1888.12.23
2.318 στίχοι · 18.620 λέξεις · 67 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 45.
Τῆς 23 Δεκεμβρίου 1888
(Παρασκευὴ)
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ Ἀντιπροέδρου κ. Βαρβιτσιώτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατηγορεῖται, ὅτι ἐν τῇ ὑποθέσει τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ Ντάη παρέβη τὸν νόμον... (Θόρυβος). Κατηγορία εἶναι, ὅταν τις παραβαίνῃ τὸν νόμον καὶ ἐγκαλῆται διὰ τοῦτο. Κατηγορεῖται, ὅτι παρέβη τὸν νόμον περὶ ὁρίου ἡλικίας. Οἱ ἀγορεύσαντες δὲ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀπέδειξαν, ὅτι πράγματι δὲν ἐτήρησε τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου. Ἀπέδειξαν ἐπίσης, ὅτι ὁ ἀντιμοίραρχος Ντάης προὐβιβάσθη παρανόμως, προὐβιβάσθη δὲ κατ’ ἐκλογὴν, παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ προβιβασμοῦ κατ’ ἐκλογὴν, ἄνευ δὲ κανονικῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στρατοῦ. Δὲν ἔχω, Κύριοι, νὰ εἴπω ἢ ὀλίγας λέξεις ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ γράμμα αὐτοῦ τοῦ νόμου, ἵνα μὴ ὑπάρξῃ οὐδεμία ἀμφιβολία περὶ τῆς ῥητῆς παραβάσεως οὐχὶ μόνον τοῦ πνεύματος αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ γράμματος, ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅστις χθὲς ἔλεγεν, ὅτι καὶ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου ἐτήρησε. Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου τῆς 22 Ἰουλίου 1882 περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν, τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς καὶ ἐψήφισε διὰ τῆς πλειονοψηφίας, ἣν καὶ τότε εἶχε, διαιρεῖται εἰς δύο ἐδάφια, ἀφορῶντα τὸ μὲν πρῶτον εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ ἀξιωματικοῦ, ὅπως ἐντὸς δύο μηνῶν ζητήσῃ τὴν ἀποστράτευσίν του, τὸ δὲ δεύτερον ἐδάφιον εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅπως, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ ἀξιωματικὸς δὲν ἤθελεν ἐντὸς τῶν δύο μηνῶν ζητήσῃ τὴν ἀποστράτευσίν του, πράξῃ τοῦτο ὁ Ὑπουργός. Χθές, Κύριοι, ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι, ἐὰν ἐντὸς τῶν δύο τούτων μηνῶν, εἴτε δὲν ἐζήτησεν ὁ ἀξιωματικὸς νὰ τεθῇ εἰς ἀποστρατείαν, εἴτε ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἔπραξε τοῦτο αὐτεπαγγέλτως, ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐκδίδεται Β. Διάταγμα, ἐξακολουθεῖ νὰ διατελῇ ἐν ἐνεργείᾳ, καὶ ἑπομένως δύναται νὰ προβιβασθῇ, ἐὰν κέκτηται τὰ πρὸς τοῦτο προσόντα. Καὶ ἐγώ, Κύριοι εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην ταύτην, εἶμαι δηλαδὴ σύμφωνος, ὅτι, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐκδίδεται τὸ Β. Διάταγμα, ὁ ἀξιωματικὸς ἐξακολουθεῖ νὰ διατελῇ ἐν ἐνεργείᾳ. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, ἄν, τούτου γενομένου δεκτοῦ, δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐξετέλεσε τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον, ὅτι ἐξεπλήρωσε τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ὅτι ἑπομένως εἶναι ἐντὸς τοῦ νομίμου καὶ τοῦ πρέποντος. Διότι, ἐὰν δὲν ἐτέθη ὁ ἀξιωματικὸς εἰς ἀποστράτευσιν, δύναται μὲν νὰ ἐξακολουθῇ νὰ διατελῇ ἐν ἐνεργείᾳ, διότι ὁ Ὑπουργός, παραβαίνων τὸν νόμον, δὲν ἐξετέλεσε τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον, ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τῆς εὐθύνης τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου. Ὁ νόμος, Κύριοι, καὶ ἐν τῷ αʹ ἐδαφίῳ τοῦ 2ου ἄρθρου καὶ ἐν τῷ βʹ ἐδαφίῳ αὐτοῦ, ὑποχρεοῖ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν ῥητῶς, ὅπως, εἴτε ὁ ἀξιωματικὸς ζητήσῃ δι’ αἰτήσεώς του τὴν ἀποστράτευσιν αὐτοῦ, εἴτε δὲν τὴν ζητήσῃ, τάξῃ τὸν ἀξιωματικὸν εἰς τὴν ἀποστράτευσιν εὐθύς, ὡς οὗτος συμπληρώσῃ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας του. Ἰδού, Κύριοι, τί λέγουσι τὰ δύο ταῦτα ἐδάφια. Ἐδάφιον ά (ἀναγινώσκει): «Δύο μῆνας πρὸ τῆς συμπληρώσεως τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὀφείλει νὰ προκαλέσῃ τὸν ἀξιωματικόν, ὅπως ὑποβάλῃ τὴν περὶ θέσεως αὐτοῦ εἰς ἀποστρατείαν δι’ ἀρχαιότητα ὑπηρεσίας, αἴτησιν, ἕνεκα ὁρίου ἡλικίας, καὶ νὰ προκαλέσῃ κατὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ὁρίου τούτου Διάταγμα περὶ θέσεως τοῦ ἀξιωματικοῦ εἰς ἀποστρατείαν». Ὅταν, Κύριοι, ὁ νόμος λέγῃ, ὅτι ὀφείλει ὁ Ὑπουργὸς κατὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ὁρίου τούτου νὰ ἐκδώσῃ Διάταγμα, δι’ οὗ νὰ θέτῃ τὸν ἀξιωματικὸν εἰς ἀποστράτευσιν, δὲν γνωρίζω, τίς δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, μὴ προκαλέσας κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συμπληρώσεως τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἀποστρατεύσῃ τὸν ἀξιωματικὸν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς οὗτος ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκον αὐτοῦ, ἐξεπλήρωσε τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ὁ νόμος ἐπιβάλλει εἰς αὐτόν. Τὸ βʹ ἐδάφιον δὲ, τὸ ὁποῖον προβλέπει τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὁ ἀξιωματικὸς δὲν ζητήσῃ ὁ ἴδιος τὴν ἀποστράτευσίν του, λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ὁ ἀξιωματικὸς μὴ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν πρόσκλησιν ταύτην ἐντὸς τῶν δύο μηνῶν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὀφείλει νὰ προκαλέσῃ τὸ περὶ αὐτεπαγγέλτως θέσεως εἰς ἀποστρατείαν Διάταγμα, ἅμα ὁ ἀξιωματικὸς φθάσῃ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τοῦ βαθμοῦ του». Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔπρεπε νὰ προβιβάσῃ τὸν ἀντιμοίραρχον Ντάην, καὶ ἔπρεπε νὰ τὸν προβιβάσῃ κατ’ ἐκλογὴν, ἵνα κατορθωθῇ νὰ δοθῇ εἰς αὐτὸν σύνταξις ἀνωτέρα ἐκείνης, ἣν ἤθελε λάβει, ἂν ἀπεστρατεύετο μὲ τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον εἶχε κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συμπληρώσεως τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας του. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, νομίζων, ὅτι ἐκπληροῖ τὰς ἐκ τοῦ νόμου ἐπιβαλλομένας εἰς αὐτὸν ὑποχρεώσεις, προεβίβασεν αὐτὸν κατ’ ἐκλογὴν· διότι προεκάλεσε γνωμοδότησιν τοῦ ἁρμοδίου Ἀρχηγοῦ, συνιστῶσαν τὸν προβιβασμὸν αὐτοῦ. Καὶ ἐνθυμοῦμαι ἄλλοτε, ὅτι ἀπεδόθη μομφὴ εἰς τὸν νῦν ὡς καὶ τότε Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διατὶ ἐν ταῖς Διατάγμασι περὶ προβιβασμῶν ἀξιωματικῶν ἀνέγραφεν, ὅτι προβιβάζεταί τις κατ’ ἐκλογὴν, ἐνῷ ἐκέκτητο ὁ προβιβαζόμενος τὸ δικαίωμα νὰ προβιβασθῇ κατ’ ἀρχαιότητα, καὶ ἐμέμφετο αὐτοῦ καὶ ἔλεγε πρὸς αὐτὸν ὁ τότε ἐν τῇ Βουλῇ παρακαθήμενος ὑποστράτηγος κ. Ἀντώνιος Μαυρομιχάλης: διατὶ, ἀφοῦ ὁ προβιβαζόμενος εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προβιβασθῇ κατ’ ἀρχαιότητα, διατὶ γράφεις ἐν τῷ Διατάγματι, ὅτι προβιβάζεται κατ’ ἐκλογὴν; Καὶ ἀπήντα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἔλεγεν: ὤφειλον νὰ γράψω ἐν τῷ Διατάγματι, ὅτι προβιβάζεται κατ’ ἐκλογὴν, ἔστω καὶ ἂν εἶχε τὴν ἀρχαιότητα, διότι ὁ κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμὸς γίνεται μόνον ἕνεκα τῶν ἰδιαιτέρων προσόντων τοῦ προβιβαζομένου, ἕνεκα τῆς ἐκτάκτου αὐτοῦ ἱκανότητος, ἕνεκα τῶν ἐξόχων τοῦ προβιβαζομένου πλεονεκτημάτων· καὶ ἑπομένως πρέπει ν’ ἀναγράφηται ῥητῶς, ὅτι κατ’ ἐκλογὴν ἐγένετο ὁ προβιβασμὸς καὶ ἐν αὐτῷ τῷ Διατάγματι. Σήμερον δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ ἀντιμοιράρχου Ντάη καὶ διὰ τῆς δικαιολογίας, τὴν ὁποίαν ἔφερεν, ὅπως δικαιολογήσῃ αὐτὸν, τί ἀποδεικνύει; Ἀποδεικνύει, ὅτι ἐντελῶς ἄλλην ἔχει σήμερον ὡς πρὸς τὸν κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμὸν γνώμην, διότι, παρὰ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ ἀρχηγοῦ κ. Καραϊσκάκη, ἥτις, παραλείπω, ὅτι κατὰ τύπους εἶναι παράνομος καὶ οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν, ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν οὐδὲν ἄλλο ἀποδεικνύει ἢ ὅτι ὁ ἀντιμοίραρχος Ντάκης ἦτο ἄξιος νὰ προβιβασθῇ, ἄξιος ὅμως οὐχὶ διὰ τὰ ἔκτακτα αὐτοῦ προσόντα, οὐχὶ διὰ τὴν στρατιωτικὴν αὐτοῦ ἀρετὴν, οὐχὶ ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς παράδειγμα ἐν τῷ στρατῷ τῶν μεγάλων αὐτοῦ στρατιωτικῶν πλεονεκτημάτων, ἀλλ’ ἁπλῶς διότι εἶναι πτωχὸς, διότι ἔχει πολυμελῆ οἰκογένειαν καὶ διότι εἶχεν ἀνάγκην νὰ λάβῃ ἀνωτέραν σύνταξιν ἕνεκα τῆς πολυχρονίου αὐτοῦ ὑπηρεσίας. Τοιαύτη, Κύριοι, εἶναι ἡ ἔκθεσις τοῦ ἁρμοδίου ἀρχηγοῦ, ἔκθεσις, ἥτις ἐχρησίμευσεν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως προβιβάσῃ τὸν ἀντιμοίραρχον Ντάην. (Ἀναγινώσκει): «Ὑποβάλλοντες τὴν παρακειμένην, παρακαλοῦμεν νὰ προβιβασθῇ ὁ αἰτῶν, διότι ἔχει πολυχρόνιον ὑπηρεσίαν καὶ πολυμελῆ οἰκογένειαν». Αὕτη, Κύριοι, εἶναι ἡ δικαιολογία, δυνάμει τῆς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις ἄλλοτε εἶχε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι καὶ ἤδη ἐνδομύχως ἔχει, ὅτι, ἵνα προβιβασθῇ τις κατ’ ἐκλογὴν, πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ προσόντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ἀνέφερα, στρατιωτικὰ προσόντα ἔξοχα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς παράδειγμα εἰς τοὺς λοιποὺς στρατιωτικούς, ἵνα καὶ οὗτοι προσπαθῶσι διὰ τῆς ἁμίλλης νὰ φθάσωσιν εἰς τὴν ἔξοχον θέσιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προεβιβάσθησαν, σήμερον ἔρχεται διὰ τοῦ ῥηθέντος προβιβασμοῦ καὶ καταλύει πάσας τὰς ἀρχὰς ἐκείνας, καὶ ἀποδεικνύει, ὅτι ἀπὸ τοῦδε, ἵνα προβιβάζηταί τις κατ’ ἐκλογὴν, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἦναι ἔξοχος στρατιώτης, γνώστης τῶν στρατιωτικῶν νόμων, ἀξιοπρεπὴς, ἀλλὰ ἁπλῶς ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ πολυμελῆ οἰκογένειαν, ἢ 40 ἢ 50 ἔτη ἐν τῇ στρατιωτικῇ ὑπηρεσίᾳ! Ἐὰν νομίζητε, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶναι ὀρθὴ, ἐὰν νομίζητε, ὅτι οἱ δικαιολογητικοὶ λόγοι οὗτοι εἶναι ἀρκοῦντες, ὅπως δικαιολογήσωσιν προβιβασμὸν κατ’ ἐκλογὴν τοιοῦτον, ἐὰν νομίζητε, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ἐξετέλεσε πᾶν ὅ,τι ἐπιβάλλεται ὑπὸ τοῦ νόμου διὰ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Ντάη, τότε ἡμεῖς εἰς μάτην συζητοῦμεν. Ἀλλ’ ὅμως δὲν συζητοῦμεν ματαίως, διότι ἡμεῖς δὲν ἐλπίζομεν νὰ μεταπείσωμεν τὴν πλειονοψηφίαν, ἥτις ἔχει τυφλὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἔχομεν ὅμως καθῆκον, νὰ παραστήσωμεν εἰς τὸν λαὸν, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τηρῇ καὶ σέβηται τοὺς νόμους, καὶ ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ ἐτήρησεν αὐτούς. Καὶ δυστυχῶς καθ’ ἑκάστην ἀναγκαζόμεθα νὰ προσβάλλωμεν πράξεις τοῦ Ὑπουργείου, πράξεις αὐτοῦ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, νὰ διαμαρτυρώμεθα, ὅτι δὲν ἀποδίδεται ὁ δέων σεβασμὸς πρὸς τὴν νομοθεσίαν, δὲν ἀποδίδεται ὁ δέων σεβασμὸς πρὸς αὐτοὺς τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους αὐτὴ ἡ ἰδία Κυβέρνησις ψηφίζει, ὅτι, ἀντὶ νὰ δίδηται πᾶσα φροντὶς, ὅπως, καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ κενόν τι ἐν τῷ νόμῳ, συμπληρῶται διὰ τῆς καλῆς αὐτοῦ ἐφαρμογῆς, τοὐναντίον μεγίστη καταβάλλεται προσπάθεια πρὸς διαστροφὴν τῶν νόμων καὶ πρὸς παράβασιν αὐτῶν. Καὶ βεβαίως, Κύριοι, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγχωμεν τὰς τοιαύτας πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐλέγχωμεν αὐτὰς καὶ νὰ προσπαθῶμεν, ὅσον τὸ δυνατὸν, νὰ πείθωμεν, ἔστω καὶ ἕνα ἐξ ὑμῶν, ὅτι συνήθως ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀποδίδει τὸν δέοντα σεβασμὸν πρὸς τοὺς νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα. Καὶ ὅταν, Κύριοι, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου, ἐπρόκειτο δηλαδὴ περὶ τοῦ προσόντος τοῦ ἐκλεχθέντος Βουλευτοῦ κατὰ τὴν ἐπαναληφθεῖσαν ἐκλογὴν, τοῦ προσόντος τῆς ἡλικίας, ἀνεγινώσκομεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ὅπερ ἀπαιτεῖ, ἵνα ὁ Βουλευτὴς ἐκλεγόμενος ἔχῃ συμπεπληρωμένον τὸ τριακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας αὐτοῦ, καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἐνστάσεως, τοῦ ὅτι ὁ τότε ἐκλεχθεὶς Βουλευτὴς δὲν εἶχε συμπεπληρωμένον τὸ τριακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας, προσηγάγομεν ἐνώπιον ὑμῶν πιστοποιητικὸν ληξιαρχικῆς πράξεως, ὑπογεγραμμένον παρὰ τοῦ πατρὸς τοῦ ὑποψηφίου καὶ παρὰ μαρτύρων, εἷς τῶν ὁποίων εἶναι ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς καὶ θεῖος τοῦ Βουλευτοῦ ἐκείνου, καὶ διὰ τῆς ὁποίας ληξιαρχικῆς πράξεως ἀπεδεικνύετο, ὅτι ὁ ἐπιτυχὼν Βουλευτὴς διῆγε τὸ εἰκοστὸν ἔννατον ἔτος τῆς ἡλικίας του, ἤτοι ἀπῃτεῖτο ἓν ἔτος ἀκόμη ὅπως συμπληρώσῃ τὸ τριακοστὸν, καὶ ἐν τούτοις, Κύριοι, γενομένης ψηφοφορίας, πρῶτος ὁ Πρωθυπουργὸς διὰ τῆς ψήφου αὐτοῦ εἶπεν, ὅτι τὸ προσαχθὲν πιστοποιητικὸν, τὸ πιστοποιητικὸν δηλαδὴ τοῦ πατρὸς, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπεδεικνύετο καὶ ὁ χρόνος τῆς γεννήσεως καὶ ὁ χρόνος τῆς βαπτίσεως αὐτοῦ, εἰς οὐδὲν κατισχύει ἀπέναντι τῆς θελήσεως αὐτοῦ, τοῦ νὰ εἰσέλθῃ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος. Ἀλλ’ ἐν τούτοις, μολονότι διὰ τῆς ψήφου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ διὰ τῆς ψήφου τῶν συνυπουργῶν αὐτοῦ καὶ διὰ τῆς ψήφου τῆς πλειονοψηφίας εἰσῆλθεν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος, ἡμεῖς παρηγορήθημεν, καὶ παρηγορήθημεν σπουδαίως, ὅτε εἴδομεν τέσσαρας ἐκ τῶν συνδέλφων τῆς πλειοψηφίας, τέσσαρα ἔντιμα καὶ διαπρεπῆ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, τὸν κ. Κοντόσταυλον, τὸν κ. Μπογιατζόγλου, τὸν κ. Μίλησην καὶ τὸν κ. Μουτσόπουλον, ἐπιδεικτικῶς ἀναχωρήσαντας κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ψηφοφορίας, ἵνα καταδείξωσιν, ὅτι μέχρι τοῦ σημείου τούτου τῆς παρανομίας δὲν φθάνουσι. Καὶ ὅτε προχθὲς ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δι’ ἧς ἀπῄτει, ὅπως ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις προσαγάγῃ πληροφορίας καὶ διασαφήσεις διὰ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τῆς 12 Νοεμβρίου 1885, ἐλέγομεν καὶ πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, ὅτι ἡ πρότασίς του ἐκείνη ἀντέκειτο εἰς τὸν νόμον, αὐτὸν ἐκεῖνον τὸν νόμον, διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὁποίου ἐζήτει διασαφήσεις καὶ πληροφορίας, ἀφοῦ ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐχορήγησεν εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ δαπανήσῃ ἄνευ ἐλέγχου καὶ λογοδοσίας, ὅτι ἑπομένως δὲν ἠδύνατο διὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ τούτου τοῦ νόμου νὰ ζητῇ πληροφορίας καὶ ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν ἐπιτρέπει εἰς μίαν Κυβέρνησιν νὰ ζητῇ παρὰ τῶν προκατόχων αὐτῆς, παρ’ ἰδιωτῶν πλέον, διασαφήσεις καὶ πληροφορίας, ἀλλ’ ὅτι μόνον ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὴν τὸ καθῆκον, ἐὰν ἐφρόνει, ὅτι οἱ προκάτοχοι αὐτῆς παρεβίασαν τοὺς νόμους, νὰ ζητήσῃ τὴν ποινικὴν αὐτῶν καταδίωξιν, ἐζήτησε περὶ τούτου τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Βεβαίως ἡ πλειονοψηφία καὶ πάλιν ὑπερεψήφισε τὴν πρότασιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὑπερεψήφισε τὴν παράνομον αὐτοῦ πρότασιν· ἀλλ’ ἐν τούτοις εἰς ἡμᾶς ἀπέμεινε καὶ πάλιν ἡ παρηγορία, ὅτι δὲν ἐζητοῦμεν τὰ παράνομα, ὅτι δὲν ἐζητοῦμεν τὰ ἐναντία τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζητοῦμεν, ἦτο τὸ σύμφωνον μὲ τὸν νόμον καὶ ὅτι οἱ ψηφίσαντες καὶ προτείναντες καὶ προκαλέσαντες τὴν πρότασιν ἐκείνην ἦσαν ἐκτὸς τοῦ νόμου. Τοῦτ’ αὐτὸ λέγω, Κύριοι, καὶ ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως. Δὲν γνωρίζω ἐὰν καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου θὰ ζητηθῇ ἡ ψῆφος ὑμῶν, ἢ ὄχι· γνωρίζω ὅμως, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν τὸ καθῆκον νὰ ἐλέγξωμεν τὴν πρᾶξιν ταύτην, φρονοῦντες, ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ δὲν ἦτο σύμφωνος μὲ τὰς διατάξεις τῶν νόμων, καὶ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμὸν τοῦ ἀντιμοιράρχου Ντάη, καὶ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν τήρησιν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας. Ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ ἐλέγξωμεν τὴν τοιαύτην τῆς Κυβερνήσεως πορείαν, καὶ θὰ πράττωμεν τοῦτο πάντοτε, ὁσάκις νομίζωμεν ἐν πεποιθήσει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παραβαίνει τοὺς νόμους. Τὴν τήρησιν, Κύριοι, τῶν νόμων, πρὸ παντὸς πρέπει νὰ σέβωνται αἱ Κυβερνήσεις, καὶ μάλιστα οἱ ἡγήτορες αὐτῶν· διότι, ἐὰν ἐπὶ τῶν ἀφορώντων εἰς ζητήματα πολιτικὰ δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι εἰς τὰς μερίδας ἐπιτρέπεται καὶ παράβασίς τις, ὅταν ὅμως πρόκηται περὶ τῆς τηρήσεως τοῦ νόμου καὶ μάλιστα αὐτοῦ τοῦ θεμελιώδους νόμου, ἀλλοίμονον ὅταν αἱ Κυβερνήσεις καὶ οἱ ἡγήτορες πρὸ πάντων αὐτῶν δίδωσι τὸ παράδειγμα τῆς παραβιάσεως καὶ τῆς ἐλλείψεως σεβασμοῦ πρὸς αὐτούς!
