὅτι λέγω ἀναληθῆ, ὅτι εἷς ἐκ τῶν λόγων τῆς δυσμενείας
490τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τοῦ ἀπολυθέντος
491Εἰσαγγελέως ἦτο καὶ οὗτος, διότι ὁ ἐγκληματίας Βαλσάμης
492εἶχε τὴν εὐτυχίαν νὰ ἦναι συγχώριος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς
493Δικαιοσύνης, καταγόμενος ἀπὸ τὸ Βοὔλπι τῆς Εὐρυτανίας.
494Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ αὖθις τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιο-
495σύνης, νὰ προσκομίσῃ τὴν δικογραφίαν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς
496τὸν Θεόδωρον Εὐσταθίου ἢ Βαλσάμην, ὡς καὶ τὰ ἔγγραφα,
497τὰ ἀνταλλαγέντα διὰ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ πρώην Εἰσαγγε-
498λέως τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν κ. Λυκούρη, διότι περὶ αὐτοῦ
499τοῦ Εἰσαγγελέως ἐνόουν, ὅτε ἔλεγον, ὅτι ἀντετάχθη εἰς τὴν
500αἰτουμένην σύστασιν. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ, ὅταν παρουσια-
501σθῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα, νὰ συζητήσω εὐρύτατα ἐπὶ τῶν
502ὑποθέσεων τούτων, καίτοι εἶμαι βέβαιος ἀπὸ τοῦδε, ὅτι ὁ κ.
503Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέλει ἐξέλθει καὶ ἀπὸ τὰς αἰ-
504τιάσεις ταύτας ἀθῶος, ὡς περιστερὰ, χάρις εἰς τὴν δύναμιν
505τῆς ἀριθμητικῆς πλειοψηφίας τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἀπό
506τινος, ὡς φαίνεται, ἔπαυσε λειτουργοῦσα ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ
507πᾶσα ἄλλη μέθοδος τοῦ σκέπτεσθαι καὶ τοῦ ἀποφαίνεσθαι,
508πλὴν τῆς ἀριθμητικῆς.
509§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ἔχει τὸν λόγον.
510Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.— Ἐξακολούθη-
511σις τῆς γʹ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως
512ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως
5131888 ἐκ δραχμῶν 335,110.
514Ὁ κ. Σιμόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
515§15ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, περὶ
516χορηγίας πιστώσεως, ἀφορώσης εἰς ἐξόφλησιν ὀφειλῆς τοῦ
517Κράτους πρὸς τὸν Μ. Σπάρταλην, ἐξήγειρεν, ἀφ’ ἧς στιγ-
518μῆς κατετέθη εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν
519Οἰκονομικῶν, τὴν ἰδιαιτάτην προσοχὴν τῆς Ἀντιπολιτεύ-
520σεως, ἵνα μὴ, χρώμενος λέξει, τῆς ὁποίας ἐγένετο μεγάλη
521ἐν τῇ Βουλῇ κατάχρησις, εἴπω τὴν ἰδιαιτάτην στοργὴν
522αὐτῆς. Μόλις κατετέθησαν τὰ σχετικὰ πρὸς τὸ νομοσχέδιον
523τοῦτο ἔγγραφα ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἔγκριτα
524μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔσπευσαν νὰ μελετήσωσιν αὐτὰ,
525καὶ νὰ προκαλέσωσι προκαταρκτικάς τινας συζητήσεις,
526οἱονεὶ ἁψιμαχίας, ὑποδηλούσας τὸν κρατερὸν ἀγῶνα, ὃν
527ἐσχεδίασεν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἀγωνισθῇ κατὰ τὴν συ-
528ζήτησιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχεδίου. Καὶ τὰ ἐν τῇ
529Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὴν μειονοψηφίαν ἀποτε-
530λοῦντα ἀξιότιμα μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ δύο ὅλας
531συνεδριάσεις συνεζήτησαν τὴν προκειμένην πίστωσιν, ἐπι-
532χειρήσαντα νὰ σαγηνεύσωσιν ὑπὲρ τῆς γνώμης αὐτῶν καὶ
533μέλη τῆς Συμπολιτεύσεως. Εἰς τὸν ἀγῶνα αὐτὸν δὲν κα-
534θυστέρησαν καὶ αἱ ἐν τῇ δημοσιότητι ἀντιπροσωπεύουσαι
535τὰς ἰδέας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐφημερίδες, διότι καὶ αὗται
536προανήγγειλαν τὴν μελετωμένην πολιτικὴν πάλην. Ταῦτα
537πάντα ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις, στερουμένη ἄλλης
538εὐκαιρίας, ἐνόμισε κατάλληλον τὴν παρεχομένην ἐκ τῆς
539πιστώσεως ταύτης, διὰ νὰ παραπείσῃ, ἐὰν ὄχι τὴν Βου-
540λήν, τοὐλάχιστον τοὺς ἁπλουστέρους τῶν ἡμετέρων συμ-
541πολιτῶν, ὅτι ὁ διαχειριζόμενος τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ἐν
542τῇ περιπτώσει ταύτῃ, οὐ μόνον δὲν δεικνύει τὸ ἐπιβαλ-
543λόμενον εἰς αὐτὸν ἐκ τῆς θέσεώς του κῆδος ὑπὲρ τῶν δημο-
544σίων συμφερόντων, ἀλλὰ δωρεῖται εὐχὶ εὐκαταφρόνητον πο-
545σότητα ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, διὰ νὰ φανῇ εὐχάριστος
546εἰς ξένην πολιτικήν.
547Ὅτε δὲ ἡ ἡμερησία διάταξις ἤγαγεν εἰς συζήτησιν τὸ
548νομοσχέδιον τοῦτο, πρῶτος ἔλαβε τὸν λόγον ὁ ἀξιότιμος
549ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς κ. Κωνσταντόπουλος, ὅστις μετὰ
550μακρὰν ἀγόρευσιν κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ
551Βουλή, καταδηλοῦσα μομφὴν εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουρ-
552γικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ
553τῇ ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ ἐνεργείᾳ του, ὀφείλει νὰ ἄρῃ
554τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτῆς ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν.
555Μετὰ τὴν μεσολαβήσασαν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ.
556Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνῆλθε τὸ βῆμα ὁ
557ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτὴς, ὅστις κα-
558τέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὰ ἐν τῇ προκειμένῃ
559ὑποθέσει γενόμενα ἀπέδειξαν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
560νομικῶν ἐζήτησε νὰ ἐξευτελίσῃ καὶ ἐξηυτέλισε τὸ Ἐλεγ-
561κτικὸν Συνέδριον, ἐξηυτέλισε τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ζη-
562τεῖ δὲ νῦν νὰ ἐξευτελίσῃ καὶ τὴν Βουλήν. Διεδέχθη αὐτὸν
563ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς καὶ ἀρχηγὸς τῆς
564Ἀντιπολιτεύσεως, ὅστις ἐπραγματεύθη τὸ θέμα ὑπὸ διπλω-
565ματικὴν μᾶλλον ἔποψιν, καὶ ὅστις προέτεινεν εἰς τὴν Βου-
566λήν, νὰ καταψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τῆς Ἀντι-
567πολιτεύσεως συγκατανευούσης νὰ μὴ χαρακτηρίσῃ τὸ
568ζήτημα ὡς πολιτικὸν, ἀρκεῖ μόνον νὰ ἐκδηλώσῃ ἡ Βουλὴ
569τὴν ἑαυτῆς ἀποδοκιμασίαν ἐπὶ ταῖς ἐνεργείαις τοῦ Πρω-
570θυπουργοῦ ἐν τῇ, περὶ ἧς πρόκειται, ὑποθέσει. Ἐπῆλθεν
571ἡ γνωστὴ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου ψηφοφορία τῆς Βουλῆς
572κατὰ τὸ τέλος τῆς πρώτης συζητήσεως. Πολλοὶ ἐκ τῶν
573ἐν τῇ Βουλῇ ἁπλουστέρων ὑπελάβομεν τὸν ἀγῶνα λή-
574ξαντα, ἅτε ἀγνοοῦντες, ὅτι πρὸ κατάρτισιν τοῦ σχεδίου
575τῆς μάχης συνέπραξαν ἅπαντα τὰ τμήματα τῆς Ἀν-
576τιπολιτεύσεως. Κατὰ τὴν δευτέραν ὅμως συζήτησιν
577ἀνῆλθε τὸ βῆμα ὁ ἐκ Μεσσηνίας ἀξιότιμος Βουλευτὴς
578καὶ σεβαστός μοι φίλος κ. Σωτηρόπουλος, ὁ ὁποῖος, παρὰ
579τὴν συνήθειάν του, ἐπὶ πολλὴν ὥραν ἐκράτησε τὸ βῆμα
580καὶ ὁ ὁποῖος διὰ τῆς χαρακτηριζούσης αὐτὸν διαλεκτι-
581κῆς πειστικότητος προσεπάθησε νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἐν
582ταῖς ἐνεργείαις τῆς Κυβερνήσεως, ταῖς σχετιζομέναις πρὸς
583τὴν πίστωσιν ταύτην, παρεβιάσθησαν πάντες οἱ ἰσχύ-
584οντες παρ’ ἡμῖν σχετικοὶ νόμοι, καὶ ὅτι ὀφειλὴ τοῦ Κρά-
585τους δὲν ὑφίσταται. Μετὰ τὸν κ. Σωτηρόπουλον, κατὰ
586τὴν δευτέραν συζήτησιν, καὶ ἰδίως κατὰ τὴν τρίτην
587συζήτησιν, ἠγόρευσαν πάντες σχεδὸν οἱ τῆς Ἀντιπολι-
588τεύσεως ῥήτορες κατὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, προσ-
589παθήσαντες νὰ παραστήσωσιν αὐτὸ ὡς παραβλάπτον καὶ
590τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ τὴν ἐθνικὴν τιμὴν καὶ
591ἀξιοπρέπειαν. Εἰς ἐμὲ, ὡς Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ
592Προϋπολογισμοῦ καὶ εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας αὐτῆς,
593ῥητὴν ἐκδηλώσαντα γνώμην ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τού-
594του, ἐπεβάλλετο ἡ ὑποχρέωσις νὰ μεταδώσω εἰς τὴν
595Βουλὴν τὰς παρατηρήσεις καὶ γνώμας μου ἐπὶ τῶν ἐν-
596τεῦθεν λεχθέντων κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐκωλύθην ἐκ
597τῆς ἀκαταμαχήτου ὁρμῆς τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύ-
598σεως, παρ’ οἷς παρετηρήθη ἅμιλλα, νὰ μὴ ὑποληφθῇ οὐδεὶς
599τούτων ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ· παρεκωλύθην δὲ καὶ ἐκ τῆς
600ἀτόπως ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπιδιωχθείσης παρελκύ-
601σεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου κατὰ τὸ μεσολαβῆσαν
602δεκαπενθήμερον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ κατεδικάσθη εἰς
603ἀεργίαν. Ὁπωσδήποτε, διατελῶ εὐχαριστημένος, διότι, ἔστω
604καὶ μετὰ δεκαπενθήμερον, μοὶ ἐπετράπη νὰ μεταδώσω εἰς
605τὴν Βουλὴν τὰς ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἰδέας μου. Δὲν θέλω
606παρακολουθήσει τοὺς προαγορεύσαντας, ὧν ἕκαστος ὑπὸ
607ἰδίαν ἔποψιν ἐπραγματεύθη τὸ θέμα. Πρὸς διαφώτισιν δὲ
608τῆς Βουλῆς, ὀφείλω πρώτιστα νὰ ἀφηγηθῶ εἰς αὐτὴν ἱστο-
609ρικῶς τὰ γεγονότα, τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὴν προκειμένην
610δοσοληψίαν τοῦ Κράτους· διότι ἀκριβῶς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο
611ἀφορᾷ εἰς κανονισμὸν ληψοδοσίας τοῦ Κράτους, ἀφορᾷ
612εἰς ζήτημα σύνηθες τῇ νομοθετικῇ ἐργασίᾳ. Κατόπιν δὲ θέ-
613λω συζητήσει ἐπὶ τῶν προβληθεισῶν παρατηρήσεων καὶ περὶ
614τοῦ πολιτικοῦ χαρακτῆρος, τὸν ὁποῖον οἱ ἀξιότιμοι ῥήτορες
615τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἠθέλησαν νὰ δώσωσιν εἰς τὸ θέμα
616τοῦτο.
617Κατὰ τὸ 1867 ἐτύγχανε Γενικὸς Πρόξενος ἐν Λονδίνῳ
618ὁ Μ. Σπάρταλης, ὅτε, δι’ ὕψιστα ἐθνικὰ συμφέροντα, ἐκρίθη
619ἀναγκαῖον νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος περὶ τοῦ δανείου τῶν 25
620ἑκατομμυρίων. Διὰ τοῦ νόμου τούτου προσδιωρίζοντο τὰ ⅔
621τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τούτου ἀποκλειστικῶς πρὸς προ-
622μηθείας ἢ κατασκευὴν πλοίων καὶ προμήθειαν πολεμικοῦ
623ὑλικοῦ. Εὐθὺς, ὡς ὁ νόμος οὗτος ἐψηφίσθη, ἐπειδὴ, ὡς γνω-
624στὸν, τότε ἡ Κρητικὴ ἐπανάστασις ἦτο ἐν πληρεστάτῃ
625ἀκμῇ, κληροδοτηθεῖσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐποχῆς ἐκεί-
626νης ὑπὸ τῆς προκατόχου, ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσε νὰ σκεφθῇ
627περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἐπιβαλλομένων εἰς αὐτὴν ὑπὸ τοῦ
628νόμου τούτου καὶ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς ὑποχρεώσεων.
629Ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἔκρινεν, ὅτι οὐδεὶς ἕτε-
630ρος τοῦ ἐν Λονδίνῳ διατελοῦντος τότε Γενικοῦ Προξένου ἦτο
631καταλληλότερος διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν ἀναγκαίων πλοίων,
632διὰ τὴν προμήθειαν πολεμικοῦ ὑλικοῦ καὶ τὴν κατασκευὴν
633πλοίων νέων. Κατὰ Ἰούνιον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ 1867
634ἐδόθησαν εἰς αὐτὸν αἱ ἀπαιτούμεναι ὁδηγίαι, συμπραττόντων
635τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ναυτικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν. Τοσαύτην
636δὲ εἶχεν ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐμπιστοσύνην πρὸς
637τὸν Μ. Σπάρταλην, ὡς Γενικὸν Πρόξενον, ὥστε οὐχὶ μόνον
638ἀπόλυτον παρέσχεν εἰς αὐτὸν ἐμπιστοσύνην περὶ τῶν προ-
639μηθειῶν τούτων, ἀλλὰ καὶ τὸν συνεβουλεύετο ἐπὶ γενικω-
640τέρων ζητημάτων, ἀφορώντων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐθνικοῦ
641ἀγῶνος. Ὁ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διατελῶν Πρέσβυς τῆς
642Ἑλλάδος ἐν Λονδίνῳ ἐπεδοκίμασε πληρέστατα τὴν ἐμπι-
643στοσύνην τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν τότε Γεν. Πρόξενον,
644ὅστις πράγματι ἐπελάβετο τοῦ ἔργου δραστηρίως...
645§16ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΤΙΣ. Τίς ἦτο ὁ Πρέσβυς;
646§17ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὁ μακαρίτης Βράϊλας.
647§18ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΤΙΣ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν;
648§19ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο ὁ ἀοί-
649διμος Κεχαγιᾶς, Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὁ κ. Γρίβας.
650Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, καὶ Πρω-
651θυπουργὸς ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος. Εὐθὺς, ὡς ἔλαβε
652τὰς ὁδηγίας καὶ διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως ὁ κ. Σπάρτα-
653λης, προέβη ἀμέσως εἰς τὴν προμήθειαν τριῶν πλοίων, τῆς
654«Κρήτης», τῆς «Μπουμπουλίνας» καὶ τῆς «Ἀμφιτρίτης».
655Μάλιστα ἡ προμήθεια τῆς «Κρήτης», ἡ ὁποία ἔφερεν ἀρχι-
656κῶς ἕτερον ὄνομα, ἐγένετο ἐν διαστήματι ὀλίγων ἡμερῶν,
657καὶ ἡ «Κρήτη» ἐντὸς μηνὸς, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἀφίκετο
658ἐνταῦθα καὶ ἐχρησιμοποιήθη πρὸς ὃν σκοπὸν ἦν προωρισμέ-
659νη. Ἡ «Ἀμφιτρίτη» ἐπίσης καὶ ἡ «Μπουμπουλίνα» ἐντὸς
660τοῦ 1867 εἶχον ἤδη ἀγορασθῆ καὶ ἐξοπλισθῆ. Συνάμα πα-
661ρηγγέλθη καὶ ἡ κατασκευὴ τοῦ θωρηκτοῦ «ὁ Βασιλεὺς Γεώρ-
662γιος» ἐπὶ συμφωνίαις, αἵτινες ἐθεωρήθησαν τότε ὑπὸ τῶν
663δοκιμωτέρων περὶ τὰ ναυτικά, ὡς λίαν συμφέρουσαι εἰς τὸ
664Δημόσιον. Οὐχὶ δὲ μόνον ἡ τιμή, εἰς τὴν ὁποίαν συνεφωνήθη
665ἡ κατασκευὴ τοῦ «Γεωργίου», ἐθεωρήθη καλή, ἀλλὰ καὶ τὸ
666σχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ «Γεώργιος» κατεσκευάσθη, ἐθεω-
667ρήθη ὡς ἐκτάκτως ἐπιτυχές. Ἦτο μάλιστα νέον, ἂν δὲν
668ἀπατῶμαι, τὸ σχέδιον τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο βραδύτερον καὶ
669ἄλλαι Κυβερνήσεις τὸ ἐμιμήθησαν. Ὁ τύπος τοῦ «Γεωρ-
670γίου» εἶχέ τι καινοφανὲς, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ μέχρι τῆς
671ἐποχῆς ἐκείνης γνωστὰ θωρηκτά. Κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1867
672ἐξέπλευσε τοῦ λιμένος τοῦ Λιβερποὺλ ἡ «Μπουμπουλίνα»,
673ἀλλ’ ἐν τῷ ἔκπλῳ αὐτῆς ἐναυάγησεν. Εἰς τὸ Λιβερποὺλ
674ὑπῆρχον δύο ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ ἡμῶν, οἱ μακαρίται Πα-
675λάσκας καὶ Κουμελᾶς, οἱ ὁποῖοι διηύθυναν τότε τὰ τοῦ ἐξο-
676πλισμοῦ καὶ τὰ τοῦ ἔκπλου τοῦ πλοίου. Ἡ «Μπουμπουλί-
677να» εἶχεν ἀπαιτήσει δαπάνην 35,000 λιρῶν. Οὐδεμίαν ὁδη-
678γίαν εἶχεν ὁ κ. Σπάρταλης, ὡς Γεν. Πρόξενος, νὰ ἀσφαλίσῃ
679οὐδὲν ἐκ τῶν πλοίων τούτων. Οἱ ἀξιωματικοὶ ἐπίσης, οἱ ἐν
680Λιβερποὺλ διαμένοντες, οὐδεμίαν ἐνήργησαν ἀσφάλειαν. Ἀλλ’
681ὁ Σπάρταλης ἐδείχθη προνοητικώτερος ὅλων, καὶ τὴν τε-
682λευταίαν στιγμὴν προέλαβε καὶ ἠσφάλισε τὸ πλοῖον. Κατὰ
683Φεβρουάριον τοῦ 1868 ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκετο ἠναγκασμένη
684νὰ ἀποστείλῃ χρήματα εἰς τὸν ἐν Βιέννῃ Πρέσβυν, ἵνα πλη-
685ρωθῇ μέρος τοῦ τιμήματος τῆς «Ὄλγας», τῆς κατασκευα-
686ζομένης ἐν Τεργέστῃ. Ὑπέλαβεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονο-
687μικῶν, ὅτι εἰσέπραξεν ἤδη ὁ κ. Σπάρταλης τὰ ἀσφάλιστρα
688τῆς «Μπουμπουλίνας» καὶ εἶχε παρ’ ἑαυτῷ πλεονάζοντα
689χρήματα, καὶ τὸν παρήγγειλε νὰ ἀποστείλῃ εἰς Βιέννην
6906,000 λίρας. Οὗτος ἐτηλεγράφησεν, ἐβεβαίωσε δὲ τὰ τοῦ
691τηλεγραφήματος αὑτοῦ καὶ ὁ Πρέσβυς ὁ ἐν Λονδίνῳ, ὅτι
692ἐκράτει ἕνα καὶ μόνον λογαριασμὸν, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐχρέωνε
693τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν δι’ ὧν ἐνήργει πληρωμῶν, καὶ ἐν
694τῷ ὁποίῳ τὴν ἐπίστωνε δι’ ὧν ἐλάμβανε χρημάτων, εἴτε
695ἀπεστέλλοντο ταῦτα ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, εἴτε
696εἰσεπράττοντο παρὰ τῶν Ἀσφαλιστικῶν Ἑταιριῶν, καὶ ὅτι
697τότε δὲν εἶχεν εἰσπράξει τὸ ποσὸν, τὸ ὀφειλόμενον ὑπὸ τῶν
698Ἀσφαλιστικῶν Ἑταιριῶν διὰ τὴν «Μπουμπουλίναν» καὶ δὲν
699εἶχε παρ’ ἑαυτῷ περισσεύοντα χρήματα. Ἐν τούτοις βραδύ-
700τερον, ἐπειδὴ καὶ πάλιν ἐτηλεγράφησεν ἡ Κυβέρνησις εἰς
701αὐτὸν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποστείλῃ χρηματικὸν ποσὸν
702εἰς τὴν Βιέννην, ἀπέστειλε 12,000 λίρας. Κατὰ Ἰούλιον τοῦ
7031868 ἀπέστειλε τὸν πρῶτον λογαριασμόν. Ὁ λογαριασμὸς οὗτος βε-
704βαίως δὲν ἔφερε τὸν τύπον τῶν λογαριασμῶν, τῶν ἰσολογισμῶν,
705τοὺς ὁποίους ἀποστέλλουσιν οἱ Ταμίαι πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον
706τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶχε τύπον ἐντελῶς ἐμπορικόν. Ἐσημείου
707ἐν τῷ λογαριασμῷ τούτῳ, ὅσα ἐμβάσματα ἐγένοντο πρὸς αὐτὸν
708καὶ συνάμα, ὅσας εἶχεν ἐνεργήσει πληρωμάς. Διὰ τοῦ ἐγγρά-
709φου, τὸ ὁποῖον συνώδευσε τὸν λογαριασμὸν τοῦτον, λογαριασμὸν, ὁ ὁποῖος
710ἐδείκνυε τὴν Κυβέρνησιν πρὸς τὸν Σπάρταλην ὀφειλέτριαν
71121,000 λιρῶν, διότι κατὰ τὸν λογαριασμὸν τοῦτον εἶχε δαπα-
712νήσει 151,000 λίρας, εἶχον δὲ σταλῆ εἰς αὐτὸν μόνον 129,
713000 λίραι, προσέθετεν, ὅτι «προετιθέμην νὰ ἀποστείλω καὶ
714»πάντα τὰ παρομαρτοῦντα πρὸς τὸν λογαριασμὸν τοῦτον δι-
715»καιολογητικὰ ἔγγραφα, ἀλλὰ δὲν γινώσκω τοὺς τύπους,
716»κατὰ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἐπιθεώρησις καὶ ἐπι-
717»κύρωσις τῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, καὶ παρακαλῶ
718»τὸ Ὑπουργεῖον νὰ μοὶ δώσῃ ὁδηγίας περὶ τούτου». Τὸ
719Ὑπουργεῖον ἐσιώπησε, μηδὲν ἀπαντῆσαν εἰς αὐτόν. Κατὰ
720Σεπτέμβριον τοῦ ἰδίου ἔτους καὶ πάλιν διὰ νεωτέρου του ἐγ-
721γράφου ᾐτήσατο παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ
722δώσῃ εἰς αὐτὸν ὁδηγίας περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον
723πρέπει νὰ ἀποστείλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὰ δικαιολογητικὰ
724ἔγγραφα. Ἀλλὰ καὶ πάλιν τὸ Ὑπουργεῖον ἐσιώπησεν. Ἀντὶ
725τούτου τὸ Ὑπουργεῖον συνέστησε μίαν Ἐπιτροπὴν ἐξ ἀνω-
726τέρων ἀξιωματικῶν, τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστη-
727ρίου καὶ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς. Ἐκ τῶν
728ἐγγράφων δὲν δεικνύεται ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐν τῇ Ἐπι-
729τροπῇ ταύτῃ ἀπετέλεσε μέρος καὶ ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γρα-
730φείου τῆς Βουλῆς. Φαίνεται ὅμως ἔκ τινος ἄλλου γεγονότος
731ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰ-
732κονομικῶν τὴν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ταύτῃ συμμετοχὴν τοῦ
733Διευθυντοῦ τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς. Ὀλίγους μῆνας πρό-
734τερον ἐν συνεδριάσει τῆς Βουλῆς ἐγένετο λόγος περὶ τῶν προ-
735μηθειῶν τοῦ Ὑπουργείου τοῦ 1867. Ἴσως οἱ ἀρχαιότεροι
736μεταξὺ τῶν συναδέλφων ἐνθυμεῖσθε, ὅτι τότε ἡ Ἀντιπολί-
737τευσις κατηγόρει τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, ὡς προμηθεύσαν-
738τας εἰς τὸ Κράτος σαπιοκάραβα. Ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις
739τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νὰ καταθέσῃ πάντα τὰ ἔγγραφα, ὅσα
740εὑρίσκοντο ἐν τοῖς ὑπουργικοῖς Ἀρχείοις, καὶ πάσας τὰς ἐν-
741τολὰς καὶ ὁδηγίας, τὰς ὁποίας εἶχε δώσει εἰς τὸν Γεν. Πρό-
742ξενον, καὶ τὰς ἀπαντήσεις αὐτοῦ. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἶχον
743κατατεθῆ εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν
744Ναυτικῶν κ. Γρίβα, ὅστις ἐπανέλαβεν αὐτά, κατὰ τὰς πλη-
745ροφορίας τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν ἐπανήγαγεν
746εἰς τὸ Ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου· τὰ ἔγγραφα ἐθεωρήθησαν
747ἀπολεσθέντα, πράγματι δὲ δὲν ἐπανευρέθησαν. Ὑπελάμβανε
748λοιπὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι, ἂν εἰς τὴν Ἐπι-
749τροπὴν ταύτην μετεῖχε καὶ ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γραφείου τῆς
750Βουλῆς, ἀπέβαινε πιθανὴ ἡ ἀνεύρεσις τῶν ἐγγράφων τούτων.
751Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπή, συνελθοῦσα ἐπανειλημμένως, ὡς φαίνε-
752ται ἔκ τινος σημειώματος, εὑρισκομένου ἐν τῇ δικογραφίᾳ,
753δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀνεύρῃ ταῦτα. Παρεκάλεσε τὸν Ὑπουργὸν
754νὰ εἴπῃ, ποῦ εὑρίσκονται τὰ ἔγγραφα· οὗτος ἠρνήθη νὰ δώσῃ
755πληροφορίαν. Ἡ συστηθεῖσα δὲ πρὸς ἔλεγχον Ἐπιτροπή,
756ἀντὶ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν δοθεῖσαν εἰς αὐτὴν ἐντολὴν ὑπὸ τοῦ
757Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἠρκέσθη νὰ δώσῃ σημείωσιν εἰς
758τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῶν δοθεισῶν διὰ νόμου πιστώσεων διά
759τε τὰ πλοῖα καὶ τὴν προμήθειαν πολεμικοῦ ὑλικοῦ. Περὶ
760τοῦ λογαριασμοῦ, ὃν ὁ κ. Σπάρταλης ὑπέβαλε κατὰ Ἰούλιον 1868,
761ἐγένετο λόγος ὑπὸ ἑνὸς τῶν προαγορευσάντων ῥητόρων τῆς
762Ἀντιπολιτεύσεως, ἰσχυρισθέντος, ὅτι δὲν ἐνδεικνύει τὰ πράγ-
763ματι δαπανηθέντα ποσά, διότι, κατ’ αὐτὸν, ἐν μηνὶ Ἰουλίῳ
764τοῦ 1868 δὲν ἦτο περατωμένη ἡ κατασκευὴ τοῦ θωρηκτοῦ
765«Γεωργίου», καὶ ἑπομένως δὲν ἀπέβαινε πιθανὴ ἡ χάριν τοῦ
766πλοίου τούτου διάθεσις 54,000 λιρῶν. Προσέθηκε δὲ ὁ ἀξιό-
767τιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτής, ὅτι δὲν ἐπρόκει-
768το περὶ πληρωμῶν, γενομένων ὑπὸ τοῦ Σπάρταλη, ἀλλὰ περὶ
769ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν ὁ Σπάρταλης, τοῦθ’ ὅπερ
770ἐνδεικνύει, κατ’ αὐτὸν, καὶ ἕτερόν τι, ὅτι οὐδεμίαν ἐξ ἰδίων
771προκαταβολὴν ὁ Σπάρταλης ἐνήργησε διὰ λογαριασμὸν τῆς
772Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τοὐναντίον, ὅτι πάντοτε
773παρ’ αὐτῷ ὑπῆρχον χρήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου περισ-
774σότερα, ἀφ’ ὅσα ἡ κατασκευὴ τοῦ πλοίου καὶ αἱ προμήθειαι
775ἐν γένει ἀπῄτουν. Δὲν εἶχεν, ὡς φαίνεται, τὴν ὑπομονὴν, ἢ
776τὸν καιρὸν, νὰ ἀναγνώσῃ πάντα τὰ ἐν τῇ δικογραφίᾳ ἔγ-
777γραφα, διότι ἐξ αὐτῶν ἤθελεν ἐξαγάγει ἀντίθετον ἀριθμη-
778τικὸν ἐξαγόμενον, ἤτοι ὅτι, ὅσα ποσὰ ἐσημείωνεν εἰς τὸν
779λογαριασμὸν τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1868 ὁ Σπάρταλης, ὡς δαπανη-
780θέντα, πάντα εἶχον δαπανηθῆ, τὸ δὲ ποσὸν τῶν 54,000 λι-
781ρῶν πράγματι εἶχε καταβληθῆ διὰ τίμημα τοῦ πλοίου «ὁ
782Βασιλεὺς Γεώργιος».
783Κατὰ τὰς γενομένας συμφωνίας διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ
784πλοίου «Γεώργιος», συνεφωνήθη ὡς τίμημα αὐτοῦ τὸ ποσὸν
785λιρῶν 69,000, καταβλητέον ὡς ἑξῆς:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
786Τὸ ⅒ προκαταβολικῶς ἐκ λιρῶν 6,900
787Τὸ ¼ τῶν 9/10 ἅμα τελειωθῇ ὁ σκελετὸς » 15,525
788Τὸ ἕτερον ¼ εἰς μετρητὰ μὲν » 13,225
789Εἰς ὁμολογίας δὲ τοῦ δανείου ἅμα τελειωθῇ
790τὸ ἐσωτερικὸν τοῦ πλοίου » 3,300
791Τὸ ἕτερον ¼ ἐπὶ ταῖς αὐταῖς ἀναλο-
792γίαις, ἅμα ὡς καθελκυσθῇ τὸ πλοῖον » 15,525
793Ἤτοι ποσὸν λιρῶν53,475
794Τὸ δὲ ὑπόλοιπον μετὰ τὴν ὁριστικὴν παραλαβὴν τοῦ
795πλοίου ὑπὸ τῶν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀντιπροσώπων.
796Ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν τῆς συμφωνίας ταύτης ἐπληρώθη-
797σαν εἰς τὴν ἀναλαβοῦσαν τὴν κατασκευὴν Ἑταιρίαν ὑπὸ
798τοῦ κ. Σπάρταλη:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
799Τῇ 15Ἰουλίου 1867λίραι 2,000
800» 29Αὐγούστου » » 4,900
801» 4Ὀκτωβρίου » » 12,000
802» 19» » » 3,525
803» 29Νοεμβρίου » » 13,225
804» 30Δεκεμβρίου » » 10,925
805» 24» » » 6,900
806 Ἤτοι ἐν ὅλῳ λίραι53,475
807ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκδιδομένων ὑπὸ τῶν ἐπιτηρούντων τὴν
808κατασκευὴν ἡμετέρων ἀξιωματικῶν πιστοποιήσεων.
809Ὑπελείπετο ἡ τετάρτη καὶ τελευταία δόσις, ἐκ λιρῶν
81015,525, ὅτε κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1868 τὸ θωρηκτὸν «Γεώρ-
811γιος» καθειλκύσθη. Ὑπῆρχον δὲ ἐν Λονδίνῳ, ὡς ἐμνημόνευ-
812σα, οἱ δύο ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ Παλάσκας
813καὶ Κουμελᾶς. Ὑπῆρχε δὲ καὶ ἡμέτερος ναυπηγὸς, ὁ κ. Για-
814λούσης, ἢ ὁ κ. Μόστρας. Κατὰ τὰς γενομένας δοκιμὰς, τὸ
815πλοῖον ἐθεωρήθη ὑπὸ τῶν ἡμετέρων μηχανικῶν ὡς καθυστε-
816ρῆσαν ὡς πρὸς τὰς συμφωνίας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐπὶ τῇ
817κατασκευῇ αὐτοῦ, ἐθεωρήθη ὡς καθυστερῆσαν ὡς πρὸς τὴν
818μηχανὴν καί τινας λεπτομερείας, τὰς ὁποίας περιττὸν νὰ
819μνημονεύσω· ἐθεωρήθη ὡς καθυστερῆσαν καὶ ὡς πρὸς τὴν
820ταχύτητα. Τὸ γεγονὸς ἀνηνέχθη τότε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
821τῶν Ναυτικῶν, ὅπερ παρήγγειλεν, αὐστηρῶς νὰ τηρηθῶσιν
822οἱ ὅροι τῶν γενομένων συμφωνιῶν. Ἀνεκοινώθη μετὰ τοῦτο
823εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ἡ Ἑταιρία ἡ ναυπηγικὴ, ἡ ἀναλα-
824βοῦσα τὴν κατασκευὴν τοῦ «Γεωργίου», προσεφέρετο νὰ
825ἀναπληρώσῃ τὰς ἐλλείψεις, ὅσαι εἶχον καταδειχθῆ, ὑπὸ τὸν
826ὅρον, νὰ πληρωθῶσιν εἰς αὐτὴν 15,525 λίραι, αἱ ὁποῖαι ἀπε-
827τέλουν τὴν τελευταίαν δόσιν, καὶ πλέον αὐτῶν 1050 λίραι.
828Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐνέκρινε τὴν γενομένην πρό-
829τασιν, ἀνέθηκε δὲ εἰς τὸν Σπάρταλην, νὰ διαπραγματευθῇ
830μετὰ τῆς Ἑταιρίας ταύτης καὶ κλείσῃ συμφωνίαν συμβι-
831βαστικήν. Ὁ Σπάρταλης κατώρθωσεν, ἐν τῇ ἐπαναλήψει τῶν
832συνεννοήσεων καὶ διαπραγματεύσεων μετὰ τῆς Ἑταιρίας
833ταύτης, οὐχὶ μόνον νὰ μὴ πληρώσῃ ὁλόκληρον τὴν τελευ-
834ταίαν δόσιν, οὐχὶ μόνον νὰ μὴ πληρώσῃ τὰς 1050 λίρας,
835αἵτινες πλέον τῆς τελευταίας δόσεως εἶχον ζητηθῆ, ἀλλὰ καὶ
836νὰ περιορίσῃ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ κατασκευαστοῦ εἰς ποσὸν
837κατώτερον καὶ τοῦ ἀρχικῶς συμπεφωνημένου τῶν 69,000
838λιρῶν κατὰ 5,000 λίρας, ἤτοι, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψει καὶ
839τῆς πλέον τῆς συμπεφωνημένης ἀξιώσεως τοῦ κατασκευα-
840στοῦ ἐκ λιρῶν 1000, κατώρθωσε νὰ ἀποφέρῃ εἰς τὸ Δημό-
841σιον μίαν οἰκονομίαν 6,000 λιρῶν. Μετὰ τὰς γενομένας συμ-
842φωνίας ἐπανελήφθησαν αἱ ἐργασίαι ἐπὶ τοῦ «Γεωργίου»·
843ἐξηκολούθησε δὲ τὸ πλοῖον κατασκευαζόμενον, καὶ κατὰ τὸ
8441870 ἐπερατώθη ἡ κατασκευὴ αὐτοῦ καὶ ὁ ἐξοπλισμός του,
845καὶ ἐστάλη εἰς τὴν Ἑλλάδα.
846Ἀλλ’ εἰς τὸν Σπάρταλην, ὡς Γενικὸν Πρόξενον, δὲν εἶχον
847ἀνατεθῇ μόνον αἱ προμήθειαι αὗται τῶν πλοίων. Εἰς αὐτὸν
848ἀνετέθησαν καὶ ἀνετίθεντο κατ’ ἐξακολούθησιν ὑπὸ τοῦ
849Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν προμήθειαι ἄλλου ὑλικοῦ.
850Ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν προμήθειαι ἄλλου
851ὑλικοῦ, ἀνεξαρτήτως τῶν πλοίων τούτων. Ὑπὸ τῶν Ὑπουρ-
852γείων τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν ἐδίδοντο ὡσαύτως
853παραγγελίαι πρὸς προμήθειαν ὑλικῶν, χρησίμων εἰς τὴν
854ὑπηρεσίαν των. Ὡς ἐκ τούτου δὲ ὁ οἶκος Σπάρταλη διετέ-
855λει εἰς ἀένναον, οὕτως εἰπεῖν, κίνησιν καὶ ἐργασίαν, πρὸς ἐκ-
856τέλεσιν τῶν διδομένων εἰς αὐτὸν ἑκάστοτε παραγγελιῶν.
857Διὰ τοῦτο ἐκ τοῦ λογαριασμοῦ τις ἐξάγει, ὅτι ἐκ τῶν 172,
858000 λιρῶν, τὰς ὁποίας ἐδαπάνησε, 40,000 περίπου ἀναφέ-
859ρονται εἰς τοιαύτας προμηθείας. Βεβαίως ἐξηκολούθει τηρῶν
860τὸ λογιστικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον καὶ πρότερον εἶχεν ἀκο-
861λουθήσει, δηλαδὴ τὸ σύστημα τῆς ἐμπορικῆς καταστιχώ-
862σεως καὶ οὐχὶ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἷς ταμίας, ἢ εἷς δη-
863μόσιος λογιστὴς ἡμῶν ἠδύνατο καὶ ὤφειλε ν’ ἀκολουθῇ ἐν
864ταῖς ἀφορῶσι τὴν διαχείρισιν αὐτοῦ. Καὶ διὰ τοῦτο συνεῖχε
865πάσας τὰς παραγγελίας, αἱ ὁποῖαι ἐδίδοντο εἰς αὐτὸν, εἴτε
866ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εἴτε ὑπὸ τοῦ
867Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, εἴτε ὑπὸ ἄλλων Ὑπουργείων,
868εἴτε ἂν ἐπλήρονε τοὺς ἀξιωματικοὺς ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι διέμε-
869νον ἐν Λονδίνῳ, εἴτε ἂν ἐπλήρονε τοὺς ἡμετέρους δοκίμους,
870οἱ ὁποῖοι ἔμενον ἐντὸς ἀγγλικῶν πλοίων, εἴτε ἂν ἔστελλε
871πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, εἴτε ἂν ἔστελλε
872πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, εἴτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
873τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὡς γινώσκετε, ὅσοι ἤλθετε εἰς σχέσεις
874πρὸς Ἀσφαλιστικὰς Ἑταιρίας ἐπὶ ποσότητι μεγάλῃ, δὲν
875περατοῦνται εὐκόλως αἱ διαπραγματεύσεις καὶ αἱ μετ’ αὐτῶν
876δοσοληψίαι τῶν ἀσφαλισάντων. Καὶ τῷ ὄντι ἡ ὑπόθεσις
877τῆς «Μπουμπουλίνας», ἡ ὁποία ἦτο σπουδαιοτάτη, ἀπη-
878σχόλησε τὸν Σπάρταλην μέχρι τοῦ 1874. Ἡ ἀπασχόλησις
879δὲ αὕτη δὲν ἀπέβη ἀνωφελὴς εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον,
880διότι κατώρθωσεν, ἐνῷ οἱ ἡμέτεροι ἀξιωματικοὶ ἔγραψαν εἰς
881τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ὁ Σπάρταλης ἠσφάλισε
882τὴν «Μπουμπουλίναν» ἀντὶ 20,000 λιρῶν, καὶ ὅτι τὸ ποσὸν
883τοῦτο ἔπρεπε νὰ ὑπολαμβάνῃ ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν ὡς εἰσ-
884πραχθησόμενον παρὰ τῆς Ἀσφαλιστικῆς Ἑταιρίας, ὁ
885Σπάρταλης κατώρθωσε ἀπὸ τὴν ἀσφάλειαν, ἡ ὁποία εἶχεν
886ὑπ’ αὐτοῦ ἐνεργηθῆ, νὰ εἰσπράξῃ, ἀντὶ 20,000 λιρῶν, διὰ
887τῶν ὁποίων ἐχρεοῦτο εἰς τὰ βιβλία τῶν ἡμετέρων Ὑπουρ-
888γείων, 35,000 λίρας, δηλαδὴ νὰ εἰσπράξῃ καί τι πλέον τοῦ
889ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχε δαπανηθῆ διὰ τὴν ἀγορὰν καὶ τὸν
890ἐξοπλισμὸν τῆς «Μπουμπουλίνας». Ἀλλ’ ἵνα κατορθώσῃ
891τοῦτο, ἀναγκαίως ἔπρεπε καὶ πολλοὶ ὑπ’ αὐτοῦ νὰ κατα-
892βληθῶσι κόποι, καὶ ἐπαρκὴς χρόνος νὰ μεσολαβήσῃ, ἀπο-
893δεδειγμένον δὲ εἶναι, ὅτι αἱ μετὰ τῶν ἀσφαλιστῶν δοσολη-
894ψίαι καὶ ἐκκαθαρίσεις ἐπερατώθησαν κατὰ τὸ ἔτος 1874.
895Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ 1874 ἠσθάνετο
896τὴν ἀνάγκην νὰ τακτοποιήσῃ τὰ τῆς διαχειρίσεως ταύτης
897πάντα δὲ ταῦτα ἀναφέρονται εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ δα-
898νείου τῶν 25,000,000, καθόσον τὰ τῶν δανείων, ὡς γινώ-
899σκετε, ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἀσχολεῖσθε εἰς τὰ λογιστικὰ καὶ τὰ
900οἰκονομικὰ, δὲν ἀνάγονται εἰς τὰ τῆς χρήσεως, ἀνάγονται
901εἰς τὰ τῆς διαχειρίσεως. Ἑπομένως ἐν τῷ βιβλίῳ τῶν δο-
902σοληψιῶν τοῦ Κράτους ἀναγράφονται αἱ διάφοροι μερίδες,
903ἀναγράφονται τὰ ἐκ τῶν δανείων εἰσπραττόμενα ποσὰ, ὡς
904καὶ τὰ ἐξ αὐτῶν δαπανώμενα. Ἐπειδὴ δὲ πάντα τὰ δα-
905πανηθέντα ὑπὸ τοῦ Σπάρταλη ἀνήγοντο ἀκριβῶς εἰς τὸ
906δάνειον τῶν 25,000,000, ὑπῆρχεν ἡ μετ’ αὐτοῦ δοσοληψία
907ἀνοικτή· φαίνεται δὲ, ὅτι πρότερον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰ-
908κονομικῶν δὲν ἔσπευδε, διότι ὑπῆρχον εἰσέτι ἐκκρεμῆ τὰ
909ἀφορῶντα εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ δανείου τῶν 25,000,000,
910διότι εἶχον γίνει ἐγγραφαὶ εἰς διάφορα μέρη ἐξωτερικά, εἰς
911Ἀγγλίαν, εἰς Αἴγυπτον, εἰς Ῥουμανίαν, εἰς Τεργέστην καὶ
912ἀλλαχοῦ, καὶ δὲν εἶχον μεταβιβασθῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
913τῶν Οἰκονομικῶν πάντα τὰ χρήματα καὶ πάντα τὰ σχε-
914τικὰ ἔγγραφα. Ὡς ὅμως πείθεταί τις, μελετῶν τὰ τῶν ὀγ-
915κωδῶν τούτων σχετικῶν φακέλλων ἔγγραφα, τὸ Ὑπουρ-
916γεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ μᾶλλον τὸ Γενικὸν Λογιστήριον,
917δὲν εἶχε τακτικὰς καὶ ἀκριβεῖς ἐγγραφάς, ὡς πρὸς τὴν
918μετὰ τοῦ κ. Σπάρταλη ληψοδοσίαν. Ὡς ἐκ τούτου ἐπα-
919νειλημμένως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἔγραφεν εἰς
920τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ ἐζήτει παρ’ αὐτοῦ πλη-
921ροφορίας περὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπέστειλεν εἰς τὸν
922Σπάρταλην καὶ περὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον κατὰ τὰς πλη-
923ροφορίας αὐτοῦ ἐδαπανήθη.
924Ἀλλ’ ἀκριβῶς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἀρχομένου τοῦ
9251874, ἢ περὶ τὸ τέλος τοῦ 1873, ἔλαβε χώραν καὶ ἕτερόν
926τι ἐπεισόδιον, σχετικὸν πρὸς τοὺς λογαριασμοὺς τούτους. Τὸ
927Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε παραγγείλει εἰς τὴν
928Ἐθνικὴν Τράπεζαν, νὰ ἀποστείλῃ εἰς τὸν Σπάρταλην, διὰ
929νὰ χρησιμοποιηθῇ πρὸς πληρωμὴν τοῦ ἑνὸς δεκατημορίου
930διὰ τὴν ἀξίαν τοῦ «Γεωργίου», ἓν ποσὸν 862 ὁμολογιῶν
931τοῦ δανείου τούτου, τῶν ὁποίων τὸ ἀντίτιμον ἀνήρχετο εἰς
9326,900 λίρας, ἤτοι τὸ δεκατημόριον ἀκριβῶς τῆς ἀξίας τοῦ
933«Γεωργίου». Ὅτε δὲ ἀπέστειλε τὴν διαταγὴν ταύτην εἰς
934τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν,
935ἐχρέωσεν αὐτὴν διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου, εἰδοποίησε δὲ καὶ
936τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀπέ-
937στειλε τὸ ποσὸν τῶν ὁμολογιῶν εἰς τὸν Σπάρταλην, καὶ
938ἐχρέωσεν αὐτὸν ἐν τῷ παρ’ αὐτῇ τηρουμένῳ λογαριασμῷ.
