Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΑ · Session Γ› Sitting 39

1888.12.16

3,373 rows · 25,802 words · 1 table · 126 turns

Date
1888.12.16
Presidency
ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ
Period
ΙΑ
Session
Γ
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1889)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 39

Τῆς 16 Δεκεμβρίου 1888.

(Παρασκευὴ)

Ὥρᾳ 3 μ. μ.

(Προεδρεύοντος τοῦ Ἀντιπροέδρου κ. Κοκκέβη).

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἀναγινώσκων τὰ πρακτικὰ εὑρίσκει, ὅτι ἐγένοντο χθὲς δύο ψηφοφορίαι ἀλλεπάλληλοι· ἡ πρώτη, εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαβε μέρος καὶ ἡ πλειοψηφία καὶ ἡ μειοψηφία, καὶ ἡ δευτέρα, εἰς ἣν δὲν ἔλαβε μέρος παντάπασιν ἡ μειοψηφία. Διὰ τί; Ἦσαν ἀπόντα τὰ μέλη τῇ πλειονοψηφίας ἀπὸ τῆς αἰθούσης; Δὲν φαίνεται διατὶ τοῦτο ἐγένετο, διότι παρελείφθη ἡ δήλωσις, ἣν ἐποιησάμην χθές.

§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ προστεθῇ.

§3ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἀναφέρεται ἡ ἐπερώτησίς μου, ἣν χθὲς ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἀλλὰ ἐν τῇ περιόδῳ, «ἂν ὁ ἀνακριτὴς Κοκκώνης δὲν ἐξετέλεσε καὶ διὰ ποῖον λόγον παραγγελίας τοῦ Εἰσαγγελέως Παρνασσίδος, πρὸς ἐπιτόπιον ἐξέτασιν μαρτύρων», παρελείφθη ἡ λέξις ἐπιτόπιον. Πρέπει νὰ προστεθῇ ἡ λέξις ἐπιτόπιον. Δεύτερον δὲ νὰ διορθωθῇ τὸ ἐπεράτωσαν εἰς ἐπεραίωσαν, ὡς ἔχω ἐν τῇ ἐπερωτήσει μου.

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διορθωθῶσι. (Τὰ πρακτικὰ, διορθωθέντα συμφώνως ταῖς ἀνωτέρω παρατηρήσεσιν, ἐπικυροῦνται).

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἰωάννης Κωνσταντινίδης δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν λέγει, ὅτι ὑπηρέτησεν ὡς δημοδιδάσκαλος 26 ἔτη, καὶ ζητεῖ σύνταξιν.—Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.

§6ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν ἀπηύθυνα σύστασιν πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ἀφορῶσαν εἰς τὰς ὁδοὺς τῆς ἐπαρχίας Πάλλης, καὶ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἔλαβον ἐκ νέου ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου ἐπιστολὰς, αἵτινες παριστῶσι τὴν κατάστασιν τῶν ὁδῶν ἐλεεινοτάτην. Κατήντησαν νὰ ἦναι ἀδιάβατοι. Εἰς τὰς ἐπερωτήσεις δὲ, τὰς ὁποίας ἡμεῖς συχνάκις ἀπευθύνομεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τριετίας ἤδη, ἀφ’ ὅτου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι εἰς τὸ Κοινοβούλιον, παρατηρῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις περιορίζεται εἰς γενικάς τινας ἀπαντήσεις, αἵτινες μένουσι πάντοτε ἄνευ ἀποτελέσματος. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Βαλσαμάκης πρὸ ἡμερῶν διὰ μακρῶν περιέγραψε τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν τῶν ὁδῶν ἐν Κεφαλληνίᾳ. Δὲν ἀγνοεῖτε βεβαίως, ὅτι αἱ λαμπρόταται ὁδοὶ τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος εἶναι αἱ τῆς Κεφαλληνίας, καὶ ἤθελεν εἶσθαι λίαν προσβλητικὸν διὰ τὴν ἐθνικὴν φιλοτιμίαν, ἐὰν ἠδύναντο ποτὲ οἱ Ἄγγλοι, οἵτινες βεβαίως διὰ χρημάτων ἑλληνικῶν, Ἰονικῶν, καὶ διὰ τῆς ἐργασίας τοῦ Ἰονικοῦ λαοῦ καὶ διὰ τῆς ἱκανότητος Ἰονίων κατεσκεύασαν τὰς ὁδοὺς ἐκείνας, ἐὰν ἠδύναντο, λέγω, εἰκοσιπέντε ἔτη μετὰ τὴν ἀναχώρησίν των ἐξ Ἑπτανήσου, νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὑπῆρξεν ἀνίκανος νὰ συντηρήσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ Ἀγγλικὴ Προστασία ἐξετέλεσεν εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον. Καὶ ἐν τούτοις τοῦτο συμβαίνει. Τῷ ὄντι πρὸ μηνῶν, πρὸ ἔτους σχεδὸν, εἶχεν ἀποσταλῆ εἷς ἁρμόδιος ἀνώτερος ὑπάλληλος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὁ κ. Σάουρωτ, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλεν ἔκθεσιν, ἣν ὅμως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ζητεῖ ἐπὶ ματαίῳ. Ἀλλὰ καὶ ἄνευ τῆς ἐκθέσεως ταύτης, γνωρίζομεν ἡμεῖς, οἱ Ἀντιπρόσωποι τῆς Κεφαλληνίας, ὅτι, ἐὰν ἀντέχωσιν ἀκόμη αἱ ὁδοὶ ἐκεῖναι, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν λαμπρότητα τῆς κατασκευῆς αὐτῶν καὶ εἰς τὸ εἶδος τοῦ χώματος, τοῦ ὁποίου ἐγένετο χρῆσις, χώματος, ὅπερ ὑπάρχει εἴς τινα μέρη τῆς Κεφαλληνίας, καὶ ἐν γένει εἰς τὴν τεχνικὴν κατασκευὴν αὐτῶν. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῆ δὲ νὰ εἴπω, διότι τοῦτο δὲν ἀφορᾷ εἰς τὸ Ἔθνος, ἀλλὰ εἰς τὴν διοίκησιν, ὅτι, χάρις εἰς τὰς περιστάσεις ταύτας μόνον, ἡ Ἑλληνικὴ ἀπειρία δὲν κατώρθωσεν εἰσέτι νὰ καταστρέψῃ τὰς ὁδοὺς ταύτας. Αἱ ὁδοὶ ὅμως αὗται ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν ἅπασαι θέλουσι καταστραφῆ, καὶ ἤδη δὲ αἱ ὁδοὶ τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος μου, τῆς ἐπαρχίας Πάλλης, ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, κατέστησαν ἀδιάβατοι, διότι αὐταὶ δὲν ἀντέχουσιν, ὡς ἐκεῖναι τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν τῆς νήσου, καθόσον ἡ γῆ εἰς τὸ τμῆμα ἐκεῖνο τῆς Κεφαλληνίας εἶναι κατὰ τὸν ἐπιστημονικὸν ὅρον ὑπεικτικὴ, δηλαδὴ ἡ γῆ μεγάλου μέρους τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης εἶναι πηλὸς, ἔκβρασμα προϊστορικῶν ἡφαιστείων φαινομένων. Τούτου ἕνεκεν μετὰ πᾶσαν βροχὴν σχεδὸν ἀπαιτεῖται ἐπιδιόρθωσις, ἵνα μὴ ἐπέρχηται ταχέως ἡ καταστροφή. Ἡ καταστροφὴ δὲ εἶναι τοιαύτη σήμερον, ὥστε αἱ ὁδοὶ τῆς Πάλλης δὲν χρησιμεύουσι πλέον εἰς τὴν συγκοινωνίαν. Ταῦτα δὲ πάντα ἡμεῖς θεωροῦμεν ὡς ἀναγόμενα εἰς τὴν εὐθύνην τῆς Ἑλληνικῆς Διοικήσεως, διότι δὲν ἀρκεῖ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ν’ ἀποστέλλῃ εἰς τὴν Κεφαλληνίαν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἕνα Ἐπιθεωρητὴν, ὁ ὁποῖος νὰ συντάσσῃ ἔκθεσιν καὶ νὰ πιστοποιῇ, ὅτι τὰ πράγματα δῆθεν καλῶς ἔχουσιν, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη, συντόνως νὰ μεριμνᾷ ἡ Κυβέρνησις περὶ τῆς συντηρήσεως, περὶ τῆς διορθώσεως τῶν ὁδῶν, καὶ περὶ τῆς συμπληρώσεως τοῦ λαμπροῦ ἐκείνου συμπλέγματος, τὸ ὁποῖον καταστρέφεται ἕνεκα τῆς ἀκηδείας αὐτῆς, οὐχὶ δὲ δι’ ἐπιδείξεων νὰ προσποιῆται, ὅτι ἐργάζεται. Ἰδίᾳ δὲ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν ὁδῶν τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος μου, τῆς ὡραίας ἐπαρχίας Πάλλης, διότι ἐκεῖ, καὶ διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους πρὸ ὀλίγου ἀνέφερα, καὶ διὰ λόγους ἄλλους, τοὺς ὁποίους σήμερον δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω, οὐδέποτε ἐγένετο ἐργασία τις συστηματικὴ ὑπὲρ τῶν ὁδῶν.

§7ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπεκράτησε κακίστη συνήθεια παρά τισι τῶν ἐξ Ἑπτανήσου καταγομένων, νὰ βεβαιῶσιν ἐπανειλημμένως, καὶ οὐχὶ βεβαίως ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Κράτους ἡμῶν καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Διοικήσεως, ὅτι, ὅ,τι κατέλιπεν ἡ ξένη διοίκησις ἐν Ἑπτανήσῳ, τοῦτο κατεστράφη ἀπὸ τῆς παραλείψεως τῶν νήσων ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Οὐχὶ μόνον ἀπρόσεκτος εἶναι ἡ τοιαύτη ἑκάστοτε ὑπό τινων γιγνομένη βεβαίωσις, καὶ ἐπιβλαβὴς, ἀλλὰ καὶ ἐντελῶς ἀντίθετος πρὸς τὰ πράγματα, διότι εἶναι βέβαιον, ὅτι, ἐὰν ἐν Ἑπτανήσῳ, ἐν ταῖς τρισὶ νήσοις, κατελείφθησαν ὁδοὶ καλαὶ, ἰδίως δ’ ἐν Κεφαλληνίᾳ, ὑπὸ τῶν Ἄγγλων, εἶναι ὅμως ἀληθὲς, ὅτι ὁδοὶ σπουδαιόταται καὶ ἴσης ἀξίας ἐκείνων, τὰς ὁποίας κατέλιπον οἱ Ἄγγλοι, κατεσκευάσθησαν ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μετὰ τὴν παράδοσιν τῆς Ἑπτανήσου εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἅπασαι δὲ αἱ ὁδοὶ, καὶ αἱ καταλειφθεῖσαι ἡμῖν ὑπὸ τῆς Προστασίας καὶ αἱ κατασκευασθεῖσαι ὑφ’ ἡμῶν, συντηροῦνται. Καὶ κρείσσονα βεβαίωσιν τοῦ πράγματος δὲν δύναμαι νὰ δώσω ἄλλην ἢ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τελευταῖον παρὰ τοῦ Διευθυντοῦ τῶν Δημοσίων ἔργων, ἐπανελθόντος τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα ἐκ Κεφαλληνίας. Ὁ κ. Βλαχόπουλος μὲ ἐβεβαίωσε ῥητῶς, ὅτι αἱ ὁδοὶ τῆς Κεφαλληνίας εἶναι εἰς κατάστασιν καλήν. Δὲν λέγω, ὅτι εἴς τινα σημεῖα δὲν ἀπαιτεῖται μείζων ἐργασία πρὸς συντήρησιν, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ὁ Διευθυντὴς τῶν Δημοσίων ἔργων ἐκεῖθεν ἐτηλεγράφησε καὶ ἐφροντίσαμεν νὰ συστήσωμεν δύο συνεργεῖα, ἅτινα καὶ ἐργάζονται, οὐχὶ μετ’ ἐπιδείξεως, ὡς ἠθέλησε νὰ εἴπῃ ὁ κ. Βουλευτὴς, πρὸς ἐπιδιόρθωσιν τῶν σημείων ἐκείνων. Ἐν γένει ἡ κατάστασις τῶν ὁδῶν τῆς Κεφαλληνίας εἶναι καλή, κατὰ τὴν βεβαίωσιν ἀνθρώπου ἁρμοδιωτάτου πρὸς τοῦτο.

§8ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ἐν Λευκάδι ὅμως τί γίνεται;

§9ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ταύτην τὴν στιγμὴν ἐν Λευκάδι κατασκευάζεται ὁδὸς, οἱ δὲ Ἄγγλοι δὲν ἀφῆκαν ὁδὸν ἐν Λευκάδι. Δὲν εἶναι δίκαιον, Ἕλληνες Βουλευταὶ νὰ ἔρχωνται ἐνταῦθα καὶ ἐπιῤῥίπτωσι μομφὴν περὶ τῶν ἐνεργειῶν Κυβερνήσεων, αἵτινες ἀπὸ τοῦ 1864 ἐδείχθησαν φιλοστοργόταται πρὸς τὴν Ἑπτάνησον. Αἱ ὁδοὶ ἐν Κεφαλληνίᾳ βεβαίως κατεσκευάσθησαν ἐξαιρετικῶς καλαὶ, καὶ διὰ τὴν ὕλην, ἥτις ὑπάρχει ἐκεῖ, καὶ διότι εἰσὶν ἔργον ἀνδρὸς, ὅστις, καίτοι ξένος, ὑπηρέτει τὰ συμφέροντα τῆς νήσου ὡς ἀληθὴς Ἕλλην, ὑπὸ τοῦ λόρδου Νάπιερ, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλους λόγους, διότι αἱ ὁδοὶ τῆς Κεφαλληνίας κατεσκευάσθησαν διὰ τοῦ ἱδρῶτος τῶν Κεφαλλήνων, διότι ἐκεῖ ἡ προσωπικὴ ἐργασία ἐλειτούργησε πρώτιστα. Ἀλλ’ ὅσον καλαὶ καὶ ἂν κατεσκευάσθησαν, ἐὰν δὲν συντηροῦντο, θὰ ἦσαν σήμερον, μετὰ πάροδον εἰκοσιπέντε περίπου ἐτῶν, κατεστραμμέναι· αὐτὸ δὲ τοῦτο, ὅτι δὲν κατεστράφησαν, ἀποδεικνύει, ὅτι συντηροῦνται καλῶς. Δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω, ὅτι, πλὴν τῆς ὁδοῦ τοῦ ὄρους Αἴνου, ἥτις εἶναι ὁδὸς τέρψεως μόνον, κατασκευασθεῖσα, ὅπως ἀνέρχηταί τις εἰς τὸ ὄρος πρὸς ἀπόλαυσιν τῆς θαυμασίας θέας, πλὴν ταύτης τῆς ὁδοῦ, πᾶσαι αἱ ὁδοὶ εἶναι εἰς καλὴν κατάστασιν, παρὰ ἓν ἢ δύο σημεῖα, ὡς προεῖπον, ἐν οἷς ἐργάζονται σήμερον ἐργάται, ἐπίτηδες ταχθέντες ὑπὸ τοῦ κ. Βλαχοπούλου. Ταῦτα λέγω γενικῶς περὶ τῆς Κεφαλληνίας καὶ περὶ τῶν παραπόνων, τὰ ὁποῖα ἀκούομεν συνήθως περὶ τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν αὐτῶν. Ἰδιαίτερον δὲ περὶ τῆς ἐπαρχίας Πάλλης δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Πάλλη ἀπέκτησεν ὁδὸν, πρὸς συγκοινωνίαν διὰ ξηρᾶς, μόνον μετὰ τὴν ἕνωσιν, καὶ ὁδὸν, ἥτις ἴσως εἶναι ἡ μείζων ἐν Κεφαλληνίᾳ. Αὕτη ἡ ὁδὸς, μοὶ λέγετε, ὅτι εἶναι ἄχρηστος· πιθανὸν νὰ ἦναι μικρᾶς χρησιμότητος, διότι ὑπάρχει συντομωτέρα ἡ διὰ θαλάσσης συγκοινωνία. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ταύτην τὴν ὁδὸν σᾶς ἔδωκεν, οὐχὶ ἡ Ἀγγλία, ἀλλ’ ἡ Ἑλλάς. Μοὶ φαίνεται, ὅτι οὐχὶ Ἕλλην ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους, ἀλλ’ οὔτε ἁπλοῦς Ἕλλην πρέπει ν’ ἀποφασίζῃ νὰ ἐκθέτῃ τοιαύτας ἰδέας καὶ ἐπιῤῥίπτῃ τοιούτου εἴδους μομφὰς ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς Διοικήσεως. Προσεχῶς θέλετε ἔχει ἐνταῦθα τοὺς πίνακας, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀποδείξωσι τὰ λεγόμενα ὑπ’ ἐμοῦ, θ’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος ἐπροικίσθη μὲν δι’ ὁδῶν ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Προστασίας, ἀλλ’ ἐπροικίσθη δι’ ὁδῶν, οὐχὶ φειδωλότερον, καὶ ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Διοικήσεως.

§10ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἦτο περιττὴ ὅλως πολυτέλεια ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ δώσῃ μάθημα πατριωτισμοῦ πρὸς τοὺς Ἀντιπροσώπους τῆς Κεφαλληνίας, οἱ ὁποῖοι, ἢ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, ἢ οἱ γονεῖς των, ἢ οἱ οἰκειότατοι πρὸς αὐτούς, ὑπέστησαν παντὸς εἴδους ἀγῶνας, καταστροφὰς, μαρτύρια, ἵνα ἀποτινάξωσι τὴν Ἀγγλικὴν προστασίαν, τὴν Ἀγγλικὴν αὐθαιρεσίαν ἀπὸ τῆς Ἑπτανήσου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀποτείνεται πρὸς ἐμὲ, ὁ ὁποῖος, ὡς κάλλιστα γνωρίζει, διότι καὶ οἰκογενειακὴ σχέσις ἀνέκαθεν μὲ συνδέει πρὸς αὐτὸν, ἀνήκω εἰς οἶκον, τοῦ ὁποίου ἡ ὕπαρξις κατεστράφη ἐν Κεφαλληνίᾳ, ἕνεκα τῶν κατὰ τῆς Ἀγγλικῆς Προστασίας ἀγώνων αὐτοῦ. Ὅλως λοιπὸν περιττὴ καὶ ἄκαιρος ἦτο ἡ διδασκαλία αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐπανέλαβεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ὅ,τι εἶπον ἐγὼ αὐτὸς, ὅτι διὰ τῶν χρημάτων τῆς Ἑπτανήσου, διὰ τῆς καταναγκαστικῆς ἐργασίας τῆς Ἑπτανήσου, καὶ διὰ τῆς ἐπιστήμης τῆς Ἑπτανήσου κατεσκευάσθησαν αἱ ὁδοὶ ἐκεῖναι. Οὐδεὶς ἀρνεῖται, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὐκ ὀλίγας ὁδοὺς προσέθηκεν εἰς τὸ σύμπλεγμα τῶν ὁδῶν, τὰς ὁποίας ἡ Ἀγγλικὴ Προστασία ἀφῆκεν, ἀλλ’ ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ἡ ἐπέκτασις καὶ ἡ συντήρησις τῶν ὁδῶν τούτων ἀποκλειστικῶς ὀφείλεται εἰς τοὺς Ἀντιπροσώπους τῆς Κεφαλληνίας καὶ τῆς ἄλλης Ἑπτανήσου, οἵτινες, ἀντὶ πάντων τῶν ἄλλων ρουσφετίων, ἐζήτουν τὴν συντήρησιν καὶ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν. Καὶ δὲν βλέπω οὐδένα λόγον, ν’ ἀπευθύνῃ τοιούτου εἴδους μομφὰς πρὸς τοὺς Ἀντιπροσώπους τῆς Ἑπτανήσου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὸς τοὺς Ἀντιπροσώπους χώρας, ἥτις ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς παρανόμου, κατὰ τὴν γνώμην τῶν Ἑπτανησίων καὶ τὴν γνώμην βεβαίως τῶν Ἑλλήνων ἁπάντων, καταλήψεως αὐτῆς παρὰ τῆς Ἀγγλίας, δὲν ἔπαυσε, καὶ λόγῳ, καὶ ἔργῳ, καὶ διὰ πάσης θυσίας, διαμαρτυρομένη κατὰ τῆς Ἀγγλικῆς βίας, καὶ συμμεριζομένη τοὺς ἀγῶνας τῶν ἀδελφῶν Ἑλλήνων κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1821. Οἱ Ἑπτανήσιοι ὑπέστησαν παντοίας καταστροφὰς, καὶ παντοίας ζημίας, καὶ παντοίους κινδύνους κατὰ τὴν μακρὰν πάλην, τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς, ὅλαι αἱ τάξεις τῆς Ἰονίου κοινωνίας ἠγωνίσθησαν κατὰ τῆς Ἀγγλικῆς αὐθαιρεσίας. Ἐννοεῖ λοιπὸν βεβαίως ἤδη ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἦτο ὅλως περιττὸν νὰ δώσῃ μάθημα πατριωτισμοῦ πρὸς ἡμᾶς, διότι δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν πρὸς αὐτὸν, ὅτι οἱ τίτλοι ἡμῶν ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην δὲν εἶναι κατώτεροι τῶν ἰδικῶν του, οὔτε ἄλλου τινὸς ἐκ τῶν Ὑπουργῶν, μεθ’ ὧν παρακάθηται καὶ οὓς ἄλλως πάντας τιμῶ. Ὤφειλε λοιπὸν νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ καθῆκόν του, τὸ καθῆκον τοῦ προϊσταμένου τῆς ὑπηρεσίας τῆς ὁδοποιΐας. Αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις συνεπλήρωσαν ἐν μέρει τὰς ὁδοὺς ἐν Ἑπτανήσῳ· εὐχαρίστως τὸ ὁμολογῶ πρὸς τιμήν των, μολονότι πάντα, ὅσα ἐγένοντο, ἐγένοντο χάρις εἰς τὴν ἐπιμονὴν, τὴν θέλησιν, τὴν ἐνέργειαν καὶ τὴν δραστηριότητα τῶν Ἀντιπροσώπων τῆς Ἑπτανήσου, οἱ ὁποῖοι, τὸ ἐπαναλαμβάνω, τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ζητοῦσιν, εἶναι ἡ κατασκευὴ καὶ συντήρησις τῶν ὁδῶν των. Σπανιώτατα ζητοῦσιν ὠφελήματα ἐκ τῆς Διοικήσεως, ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι παρέχει εἰς τοὺς ἐκλογεῖς τοῦ νομοῦ, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει. Καὶ σήμερον σᾶς λέγομεν: μὴ ἀφίνετε τὰς ὁδοὺς αὐτὰς νὰ καταστραφῶσι, σᾶς λέγομεν τὸ αὐτὸ, ὅπερ σᾶς ἐλέγομεν ἐπὶ εἰκοσιπέντε ἤδη ἔτη, ὅπερ καὶ σήμερον ἔχομεν δικαίωμα νὰ σᾶς λέγωμεν. Εἰδικῶς ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ὁδοποιΐαν τῆς ἐπαρχίας Πάλλης, σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι δὲν σᾶς εἶπεν ὁ κ. Βλαχόπουλος ἢ ἄλλος τις, ὅτι ἔχουσι καλῶς, διότι, ἂν σᾶς ἔλεγε τοῦτο, δὲν θὰ σᾶς ἔλεγε πράγματα ἀκριβῆ, καθόσον οἱ δρόμοι τῆς ὡραίας ἐπαρχίας Πάλλης εἶναι πανάθλιοι.

§11ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξεπλήρου τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον τῷ ἐπιβάλλει ἡ θέσις του, βεβαίως δὲν θὰ παρεξετρέπετο, ἀνερχόμενος σήμερον τὸ βῆμα, διὰ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ἁπλῆν πρότασιν συναδέλφου μου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς καθῆκον εἶχε νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τῆς Συνόδου ἐζητήθησαν ἀπ’ αὐτὸν καὶ διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀποδειχθῇ ποῖος ὁ ζῆλος αὐτοῦ καὶ εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν. Τοιαύτην ἐπερώτησίν μου εἶχον ὑποβάλει καὶ εἰς τὸν προκάτοχον τοῦ νῦν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ἀπὸ δύο δὲ ἐτῶν καὶ πλέον παρακαλῶ καὶ προτρέπω τὴν Κυβέρνησιν νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας. Πρὸ πολλοῦ ὑπέβαλα εἰς τὴν σκέψιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξακολουθεῖ δεικνύουσα τοιαύτην ἀκαταλόγιστον ἀμέλειαν, ἡ ζημία θέλει ἀνέλθει εἰς σημεῖον τοιοῦτον, ὥστε τὸ δημόσιον ταμεῖον θέλει καταστῆ ἀνίκανον νὰ ἐπανορθώσῃ καθ’ ὁλοκληρίαν αὐτήν. Εἰς πάντα δὲ ταῦτα ἐλάμβανον ἀπάντησιν καὶ ἀπὸ τὸν νῦν Ὑπουργὸν καὶ ἀπὸ τὸν προκάτοχόν του, ὅτι ὑπεβλήθησαν οἱ ἀπαιτούμενοι προϋπολογισμοί, ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ ἐπεστράφησαν διὰ νὰ διορθωθῶσιν, ὅτι ἐκ νέου συνταχθέντες, παρέστη καὶ πάλιν ἀνάγκη νὰ ἐπιστραφῶσι, διότι ἔφερον μεγαλείτερον ποσὸν δαπανῶν τοῦ πρὶν προϋπολογισθέντος. Ἐπὶ τέλους ἠκούσαμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε λάβει ἀπόφασιν νὰ ἐξαποστείλῃ ἐπιθεωρητὴν ἔκτακτον, ὅπως αὐτὸς ἐκ τοῦ πλησίον ἐπισκοπήσῃ τὰ πράγματα. Καὶ πράγματι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὁ προκάτοχος τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, βεβαιωθεὶς ἐκ τῶν ἐκθέσεων καὶ ἐννοήσας, ὅτι εἶναι ἐπείγουσα ἡ ἀνάγκη νὰ ληφθῇ φροντὶς περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἔλεγεν ἡμῖν, ὅτι διέταξε ἤδη τὸν κ. Σάουρωτ νὰ μεταβῇ εἰς Κεφαλληνίαν, ἵνα ληφθῇ γενικὸν καὶ ὁριστικὸν μέτρον. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ μεταβῇ ὁ κ. Σάουρωτ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, μετέβη μόλις πρὸ τριῶν μηνῶν, τὴν δὲ ἔκθεσιν αὐτοῦ καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, καίτοι ἐπανειλημμένως ἐζητήσαμεν, ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν τὰ καταθέτει. Διατί; Διότι ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων θέλει καταδειχθῆ κατὰ πόσον αἱ ἐπαγγελίαι τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰ ἔργα αὐτῆς, κατὰ πόσον αἱ ὑποσχέσεις της περὶ αὐξήσεως τῆς συγκοινωνίας ἔχουσι σχέσιν μὲ τὰ πεπραγμένα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐξακολουθοῦμεν ἐφιστῶντες τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ προτρέποντες αὐτὴν εἰς ὅ,τι εἶναι καθῆκόν της ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ ἀντὶ αὕτη νὰ δώσῃ τὰς αἰτουμένας πληροφορίας, ἢ νὰ ἀναγγείλῃ τὰς ἀποφάσεις της, ἀνέρχεται εἰς τὸ βῆμα ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ καθιστᾷ τὴν ὑπόθεσιν ζήτημα πατριωτισμοῦ. Μέμφεται τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας καὶ ἀποκαλεῖ αὐτοὺς Ἀντιπροσώπους τῆς Ἑπτανήσου, ὡς ἐὰν ἔρχωνται οὗτοι ἐνταῦθα ὡς Ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑπτανήσου καὶ οὐχὶ ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους. Καὶ ἂν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἔχῃ καθῆκον, ὡς μᾶλλον γνωρίζων τὰς ἰδιαιτέρας ἀνάγκας τῆς ἐπαρχίας του ἢ τοῦ νομοῦ, ἐξ οὗ ἐκλέγεται, νὰ φέρῃ παρατηρήσεις περὶ αὐτοῦ καὶ νὰ ζητῇ θεραπείαν, δὲν παύει ἀπὸ τοῦ νὰ παρίσταται ἐνταῦθα ὡς Ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους καὶ οὐχὶ ὡς Ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας ἢ τοῦ νομοῦ του. Παραπονούμεθα, οὐχὶ κατὰ τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων, ὡς ἀτόπως εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις πράγματι εἰργάσθησαν καὶ συνεπλήρωσαν τὰς ὁδοὺς, αἱ ὁποῖαι κατελείφθησαν μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς Ἀγγλικῆς προστασίας· ἡ Κεφαλληνία ἰδίως ὀφείλει νὰ εὐγνωμονῇ πρὸς τὸν ἀείμνηστον Κουμουνδοῦρον διὰ τὴν πρόνοιαν, ἥν ἔλαβε περὶ τῆς νήσου ἐκείνης· ἀλλ’ ἀφ’ οὗ ἐλάθετε σεῖς τὴν διοίκησιν εἰς χεῖράς σας, ἔπαυσε πᾶσα μέριμνα περὶ αὐτῆς. Καὶ διὰ τοῦτο δικαίως καὶ ἐπανειλημμένως παραπονούμεθα, διότι, ἀφοῦ μας ἐπεβάλατε φόρους ἐπὶ φόρων, δάνεια ἐπὶ δανείων χάριν τῆς συγκοινωνίας, ὀφείλετε νὰ μεριμνήσητε περὶ τῆς διατηρήσεως ἐκείνων τοὐλάχιστον, τὰ ὁποῖα περιῆλθον εἰς τὰς χεῖράς σας. Καὶ ὑπάρχει ἀνάγκη καταθέσεως ἐγγράφων, πρὸς ἀπόδειξιν τῆς πληρεστάτης ἀκηδείας ὑμῶν, ἀφοῦ μετὰ τὴν κατάργησιν τῶν ὁδοστατῶν...

§12ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑμεῖς τοὺς κατηργήσατε.

§13ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐὰν δὲν τοὺς κατηργήσατε, δὲν τοὺς ἀνεσυστήσατε, οὔτε ἐλάθετε μέτρον τι, καὶ ἀφήσατε τὰς ὁδοὺς ἁπάσας εἰς τὴν τύχην των, καὶ ἀφήσατε αὐτὰς νὰ κατασταθῶσι κοῖται καὶ αὔλακες ὑδάτων. Ἀνεφέρατε προηγουμένως τὴν ἀποστολὴν τοῦ κ. Βλαχοπούλου. Καὶ πῶς καὶ διατὶ ἀπεστείλατε τὸν κ. Βλαχόπουλον: Πρὸ τριῶν ἐτῶν ἀπεστείλατε ἐπανειλημμένως ἐπόπτας πρὸς τὰ μέρη ἐκεῖνα, ἀλλ’ ὑπάρχει ἀνάγκη ἐκτάκτων ἀποστολῶν, ἵνα ἐξακριβώσητε τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ συγκοινωνία τῶν μερῶν ἐκείνων; καὶ κατόπιν τούτων, ἐπειδὴ ἐστείλατε ὀλίγους ἐργάτας, διὰ νὰ καταστήσητε ἁπλῶς βατὰς τὰς ὁδοὺς ἐκείνας, ἔρχεσθε καὶ μᾶς λέγετε, ὅτι ἐμεριμνήσατε περὶ τῶν ὁδῶν τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας! Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν πατριωτισμὸν, οὐδεμίαν ἔχει ἀνάγκην ἡ Κεφαλληνία τῶν διπλωμάτων τῶν ἐδικῶν σας, οὔτε οὐδενὸς ἄλλου, διότι οἱ Κεφαλλῆνες ἔδειξαν πάντοτε, ὅτι φροντίζουσι νὰ τὸν δεικνύωσι δι’ ἔργων καὶ οὐχὶ διὰ λόγων ὅτι συνείθισαν νὰ θυσιάζωσι, καὶ οὐχὶ νὰ ζητῶσιν ἀμοιβὰς. Καὶ κατὰ τὸ 1821, ἐὰν ἔχυσαν τὸ αἷμά των, δὲν τὸ ἔπραξαν διὰ νὰ ζητήσωσιν ἀμοιβὰς, καὶ κατὰ τὸ 1854, ἐὰν πάλιν ἠγωνίσθησαν, ἐνόμισαν, ὅτι ἐξεπλήρωσαν ἀπαραίτητον πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον. Ἦλθον νὰ κρούσωσι τὰς θύρας τοῦ δημοσίου ταμείου, ἢ τὰς ἰδικάς σας, κύριε Ὑπουργὲ, διὰ νὰ ζητήσωσιν ἀμοιβὰς διὰ τὰς γενομένας θυσίας; Οἱ Κεφαλλῆνες ἦσαν Ἕλληνες πρὶν σεῖς, κύριε Ὑπουργὲ, ἀναφανῆτε τοιοῦτοι, διότι ὅτε ἦλθον καὶ ἐπολέμησαν κατὰ τὸ 1821, δὲν εἶχον νὰ ὑπερασπίσωσιν οὔτε τὴν περιουσίαν των, οὔτε τὰ κτήματά των, οὔτε τὰς γυναῖκάς των, ἦλθον καὶ ἐπολέμησαν ἀπὸ ἁπλοῦν αἴσθημα Ἑλληνικὸν, αἴσθημα ἐθνισμοῦ καὶ δι’ οὐδὲν ἄλλο. Αἴσθημα δὲ καὶ νῦν καθήκοντος τοὺς ἀναγκάζει νὰ ἀπαιτῶσιν, ὅ,τι καὶ τὸ ὑλικὸν καὶ τὸ ἠθικὸν συμφέρον τοῦ Κράτους ἐπιβάλλει εἰς πᾶσαν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν.

§14ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Εἶναι ἀληθὲς, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν εἰς Λευκάδα ἁμαξιτοὶ ὁδοὶ, διὰ τῶν ὁποίων νὰ γίνηται ἡ συγκοινωνία. Ὑπῆρχον ὅμως κατὰ τὴν ἄρσιν τῆς Προστασίας κατασκευασθέντα τεμάχια, ἅτινα μετὰ τὴν Ἕνωσιν οὔτε συνεπληρώθησαν, οὔτε διετηρήθησαν, καὶ τὰ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν κατεστράφησαν, τὰ δὲ εἰσέτι σωζόμενα θέλουσι διὰ τὸν αὐτὸν λόγον καταστραφῆ, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον. Μετὰ τὴν Ἕνωσιν ἡ τοιαύτη κατάστασις τῆς συγκοινωνίας δὲν μετεβλήθη οὐδόλως, καθότι ἀπὸ τὴν ἐποχὴν αὐτὴν, μόνον κατὰ τρία ἢ τέσσαρα χιλιόμετρα ἐπεξετάθησαν αἱ προϋπάρχουσαι τῆς ἐπαρχίας ὁδοί. Ὁμολογῶ, ὅτι ἐδόθη πρὸ πολλοῦ εἰς ἐργολαβίαν ἡ κατασκευὴ ἑνὸς τμήματος τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ ἀπὸ Σίδρον εἰς Πλάτανον, ὅτι μικρὰ τεμάχια κατεσκευάσθησαν ἐξ αὐτῆς, ἀλλὰ διὰ τῆς μὴ κατασκευῆς τῶν μελλόντων νὰ συνενώσωσιν αὐτὰ γεφυρῶν ἡ ἀπαιτηθεῖσα δαπάνη οὐδόλως μετέβαλε τὴν προϋπάρχουσαν τῆς συγκοινωνίας κατάστασιν. Ὁμολογῶ ἐπίσης, ὅτι πρὸ ἐτῶν ἡ Κυβέρνησις, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ ν’ ἀπαλλάξῃ τοὺς διὰ τῶν ἐπικινδύνων χειμάῤῥων Βασιλικῆς διερχομένους, ὅπως μεταφέρωσιν εἰς τὸν ἐκεῖσε λιμένα τὰ πρὸς ἐξαγωγὴν προϊόντα των, κατεσκεύασε δύο γεφύρας, ἀλλὰ καὶ αἱ γέφυραι αὗται, καίτοι πολλὰ ἔτη παρῆλθον, δὲν συνεπληρώθησαν διὰ τῆς κατασκευῆς τῆς ἀναγκαιούσης ὁδοῦ, καὶ ἡ διάβασίς των ἐξακολουθεῖ νὰ γίνηται, ὡς καὶ πρότερον· ὥστε πάνυ δικαίως τὰ γενόμενα ἐν Λευκάδι ἔργα θεωροῦνται, ὅτι ἐγένοντο οὐχὶ πρὸς βελτίωσιν τῆς συγκοινωνίας, ἀλλὰ πρὸς χλευασμὸν τῶν κατοίκων. Ἐνεκρίθη ἡ κατασκευὴ τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοῦ Ἐξανθείας, ἀλλ’ ἀφοῦ κατεσκευάσθη τὸ τεμάχιον, τὸ ἐξυπηρετοῦν τὰς δημοτικὰς ἀνάγκας τοῦ δήμου Σφακιωτῶν, ἡ ὁδὸς δὲν ἐξηκολούθησε πλέον, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἡ διαταχθεῖσα χάραξις αὐτῆς ἦλθεν εἰς πέρας, καίτοι ὁ δῆμος Ἐξανθείας, πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ὁποίου ἡ κατασκευὴ ἤρχισε, δικαιοῦται κάλλιον παντὸς ἄλλου εἰς τοιοῦτον εὐεργέτημα, ὡς μᾶλλον παραγωγὸς καὶ μᾶλλον φορολογούμενος. Ἐν γνώσει ὢν τῶν ἀναγκῶν τῆς πατρίδος μου, παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ προνοήσητε διὰ τὴν ταχεῖαν ἐξακολούθησιν τῆς ὁδοῦ ταύτης, διὰ τὴν τελειοποίησιν τῆς ὁδοῦ Ἐγγλουβῆς, κατασκευασθείσης ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Προστασίας, διὰ τὴν ἐπιδιόρθωσιν τῆς ὁδοῦ Σφακιωτῶν, διότι, ὡς τότε σᾶς ὑπέδειξα, διὰ τῆς συμπληρώσεως τῶν ὑποδειχθέντων ἔργων τέσσαρες δῆμοι τῆς ἐπαρχίας, ἔχοντες πληθυσμὸν 14 καὶ πλέον χιλιάδων κατοίκων, θέλουσιν ἀπαλλαχθῆ τῶν δαπανῶν καὶ τῶν βασάνων, εἰς τὰς ὁποίας ὑπόκεινται σήμερον διὰ τὴν εἰς τοὺς λιμένας μεταφορὰν τῶν πρὸς ἐξαγωγὴν φορολογουμένων προϊόντων των. Εἶναι λυπηρὸν, κύριε Ὑπουργὲ, εἰς τὸν δέκατον ἔννατον αἰῶνα, καὶ ἀφοῦ καὶ ἡμεῖς πρὸ πολλῶν χρόνων ἀποτελοῦμεν μέρος τοῦ Βασιλείου καὶ ὑπὸ ἐθνικῶν διοικούμεθα Κυβερνήσεων, νὰ εὑρισκώμεθα ὡς εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ πρώτου συνοικισμοῦ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, διότι εἰς τοιαύτην διατελοῦμεν, ἀφοῦ, ἕνεκεν ἐλλείψεως ὁδῶν, θεώμεθα τὰ ἀναγκαιοῦντα εἰς τὰς οἰκογενειακάς μας ἀνάγκας νὰ μεταφέρωνται ἐπὶ τῶν κεφαλῶν τῶν γυναικῶν, ἢ ἐπὶ τῆς ράχεως τῶν ἀνδρῶν. Δὲν ζητῶ, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ κατασκευάσητε νέας ὁδούς, παρακαλῶ νὰ ἔλθωσιν εἰς πέρας αἱ ἀρξάμεναι, καὶ νὰ διατηρηθῶσιν αἱ ἤδη ὑπάρχουσαι. Δὲν παραπονοῦμαι, ἐκφράζω τὴν λύπην μου διὰ τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ πατρίς μου. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὴν ὁδὸν, ἣν λέγει, ὅτι κατασκευάζει εἰς τὴν πατρίδα μου, ἀλλὰ διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ, ἣν ὑπαινίσσεται, καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐδόθη πίστωσις τεσσαράκοντα χιλιάδων δραχμῶν, πρὸς ἐξακολούθησιν αὐτῆς, ἀλλὰ ἐκ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ πόσα ἐδόθησαν εἰς τὸν ἐργολάβον; ὁποία δαπάνη ἐγένετο διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ὑπαρχουσῶν; Παρακαλῶ, ὅπως ἐξετάσῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ, ὅστις ἐπεσκέφθη τὰ δημόσια ἔργα τῆς πατρίδος μου, καὶ θέλει πεισθῆ, ὅτι εἰς Λευκάδα τὰ πάντα εὑρίσκονται εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν, καὶ τῆς καταστάσεως ταύτης ζητῶ τὴν ἐπιδιόρθωσιν.

§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔρχομαι νὰ εἰσαγάγω νομοσχέδιά τινα τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως τῶν ἄρθρων 12 καὶ 13 τοῦ νόμου ΧΛΕʹ περὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο σκοπεῖ, ὅπως τεθῶσι προσόντα διὰ τοὺς προβιβασμοὺς κατ’ ἀρχαιότητα τῶν ἀξιωματικῶν μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ ταγματάρχου, καὶ προσέτι, ὅπως ὁ προβιβασμὸς κατ’ ἐκλογὴν ἐν τοῖς εἰρημένοις βαθμοῖς γίνηται διὰ διαγωνισμοῦ. Ἐξαίρεσις μόνον θέλει χωρεῖ ὑπὲρ τῶν διακριθέντων ἀποδεδειγμένως ἐπὶ στρατιωτικῇ ἀρετῇ ἐν πολέμῳ, ἢ κατὰ ἐνόπλων ἐπαναστατῶν, ἢ κατὰ συμπλοκὴν πρὸς ληστάς....

§16ΚΟΡΠΑΣ. Πάντων τῶν σωμάτων ἀνεξαιρέτως;

§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.

§18ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς, οἱ τῆς Βουλῆς;

§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ θέματος, εἰς ὃ ἀφορᾷ ἡ ἐρώτησίς σας.

§20ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οὐδὲ εἰς διαγωνισμὸν ὑποκείμεθα;

§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πᾶς, ὁ θέλων νὰ προβιβασθῇ κατ’ ἐκλογὴν, ὑποβάλλεται εἰς τοὺς διαγωνισμοὺς, ἐν οἷς οἱ πρωτεύοντες προβιβάζονται.

§22ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅσοι δὲν ἔχουσι τὸν χρόνον;

§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον καταργεῖ μόνα τὰ ἄρθρα 12 καὶ 13 τοῦ νόμου περὶ προβιβασμῶν, τ’ ἄλλα πάντα, ἐν οἷς καὶ τὰ κανονίζοντα τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ κατωτέρῳ βαθμῷ πρὸς προβιβασμὸν εἰς τὸν ἀνώτερον, τηροῦνται ἐν ἰσχύϊ. Ἐκ τῶν ὑπηρετησάντων τὸν ἀπαιτούμενον πρὸς προβιβασμὸν χρόνον προβιβάζονται κατ’ ἐκλογὴν, εἰς πλήρωσιν χηρευουσῶν θέσεων, λοχαγῶν μὲν καὶ ὑπολοχαγῶν μέχρι τοῦ τρίτου, ταγματαρχῶν δὲ μέχρι τοῦ ἡμίσεως, οἱ ἐν διαγωνισμῷ πρωτεύοντες. — Καταργηθέντος τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, ἐπετράπη ἐξαιρετικῶς, ὅπως ἀπονέμηται οὗτος εἰς ὑπαξιωματικούς, ἔχοντας μακρὰν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ μὴ κεκτημένους τὰ πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν προσόντα, καὶ ὅπως προβιβάζωνται οὗτοι εἰς πλήρωσιν ὡρισμένης μερίδος τῶν κενῶν θέσεων ἀνθυπολοχαγῶν. Καὶ ἡ διάταξις μὲν αὕτη καλῶς ἔχει, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἕνεκα τῆς μὴ ὑπάρξεως κενῶν ἐν ταῖς θέσεσι τῶν ἀνθυπολοχαγῶν. Εἰς τοὺς ἐξερχομένους ἐκ τῆς Σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν παρέχεται τὸ δικαίωμα τοῦ προβιβασμοῦ εἰς ἀνθυπολοχαγοὺς καὶ ἂν πᾶσαι αἱ ὀργανικαὶ θέσεις ὦσι πλήρεις....

§24ΚΟΡΠΑΣ. Ὡς ὑπεραρίθμων.

§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἑπομένως, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὡς ὑπεραρίθμων. Τὸ δικαίωμα τοῦτο πρέπει νὰ παρασχεθῇ καὶ εἰς τοὺς περὶ ὧν εἴρηται, ὅπως τελεσφορήσῃ ἡ ὑπὲρ αὐτῶν πρόνοια τῶν κειμένων νόμων καὶ ὑπάρξῃ κατὰ τοῦτο ἰσότης. Ἀφοῦ ὁ νόμος χορηγεῖ εἰς τοὺς ἐξερχομένους ἀπὸ τῆς Σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν τὸν προβιβασμὸν, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ὑπάρχουσι κενὰ, ὁ αὐτὸς κανὼν δέον νὰ ἰσχύῃ καὶ ὑπὲρ τῶν προβιβαστέων ὑπαξιωματικῶν, τῶν μὴ διελθόντων διὰ τῆς Σχολῆς. Τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον ἐπιτρέπει, ὅπως προβιβάζωνται ὑπαξιωματικοὶ εἰς ἀνθυπασπιστὰς, καὶ ἀνθυπασπισταὶ εἰς ἀνθυπολοχαγοὺς, ἐὰν, πληροῦντες κατὰ τ’ ἄλλα τοὺς ὅρους τῶν κειμένων νόμων, δὲν ὑπερβαίνωσιν ἐντὸς διετίας τοὺς 12 εἰς τὸ πεζικὸν, 3 εἰς τὸ ἱππικὸν, 3 εἰς τὸ πυροβολικὸν, ἕνα εἰς τὸ μηχανικὸν καὶ ἕνα εἰς τοὺς νοσοκόμους. Ἐπίσης ὡς πρὸς τοὺς ὑπαξιωματικούς, τοὺς διακριθέντας ἐπὶ ἀνδραγαθίᾳ, παρουσιάζεται περίπτωσις, χρήζουσα νομοθετικῆς προνοίας. Οἱ ὑπαξιωματικοὶ οὗτοι, κατὰ τὸν νόμον, ὡς εἶχεν, ὅτε ἐψηφίσθη, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἄλλην στρατιωτικὴν νομοθεσίαν τοῦ Κράτους, ἠδύναντο νὰ προβιβασθῶσιν ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ, ὡς ἐκ τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας, διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ ἰσχύουσα στρατιωτικὴ νομοθεσία ἀπῄτει διὰ τὸν λοχίαν διετῆ ὑπηρεσίαν καὶ διὰ τὸν ἐπιλοχίαν ἑνὸς ἔτους ὑπηρεσίαν, ὅπως ἐπιτρέπηται ὁ προβιβασμὸς εἰς ἀνθυπασπιστήν· ἀλλὰ τὸ 1885 ἐψηφίσθη νόμος, καθ’ ὃν ἀπητήθη χρονικὴ ὑπηρεσία πρὸς προβιβασμὸν τοῦ ὑπαξιωματικοῦ εἰς ἀνθυπασπιστὴν δεκαετής· δὲν ἐγένετο δὲ διάκρισις, ὅπως μὴ ὑπάγωνται εἰς τὴν ἀπαίτησιν ταύτην οἱ τῆς κατηγορίας, περὶ ἧς πρόκειται, ὑπαξιωματικοί. Τόσον πρόδηλος εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς ἐξαιρέσεως, ὥστε ἠγέρθη ζήτημα, ἄν, καὶ μὴ ἀναγραφομένης ἐξαιρέσεως ἐν τῷ νόμῳ, δὲν ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ ἡ ἐξαίρεσις αὕτη, ὡς ἐξυπακουομένη. Ἐδιστάσαμεν ν’ ἀναγνωρίσωμεν τοῦτο, ὡς ἱκανῶς ἐνδεικνυόμενον, ἐθεωρήσαμεν δὲ, ὅτι ἔπρεπεν ἡ ἐξαίρεσις ν’ ἀναγραφῇ ἐν νόμῳ, καθορίζοντι, ὅτι οἱ ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ προβιβαζόμενοι ὑπαξιωματικοὶ δύνανται νὰ προβιβασθῶσιν καὶ ἂν μὴ ἔχωσι τὸ προσὸν τοῦ νόμου τοῦ 1885, δηλ. δεκαετῆ ὑπηρεσίαν. Κατὰ τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον, οὐδεμία ὡς πρὸς αὐτοὺς ἀπαιτεῖται διαρκὴς ὑπηρεσία· ἀρκεῖ νὰ πληρῶσι τοὺς ἄλλους ὅρους, τοὺς παρέχοντας τὸ προσὸν τοῦ ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ προβιβασμοῦ. Ἤδη, ὅτε λειτουργεῖ ἡ Σχολὴ τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ ἔχομεν ἐν τῷ στρατῷ ἀνθυπολοχαγούς, οὐχὶ μόνον ὅσους ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ καθορίζει, ἀλλὰ καὶ ὑπεραρίθμους, ἡ ἐπικρατοῦσα ἀνέκαθεν διάταξις, καθ’ ἣν ἐπιτρέπεται ἡ κατάταξις ἐν τῷ στρατῷ ἀξιωματικῶν ἐκπαιδευθέντων ἐν ξέναις σχολαῖς, καθίσταται σόλοικος. Ἡ διάταξις αὕτη δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσι κενά· θὰ ἠδύνατο προσέτι νὰ ᾖναι ἀνεκτή, ἐὰν ἐγίνετο χρῆσις αὐτῆς πρὸς σπουδὴν ἐν ἐπιστημονικαῖς σχολαῖς καὶ πρὸς κατάταξιν ἐνταῦθα εἰς τὰ ἐπιστημονικὰ ὅπλα· ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη ἡ νομοθετικὴ πρακτικὴν ἐφαρμογὴν ἔλαβε μόνον ὡς πρὸς τὸ πεζικὸν καὶ ὡς πρὸς τὸ ἱππικόν. Ἐν τοῖς ὅπλοις δὲ τούτοις ἤδη οὐ μόνον ἔχομεν τοὺς κατὰ τὸν ὀργανισμὸν ἀνθυπολοχαγούς, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ πολλῷ πλείονας. Ἐὰν δὲν εἴχομεν τὸν ἀριθμόν, καίτοι κατ’ ἀρχὴν δὲν εἶναι συμφέρον ἐν τῷ στρατῷ νὰ ὑπάρχῃ ἐκπαίδευσις τῶν ἀξιωματικῶν ποικίλη, καίτοι τὸ ὁμοιόμορφον τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι ἓν τῶν στοιχείων τῆς ἀγαθῆς λειτουργίας τοῦ στρατοῦ, οὐχ ἧττον, χάριν τῆς πληρώσεως τῶν κενῶν, ἡ διάταξις αὕτη ἴσως ὑπηγορεύετο· καὶ πράγματι ἐν ἐποχῇ προγενεστέρᾳ ἐλειτούργησεν ἐπ’ ὠφελείᾳ ἴσως τοῦ στρατοῦ. Σήμερον ὅμως ἀναντιῤῥήτως λειτουργεῖ ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ στρατοῦ. Ὑποβάλλω ἄρα νομοσχέδιον, καταργοῦν τὸν νόμον, τὸν ἐπιτρέποντα τὴν κατάταξιν ἐν τῷ στρατῷ ὡς ἀξιωματικῶν τῶν ἐν ξέναις σχολαῖς ἐκπαιδευομένων, ἐξαιρέσει μόνον τῶν ἤδη εὑρισκομένων ἐν ταῖς σχολαῖς ταύταις....

§26ΚΟΡΠΑΣ. Ἐπὶ βλάβῃ τῶν δικαιωμάτων τῶν ἄλλων;

§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως.

§28ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁρίζει τὸν χρόνον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἄρχονται λογιζόμενοι ἐκεῖνοι, οἱ ἐν Εὐρώπῃ;

§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οἱ εἰσαγόμενοι εἰς τὰς σχολὰς ἐκείνας ποιοῦνται δήλωσιν. Ἀπό τινων δὲ μηνῶν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἔχον σκοπὸν νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτον νομοσχέδιον, ἠρνήθη νὰ δεχθῇ τοιαύτας δηλώσεις. Ἐν τῷ δικαιώματί του, ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν προτίθεται νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸ ἑξῆς τὴν συναινέσει αὐτοῦ εἰσαγωγὴν ἐν ξένοις στρατιωτικοῖς σχολείοις· ἑπομένως ἤδη ἔχομεν ἐποχὴν καθωρισμένην, τὴν ἀπὸ τῆς δηλώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπει τὴν εἰσαγωγὴν ἐν ξέναις σχολαῖς ἀδείᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.

§30ΚΟΡΠΑΣ. Ἐξαιροῦνται οἱ ἤδη ἀδείᾳ τῆς Κυβερνήσεως σπουδάζοντες;

§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως· τὸ εἶπον.

§32ΚΟΡΠΑΣ. Εἶναι πολλοὶ τοιοῦτοι;

§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι πολλοί. Ἀνήγγειλα, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κυκλάδων πρό τινων ἡμερῶν, ὅτι θὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον, τροποποιοῦν ἔν τισι τὸν περὶ στρατολογίας νόμον. Αἱ κυριώτεραι τροπολογίαι, αἱ εἰσαγόμεναι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀνάγονται πρῶτον εἰς τὴν ἀφομοίωσιν τῶν περιπτώσεων τῶν ἀπαλλαγῶν, τῶν μετὰ τὴν ἐργασίαν τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου, ἢ τὴν κατάταξιν, καὶ τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν πρὸ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου· διότι ὁ νόμος δὲν περιλαμβάνει ἐν ταῖς περιπτώσεσι, ταῖς ἐπιτρεπούσαις τὴν ἀπαλλαγήν, ὅταν αὗται παρουσιάζωνται μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου ἢ μετὰ τὴν κατάταξιν, πάσας τὰς ἐν τῇ γενικῇ διατάξει ἀναγεγραμμένας. Φρονοῦμεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος πρὸς τοιαύτην διάκρισιν. Ὡς πρὸς δὲ τοὺς διαθεσίμους, κανονίζει τὸ νομοσχέδιον, ὅτι οὗτοι εἰς τὸ ἑξῆς δὲν θὰ ὑποχρεῶνται νὰ πληρῶσι κενὰ πάντων τῶν σωμάτων, οὐδὲ τὰ ἐξ οἱασδήποτε αἰτίας, ἀλλὰ θὰ πληρῶσι κενὰ μόνων τῶν σωμάτων, ἐν οἷς ὑπηρετοῦσιν, ἤτοι τοῦ πεζικοῦ καὶ τοῦ πυροβολικοῦ, καὶ μόνα τὰ ἕνεκα ἀνυποταξίας παρουσιαζόμενα. Προσέτι δὲ εἰς πλήρωσιν τῶν κενῶν ἐξ ἀνυποταξίας δὲν θὰ καλῶνται οἱ ἀποχωρήσαντες ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ διαθέσιμοι, ἀλλὰ θὰ τηρῶνται οἱ ὑπηρετοῦντες ἐν ταῖς τάξεσιν, ὅτε διετάχθη ἡ πλήρωσις τοῦ κενοῦ. Οὕτω νομίζω, ὅτι ἱκανοποιεῖται ἡ ἀπαίτησις, περὶ ἧς ἐποιήσατο λόγον καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων, οὐχὶ ἴσως ἐν τῇ εὐρύτητι, τῇ κατὰ τὸ παρ’ αὐτοῦ προταθὲν νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἐπαρκῶς. Ἑτέρα οὐσιώδης διάταξις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ καταργοῦσα τὰς κατὰ τὸν περὶ στρατολογίας νόμον διακρίσεις τοῦ ἀντισηκώματος κατὰ λόγον τῆς μισθωτικῆς ἀξίας, διότι, καίτοι δικαιοτάτη, πρακτικῶς ὅμως ἐπάγεται πολλὰς δυσχερείας· ὀλίγιστοι ὑποχρεοῦνται εἰς πληρωμὴν ἀντισηκώματος ἀνωτέρου τοῦ κατωτάτου ὅρου· ἀφοῦ δὲ οἱ πλεῖστοι διαφεύγουσι τὴν ἐπ’ αὐτοὺς ἐφαρμογὴν τῆς διακρίσεως, ἐθεωρήθη πρέπον νὰ κανονισθῇ ὁμοιομόρφως ἐπὶ τῷ κατωτάτῳ ὅρῳ τῆς μισθωτικῆς ἀξίας τὸ ἀντισήκωμα, καὶ νὰ ἐκλίπωσιν οὕτω πᾶσαι αἱ διατυπώσεις, εἰς ἅς, ὑφισταμένης κατὰ νόμον τῆς διακρίσεως, ὑποβάλλονται κατ’ ἀνάγκην πάντες, οἵ τε ἀνήκοντες εἰς κατηγορίαν, κατὰ λόγον τῆς μισθωτικῆς ἀξίας ἐπιβαρυνομένην διὰ τῆς διακρίσεως, καὶ οἱ ἐκ τῶν ὑστέρων καταδηλούμενοι, ὡς ἀνήκοντες εἰς τὴν κατωτάτην κατηγορίαν. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἤδη ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν, σχετίζεται μὲν πρὸς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, διότι πρόκειται περὶ συστάσεως ἐν αὐτῇ τμήματος χαρτογραφικῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ὑπαγορεύεται εἰδικῶς σήμερον ἐξ ἀναγκῶν ἄλλων. Ἡ διανομὴ τῆς ἐθνικῆς γῆς καὶ οἱ νόμοι περὶ φυτειῶν ἐπήγαγον τοιαύτην ἀνωμαλίαν περὶ τὴν βεβαίωσιν τῆς κατοχῆς καὶ τῆς κτήσεως περιουσίας, ἀνηκούσης ἄλλοτε εἰς τὸ Ἔθνος, ὥστε ἐκ τῆς ἀβεβαιότητος ὑφίσταται μεγίστην ζημίαν τὸ Δημόσιον, βλάπτονται δὲ καὶ αὐτοὶ οἱ δηλωταί. Αἱ ζημίαι τοῦ Δημοσίου ὑπολογίζονται ὑπερβαίνουσαι ἐτησίως τὸ ἑκατομμύριον. Τοιαύτη κρατεῖ σύγχυσις, ὥστε νόμος, κατὰ τὸ 1885 ψηφισθεὶς καὶ σήμερον ἔτι ἰσχύων, ἐπιτρέπει τὴν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου μίσθωσιν τῶν ἀδηλώτων γαιῶν, περὶ τῶν ὁποίων οὐδεμίαν ἔχει γνῶσιν ἡ ὑπηρεσία. Ἐπιτρέπεται δὲ ἡ μίσθωσις, ἵνα διὰ ταύτης ἀνευρεθῶσιν αἱ γαῖαι, αἱ ἀνήκουσαι εἰς τὸ Δημόσιον καὶ μὴ γνωσταὶ εἰς αὐτό. Ὁ τρόπος οὗτος τῆς ἀνευρέσεως τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ Δημοσίου εἶναι πλημμελέστατος. Προδήλως πρέπει νὰ κανονίσωμεν τρόπον ἄλλον, καταλληλότερον, τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς ἀποκαλύψεως τῶν κατεχόντων γαίας ἐθνικὰς ἄνευ παραχωρητηρίων, ἄνευ δηλώσεων, μόνος δὲ τρόπος εἶναι ὁ καταρτισμὸς κτηματολογίου τῆς περιουσίας τοῦ Δημοσίου. Ἂν προέκειτο νὰ καταρτισθῇ σήμερον κτηματολόγιον τοῦ Κράτους, ἴσως ἠθέλομεν διστάσει ἐνώπιον ἔργου τοσοῦτον δαπανηροῦ, ἀλλά, προκειμένου περὶ κτηματολογίου μόνης τῆς περιουσίας τοῦ Δημοσίου, ὅπερ θὰ ἦναι ἀφετηρία τῆς συντάξεως τοῦ γενικοῦ κτηματολογίου τοῦ Κράτους, ἡ δυσχέρεια δὲν εἶναι ἡ αὐτή· διότι, καίτοι δαπανηρὸς λίαν θὰ ἦναι καὶ τοῦ περιωρισμένου τούτου κτηματολογίου ὁ καταρτισμὸς, οἱαδήποτε ὅμως καὶ ἂν ᾖ ἡ δαπάνη, αἱ προσπορισθησόμεναι πρόσοδοι ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἐκ τοῦ ἔργου θὰ ἀρκέσωσιν εἰς κάλυψιν αὐτῆς ὁλοκλήρου καὶ θὰ ἀφήσωσι καὶ περίσσευμα. Τούτων ἕνεκα ἠσχολήθημεν εἰς μελέτην τῶν κατὰ τὰ κτηματολόγια, καὶ ἰδίως εἰς τὰ τοῦ προσφάτου καταρτισμοῦ ὑπὸ τῆς Αὐστριακῆς Κυβερνήσεως τοῦ κτηματολογίου τῆς Βόσνας καὶ Ἐρζεγοβίνης, ὅπου διεξήχθη ἐν βραχυτάτῳ χρονικῷ διαστήματι ἐργασία, συνήθως μετὰ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν διεκπεραιουμένη· μετεκαλέσαμεν δὲ χάριν τῆς μελέτης ταύτης καὶ πρόσωπον εἰδικὸν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Μετὰ βάσανον τοῦ θέματος ἐν γενικωτέραις καὶ μερικωτέραις ἐπιτροπαῖς ἀπελήξαμεν εἰς τὴν ἰδέαν τῆς συστάσεως παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν τμήματος χαρτογραφίας, εἰς ὃ θὰ ἀνατεθῇ εἰδικῶς ἡ σύνταξις τοῦ κτηματολογίου τῆς περιουσίας τοῦ Δημοσίου. Τἄλλα εἰσαγόμενα νομοσχέδια ἀφορῶσιν εἰς μεταῤῥυθμίσεις τινὰς τῆς κειμένης νομοθεσίας, περὶ ὧν δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ποιήσω ἰδιαιτέραν μνείαν, ἀρκεῖ ἡ ἀνακοίνωσις τῶν τίτλων: Περὶ ἐφεδρείας τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ. Περὶ προσθήκης ὑπαξιωματικῶν εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς Διευθύνσεως τοῦ Μηχανικοῦ. Περὶ κανονισμοῦ θέσεως ἐπιτηρητοῦ τοῦ φωτισμοῦ τῶν στρατιωτικῶν κτιρίων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Περὶ νομῆς τῶν ἵππων τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς. Περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου ᾼΡΟΖʹ περὶ συστάσεως προπαρασκευαστικοῦ σχολείου ὑπαξιωματικῶν. Περὶ ἀποδοχῶν τῶν ὁπλιτῶν τοῦ λόχου τῶν τηλεγραφητῶν. Περὶ προσλήψεως ἐν τῇ στρατιωτικῇ ὑπηρεσίᾳ ἰδιωτῶν ἰατρῶν, φαρμακοποιῶν καὶ ἱερέων. Ἐπὶ ἐπερωτήσεων διαφόρων Βουλευτῶν φέρω πίνακας καὶ πληροφορίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας εἶχεν ἐρωτήσει, πόσοι οἱ ἐν τῷ νομῷ Κεφαλληνίας δηλώσαντες πρὸς παραγωγὴν σούμας. Πόσοι οἱ τῆς πρώτης κατηγορίας οἰνοπνευματοποιοί. Τί εἰσεπράχθη ἐν Κεφαλληνίᾳ ἐκ τοῦ νόμου περὶ πνευματωδῶν ποτῶν κατὰ δῆμον, ἤ, ἂν τοῦτο ἀδύνατον, κατὰ νομόν. Τὴν αὐτὴν πληροφορίαν καὶ διὰ τὰς λοιπὰς νήσους. Βουλευτὴς δέ τις ἐκ Μεσσηνίας ἐζήτησεν ὁμοίας πληροφορίας καὶ διὰ πάντας τοὺς νομοὺς τοῦ Κράτους. Καὶ διὰ μὲν τὰ πρὸ τοῦ 1888 ἔτους ὑποβάλλω τὸν δημοσιευθέντα πίνακα, τὸν διανεμηθέντα συνάμα μετὰ τοῦ τεύχους τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐκεῖ εὑρίσκονται πᾶσαι αἱ πληροφορίαι αὗται διὰ τὰ πρὸ τοῦ 1888 ἔτη. Διὰ δὲ τὸ 1888 ὑποβάλλω εἰδικὸν χειρόγραφον πίνακα. Ἐπὶ ἐπερωτήσεων τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, εἰς μὲν τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὰ κοινοτικὰ καὶ ἰδιωτικὰ δάση, παρατηρῶ, ὅτι ὁ καταρτισμὸς τοῦ πίνακος, κατὰ τὰς πληροφορίας τοῦ τμήματος, θ’ ἀπαιτήσῃ πεντάμηνον ἐργασίαν ἑνὸς ἀποκλειστικῶς ὑπαλλήλου, αἱ δὲ ζητούμεναι πληροφορίαι περὶ τῆς ἐκτάσεως τῶν δασῶν καὶ τοῦ εἴδους αὐτῶν δὲν δύνανται νὰ δοθῶσι, διότι δὲν ἐγένετο καταμέτρησις αὐτῶν, οὐδὲ δύναται νὰ γενῇ, ἐὰν νόμος εἰδικὸς δὲν ὑποχρεώσῃ τὰς κοινότητας νὰ ἐνεργήσωσι καταμετρήσεις τῶν δασῶν των, καὶ διότι δὲν ἐγένετο δασολογικὴ αὐτῶν περιγραφή, δι’ ἔλλειψιν εἰδικοῦ προσωπικοῦ. Προσάγεται μόνον πίναξ τῶν εἰς καλλιέργειαν, καταμετρήσεις καὶ ὁροθετήσεις τῶν δασῶν δαπανηθέντων. Προσάγεται ἐπίσης πίναξ τῶν ὑπὸ τοῦ Δασονομικοῦ τμήματος ἀγορασθέντων βιβλίων κατὰ τὰ 1886, 1887 καὶ 1888. Ἐπηρώτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας, ἂν οἱ ἰδιοκτῆται τῶν οἰνοπνευματοποιείων ὑποχρεῶνται νὰ πληρώνωσι καὶ τοὺς πεμπομένους ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἐπιτήρησιν καὶ τοποθέτησιν τῶν μηχανῶν ἐπιθεωρητὰς, καὶ ἂν οὗτοι λαμβάνωσιν ἐπιμίσθιον. Ἀπαντῶ, ὅτι δὲν ὑποχρεοῦνται εἰς πληρωμὴν αὐτῶν οἱ ἰδιοκτῆται, διότι οὗτοι πληρόνονται παρὰ τοῦ Δημοσίου τὴν κεκανονισμένην ἀποζημίωσιν καὶ τὰ ὁδοιπορικὰ αὐτῶν ἔξοδα. Ἐπίσης ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε κατάστασιν τῶν δαπανηθέντων διὰ προμήθειαν μηχανῶν, ἀραιομέτρων, καὶ ἄλλων τοιούτων μηχανημάτων ἀγορασθέντων. Ὑποβάλλω καὶ περὶ τούτου πίνακα. Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ἠρώτησε, τί ἐδαπανήθη ἀπὸ τοῦ 1886 ἕως τοῦ 1888 εἰς βελτίωσιν τῶν ἁλυκῶν καὶ ὡρισμένως ποίων. Περὶ τούτων ὑποβάλλω σειρὰν πληροφοριῶν, τῶν ἑξῆς. ά) Οὐδεμία βελτίωσις τῶν ἁλυκῶν ἐνηργήθη παρὰ τοῦ Ὑπουργείου κατὰ τὰ ἔτη 1886, 1887 καὶ 1888, ἐκτὸς τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν πρὸς ἀνύψωσιν τῶν θαλασσίων ὑδάτων μηχανῶν, αἵτινες ἠγοράσθησαν κατὰ τὸ 1888 ἐπὶ τῇ βάσει σχεδίου παρὰ τοῦ ἐν Πειραιεῖ Μηχανουργείου τοῦ κ. Βασιλειάδου ἀντὶ δραχμῶν 13,000. βʹ) Οὐδεὶς προϋπολογισμὸς δαπάνης πρὸς βελτίωσιν ἁλυκῶν ἐγένετο, καθ’ ὅσον οὐδεμία βελτίωσις ἐνηργήθη κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἔτη. γʹ) Δὲν ἐγένοντο δημοπρασίαι δι’ ἔργα βελτιώσεως ἁλυκῶν, διότι δὲν ἐξετελέσθησαν τοιαῦτα ἔργα. δʹ) Τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους 1889 ἀναγραφόμενον χρηματικὸν ποσὸν ἐκ δραχμῶν 100,000 προτίθεται νὰ δαπανήσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τεχνικὰ ἔργα βελτιώσεως τεσσάρων ἐκ τῶν τοῦ Κράτους ἁλυκῶν, αἵτινες ἤθελον θεωρηθῆ παρ’ αὐτῆς κατάλληλοι πρὸς αὔξησιν τῆς παραγωγῆς ἁλάτων, ἥτις, ἕνεκα τῆς εὐκολίας τῆς καταναλώσεως διὰ τῆς συστάσεως τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις εἰδικῶν ἀποθηκῶν, σχεδὸν δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὴν ἐτησίαν κατανάλωσιν τοῦ Κράτους. εʹ) Μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ διαταχθῇ ἡ ἀναγκαία προκαταρκτικὴ ἐργασία καὶ τὰ ἀπαιτούμενα διαγράμματα τῶν ἐκτελεστέων τεχνικῶν ἔργων. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 165–180).

§34ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπαντῶν εἰς τὴν χθεσινὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἐντίμου ἐκ Λακωνίας βουλευτοῦ κ. Ἀριστείδου Πετροπουλάκη, λέγω, ὅτι, κατὰ τὰς πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας, συνεπείᾳ ἐκφράσεως εὐχῆς ὁλοκλήρου τῆς πόλεως Γυθείου καὶ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, συνέστη Ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν κ. κ. Βλάσση, ἐπιθεωρητοῦ τῶν Δημοσίων ἔργων, τοῦ ἀρχιμηχανικοῦ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς κ. Κελενὲκ καὶ ἄλλων, περὶ καθορισμοῦ τῶν ἐκτελεστέων ἐν Γυθείῳ λιμενικῶν ἔργων· οὗτοι μετέβησαν ἐπὶ τόπου, καὶ μετὰ μελέτην ἐπὶ τοῦ ζητήματος, διαφωνήσαντες, ὑπέβαλον δύο ἐκθέσεις· ἤδη δὲ πρόκειται ἐν τῷ Τμήματι τῶν Δημοσίων ἔργων νὰ μελετηθῶσιν ἀμφότεραι αἱ ἐκθέσεις. Καταθέτω νομοσχέδιον περὶ διοχετεύσεως ὕδατος διὰ σιδηρῶν σωλήνων ἐντὸς τῆς πόλεως Βονίτσης δαπάνῃ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Βονίτσης. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 181).

§35ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Καταθέτω τὰς ἐκθέσεις τῶν Ἐπιθεωρητῶν τῶν Δημοτικῶν Σχολείων. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ, καταθέτω πληροφορίας καὶ ἐπὶ ἄλλων τριῶν ἐπερωτήσεων τοῦ ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας συναδέλφου περὶ τῶν Δημοτικῶν Σχολείων τοῦ δήμου Ἀνακτορίων καὶ ἰδιαιτέρως τῆς πρωτευούσης Βονίτσης. Ἐπίσης καταθέτω πληροφορίας ἐγγράφους περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Σχολείου Βονίτσης. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν τούτων καταφαίνεται, ὅτι ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Σχολείῳ Βονίτσης δὲν ἀντικατεστάθη ὁ μετατεθεὶς Σχολάρχης, διότι ἐν τῷ μεταξύ, ὑποβληθέντος τοῦ ἀπογραφικοῦ πίνακος τοῦ Σχολείου ἐκείνου, παρετηρήθη, ὅτι ἐν τῇ ἀνωτέρᾳ τάξει ἐνεγράφησαν δύο μόνον μαθηταί· τούτου ἕνεκεν ἐνόμισα, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συμπληρώσωμεν τὴν θέσιν τοῦ Σχολάρχου διὰ δύο μόνον μαθητάς· ἐπιφυλάσσομαι δὲ, ἐν ᾗ περιπτώσει προσέλθωσι καὶ ἄλλοι μαθηταί, νὰ προκαλέσω διορισμὸν καὶ Σχολάρχου.

§36ΚΟΡΠΑΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, τοῦ μεταῤῥυθμίζοντος τὰς διατάξεις τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, εἶναι καλὸν, ἂν καὶ ἡ Βουλὴ συναινῇ εἰς τοῦτο, ὅπως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διατάξῃ τοὺς Ταμίας νὰ δέχωνται ἀπὸ τοῦδε τὸ ἀντισήκωμα τῶν διαθεσίμων, τῶν ἀφιεμένων κατὰ τὸ τέλος τοῦ τρέχοντος μηνὸς, χωρὶς οὗτοι νὰ προσάγωσι πιστοποιητικὰ, κατὰ τὰς μέχρι τοῦδε ἰσχυούσας διατάξεις, διότι νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ᾖναι δυνατὸν πρὸ τοῦ τέλους τοῦ μηνὸς νὰ ψηφισθῇ τὸ ὑποβληθὲν σήμερον νομοσχέδιον.

§37ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατέθεσε πληροφορίας, σχετιζομένας μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν, φοβοῦμαι, μήπως ἐλησμονήθησαν αἱ περὶ τῶν εἰσπράξεων τῶν μονοπωλίων, ἃς ἐζήτησα καὶ ἃς παρακαλῶ αὐτὸν νὰ φέρῃ.

§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλησμονήθησαν. Ὅ,τι ἐνθυμοῦμαι, εἶναι, ὅτι εἶχε ζητήσει ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ καταθέσωμεν πίνακα τῶν εἰσπράξεων περὶ χαρτοσήμου τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου· καὶ σήμερον θὰ τὸν ἔφερον, ἀλλὰ λείπουσιν αἱ εἰσπράξεις τριῶν ταμείων, καὶ διὰ τοῦτο δὲν τὸν προσήγαγον· θέλω ὅμως τὸν προσαγάγει ἔστω καὶ ἀτελῆ, ἐπιφυλασσόμενος νὰ τὸν συμπληρώσω βραδύτερον. Εἶχε ζητήσει καὶ τὸν γενικὸν πίνακα τῶν εἰσπράξεων τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου· τοῦτον ἴσως ὑποβάλω μετὰ 5 ἢ 6 ἡμέρας. Τὸν περὶ χαρτοσήμου πίνακα θὰ ὑποβάλω αὔριον.

§39ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θέλω νὰ ὑπενθυμίσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας.

§40ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι ἕτοιμος, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐγκριθῇ καὶ κατόπιν θέλω τὸν καταθέσει.

§41ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅπως ὁρίσῃ ὁμοειδῆ τινα διανομὴν τῶν διαφόρων δημοσιευμάτων τῆς Βουλῆς, διότι εἰς ἄλλους Βουλευτὰς δίδονται ἐνταῦθα, εἰς ἄλλους δὲ εἰς τὰς οἰκίας των. Ὅστις δὲ δὲν τύχει ἐνταῦθα, καθ’ ἣν στιγμὴν διανέμονται, δὲν λαμβάνει τὰς οὕτω διανεμομένας.

§42ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Προκειμένου περὶ πινάκων, παρατηρῶ, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ ταχυτέρας ἐκτυπώσεως αὐτῶν· διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλε πίνακα σὺν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ ἐπιστροφῆς πρὸς τὸ Δημόσιον τῶν ὀφειλομένων παρὰ τῶν δήμων ἐκ προκαταβολῶν δημοδιδασκαλικῶν μισθῶν, τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐψηφίσθη, ἴσως ἐγένετο ἤδη καὶ νόμος τοῦ Κράτους, ἀλλ’ οἱ πίνακες εἰσέτι δὲν ἐξετυπώθησαν. Προηγουμένως εἶχον ζητήσει τὰς ἐκθέσεις τῶν Μηχανικῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπεστάλησαν πρὸς ἐπιθεώρησιν τῶν ἔργων ἐν τῇ λίμνῃ Φενεοῦ καὶ Στυμφαλίας. Παρήλθεν ἴσως μὴν ἀφ’ ὅτου κατετέθησαν, καὶ ἐν τούτοις εἰσέτι δὲν ἐτυπώθησαν. Οἱ πίνακες οἱ κατατεθέντες μετὰ τοῦ ψηφισθέντος νομοσχεδίου περὶ χρεῶν τῶν δήμων εἶναι μεγίστης σημασίας, ὡς ἐνδεικνύοντες τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν ἑκάστου δήμου. Ὁ ἀξιότιμος κ. Σωτηρόπουλος ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν δήμων, περὶ τῶν ἐσόδων κτλ., εἰς ἐκείνους δὲ τοὺς πίνακας περιλαμβάνονται πλεῖστα στοιχεῖα, ὧν χρήζομεν πρὸς μελέτην τῶν ὑποβληθέντων σχετικῶν νομοσχεδίων....

§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ Τυπογραφεῖον εἶναι πολλὴ ἡ ἐργασία.

§44ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπεσχέθη νὰ ὑποβάλῃ καὶ τοὺς περὶ ὁδοποιΐας πίνακας τῶν δαπανηθέντων κατὰ νομοὺς ὑπὲρ ἔργων συγκοινωνίας ἀπὸ τοῦ 1881 μέχρι τοῦ 1887. Πρὸς τοῦτο θὰ ἤρκει ἐργασία ὀλίγων ἡμερῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀντὶ τούτων ὑπεσχέθη νὰ μᾶς ὑποβάλῃ πίνακας τῶν τελεσθέντων ἔργων συγκοινωνίας ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου· ἀλλὰ τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὴν φιλοπονίαν αὐτοῦ· ἐγὼ ᾐτησάμην τοῦτο μόνον, νὰ προσαγάγῃ τοὺς πίνακας, οὓς ἐζήτησα, καθ’ ὃ δικαίωμα μοὶ δίδει τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς· δὲν ἐννοῶ νὰ ὑποβληθῇ ἡ ἐπερώτησίς μου εἰς οὐδενὸς τὴν λογοκρισίαν. Εἰς οὐδὲν μοὶ εἶναι χρήσιμον νὰ φέρῃ πίνακας τῆς καταστάσεως τῶν ὁδῶν ἐπὶ Τουρκοκρατίας καὶ Ἑνετοκρατίας· τοῦτο, ἂν θέλῃ ἀφ’ ἑαυτοῦ νὰ πράξῃ, εἶναι δικαίωμά του. Ἂν παραπονῆται ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν ἔχει ἐπαρκὲς προσωπικὸν, ἔχω καθῆκον νὰ ἀντικρούσω τοιαύτην πρόφασιν, οἱ δὲ λαβόντες μέρος ὡς μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ δύνανται νὰ μαρτυρήσωσιν, ὅτι εἶναι ὑπερεπαρκεῖς οἱ ὑπάλληλοι καὶ πολυτελεστάτη ἡ ὑπηρεσία. Θὰ παρακαλέσω τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ θεραπεύσῃ καὶ κακόν τι, γινόμενον ἐν Ναυπλίῳ καὶ Ἄργει. Ἀξιότιμος συμπολίτης μου μοὶ γράφει, ὅτι εἰς τὰς δύο ταύτας πόλεις στεροῦνται πετρελαίου· νομίζω, ὅτι τὸ σχετικὸν Διάταγμα ὁρίζει, ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Ἑταιρία τῶν μονοπωλίων νὰ ἀποθέτῃ ὡρισμένον ἐν ἑκάστῃ πόλει ποσὸν ἐξ ἑκάστου εἴδους. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ, ὅπως ἡ διαχείρισις τῆς Ἑταιρίας συμμορφωθῇ πρὸς τὸν νόμον.

§45ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὡς εἶπον εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν, αἱ πληροφορίαι, ἃς ἐζήτησεν, εἶναι ἕτοιμαι, ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ Τυπογραφεῖον δὲν προφθάνει, ὡς ἐκ τῆς πληθώρας τῆς ἐργασίας, ἣν ἐγέννησεν ἡ πληθώρα τῶν ἐπερωτήσεων. Ἐλλείπουσι στοιχεῖα· καὶ αὐτὰ δὲ τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς μετὰ δυσχερείας τυποῦνται. Πιστεύω, ὅτι κατὰ τὰς πληροφορίας τοῦ ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ κ. Ζούζουλα, ὃν ἔχει ἀφορμὴν νὰ βλέπῃ ὁ κ. Πετρίδης, θὰ πεισθῇ, ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα.

§46ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ᾐτιάθην, ὅτι τὰς πληροφορίας, ἃς ἐγὼ ἐζήτησα, ἠθέλησε νὰ συμπληρώσῃ καθ’ ὃν αὐτὸς νομίζει τρόπον· ἀλλὰ τοιοῦτο, φρονῶ, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα. Ἐγὼ ἐζήτησα τὰς πληροφορίας ἐκείνας, ἃς διετύπωσα ἐγγράφως, ἵνα δυνηθῶ νὰ μελετήσω ἐπὶ τῶν δαπανηθέντων κατὰ νομοὺς ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ἀπὸ τοῦ 1881–1887, περὶ τούτων δ’ ἔχετε ἐκτυπώσει πίνακας, ἀλλὰ δὲν εἶναι συντεταγμένοι οἱ πίνακες οὗτοι κατὰ νομούς. Διὸ δὲν χρειάζεται παρὰ τριῶν ἴσως ἡμερῶν ἐργασία ἑνὸς ὑπαλλήλου ἐμπείρου, διὰ νὰ τελειώσῃ ἡ ἐργασία αὐτὴ· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπεφάσισε νὰ φέρῃ πληροφορίας ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου· βλέπετε δ’ ὅτι οὕτω τροποποιεῖ τὰ παρ’ ἐμοῦ αἰτούμενα. Ἐγὼ τὸν παρακαλῶ νὰ προσαγάγῃ, ὅ,τι ἐγὼ ἐζήτησα· ἄλλας πληροφορίας δὲν ἀναμένω.

§47ΜΠΑΣΙΑΣ. Εἰς προηγουμένην Σύνοδον εἶχον ἐρωτήσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διατὶ κατήργησε τὰς φυλακὰς τῶν ὑποδίκων Ἰθάκης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε τότε, ὅτι τὰς κατήργησε, διότι ἦσαν ἑτοιμόῤῥοποι, καὶ ὅτι ἐσκέπτετο νὰ ἐπισκευάσῃ αὐτὰς καὶ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν χρῆσιν τῶν φυλακιζομένων. Ἀλλὰ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος οὔτε ἐπισκευή, οὔτε ἄλλο ἔξοδον ἐγένετο. Παρετήρησα τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἑπομένου ἔτους, ἀλλ’ οὔτε δι’ ἐπισκευήν, οὐδὲ διὰ συντήρησιν εὗρον κονδύλιον ἀναγεγραμμένον. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, τί σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις, διότι εἶναι λυπηρόν, ἄνθρωποι, δικαζόμενοι ἐπὶ πλημμελήμασιν ἢ πταίσμασι, νὰ ἀποτίωσι τὴν ποινήν των ἐν ταῖς φυλακαῖς Ζακύνθου ἢ Κεφαλληνίας, μακρὰν τῶν οἰκείων των, αἱ δὲ φυλακαὶ τῆς Ἰθάκης, αἵτινες εἶναι καταλληλόταται, διότι κεῖνται ἐπὶ νησιδίου ἐντὸς τοῦ λιμένος, καὶ εἶναι ἀσφαλέσταται, νὰ μένωσιν ἄχρηστοι. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τούτου.

§48ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπὸ τῆς προηγουμένης Συνόδου, ὅτε ὑπέβαλε τὴν ἐπερώτησιν ὁ κ. Μπασιᾶς, ἐπῆλθε μεταβολὴ εἰς τὰ τῶν φυλακῶν, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεριμνήσῃ περὶ ὑποθέσεως ἀναγομένης εἰς αὐτάς. Ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ δώσω εἰς αὐτὸν ἀπάντησιν.

§49ΜΠΑΣΙΑΣ. Ποία μεταβολή; παρακαλῶ.

§50ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅτι αἱ φυλακαὶ μετέβησαν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης.

§51ΜΠΑΣΙΑΣ. Ὅσα λοιπὸν εἶπον πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.

§52ΣΑΚΚΗΣ. Ἐν ᾧ μεριμνῶμεν περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἐν ᾧ μεριμνῶμεν περὶ τῆς βελτιώσεως τοῦ στρατοῦ καὶ τοσούτων ἄλλων, τὴν διοίκησιν καὶ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ἐγκατελείψαμεν εἰς τὴν τύχην της. Ἀναγινώσκων τις τὰς ἐφημερίδας καὶ ἀριθμῶν τοὺς φόνους καὶ τὰ ἐγκλήματα ἐν γένει, τὰ ἀναγραφόμενα καθ’ ἑκάστην ἐν αὐταῖς, ὡς τελούμενα ἔν τε ταῖς ἐπαρχίαις καὶ τῇ πρωτευούσῃ, θὰ νομίσῃ, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς ἀληθῆ ἐμπόλεμον κατάστασιν. Ἀλλά, Κύριοι, δὲν προτίθεμαι νὰ ἐξιστορήσω τὴν κατάστασιν ταύτην κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτήν· ἁπλῶς μόνον ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, ὅπως παρατηρήσω εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν, ὅτι ἐν Μεσσηνίᾳ ἰδίᾳ εἰς διάστημα τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν 10 ἀνθρωποκτονίαι διεπράχθησαν. Σᾶς ἀναφέρω ὡς παράδειγμα, ὅτι ἐν τῷ ἰδιαιτέρῳ μου δήμῳ, τῷ δήμῳ Κολλωνίδων, ὅστις ἦτο ὁ ἡσυχώτερος δῆμος τοῦ Κράτους, τολμῶ νὰ εἴπω, καὶ ἐν τῷ ὁποίῳ ἐπὶ τριακονταετίαν ὁλόκληρον εἷς μόνος συνέβη φόνος ἄλλοτε, ἤδη εἰς διάστημα τεσσάρων ἡμερῶν ἔχομεν δύο ἀνθρωποκτονίας καὶ πληθὺν ἄλλων ἐγκλημάτων. Πόθεν προέρχεται ἆρά γε ἡ κατάστασις αὕτη; Βεβαίως ἐκ τῆς ἐλλείψεως καταδιώξεως τῶν ἐγκληματιῶν. Βρίθει ἐγκληματιῶν ἡ Μεσσηνία· καθ’ ἑκάστην ἑσπέραν ἤμην μάρτυς κατὰ τὸ θέρος, ὁσάκις μετέβαινον εἰς τὸ 10 λεπτὰ ἀπέχον τῆς πόλεως Κορώνης κτῆμά μου, τῆς πληθύος ταύτης τῶν φυγοδίκων, οἱ ὁποῖοι συνεκεντροῦντο πέριξ ἐκεῖ, διότι εὕρισκον ἀσφάλειαν, καθόσον δὲν κατεδιώκοντο, εἴτε ἕνεκα προστασίας, εἴτε ἕνεκα ἐλλείψεως τῶν μέσων τῆς καταδιώξεως, εἴτε ἕνεκα τῆς ἀπασχολήσεως της Κυβερνήσεως εἰς μόνον τὸ προσφιλὲς αὐτῇ ἰσοζύγιον. Θὰ παρακαλέσω ὅθεν τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ἵνα, συνεννοούμενος μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἀποστολῆς εἰς Μεσσηνίαν ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ, ὡς ἐπόπτου τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων, ὡς ἦτο ἄλλοτε ὁ κύριος Μπαϊρακτάρης, πρὸς τὸν ὁποῖον ἡ Μεσσηνία ὁλόκληρος ὀφείλει μεγίστας χάριτας, διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην, ἐπὶ μῆνας ὅλους εἶχε νὰ συμβῇ ἔγκλημα, ἕνεκα τῆς μετὰ ζήλου καὶ προθυμίας ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων του. Ὅταν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ ν’ ἀναθέσῃ εἰς ἀξιωματικὸν δραστήριον καὶ τοῦ καθήκοντος τὴν καταδίωξιν τῶν ἐγκληματιῶν, νομίζω, ὅτι ὁ τόπος θέλει ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τοὺς ἐγκληματίας, καὶ τὰ ἐγκλήματα, ἂν μὴ ἐκλείψωσι, θὰ μετριασθῶσιν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δέον νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως εἰς τὸ μέλλον ῥιζικώτερον κτυπήσῃ τὸ ἔγκλημα τῶν ἀνθρωποκτονιῶν ἰδίως, καὶ κατορθοῦται τοῦτο, κατὰ τὴν ἐμὴν ἰδέαν, ἐὰν εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον περὶ ὁπλοφορίας αὐστηρότατον, διότι ὁ ὑπάρχων νόμος περὶ ὁπλοφορίας καὶ ἐπιεικὴς εἶναι καὶ ἐτέθη εἰς ἀχρηστίαν, διὰ τοῦ νέου δὲ νόμου οἱ παρανόμως ὁπλοφοροῦντες νὰ δικάζωνται ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου καὶ νὰ ἐπιβάλληται αὐτοῖς ποινὴ σωματικὴ αὐστηροτάτη, στεροῦσα αὐτοὺς τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, καὶ σὺν τούτοις ἐπιβαρύνουσα αὐτοὺς καὶ διὰ χρηματικῆς ποινῆς οὐχὶ μικρᾶς.

§53ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν τοὺς γνωρίζω αὐτοὺς τοὺς φόνους.

§54ΣΑΚΚΗΣ. Δύναμαι νὰ τοὺς ἀριθμήσω, ἂν θέλετε· ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν θέλετε, περιορίζομαι μόνον νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου ἐ. ἔ. ἑκατοντάδες ἐγκλημάτων βαρυτάτων ἔλαβον χώραν ἐν τῷ Κράτει. Τὰς παρατηρήσεις δὲ ταύτας ἐποίησα ἰδίᾳ, ἵνα ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ἐκρύθμου ταύτης καταστάσεως καὶ ἐπικαλεσθῶ τὴν ταχίστην αὐτῆς μέριμναν, πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ, ὅπερ ὑπερεπλεόνασε. Ἐπειδὴ εὑρίσκομαι ἐπὶ τὸ βῆμα, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ δήμου Κολλωνίδων τοῦ ἔτους 1888, ἵνα πληροφορηθῶ, ἐν τίνι δικαιώματι, ὁ Δήμαρχος τοῦ δήμου τούτου προέβη εἰς τὴν ἀνακαίνισιν τοῦ ὑδραγωγείου τῆς πόλεως Κορώνης, χωρὶς νὰ ἐκθέσῃ τὸ ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθησαν χιλιάδες δραχμῶν, εἰς δημοπρασίαν, καθόσον, ὡς γνωρίζω, εἰς δημοπρασίαν ἐξέθηκε μόνον τὴν ἀντικατάστασιν τῶν ἐντὸς τῆς πόλεως πηλίνων σωλήνων διὰ σιδηρῶν. Ὡσαύτως παράπονα πολλὰ ἠγέρθησαν κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν λιμενικῶν ἐργασιῶν ἐν Κορώνῃ περὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ μὴ ἐπιθυμῶν νὰ ἐπασχολήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν εἰς τὴν κατάθεσιν ἐν τῇ Βουλῇ ὅλων τῶν σχετικῶν ἐγγράφων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ἐργασίαν ταύτην, θὰ παρακαλέσω αὐτὸν, ἵνα μοὶ συστήσῃ ὑπάλληλον ἁρμόδιον, ὅπως ἐξετάσω ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, οὗτινος προΐσταται, τὰ κατὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ἔργου τούτου, καὶ ἴδω, ἂν τῷ ὄντι τὰ παράπονα ταῦτα ἔχωνται ἀληθείας, ἐνεργηθῶσι δὲ κατόπιν τὰ δέοντα.