§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἤθελον μετάσχει τῆς συζητήσεως ταύτης, ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο περὶ πράξεως, ἡ ὁποία ἐχαρακτηρίσθη ὑπὸ τοῦ προαγορεύσαντος συναδέλφου ὡς παράβασις τῶν νόμων, οἵτινες κανονίζουσι τὰ τῆς συντάξεως καὶ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ὁ στρατὸς, Κύριοι, εἶναι κεφάλαιον τῆς Πολιτείας, τὸ ὁποῖον πάντες κρίνομεν ὡς βαρύτιμον, καὶ κρίνομεν αὐτὸ ὡς βαρύτιμον οὐχὶ τόσον ἴσως διὰ τὰς σχέσεις αὐτοῦ πρὸς τὸ ἐνεστὸς, ὅσον διὰ τὰς ἐλπίδας, τὰς ὁποίας ἐπ’ αὐτοῦ στηρίζομεν διὰ τὸ μέλλον. Ἐν ὀνόματι τοῦ στρατοῦ κατ’ ἔτος δαπανῶμεν δεκάδας ἑκατομμυρίων, καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν βαρυθυμεῖ, ἀλλ’ εὐχαρίστως εἰσφέρει τοὺς ἱδρῶτας τῶν κόπων του, ἵνα παράσχῃ τὰ μέσα, ὅπως δαπανῶμεν τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα πρὸς σύνταξιν καὶ διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει αὐτὸ τοῦτο τὸ φρόνημα, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἔλεγον, ὅτι ἔχομεν πάντες, ἤτοι, ὅτι δὲν ἀποβλέπει μόνον εἰς τὰς σχέσεις τοῦ στρατοῦ πρὸς τὸ ἐνεστὸς, ὅσον ἀποβλέπει εἰς τὰς ἐλπίδας, τὰ ὁποίας ἐπ’ αὐτοῦ στηρίζει διὰ τὸ μέλλον. Λυποῦμαι δὲ, διότι ἐδόθη ἀφορμή, ἵνα ἀχθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρότασις τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἄργους συναδέλφου μας, καταδεικνύουσα παράβασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διαπραχθεῖσαν εἰς τὰ τῆς συντάξεως καὶ διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Λυποῦμαι, διότι εἶναι ἡ δευτέρα φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἀπασχολεῖται ἀπὸ ἐπερωτήσεις, συναφεῖς πρὸς τὴν σύνταξιν καὶ διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Κατὰ Μάρτιον τοῦ 1887 εἴχομεν συζήτησιν παραπλησίαν. Τότε ἐπρόκειτο περὶ λοχαγοῦ τοῦ πεζικοῦ, τοῦ ὁποίου τὸν προβιβασμὸν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ ἐθεώρησε μὴ γενόμενον νομίμως ὁ νῦν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός. Καὶ ἐκήρυξε τοῦτο διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐκήρυξε πλέον αὐτὸν οὐχὶ ὡς λοχαγὸν, ἀλλ’ ὡς ὑπολοχαγόν. Τότε συνεζητήθη, ἄν εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀναιρέσῃ διὰ Διατάγματος προβιβασμὸν εἰς βαθμὸν ἀνώτερον, γενόμενον ὡσαύτως διὰ Διατάγματος. Τώρα ζητεῖται τὸ ἀντίθετον. Ἀπενεμήθη βαθμὸς εἰς ἀξιωματικὸν, ὅστις ἀπὸ λοχαγοῦ ἐγένετο ταγματάρχης, καὶ συζητεῖται, ἂν ἡ ἀπονομὴ τοῦ βαθμοῦ τούτου ἐγένετο νομίμως, ἢ ὄχι. Ἀλλ’ ὅσα ὁ Πρωθυπουργὸς λέγει σήμερον, δικαιολογοῦσι τὸν προβιβασμὸν τοῦ Ντάη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου; Ταῦτα ἔλεγε κατὰ Μάρτιον τοῦ 1887, ὅτε ἐζήτει νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ βαθμοῦ τοῦ λοχαγοῦ, ὅστις εἶχεν ἀπονεμηθῆ εἰς τὸν λοχαγὸν Τερτίπην; Ἐν πρώτοις εἶχε προταθῆ τότε τὸ ζήτημα, ἂν ὁ Τερτίπης εἶχε τὰ προσόντα, διὰ νὰ προβιβασθῇ εἰς λοχαγόν. Ἰσχυρίσθησαν οἱ συνηγορήσαντες ὑπὲρ τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ Τερτίπη, ὅτι εἶχε διανύσει τέσσαρα ἔτη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπολοχαγοῦ, ἐνῷ, κατὰ τὸν περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν νόμον, ἤρκει μόνον δύο ἐτῶν ἐν τῷ βαθμῷ τοῦ ὑπολοχαγοῦ ὑπηρεσία, ἵνα προβιβασθῇ ὁ ὑπολοχαγὸς εἰς λοχαγόν. Ἀλλ’ ἀντεῖπεν ὁ Πρωθυπουργὸς τότε, ὅτι τὰ τέσσαρα ἔτη δὲν εἶχε διανύσει ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ εἶχε διανύσει τὸ πλεῖστον τοῦ χρόνου τούτου ἐν τῇ Βουλῇ, ἡ δὲ ἐν τῇ Βουλῇ ὑπηρεσία δὲν προσεμετρεῖτο εἰς προβιβασμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ. Κατὰ τῆς ἀντιῤῥήσεως ταύτης τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἀντέταξαν ἄλλοι ἄλλας σπουδαίας ἀντιῤῥήσεις. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν νομίμως, ἢ ὄχι, εἶχε προβιβασθῆ ὁ Τερτίπης εἰς λοχαγὸν, πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν ἄλλο τι, ἂν ἦτο νόμιμον νὰ ἀφαιρεθῇ ὁ βαθμὸς τοῦ λοχαγοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχε δοθῆ εἰς τὸν Τερτίπην, καὶ ἂν ἤθελεν ὑποτεθῆ, ὅτι ὁ προβιβασμὸς αὐτοῦ δὲν ἐγένετο νομίμως. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἔλεγε τότε, ὅτι δὲν ἀφαιρεῖ βαθμὸν παντάπασι, διότι δὲν ἐδόθη βαθμός. Εἶναι ἀληθὲς, ἔλεγεν ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐξεδόθη Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐπροβίβαζεν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ τὸν Τερτίπην, ἀλλὰ βαθμὸς τοῦ λοχαγοῦ δὲν εἶχε δοθῆ εἰς τὸν Τερτίπην, διότι δὲν εἶχεν ἀποκτήσει νομίμως τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ αὐτόν. Ἑπομένως ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἀφήρει τὸν βαθμὸν, ἀλλὰ διεκήρυσσεν ἁπλῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε νομίμως, ὅτι ὁ λοχαγὸς Τερτίπης δὲν ἦτο λοχαγὸς, ἀλλ’ ὑπολοχαγὸς, ἀφοῦ, καθ’ ὃν χρόνον ἀπενεμήθη εἰς αὐτὸν ὁ βαθμὸς τοῦ λοχαγοῦ, δὲν εἶχεν ἀποκτήσει τὸ προσὸν, διὰ νὰ προβιβασθῇ εἰς λοχαγόν. Σήμερον ὅμως, συζητουμένης τῆς ἐπερωτήσεως, τῆς ἀφορώσης εἰς τὸν Ντάην, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν εἶπε ταῦτα. Οἱ ἐπερωτήσαντες ἔλεγον, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ἐπροκάλεσε τὸν προβαβισμὸν τοῦ Ντάη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου, ὁ Ντάης δὲν ἦτο ἐν τῇ ἐνεργῷ ὑπηρεσίᾳ, ἦτο ἐν ἀποστρατεύσει, καὶ ἂν δὲν ἦτο πράγματι ἐν ἀποστρατείᾳ, τοῦτο ἐπῆλθε, διότι παρεβίασε τὸν νόμον, καὶ δὲν εἶχε τάξει αὐτὸν ἐν ἀποστρατείᾳ. Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν εἶχε δικαίωμα κατὰ νόμον νὰ ἦναι ἐν ἐνεργείᾳ, εἶχε δικαίωμα νὰ λάβῃ προβιβασμὸν, ὡς ἂν ἦτο ἐν ἐνεργείᾳ; Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐδικαιολόγει τότε τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ἐπὶ τοῦ λοχαγοῦ Τερτίπη, ἰσχυριζόμενος, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ δὲν εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ Συντάγματι αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι περὶ τοῦ βαθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν ἀναγράφονται ἐν τῷ ἡμετέρῳ Συντάγματι, καὶ διὰ τοῦτο τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀπεφαίνετο ἐν Γαλλίᾳ, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο νὰ ἀφαιρεθῇ ὁ βαθμὸς ἀπὸ ἀξιωματικὸν, ἔστω καὶ ἂν ἐδόθη εἰς αὐτὸν παρανόμως, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν τὰ περὶ τοῦ βαθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν κανονίζονται διὰ διατάξεως συνταγματικῆς, ἑπομένως πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ ὁ βαθμὸς, ὅστις δὲν ἀπενεμήθη κατὰ τὰς διατάξεις ταύτας τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος, τὸν ὁποῖον ὁ Πρωθυπουργὸς προέτεινε τότε, δὲν ἦτο ἀκριβὴς, διότι δὲν ἦτο ἀληθὲς, ὅτι τὸ Σύνταγμα τῆς Γαλλίας παρέλιπεν ὅλως νὰ διατάξῃ τι περὶ ἀξιωματικῶν. Τὸ Σύνταγμα τῆς Γαλλίας τοῦ 1830 ἐξ ἐναντίας ἐμνημόνευσε τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ἐζήτησε νὰ κανονισθῶσι τὰ τοῦ βαθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, διότι πρὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἴσχυεν ἡ νομοθεσία τοῦ 1811. Κατὰ δὲ τὸ 1811 ὁ Αὐτοκράτωρ Ναπολέων Αʹ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ καὶ νὰ παύῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς, ἕνεκα δὲ τούτου μέχρι τοῦ 1830 ἐγίνετο κατάχρησις τοῦ δικαιώματος τούτου, καὶ ἀφῃρεῖτο ὁ βαθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν μετὰ τῆς εὐκολίας, μεθ’ ἧς ἀφαιρεῖται ἡ δημοσία ὑπηρεσία, ἥτις ἀνατίθεται εἰς ἕνα πολίτην. Διὰ τοῦτο ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1830 περιελήφθη διάταξις, ὅτι πρέπει νὰ κανονισθῶσι διὰ νόμου τὰ τοῦ βαθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν· συνεπείᾳ δὲ τούτου ἐξεδόθη ὁ νόμος τοῦ 1834. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, τὰ τῶν ἀξιωματικῶν διετάχθησαν ὡς ἑξῆς. Πρῶτον εἰς τὰ τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ βαθμοῦ αὐτῶν, ὅπερ ἀποτελεῖ τὴν κατάστασίν των· δεύτερον εἰς τὰ τῆς θέσεως, καὶ τοῦτο κανονίζει τὰ τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν, ἤτοι ἂν ἦναι, εἴτε ἐν ἐνεργείᾳ, εἴτε ἐν διαθεσιμότητι, εἴτε ἐν ἀποστρατείᾳ· καὶ τρίτον εἰς τὰ τῶν καθηκόντων αὐτῶν, ἤτοι τὰ τῆς τοποθετήσεως αὐτῶν εἰς ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν ὑπηρεσίαν. Διὰ τοῦτο κατὰ τὸ 1849, ὅτε ἐπροβιβάσθη ὑπαξιωματικός τις εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, ὁ δὲ προϊστάμενος αὐτοῦ συνταγματάρχης δὲν ἔστερξε νὰ κοινοποιήσῃ εἰς αὐτὸν τὸν προβιβασμὸν, καὶ ἐπέστρεψεν αὐτὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐνῷ εἶχε δημοσιευθῆ ὁ προβιβασμὸς διὰ τῆς ἐφημερίδος τῆς ἐπισήμου, τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀπεφήνατο, ὅτι ὁ διορισμὸς εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ, ὁ γενόμενος κατὰ τύπον ὀρθῶς, διὰ Διατάγματος τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, δημοσιευθεὶς δὲ διὰ τῆς Ἐπισήμου Ἐφημερίδος, ἀπεκτήθη ὁριστικῶς ὑπὸ τοῦ στρατιωτικοῦ, εἰ καὶ κακῶς ἐπροβιβάσθη ὁ ὑπαξιωματικὸς, διότι ὑπεγράφη ὑπὸ τοῦ Αὐτοκράτορος καὶ ἐδημοσιεύθη διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Συνεπείᾳ δὲ τῆς γνώμης ταύτης τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ὁ αὐτοκράτωρ Ναπολέων Γʹ ἐξέδωκε Διάταγμα, δι’ οὗ ἀπεφήνατο, ὅτι ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος προβιβασθεὶς ὑπαξιωματικὸς δὲν δύναται νὰ στερηθῇ τοῦ βαθμοῦ του. Δὲν εἶπε λοιπὸν τὴν ἀλήθειαν ὁ Πρωθυπουργὸς, εἰπὼν τότε, ὅτι ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Τερτίπη ἔπραξεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰθισμένον ἐν Γαλλίᾳ νὰ πράττηται, διότι ἐν Γαλλίᾳ οὐδέποτε ἀφαιροῦσι βαθμὸν ἀπὸ ἀξιωματικὸν, καίπερ παρανόμως δοθέντα. Καὶ ταῦτα μὲν ἔλεγε, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ βαθμοῦ τοῦ Τερτίπη, ἀλλὰ διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὸν προβιβασμὸν τοῦ Ντάη, ἔλεγεν ἄλλα. Ναὶ, ἔλεγεν ὁ Πρωθυπουργὸς, ἔπρεπεν ὁ Ντάης κατὰ τὴν 7 Νοεμβρίου νὰ τεθῇ εἰς ἀποστρατείαν, ἀλλ’ αὐτὸ ἀνάγεται εἰς τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅστις δὲν ἀπέστειλεν αὐτὸν εἰς ἀποστρατείαν. Ἂν ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν ἀπέστειλεν αὐτὸν τὴν 7 Νοεμβρίου, ἀλλὰ μετὰ πολλὰς ἡμέρας, αὐτὸ ἀνάγεται εἰς τὴν εὐθύνην αὐτοῦ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἥτις θὰ κρίνῃ, διατὶ ἔμενεν ἐν ἐνεργείᾳ μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, καὶ ὅτι οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ τὸν στερήσῃ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα παρεῖχεν αὐτῷ ἡ διαμονή του ἐν τῇ καταστάσει τῆς ἐνεργείας. Διαφωνῶ μάλιστα κατὰ τοῦτο πρὸς δύο Βουλευτὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἵτινες ἠγόρευσαν χθὲς καὶ σήμερον, καὶ οἵτινες ἰσχυρίσθησαν, ὅτι, ἐν ὅσῳ δὲν ἐξεδίδετο Διάταγμα, δι’ οὗ ν’ ἀποσταλῇ ὁ μοίραρχος Ντάης εἰς ἀποστρατείαν, οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ ἀμφισβητήσῃ εἰς αὐτὸν τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα παρεῖχεν αὐτῷ ἡ ἐν ἐνεργείᾳ κατάστασις. Ὁ μοίραρχος Ντάης βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν αὐτοδικαίως νὰ τεθῇ εἰς ἀποστρατείαν, διότι ἀπητεῖτο Διάταγμα, διὰ νὰ τεθῇ εἰς αὐτήν. Ἀλλὰ τοῦτο οὐδεὶς τῶν ἀγορευσάντων ἰσχυρίσθη, ἄνευ δ’ ἀνάγκης περιέπλεξε χθὲς ὁ Πρωθυπουργὸς τὰ τοῦ αὐτοδικαίως καὶ αὐτεπαγγέλτως, διότι οὐδεὶς ἰσχυρίσθη, ὅτι αὐτοδικαίως δύνανται νὰ μεταβαίνωσιν οἱ ἀξιωματικοὶ ἀπὸ τῆς μιᾶς καταστάσεως εἰς τὴν ἄλλην. Ἀλλ’ ὁ Ντάης ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς 7 Νοεμβρίου δὲν ἠδύνατο νὰ καρπῶται τῶν ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα παρέχει αὐτῷ ἡ κατάστασις τῆς ἐνεργείας. Ἐν τούτοις ὁ Ντάης, καίπερ συμπληρώσας τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, ἐθεωρήθη ὡς ἐν ἐνεργείᾳ, καὶ ἐθεωρήθη ἄξιος προβιβασμοῦ. Οἱ λόγοι, οὓς προέβαλεν ὁ Πρωθυπουργὸς, δὲν ἐφάνησαν στηριζόμενοι ἐπὶ τοῦ νόμου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐζήτησε νὰ ἐκτείνῃ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου τούτου πέραν τῆς ὑπὸ τοῦ γράμματος ἐγκρινομένης, καὶ νὰ ποιήσηται ὑπαινιγμὸν πρὸς ἑρμηνείαν κατὰ πνεῦμα· ἀλλ’ ἡ κατὰ πνεῦμα ἑρμηνεία τῶν νόμων ἐπιτρέπεται, ὅταν ἡ κατὰ γράμμα ἑρμηνεία αὐτῶν δὲν παρέχῃ ἀκριβῆ ἔννοιαν. Ἀλλὰ τὸ γράμμα τοῦ νόμου εἶναι σαφέστατον. Ὁ νόμος διατάσσει, ὅτι πρῶτον γίνεται ἀπόπειρα πρὸς τὸν ἀξιωματικὸν, ὅπως αὐτὸς προκαλέσῃ τὴν ἀποστράτευσίν του, ὅταν ἐγγίζῃ ἡ συμπλήρωσις τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας αὐτοῦ. Διατί διετάχθη τοῦτο; Εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον παρέχεται εἰς τὸν ἀξιωματικόν; Οὐχί. Ὁ νόμος ἐσκόπει νὰ παράσχῃ εἰς τὸν ἀξιωματικὸν προνόμιόν τι, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησεν, ἵνα πρῶτος ὁ ἀξιωματικὸς καταγγείλῃ ἑαυτὸν ὡς ἀφιστάμενος πλέον τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας ἕνεκεν τῆς ἡλικίας του; Οὐχί. Ἀλλὰ ὁ νόμος ἐσκόπει νὰ τηρήσῃ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἀξιωματικοῦ, εἶναι δ’ ἀξιοπρεπὲς εἰς τὸν στρατιωτικὸν, νὰ λέγῃ τὴν ἀλήθειαν, καὶ ὅταν ἡ ἀλήθεια ζημιοῖ τὰ συμφέροντα αὐτοῦ. Προσήκει εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ καταγγείλωσιν αὐτοὶ ἑαυτοὺς, ὅταν ὑπάρχῃ νόμος τῆς πατρίδος των, ὅστις παραγγέλει νὰ ἐξέρχωνται τῆς καταστάσεως τῆς ἐνεργείας, διότι συνεπλήρωσαν τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας. Διὰ τοῦτο ὁ νόμος διέταξε νὰ καλῶσι τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐν τῷ μέσῳ, ἵνα διατηρήσωσι τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτῶν. Ὁ ἀξιωματικὸς Ντάης, ὅστις προεκλήθη εἰς τοῦτο, τί ἔπραξε; Δὲν ἐζήτησε νὰ τεθῇ εἰς ἀποστράτευσιν, ἀλλὰ νὰ κάμῃ σύμβασιν μὲ τὴν Κυβέρνησιν. Εἶπε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν: «θὰ ἐξέλθω κατ’ αὐτὰς τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ δὲν ὑποβάλλω αἴτησιν ἀποστρατεύσεως, εἰμὴ ἂν μὲ προβιβάσητε, καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ προβιβάσητε». Ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔλαβε τὴν αἴτησιν ταύτην τοῦ μοιράρχου Ντάη, τί ἔμελλε νὰ συναγάγῃ; Ὅτι ἄρχεται τὸ στάδιον τῆς ἐνεργείας αὐτοῦ, τῆς ἐπιβλητικῆς μεταθέσεως τοῦ μοιράρχου Ντάη εἰς ἀποστρατείαν. Δὲν ἔπραξεν οὕτω, καὶ ἀντὶ νὰ ἀσχοληθῇ νὰ ἀποστείλῃ αὐτὸν εἰς ἀποστρατείαν, ἠσχολήθη νὰ πείσῃ τὸν Μοίραρχον, ὅτι δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ προβιβασθῇ. Ὁ προβιβασμὸς τοῦ Ντάη ἑπομένως δὲν ἐγένετο κατὰ τοὺς συνήθεις κανόνας τοῦ προβιβάζεσθαι τοὺς ἀξιωματικούς, ἐγένετο κατὰ σύμβασιν. «Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ θέσητε εἰς ἀποστρατείαν, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὲ προβιβάσητε». Αὐτὸ ἀναφέρει ἡ ἀναφορὰ αὐτοῦ, τοῦτο δ’ ἐσύστησεν ὁ Ἀρχηγὸς δι’ ἐπισημειώσεως, δι’ ἧς διεβίβασε τὴν ἀναφορὰν τοῦ Ντάη, ἥτις ἐπισημείωσις ἐχρησίμευσε σήμερον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς δικαιολογητικὸν ἔγγραφον τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ Ντάη. Ἀλλ’ ὁ νόμος τοιαῦτα δικαιολογήματα ἐζήτησε διὰ νὰ ἐπιτρέψῃ τὸν προβιβασμὸν κατ’ ἐκλογήν; Τὸ ἄρθρον 21 τοῦ Διατάγματος τῆς 16 Ὀκτωβρίου 1861 δὲν ποιεῖται μνείαν ἐπισημειώσεων τῶν προϊσταμένων στρατιωτικῶν, δι’ ὧν διαβιβάζουσι τὰς αἰτήσεις τῶν ὑφισταμένων περὶ προβιβασμῶν κλπ. Τὸ Διάταγμα περὶ προβιβασμῶν τῶν ἀξιωματικῶν προσδιορίζει ῥητῶς, ποῖά τινα πρέπει νὰ βεβαιῶνται προσόντα τοῦ ἀξιοῦντος τὸν προβιβασμὸν, καὶ κατὰ τίνα τρόπον νὰ βεβαιῶνται, ὅπως προβιβασθῇ κατ’ ἐκλογήν. (Ἀναγινώσκει): «Οὐδεὶς ἀξιωματικὸς προβιβάζεται κατ’ ἐκλογὴν, ἄν δὲν διατελῇ ἐν ἐνεργείᾳ». Διετέλει ἐν ἐνεργείᾳ κατὰ τύπους, ἀλλὰ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐγνώριζεν, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ὑπέγραφε τὸ Διάταγμα, ὁ Ντάης εἶχε συμπληρώσει τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, ὅτι ἦτο ὑπερήμερος, διὰ τοῦτο πράγματι ἦτο ἐν ἀποστρατείᾳ. Δεύτερον, «ἐὰν διὰ τῶν γνώσεων, τῶν προσπαθειῶν καὶ τῆς δραστηριότητός του δὲν διέπρεψεν ἀποδεδειγμένως ἐν ᾧ ὑπηρετεῖ σώματι». Τρίτον, «ἢ ἄν κατά τινα περίστασιν δὲν διέπρεψεν ὡσαύτως ἐπὶ στρατιωτικῇ ἀρετῇ, καὶ κατὰ συνέπειαν τούτου, ἄν κατὰ τὴν τελευταίαν γενικὴν ἐπιθεώρησιν δὲν ἀνεγράφη εἰς τὸν πίνακα τῶν ὑποψηφίων πρὸς προβιβασμὸν κατ’ ἐκλογὴν, ἐπὶ τῇ ἀναφορᾷ τοῦ Διοικητοῦ τοῦ σώματος, καὶ μετὰ προηγουμένην τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ ἐξέλεγξιν τῶν προσόντων». Ἔχομεν ἀναφορὰν τοῦ Διοικητοῦ τοῦ σώματος; Ἔχομεν ἔκθεσιν τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ περὶ τῆς τελευταίας ἐπιθεωρήσεως τοῦ στρατοῦ, πόρισμα τῆς ὁποίας ὑπῆρξεν ἡ πεποίθησις αὐτοῦ, ὅτι πρέπει ὁ ἀξιωματικὸς νὰ προβιβασθῇ κατ’ ἐκλογήν; Ἔχομεν μόνον ἀναφορὰν τοῦ Ντάη, δι’ ἧς αἰτεῖ προβιβασμὸν, διότι ὑπηρέτησε πολλὰ ἔτη καὶ εἶναι οἰκογενειάρχης. Ἔχομεν προσέτι καὶ ἐπισημείωσιν τοῦ ἀρχηγοῦ, διαβιβάζοντος τὴν αὐτὴν ἀναφορὰν, καὶ προκαλοῦντος, «ἵνα εὐαρεστηθῇ ὁ Ὑπουργὸς, ἀπέναντι τῆς πολυετοῦς ὑπηρεσίας τοῦ ἀναφερομένου, νὰ προβιβάσῃ αὐτὸν εἰς ταγματάρχην, ἵνα διὰ τοῦ βαθμοῦ τούτου ἐπαρκέσῃ ἐν τῷ βίῳ εἰς τὰς οἰκογενειακὰς ἀνάγκας.» Ὁ Πρωθυπουργὸς, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ ἑαυτὸν, διότι δὲν μετέθεσεν εἰς ἀποστράτευσιν τὴν 7 Νοεμβρίου τὸν Ντάην, ἠναγκάσθη νὰ καταφύγῃ εἰς ἑρμηνείαν τοῦ νόμου περὶ ὁρίου τῆς ἡλικίας, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς εἶπε, πολλῷ δὲ ἧσσον τὸ γράμμα τοῦ νόμου δὲν ἐπιτρέπει. Ὁ νόμος περὶ ὁρίου τῆς ἡλικίας, ἀφοῦ παραγγέλλει νὰ γίνηται τὸ πρῶτον ἡ ἀπόπειρα, ἵνα αὐτὸς οὗτος ὁ ἀξιωματικὸς ζητήσῃ τὴν ἀποστράτευσίν του, ἐπιβάλλει ἔπειτα εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ἄν ἡ ἀπόπειρα αὕτη δὲν ἀγάγῃ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς, νὰ προκαλέσῃ αὐτὸς τὸ Διάταγμα, ἅμα τῇ συμπληρώσει τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας. Ὁ δὲ Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ὑπάρχουσι δύο στάδια, ἓν στάδιον ἐντὸς τοῦ ὁρίου, καὶ ἓν στάδιον ἐκτὸς τοῦ ὁρίου· τὸ στάδιον τὸ ἐντὸς τοῦ ὁρίου, εἶναι, ὅπως ὁ ἀξιωματικὸς ζητήσῃ τὴν ἀποστράτευσίν του, τὸ στάδιον, τὸ ἐκτὸς τοῦ ὁρίου, ἀνήκει εἰς τὸν Ὑπουργόν. Ἀλλὰ τότε μέχρι τίνος ἡμέρας λήγει ἡ προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας πρέπει νὰ ἐνεργήσῃ ὁ Ὑπουργός; Τὴν 7 Νοεμβρίου; Τὴν 9 αὐτοῦ; Τὴν 30 Νοεμβρίου; Ποῖον εἶναι τὸ τέρμα τέλος πάντων, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὀφείλει νὰ ἐνεργήσῃ; Πῶς δ’ ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἑρμηνεύοντα τὸν νόμον, ν’ ἀποδίδῃ εἰς φράσιν, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ἐπιτακτικὴ, διὰ τοῦ ἅμα, νὰ ἀποδίδῃ ἔννοιαν χρονικῆς διαρκείας ἐπ’ ἄπειρον, τῆς ὁποίας τὸ τέρμα δὲν κανονίζει ὁ νόμος, ἀλλὰ μόνον ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ ἀπέναντι τῆς πλειοψηφίας; Λεπτομέρειάν τινα ἀφηγήθη ὁ ἀξιότιμος φίλος μου, ὁ ἐξ Ἄργους Βουλευτὴς, ὁ τὴν ἐπερώτησιν προβαλὼν, ὅτι ὑπάρχει διαταγὴ, δι’ ἧς προσδιορίζεται ὁ χρόνος, μέχρι τοῦ ὁποίου ὁ μοίραρχος Ντάης, γενόμενος ταγματάρχης, ἔπρεπε νὰ μισθοδοτηθῇ ὡς ἐν ἐνεργείᾳ, καὶ ὅτι προσδιορίζεται ἡμέρα τις τοῦ Δεκεμβρίου, ἤτοι 25 ἡμέρας μετὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐτέθη εἰς ἀποστρατείαν. Ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀπαντήσας εἰς τὸν φίλον μου, οὐδόλως ἐμνημόνευσέ τι περὶ τῆς παρανομίας ταύτης. Βεβαίως τοῦτο εἶναι παράβασις μικρὰ, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄξιον τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς, εἶναι, ὅτι ὁ Μοίραρχος δὲν ἐτέθη εἰς ἀποστρατείαν καθ’ ὃν χρόνον ἔδει νὰ τεθῇ κατὰ τὸν νόμον, διότι, ἐνῷ ἔπρεπε ν’ ἀποστρατευθῇ τῇ 9 Νοεμβρίου, ἀπεστρατεύθη κατὰ τὴν 16 Νοεμβρίου, τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἰσχυριζομένου, ὅτι εἶχε δικαίωμα νὰ μὴ θέσῃ αὐτὸν εἰς ἀποστρατείαν ἀμέσως. Καὶ προσέτι ἕτερον, ὅτι ὁ Ντάης ἐπροβιβάσθη κατ’ ἐκλογὴν, ἐνῷ δὲν εἶχε τὰ προσόντα νὰ προβιβασθῇ κατ’ ἐκλογήν. Ἀφίνω δὲ ἄλλας ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος φίλος μου Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων ἐξήλεγξεν ἐντεῦθεν, καταδείξας τὰς διατάξεις τῶν νόμων, καθ’ ἃς, ὅταν τις προβιβάζηται κατ’ ἐκλογὴν, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐν ἀναλογίᾳ νομίμῳ καὶ ἀριθμὸς προβιβαζομένων κατ’ ἀρχαιότητα. Τὰ κατατεθέντα ἔγγραφα ἠδύναντο νὰ ἐρευνηθῶσιν, ὄχι τόσον ἴσως διὰ τὸ περιεχόμενον αὐτῶν, ἀλλὰ διὰ τὴν προαίρεσιν, μεθ’ ἧς τὰ ἔγγραφα ταῦτα συνελέχθησαν καὶ κατετέθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Βʹ Ἀρχηγείου, ὁ ὑποστράτηγος Καραϊσκάκης, ὑπέβαλε τὴν ἀναφορὰν τοῦ μοιράρχου Ντάη, δι’ ἧς οὗτος ἐζήτει, κατὰ τὴν ἐπίσημον περίληψιν τῆς ἀναφορᾶς, τὴν ἀποστράτευσίν του, μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου, ὑπέβαλε, λέγω, αὐτὴν κατὰ τὴν 3 Ὀκτωβρίου, καὶ διὰ τῆς ἐπισημειώσεως, δι’ ἧς ὑπέβαλεν αὐτὴν ὁ φιλάνθρωπος Ὑποστράτηγος, ἀνέφερεν, ὅτι ὁ Ντάης ἔχει οἰκογένειαν, ὅτι ὑπηρετεῖ πολλὰ ἔτη, καὶ ὅτι ἐπειδὴ θέλει ν’ ἀποστρατευθῇ, καλὸν εἶναι νὰ προβιβασθῇ. Ἀλλὰ τὴν γνώμην ταύτην τοῦ Ὑποστρατήγου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἀπεδέχθη τότε, ὡς φαίνεται, διότι ἐξ ἐπισημειώσεως τοῦ Ἀρχηγοῦ ἐπὶ νεωτέρας ἀναφορᾶς τοῦ Ντάη, φερούσης ἡμερομηνίαν 17 Ὀκτωβρίου, φαίνεται, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εἶχεν ἀπαντήσει εἰς τὸν Ἀρχηγὸν, ὅτι ὁ Ντάης δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προβιβασθῇ κατὰ νόμον. Ὁ Ἀρχηγὸς, ὑποβάλλων τὴν μεταγενεστέραν ἀναφορὰν τοῦ Ντάη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀναφέρεται εἰς ταύτην τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, δι’ ἧς οὗτος εἶχεν ἀποῤῥίψει τὴν περὶ προβιβασμοῦ αἴτησιν τοῦ Ντάη. Ἡ συλλογὴ ὅμως τῶν ἐγγράφων δὲν ὑπῆρξεν ἀκριβὴς, διότι κατετέθη μὲν εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἀπὸ 17 Ὀκτωβρίου ἀναφορὰ τοῦ Ντάη, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὑπάρχει ἡ ἐπισημείωσις τοῦ Ἀρχηγοῦ, δι’ ἧς οὗτος ἔλεγεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ὑποβάλλει αὐτὴν διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῇ ἀπὸ τὸν ἀξιωματικὸν, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνεκοίνωσεν, ὅτι ἡ αἴτησις αὐτοῦ περὶ προβιβασμοῦ δὲν εἶναι νόμιμος, δὲν κατετέθη ὅμως ἡ ἐν τῇ ἐπισημειώσει ταύτῃ ἀναφερομένη διαταγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ, δι’ ἧς εἶχεν ἀποῤῥιφθῆ ἡ αἴτησις τοῦ Ντάη· ἡ διαταγὴ αὕτη δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ κατατεθέντι φακέλλῳ, ὁ δὲ Πρωθυπουργὸς δικαιολογεῖται, διότι τὸν ἐπροβίβασε κατ’ ἐκλογὴν δυνάμει τῆς ἐπισημειώσεως τῆς προγενεστέρας τῆς 3 Ὀκτωβρίου, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὁ Πρωθυπουργὸς εἶχεν ἀποφανθῇ, ὅτι ὁ Ντάης δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ προβιβασθῇ, στηριζόμενος ἐπὶ τῆς πλειονοψηφίας. Ἀναγνωρίζω τὴν ἀλληλεγγύην, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ τῶν πλειονοψηφιῶν καὶ τῶν Ὑπουργείων. Ὅταν αἱ πλειονοψηφίαι ὑποστηρίζωσι τὰ Ὑπουργεῖα, ἐκδηλοῦσιν, ὅτι ἐγκρίνουσι καὶ ἀποδέχονται τὰς περὶ κυβερνήσεως τῆς χώρας γενικὰς αὐτῶν ἰδέας. Ἐπιψηφίζουσιν αἱ πλειονοψηφίαι τὰ νομοσχέδια τοῦ Ὑπουργείου, δι’ ὧν ἐκδηλοῦται καὶ ἐφαρμόζεται ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ αὐτοῦ. Ἐπιψηφίζουσιν αἱ πλειονοψηφίαι τὰ νομοσχέδια τοῦ Ὑπουργείου, ἢ τὰ ἄλλα κυβερνητικὰ μέτρα, δι’ ὧν ἐκδηλοῦνται καὶ ἐφαρμόζονται αἱ γενικαὶ περὶ τῆς κυβερνήσεως τῆς χώρας γνῶμαι τῶν Ὑπουργείων. Ἀλλ’ αἱ πλειονοψηφίαι δὲν παρέχουσιν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς ἐν πάσῃ καὶ ἐπὶ πάντων καθολικὴν καὶ γενικὴν ἐπιδοκιμασίαν. Ἂν τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ἀκριβές, ἐὰν αἱ πλειονοψηφίαι ἐνόμιζον ἑαυτὰς ὑποχρεωμένας νὰ ἀνακηρύττωσιν ὀρθὰς καὶ πρεπούσας τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν, διότι ὑποστηρίζουσιν αὐτοὺς ἐν τῇ Κυβερνήσει, σᾶς διαβεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον οὐδεμία κύρωσις εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων. Ἡ μόνη κύρωσις, ἥτις ὑπάρχει διὰ τὴν ἀκριβῆ τῶν νόμων ἐκτέλεσιν εἶναι ὁ φόβος, μήπως ἀναμολογήσωσιν, ὅτι ὑπάρχει παράβασις τῶν νόμων. Ἀλλ’ ὅταν οἱ Ὑπουργοὶ γνωρίζωσιν, ὅτι αἱ πλειονοψηφίαι πάντοτε θέλουσιν ἀποφανθῆ, ὅτι ὀρθῶς ἔπραξαν, τότε οἱ νόμοι εἶναι ἱστοὶ ἀράχνης, δὲν ἔχουσιν οὐδεμίαν δύναμιν. Εἶναι μάταιον νὰ κατατρίβωμεν τὸν χρόνον, συζητοῦντες καὶ ψηφίζοντες νόμους, τοὺς ὁποίους οἱ Ὑπουργοὶ δύνανται νὰ παραβαίνωσιν ἀφόβως, τὸ δὲ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἶναι τὸ ἀχρειέστερον τῶν πολιτευμάτων, τὰ ὁποῖα ἐφεῦρεν ἡ ἀνθρωπίνη διάνοια. Ἀλλὰ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δὲν εἶναι ἀχρεῖον πολίτευμα, τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἶναι τὸ εὐγενέστερον τῶν πολιτευμάτων. Εἶναι ἴσως δύσκολος ἡ λειτουργία αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν νομίζω νὰ ὑπάρχῃ πολίτευμα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον νὰ παρέχωνται μείζονες ἐγγυήσεις ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους καὶ ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν. Μοὶ συνέβη ν’ ἀναγινώσκω χθὲς χαρακτηρισμὸν, τὸν ὁποῖον ἔδιδε περιφανὴς πολιτικὸς ἐν Γαλλίᾳ, πολλάκις εἰσαγαγὼν τὰς γνώμας καὶ τὰς ἰδέας αὐτοῦ ἐν τῇ κυβερνήσει τῆς χώρας, εὐνοηθεὶς τὰ μάλιστα ὑπὸ ἑνὸς τῶν ἡγεμόνων τῆς Γαλλίας. Ἰδοὺ ποῖον ἔδιδε χαρακτηρισμὸν ἐκεῖνος εἰς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα, ἀναλυόμενον, ἀποδείκνυται σύστημα ἀμοιβαίων ὑποχωρήσεων καὶ θυσιῶν μεταξὺ τῶν ἐν τῇ κοινωνίᾳ συνυπαρχόντων ποικίλων συμφερόντων. Ἐν ᾧ προκαλεῖ ταῦτα εἰς ἀντίθεσιν καὶ εἰς πάλην, ἐπιβάλλει συγχρόνως εἰς αὐτὰ τὴν ἀδυσώπητον ἀνάγκην νὰ περισταλῶσιν εἴς τινα μέσον ὅρον, καὶ νὰ καταλήξωσιν εἴς τι μέτρον συνεννοήσεως καὶ ἀμοιβαίας ἀνοχῆς, ἥτις θὰ γενῇ δυνατὸν νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις τῶν νόμων καὶ τῆς κυβερνήσεως. Ἀλλὰ συγχρόνως διὰ τῆς δημοσιότητος καὶ τῆς ζωηρότητος τῆς πάλης ὠθεῖ τὰ κόμματα εἰς μεγάλην ὑπερβολὴν θορύβου καὶ γλώσσης, καὶ κινοῦν τοὺς μὲν κατὰ τῶν δὲ, ἐκθέτει βιαίως τὴν φιλοτιμίαν καὶ τὴν προσωπικὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν ἀνθρώπων. Οὕτω δὲ δι’ ἀντιθέσεως, πλήρους δυσχερειῶν, καθιστᾷ ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν μᾶλλον δύσκολον τὴν συμφωνίαν ἢ τὴν ἀνοχὴν, τὰς ὁποίας κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν καθιστᾷ ἀναποφεύκτους. Τὴν μεγάλην ταύτην δυσκολίαν τοῦ κυβερνητικοῦ τούτου συστήματος δύναταί τις νὰ ὑπερβῇ μόνον par une longue dose de tact et de mesure τῶν πολιτικῶν, καὶ un grand empire de bons sens public, τὸ ὁποῖον ἐπαναγάγει ὁριστικῶς τὰ κόμματα καὶ τοὺς ἡγέτας αὐτῶν εἰς τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος συνεννοήσεις, καὶ εἰς τὴν ἤρεμον ἀποδοχὴν τῶν ἀποτυχιῶν των, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἡ παραφορὰ τείνει νὰ τοὺς ἀπομακρύνῃ.» Ἀλλὰ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, τὸ παρ’ παρ’ ἡμῖν, δὲν εἶναι πλέον σύστημα ἀμοιβαίων παραχωρήσεων καὶ θυσιῶν, εἶναι κυβερνητικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐκδηλοῖ μίαν καὶ μόνην θέλησιν, ἡ ὁποία μένει ἀμεταβλήτως μία καὶ μόνη θέλησις. Ἐὰν τέλος πάντων ἦτο θέλησις, ἐὰν ἐξεδήλου εὔλογον βούλησιν, ἤθελεν εἶσθαι ἀνεκτόν. Ἀλλ’ ἡ μία θέλησις δὲν εἶναι πλέον παρ’ ἡμῖν θέλησις, εἶναι πεῖσμα, καὶ πρὸ τοῦ πείσματος τούτου ἐκδηλοῦται καὶ ὑπάρχει ἀξίωσις νὰ ὑποχωρῶσι καὶ ὑποτάσσωνται καὶ αἱ πλειοψηφίαι καὶ αἱ μειοψηφίαι. Δὲν ἀναμιμνήσκεσθε τί συμβαίνει παρ’ ἡμῖν κατ’ αὐτὰς, τὰς τελευταίας ἡμέρας; — διότι ἀπὸ τοῦ ὄνυχος τὸν λέοντα, ἀπὸ τῶν μικρῶν δύνασθε νὰ εἰκάσητε τὰ μεγάλα. — Κατὰ τὴν δωδεκάτην ὥραν, τὸ μεσονύκτιον ζητεῖται διακοπή· ὄχι, δὲν στέργει αὐτὴν ἡ πλειοψηφία. Γίνεται περὶ ταύτης ψηφοφορία, ἀποῤῥίπτεται δ’ ἡ πρότασις περὶ διακοπῆς. Ἀλλὰ τότε ἡ πλειοψηφία ἐξέρχεται τῆς αἰθούσης. Ἐὰν ἐσκοπεύετε νὰ φύγητε, διατὶ ἀρνεῖσθε νὰ δεχθῆτε τὴν διακοπήν; Διατὶ προκαλεῖτε τὴν Βουλὴν εἰς ψηφοφορίαν; Ἐπράξατε τοῦτο, ἵνα ἀποδείξητε, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ θέλητε σεῖς ὅσα ζητεῖ ἡ μειοψηφία; Ἔστω. Καὶ ἄν ζητῶμεν ν’ ἀναπαυθῶμεν, καὶ ἄν ζητῶμεν νὰ φάγωμεν; Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναπαυθῶμεν, οὐδὲ νὰ φάγωμεν, ἄν δὲν ὑποταχθῶμεν εἰς τὴν θέλησιν ὑμῶν! Πρέπει νὰ ὑποταχθῶμεν, διὰ νὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ τρώγωμεν καὶ νὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ κοιμώμεθα! Εἶπον ἀρχόμενος, ὅτι ἐξ ὄνυχος τὸν λέοντα· ἀλλ’ ἀνέφερα τὰ μικρὰ ταῦτα, διότι τὰ μικρὰ ταῦτα ὑποπίπτουσιν εἰς τὰς αἰσθήσεις πάντων ὑμῶν, καὶ κατὰ δυστυχίαν ὄχι μόνον πάντων ὑμῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἀκροῶνται ἐκ τῶν θεωρίων. Ἀλλ’ ἐὰν ἐκ τῶν μικρῶν ἀναβῶ βαθμίδας τινὰς, τί θέλω ἰδεῖ; Δέκα ἤδη ἡμέρας συζητοῦμεν ἐπὶ ἐπερωτήσεων....
§3ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δέκα τρεῖς.
§4ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δεκατρεῖς, δεκαπέντε ἡμέρας. Μήπως θέλῃ τις περισσότερον ἀριθμὸν ν’ ἀποδεχθῶ; 20 ἡμέρας. Ποῖα εἶναι τὰ ἀντικείμενα τῶν ἐπερωτήσεων, διὰ τὰ ὁποῖα συζητοῦμεν; Ἐδημιουργήσαμεν ἡμεῖς ἀφορμὰς πρὸς ἐπερωτήσεις ἀνυπάρκτους; Πῶς νὰ μὴ συζητῶμεν, ὅταν εἰπράττῃ ὁ Γραμματεὺς τοῦ ταμείου Σύρου χρήματα, καὶ ἐγγράφῃ εἰς τὰ βιβλία του ὀλιγώτερα, ὅταν δ’ ἀνακαλύπτηται, καταβάλλει τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἀπέκρυψεν, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, λέγων, ὅτι ἦτο ἀπροσεξία, ὅτι δὲν ἔπραξέ τι ἀξιόποινον, ἀμνηστεύει αὐτὸν, ὡς ἐὰν ἔχῃ δικαίωμα ν’ ἀμνηστεύῃ τὸν διαπράττοντα ἀξιόποινον πρᾶξιν; Ἠδύνατο νὰ τὸν ἀμνηστεύσῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς, ἐὰν εὕρισκεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποστῇ κατηγορίαν ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς ἀνακρίσεις, ἀλλ’ ὁ προϊστάμενος αὐτοῦ Ὑπουργὸς δὲν εἶχε δικαίωμα ν’ ἀμνηστεύσῃ τὸν ὑφιστάμενον, ὅταν ἐν ταῖς πράξεσιν αὐτοῦ βλέπῃ ὑπάρχοντα πάντα τὰ στοιχεῖα τοῦ ἀξιοποίνου, ὅσα ὁ Ποινικὸς Νόμος ἀνέγραψε. Συζητοῦμεν διὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Τάκη. Ἡμεῖς διεσκευάσαμεν αὐτήν; ἡμεῖς τὴν ἐξυφάναμεν; Εἴδομεν Ὑπουργὸν, καταγγέλλοντα ἕνα δημοσιογράφον ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ συκοφαντίᾳ, παραγγέλλοντα τὴν ταχεῖαν διεξαγωγὴν τῆς ἀνακρίσεως, καὶ μετὰ ταῦτα εἴδομεν τὸν Ὑπουργὸν ἀπερχόμενον καὶ ἀναπαυόμενον, τὴν δὲ μήνυσιν ῥιπτομένην εἰς τὰ ἀρχεῖα. Διατὶ τάχα ἐγένετο τοῦτο; Ἐγένετο ἐπερώτησις περὶ χάριτος, ἀπονεμηθείσης εἰς ἕνα λῃστήν. Αἱ παραστάσεις τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ εἰκονίζουσιν αὐτὸν ὡς ἕνα συνήθη ἄνθρωπον τῆς κοινωνίας, ὁ ὁποῖος καὶ αὐτὸς δυστυχῶς ἔσφαλεν εἰς τὴν ζωήν του, ὅπως ἐνδεχόμενον νὰ σφάλῃ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐρευνῶντες εὑρίσκομεν, ὅτι οὗτος ἦτο ἐπικινδυνωδέστατος κακοῦργος. Καὶ βλέπομεν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν, χαρακτηρίζοντα ἐπιεικῶς τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας ὁ κακοῦργος οὗτος ἔπραξε, καὶ κατηγοροῦντα αὐτὸν ἐπὶ πράξεσι μικροτέρας ποινῆς ἐκείνης, ἥτις ἐπεβάλλετο εἰς αὐτόν. Βλέπομεν ἀλλαχοῦ ἐκτελουμένην κεφαλικὴν ποινικὴν ὑπὸ ὅρους πολὺ διαφέροντας τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους εὑρίσκετο ὁ λήσταρχος, ὁ ὁποῖος ἠξιώθη χάριτος. Κεφαλικὴν ποινὴν κατὰ πολίτου, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν ζωήν του ἅπαξ ἡμάρτησε. Λοιπὸν ἡμεῖς διεσκευάσαμεν συκοφαντίαν τινὰ, ἢ ἐξυφάναμεν σχέδιόν τι σκευωρίας, ἀπασχολοῦντες τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς μάτην; Τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Ντάη συζητοῦμεν. Δὲν ἔχομεν ἀφορμὴν νὰ συζητήσωμεν; Ἢ τὴν ὑπόθεσιν περὶ χόρτου; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠγέρθη περὶ ταύτης καὶ εἶπεν, ὅτι εἶχεν ἐγκρίνει τὴν δημοπρασίαν, ὅτε τῷ ἐπροτάθη ἡ μικροτέρα προσφορά· ἀλλ’ ὕστερον ἠναγκάσθη νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι τὴν εἶχεν ἐγκρίνει ἐν σχεδίῳ, ἀλλὰ τὸ σχέδιον εἶχε κλείσει εἰς τὸ συρτάριον αὐτοῦ....
§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν εἶχον κοινοποιήσει, εἶπον.
§6ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. ... Καὶ δὲν εἶχε λάβει γνῶσιν ὁ πλειοδότης. Τί λοιπὸν προσήψαμεν εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργούς; Καὶ ἀπὸ τίνος χρόνου συνήλθομεν καὶ ἐργαζόμεθα, Κύριοι; Ἀπὸ τῆς 15 Ὀκτωβρίου. Ἀφαιρέσατε τὰς ἑβδομάδας, καθ’ ἃς ἐτελέσθησαν αἱ ἑορταὶ ἐπὶ τῇ εἰκοσιπενταετηρίδι τοῦ Βασιλέως, θέλει ὑπολειφθῆ διάστημα δύο μηνῶν, καθ’ ὃ ἐργαζόμεθα. Καὶ ἐψηφίσαμεν 16 νόμους· ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως ἀναφέρει δύο νόμους, δημοσιευθέντας τῇ 30 Νοεμβρίου, τὸν νόμον περὶ προθεσμίας τῆς δηλώσεως τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ τὸν περὶ ἀπαριθμήσεως τῶν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγομένων ζώων. Ἕνα νόμον δημοσιευθέντα τὴν 2 Δεκεμβρίου περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τοῦ δανείου τῶν 10,200,000. Πέντε νόμους, δημοσιευθέντας τὴν 6 Δεκεμβρίου, περὶ κανονισμοῦ τῶν προσωρινῶν δανείων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, περὶ ὑποθήκης ἐπὶ τοῦ σιδηροδρόμου Πελοποννήσου, περὶ τροπῆς τοῦ δανείου τῶν 26 ἑκατομμυρίων, περὶ τροπῆς τοῦ δανείου τῶν 9 ἑκατομ. καὶ περὶ ἐξοφλήσεως τοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομ. καὶ τοῦ δανείου τῶν 10 ἑκατομ. Καὶ ὀκτὼ νόμους, δημοσιευθέντας τὴν 8 Δεκεμβρίου, περὶ ἐκτάκτων πιστώσεων τοῦ 1887, περὶ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων τοῦ 1887, περὶ ἐκτάκτων πιστώσεων τοῦ 1888, περὶ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων τοῦ 1888, περὶ κανονισμοῦ τῶν πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τοῦ 1888, περὶ πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ 1888, περὶ πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ 1887, καὶ περὶ καταργήσεως τῶν διοδίων. Αὐτοὶ οἱ νόμοι δὲν συνεζητήθησαν παρ’ ἡμῶν; δὲν ἐψηφίσθησαν ἐντὸς δύο μηνῶν; Συνεζητήσαμεν καὶ ἐψηφίσαμεν 16 νόμους, καὶ μᾶς ἐλέγχετε, ὅτι κατατρίβομεν τὸν καιρόν! καὶ ὅταν ἐγὼ εἶπον 10 ἡμέρας, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ προσωρινῶς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔσπευσε νὰ διαμαρτυρηθῇ, διότι ἦσαν 13 αἱ ἡμέραι καὶ ὄχι 10, καὶ ἀμέσως εἶπε 13! Ὅθεν πρέπει νὰ καταργηθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπερωτᾷν; Θέλετε νὰ μεταβάλητε τὴν Βουλὴν εἰς νομοθετικὸν σῶμα; Καὶ τί συνεζητήσαμεν μέχρι τοῦδε; Δέκα μῆνας ἐκυβερνήσατε, καὶ ἐκυβερνήσατε, ὡς ἐὰν δὲν ὑπῆρχε κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἐκυβερνήσατε, ὡς ἐὰν δὲν ἔμελλε ποτὲ νὰ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ ἐν Ἀθήναις. Ἐν δὲ τοῖς γραφείοις ἡμῶν ἔχομεν σημειώσεις τοσαύτας περὶ ἀδικημάτων, περὶ παρανομιῶν, περὶ παραλύσεως τῆς διοικήσεως, περὶ ἐπηρεασμοῦ ἐπιληψίμου τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας περὶ παραβάσεων ἐν τῷ στρατῷ, περὶ καταχρήσεων ἐν τῷ ναυτικῷ, ἔχομεν τοσαύτας σημειώσεις, τὰς ὁποίας ἐὰν ἠθέλομεν φέρει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὄχι 13 ἡμέραι, ἀλλὰ 13 μῆνες δὲν ἤρκουν, διὰ νὰ φωτίσωμεν καὶ φωτισθῶμεν περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν περιήχθη ὁ τόπος ἡμῶν. Ἀλλ’ ἡμεῖς ὅ,τι λέγομεν καὶ ὅ,τι πράττομεν ἀπό τινος χρόνου, ἐπείσθημεν, ὅτι τὸ πράττομεν μόνον, ἵνα ἔχωμεν ἥσυχον τὴν συνείδησιν ἡμῶν, ὅτι ἐκτελοῦμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν, δὲν τὸ πράττομεν δὲ μετὰ τῆς ἐλπίδος, ὅτι θέλομεν μεταπείσει ὑμᾶς. Τὸ πράττομεν διὰ νὰ μάθωσιν, οἱ συμπολῖται ἡμῶν, ὅτι δὲν εἴμεθα ἀλόγως καὶ αὐθαιρέτως κατατεταγμένοι εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), ὅτι ἀνήκομεν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἐπιτηροῦντες ἀγρύπνως τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, καὶ προσπαθοῦντες νὰ φωτίσωμεν τὴν πλειοψηφίαν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἵνα δυνηθῇ ἐγκαίρως νὰ ἀνακόψῃ τὴν πορείαν τῶν κυβερνώντων καὶ προλάβῃ τὰς συνεπείας, αἵτινες πάντοτε ἐπέρχονται, ὅταν οἱ κυβερνῶντες πολιτεύωνται, ὡς πολιτεύονται οἱ κυβερνῶντες ἡμᾶς. Ἐὰν ὑμεῖς, Κύριοι, δὲν πείθησθε ἐκ τῶν παραστάσεων ἡμῶν, αὐτὸ ἀφορᾷ μᾶλλον ὑμᾶς, τοὺς μὴ πειθομένους, καὶ οὐχὶ ἡμᾶς, τοὺς συζητοῦντας καὶ προσπαθοῦντας νὰ σᾶς πείσωμεν. Ἐὰν δὲ ὑμεῖς πείθησθε ἐκ τῶν λόγων μας καὶ ὅμως ἐμμένετε, ἡμᾶς ἀφορᾷ μόνον ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος ἡμῶν. Χρεωστοῦμεν ὅμως νὰ σᾶς ἀναμιμνήσκωμεν, ὅτι ἡ δύναμις ἡ πραγματικὴ τῶν πλειονοψηφιῶν ὑφίσταται, ὅταν αὗται διερμηνεύωσι τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐὰν δὲ δὲν διερμηνεύωσι τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐὰν ποιῶνται χρῆσιν τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς μετέδωκεν εἰς τὴν πλειοψηφίαν, ἀποστείλας αὐτὴν ἐνταῦθα πρὸς ἄλλους σκοποὺς, καὶ ὄχι πρὸς θεραπείαν τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, ἡ δύναμις τῶν πλειοψηφιῶν αὐτῶν κατατρίβεται ὁσημέραι, καταναλίσκεται, καὶ ἐπὶ τέλους καταλήγει εἰς ἀσθένειαν. Καὶ ἄλλαι πλειοψηφίαι, αἱ πρὸ ὑμῶν, οὕτως ἐπολιτεύθησαν. Ἀλλ’ ἦλθεν ἡμέρα, καθ’ ἣν ἐπείσθησαν, ὅτι ἡ ἀριθμητικὴ δύναμις αὐτῶν ἦτο ἀσθενὴς πρὸ τῆς δυνάμεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δυστυχῶς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰσηγοῦντο καὶ κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους εἰς τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος πλειοψηφίας τὴν πολιτείαν των ἐκείνην, δυστυχῶς αὐτοί εἰσι καὶ σήμερον οἱ εἰσηγούμενοι εἰς ὑμᾶς. Εἰσὶ δ’ ἱκανοὶ νὰ κατατρίβωσι τὰς πλειοψηφίας, αἵτινες ὑποστηρίζουσιν αὐτοὺς, καὶ διὰ τοῦτο αὐτοὶ καθίστανται ὑπαίτιοι τῆς καταναλώσεως τῆς δυνάμεως τῶν πλειοψηφιῶν. Ἀλλ’ ὡς, ὅταν καὶ τῶν προηγηθεισῶν πλειοψηφιῶν ἡ δύναμις κατετρίβη πρὸ τῆς δυνάμεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡμεῖς δὲν εἴμεθα οἱ αἴτιοι, οὕτω καὶ τώρα, ἐὰν συμβῇ τοιοῦτόν τι, θέλομεν ἔχει ἥσυχον τὴν συνείδησιν ἡμῶν, ὅτι ἐφροντίσαμεν ἐγκαίρως νὰ εἰδοποιήσωμεν ὑμᾶς περὶ τούτου.