939Βραδύτερον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀπέστειλε λο-
940γαριασμὸν εἰς τὸν Σπάρταλην, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐχρέωνεν αὐτὸν
941διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν 6,900 λιρῶν. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ
942ὁποία ἀποστέλλει συνήθως τοὺς λογαριασμούς της εἰς τὸ
943τέλος τοῦ ἔτους, ἀπέστειλεν ἐπίσης τὸν ἑαυτῆς λογαριασμόν,
944ὁ δὲ Σπάρταλης βλέπει, ὅτι χρεοῦται παρὰ τῆς Ἐθνικῆς
945Τραπέζης καὶ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν μὲ
946τὸ αὐτὸ ποσόν. Ἀμέσως γράφει εἰς τὴν Τράπεζαν, ὅτι δὲν
947ἀναγνωρίζει τὴν χρέωσιν ταύτην, διότι διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν
9486,900 λιρῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπετέλουν τὸ τίμημα τῶν 862
949ὁμολογιῶν, εἶχε χρεωθῆ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκο-
950νομικῶν. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ζητεῖ νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ γενο-
951μένη παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν χρέωσις αὐτῆς
952διὰ τὸ ποσὸν τοῦτο, ἀλλὰ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον εὑρί-
953σκετο ἐν τοιαύτῃ ἀνωμαλίᾳ, ὥστε δὲν ἤθελε νὰ ἀναγνωρίσῃ
954τοῦτο. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἠναγκάσθη, κατόπιν αἰτή-
955σεως θεραπείας, νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου. Ἐν
956τῇ ἐποχῇ ἐκείνῃ δὲν ὑπῆρχε Νομικὸν Συμβούλιον, ἀλλ’ ὑπῆρ-
957χεν εἷς Δικαστικὸς Σύμβουλος, ἀλλά, φαίνεται, δὲν ἐδόθη-
958σαν εἰς αὐτὸν τὰ στοιχεῖα, ὅσα ἀπῃτοῦντο, ὅπως μορφώσῃ
959οὗτος γνώμην βάσιμον. Οὕτως ἀνετέθη ἡ ὑπεράσπισις τοῦ
960Δημοσίου ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ ἐνώπιον τοῦ πολιτικοῦ
961Δικαστηρίου εἴς τινα δικηγόρον Μοσχοβάκην, ἂν δὲν ἀπα-
962τῶμαι. Ὅπως συμβαίνει συνήθως, καὶ συνέβαινεν ἰδίως κατὰ
963τὴν ἐποχὴν ἐκείνην παρὰ τοῖς δικηγόροις, ὁσάκις ὑπερα-
964σπίζωνται ὑπόθεσιν τοῦ Δημοσίου ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων,
965οὗτος ἠρνήθη τὴν βάσιν τῆς ἀγωγῆς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέ-
966ζης. Τὸ Δικαστήριον ἐξέδοτο ἀπόφασιν, διὰ τῆς ὁποίας
967ὑπεχρέου τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅπως προσαγάγῃ εἰς
968αὐτὸ πάντα τὰ ἑαυτῆς βιβλία. Ἡ Διοίκησις τῆς Ἐθνικῆς
969Τραπέζης εὑρέθη εἰς δυσχερῆ θέσιν, διότι, ἐὰν πάντα τὰ
970βιβλία αὐτῆς μετέφερεν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον, ἐπί τινα χρό-
971νον ἐξ ἀνάγκης ἡ λογιστικὴ ὑπηρεσία τῆς Τραπέζης ἤθε-
972λεν ἀργεῖ. Διὰ τοῦτο προέβη εἰς νέας παραστάσεις πρὸς
973τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν μακαρίτην Πα-
974παμιχαλόπουλον, προσθεῖσα, ὅτι, ἀντὶ νὰ προσαγάγῃ εἰς
975τὸ Πρωτοδικεῖον τὰ βιβλία της, εἶναι διατεθειμένη νὰ ἐπα-
976γάγῃ ὅρκον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα βε-
977βαιώσῃ οὗτος, ἂν ἔχῃ δίκαιον ἡ Τράπεζα, ἢ ὄχι. Οὗτος
978μετεκαλέσατο τὸν Διευθυντὴν τοῦ Λογιστηρίου, ἐνήργησεν
979ἐξετάσεις, καὶ ἐπείσθη, ὅτι ἀληθῶς ἡ Τράπεζα εἶχε δίκαιον.
980Οὕτω διέταξε τὸν δικηγόρον νὰ καταργήσῃ τὴν δίκην.
981Ἀλλὰ συνάμα ἐν τοῖς λογαριασμοῖς, οἵτινες ἐκρατοῦντο
982παρὰ τῷ Λογιστηρίῳ, φυσικὸν ἦτο, ὅτι ἡ μερὶς τοῦ Σπάρ-
983ταλη ἤθελεν ἐπιβαρυνθῆ διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν 6,900 λιρῶν.
984Παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἶχε ζητηθῆ, ὡς προ-
985εῖπον, λογαριασμὸς τῶν παρ’ αὐτοῦ ἀναγνωριζομένων ποσο-
986τήτων, τὸ Ὑπουργεῖον δὲ τοῦτο, μετὰ μεσολαβήσασαν βρα-
987δύτητα, δικαιολογηθεῖσαν ἐκ τῆς ἀπουσίας ἀξιωματικοῦ
988τινος ἁρμοδίου, ἀπέστειλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονο-
989μικῶν, ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς καταργήσεως τῆς μετὰ τῆς
990Ἐθνικῆς Τραπέζης δίκης, λογαριασμόν τινα, ἀποδεικνύοντα,
991ὅτι δὲν ἦτο ἐν γνώσει οὐδενὸς τῶν γενομένων ἐν τῇ ὑποθέσει
992ταύτῃ, πρὸ πάντων δὲ δὲν ἦτο ἐν γνώσει τῆς ἀποστολῆς τῶν
99312,000 λιρῶν, τῆς γενομένης ὑπὸ τοῦ Σπάρταλη πρὸς τὴν
994ἐν Βιέννῃ ἡμετέραν Πρεσβείαν. Τὸ Γενικὸν Λογιστήριον,
995ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτι-
996κῶν, προέβη, κατ’ ἐμὲ, ὅλως αὐθαιρέτως, διότι προκειμένου
997νὰ προβῇ εἰς τὸ μέτρον, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ὁμιλήσω, ἔπρε-
998πε νὰ συγκεντρώσῃ καὶ ἐξελέγξῃ πάντα τὰ στοιχεῖα,
999προέβη ἀμέσως εἰς τὴν κατάσχεσιν περιουσίας τοῦ Σπάρ-
1000ταλη. Εἶχεν, ὡς φαίνεται, πληροφορηθῆ, ὅτι παρὰ τῇ Ἐθν.
1001Τραπέζῃ ὑπάρχει χρηματικὸν ποσὸν, ἀνῆκον τῷ Σπάρτα-
1002λῃ, ἀνερχόμενον εἰς 7,000 ἢ 8,000 λίρας, καὶ διέταξε τὸν
1003Κεντρικὸν Ταμίαν νὰ κατάσχῃ καὶ εἰσπράξῃ τὴν περιουσίαν
1004ταύτην τοῦ Σπάρταλη. Ὡς γινώσκετε, τὰ τῶν ἐνεργουμέ-
1005νων ὑπὸ τῶν Ταμιῶν κατασχέσεων δὲν ὑποβάλλονται εἰς
1006τὰς κοινὰς διατάξεις· ἀρκεῖ ὁ Ταμίας νὰ κοινοποιήσῃ ἓν
1007κατασχετήριον εἴτε εἰς Τράπεζαν, εἴτε εἰς οἱονδήποτε ἰδι-
1008ώτην, ὡς τρίτον· τὸ κατασχετήριον τοῦτο ἐπάγεται πάσας
1009τὰς συνεπείας, ὅσας ἐπάγεται ὡς πρὸς ἕτερόν τινα, ἐνερ-
1010γοῦντα τοιαύτην κατάσχεσιν, μία δικαστικὴ ἀπόφασις.
1011Μετὰ τὴν κατάσχεσιν ὁ Ταμίας ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσ-
1012πράξῃ τὰ κατεσχημένα ἄνευ ἑτέρας διατυπώσεως· τοῦτο ἐγέ-
1013νετο καὶ ἐνταῦθα. Μετὰ τὴν κατάσχεσιν ταύτην, ἡ Ἐθνικὴ
1014Τράπεζα ἐδήλωσεν, ὁποῖον ποσὸν, ἀνῆκον τῷ Σπάρταλη,
1015ἦτο κατατεθειμένον παρ’ αὐτῇ. Τὸ Ὑπουργεῖον ἐνετείλατο
1016ἐκ νέου τὸν Ταμίαν νὰ τὸ εἰσπράξῃ, πράγματι δὲ ὁ Ταμίας
1017τὸ εἰσέπραξε καὶ τὸ εἰσήγαγεν εἰς τὸ Ταμεῖον κατὰ Σε-
1018πτέμβριον τοῦ 1874. Μετὰ τοῦτο ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ
1019πέμψῃ ἓν ἔγγραφον δριμύτατον, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη ἐν-
1020τεῦθεν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος βου-
1021λευτοῦ κ. Γεροκωστοπούλου, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου, πρὸς τὸ
1022ἐν Λονδίνῳ ἡμέτερον Πρεσβευτὴν ἀποτεινόμενος ὁ τότε
1023Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπῄτει τὴν ἄμεσον ἀποστολὴν
1024τῶν λογαριασμῶν τοῦ Σπάρταλη. Εὐθὺς, ὡς ἐλήφθη τὸ
1025ἔγγραφον τοῦτο εἰς Λονδῖνον, ὁ Πρεσβευτὴς ἀπήντησεν,
1026ὅτι ὁ Σπάρταλης, εὐθὺς, ὡς ἐπανέλθῃ ὁ τότε ἀπουσιάζων
1027ἁρμόδιος ὑπάλληλός του, θὰ ὑποβάλῃ ἐντὸς ὀλίγου τοὺς
1028λογαριασμοὺς τούτους. Πράγματι κατὰ τὸν Μάρτιον τοῦ
10291875 ἀπέστειλε τοὺς λογαριασμοὺς μεθ’ ὅλων τῶν δικαιολο-
1030γητικῶν ἐγγράφων, ἀπέστειλεν εἰδικοὺς λογαριασμοὺς 9 καὶ
1031ἕνα γενικὸν λογαριασμόν. Σημειωτέον, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς
1032τῶν Οἰκονομικῶν παρήγγειλε διὰ τοῦ Πρέσβεως, νὰ δοθῇ εἰς
1033αὐτὸν λογαριασμὸς περὶ τῆς διαχειρίσεως 151,000 λιρῶν,
1034διότι κατὰ τὰ βιβλία του τὸ ποσὸν τοῦτο εἶχε σταλῆ εἰς
1035τὸν Σπάρταλην. Ἐκ τῶν λογαριασμῶν ὅμως, τοὺς ὁποίους
1036ἀπέστειλεν ὁ Σπάρταλης, ἀποδεικνύεται, ὅτι εἰς τὸν Σπάρ-
1037ταλην εἶχον ἐμβασθῆ 171,000 λίραι, δηλαδὴ 20,000 πε-
1038ρισσότερον. Εἶναι καὶ τοῦτο μία ἀπόδειξις τῆς μεγάλης
1039ἀκριβείας, μεθ’ ἧς τὸ ἡμέτερον Λογιστήριον τῆς ἐποχῆς
1040ἐκείνης διεχειρίζετο τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
1041Οἱ λογαριασμοί, τοὺς ὁποίους ἀπέστειλεν ὁ Σπάρταλης,
1042ἦσαν ὡς οἷόν τε τακτικοί, ἢ μᾶλλον ἀπολύτως τακτικοί, προ-
1043κειμένου περὶ ἐμπορικῶν λογαριασμῶν· τὰ δικαιολογητικὰ
1044ἔγγραφα ἦσαν ἐπίσης πλήρη, ἀλλ’ ὁ κ. Σπάρταλης ὑπε-
1045λάμβανεν, ὅτι δὲν ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ ἀποστείλῃ τὰ πρω-
1046τότυπα τῶν ἐγγράφων, καὶ ἀπέστειλεν ἀντίγραφα, ἐπικεκυ-
1047ρωμένα ὑπὸ τοῦ ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ τοῦ Ναυτικοῦ, τοῦ
1048μακαρίτου Κουμελᾶ, εὑρισκομένου ἐν Λονδίνῳ, καθ’ ἣν ἐπο-
1049χὴν εἶχε ζητήσει ὁδηγίας παρὰ τοῦ Ὑπουργείου περὶ τοῦ
1050τρόπου, καθ’ ὃν ὤφειλε ν’ ἀποστείλῃ τὰ δικαιολογητικά.
1051Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εὗρεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο
1052ἐπ’ αὐτῶν καὶ μόνων νὰ στηριχθῇ, καὶ παρήγγειλε νὰ στα-
1053λῶσι τὰ πρωτότυπα· ὁ Σπάρταλης, ὡς ἔμπορος, διϊσχυρί-
1054ζετο ἐν ἀρχῇ, ὅτι τὰ πρωτότυπα διέτρεχον κίνδυνον, καὶ
1055ἔπρεπε νὰ σταλῶσι τὰ ἀντίγραφα· κατόπιν ὅμως ἔστειλε
1056τὰ πρωτότυπα διά τινος εὐκαιρίας, ἣν παρεῖχεν ἡ ὑπὸ
1057τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἀποστολὴ εἰς Ἀθήνας διπλω-
1058ματικοῦ τινος ὑπαλλήλου. Κατὰ τὸν γενικὸν λοιπὸν λογα-
1059ριασμόν, τὸν μετὰ τῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων συνοδευ-
1060θέντα, ὁ Σπάρταλης ἐφαίνετο ἔχων λαμβάνειν παρὰ τοῦ
1061Δημοσίου 12 χιλιάδας λιρῶν, ὡς ἦτο δὲ φυσικὸν, ἐν τῷ
1062λογαριασμῷ τούτῳ περιέλαβε καὶ τὸ ποσόν, τὸ κατασχε-
1063θὲν καὶ εἰσπραχθὲν παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον
1064ὅμως αὐτὸς, διότι φαίνεται, ὅτι οἱ λογαριασμοὶ τῆς
1065Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν εἶχον τακτοποιηθῆ, ὑπελάμβανεν
1066ὡς ἀνερχόμενον εἰς 8,000 λιρῶν ἀντὶ 6,000. Εὐθὺς,
1067ὡς ἐλήφθησαν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν
1068καὶ τὰ πρωτότυπα τῶν δικαιολογητικῶν καὶ οἱ λογαρια-
1069σμοὶ πλήρεις, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν προέβη εἰς
1070τὴν σύστασιν Ἐπιτροπῆς, καταρτισθείσης ἀπὸ δύο ἀνωτέ-
1071ρους ἀξιωματικοὺς τοῦ Ναυτικοῦ καὶ ἀπὸ τὸν Διευθυντὴν
1072τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ἐξήλεγξε τοὺς
1073λογαριασμοὺς τοῦ Σπάρταλη, ἐπειδὴ ὅμως εὕρισκεν ἀναγρα-
1074φόμενα ποσά τινα, τὰ ὁποῖα ἀνεφέροντο εἰς διάφορα Ὑ-
1075πουργεῖα, ἀπέσπασεν ἐκ τῶν λογαριασμῶν τοῦ Σπάρταλη
1076σημείωσιν τῶν ποσῶν τούτων, καὶ ἀπηυθύνθη πρὸς ἕκαστον
1077τῶν Ὑπουργείων διὰ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ζητοῦσα
1078παρὰ τῶν Ὑπουργείων αὐτῶν πληροφορίας, ἂν ἔδωκαν τῷ
1079ὄντι τὰς ἀναφερομένας ἐντολὰς καὶ διατὶ δὲν ἐπλήρωσαν
1080τὸ τίμημα τῶν ληφθέντων ὑπ’ αὐτῶν, ὡς ἐσημειοῦτο εἰς
1081τὸν λογαριασμὸν τοῦ κ. Σπάρταλη. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκείνη
1082ἀφίκετο εἰς πλῆρες λογιστικὸν συμπέρασμα, καθ’ ὃ ἀνε-
1083δείκνυε τὸν Σπάρταλην πιστωτὴν ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου
1084ποσοῦ 5,000 λιρῶν ἢ 5,600. Ἀλλὰ καίτοι τῆς Ἐπιτρο-
1085πῆς τὸ ἔργον ἐθεωρήθη περατωθὲν, οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια
1086περὶ τῆς πληρωμῆς τῶν ὀφειλομένων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου·
1087ὡς ἐκ τούτου κατὰ τὸ 1877, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ πληρε-
1088ξούσιος τοῦ Σπάρταλη ἐν Ἀθήναις, ὁ κ. Καλλιγᾶς, ἐκοινο-
1089ποίησεν αἴτησιν θεραπείας, ζητῶν ν’ ἀποδοθῶσιν ἐπὶ τέλους,
1090ὅσα ὀφείλονται εἰς τὸν Σπάρταλην. Μετὰ τὴν αἴτησιν θε-
1091ραπείας τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν προέβη εἰς νεωτέ-
1092ρας ἐνεργείας· ἐν τῷ φακέλλῳ εὑρίσκω μίαν ἔκθεσιν τοῦ
1093Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου κατὰ τὸ ἔτος 1878
1094πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀνακε-
1095φαλαιοῖ καὶ ὅσα ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς εἶχον βεβαιωθῆ πρό-
1096τερον καὶ ὅσα αὐτὸς, κατόπιν τῶν πληροφοριῶν, αἵτινες
1097ἐδόθησαν ἀπὸ τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα, ἐξηκρίβωσεν ὡς ἀπο-
1098δεδειγμένα, καὶ ἐπροκάλει τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν
1099νὰ προέλθῃ εἰς πρόκλησιν τῆς ἀναγκαίας πιστώσεως πρὸς
1100πληρωμὴν τῆς πρὸς τὸν Σπάρταλην ὀφειλῆς, ἀνερχομένης
1101εἰς τὸ ποσὸν τῶν 5,600 ἢ 5,300 λιρῶν. Τὰ Ὑπουργεῖα,
1102ἰδίως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήγετο
1103τὸ μεγαλείτερον μέρος τῆς δαπάνης, ἀνεγνώρισε τὰ ποσὰ
1104αὐτὰ, καὶ κατὰ τὸ 1879 μετὰ μεσολαβήσασαν αἰσθητὴν
1105βραδύτητα, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν εἰς τὴν ἀπουσίαν ἑνὸς
1106ἀξιωματικοῦ, δὲν ἠξεύρω ποῦ εὑρισκομένου, ἐγνώρισεν εἰς
1107τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι εἶναι σύμφωνον νὰ προ-
1108κληθῇ ἡ ἀναγκαία πίστωσις.
1109Ὑποθέτω, ὅτι κατὰ τὸ 1880, ἐὰν δὲν ἐπήρχετο μεταβο-
1110λὴ ὑπουργικὴ, τὰ πράγματα ἐφαίνοντο ἐκ τῶν ἐγγράφων
1111παρεσκευασμένα πρὸς πρόκλησιν τῆς ἀπαιτουμένης πιστώ-
1112σεως. Τὸ ἀνελθὸν ἐπὶ τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν κατὰ τὸ
11131880 Ὑπουργεῖον δὲν διετηρήθη ἐπὶ πολὺν χρόνον, τὸ δὲ
1114διαδεχθὲν αὐτὸ ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον Κουμουνδοῦρον ἀπη-
1115σχολήθη μὲ τὴν ἐπιστράτευσιν καὶ μὲ τὴν ἕνωσιν τῶν νέων
1116Ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν, οἱ δὲ λογαριασμοὶ τοῦ Σπάρταλη πα-
1117ρέμεινον παρὰ τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ μέχρι τοῦ Νοεμβρίου
1118τοῦ 1882, ὅτε ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν τὸ ὑπὸ τὸν καὶ νῦν
1119Πρωθυπουργὸν Ὑπουργεῖον· τότε ἐν τῷ ὑποβληθέντι εἰς
1120τὴν Βουλὴν διὰ τὸ ἔτος 1883 εἰδικῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ
1121Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὑπὸ τὸν συνήθη τίτλον, τὸν
1122ἀφορῶντα εἰς τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων ἢ διαγεγραμμένων
1123χρήσεων, ἀνεγράφη πίστωσις καὶ διὰ τὸ εἰς τὸν κ. Σπάρτα-
1124λη ὀφειλόμενον ποσὸν, ὅπερ εἶναι περίπου τὸ αὐτὸ, τὸ καὶ ἐν
1125τῇ αἰτουμένῃ νῦν πιστώσει ἀναγραφόμενον, καὶ διὰ τὸ πο-
1126σὸν, ὅπερ ἀνεγνωρίσθη, ὡς κατὰ λογιστικοὺς τύπους ὀφειλό-
1127μενον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν πρὸς τὸ Ὑπουρ-
1128γεῖον τῶν Οἰκονομικῶν· τὸ γεγονὸς δὲ τοῦτο, ὅτι ἐν τῇ πι-
1129στώσει ἐκείνῃ περιελαμβάνετο καὶ ποσόν τι, δι’ ὃ ἐζητεῖτο
1130πίστωσις πρὸς λογιστικὴν τακτοποίησιν, ἔδωκεν ἀφορμὴν
1131εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴν κ. Κωνσταντό-
1132πουλον νὰ ἐκδηλώσῃ ἀπορίας, ἅτε μὴ δυνάμενον νὰ κατα-
1133νοήσῃ αὐτὸν τὸν λογιστικὸν μηχανισμόν. Δὲν πρόκειται ἐν-
1134ταῦθα περὶ καινοφανοῦς λογιστικοῦ μηχανισμοῦ, ἀλλὰ περὶ
1135τῶν παραδεδεγμένων ἀνέκαθεν λογιστικῶν διατυπώσεων,
1136πρὸς τακτοποίησιν τῶν εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν δια-
1137φόρων Ὑπουργείων ἀνηκουσῶν πιστώσεων. Ἐπεβάλλετο εἰς
1138τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἡ τακτοποίησις τῆς ληψοδοσίας,
1139τῆς ἀφορώσης εἰς τὸ δάνειον τῶν 25,000,000 καὶ σχετι-
1140ζομένης πρὸς τοὺς λογαριασμοὺς Σπάρταλη, ἐπεβάλλετο δὲ
1141συνάμα καὶ ἡ τῶν λογαριασμῶν αὐτῶν τοῦ Σπάρταλη ὁρι-
1142στικὴ διευθέτησις. Ὁ Σπάρταλης ἐδικαιοῦτο λαμβάνειν,
1143κατὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἧς τὸ
1144ἀποτέλεσμα εἶχεν ἀποδεχθῆ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυ-
1145τικῶν, ποσὸν 255,000 δραχμῶν περίπου. Ἀλλὰ καὶ τὸ
1146Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς τακτοποίησιν τοῦ λο-
1147γαριασμοῦ, ἔπρεπε νὰ λάβῃ ἓν χρηματικὸν ἔνταλμα, ἐκδε-
1148δομένον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ βαρύνον τὸν
1149εἰδικὸν Προϋπολογισμὸν αὐτοῦ ἐκ δραχμῶν 170,000 δι’
1150ἀξίαν τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τούτου, χρησιμοποιηθεισῶν
1151ἀντὶ τοῦ τιμήματος τοῦ πλοίου «ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος.» Ὡς
1152ἐκ τούτου ἐν τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ Νοέμ-
1153βριον ἢ Δεκέμβριον τοῦ 1882 Προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους
11541883 ἐσημειώθησαν ὑπὸ τὸ αὐτὸ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον τῶν
1155κεκλεισμένων χρήσεων δραχμαὶ μὲν 255,000 δι’ ὀφειλὴν
1156πρὸς Σπάρταλην, δραχμαὶ δὲ 170,000 δι’ ὀφειλὴν τοῦ
1157Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκο-
1158νομικῶν. Ἐσημειώθησαν ἀμφότερα τὰ ποσὰ ὑπὸ τὸ αὐτὸ
1159ἄρθρον, ὡς δικαιοῦχος δὲ ἐν τῷ εἰδικῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ
1160Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐνεγράφη δι’ ἀμφότερα τὰ ποσὰ
1161τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διότι καὶ τὰ δύο ποσὰ
1162ἀνεφέροντο εἰς τὴν αὐτὴν αἰτίαν, καὶ διότι, ἂν ἡ πίστω-
1163σις ἐχορηγεῖτο ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, τὸ ἐκδοτέον
1164ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἔνταλμα ἤθελεν ἀνα-
1165γράφει ὡς δικαιοῦχον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ
1166τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ γένηται καὶ ἡ πρὸς τὸν Σπάρτα-
1167λην πληρωμὴ διὰ συναλλαγματικῶν, καὶ ἡ ὁριστικὴ τακτο-
1168ποίησις τῆς δοσοληψίας τοῦ δανείου τῶν 25,000,000.