§55ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Μάλιστα.

§56ΤΖΑΝΕΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ὁ νομὸς Μεσσηνίας εὐτυχῶς ἔδωκεν εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ Ἔθνους δώδεκα Βουλευτάς, ἐν οἷς καὶ τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα συνάδελφόν μου. Πάντες γνωρίζομεν τὸν τόπον, ὅστις ἀπέδωκεν ἡμῖν τὴν τιμὴν νὰ ἔλθωμεν ἐνταῦθα. Εἶναι ἀληθές, ὅτι καὶ ἐν Λακωνίᾳ, καὶ ἐν Μεσσηνίᾳ, καὶ ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα τελοῦνται ἐγκλήματα, καὶ τοῦτο δύναται ν’ ἀποδοθῇ εἰς ἄλλας αἰτίας, τὰς ὁποίας οὐ τοῦ παρόντος νὰ ἐξετάσωμεν· ἐξεύρομεν ὅμως, ὅτι κατοικοῦμεν ὑπὸ τὴν Μεσημβρίαν καὶ εἴμεθα εὐφάνταστοι, λίαν φιλότιμοι, καὶ ἔχομεν τὰς ἕξεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔχουσι λαοὶ πλούσιοι καὶ—ἂς τὸ εἴπωμεν, χωρὶς νὰ ἐντρεπώμεθα,—ἡμιμαθεῖς. Ταῦτα, κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι ἀντικείμενα ἐρεύνης, τὰ ὁποῖα δύναται ἕκαστος εἰς τὸ ἴδιον σπουδαστήριον νὰ σπουδάσῃ, καὶ ἐρχόμενος ἐδῶ νὰ ᾖναι φειδωλότερος εἰς τὴν δαπάνην τοῦ χρόνου, ὅστις διὰ τὸ Κοινοβούλιον εἶναι πολύτιμος. Λέγω μόνον τὸ ἑξῆς, ὅτι ἀληθῶς ἐν τῷ δήμῳ Θουρίας ἐγένετο εἷς φόνος πρὸ ἡμερῶν, καὶ ἐν Πεταλιδίῳ, ὅπου διαπληκτίζονται δύο οἰκογένειαι, ἐγένετο ἕτερος φόνος πρὸ πολλῶν ἡμερῶν. Δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, πρὸς τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔχω σχέσεις πολιτικὰς, καὶ δύναμαι νὰ ἔρχωμαι εἰς ἐξηγήσεις μετὰ τῶν ἀποτελούντων αὐτὴν προσώπων, ἦτο διατεθειμένη νὰ εἰσαγάγῃ νόμον περὶ ὁπλοφορίας αὐστηρότατον, καὶ τοιοῦτον εἰσήγαγον ἐγὼ πολλάκις εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ δυστυχῶς, ἂς τὸ εἴπωμεν, ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ πολλοὶ νόμοι δὲν τυγχάνουσι τῆς ψηφίσεως. Ἐγὼ, Κύριοι, ὑπέμνησα εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ μίαν ἄλλην ἀνάγκην, ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν ἐνόμισα ἐπείγουσαν διὰ τὴν Μεσσηνίαν, τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ καταστήσῃ μονοπώλιον τὴν πυρίτιδα, καὶ περὶ τούτου ὁ κ. Πρόεδρος, μετὰ τοῦ ὁποίου ἐπανειλημμένως ἦλθον εἰς ἐξηγήσεις, εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ· ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν δύναται οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν, μὲ τὴν διέπουσαν τὴν Βουλὴν κατάστασιν, νὰ πιστεύσῃ, ὅτι τοιοῦτοι νόμοι, ἀληθῶς ἀναγκαιότατοι, δύνανται νὰ ψηφισθῶσιν. Ἀπό τινος συμβαίνει ἓν μόνον πρᾶγμα, ὅτι ἐντεῦθεν (δεικνύει τὴν δεξιὰν) λέγονται λόγοι, καὶ ἐκεῖθεν (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ἐκτοξεύονται ὕβρεις καὶ παίζουσιν ἐν οὐ παικτοῖς, καὶ ἕκαστος ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, (ἀπευθύνεται πρὸς τὴν ἀριστερὰν) ἔρχεται διατεθειμένος μὲ ἓν μάθημα, νὰ τὸ λέγῃ καθ’ ἑσπέραν. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ Κοινοβουλίου.

§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;

§58ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Πολὺ βιάζεσθε. Ἔχομεν τὸ ζήτημα τῆς ὑποθέσεως Τάκη.

§59ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Καΐρης). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§61ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὄχι, κύριε Πρόεδρε, μὴ βιάζεσθε. Ὁ κ. Μπουφίδης ἔχει τὸν λόγον.

§62ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Οὕτω διεξαγομένης τῆς συζητήσεως, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν μοὶ ἐπιβάλλεται ἡ ὑποχρέωσις νὰ ὁμιλήσω, διότι, ἂν ὁμιλήσω, βεβαίως θὰ συντελέσω εἰς τοὺς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκουσιν. Ἂν ὁμιλήσω, κύριε Πρόεδρε, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐπὶ τρεῖς ἑβδομάδας θὰ ἀπολογῶνται πολλοὶ ἐξ αὐτῶν (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν). Ἑπομένως, ἐπειδὴ δὲν θέλω νὰ δώσω ἀφορμὴν νὰ παραταθῇ ἐπ’ ἄπειρον ἡ συζήτησις, δὲν ὁμιλῶ.

§63ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀληθῶς, μὰ τὴν ζωήν μου, κύριε Πρόεδρε, τὸ εἶδος τοῦτο τῆς τακτικῆς, ἣν ἀκολουθεῖ ὁ κ. Μπουφίδης, ὡς ἀντιπρόσωπος ἐπαρχίας καὶ Κράτους, παράξενον εἶναι δι’ ἐμέ. Ὁ κ. Μπουφίδης νομίζει, ὅτι εἶναι εὐσυνείδητον δι’ αὐτὸν, τὸ νὰ παραιτῆται τοιαύτης σοβαρᾶς διὰ τῆς ἀγορεύσεως του ἀποκαλύψεως· διατί; Διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν πίστωσιν τοῦ Σπάρταλη, καὶ οὕτω νὰ τελειώσωμεν τέλος πάντων, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν, ἐντὸς 24 ὡρῶν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, νὰ φύγωμεν ἐντεῦθεν καὶ νὰ μεταβῶμεν εἰς τὰς ἐπαρχίας μας, νὰ ἀφήσωμεν δὲ τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ ἀσχοληθῶσιν εἰς τὴν ἐξομάλυνσιν τῶν ἀπαιτήσεων τῶν κυρίων συναδέλφων, νὰ διαπράττωνται ἐγκλήματα τερατώδη ἐν ταῖς ἐπαρχίαις μας, καὶ χάριν τοῦ κ. Μπουφίδου νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ παραπονεθῶμεν, τὰ ὁποῖα ἐγκλήματα ἐνθαῤῥύνουσιν αἱ χάριτες εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συντελοῦσιν εἰς τὴν διατάραξιν τῆς τάξεως καὶ οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν νὰ φιμώσωσι τὸ στόμα τοῦ κ. Μπουφίδου.

§64ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταί, τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐπερωτήσεως, ἡ ὁποία ἐπὶ τόσας συνεδριάσεις ἀπασχολεῖ ἤδη τὴν Βουλήν. Δύο διακεκριμέναι αἰτιάσεις ἀπεδόθησαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ μία ἀφορᾷ εἰς πράξεις τῶν ὑπ’ αὐτὸν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἡ ἑτέρα ἀφορᾷ ἀμέσως εἰς πράξεις αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ πρώτη αἰτίασις εἶναι, ὅτι μήνυσις, δοθεῖσα ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐπὶ μακρὸν χρόνον διετέλεσεν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐνεργείας. Ἡ αἰτίασις αὕτη εἶναι ἐντελῶς βάσιμος καὶ ἀποδεδειγμένη, διότι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐβεβαίωσε τὴν Βουλήν, ὅτι ἐπὶ τῆς μηνύσεώς του, ἀφ’ ἧς ἐδόθη μέχρι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, οὐδὲν ἀπολύτως εἶχεν ἐνεργηθῆ. Τίς, Κύριοι, ὁ λόγος τῆς ἀκατανοήτου ταύτης ἀδρανείας τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης ἐν αὐτῇ τῇ πρωτευούσῃ; Ἂν ἐπὶ μηνύσεως αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοιαύτην ἐπιδεικνύῃ ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη ἀδράνειαν, τί νὰ ὑποθέσωμεν πλέον περὶ τῶν λοιπῶν μηνύσεων, τῶν παρ’ ἁπλῶν ἰδιωτῶν διδομένων; Τίς, ἐπαναλαμβάνω, λοιπὸν ὁ λόγος τῆς ἀκατανοήτου ταύτης ἀδρανείας; Ὁ κ. Ὑπουργὸς περιωρίσθη νὰ δηλώσῃ ἡμῖν, ὅτι ἡ ἀδράνεια αὕτη συμπίπτει μὲ τὴν ἐνδόμυχον αὐτοῦ ἐπιθυμίαν, ἐπιθυμοῦντος καὶ ἐπιζητοῦντος, ἵνα ἡ μήνυσις αὕτη διεξαχθῇ καθ’ ὃν χρόνον δὲν θέλει κατέχει αὐτὸς τὴν ἕδραν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Μήπως αὐτὴ ἡ ἐπιθυμία ἦναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐπέφερε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀκατανοήτου ταύτης ἀδρανείας τῆς Εἰσαγγελίας; Νομίζει ἆρά γε ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δύναται νὰ κανονίζῃ αὐτὸς τὴν πορείαν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης κατὰ τὰς ἰδιαιτέρας του ἐπιθυμίας; Νομίζει, λέγω, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δικαιοῦται αὐτὸς ἐπὶ ἀτομικῆς αὐτοῦ μηνύσεως νὰ κανονίζῃ τὴν πορείαν τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν τοῦ Κράτους; Ἀλλὰ δὲν σᾶς φαίνεται, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι περίεργόν τι ἔχει καὶ αὐτὴ αὕτη ἡ ἐπιθυμία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἵνα ἡ ἀνάκρισις περατωθῇ καθ’ ὃν χρόνον πλέον αὐτὸς δὲν θὰ ἦναι Ὑπουργός; Ἡ πρᾶξις, ἣν κατήγγειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἂν καὶ ἠθέλησε νὰ δώσῃ εἰς αὐτὴν τὸν χαρακτῆρα τῆς ἐξυβρίσεως τοῦ ἀξιώματος, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλον χαρακτῆρα ἢ τὸν χαρακτῆρα τῆς συκοφαντίας. Δὲν ἐξύβρισαν αὐτὸν προσωπικῶς. Ἀπέδωκαν εἰς αὐτὸν πράξεις, αἵτινες κατὰ τὸν Ποινικὸν Νόμον χαρακτηρίζονται ὡς ἀδικήματα. Ἡ τοιαύτη πρᾶξις εἶναι συκοφαντία καὶ καταδιώκεται ἐξ ἐπαγγέλματος, ἑπομένως ἐντὸς ἑνὸς καὶ μόνον ἔτους ἡ πρᾶξις εἶναι παραγεγραμμένη. Δὲν εἶναι λοιπὸν ποτὲ δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἐπιθυμία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα ἡ μήνυσις αὐτοῦ διεξαχθῇ ἰσχυόντων τῶν διαδόχων. Ἀλλ’ ἔχει καὶ ἕτερόν τι τὸ ἀξιοπερίεργον ἡ τοιαύτη ἐπιθυμία. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἀπεδόθησαν πράξεις βδελυραὶ, πράξεις ἀναιροῦσαι τὴν ἠθικὴν ἀξίαν καὶ τοῦ ἐλαχίστου πολίτου, ἀλλ’ ἰδίως βαρύταται, προκειμένου περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, πράξεις, τὰς ὁποίας δὲν δύναταί τις νὰ χαρακτηρίσῃ δεόντως. Τὰς τοιαύτας προσάψεις δὲν ἐνόμισεν, ὅτι ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ περιφρονήσῃ, ἀλλὰ κατήγγειλεν αὐτὰς εἰς τὴν δικαιοσύνην. Ποῖον λοιπὸν ἦτο τὸ συμφέρον αὐτοῦ; Τὸ συμφέρον αὐτοῦ ἦτο, νὰ ἐπέλθῃ ταχεῖα ἀπόφασις δικαστικὴ, κηρύττουσα ἐνόχους μὲν ἐκείνους, ἀθῶον δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν (θόρυβος).

§65Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχομεν, κύριε Πρόεδρε, τὸ δικαίωμα, νὰ ἀπαιτήσωμεν, ὅπως τηρηθῇ ἡ τάξις, ὅπως ἀκούηται ὁ συνάδελφος ἡμῶν. Ἐὰν γίνηται θόρυβος ἔμπροσθεν ἢ ὄπισθεν τοῦ Προεδρείου, εἶναι περιττὸν νὰ ἀγορεύῃ ὁ κύριος συνάδελφος καὶ ἡμεῖς νὰ καθήμεθα. Παρακαλῶ, ἐπιβάλετε σιγήν, διότι ἄλλως μὴ παραπονῆσθε, ὅτι ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως παρεμβάλλονται προσκόμματα εἰς τὰς συνεδριάσεις.

§66ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡμεῖς καθήμεθα, κύριε Κωνσταντόπουλε, καὶ σᾶς ἀκούομεν. Ἀλλ’ οἱ ἐκ τῆς πτέρυγός σας, παρατηρεῖτε, ὅτι πάντες σχεδὸν ἀνεχώρησαν, τὸ ὁποῖον εἶναι περιφρόνησις πρὸς διακεκριμένον συνάδελφον αὐτῶν.

§67ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν παραπονοῦμαι κατὰ τῶν ἀπόντων· παραπονοῦμαι κατὰ τῶν θορυβούντων.

§68ΦΛΕΣΣΑΣ. Ὑποβάλλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας. (Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ).

§69ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλεγον, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἀπεφάσισε νὰ καταγγείλῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προσῆψαν εἰς αὐτὸν τὰ φοβερώτερα τῶν ἀδικημάτων. Εἶχεν ἑπομένως ἠθικὸν συμφέρον, νὰ ἐπισπεύσῃ παντὶ σθένει τὴν παρ’ αὐτῶν γενομένην κατηγορίαν, ἵνα ὅσον τάχος ἀποδειχθῇ, ὅτι πᾶσαι αἱ ὑπόνοιαι, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο κατ’ αὐτοῦ νὰ γεννηθῶσιν, ἦσαν ἐντελῶς ἀνυπόστατοι. Ἡ ἀδράνεια λοιπὸν τῆς ἀνακρίσεως ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον, οὐχὶ μόνον αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἀποτελεῖ αἰτίασιν, δι’ ἣν εἶναι ὑπεύθυνος αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ συγχρόνως ἐπιῤῥίπτει κατ’ αὐτοῦ, ὡς μὴ ὤφειλεν, ὑπονοίας, ὅτι οὐχὶ ἐκ τῆς ἐπιθυμίας, ἵνα ἡ ὑπόθεσις διεξαχθῇ ἐπὶ τῶν διαδόχων αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐκ φόβου πρὸς τὰς ἐνδεχομένας ἀποκαλύψεις τῆς ἀνακρίσεως παρέλειψε νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἐνέργειαν τῆς μηνύσεώς του. Ἡ πρώτη λοιπὸν τῶν κατ’ αὐτοῦ ἀποδοθεισῶν αἰτιάσεων εἶναι προδήλως βασιμωτάτη. Ἐκτὸς αὐτῆς ἀπεδόθη εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν καὶ ἡ αἰτίασις, ὅτι ἀπένειμε χάριν εἰς ὡρισμένον κατάδικον, καὶ ὁ κατάδικος οὗτος, εἰς ὃν ἡ χάρις ἀπενεμήθη, συμπίπτει νὰ ἦναι αὐτὸς ἐκεῖνος, διὰ τὴν ὑπόθαλψιν τοῦ ὁποίου ἀπηυθύνθη διὰ τῆς δημοσιογραφίας μομφὴ κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὀφείλομεν λοιπόν, Κύριοι, νὰ ἐξετάσωμεν ἐν συντόμῳ, ἐὰν ἡ χάρις αὕτη, ἡ εἰς τὸν κατάδικον ἐκεῖνον ἀπονεμηθεῖσα, δύναται νὰ θεωρηθῇ δεδικαιολογημένη καὶ ἐπιβαλλομένη. Ἵνα κρίνῃ τις περὶ τούτου, πρὸ πάντων εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίζῃ περὶ τίνος ἐπρόκειτο καὶ ποῖαι αἱ πράξεις, δι’ ἃς ὁ κατάδικος οὗτος κατεδικάσθη. Δὲν θέλω, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἐνοχλήσω ὑμᾶς, εἰσερχόμενος εἰς τὰς λεπτομερείας πασῶν τῶν πράξεων, αἵτινες ἀπεδόθησαν εἰς τὸν κατάδικον καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἐκ καταδικαστικῶν ἀποφάσεων προκύπτει, ὅτι ἀληθῶς ἦτο ἔνοχος. Ἡ πρώτη πρᾶξις, δι’ ἧς ἀναφαίνεται εἰς τὸν ποινικὸν κόσμον, εἶναι ἀληθῶς στυγερωτάτη δολοφονία. Δυστυχὴς ποιμὴν μετὰ τοῦ υἱοῦ καὶ τοῦ ὑπηρέτου αὐτοῦ διέμενον ἔν τινι καλύβῃ. Ἐμφανίζονται πρὸς τὸ ἑσπέρας ἐνώπιον τοῦ ποιμένος ἐκείνου δύο ἄνθρωποι, ὡς καταθέτουσιν οἱ παθόντες μάρτυρες, ὄχι ἓν παιδί, ὄχι δύο παιδιά, ἀλλὰ δύο ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι παρ’ αὐτοῦ φιλοξενίαν, καὶ ὡς λόγον τῆς φιλοξενίας προβάλλουσιν, ὅτι διέπραξαν ἔγκλημα βαρύ. Ὁ ποιμὴν, καίπερ κινδυνεύων νὰ ὑποστῇ καὶ ποινικὴν ἀκόμη καταδίωξιν διὰ τὸ ἄσυλον, ὅπερ ἐπρόκειτο νὰ χορηγήσῃ εἰς φυγοδίκους, φιλοξένως ἀπεδέχθη τὴν αἴτησίν των, καὶ ἔμειναν οὗτοι ἐν τῇ καλύβῃ, καὶ ἔφαγον, καὶ ἐκοιμήθησαν. Ἀλλ’ ἐνῷ ἀνυπόπτως καὶ ὁ πατὴρ καὶ ὁ υἱὸς καὶ ὁ ὑπηρέτης ἐκοιμῶντο, ἐγείρονται αὐτοί, οἱ δύο δολοφόνοι, ἐν τῷ τῆς νυκτὸς, καὶ πεισθέντες, ὅτι τὰ θύματα αὐτῶν ἠρέμα ἐκοιμῶντο, λαμβάνουσι πυροβόλα ὅπλα καὶ πυροβολοῦσιν ὄχι μόνον κατὰ τοῦ πατρὸς, ἀλλὰ καὶ κατὰ τοῦ υἱοῦ καὶ κατὰ τοῦ ὑπηρέτου, ἐπιτίθενται δὲ κατ’ αὐτῶν διὰ ξιφῶν καὶ μαχαιρῶν, καὶ τὸν μὲν πατέρα ἀποκτείνουσιν ἐντελῶς, τοὺς δὲ ἄλλους δεινῶς τραυματίζουσι, σωθέντας διὰ τῆς φυγῆς. Τοιαύτη εἶναι ἡ πρώτη πρᾶξις ἐκείνου, εἰς ὃν ηὐδόκησε νὰ ἀπονείμῃ χάριν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς οὐδεμίαν, κύριοι Βουλευταὶ, εἶχεν ἀφορμὴν κατὰ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἵτινες ἐφιλοξένησαν αὐτὸν καὶ τοὺς ὁποίους ἐπεχείρησε νὰ δολοφονήσῃ, ἐνῷ ἠρέμα καὶ ἀνυπόπτως ἐκοιμῶντο. Ὁ σύντροφός του ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἀφορμάς τινας καὶ ταύτας ὅμως ἐναντίον μόνον τοῦ πατρὸς, οὐχὶ δὲ καὶ κατὰ τοῦ ἀθώου υἱοῦ καὶ κατὰ τοῦ ἀθωοτάτου ὑπηρέτου. Καὶ ὅμως καὶ τοὺς τρεῖς ἐπεχείρησαν νὰ ἀποκτείνωσι, καὶ ὡς ἐκ θαύματος κατώρθωσαν νὰ σωθῶσιν οἱ δύο. Τοιαύτη εἶναι ἡ τραγικὴ πρᾶξις, δι’ ἧς κατὰ πρῶτον ἀναφαίνεται εἰς τὸν ποινικὸν κόσμον ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὑπὲρ οὗ ἀπενεμήθη χάρις. Ποία εἶναι ἡ δευτέρα; Εἶναι στυγερὰ δολοφονία ἐν τῇ πόλει τῆς Βονίτσης, ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου διαπραχθεῖσα, ἄνευ πάλιν ἀφορμῆς. Ἀντὶ χρημάτων ἀπεφάσισε νὰ ἐνεργήσῃ τὴν δευτέραν ταύτην δολοφονίαν, καὶ ἀνεκαλύφθη, διότι ὁ παθὼν διέκρινε τὴν φυσιογνωμίαν αὐτοῦ, ἡ ὁποία ἦτο ἀνθρώπου φέροντος μικρὸν μύστακα. Ἓν ἔτος μετὰ τὴν πρώτην πρᾶξιν, κύριοι Βουλευταὶ, ἔφερεν ἤδη μύστακα, καὶ ἦτο δυνατὸν τοιοῦτος ἄνθρωπος νὰ ἦναι δεκατεσσάρων ἐτῶν, ὅτε ἐξετέλεσε τὴν πρώτην πρᾶξιν, ὅπως ἠθέλησε νὰ τὸν παραστήσῃ πρὸς ἡμᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; Παρέρχονται ἔτη τινὰ, καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἀναφαίνεται μέλος σπουδαίας ληστρικῆς συμμορίας, μεθ’ ἧς διέπραξαν ἔκτοτε ληστείας ἐπὶ ληστειῶν, αἰχμαλωσίας ἐπὶ αἰχμαλωσιῶν, βασάνους ἐπὶ βασάνων, ἐκβιάσεις ἐπὶ ἐκβιάσεων, φόνους ἐπὶ φόνων, εἰς τρόπον ὥστε κατώρθωσαν νὰ προκαλέσωσι τὸν τρόμον καὶ τὴν ἐρήμωσιν ὁλοκλήρων ἐπαρχιῶν. Καὶ ἐν τῇ συμμορίᾳ ταύτῃ τὸ σπουδαιότερον πρόσωπον παριστᾷ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἰς τὸν ὁποῖον ἔδωκε χάριν ὁ κ. Ὑπουργός. Καὶ μετὰ τὰ φοβερὰ ταῦτα κατορθώματα ἐμφανίζεται ἐπὶ τέλους ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα δώσῃ λόγον τῶν πράξεών του. Ἡ ἐκδίκασις δὲν ἠκολούθησε τὴν χρονολογικὴν σειρὰν τῆς ἐκτελέσεως· ἤρχισεν ἐκ τοῦ μέσου, καὶ αἱ καταδίκαι ἐπήρχοντο ἡ μία κατόπιν τῆς ἄλλης, δεσμὰ ἐπὶ δεσμῶν. Τετάρτη πρᾶξις ἐδικάσθη ἐκείνη, ἥτις ἐξετελέσθη πρώτη, καὶ ἐδικάσθη ἐνώπιον τῶν ἐν Λευκάδι Συνέδρων. Κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτῆς μεταξὺ τῶν συνήθως προβαλλομένων ἐλαφρυντικῶν περιστάσεων προεβλήθη καὶ ἡ ἔλλειψις τῆς νομίμου πρὸς καταλογισμὸν ἡλικίας, καὶ συνεπῶς ἐτέθη ζήτημα εἰς τοὺς ἐνόρκους περὶ τῆς ἡλικίας τοῦ κατηγορουμένου. Ἀποτέλεσμα τῆς ἐτυμηγορίας τῶν ἐνόρκων, ἄνευ τῆς παραδοχῆς τοῦ ζητήματος τούτου, ἦτο ἡ ἐπιβολὴ θανατικῆς ποινῆς, καὶ γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταὶ, μετὰ πόσης ἐπιμονῆς ἀποφεύγουσιν οἱ ἔνορκοι νὰ παραδέχωνται ζητήματα συνεπάγοντα τὴν ποινὴν ταύτην, καὶ μετὰ πόσης εὐκολίας παραδέχονται ἀνυπόστατα ἐλαφρυντικὰ ζητήματα, ἵνα ἀποφύγωσι τὴν ἐπιβολὴν αὐτῆς. Ἀλλ’ εἰς τὴν δίκην ἐκείνην δὲν συμβαίνει τοιοῦτόν τι, δὲν ἐδίστασαν οἱ ἔνορκοι νὰ παραδεχθῶσιν, ὅτι ὁ κατηγορούμενος εἶχε συμπληρώσει τὴν νόμιμον ἡλικίαν, καίπερ γνωρίζοντες, ὅτι ἡ ποινὴ, ἥτις ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸν κατηγορούμενον, ἦτο ὁ θάνατος. Ἐκ τούτου ἀποδεικνύεται, ὅτι ὅλως ἀβάσιμος ἦτο ὁ περὶ ἡλικίας ἰσχυρισμὸς τοῦ κατηγορουμένου. Μετὰ τὴν καταδίκην ταύτην ἐπηκολούθησαν καὶ ἄλλαι καταδίκαι, ἐν ὅλῳ 6 ἢ 7, δὲν ἐνθυμοῦμαι πόσαι, καὶ μετὰ ταῦτα ὑποβάλλεται ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα ἀποφανθῇ περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐκτελέσεως ἢ μὴ τῆς θανατικῆς ποινῆς. Ποῖοι, Κύριοι, κανόνες ἔπρεπε νὰ ὁδηγήσωσι τὸν κ. Ὑπουργὸν εἰς τὴν ἐνάσκησιν τοῦ ὑψηλοῦ ἐκείνου προνομίου τῆς χάριτος; τί ὤφειλε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει, ἵνα σχηματίσῃ πεποίθησιν καὶ προβῇ εἰς ὁριστικὴν περὶ τοῦ πρακτέου ἀπόφασιν; Ἠκούσατε αὐτοῦ, λέγοντος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δὲν ὤφειλε νὰ λάβῃ ἄλλο τι ὑπ’ ὄψει, εἰμὴ τὴν πρᾶξιν μόνον ἐκείνην, διὰ τὴν ὁποίαν κατεδικάσθη ὁ κατάδικος εἰς θάνατον. Εἰς τίνας πράξεις ὑπέπεσεν ἀκολούθως, ποίας ποινὰς κατόπιν ὑπέστη, διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν εἶναι ζητήματα ἀδιάφορα. Εὐηρεστήθη μάλιστα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ οἰκτείρῃ ἀκόμη ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ φρονῶσιν, ὅτι ὤφειλε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει οὐχὶ μόνον τὴν εἰς θάνατον καταδίκην, ἀλλὰ τὸ σύνολον τῶν πράξεων, αἱ ὁποῖαι ἀπεδόθησαν εἰς τὸν κατάδικον. Ἤθελεν ἔχει δίκαιον, Κύριοι, ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐὰν ἡ πρᾶξις ἐκείνη, δι’ ἣν κατεδικάσθη εἰς θάνατον καὶ δι’ ἣν ἐδόθη ἡ χάρις, ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ, ὡς μὴ ἐκτιμηθεῖσα σύμφωνα ἀκριβῶς μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ἐὰν οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι παρίστανον εἰς αὐτὸν, ὅτι ἐνδοιάζουν περὶ τοῦ χαρακτῆρος τῆς πράξεως, ἐὰν ἦναι ἀναίρεσις ἢ φόνος, ἐὰν παρίστανον εἰς αὐτὸν, ὅτι ἀμφιβάλλουσιν, ἐὰν εἶχε συμπληρώσει ἢ μὴ τὴν νόμιμον ἡλικίαν ὁ κατάδικος. Τότε καθίστατο ἀμφίβολος ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν ἡ ὀρθότης τῆς καταδίκης, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἐπιβληθεῖσα ποινὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ, καὶ ἔδει νὰ μεταβληθῇ διὰ χάριτος, καὶ ἂν ὑπῆρχον ἕτεραι καταδίκαι. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως τοιοῦτόν τι δὲν ὑπάρχει· ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου ἐπεβλήθη συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους τῆς Πολιτείας. Ἡ πρᾶξις, δι’ ἣν κατεδικάσθη, ἦτο στυγερὰ δολοφονία· ἐπεχείρησε νὰ φονεύσῃ τρεῖς ἀνθρώπους ἐν καιρῷ νυκτὸς ἐνεδρεύων, ἀπέκτεινε τὸν ἕνα, δὲν ἠδυνήθη νὰ φονεύσῃ τοὺς ἑτέρους δύο, διότι ἡ θεία πρόνοια ἔσωσεν αὐτοὺς, δεινῶς ἠκρωτηριασμένους. Εἶχε προδήλως συμπληρώσει τὴν ἡλικίαν, ἣν ὁ νόμος ὁρίζει, πρὸς πλήρη καταλογισμὸν τῶν πράξεων· ὅθεν ἡ θανατικὴ ποινὴ ἐπεβλήθη σύμφωνα μὲ τὸν νόμον, καὶ οὐδεὶς ὑπάρχει νομικὸς λόγος, δυνάμενος νὰ προκαλέσῃ τὴν μεταβολὴν τῆς ποινῆς. Εἰς τοιαύτας περιπτώσεις τὴν μεταβολὴν τῆς ποινῆς δύνανται νὰ προκαλέσωσι μόνον ἡ ἐπιείκεια, τὸ ἔλεος πρὸς τὸν κατάδικον· ἀλλὰ τὸ ἔλεος καὶ ἡ ἐπιείκεια δὲν ἀπονέμονται, εἰμὴ ὅταν ληφθῇ ὑπ’ ὄψει πλήρης ἡ διαγωγὴ τοῦ ἀνθρώπου, τὰ προηγούμενα αὐτοῦ, αἱ πράξεις, εἰς ἃς ὑπέπεσεν, ἡ μεταμέλεια ἢ ἡ ἐπιμονὴ εἰς τὴν ὁδὸν τοῦ κακουργήματος, πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς διέγερσιν ἐλέους καὶ ἐπιεικείας, ἰδίως δὲ πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει αἱ πολλαὶ αὗται μεταγενέστεραι πράξεις, δι’ ἃς ἐπῆλθον καταδίκαι. Προκειμένου περὶ τῆς ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου ἐπιβολῆς τῆς ποινῆς, κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου, οὐ μόνον πρέπει νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψει πᾶσαι αἱ καταδίκαι, ἀλλὰ συνεπάγουσι δυνάμει τοῦ νόμου καὶ ἐπαύξησιν τῆς ποινῆς, ἥτις ἐπιβάλλεται εἰς τὴν βαρυτέραν πρᾶξιν. Ὁ ἔνοχος πολλῶν ἀξιοποίνων πράξεων, λέγει ἄρθρον τοῦ νόμου, τιμωρεῖται μὲ τὴν βαρυτέραν ποινὴν, ἅπασαι δὲ αἱ ἄλλαι πράξεις θεωροῦνται ὡς ἰδιαίτεραι ἐπιβαρυντικαὶ περιπτώσεις, εἰς τρόπον ὥστε καὶ ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου ἤθελεν ἐπιταθῆ, ἂν ἦτο δεκτικὴ αὐξήσεως. Καὶ ὅταν ὁ νόμος, Κύριοι, προκειμένου περὶ ἐπιβολῆς τῆς ποινῆς, λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψει πάσας τὰς ὑπὸ τοῦ κατηγορουμένου διαπραχθείσας ἀξιοποίνους πράξεις, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει, προκειμένου περὶ ἀπονομῆς ἐπιεικείας καὶ χάριτος; Πάσας τὰς περιστάσεις ταύτας ὤφειλε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει καὶ ἐκτιμήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ἵνα σκεφθῇ, ἐὰν ἔπρεπε ν’ ἀπονείμῃ χάριν· καὶ ὅμως ἐπὶ τοῦ προκειμένου οὐ μόνον ὁ κ. Ὑπουργός, ἀλλ’ οὐδὲ ἡ Ἐπιτροπή, ἐξ ἀνωτάτων ὑπαλλήλων συγκροτουμένη, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει πάσας τὰς ἀφορώσας εἰς τὸν κατάδικον περιστάσεις, ἀλλ’ ἀποφαίνεται περὶ θανατικῆς ποινῆς, ὡσεὶ ἐπρόκειτο περὶ παρωνυχίδος, καὶ συντάσσει περὶ τούτου ἔκθεσιν, δι’ ἧς, ἐπὶ τῇ βάσει ὅλως ἀορίστων καὶ ἐν πολλοῖς ὅλως ἀνυποστάτων λόγων, προτείνεται νὰ ἀπονεμηθῇ χάρις εἰς πλείστους καταδίκους. Τοιαύτη ἔκθεσις ἀποτελεῖ βαρεῖαν μομφὴν τοῦ τρόπου, καθ’ ὅν ἡ χάρις ἀπονέμεται παρ’ ἡμῖν. Προκειμένου νὰ χαρισθῇ θανατικὴ ποινή, εἶναι ἐπιβεβλημένον, εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, νὰ μελετῶσιν, ἐπαναλαμβάνω, τὸν καταδικασθέντα ἄνθρωπον ὑφ’ ὅλας αὐτὰς τὰς ἐπόψεις. Ἡ ἐξέτασις τῶν προηγουμένων, τῶν μεταγενεστέρων, ὅλης τῆς διαγωγῆς αὐτοῦ, ἠδύνατο νὰ συντελέσῃ εἰς ἐπαύξησιν τῆς ἐπιεικείας ἢ εἰς ἀπόκρουσιν αὐτῆς. Οὐδὲν τοιοῦτον ἐγένετο ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Οὔτε ἡ Ἐπιτροπὴ, οὔτε ὁ Ὑπουργὸς ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὸ πλῆθος αὐτὸ τῶν καταδικῶν, οὔτε εἰς τὸν Βασιλέα ὑπέβαλε νύξιν τινὰ περὶ τούτου, ἵνα ἔρευνα μεγαλειτέρα ἐνασκηθῇ περὶ τὴν ἐξάσκησιν τῆς ὑψηλῆς αὐτῆς προνομίας. Ἀπενεμήθη εἰς 15 καταδίκους εἰς θάνατον ἡ Βασιλικὴ χάρις, ὡσεὶ, ἐπαναλαμβάνω, ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐλαφροτέρας τῶν ποινῶν. Δὲν εἶναι δυνατόν, Κύριοι, νὰ ἐγκρίνῃ τις τοιαύτην πορείαν καὶ τοιαύτην ἐνάσκησην τῶν προνομίων τῆς χάριτος. Μόνη ἡ τοιαύτη ἐνάσκησις ἀποδεικνύει, ὅτι ὄχι πρέπουσα ἐκτίμησις τῶν περιστάσεων, ἀλλ’ ἱκανοποίησις ἄλλων λόγων καὶ ἄλλων ἀπαιτήσεων ἠδύνατο τοιαύτην νὰ προκαλέσῃ πορείαν. Δὲν θεωρῶ, Κύριοι, ὅτι ὀφείλω νὰ ἐκφράσω πρὸς ὑμᾶς γνώμην περὶ τοῦ πρακτέου, προκειμένου περὶ τοιούτου καταδίκου· εἶναι ἔμφυτος εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ἀνθρώπου ἡ ἐπιείκεια, καὶ προκειμένου μάλιστα περὶ τῆς ἐσχάτης αὐτῆς ποινῆς, δὲν εἶναι εὐχάριστον ν’ ἀποφαίνηταί τις, οὔτε ὀφείλει ν’ ἀποφαίνηται ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν ἐκλήθη δυνάμει τῶν νόμων νὰ ἐκπληρώσῃ ὕψιστον πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον, κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ὁποίου ὀφείλει νὰ καταπαύσῃ τὰς ὁρμὰς τῆς καρδίας του, καὶ ν’ ἀποβλέψῃ μόνον εἰς τὸ μέγεθος τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἀπέναντι τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ νόμου πρόκειται νὰ ἐκπληρώσῃ. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ μὴ παρατηρήσω, εἶναι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐτήρησεν ὁμοίαν διαγωγήν, προκειμένου περὶ ἄλλων καταδίκων, πρὸς τοὺς ὁποίους ἠρνήθη ν’ ἀπονείμῃ τὴν Βασιλικὴν χάριν. Ἠκούσατε τὴν ὑπόθεσιν, ἣν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἀνέφερε πρὸς ὑμᾶς, ὑπόθεσιν, συμβᾶσαν ἐν Κερκύρᾳ καὶ τὴν ὁποίαν γνωρίζω, διότι εἶχον τὴν ἀτυχίαν νὰ ὑπερασπισθῶ ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου τοὺς καταδικασθέντας. Ὑπῆρχον ἐν Κερκύρᾳ δύο συνέταιροι, καὶ ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν κρυφίως ἀφαιρεῖ ἀπὸ τοῦ ἑταιρικοῦ ταμείου ποσότητα χρηματικὴν, διότι ὑπέθετεν αὐτὴν διακινδυνεύουσαν. Ὡς ἐκ τούτου ἐπῆλθον μεταξὺ τῶν δύο ἐκείνων καὶ τῶν οἰκείων αὐτῶν ἔριδες, καὶ φιλονεικίαι, καὶ καταγγελίαι ἀμοιβαῖαι ἐπὶ κλοπῇ καὶ τὰ τοιαῦτα. Οὕτω δ’ ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἑνὸς τῶν συνεταίρων συναντᾷ μετὰ δύο ἡμέρας ἐν τῇ πλατείᾳ τῆς Κερκύρας τὸν ἀφαιρέσαντα τὰ χρήματα συνέταιρον καὶ ἐξαγαγὼν πιστόλιον τὸν φονεύει. Ὁ αὐτουργὸς τοῦ φόνου οὐδεμίαν εἶχεν ἄλλοτε διαπράξει ἀξιόποινον πρᾶξιν, καὶ ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς πράξεως ἐκείνης ἠδύναντο νὰ γεννηθῶσιν εὔλογοι ὑπόνοιαι, ὅτι διετέλει εἰς ἐρεθισμόν τινα, καὶ ὑπὲρ τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου συνηγόρησεν οὐ μόνον ὁλόκληρος ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος τῆς Κερκύρας, ἀλλ’ ὁλόκληρος ἡ πόλις, προσπαθήσασα καὶ διὰ τῆς βίας νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ποινῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, αὐστηρὸς Κάτων, ἐπέμενεν, ἵνα ἐκτελεσθῇ ὁ νόμος. Ἀλλ’ ἡ πρᾶξις ἐκείνη οὐδεμίαν εἶχε βαρύτητα, παραβαλλομένη πρὸς τὰς πράξεις, δι’ ἃς κατεδικάσθη ἐκεῖνος, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπένειμε χάριν. Ἔπρεπε τοὐλάχιστον κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς φοβερᾶς ταύτης ποινῆς τοῦ θανάτου νὰ τηρῶμεν μείζονα δικαιοσύνην, μείζονα ἀμεροληψίαν, μείζονα ἰσότητα. Ἐὰν χαρίζωμεν τὴν ποινὴν τοῦ Ἀλεξίου Τάκη, ἀμφιβάλλω, ἂν θὰ εὕρωμεν βαρυτέρας περιστάσεις, ἐπιβαλλούσας τὴν ἐκτέλεσιν τῆς θανατικῆς ποινῆς. Ὅταν δὲ, ἐκτελοῦντες τὴν θανατικὴν ποινὴν κατὰ τοῦ Μπονάτη, δίδωμεν χάριν εἰς τὸν Τάκην, ἤθελεν εἶσθαι προτιμότερον νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος φίλος μου ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτὴς ὑποστηρίζει, ἤγουν εἰς τὴν κατάργησιν τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου, ἀφοῦ οὕτω, Κύριοι, ἐφαρμόζεται.

§70ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρηκολούθησα, Κύριοι, τὴν προκειμένην συζήτησιν, ὄχι μόνον μετὰ πολλῆς προσοχῆς, ἀλλὰ καὶ μετὰ μεγάλης συγκινήσεως, λέγω δὲ συγκινήσεως, διότι ἐγένετο λόγος περὶ λῃστῶν, ὁσάκις δὲ ἀκούω τὸ βδελυρὸν τοῦτο ὄνομα, μοὶ ἐπέρχονται ὀδυνηρόταται ἀναμνήσεις, διότι εἶχον τὴν ἀτυχίαν πρὸ πολλῶν ἐτῶν νὰ αἰχμαλωτισθῶ ἀπὸ λῃστὰς, καὶ ἐξετέθη τότε εἰς κίνδυνον ἡ ζωή μου, ἀπωλέσθη ἡ μικρά μου περιουσία καὶ, τὸ χειρότερον, ἔπαθεν ἡ ὑγεία τῆς συζύγου μου, καὶ κατελήφθη αὕτη ἀπὸ χρόνιον νόσημα, ἀπὸ τοῦ ὁποίου οὔτε ὁ χρόνος οὔτε ἡ ἐπιστήμη ἠδυνήθησαν νὰ τὴν ἀπαλλάξωσι. Φοβερόν εἶναι τὸ πάθημα, ὅπερ ὑπέστην, καὶ αἱ φοβεραὶ αὐτοῦ συνέπειαι θὰ μὲ παρακολουθῶσι μέχρι τοῦ τάφου· 120,000 δραχμῶν ἕως τώρα ἐπλήρωσα εἰς τὴν Τράπεζαν, καὶ ὅμως μένουσιν ἀκόμη ὀφειλόμενα τὰ ⅔ τοῦ ὑπερόγκου χρέους, ὅπερ ἡ οἰκογένειά μου συνωμολόγησε τότε, διὰ νὰ σώσῃ τὴν κεφαλήν μου ἀπὸ τοὺς κακούργους. Ἡ λῃστεία, Κύριοι, εἶναι ἡ φοβερωτέρα πληγὴ, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐπισκήψῃ εἰς μίαν κοινωνίαν, εἶναι δεινοτέρα καὶ ἀπὸ τὰς μᾶλλον καταστρεπτικὰς ἐπιδημίας, διότι αἱ ἐπιδημίαι ἀφαιροῦσιν ὑπάρξεις, παρακωλύουσι τὴν ἐργασίαν καὶ τὰς συναλλαγὰς, ἀλλὰ δὲν ἀτιμάζουσι τὸ Ἔθνος, εἰς ὃ ἐπισκήπτουσιν· ἡ λῃστεία ὅμως ὄχι μόνον καταστρέφει ὑπάρξεις, ὄχι μόνον παραλύει τὰς ἐργασίας καὶ τὰς συναλλαγὰς, ἀλλὰ ἐγκολάπτει ὄνειδος εἰς τὸ Ἔθνος, εἰς τὸ ὁποῖον ὑφίσταται, ἀτιμάζει τὸ Ἔθνος ἐκεῖνο καὶ τὸ ἀποχωρίζει τρόπον τινὰ ἀπὸ τὴν συγκοινωνίαν ὅλων τῶν ἄλλων Ἐθνῶν, διότι οὐδεὶς θέλει νὰ ἔχῃ κοινωνίαν μὲ τὸ Ἔθνος, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάρχει λῃστεία. Ἐπέρχονται δὲ αἱ φοβεραὶ αὗται συνέπειαι, ὄχι διότι εὑρίσκονται ὀλίγοι τινὲς κακοῦργοι, οἱ ὁποῖοι διαπράττουσιν ἀνθρωποκτονίας καὶ ἀφαιροῦσι περιουσίας, διότι αἱ τοιαῦται ἐγκληματικαὶ πράξεις δὲν λείπουσιν ἀπὸ κἀμμίαν κοινωνίαν, ὅσον ὁμαλὴ καὶ ἂν ἦναι ἡ κατάστασίς της, ἀλλὰ διότι, ὅπου ὑπάρχουν λῃσταὶ, συνυπάρχει κατ’ ἀνάγκην καὶ πληθὺς ἄλλων προσώπων, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ συντηρηθῇ ἡ λῃστεία· οἱ λῃσταὶ ἔχουσιν ἀνάγκην προσώπων, διὰ νὰ τοὺς τροφοδοτοῦν, διὰ νὰ τοῖς παρέχουν ἄσυλον καὶ τοὺς ἀποκρύπτουν, διὰ νὰ τοὺς εἰδοποιῶσι περὶ τῶν διαβημάτων τῆς ἐξουσίας, ὅπως ἀποφεύγωσι τὰς καταδιώξεις αὐτῆς, διὰ νὰ τοῖς δίδωσι πληροφορίας περὶ τῶν προσώπων, καθ’ ὧν δύνανται ἐπωφελῶς νὰ ἐπιτεθῶσι, καὶ τοὺς πληροφορῶσι περὶ τοῦ χρόνου καὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον δύνανται ἀσφαλέστερον νὰ πράξωσι τοῦτο· τοιούτων δὲ προσώπων, τοιούτων φίλων, ὅπως οἱ λῃσταὶ τοὺς ὀνομάζουσι, δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην εἰς ὡρισμένον μέρος τοῦ Κράτος, ἀλλ’ ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ εὑρίσκωσι τοιαῦτα πρόσωπα εἰς πολλὰ μέρη, διότι οἱ λησταὶ δὲν περιορίζονται εἰς μικράν τινα περιφέρειαν διὰ τὴν ἐξάσκησιν τοῦ μυσαροῦ ἐπαγγέλματός των, ἀλλὰ τὸ ἐξασκοῦσιν εἰς πολλὰς ἐπαρχίας, ἐνίοτε δὲ καὶ εἰς ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν. Ὅπου λοιπὸν ὑπάρχει ληστεία, ἕπεται κατ’ ἀνάγκην, ὅτι ὑπάρχει καὶ πληθὺς λησταποδόχων, ἕκαστος δὲ τρέμει τὸν κίνδυνον, νὰ εὑρεθῇ ἐν τῷ μέσῳ ἀφανῶν συνδρομητῶν τῆς ληστείας, καὶ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ χάσῃ καὶ τὴν ζωήν του καὶ τὴν περιουσίαν του. Καὶ κακὴ ὑπομονὴ, ὅταν οἱ φίλοι καὶ συντηρηταὶ τῶν ληστῶν ἀπαντῶνται μεταξὺ τῶν γεωργῶν καὶ τῶν ποιμένων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐκτεθειμένοι εἰς τὰς ἐπιθέσεις καὶ τὰς προσβολὰς τῶν ληστῶν καὶ ἀναγκάζονται πολλάκις, χωρὶς νὰ θέλουν, νὰ τοὺς ὑποστηρίξωσι. Τὸ κακὸν ὅμως εἶναι μέγα καὶ ἡ ἐθνικὴ ζημία ἀνυπολόγιστος, ὅταν ἀπαντῶνται λησταποδόχοι καὶ φίλοι τῶν ληστῶν μεταξὺ τῶν ἀνωτέρων τάξεων τῆς κοινωνίας, μεταξὺ τῶν τάξεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι νὰ φοβηθῶσιν ἀπὸ τὰς ἐπιθέσεις αὐτῶν. Τοιαύτη φοβερὰ κατηγορία ἀπεδόθη πρὸ δύο ἐτῶν εἰς μίαν οἰκογένειαν, ἡ ὁποία κατέχει διακεκριμένην θέσιν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ κοινωνίᾳ, καὶ τῆς ὁποίας ἓν μέλος τυγχάνει Ὑπουργὸς, καὶ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ἐγὼ μὲν δὲν ἔδωκα πίστιν εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην, διότι δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἁρπάζουσι πᾶσαν κακολογίαν, ὅσῳ ῥυπαρὰ, ὅσῳ βρωμερὰ καὶ ἂν ἦναι τὰ χείλη, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐξέρχεται, καὶ καταβάλλουσι πᾶσαν προσπάθειαν νὰ τὴν συμπληρώσωσι καὶ νὰ τῇ δώσωσι σάρκα καὶ ὑπόστασιν, παρασκευάζοντες ἐν ἀνάγκῃ καὶ ψευδομάρτυρας εἰς τὰς οἰκίας των· ἀπ’ ἐναντίας, ὅσῳ σπουδαῖον καὶ ἂν ἦναι τὸ πρόσωπον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον προέρχεται μία κατηγορία, ἐγὼ δὲν τὴν προσέχω, ἐὰν δὲν συνοδεύηται ἀπὸ πραγματικὴν καὶ ψηλαφητὴν ἀπόδειξιν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, κατὰ τῆς οἰκογενείας τοῦ ὁποίου ἀποδίδοται μία τοσοῦτον βαρεῖα μομφὴ, δὲν διεξήγαγε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τρόπον, ὥστε νὰ φιμώσῃ πάντα τὰ στόματα καὶ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐγκολάψῃ τὸ στίγμα τοῦ συκοφάντου εἰς τὰ μέτωπα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προσεπάθησαν νὰ ἐγκολάψωσι τὸ στίγμα τοῦ λησταποδόχου εἰς τὸ μέτωπον αὐτοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας του. Πρὸ δύο καὶ ἐπέκεινα ἐτῶν ἐφημερὶς, δημοσιευομένη ἐν Ἀθήναις καὶ ἔχουσα μεγάλην κυκλοφορίαν, ἔγραψεν, ὅτι εἷς ἀνώτερος δικαστικὸς ὑπάλληλος διηγεῖτο δημοσίως, ὅτι ὁ ἐπιτετραμμένος τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας, δυσανασχετῶν καὶ παραπονούμενος κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἶπε: «τί ζητεῖ ἀπὸ ἐμὲ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, νὰ συλλάβω τοὺς ληστάς; εἶναι καλλίτερον ν’ ἀποταθῇ εἰς τὸν συνάδελφόν του Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης». Τὸ δημοσίευμα τοῦτο ἔκαμεν ἱκανὴν ἐντύπωσιν καὶ παρήγαγε μεγάλην αἴσθησιν εἰς τὴν κοινωνίαν τῶν Ἀθηνῶν. Καὶ ἦλθε μὲν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐπιστολὴ τοῦ ἀνωτέρου αὐτοῦ δικαστικοῦ ὑπαλλήλου, διαψεύδουσα τὰ γραφόμενα, ἀλλ’ ἀμέσως μετὰ τοῦτο ἔφθασεν ἄλλη ἐπιστολὴ πολλῶν ἐντίμων καὶ φιλικῶς πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν διακειμένων συμπολιτῶν του, οἱ ὁποῖοι διέψευδον τὸν δικαστικὸν ἐκεῖνον ὑπάλληλον, καὶ ἔλεγον, ὅτι εἶχεν εἰπεῖ δημοσίᾳ καὶ ἐνώπιον πολλῶν τὰ ἐν τῇ ἐφημερίδι καταχωρισθέντα. Μετὰ τὴν ἐπιστολὴν ταύτην ἑπόμενον ἦτο νὰ ταραχθῇ καὶ νὰ συγκινηθῇ περισσότερον παντὸς ἄλλου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ὁποῖον ἀπέβλεπεν ἡ ὑπόθεσις, ἐν τῇ ἀγανακτήσει του δὲ, ἔσπευσε ν’ ἀπευθύνῃ μήνυσιν πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ἀθήναις Πλημμελειοδικῶν, ἐν ᾗ ἔγραφεν, ὅτι τὰ δημοσιευθέντα προσβάλλουσι τὴν ὑπόληψίν του καὶ ὡς ἀτόμου καὶ ὡς δημοσίου λειτουργοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἀπῄτει ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα νὰ ἐνεργήσῃ ἐν τάχει τὴν ἀπαιτουμένην καταδίωξιν, ὅπως δοθῇ ἡ ἀνήκουσα ἱκανοποίησις. Ἅμα ἐδημοσιεύθη εἴς τινα τῶν ἐφημερίδων ἡ μήνυσις αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁ πρῶτος δημοσιογράφος ἐξῆλθε θρασύτερος, καὶ μηδόλως πτοηθεὶς ἀπὸ τὴν καταγγελίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὸν ἐπροκάλεσεν ἐπιδεικτικῶς, λέγων, ὅτι τὸν εὐχαριστεῖ διὰ τὸ διάβημά του, καὶ τὸν περιμένει ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ὅπου θέλει ἀποδείξει πάντα, ὅσα ἐδημοσίευσε, καὶ «ἐγὼ μὲν, προσέθετε, θὰ παρασταθῶ ὡς γίγας, σὺ δὲ ὡς νάνος». Μετὰ τὴν πρόκλησιν ταύτην ἑπόμενον ἦτο νὰ στενοχωρηθῇ καὶ ἀγανακτήσῃ ἔτι μᾶλλον ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ διὰ τοῦτο πάντες ἐπεριμένομεν, ὅτι ἤθελεν ἐπισπεύσει τὴν διεξαγωγὴν τῆς δίκης ταύτης, ἐκ τῆς ὁποίας δὲν εἶχον ἀμφιβολίαν, ὅτι ἤθελε διαλάμψει ἡ ἀθωότης του· ἀλλὰ παρῆλθον δύο ἔτη καὶ τίποτε δὲν ἐγένετο· ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐτάφη εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Πρωτοδικείου, καὶ ἴσως ἤθελε λησμονηθῆ, ἐὰν δὲν ἐπήρχετο ἡ ὑπόθεσις τῆς χάριτος πρὸς τὸν Τάκην, ἕνα δηλαδὴ ἐκ τῆς συμμορίας, διὰ τὴν ὁποίαν κατηγορεῖτο ἀπὸ τὸν δημοσιογράφον ἐκεῖνον ὡς ἔνοχος ὑποθάλψεως. Ἄν ὁ Ὑπουργὸς ἄφινε νὰ ἐκδικασθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη, καὶ λέγω ἄν ἄφινε, διότι μὲ ὅλα, ὅσα καὶ ἄν λέγῃ, οὐδεὶς δύναται νὰ πιστεύσῃ· ἄν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν παρημπόδιζε, τὰ πράγματα ἤθελον τρέξει τὸν κανονικὸν δρόμον· ἄν ἄφινε, λέγω, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν δικαιοσύνην νὰ βαδίσῃ ἐλευθέρως καὶ ἤρχετο ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ἐκεῖ ἤθελον παρασταθῆ, καὶ ὁ ἀνώτερος ἐκεῖνος δικαστικὸς ὑπάλληλος, καὶ ὁ στρατιωτικὸς καὶ οἱ ἔντιμοι συμπολῖται τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ πολλὰ ἄλλα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἤθελον καταθέσει πάντα, ὅσα γνωρίζουσι, καὶ ἑπομένως ἡ ὑπόθεσις ἤθελε λάβει τὴν ἀπαιτουμένην ἐκτύλιξιν, καὶ μία ἐτυμηγορία ἀνδρῶν ἀνεξαρτήτων καὶ μὴ διδόντων τὴν ψῆφόν των ὑπὸ πολιτικὴν ἔννοιαν, ἤθελεν ἔλθει, διὰ νὰ δώσῃ τέλος εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Ἀλλὰ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἔδοξε νὰ ἀφήσῃ τὴν ὑπόθεσιν νὰ ταφῇ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ παραξενεύηται, ἐὰν ἔρχηται σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Αὐτὸ ἦτο πολὺ φυσικόν. Ἀφοῦ ἐκλείσθη ἡ θύρα τῶν Δικαστηρίων, ἡ ὑπόθεσις δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ὁ κατὰ πρῶτον περὶ αὐτῆς ὁμιλήσας δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει, εἰμὴ μόνον μίαν μεμονωμένην πρᾶξιν τοῦ Ἀλεξίου Τάκη, διὰ τὴν ὁποίαν οὗτος κατεδικάσθη εἰς θάνατον καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐλόγως ἐφαίνετο, ὅτι τὸν ἀπήλλαξε τῆς κεφαλικῆς ποινῆς. Εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν περιεστράφη κατὰ πρῶτον ἡ συζήτησις, μεθ’ ἣν ἐπῆλθε καὶ ἡ ψηφοφορία· ἐθαύμασα δὲ, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπανεπαύθη εἰς τὴν ψηφοφορίαν ἐκείνην, ὕστερον ἀπὸ τὴν ἑρμηνείαν, ἡ ὁποία ἐδόθη ἐκ μέρους πολλῶν Βουλευτῶν. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἦλθεν ἐν τῷ μέσῳ τῆς ψηφοφορίας εἷς τῶν Βουλευτῶν, ἐρωτῶν μεγαλοφώνως: «ἡ ψηφοφορία αὐτὴ ἀφορᾷ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἢ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον;» Εἴκοσι δὲ ἢ τριάκοντα φωναὶ ἠκούσθησαν λέγουσαι: «Τὸ ὑπουργεῖον καὶ ὄχι τὸν Ὑπουργόν.» «Λοιπὸν τότε, λέγω καὶ ἐγώ, ἐπανέλαβεν ὁ Βουλευτὴς, ὅ,τι καὶ σεῖς· λέγω δηλ. Ναί.» Ἀπέβη, λοιπὸν ἡ ψηφοφορία ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, οὐχὶ διότι οἱ ὑπουργικοὶ Βουλευταὶ ἐθεώρουν αὐτὸν ἐντελῶς δεδικαιολογημένον, ἀλλὰ διότι ἐφοβοῦντο μήπως κλονισθῇ ἡ Κυβέρνησις, γνωρίζομεν δὲ, ὅτι οἱ καθήμενοι εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, ὅπως μὴ κλονισθῇ ἡ Κυβέρνησις, δύνανται νὰ κάμωσιν, ὄχι αὐτὴν τὴν θυσίαν, ἀλλ’ ἴσως καὶ ἄλλας, πολὺ μεγαλειτέρας. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ψηφοφορίαν ἐκείνην ἐζητήθησαν πολλαὶ δικογραφίαι, αἵτινες καὶ κατετέθησαν εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς. Ἐκ τῶν δικογραφιῶν αὐτῶν ἐξάγονται περιστατικὰ, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει ἡ Βουλὴ, καθ’ ἣν ἡμέραν ἐγένετο ἡ ψηφοφορία. Τὰ περιστατικὰ ταῦτα, ἀναπτυχθέντα διὰ μακρῶν ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων, ἐγείρουσι πολλὰς ἀμφιβολίας, καὶ ἐνισχύουσι τὰ ἐν τῷ «Χρόνῳ τῶν Ἀθηνῶν» γραφέντα. Ἔπρεπεν ἑπομένως νὰ ἀκούσωμεν τὴν ἀναίρεσιν αὐτῶν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς σιωπᾷ· ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ πορεία, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν, δὲν εἶναι ἡ συμφερωτέρα δι’ αὐτόν. Ἀφοῦ ἐλέχθησαν τόσα ἀπὸ τοῦ βήματος ἐναντίον του καὶ ἐναντίον τῆς οἰκογενείας του, τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον μένει εἰς αὐτὸν, ἀφοῦ ἔκλεισε τὴν θύραν τῶν Δικαστηρίων, εἶναι, νὰ ἔλθῃ νὰ δικαιολογηθῇ καὶ νὰ προσπαθήσῃ διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἐξαλείψῃ τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας αἱ ἀγορεύσεις τῶν προαγορευσάντων Βουλευτῶν ἀφῆκαν εἰς τὰ πνεύματα ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς. Δὲν πρέπει νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὰς παρακελεύσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος, σπεύδων νὰ ζητήσῃ ἄλλα ἀντικείμενα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρεται περισσότερον, ἀδιαφορεῖ διὰ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὑπόληψιν τοῦ συναδέλφου του· ὁ κ. Τρικούπης θεωρεῖ τοὺς φίλους του ὡς ἁπλᾶ στοιχεῖα, καὶ τοὺς μεταχειρίζεται πρὸς πραγματοποίησιν τῶν σχεδίων του. Ἀλλὰ σὺ, κύριε Βουλπιώτη, πρέπει νὰ ἐννοήσῃς, ὅτι ἡ σιωπὴ δὲν σὲ ὠφελεῖ· εἰς οἵαν θέσιν περιῆλθε τὸ ζήτημα, διὰ σὲ εἶναι πολὺ φοβερὸν τὸ σιωπᾷν· ὀφείλεις νὰ δικαιολογηθῇς καὶ ἀναιρέσῃς ἓν πρὸς ἓν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον οἱ προαγορεύσαντες. Ἂν τοῦτο δὲν πράξῃς, σὲ συμβουλεύω νὰ μὴ ἐπαναπαύησαι.

§71ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν σκοπῶ νὰ πλέξω ἐγκώμιον, Κύριοι, οὐδ’ εἰμὶ θαυμαστὴς τῶν ἀδαμάντων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, δι’ ὧν ἐπεζήτησεν ἀγορεύων νὰ περικοσμήσῃ ἑαυτὸν μετ’ αὐταρεσκείας· τοὺς ἀδάμαντας τούτους ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴ ζηλεύσω τὴν ἑσπέραν ταύτην· οὐδὲ θὰ θρηνήσω τὴν τύχην τῶν ληστευομένων καὶ κατακρεουργουμένων ὑπὸ τῶν ληστῶν, οὔτε θὰ φιλοσοφήσω, Κύριοι, οὔτε θὰ ψυχολογήσω ἐπὶ τῶν παλμῶν τῶν θυμάτων τῆς ληστείας· ἀλλὰ θὰ ἐκφράσω ἕνα πόνον τῆς ψυχῆς μου, ὡς Ἕλλην, ὅτι ἀποκαλύπτεται σήμερον, ἔστω καὶ καθ’ ὑπόνοιαν, ἐντὸς τοῦ τεμένους τῆς Δικαιοσύνης, ἐντὸς τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τῆς Θέμιδος, ἀσχημία, δι’ ἣν ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καλύψῃ τὸ πρόσωπον διὰ τῶν χειρῶν του. Κύριοι Βουλευταί! Ἡ ληστεία, ὡς ἐκ τῶν περιπετειῶν τοῦ ἀτυχοῦς τούτου Ἔθνους, εἶναι νόσος φυλετικὴ, εἶναι λείψανον τοῦ ἡρωϊσμοῦ, τὸν ὁποῖον μετῆλθεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅτε ὑπὸ τὸν κλοιὸν τοῦ τυράννου ἐμάχετο ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῶν δικαιωμάτων του, ἀποχωρῶν εἰς τὰ ὄρη καὶ τὰ κρυσφύγητα, ἐνόπλως διαμαρτυρόμενος κατὰ τοῦ τυράννου. Ὁ παλληκαρισμὸς τῶν ὀρέων, ὅπου ὑψώθη τὸ πρῶτον ἡ πρώτη διαμαρτυρία τοῦ Ἑλληνισμοῦ, μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ τεμαχίου τούτου καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων, εὗρε μυσαρὰν ἀπήχησιν, βδελυρὰν ἀπήχησιν τὴν ληστείαν, εἰς ἣν μετετράπη, ἐπ’ ὀνείδει τοῦ Ἔθνους καὶ μεγίστῃ αὐτοῦ ζημίᾳ, ὑλικῇ καὶ ἠθικῇ. Ὑπομιμνήσκω καὶ εἰς τοὺς πρεσβυτέρους καὶ εἰς τοὺς νεωτέρους τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἡλίκον ὄνειδος προστρίβεται εἰς τὸ ἡμέτερον Ἔθνος ἀπὸ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν πραγμάτων, ὡς ἐκ τοῦ στυγεροῦ τούτου ἐγκλήματος, τὸ ὁποῖον ὁμολογουμένως κατεκηλίδου τὸ ἱερὸν ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ συνεχεῖς δεκαετηρίδας, καὶ μέχρι τῶν προθύρων τῆς πρωτευούσης ὑπερεκχειλίσαν. Μυρίους μετῆλθε τρόπους καὶ τὰ ἔσχατα ἐφήρμοσε μέτρα ὁλόκληρος ἡ ἀνωτέρα τάξις τῆς Ἑλλάδος, ἡ διέπουσα τὴν τύχην αὐτῆς. Καὶ ὅμως αἱ ῥίζαι τοῦ ἐγκλήματος, τεθραμμέναι ἐκ τῶν δουλικῶν χρόνων, δὲν δύνανται ν’ ἀποσπασθῶσιν. Ὑπῆρξεν ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ νόσος τοσοῦτον εἶχε κατακλύσει τὴν κοινωνίαν, ὥστε οὐχὶ ἐπὶ τῶν ὀρέων, οὐχὶ ἐπὶ τῶν κλιτύων, οὐχὶ ἐπὶ τῶν δημοσίων ὁδῶν, ἀλλ’ οὔτε εἰς τὰ πρόθυρα τῆς πρωτευούσης ἠδύνατό τις νὰ ἐξέλθῃ ἄνευ φόβου καὶ ἄνευ ὅπλου, ὡς ἐκ τοῦ φοβεροῦ τούτου τῆς κοινωνίας δεινοῦ. Ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον εἶχε κατακλύσει ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα. Ἐνθυμοῦμαι, ἤμην φοιτητὴς, ὅτε διεῖπε τὴν τύχην τῆς χώρας ὁ μακαρίτης Βούλγαρης, κληθεὶς ἐπὶ τούτῳ ὑπὸ τοῦ ἀοιδίμου Βασιλέως Ὄθωνος, ἵνα καθάρῃ αὐτὴν τῶν καθαρμάτων τούτων, καὶ ἵνα σώσῃ τὸν τόπον ἀπὸ τοῦ ὀνείδους, ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀποκλίνει ν’ ἀποκτήσῃ τοὐλάχιστον τὸ στοιχειωδέστερον γνώρισμα πεπολιτισμένης χώρας, διότι ἡ ληστεία δὲν εἶναι ἓν ἔγκλημα, μοναδικοῦ δράστου· ὁ ληστὴς εἶναι ἐπαναστάτης κατὰ τῆς κοινωνίας, εἶναι ἐπαναστάτης κατὰ τῆς Πολιτείας, ἀθετεῖ σύμπαντα τὰ ἄρθρα τοῦ Ποινικοῦ Νόμου καὶ τείνει διὰ τῆς αὐθάδους αὐτοῦ ἐπιθέσεως ἢ τῆς ὕβρεως πρὸς τὸ σύνολον τὸ κοινωνικὸν, νὰ ὑποσκάψῃ αὐτὰ τὰ θεμέλια τῆς κοινωνίας, ἂν δυνηθῇ, παραλύει δὲ πᾶσαν κοινωνικὴν ἐνέργειαν καὶ δρᾶσιν. Μία ληστεία ὑποθέτει ἀθέτησιν πάντων τῶν ἄρθρων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου συλλήβδην, συγκεφαλαιοῖ ἐν ἑαυτῇ τὸ σύνολον τῶν ἀδικημάτων. Ἀλλ’ ἐὰν τοσοῦτον ἦναι ἄγριον ἔγκλημα ἡ ληστεία εἰς πᾶν ἄλλο Κράτος, εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὡς ἐκ τῆς ἐνδημικῆς αὐτῆς φύσεως, ὡς ἐκ τῶν ἱστορικῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας μετεδόθη εἰς τὸ Ἔθνος, ἦτο ἑπόμενον νὰ ἐφελκύσῃ τὴν ἐνδελεχῆ προσοχὴν καὶ τὴν πείσμονα καταδίωξιν ἁπάντων τῶν κυβερνησάντων τὴν χώραν. Ἤθελεν εἶναι μακρὸς ὁ λόγος, ἂν ἐπειρώμην νὰ ἐκτραγῳδήσω τὰ δεινοπαθήματα τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας ὑπὸ τοῦ φοβεροῦ τούτου ἐγκλήματος, ἀπὸ τοῦ 1838 μέχρις ἐσχάτων, μέχρις οὗ ἐκορυφώθη. Καὶ εἶναι ἀληθὴς κορύφωσις τῶν ἐκ τοῦ ἐγκλήματος τούτου δεινῶν, ἡ σύλληψις τῶν ξένων Ἄγγλων εἰς τὸ Δήλεσι. Ἐκεῖ ἐκηλιδώθη οἰκτρῶς ἡ ἐθνικὴ ἡμῶν ὑπόληψις, παρέστη ἡ Ἑλλὰς ὁλόκληρος πρὸ τῆς Εὐρώπης ὡς ὑπὸ κατηγορίαν. Ἐνθυμοῦμαι τὰ φοβερὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἐξεσφενδόνιζον ἀπὸ τοῦ ἄστεως τοῦ Λονδίνου καὶ τοῦ ἄστεως τῶν Παρισίων κατὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ὠχρίων, συναισθανόμενος τὸ μέγεθος τῆς προσβολῆς, τὸ ὁποῖον προσετρίβετο κατὰ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν φιλοτιμίας. Μόνος ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος ηὐτύχησε, κατωρθώσας διὰ νομοθετικῆς προνοίας πρακτικωτάτης, νὰ σώσῃ τὸν τόπον ἀπὸ τοῦ φοβεροῦ τούτου δεινοῦ, τῆς ληστείας. Ἐνθυμεῖσθε, ὅσοι τότε παρεκάθησθε εἰς τὰ ἑδώλια τῆς αἰθούσης ταύτης, ὅτι ὁ νόμος περὶ καταδιώξεως τῶν λησταποδόχων καὶ συγχρόνως τῶν ληστῶν, ἢ ὁ περὶ ἐκτοπίσεως λεγόμενος, συνετέλεσε τελεσφόρως, ὅπως ἐντὸς ἔτους καθάρῃ τὸν τόπον ἀπὸ τοῦ φοβεροῦ τούτου κακοῦ, καὶ ἀνέπνευσεν ἐλευθέρως ὁλόκληρος ἡ κοινωνία, καὶ ἠσθάνθημεν πάντες ἐνταῦθα ἐπελθοῦσαν τὴν ἐλευθερίαν. Ἐκινήθη τὸ ἐμπόριον, ἐπανελήφθη ἀκώλυτος ἡ συγκοινωνία, καὶ ἐν γένει πᾶσαι αἱ κοινωνικαὶ λειτουργίαι κατωρθώθη νὰ λάβωσι τὴν τακτικὴν αὐτῶν ἐνέργειαν. Ἠδυνήθημεν δὲ νὰ παραστῶμεν εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον ὡς Ἔθνος ζηλότυπον τῆς φιλοτιμίας του καὶ τοῦ μεγάλου ὀνόματός του. Διότι Ἑλλὰς καὶ ληστεία, σεβασμὸς πρὸς τὸ μέγα ὄνομα ἡμῶν καὶ ληστεία, ἦσαν δύο πράγματα, τὰ ὁποῖα οὐδόλως ἠδύναντο νὰ συμβιβασθῶσι. Τέλος πάντων ὁ νόμος ἐκεῖνος μᾶς ἔσωσεν, ἀνέπνευσεν ἡ Ἑλλὰς ὁλόκληρος, ἡ Στερεὰ καὶ Πελοπόννησος· διότι αἱ νῆσοι εὐτυχῶς δὲν ἔπαθον, οὔτε ἦτο ἠδύνατο νὰ προσβληθῶσιν ἐκ τοιαύτης κοινωνικῆς νόσου. Ἀπηλλάγη ἡ κοινωνία, καὶ πολὺς παρῆλθε χρόνος, ἕως οὗ δὲν ἠκούσθη κἄν οὔτε ἀπόπειρα ληστείας. Ἔλεγον ἐπὶ τέλους, ὅτι τὸ ὄνειδος ἐξέλιπεν, ὅτι τὸ ἄγος ἐξηγνίσθη, ὅτι ἀπηλευθερώθη ἡ κοινωνία ἡ Ἑλληνικὴ ἀπὸ τοῦ ὀνείδους, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον ἐκηλίδου τὸ ἐθνικὸν ὄνομα καὶ τὸ ὁποῖον παρεκώλυσε τὴν κοινωνικὴν πρόοδον καὶ τὴν κοινωνικὴν λειτουργίαν τῆς κοινωνίας. Δυστυχῶς ἀπὸ δύο ἤδη ἐτῶν ἢ τριῶν μετ’ ἀπορίας ἀναγινώσκω ἑκάστοτε πληροφορίας εἰς τὰς ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ἀνταποκρίσεις περὶ ληστειῶν, γινομένων ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Τρικκάλων, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καρδίτσης. Σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τούτων ἔπαλλεν ἡ καρδία μου, συνησθάνθην ἐν ἑαυτῷ λύπην καὶ ἀγωνίαν· διότι ἐφοβούμην, ὅτι ἡ χαρά μου, αἱ ἐλπίδες μου, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀπηλλάγη τοῦ δεινοῦ τούτου, ἐκινδύνευον νὰ διαψευσθῶσιν. Ἠρώτησα τοὺς ἐκεῖθεν ἐρχομένους: πῶς δὲν καταδιώκεται ἡ ληστεία; τί συμβαίνει; ποῦ εἶναι οἱ Μοίραρχοι; πῶς δὲν ἐκτοπίζονται οἱ συγγενεῖς τῶν ληστῶν; Ὅταν δὲ εἷς ἐπιστάτης, μεταβὰς εἰς Θεσσαλίαν, καταγινόμενος περὶ τὴν γεωργίαν καὶ τὴν ἐπιμέλειαν μεγάλων κτημάτων, ἐπανῆλθε, μοὶ διηγήθη, ὅτι τῷ ὄντι ἡ ληστεία ἐκεῖ ἤρξατο βλαστάνουσα βλαστοὺς θαλεροὺς, ὅτι ἡ κοινωνία κατείχετο ὑπὸ τρόμου, ὅτι τὸ ἐμπόριον δὲν ἠδύνατο νὰ κινηθῇ ἐλευθέρως, καὶ ὅτι ὡρισμένα πρόσωπα, ὡς τὰ πράγματα ἐκεῖ μαρτυροῦσιν, ὑποθάλπουσι τὴν ληστείαν, οἱ φόβοι μου ἐκορυφώθησαν, διότι ἐφοβούμην, μήπως ἐξαπλωθῇ τὸ δεινὸν πρὸς τὰ κάτω. Πάντοτε εἶχον ὑπ’ ὄψει, ὅτι, ὅταν μία κοινωνία ἐκ περιστάσεων ἱστορικῶν πάσχῃ νόσημα φυλετικὸν, τοῦ χαρακτῆρος τῆς ἱστορίας, τῶν περιστάσεων τοῦ τόπου, καθίσταται τὸ νόσημα δυσαπάλλακτον καὶ ὀλέθριον ἐν ὑποτροπῇ πρὸς τὴν κοινωνίαν ἐκείνην. Εἶχον δὲ ἀναγνώσει, ὅτι πρὸ πάντων καὶ οἱ νομοθετοῦντες καὶ οἱ ἀπονέμοντες τὴν δικαιοσύνην, οἱ δικασταὶ, πάντοτε ἐν ἀγανακτήσει φαίνονται αὐστηροὶ τιμωροὶ τῶν κακούργων, καὶ καταλογίζοντες τὰς πράξεις, καὶ μελετῶντες τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων τελεσφόρως ἀποκρούονται τὰ ἀδικήματα, τὰ ἐπιχωριάζοντα οὕτω, διὰ μεγίστης αὐστηρότητος ζητοῦσι νὰ τὰ ἐκριζώσωσι. Πάντοτε συμβουλεύονται τὴν στατιστικὴν καὶ τόσῳ βαρυτέρας θεσπίζουσι ποινὰς, καὶ αὐστηροτέρας ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἐπιψηφίζει τιμωρίας. Τὰ ἐπιχωριάζοντα, ἕνεκα οἱουδήποτε λόγου, κακουργήματα βεβαίως καὶ οἱ δικασταὶ ὀφείλουσιν αὐστηρότερον νὰ τιμωρῶσιν, ὅπως ἐπέλθῃ ἡ ἐκρίζωσις αὐτῶν. Ἐφοβούμην λοιπὸν, ὅτι πάλιν ἐπῆλθον οἱ ἐκ τῆς ληστείας κίνδυνοι, ὅτι ἴσως δεινοτέρα ἐπῆλθεν ἡ ὑποτροπή. Καὶ εὐλόγως· διότι, ἂν ἡ δικαιοσύνη τῆς Ἑλλάδος καὶ τὰ Δικαστήρια τῆς Ἑλλάδος δὲν κατέχωνται, οὐδ’ ὁδηγῶνται ὑπὸ τοιούτων ἰδεῶν, ἀπὸ τὰς ὁποίας καὶ ἐγὼ, πᾶσαι αἱ ἐλπίδες μου αὗται περὶ ἐκριζώσεως τελείας τοῦ φοβεροῦ τῆς ληστείας ἐγκλήματος δὲν ἤθελον διαψευσθῆ; Παρατηρῶ περίφοβος ἐξελισσόμενον καὶ ἐκτραγῳδούμενον τὸ ἐπεισόδιον, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται. Παρατηρῶ, ὅτι ἡ Βασιλικὴ χάρις τόσῳ φιλοστόργως περιβάλλει ληστὰς, οἷος ὁ Τάκης καὶ ὁ Ροκόφυλλος. Καὶ τίνας ληστάς; Ἄν εἴχομεν ἀοιδοὺς, ὅπως ἐπὶ τῶν Ὁμηρικῶν χρόνων, βεβαίως ἤθελον ψάλλει τὰ κλέα τῶν ληστῶν τούτων καὶ τὰς ληστείας αὐτῶν, τὰς τόσῳ ἐπικὰς, καὶ τὰς ὠμότητας. Ἡ ἐκτραγῴδησις τῶν ἐγκλημάτων καὶ ὁ χαρακτηρισμὸς τῶν ἐγκληματιῶν τούτων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ καὶ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος βεβαίως παρήγαγον ἐν ἐμοὶ τὸ αἴσθημα βαθείας ἀγανακτήσεως καὶ βαθυτέρας λύπης, ὅτι, μετὰ πάροδον τοσούτων ἐνιαυτῶν καὶ μετὰ τοσαῦτα κοινωνικὰ δεινοπαθήματα, ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ ἄσυλον τὸ τρομερὸν τοῦτο ἔγκλημα ἐντὸς τοῦ ἱεροῦ τεμένους τῆς δικαιοσύνης, ἐντὸς τῶν ἀδύτων τῆς δικαιοσύνης, ἐκεῖ, ὅθεν ἔπρεπε νὰ ἐκπορεύηται ἡ μᾶλλον ἀδυσώπητος αὐτοῦ καταδίωξις. Ὅταν ἐλεγχόμενος ὁ κ. Ὑπουργὸς, διότι παρεκώλυσε τὴν ἐνέργειαν τῆς δικαιοσύνης, προκειμένου νὰ τιμωρηθῇ ὁ συκοφάντης αὐτοῦ, ἔλεγεν ἐν ὑπερηφάνει στάσει, ἐπικαλούμενος τὴν μεγαλοφροσύνην του, ὅτι ἐκ μεγαλοφροσύνης, ἐξ ἱπποτισμοῦ δὲν ἤθελε νὰ παράσχῃ τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι τιμωρεῖται ὁ δημοσιογράφος ἐκεῖνος, ὑπουργοῦντος αὐτοῦ, ὅτι ἕνεκα τούτου δὲν ἐπέσπευσε τὴν ἐκδίκασιν τῆς κατηγορίας κατὰ τοῦ κ. Δούνη, ἔπρεπε νὰ σταματήσῃ ἡ λειτουργία τῆς δικαιοσύνης, ἵνα διαθρυφθῇ ἡ μεγαλοφροσύνη τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἔπρεπε νὰ σιγήσωσιν οἱ νόμοι, διὰ νὰ σωθῇ ἡ μεγαλοφροσύνη τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἠκούσατε αὐτοῦ, διηγηθέντος, ἐν ἀφελεῖ ὄντως μεγαλοφροσύνῃ, τοὺς λόγους, οἵτινες ἔπεισαν αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ τὸ Διάταγμα τῆς χάριτος. Ἀλλ’ ὅτε διήρχετο τὸ στάδιον τῆς ἱστορίας τοῦ ἥρωος τῶν Ἀρακυνθίων ὀρέων Τάκη καὶ συντροφίας, ἠρώτησα ἀπὸ τῆς θέσεώς μου, διότι ἔμεινε κενὸν ἐν τῇ συνειδήσει μου: «μετὰ τὸ πρῶτον ἔγκλημα ὁ κακοῦργος τί ἐγένετο;» Ἀλλ’ ἢ δὲν ἤκουσε τὴν ἐρώτησίν μου, εἴτε ἀπηξίωσεν αὐτὴν ἀπαντήσεως ἐκ μεγαλοφροσύνης, ἐσιώπησεν, ἀπέφυγε νὰ ἀπαντήσῃ. Διὰ τοῦτο ὁμολογῶ, ὅτι, ὅτε ἤκουσα τὴν δικαιολογίαν τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐπείσθη νὰ ἀπονείμῃ τῷ Τάκῃ χάριν, ἐν τῇ συνειδήσει μου ἐγεννήθη ἡ πεποίθησις, ὅτι ὀρθῶς καὶ δικαίως ἐσκέφθη ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐπίστευσα, ὅτι τῷ ὄντι ὁ ἁπλοῦς ἐκεῖνος νέος, ὁ ἱλαρὸς, ὁ ἀνήλικος, ὡς ἔλεγεν ὁ κ. Βουλπιώτης, ὁ ἀμύστακος, ἐπετέλεσεν ἓν στυγερὸν ἔγκλημα ἐν ἡλικίᾳ, κατὰ τὴν ὁποίαν τῷ ὄντι οὔτε τὸ λογικὸν οὔτε ἡ πεῖρα δύνανται νὰ ἀποκωλύσωσιν ἕνα ἄνθρωπον, ὁπωςδήποτε ῥέποντα εἰς τὸ κακόν. Ἐπείσθην λοιπὸν, ὅτι ἦτο ἄξιος ἐπιεικείας ὁ κακοῦργος. Διὰ τί; Διότι ὁ Ὑπουργὸς, παρ’ ὅ εἶχε καθῆκον, οὐχὶ βεβαίως ἐκ μεγαλοφροσύνης, τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖται πάντοτε, ἀπεσιώπησε τὴν σειρὰν τῶν ἐγκλημάτων αὐτοῦ, ὅτε ἀφηγήθη τὸν βίον αὐτοῦ, καὶ ἀπέκρυψε τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως ἐγίνωσκεν, ὡς ἐκ τῶν καθηκόντων αὐτοῦ. Βεβαίως οὐδένα ἔχει λόγον ὁ Ὑπουργὸς νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς δικαιολογίαν του, ἀφοῦ ἤδη βεβαιοῦται ἐπισήμως, ὅτι ἀπειραρίθμους λῃστείας καὶ πέντε ἐξετέλεσε τὸ τέρας ἐκεῖνο φόνους, καὶ ὅτι ἀντήχουν τὰ ὄρη τῆς Ἠπείρου, τῆς Εὐρυτανίας καὶ τῆς Ναυπακτίας ἐκ τῶν γοερῶν φωνῶν τῶν κρεουργουμένων καὶ λῃστευομένων ὑπὸ τῆς οἰκογενείας Τάκη, οἰκογενείας, ἡ ὁποία καὶ σήμερον ἐνσπείρει τὸν φόβον κατὰ τὰς χώρας ἐκείνας. Ἀνεγίνωσκον χθὲς εἰς μίαν ἐφημερίδα, ὅτι κατὰ τοὺς δήμους Ναυπακτίας ἐπαρουσιάσθη εἷς μυστηριώδης ῥασοφόρος, ἄνθρωπος ἐπιμελῶς ἀποκρύπτων ἑαυτὸν ἀπὸ τῆς κοινωνίας· καὶ τί νομίζετε, ὅτι ἡ κοινωνία ἐκείνη ὑπέθεσεν; ὅτι ὁ μυστηριώδης οὗτος εἶναί τις κακοῦργος ἐκ τῆς οἰκογενείας Τάκη. Ὁ ἄνθρωπος οὗτος παρουσιάζεται αἴφνης ὡς ὁδοιπόρος, ἐπιζητῶν τὴν ἑσπέραν κατάλυμα ἐν ταύτῃ ἢ ἐκείνῃ τῇ οἰκίᾳ, ἀλλὰ πάντοτε περικεκαλυμμένος καὶ ἐν μυστηριώδει μορφῇ βιῶν. Ἀμέσως ἡ περίτρομος κοινωνία ὑποπτεύει ὅτι, «ὁ Εὐαγγέλης Τάκης ἀνέζησε!»—διότι εἶχε διαδοθῆ, ὅτι ἀπέθανε. Καὶ εὔλογος ὁ φόβος· διότι καὶ ἄλλοτε εἶχε τεχνασθῆ ἡ οἰκογένεια αὕτη τοιούτου εἴδους στρατηγήματα κατὰ τῆς κοινωνίας, ἵνα ἐξαπατᾷ, ἵνα ἀποπλανᾷ τοὺς καταδιώκοντας, διαδίδουσα, ὅτι ἀπέθανεν ὁ Εὐαγγέλης, ἕως ὅτου σωζόμενος παρουσιάζεται ἥρως νέου δράματος, νέας ληστείας, νέων αἰχμαλωσιῶν. Κύριοι, πάντοτε, προκειμένου περὶ τῶν ταλαιπώρων ἀνθρώπων, τῶν ὑποπιπτόντων εἰς κακούργημα, ἡ ψυχή μου εἶναι ἐπιεικής, τοὺς οἰκτείρω, διότι οἱ πλεῖστοι τούτων, εἴτε ἐξ ἀμελοῦς ἀνατροφῆς, εἴτε ἐκ περιστάσεων διαφόρων τοῦ βίου των, συνέπεσε νὰ ἐκκλίνωσι τῆς ὁδοῦ τοῦ καθήκοντος καὶ νὰ κηρύξωσι πόλεμον κατὰ τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ νόμου. Ἀλλὰ τίνα λόγον θὰ εὕρισκε καὶ ἡ ἐπιεικεστέρα ψυχὴ καὶ ἡ μαλακωτέρα καρδία, ὅπως ἐπιδαψιλεύσῃ χάριν εἰς μίαν οἰκογένειαν, ἐξόχως ληστρικήν, διαβοήτως ληστρικήν, ἡ ὁποία δὲν μετήρχετο τὸ ἔγκλημα ἁπλῶς ἐκ φύσεως μοχθηρᾶς καὶ μόνον μοχθηρᾶς, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐμπορίαν; Ἠκούσατε, Κύριοι, τί σᾶς εἶπον οἱ προαγορεύσαντες; ἐπὶ χρήμασιν ἐπηγγέλοντο τὸν δολοφόνον, τὴν δὲ ληστείαν καὶ ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ καὶ ἐν τῇ δούλῃ Ἑλλάδι ἐνήσκουν ἐμπορικώτατα, εἰσάγοντες ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν. Εἶχον ἐπάγγελμα, τὸ ὁποῖον συνέδεε στενῶς αὐτοὺς ἐκεῖ μετὰ ἐγκρίτων ἀτόμων, Δημάρχων καὶ τίς οἶδε τίνων ἄλλων, μεσιτείᾳ τῶν ὁποίων ἠδυνήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἢ μᾶλλον ἀπετόλμησε, νὰ περιβάλῃ τὴν πολύοζον ταύτην ληστρικὴν οἰκογένειαν τῶν Τακαίων, ἡ ὁποία ἐνέσπειρε τὸν φόβον καὶ τὸν τρόμον εἰς ὁλοκλήρους κοινότητας, διὰ τοῦ θείου τῆς Βασιλικῆς χάριτος εὐεργετήματος. Ὑπολογίζετε, Κύριοι, καὶ βεβαίως τοῦτο ἐφείλκυσε τὴν προσοχὴν τῶν ἀγορευσάντων, ὑπολογίζετε μόνον τὰ δεινοπαθήματα τῶν παθόντων ὑπὸ τῶν ληστῶν τούτων· οἱ προαγορεύσαντες ἐξετραγῳδήσατε τὰ δεινὰ τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν ἤκουσα παρ’ οὐδενὸς τῶν προλαλησάντων ἀξιοτίμων ῥητόρων νὰ ἐκτραγῳδήσῃ τὰ δεινὰ τῶν κοινωνιῶν, τοὺς παλμοὺς τῶν μητέρων, τοὺς φόβους τῶν πατέρων, ὅτε ἐξήρχοντο τὰ τέκνα των εἰς τὰ βιωτικὰ αὐτῶν ἔργα· οὐδεὶς τῶν προλαλησάντων ῥητόρων ἐπεχείρησε νὰ περιγράψῃ τὸν τρόμον τῶν κοινωνιῶν, τὸν ὁποῖον ἐνέσπειρον τοιαῦτα τέρατα, ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον λυμαινόμενα ἐκείνας τὰς χώρας· ἀφίνω δὲ πάντας ὑμᾶς, διότι εἶσθε πάντες ἔμπειροι, ἴσως ἐμοῦ ἐμπειρότεροι, νὰ ἐκτιμήσητε τὴν ἐξελιχθεῖσαν μακρὰν καὶ φιλόστοργον ὑποστήριξιν τοιούτων τεράτων. Ἂν δὲ λάβητε ὑπ’ ὄψει καὶ τὴν ἱστορίαν τοῦ ἐγκλήματος, τὴν ὁποίαν διὰ βραχέων ἐπεχείρησα νὰ ὑπομνήσω, τὴν ἱστορίαν τῆς ληστείας ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ, καὶ τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν αἱ μικραὶ Ἑλληνικαὶ κοινότητες, καταδυναστευόμεναι ἀπὸ τοσούτου χρόνου, καὶ τὴν ἀγωνίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέστησαν αἱ Κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος, παντοῖα μέτρα μηχανώμεναι κατὰ τῶν τεράτων τούτων, μέχρις ὅτου κατορθώσωσι νὰ ἀπαλλάξωσι τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν τῆς ληστείας, πῶς θὰ κρίνητε τὸν ἀποδόντα τὴν χάριν ἐν τόσῃ εὐνοίᾳ Ὑπουργόν; τίνα γνώμην θὰ σχηματίσητε περὶ τῆς πολιτικῆς ἠθικῆς τούτου σήμερον; εἴπετέ μοι ἐν συνειδήσει, τίνα ψῆφον θὰ δώσητε πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὑποστηρίζοντα δύο φοβεροὺς ληστὰς, τὸν Ῥοκόφυλλον καὶ Τάκαν, καὶ τολμήσαντα διὰ μηχανοῤῥαφιῶν νὰ ἀναβῇ καὶ γονυπετήσῃ πρὸ τοῦ Στέμματος καὶ ἱκετεύσῃ, ἵνα λάβῃ παρ’ αὐτοῦ τὸν τῆς ἐπιεικείας στέφανον, ὅπως στεφανώσῃ τὰς σεμνὰς κορυφὰς τοιούτων τεράτων, τοιούτων λῃστῶν, τῶν ἐπὶ τῶν Ἀρακυνθίων ὀρέων στησάντων τὸν θρόνον αὐτῶν καὶ ἐκεῖθεν ἐπὶ σειρὰν ἐνιαυτῶν ἀπειλούντων τὴν κοινωνίαν καὶ τὴν Πολιτείαν;

§72ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα πρέπει ἡ Βουλὴ ὡς πόρισμα τῆς συζητήσεως, νὰ φθάσῃ εἰς ὡρισμένην τινὰ ἀπόφασιν. Διότι δὲν πρέπει νὰ παρέλθῃ ἡ συζήτησις αὕτη ἄνευ ἀποφάσεως.