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀνήγγειλεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἡ δύναμις τῆς πλειοψηφίας κατατρίβεται, καὶ ἔδωκε τοὺς λόγους, δι’ οὓς κατατρίβεται, καὶ ἔδειξε τὰς συνεπείας τοῦ γεγονότος τούτου· ἀλλ’ ἡμεῖς μᾶλλον ἐν ἀπορίᾳ διατελοῦμεν, διατὶ κατατρίβεται ἡ μειοψηφία, διότι τὸ θέαμα, εἰς τὸ ὁποῖον παριστάμεθα, τοῦτο μόνον δεικνύει, ὅτι ἡ μειοψηφία συνεχῶς κατατρίβεται, καὶ κατατρίβεται ἕνεκα τῆς ἀδεξίου διευθύνσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ, τοῦ ἄρτι καταβάντος ἀπὸ τοῦ βήματος· οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ μειοψηφία δὲν κατέχει σήμερον τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατεῖχε πρότερον ἐν τῇ χώρᾳ, καὶ δὲν κατέχει τὴν θέσιν ἐκείνην, διότι ὁ κ. Βουλευτής, διευθύνων τὴν μειοψηφίαν, δὲν ἠδυνήθη νὰ κρατήσῃ αὐτὴν εἰς τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἵσταται ἡ μειοψηφία, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἡ πλειοψηφία ἔχει τὸ συμφέρον νὰ βλέπῃ τὴν μειοψηφίαν· διότι δὲν καταδέχεται νὰ βλέπῃ χαμηλὰ ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους ἀντιπαλαίει. Εἶναι εὐγενὲς τὸ πολίτευμα τὸ συνταγματικὸν, εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, καὶ δὲν θέλει ἐξαχρειωθῆ· καὶ ὅμως βλέπομεν, ὁποία προσπάθεια γίνεται εἰς ἐξαχρείωσιν αὐτοῦ· ἀλλὰ βεβαίως αἱ ἀρεταὶ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος θέλουσι κατισχύσει ὅλων τῶν προσπαθειῶν τούτων, καὶ ἃς ἦναι βέβαιοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤλπισαν, ὅτι θέλουσι δυνηθῆ διὰ τῆς ἐξαχρειώσεως τοῦ πολιτεύματος νὰ ἐπιτύχωσι τῶν σκοπῶν, τοὺς ὁποίους δὲν δύνανται νὰ ἐπιτύχωσι διὰ τῆς ἐνεργείας ἐν τῷ πολιτεύματι, ἃς ἦναι βέβαιοι, ὅτι θέλουσιν ἀποτύχει οἰκτρῶς, καὶ ὅτι καὶ ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους τὸ πολίτευμα ἔταξεν, ἵνα διευθύνωσι τὰ τοῦ Κράτους, θέλουσιν ἐξακολουθήσει διευθύνοντες αὐτὰ, ἐν ὅσῳ τοιουτοτρόπως διευθύνοντα τὰ τῆς μειοψηφίας. Ἡμεῖς θέλομεν, Κύριοι, νὰ ἀντικαθιστώμεθα ὑπὸ τῆς μειοψηφίας κατὰ διαλείμματα· δὲν ἀρνούμεθα, ὅτι ἐπιθυμοῦμεν νὰ διαχειριζώμεθα τὴν ἀρχὴν, διότι ἔχομεν ἰδέας, τὰς ὁποίας θέλομεν νὰ πραγματοποιήσωμεν· ἀλλὰ, καίτοι ἐπιθυμοῦμεν τὰς ἰδέας ταύτας νὰ ἴδωμεν ἐπικρατούσας, καίτοι ἐπιθυμοῦμεν ἡμεῖς αὐτοὶ νὰ τὰς πραγματοποιήσωμεν, διότι εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς ἔχομεν πλείονα πεποίθησιν πρὸς τὴν πραγματοποίησιν αὐτῶν, ἐννοοῦμεν, ὅτι ἐν τῇ καλῇ τῶν πολιτευμάτων λειτουργίᾳ εἶναι ἀνάγκη ἐκ περιτροπῆς νὰ ἔρχωνται καὶ αἱ ἀντίθετοι ἰδέαι εἰς τὰ πράγματα· ἐπιθυμοῦμεν, ὅτε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου ἐπέρχεται, νὰ ἀποχωρῶμεν ἐκ τῆς ἀρχῆς, καὶ μετὰ λύπης βλέπομεν, ὅτι οὐδεὶς παρασκευάζεται ν’ ἀντικαταστήσῃ ἡμᾶς, διότι βεβαίως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι οὕτως ἐργάζονται, ὅπως ἐργάζεσθε ὑμεῖς, δὲν παρασκευάζονται, ὅπως ἀντικαταστήσωσι Κυβέρνησιν. Ἐπὶ 14 ἡμέρας, εἶπεν ὁ κύριος Βουλευτὴς, συνεζητοῦμεν, διότι αἱ παρανομίαι τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὑπερβασίαι αὐτῆς μᾶς ἠνάγκαζον νὰ καταγγέλλωμεν τὰ γινόμενα καὶ νὰ ῥίπτωμεν ἐπ’ αὐτῶν τὸ φῶς· καὶ προέβη εἰς ἀνάπτυξιν περιληπτικὴν τῶν καταγγελθέντων τούτων, εἰπὼν, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ συζητήσωμεν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας περὶ τοῦ ζητήματος τῆς χάριτος, τῆς δοθείσης εἰς τὸν Τάκην, καὶ περὶ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα πρὸς τὴν χάριτα ταύτην συνδέονται; Καὶ ὅμως, ἐὰν δὲν μὲ ἠπάτησεν ἡ ἀκοὴ, ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἤκουσα διαμαρτυρίας κατὰ τῆς ἐγέρσεως τοῦ ζητήματος τούτου, ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἤκουσα, ὅτι αἱ ἐξηγήσεις τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ ἦσαν τοιαῦται, ὥστε δὲν δύναταί τις, χωρὶς νὰ συκοφαντῇ, νὰ ἐπιμένῃ λέγων, μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας, ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς χάριτος ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς ἐπερώτησιν. Ταῦτα εἶπεν ἡ Ἀντιπολίτευσις δι’ ἑνὸς ἐκ τῶν ὀργάνων αὑτῆς· εἶπεν, ὅτι πᾶσαι αἱ ἡμέραι, αἱ ὁποῖαι διετέθησαν πρὸς τὴν συζήτησιν ταύτην, διετέθησαν κακῶς, διότι οὐδὲν ὑπῆρχε στοιχεῖον πρὸς τοιαύτην συζήτησιν καὶ ἂν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἡ συζήτησις, δικαιολογεῖται μόνον, διότι ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ν’ ἀποδείξῃ, πόσον καλῶς εἰργάσθη ἐν τῷ θέματι ἐκείνῳ· ταῦτα δὲν ἐλέγομεν ἡμεῖς, διότι δὲν κατεδεχόμεθα νὰ τὰ εἴπωμεν· ἐγὼ δὲν ἀνέβην ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, δὲν ἐθεώρουν, ὅτι τὸ θέμα τοῦτο ἦτο ἄξιον νὰ φέρῃ ἕνα τῶν κυβερνητόρων τῆς Ἑλλάδος εἰς συζήτησιν περὶ αὐτοῦ· ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠδύνατο νὰ ὁμιλήσῃ, διότι τὸ ζήτημα ἦτο προσωπικὸν, ἀλλ’ ὡς κυβερνήτας οὐδέποτε ἐπετρέπετο εἰς ἡμᾶς νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ αὐτοῦ· ἐγνωρίζομεν, ὅτι προέκειτο περὶ συκοφαντιῶν, καὶ δὲν ἠθέλομεν νὰ καταβῶμεν μέχρι τῆς ἀποκρούσεως τοιούτων συκοφαντιῶν, ἢ ν’ ἀποδείξωμεν, μετέχοντες τῆς συζητήσεως, ὅτι ἀναγνωρίζομεν τὴν συζήτησιν ταύτην ὡς ἀξίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ ἕτερον ζήτημα, τὸ ζήτημα τοῦ χόρτου, τὸ ζήτημα αὐτὸ, περὶ τοῦ ὁποίου χθὲς καὶ σήμερον ἐγένετο λόγος· καὶ τί εἴδομεν ἐν πᾶσι τούτοις τοῖς ζητήμασιν; Ὅτι, ὁσάκις πραγματικὸν γεγονὸς ἀναφέρηται, πάντοτε ἀποδεικνύεται ψευδές· εἰς τὸ τοῦ χόρτου ὅσα ἐῤῥήθησαν, ὅλα διεψεύσθησαν. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὴν τελευταίαν περὶ τούτου συζήτησιν διεκόπη ἡ συνεδρίασις, χωρὶς νὰ κλείσῃ τὸ ζήτημα, ἔμειναν δύο θέματα ἄνευ ἀπαντήσεως· ἐῤῥήθη, ὅτε πλέον πάντα τὰ ἄλλα ἐξέλιπον, ὅτι δὲν εἶχε γενῇ ἡ πρώτη δημοπρασία καὶ δὲν ὑπάρχουσι πρακτικά· προσήγαγον τὰ πρακτικά, ἵνα ἴδητε, ὅτι ἐγένετο ἡ δημοπρασία, καὶ οὕτω τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ ἐστηρίζεσθε, ἐκλείπει· ἔχω ἐδῶ τὸ πρακτικὸν (ἀναγινώσκει): «Πρακτικὸν μειοδοτικῆς δημοπρασίας κτλ. 10 Ἀπριλίου, οὐδείς. 11 Ἀπριλίου, οὐδείς. 12 Ἀπριλίου, οὐδείς. Μὴ παρουσιασθέντος οὐδενὸς νὰ προσφέρῃ τιμὴν κτλ. Ὑπογεγραμμένοι: Ὁ νομαρχιακὸς ὑπάλληλος καὶ τὸ Οἰκονομικὸν Συμβούλιον.» Ἰδού, καταθέτω τὸ πρακτικόν. Ἐῤῥήθη κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ὅτι ἐπωλήθη σανὸς πρὸς 3½ λεπτὰ, νομίζω, ἐνῷ κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἠγοράζετο σανὸς πρὸς 22 λεπτὰ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠγοράσθη, ἦτο σανὸς, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπωλήθη, ἦτο γράστις, ἡ δὲ γράστις πρὸς τὸν σανὸν ἀντιστοιχεῖ κατὰ τὸ βάρος ὡς 1 πρὸς 5. Ἡ γράστις εἶναι τὸ χλωρὸν χόρτον, ὁ δὲ σανὸς εἶναι τὸ ξηρὸν, διαφέρον καὶ κατὰ τὸ βάρος καὶ κατὰ τὰ ἔξοδα, ταῦτα δὲ παρέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἵνα ἀποδείξῃ τὴν ἀκηδίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἀγοραζούσης ἐπὶ ἑξαπλασίᾳ τιμῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπώλει εἰς τὸ ἕκτον τῆς τιμῆς, ἐπώλει δὲ ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ ἀκριβώτερον, ἢ ὅσον ἐπώλει ἡ Κυβέρνησις, ἡ παρελθοῦσα. Ἐκόμισα καὶ τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα, ἵνα φανῇ, ὅτι αὐτῶν τούτων τῶν στρεμμάτων τὸ προϊὸν, ὅπερ ἐπωλήθη ἀντὶ 7,200 δραχμῶν ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, παρήγαγεν ἐπὶ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως 6,512 δραχμάς, ὑπολογιζομένης τῆς τιμῆς τοῦ σανοῦ πρὸς 22 λεπτὰ τὴν ὀκὰν, ἐνῷ ἤδη παρεδόθη οὐχὶ σανὸς, ἀλλὰ τὸ προϊὸν τῶν στρεμμάτων ἐπὶ τόπου, πρέπει ἄρα ν’ ἀφαιρεθῶσι καὶ ἔτι ὑπερχίλιαι δραχμαὶ ἀπὸ τῶν ὑπὸ τῶν προκατόχων εἰσπραχθέντων, ἵνα ἔχωμεν τὴν ἀκριβῆ ἀναλογίαν. Ἐνῷ λοιπὸν ἐπὶ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως εἰσεπράχθησαν δισχίλιαι δραχμαὶ ἐπὶ ἔλαττον ἢ ἐπὶ τῆς ἐνεστώσης, λέγει τις Βουλευτὴς, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἀπασχολήσωμεν τὴν Βουλὴν ἐπὶ 14 ἡμέρας, διότι ἔπρεπε ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἐπωλεῖτε χλωρὸν χόρτον εὐθηνότερον ἢ ὅ,τι ἠγοράζετε τὸ ξηρὸν χόρτον. Τοιαῦτα εἶναι τὰ ζητήματα, ὧν χάριν ἀναβάλλονται αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, καὶ ἐμποδίζεται ἡ πρὸ τῶν ἑορτῶν ψήφισις ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἦτο πρέπον νὰ ψηφισθῶσι πρὸ τῶν ἑορτῶν. Εἰς πᾶσαν παρ’ ἡμῶν ἀνασκευὴν τῶν λεχθέντων ἀντιτάσσεται νέα ἀνακρίβεια καὶ οὕτως ἀπὸ ἀνακριβείας εἰς ἀνακρίβειαν κατηναλίσκετο ὁ χρόνος, τὸν ὁποῖον ἐθεώρουν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιτρέψωσιν οἱ Βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ διαθέσωμεν πρὸς ἄλλους σκοποὺς, πρὸς ἐκείνους τοὺς σκοποὺς, ὧν χάριν ἐκλήθημεν ἐνταῦθα. Βεβαίως καλούμεθα ἐνταῦθα ὄχι μόνον διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἐργασίαν τοῦ ἐλέγχου· οὐδεὶς ὅμως σπουδαιολογῶν δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι κατὰ τὰς 14 ταύτας ἡμέρας ἐγένετο ἐργασία ἐλέγχου· καὶ νομίζω, ὅτι μεγαλειτέρα τιμὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποδοθῇ, ἔμπρακτος ἀπόδειξις, πλέον καταφανὴς, τῆς νομιμότητος τῶν ἔργων αὐτῆς, τοῦ ὠφελίμου τῶν ἔργων αὐτῆς, δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ ταύτης, ὅτι ἐπὶ 14 ἡμέρας ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐργαζομένη μέχρι τοῦ μεσονυκτίου καὶ τῆς 5ης ὥρας τῆς πρωΐας, ἐπεζήτει θέματα ἐπικρίσεως τῆς Κυβερνήσεως χάριν καταναλώσεως εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῶν τοῦ χρόνου, ὅπως μὴ δυνηθῶμεν νὰ ἐργασθῶμεν κανονικῶς, καὶ δὲν ἀνεῦρεν ἄλλο ἢ τὸ ζήτημα τῆς χάριτος, τὸ ζήτημα τοῦ χόρτου, ἢ τῆς γράστεως, ἢ τοῦ ἀποστρατευθέντος Μοιράρχου, ὧν ἡ συζήτησις βεβαίως δὲν κατώρθωσε νὰ καταστήσῃ τὴν Βουλὴν καταγέλαστον, ἀλλὰ κατώρθωσε νὰ καταστήσῃ τινὰς καταγελάστους. Ἐν τῷ ζητήματι τοῦ χόρτου, εἴδομεν τὸν κ. Βουλευτὴν, τὸν ἄρτι καταβάντα ἀπὸ τοῦ βήματος, ἐπὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχον διευκρινισθῆ, βεβαιοῦντα τ’ ἀντίθετα τῶν ἀποδειχθέντων· ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν περὶ τούτου συζήτησιν καὶ ἑαυτὸν, συζητοῦντα περὶ τούτων, εἶπεν, ὅτι ἐκλείσθη εἰς τὸ συρτάριον τοῦ Ὑπουργοῦ τὸ ἔγγραφον τῆς ἐπικυρώσεως τοῦ ἀποτελέσματος τῆς μειοδοσίας, ἐνῷ ῥητῶς ἐβεβαίωσα ἐγὼ καὶ ἀπεδείχθη, ὅτι τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο ἀνεκοινώθη εἰς τὸν μειοδοτήσαντα, καὶ ὅτι τὴν ἀνακοίνωσιν ταύτην ἐβεβαίωσεν ὁ μειοδότης ἐπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπηξίωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ εἴπῃ, ὅτι ἦτο κλεισμένον ἐντὸς τοῦ συρταρίου τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅτε ἐγένετο ἡ κατωτέρα προσφορά. Ἀλλὰ περὶ τοιούτων δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθῶ ὁμιλῶν· ἐὰν θέλητε νὰ ἐμμένητε εἰς τὸν τρόπον τοῦτον τῆς καταναλώσεως τοῦ χρόνου, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ συμπράττωμεν εἰς τὴν παρεκτροπὴν, σπουδαιολογοῦντες πρὸς ὑμᾶς, ἀλλὰ θέλομεν ἐξακολουθήσει ἔτι ἀνεχόμενοι, διότι πρέπει νὰ καταφανῇ ἡ ἔννοια τῆς ἐνεργείας ὑμῶν. Ἔχει τὸ Ἔθνος συμφέρον νὰ γινώσκῃ, εἰς τί ἀφορᾶτε, ἔχει τὸ Ἔθνος συμφέρον νὰ γινώσκῃ, τίνες περιφρουροῦσι τοῦ πολιτεύματος τὸ εὐγενὲς, καὶ τίνες θέλουσι νὰ ἐξαχρειώσωσιν αὐτό. Ἐπὶ ἑτέρου θέματος, περὶ οὗ ὁπωσδήποτε σήμερον ἐγένετο λόγος, καὶ τὸ ὁποῖον ὑπῆρξεν ἡ πρόφασις τῆς ἐπὶ τὸ βῆμα ἀναβάσεως τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος, τί βλέπομεν, εἰμὴ τὰ αὐτά; Ὁ κ. προαγορεύσας εἶπεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ πραγματευθῇ τὸ θέμα τοῦτο, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ ἀνεχθῇ, ὅπως γένηται προβιβασμὸς κατ’ ἐκλογὴν, ἄνευ τῆς πληρώσεως τῶν ὅρων ἁπάντων τοῦ νόμου, ὅρων, τοὺς ὁποίους ἀνέγνω καὶ πρὸς ὑμᾶς, ἀντιγράψας ἐκ τοῦ κειμένου. Ὡμίλησε καὶ περὶ ἀλληλεγγύης Κυβερνήσεως καὶ Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐγὼ ἤθελον τὸν ἐρωτήσει, τί φρονεῖ περὶ ἀλληλεγγύης Ὑπουργοῦ πρὸς Ὑπουργόν; Παραδέχεται τὴν ἀλληλεγγύην ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἑαυτοῦ, ὡς Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτε αὐτὸς ἐκυβέρνα; Ταύτην τὴν ἀλληλεγγύην δὲν δύναται νὰ μὴ παραδεχθῇ, προκειμένου περὶ κυβερνητικῶν ἐνεργειῶν σπουδαίων. Αἱ κυβερνητικαὶ παρανομίαι, αἱ τότε γενόμεναι, βεβαίως εὐθύνουσι καὶ πᾶσαν τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ πάντας τοὺς ὑποστηρίζοντας αὐτήν, καὶ περὶ ταύτης τῆς ἀλληλεγγύης εἶναι ἐπικαιρότερον νὰ ὁμιλήσω ἤδη· διότι ἐπὶ τοῦ θέματος, περὶ οὗ ὁ λόγος, οὐδὲν ἐπράξαμεν τὸ μὴ κανονικὸν, ἐνῷ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐπὶ ὁμοίων ἔπραξε τὰ μὴ κανονικὰ, τὰ παρὰ μηδενὸς δυνάμενα νὰ παραστηθῶσιν ὡς νόμιμα, ἀλλὰ βεβαίως μὴ δυνάμενα νὰ παραστηθῶσιν ὡς μὴ παράνομα παρὰ τοῦ χαρακτηρίσαντος, ὡς ἠκούσατε, τὰς ἡμετέρας πράξεις. Ἡμεῖς προέβημεν εἰς προβιβασμὸν κατ’ ἐκλογὴν ἀξιωματικοῦ, ἔχοντες πρότασιν τοῦ Ἀρχηγοῦ καὶ Ἐπιθεωρητοῦ· ταύτην ἐθεώρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς μὴ ἐπαρκῆ, μὴ κατὰ τύπους πληροῦσαν τὴν ἀπαίτησιν τοῦ νόμου, ὡς πρὸς τὰς προτάσεις τῶν Ἐπιθεωρητῶν· ἀλλὰ τί θὰ εἴπητε, ὅταν ἴδητε, ὅτι ἄνευ προτάσεως Ἐπιθεωρητοῦ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις προέβη εἰς ἐνεργείας περὶ προβιβασμῶν; Ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς περιφρονητικῶς περὶ συνθηκολογήσεως, νομίζων, ὅτι τὴν περιφρόνησιν ἐπιῤῥίπτει ἐφ’ ἡμᾶς, τοὺς ἀποκρούσαντας τὴν συνθηκολογίαν· ἡ περιφρόνησις ἐπιπίπτει ἐπὶ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, καὶ ἐπὶ τὸν προκάτοχον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὸν προτείναντα διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τὴν συνθηκολογίαν. Φέρω δὲ τὰ ἔγγραφα, δι’ ὧν προτείνεται ἡ συνθηκολογία, καὶ θὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Βουλευτὴν, πῶς ἐφαρμόζει τὰ περὶ περιφρονήσεως τῶν οὕτω συνθηκολογούντων καὶ ἐπὶ τίνας τὰ ἐφαρμόζει; Τὴν 21 Ἰανουαρίου 1886 ἐκδίδει διαταγὴν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Αʹ Ἀρχηγείου εἰς Λάρισσαν, καὶ ἑτέραν πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Γʹ Ἀρχηγείου εἰς Τρίκκαλα, ἐχούσας οὕτω: «Ἐπειδὴ ἐν περιπτώσει προβιβασμῶν οἱ δεῖνα....» —εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω τὰ ὀνόματα—«δὲν δύνανται νὰ προβιβασθῶσι, καθ’ ὃ μὴ κεκτημένοι προσόντα κατ’ ἔκθεσιν Ἐπιθεωρητοῦ,»—ὑπῆρχεν ἔκθεσις Ἐπιθεωρητοῦ κατὰ τοῦ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, ἔκθεσις, καθ’ ἣν δὲν εἶχον οὗτοι τὰ προσόντα πρὸς προβιβασμὸν,—«γνωστοποιήσατε αὐτοῖς, ὅτι τότε μόνον δύναμαι νὰ προτείνω προβιβασμόν των, ὅταν ὑποβάλωσιν ἔγγραφον αἴτησιν ἀποστρατεύσεως. Ὅταν λάβητε τοιαύτην κανονικὴν ἔγγραφον αἴτησιν ὑπὸ ὅρον προβιβασμοῦ....»—Συνθηκολογία—«τηλεγραφήσατε καὶ ὑποβάλετε αὐτὴν ταχυδρομικῶς». Ποῦ εἶναι ἡ συνθηκολογία, ποῦ εἶναι ἡ παράβασις τῶν νόμων; Ἡμεῖς παρέβημεν τὸν νόμον, ἢ ὑμεῖς; Ἡμεῖς προεβιβάσαμεν ἀξιωματικὸν κατ’ ἐκλογὴν, νομίζοντες καὶ ὑποστηρίζοντες καὶ ἀποδεικνύοντες, ὅτι εἴχομεν τὸ δικαίωμα, διότι εἴχομεν πρότασιν τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ, ἐνῷ οἱ προκάτοχοι ἡμῶν ἐν ἐπισήμῳ ἐγγράφῳ βεβαιοῦσιν, ὅτι ἐναντίον προτάσεως τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ θέλουσι προβιβάσει τὸν ἀξιωματικὸν, ἐὰν οὗτος ἀποδεχθῇ ν’ ἀποστρατευθῇ εὐθὺς κατόπιν τοῦ προβιβασμοῦ...
§8ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὤφειλε ν’ ἀποστρατευθῇ.
§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι.—Δὲν ἐπικαλοῦμαι τὰς πράξεις τῶν προκατόχων εἰς δικαιολογίαν τῶν ἐμῶν· τίτλον ἡμῶν θεωρῶ, ὅτι διαφέρομεν τῶν προκατόχων· τὴν διαταγὴν ταύτην προσήγαγον, διότι ἤκουσα τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, λέγοντος, ὅτι ἡμεῖς προέβημεν εἰς συνθηκολογίαν πρὸς ἀξιωματικόν. Οἱοσδήποτε δὲ, ὅσον καὶ ἂν εὐνοϊκῶς διάκηται πρὸς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, δὲν δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ταῦτα τὰ ἔγγραφα δὲν προτείνουσι συνθηκολογίαν. «Ὅταν λάβητε τοιαύτην κανονικὴν ἔγγραφον αἴτησιν ὑπὸ ὅρον προβιβασμοῦ, τηλεγραφήσατε». Εἶναι συνθηκολογία τὸ προτεινόμενον, ναὶ ἢ οὔ; Μόνον, ἵνα δείξω εἰς τοὺς ἐπιζητοῦντας παρανομίας πρὸς στηλίτευσιν, ποῦ εὑρίσκουσιν ἀκένωτον θησαυρὸν, προσήγαγον τὰ ἔγγραφα, διότι πρὸς τῶν πράξεων ἡμῶν τὴν ὑπεράσπισιν οὐδόλως μοὶ χρησιμεύουσι· ταύτην στηρίζω ἐπὶ τοῦ νόμου, ἀποστρέφων τὸ πρόσωπον ἀπὸ τῶν παρανομιῶν τῶν προκατόχων. Ἐπὶ τοῦ θέματος παρεστήθη, ὅτι προεβιβάσαμεν ἀξιωματικὸν κατ’ ἐκλογὴν, ἐνῷ δὲν εἴχομεν πρότασιν Ἐπιθεωρητοῦ. Ἔδειξα, ὅτι εἴχομεν τὴν πρότασιν· ἐστράφησαν δὲ τότε οἱ ἐπικρίνοντες εἰς τὰς λεπτομερείας, εἰς τὴν ἀλληλογραφίαν τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὸ Ἀρχηγεῖον, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξήγετο, ὅτι κατὰ πρῶτον τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἦτο διατεθειμένον νὰ προκαλέσῃ τὸν προβιβασμὸν, διετέθη δὲ ὑπὲρ τοῦ προβιβασμοῦ, ὅτε ἦλθεν ἐνταῦθα ὁ ἀξιωματικὸς καὶ παρέστησε προφορικῶς τὰ δίκαιά του. Ἀληθῶς, τὸ Ἀρχηγεῖον προέτεινε τὸν προβιβασμὸν, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον ἀπεφάνθη κατὰ τοῦ προβιβασμοῦ, ἀλλ’ ὁ ἀξιωματικὸς παρέστησε τὰ δίκαιά του, ἐπέμεινεν, ἵνα ἀναθεωρηθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργείου, ἀνεθεωρήθη δὲ αὕτη καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προτάσεως τοῦ Ἀρχηγείου ἐγένετο ὁ προβιβασμὸς κανονικῶς. Δὲν ἠθέλομεν προβῆ εἰς τὸν προβιβασμὸν, ἐὰν ἐπρόκειτο ὁ ἀξιωματικὸς, ὁ οὕτω κατ’ ἐκλογὴν προβιβαζόμενος, νὰ μείνῃ ἐν τῷ στρατῷ καὶ ἑπομένως νὰ λάβῃ βαθμὸν ἀνώτερον τῶν ἀρχαιοτέρων αὐτοῦ ὁμοιοβάθμων, τῶν ἐχόντων δικαίωμα εἰς προβιβασμὸν κατ’ ἐκλογήν· τοῦτο οὐδέποτε ἠθέλομεν πράξει, καὶ τοῦτο ἀνεπτύξαμεν ἐν τῇ ἐκθέσει τῇ πρὸς τὸν Βασιλέα, ἧς ἐλάβετε γνῶσιν· ἀνεπτύξαμεν τοὺς λόγους, δι’ οὓς, καίτοι δὲν προετείνοντο εἰς προβιβασμὸν οἱ ἀρχαιότεροι ὁμοιόβαθμοι, προετείνετο οὗτος, τουτέστι, διότι θὰ προεβιβάζετο ἀποστρατευόμενος καὶ οὐδενὸς τῶν ὁμοιοβάθμων θὰ παρέβλεπε τὰ δικαιώματα, ἀφοῦ, μὴ παραμένων ἐν τῷ στρατῷ μετὰ τὸν προβιβασμὸν, δὲν θὰ περιῆγε τοὺς ἀρχαιοτέρους του εἰς ψευδῆ ἀπέναντι αὐτοῦ θέσιν....
§10ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶχε προσόντα πρὸς προβιβασμόν;
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Προσόντα πρὸς προβιβασμὸν πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ ὁ εὐθὺς μετὰ τὸν προβιβασμὸν ἀποστρατευόμενος, εἶναι δὲ τὰ προσόντα ἡ πρότασις τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ· ταῦτα εἶχεν ὁ εἰρημένος ἀξιωματικός. Δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιτρέψωμεν τὸν προβιβασμὸν αὐτοῦ, ἂν, παραμένων ἐν τῷ στρατῷ μετὰ τὸν προβιβασμὸν, θὰ καθίστατο ἀνώτερος τῶν ἀρχαιοτέρων αὐτοῦ τέως ὁμοιοβάθμων· προκειμένου ὅμως νὰ τεθῇ εἰς ἀποστρατείαν μετὰ τὸν προβιβασμὸν, δὲν θὰ ἐγίνετο ἀνώτερος τῶν ἀρχαιοτέρων αὐτοῦ, διότι δὲν θὰ ἀνῆκεν ἐφεξῆς εἰς τὴν αὐτὴν χορείαν, δὲν θὰ ἀνῆκεν εἰς τὸν ἐνεργὸν στρατὸν, θὰ ἀνῆκεν εἰς τοὺς συνταξιούχους....
§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὴν πρώτην ἔκθεσιν δὲν εἴχετε ὑποβάλει.
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπέβαλον, ὅ,τι μοὶ εἶχε ζητηθῆ· τὸ δὲ ἔγγραφον, περὶ οὗ ἤδη γίνεται λόγος, μαρτυρεῖ, ὅτι εἰς τὴν πρότασιν τοῦ Ἀρχηγοῦ ὑπὲρ τῆς προαγωγῆς κατ’ ἐκλογὴν τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἀπήντησε τὸ Ὑπουργεῖον τὸ πρῶτον ἀρνητικῶς.
§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχετε ἔκθεσιν, ἥτις λέγει, ὅτι ἦτο ἀνίκανος, καὶ τὸ εἶπε τὸ Ἀρχηγεῖον, κατὰ πρότασιν τοῦ ἰδίου ἀξιωματικοῦ.
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ταῦτα ἐῤῥήθησαν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας καὶ χθὲς, καὶ ὅμως οὐδεμίαν ἔχουσιν ὑπόστασιν. Καίτοι ἤμην περὶ τούτου πεπεισμένος, ἠρεύνησα αὖθις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ καὶ ἐβεβαιώθην, ὅτι οὐδὲ σκιὰ ὑποστάσεως ὑπῆρχεν ἐν τοῖς λεχθεῖσι.
§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι γενναῖον νὰ μοὶ λέγητε, ὅτι εἶμαι ἀνειλικρινής.
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδὲν εἶπον περὶ ἀνειλικρινείας· εἰς οὐδένα προσάπτω ἀνειλικρίνειαν· ἐδῶ πρόκειται περὶ ἀκριβείας. Εἴπετε γεγονὸς, ἔχον σπουδαιότητα ἐν τῷ θέματι, ἐγὼ δ’ ἔχω καθῆκον, τὸ γεγονὸς, ἂν δὲν ἦναι ἀκριβὲς, νὰ τὸ ἀνασκευάσω, καὶ δὲν πρέπει ὑμεῖς, ὑποκαθιστῶντες ζήτημα ἀνειλικρινείας εἰς ζήτημα ἀνακριβείας, νὰ θέλητε νὰ περιορίσητε τὴν ἀνάπτυξιν τῶν τοῦ θέματος. Ἔχω ἐνταῦθα σημείωμα ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καθ’ ὃ «αἱ ἐπιθεωρήσεις τοῦ στρατοῦ ἐγένοντο ὡς ἑξῆς: αʹ) κατὰ τὸ 1882, ὅτε ὁ Ντάης ἦτο ὑπομοίραχος καὶ συνεπῶς ὁ προβιβασμὸς αὐτοῦ κατ’ ἀρχαιότητα δὲν ἠδύνατο νὰ παρακωλυθῇ· βʹ) κατὰ τὸ 1884, ὅτε ὁ Ντάης ἦν ἀντιμοίραρχος (λοχαγὸς), προβιβασθεὶς πρὸς ἔτους, τὴν 2 Μαΐου 1883, καὶ συνεπῶς δὲν ὑπῆρχε λόγος ἐλέγξεως τῆς πρὸς προβιβασμὸν ἱκανότητός του, διότι δὲν εἶχε συμπληρώσει τὸν πρὸς προβιβασμὸν ἀπαιτούμενον χρόνον εἰς τὸν βαθμόν του (4 ἔτη).» Κατὰ δὲ τὴν ἐπιθεώρησιν ταύτην παρεστήθησαν ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς ὡς μὴ κεκτημένοι τὰ προσόντα, οἱ ἐνταῦθα σημειούμενοι, ἐν οἷς δὲν περιλαμβάνεται ὁ ἀξιωματικὸς Ντάης. Δὲν ἀναγινώσκω τὰ ὀνόματα....