1169Ἀνάγκη ὅμως νὰ ἐπαναληφθῇ, ὅτι ὡς πρὸς τὸ ποσὸν,
1170τὸ εἰς τὸν Σπάρταλην ἀνῆκον, ἤτοι τὸ ποσὸν τῶν 255,000
1171δραχμῶν, ῥητῶς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1883 ἐση-
1172μειοῦτο τὸ ὄνομα «Σπάρταλης». Εἶπον ἀνωτέρω, ὅτι τὸ
1173ποσὸν, δι’ ὃ ἐζητήθη πίστωσις διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ
1174τοῦ 1883, δὲν διαφέρει σχεδὸν κατ’ οὐσίαν τοῦ ποσοῦ, δι’
1175ὃ ζητεῖται σήμερον πίστωσις πρὸς ἐξόφλησιν τῆς αὐτῆς
1176ὀφειλῆς. Ἡ φαινομένη διαφορὰ προέρχεται ἐκ τῆς διαφορᾶς
1177τῆς τιμῆς τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος μεταξὺ τῆς κρα-
1178τούσης κατὰ Νοέμβριον 1882 καὶ τῆς σήμερον κρατούσης,
1179προέρχεται δὲ συνάμα καὶ ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ χρόνου, δι’
1180ὃν ὑπελογίσθη τότε ἡ ὀφειλομένη εἰς τὸν Σπάρταλην ἀπο-
1181ζημίωσις ἐπὶ τῇ κατασχεθείσῃ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ
1182καὶ εἰσαχθείσῃ εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον χρηματικῇ περιου-
1183σίᾳ τοῦ Σπάρταλη ἐκ λιρῶν 6,268, διότι τότε μὲν εἶχεν
1184ὑπολογισθῇ ὁ ἀντὶ ἀποζημιώσεως ἀποδιδόμενος τόκος μέ-
1185χρι τῆς 31 Μαρτίου 1883, νῦν δὲ ὑπολογίζεται μέχρι τῆς
118631 λήγοντος μηνὸς Δεκεμβρίου, ἤτοι ὑφίσταται διαφορὰ
1187ἑξαετοῦς σχεδὸν χρονικοῦ διαστήματος.
1188Παρετηρήθη ὅμως ὑπό τε τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας
1189Βουλευτοῦ καὶ ἑτέρων ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι
1190δὲν λαμβάνεται νῦν πρόνοιά τις διὰ τὸ ποσὸν, περὶ οὗ ἐν
1191τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1883 ἐζητήθη πίστωσις πρὸς τα-
1192κτοποίησιν τῆς ὀφειλῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν πρὸς
1193τὸ τῶν Οἰκονομικῶν. Τοῦτο δὲ προκαλεῖ εὐλόγως τὴν ἀπο-
1194ρίαν αὐτῶν. Ἀληθῶς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον προ-
1195βλέπει μόνον διὰ τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν πρὸς ἐξόφλησιν
1196τῆς πρὸς τὸν Σπάρταλην ὀφειλῆς, καθόσον μόνη ἡ πί-
1197στωσις αὕτη εἶναι ἀναγκαία ἀπαραιτήτως πρὸς πραγμα-
1198τοποίησιν πληρωμῆς εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἡ
1199ἑτέρα πίστωσις, ἡ χρησιμεύουσα εἰς μόνην τὴν τακτοποίη-
1200σιν τοῦ λογαριασμοῦ μεταξὺ τῶν Ὑπουργείων Οἰκονομικῶν
1201καὶ Ναυτικῶν, δὲν ἐκρίθη κατεπείγουσα. Πιθανῶς τὸ Γε-
1202νικὸν Λογιστήριον νὰ ἐνεργήσῃ τὴν τακτοποίησιν ταύτην
1203διὰ τοῦ βιβλίου τῶν δοσοληψιῶν. Κατ’ ἐμὲ ὅμως, ὀρθότερον
1204εἶναι, νὰ προκληθῇ καὶ πρὸς τὴν τακτοποίησιν ταύτην τῶν
1205πιστώσεων ἕτερος εἰδικὸς νόμος, εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ
1206ὁποίου θέλει κληθῇ ἡ Βουλὴ βραδύτερον. Ὅπως δήποτε, γε-
1207γονὸς εἶναι, ὅτι ἀπομένει εἰσέτι ἐκκρεμὴς παρὰ τῷ Γενικῷ
1208Λογιστηρίῳ ὁ λογαριασμὸς τοῦ δανείου τῶν 25,000,000,
1209ἡ ὁριστικὴ δὲ αὐτοῦ διαῤῥύθμισις γενήσεται μετὰ τὴν ἐπι-
1210ψήφισιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχεδίου....
1211§20ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διατὶ νὰ μὴ ἀφαιρεθοῦν μόνα τὰ κον-
1212δύλια, τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὸν Σπάρταλην;
1213§21ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι, ὡς εἶπον, καὶ τὰ δύο ποσὰ ἀνε-
1214φέροντο εἰς τὴν αὐτὴν αἰτίαν, ἤτοι τὴν τακτοποίησιν τοῦ
1215λογαριασμοῦ τοῦ δανείου τῶν 25,000,000.
1216§22ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν ψηφισθέντα Προϋπο-
1217λογισμὸν τοῦ 1883, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψει, ἀφῃρέθη-
1218σαν ἀμφότερα τὰ ποσά.
1219§23ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τούτου ἐγένετο καὶ ἄλλοτε συ-
1220ζήτησις. Ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς Βουλῆς τοῦ 1882 ῥητῶς
1221καταφαίνεται ἡ συναίνεσις τοῦ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην
1222Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ ἀπαλείψεως τῆς ἀναγρα-
1223φείσης πιστώσεως. Βουλευταί τινες, ἐκ τῶν εἰς τὴν Ἀντι-
1224πολίτευσιν ἀνηκόντων, ἀντετάχθησαν τότε κατὰ τῆς ἀνα-
1225γραφομένης πιστώσεως, καὶ προέβαλον διαφόρους ἀντιῤῥήσεις
1226ἀορίστους, καὶ προεκάλεσαν συζήτησιν. Ὁ Ὑπουργὸς παρε-
1227τήρησεν εἰς αὐτοὺς, ὅτι ἡ πίστωσις ζητεῖται ἐπὶ τῇ βάσει
1228ἐπεξεργασίας, ἡ ὁποία ἐγένετο ὄχι ὑπ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ὑπὸ τῶν
1229προκατόχων Ὑπουργείων, ἐπεξεργασίας πληρεστάτης, λο-
1230γιστικῆς. Ἡ ἐπεξεργασία ἦν τοιαύτη, ὥστε, ἂν εἶχε πίστω-
1231σιν, ἤθελε προβῆ εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν προσηκόντων χρημα-
1232τικῶν ἐνταλμάτων· μὴ ἔχων ὅμως πίστωσιν, ἐζήτησε νὰ
1233λάβῃ αὐτὴν παρὰ τῆς Βουλῆς διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
1234Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐπέμεινεν εἰς
1235τὰς ἀντιῤῥήσεις αὑτῆς, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης
1236συνῄνεσεν εἰς τὴν ἀπάλειψιν, κακῶς ποιῶν, κατ’ ἐμέ· διότι
1237ἐπρόκειτο περὶ πιστώσεως, ἧς χρῆσις ἤθελε γίνει διὰ τῆς
1238τηρήσεως τῶν κεκανονισμένων διατυπώσεων, καὶ ἐν ἀνάγκῃ
1239καὶ διὰ νεωτέρας λογιστικῆς ἐπεξεργασίας· ἐπειδὴ ὅμως
1240συνέβαινε νὰ ἦναι συγγενὴς καὶ πληρεξούσιος τοῦ Σπάρτα-
1241λη, εὗρεν, ὅτι δὲν ἦτο δι’ αὐτὸν ἀξιοπρεπὲς νὰ ἐπιμείνῃ εἰς
1242τὴν ἐπιψήφισιν τῆς πιστώσεως, ἐποιήσατο δὲ τὴν ἑπομένην
1243πρὸς τὴν Βουλὴν δήλωσιν, ἀναγεγραμμένην ἐν τοῖς πρα-
1244κτικοῖς. «Καθόσον γεννᾶται δισταγμός, καὶ τοιοῦτος δὲν
1245»πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, ὅταν πρόκηται περὶ χρημάτων τοῦ Δη-
1246»μοσίου, ἀποδέχεται νὰ γίνῃ νεωτέρα ἐπεξεργασία». Ἀλλ’
1247ἀφοῦ συνῄνεσε νὰ μὴ ἐπιψηφισθῇ ἡ πίστωσις, ἡ ἀναγρα-
1248φεῖσα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1883, ἐνόμισεν ἀναγκαῖον
1249νὰ συστήσῃ Ἐπιτροπὴν, εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ὁποίας παρέ-
1250πεμψε τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἔγγραφα. Τὴν Ἐπιτρο-
1251πὴν συνεκρότησεν ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συ-
1252νεδρίου, ἀπὸ τὸν νομικὸν σύμβουλον κ. Πετρόπουλον, καὶ
1253ἀπὸ ἕνα ἀξιωματικὸν οἰκονομικὸν τοῦ Ναυτικοῦ, τὸν κ.
1254Ἐργαστηριάρην. Ἀλλ’ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνε-
1255δρίου δὲν ἐδέχθη, ῥητῶς δηλώσας, ὅτι, ἐπειδὴ φυσικὸς δικα-
1256στὴς ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ Σπάρταλη εἶναι τὸ Ἐλεγ-
1257κτικὸν Συνέδριον, οὗτινος εἶναι αὐτὸς ὁ Πρόεδρος, δὲν νο-
1258μίζει ἐπιτρεπόμενον αὐτῷ νὰ λάβῃ μέρος εἰς Ἐπιτροπὴν, ἡ
1259ὁποία προκαταρκτικῶς πρόκειται νὰ ἐξετάσῃ τὰ κατὰ τὴν
1260ὑπόθεσιν αὐτήν· ἀλλὰ τὰ ἄλλα μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, ὡς
1261φαίνεται, ἔκριναν ἀναγκαῖον νὰ ἀναθέσωσι τὸν καθαρῶς
1262λογιστικὸν ἔλεγχον εἰς ἕνα τῶν Λογιστῶν τοῦ Συνεδρίου·
1263ὡς τοιοῦτος ἐξελέγη, ὡς φαίνεται ἐκ τῶν ἐγγράφων, ὁ λο-
1264γιστὴς Βουγιούκας, ὁ ὁποῖος ἐξακολουθεῖ νὰ ἦναι καὶ νῦν
1265λογιστής· (ἀναγκαῖον νὰ σημειωθῇ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ
1266τοῦ κ. Βουγιούκα, τοῦ τέως Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Ὑ-
1267πουργείου τῶν Οἰκονομικῶν,) αὐτὸς δὲ, ἐν διαστήματι ὀλί-
1268γων ἡμερῶν, χωρὶς νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του πάντα τὰ ἔγγραφα,
1269χωρὶς νὰ κατανοήσῃ καλῶς τὴν φύσιν τῆς ὑποθέσεως, ὑπέ-
1270βαλε μίαν ἔκθεσιν, καθ’ ἣν ἐπαρουσίαζε τὸν Σπάρταλην
1271ὀφειλέτην 50,000 λιρῶν. Ποιοῦμαι μνείαν τῆς εἰς τὴν ὑπό-
1272θεσιν παρεμβάσεως τοῦ λογιστοῦ Βουγιούκα, διότι οἱ προα-
1273γορεύσαντες ἀνηνέχθησαν εἰς τὴν ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθεῖσαν
1274ἔκθεσιν. Ἀλλ’ ὅτε παρῃτήθη ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτι-
1275κοῦ Συνεδρίου, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠναγκάσθη
1276νὰ ἀντικαταστήσῃ αὐτὸν διὰ τοῦ τότε Δικαστικοῦ Συμ-
1277βούλου, τοῦ μακαρίτου Ταταράκη, οὗτινος ὁμολογουμένη
1278ἦτο ἡ ἀκρίβεια, ἡ δραστηριότης καὶ ἡ νομομάθεια, προσ-
1279έθηκε δὲ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν καὶ ἕτερον σύμβουλον,
1280τὸν κ. Πάγκαλον, καὶ τὸν τμηματάρχην ἐν τῷ Ὑπουργείῳ
1281τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν κ. Νικολόπουλον· οὗτοι ἐπελήφθησαν
1282τῆς ἐξετάσεως τῶν τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, ἀπεδείχθη δὲ, ὅτι
1283ἡ ἔκθεσις τοῦ λογιστοῦ τούτου ἦτο προϊὸν πλάνης, διότι ὁ
1284λογιστὴς οὗτος πρῶτον ἐχρέωνε τὸν Σπάρταλην δὶς μὲ τὸ πο-
1285σὸν τῶν 6,900 λιρῶν, τὴν ἀξίαν τῶν 862 ὁμολογιῶν, δὲν
1286ἐπίστωνε δὲ τὸν Σπάρταλην μὲ τὸ ποσὸν, τὸ δαπανηθὲν διὰ
1287τὴν ἀγορὰν τῆς «Κρήτης», διότι ὑπέθετεν, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ
1288πλοῖον ὠνομάσθη «Κρήτη», ἄρα ἐκ τῶν χρημάτων τῆς
1289Κρητικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπρομηθεύθη τὸ πλοῖον αὐτὸ, ἐνῷ ἦτο
1290ἄσχετος ἡ προμήθεια ἑτέρου πλοίου, ἡ γενομένη διὰ λογα-
1291ριασμὸν τῆς Κρητικῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν ἐπίστωνε τὸν Σπάρ-
1292ταλην μὲ τὸ ποσὸν τῶν 12,000 λιρῶν, ἃς εἶχεν οὗτος
1293στείλει εἰς τὴν Βιέννην. Ἡ ἔκθεσις λοιπὸν τοῦ λογιστοῦ
1294Βουγιούκα δὲν ἐκρίθη ἀξία μνείας, οὐδ’ ἐθεωρήθη ὡς ἀφε-
1295τηρία ἐν τῇ γενομένῃ βραδύτερον ἐπεξεργασίᾳ. Ἡ Ἐπιτροπὴ
1296λοιπὸν, ἡ ὡς ἀνωτέρω καταρτισθεῖσα, τελείως καὶ ὁριστι-
1297κῶς ἐπελάβετο τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, καὶ, ὡς φαίνεται ἐκ
1298τῆς πολυσελίδου ἐκθέσεώς της, τὴν ὁποίαν, εὑρισκομένην ἐν
1299τῷ φακέλλῳ, πάντες οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες διῆλθον
1300καὶ ἐξήτασαν, ἡ ἐπεξεργασία, ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὸ τῆς Ἐπι-
1301τροπῆς αὐτῆς, εἶναι ἀληθῶς πληρεστάτη, ἐπισταμένη καὶ
1302σπουδαιοτάτη· ἀφοῦ ἐξετάζει τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν
1303ἱστορικῶς, ἀφοῦ ἐξετάζει τὰ τῆς διαχειρίσεως ἐν πάσῃ λε-
1304πτομερείᾳ, καταλήγει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ Σπάρταλης
1305δικαιοῦται νὰ λάβῃ παρὰ τοῦ Δημοσίου τὸ ποσὸν 6,300
1306περίπου λιρῶν...
1307§24ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι ἐξέλεγξιν διαχειρίσεως, ἀλλὰ μόνον τῶν
1308ἀθροίσεων.
1309§25ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔκαμε καὶ λογιστικὴν ἔρευναν· διότι,
1310ἂν θελήσητε νὰ ἐξετάσητε τὸν πίνακα, ὁ ὁποῖος εἶναι προσ-
1311ηρτημένος εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι
1312εἶναι μία ἐπεξεργασία τῶν τῆς ὑποθέσεως, κατ’ οὐδὲν δια-
1313φέρουσα τῆς ἐπεξεργασίας, τὴν ὁποίαν ἀπεφήνατο τὸ Ἐ-
1314λεγκτικὸν Συνέδριον βραδύτερον· θέλετε ἰδεῖ πάσας τὰς δα-
1315πάνας, πάσας τὰς ἀποστολὰς, ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ καὶ
1316μετὰ ὑπολογισμὸν τόκου, καταλογιζομένου ἀμοιβαίως, καὶ
1317καθεξῆς, ὅπως ἐγένετο βραδύτερον ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου.
1318Ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, χωρὶς νὰ συ-
1319στήσῃ τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν, νὰ παραπέμψῃ ἀμέσως τὴν
1320ὑπόθεσιν εἰς τὸ Συνέδριον, διότι τὸ Συνέδριον, κατὰ τὸ Κα-
1321ταστατικὸν αὐτοῦ, ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν
1322νὰ ἐξετάζῃ τὴν διαχείρισιν παντὸς ὑπαλλήλου καὶ μὴ
1323ὑπαλλήλου, ὅταν ἦναι διαχειριστὴς δημοσίων χρημάτων.
1324Εὐθὺς, ὡς λοιπὸν παρεδίδοντο τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ Συνέδριον,
1325δὲν εἶχε νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ἐγένετο πληρωμή τις, ἢ ἐκκαθά-
1326ρισις, παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ ὄχι, ὤφειλε,
1327κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Καταστατικοῦ αὐτοῦ, νὰ ἐπιλη-
1328φθῇ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Τὸ ἄρθρον 16 τοῦ νόμου περὶ
1329Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει):
1330«Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἔχει χρέος νὰ ἐξετάζῃ καὶ
1331»νὰ ἐλέγχῃ τοὺς λογαριασμοὺς ὅλων, ὅσοι, δυνάμει τῆς
1332»ὑπηρεσίας των, ἢ δυνάμει εἰδικῆς παραγγελίας, ἢ δυνάμει
1333»ἀμφοτέρων τούτων, εἰσπράττουν ἢ ἐξοδεύουν δημόσια χρή-
1334»ματα».
1335Διαχειριστὴς δὲ ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι ἀπέναντι τοῦ
1336Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ὁ Μ. Σπάρταλης, ὡς Γενικὸς Πρό-
1337ξενος, ἤτοι ὡς δημόσιος ὑπάλληλος, διαχειρισθεὶς δημόσια
1338χρήματα, δυνάμει εἰδικῆς παραγγελίας. Ἡ εὐθύνη δὲ αὐτοῦ
1339ἀπομένει κατὰ τοὺς νόμους ἀμείωτος, ὡς ἐκ τῆς παρεμ-
1340βάσεως τοῦ τραπεζικοῦ οἴκου «Σπάρταλη καὶ Σα», κα-
1341θόσον ἐγένετο μὲν διὰ τοῦ οἴκου τούτου πᾶσα διαχείρισις,
1342ἀλλ’ ἐγένετο ὑπὸ τὴν εὐθύνην τοῦ Γενικοῦ Προξένου Σπάρ-
1343ταλη, ὅστις ἤθελεν εἶσθαι ὡσαύτως ὑπεύθυνος ἀπέναντι τοῦ
1344Δημοσίου, καὶ ἂν ἀνετίθη τὰ τῆς διαχειρίσεως εἰς ἕτερον
1345τραπεζικὸν οἶκον, μὴ φέροντα τὸ ὄνομα αὐτό. Ἑπομένως
1346ἐὰν παραπέμπετο ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συ-
1347νέδριον, τὸ Συνέδριον δὲν ἠδύνατο νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐξέλεγξιν
1348αὐτῆς, καὶ ἠδύνατο καὶ ἐν ἀρχῇ νὰ πράξῃ, ὅ,τι ἔπραξε βρα-
1349δύτερον. Μετὰ τὴν ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως Σπάρταλη ὑπὸ
1350τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ ὑπόθεσις παρημελήθη αὖθις, διότι καὶ
1351πάλιν ἐπῆλθεν Ὑπουργικὴ μεταβολή. Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ
1352Σπάρταλης ἐπτώχευσε, τὰ δικαιώματα δ’ αὐτοῦ μετεβι-
1353βάσθησαν ἀναγκαίως εἰς ὁμάδα δανειστῶν. Συνέβη ὅμως ἡ
1354ὁμὰς αὕτη τῶν δανειστῶν ν’ ἀποτελῆται ἐξ Ἄγγλων, καὶ
1355αὐτοὶ ἐπεκαλέσθησαν τὴν μεσολάβησιν τῆς Ἀγγλικῆς Κυ-
1356βερνήσεως. Ὡς ἐκ τούτου κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1888 ἡ Ἀγ-
1357γλικὴ Πρεσβεία ἔγραψεν εἰς τὸ ἡμέτερον Ὑπουργεῖον τῶν
1358Ἐξωτερικῶν, συνιστῶσα τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀπαιτήσεων
1359τῶν ὑπηκόων της. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠδύνατο
1360νὰ προέλθῃ εἰς τὴν πρόκλησιν τῆς πιστώσεως αὐτῆς, τὴν
1361ὁποίαν ζητεῖ σήμερον, καὶ ἄνευ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγ-
1362κτικοῦ Συνεδρίου, ἀλλ’ ἔκρινεν, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ὑπόθεσις αὕτη
1363ἐπὶ πολὺν χρόνον παρέμεινεν ἐκκρεμής, ἦτο προτιμότερον
1364πρὶν ἢ προκληθῇ ἡ πίστωσις, νὰ προηγηθῇ ἡ δικαστικὴ
1365καὶ ὁριστικὴ ἐξέλεγξις καὶ ἐκκαθάρισις ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου,
1366τοῦ Σώματος ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναγκαίως ἡ ὑπόθεσις
1367αὕτη ἔπρεπε νὰ παραπεμφθῇ, καὶ ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς ἐνήρ-
1368γει οἴκοθεν τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς δαπάνης καὶ προεκάλει
1369τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν. Ἀπέστειλε λοιπὸν πάντα τὰ τῆς
1370ὑποθέσεως ἔγγραφα εἰς τὸ Συνέδριον, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκε
1371μίαν ἀπόφασιν κατὰ τὸ 1887· αὕτη ἐκοινοποιήθη εἰς ἐκεῖ-
1372νον, ὅστις ἐφαίνετο διεκδικῶν, ἢ προστατεύων τὰ συμφέροντα
1373τῶν δανειστῶν· ἐζητήθη ἡ ἀναθεώρησις τῆς ἀποφάσεως
1374ἐπὶ τῇ προσαγωγῇ νέων ἐγγράφων, ἐγένετο ἡ ἀναθεώρησις καὶ
1375ἐξεδόθη νεωτέρα ἀπόφασις, δι’ ἧς ἐπιδικάζεται ὑπὲρ τοῦ
1376Σπάρταλη ὁριστικῶς τὸ ποσὸν λιρῶν 6,423.