§73ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἔκλεισεν ἡ συζήτησις.

§74ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τότε τὴν ἀνακαλῶ.

§75ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι, ὑποβάλετέ την.

§76ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὴν πρότασιν ὑποβάλλω ὡς πόρισμα τῆς συζητήσεως, ἀλλ’ ἀφοῦ ἤδη θέλετε νὰ ὁμιλήσητε, δὲν γνωρίζω τίνα πρότασιν θὰ ὑποβάλω. Ἑπομένως θὰ τὴν ὑποβάλω κατόπιν.

§77ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ἀναγγέλλει, ὅτι ἔχει ὡς πόρισμα νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν. Ταύτην παρακαλῶ νὰ ὑποβάλῃ, ἀλλὰ μὲ τὴν πρότασίν του δὲν δεσμεύεται ἡ Βουλὴ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν. Ἐὰν ἰδῇ, ὅτι ἡ περαιτέρω συζήτησις θὰ φέρῃ εἰς ἄλλα πορίσματα, δύναται νὰ τὴν τροποποιήσῃ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἔλαβον ἅπαξ τὸν λόγον, ὀφείλω οὐχὶ νὰ προσκαλέσω, ἀλλὰ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ λύσῃ τὴν σιωπήν, νὰ μὴ ὑποταχθῇ εἰς τὴν ἱεραρχίαν τὴν κυβερνητικὴν, νὰ σκεφθῇ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῆς τιμῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ περὶ τῆς τιμῆς του ὡς Βουλπιώτου, περὶ τῆς τιμῆς τοῦ ἀδελφοῦ του, νῦν Ἐφέτου, πρόκειται περὶ τῆς τιμῆς ὁλοκλήρου τῆς οἰκογενείας του. Καὶ ἡ συζήτησις αὕτη, δι’ οἱασδήποτε προτάσεως καὶ ἂν λήξῃ, βεβαίως ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἔλθῃ διὰ τοῦ στόματός του νὰ ἐλέγξῃ ὅσα ἠκούσατε, θέλει ἀφήσει δι’ αὐτὸν, εἰς τὸν βίον του τὸν πολιτικὸν καὶ τὸν ἰδιωτικὸν, ἓν στίγμα. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι, ἐὰν λάβῃ τὸν λόγον, θέλει ἀναιρέσει ὅλας τὰς ἀμφιβολίας, αἵτινες ἐῤῥήθησαν, ἐξ ἀγνοίας βεβαίως τῶν περιστάσεων, ἃς αὐτὸς γνωρίζει, διότι, ἐνασκήσας τὴν ὑπερτάτην προνομίαν τῆς χάριτος, αὐτὸς γνωρίζει πάσας τὰς περιστάσεις, καὶ ἃς δὲν δύναται ἄλλος νὰ γνωρίζῃ, μάλιστα ἐρχόμενος μετὰ ἓν ἔτος καὶ ἐκ τῶν ἐγγράφων νὰ ἐξετάσῃ. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἔλθῃ νὰ ἐκθέσῃ τὰς περιστάσεις ταύτας, καὶ τὸν προκαλῶ, ἐν ὀνόματι τῆς τιμῆς του, οὐχὶ ὡς Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ὡς Βουλπιώτην... (Θόρυβος.)

§78ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἔχει ἀνάγκην.

§79ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν πρόκηται νὰ ἐκτιμήσωμεν τὰ πάντα μὲ τὸν πῆχυν τὸν κομματικὸν, δὲν ἔχει ἀνάγκην. Ἀλλ’ ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν διευθύνοντα τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσω ἀπ’ αὐτὸν νὰ ἀποῤῥίψῃ πάντα δεσμὸν κομματικόν. Δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι ἐξετέθησαν περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι βεβαίως θλιβερὰν ἐνεποίησαν ἐντύπωσιν, οὐχὶ εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην μόνον, ἀλλ’ εἰς ὁλόκληρον τὴν Βουλήν. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι οὐχὶ πλέον ἡ ἐνάσκησις τῆς προνομίας τῆς χάριτος ἐξηλέγχθη ὡς κακῶς γενομένη, ἀλλ’ ὅτι κατηγορεῖται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἠθέλησε νὰ διαστρέψῃ τὰς περιστάσεις, ὑφ’ ἃς εὑρέθη ὁ Τάκης. Ὅσον καὶ ἂν κάθηται ὑψηλὰ, μετὰ τοιοῦτον ἔλεγχον ἐνταῦθα, φρονῶ, ὅτι ἐκάθησεν ἐπὶ τοῦ ἐδωλίου τοῦ κατηγορουμένου, καὶ μετ’ αὐτοῦ καὶ ὁ ἀδελφὸς τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ Ἀντεισαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, ὅστις ἐζήτησε παρὰ τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων, ὅπως κατηγορούμενος λῃστὴς ἐπὶ ληστείᾳ καὶ φόνῳ κηρυχθῇ ἔνοχος ἀναιρέσεως. Αἱ περιστάσεις αὗται, ὅσον ὑψηλὰ καὶ ἂν ἦναι ἡ τιμὴ τινός, θέλουν τὴν στιγματίσει. Διὰ τοῦτο εἶναι καιρὸς νὰ λύσῃ τὴν σιωπὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ χάριν ἑαυτοῦ καὶ χάριν τοῦ ἀδελφοῦ του καὶ χάριν τῆς οἰκογενειακῆς του τιμῆς. Δι’ ἐμὲ ὑπῆρξεν ἐπίσης στιγμή, καθ’ ὃν χρόνον διετέλουν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καθ’ ἣν κατέῤῥιψα πᾶσαν ἱεραρχίαν κυβερνητικὴν καὶ κομματικήν. Ἐπρόκειτο τότε περὶ ἐξόχου μέλους τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐζήτησα νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα, ὅπως ἐγὼ ἤθελον, καὶ οὐχὶ ὡς ἤθελεν ὁ κομματισμός. Καὶ ἐξῆλθον τῆς αἰθούσης, οὐδ’ ἐπανῆλθον, ἢ ἀφοῦ ἐτέθη καὶ ἐψηφίσθη ὡς ἐγὼ ἤθελον τὸ ζήτημα. Δὲν ἐπρόκειτο δὲ τότε περὶ ληστάρχου Τάκη, ἀλλὰ περὶ αἰτήσεως προσαγωγῆς δικογράφων, τὰ ὁποῖα ἀπέβλεπον εἰς τεθνεῶτα. Ὁ δημόσιος ἄνθρωπος ἔχει ὑπέρτατον πρὸς ἑαυτὸν καθῆκον, καὶ τὴν κυβερνητικὴν ἱεραρχίαν νὰ περιφρονῇ, καὶ τὰς κομματικὰς σχέσεις νὰ ποδοπατῇ, ὅταν αἱ περιστάσεις τῷ ἐπιβάλλωσι νὰ ὑπερασπισθῇ τὴν τιμήν του.

§80ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διεξήχθη ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προκειμένης ἐπερωτήσεως, καθιστᾷ λίαν ἀμφισβητήσιμον τὴν ὑποχρέωσιν τῆς εἰς αὐτὴν ἀπαντήσεως. Ἴσως μάλιστα ἐπέβαλλε τὸ καθῆκον περιφρονητικῆς πρὸς αὐτὴν σιωπῆς. Ἀποφασίζων δὲ νὰ ἀπειθήσω πρὸς τὸ καθῆκον αὐτὸ, θέλω ἀποστρέψει μετὰ περιφρονήσεως καὶ βδελυγμίας τὸ πρόσωπον ἀπὸ τῶν ὕβρεων καὶ συκοφαντιῶν, αἵτινες ἐμόλυναν τὸ βῆμα τοῦτο, ὑπὸ τὸν τύπον σκέψεων δῆθεν, ἢ συμπερασμάτων, ἐκ διαστροφῆς οἰκτρᾶς καὶ παρατόλμου τῶν πραγμάτων καὶ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, ὡς καὶ ἀπὸ τοῦ πλήρους φλεγούσης μνησικακίας λόγου τοῦ προαγορεύσαντος γέροντος πολιτευτοῦ, ὅστις, οἰκοδομῶν σήμερον ἐμπαθῶς ἐπὶ λιβελλογραφημάτων καὶ διατριβῶν ἀνωνύμων, ἐμνήσθη συγχρόνως ἐποχῆς παρελθούσης, καὶ ἐξέφρασε μνησικακίας παράπονα κατ’ ἐκείνων, οἵτινες πρό τινων ἐτῶν, στηριζόμενοι οὐχὶ ἐπὶ λιβελλογραφημάτων καὶ ἀνωνύμων διατριβῶν, ἀλλὰ ἐπὶ δικαστικῶν δικογραφιῶν καὶ ἐπὶ σειρᾶς ὑπευθύνων καταθέσεων μαρτύρων, ἐν πλήρει πρὸς ἀλλήλας ἁρμονίᾳ, ἐσχημάτισαν περὶ αὐτοῦ πεποιθήσεις καὶ ἐξήνεγκον γνώμας, τὰς ὁποίας πάντοτε τηροῦσιν ἀκεραίας καὶ ἀναλλοιώτους, μηδεμίαν λαβόντες ἀφορμὴν νὰ μεταβάλωσιν αὐτάς. Τὸ ἀκοίμητον αὐτοῦ πάθος ἐκδηλοῦται κοχλάζον ἐπὶ πάσης περιστάσεως, εἰς ἐμὲ ἀφορώσης. Καὶ ὅπως εἴδετε αὐτὸν σήμερον, ἐπιχειροῦντα ἐμπαθῶς νὰ δημιουργήσῃ κατ’ ἐμοῦ κατάκρισιν ἐξ ἁπλῶν λιβελλογραφημάτων, οὕτω καὶ κατὰ τὸ 1885, κρινομένης τῆς ἐκλογῆς Εὐρυτανίας, εἶδεν αὐτὸν ἔκπληκτος ἡ Βουλὴ ἐπὶ τὸ βῆμα, προτείνοντα, νὰ ἐπικυρωθῇ μὲν ἡ ἐκλογὴ ὡς νομιμωτάτη διὰ πάντας τοὺς λοιποὺς ἐπιτυχόντας συμπολιτευομένους καὶ ἀντιπολιτευομένους, ν’ ἀκυρωθῇ δὲ μόνον ὡς πρὸς ἐμέ. Τοιαύτη πρότασις προεκάλεσε τὸ μειδίαμα τῶν Βουλευτῶν καὶ τοὺς καγχασμοὺς τοῦ ἀκροατηρίου, ἡ δ’ ἐκλογὴ παμψηφεὶ ἐπεκυρώθη. Ἔμεινεν οὕτω ἀκόρεστον τὸ ἄγριον αὐτοῦ πάθος, πρὸ τοῦ ὁποίου καὶ σήμερον μετ’ οἴκτου παρέρχομαι, ἀφίνων αὐτὸ νὰ καταβιβρώσκῃ αὐτὸν ἀνιάτως. Πλὴν δὲ τοῦ καθήκοντος τῆς περιφρονήσεως πρὸς τὰς ὕβρεις καὶ τὰς συκοφαντίας καὶ τὴν κακὴν πίστιν, ἐθεώρουν περιττὴν πᾶσαν περαιτέρω ἀπάντησιν, καὶ διότι ἐπαρκεῖς εἶχον παράσχει πρὸς τὴν Βουλὴν ἐξηγήσεις περὶ πάντων, εἰς ἃ, ἀπογυμνουμένη τῶν ὕβρεων καὶ τῶν συκοφαντιῶν, περιορίζεται ἡ ἐπερώτησις. Ἀνακαλῶ εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν πανθ’ ὅσα τρὶς ἢ τετράκις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξέθηκα, ὑποβάλλων τὰς πολλαπλᾶς σειρὰς τῶν ἐγγράφων πληροφοριῶν καὶ δικογραφιῶν, αἵτινες ἐπίτηδες κατὰ δόσεις καὶ σειρὰς ἐζητοῦντο μεθ’ ἑκάστην ὑποβολὴν τῶν ἤδη ζητηθεισῶν, μόνον καὶ μόνον, ἵνα οὕτω παρατείνηται ἡ ἐκκρεμότης τῆς ὑποθέσεως, πρὸς τὸν κατάδηλον σκοπὸν τῆς ἐπαναληπτικῆς καὶ συνεχοῦς δηλητηριάσεως τῆς συνειδήσεως καὶ προκαταλήψεως τῆς γνώμης τῶν ἁπλουστέρων. Ἐλάχιστα ἤκουσα πραγματικὰ γεγονότα, χρήζοντα περαιτέρω τινὸς διασαφήσεως, μεθ’ ὅσα κατέθηκα ἔγγραφα καὶ μεθ’ ὅσα, καταθέτων αὐτὰ, ἔδωκα ἐξηγήσεις· οὐχ ἧττον ἀποφασίσας καὶ διὰ τὰ ἐλάχιστα ἐκεῖνα νὰ λάβω πάλιν τὸν λόγον, θέλω συντόμως θίξει καὶ τὰ ζητήματα, περὶ ὧν θεωρῶ, ὅτι ἐπαρκεῖς εἶχον δώσει ἐξηγήσεις. Ἀμοιροῦντες παντὸς στοιχείου, δυναμένου ὁπωσδήποτε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀγρίαν ἐπίθεσίν των καὶ τὰς προκαταλήψεις, ἃς ἐνόχως δι’ ἐπιμόνων συκοφαντιῶν ἠγωνίσθησαν νὰ γεννήσωσι παρὰ τοῖς ἁπλουστέροις, ἐπανέλαβον πλειστάκις διὰ μακρῶν τὰ τῆς καταγγελίας, ἣν ἀπηύθυνα κατὰ τῶν λιβελλογράφων, προσπαθοῦντες νὰ δημιουργήσωσιν αἰτιάσεις ἢ ἐπιχειρήματα ἐκ τῆς ἐλλείψεως σπουδῆς πρὸς περάτωσιν τῆς ἐπ’ αὐτῆς διαδικασίας. Ἐξήγησα πρὸς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἔκρινα, ὅτι δὲν ἐθεώρησα ἐπιτετραμμένον εἰς ἐμὲ νὰ παρακολουθῶ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον τὰς ἐπὶ τῆς μηνύσεώς μου ἐνεργείας τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, καὶ τὸ αἴσθημα, ὅπερ μοὶ ἐνέπνεε τὸν πόθον, τοῦ νὰ ἴδω αὐτὴν περατουμένην ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν ἡ συκοφαντία νὰ μὴ δύναται νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ ἀντίθετον ἐπιχείρημα, ὅτι δηλ. Ὑπουργὸς ὤν, σκοπίμως ἐπέσπευσα τὸ πέρας τῆς ἐπὶ τῇ μηνύσει μου ἀνακρίσεως. Ἐὰν, ὡς πιστεύω, προσποιοῦνται, ὅτι δὲν ἐννοοῦσι ταῦτα, μοὶ εἶναι ἀδιάφορον· ἐὰν δὲ ἀληθῶς δὲν ἦναι ἱκανοὶ νὰ τὰ ἐννοήσωσι, λυποῦμαι δι’ αὐτούς. Ἐναντίον δὲ τῶν ῥητῶν καὶ σαφῶν ἐξηγήσεών μου, δὲν ἐδίστασαν νὰ ἰσχυρισθῶσιν, ὅτι καὶ ὡμολόγησα δῆθεν, ὅτι παρεκώλυσα τὴν πρόοδον τῆς ἀνακρίσεως, ἀδιαφοροῦντες, ἂν αἱ δημοσιευθεῖσαι ἤδη ἀγορεύσεις μου διαῤῥήδην διαψεύδωσιν αὐτούς. Ὁπωσδήποτε δὲ, πρὸς καθησύχασιν τῆς τόσον εὐθίκτου αὐτῶν συνειδήσεως, πληροφορῶ αὐτοὺς, ὅτι μετὰ τὸν ἐγερθέντα ἐνταῦθα θόρυβον ἔλαβον τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἡ ἀνάκρισις ἔπραξε πάντοτε καὶ πράττει τὸ καθῆκόν της, ὅπως μετὰ τὸ πέρας αὐτῆς θέλει καταδειχθῆ. Ἐλπίζω, ὅτι ταχέως αὕτη περατωθήσεται καὶ ὅτι τὸ πόρισμα αὐτῆς θὰ προκαλέσῃ τὸ ἐρύθημα τῆς αἰσχύνης ἐπὶ τὰ πρόσωπα τῶν ὑβριστῶν καὶ συκοφαντῶν, ἐὰν ἦναι δεκτικοὶ τοιούτου ἐρυθήματος. Ἐν τῇ αἰθούσῃ ὅμως ταύτῃ καὶ τὰ λιβελλογραφήματα ἐκεῖνα ἐστρεβλώθησαν, ἢ αὐθαδέστατα ἐξωγκώθησαν, ὅπως χρησιμοποιηθῶσιν ὡς βάσις εὐρυτέρας δημιουργίας αἰτιάσεων, καὶ ὡς ἀφορμὴ μείζονος καταναλώσεως χρόνου. Καὶ ἀληθῶς ὁλοκλήρους κατηνάλωσαν συνεδριάσεις, προσπαθοῦντες νὰ συναρπάσωσι τοὺς εὐπίστους, ἐνῷ καλῶς ἐγίνωσκον, ὅτι, ἂν ἀπὸ τῶν λιβελλογραφημάτων ἐκείνων ἀφαιρέσῃ τις τὴν σωρείαν τῶν ὑβριστικῶν φράσεων καὶ ἐπιθέτων, οὐδὲν ἄλλο ὑπολείπεται, ἢ μόνον, ὅτι ἐγράφη παρά τινων, ὅτι ἐν ὁμιλίαις, γενομέναις ἐν τῇ Λέσχῃ Μεσολογγίου, ὑπάλληλός τις εἶπεν, ὅτι παρ’ ἀξιωματικοῦ ἐν Ἄρτῃ ἤκουσέ τι, ὅπερ ὅμως καὶ ὁ ἀξιωματικός, ὡς ἤδη γινώσκετε, ἔσπευσε νὰ διαψεύσῃ, καὶ ὁ ὑπάλληλος ἐν ἐπισήμῳ δημοσιεύματι νὰ διαμαρτυρηθῇ, ὅτι οὐδέποτε παρὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ ἤκουσε καὶ οὐδέποτε ἐν τῇ Λέσχῃ ἢ ἀλλαχοῦ εἶπε. Κατὰ περίεργον δὲ σύμπτωσιν, ἐκ τῶν αἰτήσει τοῦ ἐπερωτήσαντος κομισθεισῶν εἰς τὴν Βουλὴν δικογραφιῶν ἐπισήμως καταδείκνυται, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ἐγράφοντο ταῦτα, ὡς δῆθεν λεχθέντα, ὁ μὲν ἀρχιληστὴς Εὐάγγελος Τάκης εἶχε φονευθῆ παρὰ τὸ χωρίον Σκλίβανον τῶν Ἰωαννίνων, ὁ δὲ Ἀλέξιος Τάκης, ὃν ἐπιμένουσι πάντοτε ἀποκαλοῦντες λήσταρχον, ἐναντίον τῶν προσαχθέντων ἐπισήμων ἐγγράφων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν βεβαιούντων, ὅτι οὐδέποτε ἐπεκηρύχθη ὡς λῃστής, εἶχεν αὐθορμήτως προσέλθει καὶ ἐκρατεῖτο εἰς τὰς φυλακὰς Κερκύρας, ἵνα δικασθῇ. Τὰ εἰς τοῦτο καὶ μόνον ἐν οὐσίᾳ περιστρεφόμενα λιβελλογραφήματα ἐχρησίμευσαν ὡς ἀφορμὴ νὰ δημιουργηθῶσιν ὅσα ἐπὶ τόσας ἡμέρας ἀκούετε λεγόμενα καὶ ἀναγινώσκετε γραφόμενα. Ὀρθῶς δὲ οἱ ἀναπτύξαντες τὴν ἐπερώτησιν εἶπον, ὅτι τῶν λιβελλογραφημάτων ἐκείνων ἀφορμὴ καὶ αἰτία ὑπῆρξεν ἡ προηγηθεῖσα αὐτῶν καταδίωξις τοῦ δημάρχου Ἀπεραντίων Ἀνδρέου Γρανίτσα, φίλου καὶ συγγενοῦς μου, ἥτις καταδίωξις εἶναι ἀληθῶς τὸ θεμέλιον καὶ ἡ ἀφετηρία ὅλης αὐτῆς τῆς βδελυρᾶς καὶ ἐνόχου δημιουργίας. Ἡ καταδίωξις τοῦ Γρανίτσα εἶναι τὸ μόνον πραγματικὸν σημεῖον, ἐφ’ οὗ μέχρι τοῦδε δὲν ὡμίλησα, καὶ διὰ τοῦτο θέλω ἐξηγήσει νῦν τὰ κατ’ αὐτήν, στηριζόμενος εἰς τὴν κατατεθεῖσαν πρὸ ἡμερῶν ἐν τῇ Βουλῇ δικογραφίαν, αἰτήσει τοῦ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτοῦ, πρὸς ὃν ὀφείλω χάριτας, διότι ἐφρόντισε νὰ μάθῃ τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς καὶ νὰ ζητήσῃ αὐτήν. Ἐνθυμούμενος μετὰ ποίου στόμφου καὶ μεθ’ οἵων ὑπαινιγμῶν ἐζητήθη ἡ προσαγωγὴ αὐτῆς, μανθάνων, ὅτι ἡμέρας ὁλοκλήρους ἐμελέτων καὶ ἐξωνύχιζον αὐτήν, ἀκούων δ’ ἀπὸ τοῦ βήματος χαρακτηριζομένην τὴν καταδίωξιν τοῦ Γρανίτσα ὡς βάσιν καὶ ἀφετηρίαν καὶ δικαιολογίαν πασῶν τῶν βεβιασμένων αὐτῶν σκέψεων καὶ αἰτιάσεων, περιέμενα ν’ ἀκούσω μακρὰς ἐπ’ αὐτῆς ἀναπτύξεις, πυκνὰ δὲ καὶ φοβερὰ ἐξ αὐτῆς ἐπιχειρήματα. Ἡ προσδοκία μου αὕτη διεψεύσθη, ὀλιγίστας περὶ τῆς καταδιώξεως ἐκείνης καὶ ἀτόνους ἤκουσα λέξεις, ἐξ ὅλου δὲ τοῦ ἀποτελοῦντος αὐτὴν ὀγκώδους τούτου φακέλλου δὲν ἤκουσα ἀναγινωσκόμενον ἄλλο ἔγγραφον, εἰμὴ μόνον δύο πρὸς τὸν Νομάρχην Ἄρτης ἔγγραφα τοῦ κατὰ τὸ 1885 Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ μίαν κατάθεσιν Ἀνθυπομοιράρχου τινὸς, λέγοντος, ὅτι ἤκουσέ ποτε παρά τινος ποιμένος, ὅτι ὁ Γρανίτσας ὑπέθαλπε τὴν συμμορίαν τοῦ Τάκη. Περὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς γενομένης μακρᾶς δικαστικῆς ἐργασίας, περὶ τοῦ βουλεύματος, εἰς τὸ ὁποῖον αὕτη κατέληξεν, ὁ μὲν ἐπερωτήσας οὐδὲ λέξιν κατὰ τὴν μακρὰν αὑτοῦ ὁμιλίαν ἐξήνεγκεν, ἕτερος δέ τις τῶν ὁμοφρόνων αὐτῷ ἀναλήθως ἀνέφερεν, ὅτι ἐξεδόθη βούλευμα παῦον πρὸς καιρὸν τὴν περαιτέρω καταδίωξιν, περὶ οὗ, ὡς τοιούτου, δὲν ἔκρινεν ἄξιον νὰ εἴπῃ πολλά. Θέλει ἐπιτρέψει ἡ Βουλὴ νὰ ἀφηγηθῶ τί ἡ δικογραφία αὕτη ἀποκαλύπτει, ὅπως οὕτω νοηθῇ, διὰ τί σπεύδοντες ἀντιπαρῆλθον πρὸ αὐτῆς οἱ ζητήσαντες καὶ ἐπὶ τόσας ἡμέρας καὶ νύκτας μελετήσαντες αὐτήν. Ὁ Γρανίτσας, Κύριοι, εἶναι ἀληθῶς συγγενής μου, εἶναι δὲ καὶ σπουδαιότατος πολιτικὸς παράγων ἐν Εὐρυτανίᾳ. Πλὴν τῆς ἀπὸ τοῦ 1879 μέχρι τοῦ 1883 περιόδου, σχεδὸν διαρκῶς τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν τοῦ δήμου Ἀπεραντίων διεῖπεν αὐτὸς ἢ ὁ θεῖος ἢ ὁ πατὴρ αὐτοῦ, ὅστις ὑπῆρξε καὶ Βουλευτής. Ὁ δῆμος Ἀπεραντίων ἦτο ἐκ τῶν μεθορίων δήμων πρὸ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας, ἀποτελῶν αὐτὸς τὴν μεθόριον ἐκεῖσε γραμμήν· ἐνῷ δὲ πασίγνωστον εἶναι, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἐπὶ ἔτη πολλὰ ἡ δημοσία τάξις ἐν τῇ Στερεᾷ Ἑλλάδι, ἰδίως δὲ ἐν τῇ μεθορίῳ γραμμῇ, ἦτο πάντοτε ἐπισφαλής, καὶ ὅτι ἡ λῃστεία ἐλυμαίνετο σχεδὸν διαρκῶς τὰ μέρη ἐκεῖνα, οὐδέποτε ἀπὸ τοῦ 1883 μέχρι τοῦ 1885 ἠκούσθη, ὅτι ὁ Γρανίτσας ἀνεμίχθη εἰς τοιαύτης φύσεως ὑποθέσεις. Ὑπῆρξαν ἐποχαί, κατὰ τὰς ὁποίας ἐν τῇ αὐστηρότητι τῶν κατὰ τῆς λῃστείας μέτρων, εἴτε δικαίως εἴτε ἀδίκως, καὶ πολιτευόμενοι καὶ δήμαρχοι κατεδιώκοντο καὶ ἐφυλακίζοντο ἐπὶ ὑποθάλψει λῃστῶν, ἀλλ’ οὐδέποτε οὔτε καταγγελία ἐγένετο, οὐδ’ ἁπλῆ ὑπόνοια ἐξηνέχθη κατὰ Γρανίτσα, ἀφ’ ἧς αὐτὸς πολιτεύεται. Τὸ 1885 εὗρε τὸν μὲν Γρανίτσαν δήμαρχον, τὴν δὲ Εὐρυτανίαν οὐχὶ μεθόριον, οὐδὲ λυμαινομένην ὑπὸ τῆς λῃστείας, διότι πρὸ ἐτῶν εὐτυχῶς ἐξέλιπεν αὕτη ἀπὸ τῆς πατρίδος ἡμῶν. Καὶ ἐν τούτοις κατὰ τοῦ Δημάρχου ἐκείνου, περὶ οὗ ἐν τῇ μακρᾷ ἐποχῇ τῆς ἀληθοῦς λῃστοκρατίας οὐδ’ ἡ συκοφαντία ἐτόλμησε νὰ ἐκφράσῃ ὑπόνοιαν ὑποθάλψεως ἢ ἀναμίξεως εἰς λῃστρικά, ἐπιχειρεῖται τοιαύτη καταδίωξις μετὰ δεκαπέντε ἔτη, ἀφ’ ὅτου ὁλοκλήρως ἐξηφανίσθη ἀπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους ἡ λῃστεία, καὶ Ἕλληνες Βουλευταὶ συζητοῦσι περὶ ληστείας καὶ ὑποθάλψεως αὐτῆς, τῆς ὁποίας καὶ αὐτὸ τὸ ὄνομα εὐτυχῶς ἐξηλείφθη ἀπὸ τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1885, μεταξὺ τῶν ἄλλων σπουδαίων ἀσχολιῶν της, ἐσκέφθη καὶ περὶ ληστείας, οὐχὶ ἵνα καταστρέψῃ αὐτήν, διότι δὲν ὑπῆρχεν εὐτυχῶς ἐν τῷ τόπῳ, ἀλλ’ ἵνα ματαιώσῃ δῆθεν τὸν κίνδυνον τῆς ἀπὸ τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας εἰσβολῆς ληστρικῶν συμμοριῶν εἰς τὴν ἡμεδαπήν, ἐξέδοτο δὲ ἀλλεπαλλήλους αὐστηρὰς διαταγὰς πρὸς τὰς ἀρχὰς τῶν μεθορίων μερῶν καὶ τῶν νομῶν Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας καὶ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος. Οἱ θέλοντες νὰ ἀναγνώσωσι τὴν σειρὰν τῶν διαταγῶν τούτων θὰ ἀνεύρωσι τὴν ἑξῆς ἀνέλιξιν τῆς κυβερνητικῆς προνοίας καὶ δραστηριότητος. Αἱ μὲν πρῶται φέρουσι γενικώτερον τύπον τὸν τῆς ἀνακαλύψεως καὶ καταδιώξεως παντὸς ὑπόπτου ὑποθάλψεως ἢ ὑποστηρίξεως ληστῶν, καὶ συνιστῶσι τὴν πρὸς τοῦτο δραστηρίαν καὶ διηνεκῆ κατὰ τὰ μέρη ἐκεῖνα κίνησιν ἀνακριτικῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ στρατιωτικῶν, ὅπερ καὶ ἐγένετο, χωρὶς ὅμως νὰ καταλήξῃ εἰς ἀποτέλεσμά τι. Μετ’ ὀλίγον διαταγαὶ ἐντονώτεραι καὶ μᾶλλον συγκεκριμέναι ἐξεδόθησαν, ἐφιστῶσαι σύντονον τὴν προσοχὴν τῶν δικαστικῶν καὶ στρατιωτικῶν ἀρχῶν ἐπί τε τοὺς παντὸς εἴδους ὑπόπτους, καὶ ἰδιαίτερον ἐπὶ τοὺς Δημάρχους. Ἀλλὰ καὶ αὗται αἱ διαταγαί, ἕνεκα ἐλλείψεως ὕλης καὶ ἀφορμῆς, δὲν κατέληξαν εἰς ἀποτέλεσμα ἱκανοποιοῦν τὴν πυρετώδη ἀληθῶς κυβερνητικὴν ἐνέργειαν. Τότε σαφέστεραι ἐξεδόθησαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν διαταγαί, ῥητῶς πλέον διαλαμβάνουσαι, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει βασίμους πληροφορίας κατὰ τοῦ δημάρχου Ἀπεραντίων Γρανίτσα, ὡς ὑποθάλποντος τὴν συμμορίαν τοῦ ἀρχιληστοῦ Εὐαγγέλου Τάκη. Αἱ διαταγαὶ αὗται διεβιβάσθησαν τῷ Εἰσαγγελεῖ Ἄρτης κ. Βρατίμῳ, τὸν ὁποῖον τοσοῦτον, ὡς ἠκούσατε, ἐξεθείασαν οἱ ἀντίπαλοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ὅστις ἀληθῶς διακρίνεται διὰ τὴν ἄκραν αὐτοῦ αὐστηρότητα. Ἐπὶ ταῖς διαταγαῖς ταύταις, διαβιβασθείσαις τῷ Εἰσαγγελεῖ Ἄρτης, ἐσχηματίσθη ἀμέσως δικογραφία ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «Ἐξ ἐπαγγέλματος— Κατὰ Ἀνδρ. Γρανίτσα — ὑπόθαλψις ληστείας», καὶ τῇ 21 Αὐγούστου 1885 ἐξεδόθη ὑπὸ τοῦ ἀνακριτοῦ Ἄρτης ἔνταλμα συλλήψεως κατ’ αὐτοῦ, ὃν δι’ ἐπίτηδες ἀποσταλέντος ἀξιωματικοῦ τῆς χωροφυλακῆς συνέλαβον μετὰ πέντε ἡμέρας, δηλ. τὴν 26 τοῦ αὐτοῦ μηνός, ἐν τῷ δήμῳ Ἀπεραντίων καὶ ὡδήγησαν εἰς Ἄρταν, ὅπου καὶ προὐφυλακίσθη τῇ 2 Σεπτεμβρίου. Ἡ ἀνάκρισις διήρκεσε δύο σχεδὸν μῆνας, μετ’ ἐκτάκτου ἐνεργηθεῖσα δραστηριότητος, ἐξετάσασα πάντας τοὺς ὁπωσδήποτε δυναμένους νὰ διαφωτίσωσιν αὐτήν, καὶ οὕτως ἀπετελέσθη ὁ ἐνώπιον ἡμῶν ὀγκώδης αὐτὸς φάκελλος. Περατωθείσης τῆς ἀνακρίσεως, ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἄρτης, τοῦ ὁποίου ὑπενθυμίζω ὑμῖν τὸ ὑπὸ τοῦ ἐπερωτήσαντος Βουλευτοῦ ἀπαγγελθὲν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκθειαστικὸν ἐγκώμιον, ὑπέβαλε τὴν δικογραφίαν εἰς τὸ Συμβούλιον διὰ μακρᾶς καὶ ἀναλυτικῆς αὐτοῦ προτάσεως, ἥν, ὁλοκλήρως καὶ ἀμερίστως τὸ Συμβούλιον παραδεχθὲν, ἐξεδότο τὸ ὑπ’ ἀρ. 149 τοῦ 1885 βούλευμα, ὅπερ ἔθεσε τέρμα εἰς τὴν τοιουτοτρόπως ἐπιχειρηθεῖσαν καὶ διεξαχθεῖσαν αὐτὴν κατηγορίαν. Διατὶ οἱ ἐπὶ τοσαύτας ἡμέρας διυλίζοντες τὰ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, οὐδόλως ἐμνήσθησαν τοῦ βουλεύματος τούτου; Διατὶ, ὅτε πρὸς ἀπόδειξιν ἐνοχῆς δῆθεν τοῦ Γρανίτσα ἀνεγίνωσκον πρὸς ὑμᾶς ἔγγραφα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ 1885, δὲν ἀνεγίνωσκον καὶ τὸ πόρισμα τοῦτο τῆς δικαστικῆς ἀνακρίσεως; Τοῦτο ὀφείλετε νὰ κρίνητε καὶ ἐκτιμήσητε ὑμεῖς τε καὶ πάντες οἱ ἀκούοντες καὶ ἀναγινώσκοντες τὰ ἐντεῦθεν λεγόμενα, διότι εἶναι ἐξόχως χαρακτηριστικὸν τοῦ πνεύματος καὶ τῆς προθέσεως, ἥτις ὑπηγόρευσε τὴν συζήτησιν ταύτην. Τὸ βούλευμα αὐτὸ ἀποφαίνεται, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν κατὰ Γρανίτσα ἐπὶ ταῖς ἀποδοθείσαις αὐτῷ πράξεσι, περιέχει δὲ καὶ τὴν προσήκουσαν ἀπάντησιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας εἰς τὰς κατὰ Γρανίτσα καταγγελίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Παρακαλῶ, ἀλλὰ θεωρῶ, ὅτι καὶ ὀφείλετε, νὰ ἀκούσητε ἐξ αὐτοῦ τοῦ βουλεύματος, τὰς σχετικὰς πρὸς τὸν Α. Γρανίτσαν σκέψεις.

§81ΤΙΝΕΣ. Βεβαίως.

§82ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§83ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἐπειδὴ οἱ ἐξετασθέντες μάρτυρες οὐδὲν κατέθεσαν κατὰ Γρανίτσα, καὶ ἰδίᾳ οἱ Εὐθ. Λοῦρος ταγματάρχης, διαμείνας ἐπὶ πολλὰ ἔτη καὶ μέχρι τοῦ παρελθόντος Ἰουνίου ἐν Καρπενησίῳ, ὡς διοικητὴς τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων, καὶ Κυριάκος Πονηρόπουλος ἀντισυνταγματάρχης τοῦ πεζικοῦ, διατελέσαντες ἐπ’ ἀρκετὸν χρόνον ὡς ἐπόπται τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων ἐπὶ τῆς καταδιώξεως τῶν φυγοδίκων καὶ τῶν λῃστῶν κατὰ τὰς ἐπαρχίας Βάλτου καὶ Εὐρυτανίας, κατέθηκαν, ὅτι οὐδέποτε ἔλαβον ἀφορμὴν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἢ ἐξ ἄλλης πληροφορίας, νὰ λάβωσι κατ’ ἐλάχιστον ὑπονοίας, ὅτι ὁ κατηγορούμενος Δήμαρχος ὑπέθαλπε τὸν λήσταρχον Εὐάγ. Τάκην, οὐδ’ ἡ συμμορία τούτου καὶ τοῦ Ἀποστολάκη εἰσῆλθε ποτὲ εἰς τὸν δῆμον Ἀπεραντίων, καὶ ὅτι ὁ ῥηθεὶς Δήμαρχος, ὁσάκις παρέστη ἀνάγκη, προθύμως καὶ εἰλικρινῶς προσέφερε τὴν ὑπηρεσίαν του. Εἰς ἐπίμετρον δὲ, πλὴν τῶν ἄλλων καταθέσεων καὶ τῶν ἀνωτέρω ἀξιωματικῶν, ὅτι ὁ περὶ οὗ πρόκειται δήμαρχος Ἀπεραντίων Ἀνδρ. Γρανίτσας δὲν ὑπέκρυψεν οὐδὲ ὑπέθαλψε τὸν λήσταρχον Εὐάγ. Τάκην, καὶ ὅτι εἰς οὐδεμίαν σχέσιν μετ’ αὐτοῦ διετέλει, προκύπτει καὶ ἐκ καταθέσεως τοῦ Ἀλκιβ. Μηλιᾶ, πρώην δημάρχου Ἀπεραντίων καὶ πολιτικῶς διϊσταμένου πρὸς τὸν Γρανίτσαν, ὅτι ἡ λῃστρικὴ συμμορία τοῦ ἀνωτέρω Τάκη οὐδέποτε εἰσῆλθεν εἰς τὸν δῆμον Ἀπεραντίων· ὅτι δὲν γινώσκει ἂν ὁ Τάκης ὑπεθάλπετο ὑπὸ τοῦ Δημάρχου· ὅτι ὁ Νικόλαος Γούλας διεπήρει ἐν τῇ οἰκίᾳ του τὸ ἑνδεκαετὲς παιδίον τοῦ λῃστάρχου Εὐαγ. Τάκη, καὶ ὅτι ἀπὸ τοῦ 1880 ὁ Δήμαρχος παρέλαβε τὰ αἰγοπρόβατά του καὶ λοιπὰ ζῶά του ἀπὸ τῆς ποιμενικῆς ὁμάδος τῆς οἰκογενείας Τάκη καὶ τὰ ἔδωσεν εἰς ἄλλους. «Ἐπειδὴ λοιπὸν, κατὰ τὰς ἀνωτέρω καταθέσεις, τὰς δυναμένας νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει πρὸς σχηματισμὸν δικαστικῆς πεποιθήσεως, ἐξάγεται, ὅτι αἱ εἰς τὸν κατηγορούμενον δήμαρχον Ἀπεραντίων Ἀνδρ. Γρανίτσαν ἀποδιδόμεναι αἰτιάσεις περὶ ὑποθάλψεως καὶ σχέσεως αὐτοῦ μετὰ τοῦ λῃστάρχου Εὐαγ. Τάκη στεροῦνται παντελῶς ὑποστάσεως, καθόσον οἱ δυνάμενοι νὰ γινώσκωσι καὶ νὰ καταθέσωσι βασίμους πληροφορίας περὶ τῶν ἀποδιδομένων εἰς τὸν κατηγορούμενον Γρανίτσαν εἶναι οἱ ἀνωτέρω ἀξιωματικοί, οἵτινες ἐπὶ πολὺν χρόνον ὑπηρέτησαν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Βάλτου καὶ Εὐρυτανίας πρὸς καταδίωξιν τοῦ λῃστάρχου Τάκη, καθὼς καὶ ὁ ἕτερος μάρτυς Μηλιᾶς, πολιτικὸς ἀντίπαλος τοῦ Γρανίτσα καὶ πρώην Δήμαρχος Ἀπεραντίων μέχρι τῶν ἐνεργηθεισῶν τῷ 1883 δημοτικῶν ἐκλογῶν, ὅστις, ἀξιῶν τὴν ἐκ νέου κατάληψιν τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς Ἀπεραντίων, εἶχε τὸ συμφέρον νὰ καταθέσῃ κατὰ τοῦ εἰρημένου Δημάρχου ὅ,τι ἐγίνωσκεν, ὅπως ἐνοχοποιήσῃ αὐτὸν διὰ τὴν προκειμένην κατηγορίαν. Ὁ δὲ Μοίραρχος Μεσολογγίου Ἀρτέμης Κωνσταντινίδης κατέθηκεν, ὅτι πρὸ πέντε μηνῶν ἐν Μεσολογγίῳ ἔμαθε παρά τινος ἀρχιποιμένος, οὗτινος τὸ ὄνομα δὲν ἐνθυμεῖται, ὅτι τὸν Τάκην ὑποθάλπει τὸ θέρος ὁ Γρανίτσας ἐν Εὐρυτανίᾳ, καὶ τοῦτο πολὺς ἐκεῖ πιστεύει κόσμος, πλὴν ἡ τοιαύτη κατάθεσις εἶναι ἀόριστος. Ἀφ’ οὗ λοιπὸν οἱ ἀνωτέρω μάρτυρες, οἵτινες ὡς ἐκ τῆς ἰδιότητός των εἰσὶν οἱ δυνάμενοι νὰ φωτίσωσι τὴν ἀνάκρισιν, καὶ διὰ τῶν καταθέσεών των νὰ μορφώσωσιν ἀσφαλῆ πεποίθησιν, κατέθηκαν, ὅτι οὐδὲ κατὰ διάνοιαν συνέλαβόν ποτε ὑπόνοιαν, ὅτι ὁ Γρανίτσας ὑπέθαλπε τὸν λήσταρχον Τάκην, μηδέποτε λαβόντες οὔτε ἐκ τῆς ὑπηρεσίας των, οὔτε ἐξ ἄλλου μέρους τοιαύτην πληροφορίαν, προσθέντες μάλιστα, ὅτι ὁ ἐν λόγῳ Γρανίτσας συνέπραξεν ἄλλοτε κατὰ λῃστῶν καὶ προθύμως προσεφέρετο, ζητούμενος πρὸς τοῦτο, ἕπεται, ὅτι πᾶσα ἄλλη ἔνδειξις κατὰ τοῦ ῥηθέντος Γρανίτσα ἀναιρεῖται, συναναιρουμένων συγχρόνως καὶ τῶν ἀναφορῶν καὶ τηλεγραφημάτων τῆς Μοίρας Μεσολογγίου, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τῶν ἐν τῇ δικογραφίᾳ ὑπαρχόντων ὑπ’ ἀρ. 18,410, 20,097 καὶ 22,283 ἐγγράφων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὸν ἐνταῦθα Νομάρχην, διὰ τῶν ὁποίων καταγγέλλεται σὺν ἄλλοις καὶ ὁ Δήμαρχος Ἀπεραντίων, ὅτι κατὰ βασίμους πληροφορίας τοῦ Ὑπουργείου ὁ λήσταρχος Ἀποστολάκης καὶ ὁ ὀπαδός του Τάκης ὑπεθάλποντο ἐν Εὐρυτανίᾳ παρὰ συγγενῶν των καὶ παρὰ τοῦ δημάρχου Γρανίτσα, μεθ’ οὗ, καθ’ ἃ ἐπληροφορήθη τὸ Ὑπουργεῖον, εἰς στενὰς διετέλει σχέσεις καὶ συνεταιρισμοὺς συμφερόντων κλπ. καθ’ ὅσον μάλιστα αἱ τοιαῦται πληροφορίαι εἰσὶν ἐντελῶς ἀόριστοι, διότι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ὑπέδειξεν εἰς τὴν ἀνάκρισιν τὰς βασίμους ἐκείνας πηγάς, ὁπόθεν ἠρύσθη ταύτας. Τούτων λοιπὸν οὕτως ἐκ τῆς ἀνακρίσεως προκυπτόντων, καὶ τῶν ἀποδιδομένων τῷ δημάρχῳ Γρανίτσᾳ σχέσεων καὶ συνεταιρισμῶν (δικαιολογησάντων πληρέστατα τὴν προφυλάκισίν του) ἐξακριβωθέντων ἤδη καὶ ἐξηγηθέντων, ἐξάγεται, ὅτι δὲν προκύπτει κατ’ αὐτοῦ ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν καὶ προέτεινε ν’ ἀποφανθῇ τὸ Συμβούλιον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ κατηγορία κατὰ Ἀνδρέου Γρανίτσα, δημάρχου Ἀπεραντίων, διὰ τὰς ἐν τῷ ἱστορικῷ τῆς παρούσης ἀποδιδομένας αὐτῷ πράξεις.» Ταῦτα μὲν ἐξέθηκε καὶ προέτεινε πρὸς τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Ἄρτῃ Πλημμελειοδικῶν ὁ Εἰσαγγελεὺς κ. Βράτιμος, τὸ δὲ Συμβούλιον, διελθὸν τὴν δικογραφίαν καὶ σκεφθὲν, ὅτι «οἱ ἐν τῇ προτάσει ταύτῃ τοῦ Εἰσαγγελέως ἀναφερόμενοι λόγοι εἰσὶν ὀρθοί, νόμιμοι καὶ σύμφωνοι πρὸς τὸ ἐξαγόμενον τῆς ἐνεργηθείσης ἀνακρίσεως, ὡς τοιοῦτοι δὲ δεκτοὶ καθίστανται ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου, ἀπεφήνατο, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ κατηγορία κατὰ Ἀνδρέου Γρανίτσα, ἐπὶ ταῖς ἀποδοθείσαις αὐτῷ, ὡς εἴρηται, πράξεσι.» Τοιαύτη ὑπῆρξε, Κύριοι, ἡ δικαστικὴ ἐκτίμησις τῶν κατὰ Γρανίτσα ἐν τῇ ἱστορικῇ ἐκείνῃ ἐποχῇ τοῦ 1885 σκευωρηθέντων, τοιαύτη δὲ ἡ καυστικὴ ἀπάντησις, ἣν τὸ Δικαστήριον καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἔδωσαν πρὸς τὰς ἐπαναληπτικὰς κατὰ Γρανίτσα καταγγελίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἀμφιβάλλω, ἂν ἄλλοτέ ποτε Κυβέρνησις ἐδείχθη ἀξία νὰ λάβῃ τοιοῦτον ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας μάθημα...

§84ΡΑΛΛΗΣ. Ποῖος εἶναι ἀνακριτής;

§85ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὁ Σταμάτιος Ἀλεξάκης.

§86Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τίνος Δικαστικοῦ Συμβουλίου;

§87ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τοῦ τῶν ἐν Ἄρτῃ Πλημμελειοδικῶν.

§88Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πότε ἐξεδόθη τὸ βούλευμα;

§89ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τῇ 8 Ὀκτωβρίου 1885.

§90ΠΑΧΥΣ. Ποῖος τότε ἦτο Ὑπουργός;

§91ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἂς ἀπαντήσῃ ὁ κ. Δηλιγιάννης. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς προφυλακίσεως τοῦ Γρανίτσα πᾶσα φροντὶς κατεβλήθη πρὸς ἐκμετάλλευσιν καὶ τῶν πολιτικῶν καὶ τῶν προσωπικῶν αὐτοῦ ἐχθρῶν, δὲν ἔμεινε δὲ ἀργὴ οὐδὲ ἡ εὐτελὴς καὶ ταπεινὴ τέχνη τῶν ἀνωνύμων ἐπιστολῶν πρὸς τὴν ἀνάκρισιν, τὰ πάντα ἐξητάσθησαν μετ’ ἀκριβείας καὶ ἄκρας αὐστηρότητος, καὶ, ὡς ἐκ τοῦ βουλεύματος ἠκούσατε, οὐδὲν ἄλλο ἀπέμεινε χαρακτηριστικὸν τῆς πρωτοφανοῦς ταύτης καταδιώξεως σημεῖον, εἰμὴ αἱ «βάσιμοι πληροφορίαι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν», ὧν δὲν ἠδυνήθη, ἢ δὲν ἠθέλησε νὰ ὁρίσῃ τὴν ἀπόκρυφον καὶ σκοτίαν πηγὴν, καὶ αἱ πληροφορίαι τοῦ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης σταλέντος τότε εἰς Μεσολόγγιον Μοιράρχου μακαρίτου Ἀρτεμίου Κωνσταντινίδου, ἃς εἶπεν, ὅτι ἔλαβεν ἀπό τινα ἀρχιποιμένα, τοῦ ὁποίου δὲν ἐνεθυμεῖτο οὔτε τὸ ὄνομα, οὔτε τὸ ἐπώνυμον, οὔτε τὴν κατοικίαν, οὔτε ἄλλο τι χαρακτηριστικὸν καὶ χρήσιμον, ὅπως ὁδηγηθῇ ἡ δικαιοσύνη εἰς ἀνεύρεσιν καὶ ἐξέτασιν τοῦ ἀγνώστου αὐτοῦ τῷ μακαρίτῃ Μοιράρχῳ ἀρχιποιμένος. Τοιαύτη ἐκ τῆς δικογραφίας καὶ τοῦ βουλεύματος καταδείκνυται ἡ ἱστορία τῆς ἐπιχειρηθείσης κατὰ Γρανίτσα καταδιώξεως. Ἡ τακτικὴ, ἣν ἠκολούθησαν καὶ ὁ ἐπερωτήσας καὶ οἱ εἰς ἐπικουρίαν αὐτοῦ προσελθόντες, ἀπέβλεπε μόνον εἰς τὴν σύγχυσιν καὶ τὴν διαστροφὴν, καὶ τὴν δι’ αὐτῶν ἔστω καὶ στιγμιαίαν προκατάληψιν. Διὰ τοῦτο, ὡς ἐνθυμεῖσθε, κατ’ ἐπανάληψιν καὶ δι’ ὕφους κατ’ ἐπίφασιν σπουδαίου ἐζήτησαν τὴν προσαγωγὴν δικογραφιῶν, οὐ μόνον σχετικῶν πρὸς τὴν ἀρχικὴν ἐπερώτησιν, ἀλλὰ καὶ πάντη πρὸς ἐκείνην ἀσχέτων, φροντίζοντες νὰ ἐνδειχθῇ, ὅτι σπουδαῖα περὶ Γρανίτσα καὶ ἄλλων φίλων μου ἔμελλον ἐξ αὐτῶν νὰ ἀνακαλυφθῶσιν. Ἐκομίσθησαν λοιπὸν πᾶσαι αἱ ζητηθεῖσαι δικογραφίαι, καὶ ἐπὶ ἡμέρας κατέγειναν εἰς τὴν μελέτην αὐτῶν, λίαν εἰδικοὶ ὄντες εἰς τοῦτο, οὐδένα ὅμως ὑπέδειξαν ἡμῖν τῆς μελέτης των ταύτης καρπόν. Τὰς δικογραφίας ἐκείνας καὶ ἐγὼ διῆλθον, βεβαιῶ δὲ τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδαμοῦ, οὔτε τὸ ὄνομα κἂν τοῦ Γρανίτσα ἢ ἄλλου πολιτικοῦ φίλου μου ὁπωσδήποτε μνημονεύεται. Ἰδιαιτέρως καὶ μετ’ ἐπιμονῆς, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐζητήθησαν ἀντίγραφα τῶν καταθέσεων τῶν κατὰ τὸ 1885 αἰχμαλωτισθεισῶν συγγενῶν τοῦ κ. Ἀβέρωφ καὶ τοῦ διαπραγματευθέντος τὴν ἀπολύτρωσιν αὐτῶν ἐπιστάτου, ἐν αἷς περιγράφονται λεπτομερῶς τὰ τῆς αἰχμαλωσίας των. Προσήχθησαν πρὸ ἡμερῶν καὶ τὰ ἀντίγραφα ταῦτα, ἐξ ὧν προκύπτει, ὅτι κατὰ τὰς διαφόρους τῶν ληστῶν ὁμιλίας περὶ ἑνὸς μόνον προσώπου, ἀξίου πάσης ἄλλως ὑπολήψεως καὶ τιμῆς, ἐγένετο λόγος, περὶ τοῦ κ. Βαλτινοῦ, καὶ τοῦ ἀποβιώσαντος τότε υἱοῦ του, ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ ὁποίου καὶ ἐξέφραζον οἱ λησταὶ λύπην. Τὸ πρᾶγμα εἶναι λίαν εὐεξήγητον, διότι ὁ κ. Βαλτινὸς εἶναι πρόσωπον δρῶν καὶ γνωστὸν ἐν τῷ τόπῳ, λίαν δ’ εὐνόητον εἶναι, ὅτι ἦτο δυνατὸν καὶ ἄλλων πολιτευτῶν, ἢ ὅπως δήποτε γνωστῶν ἐν τῷ τόπῳ τὰ ὀνόματα νὰ ἀναφέρωσιν οἱ λησταὶ ἐν ταῖς ὁμιλίαις των. Ὅτε ὅμως ταῦτα ἀνεγίνωσκον, διενοούμην ὁποῖος θὰ ἐγίνετο θόρυβος καὶ ὁποῖαι θὰ ἠκούοντο κραυγαὶ καὶ τίνα θὰ ἐξεβιάζοντο φοβερὰ ἐπιχειρήματα, ἐὰν συνέπιπτε τῶν ληστῶν τις ν’ ἀναφέρῃ ἀντὶ τοῦ ὀνόματος τοῦ κ. Βαλτινοῦ τὸ ὄνομα τοῦ Γρανίτσα, ἢ ἄλλου τινός. Ἡ κατὰ Γρανίτσα κατηγορία εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, ὡμολογήθη δὲ καὶ παρ’ αὐτῶν τῶν ἀντιπάλων, ὅτι εἶναι ἡ ἀφετηρία καὶ ἡ βάσις ὅλων τῶν μετ’ αὐτὴν σκευωρηθέντων καὶ γραφέντων καὶ λεχθέντων, διότι αὕτη ἐχρησίμευσεν ὁπωσδήποτε ὡς δῆθεν εὔλογος ἀφορμὴ εἰς τὴν κακεντρέχειαν καὶ τὴν ἐμπάθειαν καὶ τὴν συκοφαντίαν, ἵνα γράψῃ καὶ εἴπῃ ὅτι, ἀφ’ οὗ ὁ Γρανίτσας ἐφυλακίσθη, ὡς ὑποθάλψας ληστὰς, εἶναι δὲ φίλος καὶ συγγενὴς τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, δυνάμεθα νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι, ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἤθελεν, ἠδύνατο διὰ τοῦ τοιούτου φίλου καὶ συγγενοῦς του νὰ συντρέξῃ ἀποτελεσματικῶς εἰς τὴν καταστροφὴν τῶν λῃστῶν. Τῆς ἀφετηρίας ὅμως καὶ βάσεως ἐκείνης ἐκμηδενισθείσης σήμερον ἐπισήμως, καὶ καταπεσούσης οἰκτρῶς, συγκατέπεσαν ἀναγκαίως καὶ τὰ ἐπ’ αὐτῆς καὶ μόνης στηριχθέντα, ἐξ αὐτῆς δὲ καὶ μόνης προελθόντα μοχθηρὰ καὶ ἔνοχα κατασκευάσματα. Ἔπρεπε νὰ δημιουργηθῇ ὁπωσδήποτε ἡ τοσοῦτον καταφανῶς μηδενισθεῖσα καὶ ἀναιρεθεῖσα κατὰ Γρανίτσα κατηγορία, ἵνα ὕστερον ἐκμεταλλευθῶσιν αὐτὴν, πειρώμενοι ὅπως βάλωσι κατ’ ἐμοῦ δηλητηριώδη καὶ δολοφονικὰ βλήματα, εἰς τὰ ὁποῖα, ὡς γινώσκετε ὑπόκεινται πάντες δυστυχῶς οἱ πολιτευόμενοι. Οἱ Ἕλληνες εἴμεθα ὀλίγοι, καὶ διὰ τοῦτο καλῶς ἀλλήλους γινώσκομεν. Πάντες δ’ ὑμεῖς, ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων οἱ Βουλευταί, ἄριστα γινώσκετε, ὅτι πρὸ τῆς τοσοῦτον ἀδίκως, ἀλλὰ καὶ τοσοῦτον ἀπροκαλύπτως σκευωρηθείσης κατὰ Γρανίτσα κατηγορίας, οὐδεὶς οὐδὲν κατ’ αὐτοῦ, πολλῷ δ’ ἧττον κατ’ ἐμοῦ, εἶπεν ἢ ἔγραψε κατὰ τὸν μακρόν μου δημόσιον βίον. Γινώσκετε κατὰ τίνα τρόπον διεξάγεται παρ’ ἡμῖν ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ ἐκλογικὴ πάλη. Εἰς δέκα σχεδὸν συνεχεῖς Βουλευτικὰς ἐκλογὰς ἐπέτυχον, καθ’ ὧν ἐνίοτε ἐδημιουργοῦντο ἀνύπαρκτοι λόγοι ἐνστάσεων ἐκ μεμψιμοιρίας τῶν ἀποτυγχανόντων, καὶ ὁ θέλων νὰ διέλθῃ τὰ σχετικὰ πρακτικὰ θέλει εὕρει τὸ πρῶτον μὲν ἀμφισβήτησιν τοῦ προσόντος τῆς ἡλικίας μου, ἄλλοτε ἀμφισβήτησιν τῆς ἐξ Εὐρυτανίας καταγωγῆς μου, ἄλλοτε μεμψιμοιρίαν ἐπὶ τῇ ἐπεμβάσει φίλων μου Δημάρχων καὶ ἄλλα ἄλλοτε ὅμοια, οὐδέποτε ὅμως παράπονον, ἔστω καὶ ψευδές, περὶ ἀναμίξεως φυγοδίκου ἢ φυγοποίνου. Ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς ὤθει αὐτοὺς νὰ δημιουργῶσιν ἄλλους ἀνυπάρκτους ἐντελῶς λόγους, ἀλλὰ ποτὲ, ἀπολύτως ποτέ, δὲν διενοήθησαν κἂν οὔτε νὰ ὑπαινιχθῶσι τοιαῦτα, οἷα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπὶ τόσας ἡμέρας ἀκούομεν ἀνευθύνως, ἀλλὰ καὶ ἀνερυθριάστως λεγόμενα. Ἐν τῇ παντελεῖ δ’ ἐλλείψει στοιχείων κατακρίσεως, ἠγωνίσθησαν νὰ ἀντλήσωσι τοιαῦτα καὶ ἐκ τῆς αὐθορμήτου πρὸς τὴν δικαιοσύνην προσελεύσεως τοῦ Ἀλεξίου Τάκη. Δικαίως ἐμειδιάσατε πάντες, ὅτε ἠκούσατε αὐτῶν πειρωμένων καὶ ἐκ τῆς προσελεύσεως ταύτης νὰ ἐξαγάγωσιν ἐπιχειρήματα. Ἂν ἡ προσέλευσις αὐτοῦ δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἴς τι, τοῦτο βεβαίως εἶναι ὁ ὀφειλόμενος ἔπαινος τῶν μέτρων ἐκείνων, ἅτινα ἠνάγκασαν αὐτὸν νὰ προσέλθῃ, καταστήσαντα αὐτῷ ἀδύνατον πᾶσαν περαιτέρω ὑπόκρυψιν, καὶ ἀπαλλάξαντα οὕτω τὸν τόπον ἀπὸ ἀνθρώπου, τοσοῦτον κακοποιοῦ. Ὅπως δ’ ἐναντίον τῶν κατατεθέντων ἐπισήμων ἐγγράφων ἐπιμένουσιν ἀποκαλοῦντες αὐτὸν λήσταρχον, οὕτως ἐναντίον τῶν ἐπίσης κατατεθέντων ἐπισήμων ἐγγράφων, τῶν βεβαιούντων, ὅτι ὁ Ἀλέξ. Τάκης, προσελθὼν ἑκουσίως τῇ 4 Ὀκτωβρίου, ἐφυλακίσθη αὐθημερὸν, ἐξακολουθοῦσιν ἰσχυριζόμενοι, ὅτι ἀφέθη ἐλεύθερος καὶ μάλιστα ὅτι ἐφιλοξενεῖτο ἐν ὡρισμένῃ οἰκίᾳ. Τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, τὰ ἀποδεικνύοντα τὸ εἰδεχθὲς ψεῦδος τῶν μοχθηρῶν καὶ αὐθαιρέτων τούτων ἰσχυρισμῶν, ἔχει πρὸ ἡμερῶν ὑπ’ ὄψιν τῆς ἡ Βουλή, καὶ ἐξ αὐτῶν ἐπισήμως εἶδεν, ὅτι κατ’ ἐξαίρεσιν ἀπὸ πάντων τῶν ἄλλων προσελθόντων φυγοδίκων ὁ Ἀλέξ. Τάκης καὶ αὐθημερὸν ἐφυλακίσθη, καὶ οὐδεμιᾶς ἔτυχεν ἐπιεικείας, καὶ οὐδὲ τὴν δίκην αὐτοῦ ὑπέστη ἐν Μεσολογγίῳ, ἀλλ’ ἀλλαχοῦ. Ἡ τοιαύτη τῶν πραγμάτων θρασεῖα διαστροφὴ καὶ στρέβλωσις μοὶ ἔδιδε τὸ δικαίωμα νὰ ἀντιτάξω περιφρόνησιν πρὸς συζήτησιν οὕτω διεξαγομένην. Κατέθηκα ἐπίσημα ἔγγραφα, βεβαιοῦντα, ὅτι πλὴν τῶν ἐξ κατηγοριῶν, δι’ ἃς ἐδικάσθη ἤδη ὁ Ἀλέξ. Τάκης καὶ ἀποτίνει τὴν ἀνωτέραν τῶν ἐπιβληθεισῶν ποινῶν τῶν ἰσοβίων δεσμῶν, μία μόνον ὑπολείπεται ἐκκρεμὴς, ἐφ’ ᾗ ὁ δικασθεὶς ὡς συναυτουργὸς αὐτοῦ κατεδικάσθη εἰς τεσσάρων ἐτῶν φυλάκισιν, καὶ ὅτι οὐδὲν ἄλλο βούλευμα καὶ οὐδεμία οὐδαμοῦ τοῦ Κράτους ἀνάκρισις κατ’ αὐτοῦ ἐκκρεμὴς ὑφίσταται, καὶ ἐν τούτοις σήμερον ἐνώπιόν σας δι’ ὕβρεως ἀκατονομάστου πρὸς τὰ ἐπίσημα τῶν ὑπευθύνων ἀρχῶν πιστοποιητικὰ, ἐκραύγαζον, ὅτι αἱ πράξεις, ἐφ’ αἷς κατεδικάσθη, καὶ ἐκεῖναι, περὶ ὧν πρόκειται νὰ δικασθῇ, καὶ ἐκεῖναι, περὶ ὧν ἐνεργεῖται ἀνάκρισις, εἶναι ἀναρίθμητοι, χωρὶς νὰ δίδωσι κἀμμίαν ἐξήγησιν τοῦ ἐναντίου τούτου πρὸς τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα ἰσχυρισμοῦ των. Ἐὰν ἠρωτᾶτε αὐτοὺς, ποῦ στηριζόμενοι λέγουσι ταῦτα, θὰ σᾶς ἀπήντων: «Δὲν ἔχομεν νὰ σᾶς δώσωμεν λόγον· οὕτω θέλομεν νὰ λέγωμεν.» Καὶ εἶναι τις τάχα ὑπόχρεως νὰ προσέχῃ πλέον εἰς ὅσα λέγουσιν; Ἐξήγησα διὰ μακρῶν ἐν προηγουμένῃ τῆς Βουλῆς συνεδριάσει τὰ τῶν δύο δικῶν τοῦ Ἀλεξίου Τάκη, εἰς ἃς ὑπεστήριξε τὴν κατηγορίαν ὁ ἀδελφός μου, ὡς Ἀντεισαγγελεὺς τῶν ἐν Κερκύρᾳ Ἐφετῶν, καὶ εἴδετε ἐκ τῶν προσαχθεισῶν ἀποφάσεων, ὅτι ὁ Ἀλέξ. Τάκης κατὰ τὰς δύο αὐτὰς δίκας ἐδικάσθη αὐστηρότερον καὶ ἐτιμωρήθη πλειότερον τῶν διὰ τὰς αὐτὰς πράξεις, διὰ τοῦ αὐτοῦ βουλεύματος, ὑπὸ τὸν αὐτὸν χαρακτῆρα μετ’ αὐτοῦ ὡς συστασιωτῶν ἢ συμμοριτῶν παραπεμφθέντων, ἀλλὰ πρὸ αὐτοῦ δικασθέντων, καὶ ὧν τὰς κατηγορίας ὑπεστήριξαν ἄλλοι Εἰσαγγελεῖς, ἐπιεικεστέρας ποινὰς προτείναντες. Τίς ἤλπιζεν, ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, μετὰ τοιαύτας ἐπισήμους ἀποδείξεις περὶ τοῦ ὅτι ὁ Ἀλέξ. Τάκης ἐν ταῖς δυσὶν ἐκείναις δίκαις κατεδικάσθη αὐστηρότερον καὶ βαρύτερον πάντων τῶν πρὸ αὐτοῦ διὰ τὰς αὐτὰς πράξεις δικασθέντων συναυτουργῶν του, ἤθελον πάλιν ἐπανέλθει καὶ κατηναλώσει ὅσας κατηνάλωσεν ὥρας, ἀγωνιζόμενοι νὰ διαστρέψωσι τὰ πασιφανῆ καὶ νὰ παρεξηγήσωσι τὰ ἀνεπίδεκτα παρεξηγήσεως! Αἰσθανόμενοι ὅμως τὸ ἔδαφος φεῦγον ὑπὸ τοὺς πόδας των, κατέφυγον καὶ εἰς ἐπιβοηθητικὰς σκέψεις καὶ κρίσεις. Ἔστω, εἶπον· ἀλλὰ διατὶ ὁπωσδήποτε νὰ λάβῃ ὁ ἀδελφός σου μέρος εἰς τὰς δίκας αὐτάς; Καὶ ἐγὼ ὅμως ἐρωτῶ, αὐτούς: διὰ τὶ νὰ μὴ λάβῃ, ἀφοῦ ὁ προϊστάμενος αὐτοῦ Εἰσαγγελεὺς τῷ ἀνέθηκε τὴν ὑποστήριξιν τῶν κατηγοριῶν ἐκείνων, αὐτὸς δὲ οὐδὲν ἐν ἑαυτῷ ᾐσθάνετο κώλυμα; Μὴ τάχα διότι εἶχε τις γράψει εἰς μίαν ἐφημερίδα λιβέλλους κατ’ ἐμοῦ διὰ τὸν ὑπόδικον ἐκεῖνον; Καὶ τὸν λόγον αὐτὸν ἀληθῶς ἤκουσα χθὲς ἢ σήμερον ἀπὸ χειλέων μάλιστα νομικοῦ καὶ χρηματίσαντος ἀνωτέρου δικαστικοῦ λειτουργοῦ, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἠπόρησα διὰ τοῦτο. Θέλουσι λοιπὸν νὰ καθιερώσητε οὕτω νέον εἶδος, ἀγνώστου μὲν μέχρι τοῦδε, ἀλλ’ ἁπλουστάτης, τὸ ὁμολογῶ, διαδικασίας περὶ ἐξαιρέσεως δικαστῶν; Καὶ θὰ δύναται πλέον νὰ λειτουργήσῃ δικαιοσύνη ἐν Ἑλλάδι, ἐὰν ὁ δικαστὴς ὑποχρεωθῇ νὰ ἀπέχῃ ἀπὸ τῆς δίκης παντὸς, δι’ ὅν τις ἤθελεν ὑβρίσει διά τινος λιβελλογραφικῆς ἐφημερίδος αὐτὸν ἢ τὸν ἀδελφόν του; Καὶ θὰ δώσωμεν λοιπὸν εἰς τοὺς ὑποδίκους τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγωσιν αὐτοὶ τοὺς δικαστάς των, καὶ θὰ ἀναγκαζώμεθα μάλιστα ὑπὸ τῶν ὑποδίκων νὰ μεταθέτωμεν Δικαστὰς καὶ Προέδρους καὶ Εἰσαγγελεῖς, ὁσάκις οἱ ὑπόδικοι θεωρήσωσι καλὸν καὶ συμφέρον νὰ ὑβρίσωσι διὰ τοῦ τύπου πάντα τὰ μέλη τοῦ δικάσοντος αὐτοὺς Δικαστηρίου; Βλέπετε εἰς ποῖον χάος ὁδηγεῖ ἡ τοιαύτη τῆς περὶ τὴν ἐξαίρεσιν διαδικασίας ἁπλοποίησις, ἥν ὅμως ἐγὼ οὐδέποτε θὰ ἀποδεχθῶ, οὐδὲ θὰ συστήσω· φαίνεται δὲ, ὅτι κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ὀρθῶς ἐσκέφθη καὶ ὁ τότε Ἀντεισαγγελεὺς τῶν ἐν Κερκύρᾳ Ἐφετῶν. Τί ὅμως ἔπραξεν ὁ Ἀντεισαγγελεὺς τῶν ἐν Κερκύρᾳ Ἐφετῶν; Εἰς τὴν πρώτην ὑπόθεσιν ὑπεστήριξεν ἐκβίασιν, καὶ παρεδέχθησαν οἱ ἔνορκοι ὁλόκληρον τὸ κατηγορητήριον. Ὁ Ἀντεισαγγελεὺς ἐζήτησε νὰ ἐπιβληθῇ τῷ Τάκῃ ὁ ἀνώτερος ὅρος τῆς ποινῆς, δεσμὰ δηλ. 20 ἐτῶν, ἀλλὰ τὸ Δικαστήριον ἐπέβαλεν αὐτῷ ποινὴν δεσμῶν 16 μόνον ἐτῶν, ἥτις ὅμως ποινὴ εἶναι πολὺ ἀνωτέρα ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον καταδικασθῆ οἱ πρὸ αὐτοῦ δικασθέντες δύο συναυτουργοί του ὧν τὰς κατηγορίας ὑπεστήριξαν, τοῦ μὲν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν κ. Μπένσης, τοῦ δὲ ὁ ἐφέτης κ. Περιστιάνος, καὶ οἵτινες κατεδικάσθησαν, ὁ μὲν εἰς 12 ἐτῶν δεσμὰ, ὁ δὲ εἰς 10 ἐτῶν. Ἐπῆλθεν ἡ ὑπόθεσις ἡ ἄλλη, ἡ κατηγορία ἐπὶ ἑνώσει καὶ φόνῳ· οἱ ἔνορκοι παρεδέχθησαν ἁπλῆν ἀναίρεσιν, ὁ Ἀντεισαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἐζήτησε καὶ πάλιν νὰ ἐπιβληθῇ ὁ ἀνώτερος ὅρος τῆς ποινῆς, δεσμὰ δηλ. 20 ἐτῶν, τὸ Δικαστήριον ὅμως τῶν Συνέδρων ἐπέβαλε ποινὴν δεσμῶν 16 ἐτῶν, θεωρῆσαν πολὺ αὐστηρὰν τὴν πρότασιν τοῦ Ἀντεισαγγελέως. Εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἦσαν ἐπίσης καὶ ἄλλοι συναυτουργοί. Εἷς ἢ δύο ἐξ αὐτῶν εἶχον δικασθῆ κατὰ τὸ 1884, τρία δηλ. ἔτη πρὸ τοῦ Τάκη, προεδρεύοντος τοῦ πρωτοδίκου κ. Παγανέλη, ὑποστηρίζοντος δὲ τὴν κατηγορίαν τοῦ ἐφέτου κ. Περιστιάνου. Κατηγοροῦντο ἀκριβῶς ἐπὶ τῇ αὐτῇ πράξει μὲ τὸν Τάκην, καὶ αἰτήσει τοῦ εἰσαγγελεύσαντος ἐφέτου κ. Περιστιάνου κατεδικάσθησαν εἰς τὸν ἐλάχιστον ὅρον, εἰς 15 δηλαδὴ ἐτῶν πρόσκαιρα δεσμὰ, τῶν ἐνόρκων ἀρνηθέντων καὶ τότε τὸν φόνον καὶ τὴν ἕνωσιν, καὶ παραδεχθέντων μόνον ἀναίρεσιν. Μετὰ δὲ τὴν δίκην γνωμοδοτεῖ ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις ἐλαττώσεως τῆς ποινῆς ταύτης, καὶ ἐλαττοῦται ἡ ποινὴ εἰς 10 ἐτῶν. Εἰς ἀμφοτέρας λοιπὸν τὰς δίκας τοῦ Τάκη, καθ’ ἃς ὑπεστήριξε τὰς κατηγορίας ὁ Ἀντεισαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν Βουλπιώτης, ὁ Τάκης κατεδικάσθη βαρύτερον τῶν πρὸ αὐτοῦ διὰ τὰς αὐτὰς πράξεις δικασθέντων. Ἀλλὰ περὶ τούτου ἠκούσατε τίποτε; πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Ἠκούσατε ὅμως ἀνερυθριάστως λεγόμενον, ὅτι ὁ Ἀντεισαγγελεὺς ἔλαβε σκοπίμως μέρος εἰς τὰς δίκας, ἵνα σωθῇ ὁ Τάκης. Ἀπὸ τίνος νὰ σωθῇ; ἀπὸ ποινῆς, τὴν ὁποίαν δὲν ὑπέστη οὐδεὶς τῶν πρὸ αὐτοῦ διὰ τὰς αὐτὰς πράξεις δικασθέντων συναυτουργῶν καὶ συντρόφων του; Τὰς λοιπὰς κατὰ Ἀλεξίου Τάκη κατηγορίας ὑπεστήριξεν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν κ. Μπένσης, ἢ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν κ. Ζερβουλάκος, ἐφ’ ὅλων δ’ ἐπῆλθον καταδίκαι· δὲν ὑπάρχει ὑπόθεσις οὐδεμία καταλήξασα εἰς ἀθώωσίν του. Καὶ ἐνῷ περὶ τούτων εἶναι κατατεθειμένα τὰ ἔγγραφα, καὶ ἐνῷ αὐτὰ κατ’ ἐπανάληψιν ἐλέχθησαν, ἀπόψε ἠκούσατε, ὅτι ἐφ’ ὅλων αὐτῶν τῶν ὑποθέσεων κατώρθωσε νὰ διέλθῃ ἄθικτος ὁ Ἀλέξιος Τάκης, ὁ εἰς πάσας καταδικασθεὶς, ὅπως ἠκούσατε ὅτι ὑπάρχουσι μυριάδες κατηγοριῶν κατ’ αὐτοῦ, ἐναντίον ἐπισήμων ἐγγράφων, δι’ ὧν βεβαιοῦται ὅτι οὐδεμία κατηγορία κατὰ Τάκη εὑρίσκεται ἐκκρεμὴς, ἢ μόνον μία, ἥτις κατόπιν αἰτήσεως ἀναιρέσεως εὑρίσκεται ἐκκρεμὴς παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν, ἐὰν ὁλόκληρον τὸ κατηγορητήριον παραδεχθῶσιν ὡς ἔχει οἱ ἔνορκοι, ἡ πρᾶξις τιμωρεῖται μὲ ἁπλᾶ δεσμά. Εἷς μάλιστα τῶν μετ’ αὐτοῦ συγκατηγορηθέντων, δικασθεὶς ἐν Τρικκάλοις, κατεδικάσθη εἰς ποινὴν τεσσάρων μόνον ἐτῶν, καὶ κατ’ ἀναίρεσιν αὐτοῦ ἡ ὑπόθεσις εὕρηται ἐκκρεμὴς παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ. Περὶ αὐτῆς δὲ τῆς ἐν Τρικκάλοις γενομένης δίκης, οὐχὶ τοῦ Ἀλεξίου Τάκη, ἀλλὰ τοῦ μετ’ αὐτοῦ συγκατηγορηθέντος καὶ συμπαραπεμφθέντος, ἠκούσατε αὐθαδῶς λεχθὲν, ὅτι ἐλήφθη πρόνοια νὰ σταλῇ ἐπίτηδες καὶ νὰ διεξαγάγῃ αὐτὴν ὡς Εἰσαγγελεὺς ὁ κ. Μεσθενεὺς, ὅστις κατηγορεῖται ἐπὶ ὑποθάλψει λῃστῶν. Ἔπρεπε φαίνεται εἰς τὸ πρανὲς αὐτὸ τῆς ἐσχάτης ὕβρεως, εἰς ὃ κατέπεσον ἀπό τινος χρόνου, πρὸς ἐξευτελισμὸν τοῦ Βουλευτηρίου, νὰ μὴ φεισθῶσιν οὐδενὸς, ὄχι μόνον τῶν ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐκτὸς, τοῦ ὁποίου ὁ ἐξευτελισμὸς ἤθελε θεωρηθῆ παρ’ αὐτῶν, καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, ὡς δυνάμενος νὰ συντελέσῃ εἰς τοὺς σκοπούς των τοὺς ἀσεβεῖς, οἵτινες τοσοῦτον συνεσκότισαν αὐτοὺς, ὥστε δὲν εἶδον εἰς τὰ ἐν χερσὶν αὐτῶν ἐπίσημα ἔγγραφα, ὅτι εἰς τὴν δίκην ἐκείνην οὐδόλως μετέσχεν ὁ κ. Μεσθενεὺς, διεξήγαγε δ’ αὐτὴν ὁλοκλήρως καὶ ὑπεστήριξε τὴν κατηγορίαν ὁ Ἀντεισαγγελεὺς Ἀγγελακόπουλος. Ἐν τούτοις ἐξυβρίσθη σκαιῶς ὁ Εἰσαγγελεὺς ὡς ὑπόδικος, καὶ ὡς διὰ τοιαύτην αἰτίαν ἀπολυθεὶς τῆς ὑπηρεσίας· ὅταν δὲ Βουλευταὶ ἄλλοι, γινώσκοντες τὰ κατ’ αὐτὸν, διεμαρτύροντο, παρακαλοῦντες νὰ τοῖς δοθῇ εὐκαιρία νὰ ἐξηγήσωσι τὰ κατὰ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦτον, δὲν τοῖς ἐδίδετο ἡ ζητουμένη πρὸς διακοπὴν ἄδεια. Καὶ τίς εἶναι ἡ ἱστορία, τὴν ὁποίαν ἀνήγαγον εἰς κατηγορίαν, ἐξευτελίζουσαν τὸν Εἰσαγγελέα; Εὑρέθη τίς ποτε, ὅστις, τίς οἶδε διὰ τίνας λόγους, ἐθεώρησε καλὸν νὰ καταγγείλῃ αὐτὸν, Πρωτοδίκην ὄντα, ὡς ἔχοντα ἐν γνώσει ὑπηρέτην φυγόδικόν τινα, ἴσως διὰ νὰ δημιουργήσῃ λόγον ἐξαιρέσεως. Διηύθυνε τότε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὁ κ. Ῥάλλης. Διετάχθη ἀνάκρισις, ἡ ἀνάκρισις ἐπερατώθη, ἐπειδὴ δὲ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἔχει ἰδιάζουσαν δικαιοδοσίαν, ἡ ὑπόθεσις ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν, καὶ τὸ Ἐφετεῖον ἐξέδωκε βούλευμα, ἀποφαινόμενον ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν ἐπὶ ἀποκρύψει φυγοδίκου κατὰ τοῦ πρωτοδίκου Πέτρου Μεσθενέως. Τὸ βούλευμα, φέρον ἀριθμὸν 43, ἐξεδόθη ἐν Ἀθήναις τῇ 10 Μαρτίου 1883, τῇ προτάσει τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν Ν. Ῥάδου ἀπὸ Συμβούλιον Ἐφετῶν, ἀποτελούμενον παρὰ τῶν Ν. Π. Δηλιγιάννη, προέδρου, Α. Γκιὼν, Β. Ῥοντήρη, Π. Βάλβη, Κ. Μακᾶ. Αὐτὸς εἶναι ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὅστις κατεδικάσθη νὰ ὑβρισθῇ, καθ’ ὃν τρόπον ὑβρίσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω τὰς ὀλίγας αὐτὰς λέξεις καὶ νὰ φέρω τὰς ἐπισήμους ταύτας ἀποδείξεις. Ὁ κ. Ῥάλλης μετὰ ἕνα καὶ ἥμισυ μῆνα ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ βουλεύματος ἐθεώρησεν, ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ ἱκανοποιήσῃ τὸν ἄνδρα, καὶ προήγαγεν αὐτὸν εἰς Εἰσαγγελέα. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀληθὲς, εἶναι δ’ ἐπίσης ἀληθὲς, ὅτι οὗτος ἐπαύθη κατὰ τὸ 1885. Σᾶς εἶπον, ὅτι ἐπαύθη, διότι διετέλει ὑπὸ κατηγορίαν. Ἐὰν δὲ ἐπαύθη διὰ τοῦτο, ἐπαύθη ἄνευ λόγου καὶ αἰτίας. Ἀλλὰ δὲν ἐπαύθη ἄνευ λόγου καὶ αἰτίας, ἐπαύθη δι’ ὃν λόγον καὶ δι’ ἣν αἰτίαν καὶ ἄλλοι Εἰσαγγελεῖς ἐπαύθησαν τότε, ὡς λ. χ. ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν Διογενείδης, οἱ Εἰσαγγελεῖς τῶν Πρωτοδικῶν Καρύδας, Καψάλης, Σπανίδης καὶ ἄλλοι. Καὶ ταῦτα λέγων δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι καὶ ἡμεῖς ἐπαύσαμεν Εἰσαγγελεῖς χωρὶς νὰ κατηγορῶνται, διότι δὲν ἐθεωρήσαμεν αὐτοὺς ἱκανοὺς καὶ καταλλήλους. Ὡς δὲ ἐκεῖνοι ἔπαυσαν τὸν Διογενείδην, ἐπαύσαμεν ἡμεῖς τὸν Βλάχον καὶ τὸν Ῥάδον, ὅπως δ’ ἐκεῖνοι ἔπαυσαν τὸν Καρύδαν, τὸν Καψάλην, τὸν Σπανίδην, ἡμεῖς ἐπαύσαμεν τὸν Ταμιχτσῆν, τὸν Βαλασσόπουλον καὶ ἄλλους. Προκειμένου δὲ περὶ Εἰσαγγελέων, ἠκούσατε θρηνωδῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκτραγῳδουμένην τὴν ἀνάγκην, τοῦ νὰ μὴ δίδητε πίστιν εἰς τὰς πληροφορίας τῶν Εἰσαγγελέων, διότι οὗτοι τρέμουσι σήμερον τὴν πίεσιν τῆς Διοικήσεως. Ἀκόμη ἠχεῖ εἰς τὰς ἀκοάς μου ἡ δραματικὴ φράσις των, ὅτι πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς λέγομεν: «ἢ τοιαύτην γνωμοδότησιν, ἢ τὴν κεφαλήν σου.» Καὶ λέγουσι περὶ ἡμῶν ταῦτα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Ἑλλάδος, ἥτις καλῶς γινώσκει ὅτι, ἀκριβῶς μεθ’ ἣν ἔσχομεν πεῖραν τῆς πρὸς τὴν Εἰσαγγελὴν ἰδίως ἀρχὴν ἀνευλαβείας καὶ ἀσεβείας αὐτῶν, προενοήσαμεν, ἅμα ἐπὶ τὴν ἀρχὴν κληθέντες, νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν εἰσαγγελικὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ ἀξιοπρέπειαν ἀπὸ πάσης διοικητικῆς ἐπηρείας, εἰσηγησάμενοι εἰς τὴν Βουλὴν νόμον, ψηφισθέντα ἤδη καὶ λειτουργοῦντα, ἀφαιροῦντα δὲ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ ἀπολύειν τοὺς Εἰσαγγελεῖς καὶ ὑπαγαγόντα αὐτὸ εἰς γνωμοδοτήσεις ἀνωτέρων δικαστικῶν λειτουργῶν, ἐπίσης ἠσφαλισμένων καὶ λίαν καταλλήλων πρὸς τοῦτο. Ἀλλ’ ἀφοῦ τοσαύτας ἀλλεπαλλήλους ὑπέστη καταδίκας αὐτὸς ὁ Ἀλέξιος Τάκης, διατὶ, εἶπον, ὁ Ὑπουργὸς νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὴν θανατικὴν αὐτοῦ ποινήν; Τοῦτο διὰ μακρῶν ἐξήγησα, Κύριοι, ἐν προηγουμέναις συνεδριάσεσιν, ἔχω δ’ ἀκλόνητον πεποίθησιν, ὅτι οἱοσδήποτε ἐξ ὑμῶν συνέπιπτε νὰ ἦναι Ὑπουργὸς, τὴν ἰδίαν ἤθελε λάβει ἀπόφασιν. Ἐξήγησα, ὅτι, κατὰ τὴν γνώμην μου, (καὶ ἀπέδειξα, ὅτι δὲν εἶναι ἀποκλειστική μου γνώμη, ἀλλὰ καὶ ἄλλων προκατόχων μου, καὶ προσωπικῶς τοῦ κ. Ῥάλλη,) εἶναι λίαν ἄτοπον καὶ παρακεκινδυνευμένον τὸ ἀποφασίζειν τὴν ἐκτέλεσιν θανατικῆς ποινῆς, διὰ μόνον τὸν λόγον τῆς συῤῥοῆς καὶ ἄλλων μικροτέρων ποινῶν, οὐδ’ ἔχει σχέσιν τινὰ πρὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ περὶ ἐκτελέσεως θανατικῆς ποινῆς τὸ ἄρθρον 109 τοῦ Ποιν. Νόμου, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθη εἷς τῶν σήμερον ἀγορευσάντων ἐντεῦθεν, καθ’ ὅ, ὁ ἔνοχος πολλῶν ἀξιοποίνων πράξεων τοῦ αὐτοῦ ἢ διαφόρου εἴδους τιμωρεῖται κατὰ τὴν πρᾶξιν, εἰς ἣν ἐπεβλήθη ἡ ἀνωτέρα ποινή, αἱ δὲ λοιπαὶ κατὰ τὴν ἐπιμέτρησιν τῆς ποινῆς θεωροῦνται ὡς ἰδιαίτεραι ἐπιβαρυντικαὶ περιπτώσεις. Αὐτὸ κανονίζει διὰ τὰ Δικαστήρια τὸν τρόπον τῆς ἐπιμετρήσεως τῆς ποινῆς, ὅταν τιμωρῶσιν ἔνοχον πολλῶν ἀξιοποίνων πράξεων. Προκειμένου περὶ ἐκτελέσεως κεφαλικῆς ποινῆς οὐδέποτε θέλετε ἰδεῖ ταύτην ἀποφασιζομένην παρὰ Ὑπουργοῦ μὴ πεπεισμένου περὶ τοῦ δικαίου καὶ ἀναποδράστου τῆς ἐκτελέσεως ἐξ αὐτῆς πρωτίστως τῆς πράξεως, δι’ ἣν ἐπεβλήθη ἡ θανατικὴ ποινή. Αἱ ἄλλαι ποιναί, αἱ ἄλλαι καταδίκαι, ἀπαγορεύουσιν ἴσως τὴν περίσσειαν τοῦ ἐλέου, ἐὰν πρὸς μεταβολὴν τῆς ποινῆς ἀπαιτῆται ἔκτακτος ἔλεος, ἢ τὴν παροχὴν χάριτος οὐχὶ γενναίας, ἀντὶ γενναιοτέρας, τῆς ὁποίας ἠδύνατο νὰ τύχῃ. Εἰς τὴν κρίσιν ὅμως περὶ ζωῆς ἢ θανάτου, οὐδέποτε θὰ ὁδηγήσωσιν Ὑπουργὸν μόναι καὶ καθ’ ἑαυτὰς αἱ τοιαῦται εἰς ἄλλας μικρὰς ποινὰς καταδίκαι. Διὰ τὴν πρᾶξιν δὲ τοῦ 1875, ἐφ’ ᾗ καὶ μόνῃ ὁ Ἀλέξιος Τάκης κατεδικάσθη εἰς θάνατον, ἐξήγησα ἄλλοτε διὰ μακρῶν τοὺς λόγους, τοὺς ἀπαγορεύοντας εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ σκεφθῇ περὶ ἐκτελέσεως. Ἡ πρᾶξις ἐκείνη εἶναι λίαν ἀμφίβολον τίνα εἶχε χαρακτῆρα, ὅσον καὶ ἂν ἀπέφυγαν ν’ ἀναγνώσωσι τὸ βούλευμα, τὸ χαρακτηρίζον αὐτὴν ὡς γενομένην κατὰ τοῦ προσβολέως τῆς τιμῆς τῆς μητρὸς τοῦ ἑνὸς τῶν αὐτουργῶν αὐτῆς. Τὸ ὅτι ὁ φονευθεὶς εἶχεν ἀτιμάσει τὴν μητέρα τοῦ ἑνὸς, συγγενῆ δὲ τοῦ ἑτέρου τῶν δύο αὐτουργῶν, καθιστᾷ λίαν ἀμφίβολον τὸν χαρακτῆρα τῆς πράξεως, ἂν δηλαδὴ αὕτη ἦτο φόνος ἐκ προμελέτης ἢ ἀναίρεσις. Πλὴν τούτου ἡ ἡλικία τοῦ Ἀλεξ. Τάκη, μόλις τότε συμπληρώσαντος τὸ 14 ἔτος, ἐὰν ἀληθῶς τὸ εἶχε συμπληρώσει, τρίτον δὲ ἡ παρέλευσις πλήρους δεκατριετίας ἀπὸ τὴν πρᾶξιν, εἰσὶ λόγοι σπουδαιοτάτην δικαιούμενοι νὰ ἀσκήσωσιν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς περὶ ζωῆς ἢ θανάτου κρίσεως τοῦ Ὑπουργοῦ. Γινώσκετε πάντες, ὁποίαν σημασίαν ἔχει ἡ πάροδος μακροῦ ἀπὸ τῆς πράξεως χρόνου ἐν τῷ ζητήματι ἰδίως τῆς ἐκτελέσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς, τῆς ὁποίας κυριώτερος σκοπὸς εἶναι ὁ παραδειγματισμός. Δὲν ἔχομεν βεβαίως παράδειγμα ἐκτελέσεως θανατικῆς ποινῆς μετὰ παρέλευσιν δεκατριῶν ὁλοκλήρων ἐτῶν ἀπὸ τῆς πράξεως. Ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις ἔχομεν τὴν ἑκουσίαν καὶ αὐθόρμητον τοῦ καταδίκου προσέλευσιν πρὸς τὴν δικαιοσύνην, καὶ τὴν ὁμόφωνον γνώμην πασῶν τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς μεταβολῆς τῆς κεφαλικῆς ποινῆς. Τοιαύτη ἦτο ἡ γνώμη τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ δικάσαντος Δικαστηρίου, ἥτις καὶ αὐτὴ ἠμφισβητήθη, καίτοι εἶναι ὁλόκληρος σαφέστατα ἐξηγημένη καὶ σημειωμένη εἰς τὰ πρακτικά. Πῶς ἠδυνάμεθα ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἐκτελέσεως; Ὅπως προχθὲς εἶπον, μία καὶ μόνον σκέψις ἠδύνατο ἴσως (ἐὰν ἤμην αὐτῆς δεκτικὸς) νὰ μὲ παρασύρῃ εἰς ἀπαισίαν ἀπόφασιν περὶ ἐκτελέσεως, ἡ σκέψις τοῦ νὰ ἐξαγοράσω διὰ τῆς κεφαλῆς τοῦ καταδίκου αὐτοῦ τὴν ἡσυχίαν μου ἀπὸ τῶν κραυγῶν αὐτῶν, καὶ ἀπὸ ὕβρεων ἀξίων περιφρονήσεως, ἀλλὰ τὸν βδελυρὸν καὶ ταπεινὸν τοῦτον ὑπολογισμὸν ἐθεώρησα ἀνάξιον ἐμαυτοῦ καὶ τοῦ ἀξιώματός μου καὶ παντὸς σεβομένου ἑαυτὸν ἀνθρώπου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τῆς χάριτος τοῦ Ἀλεξίου Τάκη. Ἐγένετο ὅμως λόγος καὶ περὶ χάριτος ἀπονεμηθείσης πρός τινα Ῥοκόφυλλον, καταδικασθέντα εἰς θάνατον ἐπὶ πράξει, δι’ ἣν ἄλλοι συναυτουργοί του κατεδικάσθησαν εἰς δεσμά. Ὑπὲρ τῆς μεταβολῆς τῆς θανατικῆς αὐτοῦ ποινῆς ἠκούσατε ἀναγινωσκομένας γνωμοδοτήσεις τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ δικάσαντος αὐτὸν Δικαστηρίου, γνωμοδοτούντων, ὅτι θεωροῦσι μεταβλητέαν τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου εἰς τὴν τῶν ἰσοβίων δεσμῶν, τὸ μὲν διότι ἡ πρᾶξις ἐγένετο τὸ 1881 ἐν Θεσσαλίᾳ, τὸ δὲ διότι ἄλλοι, ἐπὶ τῇ αὐτῇ πράξει κατηγορηθέντες καὶ δικασθέντες, ἐκηρύχθησαν ἔνοχοι οὐχὶ φόνου, ἀλλ’ ἀναιρέσεως, καὶ κατεδικάσθησαν εἰς δεσμά. Νομίζω, ὅτι εἶναι πολὺ λογικὴ τοιαύτη γνωμοδότησις. Καὶ ἐπὶ ταύτη ὅμως ἠκούσατε θρήνους προχθές, ἕνεκα ἰδίως τοῦ πρώτου τῆς γνωμοδοτήσεως λόγου, τοῦ ἀναφερομένου εἰς τὸ ὅτι ἡ πρᾶξις ἐγένετο ἐν Θεσσαλίᾳ κατὰ τὸ 1881. Καὶ ἠλέγχθημεν πικρῶς, μεθ’ ἡμῶν δὲ καὶ τὰ Δικαστήρια, ἐπὶ δῆθεν ἀστοργίᾳ πρὸς τοὺς Θεσσαλούς, καὶ ἐπὶ προκαταλήψει ὑπὲρ τῶν ἐκεῖ ἐγκληματούντων, ὡς νὰ εἶπεν ἢ νὰ ἠνέχθη τις ἐξ ἡμῶν νὰ κρίνωνται ἐπιεικέστερον τὰ κατὰ τῶν ὁμοφύλων ἡμῶν, ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐν Μακεδονίᾳ, ἐν Κωνσταντινουπόλει ἢ ἀλλαχοῦ πραττόμενα ἐγκλήματα! Οὐδεὶς Ἕλλην ἠδύνατο νὰ ἐκφέρῃ τοιαύτην γνώμην, πολλῷ δὲ ἧττον ἡμεῖς, οἵτινες ὄχι μόνον δὲν ἐπαύσαμεν αὐστηρότατα καταδιώκοντες, κρίνοντες καὶ τιμωροῦντες τὰ κατὰ τῶν ὁμοφύλων ἡμῶν ἁπανταχοῦ τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας πραττόμενα ἐγκλήματα, ἀλλὰ καὶ νόμον ἐξαιρετικὸν ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλήν, ψηφισθέντα καὶ λειτουργοῦντα, καθ’ ὃν δι’ ὡρισμένα ἐγκλήματα ἐπεκτείνομεν τὸ κράτος τοῦ ποινικοῦ ἡμῶν νόμου καὶ ἐπὶ τοὺς ἀλλοδαποὺς ἀκόμη, τοὺς ἐν Τουρκίᾳ ἔστω καὶ κατ’ ἀλλοδαπῶν ἐγκληματοῦντας. Ἰδοὺ ὅμως τίνα ἔχει ἔννοιαν τὸ ἐπιχείρημα τῆς γνωμοδοτήσεως, τὸ ἐκ τοῦ ὅτι τὸ ἔγκλημα διεπράχθη τῷ 1881 ἐν Θεσσαλίᾳ. Πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦδε ἀνεγνώρισαν, ὅτι τὰ ἐγκλήματα, τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ πραχθέντα κατὰ τὴν μεταβατικὴν ἐκείνην ἐποχὴν ἀπὸ τοῦ 1881 μέχρι τοῦ 1882, καθ’ ἣν ἔννομος τάξις ἐκεῖ δὲν ὑπῆρχε, διότι οὔτε ἡ Τουρκικὴ ἐξουσία πράγματι ὑφίστατο, ἀσφαλίζουσα καὶ καταδιώκουσα, οὔτε ἡ Ἑλλὰς εἶχεν ἀκόμη ἀναλάβει τὴν κυβέρνησιν τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, ἔπρεπε νὰ κριθῶσι καὶ ἐκρίθησαν πάντοτε ἐπιεικέστερον. Σήμερον εἰς τὰς φυλακὰς εὑρίσκονται 60 κατάδικοι ἐπὶ ληστείαις καὶ φόνοις, εἰς θάνατον ἐν ἀρχῇ καταδικασθέντες, καὶ ὧν ἡ ποινὴ μετ’ ὀλίγον διὰ χάριτος μετεβλήθη. Οὗτοι ἀνήκουσιν εἰς δύο κατηγορίας, ἢ εἶναι λῃσταὶ, διαπράξαντες μὲν ἐν Ἑλλάδι, τῇ ἐλευθέρᾳ, λῃστείας, καταφυγόντες δὲ εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ ἐκεῖ προσελθόντες ἢ συλληφθέντες, ἢ εἶναι Θεσσαλοὶ ἢ Ἕλληνες, ἐν Θεσσαλίᾳ ἐγκατεστημένοι, ἐγκληματήσαντες κατὰ τὸ χρονικὸν ἐκεῖνο διάστημα τοῦ 1881–1882. Αὐτοί, οἵτινες ἐν ὁμοίαις περιστάσεσι προσαρτήσεως χωρῶν τυγχάνουσι πάντοτε ἀμνηστείας, ὅπου τοῦτο δὲν ἀπαγορεύει τὸ Σύνταγμα, ἐκρίθησαν παρ’ ἡμῖν πάντοτε ἐπιεικέστερον. Ἀναφέρω μεταξὺ αὐτῶν τὸν Ν. Ῥεντίναν, ὅστις εἶχε δὶς καταδικασθῇ εἰς θάνατον, τὸν Δ. Κυριλῆν, ὅστις τρὶς εἶχε καταδικασθῇ εἰς θάνατον, τὸν Ἰω. Σπυρογιάννην, καταδικασθέντα δὶς εἰς θάνατον, τὸν Γ. Καταραχιᾶν ἢ Γκέκαν, καταδικασθέντα τετράκις εἰς θάνατον, τὸν Κωνσταντῖνον Καμάραν, καταδικασθέντα δὶς εἰς θάνατον, τὸν Διον. Καψάσκην, καταδικασθέντα δὶς εἰς θάνατον. Πᾶσαι αὗται αἱ διπλαῖ, αἱ τριπλαῖ καὶ τετραπλαῖ θανατικαὶ ποιναὶ μετεβλήθησαν ὑπὸ τῶν μετὰ τὸ 1882 προκατόχων μου εἰς ποινὴν δεσμῶν. Καὶ μετὰ τοιαύτην κανονικὴν ἄνευ ἐξαιρέσεως ἐκτίμησιν πασῶν τῶν εἰς τὰς δύο ταύτας κατηγορίας ἀνηκουσῶν πράξεων, ἔχετε τὴν ἀξίωσιν νὰ καρατομήσω ἐγώ, ἐναντίον καὶ τῆς γνώμης τῶν Δικαστηρίων, τὸν Ῥοκόφυλλον, καταδικασθέντα διὰ πρᾶξιν, διαπραχθεῖσαν κατὰ τὸ 1881 ἐκεῖ; Καὶ θὰ ἦτο τοῦτο πρᾶξις δικαιοσύνης; Ἐὰν ἀληθῶς ὁ Ῥοκόφυλλος ἦναι ἔνοχος τῶν πράξεων, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν ἐκτραγωδουμένας ἐντεῦθεν, διότι τοιαῦται δὲν ἐξεδικάσθησαν, οὔτε δύναμαι νὰ βεβαιώσω καὶ ἂν συνέβησαν, διότι περὶ αὐτῶν ἤκουσα μόνον τὴν ἔκθεσιν ἀποσπασματάρχου τινὸς, ἐὰν, λέγω ὁ Ῥοκόφυλλος ἤθελε δικασθῇ καὶ καταδικασθῇ διὰ πράξεις τοιαύτας, πραχθείσας μετὰ τὸ 1882, νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι ἤθελεν ἀποτίσει πλήρη τὰ ἀντίποινα αὐτῶν. Προκειμένου ὅμως διὰ πρᾶξιν τοῦ 1881, δὲν ἠδυνάμην νὰ κάμω οὐδεμίαν διάκρισιν κατ’ αὐτοῦ. Πλεῖστοι μάλιστα τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ γινώσκουσιν, ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ 60, τοὺς ὁποίους κρατοῦμεν ἐν ταῖς φυλακαῖς, καὶ μετ’ αὐτῶν οἱ Τάκηδες καὶ ἄλλοι λῃσταὶ, ὅτε ἡ Ἑλληνικὴ Ἐξουσία παρέλαβε τὰς χώρας ἐκείνας ἦσαν ἐν ἀξιώμασιν ἐκεῖ. Ὁ κ. Ῥάλλης γνωρίζει ταῦτα κάλλιστα. Αὐτοὶ ἦσαν ποῦ μὲν ἀστυνόμοι, ποῦ δὲ ἀγροφύλακες, ποῦ δὲ εἰς ἄλλην ὑπηρεσίαν, καὶ ὅτε ἡ Ἑλληνικὴ Ἀρχὴ μετέβη ἐκεῖ, τοὺς ἐδέχθη μετὰ πάσης προθυμίας, ἔδωκεν εἰς ἕκαστον ἐξ αὐτῶν διαμονητήριον καὶ ἔμειναν ἐλεύθεροι καὶ ἀκαταδίωκτοι ἐπὶ μῆνας πολλοὺς, τοῦθ’ ὅπερ εὑρίσκω καὶ ἐν ἐπισήμῳ ἐκθέσει μαρτυρούμενον ὑπὸ τοῦ συνταγματάρχου Λούρου, γράφοντος ταῦτα: «Κατὰ τὰ τέλη Αὐγούστου 1881 διετάχθην καὶ μετέβην μὲ λόγον εἰς Ὀζὰ τῆς περιφερείας Πετρίλου τῶν Ἀγράφων τῆς Θεσσαλίας καὶ ἐκεῖ ἐπαρουσιάσθησαν ἐνώπιόν μου ὁ εἰρημένος λῃστὴς Τάκης, ὁ λήσταρχος Βελούλας καὶ ἄλλοι δύο λῃσταὶ, ὧν τὰ ὀνόματα ἀγνοῶ, ἔχοντες ἕκαστος ἐξ αὐτῶν ἀνὰ χεῖρας διαμονητήρια, (ἔγγραφα, δι’ ὧν ἀφίεντο ἀκαταδίωκτοι,) ἄλλος μὲν ἀπ’ εὐθείας παρὰ τοῦ ἀρχηγοῦ Σούτσου, ἄλλος δὲ παρὰ τοῦ συνταγματάρχου Καμπάνη, ὑπὸ τοῦ ὁποίου τὰς διαταγὰς διετέλουν· οἱ ἀνωτέρω δὲ λῃσταὶ ἔμενον τότε ἀκαταδίωκτοι μέχρι τοῦ ἔαρος τοῦ 1882, ὅτε, ἐλθόντος τοῦ ὑποστρατήγου Γρίβα εἰς Θεσσαλίαν, ἔφυγον ἀμέσως, χωρὶς ὅμως νὰ ἀκουσθοῦν, ὡς διαπράξαντες λῃστρικήν τινα πρᾶξιν τότε.» Τοιαύτη τις εἶναι ἡ ἱστορία τῶν λεγομένων Θεσσαλικῶν ἐγκλημάτων, καὶ αὕτη εἶναι ἡ ἐξήγησις τοῦ ἐπιχειρήματος τῆς γνωμοδοτήσεως τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν περὶ μεταβολῆς τῆς ἐπιβληθείσης τῷ Ῥοκοφύλλῳ θανατικῆς ποινῆς διὰ πρᾶξιν πραχθεῖσαν τῷ 1881 ἐν Θεσσαλίᾳ. Πλὴν δὲ τῶν καταδίκων αὐτῶν, περὶ ὧν ὡμίλησα, ἐγένετο λόγος καὶ περὶ τῆς μεταβολῆς διὰ τοῦ αὐτοῦ Διατάγματος τῆς θανατικῆς ποινῆς ἑτέρων δύο καταδίκων, ὡς πρὸς οὓς καὶ μόνον ἐκ τῶν δέκα τεσσάρων ὑπάρχει γνωμοδότησις ἐναντία τῶν ἀρχῶν. Καὶ τοῦτο τὸ ἐδήλωσα ὅτε ὑπέβαλον τὰ Διατάγματα. Ἀληθῶς ὡς πρὸς τὸν Ἀναπλιώτην ὑπῆρξε διαφωνία μεταξὺ τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τοῦ Προέδρου, ὡς πρὸς ἄλλον δέ τινα, ἐξ Ἀμφίσσης νομίζω καταγόμενον, ὑπῆρχεν ὁμόφωνος περὶ ἐκτελέσεως γνωμοδότησις, ἐγὼ δὲ, ἐναντίον τῆς γνωμοδοτήσεως, συνέστησα τὴν μεταβολὴν τῆς θανατικῆς ποινῆς, τοῦ μὲν ἐξ Ἀμφίσσης καταγομένου, μετὰ ἐκτενῆ διοικητικὴν ἀνάκρισιν, εὑρισκομένην ἐν τῇ δικογραφίᾳ, καὶ ἀποδεικνύουσαν τὴν ἀνάγκην τῆς μεταβολῆς τῆς ποινῆς, τοῦ δὲ Ἀναπλιώτου, τοῦ ὡς ἀδελφοκτόνου χαρακτηρισθέντος, διότι καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου τοῦ δικάσαντος καὶ ὁ παρὰ τοῖς ἐν Ναυπλίῳ Ἐφέταις Εἰσαγγελεὺς κ. Ἠλιάδης, ὃν ἐπίτηδες μετεπεμψάμην ἐκ Ναυπλίου, μοὶ ἐξήγησαν ὅτι ἡ πεποίθησίς των εἶναι, ὅτι τὸ μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν συμβὰν ἔγκλημα ἦτο ἀναίρεσις. Ὁ Εἰσαγγελεὺς μάλιστα τῶν Ἐφετῶν ἦτο τῆς γνώμης, ὅτι γενναιοτέρα ἔπρεπε νὰ ἦναι ἡ μεταβολή. Εἶναι λίαν σπουδαῖον καὶ ἄξιον βαθείας μελέτης τὸ ζήτημα τῆς ἐξακριβώσεως τοῦ ἀληθοῦς χαρακτῆρος τῶν πράξεων, ὅπως εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνον τὸ ἐνταῦθα συμβαῖνον, τὸ νὰ σᾶς ἀναγινώσκωσι δηλαδὴ μίαν τινὰ κατάθεσιν, εἰλημμένην τυχαίως ἔκ τινος δικογραφίας, ὅπως σχηματίσητε γνώμην. Σύγγνωτέ μοι, ὅτι πλείονα ἴσως τῶν ὅσων ἔπρεπεν εἶπον. Λαβὼν ὅμως τὸν λόγον, ὤφειλον νὰ ἐπαναλάβω ἐν συντόμῳ τὰ χρήζοντα ἐπαναλήψεως, καὶ νὰ δώσω ἐξηγήσεις ὡς πρὸς ἐκεῖνα ἐκ τῶν πραγματικῶν σημείων τῆς ὑποθέσεως, ὡς πρὸς ἃ δὲν εἶχον ἄλλοτε ὁμιλήσει, ἐφρόντισα δὲ, ὡς προεδήλωσα, νὰ ἀποστρέψω μετὰ βδελυγμίας τὸ πρόσωπον ἀπὸ τῶν ὕβρεων καὶ τῶν συκοφαντιῶν, αἵτινες μόνον περιφρονήσεως εἰσὶν ἄξιαι...