§18ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διατί ἀπεῤῥίψατε τὴν πρώτην πρότασιν;
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διότι ἐπρόκειτο περὶ προβιβασμοῦ κατ’ ἐκλογήν, ἡ δὲ ἐκλογὴ εἶναι τῆς ἐκτιμήσεως τῶν Ὑπουργῶν. Ὁ προβιβασμὸς κατωτέρων ἀξιωματικῶν κατ’ ἐκλογὴν εἶναι ἐξαιρετικός, ὡς ἔχουσι παρ’ ἡμῖν τὰ τοῦ στρατοῦ, δὲν ἐθεωρήσαμεν δέ, ὅτι ὑπῆρχεν ἀποχρῶν λόγος, ὅπως, ἀποστρατευομένου τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου, δοθῇ εἰς αὐτὸν καὶ προβιβασμός. Ἐλθὼν ὅμως ὁ ἀξιωματικὸς ἐνταῦθα, ἀνέπτυξε τὰ τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, ἐπὶ ταῖς ἐπιμόνοις δ’ αὐτοῦ παραστάσεσιν, ἐμελετήθησαν τὰ κατ’ αὐτὸν πληρέστερον, πόρισμα δὲ τῆς μελέτης ὑπῆρξεν ἡ ἀναθεώρησις τῆς πρώτης ἡμῶν γνώμης, καὶ ἡ ἀπόφασις, ὅπως ἐξαιρετικῶς, ἀλλὰ νομίμως, προκληθῇ ὑπὲρ αὐτοῦ προβιβασμὸς κατ’ ἐκλογήν. Τὰ ῥηθέντα ἄρα, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος δὲν παρουσιάσθη πρὸς ἐξέτασιν, ἀναγνωρίζων, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ ἐν ἐπιθεωρήσει, εἶναι ἀβάσιμα. Πάντες οἱ ἐνήμεροι εἰς τὰ τῆς χωροφυλακῆς γινώσκουσιν, ὅτι ὁ μοίραρχος Ντάης ἐθεωρεῖτο ἐκ τῶν μᾶλλον ἐγγραμμάτων, καὶ οὐδένα διέτρεχε κίνδυνον νὰ μὴ ἐπιτύχῃ ἐν ἐξετάσει Ἐπιθεωρητοῦ. Τὰ περὶ τοῦ προβιβασμοῦ κατ’ ἐκλογὴν ἀποδεικνύονται καὶ ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα προσήγαγον, καὶ ἐκ τῶν ἐξηγήσεων, τὰς ὁποίας ἔδωκα, γενόμενα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐνασκοῦντος δικαίωμα. Ἀλλ’ ἡ ἐνάσκησις δικαιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν πρέπει βεβαίως νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ μόνην τὴν ἔποψιν τῆς νομιμότητος. Ἀφοῦ τὴν νομιμότητα τοῦ προβιβασμοῦ ἀπεδείξαμεν, δύναται νὰ ἐξετασθῇ καὶ οὐσιαστικῶς, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς τὸ Ὑπουργεῖον προεκάλεσε νόμιμον προβιβασμόν, διότι ἐπίσης νομίμως ἐργαζόμενον, ἠδύνατο τὸ Ὑπουργεῖον νὰ μὴ προβιβάσῃ τὸν ἀξιωματικόν. Ὅταν ὑπάρχῃ ἐπιλογή, ὑπάρχει καὶ εὐθύνη ἐπὶ τῇ ἐνδεχομένῃ κακῇ ἐκτιμήσει· ἠδύνατο τὸ Ὑπουργεῖον νομίμως νὰ προκαλέσῃ ἢ νὰ μὴ προκαλέσῃ τὸν προβιβασμόν. Προκαλέσαντες τὸν προβιβασμόν, φέρομεν τὴν εὐθύνην ἐπὶ τῇ ὀρθῇ, ἢ μὴ, ἐκτιμήσει τῶν περιστάσεων, ἀναδεχόμεθα δ’ αὐτὴν πλήρη. Προκειμένου περὶ ἀξιωματικοῦ, ὅστις προέκειτο ν’ ἀποστρατευθῇ, ἐξετίμησε τὸ Ὑπουργεῖον τὰ γεγονότα καὶ ἐθεώρησεν, ὅτι ἡ προηγουμένη ὑπηρεσία τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου ἐνεδείκνυε τὸν κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμόν. Ἐὰν ἔχῃ τις ἐναντίαν γνώμην, οὐχὶ ὡς πρὸς τὸ νόμιμον, διότι τοῦτο ἀπεδείχθη, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν κατ’ οὐσίαν ἐκτίμησιν, εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ συζητήσωμεν καὶ περὶ τούτου. Ἀλλὰ δὲν προετάχθη μόνον τὸ ζήτημα τοῦ κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμοῦ ὑπὸ τῶν ἀγορευσάντων ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τοῦ θέματος, προετάχθη καὶ τὸ ζήτημα τοῦ προβιβασμοῦ, ἐν ᾧ χρόνῳ ὁ ἀξιωματικὸς δὲν ἦτο ἐν ἐνεργείᾳ. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας παρέστησεν, ὅτι ναὶ μὲν κατὰ τὸν νόμον ἡ ἀποστράτευσις, ἡ αὐτεπαγγέλτως ἐνεργουμένη, δὲν δύναται νὰ προκληθῇ, εἰμὴ ἀφοῦ παρέλθῃ ἡ διορία πρὸς ἐνέργειαν τῶν τῆς ἀποστρατεύσεως ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἀλλ’ εἶπεν, ὅτι οὐχὶ ὀρθῶς λέγομεν ἀφοῦ, ὅτε ὁ νόμος λέγει ἅμα. Καὶ οὕτως ὅμως πάλιν ἀπὸ τῆς ἐπαύριον θὰ ἤρχετο ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ οὐχὶ ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν συμπληροῦται τὸ ὅριον τῆς πρὸς ἀποστράτευσιν ἡλικίας, διότι ὁλόκληρος ἡ ἡμέρα ἀνήκει εἰς τὸν ἀξιωματικόν· ἀλλὰ καὶ τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἐὰν δηλοῖ τὸ ἅμα, περὶ τίνος πρόκειται; Δὲν λέγει ὁ νόμος, ὅτι ἀποστρατεύεται τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὁ ἀξιωματικός, λέγει, ὅτι προκαλοῦνται τὴν ἡμέραν ἐκείνην τὰ τῆς ἀποστρατεύσεως, δηλαδὴ τὴν ἡμέραν ἐκείνην παρασκευάζεται τὸ Διάταγμα τῆς ἀποστρατεύσεως, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς παρασκευῆς τοῦ Διατάγματος τῆς ἀποστρατεύσεως μέχρι τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποστρατεύσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ παρέλθῃ χρόνος τις. Κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον ὁ ἀξιωματικὸς ἔχει πάντα τὰ δικαιώματα τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοῦ, καὶ ὡς πρὸς τὸν χρόνον μόνον εὐλόγως δύναται νὰ ζητηθῇ εὐθύνη παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἂν ὁ χρόνος οὗτος ὑπῆρξε μακρότερος τοῦ δέοντος. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ δέκα ἡμερῶν, δύναταί τις νὰ ἀξιώσῃ, ὅτι ὁ χρόνος ὑπῆρξε μακρότερος τοῦ δέοντος; Βεβαίως ὄχι. Διότι καὶ διπλάσιον χρονικὸν διάστημα ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ κανονικὸν, ἀπὸ τῆς προκλήσεως δηλαδὴ μέχρι τῆς ἐκτελέσεως τοῦ Διατάγματος. Περὶ τούτων ἄρα δὲν πρόκειται. Ἀλλ’ ἐπήγαγεν ἕτερόν τι ὁ κ. Βουλευτής. Εἶπεν, ὅτι, καὶ ἂν ἐν ἐνεργείᾳ διετέλει ὁ ἀξιωματικὸς ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν συνεπληρώθη τὸ ὅριον τῆς πρὸς ἀποστράτευσιν ἡλικίας, μέχρι τῆς ἐκτελέσεως τοῦ Διατάγματος, δὲν ἠδύνατο ὅμως νὰ προβιβασθῇ κατὰ τὸ διάλειμμα. Τοῦτο περιέχει ἐν ἑαυτῷ καὶ τὴν ἀναίρεσιν. Ἀφοῦ ἦτο ἐν ἐνεργείᾳ ὁ ἀξιωματικὸς, εἶχε πάντα τὰ δικαιώματα τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοῦ, ὡς καὶ πάσας τὰς ὑποχρεώσεις, ἐκ τῶν δικαιωμάτων δὲ τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοῦ εἶναι καὶ τὸ προβιβάζεσθαι, ἑπομένως εἶχε καὶ τὴν ἱκανότητα πρὸς προβιβασμόν. Ἀλλὰ, καίτοι εἶχε τὴν ἱκανότητα πρὸς προβιβασμὸν, ἆρα προσῆκεν ὁ προβιβασμὸς, ἀφοῦ παρῆλθεν ἡ πρὸς ἀποστράτευσιν διορία; Προκειμένου εὐθὺς μετὰ τὸν προβιβασμὸν νὰ τεθῇ ἐν ἀποστρατείᾳ ὁ ἀξιωματικὸς, οὐδεὶς ὑπῆρχε λόγος, ἀφοῦ κατὰ νόμον ἠδυνάμεθα νὰ προβιβάσωμεν αὐτὸν, καθὸ διατελοῦντα ἐν ἐνεργείᾳ, νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν εἶχεν ἢ δὲν εἶχε συμπληρώσει τὸν χρόνον τῆς ἀποστρατεύσεως. Ἀφοῦ δὲν εἶχεν ἔτι ἀποστρατευθῆ, εἶχε πάντα τὰ δικαιώματα τοῦ μήπω ἀποστρατευθέντος, ἑπομένως καὶ τὸ δικαίωμα, ὅπως, ἀποστρατευόμενος, προβιβασθῇ, ἐὰν ἦτο πρέπον νὰ προβιβασθῇ, ἐὰν αἱ προηγούμεναι ὑπηρεσίαι του τῷ παρεῖχον τὸ δικαίωμα, ὅπως προβιβασθῇ. Ἑπομένως καὶ τυπικῶς ἐξεταζομένου τοῦ ζητήματος, καὶ κατὰ τὸ γράμμα τοῦ νόμου, καὶ οὐσιαστικῶς, ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ εἰργάσθη καθ’ ὅλα πρεπόντως. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἐῤῥίφθη ἐν τῇ Βουλῇ μόνον χάριν παρελκύσεως, ἀνωρύχθη, ὅτε ἐζητεῖτο θέμα πρὸς καταδαπάνησιν τοῦ χρόνου, τὸν ὁποῖον ἐφοβοῦντο οἱ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἴδωσι διατιθέμενον πρὸς τὰ κύρια ἡμῶν ἔργα. Ἐπελήφθησαν τῶν τοῦ χόρτου, ἐπανῆλθον ἐν ἀπογνώσει εἰς αὐτὸ δευτέραν καὶ τρίτην φορὰν, καὶ πάλιν πιθανὸν, ἐπειδὴ εἶναι μόλις ἕκτη καὶ ἡμίσεια, νὰ ἴδωμεν τὸ χόρτον ἀνασυρόμενον, ἢ τὸ ζήτημα τοῦτο περὶ τῆς ἀποστρατεύσεως τοῦ Ἀντιμοιράρχου παρελκυόμενον, καὶ πάλιν ἴσως αὔριον νὰ ἐπανίδωμεν ταὐτὰ θέματα ἀναμασσώμενα. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ τοιούτων σκοπῶν, καὶ ἐν τῷ θέματι τούτῳ ὡς καὶ ἐν παντὶ ἄλλῳ θὰ ἐξακολουθῶ ἀπέχων συστηματικῶς ἀπὸ συμπράξεως εἰς τὴν παρέλκυσιν διὰ συμμετοχῆς εἰς συζητήσεις, ἐν αἷς ὁ ἔλεγχος προτάσσεται μόνον κατ’ ἐπίφασιν. Ἀλλὰ, καίτοι πρὸς παρέλκυσιν γίνονται αἱ συζητήσεις, ἐνῷ ἀπέχω ἀπὸ μετοχῆς εἰς αὐτὰς, καθῆκον ὅμως θεωρῶ νὰ διαφωτίζω τὴν Βουλὴν ἐπὶ παρεμπιπτόντων πραγματικῶν ζητημάτων, δίδων περὶ αὐτῶν, ὡς καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, πᾶσαν πληροφορίαν καὶ προσάγων πάντα τὰ ζητούμενα ἔγγραφα.
§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Πρωθυπουργὸς ὑπόκειται εἰς τὸ πάθος τῆς ὀργῆς. Ὅσοι δὲ ἔγραψαν περὶ χαρακτήρων βεβαιοῦσιν, ὅτι τὸ πάθος τῆς ὀργῆς εἶναι ἀναπόσπαστον ἀπὸ τὸ πάθος τοῦ πείσματος. Κατὰ τὴν περίοδον δὲ ταύτην τοῦ χρόνου ὁ Πρωθυπουργὸς ἔδωκεν ἀποδείξεις, ὅτι κατέχεται καὶ ἀπὸ τὰ δύο ταῦτα ἐλαττώματα. Τὴν ὀργὴν κατεδήλωσε τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἀλλ’ ἐν ὀργῇ ἔλεγεν ἐννοίας, αἵτινες δὲν ἔχουσι σημασίαν. Ἔλεγεν ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὸ Ἔθνος ἔχει συμφέρον νὰ μάθῃ τί θέλομεν, ὡς ἂν τὸ Ἔθνος δὲν γνωρίζει τί θέλομεν, ἢ ὡς ἂν ἡμεῖς ἐξήλθομεν χθὲς ἐκ τοῦ ὠοῦ, οὐδὲ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία, ἵνα δηλώσωμεν, τί φρονοῦμεν καὶ τί θέλομεν. Τὸ Ἔθνος γνωρίζει, ὅτι θέλομεν νὰ σᾶς ἀνατρέψωμεν, γνωρίζει, ὅτι θέλομεν νὰ σᾶς διαδεχθῶμεν· θέλομεν νὰ σᾶς ἀνατρέψωμεν, διότι ὠθεῖτε τὴν χώραν κατὰ κρημνῶν, διότι τὴν κατεπονήσατε οἰκονομικῶς, διότι ἐδουλώσατε αὐτὴν δι’ ἑκατοστύος ἑκατομμυρίων δανείων, τὰ ὁποῖα προσεθήκατε ἐπὶ τοῦ τραχήλου αὐτῆς, διότι κατεστρέψατε τὴν διοίκησιν, διότι διεφθείρατε τὴν πολιτείαν. Θέλομεν νὰ σᾶς ἀνατρέψωμεν, αὐτὸ δὲ δὲν τὸ εἴπομεν πρώτην φορὰν, τὸ εἴπομεν ἀπὸ τοῦ 1883, καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὸ εἴπομεν καὶ πρὸς τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος. Ζητοῦμεν νὰ σᾶς ἀνατρέψωμεν, διότι θέλομεν ν’ ἀποκαταστήσωμεν Κυβέρνησιν, ὁποίαν ἡμεῖς ἐννοοῦμεν, καὶ ὁποίαν ὑπισχνούμεθα ν’ ἀποκαταστήσωμεν, ἐὰν ἤθελε μᾶς ἐνδείξει εἰς τὸ Στέμμα ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος, ἵνα σᾶς διαδεχθῶμεν. Ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος γνωρίζει τί θέλομεν. Γνωρίζει δὲ ὡσαύτως καὶ τίνες ἐξηχρείωσαν τὸ πολίτευμα, καὶ τίνες θέλουσι νὰ τὸ διατηρήσωσιν εὐγενὲς, οἷον κατέστησαν αὐτὸ οἱ νόμοι. Δὲν ἔχει ἀνάγκην ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος νὰ μάθῃ ἀπὸ ὑμᾶς, τίνες ἐξηχρείωσαν τὸ πολίτευμα, ἢ τίνες τὸ κατέστησαν εἰκονικὸν, καὶ τίνες ζητοῦσι νὰ συμπληρώσωσι τὸ οἰκοδόμημα τὸ ἀντισυνταγματικὸν, τὸ ὁποῖον οἰκοδομοῦσι διὰ τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν, καὶ δι’ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ζητοῦσι νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν. Ἀλλὰ καὶ τὸ πολίτευμα ἐταπείνωσαν πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ κοινοῦ διὰ τῆς τακτικῆς τοῦ ἐξευτελίζειν τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, τοῦ ἐξευτελίζειν τοὺς Ἀντιπροσώπους, οὓς τὸ Ἔθνος ἀπέστειλεν ἐνταῦθα. Καὶ τί ἄλλο γίνεται, εἰμὴ ἐξευτελισμὸς πλήρης τῶν Ἀντιπροσώπων κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο τῶν τελευταίων ἑβδομάδων; Ζητεῖτε διὰ παντὸς τρόπου νὰ μᾶς φέρητε εἰς κάματον, νὰ μᾶς ἀποκάμητε, ὅπως ἀποσυρθῶμεν, διὰ νὰ μείνητε μόνοι, νὰ ψηφίσητε ἀναγινωσκόμενα τὰ νομοσχέδια, ὡς ἀναγινώσκονται τὰ συναξάρια κατὰ τὰς ἑορτὰς τῶν ἁγίων. Θέλει νὰ ψηφίζωνται ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀφωνητεὶ ἅπαντα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλει. Ἡμεῖς, ἐὰν ἐνεμείναμεν δύο Σάββατα μέχρι τῆς πρωΐας, τὰς δὲ ὑπολοίπους ἡμέρας μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, ἐμείναμεν διότι σεῖς ἐπεζητεῖτε νὰ μᾶς ἀναγκάσητε ν’ ἀποσυρθῶμεν, νὰ μᾶς διώξητε ἐντεῦθεν, διὰ νὰ δυνηθῆτε νὰ ἐκτελέσητε τοὺς σκοπούς σας. Μήπως δὲν μᾶς ἐδιώξατε κατὰ τὸ 1884; μήπως δὲν μᾶς ἐδιώξατε πέρυσι; Κατὰ τὸ 1884 ἐκρύψατε τὰς πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα μὴ ἴδωμεν, ὅτι ἐπληρόνετε χρήματα ἐκ τῆς πιστώσεως τῶν ἐκτάκτων ὑγειονομικῶν ἐξόδων, καὶ ἠγοράζετε τυπογραφεῖα, ἵνα πλουτίσητε τοὺς ὀπαδούς σας. Καὶ κατὰ τὸ 1887 μᾶς ἐδιώξατε, ὅτε ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ κ. Σιμόπουλος εἰργάζετο μετὰ τῆς πλειοψηφίας ἐν ἀπουσίᾳ τῆς μειοψηφίας. Ἠναγκάσθημεν λοιπὸν νὰ ἐμμείνωμεν τώρα μέχρι τῆς πρωΐας, διότι εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι, ἐὰν ἀποκαμόντες ἀνεχωροῦμεν πρὸ τῆς ὥρας ταύτης, ὑμεῖς ἠθέλετε ψηφίσει ἐν ἀπουσίᾳ ἡμῶν ὅλα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπεβάλετε μέχρι τοῦδε. Κατὰ τὸ 1884 καὶ κατὰ τὸ 1887 εἴχομεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι δὲν ἠθέλετε ἔχει τὴν τόλμην ταύτην. Ἀλλ’ ἐδείξατε, ὅτι τὴν εἴχετε. Εἴχομεν τότε τὴν ἐλπίδα, ὅτι δὲν ἠθέλετε ποτὲ ὠθήσει τοὺς φίλους σας, τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν πλειονοψηφίαν, νὰ ψηφίσωσιν ἀφωνητεὶ τὰ νομοσχέδια, ὅτι δὲν θὰ εἴχετε τὴν τόλμην νὰ παραστήσητε, ὅτι τοιαύτη κατήντησεν ἡ πολιτικὴ καὶ πνευματικὴ κατάστασις τῆς πατρίδος σας, ὥστε ἐντὸς δέκα ἡμερῶν ἐψηφίσθησαν 150 νόμοι. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἴδομεν, ὅτι εἴχετε καὶ τὴν τόλμην ταύτην, καὶ δὲν ἐφείσθητε οὔτε τῆς τιμῆς τῆς πατρίδος σας, οὔτε τῆς τιμῆς τῶν φίλων σας, ἀπεφασίσαμεν νὰ μείνωμεν ἐνταῦθα, ἵνα σᾶς ἀναστείλωμεν ἀπὸ τῆς ἐκτελέσεως τῶν εἰρημένων σκοπῶν σας. Μήπως αὐτό, τὸ ὁποῖον ὑπεστηρίξετε τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀπὸ τοῦ βήματος, μήπως αὐτὸ δὲν μαρτυρεῖ ποίας ἐννοίας ἔχετε περὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος; Σεῖς φρονεῖτε, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς εἶναι ἀλληλεγγύως ὑπεύθυνος δι’ ὅλας τὰς πράξεις μετὰ τῶν Ὑπουργῶν. Τί ἄλλο ἀντισυνταγματικώτερον τούτου; Τοῦτο δὲν καταστρέφει τὴν ἐλευθέραν ἐνέργειαν τῶν Ὑπουργῶν; Ποῦ ἠκούσθη παραλογισμὸς μεγαλείτερος, εἰμὴ νὰ ᾖ τις ὑπεύθυνος διὰ πράξεις, τὰς ὁποίας δὲν γνωρίζει, διότι τὰς ἔπραξεν ἄλλος τις συνάδελφος ἐν ἀγνοίᾳ αὐτοῦ; Ἀλλ’ ὑπάρχει πλέον Ὑπουργός; Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον μεταβάλλεται εἰς ἓξ γραφεῖς, οἱ ὁποῖοι γράφουσι καθ’ ὑπαγόρευσιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Καὶ δὲν μεταβάλλεται μόνον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἰς τοσούτῳ ταπεινὸν καὶ εὐτελῆ Σύλλογον, ἀλλὰ καταστρέφεται καὶ ἡ ὑπόληψις τῆς πλειοψηφίας, διότι προκηρύσσεται ἀλληλεγγύη μεταξὺ πάντων τῶν Ὑπουργῶν καὶ διὰ τὸν διορισμὸν τοῦ τελευταίου δικαστικοῦ κλητῆρος ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ τῆς Καρδίτσης. Δὲν ἀφίνεται πλέον εἰς τὴν πλειοψηφίαν ἡ ἐκτίμησις τῶν πράξεων τῆς Διοικήσεως, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται πολιτικὴ ἐκτίμησις. Καὶ λέγετε εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ δὲ πλειοψηφία προτιμᾷ νὰ καλύψῃ τὴν παρανομίαν, νὰ ἀνεχθῇ αὐτήν, παρὰ νὰ προκαλέσῃ τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας τὰς γενικὰς ἰδέας εἶχεν ἀποδεχθῆ. Ἐγὼ κηρύσσω, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ἤμην ἐν τῇ Κυβερνήσει, δὲν ἐθεώρουν ἐμαυτὸν ἀλληλεγγύως ὑπεύθυνον μετὰ τῶν Ὑπουργῶν, εἰμὴ τότε μόνον, ὅταν ἐφηρμόζοντο γενικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, ἢ τῆς Διοικήσεως, τὰ ὁποῖα ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ εἶχον ἐγκριθῆ, ἢ ὅταν οἱ νόμοι ἐπέβαλλον τὴν κοινὴν ἀπόφασιν τῶν Ὑπουργῶν ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ, ἢ ὅταν εἶχον κανονισθῆ συμφέροντα δημόσια ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τῇ προτάσει τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὅστις ἐδίσταζε νὰ ἀποδεχθῇ μόνος τὴν εὐθύνην, ἵνα κανονίσῃ αὐτὰ κατ’ ἰδίαν αὐτοῦ βούλησιν· ἑπομένως, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρέβη τὸν νόμον, καθ’ ὃν χρόνον ἤμην Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εὐθύνεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὄχι ἐγώ, ὅστις οὐδεμίαν ἔλαβον γνῶσιν τῆς παρανομίας. Ἀλλ’ ὑπῆρξε τοιοῦτόν τι; Ἡ πρᾶξις τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου κ. Μαυρομιχάλη, ὅστις τυγχάνει ἀπὼν τῆς Βουλῆς, περὶ ἧς εἶπεν ὁ Πρωθυπουργὸς, ἦτο τοιαύτη, οἵαν ὁ Πρωθυπουργὸς παρέστησεν αὐτὴν πρὸς ἡμᾶς; Ὁ κ. Μαυρομιχάλης δὲν ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ θέσῃ εἰς ἀποστρατείαν τὸν ἀξιωματικόν, περὶ οὗ εἶπεν ὁ Πρωθυπουργός. Ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος δὲν εἶχε συμπληρώσει τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, ἵνα μετατεθῇ κατὰ τὸν νόμον εἰς ἀποστρατείαν, εἶχε δικαίωμα νὰ μείνῃ ἐν ἐνεργείᾳ, οἱ δὲ Ἐπιθεωρηταὶ, οἱ ἐπιθεωρήσαντες τὸν στρατόν, ἐπληροφόρησαν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς ἦτο ἀνίκανος, ὅτι δὲν εἶχε τὰ προσόντα νὰ προβιβασθῇ, ἑπομένως ὁ ἀξιωματικὸς ἔμενεν ἐν ᾗ κατεῖχε θέσει, ἀλλ’ ἦτο ἄχθος εἰς τὸν στρατόν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐφρόντισε, πῶς νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν στρατὸν ἀπὸ τοῦ ἄχθους τούτου, καὶ ἐνετείλατο νὰ ἐρωτηθῇ, ἐὰν συναινῇ νὰ ὑποβάλῃ αἴτησιν ἀποστρατεύσεως, λαμβάνων ἕνα βαθμὸν ἀνώτερον. Ἀλλὰ τοιοῦτόν τι ἐπράξατε σεῖς περὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ Ντάη, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε κατὰ νόμον νὰ τεθῇ εἰς ἀποστράτευσιν; Οὐχί. Σεῖς, ἐπειδὴ ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος συνεδέετο διὰ δεσμῶν μὲ ὑμᾶς, ὡς εἶπον οἱ προαγορεύσαντες, ἐπειδὴ ἦτο συγγενής σας.....
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι συγγενής μου.
§22ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦτο τὸ εἶπον οἱ προαγορεύσαντες.
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ εἶπον οἱ προαγορεύσαντες, ἀλλ’ οἱ προαγορεύσαντες οὗτοι ἦσαν ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§24ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Γεωργαντᾶς εἶπεν, ὅτι εἶναι συγγενής σας, διότι ἔχει σύζυγον Ῥαζηκώτσικα.
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πᾶς Ῥαζηκώτσικας ἄρα συγγενής μου;
§26ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, καὶ ὑμεῖς δὲν τὸ διεψεύσατε.
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι συγγενής μου. Δὲν τὸ διέψευσα, ὅτε τὸ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, τὸ διαψεύδω ἤδη, ὅτε ὑμεῖς τὸ λέγετε κατὰ πρόσωπον.
§28ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπροβιβάσατε τὸν Ντάην διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, δι’ ὃν διεχειρίσθητε ἐπιεικῶς τὰ περὶ τοῦ Γραμματέως τοῦ Ταμείου Σύρου, ὅστις ἐνέγραφεν ἐν τοῖς βιβλίοις ὀλιγώτερα ὅσων εἰσέπραττε, δι’ ὃν λόγον διεχειρίσθητε τὰ τοῦ χόρτου, ὡς τὰ διεχειρίσθητε· διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἐζητήσατε νὰ ὠφελήσητε αὐτὸν, διότι συνδέεσθε μετ’ αὐτοῦ διὰ δεσμῶν συγγενείας, ἢ διὰ δεσμῶν ἐκλογικῶν.
§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὔτε.