1377Ἀλλ’ ἀπέμενεν ἓν ζήτημα ἀκόμη ἐκκρεμὲς, τὸ ζήτημα
1378τῆς ὀφειλομένης εἰς τὸν Σπάρταλην ἀποζημιώσεως διὰ τὴν
1379κατασχεθεῖσαν καὶ δημευθεῖσαν περιουσίαν αὐτοῦ, εἰς τὸ
1380ὁποῖον οὐδεμίαν εἶχεν ἁρμοδιότητα τὸ Συνέδριον, διότι οὐ-
1381δεὶς νόμος ὑπάγει τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως εἰς τὴν
1382ἁρμοδιότητα τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ὁ Ὑπουργὸς
1383λοιπὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὤφειλε νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην
1384τῶν ἁρμοδίων· ἁρμόδιον πρὸς τοῦτο εἶναι, κατὰ τὸν σχετι-
1385κὸν νόμον, τὸ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν Νομι-
1386κὸν Συμβούλιον, καὶ τούτου τὴν γνώμην ἔχων ὑπ’ ὄψει
1387συνεπλήρωσε τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, καὶ κατήρτισε τὸ
1388νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καλεῖται νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή. Ση-
1389μειωτέον, ὅτι τὸ Νομικὸν Συμβούλιον εἶναι πλῆρες καὶ ὁμό-
1390φωνον ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ, περιλαμβάνεται δὲ, ἔχων τὴν
1391αὐτὴν ὑπὲρ τῆς ἀποζημιώσεως γνώμην, καὶ ὁ νομικὸς σύμ-
1392βουλος κ. Πετρόπουλος, τοῦ ὁποίου τὴν γνώμην εἰς τὴν
1393ἔκθεσιν τοῦ 1884 ἐπεκαλέσθησαν οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύ-
1394σαντες.
1395Αὕτη εἶναι ἡ ἱστορικὴ ἀφήγησις τῶν τῆς ὑποθέσεως ταύ-
1396της. Ἐξ ὅσων εἶπον ὑμῖν ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ Σπάρταλης,
1397ὡς Γενικὸς Πρόξενος, ἐλάμβανεν ἐντολὰς ἐπανειλημμένας τῆς
1398Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως περὶ προμηθείας πλοίων, περὶ
1399προμηθείας πολεμικοῦ ὑλικοῦ, περὶ κατασκευῆς πλοίων· εἶχε
1400ἀνάγκην ἑνὸς τραπεζικοῦ οἴκου, διὰ νὰ διεξαχθῶσιν ἅπασαι
1401αἱ ὑποθέσεις αὗται, διότι ὁ Γενικὸς Πρόξενος βεβαίως δὲν
1402ἐκπληροῖ καθήκοντα τραπεζίτου· φυσικὸν ἦτο, νὰ προτι-
1403μήσῃ τὸν ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν αὐτοῦ τραπεζικὸν οἶκον, διότι
1404παρ’ αὐτῷ εἶχε προχείρους πάσας τὰς εὐκολίας καὶ μᾶλλον
1405πρόθυμον πᾶσαν τὴν ἐργασίαν, ἥτις ἀπῃτεῖτο διὰ τὴν ἐκτέ-
1406λεσιν τῶν παραγγελιῶν. Ἀπετάθη λοιπὸν εἰς τὸν οἶκον
1407«Σπάρταλη καὶ Συντροφία», καὶ παρὰ τοῦ οἴκου τούτου
1408διεξήχθησαν πᾶσαι αἱ σχετικαὶ πράξεις τῶν προμηθειῶν καὶ
1409τῆς διαχειρίσεως. Ὅταν τις ἐξετάσῃ τὰ κατὰ τὴν διαχεί-
1410ρισιν αὐτὴν, δὲν δύναται νὰ μὴ ὁμολογήσῃ, ὅτι αὕτη ὑπῆρ-
1411ξεν ἀκριβὴς καὶ ἄμεμπτος, κατεβλήθη δὲ ἰδιάζουσα ἐπ’
1412αὐτῇ δραστηριότης καὶ προσοχὴ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν
1413παραγγελιῶν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως· εἰς δύο μάλι-
1414στα σημεῖα τῆς διαχειρίσεως αὐτοῦ διαβλέπει τις ἔκτακτον
1415ζῆλον πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου:
1416εἰς τὸν συμβιβασμὸν, τὸν γενόμενον μετὰ τῆς Ἑταιρίας, τῆς
1417ἀναλαβούσης τὴν κατασκευὴν τοῦ «Γεωργίου», ἐν τῷ ὁποίῳ
1418κατώρθωσε νὰ οἰκονομήσῃ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου περίπου 6,000
1419λιρῶν, καὶ ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ἀσφά-
1420λειαν τῆς «Μπουμπουλίνας», εἰς τὴν ὁποίαν βλέπομεν, ὅτι
1421μόνη ἡ πρόνοια αὐτοῦ, ἄνευ οὐδεμιᾶς ὁδηγίας, μόνη ἡ αὐτο-
1422βουλία αὐτοῦ προσήνεγκεν εἰς τὸ Δημόσιον περίπου
142335,000 λιρῶν. Ἀποδεικνύεται δὲ ἐκ τῆς γενομένης ἐξελέγ-
1424ξεως αὐτοῦ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς,
1425ὅτι πράγματι οὗτος ἐνήργει προκαταβολὰς, ἤτοι κατέ-
1426βαλλεν ἐξ ἰδίων διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διδομένων αὐτῷ
1427παραγγελιῶν χρήματα περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐλάμ-
1428βανεν ἐντεῦθεν, ἐνῷ τοὐναντίον ἀκριβῶς ἰσχυρίσθη ὁ ἀξιότι-
1429μος ἐξ Ἀττικοβοιωτίας Βουλευτής. Ὁ Σπάρταλης, καὶ
1430κατὰ τοὺς Πρέσβεις ἡμῶν ἐν Λονδίνῳ, προσήνεγκε πολυτίμους
1431ὑπηρεσίας. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὸ ἀνέγραψεν
1432εἰς τὴν ἔκθεσίν της, διότι ὤφειλε νὰ τὸ ἀναγράψῃ, ἀλλ’ οἱ
1433ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες τὸ ἠρνήθησαν, καὶ οἱ δύο Πρέσβεις
1434τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, εἶναι δὲ καὶ οἱ δύο μακαρῖται, ὁ Μπράϊ-
1435λας καὶ ὁ Βαλαωρίτης, γράφουσιν, ὁ μὲν Μπράϊλας κατὰ
1436Μάϊον τοῦ 1868: «Διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 163 ἀπὸ 2)14
1437Μαΐου 1868 ἐγγράφου του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξω-
1438τερικῶν βεβαιοῖ, ὅτι ὁ κ. Σπάρταλης, τόσον ἔντιμος καὶ
1439ἀκριβὴς καὶ τόσον πρόθυμος καὶ γενναῖος εἰς πᾶν ἔργον ἐθνι-
1440κὸν ἐδείχθη, ὥστε δὲν δύναται ν’ ἀμφιβάλλῃ περὶ τῆς ἀλη-
1441θείας τῶν ὑπ’ αὐτοῦ ἀναφερομένων.»
1442Ὁ αὐτὸς Πρέσβυς διὰ συγχρόνου ἐπιστολῆς του πρὸς τὸν
1443Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν προστίθησιν (ἀναγινώσκει):
1444«Οἱ ἐν Ἀγγλίᾳ Πρόξενοι, ὑπηρετοῦντες ἀμίσθως καὶ πολ-
1445λὰς συνεισφορὰς ποιοῦντες καθ’ ἑκάστην δι’ ἐθνικὰ ἀντικεί-
1446μενα, δὲν δύνανται νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν αὐστηρὰν πει-
1447θαρχίαν τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων, καὶ ἐμπορικῶς μᾶλλον ἢ
1448πολιτικῶς διεξάγουσι τὰς εἰς αὐτοὺς ἀνατεθειμένας ὑποθέ-
1449σεις.»
1450Ὁ ἕτερος Πρέσβυς, ὁ κ. Βαλαωρίτης, μεταβιβάζων τοὺς
1451λογαριασμοὺς τοῦ κ. Σπάρταλη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
1452Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 80 τῆς 5 Μαρτίου 1875
1453ἐγγράφου του, ῥητῶς ἐσημείου ἐν αὐτῷ: «Ὁ κ. Σπάρταλης
1454ἀξιοῦται τῆς εὐαρεσκείας τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸν ζῆλον,
1455τὴν ἔκτακτον ἱκανότητα καὶ τὴν σπανίαν αὐταπάρνησιν,
1456μεθ’ ὧν ἠδυνήθη οὗτος νὰ ὑπηρετήσῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα
1457ἐν δειναῖς περιστάσεσι.»
1458Παραλείπω τὰ σημειωθέντα καὶ ἀνομολογηθέντα ὑπὸ
1459τῶν διαχειριζομένων τὰ κοινὰ ἡμῶν πράγματα κατὰ τὴν
1460ἐποχὴν ἐκείνην, ὅτι ἡ προμήθεια τῆς «Ἀμφιτρίτης» ἐγένετο
1461ὑπὸ συμφερωτάτην τιμὴν, ὀφείλεται δὲ τοῦτο εἰς τὴν ἐμπο-
1462ρικὴν ὑπόληψιν καὶ ἐπιῤῥοὴν τοῦ οἴκου Σπάρταλη. Τὸ
1463πλοῖον ὁ «Βασιλεὺς Γεώργιος» καὶ σήμερον ἀκόμη ὑπὸ τῶν
1464τῶν δοκίμων περὶ τὰ τοιαῦτα ἀνδρῶν θεωρεῖται ὡς ἓν τῶν ἀρί-
1465στων πλοίων, οὐχὶ μόνον μεταξὺ τῶν ἡμετέρων πολεμικῶν
1466πλοίων, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τῶν ξένων. Ὅμοιον πλοῖον
1467ἑτέρας Ἐπικρατείας κατεσκευάσθη ἀντὶ 100,000 λιρῶν,
1468ἀντὶ 64,000, ὅσαι ἐδαπανήθησαν ὑφ’ ἡμῶν. Ὅτε δὲ κατὰ
1469τὴν καθέλκυσιν ἀπεδείχθησαν ὑφιστάμεναι ἐλλείψεις τινὲς,
1470παρὰ τὰ συμπεφωνημένα, ἡ παρέμβασις τοῦ κ. Σπάρταλη
1471ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα, οὐχὶ μόνον τὴν πλήρη ἐπανόρθωσιν
1472τῶν ἐλλείψεων, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπιτυχίαν ἐκπτώσεως ἐκ τοῦ
1473συμπεφωνημένου τιμήματος ἐκ λιρῶν 5,000, αἵτινες ἀπε-
1474τέλεσαν πραγματικὸν κέρδος τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου.
1475Ἐποιησάμην δὲ μνείαν τούτων, ἵνα παραστήσω εἰς τὴν
1476Βουλήν, ὅτι ὁ Σπάρταλης διεχειρίσθη τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτῷ
1477ὑπηρεσίαν καὶ διαχείρισιν μετ’ ἀκριβείας. Ἀλλ’ εἰς ἓν καὶ
1478μόνον καθυστέρησεν. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις
1479ὠνόμασε τὸν κ. Σπάρταλην Γενικὸν Πρόξενον, (νομίζω δὲ,
1480ὅτι ἦτο ἡ τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου,) δὲν ἐζήτησε
1481παρ’ αὐτοῦ, ὡς δὲν ζητεῖται καὶ παρὰ τῶν ἄλλων Προξέ-
1482νων, τὸ προσὸν τοῦ ταμιακοῦ ὑπαλλήλου, δὲν ἐζήτησε παρ’
1483αὐτοῦ πιστοποιητικόν, ὅτι ὑπηρέτησε προηγουμένως ὡς
1484γραφεὺς ἢ γραμματεὺς ταμείου ἢ ταμίας. Αὐτὸ ἠξίωσεν ὁ
1485σεβαστός μοι φίλος κ. Σωτηρόπουλος, ἰσχυρισθείς, ὅτι ὤφειλε
1486νὰ γινώσκῃ ὁ Σπάρταλης τὸν Λογιστικὸν ἡμῶν Νόμον καὶ
1487τὰς λογιστικὰς διατυπώσεις, καὶ νὰ ὑποβάλλῃ τοὺς λογα-
1488ριασμούς του, ὡς οἱ ταμίαι. Ὡς πρὸς τοῦτο καθυστέρησε,
1489διότι τοὺς λογαριασμοὺς αὐτοῦ ἐτήρει κατὰ σύστημα ἐμπο-
1490ρικόν, καὶ οὐχὶ κατὰ τὸ σύστημα, ὅπερ ἀκολουθοῦσιν οἱ
1491δημόσιοι ταμίαι. Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι οἱ ἔμποροι, ἐν ὅσῳ
1492εὑρίσκονται εἰς δοσοληψίας μετά τινος, ἀποστέλλουσιν ἀπο-
1493σπάσματα τῶν λογαριασμῶν των, δεικνύοντα τὸ ἐξαγόμε-
1494νον τῆς χρεώσεως ἢ πιστώσεως ἐν ὡρισμένῳ χρονικῷ ση-
1495μείῳ. Τοῦτο ἔπραξε καὶ ὁ Σπάρταλης· ὅτε δὲ αἱ δοσο-
1496ληψίαι αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀσφαλιστικῶν ἑταιριῶν ἐπερατώθη-
1497σαν, ἀπέστειλε τὸν γενικὸν λογαριασμὸν πλήρη.
1498Εἶπον πρότερον, ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς
1499καὶ Βοιωτίας Βουλευτὴν, ἰσχυρισθέντα, ὅτι κατὰ τὸ 1868
1500ὁ Σπάρταλης ἠξίου ἑαυτὸν πιστωτὴν τοῦ Δημοσίου, ἐνῷ
1501δὲν ἦτο τοιοῦτος, αἱ προβαλλόμεναι δὲ ὑπ’ αὐτοῦ ἀξιώσεις
1502ὅτι ἐνήργησε προκαταβολὰς, δὲν εἶναι βάσιμοι, διότι ὁ
1503Σπάρταλης ἐφάνη ἔχων εἰς χεῖράς του καθ’ ὅλην τὴν δια-
1504χείρισιν αὐτοῦ χρήματα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀνώ-
1505τερα τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐδαπάνα. Ἐπειδὴ δὲ ἐμνήσθη
1506εἰδικῶς τῆς γενομένης μέχρις Ἰουλίου 1868 καταβολῆς διὰ
1507τὸ πλοῖον «Γεώργιος», ἀπέδειξα διὰ τῶν χρονολογιῶν
1508τῶν γενομένων καταβολῶν, ὅτι κατὰ τὸν Ἰούλιον τοῦ
15091868 εἶχε πράγματι πληρώσει 54,000 λίρας, ὥστε ἀπε-
1510δείχθη ἀκριβέστατος ὁ ὑποβληθεὶς τότε ὑπὸ τοῦ Σπάρταλη
1511λογαριασμὸς, καθ’ οὗ μετὰ δριμύτητος, ἐπετέθη ὁ ἀξιότι-
1512μος Βουλευτής.
1513Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἑτέρα ἀπόδειξις, ἐπισήμως κεκυρω-
1514μένη περὶ τοῦ, ὅτι ὁ κ. Σπάρταλης προκατέβαλε καὶ εἰς
1515λογαριασμὸν τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως ἐκ τῶν ἰδίων αὐτοῦ
1516χρημάτων. Κατὰ τοὺς ὁποίους οὗτος ὑπέβαλε λογαρια-
1517σμούς, ἐν οἷς κατελόγιζεν ἀμοιβαῖον τόκον ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ
1518ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὸ σύστημα, τὸ
1519κρατοῦν εἰς πάντας τοὺς ἀλληλοχρέους ἀνοικτοὺς λογαρια-
1520σμοὺς, ἀναγράφεται πλεονάζον ποσὸν τόκων μέχρι τῆς 31
1521Δεκεμβρίου 1884, καταλογιζόμενον εἰς πίστωσιν αὐτοῦ, ἐκ
1522λιρῶν 881. 1. 6. Πᾶσαι αἱ συσταθεῖσαι πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν
1523λογαριασμῶν τούτων Ἐπιτροπαὶ, πάντες οἱ ἀσχοληθέντες
1524εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν λογαριασμῶν τούτων λογισταὶ δὲν ἀμ-
1525φισβήτησαν τὴν ἀκρίβειαν τῶν λογαριασμῶν τοῦ Σπάρ-
1526ταλη ὡς πρὸς τὸ καταλογιζόμενον ὑπὲρ αὐτοῦ πλεονάζον
1527τῆς ἀμοιβαιότητος ποσὸν τόκου ἐκ λιρῶν 881. 1. 6. Τί δὲ
1528ἀποδεικνύει τοῦτο; ἀποδεικνύει προδήλως καὶ ἀναμφισβη-
1529τήτως, ὅτι ὁ ἐμπορικὸς οἶκος «Σπάρταλη καὶ Σα» προ-
1530κατέβαλε διὰ λογαριασμὸν τῆς Ἑλλην. Κυβερνήσεως καὶ
1531πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν παραγγελιῶν αὐτῆς χρηματικὰ ποσὰ,
1532ὑπερβαίνοντα τὰς γενομένας πρὸς αὐτὸν ἀποστολὰς χρη-
1533μάτων.
1534Νομίζω δὲ, ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐν
1535τῇ πρώτῃ αὐτοῦ ἀποφάσει, ὑπ’ ἀριθ. 400 τοῦ 1887, ἀνα-
1536γνωρίζει ὑπὲρ τοῦ Σπάρταλη τὸ μετὰ τὸν καταλογισμὸν
1537ἀμοιβαίου τόκου προκῦπτον εἰς πίστωσιν αὐτοῦ πλεόνασμα
1538τόκου ἐκ λιρῶν 881. 1. 6. Κατὰ τοῦτο δὲ δὲν εἶναι ἀκρι-
1539βὴς ἡ συνοδεύουσα τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον Ὑπουρ-
1540γικὴ ἔκθεσις, ἡ ὑπὸ τοῦ Γεν. Λογιστηρίου συνταχθεῖσα,
1541ὅτι ἀναγράφει ὡς ἀναγνωρισθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ
1542Συνεδρίου καὶ καταλογισθεῖσαν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου διαφο-
1543ρὰν ἐκ τόκων λιρῶν 881. 1. 6, ἐνῷ ἀκριβὲς καὶ ἀναμφισβή-
1544τητον εἶναι, ὅτι ἐκ τοῦ ἐλέγχου ἀνεγνωρίσθη διαφορὰ ἐκ
1545τόκων τοσούτου ποσοῦ, οὐχὶ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ὑπὲρ
1546τοῦ Σπάρταλη....
1547§26ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὺς ἀποῤῥίπτει τὸ Συνέδριον.
1548§27ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δώσατέ μοι, σᾶς παρακαλῶ, τὴν ἀπό-
1549φασιν, διὰ νὰ σᾶς δείξω τὸ σχετικὸν μέρος. (Ὁ κ. Σιμόπου-
1550λος δεικνύει εἰς τὸν κ. Σωτηρόπουλον τὸ σχετικὸν τμῆμα
1551τῆς ἐκθέσεως.)
1552§28ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἱστορικόν.
1553§29ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἀπεφάσισε τὸ
1554Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, δὲν ἐπηρεάζεται ἐκ τῆς ἀποφάσεως
1555αὐτοῦ ὁ ἰσχυρισμὸς ἐμοῦ. Ἐγὼ ἐγνώρισα εἰς τὴν Βουλὴν
1556τὰ περὶ πλεονάσματος τόκων ὑπὲρ Σπάρταλη ὡς ἐνδεικτι-
1557κὸν ἑνὸς γεγονότος, ὅτι ὁ Σπάρταλης ἐποιήσατο προκα-
1558ταβολὰς ἀνωτέρας τῶν γενομένων πρὸς αὐτὸν ἐμβασμά-
1559των. Καὶ ἂν παραδεχθῶ πρὸς στιγμὴν, ὅτι ἔχετε δίκαιον,
1560ὀφείλετε νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι ἔχω δίκαιον, ἰσχυριζόμενος,
1561ὅτι ὁ Σπάρταλης ἐνήργησε προκαταβολὰς, πρὶν ἢ λάβῃ
1562χρήματα ὑπὸ τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον ἀπο-
1563δεικνύει, ὅτι ὑπεβλήθη εἰς θυσίας, ἕνεκα τῶν δοθεισῶν πα-
1564ραγγελιῶν.
1565Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτὴς ἀνέγνω-
1566σεν ὑμῖν ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, στα-
1567λὲν κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1884 πρὸς τὸν ἐν Λονδίνῳ ἡμέ-
1568τερον Πρεσβευτὴν, ἠθέλησε δὲ νὰ ἐξαγάγῃ ἐξ αὐτοῦ τὸ
1569συμπέρασμα, ὅτι ὁ Σπάρταλης ἦτο κακῆς πίστεως, ἐνῷ οὐδα-
1570μῶς ἐπιστώθη ἡ κακὴ πίστις, ὅτι ὁ Σπάρταλης ἦτο ἐστε-
1571ρημένος παντὸς αἰσθήματος φιλοπατρίας, ὡς καταφυγὼν
1572εἰς ξένην προστασίαν, ἵνα λάβῃ τὸ δίκαιόν του, ἐνῷ ὤφει-
1573λεν ὁ ἴδιος νὰ καταφύγῃ ἐνώπιον τῶν Ἑλληνικῶν Δικα-
1574στηρίων, ἢ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἵνα διεκδικήσῃ
1575τὸ δίκαιόν του. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς δὲν ἦτο ἐν
1576δικαίῳ, ἀποδίδων μομφὴν εἰς τὸν Σπάρταλην, καὶ λαμβά-
1577νων ἀφετηρίαν τὰς περιεχομένας εἰς ἓν ἔγγραφον, γραφὲν
1578ὑπὸ ὑπαλλήλου τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, παρεισφρησάσας ἀτό-
1579πως ἐκφράσεις. Ὤφειλε, πρὶν ἢ ἐπιῤῥίψῃ μομφὴν εἰς τὴν
1580διαχείρισιν τοῦ κ. Σπάρταλη, νὰ μὴ στηριχθῇ εἰς ἓν ἔγγρα-
1581φον, οὗ σκοπὸς ἦτο ἡ ἐκβίασις τοῦ Σπάρταλη πρὸς τα-
1582χεῖαν ὑποβολὴν τῶν ἑαυτοῦ λογαριασμῶν. Ὤφειλε νὰ ἐξε-
1583τάσῃ πάντα τὰ συνιστῶντα τὴν διαχείρισιν αὐτοῦ ἔγ-
1584γραφα, διότι ἐξ αὐτῶν ἤθελε πεισθῆ, ὅτι ὁ κ. Σπάρταλης,
1585οὐ μόνον δὲν εἶναι ἄξιος μομφῆς ἐπὶ τῇ ἀνατεθείσῃ εἰς αὐτὸν
1586διαχειρίσει δημοσίων χρημάτων, ἀλλὰ τοὐναντίον εἶναι
1587ἄξιος ἐπαίνων ἐπὶ τῇ ἀκριβείᾳ αὐτοῦ ἐν τῇ διαχειρίσει, ἐπὶ
1588τῇ δραστηριότητι αὐτοῦ ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν διδομένων εἰς
1589αὐτὸν παραγγελιῶν ὑπὸ τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, ἐν ὥρᾳ,
1590καθ’ ἣν ἡ ταχεῖα ἐκτέλεσις ὑπηγορεύετο ὑπὸ ὑψίστων ἐθνι-
1591κῶν συμφερόντων, συνάμα δὲ καὶ ἐπὶ τῷ ζήλῳ καὶ τῇ δε-
1592ξιότητι αὐτοῦ πρὸς τὴν οἰκονομικωτέραν ἐκτέλεσιν τῶν δο-
1593θεισῶν εἰς αὐτὸν παραγγελιῶν. Ὡσαύτως ἄδικος ὑπῆρξεν ὁ
1594ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ἐπιῤῥίψας μομφὴν κατὰ τοῦ Σπάρ-
1595ταλη, διότι δὲν κατέφυγεν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια
1596πρὸς διεκδίκησιν τῶν δικαίων του, ἀλλ’ ἐπεκαλέσθη τὴν
1597προστασίαν ξένης Κυβερνήσεως. Δὲν ἔπρεπε νὰ λησμονήσῃ
1598ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὅτι εἰς τὸν Σπάρταλην ἦσαν κε-
1599κλεισμέναι αἱ θύραι τῶν πολιτικῶν ἡμῶν Δικαστηρίων,
1600καθόσον οὗτος, ὡς ὑπόλογος διαχειριστὴς, δὲν ἠδύνατο νὰ
1601καταφύγῃ εἰς τὰ πολιτικὰ Δικαστήρια, πρὶν ἢ ἐλεγχθῶσιν
1602οἱ λογαριασμοὶ αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τοῦ
1603μόνου ἁρμοδίου ἐν τῷ ἐλέγχῳ καὶ ἐν τῇ ἐκκαθαρίσει τῶν
1604λογαριασμῶν τῶν δημοσίων ὑπολόγων. Οὐδὲ εἶναι ἀκριβὲς,
1605ὅτι ὁ Σπάρταλης ἐπεκαλέσθη τὴν συνδρομὴν τῆς Ἀγγλι-
1606κῆς Κυβερνήσεως, καθόσον ταύτην ἐπεκαλέσθη ἡ ὁμὰς τῶν
1607δανειστῶν αὐτοῦ, ὡς ἐκδοχεὺς τῶν δικαιωμάτων του, τὴν
1608ὁμάδα δὲ ταύτην ἀπετέλουν Ἄγγλοι ὑπήκοοι, τοῦ Σπάρ-
1609ταλη μὴ δικαιουμένου μετὰ τὴν πτώχευσίν του νὰ διεκδι-
1610κήσῃ τὰ δικαιώματά του ἀπέναντι οἱουδήποτε τῶν ὀφει-
1611λετῶν του.