§92ΡΑΛΛΗΣ. Περὶ τοῦ Μπονάτη;

§93ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Καίτοι δὲν ἤκουσα νὰ γίνῃ ἰδιαιτέρα περὶ τούτου συζήτησις, οὐχ ἧττον δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ δώσω καὶ περὶ αὐτοῦ πληροφορίας. Οἱ δύο ἀδελφοὶ Μπονάτη κατεδικάσθησαν τῇ 6 Ἰουνίου τοῦ 1887 διὰ φόνον, ὃν ἐξετέλεσαν τὸ ἀπόγευμα τῆς 7 Μαρτίου 1887 ἐν Κερκύρᾳ κατά τινος Παπᾶ. Ἀναφέρω τὰς χρονολογίας, διὰ νὰ πιστοποιήσω τὸ γεγονὸς, ὅτι ἐπετεύχθη καὶ παρ’ ἡμῖν νὰ ἦναι δυνατὸν ἐπὶ κακουργημάτων ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τοῦ ἐγκλήματος νὰ περατῶται ἡ ἀνάκρισις, καὶ νὰ ἐκδικάζηται ἡ ὑπόθεσις. Ἐκ τῶν δύο ἀδελφῶν ὁ εἷς κατεδικάσθη εἰς θάνατον, ὁ δὲ ἕτερος εἰς ἰσόβια δεσμὰ, κηρυχθεὶς ἔνοχος συνεργείας εἰς τὸν φόνον. Τοῦ Δικαστηρίου προΐστατο ὁ Ἐφέτης Τζουλάτης, ὡς πρόεδρος τῶν Συνέδρων, τὴν δὲ κατηγορίαν ὑπεστήριξεν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν κ. Μπένσης. Μετὰ τὸ πέρας τῆς δίκης καὶ τὴν τοιαύτην αὐτῆς ἔκβασιν ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Δικαστηρίου ἐκείνου μοὶ ὑπέβαλον τὴν ἑξῆς γνωμοδότησιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργεῖον. «Ἐν Κερκύρᾳ οἱ Σπυρίδων Μπονάτης καὶ Σπυρίδων Μωραΐτης ἢ Παππᾶς εἶχον καταθέσει χρηματικὰ κεφάλαια καὶ συνηλλάσσοντο, μετερχόμενοι τὸν ἀργυραμοιβὸν, ἀλλ’ ὁ Σπυρίδων Μπονάτης, ἄνθρωπος ἐκλελυμένων ἠθῶν καὶ χαρτοπαίκτης, ἀπώλεσεν ἰδίως ἐν τῷ χαρτοπαιγνίῳ τὸ ἀναλογοῦν εἰς αὐτὸν κεφάλαιον, ὅτε ὁ Σπυρίδων Μωραΐτης ἢ Παππᾶς, συντηρῶν διὰ τῆς ἐργασίας αὑτοῦ σύζυγον, δύο τέκνα, μητέρα καὶ δύο ἀδελφάς, φοβηθεὶς μὴ ὁ Σπυρίδων Μπονάτης διακινδυνεύσῃ ἐν τῷ χαρτοπαιγνίῳ καὶ τὰ ἴδια αὑτοῦ κεφάλαια, τὴν ἑσπέραν τῆς 5 Μαρτίου ἐ. ἔ. ἔλαβεν ἐκ τοῦ κοινοῦ κιβωτίου τὰ ἀνήκοντα εἰς αὐτὸν χρήματα καὶ ἔπεμψε τὸ κιβώτιον κενὸν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Σπυρίδωνος Μπονάτη, μετ’ ἐπιστολῆς του, ἐν ᾗ ἀναφέρεται, ὅτι παρέλαβε τὸ μερίδιόν του καὶ ν’ ἀπευθυνθῇ διὰ τὰ περαιτέρω εἰς τὸν δικηγόρον κ. Παραμυθιώτην. Ὁ Σπυρίδων Μπονάτης, ὑποπτευθεὶς, ὅτι ὁ Σπυρίδων Μωραΐτης ἀνεχώρησε διὰ τὸ ἐξωτερικὸν λάθρα, καὶ ἀποκρύψας τὴν ἀλήθειαν, κατήγγειλεν αὐτὸν ἐπὶ κλοπῇ δραχμῶν 13,500 καὶ ἐζήτησε παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ὅπως τηλεγραφήσῃ περὶ τῆς συλλήψεώς του εἰς τὸν ἐν Βρενδησίῳ Πρόξενον. Τὸ τηλεγράφημα ἐγένετο ἀμέσως, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον ἐγνώσθη, ὅτι ὁ Σπυρίδων Μωραΐτης ἐνεφανίσθη αὐθορμήτως ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ κατέθηκεν εἰς χεῖρας αὐτοῦ ἀνελλιπῶς ἅπαντα τὰ ἐκ τοῦ κοινοῦ κιβωτίου ληφθέντα χρήματα, ἰσχυριζόμενος, ὅτι ἀνήκουσιν εἰς αὐτόν. Ὁ Σπυρίδων Μπονάτης, προβλέπων, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῇ ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι τὰ χρήματα ἀνήκουσιν εἰς αὐτὸν (ὁμολογήσας ὅτι ἐξ αὐτῶν μόνον τρεῖς χιλιάδας φράγκα τῷ ἀνήκουσι) καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας αὑτοῦ, ἤρξατο ἀπειλῶν ἐκδίκησιν κατὰ τοῦ Σπυρίδωνος Μωραΐτη, ὅστις ὑπωπτεύθη, ὅτι κακόν τι ἀνέμενεν αὐτὸν, ὡς ἀνέφερον οἱ μάρτυρες, ἕνα τὸν ὁποῖον καὶ παρεκάλεσε νὰ τὸν συνοδεύσῃ ὡς φύλαξ, ὅπως ἀγοράσῃ τὰ ἀναγκαῖα τῆς ἡμέρας τρόφιμα ἐκ τῆς ἀγορᾶς. Δυστυχῶς οἱ φόβοι αὐτοῦ δὲν διεψεύσθησαν, διότι τὴν ἰδίαν ἡμέραν, 7 Μαρτίου ἐ. ἔ. περὶ τὴν 2½ ὥραν Μ. Μ. ἐνῷ συνωμίλει μετά τινος φίλου του ἐν τῷ κεντρικωτέρῳ μέρει τῆς πόλεως καὶ ἔξωθεν ἑνὸς τῶν καφφενείων τῆς Πλατείας, ἐμφανίζεται ἐκ τῶν ὄπισθεν ὁ ἀδελφὸς τοῦ Σπυρίδωνος Μπονάτη Ἰωάννης Μπονάτης καὶ προτείνας κατ’ αὐτοῦ πολύκροτον τῷ λέγει: «λάβε Παππᾶ τὰ χρήματά σου», καὶ πυροβολεῖ κατ’ αὐτοῦ. Ὁ δυστυχὴς παθὼν προσεπάθησε νὰ ὑπερασπισθῇ διὰ τῆς ὁποίας ἐκράτει συνήθους ῥάβδου. Ἀλλὰ ὁ Ἰωάννης Μπονάτης πυροβολεῖ καὶ ἐκ δευτέρου καὶ ῥίπτει αὐτὸν νεκρόν. Ἡ συγκίνησις ὑπῆρξε μεγίστη, διότι ἡ δολοφονία διεπράχθη κατ’ ἀνθρώπου, ὅστις κατ’ οὐδὲν ἔπταισε καὶ ὅστις ἀμέσως προσέδραμεν εἰς τὴν δικαιοσύνην, μέλλουσαν ν’ ἀποφασίσῃ, ἐν πλήρῃ δὲ μεσημβρίᾳ καὶ εἰς τὸ κεντρικώτερον μέρος τῆς πόλεως. Ἡ ἀνάκρισις ἐπελήφθη δραστηρίως τοῦ ἔργου αὐτῆς, καὶ ἡ ἐργασία αὐτῆς ἐστέφθη διὰ πλήρους ἐπιτυχίας, διότι, ἐκτὸς τοῦ Ἰωάννου Μπονάτη, ὅστις ἀμέσως ὡμολόγησε τὴν πρᾶξιν αὑτοῦ, βεβαιωθεῖσαν καὶ παρὰ πλείστων αὐτοπτῶν μαρτύρων, κατεδείχθη καὶ ἡ συνενοχὴ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ Σπυρίδωνος Μπονάτη, παραστάντος κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς πράξεως, καὶ ἢ ῥίψαντος τὸν τρίτον πυροβολισμὸν, κατὰ τὰς καταθέσεις τριῶν αὐτοπτῶν μαρτύρων, καὶ ἀναχωρήσαντος μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ του Ἰωάννου, ἢ παραστάντος καὶ ἐνισχύσαντος τὴν ἐκτέλεσιν τῆς πράξεως δι’ οὗ ἐκράτει εἰς χεῖράς του πυροβόλου ὅπλου. Παρεπέμφθησαν δὲ ἀμφότεροι εἰς δίκην ἐπὶ φόνῳ. «Τὸ ὁρκωτικὸν Δικαστήριον συνεκροτήθη ἐκ τῶν ἀρίστων πολιτῶν τῆς πόλεως Κερκύρας, ἐκήρυξε δὲ ἔνοχον μὲν φόνου τὸν Ἰωάννην Μπονάτην, συνεργείας δὲ τοῦ φόνου τὸν Σπυρίδωνα Μπονάτην, καὶ συνεπῶς κατεδικάσθη ὁ μὲν Ἰωάννης εἰς τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, ὁ δὲ Σπυρίδων εἰς τὴν τῶν ἰσοβίων δεσμῶν. Ὅθεν «Ἐπισυνάπτοντες ἀντίγραφον τῆς καταδικασάσης ὡς ἀναξίους τοὺς ἀδελφοὺς Ἰωάννην καὶ Σπυρίδωνα Μπονάτην ὑπ’ ἀριθ. 45 ἐ. ἔ. ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐνταῦθα Συνέδρων. Γνωμοδοτοῦμεν «Ὅτι οἱ ἀδελφοὶ Ἰωάννης καὶ Σπυρίδων Μπονάτης εἰσὶν ἀνάξιοι Βασιλικῆς χάριτος, καθόσον ἐκ τῆς ἀποδεικτικῆς διαδικασίας οὐδὲν προέκυψε περιστατικὸν, συνηγοροῦν ὑπὲρ τοῦ Ἰωάννου Μπονάτη, οὐδὲ ὑπὲρ τοῦ Σπυρίδωνος Μπονάτη προέκυψε, θέτον εἰς ἀμφιβολίαν τὴν συνεργείαν του εἰς τὸν φόνον. «Πᾶσαν δὲ τοιαύτην ἀπέκλεισαν οἱ ἔνορκοι διὰ τῆς ἐτυμηγορίας των, ἀποκλείσαντες τὸ πρῶτον καὶ δεύτερον ζήτημα. «Ἐπὶ τούτῳ συνετάγη ἡ παροῦσα ἔκθεσις, ἥτις ὑπογράφεται προσηκόντως. Ἐν Κερκύρᾳ τὴν 7 Ἰουλίου 1887.

Ὁ Πρόεδρος τῶν Συνέδρων

ΤΖΟΥΛΑΤΗΣ.

Ὁ παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελεὺς

Γ. ΜΠΕΝΣΗΣ.»

§94ΚΟΖΑΚΗΣ ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μᾶς ἀναγνώσητε οἰκτροτέραν ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις ἔκθεσιν.

§95ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Σιωπήσατε τέλος πάντων! ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέγνωσε τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν ἔκθεσιν (διάλογοι).

§96ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἡ δικογραφία τῆς ὑποθέσεως ταύτης μετὰ τῆς γνωμοδοτήσεως τῶν ἀρχῶν ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἐπὶ τῶν χαρίτων Ἐπιτροπὴν, ἥτις τῇ 12 Ὀκτωβρίου ἀπεφήνατο παμψηφεὶ ὑπὲρ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως ταύτης, τῆς ἐπιβαλλούσης κεφαλικὴν ποινὴν εἰς τὸν Ἰωάννην Μπονάτην....

§97Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ᾐτιολογημένη ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς;

§98ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἀκούσατε (ἀναγινώσκει): «Λαβοῦσα ὑπ’ ὄψει καὶ μελετήσασα τὴν ποινικὴν δικογραφίαν κατὰ τοῦ εἰς θάνατον καταδίκου Ἰωάννου Μπονάτη, πεισθεῖσα δὲ ἐκ τῆς μελέτης ταύτης, ὅτι ἡ παρὰ τοῦ Προέδρου τῶν Συνέδρων καὶ τοῦ παρὰ Κακουργιοδίκαις Εἰσαγγελέως ὑπ’ ἀριθ. 10 τῆς 7 Ἰουνίου ἐ. ἔ. συνταχθεῖσα μακρὰ ἔκθεσις γνωμοδοτήσεως, δι’ ἧς προτείνεται ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἐπιβληθείσης αὐτῷ θανατικῆς ποινῆς, ἐστὶν ἀκριβὴς καὶ πιστὴ ἀφήγησις τῆς ἀποτροπαίου ταύτης πράξεως, ὀρθαὶ δὲ καὶ σύμφωνοι τοῖς ἐκ τῆς μελέτης τῆς δικογραφίας ἐξαγομένοις συμπεράσμασιν αἱ ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ ἀναφερόμεναι κρίσεις καὶ σκέψεις, ἐξ ὧν ὁ δράστης ἀποδείκνυται κακούργου καὶ ἀνεπανορθώτου χαρακτῆρος, ἐπικίνδυνος δὲ τῇ κοινωνίᾳ καὶ τῇ ἐννόμῳ τάξει. «Γνωμοδοτεῖ παμψηφεί, ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις ἀπονομῆς Βασιλικῆς χάριτος τῷ εἰρημένῳ καταδίκῳ, πρὸς μεταβολὴν τῆς ἐπιβληθείσης αὐτῷ, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 45 τῆς 6 Ἰουνίου ἐ. ἔ. ἀποφάσεως τῶν ἐν Κερκύρᾳ Συνέδρων, θανατικῆς ποινῆς. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 12 Ὀκτωβρίου 1887».

§99Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποία ἦτο ἡ Ἐπιτροπή;

§100ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Οἱ κ. κ. Μαντζούφας, Παπαφράγκος, Καρατζᾶς, Γαλιάτσας καὶ Πετσάλης. Τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς ἀπεδέχθην. Ὁ τρόπος, ἡ αἰτία καὶ αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας τὸ ἔγκλημα αὐτὸ ἐξετελέσθη, ἡ σύμπτωσις τοῦ νὰ ταράττηται ἀπό τινος χρόνου δι’ ἐγκλημάτων κατὰ τῆς ζωῆς ἡ τάξις καὶ ἡ ἀσφάλεια ἐν Κερκύρᾳ, ἡ γνωμοδότησις τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως, καὶ ἡ ὁμόφωνος τῆς Ἐπιτροπῆς γνώμη, ὑποστηριζομένη ὑπὸ ἐνδελεχοῦς καὶ ἐπιμόνου μελέτης τῆς δικογραφίας, μὲ εἶχον πείσει, ὅτι ὀρθῶς μὲν ἐγνωμοδότει ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ Πρόεδρος, ὀρθῶς δὲ ἀπεφήνατο ἡ γνωμοδοτικὴ Ἐπιτροπή, καὶ ὅτι ἐπεβάλλετο ἐξ ἀμειλίκτου ἀνάγκης ἡ ἐκτέλεσις. Ἡ δικογραφία ὑπεβλήθη εἰς τὸν Βασιλέα, καὶ τῇ 29 Ὀκτωβρίου μηνὸς ὑπεγράφη τὸ Διάταγμα τῆς ἀρνήσεως χάριτος πρὸς αὐτόν, ὅπερ ἐστὶ τὸ Διάταγμα τῆς ἐκτελέσεως. Ἀγνοῶ κατὰ τίνα τρόπον ἐγένετο τοῦτο ἀμέσως γνωστὸν εἰς Κέρκυραν, καὶ τῇ πρώτῃ Νοεμβρίου, τοὐτέστι μετὰ δύο ἡμέρας, ἐπιδίδοται πρὸς τοὺς ἐν Κερκύρᾳ Εἰσαγγελεῖς τῶν τε Πλημμελειοδικῶν καὶ τῶν Ἐφετῶν καταγγελία ἐπὶ ψευδορκίᾳ κατὰ τριῶν γυναικῶν ἐκ τῶν πολλῶν ἐξετασθέντων μαρτύρων τῆς κατηγορίας. Ἐν μὲν τῇ ἀναφορᾷ, δι’ ἧς ἡ ἀτυχὴς τοῦ καταδίκου μήτηρ ὑπέβαλλε τῇ 1 Νοεμβρίου τῷ Εἰσαγγελεῖ τῶν Ἐφετῶν ἀντίγραφον τῆς ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἡμερομηνίαν ἐπὶ ψευδορκίᾳ καταγγελίας της κατὰ τῶν τριῶν γυναικῶν, ῥητῶς ὡμολόγει, ὅτι εἶχεν ἤδη μάθει, ὅτι ἐπίκειται ἡ ἐκτέλεσις τῆς θανατικῆς ποινῆς τοῦ Ἰωάννου Μπονάτη, ἐν δὲ τῇ καταγγελίᾳ αὐτῇ ῥητῶς πάλιν καὶ κατὰ λέξιν ἐκτίθησιν, «ὅτι ὁ Σπυρίδων Μπονάτης ἦτο ἄοπλος, καὶ ὅτι οἱ τρεῖς πυροβολισμοί, ἀκαριαῖοι ὄντες, ἐῤῥίφθησαν ἀπὸ τὸν Ἰωάννην Μπονάτην, (τὸν εἰς θάνατον δηλαδὴ κατάδικον) προστιθεῖσα ἐν τέλει, ὅτι ἐπιφυλάσσεται πᾶν δικαίωμα καταμηνύσεως καὶ κατ’ ἄλλων μαρτύρων, ἐξετασθέντων κατὰ τὴν περὶ ἧς πρόκειται δίκην, ὅταν συλλέξῃ τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ψευδομαρτυρίας αὐτῶν στοιχεῖα». Σημειωτέον, ὅτι ἐν τῇ δίκῃ ἐκείνῃ ἐξητάσθησαν ἐπ’ ἀκροατηρίου κατὰ τὰ πρακτικὰ τριάκοντα ἐννέα μὲν μάρτυρες κατηγορίας, τεσσαράκοντα δύο δὲ μάρτυρες ὑπερασπίσεως. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην μετὰ τοῦ ἀντιγράφου τῆς μηνύσεως ὑπέβαλέ μοι, ζητῶν νὰ ἐπιστρέψω αὐτῷ τὴν δικογραφίαν τῆς κυρίας δίκης πρὸς ἔναρξιν τῆς ἐπὶ ψευδορκίᾳ ἀνακρίσεως, ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν δι’ ἐγγράφου του τῆς 2 Νοεμβρίου 1887 ὑπ’ ἀριθ. 1417, δι’ οὗ ἐκτίθησι ταῦτα: «Λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ διαβιβάσωμεν συνημμένως ἀναφορὰν πρὸς ἡμᾶς τῆς Μαρίας Ἀβράμη χήρας Στ. Μπονάτη, μητρὸς δὲ τοῦ εἰς θάνατον καταδικασθέντος Ἰωάννου Μπονάτη καὶ τοῦ εἰς ἰσόβια δεσμὰ καταδικασθέντος ἀδελφοῦ αὐτοῦ Σπυρίδωνος Μπονάτη, ὡς καὶ ἀντίγραφον μηνύσεως, ἐγχειρισθείσης τῷ κ. Εἰσαγγελεῖ τῶν ἐνταῦθα Πλημμελειοδικῶν ἐπὶ ψευδορκίᾳ κατὰ τῶν μαρτύρων Σοφίας Ἀρμενιάκου, Θεοδώρας Γιούργα καὶ Μαρίας Ἁγιώτου, αἵτινες κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεως κατέθηκαν ὡρισμένως, ὅτι ἀνεγνώρισαν ἐπὶ τοῦ τόπου τῆς πράξεως καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ φόνου τὸν Σπυρ. Μπονάτην, ἔχοντα ἀνὰ χεῖρας πιστόλιον, καὶ αἵτινες οὐδὲν κατέθηκαν κατὰ τοῦ Ἰωάννου Μπονάτη, ὃν οὐδὲ εἶδον ἐπὶ τοῦ τόπου τῆς πράξεως, οὐδὲ ἐγνώριζον, καὶ τὸν ὁποῖον Ἰωάννην, ὁμολογήσαντα τὴν πρᾶξιν, ἐβάρυνον πλεῖστοι αὐτόπται μάρτυρες». Ἡ τοιαύτη καταγγελία, γενομένη, ὡς ἡ ἰδία μηνύτρια ὁμολογεῖ, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔμαθεν αὕτη, ὅτι ὑπεγράφη τὸ Διάταγμα περὶ ἐκτελέσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς τοῦ υἱοῦ της Ἰωάννου, πέντε δὲ ὅλους μῆνας μετὰ τὴν καταδίκην, καθ’ οὓς καὶ αὐτὴ καὶ αἱ καταγγελθεῖσαι γυναῖκες καὶ οἱ χρησιμεύοντες εἰς ὑποστήριξιν τῆς καταγγελίας κατῴκουν διαρκῶς εἰς Κέρκυραν, ἐν τῷ κέντρῳ τῆς ὁποίας ἐν πλήρει μεσημβρίᾳ ὁ φόνος ἐξετελέσθη, ἡ τοιαύτη, λέγω, καταγγελία, ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις γενομένη, καθίστατο ἀμέσως σφόδρα ὕποπτος. Ἅμα δὲ τῇ καταγγελίᾳ τὸ ζήτημα διεβιβάσθη καὶ εἰς τὴν Βουλήν, ἐν ᾗ καὶ ἐπερώτησις κατ’ ἐπανάληψιν μοὶ ἀπευθύνθη παρὰ Βουλευτῶν, οὐχὶ ὅμως Κερκυραίων, καίτοι εἰς ἀμφοτέρας τὰς πτέρυγας παρακάθηνται Κερκυραῖοι, οὕτω δὲ κατεφωρᾶτο, ὅτι ἓν μόνον ἐπεδιώκετο, ἡ ὁπωσδήποτε ἀναστολὴ τῆς ἐκτελέσεως, ἢ σαφέστερον εἰπεῖν ἡ πλήρης ματαίωσις τῆς ἐκτελέσεως, διότι, ὡς προεῖπον, ῥητῶς ἐδήλου διὰ τῶν ἀναφορῶν της ἡ ἀτυχὴς μήτηρ, ὅτι, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦτο ἡ ἔκβασις τῆς κατὰ τῶν τριῶν γυναικῶν καταγγελίας, αὕτη ἐσκόπει βαθμηδὸν νὰ καταγγείλῃ ἐκ περιτροπῆς καὶ πάντας τοὺς ἄλλους μάρτυρας, οἵτινες ἦσαν 39 μὲν τῆς κατηγορίας, 42 δὲ τῆς ὑπερασπίσεως. Τούτου ἐπιτυγχάνοντος, ἤθελεν ἐπέλθει ἄνευ νόμου ἡ κατάργησις τῆς θανατικῆς ποινῆς, διότι ἕκαστος τῶν εἰς θάνατον καταδίκων ἤθελε φροντίζει, ἅμα ἀποφασιζομένης τῆς ἐκτελέσεως, νὰ καταγγέλλῃ ἀνὰ ἕνα τοὺς μάρτυρας τῆς ὑποθέσεως, ὅπως οὕτω παρέρχωνται μῆνες καὶ ἔτη, μεθ’ ὃ βεβαίως δὲν θὰ εἶχε σκοπὸν καὶ ἔννοιαν ἡ ἐκτέλεσις. Ὅσον καὶ ἂν μοὶ ἦτο ἴσως εὐχάριστος ἡ τοιαύτη ἄνευ νόμου κατάργησις τῆς φοβερᾶς ποινῆς, δέν μοι ἦτο ὅμως ἐπιτετραμμένον νὰ ἀναγνωρίσω καὶ ἀποδεχθῶ αὐτήν. Καίτοι δὲ κατὰ τὰ εἰρημένα πιθανώτατον, ἂν μὴ πρόδηλον, καθίστατο, ὅτι διὰ τῆς καταγγελίας ἐπεδιώκετο ἓν καὶ μόνον, ἡ ὁπωσδήποτε ἀναβολὴ τῆς ἐκτελέσεως, καίτοι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ῥητῶς μὲ ἐβεβαίου, ὅτι αἱ καταγγελθεῖσαι ὡς ψευδομάρτυρες οὐδὲ λέξιν κατέθηκαν κατὰ τοῦ εἰς θάνατον καταδίκου Ἰωάννου, ὃν οὐδὲ εἶδον ἐν τῷ τόπῳ τῆς πράξεως, οὐδὲ κἂν ἐγνώριζον, καίτοι οὐδεὶς κατηγγέλθη τῶν πολλῶν μαρτύρων, τῶν βεβαιωσάντων, ὅτι τὸν φόνον ἐξετέλεσε δημοσίᾳ, ὑπὸ τὰς ὄψεις αὐτῶν, ὁ Ἰωάννης, ὅστις καὶ τότε ἐπὶ τοῦ τόπου, καὶ ὕστερον ἐν τῇ ἀνακρίσει, καὶ βραδύτερον ἐν τῷ Κακουργιοδικείῳ ὡμολόγησεν ἀνεπιφυλάκτως, ὅτι αὐτὸς ἐφόνευσε τὸν Παππᾶν, ὁμολογῶ οὐχ ἧττον, ὅτι ἡ καταγγελία αὕτη, καὶ οὕτω γενομένη, μὲ ἀνησύχησε καὶ μὲ ἐνέβαλεν εἰς στενοχωρίαν, διότι τὸ πρόγραμμα τῶν ἐκτελέσεων εἶχεν ἤδη ἀρχίσει πραγματοποιούμενον. Συνεκάλεσα πάλιν τὴν ἐπὶ τῶν χαρίτων Ἐπιτροπήν, εἰς τὰς ἐργασίας τῆς ὁποίας κατὰ παράκλησίν μου ἐπεκούρησαν καὶ ὁ καθηγητὴς τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου κ. Κωστῆς καὶ ὁ δικαστικὸς σύμβουλος κ. Στεφάνου, ἐμελετήσαμεν δὲ τὴν ὑπόθεσιν ὑφ’ ὅλας αὐτῆς τὰς ἐπόψεις, καὶ ἰδίᾳ ὡς πρὸς τὴν νομικὴν ἔννοιαν τῆς καταγγελίας ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐπικειμένην ἐκτέλεσιν. Οὐδεὶς εἰς οὐδένα ὑπῆρξε δισταγμὸς, ὅτι κατὰ τὴν ποινικὴν ἡμῶν νομοθεσίαν, καταγγελία ἁπλῆ ἐπὶ ψευδομαρτυρίᾳ κατὰ μαρτύρων δὲν δημιουργεῖ λόγον ἀναστολῆς, οὔτε δικαίωμα κἂν ὑποβολῆς αἰτήσεως πρὸς ἐπανάληψιν τῆς ἀνακρίσεως, διότι κατὰ τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν καὶ ἡ αἴτησις περὶ ἐπαναλήψεως τῆς ἀνακρίσεως τότε μόνον ἐπιτρέπεται, ὅταν εἷς ἢ πλείονες μάρτυρες, καταθέσαντες ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ κατὰ τοῦ κατηγορουμένου, κατεδικάσθησαν ἐπὶ ψευδομαρτυρίᾳ, ἢ ἐφυλακίσθησαν ἤδη, ἢ τοὐλάχιστον ἐξεδόθη κατ’ αὐτῶν ἔνταλμα συλλήψεως. Μόνον λοιπὸν ἂν ὑπάρξῃ τις τῶν περιπτώσεων τούτων, ἐπιτρέπεται ἡ ὑποβολὴ τῆς αἰτήσεως περὶ ἐπαναλήψεως τῆς ἀνακρίσεως, μόνον δὲ ἐὰν ἐπέλθῃ ὁριστικὴ καταδίκη ἐπὶ ψευδομαρτυρίᾳ τῶν μαρτύρων, ἀναιρεῖ ὁ Ἄρειος Πάγος. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν λοιπὸν τοῦ νόμου δὲν ὑπῆρχε βεβαίως ὑποχρέωσις τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς ἀναστολήν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἤρκει εἰς ἐμέ. Ἐφρόντισα, ὅσον μοὶ ἦτο ἀνθρωπίνως δυνατόν, νὰ πεισθῶ, μήτοι, ἀσχέτως πρὸς τὸν νόμον, τὰ πράγματα ἐδημιούργουν λόγον τινὰ, δυνάμενον νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀναστολήν. Καίτοι τόσον βραδέως ἐδόθη ἡ καταγγελία ἐκείνη, εἶχον ἐν τούτοις διατάξει νὰ ἐνεργηθῇ ἐπειγόντως καὶ ἐσπευσμένως ἡ ἀνάκρισις, ἐπιθυμῶν δὲ καὶ νὰ μάθω, ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν, διοικητικῶς τὰ κατ’ αὐτὴν, ἐκάλεσα τρὶς κατ’ ἐπανάληψιν εἰς τὸ Τηλεγραφεῖον τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν κ. Μπένσην, προκαλῶν παρ’ αὐτοῦ πληροφορίας. Περὶ τῶν τριῶν μεταξύ μας τηλεγραφικῶν συνεννοήσεων ἔχω κρατήσει σημειώματα, τὰ ὁποῖα δύναμαι νὰ δώσω πρὸς ἰδιαιτέραν ἀνάγνωσιν εἰς τὸν βουλόμενον νὰ ἀναγνώσῃ αὐτὰ, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ τὰ ἀναγνώσω καὶ πρὸς αὐτήν....

§101Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποία σημειώματα;

§102ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Συνεννοήσεως τηλεγραφικῆς μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Κερκύρᾳ Ἐφετῶν.

§103ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως, δύνασθε νὰ τὰ ἀναγνώσητε.

§104ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς δύνασθε νὰ κρίνητε, ἐὰν δύνανται νὰ ἀναγνωσθοῦν.

§105ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναγνωσθῶσιν. Ἐπιμένομεν νὰ ἀναγνωσθῶσι.

§106ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. (Ἀναγινώσκει μακρὰν τηλεγραφικὴν συνεννόησιν).

§107Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, παρακαλῶ, νὰ σᾶς ζητήσω μίαν συμπλήρωσιν τῶν πληροφοριῶν;

§108ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Μάλιστα.

§109ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν ἀπάντησιν ἔδωκεν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Κερκύρᾳ Ἐφετῶν τὴν πρωΐαν· μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀνέγνωτε, ὅτι εἴχετε ζητήσει αὐτὴν τὸ ἑσπέρας. Διατί ἀνέβαλε διὰ τὴν πρωΐαν ὁ Εἰσαγγελεύς;

§110ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τὸ ἐξήγησεν. Ἤθελε νὰ ἴδῃ καὶ τὸν Προεδρεύοντα κ. Τζουλάτην, ἴσως ἤθελε καὶ γενικώτερον νὰ ἐρευνήσῃ, ἵνα ἐξακριβώσῃ καὶ τῆς κοινωνίας τὸ φρόνημα. Τὴν πρωΐαν λοιπὸν μοὶ ἀνεκοίνωσε τὴν τόσῳ σαφῆ καὶ καθαρὰν γνώμην, ἣν σᾶς ἀνέγνωσα, καὶ μεθ’ ἣν ἡ ἐκτέλεσις ἐγένετο.

§111ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸν λόγον κύριε Πρόεδρε.

§112ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Δὲν ἠδύναντο νὰ λάβωσι μεγαλείτερον κῦρος τὰ συμπεράσματα τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου ἀπὸ τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον τοῖς ἔδωκεν ὅσα ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐὰν συγκρίνῃ τις τὴν ὑπόθεσιν Μπονάτη μὲ τὴν οἰκτροτάτην ὑπόθεσιν Τάκη, θὰ πεισθῇ, ὅτι ἡ ὑπόθεσις Μπονάτη εἶναι αἶσχος διὰ τὴν Ἑλληνικὴν δικαιοσύνην......

§113ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι ἐντροπὴ νὰ τὸ λέγητε, ὅταν ὁ ἄλλος ἐργάζηται κατὰ συνείδησιν.

§114ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ λόγου του ἀπηύθυνε πρὸς τὸν Σωτηρόπουλον λέξεις τινὰς, ἀσαφεῖς κατὰ τὴν γνώμην μου· ἐπιθυμῶ νὰ ἐξηγήσῃ ταύτας καλλίτερον. Ἐπεθύμουν νὰ ἐξηγήσῃ, ἢ μᾶλλον νὰ διευκρινήσῃ, διότι μοὶ ἐφάνη, ὅτι εἶπε περὶ μιᾶς ὑποθέσεως, ἥτις μᾶλλον ἔπρεπεν, ὅτε ἐξήνεγκε τὰς γνώμας του ἐντεῦθεν, νὰ σιωπηθῇ.

§115ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πᾶν ὅ,τι εἶπον, ἀναφέρεται ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν κ. Σωτηρόπουλον. ὑπομιμνήσκω δὲ τῷ κ. Κουμουνδούρῳ, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ζητήσῃ διασαφήσεις, διότι αὐτὸς γνωρίζει, ὅτι ἐγὼ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἴμεθα οἱ πρωταγωνιστήσαντες τότε ὑπὲρ ἐκείνων, ὧν ἡ μνήμη τοσοῦτον εὐλόγως συγκινεῖ αὐτὸν ἑκάστοτε.

§116ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μεταξὺ τόσων, οἵτινες ἠγόρευσαν ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, εἶπον καὶ ἐγὼ τινα, χωρὶς δὲ νὰ ἐκφράσω οὐδεμίαν γνώμην περὶ τῶν ἀποδιδομένων εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης κατηγοριῶν, παρετήρησα μόνον, ὅτι μετὰ τὰ ῥηθέντα δὲν ἥρμοζεν εἰς αὐτὸν νὰ σιωπᾷ. Ἐπειδὴ δὲ τὴν παρατήρησιν ταύτην τῷ ἀπηύθυναν καὶ πολλοὶ ἄλλοι, πρὸ ἐμοῦ καὶ μετ’ ἐμὲ ἀγορεύσαντες, ἠναγκάσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ λύσῃ τὴν σιωπήν· ἀλλ’ εἴτε διότι ἠθέλησε τρόπον τινὰ νὰ κάμῃ ἀντιπερισπασμὸν, εἴτε διότι ἐθύμωσε, ἀκούσας καὶ ἀπὸ ἕνα τῶν πρεσβυτέρων τῆς Βουλῆς τὴν παρατήρησιν ταύτην, σᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ προαγορεύσας ἔλαβε τὸν λόγον ἕνεκα μνησικακίας κατ’ αὐτοῦ, διότι διετέλεσεν ἄλλοτε μέλος Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐφάνη συμμεριζομένη κατηγορίαν, ἀπευθυνομένην κατὰ τοῦ ἀγορεύσαντος. Εἶναι ἀληθές, ὅτι οὐ μόνον ἐγώ, ἀλλὰ καὶ ἕτερος Ὑπουργὸς καὶ ὁ τότε Πρωθυπουργὸς κατηγορήθημεν διὰ ῥυπαρὰν πρᾶξιν· ἀλλὰ ποῖος μᾶς κατηγόρησεν; οὐχὶ βεβαίως ὁ Διοικητὴς τοῦ μεταβατικοῦ σώματος ἐπὶ τῆς καταδιώξεως τῆς ληστείας, οὔτε ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ἄρτῃ Πρωτοδικῶν. Μᾶς κατηγόρησεν εἷς ἄθλιος ἐγκληματίας, ὅστις ἐπὶ 12 ἔτη ἔκλεπτε τὸ Ταμεῖον Θηβῶν, καὶ τὸν ὁποῖον ἀνεκαλύψαμεν καὶ παρεδώσαμεν εἰς χεῖρας τῆς δικαιοσύνης. Τί ἔπραξα δὲ τότε ἐγώ; δὲν ἐφυγοδίκησα, ὅπως φυγοδικεῖ τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· ἀλλ’ ἅμα εἶδον, ὅτι ἡ κατηγορία, ἕνεκα πολιτικῶν λόγων, ἢ καὶ προσωπικῶν, ἤρχισε νὰ λαμβάνῃ διαστάσεις, ἀπῄτησα νὰ συνέλθῃ ἡ Βουλή, ἡ ὁποία ἦτο ὁ φυσικὸς ἡμῶν δικαστὴς, ἵνα καθαρίσῃ τὴν ὑπόθεσιν· εἴθε δὲ νὰ ἠκούετο ἡ ἀπαίτησίς μου ἐκείνη, διότι οὔτε ἡ συκοφαντία ἤθελε βοσκήσει, ὡς ἐβόσκησεν, οὔτε ἠθέλομεν θρηνεῖ τὴν στέρησιν τοῦ ἐξοχωτέρου τῶν ἀνδρῶν τῆς νεωτέρας ἐποχῆς· μὴ εἰσακουσθείς, ἔδωκα τὴν παραίτησίν μου καὶ ἀπῆλθον εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, ἀφήσας ἐλεύθερον τὸ στάδιον εἰς τοὺς κατηγόρους μου καὶ τοὺς ἀντιπάλους μου, πολιτικοὺς καὶ προσωπικούς· ὅτε δὲ μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς ἐξελέχθην Βουλευτὴς καὶ ἐπανῆλθον εἰς τὸν περίβολον τοῦτον, ὁ προϊστάμενός μου Πρωθυπουργὸς ἐζήτησε νὰ συστηθῇ Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπή. Τὴν πρότασίν του συνεμερίσθην καὶ ἐγὼ, λαβὼν δὲ τὸν λόγον, ἐξέθηκα τὴν ἱστορίαν τῆς ὑποθέσεως. Καὶ ἔκαμε τότε ἡ Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπή ἐργασίαν τινὰ, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν ἠξίωσεν οὐδεμιᾶς προσοχῆς τὴν ὑπόθεσιν, καὶ οὐδεὶς λόγος ἐγένετο πλέον περὶ αὐτῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐνόμισεν, ὅτι ἐλαφρύνει τὴν θέσιν του, ἐὰν εἴπῃ, ὅτι ἐξακολουθεῖ ἔχων ἀκόμη ἣν εἶχε καὶ τότε πεποίθησιν· ἐγὼ ἀδιαφορῶ, καὶ περιφρονῶ καὶ τώρα, ὅπως καὶ τότε, τὴν πεποίθησίν του, τὸν οἰκτείρω μάλιστα, ἐὰν ἐξακολουθῇ νὰ τὴν ἔχῃ, ὕστερον ἀπὸ τὴν ἐκτύλιξιν, ἣν ἔλαβεν ἡ ὑπόθεσις. Δι’ ἐμὲ καὶ διὰ τοὺς ἐν μακαρίᾳ τῇ λήξει συναδέλφους μου ἀρκοῦσα ἱκανοποίησις εἶναι, ὅτι δὲν ἐτόλμησε κἀνεὶς νὰ φέρῃ καταγορητήριον, ὅτι τινὰ τῶν προσώπων, ἅτινα ἐφάνησαν συμμεριζόμενα τὴν κατηγορίαν, ὡμολόγησαν ἔν τινι συνεδριάσει τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐπλανήθησαν, καὶ προσεπάθουν νὰ ῥίψῃ ὁ εἷς τὴν εὐθύνην εἰς τὸν ἕτερον καὶ ἐπὶ τέλος ἕν μέλος τοῦ Ὑπουργείου Τρικούπη, ὁ κ. Ῥάλλης, θέλων νὰ καταπαύσῃ τὴν λογομαχίαν των, εἶπεν, ὅτι δὲν συνετάχθη κατηγορητήριον, διότι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐξετάσαν τὴν ὑπόθεσιν, δὲν εὗρεν ἴχνος ἐνοχῆς κατ’ οὐδενὸς Ὑπουργοῦ. Ὕστερον ἀπὸ ὅλα ταῦτα ἀδιαφορῶ ποίας πεποιθήσεις ἔχει ὁ κ. Βουλπιώτης, ἀντὶ δὲ νὰ ἐκφράζῃ πεποιθήσεις περὶ τῆς ὑποθέσεως ἐκείνης, καλὰ θὰ κάμῃ νὰ ἐξετάσῃ ποίας πεποιθήσεις ἔχει ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινωνία περὶ αὐτοῦ.

§117ΛΕΒΙΔΗΣ. Περὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Τάκη, ἐφ’ ὅσον σχετίζεται αὕτη πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπιθυμῶ νὰ ἐκφράσω καὶ αὖθις τὴν γνώμην μου πρὸς τὴν Βουλὴν, δηλῶ δὲ, ὅτι εἶμαι ἕτοιμος ν’ ἀπαντήσω εἰς ἓν ἕκαστον τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ περὶ τούτου ἀναμένω τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Περὶ τοῦ ἑτέρου ζητήματος νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ εἴπω δύο λέξεις, διότι ἤμην μέλος καὶ εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ἐξεταστικῆς, ἥτις ἐξήτασε τὰ τοῦ Ταμείου Θηβῶν. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ τῶν Ἐσωτερικῶν, οἱ νῦν, προσεπάθησαν νὰ σώσωσι δῆθεν τὸν ἀείμνηστον Κουμουνδοῦρον καὶ τὸν Παπαμιχαλόπουλον, ἐπιῤῥίπτοντες τὴν κατηγορίαν μόνον κατὰ τοῦ κ. Σωτηροπούλου· τοὐναντίον εἶναι βεβαιότατον, καὶ προκαλῶ ἐντιμοτάτους ἄνδρας, καὶ ἐκ τῶν ἐντὸς καὶ ἐκ τῶν ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου εὑρισκομένων, (καὶ κατονομάζω τὸν κ. Γ. Φιλάρετον, πρώην βουλευτὴν,) ἂν ὁ κ. Στέφανος Δραγούμης δὲν ἦτο ὁ συντάξας τὸ κατηγορητήριον κατὰ τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, καὶ ὅπερ ἔχει ἐν τῇ οἰκίᾳ αὑτοῦ, δὲν ἠξεύρω δὲ διὰ τί φυλάττει αὐτό. Τότε καὶ ὁ κ. Βουλπιώτης καὶ ὁ κ. Δραγούμης καὶ ὁ κ. Βαλέττας ἐμαίνοντο καὶ ἔλεγον, ὅτι: «ἢ ὑπογράφετε τὸ κατηγορητήριον δι’ ὅσων ὑπογραφῶν ἀπαιτεῖ ὁ νόμος καὶ κατὰ τοῦ Κουμουνδούρου, ἢ δὲν εἰσάγομεν αὐτὸ κατὰ τῶν κυρίων Σωτηροπούλου καὶ Παπαμιχαλοπούλου.» Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων, πᾶν δ’ ἄλλο, ὅπερ λέγουσιν, ἔχει σκοποὺς, περὶ ὧν ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐντελῶς ἀδιαφορῶ. Ἀλλ’ εἶναι βεβαιότατον, ὅτι ἐκείνη ἡ ὑπόθεσις, ἣν ἐγὼ γινώσκω ἄριστα, διότι ἤμην εἰσηγητὴς, ὡς εἶπον, καὶ ἐμελέτησα πάσας τὰς λεπτομερείας, οὐ μόνον τοῦ ἐλλείμματος τοῦ Ταμείου Θηβῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν τουρκικῶν χαρτονομισμάτων καὶ τοῦ γραμματοσήμου καὶ δὲν ἠξεύρω ποίας ἄλλας σειρὰς ὑποθέσεων, ἃς ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις εἶχε παραστήσει εἰς τὴν κοινωνίαν ὡς ἐχούσας ὑπόστασιν, εἶναι λέγω βεβαιότατον, ὅτι πάντα ἐκεῖνα ἐγκατελείφθησαν. Γινώσκω ἄριστα τὰς λεπτομερείας τῶν ὑποθέσεων ἐκείνων καὶ τίνες ἦσαν οἱ πρωτουργοὶ καὶ αὐτουργοὶ πάντων ἐκείνων· βεβαιῶ δὲ, ὅτι ἐκ μὲν τῶν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ὁ Βαλέττας ἐμαίνετο, ἵνα ὑπογραφῇ τὸ κατηγορητήριον κατὰ τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, ἡ δὲ ξυνωρὶς τῶν νῦν δύο Ὑπουργῶν συνετέλει, ὥστε νὰ ἀπαρτίζηται τριάς τις ἐπικίνδυνος, ἥτις ἐζήτει νὰ πραγματοποιήσῃ τὰ μαῦρα αὑτῆς βουλεύματα. Τὸ κατηγορητήριον κατὰ Κουμουνδούρου ἔχει γράψει ὁ κ. Δραγούμης ἰδίᾳ χειρὶ, καὶ ἔχει αὐτὸ ἐν τῇ οἰκίᾳ αὑτοῦ, ἂν τολμᾷ δὲ, ἂς μὲ διαψεύσῃ.

§118ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, μὲ εἴδετε κατελθόντα τοῦ βήματος, οὐχὶ διότι ἐνόμισα, ὅτι πρέπει νὰ χωρίσω τὸν κ. Σωτηρόπουλον ἀπὸ τὸν πατέρα μου, ἀλλὰ διότι ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτόν. Δὲν γνωρίζω ποίαν γνώμην ἔχουσί τινες, ἢ εἶχον, καὶ ποίαν ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ ἑνὸς μέλους τῶν συγκατηγορουμένων, ἀλλ’ ἐγὼ γνωρίζω τοῦτο, καὶ τὸ γνωρίζει ὅλη ἡ Ἑλλὰς, ὅτι δὲν ἐτόλμησαν οἱ κατήγοροι νὰ εἰσαγάγωσι τὴν κατηγορίαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι οὐδὲν ἴχνος ἐγκλήματος οὔτε κατὰ τῶν δύο Ὑπουργῶν, οὔτε κατὰ τοῦ κ. Σωτηροπούλου εὕρισκον· πρὸς παραπομπὴν αὐτῶν ἐνώπιον Εἰδικοῦ Δικαστηρίου. Ἐζήτησα τὴν ἐξήγησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ καὶ ἐκ τοῦ ἰδίου στόματος τοῦ μέλους ἐκείνου τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ ἀθωότης ὅλων ἐκείνων, οὓς κατηγόρησεν· ἤθελον μόνον νὰ προκαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν εἰς τὴν δήλωσιν, ἣν προεκάλεσεν, ἵνα παύσῃ ἅπαξ διὰ παντὸς, ὁσάκις τις θέλῃ νὰ ἀμύνηται, νὰ ἐνθυμῆται αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, λυπηρὰν καὶ δι’ ἐμὲ καὶ διὰ πολλοὺς, οἵτινες κάθηνται εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην (δεικνύει τὴν δεξιάν). Ἐκεῖνος ἤδη ἀπέθανεν· εἰς μόνον ζῇ, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον, οὔτε εὐγενὲς, οὔτε γενναῖον, ἐνῷ δὲν ὑπῆρξεν οὐδὲ ἴχνος ἐνοχῆς, νὰ θέλωσί τινες νὰ καυτηριάζωσιν ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν κατὰ τὰς ὀλίγας ἐναπομεινάσας πολιτικὰς ἡμέρας τὸ ὑπάρχον ἀκόμη πολιτικὸν πρόσωπον, ἀναμιμνήσκοντες τὴν ἐξυφανθεῖσαν κατηγορίαν ἐκείνην. Ἐνόμιζον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀνερχόμενος εἰς τὸ βῆμα, ἄλλως ἤθελεν ἀπαντήσει, καὶ ὅτι δὲν ἤθελεν ἀναμνησθῆ τόσον λυπηρᾶς καὶ ἀξίας στιγματισμοῦ ὑποθέσεως. Εἰς τὴν ἀνάμνησίν της οἱ κατήγοροί μας ἔπρεπε νὰ κύπτωσι τὴν κεφαλὴν καὶ νὰ κρύπτωσι τὸ πρόσωπον ἐξ ἐντροπῆς, νὰ τρέπωνται δὲ εἰς φυγήν, καὶ μὴ ἀμύνωνται, προτάσσοντες τοιαύτας ὑποθέσεις, αἵτινες στρέφονται κατ’ αὐτῶν, ἀλλ’ ὀφείλουσι νὰ συζητῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐγγράφων, ἅτινα παρουσιάζονται εἰς πᾶσαν κατηγορίαν, ἥτις ἀπευθύνεται κατ’ αὐτῶν, νὰ μὴ ἀναξέσωσι δὲ πληγὰς, αἵτινες δὲν θὰ ἐπουλωθῶσιν, εἰμὴ ἐν τῷ τάφῳ.

§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἄλλος ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμιλήσῃ. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν;

§120ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, ἀπολογούμενος, ἐμνήσθη καὶ ἐμοῦ· ὡς δ’ ἐνόησα, εἶπεν, ὅτι ἐξέφρασα ἀπορίαν ἐπὶ τῆς διαγωγῆς τοῦ ἀδελφοῦ του, Ἀντεισαγγελέως τότε καὶ ἤδη Ἐφέτου. Ἐγὼ, Κύριοι, περιωρίσθην ἁπλῶς νὰ ἐξετάσω ὑπὸ πραγματικὴν καὶ νομικὴν ἔποψιν τὰς δύο αἰτιάσεις.

§121ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἂν πρέπῃ νὰ γίνῃ μικρά τις διακοπή.

§122ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς νὰ ψηφοφορηθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§123ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχετε τὸ δικαίωμα· προτείνατέ το.

§124ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Μὴ μᾶς ἀναγκάζητε νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀπαρτία.

§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὸ ζήτημα τῆς διακοπῆς. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ γίνῃ διακοπὴ τῆς συνεδριάσεως λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Κανάρη καὶ Καλογεροπούλου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκωλλον ψηφοφορίας.):

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Χαρ. Τρικούπης ΟΣτέφανος Δραγούμης Ο
Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΟΔημήτρ. Γ. Ῥάλλης
Γ. Σισμάνης ΟἈνδρέας Γ. Ψύλλας
Δ. Βουλπιώτης ΟΦωκίων Νέγρης Ο
Ἀθ. Ἴσκος ΝἸω. Ἀ. Γεωργαντᾶς
Ν. Καλαντζόπουλος ΟΝικόλ. Μπουφίδης Ο
Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ο
Μ. Γουλιμῆς ΟΔημ. Καλλιφρονᾶς Ν
Μ. Ἰατρίδης ΟΝικόλ. Δ. Λεβίδης Ν
Δ. Χατζόπουλος ΝΣπυρ. Κουκούλεζας Ο
Γεώργιος Μίλησης ΟὌθων Μακρυγιάννης Ο
Σπυρίδων Νοταρᾶς Τρύφων Μουτσόπουλος
Γεώργιος Κούστας Θάνος Κανακάρης Ο
Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΟἈθ. Πετιμεζᾶς
Σωτήριος Δανόπουλος ΟΝεοκλ. Πετιμεζᾶς
Ἀναστ. Δημητριάδης ΟΑ. Παπαγιαννακόπουλος Ν
Μιχαὴλ Νικηφοράκης ΟΑ. Φωτήλας Ο
Δημήτριος Πετρίδης Ἀνδρ. Αὐγερινὸς Ο
Ἄγγ. Γεωργαντᾶς Ἀντ. Ρικάκης
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝἈχ. Γεροκωστόπουλος
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Ἰω. Κρεστενίτης Ν
Χρῖστος Χριστόπουλος Ν. Κουμανιώτης
Φίλιππος Βάρβογλης Χρ. Στεφανόπουλος Ο
Ἠλίας Φλέσσας ΝἈλέξ. Ζαΐμης
Κων. Κωνσταντόπουλος Νικόλ. Καλογερόπουλος Ο
Ἀρ. Σακελλαρόπουλος Ἀλέξ. Κοντόσταυλος
Παναγιώτης Μανέτας ΟΝ. Παπανικολάου Ο
Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος ΝΝικόλ. Καφετζόγλους Ο
Ἠλίας Παλαμήδης ΟἸωάννης Πεζᾶς
Κωνστ. Κατσικόπουλος Κωνστ. Σινέλης Ο
Δ. Ζέγγελης Βασίλειος Βουδούρης Ο
Δημ. Ν. Βότσαρης Κ. Ἀργασάρης ΛομβάρδοςΟ
Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΝΔιον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ο
Γεώργιος Χ. Παχὺς ΟἈναστ. Ἐ. Λούντζης Ο
Διον. Λομβάρδος ΟΝ. Κοκωσλῆς
Γεώργιος Θεοτόκης ΟἸω. Παπαδόπουλος Ο
Κωνστ. Βασιλάκης Κωνστ. Μαρκίδης Ο
Ἀντ. Καποδίστριας Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος Ο
Νικόλαος Βασιλάκης Δημ. Κουτσουμπλῆς Ο
Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς ΝΕὐθ. Μπατζιᾶς Ο
Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς Ἀναστ. Ζαρμάνης Ο
Σπυρ. Ἀλαμάνος Ἀχιλ. Λογιωτάτου Ο
Θεόφιλος Προβατᾶς Σωτήριος Σωτηρόπουλος
Ἰωάννης Παδοβᾶς ΟΚωνστ. Κουμουνδοῦρος Ν
Εὐάγγ. Μπασιᾶς Περικλῆς Πεῤῥωτῆς
Ἀγαμέμνων Μεταξᾶς ΟΔημήτριος Τζάνες Ο
Ἀνδρ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΟΠερικλῆς Μποῦτος
Νικόλ. Βαλσαμάκης ΝΠαναγιώτης Σάκκης
Γεράσιμος Μουσούρης ΟΝικόλαος Παπαλέξης Ο
Παναγ. Βενιεράτος ΟΝικόλαος Μισυρλῆς
Γ. Τυπάλδος Κοζάκης ΝΝ. Καράπαυλος Ο
Γεώργιος Κόρπας Ἀσημάκης Χριστόπουλος
Στέφανος Σκουλούδης ΟΕὐστάθιος Κοκκέβης Ο
Ἀλοΐσιος Τόμαν ΟΔημήτριος Κάρτσωνας
Χαρίλ. Προβελέγγιος ΟΔημήτριος Π. Γουδῆς Ο
Νικόλαος Νομικός ΟΣ. Χατζηγάκης
Μίνως Μπογιατζόγλους ΟΚ. Ζωγλοπίτης Ο
Γεώργιος Μπούμπουρας ΟἈθ. Καζαμπάκας Ο
Λωρέντζος Δελαρόκας ΟΓ. Φραγκίδης Ο
Δημοσθένης Καΐρης ΟΑ. Τακιατζῆς Ο
Γεώργιος Δρόσος ΟΓ. Τάκης
Νικ. Κρίσπης ΟΝ. Ταρμπάζης
Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς Ζ. Φαλιάγκας
Κωνστ. Κοσσονάκος ΟΣταμάτιος Μπουντούρης Ο
Γεώρ. Μαυρομιχάλης Θεόδωρος Γκίκας Ο
Ἀριστ. Πετροπουλάκης Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ο
Γιανν. Μαυρομιχάλης ΟΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
Νικήτας Βαρβιτσιώτης ΟὈδυσσεὺς Πετρόπουλος
Λεων. Καπετανάκος Νικόλ. Κοντογιάννης
Ξανθὸς Πικουλάκης ΟἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ο
Γεώρ. Πετροπουλάκης Γεώργ. Λιδωρίκης Ο
Κων. Παπαμιχαλόπουλος ΝΚωνστ. Χατζῖσκος Ο
Ἰωάν. Καρτάλης Δημήτριος Ζουλούμης Ο
Ἀργ. Κανταρτζῆς ΟΚωνστ. ἈναγνωστόπουλοςΝ
Εὐάγ. Σταμούλης Θεμιστοκλῆς Κανάρης Ν