§30ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει οὐδὲ τὸ οἰκογενειακὸν δένδρον ὑμῶν, οὐδὲ τὸν κατάλογον τῶν ἐκλογικῶν φίλων σας. Βεβαίως ὅμως συμφέρον ὡδήγησεν ὑμᾶς εἰς τὴν χαριστικὴν πρὸς τὸν Ντάην, ἀλλὰ παράνομον διαγωγήν σας. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἔλεγεν, ὅτι ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ λῃστάρχου Τάκη ἡ Ἀντιπολίτευσις δι’ ἑνὸς τῶν ὀργάνων της ἐδήλωσεν, ὅτι οἱ ἀγορεύσαντες καὶ ἀναπτύξαντες τὴν ἐπερώτησιν καὶ ὑποστηρίξαντες αὐτὴν ἐσυκοφάντουν τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν γνωρίζω, ποίαν ἔννοιαν ἔχουσιν οἱ λόγοι αὐτοῦ· ἀλλ’ ἂν ἀναφέρωνται εἰς τὸν ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴν κ. Ῥάλλην, — καὶ τοῦτον ὑπῃνίξατο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς — παρατηρῶ, ὅτι τὰ μέλη τῶν κομμάτων, ὡς καὶ τὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν ὑποχρεοῦνται νὰ ἔχωσι τὴν αὐτὴν γνώμην ἐπὶ τῆς ἐκτιμήσεως πάντων τῶν συμβεβηκότων. Ἐὰν δὲ συνέβη, εἷς ἐκ τῶν Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἐδήλωσεν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως περὶ τῆς λῃστρικῆς συμμορίας τοῦ Τάκη ἐπιεικῆ γνώμην περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τοῦτο ἀναιρεῖται ἡ ἀλήθεια τῆς γνώμης τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Καὶ ἂν ὑποθέσητε, ὅτι δὲν ἦτο εἷς μόνον Βουλευτὴς ὁ ἐντεῦθεν ἀγορεύσας καὶ ἀποφηνάμενος ἐπιεικῶς ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ δύο, ἢ καὶ τρεῖς, τοῦτο ἀναιρεῖ τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν ἰσχὺν τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἡ ἄλλη Ἀντιπολίτευσις προέβαλεν; Ἀλλ’ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἀποφαίνεσθε, λαβόντες ἀφορμὴν ἐξ ὅσων ὁ κ. Ῥάλλης εἶπεν, αὐτὴ ἡ γνώμη τί ἄλλο δεικνύει, εἰμὴ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἔχετε περὶ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος; Σεῖς νομίζετε, ὅτι οἱ φίλοι σας δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἄλλην γνώμην ἢ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔχετε σεῖς. Σεῖς πιστεύετε, ὅτι ἐπὶ παντὸς ζητήματος οἱ φίλοι σας πρέπει νὰ ἐρωτῶσιν ὑμᾶς, ποίαν γνώμην ἔχετε, καὶ πρέπει νὰ ψάλωσιν ὅσα ὡς κανονάρχαι ὑπαγορεύετε αὐτοῖς. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἔλεγε προσέτι, ὅτι δὲν κρίνει ἄξιον νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἦτο κυβερνητικὸν ζήτημα, καὶ ἐπὶ κυβερνητικοῦ ζητήματος δὲν κρίνει ἄξιον νὰ ὁμιλῇ, εἰμὴ μόνον ὅταν πρόκηται νὰ διαφωτίσῃ περὶ τῆς ἀληθείας τῶν πραγμάτων. Καὶ ἐνῷ ταῦτα λέγει σήμερον, μετέβαλε προχθὲς τὸ ζήτημα, τὸ ἀφορῶν τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ ζητήματος, ἀφορῶντος ἕνα Ὑπουργὸν, εἰς κυβερνητικὸν ζήτημα, καὶ μετέβαλεν αὐτὸ, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ψῆφον τῆς πλειοψηφίας. Διότι αἱ πράξεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἦσαν πράξεις κυβερνητικαὶ, ἦσαν πράξεις διοικητικαὶ, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶχέ τι νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ αὐτοῦ, μεθ’ ὅσα ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχε προβάλει, ἐκάθησε σιωπῶν, καὶ ἐπὶ τέλους ἐπρόβαλε κυβερνητικὸν ζήτημα. Γνωρίζω, ὅταν κινδυνεύῃ, εἴτε ἐν τῇ Βουλῇ, εἴτε ἐν τῇ κοινωνίᾳ, πόσον εἶναι μεγαλόφρων καὶ γενναῖος, διότι εἶδον ποῖα μέσα μετέρχεται, ἵνα ἀπαλλαγῇ τῶν κινδύνων. Ἀλλὰ καὶ ἄνευ ἐμοῦ, ἀρκεῖ ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως, τὰ φύλλα τῆς ὁποίας κατὰ τὰς τελευταίας ἑβδομάδας μᾶς ἐδίδαξαν τὴν μεγαλοφροσύνην αὐτοῦ. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ὑπάρχῃ συνάδελφος Βουλευτὴς, εἷς ἢ πλειότεροι, ἔχοντες ἀλλοίαν γνώμην περὶ τῶν γενικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἡ Ἀντιπολίτευσις ὑποστηρίζει. Ἀλλ’ ἐὰν ἔχῃ τις ἀλλοίαν γνώμην ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τῆς διοικήσεως, ἢ ἐπὶ ζητημάτων ὑποδεεστέρων, δὲν μεριμνῶ παντάπασιν, οὐδὲ ἀνησυχῶ, διότι προσδοκῶ, ὅτι ἡ συζήτησις περὶ τῶν θεμάτων τούτων ἤθελε πείσει αὐτὸν ἢ αὐτοὺς, ἵνα ἀποδεχθῶσι τὴν γνώμην ἡμῶν, ἢ ἤθελε πείσει ἡμᾶς, ἵνα ἀποδεχθῶμεν τὴν γνώμην ἐκείνων. Καὶ κατὰ τοῦτο διαφέρομεν ὅλως ἀπὸ τὸν Πρωθυπουργὸν, τὸν ὁποῖον οὐδεμία συζήτησις δύναται νὰ πείσῃ, καὶ ὁ ὁποῖος ὡς πρώτιστον ὅρον ἀπαιτεῖ παρὰ τῶν φίλων του, νὰ μὴ ἔχωσιν ἐπὶ οὐδενὸς γνώμην διάφορον τῆς γνώμης αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν διαφέρωσιν αἱ γνῶμαι αὐτῶν ἐπὶ τῶν γενικῶν ζητημάτων, ἐπὶ τῶν ζητημάτων, τῶν ἀφορώντων τοὺς σκοποὺς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τὰς κρίσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει συνάδελφοι, ἔχοντες διαφέρουσαν γνώμην, θέλω αἰσθανθῆ βεβαίως λύπην, διότι ἡ ἀριθμητικὴ δύναμις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως θέλει μειωθῆ κατὰ ἕνα, ἢ δύο, ἢ τρεῖς, ἀλλ’ ἡ ἐνδεχομένη τοιαύτη ἑτεροφωνία αὐτῶν δὲν ἐλαττόνει τὴν δύναμιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἣν δὲν παριστᾷ ὁ ἀριθμὸς, ἀλλὰ παριστᾷ ἡ ἀλήθεια τῶν ἰσχυρισμῶν, τὸ δίκαιον τοῦ ἀγῶνός της, καὶ ἡ εἰλικρινὴς περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου φροντὶς αὐτῆς. Μήπως δὲν ἐκάθητο ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ πρὸ μικροῦ Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἐνιαυτοῦ ἐτύγχανε φίλος τοῦ Ὑπουργείου καὶ ὑπεκρίνετο, ὅτι ἦτο συνάδελφος ἡμῶν, σύντροφος ἡμῶν; Καὶ οὗτος ἀπεχωρίσθη ἡμῶν, καὶ χαίρω διότι ἀπεχωρίσθη. Ὡς θέλω λυπηθῆ, ἐὰν ἄλλος συνάδελφος ἐκ τῶν καθημένων ἐνταῦθα ἤθελεν ἀποχωρισθῆ ἀπὸ ἡμᾶς δι’ ἐνδεχομένην διαφωνίαν, ἂν καὶ ἡ λύπη ἡμῶν αὕτη δὲν θέλει ἀποτελέσει ἀσθένειαν τοῦ ἀγῶνος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁμιλῶν περὶ τῶν ἀντιπάλων του, ὁσάκις ἐγκαλῆται ἢ ἐν τῇ Βουλῇ, ἢ ἐν τῇ κοινωνίᾳ διὰ τῆς δημοσιογραφίας, δὲν ζητεῖ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι πράττει τὰ νόμιμα, ἢ τὰ εἰς τὸ Κράτος λυσιτελῆ, ἀλλ’ ἐγκαλεῖ τοὺς κατηγοροῦντας αὐτοῦ, ὅτι αὐτοὶ εἶναι τῶν νόμων οἱ παραβάται. Δὲν ἀπολογεῖται, διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι εἶναι εἰλικρινὴς καὶ καλῆς πίστεως, ἀλλὰ καταγγέλλει τοὺς κατηγοροῦντας αὐτοῦ, ἐκτοξεύων κατ’ αὐτῶν καταγγελίας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι εἰθισμένον νὰ ἐκτοξεύωνται κατὰ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν. Εἶμαι εὐτυχὴς, διότι αἱ καταγγελίαι, τὰς ὁποίας κατ’ ἐμοῦ ἐξετόξευσε τὴν ἑσπέραν ταύτην, τὰς ὁποίας ἠκούσατε, ἀνάγονται πᾶσαι εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὐδεμία δὲ συνδέεται μὲ τὰ πολιτικὰ ἤθη μου. Εἶμαι εὐτυχής, διότι δὲν ἔχω τὴν τύχην τοῦ Κουμουνδούρου, ὃν ἐσυκοφάντησεν, οὐδ’ ἀπέδωκε καὶ εἰς ἐμὲ τὸ ἔγκλημα τῆς προδοσίας, τὸ ὁποῖον ἀπέδιδεν εἰς ἐκεῖνον, ἢ τὰς ἄλλας ἀξιοποίνους πράξεις, τὰς ὁποίας ἀπέδιδεν εἰς τοὺς συναδέλφους αὐτοῦ. Τίς εἶμαι, γνωρίζει ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Διὰ νὰ λάβητε, κύριε Πρωθυπουργέ, πεῖραν τῆς γνώμης αὐτοῦ περὶ σοῦ καὶ περὶ ἐμοῦ, ἀναμνησθῆτε, ποῖα μέτρα ἐλάβετε πρὸς ἀσφάλειάν σας, ὁσάκις ἐφοβήθητε, μήπως ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν προσβλέψῃ πρὸς σᾶς. Τὴν οἰκίαν σας μετεβάλετε εἰς ὀχύρωμα, ἀλλ’ ἡ ἐμὴ οἰκία ἔχει πάντοτε ἀνεῳγμένας τὰς θύρας της. Ἐὰν δέ ποτε κληθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἀποφασίσῃ μεταξὺ σοῦ καὶ ἐμοῦ, ἐὰν ἡ ψῆφός του ἀνακηρύξῃ ἐμέ, ὡς λέγετε, καταγέλαστον, τίς οἶδε πῶς θέλει ἀνακηρύξει σέ... Λυποῦμαι ἀναλογιζόμενος ποίαν ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Ἔθνους κατέχεις θέσιν, ἀφοῦ ἠξιώθης νὰ καταλάβῃς τοσοῦτον μεγάλα ἀξιώματα. Ἐνθυμοῦμαι τὸ 1879 καὶ τὸ 1880, ὅτε συνέπραττον μετὰ τοῦ Κουμουνδούρου, καὶ ἀπετέλουν μέλος τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐχλεύαζες αὐτὸν ἐντεῦθεν καὶ διότι δὲν ἠδύνατο νὰ προφέρῃ ἀπταίστως ἐν γαλλικῇ γλώσσῃ καὶ δὲν ἀπήγγειλεν ὡς Γάλλος τὸ ὄνομα συγγραφέως τινὸς περὶ στρατιωτικῶν πραγμάτων!
§31ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Οὐδέποτε.
§32ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχω τὰ πρακτικά, καὶ δύναμαι νὰ τὰ φέρω.—Καὶ ἐνθυμοῦμαι τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, ἐρωτῶντα σατανικῶς τὸν δυστυχῆ γέροντα, ἐὰν ἦτο συνεννοημένος καὶ αὐτὸς εἰς τὰς ἁρπαγὰς τῶν ἁλάτων τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι εἶμαι εὐτυχής, διότι ἐσώθην ἀπὸ προσβολῶν παραπλησίων, διὰ δὲ τὰς ἰδιότητας, τὰς ὁποίας μοὶ ἐδώκατε, δύναμαι νὰ μειδιῶ, ἀκούων ὑμῶν. Δὲν δύναμαι μόνον νὰ μειδιῶ, ὅταν ἀναμιμνήσκωμαι, πῶς κυβερνῶσι τὴν χώραν οἱ νῦν κυβερνῶντες αὐτήν, ποία δὲ ἡ διοίκησις, τὴν ὁποίαν κατέστησαν ἐν αὐτῇ. Ἡ τοιαύτη πορεία τῶν κυβερνώντων εἶναι ὁ εὐγενέστερος τίτλος ἐκείνων, οἵτινες ἀντιπολιτεύονται ὑμᾶς, οἵτινες ἀγωνίζονται, οὐχὶ ὅπως φωτίσωσι πλέον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, διότι πληρεστάτην οὗτος ἔχει πλέον γνώμην περὶ ὑμῶν, ἀλλὰ ὅπως πείσωσιν ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἀπέστειλεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐνταῦθα, ἵνα παύσωσι πλέον ὑποστηρίζοντες πολιτείαν ὀλέτειραν τῶν δημοσίων πραγμάτων.
§33ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἀπὸ χθὲς ὑπὸ συζήτησιν θέμα, τοῦ ὁποίου ἐπελήφθη ἡ Βουλὴ συνεπεία ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀργολιδοκορινθίας, ὑπῆρξε τοσοῦτον ἀτυχὲς διὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε, ἀπαντῶν εἰς τὰ κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς χθὲς λεχθέντα, ἠθέλησε νὰ συγχύσῃ τὸ θέμα ἐκεῖνο, καὶ νὰ καλύψῃ τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν φέρει, διὰ γενικωτέρας συζητήσεως, προσπαθήσας, κατὰ τὴν συνήθειάν του, νὰ κρυφθῇ ὄπισθεν τῆς εὐθύνης ἄλλων. Καὶ ἐνῷ πάντες ἀνεμένομεν τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνέβαινεν ἐπὶ τὸ βῆμα, νὰ φέρῃ τὴν προτέραν ἐκείνην διαταγήν, διὰ τῆς ὁποίας ἀπεῤῥίφθη ἡ πρώτη αἴτησις τοῦ Μοιράρχου Ντάη περὶ προαγωγῆς, μᾶς ἔφερεν ἔγγραφα, ἀφορῶντα εἰς τὴν εὐθύνην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, μὴ εὑρισκομένου πλέον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Τί ἀποδίδεται εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν κατὰ τὴν ἐνέργειάν του ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν; Ἀποδίδεται αὐτῷ, ὅτι παρέβη τὸν νόμον περὶ ὁρίου ἡλικίας, ὅτι παρέβη τὸν νόμον καὶ τὸ Διάταγμα περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν· ἀποδίδεται αὐτῷ, ὅτι, ἐνῷ οὐδὲν εἶχε προσὸν πρὸς προαγωγὴν ὁ Μοίραρχος ἐκεῖνος, ἐνῷ αὐτὸς οὗτος ὁ Ὑπουργὸς τὸ ἀνεγνώρισε διὰ διαταγῆς του προτέρας, διὰ τῆς ὁποίας ἀπέῤῥιψεν αἴτησιν περὶ προαγωγῆς αὐτοῦ, μετὰ ταῦτα, ὅτε οἱ ὅροι τῆς συναλλαγῆς τῷ ἐπέβαλον αὐτὴν ἐκείνην τὴν δῆθεν ἔκθεσιν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ἐσκέφθη καὶ ἐξέδωκε τὴν πρώτην διαταγήν, διὰ τῆς ὁποίας ἀπεῤῥίφθη ἡ αἴτησις τοῦ Μοιράρχου Ντάη πρὸς προαγωγήν, αὐτὴν ἐκείνην ἔφερεν, ὅπως δικαιολογήσῃ τὸν κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμόν· καὶ θέλων νὰ δικαιολογήσῃ, διατὶ ἀμέσως μετὰ τὴν λῆξιν τῆς προθεσμίας, κατὰ τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ προκαλέσῃ τὸ Διάταγμα τῆς ἀποστρατεύσεως τοῦ Μοιράρχου ἐκείνου, δὲν προεκάλεσε τοῦτο, σᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ νόμος ἐπιβάλλει προπαρασκευήν, ἀλλὰ δὲν ἐπιβάλλει συγχρόνως καὶ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος. Καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθές· ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθές, ὅτι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐπιληφθῇ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τῆς αἰτήσεως περὶ ἀποστρατεύσεως οἱουδήποτε ἀξιωματικοῦ, βεβαίως δὲν τῷ ἐπιτρέπεται μήτε ὑπὸ τοῦ καλῶς ἐννοουμένου συμφέροντος τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ μήτε ὑπὸ τῆς ἰδίας του ἀξιοπρεπείας, καὶ μήτε ὑπὸ τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους εἰσηγήσατο αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργός, νὰ σκεφθῇ περὶ προαγωγῆς αὐτοῦ. Τὸ προηγούμενον, ὄπισθεν τοῦ ὁποίου ἠθέλησε νὰ κρυφθῇ, οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀπαλλάσσον αὐτὸν τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν φέρει διὰ πρᾶξιν ἐντελῶς παράνομον, ἐντελῶς ἀντίθετον πρὸς τὰ κείμενα καὶ ἐντελῶς ἀσύμφορον πρὸς τὰ δικαιώματα τοῦ στρατοῦ καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτοῦ. Τὸ θέμα εἶναι τοιοῦτον, ὥστε ἀναγκαίως ἠθέλησε νὰ ὀλισθήσῃ, ἀναγκαίως ἠθέλησε νὰ τὸ ἀρτύσῃ μέ τινας ἐκείνων τῶν παρεκβάσεων, αἱ ὁποῖαι νομίζει, ὅτι δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς τὸ νὰ ἀνυψώσωσι τὸ γόητρόν του, καθ’ ὅσον ἀνυψοῦται κατ’ αὐτὰς καὶ ἡ φωνή του. Ὅτε αὐτὸς κατηγορεῖται διὰ πρᾶξιν θετικήν, διὰ παράβασιν τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους αὐτὸς εἰσηγήσατο, ἠθέλησε νὰ παρεμβάλῃ ζητήματα ἐντελῶς ξένα πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, ἠθέλησε νὰ κρυφθῇ ὄπισθεν τῆς εὐθύνης προκατόχου του, ἠθέλησε δὲ νὰ παρερμηνεύσῃ γνώμην, ἣν ἐξέφρασε μέλος τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀληθῶς εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπέβλεπε τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὑπήρξαμεν ἐπιεικεῖς· ἂν δὲ ὑπήρξαμεν ἐπιεικεῖς, ὑπήρξαμεν τοιοῦτοι, διότι εἴδομεν αὐτὸν ἐγκαταλειφθέντα ἐντελῶς παρὰ τοῦ προϊσταμένου τῆς Κυβερνήσεως, διότι εἴδομεν, ὅτι σεῖς προσεπαθήσατε διὰ παντὸς τρόπου τὴν εὐθύνην τὴν ὑμετέραν νὰ περιορίσητε καὶ καταστήσητε εὐθύνην αὐτοῦ προσωπικήν· διότι γνωρίζω ἐξ ἰδίας πείρας, ὅτι, ἂν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης κατέπεσε μέχρι τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον σήμερον εὑρίσκεται, ἂν ἡ δικαιοσύνη κατέπεσεν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, τοῦτο ὀφείλεται εἰς ὑμᾶς. Εὐθύνεται βεβαίως ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ εὐθύνεται, διότι δὲν ἔσχε τὸν χαρακτῆρα, ὅπως ἀντίσχῃ εἰς τὴν πίεσιν ὑμῶν. Πρώτην τάχα φορὰν ἔρχονται ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου τὰ περὶ χαρίτων, καὶ πρώτην ταύτην φορὰν φαίνεται ἡ ἐνέργεια ὑμῶν; Ὡς καὶ ἐπὶ παντὸς ἄλλου ζητήματος, δὲν νομίζετε, ὅτι πρέπει τυπικῶς νὰ ἐνεργῶνται καὶ αἱ χάριτες; Καὶ τάχα ἀπηλλάγη ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πάσης εὐθύνης δι’ ὅσων ἐξέθηκα περὶ τῆς κατηγορίας τῆς ἠθικῆς, ἡ ὁποία κἂν δὲν ἦτο τὸ θέμα τὸ ὑπὸ συζήτησιν; οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον τῷ ἀπεδίδετο αὕτη· τῷ ἀπεδίδετο κακὴ χρῆσις τῆς προνομίας τῆς χάριτος. Καὶ δὲν ἀπεδείχθη τοῦτο; καὶ δὲν ὑπεστήριξα ἐγὼ αὐτὸς τοῦτο; καὶ δὲν ἐβεβαιώθη, ὅτι διὰ παντὸς τρόπου καὶ διὰ παντὸς μέσου προσεπάθησαν, νὰ μὴ ὑποβάλωσιν ἀκριβεῖς πληροφορίας περὶ πάντων ἐκείνων, ὡς πρὸς τοὺς ὁποίους προεκάλεσαν τὰς Βασιλικὰς χάριτας; καὶ δὲν ἐβεβαιώθη κατὰ τὸ ἐπεισόδιον ἐκεῖνο, ὅτι ἡ δικαιοσύνη πλέον λειτουργεῖ μετὰ τῆς μεγαλειτέρας ἀτελείας; καὶ ἦτο ἀνάγκη μεγαλειτέρας ἀποδείξεως, παρὰ ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔφερα διὰ τῶν πρακτικῶν τοῦ Κακουργιοδικείου Κερκύρας, τοῦ ὁποίου ὁ Εἰσαγγελεὺς ζητεῖ νὰ καταδικασθῇ δι’ ἀναίρεσιν ὁ λήσταρχος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κατηγορεῖτο διὰ ληστείαν καὶ φόνον; Κατὰ τί ἠθωώθη ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ τῶν λόγων μου; Ἠθωώθη ἀληθῶς, διότι δὲν ἐπρόκειτο τότε περὶ εὐθύνης ποινικῆς, καὶ καθ’ ὅσον δὲν ἐπρόκειτο περὶ τῆς εὐθύνης τῆς ποινικῆς· ἠθωώθη—τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, —καθ’ ὅσον ἐπρόκειτο οὐχὶ περὶ τῆς ὑποθάλψεως τῆς ληστείας ἢ ληστοσυμμορίας, ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἠθωώθη καθ’ ὅσον ἐπρόκειτο περὶ τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον διεχειρίσθη τὰς χάριτας, περὶ τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον διεχειρίσθη τὴν δικαιοσύνην. Τὸ θέμα βεβαίως δὲν ἐξηντλήθη· καὶ ἀναμένω νὰ φέρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐζήτησα παρ’ αὐτοῦ, διὰ νὰ ἴδωμεν τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τῆς δικαιοσύνης, διὰ νὰ ἴδωμεν ὅτι κατέστη καὶ ἡ δικαιοσύνη κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἔγεινεν εἰς χεῖρας αὐτοῦ καὶ εἰς χεῖρας τοῦ ἀνισχύρου καὶ ἀτόλμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὄργανον φατριασμοῦ, ὄργανον τῶν θελήσεων τοῦ κόμματος. Κρίνω δὲ, ὅπως ἤθελε κρίνει αὐτὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μὲ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, καὶ ὅπως κρίνει αὐτὸς ὁ ἴδιος Πρωθυπουργὸς περὶ τῶν ὑπ’ αὐτὸν, εἴτε πολιτικῶν ὑπαλλήλων εἴτε στρατιωτικῶν, μὲ τὴν πλάστιγγα τοῦ φατριασμοῦ καὶ μὲ τὸ μέτρον τοῦ κομματισμοῦ. Σᾶς λέγει ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἐφεύρομεν πρὸς παρακώλυσιν καὶ τὸ ζήτημα τοῦ χόρτου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφιβάλῃ, ὅτι ἡ ὅλη ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἀπέβλεπεν εἰς τὸ νὰ καταστρέψῃ πᾶσαν ἰδέαν συναγωνισμοῦ. Μετὰ πεντηκονταετῆ ὅλην διαρκῆ καὶ ἀδιάλειπτον ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐνέργειαν ὡς πρὸς τὴν τροφὴν τῶν κτηνῶν, ἔρχεται μίαν ἡμέραν καὶ μεταβάλλει τοὺς ὅρους τῆς τροφῆς· καὶ ὅτε ἡ τροφὴ αὕτη ἐπρόκειτο νὰ προμηθευθῇ οὐχὶ ἐνταῦθα, οὐχὶ ἐν Ἀθήναις, ἀλλ’ ἀλλαχοῦ, ἐν Θεσσαλίᾳ, χορηγεῖ μόλις 5 ἡμερῶν προθεσμίαν, μέχρι τῆς πρώτης ἐκείνης δημοπρασίας· πῶς ἤθελον κατορθώσει οἱ μέλλοντες νὰ διαγωνισθῶσι, νὰ προμηθευθῶσι τὸ χόρτον, διὰ τοῦ ὁποίου ἔπρεπεν εἰς τὸ ἑξῆς νὰ τραφῶσι τὰ κτήνη; καὶ λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὅτι, «ὅ,τι ἦτο δυνατὸν ἐκ μέρους μου νὰ κάμω, τὸ ἔκαμον, ἵνα καταστήσω ἐντελῶς ἐλεύθερον τὸν συναγωνισμὸν, ἵνα δυνηθῶ εἰς πάντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον διαγωνισθῆ, νὰ χορηγήσω τὰ μέσα, ὅπως καταστήσω αὐτὸν πράγματι ἐλεύθερον.» Ἀλλὰ πῶς; διὰ τίνος τρόπου; Ἐνῷ ἐγνώριζεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰς τοιούτους συναγωνισμοὺς λαμβάνουσι μέρος, εἶχον προμηθευθῆ τὸ ἄχυρον, διὰ τοῦ ὁποίου συνήθως ἐτρέφοντο τὰ κτήνη τοῦ στρατοῦ, ἐφρόντισε νὰ μεταβάλῃ τὴν τροφὴν, ἂν καὶ ἐγνώριζεν, ὅτι ἡ μεταβολὴ τῆς τροφῆς δὲν ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ ὑπὲρ τῶν κτηνῶν, δὲν ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ, ὅτι εἶναι καλλιτέρα διὰ τὰ κτήνη, καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι καὶ εὐθηνοτέρα. Καὶ ὅταν τοιουτοτρόπως ἐνεργῇ καὶ ὅταν οὐδεμίαν γνωμοδότησιν προκαλῇ, ὅταν ἀπεφάσισε περὶ τῆς μεταβολῆς τῆς τροφῆς τῶν κτηνῶν καὶ ὅταν ἀφίνῃ μόλις 8 ἡμερῶν προθεσμίαν ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν κηρύττει τὸν διαγωνισμὸν μέχρι τῆς πρώτης δημοπρασίας, σᾶς λέγει ὅτι, ὅ,τι ὤφειλε, τὸ ἐξετέλεσεν ὑπὲρ τῶν δημοσίων συμφερόντων. Ὅταν τοιαῦτα πράττῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἔχει ἀληθῶς δίκαιον νὰ φοβῆται, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ τις, ὁ ὁποῖος θὰ τὸν διαδεχθῇ, διότι ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ καταπέσῃ, ὁ διάδοχος αὐτοῦ ἐρείπια μόνον θὰ εὕρῃ, ἐρείπια ἐν τῇ οἰκονομίᾳ τοῦ τόπου, διότι ὅ,τι γίνεται εἰς τὸν Σπάρταλην, θὰ γίνηται εἰς χιλίους ἄλλους· ἐρείπια ἐν τῇ δικαιοσύνῃ, διότι, ὅ,τι γίνεται εἰς τὸν Τάκην, θὰ γίνηται εἰς χιλίους ἄλλους ληστάρχους· ἐρείπια ἐν τῇ διοικήσει, διότι δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι αἱ συνεννοήσεις τῶν Ὑπουργῶν μετὰ τῶν καταδίκων θ’ ἀποδειχθῶσι μίαν ἡμέραν· ἐρείπια ἐν τῷ στρατῷ, ἐρείπια ἐν τῷ ναυτικῷ. Καὶ ὅταν τοιαύτη ᾖναι ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν μέλλει νὰ ἐγκαταλείψῃ, δικαίως ἀγανακτεῖ, διότι δὲν εὑρίσκεταί τις, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ τὸν διαδεχθῇ.
§34ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἐφ’ ὅσον, Κύριοι, ἐφημερίδες λιβελλογραφοῦσαι ἔγραφον κατ’ ἐμοῦ, καὶ ἐφ’ ὅσον ἀνωνύμως μὲ κατηγόρουν διὰ τὴν τελευταίαν μετάστασίν μου, ἤθελον σιωπήσει, διότι ἔκρινα τὰ γραφόμενα ἄξια περιφρονήσεως. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κύριος μέλλων Πρωθυπουργὸς καὶ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐμνήσθη καὶ ἐμοῦ δι’ ἀλληγορικῶν λέξεων καὶ ὑπαινιγμῶν, ὀφείλω νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν πρὸς τὴν Βουλήν, μὲ τὴν παρατήρησιν, ὅτι ὁ Βουλευτὴς δὲν ὀφείλει νὰ δίδῃ λογοδοσίαν ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, ἀλλὰ τὴν λογοδοσίαν του ὀφείλει νὰ δίδῃ ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων αὐτοῦ· τοῦτο θέλω πράξει, ὅταν ἐπέλθῃ ἡ ὥρα. Ὁ κύριος μέλλων Πρωθυπουργὸς ἐμνήσθη ἐμοῦ, εἰπών, ὅτι, ἐνῷ ἐκαθήμην ἐπὶ δύο ἔτη εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, συνενοούμην μετὰ τῆς ἄλλης πλευρᾶς. Τὰ δημόσια φύλλα, τὰ ἐκπροσωποῦντα τὰς ἰδέας του, καὶ κυρίως ἓν φύλλον, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ὁ ἴδιος συντάσσει, ἔγραψε καὶ γελοῖα, ὅτι νύκτωρ καὶ ἰδιαιτέρως ἐλάμβανον συνεντεύξεις μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διώριζον ὑπαλλήλους κτλ. Ὅλη ἡ Βουλὴ γνωρίζει, ὅτι εἰσῆλθον εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ὅλως ἀνεξάρτητος, μὴ ἀνήκων εἴς τι κόμμα. Τὸ πρόγραμμά μου ἐδημοσιεύθη εἰς τὸν «Αἰῶνα» πρὸ τῆς ἐκλογῆς, ἐπέδειξα δὲ τοῦτο εἰς πολλοὺς φίλους τῆς μερίδος ταύτης, ἀναφέρει δὲ ἐπὶ λέξεσι τὰ ἑξῆς: «ὅτι εἰσέρχομαι εἰς τὴν Βουλὴν ὅλως ἀνεξάρτητος, ἀνεπηρέαστος πάσης κομματικῆς ἰδέας, καὶ ἄνευ συμπαθειῶν καὶ ἀντιπαθειῶν πρὸς οὐδένα τῶν ἀρχηγῶν ἢ ὑπαρχηγῶν τῶν κομμάτων τῆς Βουλῆς». Τοῦτο καὶ ἔπραξα. Σεῖς ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι ἐπὶ δύο ἔτη κατεψήφισα πάντας τοὺς φόρους, πάντα τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός· διότι τοῦτο διεκήρυξα διὰ τοῦ προγράμματός μου. Ὑπεσχέθην εἰς τοὺς ἐντολεῖς μου, ὅτι θέλω καταψηφίσει πάντα φόρον καὶ πᾶν δάνειον· ἐτήρησα τὴν ὑπόσχεσίν μου, ἐξετέλεσα τὸ καθῆκον μου. Ἀπαντήσατε σεῖς, κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν ὑπερεψήφισά ποτε φόρον ἢ δάνειον, ἐπὶ δύο καὶ ἥμισυ ἔτη· ἔδωκα πάντοτε μέλαιναν ψῆφον εἰς ὅλας τὰς προτάσεις τοῦ Ὑπουργείου καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς Μανωλάδος, ὅτε σεῖς, κύριε Δηλιγιάννη, ἐτράπητε εἰς φυγήν. Ποίας ἀποδείξεις ἔχετε περὶ συνεννοήσεώς μου μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Ἀλλ’ ἐσυνηθίσατε πάντοτε νὰ συκοφαντῆτε καὶ νὰ φαντάζησθε πανταχοῦ μηχανοῤῥαφίας. Εἶχον τὸ θάῤῥος, κύριε Δηλιγιάννη, νὰ μεταβῶ εἰς τὴν μερίδα ταύτην, διότι δὲν εἶμαι, οὐδὲ ἤμην ποτὲ φίλος σας πολιτικός. Ἀφοῦ μάλιστα μὲ ἐπροκαλέσατε, πότε μὲ εἴδετε εἰς τὴν οἰκίαν σας, πότε μὲ εἴδετε εἰς τὰ συμβούλιά σας καὶ εἰς τὰς συνδιασκέψεις σας ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ κ. Καραπάνου; Οὐδέποτε· διότι δὲν ἠκολούθουν ἐξ ἀρχῆς τὰς ἀρχάς σας, ἃς πάντοτε ἀπεδοκίμασα...