1612Οὕτως ἔχουσιν ἱστορικῶς τὰ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως.
1613Ἔχομεν ἀποδεδειγμένον, ὅτι ὁ Σπάρταλης ἐν τῇ διαχει-
1614ρήσει του ταύτῃ κατ’ οὐδὲν ἐδολιεύθη τὰ τοῦ Δημοσίου
1615συμφέροντα, τοὐναντίον τὰ ἐξυπηρέτησε σκοπιμώτερον καὶ
1616λυσιτελέστερον, παρ’ ὅσον ἤθελε τὰ ἐξυπηρετήσει οἱοσδή-
1617ποτε ἄλλος δημόσιος λειτουργὸς, μὴ ἀσκῶν, ἣν οὗτος ἤσκει
1618ἐν Λονδίνῳ ἐπιῤῥοὴν, προσήνεγκε δὲ πολυτίμους εἰς τὸ Κρά-
1619τος ὑπηρεσίας, καὶ οἱ λογαριασμοὶ αὐτοῦ ὑπῆρξαν ἀκριβεῖς,
1620ἀκριβέστεροι τῶν τοῦ ἡμετέρου Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὡς
1621ἀπέδειξεν ὁ γενόμενος δικαστικὸς ἔλεγχος.
1622Ἀλλὰ προβάλλονται ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων ῥητόρων τῆς
1623Ἀντιπολιτεύσεως τρεῖς παρατηρήσεις, ἢ ἀντιῤῥήσεις, ἐν τῇ
1624ἐξετάσει τῆς πιστώσεως. Προβάλλεται πρωτίστως ἡ παρα-
1625γραφή. Προβάλλεται μετ’ αὐτὴν ἀμφισβήτησις ὡς πρὸς
1626τὴν ὀφειλομένην τῷ Σπάρταλῃ προμήθειαν. Προβάλλεται
1627τελευταία ἀμφισβήτησις ἐπὶ τῆς ὀφειλομένης αὐτῷ ἀποζη-
1628μιώσεως ἐπὶ τῇ δημευθείσῃ χρηματικῇ περιουσίᾳ. Τινὲς
1629τῶν προαγορευσάντων ῥητόρων παρεδέχθησαν τὴν ἀπόφασιν
1630τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ὡς πρὸς πάντα τὰ λοιπὰ, πλὴν
1631τῆς προμηθείας καὶ τῆς ἀποζημιώσεως, ἀλλὰ καὶ εἰς τοῦτο
1632ἀριθμητικῶς περιέπεσαν εἰς ἀνακρίβειαν, διότι εἶπον, ὅτι τὸ
1633Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον παρεδέχθη μόνον 3,161 λίρας, ὡς
1634ὀφειλομένας εἰς τὸν Σπάρταλην, τὰ ὑπόλοιπα δὲ, προέρχον-
1635ται ἀπὸ τόκους καὶ ἀπὸ προμήθειαν, ἐνῷ τὸ Ἐλεγκτικὸν
1636Συνέδριον παραδέχεται, ὡς ὀφειλομένας εἰς τὸν Σπάρταλην,
16374,114 λίρας ἐκ καθαρᾶς ληψοδοσίας, ἤτοι ἐξ ὅσων οὗτος
1638κατέβαλε διὰ λ)σμὸν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, παρε-
1639δέχθη δὲ συνάμα καὶ τὴν προμήθειαν ἐκ 2,309 λιρῶν, τοῦ
1640ὑπολοίπου, μέχρι λιρῶν 10,800, ἀποτελοῦντος τὴν ἀποζη-
1641μίωσιν, ἤτοι ἐκ λιρῶν 4,387, ἀποζημίωσιν, ὑπολογιζομένην
1642ἐπὶ τῇ βάσει τόκου πρὸς 5% ἐπὶ 14 ἔτη καὶ ἐπὶ ποσοῦ
1643ὀφειλῆς ἐκ λιρῶν 6,423. Ἔγκριτα δέ τινα μέλη τῆς Ἀντι-
1644πολιτεύσεως ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶπον,
1645ὅτι, ἐὰν ἐπρόκειτο εἰς αὐτὸ τὸ ποσὸν τῶν 4,000 λιρῶν νὰ
1646περιορισθῇ ἡ ἀπαίτησις τοῦ κ. Σπάρταλη, ἦσαν διατεθει-
1647μένοι νὰ μὴ προβάλωσι τὴν ἔνστασιν τῆς παραγραφῆς. Ἀλλὰ
1648περὶ τούτου δὲν πρόκειται.
1649Εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς προβληθείσης ἐνστάσεως
1650τῆς παραγραφῆς. Οἱ προαγορεύσαντες ῥήτορες τῆς Ἀντιπο-
1651λιτεύσεως ἀνεβίβασαν τὸν θεσμὸν τῆς παραγραφῆς εἰς τὸ
1652ὕψος τῶν θεμελιωδῶν θεσμῶν, ἄνευ τῶν ὁποίων εἶναι ἀδύνα-
1653τον νὰ λειτουργήσῃ καὶ ὑπάρξῃ κοινωνία. Καὶ ὁ ἀξιότιμος
1654ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ἀνέγνωσεν ἐντεῦθεν περικοπὰς συγ-
1655γραφέων, ἐπιτιμώντων τοὺς Ὑπουργοὺς, οἵτινες δὲν ἤθε-
1656λον προβάλει τὴν ἔνστασιν τῆς παραγραφῆς εἰς τὰς ὑπο-
1657βαλλομένας ἀπαιτήσεις κατὰ τοῦ Δημοσίου. Ἔχομεν δύο
1658παραγραφὰς, τὴν τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, τὴν τριακονταετῆ,
1659καὶ τὴν λογιστικήν. Ἡ λογιστικὴ παραγραφὴ εἶναί τι περισ-
1660σότερον τῆς ἀστικῆς, εἶναι ἔκπτωσις τῶν δικαιωμάτων, διότι
1661δὲν παραδέχεται, ὡς ἡ συνήθης, ἡ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου,
1662τὴν ἕνεκα ἀδρανείας ὡρισμένων προσώπων μὴ ἐνάσκησιν τῶν
1663δικαιωμάτων τοῦ δικαιούχου. Ἡ λογιστικὴ παραγραφὴ, ἡ
1664πενταετὴς, οὐδεμίαν παραδέχεται διακοπὴν ἕνεκεν ἀδρα-
1665νείας, ἢ νομικῆς ἀνικανότητος τῶν δικαιούχων. Ἀλλὰ, πρὶν
1666ἢ εἰσέλθω εἰς τὴν νομικὴν ἐξέτασιν τῆς λογιστικῆς παρα-
1667γραφῆς, περὶ ἧς ἐνταῦθα πρόκειται, νομίζω, ὅτι δέον νὰ ἐξε-
1668τασθῇ, ἂν δύναται ἡ λογιστικὴ παραγραφὴ νὰ προβληθῇ
1669κατὰ τῶν δημοσίων ὑπολόγων. Ὑποθέσατε ἕνα ταμίαν, ὁ
1670ὁποῖος ἐξ οἱουδήποτε σφάλματος ἐπλήρωσε ποσὸν ἀνώτερον
1671τῶν εἰσπραχθέντων, καὶ ὑπέβαλε τοὺς λογαριασμούς του εἰς
1672τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον· ὡς ἔχουσι δὲ παρ’ ἡμῖν τὰ τοῦ
1673Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, πιθανὸν μετὰ δεκαετίαν ν’ ἀνακαλυ-
1674φθῇ, ὅτι ἐπλήρωσεν ἐκ τοῦ ἰδίου του βαλαντίου 1000 δραχ-
1675μὰς ἐπὶ πλέον τῶν ὑπ’ αὐτοῦ εἰσπραχθέντων δημοσίων χρη-
1676μάτων. Ἐρωτῶ, εἶναι νόμιμον, εἶναι λογικὸν, εἶναι ὀρθὸν νὰ
1677προβληθῇ κατ’ αὐτοῦ ἡ ἔνστασις τῆς παραγραφῆς; Κατ’
1678ἐμὲ, ὄχι.
1679Δὲν ἐξετάζω τὸ θέμα ὑπὸ μόνον τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου
1680καὶ τῆς λογικῆς, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν καθαρὰν νομικὴν αὐτοῦ ἔπο-
1681ψιν. Ὑπῆρχεν εἰς τὸν ὑπόλογον αὐτὸν νόμιμόν τι μέσον πρὸς
1682διεκδίκησιν τοῦ δικαίου του; ἠδύνατο οὗτος νὰ καταφύγῃ
1683εἰς τὰ πολιτικὰ Δικαστήρια καὶ νὰ αἰτήσηται τὴν ἀπόδο-
1684σιν τῶν πληρωθέντων ὑπ’ αὐτοῦ διὰ δημοσίας δαπάνας,
1685πλέον τῶν ὑπ’ αὐτοῦ εἰσπραχθέντων; Ἐὰν ἤγειρεν ἀγωγὴν
1686ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν Δικαστηρίων, νομίζετε, ὅτι ἠδύναντο
1687ταῦτα ν’ ἀποδώσωσιν εἰς αὐτὸν τὸ ἀξιούμενον ὑπ’ αὐτοῦ δί-
1688καιον; Πῶς ἠδύνατο τὸ πολιτικὸν Δικαστήριον νὰ ἐπιδι-
1689κάσῃ ὑπὲρ αὐτοῦ τὸ αἰτούμενον χρηματικὸν ποσὸν, πρὶν ἢ
1690οἱ λογαριασμοὶ αὐτοῦ ἐκκαθαρισθῶσι καὶ ἐλεγχθῶσιν ὑπὸ τοῦ
1691Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου; Τὸ πολιτικὸν Δικαστήριον, εἰς ὃ
1692ἤθελεν οὗτος προσφύγει, βεβαίως θ’ ἀπέῤῥιπτε τὴν ἀγωγὴν
1693αὐτοῦ, λόγῳ ἀναρμοδιότητος. Διὰ τοὺς δημοσίους ὑπολό-
1694γους, τὰ πολιτικὰ Δικαστήρια πρὸ τοῦ δικαστικοῦ ἐλέγ-
1695χου τῶν λογαριασμῶν των εἰσὶν ἀναμφισβητήτως ἀναρμό-
1696δια, μόνον δὲ ἁρμόδιον ὡς πρὸς αὐτοὺς εἶναι τὸ Ἐλεγκτικὸν
1697Συνέδριον· ἀφοῦ δὲ τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων ὑπο-
1698λόγων ὑπάγονται ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἐλεγκτικὴν καὶ δι-
1699καστικὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, πότε
1700γεννᾶται ὡς πρὸς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα τῆς κατὰ τοῦ Δη-
1701μοσίου ἀγωγῆς ἐπὶ ἀποδόσει ποσοῦ, ὀφειλομένου εἰς αὐτοὺς
1702ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἐκ τῆς διαχειρίσεώς των; Ἀναντιῤῥήτως
1703τὸ δικαίωμα τῆς ἀγωγῆς ἄρχεται, ἀφ’ ἧς ἡμέρας κοινοποιη-
1704θῇ εἰς τοὺς δημοσίους ὑπολόγους ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγ-
1705κτικοῦ Συνεδρίου, ἡ ἐπιδικάζουσα ὑπὲρ αὐτῶν ὡρισμένον πο-
1706σὸν, διότι πρὸ ταύτης οὐδὲν εἶχον νόμιμον μέσον πρὸς διεκ-
1707δίκησιν τῶν δικαιωμάτων των. Ἄρα καὶ ἡ τῆς παραγραφῆς
1708ἔνστασις δὲν δύναται νὰ ἐπιμετρηθῇ ὡς πρὸς τὰς ἀπαιτή-
1709σεις τῶν δημοσίων ὑπολόγων, εἰμὴ μόνον ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐδη-
1710μοσιεύθη ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Καὶ ἐνταῦ-
1711θα πρόκειται περὶ ὑπολόγου, διαχειρισαμένου δημόσια χρή-
1712ματα, ἤτοι περὶ ὑπολόγου διαχειριστοῦ, κατὰ τοῦ ὁποίου
1713δὲν δύναται νὰ προβληθῇ ἡ ἔνστασις παραγραφῆς, εἰμὴ μετὰ
1714τὸν ἔλεγχον τῶν λογαριασμῶν του ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ
1715Συνεδρίου. Ἐὰν δὲ μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συνεδρίου δὲν
1716ἐφρόντιζε νὰ ζητήσῃ τὴν ἔκδοσιν τοῦ χρηματικοῦ ἐντάλμα-
1717τος, ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς νὰ προβάλῃ τὴν παραγραφήν,
1718ἀλλὰ πρὸ τούτου δὲν χωρεῖ παραγραφή. Ἀλλ’ ἐξετάσωμεν
1719τὰ τῆς παραγραφῆς ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν.
1720Ἡ παραγραφή, καὶ μάλιστα ἡ λογιστική, εἶναι τοῦ ἐξαι-
1721ρετικοῦ δικαίου καὶ πρέπει νὰ ἐξετάζηται καὶ ἑρμηνεύηται
1722ἐντὸς τῶν στενωτέρων τῆς ἑρμηνευτικῆς κανόνων. Ἡ λογι-
1723στικὴ παραγραφὴ ἐκρίθη ἀναγκαία εἰς τὰς περιουσίας τοῦ
1724Κράτους νὰ καθιερωθῇ, διότι τὸ Κράτος δὲν δύναται οὐδὲ
1725πρέπει νὰ τηρῇ τοὺς λογαριασμούς του ἐκκρεμεῖς ἐπὶ πολλὰ
1726ἔτη. Τὸ Κράτος εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ γινώσκῃ ἐγκαίρως,
1727ὁποῖα εἶναι τὰ βαρύνοντα τὸν Προϋπολογισμὸν αὐτοῦ βάρη·
1728ἂν δὲν καθιεροῦτο ἡ λογιστικὴ παραγραφή, ἦτο πιθανόν,
1729ἐν ᾧ χρόνῳ τὸ Κράτος ὑπελάμβανεν, ὅτι ἐκανόνισε τὰ τοῦ
1730Προϋπολογισμοῦ ἐν ἰσοζυγίῳ, νὰ προκύψῃ ἀπαίτησις, ἔχουσα
1731παλαιὰν καταγωγήν, καὶ ἐντελῶς νὰ καταστρέψῃ τὸ ἰσοζύ-
1732γιον. Ὡς ἐκ τούτου ὁ νόμος περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ ἀνέ-
1733γραψεν ἐν ἄρθρῳ 69 τὴν πενταετῆ παραγραφήν. Σημειωτέον
1734δέ, ὅτι, ἐνῷ ὁ νόμος περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ ἐξεδόθη κατὰ
1735τὸ 1852, ἡ περὶ παραγραφῆς διάταξις αὐτοῦ δὲν ἤρξατο
1736λειτουργοῦσα παρ’ ἡμῖν, εἰμὴ ἀπὸ τοῦ 1865 καὶ ἐντεῦθεν,
1737καθόσον οἱ διαχειριζόμενοι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ἔκρινον αὐ-
1738στηράν, ἐθεώρουν δημευτικὴν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 69,
1739καὶ δὲν ἐπεκαλοῦντο τὴν παραγραφὴν πρὸς ἀπόκρουσιν τῶν
1740κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀπαιτήσεων. Ὁπωσδήποτε, βραδύτερον
1741ἤρξατο προβαλλομένη ἡ παραγραφὴ ὑπὸ τῶν ὑπερασπιζο-
1742μένων τὸ Δημόσιον ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν Δικαστηρίων.
1743Ἵνα κρίνωμεν, ὁποία ἡ ἔννοια τοῦ θεσμοῦ τῆς λογιστι-
1744κῆς παραγραφῆς, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ προσέξητε εἰς τὸ
1745κείμενον τῶν δύο σχετικῶν ἄρθρων. Τὸ ἄρθρον 69 ἔχει ὡς
1746ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
1747«Παραγράφεται πρὸς ὄφελος τοῦ Κράτους καὶ ἐξαλείφε-
1748»ται πᾶν χρέος δημόσιον, ἐὰν δι’ ἔλλειψιν ἀποχρώσης δικαιο-
1749»λογήσεως δὲν ἀνεγνωρίσθη, δὲν διετάχθη ἡ πληρωμὴ αὐτοῦ
1750»καὶ δὲν ἐπληρώθη ἐντὸς πέντε ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς
1751»χρήσεως. Ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἰσχύει εἰς τὰς περιστάσεις,
1752»διὰ τὰς ὁποίας νόμοι, εἰδικὰ Διατάγματα, ἢ συμβόλαια
1753»ὥρισαν μακροτέραν ἢ συντομωτέραν προθεσμίαν ἐκπτώ-
1754»σεως».
1755Τὸ δὲ ἄρθρον 70 ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
1756«Δὲν ἰσχύει προσέτι (ἡ παραγραφὴ) ὡς πρὸς τὰ χρέη, τὰ
1757»ὁποῖα δὲν ἐπληρώθησαν ἐντὸς τῆς προσδιωρισμένης προθε-
1758»σμίας δι’ ἐμπόδια, προελθόντα ἐκ μέρους τῶν ἀρχῶν, ἢ τῶν
1759»ὁποίων ἡ πληρωμὴ ἀνεβλήθη δι’ ἀρξαμένην δίκην.—Ἔκα-
1760»στος πιστωτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ
1761»ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν ἀποδεικτικὸν περὶ ἐμπροθέ-
1762»σμου αἰτήσεώς του καὶ τῆς παρουσιάσεως τῶν τίτλων τοῦ
1763»δικαιώματός του».
1764Σημειωτέον, ὅτι ὁ Λογιστικὸς Νόμος εἶναι ἀντιγραφὴ τοῦ
1765Γαλλικοῦ. Τὸ ἄρθρον 303 τοῦ Γαλλικοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου
1766μετεφράσθη τὸ ἄρθρον 70, δὲν περιέχει τὴν φράσιν «δι’ ἀρξα-
1767μένην δίκην»
1768§30ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Περιέχει «ἐνώπιον τοῦ Con-
1769seil d’ État».
1770§31ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ σπεύδετε· δὲν ἔχω μὲν τὴν δικα-
1771νικὴν εἰδικότητα ὑμῶν, ἀλλὰ δύναμαι νὰ ἐκθέσω σαφῶς τὰς
1772ἰδέας μου, καὶ δύναμαι νὰ γινώσκω κρεῖσσον ὑμῶν τὴν κρα-
1773τοῦσαν παρ’ ἄλλοις Ἔθνεσιν οἰκονομικὴν νομοθεσίαν. Ἐν τῷ
1774κειμένῳ τοῦ νόμου τοῦ Γαλλικοῦ ἀναφέρεται τὸ Συμβούλιον
1775τῆς Ἐπικρατείας, εἰς ὃ εἰσάγονται πᾶσαι αἱ διαφοραὶ καὶ
1776δίκαι, αἱ ὑπαγόμεναι εἰς τὴν κατατηγορίαν τοῦ ἀμφισβη-
1777τουμένου διοικητικοῦ, εἰς ταύτας δὲ ἀνάγονται καὶ αἱ κατὰ
1778τοῦ Δημοσίου ἀπαιτήσεις τῶν ἰδιωτῶν. Ἡμεῖς ὅμως δὲν
1779ἔχομεν Συμβούλιον Ἐπικρατείας, καὶ διὰ τοῦτο ὁ νομοθέ-
1780της ἐσημείωσεν «ἀρξαμένην δίκην». Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔχει
1781σημασίαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἐμνήσθην αὐτοῦ λόγῳ ἱστο-
1782ρικῷ. Ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βου-
1783λῆς, εἶναι ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 70 (ἀναγινώ-
1784σκει): «Ἕκαστος πιστωτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ
1785καὶ λάβῃ ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν ἀποδεικτικὸν περὶ
1786τῆς ἐμπροθέσμου αἰτήσεώς του καὶ τῆς παρουσιάσεως τῶν
1787τίτλων τοῦ δικαιώματός του».