§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 95. Ἐκ τούτων 16 εἶπον Ναὶ καὶ 79 εἶπον Ὄχι. Ἑπομένως ἡ πρότασις περὶ διακοπῆς τῆς συνεδριάσεως ἀπεῤῥίφθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 1 καὶ 30′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 39
2Τῆς 16 Δεκεμβρίου 1888.
3(Παρασκευὴ)
4Ὥρᾳ 3 μ. μ.
5(Προεδρεύοντος τοῦ Ἀντιπροέδρου κ. Κοκκέβη).
6(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς
7προηγουμένης συνεδριάσεως).
8§1Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἀναγινώσκων τὰ πρακτικὰ
9εὑρίσκει, ὅτι ἐγένοντο χθὲς δύο ψηφοφορίαι ἀλλεπάλληλοι·
10ἡ πρώτη, εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαβε μέρος καὶ ἡ πλειοψηφία καὶ
11ἡ μειοψηφία, καὶ ἡ δευτέρα, εἰς ἣν δὲν ἔλαβε μέρος παν-
12τάπασιν ἡ μειοψηφία. Διὰ τί; Ἦσαν ἀπόντα τὰ μέλη
13τῇ πλειονοψηφίας ἀπὸ τῆς αἰθούσης; Δὲν φαίνεται διατὶ
14τοῦτο ἐγένετο, διότι παρελείφθη ἡ δήλωσις, ἣν ἐποιησάμην
15χθές.
16§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ προστεθῇ.
17§3ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἀναφέ-
18ρεται ἡ ἐπερώτησίς μου, ἣν χθὲς ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ.
19Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἀλλὰ ἐν τῇ περιόδῳ, «ἂν ὁ
20ἀνακριτὴς Κοκκώνης δὲν ἐξετέλεσε καὶ διὰ ποῖον λόγον
21παραγγελίας τοῦ Εἰσαγγελέως Παρνασσίδος, πρὸς ἐπιτόπιον
22ἐξέτασιν μαρτύρων», παρελείφθη ἡ λέξις ἐπιτόπιον. Πρέπει
23νὰ προστεθῇ ἡ λέξις ἐπιτόπιον. Δεύτερον δὲ νὰ διορθωθῇ τὸ
24ἐπεράτωσαν εἰς ἐπεραίωσαν, ὡς ἔχω ἐν τῇ ἐπερωτήσει μου.
25§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διορθωθῶσι.
26(Τὰ πρακτικὰ, διορθωθέντα συμφώνως ταῖς ἀνωτέρω
27παρατηρήσεσιν, ἐπικυροῦνται).
28§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἰωάννης Κωνσταντινίδης δι’ ἀναφορᾶς
29του πρὸς τὴν Βουλὴν λέγει, ὅτι ὑπηρέτησεν ὡς δημοδιδά-
30σκαλος 26 ἔτη, καὶ ζητεῖ σύνταξιν.—Παραπέμπεται εἰς τὸ
31Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.
32§6ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν ἀπηύθυνα σύστα-
33σιν πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ἀφορῶσαν
34εἰς τὰς ὁδοὺς τῆς ἐπαρχίας Πάλλης, καὶ πρὸ ὀλίγων ἡμε-
35ρῶν ἔλαβον ἐκ νέου ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου ἐπιστολὰς, αἵτινες
36παριστῶσι τὴν κατάστασιν τῶν ὁδῶν ἐλεεινοτάτην. Κατήν-
37τησαν νὰ ἦναι ἀδιάβατοι. Εἰς τὰς ἐπερωτήσεις δὲ, τὰς
38ὁποίας ἡμεῖς συχνάκις ἀπευθύνομεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν
39ἀπὸ τριετίας ἤδη, ἀφ’ ὅτου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι εἰς τὸ
40Κοινοβούλιον, παρατηρῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις περιορίζεται εἰς
41γενικάς τινας ἀπαντήσεις, αἵτινες μένουσι πάντοτε ἄνευ ἀπο-
42τελέσματος. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Βαλσαμάκης
43πρὸ ἡμερῶν διὰ μακρῶν περιέγραψε τὴν ἐλεεινὴν κατάστα-
44σιν τῶν ὁδῶν ἐν Κεφαλληνίᾳ. Δὲν ἀγνοεῖτε βεβαίως, ὅτι αἱ
45λαμπρόταται ὁδοὶ τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος εἶναι αἱ τῆς
46Κεφαλληνίας, καὶ ἤθελεν εἶσθαι λίαν προσβλητικὸν διὰ τὴν
47ἐθνικὴν φιλοτιμίαν, ἐὰν ἠδύναντο ποτὲ οἱ Ἄγγλοι, οἵτινες
48βεβαίως διὰ χρημάτων ἑλληνικῶν, Ἰονικῶν, καὶ διὰ τῆς
49ἐργασίας τοῦ Ἰονικοῦ λαοῦ καὶ διὰ τῆς ἱκανότητος Ἰονίων
50κατεσκεύασαν τὰς ὁδοὺς ἐκείνας, ἐὰν ἠδύναντο, λέγω, εἰκο-
51σιπέντε ἔτη μετὰ τὴν ἀναχώρησίν των ἐξ Ἑπτανήσου, νὰ
52εἴπωσιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὑπῆρξεν ἀνίκανος νὰ συντηρήσῃ ἐκεῖνο,
53τὸ ὁποῖον ἡ Ἀγγλικὴ Προστασία ἐξετέλεσεν εἰς τὸν τόπον
54ἐκεῖνον. Καὶ ἐν τούτοις τοῦτο συμβαίνει. Τῷ ὄντι πρὸ μηνῶν,
55πρὸ ἔτους σχεδὸν, εἶχεν ἀποσταλῆ εἷς ἁρμόδιος ἀνώτερος
56ὑπάλληλος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὁ κ. Σάουρωτ, ὁ
57ὁποῖος ὑπέβαλεν ἔκθεσιν, ἣν ὅμως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός
58μου ζητεῖ ἐπὶ ματαίῳ. Ἀλλὰ καὶ ἄνευ τῆς ἐκθέσεως ταύ-
59της, γνωρίζομεν ἡμεῖς, οἱ Ἀντιπρόσωποι τῆς Κεφαλληνίας,
60ὅτι, ἐὰν ἀντέχωσιν ἀκόμη αἱ ὁδοὶ ἐκεῖναι, τοῦτο ὀφείλεται
61εἰς τὴν λαμπρότητα τῆς κατασκευῆς αὐτῶν καὶ εἰς τὸ εἶδος
62τοῦ χώματος, τοῦ ὁποίου ἐγένετο χρῆσις, χώματος, ὅπερ
63ὑπάρχει εἴς τινα μέρη τῆς Κεφαλληνίας, καὶ ἐν γένει εἰς τὴν
64τεχνικὴν κατασκευὴν αὐτῶν. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῆ δὲ νὰ εἴπω,
65διότι τοῦτο δὲν ἀφορᾷ εἰς τὸ Ἔθνος, ἀλλὰ εἰς τὴν διοίκησιν,
66ὅτι, χάρις εἰς τὰς περιστάσεις ταύτας μόνον, ἡ Ἑλληνικὴ
67ἀπειρία δὲν κατώρθωσεν εἰσέτι νὰ καταστρέψῃ τὰς ὁδοὺς
68ταύτας. Αἱ ὁδοὶ ὅμως αὗται ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν ἅπασαι
69θέλουσι καταστραφῆ, καὶ ἤδη δὲ αἱ ὁδοὶ τῆς ἰδιαιτέρας
70πατρίδος μου, τῆς ἐπαρχίας Πάλλης, ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου,
71κατέστησαν ἀδιάβατοι, διότι αὐταὶ δὲν ἀντέχουσιν, ὡς ἐκεῖ-
72ναι τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν τῆς νήσου, καθόσον ἡ γῆ εἰς τὸ
73τμῆμα ἐκεῖνο τῆς Κεφαλληνίας εἶναι κατὰ τὸν ἐπιστημο-
74νικὸν ὅρον ὑπεικτικὴ, δηλαδὴ ἡ γῆ μεγάλου μέρους τῆς
75ἐπαρχίας ἐκείνης εἶναι πηλὸς, ἔκβρασμα προϊστορικῶν ἡφαι-
76στείων φαινομένων. Τούτου ἕνεκεν μετὰ πᾶσαν βροχὴν σχε-
77δὸν ἀπαιτεῖται ἐπιδιόρθωσις, ἵνα μὴ ἐπέρχηται ταχέως ἡ
78καταστροφή. Ἡ καταστροφὴ δὲ εἶναι τοιαύτη σήμερον,
79ὥστε αἱ ὁδοὶ τῆς Πάλλης δὲν χρησιμεύουσι πλέον εἰς τὴν
80συγκοινωνίαν. Ταῦτα δὲ πάντα ἡμεῖς θεωροῦμεν ὡς ἀναγό-
81μενα εἰς τὴν εὐθύνην τῆς Ἑλληνικῆς Διοικήσεως, διότι δὲν
82ἀρκεῖ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ν’ ἀποστέλλῃ εἰς τὴν Κεφαλ-
83ληνίαν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἕνα Ἐπιθεωρητὴν, ὁ ὁποῖος
84νὰ συντάσσῃ ἔκθεσιν καὶ νὰ πιστοποιῇ, ὅτι τὰ πράγματα
85δῆθεν καλῶς ἔχουσιν, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη, συντόνως νὰ μερι-
86μνᾷ ἡ Κυβέρνησις περὶ τῆς συντηρήσεως, περὶ τῆς διορθώ-
87σεως τῶν ὁδῶν, καὶ περὶ τῆς συμπληρώσεως τοῦ λαμπροῦ
88ἐκείνου συμπλέγματος, τὸ ὁποῖον καταστρέφεται ἕνεκα τῆς
89ἀκηδείας αὐτῆς, οὐχὶ δὲ δι’ ἐπιδείξεων νὰ προσποιῆται, ὅτι
90ἐργάζεται. Ἰδίᾳ δὲ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως
91ἐπὶ τῶν ὁδῶν τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος μου, τῆς ὡραίας ἐπαρ-
92χίας Πάλλης, διότι ἐκεῖ, καὶ διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους
93πρὸ ὀλίγου ἀνέφερα, καὶ διὰ λόγους ἄλλους, τοὺς ὁποίους
94σήμερον δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω, οὐδέποτε ἐγένετο ἐργασία
95τις συστηματικὴ ὑπὲρ τῶν ὁδῶν.
96§7ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπεκρά-
97τησε κακίστη συνήθεια παρά τισι τῶν ἐξ Ἑπτανήσου κατα-
98γομένων, νὰ βεβαιῶσιν ἐπανειλημμένως, καὶ οὐχὶ βεβαίως ἐπ’
99ὠφελείᾳ τοῦ Κράτους ἡμῶν καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Διοικήσεως,
100ὅτι, ὅ,τι κατέλιπεν ἡ ξένη διοίκησις ἐν Ἑπτανήσῳ, τοῦτο
101κατεστράφη ἀπὸ τῆς παραλείψεως τῶν νήσων ὑπὸ τῆς Ἑλλη-
102νικῆς Κυβερνήσεως. Οὐχὶ μόνον ἀπρόσεκτος εἶναι ἡ τοιαύτη
103ἑκάστοτε ὑπό τινων γιγνομένη βεβαίωσις, καὶ ἐπιβλαβὴς,
104ἀλλὰ καὶ ἐντελῶς ἀντίθετος πρὸς τὰ πράγματα, διότι εἶναι
105βέβαιον, ὅτι, ἐὰν ἐν Ἑπτανήσῳ, ἐν ταῖς τρισὶ νήσοις, κατε-
106λείφθησαν ὁδοὶ καλαὶ, ἰδίως δ’ ἐν Κεφαλληνίᾳ, ὑπὸ τῶν
107Ἄγγλων, εἶναι ὅμως ἀληθὲς, ὅτι ὁδοὶ σπουδαιόταται καὶ
108ἴσης ἀξίας ἐκείνων, τὰς ὁποίας κατέλιπον οἱ Ἄγγλοι, κατε-
109σκευάσθησαν ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μετὰ τὴν
110παράδοσιν τῆς Ἑπτανήσου εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἅπασαι δὲ αἱ
111ὁδοὶ, καὶ αἱ καταλειφθεῖσαι ἡμῖν ὑπὸ τῆς Προστασίας καὶ
112αἱ κατασκευασθεῖσαι ὑφ’ ἡμῶν, συντηροῦνται. Καὶ κρείσσονα
113βεβαίωσιν τοῦ πράγματος δὲν δύναμαι νὰ δώσω ἄλλην ἢ
114ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τελευταῖον παρὰ τοῦ Διευθυν-
115τοῦ τῶν Δημοσίων ἔργων, ἐπανελθόντος τὴν παρελθοῦσαν
116ἑβδομάδα ἐκ Κεφαλληνίας. Ὁ κ. Βλαχόπουλος μὲ ἐβε-
117βαίωσε ῥητῶς, ὅτι αἱ ὁδοὶ τῆς Κεφαλληνίας εἶναι εἰς κατά-
118στασιν καλήν. Δὲν λέγω, ὅτι εἴς τινα σημεῖα δὲν ἀπαιτεῖται
119μείζων ἐργασία πρὸς συντήρησιν, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ὁ Διευ-
120θυντὴς τῶν Δημοσίων ἔργων ἐκεῖθεν ἐτηλεγράφησε καὶ ἐφρον-
121τίσαμεν νὰ συστήσωμεν δύο συνεργεῖα, ἅτινα καὶ ἐργάζον-
122ται, οὐχὶ μετ’ ἐπιδείξεως, ὡς ἠθέλησε νὰ εἴπῃ ὁ κ. Βουλευ-
123τὴς, πρὸς ἐπιδιόρθωσιν τῶν σημείων ἐκείνων. Ἐν γένει ἡ
124κατάστασις τῶν ὁδῶν τῆς Κεφαλληνίας εἶναι καλή, κατὰ
125τὴν βεβαίωσιν ἀνθρώπου ἁρμοδιωτάτου πρὸς τοῦτο.
126§8ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ἐν Λευκάδι ὅμως τί γίνεται;
127§9ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ταύτην τὴν στιγμὴν ἐν Λευκάδι κατα-
128σκευάζεται ὁδὸς, οἱ δὲ Ἄγγλοι δὲν ἀφῆκαν ὁδὸν ἐν Λευκάδι.
129Δὲν εἶναι δίκαιον, Ἕλληνες Βουλευταὶ νὰ ἔρχωνται ἐνταῦθα
130καὶ ἐπιῤῥίπτωσι μομφὴν περὶ τῶν ἐνεργειῶν Κυβερνήσεων,
131αἵτινες ἀπὸ τοῦ 1864 ἐδείχθησαν φιλοστοργόταται πρὸς
132τὴν Ἑπτάνησον. Αἱ ὁδοὶ ἐν Κεφαλληνίᾳ βεβαίως κατε-
133σκευάσθησαν ἐξαιρετικῶς καλαὶ, καὶ διὰ τὴν ὕλην, ἥτις
134ὑπάρχει ἐκεῖ, καὶ διότι εἰσὶν ἔργον ἀνδρὸς, ὅστις, καίτοι
135ξένος, ὑπηρέτει τὰ συμφέροντα τῆς νήσου ὡς ἀληθὴς Ἕλλην,
136ὑπὸ τοῦ λόρδου Νάπιερ, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλους λόγους, διότι
137αἱ ὁδοὶ τῆς Κεφαλληνίας κατεσκευάσθησαν διὰ τοῦ ἱδρῶ-
138τος τῶν Κεφαλλήνων, διότι ἐκεῖ ἡ προσωπικὴ ἐργασία ἐλει-
139τούργησε πρώτιστα. Ἀλλ’ ὅσον καλαὶ καὶ ἂν κατεσκευά-
140σθησαν, ἐὰν δὲν συντηροῦντο, θὰ ἦσαν σήμερον, μετὰ πά-
141ροδον εἰκοσιπέντε περίπου ἐτῶν, κατεστραμμέναι· αὐτὸ δὲ
142τοῦτο, ὅτι δὲν κατεστράφησαν, ἀποδεικνύει, ὅτι συντηροῦν-
143ται καλῶς. Δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω, ὅτι, πλὴν τῆς ὁδοῦ
144τοῦ ὄρους Αἴνου, ἥτις εἶναι ὁδὸς τέρψεως μόνον, κατασκευα-
145σθεῖσα, ὅπως ἀνέρχηταί τις εἰς τὸ ὄρος πρὸς ἀπόλαυσιν τῆς
146θαυμασίας θέας, πλὴν ταύτης τῆς ὁδοῦ, πᾶσαι αἱ ὁδοὶ εἶναι
147εἰς καλὴν κατάστασιν, παρὰ ἓν ἢ δύο σημεῖα, ὡς προεῖπον,
148ἐν οἷς ἐργάζονται σήμερον ἐργάται, ἐπίτηδες ταχθέντες ὑπὸ
149τοῦ κ. Βλαχοπούλου.
150Ταῦτα λέγω γενικῶς περὶ τῆς Κεφαλληνίας καὶ περὶ τῶν
151παραπόνων, τὰ ὁποῖα ἀκούομεν συνήθως περὶ τῆς συντηρή-
152σεως τῶν ὁδῶν αὐτῶν. Ἰδιαίτερον δὲ περὶ τῆς ἐπαρχίας Πάλ-
153λης δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Πάλλη ἀπέκτησεν ὁδὸν, πρὸς
154συγκοινωνίαν διὰ ξηρᾶς, μόνον μετὰ τὴν ἕνωσιν, καὶ ὁδὸν,
155ἥτις ἴσως εἶναι ἡ μείζων ἐν Κεφαλληνίᾳ. Αὕτη ἡ ὁδὸς, μοὶ
156λέγετε, ὅτι εἶναι ἄχρηστος· πιθανὸν νὰ ἦναι μικρᾶς χρησιμό-
157τητος, διότι ὑπάρχει συντομωτέρα ἡ διὰ θαλάσσης συγκοινω-
158νία. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ταύτην τὴν ὁδὸν σᾶς ἔδωκεν, οὐχὶ ἡ
159Ἀγγλία, ἀλλ’ ἡ Ἑλλάς. Μοὶ φαίνεται, ὅτι οὐχὶ Ἕλλην ἀν-
160τιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους, ἀλλ’ οὔτε ἁπλοῦς Ἕλλην πρέπει
161ν’ ἀποφασίζῃ νὰ ἐκθέτῃ τοιαύτας ἰδέας καὶ ἐπιῤῥίπτῃ τοιού-
162του εἴδους μομφὰς ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς Διοικήσεως.
163Προσεχῶς θέλετε ἔχει ἐνταῦθα τοὺς πίνακας, οἱ ὁποῖοι
164θ’ ἀποδείξωσι τὰ λεγόμενα ὑπ’ ἐμοῦ, θ’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἡ
165Ἑπτάνησος ἐπροικίσθη μὲν δι’ ὁδῶν ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Προσ-
166τασίας, ἀλλ’ ἐπροικίσθη δι’ ὁδῶν, οὐχὶ φειδωλότερον, καὶ ὑπὸ
167τῆς Ἑλληνικῆς Διοικήσεως.
168§10ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἦτο περιττὴ
169ὅλως πολυτέλεια ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτε-
170ρικῶν, νὰ δώσῃ μάθημα πατριωτισμοῦ πρὸς τοὺς Ἀντιπρο-
171σώπους τῆς Κεφαλληνίας, οἱ ὁποῖοι, ἢ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, ἢ οἱ
172γονεῖς των, ἢ οἱ οἰκειότατοι πρὸς αὐτούς, ὑπέστησαν παντὸς
173εἴδους ἀγῶνας, καταστροφὰς, μαρτύρια, ἵνα ἀποτινάξωσι
174τὴν Ἀγγλικὴν προστασίαν, τὴν Ἀγγλικὴν αὐθαιρεσίαν ἀπὸ
175τῆς Ἑπτανήσου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπο-
176τείνεται πρὸς ἐμὲ, ὁ ὁποῖος, ὡς κάλλιστα γνωρίζει, διότι
177καὶ οἰκογενειακὴ σχέσις ἀνέκαθεν μὲ συνδέει πρὸς αὐτὸν,
178ἀνήκω εἰς οἶκον, τοῦ ὁποίου ἡ ὕπαρξις κατεστράφη ἐν Κε-
179φαλληνίᾳ, ἕνεκα τῶν κατὰ τῆς Ἀγγλικῆς Προστασίας
180ἀγώνων αὐτοῦ. Ὅλως λοιπὸν περιττὴ καὶ ἄκαιρος ἦτο
181ἡ διδασκαλία αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
182Ἐπανέλαβεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ὅ,τι εἶπον ἐγὼ αὐτὸς,
183ὅτι διὰ τῶν χρημάτων τῆς Ἑπτανήσου, διὰ τῆς καταναγ-
184καστικῆς ἐργασίας τῆς Ἑπτανήσου, καὶ διὰ τῆς ἐπιστήμης
185τῆς Ἑπτανήσου κατεσκευάσθησαν αἱ ὁδοὶ ἐκεῖναι. Οὐδεὶς
186ἀρνεῖται, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὐκ ὀλίγας ὁδοὺς
187προσέθηκεν εἰς τὸ σύμπλεγμα τῶν ὁδῶν, τὰς ὁποίας ἡ Ἀγ-
188γλικὴ Προστασία ἀφῆκεν, ἀλλ’ ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ.
189Ὑπουργὸν, ὅτι ἡ ἐπέκτασις καὶ ἡ συντήρησις τῶν ὁδῶν
190τούτων ἀποκλειστικῶς ὀφείλεται εἰς τοὺς Ἀντιπροσώπους
191τῆς Κεφαλληνίας καὶ τῆς ἄλλης Ἑπτανήσου, οἵτινες, ἀντὶ
192πάντων τῶν ἄλλων ρουσφετίων, ἐζήτουν τὴν συντήρησιν
193καὶ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν. Καὶ δὲν βλέπω οὐδένα λόγον,
194ν’ ἀπευθύνῃ τοιούτου εἴδους μομφὰς πρὸς τοὺς Ἀντιπροσώ-
195πους τῆς Ἑπτανήσου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν,
196πρὸς τοὺς Ἀντιπροσώπους χώρας, ἥτις ἀπὸ τῆς πρώτης
197στιγμῆς τῆς παρανόμου, κατὰ τὴν γνώμην τῶν Ἑπτανη-
198σίων καὶ τὴν γνώμην βεβαίως τῶν Ἑλλήνων ἁπάντων,
199καταλήψεως αὐτῆς παρὰ τῆς Ἀγγλίας, δὲν ἔπαυσε, καὶ
200λόγῳ, καὶ ἔργῳ, καὶ διὰ πάσης θυσίας, διαμαρτυρομένη
201κατὰ τῆς Ἀγγλικῆς βίας, καὶ συμμεριζομένη τοὺς ἀγῶνας
202τῶν ἀδελφῶν Ἑλλήνων κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1821.
203Οἱ Ἑπτανήσιοι ὑπέστησαν παντοίας καταστροφὰς, καὶ
204παντοίας ζημίας, καὶ παντοίους κινδύνους κατὰ τὴν μακρὰν
205πάλην, τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς, ὅλαι αἱ τάξεις τῆς Ἰονίου
206κοινωνίας ἠγωνίσθησαν κατὰ τῆς Ἀγγλικῆς αὐθαιρεσίας.
207Ἐννοεῖ λοιπὸν βεβαίως ἤδη ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἦτο ὅλως
208περιττὸν νὰ δώσῃ μάθημα πατριωτισμοῦ πρὸς ἡμᾶς, διότι
209δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν πρὸς αὐτὸν, ὅτι οἱ τίτλοι ἡμῶν ὑπὸ τὴν
210ἔποψιν ταύτην δὲν εἶναι κατώτεροι τῶν ἰδικῶν του, οὔτε
211ἄλλου τινὸς ἐκ τῶν Ὑπουργῶν, μεθ’ ὧν παρακάθηται καὶ
212οὓς ἄλλως πάντας τιμῶ. Ὤφειλε λοιπὸν νὰ περιορισθῇ εἰς
213τὸ καθῆκόν του, τὸ καθῆκον τοῦ προϊσταμένου τῆς ὑπηρε-
214σίας τῆς ὁδοποιΐας. Αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις συνεπλή-
215ρωσαν ἐν μέρει τὰς ὁδοὺς ἐν Ἑπτανήσῳ· εὐχαρίστως τὸ ὁμο-
216λογῶ πρὸς τιμήν των, μολονότι πάντα, ὅσα ἐγένοντο, ἐγέ-
217νοντο χάρις εἰς τὴν ἐπιμονὴν, τὴν θέλησιν, τὴν ἐνέργειαν
218καὶ τὴν δραστηριότητα τῶν Ἀντιπροσώπων τῆς Ἑπτανή-
219σου, οἱ ὁποῖοι, τὸ ἐπαναλαμβάνω, τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον
220ζητοῦσιν, εἶναι ἡ κατασκευὴ καὶ συντήρησις τῶν ὁδῶν των.
221Σπανιώτατα ζητοῦσιν ὠφελήματα ἐκ τῆς Διοικήσεως, ἐξ
222ἐκείνων, τὰ ὁποῖα γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι παρέχει εἰς
223τοὺς ἐκλογεῖς τοῦ νομοῦ, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει. Καὶ
224σήμερον σᾶς λέγομεν: μὴ ἀφίνετε τὰς ὁδοὺς αὐτὰς νὰ
225καταστραφῶσι, σᾶς λέγομεν τὸ αὐτὸ, ὅπερ σᾶς ἐλέγομεν
226ἐπὶ εἰκοσιπέντε ἤδη ἔτη, ὅπερ καὶ σήμερον ἔχομεν δικαίωμα
227νὰ σᾶς λέγωμεν. Εἰδικῶς ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ὁδοποιΐαν τῆς
228ἐπαρχίας Πάλλης, σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι δὲν σᾶς εἶπεν ὁ κ.
229Βλαχόπουλος ἢ ἄλλος τις, ὅτι ἔχουσι καλῶς, διότι, ἂν σᾶς
230ἔλεγε τοῦτο, δὲν θὰ σᾶς ἔλεγε πράγματα ἀκριβῆ, καθόσον
231οἱ δρόμοι τῆς ὡραίας ἐπαρχίας Πάλλης εἶναι πανάθλιοι.
232§11ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερι-
233κῶν ἐξεπλήρου τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον τῷ ἐπιβάλλει ἡ θέ-
234σις του, βεβαίως δὲν θὰ παρεξετρέπετο, ἀνερχόμενος σήμε-
235ρον τὸ βῆμα, διὰ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ἁπλῆν πρότασιν συναδέλ-
236φου μου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς καθῆκον εἶχε νὰ καταθέσῃ τὰ
237ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τῆς Συνόδου ἐζητήθησαν
238ἀπ’ αὐτὸν καὶ διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀποδειχθῇ ποῖος ὁ ζῆλος
239αὐτοῦ καὶ εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν. Τοιαύτην ἐπερώ-
240τησίν μου εἶχον ὑποβάλει καὶ εἰς τὸν προκάτοχον τοῦ νῦν
241ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ἀπὸ δύο δὲ ἐτῶν καὶ
242πλέον παρακαλῶ καὶ προτρέπω τὴν Κυβέρνησιν νὰ φροντίσῃ
243περὶ τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας.
244Πρὸ πολλοῦ ὑπέβαλα εἰς τὴν σκέψιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι,
245ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξακολουθεῖ δεικνύουσα τοι-
246αύτην ἀκαταλόγιστον ἀμέλειαν, ἡ ζημία θέλει ἀνέλθει
247εἰς σημεῖον τοιοῦτον, ὥστε τὸ δημόσιον ταμεῖον θέλει κατα-
248στῆ ἀνίκανον νὰ ἐπανορθώσῃ καθ’ ὁλοκληρίαν αὐτήν. Εἰς
249πάντα δὲ ταῦτα ἐλάμβανον ἀπάντησιν καὶ ἀπὸ τὸν νῦν
250Ὑπουργὸν καὶ ἀπὸ τὸν προκάτοχόν του, ὅτι ὑπεβλήθησαν
251οἱ ἀπαιτούμενοι προϋπολογισμοί, ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ ἐπε-
252στράφησαν διὰ νὰ διορθωθῶσιν, ὅτι ἐκ νέου συνταχθέντες,
253παρέστη καὶ πάλιν ἀνάγκη νὰ ἐπιστραφῶσι, διότι ἔφερον με-
254γαλείτερον ποσὸν δαπανῶν τοῦ πρὶν προϋπολογισθέντος.
255Ἐπὶ τέλους ἠκούσαμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε λάβει ἀπό-
256φασιν νὰ ἐξαποστείλῃ ἐπιθεωρητὴν ἔκτακτον, ὅπως αὐτὸς
257ἐκ τοῦ πλησίον ἐπισκοπήσῃ τὰ πράγματα. Καὶ πράγματι
258κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὁ προκάτοχος τοῦ κυρίου
259Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, βεβαιωθεὶς ἐκ τῶν ἐκθέσεων
260καὶ ἐννοήσας, ὅτι εἶναι ἐπείγουσα ἡ ἀνάγκη νὰ ληφθῇ φρον-
261τὶς περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἔλεγεν ἡμῖν, ὅτι διέταξε
262ἤδη τὸν κ. Σάουρωτ νὰ μεταβῇ εἰς Κεφαλληνίαν, ἵνα λη-
263φθῇ γενικὸν καὶ ὁριστικὸν μέτρον. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ μεταβῇ ὁ
264κ. Σάουρωτ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, μετέβη μόλις πρὸ τριῶν
265μηνῶν, τὴν δὲ ἔκθεσιν αὐτοῦ καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, καίτοι
266ἐπανειλημμένως ἐζητήσαμεν, ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν τὰ κατα-
267θέτει. Διατί; Διότι ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων θέλει κατα-
268δειχθῆ κατὰ πόσον αἱ ἐπαγγελίαι τῆς σημερινῆς Κυβερνή-
269σεως ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰ ἔργα αὐτῆς, κατὰ πόσον αἱ
270ὑποσχέσεις της περὶ αὐξήσεως τῆς συγκοινωνίας ἔχουσι σχέ-
271σιν μὲ τὰ πεπραγμένα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐξακολου-
272θοῦμεν ἐφιστῶντες τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ προ-
273τρέποντες αὐτὴν εἰς ὅ,τι εἶναι καθῆκόν της ἐπὶ τοῦ ἀντι-
274κειμένου τούτου, καὶ ἀντὶ αὕτη νὰ δώσῃ τὰς αἰτουμένας
275πληροφορίας, ἢ νὰ ἀναγγείλῃ τὰς ἀποφάσεις της, ἀνέρχεται
276εἰς τὸ βῆμα ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ καθιστᾷ τὴν ὑπόθεσιν ζήτημα
277πατριωτισμοῦ. Μέμφεται τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ νομοῦ
278Κεφαλληνίας καὶ ἀποκαλεῖ αὐτοὺς Ἀντιπροσώπους τῆς
279Ἑπτανήσου, ὡς ἐὰν ἔρχωνται οὗτοι ἐνταῦθα ὡς Ἀντιπρό-
280σωποι τῆς Ἑπτανήσου καὶ οὐχὶ ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔ-
281θνους. Καὶ ἂν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἔχῃ καθῆκον, ὡς μᾶλλον
282γνωρίζων τὰς ἰδιαιτέρας ἀνάγκας τῆς ἐπαρχίας του ἢ τοῦ νο-
283μοῦ, ἐξ οὗ ἐκλέγεται, νὰ φέρῃ παρατηρήσεις περὶ αὐτοῦ καὶ
284νὰ ζητῇ θεραπείαν, δὲν παύει ἀπὸ τοῦ νὰ παρίσταται
285ἐνταῦθα ὡς Ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους καὶ οὐχὶ ὡς Ἀντι-
286πρόσωπος τῆς ἐπαρχίας ἢ τοῦ νομοῦ του. Παραπονού-
287μεθα, οὐχὶ κατὰ τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων, ὡς ἀτόπως
288εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι αἱ Ἑλληνικαὶ
289Κυβερνήσεις πράγματι εἰργάσθησαν καὶ συνεπλήρωσαν τὰς
290ὁδοὺς, αἱ ὁποῖαι κατελείφθησαν μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς Ἀγγλι-
291κῆς προστασίας· ἡ Κεφαλληνία ἰδίως ὀφείλει νὰ εὐγνωμονῇ
292πρὸς τὸν ἀείμνηστον Κουμουνδοῦρον διὰ τὴν πρόνοιαν, ἥν
293ἔλαβε περὶ τῆς νήσου ἐκείνης· ἀλλ’ ἀφ’ οὗ ἐλάθετε σεῖς τὴν
294διοίκησιν εἰς χεῖράς σας, ἔπαυσε πᾶσα μέριμνα περὶ αὐτῆς.
295Καὶ διὰ τοῦτο δικαίως καὶ ἐπανειλημμένως παραπονού-
296μεθα, διότι, ἀφοῦ μας ἐπεβάλατε φόρους ἐπὶ φόρων, δά-
297νεια ἐπὶ δανείων χάριν τῆς συγκοινωνίας, ὀφείλετε νὰ μερι-
298μνήσητε περὶ τῆς διατηρήσεως ἐκείνων τοὐλάχιστον, τὰ
299ὁποῖα περιῆλθον εἰς τὰς χεῖράς σας. Καὶ ὑπάρχει ἀνάγκη
300καταθέσεως ἐγγράφων, πρὸς ἀπόδειξιν τῆς πληρεστάτης
301ἀκηδείας ὑμῶν, ἀφοῦ μετὰ τὴν κατάργησιν τῶν ὁδοστα-
302τῶν...
303§12ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑμεῖς
304τοὺς κατηργήσατε.
305§13ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐὰν δὲν τοὺς κατηργήσατε, δὲν τοὺς
306ἀνεσυστήσατε, οὔτε ἐλάθετε μέτρον τι, καὶ ἀφήσατε τὰς
307ὁδοὺς ἁπάσας εἰς τὴν τύχην των, καὶ ἀφήσατε αὐτὰς νὰ
308κατασταθῶσι κοῖται καὶ αὔλακες ὑδάτων. Ἀνεφέρατε
309προηγουμένως τὴν ἀποστολὴν τοῦ κ. Βλαχοπούλου. Καὶ
310πῶς καὶ διατὶ ἀπεστείλατε τὸν κ. Βλαχόπουλον: Πρὸ
311τριῶν ἐτῶν ἀπεστείλατε ἐπανειλημμένως ἐπόπτας πρὸς τὰ
312μέρη ἐκεῖνα, ἀλλ’ ὑπάρχει ἀνάγκη ἐκτάκτων ἀποστολῶν,
313ἵνα ἐξακριβώσητε τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκε-
314ται ἡ συγκοινωνία τῶν μερῶν ἐκείνων; καὶ κατόπιν τούτων,
315ἐπειδὴ ἐστείλατε ὀλίγους ἐργάτας, διὰ νὰ καταστήσητε
316ἁπλῶς βατὰς τὰς ὁδοὺς ἐκείνας, ἔρχεσθε καὶ μᾶς λέγετε,
317ὅτι ἐμεριμνήσατε περὶ τῶν ὁδῶν τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας!
318Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν πατριωτισμὸν, οὐδεμίαν ἔχει
319ἀνάγκην ἡ Κεφαλληνία τῶν διπλωμάτων τῶν ἐδικῶν σας,
320οὔτε οὐδενὸς ἄλλου, διότι οἱ Κεφαλλῆνες ἔδειξαν πάντοτε,
321ὅτι φροντίζουσι νὰ τὸν δεικνύωσι δι’ ἔργων καὶ οὐχὶ διὰ λόγων
322ὅτι συνείθισαν νὰ θυσιάζωσι, καὶ οὐχὶ νὰ ζητῶσιν ἀμοιβὰς.
323Καὶ κατὰ τὸ 1821, ἐὰν ἔχυσαν τὸ αἷμά των, δὲν τὸ ἔπρα-
324ξαν διὰ νὰ ζητήσωσιν ἀμοιβὰς, καὶ κατὰ τὸ 1854, ἐὰν
325πάλιν ἠγωνίσθησαν, ἐνόμισαν, ὅτι ἐξεπλήρωσαν ἀπαραίτη-
326τον πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον. Ἦλθον νὰ κρούσωσι τὰς
327θύρας τοῦ δημοσίου ταμείου, ἢ τὰς ἰδικάς σας, κύριε Ὑ-
328πουργὲ, διὰ νὰ ζητήσωσιν ἀμοιβὰς διὰ τὰς γενομένας θυσίας;
329Οἱ Κεφαλλῆνες ἦσαν Ἕλληνες πρὶν σεῖς, κύριε Ὑπουργὲ,
330ἀναφανῆτε τοιοῦτοι, διότι ὅτε ἦλθον καὶ ἐπολέμησαν κατὰ
331τὸ 1821, δὲν εἶχον νὰ ὑπερασπίσωσιν οὔτε τὴν περιουσίαν
332των, οὔτε τὰ κτήματά των, οὔτε τὰς γυναῖκάς των, ἦλθον καὶ
333ἐπολέμησαν ἀπὸ ἁπλοῦν αἴσθημα Ἑλληνικὸν, αἴσθημα ἐθνι-
334σμοῦ καὶ δι’ οὐδὲν ἄλλο. Αἴσθημα δὲ καὶ νῦν καθήκοντος
335τοὺς ἀναγκάζει νὰ ἀπαιτῶσιν, ὅ,τι καὶ τὸ ὑλικὸν καὶ τὸ
336ἠθικὸν συμφέρον τοῦ Κράτους ἐπιβάλλει εἰς πᾶσαν Ἑλληνι-
337κὴν Κυβέρνησιν.
338§14ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Εἶναι ἀληθὲς, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι δὲν
339ὑπάρχουσιν εἰς Λευκάδα ἁμαξιτοὶ ὁδοὶ, διὰ τῶν ὁποίων νὰ
340γίνηται ἡ συγκοινωνία. Ὑπῆρχον ὅμως κατὰ τὴν ἄρσιν τῆς
341Προστασίας κατασκευασθέντα τεμάχια, ἅτινα μετὰ τὴν
342Ἕνωσιν οὔτε συνεπληρώθησαν, οὔτε διετηρήθησαν, καὶ τὰ
343πλεῖστα ἐξ αὐτῶν κατεστράφησαν, τὰ δὲ εἰσέτι σωζόμενα
344θέλουσι διὰ τὸν αὐτὸν λόγον καταστραφῆ, ὡς καὶ ἄλλοτε
345εἶπον.
346Μετὰ τὴν Ἕνωσιν ἡ τοιαύτη κατάστασις τῆς συγκοινω-
347νίας δὲν μετεβλήθη οὐδόλως, καθότι ἀπὸ τὴν ἐποχὴν αὐ-
348τὴν, μόνον κατὰ τρία ἢ τέσσαρα χιλιόμετρα ἐπεξετάθησαν
349αἱ προϋπάρχουσαι τῆς ἐπαρχίας ὁδοί. Ὁμολογῶ, ὅτι ἐδόθη
350πρὸ πολλοῦ εἰς ἐργολαβίαν ἡ κατασκευὴ ἑνὸς τμήματος
351τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ ἀπὸ Σίδρον εἰς Πλάτανον, ὅτι μικρὰ τεμά-
352χια κατεσκευάσθησαν ἐξ αὐτῆς, ἀλλὰ διὰ τῆς μὴ κατα-
353σκευῆς τῶν μελλόντων νὰ συνενώσωσιν αὐτὰ γεφυρῶν ἡ
354ἀπαιτηθεῖσα δαπάνη οὐδόλως μετέβαλε τὴν προϋπάρχου-
355σαν τῆς συγκοινωνίας κατάστασιν. Ὁμολογῶ ἐπίσης, ὅτι
356πρὸ ἐτῶν ἡ Κυβέρνησις, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ ν’ ἀπαλλάξῃ
357τοὺς διὰ τῶν ἐπικινδύνων χειμάῤῥων Βασιλικῆς διερχομέ-
358νους, ὅπως μεταφέρωσιν εἰς τὸν ἐκεῖσε λιμένα τὰ πρὸς ἐξα-
359γωγὴν προϊόντα των, κατεσκεύασε δύο γεφύρας, ἀλλὰ καὶ
360αἱ γέφυραι αὗται, καίτοι πολλὰ ἔτη παρῆλθον, δὲν συνε-
361πληρώθησαν διὰ τῆς κατασκευῆς τῆς ἀναγκαιούσης ὁδοῦ,
362καὶ ἡ διάβασίς των ἐξακολουθεῖ νὰ γίνηται, ὡς καὶ πρό-
363τερον· ὥστε πάνυ δικαίως τὰ γενόμενα ἐν Λευκάδι ἔργα
364θεωροῦνται, ὅτι ἐγένοντο οὐχὶ πρὸς βελτίωσιν τῆς συγκοι-
365νωνίας, ἀλλὰ πρὸς χλευασμὸν τῶν κατοίκων. Ἐνεκρίθη ἡ
366κατασκευὴ τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοῦ Ἐξανθείας, ἀλλ’ ἀφοῦ
367κατεσκευάσθη τὸ τεμάχιον, τὸ ἐξυπηρετοῦν τὰς δημοτικὰς
368ἀνάγκας τοῦ δήμου Σφακιωτῶν, ἡ ὁδὸς δὲν ἐξηκολούθησε
369πλέον, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἡ διαταχθεῖσα χάραξις αὐτῆς ἦλθεν
370εἰς πέρας, καίτοι ὁ δῆμος Ἐξανθείας, πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ
371ὁποίου ἡ κατασκευὴ ἤρχισε, δικαιοῦται κάλλιον παντὸς
372ἄλλου εἰς τοιοῦτον εὐεργέτημα, ὡς μᾶλλον παραγωγὸς καὶ
373μᾶλλον φορολογούμενος.
374Ἐν γνώσει ὢν τῶν ἀναγκῶν τῆς πατρίδος μου, παρα-
375καλῶ, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ προνοήσητε διὰ τὴν ταχεῖαν ἐξα-
376κολούθησιν τῆς ὁδοῦ ταύτης, διὰ τὴν τελειοποίησιν τῆς ὁδοῦ
377Ἐγγλουβῆς, κατασκευασθείσης ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Προστα-
378σίας, διὰ τὴν ἐπιδιόρθωσιν τῆς ὁδοῦ Σφακιωτῶν, διότι, ὡς
379τότε σᾶς ὑπέδειξα, διὰ τῆς συμπληρώσεως τῶν ὑποδειχθέν-
380των ἔργων τέσσαρες δῆμοι τῆς ἐπαρχίας, ἔχοντες πληθυ-
381σμὸν 14 καὶ πλέον χιλιάδων κατοίκων, θέλουσιν ἀπαλλα-
382χθῆ τῶν δαπανῶν καὶ τῶν βασάνων, εἰς τὰς ὁποίας ὑπό-
383κεινται σήμερον διὰ τὴν εἰς τοὺς λιμένας μεταφορὰν τῶν
384πρὸς ἐξαγωγὴν φορολογουμένων προϊόντων των.
385Εἶναι λυπηρὸν, κύριε Ὑπουργὲ, εἰς τὸν δέκατον ἔννατον
386αἰῶνα, καὶ ἀφοῦ καὶ ἡμεῖς πρὸ πολλῶν χρόνων ἀποτελοῦ-
387μεν μέρος τοῦ Βασιλείου καὶ ὑπὸ ἐθνικῶν διοικούμεθα Κυ-
388βερνήσεων, νὰ εὑρισκώμεθα ὡς εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ πρώτου
389συνοικισμοῦ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, διότι εἰς τοιαύτην δια-
390τελοῦμεν, ἀφοῦ, ἕνεκεν ἐλλείψεως ὁδῶν, θεώμεθα τὰ ἀναγ-
391καιοῦντα εἰς τὰς οἰκογενειακάς μας ἀνάγκας νὰ μεταφέ-
392ρωνται ἐπὶ τῶν κεφαλῶν τῶν γυναικῶν, ἢ ἐπὶ τῆς ράχεως
393τῶν ἀνδρῶν.
394Δὲν ζητῶ, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ κατασκευάσητε νέας ὁδούς,
395παρακαλῶ νὰ ἔλθωσιν εἰς πέρας αἱ ἀρξάμεναι, καὶ νὰ δια-
396τηρηθῶσιν αἱ ἤδη ὑπάρχουσαι. Δὲν παραπονοῦμαι, ἐκφράζω
397τὴν λύπην μου διὰ τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ
398πατρίς μου. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὴν ὁδὸν, ἣν
399λέγει, ὅτι κατασκευάζει εἰς τὴν πατρίδα μου, ἀλλὰ διὰ
400τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ, ἣν ὑπαινίσσεται, καὶ κατὰ τὸ
401παρελθὸν ἔτος ἐδόθη πίστωσις τεσσαράκοντα χιλιάδων δραχ-
402μῶν, πρὸς ἐξακολούθησιν αὐτῆς, ἀλλὰ ἐκ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ
403πόσα ἐδόθησαν εἰς τὸν ἐργολάβον; ὁποία δαπάνη ἐγένετο
404διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ὑπαρχουσῶν; Παρακαλῶ, ὅπως ἐξε-
405τάσῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ, ὅστις ἐπεσκέφθη τὰ
406δημόσια ἔργα τῆς πατρίδος μου, καὶ θέλει πεισθῆ, ὅτι εἰς
407Λευκάδα τὰ πάντα εὑρίσκονται εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν, καὶ
408τῆς καταστάσεως ταύτης ζητῶ τὴν ἐπιδιόρθωσιν.
409§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔρχομαι νὰ εἰσαγάγω
410νομοσχέδιά τινα τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας.
411Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως καὶ ἀντικα-
412ταστάσεως τῶν ἄρθρων 12 καὶ 13 τοῦ νόμου ΧΛΕʹ περὶ
413στρατιωτικῶν προβιβασμῶν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο σκοπεῖ,
414ὅπως τεθῶσι προσόντα διὰ τοὺς προβιβασμοὺς κατ’ ἀρχαιό-
415τητα τῶν ἀξιωματικῶν μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ ταγματάρ-
416χου, καὶ προσέτι, ὅπως ὁ προβιβασμὸς κατ’ ἐκλογὴν ἐν τοῖς
417εἰρημένοις βαθμοῖς γίνηται διὰ διαγωνισμοῦ. Ἐξαίρεσις
418μόνον θέλει χωρεῖ ὑπὲρ τῶν διακριθέντων ἀποδεδειγμένως
419ἐπὶ στρατιωτικῇ ἀρετῇ ἐν πολέμῳ, ἢ κατὰ ἐνόπλων ἐπα-
420ναστατῶν, ἢ κατὰ συμπλοκὴν πρὸς ληστάς....
421§16ΚΟΡΠΑΣ. Πάντων τῶν σωμάτων ἀνεξαιρέτως;
422§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.
423§18ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς, οἱ τῆς Βουλῆς;
424§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ θέματος, εἰς ὃ
425ἀφορᾷ ἡ ἐρώτησίς σας.
426§20ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οὐδὲ εἰς διαγωνισμὸν ὑποκείμεθα;
427§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πᾶς, ὁ θέλων νὰ προβιβασθῇ κατ’ ἐκλο-
428γὴν, ὑποβάλλεται εἰς τοὺς διαγωνισμοὺς, ἐν οἷς οἱ πρωτεύον-
429τες προβιβάζονται.
430§22ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅσοι δὲν ἔχουσι τὸν χρόνον;
431§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον καταργεῖ μόνα τὰ ἄρθρα
43212 καὶ 13 τοῦ νόμου περὶ προβιβασμῶν, τ’ ἄλλα πάντα, ἐν οἷς
433καὶ τὰ κανονίζοντα τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ κατωτέ-
434ρῳ βαθμῷ πρὸς προβιβασμὸν εἰς τὸν ἀνώτερον, τηροῦνται ἐν
435ἰσχύϊ. Ἐκ τῶν ὑπηρετησάντων τὸν ἀπαιτούμενον πρὸς προβι-
436βασμὸν χρόνον προβιβάζονται κατ’ ἐκλογὴν, εἰς πλήρωσιν
437χηρευουσῶν θέσεων, λοχαγῶν μὲν καὶ ὑπολοχαγῶν μέχρι
438τοῦ τρίτου, ταγματαρχῶν δὲ μέχρι τοῦ ἡμίσεως, οἱ ἐν δια-
439γωνισμῷ πρωτεύοντες. — Καταργηθέντος τοῦ βαθμοῦ τοῦ
440ἀνθυπασπιστοῦ, ἐπετράπη ἐξαιρετικῶς, ὅπως ἀπονέμηται
441οὗτος εἰς ὑπαξιωματικούς, ἔχοντας μακρὰν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ
442μὴ κεκτημένους τὰ πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν
443ὑπαξιωματικῶν προσόντα, καὶ ὅπως προβιβάζωνται οὗτοι
444εἰς πλήρωσιν ὡρισμένης μερίδος τῶν κενῶν θέσεων ἀνθυπο-
445λοχαγῶν. Καὶ ἡ διάταξις μὲν αὕτη καλῶς ἔχει, ἀλλὰ δὲν
446δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἕνεκα τῆς μὴ ὑπάρξεως κενῶν ἐν
447ταῖς θέσεσι τῶν ἀνθυπολοχαγῶν. Εἰς τοὺς ἐξερχομένους ἐκ
448τῆς Σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν παρέχεται τὸ δικαίωμα
449τοῦ προβιβασμοῦ εἰς ἀνθυπολοχαγοὺς καὶ ἂν πᾶσαι αἱ
450ὀργανικαὶ θέσεις ὦσι πλήρεις....
451§24ΚΟΡΠΑΣ. Ὡς ὑπεραρίθμων.
452§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἑπομένως, ὡς εἶπεν ὁ
453κ. Βουλευτὴς, ὡς ὑπεραρίθμων. Τὸ δικαίωμα τοῦτο πρέπει
454νὰ παρασχεθῇ καὶ εἰς τοὺς περὶ ὧν εἴρηται, ὅπως τελε-
455σφορήσῃ ἡ ὑπὲρ αὐτῶν πρόνοια τῶν κειμένων νόμων καὶ
456ὑπάρξῃ κατὰ τοῦτο ἰσότης. Ἀφοῦ ὁ νόμος χορηγεῖ εἰς
457τοὺς ἐξερχομένους ἀπὸ τῆς Σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν
458τὸν προβιβασμὸν, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ὑπάρχουσι κενὰ,
459ὁ αὐτὸς κανὼν δέον νὰ ἰσχύῃ καὶ ὑπὲρ τῶν προβιβαστέων
460ὑπαξιωματικῶν, τῶν μὴ διελθόντων διὰ τῆς Σχολῆς. Τὸ
461ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον ἐπιτρέπει, ὅπως προβιβάζων-
462ται ὑπαξιωματικοὶ εἰς ἀνθυπασπιστὰς, καὶ ἀνθυπασπισταὶ
463εἰς ἀνθυπολοχαγοὺς, ἐὰν, πληροῦντες κατὰ τ’ ἄλλα τοὺς
464ὅρους τῶν κειμένων νόμων, δὲν ὑπερβαίνωσιν ἐντὸς διετίας
465τοὺς 12 εἰς τὸ πεζικὸν, 3 εἰς τὸ ἱππικὸν, 3 εἰς τὸ πυροβο-
466λικὸν, ἕνα εἰς τὸ μηχανικὸν καὶ ἕνα εἰς τοὺς νοσοκόμους.
467Ἐπίσης ὡς πρὸς τοὺς ὑπαξιωματικούς, τοὺς διακριθέντας ἐπὶ
468ἀνδραγαθίᾳ, παρουσιάζεται περίπτωσις, χρήζουσα νομοθε-
469τικῆς προνοίας. Οἱ ὑπαξιωματικοὶ οὗτοι, κατὰ τὸν νόμον, ὡς
470εἶχεν, ὅτε ἐψηφίσθη, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἄλλην στρα-
471τιωτικὴν νομοθεσίαν τοῦ Κράτους, ἠδύναντο νὰ προβιβα-
472σθῶσιν ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ, ὡς ἐκ τοῦ χρόνου τῆς
473ὑπηρεσίας, διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ ἰσχύουσα
474στρατιωτικὴ νομοθεσία ἀπῄτει διὰ τὸν λοχίαν διετῆ ὑπη-
475ρεσίαν καὶ διὰ τὸν ἐπιλοχίαν ἑνὸς ἔτους ὑπηρεσίαν, ὅπως
476ἐπιτρέπηται ὁ προβιβασμὸς εἰς ἀνθυπασπιστήν· ἀλλὰ τὸ
4771885 ἐψηφίσθη νόμος, καθ’ ὃν ἀπητήθη χρονικὴ ὑπηρεσία
478πρὸς προβιβασμὸν τοῦ ὑπαξιωματικοῦ εἰς ἀνθυπασπιστὴν
479δεκαετής· δὲν ἐγένετο δὲ διάκρισις, ὅπως μὴ ὑπάγωνται εἰς
480τὴν ἀπαίτησιν ταύτην οἱ τῆς κατηγορίας, περὶ ἧς πρόκει-
481ται, ὑπαξιωματικοί. Τόσον πρόδηλος εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς
482ἐξαιρέσεως, ὥστε ἠγέρθη ζήτημα, ἄν, καὶ μὴ ἀναγραφομέ-
483νης ἐξαιρέσεως ἐν τῷ νόμῳ, δὲν ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ ἡ ἐξαί-
484ρεσις αὕτη, ὡς ἐξυπακουομένη. Ἐδιστάσαμεν ν’ ἀναγνωρί-
485σωμεν τοῦτο, ὡς ἱκανῶς ἐνδεικνυόμενον, ἐθεωρήσαμεν δὲ, ὅτι
486ἔπρεπεν ἡ ἐξαίρεσις ν’ ἀναγραφῇ ἐν νόμῳ, καθορίζοντι, ὅτι
487οἱ ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ προβιβαζόμενοι ὑπαξιωματικοὶ δύνανται
488νὰ προβιβασθῶσιν καὶ ἂν μὴ ἔχωσι τὸ προσὸν τοῦ νόμου
489τοῦ 1885, δηλ. δεκαετῆ ὑπηρεσίαν. Κατὰ τὸ ὑποβαλλό-
490μενον νομοσχέδιον, οὐδεμία ὡς πρὸς αὐτοὺς ἀπαιτεῖται διαρ-
491κὴς ὑπηρεσία· ἀρκεῖ νὰ πληρῶσι τοὺς ἄλλους ὅρους, τοὺς
492παρέχοντας τὸ προσὸν τοῦ ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ προβιβασμοῦ.
493Ἤδη, ὅτε λειτουργεῖ ἡ Σχολὴ τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ
494ἔχομεν ἐν τῷ στρατῷ ἀνθυπολοχαγούς, οὐχὶ μόνον ὅσους
495ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ καθορίζει, ἀλλὰ καὶ ὑπεραρίθ-
496μους, ἡ ἐπικρατοῦσα ἀνέκαθεν διάταξις, καθ’ ἣν ἐπιτρέπε-
497ται ἡ κατάταξις ἐν τῷ στρατῷ ἀξιωματικῶν ἐκπαιδευθέν-
498των ἐν ξέναις σχολαῖς, καθίσταται σόλοικος. Ἡ διάταξις
499αὕτη δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσι κενά·
500θὰ ἠδύνατο προσέτι νὰ ᾖναι ἀνεκτή, ἐὰν ἐγίνετο χρῆσις
501αὐτῆς πρὸς σπουδὴν ἐν ἐπιστημονικαῖς σχολαῖς καὶ πρὸς
502κατάταξιν ἐνταῦθα εἰς τὰ ἐπιστημονικὰ ὅπλα· ἀλλ’ ἡ
503διάταξις αὕτη ἡ νομοθετικὴ πρακτικὴν ἐφαρμογὴν ἔλαβε
504μόνον ὡς πρὸς τὸ πεζικὸν καὶ ὡς πρὸς τὸ ἱππικόν. Ἐν τοῖς
505ὅπλοις δὲ τούτοις ἤδη οὐ μόνον ἔχομεν τοὺς κατὰ τὸν ὀρ-
506γανισμὸν ἀνθυπολοχαγούς, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ πολλῷ πλείο-
507νας. Ἐὰν δὲν εἴχομεν τὸν ἀριθμόν, καίτοι κατ’ ἀρχὴν
508δὲν εἶναι συμφέρον ἐν τῷ στρατῷ νὰ ὑπάρχῃ ἐκπαίδευσις
509τῶν ἀξιωματικῶν ποικίλη, καίτοι τὸ ὁμοιόμορφον τῆς
510ἐκπαιδεύσεως τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι ἓν τῶν στοιχείων τῆς
511ἀγαθῆς λειτουργίας τοῦ στρατοῦ, οὐχ ἧττον, χάριν τῆς
512πληρώσεως τῶν κενῶν, ἡ διάταξις αὕτη ἴσως ὑπηγορεύετο·
513καὶ πράγματι ἐν ἐποχῇ προγενεστέρᾳ ἐλειτούργησεν ἐπ’
514ὠφελείᾳ ἴσως τοῦ στρατοῦ. Σήμερον ὅμως ἀναντιῤῥήτως
515λειτουργεῖ ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ στρατοῦ. Ὑποβάλλω ἄρα νομο-
516σχέδιον, καταργοῦν τὸν νόμον, τὸν ἐπιτρέποντα τὴν κατά-
517ταξιν ἐν τῷ στρατῷ ὡς ἀξιωματικῶν τῶν ἐν ξέναις σχο-
518λαῖς ἐκπαιδευομένων, ἐξαιρέσει μόνον τῶν ἤδη εὑρισκομέ-
519νων ἐν ταῖς σχολαῖς ταύταις....
520§26ΚΟΡΠΑΣ. Ἐπὶ βλάβῃ τῶν δικαιωμάτων τῶν ἄλλων;
521§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως.
522§28ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁρίζει τὸν χρόνον, ἀπὸ τοῦ
523ὁποίου ἄρχονται λογιζόμενοι ἐκεῖνοι, οἱ ἐν Εὐρώπῃ;
524§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οἱ εἰσαγόμενοι εἰς τὰς σχολὰς ἐκείνας
525ποιοῦνται δήλωσιν. Ἀπό τινων δὲ μηνῶν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
526Στρατιωτικῶν, ἔχον σκοπὸν νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτον νομοσχέ-
527διον, ἠρνήθη νὰ δεχθῇ τοιαύτας δηλώσεις. Ἐν τῷ δικαιώματί
528του, ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν προτίθεται νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸ ἑξῆς
529τὴν συναινέσει αὐτοῦ εἰσαγωγὴν ἐν ξένοις στρατιωτικοῖς
530σχολείοις· ἑπομένως ἤδη ἔχομεν ἐποχὴν καθωρισμένην, τὴν
531ἀπὸ τῆς δηλώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι
532δὲν ἐπιτρέπει τὴν εἰσαγωγὴν ἐν ξέναις σχολαῖς ἀδείᾳ τοῦ
533Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.
534§30ΚΟΡΠΑΣ. Ἐξαιροῦνται οἱ ἤδη ἀδείᾳ τῆς Κυβερνήσεως
535σπουδάζοντες;
536§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως· τὸ εἶπον.
537§32ΚΟΡΠΑΣ. Εἶναι πολλοὶ τοιοῦτοι;
538§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι πολλοί.
539Ἀνήγγειλα, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κυκλά-
540δων πρό τινων ἡμερῶν, ὅτι θὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον, τρο-
541ποποιοῦν ἔν τισι τὸν περὶ στρατολογίας νόμον. Αἱ κυριώτε-
542ραι τροπολογίαι, αἱ εἰσαγόμεναι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τού-
543του, ἀνάγονται πρῶτον εἰς τὴν ἀφομοίωσιν τῶν περιπτώ-
544σεων τῶν ἀπαλλαγῶν, τῶν μετὰ τὴν ἐργασίαν τοῦ Στρατο-
545λογικοῦ Συμβουλίου, ἢ τὴν κατάταξιν, καὶ τὴν ἀπαλλα-
546γὴν τῶν πρὸ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβου-
547λίου· διότι ὁ νόμος δὲν περιλαμβάνει ἐν ταῖς περιπτώσεσι,
548ταῖς ἐπιτρεπούσαις τὴν ἀπαλλαγήν, ὅταν αὗται παρουσιά-
549ζωνται μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου
550ἢ μετὰ τὴν κατάταξιν, πάσας τὰς ἐν τῇ γενικῇ διατάξει
551ἀναγεγραμμένας. Φρονοῦμεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος πρὸς
552τοιαύτην διάκρισιν. Ὡς πρὸς δὲ τοὺς διαθεσίμους, κανονίζει
553τὸ νομοσχέδιον, ὅτι οὗτοι εἰς τὸ ἑξῆς δὲν θὰ ὑποχρεῶνται νὰ
554πληρῶσι κενὰ πάντων τῶν σωμάτων, οὐδὲ τὰ ἐξ οἱασδή-
555ποτε αἰτίας, ἀλλὰ θὰ πληρῶσι κενὰ μόνων τῶν σωμάτων,
556ἐν οἷς ὑπηρετοῦσιν, ἤτοι τοῦ πεζικοῦ καὶ τοῦ πυροβολικοῦ,
557καὶ μόνα τὰ ἕνεκα ἀνυποταξίας παρουσιαζόμενα. Προσέτι
558δὲ εἰς πλήρωσιν τῶν κενῶν ἐξ ἀνυποταξίας δὲν θὰ καλῶν-
559ται οἱ ἀποχωρήσαντες ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ διαθέ-
560σιμοι, ἀλλὰ θὰ τηρῶνται οἱ ὑπηρετοῦντες ἐν ταῖς τάξεσιν,
561ὅτε διετάχθη ἡ πλήρωσις τοῦ κενοῦ. Οὕτω νομίζω, ὅτι
562ἱκανοποιεῖται ἡ ἀπαίτησις, περὶ ἧς ἐποιήσατο λόγον καὶ ὁ
563ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων, οὐχὶ ἴσως ἐν τῇ εὐρύ-
564τητι, τῇ κατὰ τὸ παρ’ αὐτοῦ προταθὲν νομοσχέδιον, ἀλλ’
565ἐπαρκῶς. Ἑτέρα οὐσιώδης διάταξις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ
566καταργοῦσα τὰς κατὰ τὸν περὶ στρατολογίας νόμον διακρί-
567σεις τοῦ ἀντισηκώματος κατὰ λόγον τῆς μισθωτικῆς ἀξίας,
568διότι, καίτοι δικαιοτάτη, πρακτικῶς ὅμως ἐπάγεται πολ-
569λὰς δυσχερείας· ὀλίγιστοι ὑποχρεοῦνται εἰς πληρωμὴν ἀντι-
570σηκώματος ἀνωτέρου τοῦ κατωτάτου ὅρου· ἀφοῦ δὲ οἱ πλεῖ-
571στοι διαφεύγουσι τὴν ἐπ’ αὐτοὺς ἐφαρμογὴν τῆς διακρίσεως,
572ἐθεωρήθη πρέπον νὰ κανονισθῇ ὁμοιομόρφως ἐπὶ τῷ κατω-
573τάτῳ ὅρῳ τῆς μισθωτικῆς ἀξίας τὸ ἀντισήκωμα, καὶ νὰ
574ἐκλίπωσιν οὕτω πᾶσαι αἱ διατυπώσεις, εἰς ἅς, ὑφισταμένης
575κατὰ νόμον τῆς διακρίσεως, ὑποβάλλονται κατ’ ἀνάγκην
576πάντες, οἵ τε ἀνήκοντες εἰς κατηγορίαν, κατὰ λόγον τῆς
577μισθωτικῆς ἀξίας ἐπιβαρυνομένην διὰ τῆς διακρίσεως, καὶ οἱ
578ἐκ τῶν ὑστέρων καταδηλούμενοι, ὡς ἀνήκοντες εἰς τὴν κατω-
579τάτην κατηγορίαν.
580Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἤδη ὑποβάλλω εἰς τὴν Βου-
581λήν, σχετίζεται μὲν πρὸς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, διότι
582πρόκειται περὶ συστάσεως ἐν αὐτῇ τμήματος χαρτογραφι-
583κῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ὑπαγορεύεται εἰδικῶς σήμερον ἐξ ἀναγ-
584κῶν ἄλλων. Ἡ διανομὴ τῆς ἐθνικῆς γῆς καὶ οἱ νόμοι περὶ
585φυτειῶν ἐπήγαγον τοιαύτην ἀνωμαλίαν περὶ τὴν βεβαίωσιν
586τῆς κατοχῆς καὶ τῆς κτήσεως περιουσίας, ἀνηκούσης ἄλλοτε
587εἰς τὸ Ἔθνος, ὥστε ἐκ τῆς ἀβεβαιότητος ὑφίσταται μεγί-
588στην ζημίαν τὸ Δημόσιον, βλάπτονται δὲ καὶ αὐτοὶ οἱ
589δηλωταί. Αἱ ζημίαι τοῦ Δημοσίου ὑπολογίζονται ὑπερ-
590βαίνουσαι ἐτησίως τὸ ἑκατομμύριον. Τοιαύτη κρατεῖ σύγ-
591χυσις, ὥστε νόμος, κατὰ τὸ 1885 ψηφισθεὶς καὶ σήμερον ἔτι
592ἰσχύων, ἐπιτρέπει τὴν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου μίσθωσιν τῶν ἀδη-
593λώτων γαιῶν, περὶ τῶν ὁποίων οὐδεμίαν ἔχει γνῶσιν ἡ ὑπη-
594ρεσία. Ἐπιτρέπεται δὲ ἡ μίσθωσις, ἵνα διὰ ταύτης ἀνευρε-
595θῶσιν αἱ γαῖαι, αἱ ἀνήκουσαι εἰς τὸ Δημόσιον καὶ μὴ γνω-
596σταὶ εἰς αὐτό. Ὁ τρόπος οὗτος τῆς ἀνευρέσεως τῆς ἰδιοκτησίας
597τοῦ Δημοσίου εἶναι πλημμελέστατος. Προδήλως πρέπει νὰ
598κανονίσωμεν τρόπον ἄλλον, καταλληλότερον, τῆς ἐξασφαλί-
599σεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς ἀποκαλύψεως
600τῶν κατεχόντων γαίας ἐθνικὰς ἄνευ παραχωρητηρίων, ἄνευ
601δηλώσεων, μόνος δὲ τρόπος εἶναι ὁ καταρτισμὸς κτηματολο-
602γίου τῆς περιουσίας τοῦ Δημοσίου. Ἂν προέκειτο νὰ καταρ-
603τισθῇ σήμερον κτηματολόγιον τοῦ Κράτους, ἴσως ἠθέλομεν
604διστάσει ἐνώπιον ἔργου τοσοῦτον δαπανηροῦ, ἀλλά, προκει-
605μένου περὶ κτηματολογίου μόνης τῆς περιουσίας τοῦ Δημο-
606σίου, ὅπερ θὰ ἦναι ἀφετηρία τῆς συντάξεως τοῦ γενικοῦ
607κτηματολογίου τοῦ Κράτους, ἡ δυσχέρεια δὲν εἶναι ἡ αὐτή·
608διότι, καίτοι δαπανηρὸς λίαν θὰ ἦναι καὶ τοῦ περιωρισμέ-
609νου τούτου κτηματολογίου ὁ καταρτισμὸς, οἱαδήποτε ὅμως
610καὶ ἂν ᾖ ἡ δαπάνη, αἱ προσπορισθησόμεναι πρόσοδοι ὑπὲρ
611τοῦ Δημοσίου ἐκ τοῦ ἔργου θὰ ἀρκέσωσιν εἰς κάλυψιν αὐτῆς
612ὁλοκλήρου καὶ θὰ ἀφήσωσι καὶ περίσσευμα. Τούτων ἕνεκα
613ἠσχολήθημεν εἰς μελέτην τῶν κατὰ τὰ κτηματολόγια, καὶ
614ἰδίως εἰς τὰ τοῦ προσφάτου καταρτισμοῦ ὑπὸ τῆς Αὐστρια-
615κῆς Κυβερνήσεως τοῦ κτηματολογίου τῆς Βόσνας καὶ Ἐρζε-
616γοβίνης, ὅπου διεξήχθη ἐν βραχυτάτῳ χρονικῷ διαστήματι
617ἐργασία, συνήθως μετὰ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν διεκπεραιου-
618μένη· μετεκαλέσαμεν δὲ χάριν τῆς μελέτης ταύτης καὶ πρό-
619σωπον εἰδικὸν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Μετὰ βάσανον τοῦ θέ-
620ματος ἐν γενικωτέραις καὶ μερικωτέραις ἐπιτροπαῖς ἀπελή-
621ξαμεν εἰς τὴν ἰδέαν τῆς συστάσεως παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ
622τῶν Στρατιωτικῶν τμήματος χαρτογραφίας, εἰς ὃ θὰ ἀνα-
623τεθῇ εἰδικῶς ἡ σύνταξις τοῦ κτηματολογίου τῆς περιουσίας
624τοῦ Δημοσίου.
625Τἄλλα εἰσαγόμενα νομοσχέδια ἀφορῶσιν εἰς μεταῤῥυθμί-
626σεις τινὰς τῆς κειμένης νομοθεσίας, περὶ ὧν δὲν εἶναι ἀνάγκη
627νὰ ποιήσω ἰδιαιτέραν μνείαν, ἀρκεῖ ἡ ἀνακοίνωσις τῶν τί-
628τλων:
629Περὶ ἐφεδρείας τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ.
630Περὶ προσθήκης ὑπαξιωματικῶν εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς
631Διευθύνσεως τοῦ Μηχανικοῦ.
632Περὶ κανονισμοῦ θέσεως ἐπιτηρητοῦ τοῦ φωτισμοῦ τῶν
633στρατιωτικῶν κτιρίων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς.
634Περὶ νομῆς τῶν ἵππων τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυ-
635λακῆς.
636Περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου ᾼΡΟΖʹ περὶ συστάσεως
637προπαρασκευαστικοῦ σχολείου ὑπαξιωματικῶν.
638Περὶ ἀποδοχῶν τῶν ὁπλιτῶν τοῦ λόχου τῶν τηλεγρα-
639φητῶν.
640Περὶ προσλήψεως ἐν τῇ στρατιωτικῇ ὑπηρεσίᾳ ἰδιωτῶν
641ἰατρῶν, φαρμακοποιῶν καὶ ἱερέων.
642Ἐπὶ ἐπερωτήσεων διαφόρων Βουλευτῶν φέρω πίνακας
643καὶ πληροφορίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας εἶχεν
644ἐρωτήσει, πόσοι οἱ ἐν τῷ νομῷ Κεφαλληνίας δηλώσαντες
645πρὸς παραγωγὴν σούμας. Πόσοι οἱ τῆς πρώτης κατηγο-
646ρίας οἰνοπνευματοποιοί. Τί εἰσεπράχθη ἐν Κεφαλληνίᾳ ἐκ
647τοῦ νόμου περὶ πνευματωδῶν ποτῶν κατὰ δῆμον, ἤ, ἂν
648τοῦτο ἀδύνατον, κατὰ νομόν. Τὴν αὐτὴν πληροφορίαν καὶ
649διὰ τὰς λοιπὰς νήσους. Βουλευτὴς δέ τις ἐκ Μεσσηνίας
650ἐζήτησεν ὁμοίας πληροφορίας καὶ διὰ πάντας τοὺς νομοὺς
651τοῦ Κράτους. Καὶ διὰ μὲν τὰ πρὸ τοῦ 1888 ἔτους ὑπο-
652βάλλω τὸν δημοσιευθέντα πίνακα, τὸν διανεμηθέντα συνάμα
653μετὰ τοῦ τεύχους τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐκεῖ εὑρίσκονται
654πᾶσαι αἱ πληροφορίαι αὗται διὰ τὰ πρὸ τοῦ 1888 ἔτη. Διὰ
655δὲ τὸ 1888 ὑποβάλλω εἰδικὸν χειρόγραφον πίνακα.
656Ἐπὶ ἐπερωτήσεων τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς
657καὶ Βοιωτίας, εἰς μὲν τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὰ κοινοτικὰ καὶ
658ἰδιωτικὰ δάση, παρατηρῶ, ὅτι ὁ καταρτισμὸς τοῦ πίνα-
659κος, κατὰ τὰς πληροφορίας τοῦ τμήματος, θ’ ἀπαιτήσῃ
660πεντάμηνον ἐργασίαν ἑνὸς ἀποκλειστικῶς ὑπαλλήλου, αἱ δὲ
661ζητούμεναι πληροφορίαι περὶ τῆς ἐκτάσεως τῶν δασῶν καὶ
662τοῦ εἴδους αὐτῶν δὲν δύνανται νὰ δοθῶσι, διότι δὲν ἐγένετο
663καταμέτρησις αὐτῶν, οὐδὲ δύναται νὰ γενῇ, ἐὰν νόμος εἰ-
664δικὸς δὲν ὑποχρεώσῃ τὰς κοινότητας νὰ ἐνεργήσωσι κατα-
665μετρήσεις τῶν δασῶν των, καὶ διότι δὲν ἐγένετο δασολογικὴ
666αὐτῶν περιγραφή, δι’ ἔλλειψιν εἰδικοῦ προσωπικοῦ. Προσά-
667γεται μόνον πίναξ τῶν εἰς καλλιέργειαν, καταμετρήσεις
668καὶ ὁροθετήσεις τῶν δασῶν δαπανηθέντων. Προσάγεται
669ἐπίσης πίναξ τῶν ὑπὸ τοῦ Δασονομικοῦ τμήματος ἀγο-
670ρασθέντων βιβλίων κατὰ τὰ 1886, 1887 καὶ 1888.
671Ἐπηρώτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας, ἂν οἱ
672ἰδιοκτῆται τῶν οἰνοπνευματοποιείων ὑποχρεῶνται νὰ πλη-
673ρώνωσι καὶ τοὺς πεμπομένους ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν
674ἐπιτήρησιν καὶ τοποθέτησιν τῶν μηχανῶν ἐπιθεωρητὰς, καὶ
675ἂν οὗτοι λαμβάνωσιν ἐπιμίσθιον. Ἀπαντῶ, ὅτι δὲν ὑπο-
676χρεοῦνται εἰς πληρωμὴν αὐτῶν οἱ ἰδιοκτῆται, διότι οὗτοι
677πληρόνονται παρὰ τοῦ Δημοσίου τὴν κεκανονισμένην ἀπο-
678ζημίωσιν καὶ τὰ ὁδοιπορικὰ αὐτῶν ἔξοδα.
679Ἐπίσης ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε κατάστασιν τῶν δα-
680πανηθέντων διὰ προμήθειαν μηχανῶν, ἀραιομέτρων, καὶ ἄλ-
681λων τοιούτων μηχανημάτων ἀγορασθέντων. Ὑποβάλλω
682καὶ περὶ τούτου πίνακα.
683Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ἠρώτησε, τί ἐδαπανήθη ἀπὸ τοῦ
6841886 ἕως τοῦ 1888 εἰς βελτίωσιν τῶν ἁλυκῶν καὶ ὡρισμένως
685ποίων. Περὶ τούτων ὑποβάλλω σειρὰν πληροφοριῶν, τῶν ἑξῆς.
686ά) Οὐδεμία βελτίωσις τῶν ἁλυκῶν ἐνηργήθη παρὰ τοῦ
687Ὑπουργείου κατὰ τὰ ἔτη 1886, 1887 καὶ 1888, ἐκτὸς
688τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν πρὸς ἀνύψωσιν τῶν θαλασσίων
689ὑδάτων μηχανῶν, αἵτινες ἠγοράσθησαν κατὰ τὸ 1888 ἐπὶ
690τῇ βάσει σχεδίου παρὰ τοῦ ἐν Πειραιεῖ Μηχανουργείου τοῦ
691κ. Βασιλειάδου ἀντὶ δραχμῶν 13,000.
692βʹ) Οὐδεὶς προϋπολογισμὸς δαπάνης πρὸς βελτίωσιν ἁλυ-
693κῶν ἐγένετο, καθ’ ὅσον οὐδεμία βελτίωσις ἐνηργήθη κατὰ
694τὰ ἀνωτέρω ἔτη.
695γʹ) Δὲν ἐγένοντο δημοπρασίαι δι’ ἔργα βελτιώσεως ἁλυ-
696κῶν, διότι δὲν ἐξετελέσθησαν τοιαῦτα ἔργα.
697δʹ) Τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους 1889 ἀναγραφό-
698μενον χρηματικὸν ποσὸν ἐκ δραχμῶν 100,000 προτίθεται
699νὰ δαπανήσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τεχνικὰ ἔργα βελτιώσεως
700τεσσάρων ἐκ τῶν τοῦ Κράτους ἁλυκῶν, αἵτινες ἤθελον θεω-
701ρηθῆ παρ’ αὐτῆς κατάλληλοι πρὸς αὔξησιν τῆς παραγω-
702γῆς ἁλάτων, ἥτις, ἕνεκα τῆς εὐκολίας τῆς καταναλώσεως
703διὰ τῆς συστάσεως τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις εἰδικῶν ἀποθη-
704κῶν, σχεδὸν δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὴν ἐτησίαν κατανάλωσιν τοῦ
705Κράτους.
706εʹ) Μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ διαταχθῇ
707ἡ ἀναγκαία προκαταρκτικὴ ἐργασία καὶ τὰ ἀπαιτούμενα
708διαγράμματα τῶν ἐκτελεστέων τεχνικῶν ἔργων. (Ὅρα Πα-
709ράρτημα, ἀριθ. 165–180).
710§34ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπαν-
711τῶν εἰς τὴν χθεσινὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἐντίμου ἐκ Λακωνίας
712βουλευτοῦ κ. Ἀριστείδου Πετροπουλάκη, λέγω, ὅτι, κατὰ
713τὰς πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας, συνεπείᾳ ἐκφράσεως εὐχῆς
714ὁλοκλήρου τῆς πόλεως Γυθείου καὶ τῆς Λιμενικῆς Ἐπι-
715τροπῆς, συνέστη Ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν κ. κ. Βλάσση, ἐπιθεω-
716ρητοῦ τῶν Δημοσίων ἔργων, τοῦ ἀρχιμηχανικοῦ τῆς Γαλ-
717λικῆς ἀποστολῆς κ. Κελενὲκ καὶ ἄλλων, περὶ καθορισμοῦ
718τῶν ἐκτελεστέων ἐν Γυθείῳ λιμενικῶν ἔργων· οὗτοι μετέ-
719βησαν ἐπὶ τόπου, καὶ μετὰ μελέτην ἐπὶ τοῦ ζητήματος, δια-
720φωνήσαντες, ὑπέβαλον δύο ἐκθέσεις· ἤδη δὲ πρόκειται ἐν
721τῷ Τμήματι τῶν Δημοσίων ἔργων νὰ μελετηθῶσιν ἀμφότε-
722ραι αἱ ἐκθέσεις.
723Καταθέτω νομοσχέδιον περὶ διοχετεύσεως ὕδατος διὰ σιδη-
724ρῶν σωλήνων ἐντὸς τῆς πόλεως Βονίτσης δαπάνῃ τοῦ λιμε-
725νικοῦ ταμείου Βονίτσης. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 181).
726§35ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως).
727Καταθέτω τὰς ἐκθέσεις τῶν Ἐπιθεωρητῶν τῶν Δημοτι-
728κῶν Σχολείων. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ, καταθέτω πλη-
729ροφορίας καὶ ἐπὶ ἄλλων τριῶν ἐπερωτήσεων τοῦ ἐξ Αἰτω-
730λίας καὶ Ἀκαρνανίας συναδέλφου περὶ τῶν Δημοτικῶν
731Σχολείων τοῦ δήμου Ἀνακτορίων καὶ ἰδιαιτέρως τῆς πρω-
732τευούσης Βονίτσης. Ἐπίσης καταθέτω πληροφορίας ἐγγρά-
733φους περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Σχολείου Βο-
734νίτσης. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν τούτων καταφαίνεται, ὅτι
735ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Σχολείῳ Βονίτσης δὲν ἀντικατεστάθη ὁ
736μετατεθεὶς Σχολάρχης, διότι ἐν τῷ μεταξύ, ὑποβληθέντος
737τοῦ ἀπογραφικοῦ πίνακος τοῦ Σχολείου ἐκείνου, παρετη-
738ρήθη, ὅτι ἐν τῇ ἀνωτέρᾳ τάξει ἐνεγράφησαν δύο μόνον μα-
739θηταί· τούτου ἕνεκεν ἐνόμισα, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συμπληρώ-
740σωμεν τὴν θέσιν τοῦ Σχολάρχου διὰ δύο μόνον μαθητάς·
741ἐπιφυλάσσομαι δὲ, ἐν ᾗ περιπτώσει προσέλθωσι καὶ ἄλλοι
742μαθηταί, νὰ προκαλέσω διορισμὸν καὶ Σχολάρχου.
743§36ΚΟΡΠΑΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ ὑποβληθέντος νομο-
744σχεδίου, τοῦ μεταῤῥυθμίζοντος τὰς διατάξεις τοῦ στρατολο-
745γικοῦ νόμου, εἶναι καλὸν, ἂν καὶ ἡ Βουλὴ συναινῇ εἰς
746τοῦτο, ὅπως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
747νομικῶν διατάξῃ τοὺς Ταμίας νὰ δέχωνται ἀπὸ τοῦδε τὸ
748ἀντισήκωμα τῶν διαθεσίμων, τῶν ἀφιεμένων κατὰ τὸ τέλος
749τοῦ τρέχοντος μηνὸς, χωρὶς οὗτοι νὰ προσάγωσι πιστοποιη-
750τικὰ, κατὰ τὰς μέχρι τοῦδε ἰσχυούσας διατάξεις, διότι
751νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ᾖναι δυνατὸν πρὸ τοῦ τέλους τοῦ μη-
752νὸς νὰ ψηφισθῇ τὸ ὑποβληθὲν σήμερον νομοσχέδιον.
753§37ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατέθεσε
754πληροφορίας, σχετιζομένας μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν, φοβοῦ-
755μαι, μήπως ἐλησμονήθησαν αἱ περὶ τῶν εἰσπράξεων τῶν
756μονοπωλίων, ἃς ἐζήτησα καὶ ἃς παρακαλῶ αὐτὸν νὰ φέρῃ.
757§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
758ἐλησμονήθησαν. Ὅ,τι ἐνθυμοῦμαι, εἶναι, ὅτι εἶχε ζητήσει
759ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ καταθέσωμεν πίνακα τῶν εἰσπράξεων περὶ
760χαρτοσήμου τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου· καὶ σήμερον θὰ τὸν ἔφε-
761ρον, ἀλλὰ λείπουσιν αἱ εἰσπράξεις τριῶν ταμείων, καὶ διὰ
762τοῦτο δὲν τὸν προσήγαγον· θέλω ὅμως τὸν προσαγάγει ἔστω
763καὶ ἀτελῆ, ἐπιφυλασσόμενος νὰ τὸν συμπληρώσω βραδύ-
764τερον. Εἶχε ζητήσει καὶ τὸν γενικὸν πίνακα τῶν εἰσπράξεων
765τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου· τοῦτον ἴσως ὑποβάλω μετὰ 5 ἢ 6
766ἡμέρας. Τὸν περὶ χαρτοσήμου πίνακα θὰ ὑποβάλω αὔριον.
767§39ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θέλω νὰ ὑπενθυμίσω τὸν κ. Ὑπουργὸν
768τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ταμείου τῆς
769ὁδοποιΐας.
770§40ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι ἕτοι-
771μος, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐγκριθῇ καὶ κατόπιν θέλω τὸν κατα-
772θέσει.
773§41ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, θὰ παρακα-
774λέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅπως ὁρίσῃ ὁμοειδῆ
775τινα διανομὴν τῶν διαφόρων δημοσιευμάτων τῆς Βουλῆς,
776διότι εἰς ἄλλους Βουλευτὰς δίδονται ἐνταῦθα, εἰς ἄλλους δὲ
777εἰς τὰς οἰκίας των. Ὅστις δὲ δὲν τύχει ἐνταῦθα, καθ’ ἣν
778στιγμὴν διανέμονται, δὲν λαμβάνει τὰς οὕτω διανεμομένας.
779§42ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Προκειμένου περὶ πινάκων, παρατηρῶ, ὅτι
780πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ ταχυτέρας ἐκτυπώσεως αὐτῶν·
781διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλε πίνακα σὺν τῷ νομο-
782σχεδίῳ περὶ ἐπιστροφῆς πρὸς τὸ Δημόσιον τῶν ὀφειλομένων
783παρὰ τῶν δήμων ἐκ προκαταβολῶν δημοδιδασκαλικῶν
784μισθῶν, τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐψηφίσθη, ἴσως ἐγένετο ἤδη
785καὶ νόμος τοῦ Κράτους, ἀλλ’ οἱ πίνακες εἰσέτι δὲν ἐξετυ-
786πώθησαν. Προηγουμένως εἶχον ζητήσει τὰς ἐκθέσεις τῶν
787Μηχανικῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπεστάλησαν πρὸς ἐπιθεώρησιν τῶν
788ἔργων ἐν τῇ λίμνῃ Φενεοῦ καὶ Στυμφαλίας. Παρήλθεν ἴσως
789μὴν ἀφ’ ὅτου κατετέθησαν, καὶ ἐν τούτοις εἰσέτι δὲν ἐτυ-
790πώθησαν. Οἱ πίνακες οἱ κατατεθέντες μετὰ τοῦ ψηφισθέντος
791νομοσχεδίου περὶ χρεῶν τῶν δήμων εἶναι μεγίστης σημα-
792σίας, ὡς ἐνδεικνύοντες τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν ἑκάστου
793δήμου. Ὁ ἀξιότιμος κ. Σωτηρόπουλος ἐζήτησε πληροφο-
794ρίας περὶ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν δήμων, περὶ τῶν ἐσόδων
795κτλ., εἰς ἐκείνους δὲ τοὺς πίνακας περιλαμβάνονται πλεῖστα
796στοιχεῖα, ὧν χρήζομεν πρὸς μελέτην τῶν ὑποβληθέντων
797σχετικῶν νομοσχεδίων....
798§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ Τυπογραφεῖον εἶναι πολλὴ ἡ
799ἐργασία.
800§44ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπε-
801σχέθη νὰ ὑποβάλῃ καὶ τοὺς περὶ ὁδοποιΐας πίνακας τῶν
802δαπανηθέντων κατὰ νομοὺς ὑπὲρ ἔργων συγκοινωνίας ἀπὸ
803τοῦ 1881 μέχρι τοῦ 1887. Πρὸς τοῦτο θὰ ἤρκει ἐργασία
804ὀλίγων ἡμερῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀντὶ τούτων ὑπε-
805σχέθη νὰ μᾶς ὑποβάλῃ πίνακας τῶν τελεσθέντων ἔργων
806συγκοινωνίας ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασι-
807λείου· ἀλλὰ τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὴν φιλοπονίαν αὐτοῦ· ἐγὼ
808ᾐτησάμην τοῦτο μόνον, νὰ προσαγάγῃ τοὺς πίνακας, οὓς
809ἐζήτησα, καθ’ ὃ δικαίωμα μοὶ δίδει τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ
810Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς· δὲν ἐννοῶ νὰ ὑποβληθῇ ἡ ἐπερώτη-
811σίς μου εἰς οὐδενὸς τὴν λογοκρισίαν. Εἰς οὐδὲν μοὶ εἶναι
812χρήσιμον νὰ φέρῃ πίνακας τῆς καταστάσεως τῶν ὁδῶν ἐπὶ
813Τουρκοκρατίας καὶ Ἑνετοκρατίας· τοῦτο, ἂν θέλῃ ἀφ’
814ἑαυτοῦ νὰ πράξῃ, εἶναι δικαίωμά του. Ἂν παραπονῆται ὁ
815κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν ἔχει ἐπαρκὲς προσωπικὸν, ἔχω καθῆκον
816νὰ ἀντικρούσω τοιαύτην πρόφασιν, οἱ δὲ λαβόντες μέρος ὡς
817μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ δύνανται νὰ
818μαρτυρήσωσιν, ὅτι εἶναι ὑπερεπαρκεῖς οἱ ὑπάλληλοι καὶ
819πολυτελεστάτη ἡ ὑπηρεσία.
820Θὰ παρακαλέσω τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ θεραπεύσῃ
821καὶ κακόν τι, γινόμενον ἐν Ναυπλίῳ καὶ Ἄργει. Ἀξιό-
822τιμος συμπολίτης μου μοὶ γράφει, ὅτι εἰς τὰς δύο ταύτας
823πόλεις στεροῦνται πετρελαίου· νομίζω, ὅτι τὸ σχετικὸν Διά-
824ταγμα ὁρίζει, ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Ἑταιρία τῶν μονοπω-
825λίων νὰ ἀποθέτῃ ὡρισμένον ἐν ἑκάστῃ πόλει ποσὸν ἐξ ἑκά-
826στου εἴδους. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ
827διατάξῃ, ὅπως ἡ διαχείρισις τῆς Ἑταιρίας συμμορφωθῇ
828πρὸς τὸν νόμον.
829§45ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὡς εἶπον εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν,
830αἱ πληροφορίαι, ἃς ἐζήτησεν, εἶναι ἕτοιμαι, ἀλλὰ δυστυ-
831χῶς τὸ Τυπογραφεῖον δὲν προφθάνει, ὡς ἐκ τῆς πληθώρας τῆς
832ἐργασίας, ἣν ἐγέννησεν ἡ πληθώρα τῶν ἐπερωτήσεων. Ἐλ-
833λείπουσι στοιχεῖα· καὶ αὐτὰ δὲ τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς
834μετὰ δυσχερείας τυποῦνται. Πιστεύω, ὅτι κατὰ τὰς πλη-
835ροφορίας τοῦ ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ κ. Ζούζουλα, ὃν ἔχει ἀφορ-
836μὴν νὰ βλέπῃ ὁ κ. Πετρίδης, θὰ πεισθῇ, ὅτι οὕτως ἔχει τὸ
837πρᾶγμα.
838§46ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν
839ᾐτιάθην, ὅτι τὰς πληροφορίας, ἃς ἐγὼ ἐζήτησα, ἠθέλησε νὰ