§35Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν παρεπονέθην.
§36ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἐγράψατε καὶ εἴπετε, ὅτι ἀνήκω εἰς τὴν μερίδα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διὰ μυστικῶν συνεννοήσεων, ἐνῷ κατεψήφιζον πάντοτε πάσας τὰς προτάσεις αὐτοῦ καὶ ἐπολέμουν αὐτόν. Ποῖος δύναται, Κύριοι, νὰ βεβαιώσῃ, ὅσα ψεύδη εἶπεν ὁ κ. Δηλιγιάννης; Ἤμην φίλος σας ἐν ἔτει 1885, ἐπαρουσιάσθην ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων μου μὲ τὸ πρόγραμμά σας. Ἡ μόνη δὲ φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν κατεψηφίσθην καὶ ἀπέτυχον, εἶναι αὕτη, τουτέστιν ὅτε ἐξεπροσώπουν τὰς ἰδέας σας, ἐνῷ καθ’ ἁπάσας τὰς ἄλλας προηγουμένας ἐκλογὰς ἐπέτυχον πάντοτε μετὰ δύο ἢ τριῶν συντρόφων μου. Δημοσιογραφῶν καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς διατελῶν τὸ 1886, ἐμέμφθην τὴν πολιτικὴν πορείαν σας ἐν τῷ ἐθνικῷ ζητήματι. Σεῖς ὁ ἴδιος μὲ ἀπεκλείσατε τῷ 1885 ἐκ τῆς Βουλῆς διὰ μηχανοῤῥαφιῶν, ἐναντίον τῶν ὑποσχέσεων καὶ καθηκόντων σας, διότι, ἐνῷ ὑπεσχέθητε τὴν ὑποστήριξιν τῆς ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς, μὲ ἠπατήσατε, ἐφυγαδεύσατε τότε ἐκ τοῦ Βουλευτηρίου τὸν εἰσηγητὴν κ. Τράκαν, δὲν ἀφήσατε οὐδὲ νὰ ὁμιλήσῃ ὑπὲρ τῆς ἀκυρώσεως αὐτῆς, καὶ ἐνῷ ἀπέτυχον χάριν τῶν ἰδεῶν σας ἐν Κεφαλληνίᾳ κατὰ πρώτην φοράν, σεῖς μὲ ἐγκατελείψατε, ἐνῷ ὑπεσχέθητε πλήρη ὑποστήριξιν. Εἶναι δὲ πασίγνωστον, ὅτι ἐξετέθην ἐν Κεφαλληνίᾳ πάντοτε ὡς ἡγέτης πολιτικῆς μερίδος καὶ ὡς ἀντιπολιτευόμενος, οὐδέποτε δὲ ὡς ὑπουργικός, καὶ ἐν τούτοις οὐδέποτε ἀπέτυχον. Ἐπέπρωτο δὲ, ἐκπροσωπῶν τὰς ἰδέας σας, ν’ ἀποτύχω, καὶ σεῖς νὰ μὲ ἀπατήσητε. Σᾶς ὑπεσχέθην νὰ σᾶς ὑποστηρίξω καὶ δὲν σᾶς ὑπεστήριξα; Οὐδέποτε. Ἐὰν ἐκαθήμην εἰς ἐκείνην τὴν θέσιν, ἐκαθήμην χάριν τοῦ προγράμματός μου, τὸ ὁποῖον πιστῶς ἐτήρησα. Ἅμα ἔπαυσαν αἱ προτάσεις τῶν φόρων, ἅμα ἔπαυσαν αἱ προτάσεις περὶ δανείων, ἔπρεπε νὰ μεταβῶ ἀμέσως, συμφώνως μὲ τὸ αὐτὸ πρόγραμμά μου, εἰς τὴν ἄλλην πολιτικὴν μερίδα, ὅτε μάλιστα σεῖς ἀπεχωρήσατε τῆς Βουλῆς, ἐγὼ δὲ παρέμεινα ἐν αὐτῇ, κατὰ τὰς ἀρχάς μου. Σεῖς δὲ τότε μὲ ἐξυβρίσατε διὰ τῶν ἐφημερίδων σας, καὶ μύρια ψεύδη διέδωκαν οἱ φίλοι σας. Ἐν τούτοις δὲν ἐγκατέλειψα τὴν θέσιν μου, περιεφρόνησα τὰ τότε γραφέντα ψεύδη καὶ τοὺς γράψαντας ταῦτα. Διότι δὲ δὲν σᾶς ἠκολούθησα καὶ φέτος εἰς τὰς μωρὰς ἀποχωρήσεις σας, πάλιν κατ’ ἐμοῦ ἐλιβελλογραφήσατε, καὶ ἑσπέραν τινὰ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ ἀπρεπῶς προσηνέχθητε πρὸς συναδέλφους Βουλευτὰς καὶ πρὸς ἐμὲ, διότι ἔδωκα ψῆφον μέλαιναν εἴς τινα ἁπλουστάτην καὶ ἄνευ πολιτικῆς ἐννοίας περὶ ἀναβολῆς πρότασιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐνῷ εἰς τὸ διάστημα δύο ἐτῶν ὑπερεψήφισα πάσας τὰς προτάσεις αὐτῆς. Φρονῶ, κύριε Δηλιγιάννη, ὅτι οὕτω δὲν προάγεται κόμμα, οὐδὲ ἀποκτᾶτε φίλους ἐκείνους, οἵτινες ὑποστηρίζουσι τὰς ἰδέας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἄνευ ὑποχρεώσεων πρὸς πρόσωπον, ἄνευ ὑποσχέσεώς τινος, ἄνευ συμφέροντος. Πρὸς τίνα ὑπεσχέθην πολιτικὴν ὑποστήριξιν; Ἐνῷ δὲν ἐλάμβανον μέρος εἰς τὰ συμβούλιά σας, οὐδὲ εἰς τὰς διασκέψεις σας, ἐνῷ δὲν ἠσπαζόμην τὴν πολιτείαν σας ἐν γένει, ποίαν ἀπαίτησιν ἔχετε παρ’ ἐμοῦ; Ἐνῷ καὶ τὴν ἀποχώρησίν σας, κατὰ τὰς ἀρχάς μου, ἔκτοτε κατεδίκασα, ὡς ἀντισυνταγματικὴν καὶ σφαλερὰν, καὶ σεῖς, ἀγενῶς ἐκδικούμενοι, μὲ ἐλιβελλογραφήσατε, ἀνάνδρως ψευδολογοῦντες, δύνασθε νὰ φαντάζησθε, ὅτι ἠδυνάμην νὰ γίνω νευρόσπαστόν σας; Τὸ παρελθὸν ἔτος, καὶ ἐσχάτως καὶ πρὶν ἀποφανθῶ, τί θέλω πράξει, ἐγράψατε, ὅτι συνεννοοῦμαι μετὰ τοῦ κυρίου Τρικούπη, ὅτι διορίζω πρόσωπα εἰς δημοσίας ὑπηρεσίας καὶ ἄλλας μωρίας. Ποῖον διώρισα; Ἴσως διώρισα κἀνένα Κινέζον εἰς τὴν Κίναν, διότι οἱ Κεφαλλῆνες καλῶς γνωρίζουσιν, ὅτι οὐδένα διώρισα, τοὐναντίον οἱ φίλοι μου ἐπὶ τέσσαρα ἔτη καταδιώκονται ἀμειλίκτως. Πρὸς τί λοιπὸν συκοφαντεῖτε; διατὶ πλάττετε μύθους; διατὶ λιβελλογραφεῖτε; Ἵνα ἴσως προλάβητε ἄλλας μεταστάσεις. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι οὔτε ἠθικὸν, οὔτε ἐμπρέπον εἰς ἡγέτας πολιτικῶν κομμάτων. Εἶναι ἀνάξιον αὐτῶν.
§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀνέφερε παρανομίαν δῆθεν τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ἀποκρούσῃ τὴν κατ’ αὐτοῦ κατηγορίαν. Ἔλεγον, νομίζω, πρὸς ὑμᾶς ἀπὸ χθὲς, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μεταχειρίζεται τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν τῷ παρέχετε, διὰ νὰ καταδιώκῃ τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ καὶ διὰ νὰ ὑποστηρίζῃ τοὺς φίλους του· ὅταν μάλιστα πρόκηται νὰ ὑποστηρίξῃ στενοὺς αὐτοῦ φίλους, καταπατεῖ καὶ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ὁ ἴδιος ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐψήφισεν αὕτη. Ὁ ἀξιωματικὸς, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν, εἶναι ὁ ἀντισυνταγματάρχης Κουμουνδουράκης, ὁ ὁποῖος ἐπὶ 45 ὁλόκληρα ἔτη ὑπηρετεῖ τὴν πατρίδα του, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε καὶ εἰς κἀμμίαν περίστασιν δὲν κατηγορήθη ἐπὶ ἀνικανότητι....
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδένα ὠνόμασα, καὶ εἶναι πλείονες τοῦ ἑνός.
§39Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ διαταγὴ διαλαμβάνει περὶ ἑνός.
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἔγγραφον δὲν διαλαμβάνει περὶ ἑνός.
§41ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ διαταγὴ αὕτη δὲν εἶναι περὶ ἑνὸς, εἶναι ἴσως περὶ πέντε, ἀλλὰ μεταξὺ αὐτῶν εἶναι καὶ ὁ θεῖός μου· δὲν ἤμην ἐδῶ, ὅτε ἀνεγνώσθη ἡ διαταγή. Ὅτε ὁ πατήρ μου ἀπέθανεν, ἐνόμισεν ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι ὁ Ἀλέξανδρος Κουμουνδουράκης ἀντισυνταγματάρχης ἦτο ἀνίκανος νὰ προασπίσῃ ἑαυτόν· ἐπειδὴ δὲ εἶχεν ἀνάγκην νὰ προβιβάσῃ ἀξιωματικοὺς φίλους αὐτοῦ, ἔπρεπε νὰ εὕρῃ τρόπον νὰ ἀποβάλῃ τὸν ἀξιωματικὸν τοῦτον τοῦ στρατοῦ, ἵνα κενώσῃ θέσιν. Καὶ εὗρε τὸν ἀντιστράτηγον Σοῦτσον, τὸν ὁποῖον ἔπεισε...
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ποῖος;
§43ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τώρα θὰ μάθητε.— Ἐν ᾧ εἶχεν ἔκθεσιν ὑπὲρ αὐτοῦ εἰς ἄλλην ἐπιθεώρησιν, οὐχὶ μακρὰν τῆς ἐπιθεωρήσεως, ἣν ἔκαμε τελευταῖον, καὶ χωρὶς ὁ ἀντιστράτηγος ἐκεῖνος νὰ μεταβῇ εἰς τὸ τάγμα, τὸ ὁποῖον διώκει ὁ θεῖός μου, νὰ ἐπιθεωρήσῃ προσωπικῶς καὶ ἐπὶ τόπου, ἐδέχθη τὴν πρότασιν συνταγματάρχου, τὸν ὁποῖον ἀπέστειλε, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτης προσεπάθησε νὰ χαρακτηρίσῃ τὸν θεῖόν μου ὡς ἀνίκανον. Πρὶν ὅμως κάμῃ τὴν ἐπιθεώρησιν ὁ ἀντιστράτηγος Σοῦτσος, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τότε ὑπεδαύλισεν ἀντιπειθαρχικὴν στάσιν εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ θείου μου. Ὁ θεῖός μου, συμφώνως μὲ τὸν Κανονισμόν, ἐφυλάκισε καὶ ἐτιμώρησε τούτους. Τοῦτο ἐνόμισεν, ὅτι ἦτο ἀρκετόν, ὁ ἀντιστράτηγος Σοῦτσος, συνεπείᾳ ὑποβολῆς τοῦ ὑπασπιστοῦ αὐτοῦ, ἵνα ἀναγράφῃ αὐτὸν ἐν τῇ ἐκθέσει του ὡς ἀνίκανον. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα τοῦτο ἦλθε τέλος πάντων εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ φέρῃ τὸ φύλλον ποιότητος αὐτοῦ καὶ ὅλα τὰ ἀφορῶντα εἰς αὐτὸν, ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ μέχρι σήμερον, ἵνα ἴδητε ποίου εἴδους συστάσεις...
§44ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Οὐδὲ ὁ ἴδιος δὲν ἀμφισβητεῖ τὴν ἀξίαν αὐτοῦ.
§45ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν τὴν ἀμφισβητεῖ, ἀλλὰ δὲν τὸν ἐπροβίβασε, διότι ἐπρόκειτο νὰ προβιβάσῃ ἄλλους. Ἠνάγκασε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, συνεπείᾳ τῆς πλαστῆς ταύτης, ἀτίμου καὶ δολοφόνου ἐκθέσεως, ἠνάγκασε τὸν θεῖόν μου, νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον Ἐπιτροπῆς ἐξ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, ἵνα ἐξετασθῇ. Καὶ οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ ἀνωμολόγησαν, ὅτι οὐ μόνον εἶναι ἱκανὸς νὰ διοικῇ σύνταγμα, ἀλλ’ εἶναι ἱκανὸς νὰ διοικῇ καὶ ταξιαρχίαν, καὶ εἰς τὸ διαμέρισμα, τὸ ὁποῖον αὐτὸς διώκει, οὐδὲν σφάλμα παρετηρήθη. Λοιπὸν τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἐφέρατε, στρέφεται ἐναντίον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἀποδεικνύει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον χθὲς εἶπον, ὅτι πάντα μεταχειρίζεται τρόπον καὶ πάντα νόμον ποδοπατεῖ, ἀρκεῖ νὰ τιμωρήσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι φίλοι του. Καὶ δὲν ποδοπατεῖ πάντα; Δὲν ἀποδεικνύεται τοῦτο; Ἐρωτῶ λογικῶς ὑμᾶς, τί θὰ εἴπῃ προβιβάζω κατ’ ἐκλογήν; Ἐκλέγω μεταξὺ τῶν ἱκανῶν ἀξιωματικῶν τὸν ἱκανώτερον, ἵνα τὸν θέσω ἐπὶ κεφαλῆς ἀνωτέρας διοικήσεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔχει, ὅπως χρησιμεύσῃ καταλληλότερον καὶ ἀποτελεσματικώτερον. Δὲν ἐννοῶ ὅμως, τί θὰ εἴπῃ, προβιβάζω κατ’ ἐκλογὴν, ἵνα θέσω εἰς ἀποστρατείαν. Ἐρωτῶ δὲ, ὅταν προβιβάζῃ τις κατ’ ἐκλογὴν ἕνα ἀξιωματικόν, τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας του δὲν μεταβάλλεται; Πῶς τὸν θέτεις κατόπιν εἰς ἀποστρατείαν; Ἀλλὰ πασιφανέστερα τούτων δύναται νὰ εὕρῃ τις καὶ τὰ ἑξῆς, διὰ τὰ ὁποῖα κατηγορήθημεν ἐκ μέρους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς λέγοντες ἀνακριβείας καὶ διαστρέφοντες καὶ συκοφαντοῦντες. Διατὶ δὲν φέρει τὴν γενικὴν ἔκθεσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφοῦ ἰσχυρίζεται, ὅτι ἐγὼ λέγω ἀνακριβείας περὶ τῆς ἐκθέσεως ἐκείνης, ἔχω δηλαδὴ οὐχὶ ἀκριβεῖς πληροφορίας; Διατὶ δὲν φέρει τὴν ἔκθεσιν αὐτήν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὤφειλε καὶ εἶχε καθῆκον νὰ στηριχθῇ, ἵνα προβιβάσῃ κατ’ ἐκλογὴν ἕνα ἀξιωματικόν, ἀλλὰ φέρει ταύτην, ἥτις εἶναι ἀπόῤῥοια ἐκλογῆς τοῦ Ὑπουργοῦ; Εἰς τὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ ὁ ἀρχηγὸς κ. Καραϊσκάκης συνιστᾷ τὸν ἀξιωματικὸν τοῦτον νὰ προβιβασθῇ κατ’ ἐκλογὴν; Ὄχι συνιστᾷ, ἐκφράζει γνώμην, νὰ προβιβασθῇ ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος, διὰ νὰ αὐξήσῃ ἡ σύνταξίς του, οὐχὶ διότι εἶναι ἱκανὸς νὰ καταλάβῃ θέσιν ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ. Ποῦ εὗρε λοιπὸν τὰ προσόντα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη, ἵνα προβιβάσῃ εἰς ἀνώτερον τὸν ἀξιωματικὸν τοῦτον; Προσὸν εἶναι νὰ αὐξήσῃ τις τὴν σύνταξίν του, ἕνεκα τῆς πολυμελοῦς του οἰκογενείας καὶ τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν διὰ τὰ μέσα τῆς συντηρήσεώς του; προσὸν εἶναι ἡ πολυχρόνιος ὑπηρεσία διὰ τὸν κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμόν; «Δὲν ἠδίκησε τοὺς ὑποδεεστέρους του, οὐδὲ θὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν τῶν ὑποδεεστέρων του, διότι θὰ τεθῇ εἰς ἀποστρατείαν,» λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλὰ τότε τίνα λόγον ἔχει τὸ κατ’ ἐκλογήν; Ἀποστρατεύω κατ’ ἐκλογήν! δὲν δύναμαι νὰ καταλάβω τοῦτο, τὸ κατ’ ἐκλογὴν ἀποστρατεύειν. Μόνον ἡ διάνοια τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δύναται νὰ περιλάβῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ κατ’ ἐκλογὴν ἀποστρατεύειν...
§46ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ εἶναι ἄχρηστος εἰς τὸν στρατόν, τὸν προβιβάζει, ἵνα τὸν ἀποστρατεύσῃ.
§47ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τοιαύτην ἔννοιαν δίδει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ «κατ’ ἐκλογὴν ἀποστρατεύω», καὶ ὑπὸ τοιαύτην ἑρμηνείαν ἐννοεῖ νὰ προβιβάζῃ; Τότε, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ὅλοι οἱ ἱκανοὶ ἀξιωματικοὶ δὲν πρέπει νὰ προβιβάζωνται, δὲν πρέπει νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψει ὁ προβιβασμὸς κατ’ ἐκλογὴν διὰ τοὺς ἱκανούς· διότι οἱ ἱκανοὶ θὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ, ἐν ᾧ οἱ κατ’ ἐκλογὴν προβιβαζόμενοι θὰ τίθενται εἰς ἀποστρατείαν, ὅπως αὐξάνωσι τὴν σύνταξιν τῆς οἰκογενείας των καὶ ζῶσιν ἀνετώτερον· διότι δὲν προβιβάζεται, ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς τὸν στρατόν, ἀλλὰ προβιβάζεται, ἵνα λάβῃ 15 δραχμὰς περισσότερον, δηλαδὴ κάμνει τὸ Δημόσιον δωρεὰν εἰς τὸν ἀξιωματικὸν τοῦτον 15 δραχμῶν, ἐνῷ ὁ νόμος δὲν τὸ ἐπιτρέπει. Ἐγὼ δὲν ἔχω τι κατὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου· μοὶ εἶναι ἀδιάφορον, τίς εἶναι ὁ ἀξιωματικός, καὶ ποίαν σύνταξιν θὰ λάβῃ· ἐγὼ ἐλέγχω τὴν παρανομίαν. Καὶ ὅμως, ἀφοῦ αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἡ παρανομία εἶναι πασιφανὴς, ἔρχεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μᾶς ἐλέγξῃ, ὅτι ἡμεῖς συκοφαντοῦμεν, ὅτι δὲν λέγομεν τὴν ἀλήθειαν, ὅτι λέγομεν ἀνακριβείας, ὅτι συζητοῦμεν, διὰ νὰ παρακωλύσωμεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Καὶ αὐτὸ ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀποδείξαντος, ὅτι εἰς τὸ ὀλίγον αὐτὸ χρονικὸν διάστημα 16 νόμοι ἐψηφίσθησαν καὶ ἐδημοσιεύθησαν διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως...
§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἀνέφερα μόνον τοὺς δημοσιευθέντας ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως.