1788Ἀνεξαρτήτως τῆς νομολογίας, ἥτις κατὰ τὰ τελευταῖα
1789ἔτη καθιερώθη παρ’ ἡμῖν, καὶ ἥτις δὲν εἶναι σταθερὰ, ὡς
1790θέλω σᾶς ἀποδείξει, ἐρωτῶ ὑμᾶς, νὰ μοὶ εἴπητε, ἐπὶ μὲν
1791τοῦ ἄρθρου 69 αἱ λέξεις «δι’ ἔλλειψιν ἀποχρώσης δικαιο-
1792λογήσεως» ἐτέθησαν ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε; Ἂν ἔχωσιν ἔν-
1793νοιάν τινα, ἡ ἔννοια αὐτῶν εἶναι, ὅτι ἡ παραγραφὴ ἔχει
1794ἐφαρμογὴν κατὰ τῶν ἀπαιτήσεων, δι’ ἃς δὲν προσήχθησαν
1795ἀποχρῶσαι δικαιολογίαι ἐντὸς πενταετίας. Ἐπὶ δὲ τοῦ ἄρ-
1796θρου 70 ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς ἰσχυρίσθη, ὅτι
1797τοῦτο δὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀναγνώρισιν, ἀλλὰ μόνον εἰς τὴν
1798πληρωμὴν, διότι ἡ νομολογία, ἡ κρατοῦσα παρ’ ἡμῖν, οὕτω
1799παρεδέχθη. Ἰδοὺ δὲ πόσον ῥητῶς καὶ σαφῶς διετύπωσε τὴν
1800ἑαυτοῦ γνώμην ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς κ. Κων-
1801σταντόπουλος. Ἀναγινώσκω τοὺς ἰδίους αὐτοῦ λόγους, ἔχον-
1802τας ὡς ἑξῆς: «Ἅμα τις παραβάλῃ τὰ δύο ταῦτα ἄρθρα
1803πρὸς ἄλληλα, θέλει πεισθῆ, ὅτι τὸ ἄρθρον 70 δὲν πραγ-
1804ματεύεται περὶ τῶν τριῶν περιπτώσεων, περὶ ὧν προέβλεψε
1805τὸ ἄρθρον 69, ἀλλὰ μόνον περὶ τῆς τελευταίας περιπτώ-
1806σεως, καθ’ ἣν ἐξεδόθη μὲν τὸ ἔνταλμα τῆς πληρωμῆς,
1807ἀλλ’ ἡ ἀπαίτησις δὲν ἐπληρώθη, ἕνεκα ἐμποδίων, προελ-
1808θόντων ἐκ μέρους τῶν ἀρχῶν· συνεπῶς θέλει συμπεράνει,
1809ὅτι οὐδέποτε παρεμποδίζεται ἡ παραγραφὴ ἕνεκα μὴ δι-
1810καιολογήσεως καὶ ἀναγνωρίσεως τῶν ἀπαιτήσεων, ὅτι οὐ-
1811δέποτε παρεμποδίζεται ἡ παραγραφὴ λόγῳ μὴ ἐκδόσεως
1812τοῦ ἐντάλματος τῆς πληρωμῆς, καὶ ὅτι δύναται ν’ ἀνα-
1813σταλῇ ἡ παραγραφὴ, ὅταν ἐξεδόθη μὲν τὸ ἔνταλμα, ἀλλ’
1814ἡ πληρωμὴ δὲν ἐπραγματοποιήθη ἕνεκεν ἐμποδίων, ἐκ τῶν
1815ἀρχῶν προελθόντων». Ἀλλ’ ἂν τοιαύτη, ὁποίαν ἰσχυρίζε-
1816ται ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς, ὁ καὶ διεξοδικώ-
1817τερον πραγματευθεὶς τὰ τῆς παραγραφῆς, ἦναι ἡ ἔννοια τοῦ
1818ἄρθρου 70, τίνα ἔννοιαν θὰ εἶχον αἱ λέξεις «ἕκαστος πιστω-
1819τὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ ἀπὸ τὸν ἁρ-
1820μόδιον Ὑπουργὸν πιστοποιητικὸν περὶ τῆς ἐμπροθέσμου πα-
1821ρουσιάσεως τῶν τίτλων τοῦ δικαιώματός του»; Πείθεσθε
1822δὲ βεβαίως, ὅτι τὸ ἄρθρον 70 ἔδωκεν εἰς τὸν πιστωτὴν τὸ
1823δικαίωμα, νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν ἀπόδειξιν, ὅτι
1824ἐπαρουσίασεν εἰς αὐτὸν τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς ὑποστήριξιν
1825τῆς ἀπαιτήσεώς του ἔγγραφα, πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν νὰ
1826διακόπτηται ἡ παραγραφὴ, ὅταν τὰ ἀναγκαῖα ἔγγραφα
1827προσήχθησαν ἐμπροθέσμως. Ἐξετάσωμεν δὲ ἐν τῇ προκει-
1828μένῃ περιπτώσει, ἂν ὁ Σπάρταλης ὑπέβαλε τοὺς λογαρια-
1829σμοὺς καὶ τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφά του ἐμπροθέσμως,
1830ἤτοι πρὶν ἢ παρέλθῃ πενταετία. Αἱ πράξεις τῆς μετὰ τοῦ
1831Κράτους ληψοδοσίας, αἱ μισθοδοσίαι, αἱ γενόμεναι πρὸς
1832αὐτὸν χρηματικαὶ ἀποστολαὶ κλπ. ἐξηκολούθησαν οὐχὶ μέ-
1833χρι τέλους Δεκεμβρίου 1874, ἀλλὰ μέχρι τοῦ Ἰουνίου τοῦ
18341875· ὁ Σπάρταλης κατὰ τὸ 1875 ὑπέβαλε τοὺς λογα-
1835ριασμοὺς αὐτοῦ, ὑπέβαλε πάντα τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγρα-
1836φα, τ’ ἀποτελοῦντα τοὺς τίτλους τῶν δικαιωμάτων του.
1837Ἔκτοτε οὐδὲν ἐζητήθη νὰ ὑποβάλῃ ἔγγραφον· εἰς οὐδὲν δὲ
1838καθυστέρησε, καὶ οὐδεμίαν ὑπέχει πλέον εὐθύνην ἐπὶ τῇ βρα-
1839δύτητι, τῇ πέραν τῆς πενταετίας. Ἐνταῦθα ὑπάρχει ὁμο-
1840λογουμένως τὸ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου
1841προβλεπόμενον ἐμπόδιον τῶν ἀρχῶν. Αἱ ἀπαιτήσεις αὐτοῦ
1842ἀνεγνωρίσθησαν καὶ ἐξεκαθαρίσθησαν κατὰ τὰ ἔτη 1878
1843καὶ 1879 ὑπὸ τῶν συσταθεισῶν Ἐπιτροπῶν, ὑπὸ τοῦ Γε-
1844νικοῦ Λογιστηρίου, ὑπὸ τῶν ἐγγράφων, ἅτινα ἀντηλλάγη-
1845σαν μεταξὺ τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, ἰδίως δὲ μεταξὺ
1846τῶν Ὑπουργείων Οἰκονομικῶν καὶ Ναυτικῶν. Τὰ Ὑπουρ-
1847γεῖα καὶ αἱ Ἐπιτροπαὶ ἀνεγνώρισαν, πρὶν ἢ παρέλθῃ πεν-
1848ταετία, ἤτοι πρὸ τοῦ 1880, ὅτι ὠφείλετο εἰς τὸν Σπάρτα-
1849λην τὸ ποσὸν 6,000 λιρῶν, καὶ ὅτι ὁ Σπάρταλης εἶχεν ἤδη
1850ὑποβάλει ἅπαντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀποδεικτικὰ καὶ παρα-
1851στατικὰ τοῦ δικαιώματός του. Ἐὰν γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ γνώ-
1852μη τοῦ ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ, καθ’ ἣν ὡς ἐμπόδιον ἐκ
1853τῶν ἀρχῶν ἀνεγνώρισε τὸ ἄρθρον 70, μόνον τὸ κατὰ τὴν
1854πληρωμὴν παρεμβαλλόμενον, οὐχὶ τὸ κατὰ τὴν ἀναγνώ-
1855ρισιν, τότε τὸ Δημόσιον ἔσεται ὁ διδάσκαλος τῆς κακῆς
1856πίστεως, διότι ἡ Ἀρχὴ, εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελε πολίτης τις
1857προσαγάγει πάντα τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, τὰ ὑπο-
1858στηρίζοντα μίαν νόμιμον ἀπαίτησίν του, δύναται νὰ παρεμ-
1859βάλλῃ δυσκολίας, δύναται ν’ ἀναβάλλῃ ἀπὸ ἡμέρας εἰς
1860ἡμέραν τὴν ἔκδοσιν τοῦ χρηματικοῦ ἐντάλματος, μέχρις οὗ
1861λήξῃ ἡ πενταετία, ὅτε ἐπέρχεται ἡ παραγραφή. Ἀλλ’ ὁ
1862ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ἀνέγνωσε τὸ σκεπτικὸν
1863μιᾶς ἢ δύο ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἵνα σᾶς πείσῃ
1864ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπικρατοῦσα παρ’ ἡμῖν νομολογία. Ἔχω
1865ἄπειρον σεβασμὸν εἰς τὴν νομολογίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου
1866καὶ εἰς τὰ φῶτα τῶν μελῶν αὐτοῦ, δύναμαι ὅμως νὰ ἐπι-
1867καλεσθῶ τὴν μαρτυρίαν πάντων τῶν ἐν τῇ Βουλῇ νομι-
1868κῶν, ἂν ἡ νομολογία τοῦ Ἀρείου Πάγου ὑπῆρξε πάντοτε
1869σταθερὰ ὡς πρὸς οἱονδήποτε νομικὸν ζήτημα. Σᾶς ἔφερε
1870μίαν ἀπόφασιν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, καθ’ ἣν
1871ὡς ἐμπόδιον, παρεμβαλλόμενον ὑπὸ τῶν Ἀρχῶν, εἶναι τὸ
1872κατὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐντάλματος καὶ οὐχὶ κατὰ τὴν
1873ἀναγνώρισιν τῆς ἀπαιτήσεως· ἀλλ’ ἔχω καὶ ἐγὼ ἀπόφασιν
1874τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ὁποία τὴν ἀντίθετον καθιεροῖ νομο-
1875λογίαν. Ἡ ἀπόφασις φέρει ἀριθμὸν 49 τοῦ ἔτους 1870,
1876ἔχει δὲ οὕτω (ἀναγινώσκει):
1877ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
1878τῆς ὑπ’ ἀριθ. 49 ἔτους 1870 ἀποφάσεως τοῦ
1879Ἀρείου Πάγου.
1880«Ἐπειδὴ ἐμπόδιον, προερχόμενον ὑπὸ τῶν ἀρχῶν, εἶναι,
1881κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ περὶ Δημοσίου Λογι-
1882στικοῦ νόμου, καὶ ἡ περίπτωσις, καθ’ ἣν τὸ ἁρμόδιον
1883Ὑπουργεῖον, δι’ ἔλλειψιν νομίμου πιστώσεως, κατὰ τὰ ἐν
1884τῷ αὐτῷ νόμῳ κεκανονισμένα, δὲν ἐκδίδει τὸ περὶ πληρωμῆς
1885ἔνταλμα, καὶ ὑπάρχοντος τοιούτου ἐμποδίου, δὲν χωρεῖ ἡ
1886πενταετὴς παραγραφή.
1887«Ἐπειδή, ὁμολογοῦντος τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουρ-
1888γοῦ διὰ τοῦ αὐτοῦ πιστοποιητικοῦ, ὅτι ὀφείλονται τῷ Π.
1889δρ. 422 δι’ ἔξοδα τῶν κατὰ τὸ 1861 γενομένων αὐτοῦ με-
1890ταθέσεων, τὰ δὲ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα ἐγκαίρως ἀπὸ τοῦ
18911861 ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, τὸ
1892Δικαστήριον τῶν Πρωτοδικῶν ὀρθῶς ἀπέῤῥιψε τὴν ἔνστασιν
1893τοῦ Δημοσίου κατὰ τῶν προσαχθέντων δικαιολογητικῶν
1894ἐγγράφων περὶ μὴ ἀναγνωρίσεως δῆθεν αὐτῶν καὶ περὶ ἐλ-
1895λείψεως τῆς δεούσης ἐπικυρώσεώς των, διότι ἡ ἐξέλεγξις τῶν
1896ἐξόδων, οἷά εἰσι τὰ παρὰ τοῦ Π. αἰτούμενα, εἶναι ἀνατε-
1897θειμένη διὰ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ
1898νόμου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπερ διέταξε τὴν δαπάνην ταύ-
1899την, τὸ δὲ προκαλέσαν τὴν δαπάνην ταύτην Ὑπουργεῖον
1900βεβαιοῖ, ὅτι ἐμπροθέσμως ὑπεβλήθη ἡ δικαιολόγησις τῆς
1901δαπάνης καὶ ἀνεγνώρισε τὴν ὀφειλὴν αὐτήν»....
1902§32ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐμπόδια περὶ τὴν πληρωμὴν
1903ἕνεκα ἐλλείψεως πιστώσεως.
1904§33ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς τὸ αὐτὸ συμβαίνει ἐνταῦθα,
1905διότι ἐνταῦθα, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε πί-
1906στωσιν κατὰ τὸ ἔτος 1875, ὅτε ὑπέβαλε τοὺς λογαριασμούς
1907του ὁ Σπάρταλης, βεβαίως ἤθελεν ἐκδώσει τὸ ἔνταλμα, διότι
1908ὑπῆρχον πάντα τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, ὅσα ἐδικαιο-
1909λόγουν τὴν πληρωμήν.
1910Ἀλλὰ, Κύριοι, τὰ τῆς νομολογίας, περὶ ἧς ἐμνήσθην, ἀπο-
1911βαίνουσιν ἀντικείμενον ἐξετάσεως, ὅταν ὑπόθεσίς τις ἐκδικά-
1912ζηται ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν Δικαστηρίων, δὲν εἶναι δὲ ἐπι-
1913τετραμμένον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μεταβληθῇ εἰς Δικαστήριον.
1914Εἰς ἡμᾶς, ὡς μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἐπιβάλ-
1915λεται νὰ ἐξετάσωμεν, πῶς τὸ ἄρθρον 69 τοῦ Λογιστικοῦ
1916Νόμου ἐφηρμόσθη μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῶν κατὰ καιροὺς Ἑλ-
1917ληνικῶν Κυβερνήσεων, ἐὰν δηλαδὴ αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνή-
1918σεις ἀνεγνώρισαν ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν οἰκονομικῶν τοῦ
1919Κράτους αὐτὸ τοῦτο τὸ δικαίωμα, τὸ παραγόμενον ἐκ τοῦ
1920ἄρθρου 69, ὡς δικαίωμα, πρὸς ἄρνησιν τῶν κατ’ αὐτοῦ βα-
1921σίμων καὶ δεδικαιολογημένων ἀπαιτήσεων τῶν ἰδιωτῶν. Ὁσά-
1922κις ἐπαρουσιάσθησαν τοιαῦται ἀπαιτήσεις, μὴ ἀμφισβητού-
1923μεναι ἐν τῇ δικαστικῇ αὐτῶν ὑποστάσει, ὡς εἶναι ἡ τοῦ
1924Σπάρταλη, πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις οὐδέποτε προέβαλλον
1925τὴν ἔνστασιν τῆς παραγραφῆς, ἀλλὰ περιωρίζοντο μόνον νὰ
1926ἀναγράφωσιν εἰς τοὺς Προϋπολογισμούς, ὑπὸ τὸ κεφάλαιον
1927καὶ ἄρθρον τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, τὰ ποσὰ ταῦτα, ἢ
1928νὰ προκαλῶσιν εἰδικὸν περὶ πιστώσεως νόμον, καὶ νὰ τὰ
1929πληρόνωσι. Μίαν μόνον ὑποχρέωσιν ὑπελάμβανον αἱ κατὰ
1930καιροὺς Κυβερνήσεις, ὡς ἐπιβαλλομένην αὐταῖς ἐκ τῆς ἐφαρ-
1931μογῆς τοῦ ἄρθρου 69, τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ ζητῶσιν, ὁσά-
1932κις ἐπρόκειτο περὶ πληρωμῆς χρέους τοιούτου, τὴν ἄδειαν
1933τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Οἱ κατὰ τὸ παρελθὸν Ὑπουργοὶ
1934ἔκρινον, ὅτι, προκειμένου περὶ ἀπαιτήσεως, ἡ ὁποία ἐγεν-
1935νήθη πρὸ 5 ἐτῶν, ὤφειλον νὰ μὴ προβαίνωσιν αὐτοὶ εἰς τὴν
1936ἄμεσον ἐκκαθάρισιν καὶ πληρωμὴν καὶ δι’ ἕτερον λόγον, διότι
1937ἀνάγεται ἡ τοιαύτη δαπάνη εἰς κεκλεισμένην ἢ διαγεγραμ-
1938μένην χρῆσιν. Οὕτως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς
1939καὶ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον
1940τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1879, ὅτε ὁ μα-
1941καρίτης Σ. Βαλαωρίτης εἶχε μίαν ἀπαίτησιν μισθοῦ, ἀνα-
1942γομένην εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ 1875, προφανῶς δυνάμει τοῦ
1943ἀπὸ 27 Ἰουνίου 1877 νόμου παραγεγραμμένην, ἐπὶ τῇ
1944βάσει μιᾶς ἁπλουστάτης ἀναφορᾶς, ὁ Ὑπουργὸς οὗτος ἔγρα-
1945ψεν ἐπ’ αὐτῆς τῆς αἰτήσεως, ὡς ἐντολὴν πρὸς τὸν ἁρμόδιον
1946ὑπάλληλόν του, τὰ ἑξῆς: «Περιληφθήτω εἰς τὰ ἔξοδα κε-
1947κλεισμένων χρήσεων. 30 Νοεμβρίου 1879. Ὁ Ὑπουργὸς
1948τῶν Ἐξωτερικῶν Θ. Π. Δηλιγιάννης». Καὶ οὕτως ἀνεγράφη
1949τὸ αἰτούμενον ποσὸν, συνεπείᾳ μόνης τῆς ἀναφορᾶς ἐκείνης
1950τοῦ Σ. Βαλαωρίτου, ἐκ δραχμῶν 10,400, εἰς τὸν Προϋπο-
1951λογισμὸν τοῦ 1880, καὶ ἐπληρώθη. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἔλα-
1952βον ἐκ τοῦ Ὑπουργείου, διότι ἔλαβον ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἀνα-
1953γραφείσης ἐπὶ τούτῳ πιστώσεως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ
19541880 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν· ὅπως ὅμως καλῶς
1955ἀντιληφθῆτε τὰ τῆς παραγραφῆς ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ,
1956εἶναι ἀναγκαῖον νὰ γνωρίσω ὑμῖν, ὅτι ὡς πρὸς τὴν λογιστι-
1957κὴν παραγραφὴν δὲν ἔχομεν μόνον τὸν νόμον περὶ Δημο-
1958σίου Λογιστικοῦ, ἔχομεν καὶ ἕτερον νόμον, φέροντα χρονολο-
1959γίαν 27 Ἰουνίου 1877, στοιχ. ΧΛʹ, περὶ παραγραφῆς τῶν
1960κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀγωγῶν.
1961Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον 2 τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νόμου
1962(ἀναγινώσκει):
1963«Αἱ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν ἀγωγαὶ
1964»κατὰ τοῦ Δημοσίου, ἕνεκα καθυστερήσεως μισθῶν καὶ ἄλ-
1965»λων ἀποδοχῶν, παραγράφονται μετὰ διετίαν, ἀφ’ ἧς κατὰ
1966»πρῶτον ἐγεννήθη τὸ πρὸς ἀγωγὴν δικαίωμα, ἐκτὸς ἐὰν ἡ
1967»ἀπαίτησις ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ὁπότε παρα-
1968»γράφονται μετὰ πενταετίαν ἀπὸ τῆς ἀναγνωρίσεως.»....
1969§34ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἔχει ἀναδρομικὴν
1970δύναμιν.
1971§35ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ εἰδικὴν διάταξιν τοῦ αὐτοῦ νόμου,
1972τὸ πρὸς παραγραφὴν δικαίωμα ἄρχεται καὶ ὡς πρὸς τὰς
1973ὑφισταμένας κατὰ τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ ἀπαιτήσεις, ἀφ’ ἧς
1974ἐγεννήθη τὸ πρὸς ἀγωγὴν δικαίωμα, κατὰ τοῦτο δὲ ἐτρο-
1975ποποιήθη τὸ ἄρθρον 69 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, καθ’ ὃ ἡ
1976πενταετία ἐμετρᾶτο ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς χρήσεως, εἰς ἣν ἀνή-
1977γετο ἡ δαπάνη. Μετὰ τὸν νόμον τοῦ 1877 ἔχομεν πολλοὺς
1978Προϋπολογισμούς, οἱ ὁποῖοι ἀναγράφουσιν εἰς τὰ ἔξοδα τῶν
1979κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων πολλὰς ἀπαι-
1980τήσεις παραγεγραμμένας, καθ’ ὅλον δὲ τὸ διάστημα τοῦτο
1981δὲν διεχειρίζετο ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κρά-
1982τους, διεχειρίζοντα αὐτὰ καὶ ἄλλοι. Ὡς παράδειγμα δὲ σᾶς
1983φέρω τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, ἐν τῷ ὁποίῳ θὰ εὕ-
1984ρητε ἀναγεγραμμένας πολλὰς παραγεγραμμένας ἀπαιτή-
1985σεις κατὰ τοῦ Δημοσίου ἐκ μισθῶν ὑπαλλήλων καὶ ἄλλων
1986ἀποδοχῶν....
1987§36ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζετε, ἐὰν δὲν εἶχε δια-
1988κοπῆ ἡ παραγραφὴ αὐτῶν;
1989§37ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς ῥητῶς γίνε-
1990ται μνεία, ὁσάκις ὑπάρχωσι δικαστικαὶ ἀποφάσεις. Εἰς τὰς
1991ἀπαιτήσεις ὅμως, περὶ ὧν ποιοῦμαι μνείαν, οὐδεμία σημείω-
1992σις περὶ δικαστικῶν ἀποφάσεων ὑπάρχει.
1993§38ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δύναται νὰ διακοπῇ ἡ παραγραφὴ καὶ
1994μόνον δι’ ἀγωγῆς.
1995§39ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε, παρακαλῶ. Ἐγὼ
1996ὑπέλαβον, ὅτι, προκειμένου περὶ παραγραφῆς, δι’ ἣν ἐποιή-
1997σατε τοσοῦτον πάταγον, ἠθέλετε μελετήσει τοὺς Προϋπο-
1998λογισμοὺς τοῦ Κράτους, καὶ ἠθέλετε εὕρει ὅσα ἐγὼ σᾶς ἀνα-
1999φέρω.
2000Παρατηρῶ λοιπὸν, ὅτι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885,
2001Προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βου-
2002λὴν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ, ὡς Ὑπουρ-
2003γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ εὕρητε ἀναφερομένας πολλὰς ἀπαι-
2004τήσεις, καθ’ ὧν νομίμως ἠδύνατο νὰ προβληθῇ ἡ τῆς πα-
2005ραγραφῆς ἔνστασις· ἐπὶ παραδείγματι, ὁ νῦν ἐν Λονδίνῳ
2006Πρέσβυς κ. Γεννάδιος ὑπῆρξε Γραμματεὺς Πρεσβείας εἰς πα-
2007λαιὰς ἐποχὰς καὶ ἠξίου μισθὸν ἀπὸ 25 Ἀπριλίου μέχρι 18
2008Ἰουνίου 1881, ἤτοι δραχμὰς 1148. Οὐδεμία δίκη ἐγένετο,
2009οὐδεμία ἀγωγὴ ἐκοινοποιήθη, ἡ διετὴς παραγραφὴ ἦτο ὡμο-
2010λογημένη, ὁ τότε ὅμως Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέ-
2011γραψε τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὸ ἐπλή-
2012ρωσε. Πλὴν τούτου ἔχομεν «διὰ τὸ δαπανηθὲν ὑπ’ αὐτοῦ
2013κατὰ τὸ ἔτος 1879 χάριν ἐθνικοῦ σκοποῦ ποσὸν λιρ. 36,15,
2014ἐκ δραχ. 956», καθ’ ἧς ἀπαιτήσεως ἐχώρει καὶ ἡ διετὴς
2015παραγραφή. Ἐν τούτοις καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνεγράφη εἰς
2016τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 καὶ ἐπληρώθη. Εἰς τὸν Προϋ-
2017πολογισμὸν μάλιστα τοῦ 1885 θὰ εὕρητε καὶ τὴν λογιστι-
2018κὴν παραγραφὴν τοῦ νόμου τοῦ 1887, καὶ τὴν παραγρα-
2019φὴν τοῦ ἄρθρου 69 τοῦ νόμου περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ.
2020Ἐν παραδείγματι θὰ εὕρητε καὶ πληρωμὴν Βουλευτικῆς
2021ἀποζημιώσεως εἴς τινας Βουλευτάς, π. χ. πρὸς τὸν Θ. Τζα-
2022νετάκην ἡ Βουλευτικὴ ἀποζημίωσις τοῦ 1870 ἐκ δραχ.
20232,000 ἐπληρώθη τὸ 1885, πρὸς τὸν Λ. Βούλγαρην, ὡς
2024βουλευτὴν Ἄργους, ἀποζημίωσις τοῦ 1874, πρὸς τὸν Α.
2025Ἰακωβάτον ἐπληρώθη κατὰ τὸ 1885 Βουλευτικὴ ἀποζη-
2026μίωσις τοῦ 1866. Θὰ εὕρητε συνάμα καὶ πολλὰ ἕτερα ποσὰ,
2027ὑπαγόμενα εἰς τὴν λογιστικὴν παραγραφήν.