840συμπληρώσῃ καθ’ ὃν αὐτὸς νομίζει τρόπον· ἀλλὰ τοιοῦτο,
841φρονῶ, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα. Ἐγὼ ἐζήτησα τὰς πληροφο-
842ρίας ἐκείνας, ἃς διετύπωσα ἐγγράφως, ἵνα δυνηθῶ νὰ μελε-
843τήσω ἐπὶ τῶν δαπανηθέντων κατὰ νομοὺς ἐκ τοῦ ταμείου
844τῆς ὁδοποιΐας ἀπὸ τοῦ 1881–1887, περὶ τούτων δ’ ἔχετε
845ἐκτυπώσει πίνακας, ἀλλὰ δὲν εἶναι συντεταγμένοι οἱ πίνα-
846κες οὗτοι κατὰ νομούς. Διὸ δὲν χρειάζεται παρὰ τριῶν ἴσως
847ἡμερῶν ἐργασία ἑνὸς ὑπαλλήλου ἐμπείρου, διὰ νὰ τελειώσῃ
848ἡ ἐργασία αὐτὴ· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν
849ἀπεφάσισε νὰ φέρῃ πληροφορίας ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ
850Ἑλληνικοῦ Βασιλείου· βλέπετε δ’ ὅτι οὕτω τροποποιεῖ τὰ
851παρ’ ἐμοῦ αἰτούμενα. Ἐγὼ τὸν παρακαλῶ νὰ προσαγάγῃ,
852ὅ,τι ἐγὼ ἐζήτησα· ἄλλας πληροφορίας δὲν ἀναμένω.
853§47ΜΠΑΣΙΑΣ. Εἰς προηγουμένην Σύνοδον εἶχον ἐρωτήσει
854τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διατὶ κατήργησε τὰς
855φυλακὰς τῶν ὑποδίκων Ἰθάκης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε τότε,
856ὅτι τὰς κατήργησε, διότι ἦσαν ἑτοιμόῤῥοποι, καὶ ὅτι ἐσκέ-
857πτετο νὰ ἐπισκευάσῃ αὐτὰς καὶ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν χρῆσιν
858τῶν φυλακιζομένων. Ἀλλὰ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος οὔτε
859ἐπισκευή, οὔτε ἄλλο ἔξοδον ἐγένετο. Παρετήρησα τὸν Προϋ-
860πολογισμὸν τοῦ ἑπομένου ἔτους, ἀλλ’ οὔτε δι’ ἐπισκευήν, οὐδὲ
861διὰ συντήρησιν εὗρον κονδύλιον ἀναγεγραμμένον. Παρα-
862καλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, τί
863σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις, διότι εἶναι λυπηρόν, ἄνθρωποι,
864δικαζόμενοι ἐπὶ πλημμελήμασιν ἢ πταίσμασι, νὰ ἀποτίωσι
865τὴν ποινήν των ἐν ταῖς φυλακαῖς Ζακύνθου ἢ Κεφαλληνίας,
866μακρὰν τῶν οἰκείων των, αἱ δὲ φυλακαὶ τῆς Ἰθάκης, αἵτι-
867νες εἶναι καταλληλόταται, διότι κεῖνται ἐπὶ νησιδίου ἐντὸς
868τοῦ λιμένος, καὶ εἶναι ἀσφαλέσταται, νὰ μένωσιν ἄχρηστοι.
869Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τούτου.
870§48ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπὸ τῆς
871προηγουμένης Συνόδου, ὅτε ὑπέβαλε τὴν ἐπερώτησιν ὁ κ.
872Μπασιᾶς, ἐπῆλθε μεταβολὴ εἰς τὰ τῶν φυλακῶν, καὶ ὁ
873Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεριμνήσῃ
874περὶ ὑποθέσεως ἀναγομένης εἰς αὐτάς. Ἑπομένως δὲν δύνα-
875μαι νὰ δώσω εἰς αὐτὸν ἀπάντησιν.
876§49ΜΠΑΣΙΑΣ. Ποία μεταβολή; παρακαλῶ.
877§50ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅτι αἱ φυλακαὶ μετέβησαν εἰς τὴν ἁρ-
878μοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης.
879§51ΜΠΑΣΙΑΣ. Ὅσα λοιπὸν εἶπον πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν
880τῶν Ἐσωτερικῶν τὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς
881Δικαιοσύνης.
882§52ΣΑΚΚΗΣ. Ἐν ᾧ μεριμνῶμεν περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ
883Κράτους, ἐν ᾧ μεριμνῶμεν περὶ τῆς βελτιώσεως τοῦ στρατοῦ
884καὶ τοσούτων ἄλλων, τὴν διοίκησιν καὶ τὴν δημοσίαν ἀσφά-
885λειαν ἐγκατελείψαμεν εἰς τὴν τύχην της. Ἀναγινώσκων
886τις τὰς ἐφημερίδας καὶ ἀριθμῶν τοὺς φόνους καὶ τὰ ἐγκλή-
887ματα ἐν γένει, τὰ ἀναγραφόμενα καθ’ ἑκάστην ἐν αὐταῖς,
888ὡς τελούμενα ἔν τε ταῖς ἐπαρχίαις καὶ τῇ πρωτευούσῃ, θὰ
889νομίσῃ, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς ἀληθῆ ἐμπόλεμον κατάστασιν.
890Ἀλλά, Κύριοι, δὲν προτίθεμαι νὰ ἐξιστορήσω τὴν κατά-
891στασιν ταύτην κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτήν· ἁπλῶς μόνον
892ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, ὅπως παρατηρήσω εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν
893Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν, ὅτι ἐν Μεσσηνίᾳ ἰδίᾳ εἰς διάστημα
894τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν 10 ἀνθρωποκτονίαι διεπράχθη-
895σαν. Σᾶς ἀναφέρω ὡς παράδειγμα, ὅτι ἐν τῷ ἰδιαιτέρῳ μου
896δήμῳ, τῷ δήμῳ Κολλωνίδων, ὅστις ἦτο ὁ ἡσυχώτερος δῆμος
897τοῦ Κράτους, τολμῶ νὰ εἴπω, καὶ ἐν τῷ ὁποίῳ ἐπὶ τρια-
898κονταετίαν ὁλόκληρον εἷς μόνος συνέβη φόνος ἄλλοτε, ἤδη
899εἰς διάστημα τεσσάρων ἡμερῶν ἔχομεν δύο ἀνθρωποκτονίας
900καὶ πληθὺν ἄλλων ἐγκλημάτων. Πόθεν προέρχεται ἆρά γε ἡ
901κατάστασις αὕτη; Βεβαίως ἐκ τῆς ἐλλείψεως καταδιώξεως
902τῶν ἐγκληματιῶν. Βρίθει ἐγκληματιῶν ἡ Μεσσηνία· καθ’
903ἑκάστην ἑσπέραν ἤμην μάρτυς κατὰ τὸ θέρος, ὁσάκις μετέ-
904βαινον εἰς τὸ 10 λεπτὰ ἀπέχον τῆς πόλεως Κορώνης κτῆμά
905μου, τῆς πληθύος ταύτης τῶν φυγοδίκων, οἱ ὁποῖοι συνε-
906κεντροῦντο πέριξ ἐκεῖ, διότι εὕρισκον ἀσφάλειαν, καθόσον δὲν
907κατεδιώκοντο, εἴτε ἕνεκα προστασίας, εἴτε ἕνεκα ἐλλείψεως
908τῶν μέσων τῆς καταδιώξεως, εἴτε ἕνεκα τῆς ἀπασχολήσεως
909της Κυβερνήσεως εἰς μόνον τὸ προσφιλὲς αὐτῇ ἰσοζύγιον.
910Θὰ παρακαλέσω ὅθεν τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουρ-
911γὸν, ἵνα, συνεννοούμενος μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρα-
912τιωτικῶν, μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἀποστολῆς εἰς Μεσσηνίαν ἀνω-
913τέρου ἀξιωματικοῦ, ὡς ἐπόπτου τῶν μεταβατικῶν ἀποσπα-
914σμάτων, ὡς ἦτο ἄλλοτε ὁ κύριος Μπαϊρακτάρης, πρὸς τὸν
915ὁποῖον ἡ Μεσσηνία ὁλόκληρος ὀφείλει μεγίστας χάριτας,
916διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην, ἐπὶ μῆνας ὅλους εἶχε νὰ
917συμβῇ ἔγκλημα, ἕνεκα τῆς μετὰ ζήλου καὶ προθυμίας
918ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων του. Ὅταν λοιπὸν ἡ Κυβέρ-
919νησις θελήσῃ ν’ ἀναθέσῃ εἰς ἀξιωματικὸν δραστήριον καὶ
920τοῦ καθήκοντος τὴν καταδίωξιν τῶν ἐγκληματιῶν, νομίζω,
921ὅτι ὁ τόπος θέλει ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τοὺς ἐγκληματίας, καὶ
922τὰ ἐγκλήματα, ἂν μὴ ἐκλείψωσι, θὰ μετριασθῶσιν.
923Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δέον νὰ
924μεριμνήσῃ, ὅπως εἰς τὸ μέλλον ῥιζικώτερον κτυπήσῃ τὸ
925ἔγκλημα τῶν ἀνθρωποκτονιῶν ἰδίως, καὶ κατορθοῦται τοῦτο,
926κατὰ τὴν ἐμὴν ἰδέαν, ἐὰν εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον περὶ ὁπλο-
927φορίας αὐστηρότατον, διότι ὁ ὑπάρχων νόμος περὶ ὁπλοφο-
928ρίας καὶ ἐπιεικὴς εἶναι καὶ ἐτέθη εἰς ἀχρηστίαν, διὰ τοῦ
929νέου δὲ νόμου οἱ παρανόμως ὁπλοφοροῦντες νὰ δικάζωνται
930ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου καὶ νὰ ἐπιβάλληται αὐτοῖς
931ποινὴ σωματικὴ αὐστηροτάτη, στεροῦσα αὐτοὺς τῶν πολι-
932τικῶν δικαιωμάτων, καὶ σὺν τούτοις ἐπιβαρύνουσα αὐτοὺς
933καὶ διὰ χρηματικῆς ποινῆς οὐχὶ μικρᾶς.
934§53ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν τοὺς γνωρίζω αὐτοὺς τοὺς φόνους.
935§54ΣΑΚΚΗΣ. Δύναμαι νὰ τοὺς ἀριθμήσω, ἂν θέλετε· ἀλλ’
936ἀφοῦ δὲν θέλετε, περιορίζομαι μόνον νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι
937ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου ἐ. ἔ. ἑκατοντάδες ἐγκλημάτων βαρυτά-
938των ἔλαβον χώραν ἐν τῷ Κράτει. Τὰς παρατηρήσεις δὲ
939ταύτας ἐποίησα ἰδίᾳ, ἵνα ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς
940Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ἐκρύθμου ταύτης καταστάσεως καὶ
941ἐπικαλεσθῶ τὴν ταχίστην αὐτῆς μέριμναν, πρὸς θεραπείαν
942τοῦ κακοῦ, ὅπερ ὑπερεπλεόνασε.
943Ἐπειδὴ εὑρίσκομαι ἐπὶ τὸ βῆμα, θὰ παρακαλέσω τὸν
944ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, νὰ καταθέσῃ
945εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ δήμου Κολλωνίδων
946τοῦ ἔτους 1888, ἵνα πληροφορηθῶ, ἐν τίνι δικαιώματι, ὁ
947Δήμαρχος τοῦ δήμου τούτου προέβη εἰς τὴν ἀνακαίνισιν
948τοῦ ὑδραγωγείου τῆς πόλεως Κορώνης, χωρὶς νὰ ἐκθέσῃ τὸ
949ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθησαν χιλιάδες δραχμῶν, εἰς
950δημοπρασίαν, καθόσον, ὡς γνωρίζω, εἰς δημοπρασίαν ἐξέ-
951θηκε μόνον τὴν ἀντικατάστασιν τῶν ἐντὸς τῆς πόλεως
952πηλίνων σωλήνων διὰ σιδηρῶν. Ὡσαύτως παράπονα πολλὰ
953ἠγέρθησαν κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν λιμενικῶν ἐργασιῶν ἐν
954Κορώνῃ περὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς,
955ἀλλὰ μὴ ἐπιθυμῶν νὰ ἐπασχολήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν εἰς
956τὴν κατάθεσιν ἐν τῇ Βουλῇ ὅλων τῶν σχετικῶν ἐγγράφων,
957τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ἐργασίαν ταύτην, θὰ παρακαλέσω
958αὐτὸν, ἵνα μοὶ συστήσῃ ὑπάλληλον ἁρμόδιον, ὅπως ἐξετάσω
959ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, οὗτινος προΐσταται, τὰ κατὰ τὴν κατα-
960σκευὴν τοῦ ἔργου τούτου, καὶ ἴδω, ἂν τῷ ὄντι τὰ παρά-
961πονα ταῦτα ἔχωνται ἀληθείας, ἐνεργηθῶσι δὲ κατόπιν τὰ
962δέοντα.
963§55ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Μάλιστα.
964§56ΤΖΑΝΕΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ὁ νομὸς Μεσσηνίας εὐτυχῶς
965ἔδωκεν εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ Ἔθνους δώδεκα Βουλευ-
966τάς, ἐν οἷς καὶ τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα συνάδελφόν μου.
967Πάντες γνωρίζομεν τὸν τόπον, ὅστις ἀπέδωκεν ἡμῖν τὴν τιμὴν
968νὰ ἔλθωμεν ἐνταῦθα. Εἶναι ἀληθές, ὅτι καὶ ἐν Λακωνίᾳ, καὶ
969ἐν Μεσσηνίᾳ, καὶ ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα τελοῦνται ἐγκλή-
970ματα, καὶ τοῦτο δύναται ν’ ἀποδοθῇ εἰς ἄλλας αἰτίας, τὰς
971ὁποίας οὐ τοῦ παρόντος νὰ ἐξετάσωμεν· ἐξεύρομεν ὅμως,
972ὅτι κατοικοῦμεν ὑπὸ τὴν Μεσημβρίαν καὶ εἴμεθα εὐφάν-
973ταστοι, λίαν φιλότιμοι, καὶ ἔχομεν τὰς ἕξεις ἐκείνας, τὰς
974ὁποίας ἔχουσι λαοὶ πλούσιοι καὶ—ἂς τὸ εἴπωμεν, χωρὶς νὰ
975ἐντρεπώμεθα,—ἡμιμαθεῖς. Ταῦτα, κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι
976ἀντικείμενα ἐρεύνης, τὰ ὁποῖα δύναται ἕκαστος εἰς τὸ ἴδιον
977σπουδαστήριον νὰ σπουδάσῃ, καὶ ἐρχόμενος ἐδῶ νὰ ᾖναι
978φειδωλότερος εἰς τὴν δαπάνην τοῦ χρόνου, ὅστις διὰ τὸ
979Κοινοβούλιον εἶναι πολύτιμος. Λέγω μόνον τὸ ἑξῆς, ὅτι
980ἀληθῶς ἐν τῷ δήμῳ Θουρίας ἐγένετο εἷς φόνος πρὸ ἡμερῶν,
981καὶ ἐν Πεταλιδίῳ, ὅπου διαπληκτίζονται δύο οἰκογένειαι,
982ἐγένετο ἕτερος φόνος πρὸ πολλῶν ἡμερῶν. Δύναμαι νὰ δια-
983βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, πρὸς τὴν ὁποίαν
984ἐγὼ ἔχω σχέσεις πολιτικὰς, καὶ δύναμαι νὰ ἔρχωμαι εἰς
985ἐξηγήσεις μετὰ τῶν ἀποτελούντων αὐτὴν προσώπων, ἦτο
986διατεθειμένη νὰ εἰσαγάγῃ νόμον περὶ ὁπλοφορίας αὐστηρό-
987τατον, καὶ τοιοῦτον εἰσήγαγον ἐγὼ πολλάκις εἰς τὴν
988Βουλὴν, ἀλλὰ δυστυχῶς, ἂς τὸ εἴπωμεν, ἐν τῇ Ἑλληνικῇ
989Βουλῇ πολλοὶ νόμοι δὲν τυγχάνουσι τῆς ψηφίσεως. Ἐγὼ,
990Κύριοι, ὑπέμνησα εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ μίαν ἄλλην
991ἀνάγκην, ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν ἐνόμισα ἐπείγουσαν διὰ
992τὴν Μεσσηνίαν, τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ καταστήσῃ μονο-
993πώλιον τὴν πυρίτιδα, καὶ περὶ τούτου ὁ κ. Πρόεδρος, μετὰ
994τοῦ ὁποίου ἐπανειλημμένως ἦλθον εἰς ἐξηγήσεις, εἶναι εἰς
995θέσιν νὰ γνωρίζῃ· ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν δύναται οὐδεὶς
996ἐξ ἡμῶν, μὲ τὴν διέπουσαν τὴν Βουλὴν κατάστασιν, νὰ
997πιστεύσῃ, ὅτι τοιοῦτοι νόμοι, ἀληθῶς ἀναγκαιότατοι,
998δύνανται νὰ ψηφισθῶσιν. Ἀπό τινος συμβαίνει ἓν μόνον
999πρᾶγμα, ὅτι ἐντεῦθεν (δεικνύει τὴν δεξιὰν) λέγονται λόγοι,
1000καὶ ἐκεῖθεν (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ἐκτοξεύονται ὕβρεις καὶ
1001παίζουσιν ἐν οὐ παικτοῖς, καὶ ἕκαστος ἐξ ὑμῶν, Κύριοι,
1002(ἀπευθύνεται πρὸς τὴν ἀριστερὰν) ἔρχεται διατεθειμένος μὲ
1003ἓν μάθημα, νὰ τὸ λέγῃ καθ’ ἑσπέραν. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατά-
1004στασις τοῦ Κοινοβουλίου.
1005§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερη-
1006σίας διατάξεως;
1007§58ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Πολὺ βιάζεσθε. Ἔχομεν τὸ
1008ζήτημα τῆς ὑποθέσεως Τάκη.
1009§59ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1010§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Καΐρης). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν
1011διάταξιν.
1012§61ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὄχι, κύριε Πρόεδρε, μὴ βιά-
1013ζεσθε. Ὁ κ. Μπουφίδης ἔχει τὸν λόγον.
1014§62ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Οὕτω διεξαγομένης τῆς συζητήσεως,
1015ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν μοὶ ἐπιβάλλεται ἡ ὑποχρέωσις νὰ ὁμι-
1016λήσω, διότι, ἂν ὁμιλήσω, βεβαίως θὰ συντελέσω εἰς τοὺς
1017σκοποὺς, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκουσιν. Ἂν ὁμιλήσω, κύριε
1018Πρόεδρε, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐπὶ τρεῖς ἑβδομάδας θὰ ἀπολο-
1019γῶνται πολλοὶ ἐξ αὐτῶν (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν). Ἑπο-
1020μένως, ἐπειδὴ δὲν θέλω νὰ δώσω ἀφορμὴν νὰ παραταθῇ
1021ἐπ’ ἄπειρον ἡ συζήτησις, δὲν ὁμιλῶ.
1022§63ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀληθῶς, μὰ τὴν ζωήν μου, κύριε
1023Πρόεδρε, τὸ εἶδος τοῦτο τῆς τακτικῆς, ἣν ἀκολουθεῖ ὁ κ.
1024Μπουφίδης, ὡς ἀντιπρόσωπος ἐπαρχίας καὶ Κράτους, παρά-
1025ξενον εἶναι δι’ ἐμέ. Ὁ κ. Μπουφίδης νομίζει, ὅτι εἶναι εὐσυ-
1026νείδητον δι’ αὐτὸν, τὸ νὰ παραιτῆται τοιαύτης σοβαρᾶς διὰ
1027τῆς ἀγορεύσεως του ἀποκαλύψεως· διατί; Διὰ νὰ φθάσωμεν
1028εἰς τὴν πίστωσιν τοῦ Σπάρταλη, καὶ οὕτω νὰ τελειώσωμεν
1029τέλος πάντων, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν, ἐντὸς 24 ὡρῶν τὰς ἐργα-
1030σίας τῆς Βουλῆς, νὰ φύγωμεν ἐντεῦθεν καὶ νὰ μεταβῶμεν
1031εἰς τὰς ἐπαρχίας μας, νὰ ἀφήσωμεν δὲ τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ
1032ἀσχοληθῶσιν εἰς τὴν ἐξομάλυνσιν τῶν ἀπαιτήσεων τῶν κυ-
1033ρίων συναδέλφων, νὰ διαπράττωνται ἐγκλήματα τερατώδη
1034ἐν ταῖς ἐπαρχίαις μας, καὶ χάριν τοῦ κ. Μπουφίδου νὰ μὴ
1035δυνάμεθα νὰ παραπονεθῶμεν, τὰ ὁποῖα ἐγκλήματα ἐνθαῤ-
1036ῥύνουσιν αἱ χάριτες εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συντελοῦσιν εἰς τὴν
1037διατάραξιν τῆς τάξεως καὶ οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν νὰ φιμώ-
1038σωσι τὸ στόμα τοῦ κ. Μπουφίδου.
1039§64ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταί,
1040τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐπερωτήσεως, ἡ ὁποία ἐπὶ τόσας συνε-
1041δριάσεις ἀπασχολεῖ ἤδη τὴν Βουλήν. Δύο διακεκριμέναι αἰ-
1042τιάσεις ἀπεδόθησαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
1043Ἡ μία ἀφορᾷ εἰς πράξεις τῶν ὑπ’ αὐτὸν δικαστικῶν ὑπαλ-
1044λήλων, ἡ ἑτέρα ἀφορᾷ ἀμέσως εἰς πράξεις αὐτοῦ τοῦ Ὑπουρ-
1045γοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ πρώτη αἰτίασις εἶναι, ὅτι μήνυ-
1046σις, δοθεῖσα ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐπὶ μακρὸν χρό-
1047νον διετέλεσεν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐνεργείας. Ἡ αἰτίασις αὕτη
1048εἶναι ἐντελῶς βάσιμος καὶ ἀποδεδειγμένη, διότι ὁ κύριος
1049Ὑπουργὸς ἐβεβαίωσε τὴν Βουλήν, ὅτι ἐπὶ τῆς μηνύσεώς
1050του, ἀφ’ ἧς ἐδόθη μέχρι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, οὐδὲν ἀπο-
1051λύτως εἶχεν ἐνεργηθῆ. Τίς, Κύριοι, ὁ λόγος τῆς ἀκατα-
1052νοήτου ταύτης ἀδρανείας τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης ἐν αὐτῇ
1053τῇ πρωτευούσῃ; Ἂν ἐπὶ μηνύσεως αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουρ-
1054γοῦ τοιαύτην ἐπιδεικνύῃ ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη ἀδράνειαν,
1055τί νὰ ὑποθέσωμεν πλέον περὶ τῶν λοιπῶν μηνύσεων, τῶν
1056παρ’ ἁπλῶν ἰδιωτῶν διδομένων; Τίς, ἐπαναλαμβάνω, λοι-
1057πὸν ὁ λόγος τῆς ἀκατανοήτου ταύτης ἀδρανείας; Ὁ κ.
1058Ὑπουργὸς περιωρίσθη νὰ δηλώσῃ ἡμῖν, ὅτι ἡ ἀδράνεια
1059αὕτη συμπίπτει μὲ τὴν ἐνδόμυχον αὐτοῦ ἐπιθυμίαν, ἐπιθυ-
1060μοῦντος καὶ ἐπιζητοῦντος, ἵνα ἡ μήνυσις αὕτη διεξαχθῇ
1061καθ’ ὃν χρόνον δὲν θέλει κατέχει αὐτὸς τὴν ἕδραν τοῦ
1062Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Μήπως αὐτὴ ἡ ἐπιθυμία ἦναι
1063ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐπέφερε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀκατανοήτου
1064ταύτης ἀδρανείας τῆς Εἰσαγγελίας; Νομίζει ἆρά γε ὁ κ.
1065Ὑπουργὸς, ὅτι δύναται νὰ κανονίζῃ αὐτὸς τὴν πορείαν
1066τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης κατὰ τὰς ἰδιαιτέρας του ἐπιθυμίας;
1067Νομίζει, λέγω, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δικαι-
1068οῦται αὐτὸς ἐπὶ ἀτομικῆς αὐτοῦ μηνύσεως νὰ κανονίζῃ τὴν
1069πορείαν τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν τοῦ Κράτους; Ἀλλὰ δὲν
1070σᾶς φαίνεται, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι περίεργόν τι ἔχει καὶ
1071αὐτὴ αὕτη ἡ ἐπιθυμία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἵνα ἡ ἀνάκρισις
1072περατωθῇ καθ’ ὃν χρόνον πλέον αὐτὸς δὲν θὰ ἦναι Ὑπουρ-
1073γός; Ἡ πρᾶξις, ἣν κατήγγειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἂν καὶ ἠθέ-
1074λησε νὰ δώσῃ εἰς αὐτὴν τὸν χαρακτῆρα τῆς ἐξυβρίσεως τοῦ
1075ἀξιώματος, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλον χαρακτῆρα ἢ τὸν
1076χαρακτῆρα τῆς συκοφαντίας. Δὲν ἐξύβρισαν αὐτὸν προσω-
1077πικῶς. Ἀπέδωκαν εἰς αὐτὸν πράξεις, αἵτινες κατὰ τὸν Ποι-
1078νικὸν Νόμον χαρακτηρίζονται ὡς ἀδικήματα. Ἡ τοιαύτη
1079πρᾶξις εἶναι συκοφαντία καὶ καταδιώκεται ἐξ ἐπαγγέλματος,
1080ἑπομένως ἐντὸς ἑνὸς καὶ μόνον ἔτους ἡ πρᾶξις εἶναι παρα-
1081γεγραμμένη. Δὲν εἶναι λοιπὸν ποτὲ δυνατὸν νὰ πραγματο-
1082ποιηθῇ ἡ ἐπιθυμία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης,
1083ἵνα ἡ μήνυσις αὐτοῦ διεξαχθῇ ἰσχυόντων τῶν διαδόχων.
1084Ἀλλ’ ἔχει καὶ ἕτερόν τι τὸ ἀξιοπερίεργον ἡ τοιαύτη ἐπι-
1085θυμία. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἀπεδόθησαν πράξεις βδελυραὶ,
1086πράξεις ἀναιροῦσαι τὴν ἠθικὴν ἀξίαν καὶ τοῦ ἐλαχίστου
1087πολίτου, ἀλλ’ ἰδίως βαρύταται, προκειμένου περὶ τοῦ Ὑπουρ-
1088γοῦ τῆς Δικαιοσύνης, πράξεις, τὰς ὁποίας δὲν δύναταί τις
1089νὰ χαρακτηρίσῃ δεόντως. Τὰς τοιαύτας προσάψεις δὲν ἐνό-
1090μισεν, ὅτι ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ περιφρονήσῃ, ἀλλὰ
1091κατήγγειλεν αὐτὰς εἰς τὴν δικαιοσύνην. Ποῖον λοιπὸν ἦτο
1092τὸ συμφέρον αὐτοῦ; Τὸ συμφέρον αὐτοῦ ἦτο, νὰ ἐπέλθῃ
1093ταχεῖα ἀπόφασις δικαστικὴ, κηρύττουσα ἐνόχους μὲν ἐκεί-
1094νους, ἀθῶον δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν (θόρυβος).
1095§65Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχομεν, κύριε Πρόεδρε, τὸ δι-
1096καίωμα, νὰ ἀπαιτήσωμεν, ὅπως τηρηθῇ ἡ τάξις, ὅπως ἀκούηται
1097ὁ συνάδελφος ἡμῶν. Ἐὰν γίνηται θόρυβος ἔμπροσθεν ἢ ὄπισθεν
1098τοῦ Προεδρείου, εἶναι περιττὸν νὰ ἀγορεύῃ ὁ κύριος συνά-
1099δελφος καὶ ἡμεῖς νὰ καθήμεθα. Παρακαλῶ, ἐπιβάλετε σι-
1100γήν, διότι ἄλλως μὴ παραπονῆσθε, ὅτι ἐκ τῆς Ἀντιπολι-
1101τεύσεως παρεμβάλλονται προσκόμματα εἰς τὰς συνεδριάσεις.
1102§66ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡμεῖς καθήμεθα, κύριε Κωνσταντόπουλε,
1103καὶ σᾶς ἀκούομεν. Ἀλλ’ οἱ ἐκ τῆς πτέρυγός σας, παρατη-
1104ρεῖτε, ὅτι πάντες σχεδὸν ἀνεχώρησαν, τὸ ὁποῖον εἶναι περι-
1105φρόνησις πρὸς διακεκριμένον συνάδελφον αὐτῶν.
1106§67ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν παραπονοῦμαι κατὰ τῶν
1107ἀπόντων· παραπονοῦμαι κατὰ τῶν θορυβούντων.
1108§68ΦΛΕΣΣΑΣ. Ὑποβάλλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
1109(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν
1110ἀπαρτίᾳ).
1111§69ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλεγον, κύριοι Βουλευταί,
1112ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἀπεφάσισε
1113νὰ καταγγείλῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προσῆψαν εἰς αὐτὸν τὰ
1114φοβερώτερα τῶν ἀδικημάτων. Εἶχεν ἑπομένως ἠθικὸν συμ-
1115φέρον, νὰ ἐπισπεύσῃ παντὶ σθένει τὴν παρ’ αὐτῶν γενομένην
1116κατηγορίαν, ἵνα ὅσον τάχος ἀποδειχθῇ, ὅτι πᾶσαι αἱ ὑπό-
1117νοιαι, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο κατ’ αὐτοῦ νὰ γεννηθῶσιν, ἦσαν
1118ἐντελῶς ἀνυπόστατοι. Ἡ ἀδράνεια λοιπὸν τῆς ἀνακρίσεως
1119ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον, οὐχὶ μόνον αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἀποτε-
1120λεῖ αἰτίασιν, δι’ ἣν εἶναι ὑπεύθυνος αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῆς
1121Δικαιοσύνης, ἀλλὰ συγχρόνως ἐπιῤῥίπτει κατ’ αὐτοῦ, ὡς μὴ
1122ὤφειλεν, ὑπονοίας, ὅτι οὐχὶ ἐκ τῆς ἐπιθυμίας, ἵνα ἡ ὑπόθε-
1123σις διεξαχθῇ ἐπὶ τῶν διαδόχων αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐκ φόβου πρὸς
1124τὰς ἐνδεχομένας ἀποκαλύψεις τῆς ἀνακρίσεως παρέλειψε νὰ
1125ἐπιδιώξῃ τὴν ἐνέργειαν τῆς μηνύσεώς του.
1126Ἡ πρώτη λοιπὸν τῶν κατ’ αὐτοῦ ἀποδοθεισῶν αἰτιά-
1127σεων εἶναι προδήλως βασιμωτάτη.
1128Ἐκτὸς αὐτῆς ἀπεδόθη εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιο-
1129σύνης Ὑπουργὸν καὶ ἡ αἰτίασις, ὅτι ἀπένειμε χάριν εἰς
1130ὡρισμένον κατάδικον, καὶ ὁ κατάδικος οὗτος, εἰς ὃν ἡ χάρις
1131ἀπενεμήθη, συμπίπτει νὰ ἦναι αὐτὸς ἐκεῖνος, διὰ τὴν ὑπό-
1132θαλψιν τοῦ ὁποίου ἀπηυθύνθη διὰ τῆς δημοσιογραφίας μομφὴ
1133κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὀφείλομεν λοιπόν, Κύριοι, νὰ ἐξε-
1134τάσωμεν ἐν συντόμῳ, ἐὰν ἡ χάρις αὕτη, ἡ εἰς τὸν κατάδι-
1135κον ἐκεῖνον ἀπονεμηθεῖσα, δύναται νὰ θεωρηθῇ δεδικαιολο-
1136γημένη καὶ ἐπιβαλλομένη. Ἵνα κρίνῃ τις περὶ τούτου, πρὸ
1137πάντων εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίζῃ περὶ τίνος ἐπρόκειτο καὶ
1138ποῖαι αἱ πράξεις, δι’ ἃς ὁ κατάδικος οὗτος κατεδικάσθη.
1139Δὲν θέλω, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἐνοχλήσω ὑμᾶς, εἰσερχό-
1140μενος εἰς τὰς λεπτομερείας πασῶν τῶν πράξεων, αἵτινες
1141ἀπεδόθησαν εἰς τὸν κατάδικον καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἐκ κατα-
1142δικαστικῶν ἀποφάσεων προκύπτει, ὅτι ἀληθῶς ἦτο ἔνοχος.
1143Ἡ πρώτη πρᾶξις, δι’ ἧς ἀναφαίνεται εἰς τὸν ποινικὸν κόσμον,
1144εἶναι ἀληθῶς στυγερωτάτη δολοφονία. Δυστυχὴς ποιμὴν
1145μετὰ τοῦ υἱοῦ καὶ τοῦ ὑπηρέτου αὐτοῦ διέμενον ἔν τινι κα-
1146λύβῃ. Ἐμφανίζονται πρὸς τὸ ἑσπέρας ἐνώπιον τοῦ ποιμένος
1147ἐκείνου δύο ἄνθρωποι, ὡς καταθέτουσιν οἱ παθόντες μάρτυ-
1148ρες, ὄχι ἓν παιδί, ὄχι δύο παιδιά, ἀλλὰ δύο ἄνθρωποι, οἱ
1149ὁποῖοι ζητοῦσι παρ’ αὐτοῦ φιλοξενίαν, καὶ ὡς λόγον τῆς
1150φιλοξενίας προβάλλουσιν, ὅτι διέπραξαν ἔγκλημα βαρύ. Ὁ
1151ποιμὴν, καίπερ κινδυνεύων νὰ ὑποστῇ καὶ ποινικὴν ἀκόμη
1152καταδίωξιν διὰ τὸ ἄσυλον, ὅπερ ἐπρόκειτο νὰ χορηγήσῃ εἰς
1153φυγοδίκους, φιλοξένως ἀπεδέχθη τὴν αἴτησίν των, καὶ ἔμει-
1154ναν οὗτοι ἐν τῇ καλύβῃ, καὶ ἔφαγον, καὶ ἐκοιμήθησαν.
1155Ἀλλ’ ἐνῷ ἀνυπόπτως καὶ ὁ πατὴρ καὶ ὁ υἱὸς καὶ ὁ ὑπηρέ-
1156της ἐκοιμῶντο, ἐγείρονται αὐτοί, οἱ δύο δολοφόνοι, ἐν τῷ
1157τῆς νυκτὸς, καὶ πεισθέντες, ὅτι τὰ θύματα αὐτῶν
1158ἠρέμα ἐκοιμῶντο, λαμβάνουσι πυροβόλα ὅπλα καὶ πυροβολοῦ-
1159σιν ὄχι μόνον κατὰ τοῦ πατρὸς, ἀλλὰ καὶ κατὰ τοῦ υἱοῦ καὶ
1160κατὰ τοῦ ὑπηρέτου, ἐπιτίθενται δὲ κατ’ αὐτῶν διὰ ξιφῶν
1161καὶ μαχαιρῶν, καὶ τὸν μὲν πατέρα ἀποκτείνουσιν ἐντελῶς,
1162τοὺς δὲ ἄλλους δεινῶς τραυματίζουσι, σωθέντας διὰ τῆς φυ-
1163γῆς. Τοιαύτη εἶναι ἡ πρώτη πρᾶξις ἐκείνου, εἰς ὃν ηὐδόκησε
1164νὰ ἀπονείμῃ χάριν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὁ
1165ἄνθρωπος αὐτὸς οὐδεμίαν, κύριοι Βουλευταὶ, εἶχεν ἀφορμὴν
1166κατὰ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἵτινες ἐφιλοξένησαν αὐτὸν
1167καὶ τοὺς ὁποίους ἐπεχείρησε νὰ δολοφονήσῃ, ἐνῷ ἠρέμα καὶ
1168ἀνυπόπτως ἐκοιμῶντο. Ὁ σύντροφός του ἠδύνατο νὰ ἔχῃ
1169ἀφορμάς τινας καὶ ταύτας ὅμως ἐναντίον μόνον τοῦ πατρὸς,
1170οὐχὶ δὲ καὶ κατὰ τοῦ ἀθώου υἱοῦ καὶ κατὰ τοῦ ἀθωοτάτου
1171ὑπηρέτου. Καὶ ὅμως καὶ τοὺς τρεῖς ἐπεχείρησαν νὰ ἀποκτεί-
1172νωσι, καὶ ὡς ἐκ θαύματος κατώρθωσαν νὰ σωθῶσιν οἱ δύο.
1173Τοιαύτη εἶναι ἡ τραγικὴ πρᾶξις, δι’ ἧς κατὰ πρῶτον ἀνα-
1174φαίνεται εἰς τὸν ποινικὸν κόσμον ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὑπὲρ
1175οὗ ἀπενεμήθη χάρις. Ποία εἶναι ἡ δευτέρα; Εἶναι στυγερὰ
1176δολοφονία ἐν τῇ πόλει τῆς Βονίτσης, ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου
1177διαπραχθεῖσα, ἄνευ πάλιν ἀφορμῆς. Ἀντὶ χρημάτων ἀπε-
1178φάσισε νὰ ἐνεργήσῃ τὴν δευτέραν ταύτην δολοφονίαν, καὶ
1179ἀνεκαλύφθη, διότι ὁ παθὼν διέκρινε τὴν φυσιογνωμίαν αὐτοῦ,
1180ἡ ὁποία ἦτο ἀνθρώπου φέροντος μικρὸν μύστακα. Ἓν ἔτος
1181μετὰ τὴν πρώτην πρᾶξιν, κύριοι Βουλευταὶ, ἔφερεν ἤδη μύ-
1182στακα, καὶ ἦτο δυνατὸν τοιοῦτος ἄνθρωπος νὰ ἦναι δεκα-
1183τεσσάρων ἐτῶν, ὅτε ἐξετέλεσε τὴν πρώτην πρᾶξιν, ὅπως
1184ἠθέλησε νὰ τὸν παραστήσῃ πρὸς ἡμᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς
1185Δικαιοσύνης; Παρέρχονται ἔτη τινὰ, καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς
1186ἀναφαίνεται μέλος σπουδαίας ληστρικῆς συμμορίας, μεθ’ ἧς
1187διέπραξαν ἔκτοτε ληστείας ἐπὶ ληστειῶν, αἰχμαλωσίας ἐπὶ
1188αἰχμαλωσιῶν, βασάνους ἐπὶ βασάνων, ἐκβιάσεις ἐπὶ ἐκβιάσεων,
1189φόνους ἐπὶ φόνων, εἰς τρόπον ὥστε κατώρθωσαν νὰ προκα-
1190λέσωσι τὸν τρόμον καὶ τὴν ἐρήμωσιν ὁλοκλήρων ἐπαρχιῶν.
1191Καὶ ἐν τῇ συμμορίᾳ ταύτῃ τὸ σπουδαιότερον πρόσωπον παρι-
1192στᾷ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἰς τὸν ὁποῖον ἔδωκε χάριν ὁ κ. Ὑπουρ-
1193γός. Καὶ μετὰ τὰ φοβερὰ ταῦτα κατορθώματα ἐμφανίζεται
1194ἐπὶ τέλους ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα δώσῃ λόγον τῶν πρά-
1195ξεών του. Ἡ ἐκδίκασις δὲν ἠκολούθησε τὴν χρονολογικὴν
1196σειρὰν τῆς ἐκτελέσεως· ἤρχισεν ἐκ τοῦ μέσου, καὶ αἱ καταδίκαι
1197ἐπήρχοντο ἡ μία κατόπιν τῆς ἄλλης, δεσμὰ ἐπὶ δεσμῶν. Τε-
1198τάρτη πρᾶξις ἐδικάσθη ἐκείνη, ἥτις ἐξετελέσθη πρώτη, καὶ
1199ἐδικάσθη ἐνώπιον τῶν ἐν Λευκάδι Συνέδρων. Κατὰ τὴν συζή-
1200τησιν αὐτῆς μεταξὺ τῶν συνήθως προβαλλομένων ἐλαφρυντι-
1201κῶν περιστάσεων προεβλήθη καὶ ἡ ἔλλειψις τῆς νομίμου πρὸς
1202καταλογισμὸν ἡλικίας, καὶ συνεπῶς ἐτέθη ζήτημα εἰς τοὺς
1203ἐνόρκους περὶ τῆς ἡλικίας τοῦ κατηγορουμένου. Ἀποτέλε-
1204σμα τῆς ἐτυμηγορίας τῶν ἐνόρκων, ἄνευ τῆς παραδοχῆς
1205τοῦ ζητήματος τούτου, ἦτο ἡ ἐπιβολὴ θανατικῆς ποινῆς,
1206καὶ γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταὶ, μετὰ πόσης ἐπιμονῆς
1207ἀποφεύγουσιν οἱ ἔνορκοι νὰ παραδέχωνται ζητήματα συνε-
1208πάγοντα τὴν ποινὴν ταύτην, καὶ μετὰ πόσης εὐκολίας
1209παραδέχονται ἀνυπόστατα ἐλαφρυντικὰ ζητήματα, ἵνα ἀπο-
1210φύγωσι τὴν ἐπιβολὴν αὐτῆς. Ἀλλ’ εἰς τὴν δίκην ἐκείνην
1211δὲν συμβαίνει τοιοῦτόν τι, δὲν ἐδίστασαν οἱ ἔνορκοι νὰ παρα-
1212δεχθῶσιν, ὅτι ὁ κατηγορούμενος εἶχε συμπληρώσει τὴν
1213νόμιμον ἡλικίαν, καίπερ γνωρίζοντες, ὅτι ἡ ποινὴ, ἥτις
1214ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸν κατηγορούμενον, ἦτο ὁ
1215θάνατος. Ἐκ τούτου ἀποδεικνύεται, ὅτι ὅλως ἀβάσιμος
1216ἦτο ὁ περὶ ἡλικίας ἰσχυρισμὸς τοῦ κατηγορουμένου.
1217Μετὰ τὴν καταδίκην ταύτην ἐπηκολούθησαν καὶ ἄλλαι
1218καταδίκαι, ἐν ὅλῳ 6 ἢ 7, δὲν ἐνθυμοῦμαι πόσαι, καὶ μετὰ
1219ταῦτα ὑποβάλλεται ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς
1220Δικαιοσύνης, ἵνα ἀποφανθῇ περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐκτε-
1221λέσεως ἢ μὴ τῆς θανατικῆς ποινῆς.
1222Ποῖοι, Κύριοι, κανόνες ἔπρεπε νὰ ὁδηγήσωσι τὸν κ.
1223Ὑπουργὸν εἰς τὴν ἐνάσκησιν τοῦ ὑψηλοῦ ἐκείνου προνομίου
1224τῆς χάριτος; τί ὤφειλε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει, ἵνα σχηματίσῃ
1225πεποίθησιν καὶ προβῇ εἰς ὁριστικὴν περὶ τοῦ πρακτέου ἀπό-
1226φασιν; Ἠκούσατε αὐτοῦ, λέγοντος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου,
1227ὅτι δὲν ὤφειλε νὰ λάβῃ ἄλλο τι ὑπ’ ὄψει, εἰμὴ τὴν πρᾶξιν
1228μόνον ἐκείνην, διὰ τὴν ὁποίαν κατεδικάσθη ὁ κατάδικος εἰς
1229θάνατον. Εἰς τίνας πράξεις ὑπέπεσεν ἀκολούθως, ποίας
1230ποινὰς κατόπιν ὑπέστη, διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν εἶναι ζητή-
1231ματα ἀδιάφορα. Εὐηρεστήθη μάλιστα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ
1232τῆς Δικαιοσύνης νὰ οἰκτείρῃ ἀκόμη ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠδύ-
1233ναντο νὰ φρονῶσιν, ὅτι ὤφειλε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει οὐχὶ μόνον
1234τὴν εἰς θάνατον καταδίκην, ἀλλὰ τὸ σύνολον τῶν πράξεων,
1235αἱ ὁποῖαι ἀπεδόθησαν εἰς τὸν κατάδικον. Ἤθελεν ἔχει
1236δίκαιον, Κύριοι, ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐὰν ἡ πρᾶξις ἐκείνη, δι’ ἣν
1237κατεδικάσθη εἰς θάνατον καὶ δι’ ἣν ἐδόθη ἡ χάρις, ἦτο δυνα-
1238τὸν νὰ θεωρηθῇ, ὡς μὴ ἐκτιμηθεῖσα σύμφωνα ἀκριβῶς μὲ
1239τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ἐὰν οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι παρί-
1240στανον εἰς αὐτὸν, ὅτι ἐνδοιάζουν περὶ τοῦ χαρακτῆρος τῆς
1241πράξεως, ἐὰν ἦναι ἀναίρεσις ἢ φόνος, ἐὰν παρίστανον εἰς
1242αὐτὸν, ὅτι ἀμφιβάλλουσιν, ἐὰν εἶχε συμπληρώσει ἢ μὴ τὴν
1243νόμιμον ἡλικίαν ὁ κατάδικος. Τότε καθίστατο ἀμφίβολος
1244ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν ἡ ὀρθότης τῆς καταδίκης, καὶ ἐν τοιαύτῃ
1245περιπτώσει ἡ ἐπιβληθεῖσα ποινὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτε-
1246λεσθῇ, καὶ ἔδει νὰ μεταβληθῇ διὰ χάριτος, καὶ ἂν ὑπῆρχον
1247ἕτεραι καταδίκαι. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως τοιοῦτόν τι
1248δὲν ὑπάρχει· ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου ἐπε-
1249βλήθη συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους τῆς Πολιτείας. Ἡ πρᾶ-
1250ξις, δι’ ἣν κατεδικάσθη, ἦτο στυγερὰ δολοφονία· ἐπεχείρησε
1251νὰ φονεύσῃ τρεῖς ἀνθρώπους ἐν καιρῷ νυκτὸς ἐνεδρεύων,
1252ἀπέκτεινε τὸν ἕνα, δὲν ἠδυνήθη νὰ φονεύσῃ τοὺς ἑτέρους
1253δύο, διότι ἡ θεία πρόνοια ἔσωσεν αὐτοὺς, δεινῶς ἠκρωτη-
1254ριασμένους. Εἶχε προδήλως συμπληρώσει τὴν ἡλικίαν, ἣν
1255ὁ νόμος ὁρίζει, πρὸς πλήρη καταλογισμὸν τῶν πράξεων· ὅθεν
1256ἡ θανατικὴ ποινὴ ἐπεβλήθη σύμφωνα μὲ τὸν νόμον, καὶ
1257οὐδεὶς ὑπάρχει νομικὸς λόγος, δυνάμενος νὰ προκαλέσῃ τὴν
1258μεταβολὴν τῆς ποινῆς. Εἰς τοιαύτας περιπτώσεις τὴν μετα-
1259βολὴν τῆς ποινῆς δύνανται νὰ προκαλέσωσι μόνον ἡ ἐπιεί-
1260κεια, τὸ ἔλεος πρὸς τὸν κατάδικον· ἀλλὰ τὸ ἔλεος καὶ ἡ
1261ἐπιείκεια δὲν ἀπονέμονται, εἰμὴ ὅταν ληφθῇ ὑπ’ ὄψει πλή-
1262ρης ἡ διαγωγὴ τοῦ ἀνθρώπου, τὰ προηγούμενα αὐτοῦ, αἱ
1263πράξεις, εἰς ἃς ὑπέπεσεν, ἡ μεταμέλεια ἢ ἡ ἐπιμονὴ εἰς
1264τὴν ὁδὸν τοῦ κακουργήματος, πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ συντελέσῃ
1265εἰς διέγερσιν ἐλέους καὶ ἐπιεικείας, ἰδίως δὲ πρέπει νὰ λη-
1266φθῶσιν ὑπ’ ὄψει αἱ πολλαὶ αὗται μεταγενέστεραι πράξεις,
1267δι’ ἃς ἐπῆλθον καταδίκαι. Προκειμένου περὶ τῆς ὑπὸ τοῦ
1268Δικαστηρίου ἐπιβολῆς τῆς ποινῆς, κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ
1269νόμου, οὐ μόνον πρέπει νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψει πᾶσαι αἱ
1270καταδίκαι, ἀλλὰ συνεπάγουσι δυνάμει τοῦ νόμου καὶ ἐπαύ-
1271ξησιν τῆς ποινῆς, ἥτις ἐπιβάλλεται εἰς τὴν βαρυτέραν πρᾶ-
1272ξιν. Ὁ ἔνοχος πολλῶν ἀξιοποίνων πράξεων, λέγει ἄρθρον
1273τοῦ νόμου, τιμωρεῖται μὲ τὴν βαρυτέραν ποινὴν, ἅπασαι δὲ
1274αἱ ἄλλαι πράξεις θεωροῦνται ὡς ἰδιαίτεραι ἐπιβαρυντικαὶ πε-
1275ριπτώσεις, εἰς τρόπον ὥστε καὶ ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου ἤθε-
1276λεν ἐπιταθῆ, ἂν ἦτο δεκτικὴ αὐξήσεως. Καὶ ὅταν ὁ νόμος,
1277Κύριοι, προκειμένου περὶ ἐπιβολῆς τῆς ποινῆς, λαμβάνῃ
1278ὑπ’ ὄψει πάσας τὰς ὑπὸ τοῦ κατηγορουμένου διαπραχθείσας
1279ἀξιοποίνους πράξεις, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ληφθῶσιν ὑπ’
1280ὄψει, προκειμένου περὶ ἀπονομῆς ἐπιεικείας καὶ χάριτος;
1281Πάσας τὰς περιστάσεις ταύτας ὤφειλε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει
1282καὶ ἐκτιμήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ἵνα σκεφθῇ, ἐὰν ἔπρεπε
1283ν’ ἀπονείμῃ χάριν· καὶ ὅμως ἐπὶ τοῦ προκειμένου οὐ μόνον
1284ὁ κ. Ὑπουργός, ἀλλ’ οὐδὲ ἡ Ἐπιτροπή, ἐξ ἀνωτάτων ὑπαλ-
1285λήλων συγκροτουμένη, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει πάσας τὰς ἀφορώ-
1286σας εἰς τὸν κατάδικον περιστάσεις, ἀλλ’ ἀποφαίνεται περὶ
1287θανατικῆς ποινῆς, ὡσεὶ ἐπρόκειτο περὶ παρωνυχίδος, καὶ συν-
1288τάσσει περὶ τούτου ἔκθεσιν, δι’ ἧς, ἐπὶ τῇ βάσει ὅλως ἀορί-
1289στων καὶ ἐν πολλοῖς ὅλως ἀνυποστάτων λόγων, προτείνε-
1290ται νὰ ἀπονεμηθῇ χάρις εἰς πλείστους καταδίκους. Τοιαύτη
1291ἔκθεσις ἀποτελεῖ βαρεῖαν μομφὴν τοῦ τρόπου, καθ’ ὅν ἡ
1292χάρις ἀπονέμεται παρ’ ἡμῖν. Προκειμένου νὰ χαρισθῇ
1293θανατικὴ ποινή, εἶναι ἐπιβεβλημένον, εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς,
1294νὰ μελετῶσιν, ἐπαναλαμβάνω, τὸν καταδικασθέντα ἄνθρω-
1295πον ὑφ’ ὅλας αὐτὰς τὰς ἐπόψεις. Ἡ ἐξέτασις τῶν προη-
1296γουμένων, τῶν μεταγενεστέρων, ὅλης τῆς διαγωγῆς αὐτοῦ,
1297ἠδύνατο νὰ συντελέσῃ εἰς ἐπαύξησιν τῆς ἐπιεικείας ἢ εἰς
1298ἀπόκρουσιν αὐτῆς. Οὐδὲν τοιοῦτον ἐγένετο ἐπὶ τοῦ προκει-
1299μένου. Οὔτε ἡ Ἐπιτροπὴ, οὔτε ὁ Ὑπουργὸς ἔλαβεν ὑπ’
1300ὄψει τὸ πλῆθος αὐτὸ τῶν καταδικῶν, οὔτε εἰς τὸν Βασιλέα
1301ὑπέβαλε νύξιν τινὰ περὶ τούτου, ἵνα ἔρευνα μεγαλειτέρα
1302ἐνασκηθῇ περὶ τὴν ἐξάσκησιν τῆς ὑψηλῆς αὐτῆς προνομίας.
1303Ἀπενεμήθη εἰς 15 καταδίκους εἰς θάνατον ἡ Βασιλικὴ χάρις,
1304ὡσεὶ, ἐπαναλαμβάνω, ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐλαφροτέρας τῶν
1305ποινῶν. Δὲν εἶναι δυνατόν, Κύριοι, νὰ ἐγκρίνῃ τις τοιαύτην
1306πορείαν καὶ τοιαύτην ἐνάσκησην τῶν προνομίων τῆς χάρι-
1307τος. Μόνη ἡ τοιαύτη ἐνάσκησις ἀποδεικνύει, ὅτι ὄχι πρέ-
1308πουσα ἐκτίμησις τῶν περιστάσεων, ἀλλ’ ἱκανοποίησις ἄλλων
1309λόγων καὶ ἄλλων ἀπαιτήσεων ἠδύνατο τοιαύτην νὰ προ-
1310καλέσῃ πορείαν.
1311Δὲν θεωρῶ, Κύριοι, ὅτι ὀφείλω νὰ ἐκφράσω πρὸς ὑμᾶς
1312γνώμην περὶ τοῦ πρακτέου, προκειμένου περὶ τοιούτου κατα-
1313δίκου· εἶναι ἔμφυτος εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ἀνθρώπου ἡ ἐπι-
1314είκεια, καὶ προκειμένου μάλιστα περὶ τῆς ἐσχάτης αὐτῆς
1315ποινῆς, δὲν εἶναι εὐχάριστον ν’ ἀποφαίνηταί τις, οὔτε ὀφεί-
1316λει ν’ ἀποφαίνηται ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν ἐκλήθη δυνάμει
1317τῶν νόμων νὰ ἐκπληρώσῃ ὕψιστον πρὸς τὴν πατρίδα καθῆ-
1318κον, κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ὁποίου ὀφείλει νὰ κατα-
1319παύσῃ τὰς ὁρμὰς τῆς καρδίας του, καὶ ν’ ἀποβλέψῃ μόνον
1320εἰς τὸ μέγεθος τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἀπέναντι τῆς κοινω-
1321νίας καὶ τοῦ νόμου πρόκειται νὰ ἐκπληρώσῃ. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ
1322ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ μὴ παρατηρήσω, εἶναι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουρ-
1323γὸς δὲν ἐτήρησεν ὁμοίαν διαγωγήν, προκειμένου περὶ ἄλλων
1324καταδίκων, πρὸς τοὺς ὁποίους ἠρνήθη ν’ ἀπονείμῃ τὴν Βασι-
1325λικὴν χάριν. Ἠκούσατε τὴν ὑπόθεσιν, ἣν ὁ ἀξιότιμος προα-
1326γορεύσας ἀνέφερε πρὸς ὑμᾶς, ὑπόθεσιν, συμβᾶσαν ἐν Κερ-
1327κύρᾳ καὶ τὴν ὁποίαν γνωρίζω, διότι εἶχον τὴν ἀτυχίαν νὰ
1328ὑπερασπισθῶ ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου τοὺς καταδικα-
1329σθέντας. Ὑπῆρχον ἐν Κερκύρᾳ δύο συνέταιροι, καὶ ὁ εἷς ἐξ
1330αὐτῶν κρυφίως ἀφαιρεῖ ἀπὸ τοῦ ἑταιρικοῦ ταμείου ποσό-
1331τητα χρηματικὴν, διότι ὑπέθετεν αὐτὴν διακινδυνεύουσαν.
1332Ὡς ἐκ τούτου ἐπῆλθον μεταξὺ τῶν δύο ἐκείνων καὶ τῶν
1333οἰκείων αὐτῶν ἔριδες, καὶ φιλονεικίαι, καὶ καταγγελίαι ἀμοι-
1334βαῖαι ἐπὶ κλοπῇ καὶ τὰ τοιαῦτα. Οὕτω δ’ ἐχόντων τῶν
1335πραγμάτων, ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἑνὸς τῶν συνεταίρων συναντᾷ
1336μετὰ δύο ἡμέρας ἐν τῇ πλατείᾳ τῆς Κερκύρας τὸν ἀφαιρέ-
1337σαντα τὰ χρήματα συνέταιρον καὶ ἐξαγαγὼν πιστόλιον τὸν
1338φονεύει. Ὁ αὐτουργὸς τοῦ φόνου οὐδεμίαν εἶχεν ἄλλοτε
1339διαπράξει ἀξιόποινον πρᾶξιν, καὶ ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρι-
1340σμὸν τῆς πράξεως ἐκείνης ἠδύναντο νὰ γεννηθῶσιν εὔλογοι
1341ὑπόνοιαι, ὅτι διετέλει εἰς ἐρεθισμόν τινα, καὶ ὑπὲρ τοῦ
1342ἀνθρώπου ἐκείνου συνηγόρησεν οὐ μόνον ὁλόκληρος ὁ Δικη-
1343γορικὸς Σύλλογος τῆς Κερκύρας, ἀλλ’ ὁλόκληρος ἡ πόλις,
1344προσπαθήσασα καὶ διὰ τῆς βίας νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐκτέλεσιν
1345τῆς ποινῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, αὐστη-
1346ρὸς Κάτων, ἐπέμενεν, ἵνα ἐκτελεσθῇ ὁ νόμος. Ἀλλ’ ἡ πρᾶ-
1347ξις ἐκείνη οὐδεμίαν εἶχε βαρύτητα, παραβαλλομένη πρὸς
1348τὰς πράξεις, δι’ ἃς κατεδικάσθη ἐκεῖνος, πρὸς τὸν ὁποῖον
1349ἀπένειμε χάριν. Ἔπρεπε τοὐλάχιστον κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν
1350τῆς φοβερᾶς ταύτης ποινῆς τοῦ θανάτου νὰ τηρῶμεν μεί-
1351ζονα δικαιοσύνην, μείζονα ἀμεροληψίαν, μείζονα ἰσότητα.
1352Ἐὰν χαρίζωμεν τὴν ποινὴν τοῦ Ἀλεξίου Τάκη, ἀμφι-
1353βάλλω, ἂν θὰ εὕρωμεν βαρυτέρας περιστάσεις, ἐπιβαλλούσας
1354τὴν ἐκτέλεσιν τῆς θανατικῆς ποινῆς. Ὅταν δὲ, ἐκτελοῦντες
1355τὴν θανατικὴν ποινὴν κατὰ τοῦ Μπονάτη, δίδωμεν χάριν
1356εἰς τὸν Τάκην, ἤθελεν εἶσθαι προτιμότερον νὰ φθάσωμεν εἰς
1357τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος φίλος μου ἐκ Μεσ-
1358σηνίας Βουλευτὴς ὑποστηρίζει, ἤγουν εἰς τὴν κατάργησιν
1359τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου, ἀφοῦ οὕτω, Κύριοι, ἐφαρμόζεται.
1360§70ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρηκολούθησα, Κύριοι, τὴν προ-
1361κειμένην συζήτησιν, ὄχι μόνον μετὰ πολλῆς προσοχῆς, ἀλλὰ
1362καὶ μετὰ μεγάλης συγκινήσεως, λέγω δὲ συγκινήσεως, διότι
1363ἐγένετο λόγος περὶ λῃστῶν, ὁσάκις δὲ ἀκούω τὸ βδελυρὸν
1364τοῦτο ὄνομα, μοὶ ἐπέρχονται ὀδυνηρόταται ἀναμνήσεις,
1365διότι εἶχον τὴν ἀτυχίαν πρὸ πολλῶν ἐτῶν νὰ αἰχμαλωτι-
1366σθῶ ἀπὸ λῃστὰς, καὶ ἐξετέθη τότε εἰς κίνδυνον ἡ ζωή μου,
1367ἀπωλέσθη ἡ μικρά μου περιουσία καὶ, τὸ χειρότερον, ἔπαθεν
1368ἡ ὑγεία τῆς συζύγου μου, καὶ κατελήφθη αὕτη ἀπὸ χρόνιον
1369νόσημα, ἀπὸ τοῦ ὁποίου οὔτε ὁ χρόνος οὔτε ἡ ἐπιστήμη
1370ἠδυνήθησαν νὰ τὴν ἀπαλλάξωσι. Φοβερόν εἶναι τὸ πάθημα,
1371ὅπερ ὑπέστην, καὶ αἱ φοβεραὶ αὐτοῦ συνέπειαι θὰ μὲ παρα-
1372κολουθῶσι μέχρι τοῦ τάφου· 120,000 δραχμῶν ἕως τώρα
1373ἐπλήρωσα εἰς τὴν Τράπεζαν, καὶ ὅμως μένουσιν ἀκόμη
1374ὀφειλόμενα τὰ ⅔ τοῦ ὑπερόγκου χρέους, ὅπερ ἡ οἰκογέ-
1375νειά μου συνωμολόγησε τότε, διὰ νὰ σώσῃ τὴν κεφαλήν
1376μου ἀπὸ τοὺς κακούργους. Ἡ λῃστεία, Κύριοι, εἶναι ἡ
1377φοβερωτέρα πληγὴ, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐπισκήψῃ εἰς μίαν
1378κοινωνίαν, εἶναι δεινοτέρα καὶ ἀπὸ τὰς μᾶλλον καταστρε-
1379πτικὰς ἐπιδημίας, διότι αἱ ἐπιδημίαι ἀφαιροῦσιν ὑπάρξεις,
1380παρακωλύουσι τὴν ἐργασίαν καὶ τὰς συναλλαγὰς, ἀλλὰ δὲν
1381ἀτιμάζουσι τὸ Ἔθνος, εἰς ὃ ἐπισκήπτουσιν· ἡ λῃστεία ὅμως
1382ὄχι μόνον καταστρέφει ὑπάρξεις, ὄχι μόνον παραλύει τὰς
1383ἐργασίας καὶ τὰς συναλλαγὰς, ἀλλὰ ἐγκολάπτει ὄνειδος εἰς
1384τὸ Ἔθνος, εἰς τὸ ὁποῖον ὑφίσταται, ἀτιμάζει τὸ Ἔθνος
1385ἐκεῖνο καὶ τὸ ἀποχωρίζει τρόπον τινὰ ἀπὸ τὴν συγκοινω-
1386νίαν ὅλων τῶν ἄλλων Ἐθνῶν, διότι οὐδεὶς θέλει νὰ ἔχῃ κοι-
1387νωνίαν μὲ τὸ Ἔθνος, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάρχει λῃστεία. Ἐπέρ-
1388χονται δὲ αἱ φοβεραὶ αὗται συνέπειαι, ὄχι διότι εὑρίσκον-
1389ται ὀλίγοι τινὲς κακοῦργοι, οἱ ὁποῖοι διαπράττουσιν ἀνθρω-
1390ποκτονίας καὶ ἀφαιροῦσι περιουσίας, διότι αἱ τοιαῦται
1391ἐγκληματικαὶ πράξεις δὲν λείπουσιν ἀπὸ κἀμμίαν κοινω-
1392νίαν, ὅσον ὁμαλὴ καὶ ἂν ἦναι ἡ κατάστασίς της, ἀλλὰ
1393διότι, ὅπου ὑπάρχουν λῃσταὶ, συνυπάρχει κατ’ ἀνάγκην
1394καὶ πληθὺς ἄλλων προσώπων, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν δύναται
1395νὰ συντηρηθῇ ἡ λῃστεία· οἱ λῃσταὶ ἔχουσιν ἀνάγκην προσώ-
1396πων, διὰ νὰ τοὺς τροφοδοτοῦν, διὰ νὰ τοῖς παρέχουν ἄσυ-
1397λον καὶ τοὺς ἀποκρύπτουν, διὰ νὰ τοὺς εἰδοποιῶσι περὶ τῶν
1398διαβημάτων τῆς ἐξουσίας, ὅπως ἀποφεύγωσι τὰς καταδιώ-
1399ξεις αὐτῆς, διὰ νὰ τοῖς δίδωσι πληροφορίας περὶ τῶν προ-
1400σώπων, καθ’ ὧν δύνανται ἐπωφελῶς νὰ ἐπιτεθῶσι, καὶ τοὺς
1401πληροφορῶσι περὶ τοῦ χρόνου καὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν
1402ὁποῖον δύνανται ἀσφαλέστερον νὰ πράξωσι τοῦτο· τοιούτων
1403δὲ προσώπων, τοιούτων φίλων, ὅπως οἱ λῃσταὶ τοὺς ὀνομά-
1404ζουσι, δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην εἰς ὡρισμένον μέρος τοῦ Κρά-
1405τος, ἀλλ’ ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ εὑρίσκωσι τοιαῦτα πρόσωπα
1406εἰς πολλὰ μέρη, διότι οἱ λησταὶ δὲν περιορίζονται εἰς μικράν
1407τινα περιφέρειαν διὰ τὴν ἐξάσκησιν τοῦ μυσαροῦ ἐπαγγέλ-
1408ματός των, ἀλλὰ τὸ ἐξασκοῦσιν εἰς πολλὰς ἐπαρχίας, ἐνίοτε
1409δὲ καὶ εἰς ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν. Ὅπου λοιπὸν ὑπάρχει
1410ληστεία, ἕπεται κατ’ ἀνάγκην, ὅτι ὑπάρχει καὶ πληθὺς
1411λησταποδόχων, ἕκαστος δὲ τρέμει τὸν κίνδυνον, νὰ εὑρεθῇ ἐν
1412τῷ μέσῳ ἀφανῶν συνδρομητῶν τῆς ληστείας, καὶ κατὰ
1413πᾶσαν στιγμὴν νὰ χάσῃ καὶ τὴν ζωήν του καὶ τὴν περιου-
1414σίαν του. Καὶ κακὴ ὑπομονὴ, ὅταν οἱ φίλοι καὶ συντηρη-
1415ταὶ τῶν ληστῶν ἀπαντῶνται μεταξὺ τῶν γεωργῶν καὶ τῶν
1416ποιμένων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐκτεθειμένοι εἰς τὰς ἐπιθέσεις καὶ
1417τὰς προσβολὰς τῶν ληστῶν καὶ ἀναγκάζονται πολλάκις,
1418χωρὶς νὰ θέλουν, νὰ τοὺς ὑποστηρίξωσι. Τὸ κακὸν ὅμως
1419εἶναι μέγα καὶ ἡ ἐθνικὴ ζημία ἀνυπολόγιστος, ὅταν ἀπαν-
1420τῶνται λησταποδόχοι καὶ φίλοι τῶν ληστῶν μεταξὺ τῶν
1421ἀνωτέρων τάξεων τῆς κοινωνίας, μεταξὺ τῶν τάξεων ἐκεί-
1422νων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι νὰ φοβηθῶσιν ἀπὸ τὰς ἐπιθέσεις
1423αὐτῶν.
1424Τοιαύτη φοβερὰ κατηγορία ἀπεδόθη πρὸ δύο ἐτῶν εἰς
1425μίαν οἰκογένειαν, ἡ ὁποία κατέχει διακεκριμένην θέσιν ἐν
1426τῇ ἡμετέρᾳ κοινωνίᾳ, καὶ τῆς ὁποίας ἓν μέλος τυγχάνει
1427Ὑπουργὸς, καὶ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ἐγὼ μὲν
1428δὲν ἔδωκα πίστιν εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην, διότι δὲν εἶμαι
1429ἐκ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἁρπάζουσι πᾶσαν
1430κακολογίαν, ὅσῳ ῥυπαρὰ, ὅσῳ βρωμερὰ καὶ ἂν ἦναι τὰ
1431χείλη, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐξέρχεται, καὶ καταβάλλουσι πᾶσαν
1432προσπάθειαν νὰ τὴν συμπληρώσωσι καὶ νὰ τῇ δώσωσι
1433σάρκα καὶ ὑπόστασιν, παρασκευάζοντες ἐν ἀνάγκῃ καὶ ψευ-
1434δομάρτυρας εἰς τὰς οἰκίας των· ἀπ’ ἐναντίας, ὅσῳ σπου-
1435δαῖον καὶ ἂν ἦναι τὸ πρόσωπον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον προέρ-
1436χεται μία κατηγορία, ἐγὼ δὲν τὴν προσέχω, ἐὰν δὲν
1437συνοδεύηται ἀπὸ πραγματικὴν καὶ ψηλαφητὴν ἀπόδει-
1438ξιν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὀφείλω νὰ παρατηρήσω,
1439ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, κατὰ τῆς οἰκογενείας
1440τοῦ ὁποίου ἀποδίδοται μία τοσοῦτον βαρεῖα μομφὴ, δὲν
1441διεξήγαγε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τρόπον, ὥστε νὰ φιμώσῃ πάντα
1442τὰ στόματα καὶ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐγκολάψῃ τὸ στίγμα
1443τοῦ συκοφάντου εἰς τὰ μέτωπα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προσε-
1444πάθησαν νὰ ἐγκολάψωσι τὸ στίγμα τοῦ λησταποδόχου εἰς
1445τὸ μέτωπον αὐτοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας του.
1446Πρὸ δύο καὶ ἐπέκεινα ἐτῶν ἐφημερὶς, δημοσιευομένη ἐν
1447Ἀθήναις καὶ ἔχουσα μεγάλην κυκλοφορίαν, ἔγραψεν, ὅτι εἷς
1448ἀνώτερος δικαστικὸς ὑπάλληλος διηγεῖτο δημοσίως, ὅτι ὁ
1449ἐπιτετραμμένος τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας, δυσανασχε-
1450τῶν καὶ παραπονούμενος κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἶπε:
1451«τί ζητεῖ ἀπὸ ἐμὲ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, νὰ συλλάβω
1452τοὺς ληστάς; εἶναι καλλίτερον ν’ ἀποταθῇ εἰς τὸν συνάδελ-
1453φόν του Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης». Τὸ δημοσίευμα τοῦτο
1454ἔκαμεν ἱκανὴν ἐντύπωσιν καὶ παρήγαγε μεγάλην αἴσθησιν
1455εἰς τὴν κοινωνίαν τῶν Ἀθηνῶν. Καὶ ἦλθε μὲν μετ’ ὀλίγας
1456ἡμέρας ἐπιστολὴ τοῦ ἀνωτέρου αὐτοῦ δικαστικοῦ ὑπαλλή-
1457λου, διαψεύδουσα τὰ γραφόμενα, ἀλλ’ ἀμέσως μετὰ τοῦτο
1458ἔφθασεν ἄλλη ἐπιστολὴ πολλῶν ἐντίμων καὶ φιλικῶς πρὸς
1459τὸν κ. Πρωθυπουργὸν διακειμένων συμπολιτῶν του, οἱ ὁποῖοι
1460διέψευδον τὸν δικαστικὸν ἐκεῖνον ὑπάλληλον, καὶ ἔλεγον, ὅτι
1461εἶχεν εἰπεῖ δημοσίᾳ καὶ ἐνώπιον πολλῶν τὰ ἐν τῇ ἐφημερίδι
1462καταχωρισθέντα. Μετὰ τὴν ἐπιστολὴν ταύτην ἑπόμενον ἦτο
1463νὰ ταραχθῇ καὶ νὰ συγκινηθῇ περισσότερον παντὸς ἄλλου
1464ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ὁποῖον ἀπέβλεπεν ἡ
1465ὑπόθεσις, ἐν τῇ ἀγανακτήσει του δὲ, ἔσπευσε ν’ ἀπευθύνῃ
1466μήνυσιν πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ἀθήναις Πλημμε-
1467λειοδικῶν, ἐν ᾗ ἔγραφεν, ὅτι τὰ δημοσιευθέντα προσβάλλουσι
1468τὴν ὑπόληψίν του καὶ ὡς ἀτόμου καὶ ὡς δημοσίου λειτουρ-
1469γοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἀπῄτει ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα νὰ ἐνερ-
1470γήσῃ ἐν τάχει τὴν ἀπαιτουμένην καταδίωξιν, ὅπως δοθῇ
1471ἡ ἀνήκουσα ἱκανοποίησις. Ἅμα ἐδημοσιεύθη εἴς τινα τῶν
1472ἐφημερίδων ἡ μήνυσις αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁ πρῶτος
1473δημοσιογράφος ἐξῆλθε θρασύτερος, καὶ μηδόλως πτοηθεὶς
1474ἀπὸ τὴν καταγγελίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὸν ἐπροκάλεσεν
1475ἐπιδεικτικῶς, λέγων, ὅτι τὸν εὐχαριστεῖ διὰ τὸ διάβημά
1476του, καὶ τὸν περιμένει ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ὅπου θέλει
1477ἀποδείξει πάντα, ὅσα ἐδημοσίευσε, καὶ «ἐγὼ μὲν, προσέθετε,
1478θὰ παρασταθῶ ὡς γίγας, σὺ δὲ ὡς νάνος». Μετὰ τὴν
1479πρόκλησιν ταύτην ἑπόμενον ἦτο νὰ στενοχωρηθῇ καὶ ἀγα-
1480νακτήσῃ ἔτι μᾶλλον ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ διὰ τοῦτο πάντες
1481ἐπεριμένομεν, ὅτι ἤθελεν ἐπισπεύσει τὴν διεξαγωγὴν τῆς
1482δίκης ταύτης, ἐκ τῆς ὁποίας δὲν εἶχον ἀμφιβολίαν, ὅτι
1483ἤθελε διαλάμψει ἡ ἀθωότης του· ἀλλὰ παρῆλθον δύο ἔτη
1484καὶ τίποτε δὲν ἐγένετο· ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐτάφη εἰς τὰ ἀρ-
1485χεῖα τοῦ Πρωτοδικείου, καὶ ἴσως ἤθελε λησμονηθῆ, ἐὰν
1486δὲν ἐπήρχετο ἡ ὑπόθεσις τῆς χάριτος πρὸς τὸν Τάκην, ἕνα
1487δηλαδὴ ἐκ τῆς συμμορίας, διὰ τὴν ὁποίαν κατηγορεῖτο ἀπὸ
1488τὸν δημοσιογράφον ἐκεῖνον ὡς ἔνοχος ὑποθάλψεως. Ἄν ὁ
1489Ὑπουργὸς ἄφινε νὰ ἐκδικασθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη, καὶ λέγω
1490ἄν ἄφινε, διότι μὲ ὅλα, ὅσα καὶ ἄν λέγῃ, οὐδεὶς δύναται
1491νὰ πιστεύσῃ· ἄν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν πα-
1492ρημπόδιζε, τὰ πράγματα ἤθελον τρέξει τὸν κανονικὸν δρό-
1493μον· ἄν ἄφινε, λέγω, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν δι-
1494καιοσύνην νὰ βαδίσῃ ἐλευθέρως καὶ ἤρχετο ἡ ὑπόθεσις ἐνώ-
1495πιον τῶν Δικαστηρίων, ἐκεῖ ἤθελον παρασταθῆ, καὶ ὁ ἀνώ-
1496τερος ἐκεῖνος δικαστικὸς ὑπάλληλος, καὶ ὁ στρατιωτικὸς
1497καὶ οἱ ἔντιμοι συμπολῖται τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ πολλὰ
1498ἄλλα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἤθελον καταθέσει πάντα, ὅσα
1499γνωρίζουσι, καὶ ἑπομένως ἡ ὑπόθεσις ἤθελε λάβει τὴν ἀπαι-
1500τουμένην ἐκτύλιξιν, καὶ μία ἐτυμηγορία ἀνδρῶν ἀνεξαρτή-
1501των καὶ μὴ διδόντων τὴν ψῆφόν των ὑπὸ πολιτικὴν ἔννοιαν,
1502ἤθελεν ἔλθει, διὰ νὰ δώσῃ τέλος εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν.
1503Ἀλλὰ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἔδοξε νὰ ἀφήσῃ τὴν ὑπόθεσιν
1504νὰ ταφῇ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ παραξενεύηται, ἐὰν
1505ἔρχηται σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Αὐτὸ ἦτο πολὺ φυ-
1506σικόν. Ἀφοῦ ἐκλείσθη ἡ θύρα τῶν Δικαστηρίων, ἡ ὑπόθε-
1507σις δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· ἀλλ’
1508ὁ κατὰ πρῶτον περὶ αὐτῆς ὁμιλήσας δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει,
1509εἰμὴ μόνον μίαν μεμονωμένην πρᾶξιν τοῦ Ἀλεξίου Τάκη,
1510διὰ τὴν ὁποίαν οὗτος κατεδικάσθη εἰς θάνατον καὶ διὰ
1511τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐλόγως ἐφαίνετο, ὅτι τὸν
1512ἀπήλλαξε τῆς κεφαλικῆς ποινῆς. Εἰς τὴν ὑπόθεσιν
1513αὐτὴν περιεστράφη κατὰ πρῶτον ἡ συζήτησις, μεθ’ ἣν
1514ἐπῆλθε καὶ ἡ ψηφοφορία· ἐθαύμασα δὲ, πῶς ὁ κ.
1515Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπανεπαύθη εἰς τὴν ψηφο-
1516φορίαν ἐκείνην, ὕστερον ἀπὸ τὴν ἑρμηνείαν, ἡ ὁποία ἐδόθη
1517ἐκ μέρους πολλῶν Βουλευτῶν. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἦλθεν ἐν τῷ
1518μέσῳ τῆς ψηφοφορίας εἷς τῶν Βουλευτῶν, ἐρωτῶν μεγαλο-
1519φώνως: «ἡ ψηφοφορία αὐτὴ ἀφορᾷ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δι-
1520καιοσύνης, ἢ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον;» Εἴκοσι δὲ ἢ
1521τριάκοντα φωναὶ ἠκούσθησαν λέγουσαι: «Τὸ ὑπουργεῖον καὶ
1522ὄχι τὸν Ὑπουργόν.» «Λοιπὸν τότε, λέγω καὶ ἐγώ, ἐπανέ-
1523λαβεν ὁ Βουλευτὴς, ὅ,τι καὶ σεῖς· λέγω δηλ. Ναί.» Ἀπέβη,
1524λοιπὸν ἡ ψηφοφορία ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης,
1525οὐχὶ διότι οἱ ὑπουργικοὶ Βουλευταὶ ἐθεώρουν αὐτὸν ἐντελῶς
1526δεδικαιολογημένον, ἀλλὰ διότι ἐφοβοῦντο μήπως κλονισθῇ ἡ
1527Κυβέρνησις, γνωρίζομεν δὲ, ὅτι οἱ καθήμενοι εἰς τὴν πτέρυγα
1528ταύτην, ὅπως μὴ κλονισθῇ ἡ Κυβέρνησις, δύνανται νὰ κά-
1529μωσιν, ὄχι αὐτὴν τὴν θυσίαν, ἀλλ’ ἴσως καὶ ἄλλας, πολὺ
1530μεγαλειτέρας. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ψηφοφορίαν ἐκείνην ἐζητή-
1531θησαν πολλαὶ δικογραφίαι, αἵτινες καὶ κατετέθησαν εἰς τὸ
1532Γραφεῖον τῆς Βουλῆς. Ἐκ τῶν δικογραφιῶν αὐτῶν ἐξάγον-
1533ται περιστατικὰ, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει ἡ Βουλὴ, καθ’
1534ἣν ἡμέραν ἐγένετο ἡ ψηφοφορία. Τὰ περιστατικὰ ταῦτα, ἀνα-
1535πτυχθέντα διὰ μακρῶν ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων, ἐγείρουσι
1536πολλὰς ἀμφιβολίας, καὶ ἐνισχύουσι τὰ ἐν τῷ «Χρόνῳ τῶν
1537Ἀθηνῶν» γραφέντα. Ἔπρεπεν ἑπομένως νὰ ἀκούσωμεν τὴν
1538ἀναίρεσιν αὐτῶν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιο-
1539σύνης. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς σιωπᾷ· ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ πο-
1540ρεία, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν, δὲν
1541εἶναι ἡ συμφερωτέρα δι’ αὐτόν. Ἀφοῦ ἐλέχθησαν τόσα ἀπὸ
1542τοῦ βήματος ἐναντίον του καὶ ἐναντίον τῆς οἰκογενείας του,
1543τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον μένει εἰς αὐτὸν, ἀφοῦ ἔκλεισε τὴν θύ-
1544ραν τῶν Δικαστηρίων, εἶναι, νὰ ἔλθῃ νὰ δικαιολογηθῇ καὶ
1545νὰ προσπαθήσῃ διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἐξαλείψῃ τὰς ἐντυ-
1546πώσεις, τὰς ὁποίας αἱ ἀγορεύσεις τῶν προαγορευσάντων Βου-
1547λευτῶν ἀφῆκαν εἰς τὰ πνεύματα ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς.
1548Δὲν πρέπει νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὰς παρακελεύσεις τοῦ κ.
1549Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος, σπεύδων νὰ ζητήσῃ ἄλλα ἀντι-
1550κείμενα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρεται περισσότερον, ἀδιαφο-
1551ρεῖ διὰ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὑπόληψιν τοῦ συναδέλφου του·
1552ὁ κ. Τρικούπης θεωρεῖ τοὺς φίλους του ὡς ἁπλᾶ στοιχεῖα,
1553καὶ τοὺς μεταχειρίζεται πρὸς πραγματοποίησιν τῶν σχε-
1554δίων του. Ἀλλὰ σὺ, κύριε Βουλπιώτη, πρέπει νὰ ἐννοήσῃς,
1555ὅτι ἡ σιωπὴ δὲν σὲ ὠφελεῖ· εἰς οἵαν θέσιν περιῆλθε τὸ ζή-
1556τημα, διὰ σὲ εἶναι πολὺ φοβερὸν τὸ σιωπᾷν· ὀφείλεις νὰ
1557δικαιολογηθῇς καὶ ἀναιρέσῃς ἓν πρὸς ἓν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα
1558εἶπον οἱ προαγορεύσαντες. Ἂν τοῦτο δὲν πράξῃς, σὲ συμ-
1559βουλεύω νὰ μὴ ἐπαναπαύησαι.
1560§71ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν σκοπῶ νὰ πλέξω ἐγκώμιον, Κύριοι,
1561οὐδ’ εἰμὶ θαυμαστὴς τῶν ἀδαμάντων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ
1562τῆς Δικαιοσύνης, δι’ ὧν ἐπεζήτησεν ἀγορεύων νὰ περικο-
1563σμήσῃ ἑαυτὸν μετ’ αὐταρεσκείας· τοὺς ἀδάμαντας τούτους
1564ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴ ζηλεύσω τὴν ἑσπέραν ταύτην· οὐδὲ
1565θὰ θρηνήσω τὴν τύχην τῶν ληστευομένων καὶ κατα-
1566κρεουργουμένων ὑπὸ τῶν ληστῶν, οὔτε θὰ φιλοσοφήσω, Κύ-
1567ριοι, οὔτε θὰ ψυχολογήσω ἐπὶ τῶν παλμῶν τῶν θυμάτων
1568τῆς ληστείας· ἀλλὰ θὰ ἐκφράσω ἕνα πόνον τῆς ψυχῆς μου,
1569ὡς Ἕλλην, ὅτι ἀποκαλύπτεται σήμερον, ἔστω καὶ καθ’
1570ὑπόνοιαν, ἐντὸς τοῦ τεμένους τῆς Δικαιοσύνης, ἐντὸς τοῦ ἱεροῦ
1571ναοῦ τῆς Θέμιδος, ἀσχημία, δι’ ἣν ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ
1572καλύψῃ τὸ πρόσωπον διὰ τῶν χειρῶν του. Κύριοι Βουλευ-
1573ταί! Ἡ ληστεία, ὡς ἐκ τῶν περιπετειῶν τοῦ ἀτυχοῦς
1574τούτου Ἔθνους, εἶναι νόσος φυλετικὴ, εἶναι λείψανον τοῦ
1575ἡρωϊσμοῦ, τὸν ὁποῖον μετῆλθεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅτε ὑπὸ
1576τὸν κλοιὸν τοῦ τυράννου ἐμάχετο ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῶν δι-
1577καιωμάτων του, ἀποχωρῶν εἰς τὰ ὄρη καὶ τὰ κρυσφύγητα,
1578ἐνόπλως διαμαρτυρόμενος κατὰ τοῦ τυράννου. Ὁ παλλη-
1579καρισμὸς τῶν ὀρέων, ὅπου ὑψώθη τὸ πρῶτον ἡ πρώτη δια-
1580μαρτυρία τοῦ Ἑλληνισμοῦ, μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ τε-
1581μαχίου τούτου καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων,
1582εὗρε μυσαρὰν ἀπήχησιν, βδελυρὰν ἀπήχησιν τὴν ληστείαν,
1583εἰς ἣν μετετράπη, ἐπ’ ὀνείδει τοῦ Ἔθνους καὶ μεγίστῃ αὐτοῦ
1584ζημίᾳ, ὑλικῇ καὶ ἠθικῇ. Ὑπομιμνήσκω καὶ εἰς τοὺς πρε-
1585σβυτέρους καὶ εἰς τοὺς νεωτέρους τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ
1586ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἡλίκον ὄνειδος προστρίβεται εἰς τὸ
1587ἡμέτερον Ἔθνος ἀπὸ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν πραγμάτων,
1588ὡς ἐκ τοῦ στυγεροῦ τούτου ἐγκλήματος, τὸ ὁποῖον ὁμολο-
1589γουμένως κατεκηλίδου τὸ ἱερὸν ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ συνε-
1590χεῖς δεκαετηρίδας, καὶ μέχρι τῶν προθύρων τῆς πρωτευού-
1591σης ὑπερεκχειλίσαν. Μυρίους μετῆλθε τρόπους καὶ τὰ
1592ἔσχατα ἐφήρμοσε μέτρα ὁλόκληρος ἡ ἀνωτέρα τάξις τῆς
1593Ἑλλάδος, ἡ διέπουσα τὴν τύχην αὐτῆς. Καὶ ὅμως αἱ ῥίζαι
1594τοῦ ἐγκλήματος, τεθραμμέναι ἐκ τῶν δουλικῶν χρόνων, δὲν
1595δύνανται ν’ ἀποσπασθῶσιν. Ὑπῆρξεν ἐποχὴ, κατὰ τὴν
1596ὁποίαν ἡ νόσος τοσοῦτον εἶχε κατακλύσει τὴν κοινωνίαν,
1597ὥστε οὐχὶ ἐπὶ τῶν ὀρέων, οὐχὶ ἐπὶ τῶν κλιτύων, οὐχὶ ἐπὶ
1598τῶν δημοσίων ὁδῶν, ἀλλ’ οὔτε εἰς τὰ πρόθυρα τῆς πρωτευ-
1599ούσης ἠδύνατό τις νὰ ἐξέλθῃ ἄνευ φόβου καὶ ἄνευ ὅπλου,
1600ὡς ἐκ τοῦ φοβεροῦ τούτου τῆς κοινωνίας δεινοῦ. Ἔγκλημα,
1601τὸ ὁποῖον εἶχε κατακλύσει ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα. Ἐν-
1602θυμοῦμαι, ἤμην φοιτητὴς, ὅτε διεῖπε τὴν τύχην τῆς χώ-
1603ρας ὁ μακαρίτης Βούλγαρης, κληθεὶς ἐπὶ τούτῳ ὑπὸ τοῦ
1604ἀοιδίμου Βασιλέως Ὄθωνος, ἵνα καθάρῃ αὐτὴν τῶν καθαρ-
1605μάτων τούτων, καὶ ἵνα σώσῃ τὸν τόπον ἀπὸ τοῦ ὀνείδους,
1606ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ
1607Ἑλλὰς ἀποκλίνει ν’ ἀποκτήσῃ τοὐλάχιστον τὸ στοιχειω-
1608δέστερον γνώρισμα πεπολιτισμένης χώρας, διότι ἡ ληστεία
1609δὲν εἶναι ἓν ἔγκλημα, μοναδικοῦ δράστου· ὁ ληστὴς εἶναι
1610ἐπαναστάτης κατὰ τῆς κοινωνίας, εἶναι ἐπαναστάτης κατὰ
1611τῆς Πολιτείας, ἀθετεῖ σύμπαντα τὰ ἄρθρα τοῦ Ποινικοῦ
1612Νόμου καὶ τείνει διὰ τῆς αὐθάδους αὐτοῦ ἐπιθέσεως ἢ τῆς
1613ὕβρεως πρὸς τὸ σύνολον τὸ κοινωνικὸν, νὰ ὑποσκάψῃ αὐτὰ
1614τὰ θεμέλια τῆς κοινωνίας, ἂν δυνηθῇ, παραλύει δὲ πᾶσαν
1615κοινωνικὴν ἐνέργειαν καὶ δρᾶσιν. Μία ληστεία ὑποθέτει ἀθέ-
1616τησιν πάντων τῶν ἄρθρων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου συλλή-
1617βδην, συγκεφαλαιοῖ ἐν ἑαυτῇ τὸ σύνολον τῶν ἀδικημάτων.
1618Ἀλλ’ ἐὰν τοσοῦτον ἦναι ἄγριον ἔγκλημα ἡ ληστεία εἰς
1619πᾶν ἄλλο Κράτος, εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὡς ἐκ τῆς ἐνδημικῆς
1620αὐτῆς φύσεως, ὡς ἐκ τῶν ἱστορικῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς
1621ὁποίας μετεδόθη εἰς τὸ Ἔθνος, ἦτο ἑπόμενον νὰ ἐφελκύσῃ
1622τὴν ἐνδελεχῆ προσοχὴν καὶ τὴν πείσμονα καταδίωξιν ἁπάν-
1623των τῶν κυβερνησάντων τὴν χώραν. Ἤθελεν εἶναι μακρὸς
1624ὁ λόγος, ἂν ἐπειρώμην νὰ ἐκτραγῳδήσω τὰ δεινοπαθή-
1625ματα τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας ὑπὸ τοῦ φοβεροῦ τούτου
1626ἐγκλήματος, ἀπὸ τοῦ 1838 μέχρις ἐσχάτων, μέχρις οὗ
1627ἐκορυφώθη. Καὶ εἶναι ἀληθὴς κορύφωσις τῶν ἐκ τοῦ ἐγκλή-
1628ματος τούτου δεινῶν, ἡ σύλληψις τῶν ξένων Ἄγγλων εἰς
1629τὸ Δήλεσι. Ἐκεῖ ἐκηλιδώθη οἰκτρῶς ἡ ἐθνικὴ ἡμῶν ὑπό-
1630ληψις, παρέστη ἡ Ἑλλὰς ὁλόκληρος πρὸ τῆς Εὐρώπης ὡς
1631ὑπὸ κατηγορίαν. Ἐνθυμοῦμαι τὰ φοβερὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα
1632ἐξεσφενδόνιζον ἀπὸ τοῦ ἄστεως τοῦ Λονδίνου καὶ τοῦ ἄστεως
1633τῶν Παρισίων κατὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι
1634ὠχρίων, συναισθανόμενος τὸ μέγεθος τῆς προσβολῆς, τὸ ὁποῖον
1635προσετρίβετο κατὰ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν φιλοτιμίας. Μόνος ὁ ἀεί-
1636μνηστος Κουμουνδοῦρος ηὐτύχησε, κατωρθώσας διὰ νομοθετι-
1637κῆς προνοίας πρακτικωτάτης, νὰ σώσῃ τὸν τόπον ἀπὸ τοῦ φο-
1638βεροῦ τούτου δεινοῦ, τῆς ληστείας. Ἐνθυμεῖσθε, ὅσοι τότε πα-
1639ρεκάθησθε εἰς τὰ ἑδώλια τῆς αἰθούσης ταύτης, ὅτι ὁ νόμος περὶ