§49ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐδημοσιεύθησαν, δὲν ἠξεύρω καὶ ἐγὼ πόσοι εἶναι. Ἔπρεπε βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μᾶς κατηγορήσῃ, ὅτι παραλύομεν τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι λέγομεν ἀνακριβείας, διότι δὲν εἶχε πλήρη τὰ ἔγγραφα ἐδῶ, καὶ κατὰ τὴν συνήθειάν του δύναται νὰ λέγῃ, ὅ,τι θέλει, διὰ νὰ στρέψῃ τὴν κατηγορίαν. Ἂν ἔφερεν ὅμως τὰ ἔγγραφα, ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι ὁ ἴδιος ἀπέῤῥιψε τὸν προβιβασμὸν τοῦ Ντάη, διότι αὐτὸν τὸ Ἀρχηγεῖον, ὁ Ἐπιθεωρητής, ἐθεώρησεν ἀνίκανον. Ἀλλὰ νομίζει, ὅτι εἶναι πρέπον, ὅταν τοῦ ζητοῦν τὰ ἔγγραφα, νὰ μὴ τὰ παρουσιάζῃ, νὰ κατηγορῇ δὲ ἡμᾶς ἐπὶ συκοφαντίᾳ, καὶ νὰ θέλῃ νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις κατέστη γελοία καὶ γελοιοποιεῖ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα; Δὲν ἐκάμομεν τὴν χάριν βεβαίως εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ πάλιν νὰ ἀναχωρήσωμεν, νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἔλεγχος, νὰ μὴ ὑπάρχῃ συζήτησις, καὶ ἐντὸς ὀλίγων ὡρῶν νὰ ψηφισθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις καὶ νὰ γίνωσι τὰ ἐν αὐτῇ νόμοι τοῦ Κράτους καὶ νὰ τεθῶσιν εἰς ἐφαρμογήν· ἢ δὲν ἐκάμομεν τὸ ἄλλο, καθήμενοι ἐκεῖ ὡς ἔπιπλα ἐπὶ ἐπίπλων, ἢ ὡς θεαταὶ ἐν θεάτρῳ, νὰ βλέπωμεν τὸ θέαμα, ὁ μὲν Γραμματεὺς νὰ ἀναγινώσκῃ, ἡ δὲ πλειοψηφία νὰ ἀνατείνῃ τὴν χεῖρα. Τοῦτο βεβαίως δὲν εἶναι γελοιοποίησις τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, τοῦτο εἶναι ἐφαρμογὴ αὐτοῦ, κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Τοῦτο εἶναι κοινοβουλευτικὴ συζήτησις, μάλιστα ἐν τῷ ὕψει, τὸ ὁποῖον ἐμπρέπει, τὸ ὁποῖον σᾶς ἐπιβάλλει σεβασμὸν, καὶ ὅταν ἡ ἱστορία ἡ κοινοβουλευτικὴ ἀναγνωσθῇ, «πόσον ὡραῖα, θὰ λέγουν, ἐγίνοντο τότε αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, κανονικώτατα, ἀνεπτύχθησαν τόσαι ἰδέαι συνταγματικαὶ, δικανικαὶ, οἰκονομολογικαί· εἴδετε τοὺς ῥήτορας παλαίοντας, ἀναβοκαταβαίνοντας καὶ ἐκ τῆς μιᾶς καὶ ἐκ τῆς ἄλλης πτέρυγος, καὶ τέλος πάντων ὑπερίσχυσε μία ἰδέα, καὶ δικαίως ἐπέβαλον τόσα βάρη εἰς τὸν τόπον, καὶ δικαίως ἠχμαλώτισαν ἐπὶ πολλὰ ἔτη τοὺς ἀπογόνους αὐτῶν, διότι συνεζητήθησαν τὰ πράγματα, καὶ ἡ πάλη, ἡ ἀνταλλαγεῖσα μεταξὺ τῶν δύο κομμάτων, ἀπέδειξε τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, καὶ ὑπέκυψεν ἡ μειοψηφία, καὶ ἡ πλειοψηφία δικαίως ὑπεστήριζε τὴν Κυβέρνησιν!» Αὐτὰ θὰ φανοῦν μετὰ πάροδον χρόνων τινῶν, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ πληρόνουν συνεπείᾳ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα τοῖς ἐπεβάλομεν, θὰ λέγουν, ὅτι δικαίως τὰ πληρόνουν. Διατί; Διότι ἡ Βουλὴ ἐκάθητο βωβή, διότι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ὑπάρξῃ συζήτησις, τὰ ζητήματα ἦσαν λελυμένα ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· τὸ εἶπεν ὁ κύριος Τρικούπης· τίς ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ὀρθοτέραν ἰδέαν ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργόν; καὶ ποῖος θὰ ἐτόλμα νὰ ἐξελέγξῃ τὰ ὑποβαλλόμενα ἐκ μέρους αὐτοῦ νομοσχέδια; Καὶ διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ ἐκεῖνοι δὲν ἐτόλμων νὰ τὰ ἐλέγξωσιν, ὅλα ἐψηφίζοντο, ἀναγινώσκοντος τοῦ Γραμματέως καὶ ἀνατεινούσης τὴν δεξιὰν τῆς Βουλῆς. Μὰ τὴν ἀλήθειαν, τοιαύτην συνταγματικὴν θεωρίαν ἐγὼ οὐδαμοῦ ἀνέγνωσα· εἶδον πολλοὺς συγγραφεῖς διαπραγματευομένους τὰ περὶ τούτου, ἀλλὰ δὲν εἶδον οὐδαμοῦ ἐφαρμοζομένην θεωρίαν παρομοίαν ἐκείνης, οἵαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ζητεῖ νὰ ἐπιβάλῃ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι ἰδιόῤῥυθμος εἰς τὰς δοξασίας του, τὰς οἰκονομολογικὰς, τὰς συνταγματικάς. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα αὐτὸν εἰς ἄλλην τινὰ ἀγόρευσιν, προκειμένου περὶ οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, λέγοντα τὴν πρωτάκουστον θεωρίαν, ὅτι ἐν τῇ ἀποτυχίᾳ ἔγκειται ἡ ἐπιτυχία. Καὶ δὲν εἶναι μάταιον, μὰ τὴν ἀλήθειαν, νὰ συγκεντρώσῃ τις τὰς ἀγορεύσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ οὕτω νὰ θέσῃ εἰς φῶς τὰς νέας περὶ τῶν συνταγματικῶν καὶ οἰκονομικῶν γνώμας του, ὅπως φωτισθῶσιν ἐκ ταύτης οἱ πολιτευόμενοι τῶν ἄλλων Κρατῶν καὶ διοικήσωσιν εὐστοχώτερον. Χθὲς ἐφαίνετο εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι κακῶς ἐκάμομεν ἀποχωροῦντες, καὶ μᾶς ἤλεγχε καὶ μᾶς κατηγόρει, λησμονῶν τὴν ἰδίαν του πολιτείαν ἄλλοτε, ἐν ἀντιπολιτεύσει εὑρισκόμενος καὶ μὴ δυνάμενος νὰ νικήσῃ τὸν τελευταῖον Πρωθυπουργὸν ἐκ τῶν θανόντων, ἠπείλησεν, ὅτι θ’ ἀποχωρήσῃ, καὶ ἐκινήθη πρὸς τοῦτο. Ὁ κυβερνήτης ἐκεῖνος, γνωρίζων τὴν περὶ τὰ συνταγματικὰ καὶ οἰκονομικὰ ἀνικανότητα τοῦ κ. Τρικούπη, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἀπειλὴν, εἶπε: «Φύγετε! Στεῖρα ἀντιπολίτευσις μᾶς εἶναι περιττή.» Καὶ ἄλλοτε, γενόμενος Πρωθυπουργὸς διὰ τῶν προνομίων, καὶ μὴ κατορθώσας νὰ φέρῃ πλειονοψηφίαν, διαλύσας τὴν Βουλὴν, ἤκουσεν ἄλλου Πρωθυπουργοῦ, ἀγορεύοντος καὶ ἀπαντῶντος εἰς κατηγορίας τούτου, εἰπόντος: «Σὺ, σὺ κατηγορεῖς, ἡμᾶς; σὺ, ὅστις μετέβαλες τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἰς νομοθετικὸν σῶμα; Καὶ ἂν δὲν σὲ κατηγορήσαμεν διὰ τοῦτο, εἶναι διότι ἐγνωρίζομεν, ὅτι, ὅ,τι ἔπραξες, δὲν τὸ ἔπραξες ἐκ κακῆς πίστεως, ἀλλ’ ἐκ μωρίας καὶ ἀνικανότητος.» Σήμερον κατηγορεῖ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἐξευτελίζει τὸ πολίτευμα καὶ τὸ Κοινοβούλιον, διότι ὑποβάλλει γνώμας καὶ συζητεῖ ἐπὶ μακρόν. Τὴν σημερινὴν ταύτην πολιτείαν τῆς ἀντιπολιτεύσεως θεωρεῖ μὴ σοβαρὰν, ἐνῷ ὅτε ἐκεῖνος ἀνήρχετο τὸ βῆμα ὡς ἀντιπολιτευόμενος τοῦ πατρός μου, Πρωθυπουργοῦ ὄντος, δι’ ἐπερώτησίν τινα, ἐθεώρει τὰς μακρὰς ἀγορεύσεις καὶ συζητήσεις ὡς συντελούσας εἰς τὴν διαφώτισιν τῶν ζητημάτων, ὡς καθῆκον ἐπιβαλλόμενον εἰς τὸν Βουλευτήν. Ἐνθυμοῦμαι ἐπερωτήσεις, καθ’ ἃς ἐκράτησαν τὴν συζήτησιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ μακαρίτης Λομβάρδος ἐπὶ 15 ἡμέρας. Τότε τὸ Σύνταγμα δὲν ἐξηυτελίζετο, οὔτε τὸ Κοινοβούλιον, τότε δὲν ἐγελοιοποιεῖτο ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἦτο σοβαρὰ, εἰς τὸ ὕψος της. Σήμερον ὄχι. Δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἐλέγξητε, ἀπαντᾷ, καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπετε περὶ τοῦ Ντάη, ἢ περὶ ἄλλων τινῶν ὑποθέσεων, εἶναι ἀνακριβές· ἐνῷ τὰ κατατεθειμένα ἔγγραφα ἀποδεικνύουσι τοὐναντίον, καθ’ ὅσον δὲ ἀναγινώσκει τις αὐτὰ, ἀντλεῖ νέα ἐπιχειρήματα εἰς ἀπόδειξιν τῆς παρανομίας. Ὅταν δὲ ἐκ τῶν ἐγγράφων καταδηλοῦται, ὅτι ταῦτα δὲν εἶναι πλήρη, ἀπαντᾷ: Δὲν ἔχω ἄλλα· τ’ ἀνεγνώσατε πρὸ μικροῦ πάντα, ἀλλὰ δὲν τ’ ἀντελήφθητε.... Κύριοι, περὶ τῶν κρίσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν γνωμῶν αὐτοῦ ἡμεῖς ἀδιαφοροῦμεν. Ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐκφράζωμεν τὰς ἰδέας ἡμῶν. Πολεμοῦμεν, καθ’ ὃν τρόπον ἡμεῖς γνωρίζομεν· ἀδιάφορον ὁποίαν γνώμην ἔχει περὶ τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργός. Γνωριζόμεθα πάντες. Ἡ ἱστορία μας δὲν εἶναι μακρά. Δὲν ἐγηράσαμεν ἀκόμη ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, εἴμεθα νέοι, μόλις τώρα ἀρχίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἀσπρίζῃ. Ἀλλὰ, ἀφοῦ ἔχομεν τὴν γνώμην αὐτὴν περὶ τῶν γνωμῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τῆς τακτικῆς, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ, ἡμεῖς ὀφείλομεν ν’ ἀντιτασσώμεθα καὶ νὰ μὴ ἀφίνωμεν ἀπαρατήρητα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ζημιοῦσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, καὶ στεροῦσι ἡμᾶς τοῦ δικαιώματος τοῦ συνταγματικοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχομεν. Νομίζω, ὅτι, ἂν ἐκτυλίσσωμεν κατ’ αὐτοῦ ἐντεῦθεν ὅλην τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἂν ἀποδεικνύωμεν, ὅτι ἐκεῖνα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα καθ’ ἡμῶν βάλλει, εἶναι ἀνακριβῆ, ὅταν μάθῃ δηλ. ὅτι ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν παῤῥησίαν νὰ ἐξελέγχωσιν αὐτὸν, ν’ ἀποδεικνύωσι τὸ ἐπιβλαβὲς πρὸς τὴν χώραν σύστημά του, ν’ ἀπογυμνῶσιν αὐτὸν καὶ τὸν παρουσιάζωσιν ἀπέναντι τοῦ κόσμου καταπατοῦντα τοὺς ἰδίους αὐτοῦ νόμους, χάριν κομματισμοῦ, ἐλπίζομεν, ὅτι τοὐλάχιστον τοῦτο θὰ συνετίσῃ τὴν πλειονοψηφίαν, ἥτις θὰ ἄρῃ ἀπ’ αὐτοῦ τὴν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην, μεθ’ ἧς τὸν περιβάλλει, καὶ τοιουτοτρόπως θ’ ἀποσοβηθῇ ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον διατρέχει ἡ Πατρὶς, καὶ αὐτὸς συνετώτερον, ὁσάκις ἀνέρχηται ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, θὰ διοικῇ, ἐπωφελέστερον σύστημα θὰ παρουσιάζῃ, θὰ παύσῃ δὲ νὰ λέγῃ ἀνακριβείας χάριν ἑαυτοῦ τε καὶ τοῦ ἀξιώματος, ὅπερ φέρει. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐλέγχομεν τὰς ἀνακριβείας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι καταγγέλλομεν τὰς παρανομίας αὐτοῦ καὶ τὸ ἐπιβλαβὲς σύστημά του, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦμεν τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦμεν κατ’ αὐτοῦ, δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν εἰσήλθομεν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, κατὰ συνέπειαν δὲν ἠδύναντο νὰ μειώσωσι τὴν ὑπόληψιν ἡμῶν αἱ σκέψεις, ἢ αἱ μομφαί του καθ’ ἡμῶν. Οἱ συμπολῖται ἡμῶν μᾶς ἐτίμησαν πολλάκις, ἐνῷ πολλάκις μᾶς ἔψεξε καὶ παρεπονέθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τῆς πολιτείας ἡμῶν. Ἔχει τοιαύτας ἀποδείξεις, καὶ ὀφείλει νὰ μεταβάλῃ τακτικήν· ὀφείλει νὰ ἦναι εἰλικρινέστερος καὶ μεγαλόφρων ἐν τῇ διοικήσει αὐτοῦ· ὀφείλει νὰ ζητήσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην, στηριζόμενος εἰς τὴν καλὴν διοίκησιν τῆς πατρίδος, καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ καταδείξῃ, ὅτι οἱ ἀντιφρονοῦντες πταίουσι, διότι ἐκ τῆς σοφῆς καὶ τῆς ὀρθῆς διοικήσεώς του θ’ ἀποδειχθῇ ἡ ἐσφαλμένη πολιτεία ἡμῶν καὶ θέλει προσελκύσει τοὺς θέλοντας νὰ ὑπηρετῶσι τὴν πατρίδα πλησίον αὐτοῦ. Δὲν ἔχει ἀνάγκην εἰς τὰς ἐκλογὰς νὰ παραβαίνῃ τὸν νόμον, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ κάμνῃ ἐπεμβάσεις, διότι οἱ ἀντιπρόσωποι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔρχωνται ἐδῶ, Ἕλληνες ὄντες καὶ αὐτοί, πονοῦντες τὸν τόπον καὶ ἐπιθυμοῦντες τὴν εὐημερίαν αὐτοῦ, θὰ συντάσσωνται μετ’ αὐτοῦ, ἀφοῦ ἀποδείξῃ διὰ τῆς πολιτείας του, ὅτι εἶναι ἄξιος νὰ κατέχῃ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχει. Καὶ παράδειγμα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τῆς ἐπικρατήσεως ἐπὶ τὴν ἀρχὴν διὰ τοιαύτης διοικήσεως ἔχει ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τὸν ἔφερεν εἰς τὴν πολιτικὴν κονίστραν, τὸν πατέρα μου. Οὐδένα κατεδίωκεν ἐκεῖνος, καὶ τὸ εἶπεν ὁ Πρωθυπουργός. Οὐδεμίαν ἐπέμβασιν εἰς τὰς ἐκλογὰς ἔκαμέ ποτε, καὶ τὸ εἶπεν ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶχεν ἀποκτήσει τὸ κῦρος καὶ τὴν δύναμιν ἀγαθοῦ, τιμίου καὶ ἱκανοῦ κυβερνήτου, ἡ πλειοψηφία πάντοτε ἦτο ὑπὲρ αὐτοῦ. Τοιαῦτα, φρονῶ, ὀφείλουσιν οἱ ὁπωσδήποτε ἀνερχόμενοι εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Πρωθυπουργοῦ, οἱ ὁπωσδήποτε ὀνομασθέντες ἀρχηγοὶ κόμματος, νὰ πράττωσιν, οὐχὶ νὰ μάχωνται ἀτόπως, οὔτε νὰ καταδιώκωσιν ἐξ ἐμπαθείας, οὔτε νὰ εὐεργετῶσιν, ἀνατρέποντες τοὺς νόμους ὑπέρ τινος φίλου των, διότι ἡ τοιαύτη πολιτεία δὲν ἄγει παρὰ εἰς τὴν καταστροφήν.
§50ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι ὁ προβιβασμὸς τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ἀξιωματικοῦ ἐγένετο παρανόμως, τοῦτο ἀπεδείχθη ἀπὸ τοὺς λόγους τῶν προαγορευσάντων, καὶ οὐδὲν ἔχω νὰ προσθέσω. Ἀνῆλθον δὲ εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τείνει εἰς τὸ νὰ καθιερώσῃ ἀρχήν, ἔχουσαν λίαν ἐπιβλαβῆ ἐπιῤῥοὴν εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ἐνδέχεται δὲ ἡ πρᾶξις αὕτη, νὰ ἔχῃ καὶ προηγούμενα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ὅμως οὐδόλως μὲ ἐμποδίζουσιν ἀπὸ τοῦ νὰ εἴπω τὴν ἰδέαν μου. Κατὰ γενικὸν κανόνα, οἱ προβιβασμοὶ καὶ διορισμοὶ ὅλων ἐν γένει τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν, γίνονται οὐχὶ χάριν τῶν προσώπων, ἀλλὰ χάριν τῆς ὑπηρεσίας. Μίαν δὲ καὶ μόνην οἱ κείμενοι νόμοι καθιέρωσαν ἐξαίρεσιν ὑπὲρ τῶν ἀξιωματικῶν, ὅταν πρόκηται νὰ τεθῶσιν εἰς ἀποστρατείαν. Ἀλλ’ ἡ ἐξαίρεσις αὕτη κανονίζεται ῥητῶς ὑπὸ τῶν νόμων, γίνεται δὲ ὑπὲρ τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι συμπεπληρωμένον ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα εἰς ὃν κατέχουσι βαθμόν. Πρόκειται π. χ. νὰ τεθῇ εἰς ἀποστρατείαν λοχαγὸς, ἔχων συμπεπληρωμένην δεκαετῆ ὑπηρεσίαν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦτον; Ὁ τοιοῦτος λαμβάνει τὸν ἀνώτερον βαθμόν. Διὰ νόμου δὲ μεταγενεστέρου, ψηφισθέντος κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα περιωρίσθη ἔτι μᾶλλον. Ἑπομένως, ὅταν πρόκηται νὰ τεθῇ εἷς ἀξιωματικὸς εἰς ἀποστρατείαν, δὲν ἔχει ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει, εἰμή, ἂν ἔχῃ συμπεπληρωμένον τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα, τὸ ὁποῖον οἱ κείμενοι νόμοι κανονίζουσι, καὶ τότε νὰ τὸν θέσῃ εἰς ἀποστρατείαν μὲ ἕνα ἀνώτερον βαθμόν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως βλέπω, ὅτι γίνεται πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀντιβαίνει ῥητῶς εἰς τοὺς νόμους. Διότι ὁ ἀξιωματικὸς Ντάης ἐπρόκειτο νὰ τεθῇ εἰς ἀποστρατείαν, ἔχων βαθμὸν λοχαγοῦ, δὲν εἶχε δὲ συμπληρώσει τὸν χρόνον, ὅστις ἔδιδεν εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα διὰ νὰ λάβῃ τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἠδύνατο ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ προβιβασθῇ. Διότι οἱ βαθμοί, καθὼς εἶπον, δὲν δίδονται χάριν τῶν προσώπων, οἱ βαθμοὶ δίδονται χάριν τῆς ὑπηρεσίας, χάριν τοῦ δημοσίου συμφέροντος. Ἂν ὑπῆρχε θέσις κενή, καὶ ἂν ὁ ἀξιωματικὸς εἶχε τὰ ἀπαιτούμενα προσόντα, τότε βεβαίως, ἠδύνατο νὰ προβιβασθῇ καὶ νὰ μείνῃ ἐν τῷ στρατῷ. Ἀλλ’ ὅταν, οὔτε ἡ ὑπηρεσία εἶχεν ἀνάγκην προβιβασμοῦ, οὔτε ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος εἶχε τὰ προσόντα νὰ προβιβασθῇ, συνεπλήρωσε δὲ καὶ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἀπέλθῃ εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, δὲν ἐννοῶ ποίαν ἔννοιαν δύναται νὰ ἔχῃ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ προβιβασμός. Ὁ τοιοῦτος προβιβασμὸς δὲν εἶναι, παρὰ ἁπλῆ χάρις, ἁπλοῦν ῥουσφέτι, καὶ νομίζω, ὅτι οἱ βαθμοὶ τῶν ἀξιωματικῶν δὲν πρέπει ν’ ἀπονέμωνται χάριν ῥουσφετίου. Εἶπον, ὅτι ὁ νόμος ἠθέλησε νὰ κάμῃ τοιαύτην δωρεάν, τοιαύτην, χάριν ὑπὲρ τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι βεβαίως ἔχουσι πολλὰ δικαιώματα εἰς τὴν εὔνοιαν καὶ τὴν προστασίαν τῆς πατρίδος, ἀλλὰ τοῦτο τὸ ὥρισε ῥητῶς, κανονίσας, ὅτι «μόνον ὁ ἀξιωματικός, ὁ συμπληρώσας τοσούτου χρόνου ὑπηρεσίαν, μόνον αὐτὸς ἔχει τὸ δικαίωμα, ἀποσυρόμενος εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, νὰ λάβῃ ἕνα βαθμὸν ἀνώτερον.» Ἀλλ’ ὁ κ. Ντάης δὲν εἶχε συμπληρώσει τὸ χρονικὸν διάστημα, δὲν ἐδικαιοῦτο συνεπῶς νὰ λάβῃ τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου, τὸν ἔλαβε δέ, διότι ηὐνοεῖτο ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, διότι ἤθελεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ τῷ δώσῃ σύνταξιν ἀνωτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ. Τοιαῦται διακρίσεις, γινόμεναι εἰς τὸν στρατόν, ἀποτελοῦσι σκάνδαλα, καὶ μεγάλα. Διατὶ τάχα ἄλλοι ἀξιωματικοί, τιθέμενοι εἰς ἀποστρατείαν, εἴτε διότι ἐζήτησαν, εἴτε διότι τοὺς κατέλαβε τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, εἴτε διότι τέλος πάντων αὐτεπαγγέλτως ἐκρίθη πρέπον νὰ ἀποστρατευθῶσι, διατὶ τάχα καὶ αὐτοὶ νὰ μὴ ἀξιωθῶσι τῆς αὐτῆς χάριτος; Μόνος ὁ Ντάης ἐτέθη εἰς ἀποστρατείαν, πρὶν ἢ συμπληρώσῃ τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς προβιβασμόν; Ἤκουσα χθές, ὅτι ἐτέθη εἰς ἀποστρατείαν ἀξιωματικός τις, Κοβαντζῆς λεγόμενος, ὁ ὁποῖος ἴσως (δὲν γνωρίζω οὔτε τὸν ἕνα, οὔτε τὸν ἕτερον,) εἶχε μεγαλείτερον δικαίωμα ἀπὸ τὸν Ντάην. Ἴσως, λέγω, διότι δὲν γνωρίζω αὐτόν....
§51ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ Κοβαντζῆς, κύριε Σωτηρόπουλε, ἔκαμνε καθήκοντα ταγματάρχου, ὅτε ἀπεστρατεύθη, ὑπῆρχε δὲ κενὴ θέσις, καὶ εἶχεν ὑπηρετήσει ἐπὶ τέσσαρα ἔτη ὡς ταγματάρχης. Ἐνῷ δὲ εἶχε σειρὰν προβιβασμοῦ καὶ ἦσαν θέσεις, ἐν τούτοις αὐτὸς δὲν προεβιβάσθη.
§52ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτά, Κύριοι, εἶναι σκάνδαλα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ γίνωνται, καὶ μάλιστα εἰς τὸν στρατόν. Ἔχουσιν ἀρκετὰ μέσα οἱ Ὑπουργοί, διὰ νὰ χαρίζωνται, διὰ νὰ δίδωσιν ὀφέλη εἰς τοὺς εὐνοουμένους των, δὲν πρέπει ὅμως νὰ προβαίνωσι καὶ εἰς παράβασιν τῶν νόμων. Ὁ Ντάης δὲν εἶχε δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου νὰ προβιβασθῇ. Κακῶς λοιπὸν προεβιβάσθη, ὁ προβιβασμός του εἶναι χάρις, εἶναι δωρεά, ἡ ὁποία τῷ ἐγένετο, δὲν πρέπει δὲ νὰ γίνωνται τοιαῦται δωρεαί. Πόθεν ἀρύονται τὸ δικαίωμα τοῦτο οἱ Ὑπουργοί, νὰ κάμνωσι δωρεάς, ἀφοῦ ὁ νόμος δὲν τοῖς ἔδωκε τὸ δικαίωμα; Ὅπου ὁ νόμος ἠθέλησε νὰ γίνωνται δωρεαί, τὸ διέγραψε ῥητῶς. Αὐτήν, Κύριοι, τὴν παρατήρησιν εἶχον νὰ κάμω, καὶ ἐπειδὴ ἐθεώρησα σχετικὴν τὴν συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἐκθέσω τὴν ἰδέαν μου.
§53Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀνελθὼν τὸ βῆμα, ἠθέλησε νὰ μὲ διαψεύσῃ, ὅτι δὲν εἶναι συγγενής του ὁ Ντάης, καὶ συνεπῶς, ὅτι δὲν ἦσαν ἀληθῆ τὰ περὶ συγγενείας καὶ ὅσα περὶ τούτου εἶπον. Δι’ αὐτὸ βεβαιῶ πάντας ὑμᾶς, ὅτι ἡ κυρία Ντάη εἶναι θυγάτηρ τοῦ κ. Ῥαζηκότσικα· ὁ Ῥαζηκότσικας εἶναι γαμβρὸς Τρικούπη....
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τίνος;
§55ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Τοῦ θείου σας. Δὲν προσδιορίζω, κύριε Τρικούπη, ἐγὼ τὸν βαθμὸν τῆς συγγενείας. Δὲν εἶπον, ὅτι εἶναι συγγενὴς ἐξ αἵματος, εἶναι ὅμως ἐξ ἀγχιστείας. Καὶ ἄν, κύριε Πρωθυπουργέ, ἔλεγον, ὅτι ἦτο ἐξ αἵματος, εἴχετε δίκαιον νὰ ἀποκρούσητε τοῦτο. Ἀλλὰ ποσῶς ἐγὼ δὲν εἶπον τοῦτο. Καὶ δὲν εἶπον μάλιστα οὔτε καὶ ἐξ ἀγχιστείας συγγενὴς ὑμῶν. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, προσέθηκεν, ὅτι οὔτε κομματάρχης του εἶναι, οὔτε ψῆφον τῷ δίδει. Τοῦτο μὲ ἔκαμε νὰ ἔλθω νὰ βεβαιώσω, ὅτι εἶναι ἐξ ἀγχιστείας συγγενής· τοῦτο δὲ τὸ γνωρίζουν καὶ πολλοὶ τῶν κυρίων Βουλευτῶν· βεβαιῶ δὲ, ὅτι ὁ γάμος μεταξὺ ὑμῶν, κύριε Πρωθυπουργὲ, δὲν κωλύεται· ἀλλὰ εἶσθε συγγενὴς τῆς κυρίας Ντάη. Ἀλλ’ ἤκουσα, ὅτι εἶπεν ὁ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσας ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτὴς, ὅτι τὰ τοιαῦτα ἀδικήματα εἶναι σκάνδαλα ἐν τῷ στρατῷ. Φέρω λοιπὸν εἰς γνῶσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ὁμοίαν περίστασιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν προέβη εἰς προβιβασμοὺς καὶ δὲν ἐπροβίβασε δύο ἀρχαιοτέρους λοχαγοὺς εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου, ἤτοι τοὺς κυρίους Κριεζῆν καὶ Κένταυρον, καίτοι ὑπάρχουσι θέσεις, καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ μὴ προβιβάζῃ αὐτούς. Καὶ διατί; διότι τὴν πρώτην Ἰανουαρίου τοὺς καταλαμβάνει τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας. Εἶναι δίκαιον; Ὁ κύριος Ὑπουργὸς σᾶς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι εἶχε λόγους, δι’ οὓς δὲν τοὺς ἐπροβίβασεν, ἀλλὰ δὲν ἐξέθηκε καὶ τίνας λόγους· ἐκ τούτου ἔπεται, ὅτι οὐδένα εἶχε λόγον. Οἱ μὴ προβιβασθέντες δύο ἀξιωματικοὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ἐδικαιοῦντο, κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, νὰ προβιβασθῶσι πρὸ πολλοῦ νομίμως καὶ διότι οἱ συνάδελφοι τοῦ Γ. Κριεζῆ καὶ Κενταύρου εἶναι συνταγματάρχαι, πλοίαρχοι, πρὸ πολλοῦ....
§56ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι ἀντιπολιτευόμενοι!
§57ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Τοιαῦτα παράπονα ἔρχονται ἐκεῖθεν. Ὥστε δὲν δικαιολογεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, μὴ προβιβάζων αὐτοὺς, διὰ νὰ προβιβάσῃ τοὺς φίλους αὑτοῦ.
§58ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς δὲν ἔδωκε τὴν δέουσαν προσοχὴν εἰς τὴν διαφορὰν, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ νόμου «περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν», τοῦ διέποντος τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης, καὶ τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς. Δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τῆς θαλάσσης, οἱ ἀξιωματικοὶ, οἱ ἔχοντες συμπεπληρωμένον τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας ἅμα τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου, ἢ συμπληροῦντες τοῦτο ἐντὸς ἔτους ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, ἀποστρατεύονται μὲ τὸν ἀνώτερον βαθμὸν, τοῦ ὁποίου λαμβάνουσι τὴν σύνταξιν. Ἄρα οἱ δύο κύριοι, Κένταυρος καὶ Κριεζῆς, οἱ ὁποῖοι δὲν προβιβάζονται σήμερον, ἀποστρατεύονται κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου, ἅμα τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου, μὲ τὸν ἀνώτερον βαθμὸν, καθ’ ὅσον ἔχουσι συμπεπληρωμένον τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας. Ὅλα λοιπὸν τὰ λεχθέντα περὶ ἀδικίας κτλ. ἀνατρέπονται ἄρδην.
§59Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Τὸ τελευταῖον ἐπιχείρημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν δύναται πάντα ἐξ ἡμῶν νὰ πείσῃ, καθ’ ὅσον οὔτε ἔκθεσις τοῦ Ναυάρχου ἢ τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης ὑπάρχει, οὔτε ἄλλος τις λόγος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔχει δίκαιον. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν, ὅτι δὲν θὰ ἀδικηθῶσι, διότι θὰ μεταβῶσι μὲ ἕνα βαθμὸν ἀνώτερον εἰς ἀποστράτευσιν, δὲν εἶναι λόγος νὰ μὴ τοὺς προβιβάσῃ, ἀφοῦ δικαιοῦνται νὰ προβιβασθῶσι Πλωτάρχαι καὶ νὰ ἀποστρατευθῶσιν ὡς Ἀντιπλοίαρχοι, καθ’ ὅσον τὸν Ἰανουάριον συμπληροῦσι τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τοῦ Πλωτάρχου. Ἐὰν ὅμως δὲν συμπληρῶσι τὸ ὅριον κατὰ τὸν Ἰανουάριον, θὰ συμπληρώσουν αὐτὸ μετὰ ἓν περίπου ἔτος. Ὥστε, ἐὰν διὰ τοῦτο καὶ μόνον δὲν τοὺς προβιβάζῃς, κύριε Ὑπουργὲ, προφανῶς ἀδικεῖς τοὺς ἐν λόγῳ ἀξιωματικοὺς ἄνευ αἰτίας, προερχομένης ἐκ τῆς ὑπηρεσίας....
§60ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλ’ ἐξήγησα, ὅτι ὑπάρχει ἡ διαφορά....
§61Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ ἐπιδαψιλεύσητε καὶ εἰς αὐτοὺς ὅ,τι καὶ εἰς ἄλλους, διότι, ἐὰν προβιβασθῶσι σήμερον Πλωτάρχαι, ὅτε ὑπάρχουσι κεναὶ θέσεις, θὰ ἀποστρατευθῶσιν ὁπωσδήποτε ὡς Ἀντιπλοίαρχοι, καὶ οὕτω δὲν θὰ στερηθῶσι τοῦ εὐεργετήματος τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθητε, μετατιθέμενοι εἰς ἀποστρατείαν.
§62ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Κάμνετε σύγχυσιν. Ὁ νόμος ὁρίζει, ὅτι οἱ ἀξιωματικοί, οἵτινες ἀποστρατεύονται ἅμα τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας, ἢ ἐντὸς τοῦ πρώτου ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς του ἔτους, ἀποστρατεύονται μὲ τὸν ἀνώτερον βαθμὸν, καὶ λαμβάνουσι τὴν σύνταξιν τοῦ ἀνωτέρου βαθμοῦ. Ἐκ τούτου ἕπεται, ὅτι, ὅσοι ἀποστρατεύονται μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἔτους, τοῦ ὁριζομένου παρὰ τοῦ νόμου, ἀποστρατεύονται μὲ ὃν βαθμὸν ἔχουσι καὶ μὲ τὴν σύνταξιν τοῦ βαθμοῦ, ὃν ἔχουσι, καὶ ὄχι μὲ τὸν ἀνώτερον βαθμὸν καὶ μὲ τὴν σύνταξιν τοῦ ἀνωτέρου βαθμοῦ· ἄρα ὁ προβιβασμὸς τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν βλάπτει αὐτοὺς, καθ’ ὅσον στεροῦνται τοῦ μισθοῦ ἐνεργείας ἐπὶ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν προβιβαζόμενοι ἤθελον παραμείνει ἐν τῇ ἐνεργῷ ὑπηρεσίᾳ· ἀλλ’ οὐδεμίαν ἐπιφέρει αὐτοῖς βλάβην καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, διότι ἀποστρατευόμενοι τὴν 1 Ἰανουαρίου, θέλουσιν ἀποστρατευθῆ μὲ τὴν σύνταξιν τοῦ ἀνωτέρου βαθμοῦ ἐκείνου, ὃν σήμερον κατέχουσι, μὲ τὴν σύνταξιν τουτέστι ἐκείνην, μὲ τὴν ὁποίαν ἤθελον ἀργότερον ἀποστρατευθῆ, ἐὰν προεβιβάζοντο σήμερον εἰς τὸν ἀνώτερον βαθμόν. Ὁ μὲν προβιβασμὸς αὐτῶν οὐδόλως βλάπτει αὐτοὺς, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν σύνταξιν...
§63Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ....
§64ΤΙΝΕΣ. Ἀφήσατε αὐτὰ πλέον.
§65ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ κατὰ τὴν λῆξιν τῶν συνεδριάσεων ὀλίγοι παρευρίσκονται, καὶ ἡ συνεδρίασις λύεται, δι’ ἔλλειψιν ἀπαρτίας, ἐπιθυμῶ ἀπὸ τοῦδε νὰ μάθω, ἐὰν θὰ ἔχωμεν καὶ αὔριον συνεδρίασιν.
§66ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Αὔριον εἰς τὰς 3 ἀκριβῶς μ. μ.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 μ. μ.