2028Δὲν εἶναι ὅμως μόνον αὐτὰ τὰ μικρὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀπο-
2029δεικνύουσιν ἀναμφισβητήτως, ὅτι αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις,
2030οὕτω πως ἐνόησαν καὶ ἐφήρμοσαν τὴν παραγραφήν· ἐνόησαν
2031ὡς ὑποχρέωσιν αὑτῶν, νὰ ζητῶσι τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, δὲν
2032ὑπέθετον δὲ ποτὲ, ὅτι τὸ ἄρθρον 69 δημιουργεῖ ὑπὲρ τῆς
2033Ἑλλην. Κυβερνήσεως δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἠδύναντο νὰ προ-
2034βάλωσι, διὰ νὰ καταργήσωσιν ἰδιωτικὰς ἀπαιτήσεις, ἢ νὰ
2035καταστήσωσι πάντας τοὺς μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνή-
2036σεως συναλλαττομένους περιδεεῖς εἰς τὰς μετ’ αὐτῆς σχέ-
2037σεις των.
2038Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλη ὑπόθεσις, οὐ μόνον σπουδαιο-
2039τέρα, ἀλλὰ καὶ ὁμοιάζουσα πρὸς τὴν προκειμένην. Ἡ Ἑλ-
2040ληνικὴ Ἀτμοπλοΐα εἶχεν ἕνα λογαριασμὸν ἐκκρεμῆ μετὰ
2041τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἀνεφέρετο εἰς διαχεί-
2042ρισιν ἀπὸ τοῦ 1871 ἕως τοῦ 1878. Ἦτο καὶ αὐτὸς λογα-
2043ριασμὸς ἐμπορικὸς, ὡς ἦτο ὁ τοῦ κ. Σπάρταλη· ὅπως δὲ
2044συμβαίνει εἰς ὅλους, οἵτινες, συναλλασσόμενοι ἐν μεγάλῃ πο-
2045σότητι μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐννοοῦσι νὰ καταφεύγω-
2046σιν εἰς τὰ Δικαστήρια πρὸς διεκδίκησιν τῶν δικαιωμάτων
2047των, οὕτω συνέβη καὶ εἰς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν, ἥτις
2048οὐδέποτε ὑπελάμβανεν ὡς ἐνδεχομένην τὴν κατ’ αὐτῆς ἔν-
2049στασιν τῆς παραγραφῆς ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.
2050Ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία λοιπὸν δὲν κατέφυγεν εἰς τὰ Δι-
2051καστήρια, ἀλλὰ κατέφυγεν εἰς ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον κατα-
2052φεύγουσιν ὅλοι, ὅσοι ἔχουσι πεποίθησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν,
2053προσῆλθεν εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν,
2054καὶ παρέστησεν εἰς αὐτὸν, ὅπερ εἶχε δίκαιον. Ἦτο καὶ κατὰ
2055τὴν ἐποχὴν ἐκείνην Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁ καὶ νῦν
2056Πρωθυπουργὸς, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐδέχθη νὰ ἔλθῃ μετὰ τῆς
2057Διευθύνσεως τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας εἰς μίαν ἐκκαθά-
2058ρισιν, καὶ ἀφοῦ διωρίσθησαν ἁρμόδια πρόσωπα πρὸς ἔλεγχον
2059τῶν λογαριασμῶν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ μακα-
2060ρίτης Λομβάρδος, συνωμολόγησε συμβόλαιον, διὰ τοῦ ὁποίου
2061ἀνεγνώρισεν ἐκ τῆς ἀπαιτήσεως αὐτῆς τὸ ποσὸν 800,000
2062δραχμῶν περίπου. Προέβη δὲ μόνον εἰς τὴν ἀναγνώρισιν,
2063δὲν ἀνέλαβε δὲ οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν περὶ τῆς ἀμέσου πλη-
2064ρωμῆς, διότι τὰ τῆς πληρωμῆς ἄφησε νὰ κανονισθῶσι βρα-
2065δύτερον, ὅταν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἤθελε τὸ ἐπι-
2066τρέψει. Ἀλλ’ ἡ διάδοχος Κυβέρνησις, ἡ ὑπὸ τὸν ἡγέτην
2067τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εὐθὺς, ὡς ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν,
2068προὐκάλεσε διὰ Β. Διατάγματος ἐκτάκτους πιστώσεις, διὰ
2069τῶν ὁποίων ἐνήργησε τὴν πληρωμήν· ἐπρόκειτο δὲ περὶ
2070ἀπαιτήσεως, ἀρχομένης, ὡς εἶπον, ἀπὸ τοῦ 1871 καὶ ληγού-
2071σης τὸ 1878. Μάλιστα κατὰ τὴν πληρωμὴν ἐπῆλθε καὶ
2072ἀταξία τις λογιστικὴ, διότι, ἐνῷ ἐξεδόθη ὑπὸ τῆς Κυβερνή-
2073σεως Β. Διάταγμα διὰ 300,000 δραχμῶν τὸν Μάρτιον τοῦ
20741885, καὶ βραδύτερον αἱ παραστάσεις τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς
2075Ἑταιρίας ἔπεισαν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προβῇ
2076εἰς τὴν πληρωμὴν καὶ ἑτέρων 200,000 δραχμῶν, κατὰ τὸν
2077Ὀκτώβριον, ὅτε πλέον δὲν ἠδύνατο νὰ προέλθῃ εἰς τὴν
2078πρόκλησιν Διατάγματος ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1884, τὸ ἐξέ-
2079δωκεν εἰς βάρος τοῦ 1885, ὅτε δὲ βραδύτερον ἔφερεν εἰς τὴν
2080Βουλὴν τὰς δύο ταύτας πιστώσεις, ἔῤῥιψεν ἀμφοτέρας εἰς
2081βάρος τοῦ 1884, καὶ τοιουτοτρόπως ἀνέτρεψεν ὅ,τι τὸ πρῶ-
2082τον εἶχεν ἀποφασισθῆ διὰ τῶν Διαταγμάτων. Κατὰ τὴν
2083πληρωμὴν τῶν ἀπαιτήσεων τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας
2084δύο ὑπῆρχον παραγραφαὶ, εὐλόγως παροραθεῖσαι ὑπὸ τῶν
2085Κυβερνήσεων τοῦ 1881 καὶ τοῦ 1885. Αἱ ἀπαιτήσεις αὗ-
2086ται ἐστηρίζοντο ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς τὸ ἐνιαύσιον χορή-
2087γημα, τὸ παρεχόμενον κατὰ τὴν σχετικὴν σύμβασιν ὑπὸ
2088τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Ἑταιρίαν ταύτην. Αἱ ἀπαιτήσεις
2089τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, αἱ ἐκ κεφαλαίου προερχόμεναι,
2090ἔληξαν κατὰ τὸ 1875, καθόσον αἱ μετὰ ταῦτα μέχρι τοῦ
20911878 ἀπαιτήσεις αὐτῆς ἀνεφέροντο εἰς τόκους. Ἐν τούτοις
2092κατὰ τὸ 1881, κατὰ μῆνα Ἀπρίλιον, διευθύνοντος τὸ
2093Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ κ. Σωτηροπούλου, προ-
2094εκλήθη Β. Διάταγμα, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἔκτακτος πίστωσις
2095ἐκ δραχμῶν 400,000 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1881, ὑπὸ τὸν
2096τίτλον «ἀπόδοσις τῶν πρὸς τὴν Ἑταιρίαν τῆς Ἑλληνικῆς
2097Ἀτμοπλοΐας ὀφειλομένων». Τὸ ποσὸν τοῦτο ἐπληρώθη μετὰ
2098τὸ ἐκδοθὲν Διάταγμα, καίτοι ἀνεφέρετο εἰς ἀπαιτήσεις ἢ
2099ὑπηρεσίας τῆς Ἑταιρίας πρὸ τοῦ ἔτους 1875, καίτοι οὐδε-
2100μία ἀγωγὴ ἢ δίκη ἠγέρθη ἐπὶ τούτῳ. Τοῦτ’ αὐτὸ ἐγένετο
2101καὶ κατὰ τὸ 1885, καθ’ ὃ ἐπληρώθη τὸ ὑπόλοιπον τῶν
2102ἀπαιτήσεων τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας ἐκ δραχμῶν 850
2103χιλιάδων, καίτοι ἀνεφέρετο εἰς ὑπηρεσίας, ἢ ἀπαιτήσεις,
2104λαβούσας χώραν πρὸ πενταετίας.
2105Ὑπῆρξεν ὅμως καὶ ἑτέρα ὀφειλὴ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερ-
2106νήσεως πρὸς τὸν ἐν Λονδίνῳ ἐμπορικὸν οἶκον «Μελᾶ καὶ
2107Μαυρογιάννη» διὰ καταβολὰς τοῦ οἴκου τούτου, γενομένας
2108κατὰ τὸ 1859 εἰς τὴν ἀγορὰν τοῦ πλοίου «ἡ Ἑλλάς»,
2109καὶ ἐκ τόκων ἐπὶ τῶν καταβολῶν τοῦ οἴκου τούτου. Ἐκ
2110τῆς δοσοληψίας ταύτης ἀπέμεινεν ὀφειλὴ 500 λιρῶν, δι’ ἔλ-
2111λειψιν, ὑποθέτω, πιστώσεως. Ἠναγκάσθησαν δὲ οἱ δικαιοῦ-
2112χοι, μετὰ παρέλευσιν πολλῶν ἐτῶν, νὰ καταφύγωσιν εἰς τὰ
2113Δικαστήρια, ἐφεσιβαλόντος δὲ τοῦ Δημοσίου τὴν ὑπὲρ αὑ-
2114τῶν πρωτόδικον ἀπόφασιν, τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν διὰ τῆς ὑπ’
2115ἀριθ. 712 τῆς 11 Μαΐου 1872 ἀποφάσεώς του ἀποφαίνεται
2116(ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ ὀρθῶς ἀπεῤῥίφθη ἡ ἔνστασις τῆς
2117»πενταετοῦς ἐκ τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου παραγραφῆς, διότι
2118»δὲν προσβάλλει τὸ ἀπὸ 18 Μαρτίου 1868 ἔγγραφον τοῦ
2119»τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ, διὰ δὲ τοῦ ἐγγράφου
2120»τούτου ἀποδεικνύεται, ὅτι ἀνεγνωρίσθη τὸ περὶ οὗ νῦν
2121»πρόκειται χρέος τοῦ Δημοσίου. Ἑπομένως διεκόπη τοιου-
2122»τοτρόπως ἡ εἰρημένη παραγραφή».
2123Ἰδοὺ δὲ καὶ ἄλλη σκέψις τῆς αὐτῆς ἀποφάσεως (ἀναγι-
2124νώσκει): «Ὑπολογιστέοι δὲ εἶναι καὶ οἱ ὀφειλόμενοι τόκοι,
2125»τὸ δὲ περὶ τοῦ ἐναντίου παράπονον τοῦ Δημοσίου, διά τε
2126»ταῦτα καὶ τοὺς ἐν τῇ προσβαλλομένῃ ἀποφάσει ἐκτεθει-
2127»μένους σχετικοὺς περὶ τούτου λόγους, δὲν εἶναι βάσιμον»,
2128Δηλαδὴ καὶ τὴν ἄλλην ἔνστασιν τοῦ Δημοσίου ὡς πρὸς τοὺς
2129τόκους ἐπίσης ἀπέῤῥιψεν. Εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ἡ ὑπόθεσις
2130αὕτη συνεβιβάσθη διὰ πρακτικοῦ, καὶ τὸ Δημόσιον, λαβὸν
2131πίστωσιν, ἐπλήρωσε τὸ ποσὸν αὐτὸ, καίτοι ἀπὸ τοῦ 1859
2132μέχρι τοῦ χρόνου τῆς πληρωμῆς ἐμεσολάβησαν πολλὰ ἔτη,
2133καίτοι, προκειμένου περὶ ἀπαιτήσεως τοῦ 1859, ἡ ἀγωγὴ
2134ἠγέρθη τὸ 1867. Ταῦτα πάντα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι αἱ
2135Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις παρεδέχθησαν τὴν ἀρχὴν, ὅτι αἱ
2136τοιαῦται ἀπαιτήσεις δὲν πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν
2137πενταετῆ παραγραφὴν, διότι ἡ τοιαύτη παραγραφὴ δὲν
2138συντελεῖ εἰς ἐπίῤῥωσιν τῆς δημοσίας πίστεως.
2139Ἀλλά, Κύριοι, μὴ ὑπολάβητε, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι προαγο-
2140ρεύσαντες ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔχουσι τῷ ὄντι περὶ
2141παραγραφῆς αὐτὴν τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν τοσοῦτον ἐνθέρμως
2142ὑποστηρίζουσιν ἐν τῇ προκειμένῃ ὑποθέσει. Ἀφίνω ὅσα εἶπον,
2143ἀφορῶντα εἰς τὸ παρελθὸν, καὶ ὑπομιμνήσκω ὑμῖν γεγονὸς
2144νεώτατον καὶ προσφατώτατον, λαβὸν χώραν ἐν τῇ παρού-
2145σῃ Συνόδῳ τῆς Βουλῆς. Συνάμα μὲ τὴν πίστωσιν, περὶ ἧς
2146συζητοῦμεν, ὑπεβλήθη καὶ μία ἄλλη πίστωσις, πίστωσις
2147περὶ κανονισμοῦ προσωρινῶν δανείων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέ-
2148ζης. Καὶ ἐν τῇ πιστώσει ταύτῃ ὑπῆρχεν ἀκριβῶς ἡ πενταε-
2149τὴς παραγραφὴ, καὶ οὐ μόνον ὑπῆρχεν ἡ πενταετὴς παρα-
2150γραφὴ, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ῥητῶς εἶπεν ἐν
2151τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ, ὅτι μόνον ἡ ἔνστασις τῆς παραγραφῆς τῆς
2152πενταετοῦς ἠδύνατο νὰ προταθῇ, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἄρθρον 70
2153ἡ ἀναβολὴ τῆς πληρωμῆς προῆλθεν ἀπὸ ἐμπόδια τῶν
2154ἀρχῶν, διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰς τὸ τέλος ἑκάστου ἔτους
2155ἀπέστελλε τακτικῶς τοὺς λογαριασμούς της, ἀλλὰ τὸ
2156Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐξέδιδε τὰ προσήκοντα
2157ἐντάλματα. Τί ἄλλο ἔπραξε καὶ ὁ Σπάρταλης; ἀπέστελλε
2158τοὺς λογαριασμούς του, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονο-
2159μικῶν δὲν ἐξέδιδε τὰ χρηματικὰ ἐντάλματα...
2160§40ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν οὐδόλως
2161ἀντελήφθην τὴν ἔνστασιν τῆς παραγραφῆς.
2162§41ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προκα-
2163λέσω τὴν ἀντίληψιν καὶ προσοχὴν ὑμῶν.
2164§42ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλειπον μίαν ἡμέραν. Δὲν
2165ἤμην παρὼν τότε.
2166§43ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γινώσκω, εἶναι, ὅτι
2167ὑμεῖς, ὁ ὁποῖος ὑπὲρ τῆς παραγραφῆς τοσοῦτον θερμῶς συν-
2168ηγορήσατε, καὶ οἱ ἄλλοι νομικοὶ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολι-
2169τεύσεως, οἱ τοσοῦτον ἀγωνιζόμενοι κατὰ παντός, ὅ,τι πα-
2170ρουσιάζεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐπιψήφισιν, ἀνεγνώ-
2171σατε ἢ ὠφείλετε νὰ ἀναγνώσητε ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ νομο-
2172σχεδίου περὶ πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 1,700,000 εἰς τὴν
2173Ἐθνικὴν Τράπεζαν λόγω τόκων, ὀφειλομένων πρὸς αὐτὴν,
2174ὅτι ὑπάρχει παραγραφὴ, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ ὁ Ὑπουργὸς
2175τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς εἶπεν, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ παραγραφὴ ἀπο-
2176δίδεται εἰς ἐμπόδια, προελθόντα ἐκ μέρους τῶν ἀρχῶν, δι’
2177αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 70
2178τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου...
2179§44ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡμεῖς δὲν τὸ ἐψηφίσαμεν.
2180§45ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐψηφίσθη, καὶ
2181εἶναι ἤδη νόμος τοῦ Κράτους, διακεκριμένον δὲ μέλος τῆς
2182Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος εἶναι
2183λίαν ἐντριβὴς εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὰς πιστώσεις, ἐπ’ αὐτῆς
2184τῆς πιστώσεως ὡμίλησε, καὶ ἐζήτησε τὴν προσαγωγὴν τῆς
2185διαμαρτυρίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐζήτησε τὸν λογαρια-
2186σμὸν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀποδεικνύεται ἡ ὀφειλὴ αὕτη τοῦ Δη-
2187μοσίου πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἐζήτει πολλὰς ἐξηγή-
2188σεις καὶ ἐτήρει ἀνὰ χεῖρας τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
2189Οἰκονομικῶν, ὑπέγραψε δὲ μετ’ ἄλλων τριῶν ἀξιοτίμων με-
2190λῶν τῆς ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ μειοψη-
2191φίας τὴν πρὸς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, δι’ ἧς
2192αὕτη συνέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν παμψηφεὶ τὴν ἐπιψήφισιν
2193τοῦ νομοσχεδίου...
2194§46ΛΕΒΙΔΗΣ. Σύγκρισις ἐπ’ ἀνομοίων πραγμάτων. Ἄλ-
2195λως τε δὲν ἐψηφίσαμεν ἡμεῖς αὐτὰ τὰ πράγματα.
2196§47ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς
2197τοῦ Προϋπολογισμοῦ φέρει καὶ τὴν ὑπογραφὴν ὑμῶν· ἡμεῖς
2198δὲ δὲν εἴχομεν οὐδένα λόγον νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν
2199σας ἐπὶ τῆς παραγραφῆς. Ἡμεῖς εἴχομεν ἀντίθετον ἰδέαν
2200περὶ παραγραφῆς ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ, διότι ἡμεῖς, καί-
2201τοι ἐνομίζομεν, ὅτι ὑπάρχει παραγραφὴ δυνάμει τοῦ ἄρθρου
220269, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ παραγραφὴ προῆλθεν ἐκ τῶν Ἀρχῶν,
2203ἔπρεπε νὰ μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, κατὰ τὴν ὀρθὴν ἑρμηνείαν
2204τοῦ ἄρθρου 70, ὡς φρονοῦμεν καὶ ἐν τῇ ὑπὸ συζήτησιν ὑπο-
2205θέσει.
2206Ἐξ ὅσων εἶπον ἐπείσθητε, ὅτι καὶ τυπικῶς ἀκόμη ἡ πα-
2207ραγραφὴ δὲν χωρεῖ ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, καὶ ὁ
2208γενόμενος ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ θόρυβος δὲν εἶχε σκοπὸν τὴν
2209ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς παραγραφῆς συνηγορίαν, ἀλλὰ πολι-
2210τικὸν μόνον σκοπόν, καὶ ἅπασα ἡ πολυμάθεια καὶ εὐγλωτ-
2211τία τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατηναλώθη ἐπὶ
2212τοῦ ζητήματος τῆς παραγραφῆς ἄνευ πρακτικοῦ τινος ἀπο-
2213τελέσματος.
2214Συνεπλήρωσα ἤδη τὰς ὁποίας ὤφειλον νὰ μεταδώσω εἰς
2215τὴν Βουλὴν παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς παραγρα-
2216φῆς, ἣν προέβαλον οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες ῥήτορες
2217τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Τελευταῖον ἐμνημόνευσα νομοσχε-
2218δίου τινὸς, τὸ ὁποῖον ἐν αὐτῇ ταύτῃ τῇ Συνόδῳ ἐψήφισεν ἡ
2219Βουλὴ, καὶ τὸ ὁποῖον μετεβλήθη ἤδη εἰς νόμον τοῦ Κρά-
2220τους, τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὸν κανονισμὸν
2221τῶν προσωρινῶν δανείων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐπειδὴ
2222δὲ ἤκουσα ἀντιῤῥήσεις ἢ ἐνδοιασμοὺς περὶ τοῦ, ἂν καὶ ἐν τῷ
2223κανονισμῷ τῶν χρεῶν ἐκείνων ὑπάρχῃ ἡ παραγραφὴ τοῦ
2224ἄρθρου 69 τοῦ νόμου περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ, εἶπον, ὅτι
2225περὶ τούτου ὁ εἰσαγαγὼν τὸ νομοσχέδιον Ὑπουργὸς τῶν
2226Οἰκονομικῶν ῥητῶς ἐν τῇ ἐκθέσει του ἐποιήσατο μνείαν.
2227Δὲν εἶχον προηγουμένως πρόχειρον τὸ φυλλάδιον, τὸ ὁποῖον
2228περιεῖχε καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν,
2229τὴν συνοδεύουσαν τὸ νομοσχέδιον. Ἰδοὺ ἡ παράγραφος, ἡ
2230ἀφορῶσα εἰς τὸ θέμα τῆς παραγραφῆς (ἀναγινώσκει):
2231«Ὁ τόκος τῶν ἀνωτέρω δανείων, ἀναγραφόμενος ὡς τα-
2232»κτικὸν δημόσιον ἔξοδον εἰς τοὺς Προϋπολογισμοὺς, ὑπήγε-
2233»το εἰς τὴν παραγραφὴν τοῦ ἄρθρου 69 τοῦ Λογιστικοῦ
2234»Νόμου. Ἀπαλλάσσονται ὅμως τῆς παραγραφῆς ταύτης,
2235»δυνάμει τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ αὐτοῦ Λογιστικοῦ Νόμου,
2236»διότι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἐξέδιδε τὰ ἀναγκαῖα χρηματικὰ
2237»ἐντάλματα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπὸ τῆς Τραπέζης ὑποβαλ-
2238»λομένων καθ’ ἑξαμηνίαν λογαριασμῶν.»
2239Οἱ ψηφίσαντες τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶχον τὴν πεποίθη-
2240σιν, ὅτι, ὅπου ἐξ ἐμποδίου τῶν ἀρχῶν τοῦ Κράτους παρεμ-
2241βάλλεται οἱονδήποτε πρόσκομμα, ἡ ἔνστασις τῆς παραγρα-
2242φῆς δὲν χωρεῖ. Ἐν τῇ πεποιθήσει ταύτῃ εἰσηγήσατο καὶ τὸ
2243νομοσχέδιον ἐκεῖνο καὶ τὸ παρὸν ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπο-
2244λογισμοῦ. Ἐὰν ὅμως οἱ ἀξιότιμοι ῥήτορες τῆς Ἀντιπολι-
2245τεύσεως εἶχον τὴν αὐτὴν γνώμην, ἣν ὑποστηρίζουσι νῦν, ὡς
2246πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας τῆς πιστώσεως, τῆς ἀφο-
2247ρώσης εἰς ἐξόφλησιν ὀφειλῆς τοῦ Κράτους πρὸς τὸν Σπάρ-
2248ταλην, βεβαίως ὤφειλον καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νὰ προβά-
2249λωσι τὰς αὐτὰς παρατηρήσεις.
2250Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὸ ἕτερον θέμα, εἰς τὸ θέμα τῆς
2251προμηθείας, διότι καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου πολλὰ ἐλέχ-
2252θησαν....
2253§48ΤΙΝΕΣ. Θὰ ὁμιλήσητε πολύ;
2254§49ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν διακόπτετε;
2255§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ἐξακολουθήσωμεν
2256αὔριον.
2257§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συζήτησις. (Οἱ Βουλευταὶ
2258ἐγείρονται, ὅπως ἀπέλθωσιν).
2259§52ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπειδὴ θὰ γίνῃ εὐρεῖα συζήτησις
2260ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
2261Ναυτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν....
2262§53ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν
2263Ἐξωτερικῶν, νὰ φέρῃ τὴν ἀπάντησιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνή-
2264σεως ἐπὶ τῶν διακοινώσεων τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, αἱ
2265ὁποῖαι εἶναι εἰς τὴν δικογραφίαν.
2266§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον εἰς τὰς 3 μ. μ.
2267Λύεται ἡ συνεδρίασις.
2268Ὥρα 8 μ. μ.