1640καταδιώξεως τῶν λησταποδόχων καὶ συγχρόνως τῶν ληστῶν,
1641ἢ ὁ περὶ ἐκτοπίσεως λεγόμενος, συνετέλεσε τελεσφόρως, ὅπως
1642ἐντὸς ἔτους καθάρῃ τὸν τόπον ἀπὸ τοῦ φοβεροῦ τούτου
1643κακοῦ, καὶ ἀνέπνευσεν ἐλευθέρως ὁλόκληρος ἡ κοινωνία, καὶ
1644ἠσθάνθημεν πάντες ἐνταῦθα ἐπελθοῦσαν τὴν ἐλευθερίαν.
1645Ἐκινήθη τὸ ἐμπόριον, ἐπανελήφθη ἀκώλυτος ἡ συγκοινωνία,
1646καὶ ἐν γένει πᾶσαι αἱ κοινωνικαὶ λειτουργίαι κατωρθώθη νὰ
1647λάβωσι τὴν τακτικὴν αὐτῶν ἐνέργειαν. Ἠδυνήθημεν δὲ νὰ
1648παραστῶμεν εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον ὡς Ἔθνος ζηλότυ-
1649πον τῆς φιλοτιμίας του καὶ τοῦ μεγάλου ὀνόματός του. Διότι
1650Ἑλλὰς καὶ ληστεία, σεβασμὸς πρὸς τὸ μέγα ὄνομα ἡμῶν
1651καὶ ληστεία, ἦσαν δύο πράγματα, τὰ ὁποῖα οὐδόλως ἠδύ-
1652ναντο νὰ συμβιβασθῶσι. Τέλος πάντων ὁ νόμος ἐκεῖνος μᾶς
1653ἔσωσεν, ἀνέπνευσεν ἡ Ἑλλὰς ὁλόκληρος, ἡ Στερεὰ καὶ Πε-
1654λοπόννησος· διότι αἱ νῆσοι εὐτυχῶς δὲν ἔπαθον, οὔτε ἦτο
1655ἠδύνατο νὰ προσβληθῶσιν ἐκ τοιαύτης κοινωνικῆς νόσου.
1656Ἀπηλλάγη ἡ κοινωνία, καὶ πολὺς παρῆλθε χρόνος, ἕως οὗ
1657δὲν ἠκούσθη κἄν οὔτε ἀπόπειρα ληστείας. Ἔλεγον ἐπὶ τέ-
1658λους, ὅτι τὸ ὄνειδος ἐξέλιπεν, ὅτι τὸ ἄγος ἐξηγνίσθη, ὅτι
1659ἀπηλευθερώθη ἡ κοινωνία ἡ Ἑλληνικὴ ἀπὸ τοῦ ὀνείδους, τὸ
1660ὁποῖον τοσοῦτον ἐκηλίδου τὸ ἐθνικὸν ὄνομα καὶ τὸ ὁποῖον
1661παρεκώλυσε τὴν κοινωνικὴν πρόοδον καὶ τὴν κοινωνικὴν λει-
1662τουργίαν τῆς κοινωνίας. Δυστυχῶς ἀπὸ δύο ἤδη ἐτῶν ἢ τριῶν
1663μετ’ ἀπορίας ἀναγινώσκω ἑκάστοτε πληροφορίας εἰς τὰς ἐν
1664ταῖς ἐφημερίσιν ἀνταποκρίσεις περὶ ληστειῶν, γινομένων ἐν
1665Θεσσαλίᾳ, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Τρικκάλων, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καρδί-
1666τσης. Σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τούτων
1667ἔπαλλεν ἡ καρδία μου, συνησθάνθην ἐν ἑαυτῷ λύπην καὶ
1668ἀγωνίαν· διότι ἐφοβούμην, ὅτι ἡ χαρά μου, αἱ ἐλπίδες μου,
1669ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀπηλλάγη τοῦ δεινοῦ τούτου, ἐκινδύνευον νὰ
1670διαψευσθῶσιν. Ἠρώτησα τοὺς ἐκεῖθεν ἐρχομένους: πῶς δὲν
1671καταδιώκεται ἡ ληστεία; τί συμβαίνει; ποῦ εἶναι οἱ Μοί-
1672ραρχοι; πῶς δὲν ἐκτοπίζονται οἱ συγγενεῖς τῶν ληστῶν;
1673Ὅταν δὲ εἷς ἐπιστάτης, μεταβὰς εἰς Θεσσαλίαν, καταγινό-
1674μενος περὶ τὴν γεωργίαν καὶ τὴν ἐπιμέλειαν μεγάλων κτη-
1675μάτων, ἐπανῆλθε, μοὶ διηγήθη, ὅτι τῷ ὄντι ἡ ληστεία ἐκεῖ
1676ἤρξατο βλαστάνουσα βλαστοὺς θαλεροὺς, ὅτι ἡ κοινωνία κα-
1677τείχετο ὑπὸ τρόμου, ὅτι τὸ ἐμπόριον δὲν ἠδύνατο νὰ κινηθῇ
1678ἐλευθέρως, καὶ ὅτι ὡρισμένα πρόσωπα, ὡς τὰ πράγματα ἐκεῖ
1679μαρτυροῦσιν, ὑποθάλπουσι τὴν ληστείαν, οἱ φόβοι μου ἐκορυ-
1680φώθησαν, διότι ἐφοβούμην, μήπως ἐξαπλωθῇ τὸ δεινὸν πρὸς τὰ
1681κάτω. Πάντοτε εἶχον ὑπ’ ὄψει, ὅτι, ὅταν μία κοινωνία ἐκ πε-
1682ριστάσεων ἱστορικῶν πάσχῃ νόσημα φυλετικὸν, τοῦ χαρακτῆ-
1683ρος τῆς ἱστορίας, τῶν περιστάσεων τοῦ τόπου, καθίσταται τὸ
1684νόσημα δυσαπάλλακτον καὶ ὀλέθριον ἐν ὑποτροπῇ πρὸς τὴν
1685κοινωνίαν ἐκείνην. Εἶχον δὲ ἀναγνώσει, ὅτι πρὸ πάντων
1686καὶ οἱ νομοθετοῦντες καὶ οἱ ἀπονέμοντες τὴν δικαιοσύνην,
1687οἱ δικασταὶ, πάντοτε ἐν ἀγανακτήσει φαίνονται αὐστηροὶ
1688τιμωροὶ τῶν κακούργων, καὶ καταλογίζοντες τὰς πράξεις,
1689καὶ μελετῶντες τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων τελεσφόρως ἀπο-
1690κρούονται τὰ ἀδικήματα, τὰ ἐπιχωριάζοντα οὕτω, διὰ με-
1691γίστης αὐστηρότητος ζητοῦσι νὰ τὰ ἐκριζώσωσι. Πάντοτε
1692συμβουλεύονται τὴν στατιστικὴν καὶ τόσῳ βαρυτέρας θεσπί-
1693ζουσι ποινὰς, καὶ αὐστηροτέρας ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἐπι-
1694ψηφίζει τιμωρίας. Τὰ ἐπιχωριάζοντα, ἕνεκα οἱουδήποτε
1695λόγου, κακουργήματα βεβαίως καὶ οἱ δικασταὶ ὀφείλουσιν
1696αὐστηρότερον νὰ τιμωρῶσιν, ὅπως ἐπέλθῃ ἡ ἐκρίζωσις
1697αὐτῶν. Ἐφοβούμην λοιπὸν, ὅτι πάλιν ἐπῆλθον οἱ ἐκ τῆς
1698ληστείας κίνδυνοι, ὅτι ἴσως δεινοτέρα ἐπῆλθεν ἡ ὑποτροπή.
1699Καὶ εὐλόγως· διότι, ἂν ἡ δικαιοσύνη τῆς Ἑλλάδος καὶ τὰ
1700Δικαστήρια τῆς Ἑλλάδος δὲν κατέχωνται, οὐδ’ ὁδηγῶνται
1701ὑπὸ τοιούτων ἰδεῶν, ἀπὸ τὰς ὁποίας καὶ ἐγὼ, πᾶσαι αἱ ἐλ-
1702πίδες μου αὗται περὶ ἐκριζώσεως τελείας τοῦ φοβεροῦ τῆς
1703ληστείας ἐγκλήματος δὲν ἤθελον διαψευσθῆ; Παρατηρῶ
1704περίφοβος ἐξελισσόμενον καὶ ἐκτραγῳδούμενον τὸ ἐπεισόδιον,
1705περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται. Παρατηρῶ, ὅτι ἡ Βασιλικὴ
1706χάρις τόσῳ φιλοστόργως περιβάλλει ληστὰς, οἷος ὁ Τάκης
1707καὶ ὁ Ροκόφυλλος. Καὶ τίνας ληστάς; Ἄν εἴχομεν ἀοιδοὺς,
1708ὅπως ἐπὶ τῶν Ὁμηρικῶν χρόνων, βεβαίως ἤθελον ψάλλει
1709τὰ κλέα τῶν ληστῶν τούτων καὶ τὰς ληστείας αὐτῶν, τὰς
1710τόσῳ ἐπικὰς, καὶ τὰς ὠμότητας. Ἡ ἐκτραγῴδησις τῶν
1711ἐγκλημάτων καὶ ὁ χαρακτηρισμὸς τῶν ἐγκληματιῶν τούτων
1712ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ καὶ ὑπὸ τοῦ
1713ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος βεβαίως
1714παρήγαγον ἐν ἐμοὶ τὸ αἴσθημα βαθείας ἀγανακτήσεως καὶ
1715βαθυτέρας λύπης, ὅτι, μετὰ πάροδον τοσούτων ἐνιαυτῶν
1716καὶ μετὰ τοσαῦτα κοινωνικὰ δεινοπαθήματα, ἠδυνήθη νὰ
1717εὕρῃ ἄσυλον τὸ τρομερὸν τοῦτο ἔγκλημα ἐντὸς τοῦ ἱεροῦ
1718τεμένους τῆς δικαιοσύνης, ἐντὸς τῶν ἀδύτων τῆς δικαιοσύ-
1719νης, ἐκεῖ, ὅθεν ἔπρεπε νὰ ἐκπορεύηται ἡ μᾶλλον ἀδυσώπη-
1720τος αὐτοῦ καταδίωξις. Ὅταν ἐλεγχόμενος ὁ κ. Ὑπουργὸς,
1721διότι παρεκώλυσε τὴν ἐνέργειαν τῆς δικαιοσύνης, προκειμέ-
1722νου νὰ τιμωρηθῇ ὁ συκοφάντης αὐτοῦ, ἔλεγεν ἐν ὑπερηφά-
1723νει στάσει, ἐπικαλούμενος τὴν μεγαλοφροσύνην του, ὅτι ἐκ
1724μεγαλοφροσύνης, ἐξ ἱπποτισμοῦ δὲν ἤθελε νὰ παράσχῃ
1725τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι τιμωρεῖται ὁ δημοσιογράφος ἐκεῖνος,
1726ὑπουργοῦντος αὐτοῦ, ὅτι ἕνεκα τούτου δὲν ἐπέσπευσε τὴν
1727ἐκδίκασιν τῆς κατηγορίας κατὰ τοῦ κ. Δούνη, ἔπρεπε νὰ
1728σταματήσῃ ἡ λειτουργία τῆς δικαιοσύνης, ἵνα διαθρυφθῇ
1729ἡ μεγαλοφροσύνη τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἔπρεπε
1730νὰ σιγήσωσιν οἱ νόμοι, διὰ νὰ σωθῇ ἡ μεγαλοφροσύνη τοῦ
1731Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἠκούσατε αὐτοῦ, διηγηθέντος,
1732ἐν ἀφελεῖ ὄντως μεγαλοφροσύνῃ, τοὺς λόγους, οἵτινες ἔπει-
1733σαν αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ τὸ Διάταγμα τῆς χάριτος. Ἀλλ’
1734ὅτε διήρχετο τὸ στάδιον τῆς ἱστορίας τοῦ ἥρωος τῶν
1735Ἀρακυνθίων ὀρέων Τάκη καὶ συντροφίας, ἠρώτησα ἀπὸ
1736τῆς θέσεώς μου, διότι ἔμεινε κενὸν ἐν τῇ συνειδήσει μου:
1737«μετὰ τὸ πρῶτον ἔγκλημα ὁ κακοῦργος τί ἐγένετο;» Ἀλλ’
1738ἢ δὲν ἤκουσε τὴν ἐρώτησίν μου, εἴτε ἀπηξίωσεν αὐτὴν ἀπαν-
1739τήσεως ἐκ μεγαλοφροσύνης, ἐσιώπησεν, ἀπέφυγε νὰ ἀπαν-
1740τήσῃ. Διὰ τοῦτο ὁμολογῶ, ὅτι, ὅτε ἤκουσα τὴν δικαιο-
1741λογίαν τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐπείσθη νὰ
1742ἀπονείμῃ τῷ Τάκῃ χάριν, ἐν τῇ συνειδήσει μου ἐγεννήθη
1743ἡ πεποίθησις, ὅτι ὀρθῶς καὶ δικαίως ἐσκέφθη ὁ Ὑπουργὸς
1744τῆς Δικαιοσύνης. Ἐπίστευσα, ὅτι τῷ ὄντι ὁ ἁπλοῦς ἐκεῖνος
1745νέος, ὁ ἱλαρὸς, ὁ ἀνήλικος, ὡς ἔλεγεν ὁ κ. Βουλπιώτης, ὁ
1746ἀμύστακος, ἐπετέλεσεν ἓν στυγερὸν ἔγκλημα ἐν ἡλικίᾳ, κατὰ
1747τὴν ὁποίαν τῷ ὄντι οὔτε τὸ λογικὸν οὔτε ἡ πεῖρα δύναν-
1748ται νὰ ἀποκωλύσωσιν ἕνα ἄνθρωπον, ὁπωςδήποτε ῥέποντα
1749εἰς τὸ κακόν. Ἐπείσθην λοιπὸν, ὅτι ἦτο ἄξιος ἐπιεικείας ὁ
1750κακοῦργος. Διὰ τί; Διότι ὁ Ὑπουργὸς, παρ’ ὅ εἶχε καθῆ-
1751κον, οὐχὶ βεβαίως ἐκ μεγαλοφροσύνης, τὴν ὁποίαν ἐπικα-
1752λεῖται πάντοτε, ἀπεσιώπησε τὴν σειρὰν τῶν ἐγκλημάτων
1753αὐτοῦ, ὅτε ἀφηγήθη τὸν βίον αὐτοῦ, καὶ ἀπέκρυψε τὰ ἐγ-
1754κλήματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως ἐγίνωσκεν, ὡς ἐκ τῶν καθη-
1755κόντων αὐτοῦ. Βεβαίως οὐδένα ἔχει λόγον ὁ Ὑπουργὸς νὰ
1756προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς δικαιολογίαν του, ἀφοῦ ἤδη
1757βεβαιοῦται ἐπισήμως, ὅτι ἀπειραρίθμους λῃστείας καὶ πέντε
1758ἐξετέλεσε τὸ τέρας ἐκεῖνο φόνους, καὶ ὅτι ἀντήχουν τὰ
1759ὄρη τῆς Ἠπείρου, τῆς Εὐρυτανίας καὶ τῆς Ναυπακτίας ἐκ
1760τῶν γοερῶν φωνῶν τῶν κρεουργουμένων καὶ λῃστευομένων
1761ὑπὸ τῆς οἰκογενείας Τάκη, οἰκογενείας, ἡ ὁποία καὶ σή-
1762μερον ἐνσπείρει τὸν φόβον κατὰ τὰς χώρας ἐκείνας. Ἀνε-
1763γίνωσκον χθὲς εἰς μίαν ἐφημερίδα, ὅτι κατὰ τοὺς δήμους
1764Ναυπακτίας ἐπαρουσιάσθη εἷς μυστηριώδης ῥασοφόρος, ἄν-
1765θρωπος ἐπιμελῶς ἀποκρύπτων ἑαυτὸν ἀπὸ τῆς κοινωνίας·
1766καὶ τί νομίζετε, ὅτι ἡ κοινωνία ἐκείνη ὑπέθεσεν; ὅτι ὁ μυ-
1767στηριώδης οὗτος εἶναί τις κακοῦργος ἐκ τῆς οἰκογενείας
1768Τάκη. Ὁ ἄνθρωπος οὗτος παρουσιάζεται αἴφνης ὡς ὁδοι-
1769πόρος, ἐπιζητῶν τὴν ἑσπέραν κατάλυμα ἐν ταύτῃ ἢ ἐκείνῃ
1770τῇ οἰκίᾳ, ἀλλὰ πάντοτε περικεκαλυμμένος καὶ ἐν μυστη-
1771ριώδει μορφῇ βιῶν. Ἀμέσως ἡ περίτρομος κοινωνία ὑπο-
1772πτεύει ὅτι, «ὁ Εὐαγγέλης Τάκης ἀνέζησε!»—διότι εἶχε δια-
1773δοθῆ, ὅτι ἀπέθανε. Καὶ εὔλογος ὁ φόβος· διότι καὶ ἄλλοτε
1774εἶχε τεχνασθῆ ἡ οἰκογένεια αὕτη τοιούτου εἴδους στρατη-
1775γήματα κατὰ τῆς κοινωνίας, ἵνα ἐξαπατᾷ, ἵνα ἀποπλανᾷ
1776τοὺς καταδιώκοντας, διαδίδουσα, ὅτι ἀπέθανεν ὁ Εὐαγγέλης,
1777ἕως ὅτου σωζόμενος παρουσιάζεται ἥρως νέου δράματος,
1778νέας ληστείας, νέων αἰχμαλωσιῶν. Κύριοι, πάντοτε, προ-
1779κειμένου περὶ τῶν ταλαιπώρων ἀνθρώπων, τῶν ὑποπιπτόν-
1780των εἰς κακούργημα, ἡ ψυχή μου εἶναι ἐπιεικής, τοὺς οἰ-
1781κτείρω, διότι οἱ πλεῖστοι τούτων, εἴτε ἐξ ἀμελοῦς ἀνατρο-
1782φῆς, εἴτε ἐκ περιστάσεων διαφόρων τοῦ βίου των, συνέπεσε νὰ
1783ἐκκλίνωσι τῆς ὁδοῦ τοῦ καθήκοντος καὶ νὰ κηρύξωσι πό-
1784λεμον κατὰ τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ νόμου. Ἀλλὰ τίνα
1785λόγον θὰ εὕρισκε καὶ ἡ ἐπιεικεστέρα ψυχὴ καὶ ἡ μαλα-
1786κωτέρα καρδία, ὅπως ἐπιδαψιλεύσῃ χάριν εἰς μίαν οἰκογέ-
1787νειαν, ἐξόχως ληστρικήν, διαβοήτως ληστρικήν, ἡ ὁποία
1788δὲν μετήρχετο τὸ ἔγκλημα ἁπλῶς ἐκ φύσεως μοχθηρᾶς καὶ
1789μόνον μοχθηρᾶς, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐμπορίαν; Ἠκούσατε, Κύ-
1790ριοι, τί σᾶς εἶπον οἱ προαγορεύσαντες; ἐπὶ χρήμασιν ἐπηγ-
1791γέλοντο τὸν δολοφόνον, τὴν δὲ ληστείαν καὶ ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ
1792καὶ ἐν τῇ δούλῃ Ἑλλάδι ἐνήσκουν ἐμπορικώτατα, εἰσάγοντες
1793ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν. Εἶχον ἐπάγγελμα, τὸ ὁποῖον
1794συνέδεε στενῶς αὐτοὺς ἐκεῖ μετὰ ἐγκρίτων ἀτόμων, Δη-
1795μάρχων καὶ τίς οἶδε τίνων ἄλλων, μεσιτείᾳ τῶν ὁποίων
1796ἠδυνήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἢ μᾶλλον ἀπετόλμησε, νὰ περιβάλῃ
1797τὴν πολύοζον ταύτην ληστρικὴν οἰκογένειαν τῶν Τακαίων,
1798ἡ ὁποία ἐνέσπειρε τὸν φόβον καὶ τὸν τρόμον εἰς ὁλοκλήρους
1799κοινότητας, διὰ τοῦ θείου τῆς Βασιλικῆς χάριτος εὐεργε-
1800τήματος.
1801Ὑπολογίζετε, Κύριοι, καὶ βεβαίως τοῦτο ἐφείλκυσε τὴν
1802προσοχὴν τῶν ἀγορευσάντων, ὑπολογίζετε μόνον τὰ δεινο-
1803παθήματα τῶν παθόντων ὑπὸ τῶν ληστῶν τούτων· οἱ
1804προαγορεύσαντες ἐξετραγῳδήσατε τὰ δεινὰ τῶν οἰκογε-
1805νειῶν αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν ἤκουσα παρ’ οὐδενὸς τῶν προλαλη-
1806σάντων ἀξιοτίμων ῥητόρων νὰ ἐκτραγῳδήσῃ τὰ δεινὰ τῶν
1807κοινωνιῶν, τοὺς παλμοὺς τῶν μητέρων, τοὺς φόβους τῶν
1808πατέρων, ὅτε ἐξήρχοντο τὰ τέκνα των εἰς τὰ βιωτικὰ
1809αὐτῶν ἔργα· οὐδεὶς τῶν προλαλησάντων ῥητόρων ἐπεχεί-
1810ρησε νὰ περιγράψῃ τὸν τρόμον τῶν κοινωνιῶν, τὸν ὁποῖον
1811ἐνέσπειρον τοιαῦτα τέρατα, ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον λυμαινό-
1812μενα ἐκείνας τὰς χώρας· ἀφίνω δὲ πάντας ὑμᾶς, διότι εἶσθε
1813πάντες ἔμπειροι, ἴσως ἐμοῦ ἐμπειρότεροι, νὰ ἐκτιμήσητε τὴν
1814ἐξελιχθεῖσαν μακρὰν καὶ φιλόστοργον ὑποστήριξιν τοιούτων
1815τεράτων. Ἂν δὲ λάβητε ὑπ’ ὄψει καὶ τὴν ἱστορίαν τοῦ
1816ἐγκλήματος, τὴν ὁποίαν διὰ βραχέων ἐπεχείρησα νὰ ὑπο-
1817μνήσω, τὴν ἱστορίαν τῆς ληστείας ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ, καὶ
1818τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν αἱ μικραὶ Ἑλληνικαὶ κοι-
1819νότητες, καταδυναστευόμεναι ἀπὸ τοσούτου χρόνου, καὶ
1820τὴν ἀγωνίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέστησαν αἱ Κυβερνήσεις τῆς
1821Ἑλλάδος, παντοῖα μέτρα μηχανώμεναι κατὰ τῶν τεράτων
1822τούτων, μέχρις ὅτου κατορθώσωσι νὰ ἀπαλλάξωσι τὴν Ἑλ-
1823ληνικὴν κοινωνίαν τῆς ληστείας, πῶς θὰ κρίνητε τὸν ἀπο-
1824δόντα τὴν χάριν ἐν τόσῃ εὐνοίᾳ Ὑπουργόν; τίνα γνώμην
1825θὰ σχηματίσητε περὶ τῆς πολιτικῆς ἠθικῆς τούτου σήμε-
1826ρον; εἴπετέ μοι ἐν συνειδήσει, τίνα ψῆφον θὰ δώσητε πρὸς
1827τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὑποστηρίζοντα δύο φοβεροὺς
1828ληστὰς, τὸν Ῥοκόφυλλον καὶ Τάκαν, καὶ τολμήσαντα διὰ
1829μηχανοῤῥαφιῶν νὰ ἀναβῇ καὶ γονυπετήσῃ πρὸ τοῦ Στέμ-
1830ματος καὶ ἱκετεύσῃ, ἵνα λάβῃ παρ’ αὐτοῦ τὸν τῆς ἐπιεικείας
1831στέφανον, ὅπως στεφανώσῃ τὰς σεμνὰς κορυφὰς τοιούτων
1832τεράτων, τοιούτων λῃστῶν, τῶν ἐπὶ τῶν Ἀρακυνθίων ὀρέων
1833στησάντων τὸν θρόνον αὐτῶν καὶ ἐκεῖθεν ἐπὶ σειρὰν ἐνιαυ-
1834τῶν ἀπειλούντων τὴν κοινωνίαν καὶ τὴν Πολιτείαν;
1835§72ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα πρέπει ἡ Βουλὴ ὡς
1836πόρισμα τῆς συζητήσεως, νὰ φθάσῃ εἰς ὡρισμένην τινὰ ἀπό-
1837φασιν. Διότι δὲν πρέπει νὰ παρέλθῃ ἡ συζήτησις αὕτη ἄνευ
1838ἀποφάσεως.
1839§73ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἔκλεισεν ἡ συζήτησις.
1840§74ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τότε τὴν ἀνακαλῶ.
1841§75ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι, ὑποβάλετέ την.
1842§76ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὴν πρότασιν ὑποβάλλω ὡς πόρισμα
1843τῆς συζητήσεως, ἀλλ’ ἀφοῦ ἤδη θέλετε νὰ ὁμιλήσητε, δὲν
1844γνωρίζω τίνα πρότασιν θὰ ὑποβάλω. Ἑπομένως θὰ τὴν
1845ὑποβάλω κατόπιν.
1846§77ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ἀναγγέλλει, ὅτι ἔχει ὡς
1847πόρισμα νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν. Ταύτην παρακαλῶ νὰ ὑπο-
1848βάλῃ, ἀλλὰ μὲ τὴν πρότασίν του δὲν δεσμεύεται ἡ Βουλὴ
1849νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν. Ἐὰν ἰδῇ, ὅτι ἡ περαιτέρω
1850συζήτησις θὰ φέρῃ εἰς ἄλλα πορίσματα, δύναται νὰ τὴν
1851τροποποιήσῃ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἔλαβον ἅπαξ τὸν λόγον, ὀφείλω
1852οὐχὶ νὰ προσκαλέσω, ἀλλὰ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουρ-
1853γὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ λύσῃ τὴν σιωπήν, νὰ μὴ ὑποταχθῇ
1854εἰς τὴν ἱεραρχίαν τὴν κυβερνητικὴν, νὰ σκεφθῇ, ὅτι δὲν πρό-
1855κειται περὶ τῆς τιμῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ
1856περὶ τῆς τιμῆς του ὡς Βουλπιώτου, περὶ τῆς τιμῆς τοῦ
1857ἀδελφοῦ του, νῦν Ἐφέτου, πρόκειται περὶ τῆς τιμῆς ὁλο-
1858κλήρου τῆς οἰκογενείας του. Καὶ ἡ συζήτησις αὕτη, δι’
1859οἱασδήποτε προτάσεως καὶ ἂν λήξῃ, βεβαίως ἐν περιπτώσει,
1860καθ’ ἣν δὲν ἔλθῃ διὰ τοῦ στόματός του νὰ ἐλέγξῃ ὅσα
1861ἠκούσατε, θέλει ἀφήσει δι’ αὐτὸν, εἰς τὸν βίον του τὸν πο-
1862λιτικὸν καὶ τὸν ἰδιωτικὸν, ἓν στίγμα. Εἶμαι πεπεισμένος,
1863ὅτι, ἐὰν λάβῃ τὸν λόγον, θέλει ἀναιρέσει ὅλας τὰς ἀμφιβο-
1864λίας, αἵτινες ἐῤῥήθησαν, ἐξ ἀγνοίας βεβαίως τῶν περιστά-
1865σεων, ἃς αὐτὸς γνωρίζει, διότι, ἐνασκήσας τὴν ὑπερτάτην
1866προνομίαν τῆς χάριτος, αὐτὸς γνωρίζει πάσας τὰς περιστά-
1867σεις, καὶ ἃς δὲν δύναται ἄλλος νὰ γνωρίζῃ, μάλιστα ἐρχό-
1868μενος μετὰ ἓν ἔτος καὶ ἐκ τῶν ἐγγράφων νὰ ἐξετάσῃ. Πρέ-
1869πει λοιπὸν νὰ ἔλθῃ νὰ ἐκθέσῃ τὰς περιστάσεις ταύτας, καὶ
1870τὸν προκαλῶ, ἐν ὀνόματι τῆς τιμῆς του, οὐχὶ ὡς Ὑπουργὸν
1871τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ὡς Βουλπιώτην... (Θόρυβος.)
1872§78ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἔχει ἀνάγκην.
1873§79ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν πρόκηται νὰ ἐκτιμήσωμεν τὰ πάντα
1874μὲ τὸν πῆχυν τὸν κομματικὸν, δὲν ἔχει ἀνάγκην. Ἀλλ’
1875ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν διευθύνοντα τὸ Ὑπουργεῖον τῆς
1876Δικαιοσύνης, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσω ἀπ’ αὐτὸν νὰ
1877ἀποῤῥίψῃ πάντα δεσμὸν κομματικόν. Δὲν πρέπει νὰ λησμο-
1878νήσωμεν, ὅτι ἐξετέθησαν περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι βεβαίως
1879θλιβερὰν ἐνεποίησαν ἐντύπωσιν, οὐχὶ εἰς τὴν πτέρυγα ταύ-
1880την μόνον, ἀλλ’ εἰς ὁλόκληρον τὴν Βουλήν. Δὲν πρέπει νὰ
1881λησμονῶμεν, ὅτι οὐχὶ πλέον ἡ ἐνάσκησις τῆς προνομίας τῆς
1882χάριτος ἐξηλέγχθη ὡς κακῶς γενομένη, ἀλλ’ ὅτι κατηγο-
1883ρεῖται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἠθέλησε νὰ δια-
1884στρέψῃ τὰς περιστάσεις, ὑφ’ ἃς εὑρέθη ὁ Τάκης. Ὅσον καὶ
1885ἂν κάθηται ὑψηλὰ, μετὰ τοιοῦτον ἔλεγχον ἐνταῦθα, φρονῶ,
1886ὅτι ἐκάθησεν ἐπὶ τοῦ ἐδωλίου τοῦ κατηγορουμένου, καὶ
1887μετ’ αὐτοῦ καὶ ὁ ἀδελφὸς τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιο-
1888σύνης, ὁ Ἀντεισαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, ὅστις ἐζήτησε παρὰ
1889τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων, ὅπως κατηγορούμενος λῃ-
1890στὴς ἐπὶ ληστείᾳ καὶ φόνῳ κηρυχθῇ ἔνοχος ἀναιρέσεως.
1891Αἱ περιστάσεις αὗται, ὅσον ὑψηλὰ καὶ ἂν ἦναι ἡ τιμὴ τινός,
1892θέλουν τὴν στιγματίσει. Διὰ τοῦτο εἶναι καιρὸς νὰ λύσῃ
1893τὴν σιωπὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ χάριν ἑαυτοῦ καὶ χάριν τοῦ
1894ἀδελφοῦ του καὶ χάριν τῆς οἰκογενειακῆς του τιμῆς. Δι’ ἐμὲ
1895ὑπῆρξεν ἐπίσης στιγμή, καθ’ ὃν χρόνον διετέλουν Ὑπουργὸς
1896τῆς Δικαιοσύνης καθ’ ἣν κατέῤῥιψα πᾶσαν ἱεραρχίαν κυ-
1897βερνητικὴν καὶ κομματικήν. Ἐπρόκειτο τότε περὶ ἐξόχου
1898μέλους τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐζήτησα νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα,
1899ὅπως ἐγὼ ἤθελον, καὶ οὐχὶ ὡς ἤθελεν ὁ κομματισμός. Καὶ
1900ἐξῆλθον τῆς αἰθούσης, οὐδ’ ἐπανῆλθον, ἢ ἀφοῦ ἐτέθη καὶ
1901ἐψηφίσθη ὡς ἐγὼ ἤθελον τὸ ζήτημα. Δὲν ἐπρόκειτο δὲ τότε
1902περὶ ληστάρχου Τάκη, ἀλλὰ περὶ αἰτήσεως προσαγωγῆς
1903δικογράφων, τὰ ὁποῖα ἀπέβλεπον εἰς τεθνεῶτα. Ὁ δημόσιος
1904ἄνθρωπος ἔχει ὑπέρτατον πρὸς ἑαυτὸν καθῆκον, καὶ τὴν κυ-
1905βερνητικὴν ἱεραρχίαν νὰ περιφρονῇ, καὶ τὰς κομματικὰς
1906σχέσεις νὰ ποδοπατῇ, ὅταν αἱ περιστάσεις τῷ ἐπιβάλλωσι
1907νὰ ὑπερασπισθῇ τὴν τιμήν του.
1908§80ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ τρόπος,
1909καθ’ ὃν διεξήχθη ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προκειμένης ἐπερωτή-
1910σεως, καθιστᾷ λίαν ἀμφισβητήσιμον τὴν ὑποχρέωσιν τῆς
1911εἰς αὐτὴν ἀπαντήσεως. Ἴσως μάλιστα ἐπέβαλλε τὸ καθῆ-
1912κον περιφρονητικῆς πρὸς αὐτὴν σιωπῆς. Ἀποφασίζων δὲ νὰ
1913ἀπειθήσω πρὸς τὸ καθῆκον αὐτὸ, θέλω ἀποστρέψει μετὰ
1914περιφρονήσεως καὶ βδελυγμίας τὸ πρόσωπον ἀπὸ τῶν ὕβρεων
1915καὶ συκοφαντιῶν, αἵτινες ἐμόλυναν τὸ βῆμα τοῦτο, ὑπὸ τὸν
1916τύπον σκέψεων δῆθεν, ἢ συμπερασμάτων, ἐκ διαστροφῆς
1917οἰκτρᾶς καὶ παρατόλμου τῶν πραγμάτων καὶ τῶν ἐπισή-
1918μων ἐγγράφων, ὡς καὶ ἀπὸ τοῦ πλήρους φλεγούσης μνη-
1919σικακίας λόγου τοῦ προαγορεύσαντος γέροντος πολιτευτοῦ,
1920ὅστις, οἰκοδομῶν σήμερον ἐμπαθῶς ἐπὶ λιβελλογραφημάτων
1921καὶ διατριβῶν ἀνωνύμων, ἐμνήσθη συγχρόνως ἐποχῆς παρελ-
1922θούσης, καὶ ἐξέφρασε μνησικακίας παράπονα κατ’ ἐκείνων,
1923οἵτινες πρό τινων ἐτῶν, στηριζόμενοι οὐχὶ ἐπὶ λιβελλογρα-
1924φημάτων καὶ ἀνωνύμων διατριβῶν, ἀλλὰ ἐπὶ δικαστικῶν
1925δικογραφιῶν καὶ ἐπὶ σειρᾶς ὑπευθύνων καταθέσεων μαρτύ-
1926ρων, ἐν πλήρει πρὸς ἀλλήλας ἁρμονίᾳ, ἐσχημάτισαν περὶ
1927αὐτοῦ πεποιθήσεις καὶ ἐξήνεγκον γνώμας, τὰς ὁποίας πάν-
1928τοτε τηροῦσιν ἀκεραίας καὶ ἀναλλοιώτους, μηδεμίαν λα-
1929βόντες ἀφορμὴν νὰ μεταβάλωσιν αὐτάς. Τὸ ἀκοίμητον αὐ-
1930τοῦ πάθος ἐκδηλοῦται κοχλάζον ἐπὶ πάσης περιστάσεως,
1931εἰς ἐμὲ ἀφορώσης. Καὶ ὅπως εἴδετε αὐτὸν σήμερον, ἐπιχει-
1932ροῦντα ἐμπαθῶς νὰ δημιουργήσῃ κατ’ ἐμοῦ κατάκρισιν ἐξ
1933ἁπλῶν λιβελλογραφημάτων, οὕτω καὶ κατὰ τὸ 1885, κρι-
1934νομένης τῆς ἐκλογῆς Εὐρυτανίας, εἶδεν αὐτὸν ἔκπληκτος ἡ
1935Βουλὴ ἐπὶ τὸ βῆμα, προτείνοντα, νὰ ἐπικυρωθῇ μὲν ἡ ἐκλογὴ
1936ὡς νομιμωτάτη διὰ πάντας τοὺς λοιποὺς ἐπιτυχόντας συμ-
1937πολιτευομένους καὶ ἀντιπολιτευομένους, ν’ ἀκυρωθῇ δὲ μό-
1938νον ὡς πρὸς ἐμέ. Τοιαύτη πρότασις προεκάλεσε τὸ μειδίαμα
1939τῶν Βουλευτῶν καὶ τοὺς καγχασμοὺς τοῦ ἀκροατηρίου, ἡ
1940δ’ ἐκλογὴ παμψηφεὶ ἐπεκυρώθη. Ἔμεινεν οὕτω ἀκόρεστον
1941τὸ ἄγριον αὐτοῦ πάθος, πρὸ τοῦ ὁποίου καὶ σήμερον μετ’
1942οἴκτου παρέρχομαι, ἀφίνων αὐτὸ νὰ καταβιβρώσκῃ αὐτὸν
1943ἀνιάτως. Πλὴν δὲ τοῦ καθήκοντος τῆς περιφρονήσεως πρὸς
1944τὰς ὕβρεις καὶ τὰς συκοφαντίας καὶ τὴν κακὴν πίστιν, ἐθεώ-
1945ρουν περιττὴν πᾶσαν περαιτέρω ἀπάντησιν, καὶ διότι ἐπαρ-
1946κεῖς εἶχον παράσχει πρὸς τὴν Βουλὴν ἐξηγήσεις περὶ πάν-
1947των, εἰς ἃ, ἀπογυμνουμένη τῶν ὕβρεων καὶ τῶν συκοφαν-
1948τιῶν, περιορίζεται ἡ ἐπερώτησις. Ἀνακαλῶ εἰς τὴν μνή-
1949μην ὑμῶν πανθ’ ὅσα τρὶς ἢ τετράκις ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
1950του ἐξέθηκα, ὑποβάλλων τὰς πολλαπλᾶς σειρὰς τῶν ἐγγρά-
1951φων πληροφοριῶν καὶ δικογραφιῶν, αἵτινες ἐπίτηδες κατὰ
1952δόσεις καὶ σειρὰς ἐζητοῦντο μεθ’ ἑκάστην ὑποβολὴν τῶν
1953ἤδη ζητηθεισῶν, μόνον καὶ μόνον, ἵνα οὕτω παρατείνηται
1954ἡ ἐκκρεμότης τῆς ὑποθέσεως, πρὸς τὸν κατάδηλον σκοπὸν
1955τῆς ἐπαναληπτικῆς καὶ συνεχοῦς δηλητηριάσεως τῆς συνει-
1956δήσεως καὶ προκαταλήψεως τῆς γνώμης τῶν ἁπλουστέρων.
1957Ἐλάχιστα ἤκουσα πραγματικὰ γεγονότα, χρήζοντα πε-
1958ραιτέρω τινὸς διασαφήσεως, μεθ’ ὅσα κατέθηκα ἔγγραφα καὶ
1959μεθ’ ὅσα, καταθέτων αὐτὰ, ἔδωκα ἐξηγήσεις· οὐχ ἧττον
1960ἀποφασίσας καὶ διὰ τὰ ἐλάχιστα ἐκεῖνα νὰ λάβω πάλιν
1961τὸν λόγον, θέλω συντόμως θίξει καὶ τὰ ζητήματα, περὶ ὧν
1962θεωρῶ, ὅτι ἐπαρκεῖς εἶχον δώσει ἐξηγήσεις.
1963Ἀμοιροῦντες παντὸς στοιχείου, δυναμένου ὁπωσδήποτε νὰ
1964δικαιολογήσῃ τὴν ἀγρίαν ἐπίθεσίν των καὶ τὰς προκαταλή-
1965ψεις, ἃς ἐνόχως δι’ ἐπιμόνων συκοφαντιῶν ἠγωνίσθησαν νὰ
1966γεννήσωσι παρὰ τοῖς ἁπλουστέροις, ἐπανέλαβον πλειστάκις
1967διὰ μακρῶν τὰ τῆς καταγγελίας, ἣν ἀπηύθυνα κατὰ τῶν
1968λιβελλογράφων, προσπαθοῦντες νὰ δημιουργήσωσιν αἰτιά-
1969σεις ἢ ἐπιχειρήματα ἐκ τῆς ἐλλείψεως σπουδῆς πρὸς περά-
1970τωσιν τῆς ἐπ’ αὐτῆς διαδικασίας. Ἐξήγησα πρὸς τὴν Βου-
1971λὴν τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἔκρινα, ὅτι δὲν ἐθεώρησα ἐπιτε-
1972τραμμένον εἰς ἐμὲ νὰ παρακολουθῶ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον
1973τὰς ἐπὶ τῆς μηνύσεώς μου ἐνεργείας τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς,
1974καὶ τὸ αἴσθημα, ὅπερ μοὶ ἐνέπνεε τὸν πόθον, τοῦ νὰ ἴδω
1975αὐτὴν περατουμένην ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν ἡ συκοφαντία νὰ μὴ
1976δύναται νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ ἀντίθετον ἐπιχείρημα, ὅτι δηλ.
1977Ὑπουργὸς ὤν, σκοπίμως ἐπέσπευσα τὸ πέρας τῆς ἐπὶ τῇ μη-
1978νύσει μου ἀνακρίσεως. Ἐὰν, ὡς πιστεύω, προσποιοῦνται, ὅτι
1979δὲν ἐννοοῦσι ταῦτα, μοὶ εἶναι ἀδιάφορον· ἐὰν δὲ ἀληθῶς δὲν
1980ἦναι ἱκανοὶ νὰ τὰ ἐννοήσωσι, λυποῦμαι δι’ αὐτούς. Ἐναντίον
1981δὲ τῶν ῥητῶν καὶ σαφῶν ἐξηγήσεών μου, δὲν ἐδίστασαν νὰ
1982ἰσχυρισθῶσιν, ὅτι καὶ ὡμολόγησα δῆθεν, ὅτι παρεκώλυσα τὴν
1983πρόοδον τῆς ἀνακρίσεως, ἀδιαφοροῦντες, ἂν αἱ δημοσιευθεῖσαι
1984ἤδη ἀγορεύσεις μου διαῤῥήδην διαψεύδωσιν αὐτούς. Ὁπωσ-
1985δήποτε δὲ, πρὸς καθησύχασιν τῆς τόσον εὐθίκτου αὐτῶν συνει-
1986δήσεως, πληροφορῶ αὐτοὺς, ὅτι μετὰ τὸν ἐγερθέντα ἐνταῦθα
1987θόρυβον ἔλαβον τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἡ ἀνάκρισις ἔπραξε
1988πάντοτε καὶ πράττει τὸ καθῆκόν της, ὅπως μετὰ τὸ πέρας
1989αὐτῆς θέλει καταδειχθῆ. Ἐλπίζω, ὅτι ταχέως αὕτη περα-
1990τωθήσεται καὶ ὅτι τὸ πόρισμα αὐτῆς θὰ προκαλέσῃ τὸ
1991ἐρύθημα τῆς αἰσχύνης ἐπὶ τὰ πρόσωπα τῶν ὑβριστῶν καὶ
1992συκοφαντῶν, ἐὰν ἦναι δεκτικοὶ τοιούτου ἐρυθήματος.
1993Ἐν τῇ αἰθούσῃ ὅμως ταύτῃ καὶ τὰ λιβελλογραφήματα
1994ἐκεῖνα ἐστρεβλώθησαν, ἢ αὐθαδέστατα ἐξωγκώθησαν, ὅπως
1995χρησιμοποιηθῶσιν ὡς βάσις εὐρυτέρας δημιουργίας αἰτιάσεων,
1996καὶ ὡς ἀφορμὴ μείζονος καταναλώσεως χρόνου. Καὶ ἀλη-
1997θῶς ὁλοκλήρους κατηνάλωσαν συνεδριάσεις, προσπαθοῦντες
1998νὰ συναρπάσωσι τοὺς εὐπίστους, ἐνῷ καλῶς ἐγίνωσκον, ὅτι,
1999ἂν ἀπὸ τῶν λιβελλογραφημάτων ἐκείνων ἀφαιρέσῃ τις τὴν
2000σωρείαν τῶν ὑβριστικῶν φράσεων καὶ ἐπιθέτων, οὐδὲν ἄλλο
2001ὑπολείπεται, ἢ μόνον, ὅτι ἐγράφη παρά τινων, ὅτι ἐν ὁμιλίαις,
2002γενομέναις ἐν τῇ Λέσχῃ Μεσολογγίου, ὑπάλληλός τις εἶπεν,
2003ὅτι παρ’ ἀξιωματικοῦ ἐν Ἄρτῃ ἤκουσέ τι, ὅπερ ὅμως καὶ ὁ ἀξι-
2004ωματικός, ὡς ἤδη γινώσκετε, ἔσπευσε νὰ διαψεύσῃ, καὶ ὁ ὑπάλ-
2005ληλος ἐν ἐπισήμῳ δημοσιεύματι νὰ διαμαρτυρηθῇ, ὅτι οὐδέ-
2006ποτε παρὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ ἤκουσε καὶ οὐδέποτε ἐν τῇ Λέ-
2007σχῃ ἢ ἀλλαχοῦ εἶπε. Κατὰ περίεργον δὲ σύμπτωσιν, ἐκ τῶν
2008αἰτήσει τοῦ ἐπερωτήσαντος κομισθεισῶν εἰς τὴν Βουλὴν δικο-
2009γραφιῶν ἐπισήμως καταδείκνυται, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ἐγρά-
2010φοντο ταῦτα, ὡς δῆθεν λεχθέντα, ὁ μὲν ἀρχιληστὴς Εὐάγ-
2011γελος Τάκης εἶχε φονευθῆ παρὰ τὸ χωρίον Σκλίβανον τῶν
2012Ἰωαννίνων, ὁ δὲ Ἀλέξιος Τάκης, ὃν ἐπιμένουσι πάντοτε ἀπο-
2013καλοῦντες λήσταρχον, ἐναντίον τῶν προσαχθέντων ἐπισήμων
2014ἐγγράφων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν βεβαιούν-
2015των, ὅτι οὐδέποτε ἐπεκηρύχθη ὡς λῃστής, εἶχεν αὐθορμή-
2016τως προσέλθει καὶ ἐκρατεῖτο εἰς τὰς φυλακὰς Κερκύρας, ἵνα
2017δικασθῇ. Τὰ εἰς τοῦτο καὶ μόνον ἐν οὐσίᾳ περιστρεφό-
2018μενα λιβελλογραφήματα ἐχρησίμευσαν ὡς ἀφορμὴ νὰ δη-
2019μιουργηθῶσιν ὅσα ἐπὶ τόσας ἡμέρας ἀκούετε λεγόμενα καὶ
2020ἀναγινώσκετε γραφόμενα. Ὀρθῶς δὲ οἱ ἀναπτύξαντες τὴν
2021ἐπερώτησιν εἶπον, ὅτι τῶν λιβελλογραφημάτων ἐκείνων
2022ἀφορμὴ καὶ αἰτία ὑπῆρξεν ἡ προηγηθεῖσα αὐτῶν καταδίω-
2023ξις τοῦ δημάρχου Ἀπεραντίων Ἀνδρέου Γρανίτσα, φίλου
2024καὶ συγγενοῦς μου, ἥτις καταδίωξις εἶναι ἀληθῶς τὸ θεμέ-
2025λιον καὶ ἡ ἀφετηρία ὅλης αὐτῆς τῆς βδελυρᾶς καὶ ἐνόχου
2026δημιουργίας.
2027Ἡ καταδίωξις τοῦ Γρανίτσα εἶναι τὸ μόνον πραγματι-
2028κὸν σημεῖον, ἐφ’ οὗ μέχρι τοῦδε δὲν ὡμίλησα, καὶ διὰ
2029τοῦτο θέλω ἐξηγήσει νῦν τὰ κατ’ αὐτήν, στηριζόμενος εἰς
2030τὴν κατατεθεῖσαν πρὸ ἡμερῶν ἐν τῇ Βουλῇ δικογραφίαν,
2031αἰτήσει τοῦ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτοῦ, πρὸς ὃν
2032ὀφείλω χάριτας, διότι ἐφρόντισε νὰ μάθῃ τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς
2033καὶ νὰ ζητήσῃ αὐτήν. Ἐνθυμούμενος μετὰ ποίου στόμφου
2034καὶ μεθ’ οἵων ὑπαινιγμῶν ἐζητήθη ἡ προσαγωγὴ αὐτῆς,
2035μανθάνων, ὅτι ἡμέρας ὁλοκλήρους ἐμελέτων καὶ ἐξωνύχιζον
2036αὐτήν, ἀκούων δ’ ἀπὸ τοῦ βήματος χαρακτηριζομένην τὴν
2037καταδίωξιν τοῦ Γρανίτσα ὡς βάσιν καὶ ἀφετηρίαν καὶ
2038δικαιολογίαν πασῶν τῶν βεβιασμένων αὐτῶν σκέψεων καὶ
2039αἰτιάσεων, περιέμενα ν’ ἀκούσω μακρὰς ἐπ’ αὐτῆς ἀναπτύ-
2040ξεις, πυκνὰ δὲ καὶ φοβερὰ ἐξ αὐτῆς ἐπιχειρήματα. Ἡ
2041προσδοκία μου αὕτη διεψεύσθη, ὀλιγίστας περὶ τῆς κατα-
2042διώξεως ἐκείνης καὶ ἀτόνους ἤκουσα λέξεις, ἐξ ὅλου δὲ τοῦ
2043ἀποτελοῦντος αὐτὴν ὀγκώδους τούτου φακέλλου δὲν ἤκουσα
2044ἀναγινωσκόμενον ἄλλο ἔγγραφον, εἰμὴ μόνον δύο πρὸς τὸν
2045Νομάρχην Ἄρτης ἔγγραφα τοῦ κατὰ τὸ 1885 Ὑπουργοῦ
2046τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ μίαν κατάθεσιν Ἀνθυπομοιράρχου
2047τινὸς, λέγοντος, ὅτι ἤκουσέ ποτε παρά τινος ποιμένος, ὅτι ὁ
2048Γρανίτσας ὑπέθαλπε τὴν συμμορίαν τοῦ Τάκη. Περὶ τοῦ
2049ἀποτελέσματος τῆς γενομένης μακρᾶς δικαστικῆς ἐργασίας,
2050περὶ τοῦ βουλεύματος, εἰς τὸ ὁποῖον αὕτη κατέληξεν, ὁ μὲν
2051ἐπερωτήσας οὐδὲ λέξιν κατὰ τὴν μακρὰν αὑτοῦ ὁμιλίαν
2052ἐξήνεγκεν, ἕτερος δέ τις τῶν ὁμοφρόνων αὐτῷ ἀναλήθως ἀνέ-
2053φερεν, ὅτι ἐξεδόθη βούλευμα παῦον πρὸς καιρὸν τὴν περαι-
2054τέρω καταδίωξιν, περὶ οὗ, ὡς τοιούτου, δὲν ἔκρινεν ἄξιον νὰ
2055εἴπῃ πολλά. Θέλει ἐπιτρέψει ἡ Βουλὴ νὰ ἀφηγηθῶ τί ἡ
2056δικογραφία αὕτη ἀποκαλύπτει, ὅπως οὕτω νοηθῇ, διὰ τί
2057σπεύδοντες ἀντιπαρῆλθον πρὸ αὐτῆς οἱ ζητήσαντες καὶ ἐπὶ
2058τόσας ἡμέρας καὶ νύκτας μελετήσαντες αὐτήν.
2059Ὁ Γρανίτσας, Κύριοι, εἶναι ἀληθῶς συγγενής μου, εἶναι δὲ
2060καὶ σπουδαιότατος πολιτικὸς παράγων ἐν Εὐρυτανίᾳ. Πλὴν
2061τῆς ἀπὸ τοῦ 1879 μέχρι τοῦ 1883 περιόδου, σχεδὸν διαρκῶς
2062τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν τοῦ δήμου Ἀπεραντίων διεῖπεν αὐτὸς ἢ
2063ὁ θεῖος ἢ ὁ πατὴρ αὐτοῦ, ὅστις ὑπῆρξε καὶ Βουλευτής. Ὁ
2064δῆμος Ἀπεραντίων ἦτο ἐκ τῶν μεθορίων δήμων πρὸ τῆς
2065προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας, ἀποτελῶν αὐτὸς τὴν μεθόριον
2066ἐκεῖσε γραμμήν· ἐνῷ δὲ πασίγνωστον εἶναι, ὅτι κατὰ τὸ
2067παρελθὸν ἐπὶ ἔτη πολλὰ ἡ δημοσία τάξις ἐν τῇ Στερεᾷ
2068Ἑλλάδι, ἰδίως δὲ ἐν τῇ μεθορίῳ γραμμῇ, ἦτο πάντοτε ἐπι-
2069σφαλής, καὶ ὅτι ἡ λῃστεία ἐλυμαίνετο σχεδὸν διαρκῶς τὰ
2070μέρη ἐκεῖνα, οὐδέποτε ἀπὸ τοῦ 1883 μέχρι τοῦ 1885
2071ἠκούσθη, ὅτι ὁ Γρανίτσας ἀνεμίχθη εἰς τοιαύτης φύσεως
2072ὑποθέσεις. Ὑπῆρξαν ἐποχαί, κατὰ τὰς ὁποίας ἐν τῇ αὐστη-
2073ρότητι τῶν κατὰ τῆς λῃστείας μέτρων, εἴτε δικαίως εἴτε
2074ἀδίκως, καὶ πολιτευόμενοι καὶ δήμαρχοι κατεδιώκοντο καὶ
2075ἐφυλακίζοντο ἐπὶ ὑποθάλψει λῃστῶν, ἀλλ’ οὐδέποτε οὔτε
2076καταγγελία ἐγένετο, οὐδ’ ἁπλῆ ὑπόνοια ἐξηνέχθη κατὰ
2077Γρανίτσα, ἀφ’ ἧς αὐτὸς πολιτεύεται. Τὸ 1885 εὗρε τὸν
2078μὲν Γρανίτσαν δήμαρχον, τὴν δὲ Εὐρυτανίαν οὐχὶ μεθόριον,
2079οὐδὲ λυμαινομένην ὑπὸ τῆς λῃστείας, διότι πρὸ ἐτῶν εὐτυ-
2080χῶς ἐξέλιπεν αὕτη ἀπὸ τῆς πατρίδος ἡμῶν. Καὶ ἐν τού-
2081τοις κατὰ τοῦ Δημάρχου ἐκείνου, περὶ οὗ ἐν τῇ μακρᾷ
2082ἐποχῇ τῆς ἀληθοῦς λῃστοκρατίας οὐδ’ ἡ συκοφαντία ἐτόλ-
2083μησε νὰ ἐκφράσῃ ὑπόνοιαν ὑποθάλψεως ἢ ἀναμίξεως εἰς
2084λῃστρικά, ἐπιχειρεῖται τοιαύτη καταδίωξις μετὰ δεκα-
2085πέντε ἔτη, ἀφ’ ὅτου ὁλοκλήρως ἐξηφανίσθη ἀπὸ τοῦ Ἑλλη-
2086νικοῦ ἐδάφους ἡ λῃστεία, καὶ Ἕλληνες Βουλευταὶ συζητοῦσι
2087περὶ ληστείας καὶ ὑποθάλψεως αὐτῆς, τῆς ὁποίας καὶ αὐτὸ
2088τὸ ὄνομα εὐτυχῶς ἐξηλείφθη ἀπὸ τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως.
2089Ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1885, μεταξὺ τῶν ἄλλων σπουδαίων
2090ἀσχολιῶν της, ἐσκέφθη καὶ περὶ ληστείας, οὐχὶ ἵνα κατα-
2091στρέψῃ αὐτήν, διότι δὲν ὑπῆρχεν εὐτυχῶς ἐν τῷ τόπῳ, ἀλλ’
2092ἵνα ματαιώσῃ δῆθεν τὸν κίνδυνον τῆς ἀπὸ τῆς ὁμόρου Ἐπι-
2093κρατείας εἰσβολῆς ληστρικῶν συμμοριῶν εἰς τὴν ἡμεδαπήν,
2094ἐξέδοτο δὲ ἀλλεπαλλήλους αὐστηρὰς διαταγὰς πρὸς τὰς
2095ἀρχὰς τῶν μεθορίων μερῶν καὶ τῶν νομῶν Αἰτωλίας καὶ
2096Ἀκαρνανίας καὶ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος. Οἱ θέλοντες νὰ
2097ἀναγνώσωσι τὴν σειρὰν τῶν διαταγῶν τούτων θὰ ἀνεύρωσι
2098τὴν ἑξῆς ἀνέλιξιν τῆς κυβερνητικῆς προνοίας καὶ δραστη-
2099ριότητος. Αἱ μὲν πρῶται φέρουσι γενικώτερον τύπον τὸν τῆς
2100ἀνακαλύψεως καὶ καταδιώξεως παντὸς ὑπόπτου ὑποθάλψεως
2101ἢ ὑποστηρίξεως ληστῶν, καὶ συνιστῶσι τὴν πρὸς τοῦτο δρα-
2102στηρίαν καὶ διηνεκῆ κατὰ τὰ μέρη ἐκεῖνα κίνησιν ἀνακρι-
2103τικῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ στρατιωτικῶν, ὅπερ καὶ
2104ἐγένετο, χωρὶς ὅμως νὰ καταλήξῃ εἰς ἀποτέλεσμά τι. Μετ’
2105ὀλίγον διαταγαὶ ἐντονώτεραι καὶ μᾶλλον συγκεκριμέναι
2106ἐξεδόθησαν, ἐφιστῶσαι σύντονον τὴν προσοχὴν τῶν δικαστι-
2107κῶν καὶ στρατιωτικῶν ἀρχῶν ἐπί τε τοὺς παντὸς εἴδους ὑπό-
2108πτους, καὶ ἰδιαίτερον ἐπὶ τοὺς Δημάρχους. Ἀλλὰ καὶ αὗται
2109αἱ διαταγαί, ἕνεκα ἐλλείψεως ὕλης καὶ ἀφορμῆς, δὲν κατέ-
2110ληξαν εἰς ἀποτέλεσμα ἱκανοποιοῦν τὴν πυρετώδη ἀληθῶς
2111κυβερνητικὴν ἐνέργειαν. Τότε σαφέστεραι ἐξεδόθησαν ὑπὸ
2112τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν διαταγαί, ῥητῶς πλέον
2113διαλαμβάνουσαι, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει βασίμους πληρο-
2114φορίας κατὰ τοῦ δημάρχου Ἀπεραντίων Γρανίτσα, ὡς ὑπο-
2115θάλποντος τὴν συμμορίαν τοῦ ἀρχιληστοῦ Εὐαγγέλου Τάκη.
2116Αἱ διαταγαὶ αὗται διεβιβάσθησαν τῷ Εἰσαγγελεῖ Ἄρτης κ.
2117Βρατίμῳ, τὸν ὁποῖον τοσοῦτον, ὡς ἠκούσατε, ἐξεθείασαν οἱ
2118ἀντίπαλοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ὅστις ἀληθῶς δια-
2119κρίνεται διὰ τὴν ἄκραν αὐτοῦ αὐστηρότητα. Ἐπὶ ταῖς δια-
2120ταγαῖς ταύταις, διαβιβασθείσαις τῷ Εἰσαγγελεῖ Ἄρτης,
2121ἐσχηματίσθη ἀμέσως δικογραφία ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «Ἐξ
2122ἐπαγγέλματος— Κατὰ Ἀνδρ. Γρανίτσα — ὑπόθαλψις λη-
2123στείας», καὶ τῇ 21 Αὐγούστου 1885 ἐξεδόθη ὑπὸ τοῦ
2124ἀνακριτοῦ Ἄρτης ἔνταλμα συλλήψεως κατ’ αὐτοῦ, ὃν
2125δι’ ἐπίτηδες ἀποσταλέντος ἀξιωματικοῦ τῆς χωροφυλα-
2126κῆς συνέλαβον μετὰ πέντε ἡμέρας, δηλ. τὴν 26 τοῦ
2127αὐτοῦ μηνός, ἐν τῷ δήμῳ Ἀπεραντίων καὶ ὡδήγησαν εἰς
2128Ἄρταν, ὅπου καὶ προὐφυλακίσθη τῇ 2 Σεπτεμβρίου. Ἡ
2129ἀνάκρισις διήρκεσε δύο σχεδὸν μῆνας, μετ’ ἐκτάκτου ἐνερ-
2130γηθεῖσα δραστηριότητος, ἐξετάσασα πάντας τοὺς ὁπωσδή-
2131ποτε δυναμένους νὰ διαφωτίσωσιν αὐτήν, καὶ οὕτως ἀπετε-
2132λέσθη ὁ ἐνώπιον ἡμῶν ὀγκώδης αὐτὸς φάκελλος. Περατω-
2133θείσης τῆς ἀνακρίσεως, ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἄρτης, τοῦ ὁποίου
2134ὑπενθυμίζω ὑμῖν τὸ ὑπὸ τοῦ ἐπερωτήσαντος Βουλευτοῦ
2135ἀπαγγελθὲν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκθειαστικὸν ἐγκώμιον,
2136ὑπέβαλε τὴν δικογραφίαν εἰς τὸ Συμβούλιον διὰ μακρᾶς
2137καὶ ἀναλυτικῆς αὐτοῦ προτάσεως, ἥν, ὁλοκλήρως καὶ ἀμε-
2138ρίστως τὸ Συμβούλιον παραδεχθὲν, ἐξεδότο τὸ ὑπ’ ἀρ. 149
2139τοῦ 1885 βούλευμα, ὅπερ ἔθεσε τέρμα εἰς τὴν τοιουτοτρό-
2140πως ἐπιχειρηθεῖσαν καὶ διεξαχθεῖσαν αὐτὴν κατηγορίαν.
2141Διατὶ οἱ ἐπὶ τοσαύτας ἡμέρας διυλίζοντες τὰ τῆς προκει-
2142μένης ὑποθέσεως, οὐδόλως ἐμνήσθησαν τοῦ βουλεύματος τού-
2143του; Διατὶ, ὅτε πρὸς ἀπόδειξιν ἐνοχῆς δῆθεν τοῦ Γρανί-
2144τσα ἀνεγίνωσκον πρὸς ὑμᾶς ἔγγραφα τοῦ Ὑπουργείου τῶν
2145Ἐσωτερικῶν τοῦ 1885, δὲν ἀνεγίνωσκον καὶ τὸ πόρισμα
2146τοῦτο τῆς δικαστικῆς ἀνακρίσεως; Τοῦτο ὀφείλετε νὰ κρί-
2147νητε καὶ ἐκτιμήσητε ὑμεῖς τε καὶ πάντες οἱ ἀκούοντες καὶ
2148ἀναγινώσκοντες τὰ ἐντεῦθεν λεγόμενα, διότι εἶναι ἐξόχως
2149χαρακτηριστικὸν τοῦ πνεύματος καὶ τῆς προθέσεως, ἥτις
2150ὑπηγόρευσε τὴν συζήτησιν ταύτην. Τὸ βούλευμα αὐτὸ ἀπο-
2151φαίνεται, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν κατὰ
2152Γρανίτσα ἐπὶ ταῖς ἀποδοθείσαις αὐτῷ πράξεσι, περιέχει δὲ
2153καὶ τὴν προσήκουσαν ἀπάντησιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας
2154εἰς τὰς κατὰ Γρανίτσα καταγγελίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν
2155Ἐσωτερικῶν. Παρακαλῶ, ἀλλὰ θεωρῶ, ὅτι καὶ ὀφείλετε,
2156νὰ ἀκούσητε ἐξ αὐτοῦ τοῦ βουλεύματος, τὰς σχετικὰς πρὸς
2157τὸν Α. Γρανίτσαν σκέψεις.
2158§81ΤΙΝΕΣ. Βεβαίως.
2159§82ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
2160§83ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. (ἀναγινώσκει).
2161«Ἐπειδὴ οἱ ἐξετασθέντες μάρτυρες οὐδὲν κατέθεσαν κατὰ
2162»Γρανίτσα, καὶ ἰδίᾳ οἱ Εὐθ. Λοῦρος ταγματάρχης, διαμεί-
2163»νας ἐπὶ πολλὰ ἔτη καὶ μέχρι τοῦ παρελθόντος Ἰουνίου
2164»ἐν Καρπενησίῳ, ὡς διοικητὴς τῶν μεταβατικῶν ἀποσπα-
2165»σμάτων, καὶ Κυριάκος Πονηρόπουλος ἀντισυνταγματάρχης
2166»τοῦ πεζικοῦ, διατελέσαντες ἐπ’ ἀρκετὸν χρόνον ὡς ἐπό-
2167»πται τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων ἐπὶ τῆς καταδιώ-
2168»ξεως τῶν φυγοδίκων καὶ τῶν λῃστῶν κατὰ τὰς ἐπαρχίας
2169»Βάλτου καὶ Εὐρυτανίας, κατέθηκαν, ὅτι οὐδέποτε ἔλαβον
2170»ἀφορμὴν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἢ ἐξ ἄλλης πληροφορίας, νὰ
2171»λάβωσι κατ’ ἐλάχιστον ὑπονοίας, ὅτι ὁ κατηγορούμενος
2172»Δήμαρχος ὑπέθαλπε τὸν λήσταρχον Εὐάγ. Τάκην, οὐδ’ ἡ
2173»συμμορία τούτου καὶ τοῦ Ἀποστολάκη εἰσῆλθε ποτὲ εἰς
2174»τὸν δῆμον Ἀπεραντίων, καὶ ὅτι ὁ ῥηθεὶς Δήμαρχος, ὁσάκις
2175»παρέστη ἀνάγκη, προθύμως καὶ εἰλικρινῶς προσέφερε τὴν
2176»ὑπηρεσίαν του. Εἰς ἐπίμετρον δὲ, πλὴν τῶν ἄλλων κατα-
2177»θέσεων καὶ τῶν ἀνωτέρω ἀξιωματικῶν, ὅτι ὁ περὶ οὗ πρό-
2178»κειται δήμαρχος Ἀπεραντίων Ἀνδρ. Γρανίτσας δὲν ὑπέ-
2179»κρυψεν οὐδὲ ὑπέθαλψε τὸν λήσταρχον Εὐάγ. Τάκην, καὶ
2180»ὅτι εἰς οὐδεμίαν σχέσιν μετ’ αὐτοῦ διετέλει, προκύπτει καὶ
2181»ἐκ καταθέσεως τοῦ Ἀλκιβ. Μηλιᾶ, πρώην δημάρχου Ἀ-
2182»περαντίων καὶ πολιτικῶς διϊσταμένου πρὸς τὸν Γρανίτσαν,
2183»ὅτι ἡ λῃστρικὴ συμμορία τοῦ ἀνωτέρω Τάκη οὐδέποτε
2184»εἰσῆλθεν εἰς τὸν δῆμον Ἀπεραντίων· ὅτι δὲν γινώσκει ἂν
2185»ὁ Τάκης ὑπεθάλπετο ὑπὸ τοῦ Δημάρχου· ὅτι ὁ Νικόλαος
2186»Γούλας διεπήρει ἐν τῇ οἰκίᾳ του τὸ ἑνδεκαετὲς παιδίον τοῦ
2187»λῃστάρχου Εὐαγ. Τάκη, καὶ ὅτι ἀπὸ τοῦ 1880 ὁ Δή-
2188»μαρχος παρέλαβε τὰ αἰγοπρόβατά του καὶ λοιπὰ ζῶά του
2189»ἀπὸ τῆς ποιμενικῆς ὁμάδος τῆς οἰκογενείας Τάκη καὶ τὰ
2190»ἔδωσεν εἰς ἄλλους.
2191«Ἐπειδὴ λοιπὸν, κατὰ τὰς ἀνωτέρω καταθέσεις, τὰς δυ-
2192»ναμένας νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει πρὸς σχηματισμὸν δικαστι-
2193»κῆς πεποιθήσεως, ἐξάγεται, ὅτι αἱ εἰς τὸν κατηγορούμενον
2194»δήμαρχον Ἀπεραντίων Ἀνδρ. Γρανίτσαν ἀποδιδόμεναι αἰ-
2195»τιάσεις περὶ ὑποθάλψεως καὶ σχέσεως αὐτοῦ μετὰ τοῦ λῃ-
2196»στάρχου Εὐαγ. Τάκη στεροῦνται παντελῶς ὑποστάσεως,
2197»καθόσον οἱ δυνάμενοι νὰ γινώσκωσι καὶ νὰ καταθέσωσι
2198»βασίμους πληροφορίας περὶ τῶν ἀποδιδομένων εἰς τὸν κα-
2199»τηγορούμενον Γρανίτσαν εἶναι οἱ ἀνωτέρω ἀξιωματικοί,
2200»οἵτινες ἐπὶ πολὺν χρόνον ὑπηρέτησαν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις
2201»Βάλτου καὶ Εὐρυτανίας πρὸς καταδίωξιν τοῦ λῃστάρχου
2202»Τάκη, καθὼς καὶ ὁ ἕτερος μάρτυς Μηλιᾶς, πολιτικὸς ἀντί-
2203»παλος τοῦ Γρανίτσα καὶ πρώην Δήμαρχος Ἀπεραντίων
2204»μέχρι τῶν ἐνεργηθεισῶν τῷ 1883 δημοτικῶν ἐκλογῶν,
2205»ὅστις, ἀξιῶν τὴν ἐκ νέου κατάληψιν τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς
2206»Ἀπεραντίων, εἶχε τὸ συμφέρον νὰ καταθέσῃ κατὰ τοῦ εἰ-
2207»ρημένου Δημάρχου ὅ,τι ἐγίνωσκεν, ὅπως ἐνοχοποιήσῃ αὐ-
2208»τὸν διὰ τὴν προκειμένην κατηγορίαν. Ὁ δὲ Μοίραρχος Με-
2209»σολογγίου Ἀρτέμης Κωνσταντινίδης κατέθηκεν, ὅτι πρὸ
2210»πέντε μηνῶν ἐν Μεσολογγίῳ ἔμαθε παρά τινος ἀρχιποιμέ-
2211»νος, οὗτινος τὸ ὄνομα δὲν ἐνθυμεῖται, ὅτι τὸν Τάκην ὑπο-
2212»θάλπει τὸ θέρος ὁ Γρανίτσας ἐν Εὐρυτανίᾳ, καὶ τοῦτο πο-
2213»λὺς ἐκεῖ πιστεύει κόσμος, πλὴν ἡ τοιαύτη κατάθεσις εἶναι
2214»ἀόριστος. Ἀφ’ οὗ λοιπὸν οἱ ἀνωτέρω μάρτυρες, οἵτινες ὡς
2215»ἐκ τῆς ἰδιότητός των εἰσὶν οἱ δυνάμενοι νὰ φωτίσωσι τὴν
2216»ἀνάκρισιν, καὶ διὰ τῶν καταθέσεών των νὰ μορφώσωσιν
2217»ἀσφαλῆ πεποίθησιν, κατέθηκαν, ὅτι οὐδὲ κατὰ διάνοιαν συνέ-
2218»λαβόν ποτε ὑπόνοιαν, ὅτι ὁ Γρανίτσας ὑπέθαλπε τὸν λή-
2219»σταρχον Τάκην, μηδέποτε λαβόντες οὔτε ἐκ τῆς ὑπηρεσίας
2220»των, οὔτε ἐξ ἄλλου μέρους τοιαύτην πληροφορίαν, προσθέν-
2221»τες μάλιστα, ὅτι ὁ ἐν λόγῳ Γρανίτσας συνέπραξεν ἄλλοτε
2222»κατὰ λῃστῶν καὶ προθύμως προσεφέρετο, ζητούμενος πρὸς
2223»τοῦτο, ἕπεται, ὅτι πᾶσα ἄλλη ἔνδειξις κατὰ τοῦ ῥηθέντος
2224»Γρανίτσα ἀναιρεῖται, συναναιρουμένων συγχρόνως καὶ τῶν
2225»ἀναφορῶν καὶ τηλεγραφημάτων τῆς Μοίρας Μεσολογγίου,
2226»οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τῶν ἐν τῇ δικογραφίᾳ ὑπαρχόντων ὑπ’
2227»ἀρ. 18,410, 20,097 καὶ 22,283 ἐγγράφων τοῦ Ὑπουρ-
2228»γείου τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὸν ἐνταῦθα Νομάρχην, διὰ
2229»τῶν ὁποίων καταγγέλλεται σὺν ἄλλοις καὶ ὁ Δήμαρχος
2230»Ἀπεραντίων, ὅτι κατὰ βασίμους πληροφορίας τοῦ Ὑπουρ-
2231»γείου ὁ λήσταρχος Ἀποστολάκης καὶ ὁ ὀπαδός του Τάκης
2232»ὑπεθάλποντο ἐν Εὐρυτανίᾳ παρὰ συγγενῶν των καὶ παρὰ
2233»τοῦ δημάρχου Γρανίτσα, μεθ’ οὗ, καθ’ ἃ ἐπληροφορήθη
2234»τὸ Ὑπουργεῖον, εἰς στενὰς διετέλει σχέσεις καὶ συνεταιρι-
2235»σμοὺς συμφερόντων κλπ. καθ’ ὅσον μάλιστα αἱ τοιαῦται
2236»πληροφορίαι εἰσὶν ἐντελῶς ἀόριστοι, διότι τὸ Ὑπουργεῖον
2237»δὲν ὑπέδειξεν εἰς τὴν ἀνάκρισιν τὰς βασίμους ἐκείνας πη-
2238»γάς, ὁπόθεν ἠρύσθη ταύτας. Τούτων λοιπὸν οὕτως ἐκ τῆς
2239»ἀνακρίσεως προκυπτόντων, καὶ τῶν ἀποδιδομένων τῷ
2240»δημάρχῳ Γρανίτσᾳ σχέσεων καὶ συνεταιρισμῶν (δικαιολο-
2241»γησάντων πληρέστατα τὴν προφυλάκισίν του) ἐξακριβω-
2242»θέντων ἤδη καὶ ἐξηγηθέντων, ἐξάγεται, ὅτι δὲν προκύ-
2243»πτει κατ’ αὐτοῦ ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν καὶ προέτεινε
2244»ν’ ἀποφανθῇ τὸ Συμβούλιον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ κατη-
2245»γορία κατὰ Ἀνδρέου Γρανίτσα, δημάρχου Ἀπεραντίων,
2246»διὰ τὰς ἐν τῷ ἱστορικῷ τῆς παρούσης ἀποδιδομένας αὐτῷ
2247»πράξεις.»
2248Ταῦτα μὲν ἐξέθηκε καὶ προέτεινε πρὸς τὸ Συμβούλιον
2249τῶν ἐν Ἄρτῃ Πλημμελειοδικῶν ὁ Εἰσαγγελεὺς κ. Βράτι-
2250μος, τὸ δὲ Συμβούλιον, διελθὸν τὴν δικογραφίαν καὶ σκε-
2251φθὲν, ὅτι «οἱ ἐν τῇ προτάσει ταύτῃ τοῦ Εἰσαγγελέως ἀνα-
2252»φερόμενοι λόγοι εἰσὶν ὀρθοί, νόμιμοι καὶ σύμφωνοι πρὸς τὸ
2253»ἐξαγόμενον τῆς ἐνεργηθείσης ἀνακρίσεως, ὡς τοιοῦτοι δὲ
2254»δεκτοὶ καθίστανται ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου, ἀπεφήνατο, ὅτι
2255»δὲν πρέπει νὰ γίνῃ κατηγορία κατὰ Ἀνδρέου Γρανίτσα,
2256»ἐπὶ ταῖς ἀποδοθείσαις αὐτῷ, ὡς εἴρηται, πράξεσι.»
2257Τοιαύτη ὑπῆρξε, Κύριοι, ἡ δικαστικὴ ἐκτίμησις τῶν κατὰ
2258Γρανίτσα ἐν τῇ ἱστορικῇ ἐκείνῃ ἐποχῇ τοῦ 1885 σκευω-
2259ρηθέντων, τοιαύτη δὲ ἡ καυστικὴ ἀπάντησις, ἣν τὸ Δικα-
2260στήριον καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἔδωσαν πρὸς τὰς ἐπαναληπτι-
2261κὰς κατὰ Γρανίτσα καταγγελίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν
2262Ἐσωτερικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἀμφιβάλλω, ἂν ἄλλοτέ
2263ποτε Κυβέρνησις ἐδείχθη ἀξία νὰ λάβῃ τοιοῦτον ὑπὸ τῆς
2264δικαστικῆς ἐξουσίας μάθημα...
2265§84ΡΑΛΛΗΣ. Ποῖος εἶναι ἀνακριτής;
2266§85ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὁ Σταμάτιος Ἀλεξάκης.
2267§86Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τίνος Δικαστικοῦ Συμβουλίου;
2268§87ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τοῦ τῶν ἐν Ἄρτῃ Πλημμελειοδικῶν.
2269§88Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πότε ἐξεδόθη τὸ βούλευμα;
2270§89ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τῇ 8 Ὀκτωβρίου 1885.
2271§90ΠΑΧΥΣ. Ποῖος τότε ἦτο Ὑπουργός;
2272§91ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἂς ἀπαντήσῃ ὁ κ. Δηλιγιάννης.
2273Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς προφυλακίσεως τοῦ Γρανίτσα πᾶσα
2274φροντὶς κατεβλήθη πρὸς ἐκμετάλλευσιν καὶ τῶν πολιτικῶν
2275καὶ τῶν προσωπικῶν αὐτοῦ ἐχθρῶν, δὲν ἔμεινε δὲ ἀργὴ οὐδὲ
2276ἡ εὐτελὴς καὶ ταπεινὴ τέχνη τῶν ἀνωνύμων ἐπιστολῶν πρὸς
2277τὴν ἀνάκρισιν, τὰ πάντα ἐξητάσθησαν μετ’ ἀκριβείας καὶ
2278ἄκρας αὐστηρότητος, καὶ, ὡς ἐκ τοῦ βουλεύματος ἠκούσατε,
2279οὐδὲν ἄλλο ἀπέμεινε χαρακτηριστικὸν τῆς πρωτοφανοῦς ταύτης
2280καταδιώξεως σημεῖον, εἰμὴ αἱ «βάσιμοι πληροφορίαι τοῦ Ὑπουρ-
2281γείου τῶν Ἐσωτερικῶν», ὧν δὲν ἠδυνήθη, ἢ δὲν ἠθέλησε νὰ ὁρίσῃ
2282τὴν ἀπόκρυφον καὶ σκοτίαν πηγὴν, καὶ αἱ πληροφορίαι τοῦ ὑπὸ
2283τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης σταλέντος τότε εἰς Μεσολόγγιον
2284Μοιράρχου μακαρίτου Ἀρτεμίου Κωνσταντινίδου, ἃς εἶπεν,
2285ὅτι ἔλαβεν ἀπό τινα ἀρχιποιμένα, τοῦ ὁποίου δὲν ἐνεθυμεῖτο
2286οὔτε τὸ ὄνομα, οὔτε τὸ ἐπώνυμον, οὔτε τὴν κατοικίαν, οὔτε
2287ἄλλο τι χαρακτηριστικὸν καὶ χρήσιμον, ὅπως ὁδηγηθῇ ἡ δι-
2288καιοσύνη εἰς ἀνεύρεσιν καὶ ἐξέτασιν τοῦ ἀγνώστου αὐτοῦ τῷ
2289μακαρίτῃ Μοιράρχῳ ἀρχιποιμένος. Τοιαύτη ἐκ τῆς δικογρα-
2290φίας καὶ τοῦ βουλεύματος καταδείκνυται ἡ ἱστορία τῆς ἐπι-
2291χειρηθείσης κατὰ Γρανίτσα καταδιώξεως.
2292Ἡ τακτικὴ, ἣν ἠκολούθησαν καὶ ὁ ἐπερωτήσας καὶ οἱ εἰς
2293ἐπικουρίαν αὐτοῦ προσελθόντες, ἀπέβλεπε μόνον εἰς τὴν σύγ-
2294χυσιν καὶ τὴν διαστροφὴν, καὶ τὴν δι’ αὐτῶν ἔστω καὶ στιγ-
2295μιαίαν προκατάληψιν. Διὰ τοῦτο, ὡς ἐνθυμεῖσθε, κατ’ ἐπα-
2296νάληψιν καὶ δι’ ὕφους κατ’ ἐπίφασιν σπουδαίου ἐζήτησαν
2297τὴν προσαγωγὴν δικογραφιῶν, οὐ μόνον σχετικῶν πρὸς τὴν
2298ἀρχικὴν ἐπερώτησιν, ἀλλὰ καὶ πάντη πρὸς ἐκείνην ἀσχέτων,
2299φροντίζοντες νὰ ἐνδειχθῇ, ὅτι σπουδαῖα περὶ Γρανίτσα καὶ
2300ἄλλων φίλων μου ἔμελλον ἐξ αὐτῶν νὰ ἀνακαλυφθῶσιν. Ἐκο-
2301μίσθησαν λοιπὸν πᾶσαι αἱ ζητηθεῖσαι δικογραφίαι, καὶ ἐπὶ
2302ἡμέρας κατέγειναν εἰς τὴν μελέτην αὐτῶν, λίαν εἰδικοὶ ὄν-
2303τες εἰς τοῦτο, οὐδένα ὅμως ὑπέδειξαν ἡμῖν τῆς μελέτης των
2304ταύτης καρπόν. Τὰς δικογραφίας ἐκείνας καὶ ἐγὼ διῆλθον,
2305βεβαιῶ δὲ τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδαμοῦ, οὔτε τὸ ὄνομα κἂν τοῦ
2306Γρανίτσα ἢ ἄλλου πολιτικοῦ φίλου μου ὁπωσδήποτε μνη-
2307μονεύεται. Ἰδιαιτέρως καὶ μετ’ ἐπιμονῆς, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐζη-
2308τήθησαν ἀντίγραφα τῶν καταθέσεων τῶν κατὰ τὸ 1885
2309αἰχμαλωτισθεισῶν συγγενῶν τοῦ κ. Ἀβέρωφ καὶ τοῦ δια-
2310πραγματευθέντος τὴν ἀπολύτρωσιν αὐτῶν ἐπιστάτου, ἐν αἷς
2311περιγράφονται λεπτομερῶς τὰ τῆς αἰχμαλωσίας των. Προσ-
2312ήχθησαν πρὸ ἡμερῶν καὶ τὰ ἀντίγραφα ταῦτα, ἐξ ὧν προ-
2313κύπτει, ὅτι κατὰ τὰς διαφόρους τῶν ληστῶν ὁμιλίας περὶ
2314ἑνὸς μόνον προσώπου, ἀξίου πάσης ἄλλως ὑπολήψεως καὶ τι-
2315μῆς, ἐγένετο λόγος, περὶ τοῦ κ. Βαλτινοῦ, καὶ τοῦ ἀποβιώ-
2316σαντος τότε υἱοῦ του, ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ ὁποίου καὶ ἐξέ-
2317φραζον οἱ λησταὶ λύπην. Τὸ πρᾶγμα εἶναι λίαν εὐεξήγητον,
2318διότι ὁ κ. Βαλτινὸς εἶναι πρόσωπον δρῶν καὶ γνωστὸν ἐν τῷ
2319τόπῳ, λίαν δ’ εὐνόητον εἶναι, ὅτι ἦτο δυνατὸν καὶ ἄλλων
2320πολιτευτῶν, ἢ ὅπως δήποτε γνωστῶν ἐν τῷ τόπῳ τὰ ὀνό-
2321ματα νὰ ἀναφέρωσιν οἱ λησταὶ ἐν ταῖς ὁμιλίαις των. Ὅτε
2322ὅμως ταῦτα ἀνεγίνωσκον, διενοούμην ὁποῖος θὰ ἐγίνετο θό-
2323ρυβος καὶ ὁποῖαι θὰ ἠκούοντο κραυγαὶ καὶ τίνα θὰ ἐξεβιά-
2324ζοντο φοβερὰ ἐπιχειρήματα, ἐὰν συνέπιπτε τῶν ληστῶν τις
2325ν’ ἀναφέρῃ ἀντὶ τοῦ ὀνόματος τοῦ κ. Βαλτινοῦ τὸ ὄνομα τοῦ
2326Γρανίτσα, ἢ ἄλλου τινός.
2327Ἡ κατὰ Γρανίτσα κατηγορία εἶναι, ἐπαναλαμβάνω,
2328ὡμολογήθη δὲ καὶ παρ’ αὐτῶν τῶν ἀντιπάλων, ὅτι εἶναι ἡ
2329ἀφετηρία καὶ ἡ βάσις ὅλων τῶν μετ’ αὐτὴν σκευωρηθέντων
2330καὶ γραφέντων καὶ λεχθέντων, διότι αὕτη ἐχρησίμευσεν ὁπωσ-
2331δήποτε ὡς δῆθεν εὔλογος ἀφορμὴ εἰς τὴν κακεντρέχειαν καὶ
2332τὴν ἐμπάθειαν καὶ τὴν συκοφαντίαν, ἵνα γράψῃ καὶ εἴπῃ ὅτι,
2333ἀφ’ οὗ ὁ Γρανίτσας ἐφυλακίσθη, ὡς ὑποθάλψας ληστὰς, εἶναι
2334δὲ φίλος καὶ συγγενὴς τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, δυ-
2335νάμεθα νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι, ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύ-
2336νης ἤθελεν, ἠδύνατο διὰ τοῦ τοιούτου φίλου καὶ συγγενοῦς
2337του νὰ συντρέξῃ ἀποτελεσματικῶς εἰς τὴν καταστροφὴν τῶν
2338λῃστῶν. Τῆς ἀφετηρίας ὅμως καὶ βάσεως ἐκείνης ἐκμηδενι-
2339σθείσης σήμερον ἐπισήμως, καὶ καταπεσούσης οἰκτρῶς, συγ-
2340κατέπεσαν ἀναγκαίως καὶ τὰ ἐπ’ αὐτῆς καὶ μόνης στηριχθέν-
2341τα, ἐξ αὐτῆς δὲ καὶ μόνης προελθόντα μοχθηρὰ καὶ ἔνοχα
2342κατασκευάσματα. Ἔπρεπε νὰ δημιουργηθῇ ὁπωσδήποτε ἡ
2343τοσοῦτον καταφανῶς μηδενισθεῖσα καὶ ἀναιρεθεῖσα κατὰ
2344Γρανίτσα κατηγορία, ἵνα ὕστερον ἐκμεταλλευθῶσιν αὐτὴν,
2345πειρώμενοι ὅπως βάλωσι κατ’ ἐμοῦ δηλητηριώδη καὶ δολο-
2346φονικὰ βλήματα, εἰς τὰ ὁποῖα, ὡς γινώσκετε ὑπόκεινται
2347πάντες δυστυχῶς οἱ πολιτευόμενοι. Οἱ Ἕλληνες εἴμεθα ὀλί-
2348γοι, καὶ διὰ τοῦτο καλῶς ἀλλήλους γινώσκομεν. Πάντες
2349δ’ ὑμεῖς, ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων οἱ Βουλευταί, ἄριστα γι-
2350νώσκετε, ὅτι πρὸ τῆς τοσοῦτον ἀδίκως, ἀλλὰ καὶ τοσοῦτον
2351ἀπροκαλύπτως σκευωρηθείσης κατὰ Γρανίτσα κατηγορίας,
2352οὐδεὶς οὐδὲν κατ’ αὐτοῦ, πολλῷ δ’ ἧττον κατ’ ἐμοῦ, εἶπεν ἢ
2353ἔγραψε κατὰ τὸν μακρόν μου δημόσιον βίον. Γινώσκετε κατὰ
2354τίνα τρόπον διεξάγεται παρ’ ἡμῖν ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ ἐκλογικὴ
2355πάλη. Εἰς δέκα σχεδὸν συνεχεῖς Βουλευτικὰς ἐκλογὰς ἐπέ-
2356τυχον, καθ’ ὧν ἐνίοτε ἐδημιουργοῦντο ἀνύπαρκτοι λόγοι ἐν-
2357στάσεων ἐκ μεμψιμοιρίας τῶν ἀποτυγχανόντων, καὶ ὁ θέλων
2358νὰ διέλθῃ τὰ σχετικὰ πρακτικὰ θέλει εὕρει τὸ πρῶτον
2359μὲν ἀμφισβήτησιν τοῦ προσόντος τῆς ἡλικίας μου, ἄλ-
2360λοτε ἀμφισβήτησιν τῆς ἐξ Εὐρυτανίας καταγωγῆς μου,
2361ἄλλοτε μεμψιμοιρίαν ἐπὶ τῇ ἐπεμβάσει φίλων μου Δη-
2362μάρχων καὶ ἄλλα ἄλλοτε ὅμοια, οὐδέποτε ὅμως παράπονον,
2363ἔστω καὶ ψευδές, περὶ ἀναμίξεως φυγοδίκου ἢ φυγοποίνου.
2364Ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς ὤθει αὐτοὺς νὰ δημιουργῶσιν
2365ἄλλους ἀνυπάρκτους ἐντελῶς λόγους, ἀλλὰ ποτὲ, ἀπολύτως
2366ποτέ, δὲν διενοήθησαν κἂν οὔτε νὰ ὑπαινιχθῶσι τοιαῦτα, οἷα
2367ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπὶ τόσας ἡμέρας ἀκούομεν ἀνευ-
2368θύνως, ἀλλὰ καὶ ἀνερυθριάστως λεγόμενα.
2369Ἐν τῇ παντελεῖ δ’ ἐλλείψει στοιχείων κατακρίσεως, ἠγω-
2370νίσθησαν νὰ ἀντλήσωσι τοιαῦτα καὶ ἐκ τῆς αὐθορμήτου πρὸς
2371τὴν δικαιοσύνην προσελεύσεως τοῦ Ἀλεξίου Τάκη. Δικαίως
2372ἐμειδιάσατε πάντες, ὅτε ἠκούσατε αὐτῶν πειρωμένων καὶ ἐκ
2373τῆς προσελεύσεως ταύτης νὰ ἐξαγάγωσιν ἐπιχειρήματα. Ἂν
2374ἡ προσέλευσις αὐτοῦ δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἴς τι, τοῦτο
2375βεβαίως εἶναι ὁ ὀφειλόμενος ἔπαινος τῶν μέτρων ἐκείνων,
2376ἅτινα ἠνάγκασαν αὐτὸν νὰ προσέλθῃ, καταστήσαντα αὐτῷ
2377ἀδύνατον πᾶσαν περαιτέρω ὑπόκρυψιν, καὶ ἀπαλλάξαντα οὕτω
2378τὸν τόπον ἀπὸ ἀνθρώπου, τοσοῦτον κακοποιοῦ. Ὅπως δ’ ἐναν-
2379τίον τῶν κατατεθέντων ἐπισήμων ἐγγράφων ἐπιμένουσιν ἀπο-
2380καλοῦντες αὐτὸν λήσταρχον, οὕτως ἐναντίον τῶν ἐπίσης
2381κατατεθέντων ἐπισήμων ἐγγράφων, τῶν βεβαιούντων, ὅτι ὁ
2382Ἀλέξ. Τάκης, προσελθὼν ἑκουσίως τῇ 4 Ὀκτωβρίου, ἐφυ-
2383λακίσθη αὐθημερὸν, ἐξακολουθοῦσιν ἰσχυριζόμενοι, ὅτι ἀφέθη
2384ἐλεύθερος καὶ μάλιστα ὅτι ἐφιλοξενεῖτο ἐν ὡρισμένῃ οἰκίᾳ.
2385Τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, τὰ ἀποδεικνύοντα τὸ εἰδεχθὲς ψεῦ-
2386δος τῶν μοχθηρῶν καὶ αὐθαιρέτων τούτων ἰσχυρισμῶν,
2387ἔχει πρὸ ἡμερῶν ὑπ’ ὄψιν τῆς ἡ Βουλή, καὶ ἐξ αὐτῶν ἐπι-
2388σήμως εἶδεν, ὅτι κατ’ ἐξαίρεσιν ἀπὸ πάντων τῶν ἄλλων
2389προσελθόντων φυγοδίκων ὁ Ἀλέξ. Τάκης καὶ αὐθημερὸν
2390ἐφυλακίσθη, καὶ οὐδεμιᾶς ἔτυχεν ἐπιεικείας, καὶ οὐδὲ τὴν
2391δίκην αὐτοῦ ὑπέστη ἐν Μεσολογγίῳ, ἀλλ’ ἀλλαχοῦ. Ἡ
2392τοιαύτη τῶν πραγμάτων θρασεῖα διαστροφὴ καὶ στρέβλω-
2393σις μοὶ ἔδιδε τὸ δικαίωμα νὰ ἀντιτάξω περιφρόνησιν πρὸς
2394συζήτησιν οὕτω διεξαγομένην. Κατέθηκα ἐπίσημα ἔγγραφα,
2395βεβαιοῦντα, ὅτι πλὴν τῶν ἐξ κατηγοριῶν, δι’ ἃς ἐδικάσθη
2396ἤδη ὁ Ἀλέξ. Τάκης καὶ ἀποτίνει τὴν ἀνωτέραν τῶν ἐπι-
2397βληθεισῶν ποινῶν τῶν ἰσοβίων δεσμῶν, μία μόνον ὑπολεί-
2398πεται ἐκκρεμὴς, ἐφ’ ᾗ ὁ δικασθεὶς ὡς συναυτουργὸς αὐτοῦ
2399κατεδικάσθη εἰς τεσσάρων ἐτῶν φυλάκισιν, καὶ ὅτι οὐδὲν
2400ἄλλο βούλευμα καὶ οὐδεμία οὐδαμοῦ τοῦ Κράτους ἀνά-
2401κρισις κατ’ αὐτοῦ ἐκκρεμὴς ὑφίσταται, καὶ ἐν τούτοις σή-
2402μερον ἐνώπιόν σας δι’ ὕβρεως ἀκατονομάστου πρὸς τὰ ἐπί-
2403σημα τῶν ὑπευθύνων ἀρχῶν πιστοποιητικὰ, ἐκραύγαζον,
2404ὅτι αἱ πράξεις, ἐφ’ αἷς κατεδικάσθη, καὶ ἐκεῖναι, περὶ ὧν
2405πρόκειται νὰ δικασθῇ, καὶ ἐκεῖναι, περὶ ὧν ἐνεργεῖται
2406ἀνάκρισις, εἶναι ἀναρίθμητοι, χωρὶς νὰ δίδωσι κἀμμίαν
2407ἐξήγησιν τοῦ ἐναντίου τούτου πρὸς τὰ ἐπίσημα ἔγ-
2408γραφα ἰσχυρισμοῦ των. Ἐὰν ἠρωτᾶτε αὐτοὺς, ποῦ στη-
2409ριζόμενοι λέγουσι ταῦτα, θὰ σᾶς ἀπήντων: «Δὲν ἔχομεν νὰ
2410σᾶς δώσωμεν λόγον· οὕτω θέλομεν νὰ λέγωμεν.» Καὶ εἶναι
2411τις τάχα ὑπόχρεως νὰ προσέχῃ πλέον εἰς ὅσα λέγουσιν;
2412Ἐξήγησα διὰ μακρῶν ἐν προηγουμένῃ τῆς Βουλῆς συνε-
2413δριάσει τὰ τῶν δύο δικῶν τοῦ Ἀλεξίου Τάκη, εἰς ἃς ὑπε-
2414στήριξε τὴν κατηγορίαν ὁ ἀδελφός μου, ὡς Ἀντεισαγγελεὺς
2415τῶν ἐν Κερκύρᾳ Ἐφετῶν, καὶ εἴδετε ἐκ τῶν προσαχ-
2416θεισῶν ἀποφάσεων, ὅτι ὁ Ἀλέξ. Τάκης κατὰ τὰς δύο
2417αὐτὰς δίκας ἐδικάσθη αὐστηρότερον καὶ ἐτιμωρήθη πλειό-
2418τερον τῶν διὰ τὰς αὐτὰς πράξεις, διὰ τοῦ αὐτοῦ βουλεύ-
2419ματος, ὑπὸ τὸν αὐτὸν χαρακτῆρα μετ’ αὐτοῦ ὡς συστα-
2420σιωτῶν ἢ συμμοριτῶν παραπεμφθέντων, ἀλλὰ πρὸ αὐτοῦ
2421δικασθέντων, καὶ ὧν τὰς κατηγορίας ὑπεστήριξαν ἄλλοι
2422Εἰσαγγελεῖς, ἐπιεικεστέρας ποινὰς προτείναντες. Τίς ἤλπι-
2423ζεν, ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, μετὰ τοιαύτας ἐπισή-
2424μους ἀποδείξεις περὶ τοῦ ὅτι ὁ Ἀλέξ. Τάκης ἐν ταῖς δυ-
2425σὶν ἐκείναις δίκαις κατεδικάσθη αὐστηρότερον καὶ βαρύτε-
2426ρον πάντων τῶν πρὸ αὐτοῦ διὰ τὰς αὐτὰς πράξεις δικα-
2427σθέντων συναυτουργῶν του, ἤθελον πάλιν ἐπανέλθει καὶ
2428κατηναλώσει ὅσας κατηνάλωσεν ὥρας, ἀγωνιζόμενοι νὰ
2429διαστρέψωσι τὰ πασιφανῆ καὶ νὰ παρεξηγήσωσι τὰ ἀνεπί-
2430δεκτα παρεξηγήσεως! Αἰσθανόμενοι ὅμως τὸ ἔδαφος φεῦγον
2431ὑπὸ τοὺς πόδας των, κατέφυγον καὶ εἰς ἐπιβοηθητικὰς σκέ-
2432ψεις καὶ κρίσεις. Ἔστω, εἶπον· ἀλλὰ διατὶ ὁπωσδήποτε νὰ
2433λάβῃ ὁ ἀδελφός σου μέρος εἰς τὰς δίκας αὐτάς; Καὶ ἐγὼ
2434ὅμως ἐρωτῶ, αὐτούς: διὰ τὶ νὰ μὴ λάβῃ, ἀφοῦ ὁ προϊ-
2435στάμενος αὐτοῦ Εἰσαγγελεὺς τῷ ἀνέθηκε τὴν ὑποστήριξιν
2436τῶν κατηγοριῶν ἐκείνων, αὐτὸς δὲ οὐδὲν ἐν ἑαυτῷ ᾐσθάνετο
2437κώλυμα; Μὴ τάχα διότι εἶχε τις γράψει εἰς μίαν ἐφημε-
2438ρίδα λιβέλλους κατ’ ἐμοῦ διὰ τὸν ὑπόδικον ἐκεῖνον; Καὶ
2439τὸν λόγον αὐτὸν ἀληθῶς ἤκουσα χθὲς ἢ σήμερον ἀπὸ χει-
2440λέων μάλιστα νομικοῦ καὶ χρηματίσαντος ἀνωτέρου δι-
2441καστικοῦ λειτουργοῦ, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἠπόρησα διὰ τοῦτο.
2442Θέλουσι λοιπὸν νὰ καθιερώσητε οὕτω νέον εἶδος, ἀγνώστου
2443μὲν μέχρι τοῦδε, ἀλλ’ ἁπλουστάτης, τὸ ὁμολογῶ, διαδι-
2444κασίας περὶ ἐξαιρέσεως δικαστῶν; Καὶ θὰ δύναται πλέον
2445νὰ λειτουργήσῃ δικαιοσύνη ἐν Ἑλλάδι, ἐὰν ὁ δικαστὴς
2446ὑποχρεωθῇ νὰ ἀπέχῃ ἀπὸ τῆς δίκης παντὸς, δι’ ὅν τις ἤθε-
2447λεν ὑβρίσει διά τινος λιβελλογραφικῆς ἐφημερίδος αὐτὸν ἢ
2448τὸν ἀδελφόν του; Καὶ θὰ δώσωμεν λοιπὸν εἰς τοὺς ὑποδί-
2449κους τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγωσιν αὐτοὶ τοὺς δικαστάς των,
2450καὶ θὰ ἀναγκαζώμεθα μάλιστα ὑπὸ τῶν ὑποδίκων νὰ με-
2451ταθέτωμεν Δικαστὰς καὶ Προέδρους καὶ Εἰσαγγελεῖς, ὁσά-
2452κις οἱ ὑπόδικοι θεωρήσωσι καλὸν καὶ συμφέρον νὰ ὑβρίσωσι
2453διὰ τοῦ τύπου πάντα τὰ μέλη τοῦ δικάσοντος αὐτοὺς Δι-
2454καστηρίου; Βλέπετε εἰς ποῖον χάος ὁδηγεῖ ἡ τοιαύτη τῆς
2455περὶ τὴν ἐξαίρεσιν διαδικασίας ἁπλοποίησις, ἥν ὅμως ἐγὼ
2456οὐδέποτε θὰ ἀποδεχθῶ, οὐδὲ θὰ συστήσω· φαίνεται δὲ, ὅτι
2457κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ὀρθῶς ἐσκέφθη καὶ ὁ τότε Ἀντει-
2458σαγγελεὺς τῶν ἐν Κερκύρᾳ Ἐφετῶν.
2459Τί ὅμως ἔπραξεν ὁ Ἀντεισαγγελεὺς τῶν ἐν Κερκύρᾳ
2460Ἐφετῶν; Εἰς τὴν πρώτην ὑπόθεσιν ὑπεστήριξεν ἐκβίασιν, καὶ
2461παρεδέχθησαν οἱ ἔνορκοι ὁλόκληρον τὸ κατηγορητήριον. Ὁ
2462Ἀντεισαγγελεὺς ἐζήτησε νὰ ἐπιβληθῇ τῷ Τάκῃ ὁ ἀνώτερος
2463ὅρος τῆς ποινῆς, δεσμὰ δηλ. 20 ἐτῶν, ἀλλὰ τὸ Δικαστή-
2464ριον ἐπέβαλεν αὐτῷ ποινὴν δεσμῶν 16 μόνον ἐτῶν, ἥτις ὅμως
2465ποινὴ εἶναι πολὺ ἀνωτέρα ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον κα-
2466ταδικασθῆ οἱ πρὸ αὐτοῦ δικασθέντες δύο συναυτουργοί του
2467ὧν τὰς κατηγορίας ὑπεστήριξαν, τοῦ μὲν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν
2468Ἐφετῶν κ. Μπένσης, τοῦ δὲ ὁ ἐφέτης κ. Περιστιάνος, καὶ
2469οἵτινες κατεδικάσθησαν, ὁ μὲν εἰς 12 ἐτῶν δεσμὰ, ὁ δὲ εἰς 10
2470ἐτῶν. Ἐπῆλθεν ἡ ὑπόθεσις ἡ ἄλλη, ἡ κατηγορία ἐπὶ ἑνώ-
2471σει καὶ φόνῳ· οἱ ἔνορκοι παρεδέχθησαν ἁπλῆν ἀναίρεσιν, ὁ
2472Ἀντεισαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἐζήτησε καὶ πάλιν νὰ ἐπι-
2473βληθῇ ὁ ἀνώτερος ὅρος τῆς ποινῆς, δεσμὰ δηλ. 20 ἐτῶν, τὸ
2474Δικαστήριον ὅμως τῶν Συνέδρων ἐπέβαλε ποινὴν δεσμῶν 16
2475ἐτῶν, θεωρῆσαν πολὺ αὐστηρὰν τὴν πρότασιν τοῦ Ἀντει-
2476σαγγελέως. Εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἦσαν ἐπίσης καὶ ἄλλοι
2477συναυτουργοί. Εἷς ἢ δύο ἐξ αὐτῶν εἶχον δικασθῆ κατὰ τὸ
24781884, τρία δηλ. ἔτη πρὸ τοῦ Τάκη, προεδρεύοντος τοῦ
2479πρωτοδίκου κ. Παγανέλη, ὑποστηρίζοντος δὲ τὴν κατηγο-
2480ρίαν τοῦ ἐφέτου κ. Περιστιάνου. Κατηγοροῦντο ἀκριβῶς
2481ἐπὶ τῇ αὐτῇ πράξει μὲ τὸν Τάκην, καὶ αἰτήσει τοῦ εἰσαγ-
2482γελεύσαντος ἐφέτου κ. Περιστιάνου κατεδικάσθησαν εἰς
2483τὸν ἐλάχιστον ὅρον, εἰς 15 δηλαδὴ ἐτῶν πρόσκαιρα δεσμὰ,
2484τῶν ἐνόρκων ἀρνηθέντων καὶ τότε τὸν φόνον καὶ τὴν ἕνω-
2485σιν, καὶ παραδεχθέντων μόνον ἀναίρεσιν. Μετὰ δὲ τὴν δί-
2486κην γνωμοδοτεῖ ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὅτι ὑπάρχει
2487περίπτωσις ἐλαττώσεως τῆς ποινῆς ταύτης, καὶ ἐλαττοῦται ἡ
2488ποινὴ εἰς 10 ἐτῶν. Εἰς ἀμφοτέρας λοιπὸν τὰς δίκας τοῦ
2489Τάκη, καθ’ ἃς ὑπεστήριξε τὰς κατηγορίας ὁ Ἀντεισαγγε-
2490λεὺς τῶν ἐφετῶν Βουλπιώτης, ὁ Τάκης κατεδικάσθη βα-
2491ρύτερον τῶν πρὸ αὐτοῦ διὰ τὰς αὐτὰς πράξεις δικασθέν-
2492των. Ἀλλὰ περὶ τούτου ἠκούσατε τίποτε; πολλοῦ γε καὶ
2493δεῖ. Ἠκούσατε ὅμως ἀνερυθριάστως λεγόμενον, ὅτι ὁ Ἀντει-
2494σαγγελεὺς ἔλαβε σκοπίμως μέρος εἰς τὰς δίκας, ἵνα σωθῇ ὁ
2495Τάκης. Ἀπὸ τίνος νὰ σωθῇ; ἀπὸ ποινῆς, τὴν ὁποίαν δὲν
2496ὑπέστη οὐδεὶς τῶν πρὸ αὐτοῦ διὰ τὰς αὐτὰς πράξεις δικα-
2497σθέντων συναυτουργῶν καὶ συντρόφων του; Τὰς λοιπὰς κατὰ
2498Ἀλεξίου Τάκη κατηγορίας ὑπεστήριξεν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν
2499Ἐφετῶν κ. Μπένσης, ἢ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν κ.
2500Ζερβουλάκος, ἐφ’ ὅλων δ’ ἐπῆλθον καταδίκαι· δὲν ὑπάρχει
2501ὑπόθεσις οὐδεμία καταλήξασα εἰς ἀθώωσίν του. Καὶ ἐνῷ
2502περὶ τούτων εἶναι κατατεθειμένα τὰ ἔγγραφα, καὶ ἐνῷ αὐτὰ
2503κατ’ ἐπανάληψιν ἐλέχθησαν, ἀπόψε ἠκούσατε, ὅτι ἐφ’
2504ὅλων αὐτῶν τῶν ὑποθέσεων κατώρθωσε νὰ διέλθῃ ἄθι-
2505κτος ὁ Ἀλέξιος Τάκης, ὁ εἰς πάσας καταδικασθεὶς, ὅπως
2506ἠκούσατε ὅτι ὑπάρχουσι μυριάδες κατηγοριῶν κατ’ αὐ-
2507τοῦ, ἐναντίον ἐπισήμων ἐγγράφων, δι’ ὧν βεβαιοῦται
2508ὅτι οὐδεμία κατηγορία κατὰ Τάκη εὑρίσκεται ἐκκρεμὴς,
2509ἢ μόνον μία, ἥτις κατόπιν αἰτήσεως ἀναιρέσεως εὑρίσκεται
2510ἐκκρεμὴς παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν,
2511ἐὰν ὁλόκληρον τὸ κατηγορητήριον παραδεχθῶσιν ὡς ἔχει
2512οἱ ἔνορκοι, ἡ πρᾶξις τιμωρεῖται μὲ ἁπλᾶ δεσμά. Εἷς μά-
2513λιστα τῶν μετ’ αὐτοῦ συγκατηγορηθέντων, δικασθεὶς ἐν
2514Τρικκάλοις, κατεδικάσθη εἰς ποινὴν τεσσάρων μόνον ἐτῶν,
2515καὶ κατ’ ἀναίρεσιν αὐτοῦ ἡ ὑπόθεσις εὕρηται ἐκκρεμὴς
2516παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ. Περὶ αὐτῆς δὲ τῆς ἐν Τρικκάλοις
2517γενομένης δίκης, οὐχὶ τοῦ Ἀλεξίου Τάκη, ἀλλὰ τοῦ μετ’
2518αὐτοῦ συγκατηγορηθέντος καὶ συμπαραπεμφθέντος, ἠκού-
2519σατε αὐθαδῶς λεχθὲν, ὅτι ἐλήφθη πρόνοια νὰ σταλῇ ἐπίτη-
2520δες καὶ νὰ διεξαγάγῃ αὐτὴν ὡς Εἰσαγγελεὺς ὁ κ. Μεσθε-
2521νεὺς, ὅστις κατηγορεῖται ἐπὶ ὑποθάλψει λῃστῶν. Ἔπρεπε
2522φαίνεται εἰς τὸ πρανὲς αὐτὸ τῆς ἐσχάτης ὕβρεως, εἰς ὃ
2523κατέπεσον ἀπό τινος χρόνου, πρὸς ἐξευτελισμὸν τοῦ Βου-
2524λευτηρίου, νὰ μὴ φεισθῶσιν οὐδενὸς, ὄχι μόνον τῶν ἐντὸς
2525τοῦ Βουλευτηρίου, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐκτὸς, τοῦ ὁποίου ὁ ἐξευ-
2526τελισμὸς ἤθελε θεωρηθῆ παρ’ αὐτῶν, καθ’ οἱονδήποτε τρό-
2527πον, ὡς δυνάμενος νὰ συντελέσῃ εἰς τοὺς σκοπούς των τοὺς
2528ἀσεβεῖς, οἵτινες τοσοῦτον συνεσκότισαν αὐτοὺς, ὥστε δὲν εἶδον
2529εἰς τὰ ἐν χερσὶν αὐτῶν ἐπίσημα ἔγγραφα, ὅτι εἰς τὴν δί-
2530κην ἐκείνην οὐδόλως μετέσχεν ὁ κ. Μεσθενεὺς, διεξήγαγε
2531δ’ αὐτὴν ὁλοκλήρως καὶ ὑπεστήριξε τὴν κατηγορίαν ὁ
2532Ἀντεισαγγελεὺς Ἀγγελακόπουλος. Ἐν τούτοις ἐξυβρίσθη
2533σκαιῶς ὁ Εἰσαγγελεὺς ὡς ὑπόδικος, καὶ ὡς διὰ τοιαύτην
2534αἰτίαν ἀπολυθεὶς τῆς ὑπηρεσίας· ὅταν δὲ Βουλευταὶ ἄλλοι,
2535γινώσκοντες τὰ κατ’ αὐτὸν, διεμαρτύροντο, παρακαλοῦντες
2536νὰ τοῖς δοθῇ εὐκαιρία νὰ ἐξηγήσωσι τὰ κατὰ τὸν Εἰσαγ-
2537γελέα τοῦτον, δὲν τοῖς ἐδίδετο ἡ ζητουμένη πρὸς διακοπὴν
2538ἄδεια. Καὶ τίς εἶναι ἡ ἱστορία, τὴν ὁποίαν ἀνήγαγον εἰς
2539κατηγορίαν, ἐξευτελίζουσαν τὸν Εἰσαγγελέα; Εὑρέθη τίς
2540ποτε, ὅστις, τίς οἶδε διὰ τίνας λόγους, ἐθεώρησε καλὸν νὰ
2541καταγγείλῃ αὐτὸν, Πρωτοδίκην ὄντα, ὡς ἔχοντα ἐν γνώσει
2542ὑπηρέτην φυγόδικόν τινα, ἴσως διὰ νὰ δημιουργήσῃ λόγον
2543ἐξαιρέσεως. Διηύθυνε τότε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης
2544ὁ κ. Ῥάλλης. Διετάχθη ἀνάκρισις, ἡ ἀνάκρισις ἐπερατώθη,
2545ἐπειδὴ δὲ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἔχει ἰδιάζουσαν δικαιοδοσίαν, ἡ
2546ὑπόθεσις ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν, καὶ τὸ Ἐφε-
2547τεῖον ἐξέδωκε βούλευμα, ἀποφαινόμενον ὅτι δὲν ὑπάρχει
2548ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν ἐπὶ ἀποκρύψει φυγοδίκου κατὰ τοῦ
2549πρωτοδίκου Πέτρου Μεσθενέως. Τὸ βούλευμα, φέρον ἀριθμὸν
255043, ἐξεδόθη ἐν Ἀθήναις τῇ 10 Μαρτίου 1883, τῇ προτάσει
2551τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν Ν. Ῥάδου ἀπὸ Συμβούλιον
2552Ἐφετῶν, ἀποτελούμενον παρὰ τῶν Ν. Π. Δηλιγιάννη, προέ-
2553δρου, Α. Γκιὼν, Β. Ῥοντήρη, Π. Βάλβη, Κ. Μακᾶ. Αὐτὸς
2554εἶναι ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὅστις κατεδικάσθη νὰ ὑβρισθῇ, καθ’ ὃν
2555τρόπον ὑβρίσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ περὶ τοῦ
2556ὁποίου εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω τὰς ὀλίγας αὐτὰς λέξεις
2557καὶ νὰ φέρω τὰς ἐπισήμους ταύτας ἀποδείξεις. Ὁ κ. Ῥάλ-
2558λης μετὰ ἕνα καὶ ἥμισυ μῆνα ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ βου-
2559λεύματος ἐθεώρησεν, ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ ἱκανοποιήσῃ τὸν
2560ἄνδρα, καὶ προήγαγεν αὐτὸν εἰς Εἰσαγγελέα. Αὐτὸ εἶναι τὸ
2561ἀληθὲς, εἶναι δ’ ἐπίσης ἀληθὲς, ὅτι οὗτος ἐπαύθη κατὰ τὸ
25621885. Σᾶς εἶπον, ὅτι ἐπαύθη, διότι διετέλει ὑπὸ κατηγο-
2563ρίαν. Ἐὰν δὲ ἐπαύθη διὰ τοῦτο, ἐπαύθη ἄνευ λόγου καὶ
2564αἰτίας. Ἀλλὰ δὲν ἐπαύθη ἄνευ λόγου καὶ αἰτίας, ἐπαύθη
2565δι’ ὃν λόγον καὶ δι’ ἣν αἰτίαν καὶ ἄλλοι Εἰσαγγελεῖς ἐπαύ-
2566θησαν τότε, ὡς λ. χ. ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν Διογε-
2567νείδης, οἱ Εἰσαγγελεῖς τῶν Πρωτοδικῶν Καρύδας, Καψάλης,
2568Σπανίδης καὶ ἄλλοι. Καὶ ταῦτα λέγων δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι
2569καὶ ἡμεῖς ἐπαύσαμεν Εἰσαγγελεῖς χωρὶς νὰ κατηγορῶνται,
2570διότι δὲν ἐθεωρήσαμεν αὐτοὺς ἱκανοὺς καὶ καταλλήλους.
2571Ὡς δὲ ἐκεῖνοι ἔπαυσαν τὸν Διογενείδην, ἐπαύσαμεν ἡμεῖς
2572τὸν Βλάχον καὶ τὸν Ῥάδον, ὅπως δ’ ἐκεῖνοι ἔπαυσαν τὸν
2573Καρύδαν, τὸν Καψάλην, τὸν Σπανίδην, ἡμεῖς ἐπαύσαμεν
2574τὸν Ταμιχτσῆν, τὸν Βαλασσόπουλον καὶ ἄλλους. Προκειμέ-
2575νου δὲ περὶ Εἰσαγγελέων, ἠκούσατε θρηνωδῶς ἀπὸ τοῦ βή-
2576ματος τούτου ἐκτραγῳδουμένην τὴν ἀνάγκην, τοῦ νὰ μὴ
2577δίδητε πίστιν εἰς τὰς πληροφορίας τῶν Εἰσαγγελέων, διότι
2578οὗτοι τρέμουσι σήμερον τὴν πίεσιν τῆς Διοικήσεως. Ἀκόμη
2579ἠχεῖ εἰς τὰς ἀκοάς μου ἡ δραματικὴ φράσις των, ὅτι πρὸς
2580τοὺς Εἰσαγγελεῖς λέγομεν: «ἢ τοιαύτην γνωμοδότησιν, ἢ τὴν
2581κεφαλήν σου.» Καὶ λέγουσι περὶ ἡμῶν ταῦτα ἐνώπιον τῆς
2582Βουλῆς καὶ τῆς Ἑλλάδος, ἥτις καλῶς γινώσκει ὅτι,
2583ἀκριβῶς μεθ’ ἣν ἔσχομεν πεῖραν τῆς πρὸς τὴν Εἰσαγγε-
2584λὴν ἰδίως ἀρχὴν ἀνευλαβείας καὶ ἀσεβείας αὐτῶν, προε-
2585νοήσαμεν, ἅμα ἐπὶ τὴν ἀρχὴν κληθέντες, νὰ ἐξασφαλίσωμεν
2586τὴν εἰσαγγελικὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ ἀξιοπρέπειαν ἀπὸ
2587πάσης διοικητικῆς ἐπηρείας, εἰσηγησάμενοι εἰς τὴν Βουλὴν
2588νόμον, ψηφισθέντα ἤδη καὶ λειτουργοῦντα, ἀφαιροῦντα δὲ
2589ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ ἀπολύειν
2590τοὺς Εἰσαγγελεῖς καὶ ὑπαγαγόντα αὐτὸ εἰς γνωμοδοτήσεις
2591ἀνωτέρων δικαστικῶν λειτουργῶν, ἐπίσης ἠσφαλισμένων καὶ
2592λίαν καταλλήλων πρὸς τοῦτο.
2593Ἀλλ’ ἀφοῦ τοσαύτας ἀλλεπαλλήλους ὑπέστη καταδί-
2594κας αὐτὸς ὁ Ἀλέξιος Τάκης, διατὶ, εἶπον, ὁ Ὑπουργὸς νὰ
2595μὴ ἐκτελέσῃ τὴν θανατικὴν αὐτοῦ ποινήν; Τοῦτο διὰ μα-
2596κρῶν ἐξήγησα, Κύριοι, ἐν προηγουμέναις συνεδριάσεσιν, ἔχω
2597δ’ ἀκλόνητον πεποίθησιν, ὅτι οἱοσδήποτε ἐξ ὑμῶν συνέπιπτε
2598νὰ ἦναι Ὑπουργὸς, τὴν ἰδίαν ἤθελε λάβει ἀπόφασιν. Ἐξή-
2599γησα, ὅτι, κατὰ τὴν γνώμην μου, (καὶ ἀπέδειξα, ὅτι δὲν εἶ-
2600ναι ἀποκλειστική μου γνώμη, ἀλλὰ καὶ ἄλλων προκατόχων
2601μου, καὶ προσωπικῶς τοῦ κ. Ῥάλλη,) εἶναι λίαν ἄτοπον καὶ
2602παρακεκινδυνευμένον τὸ ἀποφασίζειν τὴν ἐκτέλεσιν θανατι-
2603κῆς ποινῆς, διὰ μόνον τὸν λόγον τῆς συῤῥοῆς καὶ ἄλλων μι-
2604κροτέρων ποινῶν, οὐδ’ ἔχει σχέσιν τινὰ πρὸς τὴν ἀπόφασιν
2605τοῦ Ὑπουργοῦ περὶ ἐκτελέσεως θανατικῆς ποινῆς τὸ ἄρθρον
2606109 τοῦ Ποιν. Νόμου, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθη εἷς τῶν σήμερον
2607ἀγορευσάντων ἐντεῦθεν, καθ’ ὅ, ὁ ἔνοχος πολλῶν ἀξιοποίνων
2608πράξεων τοῦ αὐτοῦ ἢ διαφόρου εἴδους τιμωρεῖται κατὰ τὴν
2609πρᾶξιν, εἰς ἣν ἐπεβλήθη ἡ ἀνωτέρα ποινή, αἱ δὲ λοιπαὶ κατὰ
2610τὴν ἐπιμέτρησιν τῆς ποινῆς θεωροῦνται ὡς ἰδιαίτεραι ἐπι-
2611βαρυντικαὶ περιπτώσεις.
2612Αὐτὸ κανονίζει διὰ τὰ Δικαστήρια τὸν τρόπον τῆς ἐπι-
2613μετρήσεως τῆς ποινῆς, ὅταν τιμωρῶσιν ἔνοχον πολλῶν ἀξιο-
2614ποίνων πράξεων.
2615Προκειμένου περὶ ἐκτελέσεως κεφαλικῆς ποινῆς οὐδέποτε
2616θέλετε ἰδεῖ ταύτην ἀποφασιζομένην παρὰ Ὑπουργοῦ μὴ πε-
2617πεισμένου περὶ τοῦ δικαίου καὶ ἀναποδράστου τῆς ἐκτελέ-
2618σεως ἐξ αὐτῆς πρωτίστως τῆς πράξεως, δι’ ἣν ἐπεβλήθη ἡ θα-
2619νατικὴ ποινή. Αἱ ἄλλαι ποιναί, αἱ ἄλλαι καταδίκαι, ἀπα-
2620γορεύουσιν ἴσως τὴν περίσσειαν τοῦ ἐλέου, ἐὰν πρὸς μεταβο-
2621λὴν τῆς ποινῆς ἀπαιτῆται ἔκτακτος ἔλεος, ἢ τὴν παροχὴν
2622χάριτος οὐχὶ γενναίας, ἀντὶ γενναιοτέρας, τῆς ὁποίας ἠδύνατο
2623νὰ τύχῃ. Εἰς τὴν κρίσιν ὅμως περὶ ζωῆς ἢ θανάτου, οὐδέ-
2624ποτε θὰ ὁδηγήσωσιν Ὑπουργὸν μόναι καὶ καθ’ ἑαυτὰς αἱ
2625τοιαῦται εἰς ἄλλας μικρὰς ποινὰς καταδίκαι. Διὰ τὴν πρᾶ-
2626ξιν δὲ τοῦ 1875, ἐφ’ ᾗ καὶ μόνῃ ὁ Ἀλέξιος Τάκης κατεδι-
2627κάσθη εἰς θάνατον, ἐξήγησα ἄλλοτε διὰ μακρῶν τοὺς λό-
2628γους, τοὺς ἀπαγορεύοντας εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ σκεφθῇ περὶ
2629ἐκτελέσεως.
2630Ἡ πρᾶξις ἐκείνη εἶναι λίαν ἀμφίβολον τίνα εἶχε χαρα-
2631κτῆρα, ὅσον καὶ ἂν ἀπέφυγαν ν’ ἀναγνώσωσι τὸ βούλευμα,
2632τὸ χαρακτηρίζον αὐτὴν ὡς γενομένην κατὰ τοῦ προσβολέως
2633τῆς τιμῆς τῆς μητρὸς τοῦ ἑνὸς τῶν αὐτουργῶν αὐτῆς. Τὸ
2634ὅτι ὁ φονευθεὶς εἶχεν ἀτιμάσει τὴν μητέρα τοῦ ἑνὸς, συγγενῆ
2635δὲ τοῦ ἑτέρου τῶν δύο αὐτουργῶν, καθιστᾷ λίαν ἀμφίβολον
2636τὸν χαρακτῆρα τῆς πράξεως, ἂν δηλαδὴ αὕτη ἦτο φόνος ἐκ
2637προμελέτης ἢ ἀναίρεσις. Πλὴν τούτου ἡ ἡλικία τοῦ Ἀλεξ.
2638Τάκη, μόλις τότε συμπληρώσαντος τὸ 14 ἔτος, ἐὰν ἀληθῶς τὸ
2639εἶχε συμπληρώσει, τρίτον δὲ ἡ παρέλευσις πλήρους δεκατριετίας
2640ἀπὸ τὴν πρᾶξιν, εἰσὶ λόγοι σπουδαιοτάτην δικαιούμενοι νὰ
2641ἀσκήσωσιν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς περὶ ζωῆς ἢ θανάτου κρίσεως
2642τοῦ Ὑπουργοῦ. Γινώσκετε πάντες, ὁποίαν σημασίαν ἔχει ἡ
2643πάροδος μακροῦ ἀπὸ τῆς πράξεως χρόνου ἐν τῷ ζητήματι
2644ἰδίως τῆς ἐκτελέσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς, τῆς ὁποίας κυ-
2645ριώτερος σκοπὸς εἶναι ὁ παραδειγματισμός. Δὲν ἔχομεν βε-
2646βαίως παράδειγμα ἐκτελέσεως θανατικῆς ποινῆς μετὰ παρέ-
2647λευσιν δεκατριῶν ὁλοκλήρων ἐτῶν ἀπὸ τῆς πράξεως. Ἐπὶ
2648πᾶσι δὲ τούτοις ἔχομεν τὴν ἑκουσίαν καὶ αὐθόρμητον τοῦ
2649καταδίκου προσέλευσιν πρὸς τὴν δικαιοσύνην, καὶ τὴν ὁμό-
2650φωνον γνώμην πασῶν τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν περὶ τῆς ἀνάγ-
2651κης τῆς μεταβολῆς τῆς κεφαλικῆς ποινῆς. Τοιαύτη ἦτο ἡ
2652γνώμη τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ δικάσαντος
2653Δικαστηρίου, ἥτις καὶ αὐτὴ ἠμφισβητήθη, καίτοι εἶναι ὁλό-
2654κληρος σαφέστατα ἐξηγημένη καὶ σημειωμένη εἰς τὰ πρα-
2655κτικά. Πῶς ἠδυνάμεθα ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις νὰ σκε-
2656φθῶμεν περὶ ἐκτελέσεως; Ὅπως προχθὲς εἶπον, μία καὶ μό-
2657νον σκέψις ἠδύνατο ἴσως (ἐὰν ἤμην αὐτῆς δεκτικὸς) νὰ μὲ
2658παρασύρῃ εἰς ἀπαισίαν ἀπόφασιν περὶ ἐκτελέσεως, ἡ σκέψις
2659τοῦ νὰ ἐξαγοράσω διὰ τῆς κεφαλῆς τοῦ καταδίκου αὐ-
2660τοῦ τὴν ἡσυχίαν μου ἀπὸ τῶν κραυγῶν αὐτῶν, καὶ ἀπὸ
2661ὕβρεων ἀξίων περιφρονήσεως, ἀλλὰ τὸν βδελυρὸν καὶ τα-
2662πεινὸν τοῦτον ὑπολογισμὸν ἐθεώρησα ἀνάξιον ἐμαυτοῦ
2663καὶ τοῦ ἀξιώματός μου καὶ παντὸς σεβομένου ἑαυτὸν
2664ἀνθρώπου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τῆς χάριτος τοῦ Ἀλεξίου
2665Τάκη.
2666Ἐγένετο ὅμως λόγος καὶ περὶ χάριτος ἀπονεμηθείσης πρός
2667τινα Ῥοκόφυλλον, καταδικασθέντα εἰς θάνατον ἐπὶ πράξει,
2668δι’ ἣν ἄλλοι συναυτουργοί του κατεδικάσθησαν εἰς δεσμά.
2669Ὑπὲρ τῆς μεταβολῆς τῆς θανατικῆς αὐτοῦ ποινῆς ἠκούσατε
2670ἀναγινωσκομένας γνωμοδοτήσεις τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰ-
2671σαγγελέως τοῦ δικάσαντος αὐτὸν Δικαστηρίου, γνωμοδο-
2672τούντων, ὅτι θεωροῦσι μεταβλητέαν τὴν ποινὴν τοῦ θανά-
2673του εἰς τὴν τῶν ἰσοβίων δεσμῶν, τὸ μὲν διότι ἡ πρᾶξις ἐγέ-
2674νετο τὸ 1881 ἐν Θεσσαλίᾳ, τὸ δὲ διότι ἄλλοι, ἐπὶ τῇ αὐτῇ
2675πράξει κατηγορηθέντες καὶ δικασθέντες, ἐκηρύχθησαν ἔνοχοι
2676οὐχὶ φόνου, ἀλλ’ ἀναιρέσεως, καὶ κατεδικάσθησαν εἰς δεσμά.
2677Νομίζω, ὅτι εἶναι πολὺ λογικὴ τοιαύτη γνωμοδότησις. Καὶ
2678ἐπὶ ταύτη ὅμως ἠκούσατε θρήνους προχθές, ἕνεκα ἰδίως τοῦ
2679πρώτου τῆς γνωμοδοτήσεως λόγου, τοῦ ἀναφερομένου εἰς τὸ
2680ὅτι ἡ πρᾶξις ἐγένετο ἐν Θεσσαλίᾳ κατὰ τὸ 1881. Καὶ ἠλέγ-
2681χθημεν πικρῶς, μεθ’ ἡμῶν δὲ καὶ τὰ Δικαστήρια, ἐπὶ δῆθεν
2682ἀστοργίᾳ πρὸς τοὺς Θεσσαλούς, καὶ ἐπὶ προκαταλήψει ὑπὲρ
2683τῶν ἐκεῖ ἐγκληματούντων, ὡς νὰ εἶπεν ἢ νὰ ἠνέχθη τις ἐξ ἡμῶν
2684νὰ κρίνωνται ἐπιεικέστερον τὰ κατὰ τῶν ὁμοφύλων ἡμῶν,
2685ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐν Μακεδονίᾳ, ἐν Κωνσταντινουπόλει ἢ ἀλλα-
2686χοῦ πραττόμενα ἐγκλήματα! Οὐδεὶς Ἕλλην ἠδύνατο
2687νὰ ἐκφέρῃ τοιαύτην γνώμην, πολλῷ δὲ ἧττον ἡμεῖς, οἵ-
2688τινες ὄχι μόνον δὲν ἐπαύσαμεν αὐστηρότατα κατα-
2689διώκοντες, κρίνοντες καὶ τιμωροῦντες τὰ κατὰ τῶν ὁμο-
2690φύλων ἡμῶν ἁπανταχοῦ τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας πραττό-
2691μενα ἐγκλήματα, ἀλλὰ καὶ νόμον ἐξαιρετικὸν ὑπεβάλομεν
2692εἰς τὴν Βουλήν, ψηφισθέντα καὶ λειτουργοῦντα, καθ’ ὃν δι’
2693ὡρισμένα ἐγκλήματα ἐπεκτείνομεν τὸ κράτος τοῦ ποινικοῦ
2694ἡμῶν νόμου καὶ ἐπὶ τοὺς ἀλλοδαποὺς ἀκόμη, τοὺς ἐν Τουρ-
2695κίᾳ ἔστω καὶ κατ’ ἀλλοδαπῶν ἐγκληματοῦντας. Ἰδοὺ ὅμως
2696τίνα ἔχει ἔννοιαν τὸ ἐπιχείρημα τῆς γνωμοδοτήσεως, τὸ ἐκ
2697τοῦ ὅτι τὸ ἔγκλημα διεπράχθη τῷ 1881 ἐν Θεσσαλίᾳ.
2698Πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦδε ἀνεγνώ-
2699ρισαν, ὅτι τὰ ἐγκλήματα, τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ
2700πραχθέντα κατὰ τὴν μεταβατικὴν ἐκείνην ἐποχὴν ἀπὸ τοῦ
27011881 μέχρι τοῦ 1882, καθ’ ἣν ἔννομος τάξις ἐκεῖ δὲν
2702ὑπῆρχε, διότι οὔτε ἡ Τουρκικὴ ἐξουσία πράγματι ὑφίστατο,
2703ἀσφαλίζουσα καὶ καταδιώκουσα, οὔτε ἡ Ἑλλὰς εἶχεν ἀκόμη
2704ἀναλάβει τὴν κυβέρνησιν τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, ἔπρεπε νὰ
2705κριθῶσι καὶ ἐκρίθησαν πάντοτε ἐπιεικέστερον. Σήμερον εἰς
2706τὰς φυλακὰς εὑρίσκονται 60 κατάδικοι ἐπὶ ληστείαις καὶ
2707φόνοις, εἰς θάνατον ἐν ἀρχῇ καταδικασθέντες, καὶ ὧν ἡ
2708ποινὴ μετ’ ὀλίγον διὰ χάριτος μετεβλήθη. Οὗτοι ἀνήκουσιν
2709εἰς δύο κατηγορίας, ἢ εἶναι λῃσταὶ, διαπράξαντες μὲν ἐν Ἑλ-
2710λάδι, τῇ ἐλευθέρᾳ, λῃστείας, καταφυγόντες δὲ εἰς τὴν Θεσ-
2711σαλίαν καὶ ἐκεῖ προσελθόντες ἢ συλληφθέντες, ἢ εἶναι Θεσσα-
2712λοὶ ἢ Ἕλληνες, ἐν Θεσσαλίᾳ ἐγκατεστημένοι, ἐγκληματή-
2713σαντες κατὰ τὸ χρονικὸν ἐκεῖνο διάστημα τοῦ 1881–1882.
2714Αὐτοί, οἵτινες ἐν ὁμοίαις περιστάσεσι προσαρτήσεως χωρῶν
2715τυγχάνουσι πάντοτε ἀμνηστείας, ὅπου τοῦτο δὲν ἀπαγο-
2716ρεύει τὸ Σύνταγμα, ἐκρίθησαν παρ’ ἡμῖν πάντοτε ἐπιεικέστε-
2717ρον. Ἀναφέρω μεταξὺ αὐτῶν τὸν Ν. Ῥεντίναν, ὅστις εἶχε
2718δὶς καταδικασθῇ εἰς θάνατον, τὸν Δ. Κυριλῆν, ὅστις τρὶς
2719εἶχε καταδικασθῇ εἰς θάνατον, τὸν Ἰω. Σπυρογιάννην, κατα-
2720δικασθέντα δὶς εἰς θάνατον, τὸν Γ. Καταραχιᾶν ἢ Γκέκαν,
2721καταδικασθέντα τετράκις εἰς θάνατον, τὸν Κωνσταντῖνον
2722Καμάραν, καταδικασθέντα δὶς εἰς θάνατον, τὸν Διον. Καψά-
2723σκην, καταδικασθέντα δὶς εἰς θάνατον. Πᾶσαι αὗται αἱ
2724διπλαῖ, αἱ τριπλαῖ καὶ τετραπλαῖ θανατικαὶ ποιναὶ μετε-
2725βλήθησαν ὑπὸ τῶν μετὰ τὸ 1882 προκατόχων μου εἰς ποι-
2726νὴν δεσμῶν. Καὶ μετὰ τοιαύτην κανονικὴν ἄνευ ἐξαιρέ-
2727σεως ἐκτίμησιν πασῶν τῶν εἰς τὰς δύο ταύτας κατηγορίας
2728ἀνηκουσῶν πράξεων, ἔχετε τὴν ἀξίωσιν νὰ καρατομήσω
2729ἐγώ, ἐναντίον καὶ τῆς γνώμης τῶν Δικαστηρίων, τὸν Ῥο-
2730κόφυλλον, καταδικασθέντα διὰ πρᾶξιν, διαπραχθεῖσαν
2731κατὰ τὸ 1881 ἐκεῖ; Καὶ θὰ ἦτο τοῦτο πρᾶξις δικαιοσύ-
2732νης; Ἐὰν ἀληθῶς ὁ Ῥοκόφυλλος ἦναι ἔνοχος τῶν πρά-
2733ξεων, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν ἐκτραγωδουμένας ἐντεῦθεν,
2734διότι τοιαῦται δὲν ἐξεδικάσθησαν, οὔτε δύναμαι νὰ βεβαιώ-
2735σω καὶ ἂν συνέβησαν, διότι περὶ αὐτῶν ἤκουσα μόνον τὴν
2736ἔκθεσιν ἀποσπασματάρχου τινὸς, ἐὰν, λέγω ὁ Ῥοκόφυλ-
2737λος ἤθελε δικασθῇ καὶ καταδικασθῇ διὰ πράξεις τοιαύτας,
2738πραχθείσας μετὰ τὸ 1882, νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι ἤθελεν
2739ἀποτίσει πλήρη τὰ ἀντίποινα αὐτῶν. Προκειμένου ὅμως
2740διὰ πρᾶξιν τοῦ 1881, δὲν ἠδυνάμην νὰ κάμω οὐδεμίαν διά-
2741κρισιν κατ’ αὐτοῦ. Πλεῖστοι μάλιστα τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ
2742ταύτῃ γινώσκουσιν, ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ 60, τοὺς ὁποίους
2743κρατοῦμεν ἐν ταῖς φυλακαῖς, καὶ μετ’ αὐτῶν οἱ Τάκηδες
2744καὶ ἄλλοι λῃσταὶ, ὅτε ἡ Ἑλληνικὴ Ἐξουσία παρέλαβε
2745τὰς χώρας ἐκείνας ἦσαν ἐν ἀξιώμασιν ἐκεῖ. Ὁ κ. Ῥάλλης
2746γνωρίζει ταῦτα κάλλιστα. Αὐτοὶ ἦσαν ποῦ μὲν ἀστυνόμοι,
2747ποῦ δὲ ἀγροφύλακες, ποῦ δὲ εἰς ἄλλην ὑπηρεσίαν, καὶ ὅτε
2748ἡ Ἑλληνικὴ Ἀρχὴ μετέβη ἐκεῖ, τοὺς ἐδέχθη μετὰ πάσης
2749προθυμίας, ἔδωκεν εἰς ἕκαστον ἐξ αὐτῶν διαμονητήριον καὶ
2750ἔμειναν ἐλεύθεροι καὶ ἀκαταδίωκτοι ἐπὶ μῆνας πολλοὺς,
2751τοῦθ’ ὅπερ εὑρίσκω καὶ ἐν ἐπισήμῳ ἐκθέσει μαρτυρούμενον
2752ὑπὸ τοῦ συνταγματάρχου Λούρου, γράφοντος ταῦτα: «Κατὰ
2753»τὰ τέλη Αὐγούστου 1881 διετάχθην καὶ μετέβην μὲ
2754»λόγον εἰς Ὀζὰ τῆς περιφερείας Πετρίλου τῶν Ἀγράφων
2755»τῆς Θεσσαλίας καὶ ἐκεῖ ἐπαρουσιάσθησαν ἐνώπιόν μου ὁ
2756»εἰρημένος λῃστὴς Τάκης, ὁ λήσταρχος Βελούλας καὶ ἄλλοι
2757»δύο λῃσταὶ, ὧν τὰ ὀνόματα ἀγνοῶ, ἔχοντες ἕκαστος ἐξ
2758»αὐτῶν ἀνὰ χεῖρας διαμονητήρια, (ἔγγραφα, δι’ ὧν ἀφίεντο
2759»ἀκαταδίωκτοι,) ἄλλος μὲν ἀπ’ εὐθείας παρὰ τοῦ ἀρχηγοῦ
2760»Σούτσου, ἄλλος δὲ παρὰ τοῦ συνταγματάρχου Καμπάνη,
2761»ὑπὸ τοῦ ὁποίου τὰς διαταγὰς διετέλουν· οἱ ἀνωτέρω δὲ
2762»λῃσταὶ ἔμενον τότε ἀκαταδίωκτοι μέχρι τοῦ ἔαρος τοῦ
2763»1882, ὅτε, ἐλθόντος τοῦ ὑποστρατήγου Γρίβα εἰς Θεσσα-
2764»λίαν, ἔφυγον ἀμέσως, χωρὶς ὅμως νὰ ἀκουσθοῦν, ὡς δια-
2765»πράξαντες λῃστρικήν τινα πρᾶξιν τότε.»
2766Τοιαύτη τις εἶναι ἡ ἱστορία τῶν λεγομένων Θεσσαλικῶν
2767ἐγκλημάτων, καὶ αὕτη εἶναι ἡ ἐξήγησις τοῦ ἐπιχειρήματος
2768τῆς γνωμοδοτήσεως τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν περὶ μεταβολῆς
2769τῆς ἐπιβληθείσης τῷ Ῥοκοφύλλῳ θανατικῆς ποινῆς διὰ
2770πρᾶξιν πραχθεῖσαν τῷ 1881 ἐν Θεσσαλίᾳ.
2771Πλὴν δὲ τῶν καταδίκων αὐτῶν, περὶ ὧν ὡμίλησα, ἐγέ-
2772νετο λόγος καὶ περὶ τῆς μεταβολῆς διὰ τοῦ αὐτοῦ Διατάγ-
2773ματος τῆς θανατικῆς ποινῆς ἑτέρων δύο καταδίκων, ὡς
2774πρὸς οὓς καὶ μόνον ἐκ τῶν δέκα τεσσάρων ὑπάρχει γνω-
2775μοδότησις ἐναντία τῶν ἀρχῶν. Καὶ τοῦτο τὸ ἐδήλωσα
2776ὅτε ὑπέβαλον τὰ Διατάγματα. Ἀληθῶς ὡς πρὸς τὸν Ἀνα-
2777πλιώτην ὑπῆρξε διαφωνία μεταξὺ τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τοῦ
2778Προέδρου, ὡς πρὸς ἄλλον δέ τινα, ἐξ Ἀμφίσσης νομίζω κατα-
2779γόμενον, ὑπῆρχεν ὁμόφωνος περὶ ἐκτελέσεως γνωμοδότησις,
2780ἐγὼ δὲ, ἐναντίον τῆς γνωμοδοτήσεως, συνέστησα τὴν μεταβο-
2781λὴν τῆς θανατικῆς ποινῆς, τοῦ μὲν ἐξ Ἀμφίσσης καταγομένου,
2782μετὰ ἐκτενῆ διοικητικὴν ἀνάκρισιν, εὑρισκομένην ἐν τῇ δικο-
2783γραφίᾳ, καὶ ἀποδεικνύουσαν τὴν ἀνάγκην τῆς μεταβολῆς τῆς
2784ποινῆς, τοῦ δὲ Ἀναπλιώτου, τοῦ ὡς ἀδελφοκτόνου χαρακτη-
2785ρισθέντος, διότι καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου τοῦ δικά-
2786σαντος καὶ ὁ παρὰ τοῖς ἐν Ναυπλίῳ Ἐφέταις Εἰσαγγε-
2787λεὺς κ. Ἠλιάδης, ὃν ἐπίτηδες μετεπεμψάμην ἐκ Ναυπλίου,
2788μοὶ ἐξήγησαν ὅτι ἡ πεποίθησίς των εἶναι, ὅτι τὸ μεταξὺ τῶν
2789ἀδελφῶν συμβὰν ἔγκλημα ἦτο ἀναίρεσις. Ὁ Εἰσαγγελεὺς
2790μάλιστα τῶν Ἐφετῶν ἦτο τῆς γνώμης, ὅτι γενναιοτέρα ἔπρεπε
2791νὰ ἦναι ἡ μεταβολή. Εἶναι λίαν σπουδαῖον καὶ ἄξιον βαθείας
2792μελέτης τὸ ζήτημα τῆς ἐξακριβώσεως τοῦ ἀληθοῦς χαρακτῆ-
2793ρος τῶν πράξεων, ὅπως εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνον τὸ ἐνταῦθα
2794συμβαῖνον, τὸ νὰ σᾶς ἀναγινώσκωσι δηλαδὴ μίαν τινὰ κατά-
2795θεσιν, εἰλημμένην τυχαίως ἔκ τινος δικογραφίας, ὅπως σχημα-
2796τίσητε γνώμην.
2797Σύγγνωτέ μοι, ὅτι πλείονα ἴσως τῶν ὅσων ἔπρεπεν εἶπον.
2798Λαβὼν ὅμως τὸν λόγον, ὤφειλον νὰ ἐπαναλάβω ἐν συντόμῳ
2799τὰ χρήζοντα ἐπαναλήψεως, καὶ νὰ δώσω ἐξηγήσεις ὡς πρὸς
2800ἐκεῖνα ἐκ τῶν πραγματικῶν σημείων τῆς ὑποθέσεως, ὡς πρὸς
2801ἃ δὲν εἶχον ἄλλοτε ὁμιλήσει, ἐφρόντισα δὲ, ὡς προεδήλωσα,
2802νὰ ἀποστρέψω μετὰ βδελυγμίας τὸ πρόσωπον ἀπὸ τῶν
2803ὕβρεων καὶ τῶν συκοφαντιῶν, αἵτινες μόνον περιφρονήσεως
2804εἰσὶν ἄξιαι...
2805§92ΡΑΛΛΗΣ. Περὶ τοῦ Μπονάτη;
2806§93ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Καίτοι δὲν ἤκουσα νὰ γίνῃ ἰδιαιτέρα
2807περὶ τούτου συζήτησις, οὐχ ἧττον δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ
2808δώσω καὶ περὶ αὐτοῦ πληροφορίας.
2809Οἱ δύο ἀδελφοὶ Μπονάτη κατεδικάσθησαν τῇ 6 Ἰουνίου
2810τοῦ 1887 διὰ φόνον, ὃν ἐξετέλεσαν τὸ ἀπόγευμα τῆς 7
2811Μαρτίου 1887 ἐν Κερκύρᾳ κατά τινος Παπᾶ. Ἀναφέρω
2812τὰς χρονολογίας, διὰ νὰ πιστοποιήσω τὸ γεγονὸς, ὅτι ἐπε-
2813τεύχθη καὶ παρ’ ἡμῖν νὰ ἦναι δυνατὸν ἐπὶ κακουργημάτων
2814ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τοῦ ἐγκλήματος νὰ περατῶται ἡ ἀνά-
2815κρισις, καὶ νὰ ἐκδικάζηται ἡ ὑπόθεσις. Ἐκ τῶν δύο ἀδελφῶν ὁ
2816εἷς κατεδικάσθη εἰς θάνατον, ὁ δὲ ἕτερος εἰς ἰσόβια δεσμὰ,
2817κηρυχθεὶς ἔνοχος συνεργείας εἰς τὸν φόνον. Τοῦ Δικαστηρίου
2818προΐστατο ὁ Ἐφέτης Τζουλάτης, ὡς πρόεδρος τῶν Συνέδρων,
2819τὴν δὲ κατηγορίαν ὑπεστήριξεν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφε-
2820τῶν κ. Μπένσης. Μετὰ τὸ πέρας τῆς δίκης καὶ τὴν τοιαύ-
2821την αὐτῆς ἔκβασιν ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ
2822Δικαστηρίου ἐκείνου μοὶ ὑπέβαλον τὴν ἑξῆς γνωμοδότησιν,
2823τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω (ἀναγινώ-
2824σκει):
2825«Πρὸς τὸ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργεῖον.
2826«Ἐν Κερκύρᾳ οἱ Σπυρίδων Μπονάτης καὶ Σπυρίδων Μω-
2827ραΐτης ἢ Παππᾶς εἶχον καταθέσει χρηματικὰ κεφάλαια καὶ
2828συνηλλάσσοντο, μετερχόμενοι τὸν ἀργυραμοιβὸν, ἀλλ’ ὁ Σπυ-
2829ρίδων Μπονάτης, ἄνθρωπος ἐκλελυμένων ἠθῶν καὶ χαρτο-
2830παίκτης, ἀπώλεσεν ἰδίως ἐν τῷ χαρτοπαιγνίῳ τὸ ἀναλογοῦν
2831εἰς αὐτὸν κεφάλαιον, ὅτε ὁ Σπυρίδων Μωραΐτης ἢ Παππᾶς,
2832συντηρῶν διὰ τῆς ἐργασίας αὑτοῦ σύζυγον, δύο τέκνα, μη-
2833τέρα καὶ δύο ἀδελφάς, φοβηθεὶς μὴ ὁ Σπυρίδων Μπονάτης
2834διακινδυνεύσῃ ἐν τῷ χαρτοπαιγνίῳ καὶ τὰ ἴδια αὑτοῦ κεφά-
2835λαια, τὴν ἑσπέραν τῆς 5 Μαρτίου ἐ. ἔ. ἔλαβεν ἐκ τοῦ κοινοῦ
2836κιβωτίου τὰ ἀνήκοντα εἰς αὐτὸν χρήματα καὶ ἔπεμψε τὸ
2837κιβώτιον κενὸν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Σπυρίδωνος Μπονάτη, μετ’
2838ἐπιστολῆς του, ἐν ᾗ ἀναφέρεται, ὅτι παρέλαβε τὸ μερίδιόν
2839του καὶ ν’ ἀπευθυνθῇ διὰ τὰ περαιτέρω εἰς τὸν δικηγόρον
2840κ. Παραμυθιώτην. Ὁ Σπυρίδων Μπονάτης, ὑποπτευθεὶς,
2841ὅτι ὁ Σπυρίδων Μωραΐτης ἀνεχώρησε διὰ τὸ ἐξωτερικὸν λά-
2842θρα, καὶ ἀποκρύψας τὴν ἀλήθειαν, κατήγγειλεν αὐτὸν ἐπὶ
2843κλοπῇ δραχμῶν 13,500 καὶ ἐζήτησε παρὰ τοῦ Εἰσαγγε-
2844λέως τῶν Ἐφετῶν, ὅπως τηλεγραφήσῃ περὶ τῆς συλλήψεώς
2845του εἰς τὸν ἐν Βρενδησίῳ Πρόξενον. Τὸ τηλεγράφημα ἐγέ-
2846νετο ἀμέσως, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον ἐγνώσθη, ὅτι ὁ Σπυρίδων
2847Μωραΐτης ἐνεφανίσθη αὐθορμήτως ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως
2848τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ κατέθηκεν εἰς χεῖρας αὐτοῦ ἀνελ-
2849λιπῶς ἅπαντα τὰ ἐκ τοῦ κοινοῦ κιβωτίου ληφθέντα χρή-
2850ματα, ἰσχυριζόμενος, ὅτι ἀνήκουσιν εἰς αὐτόν. Ὁ Σπυρίδων
2851Μπονάτης, προβλέπων, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῇ ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι
2852τὰ χρήματα ἀνήκουσιν εἰς αὐτὸν (ὁμολογήσας ὅτι ἐξ αὐ-
2853τῶν μόνον τρεῖς χιλιάδας φράγκα τῷ ἀνήκουσι) καὶ νὰ
2854ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας αὑτοῦ, ἤρξατο ἀπειλῶν ἐκδί-
2855κησιν κατὰ τοῦ Σπυρίδωνος Μωραΐτη, ὅστις ὑπωπτεύθη,
2856ὅτι κακόν τι ἀνέμενεν αὐτὸν, ὡς ἀνέφερον οἱ μάρτυρες, ἕνα
2857τὸν ὁποῖον καὶ παρεκάλεσε νὰ τὸν συνοδεύσῃ ὡς φύλαξ, ὅπως
2858ἀγοράσῃ τὰ ἀναγκαῖα τῆς ἡμέρας τρόφιμα ἐκ τῆς ἀγορᾶς.
2859Δυστυχῶς οἱ φόβοι αὐτοῦ δὲν διεψεύσθησαν, διότι τὴν ἰδίαν
2860ἡμέραν, 7 Μαρτίου ἐ. ἔ. περὶ τὴν 2½ ὥραν Μ. Μ. ἐνῷ
2861συνωμίλει μετά τινος φίλου του ἐν τῷ κεντρικωτέρῳ μέρει
2862τῆς πόλεως καὶ ἔξωθεν ἑνὸς τῶν καφφενείων τῆς Πλατείας,
2863ἐμφανίζεται ἐκ τῶν ὄπισθεν ὁ ἀδελφὸς τοῦ Σπυρίδωνος Μπο-
2864νάτη Ἰωάννης Μπονάτης καὶ προτείνας κατ’ αὐτοῦ πολύ-
2865κροτον τῷ λέγει: «λάβε Παππᾶ τὰ χρήματά σου», καὶ
2866πυροβολεῖ κατ’ αὐτοῦ. Ὁ δυστυχὴς παθὼν προσεπάθησε νὰ
2867ὑπερασπισθῇ διὰ τῆς ὁποίας ἐκράτει συνήθους ῥάβδου. Ἀλ-
2868λὰ ὁ Ἰωάννης Μπονάτης πυροβολεῖ καὶ ἐκ δευτέρου καὶ
2869ῥίπτει αὐτὸν νεκρόν. Ἡ συγκίνησις ὑπῆρξε μεγίστη, διότι
2870ἡ δολοφονία διεπράχθη κατ’ ἀνθρώπου, ὅστις κατ’ οὐδὲν
2871ἔπταισε καὶ ὅστις ἀμέσως προσέδραμεν εἰς τὴν δικαιοσύνην,
2872μέλλουσαν ν’ ἀποφασίσῃ, ἐν πλήρῃ δὲ μεσημβρίᾳ καὶ εἰς
2873τὸ κεντρικώτερον μέρος τῆς πόλεως. Ἡ ἀνάκρισις ἐπελήφθη
2874δραστηρίως τοῦ ἔργου αὐτῆς, καὶ ἡ ἐργασία αὐτῆς ἐστέφθη
2875διὰ πλήρους ἐπιτυχίας, διότι, ἐκτὸς τοῦ Ἰωάννου Μπονάτη,
2876ὅστις ἀμέσως ὡμολόγησε τὴν πρᾶξιν αὑτοῦ, βεβαιωθεῖσαν
2877καὶ παρὰ πλείστων αὐτοπτῶν μαρτύρων, κατεδείχθη καὶ ἡ
2878συνενοχὴ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ Σπυρίδωνος Μπονάτη, παρα-
2879στάντος κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς πράξεως, καὶ ἢ ῥίψαντος
2880τὸν τρίτον πυροβολισμὸν, κατὰ τὰς καταθέσεις τριῶν αὐτο-
2881πτῶν μαρτύρων, καὶ ἀναχωρήσαντος μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ του
2882Ἰωάννου, ἢ παραστάντος καὶ ἐνισχύσαντος τὴν ἐκτέλεσιν
2883τῆς πράξεως δι’ οὗ ἐκράτει εἰς χεῖράς του πυροβόλου ὅπλου.
2884Παρεπέμφθησαν δὲ ἀμφότεροι εἰς δίκην ἐπὶ φόνῳ.
2885«Τὸ ὁρκωτικὸν Δικαστήριον συνεκροτήθη ἐκ τῶν ἀρί-
2886στων πολιτῶν τῆς πόλεως Κερκύρας, ἐκήρυξε δὲ ἔνοχον μὲν
2887φόνου τὸν Ἰωάννην Μπονάτην, συνεργείας δὲ τοῦ φόνου τὸν
2888Σπυρίδωνα Μπονάτην, καὶ συνεπῶς κατεδικάσθη ὁ μὲν
2889Ἰωάννης εἰς τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, ὁ δὲ Σπυρίδων εἰς τὴν
2890τῶν ἰσοβίων δεσμῶν.
2891Ὅθεν
2892«Ἐπισυνάπτοντες ἀντίγραφον τῆς καταδικασάσης ὡς ἀναξίους
2893τοὺς ἀδελφοὺς Ἰωάννην καὶ Σπυρίδωνα Μπονάτην ὑπ’
2894ἀριθ. 45 ἐ. ἔ. ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐνταῦθα
2895Συνέδρων.
2896Γνωμοδοτοῦμεν
2897«Ὅτι οἱ ἀδελφοὶ Ἰωάννης καὶ Σπυρίδων Μπονάτης εἰσὶν
2898ἀνάξιοι Βασιλικῆς χάριτος, καθόσον ἐκ τῆς ἀποδεικτικῆς
2899διαδικασίας οὐδὲν προέκυψε περιστατικὸν, συνηγοροῦν ὑπὲρ
2900τοῦ Ἰωάννου Μπονάτη, οὐδὲ ὑπὲρ τοῦ Σπυρίδωνος Μπονά-
2901τη προέκυψε, θέτον εἰς ἀμφιβολίαν τὴν συνεργείαν του εἰς
2902τὸν φόνον.
2903«Πᾶσαν δὲ τοιαύτην ἀπέκλεισαν οἱ ἔνορκοι διὰ τῆς ἐτυ-
2904μηγορίας των, ἀποκλείσαντες τὸ πρῶτον καὶ δεύτερον ζή-
2905τημα.
2906«Ἐπὶ τούτῳ συνετάγη ἡ παροῦσα ἔκθεσις, ἥτις ὑπογρά-
2907φεται προσηκόντως.
2908Ἐν Κερκύρᾳ τὴν 7 Ἰουλίου 1887.
2909Ὁ Πρόεδρος τῶν Συνέδρων
2910ΤΖΟΥΛΑΤΗΣ.
2911Ὁ παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελεὺς
2912Γ. ΜΠΕΝΣΗΣ.»
2913§94ΚΟΖΑΚΗΣ ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μᾶς ἀνα-
2914γνώσητε οἰκτροτέραν ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις ἔκθεσιν.
2915§95ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Σιωπήσατε τέλος πάντων! ὁ κ.
2916Ὑπουργὸς ἀνέγνωσε τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν ἔκθεσιν (διάλογοι).
2917§96ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἡ δικογραφία τῆς ὑποθέσεως ταύτης
2918μετὰ τῆς γνωμοδοτήσεως τῶν ἀρχῶν ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἐπὶ
2919τῶν χαρίτων Ἐπιτροπὴν, ἥτις τῇ 12 Ὀκτωβρίου ἀπεφή-
2920νατο παμψηφεὶ ὑπὲρ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως ταύτης,
2921τῆς ἐπιβαλλούσης κεφαλικὴν ποινὴν εἰς τὸν Ἰωάννην Μπο-
2922νάτην....
2923§97Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ᾐτιολογημένη ἡ ἔκθεσις
2924τῆς Ἐπιτροπῆς;
2925§98ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἀκούσατε (ἀναγινώσκει):
2926«Λαβοῦσα ὑπ’ ὄψει καὶ μελετήσασα τὴν ποινικὴν δικο-
2927»γραφίαν κατὰ τοῦ εἰς θάνατον καταδίκου Ἰωάννου Μπο-
2928»νάτη, πεισθεῖσα δὲ ἐκ τῆς μελέτης ταύτης, ὅτι ἡ παρὰ
2929»τοῦ Προέδρου τῶν Συνέδρων καὶ τοῦ παρὰ Κακουργιοδί-
2930»καις Εἰσαγγελέως ὑπ’ ἀριθ. 10 τῆς 7 Ἰουνίου ἐ. ἔ. συντα-
2931»χθεῖσα μακρὰ ἔκθεσις γνωμοδοτήσεως, δι’ ἧς προτείνεται ἡ
2932»ἐκτέλεσις τῆς ἐπιβληθείσης αὐτῷ θανατικῆς ποινῆς, ἐστὶν
2933»ἀκριβὴς καὶ πιστὴ ἀφήγησις τῆς ἀποτροπαίου ταύτης
2934»πράξεως, ὀρθαὶ δὲ καὶ σύμφωνοι τοῖς ἐκ τῆς μελέτης τῆς
2935»δικογραφίας ἐξαγομένοις συμπεράσμασιν αἱ ἐν τῇ ἐκθέσει
2936»ταύτῃ ἀναφερόμεναι κρίσεις καὶ σκέψεις, ἐξ ὧν ὁ δράστης
2937»ἀποδείκνυται κακούργου καὶ ἀνεπανορθώτου χαρακτῆρος,
2938»ἐπικίνδυνος δὲ τῇ κοινωνίᾳ καὶ τῇ ἐννόμῳ τάξει.
2939«Γνωμοδοτεῖ παμψηφεί, ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις
2940»ἀπονομῆς Βασιλικῆς χάριτος τῷ εἰρημένῳ καταδίκῳ, πρὸς
2941»μεταβολὴν τῆς ἐπιβληθείσης αὐτῷ, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 45
2942»τῆς 6 Ἰουνίου ἐ. ἔ. ἀποφάσεως τῶν ἐν Κερκύρᾳ Συνέδρων,
2943»θανατικῆς ποινῆς.
2944»Ἐν Ἀθήναις, τῇ 12 Ὀκτωβρίου 1887».
2945§99Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποία ἦτο ἡ Ἐπιτροπή;
2946§100ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Οἱ κ. κ. Μαντζούφας, Παπαφράγκος,
2947Καρατζᾶς, Γαλιάτσας καὶ Πετσάλης.
2948Τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς ἀπεδέχθην. Ὁ τρόπος, ἡ
2949αἰτία καὶ αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας τὸ ἔγκλημα αὐτὸ
2950ἐξετελέσθη, ἡ σύμπτωσις τοῦ νὰ ταράττηται ἀπό τινος
2951χρόνου δι’ ἐγκλημάτων κατὰ τῆς ζωῆς ἡ τάξις καὶ ἡ ἀσφά-
2952λεια ἐν Κερκύρᾳ, ἡ γνωμοδότησις τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰ-
2953σαγγελέως, καὶ ἡ ὁμόφωνος τῆς Ἐπιτροπῆς γνώμη, ὑπο-
2954στηριζομένη ὑπὸ ἐνδελεχοῦς καὶ ἐπιμόνου μελέτης τῆς δικο-
2955γραφίας, μὲ εἶχον πείσει, ὅτι ὀρθῶς μὲν ἐγνωμοδότει ὁ Εἰ-
2956σαγγελεὺς καὶ ὁ Πρόεδρος, ὀρθῶς δὲ ἀπεφήνατο ἡ γνωμοδο-
2957τικὴ Ἐπιτροπή, καὶ ὅτι ἐπεβάλλετο ἐξ ἀμειλίκτου ἀνάγ-
2958κης ἡ ἐκτέλεσις.
2959Ἡ δικογραφία ὑπεβλήθη εἰς τὸν Βασιλέα, καὶ τῇ 29
2960Ὀκτωβρίου μηνὸς ὑπεγράφη τὸ Διάταγμα τῆς ἀρνήσεως χά-
2961ριτος πρὸς αὐτόν, ὅπερ ἐστὶ τὸ Διάταγμα τῆς ἐκτελέσεως. Ἀ-
2962γνοῶ κατὰ τίνα τρόπον ἐγένετο τοῦτο ἀμέσως γνωστὸν εἰς
2963Κέρκυραν, καὶ τῇ πρώτῃ Νοεμβρίου, τοὐτέστι μετὰ δύο
2964ἡμέρας, ἐπιδίδοται πρὸς τοὺς ἐν Κερκύρᾳ Εἰσαγγελεῖς τῶν
2965τε Πλημμελειοδικῶν καὶ τῶν Ἐφετῶν καταγγελία ἐπὶ
2966ψευδορκίᾳ κατὰ τριῶν γυναικῶν ἐκ τῶν πολλῶν ἐξετα-
2967σθέντων μαρτύρων τῆς κατηγορίας. Ἐν μὲν τῇ ἀναφο-
2968ρᾷ, δι’ ἧς ἡ ἀτυχὴς τοῦ καταδίκου μήτηρ ὑπέβαλλε τῇ 1
2969Νοεμβρίου τῷ Εἰσαγγελεῖ τῶν Ἐφετῶν ἀντίγραφον τῆς
2970ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἡμερομηνίαν ἐπὶ ψευδορκίᾳ καταγγελίας της
2971κατὰ τῶν τριῶν γυναικῶν, ῥητῶς ὡμολόγει, ὅτι εἶχεν ἤδη
2972μάθει, ὅτι ἐπίκειται ἡ ἐκτέλεσις τῆς θανατικῆς ποινῆς τοῦ
2973Ἰωάννου Μπονάτη, ἐν δὲ τῇ καταγγελίᾳ αὐτῇ ῥητῶς πά-
2974λιν καὶ κατὰ λέξιν ἐκτίθησιν, «ὅτι ὁ Σπυρίδων Μπονάτης
2975»ἦτο ἄοπλος, καὶ ὅτι οἱ τρεῖς πυροβολισμοί, ἀκαριαῖοι ὄντες,
2976»ἐῤῥίφθησαν ἀπὸ τὸν Ἰωάννην Μπονάτην, (τὸν εἰς θάνατον
2977»δηλαδὴ κατάδικον) προστιθεῖσα ἐν τέλει, ὅτι ἐπιφυλάσ-
2978»σεται πᾶν δικαίωμα καταμηνύσεως καὶ κατ’ ἄλλων μαρ-
2979»τύρων, ἐξετασθέντων κατὰ τὴν περὶ ἧς πρόκειται δίκην,
2980»ὅταν συλλέξῃ τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ψευδο-
2981»μαρτυρίας αὐτῶν στοιχεῖα». Σημειωτέον, ὅτι ἐν τῇ δίκῃ
2982ἐκείνῃ ἐξητάσθησαν ἐπ’ ἀκροατηρίου κατὰ τὰ πρακτικὰ
2983τριάκοντα ἐννέα μὲν μάρτυρες κατηγορίας, τεσσαράκοντα δύο
2984δὲ μάρτυρες ὑπερασπίσεως. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην μετὰ
2985τοῦ ἀντιγράφου τῆς μηνύσεως ὑπέβαλέ μοι, ζητῶν νὰ
2986ἐπιστρέψω αὐτῷ τὴν δικογραφίαν τῆς κυρίας δίκης πρὸς
2987ἔναρξιν τῆς ἐπὶ ψευδορκίᾳ ἀνακρίσεως, ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν
2988Ἐφετῶν δι’ ἐγγράφου του τῆς 2 Νοεμβρίου 1887 ὑπ’ ἀριθ.
29891417, δι’ οὗ ἐκτίθησι ταῦτα: «Λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ
2990»διαβιβάσωμεν συνημμένως ἀναφορὰν πρὸς ἡμᾶς τῆς Μα-
2991»ρίας Ἀβράμη χήρας Στ. Μπονάτη, μητρὸς δὲ τοῦ εἰς θά-
2992»νατον καταδικασθέντος Ἰωάννου Μπονάτη καὶ τοῦ εἰς
2993»ἰσόβια δεσμὰ καταδικασθέντος ἀδελφοῦ αὐτοῦ Σπυρίδω-
2994»νος Μπονάτη, ὡς καὶ ἀντίγραφον μηνύσεως, ἐγχειρισθείσης
2995»τῷ κ. Εἰσαγγελεῖ τῶν ἐνταῦθα Πλημμελειοδικῶν ἐπὶ ψευ-
2996»δορκίᾳ κατὰ τῶν μαρτύρων Σοφίας Ἀρμενιάκου, Θεοδώρας
2997»Γιούργα καὶ Μαρίας Ἁγιώτου, αἵτινες κατὰ τὴν ἐκδίκασιν
2998»τῆς ὑποθέσεως κατέθηκαν ὡρισμένως, ὅτι ἀνεγνώρισαν ἐπὶ
2999»τοῦ τόπου τῆς πράξεως καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐκτελέ-
3000»σεως τοῦ φόνου τὸν Σπυρ. Μπονάτην, ἔχοντα ἀνὰ χεῖρας
3001»πιστόλιον, καὶ αἵτινες οὐδὲν κατέθηκαν κατὰ τοῦ Ἰωάννου
3002»Μπονάτη, ὃν οὐδὲ εἶδον ἐπὶ τοῦ τόπου τῆς πράξεως, οὐδὲ
3003»ἐγνώριζον, καὶ τὸν ὁποῖον Ἰωάννην, ὁμολογήσαντα τὴν πρᾶ-
3004»ξιν, ἐβάρυνον πλεῖστοι αὐτόπται μάρτυρες».
3005Ἡ τοιαύτη καταγγελία, γενομένη, ὡς ἡ ἰδία μηνύτρια
3006ὁμολογεῖ, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔμαθεν αὕτη, ὅτι ὑπεγράφη τὸ
3007Διάταγμα περὶ ἐκτελέσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς τοῦ υἱοῦ
3008της Ἰωάννου, πέντε δὲ ὅλους μῆνας μετὰ τὴν καταδίκην,
3009καθ’ οὓς καὶ αὐτὴ καὶ αἱ καταγγελθεῖσαι γυναῖκες καὶ οἱ
3010χρησιμεύοντες εἰς ὑποστήριξιν τῆς καταγγελίας κατῴκουν
3011διαρκῶς εἰς Κέρκυραν, ἐν τῷ κέντρῳ τῆς ὁποίας ἐν πλήρει
3012μεσημβρίᾳ ὁ φόνος ἐξετελέσθη, ἡ τοιαύτη, λέγω, καταγγε-
3013λία, ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις γενομένη, καθίστατο ἀμέσως
3014σφόδρα ὕποπτος. Ἅμα δὲ τῇ καταγγελίᾳ τὸ ζήτημα διεβι-
3015βάσθη καὶ εἰς τὴν Βουλήν, ἐν ᾗ καὶ ἐπερώτησις κατ’ ἐπα-
3016νάληψιν μοὶ ἀπευθύνθη παρὰ Βουλευτῶν, οὐχὶ ὅμως Κερκυ-
3017ραίων, καίτοι εἰς ἀμφοτέρας τὰς πτέρυγας παρακάθηνται
3018Κερκυραῖοι, οὕτω δὲ κατεφωρᾶτο, ὅτι ἓν μόνον ἐπεδιώκετο,
3019ἡ ὁπωσδήποτε ἀναστολὴ τῆς ἐκτελέσεως, ἢ σαφέστερον εἰ-
3020πεῖν ἡ πλήρης ματαίωσις τῆς ἐκτελέσεως, διότι, ὡς προεῖπον,
3021ῥητῶς ἐδήλου διὰ τῶν ἀναφορῶν της ἡ ἀτυχὴς μήτηρ, ὅτι,
3022οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦτο ἡ ἔκβασις τῆς κατὰ τῶν τριῶν γυ-
3023ναικῶν καταγγελίας, αὕτη ἐσκόπει βαθμηδὸν νὰ καταγγείλῃ
3024ἐκ περιτροπῆς καὶ πάντας τοὺς ἄλλους μάρτυρας, οἵτινες
3025ἦσαν 39 μὲν τῆς κατηγορίας, 42 δὲ τῆς ὑπερασπίσεως. Τού-
3026του ἐπιτυγχάνοντος, ἤθελεν ἐπέλθει ἄνευ νόμου ἡ κατάργη-
3027σις τῆς θανατικῆς ποινῆς, διότι ἕκαστος τῶν εἰς θάνατον κα-
3028ταδίκων ἤθελε φροντίζει, ἅμα ἀποφασιζομένης τῆς ἐκτελέ-
3029σεως, νὰ καταγγέλλῃ ἀνὰ ἕνα τοὺς μάρτυρας τῆς ὑποθέσεως,
3030ὅπως οὕτω παρέρχωνται μῆνες καὶ ἔτη, μεθ’ ὃ βεβαίως δὲν
3031θὰ εἶχε σκοπὸν καὶ ἔννοιαν ἡ ἐκτέλεσις. Ὅσον καὶ ἂν μοὶ
3032ἦτο ἴσως εὐχάριστος ἡ τοιαύτη ἄνευ νόμου κατάργησις τῆς
3033φοβερᾶς ποινῆς, δέν μοι ἦτο ὅμως ἐπιτετραμμένον νὰ ἀνα-
3034γνωρίσω καὶ ἀποδεχθῶ αὐτήν. Καίτοι δὲ κατὰ τὰ εἰρημένα
3035πιθανώτατον, ἂν μὴ πρόδηλον, καθίστατο, ὅτι διὰ τῆς κα-
3036ταγγελίας ἐπεδιώκετο ἓν καὶ μόνον, ἡ ὁπωσδήποτε ἀναβολὴ
3037τῆς ἐκτελέσεως, καίτοι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ῥητῶς μὲ
3038ἐβεβαίου, ὅτι αἱ καταγγελθεῖσαι ὡς ψευδομάρτυρες οὐδὲ λέ-
3039ξιν κατέθηκαν κατὰ τοῦ εἰς θάνατον καταδίκου Ἰωάννου,
3040ὃν οὐδὲ εἶδον ἐν τῷ τόπῳ τῆς πράξεως, οὐδὲ κἂν ἐγνώριζον,
3041καίτοι οὐδεὶς κατηγγέλθη τῶν πολλῶν μαρτύρων, τῶν βε-
3042βαιωσάντων, ὅτι τὸν φόνον ἐξετέλεσε δημοσίᾳ, ὑπὸ τὰς ὄψεις
3043αὐτῶν, ὁ Ἰωάννης, ὅστις καὶ τότε ἐπὶ τοῦ τόπου, καὶ ὕστε-
3044ρον ἐν τῇ ἀνακρίσει, καὶ βραδύτερον ἐν τῷ Κακουργιοδικείῳ
3045ὡμολόγησεν ἀνεπιφυλάκτως, ὅτι αὐτὸς ἐφόνευσε τὸν Παππᾶν,
3046ὁμολογῶ οὐχ ἧττον, ὅτι ἡ καταγγελία αὕτη, καὶ οὕτω γε-
3047νομένη, μὲ ἀνησύχησε καὶ μὲ ἐνέβαλεν εἰς στενοχωρίαν, διότι
3048τὸ πρόγραμμα τῶν ἐκτελέσεων εἶχεν ἤδη ἀρχίσει πραγμα-
3049τοποιούμενον. Συνεκάλεσα πάλιν τὴν ἐπὶ τῶν χαρίτων Ἐπι-
3050τροπήν, εἰς τὰς ἐργασίας τῆς ὁποίας κατὰ παράκλησίν
3051μου ἐπεκούρησαν καὶ ὁ καθηγητὴς τοῦ Ποινικοῦ Δι-
3052καίου κ. Κωστῆς καὶ ὁ δικαστικὸς σύμβουλος κ. Στε-
3053φάνου, ἐμελετήσαμεν δὲ τὴν ὑπόθεσιν ὑφ’ ὅλας αὐτῆς τὰς
3054ἐπόψεις, καὶ ἰδίᾳ ὡς πρὸς τὴν νομικὴν ἔννοιαν τῆς κα-
3055ταγγελίας ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐπικειμένην ἐκτέλεσιν.
3056Οὐδεὶς εἰς οὐδένα ὑπῆρξε δισταγμὸς, ὅτι κατὰ τὴν ποινικὴν
3057ἡμῶν νομοθεσίαν, καταγγελία ἁπλῆ ἐπὶ ψευδομαρτυρίᾳ
3058κατὰ μαρτύρων δὲν δημιουργεῖ λόγον ἀναστολῆς, οὔτε δι-
3059καίωμα κἂν ὑποβολῆς αἰτήσεως πρὸς ἐπανάληψιν τῆς ἀνα-
3060κρίσεως, διότι κατὰ τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν καὶ ἡ αἴτησις
3061περὶ ἐπαναλήψεως τῆς ἀνακρίσεως τότε μόνον ἐπιτρέπεται,
3062ὅταν εἷς ἢ πλείονες μάρτυρες, καταθέσαντες ἐν τῷ ἀκροα-
3063τηρίῳ κατὰ τοῦ κατηγορουμένου, κατεδικάσθησαν ἐπὶ ψευ-
3064δομαρτυρίᾳ, ἢ ἐφυλακίσθησαν ἤδη, ἢ τοὐλάχιστον ἐξεδόθη
3065κατ’ αὐτῶν ἔνταλμα συλλήψεως. Μόνον λοιπὸν ἂν ὑπάρξῃ
3066τις τῶν περιπτώσεων τούτων, ἐπιτρέπεται ἡ ὑποβολὴ τῆς
3067αἰτήσεως περὶ ἐπαναλήψεως τῆς ἀνακρίσεως, μόνον δὲ ἐὰν
3068ἐπέλθῃ ὁριστικὴ καταδίκη ἐπὶ ψευδομαρτυρίᾳ τῶν μαρτύ-
3069ρων, ἀναιρεῖ ὁ Ἄρειος Πάγος. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν λοιπὸν τοῦ
3070νόμου δὲν ὑπῆρχε βεβαίως ὑποχρέωσις τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς
3071ἀναστολήν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἤρκει εἰς ἐμέ. Ἐφρόντισα, ὅσον
3072μοὶ ἦτο ἀνθρωπίνως δυνατόν, νὰ πεισθῶ, μήτοι, ἀσχέτως
3073πρὸς τὸν νόμον, τὰ πράγματα ἐδημιούργουν λόγον τινὰ,
3074δυνάμενον νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀναστολήν. Καίτοι τόσον
3075βραδέως ἐδόθη ἡ καταγγελία ἐκείνη, εἶχον ἐν τούτοις δια-
3076τάξει νὰ ἐνεργηθῇ ἐπειγόντως καὶ ἐσπευσμένως ἡ ἀνάκρισις,
3077ἐπιθυμῶν δὲ καὶ νὰ μάθω, ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν, διοικη-
3078τικῶς τὰ κατ’ αὐτὴν, ἐκάλεσα τρὶς κατ’ ἐπανάληψιν εἰς
3079τὸ Τηλεγραφεῖον τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν κ. Μπένσην,
3080προκαλῶν παρ’ αὐτοῦ πληροφορίας. Περὶ τῶν τριῶν μετα-
3081ξύ μας τηλεγραφικῶν συνεννοήσεων ἔχω κρατήσει σημειώ-
3082ματα, τὰ ὁποῖα δύναμαι νὰ δώσω πρὸς ἰδιαιτέραν ἀνά-
3083γνωσιν εἰς τὸν βουλόμενον νὰ ἀναγνώσῃ αὐτὰ, ἐκτὸς ἐὰν ἡ
3084Βουλὴ θέλῃ νὰ τὰ ἀναγνώσω καὶ πρὸς αὐτήν....
3085§101Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποία σημειώματα;
3086§102ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Συνεννοήσεως τηλεγραφικῆς μεταξὺ
3087ἐμοῦ καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Κερκύρᾳ Ἐφετῶν.
3088§103ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως, δύνασθε νὰ τὰ ἀναγνώσητε.
3089§104ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς δύνασθε νὰ κρίνητε, ἐὰν
3090δύνανται νὰ ἀναγνωσθοῦν.
3091§105ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναγνωσθῶσιν. Ἐπιμένομεν νὰ ἀναγνωσθῶσι.
3092§106ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. (Ἀναγινώσκει μακρὰν τηλεγραφικὴν
3093συνεννόησιν).
3094§107Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, παρακαλῶ,
3095νὰ σᾶς ζητήσω μίαν συμπλήρωσιν τῶν πληροφοριῶν;
3096§108ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Μάλιστα.
3097§109ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν ἀπάντησιν ἔδωκεν ὁ Εἰσαγγε-
3098λεὺς τῶν ἐν Κερκύρᾳ Ἐφετῶν τὴν πρωΐαν· μοὶ φαίνεται,
3099ὅτι ἀνέγνωτε, ὅτι εἴχετε ζητήσει αὐτὴν τὸ ἑσπέρας. Διατί
3100ἀνέβαλε διὰ τὴν πρωΐαν ὁ Εἰσαγγελεύς;
3101§110ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τὸ ἐξήγησεν. Ἤθελε νὰ ἴδῃ καὶ τὸν
3102Προεδρεύοντα κ. Τζουλάτην, ἴσως ἤθελε καὶ γενικώτερον
3103νὰ ἐρευνήσῃ, ἵνα ἐξακριβώσῃ καὶ τῆς κοινωνίας τὸ φρόνη-
3104μα. Τὴν πρωΐαν λοιπὸν μοὶ ἀνεκοίνωσε τὴν τόσῳ σαφῆ καὶ
3105καθαρὰν γνώμην, ἣν σᾶς ἀνέγνωσα, καὶ μεθ’ ἣν ἡ ἐκτέλεσις
3106ἐγένετο.
3107§111ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸν λόγον κύριε Πρόεδρε.
3108§112ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Δὲν ἠδύναντο νὰ λάβωσι
3109μεγαλείτερον κῦρος τὰ συμπεράσματα τοῦ κ. Κωνσταντο-
3110πούλου ἀπὸ τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον τοῖς ἔδωκεν ὅσα ἀνέγνω-
3111σεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐὰν συγκρίνῃ τις τὴν ὑπόθεσιν Μπο-
3112νάτη μὲ τὴν οἰκτροτάτην ὑπόθεσιν Τάκη, θὰ πεισθῇ, ὅτι ἡ
3113ὑπόθεσις Μπονάτη εἶναι αἶσχος διὰ τὴν Ἑλληνικὴν δι-
3114καιοσύνην......
3115§113ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι ἐν-
3116τροπὴ νὰ τὸ λέγητε, ὅταν ὁ ἄλλος ἐργάζηται κατὰ συνείδησιν.
3117§114ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ
3118λόγου του ἀπηύθυνε πρὸς τὸν Σωτηρόπουλον λέξεις τινὰς,
3119ἀσαφεῖς κατὰ τὴν γνώμην μου· ἐπιθυμῶ νὰ ἐξηγήσῃ ταύ-
3120τας καλλίτερον. Ἐπεθύμουν νὰ ἐξηγήσῃ, ἢ μᾶλλον νὰ δι-
3121ευκρινήσῃ, διότι μοὶ ἐφάνη, ὅτι εἶπε περὶ μιᾶς ὑποθέσεως,
3122ἥτις μᾶλλον ἔπρεπεν, ὅτε ἐξήνεγκε τὰς γνώμας του ἐν-
3123τεῦθεν, νὰ σιωπηθῇ.
3124§115ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πᾶν ὅ,τι
3125εἶπον, ἀναφέρεται ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν κ. Σωτηρόπουλον.
3126ὑπομιμνήσκω δὲ τῷ κ. Κουμουνδούρῳ, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη
3127νὰ ζητήσῃ διασαφήσεις, διότι αὐτὸς γνωρίζει, ὅτι ἐγὼ καὶ
3128ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἴμεθα οἱ πρωταγωνιστή-
3129σαντες τότε ὑπὲρ ἐκείνων, ὧν ἡ μνήμη τοσοῦτον εὐλόγως
3130συγκινεῖ αὐτὸν ἑκάστοτε.
3131§116ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μεταξὺ τόσων, οἵτινες ἠγόρευσαν
3132ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, εἶπον καὶ ἐγὼ τινα, χωρὶς
3133δὲ νὰ ἐκφράσω οὐδεμίαν γνώμην περὶ τῶν ἀποδιδομένων εἰς
3134τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης κατηγοριῶν, παρετήρησα
3135μόνον, ὅτι μετὰ τὰ ῥηθέντα δὲν ἥρμοζεν εἰς αὐτὸν νὰ σιωπᾷ.
3136Ἐπειδὴ δὲ τὴν παρατήρησιν ταύτην τῷ ἀπηύθυναν καὶ
3137πολλοὶ ἄλλοι, πρὸ ἐμοῦ καὶ μετ’ ἐμὲ ἀγορεύσαντες, ἠναγ-
3138κάσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ λύσῃ τὴν σιωπήν· ἀλλ’ εἴτε διότι
3139ἠθέλησε τρόπον τινὰ νὰ κάμῃ ἀντιπερισπασμὸν, εἴτε διότι
3140ἐθύμωσε, ἀκούσας καὶ ἀπὸ ἕνα τῶν πρεσβυτέρων τῆς Βου-
3141λῆς τὴν παρατήρησιν ταύτην, σᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ προαγορεύσας
3142ἔλαβε τὸν λόγον ἕνεκα μνησικακίας κατ’ αὐτοῦ, διότι
3143διετέλεσεν ἄλλοτε μέλος Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐφάνη
3144συμμεριζομένη κατηγορίαν, ἀπευθυνομένην κατὰ τοῦ ἀγο-
3145ρεύσαντος. Εἶναι ἀληθές, ὅτι οὐ μόνον ἐγώ, ἀλλὰ καὶ ἕτε-
3146ρος Ὑπουργὸς καὶ ὁ τότε Πρωθυπουργὸς κατηγορήθημεν
3147διὰ ῥυπαρὰν πρᾶξιν· ἀλλὰ ποῖος μᾶς κατηγόρησεν; οὐχὶ
3148βεβαίως ὁ Διοικητὴς τοῦ μεταβατικοῦ σώματος ἐπὶ τῆς
3149καταδιώξεως τῆς ληστείας, οὔτε ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ἄρτῃ
3150Πρωτοδικῶν. Μᾶς κατηγόρησεν εἷς ἄθλιος ἐγκληματίας,
3151ὅστις ἐπὶ 12 ἔτη ἔκλεπτε τὸ Ταμεῖον Θηβῶν, καὶ τὸν ὁποῖον
3152ἀνεκαλύψαμεν καὶ παρεδώσαμεν εἰς χεῖρας τῆς δικαιοσύνης.
3153Τί ἔπραξα δὲ τότε ἐγώ; δὲν ἐφυγοδίκησα, ὅπως φυγοδικεῖ
3154τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· ἀλλ’ ἅμα εἶδον, ὅτι
3155ἡ κατηγορία, ἕνεκα πολιτικῶν λόγων, ἢ καὶ προσωπικῶν,
3156ἤρχισε νὰ λαμβάνῃ διαστάσεις, ἀπῄτησα νὰ συνέλθῃ ἡ
3157Βουλή, ἡ ὁποία ἦτο ὁ φυσικὸς ἡμῶν δικαστὴς, ἵνα καθα-
3158ρίσῃ τὴν ὑπόθεσιν· εἴθε δὲ νὰ ἠκούετο ἡ ἀπαίτησίς μου
3159ἐκείνη, διότι οὔτε ἡ συκοφαντία ἤθελε βοσκήσει, ὡς ἐβό-
3160σκησεν, οὔτε ἠθέλομεν θρηνεῖ τὴν στέρησιν τοῦ ἐξοχωτέρου
3161τῶν ἀνδρῶν τῆς νεωτέρας ἐποχῆς· μὴ εἰσακουσθείς, ἔδωκα
3162τὴν παραίτησίν μου καὶ ἀπῆλθον εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, ἀφή-
3163σας ἐλεύθερον τὸ στάδιον εἰς τοὺς κατηγόρους μου καὶ τοὺς
3164ἀντιπάλους μου, πολιτικοὺς καὶ προσωπικούς· ὅτε δὲ μετὰ
3165τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς ἐξελέχθην Βουλευτὴς καὶ ἐπανῆλ-
3166θον εἰς τὸν περίβολον τοῦτον, ὁ προϊστάμενός μου Πρωθυ-
3167πουργὸς ἐζήτησε νὰ συστηθῇ Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπή. Τὴν
3168πρότασίν του συνεμερίσθην καὶ ἐγὼ, λαβὼν δὲ τὸν λόγον,
3169ἐξέθηκα τὴν ἱστορίαν τῆς ὑποθέσεως. Καὶ ἔκαμε τότε ἡ Ἐξε-
3170ταστικὴ Ἐπιτροπή ἐργασίαν τινὰ, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν ἠξίω-
3171σεν οὐδεμιᾶς προσοχῆς τὴν ὑπόθεσιν, καὶ οὐδεὶς λόγος
3172ἐγένετο πλέον περὶ αὐτῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δι-
3173καιοσύνης ἐνόμισεν, ὅτι ἐλαφρύνει τὴν θέσιν του, ἐὰν εἴπῃ,
3174ὅτι ἐξακολουθεῖ ἔχων ἀκόμη ἣν εἶχε καὶ τότε πεποίθησιν·
3175ἐγὼ ἀδιαφορῶ, καὶ περιφρονῶ καὶ τώρα, ὅπως καὶ τότε, τὴν
3176πεποίθησίν του, τὸν οἰκτείρω μάλιστα, ἐὰν ἐξακολουθῇ νὰ
3177τὴν ἔχῃ, ὕστερον ἀπὸ τὴν ἐκτύλιξιν, ἣν ἔλαβεν ἡ ὑπόθε-
3178σις. Δι’ ἐμὲ καὶ διὰ τοὺς ἐν μακαρίᾳ τῇ λήξει συναδέλφους
3179μου ἀρκοῦσα ἱκανοποίησις εἶναι, ὅτι δὲν ἐτόλμησε κἀνεὶς
3180νὰ φέρῃ καταγορητήριον, ὅτι τινὰ τῶν προσώπων, ἅτινα
3181ἐφάνησαν συμμεριζόμενα τὴν κατηγορίαν, ὡμολόγησαν
3182ἔν τινι συνεδριάσει τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐπλανήθησαν, καὶ
3183προσεπάθουν νὰ ῥίψῃ ὁ εἷς τὴν εὐθύνην εἰς τὸν ἕτερον καὶ
3184ἐπὶ τέλος ἕν μέλος τοῦ Ὑπουργείου Τρικούπη, ὁ κ. Ῥάλλης,
3185θέλων νὰ καταπαύσῃ τὴν λογομαχίαν των, εἶπεν, ὅτι δὲν
3186συνετάχθη κατηγορητήριον, διότι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβού-
3187λιον, ἐξετάσαν τὴν ὑπόθεσιν, δὲν εὗρεν ἴχνος ἐνοχῆς κατ’
3188οὐδενὸς Ὑπουργοῦ. Ὕστερον ἀπὸ ὅλα ταῦτα ἀδιαφορῶ
3189ποίας πεποιθήσεις ἔχει ὁ κ. Βουλπιώτης, ἀντὶ δὲ νὰ ἐκ-
3190φράζῃ πεποιθήσεις περὶ τῆς ὑποθέσεως ἐκείνης, καλὰ θὰ
3191κάμῃ νὰ ἐξετάσῃ ποίας πεποιθήσεις ἔχει ἡ Βουλὴ καὶ ἡ
3192κοινωνία περὶ αὐτοῦ.
3193§117ΛΕΒΙΔΗΣ. Περὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Τάκη, ἐφ’ ὅσον σχε-
3194τίζεται αὕτη πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης,
3195ἐπιθυμῶ νὰ ἐκφράσω καὶ αὖθις τὴν γνώμην μου πρὸς τὴν
3196Βουλὴν, δηλῶ δὲ, ὅτι εἶμαι ἕτοιμος ν’ ἀπαντήσω εἰς ἓν
3197ἕκαστον τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ περὶ
3198τούτου ἀναμένω τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Περὶ τοῦ ἑτέρου
3199ζητήματος νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ εἴπω δύο λέξεις, διότι
3200ἤμην μέλος καὶ εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ἐξεταστι-
3201κῆς, ἥτις ἐξήτασε τὰ τοῦ Ταμείου Θηβῶν. Δὲν εἶναι ἀλη-
3202θὲς, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ τῶν Ἐσωτερι-
3203κῶν, οἱ νῦν, προσεπάθησαν νὰ σώσωσι δῆθεν τὸν ἀείμνηστον
3204Κουμουνδοῦρον καὶ τὸν Παπαμιχαλόπουλον, ἐπιῤῥίπτοντες
3205τὴν κατηγορίαν μόνον κατὰ τοῦ κ. Σωτηροπούλου· τοὐναν-
3206τίον εἶναι βεβαιότατον, καὶ προκαλῶ ἐντιμοτάτους ἄνδρας,
3207καὶ ἐκ τῶν ἐντὸς καὶ ἐκ τῶν ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου εὑρι-
3208σκομένων, (καὶ κατονομάζω τὸν κ. Γ. Φιλάρετον, πρώην
3209βουλευτὴν,) ἂν ὁ κ. Στέφανος Δραγούμης δὲν ἦτο ὁ συντά-
3210ξας τὸ κατηγορητήριον κατὰ τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδού-
3211ρου, καὶ ὅπερ ἔχει ἐν τῇ οἰκίᾳ αὑτοῦ, δὲν ἠξεύρω δὲ διὰ
3212τί φυλάττει αὐτό. Τότε καὶ ὁ κ. Βουλπιώτης καὶ ὁ κ. Δρα-
3213γούμης καὶ ὁ κ. Βαλέττας ἐμαίνοντο καὶ ἔλεγον, ὅτι: «ἢ
3214ὑπογράφετε τὸ κατηγορητήριον δι’ ὅσων ὑπογραφῶν ἀπαι-
3215τεῖ ὁ νόμος καὶ κατὰ τοῦ Κουμουνδούρου, ἢ δὲν εἰσάγομεν
3216αὐτὸ κατὰ τῶν κυρίων Σωτηροπούλου καὶ Παπαμιχαλο-
3217πούλου.» Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων, πᾶν δ’
3218ἄλλο, ὅπερ λέγουσιν, ἔχει σκοποὺς, περὶ ὧν ἐγὼ τοὐλάχι-
3219στον ἐντελῶς ἀδιαφορῶ. Ἀλλ’ εἶναι βεβαιότατον, ὅτι ἐκείνη
3220ἡ ὑπόθεσις, ἣν ἐγὼ γινώσκω ἄριστα, διότι ἤμην εἰσηγη-
3221τὴς, ὡς εἶπον, καὶ ἐμελέτησα πάσας τὰς λεπτομερείας, οὐ
3222μόνον τοῦ ἐλλείμματος τοῦ Ταμείου Θηβῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν
3223τουρκικῶν χαρτονομισμάτων καὶ τοῦ γραμματοσήμου καὶ
3224δὲν ἠξεύρω ποίας ἄλλας σειρὰς ὑποθέσεων, ἃς ἡ τότε Ἀντι-
3225πολίτευσις εἶχε παραστήσει εἰς τὴν κοινωνίαν ὡς ἐχούσας
3226ὑπόστασιν, εἶναι λέγω βεβαιότατον, ὅτι πάντα ἐκεῖνα
3227ἐγκατελείφθησαν. Γινώσκω ἄριστα τὰς λεπτομερείας τῶν
3228ὑποθέσεων ἐκείνων καὶ τίνες ἦσαν οἱ πρωτουργοὶ καὶ αὐτουρ-
3229γοὶ πάντων ἐκείνων· βεβαιῶ δὲ, ὅτι ἐκ μὲν τῶν ἐκτὸς τῆς
3230Βουλῆς ὁ Βαλέττας ἐμαίνετο, ἵνα ὑπογραφῇ τὸ κατηγορη-
3231τήριον κατὰ τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, ἡ δὲ ξυνωρὶς
3232τῶν νῦν δύο Ὑπουργῶν συνετέλει, ὥστε νὰ ἀπαρτίζηται
3233τριάς τις ἐπικίνδυνος, ἥτις ἐζήτει νὰ πραγματοποιήσῃ τὰ
3234μαῦρα αὑτῆς βουλεύματα. Τὸ κατηγορητήριον κατὰ Κου-
3235μουνδούρου ἔχει γράψει ὁ κ. Δραγούμης ἰδίᾳ χειρὶ, καὶ ἔχει
3236αὐτὸ ἐν τῇ οἰκίᾳ αὑτοῦ, ἂν τολμᾷ δὲ, ἂς μὲ διαψεύσῃ.
3237§118ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουρ-
3238γοῦ, μὲ εἴδετε κατελθόντα τοῦ βήματος, οὐχὶ διότι ἐνόμισα,
3239ὅτι πρέπει νὰ χωρίσω τὸν κ. Σωτηρόπουλον ἀπὸ τὸν πατέρα
3240μου, ἀλλὰ διότι ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἦτο εἰς κατάστασιν
3241νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτόν. Δὲν γνωρίζω ποίαν γνώμην ἔχουσί
3242τινες, ἢ εἶχον, καὶ ποίαν ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ ἑνὸς
3243μέλους τῶν συγκατηγορουμένων, ἀλλ’ ἐγὼ γνωρίζω τοῦτο,
3244καὶ τὸ γνωρίζει ὅλη ἡ Ἑλλὰς, ὅτι δὲν ἐτόλμησαν οἱ κατή-
3245γοροι νὰ εἰσαγάγωσι τὴν κατηγορίαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς,
3246διότι οὐδὲν ἴχνος ἐγκλήματος οὔτε κατὰ τῶν δύο Ὑπουργῶν,
3247οὔτε κατὰ τοῦ κ. Σωτηροπούλου εὕρισκον· πρὸς παραπομπὴν
3248αὐτῶν ἐνώπιον Εἰδικοῦ Δικαστηρίου. Ἐζήτησα τὴν ἐξήγησιν
3249τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ καὶ ἐκ τοῦ ἰδίου στόματος
3250τοῦ μέλους ἐκείνου τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ ἀθωότης ὅλων ἐκείνων, οὓς
3251κατηγόρησεν· ἤθελον μόνον νὰ προκαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν
3252εἰς τὴν δήλωσιν, ἣν προεκάλεσεν, ἵνα παύσῃ ἅπαξ διὰ παν-
3253τὸς, ὁσάκις τις θέλῃ νὰ ἀμύνηται, νὰ ἐνθυμῆται αὐτὴν τὴν
3254ὑπόθεσιν, λυπηρὰν καὶ δι’ ἐμὲ καὶ διὰ πολλοὺς, οἵτινες
3255κάθηνται εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην (δεικνύει τὴν δεξιάν).
3256Ἐκεῖνος ἤδη ἀπέθανεν· εἰς μόνον ζῇ, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν
3257εἶναι πρέπον, οὔτε εὐγενὲς, οὔτε γενναῖον, ἐνῷ δὲν ὑπῆρξεν
3258οὐδὲ ἴχνος ἐνοχῆς, νὰ θέλωσί τινες νὰ καυτηριάζωσιν ἀπὸ
3259στιγμῆς εἰς στιγμὴν κατὰ τὰς ὀλίγας ἐναπομεινάσας πολι-
3260τικὰς ἡμέρας τὸ ὑπάρχον ἀκόμη πολιτικὸν πρόσωπον, ἀνα-
3261μιμνήσκοντες τὴν ἐξυφανθεῖσαν κατηγορίαν ἐκείνην. Ἐνόμι-
3262ζον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀνερχόμενος εἰς τὸ βῆμα, ἄλλως
3263ἤθελεν ἀπαντήσει, καὶ ὅτι δὲν ἤθελεν ἀναμνησθῆ τόσον λυ-
3264πηρᾶς καὶ ἀξίας στιγματισμοῦ ὑποθέσεως. Εἰς τὴν ἀνάμνη-
3265σίν της οἱ κατήγοροί μας ἔπρεπε νὰ κύπτωσι τὴν κεφαλὴν
3266καὶ νὰ κρύπτωσι τὸ πρόσωπον ἐξ ἐντροπῆς, νὰ τρέπωνται
3267δὲ εἰς φυγήν, καὶ μὴ ἀμύνωνται, προτάσσοντες τοιαύτας ὑπο-
3268θέσεις, αἵτινες στρέφονται κατ’ αὐτῶν, ἀλλ’ ὀφείλουσι νὰ
3269συζητῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐγγράφων, ἅτινα παρουσιάζον-
3270ται εἰς πᾶσαν κατηγορίαν, ἥτις ἀπευθύνεται κατ’ αὐτῶν, νὰ
3271μὴ ἀναξέσωσι δὲ πληγὰς, αἵτινες δὲν θὰ ἐπουλωθῶσιν, εἰμὴ
3272ἐν τῷ τάφῳ.
3273§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἄλλος ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμι-
3274λήσῃ. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν;
3275§120ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιο-
3276σύνης Ὑπουργὸς, ἀπολογούμενος, ἐμνήσθη καὶ ἐμοῦ· ὡς δ’
3277ἐνόησα, εἶπεν, ὅτι ἐξέφρασα ἀπορίαν ἐπὶ τῆς διαγωγῆς τοῦ
3278ἀδελφοῦ του, Ἀντεισαγγελέως τότε καὶ ἤδη Ἐφέτου. Ἐγὼ,
3279Κύριοι, περιωρίσθην ἁπλῶς νὰ ἐξετάσω ὑπὸ πραγματικὴν
3280καὶ νομικὴν ἔποψιν τὰς δύο αἰτιάσεις.
3281§121ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή,
3282ἂν πρέπῃ νὰ γίνῃ μικρά τις διακοπή.
3283§122ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς νὰ ψηφοφορηθῇ
3284δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
3285§123ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχετε τὸ δικαίωμα· προτείνατέ το.
3286§124ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Μὴ μᾶς ἀναγκάζητε νὰ εἴπωμεν, ὅτι
3287δὲν εἶναι ἀπαρτία.
3288§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὸ ζήτημα τῆς
3289διακοπῆς. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ γίνῃ διακοπὴ τῆς συνεδριά-
3290σεως λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
3291(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ὑπὸ τὴν
3292ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Κανάρη καὶ Καλογερο-
3293πούλου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκωλλον ψηφοφορίας.):
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
3294Χαρ. Τρικούπης ΟΣτέφανος Δραγούμης Ο
3295Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΟΔημήτρ. Γ. Ῥάλλης
3296Γ. Σισμάνης ΟἈνδρέας Γ. Ψύλλας
3297Δ. Βουλπιώτης ΟΦωκίων Νέγρης Ο
3298Ἀθ. Ἴσκος ΝἸω. Ἀ. Γεωργαντᾶς
3299Ν. Καλαντζόπουλος ΟΝικόλ. Μπουφίδης Ο
3300Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ο
3301Μ. Γουλιμῆς ΟΔημ. Καλλιφρονᾶς Ν
3302Μ. Ἰατρίδης ΟΝικόλ. Δ. Λεβίδης Ν
3303Δ. Χατζόπουλος ΝΣπυρ. Κουκούλεζας Ο
3304Γεώργιος Μίλησης ΟὌθων Μακρυγιάννης Ο
3305Σπυρίδων Νοταρᾶς Τρύφων Μουτσόπουλος
3306Γεώργιος Κούστας Θάνος Κανακάρης Ο
3307Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΟἈθ. Πετιμεζᾶς
3308Σωτήριος Δανόπουλος ΟΝεοκλ. Πετιμεζᾶς
3309Ἀναστ. Δημητριάδης ΟΑ. Παπαγιαννακόπουλος Ν
3310Μιχαὴλ Νικηφοράκης ΟΑ. Φωτήλας Ο
3311Δημήτριος Πετρίδης Ἀνδρ. Αὐγερινὸς Ο
3312Ἄγγ. Γεωργαντᾶς Ἀντ. Ρικάκης
3313Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝἈχ. Γεροκωστόπουλος
3314Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Ἰω. Κρεστενίτης Ν
3315Χρῖστος Χριστόπουλος Ν. Κουμανιώτης
3316Φίλιππος Βάρβογλης Χρ. Στεφανόπουλος Ο
3317Ἠλίας Φλέσσας ΝἈλέξ. Ζαΐμης
3318Κων. Κωνσταντόπουλος Νικόλ. Καλογερόπουλος Ο
3319Ἀρ. Σακελλαρόπουλος Ἀλέξ. Κοντόσταυλος
3320Παναγιώτης Μανέτας ΟΝ. Παπανικολάου Ο
3321Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος ΝΝικόλ. Καφετζόγλους Ο
3322Ἠλίας Παλαμήδης ΟἸωάννης Πεζᾶς
3323Κωνστ. Κατσικόπουλος Κωνστ. Σινέλης Ο
3324Δ. Ζέγγελης Βασίλειος Βουδούρης Ο
3325Δημ. Ν. Βότσαρης Κ. Ἀργασάρης ΛομβάρδοςΟ
3326Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΝΔιον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ο
3327Γεώργιος Χ. Παχὺς ΟἈναστ. Ἐ. Λούντζης Ο
3328Διον. Λομβάρδος ΟΝ. Κοκωσλῆς
3329Γεώργιος Θεοτόκης ΟἸω. Παπαδόπουλος Ο
3330Κωνστ. Βασιλάκης Κωνστ. Μαρκίδης Ο
3331Ἀντ. Καποδίστριας Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος Ο
3332Νικόλαος Βασιλάκης Δημ. Κουτσουμπλῆς Ο
3333Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς ΝΕὐθ. Μπατζιᾶς Ο
3334Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς Ἀναστ. Ζαρμάνης Ο
3335Σπυρ. Ἀλαμάνος Ἀχιλ. Λογιωτάτου Ο
3336Θεόφιλος Προβατᾶς Σωτήριος Σωτηρόπουλος
3337Ἰωάννης Παδοβᾶς ΟΚωνστ. Κουμουνδοῦρος Ν
3338Εὐάγγ. Μπασιᾶς Περικλῆς Πεῤῥωτῆς
3339Ἀγαμέμνων Μεταξᾶς ΟΔημήτριος Τζάνες Ο
3340Ἀνδρ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΟΠερικλῆς Μποῦτος
3341Νικόλ. Βαλσαμάκης ΝΠαναγιώτης Σάκκης
3342Γεράσιμος Μουσούρης ΟΝικόλαος Παπαλέξης Ο
3343Παναγ. Βενιεράτος ΟΝικόλαος Μισυρλῆς
3344Γ. Τυπάλδος Κοζάκης ΝΝ. Καράπαυλος Ο
3345Γεώργιος Κόρπας Ἀσημάκης Χριστόπουλος
3346Στέφανος Σκουλούδης ΟΕὐστάθιος Κοκκέβης Ο
3347Ἀλοΐσιος Τόμαν ΟΔημήτριος Κάρτσωνας
3348Χαρίλ. Προβελέγγιος ΟΔημήτριος Π. Γουδῆς Ο
3349Νικόλαος Νομικός ΟΣ. Χατζηγάκης
3350Μίνως Μπογιατζόγλους ΟΚ. Ζωγλοπίτης Ο
3351Γεώργιος Μπούμπουρας ΟἈθ. Καζαμπάκας Ο
3352Λωρέντζος Δελαρόκας ΟΓ. Φραγκίδης Ο
3353Δημοσθένης Καΐρης ΟΑ. Τακιατζῆς Ο
3354Γεώργιος Δρόσος ΟΓ. Τάκης
3355Νικ. Κρίσπης ΟΝ. Ταρμπάζης
3356Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς Ζ. Φαλιάγκας
3357Κωνστ. Κοσσονάκος ΟΣταμάτιος Μπουντούρης Ο
3358Γεώρ. Μαυρομιχάλης Θεόδωρος Γκίκας Ο
3359Ἀριστ. Πετροπουλάκης Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ο
3360Γιανν. Μαυρομιχάλης ΟΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
3361Νικήτας Βαρβιτσιώτης ΟὈδυσσεὺς Πετρόπουλος
3362Λεων. Καπετανάκος Νικόλ. Κοντογιάννης
3363Ξανθὸς Πικουλάκης ΟἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ο
3364Γεώρ. Πετροπουλάκης Γεώργ. Λιδωρίκης Ο
3365Κων. Παπαμιχαλόπουλος ΝΚωνστ. Χατζῖσκος Ο
3366Ἰωάν. Καρτάλης Δημήτριος Ζουλούμης Ο
3367Ἀργ. Κανταρτζῆς ΟΚωνστ. ἈναγνωστόπουλοςΝ
3368Εὐάγ. Σταμούλης Θεμιστοκλῆς Κανάρης Ν
3369§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 95. Ἐκ τούτων
337016 εἶπον Ναὶ καὶ 79 εἶπον Ὄχι. Ἑπομένως ἡ πρότασις
3371περὶ διακοπῆς τῆς συνεδριάσεως ἀπεῤῥίφθη.
3372Λύεται ἡ συνεδρίασις.
3373Ὥρα 1 καὶ 30′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον.